1863.09.18
1,169 rows · 9,654 words · 78 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΡΜΖʹ.
Τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1863.
(Τετάρτη)
Ὥρα 1. Μ. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ἡλιόπουλος θέλει νὰ προσδιορίσῃ μίαν ἡμέραν διὰ μίαν πρότασίν του.
§2ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓξ μῆνας ἔχω ὑποβάλει πρότασιν περὶ συστάσεως Ἑλληνικοῦ σχολείου εἰς τὸν δῆμον Δρυμείας τῆς Λοκρίδος, παρακαλῶ νὰ συστηθῇ, διότι τὰ μαθήματα ἀρχίζουν.
§3ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι ἔργον τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ὁ Κ. Παρίσης ἀναγινώσκει μίαν πρότασιν τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιτροπῆς περὶ συντάξεως εἰς τὰ ὀρφανὰ τοῦ Ἰωάννου Δαμιανοῦ, ἐκ δραχμῶν 200, μέχρι τῆς ἐνηλικιότητος τῶν ὀρφανῶν.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§5ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§6ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ποία εἶναι αὐτὴ ἡ πρότασις· πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ δώσω ψῆφον, προκειμένου μάλιστα περὶ συντάξεως; Πρέπει νὰ τυπωθῇ.
§7ΖΕΡΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν· οἱ παραδεχόμενοι νὰ τυπωθῇ περικαλῶ νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη.
§9ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, τὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι, λαμβάνων τὸν λόγον ἐξ ἀπροόπτου ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἀνέγνωτε, ἤκουσα μόνον ὅτι πρόκειται περὶ συντάξεως ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας τοῦ μακαρίτου Δαμιανοῦ. Ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ προαποφασισμένη μία τις ἀρχὴ, τότε δύνανται νὰ προσαχθῶσιν αἱ ἀνάλογοι περιστάσεις, καὶ ἡ συζήτησις εὐκόλως περιστρέφεται εἰς τὴν ταυτότητα αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅταν οὐδεὶς κανὼν ᾖναι παραδεδεγμένος, τὸ ἀποφασίζειν εἶναι δυσχερὲς καὶ πάσης προσοχῆς ἄξιον. Πρώτην φορὰν ῥίπτεται ἐν τῷ μέσῳ, χωρὶς νὰ τυπωθῇ, ἡ πρότασις αὕτη. Σκεφθῆτε λοιπὸν ἐὰν πρέπῃ ἡ Συνέλευσις, ἡ συγκαλεσθεῖσα διὰ πολὺ μεγαλειτέρους σκοποὺς καὶ μὴ δυνηθεῖσα νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτοὺς, ἡ εὑρεθεῖσα θεατὴς δυσχερειῶν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ τὰς ἐμποδίσῃ ἢ θεραπεύσῃ, ἐὰν, λέγω, ἡ Συνέλευσις αὕτη ᾖναι εἰς κατάλληλον περίστασιν, ἐὰν δύναται νὰ δικαιογηθῇ ἀπέναντι τοῦ κόσμου ἐπιλαμβανομένη μέτρου ὅλως προσωπικοῦ, ἀφορῶντος ἓν πρόσωπον. Βιάζομαι ἐκ προοιμίων νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἤμην φίλος τοῦ μακαρίτου, καὶ ἂν ἠρώτων τὰ προσωπικά μου αἰσθήματα, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ᾖμαι εὐκολώτατος εἰς τὸ νὰ δώσω καὶ ἐγὼ εὐνοϊκὴν τὴν ψῆφόν μου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι μέγα καθῆκον τὸ νὰ βάλῃ τις κατὰ μέρος τὰς ἰδιαιτέρας συμπαθείας ἀπέναντι τοῦ γενικοῦ καλοῦ, καὶ εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ δυσχέρεια τῆς θέσεώς μας ὡς πληρεξουσίων. Δὲν συνηγορῶ ὅπως μὴ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον 200 δραχμὰς, καὶ μάλιστα χάριν οἰκογενείας τοιαύτης· ὄχι, Κύριοι, ἀλλὰ συνηγορῶ κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ ἀνεπαισθήτως. Τί θὰ εἰποῦν οἱ ἐπαρχιῶται; ἐνῷ δὲν ἐτακτοποιήσαμεν τὰ μέτρα περὶ τῶν ἀγωνιστῶν, ὄντων πλειόνων τῶν χιλίων, ἀλλ’ ἐθεωρήσαμεν ἀναρμόδιον ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τὰ τοιαῦτα, τί θέλει εἰπεῖ ὁ λαὸς ἐὰν, χωρὶς νὰ προτάξωμεν κἂν μίαν γενικὴν ἀρχὴν, φέρωμεν μίαν εἰδικὴν περίπτωσιν καὶ κατὰ τὸ ποσὸν, καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν, καὶ τὴν παραδεχθῶμεν ἐξ ἀπροόπτου; Μὲ τὶ πρόσωπον αὔριον ἐὰν ὑποβληθοῦν 50 ἢ 500 ἄλλαι ὅμοιαι ἢ μᾶλλον δεδικαιολογημέναι ἀπαιτήσεις, μὲ τί πρόσωπον θὰ τὰς ἀποῤῥίψωμεν; διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ δώσωμεν σήμερον σύνταξιν εἰς τὴν οἰκογένειαν ταύτην, πρέπει νὰ δώσωμεν αὔριον καὶ εἰς ἄλλας ὁμοίας οἰκογενείας. Λοιπὸν εἴμεθα εἰς κατάστασιν, καὶ οἰκονομικῶς, καὶ πολιτικῶς νὰ ἔμβωμεν εἰς τοιαύτην συζήτησιν σήμερον; Προχθὲς διὰ τί ἔγεινε πρότασις νὰ βαθμολογηθοῦν δύο ἢ τρεῖς ὡς ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς; διότι ἐκάμαμεν κακὴν ἀρχήν. Πρέπει ν’ ἀπέχωμεν τοῦ νὰ παρασυρώμεθα. Τὸ φερθὲν εἰς τὴν Συνέλευσιν ζήτημα τοῦ Τζαβελάκου παρηκολούθησαν καὶ ἄλλαι ἀπαιτήσεις, καὶ εὐλόγως, διότι πιθανὸν νὰ ἔχουν οἱ αἰτοῦντες τὰ αὐτὰ ἢ καὶ μεγαλήτερα δικαιώματα. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀμέσως αὔριον θὰ φερθῶσι χίλιαι ἄλλαι προτάσεις περὶ συντάξεων, Λοιπὸν πῶς θέλετε νὰ δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι τῶν ἐπαρχιῶν, ἀπέναντι τῆς Εὐρώπης, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ Ἡγεμόνος, τὸν ὁποῖον περιμένομεν; Εἰς τὰς σκέψεις μας πρέπει νὰ συντρέχωσιν ὅλαι αἱ ἐπόψεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ ἡ Συνέλευσις· δὲν εἴμεθα ἄτομα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται νὰ ἀφίνωνται εἰς τὰς συμπαθείας ἢ ἀντιπαθείας των, δὲν ἐκλήθημεν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας νὰ ἐνεργῶμεν ὑπὸ τὴν ἀτομικήν μας ἔποψιν. Ὅσον καὶ ἂν δὲν ᾖναί τις αὐστηρὸς περὶ τῆς διαγωγῆς μας, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι οἱ ἐπαρχιῶται μᾶς ἐξελέξαντο διὰ νὰ ἐκπληρῶμεν τὰ καθήκοντά μας μετὰ τῆς δυνατῆς ἀπαθείας. Ἐὰν λοιπὸν ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας τὰς γενικωτέρας φάσεις, βλέπομεν, ὅτι εἶναι πρόωρον. Κατόπιν, ὅταν ὁρισθῇ ἓν σύστημα γενικώτερον, μάλιστα· ἀλλὰ νὰ εἴπῃ τις, κατώρθωσα διὰ τῶν φίλων μου, ἐπειδὴ πάσχει ἡ φίλη μου οἰκογένεια, νὰ σύρω τὴν συμπάθειαν τῆς Συνελεύσεως καὶ ν’ ἁρπάσω ὑπὲρ αὐτῆς 200 δραχμὰς κατὰ μῆνα, Κύριοι, κυττάξατε ποῦ καταντῶμεν· Ἐν ὀλίγοις τρομάζων ἀπέναντι τῶν συμπαθειῶν, ἀποπλύνω τὰς χεῖράς μου καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τοιούτου μέτρου.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐθαύμασα, Κύριοι, διὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου πληρεξουσίου Σπετσῶν, ἐθαύμασα, λέγω, διότι εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ἀνὴρ πολιτικὸς, τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἔθετεν ἐν τοῖς πρώτοις, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐξετάζει ἐκ περιωπῆς τόσον ταπεινῆς τὰ πράγματα· δὲν ἤλπιζα ποτὲ, ὅτι εἰς τὰς σκέψεις του ἤθελεν ὑπάρχει κύκλος τόσον στενὸς, ὥστε νὰ ἐμποδίζηται νὰ ἴδῃ, ὅ,τι βλέπουσιν οἱ κατέχοντες πολὺ ταπεινοτέρας τάξεις ἐν τῇ πολιτείᾳ. Δὲν ἤλπιζα ποτὲ, ὅτι ὁ Κύριος Διομήδης Κυριακοῦ ἤθελεν ὑποστηρίξει, ὅτι τίποτε δὲν εἶδεν ἄλλο εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰμὴ ἕνα ἀγῶνα τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ νὰ θέσῃ τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἐν ὅσῳ ὑπάρχει ἀγωνιστὴς τοῦ ἀγῶνος τοῦ 21, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντημείφθη, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ ἔθνος νὰ ἔλθῃ εἰς ἀμοιβὴν ἀρετῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἄλλης ζωῆς τοῦ ἔθνου, ἀνεφάνησαν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐπροξένησαν δυστυχήματα μέγιστα εἰς τοὺς ἔχοντας αὐτάς. Δὲν ἤλπιζα ποτὲ, ὅτι ἤθελε θεωρήσει τὸν ὑπὲρ πατρίδος ἀγῶνα περιωρισμένον εἰς τοῦτο καὶ μόνον τοῦ νὰ λάβῃ τις τὰ ὅπλα καὶ νὰ πολεμήσῃ τὸν ἐξωτερικὸν ἐχθρὸν, καὶ ὅτι ἡ ὑπεράσπισις τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἦναι ξένος ὁ ἐχθρὸς, ἡ μετ’ αὐταπαρνήσεως καὶ μετὰ θυσιῶν γινομένη δὲν ἀφίνει ἴχνη εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ ἔθνους. Ἐὰν δὲ πρόκηται μόνον περὶ τοῦ Δαμιανοῦ σήμερον, θαυμάζω πῶς ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Διομήδους Κυριακοῦ, ὅτι περὶ αὐτοῦ θὰ σκεφθῇ καὶ μόνον ἡ Συνέλευσις. Ἡ Συνέλευσις καλεῖται νὰ σκεφθῇ περὶ αὐτοῦ δυνάμει ἀρχῆς γενικῆς, ἥτις θέλει τιμήσει αὐτὴν καθιερωθεῖσα· ὑπάρχουν τόσοι λόγοι νὰ κατακρίνω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Κυρίου Διομήδους Κυριακοῦ, ἀλλὰ νομίζω καθῆκόν μου νὰ τοὺς παραλείψω, Κύριοι, διότι ἤθελεν εἶσθαι σκανδαλώδης ἡ ὁμιλία μου. Δὲν πιστεύω λοιπὸν ποτὲ ἡ Συνέλευσις, ὅτι ἀσπάζεται αὐτὰς τὰς ἀρχὰς, οὔτε, ὅτι δὲν νομίζει ἄξιον ἑαυτῆς νὰ ἐνασχοληθῇ ἀπολύτως εἰς ἀμοιβὴν προσώπων, οὔτε, ὅτι σκοπεῖ νὰ καταφρονήσῃ τὴν ἄλλην ζωὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ πρέπει μόνον νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ζωὴν τῶν πολέμων. Δὲν βλέπω δὲ τίποτε ἄλλο ἢ δειλίαν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Κυρίου Διομήδους Κυριακοῦ, διότι βλέπω νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις, ἀποῤῥίπτουσα τὴν προκειμένην ἀμοιβὴν, φοβούμενος τὰς παρεκτροπὰς αὐτῆς. Ὄχι, πρέπει καὶ τὴν ἄδειαν νὰ ἔχῃ ἡ Συνέλευσις, ὅπως ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀμείβῃ τὴν ἀρετὴν, καὶ πρέπει νὰ φανῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο εὐσυνείδητος· διότι ἄλλως εἶναι τὸ ἴδιον νὰ εἴπῃ, κλείω τὴν θύραν πρὸς πᾶν ὅ,τι ἔρχεται ἔξωθεν. Ἐρχόμενος δ’ ἤδη εἰς τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ ἡ Συνέλευσις νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς πρὸς τοῦτο παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἐν πρώτοις δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ σύνταξις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Δαμιανοῦ δὲν μετέχει καὶ τῶν ἀγώνων τῆς ἐπαναστάσεως, διότι, ἐὰν οἱ πλεῖστοι τῶν πληρεξουσίων τὸ ἀγνοοῦν καὶ δικαίως, ὅσοι ὅμως κατάγονται ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα γνωρίζουν, ὅτι ἡ οἰκογένεια τοῦ Δαμιανοῦ συνεισέφερεν εἰς τὴν ἐπανάστασιν πολλὰς σπουδαίας ὑπηρεσίας, διότι ὑπῆρξεν ἐκ τῶν πλουσιωτέρων οἰκογενειῶν τῆς Ὕδρας καὶ ἡ περιουσία αὕτη κατηναλώθη ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ δι’ αὐτήν· ἔμεινεν ὅμως κάτι τι, ἀλλὰ δὲν σώζεται· καὶ ποῦ κατηναλώθη; εἰς τὸ δεύτερον μέρος τῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον κατεφρόνησεν ὁ προλαλήσας. Ὁ Δαμιανὸς ἠξιώθη ἀνατροφῆς καὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ ἔγεινεν ἐπιστήμων. Ἠδύνατο ὄχι μόνον νὰ ζήσῃ διὰ τῆς ἐπιστήμης του, ἀλλὰ καὶ νὰ πλουτήσῃ, διότι ἔζησε καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ἐπιστήμη του παρεῖχεν ἄπειρα μέσα εὐζωΐας. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ ἀκμὴ τῆς ζωῆς του ὑπῆρξε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 43, καὶ ἐῤῥίφθη ὁρμητικῶς εἰς τὸ νέον αὐτὸ στάδιον, τὸ τῶν ἐλπίδων τῆς πατρίδος· εἰσῆλθεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅπου ἔγεινεν ὑπερασπιστὴς ἔνθερμος τῶν δικαιωμάτων τῆς πατρίδος, καὶ ἔγεινεν εἰσηγητὴς τοῦ Συντάγματος· ὡς τοιοῦτος ὑπερησπίσθη ἐναντίον ὅλων τῶν μηχανοῤῥαφιῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου του, εἷς ἐκ τῶν πρώτων ἐπαίνων, τὸν ὁποῖον ἀνὴρ ἄριστος, ὅστις δὲν ὑπάρχει δυστυχῶς πλέον εἰς τὴν ζωὴν, ὁ Ἀργυρόπουλος, ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ τάφου ἆθλον τοῦ βίου αὐτοῦ παρέθεσεν ὅτι ὑπῆρξεν εἰσηγητὴς τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν. Τί ἔκαμε, Κύριοι, μετ’ ἔπειτα ὁ Δαμιανός; δὲν ἐγκατέλιπε τὴν πολιτείαν πάσχουσαν καὶ ἀγωνιῶσαν καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ φθορὰ, ἡ ὁποία συνέβη εἰς τὴν ἐπιστήμην του, ἐξωδεύθη ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 8βρίου κανεὶς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τοὐναντίον, διότι ἡ ἐπανάστασις τοῦ 8βρίου, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρ’ εἷς ἐκ τῶν καρπῶν τῆς τριακονταετίας αὐτῆς. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς πλέον σήμερον, ὅτι οἱ ἀντιπολιτευθέντες κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν ἀπέβλεπον εἰς τ’ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν ἀντιπολίτευσιν μιᾶς μόνον περιόδου, ἀλλὰ τὴν ὅλην ἀντιπολίτευσιν, ἐξαιρῶν τὴν ἐξ ἄλλων λόγων προερχομένην καὶ ἐννοῶν μόνην τὴν κατὰ τοῦ κυβερνητικοῦ συστήματος. Καὶ διὰ νὰ ἴδῃ ὁ ἀξιότιμος Κύριος προαγορεύσας, ὅτι ὁ Δαμιανὸς εἶναι ἄξιος περιθάλψεως, ἂς κάμῃ παραβολὴν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ ἑνὸς ἄλλου ἀντιπροσώπου τῆς πατρίδος ἐν τοῖς κοινοβουλίοις ἐκείνοις. Οὗτος ἰδὼν, ὅτι τὸ στάδιον τὸ πολιτικὸν δὲν ἔχει ἀπολαύσεις, κατεφρόνησεν αὐτὸ καὶ ἐῤῥίφθη εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀπολαύσεων.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Τίς εἶναι ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτός;
§12ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ γενικῶς ὁμιλῶ καὶ παράδειγμα μόνον φέρω παραβολῆς. Ὅταν λοιπὸν τοιαῦται προσφέρωνται ἐκδουλεύσεις εἰς τὴν πατρίδα, πρέπει ν’ ἀποδώσῃ αὕτη χάριτας διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις ταύτας λόγῳ εὐγνωμοσύνης, λόγῳ συμφέροντος εἰς τὸ μέλλον. Δι’ ὃν λόγον ἡ κοινωνία τιμωρεῖ τοὺς κακοὺς διὰ νὰ παραδειγματισθοῦν οἱ ἐν τῷ μέλλοντι ζήσοντες, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει νὰ ἀνταμειφθοῦν οἱ καλοὶ οἱ περὶ πολλοῦ ποιούμενοι τὴν πατρίδα των, οἱ κατὰ πρῶτον λόγον περὶ αὐτῆς μεριμνῶντες διὰ νὰ φιλοτιμῶνται οἱ ἐπερχόμενοι· ἄλλως βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν εἶναι ἡ κοινωνία μας ἀξία προσοχῆς, οὔτε πρέπει νὰ καυχώμεθα, διότι ζῶμεν εἰς κοινωνίαν τοιαύτην, ἐνῷ καθῆκον αὐτῆς εἶναι ν’ ἀνταμείβῃ τοὺς εὐεργετοῦντας αὐτὴν καὶ νὰ ἐξάπτῃ τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας, ἡ δὲ ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τῆς πεινώσης οἰκογενείας τοῦ Δαμιανοῦ οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ παραμέλησις τοῦ καθήκοντος τούτου.
§13ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, μολονότι τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῶ καὶ ἐγὼ, ὡς ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Σπετσῶν, ἀπὸ πολὺ κατωτέραν ἔποψιν ἐξετάζων τὸ ζήτημα, μολοντοῦτο θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποδείξω ὅτι ἡ ἔποψις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Διομήδης Κυριακοῦ καὶ ἐγὼ ἐξετάζομεν τὸ ζήτημα, εἶναι ὑπερτέρα ἐκείνης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐξήτασεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μεσολογγίου. Κύριοι! κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ πολιτεία δὲν πρέπει νὰ ἀφίνῃ εἰς τοὺς δρόμους ἐκείνους, οἵτινες μετ’ αὐταπαρνήσεως τὴν ὑπηρέτησαν, οἵτινες ἠγωνίσθησαν ἡρωϊκῶς ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν της, καὶ ἐγένοντο θύματα εἰς τὸν ὑπὲρ αὐτῶν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ παρελθὸν ἔλαβε χώραν ἐν τῇ Ἑλλάδι· κανεὶς ἐπίσης, οὔτε αὐτὸς ἀκόμη ὁ πληρεξούσιος Σπετσῶν, δὲν ἔκαμε τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῆς μεγάλης ἡμῶν ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ ἀγῶνος τούτου, τοῦ ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς πατρίδος, ἀλλὰ δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου· δὲν πρόκειται τῳόντι νά λάβωμεν ἓν γενικὸν μέτρον περὶ θεραπείας τῶν δικαίων ἀναγκῶν, ὅσαι ἐγεννήθησαν ἀπὸ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας, ἢ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους ἂν ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ τοιοῦτον γενικὸν μέτρον, ἂν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἀνάγκαι ἤρχοντο ἐνώπιόν μας, ἀπαιτοῦσαι τὴν θεραπείαν των, βεβαίως δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἤθελον ἀντιταχθῆ κατὰ τῆς προτάσεως· διότι φρονῶ ὅτι πολιτεία ἥτις φαίνεται σκληρὰ πρὸς τοὺς ὑπηρετήσαντας αὐτὴν πολίτας, πολιτεία ἥτις ἀφίνει εἰς τοὺς τέσσαρας δρόμους, πεινῶντας καὶ δυστυχοῦντας, ἐκείνους οἵτινες κατεστράφησαν ἐκπληροῦντες τὰ πρὸς αὐτὴν καθήκοντά των, αὐτὴ πρώτη διδάσκει τὴν κακοήθειαν, καὶ ὑποσκάπτει ἀσυνέτως τὰ θεμέλια τῆς ὑπάρξεώς της· ἀλλὰ σήμερον τί μᾶς ζητοῦν Κύριοι; μᾶς ζητοῦν τοιοῦτον γενικὸν μέτρον; Ὄχι, ἀλλὰ σύνταξιν ὑπὲρ ὡρισμένου προσώπου. Τὸ πρόσωπον τοῦτο δυνατὸν νὰ προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα πολλὰς καὶ πολυειδεῖς ὑπηρεσίας, δυνατὸν νὰ ἔπαθεν εἰς τὴν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν πάλην, καὶ ἡ οἰκογένειά του σήμερον νὰ πάσχῃ, νὰ ὑποφέρῃ, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἆρά γε, ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἔπαθεν ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Πατρίδος; εἶναι ὁ μόνος, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκογένεια πάσχει; καὶ δὲν εὑρίσκετε Κύριοι! λείψανα τῆς ἐπαναστάσεως, τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐπαναστάσεως ἡ ὁποία φαίνεται, ὅτι ἐλησμονήθη, διότι εἶναι πολὺ μακρὰν. Δὲν εὑρίσκετε λείψανα τῆς ἐπαναστάσεώς μας, τὰ ὁποῖα, παρηγκωνισμένα καὶ λησμονημένα, ἀποθνήσκουν ἐπὶ τῆς ψάθης; δὲν εὑρίσκετε προσέτι ἄλλα θύματα τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀγῶνος ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους; μόνος τάχα ὁ Κ. Δαμιανὸς ἠγωνίσθη τὸν ἔντιμον ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Πατρίδος; Πῶς τόση ἀκηδία καὶ ἀναισθησία ἐκεῖ, καὶ τόση εὐαισθησία καὶ τρυφερότης ἐδῶ; Πῶς θέλετε νὰ δικαιολογήσω τὴν παραδοχὴν τοιαύτης συντάξεως καὶ ἀπέναντι τῆς συνειδήσεώς μου καὶ ἀπέναντι τῆς ἐπαρχίας μου, ὅταν γνωρίζω ὅτι ἐν Κρανιδίῳ μόνον τέσσαρες χῆραι ὑπάρχουν, λαμβάνουσαι σύνταξιν ἀνὰ 6 δραχ. κατὰ μῆνα, καὶ ταύτας εἶναι ἠναγκασμέναι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Σπέτζας νὰ τὰς λαμβάνουν ἐξοδεύουσαι τὰς ἡμίσεις; Εἶμαι λοιπὸν, Κύριοι, κατὰ τῆς προτάσεως, ὅπως παρουσιάζεται, ὡς εἰδικὸν μέτρον· εἶμαι κατὰ τῆς προτάσεως, διότι ἅμα θεραπεύσωμεν μίαν εἰδικὴν ἀνάγκην, ἔστω καὶ δικαίαν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούσωμεν μίαν ἄλλην ἐπίσης δικαίαν, ἐπίσης ἱεράν· διότι ἀφοῦ δὲν ἐκάμαμεν ἀκόμη τίποτε ὑπὲρ τῆς πολιτείας, εἶναι ταπεινὸν, εἶναι ἐξευτελιστικὸν νὰ καταβῶμεν εἰς τὸ στάδιον τῶν προσωπικῶν ἀξιώσεων καὶ ἀπαιτήσεων· διότι παραδεχόμενοι τὴν εἰδικὴν ταύτην πρότασιν θὰ ἀνοίξωμεν τὰς πύλας τῆς πολιτείας εἰς μυρίας ἄλλας ἀπαιτήσεις προσωπικὰς, δικαίας, ἀναμφισβητήτους, ἱεράς· καὶ οὕτω θὰ ἀναγκασθῶμεν ἢ νὰ τὰς ἀποῤῥίψωμεν ἀδίκως, ἢ ν’ ἀφήσωμεν τὸ κύριον ἔργον μας καὶ νὰ μοιράζωμεν ἐλέη. Φρονῶ ὅθεν ὅτι πρέπει νὰ ἀποῤῥίψωμεν τὴν πρότασιν, ὅπως παρουσιάζεται, νὰ συστήσωμεν δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα λάβῃ γενικὸν μέτρον περὶ ὅλων τῶν ἀγωνιστῶν καὶ οὕτω νὰ θεραπεύσωμεν τὰς μᾶλλον ἐπαισθητὰς ἀνάγκας, χωρὶς νὰ γεννήσωμεν δίκαια παράπονα, τὰ ὁποῖα βεβαίως θέλουν γεννηθῆ ἐκ τῆς παραδοχῆς τῆς προτάσεως ταύτης καὶ της ἀποῤῥίψεως ἄλλων ὁμοίας φύσεως. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θὰ ψηφίσω κατὰ τῆς ζητουμένης συντάξεως.
§14ΚΑΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κυρίου Δεληγεώργη, νομίζω περιττὸν νὰ ἔλθω εἰς ἀντίκρουσιν τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξέφερον ἀμφότεροι οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τῆς γενομένης προτάσεως. Ἓν μόνον γεγονὸς ὀφείλω νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ ἀποδείξω κατὰ πόσον ἀξίζει ἢ δὲν ἀξίζει μικράν τινα περίθαλψιν ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Δαμιανοῦ. Ναὶ ὁ Δαμιανὸς συνεισέφερε περισσότερον πολλῶν ἄλλων καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολλὰ ὀλίγοι, ἴσως δύω ἢ τρεῖς, ἠφάνισαν, καθὼς αὐτὸς, τὴν περιουσίαν των ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς πατρίδος. Ἤμην συνεργάτης του ἀπὸ τὰ 45 καὶ γνωρίζω, ὅτι ἐπώλησε τὴν ἐναπομείνασαν μικρὰν περιουσίαν του διὰ νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ἔνδοξον, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε μετ’ ἄλλων. Ἡ κατ’ αὐτοῦ ὀργὴ μέχρις ἐξοντώσεως τοῦ φυγαδευθέντος Ὄθωνος ἤρξατο ἀφ’ ὅτου ἐτόλμησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῶν βουλῶν, τὸ 1844, νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔρχεται δορυκτήτωρ ἢ νικητὴς καὶ ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν ὑποδεχθῇ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀνέλαβεν ὁ μακαρίτης Δαμιανὸς τὸν ἔνδοξον κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Ἡγεμόνος ἀγῶνα, καὶ χάριν αὐτοῦ ἀπώλεσε πᾶσαν τὴν περιουσίαν του.
§15ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἔγεινεν ὑπουργός.
§16ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα ἔγεινεν ὑπουργὸς ἀργότερα, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ συντελέσῃ ὑπὲρ τῆς εὐδαιμονίας τῆς πατρίδος του. Καθ’ ὅλην τὴν ὑπουργίαν του τὸν εὗρεν ὁ Βασιλεὺς ἀτίθασον, ἀδάμαστον εἰς τὰς προτάσεις, καὶ ἐκείνη ἡ ἐποχὴ τιμᾷ τὸν Δαμιανόν· ἔκτοτε δὲ ἀντὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὸ κατ’ αὐτοῦ μῖσος τοῦ βασιλέως τὸ ἐπηύξησεν. Ὁ πρῶτος ἀγορεύσας κατὰ τῆς προτάσεως ὑπῆρξε συνάδελφος τοῦ μακαρίτου Δαμιανοῦ εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον· ἀλλ’ ἐγκατέλειπεν αὐτὸ καὶ ἐδόθη εἰς τὸ ἔργον τὸ δικηγορικὸν, ἐξ οὗ ὠφελήθη ἐντίμως καὶ δικαίως· ἀλλ’ ὁ Δαμιανὸς ἐνέμεινε πολεμῶν καὶ καταστρεφόμενος. Προσεκλήθη καὶ οὗτος ὡς ὑπουργὸς ἀλλὰ τῷ ἐπεβλήθη ἡ ἄρνησις τοῦ νὰ μὴ δεχθῇ τὸ ὑπουργεῖον· καὶ ὅτε ἐγένοντο ἐπιδείξεις κατὰ τοῦ βασιλέως, εἶπεν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἐπροκάλεσεν ἐκείνας, καὶ ἐζήτησε τὸ ἔλεος καὶ τὴν συγχώρησιν τοῦ βασιλέως. Ἡ οἰκογένεια τοῦ μακαρίτου Δαμιανοῦ χρῄζει περιθάλψεως ἕνεκα τῶν καταστροφῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ Δαμιανὸς μαχόμενος ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει παραδεχθῆ ὑπὲρ τῶν ὀρφανῶν αὐτοῦ τὴν προτεινομένην σύνταξιν.
§17ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτιμῶ καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ὑπὲρ πάντα ἄλλον τοὺς ἀγῶνας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ διεφθαρμένου συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσα ἔτη ἐπίεζε τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ σύγκρισις τῶν ἀγώνων τῶν τοιούτων ἀνδρῶν πρὸς τοὺς ἀγῶνας τῶν ἀνδρῶν τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀγνωμοσύνη. Ὑπάρχουσιν ἀκόμη ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν αὐτῶν μέχρι τελευταίου ὀβολοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τοὺς συγγενεῖς, τὰ τέκνα αὐτῶν, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι μέχρι θεμελίων ἐσκάφησαν, τῶν ὁποίων οἱ ἄμπελοι κατεκόπησαν. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι τοιοῦτοι στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου· ὑπάρχουσι χῆραι τῶν τοιούτων ἀνδρῶν καὶ ὀρφανὰ εὑρισκόμενα εἰς τὴν ἐσχάτην ἔνδειαν. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀγῶνες τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων εἶναι ἀνώτεροι πάσης συγκρίσεως μὲ ἀγῶνας ἄλλων νεωτέρων. Ἐπεθύμουν ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμειφθῶσι καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ οἱ ἀγῶνες. Ἀλλ’ ἐνόσῳ βλέπω τοὺς ἀγῶνας τῶν πρώτων ποσῶς μὴ ἀνταμειβομένους, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι πρὶν ἐκπληρωθῶσιν αἱ ἱεραὶ ἐκεῖναι ὑποχρεώσεις οὔτε πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἀγῶνας ἄλλων· προσθέτω δὲ ἀκόμη εἰς μίαν ἑτέραν ἰδέαν, ἐκτιμῶ τοὺς ἀγῶνας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περὶ εὐνομίας ἠγωνίσθησαν· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ ἀγῶνες ἐκείνων πρέπει νὰ ἀμειφθῶσι δι’ ἐπαίνων διὰ στεφάνων, οὐδόλως δὲ διὰ χρηματικῶν ἀπαιτήσεων. Δὲν ἐγνώριζον τὸν Κύριον Δαμιανόν, διότι ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω ὅτι δὲν εἶναι πολὺς χρόνος, καθ’ ὃν εἰσῆλθον εἰς τὸ στάδιον τὸ πολιτικόν. Ἐὰν οἱ ἀγῶνες ᾖναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους οἱ προηγούμενοι ἀνέφερον, τολμῶ μετὰ παῤῥησίας νὰ τὸ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀνάξιοι συντάξεως. Ἐὰν ὁ Δαμιανὸς ὑπῆρξε πληρεξούσιος καὶ θερμὸς ὑπερασπιστὴς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους, δὲν ἐξετέλεσεν εἰμὴ τὸ καθῆκόν του καθὼς καὶ πᾶς ἄλλος τὸ ἐξετέλει. Ὁ Δαμιανὸς, Κύριοι, γνωρίζετε, ὅτι ἦτο ὑπουργὸς τοῦ Ὄθωνος, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον εἰσῆλθεν, ἀλλ’ ἦτον ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Διομήδης, τὸν ὁποῖον ἤθελον νὰ προσβάλωσιν, ὁσάκις τοῦ προσεφέρθη τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ἀπέῤῥιπτε πάντοτε. Οἱ ἀγῶνες τῶν ἀνδρῶν τῶν ὑπὲρ εὐνομίας ἀγωνισθέντων εἶναι ἔντιμοι, εὐγενεῖς, ἀλλ’ ἀνάξιοι χρηματικῆς χορηγήσεως. Ἐὰν ὅμως πρόκηται νὰ ἀνταμειφθῶσιν ὅλοι οἱ ἀγῶνες, πρέπει ἡ Συνέλευσις ἐξ ἀνωτέρας περιωπῆς περιλαμβάνουσα ὅλους τοὺς ἀγῶνας, νὰ ἀνταμείψῃ πρῶτον τοὺς ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας παθόντας καὶ μετέπειτα τοὺς ὑπὲρ εὐνομίας, καὶ λαμβάνουσα τὸ σύνολον τῶν ἀγώνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου Ταμείου τότε νὰ προβῇ εἰς ἀμοιβάς. Ἐνόσῳ ὅμως τῶν πρώτων τὰ τέκνα καὶ αἱ γυναῖκες στεροῦνται τὰ μέσα πάσης περιθάλψεως, εἶναι μεγάλη τῆς Συνελεύσεως ἀδικία νὰ ἀνταμείψῃ τοὺς τελευταίους.
§18ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι, τὸν μακαρίτην Δαμιανὸν δὲν τὸν ἐγνώριζον ὡς φίλον πολιτικὸν, ὡς ὀπαδὸν τῆς αὐτῆς πολιτικῆς ἀποχρώσεως, ἐκεῖνος εὑρίσκετο εἰς ἄλλην ἀπόχρωσιν, τὸν ἐγνώρισα εἰς δεινὰς περιστάσεις εἰς τὸν ἑαυτόν μου. Πιστεύω, Κύριοι, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων, ὅσοι ἀνήκετε ἀπὸ τὰ 44 εἰς τὰ πολιτικὰ καὶ κατεδιώκεσθε μετὰ ταῦτα, σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁμολογήσητε ἂν δὲν εὕρετε παρὰ τῷ Δαμιανῷ προστασίαν καὶ περίθαλψιν· οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο, ὅτι, ὅστις δήποτε κατεδιώκετο ἀπὸ τὸν Ὄθωνα εὕρισκεν ὑπεράσπισιν παρὰ τῷ Δαμιανῷ· τινὲς ἔφερον ὡς ἐπιχείρημα κατ’ αὐτῆς τῆς συντάξεως τὴν ὑπουργείαν τοῦ Δαμιανοῦ· ὅλα, Κύριοι, τὰ ἐπίσημα πρόσωπα κατώρθωσεν ὁ Ὄθων, εἴτε διὰ τοῦ ἑνὸς τρόπου, εἴτε διὰ τοῦ ἄλλου, νὰ τὰ φέρῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν· ἡ διαφορὰ εἶναι εἰς τὸν Δαμιανὸν, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν μεταχειρισθῇ ὡς ὄργανον καὶ ὀλίγους μῆνας τὸν ἐβάσταξεν· εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ μετὰ πολλῆς τόλμης ἐπολέμησε τὸ σύστημα εἰς τὸ διάστημα τῆς ὑπουργείας του. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι τὰ δικαιώματα τοῦ Δαμιανοῦ περιορίζονται εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ τελευταίου ἀγῶνος· ἡ οἰκογένεια τοῦ Δαμιανοῦ συνεισέφερεν εἰς τὸν ἀγῶνα 40,000 χιλ. τάλληρα ἐκτὸς τῆς προσωπικῆς συνδρομῆς· ἐδῶ εἶναι οἱ συμπατριῶταί του, καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ τὸ ἀναιρέσωσιν, ἀναγκαίως δὲν θὰ ἠρχόμην νὰ ζητήσω περίθαλψιν ὀρφανῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπὸ τριῶν μέχρις ὀκτὼ ἐτῶν, ἐὰν ὁ Δαμιανὸς δὲν ἐσπατάλευεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος τὴν περιουσίαν αὑτοῦ. Βεβαίως τότε τὰ ὀρφανὰ τοῦ Δαμιανοῦ δὲν ἤθελον περιέλθει εἰς τὴν τελευταίαν θέσιν τοῦ νὰ ζητῶσι μίαν σύνταξιν, καὶ αὐτὴ νὰ διαφιλονεικῆται· εἰξεύρετε ὅλοι ὅτι ὁ Δαμιανὸς ἀφοῦ κατηνάλωσεν ὅλην τὴν περιουσίαν αὑτοῦ, ἐγκατέλιπε καὶ χρέη, καὶ ἡ περιουσία του ἐδόθη εἰς τοὺς πιστωτάς του· δὲν ζητοῦμεν νὰ κατασπαταλευθῇ ὁ δημόσιος πλοῦτος, οὐδὲ νὰ δοθῇ ὑποτροφία, ὡς πολλαὶ ἐδόθησαν εἰς ἀνθρώπους εὐπόρους, ἐζητήσαμεν μόνον μίαν μικρὰν δαπάνην, ὅπως ἀνατραφῶσι τὰ τέκνα τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ ἀνδρὸς, ὅστις ἐγένετο θῦμα τῶν δεινῶν τῆς ὑπερασπίσεως τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Πατρίδος· ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεως αὐτῆς ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἄρνησιν τῶν ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐλευθερίας.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται, ὅτι ἐφωτίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἔρχεται εἰς ψηφοφορίαν τώρα ἡ πρότασις, ἡ ὁποία εἶναι 200 δραχμῶν.
§21ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Νὰ ψηφισθῇ πρῶτον ἡ ἀρχή.
§22ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Προτείνω νὰ δίδωνται μόνον 150 δραχμαί.
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω, Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ προκειμένη ἔκθεσις, μέχρις οὗ εἰσαχθῇ ἡ πρότασις περὶ τῶν ἐχόντων δικαίωμα συντάξεως.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι παραδέχονται τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως (θόρυβος).
§25ΖΕΡΒΑΣ. (θόρυβος). Ἐπὶ τοῦ θέματος, Κύριοι, θὰ ὁμιλήσω. Λέγω ὅτι τὸ ἔθνος δὲν προσφέρεται εἰς τὸ νὰ δίδῃ συντάξεις (θόρυβος). Λοιπὸν ἡ ὑποχρέωσις στηρίζεται εἰς Νόμον, καὶ ἐπειδὴ ἡ προκειμένη ἀπαίτησις δὲν στηρίζεται εἰς Νόμον, θὰ προτείνω ἀντὶ συντάξεως, νὰ προσδιορισθῇ περίθαλψις, ὥστε νὰ μὴ κεντηθῇ ἡ χορδὴ πολλῶν ἄλλων ἀπαιτήσεων.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κωνσταντόπουλος ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν· «προτείνω ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ προκειμένη αἴτησις, μέχρις οὗ εἰσαχθῇ ἡ πρότασις περὶ τῶν ἐχόντων δικαίωμα συντάξεως (θόρυβος).
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ θέμα ὅπως ἐτέθη ἀπ’ ἀρχῆς, νομίζω, ὅτι εἶναι καλόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν· ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κωνσταντοπούλου, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κυρίου Ζέρβα· «Χορηγεῖται περίθαλψις ἐκ δραχμῶν 1500 εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἰωάννου Δαμιανοῦ (θόρυβος, ἀποδοκιμασίαι). Λοιπόν, ὅσοι παραδέχονται τὴν πρότασιν· «Χορηγεῖται σύνταξις εἰς τὰ ὀρφανὰ τοῦ Ἰωάννου Δαμιανοῦ 150 δραχμῶν, ἡ δὲ σύνταξις διαρκεῖ μέχρι τῆς ἐνηλικιότητος αὐτῶν», παρακαλῶ, νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ὁ Κύριος Κοντὸς ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας 15 ἡμερῶν, νὰ τῷ δοθῇ;
§29ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Μάλιστα.
§30ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πρώην ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, Κύριος Κουμουνδοῦρος, ὑπέβαλε πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Συνέλευσιν δύω ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις εἰς βάρος τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν μὲν ἐκ δραχμῶν ...... τὴν δὲ ἐκ δραχμῶν....... ὀφειλομένων εἰς διαφόρους ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ καὶ μή. Εἰς τὴν τελευταίαν τῶν πιστώσεων ἐμπεριέχεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ στρατηγοῦ Ζέρβα, τοῦ συναδέλφου μας, ὡς ἑξῆς· «Εἰς τὸν ὑποστράτηγον Νικόλαον Ζέρβαν διὰ καθυστερήσεις μισθῶν ἀπὸ 15 Φεβρουαρίου κτλ. δραχμ. 1364. Τὰ δικαιώματα τοῦ Κυρίου Ζέρβα καὶ ἡ ἔντιμος πενία αὐτοῦ εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους ἡμᾶς, καθὼς καὶ αἱ ἀνάγκαι, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ὑποβεβλημένος, ἤδη μάλιστα, ὅτε ὡς πληρεξούσιος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διαμένῃ ἐνταῦθα. Προτείνω διὰ ταῦτα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα προσδιορισθῇ ἡμέρα συζητήσεως τῶν πιστώσεων αὐτῶν καθ’ ὁλοκληρίαν, ἢ νὰ κάμῃ ἐξαιρετικῶς μόνον λόγον περὶ τῶν ὀφειλομένων δικαιωμάτων τοῦ Κ. Ζέρβα. Ὡς τοιαύτην δὲ ἡμέραν συζητήσεως προσδιορίζω τὸ Σάββατον. (Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη). Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαριπόλου περὶ τοῦ ὅρκου τοῦ Βασιλέως. Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων Γεώργιος ὁ Α. ἅμα δώσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τὸν ἑξῆς ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὴν ἁγίαν ὀρθόδοξον τῶν Ἑλλήνων θρησκείαν, νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν Ἐθνικὴν αὐτονομίαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ νὰ συμπράξω μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος» θέλει ἀναλάβει τὴν πλήρη ἐνάσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα· ἤτοι· ά.) Τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ θέλει εἶσθαι ἀπαραβίαστον καὶ ἀνεύθυνον. βʹ.) Θέλει διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς Αὐτοῦ, ὡς καὶ πάντα ὑπάλληλον· οὐδεμία ὅμως πρᾶξις Αὐτοῦ θέλει ἰσχύει ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅστις δι’ αὐτῆς καὶ μόνης καθίσταται ὑπεύθυνος. γʹ.) Ἔσται ὁ ἀνώτατος Ἄρχων ὅλων τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ συνέπειαν θέλει κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀπονέμει τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς. δʹ.) Θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνομολογῇ συνθήκας εἰρήνης, συμμαχίας, ἐμπορίας καὶ ναυτιλίας, ζητῶν περὶ τούτων καὶ τὴν ἔγκρισιν τῆς Συνελεύσεως. έ.) Θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος, ἀπαλλάσσων, μεταβάλλων ἢ ἐλαττώνων τὰς παρὰ τῶν δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινάς· πρὸς δὲ καὶ νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργείου. ϛʹ.) Θέλει ἔχει τὸ τῆς ἀρνησικυρίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν νομοθετικῶν ψηφισμάτων τῆς Συνελεύσεως. ζʹ.) Θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κόπτῃ νομίσματα κατὰ τὸν νόμον.
§31ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος.
§32ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ θεωρῶ ὡς κατεπεῖγον, παρατηρῶ, ὅτι ἓν μέρος τῆς Συνελεύσεως δὲν ἐγνώρισεν ἀκριβῶς τὸν σκοπὸν τοῦ ψηφίσματος τούτου. Αὐτὰ τὰ δικαιώματα εἶναι τὰ ἐγγραφησόμενα ἐν τῷ πολιτεύματι. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ὅταν ἔλθῃ ἐνταῦθα, τί θέλει εἶσθαι; θέλει ἔχει ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας; (θόρυβος). Διὰ τοῦτο θεωρῶ κατεπείγουσαν τὴν πρότασιν αὐτὴν, καὶ θέλω παρακαλέσει μεγάλως τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποφασίσῃ τὴν συζήτησιν αὐτῆς τὴν Παρασκευήν.
§33ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔχων τὴν γνώμην ὅλων τῶν ἐντίμων συναδέλφων μου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσκαλέσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν εἰς τὴν ταχεῖαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς γενομένης προτάσεως περὶ ἀντικαταστάσεως Κυβερνήσεως.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἀνεκλήθη.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ζυμβρακάκης ἀνεκάλεσε τὴν πρότασίν του· ἀλλὰ ταύτην ὑπέγραψε καὶ θέλει ὑποστηρίξει ὁ Κύριος Κατσικαπῆς.
§36ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ Κύριος Ζυμβρακάκης ἀνεκάλεσε τὴν πρότασίν του. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ὑποστηρίζει αὐτήν· ἀρκεῖ μόνον, ὅτι ἡ πρότασις ἐγένετο, διὰ νὰ σκεφθῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ αὐτὴ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ αὐτῆς. Αἰσθάνεσθε ὅλοι, ὅτι τὰ πράγματα εἶναι δεινά· ὅτι μεγάλα καθήκοντα ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας· ὅτι πᾶσα σύντονος ἐνέργεια μόλις δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ νὰ παρασκευάσῃ ἀξιοπρεπῆ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὸν Ἡγεμόνα· καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἅμα ἐξασθενισθῇ ἡ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως. Εἴμεθα ἐντολοδόχοι τῆς Συνελεύσεως καὶ οὐδεμίαν ἄλλην δύναμιν ἔχομεν, εἰμὴ τὴν δύναμιν τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς. Πῶς θέλετε νὰ ἐκτελέσωμεν δραστηρίως καὶ εὐστόχως τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς, ὅταν καθ’ ἡμέραν προβληματικὴ ᾖναι ἡ ὕπαρξις τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἕκαστος ἐκ τῶν ὑποδεεστέρων σκέπτηται, ἂν πρέπῃ, ἢ δὲν πρέπῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἴσως τὴν αὔριον δὲν ὑπάρχει; Πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, παραλείποντες τὸ ἡμέτερον συμφέρον, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους, εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴν ὑπάρχῃ προβληματικὴ ἡ τύχη τῆς Κυβερνήσεως. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ κρίσις ἡμῶν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ φθάσητε εἰς ἀπόφασιν σπουδαίαν, πρέπουσαν καὶ ἀνάλογον μὲ τοὺς καιρούς.
§37ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι προχθὲς ἔφερα πρότασιν καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ζητῶν τὴν ἀπαλλαγήν της ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· τὴν πρότασιν αὐτὴν δὲν μοὶ ὑπηγόρευσεν ἄλλη τις αἰτία, εἰμὴ ἡ πεποίθησίς μου, ὅτι κακῶς διοικεῖ τὰ πράγματα τῆς πατρίδος. Ἐπειδὴ ὅμως ἀνήκω εἰς ἕνα σύλλογον πολιτικὸν καὶ ἐπειδὴ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ συλλόγου αὐτοῦ ἔφερα τὴν πρότασιν, δι’ αὐτὸ τὴν ἀπέσυρα σήμερον. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἔφερε τὸ ζήτημα, ἔρχομαι νὰ κάμω τὴν κατηγορίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ λέγω αʹ) Κυβέρνησις, ἥτις συνεστήθη ὑπὸ περιστάσεις τόσον σημαντικὰς καὶ σπουδαίας, ὁποῖαι ἦσαν ἐκεῖναι τοῦ Ἰουνίου, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ μέγιστον καὶ ἱερὸν καθῆκον ἔλαβε παρὰ τῆς Συνελεύσεως, ἢ τοῦ ἔθνους τὴν συνδιαλλαγήν· αὐτὸς ἦτον ὁ προορισμὸς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ ἴδετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ συνεστήθη ἐκ τῶν διαφόρων ἀποχρώσεων τῆς Συνελεύσεως. Καὶ μόλα ταῦτα παραγνωρίσασα ἡ Κυβέρνησις τὸν προορισμὸν αὐτὸν, τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἔδωκεν εἰς αὐτὴν, τί ἔκαμε; διῃρέθη. Βλέπετε τοὺς μὲν ὑπουργοὺς τῆς μιᾶς πτέρυγος νὰ κτυποῦν πάντα ὑπάλληλον τῆς ἄλλης πτέρυγος καὶ τἀνάπαλιν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, Κύριοι, ἂς συλλογισθῶμεν τοῦτο, ὅτι ἓν καὶ μόνον ζήτημα, μία καὶ μόνη περίστασις ἐπαρουσιάσθη ἐκ μέρους τοῦ σεβαστοῦ ἡμῶν Βασιλέως, ζητοῦντος ἕνα ὑπασπιστὴν, ὡς συνοδοιπόρον· ἐνθυμηθῆτε πόσα σκάνδαλα ἐγέννησεν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν ἔσω καὶ ἔξω κόσμον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ ἔχῃ ὡς ὑπογραμμὸν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ὤφειλε νὰ προπαρασκευάσῃ καὶ ἑτοιμάσῃ τὸν τόπον, καλύπτουσα ἐν μέρει τὰς ἀσχημίας, τὰς ὁποίας αἱ περιστάσεις ἐπροξένησαν εἰς τὴν πατρίδα μας· μακρὰν τοῦ νὰ πράξῃ τοῦτο, δὲν ἴδαμεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ παρανομίαν ἐπὶ παρανομίᾳ, παραβιάσασα τοὺς νόμους τοῦ Κράτους χάριν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου ἀτόμου.
§38ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Εἴπετε καὶ τὰς παρανομίας.
§39ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα, θέλω σᾶς εἰπεῖ τὰς παρανομίας, καὶ εἶναι αἱ ἑξῆς. Ὁ μὲν ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παρεβίασεν ὅλους τοὺς κειμένους στρατιωτικοὺς νόμους, καὶ ὄχι μόνον ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἀποδόσαν ἀρχαιότητας, τὰς ὁποίας οὐδόλως εἶχε τὸ δικαίωμα, διότι ἐσχηματίσθη εἰς ἀμφισβητούμενον διοικητικὸν δικαστήριον, ἐνῷ ἂν οἱ κείμενοι νόμοι παρεβιάσθησαν παρὰ Κυβερνήσεώς τινος, ὁ ἀξιωματικὸς ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Λέγω προσέτι, ὅτι οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, ἀπορῶ διὰ ποῖον λόγον, ἀφοῦ εἶχον στρατὸν καὶ ἐθνοφυλακὴν εἰς τὴν διάθεσίν των, τὸ φρούριον τῆς Βονίτσης ἀφίνουν εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, μὴ ἀνηκόντων εἰς οὐδεμίαν τῶν τάξεων τούτων, διότι ἂν ἦσαν στρατιῶται ἢ ἐθνοφύλακες ἤθελον μισθοῦσθαι τακτικῶς ὡς καὶ οἱ λοιποὶ καὶ μόλα ταῦτα γνωρίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἐξέδοτο δύω ἐντάλματα, τὸ μὲν 29,000 δραχμῶν, τὸ δὲ 13,000, πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν τῆς φρουρᾶς ταύτης, ἂν καὶ εἶχε λάβει εἰσέτι 28,000 δραχ.
§40Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Τὸ ὅλον 28,000 Κ. Ζυμβρακάκη· οὔτε ἀπὸ 15 δραχμὰς τὸν μῆνα ἐπληρόνετο ἕκαστος. Τὸ φρούριον ἐκεῖνο πρέπει μετὰ σεβασμοῦ νὰ τὸ ἀναφέρῃ τις.
§41ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ὤφειλε νὰ δώσῃ τὸ καλὸν παράδειγμα τῆς ἐν ἑαυτῇ ἁρμονίας, διότι τὸ παράδειγμα αὐτὸ ἤθελε μιμηθῆ ἴσως καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἔθνος, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Λέγω ἀκόμη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ στερεῖται τῆς ἠθικῆς δυνάμεως, ἥτις εἶναι ἡ ἰσχυρὰ καὶ ἀκαταμάχητος ἐκείνη δύναμις, διὰ τῆς ὁποίας ὅλα τὰ ἔθνη κυβερνῶνται, διότι ἐδῶ βλέπετε μίαν φρουρὰν εἰς τὸ Ναύπλιον, ἥτις διατάττεται, καὶ μόλα ταῦτα, ἂν θέλῃ, ὑπακούει· βλέπετε ἓν στρατόπεδον ἐκεῖ, καὶ μόλα ταῦτα τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἂν θέλῃ, τὰς ἐκτελεῖ· βλέπετε ἄλλο στρατόπεδον, καὶ αὐτὸ ἐπίσης τὰ αὐτὰ πράττει. Βλέπετε τὴν Τριφυλλίαν, εἰς τὴν ὁποίαν χύνεται ἀδελφικὸν αἷμα· βλέπετε ὡσαύτως τὴν Λακεδαίμονα· ποῖος εἶναι ὁ αἴτιος αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἢ ἡ ἔλλειψις τῆς ἠθικῆς δυνάμεως, ἥτις ἤθελεν ἐπισκιάσει αὐτὸ τὸ ἔθνος, διότι ὁ Βασιλεὺς εἶναι εἰς τὰ πρόθυρα; καὶ βεβαίως τὸ ἔθνος ἤθελε περισταλῆ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδιδεν ἀφορμὰς εἰς τὰς τοιαύτας κακουργίας ἕνεκα τῆς διαγωγῆς της.
§42ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ἡ Λακωνία εἶναι ἥσυχος, Κ. Ζυμβρακάκη.
§43ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Μόλα ταῦτα ἡ Ὕδρα δὲν εἶναι ἥσυχος.
§44Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἀπατᾶσθε, Κ. Ζυμβρακάκη, διότι ἔρχομαι ἀπ’ ἐκεῖ καὶ εἶναι πολὺ ἥσυχος.
§45ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ σπατάλῃ τοῦ δημοσίου πλούτου, ἤτοι τὴν κατηγορῶ, ὅτι παρεγνώρισε τὸν προορισμόν της, ὅτι ἀντὶ νὰ συντελέσῃ εἰς πραγματοποίησιν τῶν πόθων τοῦ ἔθνους, διὰ τῶν παύσεων καὶ τῶν διορισμῶν ἐγέννησε καὶ ἐξῆψε τὰ πάθη καὶ ἔφερε τὸν τόπον εἰς τοιαύτην κατάστασιν. Κατηγορῶ, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν προσέτι ἐπὶ τῇ σπατάλῃ τοῦ δημοσίου πλούτου διότι προχθὲς ἀκόμη ἔλαβε χώραν πρᾶξις ἐν τῷ ὑπουργικῷ συμβουλίῳ, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται ἡ ἀρχαιότης εἰς ἀξιωματικούς τινας, καὶ ἡ ἀρχαιότης αὐτὴ καθιεροῖ ἀρχὴν, ἥτις θὰ ὑποβάλῃ τὸ δημόσιον εἰς ζημίαν πλέον ἑνὸς ἑκατομμυρίου· εἶναι λοιπὸν σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου τοῦτο, διότι ὑπάρχουν τὰ δικαστήρια καὶ ἕκαστος ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτά. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ λεπτομερεῖς κατηγορίας κατὰ τοῦ ὑπουργείου, πιστεύω, ὅτι ἕκαστος πληρεξούσιος γνωρίζει καὶ θέλει φέρει αὐτὰς, ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ πολλῶν κατηγοριῶν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ καταδείξω παραβιάσεις πολλὰς νόμων καὶ διαταγμάτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ συλλόγου ἀπεφάσισα νὰ ἀποσύρω τὴν πρότασιν, δι’ αὐτὸ δὲν ἦλθα προμελετημένος, διὰ νὰ φέρω τὸ κατηγορητήριον. Συμπεραίνων τὸν λόγον μου, προτείνω τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπουργείου.
§46ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§47ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, Ὄχι.
§48ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν). Νὰ ἀναβληθῇ.
§49ΕΤΕΡΟΙ. (Δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι. Τώρα.
§50ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι περίεργος ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ συζητήσητε τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§51ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Σεῖς τὰ θέλετε· (θόρυβος).
§52ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ. Διότι ἐνῷ μᾶς κατηγορεῖτε δὲν μᾶς ἐπιτρέπετε τὸν λόγον νὰ ἀπολογηθῶμεν ἐπὶ τῆς κατηγορίας. Μᾶς κατηγορεῖτε καὶ θέλετε νὰ μᾶς δικάσητε χωρὶς νὰ ἀπολογηθῶμεν· ἐὰν μᾶς εὕρητε ἐνόχους, σεῖς εἶσθε οἱ δικασταί· τί φοβεῖσθε;
§53ΖΕΡΒΑΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἀνάκλησις τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ζυμβρακάκη ἐγνώσθη εἰς τοὺς περισσοτέρους πληρεξουσίους, ἕκαστος δὲν εἶχε πλέον κατὰ νοῦν ὅτι σήμερον ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ τὸ ὑπουργικὸν ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι καὶ εἰς θέσιν νὰ ἀποφανθῇ κατὰ πεποίθησιν· ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τότε γίνεται κατηγορητήριον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅταν πρόκηται νὰ κατηγορηθοῦν οἱ ὑπουργοὶ εἰς ἀντικείμενα σπουδαῖα· ἄλλως ἡ Συνέλευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ. Λοιπὸν ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποδείξωμεν εἰς ἕνα ἀνώτατον ἄρχοντα τῆς πολιτείας τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου, ἠμπορούσαμεν νὰ φέρωμεν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, καὶ ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως αὐτῆς νὰ ὁδηγηθῇ ὁ ἄρχων τῆς πολιτείας νὰ ῥίψῃ ἢ νὰ ἀφήσῃ τὸ ὑπουργεῖον. Σήμερον, Κύριοι, ἡμεῖς εἴμεθα ὁ ἄρχων τῆς πολιτείας, καὶ ὅπως ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν, ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ παύειν· καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος, ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι θέλομεν νὰ ἀλλάξωμεν τὰ ὑπουργεῖα· εἰς τί θέλει λοιπὸν καταλήξει ἡ κατηγορία; εἰς διαπληκτισμούς. Δὲν θέλομεν λοιπὸν νὰ ὑπάρχουν ὑπουργοί; ἠμποροῦμεν νὰ ὁρίσωμεν ἁπλῶς μίαν ἡμέραν καὶ νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀλλάξῃ τὸ ὑπουργεῖον ἢ ὄχι, χωρὶς νὰ γείνῃ οὔτε κατηγορία. Τὸ κατ’ ἐμὲ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι ὁ μόνος, ὅστις ἔχω νὰ παραπονεθῶ διὰ τὴν παῦσιν πολλῶν ὑπαλλήλων, οὐδέποτε ὅμως ἠθέλησα νὰ παραπονεθῶ, διότι εἶναι δικαίωμα τῶν ὑπουργῶν. Νὰ κατηγορήσω τὸν ὑπουργὸν τῆς Οἰκονομίας, διότι μοῦ ἔπαυσεν ἕναν ὑπάλληλον, τότε θὰ ὑποτεθῶ ὡς ἰδιοτελής· χωρὶς νὰ εἴπωμεν λοιπὸν οὐδένα λόγον, νὰ προσδιορίσωμεν μίαν ἡμέραν, νὰ εἴπωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ στερεωθῇ τὸ ὑπουργεῖον ἢ ὄχι. Προτείνω λοιπὸν τὴν Παρασκευὴν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν θέλῃ νὰ ἀλλάξῃ, ἢ ὄχι, τὸ ὑπουργεῖον.
§54ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Μετὰ τόσους μῆνας, ἀφ’ ὅτου ἐργαζόμεθα ἐνταῦθα περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἠδύνατό τις καὶ νὰ ἐλπίζῃ καὶ ν’ ἀπαιτῇ περισσοτέραν κρίσιν περὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ζητημάτων· λυποῦμαι ὅμως, ὅτι οὔτε ὁ πρῶτος, οὔτε ὁ δεύτερος τῶν Κυρίων προλαλησάντων, τοὺς ὁποίους μεγάλως ἐκτιμῶ, ἐνόησαν περὶ τίνος πρόκειται. Ἐνῷ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Κρητῶν, Μινώας, ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀντικαταστάσεως Κυβερνήσεως, νομίζει, ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις συνεπάγεται κατηγορίας, καὶ ἔρχεται ἐκφωνῶν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτάς· δὲν ἐννοεῖ λοιπὸν ποία εἶναι ἡ ἐξουσία τῆς Συνελεύσεως· ἡ ἐξουσία τῆς Συνελεύσεως εἶναι πολὺ ἀνωτέρα παρὰ τὴν ἐξουσίαν δικαστηρίου, εἶναι ἀπόλυτος, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ κατηγορήσῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ, νὰ εὕρῃ τι ἐπιλήψιμον, ἐπειδὴ καὶ μόνον οὕτω θέλει καὶ βούλεται, προβαίνει εἰς οἱανδήποτε ἀπόφασιν. Τί εἶναι ἡ Κυβέρνησις; ἐντολοδόχος, τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἀνακαλεῖ ὁσάκις θέλει· ἀλλ’ ἰδοὺ τί συμβαίνει· ἐνταῦθα γεννᾶται σύγχυσις ἰδεῶν, ἡ ὁποία βεβαίως θέλει ἐξακολουθεῖ, ἐν ὅσῳ τὰ πολιτικὰ πάθη προηγοῦνται καὶ ἡ πολιτικὴ κρίσις ἕπεται. Θέλει τις νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ διὰ νὰ φθάσῃ πρέπει νὰ παρασύρῃ τὰς πεποιθήσεις, πρέπει νὰ εἴπῃ ἰδοὺ ὁ ἔνοχος, καὶ περιμένετε; τὸν ἀφίνετε νὰ μένῃ ἀκόμη ἐνώπιόν σας; σπεύδει ὁ Κύριος πληρεξούσιος Μινώας, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι μετ’ ὀλίγον ἠμπορεῖ ὡριμώτερον νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἴδῃ, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ θέσις τοῦ πράγματος, καὶ ὅτι ἀντὶ νὰ ᾖναι ἐκεῖνος κατήγορος, ἐξ ἐναντίας εἶναι εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀπολογουμένου, καὶ ἐγὼ γίνομαι κατήγορος ἐνώπιον αὐτοῦ, ὅπως αὐτὸς ἐνώπιόν μου. Τί πράττετε, Κύριοι, ὅταν μεταβάλλητε τὰς Κυβερνήσεις; ἀναδέχεσθε ἐνώπιον τοῦ ἔθνους τὴν μεγαλειτέραν εὐθύνην.
§55ΤΙΝΕΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν χρεωστεῖ νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα.
§56ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ διακόψητε τὰς λέξεις μου, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὰς ἰδέας μου. Ἀναδέχεσθε μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους· χρεωστεῖτε νὰ δικαιολογήσητε, διατὶ ἐπιφέρετε τοιαύτην κρίσιν, κρίσιν, ἥτις ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ κλονισμούς. (Ἀποδοκιμασίαι).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του ὁ ὑπουργός;
§58ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν γίνωνται τὰ πράγματα, δὲν ἔχω τὴν φιλοτιμίαν, τοὐλάχιστον, τὸ κατ’ ἐμὲ, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἴμεθα οἱ δεξιώτεροι εἰς τὴν διεξαγωγὴν των. Ναί! εἴμεθα ἀδέξιοι· ἔχετε πολλοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ διεξέλθουν εὐστοχώτερον δι’ ἐκείνων τῶν δεινῶν περιστάσεων, δι’ ὧν διεξήλθομεν ἡμεῖς. Ναὶ, ἔχετε πολλοὺς ἄλλους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ συμβαδίζωσιν ἐπὶ τρεῖς μῆνας μὲ ἄκραν ὁμόνοιαν, ὥστε οὐδὲ καθ’ ἓν ζήτημα νὰ φανῇ μεταξὺ αὐτῶν διαφωνία. Ἀλλὰ τάχα, διότι ἔχετε τόσους δεξιωτέρους, διὰ τοῦτο δικαιολογεῖσθε ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, διότι ζητεῖτε καθ’ ἡμέραν τὸν δεξιώτερον; ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα καὶ εἰς τὴν Στερεὰν καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον θέλετε ἰδεῖ ποία φλεγμονὴ ὑπάρχει, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δὲν ἐπικρατεῖ ἐκείνη ἡ κατάστασις, ἥτις δύναται νὰ καθησυχάσῃ τὸν πολίτην, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πολλαχοῦ δι’ ἑνὸς σπινθῆρος ἀνάπτει πυρκαϊὰ καὶ συνταράττονται τὰ πάντα, καθ’ ἣν ὥραν πρόκειται νὰ δείξῃ ἡ Ἑλλὰς πρόσωπον φαιδρὸν ἀπέναντι τῶν ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι ἴσως αὔριον ψηφίζουν τὴν ἕνωσιν. Ἔχετε αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν· μάλιστα, καὶ τὴν ἔχετε ἄνευ ἀνάγκης νὰ δικαιολογηθῆτε· ἀλλὰ διότι ἔχετε τὴν εὐθύνην, διὰ τοῦτο δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ δικαιολογηθῆτε περὶ τῆς χρήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος; ὄχι, Κύριοι, διότι προσαπαιτεῖται ἡ ἠθικὴ δικαιολόγησις ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, καὶ θέλετε εἶσθαι πάντοτε ὀφειλέται αὐτῆς· διαμένουν ὀφειλέται, ὅσοι μετέβαλλον διαδοχικῶς τὰς Κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς 10 8βρίου μέχρι σήμερον, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κατάλογον τῶν ὀφειλετῶν θέλετε προσθέσει τὰ ὀνόματά σας· καὶ ὅταν ἰδῆτε σφοδρὰν διατάραξιν τῶν πραγμάτων, ὅταν διαταραχθῇ αὐτὴ ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν βλέπετε σήμερον ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, ἀφότου ὑπάρχει ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις, ἥτις ἀδιακόπως ἐργάζεται εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἡσυχίαν τοῦ Κράτους, τότε θέλετε αἰσθανθῆ τὸ χρέος, τὸ ὁποῖον ἀναδέχεσθε ἐπὶ τῶν ὤμων σας. Ἀλλὰ, Κύριοι, τί ἐπισείετε τὸ κατηγορητήριον; μήπως ἀπωλέσατε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς κατηγορήσητε; πᾶσα στιγμὴ καὶ πᾶσα ὥρα διαφεύγει τὴν ἐξουσίαν σας, ἢ δὲν παρέχει τὰ μέσα νὰ ῥίψητε τὸ σφοδρότερον κατηγορητήριον ἐναντίον ἡμῶν; μάλιστα· σᾶς τὸ λέγομεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τὸ κοινὸν συμφέρον. Μία ἡμέρα, δύω, τρεῖς, ἀσθενοῦς Κυβερνήσεως, ἠξεύρετε τί κλονισμὸν φέρει εἰς τὸ Κράτος; Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν τὸ αἰσθάνεσθε, ὅπως ἐγὼ, καὶ λυποῦμαι, ἐὰν θέλῃ φανῆ οἱαδήποτε ἀναλγησία περὶ τῆς παλαιομένης πολιτείας. Δὲν ἔχω ἀνάγκην λοιπὸν ν’ ἀπαντήσω εἰς κατηγορίας, δὲν θεωρῶ, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ κατηγορία, πρὶν ἐξέλθωμεν τῆς ἐξουσίας· καὶ τὸ θεωρῶ μάλιστα ἄτοπον νὰ γίνηται κατηγορία κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη διατηροῦνται ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἐὰν ἔχητε κατηγορίας, τὸ πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ πράξητε, εἶναι ν’ ἀποσυρθῶμεν καὶ νὰ μᾶς κατηγορήσητε. Τότε μάλιστα, εὑρισκόμεθα ἀπέναντί σας, ὡς ἀπολογούμενοι· σήμερον ὅμως ὄχι· σήμερον ἡμεῖς πρῶτον δυνάμεθα νὰ σᾶς ζητήσωμεν τὴν εὔλογον αἰτίαν. Ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ κατηγορίαι, τὰς ὁποίας ἐξεφώνησαν, ἂν τὰς παραβάλλητε πρὸς τὰ μικρὰ ἡμῶν ἔργα....
§59ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ περὶ ἀναβολῆς.
§60ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Θέλετε ἀκούσει, Κύριε Πετσάλη, καὶ τὸ περιπόθητον ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, δὲν θέλω τὸ παραλείψει, ἀλλὰ καὶ σεῖς πολλάκις προπαρασκευάζετε τὸν ἀκροατήν σας, καὶ θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ τὸν προπαρασκευάσω καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ σᾶς τὸν ἴδιον, διότι σᾶς βλέπω ἀπροπαρασκεύαστον. Ἐὰν, λέγω, αὐτὰς τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας διεξήλθομεν ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ ἡμῶν, οὐχὶ ὅλων, διότι ἔχομεν καὶ ἐμπείρους μεταξὺ ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐμοῦ τοῦ ἀσθενεστέρου, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸν κύκλον τῶν περιστάσεων, καθ’ ἣν στιγμὴν μᾶς ἐκαλέσατε εἰς τὰ πράγματα, δύο ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα....
§61ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλο αὐτὸ εἶναι προοίμιον. Ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ καί τινες πληρεξούσιοι. Μὰ δὲν σᾶς ἠκούσαμεν ἡμεῖς, Κύριε Μίληση; πρέπει καὶ σεῖς ν’ ἀκούσητε καὶ ἡμᾶς.
§62ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐὰν ᾖναι ὅλος αὐτὸς ὁ πρόλογος, ὁ ἐπίλογος ποῦ θὰ καταλήξῃ;
§63ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σεῖς, Κύριε Μίληση, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ τὴν ῥητορικὴν καὶ ἠξεύρετε, ὅτι, ἅμα εἶναι τοιοῦτος ὁ προλογός μου, θὰ ᾖναι ἀνάλογος καὶ ὁ ἐπίλογος· δὲν σᾶς εἶπα ὅμως ἐγὼ, ὅτι θὰ κάμω δυσανάλογον ἐπίλογον. Ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ πεισματώδους πάλης ἀντιμαχομένων στρατοπέδων εὑρέθημεν οὐδεμίαν ἔχοντες ἰσχὺν, εἰμὴ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὸν πατριωτισμὸν, νὰ ἱκετεύσωμεν, νὰ προσκαλέσωμεν καὶ νὰ εὕρωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ πείσουν, ὅτι δὲν βλάπτεται ἡ φιλοτιμία τῶν ὑποχωρούντων, ὅτι δὲν εἶναι ἔντιμος ὁ ἐγωϊσμὸς, ἅμα ἐνδίδει τις εἰς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, αὐτὰ τὰ δύο στρατόπεδα κατωρθώθη ν’ ἀποχωρισθοῦν, τί συνέβη, Κύριοι; Καθ’ ἡμέραν κύκλῳ ἡμῶν διεφημίζετο, ὅτι γίνεται κίνημα.
§64ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Τὸ κούνημα.
§65ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ κούνημα· καθ’ ἡμέραν, ὅτι ἡ δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ ἔμελλε νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Συνελεύσεως· πῶς ἀπηντήσαμεν, Κύριοι, εἰς ὅλα ταῦτα; διὰ τοῦ γέλωτος ἐνικήσαμεν αὐτὰς τὰς γελοίας φήμας· καὶ ἐνῷ εὑρισκόμεθα ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, μὴ γνωρίζοντες τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, ἔχομεν τὴν Λακεδαίμονα φλεγμαίνουσαν, τὴν Τριφυλλίαν, τὴν Ἠλείαν, ὅπου δὲν εἰσπράττονται φόροι, ἔχομεν καὶ εἰς τὴν Στερεὰν ἄλλας ἀμηχανίας. Καὶ ἐρωτᾶτε, Κύριοι, ἐν μέσῳ τοιούτων περισπασμῶν, ἐὰν ὑπῆρξε μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου διχόνοια; — Σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν ἔχητε ὅμοιον παράδειγμα ὁμονοίας, ὥστε καθ’ ἓν καὶ μόνον ζήτημα νὰ μὴ εὑρεθῇ σύμφωνος ἡ Κυβέρνησις. Καὶ εἰς ποῖον ζήτημα; εἰς ζήτημα οὐδόλως Κυβερνητικόν· καὶ νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλοι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην; Ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, καθὼς λέγει ἡ παροιμία. «Μία Μύκωνος, ὅπου ὅλοι ἔχουσι τὴν ἰδίαν γνώμην». Δυστυχῶς, Κύριοι, οὐδεὶς Μυκώνιος εἶναι ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου. Λοιπὸν ὡς σύμβουλοι, ἐὰν ἐδώκαμεν γνώμας διαφόρους, δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὸ μέλλει νὰ γίνεται καθ’ ἑκάστην; Ὅποιον ὑπουργεῖον καὶ ἂν σχηματίσητε, προεδρευόμενον καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως, δὲν πρέπει νὰ λέγῃ ἕκαστος ὑπουργὸς τὴν γνώμην του χωριστά, καὶ δὲν θέλει συναχθῇ ἔπειτα τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ συνόλου; τί εἶναι τὰ ὑπουργικὰ συμβούλια ἄλλως; Ἐὰν ἦσαν τὰ ὑπουργικὰ συμβούλια τοιαῦτα, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ μία γνώμη, τότε ὁ πρῶτον λαλήσας ἔπρεπε ν’ ἀποφασίζῃ, καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι νὰ λέγουν ναὶ, ἀφοῦ τὸ λέγει ὁ πρῶτος, αὐτὸ πρέπει νὰ γείνῃ. Τοιαύτας συνταγματικὰς ἰδέας ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ πληρεξούσιος Μινώας. Τί λέγει ἄλλο τὸ κατηγορητήριον περὶ στρατοῦ; ἐπράξατε παρανομίας, λέγει· δὲν ἐφυλάξατε τὴν ἀρχαιότητα. Αὐτὰ τὰ ζητήματα περὶ ἀρχαιότητος ἐλύθησαν πρὸ πολλοῦ, εἶναι γνωστὰ τῇ Συνελεύσει. Ἀλλά, Κύριοι, δυστυχῶς ὁ Κ. πληρεξούσιος Μινώας εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἔχουν εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα πολὺ ἀσφαλῆ τὴν γνώμην καὶ τοῦτο εἶναι ἡ μεγαλειτέρα αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν διάκειται καὶ πολὺ εὐμενῶς πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ στηρίζηται εἰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀσφαλεῖς. Ἔτυχε τρία τινὰ συμβάντα νὰ κάμουν, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις νὰ δώσῃ πολλὴν βαρύτητα εἰς μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν τὰ πράγματα μὴ ἀσφαλῆ. Ὅταν λέγῃ τις, ὅτι ὑπάρχει ὑπόνομος πυρίτιδος καὶ ὅτι ἡ Συνέλευσις μέλλει ν’ ἀνατιναχθῇ εἰς τὸν ἀέρα, πῶς θέλετε μετὰ ταῦτα νὰ δίδῃ τις βαρύτητα εἰς γνώμην, ἥτις ἐνέπλησε κενοῦ φόβου τὴν Συνέλευσιν. Ὅταν εἰς τὴν γέννησίν του αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξῆλθε, Κύριοι, ἐκ τοῦ Βαρβακείου λυκείου, χωρὶς νὰ ἔχῃ εἴδησιν, ὅτι ἔγεινεν, ὅταν, λέγω, ἔτυχεν ὁ Κ. πληρεξούσιος Μινώας, ὡς φρούραρχος τῆς Συνελεύσεως νὰ ἀναλάβῃ τὴν τοποθέτησιν τῆς ἐθνοφυλακῆς, ὥστε νὰ δοθῇ πᾶσα ἀσφάλεια εἰς τοὺς πληρεξουσίους συνερχομένους ἐκεῖ, ὅτι οὐδὲν θὰ πάθωσι, καὶ μετὰ δέκα λεπτὰ, ἀφοῦ ὁ Κ. πληρεξούσιος Μινώας βεβαιοῖ πάντας, ὅτι τὰ πάντα διέθεσε καὶ ἔχουν καλῶς, ἀφοῦ εἰσέρχονται οἱ πληρεξούσιοι ἐντὸς, ταράττεται καὶ λέγει, ὅλα μετεβλήθησαν, δὲν ἐγγυῶμαι πλέον τίποτε, πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ τις ἀσφάλειαν εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ; Ὅταν προσκαλῇ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τοῦ στρατοῦ καὶ κληρούμενος εἰς τὸ 6 τάγμα, τὴν ἐπιοῦσαν ζητεῖ ν’ ἀπέλθῃ εἰς Ναύπλιον ἐπ’ ἀδείᾳ, σεῖς θέλετε νὰ ἔχῃ τις ἀσφάλειαν εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ; Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ φαίνεται παράδοξον εἰς τὸν Κ. πληρεξούσιον Μινώας, ἐὰν δὲν προστρέχῃ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὰς συμβουλάς του, διότι φοβεῖται μὴ πάθῃ ὅσα γνωρίζετε. Ἔρχομαι τώρα ν’ ἀπευθυνθῶ καὶ πρὸς τὸν Κ. Μίλησην πληρεξούσιον Κρανιδίου, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὁ πρόλογός μου εἶναι μακρὸς, καὶ θὰ ᾖναι δυσανάλογος μὲ τὸν ἐπίλογον. Ὁ ἐπίλογός μου βεβαίως θὰ ᾖναι περὶ τῆς ἀναβολῆς διὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσω· δὲν θὰ ᾖναι ὅμως ὑπὲρ αὐτῆς, ἀλλὰ κατ’ αὐτῆς.
§66ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅπως ἀγαπᾶτε.
§67ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἀφοῦ τὸ παραχωρεῖτε ἐκλέγω. Ἂν θέλητε νὰ ἐξετάσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὰς ὑπουργικὰς μεταβολὰς, μᾶς συμφέρει ἡ ἀναβολή. Τί ἠξεύρετε, τὶ δύναται νὰ συμβῇ μέχρι τῆς μεθαύριον, ἀλλὰ δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν, ὡς ἀκούω νὰ λέγῃ ὁ Κ. Πάνος Κολοκοτρώνης, μοὶ φαίνεται. Ἡμεῖς δὲν λέγομεν περὶ μὴ ἀναβολῆς τάχα ἀποβλέποντες εἰς οἱονδήποτε ἄλλον σκοπὸν, ἀλλὰ λέγομεν διὰ τὸ συμφέρον αὐτὸ τῆς πολιτείας.
§68ΤΙΝΕΣ. Τὸ γνωρίζομεν.
§69ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὸ γνωρίζετε; ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ γνωρίζετε, διατὶ δὲν τὸ ἐκτιμᾶτε, ὅπως τὸ ἐκτιμῶ ἐγώ; (γέλως). Γνῶσις καὶ ἐκτίμησις εἶναι δύο διαφορετικὰ πράγματα; Ὅπου εἶναι ἐκτίμησις ἐκεῖ καὶ ἡ γνῶσις, ἀλλὰ τἀνάπαλιν δὲν ἕπεται· ἂς ἴδωμεν πῶς ἐκτιμᾶτε σεῖς, καὶ πῶς ἐγώ. Τὸ ἐκτιμᾶτε μικρὸν ν’ ἀκουσθῇ εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅτι γίνονται ὑπουργικοὶ συνδυασμοὶ, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ πρώτη μερὶς καὶ θὰ προσλάβῃ 1 ἀπὸ τοὺς Β, καὶ 3 ἀπὸ τοὺς Γ! Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, τοῦτο τί ἐνθαῤῥύνει; ἐνθαῤῥύνει τὴν ἀναρχίαν, καθ’ ἡμέραν τὴν ὁπλίζει. Ὅπου ὁπλίζεται ἡ ἀναρχία, ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς πηγὴ αὐτῆς; εἶναι, Κύριοι, εἰς τὸ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια εἰς τὰ πράγματα, εἰς τὸ ἐφήμερον καὶ ἀβέβαιον. Ὅταν ἠξεύρωμεν, ὅτι ἡ ἐξουσία αὔριον παρέρχεται, τὴν σεβόμεθα; ὅταν ὅμως δὲν τὴν σεβώμεθα, ποῦ εἶναι ἡ τάξις; Συνίσταται εἰς τὴν ἀπείθειαν, εἰς τὴν περιφρόνησιν, εἰς τὴν αὐθάδειαν, μὲ τὴν ὁποίαν φερόμεθα πρὸς τὴν ἐξουσίαν; Αὐτὰ νὰ ἐκτιμήσητε, καὶ ὅταν εἴπατε ὅτι ἔχετε γνῶσιν, πολὺ λυποῦμαι, διότι δὲν κάμνετε χρῆσιν ὅλης αὐτῆς τῆς γνώσεως· Ὅστις, Κύριοι, ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας δὲν ἀριθμεῖ τοὺς τάφους, οἱ ὁποῖοι ἐκ πολιτικῶν αἰτίων καθ’ ἡμέραν ἀνοίγονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν πονεῖ τὴν πατρίδα. Ὅστις δὲν βλέπει πῶς δύναται νὰ καταστείλῃ τὴν προβαίνουσαν ἀναρχίαν, αὐτὴν τὴν ταραχὴν τῶν πνευμάτων, αὐτὸ τὸ ἀμφίβολον καὶ ἀμφιῤῥεπὲς καὶ τὸ ἑτοιμόῤῥοπον, δύναμαι νὰ εἴπω, αὐτὸς ὅτι δὲν ἔχει καρδίαν πονοῦσαν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Δὲν σᾶς ζητοῦμεν, Κύριοι, οὔτε μελανὴν, οὔτε λευκὴν ψῆφον. Τί σᾶς ζητοῦμεν; ἀνορθώσατε Κυβέρνησιν ὁποιανδήποτε καὶ ἂν θέλητε, εὕρετε τὸν ἐντολοδόχον σας, εὕρετέ τον ταχέως, καταστήσατέ τον εἰς τὸ πηδάλιον, μὴ ἀφήσατε νὰ κυμαίνεται ἡ πολιτεία μίαν ἡμέραν καὶ μίαν ὥραν. Δὲν ἠξεύρετε πόσα δεινὰ δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ στιγμή. Μᾶς εἴπατε εἰς τὴν Ὕδραν, μᾶς παρεστήσατε ἀλλαχοῦ ταραχάς· πόθεν νομίζετε; ὅτι προῆλθον; ἐξ αὐτῆς τῆς ἀμφιβολίας τῶν πραγμάτων. Αἱ ἡμέραι τοῦ Ἰουνίου ἀντήχησαν μέχρι τῆς ἐσχάτης ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Μὴ ζητήσητε, ὥστε ἄλλη τοιαύτη ἡμέρα ν’ ἀντηχήσῃ πλέον. Συνεργασθῆτε, ὥστε νὰ ἠχήσουν μόνον φωναὶ χαρᾶς, φωναὶ ἀγαλλιάσεως, φωναὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι βλέπουν κρατουμένην τὴν ἀσφάλειαν τῆς θελήσεώς σας, διὰ τῆς συντόνου προσοχῆς σας καὶ διὰ τῆς σταθερᾶς συμπράξεως, ὅταν βλέπουν, ὅτι δὲν ἐργάζησθε, εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ δεῖνα, ἢ δεῖνα προσδοκία, ἀλλ’ ὅταν σᾶς βλέπουν, ὅτι ἀδιαφορεῖτε ποία μερὶς, ποία φατρία, ποῖον κόμμα καὶ ποῖοι ἄνθρωποι εἶναι εἰς τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὅτι θέλετε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐξουσία ἀκμαία. Δώσατέ την λοιπὸν πλήρη, ἀπρόσβλητον εἰς ὁποιονδήποτε θέλετε ὡς ἱερὰν παρακαταθήκην, καὶ μὴ τὴν ἀφήσητε οὔτε μίαν ἡμέραν εἰς χεῖρας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην· παρῆλθεν ἀπὸ ἡμᾶς ἡ εὐθύνη ἀπὸ τῆς αὔριον, ὅταν εἴπητε ἀναβάλλομεν. Ποίαν εὐθύνην ἔχομεν; Ἔχομεν τὴν πληρεστάτην δικαιολόγησιν, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν συμβῇ νὰ εἴπωμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέτρα. Ἀφρούρητον λοιπὸν τὸ κράτος, ἀφρούρητος ἡ ἐξουσία· ἀφρούρητος ἡ παρακαταθήκη της, τὰ πάντα εἰς χαλάρωσιν, καὶ διατί; διὰ νὰ σκεφθῆτε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Ἔχετε ἀνάγκην νὰ σκεφθῆτε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας; δὲν ἐλάβετε πεῖραν ὁ εἷς τοῦ ἄλλου, δὲν γνωρίζετε, ποῖος εἶναι ἱκανὸς ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἐπιθυμίας σας, εἰς τὰς εὐχάς σας εἰς τὰς θελήσεις σας; Ὄχι Κύριοι! ἂς μὴ νομίζωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν ἀπόλυτον ἐξουσίαν, ἔχομεν καὶ ἀπόλυτον ὑπόληψιν· δὲν εἶναι παρακολούθημα ἡ ὑπόληψις τῆς ἐξουσίας. Ὁ ἀσθενέστερος πένης, ὁ ὁποῖος σύρεται ἐπαίτης εἰς τὰς ἀγυιὰς δύναται νὰ ἔχῃ πολλάκις τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουν οἱ φοροῦντες διάδημα. Ὑπὲρ τοῦ αἰτοῦντος τὸν ὀβολὸν Βελισαρίου διαμένει πάντοτε ἡ συμπάθεια τῆς ἱστορίας, οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ τιαροφόρου Ἰουστινιανοῦ. Ὄχι, Κύριοι, ἡ ὑπόληψις εἶναι παρακολούθημα τῆς αὐστηρᾶς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Αὐτὸ δὲ τὸ καθῆκον πῶς τὸ ἀπαιτεῖτε ἀπὸ ἡμᾶς; Καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς πληρεξούσιος καὶ ὡς συμπολίτης ἔχω τὸ αὐτὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσω, ὥστε καὶ σεῖς μὲ τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας, καὶ αὐτὴ ἡ πρᾶξις νὰ τύχῃ τῆς κοινῆς δικαιολογήσεως, ὥστε νὰ εὕρητε μεταξὺ τοῦ ἔθνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νὰ σᾶς εἴπουν εὖγε!
§70ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν θέλω ἀκολουθήσει, Κύριοι, τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα εἰς τὴν εὔγλωττον ἐκδρομὴν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἀπολογούμενος, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ προκαταβολῆς. Θὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν εἰς τὸ σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου δὲν ἔπρεπε, νομίζω, ν’ ἀπομακρυνθῇ. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἄρθρον τι τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς, ὅτι ὅταν προταθῇ ἡ ἀναβολὴ, ἡ περὶ ταύτης συζήτησις προηγεῖται τῆς οὐσίας καὶ ἡ Συνέλευσις ἀποφαίνεται πρῶτον περὶ αὐτῆς, καὶ κατόπιν, ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀναβολὴ, δύναται νὰ συζητήσῃ τὴν οὐσίαν. Βλέπετε, ὅτι εἶχον πολὺ δίκαιον, ὅταν ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἠπόρουν, διατί αὐτὸς ὁ μακρὸς πρόλογος, αὐτὴ ἡ σαρκαστικὴ ἐκδρομὴ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ἐπιτηδείως μᾶς παρεπλάνησε ἀπὸ τὸ ἀληθὲς σημεῖον τῆς συζητήσεως. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἔπρεπε νὰ κρατήσῃ τὴν ὄρεξίν του διὰ μεθαύριον, ὅταν καὶ ἄλλοι θὰ ἔχουν τὴν ὄρεξιν νὰ ἐπισκιάσουν ὀλίγον τὴν λαμπρὰν εἰκόνα τῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν διὰ ζωηρῶν χρωμάτων μᾶς παρέστησε. Θὰ παραστήσουν τότε καὶ ἄλλοι, ὅτι ἡ διοίκησις δὲν ὑπῆρξεν εἰς τόσον εὐάρεστον κατάστασιν ὑπὸ τὰς χεῖρας τῶν νῦν ὑπουργῶν· ἂς μὴ σπεύδουν λοιπὸν, διότι ἡ Συνέλευσις ἔχει συμφέρον νὰ μὴ σπεύδῃ. Πρόκειται τῳόντι, Κύριοι, ν’ ἀποφασίσωμεν περὶ ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀναντιῤῥήτως εἶναι τὸ σπουδαιότερον πάντων, τουτέστιν ἐὰν συμφέρῃ ν’ ἀντικαστήσωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τίνων προσώπων. Τὸ ἔργον ὅσον σπουδαῖον εἶναι, τόσον μείζονα σκέψιν ἀπαιτεῖ, καὶ ἡ Συνέλευσις τόρα μάλιστα κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως, πρέπει κατὰ μείζονα λόγον καὶ νὰ σκεφθῇ καὶ ἐνεργήσῃ λίαν περιεσκεμμένως. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον, βλέπετε, ὀλίγον φροντίζει περὶ τούτου· θέλει ν’ ἁρπάσῃ μίαν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ στερεωθῇ, καὶ διὰ τοῦτο μᾶς προσκαλεῖ ν’ ἀποφανθῶμεν σήμερον, οὕτως εἰπεῖν, ἐξ ἐφόδου.
§71ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) Ἡ πρότασις ἔγεινεν ἀπὸ προχθές.
§72ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἀπεσύρθη, Κύριε ὑπουργέ. Ἀλλὰ, Κύριοι, μᾶς λέγουν, ἐὰν μείνῃ ἐκκρεμὴς αὐτὴ ἡ πρότασις μέχρι τῆς προσεχοῦς παρασκευῆς κινδυνεύει τὸ Κράτος, ἡ δημοσία τάξις θὰ παραλύσῃ καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ των, μᾶς φέρουν εἰς παράδειγμα τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν τῆς Τριφυλλίας, τῆς Σύρου, τῆς Μεσσηνίας κτλ. Ἐπ’ ἀληθείας δὲν ἐπερίμενα, ὥστε ὁ Κ. Καλλιγᾶς νὰ μᾶς δώσῃ ἀπὸ τοῦδε ὅπλα κατὰ τῆς διοικήσεως, τῆς ὁποίας πρὸ μικροῦ ἤδη μᾶς εἶχε δώσει τόσον ὡραίαν εἰκόνα. Ἡ ἔκρυθμος αὕτη κατάστασις δὲν χρονολογεῖται βεβαίως ἀπὸ τῆς προχθὲς, ὅτε ὁ Κ. Ζυμβρακάκης ὑπέβαλε τὴν περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς Κυβερνήσεως πρότασιν, ἀλλ’ ἐγεννήθη καὶ ἀνεπτύχθη κατὰ δυστυχίαν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἵστατο τετραγωνικῶς ἐπὶ τῆς θέσεώς της. Ὁ ἐπισειόμενος κίνδυνος τῆς διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως δὲν προτείνεται, Κύριοι, σπουδαίως ἀπὸ ὑπουργοὺς, οἵτινες παρῃτήθησαν διὰ καθαρὸν προσωπικὸν λόγον, χωρὶς μάλιστα νὰ ᾖναι παροῦσα ἡ Συνέλευσις διὰ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ, ἀλλ’ εἶναι ἁπλῆ πρόφασις πρὸς διατήρησιν τῆς ἐξουσίας. Ἡ πρόφασις αὕτη ἤθελεν ἔχει τοὐλάχιστον σπουδαιότητά τινα, ἐὰν σήμερον ἡ Συνέλευσις προέβαινεν εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς τύχης τοῦ ὑπουργείου, ἄφινε δὲ τοὺς ἰδίους ὑπουργοὺς μέχρι τῆς προσεχοῦς παρασκευῆς, ἢ τοῦ σαββάτου· τότε μὰ τὴν ἀλήθειαν ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φανῆ ἠθικῶς ἐξησθενημένη, ὅταν ὅμως, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἀφήσῃ ὅλον τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς, ὅταν ἐπιφυλαχθῇ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτου τὴν προσεχῆ παρασκευὴν, σᾶς ἐρωτῶ ποῖος σπουδαῖος ἄνθρωπος δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἀπὸ τῆς σήμερον μέχρι τῆς παρασκευῆς ἡ ἠθικὴ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως θὰ κλονισθῇ, ἡ δημοσία τάξις θὰ παραλύσῃ, κίνδυνος δὲ φοβερὸς θὰ κρούσῃ τὰς πύλας τῆς πολιτείας καὶ τὸ χάος τῆς ἀναρχίας θὰ διαδεχθῇ τὸν κόσμον τῆς ἐνεστώσης διοικήσεως; Αὐτὰ ἠμποροῦν νὰ ἦναι ποιητικὰ εὔγλωττα, ἂν θέλητε, ἀλλ’ εἶναι καὶ φάσματα, τρομάζοντα μόνον τὰ παιδία. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κάμωμεν, εἶναι σπουδαιότατον· ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μᾶς ἀφεθῇ ὁ ἀνάλογος καιρὸς διὰ νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως πρῶτον, ἐὰν συμφέρῃ ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ δεύτερον ποῖα πρόσωπα θεωροῦνται καταλληλότερα πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ὑπαρχόντων. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινα ν’ ἀναβληθῇ ἡ περὶ τούτου συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ παρασκευήν. Ἐπιμένω δὲ νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ πρῶτον ἡ περὶ ἀναβολῆς πρότασίς μου, καὶ παρακαλῶ τοὺς Κ. Κ. ὑπουργοὺς νὰ μὴ ἔλθουν πάλιν μετ’ ἐμὲ διὰ ν’ ἀναπτύξουν τὰ ἆθλα τῆς διοικήσεώς των, ἀλλὰ νὰ περιορισθοῦν μόνον εἰς τὴν παρεμπίπτουσαν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς.
§73ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κύριοι, λυποῦμαι πάντοτε ὁσάκις εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα διὰ νὰ κηρύξω, ὅτι διαφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα Κ. Μίλησην, μετὰ τοῦ ὁποίου μὲ συνδέει κοινωνία φιλίας καὶ κοινωνία ἰδεῶν. Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον ἐκφραζόμενος κατὰ τῆς ἀναβολῆς καὶ ὑπὲρ τῆς προόδου τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Συνέλευσις ν’ ἀποφασίσῃ παραχρῆμα, ὅπως ἡ σοβαρότης τῶν περιστάσεων τὸ ἀπαιτεῖ, τὸ ὑποβαλλόμενον αὐτῇ ζήτημα. Ἤθελεν εἶσθαι, Κύριοι, ἀτοπώτατον τὸ νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπειδὴ ἔχομεν τὴν παντοδυναμίαν ἔχομεν καὶ τὸ ἀνεύθυνον. Τὴν παντοδυναμίαν ἡμῶν πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς Κυβερνήσεως οὐδεὶς τὴν ἀρνεῖται· ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ, ὡς ἔχοντες καὶ αὐτοὶ τὴν προσωπικότητά των, ὡς ἔχοντες καὶ αὐτοὶ τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ λογικὴ φύσις ἑκάστου ἀνθρώπου ἔλαβε παρὰ τοῦ δημιουργοῦ, δύνανται νὰ μᾶς εἴπωσιν «Ἀναγνωρίζομεν τὴν παντοδυναμίαν σας, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ μᾶς ἀναθέσητε καὶ ξένην εὐθύνην». Δυνάμεθα νὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν νὰ παραιτήσουν τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπραξίαν ἐξ ἑνὸς, καὶ τὴν εὐθύνην ἐξ ἄλλου. Οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν δίκαιον ζητοῦντες νὰ προχωρήσῃ ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τοῦ προτεινομένου ζητήματος. Ἀρύονται δὲ τοὺς λόγους τῆς ἀξιώσεως αὐτῶν οὐχὶ μόνον ἀπὸ τὴν συναίσθησιν τῆς προσωπικῆς αὐτῶν θέσεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, μία Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡ τύχη κατέστη ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἀρνηθῆ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῆς τύχης της, μία τοιαύτη Κυβέρνησις ἀπώλετο εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Ἓν ἐκ τῶν δύω· ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, ἢ θὰ ἐξέλθῃ νικημένη, ἢ νικήτρια. Ἐὰν τὸ πρῶτον, ἀπώλετο εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἐὰν τὸ δεύτερον, δὲν ἀπώλετο ἴσως αὕτη, ἀλλ’ ἡ ὑπόληψις τῆς Συνελεύσεως ἔπαθε βαρέως ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς. Καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίστασιν ἡ θέσις τῶν δημοσίων πραγμάτων δὲν βελτιοῦται. Τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ὑφίστανται πάντοτε τὴν ἧτταν, εἴτε νικήσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἴτε νικηθῇ. Ζητοῦσί τινες τὴν ἀναβολὴν, διότι λέγουσιν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, διότι πρόκειται νὰ σκεφθῶμεν, οὐχὶ μόνον ἂν οἱ ὑπουργοὶ ἡμάρτησαν, ἀλλὰ νὰ σκεφθῶμεν καὶ ποῖοι εἶναι οἱ ἱκανώτεροι ν’ ἀντικαταστήσωσιν αὐτούς. Καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος λόγος δὲν μοὶ φαίνεται σπουδαῖος. Δὲν ἀποδίδω κακὴν πρόθεσιν, εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἔφεραν τοὺς λόγους τούτους ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἴσως εἶναι πεπεισμένοι περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ τοὺς ἐπιβάλωσι καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν δύναμαι νὰ ἐγκύψω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν, διότι δὲν τοὺς θεωρῶ σπουδαίους. Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον πραγματικῶς περιέπεσεν εἰς τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἐνώπιόν σας ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μινώας, μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι ἡ φύσις αὐτῶν τῶν κατηγοριῶν, ὁ χαρακτὴρ αὐτῶν καὶ ἡ οὐσία δὲν εἶναι ἄξια πολυημέρου σκέψεως. Ἂν θεωρήσητε ὅσα σᾶς ἀνέφερεν ὡς ἀφορμὰς κατηγοριῶν, θέλετε προσβάλλει τὴν δικαιοσύνην. Τὶ σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος; Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ἀρχαιότητας, ὅτι μετεμορφώθη εἰς δικαστήριον διοικητικὸν, ἐνῷ οἱ παρ’ αὐτῆς δικαιωθέντες ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὸ δίκαιον ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἴσως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διακρίνῃ ποῖαι εἶναι αἱ πράξεις ἐκεῖναι τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δίδουσιν ἀφορμὴν εἰς τὸ ἀμφισβητούμενον διοικητικόν. Ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἱκανοποιήσῃ δικαίας ἀπαιτήσεις διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς καθαρᾶς διοικήσεως. Ἂν παρέπεμπε μίαν δικαίαν ἀπαίτησιν εἰς τὰ δικαστήρια, πρῶτοι ὑμεῖς ἠθέλετε ὑψώσει δικαίως τὴν φωνήν Σας κατ’ αὐτῆς ἕνεκεν ἀρνησιδικίας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐζημίωσε τὸ δημόσιον, παραδεχθεῖσα τοιαύτην ἀρχήν· τὴν παρεδέχθη ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ μάλιστα θεωρῶ ἐπαινετὴν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔσπευσε νὰ θεραπεύσῃ τὰς παρανομίας τοῦ παρελθόντος, ὅτι δὲν ἐδίστασε νὰ κλείσῃ τὰς πύλας τῆς αὐθαιρεσίας, τὰς ὁποίας ἡ πεπτωκυῖα Κυβέρνησις εἶχεν ἀνοίξει. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Τὶ σᾶς λέγουν; Ἐπλήρωσε χρήματα εἰς τὴν φρουρὰν Βονίτσης. Καὶ ζητεῖτε, Κύριοι, ἱκανῶν ἡμερῶν ἀναβολὴν, διὰ νὰ σχηματίσητε κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἀνεγνώρισε καὶ ἐπλήρωσε τὴν φρουρὰν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης, καὶ ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως, ἐνίδρυσεν ἐν τῇ πόλει τῆς Βονίτζης. Καὶ ποία ἄλλη φρουρὰ ἔχει, ὡς ἡ τῆς Βονίτζης, νομιμωτέραν ἐπαναστατικὴν καταγωγὴν, ποία ἄλλη ὡς αὐτὴ ἐφύλαξεν ἀκραιφνέστερον τὴν τάξιν; Ὅλοι οὗτοι οἱ λόγοι, Κύριοι, εἶναι σαφεῖς, καὶ ὅλοι εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν παραχρῆμα περὶ τῆς ἀληθείας, ἢ τῆς μὴ ὀρθότητος αὐτῶν· ὅπως καὶ ἂν ἔχῃ, Κύριοι, εἴτε ψῆφον ἀθωωτικὴν φέρετε, εἴτε καταδικαστικὴν, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλετε περιπλέον· τοῦτο τὸ ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, τὸ συμφέρον τῆς τάξεως, τοῦτο ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, τοῦτο πρὸ πάντων ἀπαιτεῖ ὄχι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων. Μία κατάστασις, ἥτις ἀπὸ τῆς ἐκκρεμότητος τείνει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς μονιμότητος, διὰ τῆς ποθητῆς ἐλεύσεως τοῦ σεβαστοῦ ἡμῶν βασιλέως, δὲν πρέπει νὰ περιπλέκηται· χθὲς ἀκόμη ἐφύλαξεν ὁλόκληρον Νομὸν ἀπὸ τὴν διαρπαγὴν καὶ ἀπὸ τὴν ἀναστάτωσιν· ὀφείλομεν ὅσον δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν ὁμαλωτέραν τὴν μετάβασιν· ἅμα τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐνώπιόν σας, ὀφείλετε νὰ τὸ λύσετε καθαρῶς καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεων. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀναθέσωμεν εἰς ἄλλους τὴν εὐθύνην συνεπειῶν, τῶν ὁποίων ἡ μέλλησις, ἡ βραδύτης ἡμῶν ἤθελεν εἶσθαι ἡ αἰτία. Ἡ παντοδυναμία τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν δὲν ἀναιρεῖ καὶ τὴν ἠθικὴν αὐτῶν εὐθύνην· ὀφείλομεν λόγον τῶν πράξεων ἡμῶν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ μόνη ἡ λογικὴ τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἐνάσκησις δύναται νὰ μᾶς δικαιώσῃ. Ἡ αὐθαίρετος ἡμῶν χρῆσις δὲν δύναται νὰ προτείνῃ ὡς ἀσπίδα τὴν παντοδυναμίαν. Καὶ ὁ Ὄθων κατέπεσεν αὐτὸς ἀνεύθυνος κατὰ τὸ Σύνταγμα, διότι τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ δὲν τὴν συνεβίβαζε μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἔθνους.
§74ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Οὐχὶ βεβαίως, διότι ὡς ὑπουργὸς ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω ὅσα ὁ Κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπε περὶ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως τῆς μὴ ἀναβολῆς, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ὁ ὀρθὸς συλλογισμὸς, αὐτὰ τὰ πράγματα ἀπαιτοῦσιν ἡ ἀναβολὴ νὰ μὴ γίνῃ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν· εἶναι ἀσυνεπεῖς εἰς ἑαυτοὺς οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Μινώας, ὑπέβαλε πρότασιν ἀπὸ προχθὲς περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ σήμερον ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἀπαγγέλλει κατηγορίαν, λέγει τινὰ, καὶ ὕστερον λέγει, μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, διότι εἶμαι ἀπρομελέτητος· καὶ ἐὰν ἦσο ἀπρομελέτητος, διὰ ποῖον λόγον ἔφερες τὴν πρότασιν περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς Κυβερνήσεως, Κύριε πληρεξούσιε τῆς Μινώας; Κύριοι, σεῖς οἱ ἴδιοι οἱ ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν, ἀπὸ τοῦ βήματος εἴπατε, καὶ ἡμεῖς δὲν τὸ ἀρνούμεθα, εἶναι δικαίωμα τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἰδέα τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐξεφράσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα· εἰς ὁποιανδήποτε ὥραν θέλει, δύναται νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ εἶχε, τὸ ἔχει, καὶ θὰ τὸ ἔχῃ ἡ Συνέλευσις μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θ’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπερτάτην ἀρχὴν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὁ Σεβαστὸς ἡμῶν Βασιλεύς. Λοιπὸν τί ζητεῖτε, Κύριοι, αὐτὴν τὴν ἀναβολήν; Τί θὰ σᾶς ὠφελήσῃ; Διὰ νὰ μελετήσητε ἂν πρέπῃ ν’ ἀντικαταστήσητε τὴν Κυβέρνησιν ἢ ὄχι. Ναὶ, Κύριοι, δὲν ἐμελετήσατε ἐπὶ τρεῖς μῆνας ἂν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ κυβερνήσωμεν, ἀλλὰ θὰ μελετήσητε αὔριον; Καὶ ἂν τοῦτο δὲν ἐκάματε μέχρι τοῦδε, σᾶς λέγω ὅτι εἰς μάτην κοπιάζετε. Ἡ ἀναβολὴ, ὡς σᾶς εἶπε καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, θέλει χαλαρώσει τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι ζητοῦν τὴν ἀναβολήν· ἡμεῖς σᾶς λέγομεν ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀναβολὴν, διότι ἐπιθυμοῦμεν πᾶσα Κυβέρνησις ν’ ἀρύεται τὴν δύναμιν αὑτῆς ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τῆς Συνελεύσεως. Καὶ τί ζητοῦμεν, Κύριοι, παρὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, ἀφοῦ εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην κατάστασιν; Καὶ ἂν ἀποφανθῆτε σήμερον ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Συνελεύσεως, μήπως αὔριον δὲν θὰ ἔχητε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπετε, φύγετε; ὁ λόγος τῆς ἀναβολῆς οὐδόλως θέλει ὠφελήσει ἡμᾶς, εἶναι δὲ καὶ ἀσυνεπὴς καὶ πρὸς αὐτὰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι, οἱ ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν, ἀνέπτυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἐπιμείνωμεν ζητοῦντες τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως αὐτῆς, καθόσον πᾶσα βραδύτης θέλει παραλύσει τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Ὅσοι παραδέχονται.........
§76ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν θὰ εἴπωσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι θὰ εἴπωσιν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν 174, εἷς ἠρνήθη ψῆφον, ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς 93, κατὰ τῆς ἀναβολῆς 80, ὥστε ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψήφων 93 κατὰ 80. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις, ὥρα 4 καὶ 20 λεπτὰ.
Ὁ Πρόεδρος
Α. ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Τηλ. Ι. Ῥοῦκης. Δ. Θεοχάρης.