1965.06.09
4.232 στίχοι · 33.652 λέξεις · 151 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 101η
Τετάρτη 9 Ἰουνίου 1965
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 10.40′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Β. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν, κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Νέας Σμύρνης, αἰτουμένου, ὅπως ἀναλάβῃ ὁ Δῆμος Ν. Σμύρνης, τὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Ο.Α.Π., προκειμένου νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἐσωτερικῶν διακλαδώσεων τοῦ ἀποχετευτικοῦ δικτύου τῆς ἐν λόγῳ συνοικίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ψήφισμα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ν. Σμύρνης, διαμαρτυρομένου διὰ τὰς εἰς βάρος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως διώξεις καὶ αἰτεῖται τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν τοῦ Ο.Η.Ε., πρὸς κατάπαυσιν τῶν διωγμῶν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ, Ι. Χρίστογλου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀγροτικοῦ Συλλόγου Σερρῶν, αἰτουμένου ἀποστολὴν συνεργείων πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἀνωφελῶν κωνώπων, διὰ πολλαπλῶν ἀεροψεκασμῶν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Συνεταιρισμοῦ Ζαπαντίου Ἀγρινίου, αἰτουμένου ὅπως τὰ καπνὰ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἀγορασθῶσι μὲ ηὐξημένας τιμὰς, κατ’ ἀναλογίαν περυσινῆς ἀνατιμήσεως σιγαρέττων κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Συλλόγου Ἐρασιτεχνῶν Ἁλιέων Αἰτωλικοῦ «Ο ΙΩΝΑΣ», αἰτουμένου ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ Ν.Δ. 3987)59, σχετικῶς μὲ τὴν ἄσκησιν ἐρασιτεχνικῆς ἁλιείας ἐν τῇ λιμνοθαλάσσῃ Αἰτωλικοῦ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Κατοχῆς, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ εἰσέτι σύστασιν ταχυδρομικοῦ γραφείου γʹ τάξεως εἰς τὴν ἐν λόγῳ Κοινότητα. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Χ. Πιπιλῆς, καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τοῦ Προέδρου τοῦ Σωματείου Μυλεργατῶν Πύργου, διαμαρτυρομένου διὰ τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Βιομηχανίας ἀποσυρθὲν νομοσχέδιον, ἀφορῶντος τὴν σύστασιν θέσεων παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ καὶ αἰτουμένου ψήφισιν τοῦ ἀποσυρθέντος νομοσχεδίου εἰς τὸ σύνολον. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τοῦ προσωπικοῦ τῶν πτωχευσάντων ἑταιρειῶν «Ἀτλαντὶς–Εὐρυδίκη», Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἑλλάδος καὶ τῆς Πανελληνίου Ναυτικῆς Ὁμοσπονδίας, αἰτουμένων, ὅπως ψηφισθῇ εἰς τὸ σύνολον, τὸ ἀποσυρθὲν νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας, περὶ συστάσεως θέσεων παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν αὐτοκινητιστῶν, προκεχωρημένης ἡλικίας, αἰτουμένων ρύθμισιν παροχῆς αὐτοῖς πλήρους συντάξεως, δι’ ἐξαγορᾶς τῶν ὑπολειπομένων ἐτῶν ὑπηρεσίας των. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Φ. Μαῦρος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου Ἀφαίας Σκαραμαγκᾶ, αἰτουμένου ἐπέκτασιν τῆς λεωφορειακῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Δαφνίου, μέχρι τοῦ οἰκισμοῦ Ἀφαίας– Σκαραμαγκᾶ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Φ. Μαῦρος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου Ἀφαίας — Σκαραμαγκᾶ, αἰτουμένου κατασκευὴν παρακαμπτηρίου ὁδοῦ ἐπὶ τοῦ τμήματος τῆς ὁδοῦ Κορίνθου–Ἀθηνῶν καὶ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς, πρὸς καλυτέραν κυκλοφορίαν τῶν ὀχημάτων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Θεοδωράκης καὶ Α. Μπριλλάκης, διὰ τηλεγραφήματός των, αἰτοῦνται ἀναστολὴν κατεδαφίσεως τῶν κτισμάτων εἰς τὴν Νίκαιαν Πειραιῶς καὶ λῆψιν μέτρων πρὸς ὁριστικὴν τακτοποίησιν τοῦ θέματος. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἐργατοϋπαλλήλων Σταθμοῦ Πρώτων Βοηθειῶν Ἑλληνικοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, αἰτουμένων ἐφαρμογὴν τῆς ἑκάστοτε ἰσχυούσης ἐργατικῆς νομοθεσίας καὶ διὰ τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Ἐρυθρὸν Σταυρόν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Σπουδαστῶν Ναυπηγῶν Ἑλλάδος, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μὴ ἔνταξιν τῆς Σχολῆς Ναυπηγῶν εἰς τὴν ἀνωτέραν βαθμίδα τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ πορίσματος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§4Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀποπειραθῶ νὰ τοποθετήσω τὴν κρινομένην ὑπόθεσιν εἰς τὸ προσῆκον πλαίσιον. Βασικὸν στοιχεῖον τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς. Ἐκ τῆς σχέσεως αὐτῆς προέκυψεν ὁ θεσμὸς τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἡ ὁποία εὐθύνη εἶναι τριπλῆ. Εἶναι πολιτικὴ καὶ ἀσκεῖται ἀποκλειστικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶναι ποινικὴ καὶ εἰς τὴν ποινικὴν ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ τῆς καταδιώξεως, ἡ Βουλή. Καὶ εἶναι ἀστικὴ καὶ ἡ ἀστική, ἐπειδὴ ἡ ποινικὴ ἀποτελεῖ δεδικασμένον, ὡς πρὸς αὐτήν, εὑρίσκεται πάλιν εἰς κάποιαν συνάρτησιν πρὸς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Βουλῆς. Ἡ πρωτοβουλία τῆς Βουλῆς ὀφείλεται πρῶτον, εἰς τὴν λαϊκὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος καὶ δεύτερον, εἰς τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ γνωρίζουσα καὶ τὰ θέματα καὶ τὰ πρόσωπα ἔχει τὰ ἀπαραίτητα οὐσιαστικώτερα κριτήρια, προκειμένου νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν διώξεως πολιτικῶν ἀνδρῶν. Εἰς ἄλλα πολιτεύματα καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν ποινικῶν παραβάσεων τῶν Ὑπουργῶν ἀνήκει εἰς Σώματα Κοινοβουλευτικά. Τὸ ἰδικόν μας πολίτευμα, συνεδύασε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς διώξεως τὴν ἀφῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἐκδίκασιν, λόγῳ τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς πλήρους ἀντικειμενικότητος τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας, τὴν ἀνέθεσεν εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὅλα ὅσα ἔχουν συμβῇ μέχρι τοῦδε, κ. συνάδελφοι, φοβοῦμαι, ὅτι προδίδουν κάποιαν παρερμηνείαν τοῦ θεσμοῦ. Πρῶτον, ἡ ἀπόφασις περὶ παραπομπῆς, ἔχει ἐκ τῶν ὑστέρων μίαν λογικὴν ἀνακολουθίαν, διότι μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀλουμινίου ἀπηλλάγη ὁ Ὑπουργὸς ποὺ τὴν διεχειρίσθη καὶ λόγῳ ἁρμοδιότητος, ἀλλὰ καὶ πράγματι τὴν διεχειρίσθη, νομίζω, ὅτι παραμένει ἔκθετος ἡ κατηγορία, τοὐλάχιστον ἡ στρεφομένη ἐναντίον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἐξ ἄλλου ἡ πρότασις τῶν συναδέλφων ποὺ ἐσχημάτισαν τὴν πλειοψηφίαν, κατὰ τὸ εἶδος τοὐλάχιστον τῶν ἀναζητηθέντων ἀδικημάτων, ἀπετέλεσε καὶ δι’ ἡμᾶς ποὺ παρηκολουθήσαμεν ἐπὶ 3½ μῆνας τὰ ἔργα τῆς Ἐπιτροπῆς ἔκπληξιν. Εἶπε χθὲς ὁ Γενικὸς Εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὁ ἰδικός μας ρόλος δὲν ὑπῆρξε ρόλος δικαστῶν, ὑπῆρξε ρόλος συνηγόρων. Μετριοφρόνως παρεκράτησε διὰ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς τὴν ἀμεροληψίαν τοῦ δικαστοῦ καὶ γενναιοφρόνως παρεχώρησεν εἰς ἡμᾶς τὴν μονομέρειαν τοῦ συνηγόρου. Καὶ εἶπεν εἰς σᾶς, κ. συνάδελφοι, ὡς ἐπιχείρημα, ἀναζητήσατε εἰς τὰς καταθέσεις τῶν μαρτύρων, διὰ νὰ ἰδῆτε πόσας ἐρωτήσεις εἰς βάρος τῶν κατηγορουμένων ἔκαμαν οἱ συνάδελφοι οἱ προερχόμενοι ἐκ τῆς ΕΡΕ. Ἀντιστρέφω τὴν ἐρώτησιν. Πόσας ἐρωτήσεις καὶ οἱ ὀκτὼ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ἔκαμαν διὰ νὰ ἴδουν μήπως ὑπάρχει καὶ κάποιο δίκαιον, πρὸς τὴν πλευρὰν τῶν κρινομένων, χρονικῶς δὲ προηγεῖτο ἡ ἐξέτασις τῶν μαρτύρων ὑπὸ τῶν συναδέλφων τῆς πλειοψηφίας, σχεδὸν κατὰ κανόνα. Τί θὰ ἐσήμαινεν αὐτὴ ἡ μονομέρεια, ἐὰν συνεχίζετο καὶ πρὸς τὴν πλευρὰν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως; Θὰ ἐσήμαινε προγραφήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἐξετάζωνται ἀπὸ ἕνα ἀνακριτικὸν σῶμα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὰ δυνάμενα νὰ ἀνευρεθοῦν ἐπιβαρυντικὰ στοιχεῖα, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή; Ἐὰν τὸ ἔργον ἐξηκολούθει οὕτω μέχρι τέλους καὶ δὲν προσδιώριζεν ἐν μέρει καὶ τὸν ρόλον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ μεταξὺ δὲν εἶχον λάβει μέρος εἰς τὰς ἐρωτήσεις, ὁ ρόλος τὸν ὁποῖον εἶχον καθορίσει ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνεχῶς ἔκαμεν ἐρωτήσεις εἰς βάρος τῶν κρινομένων; Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν μίαν πλήρη εἰκόνα καὶ τῆς κρινομένης ὑποθέσεως καὶ τῶν πλαισίων της νὰ ἀνατρέξω εἰς τὰς σκέψεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸν νόμον, περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, νὰ ἀναγνώσω δύο μικρὰ ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰς συζητήσεις τοῦ ἔτους 1877, ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ἐπαμεινώνδα Δεληγιώργη καὶ ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ μεγαλυτέρου τῶν Ἑλλήνων πολιτικῶν, τοῦ Χαριλάου Τρικούπη. Λέγει ὁ Δεληγιώργης: «Ἐνδιαφέρεται, λέγω, ὁ λαὸς καὶ τὸ Ἔθνος, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν Ὑπουργῶν, διότι δὲν συμφέρει νὰ σύρωνται οἱ Ὑπουργοὶ μεθ’ ὅλης τῆς εὐκολίας εἰς τὸ ὄνειδος. Τοιαύτη κατάστασις ἤθελε παραστήσει τὸ ἐλεεινὸν θέαμα ἀνθρώπων πολεμίων πρὸς ἀλλήλους, οἵτινες ἀείποτε θέλουν ἐπιφέρει καταστροφὰς ὅταν ἐπικρατήσουν». Καὶ ὁ Χαρίλαος Τρικούπης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4)3)1877 ἔλεγε: «Ὅ,τι νομίζω ἐπιζητεῖται εἶναι ἡ ἐξασφάλισις τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι ἀδίκου καταδιώξεως καὶ ἡ κατὰ τὸ ἐφικτὸν πρόληψις ἀδίκων καταδιώξεων. Καὶ περαιτέρω «δὲν εἶναι πρέπον ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους νὰ εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς τοὺς κινδύνους καταδιώξεως ἄνευ λόγου». Μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις ἐξεκίνησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸν ἰσχύοντα, ἀκόμη καὶ σήμερον, νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, εἰς τὸν ἑρμηνευτὴν Συνταγματολόγον Ἰωάννην Ἀραβαντινόν, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ 1880, ἐλάχιστα ἔτη μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου καὶ ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ὁ Ὑπουργός, ὡς ἐκ τῆς ὑψηλῆς θέσεως καὶ τῆς δυνάμεως καὶ τῆς λαμπρότητος μεθ’ ὧν περιβάλλεται, δύναται νὰ ἐγείρῃ τὴν χολήν ...... τὸν φθόνον ..... τὴν ἐκδίκησιν. Ἕνεκα τοῦτο ἔχομεν ἐπίσης ἀνάγκην ὅπως ἐξασφαλίσωμεν αὐτόν. Ἐν τούτῳ καὶ μόνον ἐν τούτῳ ἔγκειται τὸ ἰδιάζον τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, ὅπερ δέον νὰ μελετᾶται καὶ ρυθμίζεται μετὰ θρησκευτικῆς προσοχῆς καὶ ἀκριβείας ἐν ταῖς Πολιτείαις, διότι ἄλλως εἴτε ὁ θεσμὸς τῆς εὐθύνης δὲν θέλει λειτουργεῖ διὰ τοὺς Ὑπουργούς, εἴτε θέλει μὲν λειτουργεῖ οὐχὶ ὅμως ὅπως ἐξασφαλίζῃ τὴν νόμιμον καὶ ἐπωφελῆ διαχείρισιν τῆς Ὑπουργικῆς Ἀρχῆς, ἀλλὰ ὅπως παρακωλύῃ ταύτην καὶ κατασυντρίβῃ λαοφιλεῖς καὶ ἐθνωφελεῖς Ὑπουργούς». Εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη νὰ ἀποφευχθῇ μία σύγχυσις μεταξὺ ποινικῆς καὶ πολιτικῆς εὐθύνης ἢ καὶ ἐνδεχομένως οὐδὲ κὰν πολιτικῆς εὐθύνης, ἀλλὰ ἁπλῶς βασικῶς διαφερουσῶν ἀντιλήψεων περὶ τῆς ἀκολουθητέας πολιτικῆς. Κύριοι βουλευταί, δοθέντος, ὅτι ἓν ἐκ τῶν ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται εἰς τοὺς κρινομένους Ὑπουργοὺς εἶναι ἡ παράβασις καθήκοντος, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἔργον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ποῖον εἶναι τὸ ἔργον τῶν Ὑπουργῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντά των καὶ ἀφοῦ ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντά των, νὰ προσδιορίσωμεν ἐὰν ἔγιναν ἢ ὄχι παραλείψεις τινὲς ἐκ τῶν καθηκόντων των. Εἶναι κοινὸς τόπος, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον μὲ τόσην εὐκολίαν ἀναζητοῦνται λεπτομερειακὰ καθήκοντα καὶ μικροαπασχολήσεις, τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἰδίως καὶ θεμελιώνονται ἐπὶ τῶν δῆθεν παραλείψεων ποινικὰ ἀδικήματα, εἶναι ἀνάγκη δι’ ἐλαχίστων λέξεων νὰ ἐνδιατρίψωμεν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν κοινὸν τόπον. Ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι οὐσιαστικῶς ὁ Ἀνώτατος λειτουργὸς τῆς Δημοκρατίας. Κατὰ τὸν MORLEY εἶναι ἡ βάσις τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν ἀείμνηστον ΧΑΡΟΛΔ ΛΑΣΚΥ, Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος καὶ Καθηγητήν, βάσις καὶ στήριγμα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ συνεχίζει ὁ ΛΑΣΚΥ: «Εἶναι προφανές, ὅτι τὸ βάρος τοιούτου λειτουργήματος εἶναι παμμέγιστον. Καθοδήγησις τοῦ Στέμματος, τῆς Κυβερνήσεως, τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Κόμματος καὶ πάντα ταῦτα ἐν ὄψει καθοδηγήσεως καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ Σώματος ἀπαιτεῖ ἰδιότητας, τὰς ὁποίας συνήθης ἄνθρωπος δὲν κατέχει». Ὁ προσφάτως ἀποβιώσας μέγας πολιτικὸς Οὐΐνστον Τσῶρτσιλ, εἰς τὸν πρῶτον τόμον τῶν ἀπομνημονευμάτων του ἐκ τοῦ Βʹ Παγκοσμίου Πολέμου καθορίζει τὴν τεραστίαν ἀπόστασιν ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ 1, δηλαδὴ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ὅλων τῶν ἄλλων ἀριθμῶν. Περιγράφει ἐξ ἰδίας προσωπικῆς πείρας τὸ βάρος τῶν καθηκόντων του καὶ καταλήγει εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις, τὰς ὁποίας τὸ μέγεθος τῆς προσωπικότητός του καὶ τὸ ἀγγλικὸν χιοῦμορ ἐπιτρέπουν νὰ γράφωνται ἀπὸ ἐκεῖνον, ἀλλὰ οὔτε ὀλίγον οὔτε πολὺ ἂν τὰ ἐδιάβαζε κανεὶς ἐδῶ θὰ προεκάλει τὸν ἀντίλογον, ὅτι προσπαθεῖ δι’ αὐτῶν ποὺ γράφει ὁ Τσῶρτσιλ νὰ συγκαλύψῃ πραγματικὰ ἀδικήματα. Ἀλλὰ καὶ ὁ Μπάϋρον Κάρτερ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ καλύτερος ἐκ τῶν Ἄγγλων συγγραφέων ποὺ ἔγραψαν διὰ τὸ λειτούργημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, προσδιορίζει τὰς τεραστίας εὐθύνας καὶ ἁρμοδιότητας τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ προσθέτει, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Κράτους καθιστᾷ ἀκόμη βαρύτερον τὸ ἔργον τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐπὶ πλέον τὸν ἀφήνει περίπου μόνον εἰς τὴν λῆψιν τῶν γενικῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων, διότι λόγῳ τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Κράτους οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου ἀπησχολημένοι μὲ τὰ ἰδιαίτερά των καθήκοντα. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν περίπου τὶ πράττει ὁ Πρωθυπουργός. Καθορίζει τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, συντονίζει τὰς ἐνεργείας τῶν Ὑπουργῶν, αἴρει τὰς τυχὸν διαφωνίας καὶ σχεδιάζει τὴν πολιτικὴν τοῦ παρόντος, ἀκόμη καὶ ἐκείνην, ἡ ὁποία δὲν ἐκφράζεται ἀμέσως διὰ συγκεκριμένων κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν, προβλέπει τὸ μέλλον καὶ χαράσσει τὰς βάσεις τῆς μελλούσης πολιτικῆς, εἶναι δὲ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος καὶ ἀρχηγὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας. Εἶναι τελείως ἀδύνατον νὰ ἀπασχοληθῇ ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ τὰς ἐπὶ μέρους διοικητικὰς ἁρμοδιότητας τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ νόμος 1671 καὶ 1951 περὶ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁρίζει, ὅτι «ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκπροσωπεῖ τὴν Κυβέρνησιν, καθορίζει ἐν συνεννοήσει μετὰ τῶν λοιπῶν Ὑπουργῶν τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, συντονίζει τὰς ἐνεργείας ἁπάντων τῶν Ὑπουργῶν κλπ.». Λέγει δηλαδή, περίπου ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐξέθεσα ἀναλύων γενικώτερον, τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἂς ἴδωμεν τώρα τί κάμνει ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ. Προσδιορίζει τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ, ὁ νόμος 1439 τοῦ 1950, περὶ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον 1 λέγει: «Ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ ἔργον ἔχει τὸν καθορισμὸν τῶν γενικῶν γραμμῶν τῆς καθόλου οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας, τὸν συντονισμὸν τῶν καθ’ ἕκαστον ἁρμοδίων ὑπουργείων καὶ ὑπηρεσιῶν, τὴν διατύπωσιν τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τὴν παρακολούθησιν τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ». Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ συντονίζει μόνον τὰς σχετικὰς πρὸς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας ἁρμοδιότητας τῶν ἐπὶ μέρους Ὑπουργείων. Δὲν ἐποπτεύει τοὺς 9 οἰκονομικοὺς Ὑπουργοὺς καὶ Ὑφυπουργούς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα ἐπὶ τῆς ἀσκήσεως τῶν διοικητικῶν των καθηκόντων. Καὶ τώρα, κύριοι βουλευταί, ἂς ἴδωμεν τὶ εἶναι ἡ ΔΕΗ. Ἡ ΔΕΗ εἶναι δημοσία ἐπιχείρησις, ἀλλὰ εἶναι νομικὸν πρόσωπον ἰδιωτικοῦ δικαίου. Προσδιορίζει τοῦτο τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Ν.Δ. 3785 τοῦ 1957. Ἐπὶ τῆς ΔΕΗ ἔχει μόνον ὁ Ὑπουργὸς Βιομηχανίας ἀνωτάτην ἐποπτείαν καὶ οὐχὶ ἔλεγχον. Ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα παρὰ μόνον, ὅταν πρόκειται περὶ σχέσεων μεταξὺ ξένων κρατῶν καὶ ὅταν πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς ξένων κεφαλαίων, ὁ δὲ Πρωθυπουργός, δὲν ἔχει ποτὲ ἁρμοδιότητα. Βεβαίως ὑπάρχει μία διάταξις εἰς τὸν ἐσωτερικὸν Κανονισμὸν τῆς ἀντιπροσωπευτικῆς συνελεύσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει κυρωθῆ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ Βιομηχανίας καὶ ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον 5 λέγει, ὅτι δύναται καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ καὶ ὁ Ὑπουργὸς Βιομηχανίας καὶ σειρὰ ἄλλων ἁρμοδίων ὀργάνων νὰ προσκαλοῦν τὴν ἀντιπροσωπευτικὴν συνέλευσιν. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι εἰς τὸν νόμον περὶ ΔΕΗ, ἰδίως ἐκ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον συντίθεται ἡ ἀντιπροσωπευτικὴ συνέλευσις, ἀποδεικνύεται μία ἐπιθυμία ἐξάρσεως διὰ τῆς τοποθετήσεως ὅλων τῶν προσωπικοτήτων τῆς χώρας κάπου εἰς τὸν μηχανισμὸν τῆς ΔΕΗ, πάντως τὸ ἄρθρον 5 ὅταν ὁμιλῇ περὶ τῆς δυνατότητος τοῦ Πρωθυπουργοῦ νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἀντιπροσωπευτικὴν συνέλευσιν, ἐννοεῖ μόνον διὰ ζητήματα γενικωτέρας πολιτικῆς, διότι δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ὑπάρχει σειρὰ ἄλλων ἁρμοδίων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ συγκαλέσουν τὴν ἀντιπροσωπευτικὴν συνέλευσιν. Τὸ ἔλεγχον τῆς ΔΕΗ δὲν τὸν κάμνει ὁ Ὑπουργὸς Βιομηχανίας, ἀλλὰ ὑπάρχουν ὄργανα ἐντὸς τῆς ΔΕΗ. Ὑπάρχει πρῶτον τὸ Συμβούλιον ἐλέγχου τῆς διαχειρίσεως, τὸ ὁποῖον προβλέπεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Β.Δ. τῆς 28 Ἰανουαρίου 1951, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἕνα Σύμβουλον καὶ δύο Παρέδρους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὑπάρχει καὶ ἡ ἀντιπροσωπευτικὴ συνέλευσις, ἡ ὁποία εἶναι συντεθειμένη κατὰ τρόπον καταπληκτικόν, διότι μετέχουν εἰς αὐτὴν προσωπικότητες ὡς οἱ Πρόεδροι τῶν τριῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οἱ Δήμαρχοι τῶν μεγάλων πόλεων, καθηγηταὶ τῶν Πανεπιστημίων καὶ τοῦ Πολυτεχνείου, ἀντιπρόσωποι τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς χώρας, γενικοὶ Γραμματεῖς τῶν Ὑπουργείων, Διοικηταὶ τῶν μεγάλων Τραπεζῶν. Κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ ἡ σύνθεσις αὐτὴ εἶναι καταπληκτική. Δὲν εἶναι νοητὴ βαρυτέρα σύνθεσις ὀργάνων καὶ καλυτέρα, ὅταν ὑπάρχῃ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς διαχειρίσεως ἡ αὐστηρότης τῶν ὀργάνων τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ περίπου ἀπὸ 100ετίας, καὶ εἶναι τὸ ἁρμόδιον ὄργανον διὰ νὰ κρίνῃ τὰς δαπάνας. Καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἁρμοδιότητας τῆς ΔΕΗ ὑπάρχει ἡ ἀντιπροσωπευτικὴ συνέλευσις, συντεθειμένη ἀπὸ πρόσωπα ἁρμόδια τεχνικῶς καὶ οἰκονομικῶς καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουν τὰς μεγίστας ἐγγυήσεις, ὅπως εἶναι οἱ πρόεδροι τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων. Δὲν νομίζω δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανείς, ὅτι εἶναι νοητὸν νὰ ἐπιχειρηθῇ καλύτερος ἔλεγχος δι’ ἑνὸς Τμηματάρχου ἢ Διευθυντοῦ Βʹ τάξεως ἑνὸς ἁρμοδίου Ὑπουργείου, ποὺ δὲν ἔχει οὔτε τὸ κῦρος, οὔτε τὴν δυνατότητα ποὺ ἔχουν αἱ προσωπικότητες αὐταί. Κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν ἐξήγησιν τῶν πράξεων αἱ ὁποῖαι κρίνονται, εἶναι ἀνάγκη νὰ σταθμίσωμεν καὶ τὸ πολιτικὸν ἀνάστημα ἑνὸς ἡγέτου καὶ τῶν ἐπιλέκτων στελεχῶν του καθὼς καὶ τὴν σχέσιν, ἡ ὁποία συνδέει τὸν πολιτικὸν μὲ τὸν λαὸν καὶ ἐπίσης τὸ ἠθικόν των ἀνάστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι συνάρτησις καὶ τῆς εὐγενοῦς φιλοδοξίας τοῦ πολιτικοῦ. Ἐὰν δὲν σταθμίσωμεν ὅλα αὐτὰ δὲν ἀδικοῦμεν τὸν συγκεκριμένον πολιτικόν, δὲν πλανώμεθα μόνον εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἀλλὰ ὑποβιβάζομεν τὸ ἐπίπεδον τῆς πολιτικῆς ζωῆς τῆς χώρας. Μετὰ τὰ εἰσαγωγικὰ ταῦτα κ. συνάδελφοι, θὰ διεξέλθω δύο μόνον κεφάλαια τῆς κατηγορίας, διότι τὰ ἄλλα θὰ τὰ ἀναπτύξουν ἄλλοι συνάδελφοι. Θὰ ξεκινήσω ἀπὸ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐκίνει ἰδιαιτέραν προσοχὴν λόγω τοῦ ὅτι ὑπάρχει πρότασις ἀπαλλακτική, ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπάρχουν ὡρισμέναι, μὴ ἀναμενόμεναι διατυπώσεις εἰς τὸ πόρισμα τῆς πλειοψηφίας, θὰ σταματήσω ἐπ’ ὀλίγον καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό. Πρόκειται περὶ τῶν μεταφορῶν ἰδίως ὑπὸ τῆς ἑταιρείας Ἀλεξάτου–Δούκα. Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ ἀπησχολεῖτο μὲ μεταφορὰς τῆς ΔΕΗ προτοῦ αὕτη περιέλθῃ εἰς Ἑλληνικὴν διοίκησιν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν πρὸ τῆς 31ης Ἰουλίου 1955, εὑρίσκετο ἡ ΔΕΗ ὑπὸ τὴν διοίκησιν τῆς EBASCO. Ἐγεννήθη τὸ θέμα καὶ τῆς νομιμότητος καὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς συνεχίσεως τῶν ἔργων τῶν μεταφορῶν καὶ μετὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Διοίκησις τὴν Διεύθυνσιν τῆς Δ.Ε.Η. Ἓν ἐκ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον τῆς πληρωμῆς, ἐπειδὴ καθυστέρει ἡ πληρωμὴ τῶν τιμολογίων τοῦ μεταφορέως, καθ’ ὃν τρόπον προέβλεπεν ἡ σύμβασις. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου καθυστέρει ἡ μεταφορὰ ὑλικοῦ διανομῆς καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ δικτύου καί, ὡς λέγει ὁ καθηγητὴς κ. Φλαμπουριάρης, ἄνω τῶν δέκα ἑκατομμυρίων μηνιαίως ἐζημιοῦτο ἡ Δ.Ε.Η. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς Δ.Ε.Η. ἀπεφάσισε νὰ προκαταβάλῃ τὰ 75% τῶν τιμολογίων πρὶν γίνῃ ὁ πλήρης ἔλεγχος τῶν δικαιολογητικῶν. Ἐκτὸς τούτου ἐδόθησαν προκαταβολαί, αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν τὸ ἕνα ἑκατομμύριον πενήντα χιλιάδες. Κατὰ τὰ μέσα τοῦ 1956 παρουσιάζονται αἱ πρῶται ὑποψίαι, κατὰ τὰς ἀρχὰς δὲ τοῦ 1957 ἡ ὑπηρεσία προμηθειῶν ἀνακαλύπτει, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχρεώνετο ὁ ναῦλος ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν σύμβασιν. Ἤτοι ἀντὶ νὰ χρεοῦται βάσει τοῦ ὄγκου τοῦ ἐμπορεύματος ἐχρεοῦτο βάσει τοῦ χώρου ποὺ κατελάμβανε τὸ ἐμπόρευμα εἰς τὸ πλοῖον καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγίνετο ἀντισυμβατικὴ ὑπερχρέωσις. Ἅμα τῇ ὑποδείξει εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν ἐγένετο καταγγελία τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ διενέργεια διαγωνισμοῦ καὶ ἡ ἀνάθεσις τῶν μεταφορῶν εἰς ἄλλον μεταφορέα. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω τὴν ἀνάμιξιν ἑνὸς ὑπαλλήλου τῆς Δ.Ε.Η., τοῦ κ. Στυλιωτοπούλου, ὁ ὁποῖος εὑρέθη εἰς σειρὰν δικῶν καὶ μὲ τὴν Δ.Ε.Η. καὶ μὲ ὡρισμένα πρόσωπα ἐργαζόμενα εἰς αὐτήν. Τὸ 1958 ὁ ὑπάλληλος τῆς Δ.Ε.Η. κ. Παπαχρυσάνθου ὑπέβαλεν ἀναφορὰν ἐναντίον τοῦ Στυλιωτοπούλου. Τὸν Αὔγουστον τοῦ 1958 τὸ Συμβούλιον τῆς κρίσεως τῆς Δ.Ε.Η. τὸν ἔκρινεν ἔκτακτον. Ἕως ἐδῶ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν κρίσιν, ἐὰν ἡ Δ.Ε.Η. ἐφέρετο καλῶς ἔναντι ἑνὸς ὑπαλλήλου της. Διὰ τὴν ὑπόθεσιν δὲν ἐνδιαφέρει τὸ θέμα, ἐὰν ὑπερέβαλε δι’ ὡρισμένας πειθαρχικὰς ἀφορμάς, τὰς ὁποίας εἶχε. Ἀπὸ τῆς 15.10.1958 ἕως τῆς 19.2.1959 ὁ ἐν λόγῳ κ. Στυλιωτόπουλος εἰσχωρεῖ εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ ἀντιδίκου τῆς Δ.Ε.Η. Ἀλεξάτου ἔχοντος ἀντίθετα συμφέροντα. Οὗτος ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπῆγε ἐκεῖ διὰ νὰ ἀποκαλύψῃ τὴν σχέσιν Δ.Ε.Η. — Ἀλεξάτου. Ἰσχυρίζεται ἐπίσης, ὅτι ἔλαβε μόνον ὁδοιπορικά. Εἰς τὴν δίκην ὅμως, ἡ ὁποία ἐγένετο εἷς δικηγόρος, ὁ κ. Σταυρόπουλος, λέγει, ὅτι εἶδε κατάστασιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέκυπτεν, ὅτι εἶχε εἰσπράξει καὶ ἀμοιβήν. Πέραν, ὅμως τῶν διαφορῶν μεταξὺ Στυλιωτοπούλου καὶ ΔΕΗ, πέραν τῶν δικῶν Στυλιωτοπούλου μὲ ὑπαλλήλους τῆς ΔΕΗ, ἀρχίζει ἤδη καὶ ἡ ἀνάμιξις τοῦ Στυλιωτοπούλου, ἡ ὁποία ἔχει κάποιαν σχέσιν μὲ τὴν ὑπόθεσιν. Εἰς τὰς 20.2.59 τὴν ἑπομένην τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ κ. Στυλιωτοπούλου ἀπὸ τὸ γραφεῖον Ἀλεξάτου, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἀφήρεσε καὶ μίαν ἐπιστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν λέγει μετριοφρόνως, ὅτι τὴν κατέσχε, ὑποβάλλεται ἡ ἀναφορὰ τῆς 20ῆς Φεβρουαρίου πρὸς τὸν Γενικὸν Διευθυντήν. Ὁρίζεται Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας μετέσχον οἱ κ.κ. Κλεώπας καὶ Κοζυράκης καὶ ἐκ τῆς νομικῆς ὑπηρεσίας ὁ κ. Κυριακίδης. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπροχώρησε πέραν τῆς κρίσεως διὰ τὸ ἔνταλμα περὶ οὗ ἡ ἀναφορὰ καὶ διὰ τὰς εὐθύνας ὑπαλλήλων καὶ εἰς κρίσεις περὶ τῶν προθέσεων τοῦ κ. Στυλιωτοπούλου. Εἰς τὰς 19.6.59 ὑποβάλλεται ἀπὸ τὸν κ. Στυλιωτόπουλον μία ἀναφορὰ εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν, ἡ ὁποία ἔχει βαρὺ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον. Ὁ κ. Στυλιωτόπουλος ἐπισκέπτεται καὶ τὸν κ. Μάρτην, ὁ ὁποῖος τοῦ ζητεῖ τὴν ὑποβολὴν ἀναφορᾶς. Ὑποβάλλει τὴν 5.12.59 ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Μάρτην. Ὁ κ. Μάρτης διαβιβάζει τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ΔΕΗ τὴν 28.12.1959 καὶ τὴν 12.1.1960, δηλαδὴ μεθ’ ἡμέρας 14 ἀποστέλλονται πρὸς τὸν εἰσαγγελέα, ὄχι ἡ τελευταία ἀναφορά, τὴν ὁποίαν διεβίβασεν ὁ κ. Μάρτης, ἀλλὰ ἡ ἀναφορὰ τῆς 19.6.1959, ἡ ὁποία εἶναι σχεδὸν ταὐτόσημος εἶχε δὲ καὶ ἐπισυναπτόμενα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν. Οὕτω κατόπιν πρωτοβουλίας τοῦ κ. Μάρτη δὲν ἀπεστάλη μὲν τὸ σῶμα τῆς πρὸς αὐτὸν ἀναφορᾶς, ἀπεστάλη ὅμως ἄλλη ἀναφορὰ καὶ μετὰ τὴν ἀποστολήν της ἀρχίζει ἡ ἐπέμβασις τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν συγκεκριμένην ὑπόθεσιν. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἐξεδόθη εἰς τὰς 26.4.62 βούλευμα ἀπαλλακτικόν, ἐν μέρει κατ’ οὐσίαν καὶ ἐν μέρει λόγῳ παραγραφῆς. Ἐγένετο ἐπίσης πειθαρχικὸς ἔλεγχος ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν μεταφορῶν Ἀλεξάτου. Τὸ πειθαρχικὸν Συμβούλιον τῆς ΔΕΗ ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας κ. Τσιμαράτου, ἀπήλλαξε ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, τὸ δὲ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ΔΕΗ μὲ βραδύτητα μέν, ἀλλὰ περὶ τὸν Μάρτιον τοῦ 1964, ἀπήλλαξε καὶ τοὺς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, ἔχοντας βαθμὸν Διευθυντοῦ, διὰ τοὺς ὁποίους τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἀσκεῖ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον. Ἂς ἴδωμεν τώρα ὑπάρχει δι’ ὅλα τὰ συμβάντα αὐτὰ ἐν τῇ ΔΕΗ εὐθύνη τις Ὑπουργῶν; Μέχρι τοῦ 1959 οὐδεὶς Ὑπουργὸς ὠχλήθη διὰ θέμα συνδεόμενον μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῶν μεταφορῶν. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὸν κ. Μάρτην ἡ ὑπόθεσις φθάνει εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἐντὸς ἡμερῶν. Ἡ πρώτη πρὸς τὸν κ. Παπαληγούραν ἐπίσκεψις Στυλιωτοπούλου ἐγένετο, ὅταν ἦτο ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ ζητεῖται μία σύστασις εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Τὴν ἠρνήθη ὁ τότε Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ κ. Παπαληγούρας, ἀδιαφόρως ἂν ἡ σύστασις ἀφεώρα εἰς τὸ περιεχόμενον ἢ τὴν ἐπιτάχυνσιν. Ἡ πρώτη ἀναφορὰ πρὸς αὐτόν, ἦτο τῆς 22.3.62, ὅτε ὁ κ. Παπαληγούρας ἦτο Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ καὶ ἑπομένως ἀναρμόδιος Ὑπουργός. Δεύτερον, εἶχεν ἐπιληφθῇ ἡ Δικαιοσύνη καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς διάσκεψιν, τὴν 2αν Ἀπριλίου. Μετά τινας ἡμέρας, ἡ Δικαιοσύνη, ἐξέδωσε τὴν ἀπόφασίν της. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος ἀρχίζει, κ. βουλευταί, μία περίοδος ἐντόνων ἐπιθέσεων ἐναντίον τῆς Δ.Ε.Η., ἡ ὁποία ἐντὸς διμήνου περίπου κατέληξεν εἰς τὴν λῆψιν τῶν ριζικωτέρων δυνατῶν μέτρων, δηλαδὴ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ καὶ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἄνευ ἀποζημιώσεως καὶ εἰς τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐκτάκτου ἐλέγχου, τῆς ὁποίας τὸ πόρισμα ἔχει ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή. Περὶ εὐθύνης Πρωθυπουργοῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδιανόητον νὰ σκεφθῇ κανεὶς εἴτε ἔγινεν εἴτε ὄχι οἱαδήποτε ἀναφορὰ περιελθοῦσα εἰς τὸ πολιτικὸν Γραφεῖον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Μετὰ τὰ λεχθέντα δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀξιοπιστίαν ὀλίγων μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι κυρίως προέρχονται ἐκ τοῦ κύκλου τῶν ἐχόντων πικρίαν κατὰ τῆς Δ.Ε.Η. καὶ οἱ ὁποῖοι ἐκθέτουν ὑποκειμενικάς, τελείως ἀβασίμους γνώμας περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ὑπενθυμίζω μόνον πρὶν τελειώσω αὐτὴν τὴν ἀφήγησιν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἔχουν ἐκδοθῆ τὸ 2189)1962 ἀπαλλακτικὸν βούλευμα, κατόπιν αἰτήσεως δὲ τοῦ κ. Στυλιωτοπούλου, πρᾶξις τοῦ Εἰσαγγελεύοντος Ἐφετῶν κ. Σκρέκα, ὅτι δὲν συντρέχει λόγος ἐφέσεως, τὸ 217 τῆς 17.1.63 βούλευμα καὶ ἡ 3346 τῆς 31.5.63 ἀπαλλακτικὴ ἀπόφασις τοῦ Τριμελοῦς Ἐφετείου Ἀθηνῶν. Πέραν τούτων ἐξεθέσαμε ἤδη τὸ θέμα τῶν πειθαρχικῶν ἀπαλλαγῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐξέθεσα ἤδη, ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει πρότασιν ἀπαλλακτικὴν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ οὔτε τόσος λόγος παρ’ ἐμοῦ. Ἀλλά, ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας περιέχει μερικοὺς ὑπαινιγμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντικρουσθοῦν. Ἔχει πρῶτον ἕνα ἀπαράδεκτον ὑπαινιγμόν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐνεθυμούμεθα τὸ ὄνομα τοῦ μεσίτου, ὁ ὁποῖος εἶχε μεσολαβήσεις εἰς μίαν μίσθωσιν, ὡς ἐὰν ἔπρεπεν οἱ πάντες νὰ ἐνθυμοῦνται τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν μαρτύρων καὶ ὡς ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ καὶ ἐξ ἑνὸς κλίματος δυσπιστίας ποὺ εἶχε δημιουργηθῆ ἡ παράλειψις προβολῆς τοῦ ὀνόματος ἀσήμων μαρτύρων. Τὶ λέγει ὅμως ὁ ὑπαινιγμός; Λέγει ὅτι κατὰ τὸ 1957 εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Ἀλεξάτου εἰς Κηφισιάν, εἶχε κατοικήσει ὡς μισθωτὴς ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Καραμανλῆς. Κύριοι βουλευταί, ἀνεζητήθησαν ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὴν Ἐφορίαν αἱ δηλώσεις καὶ εὑρέθη, ὅτι ἦτο μισθωτής. Ὁ μεσίτης, ὁ ὁποῖος ἐμεσολάβησε συνεννοήθη μετὰ τῆς πενθερᾶς τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ νὰ ἀναζητῇ κανεὶς συμπτώσεις μικρῶν γεγονότων τῆς καθημερινῆς ζωῆς διὰ νὰ κρίνῃ τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτας τῆς χώρας, ἀποτελεῖ ὑποβιβασμὸν τῆς στάθμης τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς.
§5Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀπὸ τῆς 10.3.1965 εὑρίσκετο εἰς χεῖρας μας, ὅπως γνωρίζετε καὶ σεῖς, ἐπιστολὴ τοῦ μεσίτου Ι. Σπανουδάκη, φέρουσα ὑπογραφὴν καὶ σφραγῖδα, ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο πρὸς συγγενῆ τοῦ κρινομένου πρώην πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἐβεβαίωνεν ἡ ἐπιστολὴ τὰς λεπτομερείας τῆς μισθώσεως, ἡ ὁποία εἶχε γίνει τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπὸ τῆς θανούσης Βικτωρίας Παπανικολάου. Ἡ βεβαίωσις εὑρίσκετο πάντοτε εἰς χεῖρας μας. Καὶ οἱ εὐγενέστατοι συνάδελφοι, οἱ συντάξαντες τὸ πόρισμα τῆς πλειοψηφίας, ἐθεώρησαν ἐπιτετραμμένον νὰ εἰρωνευθοῦν τοὺς συναδέλφους των τῆς μειοψηφίας εἰς ὁλόκληρον παράγραφον, ὅτι δὲν ἐγνώριζον τὸ ὄνομα τοῦ μεσίτου. Τὸ ἐγνώριζαν ἐκ τῆς πρώτης περιόδου τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἐγνώριζα καὶ ἐγώ, τὸ ἐγνωρίζατε, κ. Καλλία, καὶ σεῖς, ἀφοῦ εἴχαμε εἰς χεῖρας μας τὴν ἐπιστολήν. Ἀλλὰ ἐγνωρίζαμεν, ὅτι ἐὰν ἐπροδίδαμεν τὸ ὄνομα τοῦ μεσίτου, ἦτο δυνατὸν μέχρι τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκαλεῖτο νὰ ἐξετασθῇ ὡς μάρτυς, πολλὰ νὰ μεσολαβήσουν καὶ πολλαὶ πιέσεις νὰ ἀσκηθοῦν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ φοβία, τὴν ὁποίαν ἔχει δημιουργήσει τὸ Κράτος σήμερον. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἠμπόδιζε νὰ δώσωμεν τὸ ὄνομα τοῦ μεσίτου, τοῦ ὁποίου ἐνυπόγραφος ἐπιστολὴ παρεδόθη ἀπὸ τῆς 10.3.1965. Ἀλλὰ ὁ ὑπαινιγμός, ὅτι ἡμεῖς, ἀδαεῖς εἰς τὴν διεξαγωγὴν μιᾶς διαδικασίας, ἄγευστοι τοῦ τρόπου παρακολουθήσεως μιᾶς δίκης, εὑρέθημεν ἐν ἀμηχανίᾳ, ὅταν ἐκλήθημεν νὰ δώσωμεν τὸ ὄνομα τοῦ μεσίτου ἐὰν εἶναι πραγματικός. Εὑρέθημεν ἐν ἀμηχανίᾳ ὡς πρὸς τοὺς σκοποὺς καὶ τὰς μεθόδους, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ νὰ ἐκβιασθῇ ὁ μάρτυς.
§6Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ δεύτερον σκέλος εἰς τὴν πρότασιν τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὁ Ἀλεξᾶτος ἐκυκλοφόρει ἐλεύθερος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐλάμβανε ἀναστολὰς τῆς καταβολῆς τῶν χρεῶν. Ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὸ σχετικὸν τμῆμα τοῦ πορίσματος, ἐλάμβανεν ἀναστολὰς ἀποφάσει τοῦ Ὑφυπουργοῦ κ. Ἀλιπράντη, ἐπὶ καταβολῇ πολὺ μεγαλυτέρων ποσῶν ἀπὸ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα καθώριζον μεταγενέστεραι ὑπηρεσιακαὶ κυβερνήσεις ἢ καὶ ἡ σημερινή.
§7Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. Βάσει ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναστολῶν.
§8Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μάλιστα. Βάσει ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς ἀναστολῶν. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐταξίδευε ἐπὶ καταβολῇ τῶν καθοριζομένων δόσεων καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ σήμερον, παρὰ τὰς ὀφειλάς του ὁ Ἀλεξᾶτος δι’ ἐργασίας. Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ μνεία αὐτῶν τῶν γεγονότων, διότι ὁ συνάδελφος κ. Κεφαλληνός, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπιφορτισθῆ μὲ τὴν σχετικὴν εἰσήγησιν, ὅταν ἐκάμαμεν καὶ ἡμεῖς τὴν εἰσήγησίν μας ἀρχικῶς, ἐγὼ καὶ μετὰ ταῦτα ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, ἦλθεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ καλῇ του πίστει ἐξετίμησεν ὅσα εἴπομεν καὶ προέτεινε τὴν ἀπαλλαγήν. Ἐνομίσαμεν λοιπόν, ὅτι δὲν θὰ ἐγένετο οὐδὲ ὑπαινιγμός. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρώτερον, διότι δι’ αὐτὸ ὑπάρχει πρότασις παραπομπῆς. Καὶ ὑπάρχει πρότασις παραπομπῆς εἰδικῶς διὰ τὸν πρώην Πρωθυπουργὸν κ. Καραμανλῆν καὶ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Βιομηχανίας κ. Μάρτην. Πρόκειται περὶ τῆς ἀναθέσεως τῆς μελέτης τοῦ ἔργου Κρεμαστῶν Ἀχελώου.
§9Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε καὶ μίαν ἄλλην διακοπήν, κ. συνάδελφε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν τάξιν, παρακαλῶ, ἐρωτᾶτε καὶ τὸ Προεδρεῖον. Διεκόψατε καὶ προηγουμένως, χωρὶς νὰ ἐρωτήσετε τὸ Προεδρεῖον.
§11Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μὲ τὴν ἄδειάν σας, κ. Πρόεδρε. Κύριε Καλλία, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅταν ὁμιλήσω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τῶν ἀναστολῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως νὰ δώσετε διεξοδικὴν ἀνάλυσιν ὅλων τῶν ἀναστολῶν καὶ τὴν εἰκόνα τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς μέχρι σήμερον. Ποῖος δίδει ἀναστολὰς μὲ βαρεῖς ὅρους καὶ ποῖος δίδει ἀναστολὰς ἄνευ ὅρων; Ποῖος δίδει ἀναστολὰς ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς καταβολῆς 3.000 δραχμῶν, μὲ ὑποχρέωσιν τοῦ ταμείου νὰ ἐκδώσῃ πιστοποιητικὸν φορολογικῆς ἐνημερότητος, διὰ νὰ ἐκδοθῇ πιστοποιητικὸν ἀποδημίας εἰς τὸ ἐξωτερικόν; Πότε ἐκδίδεται ἡ ἀπόφασις αὐτὴ καὶ τίνος Ὑπουργοῦ ἢ τίνος Γενικοῦ Γραμματέως, φέρει ὑπογραφήν.
§12Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, περιλαμβάνεται εἰς τὸ πόρισμα ὁλόκληρος ἡ σειρὰ τῶν ἀναστολῶν, τὰς ὁποίας ἐχορήγησαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, μὲ τοὺς βαρυτέρους δὲ ὅρους ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ. Θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω τὸ μικρὸν αὐτὸ τμῆμα ἐκ τῆς ἐκθέσεως: «Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 236797 τῆς 27ης Αὐγούστου 1959 διαταγῆς τοῦ Ὑφυπουργοῦ Οἰκονομικῶν κ. Ἀλιπράντη... (ἀναγινώσκει)...».
§13Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, τῇ ἀδείᾳ τοῦ κ. Προέδρου καὶ ὑμῶν ἠμπορῶ νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν;
§14Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ;
§15Η. ΗΛΙΟΥ. Μάλιστα, τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν πρὸς διαφώτισιν τοῦ Σώματος. Τὸ κεφάλαιον τῆς κατηγορίας ἐπὶ τοῦ ὁποίου τόσον ἐνδιατρίβετε εἶναι ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ὁμόφωνος ἀπαλλακτικὴ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς;
§16Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Μάλιστα, ἐξήγησα ἤδη διατὶ ἀπησχολήθην μὲ τὸ κεφάλαιον τοῦτο. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ θέμα τῆς ἀναθέσεως τῆς μελέτης Κρεμαστῶν Ἀχελώου. Ἡ ἀξιοποίησις τοῦ Ἀχελώου ἀποτελεῖ θεμελιῶδες τμῆμα τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἀπ’ εὐθείας ἐνεργειακῆς οἰκονομίας καὶ τῆς προσπαθείας ἐξηλεκτρισμοῦ τῆς χώρας. Διὰ τὴν ἀξιοποίησιν, κατὰ τὸ ἔτος 1958 προεκηρύχθη διαγωνισμὸς διὰ τὴν ἐκδήλωσιν ἐνδιαφέροντος. Εἰς τὸν διαγωνισμὸν συμμετέσχον 82 ξένοι οἶκοι καὶ ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπὴ ἐπέλεξε μεταξὺ αὐτῶν 50. Μετὰ τὴν ἐπιλογὴν ἐξητάσθη τὸ θέμα τῆς χρηματοδοτήσεως, καὶ ἀπεφασίσθη νὰ μὴ συνδυασθῇ ἡ χρηματοδότησις οὔτε μὲ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐπίβλεψιν οὔτε μὲ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου. Καὶ ἐστράφη ἡ ΔΕΗ πρὸς τὸ DLF. Ἀφ’ ἧς ἐστράφη πρὸς αὐτὸ εἶχεν ἀνάγκην μιᾶς προμελέτης, τὴν ὁποίαν ἀνέθεσεν διὰ συμβάσεως εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Ἑταιρείαν EBASCO. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς μελέτης ἐνεκρίθη δάνειον 31 ἑκατομμυρ. δολλαρίων ὑπὸ ὅρους λίαν συμφέροντας. Μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ δανείου ἀνέκυψε πλέον τὸ θέμα τῆς ἐκλογῆς μελετητοῦ. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ συνήθεια ἡ ἀμερικανικὴ εἶναι ἡ ἀνάθεσις τῶν μελετῶν νὰ μὴ γίνεται κατόπιν διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ δι’ ἀπ’ εὐθείας συμφωνίας. Παρὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ ἀδιάβλητον τῆς ἀναθέσεως, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἀναθέσεως καὶ μελέτης καὶ ἐπιβλέψεως καὶ τὸ ἀντικείμενον εἶχε κάποιαν σοβαρότητα, συνέστησε νὰ διεξαχθῇ διαγωνισμός. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε συγκεκριμένην ἐπιθυμίαν, ὄχι νὰ ἐπιτευχθῇ μία λύσις ἀδιάβλητος, ἀλλὰ νὰ δώσῃ εἰς μίαν ὡρισμένην ἑταιρείαν τὴν μελέτην, εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο οὐδὲν τούτου εὐκολώτερον, ἀφοῦ, κατὰ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τὸ Συμβούλιον τῆς ΔΕΗ ἦτο ὑποχείριον. Εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρχε διαγωνισμός, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη συγκρίσεως, καὶ συμφώνως καὶ μὲ τὰς ἀμερικανικὰς συνηθείας ἦτο δυνατὴ ἡ ἄμεσος, ἡ ἄνευ οἱουδήποτε διαγωνισμοῦ καὶ διαδικασίας, μόνον κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ΔΕΗ, ἀνάθεσις τῆς μελέτης, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἔγινεν. Ἡ ΔΕΗ κατόπιν τῆς συστάσεως ἠκολούθησε κατ’ οὐσίαν τὴν διαδικασίαν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ ἔστειλε σχέδια συμβολαίων καὶ ἐζήτησε προτάσεις ἀπὸ τέσσαρας ἐκ τῶν οἴκων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐκδηλώσει ἐνδιαφέρον. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὸν κ. Κουτσοκώσταν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἐπιλογὴν μεταξὺ τῶν 82 οἴκων, ἀνέλαβε καὶ τὴν ἀξιολόγησιν τῶν προσφορῶν τῶν τεσσάρων οἴκων, οἱ ὁποῖοι εἶχον προσκληθῆ. Συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὸν κ. Κουτσοκώσταν, ἔκρινεν ὅτι ἡ μὲν ECI εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς ὅρους τῆς προκηρύξεως ἡ δὲ EBASCO κατὰ τὴν κρίσιν της εὐθηνοτέρα καὶ προέτεινε τὴν ἔναρξιν διαπραγματεύσεων μὲ τὴν EBASCO. Ἂς ἴδωμεν τώρα, ἡ νόμιμος ἐκδήλωσις κυβερνητικοῦ ἐνδιαφέροντος, δηλαδὴ ὑποδείξεων, εἰς ποῖα στάδια ἔλαβε χώραν. Ἔχομεν πρῶτον, εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀναθέσεως τῆς μελέτης Κρεμαστῶν, ὑποδειχθέντος διαγωνισμοῦ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἀδιάβλητον. Δεύτερον, κατόπιν ἀναφορᾶς τῆς ἑταιρείας ECI, ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβιβάσῃ τὴν αἴτησιν τῆς ἀνταγωνιστρίας ἑταιρείας ECI ὅπως ὑπ’ ὄψει ὅλων τῶν μετεχόντων τοῦ διαγωνισμοῦ τεθοῦν ὅλαι αἱ προσφοραὶ διὰ νὰ προβοῦν καὶ ἐκεῖνοι εἰς παρατηρήσεις, ἐπὶ ὅρων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἐκ πρώτης ὄψεως συγκρίσιμοι καὶ ὁρατοί. Καὶ τότε ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς ΔΕΗ νὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψει τῆς Ἑταιρείας ECI. Ἐτέθησαν οὕτω ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ προτάσεις καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον στάδιον τῶν κυβερνητικῶν συστάσεων. Κύριοι βουλευταί, ἰδοὺ πῶς ἔκρινε τὴν ὡς ἄνω ἐνέργειαν ὁ μάρτυς καθηγητὴς κ. Φλαμπουριάρης, ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τὴν 15ην Μαρτίου 1965 καὶ ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν τοῦ συναδέλφου κ. Παπακωνσταντίνου, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἄποψίς μου εἶναι ὅτι θὰ προτιμοῦσα νὰ ἀνεκοινοῦντο. Εἶναι μία μέθοδος, τὴν ὁποίαν συμπαθῶ περισσότερον. Διότι ὅταν θέλωμεν τὸ συμφέρον τῆς ἐπιχειρήσεως ἂς λάβουν γνῶσιν περισσότεροι», καὶ περαιτέρω: «Ἡ σύστασις ἀνακοινώσεως ὅλων τῶν προσφορῶν εἰς ὅλους τοὺς διαγωνισθέντας εἶναι ἀδιάβλητος καὶ οὐδέποτε δύναται νὰ παρεξηγηθῇ, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ὅταν συντελῆται τοῦτο εἶναι εἰς θέσιν ὅλοι οἱ συναγωνιζόμενοι νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν προσφορῶν». Σύμφωνος εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ ἑτέρου καθηγητοῦ κ. Κουτσοκώστα, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Δὲν θεωρῶ διαβλητὴν σύστασιν γενομένην ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν Βιομηχανίας, ὅπως κατὰ τὸν διαγωνισμὸν διὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς μελέτης τοῦ ἔργου Κρεμαστῶν μετὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν φακέλλων λάβουν γνῶσιν τῶν προσφορῶν ὅλων τῶν μετασχόντων εἰς τὸν διαγωνισμόν». Ὁμοίως ἐξέφρασεν εὐθέως τὴν ὑπὲρ τῆς ἀνακοινώσεως τῶν προσφορῶν γνώμην καὶ ὁ κ. Ἀνάργ. Δημητρακόπουλος, ὅταν παρόμοιον θέμα συνεζητήθη ὑπὸ τοῦ Δ.Σ. τῆς ΔΕΗ τὴν 12.2.1962, ὡς πρὸς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν προσφορῶν, μετὰ τὸ ἄνοιγμα αὐτῶν, διὰ τὴν σύνταξιν τῆς μελέτης τοῦ ὑδροηλεκτρικοῦ ἔργου Καστρακίου τοῦ Ἀχελώου. Κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τρίτον στάδιον εἰς τὴν ἀνάθεσιν τῆς μελέτης. Ἐκεῖ ὑπὸ τῆς ἀνταγωνιστρίας ἑταιρείας ECI ἔχομεν διαβήματα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας καὶ τὸν τότε Ἀντιπρόεδρον κ. Κανελλόπουλον, διαβήματα διαμαρτυρίας διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ συμμόρφωσις πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως μόνον τῆς ἑταιρείας ECI, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑπηνίσσετο ὡς ὑπάρχουσαν στενὴν σχέσιν μεταξὺ τῆς ἱεραρχίας τῆς ΔΕΗ καὶ τῆς EBASCO, ἡ ὁποία εἶχεν ἐπιλέξει ἕνα μέρος τοῦ προσωπικοῦ τῆς ΔΕΗ, ὅταν ἐκείνη τὴν διηύθυνε καὶ ἐπὶ πλέον εἶχε συνεργασθῆ ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετ’ αὐτῆς. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἡ διαμαρτυρία καὶ ἤρχετο ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς φῶς ἡ ἐπιστολὴ τῆς ECI καὶ ἐλέγετο ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἡ μόνη συμμορφωθεῖσα πρὸς τὴν διακήρυξιν ἑταιρεία παρηγκωνίσθη διὰ νὰ δοθῇ καὶ πάλιν εἰς μίαν ἑταιρείαν ἔχουσαν κατὰ ἕνα τρόπον μονοπώλιον εἰς τὰς ἐργασίας τῆς ΔΕΗ, θὰ ἐλέγοντο πιθανῶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται σήμερον ἐναντίον τῆς τότε Κυβερνήσεως, διότι ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ διαμαρτυρία καὶ κατεβλήθη προσπάθεια προφυλάξεως ἀπὸ πάσης διαβολῆς. Μετὰ τὰς διαμαρτυρίας, ὁ τότε κ. Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας ἐνημερώνουν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸν Πρωθυπουργὸν κ. Καραμανλῆν, ὁ ὁποῖος προσκαλεῖ παρουσίᾳ καὶ τῶν δύο καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, τὸν Πρόεδρον τῆς ΔΕΗ κ. Γουναράκην, εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον τὴν 8ην ἑσπερινὴν τῆς 20ῆς Ἀπριλίου 1960. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐντὸς ὀλίγου ἕνα κείμενον τοῦ ἰδίου τοῦ κ. Γουναράκη, πρῶτον διότι ἐξ ὅσων ἐκεῖνος εἶπε πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, προσπαθεῖ ἡ κατηγορία νὰ θεμελιώσῃ τὴν ἄποψίν της καὶ δεύτερον διότι ὁ κ. Γουναράκης θὰ εἶχε πάντα λόγον, εὑρισκόμενος σήμερον ὑπόδικος ἐνώπιον τῆς τακτικῆς δικαιοσύνης, νὰ ἐπικαλεσθῇ πάντα ἰσχυρισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέρριπτε τυχὸν εὐθύνας εἰς ὤμους ἄλλων. Καὶ ἐν τούτοις δὲν τὸ πράττει. Περιγράφει, λοιπόν, ὁ κ. Γουναράκης εἰς ὑπόμνημά του πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐλέγχου τῆς 27ης Μαρτίου 1963 τὴν συζήτησιν εἰς τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον καὶ τὰς ὑποδείξεις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, κ. Καραμανλῆ, ὡς ἑξῆς: «Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἐπῆρε κατ’ ἰδίαν εἰς τὸ πολιτικὸν γραφεῖον του τὴν 20)4)1960 καὶ μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: Ἄκουσε, κ. Γουναράκη: Δὲν ἔχω κανένα ἐνδοιασμὸν διὰ τὴν ἐντιμότητα τοῦ κ. Πεζοπούλου καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν του —διότι ἂν εἶχα θὰ τὸ ἔλεγα καὶ θὰ ἐλάμβανα τὰ μέτρα μου— ἀλλὰ ὀφείλω νὰ σοῦ ὁμολογήσω, ὅτι πολλὰ λέγονται περὶ δεσμῶν Πεζοπούλου καὶ ὑπηρεσιῶν τῆς ΔΕΗ μετὰ τῆς EBASCO καὶ ἰδίως λέγονται ἐκ μέρους τῆς συναγωνιστρίας ECI, ἡ ὁποία ἐμφανίζει αὐτὰ ἐπισήμως εἰς τοὺς Ὑπουργούς μου. Δὲν ὑπεισέρχομαι εἰς τὸ ἐὰν εἶναι καλυτέρα ἡ μία ἑταιρεία ἢ ἡ ἄλλη. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἰδικόν σας. Ἀμφότεραι πρέπει νὰ εἶναι καλαὶ ἀφοῦ τὰς εἴχατε εἰς τὸν κατάλογον ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπηυθύνθητε διὰ νὰ σᾶς κάμουν προσφοράς. Ἐπειδὴ ἔχω πεποίθησιν καὶ εἰς τὸ μυαλό σου καὶ εἰς τὴν πολιτικότητά σου καὶ εἰς τὴν ἀπόλυτη ἀκεραιότητά σου, κάμε ὅτι νομίζεις ὥστε, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ΔΕΗ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ γεννηθοῦν ζητήματα διαβλητότητος, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη καὶ ἡ ΔΕΗ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντικρούσῃ καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ εἰς τὴν Βουλήν». Καὶ προσθέτει ὁ κ. Γουναράκης: «Σαφεστέρα καὶ ἀντικειμενικωτέρα συμβουλὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς ΔΕΗ δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δοθῇ». Ὁ κ. Γουναράκης εἰς ὑπόμνημά του ἀπὸ 17.5.1965, ἀποσταλὲν πρὸς τὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀπὸ 14 Μαΐου 1965 καταθέσεως αὐτοῦ, ἀναφέρεται καὶ αὖθις εἰς τὸ ὑπόμνημά του τῆς 27.3.1960 καὶ προσθέτει: «...κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου οὐδεμία πίεσις ἠσκήθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἄλλου μέλους αὐτῆς, ἐπὶ τοῦ Δ.Σ. τῆς ΔΕΗ πρὸς τὸν σκοπόν, ὅπως τοῦτο ἐπιλέξῃ ὡς μελετητὴν καὶ ἐποπτεύοντα τοῦ ἔργου Κρεμαστῶν Ἀχελώου τὴν ἀμερικανικὴν ἑταιρείαν ECI ἀντὶ τῆς EBASCO» καὶ περαιτέρω «...φρονῶ ἐγὼ καὶ ἐφρόνουν ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ τότε Δ. Συμβουλίου, ὅτι ἀπετέλει ὑπόδειξιν — συμβολήν, ὥστε νὰ προσέξῃ τοῦτο (τὸ Δ.Σ.) τὸ διαβλητὸν ἢ μὴ τῆς ἀποφάσεώς του, δὲν ἀποτελεῖ πίεσιν· τὸ Δ. Συμβούλιον, ἀποτελούμενον ἀπὸ μέλη ἕκαστον τῶν ὁποίων εἶχε κάποιαν προϊστορίαν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, δὲν θὰ ἐδέχετο ποτὲ νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν παρὰ τὰς πεποιθήσεις του καὶ παρὰ συνείδησιν. Ἐπὶ τῇ λήψει ὅμως τῆς ἀποφάσεώς του ἔπαιξε ρόλον καὶ ἡ ἄποψις τοῦ διαβλητοῦ». Ἀλλά, κ. βουλευταί, τὸ διαβλητὸν εἶναι εὕρημα ἢ πράγματι ὑπῆρχε κίνδυνος διαβολῆς; Πρέπει ὅμως παρεμπιπτόντως νὰ τονίσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ δίλημμα ἢ ὑπῆρχε διαβλητόν, ὁπότε ἀνέκυπτεν ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως ἀντικαταστάσεως τῆς διοικήσεως τῆς ΔΕΗ, ἢ δὲν ὑπῆρχε, ὁπότε ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὴν EBASCO. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως ὑπάρξεως ἀνόμων σχέσεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς ἐντυπώσεως, ἡ ὁποία ἦτο περισσότερον σημαντικὴ ἀπὸ ὅσον φαίνεται, διότι ἐὰν ἐδημιουργεῖτο ἡ ἐντύπωσις ἰδίᾳ εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅτι ἡ μόνη συμμορφωθεῖσα πρὸς τὴν προκήρυξιν τοῦ διαγωνισμοῦ Ἑταιρεία δὲν ἐπῆρε τὴν ἐργασίαν, διότι πάντοτε θὰ προετιμᾶτο ἡ EBASCO, τότε ἐκ τοῦ λόγου τούτου θὰ ἀπεκλείετο εἰς τὸ μέλλον οἱαδήποτε συμμετοχὴ ξένης Ἑταιρείας εἰς διαγωνισμοὺς τῆς Δ.Ε.Η., εἰς τοὺς ὁποίους θὰ συμμετεῖχεν ἡ EBASCO. Κύριοι συνάδελφοι, καίτοι εἶναι ἀνιαρὸν νὰ διαβάζῃ κανεὶς καταθέσεις, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ἀναγνώσω μερικὰς καταθέσεις, διότι θὰ ἔλθω μετὰ εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἐν λόγῳ πράξεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ πῶς ἔχει τὸ θέμα αὐτὸ τῆς συμμορφώσεως πρὸς τὴν προκήρυξιν καὶ τὸ θέμα τῆς διαβλητότητος. Τὸ ἐκθέτουν εἰς τὰς καταθέσεις των οἱ σοβαροὶ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ἐξητάσθησαν ἐνώπιον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ μάρτυς κ. Ν. Βλαχόπουλος, τέως Γεν. Διευθυντὴς τοῦ Ὑπ. Βιομηχανίας, καταθέτει σχετικῶς: «Ὅταν τὸ 1958 ἢ 1959 ἀπεφασίσθη ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων Κρεμαστῶν, θὰ ἐχρηματοδοτεῖτο ἀπὸ τὸ D.L.F. Διὰ νὰ χορηγηθῇ ἕνα δάνειον, τοῦ ὁποίου οἱ ὅροι ἦσαν πολὺ συμφέροντες, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ πλήρης μελέτη, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ἐκτελέσιμον. Τεχνικοοικονομικὴ μελέτη. Αὐτὴ ἀνετέθη διὰ συμβάσεως εἰς τὴν EBASCO. Καὶ ἐπὶ πλέον ἡ EBASCO εἶχεν ἀναλάβει καὶ ἄλλας μελέτας καὶ κατόπιν ἀνέλαβε καὶ τὴν μελέτην Καστρακίου. Ἡ EBASCO ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία εἴτε ὑπὸ μορφὴν συμβούλου, εἴτε ἐπιβλέποντος, συνειργάζετο μετὰ τῆς Δ.Ε.Η. Βεβαίως ἠκούσθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος, ἐκτὸς τῆς EBASCO, ὑπῆρχε μία διάθεσις καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε τίποτε τὸ μεμπτόν. Ὅταν ἐγένετο δημοπρασία ἡ EBASCO ὑπέβαλε τὴν προσφοράν της. Ἦτο ἡ φθηνοτέρα, ἀλλὰ δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὴν συγγραφὴν ὑποχρεώσεων .... Ἡ Δ.Ε.Η. ἠκολούθει τὴν ἑξῆς ἀρχήν. Ὅταν τὶς δὲν ἦτο σύμφωνος ἀπεκλείετο καὶ ἤρχετο ὁ ἀμέσως ἑπόμενος. Τοιοῦτος ἦτο ἡ E.C.I..... πάντως εἰς τὴν συνεδρίασιν ποὺ παρέστην, τὴν παραμονὴν τοῦ θανάτου τῆς συζύγου μου, τὸ συμβούλιον ὁμοφώνως ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς E.C.I. Μάλιστα ὁ ἐκ τῶν συμβούλων Δημητρακόπουλος ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἶπεν, ὅτι «συμφωνῶ μὲ τὴν κατακύρωσιν διὰ τὸ ἀδιάβλητον». Εἰς τὴν κατάθεσίν του τῆς 23 Μαρτίου 1965 ὁ αὐτὸς κ. Βλαχόπουλος ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν μέλους τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς εἶπεν: «ἡ ἄποψις ἡ Κυβερνητικὴ περὶ ἀδιαβλήτου ἀναθέσεως τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου ἀνεφέρετο ἐνδεχομένως καὶ εἰς φήμας περὶ διαβλητῶν σχέσεων τῆς EBASCO μὲ κύκλους τῆς Δ.Ε.Η. Ἐπίσης εἰς τὴν κατάθεσιν τῆς 7.4.65 λέγει, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ΕΒΑ-SCO δὲν εἶχε συμμορφωθῆ πρὸς τὴν διακήρυξιν ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ἡ ECI, ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Καραμανλῆς ἔδωκε συμβουλὴν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως μόνον διὰ νὰ ὠφελήσῃ τὴν ΔΕΗ, ὅτι τὸ κῦρος τῶν μελῶν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἀπέκλειε τὸ ἐνδεχόμενον πιέσεως, ὡς πρὸς τὴν E.C.I. δὲ ὅτι «ἀπὸ τὰ ὑποβληθέντα στοιχεῖα τῆς Ἑταιρείας δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ὑφίσταντο ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὴν ὀργανωτικὴν ἱκανότητα». Ἐπίσης ὁ μάρτυς καθηγητὴς κ. Κουτσοκώστας, πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς κρίσεως τῶν προσφορῶν λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ προσφορὰ τῆς ΕΒΑ-SCO διὰ τὴν μελέτην καὶ ἐπίβλεψιν τοῦ ἔργου Κρεμαστῶν εἶχεν ἀποκλίσεις τινὰς ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς προκηρύξεως τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀντιθέτως ἡ προσφορὰ τῆς E.C.I., ἦτο ἡ περισσότερον προσηρμοσμένη ἀπὸ τὰς ἄλλας προσφοράς, εἶχε δὲ ἐλαχίστας ἀποκλίσεις ἀπὸ τοὺς ὅρους τῆς προκηρύξεως». Σημειωτέον, ὅτι εἰς τὴν ἀρχικὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν γίνεται μνεία οὔτε περὶ «ἐλαχίστων ἀποκλίσεων». (Βλέπε καὶ πόρισμα σελίδα 103 ἐν ἀρχῇ). Περαιτέρω ὁ αὐτὸς μάρτυς κατέθεσεν ὅτι «... ἡ συμμόρφωσις πρὸς τοὺς ὅρους τῆς προκηρύξεως εἶναι κρίσιμον στοιχεῖον διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς προσφορᾶς», καὶ ὅτι «...δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνωνται δεκταὶ ἀντιπροσφοραί». Ὡς τοιαύτη δὲ εἶναι ὀρθότερον νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ τελευταία ἐπιστολὴ τῆς EBASCO. Ἐν συνεχεία μνημονεύει ἔμμεσον ἐκ τῶν ὑστέρων ἀναγνώρισιν αὐτῆς τῆς EBASCO, ὅτι ἡ προσφορά της δὲν ἦτο ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως, ὅτι ὑπῆρχε φήμη, ἀόριστος καὶ ἀβάσιμος κατ’ αὐτόν, περὶ δεσμοῦ μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς ΔΕΗ καὶ τῆς EBASCO, καὶ ὅτι τὴν ἐπιστολὴν διαμαρτυρίας νομίζει, ὅτι εἶχε κοινοποιήσει ἡ ECI καὶ πρὸς ὡρισμένα μέλη τῆς τότε Κυβερνήσεως. Περαιτέρω ὁ καθηγητὴς κ. Κουτσοκώστας, λέγει ἀπαντῶν εἰς ὑποβληθεῖσαν πρὸς αὐτὸν ἐρώτησιν: «Ἐὰν εἶναι δεδομένον, ὡς λέγεται ἐρωτῶντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποδείξει εἰς τὴν ΔΕΗ νὰ γίνῃ δημοπρασία διὰ τὴν ἀνάδειξιν τοῦ ἀναδόχου μελέτης καὶ ἐπιβλέψεως τοῦ ἔργου Κρεμαστῶν ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητεῖ τὸ ἀδιάβλητον τῆς ἐνεργείας. Ἂν εἶναι δεδομένον, ὡς μὲ ἐρωτᾶτε, ὅτι ἡ EBASCO δι’ ἀπ’ εὐθείας ἀναθέσεως τῆς ΔΕΗ εἶχεν ἐκπονήσει προηγουμένως τὴν προμελέτην τοῦ ἔργου διὰ νὰ ζητηθῇ ἡ ἔγκρισις τοῦ δανείου, ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ EBASCO εὑρίσκεται εἰς πλεονεκτικὴν θέσιν συμμετέχουσα εἰς ἐπακολουθοῦντα διαγωνισμὸν καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἀνάγκην ἀδιαβλήτου ἐνεργείας, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι εἶχαν ἀρχίσει οἱ ψίθυροι περὶ σχέσεων ΔΕΗ καὶ EBASCO. Εἰς τὸ πόρισμά μας ἀναφέρονται καὶ ἄλλαι καταθέσεις. Οὕτω ὁ μάρτυς κ. Πανᾶς, σύμβουλος τῆς Δ.Ε.Η. λέγει: «ἡ E.C.I. συνεμορφώθη πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διαχειρίσεως, ἡ δὲ EBASCO εἶχεν ὡρισμένας ἀποκλίσεις». Καὶ περαιτέρω προσθέτει: «Φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐθορυβήθη, ὡς μᾶς ἐδήλωσεν ὁ Πρόεδρος κ. Γουναράκης, κατόπιν διαμαρτυριῶν τῆς E.C.I. ὅτι αὐτὴ ἔχει συμμορφωθῆ ἀπολύτως πρὸς τὸν διαγωνισμὸν καὶ ὅτι τὸ περαιτέρω κόστος τῶν Ὑπηρεσιῶν τῆς EBASCO εἶναι ἄγνωστον. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ προτίμησις τῆς EBASCO, λόγῳ παλαιοῦ δεσμοῦ μὲ τὴν Δ.Ε.Η. ἐκινδύνευσε νὰ θεωρηθῇ κατὰ κάποιον τρόπον ὡς εὔνοια». Τὰ αὐτὰ δὲ περίπου ἐπαναλαμβάνει ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν, κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῆς 6ης Μαΐου 1965. Ὁ μάρτυς κ. Ἰωάννης Λαμπροῦκος, τέως Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ σήμερον Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, ἀπαντῶν εἰς ἐρωτήσεις λέγει: «Ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ εὐνοήσῃ κανεὶς ὡρισμένον πρόσωπον διὰ τὴν ἀνάθεσιν μελέτης, προφανῶς δύναται νὰ τὸ ἐξασφαλίσῃ εὐχερέστερον διὰ τῆς ἀπ’ εὐθείας ἀναθέσεως καὶ ὄχι διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ.... Ἀναμφισβητήτως εἶναι κρίσιμον στοιχεῖον διὰ τὸν διαγωνισμὸν ἡ συμμόρφωσις μὲ τοὺς ὅρους διακηρύξεως καὶ συγγραφῆς ὑποχρεώσεων. Ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων μετὰ τὴν ἀποσφράγισιν τῶν προσφορῶν βελτίωσις τῶν ὅρων αὐτῆς ἀποτελεῖ ἀντιπροσφοράν». Ὑπενθυμίζομεν ἐνταῦθα, ὅτι ἡ διενέργεια διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ἀνάδειξιν μελετητοῦ, ὀφείλεται εἰς Κυβερνητικὴν ἐπιμονὴν καὶ ὅτι θὰ ἦτο αὕτη παράλογος ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωκε τὴν ἀνάθεσιν τῆς μελέτης εἰς ὡρισμένον Οἶκον. Ὁ μάρτυς Καθηγητὴς κ. Ἰωάννης Φλαμπουριάρης, εἰς μὲν τὴν κατάθεσίν του τῆς 9.3.65 μνημονεύει τοὺς ὑπαινιγμοὺς τῆς E.C.I. περὶ σχέσεων Πεζοπούλου — EBASCO, εἰς δὲ τὴν κατάθεσίν του τῆς 15ης Μαρτίου 1965, λέγει, ὅτι ὑποθέτει, ὅτι ἡ προσφορὰ τῆς EBASCO ἦτο ἐκτὸς διακηρύξεως, ὅτι θεωρεῖ κρίσιμον στοιχεῖον τὴν συμμόρφωσιν πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως «διότι ἄλλως θὰ ἐκινδύνευεν ὁ Ὀργανισμὸς νὰ μὴ λαμβάνεται σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν εἰς ἑπομένας διακηρύξεις», ὅτι πάντως μίαν Ἑταιρείαν (δηλαδὴ τὴν EBASCO), μὲ τὴν ὁποίαν συνειργάσθησαν ἐπὶ μίαν 5ετίαν αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Δ.Ε.Η., ἔβλεπαν συμπαθῶς καὶ ὅτι «ὄχι μόνον ἐδικαιολογεῖτο, ἀλλὰ καὶ ἐπεβάλλετο ἐπαγρύπνησις ἐκ μέρους τοῦ ἐποπτεύοντος Ὑπουργοῦ». Ἡ κρίσις τοῦ Καθηγητοῦ κ. Φλαμπουριάρη, προκαλεῖ καὶ τὸν ἀκόλουθον συλλογισμόν. Καὶ ἂν ἀκόμη ἡ ἐν παντὶ προτίμησις τῆς EBASCO ὀφείλεται εἰς τὴν πρὸς αὐτὴν ἐκτίμησιν, ἡ παραγνώρισις χάριν αὐτῆς τῆς μὴ συμμορφώσεως πρὸς τὴν προκήρυξιν διαγωνισμοῦ θὰ ἐδημιούργει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπάρχει μονοπώλιον καὶ θὰ ἀπέκλειε τὴ προσέλευσιν εἰς τὸ μέλλον οἱουδήποτε μειοδότου εἰς πᾶσαν μέλλουσαν προκήρυξιν τῆς Δ.Ε.Η. Ὁ μάρτυς κ. Ἀρ. Πρωτοπαπαδάκης, πρώην Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, λέγει διὰ τὰς σχέσεις προσωπικοῦ τῆς Δ.Ε.Η. καὶ EBASCO: «Ἦσαν πέντε χρόνια μαζὶ συνέχεια καὶ ἄλλα πέντε χρόνια μετὰ καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ὑπάρχῃ κἄποια φιλικὴ διάθεσις, κἄποιος ἐθισμός. Ὁ κ. Ἀνάργυρος Δημητρακόπουλος ἐψήφισε τὴν ἀνάθεσιν εἰς τὴν E.C.I. καὶ διὰ τὸ ἀδιάβλητον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν «ἀπροσδιοριστίαν» τῆς προτάσεως τῆς EBASCO (πόρισμα σελὶς 109). Ὁ κ. Π. Γουναράκης (ὑπόμνημα τῆς 17.5.1965) ὁμιλεῖ καὶ πάλιν περὶ «συχνωτισμοῦ» μεταξὺ Διευθυντοῦ Δ.Ε.Η. καὶ EBASCO, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχεν ἐκτραπῆ εἰς ἰδιοτελεῖς σχέσεις. Ἐκ τῶν ἄνω ἀπεδείχθησαν πλήρως δύο τινά, ὅτι ἡ E.C.I. μόνη εἶχε συμμορφωθῆ πρὸς τὴν διακήρυξιν καὶ ὅτι ἰδίως κατόπιν τούτου, ἔπρεπε νὰ προστατευθῇ τὸ ἀδιάβλητον τῆς περὶ ἀναθέσεως τῆς μελέτης ἀποφάσεως τῆς Δ.Ε.Η. Τέλος, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. κ. Π. Κανελλόπουλος (κατάθεσις τῆς 30.4.1965 ἐνώπιον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς) ἐβεβαίωσε τὰ περὶ διαμαρτυρίας καὶ καταγγελιῶν τῆς E.C.I. καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ ὅτι ὁ ἴδιος ὡς Ἀντιπρόεδρος τότε τῆς Κυβερνήσεως, εἰσηγήθη πρὸς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν νὰ καλέσῃ τοὺς ἁρμοδίους τῆς Δ.Ε.Η. διὰ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτῶν. «Καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἀποφευχθῇ οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ τελικὴ ἀπόφασις, διαμαρτυρία δυναμένη νὰ διαβάλῃ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν». Καὶ συνέχισεν ὡς ἑξῆς ὁ Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος: «Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκάλεσεν ἐνώπιον τῶν κ.κ. Πρωτοπαπαδάκη, Μάρτη καὶ ἐμοῦ, εἴτε μόνον τὸν κ. Γουναράκην ...καὶ ἀφοῦ ἐζήτησε νὰ τοῦ ἀναπτυχθῇ τὸ θέμα καὶ ἀφοῦ ἐξ ὅσων τοῦ εἶπεν ὁ κ. Γουναράκης διεπίστωσεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα θέλει πολλὴν προσοχήν, ὑπέδειξε νὰ γίνῃ ὁ χειρισμὸς τῆς ὑποθέσεως κατὰ τὸν μᾶλλον ἀδιάβλητον τρόπον». Ὑπάρχει ὅμως πέραν τῶν ἄνω καὶ τὸ ὅτι δὲν προέκυψε ζημία ἐκ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν E.C.I. Πάντως οἱ ὅροι τῆς E.C.I. καὶ EBASCO πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν προσεκτικώτερα διὰ νὰ διαπιστωθῇ ποία ἐκ τῶν δύο προτάσεων ἦτο ἐφθηνοτέρα. Διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατ’ ἀναλογίαν ἀμοιβήν, ἡ μὲν EBASCO προέτεινε ποσοστὸν 1,25%, ἡ δὲ E.C.I. 1,20%. Μετὰ ταῦτα, ὑπελογίσθη τὸ ἔργον εἰς 60 ἑκατομμύρια —ἐστοίχισε πολὺ περισσότερον— καὶ ἔλαβε συνολικὴν ἀμοιβὴν 600 χιλ. δολλάρια ἐφ’ ἅπαξ, ὅπερ σημαίνει 1%. Καὶ ἑπομένως εἶχεν ἀπὸ τὴν πρότασιν τῆς EBASCO 0,25% διαφοράν. Δεύτερον, εἶχε καὶ ἄλλους ὅρους θέσει ἡ EBASCO, ἡ ὁποία δὲν ἐδικαιολογεῖτο, διότι εἶχε κάμει τὴν προμελέτην, νὰ ἔχῃ ἀσαφείας. Εἶχε δηλαδή, ὅρον ἀναπροσαρμογῆς δι’ αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου, μεταβολὴν τῶν ἐργατικῶν νόμων κλπ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον νὰ προσληφθῇ προσωπικόν, ἐὰν ἀνέκυπτεν ἀνάγκη πολυπληθεστέρου προσωπικοῦ, τότε θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ συμπληρωματικὴν ἀμοιβήν. Ἐπίσης ἐζήτει διάφορα ἄλλα κονδύλια. Ἐπὶ πλέον τὸ φράγμα τὸ ὁποῖον προέτεινε, ἦτο ἐκ μπετὸν καὶ προετιμήθη χωμάτινον. Τὸ χωμάτινον εἶναι ἐφθηνότερον, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον δοθέντος, ὅτι ἡ περιοχὴ εἶναι σεισμοπαθής, εἶναι καὶ ἀσφαλέστερον καὶ στερεώτερον καὶ ἑπομένως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ὑπῆρξεν εἰς τοῦτο χρήσιμος καὶ ἐπωφελὴς ἡ πρότασις τῆς E.C.I. νὰ γίνῃ χωμάτινον τὸ φράγμα. Ὅλα ὅσα σᾶς εἶπα προηγουμένως, ὄχι ἕκαστος ὅλα, ἀλλὰ ἕκαστον μέρος ἐξ αὐτῶν, τὰ ἐβεβαίωσαν οἱ μάρτυρες, κ.κ. Βλαχόπουλος, Πρωτοπαπαδάκης, Κουτσοκώστας καὶ Φλαμπουριάρης. Αὐτά, κ. συνάδελφοι, ἀφοροῦν ὅμως τὸ οὐσιαστικὸν μέρος, τὸ ὅτι, δηλαδὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Δ.Ε.Η. ἦτο ὀρθή, ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι πολὺ νομικῶς σημαντικώτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν Ὑπουργῶν. Διότι ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη ἐλευθέρως παρὰ τοῦ Δ. Συμβουλίου καὶ δὴ εἰς δύο στάδια, εἰς δύο συνεδριάσεις ὁμοφώνως, αἱ ὁποῖαι ἀπεῖχον μεταξὺ των 21 ἡμέρας. Ἡ πρώτη συνεδρίασις εἶναι τῆς 2ας Μαΐου καὶ ἀπεφάσισεν ἐλευθέρως, καὶ ὁμοφώνως τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τὴν διεξαγωγὴν διαπραγματεύσεων μὲ τὴν E.C.I., ἐν συνεχείᾳ ἔγιναν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ ἡ τελικὴ ἀπόφασις εἶναι τῆς 23ης Μαΐου τοῦ 1960 νομίζω, δηλαδὴ μετὰ 21 ἡμέρας, ὅτε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ πάλιν ὁμοφώνως ἀποφασίζει τὴν ἀνάθεσιν τῆς μελέτης εἰς τὴν E.C.I. Λέγω δέ, ὅτι ἀποφασίζει ἐλευθέρως καὶ ὁμοφώνως, διότι δὲν εἶναι νοητὸν νὰ σκεφθῇ κανείς, ὅτι ὁ στρατηγὸς Σειραδάκης, ὁ ναύαρχος Τσάφος, οἱ Ὑποδιοικηταὶ τῆς Τραπέζης, ὁ Πρόεδρος τοῦ Χρηματιστηρίου, ὁ κ. Ἀνάργυρος Δημητρακόπουλος ἐπίτιμος καθηγητὴς τοῦ Πολυτεχνείου, τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη ὡς αὐστηρὸν καὶ ἀντιδικοῦντα πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ τὸν ὥρισεν ὀφθαλμὸν τῆς Πολιτικῆς της ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ, ὡς Κυβερνητικὸν Ἐπίτροπον καὶ συνεχίζει νὰ διατηρῇ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὅλοι αὐτοὶ νὰ εἶναι ἀνυπόληπτοι ἄνθρωποι, τὰ ὄργανα, τὰ σκεύη, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησεν ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ διὰ νὰ κάνῃ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν ἀπιστίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην νὰ κάμῃ ἀπάτην. Εἶναι πράγματα λογικὰ καὶ παραδεκτὰ αὐτά; Ἔχετε συναντήσει σεῖς, ἄνθρωποι πείρας καὶ κύρους, κ. βουλευταί, τοιαῦτα ὄργανα, σὰν τὸν Ναύαρχον Τσάφον, τὸν Στρατηγὸν Σειραδάκην, πρώην Ὑπουργούς, Καθηγητὰς Πολυτεχνείου, Ὑποδιοικητὰς Τραπεζῶν νὰ τὰ χρησιμοποιοῦν διὰ νὰ κάμνουν ἀπάτας καὶ ἀπιστίας; Ταῦτα, διὰ τὰ ὄργανα. Διότι περαιτέρω, τὸ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράττῃ ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῆς χώρας τοιαῦτα ἀνατριχιαστικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν καὶ τὴν ἀντίδρασιν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐσημείωσε χθὲς ὁ κ. Γενικὸς Εἰσηγητής, θὰ τὸ ἐξετάσω ἀμέσως κατωτέρω.
§17Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν ἡ Ἀντιπροσωπευτικὴ Συνέλευσις.
§18Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Βεβαίως, κύριοι βουλευταί, ἔχει παραταθῆ πολὺ ἡ ὁμιλία μου καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν θὰ θίξω ἄλλα θέματα πραγματικά, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως θὰ ἐκθέσουν ἄλλοι συνάδελφοι ἢ ἂν παραστῇ ἀνάγκη καὶ ἐγώ, διότι διὰ τὰ ἄλλα θέματα, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ὑπάρχει πρότασις ἀπαλλακτική. Εἶναι τὸ θέμα τῶν δημοσιεύσεων τῆς Δ.Ε.Η., εἶναι ἡ περίπτωσις ἀσφαλίσεων, ἡ ὁποία, περίπτωσις ἀσφαλίσεων, ὀρθῶς κρινομένων τῶν πραγμάτων δὲν περιλαμβάνεται κἂν εἰς τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς καὶ ἐπὶ πλέον ὑπάρχει πρότασις καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπαλλακτική. Ὑπάρχει ὅμως, συναφῶς πρὸς τὴν ἀνάθεσιν τῶν μελετῶν διὰ τὰ ἔργα Ἀχελώου, μία ὑπόδειξις ἀναφερομένη εἰς τὴν γνῶσιν ὅλων τῶν προσφορῶν παρ’ ὅλων τῶν συμμετασχόντων, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐπανάληψιν ἔχει ἀναλύσει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ τότε Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, κ. Παπαληγούρας, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει πρότασις ἀπαλλακτικὴ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰσήγησις ἀπαλλακτικὴ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Ἄλλως τε ἓν ἐπίμαχον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς ΔΕΗ, κατόπιν ραγδαίας, ἐντόνου ἐνεργείας τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, κ. Παπαληγούρα, ἀνεκλήθη ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδίους καὶ εἶναι ἐνδιαφέρον μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἀσχοληθῶ εὐρέως μὲ τὴν ὑπόθεσιν, νὰ μνημονεύσω ὅτι, ὅταν οἱ κ.κ. Γουναράκης καὶ Πεζόπουλος ὑπέβαλον παραίτησιν εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξήγησαν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ παραδρομῆς, θέλων νὰ τοὺς πραΰνῃ καὶ νὰ τοὺς πείσῃ νὰ παραμείνουν, ὁ κ. Ἀνάργυρος Δημητρακόπουλος εἶπε πρὸς αὐτούς: «Δὲν πιστεύω, ὅτι σκοπὸς τοῦ ἐπιμάχου ἐγγράφου ἦτο νὰ θιγῇ ὁ Ὑπουργός. Διότι ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας; Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθω τώρα, δι’ ἐλαχίστον εἰς τὰ ἀποδιδόμενα ἀδικήματα. Ἐξήγησα, ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν μνήμην ὅλων μας τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 259 τοῦ Ποιν. Κώδικος περὶ παραβάσεως καθήκοντος. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὅστις τυχὸν ἀμελεῖ, παραβιάζει τὸ καθῆκον του. Τὸ ἄρθρον 259 λέγει ὅτι: Ὑπάλληλος ἐκ προθέσεως παραβαίνων τὰ καθήκοντα τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως περιποιήσῃ εἰς ἑαυτὸν ἢ ἄλλον παράνομον ὄφελος, ἢ ὅπως βλάψῃ τὸ Κράτος ἢ ἄλλον τινὰ τιμωρεῖται». Ἀνεπτύχθη ἤδη καὶ θὰ ἀποδειχθῇ καὶ περαιτέρω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξε περίπτωσις ἀμελείας, ἀλλὰ ὑπάρχει ἄθροισμα εὐστόχων Κυβερνητικῶν καὶ Διοικ. ἐνεργειῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ τυχὸν παραμέλησις, ὁ τυχὸν μὴ προσήκων καταμερισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἀπασχολήσεων ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκτιμᾷ κατὰ τὴν ἰδικήν του ἀντίληψιν πόσον χρόνον δύναται νὰ διαθέτῃ δι’ ἑκάστην τῶν ἁρμοδιοτήτων του, δὲν συνιστᾷ τὸ ἀδίκημα τῆς παραβάσεως τοῦ καθήκοντος. Καὶ αὐτὴ ἡ παράλειψις, πρέπει νὰ εἶναι παράλειψις, τὴν ὁποίαν δὲν ἔκαμεν ἁπλῶς, ἀλλὰ ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ. Μνημονεύεται εἰς τὴν πρότασιν τῆς πλειοψηφίας τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ καθήκοντος ἐν ἀρχῇ μὲν τῶν ἀνακριτικῶν καὶ μετὰ καὶ τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ὡς καὶ τῶν ἐντεταλμένων προσκαίρως δημοσίαν ὑπηρεσίαν διὰ νὰ ἀναγγέλουν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὰς ἀξιοποίνους πράξεις αἱ ὁποῖαι περιῆλθον εἰς γνῶσιν των. Ἡ ἀναγγελία τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, ἡ ὁποία περαιτέρω ἐπιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Κ.Π.Δ. καὶ ὡς καθῆκον παντὸς πολίτου, προϋποθέτει πρῶτον ὅτι ἐγνώριζε τὴν ἀξιόποινον πρᾶξιν ὁ Ὑπουργὸς καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν τὴν ἐγνώριζεν ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή. Ἐδῶ συνέβη τὸ ἀντίθετον. Ἄλλας μὲν πράξεις ἐκ τῶν ἀξιοποίνων ἐγνώριζεν ἤδη ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχή, ἐκείνας δὲ ποὺ ἐνδεχομένως δὲν ἐγνώριζε, δὲν τὰς ἐγνώριζεν οὔτε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ὅταν ἡ τυχὸν παράλειψις δὲν συνδυάζεται μὲ τὴν προϋπόθεσιν τοῦ ἄρθρου 259 τοῦ Π.Κ., δηλαδὴ μὲ τὴν πρόθεσιν παραβάσεως τοῦ καθήκοντος καὶ μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ ὠφελήσουν ἄλλον ἢ νὰ βλάψουν τὴν ΔΕΗ ἢ τὸ Κράτος, τότε καὶ ἡ τυχὸν παραμέλησις διὰ μὲν τοὺς πολιτικοὺς συνεπάγεται πολιτικὴν εὐθύνην, διὰ δὲ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους πειθαρχικήν. Ἐπομένως καὶ ἡ τυχὸν παραμέλησις καταγγελίας γνωστοῦ εἰς αὐτὸν πράγματος ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ βλάψῃ ἢ νὰ ὠφελήσῃ τινὰ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει συνέπειαν ποινικήν. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν συνέργειαν. Ἡ συνέργεια εἶναι ἀδίκημα ποὺ ἀποδίδεται εἰς τὸν κ. Παπαληγούραν καὶ ἀποδίδεται κατὰ ἕνα τρόπον περίεργον. Εἶναι πολὺ συγχρονισμένος τρόπος καὶ ἔχει κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην περισσοτέραν σχέσιν πρὸς τὴν ἁλυσωτὴν ἀντίδρασιν τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας. Λέγει ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ λέγει μάλιστα κατὰ τρόπον ποὺ θὰ ἐξετάσωμεν μετὰ ταῦτα νομικῶς, λέγει, ὅτι ἀφ’ ἧς ὁ Πεζόπουλος ἔκαμε τὴν πρώτην πρᾶξιν, τὴν ἀξιόποινον, ἡ ὁποία περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, μὲ τὸ νὰ μὴ τὸν μηνύσῃ, διέπραξεν οὗτος τὸ ἀδίκημα τῆς παραβάσεως τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ δὲν διέπραξε μόνον αὐτό, τοῦ ἔδωσε θάρρος καὶ διὰ τοῦ θάρρους ποὺ τοῦ ἔδωσε περὶ τοῦ ἀκαταδιώκτου ἔγινεν ἐκ τῶν προτέρων ὁ Ὑπουργὸς συνεργὸς τῆς εἰς αὐτὸν ἀγνώστου μελλούσης πράξεως τοῦ αὐτουργοῦ. Καὶ ἐν τούτοις τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Π.Κ. λέγει: Ὅστις παρέχει ἐκ προθέσεως εἰς ἄλλον οἱανδήποτε συνδρομὴν πρὸ τῆς τελέσεως ἢ καὶ μετὰ τὴν τέλεσιν τῆς ὑπὸ τούτου διαπραχθείσης ἀδίκου πράξεως, τιμωρεῖται ὡς συνεργός. Ἀλλ’ ἡ βοήθεια πρέπει νὰ παρέχεται συγκεκριμένως δι’ ἓν ἀδίκημα, ὄχι ἀορίστως, διὰ νὰ ἐπιλέξῃ ὁ αὐτουργός, ἐν τῇ μεγάλῃ του πρωτοβουλίᾳ, ποῖον ἀδίκημα θὰ διαπράξῃ εἰς τὸ μέλλον στηριζόμενος εἰς τὴν προστασίαν ἑνὸς γελοίου Ὑπουργοῦ, ὅπως φαίνεται ὅτι ἐκτιμοῦν τινὲς τὸν κ. Παπαληγούραν, ὁ ὁποῖος δὲν καλύπτει μόνον ἀδικήματα, ἀλλὰ δίδει καὶ θάρρος διὰ τὸ μέλλον. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴν τὴν δῆθεν συνέργειαν ἔκαμε νέαν πρᾶξιν ὁ λαβὼν τὸ θάρρος Πεζόπουλος καὶ τότε πλέον, διότι δὲν τὸν ἔδιωξε δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, εἶναι συνεργὸς ἐκ τῶν προτέρων καὶ εἶναι διὰ τὴν ἰδίαν πρᾶξιν παραβάτης τοῦ καθήκοντος ἐκ τῶν ὑστέρων. Κι’ ἔτσι φθάνομεν εἰς μίαν σειρὰν ἡ ὁποία ὁμοιάζει πρὸς ἁλυσωτὴν ἀντίδρασιν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν συνέργειαν, ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχῃ πρότασις, διότι ὡς προκύπτει ἀπὸ τὸ πρακτικὸν τὸ ὁποῖον μᾶς διενεμήθη, καὶ ὅπως ἠκούσαμεν ἡμεῖς οἱ παρόντες εἰς τὴν συνεδρίασιν ὑπὸ δύο ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐσχημάτισαν τὴν πλειοψηφίαν, ἐξέφρασαν ἐπιφυλάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιφυλάξεις, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἀφορῶσιν εἰς συστατικὸν στοιχεῖον τῆς συνεργείας, εἰς τὸν δόλον. Ἑπομένως ἐὰν ὑπάρχουν τέσσαρες ἀρνήσεις λόγῳ οὐσίας καὶ δύο διὰ νομικοὺς λόγους ἀρνήσεις, δὲν ὑπάρχει πλειοψηφία. Βεβαίως οἱ διατυπώσαντες τὰς ἐπιφυλάξεις κύριοι συνάδελφοι, ἦσαν παρόντες καὶ δὲν εἶπον, ὅτι δὲν θέλουν νὰ μετρηθῇ ἡ ψῆφος των εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Ἐν τούτοις κατεχώρησαν εἰς τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, καὶ τὴν διαφορὰν τῶν γνωμῶν αὐτῶν καὶ τὰς ἐπιφυλάξεις τὰς ὁποίας διετύπωσαν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο ἀδίκημα, εἰς τὴν ἀπιστίαν. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀπιστία ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν τῆς EGI. Λέγει τὸ ἄρθρον 390 Π.Κ. «ὅστις ἐκ προθέσεως ζημιοῖ τὴν περιουσίαν ἄλλου... (ἀναγινώσκει)...». Προϋποθέσεις εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ αὐτουργοῦ καὶ ἡ ζημία ἐκ τῆς πράξεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅπως ἐξέθεσα διὰ μακρῶν, ἡ πρόθεσις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν, ἦτο νὰ προφυλάξῃ τὴν ΔΕΗ ἀπὸ τὰς διαβολὰς καὶ ὄχι νὰ βλάψῃ τὴν ΔΕΗ. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ εἰς τὴν οἰκονομικήν της σημασίαν, ἐνδεχομένως ἦτο συμφεροτέρα ἡ πρότασις τῆς EGI. Εἶναι ἴσως ἀμφισβητούμενον ἐὰν εἶναι εἰς τὰ ὅρια, ἰδίως δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων ὅπου τὸ ἔργον ἐστοίχισεν ἄνω τῶν 70.000.000 δολλ. κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς ΔΕΗ ὁπότε ἡ διαφορὰ τῆς ἀναλογικῆς ἀμοιβῆς θὰ ἠδύνατο νὰ καλύψῃ οἱανδήποτε ἄλλην διαφοράν. Πάντως, οὔτε ζημία εἶναι βέβαιον ὅτι προέκυψε καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὑπῆρξεν ἀπὸ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον οἱαδήποτε πρόθεσις τῆς ζημίας. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν πῶς ἔγινεν ἡ δῆθεν ἠθικὴ αὐτὴ αὐτουργία; Τὴν ἠθικὴν αὐτουργίαν κατηγορεῖται ὅτι τὴν ἔκαμεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἠσχολεῖτο εἰς τὸ νὰ δημιουργήσῃ, ἀλλ’ εἰς τὸ νὰ κάμῃ ἀπιστίας, νὰ παραπείθῃ τοὺς καθηγητάς, τοὺς στρατηγοὺς καὶ τοὺς ναυάρχους, τοὺς ὁποίους εἶχεν εἰς τὴν ΔΕΗ, διὰ νὰ διαπράξουν τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας. Λέγει τὸ ἄρθρον 46 περὶ ἠθικῆς αὐτουργίας: «Μὲ τὴν ποινὴν τοῦ αὐτουργοῦ τιμωρεῖται ὅστις ἐκ προθέσεως ... (ἀναγινώσκει)...». Αὐτὴ λοιπὸν ἦτο ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Καραμανλῆ ὅταν ἐκάλεσεν ἐνώπιον τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ ἔδιδε συμβουλὰς περὶ τοῦ ἀδιαβλήτου, τὰς ὁποίας ἐξετίμησε καὶ ἐκτιμᾷ ἀκόμη καὶ σήμερον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε συμφέρον νὰ φορτώσῃ εἰς τὴν ράχιν ἄλλων, τὴν τυχὸν ὕπαρξιν ἀδικημάτων; Ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν διότι εἶχε πρόθεσιν ἐκείνην τὴν στιγμήν, ὄχι νὰ προφυλάξῃ τὴν ΔΕΗ ἀπὸ τὸ ἀδιάβλητον, ἀλλὰ νὰ βλάψῃ τὸ συμφέρον τῆς ΔΕΗ; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὄχι ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς ἀλλ’ οἱοσδήποτε πολιτικὸς ἡγέτης εἰς τὴν χώραν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε φιλοδοξίαν του νὰ χρησιμοποιήσῃ ἀνώτατα πρόσωπα τῆς κοινωνίας διὰ νὰ βλάψῃ δι’ αὐτῶν κατὰ ὀλίγα ἑκατομμύρια ἕνα ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος τελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους; Εἶναι δυνατὸν νὰ λέγεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ δὲν σημαίνει τοὐλάχιστον μίαν προδιάθεσιν νὰ μὴ τηρῶνται αἱ ἀναλογίαι τῆς ὀρθῆς ἐκτιμήσεως τῶν προσώπων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικοῦ ἀναστήματος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικοῦ ἀναστήματος; Καὶ δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα βεβήλωσιν τῆς πολιτικῆς ζωῆς, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς χώρας δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ ἀπάτας καὶ ἀπιστίας; Εἶναι δυνατὸν νὰ διαπιστοῦνται παράπονα, κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἔκπληξιν καὶ κἄποιαν ἀντίδρασιν ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀπὸ ἡμᾶς, ὄχι διότι ὑπῆρξεν ἀντίθετος ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν ἰδικήν μας, ἀλλὰ διότι τοιαῦτα ἀκατονόμαστα ἀδικήματα ἀποδίδονται εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τρεῖς φορὰς ἐπῆρε τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ; Δὲν εἶναι εὔλογος ἡ ἀντίδρασις καὶ ἡ ἔκπληξις καὶ ἀποτελεῖ συμφέρον τῆς χώρας νὰ λέγωνται καὶ νὰ ἀποφασίζωνται τοιαῦτα πράγματα;
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ νοθεία.
§20Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε πολὺ νέος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν διὰ νὰ κάμνετε διακοπάς. Δὲν ἀφήνετε ὅταν θὰ ἔλθετε εἰς τὸ βῆμα νὰ τὰ εἴπητε;
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ «Περικλῆς».
§22Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἀπαντήσω κατὰ τρόπον ἀντίστοιχον μὲ τὸν «Περικλῆν» διότι δὲν θὰ ἤθελα νὰ κατεβάσω τὴν συζήτησιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ἀδίκημα, εἶναι τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπάτης. Τὸ ἀδίκημα δὲν θὰ τὸ ἀναλύσω παρὰ μόνον διὰ τὴν πληρότητα τῆς ἀναπτύξεως. Θὰ εἴπω μόνον ἐλαχίστας λέξεις, διότι μετὰ τὴν ἀνάλυσιν τοῦ πραγματικοῦ μέρους ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Παπακωνσταντίνου, θὰ γίνῃ, ὡς εἶναι εὔλογον, καὶ ἡ νομικὴ ἐξέτασις. «Τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπάτης, λέγει τὸ ἄρθρ. 386 τοῦ Π. Κ., ὅτι τὸ διαπράττει ὁ πείθων τινὰ... (ἀναγινώσκει)...». Κύριοι βουλευταί, ὁ πολιτικός, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὰ θέματα εἰς τὰς λεπτομερείας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαπατήσῃ, εἶναι δυνατὸν νὰ γελάσῃ εἴτε τὸν εἰδικὸν καθηγητήν, εἴτε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἔτη ἀσχολοῦνται μὲ τὰ θέματα τῆς ΔΕΗ καὶ διὰ τῆς ἐξαπατήσεως αὐτῆς νὰ τοὺς προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν νὰ διαπράξουν τὸ ἀδίκημα; Ἀφήνω τὸ θέμα τῆς προθέσεως, διότι νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δέχεται κανεὶς οὔτε ὡς συζητήσιμον τὴν πρόθεσιν ἑνὸς πολιτικοῦ ἡγέτου προκειμένου περὶ τοῦ ἀδικήματος τῆς ἀπάτης. Ἀλλὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀλουμινίου τὴν ἐχειρίσθη, ὅπως κατ’ ἐπανάληψιν ἐλέχθη, ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης καὶ ἡ Βουλὴ ἔκρινεν, ὅτι ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης δὲν εἶχε καμμίαν εὐθύνην. Ἔγινεν ἕνα λογικὸν ἅλμα, ἴσως διότι δὲν τὸ ἀντελήφθην τοὐλάχιστον ἕνα μέρος τῶν κυρίων συναδέλφων. Πάντως τὸ ἅλμα ἔγινε. Διότι ἀπηλλάγη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὰς διαπραγματεύσεις, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐχειρίσθη τὴν ὅλην ὑπόθεσιν. Καὶ δημιουργεῖται μία ἐντύπωσις. Καὶ τίθεται εὐλόγως ἓν ἐρώτημα. Τί εἶναι, λάθος ἢ ἀναζήτησις πολιτικοῦ στόχου; Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἐφθάσαμεν νὰ μνημονεύωμεν ποινικὰς διατάξεις, ὡς αἱ ἀναγνωσθεῖσαι, ἐν συναρτήσει πρὸς ἐπιλέκτους πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ ὑψίστη τῶν δημιουργικῶν δραστηριοτήτων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ εἶναι καὶ σταυρὸς μαρτυρίου. Εἶναι συνήθως ἐπιλογὴ μεταξὺ δύο ἀδιεξόδων. Τὸ περιγράφει ὁ Τζὼν Μόρλεϋ καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνει ὁ μέγας πολιτικὸς τὸν ὁποῖον ἔχασεν ἡ ἀνθρωπότης, ὁ Κένεντυ. Ὁ πολιτικὸς ὅμως χρειάζεται πρωτοβουλίαν καὶ τόλμην. Ἀλλοίμονον ἂν κατέχεται ἀπὸ εὐθυνοφοβίαν. Ἔτσι θὰ γίνωμεν συναγωνιστικοὶ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς κοινῆς ἀγορᾶς καὶ ἔτσι θὰ γίνῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις τῆς χώρας, ὅταν ξεκινᾶμε ἀπὸ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι οἱ ἔχοντες τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα εἶναι ἱκανοὶ νὰ διαπράξουν τοιαύτας πράξεις; Διὰ τοῦτο ἡ κρίσις ὅλων πρέπει νὰ εἶναι προσεκτική. Βεβαίως ὁ ἱστορικὸς Κρατερὸς μᾶς μεταδίδει, ὅτι «... (ἀναγινώσκει)...». Ἀλλ’ ὁ Πλούταρχος μᾶς διδάσκει «... (ἀναγινώσκει)...». Ἡ κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία εἶναι πράγματι τὸ τελειότερον τῶν πολιτευμάτων, ἀλλ’ ὅπως ὅλα τὰ τέλεια πράγματα ἔχει ἀνάγκην εὐστόχου χειρισμοῦ. Καὶ τὸ μᾶλλον εὐαίσθητον σημεῖον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας εἶναι ἡ σχέσις τῆς πλειοψηφίας μὲ τὴν μειοψηφίαν. Ἡ δίωξις τραυματίζει τὸ αἴσθημα μεγίστης μερίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ προκαλεῖ ψυχικὴν ἀντίδρασιν, διότι ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς καὶ ἔργον δημιουργικὸν ἐπετέλεσεν ἀλλὰ καὶ ἐνέπνευσε τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰσῆλθεν εἰς τὴν ψυχήν του. Ἐξ ἄλλου ὁ Παναγῆς Παπαληγούρας πρὸς τιμήν του ἐπέλεξεν ὡς τομέα πολιτικῆς δραστηριότητος τὸν οἰκονομικὸν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εὑρέθη ἐθελοντὴς εἰς τὸ μέτωπον τῶν εὐθυνῶν, ἐκεῖ ὅπου ἐνεδρεύει καὶ ἡ διαβολή. Ὁ Νικόλαος Μάρτης μετὰ 85 μηνῶν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν εἰσέφερεν εἰς τὴν πολιτικὴν τὸν ἐνθουσιασμόν του. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν: Εὑρισκόμεθα εἰς μίαν δραματικὴν φάσιν τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς χώρας. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τοῦ μέλλοντος. Οὐδέποτε εἰς τὸ παρελθὸν διενοήθη κανεὶς νὰ ἀποδώσῃ εἰς πολιτικὸν ἡγέτην ἀδικήματα ὡς τὰ κρινόμενα. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἔξαρσις ὑπεράνω ὀξυτήτων καὶ ἀντιθέσεων καὶ ὅτι ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι καὶ ψύχραιμος καὶ δικαία. Ἐπὶ τέλους, κύριοι συνάδελφοι, τόσας πολιτικὰς προσωπικότητας, τόσας δυνάμεις διαθέτει ὁ τόπος ὥστε νὰ προγράψῃ μίαν πολιτικὴν ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος ὅπως ὁ Παναγῆς Παπαληγούρας καὶ ἀκόμη περισσότερον τόσον ὀλίγην μνήμην ἔχει ὥστε νὰ λησμονῇ τόσον ταχέως ἕνα μεγάλον δημιουργὸν οἷος ὑπῆρξεν ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς, (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σεργάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§24Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Πρὶν εἰσέλθω, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἀπόψεών μου, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι οὔτε χρέη Εἰσαγγελέως ἐφιλοδόξησα νὰ ἐκτελέσω, οὔτε πολὺ περισσότερον τὸν ρόλον κατηγόρου ἀνέλαβον νὰ διαδραματίσω. Ἔχω πλήρη συναίσθησιν τῆς εὐθύνης καὶ διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι χωρὶς προκαταλήψεις καὶ συναισθηματισμοὺς πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκον πρὸς τὴν συνείδησίν μου, καθῆκον δύναμαι νὰ εἴπω τὸ ὁποῖον δίδει τὴν ἱκανοποίησιν συνειδήσεως, δίδει ὅμως καὶ τὴν ἀνθρωπίνην πικρίαν τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται δεδικαιολογημένως ἕνας συνάδελφος πρὸς συνάδελφον νὰ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ δώσῃ ψῆφον παραπομπῆς αὐτοῦ. Εἶναι σοφὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος ἡ ψηφοφορία εἶναι μυστική. Καὶ πρέπει νὰ εἶναι μυστικὴ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ περίπτωσις οἱαδήποτε προσωπικὴ ἐμπάθεια, συμπάθεια ἢ φιλία νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν κρίσιν ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτὸ τὸ προνόμιον δὲν τὸ εἶχον καὶ ἐψήφισαν φανερά. Αὐτὸ τὸ πραγματικὸν γεγονός, κύριοι συνάδελφοι, τῆς φανερᾶς ψήφου τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ ὑποχρεώνει περισσότερον νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ δώσω εἰς τὸ Σῶμα τὰς σκέψεις, τὰ γεγονότα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ψῆφός μου καὶ διὰ τοῦ Σώματος εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι ἀναμφισβητήτως ἡ ὑπόθεσις δεδικαιολογημένως λόγῳ τῆς φύσεως τῆς σοβαρότητός της, τοῦ ρόλου τὸν ὁποῖον διεδραμάτισαν καὶ διαδραματίζουν τὰ ἐγκαλούμενα πρόσωπα συγκινεῖ βαθύτατα ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς λογοδοσίας ἂν θέλετε τῆς δικαιολογίας τῆς ψήφου μου ἀνέρχομαι περισσότερον εἰς τὸ βῆμα παρὰ ἀπὸ προσπάθειαν νὰ πείσω ἢ νὰ μεταπείσω οὐδένα. Καίτοι καὶ αὐτὸ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, κύριοι συνάδελφοι, ἀναμφισβητήτως ἔχει θέσιν. Διότι ὀρθῶς ὑπεγραμμίσθη, ὅτι τὸ Σῶμα αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι πολιτικὸν Σῶμα, ἀλλὰ εἶναι Σῶμα δικαστικόν. Δὲν ἀποτείνεται ὁ ὁμιλητὴς τῆς οἱασδήποτε παρατάξεως πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς παρατάξεώς του, ἀποτείνεται πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους, πρὸς τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεως ὅλων καὶ ἡ ψῆφος πρέπει νὰ ἔχῃ ἀναμφισβητήτως τὴν φωνὴν καὶ μόνον τῆς συνειδήσεώς του. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποκρούσωμεν μετὰ ἀγανακτήσεως τὴν ἀποδοθεῖσαν ὕβριν, ὅτι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐστηρίχθη εἰς οἱανδήποτε πολιτικὴν σκοπιμότητα. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῆς μικρᾶς ἢ μεγάλης πείρας τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις νὰ δίδουν περιεχόμενον, νὰ δίδουν τόνον εἰς πολιτικοὺς ἀγῶνας. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω ἀποκρούων τὴν κατηγορίαν, ποίας δεσμεύσεις συνειδήσεως καὶ μέχρι ποίου σημείου ἔχουν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἔναντι τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον τοποθετοῦνται οἱ διατυπώσαντες τὴν κατηγορίαν. Ἀλλὰ ἐὰν ἐκεῖνοι ἐξ ὑποκειμένου κρίνοντες διατυπώνουν ἐναντίον ἡμῶν τὴν κατηγορίαν ποὺ τοὺς ἀνήκει, ἂς πληροφορηθοῦν, ὅτι οὔτε ἡ ἡγεσία τῆς παρατάξεώς μας ἀξιώνει τοιαύτην ἠθικὴν ὑποδούλωσιν, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὰ στελέχη θὰ ἦσαν πρόθυμα νὰ ἐκχωρήσουν τὴν συνείδησίν των εἰς τὸν βωμὸν οἱασδήποτε πολιτικῆς σκοπιμότητος, εἰς τὸν βωμὸν τοῦ κόμματος. Κάμω τὴν δήλωσιν εἰλικρινῶς καὶ ἐπιθυμῶ αὐστηρὰν τὴν κρίσιν καὶ ἐπίκρισιν τῶν ἀπόψεών μου, διότι δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι εἶμαι ἀλάθητος. Ὑποστηρίζω ὅμως, ὅτι μὲ πλήρη ἀντικειμενικότητα δύναμαι νὰ εἴπω μετὰ αὐστηρότητος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιεικείας ἐκρίθη τὸ ἀποδεικτικὸν ὑλικὸν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναφέρω τὰς ἀπαλλακτικὰς προτάσεις καὶ ὅτι ὑπῆρξαν ἐνδείξεις. Θὰ πρέπει νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ προτάσεις, αἱ κατ’ ἰδίαν, ὑπέστησαν τροποποιήσεις ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὴν τελικὴν διατύπωσιν, διότι ἀκριβῶς ἀπὸ ἓν αἴσθημα εὐθύνης ἤχθη ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα ἐπὶ ὡρισμένων μόνον κεφαλαίων. Εἰς ἄλλην ὑπόθεσιν ἄλλης φύσεως θὰ ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν δικονομικῶν ἐνδείξεων νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ μὲ σοβαρὰ νομικὰ ἐπιχειρήματα ἡ παραπομπὴ καὶ δι’ ἄλλα κεφάλαια. Ἔχω ἐπίγνωσιν, κύριοι συνάδελφοι, τῆς σοβαρότητος τῆς ὑποθέσεως καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐπεκταθῶ οὔτε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐκτοξευθείσας ἄνευ μέτρου, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἄνευ ἐντροπῆς ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ὕβρεις καὶ ἀπειλὰς ἐναντίον τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ πρὸ τῆς λήψεως τῆς ἀποφάσεως καὶ μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ πορίσματος ἔστω ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἢ ἐὰν ὀρθῶς ἢ ἐσφαλμένως μετεδόθη, αἱ ὕβρεις ὑπῆρξαν ἀνήκουστοι καὶ ἐστρέφοντο εὐθέως ἐναντίον τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς διότι ἐνόμισαν ἢ νομίζουν οἱ ὑβρισταί, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ὑπεύθυνοι πολιτικοὶ ἄνδρες, φιλοδοξοῦντες ἄνδρες, χάριν ἀκριβῶς τῆς συνειδήσεώς των νὰ ἐκχωρήσουν τὴν συνείδησίν των — ἐπαναλαμβάνω — εἰς οἱανδήποτε σκοπιμότητα. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της μὲ πλήρη ἀντικειμενικότητα, χωρὶς προκατάληψιν καὶ ἂς βεβαιωθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἕκαστον τῶν μελῶν καὶ ὅ,τι ἀφορᾷ ἐμὲ τὸ βεβαιῶ ὑπευθύνως, ἔχει τὸ αἴσθημα τῆς ἀνθρωπίνης πικρίας, διότι μὲ τὴν ψῆφον του κατεψήφισεν ἢ προτείνει ἢ εἰσηγεῖται εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραπομπὴν τῶν ἐγκαλουμένων Ὑπουργῶν δι’ ὡρισμένα ἀδικήματα. Εἶπον, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ὕβρεις, διότι ἡ συζήτησις ἐπιβάλλει ἀντικειμενικὴν καὶ ψύχραιμον ἐξέτασιν καὶ θὰ πρέπει καὶ ἡμεῖς, οἱ ὑβριζόμενοι, νὰ ἀντιπαρέλθωμεν τὰς ὕβρεις, ὅσον καὶ ἐὰν — θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω — οἱ ὑβρισταὶ ἔχουν ἀπωλέσει τὴν ψυχραιμίαν των καὶ ὁμιλοῦν, πότε περὶ πολιτικῆς ἀτιμίας καὶ πότε περὶ ἠθικῆς πορώσεως. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶμαι σύντομος καὶ πρὸ παντὸς θὰ θέσω ὑπ’ ὄψην ὑμῶν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ψῆφος ἡ ἰδική μου καὶ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὰ παραπεμπτικὰ κεφάλαια. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη, διὰ νὰ κριθῇ ἡ ὅλη ὑπόθεσις, ἐν συντομίᾳ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν μὲ μίαν φράσιν, νὰ δοθῇ ἡ εἰκὼν τῆς ΔΕΗ, ποία ἦτο ἡ κατάστασις εἰς τὴν ΔΕΗ καὶ μὲ ποῖον ρυθμὸν ἀσυδοσίας ὁ διευθύνων, διὰ νὰ μὴ ἐπεκτείνωμαι καὶ νὰ μὴ ὁμιλῶ εἰς τὸν πληθυντικόν, ὁ διευθύνων τὴν ΔΕΗ Γενικὸς Διευθυντὴς παρέβαινε πάντα νόμον ἠθικόν, γραπτὸν καὶ ἄγραφτον. Καὶ ἐρωτᾶται: Πῶς εἶναι δυνατὸν κατὰ τρόπον ἀνερυθρίαστον νὰ παραβαίνῃ ἠθικούς, γραπτοὺς καὶ ἀγράφους νόμους καὶ νὰ μὴ φοβῆται ποτέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ ἀνομήματά του νὰ ἔχουν τὴν ἐπιβαλλομένην κύρωσιν ἀπὸ τὸν νόμον, ἀπὸ τὴν προϊσταμένην ἀρχήν; Δὲν λέγω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τοῦτο ἀπετέλεσε στοιχεῖον κρίσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐνδείξεως. Θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ καὶ ἀποδεικνύει τὸ μέγεθος τῆς θρασύτητος ἑνὸς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώρισε περιορισμὸν διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ ἄνομα ὑλικὰ συμφέροντα ἰδικά του. Τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως καὶ ἔχω σχηματισμένην πλήρη γνώμην δικαστικήν, ἀπὸ στοιχεῖα ἀδιάβλητα τὰ ὁποῖα μοιραίως, τινὰ ἐξ αὐτῶν τοὐλάχιστον, θὰ θέσω ἐνώπιόν σας. Ὅταν τοιαύτη ἀσυδοσία ὑπῆρχε καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεχειρίζετο τὴν περιουσίαν τῆς ΔΕΗ καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ΔΕΗ, εἶναι δυνατόν, ἀπὸ ἕνα πόρισμα 12 βουλευτῶν, ἀπὸ μὲν τῆς πλευρᾶς τῆς πλειοψηφίας νὰ ὑπογραμμίζωνται χαρακτηριστικαὶ περιπτώσεις, ἀπὸ δὲ τὴν πλευρὰν τῆς μειοψηφίας οὐδὲν νὰ λέγεται, οὐδὲν νὰ ὑπογραμμίζεται τὸ ὁποῖον νὰ δεικνύῃ τὸ μέγεθος τῆς ἐγκληματικῆς δραστηριότητος τοῦ κ. Πεζοπούλου; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βγάλω συμπέρασμα, ὅτι ἀποτελεῖ συνηγορίαν, ἀλλὰ δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἡ μὴ ὑπογράμμισις αὐτῆς τῆς καταστάσεως, μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ὅταν δὲν συνεσχετίσθη αὐτὴ ἡ κατάστασις εἰς τὴν ΔΕΗ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κρίσις ἀντικειμενική, δεδομένου, ὅτι ὁ κατήφορος τὸν ὁποῖον εἶχε πάρει ὁ Πεζόπουλος ἦτο κἄτι τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε κἄποτε, κἄπου νὰ συναντήσῃ κἄποιο ἐμπόδιον μιᾶς μικρᾶς πέτρας. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον εἰσηγητὴν κ. Τσιριμῶκον ποία ἦτο ἡ κατάστασις καὶ ποία ἦτο ἡ σχέσις Γενικοῦ Διευθυντοῦ πρὸς ὑπαλλήλους. Δικτάτωρ, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἐγωκεντρικοῦ μόνον χαρακτῆρος, σκοπίμου πολιτικῆς διὰ νὰ ἐπιβάλῃ μίαν ψυχολογικὴν τρομοκράτησιν εἰς τοὺς ὑφισταμένους του, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ τολμήσῃ κανεὶς ποτὲ νὰ φέρῃ εἰς τὴν δημοσιότητα τὴν οἱανδήποτε ἀταξίαν τὴν ὁποίαν διεπίστωσεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὑπηρεσίας του. Τὸ διαπιστώνει τὸ πόρισμα εἰς πολλὰ κεφάλαια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ πόρισμα, θὰ ἐπικαλεσθῶ ἀποφάσεις δικαστικάς, τόσον τοῦ Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν δικάσαντος κατ’ ἔφεσιν ὅσον καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἐπεκύρωσε τὰς ἀποφάσεις ἐπὶ διαφορᾶς ὑπαλλήλου, τοῦ Στυλιωτοπούλου, ἤχθη ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης ἡ καταχρηστικὴ αὐτὴ ἀπόλυσίς του. Διατί νομίζετε; Διότι ἐτόλμησε νὰ ἀποστείλῃ ἀναφορὰς εἰς τὸν ἴδιον τὸν Πεζόπουλον, νὰ κατονομάζῃ παραβάσεις κατὰ τὴν ἀντίληψίν του καὶ ἀντὶ ἡ ἀναφορά του νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἐρεύνης πρὸς ἐξέτασιν τῆς οὐσίας καὶ νὰ τοῦ ἀποδοθῇ τὸ τεκμήριον τοὐλάχιστον κατ’ ἐπίφασιν, ὅτι ἐνδιαφέρεται διὰ τὰ συμφέροντα τῆς ΔΕΗ, ἀπολύεται, διώκεται. Ἐνῷ ἐκεῖνοι ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐστρέφετο τυγχάνουν μεγαλυτέρας εὐνοίας ἀπὸ τὸν Γενικὸν Διευθυντήν. Ἀλλὰ εἶπον πρὸς ἐπίρρωσιν καὶ ἐπιβεβαίωσιν ἐπικαλοῦμαι δικαστικὰς ἀποφάσεις. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διαβάσω. Ἀπόφασις 7719)62 τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ ἀπόφασις 666)62 τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τί λέγουν, κύριοι συνάδελφοι, αἱ ἀποφάσεις; Τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν δικάζον κατ’ ἔφεσιν ἐδέχθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7719)62 ἀποφάσεώς του ἐπικυρωθείσης καὶ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου (666)62) ὅτι ἡ ἀπόλυσις τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου ὑπῆρξε καταχρηστικὴ καὶ ὅτι ὁ Γ. Πεζόπουλος εἰς τὴν ἀπόλυσιν «ὠθήθη ἐκ πνεύματος ἐχθρότητος πρὸς τὸν ἐκκαλοῦντα (Γ. Στυλιωτόπουλον)· ἐκ τοῦ λόγου ὅτι διὰ τῶν ὡς εἴρηται ἀναφορῶν του πρὸς Δ.Σ. τῆς ἐφεσιβλήτου (ΔΕΗ) ἐξετίθεντο εἰς βεβαίαν πειθαρχικὴν δίωξιν ἀνώτατοι ὑπάλληλοι τῆς ΔΕΗ ὡς οἱ κ.κ. Κ. Παπαχρυσάνθου, Ι. Τσιμπούκης καὶ ἰδίως ὁ Ι. Σηφαλάκης κλπ. φίλοι πρὸς τοῦτον προσκείμενοι, ἐνδεχομένως δὲ καὶ προσωπική του εὐθύνη ἐκ τῶν καταγγελλομένων οἰκονομικῶν ἀτασθαλιῶν τῆς ΔΕΗ θὰ ἀνέκυπτεν ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός του ὡς ἐπιμελητοῦ τῆς περιουσίας καὶ τῶν ἐν γένει οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς ἐφεσιβλήτου (ΔΕΗ). Αὐτὰ λέγει δικαστικὴ κρίσις, ὅτι ὁ κ. Πεζόπουλος ἐδίωκε πάντα ὅστις θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ φέρῃ εἰς τὴν δημοσιότητα οἱονδήποτε τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέθετεν εἴτε ὑπάλληλον φίλα πρὸς αὐτόν, εἴτε αὐτὸν τὸν ἴδιον διὰ τῆς ἀποκαλύψεως ἀτασθαλιῶν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου καὶ ὑπάρξεως ποινικῆς εὐθύνης ἢ πειθαρχικῆς. Δικαίως, εἶπον τότε, ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἐκτάκτου ἐλέγχου καταλήγει ὅτι: «Ἡ ΔΕΗ παρουσίαζε τὴν εἰκόνα ἐπιχειρήσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἠπειλεῖτο δι’ ἀπολύσεως οἱοσδήποτε τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, ὅστις ἤθελε προσπαθήσῃ νὰ προβῇ εἰς ἀποκαλύψεις περὶ τῆς ἐν τῇ ἐπιχειρήσει ὑφισταμένης τυχὸν ἐκρύθμου καταστάσεως». Καὶ εἰς ἄλλο σημεῖον ἐξ ἀφορμῆς ἑτέρας δικαστικῆς ἀποφάσεως εἰς βάρος τῆς ΔΕΗ, τὸ πόρισμα τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν ἀποφαίνεται «ὅτι ὁ κ. Γ. Πεζόπουλος λόγῳ τοῦ ἐγωκεντρικοῦ χαρακτῆρος του δὲν ἠνείχετο τὴν διατύπωσιν καταγγελιῶν διὰ τῶν ὁποίων ἐπεσημαίνοντο ἀταξίαι ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῶν ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσιῶν καὶ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἐπίδειξιν δυνάμεως καὶ τὴν διὰ τοῦ παραδειγματισμοῦ ἀποτροπὴν μελλοντικῶν ἀποπειρῶν κριτικῆς ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων, ἵνα οὕτω μὴ κοινολογηθοῦν αἱ ἀνωμαλίαι καὶ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἀνάμιξις τῆς Δικαιοσύνης ἢ ἄλλος ἔλεγχος εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς ἐπιχειρήσεως». Διαπιστώσεις θλιβεραὶ ἀλλὰ ἀληθεῖς. Ποία ἐπίσης ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, χωρὶς ποσῶς νὰ θέλω νὰ στραφῶ ἐναντίον τῶν προσώπων, περιγράφεται ἀπὸ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τὸν καθηγητὴν ἀναπληρωτὴν Γενικοῦ Διευθυντοῦ κ. Φλαμπουριάρην. Ἀνεγνώσθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. εἰσηγητὴν τὸ πόρισμα κατὰ ὡρισμένας χαρακτηριστικὰς περικοπὰς καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ μόνον νὰ διαβάσω ἑτέραν περικοπὴν τοῦ κ. Φλαμπουριάρη σχετικῶς μὲ τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑφίστατο εἰς τὸ Δ.Σ. καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ἀνεπηρέαστον ἐλαμβάνοντο αἱ ἀποφάσεις: «Χωρὶς νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ, τὸ Δ.Σ. μοῦ ἐπέτρεπε τοῦτο λόγῳ προσωπικοῦ κύρους καὶ ὑπῆρξαν μακροὶ οἱ ἀγῶνες μου ἐναντίον τῶν κυβερνητικῶν παρεμβάσεων. Τὸ δυστύχημα ἦτο, ὅτι αἱ ὁμιλίαι μου παρελείποντο ἀπὸ τὰ πρακτικά, πρᾶγμα ὅπερ δὲν θὰ συνέβαινεν ἂν μετεῖχον μετὰ ψήφου, ὁπότε θὰ ἠρνούμην τὴν κύρωσιν αὐτῶν, πολλαὶ δὲ ἀποφάσεις θὰ ἦσαν συνεπεία τούτου διάφοροι τῶν ληφθεισῶν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ συνέβαινον τὰ γεγονότα μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται ἡ Ἐπιτροπή σας».
§25Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Ἐπειδὴ εἴμεθα Δικαστήριον καὶ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἐλέχθη, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραποῦν αἱ ἐρωτήσεις καὶ σᾶς ἐρωτῶ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ αἱ ἐρωτήσεις εἰς τὸ τέλος.
§27Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Δὲν δέχομαι καμμίαν διακοπήν, μόνον ἀπὸ τὸν κ. Παπαληγούραν. Λέγει ὁ κ. Φλαμπουριάρης, ὅτι ἐὰν εἶχε δικαίωμα ψήφου θὰ ἀπεφεύγετο ἡ λῆψις πολλῶν ἀποφάσεων καὶ δὲν θὰ συνέβαινον τὰ ὅσα συνέβησαν διὰ νὰ ἀσχοληθῇ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκτάκτου ἐλέγχου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ Ἐπιτροπή μας. Ἀλλὰ λέγει καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμη σκληρότερον καὶ ἀποκαλυπτικώτερον. Λέγει ὁ κ. Φλαμπουριάρης ὅταν ἔληξεν ἡ θητεία του ἢ ὅταν ἀπελύθη ἀπὸ Σύμβουλος καὶ τοῦ ἐπροτάθη νὰ ἀναλάβῃ Ἀναπληρωτὴς Γενικοῦ Διευθυντοῦ: «Φοβούμενος ἐκ τοῦ προηγουμένου περιστατικοῦ (τῆς ἀπολύσεώς του τὴν 31.12.54), ὅτι ἐὰν ἔπραττον τὸ καθῆκον μου ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἀπολυθῶ τῆς θέσεως ταύτης (τοῦ Ἀναπληρωτοῦ Γεν. Διευθυντοῦ), ἥτις τοῦ προσεφέρθη μετὰ τὴν ἀρχικὴν ἀπόλυσίν του... δὲν ἐδέχθην τὴν θέσιν ἂν δὲν περιελαμβάνετο εἰς τὴν σχετικὴν σύμβασιν ἐργασίας ρήτρα ἀποζημιώσεώς μου ἐν περιπτώσει ἀποχωρήσεως, ἥτις καὶ συνεφωνήθη καὶ περιελήφθη εἰς τὴν σύμβασιν». Μὲ ὅλο τὸ συναίσθημα εὐθύνης καὶ τὴν βαρύτητα, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ φράσις καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποκύπτω, λέγει ὁ κ. Φλαμπουριάρης, εἰς τὰς οἱασδήποτε ἔξωθεν πιέσεις, ἐζήτησα καὶ ἠξίωσα νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν σύμβασιν ἐργασίας ρήτρα ἀποζημιώσεως ἐν περιπτώσει ἀπολύσεως. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ ΔΕΗ ἐδέχθη νὰ περιλάβῃ ὁμοίαν ρήτραν ἀποζημιώσεως.
§28Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελα νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ Καθηγητοῦ κ. Φλαμπουριάρη, βοηθοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. συνάδελφον τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὰ ὅσα θὰ εἴπω. Πρῶτον, ὁ κ. Φλαμπουριάρης, ἠρωτήθη ὑπὸ τῶν δικαστικῶν τῶν τριῶν, δεύτερον, ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἡμετέρας, τῆς Ἀνακριτικῆς, ἐὰν δύναται νὰ ἀναφέρῃ ἔστω καὶ ἓν παράδειγμα παρεμβάσεως Ὑπουργοῦ προξενήσαντος ζημίας. Ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν τριῶν δικαστικῶν, ὅταν τοῦ ἐτέθη αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, ἐζήτησε καὶ ἔλαβε προθεσμίαν ἀπαντήσεως καὶ ἀπήντησεν δι’ ὑπομνήματος. Εἰς τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο, ἀναφέρει ἐλάχιστα παραδείγματα, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντα μὲ Ὑπουργόν, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ βαρύτερον, νομίζω εἶναι, ὅτι κάποτε Γενικός τις Γραμματεὺς Ὑπουργείου, θέλων νὰ μετατεθῇ ὑπάλληλος μιᾶς ὑπὸ ἐξαγορὰν Ἑταιρείας τὸν ἐπίεσε νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἐξαγορὰν πρὶν γίνῃ ἡ μετάθεσις τοῦ ὑπαλλήλου. Αὐτὴ εἶναι ἡ βαρυτέρα περίπτωσις τῆς παρεμβάσεως ἑνὸς Γενικοῦ Γραμματέως. Ἀνέφερε ἄλλην περίπτωσιν παρεμβάσεως Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας, ὁ ὁποῖος τοῦ ἐζήτησε τοῦτο τὸ σκανδαλῶδες, νὰ συνεισπράττῃ ἡ ΔΕΗ τὰ τέλη τοῦ ραδιοφώνου. Αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εὔστοχος ἢ ἄστοχος, ἀλλὰ δὲν εἶναι σκανδαλώδης. Σεῖς ὅμως εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἠρωτήσατε τὸν κ. Καθηγητὴν καὶ ἠρωτήθη ὁ κ. Καθηγητὴς παρὰ τῶν δικαστικῶν νὰ ἀναφέρῃ ἓν παράδειγμα παρεμβάσεως Ὑπουργοῦ προξενήσαντος ζημίαν, καὶ εἶπεν ὁ κ. Καθηγητὴς ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται. Εἶπεν ἐπίσης ἐνώπιον ὑμῶν ἐξεταζόμενος ὁ κ. Καθηγητὴς καὶ τὸν ἐμέμφθη δι’ αὐτὸ χθὲς ὁ κ. Τσιριμῶκος, πρῶτον ὅτι αἱ παρεμβάσεις καὶ αἱ ὅσαι ἐγένοντο καὶ ἐὰν δὲν ἀνεγράφοντο ὡς εἶπε εἰς τὰ πρακτικά, δὲν ἀπέβλεπον βεβαίως, εἰς τὸ νὰ προξενήσουν ζημίαν εἰς τὴν ΔΕΗ. Ἐλησμόνησεν ἐπίσης ὁ κ. Καθηγητὴς ὅτι ἐπὶ 11 συναπτὰ ἔτη κατεῖχε περίοπτον θέσιν εἰς τὴν ΔΕΗ. Εἴτε ἦτο μέλος τοῦ Διοικητικοῦ αὐτῆς Συμβουλίου, εἴτε ἀναπληρωτὴς Γενικὸς Διευθυντής, ὁ πρῶτος μετὰ τὸν Πεζόπουλον. Ἦτο δυνατὸν Καθηγητὴς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Φλαμπουριάρη, νὰ ἀντελήφθη σκάνδαλα καὶ νὰ μὴ τὰ κατήγγειλε; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀμνησίαν ὁ κ. Καθηγητὴς ὥστε καὶ ὑπὸ τῶν τριῶν δικαστικῶν ἐξεταζόμενος, οὐ μόνον ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐξεταζόμενος, νὰ μὴ εἴπῃ λέξιν δυναμένην νὰ ἐπιβαρύνῃ οἱονδήποτε Ὑπουργόν; Καὶ τὸ τελευταῖον ἐρώτημα. Εἶναι δυνατὸν κ. συνάδελφε, ὁ κ. Καθηγητὴς ἁπλῶς νὰ λέγῃ τὸ ἀόριστον ὅτι οἱ ἄλλοι ὅλοι ἐν τῷ Διοικητικῷ Συμβουλίῳ ὑπέκυπτον εἰς τὰς πιέσεις, αὐτὸς δὲ μόνος δὲν ὑπέκυπτε; Ὅταν αὐτοὶ οἱ ἄλλοι ὅλοι πρῶτον κατὰ τὸ ἥμισυ ἐξ αὐτῶν χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ σᾶς σήμερον, οἱ δὲ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δὲν χρησιμοποιοῦνται εἶναι ἐπίσης πρόσωπα περιωπῆς; Ποῖοι δηλαδὴ ἦταν ἀνδρείκελα; Ὁ Α. Δημητρακόπουλος, ὁ στρατηγὸς Σειραδάκης, οἱ δύο Ὑποδιοικηταὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ὁ Γρηγόριος Ζαρειφόπουλος, ὁ Ναύαρχος Τσάφος, ὁ στρατηγὸς Κιτριλάκης, ὁ μηχανικὸς Στουθάπης, ὁ ἴδιος ὁ κ. Φλαμπουριάρης; Εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ πιστεύσῃ τις αὐτά; Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἔχῃ ἀνδρείκελον τὸν κ. Καθηγητὴν, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἀνδρείκελον καὶ πράγματι δὲν ἦτο, πῶς συνέβη νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Ἀντ)δρου καὶ ὅταν ἔφυγε τὴν τελευταίαν φορὰν ἀπὸ τὸ συμβούλιον νὰ τοῦ προσφέρῃ τὴν θέσιν τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ; Τὸ ἔκανεν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐθεώρει τὸν κ. καθηγητὴν ἀνδρείκελον; Εἶναι πιστευτὰ αὐτά; Ἁπλούστατα ὁ κ. καθηγητὴς παρετήρησεν ἐνδεχομένως τριτευούσης ἢ πέμπτης ἢ ἕκτης τάξεως ἀταξίας, μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν φρασεολογίαν αὐτήν, ὥστε δὲν ἐνθυμεῖται καὶ δὲν κατέθεσε οὔτε μίαν τοιαύτην πρᾶξιν ἀξίαν νὰ μνημονευθῇ ἀπὸ τὸ βῆμα εἴτε ἐνώπιον τῶν τριῶν δικαστικῶν εἴτε ἐνώπιον ὑμῶν. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ μέγας μάρτυς ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθῶμεν. Ὅταν συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις τοῦ ἀλουμινίου εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀνάμιξιν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶμαι πλήρως ἀντικειμενικὸς κατὰ τὸ δυνατόν, ὁ κ. καθηγητὴς παρίστατο κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ἔλαβε τὸν λόγον— ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἔλαβε τὸν λόγον— ἐὰν εἶχε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν συνετελεῖτο ἐθνικὸν ἔγκλημα ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὁ ἠθικώτατος δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγείρῃ τὴν ὥραν ἐκείνην τὸ ἀνάστημά του ἀνεξαρτήτως ἁρμοδιότητος καὶ μή; Ὅταν δὲν ἦτο κλητὴρ ἐν τῇ ΔΕΗ ἀλλὰ ἀναπληρωτὴς Γενικὸς Διευθυντής; Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Φλαμπουριάρη, τὸν ὁποῖον τιμῶ, ἡ ἔννοια καὶ ἡ σημασία, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει προδήλως ἐκ πλάνης ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος εἰσηγητής; Νομίζω ὄχι.
§29Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν γεγονότων, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἡ ὁποία εἴτε ἐνδεικτικὴ εἶναι, εἴτε ἐξαντλητικὴ πράγματι δὲν ἀναφέρεται ἐπὶ τῶν κρισίμων θεμάτων μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολούμεθα. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ εἴπω τοῦτο καὶ τὸ δηλώνω προκαταβολικῶς, ὅτι ὅλη ἡ κατάστασις ἡ κρατοῦσα ἐν τῇ ΔΕΗ καὶ ἡ περιγραφὴ περὶ τῆς ὁποίας θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου καὶ τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. καθηγητὴς δὲν ἐλήφθη ποσῶς ὑπ’ ὄψιν ὡς ἔνδειξις διὰ νὰ καταλήξῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὰ συμπεράσματά της. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα μέσα εἰς τὴν ὁποίαν ἐκινεῖτο μὲ ἐγκληματικὴν ἀσυδοσίαν καὶ ἔχω συναίσθησιν τοῦ λόγου μου ὁ κ. Γενικὸς Διευθυντὴς, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤρχισαν νὰ ἀποκαλύπτωνται καὶ νὰ ἔρχωνται εἰς φῶς τὰ γεγονότα αὐτὰ δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ παρὰ νὰ δημιουργήσουν μίαν δυσπιστίαν, μίαν ἐπιφυλακτικότητα, ἀλλὰ κατ’ ἐπίφασιν· μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης προβάλλουν τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ τὴν ἠθικήν του προβολήν, ἀλλὰ κάτω ἀπὸ τὸν πέπλον αὐτὸν δὲν εἶχε τὴν στοιχειώδη ἠθικὴν εὐθιξίαν τὴν ὁποίαν διαθέτει ὁ ἁπλοῦς ἄνθρωπος τῆς Πατρίδος μας. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν ἀξίαν τῆς καταθέσεως ἀναμφισβητήτως θὰ πρέπει κανεὶς νὰ ὑπογραμμίσῃ ὅτι ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπε τότε τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1962 κληθεὶς τὸν Αὔγουστον, ἐζήτησε προθεσμίαν διὰ νὰ διαφωτίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ ὅλων τῶν συμβάντων καὶ εἶχε προθεσμίαν 4 μηνῶν. Τὰ ἔγραψε, τὰ ὑπέγραψε, τὰ κατέθεσε, τὰ ἐβεβαίωσεν ἐνόρκως. Ἐν συνεχείᾳ δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἂν θέλετε νὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἄποψιν ἐὰν θὰ πρέπει νὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν θὰ πρέπει νὰ γίνεται μετ’ αὐστηροτάτης κρίσεως ἡ ἀξιολόγησις τῶν μαρτύρων. Ἦλθεν ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἶπεν «ὅπου ἔχω εἴπει παρέμβασις ἢ πίεσις γράφετε παράκλησις ἢ ἱκεσία». Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν ἔχω, ἔτσι τὸ ἀναφέρει καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ νόημά του. Καὶ δικαιοῦμαι, νὰ εἴπω χωρὶς νὰ ἀφορᾷ τὸν συγκεκριμένον καθηγητήν, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν εἰς πᾶσαν δίκην τὸ ἐμμάρτυρον ὀφείλει νὰ ὑποστῇ τὴν βάσανον τῆς λογικῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ διὰ τὴν ἀξιοπιστίαν τῶν μαρτύρων. Λέγει εἰς ἕνα σημεῖον τὸ πόρισμα τῆς ἐπιτροπῆς μας ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς γενικότητος καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω, κύριοι συνάδελφοι. Γενικῶς διὰ τοὺς μάρτυρας καὶ τὴν ἀξιοπιστίαν τῶν μαρτύρων δυσπιστῶ δυστυχῶς, ὅτι πολλοὶ τῶν μαρτύρων ἢ τινὲς τῶν μαρτύρων... (ἀναγινώσκει). Θλιβερὰ ἡ διαπίστωσις. Ἀλλὰ ἐὰν συνέβη, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν πράγματι συνέβη σεῖς θὰ κρίνετε. Εἶναι θλιβερὰ ἡ διαπίστωσις, ὅταν ἄνθρωποι τὰ πρῶτα φέροντες, ἡγέται τῆς πνευματικῆς ἡγεσίας τοῦ τόπου, τὰ συμπεράσματα εἶναι ἀποκαρδιωτικὰ καὶ ὅπως ἐπίσης ὑπογραμμίζεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν περισσότερον παντὸς ἄλλου οἱ πνευματικοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι τὰ πρῶτα φέροντες θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης τοῦ καθήκοντος καὶ ὄχι νὰ ἐμφανίζουν αὑτὸ τὸ φαινόμενο ποὺ ἐπαναλαμβάνω καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἐπαναλάβω περισσότερον, τὴν θέσιν των προσπαθοῦν νὰ τακτοποιήσουν ἔναντι τοῦ οἱουδήποτε τοῦ μέλλοντος παρὰ νὰ διαφωτίσουν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Σώματος. Εἶχον εἴπει συζητουμένης τῆς προτάσεως καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβω διότι προέκυψεν ἀνάγλυφος εἰκὼν καὶ τῆς ἠθικῆς εὐθιξίας καὶ τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τὴν ὁποίαν διαφυλάττει οἱοσδήποτε ἄνθρωπος ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ παρεχώρησεν ἀπηλλοτρίωσε διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ διὰ νὰ ἐξευμενήσῃ αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐφοβεῖτο ἀποκαλύψεις. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ διαζυγίου θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς μηνύσεως, ἡ ὁποία, ὑπεβλήθη καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφεται ὅτι προσέφυγεν εἰς τὴν δικαιοσύνην διότι ὁ Διευθυντὴς τοῦ «Νεολόγου» Πατρῶν ἔγραψε καὶ ὑπέγραψε τὰ ἑξῆς εἰς βάρος τοῦ κ. Πεζοπούλου: «Ἀφ’ ἧς διωρίσθη Δ)ντὴς τῆς ΔΕΗ ἀπέκτησεν ἀπεριόριστον πολιτικὴν δύναμιν καὶ ἀπίθανα οἰκονομικὰ μέσα. Θὰ δώσῃ λόγον τῆς ἀναλγήτου σπατάλης τοῦ χρήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ..... ἵνα καταδειχθῇ εἰς ποῖον βορβορῶδες περιβάλλον ζῇ οὗτος.... μὴ διστάζων πρὸ οὐδεμιᾶς ἀτιμίας, μὴ ἔχων χαλινὸν ἀλλὰ πρωτοφανῆ ἐκτραχηλισμὸν.... ἀδίστακτος σκευωρός, μέγας ψευδολόγος, ταπεινὸς συκοφάντης, ἀχάριστος καὶ ἀγνώμων. Βλέπω νὰ ἀποβάλῃ πᾶν ἴχνος ἐντροπῆς.... εἰς οὐδὲν ὠφελεῖ νὰ κλείσω τὴν ρίνα εἰς τὰς ἀναδιδομένας ἀναθυμιάσεις...». Αὐτὰ ἐγράφοντο διὰ τὸν κ. Πεζόπουλον κατὰ Μάρτιον καὶ Ἀπρίλιον 1960. Καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντίᾳ ἢ ἐὰν θέλετε ἐπὶ ἁπλῇ ἐξυβρίσει. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δίκης; Τὴν 14.11.61 ὡς πιστοποιεῖται ἀπὸ τὴν 21009 ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελειοδικείου Ἀθηνῶν ἱκέτευσε περίπου ὁ κ. Πεζόπουλος νὰ ἀποδεχθῇ ὁ κατηγορούμενος τὴν ἀνάκλησιν καὶ χωρὶς νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἀνάκλησιν εἰς οὐδὲν τυπικὸν συγγνώμης, ἀνεκάλεσε τὴν ἔγκλησιν, ἐπλήρωσε τὰ δικαστικὰ ἔξοδα καὶ ἀνέμενε τὸ ἔλεος τοῦ κατηγορουμένου τοῦ ὑβριστοῦ διὰ νὰ παραιτηθῇ τῆς ἐγκλήσεως νὰ μὴ συνεχισθῇ ἡ δίκη. Ποῖος ἄνθρωπος ἔχων στοιχειώδη ἔννοιαν ἠθικῆς, ποῖος ἁπλοῦς πολίτης εἰς τὴν Χώραν μας θὰ ὑβρισθῇ κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν καὶ δὲν θὰ ἀντιδράσῃ; Φαινόμενον ἠθικῆς ἀναλγησίας, ποὺ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι παρεχώρησε τὴν ἠθικήν του ὑπόστασιν, διὰ νὰ φιμώσῃ τοὺς διώκτας του, διὰ νὰ περιορίσουν ἐὰν θέλετε τὰς ἀποκαλύψεις του. Δικαιοῦμαι καὶ σὰν συμπέρασμα νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ δὲν εἶναι συμπέρασμα, εἶναι πλήρης ἀπόδειξις, ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ θὰ ἀντιστρατεύετο τὴν ἐνστικτώδη ἀντίδρασιν οἱουδήποτε τιμίου ἀνθρώπου. Κύριοι συνάδελφοι, ἂς θεωρηθῇ σὰν μία εἰσαγωγή, σὰν προεισαγωγή, μὴ ἔχουσα σχέσιν μὲ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ γεγονότος, ἀλλὰ ἁπλῶς διὰ νὰ δώσω μίαν ἐντύπωσιν τοῦ κλίματος, μέσα εἰς τὸ ὁποῖον ἔδρασεν ὁ Γεώργιος Πεζόπουλος. Καὶ ἐκατηγορήθημεν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι πέραν τοῦ ἔργου μας ἐμνημονεύσαμεν γεγονότα, ἄσχετα, δι’ ἄλλους σκοποὺς καὶ πρὸς ἄλλας κατευθύνσεις. Εἶμαι ὑποχρεωμένος τὴν κατηγορίαν νὰ ἀποκρούσω. Οὐδὲν ἔχει γραφῆ εἰς τὸ πόρισμα, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ἐξεταζόμενον θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν συνεστήθη καλῶς ἢ κακῶς, διὰ νὰ μορφώσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἰδίαν γνώμην. Ἐλέχθη, δηλονότι, χθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ράλλην, τί σχέσιν ἔχει ἡ μνεία τοῦ κ. Χριστοπούλου; Τί σχέσιν ἔχει ἡ κεραία τῆς Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς νὰ ἐπιδείξῃ ἢ ὄχι εὐαισθησίαν; Ὑπάρχει ἕνα ἄλλο ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον θὰ θέσω. Ὅταν ἡμεῖς ἐλάβομεν τὴν τιμήν, τὸ βάρος ἐὰν θέλετε, τῆς ἀποστολῆς, ἐκπροσώπων τοῦ Σώματος, ἐκπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσιωπήσωμεν παραβάσεις οἱουδήποτε ἢ οἱασδήποτε ἀρχῆς, αἱ ὁποῖαι ἀφήνουν ὑπόνοιαν ἢ αἰχμὴν μιᾶς αἰσχρᾶς ὑποθέσεως, ἑνὸς αἰσχροῦ ἐπαγγελματίου καὶ νὰ μὴ διαλύσωμεν αὐτὴν τὴν ὑπόνοιαν ἢ νὰ μὴ τὴν ὑπογραμμίσωμεν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ ἐκδηλωθῇ οἱαδήποτε ἀντίδρασις; Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα, οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοὶ θὰ μὲ ἐννοήσητε καλλίτερον, μετὰ τὴν παραίτησιν ἐκ τοῦ διαζυγίου ὑποβάλλεται ἀγωγὴ διαζυγίου, τὴν 15ην Ἀπριλίου, 20 ἡμέρας κατὰ τὴν δικονομίαν διὰ νὰ συζητηθῇ, ἐγγράφεται εἰς τὸ πινάκιον ἐντὸς 3 ἡμερῶν συζητεῖται ἐκδίδεται τὴν ἑπομένην καὶ μετὰ μίαν ἡμέραν πρὶν καθαρογραφῇ ἡ ἀπόφασις ἐξετάζονται οἱ μάρτυρες καὶ μετὰ 3 ἡμέρας ἔρχεται πρὸς περαιτέρω συζήτησιν καὶ χωρὶς κἄν νὰ καθαρογραφῇ τὸ πρακτικὸν καὶ χωρὶς νὰ δοθοῦν αἱ προϋποθέσεις πρὸς διανομήν, ἐκδίδεται τὴν ἑπομένην ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις. Ἐρωτῶ: Δὲν εἶναι πρωτοφανὴς αὐτὴ ἡ τακτικὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει πουθενά, ποὺ οὔτε ξαναεμφανίστηκε εἰς τὰ δικαστικὰ χρονικά, οὔτε καὶ εἰς τὰ πλέον ἀπομεμακρυσμένα Πρωτοδικεῖα τοῦ Κράτους, ὅπου ὑπάρχει ταχύτης, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς μὴ ὑπάρξεως ἀπασχολήσεως; Ἐδῶ ὑπάρχει τὸ δεδομένον καὶ ἔγινε λόγος περὶ 10 χιλιάδων λιρῶν εἰς τὴν ποινικὴν δίκην. Καὶ εἶναι μόνον 10.000 λίρες ἢ εἶναι πολλαπλάσιον ποσόν, διότι μὲ 10.000 λίρες ἠρνεῖτο ἡ σύζυγος. Τώρα διὰ νὰ δεχθῇ πόσαι λίραι κατεβλήθησαν; Ὅταν λοιπὸν περὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ γίνεται λόγος, δικαιοῦται κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ σύζυγος ἠρνεῖτο τὰς 10.000 λίρας, θὰ ἔπρεπε νὰ πάρῃ περισσοτέρας. Ἔχομεν λοιπόν, αὐτὴν τὴν συναλλαγὴν μεταξὺ τῶν διαδίκων. Δὲν θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ διατυπωθῇ καὶ μία ἀπορία, μὴ τυχὸν ὄργανον αὐτῆς τῆς ἀνόμου συναλλαγῆς ὑπῆρξε καὶ ἔγινεν ἡ Δικαιοσύνη; Καὶ ἐὰν δὲν ἐγένετο ἔτσι, ποία ἦτο ἡ δύναμις καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ χρυσίου τοῦ κ. Πεζοπούλου; Εἶχεν ἰσχὺν νὰ κάμψῃ καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν; Εἶναι ἓν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς δικογραφίας καὶ τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται καὶ τονίζεται ἐνώπιον τοῦ Σώματος μὲ ὅλην τὴν συναίσθησιν εὐθύνης, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, ὄχι διὰ νὰ κατηγορήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην, ἀλλὰ ἀκριβῶς διὰ νὰ προφυλάξωμεν τὴν Δικαιοσύνην, ἀπὸ τοιαύτας ἐνεργείας ἀτυχεῖς, ἐὰν θέλετε ὡρισμένων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκθέτουν τὴν Δικαιοσύνην.
§30Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος παρακαλῶ νὰ κάμητε τὰς διακοπάς.
§32Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Εἰς τὸ τέλος δὲν θὰ ἔχῃ ἀξίαν ἡ διακοπή. Ἤθελον τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνεφέρθη εἰς 2 πράξεις τῶν Ἀντεισαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διατί δὲν μᾶς εἶπε τίποτε περὶ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον εἶπεν, ὅτι ἔκριναν μὲ ἀντικειμενικὴν δικαστικὴν συνείδησιν τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς; Ἐφ’ ὅσον ἐκάματε ὑπαινιγμὸν εἰς βάρος τῆς Δικαιοσύνης, διατί δὲν ὡμιλήσατε διὰ τοὺς Ἀντεισαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου;
§33Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Πρῶτον, δὲν θὰ μοῦ κανονίσητε σεῖς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Τὸ ἐὰν τὰ λεχθέντα ἀποτελοῦν ἐπίκρισιν κατὰ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἠστοχήσατε εἰς τὴν ἐρώτησιν, διότι ἐὰν ἐπεριμένατε μέχρι τὸ τέλος, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι θὰ ὑπῆρχεν ἀπάντησις καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἐγὼ ἔθεσα ἓν ἐρώτημα, μήπως τυχὸν ὑπάρχει δεσμὸς ἢ ταχύτης ἐπιεικεστέρα τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν σύνθεσιν τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ καὶ μήπως ἀθελήτως ἢ ἠθελημένως ἔγιναν ὄργανα μιᾶς ἀθεμίτου συναλλαγῆς, ἡ ὁποία εἶχεν ὡς προμετωπίδα ἐνεργείας τὰς 10.000 λίρας; Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον θέτω, τὸ ἔβγαλα ἀπὸ τὴν μακρὰν δικηγορικήν μου πεῖραν.
§34Χ. ΜΠΟΥΓΑΣ. Παρακαλῶ μίαν διακοπήν ......... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος) (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ μὴ διακόπτετε. Νὰ διατηρήσωμεν τὴν συζήτησιν ὡς μέχρι τώρα ἐξελίσσεται, ὁμαλῶς. Συνεχίσατε, κ. Σεργάκη.
§36Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δι’ ὡρισμένα κεφάλαια τῆς κατηγορίας ὑπῆρξε παραπεμπτική. Καὶ εἰς τὰ περισσότερα, κατ’ ἀριθμὸν τοὐλάχιστον, ὑπῆρξεν ἀπαλλακτική. Διετυπώθη ὅμως κατὰ τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ράλλη, ἔμμεσος κατηγορία, ἀλλὰ σαφὴς εἰς βάρος τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἔθιξε τὸ θέμα τῆς προμηθείας, τῆς ἀγορᾶς τῆς δευτέρας μονάδος τῆς Πτολεμαΐδος. Δὲν ὑπῆρχε λάθος, κύριοι, ἐπεβάλλετο ἀπὸ χρέος καὶ καθῆκον νὰ ὑπογραμμισθῇ μία παράβασις, μία ἀνωμαλία, ἡ ὁποία προέκυψε διὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ κ. Βλαχοπούλου, διὰ νὰ ὑπογραμμισθοῦν ὡρισμένα συμπεράσματα κατὰ ποῖον ἀτυχῆ τρόπον διεπραγματεύετο ἡ ΔΕΗ τὰς προμηθείας καὶ ποίαν ἀξίαν εἶχον τὰ 48 ἑκατ. δραχμῶν τὰ ὁποῖα ἀφορᾷ ἡ ὑπογραμμιζομένη περίπτωσις. Ἐπικαλούμενος τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα προέκυψαν, θὰ θέσω ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τὰς διαπιστώσεις. Θὰ ἤθελον νὰ ἀποκρούσω ὅμως τοῦτο: Κατηγορήθη ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι εἰς τὸ πόρισμά της ἐν συμπεράσματι λέγει «... (ἀναγινώσκει) ...». Καὶ ἂν ἀντελήφθην καλῶς, ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπεγράμμισεν ἐπανειλημμένως τὴν σθεναρὰν στάσιν τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη. Διέπραξε σφάλμα. Θέλω νὰ ὑπογραμμισθῇ τοῦτο: Ὅτι τὸ σφάλμα δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην, διότι ὑπῆρξε διαιτητικὴ ἀπόφασις, ἡ ὁποία δεσμεύει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ΔΕΗ. Τὸ θέμα εἶναι ποῖος ὑπεχρέωσε τὸν κ. Βλαχόπουλον νὰ δεχθῇ ἀσήμαντον διαφορὰν διὰ νὰ γίνουν δεκταὶ ἐξ ὁλοκλήρου αἱ ἀξιώσεις τῆς ΑΛΣΤΟΜ. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται: Ἡ ΔΕΗ τὸ 1958 εἶχε προγραμματίσει τὴν προδιαγραφὴν διὰ τὴν δημοπρασίαν. Κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο, βάσει τοῦ πρωτοκόλλου μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Γαλλικῆς Κυβερνήσεως τῆς 15.7. 1958, μὲ ἐξαγωγὴν οἴνων θὰ εἰσήγοντο κεφαλαιουχικὰ ἀγαθὰ μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὑλικὰ τῆς ΔΕΗ. Προεκρίθησαν 4 Οἶκοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐπιλεγῆ διὰ νὰ ὑποβάλουν προσφορὰς μέχρι τῆς 27.8.1958. Μόνον ἡ ΑΛΣΤΟΜ ὑπέβαλε προσφοράν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι Οἶκοι ἐδήλωσαν, ὅτι λόγῳ τῆς μικρᾶς προθεσμίας ἡ ὁποία ἐτάσσετο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσφέρουν τιμάς. Προσέφερεν ἡ ΑΛΣΤΟΜ τιμὴν 131,5 ἀνὰ κιλοβατώραν διὰ μονάδα 125. Τί εἶχε συμβῆ τὴν στιγμὴν ἐκείνην; Ἡ ἰδία Ἑταιρεία τὸν Ἀπρίλιον 1958, πρὸ 4 μηνῶν εἶχε προσφέρει εἰς τὴν ΔΕΗ προσφορὰν διὰ τὴν αὐτὴν μονάδα 110 κιλοβάτ, τιμὴν κατὰ 15,5–16 δολλάρια εὐθηνότερον. Λέγει ἡ Ἐπιτροπὴ Κρίσεως τῆς ΔΕΗ, ὅτι εἶναι ἀσύμφορος ἡ προσφορὰ καὶ τίθεται εἰς τὸ ἀρχεῖον ὡς ἄνευ ἐνδιαφέροντος. Ὑποβάλλεται ἐν συνεχείᾳ ἡ προσφορὰ μὲ 131 δολλάρια. Συνέρχεται ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπὴ καὶ λέγει, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, διότι ὑπάρχει τεραστία διαφορὰ μὲ τὴν προηγουμένην. Ὑποχωρεῖ ἡ ΑΛΣΤΟΜ εἰς τὰ 128,5. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ πρὸ τῶν ἀτελευτήτων διαπραγματεύσεων καὶ διαφωνιῶν, ἀπευθύνεται εἰς τὴν ΔΕΗ καὶ τῆς λέγει, κατευθυνθῆτε εἰς ἐκτέλεσιν σχετικοῦ ὅρου τοῦ πρωτοκόλλου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ μοῦ εἴπητε ποία εἶναι ἡ εὔλογος τιμὴ εἰς τὰς χώρας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Ἐκπληρώνει ἡ ΔΕΗ τὴν ἐντολὴν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ δι’ ἐγγράφου της τῆς 3ης Νοεμβρίου, ἀπαντᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τοῦ λέγει: Κύριε Ὑπουργέ, ἡ ἀγοραία τιμὴ εἰς τὴν δυτικὴν ἀγορὰν εἶναι 95–105 δολλάρια ἀνὰ κιλοβατώραν, εἴτε κατὰ μέσον ὅρον 100. Διαφορὰ 28–31 δολλάρια. Δηλαδή, συνολικὴ διαφορὰ 3.200.000 δολλάρια. Ἠμφισβήτησε ἡ ΑΛΣΤΟΜ τὴν γνωμάτευσιν αὐτὴν καὶ εἶπεν, ὅτι βάσει ἄλλων συντελεστῶν, πρέπει νὰ γίνῃ ὁ ὑπολογισμός. Καὶ λέγει ἡ Δ.Ε.Η. πρὸς διευκόλυνσιν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν πάντων, ἐδέχθημεν καὶ τὴν πρότασιν τῆς ΑΛΣΤΟΜ. Τρεῖς φορὰς προκύπτει, ὅτι ὑπεχώρησεν ἡ Ἐπιτροπὴ κρίσεως, ἀποδεχθεῖσα τοὺς προτεινομένους συντελεστὰς ἀπὸ πλευρᾶς ΑΛΣΤΟΜ διὰ νὰ καταλήξῃ κατὰ τρόπον ἀδιαφιλονίκητον εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ ἡ τιμὴ πλέον τῶν 110 ἑκατ. δολλαρίων ἀνὰ κιλοβατώραν. Διαφορὰ 2.250.000. Πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργός, προεδρεύων συσκέψεως καὶ ὅταν εἶδε αὐτὴν τὴν τεραστίαν διαφορὰν τῶν 2.250.000 δολλαρίων, διαφορὰν τιμῆς ὄχι ἀπὸ τὰς διεθνεῖς τιμὰς τῶν 100, κατὰ μέσον ὅρον, ἀλλὰ τῶν 110 ποὺ ἐδέχθη ἡ Δ.Ε.Η., κατὰ παραχώρησιν, ἀσκεῖ τὸ ἐκ τοῦ κανονισμοῦ δικαίωμα διαιτησίας τὴν 14.11.58. Ἀκούσατε, κ.κ. συνάδελφοι, τὴν συνέχειαν, διὰ νὰ μοῦ εἴπητε, ἐὰν εἶναι ἀξιοπρόσεκτος ὑπόθεσις καὶ ἂν πρέπει νὰ ὑπογραμμισθῇ ἢ ὄχι. Ὑπογράφει τὸν διορισμὸν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, ὡς διαιτητοῦ ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς, τοῦ κ. Βλαχοπούλου, εἰς τὰς 14 Νοεμβρίου. Τὴν 17ην Νοεμβρίου καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ ἀποκαλυπτικὸν ἔγγραφον, ποὺ κατέθεσεν ὁ κ. Βλαχόπουλος. «... (Ἀναγινώσκει)...». Ἡ Δ.Ε.Η., ὁ κ. Πεζόπουλος, διαβιβάζων τὸ σημείωμα τοῦ ἁρμοδίου τῆς Δ.Ε.Η., κ. Ἀποστολάκη, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ἐκθέτει ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰ ὅσα ἐν συντομίᾳ σᾶς ἐξέθεσα καὶ λέγει, ὅτι ὀρθῶς, κ. Ὑπουργέ, διωρίσατε διαιτητήν, ἀλλὰ ἡ ALSTOM δηλοῖ, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ διαιτησίας καὶ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει μείωσιν τῶν τιμῶν της. Τὴν 20 Νοεμβρίου, ὅμως, διορίζεται ἀπὸ Γαλλικῆς πλευρᾶς, διαιτητὴς ὁ ὑποδιευθυντὴς τῆς OL–CO ἐν Ἑλλάδι καὶ τὴν 22 τοῦ μηνὸς ἐπέρχεται συμφωνία Ἕλληνος καὶ Γάλλου διαιτητοῦ, διὰ τὴν μείωσιν τῶν 575 ἢ 600. Καὶ ἐρωτᾶται: Ἐφ’ ὅσον διεπιστώθη τόσον ἄνοιγμα, ὄχι μὲ στοιχεῖα φανταστικά, ἀλλὰ μὲ αὐτὰς ταύτας τὰς προσφορὰς τῆς ἰδίας τῆς ALSTOM καὶ ἐκρίθη τότε ἡ προσφορὰ της ἄνευ ἀξίας, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ἕλλην διαιτητής, νὰ εἴπῃ, ὅτι μέσα εἰς τρεῖς μῆνας πρέπει νὰ πάρῃ 2.000.000 δολλάρια, πάρα πάνω, τὰ ὁποῖα εἶναι 60 ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ ἐδέχθη τὴν μείωσιν τῶν 500.000 δολλαρίων, διὰ νὰ ἀπομείνῃ μὲ τοὺς ὑπολογισμοὺς περίπου 1.500.000 δολλάρια, ἤτοι 48 ὁλόκληρα ἑκατομμύρια; Ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς προκύπτουν αἱ ἑξῆς διαφοραί: «... (Ἀναγινώσκει)...». Καὶ καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀθῶος τῆς πράξεως ταύτης, ἀνώτερος πάσης ὑπονοίας ἢ ὑποψίας, ὁ ἁρμόδιος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην Ὑπουργὸς κ. Πρωτοπαπαδάκης, διότι τὸ ποσὸν τῆς μειώσεως ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς διαιτησίας ἦτο εὐχερέστατον νὰ τὸ ἐπιτύχῃ κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις, διότι ὅταν διεπίστωσε τὸ ἄνοιγμα, ἔδωσεν ἐντολὴν καὶ διώρισε διαιτητήν, διὰ νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν μὲ στοιχεῖα ἀσυνήθη.
§37Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε...
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Λυμπέρη, εἰς τὸ τέλος.
§39Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Ἀπὸ στενὴν οἰκονομικὴν ἄποψιν, ἀδιαφιλονικήτως ἡ ἐπιτροπή, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ καταλογήσῃ εὐθύνην καὶ δὲν καταλογίζει. Διεπιστώθη, ὅμως, ἕνα περιστατικόν, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπῆρχον ἀποδείξεις ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκτάκτου ἐλέγχου. Ἐκάμαμε παράλειψιν μνημονεύσαντες τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅταν ὑπάρχῃ ζημία τοὐλάχιστον 48 ἑκατομμυρίων δραχμῶν; Ὑπογραμμίζοντες αὐτὴν τὴν ἄτακτον συναλλαγήν μας, εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῶμεν, ὅτι αὐτὸ ἀποδεικνύει προκατάληψιν, ὅταν μάλιστα τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὑπὸ οἱανδήποτε ἔννοιαν ἠθικῆς ἢ πολιτικῆς διασφαλίζομεν ρητῶς, δηλοῦντες, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἡ διαιτητικὴ τοῦ ἔδωσε τὸ δικαίωμα νὰ διατηρῇ τὰς ἀντιρρήσεις του; Διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἀπόφασις διαιτητική, ἀναμφισβητήτως, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ψόγος καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ποῖος, ὅμως, ἐπέβαλεν εἰς τὸν Βλαχόπουλον, νὰ συμφωνήσῃ εἰς τὸ ποσὸν αὐτό; Δὲν εἶναι θέμα κρίσεως. Εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅμως, γεγονός, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ ὡρισμένην δαπάνην, τὴν ὁποίαν εἶχε χρέος ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ὑπογραμμίσῃ, διὰ νὰ γίνῃ γνωστὸς ὁ τρόπος τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῆς Δ.Ε.Η.
§40Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ὁ αὐτὸς καὶ σήμερον, διότι οἱ αὐτοὶ διοικοῦν. Ὁ Ἀλῆ–Μπαμπᾶς καὶ οἱ 40 κλέφτες, εἶναι ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν Δ.Ε.Η.
§41Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐστάθμισε τὰ γεγονότα καὶ κατέληξε δι’ ὡρισμένα κεφάλαια εἰς παραγραφήν. Δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ κεφάλαια τὰ ἀπαλλακτικὰ διὰ νὰ θεμελιώσω τὴν ἄποψιν, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἀπαλλακτικῶν κεφαλαίων, ὑπὸ τὴν αὐστηρὰν οἰκονομικὴν ἄποψιν, θὰ ἠδύναντο νὰ ὑποστηριχθοῦν, ὅτι ὑφίστανται ἐνδείξεις. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὡρίσθη ὡς εἰσηγητὴς ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ λάθους τῶν 50 ἑκατομ. γαλλικῶν φράγκων. Τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἰδικάς μου καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, ἐν συντομίᾳ, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει ὑμῶν, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε μὲ πόσην δύναμαι νὰ εἴπω προσοχήν, ἡ Ἐπιτροπή, ἐπροχώρησεν εἰς τὸ ἔργον της. 425 ἑκατομμύρια γαλλικῶν φράγκων προέβλεπεν ἡ ἀρχικὴ συμφωνία νὰ λάβῃ ἡ OL–CO εἰς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἐπιβλέψεως, τὰ ὁποῖα προέβλεπεν ἡ ἀρχικὴ σύμβασις τῶν διαπραγματεύσεων, πρὸ τῆς πρώτης συμβάσεως τῆς 5.5.1955. Διαρκουσῶν, ὅμως, τῶν διαπραγματεύσεων, τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, ἀνέλαβε τὴν ἄρδευσιν τοῦ κάμπου τῆς Καρδίτσης, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχον προϋπολογισθῆ 50 ἑκατομμ. γαλλικὰ φράγκα. Καὶ ἔγινε εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τροποποίησις τῶν σχετικῶν ὅρων, εἰς τρόπον, ὥστε δὲν ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις, πλέον, τῆς OL–CO νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς ἀρδεύσεως. Ἐξ ἀβλεψίας καὶ τοῦ κ. Παπαλεονάρδου καὶ τοῦ κ. Μακρῆ, δὲν ἔγινεν ἡ προσαρμογὴ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως τῆς 5.5.1955, εἰς τρόπον ὥστε, νὰ μειωθῇ, κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 50 ἑκατομ. γαλλικῶν φράγκων, ἡ ἀμοιβὴ τὴν ὁποίαν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ἡ OL–CO, ἐὰν θὰ ἐξετέλη ὅλα τὰ ἔργα. Εἰσέπραξεν ἡ OL–CO 425 ἑκατομμ. γαλλικῶν φράγκων. Τὴν 6.10.1956 — τὰς χρονολογίας, παρακαλῶ, προσέξατε, κ.κ. συνάδελφοι — ἀνακαλύπτει τὸ λάθος ὁ ὑπεύθυνος τοῦ λάθους, ὁ ὑπέχων ἂν ὄχι ποινικάς, τοὐλάχιστον ἀστικὰς εὐθύνας, ἀποζημιώσεως τῆς Δ.Ε.Η. Τὸ ἀνακοινώνει εἰς τὸν νομικὸν σύμβουλον Μακρῆν. Ἔντρομοι, τρομοκρατημένοι, σπεύδουν νὰ ἐνημερώσουν, κατὰ τρόπον ὄχι ὑπηρεσιακὸν καὶ ἱεραρχικόν, τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, διότι ἀπουσίαζε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Πεζόπουλος. Ἐπανέρχεται ὁ κ. Πεζόπουλος, τὴν 10ην τοῦ μηνός, μετὰ 4 ἡμέρας καὶ τοῦ ἀνακοινώνει τὸ γεγονὸς ὁ κ. Παπαλεονάρδος. Τί ὤφειλε νὰ κάμῃ; Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἀποτελέσματος μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία δὲν εἶχε γίνει τότε καὶ ὤφειλε νὰ γίνῃ τώρα· νὰ ἀφαιρεθοῦν τὰ 50 ἑκατομμ. παλαιῶν γαλλικῶν φράγκων. Ἔρχεται ἡ συνεδρίασις τῆς 10ης καὶ τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1956. Ἔχουν ἰδιαιτέραν σημασίαν, κ.κ. συνάδελφοι, αἱ χρονολογίαι. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ περίπτωσις τῶν 50 ἑκατομμυρίων, δίδει τὸ μέγεθος τῆς ἀσυδοσίας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατείχετο καὶ μὲ τὴν ὁποίαν ἐνήργει ἐν τῇ Δ.Ε.Η., ὁ κ. Πεζόπουλος. Δὲν λέγει τίποτε εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, περὶ τῶν 50 ἑκατομμ. γαλλικῶν φράγκων. Καὶ τί συνεζήτει τὸ Συμβούλιον τὴν 10ην καὶ τὴν 12ην τοῦ μηνός; Ἀκούσατε. Συνεζήτει πλέον χαριστικὴν σύμβασιν ὑπὲρ τῆς OL–CO. Τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀπολογιστικῶν ἔργων, τὴν τροποποίησιν τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως, τῆς 5.5.1955 καὶ ἀπεφασίζετο τὴν 12ην τοῦ μηνός, ἡ ἀνάθεσις τῶν ἀπολογιστικῶν εἰς τὴν OL–CO. Περὶ 50 ἑκατομμυρίων γαλλικῶν φράγκων, τίποτε. Ἔντρομος, ὁ κ. Παπαλεονάρδος, σπεύδει εἰς τὸν κ. Γουναράκην, Πρόεδρον, τὴν 14ην τοῦ μηνὸς καὶ τὴν 15ην, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς τὸν κ. Δημητρακόπουλον. Πρὸς Θεοῦ, τέλος πάντων, θὰ κινδυνεύσῃ νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς τὴν ζημίαν αὐτήν; Πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἔχει ἀποφασισθῆ ἡ σύναψις τῆς συμβάσεως· τὴν 15ην τὸ πρωΐ, ἐνημερώνει προφορικῶς τὰ μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ὁ κ. Γουναράκης καὶ συνέστησεν, ἐγγράφως, πρὸς τὴν OL–CO, νὰ τῆς ἀναφέρῃ τὸ γεγονὸς τοῦ λάθους αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ καλὴ πίστις ἐπέβαλε, λάθος ἔγινε, νὰ τακτοποιήσωμεν τὸν λογαριασμὸν «τοῦ δοῦναι καὶ λαβεῖν». Ἀρνεῖται, νομίζω, ἡ OL–CO, νὰ παραλάβῃ τὸ ἔγγραφον. Ἀποκαλύπτει παγίδα καὶ σχεδὸν ὑβρίζει τὸν Γουναράκην. Καὶ τὴν 15ην, τὴν ἰδίαν ἡμέραν, ὑπογράφεται ἡ σύμβασις τῆς 15.10.56, τῶν ἀπολογιστικῶν, διὰ τῆς ὁποίας παρεχωρήθησαν ηὐξημένα δικαιώματα. Δύναται νὰ λεχθῇ ἢ νὰ ἐπαναληφθῇ, ὅτι ἡ Δ.Ε.Η. προσεχώρησε καὶ ἀπεδέχθη ὅρους ἡττημένου. Τίποτε εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον. Πότε ἀσχολεῖται τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον; Τὴν 31ην Ὀκτωβρίου καὶ τὴν 3ην Νοεμβρίου. Ὀξυτάτη ἡ συζήτησις, διότι ἐν τῷ μεταξὺ στέλλει ἔγγραφον εἰς τὸν κ. Παπαλεονάρδον, νὰ τὸν πείσῃ, ὅτι τέλος πάντων, πράγματι δικαιοῦται νὰ κάμῃ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτήν. Ἀποτέλεσμα; Θυελλώδης ἡ συζήτησις τὴν 31ην Ὀκτωβρίου, ὑποχώρησις εἰς τὰς 3 Νοεμβρίου. Θέλετε, διότι εἶχεν ὑπογραφῆ σύμβασις, θέλετε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, ἐθεώρησε τὸ Συμβούλιον, χωρὶς νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε λάθος νὰ μὴ δοθῇ συνέχεια εἰς τὸ θέμα. Τί ἰσχυρίζεται ὁ Πεζόπουλος; Ξέρετε εἰς τὰς καταθέσεις του τί λέγει; Ἡ OL–CO ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ προσαρμογὴν τῶν τιμῶν, τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Δὲν τὸ ἐζήτησεν, ὅμως. Ἐπειδὴ ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ ζητήσῃ καὶ θὰ ἔπαιρνε, ἐὰν ζητοῦσε, τὸ ποσὸν αὐτό, ἂς ἀφίσωμεν τὰ 50 ἑκατομμύρια πρὸς συμψηφισμὸν τῆς ἀξιώσεως ποὺ θὰ ἐζητοῦσε· ἔχει καὶ συνέχειαν. Τώρα, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς μας, ἐξητάσθησαν μάρτυρες καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ἔχει ἐπέλθη ζημία εἰς τὴν Δ.Ε.Η. Διατί, κ. μάρτυς, δὲν ἔχει ἐπέλθει ζημία εἰς τὴν Δ.Ε.Η.; Δὲν ἐξετέλεσαν ἐργασίαν 50 ἑκατομ. Πῶς εἰσέπραξαν 50 ἑκατομ. γαλλικὰ φράγκα; Θὰ σᾶς εἴπω: Ἐξετέλεσαν ἔργα διὰ τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦντο ἀμοιβῆς 46 ἑκατομμυρίων. Πότε τὰ ἐξετέλεσε; Τὸ 1960, 1961, 1962 καὶ τὰ συνεψήφισε πρὸς τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν τῆς Δ.Ε.Η., τὴν ὁποίαν ἐνδομύχως καὶ σιωπηρῶς ἀνεγνώριζεν. Αὐτή, περίπου, εἶναι ἡ ἐμφάνισις τοῦ πράγματος, ὡς δικαιολογία, ὅτι ἐπῆλθε σιωπηρὸς συμψηφισμὸς χωρὶς ποτὲ ἡ OL–CO νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἔχει ἀξίωσιν νὰ ἐπιστρέψῃ 50 ἑκατομμύρια καὶ ἀντιστοίχως ἡ Δ.Ε.Η. ἐδέχθη νὰ μὴ καταβάλῃ βεβαιωθεῖσαν δῆθεν ἀμοιβήν. Γίνεται χρῆσις τοῦ πλέον κακοπίστου συλλογισμοῦ. Διότι, δῆθεν, δὲν τὸ ἐζήτησε καὶ ἀφοῦ δὲν τὸ ἐζήτησε, δὲν τὸ πληρώνει. Καὶ συμψηφίζομεν, κατὰ ἕνα τρόπον, τὴν ζημίαν τοῦ 1956. Ἀλλὰ σημασίαν ἔχει τοῦτο. Τὸ μέγα ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀνακύπτει εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, εἶναι, πῶς ἦτο κατωχυρωμένος, ὁ Πεζόπουλος, ὅτι ἕνα τέτοιο πρᾶγμα, τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς κυβερνητικῆς πράξεως, δὲν θὰ περιήρχετο εἰς γνῶσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁποτεδήποτε. Καὶ ἀκόμη, ὄχι πλέον ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ ἀπὸ αὐτοὺς τούτους τοὺς ὑπολόγους, ἀπὸ τὸν κ. Παπαλεονάρδον. Διότι, ὁ κ. Παπαλεονάρδος καὶ ὁ κ. Μακρῆς, ἅπαξ καὶ ἡ Δ.Ε.Η. δὲν ἀποκαταστήσῃ τὴν ζημίαν, ἦτο εὔλογον νὰ ἀποταθοῦν εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ζητήσουν νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ζημίαν. Ἐκινδύνευε. Καὶ ὅμως, διακινδυνεύει καὶ ὑπολογίζει εἰς τὴν ἀπίθανον σιωπὴν τοῦ κ. Παπαλεονάρδου. Καί, πράγματι, εἰς κἄποιαν συνεδρίασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς 3ης Νοεμβρίου, ὁ κ. Γουναράκης, λέγει, ὅτι δὲν ἀνεκοινώθη τίποτε εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Καὶ ἔτι, πλέον, κ.κ. συνάδελφοι, ὁ κ. Παπαλεονάρδος, ἐξεταζόμενος λέγει, ὅτι δὲν κατέφυγεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ νὰ καταγγείλῃ αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν. Αὐτὸ τὸ ἀριθμητικὸν λάθος, αὐτὴν τὴν ἁπλῆν πρᾶξιν, πρακτικῆς ἀριθμητικῆς, δὲν κατέφυγε νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὅσον καὶ ἂν εἶναι λογικὰ τὰ ἐπιχειρήματα, δὲν εἶναι δικονομικῶς ὀρθὰ διὰ νὰ στηρίξουν κατηγορίαν διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅταν ἔρχεται ὁ ἴδιος ὁ ὑπόλογος, ὁ ὁποῖος εἶναι πιθανόν, σχεδὸν βέβαιον, ἐκτεθειμένος εἰς τὸν κίνδυνον νὰ πληρώσῃ καὶ ἔρχεται καὶ βεβαιώνει εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι δὲν τὸ ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀναμφισβητήτως, ἡ βαρύτης τῆς καταθέσεώς του, γενικῶς αὐτῆς, παρὰ τὰς τυχὸν λογικὰς ἐξηγήσεις ἢ τοὺς συλλογισμοὺς ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, ποῦ θὰ ἐστηρίζετο ὁ Πεζόπουλος, διὰ νὰ κάνῃ αὐτὴν τὴν αὐθαιρεσίαν, αὐτὴν τὴν κατάργησιν τοῦ ἀποτελέσματος, μιᾶς ἁπλουστάτης ἀριθμητικῆς πράξεως; Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Παπαλεονάρδος καταθέσει, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν κατάθεσιν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξ οὐδενὸς ἄλλου στοιχείου προκύπτει ἡ γνῶσις τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑφίστανται ἐνδείξεις ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ποὺ ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, διὰ νὰ καταλογισθῇ οἱαδήποτε εὐθύνη εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐρωτῶ, ὅμως, κ.κ. συνάδελφοι, αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονός, ἡ συμπεριφορὰ αὐτή, τοῦ κ. Πεζοπούλου, νὰ τοῦ ἀνακοινώνεται τὴν 9ην τοῦ μηνός, νὰ καλῇ 10 καὶ 12, μετὰ δύο ἡμέρας, δύο συνεδριάσεις, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, τί; Τὴν σοβαρωτέραν χαριστικὴν σύμβασιν ὑπὲρ τῆς OL–CO. Διατί δὲν τὸ λέγει; Διὰ νὰ μὴ προδιαθέσῃ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου καὶ χαλάσῃ ἡ σύμβασις ὑπὲρ τῆς OL— CO. Διατί τὸ λέγει μετὰ 20 ἡμέρας; Διὰ νὰ ἔχῃ πλέον δημιουργηθῆ τετελεσμένον γεγονός, διότι ὑπεστηρίχθη, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21ης, νὰ χαλάσωμεν τὴν σύμβασιν, εἶναι κακόπιστη, ὅταν δὲν ἀναγνωρίζῃ αὐτὸ τὸ λάθος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεργαζώμεθα μετ’ αὐτῆς. Τί θὰ ἐγένετο, λοιπόν, ἐὰν προηγουμένως ἀνέκυπτε τὸ θέμα εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, θὰ ὑπεγράφετο ἡ σύμβασις; Εἶναι ἠθελημένη ἡ τακτική του, διὰ νὰ δώσῃ τὸ πρῶτον, τὸ δεύτερον δὲν ξεύρω, ποῖον κατὰ σειράν, ἀντάλλαγμα πρὸς τὴν OL–CO, ἔναντι τῆς προμηθείας τῶν δώρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδικαιοῦτο ἀπὸ τὴν OL–CO; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνάγλυφος εἰκὼν καὶ εἶναι ἕνα συμπέρασμα ποὺ πλησιάζει τὴν ἀπόδειξιν, ἀγαπητοί, κ.κ. συνάδελφοι. Διότι, ὁποτεδήποτε καὶ ἂν ἀνεκαλύπτετο, διὰ τὴν παράβασιν αὐτήν, ὁ κ. Πεζόπουλος, τί θὰ ἔλεγεν εἰς τὸν Ὑπουργόν, πῶς προέβη εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπιστολῶν κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως τὴν 12ην Ὀκτωβρίου, ὅταν δὲν εἶχε ἐκκαθαρισθῆ ἕνα θέμα ἠθικῆς τάξεως. Ἀνεκοινώθη τὴν 9ην, ἔκανε δύο συνεδριάσεις, δὲν ἐκάλεσε τὴν OL–CO, ἔστω ἰδιαιτέρως, νὰ τῆς εἴπῃ, ἀφήρεσε τὰ 50 ἑκατομμύρια, ὑπάρχουν ρωγμαί, ὑπάρχουν εὐκαιρίαι εἰς τὴν ἐπικειμένην ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως, νὰ σοῦ δώσω ἴσα καὶ μεγαλύτερα ἀνταλλάγματα. Ἐνεργεῖ ἐκ προθέσεως ἢ ἐξ ἀμελείας, δὲν ἐξεπλήρωσε τὰ καθήκοντά του. Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ἀκόμη, κ.κ. συνάδελφοι, εἰς τὸ θέμα τῶν ὑπερβάσεων, εἰς ἕνα τῶν σοβαρωτέρων κεφαλαίων, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ζημίας, τὸ ἄλλο κεφάλαιο τῆς προμηθείας τοῦ ἠλεκτρικοῦ ὑλικοῦ, τὸ θέμα τῶν ἀσφαλίσεων, ὅτι δι’ ὅλα αὐτά, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, παρὰ τὴν ζημίαν, παρὰ τὴν οἱανδήποτε πρόθεσιν, παρὰ τὴν οἱανδήποτε ἐγκληματικὴν συμπεριφορὰν τοῦ Πεζοπούλου, ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐνδείξεις, σταθμίζουσαι κατ’ αὐστηρότητα, ὡς ἐπιβάλλει ἡ περίπτωσις καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ συλλογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ εὐσταθοῦν, ἀλλὰ δὲν ἀντέχουν ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑπάρχει σοβαρὸς λόγος καὶ ἀντίλογος ἀντικρούσεως νὰ συστήσῃ παραπεμπτικὴν πρότασιν. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἂν ἐτελείωνα, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω τελειώσει τὸ καθῆκον ποὺ αἰσθάνομαι πρὸς ἑαυτὸν καὶ τὴν συνείδησίν μου, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ὁλοκληρώσω μὲ δύο μόνον λέξεις, ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου σημείου, γενικῶς. Διὰ τὸν κ. Παπαληγούραν, κατέληξεν ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ θέμα τῆς παραβάσεως τοῦ καθήκοντος καὶ διὰ τὸ θέμα τῆς συνεργείας. Εἶμαι ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ποὺ διὰ τὸ θέμα τῆς συνεργείας, διετύπωσα νομικὰς ἀντιρρήσεις καὶ ἀμφιβολίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὰς ἐπαναλάβω καὶ ἐμμένω εἰς αὐτάς, ὑπὸ τὴν ἑξῆς ἔννοιαν. Οἱανδήποτε συνδρομὴν τοῦ συνεργοῦ, ἡ ὁποία βοηθεῖ τὸν δράστην, θὰ πρέπει νὰ τὴν γνωρίζῃ ὁ δράστης, ἐκ προοιμίων, ἀλλὰ θὰ πρέπει καὶ ὁ συνεργὸς νὰ γνωρίζῃ τὴν παρεχομένην βοήθειαν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποδεδειγμένον πλήρως, εἶναι τοῦτο: Εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου, ὁ Πεζόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐξασφαλίσει τὸ ἀκαταδίωκτον, ἔκανε μὲ ρυθμὸν ταχύτατον, σχεδὸν καθημερινῶς, κατὰ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν, πλέον τῆς μιᾶς, παρανόμους καὶ ἀνηθίκους πράξεις. Εἴτε διότι ἦτο τυχερός, εἴτε διότι αἱ σχέσεις του μὲ τὸν Θεὸν ἦσαν ἀγαθαί, ἐφυλάσσετο καὶ ἐπροφυλάσσετο καὶ δὲν ἐδιώκετο. Εἶχε δημιουργηθῆ εἰς αὐτὸν ἡ πεποίθησις, τοῦ ἀκαταδιώκτου καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἀναμφισβητήτως, δι’ ἑκάστην διαπρατομένην πρᾶξιν, ὑπῆρξεν ἐνθάρρυνσις, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς βοηθείας. Ὑπελόγιζε, δηλονότι, εἰς αὐτὸ τὸ ἀκαταδίωκτον τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς. Τὸ θέμα εἶναι μόνον τοῦτο, ὅτι θὰ πρέπει ἡ βοήθεια, εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην πρᾶξιν, νὰ παρέχεται ἐκ προθέσεως. Ἔχομεν τὴν παράβασιν τοῦ καθήκοντος. Θὰ πρέπει ἡ ἑπομένη παράβασις, νὰ γνωρίζῃ τὴν τέλεσιν τῆς προηγουμένης, διὰ νὰ στοιχειοθετηθῇ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν αὐστηρῶς καὶ τυπικῶς νομικήν, ἡ συνεργεία. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπαναλάβω τὴν ἄποψίν μου, τὴν αὐστηρῶς νομικήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν μετ’ ἴσης δυνάμεως, νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὑπάρχουν ἐνδείξεις, διὰ νὰ πιστοποιηθῇ, ὅτι εἰς ἑκάστην, πράγματι, διάπραξιν, ὁ Πεζόπουλος, ἐνθαρρύνεται ἐκ τοῦ γεγονότος τοῦ ἀντικειμενικοῦ, ὅτι ὑπάρχει ἡ γνῶσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, παρέχει τὴν βοήθειάν του. Ἐὰν αὐτὸ ἀποτελεῖ, δι’ ἐμέ, ἢ καὶ διὰ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, δεῖγμα ἀμεροληψίας, ὑμεῖς θὰ τὸ κρίνετε. Ἡ γνώμη μου διετυπώθη ἀμερόληπτος καὶ ἀντικειμενική. Καὶ γνωρίζουν τὰ μειοψηφίσαντα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι καὶ εἰσηγήσεις αὐστηρόταται, ἐτροποποιήθησαν ἢ καὶ ἀπηλείφθησαν, κατὰ τὴν τελικὴν διατύπωσιν τοῦ πορίσματος. Δὲν εἶναι δυνατόν, συνεπῶς, νὰ κατηγορούμεθα, ὅτι προσεπαθήσαμεν νὰ ἀνεύρωμεν οἱαδήποτε στοιχεῖα, διὰ νὰ βάλωμεν ἐναντίον πολιτικοῦ στόχου. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπῆρξαν σφάλματα ἐν τῇ ἐκτιμήσει, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ λέγεται, ὅτι ἐκ προθέσεως ἡμεῖς διεπράξαμεν παράβασιν καθήκοντος — ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα καὶ ὁμιλοῦμεν διὰ τὸ ἄρθρον 259 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος — ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη. Ἀναμφισβητήτως, κ.κ. συνάδελφοι, ἐὰν ὡς μέλος μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἢ ἑνὸς Συμβουλίου, ἐνσυνειδήτως ἄλλα πιστεύεις καὶ ἄλλα ψηφίζεις, ὄχι μόνον ἀφήνεις ἀκάλυπτον τὴν ἠθικὴν πλευράν, ἀλλὰ καὶ διαπράττεις τὸ ἀδίκημα τοῦ ἄρθρου 259. Νομίζω, ὅμως, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποκρούουν, ἐντόνως, καὶ μετ’ ἀγανακτήσεως, τοιαύτην μομφήν, ἡ ὁποία, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, θὰ ἐξετοξεύετο ἐνατίον των. Ἐλέχθη, ὅτι ὑποσυνειδήτως καὶ ἡ πολιτικὴ πλευρὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρέασε τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Μὲ τὴν ἑξῆς διαφοράν, νὰ τὰ ἐπηρέασε διὰ τὴν ὑπογράμμισιν τῶν ἀπαλλακτικῶν προτάσεων ἢ καὶ ἀκόμη διὰ τὴν ἐπιεικῆ κρίσιν, προκειμένου περὶ τῶν παραπεμπτικῶν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον δὲν ἐξυπηρετεῖ, οὔτε ἀτομικὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα, οὔτε παραταξιακήν. Ἡ ἀνεύρεσις στοιχείων καθ’ ὑπόθεσιν, ἢ φαντασίαν, ἐφ’ ὅσον δὲν προκύπτουν ἐκ τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐκ τοῦ ἐλέγχου τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ὠφελεῖ εἰς τίποτε. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς παραβάσεως καθήκοντος τοῦ κ. Παπαληγούρα, διὰ τὸ 5%. Τὸ 5% ἐπεβεβαιώθη ἐκ τῶν ἐπιστολῶν Φιλαρέτου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφήνουν καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι εἰσήρχετο εἰς τὰ θυλάκια τοῦ κ. Πεζοπούλου. Τὰ ἐλάμβανεν ὅλα. Ὅ,τι ἔδιδε τὸ ἔδιδεν εἰς βάρος τῆς Δ.Ε.Η. Ὅλαι αἱ παροχαὶ ἦταν τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ δώρου, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἀδιαφιλονικήτως. Καὶ ἐρωτᾶται, ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Παπαληγούρας, τῆς ἐπιστολῆς Παπαδούκα; Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα ἐλέχθησαν. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ εἴπω, διότι ἀφορᾷ εἰδικῶς τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐμοῦ: Ἐπλαστογραφήθη τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει εἰς τὸ κάτω σημεῖον: «Ταῦτα ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν Ὑπουργόν»; Ἀδιαφιλονικήτως, προκύπτει, ὅτι ἔχει τεθῆ διὰ τῆς αὐτῆς μὲν μηχανῆς, ἀλλὰ εἰς ἄλλον χρόνον, διότι ὑπάρχει διαφορὰ γραφῆς. Ἀλλά, δὲν εἶναι τὸ θέμα ἐκεῖ, ἢ τοὐλάχιστον, ἀπὸ πλευρᾶς ὑποκειμενικῆς. Ἀπεστάλη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Πεζόπουλον, διότι πρὸς τὸν Πεζόπουλον ἀπευθύνεται τὸ ἔγγραφον. Ὅταν ἀπεστάλη πρὸς τὸν Γουναράκην, εἶχε προστεθῆ ἡ φράσις αὐτή; Ἀναμφισβητήτως, ναί, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν Γουναράκην, ἄνευ τῆς φράσεως καὶ τοῦ εἶπε «φέρε πίσω τὸ ἔγγραφον», βάζομεν τὴν φράσιν αὐτήν, «ξαναπάρετε πίσω τὸ ἔγγραφον, κ. Γουναράκη». Προσετέθη πρὶν φύγῃ, ἢ ἂν θέλετε, κατὰ τὴν δυσμενεστέραν ἐκδοχήν, πρὶν πάῃ πρὸς τὸν παραλήπτην. Ἀλλά, τί ἀξίαν, κ.κ. συνάδελφοι, ἔχει αὐτὴ ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐγγράφου; Περισσοτέραν ἀξίαν ἔχει ἡ φράσις «ἡ καλυτέρα λύσις πρὸς τὴν Πρεσβείαν», τὸ «καλυτέρα λύσις» ἀποτελεῖ σύγκλησιν. Ἐννοεῖ, προφανῶς, τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, νὰ ἀποτανθῇ εἰς τὴν OL–CO. Ἡ καλυτέρα λύσις εἶναι αὐτὴ καὶ μοῦ τὸ εἶπεν καὶ ὁ κ. Ὑπουργός. Διότι, ἐὰν δὲν ἦτο ἀλλαγὴ ἀποφάσεως, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ καλυτέρα λύσις, κατὰ τὸν Ὑπουργὸν Συντονισμοῦ, εἶναι νὰ πάρετε τὸ ἔγγραφον καὶ νὰ τὸ ἀποστείλητε. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπιστολὴ αὐτή, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν, ἐρωτῶ, κ.κ. συνάδελφοι: ἔρχεται εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὁ Πεζόπουλος, καὶ βεβαιώνει, εἴτε εἰς τὰς 13, εἴτε εἰς τὰς 6 Νοεμβρίου, εἴτε δὲν ἠξεύρω πότε, καὶ βεβαιώνει, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του ἐπισήμως καὶ λέγει ὅτι, κύριοι, τὴν ἐνέργειαν πρὸς τὴν Γαλλικὴν Πρεσβείαν, τὴν ἔκαμα τῇ ἐγκρίσει καὶ συναινέσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἔρχεται καὶ τὸ βεβαιώνει, ἐνόρκως, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐκτάκτου ἐλέγχου, ἔρχεται καὶ τὸ βεβαιώνει, εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ τὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ κ. Γουναράκης. Θέλετε νὰ δεχθῶ, ὅτι ψεύδεται; Εἰλικρινῶς τὸ εὔχομαι, ἐρωτῶ, ὅμως, διὰ τὴν ἐκτίμησιν αὐτῶν τῶν γεγονότων, ὡς γεγονότων ὑπὸ τὴν οὐσιαστικὴν λογικήν, δικονομικὴν ἑρμηνείαν, τί στοιχεῖον δύναται νὰ προσαχθῇ διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ψεύδεται ἢ ἐψεύσθη ἐνώπιον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ὁ Πεζόπουλος;
§42Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω, φυσικά, ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅταν θὰ ἀγορεύσω, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ προσέξετε τὸν ἑξῆς συλλογισμόν: Θὰ δεχθῶ, πρὸς στιγμήν, τὴν ἰδικήν σας ἄποψιν, θὰ δεχθῶ δηλαδή, πρὸς στιγμήν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τότε μοῦ ἐγνωστοποιήθη ἡ πληροφορία. Κατὰ τὴν ἰδικήν σας ἄποψιν, σεῖς ὁ ἴδιος εἴπατε, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον, κατὰ τὸ περιεχόμενόν του, βεβαίως, δὲν ἀποτελεῖ ἀποδεικτικὸν στοιχεῖον, ὅτι ἐγένετο συναλλαγή. Οὐδὲ ὑπῆρξεν ἄνθρωπος λαβὼν γνῶσιν αὐτοῦ καὶ ὁ ὁποῖος νὰ ὑπέβαλεν, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι ἀποδεικτικόν, ὅτι ἐγένετο ἡ συναλλαγή. Εἶναι δὲ διαπιστωμένον πόσοι ἄνθρωποι ἔλαβον γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, τότε. Ἔλαβε, μεταξὺ ἄλλων, ὁ κ. Δημητρακόπουλος, οἱ δύο Ὑποδιοικηταὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, οἱ σημερινοὶ Ὑποδιοικηταί, ὁ στρατηγὸς Σειραδάκης, ἢ Κιτριλλάκης, ὅποιος ἔτυχε νὰ εἶναι ἐκεῖ, ὁ κ. Στουπάθης, ὁ κ. Βιδάλης, ἄλλοι τινὲς καὶ ὁ κ. Φλαμπουριάρης, ἀναπληρωτὴς Γενικὸς Διευθυντής. Ὅσοι ἠρωτήθησαν ἀπὸ αὐτούς, εἶπον, ὅτι δὲν μοῦ τὸ ἀνέφερον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, ἐὰν μοῦ τὸ ἀνέφερον ἢ δὲν μοῦ τὸ ἀνέφερον, ἐγὼ ἀκολουθῶ τὸν ἰδικόν σας συλλογισμόν, ἐὰν μοῦ τὸ ἀνέφερε τότε τις, τί θὰ μοῦ ἔλεγεν; ὅ,τι ἔλεγαν οἱ ἴδιοι εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὅτι δηλαδή, εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτος καὶ συκοφαντική, κατὰ τὸ οὐσιαστικὸν αὐτῆς περιεχόμενον, κατηγορία. Θὰ προσέθετον δέ, ὅτι ἡμεῖς ἀμφιβάλλομεν, ἐὰν πρέπει νὰ τὴν διευκρινίσωμεν, ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὴν Γαλλικὴν Πρεσβείαν ἢ πρὸς τὴν ἰδίαν τὴν ἑταιρείαν. Ἐξ αὐτοῦ δύναται νὰ συναχθῇ πρόθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ παραβῇ τὸ καθῆκον του, ἔστω καὶ ἐὰν μοῦ εἶχον κάμει τὴν ἀνακοίνωσιν, ποὺ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν τὴν εἶχον κάμει.
§43Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§44Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ εἶδον. Τί ἄλλην πρόθεσιν θὰ ἠμποροῦσε νὰ μοῦ ἀποδώσῃ κανεὶς ἀπὸ τὴν πρόθεσιν, ποὺ θὰ ἀπέδιδεν εἰς τὸν κ. Δημητρακόπουλον, ὁ ὁποῖος δὲν τὸ ἔμαθεν ἁπλῶς, ἀλλὰ τὸ συνεζήτει ἐπὶ 4 συνεδριάσεις, ἢ εἰς τοὺς ἄλλους, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερα. Διατί, ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπέκτησε τὸ ἔγγραφον αὐτὸ κἄποιαν βαρύτητα. Τὸ εἴπατε μόνος σας, κ. εἰσηγητά, ἐπὶ τοῦ βήματος. Διότι συνεδυάσθη μετὰ 7 ἔτη μὲ τὰς ἐπιστολὰς Φιλαρέτου. Τότε ἤρχισε νὰ ἀποκτᾷ ἔννοιαν τὸ χαρτὶ αὐτό, νὰ ἀποκτᾷ βαρύτητα, ὡς χαρτί, ἐπαρκῆ. Ὅταν ἠρώτησεν, ἡ Ἐπιτροπή σας, τὸν κ. Φ. Φλαμπουριάρην: Καλά, σεῖς ποὺ εἴπατε, ὅτι εἴχατε κοινωνικὲς καὶ προσωπικὲς σχέσεις μὲ τὸν κ. Παπαληγούραν, πῶς δὲν τοῦ τὸ εἴπατε; Σᾶς εἶπε: «Μὲ τέτοια δεδομένα, τί νὰ ἔλεγαν εἰς τον κ. Παπαληγούραν»; Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ τώρα: «Μὲ τέτοια δεδομένα», κ. εἰσηγητά, πῶς εἶναι δυνατόν, νὰ ἀποδοθῇ δόλος εἰς τὸν Ὑπουργόν; Διότι ἔπρεπε νὰ εἶχον δόλον, διὰ νὰ παραβῶ τὸ καθῆκον μου. Διότι δὲν θὰ ἠμπορῆτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωρίζω ἀπὸ τὸ 1957 ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγνώσθησαν τὸ 1962. Αὐτὸ εἶναι μία ὑπόθεσις, ἡ ὁποία εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένη. Ταῦτα ἐντελῶς προχείρως, καὶ ἂν παραδεχθῶ — πρᾶγμα ποὺ δὲν παραδέχομαι — τὴν ἄποψίν σας, ὅτι μοῦ ἐγνωστοποιήθη, τότε, ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐγὼ τὴν ἐλησμόνησα.
§45Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, κ.κ. συνάδελφοι, ἰδιάζουσαν σημασίαν ἔχει καθ’ ἑαυτὴν ἡ γνῶσις καὶ ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν μετεδόθη. Διότι δεδομένης τῆς γνώσεως, ἔχομεν πρόθεσιν ἀναμφιβόλως. Ἡ ὑπόθεσις, ὡς ἐνεφανίζετο, ἔχει σοβαρωτάτην ἠθικὴν ἀξίαν καὶ ἐπέβαλε τὴν ἐνέργειαν. Δυνατὸν — προχωρῶ, ἐὰν θέλετε, εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν — δυνατὸν ἐν τῇ ὅλῃ του ἀσυδοσίᾳ καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ἐψεύσθη, ὁ Πεζόπουλος. Δὲν ἀποκλείεται. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ὁ ἑξῆς συλλογισμός, ὁ ὁποῖος προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὅτι ἐν συνεδριάσει τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, κάμνει χρῆσιν τοιαύτης σοβαρωτάτης ἀνακοινώσεως καὶ ἀναμιγνύει τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ λέγει, ὅτι: Τοῦ τὸ ἀνεκοίνωσα, μοῦ ἐτροποποίησε τὴν ἐνέργειάν μου, μοῦ συνέστησε νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Γαλλικὴν Πρεσβείαν. Πῶς θὰ ἐτόλμα νὰ κάμῃ τοιούτου εἴδους ἀνακοίνωσιν, ἐὰν πράγματι, δὲν εἶχεν ἀνακοινώσει τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν; Εἶναι ἡ μία ἄποψις αὐτή. Πιθανὸν καὶ ψέμματα νὰ εἶπε, πιθανὸν καὶ παραποίησιν ἢ διόγκωσιν νὰ ἔκαμε. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ, ὅμως, ὁ κ. Παπαληγούρας, νὰ εἴπω τοῦτο. Ἀναμφιβόλως, αἱ ἐπιστολαὶ Φιλαρέτου, ἔχουν δώσει ἐπηυξημένην ἀπορριπτικὴν ἀξίαν, μέχρι πλήρους ἀποδείξεως. Ἀλλά, καὶ ἀπομεμονωμένη ἡ ἐπιστολὴ τὸ 1956 ἢ τὸ 1957 ἔστω, ἔχει ἰδιάζουσαν σημασίαν καὶ ὁδηγεῖ, σχεδὸν μαθηματικῶς, εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς συναλλαγῆς Πεζοπούλου — OL–CO. Δηλαδή, τί; Ἔρχεται ὁ ἄμισθος — δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ ἄμισθος εἶναι ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἀξιοπιστίας — καὶ ἀνακοινοῖ, ἐμπιστευτικῶς, εἰς τὸν Βιδάλην, μέλος τοῦ Συμβουλίου, κἄτι τὸ ὁποῖον τοῦ εἶπεν ὁ ἐπίσης ἐκπρόσωπος τοῦ ΝΕΡΤΙΝ: Τί μοῦ ζητᾶς νὰ κόψω; Ἡμεῖς δίδομεν 5% διὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις, μέσα εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι καὶ ὁ Πεζόπουλος. Διαμαρτύρεται αὐτός, κάμνει τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Πεζοπούλου καὶ τὸ ἀναφέρει δι’ ἐπιστολῆς του ἀμέσως καὶ παρακαλεῖ μὲ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ταχυδρομείου νὰ δοθοῦν ἐξηγήσεις διὰ νὰ μὴ μένουν αἱ ἐντυπώσεις αὗται. Παρέλειψεν ὁ Βιδάλης νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν Πεζόπουλον; Ἄλλο θέμα αὐτό. Πάντως μέχρι τώρα ποὺ γίνεται ἡ συζήτησις οὐδεὶς ποτέ, οὔτε ὁ θιγόμενος καὶ ὑβριζόμενος καὶ συκοφαντούμενος Πεζόπουλος ἠμφισβήτησε τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἀφηγήσεως. Δὲν εἶπε δηλαδή, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι φαντασία τοῦ Παπαδούκα. Ἀντιθέτως μάλιστα ἐπεκαλέσθη, ὅτι συκοφάντης εἶναι ὁ Γάλλος καὶ ἐπειδὴ ὁ συκοφάντης εἶναι Γάλλος ὑπήκοος, εἶναι πρόσθετος λόγος νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Πρεσβείαν. Δὲν ἠμπορεῖ, λοιπόν, νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι ἡ ἀφήγησις, ὡς ἀφήγησις, εἶναι ἀκριβής. Μήπως λέγει ψέματα ἡ OL— CO; Διὰ ποῖον λόγον; Εἶναι εὔλογον, ὅταν τῆς ἔλεγον, μείωσε νὰ τοὺς λέγῃ, τί νὰ μειώσω; Ἐγὼ δίδω τὸ 5%. Μὰ θὰ μοῦ εἴπητε, μὰ ἐὰν ἔδιδε, τρελλὴ ἦτο νὰ τὸ ἀνακοινώσῃ; Τὸ ἐρώτημα λαμβάνει μεγαλυτέρας διαστάσεις, ἐὰν δὲν τὰ ἔδιδε τὸ λέγει ψέματα; Κατὰ συνέπειαν καὶ τὸ γεγονός, αὐτὸ ἐὰν θέλετε, ἔπρεπε νὰ διευκρινισθῇ ἀμέσως ἀπὸ τὸν κ. Παπαδούκαν, ὁ ὁποῖος μετέδιδε τὴν πληροφορίαν καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ πάῃ εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ νὰ ἐξετασθῇ ὡς μάρτυς, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημίσει ὁ κ. Πεζόπουλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔκαμε μήνυσιν καὶ ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ τὴν κάμῃ ἀλλὰ ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ κ. Πεζόπουλος τοιαύτην εὐαισθησίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δείξῃ, ὡς μᾶς ἀπέδειξεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Πεζόπουλος διὰ τοῦ γεγονότος, ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ἐδίστασε νὰ συναλλαγῇ ἐκ νέου μετὰ τῆς αὐτῆς Ἑταιρίας διὰ τὰς 2 ἠλεκτρογεννητρίας. Καὶ μεταγενεστέρως διὰ τὴν 3ην μονάδα, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Πεζόπουλος συνηλλάγη μὲ τὴν Ἑταιρίαν αὐτὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐντροπὴν καὶ χωρὶς νὰ νομίζῃ, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ διακόπτῃ σχέσεις. Κατὰ συνέπειαν τὸ θέμα τῆς μεταδόσεως τῆς πληροφορίας εἶχε βαρυτάτην σημασίαν ὡς μετεδίδετο καὶ ἤδη δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι τὸ θέμα ἀναμφισβητήτως παραμένει. Τὴν ἀλήθειαν μετέδωσε, τὴν ἀλήθειαν ἔγραψε, τὴν ἀλήθειαν ἐνόρκως ἐβεβαίωσαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς κ. Πεζόπουλος καὶ ὁ κ. Γουναράκης. Κύριοι βουλευταί, τίποτε δὲν ἀποκλείεται καὶ ψεύδη νὰ ἔλεγε καὶ φανταστικὰ πράγματα. Τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον συνελέγη, τί στοιχεῖα ἀντίθετα παρουσίασε διὰ νὰ καταστραφῇ αὐτὴ ἡ ἀπόδειξις, ἡ ὁποία προκύπτει ἐπὶ ἑνὸς γεγονότος, τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἡ βάσις ὅλης τῆς κακοδαιμονίας; Διότι ἐκεῖ εἶναι ἡ συναλλαγὴ Πεζοπούλου μὲ τὴν OL–CO, εἶναι ὅλο τὸ θέμα τῶν γαλλικῶν πιστώσεων. Ἐλάμβανε καὶ ἔδιδε καὶ ἔκαμνε χαριστικὰς συμβάσεις καὶ ἐνήργει διὰ νὰ συγκαλύψῃ, ποὺ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ὑπολογίζῃ τὶ εἰσέπραξεν ἡ OL–CO ἔναντι αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ Πεζόπουλος. Κύριοι συνάδελφοι, ἴσως θὰ πρέπει νὰ τελειώσω, ἐρωτῶ ὅμως τοῦτο, διότι διὰ τὸ θέμα τῆς E.C.I. εἶναι βαρυτάτη ἡ κατηγορία. Ἔγινε διαγωνισμός. Ἦλθε πρώτη ἡ EBASCO. Διατὶ δὲν ἐπῆρε τὴν δουλειὰ ἡ EBASCO καὶ τὴν ἐπῆρε ἡ E.C.I.; Διατὶ ἐφ’ ὅσον ἤρχισαν διαπραγματεύσεις μὲ τὴν E.C.I. δὲν ἤρχισαν καὶ μὲ τὴν EBASCO διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ θὰ ἔφθαναν αἱ διαπραγματεύσεις; Τὸ θέμα, ὅσοι κύριοι συνάδελφοι, νομίζουν, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι προεκηρύχθη ὁ διαγωνισμὸς διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ διαγωνισμοῦ, εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ βασίμως, ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ἔγινε καὶ ἐνῷ ἡ E.C.I. ἦτο 4η ἦλθε πρώτη, δὲν εἶναι κανονικόν. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ ἡ εὔνοια εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἀναμφισβητήτως τὸ Δ. Συμβούλιον διέπραξεν ἀπιστίαν εἰς βάρος τῆς περιουσίας τῆς ΔΕΗ, διότι ἡ διαφορὰ τῆς E.C.I. ἀπὸ τὴν μέσην τιμὴν τῶν ἄλλων Ἑταιρειῶν ἀνέρχεται εἰς τὸ ὕψος περίπου τῶν 7.500.000 ἕως 8.000.000 δραχμῶν, χωρὶς ἡ EBASCO νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις, διὰ νὰ γνωρίζωμεν μέχρι ποίου σημείου θὰ ὑπεχώρει. Περαίνων τὴν ὁμιλίαν μου, κ. συνάδελφοι, θεωρῶ χρέος μου νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἐξεπληρώσαμε τὸ καθῆκον μας εἰς τὸ ἀκέραιον μὲ πᾶσαν εὐαισθησίαν καὶ ἀντικειμενικότητα. Θεωρῶ ὕβριν τὴν κατηγορίαν, ὅτι χάριν οἱασδήποτε πολιτικῆς σκοπιμότητος, χάριν τῆς πολιτικῆς μας παρατάξεως, χάριν ἀτομικῆς ὠφελείας ἤχθημεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἰς μίαν γνώμην παρὰ τὴν ἀνθρωπίνην καὶ νομικὴν συνείδησίν μας. Αἰσθάνομαι τιμὴν διὰ τὴν ἀπόφασιν, διότι ἔχω ἥσυχον τὴν συνείδησίν μου καὶ διατηρῶ τὴν πικρίαν μου, διότι τὰ γεγονότα μὲ ὡδήγησαν νὰ ρίψω ψῆφον παραπεμπτικὴν δι’ ὡρισμένους συναδέλφους. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ τὰς ὕβρεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑβριζώμεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Τὸ ἐπαναλαμβάνω αὐτό, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διαμαρτυρίας, μολονότι προσεπάθησα νὰ ἀποφύγω ὀξύτητας ἢ νὰ εἴπω φράσεις προκλητικάς, τὰς ὁποίας θὰ ἐδικαιούμην νὰ εἴπω, ὅταν μάλιστα Ἐπιτροπή, εἰς βάρος ἡμῶν ἐγένετο πρὸ πολλῶν χρόνων καὶ δὴ εἰς χρόνον ποὺ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμψῃ τὴν εὐσυνειδησίαν παντὸς Ἕλληνος, πολὺ δὲ περισσότερον βουλευτοῦ, ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὕτως ἔκρινον — βάσει τοῦ γενικοῦ κανόνος — κατ’ ἀνθρωπίνην καὶ δικαστικὴν συνείδησιν χωρὶς νὰ θυσιάσω τίποτε εἰς τὸ βῆμα τοῦ κόμματος, χάριν οἱασδήποτε πιθανῆς ἢ ἀπιθάνου ὠφελείας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου).
§46Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον διὰ νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κατελθόντα τοῦ βήματος συνάδελφον.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Εἶναι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐγγεγραμμένοι ἐκτὸς τῶν εἰσηγητῶν οἱ κ.κ. Πρωτοπαπαδάκης, Ἐφραιμίδης καὶ ὁ κ. Ἰορδάνογλου. Ἐὰν θέλετε νὰ ἐγγραφῆτε διὰ νὰ ὁμιλήσητε μετά.
§48Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§49Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐγγραφῶ.
§50Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου θέματος.
§52Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ρουσόπουλε, δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε τὸν λόγον ὅταν θελήσητε. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει τὰς περιπτώσεις.
§54Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μποῦτος. Ἀνῆλθεν εἰς τὸ Βῆμα. Δὲν δύναμαι νὰ τὸν σταματήσω. Παρακαλῶ καθήσατε κ. Ρουσόπουλε.
§56Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ καθήσατε εἰς τὴν θέσιν σας. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Μὴ διαταράσσετε τὴν ὁμαλῶς ἐξελισσομένην συζήτησιν.
§58Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἀδύνατον. Καθῆστε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ ἀναγκάσετε νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§60Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὲ ἀνακαλέσετε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε σᾶς παρακαλῶ (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι....). Ἀπορῶ πῶς ἐπιμένετε. Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ προχωρήσετε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνετε αὐθαιρέτως τὸν λόγον, παραβιάζοντας τὴν σειρὰν τῶν ἄλλων. Σᾶς ἐγγράφω εἰς τὴν σειράν, διὰ νὰ ὁμιλήσετε.
§62Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε κανένα προνόμιον εἰς τὴν Αἴθουσαν αὐτήν, νὰ ὁμιλῆτε ὅποτε θέλετε καὶ ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος θέλετε. Καθήσατε εἰς τὴν θέσιν σας, παρακαλῶ. Ἠμπορούσατε νὰ ἔλθετε εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ μᾶς εἴπητε τί θέλετε. Σᾶς ἐνέγραψα νὰ ὁμιλήσητε μὲ τὴν σειράν σας. Ὁρίστε, κ. Μποῦτο.
§64Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, φειδόμενος τοῦ χρόνου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος ἢ τοὐλάχιστον ὡρισμένων ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὅλοι λέγομεν, ὅτι θὰ κρίνωμεν κατὰ δικαστικὴν συνείδησιν. Πρὶν ὅμως πράξω τοῦτο, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προβῶ εἰς 2–3 βασικὰς παρατηρήσεις. Πρῶτον, θέλω νὰ παρατηρήσω, εἰς τὸν μόλις ἐκ τοῦ βήματος κατελθόντα εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, ὅτι τὸ δίλημμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν συνείδησιν πολιτικῶν ἀνδρῶν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ δίλημμα μεταξὺ τῆς πίστεως ἢ τῆς ἐμμονῆς τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ ἔχουν πρὸς τὴν παράταξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς δικαστικῆς κρίσεως τὴν ὁποίαν ὅλοι δικαιούμεθα νὰ ἀναμένωμεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Οἱ βουλευταὶ δὲν ἀνήκουν εἰς παρατάξεις, ἀνήκουν εἰς τὸ Ἔθνος. Καὶ τὸ μόνον δίλημμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν, θὰ ἦτο τὸ δίλημμα τοῦ κατὰ δικαστικὴν συνείδησιν κρίνοντος προσώπου, τὸ ὁποῖον, ὅμως, λόγῳ πολιτικῶν, ἂν θέλετε, σκέψεων, θὰ ἐλάμβανεν ἔναντι τῆς ὑπὸ κρίσιν ὑποθέσεως μίαν πλέον ἀμβλεῖαν στάσιν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ τοῦ ἐπέβαλον τὰ αὐστηρά του δικαστικὰ καθήκοντα. Αὐτὸ τὸ δίλημμα θὰ τὸ ἐδεχόμην. Θέλω νὰ δηλώσω κατηγορηματικῶς, ὅτι εὐτυχῶς δι’ ἐμέ, τὸ καθῆκον μου ὡς βουλευτοῦ, ἀνήκοντος εἰς τὸ Ἔθνος καὶ ὄχι εἰς μίαν ὡρισμένην παράταξιν συμπίπτει μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀμερολήπτως καὶ ἀντικειμενικῶς κρίνει. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, κύριοι βουλευταί, πολὺ φοβοῦμαι, καὶ ἔχω αὐτὸ τὸ αἴσθημα μετὰ ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας, ὅτι τὸ διάστημα τὸ ὁποῖον κατηναλώσαμεν εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, τὸ 4μηνον αὐτὸ διάστημα, κατηναλώθη ἐξ ὁλοκλήρου ὄχι διὰ νὰ ἀνεύρωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς πορείας μας στοιχεῖα στοιχειοθετοῦντα τὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ καὶ νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὴν κρίσιν μας δὲν εἶναι δυνατὸν —αὐτὸ εἶπον οἱ κύριοι τῆς πλειοψηφίας—νὰ τὴν βασίσωμεν ἐπὶ τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων. Τὸ ἐμμάρτυρον μέσον τῆς ἀποδείξεως, κατὰ τὸν γενικὸν εἰσηγητήν, ἠχρηστεύθη. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἐμμάρτυρον μέσον ἀποδείξεως δὲν ἠχρηστεύθη, κατέπεσαν αἱ κατηγορίαι. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ δεχθῶμεν τὴν πτῶσιν καὶ τὴν κατακρήμνισιν τῆς κατηγορίας, στρεφόμεθα ἐναντίον τῶν μαρτύρων, κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος ἐὰν ἐγένετο ἀπὸ δικαστάς, θὰ ἀπετέλει, ἀναμφιβόλως, κατάφωρον παραβίασιν τῶν καθηκόντων τῶν δικαστῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.). Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν τρίτην παρατήρησιν, κύριοι βουλευταί. Δὲν ἀρκεῖ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ἀχρήστευσις τοῦ ἐμμαρτύρου μέσου τῆς ἀποδείξεως. Εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ διευκολύνῃ τὸν κύκλον τῶν ὑπόπτων. Διότι ὁ Πεζόπουλος μόνον δὲν τοὺς ἀρκεῖ. Καὶ ἁπλοῦνται αἱ ἁρπάγαι τῆς ὑποψίας διὰ νὰ συμπεριλάβουν εἰς τοὺς κόλπους των ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ Δ. Σ., σύμπαντα τὸν τεχνικὸν κόσμον, τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς ἀνωτάτων ἱδρυμάτων, τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κεντρικῆς Τραπέζης, καθηγητὰς Πανεπιστημίου, ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἠνάλωσαν τὴν ζωήν των διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ τόπου, μὲ ἀποτέλεσμα, κύριοι συνάδελφοι, ἂν κάμωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἀφαιρέσεις, οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μείνουν ἔντιμοι εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ εἶναι τὰ 8 μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀπὸ ἐκεῖ κι’ ἔπειτα δὲν ὑπάρχει τίποτε, οὔτε τιμή, οὔτε ὑπόληψις, οὔτε ἱκανότης. Αὐτομάτως αἴρονται ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνεντίμων ἀνικάνων Ἑλλήνων. Τὰ 8 ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων ἐξαφανίζονται, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ ἐκπροσωπηθῇ ἡ τιμὴ ἑνὸς ἑκατομμυρίου Ἑλλήνων, ἐφ’ ὅσον μάλιστα συμπίπτουν τὰ νούμερα, ἡ συμπυκνουμένη τιμὴ ἑνὸς ἑκατομ. Ἑλλήνων ἀπὸ ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι διὰ τοῦτο, ἀλλὰ τὰ ὅσα λέγω ἢ πρόκειται νὰ εἴπω, μοῦ τὰ ἐπιτρέπει τὸ πόρισμα, ἡ συμπεριφορὰ καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀνεπτύχθησαν αἱ ἀπόψεις ἐκ μέρους τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριοι βουλευταί, ἀναφέρεται εἰς τὴν σελίδα 5 τοῦ πορίσματος τῆς πλειοψηφίας, ὅτι τὸ Δ.Σ. τῆς ΔΕΗ παραπλανούμενον καὶ παραπειθόμενον ἀπὸ τὸν κ. Πεζόπουλον, εἶχε χάσει τὴν βούλησίν του καὶ κατηυθύνετο εἰς τὰς ἐνεργείας του ἀπὸ τὴν σατανικὴν προσωπικότητα ἑνὸς ἱκανοῦ ἀλλὰ ἀνεντίμου ἀνθρώπου. Δὲν εἶχον ἀσχοληθῆ μὲ ὅλον τὸ θέμα τῆς ΔΕΗ, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀπασχόλησίν μου εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ἔχω σταχυολογήσει τὰς ἑξῆς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Δ. Σ. τῆς ΔΕΗ ἦλθεν εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν κ. Πεζόπουλον καὶ ἐπέβαλε τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ Πεζοπούλου. Πρῶτον: Ἡ ἀπόρριψις τῆς προμηθείας καλωδίων τὸ 1953, ἀρχὲς χειμῶνος 1953, ἀρχὲς Ἰανουαρίου 1955. Δεύτερον: Τὸ θέμα τῆς ἐξαγορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, ἡ ἐπιβολὴ τῶν ἀπόψεων μελῶν τοῦ Δ. Σ., εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς ἀμοιβῆς διὰ τὴν σύμβασιν 5.5.55, εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ OL–CO θὰ ἐδέχετο νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα. Τρίτον: Μείωσις ἀγορᾶς μετασχηματιστῶν τοῦ 1955. Αὐτὰ εἶναι μόνον τὰ σταχυολογηθέντα ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν μας. Κύριοι συνάδελφοι, ὁσάκις τὸ Δ. Σ. τῆς ΔΕΗ εἶχεν ἐπισημάνει, ὅτι ἡ εἰσήγησις τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ ὡς ζημιογόνος διὰ τὴν ΔΕΗ ἐστάθη ἐναντίον τοῦ Πεζοπούλου καὶ συνεπὲς πρὸς τὰς ἀπόψεις του ἐπέβαλε τὴν ἰδικήν του πολιτικήν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδητε, ἐπειδὴ ἀνεφέρθη ἀπὸ τὸν μόλις κατελθόντα τοῦ βήματος εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, μὲ ποῖον τρόπον κρίνεται μία ὑπόθεσις, θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Ὁ κ. Σεργάκης εἶπεν, ὅτι τὴν κατάθεσιν Γουναράκη καὶ Πεζοπούλου οἱ ὁποῖοι κατέθεσαν, ὅτι ἀπέκρυψαν τὴν ὕπαρξιν τοῦ λάθους τῶν 3.000.000 δραχμῶν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν παρὰ τὴν ἀναξιοπιστίαν τῶν μαρτύρων, τὴν δέχονται διότι εἰς τὸ κάτω– κάτω τῆς γραφῆς εἶναι μία ἐπιβαρυντικὴ περίπτωσις διὰ τοὺς μαρτυροῦντας. Τὴν δέχονται ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀπαλλακτικὴν ὑπόθεσιν τῶν 3.000.000 δραχμῶν. Ὅταν ὅμως οἱ κ.κ. Γουναράκης καὶ Πεζόπουλος, εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς συμβάσεως ἀλουμινίου ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐκτάκτου ἐλέγχου, ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἑξάμηνον μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως διαβεβαιοῦν, ὅτι οὐδεμίαν κυβερνητικὴν πίεσιν ὑπέστησαν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν διὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἴμεθα παραπεμπτικοί, παρὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι λόγῳ τοῦ μεγέθους τοῦ ἀντικειμένου, ὁ κ. Γουναράκης καὶ ὁ κ. Πεζόπουλος, πολλαπλασίως καθιστοῦν τὴν θέσιν των δυσκολωτέραν, αἱ καταθέσεις πετιῶνται εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων. Εἰς τὴν σελίδα 11 τοῦ πορίσματος τῆς πλειοψηφίας, ἀναφέρεται, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον καὶ χρήσιμον νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπεφασίσθη ἡ χρησιμοποίησις τῶν Γαλλικῶν πιστώσεων, διὰ τῶν ὑπογραφεισῶν συμβάσεων καὶ πρωτοκόλλων, ὥστε νὰ ἴδωμεν ἐὰν διεπνέετο ὁ Ὑπουργὸς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ χαριστικὰς διαθέσεις πρὸς τὴν OL–CO. Καὶ ἐνῷ δέχονται, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ὅλον θέμα τῶν Γαλλικῶν πιστώσεων, εἰς τὴν σελίδα 13 τοῦ πορίσματος, κύριοι συνάδελφοι, εὑρίσκουν μίαν ἀσφαλιστικὴν διέξοδον, ὅτι «τὰ τῆς πολιτείας τοῦ Παπαληγούρα ὡς διαχειριστοῦ τῶν γαλλικῶν πιστώσεων, ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1954 καὶ ἐντεῦθεν μέχρι καὶ τοῦ 1958, δὲν ἔχομεν λόγον νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, ἁπλούστατα λόγῳ τοῦ ὅτι δῆθεν ὁ κ. Παπαληγούρας λόγῳ προσωπικῆς ρήξεως μὲ τὸν κ. Μαρκεζίνην ἀντιτίθεται τῶν γαλλικῶν πιστώσεων, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ κυττάξωμεν εἶναι ἁπλῶς ἡ συμπεριφορὰ Παπαληγούρα ἔναντι Πεζοπούλου». Καὶ ἔτσι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ κεφαλαίου θεωρεῖται βασικόν, τελευτῶντος τοῦ κεφαλαίου θεωρεῖται ἀπορριπτέον. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν αὗται εἶναι αἱ διορθώσεις τοῦ κειμένου τοῦ πορίσματος, τὰς ὁποίας ὑπηνίχθη ὁ κ. Σεργάκης, πράγματι ἔγιναν οὐσιώδεις διορθώσεις ἀλλὰ ὄχι πρὸς ποιοτικὴν βελτίωσιν τοῦ κειμένου. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι διὰ τὸν περιορισμὸν τῶν γαλλικῶν πιστώσεων ὁ τότε Ὑπουργὸς Π. Παπαληγούρας κατέβαλε κάθε προσπάθειαν ἀνθρωπίνως δυνατήν, ὥστε χωρὶς νὰ παραβλάψῃ καὶ εἰς τὸ ἐλάχιστον τὰ πάγια καὶ νόμιμα συμφέροντα τοῦ τόπου αὐτοῦ, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὰς πιστώσεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι μεταγενεστέρως ἐκρίθησαν ὡς περιέχουσαι βαρεῖς καὶ ἀπαραδέκτους ὅρους. Κύριοι συνάδελφοι, αἱ γαλλικαὶ πιστώσεις πράγματι ἀπετέλεσαν ἐπιτυχίαν τοῦ κ. Μαρκεζίνη κατὰ τὸν χρόνον τῆς συνομολογήσεώς των. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ 1953 ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο τοιαύτη, ὥστε δικαίως ἐπανηγυρίσθη ἡ σύναψις καὶ ἡ συνομολόγησις τῶν γαλλικῶν πιστώσεων ὡς ἡ πρώτη πλέον ἔξοδος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν διεθνῆ χρηματαγοράν, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀμερικανικὴ βοήθεια ἔβαινε ταχύτατα μειουμένη, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκκρεμοῦσεν ἡ ρύθμισις τοῦ διεθνοῦς χρέους, ὥστε ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ ὑπέγραψεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν καὶ τὰ πρωτόκολλα καὶ ὀρθῶς τότε ἐξεμεταλλεύθη καὶ τὴν διάθεσιν τῶν βιομηχανιῶν τοῦ συγκροτήματος OL–CO, ὥστε νὰ φέρῃ τὰς γαλλικὰς πιστώσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1954 ὁ κ. Παπαληγούρας ἀρχίζει νὰ ἐπισημαίνῃ, ὅτι αἱ ἀντικειμενικαὶ συνθῆκαι ἔχουν μεταβληθῆ καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα ἐφεκτικοὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπορρόφησιν τῶν γαλλικῶν πιστώσεων, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ἔπραξε καλῶς ὁ κ. Μαρκεζίνης τὸ 1953, ἀλλὰ οὔτε καὶ ὅτι ὁ κ. Παπαληγούρας δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς κρίνων ὡς ἔκρινε τὴν ὠφελιμότητα τῶν γαλλικῶν πιστώσεων ἀπὸ τοῦ τέλους 1954–1957. Καὶ πράγματι τὴν πολιτικήν του ἐπὶ τῶν γαλλικῶν πιστώσεων μᾶς τὴν ἔδωσε καὶ ὁ ἴδιος ὅταν κατέθεσεν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων εἴχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισημάνωμεν ἐκ τῶν διαφόρων ἐγγράφων. Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἤδη ἀπὸ τοῦ 1954 ὅταν ἡ Γαλλία διὰ τοῦ ἐν Ἀθήναις Πρεσβευτοῦ της προέβαλε τὴν ἀξίωσιν τῆς ἀπορροφήσεως τοῦ συνόλου τῶν γαλλικῶν πιστώσεων, ὁ κ. Παπαληγούρας ἐμείωσε τὸ ποσὸν τῶν 4,5 δισεκ. γαλλικῶν φράγκων εἰς 1,5 δισεκ. γαλλικῶν φράγκων, ὅταν τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1956, ἐπανέρχονται οἱ Γάλλοι καὶ συνδέουν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παλαιᾶς συμβάσεως τοῦ 1,5 δισεκ. γαλλικῶν φράγκων μὲ τὴν χορήγησιν ἑτέρων 2 δισεκ. φράγκων καὶ ὅταν τὸ Δ.Σ. τῆς ΔΕΗ, ἐν ἀπελπισίᾳ, πιέζῃ τὸν Ὑπουργόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἐὰν δὲν δεχθῶμεν καὶ τὰ 2 δισεκ. φράγκων, ὁ τότε Ὑπουργός, ὁ κ. Π. Παπαληγούρας, ὁ σήμερον ἐγκαλούμενος, τότε ἀναλαμβάνει νὰ καλύψῃ τὰς ἀγορὰς τῆς ΔΕΗ μὲ συνάλλαγμα ἀπὸ τὴν Τράπεζαν καὶ μετὰ τὴν σθεναρὰν αὐτὴν θέσιν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Π. Παπαληγούρα, οἱ Γάλλοι δέχονται νὰ ἐκτελέσουν τὴν σύμβασιν τῶν 1,5 δισεκ. γαλλικῶν φράγκων καὶ νὰ μὴ μᾶς ἐπιβαρύνουν μὲ τὰ ἕτερα 2 δισεκ. γαλλικὰ φράγκα. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ ἀργότερον περὶ τὰ μέσα τοῦ 1956 ἔχομεν καὶ δύο ἄλλα δισεκατομμύρια γαλλικὰ φράγκα, τὰ ὁποῖα ἀπορρίπτει καὶ ἕτερα 3,5 δισεκ. γαλλικὰ φράγκα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ αὐξηθοῦν μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 20 ἑκατ. δολλαρίων, τὸ 1957, τὰ ὁποῖα ἐπίσης ἀπορρίπτει ὁ κ. Παπαληγούρας. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς πλειοψηφίας ὡς αὕτη διακριβοῦται εἰς τὰς σελίδας 36 καὶ 37 τοῦ πορίσματός της. Περὶ τὸν Μάρτιον 1957, πρόκειται νὰ ταξιδεύσῃ ὁ κ. Γουναράκης εἰς τὴν Εὐρώπην. Ὡς εἶναι ἐξηκριβωμένον ὁ κ. Γουναράκης εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὸν κ. Παπαληγούραν, ὅτι θὰ ἐπεσκέπτετο τὴν Εὐρώπην καὶ θὰ ἐπερνοῦσε καὶ ἀπὸ τὴν Γαλλίαν καὶ ὅτι ἐνδεχομένως ἐκεῖ θὰ ἐξήταζε τὰς δυνατότητας ἐξευρέσεως νέων πιστώσεων. Ὁ κ. Παπαληγούρας συνέστησε τότε εἰς τὸν κ. Γουναράκην νὰ μὴ δεσμευθῇ πρὸς οὐδεμίαν κατεύθυνσιν καὶ δὲν ἤρκεσε τοῦτο, ἀλλὰ τοῦ ἀπηύθυνε καὶ τὸ ἔγγραφον ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὁποίου ἀναγράφεται εἰς τὸ πόρισμα τῆς πλειοψηφίας ὡς 3090, ἐνῷ νομίζω, ὅτι εἶναι 1090 τῆς 16.5.1957. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο τὸ εὑρίσκει ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἄψογον. Ἀλλ’ εὐθὺς μετὰ τὴν λέξιν «ἄψογον», ἐκφράζεται καὶ μία ἀπορία: «ἔγγραφον ἄψογον, μίαν μόνον ἀπορίαν ἀφήνει ἀφοῦ ἔπρεπε πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀπαγγιστρωθῶμεν ἀπὸ τοὺς Γάλλους καὶ τὸν περίφημον BAUER καὶ εἶχον ἀπορριφθῆ αἱ προτάσεις WAHL, διατὶ ἐπανερχόμεθα. Ἡ σύνταξις δὲν εἶναι τόσον καλή, ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασίαν. Σημασίαν ἔχει τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἔγγραφον τὸ εὑρίσκει ἄψογον. Ἐκφράζει ὅμως τὴν ὑποψίαν διατὶ ἐπανερχόμεθα. Τὸ λέγουν παρακατιῶντες διατὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς σελίδος 36. Ὑπάρχει μία ὑποψία, ἡ ὁποία ρίπτει τὴν σκιάν της εἰς τὸν Ὑπουργὸν κ. Παπαληγούραν. Καὶ διερωτᾶται τις, μήπως καὶ τοῦτον, τὸν κ. Παπαληγούραν ἐνέπνευσεν ἡ αὐτὴ ἐπιδίωξις μὲ τὸν Πεζόπουλον καὶ αἱ προσπάθειαι αὐτοῦ εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον συνέκλινον καὶ τὸν αὐτὸν ἐξυπηρέτουν σκοπόν; Διὰ ποῖον λόγον; Διότι δέχεται ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ὁ κ. Παπαληγούρας εἶχε λόγον νὰ ἀποκλείσῃ τὸν Γουναράκην ἀπὸ κάθε εἴδους τοιαύτας ἐπαφάς, διὰ νὰ μὴ ἀποκαλυφθοῦν πράγματα θεμιτὰ καὶ ἀθέμιτα σχετικὰ μὲ τὸν Πεζόπουλον καὶ ἑπομένως ἔβαλε τὸν Ὑπουργὸν κ. Παπαληγούραν, ὁ κ. Πεζόπουλος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑποψία τὴν ὁποίαν οἱ κ.κ. δικασταὶ ἐκτοξεύουν. Ἀπηύθυνεν αὐτὸ τὸ ἄψογον ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Γουναράκην, ἀλλὰ ὄχι διὰ νὰ ἀποκλείσῃ τὸν Γουναράκην, ἀλλὰ διὰ νὰ προφυλάξῃ τὸν Πεζόπουλον ἀπὸ ἀνάμιξιν Γουναράκη. Κύριοι συνάδελφοι, ἐφθάσαμεν εἰς μυθιστόρημα τῆς Ἀγκάθα Κρίστι. Ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ κάμωμεν ὅλας αὐτὰς τὰς πονηρὰς σκέψεις ὅταν γνωρίζωμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κ. Παπαληγούρας ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1954 ἐν συνεχείᾳ εἰς 4 περιπτώσεις εἶχε περιορίσει ἢ ἀποκλείσει ἐντελῶς τὰς γαλλικὰς πιστώσεις, διότι τὰς ἐθεώρει ἀσυμφόρους; Δὲν μᾶς ξενίζει διατὶ τὸ 1956 τὰς εἶχε κόψει, διατὶ δύο φορὰς τὸ 55, διατὶ τὸ 54 καὶ εὑρίσκομεν τὸ 1957 νὰ ρίψωμεν τὴν λάσπην κατὰ τοῦ προσώπου του; Εἶναι πράγματι ἐξωφρενικὸς συλλογισμὸς καὶ ἠθικῶς ἀπαράδεκτος ἡ προσπάθεια κατασπιλώσεως πολιτικῶν ἀντιπάλων.
§65Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἀνεξαρτήτως αὐτῶν τῶν αὐτονοήτων, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ἤθελα νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Τί ἔπρεπε νὰ γράφῃ τὸ ἔγγραφον διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν Ἐπιτροπήν; Νὰ μὴ εἶναι ἄψογον; Ἠδυνάμην εἰς τὸν ἀναχωροῦντα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸς βολιδοσκόπησιν τῶν χρηματοδοτικῶν καὶ πιστοδοτικῶν πηγῶν Πρόεδρον τοῦ Δ. Σ. τῆς Δ.Ε.Η., νὰ μὴ δώσω ὁδηγίας; Τοῦ ἔδωσα καὶ προφορικὰς ὁδηγίας, τοῦ ἔδωσα ὅμως καὶ γραπτάς. Διότι ἐθεώρησα πολὺ πιθανόν, ὅτι θὰ ὑφίστατο εἰς τὸ Παρίσι, καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστῇ τὴν πίεσιν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ ἐὰν ἤμην Γαλλικὴ Κυβέρνησις, θὰ τὸν ἐπίεζον — διὰ νὰ ἀπορροφηθοῦν πιστώσεις ὑπὸ ὡρισμένον ὅρον —. Ἔπρεπε λοιπόν, νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Γουναράκης ἐκ τῶν προτέρων περίπου ποία εἶναι ἡ γραμμή μου καὶ δι’ αὐτὸ τοῦ ἔδωσα ὁδηγίας πῶς θὰ συμπεριφερθῇ ἐν Γαλλίᾳ, πῶς θὰ συμπεριφερθῇ ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ αἱ ὁδηγίαι τὰς ὁποίας τοῦ ἔδωσα ἦσαν ἄψογοι κατὰ τὸ περιεχόμενόν των καὶ συνεπεῖς ἐν σχέσει πρὸς τὴν προηγουμένην μου συμπεριφοράν, ὅπως σᾶς ἐτόνισεν ὁ κ. συνάδελφος. Διότι ἐγὼ δὲν ἤρχισα ἀπὸ τὸ 1957 νὰ τηρῶ αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Ἤρχισα νὰ τηρῶ αὐτὴν τὴν πολιτικήν, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ἀναργύρου Δημητρακοπούλου, ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1954, ὡς προκύπτει ἐξ ἐγγράφων. Διότι οἱ μὲν μάρτυρες κατελύθησαν, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα ἀπέμειναν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω τὴν προσεχῆ φορὰν μόνον βάσει ἐγγράφων, ἀφοῦ μάρτυρας δὲν εὑρήκατε — δὲν εὑρέθησαν — καὶ θὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, καὶ ἐγὼ νομίζω, δυνατόν, νὰ ἐκφράζεται ὑπόνοια, ὅτι ὅταν ἕνα ἔγγραφον εἶναι ἄψογον, εἶναι ψεκτὸς ὁ Ὑπουργὸς καὶ μάλιστα ὅταν ὁ Ὑπουργὸς γράφῃ τὸ ἄψογον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ 5ον κατὰ σειρὰν ἐντὸς 4ετίας, ἔγγραφον τοῦ ἰδίου περιεχομένου. Τὶ νὰ κάμω; Ἐπειδὴ εἶχον κάμει τρία ἄψογα ἔγγραφα, ἔπρεπε νὰ κάμω ἕνα τέταρτον ψεκτόν;
§66Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐπιτρέπετε;
§67Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Παρακαλῶ, δὲν δέχομαι διακοπάς. Δὲν διέκοψα οὐδένα καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόψῃ κανείς.
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ ἐδέχθης διακοπήν, διατὶ δὲν δέχεσαι καὶ αὐτήν;
§69Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν μὲ χιουμοριστικὴν διάθεσιν. Τὸν κ. συνάδελφον δὲν τὸν γνωρίζω. Ἔλλειψεν ὅμως, φαίνεται, ὁ πληθυντικὸς ἀπὸ αὐτὴν τὴν αἴθουσαν. Μοῦ εἶπεν: Ἀφοῦ ἐδέχθης, διατὶ δὲν δέχεσαι. Φαίνεται, ὁ πληθυντικὸς μὲ ὅλα τὰ συμπαραμαρτοῦντα ἐξηφανίσθη. Ἀλλ’ ἂς μὴ χάνωμεν τὸν καιρὸν μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους λεπτολογίας.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ κ. Βασιλάτος θὰ εἶχε κάθε δικαίωμα, ὡς Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ παρεμβαίνῃ. Τὸν παρεκάλεσα ὅμως, χάριν τῆς ὁμαλῆς ἐξελίξεως τῆς συζητήσεως, νὰ συγκεντρώσῃ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὸ τέλος, ὅλας τὰς παρατηρήσεις του.
§71Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δεχθῆτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ δεχθῆτε καὶ διὰ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, δι’ ὅλα τὰ μέλη. Σεῖς θὰ μᾶς διαφωτίσετε.
§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τίθενται τοιούτου εἴδους ἀρχαί. Διότι καὶ αὐτὴν τὴν ἐφεύρατε. Δὲν ὑπάρχει. Τὸ ὀρθὸν εἶναι ἐφ’ ὅσον συμφωνεῖτε ἀμφότεροι δηλ. σεῖς ὡς Πρόεδρος καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ δεχθῆτε διακοπήν, τότε ἡ διακοπὴ νὰ γίνεται. Ἐὰν ὅμως δὲν συμφωνῆτε, νὰ μὴ γίνεται ἡ διακοπή. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ δὲν θὰ παρεπονούμην εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Μπούτου, διότι εἷς τῶν κ.κ. συναδέλφων ὡμίλησεν εἰς τὸν ἑνικόν. Καὶ ὁ ἑνικὸς εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην εὐχαρίστως. Τὸν κακίζω ὅμως, διότι ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε μετὰ τὴν διακοπὴν τοῦ ἐγκαλουμένου συναδέλφου του, νὰ διεκδικήσῃ τὸ αὐτὸ δικαίωμα. Ὅταν δὲν εἶναι εἰς θέσιν καὶ δὲν ἔχῃ ἐπαρκῆ σκέψιν καὶ λεπτότητα σκέψεως νὰ κατανοήσῃ, ὅτι ὁ μοναδικὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐγκαλούμενος συνάδελφός του δὲν θὰ ἔπρεπεν οὔτε ἀπὸ σᾶς οὔτε ἀπὸ οὐδένα ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ ἐμποδισθῇ νὰ κάμῃ οἱανδήποτε διακοπήν, ὅταν δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται αὐτό, τότε τί νὰ σᾶς εἴπω;
§74Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἡ Βουλὴ τὸν ἤκουσε καὶ θὰ τὸν ἀκούῃ πάντοτε μετὰ προσοχῆς.
§75Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτονόητον εἶναι.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται πάντοτε αὐτὴ ἡ ἀρχή.
§77Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς σελίδας 36 καὶ 37 τοῦ πορίσματος τῆς πλειοψηφίας ἀναγράφονται καὶ ἄλλα σημαντικά. Λέγει δηλαδή, ὅτι πῶς τότε Ὑπουργὸς ὁ κ. Παπαληγούρας τὸν μὲν κ. Γουναράκην ἐπανακάμψαντα ἐκ τοῦ ταξειδίου του ἁπλῶς μόνον τὸν ηὐχαρίστησεν ἐπειδὴ τοῦ προσεκόμιζε νέας προτάσεις, ἐδέχθη ὅμως νὰ συζητήσῃ μὲ τὸν Φιλάρετον; Ρίπτεται ἡ μομφὴ πρὸς τὸν κ. Παπαληγούραν, ὅτι συζητεῖ μὲ τὸν Δ. Φιλάρετον καὶ ἀρνεῖται νὰ συζητήσῃ μὲ τὸν κ. Γουναράκην. Ὁ κ. Γουναράκης, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶπεν ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὅτι προσεκόμισεν, ἀορίστως καὶ IN ABSTRACTO, ὡρισμένας πιστώσεις, τοῦ ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους θέτουν οἱ Γάλλοι. Οἱ Γάλλοι δὲ ἔθεσαν τὸν ὅρον, ὅτι διὰ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν 3½ δισεκατομμυρίων Γαλλικῶν φράγκων δυναμένων νὰ φθάσουν καὶ μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 20 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, περὶ τοῦ εὐλόγου τῶν τιμῶν θὰ ἔκρινεν εἴτε τριμελὴς διαιτησία, εἴτε θὰ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν αἱ τιμαὶ μὲ τὰς ὁποίας προμηθεύεται ἡ Γαλλικὴ Δ.Ε.Η. ἀπὸ Γαλλικοὺς κατασκευαστικοὺς οἴκους ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ἀναμφισβητήτως οἱ ὅροι αὐτοὶ μὲ τοὺς ὁποίους συνέδεον τὴν χορήγησιν τῶν πιστώσεων ἦσαν ἀπαράδεκτοι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ ἔπειτα ἐσταμάτησε οἱαδήποτε συζήτησις. Ὅταν ὁ Φιλάρετος ἐμφανίζεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν δὲν εἶναι οὔτε τεχνικός του Σύμβουλος οὔτε ὑπάλληλός του, ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀντίθετον πλευράν. Καὶ τοῦ Φιλαρέτου τοῦ λέγει, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν, ἀλλὰ μόνον ἐὰν ἐξευρεθῇ ἐπωφελὴς καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν πλευρὰν διαδικασία χρησιμοποιήσεως τῶν Γαλλικῶν πιστώσεων, διαδικασία, τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς κ. Παπαληγούρας καθορίζει καὶ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 1090 ἐγγράφῳ του, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλε πρὸς τὸν κ. Γουναράκην. Ἐὰν τοῦτο ἐπιτευχθῇ, τότε δὲν θὰ ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ χρησιμοποιήσω Γαλλικὰς πιστώσεις. Καὶ διὰ ποῖον λόγον καὶ ποῖον δικαίωμα θὰ εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ τὴν χορήγησιν Γαλλικῶν πιστώσεων, ὅταν ἐδίδοντο μὲ ὅρους, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνος ἀσκῶν τὴν διακριτικήν του εὐχέρειαν καὶ ἐξουσίαν εἶχε θεωρήσει ὡς συμφερούσας; Ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτά, κ. συνάδελφοι, λέγεται, ὅτι ἠρνήθη νὰ συζητήσῃ μὲ τὸν Γουναράκην καὶ συνεζήτησε μὲ τὸν Φιλάρετον διὰ νὰ ριφθῇ πάλιν ἡ σκιὰ τῆς ὑποψίας. Καὶ αὐτὸ λέγεται δικαστικὴ κρίσις. Κύριοι συνάδελφοι ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς μᾶς κατέθεσαν ὡρισμένοι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ΔΕΗ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἄμεσον ἀνάμιξιν καὶ τὴν εὐθύνην ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τοῦ ὑδροηλεκτρικοῦ ἔργου τοῦ Μέγδοβα. Θεωρῶ καθῆκον μου αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὑπομνήσω, ὅτι μετὰ πάσης συνειδήσεως περὶ τῆς ἀληθείας καὶ μετὰ παντὸς λόγου γνώσεως κατέθεσαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς μας. Ἐπίσης θέλω νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα ἄνδρες ὡς ὁ κ. Παπαλεονάρδος καὶ οἱ ἄμεσοι αὐτοῦ βοηθοὶ ἀποτελοῦν κόσμημα. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀποτελοῦν τὴν ἀναγκαίαν προϋπόθεσιν διὰ νὰ χωρήσωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου αὐτοῦ. Διότι ἄνευ τεχνικῶν τῆς ἱκανότητος, τοῦ κύρους, τῆς γνώσεως, τῆς ἐντιμότητος καὶ φυσικὰ καὶ τῆς σθεναρᾶς στάσεως τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν εἰς πᾶσαν στιγμὴν τῆς ὑπαλληλικῆς των σταδιοδρομίας, οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις τοῦ τόπου δὲν πρόκειται νὰ ὑπάρξῃ. Τὸ λέγω τοῦτο προκαταβολικῶς καὶ θὰ ἀποδείξω παρακάτω, ὅτι τὰ ὅσα καταγγέλλονται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, περὶ δῆθεν καταφώρου ἢ προφανοῦς ψευδορκίας ὡρισμένων ἐκ τῶν κυρίων, ἀποτελοῦν κατὰ τὴν ὁμαλωτέραν καὶ ἐπιεικεστέραν ἄποψιν διὰ τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ἀδυναμίαν των νὰ ἀντιληφθοῦν τὰ ὅσα οἱ μάρτυρες αὐτοὶ κατέθεσαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς.
§78Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι πρέπει νὰ διορθώσω τὴν λέξιν, ἀπροθυμίαν.
§79Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κ. Πρόεδρε.
§80Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν, κ. Μποῦτο; Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, διότι εἶναι προσωπικὸν τὸ θέμα.
§81Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐὰν εἶναι προσωπικόν, θὰ ὁμιλήσητε κατόπιν.
§82Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐννοεῖτε, κ. Μποῦτο, ὅτι δὲν ἐκαταλάβαμε τί μᾶς εἶπεν ὁ ψευδομάρτυρας Βλαχόπουλος; Θὰ τὸν στιγματίσω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Πλανᾶσθε, κ. Μποῦτο, ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν ἐκαταλάβαμε τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. Βλαχόπουλος.
§83Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐπιβεβαιώνετε τὰ ὅσα εἶπον προηγουμένως. Δέχομαι τὴν διακοπήν σας εὐχαρίστως. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ὁμιλῶν περὶ τοῦ κ. Παπαλεονάρδου, πρέπει νὰ μεταφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ αἴσθημα τῆς ἀδικίας καὶ τῆς καταπιέσεως αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὄχι διὰ τὰς προσωπικάς του περιπετείας, ἀλλὰ διότι ἕνα ἔργον, ὡς τὸ ἔργον τοῦ Μέγδοβα, ἔργον ἀπὸ πάσης τεχνικῆς ἀπόψεως ἄρτιον, τὸ ὁποῖον ἐξετελέσθη μὲ τὸ χαμηλότερον κόστος, εἴτε τὸ κόστος τοῦτο συγκρίνεται κατὰ μονάδα ἐγκατεστημένης ἰσχύος, εἴτε κατὰ μονάδα κατασκευῆς μπετὸν ἢ ἄλλων ἔργων, εἶναι τὸ φθηνότερον ἔργον τὸ ὁποῖον ἐξετελέσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Θέλω, λοιπόν, νὰ μεταφέρω τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς μίαν στιγμήν, ὅτι, κύριοι, ἐπὶ τέλους, πρέπει τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ τὸ ἀποκαταστήσωμεν ἠθικῶς. Διότι πράγματι ἐλέχθησαν ἀπίθανα πράγματα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Μέγδοβα. Καὶ πράγματι ἐλέχθησαν τὰ ὅσα ἀπίθανα ἐλέχθησαν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ προσέξητε, ἀπὸ μίαν ὁμάδα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δικαίως ἢ ἀδίκως ἂν ἐδεινοπάθησαν εἰς τὰς χεῖρας τῆς διοικήσεως τῆς ΔΕΗ, ἐσχημάτισαν μίαν ὁμάδα, ἡ ὁποία ἀπὸ κοινοῦ συμφέροντος κινουμένη ἐπεδίωξε τὴν διαβολὴν τοῦ ἔργου καὶ τῆς Διοικήσεως τῆς ΔΕΗ. Καὶ διὰ μὲν τὴν Διοίκησιν τῆς ΔΕΗ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει παντάπασιν. Ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη ἔχει ἀσχοληθῆ καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἤδη ἀσχολεῖται μὲ τὸν κ. Πεζόπουλον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν δικαιοῦμαι νὰ ἐκφέρω κρίσιν. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ ἐκφέρω κρίσιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν κακοπάθειαν τὴν ὁποίαν ὑπέστη εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν τὸ ἔργον τοῦ Μέγδοβα. Οἱ κύριοι αὐτοὶ εἶναι ὁ Στυλιωτόπουλος, τὸν ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπέμενε νὰ τὸν καλέσωμεν ὡς πρῶτον μάρτυρα, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς κατετόπιζεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐδέχθη ὁ κ. Βασιλᾶτος ὡς μόνην ὑποχώρησιν νὰ θέσῃ τὸν κ. Στυλιωτόπουλον δεύτερον εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων. Καὶ μόνον συγκρινόμενον μὲ τὸν Δημητρακόπουλον, τὸν ἔθεσε δεύτερον. Διότι μόνον ἄνθρωπος τῆς ἱκανότητος καὶ τοῦ κύρους τοῦ Δημητρακοπούλου ἦτο δυνατὸν νὰ συγκριθῇ.
§84Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ λόγῳ τῶν πρεσβείων.
§85Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Καὶ τῶν πρεσβείων. Ὑπῆρξαν ἔκτοτε εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἀναμεμιγμένοι ἐναντίον τοῦ Μέγδοβα δικηγόροι ἀπολυθέντες ἀπὸ τὴν ΔΕΗ, ὡρισμένης καταγωγῆς δικηγόροι καὶ ὑπάλληλοι τῆς ΔΕΗ καὶ συνεζήτησαν αὐτά. Ὑπῆρξαν καὶ ὡρισμένοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι μετέφεραν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον εἶχον κάμει ἐπὶ 2 ἢ 3 χρόνια ἐναντίον Πεζοπούλου καὶ ἐναντίον τοῦ Μέγδοβα. Αὐτὴ ἦτο ἡ ὁμὰς τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἐμαρτύρησαν, διὰ νὰ μαρτυρήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐναντίον τοῦ Μέγδοβα.
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἴδατε, ὅτι ὁ Γενικὸς Εἰσηγητής, ὁ ὁποῖος ἐξεπροσώπευσε τὰς ἀπόψεις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, παρεμέρισεν ὅλους τοὺς μάρτυρας, διότι δὲν ἐτόλμησεν, ὅταν τῶν σημαντικῶν μαρτύρων τὰς καταθέσεις δὲν ἤθελε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, δὲν ἐτόλμησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς καταθέσεις τοιούτων μαρτύρων. Αὐτὸ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικόν. Ὅταν δὲν λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει μία Ἐπιτροπὴ βουλευτῶν εἴτε μαρτυρικὰς καταθέσεις, εἴτε ἔγγραφα, διότι ὁ κ. Δημητρακόπουλος δὲν προσῆλθεν, ἀλλὰ ἔγραψε τὰς ἀπόψεις του ὑπὸ μορφὴν ὑπομνήματος, κατέθεσε καὶ αὐτὸς τὰ ὅσα εἶχε νὰ εἴπῃ. Ὅταν δὲν λαμβάνῃ μία ἐπιτροπὴ βουλευτῶν ὑπ’ ὄψει τὰς καταθέσεις τοιούτων ἀνδρῶν, τότε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐτόλμα ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ λέγῃ, ὅτι ἐξετέλεσεν ἔργον δικαστικόν. Δὲν ὑπάρχει δικαστήριον εἰς τὴν χώραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐτόλμα νὰ εἴπῃ, ὅτι σβήνει ὅλους τοὺς μάρτυρας. Πάντως εἶναι πρὸς τιμὴν τῶν κυρίων, ὅτι μαζὶ μὲ τοὺς σημαντικοὺς καὶ ἀρίστους μάρτυρας, ἔσβησαν καὶ τοὺς σκάρτους.
§87Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ τέλος γεννᾶται θέμα προσωπικόν.
§88Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ταλαιπωρήσω τὴν Βουλήν, ἀναφερόμενος εἰς τὰ πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα ὑπεγράφησαν διὰ τὰς γαλλικὰς πιστώσεις καὶ τὸν Μέγδοβα. Ἐλπίζω, ὅτι ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ἐκ τῆς μειοψηφίας θὰ πράξουν τοῦτο. Μὲ μίαν ὅμως διαφοράν, ὅτι εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ πάλιν ἀναφερόμενος εἰς τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς πλειοψηφίας, νὰ ἀναφερθῶ ἐπὶ τῆς βασικῆς συμβάσεως τῆς 5ης Μαΐου 1955, διότι τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωτίσῃ καὶ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς ἐπισημάνῃ ποῦ ὑπάρχουν εὐθῦναι καὶ ποῦ δὲν ὑπάρχουν. Εἰς τὴν σελίδα 12 τῆς εἰσηγήσεως ἀναφέρεται, ὅτι ἡ διατύπωσις τῶν ἄρθρων 9, ἐδάφιον 3, καὶ 29, ἐδάφιον 7, ἐγένετο τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Πεζοπούλου, κατὰ τοιοῦτον ἀόριστον τρόπον, ὥστε τελικῶς ἡ OL–CO ἐξηνάγκασε τὴν ΔΕΗ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τοὺς ἀπαραδέκτους δι’ αὐτὴν ἀπολογιστικοὺς ὅρους της. Καὶ ἐνῷ ἀποδίδει ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν σατανικότητα τοῦ Πεζοπούλου τὴν μὴ συγκεκριμενοποίησιν τῆς ἀμοιβῆς, ἐν τῇ ἰδίᾳ σελίδι ἀναγράφεται ὅτι «ἀτυχῶς ἡ σχετικὴ διάταξις δὲν περιελήφθη, ἀλλὰ ἀφέθη ὁ διακανονισμὸς εἰς μελλοντικὴν συνεννόησιν μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἀναδόχου, τὴν ὁποίαν μὲ τὴν νέαν διατύπωσιν τῶν ἄρθρων 9 καὶ 29 ἡ OL–CO ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ ἐξ ὑπαρχῆς τὴν ἀμοιβήν της. Περιέργως, ὅμως, οἱ Γάλλοι, κατὰ τὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Παπαληγούρα σύσκεψιν, ἐπέτυχον τὴν διατύπωσιν τῶν ἄρθρων 9 καὶ 29, ἡ ὁποία παρεῖχε τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν OL–CO, ἐὰν ἤθελε νὰ ἀναλάβῃ ὅλα τὰ ἔργα». Ὁ δὲ κ. Καραβίδας νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ εἶναι φοβερὸν κλπ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ πλέον πρόκειται περὶ διαστροφῆς πραγματικῶν γεγονότων.
§89Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Καὶ ἐγγράφων.
§90Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Μάλιστα καὶ ἐγγράφων. Διότι αἱ συσκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Παπαληγούρα, ἔλαβον χώραν τὴν 17ην, 18ην καὶ 19ην Μαρτίου 1955, ἡ ἀπάλειψις δὲ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία καθώριζε τὴν ἀμοιβὴν ἀπὸ τὸ δεύτερον σχέδιον τῆς συμβάσεως, ἐγένετο τὴν 21ην Φεβρουαρίου 1955. Ἔχομεν δηλαδὴ μίαν διαφορὰν 25 περίπου ἡμερῶν καὶ ὁ μὲν κ. Παπαληγούρας προεδρεύει τὸν Μάρτιον, ἀπαλείφεται δὲ ἡ διάταξις, ἡ καθορίζουσα τὴν ἀμοιβήν, τὸν Φεβρουάριον. Καὶ ἐρχόμεθα νὰ τὸ λέγωμεν καὶ αὐτὸ ἐγγράφως, ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις δὲν περιελήφθη, διότι περιέργως πως οἱ Γάλλοι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Παπαληγούρα, ἀπήλειψαν τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀπαλειφθῆ 25 ἡμέρας πρὶν ὁ κ. Παπαληγούρας σωματικῶς τοὐλάχιστον, παρασταθῆ εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτήν.
§91Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο γραπτὸν μνημεῖον, τὸ μνημεῖον εἶναι τοῦ κ. Καραβίδα, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὕποπτος συμπαθείας πρὸς τὴν παράταξιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω καὶ ἀνῆκα καὶ τότε. Καὶ λέγει ὁ κ. Καραβίδας, ὅτι κατὰ τὰς συνεδριάσεις ἐκείνας—ὅπως θὰ σᾶς ἀναφέρω ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά μου νὰ ὁμιλήσω— αὐτὸς ὁ πολέμιος κατ’ ἐξοχὴν τῶν Γαλλικῶν πιστώσεων, διὰ νὰ εὕρῃ μίαν κάποιαν λύσιν ἦτο διατεθειμένος νὰ τοὺς δώσῃ ἀμέσως τὸ φράγμα. Αὐτὰ τὰ γράφει τὴν 17ην ἢ τὴν 18ην Μαρτίου καὶ τὴν 19ην Μαρτίου εἰς ἀναφοράν του πάλιν πρὸς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον. Λέγει ὁ ναύαρχος κ. Ι. Καραβίδας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κατώρθωσε νὰ μᾶς ἀπαγγιστρώσῃ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἔγγραφα; Αὐτὰ δὲν τὰ εἶδεν ἡ Ἐπιτροπή; Περὶ αὐτῶν δὲν ὤφειλε νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν; Ἐγώ, λοιπόν, πρωθυστέρως δὲν ἦτο λογικῶς δυνατὸν ν’ ἀναμιχθῶ καὶ ἔχω καὶ τοῦ κ. Καραβίδα τὴν μαρτυρίαν εἰς ἀνύποπτον χρόνον, διότι τὰ ἔγγραφά του, τὰ ἔγραψε τότε τὸ 1955. Δὲν εἶναι μάρτυς ὁ κ. Καραβίδας. Ποία ἄλλη ἀπόδειξις ἔπρεπε νὰ προσκομισθῇ; Καὶ ὄχι μόνον ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ ἐννέα ἔγγραφα, κύριε συνάδελφε, ἐν τῷ φακέλλῳ— καὶ ἐὰν θέλητε θὰ τὰ ἀναφέρω αὔριον καὶ μὲ χρονολογίας καὶ μὲ ὑπογραφὰς— ἀλλ’ ἀποδεικνύουν ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ἀποδεικνύουν δηλαδή, ὅτι τότε ὁ κ. Πεζόπουλος, εἴτε διὰ λόγους ἀντικειμενικούς, (διότι αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπιστημονική του γνώμη), εἴτε διότι ἤθελε νὰ εὐνοήσῃ τὴν OL–CO, μοῦ εἶναι ἀδιάφορον (ἐγὼ δὲν θὰ λάβω θέσιν), ὄχι μόνον δὲν ὑπεστήριξε τὰ ὅσα ὑπεστήριξεν ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ὑπεστήριξεν ἀκριβῶς τὰ ἀντίθετα διὰ τριῶν ἐγγράφων. Καὶ οὐ μόνον ὁ κ. Πεζόπουλος, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Παπαλεονάρδος, καὶ οὐ μόνον ὁ κ. Παπαλεονάρδος, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Στουπάθης. Παρὰ ταῦτα, ἐλήφθη κατὰ πλειοψηφίαν ἀπόφασις ἀντίθετος τοῦ Δ. Σ. τὸ 1955, χωρὶς καμμίαν κυβερνητικὴν παρέμβασιν, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους εἴτε ὁ κ. Μποῦτος, εἴτε ἐγώ, κάποτε θὰ σᾶς ἐξηγήσωμεν ἐὰν χρειασθῇ, ἀλλὰ μόνον τὸ γεγονός, ὅτι ἀνέφερα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα προχείρως δὲν ἀποδεικνύει, ὅτι καταρρέει ἡ περὶ Μέγδοβα κατηγορία; Τί καθῆκον παρέβην;
§92Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Πράγματι καὶ ἐγὼ αὐτὸ θέλω, νὰ κρίνω τὸ πόρισμα τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἰς τὴν σελίδα 12 ὑπάρχουν δύο ἀνακρίβειαι καὶ ὑπάρχει καὶ μία ἀντίφασις. Διότι πῶς ἐν ἀρχῇ τῆς στήλης δύο τῆς σελίδος 12 ἀναγράφεται, ὅτι τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Πεζοπούλου ἐγένετο ἡ κατὰ τὸν ἀόριστον αὐτὸν τρόπον διατύπωσις περὶ ἀμοιβῆς καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς αὐτῆς στήλης ἀναφέρεται, ὅτι περιέργως πῶς οἱ Γάλλοι ἐπέτυχον εἰς συνεδρίασιν, προεδρευομένην ἀπὸ τὸν κ. Παπαληγούραν, νὰ γίνῃ ἡ ἀπάλειψις αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἀλλὰ πῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις, κύριοι, θὰ τὸ ἴδωμεν παρακατιόντος, διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν καὶ πράγματα καὶ πρόσωπα.
§93Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Καὶ πῶς μπαίνει εἰς τὸ πόρισμα, ὅτι ἔγινε τέτοια συνεδρίασις; Καὶ ποῦ ἐπληροφορήθησαν, ὅτι ἔγινε συνεδρίασις; Πῶς γράφουν, ὅτι ἔγινεν, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ οἱαδήποτε πηγή, οὔτε μαρτυρία, οὔτε ἔγγραφον. Μεταφυσικὴ πηγὴ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Ἡ μαρτυρία ἔστω καὶ ἑνὸς προσώπου ἢ ἐγγράφου. Δὲν ὑπάρχει οὔτε μαρτυρία οὔτε ἔγγραφον. Πληροφορεῖται λέγει ἡ Ἐπιτροπή.
§94Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ πόρισμα τῶν δικαστικῶν θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ.
§95Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Τὸ πόρισμα τῶν Δικαστικῶν ἔχει περιπέσει καὶ αὐτὸ εἰς ὡρισμένα σφάλματα. Τὸ γεγονός, ὅτι τὸ πόρισμα τῶν Δικαστικῶν περιέπεσεν εἰς ἕνα σφάλμα, δὲν σᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι περιεπέσατε καὶ σεῖς εἰς τὸ ἴδιον σφάλμα, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἐπέστησα, κατὰ τὴν κατάθεσίν μου ἐνώπιον ὑμῶν, τὸ γεγονός, ὅτι οἱ κύριοι Δικαστικοὶ ἐκ παραδρομῆς καταδήλου ἔγραψαν τὰ ὅσα ἔγραψαν εἰς τὴν περίφημον σελίδα 46, ἡ ὁποία περιέχει καὶ ἄλλα τινὰ ἀνακριβῆ. Ἡ σελὶς 46 τοῦ πορίσματος τῶν δικαστικῶν, π.χ., ἔχει τὴν ἑξῆς ἀνακρίβειαν: Λέγει, ὅτι ὁ κ. Παπαληγούρας ἔδωσε διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1955 αὔξησιν τῆς ἀμοιβῆς εἰς τὴν OL–CO καὶ πρὸς ἀπόδειξιν, ἀνέφερε μίαν περικοπὴν τῶν πρακτικῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Καὶ τί ἀποδεικνύεται; Ὅτι ἡ σύμβασις τοῦ 1955, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν καθορίζει οὐδεμίαν ἀμοιβὴν καὶ ὅτι ἁπλούστατα εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἐγένετο λάθος τῶν στενογράφων. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ μιᾶς συμβάσεως, ἡ ὁποία εἶναι τυπικῶς δημοσιευμένη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ὡς ἀντικείμενον τὸν καθορισμὸν τῆς ἀμοιβῆς — διότι ἡ ἀμοιβὴ εἶχε καθορισθῆ διὰ προγενεστέρας συμβάσεως ποὺ εἶχεν ὑπογράψει ὁ κ. Καψάλης— προσεδιώρισε τὴν ἀμοιβήν, ἀλλὰ τὴν προσεδιώρισεν ὁ διεθνὴς διαγωνισμός. Ἐπειδὴ ἔχομεν ἕνα λάθος τῶν στενογράφων, ἐπειδὴ κατόπιν οἱ κ. δικαστικοὶ δὲν ἐπῆγαν νὰ ἴδουν τί λέγει ἡ σύμβασις, σημαίνει ὅτι, ὅ,τι γράφει ἡ ἔκθεσις τῶν δικαστικῶν πρέπει ἀνεξετάστως, νὰ τὰ υἱοθετῆτε; Ἡ ἔκθεσις τῶν δικαστικῶν ἔχει κάμει καὶ ἄλλα σφάλματα εἰς αὐτὴν τὴν σελίδα, ἐμπλέκει τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην μὲ ἐμένα καὶ λέγει, ὅτι ἐγὼ ἐπῆρα μίαν ἀπόφασιν ὡς Ὑπουργὸς Βιομηχανίας καὶ προήδρευσα συσκέψεως, ἐνῷ εἶναι βέβαιον, ὅτι προήδρευσε τῆς συσκέψεως αὐτῆς —τῆς ὁποίας ὑπάρχει καὶ πρακτικὸν— ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, ὁ ὁποῖος ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας καὶ ὄχι ἐγώ. Ἐπειδή, λοιπόν, ἔκαμεν ἕνα λάθος, συγγνωστόν, ἡ ἔκθεσις τῶν δικαστικῶν πρέπει νὰ ἀναλάβω καὶ αὐτὴν τὴν εὐθύνην; Διὰ ποῖον λόγον; Καὶ μὲ τῶν στενογράφων τὰ λάθη θὰ ἐπιφορτισθῶ ἐγώ; Καὶ μὲ τῆς κοινῆς λογικῆς θὰ λάθη θὰ ἐπιφορτισθῶ ἐγώ; Διατί;
§96Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν; Θέλω νὰ σᾶς εἴπω μὲ ποίαν ἀνωτερότητα ἐχειρίσθημεν τὰ ζητήματα. (Γέλωτες ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Ρ.Ε.). Ἔχω τὰ πρακτικὰ τῆς 11ης Ἀπριλίου 1955, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν σελίδα 20 ἄρθρον 29 λέγουν. Αἱ ὑπὸ στοιχεῖα Α καὶ Β σελίδες προβλέπουν αὔξησιν τῆς ἀποζημιώσεως κλπ. Καὶ παρακάτω λέγει: «Παπαλεονάρδος: Ὁ κ. Παπαληγούρας ἔθεσε τὴν αὔξησιν τῆς ἀμοιβῆς». Ἐν τούτοις τὸ ἠλέγξαμεν καὶ εἴδομεν ὅτι ἔχουν λάθη καὶ δὲν τὸ ἐχρησιμοποιήσαμεν πουθενά. Αὐτὸ δὲν εἶναι τρανὴ ἀπόδειξις τῆς καλῆς μας πίστεως; Ἔχομεν τὰ πρακτικὰ καὶ τὸ ἠλέγξαμεν, διότι ἦλθε κατόπιν ὁ κ. Παπαλεονάρδος καὶ λέγει: Ἠρώτησα τὸν Μακρῆν μετὰ 7 ἔτη καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι εἶναι λάθος τῶν στενογράφων. Καὶ τὸ δέχομαι αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζει ὁ κ. Παπαλεονάρδος, μετὰ μίαν 7ετίαν ποὺ τὸ λέγει ὁ κ. Μακρῆς, ὅτι εἶναι λάθος τῶν στενογράφων καὶ δὲν τὸ χρησιμοποιοῦμεν. Αὐτὸ τί σημαίνει κ. Παπαληγούρα;
§97Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, δὲν ἐκάματε τὸ λάθος τὸ ὁποῖον ἔκαμαν οἱ δικαστικοὶ καὶ δὲν ἠμπορούσατε νὰ τὸ κάμετε αὐτὸ τὸ λάθος.
§98Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ ἠλέγξαμεν.
§99Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Τὸ ἠλέγξατε δι’ αὐτὸ καὶ δὲν τὸ ἐγράψατε. Εἴπατε προηγουμένως εἰς τὸν κ. Μποῦτον, ὅτι ἀφέθη τὸ ἄρθρον περὶ δυνητικῆς ἀμοιβῆς ἀτελὲς ἐν συσκέψει ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου καὶ ὅταν σᾶς ἠρώτησα ποῖος μάρτυς τὸ λέγει;— διότι οὐδεὶς τὸ λέγει— ποῖον ἔγγραφον τὸ λέγει;— διότι οὐδὲν ἔγγραφον τὸ λέγει— σεῖς ἐδώσατε τὴν ἀπάντησιν: Ὅτι τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις τῶν δικαστικῶν. Καὶ ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν τριῶν δικαστικῶν, ἐπειδὴ εἶναι ἀνθρώπινον ἔργον, ἔχει καὶ αὐτὴ σφάλματα καὶ σᾶς ἀνέφερα σειρὰν σφαλμάτων εἰς τὰ ὁποῖα περιέπεσεν ἡ ἔκθεσις ἐκείνη εἴς τινα τῶν ὁποίων δὲν περιπέσατε σεῖς, ἀλλὰ περιπέσατε εἰς τὸ συγκεκριμένον σφάλμα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν, διότι δὲν ἔχετε οὐδεμίαν ἀπόδειξιν, οὔτε ἔγγραφον, οὔτε προφορικὴν μαρτυρίαν.
§100Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν ἅπτεται παραπεμπτικῆς προτάσεως.
§101Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ, ποὺ εἶπεν, ὁ κ. Βασιλᾶτος, ἔχω νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἑξῆς γεγονὸς ὅτι δὲν εἶναι ἡ κακὴ διατύπωσις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, ἡ ὁποία καὶ μόνον ἐνήργησε διὰ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ὀρθὴν σκέψιν, ὑπῆρξε καὶ τὸ ἑξῆς γεγονός, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλοῦν ὅτι τὴν ὥρισεν ὁ κ. Παπαληγούρας, εἶχεν ὁρισθῆ πρὸ δύο ὁλοκλήρων ἐτῶν ἀπὸ τὴν προκήρυξιν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Μέγδοβα τὸ 1955 ἀπὸ τὴν OL–CO. Ἡ ἀντικειμενικότης, δηλαδὴ κρίνεται καὶ ἐκ τοῦ ὀφθαλμοφανοῦς καὶ λογικῶς ἀπαραδέκτου γεγονότος, ὅτι ἔχομεν πρακτικὰ τὰ ὁποῖα λέγουν ὅτι ἡ ἀμοιβὴ καθωρίσθη τὸ 1955, ἐνῷ εἶναι δεδομένον ἀπὸ πλῆθος ὅσων ἄλλων ἐγγράφων, πλὴν τῶν πρακτικῶν, ὅτι τοιοῦτον ζήτημα δὲν ἐγεννήθη τὸ 1955, διότι πρὸ δύο ἐτῶν, μὴ Ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Παπαληγούρα, εἶχε καθωρισθῆ ἡ ἀμοιβή. Ἐάν, κύριοι τῆς Ἐπιτροπῆς, τοιαῦτα πασιφανῆ γεγονότα, τὰ ἐπικαλεῖσθε πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀντικειμενικότητός σας, τότε θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν ἐπιδεικνύεται τὴν στοιχειώδη ἀντικειμενικότητα, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἀπὸ ἀδηρίτους καὶ ἀναποφεύκτους λογικοὺς κανόνας, τότε πλέον ὅλο σας τὸ πόρισμα θὰ ἦτο ἀνάξιον νὰ τὸ λάβωμεν καὶ ὑπ’ ὄψιν μας κἄν.
§102Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ ἰδῆτε τὸ ἰδικόν σας πόρισμα πόσον εἶναι ἄξιον!
§103Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἀναλαμβάνομε τὴν εὐθύνην πάσης λέξεως ἡ ὁποία ἔχει γραφῆ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὴν σύμβασιν τῆς 5ης Μαΐου 1955 πρέπει νὰ εἴπωμεν ὀλίγα τινά, διότι πράγματι ὁ κ. Χαρμπούρης, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ ἐντύπωσις ὅτι δὲν εἶχε καθορισθῆ ἡ ἀμοιβὴ ἀπὸ τὴν σύμβασιν δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ ἡ ἀμοιβὴ ἀπὸ τὴν σύμβασιν δὲν δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τὴν εὐθύνην οἱουδήποτε οὔτε καὶ εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Πεζοπούλου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Πεζόπουλος, εἴτε ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ του, εἴτε ἐν τῇ ἐλλείψει τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἀναθέσῃ τὰ ἔργα πολιτικοῦ μηχανικοῦ ἢ νὰ καταστήσῃ εὐκολωτέραν τὴν ἀνάθεσιν τῶν ἀπολογιστικῶν εἰς τὴν OL–CO, εἶχε προτείνει εἰς τὴν τότε σύμβασιν νὰ γίνῃ ἀκριβὴς καθορισμὸς τῆς ἀμοιβῆς. Καὶ τότε συνήντησε ἀντίδρασιν ἀπὸ ὡρισμένα μέλη τοῦ Διοικ. Συμβουλίου ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα εἶπεν, ὅτι τί θὰ κάμωμεν ἐδῶ, ὅλα τὰ ἔργα θὰ τὰ ἐκτελέσουν οἱ Γάλλοι; Ἂς πάρουν καὶ οἱ Ἕλληνες ἐργολάβοι καὶ κατώρθωσαν νὰ ἐπιβάλουν τὰς ἀπόψεις των εἰς τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον, ὥστε νὰ μὴ ἀναγραφῇ κατὰ συγκεκριμένον τρόπον ἡ ἀμοιβή. Ἡ ἐξήγησις δὲ ἐδόθη καὶ ἀπὸ τὸν Παπαλεονάρδον, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπεν ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡρισμένα μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, φοβούμεθα ὅτι διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἀμοιβῆς θὰ εὐχεραίνετο ἡ ἀνάθεσις τοῦ ἔργου εἰς Γάλλους, ἐπέμειναν νὰ μὴ ἀναγραφῇ τοῦτο καὶ ἔτσι κατελήξαμεν εἰς μίαν διατύπωσιν ἡ ὁποία ἦτο ἀόριστος καὶ ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς τὴν ΔΕΗ τὴν ἀνάθεσιν κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα εἰς τοὺς Γάλλους, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅμως τῆς συμφωνίας ἐπὶ μιᾶς ὡρισμένης ἀμοιβῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀνέτρεπεν οὐσιαστικῶς τὴν ἀνάθεσιν τῶν ἔργων πολιτικοῦ μηχανικοῦ κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα εἰς τοὺς Γάλλους, διότι ἐὰν δὲν συνεφώνουν εἰς τὴν τιμήν, καταλαβαίνετε ὅτι συμφωνία δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸν μὴ ἀκριβῆ προσδιορισμὸν τῆς ἀμοιβῆς. Ἀλλὰ ὑπάρχει εἰς τὸ πόρισμα τῆς πλειοψηφίας καὶ ἕτερόν τι. Λέγεται ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἔλαβον χώραν αἱ Κυβερνητικαὶ πιέσεις. Προσέξατε τὴν φρασεολογίαν. «Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἔλαβον χώραν καὶ Κυβερνητικαὶ πιέσεις... οὐσιώδεις νέα ὑποχώρησις τῆς ΔΕΗ ἡ ἀφορῶσα τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ὑπεργολάβων μόνον Γαλλικῶν Τεχνικῶν Οἴκων, ἐνῷ ἡ ἀρχικὴ συμφωνία περιελάμβανε τὸν ὅρον ΑΛΛΟΔΑΠΟΝ». Ἡ λέξις κυβερνητικὴ πίεσις δὲν εἶναι δόκιμος. Δὲν εἶναι δόκιμος διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι ὅταν συνεζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς ἐπιμονῆς τῶν Γάλλων διὰ τὴν χρησιμοποίησιν μόνον γαλλικῶν Οἴκων, δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ πιέσῃ τὴν ΔΕΗ ὅπως καὶ δὲν τὴν ἐπίεσεν, ἀλλὰ νὰ τῆς εἴπῃ ὅτι ἐπειδὴ κύριοι καὶ ἐν προκειμένῳ ὅπως συμβαίνει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ συμβαίνῃ καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείσωμεν τοὺς Γαλλικοὺς τεχνικοὺς οἴκους, διότι οἱ Γάλλοι δὲν δίδουν τὰς πιστώσεις διὰ νὰ ὠφελήσουν μόνον τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ τὴν Γαλλικὴν βιομηχανίαν. Ἡ σύμβασις ἦτο ἀμφοτεροβαρὴς καὶ ἀπέβλεπε καὶ εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῆς Ἑλληνικῆς πλευρᾶς ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῆς Γαλλικῆς πλευρᾶς. Αὐτὸ τὸ γνωρίζει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπουσιάζει, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ παριστάμενος κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, θὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσῃ διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ παράδειγμα ἐκτελουμένου ἔργου ἐν Ἑλλάδι μὲ πιστώσεις γαλλικάς, ἀμερικανικὰς ἢ γερμανικὰς καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὅρος ὡς αὐτὸς ποὺ ὑπῆρχε τὸ 55 μὲ τὴν Γαλλίαν. Ἐὰν τὸ εἴπωμεν αὐτὸ νομίζω ὅτι χάνομε τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀντικειμένου περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Ἕνα εἶναι βέβαιον, ὅτε τὸ 1955 καὶ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1956 τῇ ἐπιμονῇ τῶν κ.κ. Καραβίδα καὶ Δημητρακοπούλου, δὲν εἶχε προσδιορισθῆ ἡ ἀμοιβὴ καὶ ἐπὶ πλέον κατὰ τὴν σύσκεψιν ποὺ προήδρευεν ὁ κ. Παπαληγούρας, οὐδεμία δέσμευσις ὑπῆρξεν ἔναντι τῶν Γάλλων διὰ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἔργων πολιτικοῦ μηχανικοῦ εἰς τοὺς Γάλλους εἴτε μὲ τὸ ἕνα εἴτε μὲ τὸ ἄλλο σύστημα. Ὅταν ἐφθάσαμε κατ’ Αὔγουστον 1956 καὶ ἐλήφθη ἀπόφασις ἐγκρίνουσα τὴν κατ’ ἀπολογιστικὸν τρόπον ἀνάθεσιν τῶν ἔργων εἰς τοὺς Γάλλους τὸ Δ.Σ. ἦτο ἀπολύτως ἐλεύθερον. Ἠδύνατο νὰ τὰ ἀναθέσῃ εἰς τοὺς Γάλλους ἢ ὄχι, κατ’ ἀπολογιστικὸν ἢ μὴ τρόπον. Καὶ τὸ ἐρώτημα εἶναι τί συνέβη μέχρι τὸν Αὔγουστον τοῦ 1956 διὰ νὰ ἀλλάξῃ ἀπόψεις ὅλο τὸ Δ.Σ. Πρὶν φθάσω ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον πιστεύω οὐχὶ κακοπίστως ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς παρεσύρθη ἀπὸ τὸ πόρισμα τῶν δικαστικῶν οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς τὸ λάθος αὐτό. Ἀναγράφεται εἰς τὴν σελίδα 17 τοῦ πορίσματος τῆς πλειοψηφίας τὰ ἑξῆς: «Παρέπεισαν καὶ πάλιν τοὺς συμβούλους νὰ ἐγκρίνουν τὴν σύμβασιν τῆς 15.10.56 μὲ μειοψηφίαν μόνον τοῦ Α. Δημητρακοπούλου». Δὲν ἐμειοψήφισεν ὁ κ. Δημητρακόπουλος καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἀλλὰ ἁπλούστατα ἔδωσε λευκὴν ψῆφον διότι λόγῳ οἰκογενειακῶν του ἀτυχημάτων δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ κάμῃ λογαριασμούς. Καὶ τότε δὲν ἐκρίνετο ἡ ἀνάθεσις κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα ἢ ὄχι, ἀλλὰ τὸ ὕψος τῆς ἀμοιβῆς τοῦ ἀναδόχου. Ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν μηνὸς καὶ ὅταν ὁ κ. Δημητρακόπουλος συνῆλθεν ἀπὸ τὰς περιπετείας τοῦ οἰκογενειακοῦ του περιβάλλοντος ἔκαμε τοὺς λογαριασμούς του καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διὰ νὰ καθησυχάσῃ καὶ τὰς ἀνησυχίας τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Δ.Σ. ἔσπευσεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν του νὰ τοὺς στείλῃ σημείωμα καὶ νὰ τοὺς εἴπῃ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκ τῶν ὑστέρων γενομένων νέων ὑπολογισμῶν συμφωνεῖ. Ἑπομένως καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐλήφθη ἀπόφασις ἀπὸ ἐλευθέρως κρῖνον συμβούλιον κατ’ ἐλεύθερον τρόπον τῇ παμψηφίᾳ ὅλων τῶν μελῶν του. Πρέπει, κύριε, νὰ διακρίνωμεν μεταξὺ δύο ἡμερομηνιῶν τὸν Αὔγουστον τοῦ 56 ἀποφασίζεται ἡ ἀνάθεσις ἔργων πολιτικοῦ μηχανικοῦ εἰς τὴν OL–CO κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὅτι ὁ κ. Πεζόπουλος μόνος ἦτο ὑπὲρ τῆς κατ’ ἀπολογιστικὸν τρόπον ἀναθέσεως τῶν ἔργων πολιτικοῦ μηχανικοῦ εἰς τὴν OL–CO. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὸν τὴν ἰδίαν ἄποψιν εἶχον διατυπώσει οἱ Παπαλεονάρδος καὶ Μακρῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχον εἴπει ὅτι ὑπάρχει ἡ βασικὴ σύμβασις τοῦ 1955 καὶ ὅτι ἐδῶ ἔχομεν τὴν OL–CO ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων κατὰ τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα καὶ ἐπέμενον τότε νὰ καθορισθῇ καὶ ἡ ἀμοιβή. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐναντίον τῆς κατ’ ἀπολογιστικὸν τρόπον ἐκτελέσεως τῶν ἔργων τὸ 1955 πείθεται ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις ὑπὸ Ἑλλήνων ἐργολάβων δὲν εἶναι ἀποτελεσματική, διότι φοβεῖται ὅτι ἐὰν κάμωμε χρῆσιν γαλλικῶν πιστώσεων θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν καὶ εἰς Γάλλους ὑπεργολάβους, καὶ ἀποδέχεται οὕτω καὶ αὐτὸς ὅτι πρέπει νὰ πᾶμε εἰς τὸ ἀπολογιστικὸν σύστημα. Πέραν αὐτοῦ ὁ κ. Στούκι διεμήνυσε διὰ τοῦ κ. Μιχαηλίδη, ὅτι λόγῳ τῆς μικρότητος τῶν ἔργων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κινήσωμεν τὸ ἐνδιαφέρον σοβαρῶν γαλλικῶν οἴκων ἐκτὸς ἐὰν θὰ εἶναι ὑψηλαὶ αἱ τιμαί, τὰς ὁποίας θὰ προσφέρουν. Ἑπομένως πρὸ τοῦ διλήμματος αὐτοῦ κατ’ Αὔγουστον 1956 τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἀποφασίζει τὴν κατ’ ἀπολογιστικὸν τρόπον ἀνάθεσιν τῶν ἔργων, διότι φοβεῖται ὅτι κατ’ ἄλλον τρόπον θὰ ἔχωμε περιπετείας καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαφυλάξωμε τὸ κόστος τῶν ἔργων. Δι’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν λόγον λαμβάνεται αὐτὴ ἡ ἀπόφασις. Ἀναμφισβητήτως μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1956 ὅταν τελικῶς ὑπογράφεται ἡ σύμβασις συμβαίνουν τὰ ὅσα ἤδη εἶναι γνωστὰ ἀπὸ ἄλλες εἰσηγήσεις, τὸ λάθος τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, αἱ διαφωνίαι ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὕψος τῆς ἀμοιβῆς. Ἀλλὰ περὶ ὅλων αὐτῶν θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἐάν, κύριοι βουλευταί, προκειμένου ἡ ΔΕΗ νὰ συνομολογήσῃ μίαν σύμβασιν ἀπεφάσιζεν ἕνα ἄλφα ὕψος ἀμοιβῆς συμφωνούντων τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως καὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ΔΕΗ, ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἔχων τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν εἶναι δυνατὸν μὲ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας διαθέτει νὰ ἐλέγξῃ ἐὰν τὸ ὕψος αὐτὸ εἶναι τὸ σύνηθες ἢ ὄχι; Ὅταν ὅλοι εἰς τοὺς ὁποίους ἔχῃ ἀνατεθῆ ἡ διαχείρισις τῆς ΔΕΗ συμφωνοῦν περὶ τοῦ ὕψους αὐτοῦ, μὲ ποῖον στοιχεῖον ὁ Ὑπουργὸς θὰ κρίνῃ ὅτι τὸ ὕψος εἶναι ὑπερβολικὸν ἢ εἶναι μικρὸν ἀπὸ τὸ κανονικόν; Καὶ ποίαν σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ αὐτοτέλεια τοῦ ὀργανισμοῦ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς εἰς οἱανδήποτε σύναψιν συμβάσεως ἐκάλει τοὺς ἐν τῇ ΔΕΗ νὰ δικαιολογήσουν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ἐν προκειμένῳ; Κύριοι συνάδελφοι, ἡ σύμβασις τοῦ 1956 ἀφεώρα τὸν τρόπον ἐκτελέσεως τῶν ἔργων. Καὶ ὁ κ. Παπαλεονάρδος ὁ ἄνθρωπος περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἐντιμότητος τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλῃ μᾶς εἶπε, «μὲ αὐτὸ θὰ ἠσχολεῖτο ὁ Ὑπουργός. Αὐτὸ ἦτο ζήτημα τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς ΔΕΗ». Ἐξ ὅσων εἶπον προηγουμένως νομίζω ὅτι προκύπτει ἀδιάσειστον τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ δραστηριότης τοῦ κ. Παπαληγούρα ὡς Ὑπουργοῦ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποδέσμευσιν τῆς Ἑλληνικῆς πλευρᾶς ἀπὸ Γαλλικὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑστερογενῶς ἐκρίθησαν ὡς μὴ συμφέρουσαι, εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποδέσμευσιν τῆς ΔΕΗ ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν ἀναθέσεως ἐκτελέσεως τοῦ φράγματος Μέγδοβα εἰς τοὺς Γάλλους καὶ εἶχεν ὡς συνέπειαν νὰ δημιουργήσῃ συνθήκας ἐλευθέρας καὶ ἀνεπηρεάστου κρίσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως ἔκρινε, καταλῆξαν εἰς τὰς ἀποφάσεις εἰς τὰς ὁποίας κατέληξεν. Ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἄλλωστε ἀπεδείχθησαν ὅτι δὲν ἦσαν ζημιογόνοι διὰ τὴν ΔΕΗ. Καὶ ἐὰν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη ὅτι οὐδεμία ζημία προέκυψεν ἐκ τῆς ἀναθέσεως τῶν ἔργων εἰς τὴν ΟΛΚΟ, πῶς ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔκρινεν ὅταν ἀνετέθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ κατασκευὴ τῶν ἔργων εἰς τὴν ΟΛΚΟ ὅτι τὸ σύστημα αὐτό, τὸ διεθνῶς παραδεδεγμένον, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀπορρίψῃ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν; Πράγματι ὁ Ὑπουργὸς τότε γνωρίζων ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο διεθνῶς εἶχεν ἐφαρμογὴν καὶ ὅτι ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς πλευρᾶς εἶχον ληφθῆ διὰ τῆς δημιουργίας τῆς ὑπηρεσίας ἐλέγχου ἔργων Ταυρωποῦ (VE-KET) ἅπαντα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα διὰ τὸν ἔλεγχον τοῦ κόστους, ὅταν ὑπέγραψε τὴν σύμβασιν δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ ἀνησυχῇ.
§104Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς παρετηρήσατε ὅτι δὲν ἦτο ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ποίαν σημασίαν θὰ εἶχεν ἡ αὐτοτέλεια περὶ τῆς ὁποίας κοπτόμεθα συνήθως. Διότι τὸ κατηγορητήριον βασίζεται εἰς πάρα πολλὰ σημεῖα εἰς τὸ γεγονός, ὅτι κάποτε–κάποτε ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται καὶ ὑποδεικνύει ὡρισμένα πράγματα καὶ ἄλλοτε μὲν συμφέρει τοὺς κυρίους νὰ λέγουν ὅτι ἐπενέβαινε καὶ ἄλλοτε συμφέρει νὰ λέγουν ὅτι δὲν ἐπενέβαινεν. Αὐταὶ αἱ ἀντινομίαι δὲν εἶναι μόνον νομικαὶ ἀλλὰ καὶ ἠθικαὶ ἀντινομίαι τῶν κυρίων οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν. Ἀλλὰ ἀσχέτως αὐτοῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρέμβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ προκειμένου περὶ συστήματος διεθνῶς ἀναγνωρισθέντος, πότε ὅμως; Ὅταν ἐγένοντο τρεῖς συνεδριάσεις καὶ ἐπληροφορεῖτο ὅτι εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ὑπῆρχον βασικαὶ ἀντιρρήσεις, ὅτι τελικῶς ἐλήφθη ἀπόφασις μὲ μίαν μόνον ψῆφον, ὁπότε ἠμποροῦσε καὶ αὐτὸς νὰ εἴπῃ, διατί; Ἐφ’ ὅσον τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη θὰ ἦτο ἀπολύτως περίεργον νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν.
§105Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Πράγματι, κύριοι συνάδελφοι, τὸ κόστος λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς τελειότητος τοῦ ἔργου καὶ τῶν δυσκόλων συνθηκῶν ἐκτελέσεως γεωλογικῶν ὅρων κλπ., δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀπετέλεσαν κατόρθωμα τῆς ΔΕΗ καὶ τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας ἦτο ὁ κ. Δ. Παπαλεονάρδος. Ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς προσεπάθησε κατὰ κάποιον τρόπον νὰ ἐμφανίσῃ τὴν ὑπέρβασιν τοῦ κόστους ὡς μεγαλυτέραν ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία πράγματι εἶναι. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι περιπίπτει εἰς ὡρισμένα λογικὰ σφάλματα. Συγκρίνει πράγματα κατ’ ἀρχὴν ἀνόμοια. Συγκρίνει τὸ πραγματικὸν κόστος μὲ τὸ συμβατικόν. Λησμονεῖ τὸ γεγονός, ὅτι λόγῳ τῶν σχέσεων ΟΛΚΟ καὶ ΔΕΗ ὑπάρχει μία σειρὰ προϋπολογισμῶν ἐκ τῶν ὁποίων μὲν οἱ ἐξωτερικοὶ προϋπολογισμοὶ ἀναφέρονται εἰς τὰς σχέσεις τῆς ΟΛΚΟ καὶ τὸ ὕψος τοῦ κόστους, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπερβαίνῃ ἕνα ὡρισμένον ποσὸν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὑπελογίζετο καὶ λησμονεῖ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἐσωτερικοὶ προϋπολογισμοί, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1957 ἀναβιβάζουν τὸ κόστος τοῦ ἔργου εἰς 26 ἑκατομμύρια. Καταλαβαίνετε, κύριοι, τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν προϋπολογισμῶν. Ἀτυχῶς δὲν ἔχομεν τὸν χρόνον νὰ ἐξηγήσωμεν τὰ πάντα διὰ νὰ ἴδητε τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο προϋπολογισμῶν. Θὰ σᾶς εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς: Ὅταν κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1957 ἀναβιβάζῃ τὸ κόστος τοῦ ἔργου εἰς 26 ἑκατομμύρια δολλάρια εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀπευθύνει πρὸς τὴν ΟΛΚΟ τὸ κόστος τοῦ ἔργου ἔχει περιορισθῆ κατὰ 60%, διότι συμφέρει τότε τὴν ΔΕΗ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰ ἔργα τοῦ πολιτικοῦ μηχανικοῦ καὶ τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἔχει ἀναλάβει ἡ ΟΛΚΟ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβοῦν ἕνα ὡρισμένον ἐπίπεδον, διότι διαφορετικὰ τὸ 16% τῆς ἀμοιβῆς τῆς ΟΛΚΟ θὰ ὑπελογίζετο καὶ ἐπὶ τοῦ μεγαλυτέρου ποσοῦ. Ὅταν λοιπὸν δὲν κατωρθώσαμεν διὰ τῆς εἰσηγήσεώς μας, τὰ βασικὰ αὐτὰ στοιχεῖα ὑπολογισμοῦ τοῦ κόστους νὰ τὰ δώσωμεν καὶ ὅταν ὄχι μόνον ἀπεφύγαμεν νὰ τὰ δώσωμεν, ἀλλὰ ἐπανειλημμένως συνεκρίναμεν συμβατικὸν κόστος μὲ τὸ πραγματικόν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τὴν σκέψιν, χωρὶς καμμίαν διάθεσιν προσκλήσεως προσωπικοῦ ζητήματος νὰ εἴπω, ὅτι τοὐλάχιστον δὲν ἐντρυφήσαμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν.
§106Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀπαλλακτικὴ δὲν εἶναι ἡ πρότασις αὐτή;
§107Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτό. Μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ τρόπος ποὺ ἐκρίνατε. Κύριοι συνάδελφοι, ἀναφέρεται ὅτι «ὁ Διονύσιος Παπαλεονάρδου ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς μας ἐγκατέλειψε τὴν ἄποψίν του καὶ συνεφώνησε μὲ τὸ ἄνευ ἀξίας συμπέρασμα Κουτσοκώστα κλπ. διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπίστευτον διαβεβαίωσιν ἐπὶ ἐρωτήματος τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Ράλλη ἂν πῆρε ἡ ΟΛΚΟ ἀμοιβὴν ἐπὶ πλέον, νὰ ἀπαντήσῃ ΟΧΙ». Καὶ ἀναφέρονται καὶ γίνονται κρίσεις κατόπιν περὶ τοῦ μάρτυρος Παπαλεονάρδου καὶ ἐλέχθησαν τὰ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν εἰς τὸ πόρισμα. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ κρίνωμεν τοὺς κρίνοντας τὸν κ. Παπαλεονάρδον, κατ’ ἀρχὴν μία μικρὰ λεπτομέρεια: Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 62 ἐρωτήματος. Πρόκειται περὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 27 ἐρωτήματος. Ἀλλὰ παραλείπεται εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ ἀναφερθῇ ὅτι συνημμένος μὲ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα 27 ὑπάρχει ἡ ἐπιστολὴ τῆς ΥΕΤΕΜ Μ)434. Καὶ εἰς τὴν σελίδα 3 αὐτῆς ἀναφέρεται «ἤδη καθ’ ἡμᾶς μετὰ τὴν ἀποδέσμευσιν ἀπὸ τὴν θέσιν ἣν ἐλάβομεν ἔναντι τῆς διαιτησίας, τὸ ποσοστὸν τοῦτο (δηλαδὴ τῆς ὑπερβάσεως) ἐν ὄψει τῶν ὑφισταμένων δεδομένων δύναται βασίμως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δὲν ἀφίσταται αἰσθητῶς τοῦ 10%. Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά, κύριοι συνάδελφοι;
§108Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἐπιθυμῶ, διότι ἐκεῖ πιστεύω πράγματι ὅτι παρεισέφρησε λάθος, εἰλικρινῶς τὸ πιστεύω, νὰ εἴπω ὅτι ἔγινε σύγχυσις μεταξὺ διαφόρων εἰδῶν κόστους. Κόστος ὑπάρχει πραγματικόν, συμβατικόν, λογιστικόν, ἀνεκτὸν ἢ μὴ ἀνεκτόν, δηλ. εὔλογον ἢ μὴ εὔλογον. Αἱ ἔννοιαι εἶναι διαφορετικαί, ἀλλὰ δὲν θὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάλυσιν. Ὑπάρχει ὁ βαρύτατος ὑπαινιγμὸς εἰς τὸ πόρισμα τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὁ κ. Παπαλεονάρδος ἄλλα εἶπε περὶ τοῦ κόστους ἐνώπιον τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἄλλα ἐνώπιον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὄχι μόνον δὲν εἶπεν ἄλλα, ἐπειδὴ οἱ προϋπολογισμοὶ ἔγιναν ἐν τῷ μεταξὺ πληρέστεροι καὶ αὐστηρότεροι, ὑπῆρξε, πρὸς ὑμᾶς ἀπευθυνόμενος, πρὸς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, αὐστηρότερος ὁ κ. Παπαλεονάρδος. Καὶ ἐνῷ εἰς τὸ σημείωμα ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη ὁ κ. Μποῦτος, εἶχεν εἴπει ὅτι εἶναι 10% καὶ τὸ εἶχεν εἴπει πρὸς τοὺς Ἀρεοπαγίτας, πρὶν δημοσιευθῇ τὸ πόρισμα Κουτσοκώστα, Ρωμαΐδη, Καθηγητῶν τοῦ Πολυτεχνείου.....
§109Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Τὸ εἶχεν εἴπει εἰς ἔγγραφον τοῦ Ἀπριλίου 1962.
§110Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ ἄνθρωπος ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶπεν «ὑπέρβασις κατὰ προσέγγισιν 10%». Καὶ τὸ εἶπε πρὶν πᾶνε οἱ Καθηγηταὶ τοῦ Πολυτεχνείου νὰ ἐλέγξουν καὶ νὰ εἴπουν, ὅτι εἶναι 8,65%. Ἔρχεται εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ λέγει 11,1%, διότι ἔγιναν ἐν τῷ μεταξὺ οἱ λογαριασμοὶ καὶ εὑρέθη ὅτι εἶναι ὀλίγον μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ 10. Δὲν ἀντελήφθη ἡ πλειοψηφία τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς — διότι δὲν ἤλεγξε τοὺς φακέλλους — τὴν διάκρισιν μεταξὺ τῶν διαφόρων εἰδῶν κόστους καὶ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀριθμὸς 23%, 11%, 8,65% τοῦ Κουτσοκώστα. Τί νὰ κάνωμεν; Ὅλα αὐτὰ τὰ εἶχεν εἴπει ὁ κ. Παπαλεονάδρος κατὰ προσέγγισιν μονάδος πρίν. Πῶς ἐψεύσθη λοιπόν; Ὄχι μόνον δὲν ἐψεύσθη, ἀλλὰ ἐξεταζόμενος ἐνώπιον τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐξήγησε τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ὑπὸ τῶν κυρίων Δικαστικῶν ἐκτίμησις τῆς ὑπερβάσεως κατὰ 23% ἔπρεπε πάντως νὰ εἶναι μικροτέρα. Καὶ ἔφερε συγκεκριμένα παραδείγματα κονδυλίων καὶ ἔκαμε μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, συγκεκριμένως τὸν κ. Παπαδόπουλον — καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ μικρῶν κονδυλίων — νὰ εἴπῃ: «Βεβαίως αὐτὰ δὲν εἶναι οὔτε κἂν ὑπερβάσεις». Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀντίφασις μεταξὺ τῶν καταθέσεων Παπαλεονάρδου; Ὅ,τι εἶχεν εἴπει ἐνώπιον τῶν Ἀρεοπαγιτῶν τὸ εἶπε καὶ ἐνώπιον ὑμῶν. Τώρα διατί ἐφούσκωνε μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου ὁρίου ὁ κ. Παπαλεονάρδος τὴν ὑπέρβασιν ἐκείνην τὴν ἐποχήν. Διότι αὐτὸ ἦτο τὸ συμφέρον τῆς ΔΕΗ, διότι ἐπηγαίναμεν εἰς διαιτησίαν καὶ ἐνδιέφερε τὸν κ. Παπαλεονάρδον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Γαλλικὴ πλευρὰ ἐξώδευσε περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔπρεπε νὰ ἐξοδεύσῃ, ὥστε νὰ ἔχῃ καλύτερον ἀποτέλεσμα εἰς τὴν διαιτησίαν. Καὶ τοῦτο διότι ἐξ ἑτέρου οἱ Γάλλοι ἔκαμαν καὶ αὐτοὶ τὰ ἴδια πρὸς τὴν ἀντίθετον κατεύθυνσιν, ὑπερβολάς. Ταῦτα κατέθεσεν ἐνώπιον καὶ ὑμῶν καὶ πρὸ 2ετίας ἐνώπιον τοῦ κ. Παπαϊωάννου, διότι εἰς ἐκεῖνο τὸ σημείωμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ὁ κ. Μποῦτος — ἐὰν ὑποβληθῇ κανεὶς εἰς τὸν κόπον νὰ τὸ διαβάσῃ — θὰ ἔβλεπε νὰ λέγῃ, ὅτι ἐὰν ἀποδεσμευθῶ (καὶ πλέον ἀποδεσμεύομαι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον χάριν τῆς διαιτησίας), σᾶς δίδω αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς οἱ ὁποῖοι προκύπτουν ἀπὸ τὸ Λογιστήριον. Ἔπραξε δηλαδὴ τὸ καθῆκον του ὡς Ἕλλην καὶ ὡς ὑπάλληλος εἰς πᾶσαν περίπτωσιν. Τί ἄλλο νὰ ἔκαμεν; Εἶπε 10% εἰς τοὺς Δικαστάς. Εἰς σᾶς εἶπε κἄτι παραπάνω. Τὸ παραπάνω εἶναι εἰς βάρος ἡμῶν. Ἐκτὸς ἐὰν εὑρεθῇ κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ 11,1% δι’ ἕνα τέτοιο ἔργον εἶναι ὑπέρβασις παράλογος, ἢ τὸ 23% κατ’ ἄλλον ὑπολογισμὸν εἶναι ὑπέρβασις παράλογος. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ θὰ εἴπῃ αὐτὸ ὄχι πεῖραν δημοσίων ἔργων δὲν ἔχει, ἀλλὰ πεῖραν κοτετσίων δὲν ἔχει.
§111Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πράγματι δὲν θὰ σᾶς κουράσω ἀνεφερόμενος εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐπετεύχθη ὁ ἔλεγχος τοῦ κόστους εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου Μέγδοβα. Θέλω ὅμως νὰ ἐπισημάνω δύο σημεῖα. Πρῶτον, ὅτι τὸ 16σέλινον σημείωμα Παπαλεονάρδου, τοῦ ὁποίου ἔγινε χρῆσις πολλαπλῆ, δὲν ἀποδεικνύει οὔτε ἀδυναμίαν περιορισμοῦ τῶν σπαταλῶν τῆς OL–CO τὰς ὁποίας ἀνέμενεν ἡ ΔΕΗ, οὔτε ἐπίσης ὀλιγωρίαν ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων της ἐκ μέρους τῆς ΤΕΚΕΤ. Ἀντιθέτως ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ σύστημα ἐλέγχου ἐλειτούργησεν ἀποτελεσματικώτατα. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἰς τὸ σημείωμα τὸ 16σέλινον οἱοσδήποτε τὸ ἀναγνώσει μετὰ προσοχῆς, δὲν θὰ ἀνεύρῃ παρὰ μόνον περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐπετεύχθη περιορισμὸς τοῦ κόστους. Τὸ δεύτερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ σᾶς ἀναφέρω εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῷ ὡρισμένα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς μας εἶχον ἐμμείνει ἐπὶ τοῦ 16σελίδου, ὅπως πλέον κατὰ κλασσικὸν καὶ παραδεδεγμένον τρόπον ἐγένετο δεκτόν, νὰ ὀνομάζεται, σημειώματος τοῦ Παπακώστα, εἴχομεν ξεχάσει σχεδὸν καὶ ἔγγραφον τοῦ ἰδίου μετὰ 2–3 μῆνας, τὸ ὁποῖον ρητῶς ἐπισημαίνει, ὅτι χάρις εἰς τὴν σθεναρὰν στάσιν τῆς Διοικήσεως τῆς ΔΕΗ ἐπετύχομεν τοὺς σκοπούς μας. Περιωρίσαμεν τὴν διάθεσιν τῆς OL–CO πρὸς σπατάλην, ἐπείσαμεν τὴν OL–CO περὶ τῆς ἀποφάσεώς μας, διὰ μίαν αὐστηρὰν τήρησιν καὶ ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως καὶ κατόπιν τούτου ἠμποροῦμεν νὰ ἀποβλέψωμεν μετ’ αἰσιοδοξίας εἰς τὸ μέλλον. Ἐπίσης ὀφείλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὡς τρίτην παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰς μαρτυρικὰς καταθέσεις πλείστων ὅσων μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπευθύνων προσώπων καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπισημαίνουν, ὅτι οὐδεμία παρέμβασις πολιτικὴ ἢ ἄνωθεν ἐκ μέρους τῆς ΔΕΗ ὑπῆρξεν ὑπὲρ τῆς OL–CO. Οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν περὶ χαριστικῆς διαθέσεως, ἔναντι τῆς OL–CO εἶναι ὁ «πραγματογνώμων» Βουγιούκαλης, ὁ ὁποῖος ἀνεβίβασεν ἐπὶ συνόλου κόστους τοῦ ἔργου εἰς 28 ἑκατομμ. δολλαρίων τὰς ὑπερβάσεις εἰς 30 ἑκατομμ. δολλάρια. Ἡ ὑπέρβασις αὐτὴ ἔγινεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων πολιτικοῦ μηχανικοῦ τὸ σύνολον κόστους τῶν ὁποίων εἰδικῶς δὲν ὑπερβαίνει τὰ 11 ἑκατομμ. δολλάρια. Καὶ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν περὶ τελικοῦ κόστους τοῦ Μέγδοβα, 35 ἑκατομμ. δολλαρίων, διότι ἐν τῇ γεναιοδωρίᾳ των ὑπολογίζουν καὶ τὰ 8 ἑκατομμ. τὸ λογιστικὸν κόστος. Διότι δι’ αὐτοὺς τὰ 8 ἑκατομμύρια δολλάρια εἶναι μία ἀσήμαντος ποσότης καὶ φθάνομεν ἀπὸ τὰ 28 εἰς τὰ 36 κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς των. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸ κόστος τοῦ ἔργου. Ἐπὶ τῶν ἄλλων κεφαλαίων τῆς εἰσηγήσεώς μας.....
§112Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τί εἶναι ὁ κ. Βουγιούκαλος;
§113Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁ κ. Βουγιούκαλος εἶναι μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἐφιλοξενήθη εἰς τὸ ἐργοτάξιον τοῦ Μέγδοβα. Ἔχει ἕνα μικρὸν ἰδιόκτητον ἐργοστάσιον εἰς τὴν Κρήτην, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ περίπου τὸ 1)400 τῆς δυνάμεως τοῦ Μέγδοβα διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουγιούκαλος ἔλεγε τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἐνῷ εἶχε προϋπολογισμὸν κεφαλαίων, τὸ ἔργον τοῦ ἐκόστισεν, ἐὰν θέλετε 5 ἑκατομμύρια δολλάρια, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐξαγορασθῇ τὸ ἔργον ἀπὸ τὴν ΔΕΗ καθώριζε ὁ ἴδιος τὸ κόστος τοῦ ἔργου εἰς 11 ἑκατομμ. δραχμάς. Δυοῖν θάττερον. Ἢ κακῶς ὑπελόγισεν ἐν ὄψει τῆς ἀγορᾶς τοῦ ἐργοστασίου ἐκ μέρους τῆς ΔΕΗ ἢ πράγματι τοῦ εἶχε κοστίσει 11 ἑκατομμύρια, ὁπότε εἶχε κάμει ὑπέρβασιν 120%.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα ἐπῆρε;
§115Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν γνωρίζω. Νομίζω, ὅτι ἔλαβε κἄτι μεταξὺ 8–10 ......
§116Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα ἐκλήθη; Ἐκλήθη ὡς μάρτυς;
§117Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἐκλήθη ὡς μάρτυς.
§118Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπεκαλύψατε εἶναι καταπληκτικὸν καὶ ἐμφανίζει τὸν νοῦν του λειτουργοῦντα κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς πληρώσουν οἱ ξένοι, δι’ ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετέλουν. Ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα ἐκλήθη; Τί εἶναι αὐτός;
§119Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Εἰς τὴν εἰσήγησιν τὴν ὁποίαν ἔχουν κάμει τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐκτάκτου Ἐλέγχου γράφεται ὅτι «ἐλλείψει ἐμπειρογνωμόνων ἐκαλέσαμεν ἐν εἴδει ἐμπειρογνώμονος ἐδῶ τὸν κ. Βουγιούκαλον, ὁ ὁποῖος ἔχει Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία κατεσκεύασε καὶ ἐκμεταλλεύεται ἴδιον ὑδροηλεκτρικὸν ἐργοστάσιον εἰς Κρήτην». Καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸν τῆς ἐμβριθείας ἡ ὁποία διακρίνει τὴν εἰσήγησιν ἐν προκειμένῳ τοῦ Ἀρεοπαγίτου κ. Παπαϊωάννου, ὅτι ὅλη ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Βουγιούκαλου ἐκ 18 σελίδων ἔχει μεταφερθῆ ὁλόκληρος εἰς τὴν εἰσήγησιν τοῦ Ἀρεοπαγίτου.
§120Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ποῖος τὸν ἐπρότεινε;
§121Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα τὰ ἀντελήφθην ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως καὶ τῆς ἀναγνώσεως τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Παπαϊωάννου.
§122Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Ὁ κ. Παπαϊωάννου ἀνεκάλυψε τὸ φοβερὸν λάθος σκέψεως τοῦ κ. Βουγιούκαλου;
§123Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἀποδίδει μεγάλην σημασίαν εἰς τὰ ὅσα ὁ κ. Βουγιούκαλος ἐπικαλεῖται.
§124Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ποῦ τὸν ἐπικαλούμεθα;
§125Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν σᾶς ἀποδίδω τοιαύτην κατηγορίαν.
§126Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἐπήρατε ὡς μάρτυρας τὸν κ. Καβαδίαν, τὸν κ. Σταθόπουλον, τὸν κ. Στυλιωτόπουλον. Εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν δυσμενῶς περὶ Μέγδοβα. Οἱ 2 εἶναι λογισταί, ὁ ἄλλος εἶναι δικηγόρος. Ὁ τρίτος εἶναι μόνον μηχανικός, ὁ ὁποῖος ἀναβιβάζει τὰς ὑπερβάσεις εἰς ὕψος μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ κόστος τοῦ ἔργου. Δηλαδὴ ὅπως εἶπεν ὁ Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος, ἤθελαν νὰ μᾶς δώσουν οἱ Γάλλοι 1.500.000 δολλάρια διὰ νὰ ἔχουν τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐχαρίστησιν, ὅτι μᾶς κατεσκεύασαν τὸν Μέγδοβα. Οἱ ἄλλοι δύο εἶναι λογισταί. Ἰδέαν δὲν εἶχον, ἀλλὰ εἶπεν ὁ εἷς, ὅτι ἐκόστισεν ὁ Μέγδοβας δὲν γνωρίζω πόσα καὶ ὅτι «ἐσπαταλήσαμεν» 1 δισεκατομμύριον δραχμῶν, ἐνῷ τὸ κόστος τοῦ Μέγδοβα εἶναι 860 ἑκατομμύρια. Ὁ τρίτος μάρτυς εἶναι δικηγόρος καὶ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι εἰδικός, ἀλλὰ παρὰ τὴν ἔλλειψιν εἰδικότητος κάμνει ὑπολογισμοὺς κόστους ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ 2 ἑβδομάδας διὰ νὰ τοὺς κάμω, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν. Καὶ θέτει ὡς προϋπόθεσιν 11 ἑκατομμ. ὡς προϋπολογισμὸν ἐκ τῆς προμελέτης τῆς Κνάπε τοῦ 1953. Ἀναφέρει, ὅτι ἐκόστισε 40 ἑκ. τὸ ἔργον ἐνῷ ἐκόστισεν 28.
§127Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Εἰς αὐτὸ εἴμεθα ἀπαλλακτικοί.
§128Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Πράγματι εἰς τὸ θέμα τῶν ὑπερβάσεων ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἀπαλλακτική, ἀλλ’ ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ γράφῃ ὅλα αὐτά, ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμιλῇ περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1956 καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλεῖ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῇ, ὅτι ὑπάρχουν εὐθύναι; Καὶ θέλω νὰ μᾶς εἴπῃ ἐκ ποίων ἐγγράφων καὶ ἐκ ποίων καταθέσεων προκύπτουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συγκροτοῦν τὰ στοιχεῖα τῆς κατηγορίας. Διότι ἢ μάρτυρες πρέπει νὰ εἶναι ἢ ἔγγραφα πρέπει νὰ εἶναι ἢ θεόθεν ἔμπνευσις.
§129Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Πράγματι εἶσθε ἀπαλλακτικοὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς λεπτομέρεια, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ ξεχνῶμεν. Εἶσθε ἀπαλλακτικοί, διότι δὲν ἦτο εἰς φυσικὴν θέσιν ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβλέψῃ στὸ ξεφόρτωμα τῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων τῶν μεταφερόντων τὸ χῶμα εἰς τὸν Μέγδοβα. Ἡμεῖς ὅμως ὑποστηρίζομεν κἄτι ἄλλο. Ἡμεῖς δὲν ὑποστηρίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁπλῶς εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀσκήσῃ ἔργα ἐπιβλέποντος. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς κατὰ τὸν ἀπολογιστικὸν τρόπον τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων Πολιτικοῦ Μηχανικοῦ δὲν ὑπῆρξε καμμία ζημία, διότι τὸ κόστος Μέγδοβα ἐκρατήθη ἐντὸς εὐλόγων ὁρίων ὅπως παρεδέχθησαν καὶ οἱ κ.κ. Ἀνάργυρος Δημητρακόπουλος, Χαρμπούρης, Κουτσοκώστας, Παπαλεονάρδος, Ρωμαΐδης καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει εὐθύνη Ὑπουργῶν ἐκ τῆς παραλείψεώς των νὰ διατάξουν τὸν ἔλεγχον μιᾶς συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐπέφερε — εἴτε ἠμπορούσαμε νὰ τὸ ἐλέγξωμεν εἴτε ὄχι — ζημιογόνον ἀποτέλεσμα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ λεχθοῦν καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται. Κύριοι συνάδελφοι, μὲ αὐτὰ θέλω νὰ τελειώσω ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ σημεῖον. Εἰς ὅλα τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς εἰσηγήσεως δὲν πρόκειται νὰ ἀναφερθῶ. Τὸ κάνω μετὰ μεγάλης μου λύπης. Πιστεύω, ὅτι οἱ συνάδελφοί μου ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ θὰ διεξέλθουν διεξοδικώτερον τὰ σημεῖα τὰ ἄλλα τοῦ κατηγορητηρίου. Ἕνα πρᾶγμα περαίνων θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω: Ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς 8ετίας ἀπὸ τὸ 1955– 1963 ἐπετελέσθη ἕνα μέγα ἔργον εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς οἰκονομίας, εἰδικώτερον εἰς τὴν ΔΕΗ, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τὴν βάσιν τῆς ἐκβιομηχανοποιήσεως τοῦ τόπου, διὰ νὰ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν σημερινὴν Δ)σιν τῆς ΔΕΗ καὶ εἰς τὸν σημερινὸν Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας ἀντιθέτως πρὸς τὰς ἀπαισιοδόξους προβλέψεις πολλῶν ἐκ τῶν κατηγορητῶν τοῦ ἔργου τῆς 8ετίας νὰ ζητῇ τὴν ἀποταμίευσιν τοῦ Ἕλληνος μικροαποταμιευτοῦ. Διότι πράγματι ἡ ΔΕΗ εἶναι ὁ μεγαλύτερος καὶ ὁ ὑγιέστερος οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, εἴχατε λάβει τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσετε τὰς δηλώσεις τοῦ σημερινοῦ Γεν. Δ)ντοῦ καὶ Προέδρου τοῦ Δ)κοῦ Συμβουλίου τῆς ΔΕΗ ἐν ὄψει τῆς συνομολογήσεως τοῦ νέου ὁμολογιακοῦ δανείου, θὰ εἶσθε ὑπερήφανοι, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὡμίλησαν περὶ τῆς τεραστίας οἰκονομικῆς τοῦ τόπου ἀναπτύξεως, ἀναπτύξεως ὅμως τὴν ὁποίαν ἔκαμαν πραγματικότητα αἱ Κυβερνήσεις ὑπὸ τὴν φωτεινὴν ἡγεσίαν τοῦ Κων)νου Καραμανλῆ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς
ΕΡΕ).
Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἠξεύρω ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασίς σας, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπομείνῃ καὶ μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τὴν ἰδικήν σας ἀπὸ μέρους μου θὰ εἶναι ὕπαρξις ὅλων αὐτῶν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν τὰς βάσεις τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ θὰ εἰσρέῃ τὸ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ τὸ ἰσοζύγιον πληρωμῶν ἐπὶ τῇ βάσει ἰδικῶν μας ἔργων, ἰδικῶν μας συμβάσεων καὶ ὁ τόπος αὐτὸς καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τὴν θεμελίωσιν ἐκ μέρους σας αὐτῶν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσθησαν ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μας ἡμερῶν, θὰ προχωρῇ συνεχῶς καὶ ἀδιακόπως πρὸς τὰ ἐμπρός, διότι θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ὁσονδήποτε κακόπιστοι Ἕλληνες καὶ ἂν ὑπάρχουν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακόψουν τὸν δρόμον τοῦ Ἔθνους. Διότι, κύριοι, θὰ ὑπάρξουν καὶ Ἀνακριτικαὶ Ἐπιτροπαί, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξῃ ἡγεσία ὡς ἐκείνη ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία ἐμεγαλούργησεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῶν ἰδικῶν μας. (Χειροκροτήματα).
§130Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω δύο λέξεις μόνον ἐπὶ ἑνὸς προσωπικοῦ θέματος ποὺ ἐδημιουργήθη. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος, ἀπηύθυνε μίαν μομφὴν καθ’ ὁλοκλήρου τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἠγνοήσαμεν τοὺς μάρτυρας. Δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ. Λ.χ. εἰς τὴν σελίδα 67 ἀναφερόμεθα εἰς ὀκτὼ μάρτυρας καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἐνδείκνυται ἀναφέρομεν τὰς καταθέσεις. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ὅτι ἐλέγχομεν τὴν ἀξιοπιστίαν. Δικαίωμα ἀναφαίρετον ἔχει πᾶς ἀναμιγνυόμενος εἰς οἱανδήποτε ὑπόθεσιν εἴτε δικαστής, εἴτε Εἰσαγγελεύς, εἴτε Ἀνακριτής, εἴτε Δικηγόρος νὰ ἐλέγχῃ. Καὶ ὁσάκις συνηντήσαμεν βεβαίως καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄκρως ἀντίθετοι ἀπὸ ἐκείνας ποὺ εἶχον δώσει ἐνόρκως πάντοτε ἐνώπιον τῶν Ἀνωτάτων Δικαστῶν, βεβαίως εἴχομεν δικαίωμα ἡμεῖς νὰ τὰς ἐλέγξωμεν ἢ νὰ τὰς ἀγνοήσωμεν. Καὶ πολλὰς ἐξ αὐτῶν τὰς ἠγνοήσαμεν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον οὕτως ἐτέθη τὸ ζήτημα θὰ ἀναγκασθῶ ὅταν θὰ λάβω τὸν λόγον νὰ εἶμαι σκληρὸς ἔναντι ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐσεβάσθησαν οὔτε τὸν ἑαυτόν των, οὔτε τὴν νοημοσύνην τῶν δώδεκα βουλευτῶν, οὔτε τῶν γραπτῶν καὶ ἀγράφων ἠθικῶν νόμων.
§131Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐπρόσεξε τί εἶπον. Εἶπον, ὅτι ὁ Γενικὸς Εἰσηγητής, ὁ ὁποῖος προφανῶς — αὐταὶ εἶναι αἱ λέξεις μου — ἐξεπροσώπει καὶ ἐκπροσωπεῖ ὡς Γενικὸς Εἰσηγητὴς τὰς γνώμας τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ ὁποῖα κατέληξαν εἰς παραπεμπτικὴν πρότασιν, ἐδήλωσεν — εἶναι ἐγγεγραμμένον ἤδη εἰς τὰ Πρακτικὰ — ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἐμμάρτυρον ὑλικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Αὐτὸ εἶπον, καὶ αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Παπαδόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§133Φ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ὁμιλήσῃ, κύριοι βουλευταί, ἕνας τῶν 8 ἐναπομεινάντων καὶ μονοπωλησάντων τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴν ἀρετήν, κατὰ τὸν κ. Μποῦτον. Λυποῦμαι διὰ τὴν ἔκφρασίν του. Θὰ τοῦ εἴπω μόνον, ὅτι ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν τιμῶ καὶ τὸν ἔχω μεταξὺ τῶν ἐντίμων Ἑλλήνων καὶ θέλω νὰ τὸν παρηγορήσω ἐὰν ἐν σοβαρότητι τὸ εἶπεν, ὅτι εἶναι πολυάριθμοι οἱ Ἕλληνες, ἴσως ἐν πλησμονῇ μεγάλη, εἰς τὰ Πολυτεχνεῖα ἴσως ὄχι, ἀλλὰ εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις ὑπάρχουν ἐν μεγάλῃ πλησμονῇ, ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι πάντοτε κατήγγειλαν καὶ πάντοτε ἤλεγξαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Κυλωνείου ἄγους μέχρι τοῦ σημερινοῦ ἄγους τῆς ΔΕΗ. Βεβαίως, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὁ κ. Μποῦτος μυκτηρίζων τὸ εἶπε, θὰ ἀντιπαρέλθω, καὶ θὰ πρέπει νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω μόνον, ὅτι τιμῶ καὶ τὴν νοημοσύνην καὶ τὴν εὐπρέπειάν του. Θὰ τοῦ εἴπω ὅμως, ὅτι ὑβρίζουν οἱ ἐκ συστήματος ὑβρισταὶ καὶ δὲν τὸν κατατάσσω εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ἢ οἱ στερούμενοι ἐπιχειρημάτων καὶ θὰ παράσχω ἀμέσως ἀπόδειξιν τῶν ἐντίμων μέσων τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιήσαμεν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου μας. Ὑπῆρξε τοιοῦτος ὁ ἔλεγχος τοῦ ἔργου, ὥστε κατ’ ἀνάγκην ἐπῆλθεν ἐπιμερισμὸς εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν εἰσηγήσεων. Εἰς τὸν ὁμιλοῦντα ἔλαχεν ἡ εὐθύνη νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ κεφάλαια τῆς προμηθείας τοῦ ἠλεκτρολογικοῦ ὑλικοῦ, ἐγκαταστάσεων διανομῆς βάσει τῶν Γαλλικῶν πιστώσεων καὶ τῶν ἀσφαλίσεων. Ἐν τῇ προόδῳ τοῦ ἔργου κατεδείχθη, ὅτι τὸ πρῶτον κεφάλαιον, δὲν εὑρίσκετο ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς προτάσεως καὶ συνεπῶς, δὲν ὑπῆρξεν ἀντικείμενον εἰσηγήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀσφαλίσεις, διὰ τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐπιτρέψατέ μου, διὰ νὰ παρασχεθῇ καὶ ἕνα μέτρον τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐκρίναμεν, νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις. Ἀσφαλίσεις ἔγιναν δύο, ἔγιναν δύο συμβάσεις ἀσφαλίσεως, τοῦ Μέγδοβα καὶ τοῦ δευτέρου ἀτμοηλεκτρικοῦ σταθμοῦ Πτολεμαΐδος. Τὴν 5ην Μαΐου 1955, καταρτίζεται μία σύμβασις μεταξὺ OL–CO καὶ Δ.Ε.Η. Ρητῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ συμβάσει αὐτῇ, ὅτι τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν εὐθύνην διὰ τὴν ἀσφάλισιν θὰ εἶχε ἡ OL–CO. Ἐν τούτοις, κατὰ τρόπον περίεργον ἢ μᾶλλον καθόλου περίεργον, ἀλλὰ συναφῆ πρὸς τὸ ὅλον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων τῆς Δ.Ε.Η., γίνεται μία προφορικὴ συμφωνία μεταξὺ τοῦ τότε Διευθυντοῦ τῆς Δ.Ε.Η. καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῆς OL–CO. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ προφορικὴ αὐτὴ συμφωνία, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ μὴ καλυφθῇ μὲ ἐπακολουθοῦσαν ἀπόφασιν τοῦ Δ. Συμβουλίου, τὴν 162 τῆς 20.6.57, ὅμως, δὲν ἔπαυε νὰ ἔχῃ χαριστικὸν χαρακτῆρα, ἡ συμφωνία αὐτή, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀπηλλάγη τῆς πρωτοβουλίας καὶ τῆς εὐθύνης τῶν ἀσφαλίσεων ἡ OL–CO, ἔδωσε τὸ δικαίωμα τῆς ἀσφαλίσεως εἰς τὴν Δ.Ε.Η. καὶ τὴν ἀσφάλισιν τὴν ἐδέχθη ἡ Δ.Ε.Η. Ἐπρόκειτο περὶ χαριστικῆς πράξεως. Πρόκειται περὶ χαριστικῆς πράξεως, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται νύξις εἰς τὰς περιβοήτους ἐπιστολὰς Φιλαρέτου καὶ Πεζοπούλου διὰ τῶν κάτωθι. Σύναψις ἀσφαλίσεως σημαίνει προμήθειαν κάποιου ὑπαλλήλου σας. Αὐτή, ἄλλως τε, ἡ ἔκφρασις ἀπετέλεσε καὶ τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν ἀφορμὴν ἐρεύνης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Κατὰ τοὺς ἀρχικοὺς ὅρους, τῆς διακηρύξεως τῆς 30.6.56, ἔπρεπε νὰ προσέλθουν εἰς τὸν διαγωνισμὸν διὰ τὴν ἀσφάλισιν τῶν ἔργων Μέγδοβα, ἀσφαλιστικοὶ οἶκοι καθ’ ὁμίλους, τοὐλάχιστον 5 ἑταιρειῶν ἕκαστος. Καὶ ἐν τούτοις, ἐν τῇ κατακυρώσει τοῦ ἔργου, εἴδομεν τὸ περίεργον — καὶ πάλιν ὄχι περίεργον, ἐὰν ἴδωμεν ὅλην τὴν τακτικὴν τῆς Δ.Ε.Η. — ἐμφανίζεται ἡ ἑταιρεία ΑΣΤΗΡ, μεμονωμένη ἑταιρεία, ἡ ὁποία, οὔτε τὴν οἰκονομικὴν ἐπιφάνειαν εἶχεν, οὔτε τὰς ἐγγυήσεις εἶχε νὰ μετάσχῃ τοῦ διαγωνισμοῦ. Σημειώσατε, ὅτι ἡ Δ.Ε.Η. ἐπεφύλασσεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ περὶ τῆς φερεγγυότητος τῶν προσερχομένων εἰς τὸν διαγωνισμὸν οἴκων καὶ ἐνῷ ὁ Ἀστὴρ ἦτο μία μεμονωμένη ἑταιρεία, καὶ δὲν εἶχε καὶ τὴν ἐπιβαλλομένην οἰκονομικὴν ἐπιφάνειαν, ἐν τούτοις, τῆς ἀπενεμήθη τὸ 15% τῶν ἀσφαλίσεων. Καὶ τοῦτο, ἀπετέλεσε παρατυπίαν, ἀταξίαν, ἀνωμαλίαν, πρᾶξιν χαριστικήν. Τὴν 13.11.56 κατηρτίσθη ἕνα πρόσθετον ἀσφαλιστικὸν σύμφωνον. Τὸ σύμφωνον αὐτὸ κατηρτίσθη ἀφ’ ἑνὸς μεταξὺ ὅλων τῶν συμμετασχουσῶν εἰς τὴν ἀσφάλισιν ἑταιρειῶν καὶ ὑπαλλήλων τῆς Δ.Ε.Η. καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸν καὶ τὸ ὑπογραμμίζω, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, δὲν εἶχον κάμει ἐξουσιοδότησιν καὶ δὲν ἐγνώριζε τὸ Συμβούλιον, ὅτι θὰ καταρτισθῇ πρόσθετον σύμφωνον. Περιεχόμενον τοῦ προσθέτου συμφώνου ἦτο, ὅτι ἐκαλύπτοντο καὶ ἐλαττώματα κατασκευῆς, ἄλλαι πράξεις εὐνοίας δηλαδὴ εἰς τὰ ἐλαττώματα κατασκευῆς, κατὰ ἕνα πλατυσμόν, ἑρμηνευτικόν, ὑπήχθησαν καὶ σφάλματα διαχειρίσεως, ἐπιβλέψεως, ἐκτελέσεως, εἴτε ταῦτα ἐτύγχανον ἀποδοτέα εἰς τοὺς ἐργολάβους, εἴτε εἰς τοὺς μηχανικούς, ὡς ἐλαττώματα ὑλικῶν. Ταὐτοχρόνως, οἱ ἀσφαλισταὶ παρῃτοῦντο παντὸς δικαιώματος — ἄνευ ἀνταλλάγματος — ἀνταγωγῆς κατὰ τῆς OL–CO. Βλέπομεν, δηλαδή, μίαν ἐπίμονον καὶ συνεχῆ προσπάθειαν τῆς Δ.Ε.Η., περιφρουρήσεως τῶν συμφερόντων τῆς OL–CO. Τὴν 1.7.1957 συγγράφεται ἐπιστολή, ὄχι ἀπὸ τὸν Φιλάρετον αὐτὴν τὴν φοράν, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Πεζόπουλον, πρὸς τὴν OL–CO καὶ ἀπαλλάσσεται ἡ OL–CO, τόσον αὐτή, ὅσον καὶ ἡ ὑπὲρ αὐτῆς ἐγγυηθεῖσα ξένη Τράπεζα, ἀπὸ πάσης ὑποχρεώσεως καὶ ἀπὸ πάσης εὐθύνης. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ Δ.Σ. μὲ ἀπόφασίν του, ἐκάλυψε τὴν εὐνοϊκὴν ταύτην πρᾶξιν ὑπὲρ τῆς OL–CO. Τοῦτο, παρέχει τὸ μέτρον τῆς ἐνδελεχείας, μὲ τὴν ὁποίαν ἠρευνῶντο τὰ θέματα τῆς Δ.Ε.Η. ἀπὸ τοὺς ἐνίοτε ἐρασιτεχνικῶς, μὲ τὰ ζητήματά της, ἀσχολουμένους, ἀξιοτίμους κατὰ τὰ ἄλλα, κυρίους, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς τὸ Συμβούλιον. Καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ κομβολόγιον τῶν χαριστικῶν πράξεων, θὰ ἔμενεν εἰς τὸ σκότος, ἐὰν ἕνα τυχαῖον περιστατικόν, ἡ τυχαία καταστροφὴ ἑνὸς τοίχου ἀντιστηρίξεως, δὲν παρεῖχεν ἀφορμὴν εἰς τὴν διερεύνησιν τῆς ὑποθέσεως. Τὸ δεύτερον σκέλος τοῦ κεφαλαίου τῶν ἀσφαλίσεων, ἀφορᾷ τὸν δεύτερον ἀτμοπαραγωγικὸν ἠλεκτρικὸν σταθμὸν Πτολεμαΐδος. Ἐδῶ δὲν γίνεται διαγωνισμός. Ἀνατίθεται ἀπὸ τὴν Ἀσπίδα, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ διὰ λογαριασμὸν τῆς Δ.Ε.Η. εἰς τὴν ξένην ἑταιρείαν ΑΛΛΙΑΝΣ καὶ κατὰ τρόπον ἀνώμαλον καὶ κατὰ παράβασιν ρητοῦ γράμματος τῆς κειμένης νομοθεσίας περὶ ὑποχρεωτικῆς συμμετοχῆς εἰς τὰς γενομένας ἀσφαλίσεις, ἀποκλείονται αἱ Ἑλληνικαὶ Ἑταιρεῖαι, συνάπτεται ὑψηλὸν ἀσφάλιστρον καὶ ἡ ἀσφάλεια καταρτίζεται διὰ τὸ ποσὸν τῶν 460 ἑκ. δραχμῶν. Τὸ ποσὸν τῶν 460 ἑκατ. δραχμῶν, καλύπτει τὴν ἀξίαν τῶν μεταφερομένων καὶ ἀσφαλιζομένων ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ. Ἐπρόκειτο νὰ μεταφερθοῦν τμηματικῶς καὶ εἰς χρόνον πλέον τοῦ ἔτους. Ἦτο, λοιπόν, ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ ἡ ἀσφάλισίς των τμηματικῶς, ὥστε νὰ εἶναι καὶ μικροτέρα ἡ δαπάνη. Ὑπάρχει ἕνα ἔθιμον ἐμπορικόν, ὅπως εἶναι γνωστόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν περιπτώσει μὴ ἐπελεύσεως ζημίας, ἐπιστρέφεται ἕνα μέρος τοῦ ἀσφαλίστρου. Παρελείφθη καὶ αὐτό, ἐπ’ εὐνοίᾳ τῆς ἀλλοδαπῆς ἀσφαλιστικῆς ἑταιρείας. Καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παρέμβασις τοῦ τότε Συμβούλου τοῦ Δ.Σ. Μίνωος Λεβῆ, τοῦ ὡς μάρτυρος ἐξετασθέντος καὶ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν θὰ ἀπεκαλύπτετο τίποτε καὶ θὰ προσεγένετο εἰς τὴν Δ.Ε.Η. ζημία 800.000 δραχμῶν. Δηλαδή, ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀποπείρας, τῶν προπαρασκευαστικῶν πράξεων καὶ μελετῶν, χάρις εἰς τὴν παρέμβασιν τοῦ Συμβούλου Λεβῆ. Ἡ ὅλη εἰκών, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ διαχείρισις τῆς Δ.Ε.Η., εἶναι εἰκὼν ὑπόπτου διαχειρίσεως, ἀτασθαλιῶν μιᾶς ἀδιστάκτου τακτικῆς τῶν διευθυνόντων τὴν Δ.Ε.Η. καὶ ἐν γένει μιᾶς συμπεριφορᾶς, ἡ ὁποία θρασύτατα παραβιάζει τὸν ποινικὸν νόμον. Τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι πτωχόν. Δύο μόνον μάρτυρες ἐξητάσθησαν. Οἱ κ.κ. Καβαδίας καὶ Λεβῆς. Ὁ πρῶτος ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τελείως τὸ θέμα καὶ ὁ δεύτερος ἔδωσεν ἐποικοδομητικὰς καὶ χρησίμους πληροφορίας εἰς τὴν κατάθεσίν του, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μορφωθῇ μία ὁλοκληρωμένη εἰκὼν τῆς ὑποθέσεως. Καίτοι ὁ ὁμιλῶν ἔχει τὴν πίστιν, ὅτι τὸ θέμα ἔχει ἀνάγκην μιᾶς περαιτέρω ἀνακριτικῆς βασάνου, ἀλλὰ διὰ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Ἐπιτροπήν, πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι δὲν διεπιστώθη, ὅτι ὑπάρχει ὑποκειμενικὸς αἰτιώδης δεσμὸς τῶν οὑτωσὶ δρασάντων εἰς τὴν Δ.Ε.Η. εἰς τὰ θέματα τῶν ἀσφαλίσεων, μὲ τοὺς ἐγκαλουμένους Ὑπουργούς. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ καταλογισθῇ εὐθύνη, οὔτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν Βιομηχανίας, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβλέψῃ, διότι δὲν ἐθεωρήθη, ὅτι ἠμέλησε νὰ ἐπιβλέψῃ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ὑποτεθῇ καὶ προκύπτει ἐκ στοιχείων, ὅτι ἠμέλησε τὴν ἐπίβλεψιν, πάλιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ κατηγορία, διότι ἐλλείπει τὸ στοιχεῖον τῆς δολίας προαιρέσεως. Αὐτά, ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀσφαλειῶν. Λυποῦμαι δέ, διότι δὲν θὰ προκαλέσω εἰς τὸν ἑαυτόν μου εὐχαρίστησιν ὑποστηρίζων τὸ ἴδιο καὶ διὰ τὰ ἄλλα κεφάλαια τῆς κατηγορίας, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἁρμοδιότητα. Ἔχω, ὅμως, κάποια γνῶσιν τοῦ θέματος. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω ὀλίγα, περὶ τῶν συνθηκῶν καὶ μεθόδων, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἠκολούθησεν εἰς τὸ ἔργον της. Ὅπως γνωρίζετε, ἐξ ἴσου καλῶς ἤσκησεν ἔργον ἀνακριτικόν, εἰσαγγελικόν, δηλαδή, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ συλλέξῃ ἠθικὰς ἀποδείξεις. Τοῦτο εἶναι ἔργον τοῦ ἀκροατηρίου. Ἂν καὶ ὅταν θὰ φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις πρὸ αὐτοῦ. Ἡμεῖς ὑλικὰς ἀποδείξεις εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ συλλέξωμεν καὶ τὰς συνελέξαμεν μὲ πᾶσαν εὐσυνειδησίαν. Ἠρχίσαμεν τὸ ἔργον καὶ ὁμιλῶ δι’ ἐμέ, μὲ ἀμφιβολίας, περὶ τῆς ἐνοχῆς καὶ ἐνδόμυχον ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐπιβεβαιώσωμεν τὴν μακρὰν ἱστορικὴν ἐντιμότητα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Λυποῦμαι, διότι αἱ ἐλπίδες, αἱ ἐνδόμυχοι, διεψεύσθησαν. Κατὰ μίαν αὐστηρὰν ἐκτίμησιν τοῦ ἔργου μας, διὰ πρόσωπα ὡς ἐγκαλούμενοι ηὐξημένης εὐθύνης, ηὐξημένης ἱκανότητος καὶ ἰδιαζούσης θέσεως εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, θὰ ἔπρεπε, κατὰ μίαν αὐστηρὰν ἐκτίμησιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ μὴ ἀσχοληθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ μὲ τὴν συλλογὴν ἐνδείξεων ἐνοχῆς, ἔπρεπε αὐτοὶ νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀθωότητά των. Εἶναι πολλαὶ ἐνδείξεις, αἱ ὁποῖαι συνελέγησαν. Ἴσως, ὄχι πολλαὶ ἀποχρῶσαι. Καὶ ἐὰν θέλωμεν ἐπιγραμματικῶς νὰ εἴπωμεν, ποῖον εἶναι τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ εἴπωμεν, ὅτι ἴσως, δὲν ἀπεδείξαμεν πλήρη ἐνοχήν, ἐνδείξεις προσεκομίσαμεν. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον ὁ ὁμιλῶν ἐβεβαιώθη, ὅτι τόσον τὰ στοιχεῖα, ἀτυχῶς, ὅσον καὶ ἡ προσωπικὴ ἐμφάνισις καὶ τῶν δύο ἐγκαλουμένων Ὑπουργῶν, δὲν προσέφεραν εἰς τὴν ὑπόθεσίν των καὶ ἐβεβαίωσαν τοὐλάχιστον τὸν ὁμιλοῦντα, ὅτι ἐὰν δὲν εἶναι βέβαιος διὰ τὴν ἐνοχήν των, εἶναι βέβαιος διὰ τὴν πλήρη ἀπουσίαν ἀθωότητος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Κ.).
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως παρεκάλεσα καὶ χθές, νὰ μὴ εἶναι ἡ τελευταία ὁμιλία τῆς κατηγορίας, ἀλλὰ τῆς ὑπερασπίσεως. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἀπὸ τὴν παράταξίν σας, οἱ κ.κ. Παπακωνσταντίνου, Ροδόπουλος, Ἰορδάνογλου καὶ Γυιόκας. Ἀπουσιάζουν, ὅμως, ὅλοι αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§136Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἐνθυμῆσθε, κ. Πρόεδρε, καὶ πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Παπαδόπουλος, ὅλοι εἴπομεν νὰ σταματήσωμεν, χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ διεκδικήσωμεν αὔριον, ὡς πρῶτον ὁμιλητήν, ἰδικόν μας. Θὰ ἦτο ὁ κ. Παπαδόπουλος, ὁ πρῶτος ὁμιλητής. Ἀλλὰ ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ λόγος του δὲν θὰ εἶναι μακρὸς καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐμείναμε σύμφωνοι νὰ ἀκουσθῇ καὶ ὁ κ. Παπαδόπουλος. Εἰς τὰς 4.10′ δὲν εἶναι δυνατὸν περαιτέρω νὰ γίνεται συνεδρίασις. Ὑπάρχει κόπωσις, πλέον ὅλων.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸ Σῶμα, ὅπως ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις ὁρισθῇ διὰ τὴν 6ην ἀπογευματινήν, ἀλλὰ μὲ τὴν συμφωνίαν, νὰ εἴμεθα παρόντες ὅλοι, ὥστε νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν διάθεσίν μας ἐπαρκῆ χρόνον.
§138Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ παράκλησις αὐτὴ ἔχει περιεχόμενον, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἡμετέραν πρόθεσιν, κ. Πρόεδρε. Πρέπει νὰ συνεχίσωμεν αὔριον ἢ δυνατὸν μέχρι πρωΐας καὶ μεθαύριον μέχρι πρωΐας τοῦ Σαββάτου νὰ τελειώσωμεν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος καὶ κάμω ἔκκλησιν πρὸς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ἐντὸς τῶν δύο προσεχῶν συνεδριάσεων, νὰ τερματίσωμεν τὸ θέμα. Καὶ ὁ κ. Ἡλιοῦ εἶναι σύμφωνος, καθὼς βλέπω.
§140Η. ΗΛΙΟΥ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι μοῦ ἐπεδόθη πρὸ ὀλίγου πρότασις, ὑπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος προβλεπομένου ἀριθμοῦ 20 βουλευτῶν «περὶ καταδιώξεως... «...(ἀναγινώσκει)...».
§142ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι τὴν ὑπογράφουν;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι μακρά. Θέλετε νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω; Τὸ ἔγγραφον, κατατεθέν, θὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ τὸ ἔχουν αὔριον ὅλοι οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Ὑπογράφουν οἱ κ.κ. Η. Ἡλιοῦ, Σ. Ἡλιόπουλος Δ. Μπριλλάκης... «...(ἀναγινώσκει)...». Δηλαδή, εἶναι ἀκριβῶς 20, οἱ ἀπαιτούμενοι ἐκ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις πρὸς κατάθεσιν. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὸ ἔγγραφον, ἐπαναλαμβάνω, τοῦτο, κατατεθὲν θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους. Θὰ πρέπει ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν, νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν. Δι’ αὐτὸ προτείνω, ὅπως κηρυχθῇ κατεπείγουσα καὶ ὁρίσωμεν τὴν προσεχῆ Τρίτην, ὡς ἡμέραν συζητήσεώς της.
§144Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἤκουσα τὸ περιεχόμενον τῆς προτάσεως. Ἤκουσα τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπογράφουν, τὰ ἔχω ἀκούσει καὶ ἄλλοτε, τὰ ἔχω ἀκούσει καὶ πρὸ τετραμήνου, ὅταν ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν καταρτισμοῦ Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑπέβαλε τὸ ἤδη συζητούμενον πόρισμα. Τὰ ἤκουσα καὶ πρὸ τριῶν ἑβδομάδων, ὡς ὀνόματα, τὰ ὁποῖα εἶχον τεθῆ κάτω ἀπὸ ἄλλην πρότασιν συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἑπομένως, μαντεύω, ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον. Τὸ μαντεύω ἐκ τῶν ὀνομάτων τὰ ὁποῖα ὑπογράφουν ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπογράφουν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν προσώπων, κατὰ τῶν ὁποίων στρέφεται ἡ ζητουμένη ἔγκλησις. Διότι ζητεῖται ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ γίνῃ ἔγκλησις ἐναντίον Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε., τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν, τοῦ Ὑφυπουργοῦ Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Τύπου. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ε.Ρ.Ε., εἶναι ὑπερήφανος, διότι ὑφίσταται καὶ νέαν βολήν, ἀλλὰ εἶναι καὶ βεβαία, ὅτι θὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς ὅλας τὰς ἀτιμίας, καὶ τὰς συκοφαντίας. (Χειροκροτήματα).
§145Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ὕβρεις, μὲ ὕβρεις. Πρόκειται περὶ προτάσεως, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς πορίσματα ἐξετάσεως, διαταχθείσης ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ διεξαχθείσης ὑπὸ δύο Ἀντεισαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἑνός, τότε, Ἐφέτου καὶ ἤδη Ἀρεοπαγίτου, καὶ ἑνὸς Εἰδικοῦ Συμβούλου τῆς Διευθύνσεως Τύπου τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως. Πρόκειται περὶ προτάσεως, ἡ ὁποία εἶχεν ἀνακοινωθῇ, ὅτι θὰ κατετίθετο ὑπὸ κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ, εἶναι δικαίωμά των, δὲν μᾶς ἀφορᾷ. Νομίζω, ὅμως, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ περιμένωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ νὰ ἀφήσωμεν οἱονδήποτε χαρακτηρισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδειχθῇ πρόωρος.
§146Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανειλημμέναι ἦσαν αἱ δηλώσεις σημαινόντων στελεχῶν τῆς ΕΔΑ ὅτι δὲν θὰ ἀσχοληθοῦν μὲ τὸ θέμα τῶν μυστικῶν κονδυλίων, διότι ἐθεώρουν, ὅτι τοῦτο στερεῖται περιεχομένου. Αἱ δηλώσεις αὗται ἐγίνοντο πρὸς διάφορα πρόσωπα καὶ πρὸς ὑμᾶς τὸν ἴδιον, κ. Πρόεδρε. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, δικαίωμα καθ’ ἑνὸς εἶναι νὰ ἀναθεωρῇ τὰς ἀπόψεις του. Ἡμεῖς ἀναμένομεν μὲ ἀπόλυτον ἠρεμίαν τὴν συζήτησιν, συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ὑπάρξεως ἀποδείξεων διὰ κάθε χιλιόδραχμον, χωρὶς νὰ ἐπιτάσσῃ τοῦτο ὁ νόμος. Καὶ ἡ διαφορὰ θὰ εἶναι μόνον, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν θὰ τερματισθῇ, ὡς ἠθέλησαν οἱ κ.κ. δικαστικοί, εἰς τὴν ἰδικήν μας διαχείρισιν, ἀλλὰ μοιραίως, θὰ ἐπεκταθῇ εἰς ὅλας τὰς διαχειρίσεις, ἀπὸ τοῦ 1945, μέχρι καὶ τοῦ 1965.
§147Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§148Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. Εἴμεθα ἕτοιμοι καὶ ἄνετα αἰσθανόμεθα δι’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Ρ.Ε.).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κατατεθεῖσα πρότασις, ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρὸς
Τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
Περὶ καταδιώξεως ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος τῶν 1) Εὐαγγέλου Ἀβέρωφ, τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, 2) Ἀχιλλέως Γεροκωστοπούλου, τέως Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ 3) Δημητρίου Δαβάκη, τέως Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καὶ κατὰ παντὸς συναιτίου αὐτῶν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργούς, ἐνώπιον τοῦ ὁριζομένου ἐν αὐτῷ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, κατὰ τοὺς περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμους, δι’ ἑρμηνευτικῆς δὲ ὑπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο δηλώσεως γίνεται παραπομπὴ εἰς τὴν ἰσχύουσαν μέχρι τῆς 3.6.1927 νομοθεσίαν, διατηρουμένην ἐν ἰσχύϊ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ΦΠΣΤʹ ἔτους 1877, ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μὲ τὸν νόμον ΧΕ)1877, ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργός, ὅστις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἑαυτοῦ καθηκόντων, ἐκ προθέσεως ἢ ἐξ ἀσυγχωρήτου ἀμελείας... γ) ἐξέδωκεν ἢ ἐξετέλεσεν ἀπόφασιν ἢ διαταγήν, δι’ ἧς παραβιάζεται διάταξις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων ἢ τῶν ἐντολῇ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδιδομένων Β. Διαταγμάτων (ἄρθρον 1), εἴτε (κατὰ τὸ ἄρθρον 2 ἐδαφ. αʹ) παρεβίασε ποινικήν τινὰ τῶν κειμένων νόμων διάταξιν ἢ (β) ἔβλαψεν ἐκ προθέσεως, διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως αὐτοῦ, τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας. Οἱ καθ’ ὧν στρέφεται ἡ παροῦσα πρότασις ποινικῆς καταδιώξεως, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἑαυτῶν καθηκόντων ὡς Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν, ὡς καὶ ἄλλοι μετ’ αὐτῶν συμπράξαντες ἐγένοντο ἔνοχοι παραβάσεως τῶν ἀνωτέρω διατάξεων καὶ ἄλλων διατάξεων τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν καὶ διάθεσιν τῶν «μυστικῶν κονδυλίων» διαπράξαντες τὰς ἀναφερομένας συγκεκριμένως ἐν ταῖς ἐκθέσεσι: 1) Τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Β. Σακελλαρίου ἀπὸ 15.5.1964, 2) τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Α. Τούση ἀπὸ 26.3.1964 καὶ 3) τοῦ τότε ἐφέτου (καὶ νῦν ἀρεοπαγίτου) κ. Λ. Κανελλάκου ἀπὸ 13. 3.1964 ἐκθέσεσι παρανόμους πράξεις. Καὶ συγκεκριμένως, πάντοτε συμφώνως πρὸς τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις διὰ τὸν πρῶτον ἐξ αὐτῶν Εὐάγγελον Ἀβέρωφ ἀναφέρεται συγκεκριμένως, ὅτι διεχειρίσθη καὶ διέθεσε ποσὰ ἐκ τῶν μυστικῶν κονδυλίων, ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ Ν.Δ. 3)8–7)9 1926, κυρωθέντος διὰ τοῦ νόμου 4952)1931. Καὶ χαρακτηριστικῶς ἀναφερόμεθα εἰς δύο συγκεκριμένας περιπτώσεις περιλαμβανομένας εἰς τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται σπατάλη καὶ ἀσυδοσία περὶ τὴν ἀνεξέλεγκτον διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρήματος. 1) Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 20)29.3.1962 πρακτικοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 41 ἐνεκρίθη ἡ καταβολὴ εἰς τὸν ἴδιον τὸν Ὑπουργὸν Ἐξωτερικῶν τοῦ ποσοῦ τῶν 10.000.000 δραχμῶν (μοναδικὴ περίπτωσις ἐγκρίσεως δαπάνης μὲ ὑπόλογον τὸν Ὑπουργόν, μὴ ἔχουσα προηγούμενον, καθ’ ὅσον ἠδυνήθημεν νὰ ἐξακριβώσωμεν). Οὔτε ἐν τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ (ὑπ’ ἀριθ. ΥΟΓ-52)29.3.1962 ἔγγραφον, ὑπογραφή: Ε. Ἀβέρωφ), οὔτε ἐν τῷ πρακτικῷ τῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε ἐν τῇ προτάσει πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον (ὑπ’ ἀριθ. 832)163)29.2.29–3.62 ἔγγραφον τῆς Διευθύνσεως ἐκκαθαρίσεως Δαπανῶν), οὔτε ἐν τῇ ἐγκριτικῇ πράξει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου γίνεται μνεία τῆς αἰτίας τῆς δαπάνης, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀναφέρεται, ὅτι ἀφορᾷ ἀπορρήτους ἐθνικὰς ἀνάγκας. Ἀσφαλῶς δὲ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἐτέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν σκοπῶν δι’ οὓς προωρίζετο τὸ ποσὸν ὡς τοῦτο προκύπτει ἐκ τῶν καταθέσεων ἑνὸς ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Γραμματέως αὐτῆς καὶ ὡς ἐκ τῶν πραγμάτων συνάγεται. Διότι μέγα μέρος τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ, ἤτοι τὸ τῶν 7.000.000 δραχμῶν δι’ ὃ ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1171)1962 ἔνταλμα ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ὑπουργοῦ, διεχειρίσθη κατ’ ἐντολὴν τούτου ὁ ὑπάλληλος διευθυντὴς τότε τοῦ ἰδιαιτέρου Γραφείου τοῦ Ὑπουργοῦ Δ. Κοσμαδόπουλος, ἐνεργήσας ἑκατοντάδας καταβολῶν πάσης φύσεως πρὸς παντοῖα πρόσωπα, κατόπιν ἐγγράφων ἐντολῶν τοῦ Ὑπουργοῦ, αἱ δὲ δαπάναι αὗται δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἄλλωστε καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐν τῇ καταθέσει του δηλοῖ, ὅτι τινὰς τούτων καὶ δὴ τὴν πρὸς ἐπιδότησιν κονδυλιούχων δὲν θὰ ἐνέκρινεν, ἐὰν ἐγνώριζε (βλ. συνημμένον ὑπ’ ἀριθ. 1 ἀντίγραφον καταθέσεως Δ. Κοσμαδοπούλου περὶ τῶν γενομένων καταβολῶν). Ἐν τούτοις, ἐνῷ ἔνιαι τῶν ἐγγράφων ἐντολῶν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀφορῶσι τὴν πληρωμὴν διαφόρων ποσῶν εἴς τινας κονδυλιούχους καί τινας μονίμους ὑπαλλήλους, τὸ ὑπ’ ἀριθ. ΥΟ6–4)19.2.1963 ἔγγραφον ἀφορᾷ τὴν καταβολὴν 225.000 δραχμῶν εἰς ἕνα ὑπάλληλον διὰ τὴν πληρωμὴν κονδυλιούχων διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα 1)1–15)2)1963. Παρ’ ὅλα ταῦτα ἐπηκολούθησε τὸ ὑπ’ ἀριθ. ΥΟ6–109)11.6.63 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς Δ. Κοσμαδόπουλον, ὅτι τὰ δικαιολογητικὰ εὑρέθησαν ἐν τάξει καὶ τὸ ποσὸν διετέθη δι’ ὃν σκοπὸν προωρίζετο, ὅπερ ἔγγραφον (βλ. συνημμένον ἀντίγραφον τούτου ὑπ’ ἀριθ. 2) οὐδεμίαν βεβαίως ἔχει ἀξίαν ἐφ’ ὅσον ἐξεδόθη παρ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ὑπολόγου, καὶ 2) Ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Συμβούλου Πρεσβείας Αʹ τάξ. Σπυρ. Τετενέ, ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2728)1962 ἐκ δραχμῶν 600.000 χρηματικὸν ἔνταλμα προπληρωμῆς Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, εἰς βάρος τοῦ κονδυλίου «Ἐθνικῶν ἀπορρήτων δαπανῶν», τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ, τοῦ ποσοῦ δὲ τούτου, ὁλόκληρος ἡ διάθεσις συμφώνως πρὸς τὰς ἐκθέσεις κρίνεται παράνομος. Πέραν τῶν χαρακτηριστικῶν τούτων περιπτώσεων, αἱ σχετικαὶ ἐκθέσεις ἀναφέρονται εἰς δαπάνας ἄνευ μνείας τοῦ σκοποῦ των καὶ ἄνευ τῆς τηρήσεως τῆς νομίμου διαδικασίας καὶ πλείστας περιπτώσεις δι’ ἃς δὲν ἐτηρήθησαν ἀδικαιολογήτως αἱ διατάξεις τοῦ δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ συνεπῶς δὲν παρέχεται ἡ δυνατότης τῆς μετὰ βεβαιότητος διαπιστώσεως τοῦ ἂν ὄντως ἐγένετο ἡ δαπάνη. Ἐπίσης, διότι ἐνέκρινε δαπάνας μηδεμίαν ἐχούσας σχέσιν μὲ ἐθνικοὺς σκοποὺς ὡς καὶ δι’ ἄλλας συγκεκριμένας εἰς τὰς ἐκθέσεις παρανομίας, παρατυπίας συνιστώσας σπατάλην, ἀσυδοσίαν καὶ διανομὴν «κολλύβων» εἰς βάρος τοῦ δημοσίου χρήματος. ΙΙ. Διὰ τὸν δεύτερον ἐξ αὐτῶν Ἀχιλλέα Γεροκωστόπουλον, τέως Ὑφυπουργὸν ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Ν.Δ. 158) 1946 προέβη, ἐν τῇ ἰδιότητί του, εἰς διάθεσιν χρηματικῶν ποσῶν οὐδεμίαν ἐχόντων σχέσιν μὲ τὰ «μυστικὰ κονδύλια» καὶ τοὺς «ἐθνικοὺς σκοπούς», ὡς προκύπτει ἐκ τῶν κατωτέρω χαρακτηριστικῶν περιπτώσεων ἀναφερομένων ἐν τῇ σχετικῇ ἐκθέσει, ἤτοι: Κατὰ τὸ ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 3235)Ηα)20.12.1962 ἔγγραφον ὑπογραφόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Προεδρίας Κυβερνήσεως κ. Ἀχιλλ. Γεροκωστοπούλου, πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, τὸ ποσὸν τοῦ ἀνωτέρω χρηματικοῦ ἐντάλματος θὰ διετίθετο ὡς ἀκολούθως: Τὰ 4)6 αὐτοῦ, ἤτοι ποσὸν 400.000 δραχ. θὰ ἐτίθεντο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἐν Βόννῃ Πρέσβεως τῆς Ἑλλάδος, ἵνα δι’ αὐτοῦ ἀντιμετωπισθῶσιν αἱ δαπάναι ἐκδόσεως ἐφημερίδος ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἑλλάς», τὰ δὲ ὑπόλοιπα 2)6 αὐτοῦ, ἤτοι ποσὸν 200.000 δρχ. θὰ διετίθεντο διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένων τότε ἐφημερίδων «Ὁ Λαὸς» καὶ «Νέα τῆς Ἑλλάδος» καὶ δὴ ἑκάστης διὰ ποσοῦ δραχ. 50.000 καὶ διὰ τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν ἀποστολῆς ἡμερησίων Ἑλληνικῶν ἐφημερίδων εἰς τὰ ἐν Γερμανίᾳ Ἑλληνικὰ κλιμάκια καὶ Ἑλληνικὰ σπίτια «Ἑλληνικὰς ἐργατικὰς ὀργανώσεις). Διὰ τὴν ὡς ἀνωτέρω διάθεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐν λόγῳ χρηματικοῦ ἐντάλματος δὲν ἐγνωμάτευσεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 41 τοῦ νόμου 4962 «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν». Κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. Μ.Δ.Γ. 3473)9)24.12.1962 ἐγγράφου ἐντολῆς τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν Εὐαγγ. Ἀβέρωφ, τὸ ποσὸν τοῦ ἀνωτέρω χρηματικοῦ ἐντάλματος εἰσεπράχθη ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπηρεσιῶν Ὑπουργείου Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως Εὐαγγέλου Ἀγγελάκα, ὅστις καὶ κατέθεσεν αὐτὸ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος εἰς ἐπ’ ὀνόματί του λογαριασμόν. Εἶναι σαφές, ὅτι ἡ διάθεσις ποσῶν δι’ ἀγορὰν ἢ ἐξαγορὰν ἐφημερίδων δὲν συμπίπτει εἰς τὰς διατάξεις τῆς σχετικῆς νομοθεσίας περὶ «ἀπορρήτων δαπανῶν» ἄρα ὑπάρχει μεταφορὰ εἰς τὰ «μυστικὰ κονδύλια» δαπανῶν χρησιμοποιηθεισῶν διὰ φανεροὺς σκοποὺς κατὰ παράβασιν παντὸς κανόνος περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ ἀδικαιολόγητος καὶ παράνομος μεταφορὰ πιστώσεως ἐξ ἑνὸς Ὑπουργείου εἰς ἄλλο, κατὰ παράβασιν καὶ τοῦ ἰδιοτύπου νόμου περὶ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ ἀθέμιτον ὄφελος εὐνοουμένων τρίτων προσώπων. ΙΙΙ. Διὰ τὸν τρίτον ἐξ αὐτῶν Δημ. Δαβάκην τέως Ὑφυπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι: 1) Κατὰ τὸ 1961 διέθεσε δι’ ἁπλῶν ἀποδείξεών του ποσὸν 1.570.000 δραχμ. κατὰ τρόπον διαφεύγοντα πᾶσαν νομότυπον αἰτιολόγησίν του, ὡς ἀναφέρεται ἀναλυτικῶς ἐν τῇ σχετικῇ ἐκθέσει, ἐνῷ ἐκ τοῦ ἀναλυτικοῦ πίνακος διαθέσεως τοῦ ποσοῦ τούτου προκύπτει, ὅτι ἡ διάθεσις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τοὺς καθοριζομένους σκοπούς, ἐκτάκτων ἐξόδων δημοσίας ἀσφαλείας, ὑπὸ τοῦ Ν. 3050)1924. 2) Δι’ αὐθαίρετον διάθεσιν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑφυπουργοῦ εἰς ἑαυτὸν χρηματικοῦ ποσοῦ ὕψους 735.792,30 δραχ. ἐκ τοῦ ἀνωτέρω κονδυλίου, ἄνευ οὐδεμιᾶς περαιτέρω δικαιολογήσεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ ποσοῦ τούτου, ἐνῷ διατυποῦται, ὅτι προέκυψαν σοβαραὶ ἐνδείξεις, ὅτι τὰ χρήματα αὐτὰ δὲν διετέθησαν κατὰ τὰς διατυπώσεις καὶ τοὺς σκοποὺς οὓς διαγράφει ἡ σχετικὴ νομοθεσία. Ταῦτα ἀποδεικνύουν ἀτασθαλίας περὶ τὴν διαχείρισιν δυσχεραινούσας πᾶσαν ἀπόφασιν περὶ ἐντίμου διεξαγωγῆς ταύτης, ἀτασθαλίας αἵτινες καθιστοῦν ὑπόπτους ἔτι περισσότερον ἡ διὰ πυρὸς καταστροφὴ πάντων τῶν δικαιολογητικῶν διαχειρίσεως ἐκτάκτων ἐξόδων δημοσίας ἀσφαλείας ὑπὸ τῆς Χωροφυλακῆς, κατ’ ἀντίθεσιν τῶν ὅσων ἐπιβάλλει ὁ νόμος καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν, τῶν ὅσων τηρεῖ ἡ Ἀστυνομία Πόλεων ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Οὕτω ἀποκλείεται ὁ ἔλεγχος τῆς διαθέσεως τῶν ποσῶν τούτων. Προκύπτει σαφῶς καὶ ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων, ὅτι ἡ ἀόριστος αἰτιολόγησις «δι’ ἀπορρήτους σκοποὺς» καὶ διὰ «σκοποὺς ἐθνικῆς ἀσφαλείας» δὲν καλύπτει τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς διαπράξαντας τὰς δαπάνας, οὔτε νομιμοποιεῖ ταύτας. Πάντα τὰ ἀνωτέρω, ὡς καὶ εἰς τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις ρητῶς ἀναφέρεται, ἀποτελοῦν ἀνωμαλίας ποινικῶς διωκομένας, διὰ τὰς ὁποίας βάσει τῆς ἐν ἀρχῇ τῆς παρούσης ἀναφερομένης νομοθεσίας ἡ Κυβέρνησις, ἥτις καὶ ἔσχε τὴν πρωτοβουλίαν τῇ ἀναθέσεως εἰς ἀνωτάτους δικαστικοὺς τῆς σχετικῆς ἐρεύνης καὶ εἰς χεῖρας, τῆς ὁποίας ἀπὸ ἔτους εὑρίσκεται τὸ νομικὸν πόρισμα, ἔδει νὰ λάβῃ καὶ τὴν πρωτοβουλίαν ὡς τοσάκις ἀνεγράφη εἰς τὸν τύπον— τῆς κινήσεως τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», αἰτοῦσα ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν παραπομπὴν τῶν ἀνωτέρω καὶ παντὸς συναιτίου αὐτῶν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἐπειδὴ μέχρι στιγμῆς ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία, ἥτις ἀνηγγέλθη, ὅτι εἶχεν ἑτοιμάσει πρότασιν ὁμοίου πρὸς τὴν παροῦσαν περιεχομένου οὐδὲν ἔπραξε, δίδεται δὲ ἐκ τῆς ἐλλείψεως συνεχείας εἰς τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην λαβὴ εἰς ψιθύρους, ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ παραγραφὴ τῶν ἀδικημάτων διὰ τοῦ τερματισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποβληθῇ πρότασις καταδιώξεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ προτείνωμεν πρὸς τὸ Σῶμα ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν καταδίωξιν, βάσει τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς νομοθεσίας «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» τῶν: 1) Εὐαγγέλου Ἀβέρωφ, τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. 2) Ἀχιλλέως Γεροκωστοπούλου, τέως Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῆς Προεδρίας καὶ 3) Δημητρίου Δαβάκη, τέως Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ πάσας τὰς ἀνωτέρω μνημονευθείσας παρανόμους πράξεις καὶ παραλείψεις τούτων περὶ τὴν διαχείρισιν «τῶν ἀπορρήτων δαπανῶν» καὶ τῶν «δαπανῶν διὰ λόγους ἐθνικῆς ἀσφαλείας», ὡς καὶ δι’ ὅσας εἰς τὰ πορίσματα τῶν διεξαχθεισῶν ἐρευνῶν τῶν Ἀντεισαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου κ.κ. Β. Σακελλαρίου καὶ Α. Τούση καὶ τοῦ τότε Ἐφέτου κ. Λ. Κανελλάκου εἰδικώτερον ἀναφέρονται, ὡς καὶ δι’ ὅσας συναφῶς ἐκτίθενται εἰς τὴν συναφῆ ἔκθεσιν διοικητικοῦ ἐλέγχου τοῦ εἰδικοῦ συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως (Γενικῆς Διευθύνσεως Τύπου) κ. Γ. Μπέρτσου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰουνίου 1965 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Η. Ἠλιοῦ, Σ. Ἠλιόπουλος, Α. Μπριλλάκης, Σ. Γρηγόρης, Β. Ἐφραιμίδης Α. Τσιάρας, Γ. Πανάγος, Λ. Κύρκος, Ν. Σκοπούλης, Θ. Παππᾶς, Δ. Στρατῆς, Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Καραγεώργη, Ν. Κιτσίκης, Δ. Παπανικολάου, Π. Δούκας, Β. Νεφελούδης, Ν. Γανίτης, Μ. Θεοδωράκης, Β. Σεκαλλάρης. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ πορίσματος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. (Ὥρα 4.10′ μ.μ.)