1965.05.25
3.467 στίχοι · 26.450 λέξεις · 191 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 90ὴ
Τρίτη 25 Μαΐου 1965
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Β. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Πετραλιᾶς, Α. Μαυρίδης καὶ Ε. Μπακλατζῆς, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποκαταστάσεως Ἀξιωματικῶν, Ἀρχισμηνιῶν καὶ Ὑπαξιωματικῶν τῆς Β. Ἀεροπορίας εἰσαχθέντων εἰς δίκην δι’ ἀδικήματα διὰ τοῦ Ν. Δ. 3437)1955». Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Ζαΐμης, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως τῶν Συντάξεων τοῦ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Βουλευτῶν». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Ι. Βαρβιτσιώτης, Γ. Ἡγουμενάκης, Τ. Μιχαηλίδης καὶ Ε. Ἀνερούσης, 2) Ι. Ἀλευρᾶς, Α. Παπαϊωάννου, Γ. Παπαδημητρίου, Η. Σακαλῆς, Γ. Λούλης, Θ. Ὑψηλάντης, Λ. Νικολαΐδης, Π. Κατσώτας, Β. Ἰντζές, Α. Πετραλιᾶς, Δ. Παπαϊωάννου, Α. Χασαπίδης, Δ. Μυλωνᾶς καὶ Φ. Μαῦρος, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως φορολογικῶν τινων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Βερνῖκος καὶ Α. Μπαρότσης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Σώματος Ὁρκωτῶν Μηχανικῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Σπηλιωτόπουλος, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ λειτουργίας Ἐρασιτεχνικῶν καὶ πειραματικῶν σταθμῶν Ἀσυρμάτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Βαλυράκης Ἰωάννης, καταθέτει ἀναφορὰν Ἐμπόρων Χανίων Κρήτης, αἰτουμένων ὅπως τὸ ταχυδρομικὸν μέγαρον ἀνεγερθῇ εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως τῶν Χανίων. Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Δ. Παπανικολάου, διὰ τηλεγραφήματός του, αἰτεῖται ματαίωσιν ἀποφάσεως περὶ μεταφορᾶς τοῦ ἐν τῇ πόλει Τρικάλων ἑδρεύοντος 28ου Συντάγματος Πεζικοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν Ἑνώσεως Ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων Ἑλλάδος, αἰτουμένης ἐπαναφορὰν τῶν διὰ πολιτικοὺς λόγους ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Κλ. Δαμιανός, καταθέτει ἀναφορὰν Δ)ντοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Χρυσοκεφάλου, αἰτουμένου χορήγησιν πιστώσεως πρὸς ἐπισκευὴν τοῦ διδακτηρίου τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου. Ὁ βουλευτὴς Μαγνησίας κ. Ἀθαν. Φροντιστής, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Βόλου, αἰτουμένου τὴν μὴ διακοπὴν τῶν διὰ φέρρυ — μπόουτ δρομολογίων Γλύφας–Ἁγιοκάμπου. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Κων. Στεφανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πολυτέκνων Αἰγιαλείας, παραπονουμένων διὰ τὸν τρόπον διαθέσεως τῶν κονδυλίων τῶν Κρατικῶν Λαχείων. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Κων. Στεφανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν Σωματείου Συνταξιούχων ΙΚΑ Αἰγίου, αἰτουμένων αὔξησιν συντάξεων ΙΚΑ, καθιέρωσιν τιμαριθμικῆς ἀναπροσαρμογῆς αὐτῶν, κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Συλλόγων προσωπικοῦ ΙΚΑ, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν μὴ κατάργησιν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Ν.Δ. 4346)64, ἀφορώσης βαθμολογικὴν ἐξέλιξιν ὑπαλλήλων τοῦ ΙΚΑ. Ὁ βουλευτὴς Μαγνησίας κ. Ἀθαν. Φροντιστής, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς Σεισμοπλήκτων Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Σκοπέλου, αἰτουμένων χορήγησιν αὐτοῖς παρὰ τῶν Ἐμπορικῶν Τραπεζῶν εἰδικῶν χαμηλοτόκων μακροπροθέσμων δανείων. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης, καταθέτει τηλ)κὴν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Καλαμάτας, αἰτουμένου ματαίωσιν ἀποφάσεως περὶ καταργήσεως τοῦ Δʹ Ἀστυνομικοῦ τμήματος Καλαμάτας. Ὁ βουλευτὴς Σάμου κ. Ι. Σπύρου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ οἰνοποιητικοῦ Συνεταιρισμοῦ Βουρλιωτῶν, αἰτουμένου ἐπιδότησιν κατὰ μίαν δραχμὴν ἀνὰ χιλιόγραμμον παραγωμένου γλεύκους, μείωσιν τῆς τιμῆς τοῦ οἰνοπνεύματος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Α. Κωνσταντινίδης, διὰ τηλεγραφημάτων του αἰτεῖται ἀποστολὴν ἁρμοδίων πρὸς ἐκτίμησιν τῶν ζημιῶν ἃς ὑπέστησαν οἱ κάτοικοι τῶν Κοινοτήτων Λαγήνων Σουφλίου καὶ Πτελέας Ὀρεστιάδος ἐκ τῶν προσφάτων πλημμυρῶν καθὼς καὶ λῆψιν μέτρων προστασίας διὰ τοὺς πληγέντας. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Χ. Πιπιλῆς, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν σεισμοπλήκτων Πελοπίου Ἠλείας, διαμαρτυρομένων δι’ ἐπέκτασιν διατάξεων ΙΚΑ εἰς οἰκοδόμους Πελοπίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρου Κοινότητος Σιταραλώνων, αἰτουμένων χορήγησιν πιστώσεως πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως ἠσφαλισμένων καπνεργατῶν Βορείου Ἑλλάδος, αἰτουμένης ὅπως εἰς τὴν διὰ τοὺς καπνεργάτας χορηγουμένην σύνταξιν περιληφθοῦν καὶ οἱ ἔχοντες 1.500 ἡμερομίσθια καὶ ἄνω. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρου Σχολικῆς Ἐφορείας τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Πετροχωρίου Τριχωνίδος, αἰτουμένου χορήγησιν σειρᾶς ἐποπτικῶν ὀργάνων φυσικῆς πειραματικῆς καὶ χημείας. Ὁ τέως βουλευτὴς Πέλλης κ. Α. Γρηγοριάδης, καταθέτει ὑπόμνημα κατοίκων Κοινότητος Ἀνύδρου Γιαννιτσῶν, αἰτουμένων ἄρσιν τῶν ὑπὸ τοῦ ἐφόρου καπνοῦ Γιαννιτσῶν ὑποβληθέντων ποινῶν διὰ καλλιέργειαν καπνοῦ πέραν τῆς ὁρισθείσης ἐκτάσεως. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Χ. Τσαντούλας καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων τῆς Κοινότητος Ὠρωποῦ Πρεβέζης, αἰτουμένων διευθέτησιν τῆς κοίτης τοῦ ξηροποτάμου Ντουβέλλα πρὸς ἀποφυγὴν τῶν πλημμυρῶν καὶ καταστροφὴν καλλιεργουμένων ἐκτάσεων. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Χ. Τσαντούλας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἀγροτικοῦ Συλλόγου Πρεβέζης, αἰτουμένου ἐπάνδρωσιν τοῦ Ὑποκαταστήματος Α.Τ.Ε. διὰ δύο Γεωπόνων πρὸς καλλιτέραν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Σχολικῆς Ἐφορείας τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Πετροχωρίου Τριχωνίδος, αἰτουμένου χορήγησιν εἰδῶν ἀθλητισμοῦ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Νεφελούδης, Δ. Παπανικολάου, Μ. Καραγεώργη καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν ψήφισμα Πανεργατικῆς Συγκεντρώσεως τῶν συνεργαζομένων Ὀργανώσεων Καρδίτσης, αἰτουμένων αὔξησιν μισθῶν—ἡμερομισθίων κατὰ 20% καὶ τῶν συντάξεων κατὰ 30%. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Κύρκος, Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Β. Νεφελούδης, καταθέτουν ψήφισμα κατοίκων Ν. Λιοσίων, ἰδιοκτητῶν αὐθαιρέτων κτισμάτων, αἰτουμένων νομιμοποίησιν τῶν αὐθαιρέτων κτισμάτων καὶ ἀπαλλαγὴν φορολογίας κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παπανικολάου, Μ. Καραγεώργη, Ε. Σακελλάρης καὶ Σ. Ἡλιόπουλος, καταθέτουν ὑπόμνημα Ἐπιτροπῆς ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων τοῦ Ν. Τρικάλων, αἰτουμένων πλήρη ἀποκατάστασιν τῶν ἀπὸ τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς καὶ ἐντεῦθεν ἀπολυθέντων, κυρίως διὰ τὴν συμμετοχήν των εἰς τὴν Ἐθνικήν μας Ἀντίστασιν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Καραγεώργη, Ε. Σακελλάρης καὶ Δ. Παπανικολάου, καταθέτουν ὑπόμνημα κατοίκων Ζαγορᾶς, αἰτουμένων ὅπως συμπεριληφθοῦν εἰς τὰ θύματα τοῦ φασισμοῦ καὶ τύχουν ἀναλόγου ἀποζημιώσεως, ἐκ τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἰταλικῶν ἐπανορθώσεων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Καραγεώργη, Α. Μπριλλάκης, Δ. Παπανικολάου Ν. Γανίτης καὶ Γ. Πανάγος, καταθέτουν ὑπομνήματα τῶν διαμενόντων εἰς Βάουμπζιχ τῆς Πολωνίας Ἑλλήνων πολιτικῶν προσφύγων, κατοίκων χωρίων τοῦ Νομοῦ Τρικάλων, αἰτουμένων ἐπαναπατρισμὸν ὅλων τῶν διαμενόντων εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πολιτικῶν Ἑλλήνων προσφύγων. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Χ. Μπουγᾶς καταθέτει ὑπόμνημα κατοίκων τοῦ Δήμου Νικαίας Πειραιῶς, αἰτουμένων ἀναστολὴν κατεδαφίσεως τῶν παρανόμων κτισμάτων καὶ ὁριστικὴν τακτοποίησιν τοῦ θέματος τούτου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Ἐφραιμίδης καὶ Π. Δούκας καταθέτουν τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν–Βιοτεχνῶν τῶν Νομῶν Δράμας καὶ Σερρῶν, αἰτουμένων ἀναστολὴν λήξεως τῶν ἐλευθέρων μισθώσεων καταστημάτων καὶ γραφείων καὶ τὴν κατάθεσιν Νομοσχεδίου περὶ προστασίας τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Φ. Ζαΐμης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἐλαιοχωρίου, αἰτουμένου ἐπέκτασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ δικτύου εἰς τὴν ἐν λόγῳ Κοινότητα. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Συλλόγων Προσωπικοῦ Ι.Κ.Α., διαμαρτυρομένης διὰ τὴν μὴ κατάργησιν διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Ν.Δ. 4346)64 ἀφορώσης βαθμολογικὴν ἐξέλιξιν ὑπαλλήλων τοῦ Ι.Κ.Α. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης κ. Χ. Τσαντούλας καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ὠρωποῦ, αἰτουμένου μεταφορὰν τοῦ ἐν λόγῳ χωρίου εἰς ἀσφαλὲς μέρος, λόγῳ τῶν τελευταίων καταστρεπτικῶν σεισμῶν. Ὁ βουλευτὴς Μαγνησίας κ. Φ. Παναγιωτόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σωματείων ἐργατῶν —ἐργατριῶν Ἀγριᾶς ἐργαζομένων γυναικῶν διαλογῆς ἐλαιῶν «ΑΓΙΑ ΠΑΡΑ-ΣΚΕΥΗ» Ἰτέας καὶ τῆς Ἑνώσεως ἐργαζομένων ἐλαιαποθηκῶν Στυλίδος, αἰτουμένων ὑπαγωγὴν τοῦ κλάδου των εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα Συλλόγου Ὑπαλλήλων Νοσοκομείου–Σανατορίου Ἀσβεστοχωρίου, αἰτουμένου χορήγησιν ἐπιδόματος ἐπικινδύνου ἐργασίας, μείωσιν τοῦ ὁρίου συνταξιοδοτήσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σάμου κ. Ι. Σπύρου καταθέτει ἀναφορὰν Οἰνοποιητικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἄνω Ἀρβανιτῶν, αἰτουμένου διπλασιασμὸν ἐπιδοτήσεως Οἴνου, μείωσιν τιμῆς Λιπασμάτων, μείωσιν ἐπιτοκίου τῆς Α.Τ.Ε. ἐπὶ τῶν δανείων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Ι. Μποῦτος καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Καλαμάτας, αἰτουμένων λειτουργίαν Ραδιοσταθμοῦ ἐν Καλαμάτᾳ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Θ. Παππᾶς καταθέτουν Ψήφισμα ἐπαγγελματιῶν μισθωτῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Μεσσηνίας, αἰτουμένων ἐπάνδρωσιν τῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων, Δημοσίας καὶ Ἰδιωτικῆς Χρήσεως, διὰ βοηθῶν, σύνταξιν Ἐσωτερικοῦ Κανονισμοῦ προβλέποντος τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ἐργαζομένων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος καταθέτει ὑπόμνημα Συλλόγου Ἐπιστημόνων Μαιῶν Ἐφετείου Θράκης, αἰτουμένου ἔνταξιν Μαιῶν εἰς ὑπαλλήλους Αʹ κατηγορίας, μονιμοποίησιν τῶν Μαιῶν τῶν ἐργαζομένων εἰς Ἀγροτικὰ Ἰατρεῖα κλπ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ἡ Εἰδικὴ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος μοῦ ἀπέστειλε τὸ ἑξῆς ἔγγραφον: Ἀριθ. πρωτ. 91. Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Μαΐου 1965
ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
ΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ΑΡΘΡΟΥ 80 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Ἀριθ. Πρωτ. 91 Ἐν Ἀθήναις τῇ 24 Μαΐου 1965 Πρὸς Τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὴν ὑπ’ αὐτῆς συσταθεῖσαν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως συλλέξῃ τὰς ἀπαιτουμένας ἐνδείξεις, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν πρέπει νὰ κατηγορήσῃ τὸν τέως Πρωθυπουργὸν κ. Κων)νον Καραμανλῆν καὶ τοὺς τέως Ὑπουργοὺς κ.κ. Π. Παπαληγούραν καὶ Ν. Μάρτην καθ’ ὧν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις διώξεως. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐτάχθη δίμηνος προθεσμία ἀρξαμένη ἀπὸ τῆς 12ης Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. καὶ κατὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς ἐχορηγήθη νέα 45θήμερος, ἥτις λήγει τὴν προσεχῆ Πέμπτην 27ην τρέχοντος μηνός. Ἡ Ἐπιτροπὴ τερματίσασα τὸ προανακριτικόν της ἔργον εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ διάσκεψιν πλὴν λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τοῦ πλήθους τῶν ἐρευνητέων θεμάτων καὶ τοῦ ὀγκώδους συλλεγέντος ἀποδεικτικοῦ ὑλικοῦ, ἡ διάσκεψις ἴσως συνεχισθῇ μέχρι τῆς 27ης τρέχοντος, ὁπότε εἶναι ἀδύνατος ἡ κατάθεσις τῆς εἰσηγήσεως καὶ ἡ ἀνάγνωσις αὐτῆς. Ἵνα μὴ ὅθεν ἐπέλθουν αἱ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Νόμου Φ.Π.Σ.Τ. προβλεπόμεναι συνέπειαι, καθ’ ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως ἡ Βουλὴ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρας εἰσέτι, ἤτοι μέχρι καὶ τῆς 3ης Ἰουνίου συμπεριλαμβανομένης. Μετὰ τιμῆς Ὁ Πρόεδρος ὑπογραφὴ Ὁ Γραμματεὺς ὑπογραφὴ Κατατίθενται ὡσαύτως καὶ αἱ κάτωθι δηλώσεις κ. κ. βουλευτῶν: Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἐνταῦθα Ἀναχωρῶν διὰ τὸ ἐξωτερικὸν σήμερον καὶ μὴ δυνάμενος νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἀποψινὴν ψηφοφορίαν περὶ συμβιβαστοῦ τῶν ἀξιωμάτων τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου τῆς Ἀκαδημίας δηλῶ διὰ τοῦ παρόντος μου, ὅτι τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ συμβιβαστοῦ τῶν ἀξιωμάτων Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου Ἀκαδημίας καὶ βουλευτοῦ.
Ι. ΣΠΥΡΟΥ
Βουλευτὴς Σάμου Κύριον Γ. Ἀθανασιάδην–Νόβαν Πρόεδρον Βουλῆς Ἐνταῦθα Λυποῦμαι διότι συνεχίζεται θεραπεία μου καὶ δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ παραστῶ εἰς τὴν συνεδρίασιν προσεχοῦς Τρίτης 25 τρέχοντος.
ΣΙΔΕΡΗΣ ΜΑΥΡΙΔΟΓΛΟΥ
Πρόεδρον Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Κύριον Γ. Ἀθανασιάδην–Νόβαν Ἐνταῦθα Λυποῦμαι βαθύτατα διότι δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ παρευρεθῶ εἰς σημερινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς λόγῳ ἀσθενείας μου.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΑΓΚΟΥΤΣΟΣ
Βουλευτὴς Τρικάλων Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται νὰ χορηγήσῃ τὴν αἰτουμένην παράτασιν τῆς προθεσμίας μέχρι καὶ τῆς 3ης Ἰουνίου.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συνεπῶς δέχεται τὴν χορήγησιν παρατάσεως τῆς προθεσμίας μέχρι καὶ τῆς 3ης Ἰουνίου συμπεριλαμβανομένης.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συζητοῦνται ἐρωτήσεις ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Συνδέσμου ὁδηγῶν Ταξὶ–Ἀγοραίων καὶ πάσης φύσεως Ἰδιωτικῆς Χρήσεως Πειραιῶς καὶ Περιχώρων, αἰτουμένων χορήγησιν ἀδειῶν Ταξὶ κλπ., διαγράφεται λόγῳ ἀπουσίας τοῦ ἐρωτῶντος. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἐρώτησις τοῦ Σ. Ἡλιοπούλου ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βάχλια Ἀρκαδίας, διαμαρτυρομένων δι’ ἐλλιπῆ λειτουργίαν λεωφορειακῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ περιοχῇ των, ἀναβάλλεται λόγῳ ἀπασχολήσεως τοῦ ἐρωτῶντος εἰς ἄλλην Κοινοβουλευτικὴν ἐργασίαν. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3 ἐρωτήσεως τῶν κ.κ. Δ. Στρατῆ, Ι. Παπαδημητρίου κλπ., ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπολυθέντων τροχιοδρομικῶν τῆς Η.Ε.Μ., αἰτουμένων ἐπαναπρόσληψίν των, πρὸς κάλυψιν τῶν δημιουργηθησομένων κενῶν εἰς τὸ προσωπικόν της κλπ., τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν.
§6Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου ἔχω δώσει πλήρη τὰ στοιχεῖα ποὺ ἐζητήθησαν. Τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς τὸ ἔτος 1959, ὅτε ὑπεγράφη ἡ γνωστὴ σύμβασις μεταξὺ τῆς Η.Ε.Μ. καὶ τοῦ Κράτους, βάσει τῆς ὁποίας ἡ Η.Ε.Μ. ἀπεφασίσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ πολλὰς γραμμὰς καὶ ἐν συνεχείᾳ προέβη εἰς ὁμαδικὰς ἀπολύσεις προσωπικοῦ. Προεβλέφθη ἀπὸ τὸν κυρωτικὸν Νόμον τῆς ἄνω συμβάσεως, ἡ δυνατότης ἀπορροφήσεως ἑνὸς μέρους τοῦ ἀπολυθέντος προσωπικοῦ τῆς Η.Ε.Μ. παρὰ τῆς ΑΣΠΑ. Πράγματι, ἐκρίθησαν μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ Νόμου αὐτοῦ 194 αἰτήσεις. Προσελήφθησαν 70. 43 δὲν προσῆλθον νὰ ἀναλάβουν ὑπηρεσίαν. 28 ἐπανῆλθον εἰς τὴν Η.Ε.Μ., κατόπιν δικαστικῶν ἀποφάσεων, 22 ἐστεροῦντο ἀπολυτηρίου Δημοτικοῦ Σχολείου κλπ. (Ἀναγινώσκει). Ἔκτοτε, τὸ θέμα δὲν ἀνεκινήθη. Ἡ ΑΣΠΑ δὲν ἐπεξέτεινε τὰς ἐργασίας της. Ἴσως ἐφέτος ὑπάρξῃ ἀνάγκη νέου προσωπικοῦ, ὁπότε θὰ ἐξετάσω τὴν δυνατότητα νὰ συγκληθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ κρίνῃ αἰτήσεις ἐνδιαφερομένων νὰ προσληφθοῦν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Στρατῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§8Δ. ΣΤΡΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ 1959 μὲ ἕνα νόμον ἔγινε σφαγιασμὸς τοῦ προσωπικοῦ τῆς ΗΕΜ. Αἴτημα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐπίμονον εἶναι νὰ ἐπαναπροσληφθοῦν. Τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι βεβαίως ἱκανοποιητικά, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἀκόμη μερικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐπαναπροσληφθοῦν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν νὰ ἐπιληφθῇ μὲ μεγαλύτερον ἐνδιαφέρον τοῦ θέματος τούτου καὶ νὰ προστατεύσῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὸ προσωπικὸν ποὺ ἀναιτίως ἀπελύθη τῆς ὑπηρεσίας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐρώτησις τῶν κ.κ. Δ. Χατζηδημητρίου καὶ Κ. Δαμιανοῦ διαγράφεται, λόγῳ ἀπουσίας τῶν ἐρωτώντων κ.κ. βουλευτῶν. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ὑπαλλήλων ΣΕΚ, αἰτουμένων προσμέτρησιν διὰ παροχὴν συντάξεως καὶ τοῦ χρόνου ἀσφαλίσεώς των εἰς τὸ ΙΚΑ ὁ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν Ὑπουργὸς κ. Σ. Ἀλλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§10Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοιν.). Τὸ αἴτημα τῶν σιδηροδρόμων, τῶν ὁποίων ἡ ἀναφορὰ κατετέθη ἀπὸ τοὺς συναδέλφους, ἀναφέρεται εἰς τὴν προσμέτρησιν τοῦ χρόνου ἐργασίας εἰς διαφόρους ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, πρὶν ἢ προσληφθοῦν ἀπὸ τοὺς ΣΕΚ. Εἶναι θέμα συνταξιοδοτικόν. Ἀπὸ 3μήνου μία Ἐπιτροπή, συσταθεῖσα δι’ ἀποφάσεως τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐμοῦ μελετᾶ τὰ διάφορα αἰτήματα, τὰ ἐκκρεμῆ, τὰ συνταξιοδοτικά. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Συνεπῶς καὶ αὐτὸ θὰ κριθῇ κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα.
§11Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσε. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ἴδῃ καὶ τὸ θέμα τῶν ὑπαλλήλων τούτων μὲ τὴν καλωσύνην ποὺ τὸν διακρίνει. Θὰ τὸν παρεκάλουν μόνον νὰ δώσῃ μεγαλυτέραν προσοχὴν εἰς τὸ θέμα τοῦτο τῶν σιδηροδρομικῶν, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων πρόκειται περὶ μιᾶς τάξεως ἐργαζομένης, ἡ ὁποία ἔχει πολλὰ προσφέρει εἰς τὸν τόπον.
§12Α. ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ αἰτήματος τῶν σιδηροδρομικῶν τούτων ὑπαλλήλων.
§13Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Τὸ θέμα δὲν ἔχει ὡς τὸ ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἔχομεν περιπτώσεις σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων ἐργαζομένων, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνουν σύνταξιν παρὰ τοῦ ΙΚΑ, διότι δὲν συνεπλήρωσαν τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ὑπηρεσίας οὐδὲ τοιαύτην ὑπὸ τῶν ΣΕΚ —ΣΠΑΠ εἰς οὓς προϋπηρέτησαν. Καὶ δὲν λαμβάνουν σύνταξιν διότι δὲν συνεπλήρωσαν τὸν χρόνον ὑπηρεσίας, διότι δὲν προσμετρεῖται ἡ προϋπηρεσία των εἰς τοὺς ΣΕΚ– ΣΠΑΠ. Παρακαλῶ λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, αὐτὸ τὸ θέμα νὰ τὸ ἀντιμετωπίσετε καὶ ἐξετάσετε μὲ πνεῦμα δικαιοσύνης καὶ ἱκανοποιήσετε τοὺς οὕτω ἀδικουμένους πολίτας. Συνηγορῶ ἐπίσης ἐπὶ τῶν ὅσων ὑπεστήριξεν ὁ συνάδελφος κ. Παναγιωτόπουλος.
§14Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοιν.). Οἱ σιδηροδρομικοὶ δὲν συνταξιοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ ΙΚΑ ἀλλὰ ἀπὸ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμόν. Θὰ εἶναι κἄποια εἰδικὴ κατηγορία ποὺ σᾶς ἀπασχολεῖ.
§15Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Πέραν τῆς περιπτώσεως ποὺ ἀφορᾷ ἡ ἀναφορὰ τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων εἰς ἣν ἀναφέρεσθε, ἐγὼ ὑποστηρίζων καὶ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὡμίλησα καὶ διὰ τὰς περιπτώσεις τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων ἐργασθέντων εἰς ΣΕΚ–ΣΠΑΠ οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν προηγουμένως εἰς τοὺς ΣΕΚ–ΣΠΑΠ καὶ μεταγενεστέρως ὑπήχθησαν εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ ΙΚΑ καὶ δὲν λαμβάνουν σύνταξιν παρὰ τοῦ ΙΚΑ, διότι δὲν προσμετρᾶται ἡ ὑπηρεσία των εἰς τοὺς ΣΕΚ–ΣΠΑΠ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Καρροποιῶν Ἑλλάδος καὶ Σωματείων Καρραγωγέων Λαρίσης, Πρεβέζης καὶ Σερρῶν, ὁ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν Ὑπουργὸς κ. Σ. Ἀλλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§17Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοιν.). Τὸ αἴτημα ἔρχεται ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἕνα πρόβλημα ποὺ ἐδημιούργησε ἡ τεχνολογικὴ ἐξέλιξις καὶ ἡ ὑποκατάστασις ὑπὸ τοῦ αὐτοκινήτου τοῦ κάρρου καὶ τοῦ ἁμαξιοῦ. Τὸ θέμα εἶναι πάρα πολὺ παλιόν. Προπολεμικῶς δὲ εἶχον ληφθῆ μέτρα ἀντιμετωπίσεως αὐτοῦ. Μεταπολεμικῶς ἐπίσης ἐδόθη ἄδεια τρικύκλων φορτηγῶν εἰς καρραγωγεῖς. Πέρυσι τὸ καλοκαίρι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως μοῦ παρέσχε τὴν δυνατότητα νὰ χορηγήσω ἐκ νέου εἰς τὸν Νομάρχην ἀδείας τρικύκλων εἰς καραγωγεῖς. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα παραμένει, ἰδίως δὲ εἰς τὰ μεγάλα ἐπιλιμένια Κέντρα παρουσιάζεται ὀξύ. Τὸ Ὑπουργεῖον λοιπὸν τὸ ἀντιμετωπίζει. Ἤδη, εἶναι εἰς ἀρκετὰ προχωρημένο στάδιον ἡ ἐργασία καταρτίσεως σχεδίου Ν. Δ)τος, τὸ ὁποῖον πιστεύω, ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35, καὶ τὰς προσεχεῖς θερινὰς διακοπάς.
§18Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ὀρθῶς εἶπεν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ θέμα αὐτὸ ἀπασχολεῖ ὅλην τὴν Ἑλλάδα διότι παντοῦ οἱ καρραγωγεῖς μὲ τὴν ἐξέλιξιν ἔχασαν τὸ μεταφορικόν των ἔργον. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις νὰ δίδωμεν ἀδείας φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἑνὸς τόννου ἀνὰ δύο καρραγωγεῖς. Βεβαίως ἔχομεν καὶ τὰ παράπονα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων τῶν ὁποίων τὸ μεταφορικὸν ἔργον ἔχει τελευταίως σημαντικῶς μειωθῆ. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ εὕρωμεν μίαν λύσιν καὶ θὰ ἀναζητήσωμεν αὐτήν ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§19Τ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ. Μὲ ἱκανοποίησιν ἠκούσαμεν τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν, ὅτι ἀντιμετωπίζεται τὸ θέμα ἱκανοποιήσεως τῶν καρροποιῶν καὶ καρραγωγέων Λαρίσης καὶ ἄλλων πόλεων. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι πρὸ διμήνου εἴχομεν μίαν συνάντησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ, παρουσίᾳ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἀπεφασίσθη τότε ἡ συγκρότησις μιᾶς εὐρυτέρας συσκέψεως μὲ τὴν παρουσίαν καὶ ἐκπροσώπων τῶν καρροποιῶν καὶ καρραγωγέων καὶ ἁρμοδίων τοῦ Ὑπουργείου πρὸς ἐξεύρεσιν λύσεως. Θὰ παρακαλέσω ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ σύσκεψις αὕτη.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 8, 9 καὶ 10 ἀναφοραὶ διαγράφονται ὡς ἀπουσιαζόντων τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν εἰς αὐτὰς κ.κ. Γ. Σταμάτη, Κ. Πετροπούλου καὶ Γ. Παπαδημητρίου. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου Ἐργατῶν Γῆς Κάτω Λεχωνίων, αἰτουμένων ἐπέκτασιν τῆς ἀστικῆς συγκοινωνίας Βόλου, ὁ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν Ὑπουργὸς κ. Σ. Ἀλλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§21Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοιν.). Λυποῦμαι ποὺ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἱκανοποιήσω τὸ αἴτημα τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας ἁρμόδιον ὄργανον διὰ νὰ καθορίζῃ τὰς ἀστικὰς γραμμὰς μιᾶς πόλεως εἶναι τὸ τοπικὸν Συμβούλιον αὐτοκινήτων, τὸ ὁποῖον γνωμοδοτεῖ, ὁ Νομάρχης ἀποφασίζει καὶ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἔρχεται τὸ θέμα μόνον, ἐὰν παραβιασθῇ διάταξις Νόμου, εἴτε ὡς πρὸς τὸν τύπον, εἴτε ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ ἀσκηθῇ προσφυγή. Ὁ Νομάρχης εἰς τὸν ὁποῖον διεβίβασα τὴν σύστασιν τοῦ κ. συναδέλφου, διὰ μακρῶν ἐξηγεῖ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους πρὸς τὸ παρὸν δὲν κρίνει δυνατὴν καὶ ἐπιβεβλημένην τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀρχικῆς γραμμῆς Βόλου–Κάτω Λεχωνίων. Πρῶτον ὑπάρχει ἕνα τοπικὸν κώλυμα, ὅτι εἶναι ἐκτὸς τῆς ζώνης τῆς περιμετρικῆς τῶν 7 χιλιομέτρων. Τὰ Λεχώνια ποὺ συμπίπτει καὶ κατὰ κάποιον τρόπον εἶναι καὶ πατρίδα μου, διότι εἶναι γεννέτειρα τῆς γυναικός μου, εὑρίσκονται εἰς ἀπόστασιν 9 χιλιομέτρων ἀπὸ τὸν Βόλον. Ἔχει μᾶλλον ἀγροτικὸν πληθυσμόν, καὶ δὲν συνδέεται οἰκονομικῶς καὶ κοινωνικῶς μὲ τὴν πόλιν τοῦ Βόλου. Πέραν τούτου ὁ Νομάρχης προβάλλει τὴν ἀδυναμίαν τοῦ ἀστικοῦ Κ.ΤΕ.Λ. νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχει ἐπωμισθῆ, ἐν ᾧ ἐξ ἄλλου τὸ ὑπεραστικὸν Κ.Τ.Ε.Λ. τὸ ὁποῖον θὰ χάσῃ τὸ μεταφορικὸν ἔργον ἔχει ὑπεράριθμα λεωφορεῖα. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ὁ Νομάρχης, ὁ ὁποῖος καθ’ ἅ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἀποφασίσῃ ἔχει ἀπορρίψῃ τὸ αἴτημα μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ τοπικοῦ συμβουλίου αὐτοκινήτου. Θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ θέμα νὰ ἐπανέλθῃ βραδύτερον ὑπὸ ἄλλας συνθήκας.
§22Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσε καὶ διὰ τὸ ἐνδιαφέρον του διὰ τὰ Λεχώνια, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ἡ δευτέρα ἰδιαιτέρα μου πατρίς. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι τὰ Λεχώνια ἀπέχουν μόλις 7 χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν Ἀγριά, ὅπου φθάνει ἡ ἀστικὴ συγκοινωνία καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ κατὰ δύο χιλιόμετρα εἰσέτι ἡ ἀστικὴ συγκοινωνία διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν Λεχωνίων. Ἀφοῦ ὅμως εἶναι ζήτημα Νομάρχου, θὰ ἀποτανθῶμεν εἰς ἐκεῖνον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 12 ἀναφορὰ τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Λαρίσης διαγράφεται ὡς ἀπουσιάζοντος τοῦ ἐγγεγραμμένου νὰ ὁμιλήσῃ εἰς αὐτὴν βουλευτοῦ κ. Κ. Περραιβοῦ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἰδιοκτητῶν ὁδηγῶν ταξὶ πόλεως Γιαννιτσῶν, αἰτουμένων τὴν μὴ χορήγησιν ἑτέρας ἀδείας αὐτοκινήτου δημοσίας καὶ ἰδιωτικῆς χρήσεως εἰς τὰ Γιαννιτσά, ὁ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν Ὑπουργὸς κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§24Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοιν.). Περιέργως διὰ πρώτην φορὰν τὸ ἀπαντῶ, οἱ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ ὁδηγοὶ τῶν ταξὶ τῆς πόλεως Γιαννιτσῶν συναντῶνται εἰς τὸ αἴτημα νὰ μὴ αὐξηθοῦν περαιτέρω τὰ ταξὶ τῆς πόλεως. Συνήθως συγκρούονται τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν ὁδηγῶν. Πάντως, ὅπως, γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, τὸ θέμα τοῦ καθορισμοῦ τῆς δυνάμεως τῶν αὐτοκινήτων Δ.Χ., εἴτε ταξὶ εἴτε λεωφορείων, ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν κατὰ τὸ πρῶτον τρίμηνον ἑκάστου ἔτους μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ τοπικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ Νομάρχου ὡς ἀποφασιστικῶν παραγόντων. Ὁ Ὑπουργὸς καὶ πάλιν κρίνει μόνον ἐν περιπτώσει ἀσκήσεως προσφυγῆς διὰ παράβασιν νόμου. Δὲν γνωρίζω ἐν προκειμένῳ ἐὰν ὁ Νομάρχης ηὔξησε ἢ ὄχι τὴν δύναμιν τῶν ταξὶ τῶν Γιαννιτσῶν. Πάντως αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ θέμα δὲν ἔχει πλέον ἐνδιαφέρον, διότι ἐξέπνευσεν ἡ προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας, ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ αὔξησις τῆς δυνάμεως τῶν ταξὶ τῆς πόλεως Γιαννιτσῶν.
§25Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον εἶναι ἁρμόδιος ὁ Νομάρχης ἐκεῖ θὰ ἀποτανθῶμεν κ. Ὑπουργέ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν τοποθέτησιν ταξὶ εἰς τὰ ἀκραῖα χωρία διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν χωρικῶν. Εἰς τὰ Γιαννιτσὰ ὑπάρχει κορεσμὸς ταξὶ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ οὔτε καὶ μία ἄδεια ποὺ ἐδόθη παρὰ τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν αὐτοκινητιστῶν προαστείων Θεσσαλονίκης, αἰτουμένων τὴν χορήγησιν 20 νέων ἀδειῶν λεωφορείων. Ὁ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν Ὑπουργὸς κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, ἔχει τόν λόγον.
§27Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Ἔχω ἀπαντήσει εἰς τὴν ἀναφορὰν τὴν ὁποίαν κατέθεσαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι καὶ ἔχω δώσει ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ΚΤΕΛ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁμαδικὸν ΚΤΕΛ. Ἀντικρίζει τὰς συγκοινωνιακὰς ἀνάγκας τῶν προαστείων Θεσσαλονίκης, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἐκτείνεται ὁ Ὀργανισμὸς Ἀστικῶν Συγκοινωνιῶν Θεσσαλονίκης. Εἶναι ἕνα ΚΤΕΛ, τὸ ὁποῖον, καθ’ ἃ ἀναφέρει ὁ Νομάρχης, ἔχει καθαρῶς ἐποχιακὴν ἐργασίαν καὶ κατὰ τὴν μακρὰν περίοδον τοῦ χειμῶνος ὑποαπασχολεῖται, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως αὐτοῦ. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὸ θέμα εἶναι εἰς τὴν ἀποφασιστικὴν καὶ ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τῶν τοπικῶν ἀρχῶν, δηλαδὴ τοῦ τοπικοῦ συμβουλίου καὶ τοῦ Νομάρχου Θεσσαλονίκης.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. βουλευταί, εἶναι ἱκανοποιημένοι ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§29Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Θεσσαλονίκη παρουσιάζει μίαν ἰδιομορφίαν. Ὁλόκληρος ὁ κόλπος τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι μολυσμένος καὶ δὲν ἠμποροῦν οἱ Θεσσαλονικεῖς νὰ κάμουν τὰ θαλάσσια λουτρά των. Ὅλοι ἑπομένως εἶναι ἠναγκασμένοι, προκειμένου νὰ κάμουν θαλάσσια μπάνια, νὰ καταφεύγουν εἰς τὴν τουριστικὴν ἀκτὴν ποὺ ἀπέχει ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην περὶ τὰ 24 χιλιόμετρα. Μὲ τὴν ἔλλειψιν ποὺ παρατηρεῖται εἰς τὰ συγκοινωνιακὰ μέσα, τὸ καλοκαῖρι ἡ κατάστασις καθίσταται ἀφόρητος. Θὰ εἶχον νὰ κάμω μίαν πρότασιν. Θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ αὐτοκίνητα τῶν γραμμῶν αὐτῶν αὐξανόμενα κατὰ 20, τὸ μὲν καλοκαῖρι νὰ χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν γραμμὴν τῶν θαλασσίων αὐτῶν ἀκτῶν, τὸν δὲ χειμῶνα νὰ διατίθενται ἀλλαχοῦ. Ὑπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα θὰ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς συνεννοούμενος μετὰ τοῦ κ. Νομάρχου Θεσσαλονίκης, νὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν τῶν σχετικῶν μέτρων.
§30Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πράγματι ἡ Θεσσαλονίκη κατὰ τοὺς θερινοὺς ἰδίᾳ μῆνας, ὡς μεγαλούπολις ποὺ εἶναι, ὑποφέρει ἀπὸ ἔλλειψιν αὐτοκινήτων, διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν διαρκῶς ἀναπτυσσομένων ἀναγκῶν τῶν κατοίκων τῆς πόλεως. Πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὔτε καὶ διὰ τῆς ἀστικῆς συγκοινωνίας ἐξυπηρετοῦνται αἱ ἀναπτυσσόμεναι μὲ γοργὸν ρυθμὸν ἀνάγκαι τῶν κατοίκων τῆς πόλεως, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ πρέπει τὸ 54ον ΚΤΕΛ νὰ ἐνσωματωθῇ κἄποτε μὲ τὴν ἀστικὴν συγκοινωνίαν. Εἶναι γεγονός, ὅτι εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ 54ου ΚΤΕΛ ὑπάρχουν καὶ διαρκῶς δημιουργοῦνται βιομηχανικαὶ ἐγκαταστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἐργάζονται χιλιάδες ἐργάται, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦν τὰ αὐτοκίνητα αὐτοῦ τοῦ ΚΤΕΛ, διὰ νὰ εὑρεθοῦν εἰς τὰ ἐργοστάσια ἀπὸ τὴν πόλιν. Διὰ τὸν πρόσθετον αὐτὸν λόγον ἐπιβάλλεται ὅπως ἡ ἐνσωμάτωσις, διὰ τὴν ὁποίαν ὡμίλησα προηγουμένως εἶναι περισσότερον ἐπιβεβλημένη, διὰ νὰ ἔχουν οἱ ἐργαζόμενοι τὴν δυνατότητα νὰ κινοῦνται πρὸς τὰς ἐργασίας των. Συνεπῶς τὸ αἴτημα διὰ τὴν τοποθέτησιν ὡρισμένων αὐτοκινήτων εἶναι λογικὸν καὶ πολὺ θὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τοὺς λουομένους διὰ τὸ θέρος καὶ τὴν κίνησιν τῶν ἐργατῶν τῆς πόλεως πρὸς τὰ ἐργοστάσια.
§31Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν διευκρίνισιν. Ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἀντιμετωπίσθη καὶ ἕως τώρα τὸ πρόβλημα τῆς θερινῆς ηὐξημένης κινήσεως. Μὲ εἰδικὴν κατ’ οἰκονομίαν ἑκάστοτε ἐκδιδομένην ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ παρέχεται ἡ δυνατότης ἐξυπηρετήσεως αὐτῶν τῶν γραμμῶν ἀπὸ ποῦλμαν ἰδιωτικά. Δεύτερον, ἀποσπῶμεν κατ’ ἔτος τὸ καλοκαῖρι ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ 39ου ΚΤΕΛ ἕνα ἀριθμὸν λεωφορείων καὶ ἐνισχύομεν τὸ 54ον ΚΤΕΛ. Ἀλλ’ ὅπως γνωρίζετε ὑπάρχουν καὶ θαλάσσια μέσα μεταφορᾶς τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς Θεσσαλονικεῖς. Παρακολουθοῦμεν πάντοτε τὴν κίνησιν ποὺ δημιουργεῖται καὶ τὴν ἀντιμετωπίζομεν μὲ ἐνίσχυσιν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ θέρους.
§32Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ ἀστικαὶ συγκοινωνίαι καθημερινῶς ἀποδεικνύονται ἀνεπαρκεῖς. Διὰ τοῦτο θὰ πρέπει ὁ ΟΑΣ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συνοικισμούς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σερπάνου, Σταμάτη, Παπαδημητρίου καὶ Ἀνερούση, ἀναφερομένης εἰς τὸν Σύλλογον Διδασκάλων Βʹ Περιφερείας Ἀγρινίου, αἰτουμένων καθιέρωσιν μειωμένου εἰσιτηρίου κατὰ τὰς μετακινήσεις αὐτῶν διὰ τῶν λεωφορείων τοῦ ΚΤΕΛ.
§34Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν παραιτοῦμαι τῆς ἐρωτήσεως.
§35Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸ αἴτημα προέρχεται ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τοῦ κ. Σταμάτη, ἀλλὰ ἔχει καὶ γενικωτέραν σημασίαν. Οἱ διδάσκαλοι ζητοῦν νὰ ἔχουν εἰς τὰ εἰσιτήρια τῶν ΚΤΕΛ μειωμένον εἰσιτήριον. Ὡς γνωρίζετε, προσφάτως ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς διάταξις διὰ τῆς ὁποίας οἱ μαθηταὶ ὅλων τῶν Σχολείων κατὰ τὰς μετακινήσεις καταβάλλουν τὸ ἥμισυ τοῦ εἰσιτηρίου. Ἡ ἐφαρμογὴ παρομοίου μέτρου καὶ δι’ ἄλλας κατηγορίας θὰ ἔχει οἰκονομικὰς ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῶν ΚΤΕΛ. Τὸ θέμα πάντως χρήζει νομοθετικῆς ρυθμίσεως καὶ ὡς ἐκ τούτου δυνάμεθα εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν, νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§36Γ. ΣΕΡΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ΚΤΕΛ Ἀγρινίου ἔχει τόσα πολλὰ κέρδη, ὥστε δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν Διδασκάλων. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ ἰδιαιτέρως ὑπ’ ὄψει του τὴν παράκλησιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§37Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ἀπολύτως ὑπὲρ τοῦ αἰτήματος ὅπως οἱ Διδάσκαλοι καὶ τῆς ἀναφερομένης περιφερείας καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος καταβάλλουν τὸ ἥμισυ τοῦ ἀντιτίμου τοῦ εἰσιτηρίου εἰς τὰ λεωφορεῖα τῶν ΚΤΕΛ. Παρακαλῶ συνεπῶς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν νομοθετικὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Παπαδημητρίου, Παππᾶ καὶ Ἡλιοπούλου, δι’ ἧς ζητοῦν νὰ πληροφορηθῶσι ποῖα μέτρα πρόκειται νὰ ληφθοῦν διὰ τὰς ἀπαραιτήτους ἐπισκευὰς τοῦ ὁδικοῦ δικτύου Νομοῦ Ἀρκαδίας καὶ καλλιτέρευσιν τῆς συγκοινωνίας.
§39Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησις αὕτη εἶναι ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀπευθύνουν οἱ ἐρωτῶντες, κύριοι συνάδελφοι.
§40Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησίς μας ἀναφέρεται καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν Δημοσίων Ἔργων, ὁ ὁποῖος μάλιστα αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι παρὼν καὶ δύναται νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας. Οἱ κάτοικοι τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ἐρώτησίν μας χωρίων, στεροῦνται, κ. Πρόεδρε, παντελῶς συγκοινωνίας. Δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν εἰς τὴν ἐποχὴν ποὺ ζῶμεν νὰ μὴ ὑπάρχῃ συγκοινωνιακὴ σύνδεσις μεταξὺ τῶν χωρίων καὶ τῶν πόλεων καὶ κωμοπόλεων τῆς περιοχῆς. Εἶναι ἀνεπίτρεπτον οἱ χωρικοὶ νὰ ταλαιπωροῦνται τόσον πολύ.
§41Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἀπηύθυνα ἔγγραφον εἰς τὸν κ. Νομάρχην Ἀρκαδίας καὶ πρέπει νὰ εἶναι εἰς χεῖρας τῶν κυρίων συναδέλφων μία μακρὰ ἔκθεσις, διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται τί πιστώσεις ἔχουν διατεθῆ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν δρόμων τῆς περιοχῆς τοῦ Νομοῦ Ἀρκαδίας. Τὰ ποσὰ ποὺ ἔχουν διατεθῆ, ἀνέρχονται εἰς ἀρκετὰ ἑκατομμύρια. Δὲν ἰσχυρίζομαι βεβαίως, ὅτι καὶ μετὰ τὴν διάθεσιν τῶν ποσῶν αὐτῶν, ἡ κατάστασις τοῦ ὁδικοῦ δικτύου θὰ εἶναι ἰδεώδης, ἀλλὰ πάντως διὰ τῶν διατεθέντων ποσῶν θὰ βελτιωθῇ ἀρκετὰ ἡ κατάστασις.
§42Θ. ΠΑΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ζητοῦμεν ὅπως ἐπισπευσθοῦν αἱ ἐργασίαι, διότι αὗται καθυστεροῦν ὑπὸ τῶν ΜΟΜΑ. Ἐπὶ τῶν περιπτώσεων ὅμως ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὴν ἐρώτησίν μας, δὲν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ποία μέριμνα ἔλαβε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Μπούτου ἀναβάλλεται λόγῳ συμμετοχῆς τούτου εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Περτσινίδη, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ποῖα μέτρα πρόκειται νὰ ληφθοῦν διὰ τὴν περισυλλογὴν τοῦ εἰς πολλοὺς Σιδηροδρομικοὺς Σταθμοὺς ἐγκαταλελειμμένου τροχαίου ὑλικοῦ.
§44Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, πράγματι ἐπὶ μακρὸν χρόνον δημοπρασίαι διεξαγόμεναι ὑπὸ τοῦ ΟΔΙΣΥ παρέμενον ἄκαρποι. Τὸ πρόβλημα πλέον δὲν ἔχει τὴν ὀξύτητα ποὺ εἶχεν ὅταν ὑπεβλήθη ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. συναδέλφου. Διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπετεύχθη ἡ ἐκποίησις 600 παλαιῶν φορτηγῶν βαγονίων.
§45Σ. ΠΕΡΤΣΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰ μέτρα ποὺ λαμβάνει διὰ τὴν περισυλλογὴν καὶ ἐκποίησιν τοῦ ἐγκαταλελειμμένου τροχαίου ὑλικοῦ εἰς πολλοὺς Σιδηροδρομικοὺς Σταθμούς. Χρειάζεται, κ. Ὑπουργέ, ἐντατικὴ ἐργασία. Διότι, ὅστις τῶν κυρίων συναδέλφων ἐταξίδευσεν ἢ ταξιδεύει σιδηροδρομικῶς θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἀπαράδεκτον φαινόμενον νὰ κεῖνται τῇδε κἀκεῖσε βαγόνια καὶ ἄφθονον τροχαῖον ὑλικὸν νὰ φθείρεται πρὸς βλάβην τῶν ΣΕΚ. Θὰ πρέπει, κ. Ὑπουργέ, πάσῃ θυσίᾳ νὰ διατάξετε τὴν ἐκποίησιν τοῦ ἀφθόνου τροχαίου ὑλικοῦ καὶ νὰ ἀποκτήσουν οἱ ΣΕΚ νέα βαγόνια καὶ νέας μηχανὰς ἵνα οὕτω ἐκ βάθρων ἐκσυγχρονισθοῦν καὶ ἀποφευχθῇ τὸ τεράστιον αὐτὸ παθητικόν. Κύριε Ὑπουργέ, πέρυσι ἡ Κυβέρνησις ἐμίσθωσε παρὰ τῶν Βουλγάρων βαγόνια ἰδικά μας, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κατοχὴν ἥρπασε καὶ ὡδήγησεν εἰς Βουλγαρίαν. Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωσε διὰ βαφῆς χρώματα Βουλγαρίας τὰ ἐκμισθώνει ὡς ἰδικά της.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἠλιοῦ καὶ Κιτσίκη, ἀναφερομένης εἰς τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων κοινῆς ὠφελείας εἰς συνοικίας τῶν Ἀθηνῶν.
§47Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησις τῶν κ.κ. συναδέλφων, ἔχει ἕνα κατάλογον μακρῶν αἰτημάτων, ἀλλὰ τὰ αἰτήματα ταῦτα δὲν εἶναι ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν πλὴν τῆς μεταφορᾶς ἑνὸς Σταθμοῦ τῆς ΑΣΠΑ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐγκατασταθῆ πρὸ πολλοῦ χρόνου καὶ δὲν δύναται νὰ μετατοπισθῇ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν, εἰσερ-
χόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ἐπὶ τῶν προτασσομένων, βάσει τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Κανονισμοῦ, πρώτη πρὸς συζήτησιν εἶναι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Σταμάτη, ἥτις ἀναβάλλεται. Ἐν συνεχείᾳ εἶναι ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Μπουρνιᾶ ......
§49Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ τετάρτη συνεδρίασις καθ’ ἣν ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησίς μου καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ βλέπω ἑκάστοτε, ὅτι ζητῶ ἐγὼ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Ἀντιθέτως, ἐγὼ παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμῇ, τοῦτο εἶναι ἄλλο πρᾶγμα.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖται ἡ προτασσομένη ἐπερώτησις τοῦ κ. Μανιαδάκη πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Κ. Μανιαδάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§51Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐπερώτησις τὴν ὁποίαν ἔχω ἀπευθύνει πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφορᾷ παραβίασιν νόμου εἰς τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν, ἔχει ὑποπέσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς, ἀφορᾷ αὐτὸ τοῦτο τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ σᾶς σημειώσω, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου δὲν ἔχει αἰχμὴν προσωπικήν.
§52Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἔχει καθαρῶς προσωπικὴν αἰχμὴν πλέον τῶν ἄλλων.
§53Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὲ διορθώνετε εἰς τὰς ἐκφράσεις μου. Δὲν εἶναι λοιπὸν θέμα προσωπικόν, εἶναι θέμα αὐστηροῦ ἐλέγχου, ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος προέκυψεν ἀπὸ τὴν μελέτην αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερεν ἐδῶ καὶ τὸν ἐψήφισεν ἐδῶ, τοῦ νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας». (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἰσέρχεται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Γ. Παπανδρέου. Τὴν εἴσοδον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑποδέχονται ὄρθιοι χειροκροτοῦντες ἅπαντες οἱ βουλευταὶ τῆς Ε. Κ.). Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς μου δὲν ἔχει προσωπικὸν χαρακτῆρα. Εἶναι θέμα καθαρῶς αὐστηροῦ ἐλέγχου διὰ παραβάσεις εἰς τὰς ὁποίας ἐγὼ νομίζω ὅτι ὑπέπεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος ἔφερεν ἐδῶ καὶ ὁ ὁποῖος φέρει τὴν ὑπογραφήν του. Εἰς τὴν 1ην παράγραφον τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, λέγεται: «Ἀποτελεῖ ἐπίμονον αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ ἠθικὴ ἐξυγίανσις τοῦ Δημοσίου Βίου καὶ εἰς αὐτὸ τὸ αἴτημα ἀνταποκρίνεται τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον νόμου». Ἡ 1η αὐτὴ παράγραφος τοῦ σχεδίου νόμου ἀλλὰ καὶ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Πολυχρονίδη, μᾶς ὑποχρεώνει νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὅλοι μας, οἱ ὁποῖοι θὰ πρέπει νὰ εἴμεθα ἴσοι ἔναντι τοῦ νόμου, εἴμεθα ὄντως ἴσοι ἔναντι τοῦ νόμου. Ἐγώ, κύριοι, ἤμην προσωπικῶς, ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐψήφισα ἐναντίον αὐτοῦ. Τὸ διατί, δὲν εἶναι θέμα τῆς παρούσης στιγμῆς, ἀλλὰ ἤμην βέβαιος, ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρόκειται νὰ φέρῃ ἐξυγίανσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἐρρύπαινε πολλοὺς καὶ ἀναιτίως. Ἔχω νὰ σᾶς εἴπω ἕνα μόνον. Καὶ ἡμεῖς, ὅταν ἀφήσαμεν τὴν ἐξουσίαν, περιελθούσης τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς ξένους κατακτητάς, κατεδιώχθημεν διὰ δημοσίας κραυγῆς ὅτι εἴχομεν πάρει τὸ χρυσάφι τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν ἠξεύρω τὶ κλπ., κλπ. Καὶ ὑπῆρξε καὶ νόμος ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη. Συνεπῶς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ ἔχω καὶ ἀπολυτήριον καὶ πιστοποιητικόν, ὅτι εἶμαι τίμιος. Καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου ἀπὸ τὸ 1941 μέχρι τοῦ 1944 νὰ τεθῇ ἡ περιουσία τῆς οἰκογενείας μου, ὁλοκλήρου, ἀδελφῆς, ἀδελφοῦ, μητρὸς καὶ ἐμοῦ ὑπὸ κατάσχεσιν διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ ἐν τέλει, ὅτι οὐδεὶς ψόγος ὑφίστατο, ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἀνάκρισις αὐτὴ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς μηνύσεως ἀνυπάρκτου προσώπου, ὀνόματι Παπαγίου, τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ἀνευρέθη. Ἐκ τῆς περιπτώσεως αὐτῆς ἤμην ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ἐψήφισα ἐναντίον τοῦ νόμου. Καὶ θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν τὸ συντομώτερον καταργηθῇ ὁ νόμος αὐτός, διότι δὲν προάγει τὸν πολιτικὸν βίον, μὲ τὴν εἰδικὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅτι ὁ πᾶς πολίτης ἔχει δικαίωμα νὰ σὲ μηνύσῃ, τὶς οἶδεν εἰς ποίας περιπετείας θὰ εἰσέλθουν ἄπειροι ἄνθρωποι, ἄσχετοι μὲ κακὰς πράξεις. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, εἰς τὰς 11 Μαρτίου ἡ ἐφημερὶς «Ἡμέρα», ἀνέγραψε καταγγελίαν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποπέσει προσωπικῶς εἰς οὐσιώδεις παραλείψεις τοῦ νόμου 4351, ἐγὼ ἐδίστασα νὰ τὸ πιστεύσω. Ἐπερίμενα ἐπὶ 9 ἡμέρας διὰ νὰ ἴδω κἄποιαν διαμαρτυρίαν, κἄποιαν διάψευσιν· καὶ μόνον εἰς τὰς 20 τοῦ μηνὸς ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων διὰ νὰ πεισθῶ ἐκ τῆς μελέτης των καὶ θὰ ἤμην εὐτυχὴς νὰ ἐπειθόμην, ὅτι δὲν ἔχει ὑποπέσει εἰς ἀδίκημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον, λέγω, τὴν 20 Μαρτίου ὑπέβαλον τὴν αἴτησίν μου διὰ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν. Ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐζήτησα νὰ βεβαιώσῃ ἂν ὑπάρχῃ δικαστικὴ ἀπόφασις λύσεως τοῦ γάμου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀντὶ αὐτοῦ, μοῦ ἐκοινοποίησε τὴν ἀρχικὴν πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν αἴτησιν συμβιβασμοῦ καὶ οὐδὲν πλέον, οὐδὲν δὲ ἔγγραφον, οὔτε τοῦ Ἀρχιεπισκόπου πρὸς τὸ Πρωτοδικεῖον, οὔτε τοῦ Πρωτοδικείου ἐνέργεια δείχνει ὅτι ὑπῆρξε συνέχεια αὐτῆς τῆς αἰτήσεως πρὸς συμβιβασμόν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἐμάθαμεν ὅλοι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνέζησεν ἔκτοτε μέχρι τοῦ 1950 μετὰ τῆς κ. Κυβέλης–Παπανδρέου. (Φωναί, ντροπὴ σου, διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι).
§54Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὰ ποὺ σᾶς λέγω, τὰ λέγει ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ, νὰ ἠρεμήσητε καὶ νὰ ἀφήσητε τὸν ρήτορα νὰ συνεχίσῃ τὴν ὁμιλίαν του.
§56Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Ἂν θέλῃ ἠρεμίαν νὰ προσέχῃ πῶς ἐκφράζεται, ἄλλως δὲν θὰ συνεχίσῃ.
§57Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἂν δὲν ἀναφέρω τὰ περιστατικὰ τὰ οὐσιαστικὰ καὶ τὰ νομικά, εἶναι ἀδύνατον νὰ κάνω ἀνάπτυξιν, τί θέλετε δηλαδή.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεμποδίσητε τὸν ρήτορα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§59Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ παρακαλέσω, ὅπως ἀποδοθῇ ὁ σεβασμὸς ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸ ἀξίωμα καὶ τὸ βῆμα.
§60Γ. ΣΕΡΠΑΝΟΣ. Νὰ μὴ μᾶς προκαλῇ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μανιαδάκη, συνεχίσατε τὴν ὁμιλίαν σας.
§62Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Συνεπῶς, ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως εἰς τὸν Μακαριώτατον, ἦτο ἄνευ νομικῆς καὶ πρακτικῆς σημασίας καὶ ἀξίας. Τὸ πνεῦμα κύριοι τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιβάλλουν νὰ περιλάβουν οἱ πολιτικοὶ εἰς τὴν δήλωσίν τους πᾶν στοιχεῖον τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ζωῆς των ὡς δημοσίων ἀνδρῶν. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀκριβῶς, ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περιέλαβε τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα ἀπὸ τὸ 1930.
§63Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Καὶ εἶναι πτωχός.
§64Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἀλλὰ ἐνῷ καλῶς ἀρχίζει, παρουσιάζει μίαν διακοπήν, παρουσιάζει ἕνα κενόν, διότι δὲν περιλαμβάνει καὶ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῆς κ. Κυβέλης, ὅπως ὀρθῶς καὶ θετικῶς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, διότι διὰ νὰ μὴ τὰ περιλάβῃ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δικαστικὴ ἀπόφασις διαζυγίου ἡ ὁποία οὔτε ὑπῆρξεν, οὔτε ὑπάρχει.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἐγνώριζεν;
§66Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ἐδῶ εἶναι τὸ σφάλμα σας, δὲν λέγει αὐτό, τὴν οὐσίαν κυττάζει ὁ νόμος, ὄχι τὸν τύπον.
§67Η. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον κάνετε βασικὸν λάθος. (Θόρυβος–κωδωνοκρουσίαι).
§68Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, θὰ σᾶς ἀναφέρω τί λέγουν οἱ νόμοι καὶ τὶ ἔγινε καὶ σεῖς νὰ μὲ διαδεχθῆτε καὶ νὰ μὲ ἀντικρούσετε, διότι τὸ θέμα εἶναι κολοσσιαῖον καὶ ἠθικὸν καὶ πολιτικὸν καὶ νομικὸν καὶ ὅλοι σας πρέπει νὰ ἔχετε γνώμην, διατί μόνον ἐγώ;
§69Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Νομοδιδάσκαλος δὲν γίνεται κανένας εὔκολα.
§70Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Εἶναι τόσον μέγα, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ ἕνας Μανιαδάκης νὰ τὸ φέρῃ ἐδῶ. (Θόρυβος–κωδωνοκρουσίαι).
§71Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Κύριε Μανιαδάκη, μπορεῖτε νὰ μᾶς πῆτε, τὰ ἑκατομμύρια ποὺ εἰσεπράξατε ὡς Ὑπουργὸς 4ης Αὐγούστου ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τί τὰ ἐκάματε;
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ σεβασθοῦν τὸ βῆμα καὶ νὰ ἀφήσουν τὸν κ. συνάδελφον νὰ εἴπῃ ἐλευθέρως τὰς ἀπόψεις του. Ἐξ ἄλλου τὴν αὐτὴν παράκλησιν προηγουμένως ἐξέφρασε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§73Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Προεκλήθησαν κύριοι, γνωματεύσεις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν θὰ τὴν κρίνετε σεῖς. Ἡ γνωμάτευσις δὲν εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις εἶναι γνωμάτευσις, νομικὸς δὲν εἶμαι, ἀλλὰ τὴν λογικὴν τῆς νομικῆς τὴν ἔχω ἀπόλυτον.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ρήτωρ ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν. Μὲ τὰς διακοπάς σας μὲ ἐφέρατε εἰς δύσκολον θέσιν νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν, δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑπολογίσω τὸν χρόνον ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, οὐδεὶς δὲ ἄλλος δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον πλὴν τοῦ βουλευτοῦ ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε διὰ νὰ συνεχίσῃ ὁ κ. Μανιαδάκης ἄνευ διακοπῶν τὴν ἀγόρευσίν του.
§75Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τὸ ὅτι ἡ γνωμάτευσις εἶναι γνώμη, αὐτὸ τὸ ξέρουν καὶ οἱ πρωτοετεῖς φοιτηταὶ τῆς νομικῆς, ἀλλὰ ἴσως μέσα εἰς τὸν φόρτον τῶν ἐργασιῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεσύρθη ἀπὸ τὴν γνωμάτευσιν καὶ ἐξαπέστειλε τὸν ἑξῆς ἐναντίον ἴσως καὶ ἐμοῦ λίβελλον. «Καὶ τώρα μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης παραδίδω τοὺς χυδαίους ὑβριστάς μου καὶ συκοφάντας μου εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ λαοῦ».
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Ε. Κ.). Βεβαίως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§77Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Αὐθημερὸν ἀπήντησα κύριοι τὰ ἑξῆς: Ἄν ἀφορᾷ καὶ ἐμὲ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω νὰ ἀνακοινώσω τὰ ἑξῆς: Ἐζήτησα μὲ τὴν πλέον ὑπεύθυνον καὶ συγκεκριμένην διατύπωσιν ὅπως οἱ Ὑπουργοὶ Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν καταθέσουν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔγγραφα σχετιζόμενα τόσον πρὸς τὴν δήλωσιν τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅσον καὶ πρὸς τοὺς φορολογικοὺς φακέλλους, καὶ ἀντὶ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων τούτων, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσε γνωμοδότησιν τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Καλλιμοπούλου καὶ ἐχαρακτήρισεν αὐτὴν κατὰ τρόπον αὐθαίρετον ὡς ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης. Συνεπῶς, ἡ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς πηγάζουσα ὑποχρέωσις δὲν ἐξεπληρώθη κατ’ ἐμὲ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Αἱ γνῶμαι δὲν καλύπτουν τὰς παραβάσεις ἐὰν ὑπάρχουν καὶ ἂν ὑπάρχῃ παράβασις, τότε δὲν ἔχει ἀξίαν ἂν ὑπάρχῃ δόλος, διότι ἐνδεχομένως ἕνας ἄνθρωπος μὲ τοιαῦτα καθήκοντα νὰ κάμῃ καὶ ἕνα λάθος. Ἀλλὰ οὐδόλως εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον κρίνεται μὲ γνωματεύσεις, εἶναι ἕνα θέμα οὐσιαστικὸν καὶ ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Δικαστηρίων. Αὐτὰ λέγετε σεῖς οἱ νομικοί. Αὐτὰ μοῦ εἶπον οἱ νομικοί, τοὺς ὁποίους συνεβουλεύθην. Ὁ κ. Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐπροχώρησε περαιτέρω καὶ ἀνέπτυξε τὴν γνωστὴν θεωρίαν περὶ πασιδήλου. Ἀλλά, κ. βουλευταί, τὸ πασίδηλον ἐπὶ τῶν οἰκογενειακῶν θεμάτων, δὲν μπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογήν. Οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ τὰ μυστήρια τοῦ συζυγικοῦ βίου καὶ τὰς πτυχάς του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ νόμος δὲν ἀπέβλεψε μόνον εἰς τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ εἰς τὴν προάσπισιν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἐντεῦθεν καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ἐνῷ ὁ ἰδιωτικὸς βίος ἀπολαύει προστασίας διὰ ρητῶν νομικῶν διατάξεων καὶ κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον ὁ συκοφαντούμενος ἐπὶ δυσφημήσει δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰσχυρισμῶν του, ὅταν τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸν οἰκογενειακὸν βίον καὶ δὲν θίγει τὸ Δημόσιον συμφέρον. Ἐδῶ εἰδικῶς ὁ νόμος τοῦ πόθεν ἔσχες, τοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ χωρὶς νὰ κινδυνεύῃ νὰ πάῃ ἐπὶ συκοφαντίᾳ, ὁ πᾶς τις. Διαβάσατε τὸν νόμον διὰ νὰ τὸ ἴδητε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Κύριοι βουλευταί, μόνον εἰς τὸν νόμον τοῦ πόθεν ἔσχες ἔχει ὁ πολίτης τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ καὶ τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν δημοσίων ἀνδρῶν χωρὶς νὰ κινδυνεύῃ νὰ παραπεμφθῇ ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει. Κατὰ συνέπειαν, ἀσχέτως ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τελῇ ἐν διαστάσει μὲ τὴν κ. Κυβέλην, ὤφειλε νὰ μνημονεύσῃ εἰς τὴν δήλωσίν του καὶ τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του καὶ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα αὐτῆς. (Φωναί, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ε.Κ.). Ἄν μπορῆτε, κ. συνάδελφε, ἀνεβῆτε εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι ἔτσι.
§78Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Νὰ διαβάσητε τὸ ἐδάφιον 2 τῆς παρ. 2, τὸ ἄρθρ. 6 καὶ τὸ ἄρθρ. 9 παρ. 9 τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως.
§79Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Νὰ ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μᾶς τὰ εἴπητε σεῖς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, δὲν ἔδωσε τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα τοῦ ἐζήτησα καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι ἐν τάξει ἀπέναντί μου. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶχα ζητήσει ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν κατάθεσιν ὅλων τῶν στοιχείων....
§80Θ. ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάγνωσις ἐκ χειρογράφου; Διότι ὁ κ. Μανιαδάκης ἀναγινώσκει τὰ ὅσα λέγει ἀπὸ τοῦ χειρογράφου.
§81Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Παπαπαναγιώτου, ὅταν ἀπευθύνεσθε εἰς ἐμένα νὰ εἶσθε πολὺ προσεκτικός. Εἶναι πολὺ φθηνὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμετε καὶ νὰ εἶσθε σοβαροὶ ἀνάλογα μὲ τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποθέσεως. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ σεβασθῆτε τὸ βῆμα καὶ τὸν ρήτορα. Μὴ διακόπτετε.
§83Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, κατήργησε τὸ Σύνταγμα.
§84Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ποῖον Σύνταγμα;
§85Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Τῆς Ἑλλάδος.
§86Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχα ζητήσει νὰ καταθέσῃ τὰ φορολογικὰ στοιχεῖα ἀμφοτέρων τῶν συζύγων ἀπὸ τὸ 1955 –1965 ποὺ ἴσχυεν ὁ νόμος περὶ φορολογίας εἰσοδήματος. Πέραν αὐτοῦ εἶχον ζητήσει καὶ στοιχεῖα προηγουμένων ἐτῶν ποὺ ἴσχυεν ὁ συνθετικὸς φόρος. Κατέθεσε τὰς φορολογικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῶν ἐτῶν 1955–66 καὶ οὐδὲν ἕτερον. Συνεπῶς στεροῦμαι τῶν στοιχείων διὰ νὰ κάμω τὴν σύγκρισιν τῆς φοροδιαφυγῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ἀσφαλῶς τεραστία. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, φωναὶ–διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ε.Κ.). Κύριοι βουλευταί, οὐδὲν στοιχεῖον τῆς συζύγου μοῦ κατετέθη διὰ νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν συγκρίσεων. Ἡ περιουσιακὴ κατάστασις τῆς κ. Κυβέλης εἶναι ἕνας ἀπέραντος κατάλογος μὲ τεραστίας ἀγοραπωλησίας. Λέγει ὁ νόμος, ἂν δὲν ἔχῃ ἐκδοθῆ δικαστικὴ ἀπόφασις καὶ δὲν ἔχει ἐκδοθῆ τοιαύτη τοῦ διαζυγίου ὁ σύζυγος εἶναι ὑπόχρεος νὰ τὸ ἀναφέρῃ εἰς τὴν δήλωσίν του. Οἱ νόμοι εἶναι σαφεῖς δὲν ἐπιδέχονται ἑρμηνείας οὔτε παρερμηνείας εἶναι σκληροὶ καὶ ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι. Καὶ ὁ φορολογικὸς νόμος εἶναι ἀκόμη σκληρότερος. Θὰ ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι εἰς τὰς ΗΠΑ ἀνώτατος δικαστικὸς ἐτιμωρήθη διὰ φυλακίσεως 12 ἐτῶν δι’ ἀνακριβῆ δήλωσιν. Ἐπίσης ὁ Πρόεδρος Τζόνσον ἐδανείσθη 100.000 δολλάρια διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἐξ 150.000 δολλαρίων ὀφειλήν του. Ἐπίσης ὁ ἀποθανὼν Πρόεδρος Κέννεντυ, ὑπεχρεώθη νὰ πωλήσῃ ὅλας τὰς μετοχάς του διὰ νὰ εἶναι ἀδιάβλητος.
§87Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Διὰ τὰ κονδύλια τῆς Ἀεροπορίας νὰ μᾶς εἴπητε.
§88Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἂν σεῖς τολμᾶτε κάμετε ἐπερώτησιν. Ἔχω ὅλα τὰ στοιχεῖα καὶ θὰ σᾶς τὴν δώσω στὸ κεφάλι.
§89Γ. ΣΕΡΠΑΝΟΣ. Τὰ στοιχεῖα σχιστήκανε.
§90Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Μὲ τὰ φορολογικὰ στοιχεῖα ἐξωντώθησαν καὶ οἱ μεγάλοι γκάγκστερς εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ὁ φορολογικὸς νόμος δὲν παίρνει ἑρμηνείας. Εἶναι ἀδυσώπητος. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἄλλοτε εἴπει τὸν ἑξῆς ἐπιγραμματικὸν ἀφορισμόν. «Ἐὰν ὑπῆρχε μόνον ὁ ποινικὸς νόμος, τὸ θέμα θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ λῆξαν μετὰ τὴν ἔκβασιν τοῦ βουλεύματος. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ὁ ἠθικὸς νόμος διὰ τοὺς δημοσίους ἄνδρας, ὁ πολιτικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπηυξημένος ἠθικὸς νόμος. Καὶ ὅπως κριτὴς τοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι ἡ δικαιοσύνη, κριτὴς τοῦ πολιτικοῦ νόμου εἶναι ἡ Βουλή. Ἡ ἀμφιβολία διὰ τὴν δικαιοσύνην εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Ἡ ἀμφιβολία εἰς τὸν δημόσιον βίον εἶναι ἐναντίον τοῦ δημοσίου ἀνδρός. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ παράδοσις ἡ ἐγγύησις καὶ ἡ δόξα τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων. Δημόσιοι ἄνδρες ἐξέπεσαν ἀπὸ κυβερνητικὰ ἀξιώματα, ἐγκατέλειψαν τὴν Βουλήν, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀποσυρθοῦν ἀπὸ τὸν δημόσιον βίον, διότι ὑπέκυψαν εἰς τὸν ἄγραφον ἀλλὰ καταθλιπτικὸν καὶ παντοδύναμον νόμον τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας, τῆς πολιτικῆς φιλοτιμίας. Ἰδοὺ διατί καὶ εἰς περίπτωσιν μὴ ποινικῆς διώξεως ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις παραβάσεως τοῦ ἠθικοῦ καὶ πολιτικοῦ νόμου». Ἐγώ, τερματίζω καὶ θὰ σᾶς ἀπαλλάξω τῆς ὀχληρᾶς παρουσίας μου, ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσω μίαν συμβουλήν. (Φωναὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε. Κ. Δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσετε σεῖς συμβουλήν).
§91Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς συμβουλεύσω νὰ ζητήσετε νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ πῆτε ὅλοι τὴν γνώμην σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Παρίσταμαι διότι σέβομαι τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπερώτησις ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσουν ἀπάντησιν. Ἀλλὰ ἀφορᾷ ἐμέ. Καὶ διὰ τοῦτο αἰσθάνομαι τὸ χρέος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐξ ἀφορμῆς αὐτῆς τῆς ἀδιστάκτου ὑβριστικῆς ἐπιχειρήσεως ἐναντίον μου, ἐτέθη τὸ θέμα τῆς ὀρθότητος τοῦ νόμου διὰ τὴν «προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Καὶ διετυπώθη ἡ γνώμη ὅτι ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ νόμου ἀποτελεῖ λάθος. Καὶ τὸ λάθος αὐτὸ μὲ ἐκδικεῖται μὲ τὴν χρησιμοποίησίν του ἐναντίον μου. Δὲν εἶμαι σύμφωνος. Ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐπανειλημμένως εἶχεν ἐπαγγελθῆ τὸν νόμον αὐτὸν εἰς τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου ἀπετέλει ἐπίμονον αἴτημα. Ὁ ἱδρυτὴς τῆς ΕΡΕ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὸν εἶχεν ἐξαγγείλει. Καὶ ἀπετέλει χρέος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ παραμείνῃ συνεπὴς πρὸς τὰς ἰδικάς του ἐπαγγελίας καὶ πρὸς τὸ αἴτημα τοῦ λαοῦ. Ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ ἡ καχυποψία, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τῆς οἰκονομικῆς του καταστάσεως. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα, ἂν ὁ νόμος, ὅπως ἐψηφίσθη, ἔχῃ ἀτελείας. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔχει. Διότι εἶναι θεσμὸς νέος, εἶναι θεσμὸς δυσχερὴς καὶ πρέπει κατὰ τὴν πορείαν τῆς ἐφαρμογῆς του νὰ ἐπανεξετάζεται εἰς τρόπον ὥστε νὰ διαμορφωθῇ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπηρετῇ πράγματι τοὺς σκοποὺς διὰ τοὺς ὁποίους ἐτάχθη. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν μιᾶς διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ὀλιγομελοῦς, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὰ πορίσματα τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς, νὰ διαπιστώσῃ τὰς ἀτελείας καὶ νὰ εἰσηγηθῇ τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως. Ὑπάρχει, πρῶτον, τὸ θέμα τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως. Ἐτηρήθη εἰς ἀκέραιον ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις. Ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ὅσα ἔγγραφα ἐζητήθησαν καὶ ὑπῆρχον, κατετέθησαν. Τὰ ἐθεώρησεν ἀνεπαρκῆ καὶ μετέβαλε τὴν αἴτησιν καταθέσεως ἐγγράφων εἰς ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔπρεπε νὰ προταχθῇ. Καὶ ἔχει προταχθῆ. Καὶ συζητεῖται, σήμερον, εἰς τὴν σειρὰν της. Ἐτηρήθη ἑπομένως, πλήρως, κοινοβουλευτικὴ τάξις. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῆς οὐσίας: Ὑποστηρίζεται, ὅτι ὑπάρχει εὐθύνη, διότι δὲν ἀνεφέρθησαν ὡρισμένα περιουσιακὰ στοιχεῖα εἰς τὴν δήλωσίν μου. Ἡ ἀπάντησις εἶναι, ὅτι δὲν ἀνεφέρθησαν, διότι δὲν τὰ ἐγνώριζον, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὰ γνωρίζω. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἁπλῆ καὶ πλήρης ἀπάντησις. Καὶ ἐπίσης ἡ πλήρης ἀπόδειξις ἀνυπαρξίας εὐθύνης. Δὲν ὑπάρχει νόμος καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποχρεώνῃ ἕνα πολίτην, νὰ προβῇ εἰς δήλωσιν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει καὶ δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ὁλόκληρος ἡ οὐσία τοῦ θέματος συνοψίζεται εἰς αὐτὸ τὸ στοιχεῖον. Ἐὰν εἰς μίαν δεδομένην περίπτωσιν, περὶ οἱουδήποτε νόμου καὶ ἐὰν πρόκειται, εἶναι ἐξ ἀντικειμένου δεδομένον, ὅτι ὁ πολίτης, δὲν γνωρίζει καὶ δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι ὑπεύθυνος. Ἄλλως ὁ νόμος θὰ εἶναι παράλογος, καὶ παράνομοι νόμοι, δὲν δικαιοῦνται νὰ ὑπάρχουν. Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν εἶναι δεδομένον, ὅτι ὁ πολίτης δὲν ἐγνώριζε καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ. Κατὰ συνέπειαν δὲν ὑφίσταται καμμία εὐθύνη. Αὐτοί, ἀκριβῶς, εἶναι οἱ συλλογισμοί, τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται καὶ ὁ κατὰ νόμον ἁρμόδιος Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὸ πόρισμα τῆς ἐρεύνης του. Καὶ ἐπίσης, αὐτοὶ εἶναι οἱ συλλογισμοὶ καὶ τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ μάλιστα, διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὴν ἀπόλυτον ἀλήθειαν τοῦ συλλογισμοῦ τὸν ὁποῖον ἐπικαλοῦμαι, ὑπενθυμίζω τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ Δικαίου. «IMPOSIBI-LIUM NULLA EST OBLIGATIO». «Τῶν ἀδυνάτων οὐδεμία ὑφίσταται ὑποχρέωσις». Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πλήρης καὶ ὁριστικὴ ἀπάντησις, εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ἀθλίαν συκοφαντικὴν ἐκστρατείαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Καὶ ἔρχομαι τώρα, εἰς τὴν ἠθικὴν πλευρὰν τοῦ θέματος. Ἐρωτᾶται: Παρεβιάσθη ὁ ἠθικὸς νόμος; Παρεβιάσθη πράγματι, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπερώτησιν. Αὐτὸς ὁ ἠθικὸς νόμος παρεβιάσθη. Ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ ὑβριστικὴ ἐπιχείρησις ἐναντίον μου περιέχει καὶ τὰ δύο συστατικά: Εἶναι ταὐτοχρόνως καὶ χυδαία καὶ καταγέλαστος. Καὶ διὰ τοῦτο τὴν παραδίδω εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Οἱ βουλευταὶ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως ἐγείρονται ὄρθιοι καὶ χειροκροτοῦν).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§95Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ὀρθότερον ἐπειδὴ τὸ θέμα εἶναι τοιαύτης πολιτικῆς βαρύτητος— εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ παρουσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὡς προσωπικῶς ὑφισταμένου ἐμμέσως τὸν ἔλεγχον— δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ λάβουν τὸν λόγον δι’ ὀλίγων οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ἔπειτα νὰ ἀπαντήσουν οἱ κ.κ. Ὑπουργοί;
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι οἱ ἐπερωτώμενοι Ὑπουργοί.
§97Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προσαρμοσθῶ πλήρως εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖτε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἁπλῶς ὄχι ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν— διότι τότε κανονικῶς δὲν πρέπει οὔτε σεῖς νὰ ὁμιλήσετε καὶ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐπερωτώμενοι Ὑπουργοί, παρακαλῶ μὴ ἀπορῆτε — ἁπλῶς παρεκάλεσα, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπιθυμεῖτε, θὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν σας.
§98Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Λυποῦμαι διὰ τὴν παρεξήγησιν. Ἔγινε μία ἐπερώτησις, ἡ ὁποία προσωπικῶς μὲ ἀφορᾷ. Ἐδικαιούμην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις προκαλούμενος προσωπικῶς. Οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ δικαιοῦνται νὰ ὁμιλήσουν, ἀλλὰ εἶναι εὔλογον νὰ ὁμιλήσουν ὅταν θὰ ἔχουν ἀκουσθῆ οἱ ἐπερωτώμενοι κ.κ. Ὑπουργοί. Τότε βεβαίως ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ θὰ ἀκουσθοῦν μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν τῆς ὁποίας εἶναι ἄξιοι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι τὰ μυθεύματα τῆς «Ἡμέρας», μυθεύματα τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὰς λέξεις τῶν ὁποίων πράγματι εἶναι ἄξια, ὅτι θὰ εὕρισκον βουλευτὴν νὰ τὰ φέρῃ εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου. Δυστυχῶς, ὅμως, καὶ διὰ τὸ θέμα καὶ δι’ ἡμᾶς εὑρέθη ὁ κ. βουλευτὴς καὶ τὰ ἔφερεν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου. Εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς, δυστυχῶς δι’ ἐκεῖνον.
§101Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δι’ ἐμὲ δυστυχῶς;
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εὐτυχῶς δι’ ἡμᾶς διότι δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα ἐνώπιος ἐνωπίῳ, εἰς τὸν ἐθνικὸν οἶκον τοῦ λαοῦ, διὰ τὸν λαόν, διὰ τοὺς ἐθνικοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ. Δυστυχῶς δι’ ἐκεῖνον διότι ὅσα εἶπε θὰ ἀποδειχθοῦν ἀβάσιμα. Καὶ ὅπως κατέληξεν ἐπικαλούμενος τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ λαοῦ διὰ νὰ κρίνουν δεόντως τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἴσον λόγον καὶ ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα τὴν προσοχὴν καὶ τὴν κρίσιν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νὰ κρίνῃ ἀντιστρόφως καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναδέλφου καὶ τὴν ἀξίαν τῶν ὅσων εἶπε.
§103Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Τὸ «ἀξιότιμος» διατί;
§104Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν κ. βουλευτής, εἶπεν, ὅτι τάχα ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, δὲν κατέθεσα ὅσα μοῦ ἐζήτησε καί, συνεπῶς, δὲν εἶμαι ἐν τάξει. Εἷς ἀπὸ τοὺς δύο μας, πράγματι, δὲν εἶναι ἐν τάξει. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ κ. Μανιαδάκης. Καὶ πράγματι εἶναι ὁ κ. Μανιαδάκης. Διατί; Ὑπέβαλεν εἰς τὰς 20 Μαρτίου 1965 μίαν ἐρώτησιν πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς Οἰκονομικῶν καὶ Δικαιοσύνης καὶ λέγει: «Κατόπιν τοῦ ἀνακύψαντος σοβαρωτάτου νομικοῦ, πολιτικοῦ καὶ ἠθικοῦ ζητήματος, ὡς πρὸς τὴν ἀκρίβειαν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου, ζητῶ: 1) Πρῶτον, ἀντίγραφον τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως περὶ λύσεως τοῦ γάμου τοῦ Πρωθυπουργοῦ, κ. Παπανδρέου. Ὡς νὰ μετεβλήθη διὰ τὸν κ. Μανιαδάκην ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς Ληξιαρχεῖον καὶ νὰ κρατᾷ ληξιαρχικὴν πρᾶξιν λύσεως τοῦ γάμου. Ἠμποροῦσε εὐχερέστατα νὰ πάῃ εἰς τὸ Ληξιαρχεῖον καὶ νὰ ζητήσῃ ὅ,τι θέλει. Δὲν εἶχον οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν νὰ τοῦ προσκομίσω τὴν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν λύσεως τοῦ γάμου. Καὶ δὲν τὴν προσεκόμισα. Δεύτερον, ζητεῖ, ἐὰν τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ἔχει ἐκδοθῆ, νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν στοιχεῖον ἐξ οὗ νὰ ἐμφαίνηται ἡ ὑποβολὴ αἰτήσεως, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἴτε ἐκ μέρους τῆς συζύγου αὐτοῦ, περὶ χορηγήσεως διαζυγίου. Ἐκεῖνο τοῦ τὸ κατέθεσα, τὴν αἴτησιν Παπανδρέου πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον νὰ λυθῇ ὁ γάμος. Καὶ παραπονεῖται διατὶ τοῦ τὸ κατέθεσα. Εὑρῆτε λογικήν! Καὶ προχωρεῖ εἰς τὴν αἴτησίν του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. 20 Μαρτίου 1965.— Συγκρατεῖστε παρακαλῶ τὴν χρονολογίαν. «Αἰτοῦμαι τὴν κατάθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν παντὸς στοιχείου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαλλάσσεται τῶν κυρώσεων ἃς ἐπιβάλλει ὁ νόμος 4351 εἰς τοὺς παραβάτας τῶν διατάξεων αὐτοῦ». Ὁ νόμος τοῦ πόθεν ἔσχες. Μοῦ ζητεῖ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πᾶν στοιχεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαλλάσσεται τῶν κυρώσεων διὰ παράβασιν τοῦ Ν. 4351. Καὶ τὸ κατέθεσα. Μοῦ ζητεῖ ἐν συνεχείᾳ, ἐὰν τοιαῦτα στοιχεῖα, ἀπαλλάσσοντα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τῶν κυρώσεων τοῦ Ν. 4351, δὲν ὑφίστανται, νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ἀφορῶντα τὰ αἰτούμενα — προσέξατε παρακαλῶ — νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς ἁρμοδίας εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Ν. 4351 ἔναντι τοῦ παραβάντος τὸν νόμον αὐτὸν Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐν γένει ἐὰν ἐκινήθη αὕτη πρὸς διεύρυνσιν —θέλει νὰ εἴπῃ πρὸς διερεύνησιν— διότι διεύρυνσις τῆς ὑποθέσεως δὲν χωρεῖ. Καὶ τὰ κατέθεσα. Καὶ προχωρεῖ, προχωρεῖ, προχωρεῖ. Τοῦτο καθίσταται ἰδιαιτέρως ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη, ὅτι ὅλοι εἶναι ἴσοι ἔναντι τοῦ νόμου καὶ ὅτι οὐδεμία διάκρισις ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ κοινοῦ πολίτου καὶ παντὸς προσώπου, ὁσονδήποτε ὑψηλὰ ἱσταμένου, ἰδίως μάλιστα, ὅταν τὸ πρόσωπον αὐτὸ εἶναι ὁ συντάξας τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος νόμον. Τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα, κ. βουλευταί, ὅσα εἶχον — καὶ θὰ σᾶς εἴπω ποῖα εἶχον καὶ ποῖα κατέθεσα καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἄλλα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ἄλλα — τὰ κατέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 29419)27.3.65 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης πρὸς τὴν Βουλήν. Τὴν 20ὴν Μαρτίου ἐζητήθησαν καὶ τὴν 27ην ἐστάλησαν. Ἔλαβεν αὐτῶν γνῶσιν ὁ κ. Μανιαδάκης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7080) 1.4.1965 καὶ τὴν 7ην Ἀπριλίου ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν περὶ μὴ καταθέσεως ἐγγράφων. Ποῖος εἶναι ἐν ἀταξίᾳ, ἐγώ, ποὺ τὰ κατέθεσα ἢ ὁ κ. Μανιαδάκης, ὁ ὁποῖος 7 ἡμέρας ἢ 4 ἡμέρας μετὰ — δὲν ἐνθυμοῦμαι — καταθέτει τὴν ἐπερώτησιν τάχα διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων. Αὐτὰ διὰ τὴν τάξιν. Ἐγὼ μὲν τὰ κατέθεσα καὶ ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Μανιαδάκη, ὅτι δὲν εἶμαι ἐν τάξει ἀπέναντι τῆς Βουλῆς διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων, εἶναι ἀβάσιμος. Ἡ αἰτίασις ἡ ἰδική μου, τὸ παράπονον τὸ ἰδικόν μου εἶναι, ὅτι ἀτόπως, παρατύπως κατετέθη ἐπερώτησις διὰ μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων μετὰ τὴν ἐπίσημον χρονολογίαν, καθ’ ἣν ὁ κ. Μανιαδάκης ἔλαβε γνῶσιν τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων. Καὶ τοῦτο, ἐκεῖνον ἐμφανίζει ἐν ἀταξίᾳ. Καὶ τώρα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ἐπερωτήσεως.
§105Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. Ὑπουργέ;
§106Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Παρακαλῶ νὰ τελειώσω. Δὲν σᾶς διέκοψα εἰς τίποτε. Σᾶς ἤκουσα μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν. Ἡ αἰτίασις εἶναι, ὅτι παρεβιάσθη ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὁ Ν. 4351 καὶ ὅτι ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχή, ἡ μόνη ἁρμοδία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ διὰ τὴν δίωξιν τῶν παραβατῶν, φεισθεῖσα τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς χώρας, δὲν ἐνήργησεν ὅ,τι ὤφειλεν. Ἂς ἴδωμεν, πρῶτον, τί λέγει ὁ νόμος. Γνωρίζετε, ὅτι ὁ ὑποβάλλων δήλωσιν ἔχει ὑποχρέωσιν, ὡς ἐμπίπτων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, νὰ γράψῃ τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα, τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῆς συζύγου του καὶ τῶν τέκνων του, τῶν οἰκείων του. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι εἶναι ἀδίκημα τιμωρούμενον ἀπὸ τὸν νόμον ἡ ἀπόκρυψις περιουσιακῶν στοιχείων καὶ ἡ ὑποβολὴ ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Ἐὰν ἡ δήλωσις εἶναι ἀνακριβής, ἀλλὰ ἡ ἀνακρίβεια εἶναι συγχωρητή, δὲν ὑπάρχει παράβασις νόμου. Πρέπει νὰ εἶναι ἐν γνώσει, ἕνεκα δόλου τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως. Καὶ προχωρεῖ καὶ λέγει: Πᾶς πολίτης δικαιοῦται νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν κατὰ τοῦ παραβάτου, καὶ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁ πολίτης θεωρεῖ παραβάτην καὶ εἰς τὴν μήνυσίν του νὰ αἰτιᾶται τὸν παραβάτην δι’ ἀνακριβῆ δήλωσιν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ δι’ ἀθέμιτον πλουτισμόν. Ἀλλὰ ἐπιβάλλει ὁ νόμος τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὸν μηνυτὴν αὐτὸν νὰ ἀναφέρῃ λεπτομερῶς καὶ σαφῶς τὰ θεμελιοῦντα τὸν ἀθέμιτον τρόπον τῆς κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων περιστατικῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ νόμου. Ἐδῶ συνίσταται ἡ ὑπεράσπισις, προστασία τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὅτι δίδει εἰς πάντα πολίτην τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ, νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν — διότι ὁ νόμος μόνον τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ὁρίζει ἁρμόδιον πρὸς τοῦτο — εἰς τὴν ὁποίαν νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ τάδε ἀπέκτησεν ἀθεμίτως περιουσιακὰ στοιχεῖα. Ἀλλὰ ὀφείλει νὰ περιγράψῃ, νὰ ἀναφέρῃ σαφῶς καὶ ἐμπεριστατωμένως ποῖος ὁ τρόπος κτήσεως τῆς ἀθεμίτου κτήσεως, αὐτῶν τῶν στοιχείων. Καὶ ὡς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν τὸ ἄρθρον 7 ἐν παραγράφῳ 9 ὁρίζει: «Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν δύναται αὐτεπαγγέλτως ἢ τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου...», τονίζω τὰς λέξεις: «αὐτεπαγγέλτως ἢ τῇ παραγγελίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου», διότι ἔχουν σημασίαν, ὅπως θὰ ἀναπτύξω εὐθὺς ἀμέσως. «...νὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ παρόντος διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας ὑποβληθείσης δηλώσεως, ἐφ’ ὅσον»— περιορισμὸς διὰ τὸν Εἰσαγγελέα — «ἐφ’ ὅσον, ἐκ τῶν στοιχείων τῶν ὁποίων θέλει λάβῃ γνῶσιν, κρίνῃ, ὅτι ὑφίσταται πιθανὴ περίπτωσις ὑποβολῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως καὶ ἀθεμίτου κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τοῦ ἐλεγχομένου». Ἡ λέξις «πιθανὴ» εἶναι τεχνικὸς ὅρος, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος καὶ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ εἰς ἄλλα προηγούμενα. Πῶς ἐφηρμόσθη τώρα ὁ νόμος ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι. Καλὰ τὰ λέγει ὁ νόμος. Πῶς ἐφηρμόσθη, διὰ πάντας τοὺς πολίτας, ὄχι διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν Ἐφετῶν, σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον αὐτόν, ἀντίγραφα τῶν δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μὴ δυνάμενος, ὡς εἶναι εὐνόητον, νὰ ἐπεξεργασθῇ μόνος του ὅλον τὸν ὄγκον αὐτῶν τῶν αἰτήσεων, τὰς κατένειμε μεταξὺ τῶν Ἀντεισαγγελέων Ἐφετῶν Ἀθηνῶν καὶ μὲ ἀριθ. 17)22.1.65, ἔχω ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων, πρὸς τὸν κ. Κ. Γκουλούζην, Ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, πρὸς τὸν κ. Διονύσιον Κατεβαίνην, Ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, πρὸς τὸν κ. Βασ. Κοιλάκον, Ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, πρὸς τὸν κ. Χρυσόστομον Λαζάρου, Ἀντεισαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, στέλλει σὲ κάθε ἕνα, ἕνα ὡρισμένον ἀριθμὸν αὐτῶν τῶν δηλώσεων καὶ τοὺς λέγει νὰ τὰς ἐπεξεργασθῆτε καὶ νὰ προχωρήσετε εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ λέγει: «Ἐν ἀρνητικῇ περιπτώσει...». Δηλαδὴ σᾶς παραγγέλω ὅπως ἐλέγξετε ἐὰν ἑκάστη τῶν δηλώσεων τούτων περιέχῃ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα περὶ ὧν τὰ ἐδάφια αʹ–εʹ τῆς παραγράφου 1 τοῦ νόμου, εἰδικῶς καὶ ἐν λεπτομερείᾳ, τὸν χρόνον καὶ τρόπον κτήσεως καὶ ἂν ἀναγράφωνται ἐν αὐτῇ τὰ στοιχεῖα περὶ ὧν ἡ παράγραφος 4 τοῦ ἄρθρου 3 καὶ ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ὡς ἐπίσης ἐὰν ἐφηρμόσθησαν τὰ ὑπὸ τῶν παραγράφων 2 καὶ 3 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 3 ἐπιτασσόμενα, ὁσάκις συντρέχει περίπτωσις. «Ἐν ἀρνητικῇ περιπτώσει...» — παρακαλῶ προσέξατε, 22.1.1965 ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν γενικῶς δι’ ὅλους τοὺς πολίτας — «... δέον ὅπως καλέσητε ἐπειγόντως τοὺς ὑποχρέους καὶ διὰ δηλώσεών των ὑποβαλλομένης εἰς διπλοῦν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐντὸς μηνὸς τὸ βραδύτερον, συμπληρώσουν τὰ ἐλλείποντα στοιχεῖα». Ἐὰν ἡ δήλωσίς των δηλαδὴ εἶναι ἡ ἐλλιπὴς ἢ ἀνακριβής, θεωρηθῇ ἀπὸ τοὺς Εἰσαγγελεῖς μὲ τὴν πρώτην ἐξέτασιν, νὰ τοὺς καλέσετε νὰ συμπληρώσουν τὰ οἱαδήποτε στοιχεῖα. Αὐτὸ ἔγινε δι’ ὅλους τοὺς πολίτας. Ἡ τοιαύτη κλῆσις, εἰς τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἀναγράφωνται ἐπακριβῶς ἅπαντα τὰ ἐλλείποντα στοιχεῖα, δέον νὰ ἀνακοινοῦται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα οὗτος γνωρίζῃ τὰ ἐλλείποντα στοιχεῖα. Ἐπειδὴ μόνη ἡ δήλωσις ἢ ὑποβληθεῖσα ἀρχικῶς δήλωσις, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παράσχῃ στοιχεῖα ἢ νὰ κριθῇ ἂν ὑφίσταται «πιθανὴ» περίπτωσις, — τὸ «πιθανὴ» εἶναι ὅρος τοῦ νόμου, — «ὑποβολῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως καὶ ἀθεμίτου κτήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τοῦ ὑποβαλόντος τὴν δήλωσιν, διὰ νὰ κινηθῇ αὐτεπαγγέλτως ἐκ μέρους ἡμῶν ἢ ὑμῶν», δηλαδὴ τοῦ Εἰσαγγελέως αὐτοπροσώπως ἢ τῶν Ἀντεισαγγελέων, κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 7 παράγραφος 9 τοῦ ὡς ἄνω νόμου; ἡ διαδικασία τοῦ νόμου, φρονοῦμεν, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ κινηθῇ ἀπὸ τοῦδε αὐτεπαγγέλτως ἐκ μέρους ἡμῶν ἢ ὑμῶν ἐν ἀναμονῇ συγκεντρώσεως συγκεκριμένων στοιχείων τῆς ἀνακριβοῦς δηλώσεως καὶ τῆς ἀθεμίτου κτήσεως. Αὐτὴ ἦτο ἡ γραμμή, τὴν ὁποίαν ἐχάραξαν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Εἰσαγγελία Ἐφετῶν διὰ τὴν ἔρευναν τῆς ἀνακριβείας τῶν δηλώσεων. Εἰς τὰς 21 Μαρτίου 1965 ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία», ὅτι ὁ κ. Μανιαδάκης ὑπέβαλε τὴν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία συζητεῖται σήμερον. Καὶ τότε ὁ ὑποφαινόμενος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπέστειλα πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μὲ ἀριθμὸν 93 καὶ ἡμερομηνίαν 22 Μαρτίου 1965, τὸ ἑξῆς ἔγγραφον: «Εἰς τὸ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 21 Μαρτίου 1965 χθεσινὸν φύλλον τῆς ἐφημερίδος «Ἐλευθερία» ἀνεγράφη, ὅτι κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Μανιαδάκη δι’ ἧς, μεταξὺ ἄλλων, ζητεῖται ἡ κατάθεσις εἰς τὴν Βουλὴν ὅλων τῶν στοιχείων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 4351 ἔναντι τοῦ παραβάντος αὐτὸν Πρωθυπουργοῦ κ. Παπανδρέου καὶ ἐν γένει ἐὰν ἐκινήθη αὕτη πρὸς διερεύνησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης». Κατόπιν τούτου παρακαλοῦμεν ὅπως ἀναφέρετε ἡμῖν τὰς ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος ἀπόψεις σας». Τὴν ἰδίαν ἡμέραν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, μὲ ἀριθμὸν 25 — ἡμερομηνία πάλιν 22 Μαρτίου — ἔσπευσε νὰ κάμῃ παράλληλον ἐνέργειαν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν: «Παρακαλοῦμεν ὅπως γνωρίσητε ἡμῖν τὶ ἀκριβῶς συμβαίνει ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, περὶ ἧς ἡ ἐν τῇ ἐνταῦθα ἐκδιδομένῃ ἐφημερίδι «Ἐλευθερία» τῆς 21ης Μαρτίου 1965, ἐν σελίδι τάδε δημοσίευσις, ὅτι κατετέθη αἴτησις τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Μανιαδάκη κλπ.» Τὶ ἄλλο ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν; Καὶ ἐλάβομεν ἀπαντήσεις. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου μου ἀπαντᾷ, ὅτι ἀφ’ ἧς ἀνεκοινώθη εἰς τὴν «Ἡμέρα» τὸ θέμα προέβη εἰς σχετικὴν ἐξέτασιν, ἐξ ἧς προέκυψαν τὰ ἀκόλουθα — καὶ ἐπάγεται: «Διὰ τῆς ἐπιδοθείσης εἰς ὑμᾶς, δι’ εἰδικοῦ πληρεξουσίου, τὴν 20ὴν τρέχοντος μηνός, δηλώσεως τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου δηλοῖ οὗτος ἐπὶ λέξει — ἀντιγράφει τὴν δήλωσιν Παπανδρέου: Διατελῶν ἀπὸ μακροτάτου χρόνου ἐν διαστάσει μετὰ τῆς ἐκ τοῦ δευτέρου γάμου συζύγου μου Κυβέλης, τὸ γένος Ἀναστασίου Ἀνδριανοῦ καὶ μὴ συγκατοικῶν μετ’ αὐτῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1949, δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα αὐτῆς ἵνα προβῶ εἰς δήλωσιν τούτων. Εἰς τὴν ὡς ἄνω ἀρνητικὴν δήλωσιν δὲν ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ προβῶ, διότι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 4351)1964 ἀπαιτοῦν τὴν ὑποβολὴν θετικῆς δηλώσεως, εἰς ἣν ὑποχρεοῦται μόνον ὁ σύζυγος ὁ διαβιῶν ἐν κοινῇ ἑστίᾳ μετὰ τῆς συζύγου του καὶ δυνάμενος ὡς ἐκ τούτου νὰ γνωρίζῃ τὰ περιουσιακὰ αὐτῆς στοιχεῖα». Αὐτὰ ἐδήλωσεν ἐπὶ λέξει. Ἑπομένως ὁ κ. Μανιαδάκης ἔχει τὴν ἀπάντησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ λέξει ἀναγράφεται ἡ πρόσθετος δήλωσις Παπανδρέου. Καὶ προσθέτει ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν: «Ἡ κυρία Κυβέλη Γ. Παπανδρέου, ἐξετασθεῖσα παρ’ ἡμῶν τὴν 18ην τρέχοντος μηνός, κατέθεσεν ἐπὶ λέξει, ὅτι ἡ συζυγική μας συμβίωσις διήρκεσε μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 1950, ὅτε ἐχωρίσαμεν καὶ ἐγὼ μὲν ἔμεινα εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἤδη διαμένω, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Βασ. Σοφίας 14, ὁ δὲ Γεώργιος Παπανδρέου εἰς τὸ Καστρί, εἰς τὴν οἰκίαν του, ὅτι σπανίως συναντώμεθα καὶ μόνον διὰ θέματα ἀφορῶντα τὸ παιδί μας». Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ κ. Μανιαδάκης ἀκόμη θὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου εἶχεν ἕνα παιδὶ μὲ τὴν κ. Κυβέλη καὶ τί εἴδους καλὸ παιδί. Ἐλπίζω νὰ τὸ γνωρίζῃ, διότι καὶ αὐτὸ εἶναι πασίγνωστον, ἄρα καὶ αὐτὸ πασίδηλον καὶ ἔπρεπε νὰ μὴ ἐξεπλάγη ἀπὸ τὴν κατάθεσιν ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως ἀπὸ μέρους τῆς μητρὸς τοῦ νέου Παπανδρέου τῆς κ. Κυβέλη, ἡ ὁποία προσθέτει: «Ὁ κ. Παπανδρέου οὐδέποτε ἠσχολήθη μὲ τὰ περιουσιακά μου, οὔτε ὅταν ἐζούσαμεν μαζί, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν ἐχωρίσαμεν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν μὲ ἐρωτοῦσε δὲν θὰ τοῦ ἔλεγα, διότι δὲν ἦτο θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν ἐνδιαφέρῃ». Κατόπιν τούτων ὁ Εἰσαγγελεὺς γράφει: «Ἐκ τῆς ἐρεύνης, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, προέκυψεν, ὅτι πράγματι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1941 μέχρι τῆς 19ης Μαρτίου ἐ.ἔ. δὲν κατετέθη ἀγωγὴ διαζυγίου ἐκ μέρους τῆς συζύγου ἢ τοῦ συζύγου, σχετική». Καὶ ὁ κ. Μανιαδάκης παρεπονέθη κατ’ ἐμοῦ καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶμαι ἐν τάξει, διότι δὲν τοῦ ἔδωσα καὶ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα. Ἀλλὰ ὁ κ. Μανιαδάκης γνωρίζει ἀνάγνωσιν καὶ ἐὰν ἐδιάβαζε τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τὸ βεβαιώνει, ὅτι ἀπὸ τὸ 1941 ἕως σήμερον δὲν κατετέθη ἀγωγὴ διαζυγίου. Τί ἄλλο θέλει ὁ κ. Μανιαδάκης; Δὲν κατετέθη ἐκ μέρους τῆς συζύγου ἢ τοῦ συζύγου: «Ἡ ἀπὸ 22 Μαρτίου ἐ.ἔ. ἀναφορὰ τοῦ γραμματέως Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν βεβαιοῖ, ὅτι ἀπὸ 29.6.1941 ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου δικηγόρου τοῦ κ. Παπανδρέου αἴτησις πρὸς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν ἀποπείρας συμβιβασμοῦ, τῆς διαδικασίας διαζυγίου, ἐν τῇ αἰτήσει δὲ ταύτῃ, ἧς μοῦ ἐνεχειρίσθη ἐπίσημον ἀντίγραφον, ἀναγράφεται, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1941 αἱ μεταξὺ τῶν προστριβαὶ ὡδήγησαν εἰς τὴν πλήρη διάστασιν καὶ διακοπὴν τῆς συμβιώσεώς των». «Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω», ἔρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς παραγράφου 9 τοῦ ἄρθρου 7 ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως. «Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω πραγματικῶν περιστατικῶν φρονῶ, ὅτι δὲν γεννᾶται δι’ ἐμὲ ὑποχρέωσις αὐτεπαγγέλτου ποινικῆς διώξεως βάσει τῆς παραγράφου 8 τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ὡς εἴρηται νόμου ἐπὶ παραβάσει κλπ. συνισταμένου ἀδικήματος τῆς παραλείψεως ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ ὑποχρεωτικῆς εἰσαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως ἄνευ ἄλλης προδικασίας δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ κατὰ τὴν παράγραφον τάδε δικαστηρίου Ἐφετῶν, ἐφ’ ὅσον δίδεται ἡ πρὸς τοῦτο ἄδεια, δοθέντος, ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου ἀπολάβει τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, οὐδὲ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς παραγράφου 9 τοῦ ἄρθρου 7 φρονῶ, ὅτι συντρέχει ἐν προκειμένῳ περίπτωσις, δηλαδὴ αὐτεπαγγέλτου κινήσεως τῆς διαδικασίας τοῦ νόμου 4351 διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας τῆς ὡς ἄνω δηλώσεως, διότι ἐκ τῶν στοιχείων, τῶν ὁποίων ἔλαβον γνῶσιν κατὰ τὴν ὡς ἀνωτέρω ἐξέτασιν, κρίνω, ὅτι δὲν ὑφίσταται πιθανὴ περίπτωσις ὑποβολῆς ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου τούτου». Καὶ τελειώνει εἰς τὴν ἀναφοράν του πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Αὐτὰ ποὺ σᾶς ἐδιάβασα εἶναι ἡ ἀναφορὰ του πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τῆς ὁποίας μοῦ ἔστειλεν ἀντίγραφον καὶ λέγει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, «ἐὰν ὑμεῖς ἔχετε διάφορον γνώμην, παρακαλῶ ὅπως μοῦ γνωρίσετε». Δὲν ἐζητήθη οὔτε ἀπὸ ἐμέ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου γνωμάτευσις τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ δὲν εἶναι γνωμάτευσις, εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητός του. Ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψιν του, ἔχει δικαίωμα πλέον αὐτεπαγγέλτου διώξεως καὶ λέγει, δὲν ἔχω. Καὶ λέγει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι προϊσταμένη μου ἀρχή, ἐὰν ἔχῃς ἀντίρρησιν νὰ μοῦ εἴπῃς τὴν γνώμην σου. Καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ ἀπήντησε διὰ μιᾶς μακροτάτης ἀναφορᾶς καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω θὰ παραδώσω τὰ κείμενα.
§107Ι. ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ. Ἡ γνωμάτευσις τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποτελεῖ ἀπόφασιν;
§108Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δι’ ἐμέ, ναί, διότι ἀποφαίνεται. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐκπλήττεσθε ἐὰν δὲν ἔχετε ἰδέαν νομικῶν. (Κωδωνοκρουσίαι).
§109Ι. ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπάντησις αὐτή, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε, ὅτι δὲν ἔχω γνῶσιν νομικῶν.
§110Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μὲ ἐρωτήσατε καὶ σᾶς ἀπήντησα καὶ ἐκάματε μίαν κίνησιν, ὅτι δὲν γνωρίζομεν ἡμεῖς τὶ λέγομεν. Γνωρίζετε σεῖς; Νὰ μείνετε μὲ τὰς γνώσεις σας.
§111Ι. ΠΡΟΚΟΠΙΔΗΣ. Καὶ σεῖς μὲ τὰς ἰδικάς σας.
§112Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀλλὰ ὁ μορφασμός σας εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀπευθυνόμενος τοὐλάχιστον εἰς ἐμέ. Καὶ ἐξηγῶ, διὰ τὴν Βουλήν, εἶναι ἀπόφασις, διότι ὅταν ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα συγκεντρώνει, νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν δικαιοῦται, ἐὰν δύναται, ἐὰν πρέπει νὰ προβῇ εἰς αὐτεπάγγελτον δίωξιν εἶναι ἀπόφασις. Καὶ ὁ νόμος προβλέπει, ὄχι μόνον αὐτὸς ὁ νόμος, κἄθε νόμος ποινικὸς προβλέπει, δύο εἰδῶν διώξεις, τὴν αὐτεπάγγελτον ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὴν δίωξιν κατόπιν μηνύσεως. Καὶ ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς λέγῃ δὲν ἔχω στοιχεῖα νὰ ἀσκήσω αὐτεπάγγελτον δίωξιν, εἶναι ἀπόφασις, ἠμπορεῖ νὰ μὴν ἀρέσῃ, ἀλλὰ εἶναι ἀπόφασις. Καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ἰδίαν του γνώμην, ἐζήτησε καὶ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἀπήντησε, μάλιστα ὑπερβάλλει, ἔχεις δίκαιον, δὲν ὑπάρχει θέμα αὐτεπαγγέλτου διώξεως. «Ὀρθὴν θεωροῦμεν κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς ἀνωτέρω ἀναπτυχθείσης ἐννοίας τοῦ νόμου, τὴν γνώμην σας, ὅτι δὲν συντρέχει περίπτωσις αὐτεπαγγέλτου κατὰ τὸ ἄρθρον 7 παρ. 9 κινήσεως τῆς διαδικασίας διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας τῆς ὑποβληθείσης δηλώσεως». Τὰ κείμενα ἔχουν ὡς ἑξῆς:
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Ἀριθ. Ἐμπ. Πρωτ. 63. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Μαρτίου 1965 Ἐπὶ ἀποδείξει Κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης Ἐνταῦθα Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 93 ἐ.ἔ. παραγγελίας σας, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω συνημμένως, ἀντίγραφον τῆς πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑποβληθείσης ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 62 ἀναφορᾶς μου, κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 25 ἐ.ἔ. παραγγελίας του, ἀφορώσης τὸ αὐτὸ θέμα περὶ οὗ ἡ ὑμετέρα ὡς ἄνω παραγγελία, ἵνα λάβητε γνῶσιν αὐτῆς. Εὐπειθέστατος
Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν
ΧΡ. Ν. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΝ
Ἀριθ. Ε.Π. 95
Ἐλήφθη τῇ 23.3.65
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΕΦΕΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Ἀριθ. Ἐμπ. πρωτ. 62 Κύριον Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου Ἐνταῦθα Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω, εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ε.Π. 25 ἐ.ἔ. παραγγελίας σας, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς τῶν δημοσιευμάτων τῆς ἡμερησίας ἐφημερίδος «Ἡ Ἡμέρα» εἰς τὰ φύλλα αὐτῆς τῆς 11ης, 12ης, 13ης Μαρτίου ἐ.ἔ. καὶ ἐφεξῆς, ὑπὸ τὸν τίτλον «ὁ κ. Γ. Παπανδρέου παρέβη τὸν νόμον περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες. Εἰς τὴν δήλωσίν του δὲν ἀνέφερε τὴν σύζυγόν του καὶ τὴν περιουσιακήν της κατάστασιν κλπ.» προέβην εἰς σχετικὴν ἐξέτασιν, ἐξ ἧς προέκυψαν τ’ ἀκόλουθα: Πράγματι ὁ κ. Γεώργιος Παπανδρέου εἰς τὴν ἀπὸ 8 Ὀκτωβρίου 1964 δήλωσίν του τῆς περιουσιακῆς του καταστάσεως, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 1 καὶ 4 παρ. 2 τοῦ νόμου 4351)1964 «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας», δὲν ἀναγράφει ὅτι εἶναι ἔγγαμος μετὰ τῆς Κυβέλης τὸ γένος Ἀναστασίου Ἀδριανοῦ καὶ δὲν παραθέτει ἐν τῇ δηλώσει του ταύτῃ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα αὐτῆς, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἀνωτέρω νόμου. Διὰ τῆς ἐπιδοθείσης εἰς ἡμᾶς, δι’ εἰδικοῦ πληρεξουσίου, τὴν 20ὴν τρέχοντος μηνὸς δηλώσεώς του, δηλοῖ οὗτος ἐπὶ λέξει «διατελῶν ἀπὸ μακροτάτου χρόνου ἐν διαστάσει μετὰ τῆς ἐκ τοῦ δευτέρου γάμου συζύγου μου Κυβέλης τὸ γένος Ἀναστ. Ἀδριανοῦ καὶ μὴ συγκατοικῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1949 μετ’ αὐτῆς, δὲν ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα αὐτῆς ἵνα προβῶ εἰς δήλωσιν τούτων. Εἰς τὴν ὡς ἄνω ἀρνητικὴν δήλωσιν δὲν ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ἵνα προβῶ, διότι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 4351)1964 ἀπαιτοῦν τὴν ὑποβολὴν θετικῆς δηλώσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῆς συζύγου εἰς ἣν ὑποχρεοῦται μόνον ὁ σύζυγος ὁ διαβιῶν ἐν κοινῇ ἑστίᾳ μετὰ τῆς συζύγου του καὶ δυνάμενος ὡς ἐκ τούτου νὰ γνωρίζῃ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα αὐτῆς». Ἡ κ. Κυβέλη Γ. Παπανδρέου ἐξετασθεῖσα παρ’ ἡμῶν τὴν 18ην τρέχοντος μηνὸς κατέθηκεν ἐπὶ λέξει, ὅτι. «Ἡ συζυγική μας συμβίωσις διήρκεσε μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 1950, ὅτε ἐχωρίσαμεν καὶ ἐγὼ ἔμενα εἰς τὴν οἰκίαν εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἤδη διαμένω (Βασιλίσσης Σοφίας 14), ὁ δὲ Γεώργιος Παπανδρέου εἰς τὸ Καστρὶ — εἰς τὴν οἰκίαν του», ὅτι «Σπανίως συναντώμεθα καὶ μόνον διὰ θέματα ἀφορῶντα τὸ παιδί μας» καὶ ὅτι «ὁ κ. Παπανδρέου οὐδέποτε ἀσχολήθηκε μὲ τὰ περιουσιακά μου, οὔτε ὅταν ζούσαμε μαζύ, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν ἐχωρίσαμεν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν μὲ ἐρωτοῦσε δὲν θὰ τοῦ ἔλεγα, διότι δὲν ἦτο θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν ἐνδιαφέρῃ». Καταθέτει ἐπὶ πλέον, ὅτι ἐν ἔτει 1950 ἀνέθεσεν εἰς δικηγόρον ὅπως ζητήσῃ διαζύγιον, πλὴν ὅμως εἰς οὐδεμίαν ἄλλην δικαστικὴν ἐνέργειαν προέβη διότι ἐμεσολάβησεν ὡρισμένον σοβαρώτατον οἰκογενειακὸν γεγονὸς (ἐζήτησε καὶ ἀνεγράφη τοῦτο ἐν τῇ καταθέσει της) τὸ ὁποῖον «τοὺς ὑπεχρέωσεν ὅπως ἐγκαταλείψωσι κάθε ἰδέαν διαζυγίου». Ἐκ τῆς ἐρεύνης, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, προέκυψεν ὅτι πράγματι ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου 1941 μέχρι καὶ τῆς 19ης Μαρτίου ἐ.ἔ. δὲν κατετέθη ἀγωγὴ διαζυγίου ἐκ μέρους τῆς συζύγου ἢ τοῦ συζύγου (σχετικὴ ἡ ἀπὸ 22 Μαρτίου ἐ.ἔ. ἀναφορὰ τοῦ Γραμματέως Πρωτοδικῶν Ἀθηνῶν), πλήν, τὴν 29 Ἰουλίου 1941 ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου δικηγόρου τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου, αἴτησις πρὸς τὸν Μακαριώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Ἀθηνῶν ἀποπείρας συμβιβασμοῦ, ἐν τῇ αἰτήσει δὲ ταύτῃ, ἧς μοὶ ἐνεχειρίσθη ἐπίσημον ἀντίγραφον, ἀναγράφεται ὅτι «ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουνίου 1941 αἱ μεταξὺ των προστριβαὶ ὡδήγησαν εἰς πλήρη διάστασιν καὶ διακοπὴν τῆς συμβιώσεώς των». Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω πραγματικῶν περιστατικῶν φρονῶ, ὅτι δὲν γεννᾶται δι’ ἐμὲ ὑποχρέωσις αὐτεπαγγέλτου ποινικῆς διώξεως, βάσει τῆς παραγράφου 8 τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ὡς εἴρηται νόμου 4351, ἐπὶ παραβάσει τοῦ διὰ τοῦ νόμου τούτου (ἄρθρον 5 παρ. 2 στοιχ. αʹ) συνιστωμένου ἀδικήματος τῆς παραλείψεως ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ ὑποχρεωτικῆς εἰσαγωγῆς τῆς ὑποθέσεως, ἄνευ ἄλλης προδικασίας, δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ κατὰ τὴν παρ. 3 τοῦ ἰδίου ἄρθρου 7 Δικαστηρίου Ἐφετῶν, ἐφ’ ὅσον ἐδίδετο ἡ πρὸς τοῦτο ἄδεια τῆς Βουλῆς, διότι ἐν προκειμένῳ δὲν παρελήφθη ὑπὸ τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου ἡ ὑποβολὴ τῆς κατὰ τὴν παράγραφον 1 τοῦ ἄρθρου 3 δηλώσεως. Οὐδὲ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς παραγράφου 9 τοῦ ἰδίου ἄρθρου 7 φρονῶ, ὅτι συντρέχει ἐν προκειμένῳ περίπτωσις δηλαδὴ αὐτεπαγγέλτου κινήσεως τῆς διαδικασίας τοῦ νόμου 4351)1964 διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας τῆς ὡς ἄνω δηλώσεως, διότι ἐκ τῶν στοιχείων τῶν ὁποίων ἔλαβον γνῶσιν κατὰ τὴν ὡς ἀνωτέρω ἐξέτασιν, κρίνω, ὅτι δὲν ὑφίσταται πιθανὴ περίπτωσις ὑποβολῆς ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου τούτου. Ἐὰν Ὑμεῖς ἔχετε διάφορον γνώμην, παρακαλῶ ὅπως μοὶ γνωρίσητε. Εὐπειθέστατος
Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν
ΧΡ. Ν. ΜΟΥΣΤΑΚΗΣ
Ἀκριβὲς ἀντίγραφον ὑπηρεσιακὸν Ἐν Ἀθήναις τῇ 22.3.1965
Ἡ Δικ. Γραφεὺς τῆς Εἰσαγγελίας Ἐφετῶν
ΕΛ. ΑΡΒΑΝΙΤΟΥ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο ΠΑΡΑ ΤΩ ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΥΣ
Ἀριθ. Γνωμοδ. 6. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Μαρτίου 1965 Πρὸς Τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ἀθηνῶν Ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. ἐμπ. πρωτ. 62 τῆς 22.3.65 ἀναφορᾶς ὑμῶν ἐρωτημάτων γνωρίζομεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Αʹ. Ὁ Ν. 4351)1964 «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Χώρας» ἐπιβάλλει εἰς τὰ ἐν ἄρθροις 1 καὶ 2 πρόσωπα τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ὑποβάλωσι δήλωσιν τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως αὑτῶν καὶ τῶν συζύγων των καὶ τῶν ἀνηλίκων τέκνων των καὶ ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 3 τὰ δηλωτέα στοιχεῖα, περιουσιακὰ ἢ μή. Περαιτέρω ὁρίζονται ἐν ἄρθρῳ 5 παρ. 2 ἐδάφ. αʹ καὶ βʹ ὅτι: «Συνιστᾷ ἀδίκημα (γραπτέον ἔγκλημα): α) ἡ παράλειψις ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ β) ἡ ὑποβολὴ ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως «καὶ ἐν ἄρθρῳ 6 παρ. 2 ὅτι: ὁ παραβαίνων τὰς διατάξεις τῆς παρ. 2 τοῦ ἄρθρου τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἑνὸς ἔτους». Ἐκ τῶν ἀνωτέρω διατάξεων συνάγεται, ὅτι ὁ ὑπόχρεως εἰς δήλωσιν ὑποχρεοῦται νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῇ ἐκ τῶν ἐν ἄρθρῳ 3 γενικῶς (IN ABSTRACTO) ὁριζομένων ὡς δηλωτέων στοιχείων πάντα ὅσα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει (IN CONCRETO) καὶ εἶναι ἀκριβῶς γνωστὰ εἰς τὸν δηλοῦντα. Ἑπομένως οὗτος δὲν ὑποχρεοῦται νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῇ: 1) Στοιχεῖα, ἅτινα ἀγνοεῖ ἐντελῶς. Ἡ λύσις αὕτη, ἐπιβαλλομένη ἐκ μόνης τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ Δικαίου, καθ’ ἣν οὐδεμία ὑπάρχει ὑποχρέωσις πρὸς πρᾶξιν ἀδύνατον (IMPOSSIBILIUM NULLA EST OBLIGATIO), ἤτοι ἐν προκειμένῳ εἰς δήλωσιν ἀγνώστων στοιχείων, προκύπτει περισσῶς καὶ ἄνευ ἀμφιβολίας τινὸς ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 5 παρ. 2 ἐδαφ. βʹ ἥτις ρητῶς προσαπαιτεῖ τὴν παρὰ τῷ δηλοῦντι γνῶσιν τῶν δηλωτέων στοιχείων, μάλιστα δὲ τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν αὐτῶν. Οὕτω, ὁ δηλῶν δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῇ δηλώσει του π.χ. χρεώγραφα ἢ καταθέσεις παρὰ Τραπέζῃ (περὶ ὧν τὸ ἄρθρον 3 παρ. 1 ἐδάφ. δʹ), αἵτινες ἔχουσιν ἤδη ὑπ’ αὐτοῦ κτηθῆ αὐτοδικαίως μέν, ἀλλ’ ἐν ἀγνοίᾳ του, λόγῳ ἀγνώστου εἰς αὐτὸν (ὄντα ὑπὸ αἵρεσιν δικαιοῦχον, πληρώσεως ἀναβλητικῆς αἱρέσεως (ἄρθρ. 201 Ἀστ. Κώδ.), ἢ λόγῳ ἀγνώστου εἰς αὐτὸν θανάτου ἀνθρώπου, οὗτινος τυγχάνει κληρονόμος (ἄρθρ. 1710, 1846 Ἀστ. Κώδ.). Ἐπίσης ἐὰν εἰς ἐπιχείρησίν τινα συμμετέχῃ (κατὰ τὸ ἄρθρ. 3 παρ. 1 ἐδάφ. γʹ τοῦ ἀνωτέρω νόμου) ὡς ἀφανὴς συνεταῖρος ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ δηλοῦντος ἡ σύζυγός του, δὲν ὑποχρεοῦται οὗτος νὰ δηλώσῃ τὸ στοιχεῖον τοῦτο. Ὡσαύτως δὲν ὑπέχει ὑποχρέωσιν δηλώσεως τῶν λοιπῶν ἐν ἄρθρῳ 3 παρ. 1 περιουσιακῶν στοιχείων τῆς συζύγου του ἐὰν εἶναι ἐξώπροικα καὶ ἀγνοεῖ αὐτὰ ἐξ οἱουδήποτε λόγου, π.χ. ἐκ τοῦ ὅτι ἔχει παύσει ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 1386 τοῦ Ἀστ. Κώδικος συζυγικὴ συμβίωσις. Οὐδαμῶς δ’ ἀπαιτεῖται ἐν προκειμένῳ νὰ ὑπεβλήθη εἰς τὸν Ἐπίσκοπον ἡ πρὸς συμβιβασμὸν ἀναφορὰ ἢ νὰ ἠγέρθη ἡ ἀγωγὴ διαζυγίου, διότι ἡ παῦσις τῆς συμβιώσεως δύναται καὶ ἄλλως ν’ ἀποδειχθῇ. Ἀρκεῖ ἁπλῶς καὶ μόνον ἡ ρηθεῖσα ἄγνοια. Αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ γεγονὸς τῆς διαστάσεως τῶν συζύγων ἔχει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν γενικώτερον ἐν τῷ Δικαίῳ καὶ ἔχει θεσπισθῆ χωριστὴ δι’ ἑκάτερον τῶν διεστώτων συζύγων ρύθμισις π.χ. ἐνοικιοστασιακὴ (ἄρθρα 5 παρ. 1 ἐδάφ. στʹ, 18 παρ. 2 κλπ. τοῦ ἀπὸ 27.5.1957 διατάγματος περὶ ἐνοικιοστασίου) ἢ φορολογικὴ (ἄρθρον 6 παρ. 2 καὶ 3 τοῦ Ν.Δ. 3323)1955 «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος ὡς ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἄρθρου 2 παρ. 3 τοῦ Ν. Δ. 3765)1957) κλπ. Ἀλλὰ καὶ ὑφισταμένης τῆς συμβιώσεως οὐδαμῶς ἀποκλείεται νὰ ἀγνοῇ ὁ δηλῶν, ὅτι ἡ σύζυγός του κέκτηται ὡρισμένον τι περιουσιακὸν στοιχεῖον ἐκ τῶν ἐν ἄρθρῳ 3 τοῦ Ν. 4351)1964. Καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις πρὸς δήλωσιν τοῦ στοιχείου τούτου. 2) Στοιχεῖα, ἅτινα δὲν εἶναι ἀκριβῶς γνωστὰ εἰς τὸν δηλοῦντα. Οὐδὲ ταῦτα ὑποχρεοῦται οὗτος νὰ δηλώσῃ. Ἡ λύσις αὕτη προκύπτει ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 παρ. 2 ἐδ. βʹ ρητῶς προσαπαιτούντος τὴν παρὰ τῷ δηλοῦντι ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν δηλωτέων, καὶ τοῦ ἄρθρου 6 παρ. 2, δι’ ὧν τιμωρεῖται ποινικῶς ἡ ὑποβολὴ ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως, ἄρα ἐπιτάσσεται ἡ ὑποβολὴ ἀκριβοῦς δηλώσεως ἥτις ὅμως προϋποθέτει ἀκριβῆ γνῶσιν. Θὰ ἐκινδύνευεν ὁ δηλῶν νὰ διαπράξῃ τὸ ἐν ταῖς διατάξεσι ταύταις ἔγκλημα ἂν ὑπεχρεοῦτο νὰ δηλώσῃ ὅσα οὐχὶ ἀκριβῶς γνωρίζει. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ ἑρμηνευτικῶς εἰς τὸν νομοθέτην ὅτι ἠθέλησε τοιοῦτο τι. 3) Στοιχεῖα, ἅτινα εἶναι πασίδηλα κατὰ τὸ ἄρθρον 46 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐπίσης δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δηλώσῃ. Πασίδηλα, κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, δύνανται νὰ εἶναι καὶ ἱστορικὰ ἢ πολιτικὰ γεγονόνα, κοινῶς γραπτὰ ἐκ τῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων (ROSENBERG, LEHRBUCH DES DEUTSCHEN ZIVILPRORESSRECHTS, 1961, § 113, 1, 3, α, NIKISCH, ZIVILPRORESSRECHTS, 1952, § 83, 11, 3), ἀδιαφόρως τοῦ ἂν εἶναι εἰς τὸν δικαστὴν γνωστὰ ἀμέσως ἢ δύνανται νὰ καταστῶσιν αὐτῷ γνωστὰ τῇ βοηθείᾳ μέσου τινὸς γενικῶς προσιτοῦ, π.χ. βιβλίου (JCHONKE, LEHRBUCH DES ZIVILPROZESSRE-CHTS, 1951, παρ. 56, VI, 1, α) διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πᾶς τις γνωρίζει δέον καὶ ὁ δικαστὴς νὰ γνωρίζῃ (NI-KISCH αὐτόθι). Τοιοῦτον πασίδηλον ἐκ τῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων γεγονὸς δύναται νὰ εἶναι καὶ τὸ ὅτι πασίγνωστός τις πολιτικὸς ἀνήρ, διατελῶν ἢ διατελέσας προσφάτως Πρωθυπουργὸς εἶναι ἔγγαμος καὶ ὅτι ἡ σύζυγός του φέρει ὡρισμένον τι κύριον ὄνομα. Τὸ ἄρθρον 246, ἰσχῦον ἐν τῇ πολιτικῇ δίκῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ δικαστὴς δὲν ἐνεργεῖ αὐτεπαγγέλτως καὶ σκοπεῖται ἡ ἀνεύρεσις τῆς τυπικῆς ἀληθείας, ἔχει εὐρυτέραν ἀξίαν, ἑπομένως εἶναι κατὰ μείζονα λόγον ἐφαρμοστέον ἐν τῇ διαδικασίᾳ τοῦ νόμου 4351)64, διότι ἐν ταύτῃ ὁ δικαστὴς ἐνεργεῖ καὶ αὐτεπαγγέλτως πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς οὐσιαστικῆς ἀληθείας καὶ ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τοῦ νόμου, ὅστις εἶναι ἡ προστασία τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Αὕτη ὅμως θὰ ἐφθείρετο ἀδικαιολογήτως διὰ καταγνώσεως ποινῶν ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ἐν τῇ δηλώσει δὲν ἀνεγράφη πασίδηλόν τι γεγονός. Ἑπομένως πασίγνωστος πολιτικὸς νῦν ἢ τέως Πρωθυπουργὸς μὴ ἀναγράφων ἐν τῇ δηλώσει του τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι ἔγγαμος ἢ ἀναγράφων μὲν τοῦτο ἀλλ’ ἄνευ μνείας τοῦ ὀνόματος τῆς συζύγου του, δὲν παραβαίνει τὸν ἀνωτέρω νόμον. Β) Ἀφοῦ ἐν τῇ ὑποθέσει, ἥτις ἐκτίθεται ἐν τῇ ὡς ἄνω ἀναφορᾷ σας, ἔχει ὑποβληθῆ δήλωσις περιλαμβάνουσα περιουσιακὰ στοιχεῖα τοῦ δηλώσαντος, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ὑμῶν, ὀρθὴν θεωροῦμεν τὴν γνώμην σας, ὅτι δὲν ἐτελέσθη τὸ ἐν ἄρθρῳ 5 παρ. 2 ἐδάφ. αʹ ἔγκλημα τῆς παραλείψεως ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ ἑπομένως δὲν συντρέχει περίπτωσις ἀσκήσεως ποινικῆς διώξεως κατὰ τὸ ἄρθρον 7 παρ. 8 τοῦ νόμου. Περαιτέρω ἀφοῦ, κατὰ τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ σας ἐκτιθέμενα, ἐν τῇ μνησθείσῃ ὑποθέσει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ σύζυγος κατέθεσεν ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι ἡ συζυγικὴ συμβίωσις ἔχει παύσει ἀπὸ τοῦ ἔτους 1950, ὅτε ἔκτοτε οἱ σύζυγοι διαβιοῦσι χωριστά, ὅτι ὁ σύζυγός της οὐδέποτε ἠσχολήθη μὲ τὰ περιουσιακὰ ζητήματα αὐτῆς κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζυγικῆς συμβιώσεως, οὐδὲ μετὰ ταύτην κατὰ μείζονα λόγον, ὅτι ἂν ἡ ἐξετασθεῖσα ἠρωτᾶτο ἐπὶ τοιούτου θέματος ὑπὸ τοῦ συζύγου δὲν θὰ ἔδιδεν εἰς αὐτὸν ἀπάντησιν, διότι τὸ θέμα τοῦτο δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν ἐνδιαφέρῃ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑμεῖς ἐκ τῶν λοιπῶν ὑπ’ ὄψει σας στοιχείων ἐκρίνατε, ὅτι δὲν ὑφίσταται πιθανὴ περίπτωσις ὑποβολῆς ἐν γνώσει ἀνακριβοῦς δηλώσεως, ὀρθὴν θεωροῦμεν κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς ἀνωτέρω (στοιχ. Αʹ) ἀναπτυχθείσης ἐννοίας τοῦ νόμου, τὴν γνώμην σας, ὅτι δὲν συντρέχει περίπτωσις αὐτεπαγγέλτου κατὰ τὸ ἄρθρον 7 παρ. 9 κινήσεως τῆς διαδικασίας διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀκριβείας τῆς ὑποβληθείσης δηλώσεως.
Ὁ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ Ἀντεισαγγελεὺς
Μ. ΚΑΛΛΙΜΟΠΟΥΛΟΣ
Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν συνάδελφος, εἰς τὴν ἐπερώτησίν του, παραπονεῖται καὶ διατὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν δὲν προέβη εἰς δίωξιν κατὰ Παπανδρέου, διὰ τὴν παράβασιν τῶν φορολογικῶν νόμων, τῶν φορολογικῶν νόμων, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν συνάδελφος τὸ ἀντιλαμβάνεται. Τοῦ ἀπαντῶ. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν ἔχουν ποινικὰς διατάξεις καὶ δὲν δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν ποινικῆς διώξεως. Ἔχουν ἄλλας συνεπείας αὐστηράς, χρηματικῆς, οἰκονομικῆς φύσεως, ἀλλὰ ποινικὴν δίωξιν δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ ὁ Εἰσαγγελεύς, διότι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἦτο ἀληθὴς ἡ αἰτίασις, ὅτι ἔγινε παράβασις τῶν φορολογικῶν νόμων, ἀλλ’ οὔτε αὐτὸ συμβαίνει. Τὸ ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐν πλήρει τάξει μὲ τοὺς κειμένους νόμους, θὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Κύριοι συνάδελφοι, ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ἐλπίζω νὰ ἐπείσθητε. Παράβασις τοῦ νόμου ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει καμμία. Χαριστικὴ ἐνέργεια τῆς Εἰσαγγελίας Ἐφετῶν Ἀθηνῶν ἔναντι τοῦ Γ. Παπανδρέου, δὲν ὑπάρχει καμμία. Ἐνήργησεν ἐν προκειμένῳ ἡ Εἰσαγγελία Ἐφετῶν ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, καθ’ ὃν τρόπον ἐνήργησε δύο μῆνας ἐνωρίτερον διὰ τῶν ἐγγράφων τῆς 21ης Ἰανουαρίου 1965 πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν Ἐφετῶν, ἀναφορικῶς πρὸς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Ὅσο καὶ νὰ μὴ τὸ θέλῃ ὁ κ. Μανιαδάκης ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, ὁ κ. Γ. Παπανδρέου Ἕλλην πολίτης εἶναι, ἐδικαιοῦτο νὰ τύχῃ τῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως ἀπέναντι τῶν ἑλληνικῶν ἀρχῶν καὶ αὐτῆς καὶ μόνον αὐτῆς ἔτυχε. Τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω νὰ εἴπω. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§114Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸν ἐπερωτῶντα συνάδελφον ὀφείλω, ἐν πρώτοις, ἀπάντησιν, διότι μὲ κατηγόρησεν, ὅτι δὲν ὑπέβαλον ἐγκαίρως τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα μοῦ ἐζήτησεν. Αὐτὸς καὶ τυπικῶς εἶναι ὁ λόγος τῆς προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεως. Ἡ αἴτησις τοῦ κ. Μανιαδάκη ὑπεβλήθη πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν 20 Μαρτίου 1965. Τὴν 8 Ἀπριλίου 1965 ὑπέγραψα τὸ ἔγγραφον καταθέσεως τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα μοῦ εἶχε ζητήσει, διὰ τὴν φορολογικὴν δήλωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἔγγραφόν μου ἔλαβεν ἡμερομηνίαν 9 Ἀπριλίου εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει οὕτω μία καθυστέρησις τριῶν ἡμερῶν, πέραν τοῦ δεκαπενθημέρου, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει καὶ ὁ κ. συνάδελφος τυπικῶς δικαιοῦται νὰ προτάξῃ τὴν ἐπερώτησίν του. Θεωρῶ χρέος μου πάντως νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ἐδίστασα ἢ ἠμφεσβήτησα τὸ δικαίωμά του νὰ μοῦ ζητήσῃ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, διότι πέραν ὅλων τῶν ἄλλων, πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεώς μας ἔναντι τοῦ θέματος τῆς φορολογικῆς δηλώσεως ὑπῆρξε καὶ εἶναι ἡ δημοσιότης. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι ἡ Ἕνωσις Κέντρου ἐζήτει πάντοτε νὰ εἶναι δημόσιαι αἱ φορολογικαὶ δηλώσεις ὅλων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη πέρυσιν, ἐπέβαλε καὶ γενικῶς τὴν ἄνευ περιορισμῶν καὶ ὅρων δημοσιότητα τῶν φορολογικῶν δηλώσεων. Κατὰ συνέπειαν, ἦτο εὔλογον νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὸ αἴτημά του, διότι διὰ τὸ ἀπρόσωπον Κράτος καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ Ἕλληνες πολῖται ἐπὶ ἴσοις ὅροις ἀντιμετωπίζονται εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ προσωπικά των θέματα. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω καμμίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ παρελθόν. Διερωτῶμαι, ὅμως, τί θὰ συνέβαινεν ἐὰν κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐπρόκειτο νὰ εἶχε ζητήσει ἀπὸ ἡμᾶς φορολογικὰς δηλώσεις τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. κ. Κ. Καραμανλῆ;
§115Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Καὶ τῆς 4ης Αὐγούστου.
§116Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ τυπικὸν μέρος. Βεβαίως τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἀνταπεκρίθην εἰς τὸ κοινοβουλευτικόν μας χρέος, δὲν μᾶς δημιουργεῖ τὴν διάθεσιν, δὲν μᾶς ὁδηγεῖ εἰς συμπεράσματα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπαντήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ κατηγορία εἶναι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν συμπεριέλαβεν εἰς τὴν φορολογικήν του δήλωσιν καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τοῦ 1955 μέχρι σήμερον, τὰ εἰσοδήματα τῆς κυρίας Κυβέλης–Παπανδρέου, μὲ τὴν ὁποίαν, ὡς γνωστόν, εὑρίσκεται ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐν διαστάσει καὶ μὲ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει αἴτησις διαζυγίου μέχρι στιγμῆς. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ λεχθῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅτι ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος θέτει τὴν γενικὴν ἀρχήν, ὅτι σήμερον φορολογεῖται τὸ οἰκογενειακὸν εἰσόδημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος ἴσχυσε καὶ ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τὸ 1955 μὲ τὸ Ν. Δ. 3323 τῆς ἰδικῆς σας παρατάξεως καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου ἐπειδὴ φορολογεῖται τὸ οἰκογενειακὸν εἰσόδημα, ὑποχρεοῦται ὁ ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας, ὁ σύζυγος, συνεστῶτος τοῦ γάμου, νὰ δηλώνῃ, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ τὰ εἰσοδήματα τῆς συζύγου ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας προερχόμενα. Ἡ βάσις τοῦ νόμου εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἔγγαμος συμβίωσις, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συνοίκησις, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ οἰκογένεια, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συζυγικὸς βίος, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ αἰτιολογία τῆς δηλώσεως τοῦ εἰσοδήματος τῆς συζύγου καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς κοινῆς φορολογίας. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ εἰς τὴν πρόθεσιν κανενὸς νομοθέτου, νὰ φορολογήσῃ τὰ εἰσοδήματα τῆς συζύγου ταυτοχρόνως καὶ τοῦ συζύγου, ἐὰν συμβαίνῃ νὰ μὴν ὑπάρχῃ ἐκ τῶν πραγμάτων συζυγικὴ συμβίωσις. Τὸ 1955, ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος ἀντεμετώπισε τὸ πρόβλημα, εἰς τὸ ἄρθρον 6 παρ. 2 προέβλεψεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις δηλώσεως τοῦ εἰσοδήματος τῆς συζύγου ἀπὸ τὸν σύζυγον, προκειμένου περὶ συζύγων ἀποδεδειγμένως μὴ συμβιούντων, λόγῳ διαστάσεως καὶ πιστοποιουμένης ἐκ δικαστικοῦ ἀγῶνος ἢ βεβαιώσεως τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Ὁ πρῶτος νόμος τοῦ 1955 προέβλεπε τὴν δυνατότητα νὰ μὴ ὑποβληθῇ ἡ δήλωσις, νὰ μὴ περιληφθοῦν τὰ εἰσοδήματα τῆς συζύγου, ἐν περιπτώσει διαστάσεως, ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ αἴτησις διαζυγίου ἢ δήλωσις ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Ἑπόμενον νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ 1957, τὸ 3765, ἐτροποποίησεν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου. Καὶ εἰς τὰ δύο ἄρθρα ὁρίζει, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποβληθῆ ἡ ἀγωγὴ τοῦ διαζυγίου, ὁ δὲ ἰδικός μας νόμος 4444 τοῦ 1964, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ πράξει καταργεῖ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ συνυπολογισμοῦ τοῦ εἰσοδήματος τῆς συζύγου εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ ἀνδρός, διότι καθιέρωσε τὸν ἀντίθετον κανόνα καὶ ἄφησε νὰ συνυπολογισθῇ ὡς ἐξαίρεσις, διετήρησε τὸ ὑπάρχον καθεστώς. Εἶναι πρόδηλος, κύριοι συνάδελφοι, ἡ διάθεσις τοῦ νομοθέτου νὰ ἀποφύγῃ καταστρατήγησιν. Φοβεῖται ὁ νομοθέτης, ὅτι καὶ ὅταν ἀκόμη ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐγγάμου συμβιώσεως ἐπικαλεῖται ὁ σύζυγος διάστασιν μὴ ὑπάρχουσαν, ἐπικαλεῖται ἀνύπαρκτον πραγματικὸν γεγονός, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν συνυπολογισμὸν τῶν εἰσοδημάτων. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπέβαλεν αὐτὸ τὸ τυπικὸν κριτήριον τῆς ἐγέρσεως ἀγωγῆς διαζυγίου, ἢ τῆς δηλώσεως, ἢ τοῦ πιστοποιητικοῦ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Δὲν ὑπῆρξεν ὅμως εἰς τὴν πρόθεσιν τοῦ νομοθέτου ποτέ, ὅταν ἀποδεδειγμένως κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἐφόρου δὲν ὑπάρχει ἔγγαμος συμβίωσις, ὅταν δηλαδὴ λείπει ἡ βασικὴ προϋπόθεσις τοῦ νόμου, νὰ ἀξιώσῃ τὴν ὑποβολὴν κοινῆς φορολογικῆς δηλώσεως, πολὺ περισσότερον ποὺ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ἰσχύει ἡ βασικὴ ἀρχὴ τοῦ Δικαίου, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποβάλῃ τίς στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει, διότι εἰς τὴν περίπτωσιν διακοπῆς τῆς ἐγγάμου συμβιώσεως, ὁ σύζυγος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὰ εἰσοδήματα τῆς συζύγου. Ἀφήνω τὸ γεγονὸς δέ, ὅτι καὶ ὑπαρχούσης τῆς ἐγγάμου συμβιώσεως, ὑπάρχει δυσχέρεια εἰς τὸν σύζυγον, νὰ γνωρίζῃ τὰ εἰσοδήματα τῆς συζύγου. Δύναμαι δὲ νὰ παράσχω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι οὕτως ἐφηρμόσθη πάντοτε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ὁ κείμενος νόμος. Τὸ θέμα ἀνεκινήθη ἐξ ἀφορμῆς δημοσιεύματος ἀντιπολιτευομένης ἐφημερίδος καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Μανιαδάκη, ἀλλὰ τὸ θέμα ἀντεμετωπίσθη εἰς δεκάδας χιλιάδας περιπτώσεις Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται λόγῳ τῆς γνωστῆς νομοθεσίας περὶ ἐκδόσεως διαζυγίου, νὰ λάβουν διαζύγιον. Εἰς αὐτὰς τὰς περιπτώσεις τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, ἔτσι ἐφήρμοσε τὸν νόμον, ἀποβλέπον εἰς τὴν οὐσίαν. Δὲν ὑπάρχει καμμία περίπτωσις μεταξὺ τῶν δεκάδων χιλιάδων περιπτώσεων, ποὺ ἀντεμετωπίσθησαν, ποὺ νὰ ἐδόθη ἀντίθετος ἑρμηνεία. Αὐτὸ δὲ ἀποδέχεται καὶ ἡ πρᾶξις καὶ τὰ φορολογικὰ δικαστήρια καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο πασίδηλον, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1955 καὶ προηγουμένως, δὲν ὑπῆρχεν ἔγγαμος ἡ συμβίωσις μετὰ τῆς κ. Κυβέλης καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπῆρχεν ὑποχρέωσις κοινῆς φορολογικῆς δηλώσεως. Κατέθεσα τὰς φορολογικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Παπανδρέου ὅλων τῶν ἐτῶν ποὺ μοῦ ἐζήτησεν ὁ κ. Μανιαδάκης καὶ περιττεύει νὰ προσθέσω, ὅτι ἀπὸ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων προκύπτει, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Παπανδρέου ἐκρίθησαν ἀπὸ τὸ 1955 εἰλικρινεῖς, ὡς πράγματι καὶ ἦσαν. Αὐτὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω, ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μανιαδάκη. Ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ καταθέσω τὴν φορολογικὴν δήλωσιν τῆς κ. Κυβέλης, διότι δὲν συνδέεται, βάσει τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, μὲ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις κοινῆς φορολογικῆς δηλώσεως, καὶ ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον θέτω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αἱ φορολογικαὶ δηλώσεις εἶναι δημόσιαι. Εἶναι ἀρχὴ τοῦ ἰδικοῦ μας νόμου. Καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς τοῦ νόμου, ὑπήρξαμεν εὐρύτατοι. Δι’ ἐγκυκλίων, ἐδώσαμεν εὐρεῖαν ἑρμηνείαν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ἔχω χρέος καλούμενος ἀπὸ οἱονδήποτε συνάδελφον νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς φορολογικὰς δηλώσεις Ἑλλήνων πολιτῶν. Ὑπάρχει ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ πόθεν ἔσχες, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω ἐπ’ αὐτοῦ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν προθέσεων καὶ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν προτίθεται νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ ὑπεβλήθησαν δηλώσεις ἀναφερόμεναι εἰς τὰ εἰσοδήματα τῶν ὑποχρέων πρὸς δήλωσιν προσώπων, δηλαδὴ τῶν μελῶν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἐδημιουργήθη τὸ θέμα, ἂν θὰ ἔπρεπε αἱ δηλώσεις αὐταὶ νὰ συσχετισθοῦν μὲ τὰς φορολογικάς των δηλώσεις. Ἐκ τοῦ νόμου, δὲν ὑπάρχει ρητὴ ὑποχρέωσις. Ἐν τούτοις πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀπευθύνω ἐγκύκλιον πρὸς τὰς Οἰκον. Ἐφορίας καὶ νὰ ζητήσω προκειμένου περὶ ὑποχρέων τοῦ νόμου τοῦ πόθεν ἔσχες νὰ διαβιβασθοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ στοιχεῖα τῶν φορολογικῶν δηλώσεων τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης παραβολῆς καὶ συγκρίσεων. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ὁ κ. Μανιαδάκης ἀνεκίνησεν εἰς τὴν Βουλήν, ἔλαβεν αὐτὰς τὰς διαστάσεις. Ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ βουλευτὴς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ μακρὰ ἔτη καὶ ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἀνάγκην τῆς ἀσκήσεως ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ὅρια πρέπει νὰ ὑπάρχουν εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἡ ἐπιλογὴ τῶν θεμάτων πρέπει νὰ γίνεται πρὸς ὄφελος τοῦ ἰδίου τοῦ ἀντιπολιτευομένου βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος φέρει θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτὸ δὲν μὲ ἀφορᾷ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ συμπεραίνων νὰ διαπιστώσω εἶναι, ὅτι οὐδεμία οὔτε τυπικὴ οὔτε οὐσιαστικὴ παράβασις ὑπῆρξε καὶ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πλευρᾶς φορολογικῆς ἔτυχε τῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως, τῆς ὁποίας τυγχάνει ὁ οἱοσδήποτε Ἕλλην πολίτης καὶ αὐτὸ ἀπετέλεσε καθῆκον καὶ χρέος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ ὡς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ. (Χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε., ἔχει τὸν λόγον.
§118Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὶν ἀνέλθουν εἰς τὸ βῆμα οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν, ἐζήτησα νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ λάβω τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι διὰ λόγους πολιτικῆς τάξεως, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γίνῃ, δηλαδή, νὰ μὴ ἐξαρτηθῇ ἡ συζήτησις ἀπὸ τὰ ὅσα προβλέπει εἰς τὰς συνήθεις περιπτώσεις ὁ Κανονισμός. Ἔπρεπε δὲ νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὸν πρόσθετον λόγον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ἀποχωρήσῃ. Ἐφ’ ὅσον εἶχε τὴν πρόθεσιν αὐτήν, ἔπρεπε νὰ μὴ ἐγερθῇ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι νοητὸν νὰ ὁμιλήσουν οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων προηγουμένως. Ὄχι, ἔπρεπε ἀκριβῶς νὰ ὁμιλήσουν, ἐφ’ ὅσον ἦτο παρών. Παρὰ ταῦτα, παραμερίζω τὸ θέμα τοῦτο. Κύριοι βουλευταί, ἡ θέσις μου εἶναι ἐξαιρέτως δυσχερής. Ἡγοῦμαι Κόμματος κατὰ τοῦ ὁποίου ἡ παράταξις ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξετόξευσε καὶ ἐκτοξεύει τὰς βαρυτέρας τῶν κατηγοριῶν, τὰς βαρυτέρας τῶν ὕβρεων καὶ τῶν συκοφαντιῶν. Εἶμαι ἐπὶ κεφαλῆς Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς...
§119ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§120Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ἠκούσαμε τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, χωρὶς νὰ διακόψωμεν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§122Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πειράζει. Δὲν εἶπε τίποτε. Κύριοι, δὲν θέλω ἀπόψε οὔτε χειροκροτήματα, οὔτε ἄλλην τινα ἐκ μέρους σας ἀνταπόκρισιν εἰς ὅσα θὰ εἴπω, διότι δὲν γνωρίζω κἄν, ἐὰν θὰ συμφωνήσητε μὲ ὅσα θὰ εἴπω οὔτε καὶ ἀπαιτῶ νὰ συμφωνήσητε, κύριοι συνάδελφοι τῆς ΕΡΕ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοιαύτην διατυπώνω ἀξίωσιν πρὸς τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔχουν ἐκλέξει Ἀρχηγόν των, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διατυπώσω, οὐχὶ ἀξίωσιν, ἀλλὰ παράκλησιν πρὸς τοὺς ἄλλους συναδέλφους νὰ μὴ μὲ διακόψουν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ Προεδρεῖον συνιστᾷ νὰ ἀκούσωμεν μετὰ σεβασμοῦ καὶ ἄνευ διακοπῶν καὶ ψιθύρων τὸν ὁμιλητήν.
§124Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πράγματι δύσκολος ἡ θέσις, ἡ ἠθικὴ καὶ ψυχικὴ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὸν λόγον ἐπὶ θέματος, ἀναφερομένου εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως προσωπικῶς καὶ δὴ εἰς Ἀρχηγὸν Κόμματος, τὸ ὁποῖον... (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ προσέρχεται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Γ. Παπανδρέου). Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον, διότι ἐπανῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν. Ἐπαναλαμβάνω: εἰς Ἀρχηγὸν Κόμματος, τὸ ὁποῖον τοιαύτην τακτικὴν ἔχει ἀκολουθήσει ἔναντι ὅλων τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ΕΡΕ, εἰδικώτερον δὲ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπήρτιζον τὰς Κυβερνήσεις αὐτάς, περιλαμβανομένου φυσικὰ καὶ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξα Ἀντιπρόεδρος τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐπὶ 4ετίαν. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι τὸ βῆμα αὐτὸ ἔχει πολὺ ὑψηλοτέραν σημασίαν ἀπὸ ὅ,τι πολλοὶ ἀπὸ ἡμᾶς συχνὰ θεωροῦμεν ὅτι ἔχει. Εἶναι βῆμα ἠθικῆς σημασίας ὑψίστης, ἢ πρέπει νὰ εἶναι. Ἀπὸ ἐδῶ πρέπει νὰ προέρχωνται, ὄχι μόνον φράσεις, αἱ ὁποῖαι βασίζονται ἐπὶ πολιτικῶν πεποιθήσεων, ὄχι μόνον φράσεις, αἱ ὁποῖαι βασίζονται ἐπὶ ἰδεολογικῶν ἀντιθέσεων, ὄχι μόνον φράσεις αἱ ὁποῖαι διέπονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀντιδικίας. Ὑπάρχουν καὶ στιγμαὶ κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ παραμερίζῃ κανεὶς τὴν οἱανδήποτε ἀντιδικίαν πρὸς οἱονδήποτε καὶ νὰ ἀφήνῃ τὸν ἑαυτόν του νὰ ἐκδηλωθῇ, ὅπως θὰ ἐξεδηλοῦτο, ἐὰν δὲν ἀνῆκεν εἰς Κόμμα. Τοῦτο εἶναι δυσκολώτερον δι’ ἐμέ, διότι ὄχι μόνον ἀνήκω εἰς Κόμμα, ἀλλὰ εἶμαι καὶ Ἀρχηγός. Ἐν τούτοις θὰ πράξω τοῦτο, διότι πρέπει κάποτε νὰ γράφωνται μερικαὶ σελίδες εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ἠθικὴν ἱστορίαν, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὸ οἱονδήποτε πάθος τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης παρατάξεως, ἢ κομματικῆς ἰδεολογίας. Κύριοι, ὅπως θὰ ἔχετε διαπιστώσει, ἐπὶ μῆνας, ἀφ’ ὅτου ἀνεφύη τὸ ζήτημα, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον. Ἐσιώπησα. Ἡ σιωπή, ὅμως, δὲν εἶναι κάτι τὸ αὐτονόητον. Πρέπει ὁ σιωπήσας νὰ δικαιολογήσῃ τὴν σιωπήν του. Ἔχει καθῆκον νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, ὅταν εἶναι πολιτικὸς Ἀρχηγὸς καὶ ἰδίᾳ ὅταν ἡ θέσις του εἶναι ἰδιαιτέρως λεπτή, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης πολιτικῆς ἀντιθέσεως πρὸς τὴν ἑτέραν παράταξιν, νῦν εὑρισκομένην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας ἠθικῆς καὶ ψυχικῆς σχέσεως πρὸς τὰ ὄργανα τοῦ τύπου, ἢ καὶ πρὸς Μέλη τῆς Βουλῆς, ἀνήκοντα εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε., τὰ ὁποῖα ἔλαβον θέσιν καὶ ὡμίλησαν. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ σιωπήσω. Δὲν ὡμίλησα προηγουμένως δὲν ἐχρησιμοποίησα τὸν τύπον, διὰ νὰ προβῶ εἰς δηλώσεις ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι, ἀναμείνας ἐπί τινας ἡμέρας νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας — φυσικὰ εἰς τὰς ἐφημερίδας τὸ ἀνέγνωσα, διότι δὲν ἦτο γραμμὴ ἰδική μου — ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Μανιαδάκης εἶχε καταθέσει ἐρώτησιν καὶ ὀλίγον μετὰ ταῦτα προετάχθη νόμῳ ὡς ἐπερώτησις τὸ ἐρώτημά του. Εἶχον, λοιπόν, ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι τὸ θέμα θὰ ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ προτιμῶ τοιαῦτα θέματα νὰ συζητῶνται εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε συζητηθῆ τὸ θέμα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεφύη. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγράφη ἡ πρώτη λέξις εἰς ἐφημερίδα θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀχθῆ ἐδῶ ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν θὰ ὑπῆρχε πλέον θέμα. Ὄχι ἁπλῶς δὲν θὰ ὑπῆρχεν, ἀλλὰ θὰ εἶχε κερδίσει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μάχην, τὴν ὁποίαν ἀπόψε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίσῃ. Ἀπόψε ἦλθε καὶ εἶπεν ὅσα ἠκούσατε. Θὰ τὰ κρίνω. Κύριοι συνάδελφοι, ἐσιώπησα, διότι, ὡς πρὸς τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο θεμάτων, τὰ ὁποῖα προκύπτουν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν πηγάζουν ἀπὸ καμμίαν συκοφαντικὴν διάθεσιν, ἀλλὰ προκύπτουν ἀφ’ ἑαυτῶν, ὡς πρὸς τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο θεμάτων, συμφωνῶ πλήρως μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Πιστεύω, ὅτι ἀφοῦ ἐψηφίσαμε νόμον, ὁ ὁποῖος προβλέπει τὴν διαδικασίαν τῆς οἱασδήποτε ἐρεύνης, προβλέπει τὴν μήνυσιν, ἀφοῦ ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, ἔπρεπε τοιαύτη νὰ εἶναι ἡ τυχὸν διαδικασία, εἰς ἣν περίπτωσιν ἤθελέ τις, οἱοσδήποτε πολίτης, οὐχὶ μόνον βουλευτής, νὰ ἀγάγῃ τὸ θέμα ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος προβλέπει. Ἐπίστευον, λοιπόν, ὅτι τὸ ἕνα θέμα, τῆς παραλείψεως τῆς δηλώσεως, ἦτο θέμα οὐχὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἦτο θέμα συνδεόμενον μὲ τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διαδικασίαν, τὴν κινουμένην ὑπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ, ἢ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ τεταγμένου ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ διερευνᾷ τὰς σχετικὰς δηλώσεις. Καὶ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ὁ νόμος προέβλεψε εἰδικὴν διαδικασίαν, διότι ἡ ἔρευνα τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου δὲν ἀνήκει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι συμφέρει νὰ θεσπίσωμεν ἄλλην ἀρχήν. Κύριοι δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἔχουν δικαίωμα ἰδίᾳ πρωτοβουλίᾳ, θὰ ἰσχυρισθῶ μάλιστα τὸ ἀντίθετον, νὰ φέρουν εἰς τὴν Βουλὴν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὸν ἰδιωτικόν των βίον. Ἐφ’ ὅσον ἐθίγη δημοσίᾳ, ἐφ’ ὅσον ἐγένετο καὶ ὑπαινιγμὸς ἀκόμη, αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἔχουν, ἴσως καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, Ὁ θιγόμενος δικαιοῦται νὰ φέρῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μόνον ὁ θιγόμενος καὶ ὄχι ἡμεῖς. Διότι ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐγκαινιάσωμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προσαγωγῆς θεμάτων ἀναγομένων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Πιθανόν, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι ἀναμάρτητος. Κάποια θὰ εἶναι ἡ ἀσθενὴς πλευρὰ οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν. Πέραν τῆς οἱασδήποτε ἀσθενοῦς πλευρᾶς καὶ κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν ἢ ὑπουργικῶν καθηκόντων, πέραν αὐτῆς ἡ ὁποία βεβαίως ἐξετάζεται εἰς τὴν Βουλήν, δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀσθενεῖς πλευρὰς εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δεδικαιολογημένας ἢ ἀδικαιολογήτους, σοβαρὰς ἢ ὀλιγώτερον σοβαράς. Ὄχι μόνον δὲν ἐξαιρῶ τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ εἶναι περισσότεραι αἱ ἀσθενεῖς πλευραί, αἱ ἀφορῶσαι ἐμέ, ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν πλειονότητα ὑμῶν. Ἀλλοίμονον, λοιπόν, ἐὰν ἐγκαινιάσωμεν τὴν τακτικὴν αὐτήν. Εἶμαι, λοιπόν, ἐναντίον αὐτῆς τῆς τακτικῆς. Ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο εἶναι προσωπική μου ἀρχή. Δὲν εἶναι πολιτικὴ γραμμὴ καὶ ἔχει πλῆρες δικαίωμα μέλος τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ φέρῃ οἱοδήποτε θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶπον, ὅτι τὸ πρῶτον θέμα, τὸ τῆς παραλείψεως τῆς δηλώσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τρίτου, εἰ μὴ μόνον ὑπὸ αὐτοῦ τούτου τοῦ θιγομένου. Τὸ δεύτερον, αὐτὸ ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ δικαιοῦμαι καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἀκόμη καὶ τοῦ τύπου κατ’ ἐμέ, ὁ οἱοσδήποτε βουλευτής, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν Οἰκονομικῶν νὰ διευκρινίσῃ ὡρισμένα σημεῖα, ὅπως τὰ διηυκρίνισεν ἀπόψε. Δὲν γνωρίζω καὶ οὔτε δύναμαι νὰ ἀποφανθῶ εὐκόλως, ἐὰν αἱ διευκρινίσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι καθ’ ὅλα ὀρθαί, νομικῶς ὀρθαί. Πιθανὸν νὰ εἶναι καὶ εὔχομαι νὰ εἶναι. Ἐὰν δὲν εἶναι, θὰ ὑπάρξουν νομικοί, ἢ ἄλλος συνάδελφος ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα καὶ πάλιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐὰν θέλῃ, θὰ ὑπάρξουν, ὅμως, πάντως νομικοί, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνουν τὴν τυχὸν ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν. Αὐτὴ ἦτο καὶ εἶναι ἡ θέσις μου. Καὶ ἐφ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις, ὄχι μόνον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φέρω ἐγὼ τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ εἰς οἱανδήποτε δημοσίαν δήλωσιν, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ἴσως ἀνέμενον πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὴν Ε.Ρ.Ε., ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, οὔτε εἰς δημοσίαν δήλωσιν ἦτο δυνατὸν νὰ προβῶ. Ἐὰν προέβαινον εἰς δημοσίαν δήλωσιν θὰ ἔλεγον αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω ἀπόψε. Ἀλλὰ προετίμησα νὰ τὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κύριοι, ἡ ὅλη ὑπόθεσις, εἶπον εἰς μίαν στιγμὴν τοῦ λόγου μου, θὰ ἔληγε τὴν ἑπομένην τῆς πρώτης δημοσιογραφικῆς ἐπισημάνσεως ὡρισμένων περιστατικῶν. Θὰ ἐξηγήσω διατὶ ὁμιλῶ περὶ ἐπισημάνσεως καὶ οὐχὶ περὶ συκοφαντίας. Θὰ ἔληγε, λοιπόν, ἡ ὑπόθεσις τὴν ἑπομένην, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἔλεγεν, ὄχι ὅσα εἶπεν ἀπόψε, λυποῦμαι διὰ τὸν τόνον τὸν ὁποῖον ἔδωσεν εἰς τὴν ἀποψινήν του ὁμιλίαν, ἀλλὰ ἐὰν ὡμίλει μὲ ἄλλον τόνον, χωρὶς νὰ ὑβρίσῃ. Ὅταν πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ ἰδίᾳ ἀναφερομένου εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δὲν ἀνέρχεται τίς καὶ δὴ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὑβρίσῃ. Λέγει μόνον μὲ ὀλίγας λέξεις ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον στηρίζει τὴν ἄποψίν του. Καὶ ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι ἐὰν ἔπραττε τοῦτο τὴν ἑπομένην τῶν πρώτων δημοσιευμάτων, θὰ ἐσιώπων οἱ πάντες καὶ θὰ ἔδιδα ἐγὼ πρῶτος τὸ σύνθημα νὰ σιωπήσουν. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε. Ἐσιώπησεν ἐπὶ μακρὸν καὶ περιεφρόνησε τὸν Τύπον καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Τί ἐλέχθη εἰς βάρος του; Ἐλέχθη τἄχα κἄτι τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ συκοφαντίαν, ὕβριν, ὅπως εἶναι αἱ ὕβρεις καὶ αἱ συκοφαντίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐκτοξευθῆ ἐναντίον τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., ἐναντίον ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπηρτίσαμεν τὰς Κυβερνήσεις τῆς Ε.Ρ.Ε. Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Τοῦ ἐπεσημάνθη μία, κατὰ τοὺς γράψαντας ὅσα ἔγραψαν, παράλειψις. Ἡ παράλειψις τύποις δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ. Ἑπομένως θὰ ἦτο δυνατὸν κάλλιστα νὰ εἴπητε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐρχόμενος εἰς τὴν Βουλήν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ, ὅταν ἐπῆγα εἰς τὸ σπίτι μου, τὸ ἴδιον βράδυ εἰς τὴν σύζυγόν μου. Τῆς εἶπον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ σκοπιμότης εἰς τὴν παράλειψιν τῆς μνείας τῆς τόσον σεβαστῆς εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν σύζυγόν μου κυρίας Κυβέλης, ὡς συζύγου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ εἶπον καὶ τὸ λέγω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ εἶπον. Ἦτο τἄχα δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ σκόπιμος παράλειψις; Ἀδύνατον. Διατὶ νὰ ὑπάρχῃ, διὰ νὰ ἀποκρυβῇ τί; Δὲν ἐξετάζω, ἐὰν εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι, ἡ γνωμοδότησις καὶ οὐχὶ ἡ ἀπόφασις δικαστηρίου, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, γνωμοδότησις ἰσοδύναμος ἠθικῶς πρὸς τὴν γνωμοδότησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ καὶ κορυφαῖος δικηγόρος, ἀσκῶν τὸ ἐπάγγελμα εἰς τὸν στίβον τῆς μαχομένης δικηγορίας. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω μόνον, ὅτι ἡ ἄποψις τοῦ κ. Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι πάρα πολὺ «τραβηγμένη ἀπὸ τὰ μαλλιά». Καὶ καλὸν εἶναι οἱ Ἀντεισαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ μὴ χρησιμοποιοῦν μὲ τόσην εὐκολίαν τοιαύτας ἑρμηνείας. Ἠμποροῦσε νὰ εὕρῃ καλλιτέραν. Πρέπει νὰ εἴπω ἀπὸ τὸ βῆμα, ὅτι δὲν μοῦ ἀρέσει ἡ γνωμοδότησις. Ἦτο πτωχὴ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας καὶ ἠθικοῦ τόνου. Καὶ δὲν σᾶς καλύπτει, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Διότι πτωχαὶ γνωμοδοτήσεις δὲν καλύπτουν κανένα. Καὶ ἐὰν λοιπὸν δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνωμοδότησις, δηλαδὴ καὶ ἐὰν ἀκόμη τὸ πασίγνωστον ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ — καὶ τύποις ἔπρεπε καὶ εἰς μάτην προσπαθεῖ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπε — καὶ ἐὰν ἔπρεπε, ἡ παράλειψις ὠφείλετο τἄχα εἰς σκοπιμότητα; Ἀσφαλῶς εἰς καμμίαν. Εἶναι δυνατὸν μετὰ 16 ἐτῶν διακοπὴν τοῦ ἐγγάμου βίου — καὶ ἔχω παρακολουθήσει μὲ πολὺν σεβασμὸν τὴν προσωπικὴν αὐτὴν δοκιμασίαν, ὀλιγώτερον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι οὐδέποτε μοῦ ὡμίλησε ἐπὶ τοῦ θέματος ἄλλοτε, ὅταν εἴχομεν στενὸν δεσμόν, ἀλλά, κυρίως, ἀπὸ πλευρᾶς τῆς κυρίας Κυβέλης, τὴν ὁποίαν εἶχα συναντήσει μαζὶ μὲ τὴν σύζυγόν μου τὸ 1950 εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην ὅπου, μετὰ τὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία εἶχε ληφθῆ περὶ διακοπῆς τῆς συμβιώσεως, εὑρέθην τότε ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Γνωρίζω, λοιπόν, καλῶς τὰ πράγματα, ἀλλὰ καὶ τὰ σέβομαι. Κάλλιστα ἦτο δυνατόν, μετὰ 16 ἐτῶν διακοπὴν τοῦ ἐγγάμου βίου, κάποιος, εἴτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐγώ, ἐὰν συνέβαινε, ὃ μὴ γένοιτο, νὰ ὑποστῶ τὴν αὐτὴν δοκιμασίαν, νὰ θεωρήσωμεν αὐτονόητον νὰ μὴ τὸ σημειώσωμεν εἰς τὴν δήλωσίν μας. Κύριοι, ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ πρώτου δημοσιεύματος νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπῃ τοῦτο. Χωρὶς νὰ ὑβρίσῃ, χωρὶς νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸν ἄλφα ἢ τὸν βῆτα. Καὶ χρησιμοποιεῖ, κακῶς, κάκιστα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπανειλημμένως εἰς τὸν πολιτικόν του βίον αὐτὰς τὰς ἀπαραδέκτους φράσεις. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἔχει δικαίωμα νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ λαοῦ κανέναν. Ὅποιον θέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ τὸν περιφρονήσῃ μόνος του. Οὐδεὶς πολιτικὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ «παίρνω κἄποιον καὶ τὸν παραδίδω εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ λαοῦ». Ποῖος σᾶς τὸ ἔδωσε τὸ δικαίωμα αὐτό; Οὐδεὶς σᾶς τὸ ἔδωσε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν τὸ ἔδωσεν οὔτε εἰς ἐμὲ καὶ δὲν τὸ ἔδωσε εἰς κανένα. Εἰς οὐδένα ἔδωσεν ὁ λαὸς τὸ δικαίωμα νὰ παραδίδῃ εἰς τὴν περιφρόνησίν του οἱονδήποτε Ἕλληνα καὶ δὴ ὅταν ὁ Ἕλλην αὐτός, δημοσιογράφος ἢ πολιτικὸς ἔθιξε ζήτημα προσωπικόν. Ἐὰν εἶχε βλάψῃ τὸ ἔθνος ἴσως θὰ ἐδικαιοῦτο ἐν τῇ ἐξάρσει τῆς πατριωτικῆς του συνειδήσεως ἕνας Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι παραδίδει εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ λαοῦ κἄποιον, ὄχι ὅμως ὅταν οὗτος λέγει, ὅτι ὁ νόμος περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες ζητεῖ ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργὸν ὡρισμένην δήλωσιν καὶ δὲν τὴν ἔκαμε. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα χωρὶς νὰ ὑβρίζῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν τὸ ἔπραξε διότι δὲν τὸ ἐσκέφθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ πράξῃ καὶ ὄχι νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν ἀπόψε. Δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ πράγματα τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν τῆς κυρίας Κυβέλης. Διότι αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχε γράψῃ εἰς τὴν δήλωσιν καὶ δὲν τὸ ἔγραψε. Διότι λοιπὸν μᾶς τὸ λέγει μετὰ τέσσαρες μῆνας. Ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐσκέφθη κἂν ὅτι ἔπρεπε νὰ γράψῃ, ὅτι ὑπάρχει θέμα συζύγου. Καὶ πράγματι, δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον θέμα. Ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς δὲν τὸ ἐξήτασα καὶ δὲν θὰ τὸ ἐξετάσω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸ πράξω. Ἴσως νὰ ἔχῃ δίκαιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως νὰ μὴ ὑπάρχῃ θέμα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς.
§125Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ὄχι ἴσως, δὲν ὑπάρχει.
§126Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ μοῦ ἐπιβάλετε σεῖς νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει, διότι ἁπλούστατα δὲν ἐμελέτησα τὸν νόμον. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα. Ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ ἐξήτασα, λέγω, ὅτι ἴσως νὰ εἶναι ὀρθὴ ἡ ἑρμηνεία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κύριοι, ἡ ὅλη ὑπόθεσις δὲν ὀφείλεται εἰς συκοφαντίαν, δὲν ὀφείλεται εἰς κακίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὡς Ἀντιπολίτευσις θὰ εἶχον καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδηλώσουν τοιαύτην κακίαν. Ὅταν μάλιστα αὐτὴ αὕτη ἡ πλειοψηφία ἐκδηλώνει κακίαν ἀπέναντι τῆς μειοψηφίας θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ἠθικῶς θεμιτὸν καὶ ἡ μειοψηφία νὰ ἐκδηλώσῃ κἄποιαν κακίαν ἀλλὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ὑπῆρξε θέμα κακίας, δὲν ὑπῆρχε δὲ ὁπωσδήποτε θέμα συκοφαντίας. Τὸ θέμα ἐδημιουργήθη λόγῳ τῶν παραλείψεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὄχι κἂν τῆς παραλείψεως τῆς σχετικῆς πρὸς τὴν δήλωσίν του, ἀλλὰ παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν μετὰ τὴν ἐπισήμανσιν ὑπὸ πρωϊνῆς ἐφημερίδος τῆς γενομένης παραλείψεως. Αἱ παραλείψεις αἱ οὐσιαστικαὶ συνίστανται εἰς τὴν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποφυγὴν μιᾶς πράξεως εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προέβαινεν οἱοσδήποτε πολιτικὸς ἡγέτης εἰς τὸ παρελθόν. Οὐδεὶς πολιτικὸς ἡγέτης εἰς τὸ παρελθὸν θὰ ὕβριζεν ὅταν κἄποιος θὰ τοῦ ἔλεγε κάτι διὰ τὸν ἰδιωτικόν του βίον. Θὰ ἠγείρετο — αὐτὸ θὰ ἔκαμε καὶ ὁ Τρικούπης — καὶ θὰ ἔλεγε: Κύριοι, μοὶ προσήφθη αὐτὴ ἡ μομφή, ἀπαντῶ εἰς τοὺς κυρίους — θὰ τοὺς ὠνόμαζεν ὁπωσδήποτε κυρίους — ὅτι τὴν παράλειψιν αὐτὴν ἢ ἐκείνην πρέπει νὰ ἀποδώσουν εἰς τοὺς τάδε λόγους. Καὶ ἔπειτα θὰ προσέθετε: «Κύριοι βουλευταί, κρίνατέ με». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔπραξε τοῦτο καὶ τὴν θέσιν του δὲν τὴν κατέστησε δύσκολον ἡ κατ’ αὐτοῦ στραφεῖσα κατηγορία ἀλλὰ ἡ ἰδία αὐτοῦ διαγωγὴ καὶ ἡ ἀποψινή του ἀγόρευσις. Τί εἶπεν ἀπόψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Εἶπεν, ὅτι ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ἐξ ἀφορμῆς αὐτῆς τῆς ἀδιστάκτου ὑβριστικῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον του. Πρῶτον, ἀνῆλθεν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀδιστάκτου ὑβριστικῆς ἐπιθέσεως, διότι ἐὰν τὸν εἶχεν ἐνοχλήσῃ ἡ ἀδίστακτος ἐπίθεσις ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα πρὸ 4μήνου. Εἰς τὸ βῆμα ἀνῆλθεν ἀπόψε, διότι οὕτως ἢ ἄλλως, βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, ἔπρεπε τὸ θέμα νὰ ἔλθῃ ἀπόψε πρὸς συζήτησιν. Ἄρα καὶ ἐδῶ ἐχρησιμοποίησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τοὺς μεγάλους του λόγους. Δεύτερον, ὠνόμασεν ἀθλίαν συκοφαντικὴν ἐκστρατείαν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἢ μᾶλλον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἄφησε νὰ γίνῃ Ὑπῆρξε μία παράλειψις ἐκ μέρους του διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις οὔτε διὰ τοῦ τύπου, οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔτσι ἐδημιουργήθη ἔπειτα ὁ θόρυβος. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ χαρακτηρίζῃ κανεὶς καὶ δὲν ὑπάρχει καὶ δικαίωμα τότε προκειμένου περὶ προσωπικοῦ θέματος νὰ χαρακτηρίζῃ τοὺς ἄλλους ἀδιστάκτους συκοφάντας, ὅταν ὁ ἴδιος ἔχει κάμει παραλείψεις. Διατί εἶναι συκοφάνται, ὅταν ἐπισημειώνουν, ὅτι παρέβη τις τὸν νόμον καὶ δὲν ἔγραψε τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του; Δὲν εἶναι αὐτὸ συκοφαντία. Πᾶς τις ἦτο δυνατὸν νὰ περιπέσῃ εἰς τὴν παράλειψιν αὐτήν, διότι μετὰ 16 ἔτη ἦτο σχεδὸν αὐτονόητον, ὅτι δὲν θὰ ἐσκέπτετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ σημειώσῃ κάτι τὸ οὐσιαστικῶς ἀνύπαρκτον. Μόνον αὐτό, ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, χωρὶς νὰ ὑβρίσῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του, ὡμίλησε περὶ τοῦ νόμου τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Πράγματι αὐτὸς οὗτος ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ πρὸ ἐτῶν, εἶχε προτείνει ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο, νὰ γίνῃ ἀνάλογος νόμος, ὄχι βεβαίως τοιαύτης ἐκτάσεως περιλαμβάνων τοὺς πάντας καὶ τὰς πάσας, διότι αὐτὸς εἶναι τραγέλαφος, δὲν εἶναι νόμος. Καὶ ἐπροχώρησε τότε ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν μελέτην ἑνὸς σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη πράγματι. Ἀλλὰ ὅταν ἦλθε τὸ σχέδιον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως τότε εὑρισκόμην εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν διότι θὰ ἦτο δυνατὸν πᾶσα παρατήρησίς μου ἐπὶ τῶν ἀνοησιῶν τοῦ νόμου νὰ παρεξηγεῖτο. Καὶ πράγματι περιέχει ὁ νόμος πολλὰς ἀνοησίας, καὶ εἴδατε ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα. Ἀπεστάλη πρόσκλησις διὰ νὰ δηλώσουν τὰ περιουσιακά των στοιχεῖα εἰς χιλιάδας ἀνθρώπους μόνον καὶ μόνον τῇ αἰτήσει ἑνὸς προσώπου. Εἶναι ἀδιανόητον ἠθικῶς καὶ νομικῶς νὰ ἐπιτρέπεται τῇ αἰτήσει ἑνὸς προσώπου νὰ ταλαιπωροῦνται χιλιάδες ἀνθρώπων. Τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχεν ὁρίσει ρητῶς ὁ νόμος. Δὲν ἐπετρέπετο, νὰ ἐξαρτήσῃ ἀπὸ ἓν οἱονδήποτε πρόσωπον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλουν χιλιάδες ἄτομα δηλώσεις. Ἔχει λοιπὸν λάθη ὁ νόμος. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν βάσιν του δὲν εἶναι ὀρθός. Ἀπέφυγα ὅμως νὰ εἴπω ὅλα αὐτὰ τότε, διότι δὲν ἤθελα νὰ δημιουργηθῇ οὔτε κατ’ ἐλάχιστον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἡ ἐντύπωσις, ὅτι θέλομεν ἡμεῖς, οἱ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη κυβερνήσαντες νὰ ἀποφύγωμεν τὴν οἱανδήποτε ἔρευναν τὴν συνδεομένην μὲ τὴν περιουσιακήν μας κατάστασιν. Ἀλλὰ τὸν προσεχῆ Αὔγουστον, νομίζω, ὅτι λήγει ἡ προθεσμία τῶν μηνύσεων. Ἄρα ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν ἐπὶ ΕΡΕ καὶ ἐπὶ Συναγερμοῦ μὲ τὸν ὁποῖον ἐξ ἴσου μὲ συνδέει ἡ εὐθύνη καὶ τὸν ὁποῖον ἐξ ἴσου σέβομαι ὅπως καὶ τὴν ΕΡΕ τὴν κυβερνήσασαν τὴν χώραν καὶ φυσικὰ καὶ τὴν σημερινήν, αὐτονοήτως, ἀφοῦ εἶμαι ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῆς, ἔχουν θέσει ὑπ’ ὄψει παντὸς τὴν περιουσιακήν των κατάστασιν. Ἀφοῦ περάσῃ καὶ ὡρισμένος ἀκόμη χρόνος δὲν θὰ ὑπάρξῃ πλέον οἱονδήποτε ἠθικὸν κώλυμα δι’ ἐμὲ νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος ἢ νὰ ἀναμορφωθῇ ριζικῶς, ὅπως ἐπρότεινεν ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἐμὲ θὰ πρέπει νὰ καταργηθῇ ὄχι ὅμως καὶ νὰ ἀκυρωθοῦν αἱ συνέπειαι αὐτοῦ ἀναδρομικῶς. Ἄν τυχὸν οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν δὲν ἔχει δηλώσει κἄτι ὅπως ἔπρεπεν ἢ δὲν θὰ ἀποδείξῃ ὕστερα ἀπὸ μήνυσιν ὅπως θὰ ὤφειλε νὰ ἀποδείξῃ τὴν θεμιτὴν ἀπόκτησιν ὡρισμένων περιουσιακῶν στοιχείων, αὐτὸς νὰ εἶναι ἐκτεθειμένος εἰς τὴν δημοσίαν κριτικήν, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν δημοσίαν κριτικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς δικαστικὴν δίωξιν. Ἀλλὰ ἡμεῖς ἐπαύσαμεν νὰ κυβερνῶμεν ἀπὸ τὸ 1963, ἑπομένως καὶ ἡ πρὸ μηνὸς γενομένη δευτέρα δήλωσίς μας ἀφορᾷ μόνον τὸ διάστημα τῶν τελευταίων μηνῶν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ ἐντεῦθεν κατὰ τὸ ὁποῖον διάστημα δὲν ἐκυβερνήσαμεν. Ἄρα δὲν ὑπάρχει πλέον θέμα δι’ ἡμᾶς. Ὅταν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως προθεσμίας μηνύσεων θὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ θέμα δι’ ἡμᾶς, θὰ ζητήσω τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ὑπάρχει θέμα δι’ ἡμᾶς δὲν τὴν ζητῶ. Σπεύσατε, λοιπόν, ἐγκαίρως καὶ σεῖς κύριοι συνάδελφοι τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ σεῖς κύριοι συνάδελφοι τῆς ΕΔΑ καὶ οἱοσδήποτε Ἕλλην πολίτης νὰ ὑποβάλετε μήνυσιν ἐναντίον οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§128Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πράγματι ἡ ἀποψινὴ συνεδρίασις ἐνεφάνισε κάτι τι τὸ ἀποκαρδιωτικὸν καὶ θὰ ἔλεγον τὸ ἄκοσμον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας τῆς 4ης Αὐγούστου ὁ καταλύσας κάθε νομιμότητα, (ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς), κάθε ἴχνος νομιμότητος, ἐνεφανίσθη ἐδῶ ὡς νομοφύλαξ, ὡς νομοδιδάσκαλος καὶ ὡς τιμητὴς καὶ μάλιστα ἐπὶ τῇ βάσει καταδήλως ἀβασίμων τυπολογικῶν ἰσχυρισμῶν τοὺς ὁποίους δὲν ἐνόμισε κἂν ὅτι εἶχε χρέος νὰ νομιμοποιήσῃ, ἐπιχειρῶν νὰ θεμελιώσῃ ἔστω καὶ χωρὶς καμμίαν ἀπόδειξιν, ἔστω καὶ ἐναντίον τῆς ἀληθείας σὲ κάποιαν συμπαιγνίαν, ὅτι λ.χ. ἡ παράλειψις τῆς δηλώσεως εἰς τὸ πόθεν ἔσχες περὶ τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῆς ἄλλοτε συζύγου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποσκοπεῖ εἰς τὸ νὰ ἀποκρύψῃ ἀθεμίτως κτηθεῖσαν περιουσίαν τοῦ ἰδίου ἢ ὅτι ἡ παράλειψις εἰς τὴν φορολογικὴν δήλωσιν ἐπὶ εἰσοδήματος οἰκογενειακοῦ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ κατὰ διαφορετικὴν κλίμακα διότι ἀπὸ κοινοῦ κατηναλίσκετο ἐν κοινῇ συμβιώσει, ἐγένετο διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ φοροδιαφυγή. Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Ὑπῆρξε μία προσπάθεια διασυρμοῦ, μία προσπάθεια νομίζω ταπεινώσεως τοῦ ἐπιπέδου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐγὼ δὲν πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἔχομεν περίπτωσιν ὑπερβολῆς ἐξ ἀντιπολιτευτικοῦ μένους, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ εἴμεθα μακρὰν ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν ἂν ἴδωμεν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν, εἰς αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν θόρυβον κάτι τι ποὺ ἐντάσσεται ἐμμέσως εἰς μίαν γενικωτέραν συστηματικὴν καὶ ὕπουλον ἐπίθεσιν κατὰ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ τοῦ Κοινοβουλίου (ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Μολονότι, κ. Πρόεδρε, βεβαίως εἶναι θετικὸν καὶ βεβαίως τιμᾷ τὸν σημερινὸν Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔστω καὶ μὲ μυρίας περιφράσεις οὐσιαστικῶς ἀπεδοκίμασε καὶ κατεδίκασε τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Μανιαδάκη, ἐν τούτοις νομίζω, ὅτι εἶναι βαρύτατον καὶ χαρακτηριστικὸν τάσεων τὸ ὅτι τὸ κόμμα τῆς ΕΡΕ ἰσχυριζόμενον ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικόν, ἐδέχθη καὶ ἐνηγκαλίσθη τὸ στέλεχος αὐτὸ τῆς 4ης Αὐγούστου καὶ τὸ ἀνέδειξε κοινοβουλευτικόν της στέλεχος καὶ οὕτω κατέστη δυνατὸν μετὰ 25 ὁλόκληρα χρόνια ἀπὸ τότε καὶ σήμερον ἡ 4η Αὐγούστου μὲ τὰ ἄκοσμα ὅσα ἠκούσαμεν νὰ ταπεινώσῃ ἐκ νέου τὸ Κοινοβούλιον καὶ τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§130Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν λόγων τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ. Θεωρῶ πρῶτον χρέος νὰ ὑπομνήσω, καὶ ἀποτελεῖ γραμμὴν ἰδικήν μας ὅτι ἐπὶ τῶν ἠθικῶν θεμάτων δὲν ὑφίσταται ζήτημα κομματικῆς πειθαρχίας, ὑπάρχει ἐλευθερία ἀτομικῆς συνειδήσεως. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἔχει ἀνέκαθεν κηρυχθῆ καὶ τηρεῖται. Δεύτερον, μοῦ ἐτέθη τὸ ἐρώτημα, διατί δὲν ἀπήντησα ἀμέσως εἰς τὸν τύπον καὶ διατί ἐβράδυνα. Δίδω τὴν ἀπάντησιν: Ἔχει σήμερον ὁ τύπος τῆς ΕΡΕ ἐκτραχηλισθῆ εἰς προσωπικὰς ὕβρεις ἐναντίον μου καὶ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἔχει καταστῆ ἀνάξιος πάσης ἀπαντήσεως.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον.
§132Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἠρώτησεν ἐπίσης ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ διατί ἐτόνισα ὅτι παρέστην σήμερον. Ἐπερωτῶνται οἱ κ.κ. Ὑπουργοί. Ὄχι ἐγώ. Ἑπομένως, ἠδυνάμην νὰ μὴ παραστῶ. (Χειροκροτήματα). Καὶ ὑπάρχει ἡ βασικὴ παρατήρησις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει καὶ τὸν τιμᾶ, δὲν κατεδέχθη νὰ καταστῇ ἀλληλέγγυος εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Ἡ παρατήρησις ὅτι ἡ εὐθύνη μου συνίσταται εἰς τοὺς χαρακτηρισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔδωκα εἰς τὸν ἀσκήσαντα τὴν ἐπερώτησιν. Δίδω ἀπάντησιν. Ἐπειδὴ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ οἱ ἐπερωτῶντες γνωρίζουν ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐθύνη καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀσκοῦν αὐτὴν τὴν δημαγωγίαν ἐναντίον μου, διὰ τοῦτο τοὺς παρέδωκα καὶ ἐπαναλαμβάνω, τοὺς παραδίδω εἰς τὴν περιφρόνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§133Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι δι’ ὡρισμένας ἐκφράσεις τὰς ὁποίας καὶ πάλιν ἐχρησιμοποίησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τὴν βαρυτάτην φράσιν, τὴν ἀπαράδεκτον, ἐναντίον τοῦ τύπου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Οὐδεὶς Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτύρεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἢ μᾶλλον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτύρεται, ἀλλ’ ὄχι νὰ θεωρῇ ἀνάξιον ἀπαντήσεως τὸν τύπον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν σήμερον, διαβάσῃ ἀπογευματινὴν Κυβερνητικὴν ἐφημερίδα, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ κατὰ τρόπον ὑβριστικώτατον δι’ ἐμέ, θὰ μοῦ ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσω τὴν αὐτὴν ἔκφρασιν διὰ τὸν Κυβερνητικὸν τύπον, τὴν ὁποία ἐχρησιμοποίησεν ἐκεῖνος διὰ τὸν τύπον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀκόμη καὶ ἂν μοῦ τὸ ἔδιδε, θὰ τὸ ἐπέστρεφα, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα, οὔτε εἰς τὸν ἑαυτόν του νὰ δίδῃ οὔτε εἰς ἐμὲ τὸν τίτλον τοῦ ὑβριστοῦ τοῦ τύπου. Ὁ τύπος ἔχει κατ’ ἐμὲ βαρύτατα ἐνοχλήσει, ὁ τύπος ὁ ἰδικός του, ὁ ἰδικός του μὲ εἰσαγωγικὰ φυσικά, διότι δὲν τοῦ ἀνήκει δὲν εἶναι ἰδιοκτησία του καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν ἑκατὸν τοῖς ἑκατὸ νὰ τὸν κατευθύνῃ, ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν ὡς Πρωθυπουργὸς νὰ ἔδιδεν ὡρισμένην γραμμήν. Ὁ τύπος λοιπὸν ὁ Κυβερνητικὸς ἔχει ἀπευθύνει πολλὰς ὕβρεις ἐναντίον μου. Καὶ ἀφοῦ ἀπόψε ἐνόμισεν, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσῃ περὶ ἐμοῦ μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν, εἰς ὡρισμένας ἑκάστοτε περιπτώσεις χρησιμοποιεῖ καὶ ὄχι πάντοτε καὶ αὐτὸ τὸ ἐπισημαίνω, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ ἔχει περὶ ἐμοῦ τὴν ἣν γνώμην διετύπωσεν ἀπόψε, πῶς δὲν ἔχει ἀντιδράσει ἡ συνείδησίς του διὰ τὰς ὕβρεις τὰς ὁποίας ἔχει ἐκτοξεύσει ὁ τύπος του κατὰ καιροὺς ἐναντίον μου; Δὲν χρειάζομαι νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ τοῦ εἴπω νὰ μὴ ὑβρίζῃ διὰ νὰ μὴ ὑβρίζεται, ἢ νὰ ὑβρίζεται χωρὶς νὰ ὑβρίζῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§135Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶχον πρόθεσιν νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος καὶ διότι εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀπόψεις μου— ἐκτεθεῖσαι ὅταν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες— ὅτι δηλαδὴ εἶναι ἀντισυνταγματικόν, καὶ διότι μετὰ ἀπὸ ὅσα ἰδίως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, δὲν ὑπάρχει γενικώτερον θέμα, ἀλλὰ θέμα προτάξεως ἐπερωτήσεως καὶ τῆς συζητήσεως μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ ἐπερωτωμένων Ὑπουργῶν. Ἐζήτησα ἤδη τὸν λόγον μόνον κατόπιν τῆς φράσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ, φράσεως ἐχούσης σχέσιν μὲ τὴν στάσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ τύπου. Ἐπροξένησεν εἰς ἐμὲ ἔκπληξιν— ποὺ εἶμαι κάπως νεώτερος τοῦ Πρωθυπουργοῦ— πῶς ἐνῷ εἶναι πρεσβύτερος ἐμοῦ καὶ ἔζησε πολὺ μακρότερον τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ μνήμην. Διότι τὰ ὅσα γράφει ὁ τύπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σήμερον ἐναντίον τοῦ κ. Παπανδρέου εἶναι θωπεῖαι ἔναντι τῶν ὅσων εἶχον γραφῆ ἑκάστοτε ἔναντι ἡμῶν, ἔναντι παλαιοτέρων ἡγετῶν κυβερνησάντων τὸν τόπον. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπεκταθῶ περισσότερον θὰ ἀρκεσθῶ μόνον, εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅταν πανηγυρίζωμεν τὴν νίκην τῆς Δημοκρατίας.....
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸν τύπον τῆς Δεξιᾶς.
§137Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ, ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐναντίον τοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος τὸν ὑμνεῖ. Ἀπορῶ διὰ τὴν διακοπήν σας. Θὰ ἦτο περίεργον ἐὰν ἐστρέφετο ἐναντίον τῶν ὑμνολόγων. Ἐστράφη ἐναντίον τῶν κατηγόρων. Ὅταν ὅμως ὁ ἴδιος, λέγω, διακηρύσσῃ συνεχῶς τὴν πίστιν του εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς διαμαρτύρεται, διότι ὁ τύπος λέγει τὴν γνώμην του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μανιαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§139Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ..... (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ δημιουργεῖται θόρυβος ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε.Κ. Φωναί. Δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ ὁμιλήσῃ ἐκ νέου).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὸς τὸ Προεδρεῖον, δύνασθε νὰ ἀπευθύνετε οἱανδήποτε παρατήρησίν σας. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ διακόπτετε ὁμιλοῦντα συνάδελφον. Κύριε Μανιαδάκη, ἡ διαμαρτυρία ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσετε μόνον ἡμίσειαν ὥραν. Ἐπειδὴ ὅμως προέβλεψα ὅτι θὰ ζητήσετε νὰ ὁμιλήσετε περὶ προσωπικοῦ θέματος, σᾶς ἐπέτρεψα νὰ ὁμιλήσετε.
§141Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ τόσην δεξιοτεχνίαν κατὰ τὴν ὁμιλίαν του προσεπάθησε νὰ καλύψῃ τὸ ὅλον θέμα τῶν φορολογικῶν παραβάσεων καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχουν παραβάσεις, ἔχω λέγω, νὰ τοῦ εἴπω ὅτι εἰς τὴν χώραν μας πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου εἰσοδήματος (Ν.Δ. 3323) 55) ἴσχυεν ἄλλος νόμος περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων ὑπὸ τὴν γνωστὴν δυαδικὴν μορφὴν τοῦ ἀναλυτικοῦ καὶ τοῦ συνθετικοῦ φόρου. Ὁ νόμος αὐτὸς προβλέπει τὴν συνένωσιν τῶν εἰσοδημάτων ἀμφοτέρων τῶν συζύγων καὶ τὴν ὑπαγωγὴν των εἰς συνθετικὸν φόρον.
§142Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ὅταν ὑπῆρχε συμβίωσις.
§143Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Προκειμένου περὶ συζύγων ἀποδεδειγμένως μὴ συμβιούντων λόγῳ διαστάσεως μεταξὺ αὐτῶν ὑφισταμένης καὶ πιστοποιουμένης ἐκ δικαστικοῦ ἀγῶνος ἐγερθέντος πρὸς λύσιν τοῦ γάμου καὶ ὁ ὁποῖος ἀγὼν ἤρχισεν ἓν ἔτος τοὐλάχιστον πρὸ τῆς νομίμου πρὸς δήλωσιν προθεσμίας καθιεροῦται διὰ τοῦ ἄρθρου 31 παράγραφος 6 ἰδίᾳ ἑκάστου ὑποχρέωσις πρὸς δήλωσιν καὶ καταβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς παρ’ ἑκάστου κατὰ τὸ προηγούμενον τῆς φορολογίας ἔτος κτηθείσης συνολικῆς καθαρᾶς προσόδου. Δηλαδὴ διὰ νὰ μὴ προστεθοῦν τὰ εἰσοδήματα τῆς συζύγου εἰς περίπτωσιν ἐπικαλουμένης διαστάσεως τῶν συζύγων, δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑφίσταται ἡ διάστασις, ἀλλὰ πρέπει ἐπὶ πλέον νὰ πιστοποιῆται καὶ ἐκ δικαστικοῦ ἀγῶνος ἐγερθέντος πρὸς λύσιν τοῦ γάμου. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παγία εἶναι ἡ νομολογία τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων καὶ σύμφωνος ἡ γραμμὴ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ διαφόρων Ἐκδικαστικῶν Ἐπιτροπῶν Ἐφέσεων. Ἰδοὺ διατί ἢ τὸ διαζύγιον ἢ ἡ ἀγωγὴ τοῦ διαζυγίου εἶναι στοιχεῖα τοῦ νόμου. Δὲν θέλω νὰ ὀξύνω τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τοὺς φωνασκοῦντας. Ἐὰν ἐπὶ παραδείγματι συνέβαινεν κἄποιο ἀτύχημα εἰς τὴν κυρίαν Κυβέλην, ποῖα ὀφέλη θὰ εἶχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸ ἀτύχημα αὐτὸ ἢ καὶ ἀντιστρόφως ἐὰν συνέβαινε τὸ ἀτύχημα εἰς τὴν ἑτέραν πλευράν; Θὰ ἔπαιρνεν ἡ κυρία Κυβέλη καὶ σύνταξιν Πρωθυπουργοῦ καὶ σύνταξιν νομικοῦ καὶ κληρονομικὸν μερίδιον. Ἰδοὺ διατί ὁ νόμος ζητεῖ διαζύγιον. Σταματῶ ἐδῶ διὰ τοὺς φωνασκοῦντας.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος κηρύσσεται περαιωμένη. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θὰ συζητηθῇ ἐν συνεχείᾳ τὸ θέμα τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Ἀκαδημίας. Παρακαλεῖται ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Μπακλατζῆς νὰ καταλάβῃ τὴν προεδρικὴν ἕδραν. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς).
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν δι’ ὀλίγα λεπτά.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις δι’ ὀλίγα λεπτά.
(Ὥρα 10.00′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.11′ μ.μ.)
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς). Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Κύριοι βουλευταί, θὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν ὡρισμένοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι ἀσυμβίβαστον μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Ἀκαδημίας καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου καὶ ἑπομένως καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι τὴν ὑπογράφουν;
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς:
ΠΡΟΤΑΣΙΣ
Ἐπειδὴ εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 50–51 τῆς 28.12.64 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος «Δικηγορικὴ Γνώμη» ἐδημοσιεύθη ἄρθρον δι’ οὗ ὑποστηρίζεται ὅτι οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Ἀθανασιάδης –Νόβας καὶ Κ. Τσάτσος, ἐξέπεσαν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ἀφ’ ἧς ὁ πρῶτος ἐγένετο Πρόεδρος, ὁ δὲ δεύτερος Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Ἐπειδὴ ταῦτα ὑπεστηρίχθησαν καὶ παρὰ τοῦ Δικηγόρου κ. Δ. Σταμούλη, κατοίκου Ἀθηνῶν, ὅστις καὶ ἐκοινοποίησε πρὸς Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων τὴν ἀπὸ 29 Μαρτίου ἐ.ἔ. ἐξώδικον δήλωσίν του, ὑποστηρίζουσα τὰς αὐτὰς ἀπόψεις. Ἐπειδὴ καὶ εἰς τὸν ἡμερήσιον τύπον ἐγένοντο σχετικοὶ ὑπαινιγμοί. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε σκόπιμον νὰ διατηροῦνται, ἔστω καὶ ἀβάσιμοι ἀμφιβολίαι περὶ τῆς νομίμου παρουσίας ἐν τῇ Βουλῇ δύο συναδέλφων ἐκ τῶν ὁποίων μάλιστα ὁ εἷς τυγχάνει καὶ Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Διὰ ταῦτα προτείνομεν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 79 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ὁρισθῇ τὸ ταχύτερον ἡμέρα καθ’ ἣν τὸ Σῶμα θὰ ἀποφανθῇ, συνῳδὰ τῷ ἄρθρῳ 71 τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῆς προκληθείσης ἀμφισβητήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Μαΐου 1965 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Ν. Αὐγερινός, Θ. Ἀνδρεάδης, Κ. Γιαννούσης, Ν. Ἀλαβᾶνος, Γ. Λαζαρίδης, Α. Ἀντωνίου, Φ. Παναγιωτόπουλος, Χ. Ἀβραμίδης, Τ. Κεφαλληνός, Κ. Στεφανόπουλος, Γ. Λυμπερίδης, Γ. Σερπᾶνος, Κ. Παπαδόπουλος, Θ. Λυμπέρης, Σ. Φωτιάδης, Α. Δερδεμέζης, Π. Σταυρόπουλος, Δ. Καρατζένης, Ι. Διαμαντόπουλος, Ι. Λαυρεντίδης, Φ. Πιτούλης, Α. Γεροκωστόπουλος, Δ. Λαντζούνης, Λ. Μπουρνιᾶς, Α. Περρωτὴς κλπ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως, γίνεται συζήτησις. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§151ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀπών.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἕτερος τὸν λόγον;
§153ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§154Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τί λέγει ἡ πρότασις;
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν γνωρίζετε.
§156Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν διενεμήθη.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ Δικηγόρος κ. Δημ. Δ. Σταμούλης δι’ ἀναφορᾶς του αἰτεῖται ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ ἐκπτώσεως ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γεωργίου Ἀθανασιάδου–Νόβα καὶ Κων. Τσάτσου, λόγῳ ἀποδοχῆς παρὰ τούτων τοῦ μὲν πρώτου τῆς Προεδρίας τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν τοῦ δὲ δευτέρου τῆς Ἀντιπροεδρίας αὐτῆς».
§158Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἷς ἐκ τῶν προτεινόντων πρέπει νὰ ἀναπτύξῃ τὸ θέμα.
§159ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν χρειάζεται.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἦλθεν ὁ κ. Ἡλιοῦ. Ὁρίστε κ. Ἡλιοῦ.
§161Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου καλούμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν εἶναι βεβαίως σημαντικόν. Θέλω ὅμως νὰ ὑπογραμμίσω ὅτι οὔτε πολιτικόν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν κομματικόν, ζήτημα εἶναι καὶ δὲν ἐμπλέκεται εἰς τὴν πολιτικὴν ἀντιδικίαν, διότι βέβαια ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐὰν ἔχουν ἐκπέσει τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος δύο σημαίνοντα στελέχη ἀνὰ εἷς ἐξ ἑκατέρου τῶν μεγαλυτέρων ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο καταφατικὴ δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ ἐπέλθῃ καμμία μεταβολὴ κομματικῆς συνθέσεως τῆς Βουλῆς, διότι θὰ ἀνεπληροῦντο εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀπὸ τοὺς ἀναπληρωματικούς, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὰ ἴδια κόμματα. Ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ τὴν ἔννοιαν οὔτε προσωπικῆς κατηγορίας ἀποδοκιμασίας, ψόγου ἢ ἐλέγχου κατὰ τῶν δύο αὐτῶν συναδέλφων μας, διότι καταδήλως, τιμηθέντες ἀπὸ τὴν ψῆφον τῶν ὁμοτίμων των εἰς τὴν Ἀκαδημίαν Ἀθηνῶν τῆς ὁποίας εἶναι μέλη, ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν αὐτῆς ὡς μέλη τῆς Συγκλήτου καὶ δὲν ἔκαμαν τὴν ἐπιλογὴν ποὺ προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλά, βεβαίως, καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ μέλους τῆς Συγκλήτου δὲν ἐνέχει τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ προκαλῇ τὴν ἀποδοκιμασίαν ἢ τὴν κατηγορίαν ἢ τὸν ψόγον. Ἑπομένως, ἔχομεν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ ἑνὸς καθαρῶς συνταγματικοῦ, νομικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις, φρονῶ ὅτι ἔχει κάποιαν σημασίαν πολιτικήν, δι’ οὓς λόγους εἰς τὴν κατακλεῖδα τῆς συντόμου ὁμιλίας μου θὰ ἀναπτύξω. Θὰ εἴπω δὲ τὴν γνώμην μου ἀδιάβλητον, διότι συμπίπτει μέσα εἰς τὸ δημοσίευμα, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον ἐγεννήθη ἡ ὑπόθεσις, νὰ μνημονεύεται καὶ μία γνωμοδότησίς μου, δημοσιευθεῖσα εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἑλλήνων Νομικῶν», τοῦ ἔτους 1939 εἰς τὴν σελίδα 60, ἐκ τελείως ἄλλης ἀφορμῆς εἰς ἀνύποπτον ὡς βλέπετε χρόνον, δεδομένου μάλιστα, ὅτι ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἶχε καταλυθῆ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθῇ ἐπὶ 4ης Αὐγούστου, ἐὰν ὑπῆρχε τὸ συμβιβαστὸν ἢ τὸ ἀσυμβίβαστον, τῆς μιᾶς ἰδιότητος μὲ τὴν ἄλλην. Δὲν ἐκαινοτόμησα δὲ οὔτε ὑπῆρξα σοφὸς μὲ τὴν γνωμοδότησίν μου ἐκείνην, διότι ἀπὸ τὸν Παπαφράγκον τὸν ἀείμνηστον Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, εἰς τὸ ἔργον του «Τὰ πορίσματα τῆς νομολογίας τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας», ἀπὸ τοὺς δύο σημερινοὺς Ἀντιπροέδρους καὶ καθηγητὰς κ.κ. Στασινόπουλον καὶ Παπαχατζῆν, ἀπὸ τοὺς συνταγματολόγους, τὸν ἀείμνηστον Σβῶλον καὶ τὸν κ. Κυριακόπουλον καὶ ἀπὸ τὸν διοικητικολόγον κ. Δένδια, ἀπὸ ὅλους, δὲν τίθεται κἂν ζήτημα καὶ ἐρώτημα, ἐὰν ἡ ἀκαδημία Ἀθηνῶν εἶναι Ν.Π.Δ.Δ. ἢ ἂν δὲν εἶναι. Ἄλλωστε, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ περίπτωσις συγχύσεως, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ὁμόφωνος ἡ θεωρία καὶ ἡ πρᾶξις ἡ δικαστικὴ καὶ δέχεται ὅτι χαρακτηριστικὸν τῶν Ν.Π.Δ.Δ., ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἐκεῖνα τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου εἶναι, ὅτι συνιστῶνται διὰ τῆς βουλήσεως τῆς Πολιτείας καὶ ὄχι τῆς βουλήσεως τῶν συγκροτούντων αὐτὰ προσώπων ὅτι δὲν δύνανται νὰ διαλυθοῦν δι’ ἀποφάσεως τῶν μελῶν των, ἀλλὰ μόνον διὰ πράξεως τῆς Πολιτείας καὶ ὅτι ἐπιδιώκουν σκοποὺς ἐν εὐρυτάτῳ πνεύματι, δημοσίους ἢ κοινωφελεῖς ἢ πάντως, σκοποὺς οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομικὴν ὠφέλειαν, τῶν ἀπαρτιζόντων αὐτὰ μελῶν. Περιέχει ὅλα τὰ γνωρίσματα ὁ νόμος ὁ ἱδρυτικὸς τῆς Ἀκαδημίας, ὁ κυρώσας δηλαδή, τὸ ψήφισμα τοῦ 1926 εἰς τὸ ἄρθρ. 4 αὐτοῦ λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἔχει νομικὴν προσωπικότητα ... (ἀναγινώσκει)...». «Ἐπίσης, τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν αʹ παράγραφον καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν βʹ παράγραφον αὐτοῦ λέγει τὰ ἑξῆς: «... (ἀναγινώσκει)...». Καὶ τέλος, τὸ ἄρθρον 72 τοῦ Συντάγματος λέγει: «Βουλευταὶ ἀποδεχόμενοι ... (ἀναγινώσκει)...». Κύριοι συνάδελφοι, κύριε Πρόεδρε. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ δικαστικὴ πρᾶξις, καὶ μία ἂς εἴπωμεν δικαστικὴ ὁμολογία τοῦ ἑτέρου τῶν δύο διακεκριμένων καὶ ἀνεξαρτήτως πολιτικῶν ἀντιθέσεων, παρὰ τοῦ συνόλου τοῦ Σώματος ἐκτιμωμένων συναδέλφων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, μία δικαστικὴ τρόπον τινὰ ὁμολογία δέχεται αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει τὸ Σύνταγμα, ὡς οὕτως ἔχουσα. Πράγματι τὸ 1956 ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος σήμερον, ὁ ἀκαδημαϊκὸς κ. Ἀθανασιάδης–Νόβας, μὴ ὢν ὅμως τότε μέλος τῆς Συγκλήτου, ἐξελέγη βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, τὸ δὲ κῦρος τῆς ἐκλογῆς του προσεβλήθη ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὡς ἀκαδημαϊκὸς εἶναι ὑπάλληλος τῆς Ἀκαδημίας. Δηλαδὴ ἐπειδὴ οἱ ἀκαδημαϊκοὶ λαμβάνουν μίαν ἀποζημίωσιν, ἐχαρακτηρίσθη ὑπὸ τοῦ ἐνισταμένου ὡς ὑπάλληλος. Παρεμβαίνει ὁ ἴδιος εἰς τὴν δίκην διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐκλογήν του, ὁ κ. Νόβας, καὶ λέγει εἰς τὴν παρέμβασίν του τάδε: «Τὴν Ἀκαδημίαν Ἀθηνῶν ἐκπροσωπεῖ ἡ Σύγκλητος... (ἀναγινώσκει)...». Καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα κρῖνον τὸ ἐκλογοδικεῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 30 τοῦ 1956 ἀποφάσεώς του, δέχεται ὅτι πράγματι οἱ ἀκαδημαϊκοὶ δὲν εἶναι ὑπάλληλοι καὶ ἰσχυρίσθη καὶ ἦτο τότε ἀληθές, ὅτι τότε δὲν ἦτο καὶ μέλος τῆς διοικήσεως. Σήμερον εἶναι. Εἶναι καὶ οἱ δύο μέλη τῆς Συγκλήτου.
§162Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐπιτρέπεται; Τί ἀξίαν ἔχει εἰς τὴν νομικὴν ἔννοιαν ἡ ὁμολογία;
§163Η. ΗΛΙΟΥ. Ἔχει τὴν ἑξῆς ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν ἀξίαν ὅτι δὲν ἐτέλει ὅταν ἀπεδέχθη τὴν ἐκλογήν του, ὡς Προέδρου τῆς Ἀκαδημίας καὶ δὲν ἐδήλωσεν ἐντὸς 8 ἡμερῶν, ἐπιλογὴν μεταξὺ τῶν δύο, δὲν ἐτέλει ἐν ἀμφιβολίᾳ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος εἶχεν ἰσχυρισθῆ τοῦτο, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι σωστόν, νομικῶς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ προβάλῃ κανεὶς οὔτε τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι τὰ ἠγνόει ἢ τὰ ἠμέλησεν. Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Ἡ Σύγκλητος, προβλέπεται ἀπὸ κεφάλαιον ὁλόκληρον τοῦ νόμου περὶ Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν καὶ συγκεκριμένως ἀπὸ τὰ ἄρθρα 58–65: «Ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, Ἀντιπρόεδρον καὶ τοὺς... (ἀναγινώσκει)...». Ἑπομένως, περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Μὴ μοῦ εἴπητε, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν αὐτὰ εἶναι αὐστηρὰ ἢ δὲν εἶναι αὐστηρὰ ὑπὲρ ἄγαν. Ἐγὼ συνομολογῶ πρῶτος, ὅτι εἶναι αὐστηρά, ἀλλὰ δὲν δέχομαι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρόν μας, ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους, νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν καὶ ὁ HERRIOT κακῶς μετεῖχε τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς. Πρῶτα–πρῶτα, ἐν Γαλλίᾳ, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἐφαρμοστέον τὸ γαλλικὸν συνταγματικὸν δίκαιον καὶ οὐχὶ τὸ ἐν Ἑλλάδι. Δεύτερον, ὁ μακαρίτης HER-RIOT, δὲν ἦτο μόνον ἀκαδημαϊκός, ἀλλὰ καὶ δήμαρχος τῆς Λυὼν καὶ ἐν τούτοις, δὲν ὑπάρχει τὸ ἀσυμβίβαστον ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει, μεταξὺ βουλευτικῆς καὶ δημαρχιακῆς ἰδιότητος. Ὡς ἐκ τούτου ἦτο ταὐτοχρόνως καὶ δήμαρχος καὶ βουλευτὴς καὶ ἀκαδημαϊκός. Ἀλλὰ εἶναι ἄλλος ὁ ἐφαρμοστέος ἐκεῖ νόμος. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν συζητοῦμεν περὶ τοῦ Συντάγματος, δεσμευόμεθα ὑπ’ αὐτοῦ. Ἡμπορεῖ νὰ ἐπιδιώξωμεν νὰ σχηματισθῇ ἡ πλειοψηφία ἡ σύμφωνος μὲ τὰς ἀπόψεις μας, ὥστε νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τῆς Α ἢ Β διατάξεως. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ δὲν ἀναθεωρεῖται, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει σκέψεων σκοπιμότητος νὰ προχωρήσωμεν εἰς λῆψιν ἀποφάσεων. Τοῦτο δέ, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὅπως σᾶς ἀνέγνωσα, ἀμφότερα τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 ὁμιλοῦν περὶ ἐκπτώσεως ἐπερχομένης αὐτοδικαίως. Ἀλλὰ ὅταν ὑπάρχῃ τι, τὸ αὐτοδικαίως ἐπερχόμενον, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ Σῶμα, τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ διαπιστώσῃ τὴν συνδρομὴν τοῦ περιστατικοῦ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι νὰ τοὺς καταστήσωμεν ἐκπτώτους, ἀλλὰ ἔχομεν νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν ἀνέλαβον μέλη διοικήσεως νομικοῦ προσώπου Δημοσίου Δικαίου. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα τὸ ἀποτέλεσμα ἐπέρχεται αὐτοδικαίως. Αὐτὸ προκειμένου περὶ πράξεως τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ ὄχι τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, θεωρεῖται ὡς ἀναγνωριστικὴ ἁρμοδιότης, ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει διακριτικὴ εὐχέρεια, ἀλλ’ ἡ διοίκησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ κάμῃ κάτι τι. Λόγου χάριν, ἐάν τις ἔχῃ πτυχίον νομικῆς καὶ ἐπιτύχῃ εἰς ἐξετάσεις ἐπ’ ἀδείᾳ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης νὰ διορίσῃ τὸν αἰτοῦντα δικηγόρον. Δὲν ἔχει διακριτικὴν εὐχέρειαν, νὰ τὸν διορίσῃ ἢ καὶ νὰ μὴ τὸν διορίσῃ, ἀλλὰ ἔχει τὴν ἀναγνωριστικὴν ἁρμοδιότητα νὰ διαπιστώσῃ ὅτι αἱ ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀπαιτούμεναι προϋποθέσεις, ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν, συντρέχουν ἢ δὲν συντρέχουν. Ἐὰν τώρα, αὐτὴν τὴν ὑποχρεωτικὴν ἁρμοδιότητα δὲν τὴν ἀσκήσῃ, ἡ ἀπόφασίς του ἀκυροῦται, διὰ παράλειψιν νόμῳ ὀφειλομένης ἐνεργείας. Θὰ ἦτο ἄκυρος ἡ ἀπόφασίς μας, διότι θὰ παρελείπαμεν Συντάγματι ὀφειλομένην ἐνέργειαν, ἐὰν δὲν ἐνηργούσαμεν σύμφωνα μὲ αὐτό. Νομίζω, ὅτι τὸ Σύνταγμά μας, τὸ ὁποῖον προβλέπει δύο ἁρμόδια ὄργανα κρίνοντα περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς βουλευτοῦ ἢ τῆς διατηρήσεως τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος, ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ κωλύματος ὑπάρχοντος κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀνακηρύξεως, ἀναθέτει εἰς δικαστικὸν Σῶμα, τὸ ἐκλογοδικεῖον, μετὰ ταῦτα δὲ εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ Σῶμα, τὴν ἰδίαν Βουλήν. Βεβαίως ἐπιθυμεῖ, βεβαίως ἐπιτάσσει νὰ ἐφαρμόζῃ καὶ ἡ Βουλὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐφήρμοζεν ἐὰν ὑπῆρχε τὸ ἐκλογοδικεῖον. Καὶ ὅταν τὸ ἐκλογοδικεῖον ἀκυροῖ τὴν ἐκλογὴν λ.χ. τοῦ μέλους τοῦ λιμενικοῦ ταμείου τῆς νήσου Ἴου ἢ δὲν ἠξεύρω οἱουδήποτε ἄλλου μέλους διοικήσεως ἐλαχιστοτάτου καὶ μὴ ἀσκοῦντος ἐπιρροὴν νομικοῦ προσώπου δημοσίου δικαίου, βεβαίως αὐτὸ ἐπιτάσσει καὶ εἰς ἡμᾶς. Εἶναι ἀναθεωρητέα ἡ διάταξις; Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀκόμη ἀναθεωρηθῆ. Ὅπως εἶναι κατ’ ἐμὲ καὶ προκειμένου περὶ Δημάρχων ἀναθεωρητέα περὶ ἀσυμβιβάστου διατάξεως, ὅπως καὶ ἡ περὶ ἀσυμβιβάστου τῶν καθηγητῶν τῶν ἀνωτάτων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων διάταξις. Ἄλλο τὸ τί φρονοῦμεν περὶ τοῦ ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ Σύνταγμα καὶ ποίας ἐνδεχομένως βελτιώσεις πρέπει νὰ ὑποστῇ καὶ ἄλλο τὸ πῶς θὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ πῶς δεσμευόμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα. Τερματίζων δὲ θὰ ἔλεγον, ὅτι σήμερον, ὁπότε ὄχι μόνον καλόπιστοι, ἀλλὰ καὶ κακόπιστοι καὶ ἄνθρωποι ἐπιβουλευόμενοι τοὺς ἐλευθέρους κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς διεξάγουν μίαν ἐκστρατείαν ἐναντίον τοῦ κύρους τῶν θεσμῶν αὐτῶν, θὰ ἦτο ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνον, ἐὰν ἐδείχναμεν, ὅτι ἐπειδὴ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ψηφίζωμεν, γράφομεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἰς τὰ παλαιότερα τῶν ὑποδημάτων μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου ἐπὶ τοῦ θέματος, ἄποψις καθαρῶς νομική, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, κομματικὴν ἐπίπτωσιν δὲν ἔχει ἡ τοιούτη ἢ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, οὔτε προσωπικὸν χαρακτῆρα, δεδομένου ὅτι τὸ κώλυμα — ἐὰν κώλυμα δεχθῇ τὸ Σῶμα, ὅτι ὑπάρχει — προέρχεται ὄχι ἐκ λόγων ἐπισυρόντων τὸν ψόγον, ἀλλὰ ἀπὸ συρροὴν εἰς τὰ αὐτὰ πρόσωπα μιᾶς ἀκόμη τιμητικῆς ἐντολῆς διὰ τῆς ἐκλογῆς των καὶ ὡς μελῶν τῆς Συγκλήτου τῆς Ἀκαδημίας.
§164Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγων τὴν Βουλήν. Πρῶτον, δηλῶ, ὅτι θὰ ψηφίσω φανερά, διότι ἤκουσα νὰ γίνεται συζήτησις καὶ περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει θέμα ὅπερ ἀφορᾷ πρόσωπα. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ, τιμᾷ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν συνάδελφον κ. Τσάτσον. Ἐφ’ ὅσον κρίνομεν νομικὸν καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ πολιτικὸν θέμα, ὅπως θὰ ἐξηγήσω, δὲν προκύπτει περίπτωσις μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἤκουσα μὲ πολλὴν προσοχὴν τὰ ὅσα ὁ συνάδελφος κ. Ἡλιοῦ εἶπεν. Θὰ καταλήξω εἰς μίαν διαπίστωσιν: Ὅτι αἱ μεγάλαι ἀδυναμίαι τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Σύνταγμά μας καὶ τὰς ὁποίας εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισημάνω κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ 1952, ἐμφανίζονται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Μία ἀπὸ αὐτὰς εἶναι καὶ ἡ ἀφορῶσα τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν. Διότι πράγματι ἀφήνεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ τὸ νομικὸν καὶ διαδικαστικὸν θέμα. Δὲν ὑπάρχει συνταγματικὸν δικαστήριον, οὔτε ὑπάγεται ἡ περίπτωσις εἰς ἐκείνας ποὺ κρίνει τὸ ἐκλογοδικεῖον. Εἴτε θέλομεν, κ. Πρόεδρε, εἴτε ὄχι, ὅταν ἀφήνωμεν τὴν κρίσιν εἰς τὴν Βουλήν, προσδίδομεν εἰς τὸ ζήτημα πολιτικὴν βαρύτητα. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἐπιπτώσεων, εἶναι σήμερον τοῦτο ἀνεγνωρισμένον. Διότι καταλήγει εἰς ψηφοφορίαν, ἡ δὲ ψηφοφορία εἶναι ἀποτέλεσμα, κατὰ κανόνα — ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ρεαλισταὶ καὶ νὰ λέγωμεν τὰ σῦκα–σῦκα καὶ τὴν σκάφην–σκάφην — εἰς ἕνα προκαθωρισμένον, ἀπὸ τὴν πολιτικὴν γραμμήν, ἀποτέλεσμα. Ὑπάρχουν βέβαια καὶ ἐξαιρέσεις. Συνεπῶς, τὸ Σῶμα ἀποφασίζει ὅπως θέλει. Ἀπόδειξις, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἔχω ἀνακινήσει συνταγματικὸν θέμα. Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἄλλως ἐνόμιζε καί περιμένομεν ἂν ποτὲ ἔλθῃ εἰς τὸ δικαστήριον νὰ κρίνῃ ἐκεῖνο ὡς δικαστήριον ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θέματος. Συνεπῶς, ἐπειδὴ δίδω περισσοτέραν σημασίαν DE LEGE FERENDA, σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὸ συγκεκριμένον θέμα, δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίσω διὰ νὰ ἐκπέσουν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀπὸ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Δὲν φρονῶ δὲ ὅτι θὰ θεωρηθῇ ἀντινομία ἂν ἐπισημάνω, ὅτι θὰ ἦτο εὐτύχημα ἂν παρῃτοῦντο τῆς ἰδιότητός των ὡς Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου τῆς Ἀκαδημίας. Διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συγκινεῖ περισσότερον τὴν κοινὴν γνώμην δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πολὺ αὐστηρὰ προσήλωσις εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀτυχὴς σύμπτωσις καὶ διὰ τὴν Ἀκαδημίαν καὶ διὰ τὴν Βουλήν. Αὐτὸ δηλ. ποὺ συνέβη ἐφέτος. Ἐκ τῶν τριῶν πολιτικῶν μελῶν τῆς Ἀκαδημίας νὰ ἐκλεγοῦν τὰ δύο, ὁ εἷς Πρόεδρος καὶ ὁ ἄλλος Ἀντιπρόεδρος. Καὶ κατὰ σύμπτωσιν, οὔτε κἂν ἐκ τῆς ἰδίας παρατάξεως. Αὐτὸ δίδει — ἐνῷ προφανῶς πρόκειται περὶ συμπτώσεως — ἄκομψον ἐντύπωσιν. Μὴ παραπονούμεθα λοιπὸν ἂν αὔριον ἔλθῃ ὁ τύπος καὶ κρίνει τὴν ἀκομψότητα. Προχθὲς ἔγινε διαμαρτυρία εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὁ τύπος ἁπλῶς ἐβεβαίωσε τὸ σύνηθες φαινόμενον, ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ χωρὶς βουλευτάς. Διότι εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Καὶ σπεύδω, πρὶν κανεὶς συνάδελφος μὲ διακόψῃ, νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πολὺ τακτικὰ εὑρίσκονται εἰς τὴν αἴθουσαν. Ὅταν ἤμην μόνος μου, μὲ ἕνα βουλευτὴν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔλλειπα ποτὲ ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις. Καὶ τώρα ποὺ δὲν εἶμαι μόνος μου, δὲν ἀπουσιάζω ὅταν ὑπάρχῃ θέμα σημασίας τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ τὴν παρουσίαν μου. Τὸ κόμμα μου ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὀλιγώτερον τοῦ 4%, συνέβη πολλάκις εἰς τὰς συνεδριάσεις νὰ ἐκπροσωπῇ τὸ 70% τῶν παρισταμένων. Τὸ ἀνεκίνησα αὐτό, διότι ἀπουσίαζα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ποὺ ἔγινε διαμαρτυρία διὰ τὴν στάσιν τοῦ τύπου, ὅτι συνεδριάζει ἡ Βουλὴ χωρὶς ἀπαρτίαν ἢ μὲ ὀλίγους βουλευτάς. Τὸ ἀνακινῶ καὶ πάλιν σήμερον, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα ποὺ ἀπασχολεῖ περισσότερον τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπάρχει συνεννόησις διὰ τὴν κατανομὴν τῶν μεγάλων ἀξιωμάτων. Καὶ ἐὰν ἦτο σύμπτωσις, ἔπρεπεν ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο νὰ παραιτηθῇ ἢ καὶ οἱ δύο. Περισσότερον, λοιπόν, ἀποδίδω σημασίαν εἰς αὐτὸ τὸ πολιτικὸν θέμα καὶ τὴν ἐπίπτωσιν ποὺ ἔχει διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον ὁλόκληρον καὶ διὰ τὴν Ἀκαδημίαν, παρὰ εἰς τὸ αὐστηρῶς τυπικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἠμπορεῖ νὰ μὴ τὸ κρίνωμεν μὲ τόσην αὐστηρότητα. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀλαβᾶνος, ἔχει τὸν λόγον.
§166Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ θέμα ἤχθη ἐνώπιον τοῦ Σώματος κατόπιν ἀναφορᾶς τοῦ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ δικηγόρου κ. Σταμούλη, ἀναφορᾶς ἡ ὁποία ἐκοινοποιήθη διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεδόθη καὶ εἰς ὅλους τοὺς βουλευτάς. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ὁ κ. Σταμούλης ἰσχυρίζεται, ὅτι ὁ μὲν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Νόβας καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. Τσάτσος ἐξέπεσαν αὐτοδικαίως τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ, ἀφ’ ἧς, ὁ μὲν πρῶτος ἀπεδέχθη τὴν ἐκλογήν του ὡς Προέδρου τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ὁ δὲ δεύτερος ἀπεδέχθη τὴν ἐκλογήν του ὡς Ἀντιπροέδρου τῆς αὐτῆς Ἀκαδημίας. Πρὸς θεμελίωσιν τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτῶν ὁ ἐν λόγῳ δικηγόρος ἐπικαλεῖται πρῶτον τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, ἰσχυριζόμενος, ὅτι εἰς τὰ Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, τὰ ὁποῖα προβλέπονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, περιλαμβάνεται καὶ ἡ Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἐν συνεχείᾳ ὑποστηρίζει, ὅτι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν κατ’ ἀντιστοιχίαν ἰσοδυναμοῦν πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ τὸν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου Ν.Π.
Δ.Δ.
Δηλαδὴ ὁ κ. Σταμούλης ὑπεστήριξεν ἃς θέσεις ἀκριβῶς ὁ ἀξιότιμος κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὑπεστήριξε πρὸ ὀλίγου. Τὰ νομικὰ θέματα τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται εἶναι ἀντίστοιχα. Δηλαδὴ τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ἂν ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἀποτελῇ Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου καὶ δὴ Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου τῆς κατηγορίας τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστόν, ἀναγνωρίζεται δὲ καὶ παρὰ τῶν ἡμετέρων ἐπιστημόνων καὶ παρὰ τῶν ἐπιστημόνων ὅλων τῶν κρατῶν τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος καθιερώνει τὴν βασικὴν ἀρχήν, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ βουλεύεσθαι. Οὕτω καὶ τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος ὁρίζει τὰς ἐλαχίστας ἐκείνας προϋποθέσεις, τὰ ἐλάχιστα ἐκεῖνα προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τις τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι. Τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος περιορίζουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα διὰ τῆς δημιουργίας τῶν κωλυμάτων καὶ τῶν ἀσυμβιβάστων, δι’ ὃ καὶ ἡ ἐπιστήμη δέχεται ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται συσταλτικῶς. Καὶ ἕτερος νομικὸς λόγος ἐπιβάλλει τὴν συσταλτικὴν ἑρμηνείαν τῶν ἐν λόγῳ ἄρθρων. Εἶναι ὁ λόγος, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λεγομένων σκληρῶν Συνταγμάτων. Καὶ ἀνήκει διὰ λόγους ποὺ δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰ ἄλλα κοινοβουλευτικὰ κράτη ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τῶν διατάξεων γίνεται κατὰ τὸ διάστημα δύο Βουλῶν. Δηλαδή, τρόπον τινὰ καὶ τὸ ἐκλογικὸν Σῶμα μετέχει εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἰσχυρότερον κριτήριον τῆς κατατάξεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν σκληρῶν Συνταγμάτων. Τί λέγει λοιπὸν τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος. Λέγει ὅτι: «Τὰ μέλη τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου». Ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ὅμως δὲν εἶναι Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅ,τι ἐν προκειμένῳ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ἠλιοῦ, εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ ἡ νομολογία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ οἱ Ἕλληνες συγγραφεῖς κατατάσσουν τὴν Ἀκαδημίαν Ἀθηνῶν εἰς τὰ Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου. Δὲν νομίζω ὅμως τοῦτο, ὅτι περιορίζει εἰς ἕνα νομικὸν τὴν δυνατότητα νὰ ἀναπτύξῃ καὶ ἑτέραν θεωρίαν, διότι καὶ αἱ γνῶμαι τῶν καθηγητῶν μεταβάλλονται καὶ ἡ νομολογία δὲν ἀποτελεῖ κἄτι τὸ πάγιον. Ἡ ἐπιστήμη δέχεται, ὅτι τὰ νομικὰ πρόσωπα διακρίνονται εἰς Νομικὰ Πρόσωπα Ἰδιωτικοῦ καὶ Δημοσίου Δικαίου. Προκειμένου δὲ περὶ προσώπων νομικῶν δημοσίου δικαίου, ὡς κριτήρια λαμβάνει εἴτε τὴν ἐξάρτησιν ἀπὸ τὴν διοίκησιν, εἴτε τὴν ἐνάσκησιν κρατικῆς ἐξουσίας. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ὡς τοῦτο θὰ καταδείξω ἐκ τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς ἀναγνώσω, οὔτε ἐξάρτησιν ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἔχει ἀπὸ τὸ Κράτος, οὔτε κρατικὴν ἐξουσίαν ἀσκεῖ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἐδεχόμεθα, ὅτι ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἀποτελεῖ Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, εὐθὺς ἀμέσως γεννᾶται τὸ νομικὸν θέμα ἀποτελεῖ πρόσωπον δημοσίου δικαίου τῆς κατηγορίας τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος; Διὰ νὰ τὸ ἀνεύρωμεν αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν νομοθετικὸν λόγον τῆς νομοθετήσεως τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ RATIO LEGIS τῆς διατάξεως. Καὶ ἐν προκειμένῳ θὰ ἐπικαλεσθῶ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ὅλων τῶν συγγραφέων τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν, ὁ κ. Ἠλιοῦ ὡς καὶ ξένων συγγραφέων, διατί ἐνομοθετήθη ἡ διάταξις αὐτή. Ὑποστηρίζεται ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἐνομοθετήθη διὰ νὰ μὴ συμπίπτῃ ἡ ἰδιότης τοῦ ἐλέγχοντος μὲ τὸν ἐλεγχόμενον. Ἕτερος ἐπεκαλέσθη ὡς νομοθετικὸν λόγον τῆς διατάξεως τὸ νὰ δύναται ὁ βουλευτὴς γνησίως νὰ ἐνασκῇ τὰ καθήκοντά του καὶ νὰ φέρῃ γνησίως τὴν φωνὴν τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νὰ μὴ συμβαίνει, λόγῳ τῆς ἐξαρτήσεως ἐκ τῆς διοικήσεως, ὅταν δηλαδὴ πρόκειται περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης νὰ ψηφίσῃ παρὰ τὴν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων. Νὰ ἐβλέπατε, π.χ. τὸν κ. Τσάτσον νὰ δίδῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸν κ. Νόβαν, νὰ καταψηφίζῃ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἕτερος λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπικαλεῖται ὑπὸ τῶν εἰδικῶν συγγραφέων, εἶναι, ὅτι ὁ κατέχων τὸ ἀξίωμα ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι κατέχει τὸ ἀξίωμα τοῦτο, προετοιμάζει πολιτικὴν καριέραν, θυσιάζει δηλαδὴ τὴν χρηστὴν διοίκησιν διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς πολιτικοῦ μέλλοντος. Ἀλλά, κ.κ. βουλευταί, οὐδεὶς ἐκ τῶν λόγων τούτων συντρέχει εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν καὶ δὲν συντρέχει δυνάμει ρητῆς διατάξεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ διάταξις: «Ἄρθρον 4. Ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, ἔχει ἰδίαν νομικὴν προσωπικότητα, ἰδίαν περιουσίαν καὶ ἱκανότητα πρὸς τὸ κληρονομεῖν, εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεξέλεγχος ἐν τοῖς ἔργοις αὐτοῖς καὶ ἐπικοινωνεῖ πρὸς τὸ Κράτος διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». Ὡς βλέπετε, λοιπόν, δυνάμει εἰδικῆς διατάξεως εἶναι καὶ ἀνεξάρτητος καὶ ἀνεξέλεγκτος καὶ οὐδεὶς λόγος συντρέχει ἀπὸ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὸν συνταγματικὸν νομοθέτην εἰς τὴν καθιέρωσιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Ἐλέχθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι τὸ Σύνταγμα ὁρίζον, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ἀποφασίζει ἡ Βουλή, αὐτὸ καὶ μόνον ἀποτελεῖ πρᾶξιν πολιτικήν. Ἡ ἀντίληψις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, συμπίπτει μὲ ὅσα ἀνέπτυξεν, κατὰ τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὁ ἀείμνηστος Μιχαλακόπουλος. Πράγματι, τότε, καθιερώθη ἡ διάταξις τοῦ ταὐταρίθμου ἄρθρου 71 καὶ εἰς τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐτέθη ζήτημα, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ συμβολαιογράφου καὶ βουλευτοῦ ἀειμνήστου Δάλλα, ἐὰν ἐκπίπτῃ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, καὶ ὁ Μιχαλακόπουλος ὑπεστήριξεν, δι’ ἰσχυροτάτων ἐπιχειρημάτων, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἀποτελεῖ πρᾶξιν πολιτικήν. Ὑπεστήριξεν, ὅμως, τὴν θέσιν αὐτήν, ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολιτεύεσθαι.
§167Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον Σύνταγμα ἴσχυε πρῶτα;
§168Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς διευκολύνω. Ὑπῆρχον δύο Ἀναθεωρητικαὶ Βουλαί, ἡ Αʹ καὶ ἡ Βʹ. Ἀνεθεωρήθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ εἰς τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, εἶχεν ὑποβληθῆ ἤδη ἡ αἴτησις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπου περιελαμβάνετο τὸ ἄρθρον 71. Τότε, ὡς γνωρίζετε, ἡ Βουλὴ ἔκρινε καὶ ὡς Ἐκλογοδικεῖον καὶ διῃρεῖτο εἰς Τμήματα, ὑπῆρχε δὲ καὶ εἰδικὴ διαδικασία. Τότε, ἀνέκυψε τὸ θέμα τοῦ Δάλλα καὶ ἄλλων βουλευτῶν, ὡς πρὸς τὰ προσόντα των καὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα, ἀκριβῶς, τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλουν τὸ ἀναθεωρηθὲν Σύνταγμα τοῦ 1864. Εἶναι ταὐτάριθμον τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τότε ἡ Βουλὴ ἔκρινεν ὡς Ἐκλογοδικεῖον. Ὑπεστήριξεν, ὁ ἀείμνηστος Μιχαλακόπουλος, ὅτι ἀνατίθεται τὸ θέμα εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ διασφαλίσῃ αὐτὴν τὴν βασικὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολιτεύεσθαι. Καὶ νομίζω, ὅτι εὐλόγως σήμερον γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ὅτι ἐνῷ ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιερώνει ἕνα δικαστήριον εἰδικῆς συνθέσεως καὶ τὸ ὁποῖον εὐχερῶς θὰ ἠδύνατο νὰ συγκροτηθῇ καὶ εἰς περίπτωσιν κωλύματος ἢ ἀσυμβιβάστου, παρὰ ταῦτα, ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ 1952, δὲν ἀναθέτει τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κρίσιν αὐτῆς τῆς περιπτώσεως εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον, ἀλλὰ τὴν ἀναθέτει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλά, δὲν πρόκειται νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὸ τὸ γεγονός. Θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ ἐγὼ αὐστηρῶς νομικὰ κριτήρια, πρὸς θεμελίωσιν τῶν ἀπόψεών μου. Ἐάν, λοιπόν, πρὸς στιγμὴν προσχωρήσωμεν εἰς τὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν ἀποτελεῖ Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, γεννᾶται εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἕτερον ἐρώτημα: Ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, εἶναι κἄτι τὸ ἀντίστοιχον μὲ τὸν Πρόεδρον καὶ Ἀντιπρόεδρον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἑνὸς Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου; Ἀδιστάκτως ἀπαντῶ, ὄχι. Διότι, τί θὰ πῇ Διοικητικὸν Συμβούλιον; Διοικητικὸν Συμβούλιον θὰ πῇ ἕνας ἀριθμὸς προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐπιτελοῦν, κυρίως, τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συντείνουν εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι κατὰ κανόνα τὰ Ν.Π.Δ.Δ. δὲν ὁμοιάζουν μὲ τὰς Α.Ε., δὲν ἔχουν γενικὰς συνελεύσεις. Ἐρωτᾶται, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος αὐτῆς ἐπιτελοῦν ἔργον ἀποφασιστικῆς δικαιοδοσίας. Ἐπιτελοῦν πράξεις, αἱ ὁποῖαι συντελοῦν εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν; Ἂς ἴδωμεν, λοιπόν, ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Ἀκαδημίας, ὁ ὁποῖος ἐπιγράφεται «Ἵδρυσις καὶ σκοπὸς τῆς Ἀκαδημίας», λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἱδρύεται ἐν Ἀθήναις Ἀκαδημία τῶν Ἐπιστημῶν, τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν καλῶν τεχνῶν, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀκαδημία Ἀθηνῶν», ἔχουσα σκοπὸν τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν ἐπιστημῶν, τῶν γραμμάτων καὶ τῶν καλῶν τεχνῶν καὶ τῶν ἀνθρωπίνων γνώσεων διὰ τῆς συγκεντρώσεως εἰς αὐτὴν τῶν ἐπιφανεστέρων Ἑλλήνων ἐπιστημόνων, λογογράφων καὶ καλλιτεχνῶν καὶ τῆς μετὰ τῶν ξένων Ἀκαδημιῶν καὶ ἄλλων ὑπερόχων ἐπιστημόνων, λογίων καὶ καλλιτεχνῶν. Δεύτερον, τὴν ἔρευναν τῶν στοιχείων καὶ τῶν προϊόντων αὐτῶν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, τὴν καθ’ ὅλου μελέτην τῆς φύσεως τῆς χώρας, τὴν ἐπιστημονικὴν ὑποστήριξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας, τῆς ναυτιλίας καὶ τῶν λοιπῶν φρουτοπαραγωγικῶν κλάδων καὶ δυνάμεων τοῦ τόπου καὶ ἐν γένει τὴν προαγωγὴν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τρίτον, τὴν διὰ γνωμοδοτήσεων, προτάσεων, ἀποφάσεων καὶ κρίσεων, διαφώτισιν καὶ καθοδήγησιν εἰς τὰ ἔργα αὐτὰ καὶ ἐν γένει τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν Δημοσίων καὶ Ἰδιωτικῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου». Ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς Ἀκαδημίας. Τί ἔργον ἐπιτελεῖ τὸ Προεδρεῖον; Τὸ Προεδρεῖον τῆς Ἀκαδημίας, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 45 τοῦ οἰκείου Ὀργανισμοῦ, διευθύνει τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἀκαδημίας, ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἀκαδημίας, ἀνακοινώνει τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἀκαδημίας, διεξάγει τὰς ψηφοφορίας, καὶ ἐκφωνεῖ καὶ τοὺς ἐπικηδείους τῶν ἀθανάτων Ἀκαδημαϊκῶν, κατὰ τὸν θάνατόν των. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔργα τοῦ Προεδρείου τῆς Ἀκαδημίας. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν καὶ δὲν ἀποβλέπουν εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν σκοπῶν τῆς Ἀκαδημίας. Τὸ ἄρθρον, λοιπόν, 45 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Ἀκαδημίας ταῦτα ὁρίζει. Καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας τί κάμνει; Ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας ἁπλῶς ἀναπληρώνει κωλυόμενον τὸν Πρόεδρον. Καὶ ὅταν κωλύεται ὁ Ἀντιπρόεδρος ἀναπληροῦται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Οὐδεμία, λοιπόν, σύμπτωσις ὑπάρχει τῆς ἰδιότητος τοῦ Προέδρου τῆς Ἀκαδημίας πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Δ. Συμβουλίου ἑνὸς Ν.Π.Δ.Δ., ὡς ἐπίσης καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου. Εἶναι, ὄντως, ἰδιόρρυθμος ἡ νομικὴ κατάστασις, ἡ ἰσχύουσα ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ Ἀθηνῶν. Ἀλλά, πέραν τούτου, τὸ ἄρθρον 7 τοῦ αὐτοῦ νόμου, ὁρίζει ποῖα εἶναι τὰ ὄργανα τῆς Ἀκαδημίας καὶ πουθενὰ δὲν ἀναφέρεται, ὅτι ὄργανον τῆς Ἀκαδημίας εἶναι ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος αὐτῆς. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 7: «Ἡ Ἀκαδημία λειτουργεῖ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν νομίμων ἁρμοδιοτήτων της, δρῶσα, εἴτε διὰ πράξεων καὶ ἔργων, προερχομένων ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς πρωτοβουλίας, εἴτε ἀποδεχομένη τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, ἀνατιθεμένων αὐτῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἢ ἄλλων Ἱδρυμάτων καὶ ἰδιωτῶν. Τὸ ἔργον τῆς Ἀκαδημίας διεξάγεται ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῆς Ἀκαδημίας, ὑπὸ ἑκάστης τῶν τάξεων αὐτῆς, ὑπὸ Ἐπιτροπῶν, ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀκαδημίας, ἐν γένει ὑπὸ μελῶν ἢ Ἐπιτροπῶν, δι’ εἰδικῆς ἀποστολῆς, δι’ εἰδικῆς ἐντολῆς τῆς Ἀκαδημίας ἢ τῶν τάξεων αὐτῆς». Εἶναι γνωστόν, ὅτι καὶ εἰς τὰς Ἑταιρείας καὶ τὰ Ν.Π. Δ.Δ., ὁρίζονται ποῖα εἶναι τὰ ὄργανα. Μήπως καὶ ἡ Σύγκλητος τῆς Ἀκαδημίας, τῆς ὁποίας προεδρεύει καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μας, μήπως ἐπιτελεῖ ἔργον ἀνάλογον πρὸς τὸ ἔργον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου Ν.Π.Δ.Δ.; Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ διαβάσετε τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῆς Ἀκαδημίας. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Ἀκαδημία ἀποτελεῖ ἠθικὸν καὶ πνευματικὸν ἵδρυμα, τὸ δὲ ἄρθρον 57 δίδει τὴν ἑξῆς δικαιοδοσίαν εἰς τὴν Σύγκλητον. Δίδει δικαιοδοσίαν οἰκονομικήν, νομικήν, περιουσιακήν, δηλαδὴ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἐν συσχετίσει πρὸς τὸ ἵδρυμα τῆς Ἀκαδημίας, ἀποτελοῦν ἀντικείμενα 15ης κατηγορίας. Εἶναι τὸ Λογιστήριον τῆς Ἀκαδημίας ἡ Σύγκλητος. Ὁ κ. Βαμβέτσος ὑποστηρίζει, ὅτι ἐὰν θέλωμεν νὰ παραβάλωμεν ἕνα ὄργανον τῆς Ἀκαδημίας πρὸς τὸ ὄργανον τὸ ἀντίστοιχον ἑνὸς Ν.Π.Δ.Δ., ὡς τὸ Δ.Σ., θὰ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ ἐννοοῦμεν, ὅτι εἶναι ἡ ὁλομέλεια. Πρὸς τὴν ἄποψιν αὐτὴν τοῦ διαπρεποῦς νομικοῦ, δὲν συμφωνῶ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται κανεὶς νὰ διαπιστώσῃ εἶναι, ὅτι εἶναι διάσπαρτος ἡ δικαιοδοσία τῶν ἁρμοδιοτήτων τῆς Ἀκαδημίας. Καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα ὄργανον, τὸ ὁποῖον νὰ συγκεντρώνῃ δικαιοδοσίαν ἀποφασιστικήν, ἀνάλογον πρὸς ἐκείνην τῶν Ν.Π.Δ.Δ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, κ.κ. βουλευταί, πιστεύω ἀκραδάντως, κατὰ νομικὴν συνείδησιν, ὅτι εἰς τὰ Ν.Π.Δ.Δ., τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐμπίπτει ἡ Ἀκαδημία Ἀθηνῶν. Κύριοι βουλευταί, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 18 Συντακτικὴ Πρᾶξις τοῦ 1926, ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη μεταγενεστέρως, ὑπὸ τοῦ νόμου 4389 τοῦ 1929, μεταξὺ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἱδρύθη ἡ Ἀκαδημία, ἀναφέρει καὶ τοῦτο, ὅτι οἱ Ἀκαδημαϊκοὶ θὰ ἀποτελοῦν καὶ σοφοὺς ὁδηγοὺς εἰς τὸ Νομοθετικὸν ἔργον καὶ μὲ ἀπόλυτον βεβαιότητα καὶ μὲ νομικὴν καὶ πολιτικὴν κρίσιν, προτείνω νὰ τοὺς κρατήσωμεν μεταξὺ μας.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἔχει τὸν λόγον.
§170Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι ὑπάρχει κόπωσις εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἀπὸ τῆς θέσεώς μου νὰ ἐπισημάνω ἐλάχιστα κύρια σημεῖα. Ἡ ἄποψις τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἐκλεγῇ βουλευτής, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τυγχάνει μέλος τοῦ Δ.Σ. τοῦ Ν.Π.Δ.Δ. Ἡ Ἀκαδημία εἶναι Ν.Π.Δ.Δ. Οἱ κ.κ. Νόβας καὶ Τσάτσος, εἶναι μέλη τοῦ Δ.Σ. Ἄρα, δὲν ἠμποροῦν νὰ εἶναι βουλευταί. Ἡ μέχρι τοιαύτης ἁπλοϊκότητος ἁπλοποίησις τῶν ἐννοιῶν, δὲν εἶναι ὀρθή. Πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως, εἶναι πειστική, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθή, διότι, ὡς παγίως ἐδέχθη ἡ νομολογία — καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἤθελον νὰ κάμω μνείαν, διότι οὐδεὶς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀνεφέρθη εἰς τὴν νομολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνον ὄργανον, εἰς τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἔχει ἀνατεθῆ ἡ ἑρμηνεία τῶν νόμων — παγίως ἡ νομολογία ἔχει ἀποφανθῆ δι’ αὐστηρᾶς ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν. Τὸ θέμα αὐτὸ ἐθίγη τὸ πρῶτον τὸ 1953 καὶ ἐξεδόθησαν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 12, 22 καὶ 30 ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶπον, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 81, εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάγονται ἅπαντα τὰ Νομικὰ Πρόσωπα, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ Κράτους, ἔχει ἀνατεθῆ ἡ ἐξυπηρέτησις καθαρῶς κρατικῶν σκοπῶν καὶ εἶναι, ὡς ἐκ τούτου, δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ ἐπηρεασμὸς τῶν ἐκλογέων. Πρέπει νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τὰς ἀπόψεις ταύτας ἐπανέλαβον καὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἐπὶ παρομοίων θεμάτων, κατὰ τὰ ἔτη 58, αἱ 12 καὶ 19 καὶ τὸ 62 αἱ 4663 καὶ 4664 ἀποφάσεις τοῦ Ἐκλογοδικείου. Κατὰ συνέπειαν, εἶναι λελυμένον τὸ ζήτημα καὶ δὲν εἶναι ἀπόλυτον αὐτὸ ποὺ ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις σύμφωνα μὲ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὁ Νομοθέτης καὶ τὸν ὁποῖον ἀνευρίσκει τις ἀναδιφῶν τὰ πρακτικὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐθεσπίσθη διὰ τὸν λόγον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐκμετάλλευσις τῆς θέσεως τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπαλλήλου Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου καὶ ἐπηρεασμὸς διὰ συναλλαγάς. Τώρα ἐδημιουργήθη τὸ θέμα: εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς Ἀκαδημίας νὰ λάβῃ χώραν τοιαύτη συναλλαγή; Νομίζω, ὅτι ὁ ὀφειλόμενος σεβασμὸς εἰς τὸ ἵδρυμα, ἀποκλείει τοιαύτας ὑπονοίας, τὸ ὁποῖον, ἄλλως τε, ἵδρυμα, δὲν ἀσκεῖ καὶ IMPE-RIUM. Ἂν ἀναγνώσητε τὸν Ὀργανισμόν, θὰ ἴδητε, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῆς Ἀκαδημίας, συνίστανται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν συνεδριάσεων καὶ εἰς τὸ νὰ βγάζῃ ἐπικηδείους λόγους. Πῶς εἶναι δυνατόν, συνεπῶς, νὰ ὑπάρξῃ ἐπηρεασμός; Χαρακτηριστικὸν εἶναι, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Ἡλιοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος ἀνεφέρθη εἰδικώτερον εἰς τὰς προτάσεις τοῦ κ. Νόβα καὶ ὄχι εἰς τὸ κείμενον, διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, τὸ ἐκλογοδικεῖον δέχεται, ὅτι ἡ ἐπὶ ἀνωτάτου ἐπιπέδου παροχὴ γνωμοδοτήσεων κλπ. ἀποκλείει τὴν δημιουργίαν σχέσεων ἐξαρτήσεως. Ὁ δὲ κ. Βαμβέτσος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς, σχολιάζων τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, λέγει, ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ σκεπτικόν, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ βασισθῇ ἐπὶ τοῦ λόγου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξάρτησις καὶ ἐπηρεασμὸς ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς.
§171Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, εἶναι περιττή. Ἔχει λυθῆ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας τὸ θέμα, ὅτι ὁ Ἀκαδημαϊκὸς δύναται νὰ εἶναι βουλευτής, καὶ ἐκρίθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «...(Ἀναγινώσκει)...». Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, εἶπεν, ὡς πρὸς τὸν Ἀκαδημαϊκόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον. Ἑπομένως, ἔχομεν τὸ δεδικασμένον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, καὶ συζητοῦμεν ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει θέμα.
§172Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἔχω νὰ εἴπω καὶ τὴν ἑξῆς πολιτικὴν σκέψιν. Νομίζομεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀναλωθῆ εἰς τὸ ἀνώτατον ἐκεῖνο ἐπίπεδον, κατεχόμεθα δηλαδὴ ἀπὸ πνεῦμα ἐπαρκείας, ὥστε νὰ πιστεύωμεν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ κλείσωμεν τὴν θύραν ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην πνευματικὴν ἡγεσίαν τοῦ τόπου; Αὐτά, κύριοι, εἶχα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπαρκῶς ἐξετέθη τὸ θέμα καὶ παρακαλῶ, νὰ προχωρήσωμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§174Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ νομικούς. Ἀποτελεῖται ἀπὸ Ἕλληνας πολίτας, ἀνεξαρτήτως νομικῶν γνώσεων. Τὸ Σύνταγμα δὲν προβλέπει, ὅτι μόνον οἱ νομικοὶ θὰ κατευθύνουν τὰς συνεδριάσεις τοῦ Σώματος. Κατ’ ἀρχήν, εἶμαι ὑπὲρ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τί ἐψήφισεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Διερωτῶμαι, διατί πρὸ ἡμερῶν, ὅταν ἠδύνατο νὰ εἶναι προσωπικὸν τὸ θέμα, διότι ἀφεώρα ὡρισμένους Ὑπουργούς, δι’ ὑπερβάσεις εἰς τὰ δημόσια ἔργα τῶν Ὑπουργείων των, ἐκεῖ ἔγινε φανερὰ ἡ ψηφοφορία, ὥστε ἡ πειθαρχία τοῦ κόμματος νὰ δώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἤθελε ἡ Κυβέρνησις; Τώρα ἔχομεν τὰς δύο παρατάξεις ἐνδιαφερομένας, ὥστε νὰ προδικάζεται τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀτενίζω ἄνευ σεβασμοῦ πρὸς αὐτοὺς τοὺς δύο κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀμφότεροι πολιτικὴν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν σέβομαι καὶ ἐκτιμῶ καὶ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ κρίνω. Τὸ Σύνταγμα, ὅμως, εἶναι σκληρόν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος, καὶ δὲν κάνει ἐξαιρέσεις. (Εἴτε σκληρὸ εἶναι τὸ σιτάρι, εἴτε μαλακό, κανεὶς τρώγει τὸ ψωμὶ ποὺ ὑπάρχει). Θὰ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ εἰς τὸν πολιτικὸν μου βίον, ποὺ θὰ μὲ ἴδητε νὰ συμφωνήσω, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, μὲ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς ΕΔΑ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἐπρότεινε λύσιν πολιτικήν, εὐφυᾶ, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ τοὺς πάντας, καὶ τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνουν εἰς τὰς θέσεις των καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Νομίζω, ὅτι ἡ λύσις αὐτή, νὰ παραιτηθοῦν δηλαδὴ ἀπὸ τὴν Σύγκλητον τῆς Ἀκαδημίας, θὰ εἶναι αὐτή, εἰς τὴν ὁποίαν τελικῶς θὰ καταλήξωμεν. Ὁ κ. Ἀλαβᾶνος, εἶπε περὶ παλαιοτέρου Συντάγματος. Εἶπεν, ὅμως, ἐν συνεχείᾳ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε Ἐκλογοδικεῖον. Τότε, διατί συζητοῦμεν; Μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὑποστηρίζω τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ νὰ φύγουν ἀπὸ τὰς θέσεις των οἱ κ.κ. Νόβας καὶ Τσάτσος, διὰ νὰ πάρουν αὐτοὶ τὰς θέσεις των. Κατ’ ἐμέ, ἐκεῖνοι, ποὺ εἶχον ἔννομον συμφέρον καὶ συνταγματικὸν δικαίωμα, ἔπρεπε νὰ κάμουν προσφυγὰς ἐγκαίρως καὶ δι’ αὐτὸ τοὺς κατηγορῶ. Εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργός, τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα. Τότε, διατί τὸ ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις;
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βουλευταὶ τὸ ἔφερον.
§176Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὴν προσωπικήν μου γνώμην θὰ ἐκφέρω καὶ ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα, θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή. Πάντως, πρῶτος τὸ ἔφερον ἐγὼ ἐνώπιον τοῦ σώματος. Κύριοι συνάδελφοι, εἰδικῶς ἡμεῖς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἐκάμαμεν ἕνα ἀγῶνα καὶ ἐφωνάξαμε διὰ τὸ 114, συνεχῶς. Τί λέγει τὸ 114; Λέγει, ὅτι πρέπει νὰ σεβώμεθα τὰ ἄλλα 113 ἄρθρα, ὅπως τὰ πιστεύομεν, ὅπως τὰ νομίζομεν. Δι’ ἐμέ, προσωπικῶς, ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος, ὑπῆρξε σκληροτάτη. Ὁ παλαιὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κατσώτας, γνωρίζει τί ὑπέστην ἐγώ. Ἔλαβον ἐντολὴν τὸ 1956 ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν καὶ μάλιστα τὸν Διευθυντὴν Ἐκλογῶν κ. Γεωργίου, νὰ ὑποβάλω παραίτησιν ἀπὸ θέσιν, μὴ μονίμου ὑπαλλήλου, ἀλλὰ ἐπὶ θητείᾳ εἰς τὸ Πολιτικὸν Νοσοκομεῖον. Εἰς τὴν ἰδίαν τύχην μὲ ἐμὲ εὑρέθη καὶ ὁ κ. Σπύρου, ἰατρὸς τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου Σάμου καὶ ὁ κ. Κατσαφάδος, ἰατρὸς τοῦ Τζανείου Νοσοκομείου Πειραιῶς. Ἀλλά, ὁ μὲν κ. Σπύρου καὶ ἐγώ, εἴμεθα ἀντίθετοι τότε, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ Κέντρον, ὁ δὲ κ. Κατσαφάδος ἦτο Ὑπουργὸς τῆς ΕΡΕ. Ὑπεχρεώθημεν, ἐπαναλαμβάνω, τότε, κατόπιν ἐντολῆς τοῦ κ. Γεωργίου, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Τμήματος Ἐκλογῶν, νὰ ὑποβάλωμεν παραίτησιν. Ὁ κ. Κατσώτας θὰ τὰ ἐνθυμῆται. Ὑπέβαλον τὴν παραίτησίν μου καὶ ἔγραψα ἐπάνω, κατόπιν ἐντολῆς. Ἐπῆρα εἰς τὸ τηλέφωνον τὸν κ. Κατσώταν, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ τίποτε καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας, ἔχασα τὴν θέσιν μου καὶ τὰ συντάξιμα χρόνια. Ὁ κ. Σπύρου, ἔχασε τὴν θέσιν του, ἐδήλωσε φιλίαν εἰς τὴν ΕΡΕ, ξαναπῆρε τὴν θέσιν του καὶ ἐτακτοποιήθη. Καὶ ὁ κ. Κατσαφάδος, ὡς Ὑπουργός, ὁ ἴδιος δὲν ὑπέβαλε παραίτησιν, τὴν ἰδικήν μου, ὅμως, διεβίβασεν εἰς τὸ Ἀδελφᾶτον τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος πόσον τηρεῖται ἀπὸ ὅλους μας ἐδῶ μέσα, ὥστε οἱ δύο ἀναφερθέντες συνάδελφοι, νὰ μὴ χάσουν, ὡς ἐγώ, τὴν σύνταξίν των. Κύριοι, διὰ πρώτην φορὰν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ θέματος ἀρχὰς Μαρτίου ἀπὸ τὴν «Δικηγορικὴν Γνώμην». Ἐπέρασαν ἡμέρες πολλὲς ἀπὸ τότε καὶ εἶδον, ὅτι κανεὶς δὲν ἐκινεῖτο. Καὶ ἀπόψε ἤκουσα τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ λέγοντα, ὅτι θὰ ὤφειλε, κατ’ αὐτόν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ ὁ ἴδιος τὸ θέμα του, ποὺ συνεζητήθη ἀπόψε ἐδῶ ἀπὸ εὐθιξίαν ἅμα τῇ ἀναγραφῇ του εἰς τὸν τύπον. Ἐπέρασαν, ἐπαναλαμβάνω, ἡμέρες πολλές, εἶδον, ὅτι δὲν ἐγένετο τίποτε καὶ ἀπέστειλα, τότε, τὴν 20 Μαρτίου, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μίαν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν, παρακαλῶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: «Ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, Πρὸ ἡμερῶν ἀνέγνωσα ἐμπεριστατωμένως ἄρθρον εἰς τὴν Ἐφημερίδα «ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΓΝΩΜΗ», ἐν συνεχείᾳ δὲ σχόλια εἰς τὸν ἡμερήσιον Τύπον, σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα, τόσον ὑμεῖς, ὅσον καὶ ὁ κ. Κων. Τσάτσος, ἔχετε κατὰ τὰ ἄρθρα 71 καὶ 72 τοῦ Συντάγματος, ἐκπέσει τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἀμέσως ἐφρόντισα καὶ ἐπεκοινώνησα μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Κωνστ. Τσάτσον, ὅστις μοὶ ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ ἀναφερόμενα ἐπιχειρήματα, δὲν εὐσταθοῦν καὶ ὅτι ὁ ἴδιος θὰ ἀπαντήσῃ διὰ νὰ τὰ ἀντικρούσῃ. Μέχρις ὥρας, δὲν εἶδον ἀπάντησίν τινα, οὔτε ἐκ μέρους σας, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ κ. Τσάτσου, ἀντιθέτως, βουλευταὶ νομικοὶ ἐπιμένουν, ὅτι ἡ «Δικηγορικὴ Γνώμη», ὀρθῶς θέτει τὸ ζήτημα. Κατὰ τὸ 1956 ἔγραψα, ὡς βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας, εἰς τὴν ἐφημερίδα «Φῶς Λεβαδείας», ἄρθρον περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, ἐκ μέρους τῆς τότε Κυβερνήσεως καί, οἱονεὶ Προμηθεύς, ἐτόνιζα τὴν ἀνάγκην ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 114 τοῦ Συντάγματος, πρᾶγμα ποὺ ἔγινεν ἀργότερον σύνθημα τοῦ ἀνενδότου ἀγῶνος καὶ μοῦ ἔχει, ἔκτοτε, δημιουργήσει μίαν ἰδιαιτέραν εὐαισθησίαν, δι’ ὃ καὶ ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ἀπευθύνω τὴν παροῦσαν. Ἐλπίζω, ὅτι ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, κινούμενος ὄχι μόνον ἐκ πορσωπικῆς εὐαισθησίας, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὑποχρεώσεως πρὸς καθησύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἰδιαιτέρως δὲ τῶν πολιτῶν, οἵτινες ἐψήφισαν Ἕνωσιν Κέντρου, διὰ τὴν πιστὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος, θὰ φέρητε τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀποφανθῇ αὕτη σχετικῶς. Τελευτῶν, ἐπισημαίνω τὸν κίνδυνον, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, εἰς ἣν περίπτωσιν οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ὁ κ. Τσάτσος, οὔτε ἄλλος τις βουλευτής, θελήσῃ νὰ φέρῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἀποκλείεται, ἐνδιαφερόμενος διὰ τὸ θέμα ἢ ἄλλος τις πολίτης, νὰ τὸ ὑποκινήσῃ, ὁπότε τοῦτο θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος, ἀνησυχῶ δὲ διὰ πιθανὴν ἀνακίνησιν ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἐπιλέξῃ αὕτη, κρίνουσα πολιτικῶς σκόπιμον δι’ ἑαυτὴν καὶ πρὸς βλάβην τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ γενικώτερον». Καὶ νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ θέμα πρὸ ἡμερῶν ἐδῶ καὶ ἐν συνεχείᾳ οἱ συνάδελφοι ἐμάζεψαν ὑπογραφὰς καὶ νομίζω, ὅτι προσέφερον ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς, ὅτι ἀφῄρεσα ἀπὸ τὴν ΕΔΑ τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὸ θέμα ἐδῶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν, ὅταν θὰ εἶχεν ἄλλας δηλώσεις, ὡς εἰς τὸ παρελθόν, τύπου Γκρομύνκο, νὰ καλύψῃ. Κύριοι βουλευταί, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον, ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ ἄρθρον 72 νὰ μὴ ἰσχύῃ τὸ ἄρθρον 71, διότι θὰ τὸ ποῦμε οὐσιαστικὰ ὅταν ἀποφασίσωμεν ἔτσι, δηλαδή, ὅτι τὸ 71 καλύπτει τὸ 72. Καὶ τότε, ὅσον σκληρὸν καὶ ἂν, κατὰ τὸν κ. Ἀλαβᾶνον, εἶναι τὸ Σύνταγμα, δὲν θὰ εἶναι πλέον σκληρόν, ἀλλὰ θὰ γίνῃ σὰν βαμβάκι διότι ἡ ἑκάστοτε πλειοψηφία θὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει καὶ δὲν νομίζω, ὅτι συμφέρει εἰς τὸν τόπον. Ἔχομεν δὲ καὶ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος. Ὁμιλοῦμεν, βεβαίως, σήμερον περὶ τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, ἐλήφθη ὅμως, καὶ παλαιότερον σφαλερὰ ἀπόφασις, δὲν γνωρίζω, διὰ μυστικῆς, ἢ φανερᾶς ψηφοφορίας, διὰ βουλευτὴν τῆς ΕΡΕ, ὁ ὁποῖος συγχρόνως διετέλεσε πρόεδρος εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Ἀποχετεύσεως Πρωτευούσης, μὲ τεράστια ὀφέλη, τὸν κ. Κορόζον, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ μὲ ἁπλᾶ λόγια ἔθεσα ὡρισμένα ἐρωτήματα εἰς τὸν ἑαυτόν μου: Παλαιότερον εἰς τὴν Ἀκαδημίαν, ὅταν ὑπῆρχον ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὰ ὑλικὰ μέσα νὰ ζήσουν, τότε ἡ Ἀκαδημία τοὺς ἔδιδεν ἕνα ποσὸν διὰ νὰ τοὺς ὑποβοηθήσῃ εἰς τὰς μελέτας καὶ ἐρεύνας των. Σήμερον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, οἱ Ἀκαδημαϊκοὶ ἔχουν μισθόν. Θέλετε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὑπὲρ τῶν συναδέλφων; Καὶ ἐγὼ τὸ ἐπιθυμῶ, διότι δὲν θὰ ἤθελον, ὁμολογῶ, ἡ Βουλὴ νὰ χάσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τῶν ὁποίων, λόγῳ μορφώσεως, πείρας καὶ ἱστορίας, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην. Διατί νὰ μὴ ψηφίσετε νόμον, ὥστε ἀντὶ νὰ ἔχουν μισθόν, ὁπότε ὑπάρχει ὑπαλληλικὴ σχέσις, νὰ ἔχουν σχέσιν ἐμμίσθου ἐντολῆς, ὁπότε ὅλα θὰ τακτοποιηθοῦν; Πάντως, τὸ Σύνταγμα, ὅσον σκληρὸν καὶ ἂν εἶναι, μᾶς ἐπιτάσσει νὰ τὸ σεβώμεθα. Τί θὰ συμβῇ ἂν μελοντικῶς, εἰς ὁμοίαν περίπτωσιν, τὸ Ἐκλογοδικεῖον, ἀποφασίσῃ ἀντιθέτως; Ποῖον τὸ κῦρος μας;
§177Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἀποζημίωσις εἶναι, ἀφοῦ δὲν παίρνουν σύνταξιν.
§178Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Νομίζετε, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τίτλον τιμῆς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν, μέλη της νὰ εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, καὶ συζητοῦμεν διὰ νὰ θίξωμεν ἕνα τίτλον τιμῆς ποὺ ἔχουν;
§179Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι εἶσθε νομικός. Μὰ ἐγὼ τὸ εἶπον ὁ ἴδιος πρίν, ὅτι τὸ ἐπιθυμῶ, νὰ μὴ τοὺς χάσῃ ἡ Βουλή. Ἀλλά, τί ἐννοεῖτε τιμή; Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τιμὴ καὶ θὰ ἦτο τιμὴ νὰ ἦτο καὶ ἕνα μέλος τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ ὁσηνδήποτε ἀξίαν καὶ ἂν εἶχε, τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀπαγορεύει. Τὸ σκληρὸν Σύνταγμα, ἀλλά, πάντως, ὁ Νόμος τῶν Νόμων.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ὁμιλητῶν, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ἐὰν τὸ θέμα ἤθελε θεωρηθῇ προσωπικὸν θὰ πρέπει ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ μυστική.
§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ φανερά, κ. Πρόεδρε.
§182Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε, νὰ διεξαχθῇ φανερὰ ἡ ψηφοφορία.
§183Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ποῖον εἶναι τὸ ἐρώτημα, κ. Πρόεδρε; Ποῖος ψηφίζει «ναὶ» καὶ ποῖος «ὄχι».
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐρώτημα εἶναι, οἱ δεχόμενοι, ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου τῆς Ἀκαδημίας, εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, λέγουσι «ναί». Οἱ μὴ δεχόμενοι, λέγουσι «ὄχι».
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε, καὶ νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θὰ γίνῃ φανερὰ ἢ μυστικὴ ἡ ψηφοφορία.
§186Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὅπως τίθεται τὸ ἐρώτημα, παύει νὰ εἶναι θέμα προσωπικόν. Ἐὰν τὸ ἐρώτημα ἦτο περὶ ἐκπτώσεως συγκεκριμένων μελῶν τοῦ σώματος, τότε θὰ ἦτο θέμα προσωπικὸν καὶ θὰ ἀπῃτεῖτο μυστικὴ ψηφοφορία. Ἀλλὰ τώρα πρόκειται περὶ θέματος ἀρχῆς καὶ ἑπομένως δύναται νὰ γίνῃ φανερὰ ἡ ψηφοφορία.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Θεωρεῖ τὸ θέμα προσωπικὸν ἢ ὄχι; Οἱ δεχόμενοι, ὅτι εἶναι τὸ θέμα προσωπικόν, καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι τὸ θέμα δὲν εἶναι προσωπικὸν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν, ἡ ψηφοφορία θὰ διεξαχθῇ φανερά. Τὸ ἐρώτημα τίθεται ὡς ἑξῆς: Οἱ δεχόμενοι τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου τῆς Ἀκαδημίας, μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται περὶ τοὺς 4 ἕως 5 βουλευταί).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου καὶ Ἀντιπροέδρου τῆς Ἀκαδημίας, δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν, δὲν ἐκπίπτουν τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ οἱ κ.κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας καὶ Κ. Τσάτσος, ὡς Πρόεδρος ὁ πρῶτος καὶ ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Ἀκαδημίας ὁ δεύτερος. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 11 π.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως Νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.30′ μ.μ.)