1965.04.01
4,242 rows · 32,453 words · 419 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 65η
Πέμπτη 1 Ἀπριλίου 1965
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Τσιριμῶκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 30ῆς καὶ 31ης Μαρτίου ἐ. ἔ.
§2Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 30ῆς καὶ 31ης Μαρτίου ἐ. ἔ. Ἡ βουλευτὴς κ. Μαρία Καραγιώργη, ζητεῖ 20ήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Β. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Βιομηχανίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ὑποχρεωτικοῦ Κρατικοῦ ἐλέγχου τῶν ἐσωτερικῶν ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Χ. Ψαρρός, Θ. Ἀνδρεάδης, Α. Τζιζῆς, Π. Κατσώτας, Τ. Κεφαλληνός, Φ. Βουνάτσος, Ν. Ἀλαβᾶνος, Ε. Ἀντωνόπουλος, Τ. Πλεύρης, Χ. Χονδρομματίδης, Κ. Περραιβός, Ε. Πέτσος καὶ Χ. Ἀποστολάκος 2) Δ. Βουρδουμπᾶς, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 2 Ν.Δ. 4028)1959 «περὶ ἱεραρχίας προαγωγῶν καὶ τοποθετήσεων τῶν Ἀξιωματικῶν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Παπαγεωργίου καὶ Α. Φροντιστής, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς «περὶ προστασίας ἀναπήρων πολέμου καὶ εἰρηνικῆς περιόδου στρατιωτικῶν νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Α. Τσιάρας, Λ. Λασκαρίδης καὶ Α. Καραθόδωρος, 2) Α. Τσιάρας, 3) Ι. Λαυρεντίδης, 4) Ν. Ἀλαβᾶνος, Γ. Κοΐνης, Ι. Τσιριμῶκος καὶ Δ. Κωστῆς, 5) Λ. Λυμπέρης, Α. Καμπερίδης καὶ Θ. Μαναβῆς, 6) Θ. Ἀνδρεάδης, 7) Ε. Μπακλατζῆς, Σ. Κατσώτας, Ι. Κουτσοχέρας, 8) Χ. Μπουγᾶς, 9) Ι. Γραμματίδης καὶ Ε. Κοθρῆς, 10) Δ. Παπαϊωάννου, Χ. Γραμματίδης, Τ. Κολοκυθᾶς, Δ. Ἄρχος, 11) Ν. Ἀναγνωστόπουλος, 12) Α. Γκελεστάθης, 13) Ε. Κοθρῆς, Ι. Λαυρεντίδης, Δ. Κωστῆς, Μ. Χλουβεράκης, 14) Ι. Σπηλιόπουλος, 15) Γ. Βασιλᾶτος, Α. Σπηλιάκος, Χ. Ἀποστολάκος, Α. Ρουσσόπουλος, 16) Φ. Παναγιωτόπουλος, Τ. Πλεύρης, Ι. Κουτσοχέρας, Γ. Λαζαρίδης, Ν. Παπαηλίας, 17) Δ. Κωστῆς, 18) Α. Ταλιαδοῦρος, Ι. Κουτσοχέρας, Ε. Καλαντζῆς, Ε. Ἀνερούσης, 19) Δ. Κίνιας, 20) Δ. Βρανόπουλος, 21) Ι. Βαρβιτσιώτης, Α. Ταλιαδοῦρος, Σ. Ἐλαφρός, Α. Περρωτῆς, Χ. Μπουγᾶς, Κ. Ράλλης, Κ. Παπαγεωργίου, Α. Παπαλουκᾶς, Ι. Λαυρεντίδης, Η. Παπαηλιοῦ, Δ. Δερδεμέζης, Ν. Ἀθανασίου, Ε. Σκορδίλης, Χ. Ἀποστολάκος, Ε. Κοθρῆς, Κ. Στεφανόπουλος, Ι. Χρίστογλου, Α. Πρωτοπαπαδάκης, Κ. Γιαννούσης, Σ. Ἀθανασιάδης, Δ. Κίνιας, Ε. Ματζαπετάκης, Ε. Μπακλατζῆς, Κ. Δημόπουλος, Θ. Ρέντης, Κ. Περραιβός, καταθέτουσι προσθήκας καὶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Κοθρῆς, Τ. Κολοκυθᾶς καὶ Η. Σακαλῆς, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3215)1955 «περὶ προτιμήσεως τῶν προϊόντων τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας καὶ βιοτεχνίας καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀναγνωστόπουλος, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθέτου παρὰ τῷ ΙΚΑ προαιρετικῆς ἀσφαλίσεως ὡς καὶ ἄλλων τινῶν μεταρρυθμίσεων τῆς περὶ ΙΚΑ νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἀκτημόνων Νησίου, αἰτουμένου ἀπαλλαγὴν τῆς καταβολῆς μισθωμάτων διὰ τοὺς κοινοχρήστους ἀγροὺς καὶ κτηματικὴν τῶν μελῶν του ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Μελίκης, αἰτουμένης τὴν κατασκευὴν προστατευτικοῦ ἔργου ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Κλειδοθολόλακου πρὸς ἀποφυγὴν καταστρεπτικῶν πλημμυρῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἀδιορίστων Θεολόγων, αἰτουμένης ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων της. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Χρίστογλου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Σέρραις ἑδρεύοντος Συνδέσμου Ἐργαζομένων Ὑπουργείου Γεωργίας Υ.Ε.Β., αἰτουμένου ἔνταξιν τῶν μελῶν του εἰς τὸ τακτικὸν προσωπικὸν τοῦ ἐν λόγῳ Ὑπουργείου. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἀρεθούσης, παραπονουμένου διὰ κακὸν ἀναδασμὸν τῶν κτημάτων τῆς περιοχῆς καὶ ἔλλειψιν ὁδῶν, ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, ὕδατος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Χ. Πιπιλῆς, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Γεωπονικοῦ Συλλόγου Ἄρτης, αἰτουμένου ἀπάλειψιν ἐκ τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ νομοσχεδίου διατάξεως ἐξομοιούσης τοὺς γεωργοτεχνίτας πρὸς τοὺς γεωπόνους Βʹ κατηγορίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δήμου Ἡλιουπόλεως, διαμαρτυρομένου διὰ μὴ χάραξιν καὶ διάνοιξιν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Ὑδάτων τῶν χανδάκων ὑδρεύσεως αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Κωνσταντίνου Π. Παύλου, κατοίκου Δοκιμίου–Τριχωνίδος, αἰτουμένου ἀποδέσμευσιν τοῦ καπνοῦ του καὶ ἀπαλλαγὴν τοῦ ἐπιβληθέντος αὐτῷ προστίμου. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Χ. Καραπιπέρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Προέδρων Σωματείων Φορτοεκφορτωτῶν, ἐργατοτεχνιτῶν κλπ. περιοχῆς Δήμων Κτημενίων καὶ Δολόπων, διαμαρτυρομένων διὰ μὴ ἐπέκτασιν τοῦ ΙΚΑ εἰς τοὺς ἐν λόγῳ Δήμους. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Χρήστου Εὐθυμίου, κατοίκου Παλαιοκαρυᾶς Ἀγρινίου, αἰτουμένου χορήγησιν αὐτῷ ἀδείας καπνοκαλλιεργείας ποικιλίας «Τσιμπελίου». Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Κουλούρας, αἰτουμένης τὴν ἐπέκτασιν εἰς ταύτην τῆς ἀστικῆς συγκοινωνίας. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν παλαιοημερολογιτῶν Διαβατοῦ Βεροίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὰ κατ’ αὐτῶν μέτρα τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ξεχασμένης, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μείωσιν τῆς τευτλοκαλλιεργείας. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἀδιορίστων Θεολόγων, αἰτουμένης ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων της. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Χ. Πιπιλῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Γεωπόνων Ἀττικῆς καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Συλλόγου Σπουδαστῶν Ἀνωτάτης Γεωπονικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, διαμαρτυρομένων δι’ ἐπιχειρουμένην ἐξομοίωσιν τῶν τεχνιτῶν Γεωργίας μὲ τοὺς Γεωπόνους. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀλεξανδρείας, αἰτουμένου μετατροπὴν τοῦ ἐν αὐτῇ Παραρτήματος τοῦ ΙΚΑ εἰς ὑποκατάστημα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἠσφαλισμένων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Α. Τσαλδάρης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Μορφωτικοῦ Συλλόγου Παγκρατίου, ἐκφράζοντος τὴν πικρίαν τῶν μικροϊδιοκτητῶν καὶ ἐπαγγελματιῶν τῆς περιοχῆς Παγκρατίου Ἀθηνῶν, διὰ τὴν μὴ αὔξησιν τοῦ ὕψους τῶν οἰκοδομῶν αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς κωμοπόλεως Μελίκης, αἰτουμένης ἵδρυσιν ἐν αὐτῇ Εἰρηνοδικείου. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Συλλόγου Γονέων Ἑλλήνων Σπουδαστῶν Ἐξωτερικοῦ, σχετικὴν μὲ τὴν πρόσθετον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ Στρατεύματι τῶν ἐν λόγῳ σπουδαστῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν τευτλοκαλλιεργητῶν Ἁγίας Βαρβάρας, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν καλλιεργείας ζακχαροτεύτλων εἰς τὴν περιοχήν των. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν περιοχῆς Βερμίου, αἰτουμένων τὴν προστασίαν τῶν μήλων καὶ ροδακίνων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Ράλλης, Α. Τσαλδάρης καὶ Δ. Ἰωάννου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἀρτοποιῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένης ἀναπροσαρμογὴν τῶν συνθετουσῶν τὸ κόστος τοῦ ἄρτου δαπανῶν, κατάθεσιν καὶ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου ρυθμίζοντος τὴν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τῶν ἀρτοποιείων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Κ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ψήφισμα τῆς Πανελλαδικῆς Συγκεντρώσεως τῶν ἀρτοποιῶν, αἰτουμένων κατάθεσιν καὶ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου ρυθμίζοντος τὴν ἵδρυσιν καὶ λειτουργίαν τῶν ἀρτοποιείων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων τῶν Κοινοτήτων Παρανεστίου, Θόλου καὶ Σύμης, αἰτουμένων χαρακτηρισμὸν τῆς περιοχῆς των ὡς κλασσικῆς πρὸς καλλιέργειαν καπνῶν ὁμωνύμου ποικιλίας. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Βωλάκου, αἰτουμένης χορήγησιν εἰς τοὺς κατοίκους της ἀδείας καπνοκαλλιεργείας διὰ τὸ ἔτος 1965 καὶ σύστασιν ἐν αὐτῷ ἀγροτικοῦ Κτηνιατρείου. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Ν. Αὐγερινός, καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς τῶν Προέδρων Κοινοτήτων Μαγούλας, Μακίστου, Ἐπιταλίου, Κουφοπούλου, Ἀνδριτσαίνης κ.ἄ. Νομοῦ Ἠλείας, αἰτουμένων ἐγκατάστασιν τοῦ 4ου ἐργοστασίου ζαχάρεως εἰς τὸν ἐν λόγῳ Νομόν. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 73223)29.3.65 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Κτηματικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν δανειοδότησιν τῆς Ἀνωτάτης Σχολῆς Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορικῶν Ἐπιστημῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἠμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Κουλούρας, αἰτουμένης τὴν ἐκτέλεσιν προστατευτικῶν ἔργων ἐπὶ τῆς ἀριστερᾶς ὄχθης τοῦ Ἀλιάκμονος. Ὁ βουλευτὴς Ἡμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Ναούσης, αἰτουμένου χορήγησιν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν πρὸς ἐξοπλισμὸν τῆς νέας πτέρυγος τούτου. Ὁ βουλευτὴς Ἡμαθίας κ. Δ. Χατζηδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ταγαροχωρίου, διαμαρτυρομένου διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν κατοίκων τοῦ συνοικισμοῦ τούτου τῆς τευτλοκαλλιεργείας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Π. Κατσώτας, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ ἐν Μεσολογγίῳ συλλόγου «Οἱ φίλοι τῆς ἐκβιομηχανίσεως», αἰτουμένου ὅπως ἡ μετατεθεῖσα διὰ τὸ Μεσολόγγιον μονὰς ἠλεκτρολύσεως τοῦ ἅλατος, παραγωγῆς χλωρίου καὶ καυστικῆς σόδας ἐγκατασταθῇ εἰς Μεσολόγγιον καὶ τεθῇ τὸ ταχύτερον εἰς κίνησιν. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Κων. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Γεωπονικοῦ Συλλόγου Ἄρτης, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ νομοσχεδίου ἐξομοίωσιν Τεχνιτῶν Γεωργίας πρὸς Γεωπόνους Βʹ Κατηγορίας. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Γ. Γραφάκος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν Προέδρων καὶ Κοινοτήτων τέως Δήμου Βοιῶν Λακωνίας, διαμαρτυρομένων διότι εἰς τὸ ἐξαγγελθὲν πρόγραμμα ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας δὲν συμπεριελήφθη ἡ ὁδὸς Κεραμωτῆς–Νεαπόλεως Βοιῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Τηλέμαχος Πλεύρης, καταθέτει ὑπόμνημα Προέδρων τῶν Κοινοτήτων περιφερείας Μεσσαρᾶς καὶ τοῦ Δήμου Μοιρῶν Ἡρακλείου, αἰτουμένων ἐξηλεκτρισμὸν τῆς περιοχῆς των, βελτίωσιν τῆς συγκοινωνίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Κ. Παπαδημητρίου, καταθέτει κοινοποίησιν ἐγγράφου τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν πρὸς τὸ Ἵδρυμα Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων (ΙΚΑ) ἀφορῶντος τὴν μὴ ἐφαρμογὴν ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Ἱδρύματος τῶν διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 132)7.4.64 Β. Διατάγματος. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Κ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἀνθοτόπου Ἄρτης, αἰτουμένου ρύθμισιν τῶν πρὸς τὴν ΑΤΕ ὀφειλῶν τῶν μελῶν αὐτοῦ καὶ χορήγησιν νέων καλλιεργητικῶν δανείων καὶ λιπασμάτων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Ράλλης καὶ Χ. Κανδηλιάρης, ζητοῦν τὸν λόγον, δι’ αἰτήσεώς των ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§8Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου ἤκουσα ἀναφερομένην ἢ μᾶλλον μνημονευομένην ὑπὸ τοῦ κ. Γραμματέως ἀναφορὰν τοῦ Δήμου Ἡλιουπόλεως, σχετικῶς μὲ τὴν ὕδρευσιν καὶ τὰ παράπονα τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς αὐτῆς. Τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν τὴν κατέθεσαν πρὸ 20 ἡμερῶν ἢ καὶ πρὸ μηνός καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἰδία παρατήρησις θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐκ μέρους ἄλλων συναδέλφων, ὅτι παρατηρεῖται μεγάλη καθυστέρησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκφώνησιν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τῶν ἀναφορῶν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀπευθύνω καμμίαν μομφὴν κατὰ τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ ἀκριβῶς θὰ ἤθελα νὰ προτείνω μίαν λύσιν πρακτικήν. Προηγουμένως ὅμως, θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἐλαφρότερος τύπος Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διότι ἐπιτρέπει καὶ εἰς τοὺς πολίτας νὰ φέρουν τὰ παράπονά των ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἐπὶ πλέον ἔχει τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσῃ ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν πολλῷ μᾶλλον ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐπουσιώδους μὲν διὰ τὴν Βουλὴν θέματας, οὐσιώδους ὅμως διὰ τοὺς αἰτοῦντας ἢ ἀναφερομένους πρὸς τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἀναγνωρίζω τὰς δυσχερείας αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν καὶ αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ἐκ τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ὑποχρεοῖ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀνακοινοῖ κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης συνεδριάσεως τὰς ὑποβληθείσας ἀναφοράς. Ἐν τούτοις ὅμως διὰ νὰ μὴ χάνουν αἱ ἀναφοραὶ τὴν ἐπικαιρότητά των καὶ διὰ νὰ περιλαμβάνωνται τὴν ἑπομένην τῆς καταθέσεώς των εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κάνωμεν τὴν ἀκόλουθον μεθόδευσιν, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι δὲν θὰ ἐδεχόμην πρῶτος ἐγώ, οἱανδήποτε ἄλλην πρότασιν τῶν συναδέλφων ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, προκειμένου νὰ διευκολυνθῇ ἡ Βουλή. Αἱ ἀναφοραὶ νὰ κατατίθενται εἰς τὸ ἁρμόδιον γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λαμβάνουν ἀριθμὸν προτεραιότητος καὶ ἐκεῖθεν νὰ διέρχωνται ὅσοι βουλευταὶ θέλουν νὰ ἐγγραφοῦν διὰ νὰ ὁμιλήσουν. Ὁ δὲ Γραμματεὺς ἀντὶ νὰ ἀπασχολῇ τὴν Βουλὴν μὲ τὸ ὅτι «ὁ κ. Ράλλης καταθέτει ἀναφορὰν κλπ.», θὰ ἠμποροῦσε νὰ διαβάσῃ τὰ ὀνόματα τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι καταθέτουν ἀναφοράς, ὥστε νὰ ὑπάρχουν εἰς τὰ πρακτικά. Αὐτὸ ἔχει γίνει σιωπηρῶς μὲ τὰς τροπολογίας. Διότι, καὶ αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι κατατίθενται ὑπὸ τῶν βουλευτῶν πρέπει κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ μνημονεύωνται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Καθ’ ὅσον ὅμως ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ τὰ ὀλίγα ἢ πολλὰ χρόνια ποὺ θητεύω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οὐδέποτε ἐμνημονεύθη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου κατάθεσις τροπολογιῶν, πλὴν ὅμως εἰς κάθε πρακτικόν, κάθε συνεδριάσεως, θὰ ἴδωμεν πληθώραν ὀνομάτων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι καταθέτουν τροπολογίας. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἔτσι θὰ διευκολυνθῆτε καὶ ὑμεῖς καὶ κυρίως οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ὅταν ἔχουν ἕνα ἐπεῖγον θέμα θέλουν νὰ κατατεθῇ ἀμέσως εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ μὴ χάσῃ τὴν ἐπικαιρότητά του. Ἐπειδὴ γνωρίζω, κ. Πρόεδρε, μὲ πόσην εὐρύτητα ἐπιθυμεῖτε νὰ ἀσκήσητε καὶ ἠσκήσατε τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ θελήσητε νὰ δεχθῆτε τὴν πρότασίν μου ἢ μίαν παραπλησίαν πρότασιν ἄλλων κ.κ. συναδέλφων, ἡ ὁποία νὰ λύῃ τὸ θέμα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Οἰκισμοῦ Ἡλιουπόλεως, πρέπει νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι σᾶς διαφεύγει, κ. Ράλλη, ὁ χρόνος. Ἡ ἀναφορὰ κατετέθη τὴν 18. 3.65 καὶ συνεπῶς ἀνεκοινώθη μετὰ 12 ἡμέρας καὶ οὐχὶ μετὰ ἕνα μῆνα. Δεύτερον, θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐκφράσω τὸ παράπονον, ὅτι δυστυχῶς συνεχίζεται ἡ βραδύτης προσελεύσεως τῶν κ.κ. βουλευτῶν εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ σώματος. Πρέπει αἱ συνεδριάσεις τοῦ σώματος νὰ ἀρχίζουν τὴν 6ην μ.μ. διὰ νὰ ἔχωμεν τὸν χρόνον δι’ εὐρυτέραν συζήτησιν μιᾶς ἕως μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ οὕτω νὰ ἱκανοποιῆται τὸ αἴτημα τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν καὶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὲ τὸ Κοινοβούλιον. Διὰ νὰ καταστῇ τοῦτο δυνατόν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ κάμω ὑστάτην ἔκκλησιν εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ὅπως προσέρχωνται τὴν 6ην μ.μ., ὥστε νὰ καθίσταται δυνατὸν νὰ συζητῶνται αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις καὶ οὕτω νὰ ἔχωμεν καὶ περιθώριον μετέπειτα δι’ ἀνωτέραν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐπειδὴ τὸ θέμα τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ράλλη εἶναι οὐσιαστικὸν καὶ ἤκουσα καὶ προηγουμένως καὶ σχετικὴν ἄποψιν τοῦ συναδέλφου κ. Τσαλδάρη, κατ’ ἰδίαν, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω, ὅπως καὶ οὗτος διατυπώσῃ ἐπισήμως τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος.
§10Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εὐχαριστῶ, διότι χωρὶς νὰ ζητήσω τὸν λόγον, μὲ ἐμνημονεύσατε, ἀναφερόμενος εἰς τὴν κατ’ ἰδίαν συζήτησίν μας. Παρετήρησα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι πολλάκις συζητοῦμεν μίαν ἐρώτησιν καὶ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἐρωτήσεις συναδέλφων συναφεῖς διὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπει τὸ Προεδρεῖον νὰ γίνῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Θὰ πρέπει, διὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται παρεξηγήσεις νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος μεθοδεύσεως τῆς συζητήσεως, δηλαδὴ ἐπὶ συναφῶν ἐρωτήσεων νὰ ἐπιτρέπεται ἡ ταὐτόχρονος συζήτησις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ πρέπει, κ. Τσαλδάρη, νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἐὰν δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ σχετικὴ ἐρώτησις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, θὰ πρέπει νὰ ἐρευνήσωμεν εἰς τὸ ἀρχεῖον, πρᾶγμα πολὺ δύσκολον.
§12Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὅταν ἔχωμεν τὸν ἀριθμὸν τῆς ἐρωτήσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Σήμερα τὸ Προεδρεῖον ἀπαγορεύει πᾶσαν συσχέτισιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμβαίνει νὰ ἔχωμεν καταρτίσει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ μὴ περιλαμβάνωνται εἰς αὐτήν. Δὲν ἀπαγορεύει τὸ Προεδρεῖον, δὲν εἶναι, ὅμως, δυνατὸν νὰ ἐρευνήσωμεν ὁλόκληρον τὸ ἀρχεῖον. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι κατατίθεται ἑκατοντὰς ἀναφορῶν ἡμερησίως.
§14Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ λύσις τὴν ὁποίαν προέτεινα, θὰ διευκολύνῃ πολὺ τὸ θέμα.
§15Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς μᾶς ὑπεμνήσατε, ὅτι πρέπει ἐμπροθέσμως νὰ προσερχώμεθα. Αὐτὸ θὰ γίνῃ πραγματικότης ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ὁρίσετε τὴν τελευταίαν ὥραν τῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν εἶναι τακτὴ ἡ ὥρα τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως, νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι θὰ προσέρχωνται οἱ κ.κ. βουλευταί, ὁπωσδήποτε.
§16Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς βουλευτοῦ καὶ κἄπως παλαιοτέρου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, θὰ προέτεινα νὰ λάβῃ μία γενναίαν ἀπόφασιν τὸ Προεδρεῖον, νὰ ἀρχίζῃ δηλονότι ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 6 καὶ ὅταν δὲν εἶναι παρόντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, νὰ διαγράφωνται αἱ ἐρωτήσεις των.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν εἶναι παρόντες οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἀπόντες οἱ κύριοι συνάδελφοι, συμφωνῶ νὰ διαγράφωνται αἱ ἐρωτήσεις των, ἐφ’ ὅσον βέβαια, θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀπαρτία. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§18Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς νὰ ἀρχίζουν εἰς τὰς 6 ἡ ὥρα. Ἀλλά, σᾶς ὑπενθυμίζω, ἕνα τηλεγράφημά σας, τὸ ὁποῖον ἀπεστείλατε πρὸς ὅλους τοὺς κ.κ. βουλευτάς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλέγατε, ὅτι αἱ συνεδριάσεις θὰ ἀρχίζουν εἰς τὰς 6 καὶ θὰ τελειώνουν εἰς τὰς 11. Αὐτὸ τὸ τηλεγράφημά σας θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἰσχύσῃ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἀρχίζω τὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς 6 καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ὅταν ἀρχίζουν αἱ συνεδριάσεις τὴν ὥραν ταύτην δὲν θὰ παρατείνωνται πέραν τῆς 10ης ἢ 11ης νυκτερινῆς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσωμεν τὸ θέμα τοῦτο τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τοῦ σώματος. Τοῦτο δὲ θὰ γίνῃ συνειδητὸν ἐὰν κατανοηθῇ, ὅτι πρῶτον μέλημα τοῦ βουλευτοῦ εἶναι τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔργον καὶ δεύτερον αἱ ἐπισκέψεις εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα. Δυστυχῶς, οἱ κ.κ. συνάδελφοι, κακῶς θεωροῦν τὸ δεύτερον ὡς πρῶτον μέλημα καὶ τὸ κυρίως ἔργον τῶν ἐργασιῶν τοῦ σώματος, ὡς δευτερεῦον. Δὲν πρέπει νὰ παρατείνουν τὰς ἐπισκέψεις των εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα μέχρι τῆς 3.30′ ἀπογευματινῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμὸν καὶ θὰ ἀρχίζω τὰς συνεδριάσεις τὴν 6ην μ.μ. καὶ θὰ διαγράφωνται ὅλαι αἱ ἐγγεγραμμέναι ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις τῶν ἀπόντων βουλευτῶν. Ἐφ’ ὅσον δέ, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, θὰ λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Α. Γεροκωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§20Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι βεβαίως πρακτική, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐφαρμόσιμος. Διότι δὲν θὰ ἠμπορούσατε νὰ διαγράψετε ἐρώτησιν, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Εἶχον προτείνει κατὰ τὸ παρελθὸν μίαν ἄλλην λύσιν ἐπανειλημμένως καὶ ἀρχίζω νὰ αἰσθάνωμαι τὸν ἑαυτόν μου ὀλίγον φαιδρόν, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ἴδιον θέμα. Ἡ πρότασίς μου εἶναι αἱ συνεδριάσεις νὰ ἀρχίζουν εἰς τὰς 6. Νὰ ἐμφανισθῆτε, δηλαδή, εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, νὰ λύσετε τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ στείλετε, ἐν συνεχείᾳ, τὸν κατάλογον τῶν παρόντων εἰς τὰ πρακτικά. Ἐλπίζω, ἐὰν δύο φορὰς γίνῃ αὐτό, θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ θέμα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§22Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον. Ἔχω, ὅμως, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι παλαιότερον, εἴχομεν λάβει τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, δὲν ἐτηρήθη, ὥστε αἱ συνεδριάσεις νὰ ἀρχίζουν τὴν 6ην ἀπογευματινὴν καὶ νὰ μὴ παρατείνωνται πέραν τῆς 11ης νυκτερινῆς. Συνεπῶς, κουβέντες κάμομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ εἶναι τὸ ἑξῆς: Δηλώσατέ το σεῖς, κ. Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον προείπατε, καὶ θὰ ἴδωμεν ἐὰν θὰ ἔχωμεν ἀποτέλεσμα.
§23Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἂν παρίστανται τὴν 6ην ἀπογευματινήν, δηλαδὴ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, δὲν θὰ ὑπάρχῃ θέμα λύσεως τῆς συνεδριάσεως. Προβαίνετε εἰς συστάσεις πρὸς τοὺς κ.κ. βουλευτάς, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε, νομίζω, νὰ συστήσετε εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργούς, νὰ παρίστανται κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων. Ἐάν, οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, παρευρίσκωνται, θὰ προσέρχωνται καὶ οἱ κ.κ. βουλευταί. Ἐὰν δὲν παρευρίσκωνται οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, πῶς θὰ συζητηθοῦν αἱ ἐρωτήσεις; Ἔρχονται οἱ βουλευταί, ἀλλὰ καθυστεροῦν συχνότατα οἱ κ.κ. Ὑπουργοί. Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, θὰ πρέπει νὰ ρυθμισθῇ τὸ θέμα τοῦ χρόνου συνεδριάσεως τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Θὰ πρέπει, οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, ἐν συνεννοήσει μὲ τὸ Προεδρεῖον, νὰ ὁρίζουν διάφορον ὥραν συνεδριάσεως τῶν Ἐπιτροπῶν, ἡ ὁποία νὰ μὴ συμπίπτῃ μὲ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ὁρίζουν οἱ Ὑπουργοί. Τὸ ὁρίζει ὁ Πρόεδρος ἑκάστης Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ εἴθισται εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια τοῦ κόσμου, αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ μὴ συνεδριάζουν συγχρόνως μὲ τὴν Βουλήν. Συνεδριάζουν τὸ πρωί. Μόνον ἐδῶ ἐμφανίζεται αὐτὸ τὸ φαινόμενον, νὰ συνεδριάζουν αἱ Ἐπιτροπαὶ καὶ ἡ Ὁλομέλεια ἐκ παραλλήλου.
§25Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν, κ. Πρόεδρε. Ἀλλ’ εἶναι γεγονός, ὅτι οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἐν συνεννοήσει καὶ μόνον μὲ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὁρίζουν τὸν χρόνον συνεδριάσεων τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ καὶ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὸ φαινόμενον νὰ συνεδριάζουν, ταὐτοχρόνως, τὸ σῶμα καὶ αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Πάντως, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ τὸ νὰ παρευρίσκεσθε σεῖς καὶ οἱ κ.κ. Ὑπουργοί, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι θὰ παρίστανται καὶ οἱ βουλευταί. Ἐπίσης, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ράλλη καὶ παρακαλῶ νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὥστε αἱ ἀναφοραί, νὰ ἀναγινώσκωνται ἐγκαίρως.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ἀνερούσης, ἔχει τὸν λόγον.
§27Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω τὰ ἑξῆς, ἀποφεύγων νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα ὑπεστηρίχθησαν ὑπὸ τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ διὰ τοῦ κ. Ράλλη περὶ οὗ ἄλλωστε προβλέπει καὶ ὁ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Προχθές, εἴχαμε συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων. Ἀρχίσαμε τὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς 5.30′ καὶ τελειώσαμε μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς 10.30′ νυκτερινήν. Παρ’ ὅλας τὰς παρακλήσεις καὶ ἐμοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι θὰ πρέπει νὰ παρευρισκώμεθα καὶ εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ σώματος, διότι συνεζητοῦντο ἀναφοραὶ διὰ τὰς ὁποίας ἐνδιαφερόμεθα καὶ ὑπάρχουν συμφέροντα τῶν λαϊκῶν τάξεων, τὰς ὁποίας ἐκπροσωποῦμεν, δὲν κατέστη ὅμως, δυνατὸν νὰ λήξῃ ἡ συνεδρίασις τῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε νὰ παρευρεθῶμεν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε αἱ συνεδριάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ γίνωνται εἰς τοιαύτην ὥραν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ παρακολουθῶμεν καὶ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Θὰ πρέπει αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ ἀρχίζουν εἰς τὰς 5.30′ καὶ νὰ λήγουν εἰς τὰς 6.30′, ὥστε νὰ καθίσταται εὐχερὴς εἰς τὰ μέλη των νὰ παρακολουθοῦν καὶ τὰς συνεδριάσεις τοῦ σώματος. Ἕνα ἄλλο θέμα εἶναι νὰ μὴ ὁρίζωνται ταὐτοχρόνως συνεδριάσεις ἐπιτροπῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἔχουν ὁρισθῆ ὡς μέλη, βουλευταὶ μετέχοντες καὶ εἰς ἄλλην ἐπιτροπὴν ταὐτοχρόνως συνεδριάζουσαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρευρισκώμεθα τὴν αὐτὴν ὥραν εἰς πλείονας ἐπιτροπὰς καὶ ταὐτοχρόνως νὰ ὑπάρχῃ ἀξίωσις νὰ παριστάμεθα καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι λογικὸν νὰ ἐπικρίνωνται οἱ κ.κ. βουλευταὶ διὰ τὴν μὴ ἄσκησιν εὐσυνειδήτως τῶν καθηκόντων των.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Παναγιωτόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§29Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ συμμετάσχω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν—καίτοι νέος βουλευτὴς—καὶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ φαινομένου ποὺ πολλάκις παρουσιάζει ἡ Βουλή. Πράγματι, κ. Πρόεδρε, πολλάκις ἄρχεται ἡ συνεδρίασις μὲ τὴν παρουσίαν 15 ἢ 20 βουλευτῶν, φοβοῦμαι δὲ ὅτι διὰ τὸ θέμα τοῦτο δύναται νὰ παρεξηγηθῶμεν τόσον ἀπὸ τοὺς ἀκροατὰς τῶν θεωρείων, ὅσον καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι δηλ. δὲν ἐπιτελοῦμεν τὸ καθῆκον μας καὶ ὅτι εἴμεθα μόνον εἰσπράκτορες τῆς βουλευτικῆς μας ἀποζημιώσεως. Ἐνῷ τοῦτο, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ἔχει δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, ὡς βουλευτής, ἔναντι τῶν ψηφοφόρων του καὶ πρὸς τὰς ἀτομικάς του ἐξυπηρετήσεις, ὑποχρέωσις, ὅμως, μεγαλυτέρα πάσης ἄλλης, εἶναι ἡ ἐξάσκησις τῶν κοινοβουλευτικῶν του καθηκόντων καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπουσιάζῃ ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐδῶ, εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο τέμενος τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς κοινοβουλευτικοὶ ἐκπρόσωποι, πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς καὶ πιστοὶ τόσον εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ὅσον καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός, κ. Πρόεδρε, ὁρίζουν ρητῶς τὰς κυρώσεις ποὺ ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς μὴ προσερχομένους βουλευτάς, στέρησιν βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως κλπ. Ἀλλά, πέραν τούτου, κ. Πρόεδρε, καὶ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Γεροκωστόπουλος, προτείνω, νὰ δίδωνται τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων εἰς τὴν δημοσιότητα, ἵνα γνωρίζουν καὶ οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐπαρχίας ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, τί πράττομεν καὶ τί ἐπιτελοῦμεν, ὡς πρὸς τὰς ἐντολάς, ποὺ αὐτοὶ οὗτοι μᾶς ἔδωσαν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§31Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ ἑνὸς πρέπει νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὑπάρχουν μερικὰ πρακτικὰ μέτρα, διὰ νὰ βελτιωθῇ μία κατάστασις, ἡ ὁποία, προδήλως, οὔτε ἡ πρέπουσα εἶναι, οὔτε ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς πολιτείας, τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Καὶ δεύτερον, νὰ ἴδωμεν εἰλικρινέστερον, ποῖα εἶναι τὰ αἴτια αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Πρακτικὰ μέτρα μέν, νομίζω, ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ ἦσαν ἀφ’ ἑνὸς ἡ συμμόρφωσις πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὥρισε τὴν Τετάρτην πρωϊνὴν συνεδρίαν, διὰ νὰ διατίθεται τὸ ἀπόγευμα τῆς Τετάρτης διὰ νὰ συνεδριάζουν αἱ ἐπιτροπαί, διαπιστώσας κατὰ τὴν τελικὴν μεταρρύθμισιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν συγχρόνως νὰ διεξάγωνται τὰ ἔργα καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Ἐπιτροπῶν. Αὐτὸ δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ. Ἀπ’ ἐναντίας ἐθεωρήθη γράμμα κενὸν καὶ ἐματαιώθη. Αἱ Ἐπιτροπαὶ προσδιορίζουν τὰς συνεδριάσεις των κατὰ τὰς ὥρας τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἕνα καὶ εἶναι ἐπιταγὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ δεύτερον εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμῶμεν τὴν σημασίαν καὶ τὴν σοβαρότητα τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους οἱ βουλευταὶ—καὶ τὸ λέγω τελείως ἀντικειμενικῶς καὶ ἀνιδιοτελῶς, διότι μόνον τῆς παρατάξεώς μας οἱ βουλευταὶ εἶναι ἀπηλλαγμένοι αὐτοῦ τοῦ ὀδυνηροῦ χρέους— πᾶνε εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ὄχι διὰ νὰ κάμουν ρουσφέτια, δὲν κομματίζονται. Ὑπάρχει ἡ γραφειοκρατία τῆς διοικήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀφήνει νὰ προχωρήσῃ καὶ νὰ διεκπεραιωθῇ οὐδεμία νόμιμος αἴτησις, ἂν δὲν πάῃ κἄποιος νὰ σπρώξῃ τὴν ὑπόθεσιν. Εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ βουλευταὶ νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς, χωρὶς νὰ παρεμβάλλουν τὸν κομματισμόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ γενικόν. Ἐξαιρέσεις ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν. Ἐάν, λοιπόν, λυθῇ καὶ τὸ παραμικρότερον ζήτημα, εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ γυρίζουν ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα εἰς τὰς 2.30′, 3.00′, 3.30′. Καὶ ὅπως ἀπεδείχθη εἰς τὴν πρᾶξιν, πολλῶν 10ετηρίδων ἢ τοὐλάχιστον τῆς τελευταίας ποὺ εἶμαι συνεχῶς μέλος τοῦ σώματος, δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ὥρα 6 ὡς ὥρα ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐμπρὸς ποὺ βαίνομεν πρὸς τοὺς θερινοὺς μῆνας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ πρακτικοὶ τρόποι. Νὰ ἴδωμεν τώρα καὶ τὴν οὐσίαν. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ Τρικούπη καὶ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, παλαιότερον, δὲν ἔλειπον οὔτε ὁ Πρωθυπουργός, οὔτε οἱ Ὑπουργοί, οὔτε οἱ βουλευταὶ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο μόνον, κατὰ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἡ πρώτη τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ ἦτο οὐσιαστικῶς ἡ πρώτη. Σήμερον, ὅμως, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει οὐσιαστικῶς καμμίαν πρωτοβουλίαν. Νομοθετικὴν πρωτοβουλίαν δὲν ἔχει. Τὸ λέγουν τὰ Συντάγματα καὶ οἱ Κανονισμοί, ἀλλ’ οὐδέποτε ἦλθεν πρότασις νόμου ἀπὸ βουλευτάς, ἔστω καὶ 60 βουλευτάς, πρὸς συζήτησιν, οὔτε κἂν πρότασις τροποποιήσεως τῶν νόμων, διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σύστημα, «ὅτι δὲν θὰ δεχθῶμεν τροπολογίας». Δηλαδή, φέρω ἕνα νόμον διὰ νὰ τὸν ψηφίσω, ὡς ἐγὼ τὸν θέλω, ἐνῷ αὐτὸ δὲν εἶναι δουλειὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τῆς νομοθετικῆς. Τὰ μεγάλα ζητήματα λύονται ἀλλοῦ, ἔρχονται ἕτοιμα ἐδῶ. Καλούμεθα νὰ καταχωρήσωμεν καὶ πρωτοκολλήσωμεν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐλήφθησαν εἴτε εἰς Πρεσβείας, εἴτε εἰς τὰς Τραπέζας, εἴτε ἀλλοῦ, ἐκτὸς τοῦ νομοθετοῦντος σώματος. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, βέβαια, ὅλα ἐξαρτῶνται ἀπὸ ἡμᾶς. Ἀλλά, τελικῶς, δὲν νομοθετοῦμεν. Τελικῶς, πράξεις Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐρχόμεθα νὰ κυρώσωμεν καὶ ὅπως γίνεται τὸ ἔργον τοῦ ἐλέγχου, δὲν φθάνουν αἱ ἐπερωτήσεις εἰς ἱκανὸν ἀριθμὸν πρὸς συζήτησιν. Καὶ ἑπομένως ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ ὕψος τῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ὁ μεγάλος ἀριθμὸς τῶν συναδέλφων τηρεῖ. Πάντως ἂν ληφθοῦν τὰ δύο προταθέντα πρακτικὰ μέτρα, τῶν Ἐπιτροπῶν νὰ συνεδριάζουν τὴν Τετάρτην τὸ ἀπόγευμα ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν εἰς τὰς 6,30′ καὶ ὄχι εἰς τὰς 6 μ.μ., διότι ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴν πεῖραν, ὅτι εἶναι ἔξω τῆς πραγματικότητος αὐτὴ ἡ ὥρα, λόγῳ τῶν ἄλλων ἀπασχολήσεων καὶ ἂν γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ ἄλλη πρότασις, τὴν ὁποίαν πολὺ ὀρθῶς μὲ ἐπιμονὴν εἰσάγει ὁ συνάδελφος κ. Γεροκωστόπουλος, τῆς λύσεως τῆς συνεδριάσεως ἐλλείψει ἀπαρτίας καὶ ὄχι τῆς κατὰ συγκατάβασιν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου ἀποδοχῆς, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία καὶ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ὀνομάτων τῶν βουλευτῶν, λόγῳ τῆς ἀπουσίας, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, νομίζω, ὅτι θὰ κάμωμεν ἕνα σοβαρὸν βῆμα. Ἀλλὰ τὸ σοβαρώτερον θὰ γίνῃ ἂν ἀποκατασταθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ καθήκοντά της καὶ τὰ δικαιώματά της.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βανταλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§33Ε. ΒΑΝΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ συνεδριάσεις γίνονται δημοσίᾳ. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἀκούωνται ἀπὸ συναδέλφους λέξεις προσβάλλουσαι τοὺς βουλευτάς. Οὐδεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐργάζεται περισσότερον τῶν βουλευτῶν. Εἶναι ἀπαράδεκτοι αἱ αἰτιάσεις συναδέλφων. Ποῖος ἐργάζεται ἀπὸ τῆς 7ης πρωϊνῆς ἕως τῆς 3ης μεσημβρινῆς καὶ ἀπὸ τῆς 6ης ἀπογευματινῆς μέχρι πρωΐας; Κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχώμεθα ἐπιτροπάς, νὰ συναντῶμεν Ὑπουργούς, νὰ φροντίζωμεν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἀσθενῶν συμπολιτῶν μας εἰς τὰ Νοσοκομεῖα κλπ. Τρέχομεν ἀπὸ τὸ πρωῒ ὡς τὸ βράδυ καὶ θὰ πρέπει καὶ ἀπὸ τῆς 6ης ἀπογευματινῆς νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ φεύγωμεν πολλὲς φορὲς τὶς πρωϊνὲς ὧρες. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρεῖται μία ἀρρυθμία εἰς τὴν ὥραν ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὴν ἰδίαν ὥραν συνεδριάζουν καὶ αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαί. Θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἕνας πρακτικὸς τρόπος, ὥστε καὶ αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ νὰ λειτουργοῦν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν κανονικὸν ρυθμὸν τῶν ἐργασιῶν της. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεὶς ἐργάζεται περισσότερον τῶν βουλευτῶν καὶ εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ λέγεται τὸ ἀντίθετον. Οἱ βουλευταὶ ἔχουν ὑψηλὸν βαθμὸν συναισθήσεως καθηκόντων καὶ ὑποχρεώσεων.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Πιτούλης ἔχει τὸν λόγον.
§35Φ. ΠΙΤΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμπέρασμα τῆς ὅλης συζητήσεως εἶναι, ὅτι ἐνῷ καταβάλλεται μία προσπάθεια διὰ νὰ ἐξευρεθῇ περισσότερος χρόνος διὰ νὰ συζητήσωμεν σοβαρώτερα θέματα, δυστυχῶς ἐξαντλοῦμεν τὸν χρόνον εἰς ἀντικανονικὴν συζήτησιν. Περὶ τίνος πρόκειται; Ὁ συνάδελφος, κ. Κ. Ράλλης, ἔκαμε μίαν πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἀναφορῶν. Ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ, κατηναλώθη ὁλόκληρος ὥρα, ἡ ὁποία πέραν τῶν ὅσων ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ κ. Κ. Ράλλη, δὲν ἀποτελοῦν, παρὰ συζήτησιν ἄνευ ἀξίας. Ἡ προσέλευσις τῶν βουλευτῶν δὲν ἀποτελεῖ παρὰ εὐθύνην ἡμῶν καὶ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Εἶναι θέμα κομματικῆς πειθαρχίας τὸ πότε θὰ ἔρχωνται καὶ τὸ πότε θὰ φεύγουν οἱ βουλευταὶ καὶ ὄχι θέμα Κανονισμοῦ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Πιπιλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§37Χ. ΠΙΠΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, δὲν ἔχει δίκαιον, ὅταν ὑποστηρίζῃ, ὅτι ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις ἀπέβλεπεν εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ εἰς τὴν τήρησιν τούτου. Τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ φανῇ σκληρὸν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τὸ Προεδρεῖον εἰς 2 ἢ 3 συνεδριάσεις λύσῃ τὴν συνεδρίασιν ἐλλείψει ἀπαρτίας, πιστεύω, ὅτι τότε μόνον θὰ ἐπέλθῃ ὁ ὁμαλὸς ρυθμὸς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶμαι ἐξ αὐτῶν ποὺ προσέρχονται ἀπὸ τοὺς πρώτους καὶ ἀποχωροῦν τελευταῖοι. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ φανῇ σκληρόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τότε θὰ ἐπιτύχωμεν νὰ ἀρχίζουν αἱ ἐργασίαι τὴν 6ην ἀπογευματινήν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ράλλη, φρονῶ, ὅτι ἐξηντλήθη τὸ θέμα, παρακαλῶ λοιπόν, νὰ μὴ προκαλέσωμεν περαιτέρω συνέχισιν τῆς συζητήσεως, βλέπετε ἄλλωστε, ὅτι οἱ κ. συνάδελφοι δυσφοροῦν καὶ δικαίως—κατ’ ἐμὲ—διότι ἀρκετὰ παρετάθη ἡ συζήτησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εὐχαριστῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐὰν προεκάλεσα τὴν συζήτησιν —τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζετε ὡς ἀντικανονικὴν— τὸ ἔκαμα, διότι καὶ ἐμὲ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἀπασχολεῖ τὸ θέμα. Πολλάκις εἰσέρχομαι εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ εὑρίσκομαι πρὸ ἑνὸς βουλευτοῦ, ἐνίοτε δὲ πρὸ οὐδενός. Δι’ αὐτό, θὰ ἤθελα, ἐπειδὴ μᾶς ὑπολείπονται ὀλίγαι ἀκόμη ἡμέραι μέχρι τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα, καὶ κατόπιν μέχρι τῶν διακοπῶν τοῦ Ἰουνίου, νὰ ἐξαντληθῇ ὁ πίναξ καὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἐπερωτήσεων εἰ δυνατόν. Καὶ αὐτὸ δὲν ἐπιτυγχάνεται παρὰ μόνον ἂν ἀρχίζωμεν εἰς τὴν καθωρισμένην ὥραν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ τῆς κατ’ οἰκονομίαν τακτοποιήσεως τοῦ θέματος τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, θὰ καλέσω τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ θέσω τὸ θέμα καὶ νομίζω, ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συζητῶνται συγχρόνως αἱ ἐγγραφόμεναι ἐρωτήσεις καὶ ἀναφοραί, διότι ἄλλως εἶναι πράγματι ἀδύνατον νὰ συζητηθοῦν ὅλαι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ὥρας ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων, δηλῶ, ὅτι ἐφεξῆς αὗται θὰ ἄρχωνται εἰς τὰς 6 μ.μ. μὲ ὅλας τὰς συνεπείας ποὺ ὑπεγράμμισαν οἱ κύριοι συνάδελφοι πρὸ ὀλίγου.
§39Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἐζήτησα τροποποίησιν Κανονισμοῦ, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐζήτησα ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ εἰδικώτερον, ὅπως ἰσχύει, ἡ παρ. 2 νὰ ἰσχύῃ καὶ ἡ παράγραφος πρώτη. Αὐτὸ ἐζήτησα ἐγώ. Καὶ λυποῦμαι, διότι εἰς μίαν τοιαύτην πρότασιν, ἡ ὁποία κυρίως ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ ἐπὶ μίαν καὶ πλέον ὥραν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Λαυρεντίδης ἔχει τὸν λόγον.
§41Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμόν. Ὁ Κανονισμὸς λέγει πῶς διαπιστοῦται ἡ ἀπαρτία. Ἐὰν ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν αὐτήν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταλάβουν ὡρισμένοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ παρακολουθοῦν συνεχῶς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Τὸ λέγω τοῦτο, διότι ὡρισμένοι βουλευταὶ παρίστανται συνεχῶς εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλοι παρίστανται μίαν φορὰν τὸν μῆνα. Μπορεῖτε κ. Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ διὰ τὴν περικοπὴν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως ἀπὸ βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει πέραν τῶν 5 συνεδριάσεων. Πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, εἰς ὅλα τὰ σημεῖα...
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν περικοπὴν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ὁμιλεῖ καὶ τὸ Σύνταγμα.
§43Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Συνεπῶς, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Μόνον, ὅταν ἐφαρμόσητε πιστῶς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, τότε θὰ ἐπέλθῃ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ Κοινοβουλίου.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Κωτιάδη, ἀναφερομένης εἰς τὸν τρόπον λειτουργίας πρατηρίου ὑγρῶν καυσίμων κλπ.
§45Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησις τοῦ συναδέλφου, κ. Κωτιάδη, τύποις ἀπευθύνεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν, ἐνῷ ἐν τῇ οὐσίᾳ στρέφεται ἐναντίον τοῦ συναδέλφου κ. Κουντούρη.
§46Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δέχομαι νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Δαμιανοῦ, Ε. Ἀνερούση, Α. Γεροκωστοπούλου, Δ. Λαντζούνη, Γ. Καστανίδη καὶ Δ. Γρίβα, ἀναφερομένης εἰς τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Σωματείου μισθωτῶν ὑπαλλήλων, ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Δράμας καὶ περιφερείας «Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος» καὶ τοῦ συλλόγου ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Κοζάνης, αἰτουμένων συμμετοχήν των εἰς τὰ τοπικὰ συμβούλια αὐτοκινήτων. Ἐπειδὴ ὁ συνάδελφος κ. Κουντούρης, ἀπουσιάζει καὶ διὰ λόγους ἁβρότητος, παρακαλῶ ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις. Σημειώνω, ὅτι ὅταν τὴν περασμένη ἑβδομάδα ἦτο ἐγγεγραμμένη ἡ ἐρώτησις, ἀπουσίαζεν ὁ συνάδελφος κ. Κωτιάδης καὶ παρίστατο ὁ συνάδελφος κ. Κουντούρης, λόγῳ δὲ τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Κωτιάδη ἡ ἐρώτησις ἀνεβλήθη.
§48Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριοι συνάδελφοι, βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας, οἱ ὁδηγοὶ δὲν παρίστανται εἰς τὰ τοπικὰ συμβούλια αὐτοκινήτων, ἀλλὰ καλοῦνται μόνον διὰ νὰ δώσουν ὡρισμένας πληροφορίας. Πρόθεσίς μου εἶναι, ὅπως κάμω χρῆσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ διορίζω ὡς τακτικὰ μέλη εἰς τὰ τοπικὰ συμβούλια αὐτοκινήτων καὶ τοὺς ὁδηγοὺς αὐτοκινήτων.
§49Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν θὰ πρέπει νὰ καλοῦνται δυνητικῶς μόνον διὰ νὰ δίδουν πληροφορίας, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ πᾶσα δυνατὴ πρόνοια, ὥστε νὰ ὁρισθοῦν ὡς τακτικὰ μέλη τῶν εἰδικῶν τοπικῶν συμβουλίων αὐτοκινήτων μὲ οὐσιαστικὴν καὶ οὐχὶ συμβουλευτικὴν γνώμην.
§50Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Εἶπον, κ. συνάδελφε, ὅτι θὰ κάμω χρῆσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως καὶ θὰ διορίζω ὡς τακτικὰ μέλη.
§51Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς συνέλαβε τὸ θέμα καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ τὸ τακτοποιήσῃ. Ὑπάρχει ὅμως, ἕνα ἄλλο θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ μέριμνα ὁ κ. Ὑπουργός. Ὑπάρχουν ἀντιπρόσωποι, εἰς τὰ τοπικὰ συμβούλια αὐτοκινήτων, οἱ ὁποῖοι δὲν κατέχουν τὰ συγκοινωνιακὰ προβλήματα καὶ οὕτω καθίστανται οἱ Πρόεδροι τῶν ΚΤΕΛ παντοδύναμοι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ὥστε εἰς τὰ συμβούλια αὐτοκινήτων νὰ συμμετέχουν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν τὰ συγκοινωνιακὰ προβλήματα. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Καρδάρα, Ε. Ἀνερούση καὶ Τ. Γεωργίου, ἀναφερομένης εἰς τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ συνδέσμου ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Λαρίσης περὶ χώρων καὶ τοῦ μεταφορικοῦ γεωργικοῦ συνεταιρισμοῦ ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Λαρίσης, αἰτουμένων ἐπέκτασιν καὶ πύκνωσιν τῆς ἀστικῆς συγκοινωνίας, ἔγκρισιν ἐκμεταλλεύσεως 12 ἀγόνων γραμμῶν τοῦ Νομοῦ Λαρίσης.
§53Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, βάσει κειμένης νομοθεσίας ἁρμόδια ὄργανα διὰ τὴν χορήγησιν ἀδειῶν αὐτοκινήτων εἰς τὰς ἐπαρχίας εἶναι τὰ τοπικὰ συμβούλια αὐτοκινήτων καὶ ὁ Νομάρχης. Τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα ἔχει διὰ τὴν χορήγησιν ἀδειῶν αὐτοκινήτων εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§54Δ. ΚΑΡΔΑΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οἱ ὁδηγοὶ τῆς Λαρίσης δὲν εἶναι εὐχαριστημένοι, διότι εἰς τὴν Λάρισαν ἐχορηγήθησαν μόνον 5 ἄδειαι αὐτοκινήτων. Μὲ τὰς 5 αὐτὰς ἀδείας δὲν διευκολύνεται καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖται ἡ ἀστικὴ καὶ ὑπεραστικὴ συγκοινωνία τῆς Λαρίσης, πόλεως ἡ ὁποία ἔχει μεγάλην προβολὴν καὶ τελευταίως ἔχει αὐξηθῆ κατὰ πολὺ ὁ πληθυσμός της.
§55Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν παρενεβλήθην εἰς τὴν συζήτησιν τὸ ἔπραξα, διότι ὑπάρχει αἴτημα τοῦ ΚΤΕΛ Σύρου περὶ μεταφορᾶς ἑνὸς αὐτοκινήτου ἀγόνου γραμμῆς τῆς Σύρου εἰς ἀστικὸν κέντρον πρωτευούσης. Περὶ τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ σᾶς ἔχει ὑποβληθῆ σχετικὴ πρότασις. Ἐπίσης σᾶς πληροφορῶ καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθοῦν τὰ δέοντα μέτρα διὰ τὰ νησιὰ τοῦ Νομοῦ Κυκλάδων, ἅτινα δὲν ἔχουν συγκοινωνιακὰ μέσα οἱασδήποτε κατηγορίας διὰ νὰ διακινηθοῦν οἱ κάτοικοι πρὸς τὰ ἐσώτερα τῶν νήσων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον σᾶς παρακαλῶ, ὅπως λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων τῶν νήσων τούτων καὶ συμπληρώσητε τὰ συγκοινωνιακὰ κενά, βάσει τῶν γενικωτέρων ἀναγκῶν τοῦ τουρισμοῦ καὶ τῶν κατοίκων.
§56Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, αὐτὰ ποὺ ὑποστηρίζετε εἶναι ἀντιφατικά. Ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν λέτε νὰ ἀποσύρρωμεν τὸ αὐτοκίνητον ὡς ἀντιοικονομικόν, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν λέτε, νὰ τοποθετήσωμεν αὐτοκίνητον εἰς τὰς νήσους.
§57Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν εἶπον αὐτό, οὔτε ὑποστηρίζω ἀντιφατικὰ πράγματα. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθοῦν τὰ συγκοινωνιακὰ κενὰ εἰς τὰς νήσους ποὺ δὲν ὑπάρχουν αὐτοκίνητα οἱασδήποτε καταλλήλου κατηγορίας διὰ τὴν μετακίνησιν τῶν κατοίκων εἰς τὰ ἐνδότερα, τῶν νήσων ἐκ τῶν λιμένων, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κοινοῦ διὰ τὴν μετακίνησιν τῶν κατοίκων εἰς τὰ ἐνδότερα. Ἄλλο τὸ αἴτημα τοῦ ΚΤΕΛ Ἕβρου διὰ τὰ λεωφορεῖα καὶ τὴν τοποθέτησιν ἑνὸς λεωφορείου εἰς γραμμὴν κέντρου καὶ ἄλλο τὰ συγκοινωνιακὰ προβλήματα τῶν μαστιζομένων ἀπὸ τὴν παντελῆ ἔλλειψιν συγκοινωνιακῆς ἐπικοινωνίας.
§58Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, ὁμιλεῖτε διὰ φορτηγά;
§59Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, διὰ ταξὶ ἢ πᾶν ἄλλο συγκοινωνιακὸν μέσον ἐξασφαλίζον ἐπικοινωνίαν κατοίκων καὶ ἐξυπηρέτησιν τουρισμοῦ.
§60Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ἁρμόδια ὄργανα διὰ τὴν χορήγησιν ἀδειῶν αὐτοκινήτων εἰς τὰς νήσους, εἶναι ὁ Νομάρχης καὶ τὸ τοπικὸν συμβούλιον αὐτοκινήτων.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ κ. Σ. Κωτιάδη, σχετικῶς μὲ τὸν τρόπον λειτουργίας πρατηρίου ὑγρῶν καυσίμων ἐν Καλύμνῳ.
§62Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὴν 8ην Ὀκτωβρίου 1963 ὑπεβλήθη αἴτησις τοῦ συναδέλφου κ. Κουντούρη, τότε ἰδιώτου νομίζω, ὄχι βουλευτοῦ, διὰ τὴν ἐγκατάστασιν βενζιναντλίας εἰς τὴν νῆσον Κῶ.
§63Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Εἰς τὴν Κάλυμνον.
§64Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἐγένετο ἡ νόμιμος διαδικασία καὶ ἐξεδόθη μοῦ φαίνεται τὸν Μάϊον τοῦ 1964, ἀπόφασις τῆς Νομαρχίας Δωδεκανήσου περὶ χορηγήσεως ἀδείας ἐγκαταστάσεως βενζιναντλίας ὑπὸ ὅρους, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ αὐτοψίας εἶχε καθιερώσει. Πράγματι, ὑπάρχει πρακτικὸν τοῦ ἁρμοδίου Προϊσταμένου Γραφείου Συγκοινωνιῶν Δωδεκανήσου, τὸ ὁποῖον διαπιστώνει, ὅτι ὑπάρχουν σημεῖα τινά, τὰ ὁποῖα ὁ ἀνάδοχος αὐτῆς τῆς ἀδείας δὲν συνεμορφώθη μὲ τὰς ὑποδείξεις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς. Ὅταν ὑπεβλήθη ἡ ἐρώτησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Κωτιάδη, καὶ ἐπειδὴ τότε ὁ κ. Κουντούρης ἦτο μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ στείλω ἕναν ἐκ τῶν καλυτέρων Διευθυντῶν τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν, τὸν κ. Λιακέαν, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν αὐτοψίαν καὶ ὑπέβαλε λεπτομερῆ ἔκθεσιν, τῆς ὁποίας ἐλπίζω νὰ ἔλαβε γνῶσιν καὶ ὁ ἐρωτῶν συνάδελφος, ἐκ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπάρχει πλήρης συμμόρφωσις καὶ πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν νομίμως λειτουργεῖ ἡ βενζιναντλία αὐτή. Ποῦ ὑπάρχουν πράγματι τυπικαὶ παραλείψεις; Ὅτι ἐνῷ οὐσίᾳ εἶχον πληρωθῆ αἱ προϋποθέσεις διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς βενζιναντλίας, ἄδεια ἐγκαταστάσεως εἶχε δοθῆ ὅπως εἶπον ἐν ἀρχῇ, ἀκόμη δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ ἡ ἀπόφασις ἡ δευτέρα, τῆς χορηγήσεως ἀδείας πλέον καὶ ἐτέθη ἐν λειτουργίᾳ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκδοθῆ ἡ ἄδεια, ἀλλ’ ἀφοῦ προηγουμένως ἐπληρώθησαν ὅλαι αἱ νόμιμαι προϋποθέσεις, αἱ προβλεπόμεναι καὶ ἀπὸ τὸν νόμον καὶ ἀπὸ συγκεκριμένην ἀπόφασιν τῆς αὐτοψίας. Ἀλλὰ εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς κἄποιας μεμψιμοιρίας ποὺ διακρίνει — ὄχι τὸν ἐρωτῶντα συνάδελφον, ἀλλὰ γενικώτερον τοὺς ὑποκινήσαντας τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν — εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι μίαν ἡμέραν ὁλόκληρον ποὺ διέθεσεν ὁ Διευθυντὴς ποὺ ἔκαμε τὴν αὐτοψίαν, διεπίστωσεν, ὅτι κανένα φορτηγὸν αὐτοκίνητον δὲν διέρχεται ἐκ τῆς περιοχῆς αὐτῆς καὶ ἐξυπηρετεῖ ἀποκλειστικῶς μοτοποδήλατα. Εἶναι ζήτημα ἐὰν ἀποδίδῃ ἡ βενζιναντλία αὐτὴ κέρδος 25 δρχ. τὴν ἡμέρα. Καὶ θὰ ἀναγνωρίσετε, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι εἰς μίαν τοιαύτην περίπτωσιν, δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀπασχολῶμεν τὸ Σῶμα. Πέραν τούτων, ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ ἐρώτησις ἀφορᾷ καὶ τὴν ἐγκατάστασιν πετρελαιοαντλίας. Ὅπως εἶναι γνωστόν, παντοῦ χορηγεῖται ἄδεια καὶ βενζιναντλίας καὶ πετρελαιοαντλίας. Διεπιστώθη ὄχι, ὅτι ἐλειτούργει — αὐτὸ δὲν τὸ ἰσχυρίζεται οὔτε ὁ κ. συνάδελφος — ἁπλῶς εἶχε γίνει ἐγκατάστασις καὶ πετρελαιοαντλίας, παραπλεύρως τῆς βενζιναντλίας, χωρὶς ὅμως νὰ τεθῇ ποτὲ ἐν λειτουργίᾳ. Εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ αἴτησις μὲ ὅλα τὰ νόμιμα δικαιολογητικά, αὐτοψία εἶχε γίνει καὶ ἔλιπεν ἡ τυπικὴ χορήγησις ἀδείας διὰ νὰ λειτουργήσῃ, ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ δὲν ἐλειτούργησεν — καὶ δὲν ξεύρω σήμερον ἐὰν λειτουργῇ, πάντως ὅταν ὑπεβλήθη ἡ ἐρώτησις καὶ μετέβη ὁ ἁρμόδιος Διευθυντὴς δὲν ἐλειτούργει — καὶ συνεπῶς ἐκ τοῦ λόγου τούτου, δὲν ὑπάρχει καμμία παράβασις τοῦ νόμου. Θὰ ἔλεγον, ὅτι ἐδημιουργήθη ἕνας θόρυβος καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γνωσθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀσημάντου ἐντελῶς καὶ ἄνευ περιεχομένου τυπικῆς παραλείψεως τοῦ κ. συναδέλφου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Κωτιάδης.
§66Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ προηγηθῇ ὁ κ. Κουντούρης.
§67Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος ὁ κ. Κωτιάδης, διὰ νὰ ἀκούσω τὰς ἐναντίον μου κατηγορίας.
§68Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, δὲν μοῦ ὑπεβάλατε πρότασιν ἔγγραφον, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, διὰ νὰ ὁμιλήσετε.
§70Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος, διότι τώρα ἐδημιουργήθη τὸ ζήτημα καὶ διότι ἐγὼ ὑποστηρίζω....
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, λυποῦμαι. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Κωτιάδης.
§72Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, δὲν ἔδωσε μία πλήρη καὶ ἱκανοποιητικὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ κατανοῶ τοὺς εἰδικοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠθέλησε, πράγματι, νὰ ἀμβλύνῃ τὴν παρανομίαν τοῦ κ. συναδέλφου. Ὄντως, ὁ συνάδελφος κ. Κουντούρης, κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1963, ὑπέβαλεν αἴτησιν εἰς τὸ Γραφεῖον Ἐλέγχου Συγκοινωνιῶν τῆς Νομαρχίας Δωδεκανήσου, διὰ νὰ λάβῃ μίαν ἄδειαν ἐγκαταστάσεως βενζιναντλίας. Τὸν Ὀκτώβριον 1964 εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν νῆσον Κάλυμνον καὶ μοῦ ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς βενζιναντλίας καὶ μοῦ ὑπεδείχθη ποῦ πράγματι ἐγένετο ἡ ἐγκατάστασις αὐτῆς καὶ εἶδον, ὅτι πέραν τῆς πρώτης βενζιναντλίας ὑπῆρχε καὶ δευτέρα πετρελαιοαντλία ἐγκατεστημένη καὶ ἠθέλησα, κατὰ τὴν ἐπάνοδόν μου εἰς Ρόδον, νὰ διαπιστώσω, πῶς πράγματι εἶχεν ἡ ὑπόθεσις. Τὸν Μάρτιον τοῦ 1964, ὅτε ὁ συνάδελφος κ. Κουντούρης ἦτο Ὑπουργὸς — καὶ νομίζω, ὅτι διὰ λόγους ἠθικῆς τάξεως δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ συνέχειαν εἰς τὴν ἀτομικήν του αὐτὴν ὑπόθεσιν — τὸ Γραφεῖον Ἐλέγχου Συγκοινωνιῶν τῆς Νομαρχίας — μᾶλλον ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ τῆς Νομαρχίας Δωδεκανήσου — τοῦ ἐχορήγησεν ἄδειαν ἐγκαταστάσεως, μὲ τὴν τήρησιν ὡρισμένων ὅρων. Ὁ κ. συνάδελφος ἐγκατέστησεν ὄχι μόνον μίαν βενζιναντλίαν, ἀλλὰ καὶ δευτέραν πετρελαιοαντλίαν, δὲν ἐτήρησε δὲ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους προέβλεπεν ἡ ἀπόφασις τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς τῆς Νομαρχίας Δωδεκανήσου, ὡς τοῦτο προκύπτει σαφῶς ἀπὸ τὴν αὐτοψίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον τῆς Νομαρχίας Δωδεκανήσου, τὸν Προϊστάμενον τοῦ Γραφείου Ἐλέγχου Συγκοινωνιῶν. Δὲν ἦσαν, λ.χ., κανονικαὶ αἱ διαστάσεις τοῦ πρατηρίου, ἡ δεξαμενὴ ἐγένετο κάτωθι τοῦ ὁδοστρώματος καὶ ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι λόγοι ἀσφαλείας ἀπαγορεύουν τοῦτο, ἡ πρὸ τοῦ πρατηρίου ὁδός, δὲν ἦτο μονόδρομος, δὲν ὑπῆρχε πεζοδρόμιον, ἡ θέσις τῆς ἀντλίας δὲν ἦτο ἡ ἐγκεκριμένη κλπ. Ἑπομένως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ εἰς τὸν κ. Κουντούρην ἡ ἄδεια λειτουργίας τῆς βενζιναντλίας, ἔτι δὲ περισσότερον τῆς πετρελαιοαντλίας. Παρὰ ταῦτα καὶ ἡ βενζιναντλία, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε δοθῆ ἡ ἄδεια λειτουργίας, ἐτέθη εἰς λειτουργίαν καὶ ἐλειτούργει καὶ ἡ πετρελαιοαντλία, διὰ τὴν ὁποίαν οὔτε κἂν ἄδεια ἐγκαταστάσεως ὑπῆρχεν, ὅπως τὸ ἀναγνωρίζει καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἐκείνη, ἐξ ὅσων ἐπληροφορήθη, ἐτέθη εἰς λειτουργίαν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Κουντούρης ἐμηνύθη — ἐγένετο ἕνας θόρυβος εἰς τὸν τύπον, διότι πράγματι, διεπιστώθη αὐτὴ ἡ παρανομία καὶ ὁλόκληρος ἡ νῆσος ὡμίλει περὶ αὐτοῦ — ὑπὸ τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῆς Κῶ, διὰ τὴν παράβασιν αὐτήν. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ τὴν παράνομον λειτουργίαν ἠθέλησε κατὰ κἄποιον τρόπον νὰ ἀμβλύνῃ τὴν παρανομίαν — δὲν θέλω νὰ εἴπω νὰ καλύψῃ τὸν κ. συνάδελφον — ἀλλά, πάντως, νὰ ἀμβλύνῃ τὴν παρανομίαν, διότι ἡ ἄδεια τῆς λειτουργίας τῆς βενζιναντλίας ἐδόθη κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τὸν Δεκέμβριον 1964, μετὰ τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο. Καὶ διερωτῶμαι, μάλιστα, ἐὰν εἶναι νόμιμος ἡ χορήγησις τῆς ἀδείας, διότι, κατὰ τὸν νόμον, περὶ ἀποκεντρώσεως, αἱ ἄδειαι λειτουργίας πρατηρίων ὑγρῶν καυσίμων, χορηγοῦνται ἀπὸ τοὺς κατὰ τόπους Νομάρχας, βάσει τοῦ νόμου περὶ ἀποκεντρώσεως, ἐνῷ ἐξ ὅσων γνωρίζω, σεῖς ὁ ἴδιος ἐδώσατε τὴν ἐντολὴν — εἶδα μὲ τὰ μάτια μου τὸ ἔγγραφον — τὴν ἐντολὴν τῆς χορηγήσεως τῆς ἀδείας. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παράνομον ἐγκατάστασιν τῆς πετρελαιοαντλίας, ἐδόθη ἐντολὴ ὅπως ὑποβληθοῦν τὰ δικαιολογητικὰ καὶ ἀκολουθηθῇ ἡ νόμιμος διαδικασία, πάντα ταῦτα ὅμως, μετὰ τὴν δευτέραν αὐτοψίαν τοῦ κ. Λιακέα.
§73Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, παραβλέπετε ἕνα γεγονὸς βαρυσήμαντον, ὅτι ἐγένετο μία ἔκθεσις αὐτοψίας, τῆς ὁποίας ἐλάβατε καὶ γνῶσιν.
§74Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε. Πράγματι, κύριε Πρόεδρε, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, εὐθὺς ὡς ἐγένετο θόρυβος εἰς τὸν τύπον, ἔστειλε τὸν μηχανικὸν κ. Λιακέαν εἰς Κάλυμνον, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν πολυσέλιλον ἔκθεσιν, μὲ διαφόρους περιτέχνους φράσεις, προσεπάθησε νὰ καλύψῃ τὴν παρανομίαν. Ἀλλὰ ἐδῶ κύριοι, πρόκειται περὶ πραγματικοῦ γεγονότος. Ἡ δεξαμενὴ ἔγινε κάτω ἀπὸ τὸ ὁδόστρωμα, ὑπῆρχεν ἢ δὲν ὑπῆρξε πεζοδρόμιον, εἶναι ἢ δὲν εἶναι μονόδρομος, αἱ διαστάσεις τοῦ πρατηρίου, εἶναι ἢ δὲν εἶναι κανονικαί; Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ παροραθοῦν; Δι’ αὐτὸ λυποῦμαι. Ὑπέπεσεν ἀσφαλῶς εἰς ἓν ἀτόπημα ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε ἡ ἀπάντησις νὰ ἦτο οἵα ἐδόθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι ὑπάρχει καὶ σαφὴς παρανομία, δι’ ὃ καὶ ἐμηνύθη ὁ κ. συνάδελφος ἀπὸ τὸ ὄργανον τῆς τάξεως καὶ ὁ ἴδιος μάλιστα, εἰς δημόσιον γραφεῖον εἰς τὴν Ρόδον, ἐπετίμησε σφοδρότατα τὸν προϊστάμενον τοῦ γραφείου ἐλέγχου Συγκοινωνιῶν τῆς Νομαρχίας τῆς Δωδεκανήσου, ὁ ὁποῖος, ἐλέχθη ἐν παρόδῳ, ἀνήκει καὶ εἰς τὴν παράταξίν σας.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Πρωτοπαπαδάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§76Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ διεπίστωσα, ὅτι εἶσθε αὐστηρὸς τηρητὴς τοῦ Κανονισμοῦ, δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὸν λόγον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδίδατε τὸν λόγον, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, εἰς τὸν κ. Κουντούρην. Καὶ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὁ κ. Ἀθανασιάδης–Νόβας ἐπιμένει, ὅτι ὁ λόγος ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, δίδεται μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψε τὸ προσωπικὸν ζήτημα. Αὐτὸ ἦτο. Ἤδη, βεβαίως, ἐφ’ ὅσον ὡμίλησεν ὁ κ. Κωτιάδης καὶ ἀφοῦ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν ἀπαντήσῃ, καὶ τοῦ ἀνταπαντήσῃ ὁ κ. Κωτιάδης, τότε μόνον σύμφωνα μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρεσβεύει ὁ κ. Νόβας, θὰ ἠμπορῇ νὰ δοθῇ ὁ λόγος ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος εἰς οἱονδήποτε βουλευτὴν τὸν ζητήσῃ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§78Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Διατυπώνω ἓν παράπονον πρὸς τὸν κ. Κωτιάδη. Ἐὰν ἁπλῶς εἶχεν ἀναγνώσει τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Λιακέα, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε λάβει τὸν λόγον καὶ νὰ ἐπιμένῃ ἀπόψε, ὅτι δὲν ὑπῆρξε πλήρης καὶ σχολαστικὴ συμμόρφωσις μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Μὲ ἐλαχίστην δόσιν καλῆς πίστεως, κ. Κωτιάδη, ἐὰν ἀνεγιγνώσκατε τὸ ἔγγραφον αὐτό, θὰ ἐβλέπατε ποῦ ὑπάρχει τυπικὴ παράβασις, περὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ ὡμίλησα πρῶτος καὶ ὄχι σεῖς καί, ὅτι δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ ἡ δευτέρα ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς βενζιναντλίας. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ παράβασις καὶ δὲν ἀνέμενα νὰ τὸ εἴπητε. Τὸ εἶπον καὶ ἐγὼ πρῶτος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὁ κ. συνάδελφος θὰ δώσῃ λόγον καὶ ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, μηνυθεὶς πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὅτι ἡ οὐσιαστικὴ προϋπόθεσις ὑπῆρξε πλήρης, εἶναι βεβαιωμένον καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ γνώμη ἑνὸς διευθυντοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι, ἴσως, εἰς τοὺς περισσοτέρους ἀπὸ ὑμᾶς γνωστός, καὶ διὰ τὴν ἀκεραιότητα καὶ διὰ τὴν ἀπόλυτον ἐπιστημονικὴν συγκρότησιν, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει.
§79Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Ἐὰν μεταξὺ τοῦ Ὀκτωβρίου, ποὺ ἐγένετο ἡ αὐτοψία ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τοῦ γραφείου Ἐλέγχου Συγκοινωνιῶν Δωδεκανήσου καὶ μεταξὺ τοῦ τέλους Νοεμβρίου ποὺ ἐστείλατε σεῖς τὸν μηχανικὸν κ. Λιακέαν, ἐγένοντο ὡρισμέναι τροποποιήσεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ τηρηθοῦν οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἔθεσεν ἡ Ἐπιτροπή, ὅταν ἔδωσε τὴν ἄδειαν ἐγκαταστάσεως τῆς βενζιναντλίας, αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ γνωρίζω. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς τὴν αὐτοψίαν, ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπὸ τὸν προϊστάμενον τοῦ γραφείου Ἐλέγχου Συγκοινωνιῶν τῆς Νομαρχίας Δωδεκανήσου, ἡ ὁποία πράγματι διαπιστώνει μίαν κραυγαλέαν ἀπόστασιν, μεταξὺ τοῦ προβληθέντος καὶ ἐγκριθέντος σχεδίου, ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν καὶ τῆς πραγματικότητος. Λυποῦμαι πάρα πολύ, διότι μὲ γνωρίζετε καὶ μὲ κατηγορεῖτε δι’ ἔλλειψιν καλῆς πίστεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντούρης, ἐὰν θέλῃ, δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δέχεται, ὅτι τὸ ζήτημα ἐμπίπτει εἰς τὰ ὅρια τοῦ προσωπικοῦ.
§81Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος, διότι ὅσον χρόνον εἶμαι γνωστὸς εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, δὲν εἶμαι γνωστὸς ὡς ἄνθρωπος παρανομιῶν. Τώρα διὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζομαι ὡς παρανομῶν καὶ θὰ ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν περὶ τῆς φοβερᾶς παρανομίας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ τῆς αὐτῆς περιφερείας. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ θέμα. Εἰς τὴν Δωδεκάνησον χορηγοῦνται ἄδειαι ἱδρύσεως πρατηρίων καυσίμων εἰς πάντα αἰτοῦντα. Εἶναι ἐλευθέρα ἡ ἄδεια φθάνει νὰ εἶναι εἰς ἀπόστασιν 100 μέτρων ἡ μία τῆς ἄλλης. Πρὸ 16 ὁλοκλήρων ἐτῶν εἶμαι ἔμπορος πετρελαιοειδῶν ἐν Καλύμνῳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία μου εἰς τὸν ἰδιωτικόν μου βίον. Πρὶν γίνω βουλευτὴς ἐζήτησα, ὅπως πᾶς πολίτης εἶχε δικαίωμα νὰ τὸ ζητήσῃ, ἐζήτησα νὰ ἱδρύσω ἕν πρατήριον καυσίμων, ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν μου, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ διὰ δύο γείτονας, οἱ ὁποῖοι ἔκτιζαν ἕνα σπιτάκι εἰς παράμερον δρόμον. Ὀνομάζονται Μαμάκας καὶ Χατζηλαοῦ. Ἐγὼ ἐπλήρωσα τὰ χαρτόσημα τῆς ἀδείας, ἐπλήρωσα τὸν μηχανικὸν διὰ τὸ σχέδιον καὶ ὑπέβαλον τὴν ἄδειαν, διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρατήριον. Ὕστερον ἕως ὅτου νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἐγκαταστάσεως εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ μὲ ἐκλέξουν οἱ συμπολῖται μου βουλευτὴν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. νὰ μὲ κάμῃ Ὑπουργόν. Ὅταν ἐδόθη ἡ ἄδεια τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ ἐγένετο ἡ ἐγκατάστασις ἐν Καλύμνῳ, ἐγὼ δὲν εἶχον καιρόν, οὔτε νὰ πηγαίνω εἰς τὴν Πατρίδα μου. Ἡ ἐγκατάστασις ἔγινε τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1964. Ἐπῆγα εἰς τὴν Κάλυμνον τὴν 15ην Αὐγούστου καὶ ὑπάνδρεψα τὸ κορίτσι μου. Οὔτε ἐπέρασα ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἴδω τὶ ἐγένετο. Μίαν ἡμέραν ἔμεινα ὅλην καὶ ὅλην. Ξαφνικά, τὸν Νοέμβριον ἐδιάβασα τὸ μεγάλον σκάνδαλον τοῦ Ὑφυπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου: Ὁ Ν. Κουντούρης ἔχει πρατήριον εἰς τὴν Κάλυμνον, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ ἄνευ ἀδείας λειτουργίας. Καὶ ἡ ἐφημερὶς τοῦ κ. Κωτιάδη, ἡ Ροδιακή, ἔγραψε καὶ ἕνα κύριον ἄρθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι ἀπὸ τὸ πρατήριον αὐτὸ ὁ κ. Κουντούρης προσπορίζεται κέρδη ἐφοπλιστικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Τὸ πρατήριον εὑρίσκεται εἰς ἕνα παράμερον δρόμον τῆς Καλύμνου. Δὲν πωλεῖ οὔτε 30 γαλόνια βενζίνης τὴν ἡμέραν. Τὸ κιλὸν τῆς βενζίνης εἰς τὴν Δωδεκάνησον ἔχει 12,50 δραχ., τὸ ἥμισυ τῆς ἐδῶ τιμῆς. Τὸ κέρδος τοῦ πρατηρίου εἶναι 7%, ἄρα κερδίζει μίαν δραχμὴν κατὰ κιλὸν καὶ ἡμερησίως 30 δραχμάς. Καὶ αὐτὸς ὄχι ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Μαμάκας καὶ ὁ Χατζηλαοῦ. Ἐγὼ ἀπὸ τὸ πρατήριον δὲν κερδίζω τίποτε. Ἰδοὺ ἡ παρανομία μου. Τώρα τὸ ὅτι εἶχεν ἐκδοθῆ ἄδεια ἐγκαταστάσεως καὶ ὅτι ἐλειτούργησεν ἡ βενζιναντλία πρὶν νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἄδεια, ἰδοὺ πῶς ἔχει, ἰδοὺ πῶς ἔλαβε χώραν τὸ ἔγκλημά μου. Πάντοτε πηγαίνει ὁ προϊστάμενος τοῦ γραφείου Ἐλέγχου Συγκοινωνιῶν εἰς τὸν τόπον, ὅπου θὰ γίνῃ τὸ πρατήριον καὶ κάμει ἔλεγχον, συνοδευόμενος ἀπὸ ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος λέγεται Παπαδόπουλος. Ὁ ὑπάλληλος εἶναι ἡλικίας 15 ἐτῶν. Ὁ προϊστάμενος διωρίσθη πρὸ δύο μηνῶν. Ἐπῆγαν λοιπὸν εἰς τὴν Κάλυμνον ἐν ἀπουσίᾳ μου, εἶδον τὸ πρατήριον καὶ ὅπως ἔγινεν εἰς τὰ 100 πρατήρια τῆς Δωδεκανήσου, εἶπον εἰς τὸν Μαμάκαν νὰ λειτουργήσῃς τὸ πρατήριον καὶ θὰ σοῦ δώσωμεν τὴν ἄδειαν. Καὶ ὁ Μαμάκας, χωρὶς νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τὸ ἐλειτούργησε. Μετὰ δύο μῆνας, διαβάζω ὅτι δὲν τοῦ ἔδωσαν ἄδειαν καὶ ἀμέσως τὸν ἐπῆρα εἰς τὸ τηλέφωνον καὶ τὸν ἠρώτησα τὶ γίνεται. Μοῦ ἀπήντησε: Δὲν ἠξεύρω τίποτε. Κατόπιν ἐδιάβασα τὴν αὐτοψίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶχε κοινοποιηθῆ καὶ εἶδον τὰς αἰτίας, διὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶχε χορηγηθῆ ἡ ἄδεια λειτουργίας. Παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν νὰ στείλῃ ἐπιθεωρητὴν καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὸ ζήτημα. Ἀπεδείχθη ὅτι ἀπὸ τὰς 4 αἰτίας, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ προϊστάμενος τοῦ γραφείου Ἐλέγχου Συγκοινωνιῶν οὐδεμία δὲν ἦτο βάσιμος. Ἡ πρώτη ἦτο ὅτι εἶχε μίαν τρύπα εἰς τὸ ταβάνι. Ἦτο πατάρι. Δὲν ἦτο τὸ ταβάνι τοῦ καταστήματος. Τοῦ εἶπον νὰ τὴν κλείσῃ καὶ τὴν ἔκλεισε. Ἡ δευτέρα ἦτο, ὅτι εἶχε ποδήλατα μέσα. Τὴν ἡμέραν, ποὺ ἐπῆγεν ὁ δ)ντὴς τοῦ Γραφείου ἐλέγχου ἔβρεχε καὶ ὁ ἔχων τὸ Γραφεῖον καὶ ὁ βοηθός του εἶχον μέσα τὰ ποδήλατα, μὲ τὰ ὁποῖα πηγαινοέρχονται εἰς τὰ σπίτια των. Ὁ νόμος ἀπαγορεύει νὰ ὑπάρχουν μέσα ἄλλα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα νὰ πωλοῦνται καὶ ὄχι νὰ παραμένουν ἐκεῖ. Ὕστερα τοῦ εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρχε πεζοδρόμιον. Ὁ Ἀρχιμηχανικὸς διεπίστωσεν, ὅτι ὑπάρχει πεζοδρόμιον πλάτους 60 πόντων, τὸ ὁποῖον ἄφησεν ὁ ἴδιος ὁ Μαμάκας ἀπὸ τὸ οἰκόπεδόν του καὶ ἐπάνω εἰς τὸ πεζοδρόμιον ἐτοποθέτησε τὴν ἀντλίαν. Κατόπιν εἶπεν, ὅτι ἡ δεξαμενὴ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν δρόμον. Ἀσφαλῶς. Ἔτσι εἶναι εἰς τὸ σχέδιον. Αὐτοὶ τὸ εἶχον ἐγκρίνει, νὰ μπῇ κάτω ἀπὸ τὸν δρόμον. Ὅλες οἱ δεξαμενὲς εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι κάτω ἀπὸ τὸν δρόμον οἱ μισὲς καὶ οἱ ἄλλες μισὲς κάτω ἀπὸ τὸ πεζοδρόμιον, ὅλες οἱ δεξαμενὲς τῶν πετρελαιοειδῶν. Ὕστερα, λέγει, δὲν εἶναι μονόδρομος. Ἔκαμε λάθος ὁ κ. Τσατσαρώνης, ὁ διευθυντὴς τοῦ γραφείου. Λησμονεῖ, ὅτι ὑπάρχει σῆμα τῆς χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον τὸν καθιστᾶ μονόδρομον καὶ ἐξ ἀνάγκης εἶναι μονόδρομος. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, εἰς αὐτὸ τὸ δρομάκι, ποὺ λέγει ὁ κ. Τσατσαρώνης, ἀπὸ τὸν μονόδρομον αὐτὸν περνοῦν 4 αὐτοκίνητα τὸ 24ωρον. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ κίνησις. Κύριοι βουλευταί, ὕστερα ἀπὸ αὐτὰς τὰς διαπιστώσεις τοῦ ἀρχιμηχανικοῦ ἐπῆγεν ἡ ἔκθεσις εἰς τὴν Ρόδον καὶ ὁ κ. Τσατσαρώνης εἰσηγήθη καὶ ἐξεδόθη ἡ ἄδεια λειτουργίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν βενζιναντλίαν, τὴν ἔστειλεν ἡ ἑταιρεία ἐν ἀγνοίᾳ, οὐδεὶς τὴν ἐπρόσεξεν, ἐτοποθετήθη, δὲν ἐλειτούργησεν, ὄχι ἀπὸ τὴν ἁγιότητα τοῦ Μαμάκα, διότι ὁ ἄνθρωπος ἤθελε νὰ τὴν λειτουργήσῃ, ἀλλὰ τὶ συνέβη; Τόσον πολὺ εἶναι ἡ κίνησις εἰς τὸ δρομάκι ἐκεῖνο, ὥστε οὔτε ἕνας ἄνθρωπος δὲν ἠγόρασε ἕνα κιλὸν πετρελαίου. Ἔγινε κατόπιν δευτέρα ἔκθεσις, ἐξεδόθη ἡ ἄδεια λειτουργίας καὶ σᾶς πληροφορῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μέχρι σήμερον τὸ βράδυ, ποὺ ἐτηλεφώνησα, οὔτε ἕνα κιλὸν πετρελαίου δὲν ἔχει πωληθῆ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τυπικῆς παραλείψεως, ὄχι ἐμοῦ. Καλῶς γνωρίζει ὁ κ. Κωτιάδης, ὅτι ἐγὼ δὲν εὑρισκόμην εἰς τὴν Κάλυμνον, ἐγὼ μόνον τὸ ὄνομα τῆς ἀδείας ἔχω καὶ τὰ χαρτόσημα ἐπλήρωσα, τὴν ἀντλίαν τὴν ἔκαμα δῶρον εἰς τοὺς δύο γειτόνους μου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐργάται εἰς τὸ σφουγγαράδικό μου πρὸ 30ετίας καὶ οἱ ὁποῖοι κερδίζουν ὅσα μπορεῖ νὰ βγάλῃ κανεὶς ἀπὸ τὰ 30 γαλόνια τὴν ἡμέραν. Ὁ Κουντούρης δὲν παρανομεῖ ἐν γνώσει του, ὅταν ἔχῃ ἰδανικά, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρετεῖ καὶ αὐτὰ καὶ μόνον ὑπηρέτησεν εἰς ὅλην του τὴν ζωήν. Καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῆς τυπικῆς παραλείψεως. Βεβαίως, ὑπῆρξε τυπικὴ παράλειψις, ἀλλὰ ὄχι ἐν γνώσει μου, ἐν ἀγνοίᾳ μου καὶ ἄνευ οὐδενὸς κέρδους δι’ ἐμέ. Ἐγὼ ἐβοήθησα δύο πτωχοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς ἔδωσα δικαίωμα νὰ κερδίζουν 30 δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Κύριοι, ἡ χωροφυλακὴ τῆς Καλύμνου καλῶς ἐμήνυσεν ἐμένα διὰ τὴν τυπικὴν παράλειψιν. Θὰ ἔλθῃ ἡ μήνυσις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ ἀπὸ τώρα νὰ ἄρετε τὴν ἀσυλίαν μου διὰ νὰ πάω εἰς τὸ δικαστήριον νὰ ξεκαθαρίσῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ μιὰ καὶ καλή, νὰ μὴ τὴν ἔχῃ καραμέλλα στὸ στόμα του ὁ κ. Κωτιάδης νὰ πιπιλίζῃ τὴν μήνυσιν καὶ ὅταν θὰ πάω εἰς τὸ δικαστήριον διὰ τὴν τυπικὴν παράλειψιν, ἀφοῦ εἴπω εἰς τοὺς δικαστάς, ὅλα ὅσα θὰ πῶ διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι δὲν ὑπῆρξε κανὲν ὑλικὸν ὄφελος, κανεὶς δόλος, κατόπιν θὰ τοὺς πῶ τὰ ἑξῆς: Ἐπειδὴ ὑπῆρξε τυπικὴ παράβασις, ἔστω καὶ ἐν ἀγνοίᾳ μου καὶ ἄνευ συμφέροντος καὶ ἄνευ δόλου, ἐπειδὴ συμπτωματικῶς καὶ τυχαίως ἡ ἄδεια εἶναι ἐπ’ ὀνόματί μου, κύριοι δικασταί, νὰ μὲ καταδικάσετε καὶ νὰ μοῦ ἐπιβάλετε πᾶσαν ποινήν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος. Αὐτὸς εἶναι ὁ Κουντούρης, κύριε Κωτιάδη. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρελθούσης τῆς ὥρας τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων,
εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ὀργανισμοῦ Τυποποιήσεως Ἑλληνικῶν Προϊόντων Ο.Τ.Ε.Π.». Δεκτόν;
§83Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λόγια διὰ νὰ τελειώνωμεν μὲ τὸ θέμα αὐτό. Ἐνθυμῆσθε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶχον ζητήσει ἐγὼ καὶ ὀρθῶς νομίζω, νὰ ἐπανέλθῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ νὰ ψηφισθῇ εἰς τὸ σύνολον κατὰ τὴν διαδικασίαν, ποὺ ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Δὲν θὰ σᾶς εἴπω περὶ τῶν πρακτικῶν, ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὴν σελίδα 25 τῶν πρακτικῶν τῆς 22ας Μαρτίου, ὅτε ἀπεδέχθητε τὴν πρότασίν μου, διότι ὑποθέτω, ὅτι τὰ πρακτικὰ αὐτὰ ἔχουν ἤδη κυρωθῆ καὶ συνεπῶς δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν πῶς ἀνεγράφησαν εἰς τὰ πρακτικὰ διατυπώσεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε σεῖς εἴπατε τὴν ἡμέραν ἐκείνην. Ἄς εἶναι, δὲν ἔχει σημασίαν. Τὸ δεύτερον εἶναι τὸ ἑξῆς. Αὐτὰ σᾶς τὰ λέγω ὡς παρένθεσιν, παρένθεσιν κάμνω, ἐπειδὴ εἶσθε αὐστηρὸς τηρητὴς τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε. Εἰς τὸ ἄρθρον 11 προσετέθη μία λέξις «διοικητικόν». Δηλαδή, «πᾶν ἀναφυόμενον ζήτημα», ἔλεγε τὸ κείμενον καὶ κατόπιν παρατηρήσεώς μου, ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «διοικητικόν», ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, ἀλλὰ τὴν ἐδέχθη ὡς ἑξῆς: «Πᾶν ἀναφυόμενον ζήτημα διοικητικῆς φύσεως». Δὲν ὑπάρχει οὐσιαστικὴ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ κειμένου, ὡς ἐξετυπώθη, καὶ μεταξὺ τῆς διατυπώσεως ποὺ εἶπον, ἀλλὰ καὶ ἐν προκειμένῳ κακῶς ἐπράξατε νὰ δεχθῆτε νὰ μὴ τεθῇ ἀκριβῶς ὅπως εἶχε ψηφισθῆ ἡ τροπολογία. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον. Κατὰ τὰ λοιπὰ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον;
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Ὀργανισμοῦ Τυποποιήσεως Ἑλληνικῶν Προϊόντων (Ο.
Τ.Ε.Π.).
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Ἑλληνο–Οὐγγρικῆς συμφωνίας τῆς 27ης Ἀπριλίου 1963 καὶ διανομῆς τῆς συμφωνηθείσης ἀποζημιώσεως μεταξὺ τῶν δικαιούχων».
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς Ἑλληνο–Οὐγγρικῆς συμφωνίας τῆς 27ης Ἀπριλίου 1963 καὶ διανομῆς τῆς συμφωνηθείσης ἀποζημιώσεως μεταξὺ τῶν δικαιούχων». Θὰ παρεκάλουν, τὰ δύο νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, τὰ τελευταῖα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὑπ’ ἀριθ. 18 καὶ 19 νὰ γίνουν δεκτὰ εἰς πρώτην συζήτησιν.
§89Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται νὰ τὰ ψηφίσῃ νὰ τὰ ἐγγράψῃ πρῶτα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ τὰ συζητήσωμεν.
§90Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι οἱ κ.κ. συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἄρουν τὰς ἀντιρρήσεις των, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ συνταξιοδοτήσεως καπνεργατῶν, τυχόντων ἐφ’ ἅπαξ ἀποζημιώσεως, διότι οἱ καπνεργάται ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τοῦ 1953.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν καπνεργατῶν καὶ νὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐπιθυμοῦντες κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19 σχέδιον νόμου τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας «περὶ συνταξιοδοτήσεως καπνεργατῶν τυχόντων ἐφ’ ἅπαξ ἀποζημιώσεως», ἐγένετο δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν, κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον.
§94Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν τοὺς οἰκοδόμους. Ἰδιαιτέρως παρακαλῶ, τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην, νὰ ἄρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του.
§95Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε, μὲ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δὲν ἔχει παρὰ νὰ τὸ ἐγγράψῃ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως τοῦ Ὑπαλληλικοῦ νομοσχεδίου.
§97Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§99Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας, μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας, ἦτο ἐγγεγραμμένον καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ ὑποχρεωτικοῦ κρατικοῦ ἐλέγχου τῶν ἐσωτερικῶν ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων». Περιέργως ὅμως ἔκτοτε δὲν φαίνεται ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἠρώτησα ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, διατὶ δὲν φέρεται πλέον ἐγγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ μοῦ εἴπατε, ὅτι θὰ ἐρωτήσετε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Βιομηχανίας. Ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρίσκεται εἰς τὴν αἴθουσαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Βιομηχανίας, τὸν ἐρωτῶ μήπως ἡ ἐγγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, σημαίνει, ὅτι τὸ ἀπέσυρεν;
§100Ι. ΖΙΓΔΗΣ. (Ὑπ. Βιομηχανίας). Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ συγχωρῆτε, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα τί εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ.
§101Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρόκειται, κ. Ὑπουργέ, περὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ ὑποχρεωτικοῦ κρατικοῦ ἐλέγχου τῶν ἐσωτερικῶν ἐγκαταστάσεων».
§102Ι. ΖΙΓΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Βιομηχανίας). Θέλετε νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἄνευ συζητήσεως;
§103Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀφήσατε τὰ λογοπαίγνια. Λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, δὲν ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι δὲν κατετέθη εἰσέτι ἡ ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§105Ι. ΖΙΓΔΗΣ. (Ὑπ. Βιομ.). Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρώτην φορὰν λαμβάνω γνῶσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἐνεγράφη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, πιθανῶς νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, τὸν πίνακα τῶν ἐκκρεμούντων νομοσχεδίων καὶ ὄχι τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§107Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Τὸ νομοσχέδιον ἦτο ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ ἔκτοτε δὲν περιλαμβάνεται.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι δὲν εἶχε κατατεθῆ ἡ ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§109Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Τότε, πῶς ἐνεγράφη;
§110Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐνδιαφέρει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπεσύρθη. Καὶ αὐτὸ νομίζω, ὅτι μᾶς τὸ ἐβεβαίωσεν, ὁ κ. Ὑπουργός.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπαλληλικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας, ἔχει τὸν λόγον.
§112Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 ἐψηφίσθη χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη πρότασις.
§114Ι. ΛΑΥΡΕΝΤΙΔΗΣ. Ὄχι κύριε Πρόεδρε. Ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε ἡ συνεδρίασις ἐλύθη ἐλλείψει ἀπαρτίας, ἐνῷ ἡμεῖς εἴχομεν ὑποβάλει πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς προϋπηρεσίας εἰς τὴν Βασιλικὴν Χωροφυλακήν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἔχετε δίκαιον.
§116Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 κανονικῶς ἐψηφίσθη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν. Παρακαλῶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 4. Περὶ τούτου δύνανται νὰ μαρτυρήσουν ὅλοι οἱ κ.κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν παρόντες, πέραν τῶν πρακτικῶν τὰ ὁποῖα εἶναι σαφῆ.
§117Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πράγματι ἔτσι ἔχει ἡ ὑπόθεσις. Ἐπειδὴ ὅμως ἐπιθυμοῦμε νὰ ψηφισθῇ εἰς μόνην συζήτησιν, δι’ αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τόση αὐστηρότης ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§118Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ μόνον πρᾶγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης κατ’ ἐξοχὴν εἰς παλαιοτέραν περίπτωσιν καὶ ὁ κ. Γεροκωστόπουλος, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ Ν.Δ. περὶ 35)ετίας, κατ’ ἐξοχὴν ἐπιμένατε, ὅτι ἐπὶ ψηφισθέντος ἄρθρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν.
§119Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ σεῖς τὸ ἐψηφίσατε.
§120Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Ὄχι, ἐφέραμε νεώτερον ἄρθρον ἐν συνεχείᾳ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ ψηφισθέντος ἄρθρου.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας ἔχει τὸν λόγον.
§122Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Τὸ ἄρθρον 4, κ. Πρόεδρε, τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται εἰς τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 4193)1961. Εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται εἰς τὸ Ν.Δ. αὐτό. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει μίαν προϊστορίαν. Ἐξεδόθη δηλαδὴ ἐν ὄψει ὡρισμένων ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δυνάμει τῶν ὁποίων ὑπεχρεοῦτο ἡ διοίκησις νὰ προβῇ εἰς μονιμοποίησιν καὶ ἔνταξιν ὡρισμένων ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρέτουν εἰς ὡρισμένας κρατικὰς ὑπηρεσίας ἐξυπηρετούσας διαρκοῦς φύσεως ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας. Καὶ πράγματι διὰ τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ διατάγματος ἐγένετο ἡ σύστασις τῶν πρὸς τούτῳ ἀναγκαίων θέσεων καὶ ἡ Διοίκησις συνεμορφώθη ὡς πρὸς τὴν μονιμοποίησιν ὡρισμένων ὑπαλλήλων. Δὲν συνεμορφώθη ὅμως ὡς πρὸς τὴν ἔνταξιν. Διότι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὥριζον, ὅτι θὰ προήγοντο ἐν ὄψει τῶν διατάξεων τοῦ Ν. 1811)1951, ἐνῷ τὸ διάταγμα καταστρατηγεῖ τὰς ἀποφάσεις καὶ ὥρισε ηὐξημένον χρόνον προαγωγῆς κατὰ ⅓ τοῦ προβλεπομένου ἀπὸ τὸν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα.
§123Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς διακόψω διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω. Τὸ θέμα τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι καθαρῶς μισθολογικὸν καὶ δὲν ἀναφέρεται εἰς ἐντάξεις. Τὸ θέμα τῶν ἐντάξεων θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν. Δὲν πρόκειται συνεπῶς νὰ μὲ ἀπασχολήσῃ σήμερον τὸ θέμα τῶν ἐντάξεων οὔτε τῶν μονιμοποιήσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὴ ἐπιμείνετε, διότι τὸ ἄρθρον δὲν συνδέεται οὔτε μὲ τὸ θέμα ποὺ ἀνεφέρατε οὔτε καὶ μὲ τὸ νομοσχέδιον.
§124Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Σᾶς τὸ ἀναφέρω, κ. Ὑπουργέ, διὰ νὰ τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας καὶ ἐν καιρῷ νὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ τὸ θέμα τοῦτο πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν ἀδικηθέντων ὑπαλλήλων.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§126Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξω μίαν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν προσέξῃ, διότι πράγματι πρόκειται περὶ ἑνὸς δικαιοτάτου αἰτήματος, περὶ σοβαρᾶς προτάσεως.
§127Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομ.). Εἶναι προσθήκη κ. συνάδελφε;
§128Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα εἶναι προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 4. Πρόκειται δι’ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θὰ λάβουν εὐδόκιμον καὶ ζητοῦν νὰ συνυπολογίζεται καὶ ὁ ὑπὲρ τὴν ἑξαετίαν χρόνος.
§129Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐδῶ κ. συνάδελφε, δὲν πρόκειται.....
§130Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς στερήσετε τὰ δικαιώματά μας, οὔτε νὰ μὲ διακόπτετε ἄνευ ἀδείας μου καὶ ἡ 10ετὴς πεῖρα μου καὶ ἡ ἡλικία μου δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ μοῦ κάμετε τὸν δάσκαλο.
§131Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, οὔτε τὰ δικαιώματα κανενὸς ἀφαιρῶ, οὔτε καὶ τὸν δάσκαλο κάμνω. Ἀλλὰ ἁπλῶς ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον προτείνετε δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον ἄρθρον.
§132Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σφάλλετε. Λοιπόν, προχωρῶ. Παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 7 τοῦ Ν.Δ. 3609)56, τοῦ ἄρθρου 7 παρ. 2 τοῦ Ν.Δ. 4193)61 καὶ τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ σχεδίου νόμου, ἀδικεῖται καταφώρως ἱκανὸς ἀριθμὸς δημοσίων ὑπαλλήλων ἐπὶ βαθμῷ 4ῳ ἐχόντων ὑπερεικοσιπενταετῆ καὶ ἐνίοτε ὑπερτριακονταετῆ δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ ὁ ὑπὲρ τὴν 6ετίαν τοιοῦτος χρόνος ἔχει διανυθῆ παρ’ αὐτῶν εἰς τοὺς δύο προηγουμένως κατεχομένους βαθμοὺς (5ον καὶ 6ον) καὶ κατὰ τὰς ἄνω διατάξεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν τρίτον τοιοῦτον (7ον) ὡς μὴ ἔχοντας ἐνταχθῆ, λόγῳ τῶν ἐν τῷ μεταξὺ προαγωγῶν των, εἰς τὸν 6ον βαθμὸν ἀναδρομικῶς. Οὕτω δὲ παρατηρεῖται τὸ ἀπαράδεκτον, ἐν ὀνόματι τῆς ἐν ἄρθρῳ 3 τοῦ Συντάγματος καθιερουμένης ἀρχῆς τῆς ἰσότητος ἐνώπιον τῶν νόμων καὶ τῆς ἐντεῦθεν ἀπορρεούσης ἐπιταγῆς περὶ ἴσης μεταχειρίσεως, φαινόμενον ὥστε καὶ νῦν ὑπάλληλοι κατωτέρου αὐτῶν βαθμοῦ (5ου) νὰ λαμβάνουσι μείζονας ἀποδοχὰς τῶν κατὰ βαθμὸν ἀνωτέρων των. Τμηματάρχης βʹ (5ος βαθμὸς) μὲ εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν (βασικὸς μισθὸς 2.436 σὺν 40% προσαύξησις τριετιῶν ἴσον 3.411). Τμηματάρχης αʹ (4ος βαθμὸς μὲ τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν) βασικὸς μισθὸς 2.699 σὺν 0% προσαύξησις τριετιῶν ἴσον 2.699. Δι’ ὃ πρὸς ἄρσιν τῆς καταφώρου αὐτῆς ἀδικίας προτείνω, κύριε Ὑπουργέ, τὴν κάτωθι προσθήκην ὡς δευτέραν παράγραφον εἰς τὸ ἄρθρον 4. «Διὰ τὴν ἀπονομὴν ἐπιδόματος εὐδοκίμου παραμονῆς ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ (τριετιῶν) εἰς τοὺς δημοσίους πολιτικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ἔχοντας μὲν βαθμὸν 2ον καὶ 3ον καὶ ὑπερτριακονταετῆ δημοσίαν πολιτικὴν ὑπηρεσίαν ἔχοντας δὲ βαθμὸν 4ον ἢ 5ον καὶ ὑπερεικοσιπενταετῆ τοιαύτην, ὑπολογίζεται καὶ ὁ πέραν τῆς τριετίας διανυθεὶς χρόνος ὑπηρεσίας εἰς ἕκαστον τῶν προηγουμένων βαθμῶν τοῦ νῦν παρ’ αὐτῶν κατεχομένου». Αὐτή, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἡ προσθήκη μου καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐντὸς τοῦ συζητουμένου ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου καὶ μὲ ἠδικήσατε ποὺ μὲ διακόψατε.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χασαπίδης ἔχει τὸν λόγον.
§134Α. ΧΑΣΑΠΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου του ὑποβιβάζει εἰς 25 τὰ ἔτη διὰ τὴν λῆψιν τῶν τριετιῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 4 παρέχεται τὸ δικαίωμα παροχῆς τριετιῶν ἀντὶ τοῦ ὁρίου τῶν 30 ἐτῶν ὑπηρεσίας εἰς τοὺς ἔχοντας 25 ἔτη, ἀλλὰ μόνον διὰ τοὺς κατέχοντας τὸν 4ον καὶ 5ον βαθμόν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅμως καθ’ ἣν θὰ λάβουν οἱ Τμηματάρχαι τὰς τριετίας ἐφ’ ὅσον ἔχουν 25 ἔτη ὑπηρεσίας, μοιραίως θὰ λάβουν ἀποδοχὰς ἀνωτέρας τῶν ἀνωτέρων των Διευθυντῶν. Ἄν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔχουν τὰ πράγματα θὰ πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις καὶ διὰ τοὺς τοῦ τρίτου καὶ δευτέρου βαθμοῦ δημοσίους ὑπαλλήλους πρὸς ἄρσιν δημιουργουμένης ἀδικίας. Θὰ ἀνέμενον μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπ’ αὐτοῦ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§136Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς συγχαρῶ διὰ τὴν προσπάθειάν σας τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ λόγου καὶ ἀντιλόγου, βάσει τῆς ὁποίας ἀρχῆς ἐδώσατε τὸν λόγον εἰς προηγηθέντα καὶ μὴ ἔχοντα σειρὰν ὁμιλίας κ. συνάδελφον. Ἐν προκειμένῳ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τοιαύτη περίπτωσις ἐφαρμογῆς δὲν ὑπάρχει, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλοι ἐν τῇ αἰθούσῃ εἴμεθα σύμφωνοι καὶ οὐδεὶς λόγος ἀντιλόγου ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον ὅλοι ἔχομεν κοινὴν προσπάθειαν τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε, καὶ γνωρίζετε τὰ ἰδικά μου πρὸς ὑμᾶς αἰσθήματα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀμοιβαῖα, κ. συνάδελφε.
§138Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ συζητούμενον ἄρθρον συνηγορῶ εἰς τὰ τοῦ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Κουτσοχέρα ἀναπτυχθέντα καὶ νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ταῦτα ἔχουν θέσιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, μὲ τὴν ἐπέκτασιν ἐπὶ τούτων ὅπως ἡ διάταξις ἰσχύσῃ καὶ διὰ τοὺς συμπληροῦντας τριετίαν μέχρι 31.12.64.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κωνιωτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§140Κ. ΚΩΝΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν μεθ’ ὑμῶν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς ἐπὶ 3ῳ βαθμῷ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πρέπει κατὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἔχουν τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν διὰ νὰ λάβουν τριετίας. Εἶμαι ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων τῶν ὁποίων ἐλαχίστας φορὰς φέρουν τὴν ὑπογραφὴν των τροπολογίαι. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν φρονῶ, ὅτι πρόκειται περὶ δικαιοτάτου αἰτήματος. Σύμφωνα μὲ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα θὰ δημιουργηθοῦν περιπτώσεις ὑπαλλήλων ἀνωτέρων βαθμῶν μὲ περισσότερα ἔτη ὑπηρεσίας νὰ λαμβάνουν μικροτέρας ἀποδοχὰς ἀπὸ συναδέλφους των μικροτέρου βαθμοῦ καὶ μὲ ὀλιγώτερον χρόνον ὑπηρεσίας. Εἰς τὴν τροπολογίαν μου γράφω νὰ λαμβάνουν τὰς τριετίας οἱ ἔχοντες 27 ἔτη εἰς τὸν 4ον βαθμὸν καὶ 28 εἰς τὸν 3ον. Διότι οἱ τοῦ τρίτου βαθμοῦ λαμβάνουν ἂν ἰσχύσῃ ἡ διάταξις περὶ τὰς 500 δραχμὰς ὀλιγώτερον τῶν συναδέλφων των τοῦ 4ου βαθμοῦ. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν προτείνω ὅπως ἡ διάταξις ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ 3ου βαθμοῦ πρὸς ἄρσιν τῆς ἀδικίας αὐτῆς. Δὲν ἀναφέρομαι εἰς τοὺς τοῦ 2ου βαθμοῦ ὑπαλλήλους, διότι νομίζω, ὅτι μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων οὗτοι θὰ ἔχουν καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς τριακονταπενταετίας.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Α. Θεοδοσιάδης, ἔχει τὸν λόγον.
§142Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν τροπολογιῶν τῶν συναδέλφων κ.κ. Χασαπίδη καὶ Κωνιωτάκη, διότι πράγματι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως δημιουργεῖται ἄνισος μεταχείρισις μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων 2ου καὶ 3ου βαθμοῦ καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν 4ου καὶ 5ου βαθμοῦ, οἱ ὁποῖοι δεύτεροι, ὡς ἐξετέθη, θὰ λαμβάνουν ἀποδοχὰς μείζονας τῶν συναδέλφων των τοῦ προηγουμένου βαθμοῦ 2ου καὶ 3ου. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρακαλῶ ὅπως ἐπεκταθοῦν αἱ διατάξεις περὶ 25ετίας αἱ προβλεπόμεναι διὰ τοὺς τῶν 4ου καὶ 5ου βαθμοῦ καὶ εἰς τοὺς τῶν 2ου καὶ 3ου βαθμῶν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Πιπιλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§144Χ. ΠΙΠΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀναφερθῶ εἰς μίαν περίπτωσιν ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ἐπιθεωρητὰς Μ. Ἐκπαιδεύσεως ἐξελθόντας τῆς ὑπηρεσίας, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας. Ὑπάρχει περίπτωσις καθ’ ἣν ἐπιθεωρηταὶ Στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως συμπληρώσαντες ὑπερτριακονταετῆ ὑπηρεσίαν ἐξ ἧς ὑπεροκταετῆ εἰς τὸν 2ον βαθμὸν καὶ ἐξελθόντες βάσει τοῦ Ν.Δ. 4352)64 ἔτυχον συντάξεως μόνον μὲ τρεῖς τριετίας, ὅταν ὁμοιόβαθμοί των μὲ μόλις 4ετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἔτυχον συντάξεως μὲ 4 τριετίας χάρις εἰς τὰς ἑκάστοτε συντμήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεσπίσθησαν ἐν τῷ μεταξύ. Πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἐπιβαλλομένης ἰσότητος προτείνομεν μετ’ ἄλλων συναδέλφων προσθήκην παραγράφου 2 εἰς τὸ ἄρθρον 4 ἔχουσαν οὕτω: «Εἰς τοὺς ἐξελθόντας τῆς ὑπηρεσίας βάσει τοῦ Ν. Δ. 4352)64 ἐπιθεωρητὰς Στοιχ. Ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ βαθμῷ 2ῳ καὶ διανύσαντας ὑπεροκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ χορηγεῖται καὶ 4η τριετία ἀφ’ ἧς ἔτυχον τοιαύτης νεώτεροι αὐτῶν τόσον ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ὅσον καὶ ἐν τῷ συνολικῷ χρόνῳ ὑπηρεσίας εἰς θέσιν ἐπιθεωρητῶν Στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως».
§145Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἶναι καθαρῶς συνταξιοδοτικοῦ περιεχομένου ἡ τροπολογία σας καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ τὴν ἀφήσετε διὰ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§146Χ. ΠΙΠΙΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι ἅπτεται τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει παρακαλῶ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν σας.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γυιόκας ἔχει τὸν λόγον.
§148Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς σᾶς εἴχομεν παρακαλέσει ὅπως ὡρισμένας τροπολογίας τὰς ἐξετάσητε μετὰ προσοχῆς καὶ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ δικαίου τοῦ περιεχομένου των τὰς ἐνσωματώσετε εἰς τὸ σχέδιον νόμου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἦτο καὶ μία ἰδική μου τροπολογία ἀφορῶσα εἰς τὴν μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς νομαρχίας καὶ προσφερόντων ὑπηρεσίαν μονίμου ὑπαλλήλου ὑπερδεκαετῆ χωρὶς νὰ ἔχῃ ληφθῆ μέριμνα δι’ αὐτούς. Εἴπατε εἰς τὸν συνάδελφον κ. Κουτσοχέραν, ὅτι θὰ λάβετε μέριμναν περὶ τῶν τόσον χρησίμων ὑπαλλήλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν ἂν αὔριον θὰ εἶναι ἢ ὄχι ὑπάλληλοι. Ἀνέμενον εἰς τὰς τόσας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἐδέχθητε, ὅτι θὰ ἐλαμβάνατε καὶ δι’ αὐτοὺς μίαν μέριμναν. Ὑπηρετοῦν ὑπὲρ τὰ 10 ἔτη, ἐργάζονται τὴν ἐργασίαν μονίμου προσωπικοῦ καί, παρὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δημοσίου νὰ τοὺς διατηρῇ εἰς τὰς θέσεις αὐτάς, δὲν γνωρίζουν ἂν αὔριον θὰ εἶναι ἢ ὄχι ὑπάλληλοι. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, λαμβανομένου τοῦ δικαίου τοῦ αἰτήματός των, ὅτι ἂν ὄχι εἰς τὸ παρὸν σχέδιον νόμου τοὐλάχιστον εἰς ἄλλο νομοσχέδιον σχετικόν, τὸ ὁποῖον θὰ φέρετε θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ αἴτημα, τὸ δικαιότατον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§149Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς προσεχὲς νομοσχέδιον, κ. συνάδελφε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Ἀνδρεάδης ἔχει τὸν λόγον.
§151Θ. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ. Συνηγορῶ καὶ συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε, μὲ τὰς ἀπόψεις τὰς ἀναπτυχθείσας ὑπὸ τῶν κ.κ. Χασαπίδη καὶ Κωνιωτάκη. Καὶ τοῦτο, διότι ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 4 θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς ἄτοπον καὶ ἄδικον. Διευθυνταὶ δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἐπὶ 3ῳ ἢ 2ῳ βαθμῷ νὰ λαμβάνουν μηνιαῖον μισθὸν μικρότερον κατὰ χιλίας ἢ 1.200 περίπου δραχ. τῶν ἐπὶ 5ῳ καὶ 4ῳ βαθμῷ ὑπαλλήλων, διότι ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑπάλληλοι ἐπὶ 3ῳ καὶ 2ῳ βαθμῷ (Διευθυνταὶ) νὰ μὴ ἔχουν συμπληρώσει εἰσέτι τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν ποὺ ὁρίζουν αἱ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τροποποιούμεναι διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Ν. Δ. 4193)1961, ὁ ὁποῖος ἐτροποποίησε τὸ ἀρχικὸν Ν. Δ. 3609)1956. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 4 καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ 3ου καὶ 2ου βαθμοῦ, ἄλλως δέον νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 4 διὰ νὰ μὴ ἀνατραπῇ ἡ ἱεραρχία εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βαρβιτσιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§153Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ ἄρθρον 4 εἰς τοὺς ἐπὶ 2ῳ καὶ 3ῳ βαθμῷ, νομίζω ὅτι ἔχει ἤδη ἐξαντληθῆ. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν ἐπέκτασιν τῶν διατάξεων τούτων καὶ εἰς τοὺς διευθυντάς. Τὸ εἶχα προτείνει κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δυστυχῶς, ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τὸ ἀπεδέχθη. Θὰ ἤθελα, ὁ κ. Ὑπουργός, χάριν τῆς ταχυτέρας ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ πάλιν τὰς ἀπόψεις του διὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ τὸ θέμα.
§154Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. συναδέλφου καὶ νὰ δηλώσω κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν δέχομαι τὴν ἐπέκτασιν τῆς 25ετίας καὶ εἰς τοὺς Διευθυντάς. Καὶ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον: Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρχῃ μία διαφορὰ βάσεως μεταξὺ Τμηματάρχου καὶ Διευθυντοῦ. Ἐξελίσσεται κανεὶς ταχύτερα εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Τμηματάρχου παρὰ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Διευθυντοῦ. Ἴσχυσε καὶ ἰσχύει ἡ 30ετία διὰ τοὺς Διευθυντάς, καὶ ὁρίζω τὴν 25ετίαν διὰ τοὺς Τμηματάρχας. Δημιουργῶ μία ἀπόστασιν 5 ἐτῶν, ἡ ὁποία εἶναι λογικὴ σύμφωνα μὲ τὰ γενικῶς κρατοῦντα εἰς τὸ μισθολόγιον. Εἶναι ἀδύνατον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰλικρινῶς ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ἐπανειλημμένως ὠχλήθην καὶ ἐγώ, ὅπως εἶμαι βέβαιος ὅτι ὠχλήθητε καὶ σεῖς ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους Διευθυντάς, νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις αὐτή, διότι, εἶναι βασική, εἶναι καταστατικὴ διάταξις. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ συνολικὸς χρόνος ὑπηρεσίας προκειμένου περὶ μιᾶς προσμετρήσεως, νὰ εἶναι ἴσως διὰ δύο βαθμούς, οἱ ὁποῖοι ἀπέχουν εἰς ὑπηρεσιακὴν ἡλικίαν περίπου μίαν 5ετίαν. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν. Νομίζω, ὅτι ὀρθῶς τίθεται ἡ διάταξις καὶ ἔτσι πρέπει νὰ μείνῃ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία διαφορά. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον πολλοὶ συνάδελφοι ἔθιξαν, ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἕνας Τμηματάρχης Αʹ νὰ παίρνῃ μεγαλύτερον μισθὸν ἀπὸ ἕνα Διευθυντὴν Βʹ τὸ ἔθιξε, νομίζω, καὶ ὁ κ. Βρανόπουλος καὶ ὁ κ. Χασαπίδης καὶ ὁ κ. Ἀνδρεάδης καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων. Τοῦτο εἶναι ἕνα μειονέκτημα τοῦ μισθολογίου. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ εἰς πολλὰς περιπτώσεις, ἀλλ’ εἶναι ἄσχετον μὲ τὸ ἄρθρον ποὺ συζητοῦμεν. Εἶναι δυνατὸν μὲ τὰ πρόσθετα τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται εἰς ἕκαστον βαθμόν. Δὲν συμβαίνει μόνον μεταξὺ Τμηματάρχου Αʹ καὶ Διευθυντοῦ Βʹ. Εἶναι δυνατὸν ὑπάλληλος ἔχων τὸν ἀμέσως κατώτερον βαθμόν, λόγῳ μακρᾶς εὐδοκίμου ὑπηρεσίας εἰς τὸν βαθμὸν αὐτόν, νὰ πάρῃ πάνω ἀπ’ ὅ,τι παίρνει ὁ μόλις προαγόμενος καὶ μὴ ἔχων πρόσθετα εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Εἶναι ἕνα μειονέκτημα τοῦ μισθολογίου, τὸ ὁποῖον ὅταν θὰ φθάσωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ νέον μισθολόγιον θὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ θὰ προσπαθήσωμεν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ νὰ τὸ διορθώσωμεν. Διότι δὲν εἶναι καὶ πάντοτε δυνατὸν νὰ διορθωθῇ. Διότι τὰ πρόσθετα λόγῳ μακρᾶς παραμονῆς εἶναι ὀρθὸν νὰ δίδωνται. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ βαθμῶν ἀπὸ ἀπόψεως μισθοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πολὺ μεγάλη. Καὶ ἔτσι συμβαίνει νὰ ὑπερπηδᾷ ὁ κατώτερος, ὁ ἔχων ὅλας τὰς προσαυξήσεις εἴς τινας περιπτώσεις, τὸν ἀνώτερον. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ παρεξήγησις, ὅτι τοῦτο δὲν συνδέεται μὲ τὸ ἄρθρον 4. Εἶναι ἕνα μειονέκτημα τοῦ μισθολογίου, τὸ ὁποῖον ἰσχύει σήμερον, ἀλλ’ εἶναι ἄσχετον. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ — δηλῶ κατηγορηματικῶς εἰς τὴν Βουλήν, — ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψίς μου εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐπιμένω. Οἱ κύριοι συνάδελφοι παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, προτάσσοντες τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐρωτῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ἐπιμένουν νὰ ὁμιλήσουν;
§156Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Ἰωάννου.
§158Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα τὰ ὅσα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ πράγματι εἶχον ὁπωσδήποτε ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπόφασιν νὰ ἐπιμείνω. Δεδομένου ὅτι πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ὡς ἄνω θέμα εἶναι θέμα ἠθικῆς τάξεως, ἕως ὅτου διορθωθῇ τὸ μισθολόγιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Τομαρᾶ, καὶ ὅταν θὰ γίνῃ τὸ νέον μισθολόγιον νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν ἀδικίαι.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Αὐγερινός, ἔχει τὸν λόγον.
§160Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἔχει μισθολογικὴν ἂς εἴπωμεν σημασίαν καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπεδέχθη συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἐκτάκτων. Ἐν τούτοις ἡ λέξις αὐτὴ καὶ μόνη ἀναφερομένη εἰς τὸ ἄρθρον προκαλεῖ ὁπωσδήποτε τὴν ἀνάγκην ἵνα καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπενθυμίσωμεν τὸ ἐπιβεβλημένον καθῆκον τῆς Πολιτείας, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὸ δρᾶμα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τῶν νέων οἱ ὁποῖοι προσφέρουν ὑπηρεσίας εἰς κἄθε ὑπαλληλικὴν θέσιν χωρὶς νὰ ἔχουν ἐξασφαλίσει τίποτε τὸ θετικὸν καὶ μόνιμον εἰς τὴν καρριέραν των. Νομίζω πὼς δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν παραπονουμένους τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν ἂν αὔριον θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετοῦν σήμερον. Θὰ ἦτο εὐκαιρία εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ — διότι δὲν γίνονται εὔκολα νομοσχέδια καὶ δὲν ψηφίζονται εὔκολα — νὰ ἐλύετο τὸ θέμα ὅπως οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι, μετὰ ἕνα διάστημα 2–3 ἐτῶν ὑπηρεσίας, ὑποβαλλόμενοι εἰς μίαν δοκιμασίαν καὶ μὲ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις τῶν προϊσταμένων των, νὰ μονιμοποιοῦνται. Οὕτω, λύεται ἓν ἐκκρεμὲς θέμα, τὸ ὁποῖον εἰδικῶς εἰς τὸν τόπον μας παρατηρεῖται καὶ οὐδαμοῦ ἀλλοῦ, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἐξησφαλισμένον ἤδη τὸ μέλλον των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰς ἣν ὑπηρετοῦσι.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§162Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ προτάσεις τοῦ συναδέλφου, κ. Αὐγερινοῦ, νομίζω, ὅτι εἶναι σωστές, διότι ὑποστηρίζουν τὴν λύσιν παρόντος καὶ συμπαθοῦς αἰτήματος τῶν ἤδη ἐν ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλων αὐτῶν. Σημειωτέον, ὅτι ἐλήφθησαν καὶ εἰς τὸ παρελθὸν παρόμοιαι διατάξεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον καὶ θὰ συμφωνήσω εἰς κἄθε βελτίωσιν ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα. Τὸ δεύτερον εἶναι τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Εἶναι ἀρχὴ καὶ τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου ἀκόμη, τοῦ ρυθμίζοντος τὰς ἰδιωτικὰς σχέσεις ἐργασίας καί, κατὰ μείζονα λόγον, θὰ ἔπρεπε νὰ ἰσχύῃ προκειμένου περὶ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν καταστρατήγησιν καὶ κατάχρησιν τοῦ ἐργοδότου εἰς θέσεις, ὡς ἐκ τῆς φύσεώς των, μονίμου καὶ διαρκοῦς ἀναγκαιότητος διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ τοποθετῇ ἐκτάκτους. Εἶναι μία κατάχρησις. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μία οἰκονομία, κακὴ οἰκονομία, διότι εἰς τὸ τέλος δημιουργεῖται μὲ τὴν πάροδον τῶν ἐτῶν μία εὔλογος κλίσις τακτοποιήσεως. Καὶ ἡ τακτοποίησις αὐτὴ γίνεται κατὰ παράβασιν τοῦ Ν. 1811. Ἀναγνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν ἀναμόρφωσιν, μίαν ἀναγέννησιν τῆς διοικήσεως διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς σημερινὰς ἀνάγκας. Λαμβάνονται εὐεργετικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἀποκαθιστοῦν τοὺς ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐκτάκτους ὑπαλλήλους, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ πληροῦνται αἱ μόνιμοι ἀνάγκαι διὰ μονίμων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ συγχρόνως περιορίζομεν τὴν διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ εἴσοδον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἑπομένως συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν τακτοποίησιν τοῦ παρόντος. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ρεαλιστικὸν τὸ Κράτος νὰ νομοθετῇ τόσας θέσεις ὅσαι εἶναι αἱ πραγματικαὶ ἀνάγκαι καὶ νὰ τὶς πληρώνῃ διὰ μονίμων ὑπαλλήλων. Καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν κάθε τόσον τὸ πρόβλημα τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χασαπίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§164Α. ΧΑΣΑΠΙΔΗΣ. Αἱ ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι λογικαὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιβεβλημένην ὕπαρξιν χρονικῆς ἀποστάσεως μεταξὺ τῶν βαθμῶν τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας, ὅπως, ὅμως ἐτόνισα παρὰ τὴν λογικότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, νὰ ὑπάρξουν δυσμενέσταται ἐπιπτώσεις. Βεβαίως καὶ σήμερον ὑπάρχουν ἄτοπα, ἀλλὰ νὰ δημιουργῶμεν καὶ νέα καὶ μάλιστα εἰς τὴν πυραμίδα τῆς ὑπαλληλικῆς ἱεραρχίας εἶναι πάρα πολὺ ἐπικίνδυνον διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπισημαίνω τὸ βασικὸν σημεῖον, ὅτι οἱ ἄμεσοι συνεργάται σας θὰ αἰσθάνωνται τὴν εὔλογον πικρίαν διὰ τὴν δυσμενῆ μισθολογικήν των θέσιν. Μέχρι τῆς ρυθμίσεως τοῦ θέματος διὰ τοῦ ἑνιαίου μισθολογίου, πιστεύω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ κάνετε δεκτὴν τὴν τροπολογίαν μου.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§166Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω δύο πράγματα, εἰς ἀπάντησιν παρατηρήσεων τῶν κυρίων συναδέλφων. Πρῶτον, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἐκτάκτων ὑπαλλήλων, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, εἶναι θέμα μέγα. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ ἐκφράσω τὴν ἄποψίν μου, διότι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἡ Κυβέρνησις συμπαθῶς ἀκούει τὸ αἴτημα τὸ ὁποῖον προβάλλεται ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων, τῆς τακτοποιήσεως ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι κακῶς ἢ καλῶς ὑπηρετοῦν ἀπὸ χρόνια. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ὅμως νὰ παραβλέπεται, καὶ συμφωνῶ εἰς τοῦτο μὲ τὸν κ. Ἠλιοῦ, καὶ τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας τὸ ὁποῖον εἰς τὴν βάσιν εἶναι ἀντίθετον. Διότι ὅταν συμβαίνῃ μὲ τὶς προϋποθέσεις καὶ τὰς ἐξασφαλίσεις τοῦ κώδικος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὀλίγες ἑκατοντάδες ὑπαλλήλων, ἐνῷ ταὐτοχρόνως, ἀφανῶς, χωρὶς κἂν οὐδεὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ νὰ εἰσέρχωνται χιλιάδες χωρὶς οἱανδήποτε ἐπιλογὴν οἱ ὁποῖοι κἄποτε ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ἀνάγκης τῆς κοινωνικῆς, μονιμοποιοῦνται, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἀναμορφώσεως καὶ βελτιώσεως τῆς δημοσίας διοικήσεως. Δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ καταθέσῃ προσεχῶς νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίζῃ εἰς τὴν βάσιν του τὸ ὅλον θέμα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ δοθῇ μία λύσις τοῦ παρόντος καὶ νὰ σταματήσῃ τὸ πρᾶγμα διὰ τὸ μέλλον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις. Δευτέρα παρατήρησις, εἶναι ἡ ἑξῆς: Συμμερίζομαι τὴν ἄποψιν τὴν ὑποστηριχθεῖσαν καὶ ὑπῆρξα ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑποστηρικτὴς τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὅτι οἱ κατέχοντες τὴν κορυφὴν τῆς κρατικῆς ἱεραρχίας, οἱ διευθυνταί καὶ πρὸ παντὸς οἱ ὀργανικοὶ διευθυνταὶ οἱ ὁποῖοι στηρίζουν τὸ Κράτος, πρέπει νὰ ἔχουν μισθὸν ὁ ὁποῖος νὰ τοὺς ἐπιτρέπῃ νὰ ζοῦν ἀξιοπρεπῶς. Αὐτὰ ἀπήντησα καὶ εἰς τοὺς ἰδίους. Καὶ ἐγράφη καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι τοὐλάχιστον ἡ ἰδική μου εἰσήγησις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ μισθολογίου, θὰ εἶναι πέραν τῆς διαφορᾶς τοῦ μισθοῦ, ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ Τμηματάρχου καὶ Διευθυντοῦ καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶναι λογικὴ νὰ περιληφθῇ καὶ εἰδικὸν ἐπίδομα θέσεως διὰ τοὺς ὀργανικοὺς διευθυντάς, τὸ ὁποῖον θὰ συνοδεύῃ τὴν θέσιν καὶ ὄχι τὸν Διευθυντήν. Καὶ θὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ εὔλογον αὐτὸ αἴτημα τὸ ὁποῖον ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρὲς προβάλλεται.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4;
§168Φ. ΠΙΤΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχα ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε γραφῆ, κ. Πιτούλη. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἔχει;
§170ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον 4 ἐψηφίσθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 ὁ κ. Βρανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§172Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 5 ἀναφέρεται ὅτι «οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2... (ἀναγινώσκει)... διατηρούμενοι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος καὶ ἐφεξῆς ἐν τῇ Ὑπηρεσίᾳ ὑπάλληλοι 5ου βαθμοῦ καὶ ἄνω μέχρι συμπληρώσεως 35ετοῦς συνταξίμου ὑπηρεσίας δὲν καταλαμβάνουν ὀργανικὰς θέσεις κλπ.». Ἡ προσθήκη αὐτὴ δὲν περιείχετο εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὅσοι ἔχουν ὑπερβῆ τὸ ὅριον ἡλικίας δὲν θὰ ἔχουν καμμίαν ὠφέλειαν καίτοι θὰ διατηρήσουν τὰς ὀργανικὰς αὐτῶν θέσεις. Πολλοὶ ὑπάλληλοι τῆς κατηγορίας ταύτης παραπονοῦνται καὶ νομίζω ὀρθῶς, διότι δὲν ἔχουν προαγωγὴν καὶ λῆψιν τριετιῶν κλπ. Καὶ κατόπιν τῶν ἀνωτέρω διὰ λόγους δικαιοσύνης δέον νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις «Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος καὶ ἐφ’ ἑξῆς». Ἐπ’ αὐτοῦ, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἤθελα νὰ μοῦ δίδετε μίαν ἀπάντησιν. Ἐπίσης εἰς τὴν παράγραφον 11 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὁμιλεῖτε περὶ ἀναδρομικῆς ἰσχύος. Τὶ ἀφορᾶ αὐτό;
§173Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀφορᾶ τὰ διατάγματα περὶ ἀποδοχῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων.
§174Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἔτσι, ἔχει καλῶς, πάντως θὰ ἤθελα μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἐρωτήματός μου.
§175Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι θὰ ἀναμείνω νὰ ἀκούσω ὅλας τὰς ἀπόψεις τῶν συναδέλφων ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ὁμιλήσουν, διὰ νὰ μορφώσω μίαν γνώμην.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας ἔχει τὸν λόγον.
§177Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω καταθέσει σχετικὴν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ ὁποία προσετέθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§178Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὄχι. Μετά.
§179Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον δὲν ὑπῆρχε.
§180Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Οὔτε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν προσετέθη.
§181Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, πράγματι μὲ αὐτὴν τὴν προσθήκην οἱ ὑπάλληλοι ποὺ εἶχον ἤδη καταληφθῆ ἀπὸ τὸ ὅριον ἡλικίας θὰ διατηρήσουν τὰς ὀργανικὰς θέσεις χωρὶς νὰ ἔχουν καμμίαν ἄλλην ὠφέλειαν. Οὔτε θὰ προαχθῶσιν οὔτε θὰ ἔχουν τὰς τριετίας. Καὶ καλῶς βεβαίως θὰ διατηρηθοῦν, ἀλλὰ προκύπτει ἕνα κακὸν διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἐν ὄψει τῆς διατάξεως δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ ἐξελιχθοῦν ἱεραρχικῶς. Καὶ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βαρβιτσιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§183Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς τῆς φράσεως «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος καὶ ἐφ’ ἑξῆς ἔχουν ἀναπτυχθῆ ἐπαρκῶς καὶ δὲν νομίζω, ὅτι χρειάζεται ἐπανάληψίς των. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον καὶ οὔτε συνεζητήθη κατὰ τὰς συνεδριάσεις εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ προσετέθη ἐκ τῶν ὑστέρων. Διὰ δὲ τῆς διατάξεως αὐτῆς πλήσσονται ἀδίκως καὶ ἀδικαιολογήτως πολλοὶ ὑπάλληλοι. Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου μὲ τὰς παρακλήσεις τῶν προλαλησάντων συναδέλφων ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως τῆς φράσεως αὐτῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη μου παρατήρησις. Ἡ δευτέρα παρατήρησίς μου ἀναφέρεται εἰς τὴν παράγραφον 9 διὰ τῆς ὁποίας παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς μονίμους Δημοσίους Ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι παρῃτήθησαν προκειμένου νὰ ἐκλεγοῦν βουλευταί, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς θέσεις των. Βεβαίως εἶναι λογικὴ ἡ ἄποψις καὶ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἡ ἀντίρρησίς μου συνίσταται εἰς...
§184Η. ΗΛΙΟΥ. Τὸ Σύνταγμα ἔχει ἀντίρρησιν.
§185Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Οὔτε τὸ Σύνταγμα ἔχει ἀντίρρησιν. Ἡ ἀντίρρησίς μου συνίσταται εἰς τὸ στενόκαρδον τῆς διατάξεως. Ὑπάρχουν ἄλλοι Δημόσιοι Ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἐφιλοδοξοῦσαν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ δὲν τὸ κατώρθωσαν καὶ τὴν ἑπομένην στιγμὴν ὑπέβαλον αἴτησιν ἐπαναδιορισμοῦ των. Θὰ ἔπρεπε καὶ δι’ αὐτοὺς νὰ ληφθῇ μία μέριμνα καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ἐρευνήσῃ τὸ θέμα. Ἔχω καταθέσει μίαν σχετικὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν θὰ θέσω καὶ ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὕτως ὥστε νὰ ἴδωμεν ἐὰν εἶναι εὐχερὴς ἡ ἐπέκτασις τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἐκεῖ ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅπου ἡ ἀντίρρησίς μου εἶναι βασική, βασικωτάτη, εἶναι εἰς τὴν παράγραφον 10 τοῦ ἄρθρου 5 διὰ τῆς ὁποίας ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καλύψῃ παρανομίας τῆς Διοικήσεως. Ἔρχεται νὰ καλύψῃ κακὴν συγκρότησιν τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων, δι’ ἀποφάσεις κατὰ τῶν ὁποίων ἔχουν προσφύγει οἱ θιγέντες ὑπάλληλοι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι φωτογραφική, δι’ ὡρισμένους, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς κακῆς συνθέσεως τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων ἐδικαιώθησαν καὶ περιελήφθησαν εἰς τοὺς πίνακας καὶ τῶν ὁποίων αἱ προαγωγαὶ πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ καταπέσουν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν νομίζω, ὅτι τιμᾷ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸν ἴδιον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ ἐμμονή του εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Καὶ θὰ πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπάλειψίν της ὥστε νὰ μὴ ἔρχεται ἡ Διοίκησις καὶ νὰ καλύπτῃ τὰς ἰδίας αὐτῆς παρανομίας, ἐν ὄψει μάλιστα ἐκδικάσεως προσφυγῶν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας.
§186Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς γενικὰς παρατηρήσεις θ’ ἀπαντήσω εἰς τὸ τέλος ἀφοῦ ἀκούσω τοὺς κυρίους συναδέλφους. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν ἀνεφέρθη εἰς τὴν παράγρ. 10 καὶ ὡμίλησε περὶ φωτογραφικῆς διατάξεως, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τίνος πρόκειται, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ ἰδία ἐὰν πρόκειται περὶ οἱασδήποτε φωτογραφικῆς διατάξεως. Ὅταν κατηργήθησαν, κύριοι συνάδελφοι, οἱ μόνιμοι Γεν. Διευθυνταὶ καὶ ἀντικατεστάθησαν ἀπὸ Γεν. Διευθυντὰς ἐπὶ θητείᾳ, ἐδημιουργήθη ἐκ τῶν πραγμάτων μία δυσχέρεια διὰ τὴν συγκρότησιν τῶν Ὑπηρεσιακῶν Συμβουλίων. Τὰ Ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἦσαν 5μελῆ. Ὑπάρχει δὲ διάταξις τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι προκειμένου περὶ λήψεως ὡρισμένων ἀποφάσεων, τῶν Ὑπηρεσιακῶν αὐτῶν Συμβουλίων, δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ μὴ μόνιμοι ὑπάλληλοι νὰ ὑπερβαίνουν ἕνα ὡρισμένο ποσοστὸν τὸ ⅓. Καὶ ἐπειδὴ συμβαίνει ὁ Γεν. Γραμματεὺς ὁ ὁποῖος προεδρεύει νὰ μὴ εἶναι μόνιμος, αὐτόματος ἦτο ἡ συνέπεια, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μετέχῃ ὁ Γεν. Διευθυντὴς εἰς τὸ Ὑπηρεσιακὸν Συμβούλιον, ἐφ’ ὅσον ἦτο ἐπὶ θητείᾳ, διότι τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐπιτρέπει τῶν μὴ μονίμων μελῶν καλύπτεται ἀπὸ τὸν Γεν. Γραμματέα. Ἔκρινα, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀποκλείεται ἐκ προοιμίων ὁ Γενικὸς Δ)ντὴς διότι, ἐπὶ τέλους, ὁ Γενικὸς Δ)ντὴς προΐσταται τῆς ὑπηρεσίας καὶ εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ κρίνῃ τοὺς ὑπαλλήλους. Καὶ διὰ τοῦτο εἰσηγήθην ἐγὼ ὁ ἴδιος νόμον ὁ ὁποῖος προσέθεσε μίαν 6ην θέσιν πρὸς τὸν σκοπὸν ὅπως τὸ ⅓ πλέον εἶναι δύο θέσεις, ὥστε νὰ δύναται καὶ ὁ Γεν. Δ)ντής, ἐὰν κριθῇ τοῦτο σκόπιμον, νὰ μετέχῃ τοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ σκοπίμως διετύπωσα τὸ ἄρθρον οὕτω, ὥστε νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν ἐπιλογὴν τῆς Διοικήσεως ἐὰν θέλῃ νὰ βάλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τὸν Γενικὸν Δ)ντὴν ἢ νὰ βάλῃ, ἐὰν θέλῃ, ἕνα μόνιμον Διευθυντὴν ἀντὶ τοῦ Γενικοῦ Δ)ντοῦ. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου προσωπικὴν πεποίθησιν, ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου εἶναι ἀπολύτως σαφής. Δὲν ἐπιβάλλω τὸν Γενικὸν Δ)ντὴν οὕτως ἢ ἄλλως διὰ τῆς 6ης θέσεως τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησα. Δημιουργῶ ἁπλῶς τὴν δυνατότητα νὰ μετάσχῃ. Ἐπειδὴ ὅμως ἐδημιουργήθη ἀμφισβήτησις, σπεύδω νὰ τὴν λύσω ὁ ἴδιος δι’ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀποδέχεται τὸ Σῶμα. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, δέχομαι πᾶσαν κρίσιν ἐπὶ τῶν πράξεων τῶν ἰδικῶν μου, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀλλὰ μὴ μοῦ ζητᾶτε, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ μία τοιαύτη τυπικὴ ἀμφισβήτησις ἐπὶ θέματος καθαροῦ καὶ σαφοῦς, νὰ τὸ ἀφήσω ἀμφίβολον διὰ νὰ κριθῇ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας τὸ καθαρῶς τυπικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἀδιαμφισβήτητον ἀλλὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κριθῇ ἄλλως. Διότι τότε, δὲν θὰ ἦτο τοῦτο πρᾶξις σωφροσύνης, πρᾶξις ἐπιτρεπτή. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔρχομαι καὶ πάλιν εὐθέως καὶ ἐκθέτω ἐνώπιόν σας τὸ θέμα καὶ παρακαλῶ νὰ ἐγκρίνητε τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς ἔχω δώσει. Εἶμαι βέβαιος δέ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστῇ τοῦτο σαφὲς ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἐκ τοῦ λόγου τούτου πρόβλημα κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Αὐτὰ ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ εἴπω ἀπαντῶν εἰς τὴν συγκεκριμένην παρατήρησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας παρατηρήσεις τοῦ κ. Βαρβιτσιώτη καὶ τῶν ἄλλων κυρίων συναδέλφων, θὰ ἀναμείνω νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις διὰ νὰ μορφώσω γνώμην καὶ νὰ τὴν διατυπώσω.
§187Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Διὰ τὴν ἐπέκτασιν, κ. Ὑπουργέ;
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περρωτῆς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§189Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Λαμβάνω, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν παρατεινομένην ἀκαταστασίαν ὡς πρὸς τὴν τήρησιν τῆς σειρᾶς τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὑπῆρξεν ἐκπρόσωπος τῆς Συμπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος κατηγόρησε τὸ Προεδρεῖον, οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Μοῦ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ διαμαρτυρηθῶ περισσότερον ἀπὸ μίαν φορὰν διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν καὶ λυποῦμαι, διότι διαπιστώνω καὶ ἀπόψε, ὅτι φέρομαι ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ 5ου ἄρθρου, μὲ ἀριθμὸν 32, ἐὰν δὲν κάμνω λάθος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ ἐνοχλεῖ, ὄχι διότι θὰ ὁμιλήσω 32ος, ἀλλὰ διότι τοὐλάχιστον ὡς εἰσηγητὴς θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχω τὸ στοιχειῶδες ἐνδιαφέρον σας νὰ προταχθῶ τῶν 32 κ.κ. συναδέλφων οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται νὰ ὁμιλήσουν. Δὲν ζητῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ προταθῶ τῶν ἄλλων κυρίων συναδέλφων, ἀλλὰ ἡ σειρὰ μὲ τὴν ὁποίαν φέρομαι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν πίνακα ἀποτελεῖ τεκμήριον τῆς ἀδιαφορίας μου ἔναντι τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν μου τοὐλάχιστον. Καὶ πάλιν, κ. Πρόεδρε, ἐπισημαίνω τὴν ἀκαταστασίαν, ἐπὶ τὴν τήρησιν τοῦ πίνακος τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν ἡ ὁποία καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους καὶ τὸ Προεδρεῖον εἰς δύσκολον θέσιν φέρει, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε καὶ τὴν συζήτησιν ἐπιβραδύνει, διότι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποφευχθοῦν ἀγορεύσεις καὶ παρατηρήσεις πολλῶν συναδέλφων, ἐὰν θὰ εἶχε δοθῇ ὁ λόγος εἰς τοὺς εἰσηγητὰς ἐγκαίρως νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των.
§190Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Βογιατζῆς;
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§193Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχουν γίνει 2–3 ἀνατυπώσεις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ χρειάζεται νὰ κατατοπιζώμεθα ἰδίως εἰς ὅτι ἀφορᾷ παλαιοτέρας διατάξεις, νὰ ἀκούσωμεν τοὺς εἰσηγητὰς ποὺ θὰ μᾶς διαφωτίσουν, ὥστε νὰ προχωρήσωμεν τὸ ταχύτερον. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ὁ εἰσηγητὴς εὑρέθη 32ος.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἀπόψεις τοῦ κ. Περρωτῆ, εἶναι ἀπολύτως βάσιμοι ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως μὲ αὐτὴν τὴν σειρὰν εἶναι ἐγγεγραμμένος. Βεβαίως, ὡς εἰσηγητὴς θὰ πρέπει νὰ ἀκούηται ἐγκαίρως. Ἐνδεχομένως νὰ ὑπῆρξε κἄποια παρεξήγησις κατὰ τὴν τήρησιν τοῦ πίνακος.
§195Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις περὶ παραμονῆς τῶν καταλαμβανομένων ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας ὑπαλλήλων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ μέχρι συμπληρώσεως παρ’ αὐτῶν τῆς 35ετίας εἶναι ὀρθὴ καὶ σαφής. Εἶναι διάταξις ὅμως ἀρκετὰ εὐνοϊκή, ὥστε δὲν θὰ πρέπει δι’ αὐτῆς οἱ ὑπάλληλοι οἱ καταλαμβανόμενοι ἀπὸ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας παραμένοντες νὰ καταλαμβάνουν καὶ ὀργανικὰς θέσεις. Τοσοῦτον μᾶλλον, κ. Πρόεδρε, καθ’ ὅσον ἱκανοποιοῦνται πλήρως ἠθικῶς ἐφ’ ὅσον ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς ἡ ἐκτέλεσις ὑπηρεσίας. Ἡ κατάληψις παρ’ αὐτῶν ὀργανικῶν θέσεων, καταστρατηγεῖ τὸν νόμον περὶ 35ετίας, ἐφ’ ὅσον ἀποστερεῖ νεωτέρους των ἀπὸ τὴν δυνατότητα καταλήψεως τῶν ἐκκενουμένων ὀργανικῶν θέσεων. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ὁ κ. Ὑπουργός, πρέπει νὰ ἀπαλείψῃ τὸ ἐδάφιον 8 τῆς παρ. 8. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ θέματος, νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸ Σῶμα εἴτε θετικήν, εἴτε ἀρνητικὴν — ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἶναι εὐνοϊκὴ — ὥστε νὰ ἀποφευχθοῦν αἱ ὁμιλίαι τῶν ἄλλων συναδέλφων ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος καὶ νὰ ἐξοικονομήσωμεν τοὐλάχιστον μιᾶς ὥρας συνεδρίασιν.
§196Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν διαγραφὴν τῆς ἐπιμάχου διατάξεως καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν διαγραφήν της.
§197Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἐπανεξετασθῇ τὸ ζήτημα κατὰ πόσον καὶ συνταγματικῶς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πνεύματος χρηστῆς διοικήσεως εἶναι σωστὴ ἡ διάταξις τῆς παραγρ. 9. Βεβαίως, τὸ Σύνταγμα δὲν περιέχει ἀπαγόρευσιν, χρονικῶς, ἀπεριορίστου ἀναδιορισμοῦ. Μετὰ ἓν ἔτος ἠμπορεῖ νὰ διορισθῇ, ἐνδεχομένως ὁ παραιτηθείς, διὰ νὰ πολιτευθῇ. Ἡ διάταξις, πάντως, τοῦ ἄρθρου 9 δὲν λέγει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Φυσικά, εἶναι ἐνδεχόμενον, ἑκάστοτε, νὰ τὸ ἐνθυμοῦνται καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόζουν, μόνον μετὰ τὴν πάροδον τῆς συνταγματικῆς διορίας. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅπως διατυπώνεται, νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς ἔκδοσιν ἀτομικῶν πράξεων, μὴ συμφώνων πρὸς τὸ Σύνταγμα καί, ἑπομένως, ἀκυρωτέων. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν τυπικὴν συνταγματικὴν πλευράν. Ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι σοβαρώτερον εἶναι τὸ ζήτημα ἀπὸ τὴν ἠθικὴν πλευράν, ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς διοικητικῆς ἠθικῆς. Ὡς γνωστόν, ὑπάρχουν δύο κατηγορίαι παραιτήσεως μὲ τὴν ὑποβολὴν ὑποψηφιότητος, ὡς βουλευτοῦ. Ἡ μία κατηγορία ἀφορᾶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σπουδάσαντες δαπάναις τοῦ Δημοσίου καὶ μετεκπαιδευθέντες δεσμεύονται ἀπὸ διάταξιν οἱουδήποτε νόμου. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ἰατροὺς καὶ δὲν ξεύρω εἰς ποίας ἄλλας περιπτώσεις. Πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος ὀχυρώνονται ἐκεῖ πέραν καί, ἀφοῦ τοὺς ἐσπούδασε τὸ Κράτος, αὐτοδικαίως λύεται ἡ σύμβασις καὶ ἡ σχέσις μετὰ τοῦ Κράτους καὶ ὕστερα εἰς τὰς ἐκλογὰς δὲν παίρνουν οὔτε τὴν ἰδικήν των ψῆφον, ποὺ δεικνύει ὅτι δὲν ὑπάρχει σοβαρὰ πρόθεσις νὰ ἀναμιχθοῦν εἰς τὰ δημόσια πράγματα, ἀλλ’ ὑπάρχει μία ἀποδοκιμαστέα δολία ἐνέργεια. Αὐτὸ εἶναι ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω ὅτι ἠμπορεῖ ἡ διάταξις νὰ θεραπεύσῃ. Διότι ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ πρόθεσις τῆς ἀπομακρύνσεως καὶ ὄχι ἡ πρόθεσις τῆς ἐπαναφορᾶς. Ὑπάρχει λοιπὸν ἡ δευτέρα περίπτωσις. Δημόσιοι Ὑπάλληλοι, ἔχοντες δικαίωμα σὰν Ἕλληνες πολῖται νὰ ζητήσουν νὰ μεταπηδήσουν εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἀντιπροσωπεύσουν τὸν λαὸν εἰς μίαν ἐποχὴν — εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε ὄχι ἔτσι εἶναι, ἡ ἐποχή μας δυστυχῶς χαρακτηρίζεται ἀπὸ μίαν ἔντονον πολιτικὴν ἀντιδικίαν, ἀπὸ μίαν ἔντονον πάλην ἰδεῶν ἢ συμφερόντων — εἰς μίαν ἐποχὴν σχετικῆς ἐντάσεως. Θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Δ)ντής, ὁ κ. ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς ὑπηρεσίας, ὁ κ. ἐπὶ κεφαλῆς ἑνὸς σημαντικωτάτου Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, ὁ κύριος, ὁ κύριος νὰ χρησιμοποιῇ ὅλον τὸ κῦρος, ὅλην τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν ἡ θέσις του ἔδωσε καὶ νὰ παραιτῆται, διὰ νὰ μπῇ μέσα εἰς τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμὸν καὶ ἀφοῦ ὑβρίσῃ καὶ ὑβρισθῇ, κατηγορήσῃ καὶ κατηγορηθῇ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀντιδικήσῃ μὲ ὅλον τὸν ἄλλον πολιτικὸν ὁρίζοντα ἐκτὸς τῆς παρατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Δημοσίαν Ὑπηρεσίαν ὡς χρηστὸς καὶ ἀμερόληπτος ὑπάλληλος. Πιστεύω, ὅτι αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα ἀσύλληπτον καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐνθαρρυνθῇ. Δι’ αὐτὸ προτείνω, μιὰ ποὺ δὲν πρόκειται νὰ θεραπευθῇ τὸ ἄτοπον τῆς πρώτης κατηγορίας, νὰ μὴ προχωρήσωμεν καὶ νὰ διαγραφῇ ἡ παράγραφος 9.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§199Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ δώσω μίαν εἰδικὴν ἀπάντησιν, ὡς πρὸς τὸ ἐδάφιον αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον περαιτέρω συζητήσεως. Ἤθελον νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἀνεφέρθη εἰς τὸ ἐδάφιον αὐτό, ὅτι δὲν θίγεται κατ’ οὐδὲν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ θιγῇ τὸ πρόβλημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη, δηλαδὴ τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῆς τῆς συνταγματικῆς ἐπιταγῆς, διὰ νὰ ἀπαγκιστρωθοῦν ὡρισμένοι εὐφυεῖς Ἕλληνες ἀπὸ ἀνειλημμένας ἔναντι τοῦ Κράτους ὑποχρεώσεις. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἁπλούστατα εἶναι μία διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς Δημοσίους Ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι πράγματι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς ἐκλογάς, νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐφ’ ὅσον τὸ ζητοῦν. Καὶ νομίζω, ὅτι ὡς τοιαύτη πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ διάταξις ἐπιεικής, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα ὀρθὸν νὰ περιλάβω, διότι ἐπὶ τέλους ἐὰν ὑπάρχουν χρήσιμοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συνέβη νὰ ἔχουν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν φύγει καὶ ζητοῦν νὰ ἐπανέλθουν, δὲν θὰ ἔβλεπα, διατί νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν αὐτὸ τὸ αἴτημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ ὁποίου ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§200Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Ἐὰν θελήσουν εἰς νέας ἐκλογὰς νὰ ἐκθέσουν ὑποψηφιότητα, πάλι θὰ τοὺς συγχωρήσωμεν;
§201Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Πράγματι γίνεται μία διασάλευσις. Πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στειρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§203Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀποχώρησις λόγῳ ὁρίου ἡλικίας τῶν δημοσίων λειτουργῶν ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας γίνεται διὰ λόγους συμφέροντος τοῦ Δημοσίου, εἶναι δὲ ἀπόλυτος, καὶ ὅταν ἐξαιρετικῶς ἐπιτρέπεται ἡ διατήρησις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐνίων ὑπαλλήλων πέραν τοῦ ὁρίου ἡλικίας διὰ νὰ συμπληρώσουν συντάξιμον χρόνον, εἶναι προφανὲς ὅτι τοῦτο καίτοι δὲν εἶναι συμφέρον τοῦ Δημοσίου, γίνεται διὰ τὸ συμφέρον τῶν ἰδίων τῶν ὑπαλλήλων καὶ διὰ λόγους ἀνθρωπισμοῦ, δὲν σημαίνει ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ θεσπισθῇ ἕνα μέτρο, τὸ ὁποῖον κατὰ περίεργον ὄντως τρόπον, δὲν ἔχει τὴν γενικότητα τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλουν τὰ μέτρα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ τῆς διατηρήσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον διετηρήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ συμπληρώσουν συντάξιμον χρόνον, διετηρήθησαν καὶ εἰς κενὰς ὀργανικὰς θέσεις. Ἑπομένως ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, τὸ συμφέρον τῆς ἀνανεώσεως καὶ τὸ συμφέρον τῆς προωθήσεως τῶν κατωτέρων, ἐπιβάλλουν τὴν καθαρότητα τοῦ μέτρου καὶ ἑπομένως τὴν ὑπεραριθμίαν, ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ διὰ τοὺς διατηρηθέντας καὶ διὰ τοὺς διατηρηθησομένους ἐκτὸς ὀργανικῶν θέσεων. Μὲ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργέ, καὶ μὲ ὅσας ἔκαμον οἱ προλαλήσαντες κύριοι συνάδελφοι καὶ θὰ κάμουν καὶ ἄλλοι, ἐλπίζω, ὅτι θὰ καταλήξετε τελικῶς, εἰς τὴν ὀρθὴν ἀπόφασιν τῆς ἀπαλείψεως τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι προνομιακὴ διὰ τοὺς διατηρηθέντας καὶ δυσμενὴς διὰ τοὺς διατηρηθησομένους.
§204Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ διηυκόλυνα νομίζω τὴν συζήτησιν, ἐὰν ἔστω καὶ εἰς τὴν παροῦσαν φάσιν, θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος — διότι δὲν εἶναι μία διάταξις ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιμείνω ἀνενδότως μέχρι τέλους, κάμω αὐτὴν τὴν δήλωσιν ἐξ ἀρχῆς — ὡρισμένας ἀπόψεις χρησίμους νομίζω, διὰ τὴν μόρφωσιν γνώμης. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει τὴν παραμονὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμπληρώσει τὴν τριακονταπενταετίαν εἶναι ἀναντιρρήτως ὀρθὴ καὶ ὑπηρετεῖ τὸ συμφέρον τοῦ ὑπαλλήλου. Τὸ αἴτημα, τὸ ὁποῖον κατὰ βάσιν ἱκανοποιεῖ τὸ ἐδάφιον αὐτό, εἶναι ἐπίσης εὔλογον καὶ εἶναι καὶ αἴτημα, γενικῶς ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν εὔλογον ἐπιθυμίαν των νὰ τοὺς δημιουργηθοῦν δυνατότητες προωθήσεως. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν ὑπηρετεῖ κατ’ ἀρχὴν ἡ διάταξις, τὴν παραμονὴν δηλαδὴ ὡς ὑπεραρίθμων τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Ἐν προκειμένῳ ὅμως δὲν πρέπει νὰ παραβλέπεται ὅτι δύο ἀντίθετα συμφέροντα ἀντιστρατεύονται. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἐκτιμῶ ἀπολύτως τὴν φυσικὴν τάσιν τῶν ὑπαλλήλων νὰ προωθηθοῦν. Ἐὰν σεῖς ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τινὰς περιπτώσεις, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, πολλαπλᾶς περιπτώσεις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν μὲ ἀγωνίαν τὴν προαγωγήν των καὶ φυσικὸν εἶναι νὰ ζητοῦν νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἰς τὸ τέλος προσέθεσα, διὰ νὰ προωθηθοῦν ταχύτερον. Θὰ ἠδυνάμην ὅμως, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ἀντείπω, ὅτι ποτὲ ἄλλοτε, τοὐλάχιστον κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας, δὲν ἐδημιουργήθησαν εἰς τοὺς Δημοσίους Ὑπαλλήλους τῆς χώρας τόσαι δυνατότητες ἐξελίξεων. Καὶ ἐπὶ τέλους, καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐπρόκειτο νὰ ἀναμείνουν διὰ νὰ προωθηθοῦν βαθμολογικῶς, οἱ ἀναμένοντες τὴν προώθησιν αὐτὴν κατὰ ἕνα, κατὰ δύο ἔτη τὸ πολύ, δὲν θὰ ὡδήγει πρὸς θάνατον. Διότι ὑπάρχει ἰσχυρά, ἡ ἑξῆς ἀντίθετος ἄποψις. Τὶ θὰ γίνῃ, κ.κ. συνάδελφοι, ὁ παλαιὸς διευθυντὴς ὁ ἔχων ἱκανότητα, ὁ ἔχων κῦρος, ὁ ἔχων ἐπίδοσιν καὶ ὁ ἔχων ἀγάπην πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν; Θὰ τὸν παραπετάξωμεν ἐγκαταλελειμμένον καὶ περιφρονημένον διὰ νὰ νὰ διέλθῃ τὰ ὑπόλοιπα ἔτη τοῦ ὑπηρεσιακοῦ του βίου ὡς ὑπεράριθμος ἐκτὸς ὀργανικῆς θέσεως; Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω ὅτι ὁ λόγος ποὺ μὲ ὤθησεν εἰς τὸ νὰ μεταβάλω ἄποψιν ἦτο ἡ ἐπίσκεψις τινῶν ἐκ τῶν διευθυντῶν αὐτῶν. Βεβαίως δὲν ἀναφέρω ὀνόματα, δὲν συνηθίζω ποτέ, ἀλλὰ ἦσαν ἄριστοι ὑπάλληλοι τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους καὶ ἦλθον καὶ μοῦ εἶπον «κύριε Ὑπουργέ, διὰ νὰ προαχθοῦν ὀλίγον ἐνωρίτερον ὡρισμένοι κατώτεροι πρέπει ἡμεῖς νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὰς διευθύνσεις, νὰ εἴμεθα ἐγκαταλελειμμένοι καὶ παραπεταμένοι καὶ νὰ μὴ ἐκτελοῦμεν καμμίαν ὑπηρεσίαν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ καλύψωμεν τὰς προϋποθέσεις τῆς πλήρους συντάξεως;» Καὶ θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι ἄποψις τοῦ ΑΣΔΥ, παλαιοτέρα ἄποψις. Εἶναι ἄποψις τοῦ ΑΣΔΥ κατὰ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Θεοτόκης, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον περιελάμβανεν ἀνάλογον διάταξιν. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ ΑΣΔΥ λέγει τὰ ἑξῆς: Σᾶς τὰ ἀναγινώσκω. «Ἡ ἐν λόγῳ διάταξις καθιστᾷ τοὺς ὡς ἄνω διατηρουμένους ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαλλήλους ἐξ ὁλοκλήρου ἀργομίσθους, ἀνευθύνους, ἀνυπολήπτους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν... (ἀναγινώσκει).... Καὶ καταλήγει τὸ ΑΣΔΥ. Τὸ Συμβούλιον μετὰ ἀκριβῆ στάθμισιν τῶν ἀντικτύπων καὶ τῶν ἐπιπτώσεων τῆς ἐξεταζομένης διατάξεως, ἀποκρούει αὐτὴν καὶ θεωρεῖ τὴν διάταξιν ἀπαλειπτέαν». Ἐγώ, κ. συνάδελφοι, δὲν τὴν κρίνω. Αὐτὸ ἔγινε τὴν ἐποχὴν τοῦ κ. Θεοτόκη, τὸ 1962, νομίζω. Ἐγὼ προετίμησα νὰ πάω εἰς μίαν μέσην λύσιν. Δὲν ἠθέλησα νὰ......
§205Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῦ συνίσταται ἡ διαφορά; Δὲν τὸ ἀντιλαμβάνομαι.
§206Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ποία διαφορά; Παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Νομίζω ὅτι εἶμαι σαφής. Κύριοι συνάδελφοι, ἠκολούθησα μέσην λύσιν. Ἐχώρισα αὐτοὺς ποὺ εἶναι σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἀπὸ τοὺς ἐφεξῆς καὶ ἔδωσα μίαν τρόπον τινα Σολωμώντειον λύσιν εἰς τὸ πρόβλημα. Δὲν ἐπῆγα οὔτε μὲ τὸ μέρος ἀπολύτως τῶν μέν, οὔτε μὲ τὸ μέρος ἀπολύτως τῶν δέ. Ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι ὀρθῶς ἔπραξα πρὸς τὸ συμφέρον τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ποῖον εἶναι τὸ ἀντίθετον συμφέρον: Ὡρισμένοι ἄνθρωποι νὰ προαχθοῦν ὀλίγον γρηγορώτερον καὶ πότε; Εἰς μίαν ἐποχὴν ποὺ ἡ 35ετία ἀλλὰ καὶ ἄλλαι διατάξεις ἐδῶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δίδουν μεγάλας δυνατότητας προωθήσεως. Ἐπὶ τέλους ἂς κάνουν καὶ ὀλίγην ὑπομονὴν οἱ συμπαθεῖς καθ’ ὅλα αὐτοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουν νὰ προαχθοῦν. Ἐὰν πρόκειται νὰ συμβῇ, ἐὰν ὄντως συμβῇ, θὰ ρίψουν εἰς τὴν ἀθλίαν αὐτὴν θέσιν ἀξίους ὑπαλλήλους καὶ θὰ ζημιώσουν τὸ συμφέρον τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Δι’ αὐτό, κ. συνάδελφοι, ἡ ἰδική μου εἰσήγησις εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸ νομοθέτημα. Παρὰ ταῦτα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐμμείνῃ ἀνενδότως εἰς τὴν ἄποψίν της, δὲν εἶναι θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ θὰ ἐπιμείνω. Ἐὰν διαπιστώσω ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἐπιθυμεῖ τὸ ἀντίθετον, θὰ ἀποδεχθῶ τὴν ἄποψιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Περρωτῆς.
§208Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπιμάχου παραγράφου 8, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς......
§209Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Διατὶ ὁμιλεῖ ὁ κ. Περρωτῆς;
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰσηγητής.
§211Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Διατὶ εἶναι εἰσηγητὴς τώρα καὶ δὲν ἦτο προηγουμένως; Τί πράγματα εἶναι αὐτά;
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθεσε μίαν ἄποψιν, παρακαλῶ νὰ τὸν ἀκούσωμεν.
§213Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ τὴν θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν, νὰ τελειώνωμεν. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἄποψιν τῆς ἀπαλείψεως τῆς παραγράφου καὶ νὰ τελειώνωμεν.
§214ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παῦσε ......
§215Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Ποιὸς εἶπε τὸ «παῦσε»; Ἐπὶ τέλους εἰς τὰ παιδιά του νὰ ὁμιλῇ ἔτσι. Εἰς τὰ πεζοδρόμια νὰ ὁμιλῆτε ἔτσι, ὄχι εἰς τὴν Βουλήν.
§216Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργός, ἐξήρτησε τὴν ἀπάλειψιν τῆς ὡς ἄνω παραγράφου ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, διότι παρὰ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἠκολούθησε μέσην λύσιν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀφ’ ἑνὸς μὲν διασπᾶται τὸ πνεῦμα τῆς 35ετίας, ἀφ’ ἑτέρου δέ, μεταξὺ τῶν παραμενόντων δημιουργοῦνται δύο κατηγορίαι, μὲ μοναδικὸν κριτήριον τὸν χρόνον παρεμβάσεως τοῦ νομοθέτου. Ἂς ἐρωτηθῇ λοιπὸν ἡ Βουλή. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόφασίς της θὰ εἶναι μᾶλλον ἀντίθετος ἐκείνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ, τὴν περίφημον διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 4441, ἔχω νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τοῦ φίλου κ. Βαρβιτσιώτη, προσθέτων τὰ ἑξῆς: Ὄτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ὁποίαν διαμφισβητουμένη διάταξις δύναται νὰ ἐφαρμόζεται χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀποσαφηνισθῆ, δηλαδὴ νὰ δημιουργῇ πιθανὰς παρανομίας καὶ νὰ ἔρχεται μετὰ ὁ Ὑπουργὸς νὰ τὰς καλύπτῃ διὰ τοῦ βάρους τῆς πλειοψηφίας, εἶναι ἐπικίνδυνος, διότι τὸ στοιχεῖον τῆς ἀμφισβητήσεως ἢ τῆς ἀμφιβολίας μιᾶς διατάξεως, εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀναφυῇ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἠμπορεῖ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ὁ Ὑπουργός, ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργός, νὰ δίδῃ μίαν ἑρμηνείαν ἀντίθετον πρὸς τὸν νόμον, πιθανὸν λέγων, ὅτι ἀμφισβητεῖ τὸν νόμον καὶ λαμβάνει οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἐκεῖνος ἐπιθυμεῖ, ἢ ἐγκρίνει διὰ νὰ ἐμφανίζεται μετ’ ὀλίγας ἑβδομάδας ἢ μῆνας ὅπως ἐν προκειμένῳ καὶ νὰ καλύπτῃ διὰ τοῦ βάρους τῆς πλειοψηφίας καὶ οὐδενὸς ἄλλου στοιχείου, πράξεις παρανόμους, πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀναστατώνουν τὴν διοίκησιν, πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐστήριξαν προαγωγὰς ἀπιθάνους. Καλὸν θὰ ἦτο συνεπῶς νὰ ἀποφεύγωνται ὑποστηρίξεις ἀπόψεων αὐτῆς τῆς μορφῆς, διότι ἐδῶ εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς σταδίου ἐπικινδύνου ὡς πρὸς τὰς πρωτοβουλίας τοῦ ἐκτελεστικοῦ καὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ τὸ προβάλωμεν δημοσίᾳ.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ι. Βαρβιτσιώτης.
§218Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός, εἶπεν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ εἶναι ἀντίθετος ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἀφήσατε, διὰ νὰ τελειώνωμεν.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Βουλήν;
§220Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν μίαν λύσιν συμβιβαστικήν. Ἐφ’ ὅσον ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὸ ἐδέχετο, νὰ ἀπαλείψωμεν μόνον αὐτό, τὸ ὁποῖον προσέθεσα ἐγὼ «τὸ ἐφεξῆς». «Ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῆς διατάξεως καὶ ἐφεξῆς», ἀλλὰ νὰ διευκρινισθῇ τὸ ἑξῆς, κύριοι συνάδελφοι. Θὰ δημιουργηθοῦν τόσαι θέσεις νέαι, ὅσαι εἶναι αἱ θέσεις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ παραμείνουν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ δυνατότης προαγωγῆς τῶν κατωτέρων. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωτικόν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καταλαμβάνονται ἢ εὑρίσκονται ἐκτὸς τῶν ὀργανικῶν θέσεων νὰ ἐπαφίενται εἰς τὴν διοίκησιν νὰ τοποθετῇ τὸν κάθε ἕνα ἀναλόγως. Δηλαδὴ θὰ δημιουργήσωμεν τὴν δυνατότητα προωθήσεως καὶ τῶν κατωτέρων καὶ ἔτσι θὰ ἱκανοποιηθῇ τὸ αἴτημα ὅλων. Ἀλλὰ ἕνα παλαιὸν καλὸν Διευθυντήν, αὐτὸν νὰ ἠμπορῇ νὰ τὸν κρατήσῃ ὁ Ὑπουργὸς ὡς ὀργανικὸν Διευθυντὴν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ καλύτερον ἀπὸ ὅλα.
§221Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ μιᾶς διατάξεως σπουδαιοτάτης, τὴν ὁποίαν καλὰ–καλὰ δὲν ἀντελήφθη. Οἱ Διευθυνταὶ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ποὺ ἠδυνήθησαν καὶ ἐπεσκέφθησαν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀνέπτυξαν τὴν ἄποψίν των καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς εὗρε τὴν ἄποψίν των δικαίαν. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐπισκεφθοῦν τὸν κ. Ὑπουργόν, καὶ νὰ ἀναπτύξουν τὴν ἄποψίν των, δὲν θὰ ἔχουν ἆρά γε δίκαιον;
§222Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ καταστῇ σαφὲς τὸ θέμα καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ διαφωνία, διότι φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Στειρόπουλος, ἐν ἐξάψει ὡμίλησεν, ἢ δὲν μὲ ἀντελήφθη. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπεδέχθην τὸ αἴτημα τὸ ὁποῖον ἀπὸ ὅλας τὰς πλευρὰς προτείνεται, παρακαλῶ μόνον νὰ προστεθῇ ὡς τελευταία φράσις τὸ ἑξῆς: «Οὗτοι δύνανται νὰ τοποθετῶνται ὡς προϊστάμενοι ὀργανικῶν μονάδων ἀντιστοίχων τοῦ βαθμοῦ ὃν κέκτηνται».
§223Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δημιουργεῖ νέας θέσεις.
§224Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι, ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι θὰ δημιουργήσω νέας θέσεις, ἠθέλησα νὰ τὸ κάμω σαφὲς διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι ἱκανοποιῆται τὸ αἴτημά σας. Κατὰ συνέπειαν προτείνω νὰ δεχθῆτε τὸ ἄρθρον, νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος καὶ ἐφεξῆς», νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἀρχικῶς ἦτο καὶ νὰ προστεθῇ μόνον ἡ φράσις τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα.
§225Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐσκέφθη τὸ θέμα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον ἐπέλεξε διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἐπικίνδυνος. Ὅταν λέγετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι θὰ δύνανται ὡρισμένοι ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν ὑπαλλήλων τούτων νὰ τοποθετηθοῦν ὡς προϊστάμενοι ὀργανικῶν μονάδων, ξέρετε ποῦ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ αὐτό; Ὅτι ἀπὸ μίαν κατηγορίαν ὑπαλλήλων θὰ ἐπιλεγοῦν ὡρισμένοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τοποθετηθοῦν ἐπὶ κεφαλῆς μονάδων ὄχι διότι θὰ εἶναι ἀξιώτεροι τῶν ἄλλων, ἀλλὰ διότι θὰ ἔχουν προσφέρει κομματικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸ κυβερνῶν κόμμα. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω ὅτι αὐτὸ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς πεποιθήσεις σας καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ διαγράψετε.
§226Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. συνάδελφον, νὰ ἀφήσῃ εἰς ἐμὲ νὰ λέγω τί συμβιβάζεται ἢ τί δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰς πεποιθήσεις μου. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται τὴν παράγραφον 8 ὡς τελικῶς τὴν διετύπωσα.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὴν παράγραφον 8 τοῦ ἄρθρου 5 ὡς τὴν διετύπωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργός;
§228ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§230Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μέχρι τῆς στιγμῆς, κ. Πρόεδρε, ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τριῶν παραγράφων τοῦ ἄρθρου 5. Ἔδωσα κατὰ βάσιν ἀπάντησιν καὶ ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων παραγράφων. Ἐάν τις συνάδελφος ἐπιθυμῇ νὰ ὁμιλήσῃ, ἂς λάβῃ τὸν λόγον. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ τερματίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ διότι δὲν βλέπω πλέον νὰ ὑπάρχῃ οὐσία.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§232Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς παραγράφου 10, ἐπὶ τῆς ὁποίας μὲ ἐπρόλαβεν ὁ κ. Βαρβιτσιώτης καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Νομίζω, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑπάρχει περιθώριον πρὸς ἀντίλογον καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἤκουσα, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἶσθε τῆς γνώμης, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Ν.Δ. 441)1964 δὲν ἦτο σαφὴς καὶ γι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἑρμηνεύσωμεν ταύτην αὐθεντικῶς διὰ τὴν ὁριστικὴν τομὴν τοῦ θέματος. Νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀσαφοῦς διατάξεως. Ἡ διάταξις ἐκείνη εἶναι σαφεστάτη καὶ τώρα ἀκούω τὸ πρῶτον, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶναι σαφής. Εὔκολον εἶναι βέβαια νὰ βαπτίζωμεν μίαν διάταξιν ὡς ἑρμηνευτικὴν ἄλλης διὰ νὰ τῆς δώσωμεν ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, δοθέντος ὅτι ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς πρέπει νὰ συμμετέχῃ τοῦ Συμβουλίου ὑποχρεωτικῶς σύμφωνα μὲ τὴν κειμένην διάταξιν. Ὅπως γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, ἔχουν ἐμφιλοχωρήσει πολλαὶ ἀδικίαι καὶ καλὸν εἶναι οἱ κύριοι τοῦ Συμβουλίου νὰ ὑποβληθοῦν ἐκ νέου εἰς τὸν κόπον νὰ κρίνουν τοὺς ὑπαλλήλους παρόντος τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαϊωάννου, ἔχει τὸν λόγον.
§234Δ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ ὡρισμένοι καὶ εὐτυχῶς ἐλάχιστοι ὑπάλληλοι ἀπολυθέντες, εἴτε διὰ τοῦ Θʹ ψηφίσματος εἴτε διὰ τῆς 59)46 Σ. Πράξεως καὶ ἐπανελθόντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οὐχὶ δυνάμει τοῦ Νόμου 1540)1950 εἴτε διὰ τοῦ Ν. 4340)1954, ὅτε θ’ ἀπελάμβανον τῶν εὐεργετημάτων τῶν ἀνωτέρω νόμων, ὡς π.χ. ἡ προσμέτρησις τοῦ ἐκτὸς ὑπηρεσίας ὀλιγομήνου χρόνου, ἀλλὰ δυνάμει ἑτέρας οἱασδήποτε διατάξεως, ὅτε δὲν ἀπολαμβάνουν τῶν ἀνωτέρω εὐεργετημάτων καὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ὅπως ἀρθῇ ἡ εἰς βάρος των ἀδικία, προτείνω τὴν ἑξῆς εἰς τὸ ἄρθρον 5 καὶ μὲ παράγραφον 12 τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ, ὅπως γίνῃ δεκτή: «Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 2 παρ. 3 τοῦ Α.Ν. 1540)1950 καὶ τοῦ ἄρθρου 2 παρ. 1 τοῦ Ν. 4340)1954 περὶ ἀπολυθέντων δυνάμει τοῦ Θʹ ψηφίσματος ἢ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 59)45 Συντ. Πράξεως ἢ δι’ οἱασδήποτε ἄλλης διατάξεως καὶ ἐπανελθόντων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν βάσει οἱασδήποτε διατάξεως, ἰσχύουσιν καὶ ἐπὶ πάντων τούτων, ἀνεξαρτήτως διατάξεως δυνάμει ἧς ἐπανῆλθον οὗτοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των».
§235Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. Ἐπρόκειτο κ. Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς παραγράφου 8. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς ἔλαβεν ἀπόφασιν δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν παράγραφον ταύτην. Ἤθελον ὅμως νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρέμειναν ὡς ὑπεράριθμοι καὶ ἐκτὸς ὀργανικῶν θέσεων διὰ νὰ συμπληρώσουν πλήρη συντάξιμον χρόνον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου περικοπὴν ἐκ μιᾶς ἐκθέσεως τοῦ ΑΣΔΥ ἀναφερομένην εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους. Καλὸν εἶναι λοιπὸν οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι νὰ τύχουν τῶν πλεονεκτημάτων τῶν ὁποίων τυγχάνουν καὶ οἱ ὀργανικοὶ ὑπάλληλοι, δηλαδὴ τῶν τριετιῶν καὶ τῶν προαγωγῶν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν ἐφ’ ὅσον συμπληρώνουν τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προαγωγὴν χρόνον, διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν ἀφ’ ὅτου περιέπεσαν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὑπεραρίθμων συνεπλήρωσαν χρόνον προαγωγῆς.
§236Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἡλιοῦ διὰ τὴν παράγραφον 9. Δὲν εἶναι ὀρθόν, οἱ ὑπάλληλοι νὰ κατέρχωνται εἰς τὰς ἐκλογάς, νὰ ὑβρίζωνται καὶ νὰ ὑβρίζουν καὶ ἂν μὲν ἐκλεγοῦν νὰ συνεχίζουν τὴν σταδιοδρομίαν ποὺ ἐπέλεξαν, ἐὰν δὲ ἀποτύχουν νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ ἐπάνοδός των εἰς τὴν Δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Γεροκωστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§238Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς παρ. 7 τοῦ ἄρθρου 5. Κατὰ τὴν παρ. 7 οἱ πίνακες προακτέων θὰ καταρτισθοῦν ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου τρέχοντος ἔτους καὶ θὰ παρατείνεται ἡ ἰσχύς των μέχρι τέλους Ἀπριλίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἡ ἰσχὺς τῶν πινάκων τοῦ ἔτους 1964 παρατείνεται μέχρι τέλους Ἀπριλίου 1965. Ὑπάρχει ὅμως κ. Πρόεδρε καὶ μία κατηγορία ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον περιληφθῆ εἰς τοὺς πίνακας τοῦ 1964 καὶ οὕτω στεροῦνται τῆς εὐκαιρίας νὰ περιληφθοῦν εἰς τοὺς πίνακας. Ἀδικοῦνται δὲ οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 3 παρεμβαίνουν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ποὺ προάγονται χωρὶς νὰ ἔχουν τὰς προϋποθέσεις. Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω, ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ ἀδικοῦνται, νὰ τεθοῦν τοὐλάχιστον, εἰς τὸ δεξιόν, ἐκείνων, ποὺ σήμερα εὐνοοῦνται ἀπὸ τὸν παρόντα νόμον. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ἀθανασιάδης–Νόβας). Νομίζω καὶ ἐγὼ κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατήρησιν τῆς παρ. 9 τοῦ ἄρθρου 5. Ἐπιτρέπεται, διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, εἰς ὑπαλλήλους ποὺ ἤσκησαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη διοικητικὴν ἐξουσίαν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἦλθον εἰς ἐπαφὴν μὲ χιλιάδας πολιτῶν, νὰ πολιτεύωνται ἐπὶ ἴσοις ὅροις μὲ τοὺς ἄλλους μὴ δημοσίους ὑπαλλήλους πολιτευτάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ ἐπιτρέπεται εἰς ὑπαλλήλους ποὺ κατέρχονται εἰς τὰς ἐκλογάς, ἐφ’ ὅσον ἀποτυγχάνουν εἰς ταύτας, νὰ ἐπανέρχωνται καὶ πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των. Ἡ παράγραφος αὕτη τοῦ νομοσχεδίου θὰ πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Διὰ τὴν παρ. 10, θὰ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ διατηρηθῇ αὕτη, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἐντύπωσις, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, προσπαθεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ἀδικήσῃ ἐκείνους, ποὺ ἐστερήθησαν τῆς δυνατότητος νὰ τύχουν προαγωγῆς. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως διαγράψῃ τὴν διάταξιν ταύτην.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Κεφαλληνὸς ἔχει τὸν λόγον.
§240Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾶ τὴν παράγραφον 9 συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους. Εἶναι ἠθικῶς ἐπικίνδυνος, ἐκεῖνος ποὺ πολιτεύεται καὶ ἀποτυγχάνει, νὰ ἐπανέρχηται καὶ πάλιν ὡς Δημόσιος Ὑπάλληλος. Εἷς τοιοῦτος ὑπάλληλος δὲν θὰ εἶναι πλέον ἀδιάβλητος. Δικαίωμα παντὸς ὑπαλλήλου εἶναι νὰ πολιτευθῇ. Ἀλλὰ ἐὰν ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἀποτύχῃ εἰς τὰς ἐκλογάς, δὲν θὰ πρέπει νὰ τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέρχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε καὶ μία ὀλιγάριθμος τάξις ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι παρέμεινον ἐκτὸς ὀργανικῶν θέσεων, προκειμένου νὰ συμπληρώσουν τὸν πρὸς συνταξιοδότησίν των ἀπαιτούμενον χρόνον. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι λόγοι δικαιοσύνης σᾶς ἐπιβάλλουν νὰ δεχθῆτε ὅπως παραταθῇ ἐπὶ ἕνα ἑξάμηνον ἡ παραμονὴ τῶν ὀλίγων αὐτῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, ἐκτὸς ὀργανικῶν θέσεων. Ἐὰν τοὺς ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς παραμονῆς θὰ τοὺς θίξωμεν οἰκονομικῶς. Πρὸς τοῦτο συμφωνεῖ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως, ὁ ὁποῖος μάλιστα, ἔχει δώσει καὶ σχετικὸν σημείωμα. Παρακαλῶ καὶ πάλιν, κ. Ὑπουργέ, νὰ μὴ στερήσετε τὸν ἑαυτόν σας ἀπὸ αὐτὸ τὸ μέτρον τῆς ἐπιεικείας. Πρὸς τούτοις προτείνω τὴν κάτωθι προσθήκην ὡς παράγραφον 15ην τοῦ πέμπτου ἄρθρου: «Ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ τῆς Χωροφυλακῆς ἀνήκοντες εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτὸς ὀργανικῶν θέσεων δυνάμει τοῦ Ν. Διατάγματος 4371)64 συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 8 παράγραφος Αʹ τοῦ νόμου τούτου, παραμένουσιν ἐν συνεχείᾳ ἐν ἐνεργείᾳ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ Δημοσίας Τάξεως μετὰ πρότασιν τοῦ ἀρχηγοῦ Βασιλικῆς Χωροφυλακῆς, τῆς περαιτέρω παραμονῆς των μὴ δυναμένης νὰ παραταθῇ πέραν τῶν ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν παρόντων».
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μαυριδόγλου ἔχει τὸν λόγον.
§242Ι. ΜΑΥΡΙΔΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ ἀπαλείψῃ τὸν ὅρον αὐτὸν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
§244Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀπάλειψιν τῆς παραγράφου 8 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω. Ἤθελα νὰ ἐπιστήσω καὶ ἐγὼ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῆς παραγράφου 9. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνετε εἰς τὴν παράγραφον αὐτήν. Εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἐπιτρέπωμεν εἰς ἕνα ἀνώτατον ὑπάλληλον, ἀφοῦ πολιτεύεται καὶ ἀποτυγχάνει νὰ ἐπανέρχεται καὶ πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐκ τῆς ὁποίας παρῃτήθη διὰ νὰ πολιτευθῇ. Νομίζω, ὅτι ἕνας τέτοιος ὑπάλληλος δὲν θὰ ἔχῃ οὔτε τὸ κῦρος ποὺ τοῦ χρειάζεται διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του, οὔτε ἐφ’ ἑξῆς θὰ ἀπολαμβάνῃ τοῦ σεβασμοῦ τῶν ὑφισταμένων του, οἱ ὁποῖοι προφανῶς θὰ τὸν ἔχουν καταψηφίσει. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ἐπανεξετάσῃ τὸ θέμα.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Δερδεμέζης, ἔχει τὸν λόγον.
§246Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς παραγρ. 7 τοῦ ἄρθρου 5. Δὲν γνωρίζω, διατὶ ὁ κ. Ὑπουργός, παρατείνει τὴν ἰσχὺν τῶν πινάκων 1964 μέχρι τέλος Ἀπριλίου τοῦ ἔτους 1965. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, φεύγει ἀπὸ τὴν βασικὴν γραμμήν, ἀπὸ τὸ ὅτι δηλαδή, οἱ πίνακες καταρτίζονται κατ’ Ἀπρίλιον ἑκάστου ἔτους καὶ ἰσχύουν μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Δεύτερον, εἰς τὴν παράγραφον 8 τοῦ ἄρθρου 5 βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωσε τὴν ἱκανοποιητικὴν ἀπάντησιν, ὅτι διέγραψε τὴν φράσιν: «Μετὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ ἐφεξῆς». Βεβαίως διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἱκανοποίησε καὶ τὴν μίαν πλευράν, ἐκείνων δηλαδὴ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐστεροῦντο τῆς προαγωγῆς των ἐφ’ ὅσον ἦσαν ἐκτὸς ὀργανικῆς θέσεως, ἀλλὰ ἱκανοποιεῖ καὶ διατηρεῖ καὶ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται νὰ κριθοῦν κατάλληλοι διὰ νὰ διευθύνουν ὑπηρεσίας. Ἐφ’ ὅσον τὸ νομίζει ὅτι δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ τριακονταπενταετίας καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ τὸ ἐδέχθη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωμεν ἀντιρρήσεις ἐφ’ ὅσον ἤδη τὸ θέμα ἐκρίθη. Ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 9 ἀσφαλῶς δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν ἢ νὰ ἐξαγγείλωμεν διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης νὰ πολιτεύωνται ἐγκαταλείποντες τὴν ὑπηρεσίαν των χωρὶς τὸν κίνδυνον, ὅτι θὰ ἀπολέσουν πλέον τὴν θέσιν των ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουν ταχθῆ. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐνδέχεται, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ νὰ εὑρίσκωμεν ὑπαλλήλους νὰ τοὺς βάζωμεν ὑποψηφίους εἰς συνδυασμούς, μετὰ νὰ ἔχουν τὴν βεβαιότητα, ὅτι εἰς περίπτωσιν ἀποτυχίας θὰ ἐπανέλθουν πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Διαφέρει μόνον εἰς τὰς περιπτώσεις ποὺ δὲν πρόκειται νὰ πολιτευθοῦν. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι παραιτηθοῦν καὶ δὲν χρωματισθοῦν, διότι τοὐλάχιστον αἱ ὑπηρεσίαι πρέπει νὰ εἶναι ἀχρωμάτιστοι, ἐνῷ ὅταν πολιτεύεται ἕνας ἄνθρωπος ἔχει πλέον τὴν δεδηλωμένην ἀνάμιξιν εἰς τὴν πολιτικήν, τότε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἔχουν πολιτευθῆ, διότι ἐὰν πολιτευθοῦν, τότε δὲν πρέπει νὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐπιστρέψουν πάλιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των. Καὶ τέλος εἰς τὴν παράγραφον 10. Βεβαίως ἐφ’ ὅσον ἤδη ἔχουν ὑποβληθῆ προσφυγαὶ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ Χημείου τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν, καλῶς ἢ κακῶς, τὸν ἑαυτόν των ἀδικηθέντα, διότι παρελείφθησαν ἀπὸ προαγωγὰς καὶ διότι δὲν ἔλαβε μέρος ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Χημείου τοῦ Κράτους, διότι δὲν ὑπῆρχε καὶ διότι εἶναι βασικὴ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ὑπηρεσιακὸν συμβούλιον προΐσταται ὁ γενικὸς διευθυντής, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ καλύψῃ ἔστω παρανομίας ἢ ἄτοπα, ἐνέργεια ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἔρχεται ἡ Βουλὴ νὰ περιγράφῃ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐνδεχομένως ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκδοθοῦν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ εἶναι σύμφωνοι μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν δημιουργηθῆ ἀπὸ τὰ ὑπηρεσιακὰ συμβούλια τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Ἔχει λεχθῆ κατ’ ἐπανάληψιν ὅτι ἀποδίδεται ἰδιαιτέρα σημασία καὶ σεβασμὸς εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἔρχεται καὶ τορπιλλίζει αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει δείξει τοιαῦτα δείγματα καὶ ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ τὰ διατηρήσῃ καὶ τώρα.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κωστῆς ἔχει τὸν λόγον.
§248Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δυνάμει τοῦ Α.Ν. 1540)50, περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς δυνάμει τοῦ Θʹ ψηφίσματος ἀπολυθέντας ὑπαλλήλους ὑπηρετήσαντας μεταγενεστέρως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, παρεσχέθη ἡ δυνατότης ἐπανόδου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀπολυθέντων δυνάμει τοῦ Θʹ ψηφίσματος. Πρὸ ὅμως αὐτῶν ὡρισμένοι ὑπάλληλοι εἶχον ἐπαναδιορισθῆ καὶ δὲν ἔτυχον τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου 1540. Δι’ αὐτὸ καταθέτω μίαν συμπαθῆ τροπολογίαν, ἡ ὁποία προβλέπει τὴν προσθήκην 12ης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 5 καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως τὴν ἀποδεχθῇ.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Καρατζένης ἔχει τὸν λόγον.
§250Δ. ΚΑΡΑΤΖΕΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 9. Οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι κατεπολέμησαν τὴν παράγραφον αὐτήν, ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ ἐπανερχόμενος μετὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς θὰ προβῇ εἰς ἀντεκδικήσεις. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι πολιτευόμενος ὁ ὑπάλληλος ἐν πρώτοις δὲν ἠμπορεῖ νὰ πολιτευθῇ εἰς τὴν περιφέρειάν του καὶ δεύτερον ἐπανερχόμενος ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν θὰ τοποθετηθῇ εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐπολιτεύθη, διότι ἐπολιτεύθη εἰς τὴν γενέτειράν του. Ἐπομένως κατὰ ποῖον τρόπον θὰ προβῇ εἰς ἀντεκδίκησιν δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀντιληφθῶ. Καλύπτει αὐτὴ ἡ παράγραφος πολὺ ὀλίγας περιπτώσεις. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη περίπτωσις ὑπαλλήλων παραιτηθέντων καὶ μὴ πολιτευθέντων. Διατὶ λοιπὸν θὰ στερήσετε ἀπὸ ἕνα ἱκανὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος δὲν κατενόησε, νὰ μὴ τοῦ δώσετε τὴν χρυσῆν γέφυραν καὶ τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του; Ἐὰν διαγραφῇ ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια τῆς ἐπαναφορᾶς του. Εἶναι ζήτημα κρίσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐπαναφέρουν καλοὺς ὑπαλλήλους καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἀφεθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὴν διαγραφήν της.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Γραμματίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§252Χ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶχα τὴν πρόθεσιν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, ἀλλὰ ἡ παράγραφος 9 εἶναι προκλητικὴ παράγραφος ἡ ὁποία μὲ ὑποχρεώνει πρὸς τοῦτο. Εἶναι πέτρα σκανδάλου καὶ εἰλικρινῶς ἀπορῶ πῶς ἕνας διακεκριμένος συνάδελφος, ὅπως ὁ κ. Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν γράφει μίαν ἱστορίαν, μᾶς ἔφερε τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἴσως θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ τελευταία διάταξις τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθῇ συλλήβδην ὅλας τὰς τροπολογίας ποὺ ὑπεβλήθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν εἰς δίκαια αἰτήματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ αὐτὴ νὰ ἔλθῃ τελευταία. Ἐμφανίζονται διὰ τῆς παραγράφου 9 αἱ ἐκλογαὶ ὡς μία θαυμασία περιπέτεια διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἕνα πρωτότυπον παίγνιον κατὰ τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖς νὰ κερδίσῃς, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ χάσῃς. Ἐδῶ δύνασαι νὰ κερδίσῃς, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ χάσῃς. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι θέμα τιμῆς αὐτὴ ἡ διάταξις νὰ ἀπαλειφθῇ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Μητσοτάκης δὲν θὰ ἐπιμείνῃ. Εἶναι θέμα τιμῆς διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπαλείψῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν. Μία περίπτωσις ὑπάρχει νὰ τὴν ψηφίσωμεν, ἐὰν γίνουν ἀποδεκταὶ ὅλαι αἱ τροπολογίαι αἱ μέχρι τοῦδε ὑποβληθεῖσαι, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἀφοροῦν εἰς δίκαια αἰτήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν πάλιν δὲν θὰ τὴν ψηφίσωμεν.
§253ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Ε. Κ.). Οὔτε τότε.
§254Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Οὔτε τότε. Θὰ διαφυλάξωμεν τὴν χρηστὴν διοίκησιν.
§255Χ. ΓΡΑΜΜΑΤΙΔΗΣ. Ἀλλὰ καὶ πάλιν εἶναι τόσον ἐξοργιστική, ὥστε ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτή.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§257Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, κ. Ὑπουργέ, νὰ μὴ καταργηθοῦν οἱ πίνακες τοῦ 1964. Πρέπει νὰ διατηρηθοῦν.
§258Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ποῖος τοὺς καταργεῖ, κ. συνάδελφε;
§259Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐπεκτείνονται μέχρι τοῦ 1965.
§260Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἴσως ἀναφέρεσθε εἰς ἄλλην διάταξιν. Ἴσως ἀναφέρεσθε εἰς τὸν τρόπον πληρώσεως τῶν νέων θέσεων. Ἐδῶ οἱ πίνακες ἰσχύουν μέχρι τέλους Μαρτίου καὶ τοὺς παρατείνομεν κατὰ ἕνα μῆνα, μέχρι τέλους Ἀπριλίου.
§261Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, ὑπάρχει ἡ σχετικὴ περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 29.
§262Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς πληροφορήσω, κ. συνάδελφε, ἀπαντῶν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ καὶ εἰς τὸν κ. Γεροκωστόπουλον, ὅτι θὰ γίνουν νέοι πίνακες διὰ τὸ 1965, οἱ ὁποῖοι θὰ ἰσχύσουν ἀπὸ 1ης Μαΐου.
§263Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἰς τὴν παρ. 9, λέτε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ νόμου 1811 περὶ Κώδικος Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἐφαρμόζονται ἀναλόγως καὶ ἐπὶ μονίμων ὑπαλλήλων παραιτηθέντων κλπ. «...(ἀναγινώσκει)...». Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω τί γίνονται οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατεδιώχθησαν καὶ ἐξηναγκάσθησαν εἰς παραίτησιν ἀπὸ τὸ 1952–1963. Παρακαλῶ, νὰ τεθῇ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπανέρχωνται πολλοὶ μάλιστα ἐξ ὅσων ἐδικαιώθησαν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Αὐγερινός, ἔχει τὸν λόγον.
§265Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν νομίζω, ὅτι ἀξίζει τοιαύτης αὐστηρᾶς κριτικῆς καὶ ἐλέγχου ἡ διάταξις τῆς παρ. 9. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀξία τοιαύτης κριτικῆς ἡ ἐπάνοδος εἰς τὰς θέσεις των ἐκείνων ποὺ μετανοοῦν, διότι ἐπολιτεύθησαν καὶ μακάρι νὰ μετενοούσαμεν καὶ ἡμεῖς. Πιστεύω, ὅτι ἐὰν τὴν διάταξιν τὴν τροποποιήσωμεν, ὥστε νὰ ψηφισθῇ ὡς μεταβατικοῦ χαρακτῆρος περιλαμβάνουσα δηλαδὴ τοὺς μέχρι σήμερον πολιτευθέντας καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι δὲν θὰ τοποθετηθοῦν εἰς τὴν περιφέρειαν εἰς τὴν ὁποίαν ἐξετέθησαν δὲν εἶναι πρὸς θάνατον. Διατί νὰ τοὺς ἀποκλείσωμεν καὶ νὰ τοὺς δείξωμεν, ὅτι ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἰσήλθομεν εἰς τὴν Βουλήν, εἴμεθα τόσον ἀδιάλλακτοι ἔναντι τούτων; Ἐπίσης, κ. Ὑπουργέ, θὰ παρεκάλουν διὰ τὴν περίπτωσιν τὴν ἀναπτυχθεῖσαν καὶ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Κεφαλληνοῦ τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὴν παράγραφον 15 τοῦ ἄρθρου τὴν ὁποίαν ἀπηλείψατε. Πρόκειται, κ. Ὑπουργέ, περὶ ἀξιωματικῶν μὴ καταλαμβανόντων ὀργανικὴν θέσιν καὶ περὶ ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος παραμονῆς των, ἤτοι ἓξ μόνον μηνῶν, ἡ δὲ περίπτωσις εἶναι δικαιοτάτη.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Λώρας, ἔχει τὸν λόγον.
§267Α. ΛΩΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὁμολογουμένως περίεργος ἡ πολεμικὴ τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ παράγραφος 9 τοῦ ἄρθρου 5. Καὶ καταντᾶ ἀκόμη πλέον περίεργος ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἐλάχιστος τῶν ἐνδιαφερομένων ἀριθμός, ὁπότε καταλήγομεν νὰ ὁμιλῶμεν «περὶ ὄνου σκιᾶς». Καὶ διερωτᾶται κανεὶς εὐλόγως: Ὑφίστανται τόσην πτῶσιν ὅσοι πολιτεύονται, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν προτέραν δημοσίαν θέσιν των; Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι δὲν εὐσταθεῖ τοιαύτη πολεμικὴ ὅταν μὴ ἐκλεγέντες ὑποψήφιοι συνάδελφοί μας εὑρίσκωνται εἰς ἀνωτάτας θέσεις τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας ὡς Γενικοὶ Γραμματεῖς Ὑπουργείων, Εἰδικοὶ Σύμβουλοι κλπ. διοικοῦντες τεραστίους τομεῖς τῆς δημοσίας ζωῆς. Τούτων δοθέντων, κρίνω, ὅτι ἀβασανίστως ὑπέστη τοιαύτην ἐπίθεσιν ἡ παράγραφος 9 τοῦ ἄρθρου 5, πολλῷ μᾶλλον, ὅτι ἕνας δικηγόρος, ἀσκῶν καὶ οὗτος λειτούργημα κοινωνικόν, δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του. Καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν λέξεις ὡς αἱ «μετενόησαν», «ἡμάρτησαν» κλπ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἀπαλείψῃ τὴν παράγραφον αὐτήν.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βανταλῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§269Ε. ΒΑΝΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμβαίνει νὰ μὴ εἶμαι Νομικὸς καὶ ἐν τούτοις θὰ ἀποτολμήσω νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ Σύνταγμα. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὰς θέσεις τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν στρατιωτικῶν, ὁμιλεῖ περὶ τῶν δύο αὐτῶν διακεκριμένων κατηγοριῶν. Καὶ περὶ μὲν τῶν ὑπαλλήλων τὸ ἐδάφιον 2 λέγει, ὅτι ἡ παραίτησίς των συντελεῖται «... (ἀναγινώσκει)...». Ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχει, λέγει, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὑπαλλήλων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου κλπ. ἀπαγορεύεται ἡ ἐπάνοδός των εἰς τὰς ὑπηρεσίας των, ἐφ’ ὅσον ἐπολιτεύθησαν, πρὸ τῆς παρελεύσεως ἔτους. Καὶ προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος καὶ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, ἀπαγορεύεται ρητῶς ἡ μετὰ τὴν ὑποβολὴν παραιτήσεως διὰ νὰ πολιτευθοῦν, ἐπάνοδός των εἰς τὸ Σῶμα. Ἄρα δυνητικῶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ ψηφίσῃ διάταξιν ἐπανόδου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ταῦτα ἀπὸ συνταγματικῆς πλευρᾶς. Ἐπὶ τῆς οὐσίας πιστεύω, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πολιτεύεται οὔτε ἁμαρτάνει, οὔτε ἐγκληματεῖ. Ἁπλῶς ἔχει τὴν εὐγενῆ φιλοδοξίαν νὰ διεκδικήσῃ τὸ ὑψηλὸν ἀξίωμα τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ λαοῦ. Συνεπῶς ἡ ἀνάμιξις εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν ἀποτελεῖ ἁμάρτημα. Ὁπωσδήποτε ὅμως ὁ ἀναμιγνυόμενος εἰς τὴν πολιτικὴν χρωματίζεται διὰ τῆς ἐντάξεώς του εἰς μίαν πολιτικὴν μερίδα. Ἐντεῦθεν δημιουργεῖται κώλυμα, ἀλλὰ κώλυμα ψυχολογικὸν καὶ οὐχὶ ἠθικὸν διὰ τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὸν δημόσιον βίον. Προσωπικὴ γνώμη μου εἶναι, ὅτι δὲν θὰ εἶναι σκόπιμος ἡ ἐπάνοδος εἰς τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν βίον, δημοσίων πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἐφ’ ὅσον ἐπολιτεύθησαν διότι ἡ ἐνεργὸς δρᾶσίς των εἰς τὴν πολιτικήν, εἶναι ἀνθρώπινον καὶ φυσικὸν νὰ τοὺς ἐπηρεάζῃ καὶ νὰ τοὺς στερῇ τῆς ἐπιβεβλημένης ἀμεροληψίας καὶ ἀντικειμενικότητος κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν Δημοσίων καθηκόντων των.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαλουκᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§271Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὸ Σῶμα, διότι θεωρῶ ὡς ἐξαντληθὲν τὸ θέμα ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 5 καὶ εἰδικώτερον τῆς παραγράφου 9 τοῦ ἄρθρου 5. Ἐναντίον τῆς διατάξεως αὐτῆς ὑπάρχει ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων πρότασις ἵνα διαγραφῇ καὶ τοῦτο μὲ κάνει νὰ χαίρω διὰ τὴν τοιαύτην θέσιν ὅλων τῶν συναδέλφων. Ὑπὲρ τῆς διατάξεως ὡμίλησαν τρεῖς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δὲν μᾶς ἔφεραν ἱκανοποιητικὰς ὑπὲρ τῆς γνώμης των ἀπόψεις. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν πολιτικὴν ζωὴν πιστεύω, ὅτι χρειάζεται μία προσεκτικὴ προεργασία διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ πολιτικὸς νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἐκλεγῇ βουλευτής. Πέραν τούτου ὁ λαὸς θέλει τὸν δημόσιον ὑπάλληλον ἄψογον καὶ δὲν θὰ ἐπεθύμει ποτὲ νὰ ἀμείβῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ μάλιστα ἐκλογὰς ὡς γίνονται εἰς τὴν χώραν μας, μὲ τὸ σύστημα τῆς μονοσταυρίας καὶ ἀναλογικῆς, ὅπερ ἀπαιτεῖ νὰ δημιουργήσῃ ἕκαστος πολιτευόμενος προσωπικὸν κόμμα καὶ στελέχη καὶ δὲν εἶναι νοητὸν ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ν’ ἀσχολῆται μὲ τὴν ἀπόκτησιν ψηφοφόρων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 7, νομίζω, ὅτι ὀρθῶς παρατείνεται ἡ ἰσχὺς τῶν πινάκων μέχρι τέλους Ἀπριλίου τοῦ 1965, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ ἑξῆς ἡ κατάρτισις τῶν πινάκων θὰ γίνεται ἐντὸς τοῦ Ἀπριλίου ἑκάστου ἔτους καὶ θὰ ἄρχεται ἡ ἰσχύς των ἀπὸ 1 Μαΐου καὶ δὲν θὰ καταρτίζωνται ὡς μέχρι τοῦδε ἐντὸς τοῦ Μαρτίου.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§273Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχεδὸν ὅλοι ὅσοι ὡμίλησαν διὰ τὴν παρ. 9 τοῦ ἄρθρου 5, συνεφώνησαν εἰς τὴν διαγραφὴν ταύτης. Τρεῖς μόνον ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπέμειναν εἰς τὴν διατήρησίν της. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργόν, ὅτι ὅταν ὑπεχρεώθησαν κατὰ τὸ 1956 νὰ ὑποβάλουν παραιτήσεις οἱ ἐκλεγέντες βουλευταὶ ἰατροί, εἷς τούτων βουλευτὴς ὢν τὸ 1956 ἠναγκάσθη εἰς ὑποβολὴν παραιτήσεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς τότε Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ, ἰατρὸς καὶ οὗτος, ἀπεδέχθη τὴν ὑποβληθεῖσαν παραίτησιν, ἐνῷ οὗτος διετήρει τὴν Ὑπουργικὴν θέσιν του. Κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἕτερος ἰατρός, παραιτηθεὶς καὶ αὐτός, ἐδήλωσε φιλίαν πρὸς τὴν ΕΡΕ καὶ ἐπανῆλθεν. Οὕτω οἱ τῆς ΕΡΕ Ὑπουργὸς καὶ βουλευτὴς παρέμειναν καὶ παρητήθη ὁ βουλευτὴς τῆς παρατάξεώς μας. Τοῦτο θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ μόνον.
§274Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς παρ. 9 τοῦ ἄρθρου 5 ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐξεφράσθη σαφῶς. Ἡ Βουλὴ εἶναι σαφῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν διάταξιν τῆς παρ. 9 εἰς τὴν μεγάλην της πλειοψηφίαν. Δι’ αὐτὸ καὶ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν περαιτέρω συζήτησιν — δὲν εἶναι θέμα ἀρχῆς — ἀποδέχομαι τὴν ἄποψιν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Σώματος καὶ διαγράφω τὴν παρ. 9. Κατόπιν τούτου παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον, διότι, νομίζω, ὅτι ὑπερμέτρως συνεζητήθη.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§276Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος, κ. Θεοδοσιάδης, ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀπολύτως υἱοθετῶ καὶ συμμερίζομαι. Αὕτη ἀφορᾷ εἰς κατηγορίαν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν συμπληρώσει 35 χρόνια ὑπηρεσίας καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Πολιτεία τοὺς κρατεῖ — καὶ πολὺ ὀρθῶς — ἐν ὑπηρεσίᾳ μέχρις συμπληρώσεως τῆς 35ετοῦς ὑπηρεσίας. Μέτρον ὀρθὸν πολλῷ μᾶλλον, διότι ἀφορᾷ ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ 5ου καὶ ἄνω βαθμοῦ διανύσαντας σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν διακονίαν τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ διὰ τὴν κατηγορίαν αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω, ὅτι εἶναι πάρα πολὺ σκληρὸν δι’ ἐμὲ νὰ τοὺς στερήσωμεν καὶ τοῦ δικαιώματος προαγωγῆς καὶ τῶν τριετιῶν καὶ τῆς προϋπηρεσίας. Δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ διατί, ἀφοῦ διατηροῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐκτὸς βεβαίως ὀργανικῶν θέσεων, διατί, λέγω, νὰ τοὺς στερῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς καὶ τῶν τριετιῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ μίαν σαφῆ ἀπάντησιν τόσον εἰς ἐμὲ ὅσον καὶ εἰς τὸν συνάδελφον κ. Θεοδοσιάδην. Ἡ προσθήκη ἔχει οὕτως: «Οὗτοι θεωροῦνται μὲν ὑπεράριθμοι, ἀπολαμβάνουν ὅμως ὅλων τῶν εὐεργετημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ μὴ καταλαμβανόμενοι ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας καὶ ὑπηρετοῦντες ὁμοιόβαθμοί των, θεωρουμένου ὡς πλασματικοῦ τοῦ ὑπολειπομένου μέχρι συμπληρώσεως τῆς 35ετίας χρόνου διὰ προαγωγὴν καὶ χορήγησιν ἐπιδόματος τριετιῶν καὶ πολυετίας». Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ δικαίου τούτου θέματος.
§277Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπ’ αὐτοῦ ἤδη ἀπεφάνθη ἡ Βουλή. Εἶναι ἡ ἐπίμαχος παράγραφος, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσαμεν καὶ ἐδέχθημεν αὐτὴν τὴν μεσαίαν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 μὲ τὴν διαγραφὴν τῆς παραγράφου 9.
§279Τ. ΚΕΦΑΛΛΗΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν ζητήσει μίαν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, σχετικῶς μὲ μίαν προσθήκην, τὴν ὁποίαν προετείναμεν.
§280Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Λυποῦμαι, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ προσθήκας, διὰ λόγους ἀρχῆς. Ἐγὼ εἶχον περιλάβει τὴν διάταξιν αὐτήν, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίας Τάξεως ἐζήτησεν ἐπιμόνως τὴν διαγραφήν της. Εἰς τὴν παροῦσαν συζήτησιν ἐδήλωσα καὶ ἐπανέρχομαι πάλιν ἐπὶ τῆς δηλώσεώς μου ταύτης, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ καμμίαν προσθήκην. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνετε εἰς προσθήκας, διότι ἂν γίνῃ ἔστω καὶ μία ἐξαίρεσις, δὲν πρόκειται νὰ σταματήσωμεν. Ἤθελα, κύριοι συνάδελφοι, ἀνακεφαλαιώνοντας νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἄρθρον γίνεται δεκτὸν μὲ τὴν διαγραφὴν τῆς παρ. 9 καὶ μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἔκαμα δεκτὴν εἰς τὴν παράγραφον 8.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ μὲ τὴν διαγραφὴν τῆς παρ. 9;
§282ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ ἄρθρον 9 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ὁ κ. Α. Περρωτῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§284Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει καταστῆ συνήθεια τὰ περισσότερα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα παρέχουν ὡρισμένα πλεονεκτήματα νὰ ἐμφανίζωνται ἀπὸ τοὺς ἑκάστοτε ὁμιλοῦντας ὡς σημαντικά. Ἐν προκειμένῳ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς σημαντικῆς διατάξεως, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει μία προϋπόθεσις καλή, ἀλλὰ χρήζει διορθώσεως. Κατ’ ἀρχὴν ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀναδιαρθρώσεως τοῦ ΑΣΔΥ θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἐρωτήσετε τὸ ΑΣΔΥ. Διότι τὸ ΑΣΔΥ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποὺ συνεστήθη προσέφερεν ὑψίστας ὑπηρεσίας καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ ἔτι περισσοτέρας ἂν δὲν εἶχον περιορισθῆ αἱ ἁρμοδιότητές του ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις. Θεσπίζετε, κύριε Ὑπουργέ, διὰ τῆς παρούσης διατάξεως τὴν ἀρχήν, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν, δύο ἐκ τῶν κενῶν θέσεων τοῦ συμβουλίου τοῦ ΑΣΔΥ πληροῦνται διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ τροπολογία ἐγένετο εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς διετυπώσαμεν τὰς ἀντιρρήσεις μας. Ὡς γνωστὸν τὸ ΑΣΔΥ εἶναι Σῶμα ἀποτελούμενον ἐξ αἱρετῶν συμβούλων, καὶ ὡς τοιοῦτον παραμένει πάντοτε. Ἡ Κυβέρνησις ἐγκαινιάζει μίαν νέαν τακτικὴν ἔναντι τοῦ ΑΣΔΥ καὶ προκειμένου νὰ συμπληρώσῃ τὰς δύο θέσεις τὸ ἀντιμετωπίζει ὡσὰν νὰ ἦτο μία οἱαδήποτε ὑπηρεσία, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ δύο ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους θὰ ἐπέλεγεν αὐτή. Δὲν εἶναι σωστὸν καὶ μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου τοῦ νόμου 1811 καὶ μὲ τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ καλύψῃ ἡ συμπλήρωσις τῶν δύο θέσεων αὐτῶν. Θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἴτε νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀπαρτίαν διὰ τῆς προσθήκης τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἢ ἂν αὐτὸ τὸν ἐνοχλῇ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν νὰ θεωρήσῃ ὡς νόμιμον τὴν σήμερον ὑφισταμένην κατάστασιν.
§285Η. ΗΛΙΟΥ. Τὸν κ. Κόλλιαν θὰ πρέπει νὰ βάλῃ.
§286Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ πρόσωπον εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεφέρθη ὁ κ. Ἠλιοῦ. Οὔτε θέλω νὰ ἀσχοληθῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐκεῖνο ποὺ θέλω νὰ ἐπισημάνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ ὀχυρὸν τῆς Δημοκρατίας νὰ γίνεται στόχος ἐπιθέσεως ὡρισμένης μερίδος τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀπαράδεκτον αὐτό, κ. Πρόεδρε. Δὲν ἔχω καμμίαν διάθεσιν νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸ τὸ θέμα. Ἀλλὰ οὐδεὶς δύναται νὰ μοῦ ἀρνηθῇ τὸ θέμα τῆς ὀργῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι σεῖς ποὺ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θέλετε νὰ σχολιάσετε τὸ θέμα αὐτὸ συντόμως θὰ τὸ διαπιστώσετε ὅταν θὰ ἔλθετε ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Θόρυβος κωδωνοκρουσίαι). Ἔλεγον, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ νόμιμος ἡ ὑφισταμένη ἀπαρτία, προκειμένου νὰ συμπληρώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν συμβούλων ποὺ ἐλλείπουν. Ὁ κ. Ὑπουργός, φαίνεται, ὅτι δὲν δέχεται τὴν διάταξιν. Συνεπῶς προτιμᾷ τὴν μεταβολὴν ἑνὸς ἀμιγοῦς συμβουλίου εἰς μίαν ὑπηρεσίαν ἡ ὁποία θὰ συμπληροῦται πλέον δι’ ἐπιταγῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Πέραν αὐτοῦ εἶναι γνωστόν, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ Ν. 1811 εἴχομεν φθάσει εἰς ἕνα σημεῖον κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιστεύσαμεν ὅτι αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ ΑΣΔΥ πρέπει νὰ κατοχυρωθοῦν καὶ συνταγματικῶς. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἤμην σύμφωνος μὲ τὴν ἄποψιν αὐτήν. Νὰ ἐρχώμεθα ὅμως σήμερον καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι διὰ διαταγμάτων θὰ καθορίζεται ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν εἶναι ἀπαράδεκτος. Πέραν αὐτοῦ εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα, εἰς τὴν δευτέραν παράγρ. καὶ εἰς τὸ στοιχεῖον βʹ λέγει: «Τὸ τῆς ἀναθέσεως εἰς τακτικὰ ἢ πάρεδρα μέλη τοῦ ΑΣΔΥ εἰδικῶν καθηκόντων... κλπ.». Δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον, κ. Ὑπουργέ, τὸ ΑΣΔΥ τὸ ἴδιον νὰ καθορίζῃ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἀναλάβουν καθήκοντα, τὰ ὁποῖα περιγράφετε σεῖς εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν; Οἱ ἴδιοι εἶχον τὴν εὐκαιρίαν κατ’ ἐπανάληψιν νὰ τοὺς κρίνουν. Διατί ἐπιμένετε νὰ παρεμβάλλετε τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ τὸν ἐπιβαρύνητε μὲ μίαν διάταξιν ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ δημιουργῇ πάντοτε προβλήματα; Ἀφαιρέσατέ την, κ. Ὑπουργέ, καὶ πολλὰ ἔχετε νὰ κερδίσετε. Ὑπὸ στοιχεῖον δʹ λέγετε, ὅτι θὰ καθορίζωνται τὰ τῶν ἁρμοδιοτήτων γενικώτερον τοῦ ΑΣΔΥ. Δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτὸ θὰ τείνῃ εἰς τὸ νὰ καταλήξητε εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν ἐψέξατε, τὸν ὑποβιβασμὸν τῶν συμβούλων τοῦ ΑΣΔΥ; Τέλος εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ΑΣΔΥ εἶναι βεβαρημένον μὲ μίαν σωρείαν καθηκόντων. Ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας του εἶναι ἀφάνταστος. Πιθανὸν νὰ μὴ ἀσχολῆται τὸ ΑΣΔΥ μὲ ἐκεῖνα ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀσχολῆται. Τὸ νομοσχέδιον δημιουργεῖ πολλὰς θέσεις. Ἄν, κ. Ὑπουργέ, δημιουργούσατε τρεῖς θέσεις συμβούλων καὶ τρεῖς θέσεις παρέδρων θὰ ἐχάνατε τίποτε; Ἰδίως ὅταν ἡ 35ετία ὡς μέσον ἀποκεφαλισμοῦ ἰσχύει, εἰς τὸ ΑΣΔΥ ἡ σύντμησις τοῦ χρόνου δὲν ἰσχύει. Διὰ τῆς βʹ παραγρ. τοῦ βʹ τμήματος καθιερώνεται μία τακτικὴ ἡ ὁποία κινδυνεύει νὰ μεταβάλῃ τὸ ἀναδιαρθρούμενον ΑΣΔΥ εἰς μίαν ὑπηρεσίαν πεφορτισμένην μὲ ἀποστολὴν τρεχούσης φύσεως. Θὰ πρέπει, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἀφήσετε τὸ ΑΣΔΥ μὲ τοὺς αἱρετούς του συμβούλους νὰ κάμῃ τὸ καθῆκον του. Αὐτά, κ. Πρόεδρε, εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6.
§287Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 6 — δὲν τὸ λέγω ἀπὸ σχολαστικότητα, θὰ διηυκόλυνε πράγματι καὶ τὴν συζήτησιν ἀλλὰ καὶ νομοτεχνικῶς θὰ ἦτο ἀρτιώτερον — θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελῆται ἀπὸ δύο ἄρθρα. Ἤδη χωρίζεται εἰς δύο κεφάλαια. Τὸ Αʹ μὲ παραγράφους 6 καὶ τὸ Βʹ ὅπου ξαναρχίζει ἡ ἀρίθμησις τῶν παραγράφων ἀπὸ 1–5. Ἀλλὰ δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν αὐτό. Πρόκειται περὶ παρατηρήσεως ἀπὸ νομοτεχνικῆς ἀπόψεως. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἡμιάρθρου τῶν 6 παραγράφων, θὰ ἤθελα κυρίως νὰ ζητήσω διευκρίνισιν ἢ δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἢ καὶ πλέον ρητήν, ἡ ὁποία ἔχει μεγίστην θεωρητικὴν καὶ πρακτικὴν σημασίαν διὰ τὸ μέλλον ἐν σχέσει πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ὡς γνωστόν, τὸ Σύνταγμα ὁρίζει, ὅτι προσφυγαὶ κατ’ ἀποφάσεων διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται πειθαρχικαὶ ποιναὶ ὁριστικῆς παύσεως ἢ ὑποβιβασμοῦ κρίνονται καὶ κατ’ οὐσίαν, ὄχι μόνον δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας, ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ πρῶτον. Ἐδῶ λέγει, ὅτι ὅλαι αἱ ἄλλαι προσφυγαὶ ἀσκοῦνται ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Ἐδῶ πρέπει νὰ τὸ διευκρινίσωμεν, κ. Ὑπουργέ. Τὸ ζήτημα ἔχει μεγάλην σημασίαν. Νὰ διευκρινίσωμεν τί ἐννοεῖτε μὲ τὴν φράσιν «ὅλαι αἱ ἄλλαι προσφυγαὶ» καὶ θέλω νὰ γίνω σαφής. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Πετραλιᾶς). Καταχρηστικῶς λέγομεν προσφυγὰς καὶ τὰς αἰτήσεις θεραπείας, δηλαδὴ τὰς ἁπλᾶς ἀναφορὰς πρὸς τὴν Διοίκησιν, τὰς ἱεραρχικὰς προσφυγάς, εἴτε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἀπευθύνονται αὗται, εἴτε πρὸς συλλογικὸν ὄργανον τῆς Διοικήσεως. Καὶ αὗται μερικὰς φορὰς εἰς τὴν νομοθεσίαν ἀντὶ νὰ λέγωνται ἀναφοραὶ ὀνομάζονται προσφυγαί. Ἡ νομολογία καὶ ἡ Ἐπιστήμη τοῦ Δημοσίου Δικαίου, εἶπον, ὅτι αὗται δὲν εἶναι γνήσιαι προσφυγαί, δὲν εἶναι δικαστικαὶ προσφυγαί, δὲν ἀπευθύνονται πρὸς ὄργανον ποὺ δικαιοδοτεῖ, ποὺ ἀσκεῖ δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἐνδικοφανεῖς προσφυγαί. Ἡ πρακτικὴ συνέπεια εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐὰν μία προσφυγὴ ἀσκεῖται ἐνώπιον Διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ἐνώπιον ὀργάνου ποὺ ἀσκεῖ δικαιοδοσίαν δὲν χωρεῖ ἐναντίον αὐτῆς αἴτησις ἀκυρώσεως εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Χωρεῖ αἴτησις ἀναιρέσεως εἰς τὸ Βον τμῆμα διὰ τυπικὴν παράβασιν τοῦ νόμου, ὅπως χωρεῖ κατ’ ἀποφάσεων οὐσίας τῶν τακτικῶν δικαστηρίων εἰς τὴν ἀστικὴν δικαιοδοσίαν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν ἀπεναντίας ὀνομάζωνται εἰς τὸν νόμον προσφυγαί, ἀλλ’ εἶναι ἐνδικοφανεῖς καὶ ὄχι ἔνδικοι προσφυγαί, ἐὰν τὸ ὄργανον τῆς Διοικήσεως εἴτε Ὑπουργὸς εἶναι εἴτε συλλογικὸν ὄργανον ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἀπευθύνονται δὲν δικάζη, ἀλλὰ ἁπλῶς ἐπανεξετάζη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς ἱεραρχίας κατὰ τὴν ὁποίαν μία προϊσταμένη διοικητικὴ Ἀρχὴ ἠμπορεῖ κατὰ κανόνα νὰ διορθώσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν ὑφισταμένων της, τότε δὲν χωρεῖ ἀναίρεσις, διότι δὲν εἶναι δικαστικὴ ἀπόφασις ἡ ἐπὶ τῆς προσφυγῆς αὐτῆς ἐκδιδομένη, ἀλλὰ χωρεῖ αἴτησις ἀκυρώσεως, διότι πρόκειται περὶ πράξεως διοικήσεως, ἐκδιδομένης ἀπὸ ἕνα συλλογικὸν ὄργανον. Ἑπομένως τὸ νὰ διευκρινίσωμεν ἐὰν σήμερον τὸ ΑΣΔΥ γίνεται Διοικητικὸν Δικαστήριον διὰ τὰς προσφυγὰς κατὰ πειθαρχικῶν ἀποφάσεων, πλὴν ὁριστικῆς παύσεως ἢ ὑποβιβασμοῦ διὰ τὰς ὁποίας ἀποκλειστικῶς τὸ Σύνταγμα ὁρίζει τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἐὰν γίνεται Δικαστήριον ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις του θὰ ὑπόκεινται ἁπλῶς εἰς ἀναίρεσιν ἐνώπιον τοῦ Βου τμήματος, ἢ ἐὰν γίνεται ἓν ὄργανον ἐπανεξετάσεως Διοικητικὸν ὁπότε χωρεῖ κατὰ τῶν ἀποφάσεών του, ὅ,τι χωρεῖ κατὰ πράξεων τῆς Διοικήσεως, εἶναι θεμελιώδους σημασίας καὶ πρέπει νὰ ξεκαθαρισθῇ. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ εἶναι μία παρατήρησις. Ἐγὼ θὰ ἤμην τῆς γνώμης ὅτι ἀξίζει τὸ ΑΣΔΥ νὰ δικάζῃ κατ’ οὐσίαν ὡς δικαστήριον, καὶ ἁπλῶς νὰ ὑπόκειται διὰ τυπικὰς παραβάσεις εἰς αἴτησιν ἀναιρέσεως, νὰ εἶναι δηλαδὴ δικαστικὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ
ΑΣΔΥ.
Δὲν ἐπιμένω νὰ γίνῃ Διοικητικὸν Δικαστήριον. Ἐὰν θέλετε κάμετε τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο. Ἐγὼ θὰ προετίμων τὸ πρῶτον. Διότι, ἄλλως θὰ ἐδημιουργοῦντο πολλαὶ δυσχέρειαι καὶ πολλὰ θέματα. Εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ ἐκάματε Διοικητικὸν Δικαστήριον — ἐὰν τὸ ἐκάματε — θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐξουσιοδότησις ὅπως διὰ διατάγματος ρυθμισθοῦν τὰ τῆς διαδικασίας. Καὶ τώρα ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἡμιάρθρου. Νομίζω, ὅτι σωστὰ ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῆς 35ετίας σήμερον δὲν ὑπάρχει σύνθεσις τοῦ ΑΣΔΥ ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην νὰ ἀποφασίσῃ σχετικῶς. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἄλλωστε ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔχει καὶ δι’ Ἀνωτάτους Δικαστάς, ὅπως τὸν Πρόεδρον καὶ τοὺς Ἀντιπροέδρους τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κλπ. Διατί λοιπόν, νὰ μὴ ὑπάρξῃ διὰ τὸν διορισμὸν δύο μελῶν τοῦ ΑΣΔΥ.
§288Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν νόμον 1851.
§289Η. ΗΛΙΟΥ. Τὸ ΑΣΔΥ εἶναι συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις μέσα εἰς μίαν δημοκρατικὴν Πολιτείαν, εἰς τὴν ὁποίαν προέχουσαν θέσιν ἔχει ἡ Βουλὴ ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ στηρίζει τὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ ἀποφασίσῃ καὶ διὰ τὸν διορισμὸν τῶν μελῶν τούτων τοῦ ΑΣΔΥ. Καὶ ὄχι νὰ καταφύγῃ εἰς δάνεια ἀπὸ Δικαστικὰ Σώματα. Ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ (δὲν ἠκούσθη)... Θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζω τὸν ἀριθμὸν τῶν τακτικῶν, ἐκτάκτων καὶ παρέδρων μελῶν τοῦ ΑΣΔΥ.
§290Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι δέκα τακτικὰ μέλη καὶ ἐπὶ πλέον ὁ κ. Καθηγητής.
§291Η. ΗΛΙΟΥ. Καὶ σήμερον ὑπηρετοῦν μόνον 4. Καὶ ἀπὸ τὰ πάρεδρα μέλη ποὺ εἶναι 6–7 ὑπηρετοῦν μόνον 3. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τὰ πάρεδρα θέλω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ὑπηρετοῦντες σήμερον τρεῖς μετ’ ὀλίγους μῆνας θὰ ἔχουν τὰ τυπικὰ προσόντα διὰ νὰ γίνουν τακτικά. Καὶ ἐρωτᾶται, εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνουν τακτικὰ μέλη τὰ μὴ ὑπηρετήσαντα οὐδόλως μέλη καὶ νὰ μὴ γίνουν τὰ ὑπηρετοῦντα τὰ ὁποῖα τοὺς λείπουν ὀλίγων μηνῶν ὑπηρεσία; Κατ’ ἐμὲ θὰ ἦτο σωστὸν νὰ συντμηθῇ ἡ ἀπαιτουμένη εἰς τὸν βαθμὸν Παρέδρου ὑπηρεσία τῶν Παρέδρων μελῶν καὶ νὰ γίνουν ταῦτα τακτικὰ μέλη, παρὰ νὰ γίνουν τακτικὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρξαν οὔτε μίαν ἡμέραν Πάρεδρα μέλη. Λόγῳ τῆς ὑφισταμένης προβλέψεως τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς Διοικήσεως, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ σκέψις αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τακτικῶν καὶ τῶν Παρέδρων μελῶν, ἀλλὰ τοῦτο βέβαια δὲν εἶναι θέμα τοῦ παρόντος. Ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας — δὲν ἔχομεν φίλους τῆς παρατάξεώς μας εἰς τὰς Ὑπηρεσίας διὰ νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν, ἀλλὰ ἀλλοίμονον σ’ αὐτοὺς καὶ ἐὰν ἀκόμη εἴχαμεν νὰ τοὺς ὑπεστηρίζαμεν — εἶναι τοῦτο. Ὑπάρχει ἕνας Καθηγητὴς τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, ἀξιόλογος ἐπιστήμων ὡς ἔκτακτος σύμβουλος εἰς τὸ ΑΣΔΥ καὶ τοῦτο ἔγινε, διότι τότε ποὺ ἱδρύθη ὁ θεσμὸς αὐτός, ἡ ἕδρα τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου ἦτο μία. Τώρα ὅμως ποὺ εἶναι δύο, θὰ προέτεινα νὰ ὁρισθοῦν ὡς ἔκτακτοι σύμβουλοι καὶ οἱ δύο Καθηγηταί, δεδομένου μάλιστα, ὅτι ὁ ἕτερος τῶν δύο Καθηγητῶν πρόσκειται φιλικώτατα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν — πρόκειται περὶ τοῦ κ. Φαίδωνος Βεγλερῆ. Ἂν ὑπῆρχε καὶ σήμερον τὸ ριζοσπαστικὸν πνεῦμα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ποὺ ἐπῆρεν ἀπὸ τὴν δικηγορίαν τὸν Ρακτιβὰν καὶ ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον τὸν Ἀγγελόπουλον καὶ τοὺς ἔβαλεν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, τὸν μὲν ἕνα Πρόεδρον, τὸν δὲ ἄλλον μέλος τοῦ Συμβουλίου, ἂν τὸ ἴδιο πνεῦμα ἐπρυτάνευε καὶ σήμερον θὰ ἔπρεπε τολμηρὰ νὰ χωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ἀριστίνδην ὀνομασίαν τοῦ κ. Βεγλερῆ ὡς Προέδρου τοῦ ΑΣΔΥ διὰ νὰ ἀξιοποιηθοῦν τὰ τεράστια προσόντα του εἰς ὄφελος τῆς Δικαιοσύνης. Πάντως εἶναι τοὐλάχιστον ὀρθὸν νὰ ἀποτελοῦν καὶ οἱ δύο καθηγηταὶ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου ἔκτακτα μέλη τοῦ ΑΣΔΥ.
§292Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς ἀπάντησιν τῶν παρατηρήσεων τῶν κυρίων συναδέλφων, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ὁ κ. συνάδελφος εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ὁ ὁποῖος κατέκρινε τὴν διάταξιν ἡ ὁποία ἐπιτρέπει κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅπως τὰ δύο κενὰ τοῦ Συμβουλίου τοῦ ΑΣΔΥ πληροῦνται κατόπιν ἐκλογῆς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἔχει δίκαιον. Λόγῳ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς 35ετίας, ἀπεχώρησαν πλεῖστα μέλη τοῦ ΑΣΔΥ καὶ σήμερον δὲν ὑφίσταται ἀπαρτία διὰ τὴν λειτουργίαν τούτου. Ἦτο, λοιπόν, ἀναγκαῖον νὰ εὑρεθῇ μία λύσις. Ἡ ἀρχικὴ διατύπωσις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιμείνωμεν ἦτο, ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅλαι αἱ κεναὶ θέσεις τῶν τακτικῶν μελῶν πληροῦνται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Παρὰ ταῦτα, ἐπειδὴ ἐξεδηλώθη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καχυποψία τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως, ἐδέχθην ὅπως τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διορίσῃ δύο μέλη, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία καὶ μετὰ ταῦτα τὸ Σῶμα νὰ διορίσῃ τὰ ἄλλα μέλη. Ποίαν μεγαλυτέραν εὐαισθησίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι ἁρμόδιον ὄργανον διὰ νὰ ἐπιλέγῃ τοὺς Προέδρους τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων, ὅπως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοὺς Πρεσβευτάς, τοὺς Γενικοὺς Διευθυντὰς κλπ. Προδήλως ὁ κ. συνάδελφος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπερβάλει εἰς τὰς κατηγορίας του. Θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ δηλώσω ὅτι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου 6, τὸ ἡμιάρθρον ὅπως τὸ ὠνόμασεν ὁ κ. Ἡλιοῦ, νομίζω, ὅτι ἔχει καλῶς. Τείνει εἰς ἕνα καλὸν σκοπὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὰς πολλὰς προστριβὰς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ τελικῶς δὲν στερεῖ οὐδένα τοῦ δικαιώματος τῆς προσφυγῆς, κ. Ἡλιοῦ.
§293Η. ΗΛΙΟΥ. Ὑπὸ ποίαν ὅμως ἔννοιαν, ἀναιρέσεως ἢ αἰτήσεως ἀκυρώσεως; Θὰ εἶναι ἀπόφασις δικαστική;
§294Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς αἰτήσεως ἀκυρώσεως, διότι ἐκτελεστὴ πρᾶξις τῆς Διοικήσεως θὰ εἶναι ὄχι ἀπόφασις ἐναντίον τῆς ὁποίας θὰ δύναται νὰ προσφύγῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι ἀδικεῖται. Δηλαδὴ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἀποκτᾷ μίαν ἀκόμη δυνατότητα κρίσεως, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ νὰ ἐλαττωθοῦν αἱ προσφυγαὶ εἰς τὸ Σ.Ε. Ἀκόμη, κ. συνάδελφοι, ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁ παριστάμενος συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιος ἄλλωστε ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ δι’ αὐτὸ παρίσταται, ἐπιδιώκει νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ νὰ ἀξιοποιήσῃ εἰς τὸν μεγαλύτερον δυνατὸν βαθμὸν τὸν θεσμὸν τοῦ ΑΣΔΥ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον νομίζω ἀνταποκρίνεται πρὸς ὁμόθυμον ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν θὰ προχωρήσῃ τάχιστα εἰς τὴν ἐπάνδρωσίν του καὶ εἰς τὴν χρησιμοποίησίν του ἐπωφελῶς. Γνωρίζετε ὅτι ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ ἄρθρου, ἀποτελεῖ πρότασιν τοῦ γνωστοῦ Γάλλου καθηγητοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τὸν ὁποῖον τόσον ἐξύμνησεν ὁ συνάδελφος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰσηγητής. Ἀποτελεῖ μίαν πρότασιν τῆς ΑΔΕΔΥ, πρότασιν κοινῆς ἀποδοχῆς καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνω. Θὰ ἤθελα μόνον νὰ προσθέσω ὅτι ἀποδέχομαι εὐχαρίστως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ νὰ προσθέσωμεν καὶ τὸν δεύτερον καθηγητὴν τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου ὡς ἔκτακτον μέλος. Πράγματι ὅταν ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον, ὑπῆρχεν ἕνας καθηγητὴς εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δ.Δ. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Βεγλερῆς, ἄριστος ἐπιστήμων, πέραν τῆς θέσεώς του θὰ εἰσφέρῃ θετικῶς εἰς τὴν προσπάθειαν τοῦ ΑΣΔΥ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὅπως προεῖπον, πολλὰ περιμένομεν. Μὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, κ. συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον.
§295Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ «διὰ Β. Διατάγματος θέλουσι καθορισθῆ ἐφ’ ἅπαξ».
§296Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τὸ ἐφ’ ἅπαξ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ θὰ τὸ προσθέσω.
§297Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ πρώτου κεφαλαίου τοῦ ἄρθρου 6, διὰ τῶν ὁποίων εὐρύνονται αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ ΑΣΔΥ, θέλουν νὰ ρυθμίσουν μίαν δημιουργημένην κατάστασιν καὶ νὰ μειώσουν τὰς ἐργασίας τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Κατὰ συνέπειαν συμφωνῶ μὲ τὰς ὑπὸ συζήτησιν διατάξεις. Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου Βʹ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θίξω ἕνα σημεῖον βασικῆς δι’ ἐμὲ σημασίας. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν ἁρμοδιοτήτων τοῦ ΑΣΔΥ, αἱ ὁποῖαι ἀπορρέουν ἀπὸ τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν κώδικα, εἶναι καὶ ἡ γνωμοδότησις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ δυστυχῶς βλέπω ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἠγνοήθη καὶ δὲν ἐγνωμάτευσε διὰ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν αὐτὸ τοῦτο τὸ ΑΣΔΥ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἤξιζε μεγαλυτέρας προσοχῆς τὸ ΑΣΔΥ καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε πρωτίστως νὰ ἐρωτηθῇ διὰ τὴν διάταξιν ποὺ τὸ ἀφορᾷ, καθ’ ἣν στιγμὴν μάλιστα ἐπιδιώκομεν νὰ τοῦ προσδώσωμεν μεγαλύτερον κῦρος. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς παραγράφου 4 τοῦ Βʹ Κεφαλαίου, γίνεται προσπάθεια ἐμπλουτισμοῦ τοῦ ΑΣΔΥ διὰ νέου αἵματος. Διερωτῶμαι ὅμως, διατὶ μόνον περιλαμβάνονται οἱ ἐντεταλμένοι ὑφηγηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ ὄχι καὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐντολὴν τῆς Σχολῆς ὑφηγηταί;
§298Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Συμφωνῶ, κ. συνάδελφε, καὶ θὰ διαγράψω τὴν λέξιν «ἐντεταλμένοι». Ἐπίσης εἰς τὸ σημεῖον τῆς παραγράφου 4 ποὺ ὁμιλεῖ διὰ τοὺς δικηγόρους παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ οἱ ἔχοντες ὑπερδεκαετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν, παρακαλῶ τὸ «ὑπερδεκαετῆ» νὰ γίνῃ «εἰκοσαετῆ».
§299Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοῦ 6ου ἄρθρου μεταβάλλει τὸ ΑΣΔΥ εἰς Διοικητικὸν Δικαστήριον. Τόσον σαφῶς καὶ ἀνενδοιάστως προκύπτει τοῦτο ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τῶν σχετικῶν διατάξεων, ὥστε οὐδεμία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δύναται νὰ πείσῃ, ὅτι δὲν συμβαίνει. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ ΑΣΔΥ, ἐκδικάζον τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος προσφυγὰς τῶν ὑπαλλήλων, ἐνεργεῖ ὡς συλλογικὸν ὄργανον, καθαρῶς διοικητικόν, αἱ δὲ σχετικαὶ ἀποφάσεις του θὰ εἶναι κοιναὶ διοικητικαὶ πράξεις, καθ’ ὧν αὐτονοήτως θὰ δύναται νὰ προσφεύγῃ ὁ ὑπάλληλος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ διατύπωσις ὁδηγεῖ εἰς τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετον συμπέρασμα, ὅτι δηλαδὴ τὸ ΑΣΔΥ ἐνεργεῖ ὡς διοικητικὸν Δικαστήριον, ἀντὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀφαιροῦνται ἁρμοδιότητες ἀνατιθέμεναι εἰς τὸ ΑΣΔΥ. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ ἡ ἄποψις, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρξῃ σύγχυσις ἐξουσιῶν διὰ τῆς ἀσκήσεως ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ὀργάνου (τοῦ ΑΣΔΥ) διοικητικῶν καὶ δικαιοδοτικῶν ἔργων. Σύγχυσις ἐξ ἄλλου εἶναι δυνατὸν νὰ παρατηρηθῇ καὶ ἐκ τῆς ἐν παραγράφῳ 2 τοῦ Βʹ κεφαλαίου ἀναθέσεως καθηκόντων προϊσταμένου Δημοσίας Ὑπηρεσίας, τῆς Γενικῆς Δ)νσεως Διοικητικῆς Ὀργανώσεως εἰς τακτικὸν μέλος τοῦ ΑΣΔΥ, σύγχυσις ὄχι βεβαίως ὡς ἀνωτέρω, ἀλλὰ ἐκ τῆς ἀσκήσεως ἐκ μέρους Συμβούλων τοῦ ΑΣΔΥ Διοικήσεως, ἐνῷ διάφορος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Συμβουλίου τούτου. Διὰ τῆς παραγράφου 3 τοῦ Βʹ κεφαλαίου τοῦ 6ου ἄρθρου προβλέπεται ἡ ἀνάθεσις εἰς τὰ μέλη τοῦ ΑΣΔΥ εἰδικῶν καθηκόντων κατὰ Ὑπουργεῖα. Δὲν ἀποκλείεται δηλ. σὺν τῷ χρόνῳ νὰ ἐγκατασταθοῦν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα μέλη τοῦ ΑΣΔΥ, ὡς εἶναι οἱ Νομικοὶ Σύμβουλοι τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον Διοικητικοὺς Συμβούλους. Δὲν ἀποκλείεται ἡ τοιαύτη ἐξέλιξις ν’ ἀποβῇ χρήσιμος, ἔχει ὅμως ἀνάγκην μελέτης. Καὶ ἐξ αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύγχυσις, ἂν τελικῶς τὸ ΑΣΔΥ μεταβληθῇ εἰς Διοικητικὸν Δικαστήριον. Διὰ τῆς παραγράφου 4 τοῦ Βʹ κεφαλαίου διευρύνεται ὁ κύκλος τῶν προσώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ γίνεται ἡ ἐπιλογὴ τῶν μελῶν τοῦ ΑΣΔΥ καὶ ὀρθῶς. Ἐδῶ θὰ παρατηρήσω ὅτι δύο ἐκ τῶν κενῶν θέσεων κατὰ τὴν παράγραφον τοῦ Βʹ Κεφαλαίου τοῦ 6ου ἄρθρου θὰ πληρωθοῦν, διοριζομένων δύο τακτικῶν μελῶν διὰ Β.Δ., προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ μία κατὰ τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς 2ας παραγράφου τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, αὐτοδικαίως διὰ τοῦ νόμου. Ὁ τρόπος οὗτος καλύψεως τῶν τριῶν κενῶν θέσεων, εἶναι ἀνορθόδοξος καὶ δεκτικὸς ἐλέγχου καὶ κατακρίσεως. Δὲν θ’ ἀρνηθῶ ἐν τούτοις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διαθέτουσα τὴν πλειοψηφίαν, ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ τὸ πράξῃ. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι σήμερον ὑπηρετοῦν εἰς τὸ ΑΣΔΥ πάρεδρα μέλη, διαθέτοντα τυπικὰ καὶ οὐσιαστικὰ προσόντα καὶ μακρὰν πεῖραν, ὥστε νὰ εἶναι τὰ καταλληλότερα διὰ τὴν κατάληψιν θέσεων τακτικῶν μελῶν διὰ προαγωγῆς.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαϊωάννου, ἔχει τὸν λόγον.
§301Α. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς δευτέρας περιπτώσεως τῆς 4ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6, προβλέπεται ὅτι Τμηματάρχαι Αʹ Τάξεως ἐπὶ 5ετίαν Ὑπουργείου ἢ Δήμου καὶ ἔχοντες παραλλήλως 10ετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν, προσλαμβάνονται ὡς μέλη τοῦ ΑΣΔΥ. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν τμηματάρχαι Αʹ τάξεως, ἔχουν πτυχίον Νομικῆς προστατεύονται ἀπὸ τὸν νόμον 751, ἔχουν ὑπερεπταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ δὲν προήχθησαν εἰς Διευθυντὰς Βʹ ἢ Αʹ τάξεως λόγῳ ἐλλείψεως κενῶν θέσεων καὶ ἐπειδὴ ἐξαιροῦνται τοῦ εὐεργετήματος τούτου, προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. (Ἀναγινώσκει). Δηλαδή, ἁπλῶς διευρύνεται ὁ κύκλος τῶν προσώπων καὶ οὕτω θὰ ὑπάρξῃ ἡ εὐχέρεια ἐπιλογῆς τῶν καλυτέρων.
§302Γ. ΤΖΩΡΤΖΗΣ. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὑπεστήριξε, κ. Πρόεδρε, τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐγὼ καὶ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποδεχθῇ. Ἡ τροπολογία μου ἐξυπηρετεῖ κυρίως τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, διότι θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐκλεγοῦν οἱ καλύτεροι, ἀφοῦ θὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν προσώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ ἡ ἐπιλογή.
§303Ι. ΜΑΥΡΙΔΟΓΛΟΥ. Παρακαλῶ πολύ, κ. Ὑπουργέ, νὰ δεχθῆτε μίαν τροπολογίαν μου, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσω καὶ ἐκ τῆς ὁποίας κυρίως ἐξυπηρετεῖται ἡ ὑπηρεσία. Ἔχει ὡς ἑξῆς «... (ἀναγινώσκει)...». Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ τὴν ἀποδεχθῆτε.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Αὐγερινός, ἔχει τὸν λόγον.
§305Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Διὰ τοῦ ψηφιζομένου ἄρθρου προστίθεται καὶ νέον διοικητικὸν δικαστήριον εἰς τὰ σήμερα ὑπάρχοντα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίζῃ ἐπὶ προσφυγῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Μετὰ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ὁ ὁποῖος συνέστησε τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἔρχεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ δημιουργεῖ ἕνα νέον διοικητικὸν θεσμὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ διὰ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, κ. Πρόεδρε, ἀναθέτομεν εἰς τὸ ΑΣΔΥ νέα καθήκοντα, καὶ μάλιστα τόσον σοβαρὰ— θὰ κληθῇ τὸ ΑΣΔΥ νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ 2 ἕως 2,5 χιλιάδων προσφυγῶν— νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ προβλέψωμεν τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ΑΣΔΥ καὶ τῶν τακτικῶν μελῶν καὶ τῶν παρέδρων, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταπεξέλθῃ καὶ εἰς τὰ νέα αὐτοῦ καθήκοντα. Καὶ ἀφοῦ, κ. Ὑπουργέ, δεχθῆτε τὴν ἄποψιν αὐτήν, θὰ πρέπει νὰ δώσωμεν τὴν εὐχέρειαν ὁ ηὐξημένος ἀριθμὸς τῶν Συμβούλων τῆς ΑΣΔΥ νὰ συμπληρωθῇ ἀπὸ τοὺς ὑπηρετοῦντας σήμερον παρέδρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀνάλογον πεῖραν καὶ θὰ δυνηθοῦν μὲ τὴν πεῖραν των ταύτην νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὸ νέον ἔργον ποὺ θὰ τοὺς ἀναθέσωμεν.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§307Κ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χρήσιμον εἶναι, κ. Πρόεδρε, νὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν προσώπων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δύνανται νὰ ἐπιλεγοῦν τὰ μέλη τοῦ ΑΣΔΥ. Ἑπόμενος τῆς σκέψεως ταύτης θὰ παρεκάλουν νὰ δεχθῆτε τὴν διεύρυνσιν τῶν προσώπων καὶ εἰς τοὺς παρ’ Ἐφέταις Δικηγόρους, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ ἐπιλογὴ καὶ ἐκ τῶν δικηγόρων τῶν ἐπαρχιῶν οἱ ὁποῖοι ὡς γνωστόν, δὲν δύνανται νὰ προαχθοῦν παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ. Θὰ παρεκάλουν ἐπίσης, νὰ μὴ αὐξηθοῦν τὰ ἔτη ἀπὸ 10–20 ὡς ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι δικηγόροι μὲ 10ετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν, δύνανται νὰ εἶναι διωρισμένοι παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἰορδάνογλου, ἔχει τὸν λόγον.
§309Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε. Κατὰ τὸν Κώδικα περὶ δικηγόρων, μόνον ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς Δικηγορικοὺς Συλλόγους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς δύνανται νὰ εἶναι δικηγόροι παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ. Ὅλων τῶν ἄλλων Συλλόγων οἱ δικηγόροι δὲν δύνανται νὰ εἶναι δικηγόροι παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ. Ὅλοι, λοιπόν, οἱ δικηγόροι τῶν λοιπῶν Συλλόγων, ὡς ἔχει ἡ συζητουμένη διάταξις, δὲν θὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιλεγοῦν ὡς μέλη τοῦ ΑΣΔΥ. Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης ἐπιλογῆς καὶ τῶν δικηγόρων παρ’ Ἐφέταις, ἔστω καὶ μὲ 20ετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§311Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν σχετικῶς μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως. Διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν διατάξεως προστίθενται καὶ νέα καθήκοντα εἰς τὸ ΑΣΔΥ. Οὐδεμία ὅμως πρόβλεψις γίνεται διὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον. Θὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτὸ καὶ δὲν πρέπει συνεπῶς νὰ ἀνησυχῶμεν. Ὅμως ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος δὲν μᾶς ἐνθαρρύνει ἀπολύτως. Ὀρθὸν εἶναι νὰ γίνῃ κἄποια πρόβλεψις εἰς τὸν νόμον.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βογιατζῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§313Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ συζητούμενον ἄρθρον ἀποτελεῖ νέαν διάρθρωσιν τοῦ ὅλου θέματος τῆς διοικητικῆς παρακολουθήσεως καὶ ὀργανώσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν εἰς τὴν πατρίδα μας. Ἐνῷ τὰ ἄλλα ἄρθρα πράγματι, ἔχουν ὡς προορισμὸν τὴν προώθησιν καὶ ὑποβοήθησιν— καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι καὶ ἐπαινοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν— τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων διαφόρων κατηγοριῶν, τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἶναι κατασταλτικοῦ περιεχομένου καὶ θεμελιώδους σημασίας διὰ τὸ ὅλον Σῶμα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Καὶ πολὺ ὀρθῶς διεχωρίσθη εἰς τὸ πρῶτον καὶ εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον. Τὸ μὲν πρῶτον κεφάλαιον ὑπῆρχεν εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει γνωμοδοτήσει καὶ τὸ ΑΣΔΥ, λυποῦμαι ὅμως διότι ἡ γνωμοδότησις τοῦ ΑΣΔΥ ἦτο ἀτυχεστάτη. Ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Στειρόπουλος, μεταβάλλεται εἰς διοικητικὸν δικαστήριον. Ἕνας θεμελιώδης θεσμὸς εἰσάγεται εἰς τὰ πράγματα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων. Τὸ δεύτερον κεφάλαιον δὲν ἔτυχε τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ ΑΣΔΥ. Τὸ ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὸ Σῶμα. Νομίζω, ὅτι τὸ κεφάλαιον αὐτὸ κάμνει μίαν κοσμογονίαν. Τὸ ΑΣΔΥ ἀλλάζει μορφὴν μὲ τὴν ἁρμοδίαν Ὑπηρεσίαν, τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ περὶ ὀργανώσεως δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Πέραν αὐτοῦ, ὁ εἷς ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ ΑΣΔΥ γίνεται καὶ Γεν. Διευθυντὴς ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ἀκόμη περαιτέρω, μέλη τοῦ ΑΣΔΥ θὰ ὁρίζωνται εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα δι’ ἐκτέλεσιν εἰδικῆς ὑπηρεσίας. Θὰ εἶναι ἓν εἶδος νομικῶν προσώπων. Ἐνῷ ὅμως τὸ ΑΣΔΥ ἐπιφορτίζεται μὲ νέα καθήκοντα, δὲν γνωρίζω πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταπεξέλθῃ καὶ εἰς τὰ νέα καθήκοντα ποὺ τοῦ ἀνατίθενται διὰ τοῦ κεφαλαίου Αʹ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Φοβοῦμαι μήπως διασπάσομεν τὸ Σῶμα ἀπὸ τὸν κύριον προορισμόν του. Γνωρίζομεν ὅλοι, κ. Πρόεδρε, ὅτι κατὰ κανόνα οἱ ἀνώτατοι αὐτοὶ ὑπάλληλοι ἐπιδιώκουν αὐτὰς τὰς θέσεις τὰς διοικητικάς. Ὅλη αὐτὴ ἡ κοσμογονία γίνεται διὰ Β. Διαταγμάτων. Παρέχομεν δηλαδὴ διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἰς τὴν διοίκησιν μίαν γενικωτάτην καὶ ἀπαράδεκτον ἐξουσιοδότησιν. Ἀκόμη καὶ τὰς ἐν γένει ἁρμοδιότητας τοῦ ΑΣΔΥ θὰ τὰς καθορίσουν Β. Διατάγματα, χωρὶς νὰ λάβῃ κανεὶς ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας γνῶσιν. Τοῦτο, κ. Πρόεδρε, ξεπερνᾶ ἀκόμη καὶ τὸν νόμον πλαίσιον. Ὁ συνάδελφος κ. Περρωτῆς, ὁμιλῶν εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ παίρνει τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ δύο μέλη τοῦ ΑΣΔΥ μόνη της. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις διορίζει τὸν Πρόεδρον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἄλλους, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠμπορεῖ νὰ διορίσῃ καὶ τὰ δύο μέλη τοῦ ΑΣΔΥ. Τὸ πρᾶγμα, ὅμως, κ. Ὑπουργέ, μεταξὺ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἢ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῶν μελῶν τοῦ ΑΣΔΥ, εἶναι διάφορον, διότι ἐκεῖ ἐπιλέγετε μεταξὺ τῶν συμβούλων τὸν Πρόεδρον ἐνῷ ἐδῶ δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ διορίσητε ἀπ’ εὐθείας.
§314Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὰ προσόντα, κ. συνάδελφε, ἰσχύουν προφανῶς. Μόνον ὁ τρόπος ἐπιλογῆς εἶναι διαφορετικός.
§315Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν παράγραφον τοῦ ἄρθρου; «...(ἀναγινώσκει)...». Τί λέγει αὐτό;
§316Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μεταβάλλομεν μόνον τὸν τρόπον πληρώσεως. Τὰ προσόντα ἰσχύουν καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Ἀλλοίμονον, θὰ παίρναμεν ἀνθρώπους χωρὶς προσόντα;
§317Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Θὰ ἐπροτίμων ἐπίσης νὰ λέγατε ἀντὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν Προεδρίας Κυβερήσεως. Ὅσαι ὑπηρεσίαι ἐξαρτῶνται κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δυστυχῶς δὲν πῆγαν καθόλου καλά, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχολῆται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ εἰδικὰ θέματα.
§318Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Ὑπηρεσία ἤδη ἔχει μεταφερθῆ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§319Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Λέγει ἡ σχετικὴ διάταξις, κ. Ὑπουργέ. (Ἀναγινώσκει). Ἐὰν αὐτὸ δὲν ἐννοεῖ...
§320Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κ. συνάδελφε, διότι αὐτὸ ἔχει καὶ συνέχειαν.
§321Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Αὐτή, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἡ γενικὴ μου παρατήρησις καὶ χαίρω, διότι διὰ τῆς παρεμβάσεώς μου ἐξεκαθαρίσθησαν δύο θέματα καὶ ἐκάματε τὰς ἑρμηνευτικὰς δηλώσεις.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§323Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναμφιβόλως, ἡ ἐλάφρυνσις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἀπὸ τὰς προσφυγὰς αὐτὰς εἶναι ἕνα μεγάλο βῆμα καὶ μία μεγάλη πρόοδος, ἀλλὰ ὅσον διαβάζω τὸ ἄρθρον 6, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τόσαι ἀμφιβολίαι μοῦ μένουν, ἐὰν συνταγματικῶς νομοθετοῦμεν ἀπόψε. Διότι, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, δὲν τὸ θέλετε ὡς διοικητικὸν δικαστήριον, ἀλλὰ ὡς συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6; Πῶς τὸ θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις ὡς διοικητικὸν δικαστήριον τὸ ΑΣΔΥ ὅταν θὰ δικάζῃ τὰς προσφυγὰς αὐτάς, ὡς συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως; Ἐὰν μὲν τὸ θέλετε ὡς συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως, δὲ νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιτυγχάνετε, διότι σημασίαν, διὰ τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, δὲν ἔχει ὁ τίτλος, ποὺ τοὺς δίδει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ἡ οὐσία τῆς δικαιοδοσίας των. Τὸ ἄρθρον 82 τοῦ Συντάγματος λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὰ τακτικὰ δικαστήρια... (Ἀναγινώσκει)...». Ἔρχεσθε διὰ τοῦ ἄρθρου 6 καὶ καθιδρύετε καθαρῶς τακτικὸν διοικητικὸν δικαστήριον. Εἶναι τόσον σαφὴς ἡ χρησιμοποίησις τῶν σχετικῶν ὅρων, ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι χρειάζεται νὰ ταλαιπωρήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Λέγει ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 6 — κατ’ ἀρχὴν ὑπάρχει καὶ νομοτεχνικῶς καὶ κἄποια ἀσάφεια ἢ μᾶλλον μία ὑπερβολὴ —καὶ τὸ ἑξῆς: «Αἱ ὑπὸ τῆς κειμένης νομοθεσίας προβλεπόμεναι..... (Ἀναγινώσκει)... δι’ ἀδικήματα». Τί θὰ εἴπῃ τὸ «δι’ ἀδικήματα»; Νομίζω, ὅτι εἶναι περιτταὶ αἱ λέξεις αὗται. Σημασίαν ἔχει εἰς τὴν παράγραφον 2 τὸ ἑξῆς: «Αἱ κατὰ τὴν παράγραφον 1 προσφυγαὶ... ἐκδικάζονται...». Εὐθὺς ἀμέσως χρησιμοποιεῖ δικαστικὴν ὁρολογίαν. Πάρα κάτω, ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς παλαιᾶς τακτικῆς διοικητικοῦ δικαστηρίου. Πρῶτον ἀπαγγέλλει τὴν ἀνάγκην τῆς δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων τοῦ ᾐτιολογημένου τῶν ἀποφάσεων... (Ἀναγινώσκει)... τῆς παραστάσεως ἢ μὴ τοῦ ὑπαλλήλου μετὰ πληρεξουσίου καὶ ἐν τέλει προβλέπει καὶ τὴν παράστασιν τῆς διοικήσεως ὡς χωριστοῦ προσώπου.
§324ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰ χαρτόσημα.
§325Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὰ χαρτόσημα καὶ τὰ παράβολα δὲν ἔχουν τόσον μεγάλην σημασίαν. Σημασίαν ἔχει, ὅτι ἡ διοίκησις διασπᾶται. Δὲν θεωρεῖται ἀντιπροσωπευομένη διὰ τοῦ δευτεροβαθμίου συλλογικοῦ ὀργάνου, ἐὰν τὸ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς συλλογικὸν ἔργον, ἀλλὰ ὁ νομοθέτης ἀναγκάζεται νὰ ὁρίσῃ, ὅτι εἰς τὰς ὑπὲρ τῆς διοικήσεως ἀσκουμένας προσφυγὰς ἀντιπροσωπεύεται ἡ διοίκησις διὰ χωριστοῦ προσώπου. Ὅλα αὐτά, κύριε Ὑπουργέ, περιέχουν τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα τακτικοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου. Ἐὰν δὲν θέλετε τὸ τακτικὸν διοικητικὸν διαστήριον εἶναι ἄλλος λόγος. Θὰ πρέπει νὰ κάμωμεν ἄλλην διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 6. Ἐὰν ὅμως τὸ ἀφήσετε ὡς εἶναι ἱδρύετε, εἴτε τὸ θέλετε, εἴτε δὲν τὸ θέλετε, τακτικὸν διοικητικὸν δικαστήριον. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι; Αἱ συνέπειαι πάλιν διαγράφονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Πρῶτον τὸ ΑΣΔΥ ξεφεύγει ἀπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοῦ Πρωθυπουργοῦ —δὲν ἔχει σημασίαν —καὶ ὑπάγεται πλέον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας κατὰ τὸ ἄρθρον 82 ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 82 τοῦ Συντάγματος λέγει τὰ ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις .... (Ἀναγινώσκει)...», καὶ τὸ ἄρθρον 90 λέγει τὰ ἑξῆς: «Δικαστικοὶ λειτουργοὶ... (Ἀναγινώσκει)...». Πρώτη λοιπὸν συνέπεια τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 6 εἶναι, ὅτι τὸ ΑΣΔΥ εἶναι πλέον τακτικὸν διοικητικὸν δικαστήριον καὶ ὑπάγεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Δευτέρα συνέπεια, αἱ ἀποφάσεις τοῦ ΑΣΔΥ. Ἀποφεύγω νὰ χρησιμοποιήσω τὸν ὅρον, εἶναι δικαστήριον ἢ συλλογικὸν ὄργανον. Δὲν ὑπόκειται εἰς αἴτησιν ἀκυρώσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅπως εἴπατε. Πάλιν μᾶς ἐμποδίζει τὸ ἄρθρον 83 τοῦ Συντάγματος.
§326Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ εἶναι διοικητικὸν δικαστήριον;
§327Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι. Δὲν χωρεῖ συζήτησις. Ἠμπορεῖτε νὰ συστήσετε δευτεροβάθμιον συλλογικὸν ὄργανον τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ὄχι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ αὐτὴν τὴν φρασεολογίαν. Θέλω νὰ πιστεύσετε, ὅτι θέλω νὰ σᾶς βοηθήσω. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν διάθεσιν νὰ σᾶς ἀντιπολιτευθῶ, προκειμένης μάλιστα τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλὰ ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐὰν ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν αὐτὴ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, τί θὰ μᾶς δημιουργήσῃ εἰς τὸ μέλλον; Δὲν θὰ ἠμπορῇ ἡ διοίκησις νὰ ἐπιβάλῃ ποινάς. Διότι εἶναι διοικητικὸν δικαστήριον καὶ σεῖς τὸ ἐχαρακτηρίσατε συλλογικὸν ὄργανον. Ἀλλ’ ἡ μεγαλυτέρα δυσχέρεια προέρχεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 83 τοῦ Συντάγματος. Αὐτὸ παρέχει τὸ δικαίωμα ἀσκήσεως αἰτήσεως ἀκυρώσεως ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας διὰ πρᾶξιν τῆς διοικήσεως. Προκειμένου ὅμως περὶ τακτικοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου ἐπιτρέπει μόνον αἴτησιν ἀναιρέσεως. Ἡ παράγραφος δʹ τοῦ ἄρθρου 83 λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ αἴτησις ἀναιρέσεως... (Ἀναγινώσκει)...». Εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν, ὄχι ὡς συνταγματολόγος, διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ διαθέτει συνταγματολόγους, ἀλλὰ ὡς νομικός, νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει καὶ ὑμῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας γεννᾷ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 6. Ἐὰν ὑμεῖς ἔχετε συνεννοηθῆ μὲ τοὺς νομικοὺς συμβούλους τῆς Κυβερνήσεως— δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ μεταβληθῆτε εἰς Λουκιανὸν σεῖς ὁ ἴδιος—καὶ σᾶς ἔχουν εἰσηγηθῆ, ὅτι καλῶς ἔχει ἡ διάταξις καὶ πάλιν δὲν θὰ μὲ πείσετε. Θὰ διατηρῶ τὰς ἐπιφυλάξεις μου. Καὶ νομίζω, ὅτι καλύτερον εἶναι νὰ μὴ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια καὶ εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ συζητήσετε. Κυρίως δὲ μὲ ἀνησυχεῖ ὅτι τὸ ΑΣΔΥ δὲν γνωμοδοτεῖ ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀναφέρομαι πάντοτε εἰς τὸ πρῶτον μέρος. Τὸ θέμα εἶναι, ὅτι ἔχει ἐπίγνωσιν, ὅτι μεταβάλλεται εἰς τακτικὸν διοικητικὸν δικαστήριον;
§328Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Βεβαίως ὄχι, διότι δὲν μεταβάλλεται.
§329Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος, διότι δὲν εἶναι ἔτσι τὰ πράγματα, ὅπως τὰ ἤκουσα.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε. Ἔχετε τὸν λόγον.
§331Η. ΗΛΙΟΥ. Πρῶτον, ὁ κ. Ὑπουργὸς διηυκρίνησεν, ὅτι δὲν θὰ δικάζῃ, ἀλλὰ θὰ ἐξετάζῃ ἱεραρχικῶς τὰς προσφυγὰς ὡς συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως. Θὰ πρέπει μάλιστα διὰ νὰ μὴ εἶναι ἑρμηνευτικὸν μόνον τὸ στοιχεῖον νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸν νόμον ἡ προσθήκη εἰς τὴν παράγραφον αἱ «ἱεραρχικαὶ προσφυγαί». Διότι, δὲν ὑπάρχουν ἄλλαι προσφυγαὶ παρὰ μόνον ἱεραρχικαί, ἐκτὸς τῶν προσφυγῶν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἡ ἱεραρχικὴ προσφυγὴ εἶναι σαφές, ὅτι ἀπευθύνεται πρὸς συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως. Καὶ δεύτερον δὲν εἶναι ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν —νομίζω— ἐπὶ παντὸς μὴ τακτικοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου, ὅπως εἶναι τὰ δευτεροβάθμια φορολογικά, νὰ ἔχῃ δικαιοδοσίαν καὶ νὰ προΐσταται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν εἶναι σωστόν. Ὑπάρχουν πολλὰ διοικητικὰ δικαστήρια, ὅπως εἶναι τὰ δικαστήρια ὁρίων κοινοτήτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι συλλογικὰ ὄργανα διοικήσεως, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα συγκροτοῦνται εἴτε ἀπὸ τακτικοὺς δικαστάς, εἴτε ἀπὸ διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ περίπτωσις μετατοπίσεως τοῦ Συμβουλίου Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν εἰς ὄργανον ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν, ὑπὸ τὴν ἱεραρχίαν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, οὔτε μετατροπῆς τῆς ἐνδικοφανοῦς ἱεραρχικῆς προσφυγῆς εἰς ἱεραρχικὴν προσφυγήν. Ἐπειδὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ ἔτσι ἢ ἄλλως, ἐζητήθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν μία ἑρμηνεία καὶ τὴν ἔδωσεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δικάζῃ καὶ ὅτι ἑπομένως κατὰ τῶν ἀποφάσεών του, ὡς ἀποφάσεων συλλογικοῦ ὀργάνου διοικήσεως θὰ χωρῇ αἴτησις ἀκυρώσεως ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας καὶ ὄχι αἴτησις ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ ἀναιρετικοῦ τμήματος.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§333Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρηκολούθησα μὲ πολὺ προσοχὴν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεων τῶν δύο κυρίων συναδέλφων Στειροπούλου καὶ Κώστα Ράλλη, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ἐπιμόνως τὸ θέμα. Ὑπὸ ποῖον τύπον θὰ κρίνῃ τὸ ΑΣΔΥ ἐν προκειμένῳ ὡς συλλογικὸν ὄργανον τῆς διοικήσεως ἢ ὡς διοικητικὸν δικαστήριον; Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἠλιοῦ, νὰ δώσω κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐν προκειμένῳ τὸ ΑΣΔΥ θὰ κρίνῃ ὡς συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως. Ἀμέσως, ἐν συνεχείᾳ, θὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου, ἀλλὰ θέλω, κ.κ. συνάδελφοι, ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ, ἀπὸ τὴν ἐξαίρεσιν δηλαδή, ἡ ὁποία ρητῶς μνημονεύεται εἰς τὴν πρώτην παράγραφον, τὴν ἐξαίρεσιν δηλαδὴ τῶν προσφυγῶν κατ’ ἀποφάσεων διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ὁριστικῆς παύσεως ἢ τοῦ ὑποβιβασμοῦ, προκύπτει σαφῶς καὶ πέραν τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ποία εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ νομοθέτου. Ἡ πρόθεσίς μας εἶναι νὰ ὑπάρχῃ συλλογικὸν ὄργανον τῆς διοικήσεως καὶ ὄχι διοικητικὸν δικαστήριον καὶ ἡ μόνη ἐπιχειρηματολογία, ἡ ὁποία ἐστήριξε τὴν ἐπίμονον ἄποψιν τοῦ κ. Ράλλη, εἶναι ἡ παράγραφος 2 καὶ ὡρισμέναι λέξεις, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦνται. Δὲν ἔχω καμίαν ἀντίρρησιν τὴν λέξιν «ἐκδικάζονται», ὅπου ὑπάρχει εἰς τὰς παραγράφους 2 καὶ 3 νὰ τὴν μεταβάλω εἰς «κρίνονται» καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ κάμω καὶ οἱανδήποτε ἄλλην φραστικὴν μεταβολήν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσις τοῦ νομοθέτου. Ἐφ’ ὅσον αὐτὴν τὴν ὥραν, ἐδῶ εὑρισκόμενοι, συμφωνοῦμεν, ὅτι δὲν τὸ θέλομεν διοικητικὸν δικαστήριον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ βγῇ διοικητικὸν δικαστήριον ἀπὸ τὴν διατύπωσιν. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν νὰ τερματίσωμεν τὴν συζήτησιν, ὡς πρὸς τὸ κεφάλαιον Αʹ καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον μὲ αὐτὴν τὴν φραστικὴν μεταβολήν, τὴν λεκτικήν, δηλαδὴ τὸ «ἐκδικάζονται» νὰ γίνῃ «κρίνονται» καὶ θέλω νὰ προσθέσω, ἀνακεφαλαιώνων τὰ ὅσα προηγουμένως ἐλέχθησαν.....
§334Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Καὶ μὲ τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως «ἐντεταλμένον».
§335Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν παράγραφον 3 τοῦ κεφαλαίου Βʹ θὰ εἶναι ἐφ’ ἅπαξ τὰ Β.Δ., τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται. Διαγράφεται ἡ λέξις «ἐντεταλμένοι», ὅπως προηγουμένως ἀνέφερα, ἡ συνολικὴ ὑπηρεσία θὰ εἶναι παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ ἢ Ἐφέταις καὶ θὰ εἶναι 20ετής.
§336Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Καὶ Πρωτοδικείῳ.
§337Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κ. συνάδελφε, παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ ἢ παρ’ Ἐφέταις καὶ θὰ εἶναι 20ετής. Καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἀκόμη, νὰ δεχθῶ μίαν μεταβολήν, ἡ ὁποία ἐπροτάθη ἀπὸ τὸν κ. Τζώρτζην εἰς τὴν παράγραφον 4 τοῦ κεφαλαίου Βʹ, ὑπεδάφιον βʹ, εἶναι εἰς τὴν τετάρτην σελίδα, δευτέρα στήλη, τῆς παραγράφου 5, τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ: «Τμηματάρχαι Αʹ τάξεως «... (ἀναγινώσκει...) ὑπηρεσίαν». Ἡ τροπολογία εἶναι, ὅτι ἐὰν δὲν ἔχουν 10ετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἔχουν ὑπὲρ 20ετῆ δημοσίαν πολιτικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν, ἡ πρόθεσίς μας εἶναι νὰ διευρύνωμεν, ἀλλὰ νὰ διατυπωθῇ ὅπως εἶναι καὶ θὰ προσθέσωμεν καὶ 10ετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν ἢ ὑπὲρ 20ετῆ δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Αὐτὰς τὰς μεταβολὰς δέχομαι. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς θέσεις, δηλώνω, ὅτι δὲν προτίθεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τώρα αὔξησιν τῶν θέσεων, θὰ μελετήσῃ ὅμως τὸ θέμα, ἰδίᾳ μετὰ τὴν θέσιν εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τὴν νέαν του μορφὴν καὶ ἐφ’ ὅσον ἤθελε τυχὸν προκύψει ἀνάγκη, θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ ζητήσῃ ἐπαύξησιν τῶν θέσεων.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§339Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ διαβεβαίωσίς σας, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι ἱκανοποιητική. Πρῶτον, ὅτι ἐξαιρέσατε τὴν ὁριστικὴν παῦσιν καὶ τὸν ὑποβιβασμόν. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ ἐκάματε σεῖς, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ ἄρθρον 101 λέγει, ὅτι ὁ ὑποβιβασμὸς καὶ ἡ ἀπόλυσις τῶν ὑπαλλήλων, θὰ ὑπάγωνται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ θέμα εἶναι ἄλλο, ὅτι ἐξακολουθεῖ, παρὰ τὴν τροποποίησιν τῆς λέξεως «ἐκδικάζονται» ἐξακολουθεῖ τὸ ΑΣΔΥ, εἰς τὴν παράγραφον 2 νὰ φέρῃ τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα δικαστηρίου. Καί, ἐπαναλαμβάνω, ἐξωτερικὰ γνωρίσματα εἶναι ἡ δημοσιότης τῶν συνεδριάσεων, τὸ ᾐτιολογημένον τῶν ἀποφάσεων καὶ ἡ ἀπαγγελία τούτων ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Αὐτὰ δὲν σᾶς χρειάζονται, πρέπει αὐτὰ νὰ τὰ διαγράψετε ὅλα, διότι ἐφ’ ὅσον θὰ παραμείνῃ ἡ ἐγγύησις τῆς προσφυγῆς κατὰ τῶν ἀποφάσεων τοῦ ΑΣΔΥ, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἔχετε κανένα λόγον νὰ διατηρήσετε τὰς διατάξεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐνέχουν τὸ σπέρμα τοῦ νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας τὸ ΑΣΔΥ ὡς διοικητικὸν δικαστήριον. Ἐὰν θέλετε νὰ παραμείνῃ ὡς τὸ ἐσκέφθητε σεῖς, ὡς συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως, πρέπει νὰ φύγουν ὅλα αὐτά.
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαλουκᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§341Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν διὰ τὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ τὸ ἄρθρον 6 κεφάλαιον Βʹ παράγραφος 4, μεταξὺ δικηγόρων ἐγκατεστημένων εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ δικηγόρων ἐπαρχιακῶν συλλόγων, θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον οἱ συνάδελφοι κ.κ. Στειρόπουλος καὶ Ἰορδάνογλου, μὲ ἐπρόλαβαν. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸν καί, ὅπως ἐτέθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀποδεικνύεται πάντοτε, ὅτι οἱ κατοικοῦντες εἰς τὰς Ἀθήνας θέλουν τὰ πάντα διὰ τὸν ἑαυτόν των. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον, πρέπει νὰ τεθῇ, ὅτι ὁπωσδήποτε, οἱ δικηγόροι, οἱ ἔχοντες τὴν ἄλφα ὑπηρεσίαν, ἀνεξαρτήτως ἐὰν εἶναι παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ, διότι δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις νὰ προαχθῶμεν, νὰ δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ὠφεληθῇ ἐξ αὐτοῦ, διότι ὑπάρχουν ἐντιμότατα στελέχη ἰδικά της εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς συλλόγους, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιήσῃ, στελέχη μὲ ἦθος καὶ ἱκανότητα, περισσοτέραν ἀπὸ δικηγόρους, διαμένοντας ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι συνεκεντρώθησαν κατόπιν τῶν μέτρων τῶν ἑκάστοτε κυβερνήσεων, διότι οἱ πάντες ἐπιθυμοῦν νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐν Ἀθήναις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ συμπληρώσῃ τὴν διάταξιν καὶ καλῶ ὅλους τοὺς συναδέλφους τῶν ἐπαρχιῶν νὰ ὑψώσουν τὴν φωνήν των καὶ νὰ τὴν ἑνώσουν μαζί μου, ὥστε νὰ τεθοῦν ὅλοι οἱ δικηγόροι τῶν συλλόγων τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἴσην μοῖραν.
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Λυμπέρης, ἔχει τὸν λόγον.
§343Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνηγορῶ μὲ ὅσα ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος ἐξέθεσεν. Ὑπάρχουν δικηγόροι τῶν Πρωτοδικείων τῶν ἐπαρχιῶν, ἀσκοῦντες εὐδοκίμως ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὴν δικηγορίαν, εἶναι δὲ κατὰ πολὺ ἱκανώτεροι τῶν δικηγόρων Ἀθηνῶν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, πρέπει νὰ κάμῃ τὴν παραχώρησιν...
§344Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔκαμα. Ἔβαλα καὶ παρ’ Ἐφέταις.
§345Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Ὄχι......
§346Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πᾶς δικηγόρος, οἱουδήποτε Πρωτοδικείου, δύναται νὰ προαχθῇ παρ’ Ἐφέταις.
§347Λ. ΛΥΜΠΕΡΗΣ. Τὸ ξεύρω. Δὲν τὸ ἤσκησαν αὐτὸ τὸ δικαίωμα οἱ δικηγόροι τῶν ἐπαρχιῶν. Αἱ προτάσεις δικηγόρων παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ, μὲ ὑπηρεσίαν 20 ἐτῶν, εἶναι καλλίτεραι ἀπὸ τὰς προτάσεις τῶν παρ’ Ἐφέταις καὶ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ τῶν Ἀθηνῶν. Πέραν αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι, ὅπως εἶναι διετυπωμέναι αἱ παράγραφοι 1 καὶ 2 τοῦ ἄρθρου 6, ἔχει δίκαιον ὁ ἀξιότιμος κ. Ράλλης. Συνιστῶμεν Διοικητικὸν Δικαστήριον καὶ αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ δὲν ἀποτελοῦν πράξεις τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου. Πρέπει, ὁπωσδήποτε, νὰ εὕρωμεν μίαν ἄλλην διατύπωσιν τῆς παρ. 1 καὶ τῆς παρ. 2. Θὰ ὑπάρχῃ κατὰ τὴν διατύπωσιν δημοσιότης τῶν συνεδριάσεων, ᾐτιολογημένη ἔκδοσις τῶν ἀποφάσεων, θὰ ὑπάρχῃ παράστασις δικηγόρου καὶ παράστασις τῆς διοικήσεως. Καὶ αὐτὸ μᾶς λέτε, ὅτι θὰ εἶναι συλλογικὸν ὄργανον. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Θὰ εἶναι Διοικητικὸν Δικαστήριον.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στειρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§349Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ κ. Ἠλιοῦ ἔθεσε τὸ θέμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν. Ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν καὶ καλῶς τὴν ἐνόησα. Παρὰ ταῦτα, ἐπέμεινα, ὅτι οὐδεμία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὁσονδήποτε κατηγορηματική, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ἀποτελεῖ πρόθεσίν του καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Αἱ σχετικαὶ διατάξεις εἶναι τόσον σαφεῖς, ὥστε παρὰ πᾶσαν δήλωσιν, τὸ ΑΣΔΥ, ἀναποτρέπτως δι’ αὐτῶν μεταβάλλεται εἰς τακτικὸν Διοικητικὸν Δικαστήριον. Πέραν τῶν ὅσων ἐξέθεσα, ὅτε τὸ πρῶτον ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου καὶ τῶν ὅσων ἐσημείωσαν οἱ κ.κ. Ράλλης καὶ Ἠλιοῦ, ὑπογραμμίζω τὴν 1ην παράγραφον τοῦ Αʹ κεφαλαίου, κατὰ τὴν ὁποίαν, «αἱ ὑπὸ τῆς κειμένης νομοθεσίας προβλεπόμεναι προσφυγαὶ κατὰ πειθαρχικῶν ἀποφάσεων κλπ. ἀσκοῦνται, ἐφ’ ἑξῆς, ἐνώπιον τοῦ ΑΣΔΥ». Εἶναι σαφές, ὅτι, συμφώνως ἄλλωστε καὶ πρὸς τὸν ὁμολογούμενον σκοπὸν τῆς ἐλαφρύνσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀπὸ πλήθους ὑποθέσεων, ἡ ἐκδίκασις τῶν περὶ ὧν πρόκειται προσφυγῶν, ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀνατίθεται ἐφεξῆς εἰς τὸ ΑΣΔΥ. Κατὰ τὴν 2αν παράγραφον τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου — κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν προσφυγῶν τούτων — λαμβάνονται ἀπολύτως δικαστικαὶ ἐγγυήσεις καὶ τηρεῖται δικαστικὴ διαδικασία ἀπὸ τῶν τελῶν καὶ παραβόλων, τῶν προθεσμιῶν, τῆς δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων καὶ τῆς ἀπαγγελίας τῶν ἀποφάσεων, τοῦ ᾐτιολογημένου αὐτῶν, τῆς παραστάσεως ἢ συμπαραστάσεως πληρεξουσίου τοῦ προσφεύγοντος τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῆς διοικήσεως καὶ περαιτέρω τῆς προσφυγῆς καὶ ἀντιπροσωπεύσεως διοικήσεως ἐπὶ προσφυγῶν ὑπὲρ αὐτῆς ἀσκουμένων. Ποίαν ἀξίαν ἔχει οἱαδήποτε δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅταν τόσον σαφεῖς διατάξεις, ἀφαιροῦσαι τακτικὰ δικαστικὰ ἔργα ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀναθέτουσαι αὐτὰ εἰς τὸ ΑΣΔΥ, ὡς A CONTRARIO, ἀλλὰ καὶ εὐθέως προκύπτει ἐξ αὐτῶν, μεταβάλλουν τὸ ΑΣΔΥ εἰς Διοικητικὸν Δικαστήριον; Πόθεν, ἄλλωστε, προκύπτει, ἔστω καὶ ὡς ὑπαινιγμὸς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πρόθεσις τοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ ἁπλῶς ἡ ἄσκοπος, ἄλλωστε, ἵδρυσις δευτέρου βαθμοῦ συλλογικοῦ διοικητικοῦ ὀργάνου ἢ μᾶλλον ἡ ἀνάθεσις εἰς ὑφιστάμενον τοιοῦτον, τὸ ΑΣΔΥ, τοῦ ἔργου τῆς εἰς δεύτερον βαθμὸν ἐξετάσεως τῶν ἀποφάσεων τῶν ὑπηρεσιακῶν συμβουλίων, τῶν ἐπιβαλλουσῶν ποινὰς εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι, μετὰ ταῦτα, νὰ προσβάλλουν αὐτὰς ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὡς κοινὰς διοικητικὰς πράξεις; Κατηγορηματικῶς, κατηγορηματικώτερον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διαβεβαιοῦντος τὰ ἀντίθετα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ΑΣΔΥ μεταβάλλεται, ἀναμφισβητήτως, εἰς Διοικητικὸν Δικαστήριον, ἂν ἡ διατύπωσις τῶν συζητουμένων διατάξεων παραμείνῃ ἡ αὐτὴ καὶ ἡ σύγχυσις θὰ εἶναι ἄφευκτος.
§350Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μένω εἰλικρινῶς, κατάπληκτος, κ.κ. συνάδελφοι, διότι ἔπειτα ἀπὸ τόσα χρόνια ποὺ εὑρίσκομαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, πρώτην φορὰν μοῦ συμβαίνει νὰ ἀκούω μίαν τοιαύτην συζήτησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ τελειώνωμεν, δέχομαι νὰ προσθέσω εἰς τὰ ὅσα προηγουμένως ἐδέχθην, τὴν φράσιν, «ὡς συλλογικοῦ ὀργάνου τῆς διοικήσεως».
§351Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἤθελα μόνον νὰ εἴπω δύο λόγια, διὰ νὰ μὴ δημιουργοῦμεν ζητήματα μεταξὺ τῶν δικηγόρων Ἀθηνῶν καὶ ἐπαρχιῶν. Ὡς γνωστόν, οἱ δικηγόροι τῶν ἐπαρχιῶν, δὲν δύνανται νὰ εἶναι παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ καὶ πέραν αὐτοῦ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἔχομεν 7.000 δικηγόρους.
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τσαλδάρης, ἔχει τὸν λόγον.
§353Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν τελευταίαν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τοῦ ἀνυπάρκτου νομικοῦ θέματος, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§355Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6, κ. Πρόεδρε, ὡς εἶχε διατυπωθῆ ἀρχικῶς, καὶ πρὸ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι πρόκειται περὶ ὀργάνου τῆς διοικήσεως, περὶ συλλογικοῦ ὀργάνου. Ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, τὸ πράττω διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ θέματος συναφοῦς πρὸς τὸ ἄρθρον 6. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, κ. Ὑπουργέ, ὡς ἔχει σήμερον ἡ σύνθεσίς του, δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν προσφυγῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ ὡς εἶναι φυσικὸν σήμερον, τὸ ἔργον θὰ αὐξηθῇ ἔτι περαιτέρω, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Παρακαλῶ, συνεπῶς, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὴν ἐνίσχυσιν εἰς προσωπικὸν καὶ λοιπὰ μέσα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ ἔργον.
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6;
§357ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6, ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χ. Ἀποστολάκος.
§359Χ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ἄρθρου 7, ὁρίζεται, ὡς εἰσαγωγικὸς βαθμός, ὁ 8ος, ἀντὶ τοῦ μέχρι τοῦδε 9ου διὰ τὰς θέσεις δημοσίων ὑπαλλήλων, ποὺ ἀπῃτεῖτο, πτυχίον Νομικῆς, Ἀνωτάτης Ἐμπορικῆς, Παντείου καὶ Ἀνωτάτης Βιομηχανικῆς. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν, πρέπει νὰ ὑπαχθῇ καὶ τὸ πτυχίον τῆς Ταχυδρομικῆς Σχολῆς. Πιστεύω, λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἰδικῶς τὸ πτυχίον αὐτὸ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ διὰ τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους, διότι οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἄλλων εἰδικωτέρων γνώσεων, ἐκείνων τῶν ἀποκτωμένων εἰς τὴν σχολὴν αὐτὴν τῆς διετοῦς φοιτήσεως. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι διὰ λόγους ἴσης μεταχειρίσεως, θὰ πρέπει ὁ εἰσαγωγικὸς βαθμὸς εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν, νὰ εἶναι ὁ 10ος, ἀντὶ τοῦ μέχρι σήμερον ἰσχύοντος 11ου. Διότι, ἂν διὰ τὴν αʹ κατηγορίαν ὁρίζομεν εἰσαγωγικὸν βαθμὸν — καὶ πολὺ ὀρθῶς — τὸν 9ον, κατὰ ποίαν ἔννοιαν λογικῆς δὲν θὰ πρέπει νὰ ὁρίσωμεν εἰς τὴν βʹ κατηγορίαν τὸν 10ον ἀντὶ τοῦ 11ου;
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περρωτῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§361Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀσχέτως πρὸς τὸ τί νομίζετε, ὅτι θὰ ἀποκομίσῃ κανείς, ὁμιλῶν καὶ ὑπεραμυνόμενος τῶν ζητημάτων ὡρισμένης τάξεως, ἢ γενικῶς τῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἀναπτύξωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἀπόψεις μας, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Κύριε Πρόεδρε, τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς αʹ κατηγορίας ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως, εἶναι μόνον τὸ ὅτι οὗτοι ἀποτελοῦν τὴν πλειοψηφίαν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου. Περίπου τὸ 50% τῶν ὑπαλλήλων τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀνήκει εἰς τὴν αʹ κατηγορίαν. Καὶ ὅμως, εἰς ἄλλας εὐρωπαϊκὰς χώρας, τὴν Ἀγγλίαν ἢ τὴν Γαλλίαν, τὸ ποσοστὸν αὐτὸ τῶν ὑπαλλήλων, τῆς αʹ κατηγορίας, δὲν ὑπερβαίνει τὸ 7%. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι εἰς τὴν πατρίδα μας, ἡ κατηγορία αὐτή, διὰ τῶν συνεχῶν παροχῶν καὶ πλεονεκτημάτων, ἔναντι τῆς βʹ κατηγορίας τῶν ὑπαλλήλων, κατέχει ἐξέχουσαν θέσιν. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν, ὡς δικαίωμα, τὸν 10ον βαθμὸν εἰσαγωγῆς εἰς τὴν βʹ κατηγορίαν τῶν ὑπαλλήλων, ὅταν ἀναγνωρίζωμεν τὸν 8ον εἰς τοὺς τῆς αʹ κατηγορίας ὑπαλλήλους, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὅταν, ὡς θὰ ἴδωμεν εἰς περαιτέρω ἄρθρ., δίδωμεν δικαίωμα νὰ φθάσουν εἰς τὴν αʹ κατηγορίαν ὑπάλληλοι μὴ κεκτημένοι ἀπολυτήριον γυμνασίου. Ἐξ ἄλλου, θὰ εἶναι καὶ πρᾶξις δικαίου ὁ καθορισμὸς τοῦ 10ου βαθμοῦ, ὡς εἰσαγωγικοῦ, διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κατὰ πολὺ μικρότερον μισθολόγιον καὶ πρέπει νὰ τύχουν τοῦ αὐτοῦ εὐεργετήματος. Νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἑνότης εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ κινδυνεύῃ αὕτη ἀπὸ τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ βαθμοῦ τῆς κατηγορίας αὐτῆς; Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἡ αὐστηρότης σας, δὲν θὰ ἔκαμεν ἄλλο τι παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς βάρος μιᾶς πτωχῆς, ὅσον καὶ συμπαθοῦς, τάξεως.
§362Η. ΗΛΙΟΥ. Τότε, ποῖοι θὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὸν 11ον βαθμόν, οἱ τῆς γʹ κατηγορίας;
§363Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει νόημα ἡ ἐρώτησίς σας, κ. Ἠλιοῦ.
§364Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ καταστήσω σαφές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀποδεχθῇ καμμίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7. Γνωρίζω τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Ἀποστολάκος ὑπεστήριξεν ἀπόψε καὶ τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποστηρίξει καὶ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ παντοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν. Θὰ ἤθελον, ὅμως, νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι τὸ πτυχίον, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ κ. συνάδελφος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἰσότιμον μὲ τὰ πτυχία τῶν Ἀνωτάτων Σχολῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον 7. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ βασικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον θεμελιώνει τὴν ὅλην κατηγορίαν τῶν ὑπαλλήλων αʹ κατηγορίας, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ξεφύγωμεν. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ὑπαλλήλων κέκτηται τὸν 8ον βαθμὸν ὡς εἰσαγωγικὸν βαθμόν. Τὸν 8ον βαθμόν, ὡς εἰσαγωγικὸν βαθμόν, τὸν εἶχον ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι αʹ κατηγορίας, πλὴν τινῶν ἐξαιρέσεων. Ἐξεκίνησεν ὁ Κῶδιξ μὲ τὸν 9ον βαθμὸν καὶ σιγὰ– σιγά, ὑπὸ τὴν πίεσιν ὑπηρεσιακῶν ἢ ἄλλων ἀναγκῶν, ἐξῃροῦντο διάφοροι κατηγορίαι, διὰ τὰς ὁποίας ὡρίζετο ὁ 8ος βαθμός. Τελευταίως, ὡρισμέναι ὑπηρεσίαι εἶχον τὸν 9ον βαθμὸν ὡς εἰσαγωγικόν, ἀλλὰ καὶ αὗται ἀπέκτησαν τὸν 8ον. Τελικῶς ἀπέμειναν αἱ ἑξῆς ὑπηρεσίαι, ὡς ἀδικημέναι: «...(ἀναγινώσκει)...». Εἰς παλαιοτέραν διατύπωσιν τοῦ αὐτοῦ νομοθετήματος εἶχον ἀναφέρει ἐπωνύμως τὰς ὑπηρεσίας αὐτάς. Ἐπειδή, ὅμως, ἐσκέφθημεν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μείνῃ καμμία ὑπηρεσία, νὰ λησμονηθῇ, ἐσκέφθημεν νὰ γενικεύσωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν. Πέραν αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους οὔτε τοὺς ὑπαλλήλους βʹ κατηγορίας. Εἶναι ἀδύνατον ὁ εἰσαγωγικὸς βαθμὸς βʹ κατηγορίας νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ 11ον εἰς 10ον. Θὰ εἶναι μία βασικὴ ἀνατροπὴ τοῦ κρατοῦντος συστήματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ. Δι’ αὐτό, παρακαλῶ, νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω ποίαν περαιτέρω συζήτησιν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ.
§365Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἁπλῶς θὰ ἤθελον, ὑπὸ τύπον εὐχῆς, νὰ ἐκφράσω τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως τὸν ἀπασχολήσῃ μελλοντικῶς τὸ θέμα τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, διότι πρόκειται περὶ θέματος δικαίου ὅσον καὶ συμπαθοῦς.
§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ἔχει τὸν λόγον.
§367Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ θέμα τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἀπολύτως δίκαιον, δὲν πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι θὰ ἀπασχοληθῶμεν μὲ αὐτὸ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 14, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει περιληφθῆ ἡ ἔγχρωμος φωτογραφία τοῦ κ. Δημοπούλου. Διερωτᾶται κανεὶς ἐπ’ αὐτοῦ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι διὰ τὸν κ. Δημόπουλον ἰσχύει τὸ πτυχίον τῆς Σχολῆς Ταχυδρομικῶν διὰ νὰ εἶναι Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ δὲν ἰσχύει τὸ πτυχίον τῆς Σχολῆς αὐτῆς διὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸν 8ον βαθμόν. Πέραν τούτου θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, συμφωνῶν μὲ τὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἀναφορικῶς μὲ τὸν εἰσαγωγικὸν βαθμὸν τῆς δευτέρας κατηγορίας. Καὶ κατὰ τὰς ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς γενομένας συζητήσεις καὶ κατὰ τὴν πρό τινος συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ παρόντος, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω τὰς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἀπόψεις μου. Ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν Αʹ Κατηγορίαν ὁ εἰσαγωγικὸς βαθμὸς γίνεται ἀπὸ 9ος, 8ος, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν νὰ μὴ γίνεται ἡ αὐτὴ μεταχείρισις καὶ ὁ εἰσαγωγικὸς βαθμὸς νὰ μὴ γίνῃ ἀπὸ 11ος εἰς 10ον; Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξέφρασεν ἤδη τὰς ἐπ’ αὐτοῦ ἀπόψεις της καὶ δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας. Ἡμεῖς ὅμως ἐμμένομεν εἰς τὰς ἀπόψεις μας. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν τελευταίαν πρότασιν τοῦ ἄρθρου 7 λέγει, ὅτι «αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος ἰσχύουν ἀναλόγως καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους Ὑποθηκοφυλακείων». Ὑπάρχει τροπολογία ὑπογραφομένη ὑπὸ συναδέλφων διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ὅπως ἡ διάταξις ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς ἔμμισθα ὑποθηκοφυλακεῖα. Εὑρίσκω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἀπολύτως δικαίαν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐὰν κρίνῃ ὀρθὴν τὴν πρότασίν μου, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§369Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναπτύξαντα τὰς ἀπόψεις του ἐν σχέσει μὲ τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους. Διὰ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει διὰ τὸ ἄρθρον 14 θὰ ἐπρότεινα κἄτι, τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ἔχῃ ἀπήχησιν. Ἐφ’ ὅσον, διὰ τοῦ παρόντος ἄρθρου, καθιεροῦται ὡς εἰσαγωγικὸς βαθμὸς ὁ 8ος διὰ τὴν Αʹ Κατηγορίαν, νομίζω, ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ ἐξελισσομένους μέχρι τοῦ δευτέρου βαθμοῦ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὡς προσφυῶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βαρβιτσιώτης, νὰ μὴ ἔχῃ πτυχίον Ἀνωτάτης Σχολῆς ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς καὶ νὰ ζητῶμεν, διὰ τοὺς εἰσαγομένους πτυχίον τοιαύτης σχολῆς. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ κατὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν ὑπηρέτουν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, ἐγνώρισα ἀπὸ πολὺ κοντά, ἐπὶ δύο καὶ πλέον ἔτη, τὸν κλάδον αὐτὸν καὶ γνωρίζω, ὅτι οὗτοι ἐργάζονται περίπου ὡς οἱ ὑπάλληλοι τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, χωρὶς Κυριακὰς καὶ χωρὶς ἀργίας. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν φρονῶ, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν καὶ εἰς αὐτοὺς ὥστε νὰ εἰσάγωνται, μὲ τὸ πτυχίον τῆς Ταχυδρομικῆς Σχολῆς εἰς τὸν 8ον βαθμὸν καὶ νὰ ἐξελίσσωνται μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ Διευθυντοῦ Αʹ ἢ Βʹ τάξεως, βεβαίως ποτὲ ὅμως μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ. Βεβαίως ἤκουσα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχουν ἤδη εἰσέλθει τόσαι ὑπηρεσίαι, διατί ἆρά γε νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τόσα καὶ αὐτοὶ εἰς τὸν τόπον αὐτόν; Ἡ δευτέρα παρατήρησίς μου ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ΣΕΚ. Ὡς γνωστὸν οἱ ὑπάλληλοι τῶν ΣΕΚ δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα καὶ τόσον κατὰ τὴν πρόσληψιν, ὅσον καὶ κατὰ τὴν ὑπηρεσιακὴν ἐξέλιξιν, δὲν γίνεται καμμία διάκρισις μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ἔχουν πτυχίον καὶ ἐκείνων ποὺ δὲν ἔχουν. Δὲν ὑπάρχουν σχολαὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ΣΕΚ. Καὶ δι’ αὐτὸ σπανίως βλέπομεν ὑπαλλήλους αὐτῶν μὲ πτυχίον.
§370Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ μὴ ἐπιμένετε ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν ὑπαλλήλων τῶν ΣΕΚ. Διὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ θέματος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, θὰ ὑπάρξῃ ἐν συνεχείᾳ εἰδικὸν νομοσχέδιον.
§371Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ θέμα τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, διότι, ὡς προεῖπον, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, καὶ μένουν ξεκρέμαστοι. Δι’ αὐτὸ θὰ προέτεινα ὅπως προστεθῇ παράγραφος ἔχουσα οὕτω: «Εἰσαγωγικὸς βαθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῶν ΣΕΚ πτυχιούχων Νομικῆς, Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν, Α.Σ.Ε.Ε., Παντείου καὶ Ἀνωτάτης Βιομηχανικῆς Σχολῆς, ὁρίζεται ὁ τοῦ Γραμματέως Βʹ».
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἀλευρᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§373Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον κατ’ ἀρχὴν ἐπειδὴ δὲν ἔχω διαβάσει τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μοῦ εἴπητε τὴν σειρὰν τῶν ὁμιλητῶν, τὴν καθορίζει αὐθαιρέτως τὸ Προεδρεῖον ἢ ἀναλόγως τῆς προτεραιότητος τῆς ἐγγραφῆς; Διότι, κ. Πρόεδρε, ἤμην ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὸν κ. Ἀποστολάκον καὶ μὲ ἐμφανίζετε τώρα δέκατον κατὰ σειράν. Ψάχνω νὰ εὕρω ποῖον διαφωτιστικὸν σύστημα πρέπει νὰ ἔχωμεν διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὴν σειράν, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται κατὰ τὴν συζήτησιν.
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ κ. Ἀποστολάκος ἦτο εἰσηγητὴς καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ κ. Περρωτῆς. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔχετε ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τὴν προτεραιότητα τῶν εἰσηγητῶν. Ἐξ ἄλλου ἔχει ληφθῆ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τοὺς εἰσηγητάς.
§375Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Τί ἀπόφασις ἐλήφθη, κ. Πρόεδρε;
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ προτιμῶνται.
§377Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Μὲ συγχωρῆτε, κ. Πρόεδρε, τοιοῦτόν τι δὲν ἔχω διαβάσει εἰς κανένα ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Κύριε Ὑπουργέ, εἴπατε προηγουμένως μήπως ἐλησμονήθη καμμία ὑπηρεσία διὰ τὴν ἔνταξιν τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸν 8ον βαθμὸν ὡς εἰσαγωγικόν, τῶν ἐχόντων πτυχίον ἀνωτάτης σχολῆς. Ὁ συνάδελφος κ. Βαρβιτσιώτης σᾶς ὑπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῶν ληξιαρχείων. Ἔχω ὑπογράψει μετ’ ἄλλων συναδέλφων σχετικὴν τροπολογίαν ὅπως περιληφθοῦν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ οἱ πτυχιοῦχοι τῶν ὑποθηκοφυλακείων.
§378Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης νὰ μοῦ εἴπῃ τὴν ἄποψίν του διὰ νὰ μάθω, ἐὰν εἰς τὰ ληξιαρχεῖα ὑπάρχουν ὑπάλληλοι διὰ τοὺς ὁποίους προσὸν εἰσόδου εἶναι τὸ πτυχίον τῆς ἀνωτάτης σχολῆς. Δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Ὑποθέτω ἐξ αὐτοῦ ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα. Πάντως παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω ἀπάντησιν αὐτὴν τὴν στιγμήν, καὶ ἐὰν διαπιστωθῇ, ὅτι πράγματι ὑπάρχει θέμα διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ληξιαρχείου φυσικὰ θὰ τοὺς συμπεριλάβω. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δοθῇ αὐτὴ ἡ ἐξουσιοδότησις.
§379ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§381Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς. Ὅπως εἶναι διετυπωμένον τὸ ἄρθρον, ἡ διάταξις ἐφαρμόζεται ἀναλόγως καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑποθηκοφυλακείων, εἶναι ἀσαφές. Τὸ «ἀναλόγως» ποῦ ἀναφέρεται; Τὸ ἀναλόγως θὰ ἀναφέρεται, ὅτι εἰσάγονται μὲ τὸν 8ον βαθμὸν εἰσαγωγικὸν ἐφ’ ὅσον ἔχουν πτυχίον Νομικῆς. Μήπως αὐτὸ τὸ ἀναλόγως πρέπει νὰ διευκρινισθῇ;
§382Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ νόημα. Τὸ «ἀναλόγως» προστίθεται, διότι αὐτοὶ δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν Κώδικα. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο αὐτόματος ἡ ἐπέκτασις διατάξεως δι’ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἀλλὰ φυσικὰ θὰ εἰσάγωνται ἐπὶ 8ῳ βαθμῷ μόνον ἐὰν ὡς προσὸν διὰ τὴν θέσιν αὐτὴν ἀπαιτῆται τὸ πτυχίον. Δὲν γίνεται οὔτε ἐδῶ ἐξαίρεσις.
§383Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει σήμερον ὡς προσὸν διὰ τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα τὸ πτυχίον Νομικῆς. Ἑπομένως εἶναι ἄνευ σημασίας ἡ διάταξις.
§384Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δι’ αὐτὸ προσετέθη ἡ διάταξις καὶ εἶμαι κατηγορηματικὸς εἰς τὴν δήλωσιν αὐτήν, διότι δὲν πρόκειται ἡ προσωπικὴ κατάστασις τοῦ ὑπαλλήλου νὰ προσδιορίζῃ καὶ τὸν βαθμὸν εἰσόδου. Τοιοῦτον θεσμὸν δὲν πρόκειται ἐγὼ τουλάχιστον νὰ εἰσηγηθῶ. Δηλαδὴ διὰ τὴν αὐτὴν θέσιν ἐὰν ἔχῃς πτυχίον νὰ μπαίνῃς μὲ 8ον βαθμὸν καὶ ἂν δὲν ἔχῃς νὰ μπαίνεις μὲ 11ον. Αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ συμβῇ. Ὁμιλεῖ καὶ ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον αὐτὸ εἰς τὰς θέσεις ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας ὡς προσὸν εἰσόδου εἶναι τὸ πτυχίον τῆς ἀνωτάτης σχολῆς. Καὶ ἐκεῖ ὁ βαθμὸς εἶναι ὁ 8ος. Καὶ ρητῶς δηλῶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς φράσεως ποὺ ἀναφέρεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ὑποθηκοφυλακείων. Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δέχομαι τὴν ἐξίσωσιν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ληξιαρχείων, ὅπως εἶπον προηγουμένως ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ἀλευρᾶν.
§385Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει κἄποια σύγχυσις, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν πρόκειται νὰ εἰσάγωνται ἄλλοι μὲ 11ον, ἄλλοι μὲ 12ον καὶ ἄλλοι μὲ 8ον βαθμόν, διότι οἱ ὑπάλληλοι τῶν ὑποθηκοφυλακείων δὲν εἶναι ὑπάλληλοι αʹ κατηγορίας, καὶ διότι σήμερον εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα προσλαμβάνονται ὡς ὑπάλληλοι οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Συνεπῶς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ρυθμίσετε διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσλαμβάνονται σήμερον ὡς ὑπάλληλοι εἰς τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον μὲ εἰσαγωγικὸν βαθμὸν τὸν 8ον, ἐφ’ ὅσον ἔχουν πτυχίον ἀνωτάτης σχολῆς, λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ ἐπαγγέλματος εἰς τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα πρέπει ὁπωσδήποτε οἱ προσλαμβανόμενοι ὑπάλληλοι νὰ ἔχουν πτυχίον Ἀνωτάτης Σχολῆς Οἰκονομικῶν Ἐπιστημῶν ἢ Νομικῆς. Ἐὰν τὸ νόημα τῆς διατάξεως εἶναι αὐτὸ νομίζω, ὅτι οἱ ἴδιοι λόγοι συντρέχουν ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Γραμματείας Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς διασαφηνιζομένου, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν πτυχίον ἀνωτάτης σχολῆς.
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στειρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§387Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 7 καλῶς ἔχει εἰς ὅλας του τὰς διατάξεις. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν φράσιν, εἶναι προφανές, ἐπειδὴ οἱ ὑπάλληλοι τῶν ὑποθηκοφυλακείων δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, δὲν ἀνήκουν εἰς δύο κατηγορίας. Ἤδη προτείνεται ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πτυχίον ἀνωτάτης σχολῆς νὰ διορίζωνται μὲ εἰσαγωγικὸν βαθμὸν τὸν 8ον καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπολυτήριον Γυμνασίου θὰ προέτεινα νὰ μὴ διορίζωνται μὲ εἰσαγωγικὸν βαθμὸν τὸν 11ον ἀλλὰ τὸν 10ον. Ἐπίσης θὰ συνηγοροῦσα καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ἀφορῶσαν τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἐμμίσθων ληξιαρχείων. Ἅπαξ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ κάμῃ δεκτὴν σχετικὴν διάταξιν, ἐφ’ ὅσον συνεννοηθῇ, ἐπιφυλάσσομαι πρὸς τοῦτο. Πάντως ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως εἶναι, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἀπαιτεῖται πτυχίον Νομικῆς Σχολῆς καὶ μόνον διὰ νὰ ἐνταχθοῦν εἰς τὴν Αʹ Κατηγορίαν.
§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπαγιαβῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§389Γ. ΠΑΠΑΓΙΑΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρον σκοπὸν ἔχει νὰ θεραπεύσῃ ἀδικίας καὶ ἀνισότητας ποὺ ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν διαφόρων κλάδων τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ κάτοχοι μεταγυμνασιακῶν πτυχίων διορίζονται εἰς ὡρισμένας Ὑπηρεσίας μὲ τὸν 8ον βαθμόν, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας Ὑπηρεσίας μὲ μείζονα προσόντα διορίζονται μὲ μικρότερον βαθμόν. Ἀναφέρω χαρακτηριστικῶς τὴν τάξιν τῶν δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι εἰσήρχοντο μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ Γραμματέως Βʹ, ἐνῷ εἰς ἄλλας Ὑπηρεσίας μὲ πτυχίον Ἀνωτάτων Σχολῶν, εἰσήρχοντο μὲ μικρότερον βαθμόν. Θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς βάσις ἡ μεταγυμνασιακὴ μόρφωσις διὰ πάντας τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ προκειμένου καὶ περὶ τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεταγυμνασιακὴν μόρφωσιν ὑπερδιετοῦς φοιτήσεως εἰς Ἀνωτέραν Σχολήν. Τὸ θέμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡς καὶ ἄλλοτε ἀνέφερον, εἶναι καὶ ἠθικὸν καὶ οἰκονομικόν. Θὰ πρέπει καὶ ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν σημείων νὰ προσέξωμεν. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνετε εἰς τὴν ἄρνησίν σας διὰ τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους. Εἶναι ἕνα δίκαιον αἴτημα καὶ ἡ ρύθμισίς του θὰ ἐπισύρῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τῆς τάξεως αὐτῆς.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Μαναβῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§391Θ. ΜΑΝΑΒΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαζαρίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§393Γ. ΛΑΖΑΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῶν ὑπαλλήλων τῆς βʹ κατηγορίας. Εἶναι σωστὸν νὰ ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνη, ὅπως καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς αʹ κατηγορίας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ 9ου βαθμοῦ εἰσέρχονται μὲ τὸν 8ον. Θὰ πρέπει καὶ εἰς τὴν βʹ κατηγορίαν ἀπὸ τὸν 9ον βαθμόν, ὁ ὁποῖος ἰσχύει σήμερον νὰ ἰσχύσῃ ὁ δέκατος. Παρ’ ὅλην τὴν ἄρνησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνῃ καὶ νὰ δεχθῇ τὸ δίκαιον αὐτὸ αἴτημα.
§394Π. ΚΑΤΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῆς ἐκκινήσεως τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ 8ου βαθμοῦ. Ἔχουν καὶ αὐτοὶ πτυχίον διετοῦς φοιτήσεως, ὅπως οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ ἄλλαι κατηγορίαι. Γιατὶ αὐτὸς ὁ διαχωρισμός; Οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι μοχθοῦν νυχθημερὸν ἐργαζόμενοι καὶ τὰς Κυριακάς. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συμπεριλαμβάνονται οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ ἄρθρον 14.
§395Δ. ΚΙΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἐσπευσμένην ἀπόφασίν του διὰ τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους. Ἠκούσατε τὴν φωνὴν τῶν συναδέλφων δι’ αὐτούς. Ἀλλὰ ἕνας πρόσθετος λόγος εἶναι τὸ ὅτι οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι βάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 174)1962 ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, δὲν δύνανται νὰ διορισθοῦν ἐὰν δὲν ἔχουν πτυχίον Ταχυδρομικῆς Σχολῆς. Ὑπάρχει, λοιπόν, τὸ δεδικασμένον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας διὰ τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους. Ἄλλωστε, ἡ Ταχυδρομικὴ Σχολὴ εἶναι τριετοῦς φοιτήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διδάσκονται μαθήματα ποὺ διδάσκονται καὶ εἰς τὴν Νομικὴν Σχολήν, ὅπως Δημόσιον Δίκαιον, Ἰδιωτικὸν Δίκαιον, Πολιτικὴ Οἰκονομία, Δημοσιονομία κλπ. Εἶναι, λοιπόν, δίκαιον νὰ διορίζωνται μὲ τὸν 8ον βαθμόν. Θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Βαρβιτσιώτην, ὁ ὁποῖος ἔθιξεν ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἠνάλωσε τὴν ζωήν του εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν του. Ὁ κ. Δημόπουλος εἶναι ἐκ τῶν ἐξαιρέτων ὑπαλλήλων συγγράψας πλείστας μελέτας καὶ πολλάκις ἐδημοσίευσεν εἰς ἔγκυρα περιοδικὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Δὲν δύναται ὁ οἱοσδήποτε...
§396Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὄχι καὶ ὁ οἱοσδήποτε.
§397Δ. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ θίγῃ τὸν κ. Δημόπουλον, ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, συμμετασχὼν εἰς πλεῖστα διεθνῆ συνέδρια εἰς Βιέννην, Ὀττάβα κλπ.
§398Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Μὲ ἀπεκάλεσεν ὁ «οἱοσδήποτε».
§399ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, κ. Βαρβιτσιώτη.
§400Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. συνάδελφος.
§401Δ. ΚΙΝΙΑΣ. Τί νὰ ἀνακαλέσω; Ἐγὼ δὲν ἔθιξα κανένα προσωπικῶς.
§402Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι, ὅτι δὲν δύναται κανεὶς νὰ θίξῃ τὸν κ. Δημόπουλον. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ ἐκτιμήσουν τὴν δήλωσιν τὴν κατηγορηματικὴν εἰς τὴν ὁποίαν προέβην. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ διάκειμαι δυσμενῶς ἔναντι τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων, ἀντιθέτως καμμία Κυβέρνησις δὲν ἔδωσεν εἰς τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους αὐτά, τὰ ὁποῖα δίδομεν ἡμεῖς μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν. Δι’ αὐτό, παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους τῆς Συμπολιτεύσεως, νὰ ἐκτιμήσουν αὐτὴν τὴν παροχὴν ποὺ δίδομεν πρὸς τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νὰ αὐξομειώσωμεν τὸ πτυχίον τῆς Ταχυδρομικῆς Σχολῆς, μὲ τὸ πτυχίον τῶν Ἀνωτάτων Σχολῶν. Μαχόμεθα νὰ τηρήσωμεν ὡρισμένας ἀρχὰς εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν Κώδικα. Δὲν ἠμπορεῖ τὸ συναίσθημα νὰ μᾶς παρασύρῃ εἰς ρωγμάς, διότι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν ὑπάρχει Κῶδιξ, δὲν ὑπάρχει τίποτε. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ἐπέκτασιν καὶ εἰς τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους, διότι ἐὰν τὴν δεχθῶ, δὲν δύναμαι νὰ ἀντείπω καὶ εἰς ἄλλους ποὺ θὰ ζητήσουν ἐπέκτασιν τοῦ εὐεργετήματος. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δίδει ἱκανοποίησιν εἰς βασικὸν αἴτημα τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου, ἀποκαθιστᾷ τὴν δικαιοσύνην εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον. Τί θέλετε, νὰ ἐμποδίσετε τὴν ψήφισιν; Δι’ αὐτό, θὰ παρεκάλουν, ἀφοῦ ἀπὸ αὐτὸ τὸ πνεῦμα διεπόμεθα ὅλοι, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου. Ἀρκετὴ ἱκανοποίησιν δίδομεν. Ἂν κἄποιος ἄλλος εἰς τὸ μέλλον ἠμπορῇ νὰ δώσῃ περισσότερα, ἂς δώσῃ. Αὐτὴν τὴν ὥραν νομίζω, ὅτι ὁ κλάδος τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων πρέπει νὰ εἶναι, καὶ εἶναι ἱκανοποιημένος, ἀπὸ τὰς παροχὰς ποὺ τοῦ δίδομεν.
§403Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὡς εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον 7 ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς παρεξηγήσεις. Ἐκτὸς τῆς Νομικῆς Σχολῆς, τῆς Παντείου καὶ τῆς Α.Σ.Ο.Ε., ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι Σχολαί, ὅπως εἶναι ἡ Μαθηματική, ἡ Χημική, ἡ Γεωπονική, αἱ ὁποῖαι δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθοῦν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ πρόθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἀποκλεισθοῦν αἱ Σχολαὶ αὗται. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ βάλετε ὑπὸ τὴν γενικὴν ἔννοιαν τῶν Ἀνωτάτων Σχολῶν.
§404Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κ. συνάδελφε. Πολλαὶ ἀπὸ τὰς Σχολάς, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε ἔχουν μεγαλύτερον εἰσαγωγικὸν βαθμόν. Ἔτσι ὡς εἶναι διατυπωμένον, καλύπτονται ὅλαι αἱ περιπτώσεις.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χαραλαμπόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§406Ι. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς σαφῶς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ τροπολογίας εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποστηρίξω ὡρισμένας περιπτώσεις. Πρῶτον, ἐφ’ ὅσον ἀνεβάζομεν κατὰ ἕνα σκαλοπάτι τοὺς ὑπαλλήλους τῆς αʹ κατηγορίας, νομίζω, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ἀνεβάσωμεν κατὰ ἕνα σκαλοπάτι καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς βʹ κατηγορίας. Δεύτερον, δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμένει νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι. Παρ’ ὅλα τὰ εὐεργετήματα ποὺ τοὺς χορηγοῦνται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, πιστεύω, ὅτι ἡ ἐξαίρεσις θὰ δημιουργήσῃ εἰς τοὺς ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους πικρίαν. Πρόκειται διὰ συμπαθῆ τάξιν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι προπολεμικῶς ποὺ ἐμάστιζε τὴν χώραν μας ἡ φυματίωσις, ἡ στατιστικὴ ἐνεφάνιζε τὴν τάξιν τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων πρώτην εἰς φυματίωσιν λόγῳ τῶν συνθηκῶν ἐργασίας. Ἐκτὸς τῶν συναισθηματικῶν λόγων εἶναι καὶ οἱ οὐσιαστικοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦν ὑπὲρ τῶν ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων. Εἰς τὴν χώραν μας λειτουργοῦν πολλαὶ ἐπαγγελματικαὶ σχολαί. Μέχρι πρό τινος δὲ δὲν εἶχον ἀναγνωρισθῆ ὡς ἀνώταται σχολαὶ καὶ αἱ στρατιωτικαὶ σχολαί, παρ’ ὅτι ἐκ τῆς Σχολῆς Εὐελπίδων ἐξῆλθον ἄξιοι ἡγήτορες τοῦ στρατεύματος καὶ πολλοὶ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς Εὐελπίδων ἅμα τῇ ἀποφοιτήσει των ἐδημιούργησαν καρριέραν τοιαύτην ποὺ ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ γίνουν καὶ Πρωθυπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος. Συνεπῶς δὲν πρέπει τὰς περιπτώσεις τῶν Ἐπαγγελματικῶν Σχολῶν νὰ τὰς κρίνωμεν μόνον τύποις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν οὐσίαν. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐγνωμάτευσε καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 114 ἀποφάσεώς του ἔκρινε τὸ πτυχίον τῆς Τριατατικῆς Σχολῆς ὡς πτυχίον Αʹ Κατηγορίας. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ μεταφέρω πῶς κρίνουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὰς ἀξίας. Ἐκεῖ ἐκτιμῶνται αἱ γνώσεις καὶ ὄχι τὰ διπλώματα. Ἐνθυμοῦμαι ὅταν ἔδιδα ἐξετάσεις διὰ τὴν ἀπόκτησιν διπλώματος μηχανικοῦ, μαζύ μου ἔδιδε ἐξετάσεις ἕνας γέρων 67 ἐτῶν ποὺ δὲν εἶχε προσόντα, ἀλλὰ εἶχε τοιαύτας γνώσεις, ποὺ κατ’ ἀξίαν ἔλαβε τὸ δίπλωμα. Μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐφαρμόζεται ἡ χορήγησις διπλώματος κατ’ ἀξίαν. Πιστεύω, ὅτι συντόμως καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ ἐκτιμῶνται αἱ ἀξίαι. Εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 θὰ μοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτύξω ἐκτενέστερον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τὰς ἀπόψεις μου.
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαλουκᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§408Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Δὲν ἀντελήφθην, κ. Πρόεδρε, ἂν ὑπάρχῃ κανείς, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ διαφωνῇ, ὅτι χρειάζεται καὶ ἕνα τυπικὸν προσόν, διὰ νὰ μπαίνῃ τις σὲ μίαν ὑπηρεσίαν. Δὲν ἀντελήφθην, ἀπολύτως, τὰ ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Χαραλαμπόπουλος καὶ θὰ περιμένω νὰ τὸν ἀκούσω εἰς τὸ ἄρθρον 14. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, περὶ τῶν ταχυδρομείων καὶ περὶ ληξιαρχείων, νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφισθῇ, μετὰ τὴν ψήφισιν δὲ τοῦ ἄρθρου 7, θὰ συμφωνήσετε καὶ σεῖς, ὅπως καὶ ὅλαι αἱ πτέρυγες, νὰ διακόψωμεν.
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7 δεκτόν;
§410ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως, τὸ ἄρθρον 7 γίνεται δεκτόν.
§412Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 8 καὶ νὰ διακόψωμεν.
§413Χ. ΠΙΠΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸ ἄρθρον 8 νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τοὺς κλητῆρας τῆς Βουλῆς.
§414Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι θέμα τῆς ἀρμοδιότητός του αὐτό. Εἶναι θέμα Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 γίνεται δεκτόν;
§416ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§417ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 8. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§418ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§419ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6ην μ.μ. μὲ θέματα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 2 π.μ.)