1965.02.04
4.866 στίχοι · 36.843 λέξεις · 204 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37η
Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 1965
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 6.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Δούκας, ζητεῖ ἄδειαν, προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. Κιτσίκης, ζητεῖ ἄδειαν προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Φ. Παναγιωτόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικὰ τῆς 2ας καὶ 3ης Φεβρουαρίου ἐ.ἔ.
§6Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς 2ας καὶ 3ης Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. μὲ φραστικὰς διορθώσεις τοῦ κ. Βερνίκου. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι: Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Σ. Κατσώτας, Δ. Ἰωάννου καὶ 2) Π. Κατσώτας, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς περὶ προστασίας ἀναπήρων πολέμου καὶ εἰρηνικῆς περιόδου στρατιωτικῶν Νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Τ. Πλεύρης, Δ. Κωστῆς, Ι. Κουτσοχέρας, Γ. Παπαδημητρίου, 2) Π. Κατσώτας, 3) Γ. Βασιλᾶτος, 4) Ι. Ἀλευρᾶς, 5) Χ. Ἀποστολάκος καὶ 6) Ε. Κοθρῆς, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος κ. λ. π.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. 1) Ι. Κουτσοχέρας, 2) Γ. Βογιατζῆς, Α. Βερνῖκος, Σ. Κωτιάδης, Γ. Πέτσος, Δ. Κωστῆς, Σ. Ἐλαφρὸς καὶ 3) Γ. Ἡγουμενάκης, Ε. Ἀνερούσης, Ν. Ἀναγνωστόπουλος, Α. Καλαντζάκος, Ι. Διαμαντόπουλος καὶ Χ. Πιπιλῆς, καταθέτουσι τροπολογίας τῶν διατάξεων «περὶ φορολογίας μεταβιβάσεως ἀκινήτων καὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ἀστικῶν οἰκοπέδων». Ὁ βουλευτὴς κ. Φ. Παπαδόπουλος, καταθέτει προσθήκην, ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἀποδοχῶν καὶ ἐπιδόματος ἀδείας εἰς ἐργατοτεχνίτας οἰκοδόμους». Ἐπίσης ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς Βιομηχανίας κ. Νικόλαος Μάρτης, μοὶ ἀπέστειλεν ἀπαντητικὸν ὑπόμνημα ἐπὶ τῆς ἀπὸ 22.1.65 προτάσεως τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΔΑ «περὶ καταδιώξεως ἐνώπιον τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος Εἰδικοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν αὐτῇ ἀναφερομένων τέως Ὑπουργῶν ἐν οἷς περιλαμβάνεται καὶ οὗτος καὶ λοιπῶν συναιτίων διὰ τὰ θέματα τῆς ΔΕΗ, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς:
ΝΙΚ. ΜΑΡΤΗΣ
τ. Ὑπουργὸς Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Φεβρουαρίου 1965 Α.Ε. Κον Γ. Ἀθανασιάδην–Νόβαν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἐνταῦθα Κύριε Πρόεδρε, Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ κ. Παν. Κανελλόπουλος, καὶ οἱ ἐπίλεκτοι ἐκπρόσωποι τοῦ Κόμματος, κατέρριψαν ἐκ βάθρων τὴν κατὰ τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς ΕΡΕ καὶ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Κων. Καραμανλῆ καὶ ὡρισμένων συνεργατῶν του κατηγορίαν. Δεδομένου ὅμως, ὅτι εἰς τὴν πρότασιν παραπομπῆς περιλαμβάνομαι καὶ ἐγώ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως θέσητε ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τὰς ἐπὶ τῶν συνδεομένων μὲ ἰδικήν μου δραστηριότητα θεμάτων ἀπόψεις μου.
ΘΕΜΑ ΜΕΓΔΟΒΑ–ΤΑΥΡΩΠΟΥ
Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς εὐρεῖαν ἀνάπτυξιν προέβη ὁ κ. Παπαληγούρας. Προσωπικῶς εἶχον προβῆ εἰς τὰς ἀκολούθους δύο ἐνεργείας: α) τὴν 10ην Ἰανουαρίου 1961 καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4538)780)16.1.61 ἐγγράφου μου καὶ κατόπιν αἰτήσεως τῆς ΕΔΑ, κατέθεσα ὁλόκληρον τὸν φάκελλον Μέγδοβα, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ δυνατότης μελέτης του καὶ οἱασδήποτε φύσεως ἐνεργείας ἐκ μέρους τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ φάκελλος παρελήφθη ὑπὸ τοῦ κ. Νικολάου Κιτσίκη, βουλευτοῦ τῆς ΕΔΑ, τὴν 24.1.1961 ἀπὸ τὴν Βουλήν. β) Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν πρώτων ἐπιστολῶν Φιλαρέτου καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ Πεζόπουλος ἠρνεῖτο οἱανδήποτε ἐνοχήν, ἰσχυριζόμενος, ὅτι λόγῳ τῆς διαστάσεως μετὰ τῆς συζύγου του καὶ τῆς μὴ διαμονῆς του εἰς τὴν παλαιὰν κατοικίαν του, δὲν ἔλαβε κἂν γνῶσιν τῶν ἐπιστολῶν τοῦ ἀποθανόντος Φιλαρέτου καὶ ἀρνούμενος τὴν κατηγορίαν, προσωπικῶς μετέβην εἰς τὸν τότε προϊστάμενον τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν καὶ τὸν παρεκάλεσα ὅπως ἐνεργήσῃ τὴν σχετικὴν ἔρευναν. Μετά τινα χρόνον ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὸν ἴδιον, ὅτι ἀπὸ τὰ κριθέντα στοιχεῖα οὐδὲν προέκυπτεν καὶ ὅτι ὁ φάκελλος ἐτέθη εἰς τὸ Ἀρχεῖον. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης τοῦ Εἰσαγγελέως Ἀθηνῶν (ὡς ἤδη δὲ πληροφοροῦμαι καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Πατρῶν) ἡ μὴ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς ΔΕΗ ἀνακίνησις οἱασδήποτε ἐνεργείας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ τέλος ἡ μὴ ὑπὸ τῆς ΕΔΑ ἀνακίνησις τοῦ θέματος, φυσικὸν ἦτο νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸ νὰ μὴ προβῶ εἰς περαιτέρω ἐνεργείας. Ὅταν βραδύτερον ἐδημοσιεύθησαν ὅλαι αἱ ἐπιστολαὶ Φιλαρέτου, ἐν φωτοτυπίᾳ, ἡ τότε Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐντονωτέραν δυνατὴν ἀντίδρασιν, δηλαδὴ ἀντικατάστασιν τῆς Διοικήσεως τῆς ΔΕΗ καὶ κατάρτισιν δικαστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐλέγχου.
ΘΕΜΑ ΑΛΟΥΜΙΝΙΟΥ
Τὸ θέμα ἀνεπτύχθη ἤδη εὐρύτατα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη. Ἐπιθυμῶ ὅμως ὅπως προσθέσω τὰς ἀκολούθους σκέψεις: Τὸ ἀλουμίνιον ἀπετέλει τὸ ὄνειρον τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας καὶ τῶν τεχνικῶν μας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1840. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἡ κυρίως ἠλεκτροβόρος βιομηχανία καὶ χρειάζεται καὶ πολὺ καὶ φθηνὸ ρεῦμα, οἱ πάντες ἀνέμενον τὸν Ἀχελῶον, ἵνα ἐκ τῆς ἠλεκτρικῆς δυνάμεως ποὺ θὰ παρεῖχε, ἐτροφοδοτεῖτο καὶ τὸ ἀλουμίνιον. Ὁ Ἀχελῶος κτίζεται καὶ μάλιστα μὲ τοὺς καλυτέρους δυνατοὺς ὅρους ποὺ ἔτυχε παραγωγικὸν ἔργον τῆς χώρας, τὰς τελευταίας δεκαετίας. Ἤτοι μὲ δανεισμὸν ἐξ Ἀμερικῆς καὶ μὲ τόκον 3½%. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφερθῇ πρὸς σύγκρισιν ὅτι ἐν Ἀμερικῇ πάλιν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὸ 1964 συνῆψε δανεισμὸν μὲ 6%. Συνεπῶς ἀπὸ ἀπόψεως παραγωγῆς ἐνεργείας, ἐξησφαλίσθη ἡ καλυτέρα προϋπόθεσις. Ἀπὸ ἀπόψεως τιμῆς ρεύματος, κατ’ ἀρχήν, ἔπρεπε νὰ προσαρμοσθῶμεν εἰς τὰ διεθνῶς ἰσχύοντα, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο νὰ συμβληθῇ ἡ ΔΕΗ, μὲ οἶκον ἔχοντα δραστηριότητα εἰς διεθνῆ χῶρον. Τὸ ποῦ ἔπρεπε νὰ προσανατολισθῶμεν, μᾶς τὸ λέγει αὐτὴ ἡ ΕΔΑ. Διότι ἡ ΕΔΑ ὁλόκληρον τὴν θέσιν της εἰς τὸ ἀλουμίνιον ἐστήριξεν εἰς τὴν θεωρητικὴν συγκρότησιν τοῦ εἰδικωτέρου ἐκπροσώπου της ἐν προκειμένῳ, δηλαδὴ τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πολυτεχνείου κ. Νικ. Κιτσίκη, βουλευτοῦ τῆς
ΕΔΑ.
Ὁ κ. Ν. Κιτσίκης τὸ 1960, εἰς ἄρθρα του δημοσιευθέντα εἰς τὸ περιοδικὸν «ΝΕΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ» (Ἀπρίλιος– Μάϊος 1960) (δηλαδὴ πρὶν ἢ τεθῇ θέμα ἀλουμινίου), ἔθεσε τρεῖς ἀπόψεις του, δημοσίᾳ: 1. Ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ ἀλουμινίου ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ νὰ εἶναι ἀνωτέρα τῶν 6 ἕως 9 λεπτῶν τῆς δραχμῆς. 2. Ὅτι εἰς τὸν Καναδᾶν καὶ τὴν Νορβηγίαν, εἶναι κάτω τῶν 6 λεπτῶν, καὶ 3. Ὅτι εἰς τὸν SANAGA ἢ PESSINE (καὶ ἔχει τοῦτο ἰδιάζουσαν σημασίαν δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας), ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της ρεῦμα μὲ τιμὴν 4,2 λεπτά. Πλὴν τῶν ἀνωτέρω ὁ ἁρμόδιος σύμβουλος τῆς Κυβερνήσεως, δηλ. τὸ Διοικ. Συμβούλιον τῆς ΔΕΗ, δι’ ὁμοφώνου ἀποφάσεώς του, ἐγγράφως ἐπληροφόρησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μὲ τὴν μέσην τιμὴν τῶν 10,4 λεπτῶν, κατὰ μέσον ὅρον, ποὺ συνεφωνεῖτο, ἡ ΔΕΗ ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχανε, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐκέρδιζε. Καὶ ἐρωτᾶται: Ποῖος, ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἀνωτέρω προϋποθέσεις δὲν θὰ ἀπεφάσιζε τὸ ἀλουμίνιον, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι μὲ τοὺς 200.000 τόννους βωξιτῶν εἰσπράττει ἐτησίως 1.000.000 δολλάρια, καὶ ὅταν μὲ τοὺς αὐτοὺς βωξίτας, δηλ. 200.000 τόννους, ὅταν γίνουν ἀλουμίνιον, θὰ εἰσπράττῃ ἡ Ἑλλὰς 26.000.000 δολλάρια ἐτησίως. Καὶ πλέον αὐτοῦ ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἐργατικὴ ἀπασχόλησις καὶ αἱ ἄπειραι ἐπιπτώσεις ἐκ τῆς δημιουργίας νέων βιομηχανιῶν ἐκ τοῦ ἀλουμινίου, ὡς καὶ βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν ἐκ τῆς λειτουργίας τούτου. Ἡ ΕΔΑ ὀφείλει, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν τὰ ἀνωτέρω δεδομένα, δηλαδή: 1) Ἀχελῶος ἀνεγειρόμενος μὲ τοὺς καλυτέρους δυνατοὺς ὅρους, καὶ 2) τιμὴ ρεύματος ἀνωτέρα αὐτῆς ποὺ ὑποστηρίζει ἡ ἰδία (ἡ ΕΔΑ) καὶ τιμὴ πολλαπλασία αὐτῆς ποὺ ἰσχύει ἀλλαχοῦ, νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσῃ δημοσίᾳ δύο πράγματα: Ἢ ὅτι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ γίνῃ ἀλουμίνιον, ἢ ὅτι ἂν γίνῃ θὰ πρέπει νὰ ἐπιδοτῆται ἂν δὲν δέχεται τὰς ἀπόψεις τῆς ΔΕΗ. Ὡς ὑπεστηρίχθη ὅμως ἐκ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, ἡ ἐπιτευχθεῖσα τιμὴ ὄχι μόνον δὲν εἶναι ζημιογόνος διὰ τὴν ΔΕΗ, ἀλλὰ καὶ κερδοφόρος. Πλὴν τῶν ἀνωτέρω διὰ τὸ θέμα τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, ὑπάρχει καὶ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ συμβάσεως ὑπογραφείσης ἁπλῶς ὑπὸ Ὑπουργῶν, ἀλλὰ περὶ συμβάσεως κυρωθείσης δὶς διὰ νόμου ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, τὴν δὲ δευτέραν φορὰν ὄχι μόνον ὑπὸ τῶν βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας.
ΕΠΙΚΡΙΣΙΣ ΔΙΑ ΤΟ ΘΕΜΑ ΣΤΥΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ἐλέχθη ὅτι δῆθεν ἠγνόησα τὰς καταγγελίας Στυλιωτοπούλου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὁ Στυλιωτόπουλος, πρώην ὑπάλληλος τῆς ΔΕΗ, ἀπολυθεὶς τῆς ΔΕΗ πρὸ μακροῦ, προσῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖόν μου καὶ ἐζήτησε τὴν ἐπέμβασίν μου διὰ τὴν ἐπαναπρόσληψίν του. Συγχρόνως δὲ κατήγγειλε καὶ ὡρισμένας ἀτασθαλίας, ὡς ἐνθυμοῦμαι μιᾶς ὑποθέσεως Ἀλεξάτου. Ἤτοι ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀνεφέρετο, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἰς περίοδον τοὐλάχιστον 6 ἕως 7 ἐτῶν περίπου πρὸ τῆς ὑπουργοποιήσεώς μου. Τοῦ ὑπέδειξα ὅτι τὰς καταγγελίας μόνον ἐγγράφως δέχομαι. Καὶ ὑπέβαλεν ἔγγραφον καταγγελίαν. Τὴν ἀναφορὰν διεβίβασα ἐγγράφως εἰς τὴν ΔΕΗ, καὶ ἐζήτησα ἐξηγήσεις. Διὰ τὸν ἐπαναδιορισμόν του ἀντετάχθη ἄρνησις τὴν ὁποίαν τοῦ ἀνεκοίνωσα. Ἀλλὰ ἡ ἀναφορά του διεβιβάσθη ἐν συνεχείᾳ ἐκ τῆς ΔΕΗ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Οὐδὲν ἕτερον ἠδυνάμην νὰ πράξω. ΘΕΜΑ E.C.I. — ΜΕΛΕΤΗΣ ΚΡΕΜΑΣΤΩΝ Ὅταν ἐλήφθη τὸ δάνειον τοῦ D.L.F. ἐγεννήθη θέμα ἀναθέσεως τῆς μελέτης. Καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὰ ἐν Ἀμερικῇ κρατοῦντα διὰ τὰς μελέτας καὶ τὴν ἐπίβλεψιν, ἀποκλείεται ἡ διενέργεια διαγωνισμοῦ, χωρεῖ δὲ διαπραγμάτευσις μὲ ἕνα οἶκον καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ μὲ ἕτερον, ἡ Κυβέρνησις, χάριν τοῦ ἀδιαβλήτου καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν καλυτέρων ὅρων, ὑπέδειξεν ὅπως διενεργηθῇ διαγωνισμὸς (ἔκθεσις δικαστῶν σελὶς 102, παρ. 4 στ. 2). Εἰς τὴν πρόσκλησιν ἀπήντησαν 82 οἶκοι. Ἐξ αὐτῶν ἐπελέγησαν ὡς κατάλληλοι ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς τῆς ΔΕΗ 50 οἶκοι. Καὶ τέλος, ὁ διαγωνισμὸς περιωρίσθη μεταξὺ τῶν 4 καλυτέρων τοιούτων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ἡ EBASCO καὶ ἡ E.C.I. (ἔκθεσις δικαστῶν). Μετὰ τὸ ἄνοιγμα τῶν προσφορῶν ἡ δευτέρα κατὰ σειρὰν Ἑταιρεία E.C.I., ἐζήτησεν ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῶν προσφορῶν τῶν ἄλλων, θέτουσα καὶ τὴν προσφορὰν τὴν ἰδικήν της εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἄλλων. Ἐκλήθη ὁ κ. Πεζόπουλος, τοῦ διεβιβάσθη τὸ αἴτημα καὶ ὑπόδειξις ὅπως ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας Ἐπιτροπῆς δοθοῦν ὅλαι αἱ προσφοραὶ εἰς ὅλους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη καὶ ἔκρινεν ὀρθόν. Τὸ ὅτι ἡ ὑπόδειξις ἀφεώρα ὅλους τοὺς συμμετασχόντας εἰς τὸν διαγωνισμὸν καὶ ὅτι ἐκρίθη ὀρθόν, ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐπιστολὴν Γουναράκη–Πεζοπούλου, τῆς 9.2.62, δημοσιευθεῖσαν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τῆς 27 Ἰουνίου 1962, σελὶς 22. Τὸ αἴτημα ἐγένετο δεκτὸν διὰ τοὺς κάτωθι τρεῖς λόγους: α) Ἦτο αἴτημα νόμιμον. Διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνοίξουν αἱ προσφοραὶ διαγωνισμοῦ, ἡ προσφορὰ εἶναι δημόσιον ἔγγραφον καὶ πᾶς τις ἠδύνατο νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ περιεχομένου, κακῶς δὲ ἠκολουθεῖτο ὑπὸ τῆς ΔΕΗ εἰς τὸ παρελθὸν ἡ ἀντίθετος τακτική, κατὰ τὴν γνώμην μου. β) Ἦτο αἴτημα χρήσιμον, διότι μόνον ὅταν αἱ προσφοραὶ τεθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἀνταγωνιστῶν (φυσικὰ ἀφοῦ ἀνοιχθοῦν αἱ προτάσεις) τότε ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἐπιτύχῃ ἀποκάλυψιν τῶν λανθανουσῶν ρητρῶν καὶ ἐξασφαλίσῃ περισσότερον ἀντικειμενικὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ καὶ καλυτέρους ὅρους. γ) Ὡς γνωστὸν ἡ EBASCO ἐπὶ μίαν πενταετίαν διηύθυνε τὴν ΔΕΗ, ἐπὶ πλέον δὲ εἶχε προηγηθῆ τοῦ διαγωνισμοῦ αὐτοῦ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἀνάθεσις τῆς προμελέτης αὐτοῦ τοῦ ἔργου παρὰ τῆς ΔΕΗ εἰς τὴν EBASCO, διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοῦ δανείου. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω δύο λόγους, δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ καὶ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία εἰς ξένον οἶκον, ὅτι ἦτο δυνατόν, νὰ ὑπάρξῃ εὐνοϊκὴ μεταχείρισις ὑπὲρ τῆς EBASCO, λόγῳ προκαταλήψεως. Μετὰ τὴν μελέτην τῶν φακέλλων, γενομένην ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ΔΕΗ, ἡ E.C.I. κατήγγειλεν ἐγγράφως διὰ τῆς ἀπὸ 18.3.1960 ἐπιστολῆς της πρὸς τὴν ΔΕΗ, ὅτι αὕτη μὲν συνεμορφώθη πλήρως πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, ἀναλαμβάνουσα τὴν ἀπορρόφησιν ὅλων τῶν προβλεπομένων δαπανῶν, καὶ ὅλους τοὺς σχετικοὺς κινδύνους διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ἀντιθέτως ὅμως ἡ EBASCO, μὴ συμμορφωθεῖσα πρὸς τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως, ἐπεζήτει τὴν καταβολὴν προσθέτων δαπανῶν, αἵτινες ηὔξανον τὸ κόστος τῶν ὑπηρεσιῶν της, προσέτι δὲ ἠρνεῖτο νὰ δεχθῇ τὴν ἀνάληψιν τῶν σχετικῶν κινδύνων, μεταθέτουσα τούτους εἰς βάρος τῆς ΔΕΗ. Τέλος ἡ E.C.I. ἐδήλου εἰς τὴν ἔγγραφον καταγγελίαν της, ὅτι ἂν ἡ ΔΕΗ ἐνδιεφέρετο διὰ μίαν τοιαύτην πρότασιν μὲ τοιαύτας παρεκκλίσεις, θὰ ἐδέχετο ἡ E.C.I. νὰ μειώσῃ τὸ κόστος τῶν δαπανῶν της καὶ χαμηλότερον τῆς EBASCO. Συγκεκριμένως ἡ E.C.I. κατήγγειλεν ἐγγράφως, ὅτι ἡ EBASCO ἐζήτει: Α. Δικαίωμα ἀναπροσαρμογῆς. α) Λόγῳ μεταβολῆς τιμαρίθμου. β) Λόγῳ καθυστερήσεων πάσης φύσεως ἐκ μέρους τῆς
ΔΕΗ.
γ) Λόγῳ τροποποιήσεων τῶν ἐργατικῶν νόμων συνεπαγομένων αὔξησιν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων. Β. Ἐν περιπτώσει ἐπεκτάσεως τοῦ ἔργου πρόσθετον πληρωμὴν διὰ δαπάνας καὶ ἀμοιβήν. Γ. Ἐζήτει ὅπως ἡ ΔΕΗ ἀναλάβῃ τὰς δαπάνας: α) Διὰ τὰ γραφεῖα ἐργοταξίου. β) Ἔξοδα τηλεπικοινωνιῶν Ἀθηνῶν–Ἐργοταξίου. γ) Ἔξοδα ταξειδίου μεταξὺ Ἀθηνῶν–Ἀμερικῆς τοῦ προσωπικοῦ ἐκείνου μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐγένετο ἀποδεκτὸν ἀπὸ τὴν ΔΕΗ. δ) Κόστος ἐρευνῶν ὑπεδάφους. Δ. Ἡ EBASCO ἐπρότεινεν ὡς πρὸς τὸ προσωπικόν: Δέκα (10) Ἀμερικανούς. Εἴκοσι πέντε (25) Ἕλληνας. Ἡ E.C.I. ἐπρότεινε: Πεντήκοντα (50) Ἀμερικανούς. Ἑβδομήκοντα (70) Ἕλληνας. Κατόπιν τῆς ἐγγράφου αὐτῆς καταγγελίας ἐγένετο ὑπόδειξις ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρουσίᾳ τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Βιομηχανίας πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς ΔΕΗ κ. Γουναράκην, ὅπως ἐξετάσῃ τὸ Δ.Σ. μετὰ προσοχῆς τὸ θέμα πρὸς ἔκδοσιν ἀδιαβλήτου ἀποφάσεως. Ἐξεδόθη ὁμόφωνος ἀπόφασις τοῦ Δ.Σ. περὶ ἐνάρξεως διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς E.C.I. (δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ἠδύνατο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς βάσει ἐπιταγῆς τῶν Ἀμερικανικῶν κανόνων νὰ πράξῃ). Αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ μακρὰς συζητήσεις καὶ περικοπὴν 700.000 δολλαρίων (ἐξ ὧν 90.000 δολλάρια περιεκόπησαν ὑπὸ τοῦ Γεν. Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῇ ἐντολῇ μου παρὰ τὴν ἐπίμονον ἄρνησιν τῆς Ἑταιρείας καὶ μὲ σύγχρονον πρότασιν ἐν τῇ ἀποδοχῇ τὸ Δ.Σ. νὰ ἐξήταζε πρόσκλησιν ἑτέρου οἴκου (ἔκθεσις δικαστῶν σελὶς 109, παρ. 3), κατέληξαν εἰς ὁριστικὴν συμφωνίαν κατόπιν ὁμοφώνου ἐπίσης ἀποφάσεως τοῦ Δ.Σ. τῆς ΔΕΗ. Ἀμφότεραι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Δ.Σ. ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ D.L.F. Τὴν θέσιν τοῦ Δ.Σ. ἐπὶ τοῦ ἀνωτέρω θέματος χαρακτηρίζει ἡ περικοπὴ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ἀναργύρου Δημητρακοπούλου, πρώην Ἀντιπροέδρου τοῦ Δ.Σ. τῆς ΔΕΗ καὶ νῦν Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου, (ἔκθεσις τῶν δικαστῶν σελὶς 109, παρ. 3) καθ’ ἣν φέρεται δηλώσας «... ὅτι ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς ἀναθέσεως τοῦ ἔργου εἰς τὴν E.C.I. λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπροσδιοριστίαν τῆς προσφορᾶς τῆς EBASCO ἀλλὰ καὶ τὴν προστασίαν τοῦ ἀδιαβλήτου ἀπὸ ἀπόψεως ΔΕΗ». Εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι εἰς τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν εἶχε συμφωνήσει καὶ ὁ εἰς ἄλλας περιπτώσεις διαφωνῶν πρὸς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν σημερινὸς Κυβερνητικὸς Ἐπίτροπος κ. Ἀνάργυρος Δημητρακόπουλος. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὰ ἀνωτέρω ἐξάγεται, ὅτι οὐδὲν παρέλειψα ὁσάκις μοῦ ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν σοβαρὸν θέμα καὶ ἔπραξα πᾶν τὸ δυνατόν, παραλλήλως πρὸς τὴν κυρίαν μου ἀποστολὴν εἰς ἣν εἶχον ταχθῆ, δηλαδὴ εἰς δημιουργικὸν ἔργον καὶ μὲ μεγάλον μάλιστα ἐνθουσιασμὸν χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ νόμος διὰ τὸ ἔργον τοῦ καθ’ αὑτῷ ἐλέγχου εἶχε σαφῶς διὰ τὴν ΔΕΗ ἴδια ὄργανα, τὸν Κυβερνητικὸν Ἐπίτροπον, τοὺς ἐλεγκτὰς καὶ τὴν ἀντιπροσωπευτικὴν συνέλευσιν. Καὶ πέραν τούτων τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐπόπτευεν ὁ ἁρμόδιος Εἰσαγγελεύς. Τὸν παλμὸν καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν ἔδιδε πάντοτε τὸ παράδειγμα τοῦ τότε ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὑπὸ τὴν προσωπικήν του κατεύθυνσιν εἶχε χαραχθῆ ἡ πολιτικὴ ἀρχὴ τῆς πλήρους ὑποταγῆς πάσης ἐνεργείας μας εἰς τὸν νόμον, μὲ μοναδικὸν γνώμονα τὸ κοινὸν συμφέρον. Εἶμαι ὑπερήφανος δηλώνων, ὅτι εὔχομαι καὶ εἰς τοὺς ἐπικριτάς μου νὰ συνδέσουν τὸ ὄνομά των, εἰς τὴν δημοσίαν ζωήν, μὲ μικρὸν τμῆμα ἔστω τῆς δραστηριότητος, μὲ τὴν ὁποίαν ἔχω συνδέσει τὸ ἰδικόν μου. Ὑπηρέτησα ἐπὶ 85 μῆνας εἰς τὸν Στρατόν, λαβὼν μέρος εἰς ὅλας τὰς μάχας τοῦ Ἔθνους ἀπὸ τοῦ 1940 καὶ ἐντεῦθεν, ἤτοι πόλεμον 1940, μάχας Ἐλ–Ἀλαμέϊν καὶ Ρίμινι καὶ κίνημα Δεκεμβρίου 1944, ἔχων σήμερον τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου Ταγματάρχου. Πλὴν τῶν ἄλλων δραστηριοτήτων μου εἰς ἄλλους τομεῖς, εἶμαι ὑπερήφανος καὶ διὰ τὸ τεράστιον ἔργον ἐξηλεκτρισμοῦ τὸ ἐκτελεσθὲν κατὰ τὴν περίοδον τῆς ὀκταετίας Καραμανλῆ, ἔργον παρόμοιον τοῦ ὁποίου δὲν ἀναφέρει ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία εἰς τὸ παρελθόν, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ εὐκαιρία εἰς τὸ μέλλον, διὰ τόσον συγκεντρωμένην ἀπόδοσιν. Ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον, ὁ δημιουργός του Καραμανλῆς καὶ ὅλοι ἡμεῖς οἱ συνεργάται του, εἴμεθα ὑπερήφανοι. Συγκεκριμένως, μόνον εἰς τὸν τομέα τῆς ΔΕΗ, ἐκπροσωπῶν τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως Κωνσταντῖνον Καραμανλῆν καὶ τὴν Κυβέρνησιν: 1. Ηὐτύχησα νὰ θέσω εἰς λειτουργίαν τὸ ὑδροηλεκτρικὸν ἔργον Μέγδοβα. 2. Ηὐτύχησα νὰ θεμελιώσω καὶ νὰ θέσω εἰς λειτουργίαν τὴν πρώτην θερμικὴν μονάδα Πτολεμαΐδος. 3. Ηὐτύχησα νὰ θεμελιώσω τὴν δευτέραν μονάδα Πτολεμαΐδος. 4. Ηὐτύχησα, κατόπιν εἰσηγήσεώς μου καὶ ἐντολῆς τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ Καραμανλῆ, νὰ γίνουν ἔρευναι καὶ νὰ ἀποκαλυφθοῦν 800.000.000 τόννοι λιγνίτου εἰς Πτολεμαΐδα καὶ Μεγαλόπολιν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποφασισθῇ ἡ ἤδη ἀνεγειρομένη τρίτη μονὰς Πτολεμαΐδος καὶ δύο μονάδες εἰς τὴν Μεγαλόπολιν. 5. Ηὐτύχησα νὰ θεμελιώσω τὸν Ἀχελῶον καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ προμελέτη τοῦ ὑδροηλεκτρικοῦ Ἀλιάκμονος. 6. Ηὐτύχησα μετὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Βιομηχανίας τῆς Γιουγκοσλαυΐας, νὰ ἐγκαινιάσω τὴν σύνδεσιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ δικτύου τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐας, καὶ μέσῳ Γιουγκοσλαυΐας μὲ ὁλόκληρον τὴν Δυτ. Εὐρώπην, πρὸς ἀνταλλαγὴν ἠλεκτρικοῦ ρεύματος. 7. Ηὐτύχησα τέλος, κατόπιν τῆς ἐντολῆς τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ διὰ τὴν πάσῃ θυσίᾳ ἐξαγορὰν τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, νὰ φέρω εἰς αἴσιον πέρας σκληρὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὡς συνέπειαν τὴν μεγαλυτέραν μεταπολεμικὴν ἐπιτυχίαν, διότι μὲ τὴν ἐξαγορὰν τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν 300 περίπου ἑκατομμυρίων κερδῶν κατ’ ἔτος τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, ἑδραιώθη ὁριστικῶς ἡ ΔΕΗ καὶ ὁ ἐξηλεκτρισμὸς ποὺ ἀποτελεῖ βάσιν καὶ προϋπόθεσιν πάσης οἰκονομικῆς ἐξελίξεως. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν συνείδησίν μου ἥσυχον ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, ὅτι οὐδένα ποτὲ ἔβλαψα ἢ ἠδίκησα, καὶ ὅτι ἐξυπηρέτησα καὶ ἐβοήθησα καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀντιπάλους μου. Ἂν πιθανόν, ὡς ἄνθρωπος, παρέλειψά τι ἢ ἔβλαψα οἱονδήποτε, δὲν ἔκανα τοῦτο ἐκ προθέσεως. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως Κων. Καραμανλῆς καὶ οἱ τότε Ὑπουργοὶ ἐπράξαμεν τὸ καθῆκον μας. Διὰ τοῦτο καὶ πιστεύω, ὅτι διὰ τῆς σημερινῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς δὲν πρόκειται νὰ κριθῶμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ θὰ κριθοῦν αὐτοὶ ποὺ θὰ μᾶς κρίνουν, δηλαδὴ οἱ βουλευταὶ τῆς σημερινῆς Βουλῆς, ἐπωμιζόμενοι βαρείας εὐθύνας καὶ ἔναντι τῆς ἱστορίας καὶ ἔναντι τῆς τύχης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι κινδυνεύει νὰ πληγῇ βαρύτατα ἡ ἔφεσις καὶ ὁ ἐνθουσιασμὸς ἐκείνων ποὺ ἐκλέγει ὁ λαὸς νὰ ἐπιλύσουν τὰ προβλήματά του. Διατελῶ, κύριε Πρόεδρε,
Μετ’ ἐξαιρέτου τιμῆς
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΜΑΡΤΗΣ
Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Κατσώτας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§8Σ. ΚΑΤΣΩΤΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Ε. Σκορδίλης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελ. Ἑνώσεως Διπλωμ. Μηχανικῶν Ἐργοληπτῶν Δημ. Ἔργων καὶ τῆς Πανελ. Ἑνώθεως Συνδέσμων Ἐργοληπτῶν Δημ. Ἔργων, αἰτουμένων μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως, ἀναμορφώσεως κλπ. Ν. 5367)1932, «περὶ ἐκτελέσεως Δημ. Ἔργων», ἀναθεώρησιν τῶν τιμῶν τῶν ἐργολαβιῶν κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Σακελλάρης, Γ. Πανάγος, Α. Τσιάρας καὶ Δ. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ὑπόμνημα καπνοπαραγωγῶν κατοίκων Αἰανῆς Κοζάνης, αἰτουμένων ἐξαγγελίαν τῶν ὑπὲρ τοῦ καπνοῦ μέτρων, καθορισμὸν τιμῆς ἀσφαλείας κατὰ 20% ἀνωτέρας τῆς περυσινῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Διπλ. Μηχανικῶν Ἐργοληπτῶν Δημ. Ἔργων καὶ τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Συνδέσμων Ἐργοληπτῶν Δημοσίων Ἔργων, αἰτουμένων μὴ ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως, ἀναμορφώσεως κλπ. νόμου 5367)1932, «περὶ ἐκτελέσεως Δημ. Ἔργων», χαρακτηρισμὸν τῶν Τεχνικῶν Ἐπιχειρήσεων ὡς Βιομηχανιῶν κατασκευῆς κλπ.». Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Τ. Καρδάρας, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Συλλόγων Ἀμίσθων Δικαστικῶν Κλητήρων Πρωτοδικείων Λαρίσης, Βόλου, Καρδίτσης καὶ Τρικάλων, αἰτουμένων ἀπάλειψιν ἐκ τῆς ψηφισθησομένης Νέας Πολιτικῆς Δικονομίας τῶν διατάξεων τῶν προβλεπουσῶν μετατόπισιν ἔργων ἐνεργουμένων ὑπ’ αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Κ. Στεφανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Καταστηματαρχῶν Ποδηλάτων Πατρῶν, αἰτουμένων τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ Κώδικος Ὁδικῆς Κυκλοφορίας. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Φ. Μαῦρος, καταθέτει ἀναφορὰν ἀποφοίτων Γυμνασίου τεχνιτῶν Τυπογράφων τοῦ Στρατιωτικοῦ Τυπογραφείου, αἰτουμένων μονιμοποίησίν των. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Σακελλάρης, Α. Τσιάρας, Γ. Πανάγος καὶ Δ. Παπανικολάου, καταθέτουν ἀναφορὰν Συνταξιούχων Ἀγροτῶν, κατοίκων Σιατίστης, αἰτουμένων αὔξησιν τῶν συντάξεών των, παροχὴν πλήρους ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Δ. Θανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ χωρίου Λασποχώριον Νομοῦ Καρδίτσης, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ὑπὸ τῆς ΑΤΕ χορήγησιν αὐτοῖς ἀκαταλλήλων λιπασμάτων. Ὁ βουλευτὴς Καβάλας κ. Λ. Λυμπέρης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐμπόρων Ἐπαγγελματιῶν Βιοτεχνῶν Χρυσουπόλεως Καβάλας, αἰτουμένης παράτασιν ἐπὶ ἑξάμηνον τῆς προθεσμίας πρὸς ἐφοδιασμὸν δι’ ἀδειῶν λειτουργίας τῶν ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν τῶν ἐγκαταστησάντων μηχανικὰ ἐργαλεῖα. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Μπριλλάκης, Μ. Καραγιώργη, Α. Τσιάρας, Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Θεοδωράκης καὶ Λ. Κύρκος, καταθέτουν ἀναφορὰς γυναικῶν Χανίων, αἰτουμένων ματαίωσιν τῆς ἀποφασισθείσης ἐγκαταστάσεως ἐν Κρήτῃ πυραυλικοῦ Κέντρου τοῦ ΝΑΤΟ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Σακελλάρης, Γ. Πανάγος καὶ Α. Τσιάρας, καταθέτουν ὑπόμνημα ἀνέργων ἐργατῶν κατοίκων Σιατίστης, αἰτουμένων ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος τῆς ἀνεργίας πρὸς ἀποτροπὴν τῆς μεταναστεύσεώς των. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Α. Τσιάρας, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θυμάτων Ναζιστικῆς Κατοχῆς «Ἡ Μάνα τοῦ Φοίνικος», αἰτουμένων ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου 812)1943 δυνάμει τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀναγνωρισθῆ αὐτοῖς δικαίωμα συνταξιοδοτήσεως. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως ὑπαλλήλων θυρωρῶν μεγάρων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, αἰτουμένων ἐξίσωσιν, ὡς πρὸς τὸ ὡράριον ἐργασίας μετὰ τῶν θυρωρῶν τῶν Τραπεζῶν, Ἐργοστασίων, Ὑπουργείων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Γ. Σταμάτης, καταθέτει ἀναφορὰν συνταξιούχων ΤΕΒΕ Ἀραχώβης Ναυπακτίας, διαμαρτυρομένων δι’ ἄνισον ἔναντι τῶν συνταξιούχων τῶν πόλεων μεταχείρισίν των ὡς πρὸς τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ ΤΕΒΕ αὐξήσεις τῶν συντάξεων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Γανίτης καὶ Θ. Παππᾶς, καταθέτουν ἀναφορὰν κτηνοτρόφων Μανταμάδου–Λέσβου, αἰτουμένων καθορισμὸν ἱκανοποιητικῆς τιμῆς ἀσφαλείας τοῦ γάλακτος, χορήγησιν χαμηλοτόκου δανείου κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Σκοπούλης, Ξ. Γρηγόρης, Δ. Παπανικολάου, Μ. Καραγιώργη καὶ Ε. Σακελλάρη, καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων τῶν Κοινοτήτων Σταυρακίου καὶ Κάτω Λαψίστης Ἰωαννίνων καὶ τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Ἀμπελικοῦ Καρδίτσης, αἰτουμένων ἀπόλυσιν ὅλων τῶν πολιτικῶν κρατουμένων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Καραγιώργη, Α. Τσιάρας καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ὑπόμνημα Συνταξιούχων Ἀγροτῶν ΟΓΑ τῆς Κοινότητος Καστελλίου Κισσάμου καὶ ἄλλων χωρίων τοῦ Νομοῦ Χανίων, αἰτουμένων αὔξησιν τῶν συντάξεων, χορήγησιν δώρου Χριστουγέννων καὶ Πάσχα κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Νεφελούδης, Β. Ἐφραιμίδης καὶ Σ. Ἠλιόπουλος καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Παμμικρασιατικοῦ Συνδέσμου Πατρῶν–Περιχώρων, αἰτουμένου ἐπίλυσιν τοῦ ἐκκρεμοῦντος προσφυγικοῦ προβλήματος κλπ. Οἱ ἀπὸ τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς καὶ ἐντεῦθεν ἀνωμάλως ἀπολυθέντες ὑπάλληλοι Νομοῦ Καρδίτσης, διὰ τηλεγραφήματός των, αἰτοῦνται ἀποκατάστασιν εἰς τὰς θέσεις των. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Γ. Λύχνος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Πλανοδίων Γαλακτοπωλῶν Κερκύρας, αἰτουμένων ρύθμισιν τοῦ ζητήματος διανομῆς τοῦ παστεριωμένου γάλακτος. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Τ. Καρδάρας, καταθέτει ἀναφορὰν Εἰρηνοδικῶν Βʹ τάξεως περιφερείας Πρωτοδικείου Λαρίσης, αἰτουμένων ἑνοποίησιν θέσεων Εἰρηνοδικῶν Αʹ καὶ Βʹ τάξεως καὶ αὔξησιν ἀριθμοῦ ὀργανικῶν θέσεων Εἰρηνοδικῶν εἰς μεγάλας πόλεις. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Τ. Καρδάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Νέων Καρυῶν, αἰτουμένης διενέργειαν γεωτρήσεων πρὸς ἄρδευσιν τῆς περιοχῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Φ. Μαῦρος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν μονίμων Τεχνικῶν Ὑπαλλήλων τοῦ Στρατιωτικοῦ Τυπογραφείου Γ.Ε.Σ., αἰτουμένων βαθμολογικήν, μισθολογικὴν καὶ συνταξιοδοτικὴν ἐξομοίωσιν πρὸς τοὺς συναδέλφους των τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ὁ Πρωτοπρεσβύτερος–Καθηγητὴς Γ. Πυρουνάκης, ὑποβάλλει ἀντίγραφον ὑπομνήματός του δι’ οὗ αἰτεῖται τὴν λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων πρὸς προστασίαν καὶ ἐλευθέραν ἄσκησιν τῆς κοινωνικῆς του ἐργασίας. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Δ. Δαβάκης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως Λακεδαίμονος, αἰτουμένου ἵδρυσιν ἐν Σπάρτῃ τριῶν Νηπιαγωγείων. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰς τῆς Κοινότητος Πετρωτῶν Ὀρεστιάδος, αἰτουμένης ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Πετρωτῶν– Πενταλόφου–Κομάρων, ἀντικατάστασιν τοῦ ἐκτελοῦντος τὴν συγκοινωνίαν Πετρωτῶν–Ὀρεστιάδος λεωφορείου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σταμάτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργ. Πιστωτ. Συνεταιρισμοῦ Καινουρίου Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένου διὰ μὴ συμπλήρωσιν ἀδειῶν μικρῶν καπνοκαλλιεργητῶν διὰ τῆς περικοπτομένης ἐκτάσεως δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 248)64 πράξεως Κ.Ε.Κ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συζητοῦνται αἱ ἐρωτήσεις ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Δούκα καὶ Β. Ἐφραιμίδη, σχετικῶς μὲ τὴν μεταφορὰν σιτηρῶν ὑπὸ τῆς ΚΥΔΕΠ.
§10Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἡ ἐρώτησις τῶν κ. κ. συναδέλφων, δὲν εἶναι ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐστείλαμεν ἐπιστολὴν εἰς τὴν ΚΥΔΕΠ σχετικῶς μὲ τὸ θέμα αὐτό. Ἡ ΚΥΔΕΠ ἀποφασίζει τὸν τρόπον μεταφορᾶς τῶν σιτηρῶν. Καὶ αὐτὸ γίνεται πολλὰς φορὰς κατ’ ἀποκοπήν. Κανονίζουν δηλαδὴ τὰ φορτία κατ’ ἀποκοπήν.
§11Π. ΔΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλάβομεν ἔγγραφον σχετικὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ ὅσα αὐτὴν τὴν στιγμὴν μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ποῖος εὐθύνεται διὰ τὰ ὅσα συμβαίνουν εἰς τὴν ΚΥΔΕΠ; Ἐδῶ ἔχουν λάβει χώραν σοβαραὶ ἀνωμαλίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγγίζουν τὰ ὅρια τοῦ σκανδάλου καὶ ἔχει προέλθει ζημία εἰς τὸ Δημόσιον 100.000 δραχμῶν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐλεγχθῇ ὁ Ὀργανισμὸς αὐτός, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάνῃ ὅ,τι θέλει.
§12Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Κύριε συνάδελφε, σχετικῶς μὲ τὸ θέμα αὐτό, ἔχουν κάμει ἐνεργείας καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας καὶ θὰ λάβετε γνῶσιν ὅταν θὰ ἔχωμεν σχετικὴν ἀπάντησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταφορὰς τῶν σιτηρῶν, ἡ ΚΥΔΕΠ ἀποφασίζει μόνη της.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Γ. Βογιατζῆ, σχετικῶς μὲ τὴν ἀγορὰν κρομμύων παραγωγῆς περιοχῆς Εὐβοίας, ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δούκα καὶ Ἐφραιμίδη, σχετικῶς μὲ Κυβερνητικὴν παρέμβασιν πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς ξηρῶν φασολίων κλπ.
§14Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Κύριε συνάδελφε, πράγματι δὲν ὑπῆρξε κρατικὴ παρέμβασις ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμὴν τῶν ὀσπρίων. Νομίζω, ὅτι αἱ τιμαὶ εἶναι ἱκανοποιητικαί, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἴχομεν βαρὺν χειμῶνα. Πάντως, δὲν εἴχομεν καμμίαν διαμαρτυρίαν ἀπὸ τοὺς παραγωγοὺς φασολίων, ὥστε νὰ τοὺς βοηθήσωμεν.
§15Π. ΔΟΥΚΑΣ. Πράγματι ἔτσι ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὅσον ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ πληροφορηθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει παγία κυβερνητικὴ πολιτικὴ ἐπὶ τοῦ προϊόντος αὐτοῦ, κατὰ τὴν περίοδον τῆς παραγωγῆς εὑρίσκουν τὴν εὐκαιρίαν οἱ ἔμποροι νὰ ἀγοράζουν τὰ φασόλια εἰς χαμηλὰς τιμὰς καὶ νὰ τὰς αὐξάνουν μόλις ἀγοράσουν τὴν παραγωγήν. Πέραν τούτου διὰ νὰ κατεβάζουν τὰς τιμὰς τοῦ προϊόντος ἐνεργοῦν εἰσαγωγὰς φασολίων εἰς περίοδον ποὺ πωλοῦν οἱ παραγωγοὶ καὶ ἀγοράζουν τὰ φασόλια εἰς χαμηλὰς τιμάς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Τσιάρα καὶ Ἡλιοπούλου σχετικῶς μὲ γενομένην ἐπιδότησιν τῆς μαύρης σταφίδος.
§17Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ σχετικῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ Νοεμβρίου 1963 τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τῆς Ε.Κ., ἐδόθησαν τιμαὶ ἀσφαλείας 6,50, 7 καὶ 7,25 κατὰ κιλόν. Τώρα ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸν ἀπολογισμὸν συγκεντρώσεως τοῦ προϊόντος αὐτοῦ ἀπὸ τὸν ΑΣΟ, βλέπομεν, ὅτι εἰς τὴν τιμὴν 6,50 μηδὲν συγκέντρωσις, εἰς τὴν τιμὴν τῶν 7 δραχμῶν 14.000 τόννοι καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 7,26 450 τόννοι. Ὑπάρχει ἕνα ἔλλειμμα εἰς τὸν ΑΣΟ 5.000.000 δραχμῶν. Ἑπομένως, ἐὰν ἱκανοποιεῖτο τὸ πρόσθετον αὐτὸ αἴτημα ποὺ ἀναφέρετε, κύριοι συνάδελφοι, τῶν 25 λεπτῶν κατὰ κιλόν, ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημοσίου θὰ ἦτο 3.500.000 δραχ. ἐπὶ πλέον.
§18Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποσχεθῆ προεκλογικῶς, κατὰ Νοέμβριον μίαν ἐπιδότησιν τῆς μαύρης σταφίδος. Πράγματι αὐτὸ ἔγινε, ἀλλὰ ἔγινε μόνον διὰ τὴν σταφίδα ἡ ὁποία ἐξήχθη ἀπὸ τῆς 21ης Νοεμβρίου καὶ πέραν. Διὰ τὸ προϊὸν τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξαχθῆ πρὸ τῆς 21ης Νοεμβρίου δὲν ἐδόθη ἀπολύτως τίποτε. Καὶ εἰς αὐτὸ ἀφορᾷ, ἀκριβῶς, ἡ ἐρώτησίς μας. Παρακαλοῦμεν, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ διά τινα λόγον ἐγένετο ἡ διαχωριστικὴ αὐτὴ γραμμὴ τῆς 21ης Νοεμβρίου; Μήπως δὲν ἐπρόκειτο διὰ τὸ ἴδιον προϊόν, μήπως δὲν ἐπρόκειτο διὰ τὸ ἴδιον κόστος; Μήπως δὲν ἐπρόκειτο διὰ τὴν ἰδίαν προσπάθειαν; Αὐτὸ τὸ ὁρόσημον τῆς 21ης Νοεμβρίου δυσκολευόμεθα νὰ τὸ ἐξηγήσωμεν. Καὶ αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν: Πῶς θὰ ἱκανοποιηθοῦν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν τὴν σταφίδα των πρὸ τῆς 21ης Νοεμβρίου.
§19Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Ὅπως σᾶς ἀνέφερα ἡ ἱκανοποίησις τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ θὰ εἶχεν μίαν πρόσθετον ἐπιβάρυνσιν καὶ ἦτο ἤδη ἐλλειμματικὸς ὁ ΑΣΟ κατὰ 5.000.000 δρχ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς ἰσχύος τῆς ἀποφάσεως σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς 21.11.1963 καὶ ὄχι ἐνωρίτερον, καὶ ἐπιάσαμε τὸ μέλλον. Ἀναδρομικὴ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου θὰ εἶχε τὴν πρόσθετον ἐπιβάρυνσιν ποὺ σᾶς εἶπον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρισταμένου τοῦ κ. Μπουρνιᾶ, ἐπαναφέρεται πρὸς συζήτησιν ἡ ἐρώτησις ὑπ’ ἀρ. 4 «δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ διατί ἐνῷ ὑπεγράφη ἀπόφασις ἐνισχύσεως τῶν ἐξαγομένων λεμονίων καθυστερεῖ ἡ λῆψις ὁμοίας ἀποφάσεως ἐνισχύσεως τῶν ἐξαγομένων πορτοκαλίων καὶ μανδαρινίων».
§21Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἔχουν ὑπογραφῆ πολλαὶ καὶ διάφοροι ἀποφάσεις, ἀλλ’ ὄχι ἱκανοποιητικαί.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Ἐμπορίου, ἔχει τὸν λόγον.
§23Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Ἠξεύρετε ὅτι ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ λεμόνια πιὸ πολύ, ἀλλὰ θὰ εἴπω καὶ διὰ τὰ πορτοκάλια. Νομίζω, κ. συνάδελφε, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον θέμα διότι ὅταν ἐκάματε τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν εἶχε γίνει μία ἐπιδότησις τῶν λεμονίων, κατὰ Νοέμβριον, μὲ 40 λεπτὰ κατὰ κιλόν. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐπεξετάθη τὸ μέτρον καὶ ἐδώσαμεν 30 λεπτὰ διὰ τὰ πορτοκάλια «Μέρλιν» καὶ 20 λεπτὰ διὰ τὰ κοινὰ πορτοκάλια καὶ ἀκόμη 20 λεπτὰ ἐπιδότησιν τῶν τιμῶν εἰς τὰ ἐργοστάσια. Τὸ μέτρον αὐτὸ ἐφαρμόζεται ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ πρώτην φοράν, τὸ νὰ δίδεται, δηλαδή, ἐπιδότησις 20 λεπτῶν κατὰ κιλὸν εἰς τὸ ἐργοστάσιον, πρὸς χυμοποίησιν.
§24Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Ἀλλὰ καὶ πρώτην φορὰν ἔχουν τὴν τιμὴν αὐτὴν τὰ ἑσπεριδοειδῆ.
§25Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Αὐτὰ τὰ δίδετε διὰ τὰ ἐξαγόμενα. Ἐκεῖνα ποὺ δὲν θὰ ἐξαχθοῦν περιλαμβάνονται; Οἱ ἄνθρωποι ποὺ πετᾶνε στοὺς χειμάρρους τὰ πορτοκάλια καὶ τὰ μανδαρίνια θὰ λάβουν τίποτε; Διατί συμβαίνει τὸ ἄτοπον αὐτό; Ὅπου γίνεται ἐξαγωγὴ ἔρχεσθε καὶ συμπληρώνετε μὲ τὸ ποσοστὸν αὐτὸ τὴν χαμηλὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν πραγματοποιοῦν. Οἱ ἄλλοι ὅμως οἱ ὁποῖοι δὲν πραγματοποιοῦν ἐξαγωγάς; Φαντασθῆτε πόσον ἄνισος εἶναι ἡ μεταχείρισις.
§26Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Διὰ πρώτην φοράν, τὸ ἐτόνισα αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ σημειώσω, γίνεται ἐπιδότησις. Εἶναι ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται διὰ πρώτην φοράν, ἀτελές, καὶ εἶναι τὸ μόνον μέτρον τὸ ὁποῖον ἠμποροῦμεν νὰ ἐλέγξωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν συνάδελφον ἐκ Κορινθίας, ὁ ὁποῖος εἶπεν διὰ τὰς χαμηλὰς τιμὰς τῶν ἑσπεριδοειδῶν, ἔχω νὰ ἀπαντήσω, ὅτι ὅταν ὁ ἴδιος ἦτο Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, θὰ ἐνθυμῆται, ὅτι τὰ λεμόνια εἶχον 1,70 καὶ τοὺς ἐδόθησαν 3 δεκάρες ἐπιδότησις καὶ ἐπωλοῦντο 2 δρχ. ἐνῷ ἐφέτος παίρνουν 2,10 καὶ ἔχομεν καὶ πολὺ ηὐξημένην παραγωγήν.
§27Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Εἶπον, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν τὰ λεμόνια καὶ γενικώτερον τὰ ἑσπεριδοειδῆ ἔχουν τὴν πτῶσιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν γνωρίζουν καὶ οἱ παραγωγοὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν ὅτι ἔχουν. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν πορτοκαλίων εἶναι χαμηλοτέρα ἀπὸ ὅλα τὰ προηγούμενα χρόνια. Ἐπίσης, δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ ποὺ εἴπατε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δηλαδή, διὰ πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται μέτρον ἐπιδοτήσεως τῶν ἑσπεριδοειδῶν, διότι ἐφηρμόσθη καὶ ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μας Κυβερνήσεων.
§28Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Εἶπον ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται μέτρον ἐπιδοτήσεως εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Τὸ ἐτόνισα καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι τὸ 1962 ὅταν εἶσθε σεῖς Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, ἐφηρμόσθη ἡ ἐπιδότησις διὰ τὰ λεμόνια ποὺ ἐξήγοντο εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὅσον ἀφορᾷ, κ. Μπουρνιᾶ, αὐτὸ ποὺ λέτε διὰ πρώτην φορὰν ἐπίσης ὑπάρχει τόσον ηὐξημένη παραγωγὴ ἑσπεριδοειδῶν, ἐνῷ πέρυσι εἴχομεν 180.000 τόννους πορτοκάλια, ἐφέτος θὰ ἔχωμεν 300.000 τόννους. Καὶ αὐτὸ δημιουργεῖ ἀσφαλῶς πρόβλημα πρόσθετον. Καὶ αἱ ἐξαγωγαὶ διὰ πρώτην φορὰν ἔχουν φθάσει τὰς 100.000 τόννων σήμερον. Ὑπολογίζομεν δὲ ὅτι ἔναντι 70.000 τόννων ἐξαχθέντων τὸ 1964 ἐφέτος θὰ φθάσωμεν τοὺς 130.000 τόννους.
§29Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τὸ πρόβλημα ὑπάρχει. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐσημείωσα, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀτελὲς τὸ μέτρον. Ἴσως διότι δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα διὰ νὰ ὑπάρξῃ καὶ συμπληρωμένον. Πάντως, ὅμως ὑποφέρουν οἱ παραγωγοὶ ἑσπεριδοειδῶν καὶ τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ ὁ συνάδελφος κ. Μαυριδόγλου, τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐδῶ διὰ νὰ συμφωνήσῃ μαζί μου εἰς τὸ θέμα αὐτό.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Τσιάρας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ συναφοῦς ἐρωτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 11 διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ποῖα μέτρα πρόκειται νὰ ληφθοῦν διὰ τὴν προστασίαν τῶν παραγωγῶν λεμονίων Κορινθίας.
§31Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Εἰς τὰς 9.11.1964 ἐδημιουργήθη μία συγκέντρωσις λεμονοπαραγωγῶν εἰς τὸ Ξυλόκαστρον. Οἱ παραγωγοὶ εἶχον κάμει τὴν συγκέντρωσιν αὐτὴν διαμαρτυρίας διότι ἡ τιμὴ τῶν λεμονίων εἶχε κατεβῆ εἰς τὰς 1.70, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καὶ ζήτησις, ὥστε ἔστω καὶ μὲ τὴν τιμὴν αὐτὴν νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθοῦν τὰ λεμόνια. Οἱ παραγωγοὶ ἐζήτησαν ὡς τιμὴν ἀσφαλείας τὰς 2.50 δρχ. Δὲν γνωρίζομεν τί ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν ἐν τῷ μεταξὺ καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται τὰ πράγματα σήμερον. Ἡ ἐρώτησίς μας ἐγένετο εἰς τὰς 17.11.1964:
§32Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Νομίζω, ὅτι ὑπῆρξα σαφής. Πράγματι εἰς τὰς 17.11.64 ποὺ διὰ πρώτην φορὰν ἔπεσε ἡ τιμὴ τῶν λεμονίων κάτω τῶν 2 δραχ., ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν ἐπιδοτήσεως μὲ 40 λεπτὰ τὸ κιλὸν. Καὶ ὅταν τελευταίως αἱ τιμαὶ ἔπεσαν πιὸ κάτω, ἡ Κυβέρνησις παρενέβη καὶ παρεμβαίνει ἀκόμη, μέσω τῆς ΑΓΡΕΞ καὶ κάμνει ἐπιδότησιν καὶ 40 καὶ 50 λεπτῶν. Ἑπομένως ἔχει ἐξασφαλισθῆ βασικὴ τιμὴ διὰ τοὺς λεμονοπαραγωγοὺς ἡ τιμὴ τῶν 210 δρχ. κατὰ κιλόν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Διαμαντοπούλου, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ποῖοι λόγοι ἐπιβάλλουν τὴν ἀγορὰν Ἰαπωνικῶν ντηζελαμαξῶν διὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς σιδηροδρόμους ἀπὸ Ἰαπωνικὰ ἐργοστάσια, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Ἐμπορίου ἔχει τὸν λόγον.
§34Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Ἐν πρώτοις δὲν ἔχει γίνει ἀγορά. Ἁπλῶς ἔγινε μία διερεύνησις τῆς Ἰαπωνικῆς ἀγορᾶς διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν αἱ ντηζελάμαξαι κάνουν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ δεδομένα. Ἐξ ἄλλου, ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ τηρηθῇ ἡ νόμιμος διαδικασία, ὅπως τηρεῖται εἰς ὅλας τὰς παραγγελίας τοῦ Δημοσίου. Πρέπει ὅμως νὰ προσθέσωμεν ὅτι ἀκόμη δὲν ἔχει ὑπογραφῆ ἡ ἐμπορικὴ συμφωνία μὲ τὴν Ἰαπωνίαν, ἀλλὰ αἱ προοπτικαὶ δι’ ἀνταλλαγὴν μὲ γεωργικὰ προϊόντα εἶναι πολὺ εὐνοϊκαί. Καὶ μὲ ἐπληροφόρησαν, ὅτι ἐνῷ πέρυσιν ἐξηγάγομεν 700 τόννους καπνῶν, ἐφέτος πρόκειται νὰ ἐξαχθοῦν 2.000 τόννοι. Ἑπομένως δὲν βλέπω ποῦ ἀποβλέπει ἡ ἐρώτησις αὐτὴ διότι πρῶτον: δὲν ἔχει γίνει ἡ παραγγελία καί, δεύτερον κάμνομεν διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Ἰαπωνίαν διὰ νὰ προωθήσωμεν τὰς ἐμπορικάς μας ἀνταλλαγάς.
§35Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησίς μου ἀποβλέπει, ἀκριβῶς, εἰς τὸ νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ γνωρίζῃ ὅτι ἔχω ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι παλαιότερον, ἐγένετο ἀγορὰ ἐλαίου διὰ τοὺς Σ.Ε.Κ. ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ἄνευ δημοπρασίας. Χαίρω, διότι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Χαίρω, διότι πρόκειται νὰ γίνῃ ἀνταλλαγὴ μὲ γεωργικὰ προϊόντα εἰς μεγάλην ποσότητα. Παρὰ ταῦτα ὅμως, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι θὰ πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των, ὅτι θὰ πρέπει νὰ λάβουν ἐγγυήσεις διὰ τὸν χρόνον τῆς διατηρήσεως τῆς καλῆς λειτουργίας, διότι ἀπεδείχθη ὅτι δὲν διατίθενται οὔτε καὶ εἰς τὸν Εἰρηνικὸν αὐταὶ αἱ δηζελάμαξαι. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ἐρώτησις ὑποβοηθεῖ τὸ ἔργον της.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ κ. Σταυροπούλου, ἀναφερομένης εἰς τὴν πριμοδότησιν τῶν ἐξαγωγίμων καπνῶν τοῦ νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Ἐμπορίου ἔχει τὸν λόγον.
§37Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπ.). Διὰ τὸ θέμα τῆς ἐπιδοτήσεως τῶν καπνῶν Αἰτωλοακαρνανίας, ἐσοδείας 1962, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς ἐπιδοτήσεως, τῆς προσθέτου αὐτῆς προστασίας, ἀφοῦ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει της τὴν τιμὴν τοῦ 1963, μειωμένην κατὰ 15%.
§38Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζητουμένη ἐρώτησις εἶναι ἀδύνατον, λόγῳ τῶν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ χρονικῶν περιορισμῶν, νὰ λάβῃ τὴν ἔκτασιν τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην τὸ μέγα θέμα τοῦ καπνοῦ. Περιοριζόμενος συνεπῶς μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς πριμοδοτήσεως τῶν ἐξαγωγίμων καπνῶν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τὰ ἀκόλουθα: Πρῶτον: Ἡ Ε.Κ. τόσον κατὰ τὴν περίοδον τοῦ περιφήμου «ἀνενδότου ἀγῶνος» της, ὅσον καὶ τὰς ἐπακολουθησάσας δύο προεκλογικὰς περιόδους, ρητῶς ὑπέσχετο εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς τῆς Ἑλλάδος καὶ φυσικὰ τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι ἐφ’ ὅσον τῆς ἀνετίθετο ἡ διακυβέρνησις τῆς χώρας, οὗτοι θὰ ἐλάμβανον τιμὰς ὑψηλοτέρας τῶν περυσινῶν. Δεύτερον: Μετὰ τὴν ἄνοδον τῆς Ε.Κ. εἰς τὴν ἐξουσίαν, οἱ παραγωγοὶ καπνῶν ἐξωτερικῆς καταναλώσεως τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἀντὶ τῶν ἀστρονομικῶν τιμῶν τὰς ὁποίας βάσει τῶν ὑποσχέσεων τῆς Ε.Κ. ἀνέμενον, ἐπώλουν τὰ καπνά των εἰς τιμὰς κατὰ 35–40% ἐπὶ ἔλαττον τῶν περυσινῶν. Τρίτον: Κατόπιν ἐξεγέρσεως τῶν καπνοπαραγωγῶν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, οἱ ὁποῖοι κατηγανακτισμένοι διὰ τὴν ἐξαπάτησίν των αὐτήν, ἀπεφάσισαν τὴν κάθοδόν των εἰς συλλαλητήριον διαμαρτυρίας, ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ματαιώσῃ τὸ συλλαλητήριον ὑπεσχέθη πριμοδότησιν ἡ ὁποία θὰ ὑπελογίζετο εἰς 15% ἐπὶ ἔλαττον τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἐπραγματοποίησαν οἱ παραγωγοὶ ἐπὶ τῶν καπνῶν των τῆς ἐσοδείας 1962. Τέταρτον: Ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν ματαίωσιν τοῦ συλλαλητηρίου, δὲν ἐτήρησε καὶ τὴν ὑπόσχεσίν της αὐτήν, καὶ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 245 τῆς 15.10.64 πράξεως τῆς Κ.Ε.Κ. καθώρισε τὴν πριμοδότησιν εἰς ἐπίπεδα κατώτερα τῶν ὑπεσχημένων. Πέμπτον: Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐδημιούργησε νέαν ἀναταραχὴν καὶ κατόπιν ἐπαναλήψεως τῆς ἀπειλῆς ἐκ μέρους τῶν καπνοπαραγωγῶν, ὅτι θὰ κατήρχοντο εἰς συλλαλητήρια, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Κ. ἐξηναγκάσθη πάλιν διὰ νὰ ματαιώσῃ τὸ συλλαλητήριον, τὴν φορὰν αὐτὴν μάλιστα, διὰ τὸν πρόσθετον λόγον, διότι θὰ συνέπιπτε χρονικῶς μὲ τὴν διέλευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τοῦ Νομοῦ τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, ἐξηναγκάσθη, λέγω, νὰ καταργήσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 245 πρᾶξιν της καὶ διὰ τῆς ἐπακολουθησάσης ὑπ’ ἀριθ. 247 νέας τοιαύτης εὐθυγραμμίσθη πρὸς τὰς μετεκλογικὰς μόνον δοθείσας ὑποσχέσεις. Ταῦτα, ὡς πρὸς τὰς ὑποσχέσεις τῆς Ε.Κ. διὰ τὰς τιμὰς τῶν καπνῶν καὶ τὰ ποσοστὰ τῆς πριμοδοτήσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρονολογίαν τῆς καταβολῆς τῆς πριμοδοτήσεως, ἠκολούθησε καὶ αὕτη τὴν ἑξῆς πορείαν: Ἡ πρώτη ὑπόσχεσις περὶ τοῦ χρόνου τῆς καταβολῆς, ἐδόθη διὰ τὸν μῆνα Μάϊον. Ἡ δευτέρα ὑπόσχεσις ἐδόθη διὰ τὸν Ἰούνιον, ἡ τρίτη διὰ τὸν Ὀκτώβριον, καὶ τελικῶς, κατόπιν ἀπεγνωσμένων ἐκκλήσεων τῶν πεινώντων καπνοπαραγωγῶν, μόλις τὸ τέλος Δεκεμβρίου ἐδέησε νὰ λάβουν οὗτοι, ἔστω, καὶ αὐτὴν τὴν περιπετειώδη καὶ κατόπιν δραματικῶν ἀγώνων πριμοδότησιν.
§39Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομ.). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἐπειδὴ συμβαίνει ὁ παριστάμενος συνάδελφός μου νὰ μὴ εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιος καὶ ὑπεύθυνος. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὰ ἐξαγώγιμα καπνά, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου δὲν ὑπεσχέθη ἐπιδότησιν μετὰ τὴν ὁριστικὴν διαμόρφωσιν τῶν τιμῶν μὲ μοναδικήν, ὅπως γνωρίζετε, ἐξαίρεσιν τῶν κλασσικῶν καπνῶν καὶ ἰδιαίτερα τῆς περιοχῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ Θράκης. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἀγορῶν, διεπιστώθη ὅτι ἡ πτῶσις τῶν τιμῶν εἰς τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν ἦτο σημαντικῶς μεγαλυτέρα ἀπὸ αὐτήν, ἡ ὁποία ἐσημειώθη εἰς ἄλλας περιφερείας τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ παραγωγοὶ ἐδίσταζον νὰ πωλήσουν τὰ καπνά των. Τότε, κατόπιν παρεμβάσεως τῶν συναδέλφων βουλευτῶν τῆς Αἰτωλοακαρνανίας καὶ τῶν Ὑπουργῶν τῆς περιφερείας, ἡ Κυβέρνησις, δι’ ἐμοῦ μάλιστα προσωπικῶς, ἔδωσε τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ καλύψῃ οἱανδήποτε μείωσιν τῆς τιμῆς, ἡ ὁποία θὰ ὑπερέβαινε τὸ ποσοστὸν τοῦ 15%. Ἀρχικῶς μάλιστα πρότασις ἰδική μας ἦτο νὰ καλύψωμεν τὴν πέραν τοῦ 20% μείωσιν τῆς τιμῆς, οἱ παραγωγοὶ ἐπέμειναν εἰς τὸ 15% καὶ ἀπεδέχθημεν ἰδικόν των αἴτημα. Πράγματι αἱ τιμαὶ εἰς πολλὰς περιπτώσεις διεμορφώθησαν κάτω τοῦ 15% καὶ ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσίν της. Τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐξεπλήρωσεν εἰς τὸ ἀκέραιον. Συνέβη πράγματι νὰ ἐκδοθῇ μία ἀπόφασις τῆς Κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς Καπνοῦ, ἡ ὁποία δὲν ἀνταπεκρίνετο εἰς τὸ ἀληθὲς περιεχόμενον τῆς ὑποσχέσεως, εὐθὺς ὅμως, ὡς ἔλαβον γνῶσιν, διότι καὶ ἐγὼ δὲν παρέστην εἰς ἐκείνην τὴν συνεδρίασιν, διεβεβαίωσα τοὺς παραγωγοὺς ὅτι ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ θὰ τηρηθῇ καὶ ἡ ὑπόσχεσις ἐτηρήθη καὶ τὸ ποσοστὸν ἐπληρώθη καὶ τὰ χρήματα κατεβλήθησαν. Οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, κύριοι συνάδελφοι. Ἡ Κυβέρνησις ἐτίμησεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ ἀγρόται τῆς περιοχῆς τοῦ κ. συναδέλφου θὰ ἐκτιμοῦν τὸ γεγονὸς ὅτι διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ἡ Κυβέρνησις ἐφάνη συνεπὴς εἰς ὅσα ὑπεσχέθη.
§40Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν φράσιν του, ὅτι θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν περιοχήν μου διὰ νὰ διαπιστώσῃ καὶ προσωπικῶς τὴν «ἱκανοποίησιν» καὶ τὴν «εὐγνωμοσύνην» τῶν καπνοπαραγωγῶν διὰ τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ σημειώσω καὶ πάλιν. Πρῶτον, ὅτι ἡ Ε.Κ. καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ «ἀνενδότου ἀγῶνος της» καὶ κατὰ τὰς δύο προεκλογικὰς περιόδους ὑπέσχετο εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς τιμὰς ὑψηλοτέρας τῶν περυσινῶν. Καὶ δεύτερον, ὅτι τὴν ὑπόσχεσιν τῆς πριμοδοτήσεως ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς τῆς Αἰτωλοακαρνανίας, μόνον κατόπιν τῶν ἐξεγέρσεών των καὶ τῆς ἀποφάσεώς των νὰ κατέλθουν εἰς συλλαλητήρια διαμαρτυρίας. Καὶ ὅταν μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν ἐπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ματαίωσιν τοῦ συλλαλητηρίου, ἐξηπάτησε καὶ πάλιν τοὺς παραγωγούς, καθορίσασα ποσοστὸν πριμοδοτήσεως, κατώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ ἐξηγέρθησαν καὶ πάλιν καὶ ἀπεφάσισαν τὴν ἐκ νέου κάθοδόν των εἰς συλλαλητήριον τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, θὰ συνέπιπτε μὲ τὴν ἐκ τοῦ Νομοῦ Αἰτωλοακαρνανίας διέλευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ μόνον κατόπιν αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις Ε.Κ. ἐξηναγκάσθη νὰ καταργήσῃ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 245 πρᾶξιν της καὶ διὰ νέας τοιαύτης τῆς ὑπ’ ἀριθ. 247 εὐθυγραμμίσθη πρὸς τὰς μετεκλογικὰς ὑποσχέσεις της. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὰς δύο αὐτὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως Ε.Κ. ἐκ τῶν ὁποίων ταῦτα πλήρως ἀποδεικνύονται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§41Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁ κ. συνάδελφος ἀσχολεῖται νὰ ἐξηγήσῃ, διατὶ ἐτιμήσαμεν τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν. Δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι ἐξεπληρώθη εἰς τὸ ἀκέραιον ἡ ὑπόσχεσίς μας. Ἡ ἰδική μας, κύριε συνάδελφε, ἑρμηνεία εἶναι ὅτι ἐτιμήσαμεν τὴν ὑπόσχεσίν μας, διότι συνηθίζομεν νὰ πράττωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποσχόμεθα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαθέσεις τοῦ λαοῦ τῆς περιφερείας σας, ἠμπορεῖτε νὰ ἔχετε τὰς ἰδικάς σας ἐντυπώσεις, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἡ διέλευσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν περιοχὴν Αἰτωλοακαρνανίας ἦτο ἐξόχως θριαμβευτική. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Πετραλιᾶς).
§42Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἐφραιμίδη, δὲν ὑπεβάλατε ἔγγραφον αἴτησιν συμφώνως πρὸς τὸν νέον Κανονισμόν, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ δύο συναδέλφων καὶ ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως τῶν κ. Σκοπούλη, Σακελλάρη καὶ Γρηγόρη, ἀναφερομένης εἰς τὸ ὕψος ἐπιδοτήσεως τῶν καπνῶν ἐξαιρετικῆς ποιότητος παραγωγῆς περιοχῆς Μακρινίας–Μεσσολογγίου, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§44Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφυπ. Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπάντησίς μου ἐπὶ τῆς προηγουμένης ἐρωτήσεως, καλύπτει καὶ τὴν ἐρώτησιν τῶν κυρίων συναδέλφων, νομίζω.
§45Ν. ΣΚΟΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δοθείσης πράγματι ἀπαντήσεως ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ συναδέλφου κ. Σταυροπούλου, δὲν ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν τίποτε ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν κ. Πανάγου, Τσιάρα καὶ Σακελλάρη ἀναφερομένης εἰς τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἐπιδότησιν τῶν ἐξαχθησομένων μήλων, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§47Α. ΣΠΑΝΟΡΡΗΓΑΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Ὡς γνωστόν, κ. Πρόεδρε, ἔχουν ληφθῆ ὡρισμένα μέτρα διὰ τὴν ἐξαγωγὴν μήλων καὶ τὴν ἀπορρόφησιν τούτων ἀπὸ τὴν ἀγορὰν τῆς Γερμανίας. Πέραν τούτου ἐλήφθη ἀπόφασις διὰ τὴν ἀγορὰν 20 φορτηγῶν βαγονίων πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπόν, τοὐτέστι τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐξαγωγῆς τῶν Ἑλληνικῶν μήλων.
§48Δ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μήπως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τώρα ἐκκρεμοῦσα συναφὴς ἐρώτησίς μας;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χατζηδημητρίου, δὲν δύναμαι δυστυχῶς νὰ παραβῶ τὸν Κανονισμόν. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κατόπιν αἰτήσεως τῶν κ. Κωτιάδη καὶ Μπουρνιᾶ, ἔχει ὁ κ. Σ. Κωτιάδης.
§50Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορ. Ναυτιλίας, τῆς ὁποίας μετέχομεν, εἶχε κληθῆ, πρὸ 2ημέρου διὰ σήμερον τὸ ἀπόγευμα πρὸς ἐξέτασιν ἑνὸς σημαντικοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀσφαλείας τῆς ναυσιπλοΐας κλπ.» τοῦ ὁποίου ὡρίσθην εἰσηγητής. Οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσῆλθον ἐγκαίρως ὅλοι ὡς καὶ ὁ ἐκ τῶν τῆς Κυβερνητικῆς πλειοψηφίας κ. Σακαλῆς, ἐν τῇ βεβαιότητι, ὅτι θὰ συνεδριάσῃ σήμερον ἡ Ἐπιτροπή. Ἀντὶ τούτου ἀνεύρομεν ἀνηρτημένον ἐπὶ τῆς θύρας τῆς αἰθούσης ἓν ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγνωστοποιεῖτο εἰς ἡμᾶς ὅτι ἡ συνεδρίασις ἀνεβάλλετο διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν 8ην τρέχοντος. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τοιαύτη συμπεριφορὰ ἔναντι βουλευτῶν εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἐὰν λόγῳ κωλύματος, δι’ οἱονδήποτε λόγον, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καθίστατο ἀναγκαία ἡ ἀναβολὴ τῆς συνεδριάσεως, ἐπιβεβλημένον ἦτο νὰ μᾶς γνωστοποιηθῇ ἡ ἀναβολὴ εἰς ἕνα ἕκαστον, εἴτε ἐγγράφως, εἴτε ἀπὸ τηλεφώνου. Παρακαλῶ νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει διὰ τὸ μέλλον τὴν παρατήρησίν μου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε δίκαιον ἀσφαλῶς. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὶ ἀκριβῶς συνέβη καὶ θὰ ἐξετάσω τὴν περίπτωσιν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς συνεδριάσεως ὀφείλεται εἰς ἔκτακτον κώλυμα τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐμπορ. Ναυτιλίας, ἐκ τοῦ γεγονότος δὲ τούτου ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία.
§52Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγώ, μέλος ὢν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, αὐτὴν τὴν στιγμὴν πληροφοροῦμαι ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συνεδριάσῃ.
§53Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποδεικνύεται, ἀπὸ σειρὰν δεδομένων, ὅτι δὲν δίδεται ὁ προσήκων σεβασμὸς εἰς τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ λαοῦ. Ἐφ’ ὅσον αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Βουλῆς γνωρίζουν καὶ τὰς διευθύνσεις καὶ τὰ τηλέφωνα τῶν γραφείων καὶ τῶν οἰκιῶν μας, ἐπιβάλλεται ὅπως μᾶς γνωστοποιοῦν κάθε τι ἔχον σχέσιν μὲ ἀναβολὴν συνεδριάσεων Ἐπιτροπῶν εἰς τὰς ὁποίας εἴμεθα μέλη, ὡς καὶ πᾶν σχετικὸν τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων μας. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι περιπτώσεις, ἀποδεικνύουσαι τὴν μὴ ἀπόδοσιν τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ πρὸς τοὺς βουλευτὰς καὶ χαίρω διότι παρίσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ ἀκούσῃ μίαν ἐκ τῶν περιπτώσεων παραπόνων, ἀφορῶσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του. Ἔλαβον μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐπὶ ἐρωτήσεώς μου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπογεγραμμένην ὄχι ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν κ. Ὑπουργόν, ὡς ἐπιβάλλετο, ἀλλὰ ἀπὸ ὑπάλληλον.
§54Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, πρόκειται περὶ λάθους καὶ ἔδωκα ἐντολὴν ὅπως τοῦ λοιποῦ μὴ ἐπαναληφθῇ τοιοῦτον τί.
§55Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Τὸ μόνον εὐχάριστον εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν— καὶ τὸ λέγω ἀστειζόμενος— εἶναι ὅτι μετὰ τὴν συγγνώμην, τὴν ὁποίαν ἔλαβα ἀπὸ τὴν ΕΔΑ, ἤδη ἔχω καὶ τὴν συγγνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πιστεύω, ὅτι ἐγένετο ἐκ προθέσεως τοιοῦτον τί. Πρόκειται ὅμως περὶ περιπτώσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μνημονευθῇ, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἔχω νὰ λάβω καὶ μίαν ἀπάντησιν προσφάτως ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δημ. Τάξεως, μὲ ἀπάντησιν τοιαύτην ποὺ ἀπορῶ πῶς δὲν τὴν ἐπέστρεψαν αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀπάντησις ἔλεγεν «ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Μπουρνιᾶ...» καὶ συνέχιζε τὸ κείμενον. Κύριε Πρόεδρε, τὸ «κύριος» εἶναι ἐπιβεβλημένη λέξις πρὸ τοῦ ὀνόματος παντὸς πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθυνόμεθα, πολὺ δὲ περισσότερον ἐπιβάλλεται ὅταν πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως πρὸς βουλευτήν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§57Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ὀρθῶς προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς τροποποιήσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ἐπὶ 5 φορὰς καθ’ ἑβδομάδα συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἀναφορῶν, διὰ τὸν λόγον ἀφ’ ἑνός, ὅτι ταῦτα ἐνδιαφέρουν ἀμέσως τὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διότι τοῦτο ἦτο ἕνας τρόπος προσελεύσεως τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῶν Συνεδριάσεων. Ὅμως ἡ ἐπιλογὴ διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἡ σειρὰ τῶν ὑποβαλλομένων ἐρωτήσεων, δὲν εἶναι ἡ ἐπιβαλλομένη καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ἔχομεν ὑποβάλλει ἐρωτήσεις ἐντόνου ἐπικαιρότητος ὡς εἶναι αἱ περὶ καπνοῦ, καὶ μεγίστου ἐνδιαφέροντος θεμάτων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναγράφονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ δὲν συζητοῦνται ἐπικαίρως. Προηγουμένως ὁ συνάδελφος κ. Τσιάρας, ἀνέφερεν, ὅτι ἡ διὰ τὰ ἑσπεριδοειδῆ ἐρώτησίς του ἔχει κατατεθῆ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, ὅτε τὸ θέμα ἦτο ἐπίκαιρον, παρὰ ταῦτα συζητεῖται σήμερον. Ἔχομεν ἡμεῖς τῆς ΕΔΑ περὶ τὰς 10 ἐρωτήσεις ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος θέματος τοῦ καπνοῦ, ὄντως θέματος ἐπικαίρου. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ ἀγωνιοῦν καὶ ζητοῦν νὰ ἐξαγγελθοῦν ἐπειγόντως ἱκανοποιητικὰ καπνικὰ μέτρα καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει ἀμέσως περὶ αὐτοῦ νὰ συζητήσῃ. Ἂν ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸν Μάϊον, τότε δὲν θὰ ὑπάρχουν καπνὰ καὶ οἱ παραγωγοὶ θὰ ἔχουν καταληστευθῆ ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους. Ἐκτὸς ὅμως τῶν ἰδικῶν μας ἐρωτήσεων, ἐκκρεμοῦν ἑκατοντάδες ὅμοιες καὶ ἄλλων συναδέλφων. Τὸ αἴτημα εἶναι νὰ συζητοῦνται καὶ αἱ ἐρωτήσεις ἀναλόγως τοῦ ἐνδιαφέροντος καὶ τῆς ἐπικαιρότητός των.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, καὶ σεῖς ἔχετε δίκαιον, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν ἐρωτήσεις ἀργότερον ὑποβληθεῖσαι, ὅταν ἔχουν ὑποβληθῆ ἤδη 1500 ἐρωτήσεις πρὸς συζήτησιν;
§59Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐποχιακὰ θέματα ποὺ πρέπει νὰ συζητοῦνται ὅταν εἶναι ἐπίκαιρα, ἀντὶ νὰ συζητοῦνται θέματα, τῶν ὁποίων τὸ ἐνδιαφέρον δὲν εἶναι τῆς στιγμῆς.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται, κ. συνάδελφοι, νὰ γίνεται ἐπιλογὴ τῶν ἐρωτήσεων, διότι θὰ δημιουργηθοῦν— καὶ εὐλόγως— παράπονα. Ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§61Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα τὸν κ. Ἐφραιμίδην παραπονούμενον διὰ καθυστέρησιν τῶν ἐρωτήσεών των ἐπὶ τοῦ καπνοῦ κλπ. Ἀλλὰ ἡ πρὸ ὀλίγου συζητηθεῖσα ἐρώτησις τοῦ συναδέλφου κ. Σταυροπούλου, δὲν ἦτο διὰ τὰ καπνά; Διὰ τὰ καναρίνια ἦταν; Τὸ σφάλμα εἶναι ἰδικόν των, διότι δὲν κατέθεσαν ἐγκαίρως τὰς ἐρωτήσεις των.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον.
§63Δ. ΧΑΤΖΗΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κατέθεσα ἐρώτησιν, ἀφορῶσαν εἰς τὰ μῆλα ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου, ἡ ὁποία δὲν ἦλθεν ἀκόμη πρὸς συζήτησιν. Συζητουμένης σχετικῆς ἐρωτήσεως, παρεκάλεσα νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ θέματος, ἅπαξ δὲν ἦλθε πρὸς συζήτησιν ἡ ἐρώτησίς μου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἐρώτησίς σας, ὡς διαβεβαιώνεται εἶναι παρεμφερής. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, διότι τοῦτο θὰ ἀπετέλει κακὸν προηγούμενον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δαμιανός.
§65Κ. ΔΑΜΙΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν Παιδείας, δὲν ἔχουν συζητηθῆ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς. Πολλαὶ δὲ ἐξ αὐτῶν ἀφοροῦν θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν πάρα πολὺ τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν σπουδάζουσαν νεολαίαν. Κατέθεσα τὸν Νοέμβριον ἐρώτησιν πρὶν ἀκόμη ἀσθενήσῃ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς καὶ ἐζήτουν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀναθεώρησις τῶν γραπτῶν τῶν ἀποτυχόντων ὑποψηφίων εἰς τὰς ἀνωτάτας σχολάς. Οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔλαβον. Κατέθεσα ἑτέραν ἐρώτησιν μετατρέψας ταύτην εἰς προτασσομένην ἐπερώτησιν διὰ τὰς εἰσαγωγικὰς ἐξετάσεις εἰς τὰς ἀνωτάτας σχολάς, στὰ σφάλματα τοῦ ἠλεκτρονικοῦ ἐγκεφάλου, ὡς καὶ διὰ τοὺς ἐπιλαχόντας τοὺς λαβόντας ἄνω τῶν 190. Καὶ ἡ ἐπερώτησις δὲν συζητεῖται, συνεχῶς ἀναβάλλεται. Ἐκτὸς ἐμοῦ κατέθεσαν ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ὡς οἱ κ.κ. Ταλιαδούρης, Βαρβιτσιώτης. Παρὰ ταῦτα, καὶ παρὰ τὰς συνεχεῖς διαμαρτυρίας καὶ τὰ διαβήματα τῶν ἐνδιαφερομένων σπουδαστῶν ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ. Τὰ θέματα τῆς Παιδείας δὲν συζητοῦνται, διότι ὡς δικαιολογεῖται ἡ Κυβέρνησις, ἀσθενεῖ ὁ κ. Ὑφυπουργός, καὶ ὅμως ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν πράγματι ἐπιθυμοῦσε νὰ τὰς συζητήσῃ, νὰ ὁρίσῃ ἀναπληρωτὴν Ὑφυπουργοῦ Παιδείας, ἀλλὰ ἀκόμη θὰ ἠδύνατο νὰ παραστῇ εἰς τὴν συζήτησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς Παιδείας, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον διὰ νὰ ἀκουσθοῦν ἐπὶ τέλους ὑπεύθυνες γνῶμες. Ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ κατέθεσα ἐρώτησιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπ’ αὐτῆς δὲν ἔλαβον εἰσέτι ἀπάντησιν. Σήμερα οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ μὲ τὸν μόνον ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπαφὴν καὶ μ’ αὐτὸν μάλιστα δυσκόλως, διὰ τὰ θέματα τῆς Παιδείας, εἶναι ὁ κ. Παπανοῦτσος. Ἀλλὰ ὁ κ. Παπανοῦτσος δὲν εἶναι Ὑπουργὸς διὰ νὰ τοῦ ἐπιτρέπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ χειρισθῇ τὰ θέματα τῆς Παιδείας. Ἐφ’ ὅσον ἀρνεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητήσῃ μέσα στὴν Βουλὴν τὸ πῶς διεξήχθησαν αἱ ἐξετάσεις εἰς τὰς ἀνωτάτας σχολὰς καὶ κωφεύει εἰς τὰς ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς διαμαρτυρίας, σημαίνει, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν συζήτησιν, διότι ἀκριβῶς ἡ συζήτησις θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τὸ τόσον διαφημισθὲν ὑπ’ αὐτῆς σύστημα εἰσαγωγικῶν ἐξετάσεων εἰς τὰς ἀνωτάτας σχολάς, ὑπῆρξε φενάκη καὶ ἕνα τέτοιο πρᾶγμα προσπαθεῖ νὰ τὸ ἀποφύγῃ ὁπωσδήποτε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε πράγματι, ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς Παιδείας κ. Ὑφυπουργὸς ἦτο ἀσθενής, ὅτι ἀνέρρωσε, καὶ ὅτι λίαν προσεχῶς θὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του ἐντὸς τῶν ὁποίων εἶναι καὶ αἱ ἀνησυχίαι σας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀντιμετωπισθοῦν.
§67Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις, προσθέτων καὶ ἰδικήν μου περίπτωσιν εἰς τὰς ὑπὸ κυρίων συναδέλφων διατυπωθείσας διαμαρτυρίας σχετικῶς μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς ἀπαντοῦν τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, ὁ ἐπὶ τῶν μεγαφώνων τῆς αἰθούσης ὑπάλληλος ὑποκαθιστῶν προφανῶς ὑμᾶς, δὲν δίδει γραμμὴν εἰς τὸ μικρόφωνον διὰ νὰ ἀκουσθῶ. (Θόρυβος ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε., φωναί, νὰ ἀκούσωμεν τὸν ρήτορα). Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον: Διαβιβάζομεν αἴτησιν τοῦ βουλευτοῦ Σταμάτη. Νομίζω, ὅτι εἶναι μία κακὴ ἀρχὴ καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἐφαρμόζεται ἀπὸ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ συστήσετε εἰς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ ἔχουν συντακτικὸν τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ πρόσωπον ποὺ ἀπευθύνεται τὸ ἔγγραφον.
§68Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχετο οὐδὲν ἔγγραφον ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν δὲν ἔφερε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Τὰ ἐρωτήματα τῶν βουλευτῶν ἀφοροῦν τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ οὐχὶ τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐπανειλημμένως ἐπέστρεψα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔφερον ὑπουργικὴν ὑπογραφήν. Δύνασθε νὰ ἐρωτήσετε τὰς ὑπηρεσίας, διὰ νὰ βεβαιωθῆτε περὶ τούτου. Ἑπομένως, θὰ σᾶς παρεκάλουν ἐξ ὀνόματος τοῦ Κοινοβουλίου νὰ κάμετε καὶ σεῖς τὸ αὐτό.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι γίνεται αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγίνετο καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας.
§70Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Ροδοπούλου, ἐλήφθησαν ἔγγραφα τῶν Ὑπουργείων ἀπευθυνόμενα πρὸς τοὺς κ. βουλευτὰς χωρὶς τὴν ὑπογραφὴν τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ λέγω τοῦτο διὰ τὴν ἀπόδοσιν δικαιοσύνης.
§71Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου δὲν ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνεμένομεν. Τὸ τηλεγράφημα τῶν παραγωγῶν Σκύδρας, Ναούσης, Ἐδέσσης, Κατερίνης, ἦτο νὰ πληροφορηθοῦν πότε θὰ δοθῇ ἐπιδότησις 30 λεπτῶν κατὰ κιλὸν ἐπὶ τῶν ἐξαγωγίμων προϊόντων τῶν μήλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἔδωσε μίαν χρήσιμον πληροφορίαν περὶ προμηθείας βαγονίων, ἀλλὰ μὲ τὴν προμήθειαν μόνον τῶν 20 βαγονίων, δὲν λύεται τὸ θέμα. Θὰ ἤθελα νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς πότε θὰ δοθῇ ἡ ἐπιδότησις τῶν 30 λεπτῶν κατὰ κιλόν. Ἐπίσης θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ψυγείων. Εἶναι ἄμεσον αἴτημα τῶν παραγωγῶν, διότι ὡς γνωρίζετε, πέρυσι τὰ προϊόντα των ἐσάπισαν καὶ οἱ παραγωγοὶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἄλλον πόρον ζωῆς, διότι ἀσχολοῦνται μὲ τὴν μονοκαλλιέργειαν. Εἶναι ζωτικὸν θέμα ἡ ἔγκαιρος προμήθεια τῶν ψυγείων, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δείξῃ ἰδιαιτέραν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι θὰ θρηνήσωμεν περαιτέρω πτῶσιν τοῦ εἰσοδήματος τῆς παραγωγῆς ἂν δὲν λάβωμεν ἐγκαίρως τὰ ἀπαραίτητα μέτρα διακινήσεως τοῦ προϊόντος.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας εἰσερχόμεθα εἰς
τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§73Γ. ΠΑΝΑΓΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐπιδοτήσεως.
§74Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὡμίλησε πρῶτος, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξηγῇ 10 φοράς.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βιομηχανικῶν περιοχῶν». Δεκτόν;
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ βιομηχανικῶν περιοχῶν». Δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἰχθυοσκαλῶν»;
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἰχθυοσκαλῶν». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ φορολογίας μεταβιβάσεως ἀκινήτων καὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ἀστικῶν οἰκοπέδων». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§80Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συζητοῦμεν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις περὶ φόρου μεταβιβάσεως καὶ ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, κατὰ τὰ ἐν αὐτῷ λεπτομερέστερον θεσπιζόμενα. Εἶναι φυσικὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς καὶ οἱονδήποτε ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπιβολὴν φορολογικῶν βαρῶν, νὰ ἀντιμετωπίζεται μὲ δυσφορίαν ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην ὅσον καὶ ἂν τὸ φορολογικὸν βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει, εἶναι ἐλαφρόν. Ἀλλ’ ὅπως γνωρίζετε, κἄθε Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δημοσίας δαπάνας. Κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ βάρη φορολογικὰ ἐπὶ ὅλων τῶν ἐχόντων ὑποχρέωσιν πρὸς φορολογίαν πολιτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐπὶ ἑνὸς φορολογικοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἂν τὰ φορολογικὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει, εἶναι σύμφωνα μὲ τὰς κρατούσας περὶ φορολογικῆς δικαιοσύνης ἀρχὰς καὶ ἂν πράγματι γίνεται ὁ ὑπὸ τοῦ δικαίου καὶ τῆς φορολογικῆς ἐπιστήμης προβλεπόμενος ὀρθὸς ἐπιμερισμὸς τοῦ φορολογικοῦ βάρους ἐπὶ ὅλων τῶν πολιτῶν. Κατ’ ἐξοχὴν ὁ φόρος, ὡς γνωρίζετε, κ.κ. συνάδελφοι, εἶναι τὸ κύριον μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου κἄθε ὠργανωμένη Πολιτεία ἀντιμετωπίζει τὰς δημοσίας δαπάνας σήμερον. Καὶ διὰ τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου κἄθε Κυβέρνησις ἐπιτυγχάνει νὰ μετέχῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν διανομὴν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ νὰ τὴν ρυθμίζῃ κατὰ τρόπον δίκαιον καὶ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἐπιδιώξεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἐξαγγείλει διὰ τῶν προγραμματικῶν αὐτῆς δηλώσεων. Θὰ ἐξετάσωμεν, λοιπόν, καὶ ἐν προκειμένῳ ἐὰν τὸ φορολογικὸν βάρος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε, κρινόμενον κατὰ τὰς γενικὰς περὶ φορολογικῆς δικαιοσύνης ἀρχάς, νὰ εἶναι ἀνεκτὸν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ νὰ ἐγκριθῇ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὅπως εἶπον, τροποποιεῖ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις περὶ φόρου μεταβιβάσεως καὶ ἐπιβάλλει φόρον ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος. Ὅπως γνωρίζετε, ἡ φορολογία τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος εἰς τὴν χώραν μας ἐπεβλήθη τὸ πρῶτον τὸ 1919 διὰ τοῦ νόμου 1642, κατηργήθη δὲ τὸ 1929 ὅτε ἐπεβλήθη ὁ φόρος μεταβιβάσεως, ὁ ὁποῖος ἴσχυσε μέχρι τὸ 1950, ὁπότε ἐγένετο ὁ Α.Ν. 1521)50, ὁ ὁποῖος ἐκυρώθη διὰ τοῦ Ν.Δ. 1587)50. Μελετῶντες τὴν νομοθεσίαν αὐτὴν καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη διὰ τοῦ Ν. 1642)19, ἦτο πολὺ βαρυτέρα καὶ πολυπλοκωτέρα ἀπὸ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοθετήματος. Ἐπίσης διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καταργεῖται καὶ ὁ Ν. 2709)63 περὶ ἐπιβολῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν περιπτώσεων αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων συνεπείᾳ ἐκτελέσεως ἔργων ἐκ τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων. Ἀντικαθίσταται αὐτὴ ἡ φορολογία διὰ τοῦ ἐπιβαλλομένου διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου φόρου ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος. Ἔχει δέ, ὡς θὰ ἐξηγήσω, μεγίστην σημασίαν, διὰ τὴν κρίσιν σας ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἡ κατάργησις τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅπως θὰ εἴπω ἀμέσως. Ὁ νόμος 1642, ὁ ὁποῖος ἐθέσπισε, ὡς εἶπον, τὸν φόρον αὐτομάτου ὑπερτιμήματος τὸ 1919 ἦτο νόμος γενικὸς καὶ τὸν ἐπέβαλεν ἄνευ τῶν ὑπὸ τοῦ παρόντος νομοθετήματος προβλεπομένων κατοχυρώσεων τοῦ ἀδιαβλήτου τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας, τὸν ἐπέβαλεν εἰς ὅλας τὰς ἀπαλλοτριώσεις ἐξ ἐπαχθοῦς αἰτίας ἀκινήτων κλπ., χωρὶς νὰ προβλέπῃ ἀφορολόγητον ὅριον, χωρὶς νὰ καθορίζῃ σαφῶς τὰ χρονικὰ ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ ἐφορολογεῖτο τὸ αὐτόματον ὑπερτίμημα, ἀλλὰ ἐλάμβανεν ὡς κριτήριον ὑπολογισμοῦ τὸ μέσον ἐτήσιον εἰσόδημα μιᾶς δεκαετίας. Καὶ καθωρίζετο ὁ φόρος εἰς 12% ἐπὶ τῆς ἐξευρισκομένης κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐτησίας αὐξήσεως. Γνωρίζετε δὲ ὅλοι πόσον δύσκολον εἶναι τὸ θέμα τοῦ ὑπολογισμοῦ ἑνὸς φόρου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει τὸ μέσον εἰσόδημα μιᾶς 10ετίας καὶ πόσον ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καταστρατήγησις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων καὶ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Τὸ Ν.Δ. τοῦ 1929, τὸ ὁποῖον κατήργησε τὸν νόμον περὶ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ἐπέβαλε τὴν φορολογίαν ἐπὶ μεταβιβάσεως ἀκινήτου ἐξ ἐπαχθοῦς αἰτίας καὶ καθιέρωσεν ἐπίσης ἕνα πολύπλοκον σύστημα εἰσπράξεως, τὸ ὁποῖον ἐδυσχέραινε τὰς συναλλαγὰς τῶν φορολογουμένων καὶ τὸ ἔργον τῶν φορολογικῶν ὑπηρεσιῶν, διότι καθώριζε πολλαπλοῦς φόρους μεταβιβάσεως κλπ. Καθώριζε π.χ. 3% φόρον μεταβιβάσεως, 1% τέλος μεταγραφῆς, 3% διὰ τέλος χαρτοσήμου, 0,60% ὑπὲρ τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, 1% ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας, 1% ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν, δικαιώματα Ὑποθηκοφυλακείων Αʹ κατηγορίας κλπ. καὶ ὅλα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ρυθμισθοῦν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμβολαίων μεταβιβάσεως. Καὶ ἀντιλαμβάνεσθε ὅλοι πόσον ἡ διαδικασία αὐτὴ ἦτο δυσχερὴς νὰ τελειώσῃ ταχέως διὰ τὸν συναλλασσόμενον καὶ πόσον πολύπλοκον καὶ βαρὺ ἦτο τὸ ἔργον τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ διευκολύνουν τοὺς συναλλασσομένους. Ἦλθεν ὁ νόμος λοιπὸν τοῦ 1950, ὁ 1521, ὅπως ἐκυρώθη ἀπὸ τὸν νόμον 1587)1950, ὁ ὁποῖος ἁπλοποίησε κατὰ πολὺ τὸ σύστημα αὐτό, ἐνοποίησε τὰς ὁμοειδεῖς φορολογίας καὶ ἔλαβε μίαν μεγαλυτέραν τάξιν εἰς τὸ φορολογικὸν ἔργον, ἀποδιδομένου εἰς τοὺς δικαιούχους φορολογιῶν μετὰ τοῦ ἀναλογοῦντος ποσοστοῦ, ἁπλοποιήσας τὸ φορολογικὸν σύστημα. Ὑπὸ τὸ φορολογικὸν αὐτὸ καθεστὼς εἰσάγεται σήμερον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν καὶ περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσωμεν ἀμέσως. Τώρα σκόπιμον εἶναι νὰ μορφώσωμεν καὶ γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐὰν προσαρμόζεται μὲ τὸ ὅλον φορολογικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν φορολογικήν της πολιτικήν. Βεβαίως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προβῶμεν εἰς κρίσεις ἐπὶ τῆς γενικωτέρας φορολογικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐδῶ πρόκειται περὶ ἑνὸς εἰδικοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸ κρίνωμεν ὑπὸ τὴν εἰδικήν του αὐτὴν μορφήν. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην μας, ἐὰν κρίνωμεν τὴν φορολογίαν αὐτὴν τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ὡς φορολογίαν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ἢ ὡς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ θέμα δὲν εἶναι ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ ἀπολύτως ξεκαθαρισμένον. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου εἶναι ἕνα εἶδος φόρου ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ εἰς ἄλλας χώρας καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν, θεωρεῖται ὡς φόρος τοῦ εἰσοδήματος ὁ φόρος τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῆς ἀκινήτου περιουσίας, καὶ περιλαμβάνεται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ φόρου εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς χώρας αὐτὰς λαμβάνεται ὑπὸ τὴν εὐρυτάτην του μορφήν. Καὶ ἔχει βεβαίως τοῦτο σημασίαν διὰ τὴν ἠθικήν, τρόπον τινά, κρίσιν ἐπὶ τοῦ προτεινομένου μέτρου, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ κεφαλαίου πρέπει νὰ καταφεύγῃ μία Κυβέρνησις εἰς ἐκτάκτους καὶ μόνον περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ δικαιολογοῦν ἀπολύτως τὸ μέτρον αὐτό, ἐνῷ εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταφεύγῃ συνεχῶς καὶ νὰ ὑποβλέπῃ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν δημοσίων δαπανῶν κυρίως διὰ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ φόρος τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, εἰδικῶς ὅπως προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἴτε τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὡς φορολογίαν τοῦ κεφαλαίου, εἴτε ὡς φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος, εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένος καὶ σύμφωνος μὲ τὰς ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐπιστήμῃ κρατούσας ἀρχὰς περὶ φορολογικῆς δικαιοσύνης καὶ νομίζω, ὅτι ἀνταποκρίνονται καὶ εἰς τὰς δύο βασικὰς ἀρχὰς τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, δηλαδή, ὅτι ἀντιμετωπίζει φορολογικῶς καὶ τὴν εἰσοδηματικὴν ἀνισότητα εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος ἐπιμερίζεται δικαίως ἐπὶ τῶν φορολογουμένων σύμφωνα μὲ τὰς κρατούσας κοινωνικοπολιτικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει υἱοθετήσει καὶ εἰς τὸ πρόγραμμά της ἔχει ἐξαγγείλει, ὅτι ἐπιδιώκει νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ἀποκτᾷ ἕνα νέον ἔσοδον ὁ προϋπολογισμός. Ὁ φόρος αὐτός, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις ὅπως γνωρίζομεν εἶναι φόρος, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἐπὶ τῆς ὑπεραξίας τῆς ἀστικῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ὑπεραξία δὲν ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὴν φυσιολογικὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας τοῦ ἀκινήτου, ἀλλὰ λόγῳ τῶν ἐκτάκτων συνθηκῶν τῶν μεταπολεμικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν εἰς τὴν χώραν μας καὶ αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν ὥστε εἰς ὡρισμένας περιοχὰς καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν μεγάλων ἐπαρχιακῶν πόλεων νὰ ἀποκτήσῃ μίαν πέραν τοῦ φυσιολογικοῦ ἀξίαν ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία. Εἰς τοῦτο συνετέλεσεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ συρροὴ μεγάλου ἀριθμοῦ κατοίκων ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα, μία μετατόπισις πληθυσμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μεγαλυτέρας ἐκπολιτιστικῆς ἀναπτύξεως τῶν ἀστικῶν κέντρων καὶ ἡ ὁποία ἦτο φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν μετατόπισιν εἰς αὐτὰ τοῦ πληθυσμοῦ ἀπὸ τὰς ἀγροτικὰς περιοχάς. Εἶναι ἐπίσης ἡ τεχνικὴ ἀνάπτυξις, τὰ μέσα ἀνέσεως, τὰ ὁποῖα διαθέτει σήμερον ὁ πληθυσμὸς τῶν ἀστικῶν κέντρων καὶ ἐπίσης ἡ μορφή, τὴν ὁποίαν ἐπῆρε τὸ Κράτος, ἡ παρεμβατικὴ μορφὴ τοῦ Κράτους. Ὅπως γνωρίζομεν σήμερον, ἡ κεντρικὴ ἐξουσία, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν ἐννοῶ μόνον τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ καὶ τὰς Νομαρχίας καὶ τὰς γενικὰς διοικήσεις καὶ ὅλας τὰς ἀποκεντρωμένας δημοσίας ὑπηρεσίας ποὺ ἔχουν ἐξουσίαν καὶ παρεμβαίνουν καὶ εἰς λεπτομερειακὰ θέματα καὶ τὰ ρυθμίζουν. Εἶναι ὑποχρεωμένοι ὅλοι οἱ πολῖται καὶ τοῦ τελευταίου χωρίου νὰ μετατοπίζωνται καὶ νὰ ἐγκαθίστανται εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα καὶ ἰδίως εἰς τὴν πρωτεύουσαν διὰ νὰ ἐξυπηρετῶνται καλύτερα. Ἐπίσης καὶ ἡ τουριστικὴ ἀνάπτυξις τῆς χώρας μας εἰς ὡρισμένας περιοχὰς συνετέλεσεν καὶ αὐτὴ εἰς τὴν μετατόπισιν μεγάλου μέρους τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν χωρίων εἰς ἀστικὰς περιοχάς, αἱ ὁποῖαι μέχρι πρὶν δὲν ἦσαν τόσον πυκνῶς κατῳκημέναι. Αὐτὴ ἡ μετατόπισις ἐδημιούργησε μίαν ζήτησιν ἀκινήτων καὶ φυσικὰ ἐδημιούργησε μίαν ὑπεραξίαν αὐτῶν μὴ ἀναμενομένην. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι μόνον εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς αἱ συνθῆκαι αἱ εὐνοϊκαὶ ποὺ ἐδημιούργησαν τὴν μεγάλην αὐτὴν ὑπερτίμησιν τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει καὶ δέχεται ὀρθότατα ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου περιφέρειαν συνέβη τὸ ἴδιον. Εἰς μίαν κωμόπολιν, πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ μου, εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον, τὰ ἀκίνητα ὑπερετιμήθησαν λόγῳ τουριστικῆς ἀναπτύξεως καταπληκτικὰ καὶ ταχύτατα ἐντὸς τῶν τελευταίων τεσσάρων ἐτῶν. Κατ’ ἀκολουθίαν, ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ ὑπερτιμήματος τῶν ἀκινήτων εἶναι ἀπολύτως ὀρθός, ἔχει δὲ ἀπολύτως ὡριμάσει κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν φορολογουμένων ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβολῆς αὐτῆς τῆς φορολογίας. Διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ποὺ εἰσηγεῖται ἕνα τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ὁ φόρος αὐτομάτου ὑπερτιμήματος εἶχεν ἐφαρμοσθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὡς εἶπον τὸ 1919, κατὰ τρόπον ὅμως ἀντιοικονομικὸν καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω καὶ ὀλίγον ἀντικοινωνικὸν τότε καὶ ὄχι τόσον μελετημένον καὶ τόσον δίκαιον, ὅπως θεσπίζει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς φορολογίας ταύτης ἐπανέρχεται ὁ φόρος τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως διὰ τοῦ νόμου 2709)1953. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπαγιάννης εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀνέφερεν εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν τὰ ἑξῆς: «Ὡς ἐξαγγέλλει ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐκτελεσθοῦν σημαντικὰ ἔργα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας, ὁδοποιίας, ἐγγειοβελτιωτικὰ κλπ. εἰς βάρος τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἤτοι δι’ ἐπιβαρύνσεως τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, διὰ τῶν ὁποίων ἀξιοποιοῦνται ἀστικαὶ καὶ ἀγροτικαὶ ἰδιοκτησίαι ἀποκτῶσαι πρόσθετον ἀξίαν καὶ πολλάκις κτηματικὴν τοιαύτην. Εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον οἱ οὕτως ὠφελούμενοι νὰ συνεισφέρουν μέρος τῆς οὕτω πραγματοποιουμένης ὑπεραξίας τοῦ ἀκινήτου των ὑπὲρ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου». Καὶ καθορίζει εἰδικὴν διαδικασίαν, βάσει τῆς ὁποίας προσδιορίζεται ἡ ὑπεραξία καὶ καθορίζεται τὸ καταβληθησόμενον ποσὸν ὑπὸ τοῦ εἰσφέροντος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου. Ὡς ἀρχὴ ἡ φορολογία τῆς ὑπεραξίας εἶχε πλήρως συνειδητοποιηθῆ εἰς ἡμᾶς μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο, κατ’ ἐμέ, ἀντικοινωνικόν, ἀντιοικονομικόν, ἀντιλαϊκόν, διότι συνδυάζει τὴν πολιτικὴν τῶν κρατικῶν ἐπενδύσεων μὲ φορολογικὰς ἐπιβαρύνσεις. Ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἦτο φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν οἵαν ἐπροκάλεσε τότε ἀντίδρασιν, ἰδίως εἰς τὰς ἀγροτικὰς περιοχὰς τῆς χώρας, διότι ἐκαλοῦντο οἱ ἀγρόται νὰ καταβάλουν φόρον διὰ τὴν ὑπεραξίαν τῶν ἀγροτικῶν περιουσιῶν των, ἡ ὁποία ἦτο κατὰ τὸ μεγαλύτερον ποσοστὸν πλασματική, διότι μία ὑπεραξία τότε εἶναι διὰ τὸν κάτοχον τοῦ ἀκινήτου πραγματική, ὅταν πρόκειται νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἐκ τῆς ὑπεραξίας τίμημα. Τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον καθιερώνει μίαν ὀρθοτάτην καὶ δικαίαν φορολογικὴν ἀρχήν, ἀποφεύγει τὶς κακοτοπιές, οἱ ὁποῖες εἶναι εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων καὶ τοῦ Δημοσίου, δὲν ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθόν, ποὺ εἶναι δύσκολον νὰ ἐξεύρῃ τὴν ὑπεραξίαν, φορολογεῖ τὰς μεταβιβάσεις ἀπὸ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1965 καὶ ἐφ’ ἑξῆς καὶ ὅπως ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, διευκολύνονται καὶ αἱ φορολογικαὶ ὑπηρεσίαι εἰς τὸ ἔργον των καὶ οἱ φορολογούμενοι γνωρίζουν ἐγκαίρως τί θὰ πληρώσουν καὶ θὰ πληρώσουν ὅταν εἰσπράξουν τὸ τίμημα τῆς μεταβιβάσεως. Καὶ εἶναι δίκαιον ὁ εἰσπράττων τὸ ἀντίτιμον μιᾶς τόσον σημαντικῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἀκινήτου νὰ πληρώσῃ ἕνα ποσοστὸν αὐτῆς εἰς τὸ κοινωνικὸν σύνολον καὶ διὰ τὸ πτωχὸν Κράτος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ συνεισφέρωμεν καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τῶν ἐπενδύσεων ποὺ ἀσκεῖ συνέβαλεν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ὑπεραξίας αὐτῆς. Κατ’ ἀκολουθίαν ἔχει πλήρη δικαίωσιν ἡ ἐπιβολὴ τῆς φορολογίας αὐτῆς, καθ’ ὃν τρόπον διατυπώνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μὴ ἀνατρέχουσα εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ μόνον εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτυγχάνεται ἐπίσης, καὶ ἄλλη ἀρχή, ἡ ἐξυγίανσις τῆς φορολογίας, τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, ποὺ ἀναγκάζει τὸν φορολογούμενον νὰ εἶναι εἰλικρινὴς εἰς τὰς φορολογικάς του δηλώσεις. Μέχρι σήμερον γνωρίζομεν, ὅτι εἰς κάθε ἀγοραπωλησίαν φροντίζει ὁ ἀγοραστὴς νὰ ἐμφανίζῃ μειωμένον τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον καταβάλλει εἰς τὸν πωλητήν. Γνωρίζομεν πόσον δύσκολον εἶναι τὸ ἔργον τῆς φορολογικῆς ὑπηρεσίας διὰ νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν πραγματικότητα. Σήμερον ὁ ἀγοραστὴς δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ἀποκρύψῃ τὸ ἀληθὲς τίμημα, διότι ἐὰν τὸ ἀποκρύψῃ θὰ τὸ πληρώσῃ μὲ τὴν ὑπεραξίαν ὅταν τὸ πωλήσῃ, ἐνῷ τώρα θὰ τὸ πληρώσῃ μαζὶ μὲ τὸν πωλητήν.
§81Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρέπει νὰ χρησιμοποιῆτε τὸν ὅρον, ὑπεραξία, διότι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ σύγχυσις μὲ τὴν ὑπεραξίαν τῶν ἀκινήτων, τὴν ὁποίαν ἐζήτουν νὰ φορολογήσουν, αἱ Κυβερνήσεις τῆς ΕΡΕ, καὶ τὴν ὁποίαν τώρα καταργοῦμεν ὁλοσχερῶς μὲ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Εἶναι γνωστὸν ποία ἦτο ἡ ὑπεραξία, τὴν ὁποίαν ἐζήτουν νὰ φορολογήσουν αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ε.Ρ.Ε. Μὲ τὸ νὰ κάμουν τὰ πεζοδρόμια εἰς ἕνα δρόμον, ἐζήτουν νὰ φορολογήσουν τὰ παρακείμενα ἀκίνητα μὲ μίαν φορολογίαν ὑπὸ τὸν τύπον ὑπεραξίας 25%. Καὶ μάλιστα οἱ φορολογούμενοι θὰ ἔπρεπε νὰ καταβάλουν τὴν βαρυτάτην αὐτὴν φορολογίαν ἀνεξαρτήτως τῆς πωλήσεως τοῦ ἀκινήτου καὶ τῆς εἰσπράξεως ἐξ αὐτοῦ συνεπῶς χρημάτων. Αὐτὴ ἡ φορολόγησις τῆς ὑπεραξίας καταργεῖται μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον κατόπιν τῆς γνωστῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διὰ τὴν ἔκδοσιν, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ συνετέλεσα. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ μὴ κάμνετε χρῆσιν τοῦ ὅρου «ὑπεραξία», διότι δυνατὸν νὰ προκληθῇ σύγχυσις μὲ τὴν ὑπεραξίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἐπαχθὴς καὶ δημευτική. Τὸ ὑπερτίμημα διὰ τὰς μεταπωλήσεις ἀπὸ τοὺς ἀγοράζοντας ἀπὸ τοῦ 1965 καὶ πέραν εἶναι τελείως ἄσχετον καὶ ἀναφέρεται εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως, ὁπότε ἐπὶ τοῦ ὑπερτιμήματος καταβάλλεται φόρος. Ἔτσι δὲν εἶναι, κ. Ὑπουργέ;
§82Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§83Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει τεθῆ ἐπὶ ὀρθῆς φορολογικῆς βάσεως. Ἔχει φροντίσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ τὸ προφυλάξῃ ἀπὸ κάθε εἴδους δικαίαν ἐπίκρισιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπεκρίθη τὸ νομοσχέδιον, ὅτι διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει, δυσχεραίνεται ἡ ἀπόκτησις κατοικίας, ἢ μᾶλλον, ὅτι εἶναι μία φορολογία πολὺ βαρειά, δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἀπόκτησιν κατοικίας. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν εὐσταθεῖ, διότι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἀφορολογήτου ὁρίου εἰς τὸν φόρον αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως καὶ ἡ προοδευτικὴ κλῖμαξ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως δὲν κυμαίνεται διὰ τὰς μέχρι 100 χιλ. δραχ. ἀγοραπωλησίας. Οὕτω προστατεύονται οἱ ἀγοράζοντες διὰ νὰ κατοικήσουν καὶ ὄχι νὰ ἐκμεταλλευθοῦν. Ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 1, ἀπαλλάσσει τοὺς φορολογουμένους τῆς ηὐξημένης φορολογίας μεταβιβάσεως εἰς ἀγοραπωλησίαν, ἥτις ἐπλήρωσε τὸν φόρον ὑπερτιμήματος. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἡ ἀγοραπωλησία διὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβλήθη φόρος αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, δὲν πληρώνει καὶ τὸν ηὐξημένον φόρον μεταβιβάσεως. Καθιερώνει ἐπίσης ὀρθὸν τρόπον ἐξευρέσεως τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος. Περὶ αὐτοῦ προβλέπει τὸ ἄρθρον 3, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου θὰ ἀναλύσω τὸ θέμα περισσότερον. Ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω ἰδιαιτέρως τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 8 καὶ 9, διὰ τῶν ὁποίων θεσπίζεται προθεσμία σύντομος διὰ τὴν ὁριστικὴν φορολογικὴν τακτοποίησιν τῶν πολιτῶν. Αὗται ἀποτελοῦν μίαν ἐπιτυχῆ τροποποίησιν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν φορολογουμένων. Ὅπως γνωρίζετε, μέχρι σήμερον δὲν ὑπῆρχε προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ φορολογοῦσα ἀρχὴ νὰ ὁριστικοποιήσῃ τὴν φορολογικὴν ὑπόθεσιν ἑνὸς φορολογουμένου καὶ ἐταλανίζετο ὁ φορολογούμενος ἐπὶ μῆνας, διὰ νὰ μπορέσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὁριστικοποίησιν τῆς φορολογικῆς του ὑποχρεώσεως. Ἤδη, διὰ τοῦ ἄρθρου 8, τίθεται προθεσμία καὶ τιμωρεῖται ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἀδικαιολογήτως καθυστερεῖ τὴν ὑπόθεσιν. Τὸ ἄρθρον 9 προβλέπει τὴν διοικητικὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν τῶν φορολογουμένων, κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον, διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου συνιστωμένων ἐπιτροπῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 11, δι’ αὐτοῦ καταργοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 2709)53. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀφ’ ἑνὸς ἀπαλλάσσεται ὁ φορολογούμενος μιᾶς δυσβαστάκτου φορολογίας, ἡ ὁποία πολλάκις προεκάλει τὴν ἀγανάκτησιν, ὅπως ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ἀνέπτυξα. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον ἐσχετίσθη μὲ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ στεγαστικοῦ προβλήματος. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι τὸ στεγαστικὸν πρόβλημα ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ἄσχετον μὲ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος. Ἐδῶ προβλέπεται φορολογία τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, συνδυαζομένη μὲ προοδευτικὴν ἐπιβολὴν φόρου μεταβιβάσεως, ὡς προβλέπει τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, φόρος ὁ ὁποῖος ἔχει ὡριμάσει εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, τὸν ὁποῖον πιστεύω, ὅτι ἀποδέχεται νὰ καταβάλῃ. Τὸ στεγαστικὸν πρόβλημα, πρέπει ἀναμφιβόλως νὰ ἀντιμετωπισθῇ, ἀλλὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ ἰδιαίτερα νομοθετικὰ μέτρα καὶ ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας μερίμνης τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ εἰς τὰ σχετικὰ μὲ τοῦτο νομοσχέδια νὰ τεθοῦν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ διευκολύνουν τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην στεγάσεως καὶ ἀπὸ φορολογικῆς πλευρᾶς καὶ νὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς πλήρους στεγαστικοῦ προγράμματος. Ἐπεκρίθη τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψει τὴν ὑποτίμησιν τοῦ νομίσματος. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσωμεν, διότι ὅπως γνωρίζετε ὅλοι, οὐδεμία Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ, ὅτι τὸ νόμισμά της δὲν εἶναι σταθερὸν καὶ ἀλλοίμονον εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν καὶ εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εἰς κάθε προσπάθειαν τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ, ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κλονισθῇ τὸ νόμισμα καὶ πρέπει νὰ λάβῃ σχετικὰ νομοθετικὰ μέτρα. Ἂν ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον τοιαύτη περίπτωσις, τότε ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης θὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὅλα τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα.
§84Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν φαντάζομαι κανεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ φοβᾶται τὸν πληθωρισμόν. Τὸν φοβᾶσθε σεῖς;
§85Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, τὰ εὐφυολογήματα νὰ τὰ ἀφήσητε.
§86Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ἤθελα τὴν ἰδικήν σας γνώμην. Ἐκτὸς ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ἀποκαλύψητε τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§87Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσητε κατόπιν. Ἡμεῖς πιστεύομεν εἰς τὴν σταθερότητα τοῦ νομίσματος καὶ πιστεύομεν, ἐπίσης, ὅτι ἐὰν σεῖς διὰ τῆς πολιτικῆς σας ἐδημιουργήσατε συνθήκας, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐπροκάλεσαν κινδύνους διὰ τὴν νομισματικὴν σταθερότητα, ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσῃ καὶ τοὺς ἀντιμετωπίζει καὶ θὰ τοὺς ἐκμηδενίσῃ τελείως. Ἐπεκρίθη τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δι’ αὐτοῦ βάλλεται ἡ ἀστικὴ ἰδιοκτησία. Νομίζω, ὅτι δὲν δικαιολογεῖται καὶ ἡ ἐπίκρισις, διότι ἐπιβάλλεται ἕνας φόρος αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων, ἡ ὁποία ὑπεραξία εἶναι γεγονός, ὅτι πραγματοποιεῖται καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν φορολογεῖται. Ἀντιθέτως νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς φορολογίας αὐτῆς ἀπὸ μίαν ἀστικὴν Κυβέρνησιν, εἶναι μία πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐνισχύει τὸ ἀστικὸν καθεστὼς καὶ δημιουργεῖ εἰς τοὺς φορολογουμένους ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ καθεστὼς ποὺ ἐκπροσωπεῖ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, διότι ἔχει ὀρθὴν βάσιν, καὶ εἶναι μέσα εἰς τὰ γενικώτερα πλαίσια τῆς φορολογικῆς μας δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα ἀποδέχεται ἡ φορολογικὴ ἐπιστήμη καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπιβάλλει φορολογίαν, ἡ ὁποία καὶ ἀνεκτὴ εἶναι καὶ δικαία εἶναι καὶ τὴν ὁποίαν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιβάλῃ διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κρατικὸς προϋπολογισμός. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ ὁμιλήσωμεν λεπτομερέστερον ἐπὶ τῶν εἰδικωτέρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα θίγονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαλουκᾶς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§89Α. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔπρεπε νὰ μοῦ ἐδίδατε τὸν λόγον πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν διὰ νὰ εἶμαι ἐπίκαιρος. Ἤθελα νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ὁ νέος Κανονισμὸς ἀναφέρει, ὅτι θὰ διαθέτωμεν μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν διὰ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις. Ἐδῶ, ὅμως, συνήθως δὲν προλαμβάνομεν νὰ συζητήσωμεν οὔτε δύο ἐρωτήσεις. Σήμερον, ἐπειδὴ ὡρισμένοι συνάδελφοι ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ — δικαίωμά των βέβαια εἶναι καὶ αὐτὸ — κατηναλώθη ὅλος ὁ προβλεπόμενος χρόνος χωρὶς νὰ συζητήσωμεν ἐρωτήσεις. Εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις ὁ χρόνος τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὰς ἐρωτήσεις κατηναλώθη συχνότατα μὲ ἀνεπικαίρους καὶ πρὸς ἐπίδειξιν ἀγορεύσεις Ὑπουργῶν, οἵτινες ἀπαντῶντες ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ εἶναι σαφεῖς καὶ σύντομοι. Εὐτυχῶς, καὶ πρὸς τιμήν του σήμερον ὁ νέος κ. Ὑφυπουργὸς Ἐμπορίου ὑπῆρξε σύντομος, καὶ ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ τηρῇ τὴν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπομένην διὰ τὰς ἐρωτήσεις ὥραν, διότι μὲ τὴν τακτικὴν ποὺ ἀκολουθεῖται καὶ μὲ τὰς συχνὰς διακοπάς, λόγῳ ἑορτῶν, τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν ποτὲ τὰς ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις ποὺ ἔχομεν καταθέσει καὶ αἵτινες ἀφοροῦν ζέοντα καὶ ἐπείγοντα προβλήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἴχομεν διακοπὰς κακῶς, ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον μῆνα διὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων. Μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχωμεν διὰ τὰς Ἀπόκρεω. Ἐν συνεχείᾳ διὰ τὸ Πάσχα, καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέρος. Πότε θὰ συζητηθῶσιν αἱ ἐρωτήσεις ποὺ κατετέθησαν ἢ κατατίθενται καθημερινῶς; Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸ Προεδρεῖον, ὅπως συνεννοούμενον καὶ μὲ τὸν Πρόεδρον, κ. Νόβαν, τηρῇ αὐστηρῶς τὸν Κανονισμὸν καὶ ν’ ἀφιεροῦται ὁ ὑπ’ αὐτοῦ προβλεπόμενος χρόνος διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων, χωρὶς αἱ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ συζητήσεις νὰ ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὴν ὥραν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων καὶ νὰ προστίθεται εἰς τὴν ὥραν ταύτην καὶ ὁ καταναλισκόμενος χρόνος ἀπὸ ἀσκόπους μακρὰς ἀγορεύσεις τῶν Ὑπουργῶν. Παρακαλῶ δὲ ὅπως ἀπὸ σήμερον γνωσθῇ εἰς τὸ Σῶμα ποία θὰ εἶναι ἡ τακτικὴ τοῦ Προεδρείου.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι, κ. συνάδελφε, ὁ Κανονισμὸς προβλέπει μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Δὲν εὐθύνεται τὸ Προεδρεῖον διὰ τὰς παρεμβάσεις τῶν κ.κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Πάντως τὸ Προεδρεῖον θὰ διαβιβάσῃ εἰς τὸν κύριον Νόβαν τὰς παρατηρήσεις σας αὐτάς. Ὁ κ. Κ. ΡΑΛΛΗΣ, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§91Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τὸ ἑξῆς: Τὸ συζητούμενον Νομ)μα ἀναφέρεται εἰς πλεῖστα ἄρθρα καὶ διατάξεις διαφόρων ἄλλων νόμων. Θὰ ἔπρεπε ὅπου ἀναφέρονται τοιαῦται διατάξεις νὰ προσκομίζωνται ἢ νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν εἶναι εὔκολον καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ ταλαιπωρούμεθα εἰς τὰς βιβλιοθήκας διὰ τὴν ἀνεύρεσιν τῶν ἀναφερομένων διατάξεων. Καλὸν θὰ εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου, νὰ φροντίζουν, ἵνα εἰς τὸ μέλλον μὴ παρατηροῦνται αἱ παραλείψεις αὗται.
§92Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εὐχαρίστως θὰ ἱκανοποιήσω τὴν παράκλησιν τοῦ κυρίου συναδέλφου. Εἰς τὸν νόμον ἀναφέρομεν τὰς τροποποιουμένας ἢ τυχὸν καταργουμένας διατάξεις ὡς εἴχομεν ὑποχρέωσιν. Ἀλλὰ δέχομαι, ὅτι πρὸς διευκόλυνσιν τῆς Βουλῆς καλὸν εἶναι νὰ ἀναφέρωνται καὶ αἱ περιπτώσεις ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος. Σήμερον νομίζω, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἀμέσως ἐν συνεχείᾳ θὰ δώσω ἐντολὴν νὰ προστεθοῦν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ἔχει τὸν λόγον ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας.
§94Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅλοι μας, ὀπαδοὶ καὶ ἀντίπαλοι, εἴχομεν δώσει μεγάλας πιστώσεις χρόνου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Κ. καὶ ἄλλοι μὲν τὴν περιεβάλλομεν μὲ καλόπιστον περιέργειαν, ἄλλοι δὲ ἐστήριζον ἐπ’ αὐτῆς σοβαρὰς προσδοκίας. Ἕν μόλις ἔτος μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἀρχῆς, ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχει ὑποκαταστήσει ἡ ἀμφιβολία, ἡ ἀπογοήτευσις, ἡ ἀνησυχία καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ χάους ριζοῦται ὁλονὲν καὶ βαθύτερον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ ἐπεκταθῶμεν εἰς ἔλεγχον ὅλων τῶν τομέων τῆς Κυβερνητικῆς δραστηριότητος. Ὑποχρέωσιν ὅμως ἔχομεν νὰ ἐπισημάνωμεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ δημοκοπικαὶ παροχαὶ ἀφ’ ἑνός, καὶ ἡ ἀνυπαρξία οἱασδήποτε οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἀφ’ ἑτέρου (παρὰ τὴν θρυλουμένην ὕπαρξιν οἰκονομικῶν φωστήρων) ἔχουν δημιουργήσει διὰ μὲν τὰ βαλάντια τῆς μεγάλης μάζης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τραγικὰς καταστάσεις λόγῳ τῆς ἁλματώδους αὐξήσεως τοῦ πραγματικοῦ τιμαρίθμου, διὰ δὲ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, τεραστίας ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι μόνον μὲ φορομπηχτικὰς ἐπιδρομὰς ἐναντίον τοῦ ταλαιπώρου λαοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθοῦν. Καὶ εἶναι πράγματι βαρυτάτη ἡ φορομπηχτικὴ ἐπιδρομὴ τὴν ὁποίαν ἔχει ἐξαπολύσει ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ πρῶτον μόλις ἔτος τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀρχῆς ὑπ’ αὐτῆς. Εἰς 500.000.000 ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ συνεπεία τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν σιγαρέττων, εἰς 250.000.000 ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, εἰς 250.500.000 ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῆς βενζίνης καὶ εἰς 150.000.000 τοὐλάχιστον ἐκ τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Τὸ σύνολον κατὰ συνέπειαν τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἀνῆλθεν εἰς 1.150.000.000 δρχ. Εἰς τὸ πλαίσιον τῆς φορομπηχτικῆς αὐτῆς πολιτικῆς δέον σαφῶς νὰ ἐνταχθῇ καὶ τὸ συζητούμενον σήμερον σχέδιον νόμου. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ τοῦ εἴπω: Νὰ ἦσθε βέβαιος, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐὰν δὲν μεταβάλλετε τὸν ἐντόνως καταναλωτικὸν χαρακτῆρα τῆς πολιτικῆς σας τότε, αἱ ἤδη βαρύταται φορολογίαι τὰς ὁποίας ἔχετε ἤδη ἐπιβάλει δὲν θὰ ἐξαρκέσουν καὶ θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν δύσκολον θέσιν ἐπιβολῆς καὶ νέων βαρυτέρων φορολογιῶν. Δύο εἶναι τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου. Καὶ διὰ μὲν τοῦ πρώτου αὐξάνεται ὁ φόρος μεταβιβάσεως τῶν ἀκινήτων ἐνῷ διὰ τοῦ δευτέρου ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἀστικῶν οἰκοπέδων. Δικαιολογητικαὶ βάσεις τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας αὐτῆς ὡς ἀναφέρεται καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπετέλεσε τὸ γεγονός, ὅτι «ἡ ἀξία τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων πολλαπλασιάζεται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη μὲ λίαν ταχὺ ρυθμὸν καὶ οἱ ἰδιοκτῆται προβαίνοντες εἰς ἐκποίησίν των καρποῦνται ἀκόπως, τὴν κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν προκύπτουσαν ὑπεραξίαν, ἡ ὁποία καὶ παρέμεινεν ἀφορολόγητος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνίστα κοινωνικὴν ἀδικίαν». Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὸν ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφον ὅτι, ὑπεραξία καὶ ὑπερτίμημα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό.
§95Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἐάν, κύριε συνάδελφε, δὲν ἦσθο νομικός, δὲν θὰ μὲ ἐξέπληττον τὰ ὅσα λέγετε.
§96Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Φαίνεται, ὅτι τὰ νομικά σας, σᾶς ἔχουν ἐγκαταλείψει.
§97Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Δὲν καταδέχομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Πρέπει ὅμως νὰ γνωρίζετε, ὅτι τὸ βῆμα δὲν εἶναι ἀσύδοτον.
§98Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδὲ κἂν διὰ πρωτοτυπίαν. Διότι ἡ σκέψις τῆς φορολογήσεως τῆς ὑπεραξίας δὲν ἔχει οὔτε ἑλληνικὴν προέλευσιν, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὸ παρ’ ἡμῖν φορολογικὸν δίκαιον εἶναι ἄγνωστος. Ὅταν τὸ πρῶτον διεθνῶς προετάθη ἡ ἐπιβολὴ φορολογίας εἰς ὄφελος τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἐπὶ τῆς ὑπεραξίας τῆς ἀποκτωμένης ἀνεξαρτήτως πάσης ἀτομικῆς δραστηριότητος ἢ δαπάνης τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ ἐδάφους, ὁ ὑποστηρικτὴς αὐτῆς, οἰκονομολόγος, Στίουαρτ Μὶλλ ἐθεωρήθη ὡς φανατικὸς ὀπαδὸς τοῦ ἀκράτου σοσιαλισμοῦ καὶ ἐπικίνδυνος ἐχθρὸς τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας. Σειρὰ ὁλόκληρος διαπρεπῶν οἰκονομολόγων ἐν ὀνόματι τοῦ δικαίου τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας ἀντετάχθησαν καὶ ἐπολέμησαν λυσσωδῶς τὴν θεωρίαν αὐτὴν χαρακτηρίσαντες αὐτὴν ὡς ἄδικον, παράλογον καὶ ἀτελῆ. Παρ’ ἡμῖν τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1919 εἰσήχθη ἡ τοιαύτη φορολογία διὰ τοῦ Ν. 1642)1919 περὶ φορολογίας τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας. Ἡ φορολογία ἐκείνη εἰσήχθη ὑπὸ δύο μορφάς. Ὡς φορολογία τοῦ αὐτομάτου ὑπερεισοδήματος καὶ ὡς φορολογία τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως. Ἡ πρώτη εἶχεν ἐφαρμογὴν ὅταν, τοῦ ἰδιοκτήτου διατηροῦντος τὸ ἐπὶ τοῦ ἀκινήτου πραγματικὸν δικαίωμα, ἡ ὑπερτίμησις τῆς ἀξίας τῆς γῆς ἐξεδηλοῦτο ὡς αὔξησις τοῦ εἰσοδήματος (ὑπερεισόδημα), ἡ δευτέρα εἶχεν ἐφαρμογὴν εἰς περίπτωσιν ἀπαλλοτριώσεως τοῦ ἀκινήτου, ὁπότε ἡ διαφορὰ τῆς ἀξίας κτήσεως ἀπὸ τοῦ τιμήματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀπετέλει τὸ αὐτόματον ὑπερτίμημα, ὅπερ καὶ ἐφορολογεῖτο. Οἱ παλαιότεροι ἀσφαλῶς θὰ ἐνθυμοῦνται τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν εἰς καταργήσεις τῆς φορολογίας αὐτῆς, θὰ ἐνθυμοῦνται, δηλ. πῶς ἡ μὲν φορολογία τοῦ ὑπερεισοδήματος ἀνεπτύχθη ταχύτατα εἰς φορολογίαν κεφαλαίου καὶ κατηργήθη κατὰ τὸ οἰκον. ἔτος 1924–1925, ἡ δὲ ἐλαφρὰ κατ’ ἀρχὰς φορολογία τοῦ ὑπερτιμήματος κατήντησεν ἀργότερον μία βαρυτάτη φορολογία. Τοῦτο, διότι οἱ ἀρχικοί της συντελεσταὶ ηὐξήθησαν, προστεθείσης μάλιστα εἰς τούτους σειρᾶς ὅλης συμπαρομαρτούντων φόρων, διότι ἔθετεν ὡς βάσιν ἓν ἁπλοῦν γεγονὸς χωρὶς νὰ ἐξετάζῃ ἂν πράγματι προέκυπτε διαφορὰ μεταξὺ τῆς τιμῆς κτήσεως καὶ πωλήσεως, διότι δὲν ἐφορολόγει τὴν πραγματικὴν αὐτόματον ὑπερτίμησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰς νομισματικοὺς λόγους ὀφειλομένην ὑπερτίμησιν, διότι ἀπησχόλει δυσαναλόγως τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας καὶ διότι ἐδημιούργει σοβαρὰς προστριβὰς μεταξὺ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων καὶ τῶν φορολογουμένων. Διὰ τοῦτο μὲ μεγάλην ἱκανοποίησιν οἱ φορολογούμενοι εἶδον τὴν διὰ τοῦ Ν. 4425)1929 κατάργησίν της καὶ τὴν ἀντικατάστασίν της διὰ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων. Ἐννοεῖται, ὅτι καὶ ἡ νέα αὐτὴ φορολογία σὺν τῷ χρόνῳ ἐξελείχθη εἰς βαρυτάτην φορολογίαν. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐντὸς μιᾶς τριακονταπενταετίας ὁ ἀρχικὸς συντελεστὴς αὐτῆς 3%, ἐτριπλασιάσθη, ἔφθασεν εἰς τὸ 9%, εἰς τὸ ὁποῖον ποσοστὸν δὲν συνυπολογίζονται οἱ λεγόμενοι συμπαρομαρτοῦντες φόροι (ὑπὲρ Πυροσβεστικῆς Ὑπηρεσίας, Δήμων, Συμβολαιογράφων), οὕτως ὥστε ἡ συνολικὴ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις κατὰ τὴν μεταβίβασιν τοῦ ἀκινήτου νὰ ἀνέρχεται κατὰ τὸ μέχρι τοῦδε καθεστὼς εἰς 13%. Ἡ σημερινὴ λοιπὸν Κυβέρνησις ἐπιβάλλουσα φορολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, λησμονεῖ δύο τινά: πρῶτον μὲ πόσην δριμύτητα εἶχεν ἐπιτεθῆ ἐναντίον προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ φορολογήσῃ τὴν ὑπεραξίαν τῶν ἀκινήτων τὴν προκύπτουσαν ἀπὸ ἐκτελεσθέντα ὑπὸ τοῦ δημοσίου ἔργα, φορολογία ἡ ὁποία ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὴν γενικήν της ἀρχὴν καὶ τὸ δίκαιον καὶ τὴν κοινωνικὴν σκοπιμότητα ἐξυπηρέτει καὶ δεύτερον τοὺς πρακτικοὺς κυρίους λόγους τῆς καταργήσεως τῆς φορολογίας τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τῆς ὑπεραξίας τῶν ἀκινήτων εἶναι ἀντιδημοσιονομική, ἀντιπαραγωγικὴ καὶ ἀντικοινωνικὴ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: 1) Ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶχε διακυρήξει, ὅτι θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ποσοστιαίας ἀναλογίας ἀμέσων (18%) καὶ ἐμέσων (82%) φόρων. Ἡ προσπάθεια αὐτὴ ὄχι μόνον δὲν ἐξυπηρετεῖται διὰ τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, ἀλλὰ ἀντιθέτως πλήρως καταστρέφεται. 2) Ἐὰν θεωρηθῇ, ὅτι ὁ φόρος εἰσοδήματος καὶ οἱ φόροι καταναλώσεως δὲν ἐπαρκοῦν διὰ τὴν φορολόγησιν τῆς φοροδοτικῆς ἱκανότητος τοῦ πολίτου καὶ ἐπιδιώκεται ὅπως ἀξιοποιηθῇ ἔτι περαιτέρω ἡ φοροδοτικὴ ἱκανότης, ἡ προκύπτουσα ἐμμέσως δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται, ὅτι ἡ φοροδοτικὴ αὐτὴ ἱκανότης ἔχει ἤδη ἀξιοποιηθῆ διὰ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων καὶ τοῦ φόρου κληρονομιῶν, δωρεῶν καὶ προικῶν. Ἐκτὸς ἐὰν διὰ τῆς νέας αὐτῆς φορολογίας ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιβολὴ τρόπον τινὰ ποινῆς κατὰ τῶν ἀποταμιευτῶν καὶ ἐπενδυόντων τὰ ἀποταμιεύματά των εἰς ἀκίνητα. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι καλῶς ἢ κακῶς ἔχει δημιουργηθῆ ἡ πίστις εἰς τὸ κοινὸν καὶ ἡ πίστις αὕτη εἶναι πάρα πολὺ παλαιὰ καὶ πολὺ βαθεῖα, ὅτι αἱ δύο ἀσφαλέστεραι τοποθετήσεις εἶναι ἡ γῆ καὶ ὁ χρυσός. Νὰ εἶσθε δὲ βέβαιοι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι παρ’ ὅλους τοὺς φραγμοὺς οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ τεθοῦν θὰ ἐξακολουθήσουν οἱ ἀποταμιευταὶ καὶ οἱ ἐπενδυταὶ ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς ἀσφαλείας τὴν ὁποίαν παρέχουν, νὰ στρέφωνται πρὸς τὰς τοποθετήσεις αὐτάς. 3) Ἀλλὰ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι διὰ τῆς νέας αὐτῆς φορολογίας τὸ κράτος θέλει νὰ στρέψῃ τοὺς ἀποταμιευτὰς πρὸς ἄλλας κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς σκοπιμωτέρας ἐπενδύσεις, θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τῆς ἀναγκαστικῆς αὐτῆς στροφῆς τῶν ἀποταμιευτῶν, ἡ ὑπόδειξις νέων ἐπενδυτικῶν στόχων καὶ ἡ θετικὴ καὶ ὄχι ἀρνητικὴ διοχέτευσις τοῦ ἀποταμιευτικοῦ ρεύματος πρὸς αὐτούς. 4) Ἀλλ’ ἔτι περαιτέρω τὸ συζητούμενον σήμερον σχέδιον νόμου φέρει κατάδηλα τὰ στίγματα τῆς ἀτελείας τὰ ὁποῖα θὰ ἀνακύψουν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του καὶ τῶν ὁποίων ἡ λύσις ματαίως θὰ ἀναζητῆται εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου καὶ τὰ ὁποῖα μοιραίως θὰ ἀντιμετωπισθοῦν δι’ ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μὲ ὅλας τὰς ἐντεῦθεν συνεπείας. Διότι δὲν πρέπει ἐπαναλαμβάνομεν νὰ παραβλέπεται ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας τοῦ ὑπερτιμήματος κτηθεῖσα πεῖρα τοῦ παρελθόντος. Καὶ οἱ παλαιότεροι ἀσφαλῶς θὰ ἐνθυμοῦνται πόσα προβλήματα ἐγεννήθησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ν. 1642 καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εὕρισκον εἰς τὸ κείμενον τοῦ νόμου τὴν λύσιν των. Τὰ ἴδια προβλήματα οὔτε καὶ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον εὑρίσκουν λύσιν τινά. Ἀναφέρομεν ἐνδεικτικῶς μερικὰ μόνον ἐξ αὐτῶν: Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ προσδιορισθῇ τὸ ὑπερτίμημα ἀκινήτου ἀποτελεσθέντος ἐξ ἄλλων μερικωτέρων μὲ διάφορον χρονολογίαν κτήσεως; Ἐν περιπτώσει ἀπαλλοτριώσεως ὑπὸ τῆς γυναικὸς προικώου ἀκινήτου μετὰ τὴν εἰς αὐτὴν ἐπιστροφὴν τῆς προικός, ποῖος θὰ ἐκληφθῇ ὡς χρόνος κτήσεως, ὁ χρόνος τῆς ἐπιστροφῆς ἢ τῆς τῆς συστάσεως τῆς προικός; 5) Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ ἐπισημάνω, ὅτι κατὰ τῆς φορολογίας ταύτης εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθοῦν ποικίλαι, μὴ ἐπιθυμηταὶ σήμερον ἀντιδράσεις, ὅπως εἶναι ἡ μεταφορὰ κεφαλαίων εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἡ ἀναστολὴ ἢ καὶ διακοπὴ τῆς εἰσόδου κεφαλαίων ὁμογενῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἡ ἀποφυγὴ ἀποταμιεύσεως καὶ ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου. 6) Μὲ τὴν ἔλλειψιν ἑνὸς κώδικος παρέχοντος κανόνα καὶ κριτήρια ἀποτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων, μὲ τὸν ἐμπειρισμὸν ὁ ὁποῖος διέπει τὰς φοροτεχνικὰς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀκινήτων καὶ μὲ τὴν καθημερινῶς ἀνακαλυπτομένην ἀναξιοπιστίαν τῶν ἁπλῶς μνημονευομένων καὶ οὐδέποτε ἐπιδεικνυομένων οὔτε εἰς τὸν φορολογούμενον, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὸν δικαστὴν τῶν περιφήμων «συγκριτικῶν στοιχείων», εἶναι ἐκ τῶν προτέρων βέβαιον, ὅτι ἡ νέα αὐτὴ φορολογία, θὰ ὁδηγήσῃ εἰς πλῆθος αὐθαιρεσιῶν εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων καὶ εἰς τὴν ἔντασιν τῆς — ἄλλοτε μὲν ἀσυγχωρήτου, ἄλλοτε δὲ συγγνωστῆς — νεοελληνικῆς ἀντιφορολογικῆς ψυχώσεως. 7) Ἀλλ’ ἔτι περαιτέρω φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ πραγματοποιηθῇ οὔτε ὁ ὑπὸ τοῦ νομοθέτου ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Διότι ὁ βαρυνόμενος μὲ τὸν φόρον θὰ ἐπιζητήσῃ ἀσφαλῶς νὰ τὸν ἐπιρρίψῃ ἐπὶ τῶν ὤμων ἄλλων, διὰ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἀκινήτου. Διότι ἔχει πλέον καθιερωθῆ ὡς συναλλακτικὸν ἔθιμον τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν, ὅτι ὁ πωλητὴς ζητεῖ τὸ τίμημα «καθαρόν», καὶ κατὰ συνέπειαν τελικῶς τὴν ἐπίπτωσιν τοῦ φόρου δὲν θὰ τὴν ὑποστῇ ὁ κερδοσκόπος, ἀλλ’ ὁ ἐπενδυτής. 8) Ἓν ἄλλον βασικὸν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς ἔθιξα προηγουμένως, εἶναι, ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος προϋποθέτει πλήρη σταθερότητα τοῦ νομίσματος. Διότι εἰς περίπτωσιν ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος ἐμφανίζεται μὲν ὑπερτίμησις ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι πραγματική, ἀλλὰ ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἐν τῷ μεταξὺ ἐπισυμβᾶσαν νομισματικὴν ὑποτίμησιν. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ ἐπιμείνω ἐπ’ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ τὸ ὁποῖον θεωρῶ βασικῆς σημασίας ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι τὸ ὑπερτίμημα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς γνήσιον μὲν ὅταν ὑφισταμένης πλήρους νομισματικῆς σταθερότητος πραγματοποιῆται ὑπερτίμημα, εἰς ὀνομαστικὸν δὲ ὅταν μόνον τύποις ἐμφανίζεται πραγματοποίησις ὑπερτιμήματος, ἐνῷ οὐσίᾳ λόγῳ τῆς ἐν τῷ μεταξὺ ἐπισυμβάσης ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος ἢ δὲν ἔχει παντάπασι πραγματοποιηθῇ ὑπερτίμημα ἢ πάντως ἔχει πραγματοποιηθῆ μικρότερον τοῦ ἐμφανιζομένου. Εἶναι γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ νόμισμα ὅλων τῶν κρατῶν ὑφίσταται μίαν ὑποτίμησιν, φυσιολογικὴν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ. Τοιουτοτρόπως ἐρχόμεθα νὰ εἰσπράξωμεν φορολογίαν ἐπὶ ὑπερτιμήματος μηδέποτε πραγματοποιηθέντος. Αὐτὸς ἐξ ἄλλου ὑπῆρξεν εἷς ἐκ τῶν λόγων ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ 1929 κατηργήθη παρ’ ἡμῶν ἡ φορολογία τοῦ ὑπερτιμήματος καὶ ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως.
§99Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, κ. συνάδελφε, δὲν εὐσταθεῖ. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐκλογικὴν περιφέρειαν ὑπάρχει περιοχὴ πού, λόγῳ τουριστικῆς ἀξιοποιήσεως, ἡ ἀξία τῶν ἀκινήτων ἔχει ὑπερτιμηθῆ σημαντικά. Κατὰ ποίαν λογικήν, ἡ ὑπεραξία, ἡ ὁποία ἐπραγματοποιήθη χάρις εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους θὰ πρέπει νὰ μείνῃ πρὸς ὄφελος τοῦ φορολογουμένου καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ κράτος τὸ δικαίωμα νὰ μετάσχῃ τῆς ὑπεραξίας;
§100Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημά σας, δὲν ἀναιρεῖ τὸ ἰδικόν μου.
§101Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ κράτος διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν θὰ εἰσπράξῃ ὑπεραξίαν ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τὰ χρήματα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν πτωχὸν βιοπαλαιστήν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγοράσῃ ἕνα σπιτάκι ἢ ἕνα οἰκόπεδον. Διότι ὁ πωλητὴς θὰ πάρῃ τὰ χρήματα καθαρὰ καὶ ἀφορολόγητα.
§102Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον). Μὲ κατηγορεῖτε, ὅτι πολλὰ βάρη ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον ἢ ὀλίγα;
§103Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Καὶ τέλος θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι ὅπως τὸ Κράτος οὐδεμίαν παρέχει ἀποζημίωσιν εἰς τὸν ὑφιστάμενον μίαν ζημίαν, παρὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπιμέλειαν, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν ἰδιαίτερον βάρος ὅταν ἡ περιουσία του ὑπερτιμᾶται. Ἄπειρα παραδείγματα δύνανται νὰ παρατεθοῦν ἐν προκειμένῳ: Οὕτω φερ’ εἰπεῖν ἐφ’ ὅσον ὁ ἰδιοκτήτης μιᾶς οἰκίας ὅστις διὰ τῆς διελεύσεως παραλλήλως αὐτῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἢ ἀντιθέτως ἐκ τῆς μετατοπίσεως αὐτῆς ὑφίσταται μείωσιν τῆς ἀξίας τῆς οἰκίας του δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ μέρος τοῦ ὑπερτιμήματος. Οὐδεὶς εἶναι δυνατόν, κ. βουλευταί, νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δέχεται, ὅτι ὁ Ἕλλην ἔχει ἔμφυτον τὸ αἴσθημα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὅτι βασικὴ ἐπιδίωξις τοῦ μικροῦ καὶ μεσαίου εἰσοδηματίου εἶναι ἡ ἀπόκτησις ἰδίας στέγης ὅπου θὰ στεγασθῇ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἀποκτᾷ μὲ πολὺν κόπον, ἱδρῶτα καὶ μόχθον καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὡραιοτέρου του ὀνείρου. Καὶ πότε προβαίνει συνήθως εἰς ἐκποίησιν, τῆς μὲ τόσον κόπον ἀποκτηθείσης στέγης του; Μόνον τότε ὅταν εὑρίσκεται πρὸ ἀφεύκτου ἀνάγκης εἴτε διότι λόγῳ ἀσθενείας, εἴτε διότι θέλει νὰ σπουδάσῃ τὰ παιδιά του, εἴτε διότι ἡ μικρά του οἰκογένεια ἐπληθύνθη καὶ θέλει νὰ ἀποκτήσῃ μεγαλυτέραν στέγην, εἴτε θέλει νὰ προικίσῃ τὴν κόρην του, εἴτε τέλος οἱ δουλειές του δὲν πᾶνε καλά. Προβαίνων εἰς τὴν ἐκποίησιν δι’ ὅλους τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερα, καὶ εἰσπράττων πράγματι μεγαλύτερον τίμημα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διέθεσεν διὰ τὴν ἀπόκτησίν της, σημαίνει, ὅτι ἐπλούτισε; Σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς φορολόγησιν τοῦ ὑπερτιμήματος τοῦ ὁποίου εἰσέπραξε; Καὶ φρονεῖτε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ κοινωνικὴν ἀδικίαν ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀρθῇ; Ἔ! ὄχι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ νομοσχέδιόν σας ἀποτελεῖ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νάρκην εἰς τὰ θεμέλια τοῦ ἀστικοῦ μας καθεστῶτος καὶ πλήρη φαλκίδευσιν τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ λάβωμεν μίαν σαφῆ καὶ συγκεκριμένην θέσιν εἰς ἓν βασικὸν ἐρώτημα. Εἴμεθα ἢ δὲν εἴμεθα ἀστικὸν καθεστώς; Πιστεύομεν ἢ δὲν πιστεύομεν εἰς τὴν ἀναγκαιότητα τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ; Καὶ ἐνῷ τὸ συζητούμενον σχέδιον νόμου, πλήττει μετὰ τόσης μανίας τὰς μικρὰς καὶ μεσαίας εἰσοδηματικὰς τάξεις, τὶ μέτρα λαμβάνει διὰ τὴν φορολόγησιν τῆς κερδοσκοπίας, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἐν μεγάλῃ ἐκτάσει; Φοβοῦμαι, ὅτι εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν εἶναι τελείως ἄδικον καὶ παράλογον, ἐνῷ εἰς τὴν δευτέραν εἶναι ἐξωργιστικὰ ἀτελές. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι ὑφίσταται ἓν τεράστιον πρόβλημα, ὅτι δηλαδὴ μία κατηγορία ἀτόμων, οἱ ὁποῖοι ἄνευ καταβολῆς οὐδεμιᾶς ἐκ μέρους των προσπαθείας ἀποκομίζουν τεράστια κέρδη διὰ τῆς ἀγορᾶς καὶ μεταπωλήσεως οἰκοπέδων, καὶ ὅτι οἱ κερδοσκόποι αὐτοὶ πρέπει νὰ φορολογηθοῦν. Καὶ τὶ πράττει περὶ αὐτῶν τὸ συζητούμενον σχέδιον νόμου; Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν πράττει ἀπολύτως τίποτε. Διότι δὲν ὑποβάλλει εἰς τὴν φορολόγησιν τοῦ ὑπερτιμήματος κανένα ἰδιοκτήτην παραλιακῶν ἐκτάσεων, ὅπου ἡ ἀξία ἀποδεδειγμένως ἔχει σοβαρῶς πολλαπλασιασθῆ, κανένα ἰδιοκτήτην ἐκτάσεων ὅπου ἠνεῴχθησαν αἱ μεγάλαι ἐθνικαὶ ἀρτηρίαι καὶ τῶν ὁποίων αἱ ἐκτάσεις ἀπὸ ἀσήμαντοι καὶ ἄχρηστοι βοσκότοποι, μετεβλήθησαν εἰς χρυσοτόκους ὄρνιθας, κανένα ἰδιοκτήτην ἐκτάσεων ὅπου πλησίον των ἐδημιουργήθησαν μεγάλα βιομηχανικὰ κέντρα, διότι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀστικοῦ οἰκοπέδου, ὅπως τὴν καθορίζει ὁ νόμος. Καὶ ἐνῷ ἀπὸ μίαν πλευρὰν φορολογοῦμεν βαρύτατα τὴν ἰδιοκατοικουμένην μικρὰν οἰκίαν τοῦ πτωχοῦ βιοπαλαιστοῦ, ἀπὸ τὴν ἄλλην ἀφήνομεν τοὺς κερδοσκόπους ἐλευθέρους νὰ πραγματοποιοῦν τεράστια κέρδη. Καὶ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἡ τεραστία αὐτὴ κοινωνικὴ ἀδικία καὶ ἀνισότης μᾶς ἀφήνει παντελῶς ἀσυγκινήτους. Ἔτι, ὅμως, περαιτέρω, θὰ ἤθελα νὰ ἐπισημάνω τὴν πλήρη σύγχυσιν ἡ ὁποία διακρίνει τὴν φορολογικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν προσπαθεῖ νὰ χαράξῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν χάριν τῆς βιομηχανικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας — καὶ δὲν πρόκειται αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κρίνω ἂν ὀρθῶς ἢ ἐσφαλμένως — ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται καὶ ψηφίζει, τεραστίας ἐκτάσεως φορολογικὰς ἀπαλλαγάς, ὅπως αἱ ψηφισθεῖσαι διὰ τῆς παραγρ. 3 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου «περὶ βιομηχανικῶν περιοχῶν» καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου μεταβιβάσεως καὶ τοῦ φόρου εἰσοδήματος ἐξ ὑπερτιμήσεως αἱ μεταβιβάσεις ἀκινήτων βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν θέλομεν νὰ φορολογήσωμεν τὸ ὑπερτίμημα τὸ πραγματοποιούμενον ἐκ τῆς πωλήσεως μιᾶς οἰκίας δύο ἢ τριῶν δωματίων εἰς τὴν Ἀργυρούπολιν ἢ τὸ Μπουρνάζι ἢ τὸ Αἰγάλεω. Ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω τὴν βαθεῖαν αὐτὴν ἀντινομίαν καὶ νὰ χαρακτηρίσω τοὐλάχιστον ὡς ἀντιφατικὴν τὴν χαρασσομένην κυβερνητικὴν πολιτικήν. Διὰ τὴν μείωσιν τῶν σοβαρῶν μειονεκτημάτων τὰ ὁποῖα συνοδεύουν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοθέτημα, προέτεινα ὡρισμένας τροπολογίας, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς αἱ ὁποῖαι ὅμως, δυστυχῶς, δὲν ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ τὰς ἐπαναλάβω κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Μερικὰς ὅμως ἀπὸ αὐτὰς τὰς ὁποίας θεωρῶ συνδεομένας μὲ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν γενικὴν δομὴν τοῦ νομοσχεδίου θὰ προσπαθήσω νὰ τὰς ἀναπτύξω ἐν πλήρῃ συντομίᾳ. Ὅπως εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ φορολόγησις τοῦ ὑπερτιμήματος τοῦ φορολογουμένου ἐκ τῆς πωλήσεως μιᾶς μικρᾶς ἰδιοκατοικουμένης οἰκίας καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀκριβῶς προέτεινον τὴν ἀπαλλαγήν της. Δυστυχῶς ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή. Ἡ δὲ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ηὐξήθη τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐκπίπτεται καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς φορολογίαν ἀπὸ 30 χιλ. εἰς 50, ἀποτελεῖ, βεβαίως, ποιάν τινα βελτίωσιν, οὐχὶ ὅμως οὐσιώδη τοιαύτην. Προέτεινα ἐπίσης ὅπως καθιερωθῇ ἡ ἀναλογικὴ κλιμάκωσις τοῦ ὑπερτιμήματος, ἀναλόγως τοῦ χρόνου παραμονῆς τοῦ ἀκινήτου ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἰδιοκτήτην. Καὶ διὰ νὰ γίνω σαφέστερος, προέτεινα ὅπως ὁ φορολογικὸς συντελεστὴς μειοῦται ἀναλόγως μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ὁ αὐτὸς ἰδιοκτήτης παραμένει κύριος τοῦ ἀκινήτου. Εἰς τὸ σημεῖον ἀκριβῶς τοῦτο πιστεύω, ὅτι ἡ φορολογία τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλεν ὁ νόμος 2642)1919 ἦτο κατὰ πολὺ δικαιοτέρα. Διότι ἀρχίζουσα ἀπὸ τοῦ φορολογικοῦ συντελεστοῦ 12% ἔβαινε μειουμένη φθάνουσα μέχρι 4% ἀναλόγως τοῦ διαδραμόντος μεταξὺ τοῦ χρησιμεύοντος ὡς βάσις διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς ἀξίας φόρου, μέχρι τοῦ ἔτους τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Οὕτω ὁ συντελεστής 12% ἐπεβάλλετο ἐφ’ ὅσον ἡ φορολογία τῆς χρησιμευούσης ὡς βάσεως ἀξίας δὲν ἀπεῖχε τῆς χρονολογίας τῆς ἀπαλλοτριώσεως πλέον τῆς 5ετίας, 10% ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος ἐκυμαίνετο μεταξὺ 5–10 ἔτη, 8% μεταξὺ 10–20 ἔτη καὶ κατέληγεν εἰς ποσοστὸν 4% ἐφ’ ὅσον ὁ χρόνος ὑπερέβαινε τὴν τριακονταετίαν. Μὲ ἀνάλογον ρύθμισιν θὰ ἦτο δυνατόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι πράγματι προσπαθεῖ νὰ πατάξῃ τὴν καθαρὰν κερδοσκοπίαν. Ἑτέρα εἰδικὴ παρατήρησίς μου ἀφορᾷ εἰς τὴν καθιέρωσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς προεκτιμήσεως. Δὲν νομίζω, ὅτι κομίζω γλαῦκα εἰς Ἀθήνας λέγων, ὅτι ὁ φορολογούμενος πολίτης ζῇ ὑπὸ τὸ ἄγχος τῆς κοινοποιήσεως εἰς αὐτὸν τοῦ φύλλου ἐλέγχου τῆς δηλώσεώς του. Διότι δὲν γνωρίζει εἰς ποῖον ὕψος θὰ ἐπέλθῃ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον μετὰ τὸν ἔλεγχον θὰ κληθῇ συμπληρωματικῶς νὰ καταβάλῃ. Ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ τοῦ ἄρθρου 8 συντέμνει μὲν χρονικῶς τὴν ἀγωνίαν καὶ τὸ ἄγχος τοῦ φορολογουμένου, δὲν τὴν ἐξαλείφει ὅμως. Ἔχει πλέον καταστῆ συνείδησις, ὅτι μόνον διὰ τοῦ μέτρου τῆς προεκτιμήσεως θὰ γνωρίζῃ ὁ φορολογούμενος ἐπακριβῶς τὸ ὕψος τῆς ὀφειλῆς του καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ὀρθόδοξος λύσις. Γνωρίζω καλῶς τὰς τεχνικὰς δυσχερείας αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται. Γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν 40 χιλ. ἐπίσης δηλώσεις δὲν ἔχουν ἐλεγχθῆ ὑπὸ μόνης τῆς ἐφορίας μεταβιβάσεως ἀκινήτων Ἀθηνῶν. Ἀλλά, κύριε Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι αἱ τεχνικαὶ αὗται δυσχέρειαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἱκαναὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποτρέψουν ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μόνου ὀρθοῦ μέτρου. Γνωρίζω, ὅτι 50 περίπου ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὴν ἐφορίαν αὐτὴν εἶναι ἀριθμὸς ὅλως ἀνεπαρκής, ὅτι παρὰ τὸν ζῆλον καὶ τὴν εὐσυνειδησίαν τὴν ὁποίαν οὗτοι καταβάλλουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν. Ἐπανδρώσατε τὴν Ἐφορίαν, δώσατέ της ὅλα τὰ μέσα, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν δι’ ὃν συνεστήθη καὶ προχωρήσατε εἰς τὴν ριζικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος. Καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ φορολοογούμενοι θὰ εὕρουν πραγματικὴν ἀνακούφισιν, ἀφ’ ἑτέρου δέ, θὰ ἀποτελέσῃ σημαντικώτατον βῆμα εἰς τὴν δημιουργίαν καλῶν σχέσεων μεταξὺ κράτους καὶ φορολογουμένου. Καὶ ἔρχομαι τώρα κ.κ. συνάδελφοι εἰς ἓν θέμα τεραστίας ἠθικῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον θίγεται εἰς τὸ ἄρθρον 11. Διὰ τοῦ ἄρθρου 11 καταργεῖται ἀναδρομικῶς τὸ Ν. Δ. 2709)1953 ὡς τοῦτο συνεπληρώθη καὶ ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως. Ἡ δευτέρα παράγραφος εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κατ’ ἐμέ, προκαλεῖ τεραστίαν ἀδικίαν. Δι’ αὐτῆς ὁ ὀφειλόμενος φόρος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταργουμένων διατάξεων διαγράφεται, τυχὸν ὅμως καταβληθεὶς δὲν ἐπιστρέφεται. Ὑπέβαλον πρότασιν κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως, ἀκριβῶς διὰ λόγους ἠθικῆς καὶ δικαιοσύνης, ἐπιστραφῇ ὁλόκληρος ὁ καταβληθεὶς φόρος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατόπιν τῆς προτάσεώς μου, ἐτροποποίησε τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν καὶ ἐδέχθη, ὅπως ὁ καταβληθεὶς φόρος ἐπιστρέφεται μόνον κατὰ τὸ ποσὸν κατὰ τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τυχὸν τὸ ποσοστὸν 25% τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ τῆς ὀφειλῆς. Βεβαίως ἡ τροπολογία αὐτὴ ἀποτελεῖ βελτίωσιν τῆς ἀρχικῆς θέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πλὴν ὅμως δὲν λύει τὸ τεράστιον ἠθικὸν θέμα τὸ ὁποῖον ἀνακύπτει. Διότι τὶ πράττομεν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς; Δι’ αὐτῆς ἐρχόμεθα νὰ ἐπιβραβεύσωμεν, νὰ δώσωμεν εὔσημον εἰς τὸν κακὸν καὶ δύστροπον φορολογούμενον καὶ νὰ τιμωρήσωμεν τὸν ἐπιμελῆ φορολογούμενον, ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ τὰς φορολογικάς του ὑποχρεώσεις. Δὲν νομίζω, ὅτι προάγεται ἡ φορολογικὴ συνείδησις διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ δι’ αὐτὸ προτείνω ὅπως ὁλόκληρος ὁ τυχὸν καταβληθεὶς φόρος ἐπιστραφῇ. Θὰ εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτέλους θὰ καταβάλωμεν μίαν προσπάθειαν δημιουργίας φορολογικῆς συνειδήσεως. Κύριοι βουλευταί, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς μου ἐτόνισα, ὅτι πιστεύω ἀπολύτως, ὅτι εἷς καὶ μόνον λόγος ἐπέβαλε τὴν θέσπισιν τῆς φορολογίας περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν. Ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι λόγοι τοὺς ὁποίους ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσίν του, ἀποτελοῦν στάχτην εἰς τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Ἡ δὲ αὔξησις αὐτὴ ὑπολογίζεται κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου εἰς 100 ἑκατομ. δραχμὰς ἐτησίως ἐκ μόνης τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου μεταβιβάσεως, ἐνῷ διὰ τὸ ὕψος τοῦ ἐσόδου τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς φορολογίας ὑπερτιμήματος οὐδὲν ἀναφέρει. Διότι τοῦτο κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου πάντοτε, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑπολογισθῇ. Μία μόνη λύσις ὑπάρχει διὰ νὰ πείσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι δὲν ἀποβλέπει εἰς ταμειακοὺς λόγους. Νὰ ἀποδώσῃ ὁλόκληρον τὸ ἔσοδον ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς, εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ πόροι τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς ἐνῷ διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν προετείναμεν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ἐγώ, καὶ ἡ ὁποία δυστυχῶς δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ οὐσιώδης ἐνίσχυσις τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων ἐκ τῆς δραστηριότητος τῶν ὁποίων εἶχε προέλθει κατὰ μεγάλον ποσοστὸν καὶ ἡ ὕπαρξις ὑπερτιμήματος. Εἶναι ὁ μόνος τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ δυνηθῆτε νὰ μᾶς ἀποδείξετε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ πορεία τοῦ προϋπολογισμοῦ βαίνει ὁμαλῶς καὶ δὲν ἔχετε φόβους μήπως ἐν τέλει ἐμφανισθῇ ἐλλειμματικός. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀσκήσω κατὰ τῆς Κυβερνήσεως στεῖραν ἀντιπολίτευσιν. Προσπαθῶ νὰ εἶμαι πάντοτε εἰς τὴν κριτικήν μου ἀντικειμενικὸς καὶ δὲν ἔχω τὸν παραμικρὸν δισταγμὸν νὰ ἐπισημάνω καὶ τὰ ἰδικά μας σφάλματα, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξαν τοιαῦτα. Αἰσθάνομαι ἀκόμη τὴν ὑποχρέωσιν ἀφοῦ ἐπεσήμανα καὶ ἀνέλυσα τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους συνεπάγεται ἡ ψήφισις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω θὰ τὸ καταψηφίσῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§105Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δικαίωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶμαι τρίτος κατὰ σειρὰν νὰ ὁμιλήσω, θὰ παρεκάλουν νὰ ἀκουσθῶ καὶ ἐγὼ καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ καλύψῃ καὶ τὰς τρεῖς ἀγορεύσεις.
§106Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ὁμιλήσετε διὰ μακρῶν, κύριε συνάδελφε;
§107Η. ΗΛΙΟΥ. Διὰ μακρῶν.
§108Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τότε θὰ παρακαλέσω νὰ προηγηθῶ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, χρήσιμον εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς συζητήσεως, δοθέντος ἄλλωστε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ, εἶχεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξῃ διὰ μακρῶν τὰς ἀπόψεις του, τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ οἱ μετέχοντες εἰς τὴν ἐπιτροπὴν συνάδελφοι γνωρίζομεν, νομίζω, χρήσιμον νὰ δώσω εἰς τὸ Σῶμα ὡρισμένας διευκρινήσεις. Φρονῶ κατὰ πρῶτον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ λέγω κἄτι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθές, ἐὰν προβῶ εἰς τὴν πρώτην διαπίστωσιν, ὅτι ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος διέρρευσεν ἀπὸ τῆς ἐξαγγελίας καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου νόμου, ἀπέδειξε, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας, τὴν ὀρθότητα τῆς βάσεως τοῦ νομοθετήματος. Τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἐπιχειρεῖται νὰ ἀντιμετωπισθῇ, εἶναι πρόβλημα μέγα, τοῦ ὁποίου τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν σημασίαν οὐδεὶς ποτὲ ἠμφεσβήτησε. Τὸ πρόβλημα εἶναι ἐὰν τὸ Κράτος δικαιοῦται ἢ ἀκόμη περισσότερον ἐὰν τὸ Κράτος ὀφείλῃ νὰ ζητήσῃ φόρον ἐπὶ τοῦ ὑπερτιμήματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τρόπον αὐτόματον δημιουργεῖται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἀνόδου μιᾶς χώρας, εἰς τὴν ἀξίαν τῶν ἀκινήτων, εἰς τὴν ἔγγειον ἰδιοκτησίαν. Τὸ πρόβλημα δὲν ἐτέθη μόνον ἀφ’ ἧς ἦλθεν ἡ Κυβέρνησίς μας εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Προϋπῆρξε, κύριοι, καὶ λυποῦμαι, διότι θὰ προβῶ εἰς τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἕνα τοσούτῳ μεγάλης σημασίας θέμα ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἐγκαιρότερον ἀντιμετωπισθῇ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ὡς πρὸς τὴν βασικὴν θέσιν, ὅτι τὸ Κράτος, διὰ λόγους καθαρῶς φορολογικῆς δικαιοσύνης, διὰ λόγους κοινωνικῆς δικαιοσύνης εἰδικώτερον, ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ ζητήσῃ ἔσοδον, νὰ φαλκιδεύσῃ, τρόπον τινά, ἐν μέρει, αὐτὸ τὸ αὐτόματον ἔσοδον τοῦ πολίτου, τὸ ὁποῖον δὲν δημιουργεῖται ἀπὸ ἰδικήν του προσπάθειαν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἡ προσπάθεια τοῦ συνόλου, ὁ μόχθος τοῦ συνόλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, δημιουργεῖ κατὰ τρόπον αὐτόματον. Εἰς ὅλας τὰς χώρας τοῦ κόσμου ἀντεμετωπίσθη ἀνάλογον πρόβλημα. Καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ τῶν πρώτων ἐτῶν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ συμμοριτοπολέμου, τὸ πρόβλημα ἦτο τεθειμένον καὶ ὑπαρκτόν. Ἡ Εἰσηγητικὴ Ἔκθεσις τοῦ σχεδίου νόμου, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς, ἀναφέρει δύο ἄκρως χαρακτηριστικοὺς ἀριθμούς. Θὰ τοὺς ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην σας. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου, τοῦ Τεχνικοῦ Ὑπουργείου, τοῦ Ὑφυπουργείου Δημοσίων Ἔργων ἢ Ὑφυπουργείου Ἀνοικοδομήσεως, ὅπως ὀνομάζεται, ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἀκινήτων, μόνον εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς, κατὰ τὴν 11ετίαν ἀπὸ τοῦ 1952 μέχρι τοῦ 1963 ἀνῆλθεν εἰς 170 δισεκατ. δραχμῶν, ἐνῷ ὑπολογίζεται τὸ σύνολον τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας, εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἀττικῆς, εἰς 30 δισεκατομμύρια δραχμῶν. Ὑπελογίζετο τὸ 1963 εἰς 170 δισεκατομ. δραχμῶν, σήμερον δὲ εἶναι προδήλως ηὐξημένον εἰς 200 δισεκατ.
§109Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Εἰς σταθερὰς δραχμάς;
§110Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς δραχμὰς σημερινὰς καὶ ἐν συσχετισμῷ μὲ τὸ 1951. Καὶ οἱανδήποτε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐὰν θέλετε ἐπίδρασιν ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ τιμαρίθμου, ἠμπορεῖτε νὰ ὑπολογίσετε. Τὰ περιθώρια εἶναι τόσα, ὥστε δὲν ἀλλοιώνουν κατὰ τίποτε τὴν γενικὴν εἰκόνα. Ἀναλογισθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, τὶ σημαίνουν διὰ τὴν χώραν μας, τὶ σημαίνουν διὰ τὴν Ἑλλάδα τὰ 170 αὐτὰ δισεκατομμύρια τοῦ ὑπερτιμήματος. Σημαίνουν 5 ἐτησίους προϋπολογισμούς, κατ’ ἐλάχιστον ὅριον τακτικοὺς καὶ προϋπολογισμοὺς τῶν Δημοσίων Ἐπενδύσεων. Καὶ μόνον ἕνα 10% ἐπ’ αὐτῶν τῶν 170 δισεκατομμυρίων σημαίνει 2½ φορές, 2½ ἐτῶν τὸ σύνολον τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Δημοσίων Ἐπενδύσεων τῆς χώρας. Ὅταν, κύριοι, τὸ Κράτος μας δυσκολεύεται καὶ δανείζεται καὶ δανείζεται ὄντως, καὶ δανείζεται ἐνίοτε ὑπὸ σκληρὰς συνθήκας, διὰ νὰ ἐξεύρῃ τὰ ἀπαραίτητα διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ χρέος του ἔναντι τοῦ λαοῦ, ἔναντι τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ προχωρήσῃ μὲ ταχὺν ρυθμὸν εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν, δὲν νοεῖται — ἀσχέτως πάσης φορομπηχτικῆς διαθέσεως καὶ ἀναγκῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ — δὲν νοεῖται τὸ θέμα αὐτὸ νὰ μὴ ἀντιμετωπισθῇ καὶ νὰ κλείσωμεν τὰ μάτια, ἐνώπιον ἑνὸς τοιούτου μεγάλου προβλήματος, διότι συμβαίνει νὰ εἶναι δυσχερὲς καὶ αἱ ἐπιπτώσεις του δυσάρεστοι δι’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ δὲν εἶχε ποτὲ διάφορον ἄποψιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Πάντοτε καὶ ὅταν εὑρισκόμην εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὑπεστήριζον τὴν ἄποψιν, ὅτι ὑπάρχει θέμα καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀναζητηθῇ ὁ τρόπος εἰσπράξεως ἑνὸς δικαίου φόρου ἐπὶ τοῦ ὑπερτιμήματος αὐτοῦ. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ τὸ 1953 ἔκαμεν ἓν βασικὸν λάθος. Δὲν ἦτο λάθος κατ’ ἀρχὴν ἡ ἀναζήτησις ἐσόδου, ἡ ἀναζήτησις φορολογίας ἐπὶ τοῦ ὑπερτιμήματος ποὺ δημιουργεῖται ἔστω καὶ μόνον εἰς τὸν περιωρισμένον τομέα τῆς ἐκτελέσεως Δημοσίων Ἔργων. Τὸ λάθος ἦτο τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἠκολουθήθη. Τὸ λάθος ἦτο, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐπεδίωκε τὴν εἴσπραξιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ πραγματοποιηθῇ τὸ ὑπερτίμημα, χωρὶς ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ οἰκοπέδου νὰ ἔχῃ ἀπολαύσει τὸ ὑπερτίμημα. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐδημιουργοῦντο ἀτέρμονες ἀμφισβητήσεις καὶ πολλὰς φορὰς καὶ ἀδικίαι εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ ὑπερτιμήματος, ἀπὸ τὴν ἄλλην δὲ μεριὰν καὶ ἂν ἀκόμη κατὰ τρόπον δίκαιον ἐπεβάλλετο αὐτό, ὁ φορολογούμενος πολίτης δὲν εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ πληρώσῃ διότι δὲν εἶχε εἰσπράξει κανένα ἔσοδον, δὲν εἶχε κανένα εἰσόδημα ἀπὸ τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ πληρώνῃ. Αὐτὸ ἀπετέλεσε τὴν βασικὴν ἀδυναμίαν αὐτοῦ τοῦ νόμου ὅπως καὶ πολλῶν ἄλλων παλαιοτέρων νόμων, ὅπως καὶ τοῦ βασικοῦ νόμου περὶ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶχα πολλὰς φορὰς τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ ὑποστηρίξω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ἀκριβῶς αὐτὸ πράττομεν, ἀποφεύγομεν τὸ λάθος τοῦ παρελθόντος καὶ τὸ ὑπερτίμημα ἀναζητοῦμεν νὰ τὸ εἰσπράξωμεν μόνον ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον πραγματοποιεῖται ἡ μεταβίβασις. Τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ Ἕλλην πολίτης δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸ Κράτος νὰ πληρώσῃ ἓν τμῆμα τῆς διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀπήλαυσεν ὑπὲρ τοῦ συνόλου. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα αὐτὸ ἀπησχόλησε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ μῆνας, ἔχει πολλὰς πλευράς. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἄξιον τοῦ θέματος νὰ ἀναζητοῦμεν περιφράσεις καὶ νὰ μὴ εἴπωμεν εὐθέως τὴν γνώμην μας. Ἡ κριτικὴ ἀπὸ μέρους τοῦ κόμματος τῆς μείζονος ἀντιπολιτεύσεως ὑπῆρξε δι’ ἐμὲ ἀκατανόητος. Κατηγορήθην διότι ἐπιβάλλω τὸν φόρον τοῦ ὑπερτιμήματος, κατηγορήθην ταυτοχρόνως διότι δὲν τὸν ἐπιβάλλω εἰς εὐρυτέραν ἔκτασιν. Μοῦ ὡμίλησαν διὰ τὴν ἀστικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἐπεκαλέσθησαν ἀκριβῶς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐξαιρεῖ, τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει τὸ θέμα νὰ μᾶς εἶναι σαφές, εἰς ἀστικὸν καθεστὼς ζῶμεν καὶ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀρνηθῶμεν τὴν βάσιν τοῦ καθεστῶτος. Ἀλλὰ αὐτὸ οὐδόλως σημαίνει, ὅτι τὸ Κράτος μας δὲν δικαιοῦται, ὑπὸ τὰς σημερινὰς ἰδίᾳ περιστάσεις, νὰ ἀναζητήσῃ ἔσοδον ἐπιβάλλον φόρον κατὰ τρόπον κοινωνικῶς καὶ φορολογικῶς δίκαιον καὶ ὀρθόν. Ἐὰν ἕνας ἔχῃ ἕνα ἀκίνητον, τὸ ὁποῖον ἐστοίχιζε πρὸ πέντε ἐτῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι κεντρικὸν ἀκίνητον εἰς τὰς Ἀθήνας, 20 λίρας τὸν πῆχυν καὶ σήμερα κάμνει 200 λίρας, μέσα σὲ πέντε χρόνια, τὸ φαινόμενον δὲν εἶναι ἀσύνηθες, διὰ νὰ μὴ θυμηθῶ τὴν ἐπαρχίαν τοῦ κ. Κοθρῆ, διότι περὶ τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς πρόκειται κατὰ κύριον λόγον, διατὶ δὲν θὰ ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ νὰ εἰσπράξῃ μίαν διαφοράν; Διατὶ θὰ πρέπει μόνος του νὰ ἀπολαύσῃ αὐτὸ τὸ κέρδος; Τὶ προσφέρει διὰ νὰ τὸ δικαιοῦται; Καὶ μὲ ποιὰ δικαιώματα ὁ φίλος μου κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι ἐχθρικὴ πρᾶξις ἐναντίον τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος ὅταν ζητήσωμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον νὰ φορολογῆται μὲ ἕνα ἤπιον συντελεστὴν 25% αὐτὸ τὸ κέρδος; Τὰ πράγματα πρέπει νὰ μᾶς εἶναι σαφῆ. Ἐὰν ὄντως πιστεύωμεν αὐτὰ ποὺ λέγομεν περὶ κοινωνικῆς καὶ φορολογικῆς δικαιοσύνης, τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῶμεν μίαν μόνον κριτικήν, ὅτι τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Κ. εἶναι ὑπεράγαν ἤπιον καὶ ὑπεράγαν ἐπιεικές. Διότι, τὶ πράττει τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ σαφὲς καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν παράκλησιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Τὶ θέλει νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ σχέδιον αὐτό; Ἔχει πραγματοποιηθῆ μία ὑπεραξία ἀπὸ τὸ παρελθόν. Ἡ ἀξία αὐτή, σᾶς ἀναφέρω ἕνα ἀριθμόν, δὲν ἔχει ἀπόλυτον ἀκρίβειαν, ἀλλὰ ἀνταποκρίνεται περίπου διὰ μίαν 10ετίαν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ἀττικῆς εἰς 170 δισεκατομμύρια δρχ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἕνα νόμον νὰ φορολογήσῃ καὶ τὴν ἤδη δημιουργηθεῖσαν ὑπεραξίαν. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ αὐτό; Ὅποιος πωλήσει μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου νὰ πληρώνῃ ἕνα φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη πραγματοποιηθῆ. Δὲν τὸ ἔπραξα παρὰ ταῦτα κύριοι. Δὲν τὸ ἔπραξα διὰ δύο λόγους: Πρῶτον, διότι πράγματι δεχόμεθα καὶ ἡμεῖς αὐτό, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ὅτι ὁ Ἕλλην ἔγινεν ἰδιαίτερα εὐαίσθητος εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν, καὶ δεύτερον, διότι ὑπῆρχον τεχνικαὶ δυσχέρειαι ὄχι ἀνυπέρβλητοι, ἀλλὰ τόσαι, αἱ ὁποῖαι θὰ καθίστων τὴν φορολογίαν αὐτὴν περίπλοκον, θὰ ἐδημιούργουν ἀμφισβητήσεις καὶ θὰ ἐδημιούργουν προβλήματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, εἰς τὴν ἐφαρμογήν. Δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ κλείσῃ τὸ κεφάλαιον τῆς ὑπεραξίας τοῦ παρελθόντος μὲ μίαν ἠπίαν διαρρύθμισιν τοῦ φόρου μεταβιβάσεως. Εἶναι τόσον ἠπία ἡ νέα κλῖμαξ ὡς ἐπαύξησις, ὥστε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπολογίζῃ κανεὶς τὴν μέσην πρόσθετον ἐπιβάρυνσιν ἐφ’ ἅπαξ κατὰ τὴν μεταβίβασιν τῶν ἀκινήτων, ὅπως εὑρέθησαν τὴν 1ην Ἰανουαρίου εἰς μεγαλυτέραν τοῦ 1%. Καὶ τὸ ὑπερτίμημα αὐτὸ θὰ ἀρχίσῃ νὰ φορολογῆται μόνον ἐφ’ ὅσον ἐκτήθη τὸ ἀκίνητον αὐτὸ μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων μεταπωληθῆ. Καὶ εἰς τὴν δευτέραν αὐτὴν μεταβίβασιν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἰσχύσῃ ὁ φόρος τοῦ ὑπερτιμήματος δὲν θὰ ἰσχύσῃ ὁ ηὐξημένος συντελεστὴς τοῦ φόρου μεταβιβάσεως, ὁ ὁποῖος ἐφ’ ἅπαξ ἐπιβάλλεται διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ὑπερτίμημα τοῦ παρελθόντος. Ἦτο δυνατὸν κύριοι, νὰ εὑρεθῇ ἠπιωτέρα λύσις αὐτοῦ τοῦ μεγάλου προβλήματος; Βεβαίως, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς εἶχε γίνει 10 χρόνια πρίν, ἠμπορεῖτε νὰ ὑπολογίσετε σεῖς ποίας συνεπείας εὐνοϊκωτέρας θὰ εἶχε διὰ τὸ σύνολον καὶ ποίας συνεπείας θὰ εἶχεν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του. Δυστυχῶς, δὲν ἔγινε. Γίνεται μὲ καθυστέρησιν, ἀλλὰ γίνεται πάντοτε ἐγκαίρως, διότι εἶναι λάθος ἐὰν ὑποθέσῃ κανείς, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν ἀκινήτων θὰ σταματήσῃ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ συνεχισθῇ μὲ τὸν ἴδιον ρυθμόν, ἐφ’ ὅσον προοδεύῃ ὁ τόπος καὶ ἀνέρχεται ἡ οἰκονομία καὶ θὰ ὑπάρξουν ὑπερτιμήματα τοῦ μέλλοντος, τὰ ὁποῖα θὰ δώσουν ἔσοδα εἰς τὸν κρατικὸν προϋπολογισμόν. Δὲν ὑπῆρξα, κύριοι συνάδελφοι, ἀνειλικρινὴς ὅταν ἐδήλουν, ὅτι τὸν φόρον τοῦ ὑπερτιμήματος δὲν τὸν ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις διὰ λόγους ταμιευτικούς. Ὄντως ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ ἔσοδα διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1965 καὶ δὲν τὸ ἀπέκρυψε. Ἀλλὰ τὸν φόρον αὐτὸν δὲν τὸν ἐπιβάλλομεν ἡμεῖς διὰ νὰ ἀναζητήσωμεν ἔσοδα, ἄλλωστε ἀπὸ τὸ ὑπερτίμημα εἶναι ἀμφίβολον ἐὰν καὶ τὶ θὰ εἰσπράξωμεν, τοὐλάχιστον τὰ πρῶτα χρόνια. Διότι πρέπει νὰ ἀγορασθῇ τὸ ἀκίνητον, νὰ μεταπωληθῇ τὸ ἀκίνητον καὶ νὰ ὑπάρξῃ ἡ διαφορά, ἡ ὁποία θὰ φορολογηθῇ. Εἶναι σαφές, ὅτι τὸν πρῶτον χρόνον δὲν θὰ ἔχωμεν ἔσοδα, ἁπλῶς θὰ ἔχωμεν κατά τι ηὐξημένα ἔσοδα ἀπὸ τὴν φορολογίαν μεταβιβάσεως, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀσημάντου μεγέθους. Ἑκατὸν δέκα ἑκατομμύρια εἰς τὸν Κρατικὸν προϋπολογισμὸν δὲν εἶναι ποσὸν ἀποφασιστικόν. Ἐπιβάλλομεν αὐτὸν τὸν φόρον διότι νομίζομεν, ὅτι ἔπρεπε κἄποτε νὰ ἀρχίσῃ νὰ ἀντιμετωπίζεται ἐπὶ ὀρθῆς βάσεως τὸ μέγα αὐτὸ πρόβλημα. Καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ μὴ προσθέσω ἀκόμη καὶ κάτι ἄλλο. Πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον τῶν ἰδιοκτητῶν ἀκινήτων εἰς τὴν περιοχὴν τῶν μεγάλων ἀστικῶν κέντρων καὶ ἰδιαίτερα εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Ἀθηνῶν θὰ πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ ἴδιοι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀκινήτων, ὅτι πρὸς τὸ ἴδιον αὐτῶν συμφέρον θὰ πρέπει τὸ Κράτος, τὸ σύνολον, τώρα ἂν θὰ εἶναι τὸ Κράτος ἢ οἱ Δῆμοι αὐτὸ εἶναι ἄλλη συζήτησις, θὰ ἔλθω εἰς τὸ τέλος, πρέπει νὰ εὕρῃ πόρους διὰ νὰ ἐπιλύσῃ τὸ πολεοδομικὸν καὶ κυκλοφοριακὸν πρόβλημα τῶν μεγάλων πόλεων. Μὲ τὸν ρυθμὸν μὲ τὸν ὁποῖον αὐξάνονται τὰ αὐτοκίνητα εἰς τὴν περιοχὴν τῶν Ἀθηνῶν, ρυθμὸν τὸν ὁποῖον δὲν δύναται οὔτε ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνακόψῃ τὸ Κράτος, διότι ἐπὶ τέλους βελτιοῦνται αἱ συνθῆκαι ζωῆς καὶ περισσότεροι Ἕλληνες πολῖται ἀποκτοῦν αὐτοκίνητα, εἶναι βέβαιον, ὅτι μετὰ πάροδον βραχυτάτου χρόνου ἡ πρωτεύουσα θὰ εἶναι ἀκατοίκητος, τὸ Κέντρον τῆς πρωτευούσης θὰ εἶναι ἀκατοίκητον. Ἀπαιτοῦνται δαπάναι διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν πολεοδομικῶν προβλημάτων, διὰ νὰ καταστήσωμεν τὰς Ἀθήνας καὶ γενικώτερον τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, συγχρόνους πόλεις. Τὰς δαπάνας αὐτὰς βεβαίως δὲν δύναται, κατὰ καμμίαν λογικήν, νὰ βαστάξῃ τὸ σύνολον, ὁ ἐξαθλιωμένος ἀγρότης τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας. Πρέπει καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ εὑρεθῇ τρόπος, αἱ δαπάναι αἱ ὁποῖαι θὰ χρειασθοῦν νὰ τὰς πληρώσουν καὶ πάλιν οἱ ἰδιοκτῆται τοῦ ἐδάφους, οἱ ἰδιοκτῆται τῆς γῆς καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα μεγάλο ἀνοικτὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον προσεχῶς ἡ Κυβέρνησις θὰ θέσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ προτείνωμεν συγκεκριμένας λύσεις.
§111Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὥστε θὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλον φόρον, κύριε Ὑπουργέ, μετὰ ἀπὸ αὐτόν;
§112Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Πῶς εἴπατε, κ. Μποῦτο;
§113Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν πολεοδομικῶν ἀναγκῶν, ὅπως εἴπατε, καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη τῶν κυκλοφοριακῶν καὶ πολεοδομικῶν προβλημάτων τῆς Πρωτευούσης, λέγετε, ὅτι θὰ ἐπιβάλετε καὶ πρόσθετον φόρον ἐπὶ τῶν ἀκινήτων Πρωτευούσης καὶ τῶν γύρω αὐτῆς δήμων καὶ τὸ αὐτόματον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἐνστικτωδῶς μοῦ γεννᾶται, εἶναι τὸ ἑξῆς: Διατί δὲν συνδυάζετε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ὑπερτιμήματος —διὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς διατηροῦμεν τὰς ἀντιρρήσεις μας, ἀλλὰ ἂς τὰς ξεχάσωμεν πρὸς στιγμὴν— διατί δὲν τὸν συνδυάζετε μὲ τὴν ἐπίλυσιν τῶν κυκλοφοριακῶν καὶ πολεοδομικῶν προβλημάτων, διὰ νὰ ἀποδώσητε τὸ ἔσοδον εἰς ἕνα Εἰδικὸν Ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιλύσῃ αὐτὰ τὰ προβλήματα;
§114Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅταν θὰ εἶναι ἑτοίμη ἡ προεργασία, θὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν πολιτικήν της καὶ θὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Σώματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δικαιοῦμαι νὰ εἴπω αὐτὴν τὴν ὥραν εἶναι, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ παραβλέψῃ, νὰ παραγνωρίσῃ, τὸ πρόβλημα καὶ ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀξία τῆς μεγάλης εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τιμηθεῖσα μὲ τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ἕνα τοιοῦτον πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει, τὸ ἄφηνε χωρὶς νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ. Ἀκόμη θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω, ὡς πρὸς τὸ συζητούμενον σχέδιον τὰ ἑξῆς: Ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ εἰσηγητὴς τῆς Ε.Δ.Α. κ. Ἠλιοῦ, ἔθεσε τὸ πρόβλημα τῆς κατοικίας. Εἶπε, δηλαδή, ὅτι θὰ εἶναι σωστὸν νὰ γίνῃ μία διάκρισις προκειμένου περὶ τῆς κατοικίας, εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τοῦ ὑπερτιμήματος. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἔχει δίκαιον. Ἄλλως τε καὶ ὑπὸ τὴν ἀρχικήν του μορφήν, ὅπως κατατέθη τὸ σχέδιον νόμου, κάμνει αὐτὴν τὴν βασικὴν διάκρισιν, διότι ὑπάρχει τὸ ἀφορολόγητον ὅριον τῶν 30.000 τοῦ ὑπερτιμήματος, τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς καλύπτει τὰς μικρὰς κατοικίας. Ἀκόμη καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου μεταβιβάσεως ὑπῆρχε τὸ ὅριον τῶν 100.000. Καὶ ἐπειδὴ ἡ αὔξησις μεταξὺ τῶν 100.000 καὶ 200.000 ἦτο 1%, δηλαδὴ διὰ τὰς 200.000 θὰ εἴχομεν τὸ ½ τοῦ φόρου καὶ μέχρι τῶν 100.000 καθόλου, παρὰ ταῦτα ἐπειδὴ ἠθελήσαμεν πράγματι νὰ τονίσωμεν αὐτὴν τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀπεδέχθημεν εἰς τὴν βάσιν τὴν πρότασιν καὶ διετυπώσαμεν τροπολογίαν, ἡ ὁποία περιελήφθη ὡς τροποποίησις τοῦ οἰκείου ἄρθρου, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ἀφορολόγητον τῶν 30.000, προκειμένου περὶ κατοικίας ηὐξήθη εἰς 50.000. Βεβαίως τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων, ἴσως νὰ μὴ εὗρον τὸ ποσὸν ἐπαρκές. Θὰ ἤθελον, ὅμως, νὰ τοὺς ὑπενθυμίσω διὰ νὰ γνωρίζουν τὰ μέτρα τῶν μεγεθῶν, ὅτι ὅπως ἀναγράφει καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, τὸ 1962 ὁ μέσος ὅρος ἐκυμαίνετο, τὸ ὕψος τῶν μεταβιβαζομένων ἀκινήτων εἰς τὸ 1962, ὁ μέσος ὅρος ἦτο 65.000.
§115Η. ΗΛΙΟΥ. Καὶ τὰ χωράφια.
§116Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ τὰ χωράφια, ἀλλὰ θέλω νὰ γνωρίζητε τὸν μέσον ὅρον τῆς ἀξίας τῶν μεταβιβάσεων. Εἶναι ἕνας ξηρὸς ἀριθμὸς ἀπὸ τὸν ὁποῖον βγαίνει τὸ συμπέρασμα, ἐὰν τὸ ἀφορολόγητον ὅριον, ὅπως ἡμεῖς τὸ ὡρίσαμεν, εἶναι μικρὸν ἢ εἶναι ἐπαρκές. Ἀκόμη, κύριοι συνάδελφοι, θέλω νὰ προσθέσω, ὅτι κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις, διότι, δῆθεν, μὲ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε καὶ τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζει ἤδη ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου, θὰ ὡδήγει εἰς τὴν ἀνακοπὴν τῶν ἀγοραπωλησιῶν, ἐπὶ τῶν ἀκινήτων. Εἶχον εἴπει εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ἰδίᾳ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι ἡ παρατήρησις δὲν εὐσταθεῖ, ἐξ ἀντικειμένου. Ὅτι δηλαδὴ ἡ πεῖρα, ἡ ἐμπειρία, ἀποδεικνύει ἤδη μεσοῦντος τοῦ παρελθόντος μηνός, ὅτι εἴχομεν μίαν ὅλως προσωρινὴν ἀναστολὴν ἐλαχίστων ἡμερῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ αἱ μεταβιβάσεις ἐπανεῦρον τὸν φυσιολογικόν των ρυθμόν. Σήμερον εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δώσω ἀπολύτως συγκεκριμένους καὶ σαφεῖς ἀριθμοὺς εἰς τὴν Βουλήν, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Πρῶτον, κύριοι, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου, ἐπειδὴ ὁ ηὐξημένος φόρος μεταβιβάσεως θὰ ἴσχυεν ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου, ἡ δὲ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγένετο τὴν 22αν τοῦ ἰδίου μηνὸς —ἀπέμενον κατὰ συνέπειαν ὡρισμέναι ἐργάσιμοι ἡμέραι ποὺ ἠδύναντο νὰ γίνουν ὁμαδικαὶ μεταβιβάσεις — ἐνεφανίσθη τὸ φαινόμενον νὰ πραγματοποιηθοῦν ὁμαδικαὶ μεταβιβάσεις τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Δεκεμβρίου. Ὅσοι ἦσαν ἕτοιμοι, ὅσοι εἶχον συνάψει προσύμφωνα, ὅσοι ἠδύναντο κατὰ κἄποιον τρόπον νὰ ἐπιταχύνουν τὴν διαδικασίαν, ἔσπευσαν διὰ νὰ προλάβουν καὶ τὸ ὑπερτίμημα καὶ τὸν ηὐξημένον φόρον μεταβιβάσεων καὶ ἐπραγματοποιήθησαν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1964 ὑπερδιπλάσιαι συνολικῶς μεταβιβάσεις ἀπὸ τὰς μεταβιβάσεις τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1963. Δηλαδὴ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1963 εἴχομεν 2.383, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1964 εἴχομεν 4.791, τὸ δὲ ἀντίστοιχον ἔσοδον — οἱ ἀριθμοί, μὲ συγχωρεῖτε, εἶναι ἀριθμοὶ τῆς Ἐφορίας μεταβιβάσεως Ἀθηνῶν— ὁ δὲ ἀντίστοιχος ἀριθμὸς τοῦ ἐσόδου, ἐνῷ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1963 ἦτο 30.000.000, ἀνῆλθεν εἰς τὰ 80.000.000. Κατὰ συνέπειαν, εἶναι σαφές, ὅτι ἔγιναν ὁμαδικαὶ μεταβιβάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὸν Ἰανουάριον τοὐλάχιστον, νὰ ἀνακοπῇ ὁ ρυθμὸς τῶν μεταβιβάσεων. Παρὰ ταῦτα, κύριοι, ἐνῷ κατὰ τὸ πρῶτον 10ήμερον τοῦ μηνὸς αὐτοῦ ἐμφανίζεται μία σχετικὴ ἀνακοπὴ τοῦ ρυθμοῦ τῶν μεταβιβάσεων μεταξὺ 10 καὶ 31 Ἰανουαρίου τοῦ τρέχοντος ἔτους, ἐπραγματοποιήθησαν περισσότεραι μεταβιβάσεις ἀπὸ ὅσας εἶχον πραγματοποιηθῆ εἰς τὸ ἀντίστοιχον 20ήμερον τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ὁ συγκεκριμένος ἀριθμὸς εἶναι, μεταξὺ 10 καὶ 31 Ἰανουαρίου τοῦ 1964 εἴχομεν πραγματοποιηθείσας μεταβιβάσεις 1946 —κατὰ τὰς δηλώσεις τὰς οἰκείας— τὸν δὲ Ἰανουάριον τοῦ 1965, μεταξὺ 10 καὶ 31 Ἰανουαρίου, εἴχομεν 2.098. Δηλαδή, ὄχι ἁπλῶς ἐκρατήθη ὁ ἀριθμός, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία μικρὰ αὔξησις αὐτοῦ. Καὶ εἶναι πεπεισμένη ἀπολύτως ἡ Κυβέρνησις, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὄχι μόνον δὲν θὰ σημειώσῃ καμμίαν ἀνακοπὴν εἰς τὴν κίνησιν τῶν ἀκινήτων, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δυσμενῆ συνέπειαν, ἐπίπτωσιν, ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν ἀκινήτων, ἀλλ’ ἀντιθέτως θὰ ὑπάρξῃ μᾶλλον ἕνας σταθεροποιητικὸς παράγων ὁμαλῆς διαμορφώσεως τῶν τιμῶν τῶν ἀκινήτων, ταὐτοχρόνως δὲ ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ νομοθετήματος ὁδηγεῖ εἰς τὸ νὰ ἐξυγιανθῇ καὶ ὁ φόρος μεταβιβάσεων, διότι φυσικὰ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγοράζῃ, θὰ ἔχῃ συμφέρον οὐσιωδῶς νὰ ἀναγράφεται εἰς τὸ συμβόλαιον τὸ ἀληθὲς τίμημα, ἀφοῦ βάσει αὐτοῦ θὰ φορολογηθῇ μὲ τὸ ὑπερτίμημα, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ κάμῃ τὴν προσεχῆ μεταβίβασιν. Οὕτω, κύριοι, διαμορφοῦται ἕνα σύνολον σημαντικῆς ἀντιμετωπίσεως ἑνὸς δυσχεροῦς προβλήματος καὶ ἡ πεποίθησίς μας εἶναι, ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις γίνεται κατὰ τὸν καλλίτερον δυνατὸν τρόπον. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ τερματίσω —τὴν σύντομον ἄλλως τε ὁμιλίαν μου— χωρὶς νὰ ἀναφερθῶ εἰς μίαν συγκεκριμένην παρατήρησιν. Εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐβλήθημεν καὶ ἀπὸ τὴν δεξιὰν —διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν ὅρον— καὶ ἀπὸ τὴν ἀριστεράν. Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν πρώτην κατηγορήθημεν, διότι ἐπιβάλλομεν τὸν φόρον καὶ ἀπὸ τὴν δευτέραν κατηγορήθημεν, διότι δὲν τὸν ἐπιβάλλομεν παντοῦ. Ὁ κ. Βαρβιτσιώτης ὡμίλησε περὶ κοινωνικῆς ἀδικίας, διότι λέγει, τὸν ἐφαρμόζωμεν μόνον εἰς τὸ σχέδιον πόλεως.
§117Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ...
§118Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐξηγοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι. Ἡ πρόθεσίς μας δὲν ἦτο νὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν μόνον εἰς τὸ σχέδιον πόλεως. Εἶπον εἰς τοὺς συναδέλφους ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν μᾶς βοηθήσουν ἔστω καὶ εἰς τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας, νὰ συμπληρώσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι ἐξαιρέτως δυσχερὲς νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἔκτασις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀναζητηθῇ ὑπερτίμημα. Παραλιακὴ ζώνη οὐδὲν σημαίνει, ζώνη ἡ ὁποία κεῖται κοντὰ εἰς μεγάλα ἔργα ἰδίως ὁδοποιΐας ἢ εἰς ἐθνικὰς ὁδοὺς εἶναι συγκεκριμένη ἔννοια, τουριστικὴ ζώνη ἐπίσης οὐδὲν σημαίνει ὑπὸ τύπον γενικότητος. Εἶχα παρακαλέσει τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔκαμαν αὐτὴν τὴν κριτικήν, τόσον τῆς ΕΔΑ, ὅσον καὶ τῆς ΕΡΕ, ἐὰν ἔχουν νὰ ὑποβάλουν συγκεκριμένας τροπολογίας, τὰς ὁποίας εὐχαρίστως θὰ συζητήσω καὶ ἀναμένω τὰς προτάσεις των. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι ποσῶς διατεθειμένη νὰ ξεφύγῃ ἀπὸ τὴν βάσιν τὴν ἠπίαν καὶ τὴν δικαίαν τοῦ σχεδίου νόμου, δὲν θὰ ἔχῃ ὅμως καμμίαν ἀντίρρησιν ἐφ’ ὅσον αἱ τεχνικαὶ δυσχέρειαι τὰς ὁποίας ἡ ἰδία θὰ διαπιστώσῃ, ἀντιμετωπισθοῦν, νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βαρβιτσιώτη ἢ τοῦ κ. Ἡλιοῦ, ἐφ’ ὅσον θὰ πάρῃ συγκεκριμένην μορφήν. Ἡ πρόθεσίς μας, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις αὐτάς, διὰ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν τὸ κράτος θὰ κάμῃ νὰ μὴ διευκολύνῃ εἰς καμμίαν περίπτωσιν τὴν δημιουργίαν αὐτῶν τῶν ἀκόπων ὑπερεισοδημάτων. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς τουριστικῆς πολιτικῆς εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου περιφέρειαν τὴν Κρήτην, ἡ ὁποία εἶναι παρθένος ἀπὸ ἀπόψεως τουριστικῆς, ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐπισημάνῃ τὰς τουριστικὰς ζώνας, νὰ τὰς ἀπαλλοτριώσῃ ἐξ ὁλοκλήρου ὑπὲρ τοῦ συνόλου, ὑπὲρ τοῦ τουρισμοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν τουριστικὴν ἀξιοποίησιν. Δὲν εἶναι ἐχθρὸς τῆς πολιτείας ὁ πολίτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίζωμεν μὲ ἐχθρότητα οἱονδήποτε ἔσοδον κτώμενον ἔστω καὶ ἀκόπως καὶ τὸ ὑπερτίμημα, τὸ ὁποῖον ὁ πολίτης θὰ ἀπολαύσῃ ἅμα ἡ τύχη ἢ ἡ προσπάθεια τοῦ συνόλου τοῦ τὸ δώσῃ, εἶναι δικαίωμά του καὶ καλῶς τὸ ἀποκτᾷ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ὑπερτίμημα αὐτὸ καὶ τὸ ἔσοδον αὐτὸ εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον τὸ κράτος δὲν δύναται εἰς καμμίαν περίπτωσιν νὰ φορολογήσῃ. Καὶ ἀπὸ τὴν βάσιν αὐτὴν ξεκινᾶ τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶμεν. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ ἀποδέχεται εἰς τὴν βάσιν του καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας ἱκανοποιοῦνται, διότι ἡ Κυβέρνησίς μας ἀσκεῖ τὴν ἐπιβαλλομένην κοινωνικὴν πολιτικὴν εἰς τὸν τομέα τῆς φορολογίας καὶ ἀποπειρᾶται καὶ ἐπιτυγχάνει τὴν λύσιν ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος ἔπρεπε ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐγκαιρότερον νὰ εἶχον ἀντιμετωπίσει.
§119Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀναφερθῇ εἰς ἐμέ, θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν τὸν κατηγόρησα δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα μοῦ βάζει εἰς τὸ στόμα, ὅτι τὸν κατηγόρησα. Ἡ κατηγορία ἡ ἰδική μας συνίσταται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἐπλήγησαν διὰ τοῦ φόρου οἱ πράγματι κερδοσκοποῦντες, ἐνῷ ἐπλήγησαν καὶ πλήσσονται διὰ τοῦ φόρου οἱ μικροὶ βιοπαλαισταί. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§121Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ παράταξίς μας ἐπιθυμεῖ κυρίως νὰ ἐντάξῃ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον μέσα εἰς τὸν γενικώτερον προβληματισμὸν τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ μίαν ἁπλῆν πτυχὴν. Πραγματικὰ θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ συνειδητοποιηθῇ ἡ εὐρύτης τοῦ θέματος, τοῦ ὁποίου ἐπιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ εἰσηγούμενον νομοσχέδιον. Τὸ θέμα δὲν εἶναι μόνον φορολογικὸν καὶ δημοσιονομικόν, καὶ μάλιστα ἰσχυρίζομαι δὲν εἶναι κυρίως φορολογικὸν καὶ δημοσιονομικόν, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ εὐρύτερα θέματα καὶ τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Θὰ ἐπερίμενα, ὅτι ἕνα νομοσχέδιον αὐτοῦ τοῦ περιεχομένου, θὰ ἔπρεπε μὲ τὰς προσθήκας τὰς προσηκούσας, νὰ ὑποβάλλεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Οἰκισμοῦ, ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν. Αὐτὸ εἶναι ἡ μία πτυχὴ τῶν θέσεων, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστηρίξω. Ἡ δευτέρα πτυχὴ θὰ εἶναι μία κριτικὴ τοῦ νομοσχεδίου, κριτικὴ αὐστηρά, ὄχι διότι θέλω νὰ εἶναι καταλυτική, ἀλλὰ διότι θέλω νὰ εἶναι ἐποικοδομητική, διότι πράγματι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περιέχει ὡρισμένα βασικὰ στοιχεῖα ἀπολύτως θετικά, περιέχει πράγματα ὀρθότατα εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ὑπερθεματίζω. Δυστυχῶς, εὗρεν, ὁ κ. Ὑπουργός; Ἡ Κυβέρνησις; Ἡ νομοτεχνικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου; Δὲν ξεύρω ἂν πρέπει νὰ ἀποδώσω σὲ πολιτικὰς ἢ σὲ φοροτεχνικὰς εὐθύνας, εὗρεν ἕνα πρωτότυπον πραγματικὸν τρόπον νὰ ἀναμείξῃ καὶ νὰ μεταχειρισθῇ καθ’ ὅμοιον καὶ ἴσον τρόπον πράγματα βασικῶς ἀνόμοια, βασικῶς διαφορετικά, τὸ ὀρθὸν καὶ τὸ μὴ ὀρθόν, τόσον πολὺ μπερδεμένα, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ εὐσυνειδήτως πράγματι ὁ βουλευτὴς νὰ ξεκαθαρίσῃ καὶ νὰ ἀπομονώσῃ τὸ ὀρθὸν ἀπὸ τὴ μὴ ὀρθόν, νὰ ψηφίσῃ τὸ ὀρθὸν καὶ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ μὴ ὀρθόν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ κυριώτερον, ἀλλὰ μεγίστης σοβαρότητος θετικὸν στοιχεῖον τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τοῦτο. Ἐπὶ τέλους, ἡ Κυβέρνησις ἐπισημαίνει —τὸ ἐπιτέλους δὲν ἀφορᾷ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶναι εἰς τὸ πρῶτον ἔτος τῆς δραστηριότητος— ἀλλά, ἐπὶ τέλους, ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία ἐπισημαίνει ἕνα τομέα οἰκονομικῆς δραστηριότητος ὄχι κἂν ἐπιχειρηματικόν, ἀλλὰ καθαρῶς κερδοσκοπικὸν καὶ ἄκρως ἀντικοινωνικόν, ὅπως θὰ φανῇ ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξίν μας, ποὺ ἐπιτρέπει χωρὶς νὰ καταβάλῃ κανεὶς καμμίαν ἀπολύτως προσπάθειαν, χωρὶς νὰ ὑφίσταται καμμίαν ἐπιβάρυνσιν διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, διὰ βαρυτάτων δαπανῶν ἐπενδύσεως τὰς ὁποίας ὑφίσταται εἴτε ὁ δημόσιος προϋπολογισμός, εἴτε οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν αὐτοδιοικουμένων περιοχῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, εἴτε οἱ προϋπολογισμοὶ ἄλλων ἐπιχειρήσεων ἢ ὀργανισμῶν κοινῆς ὠφελείας, διὰ τῶν δαπανῶν αὐτῶν, διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως, νὰ δημιουργοῦνται ἀπὸ τὴν μίαν ἡμέραν στὴν ἄλλη πελώριες περιουσίες καὶ πελώρια κέρδη, κοινωνικῶς ἀπαράδεκτα. Ἐπισημαίνει, ὅτι ἀνεξαρτήτως κερδοσκοπίας ἐπὶ τοῦ πρὸς οἰκοδόμησιν χώρου διὰ πολλοὺς λόγους, ὁ κυριώτερος τῶν ὁποίων νομίζω, ὅτι ἂν προσέξωμεν καὶ ἀναλύσωμεν τὴν περίπτωσιν εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἀπὸ τοὺς κερδοσκόπους, αἱ ἤδη πραγματοποιηθεῖσαι ἐπιβαρύνσεις, ὑπάρχει ἕνα ἀντικοινωνικὸν φαινόμενον, ὅτι ἀνατιμᾶται, ἀκριβαίνει ἡ τιμὴ τῆς κατοικίας. Ὑποστηρίζει ἡ παράταξίς μας, ὅτι ἡ κατοικία ἀποτελεῖ μίαν διαρκῆ καταναλωτικὴν δαπάνην ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῶν ὄντων ὁ ἄνθρωπος ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ ἐζήτησε καὶ νὰ στεγασθῇ καὶ νὰ ἐνδυθῇ, εἴτε εἰς τὶς σπηλιές, εἴτε στὶς καλύβες στὴν ἀρχή, εἴτε σήμερον ἀναλόγως πρὸς τὸ ὕψος τοῦ ἀναπτυσσομένου πολιτισμοῦ, εἰς ἀνταποκρινόμενα πληρέστερα ἂν καὶ καθ’ ὅσον ἀνταποκρινόμενα, θὰ τὸ ἴδωμεν αὐτὸ στὴ χώρα μας, δυστυχῶς σὲ μεγάλο βαθμὸ δὲν συμβαίνει, ἀλλὰ πάντως σὲ ὅσον βαθμὸν συμβαίνει, ἀνταποκρινόμενα εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀνθρώπου ἐνδιαιτήματα, ἡ δαπάνη αὐτὴ εἶναι δαπάνη καταναλωτική. Ἐὰν εἶχον ἕνα σπίτι τριῶν δωματίων, τὸ ὁποῖον ἐκόστιζε προπέρυσι 100 χιλ. καὶ σήμερον κοστίζει 200 χιλ., δὲν ἐπλούτισα. Ἔχω πάντοτε τὸ σπίτι τῶν τριῶν δωματίων διὰ κατοικίαν. Καὶ θὰ τὸ εἴπω εἰς τὴν οἰκείαν σειράν, θέλω, ὅμως, ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐπισημάνω, ὅτι τὸ κριτήριον, διότι παρόμοιαι φορολογίαι καὶ παρόμοια μέτρα ἐντασσόμενα εἰς γενικώτερον πλάνον χωροταξικόν, πολεοδομικόν, στεγαστικόν, εἶναι γνωστὰ εἰς τὸ Δυτικὸν κόσμον, εἶναι ὅτι ἔλαβε χώραν ὑπερτίμημα ἐξ ἀντικειμένου, ὅταν μεταβάλλεται ἡ χρῆσις. Τὸ οἰκόπεδον, π.χ., τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ πολυκατοικία, τὸ ἑτοιμόρροπον, τὸ καταλαμβάνον χῶρον ὀλιγώτερον τοῦ ἐπιτρεπτοῦ ὠφελίμου χώρου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ μεγάλον, τὸ κατσάβραχον, τὸ ἀκρογιάλι, ὁ βοσκότοπος, ποὺ θὰ ἀξιοποιηθῇ τουριστικῶς, τὸ χωράφι ἢ ὁ βοσκότοπος, ποὺ εἶναι κοντὰ εἰς μεγάλην ὁδικὴν ἀρτηρίαν καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου παύει νὰ εἶναι χωράφι, γίνεται οἰκόπεδον ἢ κἄτι ἄλλο. Ἐκ τῆς μεταβολῆς τῆς προηγουμένης χρήσεως συνάγεται ἡ ὀφείλουσα νὰ φορολογηθῇ κτῆσις ὑπερτιμήματος. Κατὰ τὰ λοιπά, ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ κατοικία νὰ εἶναι κατοικία ἀντίστοιχη εἰς καταναλωτικὴν δαπάνην καὶ ἐὰν ἀκριβαίνῃ, σημαίνει ὅτι ἀκριβαίνει ἡ ζωή. Νὰ σᾶς φέρω ἕνα συγκεκριμένον παράδειγμα. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ λυποῦμαι διότι τὸ νομίζει αὐτό, ὅτι ἔλυσε τὸ ζήτημα μὲ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν 30 ἢ 50 χιλ. ὑπερτιμήματος καὶ μὲ τὴν κλίμακα τοῦ 1% διὰ τὴν δευτέραν ἑκατοντάδα χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὴν μεταβατικὴν περίοδον τοῦ ηὐξημένου φόρου μεταβιβάσεως. Δὲν εἶναι ἔτσι τὸ πρᾶγμα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἕνα μεγάλον μέρος ἴσως τὸ ⅓, ἴσως τὸ ¼ τῆς κτηματικῆς κινήσεως τῆς κτηματαγορᾶς κάθε χρόνον ἐκαλύπτετο ἀπὸ τὸ ἐφ’ ἅπαξ, τὸ ὁποῖον ἔπαιρναν μετὰ τὴν ἔξοδον ἀπὸ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀνώτατοι ὑπάλληλοι καὶ στρατιωτικοί. Ἀφήσατε, ὅτι θὰ ἔπρεπε δι’ αὐτοὺς καὶ δι’ ὅλους τοὺς μὴ ἔχοντας στέγην νὰ ὑπάρχῃ στεγαστικὸν πρόγραμμα. Ἀλλά, ἐπὶ τέλους, δὲν ὑπῆρχεν, ἔπαιρναν τὸ ἐφ’ ἅπαξ, μὲ τὸ ὁποῖον ἠγόραζον τρία ἢ τέσσαρα δωμάτια.
§122Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Ἀπαλλάσσονται.
§123Η. ΗΛΙΟΥ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐὰν ἀπαλλάσσωνται αὐτοί. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ὑπάρχει κατοικία καὶ ὄχι κερδοσκοπία. Ζητῶ νὰ εὕρω ἄλλο. Αὐτοὶ ἠγόραζον τότε ἕνα σπίτι σύνηθες μεσοαστικόν, ὅπως ἐμπρέπει καὶ εἰς τὴν κοινωνικήν των θέσιν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ καλὴ συνοικία πρέπει νὰ εἶναι μόνον διὰ τοὺς χρυσοκανθάρους ἢ μαυραγορίτας καὶ ἕνας ἀρεοπαγίτης, ἕνας ἐφέτης, ἕνας Διευθυντὴς Ὑπουργείου, ἐξερχόμενος τῆς ὑπηρεσίας πρέπει καὶ καλὰ νὰ πάῃ εἰς τὴν Πετρούπολιν ἢ τὸ Αἰγάλεω, διὰ νὰ στεγασθῇ, ἀγοράζων ἕνα διαμέρισμα μὲ τὸ ἐφ’ ἅπαξ. Τώρα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀγοράσουν μισό. Δὲν εἶναι ὅτι ἐκέρδισε τυχὸν ἐκεῖνος ποὺ τὸ εἶχε καὶ τὸ εἶχε πρὸς πώλησιν. Εἶναι ὅτι ἀκρίβαινεν ἕνα ἀγαθὸν διαρκοῦς μέν, ἀλλὰ καταναλωτικῆς χρήσεως. Πρέπει νὰ χωρίσωμεν τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ κερδοσκοπία. Καὶ αὐτὰ τὰ δύο θέματα πιστεύω, ὅτι συνάπτονται μὲ ἕνα τρίτον σοβαρώτατον θέμα, μὲ τὴν ὕπαρξιν ἀνάγκης στεγαστικῆς πολιτικῆς. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ εἰς ὅλα τὰ καθεστῶτα καὶ εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ εἰς τὴν Δύσιν, ἐκτελοῦνται εὐρύτατα προγράμματα στεγάσεως, διότι εἶναι μία βασικὴ ἀνάγκη καταναλωτικὴ καὶ πολιτιστικὴ φυσικὰ ἡ ὕπαρξις κατοικίας. Λοιπόν, εἰς ὅλον τὸν κόσμον μὲ ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ γίνονται τεράστια προγράμματα στεγάσεως. Εἰς ἡμᾶς σχεδὸν τίποτε. Θὰ τὸ ἴδωμεν ἐντὸς ὀλίγου μὲ στοιχεῖα. Καὶ ἀντὶ ἐνισχύσεως ἐρχόμεθα σήμερον, νὰ ἀνακόψωμεν καὶ ἐκείνους, ποὺ μὲ τόσας δυσκολίας καὶ ἀγῶνας θὰ ἀποκτήσουν στέγην. Ἡ συντριπτικὴ πλειοψηφία τοῦ πληθυσμοῦ, λόγῳ οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς διαρθρώσεως οὔτε σήμερον δύναται, οὔτε πρόκειται ποτὲ νὰ δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὴν τὴν βασικὴν ἀνάγκην, χωρὶς τὴν βοήθειαν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν στεγαστικοῦ προγράμματος ἐκ μέρους τοῦ Κράτους.
§124Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Πῶς τοὺς ἀνακόπτει;
§125Η. ΗΛΙΟΥ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Διότι ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ δυνατότης ἀγοραστικὴ αʹ, ἂς εἴπωμεν 1.000 ἢ 100 χιλ. ἢ 10 χιλ. μονάδων καὶ ἀφαιρεῖται ὡς πρὸς τὴν κατοικίαν διὰ τοῦ ὑπερτιμήματος καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου μεταβιβάσεως τὸ 10 ἢ 20 ἢ 30%, θὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα θὰ ὑπάρχουν διαθέσιμα πρὸς ἀγορὰν ὀλιγώτερα χρήματα.
§126Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι τὸ κριτήριον τῆς κατοικίας, ὡς νομικὴ ἔννοια δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ ἀποφασιστικόν. Τὸ ἀποφασιστικὸν δύναται νὰ εἶναι τὸ κριτήριον τῆς ἀξίας. Καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀνεφέρθησαν παραδείγματα. Θὰ ἀναφέρω ἕνα μόνον. Ἕνας ἔχει μίαν μονοκατοικίαν εἰς τὴν ὁδὸν Σόλωνος, ἡ ὁποία σήμερον κάμει 40.000 χρυσᾶς λίρας. Ἐπειδὴ εἶναι μονοκατοικία καὶ χρησιμοποιεῖται βεβαιωμένως καὶ ὄντως πρὸς κατοικίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐξαιρέσεως; Ἡ μικρὰ καὶ ἡ μέση κατοικία, ἡ ὁποία προδήλως δὲν συνιστᾶ ἐπιδίωξιν κέρδους ἢ ἔστω χωρὶς ἐπιδίωξιν, δὲν σημαίνει, ὅτι πραγματοποιεῖ κέρδος, ὑπερτίμημα σημαντικόν, αὐτὸς ὁ ὁποῖος τὴν κατέχει, τὸ ἐννοῶ. Ἀλλὰ νὰ παρεισάγωμεν εἰς τὸν νόμον τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς κατοικίας, ὅπως εἶχον καὶ τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἐζήτησα νὰ μεταθέσωμεν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὴν νομικὴν ἔννοιαν τῆς κατοικίας εἰς τοὺς ἀριθμούς, εἰς τὰ μεγέθη τῆς ἀξίας καὶ τοῦ ὑπερτιμήματος.
§127Η. ΗΛΙΟΥ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι μοῦ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ διευκρινήσω τὴν σκέψιν, τὴν ὁποίαν ἤδη διετύπωσα καὶ ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται στὶς συντηρητικώτερες χῶρες τοῦ κόσμου, ὅπως εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, τὴν Ἑλβετίαν καὶ τὴν Γαλλίαν ὑπὸ τὸ Ντεγκωλικὸν καθεστώς, ἐφαρμόζεται μὲ ἐπιβάρυνσιν μεγάλην ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ ἐφαρμόζεται ὀρθολογικῶς μὲ σκοπὸν τὴν λύσιν στεγαστικοῦ χωροταξικοῦ καὶ πολεοδομικοῦ θέματος ὑψίστης σημασίας. Κύριοι συνάδελφοι, πράγματι — τὸ εἶπον πρὸ ὀλίγου — ἡ μονοκατοικία τῆς ὁδοῦ Σόλωνος εἶναι TERE A BATU-RE, εἶναι οἰκόπεδον μία μονοκατοικία δὲν καταλαμβάνει τὸν ὠφέλιμον χῶρον ἀλλὰ εἶναι προωρισμένη κατὰ τὴν μεταπώλησιν νὰ κατεδαφισθῇ, διὰ νὰ γίνῃ πολυκατοικία. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν σήμερον μονοκατοικίαι τῶν 40 χιλ. λιρῶν. Ἀλλά, ἐὰν θέλετε νὰ βάλωμεν καὶ ποσοτικὰ κριτήρια, ἕνα μπλαφόν, ἓν ὅριον, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐξαίρεσις. Δὲν νομίζω ὅτι ἕνας ἄνθρωπος τῆς κοινωνικῆς περιωπῆς ἑνὸς διευθυντοῦ Ὑπουργείου, ἑνὸς Ἀρεοπαγίτου πρέπει καὶ καλὰ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ἢ νὰ πάρῃ ἕνα σπίτι τῶν 100 χιλ. δρχ. καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ ὑπερτιμήματος ἐὰν πάῃ 150, διότι ἐὰν πάῃ 160 θὰ φορολογηθῇ ἢ ἄλλως εἶναι κερδοσκόπος. Δὲν εἶναι κερδοσκόπος ὁ στεγαζόμενος, ὁ ἱκανοποιῶν τὴν ἀνάγκην στεγάσεως διὰ μιᾶς κατοικίας καὶ θὰ τὸ πωλήσῃ εἰς δύο περιπτώσεις ἢ διότι ἐμεγάλωσεν ἡ οἰκογένειά του, ἔκαμε 3, 4 παιδιά, διὰ νὰ ἀγοράσῃ ἕνα σπίτι μὲ 4 δωμάτια... Μετὰ τὰ δύο ὑπερτιμήματα, διότι δὲν ψηφίζομεν νόμον προσωρινῆς ἰσχύος, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ μακρόν, μετὰ τὰ δύο ὑπερτιμήματα πρὸς 25%, λόγῳ τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ κόστους μιᾶς καταναλωτικῆς δαπάνης, πωλῶντας τὰ δύο δωμάτια δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀγοράσῃ 2. Ἢ θὰ τὸ πωλήσῃ διότι ἐμίκρυνεν ἡ οἰκογένειά του, ἔρχεται ἡ κόρη εἰς ὥραν νὰ ὑπανδρευθῇ πωλεῖ τὸ σπίτι τῶν 4 δωματίων διὰ νὰ πάρῃ ἕνα διὰ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὴν γυναῖκα του τῶν δύο δωματίων, καὶ ἕνα νὰ δώσῃ εἰς τὴν κόρην του, πάλιν θὰ φαλκιδευθῇ, ἢ εἰς περίπτωσιν μιᾶς συμφορᾶς εἰς τὴν οἰκογένειάν του, μιᾶς καταστροφῆς διὰ λόγους ὑγείας κλπ. ἢ δὲν ξέρω τί, ὁπότε ὁ κατεστραμμένος, ὁ ἀπαλλοτριώνων πιὰ στέγην μὲ τὴν ὁποίαν ἱκανοποιοῦσε μόνιμον στεγαστικὴν ἀνάγκην καὶ ἐκτεθειμένος εἰς ἔξωσιν λόγῳ τῆς πτωχίας του, ἀπὸ ξένα σπίτια, θὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπολαμβάνων ὑπερτιμήματος καὶ θὰ κληθῇ νὰ πληρώσῃ. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι βάζετε εἰς τὸ ἴδιον τσουβάλι δύο πράγματα τελείως ἀνόμοια, τὴν κερδοσκοπίαν καὶ τὴν στεγαστικὴν ἀνάγκην τῆς κατοικίας, τῆς μιᾶς κατοικίας δι’ ἕνα ἄνθρωπον, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μὲ τὰ στενὰ κριτήρια τῶν 100.000 δραχμῶν, διότι ὁ Ἀρεοπαγίτης θὰ πάρῃ τῶν 500.000 καὶ ὄχι τῶν 100.000. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρίβεια τῆς στέγης, ὄχι ἡ κερδοσκοπία, τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Καὶ ἂν πάῃ 100–200 χιλιάδες παραπάνω, δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς κερδοσκόπος.
§128Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Εἶναι ἀκρόταται περιπτώσεις.
§129Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκρόταται περιπτώσεις. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον ἔκτακτον, ὁ ὁποῖος θὰ ἀντεμετώπιζε μίαν ἔκτακτον φορολογίαν, ὅπως εἶχε ψηφισθῇ ἕνας νόμος τῶν πλουτισάντων ἐπὶ κατοχῆς, θὰ ἦτο ἄλλη ἡ ἀντιμετώπισις. Ἐδῶ ψηφίζομεν ἕνα νόμον μόνιμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχύῃ ἐπὶ 10ετίας καὶ πρέπει νὰ τὰ ἴδωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα θέλω νὰ ὑπενθυμίσω τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἐνῷ βάζει εἰς τὸ ἴδιο τσουβάλι —φυσικὰ ἐξηρέθησαν προχθὲς οἱ βιομηχανικοὶ τομεῖς καὶ μάλιστα ἐξηρέθησαν μὲ μίαν ρήτραν γενικήν, ἡ ὁποία καλύπτει καὶ σκοπιμότητας καὶ κίνητρα καὶ ἐπίσης καλύπτει καὶ μίαν καθαρὰν τάσιν ἀσυδοσίας— ἐνῷ βάζει εἰς τὸ ἴδιον τσουβάλι δύο ἀνόμοια πράγματα, ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ ἐξαιρεῖ μεγάλους τομεῖς. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναφερθῇ ὅτι ὑπάρχουν χωρία ἰδίως ἀνοικοδομηθέντα, λόγῳ καταστροφῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὅπως π.χ. εἰς τὴν περιοχὴν Βιάνου Κρήτης, ποὺ ἔχουν σχέδιον πόλεως, ὅπως ἐκεῖ ὅπου γίνονται βιομηχανικαὶ ζῶναι ἢ τουριστικὴ ἀνάπτυξις ἢ ἐκεῖ ὅπου γίνονται μεγάλαι ἐθνικαὶ ὁδοὶ ποὺ ἔδωσαν τὴν δυνατότητα μεταλλαγῆς ἀπὸ βοσκοτόπους καὶ κατσάβραχα, εἰς μεγάλης ἀξίας οἰκόπεδα καὶ ὅμως ὑπάρχει ἀπαλλαγή. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ ἡ διατύπωσις, ἡμεῖς προτείνομεν μὲ αὐτὸ τὸ κριτήριον τὴν μεταβολὴν τῆς χρήσεως, δεχόμεθα καὶ ἕνα ἀνώτατον ὅριον, ὄχι βεβαίως αὐτὸ τὸ εὐτελὲς καὶ τὸ γελοῖον, ἀλλὰ νὰ ὑπάρξῃ ἕνας διαχωρισμὸς μεταξὺ κερδοσκοπίας καὶ ἱκανοποιήσεως στεγαστικῆς ἀνάγκης. Εἶναι τόσον μεγάλη ἡ κοινωνικὴ ἐπιβάρυνσις ἡ ὁποία ἐπεκτείνεται ἀδικαιολογήτως καὶ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, τώρα ποὺ πραγματοποιοῦνται τὰ ὑπερτιμήματα, μᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Μᾶς εἶπεν ὅτι πραγματοποιοῦνται εἰς τὸ λεκανοπέδιον Ἀττικῆς, ἰδίως. Θέλετε καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην; Καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Θέλετε καὶ ἐκεῖ ὅπου ἱδρύονται βιομηχανικαὶ ζῶναι ἢ τουριστικαί. Ναί. Ἀλλὰ ὄχι μόνον τὸ ὀρεινὸν χωρίον, ὄχι μόνον τὸ κοινὸν χωρίον, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπαρχιακὲς πόλεις, πλὴν 3, 4, φθίνουν. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ θὰ ὑπάρξῃ φορολογία ὑπερτιμήματος, δηλαδὴ θὰ ὑπάρξῃ μία τάσις φορολογήσεως ὡς συνέβη καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐπὶ Νεγρεπόντη καὶ αὐξήσεως τῆς ὀνομαστικῆς ἀξίας. Ὁ φόρος τοῦ Νεγρεπόντη, ἦτο σπουδαῖος, ὁ πρῶτος φόρος τοῦ ὑπερτιμήματος καὶ τοῦ ὑπερεισοδήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπανέλθω, ἦτο σπουδαῖος. Καὶ ἡ Μικρασιατικὴ καταστροφὴ μὲ τὴν συρροὴν κόσμου ἔδωσεν ἀξίαν καὶ μετέτρεψε τὰ χωράφια εἰς οἰκόπεδα. Κατ’ ἐμὲ ἀκόμη ἀξιολογώτερον εἶναι τοῦτο ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ἐξητμίσθη αὐτὴ ἡ προσθήκη νέου πληθυσμοῦ καὶ ἁπλῶς τὸ ὑπερτίμημα, ἐπληρώνετο ἐπὶ τῆς ὑποτιμήσεως τοῦ νομίσματος, ἔγινε ὀνομαστικόν, ἔγινε ἀφόρητος κοινωνικῶς ὁ φόρος καὶ ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ τὸ κράτος μὲ ἕνα πάγιον φόρον 3% ἐπὶ τῆς μεταβιβάσεως, ὁ ὁποῖος φόρος μὲ τὸ χρόνο, αὐξανομένης τῆς ὀρέξεως ἔγινε 9% καὶ μὲ τὰ συμπαρομαρτοῦντα 13%. Καὶ ἑπομένως φοβοῦμαι ὅτι ἂν ἐκτείνεται ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν πόροι ἕλξεως, ἂν δὲν συνδυάζεται μὲ φοροταξικὰ καὶ στεγαστικὰ κριτήρια, εἶναι ἕνας φόρος ἄδικος. Ἀλλὰ οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν γίνονται διὰ μίαν ἡμέραν, παγιοῦνται. Ὅρα νόμον περὶ στεγαστικῶν δανείων παλαιότερα, ὅρα νόμους ὑπὲρ σεισμοπλήκτων τὴν τελευταίαν 10ετίαν. Ὅταν ἐπιβληθῇ ἕνας φόρος δὲν βγαίνει. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν φοβοῦμαι ὅτι τὸ νομοσχέδιον δίδει λαβὴν εἰς τὴν Δεξιὰν Ἀντιπολίτευσιν, δίδει βάσιν εἰς τὴν Δεξιὰν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ τὸ ἐπικρίνῃ ὡς φορολογικόν.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ἐκ τῆς ΕΡΕ). Ὡς φορομπηχτικὸν καὶ ταμιευτικόν.
§131Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐκτίμησιν, ἀλλὰ δίδει μίαν βάσιν ὅτι δὲν περιορίζεται, εἰς τὸ νὰ πλήξῃ τὴν κερδοσκοπίαν τῶν οἰκοπέδων, ἀλλὰ ζητεῖ μὲ τὸ σύστημα μάλιστα τὸ παγίως καὶ βασικῶς ἄνισον καὶ ἄδικον, διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἐκτάσεων χιλιάδων μικρῶν περιπτώσεων ἀντὶ νὰ συλλαμβάνεται καθ’ ὕψος τὸ μέγα εἰσόδημα καὶ ἡ μεγάλη κερδοσκοπία, ἀντιμετωπίζει μὲ ἴσην μεταχείρισιν τὸ χαμόσπιτο τοῦ Ὑμηττοῦ ἢ τοῦ Περιστερίου ἢ τοῦ Αἰγάλεω, ὅπου δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ἀλλαγὴ χρήσεως, νὰ γίνῃ πολυκατοικία, καὶ τὸ οἰκόπεδον τῆς Πλατείας Συντάγματος ἢ τῆς ὁδοῦ Σταδίου ἢ τῆς ὁδοῦ Σόλωνος, ὅπου θὰ γίνουν ἀκριβώταται πολυκατοικίαι. Καὶ φοβοῦμαι ὅτι ὑπάρχει καὶ ἕνα θέμα, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι ἀποταμιευτικὸς ὁ σκοπός. Ὑπῆρξαν μερικαὶ αὐτάρεσκοι διαβεβαιώσεις ὅτι πατάσσεται ἡ φοροδιαφυγὴ καὶ θὰ αὐξηθοῦν ἐκεῖθεν τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ πραγματικότης δείχνει τὸ ἀντίθετον. Κύριε Ὑπουργέ, θέλω νὰ ἐπισημάνω, χωρὶς νὰ ἐπικρίνω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τὸ 1958 ἕως τὸ 1964 τὸ δηλούμενον εἰσόδημα Φυσικῶν Προσώπων ἀπὸ 12.500.000.000 ἐπῆγε εἰς τὰ 18 δισεκατ. Ἀλλὰ τὰ 12 δισ. ἦσαν ἐπὶ 74 δισεκ. ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Καὶ ἅμα ἀφαιρέσωμεν τὸ ἀγροτικὸν εἰσόδημα 24 δισ. καὶ τὸ μὴ φορολογούμενον λόγῳ σμικρότητος, ἄλλα 4 δισεκ., ἐπὶ 46 δισεκ. ποὺ ἔπρεπε νὰ δηλώνωνται, ἐδηλώνοντο τὰ 12,5 δισεκ. Σήμερον ἔχομεν 130 δισεκατομμύρια. Ἐὰν ὑποθέσωμεν 28 δισεκατομμύρια τὸ ἀγροτικὸν καὶ 6 δισεκατομμύρια τὸ ἀπαλλασσόμενον, μένουν 96 δισεκατομμύρια. Ἐνῷ τὸ 1958 τὸ δηλούμενον εἰσόδημα ἦτο 28%, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ δηλώνεται σήμερον περιωρίσθη εἰς τὸ 19%, Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἐδεχόμην ὅτι ὑπάρχουν φορολογικαὶ ἀνάγκαι, δὲν θὰ τὰς ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφοῦ γίνουν ὅμως ὅλαι αἱ οἰκονομίαι καὶ μάλιστα ὅταν πλήττουν κοινωνικῶς ἀπαράδεκτον κερδοσκοπίαν, δημιουργίαν περιουσιῶν ἐκ τοῦ μηδενός, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσπαθείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Ἀλλὰ θὰ εἴπωμεν ἀρχίσατε πρῶτον νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν πληρωμὴν ἐκείνων ποὺ πρέπει νὰ πληρώνουν τοὺς κειμένους φόρους καὶ ὕστερα προσθέτετε ἄλλους. Ἐνθυμῆσθε πόσον σκληρὰν μάχην ἔδωσε καὶ πρὸς τὸν ὁμιλοῦντα καὶ πρὸς ἄλλους συναδέλφους τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως ὁ φίλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως ὅταν ἐζητούσαμεν τὸ μέχρι 1000 δραχμῶν μηνιαίως ἐξ ἰδιοκατοικήσεως εἰσόδημα τοῦ πτωχοῦ σπιτιοῦ, νὰ τὸ ἀφήσῃ τελείως ἀφορολόγητον καὶ ἔδωσε μάχην νὰ τὸ φορολογήσῃ.
§132Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ τὸ φορολογήσω ἔδιδα μάχην;
§133Η. ΗΛΙΟΥ. Διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ φορολογία τοῦ ¼ καὶ ἐὰν ἔχῃ 13.000 τὸ ἔτος νὰ φορολογῆται ἐπὶ τοῦ συνόλου. Κύριοι συνάδελφοι, ἔδιδε μίαν μάχην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις εἶναι ὁ κακὸς Ὑπουργός. Δὲν ξεύρω πῶς τὰ καταφέρνει ὁ κ. Μητσοτάκης νὰ εἶναι ὁ ὀλιγώτερον ἀσυμπαθής, ἐνῷ εἶναι ἴδιον ὅλων τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχουν τὴν ἀντιπάθειαν καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως λόγῳ τῆς τσιγκουνιᾶς, διότι εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ ἔσοδα νὰ ἐξασφαλίζῃ καὶ δαπάνας νὰ περιστέλλῃ. Δὲν τὸν παρεξηγῶ, ἀλλὰ ἐνθυμοῦμαι μὲ πόσην σκληρότητα ἔδωσε τὴν μάχην αὐτήν. Θέλω νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ ἰδιοκτησία πληρώνει τοὺς ἑξῆς φόρους. Φόρον εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος εἶναι προοδευτικός, ὅσον μεγαλύτερον τὸ εἰσόδημα ἐξ οἰκοδομῶν τόσον περισσότερον ποσοστὸν πληρώνει. Πληρώνει ἕνα φόρον μεταβιβάσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρκετὰ βαρὺς καὶ γίνεται βαρύτερος, πληρώνει φόρον κληρονομίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπίσης προοδευτικός. Αὐτὸ τὸ χαμόσπιτον τοῦ Ὑμηττοῦ ἢ τῆς Καισαριανῆς πληρώνει τοὺς φόρους, ἐνῷ ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία ἔχει εὕρει τρόπον ὥστε νὰ μὴ πληρώνῃ τοὺς κειμένους φόρους μὲ τὸ μεθόδευμα τῶν κτηματικῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἀπὸ μερικοὺς ἰσολογισμοὺς τοῦ 1963 προκύπτει ὅτι ἡ Ἑταιρεία Δεβερίκος ἀπὸ ἐνοίκια 1.769.570 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτόσημον καὶ ὕδρευσις 85.640. Ἡ Α.Ε. Οἰκοδομικὴ καὶ Κτηματικὴ Ἑταιρεία ἀπὸ ἐνοίκια 620.000 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτ. καὶ ὕδρευσις 62.225. Ἡ Α.Ε. Κ. Σαραντόπουλος, 597.075 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτ. καὶ ὕδρευσις 128.223. Ἡ Α.Ε. Νέα Κτηματικὴ 2.108.332 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτ. καὶ ὕδρευσις 277.398. Ἡ Α.Ε. Οἰκοδομικαὶ Ἐπιχειρήσεις 778.920 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτ. καὶ ὕδρευσις 9.533. Ἡ Α.Ε. Ἐκμετάλλευσις Τηνιακὸς 406.977 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτ. καὶ ὕδρευσις 21.166. Ἡ Α.Ε. Κτηματικαὶ Ἐκμεταλλεύσεις 1.243.621 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτ. καὶ ὕδρευσις 49.996. Ἡ Α.Ε. ΜΕΚΤΗΜΑ 1.236.766 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτ. καὶ ὕδρευσις 383.473. Ἡ Α.Ε. Τεχνικὴ Κωττάκης 627.869 φόρος εἰσοδήματος μηδέν. Ἡ Α.Ε. Λινάρδος 703.801 φόρος εἰσοδήματος καὶ χαρτ. μηδέν. Ἡ Α.Ε. Διόνυσος ἀπὸ διαφορὰν ἐκποιήσεως οἰκοπέδων 714.683 φόρος εἰσοδήματος μηδὲν χαρτ. 5.995. Πῶς γίνονται τὰ ἀνωτέρω; Πρῶτον, ὁ εἰσοδηματίας δὲν εἶναι εἰσοδηματίας πλέον, εἶναι Διευθυντὴς τῆς Ἐπιχειρήσεως καὶ παίρνει ποσοστὰ ἀπὸ τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον. Οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ὑπηρέται του δὲν εἶναι ὑπάλληλοί του διὰ νὰ δημιουργοῦν τεκμήρια πολυτελοῦς διαβιώσεως, μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν. Τὸ αὐτοκίνητόν του εἶναι εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ἔτσι δὲν πληρώνει φόρον εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ ἐὰν μερικοὶ πληρώσουν ὑπολογίζεται μὲ τὴν γενικὴν κλίμακα τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ δὲν πληρώνουν καὶ φόρον μεταβιβάσεως, διότι μεταβιβάζει τὸ πακέττο τῶν μετοχῶν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι δὲν πληρώνει καὶ φόρον κληρονομίας. Κύριε Ὑπουργέ, νὰ πιάσετε πρῶτα τὰ μεγάλα εἰσοδήματα, ἐὰν χρειάζεσθε χρήματα καὶ ὕστερα αὐξήσατε τοὺς ὑπάρχοντας φόρους. Εἰς τὴν Γαλλίαν αἱ Κτηματικαὶ Ἑταιρεῖαι χαρακτηρίζονται ἢ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι ἢ Διαφανεῖς Ἑταιρεῖαι εἰς τὰς ὁποίας ὁ κάθε μέτοχος εἶναι εἰσοδηματίας φόρου οἰκοδομῶν καὶ καταβάλλει βάσει ὀνομαστικῶν μετοχῶν τὴν φορολογίαν του ἐν ἀναλογίᾳ καὶ δεύτερον, κάθε μεταβίβασις μετοχῆς θεωρεῖται μεταβίβασις ἰδανικοῦ μεριδίου ἐξ ἀδιαιρέτου καὶ ἑπομένως ὑπόκειται εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ 13% κλπ. Καὶ ἐπίσης λόγῳ τῆς ὀνομαστικοποιήσεως πληρώνει καὶ φόρον κληρονομίας, ἐνῷ ἐδῶ εἰς τὰ ἀκίνητα εἰσοδήματα δὲν φορολογοῦνται οὔτε ὡς εἰσοδήματα, οὔτε ὡς μεταβίβασις, οὔτε ὡς κληρονομιά. Εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον συνάπτεται εὐθέως καὶ πρέπει ἡ προτεινομένη τροπολογία μας νὰ γίνῃ δεκτή. Καὶ ὑπάρχει ἕνα πελώριον θέμα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον ὅλες τὶς χῶρες, τὸ θέμα τῆς στέγης. Νὰ ἴδωμεν ἐὰν τὸ θέμα αὐτὸ εὑρίσκεται παρ’ ἡμῖν εἰς τοιαύτην κοινωνικὴν ἐξισορρόπησιν ὥστε νὰ ἠμπορῇ πλέον νὰ ἐπιβαρύνεται καὶ ὄχι νὰ ὑπάρχῃ πρόνοια καὶ μέριμνα. Αὐτὸ εἶναι βασικὸν θέμα, τὸ φορολογικὸν πρέπει νὰ εἶναι βοηθητικὸν αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ 1962 ἔγινε τὸ Συνέδριον τῶν Ἀρχιτεκτόνων. Ἀπὸ τὸ Συνέδριον αὐτὸ προέκυψεν, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας, τὸν Πειραιᾶ καὶ τὴν Θεσσαλονίκην κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1959, 13.156 οἰκογένειες ζοῦν εἰς παράγκες καὶ τρῶγλες, ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς κατὰ τὴν στατιστικὴν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἔχει 105.600 οἰκογένειες ποὺ στεροῦνται ἐντελῶς στέγης καὶ 109.200 ποὺ ζοῦν σὲ ἀνθυγιεινὲς τρῶγλες. Ἡ ἀπογραφὴ στέγης τοῦ 1962 ἔλεγεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ συνολικοῦ πληθυσμοῦ 3.140.000 ἄτομα ζοῦν εἰς 2.901.000 δωμάτια μὲ μέσον ὅρον 1,8, ἀλλὰ ἡ μεγάλη πλειοψηφία 5.204.000 ἀτόμων ζοῦν εἰς 1.638.000 δωμάτια μὲ μέσον ὅρον 3,18 κατὰ δωμάτιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπαράδεκτος ἀθλιότης τῆς στέγης. Καὶ λένε, ὅτι θὰ χρειασθῇ διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τῆς στέγης ἄλλα 1.201.000 δωμάτια δηλαδὴ 532 χιλιάδες κατοικίες. Πλὴν αὐτῶν διὰ τὴν μέσην ἐτησίαν αὔξησιν ἄλλα 48 χιλιάδες δωμάτια, ἤτοι 21.500 κατοικίες καὶ διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν ἐφθαρμένων οἰκοδομῶν, κατὰ μετριοπαθέστατον ποσοστὸν 1,4% ἀνανέωσις εἰς 70 χρόνια, θὰ χρειάζωνται ἄλλα 63.700 δωμάτια, δηλαδὴ 28.145 κατοικίες. Κατὰ ὑπολογισμοὺς τὸ ζήτημα τοῦ ρυθμοῦ τοῦ ὑπάρχοντος τῆς στεγαστικῆς προσπαθείας εἰς τὴν βιτρίνα τῶν Ἀθηνῶν, θὰ χρειασθοῦν 2,5 αἰῶνες διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι, ἀλλὰ ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν θὰ φθάσουν οὔτε 25 αἰῶνες, διότι ὑπάρχουν εἰσοδηματικὰ στρώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουν ποτὲ καμμίαν πρόβλεψιν, ὅτι ἐξ ἰδίας δυνάμεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ στοιχειῶδες πρόβλημα τῆς στέγης. Ὑπάρχει λοιπὸν αὐτὸ τὸ τεράστιον θέμα. Ἀλλοῦ ἀντιμετωπίζεται μὲ πελωρίαν ἐπενδυτικὴν προσπάθειαν, μὲ βοηθήματα, μὲ δανειοδοτήσεις, μὲ κάθε εἴδους διευκολύνσεις καὶ μὲ παροχὴν οἰκοπέδων ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ οἰκοδομήσουν. Ἡ παροῦσα ρύθμισις νομίζω, ὅτι θὰ δυσκολέψῃ τὸ πρόβλημα. Τὸ νὰ διαπιστώσῃ ἡ Πολιτεία, ὅτι ὑπάρχει κερδοσκοπία καὶ νὰ πάρῃ τὸ μερίδιον δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ πολιτικὴ ἐπὶ ἑνὸς βασικωτάτου ζητήματος. Κύριοι συνάδελφοι, πέραν αὐτῶν ὑπηνίχθη ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς ἄλλο συμπέρασμα, ὑπάρχει ἕνα πελώριο χωροταξικὸ καὶ πολεοδομικὸ πρόβλημα. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Ἀθήνα, τὸ στολίδι τῆς χώρας, θὰ κλατάρῃ, ὅπως λέει ὁ λαός, θὰ ἐκραγῇ. Τὸ 1920 εἶχε 413.000 κατοίκους, τὸ 1928 801.000, τὸ 1940 902.000, τὸ 1951 1.166.000, τὸ 1961 1.882.000, σήμερον ἔχει φθάσει τὰ δύο ἑκατομμύρια, τὸ 1975 ὑπολογίζεται ὅτι θὰ ἔχῃ 3,5 ἢ 4 ἑκατομμύρια καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ αἰῶνος 7 ἑκατομμύρια. Κύριοι συνάδελφοι, ἔπηξεν ἡ Ἀθήνα. Καθημερινῶς προστίθενται 60 νέα αὐτοκίνητα. Χρειάζεται διάνοιξις λεωφόρων καὶ μετρό. Ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα ἀπασχολοῦν πρωταρχικὰ τὰς ξένας χώρας. Εὐκολύνει ὅμως ἢ δυσκολεύει ἡ φορολογία ὅπως ἐπιβάλλεται τὴν ρύθμισιν αὐτῶν τῶν θεμάτων; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δυσκολεύει. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δι’ ὀλίγων νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἀντιμετωπίζεται τὸ θέμα εἰς τὴν Γαλλικὴν καὶ Ἰταλικὴν νομοθεσίαν. Ἐκεῖ λένε ὅτι ἡ αὔξησις τῆς ἀξίας ὀφείλεται καὶ εἰς τὴν μετακίνησιν τοῦ πληθυσμοῦ, ὀφείλεται ὅμως κατ’ ἐξοχὴν καὶ εἰς τὴν κερδοσκοπίαν. Ὅταν ἡ ἐπιφάνεια τῶν πόλεων, μέγας πόλος ἕλξεως, ἐντὸς 10ετίας τετραπλασιασθῇ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν μέτρα πρὸς ἀντιμετώπισιν. Ἀλλὰ ὅταν δὲν ἀρκοῦν ὁσαιδήποτε δαπάναι καὶ ἐπενδύσεις ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου, πολὺ δυσκολεύει αὐτὸ τὸ ὑφιστάμενον ἀπηρχαιωμένον καθεστὼς τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἐδάφους. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἐξυπηρετῇ σήμερον μερικὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ ἐκτρέπεται ἀπὸ τὸν ἀληθῆ σκοπόν του. Εἶναι τόση ἡ ἔκτασις τῶν ἀναγκῶν καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς οἰκισμὸν χώρου, ὥστε μόνον ἡ δημοσία ἐξουσία, ἡ Πολιτεία ἠμπορεῖ καὶ δικαιοῦται νὰ προσδιορίζῃ τὴν χωρονομικὴν ρύθμισιν ὥστε νὰ ἱκανοποιηθοῦν κατὰ τὸν λογικώτερον τρόπον αἱ ἀνάγκαι τοῦ συνόλου. Τὴν ἐποχὴν ποὺ τὸ δημογραφικὸν πρόβλημα ἐξελίσσεται, ἐπιβάλλεται νὰ καταβληθῇ ἰδιαιτέρα φροντίδα. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν αἱ συντηρητικαὶ αὐταὶ χῶραι προβαίνουν εἰς περιορισμοὺς τῆς ἰδιοκτησίας εἰς βάρος τῆς κερδοσκοπίας ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων, κάμνοντας μίαν βασικὴν διάκρισιν. Θεωροῦν ὡς οἰκόπεδον, τὸ γυμνὸν οἰκόπεδον, τὸ σπίτι ποὺ εἶναι πεπαλαιωμένον καὶ πρόκειται νὰ ξανακτιστῇ, τὸ σπίτι ποὺ δὲν καταλαμβάνει τὸν ὠφέλιμον χῶρον. Ἐπ’ αὐτῶν ἐπιβάλλει φόρον 1% ἐτησίως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δηλώσεως τοῦ φορολογουμένου, ἡ ὁποία ὅμως ἀποτελεῖ δικαστικὴν ὁμολογίαν, ἀνεπίδεκτον οἱασδήποτε ἀντικρούσεως σὲ περίπτωσιν ἀπαλλοτριώσεως. Ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἐπιτρέπεται διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν, θεωρουμένης τῆς ἐκτελέσεως τοῦ στεγαστικοῦ προγράμματος ὡς ἔργον δημοσίας ὠφελείας. Ἐκεῖ ὁ Νομάρχης, καλεῖ τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ οἰκοπέδου καὶ τοῦ λέγει, ἢ θὰ τὸ κτίσῃ ὁ ἴδιος ἢ θὰ ἀναθέσῃ εἰς ἄλλον νὰ τὸ κτίσῃ, διότι κατ’ ἔτος προσαυξάνεται ἡ φορολογία ἀπὸ 2% καὶ φθάνει εἰς τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ 10% ἐτησίως, ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς δηλουμένης, ἡ ὁποία θὰ ἀναπροσαρμόζεται ὑποχρεωτικῶς. Τότε, κ. Ὑπουργέ, βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρχῃ τὸ φαινόμενον ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου, τὸ ἀντικοινωνικόν, νὰ λέγουν ὡρισμένοι ὅτι ἐγὼ θὰ κρατήσω τὸ σπίτι μου τοῦ 18ου αἰῶνος, διότι κἄθε χρόνο ὑπερτιμᾶται τόσον, ὥστε δὲν μὲ ἐνδιαφέρει νὰ τὸ ξανακτίσω. Καὶ ἔτσι ἀναγκάζεται ἡ Ἀθήνα νὰ κτίζεται ἢ πρὸς τὴν Κηφισιάν, ἢ πρὸς τὸν Πειραιᾶ καὶ νὰ μένουν τὰ κεντρικὰ ἀκίνητα χωρὶς νὰ οἰκοδομοῦνται λόγῳ τῆς ἀχαλινώτου καὶ ἀντικοινωνικῆς αὐτῆς νοοτροπίας, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τόσας ἐπιβαρύνσεις σὲ Δήμους καὶ Κοινότητας, διὰ τὴν διεύρυνσιν καὶ ἐπέκτασιν ὁδικῶν δικτύων, φωτισμοῦ κλπ. Ἐὰν λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ δημόσιον λάβῃ ἕνα μερίδιον ἐπ’ αὐτῆς τῆς κερδοσκοπίας, δὲν λύεται τὸ πρόβλημα, ἀλλὰ δυσκολεύεται. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν οἰκοδομῶν καὶ εἰς τὴν βιομηχανίαν τῶν οἰκοδομικῶν ὑλικῶν, τσιμέντων, σιδήρου, μπετόν, κουφωμάτων, παρκέτων, κεραμιδιῶν, τούβλων, ἀσβέστου κλπ., ἔχομεν ἀπασχόλησιν 180.000 ἐργατῶν, ἐὰν οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἔχω εἶναι ἀκριβεῖς. Δηλαδὴ περίπου τὸ ἥμισυ τοῦ βιομηχανικοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ.
§134Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. .. (δὲν ἠκούσθη).
§135Η. ΗΛΙΟΥ. Βέβαια εἶναι σωστὸν καὶ πολλὲς φορὲς τὸ ὑποστηρίξατε νὰ ὑπάρξουν μέτρα ἀνασχέσεως εἰς πολυτελεῖς οἰκοδομάς, ἀλλὰ πάντως συνεχίσεως τῆς οἰκοδομικῆς δραστηριότητος. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔφερνεν ἕνα τοιοῦτον μέτρον, θὰ ἦτο μία πολιτική, ἡ ὁποία θὰ μᾶς εὕρισκε συμφώνους. Ἐὰν ὅμως δοθῇ ἕνα σταμάτημα εἰς ἐκείνην τὴν ἐπιχειρηματικὴν δραστηριότητα, ἡ ὁποία ἀπασχολεῖ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐργατικοῦ δυναμικοῦ, καλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ μήπως θὰ δημιουργηθοῦν κίνδυνοι ποὺ θὰ ἀνατρέψουν τὰ ἀναμενόμενα ἐκ τῆς φορολογίας αὐτῆς ὀφέλη. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπεκταθῇ ὁ νόμος πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς πόλους ἕλξεως, τοὺς ὁποίους περίπου προσδιώρισα. Ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα θὰ πρέπει νὰ σκεφθοῦμε ἕνα ἄλλο θέμα. Ὑπάρχει μία ἄλλη μορφὴ πελωρίας κερδοσκοπίας ἐπὶ τῶν ἀκινήτων. Εἶναι τὸ μέγα θέμα τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν καταστήματα ἐνοικιάζονται ἀντὶ τῆς προσηκούσης τιμῆς καὶ μισθοδοτικῆς ἀξίας. Δουλεύει ὁ ἔμπορος ἕνα χρόνον, ὁ ἐπαγγελματίας, ὁ κουρεύς, ὁ ράπτης καὶ ἄλλοι, δημιουργεῖ τὴν πελατείαν εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς ὁποίας δὲν συνέβαλεν οὐδὲ ἐπ’ ἐλάχιστον ὁ κτηματίας καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους τοῦ λέγει ὅτι θὰ μοῦ δώσῃς τὰ διπλᾶ δηλαδὴ τὸν ἐκβιάζει καὶ ἔχομεν σωρείαν περιπτώσεων ὅπου μέσα σὲ 5 χρόνια ἔφθασαν νὰ πραγματοποιοῦν ἀπὸ 6%, τὸ ἀνώτατον ὅριον ποὺ ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογηθῇ κοινωνικῶς εἰσόδημα τοῦ οὐδὲν πράττοντος ἀλλὰ εἰσπράττοντος μόνον ἐνοίκια, ἔφθασεν εἰς τὸ 40–50%. Κύριοι τί λέγει ὁ κ. Μαῦρος περὶ δημιουργίας κεφαλαιαγορᾶς καὶ ἐκφράζει τὴν Κυβέρνησιν ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι Ὑπουργὸς ὅταν ὑπάρχῃ δυνατότης κοινωνικῶν παρασίτων καὶ ὀκνηρῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀνατιμήσεως τοῦ μισθώματος καὶ λόγῳ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης ἐξασφαλίζουν μετὰ 2–3 ἔτη 30–50%. Δημιουργοῦμεν τεμπέληδες καὶ δημιουργοῦμεν μία καθήλωσιν τῆς ἐπενδύσεως ἐκεῖ ποὺ δὲν εἶναι παραγωγική. Καὶ ἔπειτα δίδει μάχας ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς, ἀλλὰ εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ προϊόντα τὰ βιομηχανικὰ καὶ τὰ ἄλλα διοχετεύονται εἰς τὸν καταναλωτὴν διὰ τῆς λιανικῆς πωλήσεως, δηλαδὴ διὰ τῶν καταστημάτων. Ἀλλὰ τὰ καταστήματα ἔχουν νὰ πληρώσουν αὐτὰ τὰ ἰλιγγιώδη ποσά, τὰ ὁποῖα ἐκβιάζονται νὰ πληρώσουν λόγῳ μὴ προστασίας τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Καὶ συνεπῶς μάταιος εἶναι ὁ ἀγὼν κατὰ τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς. Ξεύρω καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλει κανεὶς ἐὰν ἔχουν τζίρον 60.000 δρχ. ἐνῷ ἠναγκάσθησαν νὰ πληρώσουν τὸ ποσὸν αὐτὸ ὡς ἐνοίκιον ὅταν τὸ πρῶτον ἐνοίκιον ἦτο 15.000. Εἶναι ἕνα καρκίνωμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν νόμον τοῦ ὑπερτιμήματος τοῦ 1919 ὁ μακαρίτης Νεγρεπόντης τὸ εἶχε συνδυάσει καὶ ἐπέβαλε φορολογίαν ἐπὶ τοῦ ὑπὲρ εἰσοδήματος. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ζήτημα σήμερον νὰ εἰσπράξῃ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μερίδιον τὸ Κράτος ἀλλὰ νὰ υἱοθετήσῃ καὶ ἡμεῖς τὸ υἱοθετοῦμεν, τὴν πρότασιν νόμου τὴν ὁποίαν ἔχει ἑτοιμάσει τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀθηνῶν διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἤθελα νὰ κάμω. Κατὰ κύριον λόγον τὴν ὑπεραξίαν, τὸ ὑπερτίμημα τῶν οἰκοπέδων καὶ τῶν ἀκινήτων μαζὶ καὶ μὲ τὰς δημοσίας ἐπενδύσεις τὸ δημιουργοῦν οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες. Αὐτοὶ φέρουν παρὰ τὴν πτωχείαν των δυσβάστακτα βάρη ἐκ τῶν πραγματοποιουμένων καὶ πραγματοποιηθέντων ἤδη ἔργων ὑποδομῆς διὰ νὰ ἀξιοποιηθοῦν οἱ χῶροι καὶ τὰ οἰκόπεδα εἰς δρόμους, εἰς φωτισμόν, εἰς ὑπονόμους, εἰς ὕδρευσιν καὶ δαπάνας τρεχούσης καθαριότητος καὶ αὐτοὶ μέλλουν εἰς τὸ μέλλον νὰ πληρώνουν καὶ νὰ ὑφίστανται δαπάνας ἀπὸ τὰς ὁποίας καρποῦνται οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀξιοποιηθέντων οἰκοπέδων χωρὶς νὰ ἔχουν καταβάλει καμμίαν προσπάθειαν. Ἐφ’ ὅσον εἶναι κύριος συντελεστὴς τοῦ ὑπερτιμήματος ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις καὶ ἐφ’ ὅσον λόγῳ τοῦ ὑπερτιμήματος ἐπιβαρύνεται μὲ πρόσθετα βάρη, εἶναι δίκαιον νὰ τῆς ἀνήκῃ κατὰ τὴν γνώμην μας τὸ 40% τοῦ ἐπιβληθησομένου χώρου ὑπερτιμήματος. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ μὲν πρῶτοι νόμοι οἱ ὁποῖοι ἀντεμετώπισαν τὸ θέμα τὸ 1961 ὡς ὑπερτίμημα ἐχαρακτήριζον 10 φράγκα κατὰ κυβικὸν μέτρον οἰκοδομησίμου φόρου, δηλαδὴ 60 δρχ. κατὰ κυβικὸν μέτρον. Ὅλα δὲ αὐτὰ χωρὶς νὰ κρατᾷ ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς τίποτε, ἀλλὰ τὰ ἔδιδεν εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας. Ὅταν δὲ εἶδε, ὅτι χρειάζονται ἄλλα μέτρα δραστικώτερα, ἔλαβεν αὐτὸ ποὺ σᾶς εἶπα προηγουμένως, δηλαδὴ τὴν αὔξησιν μέχρι τοῦ 10%. Τότε τὸ εἰσόδημα ἐμοιράζετο κατὰ τὸ ἥμισυ μεταξὺ Δημοσίου καὶ Αὐτοδιοικουμένου Ὀργανισμοῦ. Ἀπὸ συνάδελφον Ἰταλὸν παρεπιδημοῦντα ἐδῶ, ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν ἡ φορολογία αὐτὴ σχετιζομένη μὲ τὴν κερδοσκοπίαν τοῦ ἀκινήτου εἶναι μία φορολογία, ἡ ὁποία περιέρχεται εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας. Μὴ νομίζετε ὅτι αὐτῶν τῶν ριζοσπαστικῶν μέτρων παρῃτήθησαν οἱ Ντεγκωλικοὶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον αὐτὴν τὴν βαρεῖαν μεταχείρισιν, διὰ νὰ μὴ ἀρχίσῃ καμμία δημαγωγία, ὅτι θίγεται ἡ ἰδιοκτησία κλπ., τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν προασπίζομεν, κἄθε ἄλλο, ἀλλὰ τὴν ἰδιοκτησίαν ἐκμετάλλευσιν δὲν τὴν νομίζομεν τόσον σεβαστήν, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὴν συντηρητικὴν Γαλλίαν τοῦ Ντὲ Γκὼλ αὐτὰ τὰ προβλήματα χωροταξικά, πολεοδομικά, οἰκιστικά, στεγαστικά, δὲν τὰ ἔχουν αἱ σοσιαλιστικαὶ χῶραι, διότι ἔχουν ἄλλο καθεστὼς ἰδιοκτησίας. Ἡμεῖς διὰ νὰ μπορέσωμεν νὰ διατηρηθῇ ἕνα καθεστὼς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν μὲ ὀξύτατα προβλήματα, πρέπει νὰ τὸ περιορίσωμεν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν ἐκείνας τὰς δεσμεύσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ τὸ καταστήσουν κοινωνικῶς ἀνεκτόν, ἄλλως νομίζοντας ὅτι προστατεύομεν τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν φέρομεν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ τότε προτασία δὲν ὑπάρχει. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θέλω νὰ διευκρινήσω, ὅτι ἡ παράταξίς μας θεωροῦσα — ἰδίως τὸ κεφάλαιον ποὺ ἀφορᾷ τὴν κερδοσκοπίαν τῶν οἰκοπέδων εἶναι ἀξιέπαινον καὶ ἀξιοσημείωτον — ὅτι ἡ ἀνάμιξις αὐτοῦ τοῦ ὀρθοῦ στόχου, μὲ τὴν φορολόγησιν τῆς ἀτομικῆς κατοικίας καὶ ἑπομένως τὴν παρεμπόδισιν τῆς στεγαστικῆς προσπαθείας ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ἀνάγκην καὶ ἐνισχύσεως, ἡ ἀνάμιξις αὐτῶν τῶν δύο καθιστᾷ ἀδύνατον τὸν διαχωρισμόν. Λέγομεν ὅτι ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτὴ εἴτε ἡ πρότασίς μας, εἴτε δὲν εὕρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἄλλο κριτήριον, τὸ ὁποῖον νὰ φορολογῇ τὴν κερδοσκοπίαν καὶ νὰ θάλπῃ τὴν στεγαστικὴν ἀνάγκην μιᾶς στέγης διὰ κἄθε οἰκογένειαν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν, δυστυχῶς, ἀδυνατοῦντες νὰ διαχωρίσωμεν τὰ τόσον πολὺ μπερδεμένα αὐτὰ πράγματα, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν οὔτε τῆς ἀρχῆς.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§137Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ὁμολογῶ, ὅτι μὲ κατέπληξεν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ἀξιότιμος κ. Ἠλιοῦ, καὶ εἰς τὴν ὁμιλίαν του τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ πολὺ περισσότερον εἰς τὴν σημερινήν του ὁμιλίαν. Ὄχι διὰ τὰς θέσεις τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει, εἶναι δικαίωμα τοῦ κόμματός του νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε θέσιν νομίζει ὀρθήν, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀνέπτυξεν ἀπόψεις κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου πλήρεις ἀντιφάσεων. Ἔρριψε βάρος εἰς τὸ θέμα τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται διὰ κατοικίαν. Ἐδηλώθη ὑφ’ ἡμῶν, ὅτι εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι μὲ τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε καὶ βάσιν τοῦ νομοσχεδίου μας. Καὶ ἐπροτείναμεν τὴν μόνην πρακτικῶς δυνατὴν λύσιν τοῦ ὁρίου τὸ ὁποῖον δὲν θὰ φορολογῆται καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἀντιμετωπίζῃ οὕτω τὴν πτωχὴν καὶ τὴν μέσην κατοικίαν. Ὑπέρμαχος πάσης μορφῆς κατοικίας δὲν εἶναι ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε πολιτικῶς, οὔτε λογικῶς νὰ εἶναι ὅταν διευκρίνησε πῶς ἐννοεῖ τὴν κατοικίαν καὶ ἀνεφέρθη εἰς τὴν νομοθεσίαν τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία δὲν θεωρεῖ κατοικίαν ὅταν πολεοδομικῶς δὲν ἔχουν πληρωθῆ αἱ συνθῆκαι τῆς πλήρους δομήσεως καὶ ὀρθῶς, τότε τὸ περιθώριον τὸ ὁποῖον παραμένει εἶναι ἐλάχιστον καὶ ἡ διαφορὰ εἶναι ἀσήμαντος. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρόβλημα τῆς κατοικίας θὰ ἀποτελέσῃ κατευθυντήριον γραμμὴν τοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ κατοικία ὡς νομικὴ ἔννοια νὰ τεθῇ εἰς τὸν νόμον αὐτόν. Τὸ εἶπα καὶ ἐπιμένω. Καὶ εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι δὲν εἶδα καμμίαν γραμμένην τροπολογίαν καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἴδω γραμμένην διὰ νὰ ἴδω ποίαν ἀξίαν ἀποδίδει. Ἀνέφερα προηγουμένως τὴν μονοκατοικίαν τῆς ὁδοῦ Σόλωνος, σήμερον ἔχουν μείνει ἐλάχισται. Τὴν κατοικίαν εἰς τὴν Γλυφάδα, μίαν οἰκίαν εἰς τὴν Γλυφάδα ἡ ὁποία εἶναι μονοκατοικία καὶ χρησιμοποιεῖται διὰ κατοικία ἢ μία οἰκία εἰς Ψυχικόν, Φιλοθέην, ἢ οἱονδήποτε προάστιον τῶν Ἀθηνῶν ἡ ὁποία εἶναι μονοκατοικία καὶ ἐμφανίζει ὑπερτίμημα χιλιάδων χρυσῶν λιρῶν. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ οἰκία, κατοικία εἶναι ἢ εἶναι μία οἰκία ἡ ὁποία δὲν εἶναι πλήρως οἰκοδομημένη καὶ ἡ ὁποία ἐπιδέχεται ἐπέκτασιν τοῦ οἰκοδομικοῦ της ὄγκου διὰ τῆς ἀνοικοδομήσεως ὁλοκλήρου τοῦ οἰκοδομικοῦ της ὄγκου. Ἀπομένει τὸ πρόβλημα διατί ἡ μικρὰ κατοικία τοῦ Ὑμηττοῦ ἀπαλλάσσεται· ἀπομένει τὸ πρόβλημα τί γίνεται μὲ τὰ μεσαῖα διαμερίσματα τῶν πολυκατοικιῶν. Ὁ Ἀρεοπαγίτης τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ἠλιοῦ ὡς παράδειγμα, ἠμπορεῖ νὰ κατοικήσῃ καὶ εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου ἐνδεχομένως καὶ νὰ συντρέχουν ὅλα τὰ μειονεκτήματα. Ἀλλὰ ἐγὼ ἀνέφερα ἕνα μέσον διαμέρισμα εἰς τὰς Ἀθήνας, τὸ διαμέρισμα αὐτὸ τῆς πολυκατοικίας μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου δὲν θὰ ἔχῃ ὑπεραξίαν ἐκ τοῦ κτίσματος, ἀντιθέτως ὑπάρχει ἐλάττωσις τῆς ἀξίας, ὑπάρχει ἀπόσβεσις. Θὰ ἔχῃ τὴν ἐπίπτωσιν τῆς αὐξήσεως τοῦ οἰκοπέδου ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τοῦ διαμερίσματος, ἡ ἐπίπτωσις αὐτὴ θὰ εἶναι ἀσήμαντος. Τὸ ὅριον τῶν 50 χιλιάδων ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ἐπαρκὲς εἶναι ἐνδεχόχενον τὸ ὑπερτίμημα αὐτὸ νὰ φθάσῃ στὰς 100 χιλιάδας, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ εἰς τὸ μέλλον μίαν πρόσθετον ἐπιβάρυνσιν. Διὰ τῶν μέσων αὐτῶν, διὰ τὸν Ἀρεοπαγίτην τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ εἴπῃ. Καλὸν θὰ εἶναι νὰ πληρώσῃ καὶ αὐτὸς κἄτι εἰς τὸ μέλλον ὑπὸ τύπον ὑπερτιμήματος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ κύριοι τῆς ἀριστερᾶς αἰσθάνονται κόμπλεξ καὶ θέλουν νὰ ἐμφανισθοῦν ὑπέρμαχοι τῆς ἀστικῆς ἰδιοκτησίας. Ἡμεῖς δὲν αἰσθανόμεθα κανένα κόμπλεξ. Δὲν πλήττομεν τὴν μικρὰν καὶ μεσαίαν ἰδιοκτησίαν, δὲν δυνάμεθα ὅμως καὶ νὰ καταστρέψωμεν τὸν νόμον. Γίνεται κύριοι ἕνα βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός. Μακρὰν ἐμοῦ βεβαίως νὰ εἴπω, ὅτι ἐλύθησαν ὅλα τὰ προβλήματα. Θὰ ἤθελον ὅμως νὰ δώσω μίαν μόνον ἀπάντησιν. Εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς ἐπιλύσεως τοῦ βασικοῦ προβλήματος τῆς κατοικίας ποὺ δέχομαι ὅτι εἶναι καίριον διὰ τὰς μεγάλας πόλεις, βοηθεῖ ἢ ἐμποδίζει ὁ νόμος; Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πλήττει ὅπως πλήττει τὴν κερδοσκοπίαν, ἢ φορολογεῖ ἁπλῶς τὸ ὑπερτίμημα, ἀναντιρρήτως βοηθεῖ. Καθιστᾷ τὴν ἄνοδον τῆς τιμῆς τῶν οἰκοπέδων ὁμαλωτέραν. Εἶναι πιθανὸν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ μὴ ἔχωμεν τόσον ἀποτόμους διακυμάνσεις καὶ ἀναμφισβητήτως πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν ὠφελεῖ. Διερωτήθημεν καὶ ἡμεῖς ἐὰν πρόκειται νὰ ἐμποδίσωμεν οὕτω τὴν οἰκοδομικὴν δραστηριότητα. Κατὰ κόρον ἐγένετο κριτικὴ ἐναντίον τῶν ἐπενδύσεων εἰς τὰ ἀκίνητα καὶ κατὰ κόρον τὴν κάνει τὴν κριτικὴν αὐτὴν ἡ ἄκρα ἀριστερά, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀναντιρρήτως λόγους νὰ πλήξωμεν τὴν οἰκοδομικὴν αὐτὴν δραστηριότητα. Οἱ ἀριθμοὶ τοῦ Ἰανουαρίου εἶναι χαρακτηριστικοὶ καὶ ἀναμένομεν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν τὴν κριτικήν. Νομίζω, ὅτι ἡ μόνη κριτικὴ ποὺ στέκει, εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑπεράγαν ἤπιον. Ὁ κ. Ἠλιοῦ ἀνέφερε τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην. Ὡμίλησε περὶ φόρου ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων ὁ ὁποῖος ἀρχίζει ἀπὸ 2% καὶ φθάνει εἰς τὸ 10%. Ἡμεῖς, κύριοι, ἠμνηστεύσαμεν τὸ σύνολον τῆς ὑπεραξίας τοῦ παρελθόντος καὶ ὡμιλήσαμεν διὰ 3–10% εἰς τὸ μέλλον καὶ τὸ εὑρίσκει καὶ αὐτὸ ἡ ἀριστερὰ πολὺ καὶ δίδει αὐτὰς τὰς διαστάσεις τὰς ὁποίας δίδει εἰς τὸ θέμα. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ ἄκρα ἀριστερὰ δικαιοῦται νὰ κάμῃ τὴν ἀντιπολίτευσίν της ὅπως θέλει καὶ δικαιοῦται νὰ ὑποστηρίζῃ τὰς ἀπόψεις της, δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὀρθῶς τοποθετεῖ τὸ πρόβλημα ὅταν λέγῃ ὅτι ἡ διαφορὰ ἀπόψεων εἶναι διαφορὰ ἡ ὁποία τὴν ὁδηγεῖ εἰς τὸ νὰ λάβῃ θέσιν ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι εἰς τὰς προθέσεις μου νὰ κάνω κριτικὴν τῶν θέσεων τῶν διαφόρων κομμάτων. Ἐθεώρησα, ὅμως, χρέος νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Καὶ θέλω νὰ προσθέσω ἀκόμη δύο τινά. Ἡ Κυβέρνησις σήμερον εἰς τὴν ἐπιδίωξιν πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς, κ. Ἠλιοῦ, ἔχει τοὐλάχιστον ἕνα βέβαιον τίτλον, ὅτι ηὔξησε τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀμέσων φόρων εἰς τὸν πρῶτον χρόνον καὶ ἠμπορεῖτε νὰ κάμετε ὀλίγην ὑπομονὴν διὰ νὰ μᾶς κρίνετε καὶ ἀπὸ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι καλλιτέρα. Δὲν εἶναι συμπαθὴς ἡ ἐργασία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅταν ἀναζητῇ ἔσοδα. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν τὴν διαβεβαίωσιν πρὸς τὸ Σῶμα, ὅτι ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτὸ τὸ πρόβλημα, ὄχι διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἔσοδα, ἀλλὰ διότι τὸ θεωροῦμεν ὡς ἕνα βῆμα πρὸς μίαν ὀρθὴν κατεύθυνσιν, βῆμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῇ καὶ ἀπὸ ἄλλα νομοθετήματα. Ἡ ἰδιοκτησία, λοιπόν, τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύουν οἱ σύγχρονες ἀνάγκες, ὀφείλει καὶ ὀρθῶς τονίζεται, νὰ κάμπτεται ἐκεῖ ὅπου χρειάζεται, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ καμμίαν ἐχθρότητα πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἡ προσπάθεια τῆς πολιτικῆς μιᾶς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ εἶναι νὰ βοηθήσωμεν εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ προβλήματος τῆς στέγης εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, ἀλλὰ προϋπόθεσις τούτου εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς συγχρονισμένου πολεοδομικοῦ καὶ χωροταξικοῦ σχεδίου. Καὶ προϋπόθεσις αὐτοῦ εἶναι, ὅτι θὰ ὑπάρξουν οἱ ἀναγκαῖοι πόροι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς τοιούτου σχεδίου. Ὡς συμβολὴν πρὸς τὴν σωστὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν, νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ ἴδῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι μία πέτρα εἰς τὸ τέλμα. Εἶναι μία καλὴ ἀπαρχὴ καὶ μία καλὴ βάσις. Ἀπὸ ὅλην τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία προηγήθη — εἶμαι πρόθυμος νὰ ἀκούσω, ὅπως καὶ πάντοτε, ἐποικοδομητικὰς ἀπόψεις — εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ὅτι ἀπεδέχθην τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ θέμα τῆς κατοικίας, κατὰ τὴν ἔννοιαν ποὺ ἐσημείωσα, ὅτι δὲν εὑρίσκω ἄλλον τρόπον νὰ ἀντιμετωπίσω τὸ σωστόν, κατὰ βάσιν αἴτημα. Προσθέτω, ὅτι καὶ διὰ τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι καλύπτουν ἐν τῇ οὐσίᾳ ἰδιοκτησίαν, εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ προτεινομένην τροπολογίαν, ἢ ἐὰν τυχὸν οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποβάλουν τροπολογίαν, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη, συμπληροῦσα τὴν ἀντιμετώπισιν, νὰ φέρῃ καὶ πάλιν τὸ θέμα. Πράγματι, εἶναι ἕνα κενόν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὁ ἴδιος πρῶτος εἶχον ἐπισημάνει. Ὡς πρὸς τὴν ἐπέκτασιν τυχὸν τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ὑπερτιμήματος, θέλω νὰ σημειώσω μόνον ἕνα πρᾶγμα. Εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσω πᾶσαν πρότασιν, μὲ μόνην μίαν παρατήρησιν ἀναγκαίαν. Δὲν πρέπει νὰ ἐπικαλούμεθα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπεκτάσεως, διὰ νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν ἐντὸς τοῦ σχεδίου τὴν διάταξιν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ νὰ βάλλωμεν ἐναντίον τῆς διατάξεως, διότι λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκῶς εὐρεῖα ἐντὸς σχεδίου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τίθεται ἐπὶ τῆς βάσεως τοῦ ὑπερτιμήματος τοῦ πραγματοποιηθέντος, τὸ ποῦ θὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ὑπερτίμημα, εἶναι ἀδιάφορον. Ἐὰν ὑπάρχῃ ὑπερτίμημα, τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὸ ἀφορολόγητον ὅριον, φορολογεῖται. Καὶ δὲν εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων δυνατὸν νὰ προσδιορίσετε χωρικῶς, χωροταξικῶς, τὰς περιοχάς, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἰσχύσῃ ἡ φορολογία τοῦ ὑπερτιμήματος. Πρῶτον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ αὐτὸ ἀντικείμενον κανενὸς εἴδους ἐξουσιοδοτήσεως — κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἐπιβολὴ φορολογίας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐξουσιοδοτήσεως — καὶ δεύτερον, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ συλλάβετε ὅλας τὰς πιθανὰς περιπτώσεις. Ὁ Ἅγιος Νικόλαος Κρήτης εἶναι ἕνα παράδειγμα ἀναπτυσσομένης μικρᾶς τουριστικῆς πόλεως. Ἄλλαι τουριστικαὶ περιοχαὶ τῆς Ἑλλάδος ἀναπτύσσονται ἐπίσης, ἄλλαι δὲ περιοχαί, δι’ ἄλλους λόγους, ἠμπορεῖ ἀπὸ τὴν μιὰ στιγμὴν εἰς τὴν ἄλλην νὰ ἀναπτυχθοῦν. Ἡ Κυβέρνησις κρίνει, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν φάσιν τὸ σχέδιον πόλεως, εἰς τὴν ὕπαρξιν τὴν τωρινὴν ἢ τὴν μελλοντικήν, προσδιορίζει ἐπαρκῆ καὶ δίκαια ὅρια ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Δὲν ἔχω ὅμως καμμίαν ἀμφιβολίαν ἀπευθυνόμενος αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸς ὑμᾶς, ὅτι εἰς τὴν μελλοντικὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς σωστῆς ἀρχῆς θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη καὶ ἐπεκτάσεως, καὶ θὰ φθάσωμεν ἐνδεχομένως, εἰς πολὺ γενικωτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐγώ, παρὰ τὴν προσπάθειαν τὴν εἰλικρινῆ, τὴν ὁποίαν κατέβαλον, δὲν ἠδυνήθην νὰ τὸ προσδιορίσω σαφέστερον. Καὶ αὐτὴν τὴν ὥραν ὅμως, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον, προταθῇ σαφὴς καὶ συγκεκριμένη τροπολογία, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, διότι ξεκινῶ ἀπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς γενικότητος καὶ τῆς ἰσότητος, ἔναντι ὅλων, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἤθελον νὰ κάμω, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ἡλιοῦ. Εἴμεθα ἀπολύτως πεπεισμένοι, ὅτι τὸ νομοθέτημά μας εἰς τὴν βάσιν του εἶναι ὀρθόν. Ἀντιμετωπίζει ἕνα πρόβλημα, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερα δὲν ἀντεμετωπίσθη ἀπὸ καμμίαν Κυβέρνησιν τοῦ παρελθόντος. Ἀντιμετωπίζει τὸ πρόβλημα εἰς τὴν βάσιν του σωστὰ καὶ ἀποτελεῖ καὶ δημιουργεῖ τὴν προϋπόθεσιν διὰ τὴν ἄσκησιν πολιτικῆς εἰς τὸν κρίσιμον αὐτὸν τομέα, εἰς εὐρυτέραν ἔκτασιν. Ὑπάρχει καὶ ἕνα τελευταῖον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπίσης δὲν θέλω νὰ ἀφήσω ἀναπάντητον. Τὸ ἔσοδον ἢ τὸ ὑπερτίμημα ὑπὲρ τίνος πρέπει νὰ πάῃ; Ὑπὲρ τοῦ Δήμου ἢ ὑπὲρ τοῦ συνόλου; Τὴν ἀπάντησιν δίδει ἐμμέσως ἡ ἀπάντησις εἰς ἓν ἄλλο ἐρώτημα, ποῖος θὰ εἶναι ὁ φορεὺς τῆς εὐρυτέρας χωροταξικῆς μελέτης εἰς τὸν τόπον μας. Θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι τὸ Κράτος ἢ θὰ παραχωρήσωμεν ἁρμοδιότητας πολλὰς ἢ ὀλίγας εἰς τοὺς Δήμους; Τὸ πρόβλημα, κύριοι, ἡ Κυβέρνησίς μας δὲν τὸ ἔχει ἐπιλύσει ἀκόμη. Τὸ θεωρεῖ ἐκκρεμές. Μέσα στὸ γενικώτερο θέμα τῆς ἀντιμετωπίσεως καὶ μελέτης τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν Δήμων ἐντάσσεται καὶ αὐτὸ τὸ θέμα. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὴν Βουλήν, νὰ θεωρήσῃ τὸ θέμα αὐτὸς ὡς ἐκκρεμές, νὰ ψηφίσῃ τὸ σχέδιον νόμου, ὅπως προτείνεται, διὰ νὰ δώσῃ τὸ ἔσοδον εἰς τὸ Κράτος καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα θὰ τὸ λύσωμεν καὶ αὐτό. Ἄλλωστε, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς Δήμους σήμερον, τί θὰ τοὺς ἐδίδαμεν;
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ 100 ἑκατομμύρια.
§139Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτὰ κατὰ καμμίαν λογικὴν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσουν βάσιν ἐσόδου τῶν Δήμων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, εἶναι τὸ πάγιον, ἀπὸ τὴν μελλοντικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπερτιμήματος ἐσόδων, ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι νὰ ἀνήκῃ εἰς τοὺς Δήμους. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔσοδον εἰς τὴν παροῦσαν φάσιν, εἶναι ἐλάχιστον. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις θὰ τὸ μελετήσῃ τὸ θέμα ἐν τῷ συνόλῳ του καὶ ἅπαξ ἔχει λυθῇ τὸ πρῶτον θέμα, ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς διαθέσεως τοῦ ἐσόδου, θὰ εἶναι εὐχερεστέρα καὶ θὰ ἔλθῃ στὴν ὥραν της.
§140Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποθέτω ἀμυνόμενος ἑνὸς σχεδίου, τὸ ὁποῖον, ὁπωσδήποτε, ὁ ἴδιος προσωπικῶς εἰσάγει, εἴτε ὀφείλεται εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν, εἴτε εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀμυνόμενος ἑνὸς σχεδίου, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴν κριτικήν, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μας, ἐφάνη πόσας προχειρότητας ἔχει καὶ πόσας παραλείψεις καὶ ὑπερβολάς, ἀμυνόμενος, μᾶς ἀπέδωσεν ἕνα πλέγμα ἐναντίον τῆς ὑποθέσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Ὄχι, κύριοι. Αἱ θέσεις μας εἶναι ἀπολύτως γνωσταί, καὶ ἡ ἰδεολογία μας καὶ ἡ τοποθέτησίς μας ἡ κοινωνική. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ὡς πολιτικὸν συμφέρον, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀνοικοδόμησιν —ἔχω τεραστίας ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς— εἶναι νὰ ἐξασφαλισθοῦν εἰς ὅλον τὸν λαόν, σὲ περιωπὴν συνάδουσαν καὶ πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην ἀξιοπρέπειαν, τὰ καταναλωτικὰ ἀγαθὰ καὶ ἡ ἰδιοκτησία τῶν καταναλωτικῶν ἀγαθῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρώτιστον θεωροῦμεν τὴν κατοικίαν. Ὅτι εἶναι δυνατόν, διότι τὰ πράγματα χρειάζονται διευκρίνησιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον καὶ ἡ μία κατοικία νὰ εἶναι πολυτελὴς διαβίωσις— καὶ εἴμεθα ὑπὲρ τῆς φορολογήσεως καὶ τῶν καταναλωτικῶν ἀκόμη δαπανῶν πολυτελοῦς διαβιώσεως— ἀλλ’ ὅτι ἐξαντλεῖται ἡ στέγη εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερτιμηθοῦν κατὰ 30 ἢ 50 χιλ., διότι ἀπὸ κεῖ καὶ πέρα εἶναι κερδοσκοπία, τὸ ἀρνούμεθα. Οὔτε κερδοσκοπία, οὔτε ὑπεραξία, οὔτε ὑπερτίμησις. Διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ καταναλωτικὴ δαπάνη ἑνὸς κοστουμιοῦ εἶναι 1.800 δρχ. καὶ διὰ οἱονδήποτε λόγον μετά τινας μῆνας κάνει 4.000 δρχ., δὲν θὰ εἴπω, ὅτι ἔγινα πλουσιώτερος κατὰ 2.200 δρχ., ἀλλ’ ὅτι ἀκρίβηναν αἱ ἀνάγκαι μου αἱ καταναλωτικαὶ κατὰ 2.200. Ἐκτὸς τῶν ἐξαιρέσεων τῶν ἀκραίων διὰ τὰς ὁποίας εἴμεθα σύμφωνοι, ἔφερε τὸ παράδειγμα τῆς Γλυφάδας, καὶ εἶπεν, ὅτι τὰ σπίτια εἰς τὴν Γλυφάδα ἀνετιμήθησαν. Ἀλλὰ διατί; Διότι, ἐκεῖ ὑπάρχουν χῶροι ἐνδεχομένως μὴ καλυπτόμενοι, ὅσον ἐπιτρέπουν οἱ οἰκοδομικοὶ κανονισμοί. Ἐὰν διὰ τὴν ἀπόλαυσίν μου ἐνῷ ἠμπορῶ νὰ ἔχω ὄγκον οἰκοδομήσιμον, ἀλλὰ ἔχω τὸ ⅕ διὰ νὰ ἔχω τοὺς κήπους μου κλπ., βεβαίως καρποῦμαι εἰς ὑπεραξίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ μέλλων νὰ οἰκοδομήσῃ, ὁ ὁποῖος ξέρει, ὅτι θὰ κάμῃ ἐκεῖ 30 διαμερίσματα. Ἀλλὰ διατί πᾶτε, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὸ κριτήριον τοῦ σχεδίου πόλεως, ὅταν ὀλίγον πέραν τῆς Γλυφάδας εἶναι ἐκτὸς σχεδίου πόλεως ἡ λεωφόρος Σουνίου, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπραγματοποιήθησαν κερδοσκοπίαι σκανδαλωδῶς ἀπαράδεκτες, ἀντικοινωνικὲς καὶ ὑπερτιμήματα; Τὰ παλαιὰ κατσάβραχα ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τοὺς ἀφελεῖς ἰδιοκτήτας καὶ ξέρομεν τὶ ἐπωφελήθησαν καὶ ξέρετε κι’ ἐσεῖς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ τὸ ξέρουν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ θέλουν νὰ τὸ ἀγνοοῦν, ὅλοι τὸ ξέρουν ποῖοι ἐπωφελήθησαν. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, δὲν διαφωνοῦμεν εἰς τὸ ὅτι ἡ κερδοσκοπία ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων πρέπει νὰ παταχθῇ.
§141Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Ἐὰν κατοικῇ κανεὶς εἰς τὴν λεωφόρον Συγγροῦ, μονίμως;
§142Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐὰν κατοικῇ καὶ καλύπτῃ τὸν χῶρον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀξιόλογον ὑπερτίμημα. Θὰ ἔχῃ τὴν ἀνατίμησιν ἐνδεχομένως τῆς καταναλωτικῆς ἀνάγκης.
§143Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκ.). Ὑπάρχει περίπτωσις, τὴν ὁποίαν συμβαίνει νὰ γνωρίζω, ὅπου ἐσημειώθη ἀνατίμησις 5.000 καὶ ἔγινε 30.000 μέσα εἰς 5 χρόνια. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι κἄποιος ἰδιώτης τὸ κατώκει...
§144Η. ΗΛΙΟΥ. Πρέπει νὰ φορολογηθῇ. Ὅταν ὅμως νομίζετε, ὅτι ἱκανοποιεῖτε τὴν στεγαστικὴν ἀνάγκην μὲ τὶς 50.000 δρχ. ποὺ ἀφήνετε ἐλεύθερες, σᾶς λέγω, ὅτι οὐδὲν πράττετε. Θὰ τὸ ἀποδείξω μὲ τοὺς ἀριθμούς σας. Λέγετε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1951 μέχρι σήμερον 30 δισεκατ. ἐγένοντο 200, δηλ. 7 φορὲς ἐπάνω. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι χωρὶς οὐσιώδεις ἐκπτώσεις τοῦ νομίσματος, μὲ τιμάριθμον 60 ἕως 70% ὄχι 700% ἐπῆλθεν ἀνατίμησις. Δηλαδή, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οἰκονομώντας μαζεύει 150 ἕως 200 χιλ. καὶ προσεδόκει, ὅτι θὰ στεγάσῃ στὰ γεράματά του, τὴν οἰκογένειάν του, τώρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὴν ἀνάγκην αὐτήν, οὔτε κατὰ τὸ ⅓. Ἑπομένως, τὰ ὅρια, τὰ περιθώρια τῶν 50 χιλ. εἶναι ἄκρως ἀσήμαντα. Δὲν καλύπτουν τὴν στεγαστικὴν ἀνάγκην. Καὶ ἂν ἠμποροῦμεν νὰ συμφωνήσωμεν εἰς τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς ἀνωτάτου ὁρίου, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν χρειάζεται βεβαίως προστασίαν, ἐν τούτοις δὲν εὑρίσκω, ὅτι μόνον ἡ στέγη ἐκείνη ποὺ θὰ πάῃ 30 ἢ 50 χιλ. ἐπάνω, εἶναι ἡ προστατευτέα. Διότι, σᾶς εἶπον παραδείγματα τῶν μικροαστῶν καὶ μέσων ἀστῶν, ἔφερα τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ τοῦ Στρατηγοῦ καὶ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως, ὄχι ὡς παράδειγμα πλούτου, ἀλλὰ ἐντίμου πενίας κοινωνικῆς, σειρᾶς τέτοιας ποὺ δικαιολογεῖ νὰ ἔχῃ τὴν κατοικίαν του, τὴν ὁποίαν δὲν παίρνει διὰ νὰ κερδοσκοπήσῃ, νὰ τὴν ἔχῃ καὶ εἰς τὴν ὁδὸν Σόλωνος καὶ εἰς τὴν ὁδὸν Σκουφᾶ καὶ εἰς τὴν ὁδὸν Πατρ. Ἰωακείμ. Διατί δηλαδή, μόνον οἱ χρυσοκάνθαροι πρέπει νὰ πᾶνε ἐκεῖ; Καὶ μοῦ λέτε 50 χιλ. ἀπαλλαγὴ ὑπερτιμήματος καλύπτει τὴν προσπάθειαν νὰ ἀποκτήσουν ὅλοι κατοικίαν; Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Ὑπάρχουν ὅρια, τὰ ὁποῖα πρέπει μὲ καλὴν διάθεσιν καὶ μὲ καλὴν πίστιν νὰ τὰ ἴδωμεν. Ὅσον διὰ τὴν κερδοσκοπίαν καὶ τὸ 25% εἶναι ὀλίγον. Τὸ λέγω ἀπεριφράστως. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν εἴπατε κάτι τι. Ξέρω ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν ἀγοράσει 50 ἕως 500 στρέμματα χωράφια δι’ ἕνα κομμάτι ψωμὶ καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν σήμερον ἑκατονταπλασιάσει τὴν περιουσίαν των. Δι’ αὐτὸ καὶ τὸ 25% εἶναι ἀνεπαρκές. Ἐκεῖ χρειάζεται μέχρι δημευτικοῦ ὁρίου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Τώρα, εἴπατε διὰ τοὺς Δήμους καὶ τὶς Κοινότητες. Ποῖος θὰ κάμῃ τὴν προσπάθειαν; Κύριε Ὑπουργέ, καὶ χρέος τοῦ Κράτους εἶναι, καὶ πιστεύω, ὅτι εἰς ὃ σημεῖον ἔχουν περιέλθει οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες, δὲν εἶναι εἰς θέσιν, ἐνῷ ἀλλοῦ αὐτοὶ ἐκτελοῦν τὰ πολεοδομικὰ καὶ τὰ στεγαστικὰ προγράμματα εἰς τὴν περιοχήν των, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὰ κάμουν. Εἶναι σωστόν, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἐπωμισθῇ ἕνα μέγα μέρος. Δι’ αὐτὸ προέτεινα τὸ 60% νὰ μείνῃ εἰς τὸ Κράτος. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι διὰ νὰ φθάσῃ ἡ ὑπερτίμησις εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, συνέβαλον μὲ ὁδοποιΐαν, μὲ φωτισμούς, μὲ ὑπηρεσίας καθαριότητος, μὲ ὕδρευσιν, μὲ ἕνα σωρὸ ἄλλες δαπάνες, καὶ διὰ νὰ διατηρηθῇ αὐτὸ τὸ στάνταρ ἐπίσης θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι συνεχῶς νὰ ξοδεύουν οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες. Ἑπομένως, εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ συμβολὴ καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων, διότι οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες ἐπωμίζονται ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ποὺ πλουτίζει τοὺς ἰδιώτας, ἐπωμίζονται μὲ ηὐξημένας δαπάνας. Πῶς θὰ τὸ κάμωμε; Νομίζετε, ὅτι τὸ 40% εἶναι περισσότερον τῆς πρεπούσης ἀναλογίας καὶ χρειάζεται τὸ 35. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα εἶδος κολοκυθιᾶς. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀντὶ νὰ καταθέσωμεν συγκεκριμένας τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἐθέσαμεν τὰς γενικὰς ἀπόψεις τῆς παρατάσεως, παρουσιάσαμε τὸ συνολικὸν πρόβλημα. Κύριε Ὑπουργέ, μὴ νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἀντιπολιτευτικὴ διάθεσις, ἀπεναντίας ἀπὸ κοινοῦ ἐπιθυμοῦμεν νὰ βοηθήσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον περιέχει μίαν ὀρθὴν ἐπισήμανσιν τῆς κερδοσκοπίας ἐπὶ τῶν ἀκινήτων, ἀλλὰ μὴ θέλετε ἡ φορολογία σας νὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ δικαίων καὶ ἀδίκων. Ὑπάρχει ὁ στόχος, ὁ Πλαταμῶνας, ἡ περιφέρεια τοῦ Σουνίου καὶ ἄλλα μέρη ὄχι ὅμως τὸ σπιτάκι στὸ χωριουδάκι.
§145Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Προτείνατε σχετικὴν τροπολογίαν, κ. συνάδελφε;
§146Η. ΗΛΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀχυρόν σας. Σᾶς παρεκάλεσα ἐπειδὴ ἔχω ἐπιλεγῆ ἐκ μέρους τῆς ὁμάδος μας νὰ χειρισθῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐν ὄψει ἰδίως τοῦ ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εὑρίσκονται ἐν ἐξελίξει εἰς τὴν Βουλὴν δύο μεγάλα πολιτικὰ ζητήματα, νὰ μὴ συζητηθῇ σήμερον τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔγινεν ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, τὰς σχετικὰς τροπολογίας θὰ σᾶς φέρω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει ἀνεγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Παιδείας «περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς ἰσοτίμου πρὸς τὰ δημόσια σχολεῖα Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τοῦ ὑπὸ τοῦ Προτύπου Εἰδικοῦ Ἐκπαιδευτηρίου ἱδρυθέντος ἰδιωτικοῦ Γυμνασίου κωφῶν καὶ βαρυκόων παίδων». Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ ψηφίσωμεν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον.
§148Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός.
§149Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ σχέδιον νόμου εἶναι τυπικόν. Εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον κωφαλάλων προσετέθη καὶ Γυμνάσιον. Τὴν ἀναγνώρισιν τούτου ὡς ἰσοτίμου πρὸς τὰ δημόσια σχολεῖα Μέσης Ἐκπαιδεύσεως ζητοῦμεν.
§150Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἔχω προσωπικῶς οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, ἀλλὰ εἶναι θέμα ἀρχῆς νὰ παρίσταται καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. (Μεθ’ ὃ, τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς ἰσοτίμου πρὸς τὰ δημόσια σχολεῖα Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τοῦ ὑπὸ τοῦ Προτύπου Εἰδικοῦ Ἐκπαιδευτηρίου ἱδρυθέντος ἰδιωτικοῦ Γυμνασίου κωφῶν καὶ βαρυκόων παίδων», ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μποῦτος, ἔχει τὸν λόγον.
§152Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠπόρησε διὰ τὴν σύμπτωσιν εἰς ὡρισμένα σημεῖα τῶν ἀπόψεων τῆς ΕΡΕ μὲ τὰς ἀπόψεις τῆς ΕΔΑ. Πιστεύω, ὅτι ὑπεύθυνος διὰ τὴν σύμπτωσιν αὐτῶν τῶν ἀπόψεων εἶναι ἡ προχειρότης, μὲ τὴν ὁποίαν κατηρτίσθη τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου πολὺ δὲ περισσότερον διότι ἐντὸς τοῦ χώρου τῶν μεγάλων χωροταξικῶν πολεοδομικῶν καὶ οἰκιστικῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ὁ τόπος γενικώτερον καὶ εἰδικώτερον ἡ περιφέρεια τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ θελήσῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ προβλήματα αὐτὰ κατὰ ἕνα ρεαλιστικὸν καὶ κοινωνικῶς σκόπιμον τρόπον περιωρίσθη ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ συγκεντρώσῃ ὅλας τὰς προσπαθείας της εἰς τὴν σύλληψιν μιᾶς φορολογητέας ὕλης. Ἐκτὸς τούτου καὶ δευτερευόντως ὑπεύθυνος διὰ τὴν σύμπτωσιν αὐτῶν τῶν ἀπόψεων εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ καὶ ἡ ἀστικοποίησις τῆς ΕΔΑ ὅταν σκέπτεται ἢ ὁμιλῇ ὡς Ἀντιπολίτευσις. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι εἰς τὰ ἀνατολικὰ κράτη ἡ ἔννοια τῆς κατοικίας ἔχει διαφορετικὴν σημασίαν ἀπὸ ὅ,τι ἔχει εἰς τὰ ἀστικὰ καθεστῶτα καὶ τοῦτο σημαίνει ὅτι ἐνῶ ὁμιλοῦμεν φραστικῶς, λεκτικῶς κατὰ τὸ λεξιλόγιον περὶ τῆς αὐτῆς ἐννοίας, τὸ περιεχόμενον τῆς ἐννοίας αὐτῆς ἐν πολλοῖς διαφέρει. Κατὰ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, τὸ Κράτος ὤφειλε πρὸ πολλοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν φορολογίαν τοῦ ὑπερτιμήματος τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων. Ἀπέδωσε τρόπον τινὰ καὶ τὴν μομφὴν μιᾶς καθυστερήσεως εἰς τὰ ὅσα ἔγιναν μέχρι σήμερον, καθυστερήσεως ἡ ὁποία ὠφείλεται εἰς τὴν ὀλιγωρίαν ἢ διαθέσεως τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων. Προσέθεσεν ὅτι λόγοι κοινωνικῆς πολιτικῆς, λόγοι κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ φορολογικῆς δικαιοσύνης ἐπιβάλλουν τὴν φορολογίαν τοῦ ὑπερτιμήματος. Κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς, ὑπολογίζεται ὅτι ἐντὸς τῆς 11ετίας, 1952–1963, ἐπραγματοποιήθη μία αὔξησις τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων κατὰ 170 δισεκατομμύρια δραχμῶν. Καταλαβαίνετε ποῖος παράδεισος ἠνοίχθη πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν ὀλιγαρκῶν φοροτεχνικῶν μας ὑπηρεσιῶν. Κατὰ 175 δισεκατομ. δραχμὰς ηὐξήθη ἡ ἀξία τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ποσοῦ ὑπερβολικοῦ τοῦ ὁποίου ἡ σύλληψις ἔχει διαφύγει μέχρι σήμερον τῆς ἐπιδαψιλεύσεως τοῦ χαδιοῦ τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων. Φαίνεται, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ἔχουν φθάσει τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν εἰς μίαν διάλειψιν τῆς μνήμης των. Ἐὰν πράγματι ἢ ὄχι ἔχῃ ἐπισημανθῆ αὐτὴ ἡ τεραστία αὔξησις, τὰ ἴδια στοιχεῖα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ὅπως τὰ βλέπομεν εἰς τὸ μηνιαῖον στατιστικὸν δελτίον τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου μᾶς τὸ λέγει καθαρά. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν ἐλαιῶν εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα οὔτε τοῦ τυροῦ, οὔτε τῶν φασολίων. Πράγματι οἱ φασίολοι ἀπὸ τοῦ 1956 μέχρι σήμερον ἔχουν μίαν αὔξησιν τῆς τιμῆς κατὰ 70–80%. Ἐνῶ κατὰ τὸ 1956 ἐπωλοῦντο ἔναντι τῶν 4.76 δραχμῶν κατὰ Νοέμβριον 1963 ἀντὶ 7,85 δραχμῶν. Ὁ τυρός, ἡ φέτα ἀντὶ 16 δραχμῶν τὸ 1956, ἐπωλήθη τὸν Νοέμβριον τοῦ 1964 ἀντὶ 24,50 δραχ. Καὶ ἐρωτῶ, ὁ κάτοικος ὄχι τῆς ὁδοῦ Σόλωνος — θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Ἠλιοῦ εἰς τὴν ἐπιλογὴν τοῦ παραδείγματος — ἀλλὰ ὁ κάτοικος τῆς Καισαριανῆς ἢ τοῦ Περιστερίου ἢ τοῦ Αἰγάλεω, θὰ πρέπει νὰ πωλήσῃ ἕνα καὶ ἥμισυ κτῆμα διὰ νὰ πάρῃ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν κιλῶν τυροῦ; Ἀποτελεῖ αὔξησιν τῆς ὑπεραξίας τοῦ κτήματός του αὐτό;
§153Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὀκάδες ἦσαν τὸ 1956.
§154Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὄχι, πρέπει νὰ ξεύρετε, ὅτι ἀφ’ ἧς ἤλλαξαν τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμὰ τῆς χώρας μας, ὅλαι αἱ διακυμάνσεις τῶν τιμῶν ἀναφέρονται εἰς τὸ αὐτὸ μέτρον μετρήσεως. Διὰ νὰ φύγωμεν ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς συλλογισμοὺς ἢ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὰ ἐπὶ μέρους παραδείγματα διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶμεν, ὅτι μὲ χιουμοριστικὸν ἁπλῶς καὶ μόνον πνεῦμα ἀντιμετωπίζομεν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, θὰ ἤθελα νὰ ἀναφέρω ὅτι ὁ γενικὸς τιμάριθμος χονδρικῆς πωλήσεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς 1952 ἐτησίας βάσεως 100, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1964 εἶναι 171,7%. Τοῦτο σημαίνει, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐὰν τὰ 200 δισεκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι ἀντιπροσωπεύουν τὴν ἀξίαν τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων τοῦ λεκανοπεδίου Ἀττικῆς, τὰ μειώσωμεν κατὰ τὴν μεσολαβήσασαν ἐν τῷ μεταξὺ ἐσωτερικὴν ὑποτίμησιν φυσιολογικῶς ἄνευ ἀναφορᾶς εἰς οἱονδήποτε νομισματικὸν ἢ κυκλοφοριακὸν φαινόμενον, μείωσιν τῆς ἀξίας των εἰς δραχμάς, τὰ 200 δισεκατομμύρια μεταβάλλονται εἰς 116 δισεκατομ. δραχμάς. Ἑπομένως, ἐὰν θέλωμεν νὰ συλλάβωμεν ποία εἶναι ἡ ὑπεραξία, ἡ ὁποία συνέβη ἐν τῷ μεταξὺ εἰς σταθερὰς δραχμὰς μεταξὺ τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων κατὰ τὸ 1952 καὶ τὸ 1963, ἡ αὔξησις αὕτη μειοῦται εἰς τὸ ἥμισυ τῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπισημαίνει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἐπὶ πλέον φαινόμενον συνέβη. Τὰ χωράφια, τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, τὰ ἐκτὸς σχεδίου πόλεως ἀκίνητα, μετὰ τὴν τεραστίαν ἀνάπτυξιν, καὶ ἐξήγησα εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ποῦ ὀφείλεται αὐτό, μετὰ τὴν τεραστίαν ἀνάπτυξιν τῆς πρωτευούσης, μετεβλήθησαν εἰς ἀστικὰ οἰκόπεδα. Ὅταν, λοιπόν, συγκρίνωμεν τὰ 30 δισεκατομμύρια τῆς ἀξίας τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων τοῦ 1952 μὲ τὴν ἀξίαν τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων τοῦ 1963, συγκρίνομεν δι’ ἑνὸς ἀνίσου μέτρου, δύο ἀνόμοια πράγματα, διότι ὁ ἀριθμός, ἡ ἔκτασις τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων ἦτο διάφορος τὸ 1963 ἀπ’ ὅ,τι τὸ 1952. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι πράγματι χωράφια μετεβλήθησαν εἰς οἰκόπεδα καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀφήσωμεν ἀφορολόγητα; Κύριοι συνάδελφοι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ παλαιοτέραν ἐποχὴν εἶχε προσλάβει μίαν, ἂν θέλετε, μυστικιστικὴν ἐμπορικὴν σημασίαν καὶ ἀξίαν συγκρινομένην μὲ ἄλλα ἐμπορεύσιμα ἀντικείμενα, ἤδη νομίζω, ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν νοοτροπίαν τοῦ 20οῦ αἰῶνος νὰ ἐξαιροῦμεν τὴν γῆν ἀπὸ τὴν κατηγορίαν τῶν καταναλωτικῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς τὸν νόμον τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ἀντιθέτως καὶ ἡ γῆ εὑρισκομένη μάλιστα εἰς ἔκτασιν ποικίλουσαν εἰς ποιότητα, ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ οἰκονομικὸν ἀγαθόν, τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ προσδιορίζεται ἀπὸ τοὺς γενικωτέρους ὅρους τῆς ἐκτάσεως καὶ τοὺς εἰδικωτέρους ὅρους τῆς προσφορᾶς της. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ τὰ χωράφια αὐτὰ εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, μετεβλήθησαν σὲ οἰκόπεδα, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὰ 30 δισεκατομμύρια ἀξία ἔγιναν 200 δισεκατομμύρια τοὐλάχιστον κατὰ ἕνα ποσοστόν. Κύριοι συνάδελφοι, λέγω τοῦτο, διότι πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τεραστίας ὑπεραξίας ὡς ἐκφράζεται μὲ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἀνέφερα, εἶναι ἐντύπωσις ἐσφαλμένη. Μακρὰν ἐμοῦ ἡ σκέψις, ὅτι δὲν ἐδημιουργήθη ἡ ἀξία τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων, ἡ ἀξία ὅμως τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων, ἡ ὁποία ἀνῆλθεν εἰς ἀριθμοὺς ἀποτόμως ὑψηλούς, ἀναφέρεται εἰς ὡρισμένας περιοχὰς τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, περιοχάς, αἱ ὁποῖα ἄλλαι μὲν καταλαμβάνονται ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, ἄλλαι ὅμως ἐκφεύγουν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐδῶ θὰ ἤθελα νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἀναμφισβητήτως τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἡλιοῦ περὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς σημασίας τῶν σκοπῶν καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρουν αἱ κατοικίαι εἰς τὰ ἀστικὰ καθεστῶτα, εἶναι ἀπολύτως ὀρθά. Δευτέρα παρατήρησις εἶναι, ὅτι πράγματι εἰς τὸν τόπον μας ὑπάρχει ἕνα τεράστιον ἔλλειμμα κατοικιῶν, ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὰς χαμηλοτέρας εἰσοδηματικὰς τάξεις. Τὸ Συνέδριον τῶν Ἀρχιτεκτόνων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην εἶχεν ἐπισημάνει τὸ ὕψος τοῦ ἐλλείμματος αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ ποιότης τῶν κατοικιῶν θὰ ἐβελτιοῦτο. Τὸ ἔλλειμμα τῶν 500.000 κατοικιῶν ἢ περίπου 1.800.000 δωματίων θὰ ἦτο ἔλλειμμα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν στατιστικήν, ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας ἕνα μέσον παράδειγμα κατοικίας, ἀλλὰ ἦτο ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς σκέψεως, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν δωματίων τῶν κατοικιῶν θὰ ἔπρεπε νὰ αὐξηθῇ. Ὅταν τοιοῦτον τεράστιον κενὸν ὑπάρχῃ, καταλαβαίνετε, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις, δὲν εἶναι τὸ πῶς θὰ φορολογήσωμεν τὸ ὑπερτίμημα, ἀλλὰ τὸ πῶς θὰ δημιουργήσωμεν τρόπον ταχυτέρας καλύψεως τοῦ οἰκιστικοῦ αὐτοῦ ἐλλείμματος. Ἐπὶ πλέον τὸ πῶς θὰ πειθαρχήσωμεν τὴν ἐπέκτασιν κυρίως τῆς Πρωτευούσης μας κατὰ ὀρθολογιστικὸν τρόπον, ὥστε ἡ κίνησις ἐντὸς τῆς πόλεως, ἡ διαβίωσις τῆς πόλεως νὰ προσλάβῃ μορφὴν ὠργανωμένης ζωῆς καὶ ὄχι ἂν θέλετε ἀπειθαρχήτου ἐξαπλώσεως. Ἡ τρίτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ κάμω εἶναι, ὅτι ἡ κατοικία, ὡς μέσον παροχῆς οἰκιστικῶν ὑπηρεσιῶν, τὸ οἰκοδόμημα —καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κἄτι τὸ στατιστικὸν — ὅσον αὐξάνει τὸ ἐθνικόν μας εἰσόδημα, ὅσον πλησιάζομεν τὴν Δύσιν, τόσον ἀναπτύσσονται αἱ πολιτιστικαὶ καὶ πνευματικαὶ ἀνάγκαι τοῦ λαοῦ μας, ἀπαραιτήτως, ἀναμφισβητήτως ἡ κατοικία θὰ μεταβάλλεται, ὡς ἔννοια, θὰ γίνεται μεγαλυτέρα, θὰ γίνεται καλυτέρα. Ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἢ πρὸ 10 ἐτῶν ἀπετέλει τὸ ἐπιθυμητὸν μίνιμουμ, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἠθέλαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὸν ἐργαζόμενον Ἑλληνικὸν λαόν, μετὰ ὡρισμένα ἔτη θὰ θεωρῆται ἡ τρώγλη τοῦ Ἡρακλείου ἢ τῆς Τρούμπας ἢ τῆς Κερκύρας. Καὶ ἐδῶ ἀνέκυψεν ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἐκπροσώπου τῆς ΕΔΑ. Τὸ θέμα μας εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ποίας ἐκτάσεως ἀκίνητα θεωρεῖται ὅτι ἐξυπηρετοῦν τὰς ἀνάγκας τοῦ μέσου Ἕλληνος, τοῦ μέσου καὶ τοῦ κατωτέρου εἰσοδήματος, ὥστε τὰ ἀστικὰ αὐτὰ ἀκίνητα νὰ τὰ ἐξαιρέσωμεν ἐκ τῆς φορολογίας. Καὶ ὅταν νομοθετῶμεν, κ. Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου —δὲν εἶσθε σεῖς ὑπεύθυνος— δὲν σκεπτόμεθα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχουσῶν οἰκιστικῶν συνθηκῶν, ἀλλὰ πρέπει ἀναμφιβόλως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας πῶς ἡ ἔννοια τῆς κατοικίας, αἱ οἰκιστικαὶ ἀνάγκαι θὰ ἐξελιχθοῦν εἰς τὸ μέλλον, ὥστε νὰ θεωρηθοῦν ὡς τὸ μίνιμουμ ποὺ πρέπει νὰ καλύψωμεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὅταν ἀφήνωμεν ὡς ἀφορολόγητον μίνιμουμ, προκειμένου περὶ οἰκοπέδου ἀφορῶντος οἰκοδομὴν τὰς 50.000 ἢ τὰς 30.000 δραχ. τὶ σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει ὅτι οἱ Ἕλληνες πολῖται, κάτοικοι τῆς Πρωτευούσης, οἱ ὁποῖοι διαβιοῦν εἰς τὰς παρυφὰς τῆς Πρωτευούσης θὰ ἔχουν καὶ ἐκεῖ νὰ πληρώσουν φόρον ὑπερτιμήματος διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι 20.000 ἢ 30.000 δραχ. τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀκινήτου εἰς ἓν οἰκόπεδον τῆς περιοχῆς ἐκείνης εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε θὰ συμβῇ καὶ κατὰ βαθμὸν ἀκόμη μεγαλύτερον. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ κάμωμεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ μετὰ τὰς σκέψεις μίαν διευκρίνισιν. Θέλομεν νὰ συλλάβωμεν καὶ νὰ τιμωρήσωμεν τὸν Ἕλληνα διότι ἐπέτυχεν —ἐκ γενικωτέρων λόγων ὅπως λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς— μίαν αὔξησιν τῆς ἀξίας τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων ἢ θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὴν κερδοσκοπίαν, ἡ ὁποία ἐν πολλοῖς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἁλματώδη αὔξησιν τῆς ἀξίας ὡρισμένων ἀστικῶν ἀκινήτων; Καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ὑποβάλω τὴν ἑξῆς ἁπλουστάτην σκέψιν: Ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις καὶ ἐπανέλαβε τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς σήμερον, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἀκινήτων προέρχεται ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων ἀπὸ τὴν προσωπικὴν δραστηριότητα τῶν ἀπολαμβανόντων τὸ ὑπερτίμημα τοῦτο. Κινδυνεύομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ περιπέσωμεν εἰς μίαν μεταφυσικὴν φιλοσοφικὴν συζήτησιν τὸ τὶ σημαίνει κοινωνία. Κοινωνία, δηλαδή, εἶναι κἄτι τὸ αὐθύπαρκτον, τὸ ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὰ ἄτομα ποὺ τὴν ἀποτελοῦν ἢ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸ ἀριθμητικὸν ἄθροισμα τῶν ἀτόμων αὐτῶν; Εἶναι μακρὰν ἀπὸ τὴν σκέψιν μου νὰ περιπέσω εἰς θέματα πολιτικῆς φιλοσοφίας ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἑνὸς φοροτεχνικοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν κ. συνάδελφοι τὴν οἰκονομικὴν αὐτὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου καὶ τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ τοῦ τόπου ὡς ἐκφράζεται ἀπὸ τὰς ὑπερτιμήσεις τῶν ἀστικῶν ἀκόμη ἀκινήτων, ἐὰν δὲν τὴν ἀποδώσετε εἰς τὴν προσπάθειαν καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων τῆς ΕΡΕ τότε πρέπει ἐξ ὁλοκλήρου νὰ τὴν ἀποδώσετε εἰς τὴν δραστηριοποίησιν, εἰς τὴν δραστηριότητα καὶ τὴν ἐργασίαν τῶν ἀτόμων ἐκείνων τὰ ὁποῖα κατοικοῦν εἰς ὡρισμένας περιοχάς, κατοικοῦν μέσα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰδιοκτῆται τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς δράσεώς των, διὰ τῆς ἐργασίας των συνετέλεσαν εἰς τὴν αὔξησιν αὐτὴν τοῦ ἐθνικοῦ μας εἰσοδήματος καὶ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἀκινήτων των. Διότι ὅταν λέγωμεν ὅτι δύο ἑκατομμύρια Ἕλληνες ζοῦν εἰς τὴν περιφέρειαν τῶν Ἀθηνῶν, δηλαδὴ 500.000 οἰκογένειαι ἐξ ὧν αἱ 350–400.000 εἶναι καὶ ἰδιοκτῆται ἑνὸς ἀστικοῦ ἀκινήτου αὐτοὶ οἱ συνδυασμένοι κόποι καὶ ἡ δραστηριότης τῶν ἀτόμων αὐτῶν συνετέλεσαν εἰς τὴν ὑπερτίμησιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουν ἤδη διότι δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἰργάσθησαν. Ἑπομένως δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν δραστηριότητα τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀκινήτων διότι πλὴν αὐτοῦ εἶναι καὶ ἐργάται καὶ ὑπάλληλοι καὶ βιομήχανοι καὶ ἔμποροι καὶ ἑπομένως εἰργάσθησαν δι’ αὐτό. Δεύτερον: Ἔχομεν ὑποχρέωσιν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ κάμωμεν μίαν διευκρίνισιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο ἡ ἀπογοήτευσις, ἡ δημιουργία ἀντικινήτρων εἰς τὴν αὐξανομένην συνεχῶς δραστηριότητα τῶν κερδοσκοπούντων ἐπὶ τῆς γῆς. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ ὑποβάλω γραπτὴν τροπολογίαν, ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δύο διαζευκτικὰς λύσεις τοῦ προβλήματος. Εἶπον δηλαδή, ὅτι ἢ θὰ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ φορολογῆται ἡ δευτέρα μεταβίβασις, μετὰ τὴν 1.1.1965 ἐφ’ ὅσον αὕτη συμβαίνει ἐντὸς βραχέων χρονικῶν διαστημάτων, ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 3 ὥστε ἐκ τῆς τελικῆς ἀξίας τοῦ ἀκινήτου νὰ ἀφαιρῆται ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ προσαυξάνεται κατ’ ἔτος μὲ ἕνα ὡρισμένον συντελεστήν, ὥστε τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ εἶναι μικρὸν ὅταν ἡ δευτέρα πώλησις ἔχῃ γίνει μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς κτήσεως τοῦ οἰκοπέδου, νὰ προσαυξάνεται ὁ συντελεστὴς αὐτός, καὶ ἑπομένως καὶ τὸ ποσὸν μὲ τὴν πάροδον τῶν ἐτῶν, ὥστε εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, ἐὰν μεταβιβάζεται μετὰ ἕνα ἢ δύο ἔτη νὰ ἀφαιρῆται ἕνα 100–120%, ἐὰν δὲ μεταβιβάζεται μετὰ περισσότερα ἔτη νὰ ἀφαιρῆται ἀπὸ τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου ἕνα μεγαλύτερον ποσόν, τὸ 170–180% τῆς ἀξίας κτήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζω ὡς προσαύξησιν τῆς περιουσίας τὴν ὠφέλειαν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ οἰκοπέδου κατ’ ἔτος θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διπλασιάζῃ τὸν συντελεστὴν φορολογίας τοῦ ὑπερτιμήματος καὶ ἀντὶ 25 νὰ τὸ κάμῃ 50%. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Βεβαίως ὅπως καταλαβαίνεται ἐγὼ δὲν νομοθετῶ. Ἐγὼ κρίνω. Ἀτυχῶς εἶμαι Ἀντιπολίτευσις. Δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ ὑποβάλω γραπτὴν τροπολογίαν καὶ οὔτε θὰ τὴν ὑποβάλω. Ὅταν εἶπον αὐτὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ἴδιος νομίζω ὅτι ἔδωσε μία ἀσαφῆ, ἂν θέλετε, ἐντολὴν εἰς τὰς ὑπηρεσίας των νὰ μελετήσουν τὴν πρότασιν αὐτήν. Φαίνεται ὅτι ἔκρινε ὅτι καὶ οἱ κερδοσκοποῦντες καὶ οἱ κερδοσκόποι τῆς γῆς καὶ οἱ ἀγοράζοντες διὰ νὰ κατοικήσουν ἐπὶ ἑνὸς οἰκοπέδου ἀνήκουν ἠθικῶς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς ἢ κοινωνικῆς δικαιοσύνης εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον καὶ δὲν ἔκαμε δεκτὰς τὰς προτάσεις μου αὐτάς. Ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτῶν τῶν σκέψεων θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀναφερθῶ εἰς μίαν ἄλλην ἔννοιαν καὶ νὰ κάμω ἄλλον ἕνα συλλογισμόν. Ἀναμφιβόλως αἱ φορολογικαὶ διατάξεις ἀποτελοῦν εἰδικὴν νομοθεσίαν ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν πραγμάτωσιν ὡρισμένων ταμειακῶν σκοπῶν, ἢ σκοπῶν Δημοσιονομικῆς πολιτικῆς καὶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀποτελοῦν σῶμα χωριστὸν ἀπὸ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως ὅτι αἱ φορολογικαί, δημοσιονομικαὶ διατάξεις δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀφίστανται τῶν γενικῶν ἐννοιῶν ὅπως τὰς γνωρίζομεν ἀπὸ τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Εἰς τὸ σημεῖον, δηλαδή, αὐτὸ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς τιμῆς καθορίζεται ἕνας ὡρισμένος τρόπος ἐξευρέσεως αὐτῆς τῆς τιμῆς καὶ ξεχνῶμεν, ὅτι ἡ πώλησις ἑνὸς εἴδους, ἑνὸς ἀντικειμένου, εἴτε τοῦτο ἀποτελεῖ κινητόν, εἴτε ἀκίνητον, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαγορεύεται ἐξ ὑποκειμενικῶν λόγων ἀνάγκης, ἀνάγκης ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀναφέρεται καὶ εἰς ἰδιωτικὴν ἀνάγκην τοῦ πωλοῦντος, εἴτε, εἰς ἄλλην ἐπιδίωξιν τοῦ πωλοῦντος. Φέρ’ εἰπεῖν ἰδιοκτήτης ἀκινήτου ὁ ὁποῖος θέλει νὰ στραφῇ πρὸς ἄλλας ἐπιχειρήσεις, πιεζόμενος κάτω ἀπὸ μίαν ἀνάγκην, πωλεῖ ἓν ἀστικὸν ἀκίνητον, ἓν οἰκόπεδον εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου εἰς τὸ 60–70% τῆς ἀγοραίας του τιμῆς. Ἐν προκειμένῳ θὰ εἶχον μεγαλυτέραν ἐφαρμογὴν αἱ διατάξεις τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου περὶ ὑπερβολικῆς ζημίας τοῦ πωλοῦντος, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι δικαιολογεῖται εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ σκέψις περὶ ὑπερτιμήσεως, ὅταν ὁ ἀγοραστὴς θὰ μεταπωλήσῃ ἔπειτα ἀπὸ ἕνα ἢ δύο ἔτη εἰς τὴν πραγματικὴν ἀγοραίαν του τιμήν. Ἡ ἀγοραία αὐτὴ τιμὴ θὰ εἶναι πράγματι τιμή, ἐὰν θέλετε, τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὸν χρόνον τῆς κτήσεως. Ἡ διαφορὰ δὲ αὐτὴ μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς πρώτης κτήσεως καὶ τῆς δευτέρας πωλήσεως δὲν ὀφείλεται εἰς γενικωτέρους λόγους, ἀλλ’ ὀφείλεται καθαρῶς εἰς τὸ ὅτι κἄποιος, ὑπὸ τὸ κράτος ὡρισμένων σκέψεων ἢ ὑπὸ τὴν πίεσιν μιᾶς ἀνάγκης προῆλθεν εἰς τὴν πώλησιν τοῦ ἀστικοῦ ἀκινήτου. Μὲ τὴν διάταξιν αὐτὴν ὅπως σήμερον μᾶς τὴν μεταφέρετε ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία τῆς ὑποκειμενικῆς ἢ ἀντικειμενικῆς θεωρίας περὶ τιμῶν συγχέεται εἰς τὴν ἀντικειμενικὴν θεωρίαν τῶν τιμῶν καὶ δέχεσθε, ὅτι κἄθε τιμὴ ἐπιτυγχανομένη ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων αὐτῶν εἶναι ἡ ἀντικειμενικῶς δεδομένη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Τοῦτο προβλέπει ἡ γενικὴ διάταξις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἔρχεσθε καὶ καταλύετε τρόπον τινὰ καὶ ὡρισμένους βασικοὺς κανόνας στοιχειώδους οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Καθορίζετε, ὅτι ὁ φόρος ὁ ὁποῖος ἀναλογεῖ εἰς τὸ αὐτόματον ὑπερτίμημα βαρύνει τὸν πωλητήν, ἀπαγορευομένης τῆς ἐπιρρίψεως αὐτοῦ εἰς τὸν ἀγοραστήν. Ὁ πωλητὴς πρέπει νὰ καταβάλῃ τὸ ὑπερτίμημα. Καὶ νομίζετε, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως, δι’ αὐτὰς τὰς 5 σειρὰς τῆς παραγρ. 1 τοῦ ἄρθρου 7 θὰ καταλύσετε βασικοὺς νόμους τῆς προσφορᾶς καὶ ζητήσεως τῶν ἀγαθῶν; Καὶ νομίζετε, ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν ἐπιπολαίαν φράσιν προστατεύετε τὸν ἀγοραστήν; Κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ εἶναι γνωστόν, ὅτι τοὐλάχιστον εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ λεκανοπεδίου Ἀττικῆς ἡ ἀγορὰ τῶν ἀκινήτων εἶναι ἀγορὰ πωλητῶν καὶ οὐχὶ ἀγοραστῶν. Τί ἐννοῶ δι’ αὐτοῦ; Ἐννοῶ ὅτι ἐπειδὴ ἡ ἐνδόμυχος διάθεσις τοῦ ἀγοραστοῦ εἶναι ηὐξημένη εἰς βαθμὸν πάθους καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ ἀγοραστὴς ἀγνοεῖ ἐν πολλοῖς τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦν εἰς τὴν ἀγορὰν τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας, ὁ πωλητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τοὺς ὅρους. Ἀπὸ τὴν πεῖραν ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι ὁ φόρος μεταβιβάσεως 100%, τὸ μόνον ποὺ δύναμαι νὰ εἴπω εἶναι 99%, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ μίαν ἀπίθανον περίπτωσιν βαρύνει πάντοτε τὸν ἀγοραστήν, πάντοτε ὁ ἀγοραστὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καταβάλλει τὸ τίμημα καὶ πάντοτε ὁ πωλητὴς ὅταν ὁμιλῇ περὶ κρατούντων νομισμάτων εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὸ ποσόν, καὶ ὑποχρεοῦται μόνον εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ 1 ἢ 1,5%, ὡς ἀμοιβὴν τοῦ μεσίτου. Τὸ τίμημα εἶναι πάντοτε καθαρόν. Νομίζετε, ὅτι μὲ τὴν φράσιν αὐτὴν τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 7 θὰ καταργήσῃ τὰς συνθήκας τῆς ἀγορᾶς ὅταν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, κατὰ τὸ τέλος, αἱ Ἀθῆναι καὶ ἡ περιφέρειά των θὰ ἀριθμοῖ 3,5 ἑκατ. κατοίκους; Δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτὰ τὰ 3,5 ἑκατ. οἱ κάτοικοι θὰ συγκεντρωθοῦν εἰς ἕνα περιωρισμένον χῶρον θὰ εἶναι πτωχοὶ ἐπαρχιῶται, μοχθοῦντες ἐργατοϋπάλληλοι; Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιβάλλουν τοὺς ὅρους ἀγορᾶς ἢ θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ τοὺς ἐπιβάλλουν λόγῳ τῶν οἰκιστικῶν ἀναγκῶν ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσουν οἱ οἰκισταὶ τῶν πολυκατοικιῶν κλπ.; Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀφελεστάτη ἡ σκέψις αὐτὴ καὶ νομίζω, ὅτι πράγματι ἐγράφη μόνον διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι προστατεύωμεν τὸν ἀγοραστήν. Κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον κατὰ τὴν ἐπίσκεψίν μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μοῦ ἀνέφερον, ὅτι ἡ ἀξία τῶν ἀστικῶν ἀκινήτων τῆς περιφερείας τοῦ λεκανοπεδίου τῆς Ἀττικῆς θ’ αὐξάνῃ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς των, κατὰ 200 δισεκ. δρχ. Δὲν ἔκαμα τοὺς ὑπολογισμοὺς διὰ νὰ ἴδω πόση εἶναι ἡ ὑποτιθεμένη ἀξία, καὶ λέγω ὑποτιθεμένη ὄχι πραγματική, τῶν μεταβιβαζομένων κατ’ ἔτος ἀκινήτων εἰς τὴν αὐτὴν περιφέρειαν. Ἀλλ’ ἔστω καὶ ἂν ἕνα 5% μεταβιβάζεται, μόνον ὁ φόρος τοῦ ὑπερτιμήματος θὰ μᾶς δώσῃ 250 ἑκατομμύρια δρχ. μὲ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐτησίας αὐτῆς αὐξήσεως τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὑπάρχει μία ἠθελημένη ἀπόκρυψις τῶν ἐνδεχομένων σκέψεων τοῦ νομοθέτου. Ἀναφέρεται δηλαδή, ὅτι καὶ κατὰ προτεινομένην διάταξιν εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δὲν ξεύρω κατὰ πόσον θὰ ἐπετρέπετο νὰ εἴπω αὐτὰς τὰς σκέψεις, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου προσδιορίζεται, ὅτι ἐκ τῶν προτεινομένων διατάξεων προκαλεῖται αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐκ δραχμῶν 100 ἑκατ. περίπου ἐτησίως. Ὁ δὲ κ. Ὑπουργός, εἶπεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει ταμειακοὺς σκοποὺς καθόλου. Ταὐτοχρόνως ὅμως μᾶς ἀναφέρει ὡρισμένους ἄλλους ἀριθμοὺς εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Μᾶς εἶπε δηλαδή, ὅτι ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως ηὐξήθησαν ἀπὸ 30 ἑκατ. τὸ 1963 εἰς 80 ἑκατ. τὸ 1964 καὶ ὅτι ἐδιπλασιάσθη ὁ ἀριθμὸς τῶν μεταβιβάσεων. Βλέπετε ἐδῶ συγκεκριμένως, ὅτι παρὰ τὸν διπλασιασμὸν τῶν μεταβιβάσεων ἐπέρχεται διπλασιασμὸς τῶν ἐσόδων; Τί σημαίνει τοῦτο, κ. Ὑπουργέ; Τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει, ὅτι πλὴν τῶν ἄλλων σκοπῶν κοινωνικῆς δικαιοσύνης, τοὺς ὁποίους ἀναφέρετε, φοβοῦμαι, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκυριάρχησεν εἰς τὰς σκέψεις σας ἦτο ὁ φοροτεχνικὸς καθαρῶς σκοπός. Ἢ κινδυνεύει ὁ ἀγοράζων καὶ φορολογούμενος διὰ τοῦ φόρου ὑπερτιμήσεως νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν ἐφορίαν μεταβιβάσεων χαμηλοτέραν ἀξίαν κατὰ πολύ, ἢ ἀπὸ τοῦδε θὰ πρέπει νὰ δηλώσῃ τὴν πραγματικὴν ἀξίαν, ὥστε ὅταν προβῇ εἰς τὴν δευτέραν μεταβίβασιν νὰ μὴ ὑποστῇ τὸν κίνδυνον τῆς καταβολῆς ὑψηλοῦ φόρου ὑπερτιμήματος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δημιουργεῖται ἡ ἐξισορροπητικὴ δύναμις, ὅπως εἴπατε, τῶν ἀντιθέτων συμφερόντων, τῶν ἀγοραστῶν καὶ πολιτῶν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δηλοῦται ἐν τοῖς συμβολαίοις ἡ πραγματικὴ ἀξία τοῦ ἀκινήτου. Καὶ αὐτὸ ὡς φοροτεχνικὴ ἀρχὴ ποὺ εἶσθε ὡς Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν εἶναι ἀπολύτως θεμιτόν. Ἐκεῖνο, ὅμως ποὺ εἶναι ἀπολύτως ἀθέμιτον κατ’ ἐμέ, εἶναι νὰ προσδιορίζεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχεδίου νόμου, ὅτι τὸ ἔσοδον ἐκ τῶν διατάξεών του θὰ εἶναι μόνον 100 ἑκατ. Κύριοι, θὰ εἶναι πολλαπλάσιον διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ καλυτέρα σύλληψις τῆς φορολογητέας ὕλης, ὅταν ἐπιβάλλεται ὁ φόρος μεταβιβάσεως καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι 5–8 φορὰς μεγαλύτερον τῶν 100 ἑκατ. δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις.
§155Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς εἶναι σωστόν. Δὲν εἶναι νέος φόρος, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται ἀπὸ μακροῦ χρόνου.
§156Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Μήπως εἶσθε ἐαντίον τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς;
§157Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ πατάξετε τὴν φοροδιαφυγήν; Μὴ βάζετε εἰς τὸ στόμα μου λόγια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον. Παρακαλῶ μὴ μὲ διακόπτετε. Θὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου, ὅπως ἐτελειώσατε καὶ σεῖς, καὶ δὲν ἐπιτρέπω διακοπὰς εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§158Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Μὲ προκαλεῖτε.
§159Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν σᾶς προκαλῶ, ἀλλὰ προκαλῶ τὴν προσοχήν σας καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ τελειώσω τὴν φράσιν μου χωρὶς νὰ βάζετε λόγια στὸ στόμα μου, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον. Εἶπον, ὅτι τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, δὲν παρουσιάζουν τὴν πραγματικὴν εἰκόνα καὶ ὅτι τὸ προϊὸν τοῦ φόρου ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν θὰ εἶναι 5–8 φορὰς μεγαλύτερον ἀπὸ ὅ,τι ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Καὶ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν γενικωτέραν φορολογικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ἡ φορολογία ἀστικῶν ἀκινήτων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς περιφερείας κατῳκημένας ἀπὸ ἐργατικὰς τάξεις, ἡ φορολογία αὐτῶν τῶν ἀκινήτων συμβιβάζεται μὲ τὴν πλήρη ἀπαλλαγὴν τοῦ ἐφοπλιστικοῦ εἰσοδήματος, τῶν ὑψηλῶν εἰσοδημάτων πέραν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις μου. Οὐδὲν ἄλλο συμπέρασμα θέλω νὰ ἐξαγάγω ἀπὸ τὸν συλλογισμὸν αὐτόν, ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ μόνον, κ. Ἠλιοῦ, θέλω νὰ κάμω σύγκρισιν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς τὴν φορολογικὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος σκοπός μου.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μποῦτο, νομίζω, ὅτι ἡ ὥρα παρῆλθεν.
§161Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Κατὰ πόσον παρῆλθεν;
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ πέντε λεπτά.
§163Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιοῦ ὡμίλησεν ἐπὶ μίαν ὥραν καὶ δέκα λεπτά.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἔχετε πέντε λεπτὰ ἀκόμη.
§165Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Οἱ εἰσηγηταὶ πρέπει νὰ ὁμιλήσουν, νομίζω, ἡμίσειαν ὥραν. Καὶ ἐγὼ ὡς εἰδικὸς ἀγορητὴς μίαν ὥραν.
§166Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἔχει παρέλθει ἤδη.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσετε, ὡς εἰδικὸς ἀγορητὴς μίαν ὥραν. Ἔχετε ἀκόμη πέντε λεπτά, ἑπομένως...
§168Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐκπροσωπῶ καὶ τὸ κόμμα.
§169Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν τίθεται θέμα.
§170Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Δὲν εἶναι λάθος ἰδικό σας. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ὁ συνάδελφος βουλευτὴς τῆς ΕΡΕ Μεσσηνίας, μοῦ ἀνέφερεν εἰς συζήτησιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ὅτι ἔχει ἐπιβληθῆ ἕνας φόρος ἐπὶ τῶν ἀκινήτων, τὰ ὁποῖα κεῖνται ἐπὶ διανοιγομένων διαπλατυνομένων ὁδῶν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν. Πρόκειται περὶ τοῦ νόμου 5269)1931, παλαιοῦ νόμου. Εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διανοίγεται μία ὁδὸς τότε τὰ ἀκίνητα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐπ’ αὐτῆς εἶναι φανερόν, ὅτι αὐξάνουν τὴν ἀξίαν των. Μέρος τῆς ὠφελείας αὐτῆς τὴν ἀπολαμβάνει τὸ Δημόσιον ὑπὸ μορφὴν φόρου ὑπερτιμήματος. Εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ νόμου 5269)1931 θὰ ἔχωμεν ἐπιβολὴν διπλῆς φορολογίας. Δηλαδὴ ἐπιβολὴν φόρου ὑπερτιμήματος ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου αὐτοῦ καὶ ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ὑπερτιμήματος ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ σχεδίου νομοθετικοῦ διατάγματος; Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐρώτημα, διὰ τὸ ὁποῖον θέλω μίαν ἀπάντησιν ὁποιανδήποτε κρίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς σκόπιμον. Ἐλέχθη, ὅμως ἐπὶ πλέον ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι αἱ μεταβιβάσεις, ὅπως ἔγινε κατὰ τὸ τελευταῖον 15θήμερον τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἦσαν ηὐξημέναι, δὲν ὑπάρχει κίνδυνος μειώσεως τῆς οἰκοδομικῆς δραστηριότητος εἰς τὸ λεκανοπέδιον τῆς Ἀττικῆς καὶ γενικώτερον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἤθελον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ τοῦ θέματος. Νομίζω, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ΕΔΑ ἀνεφέρθη εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀντικειμενικὸν θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀστικόν, ἀνέφερε δὲ ποία εἶναι ἡ οἰκοδομικὴ δραστηριότης. Εἶπεν, ὅτι περίπου 200.000 Ἕλληνες, 200 οἰκογένειες ἀποζοῦν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἐκ τῆς οἰκοδομικῆς δραστηριότητος. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ δὲν νομίζω, ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ, εἶναι, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος σχεδίου Ν.Δ. δὲν θὰ ἐπιβραδύνουν τὴν οἰκοδομικὴν αὐτὴν δραστηριότητα. Θὰ τὴν ἐπιβραδύνουν τότε ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν οἰκοπέδων θὰ θέλουν κτίζοντες μίαν κατοικίαν νὰ τὴν μεταπωλήσουν καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐὰν δὲν ἐπιβραδυνθῇ ἡ οἰκοδομικὴ δραστηριότης ξεύρετε διατὶ δὲν θὰ συμβῇ τοῦτο, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τοὺς οἰκοδομοῦντας ἰδιοκτήτας τῶν οἰκοπέδων θὰ τοὺς ἀντικαταστήσουν αἱ οἰκοδομικαὶ ἐπιχειρήσεις, τῶν ὁποίων ἡ δραστηριότης καταλαμβάνεται ὑπὸ ἄλλων φορολογικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν τοὺς ὑποχρεώνουν εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ὑπερτιμήματος. Καὶ ἔτσι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μετὰ μίαν 10ετίαν ἢ 15ετίαν ἀπὸ τῆς 1.1.1965 θὰ ἐσκέπτετο νὰ πωλήσῃ, ἀναγκαστικῶς, ἢ θὰ πάῃ εἰς τὴν δημιουργίαν μιᾶς οἰκοδομικῆς ἐπιχειρήσεως, ἢ θὰ μεταβιβάσῃ τὸ ἀκίνητόν του κατὰ τρόπον ἐκφεύγοντα τῆς φοροτεχνικῆς λαβίδος, εἰς οἰκοδομικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἑπομένως, ἡ οἰκοδομικὴ δραστηριότης ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ τοῦ νόμου, θὰ περιέχεται συνεχῶς εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐπιχειρηματιῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν καταβολὴν φόρου ὑπερτιμήματος. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δῆθεν θὰ πᾶμε εἰς σοβαρωτέραν ἄνοδον τῶν τιμῶν. Καὶ τοῦτο δὲν θὰ συμβῇ. Σᾶς ἐξήγησα διατὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ φόρος ὑπερτιμήματος θὰ καταβάλλεται ὄχι ἀπὸ τοὺς πωλητάς, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς ἀγοραστάς. Ἑπομένως, εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀναμένω προσωπικῶς μίαν τεραστίαν αὔξησιν τῶν ἀκινήτων, αὔξησιν, ἡ ὁποία τελικῶς θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ἀνερχομένων, τῶν τάξεων τοῦ μικροῦ καὶ μεσαίου εἰσοδήματος, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ αἱ ὁποῖαι μεθαύριον θὰ θελήσουν ἀνθρωπεστέρους ὅρους ὑγιεινῆς διαβιώσεις εἰς τὰ σπίτια των. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει διατυπωθῆ κατὰ ἕνα πρόχειρον τρόπον καὶ ἀποβλέπει ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἱκανοποίησιν, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, τῆς βουλημίας τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, αἱ ὁποῖαι θαμπωθεῖσαι ἀπὸ ἕνα φανταστικὸν ὕψος, αὔριον θὰ αὐξήσουν τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, λησμονοῦντες ἐν ταὐτῷ, ὅτι γενικωτέρα πολεοδομική, χωροταξικὴ οἰκιστικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους θὰ ἐπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἔλθῃ ἐν συναρτήσει καὶ ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἄλλο σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὸ γενικώτερον οἰκιστικὸν πρόβλημα τοῦ τόπου μας. Διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα καὶ διότι ἀκριβῶς πιστεύω, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου εἶναι βασικῶς φόρος ἐπιβαλλόμενος ἀποτελεῖ μίαν ρωγμὴν εἰς τὸ ἤδη ὑπάρχον φορολογικόν μας σύστημα, ρωγμήν, ἡ ὁποία δὲν θὰ βελτιώσῃ τὸ σύστημα αὐτό, ἀλλὰ ἀντιθέτως θὰ δημιουργήσῃ πολλὰ δεινὰ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ προσωπικῶς καὶ ἡ ΕΡΕ θὰ καταψηφίσωμεν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Καλαντζάκος, ἔχει τὸν λόγον.
§172Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κ. Ὑπουργέ, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον εἶναι θεμελιῶδες καὶ ἐπειδὴ τόσον οἱ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅσον καὶ οἱ κατ’ αὐτοῦ ἔχουν νὰ κάμουν ὡρισμένας παρατηρήσεις καὶ ἐπειδὴ πρέπει τὰ θέματα αὐτὰ νὰ μελετηθοῦν καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη ἀπὸ τὰς τελευταίας ὁλονυκτίους συνεδριάσεις, θὰ παρεκάλουν νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ μὴ ταλαιπωρηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§173Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ὅτι τὸ σχέδιον νόμου ποὺ συζητοῦμεν σήμερον κατετέθη εἰς τὰς 22 Δεκεμβρίου ἐπὶ τῇ καταθέσει τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐγένοντο ἔκτοτε εὐρεῖαι συζητήσεις καὶ ἐνδελεχεῖς μελέται αὐτοῦ. Συνεχίσθη μὲ ἀπόλυτον ἄνεσιν ἡ συζήτησις εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἔρχεται ἀπόψε ὥριμον εἰς τὸ Σῶμα. Ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω πᾶσαν πρότασιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακόψωμεν μίαν συνεδρίασιν ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς ἀγορητάς. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα νὰ ἀπουσιάσω δι’ ὀκτὼ ἡμέρας, θὰ παρεκάλουν νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν νὰ ὁμιλήσουν ἀκόμη δύο τρεῖς συνάδελφοι καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν Δευτέραν νὰ συνεχίσωμεν.
§174Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀπαρτίαν, κύριε Ὑπουργέ.
§175Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐὰν κ. συνάδελφε, ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ὑποβάλετε ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§176Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐν πρώτοις ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἀπαρτία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταταλαιπωρούμεθα. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπρότεινα νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων νὰ ἀναπτυχθοῦν αἱ ἀπόψεις τῶν συναδέλφων εὐρύτερον.
§177Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Αὐτὴν τὴν πρότασιν δὲν τὴν δέχομαι, κ. Πρόεδρε. Δὲν ἠμπορεῖτε, κ. Βρανόπουλε, νὰ ἔχετε τὴν ἀπαίτησιν ἡ Κυβέρνησις νὰ σταματήσῃ τὴν νομοθετικήν της ἐργασίαν μετὰ ἀπὸ δύο ρήτορας. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§178Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχουν παρατηρήσεις καὶ γνῶμαι ποὺ εἶναι ἐξαιρετικῶς χρήσιμοι ἀπὸ τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀπόψεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ νομοθετημάτων οἰκονομικῶν νὰ ἀποκλείωμεν τὴν γνώμην αὐτήν. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ταλαιπωρῆτε καὶ νὰ θέλετε ἔπειτα ἀπὸ ὁλονυκτίους συνεδριάσεις καὶ ἄλλην συνεδρίασιν.
§179Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Κύριε συνάδελφε, δὲν θέλω ὁλονύκτιον συνεδρίασιν, ἀλλὰ θέλω νὰ μὴ διακόψωμεν μετὰ δύο ρήτορας.
§180Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν, κ. Ὑπουργέ, θέλετε νὰ τὸ ψηφίσετε, ὅταν ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν φύγει, ψηφίσατέ το, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέλετε νὰ ἀκούσετε τὰς ἀπόψεις εἰς τὰς 12 ἡ ὥρα τὸ μεσονύκτιον. Αὐτὰ εἶναι νέοι τρόποι καὶ νέοι θεσμοί. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δηλῶ, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ὁμιλήσω αὐτὴν τὴν ὥραν. Λυποῦμαι, κ. Πρόεδρε, καὶ κ. Ὑπουργέ, ποὺ σᾶς ἀπησχόλησα καὶ σᾶς καληνυχτίζω.
§181Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἂν καὶ δι’ ἐμὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τὸ Κράτος θὰ εἰσπράττῃ τὴν ἀξίαν τοῦ ἀκινήτου μὲ πέντε ἀγοραπωλησίας, ἀνεξαρτήτως χρονικῶν ὁρίων, ἐνῷ μέχρι σήμερον τοῦτο ἐγένετο εἰς μίαν διάρκειαν 30 ἐτῶν, παρὰ ταῦτα δὲν θέλω νὰ φέρω δυσκολίαν εἰς τὴν φορολογικὴν γραμμὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ σᾶς θέτω τὰ ἑξῆς δύο ἐρωτήματα: Πρῶτον. Ὡς γνωστόν, ὁ νόμος περὶ ἀσκεπῶν χώρων εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας παράγων ἀνατιμήσεως τῶν οἰκοπέδων. Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἰσχύῃ καὶ αὐτὸς ὁ φόρος ποὺ καθιστᾷ καταθλιπτικωτέραν τὴν ζωὴν τῶν φορολογουμένων; Δεύτερον, ἡ πεῖρα ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ ἐφορία κατὰ κανόνα καὶ μετὰ πάροδον μηνῶν ἀπὸ τῆς ἀγοραπωλησίας οὐδέποτε δέχεται εἰλικρινῆ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τὰ συμβόλαια ποσοῦ καὶ αὐξάνει τὸν φόρον εἰς τὸ πολλαπλάσιον. Εἶναι δυνατὸν νὰ ρυθμισθῇ, ὥστε ὁ ἔλεγχος τῆς ἐφορίας νὰ γίνεται πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμβολαίων διὰ νὰ μὴ συλλαμβάνωνται οἱ πολῖται ἀργότερον εἰς τὴν ἄδικον παγίδα τῆς ἐφορίας;
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Καλαντζάκος, ἔχει τὸν λόγον.
§183Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀνταποκρινομένη εἰς ἐνδόμυχον ἀνησυχίαν διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν δημοσιονομικῶν μας πραγμάτων, μεριμνᾷ διὰ σειρᾶς φορολογικῶν μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν ηὐξημένων ἐσόδων. Πράγματι, αἱ δύο νέαι φορολογίαι ἐπὶ τῆς βενζίνης καὶ ὑπεραξίας, προβλέπεται, ὅτι θὰ ἀποδώσουν 625 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐὰν ὑπολογισθῇ ἡ ἀπόδοσις καὶ τῶν φορολογιῶν ποὺ ἐπεβλήθησαν ἐντὸς τοῦ 1964 (σιγαρέττα, 10% ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ χαρτοσήμου) συνολικοῦ ὕψους 750 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἡ ἐπιβάρυνσις τῆς οἰκονομίας ἀπὸ τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, συμποσοῦται, μέχρι στιγμῆς, εἰς 1.400 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἤτοι εἰς ποσοστὸν 7% περίπου ἐπὶ τῶν φορολογικῶν εἰσπράξεων τοῦ 1963. Τὸν τελευταῖον καιρόν, κ.κ. βουλευταί, συνηθίζεται τὰ μέτρα ἐπιβολῆς ὡρισμένων φορολογιῶν νὰ περιβάλλωνται τὸ ἔνδυμα τῆς κοινωνικῆς σκοπιμότητος. Ἡ ἄποψις ὅμως αὐτὴ δὲν δύναται νὰ συγκαλύψῃ τὴν πραγματικότητα καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἐπιβαλλομένη νέα φορολογία θὰ προκαλέσῃ ἁλυσωτὰς ἀνατιμήσεις ἐπὶ πλήθους ἀγαθῶν καὶ ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστοῦν κατὰ τρόπον ὀδυνηρὸν οἱ μικροὶ εἰσοδηματίαι, δοθέντος, ὅτι τὸ μικρὸν εἰσόδημα εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὑφίσταται τὴν σημαντικωτέραν ἀναλογικῶς ἐπιβάρυνσιν ἀπὸ κάθε εἴδους φορολογίαν. Ἡ διὰ τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου προβλεπομένη τροποποίησις τῶν διατάξεων περὶ φορολογίας μεταβιβάσεως ἀκινήτων, εὑρίσκεται εἰς ἱστορικὴν σύνδεσιν μὲ τὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Φαίνεται, ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ ἔχει συνδέσει τὸ ὄνομά της μὲ τὰς Κυβερνήσεις τοῦ Κέντρου, διότι τὸ πρῶτον καθιερώθη αὕτη ἐπὶ Κυβερνήσεως Βενιζέλου, διὰ τοῦ Νόμου 4425)1929. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁ ἀρχικὸς συντελεστὴς αὐτῆς ὡρίσθη εἰς 3%. Τὸ 1950 ἐπὶ Κυβερνήσεως Πλαστήρα–Βενιζέλου, διὰ τοῦ Νόμου 1587)50, ηὐξήθη εἰς 9%, καὶ σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου, μὲ τὴν αἰτιολογίαν καὶ τὸ πρόσχημα τῆς φορολογίας τῆς ὑπεραξίας, ἀνέρχεται μέχρι 17% διὰ τὸ κλιμάκιον ἀξίας μεγαλυτέρας τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ἐκτὸς βεβαίως τῶν περιπτώσεων καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται φόρος αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ἀνερχόμενος εἰς ποσοστὸν 25%. Ἡ σκέψις τῆς φορολογήσεως τῆς ὑπεραξίας τῶν ἀκινήτων δὲν εἶναι νέα. Τὸ πρῶτον ἐπεβλήθη αὕτη διὰ τοῦ Ν. 1642)19 περὶ φορολογίας τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, καὶ δὴ ὡς φορολογία τοῦ αὐτομάτου ὑπερεισοδήματος, καθὼς καὶ ὡς φορολογία τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος. Ἀμφότεραι κατηργήθησαν ἀργότερον, ἡ μὲν πρώτη κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1924–26, ἡ δὲ δευτέρα διὰ τοῦ Νόμου 4425)1929 καὶ τοῦτο, διότι ἐξειλίχθη εἰς μίαν βαρυτάτην φορολογίαν. Ἐννοεῖται, ὅτι καὶ ὁ φόρος μεταβιβάσεως ἀκινήτων, ὅστις ἀντικατέστησε τὴν φορολογίαν τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, δὲν ἤργησε νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐπαχθῆ φορολογίαν καὶ νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τὰ ἴχνη τῆς δι’ αὐτῆς ἀντικατασταθείσης. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐντὸς μίας 35ετίας, ὁ ἀρχικὸς συντελεστὴς αὐτῆς 3%, ἐτριπλασιάσθη, ἐγένετο 9% μὴ συνυπολογιζομένων καὶ τῶν μοιραίων παρασίτων ποὺ ἐκτρέφουν οἱ περισσότεροι φορολογικοὶ συντελεσταί. Σήμερον ὁ φόρος μεταβιβάσεως δίδει γενναίαν συμμετοχὴν εἰς τὸ Κράτος, ἀνερχομένην εἰς 11%. Πέραν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐπιβαρύνσεων τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας ἐκ τῆς φορολογίας μεταβιβάσεως, ἡ Ἕνωσις τοῦ Κέντρου ἀπεφάσισε διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου νὰ ἐπιβάλῃ καὶ φόρον ὑπερτιμήματος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ.κ. βουλευταί, τὸ ὑπερτίμημα ἐξανεμίζεται, ὁ θεσμὸς τῆς ἰδιοκτησίας πλήσσεται, ἡ δυσπιστία πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὴν δραχμὴν ἐντείνεται καὶ ὑπενθυμίζει παρελθούσας χαλεπὰς ἐποχάς. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ λίαν παρακεκινδυνευμένης ἐνεργείας, τῆς ὁποίας ἡ οἰκονομικὴ ἢ κοινωνικὴ σκοπιμότης δὲν φαίνεται πουθενά. Τέλος, δέον νὰ ὑπομνησθῇ, ὅτι τὸ κυβερνῶν ἤδη κόμμα, ὡς Ἀντιπολίτευσις, εἶχε πρὸ 15μήνου ἀκόμη, σφοδρῶς ἀντιταχθῆ ἐναντίον τῆς ἐφ’ ἅπαξ φορολογήσεως τῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία ἀνετιμήθη ἐκ τῆς ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων, μολονότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐπρόκειτο περὶ ἐποικοδομητικῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυπτε καὶ ἡ ὠφέλεια τῶν πολιτῶν. Ὁ φόρος τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, κ.κ. βουλευταί, θὰ εἶχε τοὐλάχιστον λόγον ἐφ’ ὅσον ἀπέβλεπε εἰς τὴν στροφὴν τῆς ἀποταμιεύσεως πρὸς ἄλλας τοποθετήσεις. Ἐὰν τὸ Κράτος ἐπιδιώκῃ πράγματι νὰ στρέψῃ τοὺς ἀποταμιευτὰς πρὸς παραγωγικωτέρας ἐπενδύσεις, θὰ ἔπρεπε ἐκ τῶν προτέρων νὰ προσδιορίσῃ καὶ νὰ ὑποδείξῃ τοὺς νέους ἐπενδυτικοὺς στόχους καὶ νὰ δημιουργήσῃ κατὰ τρόπον θετικὸν καὶ ὄχι ἀρνητικὸν τὰς προϋποθέσεις διοχετεύσεως τοῦ ἀποταμιευτικοῦ ρεύματος πρὸς αὐτούς. Ἔχει ὅμως γίνει ἡ ἀναγκαία προπαρασκευὴ διὰ τὴν στροφὴν τῆς ἀποταμιεύσεως ἀπὸ τὰ ἀκίνητα πρὸς ἄλλας παραγωγικὰς ἐργασίας; Διότι, πρῶτον, πρέπει νὰ δημιουργηθοῦν παραγωγικαὶ ἐργασίαι καὶ δὴ μὲ ἰσχυρότερα κίνητρα, πρὸ πάντων δὲ μὲ περισσοτέραν ἀσφάλειαν, ἀπὸ τὰς οἰκοδομάς, καὶ ἔπειτα νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὸν κόσμον τὴν ὀρθὴν πολιτικήν. Ἡ ἔλλειψις στέγης εἶναι τόσον μεγάλη καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν νὰ ἐμφανίζῃ τὴν ἰδίαν ὀξύτητα, ὥστε ἡ ἐπένδυσις εἰς τὰ ἀκίνητα νὰ ἀποτελῇ ἐθνικὴν ἀνάγκην. Διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς νέας φορολογίας προβλέπεται, ὅτι τὸ ἤδη ἀνορθολογιστικὸν φορολογικόν μας σύστημα, θὰ γίνῃ ἀνορθολογιστικώτερον. Θὰ ἐνταθῇ ὁ ὑφιστάμενος ἐσωτερικὸς ἀνταγωνισμὸς τῶν διαφόρων φόρων μεταξύ των καὶ θὰ αὐξηθῇ ἡ ἤδη ὑπερβολικὴ συνολικὴ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἰσχύουσα σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα συνολικὴ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις εἶναι τοῦ αὐτοῦ περίπου ἐπιπέδου μὲ τὴν ἰσχύουσαν εἰς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Ὁλλανδίαν. Εἰς τὰς χώρας ὅμως αὐτάς, τὸ κατὰ κεφαλὴν εἰσόδημα εἶναι ὑπερδιπλάσιον τοῦ ἰδικοῦ μας. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι κατὰ τῆς φορολογίας ταύτης θὰ σημειωθοῦν λίαν δυσμενεῖς ἀντιδράσεις, ὅπως εἶναι π.χ. ἡ διακοπὴ τῆς εἰσόδου κεφαλαίων ὁμογενῶν καθὼς καὶ ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου. Ὑπολογίζεται, ὅτι ἐκ τῶν 32 ἑκατομμυρίων λιρῶν περίπου ξένου κεφαλαίου, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ 1964, τὰ 50% περίπου ἐπενδύθησαν εἰς τὴν στέγασιν. Τὸ σημαντικώτερον ὅμως εἶναι, ὅτι θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν πρᾶξιν αὐθαιρεσιῶν εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐνταθῇ ἡ νεοελληνικὴ ἀντιφορολογικὴ ψύχωσις. Τέλος, εἶναι φυσικόν, ἡ ἐπιβολὴ τῆς νέας φορολογίας νὰ ὁδηγήσῃ τὸν βαρυνόμενον μὲ τὸν φόρον, ὅπως ἀνεύρῃ τρόπον ἐπιρρίψεώς του ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ἄλλων. Καὶ θὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, κ.κ. βουλευταί, διὰ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἀκινήτου ἢ τῆς κεφαλαιοποιήσεως τοῦ φόρου μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑποστῇ τὴν ἐπίπτωσιν τούτου ὁ μὴ κερδοσκοπῶν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων, ἀλλὰ ὁ πτωχὸς ἐπενδυτής. Ἡ διάταξις περὶ φορολογίας τῆς ὑπεραξίας θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν διαμόρφωσιν μιᾶς ὑψηλοτέρας τῆς συνήθους ἀξίας τοῦ ἀκινήτου, εἰς τρόπον ὥστε οἱ πτωχότεροι νὰ μὴ δύνανται πλέον νὰ ἀποκτήσουν στέγην ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ δημιουργήσῃ καὶ ὀξὺ κοινωνικὸν πρόβλημα μὲ τὴν ἀνάσχεσιν τῶν οἰκοδομικῶν ἐργασιῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἀποζοῦν ἑκατοντάδες χιλιάδες ἐργατῶν. Ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν. Ἡ ἐπιβολὴ ὅμως μίας τοιαύτης φορολογίας ἐπαχθοῦς καὶ δεσμευτικῆς τῆς ἀστικῆς περιουσίας εἰς γεωγραφικὰ διαμερίσματα, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζουν στασιμότητα εἶναι ἀδικαιολόγητος.
§184Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Ποῖος εὐθύνεται διὰ τὴν μέχρι σήμερον κατάστασιν, κ. συνάδελφε; Τὸ ἑξάμηνον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ ὄχι τὰ 32 χρόνια τῆς ὑπὸ τῆς Δεξιᾶς διακυβερνήσεως τῆς χώρας;
§185Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, κ. συνάδελφε, ὅτι κἄποιος θὰ μὲ διέκοπτε καὶ θὰ μοῦ ἐπέβαλε τοιαύτην ἐρώτησιν καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος καὶ δὲν πρέπει νὰ σπαταληθῇ εἰς ἐρωτήσεις καὶ ἀπαντήσεις.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν ρήτορα. Παρακαλῶ συνεχίσατε, κ. Καλαντζάκο.
§187Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ἀπὸ ἀπόψεως ὀρθολογικῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται συζήτησις περὶ ἐπιβολῆς τοιαύτης φορολογίας εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπαρχίαν. Ἐὰν παρὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἐπιβάλῃ ταύτην, ὀφείλει τοὐλάχιστον νὰ περιορίσῃ τὰ ὅριά της, τροποποιοῦσα τὰς σχετικὰς διατάξεις. Μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δημιουργήσῃ ἀνασχετικὸν φραγμὸν καὶ θὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τόνωσιν τῶν ἐπαρχιακῶν διαμερισμάτων, διὰ τῆς ἀσκήσεως δηλαδὴ ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ μιᾶς εὐρυτέρας κοινωνικοοικονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικτικῶς μὲν ἀλλὰ ματαίως ἐξήγγειλεν ἡ Ἕνωσις τοῦ Κέντρου. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐπαρχία πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ τὸν στόχον τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος. Ἀπὸ τὰς δηλώσεις μόνον τοῦ φόρου εἰσοδήματος, κατανάλωσιν ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, ἐκ τῶν εἰσαγωγικῶν δραστηριοτήτων, τοῦ βιομηχανικοῦ δυναμικοῦ καὶ παραγωγῆς προκύπτει, ὅτι κατὰ μέσον ὅρον τὰ 70% ὅλων αὐτῶν συγκεντρώνονται εἰς τὰ 2)10 τοῦ πληθυσμοῦ ὅστις διαβιοῖ εἰς ἕνα περιωρισμένον χῶρον. Ὁ ὑδροκέφαλος τῆς Πρωτευούσης μὲ τὸ τεράστιον ποσοστὸν ἐτησίας πληθυσμιακῆς αὐξήσεως κατὰ 3,4% δὲν καταβροχθίζει μόνον ἀνθρώπους ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ καὶ τὰς οἰκονομίας αὐτῶν. Ἕνεκα τούτου καλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ τροποποιήσῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, διότι θὰ συμβάλῃ οὕτω εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τρόπου ἀνασχέσεως καὶ ἀνακοπῆς τοῦ ρεύματος ἐκ τοῦ ἐπαρχιακοῦ χώρου εἰς τὴν πρωτεύουσαν ὄχι μόνον ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων ἀλλὰ καὶ οἰκονομιῶν. Δεδομένου, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῆς νέας φορολογίας ἀνέρχεται κατὰ τοὺς ἐπισήμους ἰσχυρισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως εἰς 100 ἑκατομμύρια δραχμάς, ἐκτὸς βεβαίως τῆς φορολογίας τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, ἡ Ἕνωσις Κέντρου θὰ ἠδύνατο νὰ στραφῇ πρὸς ἄλλας κατευθύνσεις διὰ τὴν ἐξεύρεσιν ἐσόδων τοῦ ὕψους τῆς ἀναμενομένης ἀποδόσεως τῆς ἐν λόγῳ φορολογίας. Συγκεκριμένως, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο 1) διὰ τῆς περικοπῆς καὶ συμπιέσεως τῶν δαπανῶν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ 2) διὰ τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς. Ὁ Ὑφυπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κ. Κανελλόπουλος εἰς ἄρθρον του δημοσιευθὲν εἰς τὸν «Οἰκονομικὸν Ταχυδρόμον» ἀποκαλεῖ μῦθον τὴν ἄποψιν περὶ ἀνελαστικότητος τῶν δαπανῶν, ἡ ὁποία τείνουσα νὰ καταστῇ κοινὴ συνείδησις ἐνθυμίζει τὰ IDOLA TRIBUS τοῦ BACON. Εἶναι βεβαίως γνωστόν, ὅτι αἱ δαπάναι αὐταὶ αὐξάνονται μὲ ρυθμὸν ἐξαιρετικῶς ταχὺ καὶ ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ καταντήσουν ἀπαγορευτικαὶ διὰ πᾶσαν κυβερνητικὴν πρωτοβουλίαν. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ὑποστηρίζει, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν ἀνωτέρω δαπανῶν εἶναι ταχυτέρα τῆς ἀνόδου τῆς σχετικῆς παραγωγικότητος τῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει τὸ Κράτος. Τοῦτο σημαίνει, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι πάσχει ἡ ὀργάνωσις. Ὁ ἔλεγχος κατὰ συνέπειαν μιᾶς ἑκάστης εἰς τὰς ἀπολύτως ἐξειδικευμένας λεπτομερείας τῆς δαπάνης καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ ὀρθολογιστικωτέρα ὀργάνωσις τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Διοικήσεως θὰ ἀπεδείκνυε, ὡς ὁμολογεῖ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, τεράστια περιθώρια οἰκονομιῶν. Ἑνοποίησις ἐπικαλυπτομένων ὑπηρεσιῶν, στέγασις τῆς Διοικήσεως, μηχανοργάνωσις, οἰκονομικωτέρα ἀξιοποίησις ὑποαπασχολουμένου ὑλικοῦ, ἀνακατανομὴ τοῦ προσωπικοῦ, ἰδού, κύριοι βουλευταί, ὡρισμένα ἐκ τῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως μέσων πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ταχείας διογκώσεως τῶν δημοσίων δαπανῶν. Συμπέρασμα: Ὑπάρχει περιθώριον οἰκονομιῶν διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς πολιτικῆς τῶν δαπανῶν ὥστε νὰ ἐξοικονομηθοῦν τὰ ἀναγκαῖα καὶ ἀπαραίτητα ἔσοδα συγχρόνως δὲ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἐπιβολὴ νέας φορολογίας. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἀποβλέπῃ προτίστως εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἰσχυούσης φορολογίας διὰ τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἐκ τῆς στατιστικῆς ἀναλύσεως τῶν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων τοῦ φόρου εἰσοδήματος κατὰ τὸ 1953 προκύπτει σαφῶς τὸ ὕψος, ἡ ἔκτασις καὶ τὸ μέγεθος τῆς φοροδιαφυγῆς. Συγκεκριμένως, ὑπεβλήθησαν 239.583 δηλώσεις, τὸ δὲ δηλωθὲν ἀκαθάριστον εἰσόδημα ἀνῆλθεν εἰς 17.066 ἑκατ., ἤτοι εἰς τὸ 17,5% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἡ ἀνάλυσις τοῦ δηλωθέντος εἰσοδήματος κατὰ κυριωτέρας πηγὰς προελεύσεως ἔχει ὡς ἑξῆς: Μισθωταὶ ὑπηρεσίαι 6.857 ἑκατ., ἤτοι 40,2%. Ἐμπορικαὶ καὶ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις 5.572 ἑκατ., ἤτοι 32,7%. Ἐλεύθερα ἐπαγγέλματα 976 ἑκατ., ἤτοι 5,7%. Ἀπὸ τὴν ἀνωτέρω συνοπτικὴν στατιστικὴν ἀνάλυσιν, προκύπτει, ὅτι τὴν μεγαλυτέραν ἀπόδοσιν ἐμφανίζει ἡ κατηγορία μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν, διότι τὸ εἰσόδημά της φορολογεῖται εἰς τὴν πηγήν, ἡ μεγαλυτέρα δὲ φοροδιαφυγὴ παρουσιάζεται εἰς τὰς δύο ἄλλας πηγάς, ἤτοι ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις καθὼς καὶ ἐλεύθερα ἐπαγγέλματα. Ἡ ἔκτασις, ὅμως, τῆς φοροδιαφυγῆς καθίσταται ἔτι σαφεστέρα ἐκ τῆς ἀναλύσεως τῶν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων κατὰ κλιμάκιον εἰσοδήματος. Ἡ ἀνάλυσις αὕτη ἐμφανίζει τὴν ἀκόλουθον εἰκόνα. Κλιμάκιον 50–100.000 δρχ., 6179 δηλώσεις. Κλιμάκιον 100–400.000 δρχ., 5.822 δηλώσεις. Κλιμάκιον 400.000 καὶ ἄνω, μόνον 1.149 δηλώσεις εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν ὑπῆρχε στατιστικὴ ἐπεξεργασία τῶν ὑποβληθεισῶν δηλώσεων κατὰ τὸ 1964 θὰ ἀπεδεικνύετο ἀσφαλῶς, ὅτι ἡ φοροδιαφυγὴ κατὰ τὸ ἔτος αὐτὸ ἐμφανίζει τὴν αὐτὴν ἔκτασιν ἂν ὄχι μεγαλυτέραν. Κατὰ συνέπειαν, ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως θὰ πρέπει νὰ στραφῇ πρὸς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἔκτασις λαμβάνει τεραστίας διαστάσεις, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τόσον τῆς φορολογικῆς ἰσότητος, ὅσον καὶ τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, ἀντὶ νὰ ἀκολουθῇ τὸν εὔκολον δρόμον τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων ἀμέσων καὶ ἐμμέσων διὰ ταμιευτικοὺς κυρίως σκοποὺς πλήττουσα οὕτω τὰ μικρὰ εἰσοδήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ προσδιώρισε μεταξὺ τῶν ληπτέων μέτρων τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἐκφράζω τὴν ζωηράν μου λύπην, διότι ὅλως ἀντιθέτως παρατηρεῖται ἀποδιοργάνωσις τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴ ἔχουν εἰσέτι τοποθετηθῇ οἱ φυσικοὶ προϊστάμενοι αὐτῶν, οἱ δὲ ὑπάλληλοι ἀσχολοῦνται κυρίως μὲ προαγωγάς, τοποθετήσεις καὶ μετατάξεις. Τὸ θλιβερώτερον ὅμως εἶναι, ὅτι αἱ θέσεις Διευθυντῶν τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν, Ταμείων καὶ Τελωνείων ἔχουν πλέον σήμερον καταστῆ πολιτικαὶ εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ προκαλῆται τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ὑπαλλήλων καὶ νὰ μὴ δημιουργῆται ἡ ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητος ἅμιλλα μὲ ἄμεσον συνέπειαν τὴν καθυστέρησιν τοῦ ἐλέγχου καὶ βεβαιώσεως τοῦ φόρου. Ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀνάλυσιν τῶν οἰκονομικῶν συνεπειῶν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ τοῦ τρόπου ἀποφυγῆς τῆς φορολογίας, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐπισημάνω ἀπὸ τοῦδε ὡρισμένας ἀτελείας τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων ἐπιφυλασσόμενος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τούτων κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Συγκεκριμένως, ἡ κλῖμαξ τοῦ ἄρθρου 1 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται φόρος μεταβιβάσεως ἐπὶ τῶν ἀκινήτων ἀναλόγως τῆς ἀξίας αὐτῶν θὰ ἔδει νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: Μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 200.000 δρχ. νὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύων ὁ παλαιὸς φορολογικὸς συντελεστὴς τοῦ φόρου μεταβιβάσεως. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ ὑπερτίμησις τῶν οἰκοπέδων εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἀγορὰ ἀρτίων καὶ οἰκοδομησίμων οἰκοπέδων ἐξυπηρετούντων κυρίως τὰς ἀνάγκας τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐντὸς τοῦ σχεδίου πόλεως δὲν εἶναι δυνατὴ κάτωθεν τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ. Σημειωτέον ἐπίσης, ὅτι ὁ καθιερούμενος διὰ τοῦ ἰδίου ἄρθρου συντελεστὴς 15% εἶναι ὑπερβολικός, διότι προστιθεμένου τοῦ 2% διὰ τὴν πυροσβεστικὴν ὑπηρεσίαν καθὼς καὶ 2% περίπου διὰ συμβολαιογραφικὰ ἔξοδα φθάνει τὸ ὑπερβολικὸν ποσὸν 19% ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς ἀξίας τοῦ μεταβιβαζομένου ἀκινήτου. Πέραν ὅμως αὐτοῦ ὁ ὑπερβολικὸς αὐτὸς συντελεστὴς θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν οἰκοπέδων, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα κατὰ τὴν μεταβίβασιν ἀκινήτων τὰ ἔξοδα μεταβιβάσεως καταβάλλονται πάντοτε ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ. Ὁ νέος κατὰ συνέπειαν ἀγοραστὴς εἰς περίπτωσιν νέας ὑπ’ αὐτοῦ μεταβιβάσεως εἶναι φυσικὸν νὰ διαθέσῃ τοῦτο τουλάχιστον εἰς τιμὴν ἀγορᾶς, ἐπὶ πλέον τῶν καταβληθέντων ὑπ’ αὐτοῦ ἐξόδων μεταβιβάσεως. Οὕτω ὅμως ὁδηγούμεθα εἰς τὴν συνεχῆ καὶ ἁλματώδη ὑπερτίμησιν τῶν ἀκινήτων μὲ ἀποτέλεσμα πληθωρικὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ νομίσματος. Τέλος, δέον νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐκ τῆς τόσον ὑπερβολικῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν μεταβιβάσεων ἀκινήτων καταλήγομεν ἐμμέσως εἰς τὴν κατάργησιν τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας, δοθέντος ὅτι εἰς δύο καὶ μόνον διαδοχικὰς μεταβιβάσεις ἀπορροφᾶται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὸ ἥμισυ περίπου τῆς ἀξίας τοῦ ἀκινήτου, τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος παραμένοντος οὕτω κενοῦ καὶ ἄνευ περιεχομένου. Θεωρῶ περαιτέρω ἀπαράδεκτον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς φορολογίας αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ἐπὶ ἀστικῶν οἰκοπέδων, ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 2, δι’ οὓς λόγους εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἕνεκα τούτου προτείνω, ὅπως περιορισθῇ ἐπὶ ἀστικῶν οἰκοπέδων κειμένων εἰς πόλεις τοὐλάχιστον ἄνω τῶν 50 χιλ. κατοίκων. Ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου προβλεπομένη ἔκπτωσις εἶναι λογικὸν καὶ ἀπαραίτητον νὰ αὐξηθῇ, τόσον διὰ τὴν ἀπόδοσιν δικαιοσύνης, ὅσον καὶ προστασίας τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ σεβασμοῦ τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας καὶ δὴ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 150.000 δρχ. δεδομένου, ὅτι καὶ ὁ νόμος 1694)19, τοῦ ὁποίου τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ σχεδὸν ἀντιγραφήν, καθώριζε μεγαλύτερον ποσὸν ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος. Συγκεκριμένως τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνήρχετο εἰς 6.000 δρχ. μὲ τιμὴν λίρας 25 δρχ. τὸ 1919. Ἐὰν ἀναπροσαρμόσωμεν δι’ ἀναγωγῆς τὰς 6.000 παλαιὰς δραχμὰς εἰς ὑγιὲς νόμισμα χρυσῶν λιρῶν Ἀγγλίας μὲ τὴν σημερινὴν τιμὴν θὰ ἔχωμεν 72.000 σημερινὰς δρχ., ἤτοι 240 λίρας ἐπὶ 300 δρχ. Ἐὰν ἐπίσης ἐξετασθῇ καὶ ἡ τιμαριθμικὴ ἀξία τῆς λίρας ἀσφαλῶς καταλήγομεν εἰς μεγαλύτερον ποσοστὸν ἐκπτώσεως. Ἡ σημασία καὶ ἡ ἀξία, κύριοι συνάδελφοι, τῆς ἐλαφρύνσεως τῶν μικρῶν εἰσοδημάτων καὶ τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος εἶχεν ἐπισημανθῆ ἰδιαιτέρως καὶ ὑπὸ τῶν ἐμπνευστῶν τοῦ Ν. 1641)19. Ὁ καθοριζόμενος διὰ τοῦ ἄρθρου 5 φορολογικὸς συντελεστὴς εἰς ποσοστὸν 25% ἐπὶ τοῦ φορολογητέου εἶναι λίαν ὑπερβολικὸς καὶ ἐπαχθής, καθ’ ὅσον διὰ τὴν αὐτὴν μεταβίβασιν ἡ ἐπιβάρυνσις ἀνέρχεται εἰς 39–40% (25+11+2+3), ἡ ὁποία ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας τυγχάνει δυσβάστακτος. Ὁ Ν. 1642)19 ὅστις ἐπισταμένως καὶ λεπτομερειακῶς ρυθμίζει τὴν φορολογίαν τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος καθορίζει ἐν προκειμένῳ συντελεστὴν 12% καὶ προβαίνει εἰς τὴν κλιμάκωσιν τοῦ συντελεστοῦ ἀναλόγως τῶν ἐτῶν κτήσεως τοῦ ἀκινήτου. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους θὰ ἔδει ἢ νὰ μειωθῇ ὁ φορολογικὸς συντελεστὴς ἢ νὰ γίνῃ κλιμάκωσις τούτου ἀναλόγως τῶν ἐτῶν παραμονῆς τοῦ ἀκινήτου εἰς τὸν αὐτὸν ἰδιοκτήτην. Μόνον οὕτω θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ πλήξῃ τὴν πραγματικὴν κερδοσκοπίαν χωρὶς συγχρόνως νὰ ἐξουθενώσῃ καὶ ἐξαρθρώσῃ τοὺς πτωχοὺς ἐπενδυτάς. Ὀφείλω νὰ ἐπισημάνω τὴν τακτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ ηὐξημένου φόρου. Ἐνῷ δηλαδὴ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον δὲν ἔχει εἰσέτι ψηφισθῆ, ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὰς ἁρμοδίας οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας ὅπως εἰσπράττουν τὸν φόρον κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς φόρος εἰσπράττεται ἄνευ σχετικοῦ νόμου. Ἡ μέθοδος τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, ὅτι ἀπετέλεσεν ἄλλοτε στόχον κριτικῆς εἰς βάρος τῆς ΕΡΕ. Περαίνων τὴν ὁμιλίαν μου διαπιστώνω, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δημιουργεῖ πολλὰ ἐρωτήματα, ἐμφανίζει νομοτεχνικὰς καὶ φορολογικὰς ἀτελείας, ὅπερ ἀποδεικνύει τὸν πρόχειρον καὶ ἀτελῆ τρόπον συντάξεώς του. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι συντόμως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ καταθέσῃ ἕτερον τοιοῦτον πρὸς ἄρσιν τῶν προκαλουμένων ἀδικιῶν, ὡς ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ τὸ Ν. Δ. 4444 «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος», ὀλίγας μόνον ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσίν του. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους, τάσσομαι ἐναντίον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 νὰ ἀναπτύξουν οἱ ἐγγεγραμμένοι κ.κ. συνάδελφοι εὐρύτερον τὰς ἀπόψεις των.
§189Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, λόγῳ ἐπειγούσης ἐργασίας μου θὰ ἀπουσιάσω τὴν Δευτέραν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσω ἀπόψε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον θὰ ἀπουσιάσητε τὴν Δευτέραν, σᾶς δίδω τὸν λόγον, κ. συνάδελφε.
§191Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, πράγματι ὑπάρχει ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Ὑπάρχει ἀνατίμησις τῶν ἀκινήτων, ἡ ὁποία δημιουργεῖ κέρδος, τὸ ὁποῖον δὲν φορολογεῖται. Ἀλλὰ ἐρωτᾶται, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἀντιμετωπίζει ὀρθῶς τὸ θέμα; Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου τὰ μέχρι σήμερον κέρδη ἐκ τῆς ἀνατιμήσεως δὲν θίγονται, ἀλλὰ γίνεται ἀρχὴ ἀπὸ τὸ 1965 διὰ τὰ κτώμενα κτήματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιολογῶν τὴν διάταξιν αὐτήν, εἶπεν, ὅτι κἄποτε πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀρχή. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ δὲν τηρεῖται εἰς ἕνα σημεῖον εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Ἐνῷ καθορίζεται, ὅτι ὅσα ἀκίνητα θὰ ἀποκτηθοῦν ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1965 θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος, παρὰ ταῦτα θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν καὶ ἀκίνητα ἀποκτηθέντα πρὸ καὶ 40 ἀκόμη ἐτῶν ἐὰν συμβῇ νὰ ἀποθάνῃ ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν μετὰ τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1965 καὶ οἱ κληρονόμοι του πωλήσουν τὸ ἀκίνητον. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι λογικὸν ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ πέραν ἀπὸ τὸν φόρον κληρονομίας νὰ κληθοῦν νὰ πληρώσουν καὶ τὸν φόρον ὑπερτιμήσεως ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη νὰ πωλήσουν στοιχεῖα τῆς κληρονομίας διὰ νὰ πληρώσουν τὸν φόρον κληρονομιῶν. Νομίζω, ὅτι ὁ φόρος ὑπερτιμήσεως θὰ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν ἀποκτήσεως τοῦ ἀκινήτου ἐξ ἐπαχθοῦς αἰτίας. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ κληρονομία.
§192Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐὰν κληρονομήσω αὔριον ἓν ἀκίνητον, θὰ ὑπολογισθῇ ἡ ἀξία του κατὰ τὸν χρόνον τῆς κληρονομίας. Ἐὰν πωλήσω ἐν συνεχείᾳ τὸ ἀκίνητον καὶ ὑπάρξῃ ὑπερτίμημα, λογικὸν εἶναι νὰ καταβάλω φόρον ὑπερτιμήματος. Ἀποφασιστικὴ δηλαδὴ εἶναι ἡ ἡμερομηνία ἀποκτήσεως τοῦ ἀκινήτου ὑπὸ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν συνεχείᾳ τὸ πωλεῖ. Κακῶς λοιπὸν εἴπατε, ὅτι ὑπάρχει ἐξαίρεσις τοῦ γενικοῦ κανόνος.
§193Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, διαφωνῶ καὶ τὸ παράδειγμά μου θὰ πείσῃ καὶ ὑμᾶς περὶ τοῦ δικαίου τῶν ἀπόψεών μου. Ἀκίνητον ἀγορασθὲν πρὸ 20ετίας δὲν θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν φόρον ὑπερτιμήματος ἐὰν τὸ ἀκίνητον τοῦτο τὸ πωλήσῃ μετὰ τὴν 1.1.1965 ὁ κύριος αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως συμβῇ ὁ κύριος αὐτοῦ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἀποθάνῃ, μετὰ τὴν 1.1.1965 καὶ θελήσουν νὰ πωλήσουν τὸ ἀκίνητον τοῦτο οἱ κληρονόμοι του, τότε θὰ καταβληθῇ καὶ ὁ φόρος ὑπερτιμήματος. Δι’ αὐτό, κ. Ὑπουργέ, θὰ πρέπει φόρον ὑπερτιμήματος νὰ καταβάλλουν μόνον οἱ ἐξ ἐπαχθοῦς αἰτίας ἀποκτῶντες τὸ ἀκίνητον. Ἡ φορολογία τῆς κληρονομίας εἶναι ἀρκετὰ βαρεῖα καὶ δὲν πρέπει εἰς ταύτην νὰ προσθέσωμεν καὶ τὴν φορολογίαν ὑπερτιμήματος. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἑνιαία καὶ ἐξακολουθεῖ καὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ προστάτου νὰ θεωρῆται ὡς ἡ αὐτὴ οἰκογένεια. Τουλάχιστον νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀκίνητον περιέρχεται λόγῳ κληρονομίας εἰς κατιόντας πρώτου βαθμοῦ. Περαιτέρω, νομίζω, ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις περὶ ἀναδρομικῆς ἰσχύος τῆς αὐξήσεως τοῦ φόρου μεταβιβάσεως, θὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς ἀντισυνταγματική. Κατὰ τὸ ἄρθρον 59 τοῦ Συντάγματος φόρος δὲν ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται ἄνευ νόμου. Ἐξαίρεσις μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ διὰ τοὺς δασμούς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἰσπραχθοῦν ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν. Τοῦτο σημαίνει κατ’ ἀντιδιαστολήν, ὅτι χωρὶς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος.
§194Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὁ φόρος θὰ εἰσπραχθῇ βάσει νόμου μετὰ τὴν ψήφισιν. Τὸ θέμα εἶναι ἐὰν δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Οὐδέποτε δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ οὐδένα ἠμφισβητήθη, ὅτι ὁ φορολογικὸς νόμος δύναται νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς εἶναι ἄτοπον ὁ νόμος νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν ἡ Κυβέρνησις κατέθεσε τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς 22.12.1964 καὶ ἐφρόντισε νὰ δοθῇ περιθώριον ὀλίγων ἡμερῶν, διότι ὁ νόμος ἐὰν ψηφισθῇ, θὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ 1.1.1965. Εἶναι σαφές, ὅτι καὶ πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς καὶ νομικῶς τὸ θέμα εἶναι ἐν τάξει. Ἤθελον νὰ προσθέσω, ὅτι ὑπάρχει ἕνα θέμα ἐφαρμογῆς εἰς τὸν ἐνδιάμεσον χρόνον. Νομίζω, ὅτι καὶ ἄλλος συνάδελφος τὸ ἐπεκαλέσθη. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει κἄθε λόγον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ταχέως καὶ ἀποτελεῖ αὐτὸ ἀπάντησιν εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐπείγονται νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἐπὶ μακρὸν ἐκκρεμὴς ὁ νόμος. Συμφέρον ἔχουν οἱ φορολογούμενοι νὰ ἐφαρμοσθῇ ταχέως. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν μεταβιβάσεις, ἔχουν συμφέρον νὰ πληρώσουν τὸν φόρον αὐτόν, διότι ἄλλως διὰ συμπληρωματικοῦ φύλλου ἐλέγχου θὰ πληρώσουν τὴν διαφοράν. Μὲ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὸν ἐφαρμόζομεν, μὴ δυνάμενοι ἐὰν θέλῃ ὁ φορολογούμενος νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον μεταβιβάσεως βάσει τοῦ νόμου αὐτοῦ, νὰ τοῦ τὸ ἐπιβάλλωμεν, διότι δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι ὁ νόμος.
§195Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Ὑποστηρίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἔχουν ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσετε πολλὰς προσφυγὰς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ θὰ δημιουργήσετε σειρὰν δικῶν τῶν ἐνδιαφερομένων. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ζητήσετε τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Περαιτέρω νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Συνεπείᾳ τοῦ νομοθετήματος τούτου θὰ ἔχωμεν ἀνάσχεσιν τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων καὶ δὴ ἀνάσχεσιν τῆς ταχύτητος τῶν συναλλαγῶν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων. Οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους μᾶς ἐδώσατε, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι πειστικοί. Ὑπῆρχον πολλὰ προσύμφωνα, τὰ ὁποῖα ἐν ὄψει τοῦ νομοσχεδίου σας οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐπεθύμουν νὰ τὰ ὁριστικοποιήσουν. Καὶ ἐπειδὴ οἱ συμβολαιογράφοι δὲν ἐπρόλαβαν ἐντὸς τῶν ὀλίγων ἡμερῶν ποὺ ὑπελείποντο ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου σας μέχρι τέλος τοῦ ἔτους νὰ συντάξουν τὰ ὁριστικὰ συμβόλαια, συνέταξαν ταῦτα τὸν μῆνα Ἰανουάριον 1964 μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας δὲν θὰ δοθῇ ἀναδρομικὴ δύναμις ἢ μὲ τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸ παρελθὸν θὰ ἀκυρωθῇ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Πολλοὶ συμβολαιογράφοι καὶ πολλοὶ δικηγόροι ἐν Θεσσαλονίκῃ ἔκαμαν αὐτὰς τὰς σκέψεις καὶ νομίζω, κ. Ὑπουργέ, θὰ ἀντιμετωπίσετε πολλὰς προσφυγὰς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας.
§196Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, θέλω νὰ σᾶς δώσω μερικὰ συμπληρωματικὰ στοιχεῖα. Ἐὰν ἡ ἐπιχειρηματολογία σας ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν πραγματικότητα, θὰ ἔπρεπε ἀκριβῶς τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ Ἰανουαρίου νὰ ἔχωμεν ηὐξημένον ρυθμὸν μεταβιβάσεων. Συμβαίνει ὅμως ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Τὸ πρῶτον 10ήμερον τοῦ Ἰανουαρίου ἔχομεν σημαντικωτάτην πτῶσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μεταβιβάσεων. Ἐνῷ τὸ 1964 εἴχομεν 1.024 μεταβιβάσεις, τὸ πρῶτον 10ήμερον τοῦ Ἰανουαρίου, τὸ ἀντίστοιχον διάστημα τοῦ 1965 εἴχομεν μόνον 338. Πίπτομεν δηλαδὴ εἰς τὸ ⅓ καὶ ἐπανέρχεται ὁ φυσιολογικὸς ρυθμὸς μετὰ 10ήμερον. Καὶ εἰς τὸ δεύτερον, ἑπόμενον 10ήμερον τοῦ Ἰανουαρίου, συνέβη αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον. Εἶναι κατὰ συνέπειαν σαφές, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐκκρεμοτήτων τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ περὶ φυσιολογικῆς περιπτώσεως.
§197Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Ἐπιμένω, ὅτι πρόκειται περὶ ἐκκρεμοτήτων. Ἅπαξ καὶ δὲν ὑπογράψουν τὰ συμβόλαιά των ἐντὸς τοῦ 1964 οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ σπεύδουν τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν.
§198Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ. Αὐτὸς ἦτο καὶ ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ μεταβιβάσεως ἐντὸς τοῦ 1964.
§199Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι τὸ ἑξῆς: Δὲν ἔχομεν ἀκριβῆ στοιχεῖα διὰ νὰ ἰδοῦμε ἐὰν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάσχεσις τῶν συναλλαγῶν τούτων. Φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μία ἀνάσχεσις εἰς τὴν ταχύτητα τῶν ἀγοραπωλησιῶν τῶν ἀκινήτων. Μὲ 5 ἀγοραπωλησίας, κ.κ. συνάδελφοι, τὸ Δημόσιον μὲ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου μεταβιβάσεως γίνεται οὐσιαστικῶς κύριον τῶν ἀκινήτων τούτων. Ποία τότε ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ὑπερτιμήματος; Μήπως τὸ Δημόσιον δὲν μετέχει εἰς τὴν ὑπεραξίαν; Μετέχει μὲ 15%. Τί θὰ συμβῇ τώρα; Τὰ ἀκίνητα θὰ περιέλθουν εἰς ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔχουν τὴν διάθεσιν νὰ τὰ πωλήσουν. Ἑπομένως, τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ εἰσπράξῃ τίποτα. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην διατὶ πρέπει νὰ γίνῃ ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι νόμος ἀντιπαθής, ὅπως ἦτο καὶ ὁ παλαιὸς νόμος τοῦ ὑπερτιμήματος. Ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἔχει οὔτε πρακτικούς, οὔτε ταμειακοὺς σκοποὺς νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Πιστεύω ἐπὶ πλέον, ὅτι καὶ ἀκαίρως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ χώρα μας ἔχει περάσει τόσας περιόδους νομισματικῶν ταραχῶν, καὶ χωρὶς βεβαίως νὰ ὑπάρχουν σήμερον λόγοι δικαιολογοῦντες δυσπιστίαν νομισματικήν, ἐν τούτοις ἡ ψυχολογία τοῦ λαοῦ εἶναι τοιαύτη, ποὺ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἐπιδεινώσωμεν μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοθετήματος. Ἐρωτᾶται, κ.κ. συνάδελφοι, ἐὰν αὐτὴ ἡ πλεονάζουσα ἀγοραστικὴ δύναμις εἶναι δυνατὸν νὰ στραφῇ εἰς ἐπενδύσεις καλυτέρας. Πιστεύω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ σήμερον. Τί θὰ συμβῇ λοιπόν, ἐὰν ἐπέλθῃ μία ἀνάσχεσις εἰς τὰς ἀγοραπωλησίας, ἕνας φόβος, ὅτι ὁ ἀγοράζων ἀκίνητα εἶναι ἐνδεχόμενον μελλοντικῶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ σημαντικὸν φόρον; Μήπως ὑπάρχει κίνδυνος νὰ στραφοῦν εἰς τὴν ἀγορὰν χρυσῶν λιρῶν, νὰ κάμουν ἐπενδύσεις τοῦ εἴδους αὐτοῦ, ὁπότε διατρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ στραφοῦν αἱ ἀποταμιεύσεις πρὸς τὰ ἐκεῖ; Σήμερον μάλιστα ὁπότε ὁμολογουμένως εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχει μία ηὐξημένη ἀγοραστικὴ δύναμις, ὑπάρχει μία αὔξησις τῆς κυκλοφορίας τοῦ χαρτονομίσματος, ἡ ὁποία δίδει τὴν εὐχέρειαν εἰς ὡρισμένας τάξεις νὰ κάμουν ἀποταμιεύσεις. Ἐρωτῶ: Πρὶν ἢ ὀργανωθῇ ἡ οἰκονομία κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν αἱ ἀποταμιεύσεις νὰ στραφοῦν πρὸς παραγωγικὰς ἐπενδύσεις, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δημιουργοῦμεν τοιούτου εἴδους ψυχολογικὸν κλῖμα εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὅπου, ὅπως εἶπα ἔχει δημιουργηθῇ αὐτὴ ἡ νομισματικὴ διαταραχή; Εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ δημιουργῶμεν τοιοῦτον κλῖμα τροπῆς πρὸς ἀγορὰν χρυσῶν λιρῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ θανάσιμον κίνδυνον διὰ τὸν τόπον μας; Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε, τὴν στιγμὴν αὐτὴν τοὐλάχιστον, πρὶν ἢ ὀργανωθῇ μία ἀγορὰ χρηματογράφων, ὥστε αἱ ἀποταμιεύσεις νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ στραφοῦν πρὸς παραγωγικὰς ἐπενδύσεις, δὲν θὰ ἔπρεπε, αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἤδη ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον δὲν ἔγινεν ἐκμετάλλευσις τῆς ὑπεραξίας αὐτῆς. Ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, δέχεται, ὅτι ἀφήνει εἰς τὸ περιθώριον τὰς παλαιὰς ἀνατιμήσεις καὶ ὅτι διὰ τὰς ἀγορὰς τοῦ 1965 καὶ ἐφεξῆς θὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ πρέπει σήμερον, εἰς αὑτὴν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ηὐξημένας δαπάνας καταναλωτικάς, λόγῳ καὶ τοῦ Κυπριακοῦ ἀκόμη θέματος, ὅταν ἔχωμεν μίαν ἐπικίνδυνον κάπως καμπὴν τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου μας νὰ τίθενται τοιαῦτα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ψυχολογικῆς τοὐλάχιστον ἀπόψεως δημιουργοῦν θέματα διὰ τὴν οἰκονομίαν μας. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, σήμερον τοὐλάχιστον, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ. Θὰ ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἁπλῶς εἰς νομοσχέδιον αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ φόρου μεταβιβάσεως. Θὰ ἐδεχόμην ἀκόμη καὶ περαιτέρω αὔξησιν τῶν συντελεστῶν τῆς φορολογίας νὰ ἐπιβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ περαιτέρω εἰσοδήματα διὰ τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ, νὰ μὴ ἐπιβάλῃ τὸν ἀντιπαθῆ αὐτὸν φόρον ὑπερτιμήματος. Αὐτὰς τὰς ἀπόψεις εἶχον νὰ ὑποστηρίξω καὶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, νὰ παραιτηθοῦν, ἐκθέτοντες τὰς ἀπόψεις των ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1;
§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων περὶ φορολογίας μεταβιβάσεως ἀκινήτων καὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ αὐτομάτου ὑπερτιμήματος ἀστικῶν οἰκοπέδων». Κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι οἱ κ.κ. Κουτσοχέρας, Βρανόπουλος, Ρουσσόπουλος, Ἀναγνωστόπουλος, Βανταλῆς, Θεδοσιάδης, Κωστῆς καὶ Βερνῖκος. Οὗτοι συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θὰ ἀναπτύξουν εὐρύτερον τὰς ἀπόψεις των κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 0.45′ π.μ.)