1964.11.25
5.853 στίχοι · 45.569 λέξεις · 133 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7η
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 11.00′ π.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς κειμένης συνταξιοδοτικῆς Νομοθεσίας. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτάς, ὅπως προσέρχωνται εἰς τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, διότι ἄλλέως πως δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ προώθησις τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Β. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Β. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Βασιλᾶτος καὶ Χ. Ἀποστολάκος, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου Νομαρχῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Βρανόπουλος, Σ. Νικολαΐδης, Ι. Παπαγεωργίου, Δ. Γεωργίου, Δ. Βουρδουμπᾶς καὶ Τ. Μιχαηλίδης, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς κειμένης συνταξιοδοτικῆς Νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Παπαγιαβῆς, Ι. Παπαδάκης ἢ Στάϊκος, Ε. Κοθρῆς, Ι. Τσιριμῶκος καὶ Α. Φροντιστὴς, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς κειμένης συνταξιοδοτικῆς Νομοθεσίας». Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 59337) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαγεωργίου καὶ Ἐμμ. Μπακλατζῆ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 55715) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Αἰγαίου, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παππᾶ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 55167) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἰωαννίνων, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Γραμματίδη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 69796) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Βαρδινογιάννη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 60478) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσ)νίκης, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 68673) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρ. Κιτσίδη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 60676) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Αἰγαίου, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Πασαλίδη, Η. Ἠλιοῦ, Α. Μπριλλάκη, Λ. Κύρκου, Ν. Κιτσίκη, Σ. Ἠλιοπούλου, Π. Παρασκευοπούλου, Ι. Παπαδημητρίου, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Ε. Σακελλάρη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 55757) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσ)νίκης, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Γαληνοῦ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 58094) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσ)κης μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρ. Βασματζίδη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 59336) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαγεωργίου καὶ Ἐμμ. Μπακλατζῆ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 57246) 14.8.1964 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μετὰ προσηρτημένης Ποινικῆς Δικογραφίας, κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαγεωργίου καὶ Ἐμμ. Μπακλατζῆ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπονται ἅπασαι εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Ὁ βουλευτὴς Καβάλας, κ. Λ. Λυμπέρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου ἁλιεργατῶν Νομοῦ Καβάλας, διαμαρτυρομένου δι’ ἀπόφασιν Ὑπουργῶν Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας, περὶ χορηγήσεως ἀδείας ἀπεριορίστου εἰσαγωγῆς τουρκικῶν ἁλιευμάτων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Καβάλας, κ. Λ. Λυμπέρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Κοινοτικῶν ὑπαλλήλων Νομοῦ Καβάλας, αἰτουμένου χορήγησιν ἐπιδόματος αὐτοδιοικήσεως ὡς καὶ εἰς τοὺς Δημοτικοὺς ὑπαλλήλους. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν Συν)ρισμῶν Κατούνης, διαμαρτυρομένων δι’ ἐξαγγελθέντα μέτρα Κ.Ε.Κ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Δούκας, Λ. Κύρκος καὶ Π. Παρασκευόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Ν. Νατσίδη, Ἡρ. Βασιλειάδη, Ι. Ἰγνατιάδη καὶ ἄλλων οἰκογενειαρχῶν Φερῶν Ἕβρου, αἰτουμένων ἐπαναπατρισμὸν τῶν εἰς ἐξωτερικὸν εὑρισκομένων Ἑλλήνων προσφύγων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Σαρανταπόρου — Ἐλασσόνος, αἰτουμένου χορήγησιν ἀδειῶν καπνοκαλλιεργείας. Ὁ Κλήμης Σφαέλλος, συν)χος ΤΑΝΠΥ, Γεν. Γραμματεὺς—ἐφέδρων ἀξ)κῶν, κάτοικος Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται, διὰ τὴν ἀντικατάστασιν ἀτόμων τινῶν ἀπὸ τῆς Διοικήσεως τοῦ ΤΑΝΠΥ κλπ. Ὁ Σύνδεσμος ἀναπήρων ἀξιωματικῶν Βορείου Ἑλλάδος νόμου 2588)21, αἰτεῖ κατάθεσιν νομοσχεδίου «περὶ μετατάξεως ἀναπήρων Ἀνθυπολοχαγῶν νόμου 2588)21 εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου 4506)30 προβλεπομένην κατάστασιν πολεμικῆς διαθεσιμότητος». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ΣΥΣΑΚΕ, διαμαρτυρομένου διὰ διορισμὸν ὡς ἐκπροσώπων του τῶν Δ. Γρηγορίου καὶ Μ. Μοτέρου. Οἱ ἀπολυθέντες πολιτικοὶ κρατούμενοι Ἰωάννης Ποτήρης, Ἀχιλ. Μπλάνας καὶ Ν. Ζώλας, αἰτοῦνται ἀπόλυσιν κρατουμένου, ἀσθενοῦντος βαρέως, ἰατροῦ Ἐμμαν. Σιγανοῦ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἀθανασίου Γ. Μπουρονίκου, γραφέως αʹ τάξεως ἐν τῷ ὑποκαταστήματι ΙΚΑ Λαρίσης, αἰτουμένου βαθμολογικὴν ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Ι. Προκοπίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Γιανιτσῶν, αἰτουμένου χορήγησιν οἰκοπέδου τοῦ Δημοσίου δι’ ἀνέγερσιν κτιρίου τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀγροτικοῦ Νηπιοτροφείου. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου μισθωτῶν ὑπαλλήλων ὁδηγῶν αὐτοκινήτων Δράμας καὶ περιφερείας «Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος», αἰτουμένου συμμετοχήν των εἰς τὰ τοπικὰ Συμβούλια αὐτοκινήτων. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ὑπαλλήλων Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων πόλεως Σερρῶν, αἰτουμένων τροποποίησιν τοῦ Α. Ν. 1854) 51 σχετικῶς μὲ τὰς προσαυξήσεις τῆς συντάξεώς των κλπ. Τὸ συνδικάτον Ἐργατοτεχνιτῶν Λατομείων Πέτρας– Μαρμάρου καὶ Ἀσβεστοποιείου Ἀττικῆς «Ἡ Ἕνωσις», αἰτεῖται τὴν λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων πρὸς περιστολὴν τῶν ἀτυχημάτων εἰς τὰ Λατομεῖα. Οἱ Γουνεργάται Καστοριᾶς, διαμαρτύρονται δι’ ἐξαίρεσίν των ἐκ τῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Ἀκριτοχωρίου Σερρῶν, αἰτουμένου διορισμὸν ὡς ἱεροδιδασκάλου τοῦ ἤδη ἐν αὐτῇ ὑπηρετοῦντος ἱερέως Δημ. Ἀποστολίδη, πτυχιούχου τῆς Ἀνωτάτης Ἐκκλησιαστικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ κ. Τάκης Κ. Πυλαρινός, κάτοικος Λεχαινῶν, αἰτεῖται ρύθμισιν θέματος ἀκινήτων τελούντων ὑπὸ ἐνοικιοστασιακὴν χρῆσιν. Ἡ Ἕνωσις πλανωδίων Ὀπωροπωλῶν Ἀθηνῶν, αἰτεῖται τὴν λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τοῦ Ταμείου της. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Α. Παπαλουκᾶς, διὰ τηλεγραφήματός του, αἰτεῖται ἄμεσον ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀγορὰν τῶν καπνῶν ἐσοδείας 1963 Νομοῦ Φθιώτιδος. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Ἀναστασίας ἐπαρχίας Φυλλίδος Σερρῶν, διαμαρτυρομένης δι’ ἐνοικίασιν 6000 στρεμμάτων τῆς βοσκῆς Τσεκόβης, ὑπὸ τῆς ΥΔΑΜΚ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Χρυσοχωράφων Σερρῶν, αἰτουμένης ἵδρυσιν ὑποκαταστήματος ΑΤΕ ἐν τῇ κωμοπόλει Ἡρακλείας Σερρῶν καὶ χορήγησιν ποσοῦ 250.000 δι’ ἀποπεράτωσιν Διδακτηρίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Ε. Σακελλάρης, διὰ τηλεγραφήματός των, διαμαρτύρονται διὰ παρατηρουμένην παντελῆ ἔλλειψιν ζωοτροφῶν εἰς περιοχὴν Θηβῶν. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν ἰατρῶν ὑποκαταστήματος ΙΚΑ Χίου, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ ἐπίλυσιν βασικῶν καὶ δικαίων αἰτημάτων ἰατρῶν ΙΚΑ. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Χριστιανικῆς Ἑνώσεως Γονέων, τοῦ Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων Γυμνασίου θηλέων Χίου, αἰτουμένων ὅπως τὰ μαθήματα τῶν Ἀρχαίων Ἑλληνικῶν καὶ τῶν Θρησκευτικῶν, διδάσκονται κανονικὰ εἰς τὰ Γυμνάσια. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Παλαιῶν καὶ Νέων Πολεμιστῶν καὶ Τραυματιῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένης ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου στρατεύσεώς των ὡς συνταξίμου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Παρασκευόπουλος, Α. Τσιάρας καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν λεμονοπαραγωγῶν Δερβενίου Κορινθίας, διαμαρτυρομένων διὰ πτῶσιν τιμῆς λεμονίων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὀρυζοπαραγωγῶν Νομοῦ Σερρῶν, αἰτουμένων ἐξαγγελίαν μέτρων προστασίας τῆς ὀρύζης κλπ. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Δ. Θανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργοκτηνοτροφικοῦ Συλλόγου Παλαμᾶ καὶ περιχώρων, αἰτουμένου λῆψιν προστατευτικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν γεωργοκτηνοτρόφων. Ὁ βουλευτὴς Καβάλας κ. Λ. Λυμπέρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἁλιεργατῶν Νομοῦ Καβάλας, αἰτουμένων ὅπως τὴν Διοίκησιν τῶν ἰχθυοσκαλῶν ἀναλάβουν ὀργανώσεις ἁλιεργατῶν καὶ πλοιοκτητῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Θεοδωράκης, Α. Τσιάρας καὶ Γ. Πανάγος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως σπουδαστῶν τῆς Τεχνικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης «Εὐκλείδης», αἰτουμένης ἐπέκτασιν τῆς δωρεὰν παιδείας καὶ εἰς τοὺς σπουδαστὰς τῆς Σχολῆς ταύτης κλπ. Ὁ βουλευτὴς Καβάλας κ. Λ. Λυμπέρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Εὐφροσύνης χήρας Δημητρίου Κατσίκα, κατοίκου Ἀθηνῶν, αἰτουμένης χορήγησιν συντάξεως ὑπὸ τοῦ Ι.Κ.Α.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Ὅπως γνωρίζητε, κύριοι βουλευταί, ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἶναι συνέχεια τῆς ὑπαρχούσης Ἡμερησίας Διατάξεως περὶ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἔχει ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, συνεφώνησε δὲ πρὸς τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Σ. Μαρκεζίνης, ἔχει τὸν λόγον.
§4Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐκφράζω τὴν ἱκανοποίησίν μου, κύριοι βουλευταί, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθη τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἔκρινα τοῦτο ἐπιβεβλημένον, διότι φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπὶ τῶν ἐξελίξεων τοῦ Κυπριακοῦ διαφώτισις τοῦ Σώματος προηγεῖται παντὸς ἄλλου. Δεδομένου μάλιστα, ὅτι διήλθομεν τὸ τετράμηνον τῶν διακοπῶν, τὸ ὁποῖον τετράμηνον ἦτο πλῆρες γεγονότων καὶ ἐξελίξεων, ἡ ἀνάγκη αὐτὴ κατέστη περισσότερον ἐπιβεβλημένη, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθοῦν ὅλα τὰ θέματα εἰς ὅλην τὴν ἔκτασιν, ἀλλὰ δύναται νὰ εἶναι ἀκριβῶς γνωστά. Ἡ ἐπικρατοῦσα σήμερον ἠρεμία τῆς νήσου δὲν θὰ ἦτο λόγος διὰ νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις. Διότι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι δὲν γνωρίζει κανεὶς τὴν ἔκτασίν της καὶ τὴν διάρκειάν της, θὰ ἦτο παράδοξον νὰ συζητοῦμεν μόνον τὰ ἑκάστοτε συμβαίνοντα καὶ ὄχι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα ἐν τῷ συνόλῳ του. Τοῦτο μάλιστα ὅταν ἀκόμη καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία βέβαια δὲν διακρίνεται διὰ τὴν ὑποδειγματικὴν λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, συνηθίζεται ἐν τούτοις νὰ ἐνημερώνεται ἡ Βουλὴ συνεχῶς ἐπὶ τῶν ἐξελίξεων. Ἀφ’ ἧς δὲ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ προβῇ αὐτὴ εἰς ἀπολογισμόν, νομίζω δὲ ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι εἶναι λίαν ἀμφίβολον ἐὰν συνέτρεχε λόγος συζητήσεως ἐπὶ πολιτικοῦ ζητήματος σήμερον, ἐρωτᾶται, ἐὰν θὰ ἦτο καὶ ἐνδεικνυομένη. Διότι προκειμένου περὶ τοῦ Κυπριακοῦ χρειάζεται ἀκριβῶς ἀτμόσφαιραν ἠρεμωτέραν καὶ τὸ κλῖμα, μιᾶς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεως, εἶναι προσφορώτερον ἀπ’ ὅ,τι εἶναι τὸ κλῖμα μιᾶς πολιτικῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην ὀξύνει τὰ πράγματα. Δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὴν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἀκριβῶς δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἤθελον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμίαν πρόθεσιν ἔχω νὰ ἀντιδικήσω. Ἀντιθέτως ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι νὰ βοηθήσω. Φρονῶ, ὅτι διὰ τῆς σημερινῆς συζητήσεως, ἐὰν ἐπιτευχθῇ ἡ διαφώτισις τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῆς Βουλῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, θὰ εἶναι τοῦτο ἤδη ἓν ἐπίτευγμα. Διότι ὁ καλύτερος τρόπος νὰ ἀντιμετωπισθῇ μία κατάστασις εἶναι ἡ γνῶσις. Καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζῃ, ὅτι ἀκολουθεῖ κρυσταλλίνην πολιτικήν, ἐφρόνουν, ὅτι πλανᾶται καὶ ἐλπίζω νὰ ἀποδείξω καὶ σήμερον, ὅτι πλανᾶται, ὅτι δὲν συμβαίνει πράγματι τοῦτο. Ἀντιθέτως εἶναι τόσον συγκεχυμένη ἡ πολιτική της, ὥστε νὰ ἐξομοιοῦται μὲ τὴν ἀνυπαρξίαν καὶ εἶναι ἑκάστοτε τόσον ἀνεδαφική, ὥστε νὰ θεωρῆται ὄχι πολιτική, ἀλλὰ εὐχολόγιον. Διότι καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ εἰς τὴν διπλωματίαν, ὅταν δὲν κάμνῃ κανεὶς μόνον ἐπίκλησιν τοῦ δικαίου αἰτήματος, ἀλλὰ φρονῇ ὅτι ἀρκεῖ μόνον τὸ δίκαιον, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ δικαίωσις, νομίζω ὅτι πλανᾶται. Πέραν τοῦ δικαίου χρειάζεται καὶ δύναμις, χρειάζεται καὶ ἱκανότης τοῦ νὰ ἀντιλαμβάνεται κανεὶς τὴν πραγματικότητα καὶ ἔτι περισσότερον νὰ μὴ κατέχεται οὔτε παραισθήσεων, οὔτε ψευδαισθήσεων καὶ νὰ δύναται νὰ προσαρμόζεται πρὸς τὴν ἑκάστοτε πραγματικότητα. Δι’ αὐτὸ ἄλλως τε καὶ ἡ πολιτικὴ ἐθεωρήθη ἡ τέχνη τοῦ ἐφικτοῦ. Ἄλλως τε ὄχι μόνον εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ γενικῶς εἰς τὴν ζωὴν δὲν ἀρκεῖ μόνον τὸ δίκαιον, κύριοι βουλευταί. Ἀκόμη καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς — σᾶς ὁμιλεῖ δὲ θρησκευόμενος ἄνθρωπος — ὑπεσχέθη τὴν δικαίωσιν εἰς τὸν ἄλλον κόσμον. Ἡμεῖς ὅμως οἱ πολιτικοί, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποσχώμεθα πραγματοποίησιν εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον, λόγου χάριν τὴν ἕνωσιν μὲ τὴν Κύπρον — ἐὰν τὴν πιστεύωμεν — διὰ σήμερον, δι’ αὔριον, διὰ μεθαύριον. Ὄχι, διὰ κἄποτε, ὄχι «πάλι μὲ χρόνια μὲ καιροὺς πάλι δική μας θᾶναι». Ἐξέφρασα μὲν τὴν χαράν μου, κύριοι βουλευταί, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη τὴν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ εὑρίσκω τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἐπιμόνως ἀρνεῖται τὴν σύγκλησιν Συμβουλίου Στέμματος. Τὸ αἴτημα τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον. Διότι, καίτοι εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ διαδηλώσω τὰ αἰσθήματα τοῦ πατριωτισμοῦ, τὰ ἰδικά μου καὶ τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι, οὔτε ἁπλῶς, διὰ νὰ εἴπω ὡραίας φράσεις ἢ διὰ νὰ κατακεραυνώσω μεγάλους καὶ μικροὺς καὶ νὰ δημαγωγήσω, διὰ νὰ δρέψω εὐκόλως χειροκροτήματα, εἶναι βέβαιον, ὅτι μία δημοσία συζήτησις ἔχει ὡρισμένα ἀπώτατα ὅρια, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπερβῇ. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου τὰ ἀπώτατα αὐτὰ ὅρια σταματοῦν εἰς τὴν δημοσίαν συζήτησιν, ἀρχίζουν εἰς τὸν κλειστὸν χῶρον ἐνώπιον τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, μὲ τὴν τήρησιν πρακτικῶν, ὅπου ὁ καθεὶς δύναται, πλήρως ἐνημερωμένος διὰ τὰ πάντα, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του καὶ τότε τὸ Ἔθνος δὲν ἐνημεροῦται ἐπὶ τῶν διαμειφθέντων, ἀλλὰ δύναται ἐπὶ τοῦ ἀσφαλοῦς νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἡ ἀκολουθουμένη πολιτικὴ εἶναι πράγματι ἐθνικὴ πολιτικὴ ἢ εἶναι πολιτικὴ ἑνὸς μόνον κόμματος, οἱανδήποτε πλειοψηφίαν καὶ ἐὰν διαθέτῃ. Τὰ ὅσα λέγω δὲν εἶναι καινοφανῆ. Ἀντιθέτως μάλιστα πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι σύνηθες φαινόμενον Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ ἀποφύγουν τὸν διάλογον αὐτόν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον αὐτὸς ὁ διάλογος, διότι αὐταὶ ἔχουν τὴν εὐθύνην, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συνεκαλεῖτο Συμβούλιον τοῦ Στέμματος νὰ ἔπαυον νὰ ἔχουν τὴν εὐθύνην. Παρ’ ὅλον ὅτι δὲν θὰ ἤθελον νὰ παρατείνω πολὺ τὴν παραμονήν μου εἰς τὸ βῆμα, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ κρίσιμον, θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ παρελθόν, ἐπικαλούμενος τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, πῶς εἰς παρομοίας περιπτώσεις ἔβλεπε τὸ θέμα ἐκεῖνος. Σᾶς ἀναγινώσκω ἀπόσπασμα τῶν χειρογράφων τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου τοῦ ἔτους 1933. «...Ἡ μεγαλυτέρα εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἄφησεν ἀκαθοδήγητον τὸν Τόπον, ὥστε νὰ γίνῃ διαγωνισμὸς τοῦ κυβερνητικοῦ πρὸς τὸν ἀντιπολιτευόμενον καὶ ἀνεξάρτητον Τύπον, θέτουσα εἰς σοβαρώτατον κίνδυνον αὐτὴν τὴν διατήρησιν τῆς Ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας. Καὶ ἡ στάσις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως προερχομένη ἀπὸ τὸν φόβον μήπως καταδημαγωγηθῇ ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἀποτελεῖ ἀληθινὴν προδοσίαν τοῦ καθήκοντός της. Τόσον μᾶλλον ἐγκληματικήν, διότι ἐὰν δὲν κατήργει τὴν ἀπὸ 4ετίας ἀκολουθηθεῖσαν παρ’ ἐμοῦ πολιτικὴν τοῦ νὰ ζητῆται ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν γνωμῶν τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολιτικῶν κομμάτων ἐπὶ ζητημάτων γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, ἠδύνατο νὰ ἀποφύγῃ ἐντελῶς τὸν κίνδυνον τῆς καταδημαγωγήσεως, ἔχουσα τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὅλοι οἱ ἀρχηγοί, ὅσοι δὲν μετέχουν τῆς Κυβερνήσεως, μόνον εἰλικρινεῖς γνώμας θὰ τῆς ἔδιδον καὶ θὰ ἦσαν σύμφωνοι, ὅπως κάμνουν ἀπὸ κοινοῦ τὰς ἀναγκαίας συστάσεις πρὸς τὸν Τύπον». Ἀκούσετε τώρα ἄλλο ἀπόσπασμα ἀπὸ δηλώσεις τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Κόμματος Φιλελευθέρων Γ. Ἐξηντάρη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. 14 Μαρτίου 1934. «...Πιστεύομεν, ὅτι ὑπῆρξε βαρύτατον τὸ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὴν ἀπὸ 5ετίας καθιερωθεῖσαν ἀρχήν, ὅπως ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ρυθμίζεται ὑπὸ τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως, μετὰ ἐξονυχιστικὴν συζήτησιν τῶν ἀρχηγῶν ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶχε δώσει ἄριστα κατὰ κοινὴν ἀναγνώρισιν ἀποτελέσματα. Διότι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, παύουσα νὰ εἶναι πολιτικὴ ἑνὸς κόμματος καθίστατο κοινὴ τοῦ κράτους πολιτική, ἥτις ἐξησφάλιζε συνέχειαν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δύναμιν διὰ κάθε κράτος. Ἀπομακρυνθεῖσα τῆς ἀρχῆς ταύτης εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἡ Κυβέρνησις ἐκινδύνευσε νὰ διχάσῃ τὴν χώραν ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν της ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων της». Σᾶς ἀναγινώσκω ἄλλο ἀπόσπασμα ἀπὸ δημοσίευμα ἐφημερίδος «Ἐλεύθερον Βῆμα» τῆς 16ης Μαρτίου 1934, ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἐκ μέρους ἐγκύρων κύκλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως παρετηροῦντο χθὲς τὰ ἑξῆς ἐν σχέσει πρὸς τὰ σημερινὰ σχόλια τῆς «Πρωΐας» καὶ τὸ Σύμφωνον». (Κάμνω χρῆσιν τοῦ ἀποσπάσματος, διότι τὸ κείμενον ὀφείλεται εἰς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, τοῦ χειρογράφου του ἀνευρεθέντος εἰς τὸ ἀρχεῖόν του). «Ἡ Πρωΐα» ἀρνεῖται, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Βαλκανικοῦ συμφώνου «ἡ Κυβέρνησις ἐξέκλινε τῆς καθιερωθείσης τὰ τελευταῖα ἔτη ἀρχῆς ὅπως τὰ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ρυθμίζονται μετὰ ἐξονυχιστικὴν συζήτησιν μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων» καὶ προσθέτει: «Εἶναι βέβαια γεγονός, ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἐκάλει τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων διὰ νὰ τοὺς κρατᾷ ἐνημέρους τῶν ἐνεργειῶν του εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ἤκουε τὰς γνώμας των. Ἐφρόντιζεν ὅμως πάντοτε νὰ τονίζῃ, ὅτι τὰς ἤκουε, διατηρῶν πᾶσαν ἐλευθερίαν κρίσεως καὶ δράσεως ὡς ὑπεύθυνος Κυβέρνησις....». «Ἀλλὰ ποῖος ποτὲ ὑπεστήριξε τὴν τερατώδη ἀξίωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων νὰ μὴ ἔχῃ ἰδικάς της γνώμας, ἀλλὰ ν’ ἀναθέτῃ εἰς τοὺς ἄλλους πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς νὰ τῆς διαγράφουν τὰς πολιτικὰς κατευθύνσεις ποὺ πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ; Ἐκεῖνο ποὺ ὑπεστηρίχθη πάντοτε εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων ὀφείλει ν’ ἀκούῃ καὶ συζητῇ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων πολιτικῶν ἀρχηγῶν, ὥστε ν’ ἀποφασίζῃ ἐν γνώσει τῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν ἄλλων κομμάτων, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ προκύπτῃ ἀπόφασις, ἀνταποκρινομένη πρὸς τὴν ἀντίληψιν ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἀποτελοῦσα πράγματι ἑνιαίαν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ἑπομένως ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Ἔθνους καὶ ὄχι ἑνὸς μόνον κόμματος». Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τώρα ἀποσπάσματα ἀπὸ ἐπιστολὴν Ἐλευθερίου Βενιζέλου πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Δημ. Μάξιμον, ὑπὸ ἡμερομηνίαν 30 Ἀπριλίου 1934. «Εἰς τὴν ἀπαντητικὴν ἐπιστολήν σας ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ βεβαιώνετε, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις διαχειριζομένη ὑπευθύνως τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐνδιαφέρεται ὄχι ὀλιγώτερον οὐδενὸς ἄλλου διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὴν τήρησιν τῶν ἐκ τῶν συνθηκῶν ἀπορρεουσῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος. Οὐδέποτε διενοήθην βέβαια ν’ ἀμφισβητήσω τὸ διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ὑπεύθυνον ὑπ’ αὐτῆς διαχείρισιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Δὲν ὑποθέτω ὅμως ν’ ἀμφισβητῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ ὑπ’ αὐτῆς ὑπεύθυνος διαχείρισις τῆς ἐξωτερικῆς, ὅπως ἄλλωστε καὶ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς γίνεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Καὶ ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἑτέρου τῶν μεγάλων κομμάτων, ἀλλὰ καὶ ὡς ἁπλοῦς βουλευτής, εἶχα τὸ δικαίωμα τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς ὑμᾶς διὰ τῆς ἐπιστολῆς μου, νὰ τὴν ἀπευθύνω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ζητήσω νὰ καθησυχάσετε τὰς ἀνησυχίας μου, τὰς ὁποίας εἶναι φυσικὸν νὰ συμμερίζεται ἕνα μεγάλο μέρος τῆς κοινῆς γνώμης. Τὴν ἄσκησιν ἐν τούτοις τοῦ δικαιώματός μου τούτου παρεμποδίζει τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, συμπράξασα εἰς τὴν στέρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου μου ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἀρνηθεῖσα ἔκτοτε νὰ μοῦ παράσχῃ τὴν ὀφειλομένην ἱκανοποίησιν, καθιστᾷ ἠθικῶς ἀδύνατον τὴν ἐπάνοδόν μου εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ γεγονὸς ὅμως τοῦτο δὲν μὲ ἐστέρει τοῦ δικαιώματος νὰ σᾶς γράψω τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον, καὶ ἂν προσηρχόμην εἰς τὴν Βουλήν, ὤφειλα νὰ προτιμήσω τὴν ὁδὸν ταύτην, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζητήματος ἡ δημοσία συζήτησις τοῦ ὁποίου τότε μόνον ἐπιτρέπεται καὶ ἐπιβάλλεται, ὅταν καταστῇ ἀδύνατος ἡ κατ’ ἰδίαν συνεννόησις κυβερνήσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως». Δηλαδὴ ὁ ἀείμνηστος Βενιζέλος καὶ ἐφιστῶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχήν σας, ὑπεστήριζεν, ὅτι ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀρνῆται ἰδιαιτέραν σύσκεψιν ἐπιβάλλεται ἡ δημοσία συζήτησις. Καὶ συνεχίζω ἀναγιγνώσκων τὸ τέλος τῆς ἰδίας ἐπιστολῆς του: «Ἐκφράζω τὴν βαθεῖαν λύπην μου, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπομακρυνθεῖσα τῆς ἀρχῆς ποὺ εἶχε καθιερωθῆ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὅπως, ἐκ πρωτοβουλίας της ἐπιζητῇ ἐπὶ παντὸς σοβαροῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἀνταλλαγὴν σκέψεων μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολιτικῶν κομμάτων, πρὸς διατήρησιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ἑνότητος εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν μας, φθάνει σήμερον νὰ ἀποκρούσῃ καὶ αὐτὴν τὴν δι’ ἐμπιστευτικῆς ἀλληλογραφίας ἐπιδιωκομένην ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως συνεννόησιν, καὶ δὲν ἀφίνει εἰς αὐτὴν τοιουτοτρόπως ἄλλην διέξοδον ἀπὸ τὴν δημοσίαν συζήτησιν». Ἀπὸ τὰ ὅσα σᾶς ἀνέγνωσα προηγουμένως εἶναι προφανές, ὅτι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος οὐδεμίαν ἔκαμε διάκρισιν μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Τοῦτο καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ τονίσῃ ἀκόμη περισσότερον. Καλεῖται εἰς σύσκεψιν τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν, μὲ θέμα τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, κατὰ Μάρτιον τοῦ 1934 καὶ θέτει ὡς ὅρον τῆς συμμετοχῆς του εἰς αὐτὴν τὴν πρόσκλησιν καὶ τῶν δύο ἀρχηγῶν τῶν ἀγροτικῶν κομμάτων (Μυλωνᾶ– Σοφιανοπούλου) παρὰ τὸν ὀρθὸν ἰσχυρισμὸν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι βάσει τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς δὲν ἐδικαιοῦντο οὗτοι τοῦ δικαιώματος νὰ ἀναγνωρίζωνται ὡς ἀρχηγοὶ κόμματος. Εἰς τὴν αὐτὴν περίπτωσιν παρεμβαίνει καὶ ὁ Γεώργιος Καφαντάρης μὲ τὰς ἀκολούθους δηλώσεις: Ἐὰν ἀποδεχώμεθα τὴν πρόσκλησιν, χωρὶς τὴν συμμετοχὴν δύο ἐκ τῶν ἡγετῶν ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ συνασπισμοῦ, θὰ ἐσήμαινεν, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ἀναγνωρίζομεν ἐκείνους μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάσθημεν καὶ συνεργαζόμεθα». Λυποῦμαι, ὅτι σᾶς ἀπησχόλησα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπομνήσω καὶ εἰς τὴν ἐκ τῶν Φιλελευθέρων προερχομένην μερίδα τοῦ Κοινοβουλίου πῶς ἐσκέπτοντο ἄλλοτε οἱ ἀρχηγοί της. Εἰσερχόμενος, ἤδη, κύριοι, εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος εἶναι προφανές, ὅτι θὰ περιορισθῶ εἰς ὅσα ἔχω νὰ εἴπω διὰ τὰ μετὰ τὴν 3ην Ἰουλίου συμβάντα. Ἡ 3η Ἰουλίου εἶναι ἡ τελευταία συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς ἀπολογισμὸν τοῦ ταξειδίου του εἰς Ἡνωμένας Πολιτείας καὶ Γαλλίαν. Εἶναι ἀκριβῶς μάλιστα τὸ σημεῖον ἀπὸ τοῦ ὁποίου, εὐθὺς ἀπὸ τὴν ἑπομένην, ἀρχίζει ἡ ἔκπληξις, ὅτι ἐνῷ εἶχεν εἰς χεῖρας του ἐπιστολὴν τοῦ Προέδρου Τζόνσον, ἀπέφυγε κἂν καὶ μνείαν αὐτῆς νὰ κάμῃ εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τὸ παρελθὸν ἔχω ἐπανειλημμένως ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ὥστε νὰ εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχοληθῶ ἐκ νέου. Διὰ τὴν Ζυρίχην σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰς διάλογόν μου μὲ τὸν τότε Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἶχα τονίσει, ὅτι εἶναι εὐκολώτερον νὰ ἴδῃ κανεὶς ἐφαρμοζομένην τὴν Πολιτείαν τοῦ Πλάτωνος, παρὰ τὰς συμφωνίας Ζυρίχης καὶ Λονδίνου. Καὶ δυστυχῶς, τὰ πράγματα μὲ ἐδικαίωσαν ἀπολύτως. Εἰς τὰς συζητήσεις ποὺ ἔγιναν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νῦν Κυβερνήσεως, διότι αὐτῆς τὸ ἔργον ἐλέγχομεν σήμερον, εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ποία εὐθύνη ὑπάρχει διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Μακάριον δι’ ὅσα συνέβησαν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1963. Ἐκαυτηρίασα τότε τὴν ἀπαράδεκτον αἰσιοδοξίαν, ἡ ὁποία ἐξεφράζετο καὶ εἰς τὸ γνωστὸν κείμενον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὑμνητήριον κείμενον, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ὁ κίνδυνος μετεβλήθη εἰς πρόβλημα. Καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχήν, ὅτι ἀντιθέτως ὁ κίνδυνος κατέστη νόμιμος. Καὶ τὰ πράγματα ἀπέδειξαν, ὅτι εἶχα δίκαιον. Ἐτόνισα ἔκτοτε, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ σύσκεψις τῶν Πολιτικῶν Ἀρχηγῶν μὲ συμμετοχὴν τοῦ Στρατηγοῦ Γρίβα. Καὶ πράγματι, μόλις, μετὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ μέτρα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς νέας διαμορφουμένης ἐν Κύπρῳ στρατιωτικῆς καταστάσεως. Ἐπέμεινα, ὅτι ὀρθῶς μὲν ἡ Κυβέρνησις ὑπεστήριξεν, ὅτι τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἀγῶνος ἔπρεπε νὰ ἔχουν αἱ Ἀθῆναι καὶ ὄχι ἡ Λευκωσία. Ἀλλὰ ἀντιθέτως ἀπὸ ὅσα συνέβησαν, φοβοῦμαι, ἔλεγον τότε, ὅτι ἡ Λευκωσία διευθύνει καὶ ὄχι αἱ Ἀθῆναι. Καὶ τέλος εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 12ης Μαΐου ἀκόμη περισσότερον διηυκρίνησα τὴν πολιτικήν μου, ὑποστηρίξας, ὅτι πρέπει εὐθέως νὰ ζητῶμεν τὴν Ἕνωσιν. Εἰς τὸ ἐνδιάμεσον ὑπῆρξα ὁ πρῶτος συνήγορος τῆς ἰδέας τῶν δυσμενῶν συνομιλιῶν, μὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν μας, ὅτε ὁ πόλεμος ἔχει ἀποκρουσθῆ, αἱ λύσεις ἀντιμετωπίζονται διὰ συνεννοήσεων, ἐφ’ ὅσον μάλιστα δι’ αὐτῶν δὲν ἐπρόκειτο νὰ βλαβῇ ὁ τόπος, ἀλλ’ ἀντιθέτως. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω κατωτέρω. Αἰσθάνομαι τὸν ἑαυτόν μου ὑπερήφανον, κ. βουλευταί, ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπαναλάβω τὰ ὅσα εἶπον χωρὶς νὰ μεταβάλω οὔτε λέξιν. Καὶ νὰ προσθέσω, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι μου, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθοῦν, ηὐξήθησαν. Ηὐξήθησαν σήμερον περισσότερον ὄχι διότι εἶναι ἡλίου φαεινότερον, ὅτι ἡ Λευκωσία ἔχει τὸν πρῶτον λόγον, ἀλλὰ διότι λαμβάνει πρωτοβουλίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται καὶ τὴν Ἕνωσιν νὰ βλάψουν καὶ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἔχουν σοβαρωτάτας ἐπιπτώσεις. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐξόχως σημαῖνον σήμερον, ὅτε διερχόμεθα μίαν μεταβατικὴν παγκόσμιον περίοδον, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην δημιουργεῖ νέας καταστάσεις καὶ ἐπιβάλλεται μὲ ἔξοχον προσοχὴν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν τύχην τῆς Χώρας, ἡ ἰδία νὰ προσέχῃ τὸ κᾶθε τι ὅσον ποτὲ ἄλλοτε. Αὐτὰ ὑποστηρίζει πολιτικὸς ἀρχηγός, ὁ ὁποῖος πιστεύει εἰς τὴν Ἕνωσιν καί, ταὐτοχρόνως, ὅπως τὸ ἔχει ἐπανειλημμένως διακηρύξει, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀκολουθῶμεν Ἑλληνικὴν πολιτικὴν καὶ ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἀκολουθῶμεν Ἑλληνικὴν πολιτικήν, χωρὶς ὅμως τὸν κίνδυνον νὰ ἀποσπασθῶμεν ἢ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὴν Δύσιν, εἰς τὴν ὁποίαν, κατ’ ἐμέ, ἀνήκει ἡ Ἑλλάς. Ἐν προκειμένῳ θὰ προσπαθήσω νὰ ἐξηγήσω ἓν πρὸς ἓν τὰ ὅσα ὑποστηρίζω τώρα. Ἀνησυχῶ σήμερον διὰ τὴν ἕνωσιν πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἄλλοτε, ὅτε προσεπάθει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδεικνύων προφανῶς στοργὴν πρὸς ἐμέ, νὰ μὲ προφυλάξῃ καὶ νὰ μὲ πείσῃ νὰ ἀνακαλέσω τὰ ὅσα ἔλεγον περὶ ἑνώσεως κατὰ τὴν 12ην Μαΐου, εἴτε ἀπὸ τὸν φόβον μήπως παρεξηγηθῶ ὡς τυχὸν ἰμπεριαλιστής, εἴτε μήπως ἀθελήτως ὑπονομεύσω τὴν μεθόδευσιν, τὴν διαδικασίαν τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Σήμερον τὰ πράγματα μετεβλήθησαν, εἰς τὸ ἐν τῷ μεταξὺ διάστημα, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἀνησυχῶν πλέον οὔτε ὁ ἴδιος νὰ κριθῇ ὡς ἰμπεριαλιστής, οὔτε ἀνησυχῶν διὰ τὴν μεθόδευσιν τοῦ ἀγῶνος εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἐπροχώρησε πέραν ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀντὶ νὰ ἐξαγγείλῃ ὡς σκοπὸν τὴν ἕνωσιν, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὅτι ἡ ἕνωσις ἔρχεται. Τώρα λοιπὸν ποὺ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς βλέπει τὴν ἕνωσιν ἐρχομένην, τώρα ἐγὼ τὴν βλέπω ἀπομακρυνομένην. Ἐνῷ ἐὰν ἠκολουθεῖτο ἐγκαίρως ἡ ρεαλιστικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἀνταλλαγμάτων, ἀλλὰ ὄχι φυσικὰ ἐδαφικῶν ἀνταλλαγμάτων, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐπιτευχθῆ πολὺ μεγαλυτέρα πρόοδος. Κάποτε, κύριοι βουλευταί, θὰ ἀποκαλυφθῇ, ὅτι κατὰ τὸ λῆξαν θέρος ἐπλησιάσαμεν πολὺ πλησίον εἰς τὴν ἕνωσιν καὶ ἀπὸ ἔλλειψιν θάρρους, ἀδυναμίας ἀναγνωρίσεως τῆς πραγματικότητος ἀφήσαμεν ἀνεκμεταλλεύτους εὐκαιρίας. Σπανίως εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἑνώσεως εἴχομεν ἰσχυροὺς προστάτας ὡς τὸν τελευταῖον καιρόν. Ἐὰν γίνῃ Συμβούλιον Στέμματος, θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν, νομίζω, νὰ διαπιστώσω, ὅτι ἴσως καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς θὰ ἦτο πολὺ πλησίον νὰ συμφωνήσῃ μαζί μου μὲ αὐτὰ ποὺ λέγω. Συμβαίνει, κύριοι βουλευταί, ἤδη εἰς τὴν Κύπρον ὅ,τι συνέβαινεν ἄλλοτε εἰς τὴν Κρήτην. Ἐπὶ μακρόν, δηλαδή, ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἐνδιεφέρετο διὰ τὴν αὐτονομίαν τῆς Κρήτης καὶ ἠμπόδιζε τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μὲ τὴν Ἑλλάδα, μέχρις ὅτου οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι ἐδημιούργησαν νέαν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἐπέβαλλε μεταβολὴν διὰ τὴν Κρήτην. Ἡ αὐτονομία τῆς Κρήτης ἐξυπηρέτει περισσότερον τὰ βρεταννικὰ συμφέροντα τῆς αὐτοκρατορίας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι συνεπλήρουν κατὰ τὴν νοοτροπίαν τῆς τότε στρατηγικῆς ἐποχῆς τὴν ἅλωσιν τῶν βάσεων ἀπὸ τὸ Γιβραλτάρ, εἰς τὴν Μάλταν, τὸ Σουέζ, τὸ Ἄντεν πρὸς τὰς Ἰνδίας. Ὅσον μάλιστα ἐμβαθύνετε περισσότερον εἰς τὴν ἱστορικὴν ἔρευναν, τόσον θὰ καταλήξετε εἰς τὸ παράδοξον συμπέρασμα, ὅτι προφανῶς ὑπῆρξε μακρὰ περίοδος καθ’ ἣν ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἐνδιεφέρετο περισσότερον διὰ τὴν αὐτονομίαν τῆς Κρήτης, παρὰ διὰ τὴν κατοχὴν τῆς Κύπρου. Τοῦτο συνέβη διότι ἐνῷ ἐθεωρήθη μέγα ἐπίτευγμα τὸ 1878, ὅταν ἡ Κύπρος περιῆλθεν εἰς τὴν αὐτοκρατορίαν καὶ ὅταν τέσσαρα ἔτη μετὰ κατελήφθη οὐσιαστικῶς ἡ Αἴγυπτος, τὸ μέγα στρατηγικὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Κρήτην ὑπέστη μετὰ τέσσαρα ἔτη συντριπτικὴν ἐλάττωσιν. Οὗτος δὲ ἀκριβῶς εἶναι ὁ λόγος ὅπου ἤδη ἀπὸ τοῦ 1912 εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν ἐδημιουργεῖτο ἡ ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν Ἑλλάδα λόγῳ τῆς ἐμφανίσεως εἰς τὴν πολιτικὴν σκηνὴν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου καὶ λόγῳ τῶν λαμπρῶν ἐπιτευγμάτων τοῦ Ἔθνους, ἤδη ἔκτοτε οἱ Ἄγγλοι ἀρχίζουν νὰ ἀντιμετωπίζουν τὴν παραχώρησιν τῆς Κύπρου εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρὸ δηλαδὴ τοῦ μεγάλου πολέμου, πρὸ τῆς γνωστῆς προτάσεως πρὸς τὸν ἀείμνηστον Βασιλέα Κωνσταντῖνον τοῦ 1915, τὴν παραχώρησιν τῆς Κύπρου μὲ ἀντάλλαγμα τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς βάσεως τοῦ Ἀργοστολίου. Θὰ σᾶς διαβάσω πάλιν ἕνα κείμενον τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, διότι τὸ θέμα τὸ θίγουν ἱστορικοὶ Ἄγγλοι καὶ Ἕλληνες πάντοτε ἀναφερόμενοι προφανῶς εἰς τὸν Βενιζέλον, ἀλλὰ χωρὶς ἐν τούτοις νὰ συμπίπτουν μὲ ὅσα σπουδαῖα ἔλεγεν ὁ Βενιζέλος. Καὶ ἐπειδὴ τὸ ὅλον κείμενον ταὐτοχρόνως φωτίζει καὶ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίαν του σήμερον, δι’ αὐτὸ θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω. Πρόκειται περὶ τοῦ μνημονίου τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου μὲ ἡμερομηνίαν 6 Νοεμβρίου 1931. Γράφει ὁ Βενιζέλος: «...Περὶ τὴν 8ην μ.μ. ὥραν μὲ ἐπεσκέφθη κατ’ οἶκον ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας διὰ νὰ μοῦ ἀνακοινώσῃ, ὅτι ἐκτὸς τῆς πληροφορίας τὴν ὁποίαν μετέδωκε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ κινήσεως σημειωθείσης ἐν Θεσσαλονίκῃ πρὸς ὀργάνωσιν ἀνταρτικῶν σωμάτων διὰ τὴν Κύπρον ἔχει πληροφορίας ἐκ πηγῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεωρηθῇ καλή, ὅτι ὁμοία κίνησις παρατηρεῖται καὶ εἰς Πειραιᾶ. Ἐβεβαίωσα τὸν κ. Πρέσβυν, ὅτι θὰ ζητήσω νὰ ἐξακριβώσω τὸ πρᾶγμα καὶ ὅτι μπορεῖ νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι θὰ παταχθῇ ἀμειλίκτως ἐκ τῆς Κυβερνήσεως πᾶσα τοιαύτη ἐνέργεια. Προσέθηκα ἀκόμη, ὅτι ὁσάκις μοῦ ζητηθῇ ἐνέργειά τις, ἡ ὁποία καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ μοῦ ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν διεθνῶν καθηκόντων μου, δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ ποτὲ ἀδυναμίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν διεθνῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀνεχθῶ ὅπως περιέλθῃ αὕτη εἰς ἣν θέσιν εὑρίσκεται ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοῦ Βουλγαρικοῦ Κομιτάτου». Ἐν συνεχείᾳ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀφοῦ ἐξηγεῖ εἰς τὸν RAMSEY, ὅτι ὁμιλεῖ «ὡς φίλος καὶ ὅλως ἀνεπισήμως», ἐπικρίνει τὴν στάσιν τοῦ SIR RONALD STORS, τότε κυβερνήτου τῆς Κύπρου καὶ μετὰ ταῦτα δὲν διστάζει νὰ ἐπικρίνῃ καὶ τοὺς πολιτικοὺς τῆς Κύπρου, καὶ συνεχίζει: «Προσέθεσα, ὅτι ἡ Πολιτεία αὕτη τῶν πολιτευομένων τῆς Κύπρου μὲ ἐξεγείρει καὶ προσωπικῶς, διότι ἄνευ αὐτῆς εἶχα τὴν κρυφὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠμποροῦσα νὰ ἐπιτύχω ἀπὸ τὴν παροῦσαν ἀκριβῶς ἰσχυρὰν Κυβέρνησιν παραχώρησιν τῆς Κύπρου. Διότι προσέθεσα, δὲν προσέφερεν ἡ Ἀγγλία τὴν Κύπρον μόνον πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον τὸ 1915. Καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Βαλκανικῆς διασκέψεως τοῦ Λονδίνου μοῦ ἐγένετο ἀνάλογος προσφορά. Ἡμέραν τινὰ διὰ τοῦ Σὲρ Τζὼν Σταυρίδη ἐκλήθην νὰ προγευματίσω τὴν 9ην μ.μ. ὥραν παρὰ τοῦ κ. LOYD GEORGE, Ὑπουργοῦ τότε τῶν Οἰκονομικῶν. Παρίσταντο εἰς τὸ πρόγευμα, ἐκτὸς τοῦ SIR JOHN καὶ ὁ Οὐίνστων Τσῶρτσιλ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ Πρίγκηψ Βάττενμπεργκ, πρῶτος ναυτικὸς Λόρδος τοῦ Ναυαρχείου. Ὁ LOYD GEORGE λαβὼν τὸν λόγον εἶπεν, ὅτι ἔχει νὰ μοῦ κάνῃ μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ὤφειλε κανονικῶς νὰ μοῦ γίνῃ διὰ τοῦ SIR EDWARD GREY Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ ἐπειδὴ οὗτος ἦτο τότε Πρόεδρος τῆς συνδιασκέψεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἡ ὁποία συνεδρίαζε παραλλήλως πρὸς τὴν συνδιάσκεψιν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ ἐκεῖνος ἐν προκειμένῳ καὶ μάλιστα οὔτε ἔχει γνῶσιν τοῦ πράγματος. Ἀλλ’ ἡ πρότασις γίνεται κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. ASQUITH, καὶ εἶναι βέβαιος οὗτος, ὅτι μόλις ὁ SIR EDWARD GREY ἀπηλλάσσετο τῶν εὐθυνῶν τοῦ Προέδρου τῆς Διασκέψεως, καὶ ἐλάμβανεν γνῶσιν τοῦ πράγματος θὰ ἐνέκρινεν αὐτὸ καὶ θὰ ἀνελάμβανεν πλέον αὐτὸς τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν καὶ ὑπογραφὴν τῆς συμφωνίας. Ἡ πρότασις ἦτο νὰ μᾶς παραχωρήσῃ ἡ Ἀγγλία τὴν Κύπρον, εἰς ἀντάλλαγμα τῆς ἐξουσιοδοτήσεώς μας, ὅπως ἐν περιπτώσει πολέμου χρησιμοποιήσῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Στόλου της τὸν λιμένα τοῦ Ἀργοστολίου. Ἀπήντησα, ὅτι δὲν διστάζω νὰ δεχθῶ κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν, ἀφοῦ ἐν περιπτώσει γενικοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐὰν εἶμαι Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος θὰ τάξω αὐτὴν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ποῖος θὰ κυβερνᾷ τότε τὴν Χώραν ὀφείλω νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἴδω ἐὰν τοιαύτη συμφωνία δύναται νὰ συμβιβασθῇ πρὸς τὴν οὐδετερότητα τὴν ὁποίαν ἡ τότε Κυβέρνησις δύναται νὰ θελήσῃ ἐνδεχομένως νὰ τηρήσῃ. Συνεφωνήθη νὰ συνέλθωμεν διὰ δευτέραν φορὰν μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, ὁπότε ἀπήντησα, ὅτι προτιμῶ εἰς ἀντάλλαγμα τῆς Κύπρου, νὰ παραχωρήσω ἀπὸ τοῦ καιροῦ τῆς εἰρήνης τὸν λιμένα τοῦ Ἀργοστολίου εἰς τὴν Ἀγγλικὴν κυριαρχίαν μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος τῆς κυριαρχίας τῶν ἐντὸς τοῦ λιμένος πόλεων καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθέρας χρήσεως τοῦ λιμένος ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ἡ ἀπάντησις ἐκρίθη ἱκανοποιητικὴ καὶ μοῦ ἀνεκοινώθη, ὅτι μόλις θὰ ἔπαυεν ἡ λειτουργία τῆς συνδιασκέψεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐν Λονδίνῳ, ὁ SIR EDWARD GREY θὰ μὲ ἐκάλει διὰ τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμφωνίας. Ἀτυχῶς ἐπῆλθεν ὁ μέγας πόλεμος πρὶν διαλυθῇ ἡ ἐν λόγῳ διάσκεψις καὶ δοθῇ καιρὸς διὰ νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐν λόγῳ παραχώρησις. «Προσέθηκα εἰς τὸν Ἄγγλον Πρέσβυν, ὅτι πρὸ δύο περίπου ἐτῶν ὁ βουλευτὴς τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος Κενουάρθη, ἐπιστρέφων ἐκ Κύπρου ἐζήτησε νὰ μὲ ἴδῃ καὶ μοῦ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι ἐπεσκέφθη τὴν Κύπρον διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐκεῖ κατάστασιν, προσθέσας, ὅτι τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα εἶναι ἀποφασισμένον, ὅτι ἔχει ἀπόλυτον πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν Κύπρον διότι θεωρεῖ, ὅτι εἶναι ἄχρηστος εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Αἱ δὲ ἀντιρρήσεις τῶν Ἐπιτελείων τῶν Ναυτικῶν, τῆς Ξηρᾶς καὶ τοῦ Ἀέρος, ἦσαν ἀβάσιμοι ὅπως ἀπέδειξεν ὁ μέγας πόλεμος κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ὁποίου ἡ Κύπρος οὐδαμῶς ἐχρησιμοποιήθη. Μὲ ἠρώτησε δὲ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν παραχώρησιν. Ἐννοεῖτε ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησίς μου. Προσέθηκα ἀκόμη, ἄλλωστε, ὅτι, διὰ νὰ ἀφαιρεθῇ κάθε ἀξία ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν στρατιωτικῶν, εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ ὅπως ἡ Ἀγγλία παρακρατήσῃ ὑπὸ τὴν πλήρη κυριαρχίαν της τὸν λιμένα τῆς Ἀμμοχώστου μετὰ χερσαίας ἀκτῖνος περὶ αὐτὴν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν στρατώνων καὶ ἀεροδρομίων, ἢ ἄλλο μέρος τῆς νήσου ὅπερ θὰ ἔκρινε καταλληλότερον πρὸς τοῦτο. Ὁ κ. Κενουάρθη ηὐχαριστήθη πολὺ μὲ τὴν γνώμην αὐτὴν καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι πράγματι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἐπιτελείων, ποὺ ἀντιτάσσονται κατὰ τῆς παραχωρήσεως ἐκμηδενίζονται. Διὰ τοῦτο κατέληξεν, εἶμαι περισσότερον ἠγανακτησμένος κατὰ τῆς ἀνοήτου πολιτείας τῶν πολιτευομένων τῆς Κύπρου, διότι αὕτη, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει οὐδὲ νὰ διανοηθῶ νὰ ζητήσω σήμερον τὴν Κύπρον, ἀφοῦ πρέπει νὰ παρέλθουν ἔτη πολλὰ διὰ νὰ λησμονηθοῦν αἱ τελευταῖαι ταραχαὶ καὶ μὴ παρασχεθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Ἀγγλία ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἐπαναστατικὴν πίεσιν τῶν Κυπρίων». Τὸ ὡς ἄνω μνημόνιον κλείει μὲ τὴν ἀκόλουθον παράγραφον: «Σημειωτέον, ὅτι ὁμοίαν δήλωσιν περὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος σχετικῶς πρὸς τὴν Κύπρον μοῦ εἶχε κάμει λόγον πρὸ τοῦ Κενουάρθη, καὶ ὁ βουλευτὴς κ. Φίλιπ Νοὲλ Μπαῖκερ». Ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γενικῆς στρατηγικῆς, ποὺ εἶπον προηγουμένως. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἶπον, ὅτι ὡς πρὸς τὴν Κρήτην, τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βρεταννίας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο ἡ αὐτονομία τῆς Κρήτης καὶ ὄχι ἡ Ἕνωσις καὶ εἰς τὴν οὐσίαν ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἠμπόδιζε μὲ ὅλας της τὰς δυνάμεις τὴν ἕνωσιν καὶ προώθει τὴν αὐτονομίαν. Τώρα ἀντεστράφησαν τὰ πράγματα. Ὅτι συνέβαινεν ἄλλοτε μὲ τὴν Ἀγγλίαν ὡς πρὸς τὴν Κρήτην, συμβαίνει σήμερον μὲ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν καὶ τοὺς ἀδεσμεύτους. Ἐνδιαφέρονται λέγω σήμερον διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἢ ἐὰν θέλετε διὰ τὴν αὐτονομίαν, ὅπως τὸ ἔλεγον ἄλλοτε, τῆς Κύπρου καὶ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις καὶ αἱ ἀδέσμευτοι χῶραι. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταί, οἱασδήποτε ἑρμηνείας τοῦ Τουρκο–σοβιετικοῦ ἀνακοινωθέντος, οὔτε ὡς πρὸς τὸ σημεῖον ἐρεύνης τοῦ περιεχομένου τῆς συμφωνίας μεταξὺ Σοβιετικῆς Ἑνώσεως καὶ Μακαρίου. Χρειάζεται ἁπλῆ λογική. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θέλουν νὰ βοηθήσουν τὴν Ἕνωσιν καὶ μὲ τὸ δίκαιόν των ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἡ ἰδία καθίστατο ἀδέσμευτος. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἐὰν θὰ ἤρκῃ ἁπλῶς — καὶ εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ — αὐτὴ καὶ μόνον ἡ ἀποστρατικοποίησις τῆς Κύπρου, ἔννοια εὐρυτέρα τῆς μὴ παραδοχῆς βάσεων. Εἶναι πάντως προφανές, ὅτι ἡ ἄποψίς μου ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ τὶ ἀποβλέπουν οἱ ἀδέσμευτοι μετὰ τὴν τελευταίαν συνέντευξιν τοῦ Μακαρίου, ὀρθῶς ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς του ἐξετίμησεν εἰς τὶ ἀποβλέπουν οἱ ἀδέσμευτοι. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς τῶν Ἀθηνῶν ὑποστηρίζω, ὅτι ὑπῆρξε μέγα ἀτύχημα ἡ ἐπιστροφὴ τῶν Τούρκων εἰς τὴν Κύπρον. Μακροχρονίως κρίνοντες τὰ πράγματα εἶναι μέγα τό, ὅτι ἐπετράπη νὰ ἀναπτυχθῇ γενικώτερον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Κύπρον. Τοῦτο φυσικὰ ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ πιστεύωμεν καὶ εἰς τὴν Ἕνωσιν καὶ ὄχι εἰς τὴν οἱασδήποτε μορφῆς ἀνεξαρτησίαν καὶ εἰς τὴν παραμονήν μας εἰς τὴν Δύσιν. Ἄλλως βεβαίως ἔχουν τὰ πράγματα ἐὰν ἀντιμετωπισθῇ ἢ ἀποφασισθῇ καὶ ἐνδεχόμενος νέος προσανατολισμός, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ θεωρῶ ἁπλῶς ὡς μίαν ἄποψιν. Δὲν τὴν ὑποστηρίζω. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν, ἔστω καὶ ὑποψίαν, ὅτι τοιοῦτος χειρισμὸς ἀφέθη εἰς χεῖρας τῆς Κύπρου καὶ ὄχι ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν Ἀθηνῶν. Ὑπάρχουν βεβαίως καὶ οἱ καλόπιστοι, οἱ ὁποῖοι βλέπουν ἀντιθέτως μεγαλυτέραν ἄνεσιν δράσεως. Ἔπρεπε, κ. βουλευταί, ἐγκαίρως νὰ κατανοήσωμεν, ὅτι ὄχι μόνον οἱ Ἀμερικανοί, ἀλλὰ καὶ ὅλοι ἀντιλαμβάνονται, ὅτι ἡ ἕνωσις συμφέρει. Δι’ αὐτὸ ἐτόνισα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐντοπίσωμεν ποὺ εἶναι τὸ ζήτημα. Εἰς τὴν ἐποχήν, προσθέτω, ποὺ οὐδεὶς βλέπει πρὸς πόλεμον εἶναι ἀπαραίτητον καὶ ἀναγκαῖον νὰ γίνωνται συζητήσεις κορυφῆς. Σήμερον εἶναι γενικῶς δεκτὴ ἡ ἰδέα τῆς συνυπάρξεως, τὸ ὁποῖον σημαίνει συμβιβασμός. Εἶμαι ὑπερήφανος, ὅτι καὶ τὸ 1959 ὅταν ἐπεσκέφθην τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν ἐθεώρησα καὶ ὑπεστήριξα ὡς ὀρθὰς καὶ χρησίμους τὰς συναντήσεις κορυφῆς. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ἡ συνύπαρξις ἀσφαλῶς σημαίνει, συμβιβασμός. Τώρα δὲν ἀποκλείεται νὰ μὲ κατηγορήσουν σὺν τοῖς ἄλλοις ὡς συνήγορον τῶν Δυτικῶν ἢ καὶ τῶν Τούρκων. Δὲν κατέχομαι ὅμως ἀπὸ οἱονδήποτε σύμπλεγμα καὶ δὲν φοβοῦμαι τοιαύτην κατηγορίαν. Πᾶν ἄλλο. Πιστεύω, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἡγέται μιᾶς χώρας πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται πῶς θὰ ἐπιτελέσουν ὅπως νομίζουν αὐτοὶ καλύτερον τὸ καθῆκον των. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπειδὴ ὑποστηρίζεται ἐπανειλημμένως ἡ ἀνάγκη τῆς τηρήσεως ἑλληνικῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ ξεκαθαρίσωμεν τὶ σημαίνει ἑλληνικὴ πολιτική. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι λέγοντες ἑλληνικὴ πολιτική, σημαίνει, ὅτι θὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικήν, ἡ ὁποία ὡς μόνον γνώμονα ἔχει τὸ τὶ συμφέρει πρωτίστως εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὡς ἐδῶ τὸ πρᾶγμα εἶναι πάρα πολὺ ἁπλοῦν, περιπλέκεται ὅμως ἐν συνεχεία. Ἡμεῖς μὲν οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν πολιτικήν, ἡ ὁποία συμφέρει τὴν Ἑλλάδα. Ὀρθῶς. Οἱ Ἀμερικανοὶ ἐπίσης πρέπει νὰ ἀκολουθοῦν πολιτικήν, ἡ ὁποία συμφέρει τὴν Ἀμερικήν. Οἱ Ρῶσοι οἱ Ἄγγλοι, οἱ Γάλλοι κ.ο.κ. πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκολουθοῦν πολιτικήν, ἡ ὁποία νὰ συμφέρῃ αὐτούς. Ἐν τούτοις ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀγῶνος τῆς ἀνεξαρτησίας ἡμεῖς θέλομεν οἱ Ρῶσοι, οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Γάλλοι νὰ ἀκολουθοῦν πολιτικὴν φιλικὴν πρὸς ἡμᾶς, ὅπως καὶ χρησιμοποιοῦντες τὸν ἰδιότυπον θὰ ἔλεγον ὅρον, φιλελληνικὴν πολιτικήν. Τώρα προσετέθη καὶ ἡ Ἀμερική. Αὐτὸ ὅμως δημιουργεῖ κινδύνους παρανοήσεως ἰδίως εἰς τὰς μᾶζας, ὅπου ἠμπορεῖ νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι εἰς τὰς κρισίμους στιγμὰς δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ Ἔθνους. Ἀφήνομεν νὰ σύρεται ὁ λαὸς εἰς πεπλανημένας ἀντιδράσεις ὄχι σπανίως διὰ νὰ ἀποσείσωμεν ἰδικάς μας. Ἐπιρρίπτομεν ἑκάστοτε τὰς εὐθύνας εἰς τοὺς ξένους, ὅτι πταίουν οἱ Ἀμερικανοὶ ἢ οἱ Ρῶσοι καὶ δὲν ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἑκάστοτε πταίομεν καὶ ἡμεῖς. Ἁπλῶς δὲν εἴμεθα ἑκάστοτε ἱκανοὶ νὰ τοὺς πείσωμεν εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον εἰς κάποιον σκοπόν. Βεβαίως δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὸ ἐπιτυγχάνωμεν ἑκάστοτε ταὐτοχρόνως μὲ ὅλους. Καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολὺ εὐκολώτερον ἐπιτυγχάνομεν πρὸς τοὺς Δυτικοὺς διότι εἴμεθα εἰς τὴν Δύσιν, παρὰ πρὸς Ἀνατολάς. Ἀλλὰ δημιουργεῖται ἕνας πρόσθετος κίνδυνος διότι ἀφήνεται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι οἱ μὲν δυτικοὶ μᾶς ζητοῦν ἀπαράδεκτα συνεχῶς πράγματα ἐνῷ οἱ ἀνατολικοὶ προσφέρουν χωρὶς νὰ ζητοῦν τίποτε. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἰς τὸν τύπον δὲν ζητοῦν τίποτε, εἰς τὴν οὐσίαν ζητοῦν τὸ πᾶν. Ζητοῦν σιγὰ–σιγὰ νὰ μεταβάλλωμεν τὴν πολιτικήν μας. Τὸ κάμνουν ἐν συνειδήσει αὐτὸ πιστεύω, ἀλλ’ ὄχι παρασυρόμενοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά. Αὐτὸ συμβαίνει εἰς τὰς οἰκονομικὰς λ.χ. σχέσεις. Σᾶς ὁμιλεῖ κατὰ σύμπτωσιν πολιτικὸς ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ὁποίου, ἠνοίχθησαν αἱ ἀγοραὶ μὲ τὴν Ρωσίαν καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε θέσει καὶ θέτει ὡς ἕνα κεφάλαιον τοῦ προγράμματός του τὴν εὐρυτάτην ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων μὲ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν καὶ τὸ Παραπέτασμα, ἀλλὰ ὑπὸ ἕνα ἀπαράβατον ὅρον, τὴν ταὐτόχρονον αὔξησιν καὶ πάντως διατήρησιν τῶν ἄλλων ἀγορῶν μας, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὄχι μόνον οἰκονομικῶς δὲν κάμνομεν τίποτε ἐὰν ἀντικαθιστῶμεν πελάτας, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ὑποστῶμεν τὴν ἐπίδρασιν τῆς τακτικῆς αὐτῆς. Τὸ ἴδιον ἰσχύει καὶ ἔχει τὴν ἀξίαν του ἐν προκειμένῳ καὶ περὶ πολιτικῶν χειρισμῶν. Οὐδεμία ἀντίρρησις νὰ εὐρύνωμεν συνεχῶς τὰς φιλίας μας σχεδὸν μὲ ὅλους, ὅταν ἔχωμεν ὡς ἀρχὴν τὴν εἰρήνην. Δι’ αὐτὸ πανηγυρίζω ὅταν ἀκούω περὶ συμφωνιῶν, ὅταν αὗται συμφέρουν. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι διόλου ἕτοιμος νὰ δεχθῶ, ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μὲ ἀπώλειαν ὑπαρχουσῶν φιλιῶν. Καὶ μὲ αὐτὴν ἀκόμη τὴν Τουρκίαν. Διατὶ δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ὅλην τὴν τελευταίαν περίοδον ἡ συνεργασία μὲ τὴν Τουρκίαν ὑπῆρξε θεμέλιον τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἐὰν ἔπταισεν μόνον ἡ Τουρκία ἢ ἐὰν πάντως μόνον ἡ Τουρκία ἔδειξε κακοπιστίαν, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Πάντως εἶναι γεγονός, ὅτι ὑπῆρξεν ἕνα ἀπὸ τὰ θεμέλια τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἐρωτᾶται, ἀποτελεῖ ἀντίβαρόν μου ἡ ὁριστικὴ ἀπώλεια τῆς συνεργασίας πρὸς τὰ ἐκεῖ μὲ τὴν ἀντικατάστασιν ἄλλων φίλων ἢ συνεργασιῶν; Κατ’ ἐμέ, ὄχι. Τοῦτο ἰσχύει πολὺ περισσότερον περὶ τοῦ ΝΑΤΟ. Τὸ ΝΑΤΟ εἶναι ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος εἰς μίαν δεδομένην στιγμὴν προσέφερεν ὑπηρεσίας καὶ ὁ ὁποῖος μέσα εἰς τὴν παγκόσμιον ἀναταραχὴν τὴν σημερινήν, ὑφίσταται καὶ αὐτὸ τὰς ταλαντεύσεις του διὰ νὰ σταθεροποιηθῇ κάπου. Αὐτὸ εἶναι ἄγνωστον, οὔτε θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ποίαν μορφὴν θὰ πάρῃ. Πάντως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι τοῦτο, ὅτι τὸ ΝΑΤΟ ὑπῆρξε καὶ εἶναι ἡ σοβαρωτέρα ἀμυντικὴ συμμαχία μὲ τὴν ὁποίαν συνεδέθη ποτὲ ἡ Ἑλλὰς εἰς καιρὸν εἰρήνης καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατ’ ἐμὲ μέχρι σήμερον ὠφελήθη. Ἐπανειλημμένως ἐτόνισα τὴν ἰσχὺν τοῦ ΝΑΤΟ, ἐπανειλημμένως ἐκαυτηρίασα τὰς ἀδυναμίας του. Λέγω, ποίαν σημασίαν ἔχουν αἱ βασικαί μας σχέσεις μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ ποίους κινδύνους διατρέχομεν ἐὰν χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῶμεν κατολισθήσωμεν εἰς καταστάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχουν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν βασικῶν θεμάτων τῆς πολιτικῆς μας, ἐὰν πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν τὴν πολιτικήν μας. Εἶναι ἄλλο θέμα. Ἀλλὰ αὐτὸν τὸν χειρισμὸν τὸν κάμνει τότε ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν παρακολουθήσετε τὸν Μακάριον εἰς τὰς ἐκδηλώσεις του, θὰ ἰδῆτε πόσον λόγον ἔχω νὰ ἀνησυχῶ. Πολὺς θόρυβος ἔγινε τελευταῖα διὰ τὴν τελευταίαν του συνέντευξιν καὶ τὴν προσπάθειαν ἑρμηνείας της. Ἐγὼ θὰ ἤθελα νὰ παραβάλλετε παλαιὰν συνέντευξιν τοῦ Μακαρίου εἰς τοὺς Κυριακάτικους Τάϊμς τοῦ Σεπτεμβρίου μὲ τὴν τελευταίαν συνέντευξιν καὶ θὰ ἰδῆτε μίαν οὐσιώδη μεταβολὴν εἰς τὰ θέματα καὶ τῶν ἀγγλικῶν βάσεων καὶ τὴν διαδικασίαν ἑνώσεως καὶ εἰς ἄλλα θέματα. Ἐνεφυλλοχώρησαν ἐν τῷ μεταξὺ αἱ συνεννοήσεις Τουρκίας–Ρωσίας καὶ μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ἀντὶ σήμερον νὰ ἀρθῇ οἱαδήποτε τυχὸν ὑποψία ἐνισχύονται αἱ ἀνησυχίαι μας, τὰς ὁποίας εὐλόγως συμμερίζεται ἡ Ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τῶν συμφωνιῶν τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ρωσίαν. Διότι ἐὰν πράγματι ἡ συμφωνία αὐτὴ οὐδὲν περιεχόμενον ἔχῃ, τότε ἔγινε μὲ σκοπὸν νὰ μπλοφάρῃ ἡ Κύπρος, ἀλλὰ ἔδωσε τὴν δυνατότητα εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ ἑλιχθῇ καὶ μάλιστα ἀμέσως καὶ ὄχι ἐμμέσως καὶ γνωρίζουν νὰ κάμουν καλοὺς διπλωματικοὺς ἑλιγμοὺς οἱ Τοῦρκοι. Ἐὰν ἔχουν περιεχόμενον αἱ συμφωνίαι, τότε ἕνας ἄλλος λόγος περισσότερον νὰ γνωρίζωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Ἑλλάδα ποῦ ἠμποροῦν νὰ ὁδηγήσουν, διότι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τεράστιαι αἱ ἐπιπτώσεις. Εὔλογος ἡ ἀξίωσις τῆς κοινῆς γνώμης νὰ εἶναι πλήρως ἐνημερωμένη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι ἀναλόγους σκέψεις περὶ φιλίας κάμνουν καὶ οἱ Τοῦρκοι καὶ ἐκεῖνοι λέγουν τοὺς ἀμερικανοὺς φιλέλληνας, ὅπως ἡμεῖς τοὺς λέγωμεν φιλότουρκους. Δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ ἡ σύγκρισις. Οἱοσδήποτε δυτικὸς δὲν θὰ τὸ ἐδέχετο ποτέ. Ἐάν, κύριοι, χωρὶς αὐτὰ τὰ συμπεράσματα, ἀλλὰ μὲ βαθεῖαν γνῶσιν τῆς πραγματικότητος ἀντιμετωπίζωμεν τὴν κατάστασιν, ἐγὼ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ ἠμπορούσαμεν ἀσφαλέστερον νὰ προχωρήσωμεν καὶ ἰδίως νὰ διαφωτίσωμεν τὸν Λαόν. Εἶναι πολὺ φυσικόν, κύριοι, ἡ Ρωσία νὰ ἐνδιαφέρεται νὰ προσεταιρισθῇ τὴν Τουρκίαν, ὅπως καὶ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ὅπως καὶ ἡ Ἀμερικὴ καὶ ἡ Ἀγγλία νὰ μὴ θέλουν νὰ χάσουν οὔτε τὴν Ἑλλάδα οὔτε τὴν Τουρκίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶσιν, ὅτι οἱ μὲν εὐλόγως δροῦν καὶ οἱ ἄλλοι κακοπίστως. Κάμνω αὐτὴν τὴν ἄχαρι μάχην, διότι θέλω νὰ συνδράμω ὥστε νὰ διαφωτισθῇ τὸ Ἔθνος διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ παραζάλην καὶ παρανόησιν. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως θέλω νὰ πιστεύω τὸ ἐναντίον. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω φράσιν τὴν ὁποίαν ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄλλοτε, ἐν ἀντιπολιτεύσει, ὅτι συνήθως οἱ βουλευταὶ ἔξω ὁμιλοῦν τὴν δημοτικὴν καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν τὴν καθαρεύουσαν. Ἐὰν ἐγίνετο τὸ Συμβούλιον Στέμματος εἰς πάρα πολλὰ σημεῖα φρονῶ, ὅτι θὰ εὑρισκώμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐκεῖ ποὺ διαφωνοῦμεν εἶναι εἰς τὰς δημοσίας ἐκδηλώσεις. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ νικήσωμεν μὲ τὰς φράσεις.
§5Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ζητῶ συγγνώμην δι’ αὐτὴν τὴν εὐθύνην.
§6Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Νὰ εἶσθε ὑπερήφανος δι’ αὐτό. Ἁπλῶς διαπιστῶ τὴν ἀδυναμίαν μου.
§7Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Εἶναι μειονέκτημα....
§8Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μακάρι νὰ εἶχα καὶ ἐγὼ τοιαῦτα μειονεκτήματα. Ἄλλα εἶναι τὰ μειονεκτήματα. Οἱ ἔχοντες τὴν εὐθύνην τῆς γενικωτέρας στρατηγικῆς εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκτιμοῦν ἐκ τῶν ὑστέρων περισσότερον ποῦ θὰ δοθῇ τὸ βάρος. Ὅπως εἰς τὸν πόλεμον δὲν ἐνδιαφέρουν οἱ ἐπὶ μέρους μάχαι, ἀλλὰ ἡ νίκη τοῦ πολέμου καὶ τὸ τέλος του. Εἰς πρόσφατον βιβλίον ποὺ ἐξεδόθη διὰ τὸν στρατάρχην Γουέϊβελ ἀναφέρεται, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ σταλῇ τὸ ἐκστρατευτικὸν σῶμα εἰς Ἑλλάδα, ὁ Τσῶρτσιλ ἠρώτησε τὸν Στρατάρχην ἂν ἡ ἐπιχείρησις τῆς Ἑλλάδος πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ ὡς νέο φιάσκο, ὅπως τὸ Νέρβικ καὶ ἂν ναὶ τὸν ἄφηνεν ἐλεύθερον νὰ μὴ τὴν ἀναλάβῃ. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐξ αὐτοῦ πρέπει νὰ κρίνωμεν τὸν Τσῶρτσιλ ὡς μισέλληνα. Καὶ ὁ Ι. Μεταξᾶς εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπεν οἱ ἔχοντες τὴν γενικὴν εὐθύνην νὰ κρίνουν ποῦ θὰ δοθῇ ἡ μάχη, ἐδῶ ἢ εἰς τὴν Ἀφρικήν. Εἰς τὴν ὥραν τῆς ἀποφάσεως ὁ Μεταξᾶς δὲν ἐζοῦσε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἀποσταλῇ ἐδῶ στρατὸς ἐθελοντικὸς καὶ νὰ χαθῇ καὶ ἡ μάχη τῆς ἐρήμου καὶ ἡ μάχη τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ζήτημα εἶναι διὰ τὸν χειριζόμενον διπλωματικὰ ζητήματα νὰ πείσῃ ποῦ πρέπει νὰ δοθῇ ἡ μάχη καὶ ποῦ εἶναι τὸ συμφέρον καὶ πότε πλέον ἠμπορεῖ καὶ νὰ τὴν κερδίσῃ. Δὲν θὰ ἀρκεσθῇ ποτὲ μόνον εἰς τό, ὅτι δίκαιον εἶναι. Οἱ χειρισμοὶ οἱ διπλωματικοὶ πρέπει νὰ εἶναι πάρα πολὺ ρεαλιστικοί. Καὶ τώρα νὰ προλάβω μίαν ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἤκουσα, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἀφοροῦν τοὺς Κυπρίους. Ἐὰν τυχὸν οἱ Ἕλληνες κατέληγον εἰς οἱασδήποτε συνεννοήσεις καὶ εἰς οἱασδήποτε συμφωνίας, διὰ οἱανδήποτε λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ, ἦτο ἐλεύθεροι οἱ Κύπριοι νὰ τὴν δεχθοῦν ἢ ὄχι. Ἁπλῶς εἶπα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατευθύνει ἐν προκειμένῳ καὶ οἱ Κύπριοι καλοῦνται νὰ συμφωνήσουν ἢ ὄχι. Δὲν κατευθυνόμεθα οὐσιαστικῶς ἡμεῖς ἀπὸ τὴν Λευκωσίαν. Οἱ κίνδυνοι καθίστανται πολὺ μεγαλύτεροι καὶ ἐξ ἄλλων λόγων. Φθάνει κἄποτε ἡ στιγμὴ ὅπου οἱ Μεγάλοι εἴτε ἀπελπιζόμενοι, εἴτε ἀπογοητευόμενοι, εἴτε ἀδιαφοροῦντες εἰς τὸ νὰ εὕρουν λύσιν, ἀποφασίζουν μόνοι των τὴν λύσιν, καὶ τότε οἱ ἄλλοι ἀντὶ πρωταγωνισταὶ μεταβάλλονται εἰς ἁπλοῦς οὐραγοὺς θεατάς. Τὸ ἐζήσαμεν αὐτὸ εἰς τὴν Γιάλταν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ Ἄγγλοι ἐγκατέλειψαν τὴν Πολωνίαν καὶ οἱ Ρῶσοι τὴν Ἑλλάδα. Ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἀντίθετον. Μόλις πρό τινος ἡ «Οὐάσιγκτων Πόστ» ἔδωσε τὴν πληροφορίαν, ὅτι οἱ Ἀμερικανοὶ ἐψήφισαν ἐναντίον μας εἰς τὴν προσφυγὴν τοῦ 1955, ἀκριβῶς διότι ὁ Φ. Ντάλας, ἔλαβεν ὡς ἀντάλλαγμα ἀπὸ τὸν Ἤντεν νὰ ψηφίσῃ ἡ Ἀγγλία ἐναντίον τῆς εἰσδοχῆς τῆς Κίνας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Πῶς θέλετε νὰ εἶμαι ἥσυχος περὶ τοῦ τὶ θὰ ἀποφασισθῇ αὔριον εἰς ἐνδεχομένην διάσκεψιν κορυφῆς μεταξὺ τοῦ Προέδρου Τζόνσον καὶ τῆς Ρωσίας; Ὑπάρχουν, κύριοι, ἀναλογίαι, μεταξὺ τοῦ 1945 καὶ τοῦ 1965.
§9Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν μιᾶς, ὅτι εἴμεθα ὅλοι κατὰ 20 χρόνια νεώτεροι.
§10Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἔτσι, μετὰ 20 ἔτη θὰ γεννώμεθα. Δυνατὸν τὸ 1965 νὰ ἀποβῇ ἔτος τόσον κρίσιμον καὶ ἀποφασιστικὸν ὅπως τὸ 1945. Θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου εὐπαθέστατον παγκοσμίως σημεῖον ἦτο ἡ Μέση Ἀνατολή, ἡ Περσία, ἡ Τουρκία καὶ ἡ Ἑλλάς, μετ’ ὀλίγον ἐμφανίζεται καὶ τὸ Βερολῖνον. Ἦτο περίοδος ὅπου ἄλλοι μὲν προσεπάθουν νὰ διεισδύσουν, ἄλλοι δὲ νὰ κρατήσουν θέσεις, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διαμάχη εἶχεν ἄμεσον ἐπίδρασιν καὶ εἰς ὑμᾶς. Διότι ἡ Μ. Βρεταννία τότε ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ πολέμου ἐξηντλημένη καὶ ἠγωνίζετο νὰ κρατήσῃ ὡρισμένας στρατηγικὰς θέσεις, τῶν ὁποίων ἡ ἀπώλεια θὰ ἐσήμαινε μεταβολὴν ὁλοκλήρου τοῦ καθεστῶτος τῆς αὐτοκρατορίας. Πράγματι, ἐὰν ἀνετρέπετο τότε ἡ ἰσορροπία, τότε ἡ τύχη τῆς Περσίας, τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅλης τῆς Μ. Ἀνατολῆς θὰ ἦτο καταδικασμένη, θὰ ἦτο ἀκριβῶς ὡς ἡ τύχη τῆς Τσεχοσλοβακίας. Οἱ Ἐργατικοί, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνουν τότε τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἰδίᾳ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Μπέβιν ἔβλεπε τὴν κατάστασιν, τὰς δυνατότητας τῆς Μ. Βρεταννίας καὶ τὴν ὅλην πραγματικότητα ὠμὴν καὶ ἀπετύγχανεν εἰς κάθε προσπάθειαν, διότι ἀπετύγχανεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι παρὰ τὴν Γιάλταν ἐδημιουργήθησαν νέαι καταστάσεις, τὰ ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν μόνη ἡ Ἀγγλία νὰ συγκρατήσῃ ἐφ’ ὅσον ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἐκκενώσῃ τὴν Ἑλλάδα, λόγῳ οἰκονομικῆς ἀδυναμίας. Ἀπετύγχανεν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, διότι δὲν ἐπετύγχανεν οὐδεμίαν συνεννόησιν μεταξὺ τῶν σιωνιστῶν καὶ τῶν παναραβιστῶν. Ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἐπῆλθεν ἡ μεταβολή. Ἐπέτυχεν ὁ Μπέβιν τὴν ἀνάμιξιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν διὰ τὰ θέματα τῶν σιωνιστῶν καὶ τῶν παναραβιστῶν καὶ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ δόγματος Τρούμαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἄνευ τοῦ δόγματος Τρούμαν δὲν θὰ ἤρκει ἡ συμφωνία τῆς Γιάλτας καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ ὡμιλούσαμεν ὡς ὁμιλοῦμεν σήμερον, ἀλλὰ ὑπὸ ἄλλο καθεστώς. Μετὰ 20 ἔτη οἱ Ἐργατικοὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν εὑρίσκονται πάλιν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀντιμετωπίζουν σειρὰν προβλημάτων, ὅπως ἀντιμετωπίζει καὶ ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἡ Κύπρος εὑρίσκεται εἰς τὸ προσκήνιον. Καὶ τὸ θέμα δι’ ἡμᾶς εἶναι πῶς θὰ κερδίσωμεν τὴν Κύπρον, χωρὶς νὰ χάσωμεν τὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸ δὲ θὰ γίνῃ ὅταν ἀμφότεραι ἔχουν κοινὴν πορείαν, ἀλλὰ τὴν διεύθυνσιν θὰ τὴν ἔχουν αἱ Ἀθῆναι. Τότε μόνον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὄχι μόνον δυσκόλους καταστάσεις, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀνατρέψωμεν τυχὸν κακοτυχίας, αἱ ὁποῖαι συνοδεύουν τὴν Κύπρον, νὰ φθάνωμεν δηλαδὴ εἰς τὸ «νῦν καὶ ἀεὶ» καὶ τέλος νὰ συμβαίνῃ κάτι, ὥστε νὰ ἀνατρέπεται ἡ ὅλη εἰκών. Καὶ πάλιν θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐνδιαφέρον στοιχεῖον ἱστορικόν. Περὶ τὸ τέλος τοῦ πολέμου πολιτικοὶ ἡγέται τῆς Κύπρου ἀποβλέποντες εἰς τὴν Ἕνωσιν μὲ τὴν Ἑλλάδα ἐνεθαρρύνοντο νὰ πιστεύουν, ὅτι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι θὰ ἐπίεζον τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἐπιθυμίαν των. Ἀναφέρεται μάλιστα, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1944 καὶ μετέπειτα διέφυγον πληροφορίαι, ὅτι ὡρισμένα τμήματα τοῦ STATE DEPARTMENT ηὐνόουν τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἐπίσης κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1945, τὴν ἐποχὴν δηλαδὴ περίπου ποὺ οἱ Ἐργατικοὶ ἀνῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ Βρεταννικὴ Φαβιανὴ Ἑταιρεία τὸ λίκνον τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος, ἐδημοσίευσε μελέτην ὑπὸ τὸν τίτλον «Στρατηγικαὶ ἀποικίαι καὶ τὸ μέλλον των». Εἰς ταύτην γίνεται μνεία καὶ περὶ Κύπρου. Σᾶς μεταφέρω ἐνδιαφέρουσαν περικοπήν. «Κατὰ τὸν παρόντα χρόνον.... ἡ τραγικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος ὀλίγας ἀφήνει ἐλπίδας, ὅτι ἡ ἕνωσις μὲ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἔλυε τὸ πρόβλημα τῆς ἀνόδου τοῦ ἐπιπέδου τῆς ζωῆς εἰς Κύπρον δι’ ἀρκετὰ ἔτη». Ἡ ὡς ἄνω ἔκθεσις οὐδόλως ἐξαρτᾶ τὸ θέμα τῆς ἑνώσεως ἀπὸ στρατηγικοὺς λόγους, ὑπάρχει δὲ ἡ ἄλλη ἀνεπιβεβαίωτος ἔκθεσις, ὅτι ὑπὸ τὴν πίεσιν ἴσως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἡ Ἐργατικὴ Κυβέρνησις ἦτο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀποφασισμένη σχεδὸν νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κύπρον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ μετέβαλλε γνώμην διὰ στρατηγικοὺς λόγους καὶ φόβους ἐπικρατήσεως ἀριστερᾶς κυβερνήσεως εἰς τὰς Ἀθήνας. Τὴν 10 Ὀκτωβρίου 1945 ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἀποικιῶν κ. GEORGE HALL διηυκρίνησεν, ὅτι «πρὸς τὸ παρὸν πάντως ἡ ἐργατικὴ Κυβέρνησις δὲν προτίθετο νὰ ἀποδεχθῇ τὸ αἴτημα τῶν Κυπρίων διὰ τὴν ἕνωσιν μὲ τὴν Ἑλλάδα». Ὁ SALTSBERGER εἰς τοὺς TIMES τῆς Νέας Ὑόρκης εἶχε μνημονεύσει ἐπίσημον σχέδιον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς διὰ τὴν Νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην εἰς τὸ ὁποῖον συμπεριελαμβάνετο ἡ Ἕνωσις τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν κ. Στετίνιους, ἐδήλωσε σχετικῶς, ὅτι ὁ SALTSBERGER «προφανῶς θὰ εἶχεν ἤδη μελέτας τινάς, ἀλλὰ ἰδιωτικάς, καὶ πάντως ὄχι τελικάς». Ἀλλ’ ἀκούσατε τώρα τὸ πλέον ἐνδιαφέρον. Εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀναγγελίας τοῦ Δόγματος Τρούμαν. Εἰς τὴν Κύπρον ὑπῆρχε ποιά τις ἀναταραχή. Ἡ παγκόσμιος Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐργατικῶν Συνδικάτων (συμφωνία δεξιῶν καὶ ἀριστερῶν) προανήγγειλε διὰ τὴν 9 Μαρτίου γενικὴν κινητοποίησιν κατὰ τῆς ξενικῆς κατοχῆς. Τότε ἀκριβῶς εἰς τὴν Οὐάσιγκτων ἐσημειώθη διαφυγὴ ἀνεπισήμου βασικοῦ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον εἶχε διαβιβασθῆ ἐμπιστευτικῶς εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τοῦ STATE DEPARTMENT ἐπὶ σκοπῷ τῆς προωθήσεως τῆς ἀποδοχῆς τοῦ μέλλοντος νὰ ἀναγγελθῇ Δόγματος Τρούμαν, διὰ τὴν βοήθειαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Τὸ ἔγγραφον (εἶδος δηλαδὴ προσχεδίου τοῦ Δόγματος) διεκήρυσσε μεταξὺ ἄλλων «ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ηὐνόει τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἀποδοχῆς ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας». Ὡς ἔλαβον γνῶσιν οἱ Βρεταννοὶ ἀπὸ τὴν διαφυγήν, ἐξέφρασαν, λέγεται, τὴν ἔκπληξίν των καὶ τὴν ἀνησυχίαν των, δι’ αὐτὴν τὴν ἀποκάλυψιν, εἰς τόσον λεπτὴν στιγμήν, καὶ τὸ STATE DEPARTMENT ἀπέσυρε τὴν παράγραφον αὐτὴν καθὼς καὶ ἄλλας περικοπὰς ἀπὸ τὸ βασικὸν ἔγγραφον μὲ τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἐκυκλοφόρησαν κατὰ λάθος ἀπὸ προπαρασκευαστικὴν μελέτην, δοθέντος, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀρκετὸς χρόνος δι’ ἐπαρκῆ ἀναθεώρησιν ὡς ἐκ τοῦ, ὅτι τὸ Κογκρέσσον ἐζήτει πληροφορίας. Σημειωτέον, ὅτι ὅλαι αὗται αἱ πληροφορίαι σχεδὸν κατὰ κανόνα ἔχουν πηγὴν τὸν SALTSBERGER ἢ τὸν JAMES RESTON τῶν TIMES τῆς Νέας Ὑόρκης ἢ τοῦ Κήρυκος Βήματος τῆς Νέας Ὑόρκης. Εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι καὶ τὴν περίφημον συνέντευξίν του ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Παῦλος τὴν 28ην Ἰουλίου 1948, πάλιν τὴν ἔδωσε εἰς τὸν SALTSBERGER. Ἐκεῖ ἐτόνιζεν ὁ Βασιλεύς: «Βεβαίως ἡ Ἑλλὰς ἐπιθυμεῖ καὶ θέλει τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μὲ τὴν ὑπόλοιπον Ἑλλάδα. Εἶναι δύσκολον νὰ ἀντιληφθῶ διατὶ ἀκόμη δὲν ἐπραγματοποιήθη». Καὶ ἐκεῖ ἐπροθυμοποιεῖτο, ὅπως ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἄλλοτε διὰ τὴν παραχώρησιν καὶ ἄλλων βάσεων εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν ἢ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας «εἰς τὴν Κρήτην ἢ ἀλλαχοῦ». Ἡ Βρεταννικὴ ἀντίδρασις ἀπὸ ἀμφότερα τὰ Βρεταννικὰ κόμματα κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐδικαιολογεῖτο ἀπὸ τὴν ἀνήσυχον εἰς τὴν Ἑλλάδα κατάστασιν καὶ τοὺς περικλειομένους κινδύνους. Ἀλλὰ τὸ 1948 ἐκρίθη ἀναγεννόμενον τὸ στρατηγικὸν ἐνδιαφέρον τῆς Κύπρου λόγῳ τῆς ἀπωλείας τῆς Βρεταννικῆς ἐπιρροῆς ἐπὶ τῆς Αἰγύπτου, τοῦ Ἰρὰκ καὶ τῆς Παλαιστίνης. Εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, καλὴν ἢ κακὴν ἀδιάφορον προσέκρουσε πεισμόνως κάθε προσπάθεια ἀνακινήσεως τοῦ Κυπριακοῦ. Μετὰ ὅμως τὸ οἰκτρὸν τέλος τοῦ συντόμου πολέμου ἐναντίον τῆς Αἰγύπτου τὸ 1956, εἶναι προφανές, ὅτι ἤρχισεν ἐκ νέου νὰ ἀνακτᾷ ἔδαφος ἡ ὀρθὴ ἄποψις ὅτι ἡ Κύπρος ἐστερεῖτο στρατηγικῆς σημασίας, βαθμηδὸν δὲ καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ἡ ἕνωσις θὰ ἦτο ἡ μόνη ἐνδεικνυομένη λύσις. Ἤρκει μόνον νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἱκανοποιήσεως τῶν Τούρκων τῶν ὁποίων ἡ ἐπανεμφάνισις ἐκεῖ ὑπῆρξε θλιβερότατον μὲν γεγονός, ἀλλὰ πάντως πραγματικότης. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἄλλου παράγοντος, δυναμένου νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ. Πρόκειται περὶ τοῦ παράγοντος χρόνου. Συνεπληρώθη ἤδη ἔτος ἀπὸ τὴν νέαν εἰς τὴν Κύπρον ὀξύτητα, ἡ ὁποία ἤδη ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 1963 διεφαίνετο, καὶ τῆς ὁποίας τὸ τέλος δὲν φαίνεται, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, τόσον σύντομον, ὅσον ἑκάστοτε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὑπεύθυνοι παράγοντες τῆς Λευκωσίας καὶ τῶν Ἀθηνῶν ἀφήνουν νὰ διαφαίνεται. Τὸ ὅτι θὰ ἐχρόνιζεν ἡ ὑπόθεσις ἦτο ἤδη προφανές. Καὶ τὸ ἐσημείωσε καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ ἀντιπολιτευόμενος τύπος. Ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις εἰς τὰ Η.Ε., ἡ ὁποία κακῶς ἐμφανίζεται ὡς πανάκεια, ἦτο ἡλίου φαεινότερον, πῶς θὰ ἐβράδυνε νὰ ἔλθῃ. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἀπριλίου ἔπρεπε νὰ ξεύρωμεν, ὅτι τὸ 1964 θὰ εἶχεν ἀπωλεσθῆ. Ἀλλὰ καὶ πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ὑπολείπεται καὶ ἡ 26 Δεκεμβρίου. Τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θὰ παραταθῇ ἡ παραμονὴ τῶν στρατευμάτων τῶν Η. Ε., τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς Κύπρον. Ἐμφιλοχωρεῖ καὶ πάλιν ἡ διάσκεψις τοῦ Ν.Α.Τ.Ο. τοῦ Δεκεμβρίου. Δὲν ἀποκλείεται νὰ ὑπάρξῃ καὶ καμμία νεωτέρα Διάσκεψις κατὰ Ἰανουάριον. Καὶ μένει ἕνα ἀντίβαρον, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχει ἠρεμία εἰς τὴν Κύπρον. Πράγματι καὶ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ διατηρηθῇ. Ἀλλὰ πάντως ἐλπίς. Ἐξεταστέον λοιπὸν ὁ χρόνος ὠφελεῖ ἢ βλάπτει; Ὠφελεῖ ἢ βλάπτει αὐτὸ τὴν ὑπόθεσιν; Νομίζω, ὅτι μέχρις ἑνὸς σημείου ὠφελεῖ, ἀλλὰ πέραν τούτου τὴν βλάπτει καὶ μάλιστα πολύ. Καὶ δὲν ἐννοῶ μόνον τὰς οἰκονομικὰς ἐπιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀθροιστικαὶ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπικίνδυνοι, διότι ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος θὰ εἶναι ἀκόμη περισσότερον ἐξόχου σημασίας αἱ ἐπιπτώσεις αὗται. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς Ἀντιπολίτευσις, ὑπεστήριξε καὶ ὀρθῶς, ὅτι καὶ μέρος τῶν ἐλπίδων της διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας τὸ ἐστήριξε εἰς τὸ ἰδίωμα τῆς μειώσεως τῶν κρατικῶν δαπανῶν, ἢ πάντως εἰς τὴν σημαντικὴν ἄνοδον τῆς συνεισφορᾶς τῶν μεγάλων. Τώρα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρκῆται λέγουσα ὅτι ἐπέτυχε διὰ ὑγιῶν οἰκονομικῶν μεθόδων νὰ ἀντιμετωπίσῃ μέχρι τώρα τὴν κατάστασιν. Καὶ ἐὰν τὸ δεχθῶ τοῦτο ὡς ἀπολύτως ἀληθές, πάντως συμβαίνει, ὅτι ἠμποδίσθη ἡ κατάρρευσις, ἀλλὰ ἀπωλέσθησαν δυνάμεις, ἢ ἡ δυνατότης διὰ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς χώρας. Ἡ σημερινὴ ἡσυχία ἀνακουφίζει βεβαίως, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἡ βεβαιότης, ὅτι θὰ εἶναι μόνιμος, ἀφήνει τὸ πρόβλημα ἐκκρεμὲς καὶ ἡ ἐκκρεμότης δημιουργεῖ χρονίαν κατάστασιν, ἔχουσαν ἐπικινδύνους ἐπιπτώσεις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ. Καὶ δὲν ἐννοῶ μόνον τὸ δημοσιονομικόν, ἀλλὰ καὶ σωρείαν ἄλλων οἰκονομικῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται τὴν ἐπίδρασιν ἀπὸ τὴν ἐκκρεμότητα τῆς Κύπρου. Τοῦτο ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν, διότι ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος οἱ διαπραγματευόμενοι θὰ ὑφίστανται πιέσεις ἀπὸ τὴν πραγματικότητα μεγαλυτέρας. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι χωρὶς ἄνεσιν δὲν γίνεται ἀντιμετώπισις ἐπιτυχὴς μιᾶς δυσκόλου καταστάσεως. Τὸ ὅτι—θὰ μοῦ ἀπαντήσητε—ἡ ἰδία κατάστασις, ἂν ὄχι χειροτέρα, ὑπάρχει εἰς τὴν Τουρκίαν, διότι ἐκεῖ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις εἶναι ἐξ ὑπαρχῆς ἀθλία, τοῦτο εἶναι σημαντικὸν στοιχεῖον, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰς ἀνησυχίας μας, διότι δὲν ἐμποδίζει, νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ὁ κάματος καὶ ἡ ἀνάγκη σπανίως ὁδηγοῦν εἰς ἐπωφελεῖς συμβιβασμούς. Ἐκτὸς τούτων, εἰς τὸν κάματον αὐτὸν καὶ τὰ Η. Ε. ἐπανειλημμένως ὑπελόγισαν, διότι ἀναβάλλουν, ἀναβάλλουν, συνεχῶς ἀναβάλλουν, ἐπέρχεται ὁ κάματος καὶ τότε δέχονται τὰ κράτη λύσεις, τὰς ὁποίας ἐξ ὑπαρχῆς ἐθεώρουν ἀπαραδέκτους καὶ τελικῶς δέχονται καὶ καμμιὰ φορὰ τὰς ἐμφανίζουν καὶ ὡς νίκας. Εἰδικώτερον ὅμως δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, ὁ χρόνος εἶχε καὶ ἄλλας ἐπιπτώσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψωμεν τὸ σημαντικὸν γεγονός, τῆς μαρτυρικῆς ὁμαδικῆς ἐξόδου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, χωρὶς κανεὶς νὰ γνωρίζῃ τὴν συνέχειαν. Καὶ ὅμως εἰς τὴν σωρείαν τῶν διαφόρων σχεδίων, ἀνεπτύσσετο καὶ ἡ δυνατότης ἀνταλλαγμάτων. Καὶ διεμαρτύροντο, μὲ ἱερὰν ἀγανάκτησιν, ὅταν ἐλέγετο τοῦτο, λέγοντες, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεπτώμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Καὶ ὅμως τὸ θλιβερὸν ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν, ἕνα δὲ ἀντάλλαγμα ἀπωλέσθη. Τὸ μέγα κέρδος τοῦ χρόνου θὰ ἦτο, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὡριμάσῃ ἡ ἰδέα τῆς ἑνώσεως. Ἐδῶ ὅμως εἶναι ἡ τραγικὴ εἰρωνεία, διότι ἡ ἰδέα τῆς ἑνώσεως, ἡ ὁποία ὡρίμασε πρὸ πολλοῦ, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα ἦτο καὶ παραμένει ἡ Τουρκία. Ἀντιθέτως, παρερχομένου τοῦ χρόνου, ἡ ἰδέα τῆς ἀνεξαρτησίας ἐκέρδισεν εἰς βάρος τῆς ἑνώσεως, συμφωνούντων ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν λόγον νὰ προτιμοῦν τὴν ἀνεξαρτησίαν ἀπὸ τὴν ἕνωσιν. Συνεπῶς μὲ τὸν χρόνον δὲν ὡρίμασεν ἡ ἕνωσις. Ἐνισχύθησαν οἱ ἀνθενωτικοί. Καὶ ἤδη ὑπολείπεται νὰ ἐξετασθῇ ποίαν ἀξίαν ἔχουν ὅλοι αὐτοί, οἱ τοὐλάχιστον παράδοξοι καὶ ριψοκίνδυνοι ἑλιγμοὶ εἰς τὴν συζήτησιν εἰς τὰ Η. Ε., τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζει ὡς πανάκεια, ὡς μὴ ὤφειλει; Ὑποτίθεται, ὅτι διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν συντριπτικὴν τὴν συμπαράστασιν τῶν φιλοσοβιετικῶν καὶ τῶν ἀδεσμεύτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ δημοκρατικὸν αἴτημα τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας, μὲ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Καὶ ἐξυπακούεται, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ αὐτοδιάθεσις παρέχεται ἐλευθέρα, θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν Ἕνωσιν. Συνεπῶς, ἕνωσις. Ἐλέχθη μάλιστα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαπράξωμεν τὸ ἴδιον σφάλμα τοῦ 1951. Καὶ μ’ ὅλον ὅτι ἐξήγησα, κ.κ. βουλευταί, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ὅτι ἦτο διάφορος ἡ κατάστασις, τὸ 1954 ἡ Κύπρος ἦτο ἀποικία, μετὰ τὰ ὅσα ὑπεστήριξα, ἦλθεν ὁ κ. Λουϊζίδης καὶ ἐμνημόνευσε καὶ μεταγενεστέρας περιπτώσεις αἰτημάτων ἑνώσεως εἰς τὰ Ἡν. Ἔθνη. Ἀλλά, ἂς δεχθῶ, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν θέλει ὁ Μακάριος καὶ ἡ Κυβέρνησις. Τότε γεννῶνται τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα: Πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὴν ἀνάγκην τοιαύτης διατυπώσεως, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὅτι ἡ ἕνωσις ἔρχεται; Αὐτὴ ἡ ἀναγγελία δὲν ἐνοχλεῖ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν καὶ τοὺς ἀδεσμεύτους, ἢ οἱ λόγοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θεωροῦνται ἄνευ σημασίας, ἔπεα πτερόεντα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει, ἐνδεχομένως, μυστικὴ συμφωνία Σοβιὲτ καὶ Κύπρου; Ἔπειτα ἀφοῦ μὲ ὅλους τοὺς τρόπους διεκηρύξαμεν URBI ET ORBI, ὅτι ἡ ἀδέσμευτος ἀνεξαρτησία μὲ τὸ δικαίωμα αὐτοδιαθέσεως σημαίνει ἕνωσιν, δηλαδὴ προεξοφλεῖται ἡ ἕνωσις, ἐρωτᾶται πάλιν οὔτε αὐτὸ δὲν ἐνοχλεῖ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν καὶ τοὺς ἀδεσμεύτους; Καὶ ἐὰν δὲν τοὺς ἐνοχλῇ, διατὶ δὲν διατυποῦται τότε σαφῶς τὸ αἴτημα τῆς ἑνώσεως; Καὶ πάλιν, δεχόμενοι, ὅτι τοὺς ἐνοχλεῖ, καὶ τοῦτο ἀφήνεται νὰ ἐννοηθῇ ἀπὸ τὴν συνέντευξιν τοῦ Μακαρίου, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀνεξαρτησία δὲν θὰ καταλήξῃ εἰς Ἕνωσιν, χωρὶς προηγουμένην κατοχύρωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν, θὰ ψηφίσουν ποτὲ ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἡ Κυβέρνησις διεκήρυξεν, ὅτι ἐξισοῦται μὲ Ἕνωσιν; Ἀλλὰ τὸ μυστήριον, ἐὰν ὑπάρχῃ μυστήριον, δὲν ἐβράδυνε νὰ ἀποκαλυφθῇ. Ἡ πρόσφατος συνέντευξις τοῦ Μακαρίου τὸ ἀπεκάλυψε. Πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν Ἕνωσιν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ σειρὰ προϋποθέσεων, διὰ τῶν ὁποίων οὐσιαστικὰ ἀποκλείεται ἡ Ἕνωσις τοὐλάχιστον ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Τοῦ λοιποῦ, κατ’ ἐμέ, κύριοι, δὲν θὰ πρέπει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὅταν ἐξετάζωνται οἱ φοιτηταὶ διὰ τὰς ἀδυνάτους αἱρέσεις νὰ ἐπικαλοῦνται, τώρα μάλιστα ποὺ καταργοῦνται τὰ λατινικά, τὸ παράδειγμα τῆς ἀδυνάτου αἱρέσεως SI MARE BIBIS, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὰς αἱρέσεις τοῦ Μακαρίου διὰ τῆς Κύπρου. Ἐὰν ἐκπληρωθοῦν αἱ αἱρέσεις διὰ τὴν Κύπρου. Θὰ μοῦ εἴπητε, δὲν ἀνεγνώσατε σήμερον, ὅτι ὁ Μακάριος προέβη εἰς διευκρινίσεις; Τὰς ἀνέγνωσα. Ἀλλά, πρῶτον, δὲν ἀποδίδω σημασίαν εἰς τοιαύτας διευκρινίσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται πιεστικῶς 5 ἡμέρας μετὰ τὴν συνέντευξιν. Δεύτερον, ἡ ἑρμηνεία δὲν μεταβάλλει τὴν κατάστασιν. Ἡ οὐσία τῆς συνεντεύξεως εἰς τὴν ἀνάλυσιν, τὴν ὀρθήν, ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς του, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῶν ἀδεσμεύτων καὶ τὴν θέσιν τῆς Κύπρου μεταξὺ τῶν ἀδεσμεύτων, καὶ τώρα καὶ διὰ πάντα. Ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία. Ἐκεῖ ὑπάρχει ὁ φόβος. Ὁ φόβος μήπως ὄπισθεν ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς ἀνεξαρτησίας ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ καταλήξωμεν κἄπου εἰς μίαν ἠγγυημένην ἀνεξαρτησίαν. Ἀπὸ μίαν ἠγγυημένην ἀνεξαρτησίαν ὁ Μακάριος ἠγγυημένος ἀνεξάρτητος, νὰ δύναται νὰ διαπραγματευθῇ ἐκεῖνος τὴν Ἕνωσιν, ἢ ὁ οἱοσδήποτε ἡγέτης τῆς Κύπρου. Καὶ θὰ τὴν διαπραγματεύεται ὄχι ἄνευ ὅρων διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ βασικῶν ὅρων. Δι’ αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ καὶ ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, δηλ. τοῦ ἀνοχυρώτου πρὶν ἢ προηγηθῇ τὸ θέμα τῆς Ἑνώσεως. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὄχι μόνον ἁρμοδία νὰ χειρισθῇ τὸ θέμα, ἀλλὰ καὶ μὲ περισσοτέραν δυνατὴν ἐπιτυχίαν. Τὸ ζήτημα λ.χ. τῶν Ἀγγλικῶν βάσεων πῶς θὰ χειρισθῇ καλύτερον ὁ Μακάριος ἀπὸ οἱανδήποτε Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν; Διότι ἐὰν θέλουν οἱ Ἄγγλοι νὰ διαπραγματευθοῦν τὰς βάσεις, καλύτερον διαπραγματεύονται μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, παρὰ μὲ μίαν ἀμφιβόλου μέλλοντος κατάστασιν εἰς τὴν Κύπρον. Ἀλλά, ἐὰν δεχθῶμεν, κύριοι, ὅτι ὅλοι οἱ ὅροι αὐτοί, γίνονται, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ψῆφος τῆς μιᾶς πλευρᾶς, εὐλόγως διερωτῶμαι ἐγώ, ὅταν αὐτὰ λέγωνται, ἔστω καὶ ἐὰν ἀνακαλοῦνται καὶ πάλι ξαναλέγωνται, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν στατιστικὴν πόσαι ἀναιρέσεις καὶ πόσαι ἑρμηνεῖαι ἐγένοντο, ἐγὼ ὁμολογῶ, δὲν τὸ κατώρθωσα, διότι εἶχα συγκεντρώσει 500 κομμάτια, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπόρεσα νὰ ξεκαθαρίσω, ἔπρεπε νὰ διαθέτω ἠλεκτρονικὸν ἐγκέφαλον, διὰ νὰ τὰ ξεκαθαρίσω. Ἐὰν ὅλα αὐτὰ λέγωνται, δὲν εἶναι φυσικὸν ἡ ἄλλη πλευρὰ νὰ θέλῃ νὰ λάβῃ τὰ ἰδικά της μέτρα προστασίας; Καὶ πῶς θὰ δώσωμεν τὴν μάχην, αὔριον στηριζόμενοι εἰς τὴν μίαν μόνον πτέρυγα καὶ ὄχι εἰς τὴν ἄλλην; Καὶ εἶναι ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ εἰς τὴν εὐρεῖαν βάσιν ἡ Κύπρος ἢ ἡ Ἑλλάς; Ἐγὼ θὰ κάμω καὶ ἕνα συλλογισμόν. Ἐὰν ὁ Μακάριος κηρύξῃ αὔριον ὡς τετελεσμένον γεγονὸς τὴν Ἕνωσιν, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ σημερινή, ἐδέχετο τὴν Ἕνωσιν, ἐρωτῶ ποῖοι θὰ ἀντέδρων, οἱ Τοῦρκοι; Καὶ ποῖοι θὰ συμπαρίσταντο μὲ τοὺς Τούρκους, οἱ Ἀμερικανοὶ ἢ οἱ Ρῶσοι; Ἐπαναλαμβάνω τὴν ὥραν αὐτὴν δὲν ὑπάρχει θέμα μεθοδεύσεως, ἀλλ’ εὐθείας πολιτικῆς. Καὶ ἂν εὐθεῖα πολιτικὴ εἶναι ἡ Ἕνωσις, νὰ τὴν ἐπιδιώξωμεν ἀμέσως, ἐπικαλούμενοι τὴν βοήθειαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς τὴν ἐξασφαλίσουν μὲ τὰς ὀλιγωτέρας δυνατὰς θυσίας. Ἡ Κυβέρνησις διαπράττει τὸ βαρὺ λάθος. Ἐπιδιώκει νὰ συμβιβάσῃ τὰ πάντα. Ἀφήνει τὸν Μακάριον ἢ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἐλέγξῃ, ὅπερ καὶ χειρότερον, εἰς τὴν πλέον ἐπικίνδυνον πορείαν καὶ βαυκαλίζεται νὰ πιστεύῃ ὅτι μὲ ὡραίους λόγους θὰ γοητεύσῃ καὶ θὰ ἐπιβάλῃ τὰς θελήσεις της. Βαδίζομεν ἤδη πρὸς τὸ πλέον ἐπικίνδυνον ἀδιέξοδον. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει καὶ τὴν ὑστάτην ἔστω ὥραν νὰ ἀντιληφθῇ πρὶν εἶναι πολὺ ἀργά. Νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν ὅλην διεύθυνσιν εἰς τὰς χεῖρας της καὶ ἐξ ἀφορμῆς καὶ τῆς προσφάτου συνεντεύξεως τοῦ Μακαρίου νὰ ἀποσαφηνίσῃ πλήρως τὴν θέσιν της πρῶτον ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦ ἀνοχυρώτου γενικῶς καὶ εἰδικώτερον, πότε, πρὶν ἢ μετὰ ἀπὸ τὴν ἕνωσιν. Δεύτερον, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν Βρεταννικῶν βάσεων καὶ τρίτον ὡς πρὸς τὸ ἂν ἀρνῆται οἱανδήποτε μορφὴν ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας. Εὔχομαι τότε νὰ χαράξῃ καὶ νὰ ἀκολουθήσῃ σταθερῶς τὴν μόνην πράγματι κρυσταλλίνην πορείαν. Τὴν πορείαν πρὸς τὴν Ἕνωσιν. Καὶ νὰ καλέσῃ νὰ συμπαρασταθοῦν εἰς τὴν πορείαν αὐτὴν ὅσους εἰλικρινῶς πιστεύουν εἰς τὴν Ἕνωσιν. Καὶ δὲν ὑπάρχουν ἑνώσεις πολλῶν εἰδῶν. Ἀλλὰ μία καὶ μόνη. Ὅπως δὲν ὑπάρχει Δημοκρατία Δυτικοῦ τύπου καὶ Ἀνατολικοῦ, ἀλλὰ ἡ Ἑλληνικὴ Δημοκρατία, ἡ θεμελιουμένη εἰς τὴν ἐλευθερίαν καὶ σεβομένη τὸν ἄνθρωπον. Ὅπως δὲν ὑπάρχει Παπανδρεϊκὴ ἢ Μακαριακὴ ἢ Μαρκεζινικὴ ἕνωσις. Ἀλλὰ μία καὶ μόνη. Ἐκείνη ἡ ὁποία οὔτε θέτει οὔτε δέχεται ὅρους. Εἶναι αὐτὴ διὰ τὴν ὁποίαν ἠγωνίσθησαν οἱ Κρῆτες εἰς τὸ Ἀρκάδι, εἰς τὸ Ἀκρωτῆρι καὶ εἰς τὸν Θέρισσον.
§11Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Ἐπιτρέψατε μίαν διακοπήν. Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει ἐπανειλημμένως προσδιορισθῆ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ θὰ ἐπαναληφθῇ καὶ σήμερον. Ἡ ἰδική μου παράκλησις εἶναι, νὰ προσδιορισθῇ ἡ ἰδική σας πολιτική. Παρηκολούθησα μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών σας. Νομίζω ὅτι πυρὴν τῶν σκέψεών σας εἶναι, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀμέσως ἑλληνοτουρκικὴ συνομιλία, διότι ἡ διεύρυνσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνομιλητῶν ἀποτελεῖ κίνδυνον. Καὶ προβλέπετε ὅτι θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συνεννόησις, συμβιβασμὸς μὲ ἀνταλλάγματα. Καὶ ἀπεκλείσατε τὰ ἐδαφικὰ ἀνταλλάγματα. Εἶναι δυνατόν, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, νὰ γίνετε σαφέστερος;
§12Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν εὐκαιρίαν ποὺ μοῦ ἐδώσατε νὰ κάμω μικρὰν σύνοψιν τῶν ὅσων εἶπα. Εἶπον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ λόγου μου, ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐπαναλάβω ὅσα προηγουμένως ὑπεστήριξα, χωρὶς νὰ μεταβάλω οὔτε μίαν λέξιν. Καὶ τοῦτο σημαίνει ὅτι ἐμμένω εἰς τὴν πολιτικήν μου. Καὶ ἡ πολιτική μου ἦτο καὶ εἶναι νὰ ἠρχίζαμεν ἀπὸ τὰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ νὰ κατελήγαμεν ἐν συνεχείᾳ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Νὰ ἐξεμεταλλευώμεθα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν φοβούμεθα οἱανδήποτε συζήτησιν. Ἁπλῶς δὲν δεχόμεθα νὰ συζητήσωμεν ὑπὸ τὸ κράτος φόβου. Καὶ ὑπεστήριξα ἀκόμη ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν μας πρέπει ὅλοι νὰ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν λύσεις ἀπόλυτοι. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βέννου σπανίως ὑπάρχουν ἀπόλυτοι διπλωματικαὶ νῖκαι ἀκόμη καὶ μετὰ νικηφόρον πόλεμον. Εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν συμβιβασμόν, ἀποκλείσας ἐξ ὑπαρχῆς τὸ τέλμα τῶν ἐδαφικῶν ἀνταλλαγμάτων. Τώρα μοῦ ὑποβάλλετε τὸ ἐρώτημα νὰ σᾶς εἴπω σαφέστερον ἐὰν διεπραγματευόμην τὶ θὰ ἐπρότεινα. Ἀπάντησίς μου εἶναι, ὅτι τοιούτου εἴδους σκέψεις δὲν ἀνακοινοῦνται δημοσίᾳ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐπρόκειτο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ προβῶ εἰς ἀνακοινώσεις διὰ τὴν ἄλφα ἢ τὴν βῆτα ἢ τὴν γάμα πρότασιν ἢ σχέδιον. Διατὶ δὲν καλεῖται τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος, νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ νὰ ἀκουσθοῦν ὡρισμέναι ἀπόψεις, παρὰ μὲ καλεῖται δημοσίᾳ νὰ τὸ πράξω τώρα; Δημοσίᾳ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἀποκρούω τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἀλλὰ δὲν ἀποδίδω τὴν σημασίαν ποὺ ἀποδίδετε ἐσεῖς. Καὶ ἐπισημαίνω ὡρισμένα σημεῖα, τὰ ὁποῖα φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχουν βαρυτάτας συνεπείας διὰ τὸ Ἔθνος. Ἀκόμη καὶ ἐὰν ἀπετύγχανον αἱ διαπραγματεύσεις πάλιν θὰ προεβάλλετο τὸ θέμα καλύτερον. Ἐνῷ ἀρνούμενοι συνεχῶς, ἀφήνωμεν εἰς οἱονδήποτε νὰ διερωτᾶται διὰ ποῖον λόγον ἀρνούμεθα τὴν συζήτησιν; Ἀφήνω, ὅτι τότε ἡ κρυσταλλίνη παρουσίασις τοῦ δικαίου αἰτήματος θὰ εἶχε λόγον προβολῆς καὶ πιστεύω καὶ ἀποτελέσματα λαμπρά, ὅταν σεῖς θὰ εἶσθε ὁ χειριστής, ἰδεώδης εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ λόγου καὶ τῆς προβολῆς τῶν θεμάτων. Τὶ ἄλλο διαφορετικὸν εἶχε κάμει ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος παρὰ νὰ διαπραγματευθῇ μὲ τὸν Ἰσμὲτ Ἰνονοῦ εἰς τὴν Λωζάνην; Ἀφήνω, ὅτι θὰ ἐδημιουργούσατε εἰς ὅλους των τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπεζητήσατε τὴν εἰρηνικὴν συνεννόησιν καὶ ὄχι, ὅτι σεῖς εἶσθε ὁ ἀδιάλλακτος.
§13Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Διαπιστώνω ἁπλῶς, ὅτι δὲν ἔλαβα ἀπάντησιν. (Χειροκροτήματα).
§14Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἶναι πράγματι ἀξιοσημείωτον, ὅτι ἡ συζήτησις ἐστάθη εἰς περιωπὴν χωρὶς διακοπάς, χωρὶς ἐκδηλώσεις. Ὡμίλησα σαφῶς ἐπὶ σειρὰν θεμάτων καὶ ηὕρητε τὴν εὐκαιρίαν νὰ χειροκροτήσετε τὸν Ἀρχηγόν σας εἰς τὴν παράγραφον τὴν πλέον ἄστοχον — διότι πράγματι ἦτο ἄστοχος — (χειροκροτήματα). Θὰ ἠδυνάμην νὰ ὡμιλήσω συγκεκριμένως καὶ νὰ κάμω προτάσεις καὶ νὰ ἐκθέσω σχέδια. Ἐὰν σεῖς τὸ θέλετε πράγματι δὲν ἔχετε παρὰ νὰ συγκαλέσητε τὸ Συμβούλιον Στέμματος τὸ ὁποῖον τοσάκις ἐζήτησα. Θὰ ἠκούατε ἐκεῖ τὰς ἀπόψεις μας ἂν ἠθέλατε, ἀλλὰ σεῖς, δὲν θέλετε νὰ ἀκούσετε τὰς γνώμας μας. (Χειροκροτήματα).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἔχει τὸν λόγον.
§16Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί. Τὸ Κυπριακόν, εἶχεν ἀνέκαθεν καὶ ὅταν λέγω ἀνέκαθεν ἐννοῶ ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ ἐντεῦθεν, μίαν καὶ μοναδικὴν μορφήν. Εἶχε τὴν μορφὴν ἐκείνην ἡ ὁποία ἥνωνεν ὅλους τοὺς Ἕλληνας, τοὺς Ἕλληνας τῆς Κύπρου, τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἑλλάδος καὶ τοὺς ἁπανταχοῦ τῆς γῆς Ἕλληνας. Ἦτο μονοσήμαντος ἡ ἀξίωσις τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς, διότι καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ εἶχε κατὰ τρόπον ἑνιαῖον διαμορφωθῆ διὰ μέσου τῶν αἰώνων. Εἴτε κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα, εἴτε πρὸ τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτοῦ παρὰ τὰς μεγάλας ἐσωτερικὰς ἀντιθέσεις αἱ ὁποῖαι προσέλαβον μορφὴν παρεμποδίσασαν ἀναμφισβητήτως τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐθνικῆς μας ἱστορίας, εἴτε μετὰ τὸ 1922 καὶ εἰδικώτερον κατὰ τὸ κρίσιμον ἔτος 1931, εἴτε κατὰ τὸ διάστημα τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου καὶ εἰδικώτερον κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς μετ’ ἀγῶνας σκληροὺς καὶ ὑπερόχους, ὑπεχρεώθη ὡς ἐπίσημον κράτος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἑλληνικὴν γῆν, εἴτε τέλος ἀπὸ τοῦ 1951 καὶ ἐντεῦθεν, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν, πράγματι μεγάλων ἱστορικῶν βημάτων, εἰς ὅλας τὰς περιόδους καὶ μέχρι πρότινος, μία ἦτο ἡ μορφὴ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίζετο τὸ Κυπριακόν, ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὸ μονοσήμαντον καὶ ἄνευ οἱασδήποτε ἐπιφυλάξεως αἴτημα τῆς Ἑνώσεως. Σκοπὸς ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἦτο ἡ ἀνεπιφύλακτος ἕνωσις τῆς Κύπρου μὲ τὴν μητέρα Ἑλλάδα οἱονδήποτε καὶ ἐὰν ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν καθεστὼς —δὲν συνεζητεῖτο κἂν ἀπὸ κανένα— καὶ οἱαιδήποτε ἦσαν αἱ διεθνεῖς ὑποχρεώσεις τῆς μητροπόλεως δὲν συνεζητεῖτο καὶ αὐτό. Τὸ θέμα εἶχε τὴν μονοσήμαντον καὶ μεγάλην ἱστορικὴν μορφὴν ἡ ὁποία συνεδέετο καὶ συνδέεται κατὰ τρόπον ἄμεσον καὶ ὀργανικὸν μὲ τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν. Διὰ πρώτην φορὰν ἐκλονίσθη σοβαρῶς ἡ ἑνότης τῶν Ἑλλήνων ὡς πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ὁ πόθος τῆς ἑνώσεως ἔπαυσε νὰ εἶναι ἀνεπιφύλακτος καὶ ἔπαυσε νὰ εἶναι εἰς τὴν ψυχὴν οὐσιώδους τμήματος τῶν Ἑλλήνων καὶ δὴ —διότι αὐτὸ ἔχει σημασίαν— μεγάλου τμήματος τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου. Δὲν στηρίζομαι εἰδικώτερον —μολονότι θὰ ἠδυνάμην νὰ στηριχθῶ— ἐπὶ τῆς προσφάτου συνεντεύξεως τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Προέδρου τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας. Πράγματι αἱ σημεριναὶ δηλώσεις του, χωρὶς νὰ αἴρουν τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίχθη ἡ συνέντευξις, διευκρινίζουν ὡρισμένα σημεῖα καὶ ἦσαν ἀναγκαῖαι αἱ διευκρινίσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ἔγιναν διότι ἐζητήθησαν ἐνδεχομένως ἐξ Ἀθηνῶν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἠσθάνθη ὁ ἴδιος τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὰς διευκρινίσεις. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι αἱ διευκρινίσεις δὲν αἴρουν τὴν βάσιν τῆς συνεντεύξεως καὶ ἰδίᾳ δὲν αἴρουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη πρὸ τῆς συνεντεύξεως. Εἶχε σημειωθῆ ἤδη ἡ οὐσιώδης στροφὴ εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ πρώτην φορὰν ἡ Ἕνωσις, εἴτε τὸ εἶπε ρητῶς ὁ ἡγέτης τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, εἴτε ὄχι, ἡ Ἕνωσις συνεδυάσθη μὲ ὅρους. Ἂν ὀρθῶς ἢ μή, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Πάντως βέβαιον εἶναι, καὶ αὐτὸ ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς ἐπισημάνσεως ἔχει μεγάλην σημασίαν τοὐλάχιστον κατ’ ἐμέ, βέβαιον εἶναι κ. συνάδελφοι ὅτι ἐσημειώθη διὰ πρώτην φορὰν διχασμὸς ὡς πρὸς τὴν σύλληψιν τῆς ἰδέας τῆς Ἑνώσεως εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Ἑλλήνων. Βέβαιον εἶναι ἐπίσης, ὅτι ὁ διχασμὸς περὶ τὴν σύλληψιν τῆς ἰδέας τῆς Ἑνώσεως ἐσημειώθη καὶ ἐξεδηλώθη ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς καὶ διπλωματικῆς, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπιτρέψατέ μου νὰ τὸ εἴπω μὲ ὅλην τὴν δυνατὴν ἀντικειμενικότητα ποὺ θὰ ἤθελα νὰ χρησιμοποιήσω εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοιούτων θεμάτων —δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ σύμπτωσις, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐξέλιξις, ἡ ὁποία ὡδήγησεν εἰς ἄσχετον πρὸς τὸν ἰδεολογικὸν διχασμὸν μεταξὺ ἄκρας ἀριστερᾶς καὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων διαφορισμὸν περὶ τὴν σύλληψιν τῆς ἰδέας τῆς Ἑνώσεως, δὲν εἶναι σύμπτωσις ὅτι αὐτὸ συνέβη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Παπανδρέου. Ἀπὸ τῆς ἀνόδου εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἐσημειώθησαν δημοσίᾳ ἀσυνέπειαι καὶ ἀντιφάσεις εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ τόσαι καὶ τοιαύτης σημασίας, ὥστε οἱ Ἕλληνες τῆς Κύπρου καὶ αὐτὸς ὁ ταχθεὶς ὑπὸ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς συνειδήσεώς του νὰ ἀγωνισθῇ ἐν Κύπρῳ Ἀρχηγὸς τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, εὑρέθησαν συχνὰ ἐνώπιον οὐσιωδῶν ἀδιεξόδων καὶ ἤχθησαν εἰς τὴν χάραξιν ἰδίας πολιτικῆς ἀπέναντι τῆς ὁποίας, ἀξιότιμοι καὶ ἀγαπητοὶ κ. συνάδελφοι, ἡ εἰς τόσας ἁμαρτίας ἀντιφάσεων περιπεσοῦσα Κυβέρνησις, δὲν γνωρίζει πλέον τὶ πρέπει νὰ πράξῃ. Δὲν τὸ γνωρίζω θετικῶς καὶ βάσει ἐξομολογήσεων ὅτι δὲν τὸ γνωρίζει, ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν τὸ γνωρίζει. Ἀπορεῖ, ἀνησυχεῖ καὶ εὑρίσκεται ἐνώπιον ἀδιεξόδων. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα ἡ ὑπεύθυνος ἄσκησις ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἕνωσις Κέντρου ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ Ἀρχηγὸς αὐτῆς, ὁ νῦν ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνόμιζεν ὅτι ἐδικαιοῦτο μὲ ὡρισμένας φράσεις, ἐπιτυχεῖς εὐστόχους, ὡραίας ἂν θέλετε, ἀλλὰ καὶ ὡρισμένας κακάς, —θὰ εἴπω ποῖαι ἦσαν αἱ κακαὶ— νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὸ πρόβλημα τὸ Κυπριακὸν καὶ γενικῶς τὰ προβλήματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τότε ἦτο, βεβαίως, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Κατ’ ἐμὲ δὲν ἔπρεπεν οὔτε τότε νὰ τὸ πράξῃ, διότι καὶ τότε ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἀμέσου εὐθύνης. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι δὲν εἶχε γενικῶς τὸ αἴσθημα τῆς εὐθύνης, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἀμέσου εὐθύνης, ὡς ἐὰν ἦτο ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ ἴδιος διαχειριστὴς τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων. Ἐζήτει φερ’ εἰπεῖν ἐπὶ ἔτη νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἄλλη ἔκβασις συζητήσεως μὲ τὴν Μ. Βρεττανίαν παρὰ μόνον ἔκβασις, ἡ ὁποία θὰ περιεῖχε καὶ προθεσμίαν διὰ τὴν αὐτοδιάθεσιν. Ἐνθυμεῖσθε τὴν περίφημον φράσιν περὶ «εὐλόγου καὶ τακτῆς προθεσμίας». Δὲν εἶχε νὰ χάσῃ τίποτε λέγων αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἂν ἦτο τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἔβλεπεν ὅτι αὐτὸ ἦτο ἀδύνατον καὶ ἔπρεπε εὑρισκόμενος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐσκέπτετο μὲ ἀμεσωτέραν πολιτικὴν καὶ ἱστορικὴν εὐθύνην καὶ νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἦτο, ἂν ὄχι ἀδύνατον, πολὺ δύσκολον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐζήτει. Καὶ ἔπρεπε ἐπίσης νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀφοῦ ἦτο ἀδύνατον, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ὁδός. Ὑπῆρχε, βεβαίως, καὶ ἡ ὁδός, ἡ ὁποία δὲν ἐχαράχθη ἀπὸ ἡμᾶς ἐν Ἑλλάδι καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δικαιοῦται νὰ τὴν ἐπικαλεσθῇ. Ὑπῆρξεν ἡ ὁδὸς τοῦ ἐνόπλου ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ὁδὸς τοῦ ἐκεῖ ἀγῶνος ὁ ὁποῖος εἶναι κἄπως διάφορος τοῦ ἐδῶ ἀγῶνος, διότι ἦτο συνδεδεμένος μὲ αἷμα, θυσίας καὶ βαρείας ταλαιπωρίας, ἡ ὁδὸς αὐτὴ εἶχε καὶ ἀδιέξοδα. Δὲν θέλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μνημονεύσω τὰ ἀδιέξοδα ἐνώπιον τῶν ὁποίων, ἐν μέρει ἔστω, κατ’ ἐμὲ πλήρως, ἤχθη ὁ ἀγὼν κατὰ τὸ 1959, ὅταν ἡ οἱαδήποτε περαιτέρω βοήθεια ἀπὸ ἀπόψεως πολεμικοῦ ὑλικοῦ ἦτο ἀδύνατος. Δὲν θὰ εἰσέλθω ὅμως εἰς τὸ θέμα, μολονότι ὁ φίλος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ θίξῃ ὑπενθυμίσας τὴν διαφωνίαν του ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν τοῦ 1959. Εἶναι δικαίωμά του νὰ ὑπενθυμίσῃ τὴν διαφωνίαν του, διότι πράγματι, διεφώνησεν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔθιξε τὸ θέμα, ἔπρεπε καὶ νὰ θεμελιώσῃ τὴν κριτικὴν τὴν ὁποίαν ἤσκησεν.
§17Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε;
§18Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως δὲν σᾶς διέκοψα ὅταν σεῖς προέβητε εἰς παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἐβάρυνεν ὁλόκληρον τὴν παράταξιν τῆς ὁποίας ἡγοῦμαι, παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόψητε καὶ σεῖς. Τώρα προβαίνω εἰς ἁπλῆν ἀπάντησιν. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν δὲν σᾶς διέκοψα.
§19Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Τὰς κρίσεις διὰ τὰς συμφωνίας τῆς Ζυρίχης, κ. Πρόεδρε, τὰς ἀνέπτυξα τόσον ἐκτενῶς ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἄλλην ἐποχήν. Θὰ ἦτο μάταιον σήμερον ποὺ ἐλέγχω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια. Διότι εἴπατε ὅτι ἔπρεπε νὰ θεμελιώσω τὴν κριτικὴν μου, ἂν τὸ ἔκαμνα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ παρελθόν.
§20Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶπα, φίλε κ. Ἀρχηγὲ τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι σεῖς εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ ὑπενθυμίσετε τὴν διαφωνίαν σας, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς ἐκρίνατε τότε μὲ τὴν εὐκολίαν μὲ τὴν ὁποίαν πᾶς εὑρισκόμενος ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας καὶ ἐκτὸς τῶν εὐθυνῶν ἔκρινεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς ΕΡΕ). Καὶ αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πράττω ποτὲ εἰς τὴν ζωήν μου. Καὶ ὅταν θὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν θὰ κρίνω ὡς ἐὰν εὑρίσκωμαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι βουλευταί, ποίαν σημασίαν εἶχον αἱ συμφωνίαι τοῦ 1959 δὲν θὰ τὸ ἐξετάσωμεν σήμερον. Ἀρκεῖ πρὸς δίκαιον σχολιασμὸν τῶν συμφωνιῶν ἐκείνων ἡ πρόσφατος παρατήρησις τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἀπὸ τὰ οἱαδήποτε δεσμὰ τῶν συμφωνιῶν τοῦ 1959 εὐκολώτατα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ Κύπρος. Ἄρα ἀφοῦ ἦτο εὐκολώτατον νὰ ἀπαλλαγῇ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὀνομασθοῦν αἱ συμφωνίαι Ἐθνικὴ προδοσία. Ἐξ ἄλλου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι προδότης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐν Κύπρῳ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐτόνισεν, ἀντιθέτως, ὅτι ἀπὸ οἱαδήποτε ἄλλα δεσμά, τὰ ὁποῖα θὰ ἐχαλκεύοντο κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ Κύπρος. Αὐτὴ ἦτο ἡ διατύπωσις περιληφθεῖσα εἰς τὴν συνέντευξιν τὴν δημοσιευθεῖσαν πρό τινων ἡμερῶν. Κύριοι συνάδελφοι, λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ κάμνῃ κανεὶς κριτικήν, ὅταν εἶναι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καὶ ἤσκησεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δριμυτάτην κριτικὴν ἢ ἤσκησεν κριτικὴν ἡ ὁποία ἦτο συνδεδεμένη μὲ ὡρισμένα αἰτήματα, ὅπως ἡ τακτὴ καὶ εὔλογος προθεσμία, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ἀποτελέσουν τὴν βάσιν συμφωνίας μεταξὺ Μεγάλης Βρεταννίας καὶ Ἑλλάδος, ἀμέσως μετὰ τὰς συμφωνίας τοῦ Λονδίνου. Ὑπῆρξε βεβαίως ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς προσεκτικός. Δὲν προέβη εἰς τὴν καταγγελίαν περὶ ἐθνικῆς προδοσίας, ἀλλὰ ὡμολόγησεν, ὅτι αἱ συμφωνίαι εἶχον σπουδαῖα πλεονεκτήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρῶτον τὸ τῆς καταργήσεως τοῦ ἀποικιακοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Κύπρου. Τὸ ὡμολόγησε τότε ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐτόνισεν ἐν συνεχείᾳ ὅτι αἱ συμφωνίαι περιεῖχον καὶ κλασσικώτατα μειονεκτήματα. Ἔθετεν ἑπομένως τὰ ζητήματα ὅπως ἕνας ἀντικειμενικὸς κριτὴς ἔπρεπε νὰ τὰ θέτῃ. Διατὶ ὅμως ἔπαυσε νὰ εἶναι ἀντικειμενικὸς μετὰ τὸ 1961; Διότι εἰσῆλθεν εἰς τὸν ἀνένδοτον ἀγῶνα. Ἀλλὰ ἀγαπητοὶ κ.κ. συνάδελφοι, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβάλῃ κανεὶς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν θεμάτων γραμμὴν καὶ τακτικὴν ἀναλόγως τοῦ χρώματος, τὸ ὁποῖον προσλαμβάνει ὁ ἐσωτερικὸς πολιτικὸς ἀγών. Καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. Ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἤλπιζον, ὅτι θὰ ἔβλεπεν ἀμέσως πόσον δύσκολον εἶναι τὸ πρόβλημα. Κατὰ τὰς πρώτας ἑβδομάδας καὶ τῆς δευτέρας τῆς ὑπὸ τὴν Προεδρίαν του σχηματισθείσης Κυβερνήσεως δὲν τὸ εἶχεν ἀκόμη ἀντιληφθεῖ, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Δεκέμβριος ἔπρεπε νὰ εἶναι διδακτικὸς καὶ παρὰ τὸ πρόσθετον γεγονός, ὅτι καὶ αἱ 45 ἡμέραι τῆς προεκλογικῆς περιόδου ἔπρεπε ἐπίσης νὰ εἶναι διδακτικαὶ ἡμέραι. Καὶ ἰδίᾳ ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, καὶ ἐγὼ μετεκαλούμεθα ἀπὸ τὸν ὑπηρεσιακὸν Πρωθυπουργόν, τὸν φίλον κ. Παρασκευόπουλον, νὰ λάβωμεν μέρος εἰς ἐπειγούσας συσκέψεις ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ νῦν Βασιλέως καὶ τότε Διαδόχου. Παρὰ ταῦτα καὶ μετὰ τὰς πρώτας ἑβδομάδας τῆς δευτέρας ὑπὸ τὴν Προεδρίαν του Κυβερνήσεως καὶ πάλιν δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ πόσον δύσκολον εἶναι τὸ πρόβλημα. Καὶ ἤρκησε μία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεφασίζετο ἡ ἀποστολὴ διεθνοῦς δυνάμεως εἰς τὴν Κύπρον διὰ νὰ εἴπῃ τὸ περίφημον: «Ἡ Κυπριακὴ κρίσις παρέρχεται ὡς κίνδυνος καὶ παραμένει ὡς πρόβλημα». Αὐτὸ εἶναι ἐπίγραμμα. Ἐπίγραμμα, τὸ ὁποῖον κάλλιστα εἶναι δυνατὸν νὰ δείξῃ εἰς πάντα μελετῶντα τὴν ἱστορίαν τί ἔβλεπεν ἐνώπιόν του ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργός. Ἔβλεπε τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν. Λόγῳ μεγάλης αἰσιοδοξίας, λόγῳ μεγάλης αὐτοπεποιθήσεως ἡ ὁποία συχνὰ τὸν παρασύρει, λόγῳ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐπὶ ἔτη πολλὰ ἦτο ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας καὶ ᾐσθάνετο τὴν ἄνεσιν τῶν εὐκόλων λόγων, προέβη εἰς τὴν δήλωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ ἀπέφευγεν ἐὰν εἶχεν ἀσκήσει τὴν σκέψιν του εἰς μεγαλυτέραν ἱστορικὴν ἐπιφυλακτικότητα. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω κἂν περὶ τῆς περιφήμου τότε συνεδριάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε καὶ θὰ πρέπει νὰ γίνῃ πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν. Πάντως ἔκτοτε ἤρχισεν ἀναμφισβητήτως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ βλέπῃ τὰς δυσκολίας, διότι ἀκριβῶς ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον–Παρασκευὴν ἔγινε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς ἀποθεώσεως, τὴν ἑπομένην δὲ Παρασκευὴν μετὰ τὴν κηδείαν τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Παύλου — ἐσημειώθη μία ἀπὸ τὰς κρισιμωτέρας φάσεις τοῦ Κυπριακοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος εὑρίσκετο εἰς τὰς Ἀθήνας ἀκόμη καὶ εἰδοποιήθη κατὰ τὴν 4ην πρωϊνὴν τῆς ἑπομένης τῆς κηδείας — τὸν εἶδον εἰς τὰς 8 τὸ πρωῒ καὶ μοῦ τὰ ἔλεγε — εἰδοποιήθη, ὅτι ἐπεδόθη τουρκικὸν τελεσίγραφον καὶ ἔσπευσεν εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ ἔκτοτε, δηλαδὴ μίαν ἀκριβῶς ἑβδομάδα μετὰ τὴν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἀποθέωσιν, εἰσῆλθε τὸ Κυπριακὸν εἰς τὴν ἐντονωτέραν ἀπὸ ἀπόψεως κινδύνων περίοδον. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετέβη, ὅταν εἶδεν ὅτι οἱ κίνδυνοι ἦσαν τόσον μεγάλοι καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν μὲ λόγους νὰ λύωνται τὰ ἐξωτερικὰ προβλήματα, μετέβη εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Κατηγορήθη, διότι μετέβη εἰς τὴν Οὐάσιγκτων. Κατὰ τὴν γνώμην μου ὤφειλε νὰ μεταβῇ καὶ δὲν ἦτο νοητὸν ν’ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἡν. Πολιτειῶν νὰ παρακαλέσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος νὰ συζητήσῃ μετ’ αὐτοῦ ἕνα τόσον μεγάλο θέμα. Ἐπιστρέψας ἐδήλωσε τὴν 3ην Ἰουλίου ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἀφοῦ εἶχε προβῆ εἰς δηλώσεις προηγουμένως καὶ ἀφοῦ εἶχε προβῆ καὶ εἰς μήνυμα πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ἀπὸ τὸν Ραδιοφωνικὸν Σταθμὸν ἂν δὲν ἀπατῶμαι τῆς Νέας Ὑόρκης, ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ συνομιληταί του — καὶ βεβαίως ἐν Ἀμερικῇ ὁ κύριος συνομιλητής του ἦτο ὁ Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν — ὅτι οἱ συνομιληταί του συνεφώνησαν μετ’ αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, δὲν δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀκριβῆ, εἴτε διότι αὐταπατώμεθα, εἴτε καὶ διότι θέλομεν, ὅπως εἰς τὴν προηγουμένην περίπτωσιν, ὁπότε συνέβησαν καὶ τὰ δύο, νὰ καλύψωμεν ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον 36 ὥρας προηγουμένως εἶχε συμβῆ. Ἐνθυμοῦμαι τὰς ὥρας, διότι τὸ ἀνέγνωσα σήμερον εἰς πρωϊνὴν ἐφημερίδα. Τριάντα ἓξ ὥρας προηγουμένως, εἶχε λάβει τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Προέδρου τῶν Ἡν. Πολιτειῶν κ. Τζόνσον, ἡ ὁποία ἐπιστολὴ δὲν ἦτο ὅπως εἶπεν ἐκ τῶν ὑστέρων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνακεφαλαίωσις ἁπλῶς τῶν ἐν Οὐάσιγκτων λεχθέντων, ἀλλὰ ἦτο ἐπισήμανσις ὡρισμένων σημείων τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔδιδον τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ συνομιλητής του εἶχε συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω, οὔτε θὰ ἐξετάσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἔπραξε καλῶς ἢ κακῶς εἰπὼν τὰ ὅσα εἶπε καὶ γράψας τὰ ὅσα ἔγραψε, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἄλλα ἀντ’ ἄλλων καὶ τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς εἶχον ἐπίδρασιν καὶ ἐν Κύπρῳ. Κύριοι βουλευταί, ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν τότε εἶχε προβῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προέβη εἰς τὴν πανηγυρικὴν βεβαίωσιν, ὅτι ὑπάρχει — αὐτὸ συνέβη περὶ τὰ μέσα Ἰουλίου, ἔχω τὰ κείμενα, εἰς τὴν διάθεσίν σας, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω ἀναγινώσκων κείμενα, ἔχω καὶ τὰς ἐφημερίδας ὅλας μαζὶ μου ἐν περιπτώσει ἀμφιβολίας — προέβη εἰς μίαν πανηγυρικὴν βεβαίωσιν, ὅτι ὑπάρχει πλήρης εὐθυγράμμισις μὲ τὴν Λευκωσίαν καὶ ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς πρὸς τὴν λύσιν εἶναι ὁ Ο.Η.Ε. Τὸ εἶπεν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἄφιξίν του εἰς Ἀθήνας, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶχε συμφωνήσει ἐν Οὐασιγκτῶνι νὰ γίνῃ προσπάθεια ἐν Γενεύῃ καὶ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι εἶχε συμφωνήσει, ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶχε φέρει ἀντιρρήσεις εἰς τὸ νὰ ὑπάρξῃ Ἀμερικανὸς παρατηρητής, οὐχὶ ἁπλῶς παρατηρητής, διότι ἕνας τέως Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποσταλῇ ὡς παρατηρητής, ἀλλὰ ὡς συμπαραστάτης εἰς τὸ ἔργον τοῦ διαιτητοῦ, δηλαδὴ τοῦ ἀειμνήστου Τουομιόγια. Κύριοι βουλευταί, ὅταν προέβαινεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς δηλώσεις, ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς εἶναι ὁ Ο.Η.Ε., ὁ Ο.Η.Ε. ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ διαιτητοῦ Τουομιόγια, ἀλλ’ ὁ Ο.Η.Ε. ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διεκδικήσεως ἐκεῖ, ἐνώπιον τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως αὐτοῦ, τῆς πλήρους καὶ ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας, ὅταν προέβαινεν εἰς τὰς δηλώσεις αὐτάς, εἶχε πλήρη γνῶσιν τοῦ τί εἶχεν ἀκούσει, ἀλλὰ καὶ πράξει ὁ ἴδιος ἐν Οὐασιγκτῶνι. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε συμφωνήσῃ μὲ τὴν ἀποστολὴν καὶ τοῦ Ἀμερικανοῦ ἀντιπροσώπου εἰς τὴν Γενεύην. Δὲν ἀποκαλύπτω, οὔτε θὰ ἀποκαλύψω τί, τοῦ ὁποίου ἔλαβον γνῶσιν κατὰ τὰς τρεῖς συναντήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἦσαν, ἄλλωστε, περιωρισμένα τὰ κείμενα, τῶν ὁποίων ἐζήτησα νὰ λάβω γνῶσιν καὶ δὲν θὰ κάμω μνείαν οὐδενὸς τῶν κειμένων αὐτῶν, ὅπως δὲν θὰ ἀποκαλύψω, ὅσα ἤκουσα κατὰ τὴν σύσκεψιν, τὴν κρίσιμον, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, οὐδὲ κἂν συνάδελφοί μου γνωρίζουν τὶ ἐλέχθη ἐκεῖ καὶ τὶ συγκεκριμένως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὀφείλω νὰ σεβασθῶ καὶ τοὺς ἀντιπάλους μου, οἱ ὁποῖοι μοῦ ἐμπιστεύονται τὰς σκέψεις των καὶ δὴ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται μεγάλα ἐθνικὰ θέματα. Βασίζομαι λοιπόν, μόνον ἐπὶ γνωστῶν εἰς πάντας γεγονότων καὶ κρίνω αὐτά. Δὲν θὰ ἀποστῶ, ἑπομένως, ἀπὸ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα, τοῦ πλήρους καὶ ἀπολύτου σεβασμοῦ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ συνεχίσω τώρα τοὺς συλλογισμούς μου. Μετὰ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν, τὴν γενομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς εἶναι ὁ Ο.Η.Ε., ἤρχισαν αἱ συζητήσεις ἐν Γενεύῃ. Καὶ αἱ συζητήσεις εἶναι γνωσταί. Ὡμίλησε περὶ αὐτῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐν Ἐθνοσυνελεύσει, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ διάψευσις καὶ ἐτόνισεν, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐγένοντο καὶ εἶχον προχωρήσει. Ἐγένοντο ἐμμέσως, χωρὶς συνάντησιν τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου μὲ τὸν Τοῦρκον. Αὐτὸ ὅμως, δὲν ἔχει σημασίαν. Σημασίαν ἔχει, ὅτι διεβιβάζετο εἰς τὸν Τοῦρκον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος. Καὶ ἀντιστρόφως. Ἄρα, ἐγένοντο συζητήσεις. Καὶ αἱ συζητήσεις αὐταὶ δὲν γνωρίζω ἂν εἰς ὅλας τὰς φάσεις των ἐγένοντο ἐν γνώσει καὶ τοῦ Ἡγέτου τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας. Δὲν τὸ γνωρίζω. Θέτω, ἁπλῶς, τὸ ἐρώτημα. Κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι εἰς ἄλλην ἀνακολουθίαν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη καὶ ἔχω ἐνώπιόν μου ὅλας τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας κατὰ τρόπον κατηγορηματικόν, ἀπόλυτον καὶ ἀνεπιφύλακτον προέβη σχετικῶς μὲ τὴν ἄμεσον συμπαράστασιν καὶ βοήθειαν τῆς Ἑλλάδος, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κύπρος θὰ ὑφίστατο ἐπίθεσιν. Μόνον εἰς μίαν ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν ὑπάρχει ἡ λέξις «ἀπόβασις». Εἰς τὰς ἄλλας ὑπάρχει ἡ λέξις «ἐπίθεσις». Καὶ ἔφθασεν ἡ δραματικὴ ὥρα, ὅταν οἱ Ἕλληνες τῆς Κύπρου ὑπέστησαν τὸν βομβαρδισμὸν καὶ ἐθρήνησεν ἡ Κύπρος τόσα θύματα. Κύριοι, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τῆς δραματικῆς Κυριακῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὲ καλέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον του, μετὰ δὲ τὴν ἐπίσκεψιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχον ἀκρόασιν παρὰ τῷ Βασιλεῖ, ἀκριβῶς κατὰ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δύο ἀεροπλάνα μας συμβολικῶς εἶχον πετάξει ἕως τὴν Κύπρον, δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ κηρύξωμεν πόλεμον. Μεταξὺ τῆς κηρύξεως πολέμου καὶ τῆς ἀπολύτου ἀποχῆς ἀπὸ οἱανδήποτε ἐνέργειαν, πλὴν τῆς συμβολικῆς τῶν δύο ἀεροπλάνων, ὑπῆρχεν ἐνδεχομένως καὶ κἄτι τὸ ἐνδιάμεσον ἢ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε, παραχωρῶ εὐχαρίστως καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος ἀντιδράσεως καὶ δὴ ἐν Κύπρῳ, ἔπρεπε τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ καὶ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν τὸ σκέπτεται, ὅτι κατόπιν τῆς ἔστω ὀρθῆς ἱστορικῆς στάσεως τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν, ἦτο ἑπόμενον νὰ δημιουργηθῇ εἰς Κύπρον ἀκόμη μεγαλυτέρα ἀπογοήτευσις καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ δημιουργηθοῦν πλέγματα, τὰ ὁποῖα ὤθησαν τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν κατοίκων πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐπεσήμανα καὶ ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε τὸν ἐπισημανθέντα ὑπ’ ἐμοῦ διαφορισμόν, ὡς πρὸς τὴν σύλληψιν τῆς ἰδέας τῆς Ἑνώσεως. Ἁπλούστατα δὲν ἔπρεπε νὰ εἶχον προηγηθῆ οἱ εὔκολοι μεγάλοι λόγοι. Οἱ εὔκολοι μεγάλοι λόγοι, ὅπως καὶ οἱ πανηγυρικοὶ λόγοι, ἀμέσως μετὰ τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας ἀπεφάσισε νὰ ἀποστείλῃ μίαν διεθνῆ δύναμιν, ὅπως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, οὕτω καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ἀφορῶσαν τὸ ἐνδεχόμενον ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Κύπρου, οἱ μεγάλοι λόγοι ἔπρεπε νὰ λείψουν. Ἔπρεπε νὰ ἐξετασθοῦν αἱ περιπτώσεις ρεαλιστικῶς, ἱστορικῶς καὶ ἀντὶ μεγάλων λόγων, νὰ γίνῃ ἡ συστηματικὴ ἐκείνη ἐνέργεια, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ ἐγένετο καὶ νὰ μὴ εἶχεν ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ αὐτὴ κυρίως ἔπρεπε νὰ γίνῃ πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου τῆς ἐπιθέσεως. Βεβαίως ἔγινε καὶ δὲν περιμένω νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ λέγω πρῶτος ἐγώ, ἡ προσπάθεια παρεμβάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ἀφοῦ ἐξεδηλώθη ἡ ἀεροπορικὴ ἐπίθεσις. Παραδέχομαι, ὅτι προσπάθειαι θὰ εἶχον γίνῃ καὶ πρὶν μὲ τὴν προοπτικὴν ἐνδεχομένης ἐπιθέσεως. Δὲν γνωρίζω, ἂν εἶχε πληροφορηθῆ ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπέκειτο ἐπίδειξις ἀεροπορικὴ εἰς τὴν Κύπρον. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν — καὶ τοῦτο δὲν μοῦ ἐλέχθη, οὔτε ἐζήτησα νὰ μοῦ λεχθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν — ὅτι εἶχε γίνει προειδοποίησις ἀπὸ τὴν Οὐασιγκτῶνα, ὅτι ἐπέκειτο ἐπίδειξις τουρκικῶν ἀεροπλάνων καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν αὐτοῦ, θὰ ἔκαμε πᾶν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ κάμῃ, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχε νὰ ἀποτρέψῃ τὴν ἐπίδειξιν καὶ δὲν ἐπέτυχε νὰ ἀποτρέψῃ τὴν μετατροπὴν τῆς ἐπιδείξεως εἰς βομβαρδισμόν, εἰς ἐπίθεσιν ἑπομένως ἐναντίον τῆς Κύπρου. Καὶ εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις ἐκτεθειμένη καὶ εὑρέθη βαρύτατα ἐκτεθειμένη, λόγῳ τῶν μεγάλων λέξεων, τὰς ὁποίας εἶχεν ἕως τότε χρησιμοποιήσει. Καὶ τότε ἀκριβῶς, κύριοι συνάδελφοι, τὸ βασίζω αὐτὸ ἐπὶ συγκεκριμένων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐπὶ πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ πλῆθος μαρτυριῶν, τότε ἀκριβῶς ἐσημειώθη ἡ μεγάλη στροφὴ ἐν Κύπρῳ, ἡ στροφὴ πρὸς μίαν ἄλλην ἔννοιαν Ἑνώσεως, ἔννοιαν οὐχὶ ἀνεπιφύλακτον, ὡς καὶ πρὸς ἄλλην ὁδὸν ἐξασφαλίσεως τῆς ἀμύνης τῆς νήσου. Κύριοι βουλευταί, τὴν 19ην Σεπτεμβρίου εὑρεθεὶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ τετελεσμένου πλέον γεγονότος τῶν ἐπαφῶν καὶ τῶν διαπραγματεύσεων τῆς Κύπρου μὲ τὴν Μόσχαν — ἀνεξάρτητον Κράτος εἶναι ἡ Κύπρος, δικαιοῦται νὰ κάμῃ οἱανδήποτε διαπραγμάτευσιν θέλει, ἀλλὰ τὸ θέμα ἔχει οὐσιώδη σημασίαν, δεδομένου, ὅτι εἴμεθα συνυπεύθυνοι ἔναντι τῆς ἱστορίας καὶ οἱ Ἕλληνες τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ Ἕλληνες τῆς Κύπρου — τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτηθείς, κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν γάμων τοῦ Βασιλέως, ὅτε εἶχον ἔλθει πολλοὶ ξένοι ἀνταποκριταὶ καὶ τὸν ἐπεσκέφθησαν, ἐρωτηθείς, ποία εἶναι ἡ γνώμη του περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τῆς Μόσχας, εἶπεν: «Ἀποτελεῖ δικαίωμα καὶ χρέος νὰ ζητήσῃ ἡ Κύπρος βοήθειαν διὰ τὴν ἄμυνάν της ἀπὸ ὅπου εὕρῃ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κύπρον νὰ μείνῃ ἀνυπεράσπιστος εἰς περίπτωσιν ἐπιθέσεως». Τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἐδήλου ἐπὶ μῆνας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνελάμβανε τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Κύπρου, τὸ εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἐδήλου ἐπὶ μῆνας, ὅτι ἀμέσως θὰ ἀντιδράσῃ εἰς περίπτωσιν ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Κύπρου καὶ τὸ εἶπεν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος μετὰ τὴν ἐπίθεσιν καὶ τὸν βομβαρδισμὸν καὶ δὲν ἐσκέφθη, ὅτι κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐδημιουργεῖτο εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου τὸ ἐρώτημα, «διατί δὲν μὲ βοηθᾶς ἐσύ, διὰ νὰ μὴ προσφύγω εἰς ἄλλην βοήθειαν;» Ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα γεννᾶται καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου συνείδησιν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τὰ οἱαδήποτε ὑλικά, τὰ ὁποῖα θὰ ἔδιδον εἰς τὴν Κύπρον εἴτε αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, εἴτε ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, αὐτὰ τὰ συγκεκριμένα καὶ μεμονωμένα ὑλικά, διότι δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ μεταβληθῇ ἡ Κύπρος εἰς φρούριον διὰ τῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν θὰ παράσχῃ ἡ Μόσχα, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ Ἑλλάς; Καὶ εἶναι τοιαύτης σημασίας, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ Ἑλλάς; Καὶ μέχρι μὲν τῆς ἡμέρας τῶν βομβαρδισμῶν ἐνεφανίζετο ἡ μητρόπολις Ἑλλὰς ἱκανὴ νὰ πράξῃ τὰ πάντα, μετὰ δὲ τοὺς βομβαρδισμούς, ἀφοῦ δὲν ἔπραξεν ὅ,τι ἀνεμένετο, ἀφῆκε τὴν Λευκωσίαν νὰ στραφῇ πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν, διὰ νὰ τύχῃ βοηθείας! Ἦτο ἑπόμενον, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, νὰ σημειωθοῦν μετὰ καὶ ἀπὸ τὴν δήλωσιν μάλιστα αὐτὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ ὁποία ἀπετέλεσεν ἀπάντησιν εἰς ἐρώτησιν δημοσιογράφων, νὰ σημειωθοῦν καὶ νὰ ὁλοκληρωθοῦν αἱ βαρύταται ἐκεῖναι ψυχολογικαὶ ἐμπλοκαί, τὰς ὁποίας ἐπεσήμανα ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου. Καὶ προχωρῶ, κύριοι. Ἔρχομαι εἰς τὰς ἐν Θεσσαλονίκῃ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὄχι κατὰ τὴν ἔκθεσιν, ὅταν μετέβη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁπότε διὰ πρώτην φορὰν εἶπεν «ἡ ἕνωσις ἔρχεται», ἀλλὰ κατὰ τὴν 27ην Ὀκτωβρίου, ὁπότε ὡμίλησε πρὸς τοὺς νέους, πρὸς τοὺς σπουδαστὰς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐπανέλαβε, σὺν τοῖς ἄλλοις, καὶ ἐκεῖ τὴν φράσιν «ἡ ἕνωσις ἔρχεται», ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους ἀποτελεῖ καὶ μίαν εὐχὴν καὶ ἡ εὐχὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφρασθῇ, ὅταν ὁμιλῇ κανεὶς πρὸς τὴν νεολαίαν, ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀπονείμωμεν δίκαιον καὶ ἀπέναντι τῶν μεγάλων Συμμάχων. Καὶ προσέθεσεν, ὅτι οὗτοι ἔχουν πεισθῆ, ὅτι μόνη λύσις εἶναι ἡ ἕνωσις. Ἀλλὰ ἐνῷ εἶπε τοῦτο — καὶ ἐδῶ ἔρχομαι εἰς ἕνα θέμα, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον εἶναι λεπτόν, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν συνεχείᾳ καὶ πρὸς ὅσα εἶπον τὴν περασμένην ἑβδομάδα νὰ τὸ ἐπισημάνω — δύο ἢ τρεῖς ἑβδομάδας μετὰ ταῦτα σημειοῦται τὸ γεγονὸς τῆς παραιτήσεως τοῦ ἀναπληρωτοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Σημειοῦται τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς παραιτήσεως ἐμφανίζεται τὸ ὄργανον τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, πρὶν ἀκόμη ἔλθῃ τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ προβαίνει εἰς ἀποκαλύψεις, σχετικῶς μὲ τὴν παραίτησιν τοῦ ἀναπληρωτοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο ἁπλῶς ἀναπληρωτὴς Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, ἀλλὰ εἶχε δικαιοδοσίας σημαντικωτάτας, ἀνταποκρινομένας εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ὁποίας ἐτύγχανεν ἐκ μέρους καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν ἄλλων μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν ὁποίαν θεωρῶ δεδικαιολογημένην. Καὶ εἶπε τὸ ὄργανον τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, ὅτι ἡ παραίτησις ὀφείλεται εἰς παρέμβασιν ξένων φίλων, συμμάχων τῆς Ἑλλάδος, εἰς παρέμβασιν ὀφειλομένην εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιότιμος τέως Ὑπουργὸς εἶχεν ἀντινατικὴν κατεύθυνσιν. Καὶ γίνεται συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Συντονισμοῦ καὶ θέτω μὲ λιτότητα τὸ ἐρώτημα: Εἶναι τοῦτο ἀκριβές, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ μάλιστα ἐτόνισα, ὅτι τὸ νὰ ἀφήνῃ κανεὶς νὰ δημιουργῆται αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ βαρυτάτας ἐπιπτώσεις ἐν Ἑλλάδι καὶ διεθνῶς, προσέθεσα δὲ ὅτι ὤφειλε νὰ εἶχε προβῆ ἀμέσως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὶν ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς φήμης. Ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ ἐμὲ ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠρκέσθη νὰ ὑπερασπίσῃ δι’ εἰδικὰ θέματα τὸν παραιτηθέντα Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ἀλλὰ ἐπροχώρησε καὶ ὡμίλησε κατὰ τρόπον ἐπίσημον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡμίλησε περὶ τῆς παρεμβάσεως. Εἶπεν, ὅτι ἔπεσεν ὁ κ. Α. Παπανδρέου, λόγῳ παρεμβάσεως τῶν ξένων. Ὡμίλησε περὶ τοῦ ἀειμνήστου Πιουριφὸϋ καὶ περὶ Καμαρίλλας. Δὲν τὸν διέκοψα, διότι ἀνέμενα, ὅτι αἱ φράσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι προεκάλεσαν τὴν ψυχικὴν ἀντίδρασίν μου, θὰ προεκάλουν, ὅπως προεκάλεσαν ἐν μέρει, τὴν ἀντίδρασιν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ μία τοὐλάχιστον φράσις, ἡ ἀφορῶσα τὴν Καμαρίλλαν, προεκάλεσε τὴν ἀντίδρασίν του. Ἐλέχθησαν, λοιπόν, ὅλα αὐτά. Καὶ ἐγείρεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ὁμιλήσῃ. Δηλοῖ πανηγυρικῶς, ὅτι τὸ θέμα τῶν ἐκθέσεων, ὡς ἐὰν αὐτὸ ἦτο τὸ μόνον, εἶχε κλείσει — προεξοφλῶν μάλιστα τὴν οἱανδήποτε γνώμην τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ — καὶ ἠρκέσθη νὰ εἴπῃ περαιτέρω, θεωρήσας ὡς κατάλληλον τὴν μᾶλλον ἀκατάλληλον στιγμὴν διὰ νὰ τὸ πράξῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δορυφόρος οὐδενός. Βεβαίως, δὲν εἶναι. Καὶ πρῶτος συμφωνῶ πρὸς αὐτὸ καὶ τὸ ἔχω διακηρύξει. Ἀλλὰ δὲν ἐκαλεῖτο ἐκείνην τὴν ἡμέραν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ αὐτό. Ἐκαλεῖτο νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον θέσει καὶ νὰ ἀποκρούσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἴπει ὁ κ. Ἠλιοῦ. Ἐν τούτοις, δὲν ἠθέλησεν ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ λεχθέντα κατὰ τρόπον ἔντονον καὶ κατηγορηματικόν. Λυποῦμαι δι’ αὐτό. Διότι ἔπρεπε νὰ ἀδιαφορήσῃ διὰ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ λόγου τοῦ κ. Ἠλιοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν τῶν μελετῶν, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ παρεμέρισα πλήρως, χωρὶς νὰ φθάσω εἰς ὕμνους καὶ ἐξάρσεις, ὅπως ὁ κ. Ἠλιοῦ. Ὤφειλε νὰ ἀδιαφορήσῃ δι’ αὐτὸ καὶ νὰ σκεφθῇ: «Ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήσω νὰ δημιουργηθῇ ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὁ Ἀναπληρωτὴς Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ παραιτεῖται διὰ λόγους ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας»; Πρῶτα ἀπ’ ὅλα, ἐὰν παρῃτεῖτο διὰ λόγους ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, θὰ ἦτο ἐθνικῶς ἀναξιοπρεπὴς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸν ἀφῆκε νὰ παραιτηθῇ ὑποστᾶσα τὴν πίεσιν τῶν ξένων. Δεύτερον. Ἀσχέτως αὐτοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ νὰ δημιουργηθῇ αὕτη, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἰσχνή, ἰσχνοτάτη. Δὲν ἀπήντησεν εὐθέως εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἠρώτησα καὶ ὁ κ. Ἡλιοῦ κατήγγειλε. Καὶ ἐχρειάσθη τὸ ἀπόγευμα νὰ προβῇ εἰς δήλωσιν διαμαρτυρίας ὁ Πρεσβευτὴς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, τὸν ὁποῖον ἀνέμιξαν— καὶ ἑπομένως εἶχε πᾶν δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ, διὰ νὰ προβῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς μίαν συμβατικὴν καὶ τυπικὴν διάψευσιν. Ἐρωτῶ: Διατὶ δὲν προέβη εἰς τὴν διάψευσιν κατὰ τρόπον κατηγορηματικόν, ὅταν κατηγγέλθη ἡ δῆθεν ξένη παρέμβασις ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τοῦ κ. Ἡλιοῦ; Ἢ, διατὶ δὲν μὲ ἐτίμησεν ἐμὲ διὰ μιᾶς συγκεκριμένης ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπαντήσεως, ἀλλὰ ἐτίμησε μόνον τὸν Πρεσβευτὴν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν; Οἱ Πρωθυπουργοὶ καλὸν εἶναι νὰ ἀποφεύγουν νὰ δίδουν εὐκαιρίας δηλώσεων τῶν Πρεσβευτῶν καὶ δὴ ἀφοῦ ἐδόθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ μεσημέρι τῆς ἰδίας ἡμέρας νὰ ἀπαντήσῃ εἰς Ἕλληνα πολιτικόν, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέμβῃ ὁ ξένος παράγων, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῇ εἰς δήλωσιν ὁ Πρεσβευτὴς τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Τὴν κατηγορηματικὴν διάψευσιν ὤφειλε νὰ εἶχε κάμει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδῶ, ἀπαντῶν εὐθέως εἰς Ἕλληνα πολιτικὸν Ἀρχηγόν, εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διαψεύδων μάλιστα κατηγορηματικῶς καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ἡλιοῦ λεχθέντα. Δὲν ἔπραξεν οὔτε τὸ ἕνα, οὔτε τὸ ἄλλο. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔπραξεν οὔτε τὸ ἕνα οὔτε τὸ ἄλλο, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν διάψευσιν τὴν συμβατικὴν καὶ τυπικήν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τὸ βράδυ τῆς αὐτῆς ἡμέρας, ἀπέστειλε, τὴν ἑπομένην ἡμέραν, τὸν παραιτηθέντα Ἀναπληρωτὴν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, εἰς τὴν Κύπρον. Διατὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν; Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνῃ ἐπὶ δύο τρεῖς ἑβδομάδας; Βεβαίως νὰ μεταβῇ. Καὶ πᾶς βουλευτὴς καλὸν εἶναι νὰ μεταβῇ εἰς Κύπρον, ἀλλὰ ὡς βουλευτὴς καὶ ὄχι μὲ παρατασσόμενα τμήματα Στρατοῦ, τὰ ὁποῖα νὰ τοῦ ἀπονέμουν τιμάς. Διότι ἐὰν παρετάχθησαν διὰ τὸν παραιτηθέντα Ὑπουργόν, θὰ διαμαρτυρηθῶ εἰς ἣν περίπτωσιν δὲν παραταχθοῦν, δι’ οἱονδήποτε μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅταν μεταβῇ εἰς τὴν Κύπρον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Ρ.Ε.). Καὶ θὰ διαμαρτυρηθῶ, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν μεταβαίνοντος οἱουδήποτε μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὴν Κύπρον....
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ε.Κ.). Ὑπὸ τοῦ Μακαρίου παρετάχθησαν.
§22Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δεχθῆτε τὴν ἀπάντησιν, κ. συνάδελφε, καὶ εἰς αὐτό. Δὲν ἦτο ὁ Μακάριος, ὁ ὁποῖος παρέταξε τὰ στρατιωτικὰ τμήματα, ἦτο ἡ ΕΛΔΥΚ. Καὶ εἰς τὸ ἀεροδρόμιον ἀκόμη διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὰ σέβη του ὁ Ἕλλην στρατηγός. Θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ ὁσάκις μεταβαίνει εἰς Κύπρον, Ἕλλην βουλευτής. Δὲν εἶχε μεταβῆ μὲ ἐπίσημον ἀποστολήν, ὁ παραιτηθεὶς Ὑπουργός. Ἐὰν εἶχε μεταβῆ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ πληρεξουσίου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπονεμηθοῦν τιμαί, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνωνται αὐτὰ τὰ πράγματα εἰδικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ ὡρισμένου βουλευτοῦ, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι. Ὑπάρχει ἡ ἰσότης τῶν Ἑλλήνων βουλευτῶν καί, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶναι φορεὺς ἰδιαιτέρας ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας καὶ ἀποστολῆς. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ὑπὸ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Ρ.Ε.). Ἀλλά, αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ ὀλιγώτερον. Τὸ ἀντιπαρέρχομαι. Καὶ ἀντιπαρέρχομαι καὶ κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης πρωτάκουστον καὶ τὸ ὁποῖον, δὲν εἶχε συμβῆ, ποτὲ μέχρι τοῦδε. Οὐδέποτε, μέχρι τοῦδε, μετέβη Ἕλλην βουλευτὴς καὶ μάλιστα βουλευτής, ὁ ὁποῖος μέχρι σχεδὸν τῆς προτεραίας ἦτο Ὑπουργός, διὰ νὰ μεταφέρῃ τὰς Ἑλληνικὰς πολιτικὰς ἀντιθέσεις, εἰς τὴν Κύπρον. Οὐδέποτε εἶχε γίνει αὐτό. Ἔγινε διὰ πρώτην φοράν. Εἶναι καὶ αὐτό, τίτλος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, μεταβὰς εἰς Κύπρον προέβη εἰς μίαν ἀνεπίτρεπτον πολιτικολογίαν, ἴσως λόγῳ ἀπειρίας του πολιτικῆς καὶ Κοινοβουλευτικῆς καὶ μετέφερεν τὰς Ἑλληνικὰς πολιτικὰς ἀντιθέσεις εἰς τὴν Κύπρον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ὁ κ. Ἀνδρέας Παπανδρέου εἶναι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἀπών, ἀλλὰ καὶ ἐὰν προσέλθῃ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, διότι πέραν τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, οὐδεὶς θὰ λάβῃ σήμερον τὸν λόγον.
§24Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤκουσα τὶ εἴπατε. (Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Ρ.Ε.).
§25Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Ὑπάρχει πλήρης προέκτασις, εἰς τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ θέσῃ οὐδένα περιορισμόν.
§26Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤκουσα τὶ εἶχεν εἴπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Δικαίωμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι, ἐὰν νομίσῃ ὅτι ὁ ὁμιλῶν ἐξέρχεται τοῦ πλαισίου τοῦ θέματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ προβῇ εἰς τὴν παρατήρησίν του ἐλευθέρως, ἀπευθυνόμενος καὶ πρὸς Ἀρχηγὸν κόμματος ἢ καὶ πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ δὲν ἤκουσα ἀκριβῶς τὶ εἶπε διὰ νὰ ἀπαντήσω. Πάντως τὸ θέμα δὲν ὑπάρχει πλέον. Τὸ δικαίωμα, ὅμως, τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει. Δὲν πρέπει δὲ νὰ τὸ ἀμφισβητῆτε, ἔστω καὶ ἂν γίνῃ ἐσφαλμένη ἐκ μέρους του κρίσις....
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠθέλησα, κ. Πρόεδρε, ἁπλῶς νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Ἀνδρέας Παπανδρέου ἤθελε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὥστε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπίσκεψίν του ἐν Κύπρῳ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ δώσω τὸν λόγον. (Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΡΕ). Ἀλλὰ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει θέμα.
§28Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν βάσιν της, ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ —καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ τὸ ἠρνεῖτο— νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Α. Παπανδρέου ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, μολονότι δὲν ἔθιξα προσωπικῶς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ἠθικήν, τὸν παραιτηθέντα Ὑπουργόν. Ἔκαμα ἁπλῶς παρατήρησιν, ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τακτικήν του, ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, νὰ τοῦ ἐδίδετο ὁ λόγος. Κύριοι βουλευταί, αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον. Τὸ ὅτι ἐνεφανίσθησαν οἱ Στρατηγοί, τὸ ὅτι παρετάχθη τμῆμα, ἀκόμη καὶ τὸ ὅτι μετέφερε τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κύπρον ὁμιλήσας περὶ ἡμῶν, περὶ ὁλοκλήρου Ἑλληνικῆς παρατάξεως καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησε, τὰ ἀκούουν οἱ ἐν Κύπρῳ καὶ ὅταν τὰ λέγῃ εἴτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε οἱοσδήποτε ἀντίπαλος τῆς ΕΡΕ ἐδῶ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωνται ἐκεῖ. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸ εἶναι ὅμως τὸ ὀλιγώτερον. Τὸ σπουδαιότερον εἶναι τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: Διατὶ μετέβη εἰς Κύπρον ἀμέσως μετὰ τὴν ρητὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταγγελίαν ἐκ μέρους τῆς ΕΔΑ, τὴν σχετικὴν πρὸς τοὺς λόγους τῆς παραιτήσεως; Μετέβη ἀκριβῶς λόγῳ τῶν ἐδῶ λεχθέντων καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ βαρυτάτην εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις καὶ ἀφέθη νὰ δημιουργηθῇ, παρὰ τὴν διάψευσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι κἄτι συμβαίνει γύρω ἀπὸ τὴν παραίτησιν τοῦ Ἀναπληρωτοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ μετέβη τὴν ἑπομένην τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως καὶ δι’ αὐτὸ ἔγινε δεκτὸς μὲ ἀντινατικὰ συνθήματα εἰς τὸ ἀεροδρόμιον τῆς Λευκωσίας. Αὐτὰ ἀποτελοῦν βαρυτάτας εὐθύνας. Κύριοι βουλευταί, ἡ μετάβασις τοῦ κ. τέως Ἀναπληρωτοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὴν Κύπρον, καθὼς καὶ ἡ δήλωσίς του, ἡ ὁποία εἶναι οἱονεὶ δεσμευτικὴ καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὑπάρχει πλήρης ταὐτότης ἀντιλήψεων μεταξὺ τῆς ἡγεσίας τῆς Κύπρου καὶ αὐτοῦ, ὅταν τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Πρόεδρος Μακάριος προέβη εἰς συνέντευξιν χαράσσουσαν, ἔστω καὶ ὅπως ἐτροποποιήθη μετὰ ταῦτα καὶ ἡρμηνεύθη, γραμμὴν διάφορον, δὲν λέγω ἀντίθετον, διάφορον τῆς ἐπισήμου ἐξωτερικῆς γραμμῆς καὶ πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, ὅλα αὐτὰ τί σημαίνουν; Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἀσυναρτησία; Τί σημαίνει αὐτὴ ἡ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ δημιουργῇ πολλαπλᾶς καὶ ἀντιφατικὰς ἐντυπώσεις; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι ὅλα αὐτὰ σημαίνουν Ἑλληνικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Λυποῦμαι, ἀλλὰ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι δὲν σημαίνουν καμμίαν Ἑλληνικὴν πολιτικήν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φοβοῦμαι. Δὲν φοβοῦμαι κακὴν πρόθεσιν, δὲν φοβοῦμαι οἱανδήποτε ἐνέργειαν ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος εὐθέως. Δὲν δικαιοῦμαι νὰ τὸ φοβηθῶ προκειμένου περὶ ἀνδρῶν, ὄχι μόνον περὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ὁποῖον τόσον γνωρίζω, ἀλλὰ περὶ ἀνδρῶν, πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπηρετησάντων ἐπὶ μακρὸν τὸν τόπον καὶ δοκιμασθέντων, τινῶν δὲ ἐξ αὐτῶν δοκιμασθέντων καὶ εἰς κρισίμους καὶ μεγάλας ἐθνικὰς στιγμάς. Κύριοι βουλευταί, αὐτὸ δὲν δικαιοῦμαι νὰ τὸ εἴπω. Ἀλλὰ ἀλλοίμονον ἐὰν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ μία Κυβέρνησις εἰς τὸ νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὸν κίνδυνον τοιαύτης κριτικῆς, διὰ νὰ καταστῇ ἐπικίνδυνος. Ἐπικίνδυνος εἶναι καὶ μὲ τὴν ἔλλειψιν σαφοῦς πολιτικῆς, μὲ τὴν προσπάθειαν νὰ ἱκανοποιήσῃ ὅλας τὰς πλευρὰς καὶ καμμίαν, μὲ τὴν προσπάθειαν νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα, προσπάθειαν ἡ ὁποία εἰδικῶς εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μεταβάσεως τοῦ παραιτηθέντος Ἀναπληρωτοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, εἶχε καὶ ἕνα ἄλλο χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ἦτο καὶ πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς μεμπτός. Ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι παρῃτήθη ὁ Ἀναπληρωτὴς Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ διὰ τοὺς γνωστοὺς ἄλλους λόγους. Ἀλλ’ οἱ ἄλλοι λόγοι δὲν ἐπεσημάνθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ διαλυθῇ ἡ ἐξ αὐτῶν ἐντύπωσις διὰ τῆς μεταβάσεως τοῦ παραιτηθέντος Ὑπουργοῦ εἰς Κύπρον. Διελύθη, διότι δὲν ἐτέθη ζήτημα ὑφ’ ἡμῶν τοὐλάχιστον. Ὡς ἐτόνισε πρὸ ἑβδομάδος ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, οὐδὲν Κόμμα καὶ οὐδεὶς βουλευτὴς ἔθεσε ζήτημα τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κριθῇ ἐδῶ. Ἄρα διατὶ ἐχρειάζετο ὁ φωτοστέφανος ὁ ἐπικίνδυνος καὶ διὰ τὸν ἴδιον καὶ διὰ τὸ Κόμμα τῆς Ε.Κ. καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὁ φωτοστέφανος τοῦ ἐθνικοῦ μάρτυρος, ὁ ὁποῖος ἔπεσε λόγῳ παρεμβάσεων, λόγῳ δακτύλου ξένων δυνάμεων; Ἐπανερχόμεθα δηλαδὴ εἰς τὴν ψυχολογίαν τοῦ 19ου καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ 20οῦ αἰῶνος, τὴν ὁποίαν ἤλπιζα ὅτι ἡ Ἕνωσις Κέντρου, προοδευτικωτέρα, ὅπως λέγει, ἀπὸ ἡμᾶς, τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ΕΡΕ, θὰ τὴν εἶχεν ὑπερνικήσει μέσα της. Ἀλλὰ ἂς ἔλθω τώρα εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς Ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τὶ σημαίνει αὕτη; Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν σημαίνει καμμίαν πολιτικήν. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ἅπαντες οἱ Ἕλληνες ἀνέκαθεν ἤσκησαν Ἑλληνικὴν πολιτικήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ). Δὲν εἶναι ὡραῖον, δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ ὡρισμένους κανόνας, εἰς τὴν ἰσχὺν τῶν ὁποίων πιστεύω, τὸ νὰ ἐξαίρῃ κανεὶς τὸν ἑαυτόν του μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ λέγῃ ὅτι αὐτὸς ἀκολουθεῖ Ἑλληνικὴν πολιτικήν, ὡς ἐὰν οἱ προηγούμενοι, ἴσως καὶ ὅλοι ἢ τινές, δὲν εἶχον ἀσκήσει Ἑλληνικὴν πολιτικήν. Ἅπαντες, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἤσκησαν Ἑλληνικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ σχεδὸν ἅπαντες, ἴσως ἅπαντες χωρὶς τὸ «σχεδόν», ἔκαμαν καὶ λάθη ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐντεῦθεν, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ 19ου καὶ καθ’ ὅλον τὸ μέχρι τοῦδε διαρρεῦσαν διάστημα τοῦ 20οῦ αἰῶνος. Καὶ εἶναι φυσικόν. Ἑλληνικὴν πολιτικὴν ἤσκουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠνομάζοντο Ἀρχηγοὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἢ τοῦ Γαλλικοῦ ἢ τοῦ Ρωσικοῦ Κόμματος. Διότι καὶ ὁ Κωλέττης καὶ ὁ Μαυροκορδᾶτος καὶ ὁ Κολοκοτρώνης κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικὴν πολιτικὴν ἤσκουν.
§29Η. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Τὸ 1920;
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ θέτετε ἐρώτημα εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπεθύμουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀπαντήσω, ἀκόμη καὶ διὰ λόγους προσωπικούς. Ἀλλὰ σᾶς παραπέμπω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ 1930 ἔγραψεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἐλευθέριος Βενιζέλος πρὸς τὸν Παναγῆν Τσαλδάρην, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ἐθεώρει καὶ ἐκεῖνος ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας πολιτικοὺς ὡς ἀσκήσαντας Ἑλληνικὴν πολιτικήν. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν «Ἑλληνικὴν πολιτικὴν» ἐπιτυγχάνει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μόνον ἓν πρᾶγμα κατὰ τρόπον θετικόν. Δύναται νὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἄλλα —καὶ εὔχομαι εἰς τὴν πορείαν τῆς διαχειρίσεως τοῦ Κυπριακοῦ νὰ ἐπιτύχῃ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν κοινὸν πόθον ἁπάντων τῶν Ἑλλήνων— ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιτυγχάνει —καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἐπιτυγχάνει— εἶναι τοῦτο: Ἐπιτυγχάνει —καὶ τὸ ἐπέτυχεν ἤδη— νὰ ἐνισχυθῇ, μὲ μεγάλους μάλιστα κινδύνους ἐσωτερικῶν ἐμπλοκῶν καὶ περιπλοκῶν, τὸ ἀντιδυτικὸν καὶ τὸ ἀντινατικὸν ἐν Ἑλλάδι πνεῦμα. Ἐνῷ ταὐτοχρόνως, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντινομία, κηρύσσει ἐπισήμως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνήκει εἰς συμμαχίαν, ἀνήκει εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ ὅτι σέβεται τοὺς συμμαχικοὺς δεσμούς της. Μὲ τὴν τοιαύτην ἀντιφατικὴν πολιτικήν του, μὲ τὴν ἔλλειψιν, τὴν σκόπιμον, ἐπαρκοῦς σαφηνείας, προεκάλεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μεγάλας ψυχολογικὰς ἐμπλοκὰς ἐν Κύπρῳ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Κύριοι βουλευταί, ὅλα αὐτὰ συνέβησαν διότι φοβοῦμαι, ἐκφράζω εἰκασίαν, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ἐκφράσω δημοσίᾳ, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν ἐν πολλοῖς, ὄχι πλήρως ἀλλὰ ἐν πολλοῖς, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Ἠθέλησε καὶ εἰς μάτην προσεπάθησε νὰ ἑλιχθῇ, ὥστε ὅλα νὰ τὰ ἐπιτύχῃ, ἠθέλησε νὰ ἱκανοποιήσῃ ὡρισμένας ἐν Ἑλλάδι ἀπόψεις μέχρι καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν ἀπόψεων τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Ἐπίσης ἠθέλησε νὰ ἐμφανισθῇ ἀπολύτως ἀντιδιαστέλλων τὸν ἑαυτόν του πρὸς τὴν μὴ Ἑλληνικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀκολουθήσει ἡμεῖς. Αὐτὰ τὰ δύο ἀπετέλεσαν πλήγματα βαρύτατα εἰς τὴν ψυχήν του. Καὶ οἱ εὐφυέστεροι τῶν ἀνδρῶν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν προσωπικότητα τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπιτρέψουν εἰς τὸν ἑαυτόν των νὰ ἐκτεθοῦν εἰς τὴν ἐπίδρασιν τοιούτων πληγμάτων, ὀλισθαίνουν καὶ παθαίνουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν προκειμένῳ καὶ τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει τὴν Ἑλλάδα μὴ ἔχουσαν συγκεκριμένην πολιτικὴν καὶ ἐμφανίζει τὴν Λευκωσίαν μοιραίως ἀποδεσμευομένην ἀπὸ τὴν μητρόπολιν καὶ ἀκολουθοῦσαν ἰδίαν, ὡς πρὸς βασικὰς γραμμάς, πολιτικήν. Ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων ἐστοίχισε πολὺ ἀκριβὰ τὸ λάθος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔθετον τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν γενικὴν Ἑλληνικὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Προσωπικῶς, νομίζω, ὅτι προσεπάθησα νὰ διδαχθῶ ἀπὸ τὴν ἱστορίαν καὶ ἀπέφυγα ἐπὶ μῆνας νὰ ἀσκήσω κριτικὴν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ἀπέφυγα καὶ σήμερον νὰ ἀσκήσω κριτικὴν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τὴν διπλωματικὴν τοῦ θέματος. Ἔκρινα τὰς δημοσίας ἐκδηλώσεις, δὲν ἐπροχώρησα πέραν αὐτῶν. Ἔχω εἴπει δὶς καὶ τρὶς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ διὰ δηλώσεων εἰς τὸν Τύπον καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἐν περιπτώσει κινδύνου, ἐν περιπτώσει κρίσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐξικνεῖτο, ὃ μὴ γένοιτο, διότι βεβαίως τὸ ἀπευχόμεθα καὶ γνωρίζω, ὅτι τὸ ἀπεύχεται πρῶτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν περιπτώσει κρίσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐξικνεῖτο μέχρις αἱματηρᾶς συγκρούσεως, ὅτι ἅπαντες θὰ εἴμεθα ἡνωμένοι καὶ πρῶτος ἐγὼ θὰ δώσω τὸ σύνθημα τῆς ἑνότητος, ἔστω καὶ ὄπισθεν τοῦ σημερινοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον τοιαῦται μὲ χωρίζουν ἀντιθέσεις, ὡς πρὸς τὴν ὅλην διαχείρισιν τοῦ προβλήματος. Δι’ αὐτὸ ἀπέφυγα καὶ σήμερον νὰ συνδυάσω τὴν κριτικήν μου μὲ ὅ,τι δήποτε, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βλάψῃ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Θὰ πᾶτε εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, δὲν κρίνω ἐὰν ὀρθῶς ἢ ὄχι πηγαίνομεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Εἶπα τὰς γνώμας μου εἰς κρίσιμον σύσκεψιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τὴν Προεδρείαν τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Παύλου τὴν προπαραμονὴν τοῦ νέου ἔτους 1964 καὶ παρίσταντο ὁ ὑπηρεσιακὸς Πρωθυπουργός, ὁ νῦν Πρωθυπουργός, ἐγὼ καὶ ὁ ἐκ Παρισίων ἐλθὼν διὰ νὰ ὁρκισθῇ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, Πρεσβευτὴς κ. Παλαμᾶς. Παρευρίσκετο καὶ ὁ νῦν Βασιλεὺς ὡς Διάδοχος. Καὶ εἶπα τότε ἐπὶ τοῦ θέματος ὡρισμένας γνώμας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἀναγεγραμμέναι, ποίας ἐμπλοκὰς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ θέμα, ἐὰν ἐλάμβανε τὸν δρόμον πρὸς τὸν Ο.Η.Ε. Τὸν ἔλαβε καὶ ἦτο ἀναπόφευκτον νὰ τὸν λάβῃ, ὅπως ἦλθαν τὰ πράγματα. Καὶ δηλῶ, ὅτι εἰς τὸν Ο.Η.Ε. θὰ συμπαρίσταται μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Ὅταν φθάσωμεν καὶ ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὴν συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, θὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν αἴτημα. Ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς εἶναι ἡ πλήρης, ἄνευ ὅρων, ἀνεξαρτησία, ἡ ὁποία περιέχει βεβαίως αὐτονοήτως τὴν αὐτοδιάθεσιν. Καὶ ἡ αὐτοδιάθεσις ἐλπίζομεν καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἕνωσιν. Ἀλλὰ πῶς καὶ ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις θὰ συμβοῦν ὅλα αὐτά; Τί θὰ γίνῃ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Ο.Η.Ε., ἀλλὰ πρωτίστως τί θὰ γίνῃ ἀμέσως μετὰ ταῦτα; Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ θέματος αὐτοῦ, πέραν τοῦ χειρισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ καὶ παραδέχομαι εὐχαρίστως ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ γίνῃ ἐπιτυχῶς ἀπὸ ἀπόψεως λόγων εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Ἡνωμένων Ἐθνῶν; Ὁ Ο.Η.Ε. δὲν εἶναι ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς συνελεύσεώς του λαμβάνει ἀποφάσεις νομικῶς καὶ πολιτικῶς δεσμευτικάς. Ἐὰν ληφθῇ ἀπόφασις σαφῶς εὐνοϊκὴ ὑπὲρ τῆς πλήρους ἀνεξαρτησίας, θὰ ἔχῃ μεγάλην ἠθικὴν σημασίαν ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ ἀμέσως μετά; Καὶ πῶς θὰ ἐναρμονισθῇ πλήρως ἡ πολιτικὴ τῆς Λευκωσίας μὲ τὴν πολιτικὴν τῶν Ἀθηνῶν μετὰ τὰ μεγάλα λάθη, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, μετὰ τὰς μεγάλας ψυχολογικὰς διαστροφάς, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν καὶ ἐκεῖ καὶ ἐδῶ λόγῳ τῆς ἀσυνεπείας, λόγῳ τῶν ἀντιφάσεων, λόγῳ τῆς ἐλλείψεως πολιτικῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως; Ἡ ἐξωτερική μας πολιτικὴ δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγεται Ἑλληνική. Πρέπει νὰ εἶναι συγκεκριμένη καὶ σαφής. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ).
§31Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§33Α. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἤμην εἰς τὴν αἴθουσαν ὅταν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἀνεφέρθη εἰς τὸ ταξίδιόν μου εἰς Λευκωσίαν. Ἐπιθυμῶ νὰ καταστήσω σαφές, ὅτι εἰς Λευκωσίαν μετέβην, διότι μὲ ἐκάλεσεν ἐπιμόνως ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου. Πιστεύω, ὅπως πιστεύουν καὶ οἱ Ἕλληνες Κύπριοι καὶ οἱ Ἕλληνες τῆς Ἑλλάδος, ὅτι προσέφερον ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν μεταβαίνων εἰς Κύπρον. Μετέβην ὡς βουλευτής, ὄχι ὡς Ὑπουργὸς καὶ δὲν ὑπάρχει ἐδῶ κυβερνητικὴ εὐθύνη. Τιμῶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, δύναται νὰ εἶναι τιμητής. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε. Κ.).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ πέντε λεπτά.
(Ὥρα 2.30′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 2.45′ μ.μ.)
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ.
§36Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν πραγματικότητα καὶ μὲ τὰ ἄμεσα σχετιζόμενα πρὸς τὸ θέμα γεγονότα, χωρὶς περιπλάνηση εἰς τὴν παλαιοτέραν ἱστορίαν, χωρὶς περιστροφὰς ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ πάλιν ἡμεῖς καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν καὶ εἰς τὸν Κυπριακὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν πλήρη. Δὲν κωλυόμεθα, διότι οὔτε συνήγοροι μιᾶς κακῆς ὑποθέσεως εἴμεθα, ὅπως ἠθέλησαν νὰ εἶναι οἱ ἡγέται τῆς δεξιᾶς ἀντιπολιτεύσεως ἀλλὰ οὔτε καὶ ἔχομεν νὰ παρασιωπήσωμεν ἢ νὰ συγκαλύψωμεν ἢ νὰ ἀπαμβλύνωμεν ἐχθρικὰς ἐνεργείας λεγομένων συμμάχων, πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον δυστυχῶς συχνὰ νομίζει τὸν ἑαυτόν της ὑποχρεωμένον ἡ Κυβέρνησις. Ἐν συμπεράσματι ἠμπορῶ ἀπὸ τώρα νὰ δώσω διὰ μιᾶς φράσεως τὸ περιεχόμενον τῆς ὁμιλίας μου. Οἱ ἐχθροὶ τῆς Κυπριακῆς Ἐλευθερίας ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι πάντοτε ἐξ ἴσου σταθεροὶ καὶ ἐξ ἴσου ἐπίμονοι. Ἐὰν ἐγκατελείφθη καὶ δὲν ἠξεύρομεν κατὰ πόσον ὁριστικῶς ἢ ὄχι ἡ πρώτη φάσις τῆς βίας τῶν βομβαρδισμῶν ἀμάχων, τῆς ἐκβιάσεως κάτω ἀπὸ ἀπειλὴν ἀποβάσεως ἢ κηρύξεως πολέμου πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ τῶν ἄλλων ὁμοίας τάξεως πιέσεων, εἰσήλθομεν εἰς μίαν δευτέραν φάσιν ὅπου τὸν ρόλον ἔχει ἡ παραπλάνησις, ἡ συσκότισις, αἱ δολεραὶ θωπεῖαι, ὅπου κυρίως στόχος εἶναι νὰ πληγοῦν ἐκεῖνοι ποὺ ἀποτελοῦν τὸν φορέα τῆς διεκδικήσεως τῶν Κυπριακῶν αἰτημάτων εἴτε εἰς Λευκωσίαν, εἴτε εἰς Ἀθήνας καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα νὰ πληγῇ ἡ ἑνότης τοῦ Κυπριακοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅρος ἀπαραίτητος διὰ τὴν εὐόδωσιν τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ὑποθέσεως. Ἐπειδὴ εἰς ὡρισμένα σημεῖα καὶ ἡμεῖς σὰν ἕνα κόμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχομεν νὰ διατυπώσωμεν ὡρισμένας ἐπικρίσεις ἐπὶ κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν καὶ παραλείψεων εἶμαι ὑποχρεωμένος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ διαστείλω τὴν κριτικήν μας ἀπὸ τὴν κριτικὴν ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπὸ τὴν δεξιὰν Ἀντιπολίτευσιν, ἰδίως δὲ διότι ἐκεῖ ὑπῆρξε μία τάσις τοποθετήσεως γενικωτέρων τινῶν ἀρχῶν, μὲ τὴν κριτικὴν ἡ ὁποία ἔγινεν ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Βεβαίως καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ θὰ εὕρῃ τὴν ἀπάντησίν της εἰς ἕκαστον ἰδιαίτερο κεφάλαιον ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἐπὶ μιᾶς γενικῆς παρατηρήσεως, ὑπὸ ἄλλην ἔννοιαν βεβαίως καὶ διαμετρικὰ ἀντίθετον ὁ κάθε ἕνας, εὑρέθημεν σύμφωνοι ὅτι πραγματικὰ σὲ ὡρισμένα σημεῖα ὑπάρχει ἔκδηλη ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὅτι εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ γενικώτερον εἰς τὴν πολιτικὴν χρειάζεται μία προσαρμογὴ εἰς τὰ δεδομένα, ἕνας ρεαλισμός, διότι ἡ πολιτικὴ εἶναι τέχνη τοῦ ἐφικτοῦ. Αὐτὴ ἡ δεοντολογία θὰ ἤθελα νὰ διευκρινισθῇ. Ὑπάρχει ἕνας ρεαλισμὸς στατικός, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θορυβοῦνται καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ συμβιβασθοῦν. Ὑπάρχει καὶ ὁ δυναμικὸς ρεαλισμὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβάνεται τὴν δυναμικὴν πορείαν τῆς ἱστορίας καὶ τὴν συνυπολογίζει ὡς συντελεστὴν τῶν ἐνεργειῶν του. Ἡ ἐλευθερία θέλει τόλμην, εἶπεν ὁ ποιητὴς καὶ κανένα κίνημα ἀπελευθερώσεως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀχθῇ εἰς πέρας μὲ τὴν ἐκ τῶν προτέρων συμβιβαστικὴν διάθεσιν περὶ τοῦ τὶ εἶναι ἐφικτὸν καὶ τὶ ἀνέφικτον. Παρακολουθεῖ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν μία ἔμμονος ἰδέα, ἡ σύγκλησις τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος, ἰδέα τὴν ὁποίαν υἱοθετεῖ καὶ τὸ ἐκφράζον τὴν γραμμὴν τοῦ κόμματός του δημοσιογραφικὸν ὄργανον. Ἡ παράταξίς μας διὰ λόγους ἀρχῆς καὶ οὐσίας ἀντιτίθεται ἀπολύτως εἰς τὴν ὀλιγαρχικὴν ἀντίληψιν τῶν ἀνακτοβουλίων ὅπου 3–5 παράγοντες ἐρήμην τοῦ λαοῦ ἀποφασίζουν περὶ τῶν ἱερωτέρων συμφερόντων τοῦ Ἔθνους. Εἴτε κακὴ πρόθεσις, εἴτε πλάνη ὑπῆρξε συχνὰ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτας. Οἱ λαοὶ ὅμως ποτὲ δὲν ἔχουν τὴν κακὴν πρόθεσιν. Ἐὰν ἀνεφέρθη εἰς τὰ Συμβούλια Στέμματος τῆς ἐποχῆς τοῦ διχασμοῦ τοῦ 1915–16 ἦσαν ἄλλαι τότε αἱ ἱστορικαὶ συνθῆκαι. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος δὶς ἀναδειχθεὶς εἰς Ἀρχηγὸν τῆς πλειοψηφίας καὶ βαλλόμενος ὑπὸ τὸ Στέμμα, ἠθέλησε πρὶν φθάσῃ εἰς τὸ ἀκρότατον μέσον τῆς ἐπαναστάσεως, ἐνώπιος ἐνωπίῳ νὰ συζητήσῃ μὲ τοὺς συμβούλους τοὺς ἀνεπισήμους τοῦ Βασιλέως, τοὺς ἀντιπολιτευομένους ἡγέτας. Ἄλλος βέβαια εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς συνταγματικῆς μονίμου ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιτροπῆς τῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἀρχηγοὺς κομμάτων καὶ τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ προβλεπόμενος ἀπὸ τὸ Δημοκρατικὸν Σύνταγμα τοῦ 1927 ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὴν ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν καὶ αὐτὸν τὸν θεσμὸν τὸν ἐσάρωσαν αἱ ἀνώμαλοι μεταπολιτεύσεις. Τὸ θέμα ὅμως εἶναι κυρίως θέμα οὐσίας. Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ κυρίαρχον Σῶμα δὲν ἐφωτίσθη ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ἀπόψεων τῆς δεξιᾶς ἀντιπολιτεύσεως. Ὀφείλομεν νὰ διαφωνήσωμεν ἀπολύτως μὲ τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ Λευκωσία ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίας ἐπικινδύνους. Ὑπαινιγμὸς διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς βοηθείας ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν καὶ τὸν Ἀραβικὸν κόσμον. Θεωρεῖ ἐπίσης, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ὡς ἄκρως ἐπιζήμιον, ὅτι πολλοὶ ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν πραγματικὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου, καὶ αἱ ἀδέσμευτοι καὶ Σοσιαλιστικαὶ χῶραι. Ἄνευ τοῦ ἐνδιαφέροντος ὅμως αὐτοῦ κἄθε Ἕλλην ἔχει συνείδησιν ποῦ θὰ εὑρισκώμεθα σήμερον. Δὲν συμφωνοῦμεν ἐπίσης μὲ τὴν ἄποψιν, ὅτι κινδυνεύομεν νὰ ἀποσπασθῶμεν ἀπὸ τὴν Δύσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ἡ Ἑλλάς. Διότι ἡ ἄποψίς μας εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ ἴδιο νόημα ἔχει καὶ μία ἄλλη ἄποψις. «Ἂς προσέξωμεν μήπως κερδίσωμεν τὴν Κύπρον καὶ χάσωμεν τὴν Ἑλλάδα». Ὥστε κερδίζοντες τὴν Κύπρον, χάνομεν τὴν Ἑλλάδα; Ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουν νὰ χάσουν τὴν Ἑλλάδα; Ἀσφαλῶς ὄχι οἱ Ἕλληνες. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν, ὅτι τὸ θέρος πλησιάσαμεν πάρα πολὺ πρὸς τὴν Ἕνωσιν. Ὑπαινίσσεται προφανῶς τὴν Ἕνωσιν τύπου Ἄτσεσον, εἰς τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θὰ ἐπανέλθω, ἀλλὰ ἐὰν αὐτὸ ὑπαινίσσεται...
§37Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Σεῖς τὸ λέγετε αὐτό.
§38Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο τὸ καλοκαῖρι ἀπὸ αὐτό. Ἐὰν αὐτὸ ὑπαινίσσεσθε, βεβαίως ὁ Κυπριακὸς Λαὸς πανηγυρίζει ποὺ τὴν ἐχάσαμεν, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς ψευδωνύμου τοῦ διαμελισμοῦ ποὺ ἤθελε νὰ ἐμφανισθῇ ὡς Ἕνωσις. Μολονότι ἀναγνωρίζει ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι διὰ τὴν παρασχεθεῖσαν βοήθειαν οἱ Ἀνατολικοὶ δὲν ἐζήτησαν τίποτε, θεωρεῖ ὡς κίνδυνον, διότι σᾶς ὁδηγεῖ — ὡς εἶπεν ἀπευθυνόμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν — νὰ μεταβάλετε τὴν πολιτικήν σας. Ὥστε ὁ μεγάλος κίνδυνος εἶναι ὄχι, ὅτι τίθενται ὅροι, διότι ἀνομολογεῖται, ὅτι δὲν τίθεται οὐδεὶς ὅρος, ἀλλὰ ὑπὸ τὸ φῶς τοῦ ποῖοι συμπαρίστανται καὶ ποῖοι δείχνουν δυσμένειαν, ἐπανεξετάζεται καὶ ἐπανατοποθετεῖται εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Ἑλλήνων ἡ βαθυτέρα ἀντίληψις περὶ τῆς Διεθνοῦς θέσεως τῆς χώρας. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ εἶναι κίνδυνος. Κύριοι συνάδελφοι ἂς ἴδωμεν τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι γνωστόν. Ἡ ἐξέλιξις τοῦ Κυπριακοῦ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν καὶ εἰς τὴν πρώτην του φάσιν, ἡ ὁποία ἐτερματίσθη μὲ τὴν Ζυρίχην, εἰς τὰς τότε διεθνεῖς συνεννοήσεις καὶ κατόπιν ἐδίδαξε μὲ τὴν πικρὰν καὶ αἱματηρὰν πεῖραν τὸν Κυπριακὸν καὶ Ἑλληνικὸν Λαόν, ποῖοι εἶναι φίλοι τῆς Κυπριακῆς ἐλευθερίας καὶ ποῖοι οἱ ἀντίπαλοι. Τὸ Κυπριακὸν ζήτημα ὑπάρχει ὡς ὑπόλειμμα τῆς ἀποικιοκρατίας. Δὲν ηὐτύχησεν ἡ Κύπρος μὲ τὰς ἄλλας χώρας, μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ γενικώτερον τὴν Βαλκανικὴν νὰ ἴδῃ τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας, εἴτε ὑπὸ μορφὴν ἐθνικοαπελευθερωτικῶν κινημάτων, εἴτε ἐθνικοαπελευθερωτικῶν πολέμων, νὰ τοὺς ἴδῃ στεφομένους ἀπὸ ἐπιτυχίαν, διότι εἶχε τὸ δυσμενὲς προνόμιον νὰ καταστῇ ἀποικία τοῦ Βρεταννικοῦ Στέμματος. Ὅταν μετὰ τὸν Βʹ Παγκόσμιον Πόλεμον ἐξεκίνησε αὐτὸ τὸ γιγαντιαῖον, τὸ μεγαλειῶδες κίνημα τῆς χειραφετήσεως τῶν ἀποικιακῶν λαῶν, ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁμοεθνοῦς Ἑλλάδος ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ κηδεμονεύσῃ τὸ Κυπριακὸν αἴτημα, δὲν ἠδύνατο νὰ συλλάβῃ καὶ νὰ ἀντιληφθῇ τὴν ἀντιαποικιακήν, τὴν ἀντιαποικιοκρατικὴν νοοτροπίαν. Εὐθυγραμμισμένη καθὼς ἦτο εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἐντολῶν τῶν ἀποικιοκρατῶν τοῦ ΝΑΤΟ συμμάχων, ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Ζυρίχην. Ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτὴ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ. Εἶναι μία συνθήκη, ἡ ὁποία ἐγκαθίδρυσε μίαν πλαστὴν ἀνεξαρτησίαν πλήρη δεσμεύσεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἄρνησις εἰς τὸν λαὸν τῆς Κύπρου τοῦ ἀναφαιρέτου καὶ ἀπαραγράπτου ἀνθρωπίνου δικαιώματος τῆς Αὐτοδιαθέσεως, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν πόθων. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; Εὐτυχῶς δὲν ὑπῆρξεν οὔτε εἷς ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, οὔτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ὁ ὁποῖος νὰ συνέστησεν, ὅτι πρέπει νὰ κηρύξωμεν πόλεμον, νὰ κάμωμεν ἐκστρατείαν, νὰ καταλάβωμεν καὶ νὰ προσαρτήσωμεν τὴν Κύπρον. Ἀφήσατε, ὅτι σήμερον ὑπάρχουν διεθνεῖς μηχανισμοί, οἱ ὁποῖοι θέτουν τελείαν καὶ παύλαν εἰς κάθε τοιούτου εἴδους παράφρονα σχέδια, σχέδια τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαβληθοῦν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως Τούρκους, ὡς ἐπιχείρησις κατακτήσεως. Κανένας παράφρων δὲν ὑπεστήριξεν αὐτὴν τὴν ἄποψιν. Δὲν μένει λοιπὸν παρὰ ἕνας δρόμος. Δεύτερος δὲν ὑπάρχει. Ὁ δρόμος αὐτὸς εἶναι νὰ καταλυθοῦν αἱ δεσμεύσεις τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Κύπρου ποὺ καθιερώθησαν διὰ τῶν συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης, ὥστε ἀδέσμευτος πλέον ὁ Κυπριακὸς λαὸς νὰ δυνηθῇ νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἀναφαίρετον ἀνθρώπινον αὐτὸ δικαίωμα, τὸ δικαίωμα ποὺ εὑρίσκεται σύμφωνα μὲ τὸν χάρτην τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν στὸ θεμέλιο τῆς ὀργανώσεως τῆς διεθνοῦς κοινωνίας. Καὶ κανεὶς δὲν ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀσκήσεως αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος θὰ εἶναι ἡ Ἕνωσις μὲ τὴν Ἑλλάδα. Πῶς εἶναι δυνατὸν χωρὶς πόλεμον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀποδέσμευσιν ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τῆς Ζυρίχης; Διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν ⅔ εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, δικαιωνούσης τὴν προσφυγὴν τῆς Κύπρου ἐπὶ τοῦ θέματος. Καὶ ποῖοι θὰ μᾶς βοηθήσουν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν; Ποῦ στηρίζομεν τὰς προσδοκίας, ὅτι θὰ δικαιωθῶμεν; Πρῶτον, εἰς τὰς ἀδεσμεύτους οὐδετέρας χώρας ποὺ ἔζησαν ὑπὸ τὴν ἀποικιοκρατίαν, ᾐσθάνθησαν τὸν ζυγὸν καὶ τὴν ταπείνωσιν, καθηλώθησαν εἰς τὴν καθυστέρησιν καὶ τὴν ἀμάθειαν καὶ τὴν ἀθλιότητα καὶ ποὺ σήμερα δὲν θέλουν νὰ μείνῃ ἔστω καὶ αὐτὸ τὸ τελευταῖον ὑπόλοιπον τοῦ ἀποικισμοῦ εἰς τὸν κόσμον, ἡ Κύπρος καὶ ποὺ εἶναι πολὺ ζηλότυποι διὰ τὴν ἐλευθερίαν ποὺ μὲ ἀγῶνας κατέκτησαν καὶ δὲν θέλουν νὰ βλέπουν τοὺς χθεσινοὺς ἀποικιοκράτας νὰ ἔχουν βάσεις καὶ ὁρμητήρια ἐναντίον των, ὄχι φανταστικὰ καὶ ὑποθετικά, ἀλλὰ μέχρι καὶ τοῦ 1956–58 χρησιμοποιηθέντα εἰς τὰς ἀποπείρας ἐπεμβάσεως καὶ στὸ Σουὲζ καὶ στὸν Λίβανο, διὰ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν μονοπωλίων τοῦ πετρελαίου. Δι’ αὐτὸ καὶ στὴν πρώτη καθὼς καὶ στὴ δευτέρα φάσιν οἱ ἀδέσμευτες χῶρες, οἱ τέως ὑπὸ ἀποικιοκρατίαν, ὑπῆρξαν οἱ θερμότεροι συνήγοροι τῶν Κυπριακῶν ἀπόψεων. Ὅταν πέρυσι τὸν Δεκέμβριον ὑποκινούμενοι ἀπὸ τοὺς ἰμπεριαλιστὰς ὡρισμένοι τρομοκράται Τουρκοκύπριοι ἐπῆραν τὰ ὅπλα καὶ προέβησαν εἰς ὅσα προέβησαν, πρὶν ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς προλάβῃ, ἡ Η.Α.Δ. πρώτη ἔδωσεν ἔμπρακτον εἰς πολεμικὸν ὑλικὸν βοήθειαν. Καὶ στὸ Κάϊρον πρὸ 2 μηνῶν εἰς τὴν διάσκεψιν τῶν ἀδεσμεύτων 47 χῶρες δηλαδὴ τὰ ⅔ ἀπὸ τὴν ἀπαιτουμένην εἰς τὸν Ο.Η.Ε. πλειοψηφίαν ὑπέγραψαν τὴν διακήρυξιν τοῦ Καΐρου, τὴν ὁποίαν αὐτολεξεὶ θὰ ψηφίσουν εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὑπὲρ τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας, ποὺ δὲν ἐμποδίζει τὴν αὐτοδιάθεσιν τῆς Κύπρου. Καὶ ἐπίσης, συνήφθη συμφωνία εἰς Κάϊρον μὲ τὸν Πρόεδρον Μακάριον διὰ τὴν παροχὴν καὶ στρατιωτικῆς βοηθείας. Οἱαδήποτε παραγνώρισις τῆς εὐλόγου καὶ ἠθικῆς ἀξιώσεώς των ποὺ εἶναι ἀξίωσις ἐλευθερίας, νὰ ἀναπνεύσουν ἀπὸ τὸν βραχνὰ τῆς ἀποικιοκρατικῆς ἐπιβουλῆς, νὰ μὴ αἰσθάνωνται τὴν Κύπρον σὰν ἕνα ἀεροπλανοφόρον ἀβύθιστον στρεφόμενον ἐναντίον τῆς ἀνεξαρτησίας ποὺ μὲ τόσους ἀγῶνας ἀπέκτησαν, θὰ ἀπετέλει ἔλλειψιν πολιτικῆς διορατικότητος. Καὶ δευτέρα κατηγορία, οἱ Σοσιαλιστικὲς χῶρες μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν ποὺ διὰ λόγους ἀρχῶν εἶναι σταθεραὶ εἰς τὴν προάσπισιν κάθε λαοῦ μαχομένου διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν του. Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι χωρὶς τὴν αὐστηρὰν προειδοποίησιν καὶ βοήθειαν ποὺ παρεσχέθη ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης ἡ ἀπόβασις θὰ εἶχε πραγματοποιηθῇ καὶ ἡ διχοτόμησις θὰ ἦτο γεγονός. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη ἐπειδὴ καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης ὑπηνίχθη ἀλλὰ καὶ γενικωτέρα ὑπῆρξεν ἡ προσπάθεια νὰ παρερμηνευθῇ τὸ κείμενον τοῦ Τουρκοσοβιετικοῦ ἀνακοινωθέντος τοῦ συνταχθέντος εἰς Μόσχαν, νὰ ἴδωμεν τὶ ἀκριβέστερον συνέβη. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διὰ λόγους προσηλώσεως εἰς ἰδεώδη, εἰς ἀντιλήψεις, ἢ διακηρύξεις, ἡ περὶ τῶν ὁποίων κρίσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι αὐστηρὰ ὅπως τὸ ἔδειξαν ὅλαι αἱ ἐκδηλώσεις καὶ αἱ διαδηλώσεις τῶν τελευταίων μηνῶν εἰς ὅλας τὰς πόλεις, ὅπως τὸ ἔδειχνε καὶ ὁ Δήμαρχος Χανίων ὁ Κυβερνητικὸς καὶ ὁ Ἀντιδήμαρχος Πειραιῶς ὁ Ἀντικυβερνητικός, ἀποκρούοντες τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ Ναυάρχου τοῦ 6ου Στόλου, τοῦ δεσμοφύλακος αὐτοῦ τῶν Κυπριακῶν δεσμῶν καὶ ὅπως ἔγινε σαφὲς ἀπὸ ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις, ὅτι ὑπάρχει μία ἐκτίμησις τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πληρωμένη μὲ πικρὰν καὶ ὀδυνηρὰν πεῖραν, ὅτι αὐτὴ ἡ προσήλωσις εἶναι χρεωκοπημένη. Δι’ αὐτὴν τὴν προσήλωσιν ἀπέφυγε, θελήσασα νὰ κηδεμονεύῃ τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν ἡ Κυβέρνησις, μίαν ἐπίσκεψιν τὴν ὁποίαν δὲν ἀπέστερξεν οὔτε ὁ Ντὲ Γκώλ, οὔτε ὁ Ἀντενάουερ, οὔτε ὁ Ἀϊζενχάουερ, οὔτε κανείς, μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν, τὴν στιγμὴν ποὺ μετὰ τὴν αὐστηρὰν προειδοποίησιν καὶ τὸ στραπατσάρισμα ποὺ ὑπέστησαν εἰς τὰς 16 Αὐγούστου οἱ Τοῦρκοι, στραπατσάρισμα ποὺ ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ἀποβάσεως, ἐν τούτοις ρεαλιστικώτερα σκεπτόμενοι ἐπῆγαν ὡς ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπῆγαν δὲν ἀπεκόμισαν ἀπολύτως τίποτε. Καὶ ὅπως πολὺ σωστὰ ἕνας διπλωμάτης Δυτικῆς Χώρας μοῦ ἔλεγε, δὲν ξεύρω διὰ ποῖον λόγον καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐξηγήσω διατὶ ὁ Ἐρκὶν ὑπέγραψε ἕνα ἀνακοινωθὲν κοινὸν εἰς τὸ ὁποῖον, πρῶτον, γίνεται λόγος περὶ εἰρηνικῆς λύσεως καὶ ἔτσι τίθεται τέρμα εἰς τοὺς ἐκβιασμοὺς περὶ ἀποβάσεως. Δεύτερον, γίνεται λόγος περὶ ἀκεραιότητος ἄρα ἀποκλείεται τὸ δεύτερον ἐκβιαστικὸν αἴτημα, ἡ διχοτόμησις. Ὑπῆρξε καὶ ἡ μνεία τῆς προστασίας τῶν δικαιωμάτων τῶν δύο Κοινοτήτων. Τὸ ἀμφισβητεῖ κανείς; Εἶναι ἀντίθετος ἡ γραμμὴ τῆς Κυπριακῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Ἑλληνικῆς; Δὲν προσφέρονται εἰς πᾶσαν κατοχύρωσιν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονότητος, τῆς ἰσοτιμίας τῆς μειονότητος ἀκόμη καὶ εἰς διεθνεῖς ἐγγυήσεις; Ἀλλὰ ἐχρειάσθη νὰ γίνῃ μία πλαστογραφία ἐν γνώσει. Ὑπάρχει εἰς ὅλας τὰς γλῶσσας, ὀλιγώτερον σαφῶς εἰς τὴν Ἑλληνικήν, ἡ διάκρισις μεταξὺ τοῦ νομικῶς κατωχυρωμένου καὶ τοῦ νομίμου ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔννοιαν, τοῦ ΛΙΓΚΑΛ (LEGAL) καὶ τοῦ ΛΟΟΥΦΟΥΛ (LWFULL) κατὰ τοὺς Ἄγγλους, τοῦ Λεγκὰλ (LEGAL) καὶ τοῦ Λεζιτὶμ (LEGI-TIME) κατὰ τοὺς Γάλλους, τοῦ Ράβνιε καὶ τοῦ Ζακόνιε εἰς τὴν Ρωσσικήν. Νομικόν, Λέγκαλ, Λεγκάλ, Ράβνιε εἶναι ἐκεῖνο ποὺ κατοχυροῦται ἀπὸ μίαν σύμβασιν, ἀπὸ ὅ,τιδήποτε. Νομικὸν δικαίωμα ἦτο καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ Σάϋλωκ κατὰ τὴν τότε κρατοῦσαν ἀντίληψιν, νὰ ἀξιώσῃ τὴν μίαν λίτραν κρέατος. Νόμιμον δικαίωμα ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἔννοιαν Λόουφουλ, Λεζιτίμ, Ζακόνιε εἶναι τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὴν γενικὴν περὶ δικαίου ἀντίληψιν, τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, τὰ δικαιώματα τῶν μειονοτήτων. Λοιπόν, ἔγινε πλαστογράφησις ἐπίτηδες εἰς τὴν μετάφρασιν διὰ νὰ παρασταθῇ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, ἡ ὁποία καὶ προηγουμένως καὶ μεταγενεστέρως ἐπέκρινε τὴν Ζυρίχην ὡς ὑπόδειγμα συνθήκης μὴ ἐξασφαλιζούσης ἀνεξαρτησίαν, ὅτι ἀποδέχεται ὡς νόμιμα δικαιώματα τὰ κατωχυρωμένα εἰς τὴν Ζυρίχην. Ἡ πλαστογράφησις συνίστατο, ὅτι ἡ λέξις Ζακόνιε, τῆς ὁποίας ἔγινε χρῆσις εἰς τὸ Ρωσικὸν πρωτότυπον, ποὺ ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνὰ χεῖρας, μετεφράσθη εἰς λῆγκαλ, ἀντὶ τοῦ ὀρθοῦ λόουφουλ. Ὁπωσδήποτε ἡ πρόσφατος δήλωσις τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως καὶ ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ ΤΑΣΣ λύουν κἄθε ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀμφιβολίαν. Εἶναι δὲ γνωστόν, διὰ τὴν ἔμπρακτον βοήθειαν εἰς πολεμικὸν ὑλικὸν ἡ ὁποία παρεσχέθη εἰς τὴν Κύπρον καὶ τὴν Κυπριακὴν Δημοκρατίαν ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν, βοήθειαν διὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν κ. Κυπριανοῦ εἰς τὴν Κυπριακὴν Βουλὴν πρὸ 9 ἡμερῶν, εἰς τὰς 16 Νοεμβρίου, ἡ Σοβιετικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν πολιτικὸν ἀντάλλαγμα ἐζήτησε καὶ οὐδένα ὅρον ἔθεσε πρὸς τὴν Κυπριακὴν Κυβέρνησιν, βοήθειαν ἡ ὁποία κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυπριακῆς Ἀντιπροσωπείας ὑπερέβη κἄθε προσδοκίαν. Καὶ θέλω νὰ εἴπω καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα. Ὁσηδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ βοήθεια, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ κύριον. Δὲν μετριέται ἡ συμπαράστασις ἡ Σοβιετικὴ μὲ τὰ 10 ἢ τὰ 50 ἢ τὰ 1.000 ἐνδεχομένως — ποὺ νὰ τὰ βάλουν — ἀντιαεροπορικά. Ἡ συμπαράστασις διὰ τῆς αὐστηρᾶς προειδοποιήσεως τῆς ὁποίας ἡ ἀποτελεσματικότης ἦτο γνωστὴ ἀπὸ τὸ γεγονότα τοῦ Σουὲζ ἢ τοῦ Λιβάνου καὶ εἰς κἄθε ἄλλην περίπτωσιν, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία παρέλυσε τὴν ἐπιθετικὴν καὶ δολοφονικὴν ἐπιχείρησιν ἐκ μέρους τῶν ὑποκινουμένων ἀπὸ τοὺς Ἰμπεριαλιστὰς Τούρκων. Ἔχομεν, λοιπόν, ἀπὸ τὰς σοσιαλιστικὰς χώρας μίαν δευτέραν ὁμάδα, ἡ ὁποία μᾶς βοηθεῖ. Ἔχομεν ἄνω τοῦ ἡμίσεος, τείνομεν πρὸς τὰ δύο τρίτα τὰ ἀπαιτούμενα εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Καὶ διὰ τὸ μικρὸν ὑπόλοιπον ποὺ χρειάζεται γίνεται καὶ ἀπὸ Κυπριακῆς πλευρᾶς καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνεται ἀπὸ ἐδῶ, μία προσπάθεια ἰδίως πρὸς τὰς χώρας τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς καὶ πρὸς τὰς χώρας τὰς οὐδετέρας, τὰς μὴ ἀνηκούσας εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν ἀδεσμεύτων χωρῶν, ὅπως εἶναι ἡ Σουηδία, ἡ Φινλανδία κ.ἄ. Θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπὶ πλέον νὰ προσαυξηθοῦν αἱ πιθανότητες μὲ τὸ νὰ πεισθοῦν μερικαὶ ὀλιγώτερον ἐνδιαφερόμεναι διὰ τὰς βάσεις εἰς τὴν Κύπρον δυνάμεις τοῦ ΝΑΤΟ, ἡ Γαλλία, ἐνδεχομένως ἡ Δανία, ἡ Ἰσλανδία κλπ., ἂν μὴ εἰς ὑπερψήφισιν, τοὐλάχιστον εἰς ἀποχήν. Δυστυχῶς ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ξεκινήσει ὅλοι πρὸς ἐθνικὴν διαφώτησιν ἐκεῖ, στέλλονται βουλευταὶ διὰ νὰ διαφωτίσουν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν Κοινοβουλευτικὴν τοῦ ΝΑΤΟ καὶ γίνεται ἡ μνημειώδης γκάφα, ὅπως ἐκείνη τοῦ ἐκ Καστορίας συναδέλφου, ὁ ὁποῖος δυσηρέστησε τὴν μόνην εὐμενῶς ἐκδηλωθεῖσαν δύναμιν, τὴν Γαλλίαν, τασσόμενος ἐθελοντικῶς ὑπὲρ τοῦ ἀμερικανικοῦ σχεδίου περὶ πολυπυρηνικῆς δυνάμεως καὶ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ κινδύνους.
§39Θ. ΡΕΝΤΗΣ. Δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Κακῶς μετεδόθησαν.
§40Η. ΗΛΙΟΥ. Θὰ εἴπητε, δὲν πρέπει νὰ γίνεται ἐκστρατεία καὶ πρὸς τὸ ΝΑΤΟ, δὲν θὰ ἦτο συμφέρον νὰ ληφθῇ παμψηφεὶ ἡ ἀπόφασις; Ἀλλὰ κανείς, κύριοι, δὲν εἶναι περισσότερον κωφὸς ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ δὲν θέλει νὰ ἀκούσῃ. Μὴ πλανώμεθα. Ἐνῷ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν κόσμον ἔχομεν τὴν συμπαράστασιν ἀπὸ ἐδῶ ἔχομεν συνεχῶς τὴν ἐχθρότητα, συνεχῶς τὴν ἀντίθεσιν, συνεχῶς τὴν καταψήφισιν, τὴν χάλκευσιν τῶν δεσμῶν τῆς Ζυρίχης, τοὺς ἐκβιασμούς, τὴν ὑπονόμευσιν τοῦ ἠθικοῦ. «Τὶ θὰ κάμετε, θὰ κάμουν ἀπόβασιν οἱ Τοῦρκοι, θὰ σᾶς κηρύξουν πόλεμον, ἡμεῖς δὲν ἀνακατευόμεθα, ἡμεῖς εἴμεθα σύμμαχοι καὶ τῶν δύο». Ἀπειλαὶ εἰς τὰς ὁποίας μετέχει ἐξ ἴσου μὲ τὰς δύο ἀγγλοσαξωνικὰς χώρας καὶ ἡ Δυτ. Γερμανία, ἐνδιαφερομένη νὰ ἀποκτήσῃ κυρίαρχον θέσιν εἰς τὴν πολυπυρηνικὴν δύναμιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπουν νὰ συμπεριλάβουν καὶ τὴν Κύπρον. Καὶ ἔτσι ἔχομεν σχέδια ἐπὶ σχεδίων ὑποδουλώσεως, σχέδια Λέμνιτσερ, σχέδια Στίκκερ, σχέδια Μπώλ, ἀξιώσεις τοῦ Γεν. Γραμματέως τοῦ ΝΑΤΟ Μπρόζιο, νὰ ἀποσυρθῇ ἡ προσφυγὴ ἀπὸ τὴν Γεν. Συνέλευσιν τοῦ ΟΗΕ. Ἡ Ἀμερικὴ διεκήρυξε περίπου ἐπισήμως, ὅτι ἡ Κύπρος ἔπαυσε νὰ ἀποτελῇ κυρίαρχον καὶ ἀνεξάρτητον κράτος καὶ ὅτι ὁ Πρόεδρος Τζόνσον θὰ ἀποδυθῇ εἰς διαδικασίαν, τὸ τέρμα τῆς ὁποίας θὰ σημάνῃ τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ κράτους αὐτοῦ. Ἀξιοῦν πάντοτε νὰ παρακαμφθῇ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τοῦ ΟΗΕ καὶ νὰ λυθῇ ἡ Κυπριακὴ διαφορὰ μὲ διμερεῖς ἢ τριμερεῖς ἢ ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ ΝΑΤΟ. Ὅμως πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν ἔχωμεν μίαν ἀνεξάρτητον χώραν, ὅπως ἡ Κύπρος, μέλος τοῦ ΟΗΕ, δύο ἢ πέντε ἄλλαι χῶραι νὰ ἀποφασίσουν περὶ τῆς τύχης της ἐρήμην; Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ὡδήγησεν εἰς τὴν Ζυρίχην, ὅπου ἐπεβλήθη εἰς τὴν Κύπρον λύσις διὰ τὴν ὁποίαν οὔτε ἠρωτήθη, οὔτε συνῄνεσε; Δὲν ἐπιδιώκεται, νὰ ἐπιβληθῇ μία ἐμπορία ἐθνῶν καὶ ἀνθρώπων μὲ παζαρεύματα, μὲ ἑτεροδιάθεσιν ἀντὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως; Εἰς τὴν σημερινὴν «Καθημερινὴν» δημοσιεύονται ἀποσπάσματα τοῦ μηνύματος Τζόνσον, τοῦ κακῶς δημοσιευθέντος, κατὰ τὰ ὁποῖα «ἕνα μόνον τρόπον βλέπω διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ ροῦς τῶν γεγονότων πρὸς τὴν καταστροφήν. Καὶ αὐτὸς εἶναι ἄμεσος καὶ ἀποφασιστικὴ ἀναζήτησις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν μιᾶς μονίμου πολιτικῆς λύσεως». Μέχρις ὅτου πραγματικαὶ διαπραγματεύσεις ἀρχίσουν πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι ὁ χρόνος δὲν τρέχει παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς εἰρήνης». Ἐκβίασις δηλαδή, πίεσις δηλαδὴ ἀπὸ τοὺς φίλους συμμάχους. Ἔμμονη προσπάθεια νὰ ὑπερκερασθῇ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν τοῦ ΟΗΕ καὶ νὰ δοθῇ λύσις ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ ΝΑΤΟ, καὶ πρὸς τοῦτο ἔγινε πρότασις διορισμοῦ ὡς δῆθεν μὲν βοηθοῦ, πράγματι δὲ ὑποβολέως εἰς τὸν ταλαίπωρον καὶ μακαρίτην ἤδη ἐκπρόσωπον μιᾶς πολὺ μικρᾶς δυνάμεως Τουομιόγια, τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν ΗΠΑ κ. Ἄτσεσον καὶ προέτεινεν ὁ κ. Ἄτσεσον τὸ γνωστὸν σχέδιον τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὀμβρέλλα μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «Ἕνωσις» ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐκαλύπτετο ὁ διαμελισμός. Λύσις μὲ τὴν Ἀγγλίαν, μὲ τὸ ΝΑΤΟ, μὲ τὴν Τουρκίαν. Θὰ ἐγίνετο ἕνα Κράτος μὲ τουρκικὰ καντόνια, μὲ Τουρκικὸν σύμβουλον τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως ἢ ἄλλως θὰ ἐδημιουργεῖτο Τουρκικὸν κράτος ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ. Πρὶν ἐξαπολυθῇ ἡ τελευταία πίεσις τῆς δεξιᾶς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀπόψεων τῶν Ἀγγλοαμερικανικῶν ἡ «Καθημερινὴ» τῆς 25 Αὐγούστου ὀρθῶς ἔγραψεν: «Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι αὔριον ἡ Τουρκία συμπλέκεται μὲ τοὺς Ἄραβας μὲ τοὺς ὁποίους — τὴν Συρίαν εἰδικῶς — ἔχει ἐδαφικὰς διαφοράς, τὰς γνωστὰς διὰ τὸ Σαντζάκειον τῆς Ἀλεξανδρέττας, ἡ τουρκικὴ ἐν Κύπρῳ βάσις δὲν θὰ ἐμπλέξῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν πολεμικὴν περιπέτειαν; Πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καθοδηγήσουν οἱ Ἄραβες τὰς βόμβας των νὰ πλήττουν μόνον τοὺς Τούρκους καὶ νὰ μὴ πλήττουν τοὺς Ἕλληνας; Καὶ πῶς θὰ ἀσκῇ ὁ κ. Γ. Παπανδρέου τὴν Ἑλληνικήν του πολιτικήν; Ἢ μήπως θὰ ἀσκῇ Τουρκικὴν πολιτικήν; Ὁ κ. Μακάριος λοιπὸν ἔχει δίκαιον». Λοιπὸν ἐκεῖ ἔχομεν τοὺς λεγομένους φίλους καὶ πράγματι ἐχθρούς, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸν ΟΗΕ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἰς τὰς δύο παρεμβάσεις τῆς ΕΡΕ τῆς 3 Ἰουλίου καὶ τῆς 4 Ἀπριλίου ὁ πρώην Πρωθυπουργὸς ἀξιότιμος κ. Πιπινέλης προέβαλε μίαν ἀντίρρησιν καὶ εἶπε: Καὶ σὰν πάρωμεν τὴν ἀπόφασιν τῶν ⅔ τοῦ ΟΗΕ τί θὰ κάμωμεν; Δὲν προβλέπεται ἐκτέλεσις ταύτης διὰ τῆς βίας.
§41Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Αὐταὶ εἶναι προσωπικαὶ ἀπόψεις.
§42Η. ΗΛΙΟΥ. Χαίρω διότι διαχωρίζετε τὰς γνώμας σας.
§43Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Πάντως ὀρθαὶ ἀπόψεις.
§44Η. ΗΛΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως θὰ παράσχῃ τὴν νομικὴν βάσιν, τὸ νόμιμον θεμέλιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ δύναται πλέον νὰ νομοθετῇ καὶ νὰ λαμβάνῃ μέτρα ἡ Κύπρος, τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀνεγνωρισμένη ὡς νομίμως ἐκπροσωποῦσα καὶ μετὰ τὴν ἀποχὴν τῶν Τουρκοκυπρίων καὶ σήμερον — παρὰ τὰς διαμαρτυρίας — λαμβάνει μέτρα ὅπως ἡ κατάργησις τῶν χωριστῶν Δήμων, ἡ κατάργησις τῶν χωριστῶν Δικαστηρίων ποὺ ἔχει ψηφισθῆ καὶ θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν ἐκλογὴν νέας Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ψηφίσῃ τοὺς συνταγματικοὺς κανόνας ποὺ θὰ ἐπιτρέψουν τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως ἥτις θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἕνωσιν. Σήμερον εἰς τὴν Κύπρον ὑπάρχει ὁ φορεύς, ὁ ὁποῖος θὰ ἀξιοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ κάθε ἀντίθετος γνώμη τείνουσα νὰ ἀποδυναμώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν καὶ Κυπριακὴν θέσιν ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐπιχειρηματολογίας τῆς Τουρκικῆς ὅπως εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐπιχειρηματολογίας τῆς Τουρκικῆς ἔρχεται ἡ περικοπὴ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πιπινέλη τῆς 24)4)1964 ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ τοποθέτησις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὸ πρῶτον ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ θέματος ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, ὑπῆρξεν τῷ ὄντι ἀτυχεστάτη. Διότι ἐξέφρασεν τὴν ἄποψιν, ὅτι αἱ συνθῆκαι τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς Ζυρίχης ἔχουν ὁδηγήσει εἰς ἀδιέξοδον καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἐπιβάλλεται νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια διὰ τὴν ἐξεύρεσιν δι’ εἰρηνικῶν μέσων νέου πολιτικοῦ σχήματος. Ἀλλὰ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἀνακοινώσεις του προέβη καὶ εἰς ἕνα βῆμα περαιτέρω. Ἄφηνε σαφῶς τὴν ἐλπίδα τοὐλάχιστον, ὅτι εἶχεν ἐπέλθει διεθνὴς ἀναγνώρισις ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, τῆς τροποποιήσεως τοῦ καθεστῶτος αὐτοῦ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξίαν, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ διεθνοῦς ἀναγνωρίσεως μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία τυπικῶς καὶ μόνον ἐπεβεβαιώθη διὰ τῆς καταγγελίας τῶν συνθηκῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξίαν, δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἄποψις ἡ ἰδική μας δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐλπίζομεν καὶ εὐχόμεθα, ἀλλὰ ἡ ἄποψις τῶν ἄλλων, τῶν ἀντιδίκων. Τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον διὰ νὰ ἔχῃ ἀξίαν ἡ διαβεβαίωσις, ὅτι αἱ περαιτέρω συζητήσεις δὲν θὰ διεξαχθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνθηκῶν τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀνυπαρξίας αὐτῶν. Πρέπει ἡ λύσις, ἡ ὁποία θὰ ὑποδειχθῇ ὑπὸ τοῦ μεσολαβητοῦ νὰ γίνῃ κοινῶς ἀποδεκτή, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι ἐὰν τυπικῶς, ἐὰν θέλετε, ἢ πραγματικῶς ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς, ἐξήλθομεν ἀπὸ τὸ πλαίσιον τῶν συνθηκῶν τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς Ζυρίχης, ἐξακολουθοῦμεν νὰ εὑρισκώμεθα ὑπὸ τὴν ἐπενέργειαν τῶν καταστάσεων νομικῶν καὶ πραγματικῶν, τὰς ὁποίας αἱ συνθῆκαι αὐταὶ ἐδημιούργησαν. Ἀτυχῶς ἡ πραγματικότης εἶναι ἐντελῶς διάφορος. Ἡ διεθνὴς ἀναγνώρισις περιεχάραξε τὴν περαιτέρω λύσιν τοῦ θέματος ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς νομικῆς ἰσχύος τῶν συμφωνιῶν Λονδίνου καὶ Ζυρίχης». Ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀνεσκευάσθησαν ἀπὸ τὸν Γκάλο Πλάζα, ὁ ὁποῖος διέψευσε σαφῶς τὸν διπλωμάτην κ. Πιπινέλην εἰπών: «Ποτὲ πλέον πίσω εἰς τὴν Ζυρίχην. Εἶναι ἀνίσχυρος ἡ Ζυρίχη ἀπὸ τὴν ὥραν ποὺ ἐκινήθη ἡ διαδικασία μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς 4ης Ἀπριλίου τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας». Ἑπομένως ἐγὼ φοβοῦμαι, ὅτι ἠκούσαμεν ἐδῶ μέσα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ Τουρκικῶν ἀπόψεων. Ἀλλὰ τὶ θέλετε, κ. συνάδελφοι. Ἐὰν δὲν ἦτο ἀποτελεσματικόν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, διατὶ αὐτὴ ἡ λυσσαλέα προσπάθεια νὰ μὴ φθάσῃ τὸ θέμα εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐκ μέρους τῶν ΗΠΑ; Καὶ διατὶ αὐτὴ ἡ πίεσις; Διατὶ αὐτοὶ οἱ ἐκβιασμοί, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουν πόσον ἀποτελεσματικὸν θὰ εἶναι τὸ ρεζίλεμα ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, διὰ τοὺς ἀποικιοκράτας. Καὶ διατὶ συνδέουν τὸ θέμα μὲ ἐπιβολὴν ὅρων, μὲ κατάληψιν νέων θέσεων ποὺ ἀποτελοῦν ἀπειλὰς ἐναντίον τῆς ἀνεξαρτησίας; Ἡ ἀπόφασις θὰ τοὺς ἐκθέσῃ ἀνεπανορθώτως καὶ δι’ αὐτὸ θέλουν πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀποφύγουν τὸ πικρὸν αὐτὸ ποτήριον. Εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἐνεργειῶν τῆς πρώτης φάσεως, τῆς βίας, ἀποκορύφωμα ὑπῆρξεν ἡ γενομένη ἐπίθεσις τὸν Αὔγουστον τῶν ἀμάχων τῆς Τυλληρίας μὲ τὰς ἑκατοντάδας τῶν θυμάτων. Μία κατάπτυστος ἐπίθεσις καὶ δολοφονία τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, μὲ ἀεροπλάνα τοῦ ΝΑΤΟ, μὲ ἀμερικανικὰς βόμβας ναπάλμ, μὲ ὅπλα καὶ βόμβας ποὺ φέρουν τὴν γνωστὴν ἐπιγραφὴν (παραχωρημένα ἀπὸ τὰς ΗΠΑ ἐναντίον τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ). Νὰ ποὺ εἶναι οἱ φίλοι καὶ ποὺ εἶναι οἱ ἀντίπαλοι τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἡ ἐπίθεσις ἐκείνη, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, ὑπῆρξε μία δίκη καὶ καταδίκη τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ποὺ ἠσκήθη εἰς τὴν χώραν μας ἀπ’ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, κυρίως βέβαια, ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε., ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Χώρας μας. Ὑπῆρξε μία δίκη καὶ καταδίκη, διότι ἠθελήσαμεν νὰ στηρίξωμεν τὴν πολιτικήν μας εἰς ἕνα ψεῦδος. Ὅτι δηλαδὴ διωρίσαμεν ἐχθρούς, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν καμμίαν βλέψιν ἐναντίον μας καὶ μᾶς ὑποστηρίζουν καὶ διορίζομεν συμμάχους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐναντιώνονται εἰς τὰ δίκαιά μας καὶ προβαίνουν εἰς τὰς ἐχθρικὰς πράξεις, ποὺ προβαίνει ἡ Τουρκία ἢ τὰς ὑποκινοῦν, ὅπως ἡ Μεγάλη Βρεταννία καὶ αἱ ΗΠΑ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξωμεν τὴν ἄμυνάν μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ἡ ἄμυνα αὐτὴ ἔγινε φανερόν, ὅτι κατέρρευσεν ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν κάτω ἀπὸ τοὺς βομβαρδισμοὺς ἐκείνους, μόλις προέκυψε κίνδυνος. Ἔδειξε δὲ ἀκόμη ἡ περιπέτεια αὐτή, ὅτι χάρις εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ συσχετισμοῦ τῶν δυνάμεων εἰς παγκοσμίαν κλίμακα εἶναι δυνατὸν μία τόσον μικρὰ χώρα, ὅπως ἡ Κύπρος, νὰ ἠμπορέσῃ νὰ προασπίσῃ τὰ δίκαιά της καὶ νὰ ἀντιστῇ εἰς ὁποιαδήποτε πίεσιν, καὶ ἐπίθεσιν, ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἀποφασισμένη. Καὶ ὅτι ὑπάρχουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ θέσουν φραγμὸν εἰς τὰς τυχοδιωκτικὰς περιπετείας τῶν θερμοκεφάλων ἰμπεριαλιστῶν. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑπομνήσω, ὅτι δὲν ἐξεκίνησαν καλὰ καθούμενα οἱ βομβαρδισμοὶ τῆς Τυλληρίας, ὅτι ἠκολούθησαν ἐντὸς 24 ὡρῶν ἕνα ἄλλο παράδειγμα, τοὺς βομβαρδισμοὺς ἀμάχων ἀπὸ τὰς ΗΠΑ εἰς τὸν κόλπον τοῦ Τογκίνου. Καὶ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν Νοτιοανατολικὴν Ἀσίαν διὰ τὴν ἀπόκτησιν βάσεων, διὰ τὴν ἀπόκτησιν ἐλέγχου ἐπὶ χωρῶν ποὺ θέλουν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν των, δολοφονοῦνται ἄμαχοι ἀπὸ τοὺς ἱππότας τοῦ Ἐλευθέρου κόσμου, θέτει σὲ κρίσιν καὶ σὲ δίκην καὶ σὲ καταδίκην τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ μία παλαιοτέραν πολιτικὴν ἐνέργειάν μας, τὴν ἀποστολὴν τότε Ἐκστρατευτικοῦ Σώματος εἰς τὴν Κορέαν διὰ νὰ προασπίσῃ τὸν Σῆγκαν Ρῆ. Ὁπωσδήποτε ἡ καταπτόησις δὲν ἐπέτυχεν. Οἱ βομβαρδισμοὶ τῆς Τυλληρίας ἐχαλύβδωσαν τὸ φρόνημα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἑνότητα, τοῦ ἐνέπνευσαν ἄκαμπτον θεληματικότητα καὶ ὤξυναν εἰς τὸ ἔπακρον τὸ μῖσος του κατὰ τῶν ἰμπεριαλιστῶν. Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ ἴδιο πάλλεται ἀπὸ ἀγανάκτησιν καὶ τὸ ἐξεδήλωσεν εἰς δεκάδας καὶ ἑκατοντάδας ἐκδηλώσεις. Καὶ τότε ἔρχεται ἡ δευτέρα φάσις. Μὲ τὴν βίαν δὲν πᾶμε ἐμπρός. Ἂς ἀλλάξωμεν μεθόδους, διατηροῦντες εἰς τὸ ἀκέραιον βλέψεις καὶ σχέδια ποὺ τείνουν εἰς τὸ νὰ ἔχουν τὸν ἔλεγχον διὰ τῆς Κύπρου τοῦ χώρου τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καὶ τὴν προστασίαν τῶν πετρελαίων. Μετέβαλον τακτικήν. Ἀπέβλεψαν νὰ διασπάσουν τὸν Κυπριακὸν λαὸν καὶ νὰ τὸν παραπλανήσουν διὰ νὰ ἐπιβληθῇ μία λύσις Νατοϊκή, δηλαδὴ μία νέα ὑποδούλωσις τῆς Κύπρου. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ τόσην μανίαν μᾶς ἐπολέμησαν εἰς τὴν διεκδίκησιν τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς Κύπρου, διὰ μαγείας ἐτόλμησαν νὰ ἐμφανισθοῦν ἐν μιᾷ νυκτί, ὅτι προσφέρουν τὴν Ἕνωσιν καὶ ἦλθε — καὶ τὸν ἐπεκρίναμεν διὰ τοῦτο — καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἀκόμη καὶ ἀπὸ Ἀγγλικῆς καὶ Ἀμερικανικῆς πλευρᾶς ὑπάρχει προσφορὰ τῆς Ἑνώσεως, ὅτι μᾶς προσφέρουν τὴν Ἕνωσιν, ἕως ὅτου ἀπεκαλύφθη, ὅτι ἡ Ἕνωσις ἦτο τὸ ψευδώνυμον τῆς διχοτομήσεως ἢ μᾶλλον τοῦ χωρισμοῦ σὲ τέσσαρα κομμάτια τῆς Κύπρου καὶ ἡ διατήρησις τοῦ πλάσματος, ὅτι ὁ χῶρος τῶν Βρεταννικῶν βάσεων οὐδέποτε ἔπαυσεν ἀνήκων εἰς τὸ Βρεταννικὸν Στέμμα. Πῶς νὰ τὶς ἀποδεχθῇ κανεὶς αὐτὲς τὶς βάσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἐξωπλίσθηκε καὶ ἐξοπλίζεται ἡ ἀνταρσία τῶν Τουρκοκυπρίων; Ἐν τούτοις ἐπίστευσαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν σύγχυσιν, ἐκμεταλλευόμενοι τὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ὁδηγήσουν σὲ μίαν βελτιωμένην, ἴσως σὲ μίαν ἐπιδεινωμένην Ζυρίχην. Διὰ μιᾶς δῆθεν Ἑνώσεως μὲ βάσεις δεσμευούσας ὄχι μόνον τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δὲν θὰ εὑρίσκεται πλέον, κακῶς, καθ’ ἡμᾶς κάκιστα, εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ δυνάμει ἐλευθέρας συναινέσεως Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμᾶς κακῶς ἐκτιμοῦν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν αὔριον νὰ ἐπανατοποθετηθοῦν καὶ ἀποδεσμευθοῦν, ἀλλὰ θὰ εὑρίσκεται δεσμευμένη συμβατικῶς, νὰ εἶναι πάντοτε καὶ νὰ παρέχῃ πάντοτε εἰς τὸ ἔδαφός της βάσεις τοῦ ΝΑΤΟ καὶ βάσεις πολυπυρηνικάς. Διὰ νὰ ματαιωθῇ ἡ συζήτησις τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἔγινε μία ἐκστρατεία διασπάσεως τῆς ἑνότητος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, καὶ προκλήσεως συγχύσεων. Ἐντείνεται μία ὑπονομευτικὴ δουλειά, ἡ ὁποία γίνεται καὶ εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐδῶ, διὰ νὰ δημιουργηθοῦν συνθῆκαι ἀνατροπῆς ἐκείνων ποὺ εἶναι οἱ φορεῖς τῆς ἀντιστάσεως εἰς τὰ σχέδια τῶν Ἰμπεριαλιστῶν, καὶ αὐτοὶ εἶναι πρῶτον ὁ Κυπριακὸς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ δεύτερον ἡ Κυπριακὴ Κυβέρνησις. Τὴν ἑνότητα προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπον νὰ τὴν διασπάσουν μὲ ἐξαγοράς, μὲ πιέσεις, μὲ διαφθοράν, προσπαθοῦν νὰ δημιουργήσουν Νατοϊκὴν πολιτικὴν βάσιν εἰς τὴν Κύπρον. Δὲν τὸ ἐπιτυγχάνουν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν μελετοῦν καὶ σχεδιάζουν διάφορα σχέδια ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἰς μίαν δεδομένην στιγμήν, τάχα κηρυσσομένης τῆς Ἑνώσεως — τὶ ὡραία φράσις, τὶ ὡραία ἱκανοποίησις ἐθνικῶν πόθων — καταλύεται ὁ Μακάριος, κηρύσσουν συγχρόνως καὶ οἱ Τουρκοκύπριοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καὶ αὐτοί, φροντίδι τῶν Ἄγγλων, τὰς περιοχάς, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐγκατεστημένοι, κηρύσσουν καὶ αὐτοὶ τὴν Ἕνωσιν μὲ τὴν Τουρκίαν, Ἕνωσις ἀπὸ τὴν μίαν μεριάν, Ἕνωσις ἀπὸ τὴν ἄλλην, παρεμβαίνει τὸ ΝΑΤΟ, διότι τώρα πλέον δὲν ὑπάρχει φορεὺς νὰ διαμαρτύρεται εἰς τὸν ΟΗΕ ἐν ὀνόματι τῆς Κύπρου, ἡ Κύπρος ὡς διεθνὴς μονὰς εἶναι ἀνύπαρκτος, ἐκηρύχθη ἡ Ἕνωσις, κατελύθη ἡ Κυβέρνησις, φορεὺς εἶναι πλέον τὸ ΝΑΤΟ, τὸ ὁποῖον ἐπεμβαίνει διὰ νὰ συμβιβάσῃ τοὺς δύο συνεταίρους. Ἔκδοσις βελτιωμένη τοῦ γνωστοῦ σχεδίου Λέμνιτσερ. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὸ δὲν εἶναι φανταστικόν. Καὶ προχθὲς εἰς τὰς 16 αὐτοῦ τοῦ μηνός, εἰς τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κυπριακὴν Βουλὴν κατηγγέλθη σαφῶς ἀπὸ τὸν βουλευτὴν κ. Β. Λυσσαρίδην, ὁ ὁποῖος λέγει «ἕνα ἄλλο σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐξυφαίνετο κατὰ τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, πάλιν ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐχρησιμοποιοῦσαν τὸ πρόσχημα τῆς Ἑνώσεως διὰ νὰ ἀποκοιμήσουν τὸν Κυπριακὸν λαὸν καὶ νὰ ἐπιβάλουν τὴν διχοτόμησιν, ἦτο τὸ σχέδιον «Λέμνιτσερ». δηλαδὴ μία εἰσβολὴ ἀπὸ τῆς Τουρκίας, μία τἄχατες κήρυξις τῆς Ἑνώσεως διὰ νὰ δυνηθῶμεν εὐκολώτερα νὰ προασπίσωμεν τὸ πάτριον ἔδαφος, ἡ ἐκεχειρία μέσῳ τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Νατοϊκῶν συμμάχων καὶ τότε διαπραγματεύσεις πλέον θὰ ἐξέφευγον ἀπὸ τὴν διαπραγματευτικὴν ἀγωνιστικὴν ἰδιότητα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ τὸ ὅλον πρόβλημα θὰ μετετρέπετο εἰς οἰκογενειακὴν ὑπόθεσιν τοῦ ΝΑΤΟ». Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συκοφάντησις εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται διὰ νὰ διασπάσουν τὴν ἑνότητα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ὑπάρχουν μερικοὶ πράκτορες ἐπὶ μισθῷ ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον, μὲ τίτλους ποίους; Νὰ διδάξουν πατριωτισμὸν εἰς τοὺς Κυπρίους. Περιφέρονται καὶ τοὺς λέγουν: Σεῖς δὲν θέλετε τὴν Ἕνωσιν, ζητωκραυγάσατε τρεῖς φορὲς «Ἕνωσις». Αὐτὰ τὰ ἄρβυλα ποὺ φορᾶτε, αὐτὰ τὰ παντελόνια ποὺ φορᾶτε, αὐτὰ τὰ δολλάρια ποὺ παίρνετε ὡς μισθόν, εἶναι τοῦ ΝΑΤΟ, ζητωκραυγάσατε ὑπὲρ τοῦ ΝΑΤΟ. Τοὺς παριστάνουν — εἰς ποίους — εἰς αὐτοὺς ποὺ θυσιάζονται, ποὺ δίδουν αἷμα καὶ δάκρυα, τοὺς παριστάνουν, ὅτι ἡ Ἕνωσις εἶναι τἄχα κἄποιο ρετσινόλαδο ποὺ δὲν τὸ θέλουν τὰ παιδιὰ καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι διὰ τῆς βίας νὰ τοὺς τὸ ἐπιβάλλουν. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ ἡ φρασεολογία περὶ Ἑνώσεως εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, ὅπου εἶναι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεκδικηθῇ — καὶ τὸ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ — δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεκδικηθῇ παρὰ μόνον ἡ ἀδέσμευτος ἀνεξαρτησία, αὐτὴ ἡ φρασεολογία δὲν προάγει τὴν ὑπόθεσιν. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς πρόσφατον ἐπίσκεψίν μου εἰς τὴν Κύπρον, καὶ θὰ συνίστων, δὲν ὑπεγράψατε ὅλοι τὴν Ζυρίχην, νὰ πάῃ καὶ κανεὶς τῆς ΕΡΕ καὶ μὴ διαμαρτύρεσθε, διότι πᾶνε ὅλο ἄλλοι βουλευταί, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι διεπίστωσα ἀπὸ ὅλας τὰς τάξεις καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς παρατάξεις τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, μίαν ἔμμονον προσπάθειαν ὅλης τῆς ἡγεσίας ἀπὸ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, μέχρι τῆς Ἄκρας Δεξιᾶς, τοὺς ἀγανακτησμένους αὐτούς, εἰς τοὺς ὁποίους τολμοῦν νὰ ἀμφισβητοῦν τὸν πατριωτισμὸν διάφοροι, ὕποπτοι ἄνθρωποι, τὴν προσπάθειαν νὰ τοὺς καθησυχάσουν καὶ νὰ τοὺς λέγουν: Παιδιά, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀδελφή μας, ἡ Ἑλλὰς εἶναι μητέρα μας, μὴ τοὺς παρεξηγήσετε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ξεύρουν τὶ λέγουν. Σᾶς βεβαιῶ, ἐὰν ὑπῆρχε στὴν Ἑλλάδα πρόθεσις νὰ ἀσκηθῇ ἀνθενωτικὴ πολιτική, καλλιτέρα ἐπιτυχία ἀπὸ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ τοῦ εἴδους προσώπων, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέτει ὅρους ὁ Μακάριος. Ὁ Μακάριος ἀποκρούει ὅρους τοὺς ὁποίους τοῦ θέτουν διὰ νὰ παζαρέψουν καὶ νὰ βγάλουν ἰμπεριαλιστικῆς φύσεως ὠφελήματα ἀπὸ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως. Τοῦ λέγουν: Δὲν σὲ ἀφήνομεν παρὰ ἐὰν μᾶς δώσῃς τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, ἐὰν μᾶς ἐγκαταστήσῃς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο διὰ νὰ στραφῶμεν ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σᾶς βοηθοῦν. Δὲν θέτει ὅρους ὁ Μακάριος. Ἐπὶ τῇ βάσει ποίας ἠθικῆς ἀρχῆς, ποίας διεθνοῦς ἀρχῆς, ποίας πολιτικῆς ἀρχῆς εἶναι δυνατὸν ποτὲ διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως νὰ διεκδικοῦν οἱ ἰσχυροὶ ἀνταλλάγματα καὶ νὰ κατηγοροῦν ὕστερα τοὺς ἄλλους, ὅτι θέτουν ὅρους, δηλαδὴ τὸν ὅρον νὰ γίνουν ἀδέσμευτοι χωρὶς ὅρους νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν τὴν ὁδηγοῦσαν εἰς τὴν αὐτοδιάθεσιν; Δὲν εἶναι ἀνθενωτικὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ζητεῖ τὴν γνησίαν, τὴν ἀνόθευτον, τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν, ὥστε νὰ μπορέσῃ νὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀνθενωτικὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνιστᾷ τὸν συμβιβασμὸν καὶ τὴν ἐπιβολὴν ὅρων καὶ βάσεων ποὺ φέρουν ἀπὸ τὴν πίσω πόρτα τοὺς Τούρκους, ποὺ θὰ ὁδηγήσουν στὴν διχοτόμησιν καὶ τὴν νόθευσιν καὶ τὸν εὐνουχισμὸν τοῦ Ἑνωτικοῦ αἰτήματος. Κύριοι συνάδελφοι, μὴ κοπτόμεθα. Ἀνθενωτικοὶ δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Κύπρον. Ὑπάρχουν ἴσως εἰς τὴν Ἑλλάδα μερικοὶ οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν καπηλείαν τῆς λέξεως Ἕνωσις ἐνεργοῦν ὡς ἐὰν ἦσαν ἀνθενωτικοί. Ἐτέθη μία ἀμφιβολία, μία ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὸ ἐὰν τὸ ΑΚΕΛ, τὸ Κόμμα τὸ μεγάλο τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ εἶναι ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι παραδεκτὰ αὐτὰ τὰ πράγματα ὅταν προέρχωνται, ἐπὶ τέλους, ἀπὸ τὸν ἡγέτην τῆς παρατάξεως ἐκείνης ποὺ διὰ τῆς συνθήκης τῆς Ζυρίχης ἀπέκλεισε ἐσαεὶ τὴν Ἕνωσιν καὶ ἐγκατέστησε τὴν Τουρκίαν εἰς τὴν Κύπρον. Παραθέτω ἐδῶ δύο ἀποσπάσματα ἀπὸ τὰς ἐπισήμους θέσεις τοῦ ΑΚΕΛ, τὴν εἰσήγησιν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως κ. Παπαϊωάννου στὴν τετάρτη ὁλομέλεια καὶ συνέντευξίν του πρὸς τὸ Πρακτορεῖον Μέσης Ἀνατολῆς τῆς 2 Νοεμβρίου. «Θέσεις τοῦ ΑΚΕΛ. Εἰσήγησις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως κ. Παπαϊωάννου εἰς τὴν 4ην ὁλομέλειάν του. Καὶ γιὰ νὰ ἐκλείψῃ ὁποιαδήποτε σύγχυση ἢ παρεξήγηση ἡ γραμμὴ τῆς πλήρους, ἢ ἀδέσμευτης ἀνεξαρτησίας εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ γραμμὴ ἐκπλήρωσης τῶν ἐθνικῶν πόθων τοῦ λαοῦ μας, ἡ γραμμὴ τῆς Ἕνωσης. Γιατὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ θὰ κερδίσουμε πλήρη ἀνεξαρτησία χωρὶς ὁποιεσδήποτε δεσμεύσεις, δὲν ὑπάρχει τίποτε στὸν κόσμο ποὺ νὰ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἐνασκήσουμε τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιάθεσης. Καὶ ἐνάσκηση τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιάθεσης σημαίνει γιὰ μᾶς καὶ τὴν καταπληκτικὴ πλειοψηφία τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ, νὰ ψηφίσουμε Ἕνωση. Αὐτὴ ἦταν καὶ παραμένει ἡ γραμμὴ μας. Ἂς πάψουν λοιπὸν τὰ ἰμπεριαλιστικὰ ἔντυπα νὰ κάμνουν ψευδεῖς ὑπολογισμοὺς ἀναφορικὰ μὲ τὴν γραμμὴ τῆς κυπριακῆς ἀριστερᾶς. Τὸ ΑΚΕΛ θὰ ψηφίσει Ἕνωση στὴν περίπτωση ποὺ θὰ κληθῇ ὁ λαὸς μὲ δημοψήφισμα ν’ ἀποφασίσῃ τὸ μέλλον του καὶ γι’ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ μηδὲ ἡ παραμικρὴ ἀμφιβολία. Τὸ καθεστὼς στὴν Ἑλλάδα εἶναι ἐσωτερικὸ ζήτημα καὶ δὲν τίθενται ὁποιοιδήποτε ὅροι στὴ γραμμή μας». Καὶ εἰς τὴν συνέντευξίν του, τὴν πλέον πρόσφατον: Συνέντευξις τοῦ ἰδίου πρὸς Πρακτορεῖον Μέση Ἀνατολὴ τῆς 2 Νοεμβρίου 1964: Ἐρώτησις: Βρεταννικαὶ Συντηρητικαὶ ἐφημερίδες ἔγραψαν, ὅτι τὸ ΑΚΕΛ εἶναι ἐναντίον τῆς Ἑνώσεως. Δύνασθε νὰ σχολιάσετε τὰς ἀπόψεις αὐτάς; Ἀπάντησις: Οἱ βρεταννικὲς συντηρητικὲς ἐφημερίδες ποὺ ἔγραψαν, ὅτι τὸ ΑΚΕΛ εἶναι ἐνάντια στὴν Ἕνωση ἐπιδιώκουν μὲ αἰσχρὰ ψεύδη καὶ συκοφαντίες νὰ διασπάσουν τὸν κυπριακὸν λαὸ γιὰ νὰ διευκολύνουν τὸν νατοϊκὸ διαμελισμὸ καὶ ὑποδούλωση τῆς Κύπρου. Αὐτὰ τὰ ἴδια σχέδια ἐξυπηρετοῦν καὶ ὅσες ἐφημερίδες στὴν Ἑλλάδα ἢ ἀλλοῦ ἀντέγραψαν τὶς βρεταννικὲς ἰμπεριαλιστικὲς ἐφημερίδες. Τὸ ΑΚΕΛ ἀπὸ τὴν ἵδρυσή του τάχθηκε ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκατάστασης τοῦ κυπριακοῦ λαοῦ καὶ σήμερα ἔχει ὅλες του τὶς δυνάμεις δοσμένες στὸν καθολικὸ ἀγῶνα τοῦ λαοῦ γιὰ ἀδέσμευτη ἀνεξαρτησία, ποὺ θὰ ἐπιτρέψῃ στὸν κυπριακὸ λαὸ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀνόθευτη Ἕνωση μὲ τὴν ἐνάσκηση τοῦ ἀναφαιρέτου δικαιώματος τῆς αὐτοδιάθεσης. Ἡ γραμμὴ τοῦ ΑΚΕΛ ἦταν, εἶναι καὶ παραμένει ἀναλλοίωτη στὸ κυπριακὸ ἐθνικὸ ζήτημα. Τὸ μαρτυροῦν οἱ συνεδριακὲς καὶ ὅλες οἱ ἄλλες ἀποφάσεις τῶν ὑπευθύνων σωμάτων τοῦ Κόμματος. Ὅσοι δυσπιστοῦν καὶ συκοφαντοῦν τὸ ΑΚΕΛ ἀναφορικὰ μὲ τὴν γραμμή του στὸ ἐθνικὸ θέμα, ψεύδονται στὸ λαὸ καὶ ἐξυπηρετοῦν συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα ἀντεθνικὰ ἰμπεριαλιστικὰ συμφέροντα καὶ ἐπιδιώξεις. Κύριοι, εἶναι σαφές, ὅτι οὔτε τὸ ΑΚΕΛ οὔτε ὁ Μακάριος εἶναι ἐναντίον τῆς Ἑνώσεως ὅπως ἠθέλησαν νὰ γίνῃ ἐδῶ ὑπαινιγμός. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ εἶναι βλασφημία αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, διότι καμμία ἔνδειξις ἀπὸ τὴν μέχρι τώρα διαγωγὴν εἴτε τοῦ Μακαρίου εἴτε τοῦ ΑΚΕΛ δὲν θὰ ἐπέτρεπε μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν, κάμνω ὅμως μίαν ὑπόθεσιν, ὅτι ἂν τὴν ὥρα ποὺ ἐξησφαλίζετο ἡ ἀδέσμευτος ἀνεξαρτησία ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπῆρχε ἄνθρωπος εἰς τὴν Κύπρον εἴτε Μακάριος ἐλέγετο εἴτε ἡγεσία τοῦ ΑΚΕΛ νὰ ταχθῇ ἐναντίον τῆς Ἑνώσεως καὶ νὰ εἴπῃ μὴ ψηφίσετε Ἕνωσιν, ἂς μὴ πλανώμεθα, ὄχι οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ οἱ πέτρες θὰ σηκωθοῦν νὰ τὸν κυνηγήσουν ἐὰν ὑπάρξῃ τοιαύτης φύσεως γραμμή. Ἑπομένως εἶναι προφανής, εἶναι ἔκδηλος ἡ προσπάθεια τῆς διασπάσεως τοῦ ἀρραγοῦς μετώπου τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ ποὺ εἶναι τὸ καλύτερον βάθρον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων, ὅλα αὐτὰ τὰ φληναφήματα. Ἐτέθη καὶ ἕνα ζήτημα ἀποστρατικοποιήσεως καὶ ἡ διαβολὴ τῆς ἀποστρατικοποιήσεως. Διατὶ ἡ διαβολή, δηλαδὴ ἡ διαβολὴ ἀφαιρεῖ ἕνα πρόσχημα ἀπὸ τὴν Τουρκία ἡ ὁποία λέγει, ὅτι κινδυνεύει ἀπὸ κύκλωσιν, καθησυχάζει ἐπίσης μίαν εὔλογον ἀνησυχίαν καὶ ὄχι παράλογον ἀξίωσιν τῶν Ἀραβικῶν λαῶν ποὺ μᾶς ὑποστηρίζουν. Ὑπῆρξε προηγούμενον καὶ εἰς τὴν συμφωνίαν διὰ τὰ Δωδεκάνησα καὶ εἰς τὴν συμφωνίαν διὰ τὰ Νησιὰ τοῦ Αἰγαίου καὶ εἰς τὴν συμφωνίαν γιὰ τὰς Ἰονίους Νήσους. Ὑπῆρξε προηγούμενον καὶ εἰς βάρος μεγάλης δυνάμεως θεωρουμένης τότε ὡς πρώτης δυνάμεως τῆς Εὐρώπης καὶ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, τῆς Γαλλίας ἡ ὁποία προσαρτήσασα τὸ 1860 τὴν Σαβοΐαν, ἐδέχθη ἐπὶ 100 χρόνια νὰ διατηρήσῃ τὸ βόρειον τμῆμα τὸ συνορεῦον μὲ τὴν οὐδετέραν Ἑλβετίαν ἀποστρατικοποιημένον. Καὶ ἐτήρησε τὴν συμφωνίαν. Σήμερον δὲ γίνεται μία διαβολὴ διὰ λόγους ἐκδήλους, διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι δὲν σχετίζονται μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Κύπρου, δὲν σχετίζονται μὲ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε ξεκινήσει αὐτὴ ἡ ἐκστρατεία, εἰς τὰς 3 Σεπτεμβρίου, εἰς ἕνα σημείωμά της ἐφημερὶς ἐκφράζουσα τὰς ἀπόψεις καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Ε.Ρ.Ε. ἡ «Καθημερινὴ» γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἀποστρατιωτικοποίησις τῆς Κύπρου, τὴν ὁποίαν προτείνει εἰς περίπτωσιν ἑνώσεώς της μετὰ τῆς Ἑλλάδος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος οὐδένα πρέπει νὰ ἐκπλήξῃ. Διότι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος προτείνει καὶ διὰ τὴν Κύπρον, ὅ,τι ἀκριβῶς ἰσχύει καὶ διὰ τὰ Δωδεκάνησα καὶ τὰς λοιπὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου–Χίον, Μυτιλήνην κλπ. Συμφέρει δὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα λόγον νὰ διατηρῇ τόσον μακρὰν — καὶ μὲ μέγιστον κόστος — ἰσχυρὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Ἀλλ’ ἐξ ἴσου συμφέρει καὶ τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ πλέον λόγους νὰ φοβῆται, ὅτι οἱ Ἕλληνες θὰ στραφῶμεν ἀπὸ τὴν Κύπρον ἐναντίον της. Ἄλλωστε, ὡς ἐξέθεσεν ὁ στρατηγὸς κ. Γρίβας εἰς τὸ γνωστὸν πρόσφατον ἄρθρον του, ἡ Κύπρος, ὑπὸ τὴν σημερινὴν κατάστασιν τῶν ὁπλισμῶν, δὲν ἔχει τὴν παραμικρὰν στρατιωτικὴν σημασίαν διὰ κανένα. Ὅσον ἀφορᾷ μερικὰ γενικώτερα ἀλλ’ ἀσαφῆ καὶ ἀβέβαια συμφέροντα ἀσφαλείας τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὰ τῶν ἑταιρειῶν πετρελαίου, ἡ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Κύπρου δυνατὴ παρουσία τῶν ἀγγλοαμερικανικῶν πλοίων ἢ τῶν «Πολάρις», ἀλλὰ καὶ ἡ ἐν Κρήτῃ βάσις ναυτικοῦ καὶ ἀεροπορικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ, ἀποτελοῦν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν ἀνωτέρω, ἐὰν ὁ κ. Μακάριος προσέφερεν εἰς τὴν Ἡν. Ἀραβικὴν Δημοκρατίαν, ἔναντι τῆς βοηθείας της κατ’ ἐνδεχομένης τουρκικῆς ἐπιθέσεως, τὴν ἀποστρατιωτικοποίησιν τῆς Κύπρου, τὸ ἀντάλλαγμα δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς παραβλάπτον τὰ ἐθνικά μας συμφέροντα». Σήμερον ἡ ἰδία ἡ ἐφημερὶς καὶ οἱ ὁμόφρονές της τὸ χαρακτηρίζουν ὡς σκάνδαλον. Καὶ ὁ Κύπριος Στρατηγὸς κ. Μενέλαος Παντελίδης εἰς ἄρθρον του εἰς τὸ «Βῆμα» τῆς 24ης Αὐγούστου γράφει τὰ ἑξῆς: «Ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ σκεφθῶμεν ἄνευ συσκοτίσεως, ἄνευ ἰδιοτελῶν ἢ ὑστεροβούλων προθέσεων. Λύσις μὲ βάσεις τοῦ ΝΑΤΟ. Λύσεις μὲ βάσεις τῆς Τουρκίας. Λύσις μὲ βάσεις Ἀγγλικάς, ἢ καὶ Ἀμερικανικάς, χωριστάς. Λύσις μὲ Κυπριακὴν στρατιωτικὴν συμμαχίαν πρὸς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πλευρὰν τοῦ διαμαχομένου Δυτικοῦ καὶ Ἀνατολικοῦ Κόσμου πρέπει νὰ ἀποκλεισθοῦν ἀμέσως ὑπὸ ὅλων. Διότι ἡ σύρραξις εἰς παγκόσμιον πόλεμον θὰ εἶναι ἄμεσος καὶ ἀναπόφευκτος συνέπεια ἐὰν οἱαδήποτε τῶν ὡς ἄνω λύσεων υἱοθετηθῇ. Δὲν πρέπει ἡ Κύπρος νὰ γίνῃ πεδίον διαμάχης ξένων συμφερόντων, διὰ νὰ καταστραφῇ καὶ αὐτὴ καὶ ὁ Κόσμος. Ἡ Κύπρος εἶναι Ἑλληνικὴ καὶ πρέπει τάχιστα, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἑλλάδα ἄνευ ἀναβολῆς διὰ φανεροῦ δημοψηφίσματος. Ἡ Ἕνωσις νὰ γίνῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς δεσμεύσεως, πλὴν μιᾶς ὡς κατωτέρω, τῆς ὁποίας σκοπὸς θὰ εἶναι ἀποκλειστικῶς ὁ κάτωθι: «Ἡ Ἕνωσις νὰ μὴ ἀποβῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ οὐδενὸς συνασπισμοῦ, οὔτε εἰς βάρος οἱωνδήποτε γειτονικῶν λαῶν. Διὰ διεθνοῦς συμφωνίας, ὁ χῶρος τῆς Κύπρου νὰ παραμείνῃ ὡς ζώνη ἀποστρατικοποιημένη καὶ ἀποπυρηνικοποιημένη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐκμεταλλεύσιμος παρ’ οὐδενός». Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καπηλευόμενοι τὴν λέξιν «ἕνωσις» θέλουν νὰ παραστήσουν, ὅτι ὑπάρχουν ἀνθενωτικοὶ εἰς τὴν Κύπρον, ἀσκοῦν ἔργον προσῆκον εἰς τὰς 5ας φάλαγγας, ὑπονομεύουν τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα, συσκοτίζουν καὶ ὑπὸ τὸ πρῖσμα μιᾶς πλασματικῆς ἑνώσεως ὑποστηρίζουν διαμελισμὸν καὶ ὑποδούλωσιν. Ἀλλὰ δὲν ἐχύθηκε τόσον αἷμα διὰ νὰ ὁδηγηθῇ ἡ Κύπρος εἰς νέαν Ζυρίχην. Ἡ ἐπιδίωξις τῶν ἰμπεριαλιστῶν εἶναι ἀπαρασάλευτος. Ἡ Κύπρος νὰ τοὺς μείνῃ ὡς ἓν ἀεροπλανοφόρον μὴ βυθιζόμενον. Τώρα διατὶ ἡ δεξιὰ εὐθυγραμμίζεται πρὸς αὐτὸ καὶ ἐμφανίζει ὡς ἐθνικὸν κίνδυνον μήπως δυσαρεστηθοῦν οἱ μεγάλοι τοῦ ΝΑΤΟ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι πολιτικὰ τὰ ἐλατήρια καὶ πρέπει νὰ λεχθοῦν χωρὶς νὰ κακοφανῇ σὲ κανένα. Ὀφείλονται εἰς τρεῖς λόγους. Πρῶτον, ὅτι ἀπωλέσασα κάθε λαϊκὸν ἔρεισμα ὑπολογίζει εἰς τὴν βοήθειαν τοῦ ξένου παράγοντος, καὶ περὶ τῆς ὁποίας εἴχομεν δι’ ὀλίγον ἀσχοληθῇ πρὸ ἑβδομάδος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ περισσότερον θὰ ἀσχοληθῶμεν προσεχῶς μὲ στοιχεῖα ἀρκετὰ καὶ ἐντυπωσιακά. Εἶναι ἡ μόνη ἐλπίς. Ἀπὸ ἐκεῖ προσδοκοῦν ἐξουσίαν καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν λαόν.
§45Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Τὸ ⅓ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ἔχει ἀξίαν;
§46Η. ΗΛΙΟΥ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τεκμηρίων τοῦ παρελθόντος.
§47Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Τῶν τελευταίων ἐκλογῶν.
§48Η. ΗΛΙΟΥ. Δεύτερον γνωρίζουν, ὅτι ἡ πικρὰ πεῖρα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ τὸν ἔκαμε βαθύτατα ἀντιϊμπεριαλιστικόν, φιλειρηνικὸν καὶ δημοκρατικὸν καὶ δὲν ξεχνᾷ, ὅτι δὲν συγχωρεῖ τοὺς πρωτεργάτας τῆς Ζυρίχης. Ξεύρουν, ὅτι προστιθέμενος ὁ Κυπριακὸς λαὸς εἰς τὴν δημοκρατικὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ καταστῇ ὁριστικὸς φραγμὸς εἰς τὰ νοσταλγικά των διὰ τὴν ἐξουσίαν ὄνειρα. Καὶ τρίτον ἀνεξαρτήτως λαϊκῶν διαθέσεων ἐξ ἀντικειμένου καταλαβαίνουν πολὺ καλά, ὅτι ἡ προώθησις, ἡ μετατόπισις, ἡ προέκτασις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν χῶρον τῆς Μ. Ἀνατολῆς πρὸς τὴν Κύπρον μὲ ὁποιασδήποτε πλέον συκοφαντικὰς ἐκστρατείας καὶ ὑποκίνησιν ὑστερίας ἀντισοβιετικῆς ἢ ἀντικομμουνιστικῆς θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ξαναφέρῃ καὶ τὰ πλέον καθυστερημένα στρώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς ἀντιλήψεις τοῦ ἐκ βορρᾶ κινδύνου, θὰ τοὺς προσγειώσῃ εἰς τὰ μεγάλα προβλήματα τῶν γοργῶς καὶ δυναμικῶς ἀναπτυσσομένων νέων λαῶν τῆς Μ. Ἀνατολῆς μὲ ὅλον τὸν πανίσχυρον ἐν δυναμικῇ ἐξελίξει κόσμον τῶν ἀδεσμεύτων, θὰ τοὺς φέρῃ εἰς σκέψιν μὲ τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον χωρὶς δεσμεύσεις καὶ ἐξαιρέσεις καὶ χωρὶς συμμαχίας, αἱ ὁποῖαι λέγονται δεσμοὶ καὶ ἀποδεικνύονται δεσμὰ καὶ βαρεῖαι ἁλυσίδες, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἐπίλυσιν τῶν ζωτικῶν προβλημάτων τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὸ κακὸν βάρος καὶ τὸ κακὸν φορτίον. Ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ δεξιὰ μαχομένη ὅπως μάχεται, πιστεύω, ὅτι δίδει μίαν ἐσχάτην μάχην πολιτικῆς ἐπιβιώσεως. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ εἰς ἄλλα τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσουν ἴσως λεπτομερείας, ἀλλὰ θέλω μόνον τοῦτο νὰ εἴπω, ὅτι ἀπεκαλύφθη καὶ ἀνομολογεῖται σήμερον καὶ ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν ἐφημερίδα τὸ «Βῆμα» ἀποκαλυπτικώτατα ὅμως ἀναλύεται εἰς ἄρθρον δημοσιευθὲν εἰς τὸν χθεσινὸν Κυπριακὸν Φιλελεύθερον, ὅτι τὴν Κύπρον τὴν διεκδικοῦν ὄχι μόνον διὰ τὰς κλασσικοῦ τύπου βάσεις, ἀλλ’ ὡς προῖκα ποὺ θὰ συνεισφέρῃ ἡ Μ. Βρεταννία, διὰ νὰ συνυπολογισθῇ ὡς δαπάνη εἰς τὴν ὑπὸ κατασκευὴν πολυπυρηνικὴν δύναμιν, μίαν δύναμιν, τῆς ὁποίας οἱ στόχοι εἶναι πέραν τῶν στόχων τοῦ ΝΑΤΟ, δημιουργοῦσα νέας συμμαχίας καὶ νέας δεσμεύσεις ἰμπεριαλιστικοῦ χαρακτῆρος καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ νὰ μείνῃ ἡ Κύπρος δεσμευμένη. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, νομίζω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ χειροτέρα ἐξυπηρέτησις τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως ἀπὸ τὴν ἐλαστικότητα μὲ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ κυβερνητικοὶ βουλευταὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κηρύσσονται ἀνεξέταστα χωρὶς τὸ ζήτημα ποὺ ἔχει συγκλονίσει καὶ ἔχει συνταράξει Γαλλίαν, Ἀγγλίαν καὶ ὅλους τοὺς συμμάχους τοῦ ΝΑΤΟ νὰ ἔχῃ τεθῆ κἂν ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀνεξέταστα κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν πολυπυρηνικὴν δύναμιν. Ὑπὲρ τῆς συμμετοχῆς αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία δι’ αὐτοῦ τοῦ δρόμου θὰ εἰσέλθῃ καὶ θὰ ἐπικαθίσῃ εἰς τὴν Κύπρον μὲ τὴν πλασματικὴν Νατοϊκὴν ἕνωσιν. Κύριοι συνάδελφοι, συμπεραίνων θὰ ἤθελα νὰ τονίσω, ὅτι βεβαίως ἐπὶ τοῦ χειρισμοῦ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος αἱ διακηρύξεις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἄψογοι. Αἱ πράξεις της ὅμως δείχνουν ταλαντεύσεις. Τὸ πλέγμα τῶν συμμαχιῶν συχνὰ κάνει ἀντιφατικὰς τὰς ἐνεργείας της καὶ τῆς δίνει τὴν τάσιν νὰ συγκαλύπτῃ καὶ νὰ ἐξωραΐζῃ τὴν ἀνθελληνικὴν διαγωγὴν τῶν συμμάχων μας, ἀντὶ νὰ καταγγείλῃ τὰς μηχανορραφίας καὶ τὰς ἐπιδιώξεις των. Ὑπάρχουν μερικὰ πράγματα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπεκταθῶ δι’ ἀναπτύξεως, ἀλλὰ θὰ τὰ θίξω. Ὑπάρχει ἡ ὑπόθεσις Δεληπέτρου. Ἀπεστάλη ἐκεῖ καὶ ὁ ρόλος του ὑπῆρξε τοιοῦτος ὥστε ἀπηλάθη ἀπὸ τὴν Κυπριακὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχουν αἱ δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Γαρουφαλιᾶ εἰς τὰς 28 Ὀκτωβρίου εἰς Λεμεσόν. Γνωσταί. Ἐδημοσιεύθησαν. Κἄποια ἀπόπειρα διαψεύσεως ἔγινεν. Ἐκ τῆς ἐπιτοπίου μεταβάσεώς μου ἔχω ἀπὸ τὸ πρῶτο χέρι τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶναι ὅπως ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὸ ἔπακρον ἀκριβεῖς καὶ δι’ αὐτῶν προπαγανδίζει τὸ πάσῃ θυσίᾳ κλείσιμον ὑπὸ πνεῦμα Ζυρίχης τοῦ Κυπριακοῦ χάριν τοῦ ΝΑΤΟ καὶ τὴν ὑποτροπὴν τοῦ ψυχροῦ πολέμου. Ἔχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην πρὸς τοὺς νέους, ὅτι ἐξησφαλίσθη ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀνοθεύτου καὶ ἁγνῆς Ἑνώσεως ἀπὸ τὰς ΗΠΑ καὶ τὴν Ἀγγλίαν. Διατὶ αὐτὸς ὁ ἐξωραϊσμὸς ὅταν τὰ πράγματα μαρτυροῦν τὸ ἀντίθετον; Ἔχομεν τὴν ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀγνοῇ τὸν σοσιαλιστικὸν κόσμον χάρις εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάρχει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Κύπρος ἀκόμη ἀνεξάρτητος. Θὰ ἤθελον καὶ κἄτι ἄλλο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω. Βεβαίως ὅλοι μας ποὺ ξέρομε καὶ τὰς διαθέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν νοοτροπίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὴ δυναμένην νὰ χαρακτηρισθῇ ποτὲ ὡς κατακτητικὴ καὶ ἐπιθετική, δὲν ἀπεδώσαμεν εἰς αὐτὸ σημασίαν μεγαλυτέραν ἀπὸ μίαν ὡραίαν φράσιν. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν ὅτι ἐκείνη ἡ περικοπὴ τῶν δηλώσεών του περὶ πορείας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συνεχισθῇ δὲν συνετέλεσεν εἰς ὄφελος τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ ἐνέπνευσεν ἀδικαιολογήτως, πάντως, ὅμως ἐνέπνευσεν ἀνησυχίας καὶ κατ’ ἐξοχὴν λόγῳ τῆς πολυπυρηνικῆς ὑποθέσεως. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ ἡ ταλάντευσις ἡ ὁποία εἶναι χαρακτηριστικὴ εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία εὑρέθη συχνὰ ταλαντευομένη καὶ ἀνατρέπουσα καὶ περιορίζουσα τὴν ἐνέργειαν τῶν μέτρων της, αὐτὴ μοῦ θυμίζει ὧρες–ὧρες τὸν στίχον τοῦ Λατίνου τραγῳδοῦ εἰς τὴν Μήδειαν «βλέπω ποιὸ εἶναι τὸ καλύτερον καὶ τὸ ἐπιδοκιμάζω, ἐφαρμόζω ὅμως τὸ χειρότερον». Κύριοι συνάδελφοι, ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἐκλογῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμμείνωμεν περισσότερον καὶ εἰς αὐτὸ συμφωνῶ μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε κατὰ τὴν κριτικήν του ὁ κ. Κανελλόπουλος, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸν συμβιβασμὸν τῶν ἀσυμβιβάστων καὶ εἰς τὴν θεωρίαν καὶ τῆς «πίττας καὶ τοῦ σκύλου». Ὄχι, ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἐκλογῆς. Λέγω λοιπόν, κύριοι, ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχουν δυνατότητες ταλαντεύσεως, χρειάζεται νὰ γίνῃ ἐκλογή. Ἢ μὲ τὴν Ἑλλάδα, μὲ τὴν Κύπρον, μὲ τὴν εἰρήνην ἢ μὲ τὴν πολυπυρηνικὴν καὶ τὰς βάσεις τοῦ ΝΑΤΟ. Συμβιβασμὸς τῶν δύο δὲν χωρεῖ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς
ΕΔΑ).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρελθούσης τῆς ὥρας καὶ δεδομένου, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων νὰ δευτερολογήσουν, θὰ ἐπρότεινον ὅπως διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν 7ην ἀπογευματινὴν τῆς σήμερον.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 7ην ἀπογευματινὴν τῆς σήμερον.
(Ὥρα 4.00 μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7.00′ μ.μ.)
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§53Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε ἀπέφυγε τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς καὶ ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ τόσον κρισίμου θέματος τῆς Κύπρου. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀνταπεκρίθημεν ἀμέσως εἰς τὴν ἀντίστοιχον αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν. Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἰς τὴν ὄντως ἐμπεριστατωμένην καὶ πλήρη τόσον ἱστορικῶν ἀναδρομῶν ἀγόρευσίν του, ὅλως αἰφνιδιαστικῶς κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι βέβαια διότι ἀνταπεκρίθη εἰς τὸ αἴτημά του, ἀλλὰ διότι δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς μὴ διατυπωθὲν μέχρις ὥρας τοὐλάχιστον αἴτημα περὶ συγκλήσεως τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελον ἐν πρώτοις, χάριν τῆς ἱστορίας νὰ διευκρινισθῇ ἕνα σημεῖον. Ὅλαι αἱ ἱστορικαὶ ἀναφοραί, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, αἱ σχετιζόμεναι μὲ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον — καὶ γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν πόσον εἶναι εὐαίσθητος ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάμνησιν καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, ὅλαι αἱ ἱστορικαὶ ἀναφοραὶ ἀφοροῦν τὴν περίοδον ἀπὸ τοῦ 1930–1934, ὁπότε δὲν ὑπῆρχεν, ὡς γνωστόν, Βασιλευομένη, ἀλλὰ Ἀβασίλευτος Δημοκρατία καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις Συμβουλίου Στέμματος. Περὶ ἄλλου ἐπρόκειτο. Ἀσφαλῶς ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν, τὸ ὁποῖον προέβλεπε τὸ τότε Σύνταγμα. Ἐπεχείρησα τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν ἁπλῶς διευκρίνισιν, ὄχι διότι συμμερίζομαι τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία διετυπώθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λέσβου βουλευτήν, ὅτι τάχα ἕνα Συμβούλιον Στέμματος ἀποτελεῖ παράδοσιν Ἀνακτοβουλίου. Ἀντιθέτως, πιστεύω, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος συγκεντρώνει τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, τοὺς ἐκπροσώπους τῆς Κοινῆς Γνώμης, εἰς μίαν σύσκεψιν, ὄχι μόνον δὲν ἀντίκειται πρὸς τὰς συγχρόνους Δημοκρατικὰς ἀντιλήψεις, ἀλλὰ ἀντιθέτως εἶναι καὶ εἰς πλήρη συνέπειαν πρὸς κάθε δημοκρατικὴν ἔννοιαν. Πάντως καὶ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ὅταν εἰς τὸ παρελθὸν εἰσηγήθη ὑπευθύνως τὴν σύγκλησιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος, τὸ ἔπραξεν προκειμένου περὶ ἐξωτερικῶν κρισίμων περιστάσεων δύο φοράς, δηλαδὴ κατὰ τὸ 1915. Δὲν εἶναι νοητὸν νὰ καλῆται Συμβούλιον τοῦ Στέμματος ὁσάκις γεννᾶται μία ἀνησυχία ἐπὶ παραδείγματι διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Οὔτε εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ γνωρίζω ἄλλωστε τὰ αἰσθήματα ἀφοσιώσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν πρὸς τὸ σημερινὸν πολίτευμα καὶ πρὸς τὸν ρυθμιστὴν τοῦ πολιτεύματος οὔτε νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμιγνύεται διαρκῶς ὁ ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ προΐσταται συσκέψεων ἐπὶ λεπτομερειακῶν ζητημάτων. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἱστορικὸν θέμα. Θὰ ἤθελα ὅμως προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν διαφόρων ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἐξέθεσαν τόσον ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ὅσον καὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν δύο ἄλλων κομμάτων ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, θὰ ἤθελα προηγουμένως νὰ ὑπενθυμίσω τὸ σημερινόν, τρόπον τινά, περίγραμμα τῆς σημερινῆς φάσεως τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Θὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν ὑπὸ τὴν σημερινήν του φάσιν, παρουσιάζει ὡρισμένας ἐγγενεῖς, διὰ νὰ ἐπαναλάβω μίαν λέξιν, ἡ ὁποία ἐπὶ ἄλλου θέματος εἶχε διατυπωθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐγγενεῖς, ἐπαναλαμβάνω δυσκολίας. Ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν, εἶναι ἡ ὕπαρξις τῶν προσφάτων, ἄλλωστε, συνθηκῶν τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου, αἱ ὁποῖαι ἐπανέφερον ἢ μᾶλλον ἐχορήγησαν εἰς τὴν Τουρκίαν δικαιώματα καταργηθέντα πρὸ πολλῶν ἐτῶν, μεταξὺ δὲ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἡ παρουσία Τουρκικοῦ στρατοῦ ἐν Κύπρῳ, δὲν εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον, οὔτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὰς ὀλιγωτέρας ἀφορμὰς ἀνησυχιῶν καὶ κινδύνων. Ἡ δευτέρα, οὕτως εἰπεῖν, δυσχέρεια, τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζει σήμερον ὁ ἐπιχειρῶν μίαν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, εἶναι ἡ μόνιμος ἀδιαλλαξία τῆς Τουρκικῆς πλευρᾶς. Καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν μέχρι τοῦδε, ἡ Τουρκικὴ πλευρὰ βασιζομένη εἴτε εἰς τὰς συνθήκας ἐκείνας, εἴτε εἰς διάφορα ἄλλα ἐπιχειρήματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ περίφημος ἔννοια τῆς ἐθνικῆς φιλοδοξίας παίζει σημαντικώτατον ρόλον, ὑπεστήριξε πάντοτε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη εἴτε νὰ ἐπέλθῃ ἡ διχοτόμησις τῆς νήσου, εἴτε νὰ γίνῃ μία ὁμοσπονδιοποίησις. Σημειωτέον, ὅτι καὶ αἱ δύο λύσεις δὲν διαφέρουν ἀλλήλων, οὔτε ὅσον ἀφορᾶ τὴν οὐσίαν οὔτε καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὸ μὴ δυνατὸν τῆς ἐφαρμογῆς των. Διότι οὐσιαστικῶς, ἡ ὁμοσπονδιοποίησις εἶναι διχοτόμησις, ὅταν λάβωμεν μάλιστα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ Τουρκικῆς πλευρᾶς διεκηρύχθη πάντοτε, ὅτι τὰ ὁμόσπονδα Κράτη πρέπει νὰ ἔχουν καὶ τὸ δικαίωμα συνάψεως συνθηκῶν μετὰ ξένων δυνάμεων. Ἀλλὰ αἱ δύο αὗται λύσεις, εἶναι ἐξ ἴσου ἀνεφάρμοστοι, διότι τόσον ὁ διαμελισμὸς τῆς νήσου ὅσον καὶ ἡ ὁμοσπονδιοποίησις προϋποθέτουν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς τερατώδους διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἀρχῆς μιᾶς ἀναγκαστικῆς μεταθέσεως τῶν πληθυσμῶν. Διότι εἶναι βέβαιον, κύριοι βουλευταί, ὅτι οὐδεμία σημαντικὴ ἐπιφάνεια τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, ἂς τὴν ἀποκαλέσωμεν πρὸς τὸ παρὸν Δημοκρατίαν, περιλαμβάνει Τουρκικὴν πλειοψηφίαν, εἰς τρόπον ὥστε εἰς τὴν περιοχὴν ταύτην νὰ ἐγκατασταθῇ ἀμιγὴς Τουρκικὴ Διοίκησις, εἴτε ὑπὸ μορφὴν διχοτομήσεως τῆς νήσου, εἴτε ὑπὸ μορφὴν Ὁμοσπονδίας. Εἰς ὅλας τὰς περιφερείας τῆς μεγαλονήσου, πλὴν μεμονωμένων χωρίων καὶ συνοικισμῶν πόλεων, ὑπάρχει ἀμιγὴς καὶ ἀπόλυτος Ἑλληνικὴ πλειοψηφία. Τοῦτο ἄλλως τε γνωρίζει καὶ ἡ Τουρκία, δι’ αὐτὸ δὲ ἔχει καταλήξει εἰς τὸν τερατώδη, ἐπαναλαμβάνω, συλλογισμόν, εἰς τὴν τερατώδη πρότασιν, ὅπως ὄχι μόνον μετακινηθοῦν οἱ Τουρκικοὶ πληθυσμοὶ εἰς ὡρισμένον μέρος τῆς νήσου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ Κράτος ὁμόσπονδον, εἴτε νὰ διχοτομηθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπομακρυνθοῦν βιαίως ἐκ τῆς περιφερείας ἐκείνης οἱ Ἕλληνες κάτοικοι, διότι καὶ εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, ἄνευ βιαίας μετακινήσεως τῶν Ἑλλήνων κατοίκων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ Τουρκικὴ πλειοψηφία εἰς οἱανδήποτε περιοχὴν τῆς νήσου Κύπρου. Πέραν ὅμως ἀπὸ τὴν ἐμμονὴν αὐτὴν τῶν Τούρκων, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται εἰς κᾶθε περίπτωσιν, ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη δυσκολία, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος. Ἡ δυσκολία δὲν εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλ’ εἰς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετωπίζουν ἰδίως οἱ τρίτοι, οἱ ξένοι, τὸ Κυπριακὸν θέμα. Οἱ ξένοι ἐξακολουθοῦν νὰ νομίζουν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 1958, ἐνῷ ἔκτοτε ἐμεσολάβησεν ἡ, δὲν θέλω νὰ τὴν χαρακτηρίσω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐγκατάστασις μιᾶς ἀνεξαρτήτου Δημοκρατίας τῆς Κύπρου. Καὶ ὅλοι των νομίζουν ὅτι τὸ Κυπριακὸν ζήτημα εἶναι καὶ δυνατόν, ἀλλὰ καὶ νόμιμον νὰ λυθῇ δι’ ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἀγνοουμένου τοῦ παράγοντος τῆς Κύπρου. Τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶναι ὀπαδὸς τῆς θεωρίας αὐτῆς χωρὶς νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων δημιουργηθεῖσαν κατάστασιν καὶ τὴν ἀνάγκην ὅπως ὁ Κυπριακὸς παράγων λαμβάνεται πάντοτε ὑπ’ ὄψιν εἰς κᾶθε συζήτησιν περὶ Κύπρου. Πέραν τούτου εἶναι γεγονός, ὅτι οἱ ἀγῶνες καὶ αἱ θυσίαι, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ὁ Κυπριακὸς λαὸς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἔχουν δημιουργήσει μίαν κατάστασιν ἀναβρασμοῦ καὶ διάφορα πλέγματα πικρίας, καχυποψίας καὶ ἀδιαλλαξίας. Ἐντεῦθεν ἐκπορεύονται αἱ διάφοροι ἀδιάλλακτοι λύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκπέμπονται ἀπὸ μέρους τῶν Κυπρίων καὶ οἱ ὁποῖοι εἰς ὡρισμένας περιστάσεις δὲν εὑρίσκονται πάντοτε εἰς ἁρμονίαν πρὸς τὴν σημερινὴν διεθνῆ συγκυρίαν. Ποῖος εἶναι ὁ ρόλος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Εἶναι, πρῶτον, πλήρης καὶ ἀδελφικὴ συμπαράστασις τοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου. Καί, δεύτερον, εἶναι ἡ μετὰ ψυχραιμίας ἀντιμετώπισις τῆς καταστάσεως εἰς τρόπον, ὥστε νὰ προφυλάξωμεν τὴν Κύπρον ἀπὸ τὰς παγίδας τῆς Τουρκικῆς πλεονεξίας καὶ τῆς Τουρκικῆς ἀδιαλλαξίας. Εἶναι λογικόν, εἶναι ἑπόμενον, μέσα εἰς αὐτὸ τὸ σύμπλεγμα τῶν συγκρουομένων συνθηκῶν νὰ διατυπώνωνται, ἐπαναλαμβάνω, ἀδιάλλακτοι ἀπόψεις ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην νὰ διατυπώνωνται συμβουλαὶ καὶ συστάσεις περὶ ἠρεμωτέρας καὶ ψυχραιμοτέρας ἀντιμετωπίσεως τῶν πραγμάτων. Τοῦτο ὅμως ἐπ’ οὐδενὶ λόγω σημαίνει, ὅτι ὑπάρχει διάστασις ἢ διαφορὰ γραμμῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Κύπρου, ἔτι δὲ ὀλιγώτερον σημαίνει, ὅτι ἔχουν παύσει αἱ Ἀθῆναι νὰ εἶναι κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ὅτι ρυμουλκούμεθα ἀπὸ τὴν Λευκωσίαν. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, διαφορὰ γενικῆς γραμμῆς, οὔτε ὑπῆρξε ποτὲ τοιαύτη διαφορὰ μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Λευκωσίας. Ὑπάρχει μία διαφορά, ἐὰν θέλετε τακτικῆς, ἀλλὰ οὐδέποτε ὑπῆρξε διαφορὰ στρατηγικῆς καὶ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι βέβαιον, ὅτι οὐδέποτε αἱ Ἀθῆναι ἐρυμουλκήθησαν ἀπὸ τὴν Λευκωσίαν. Καὶ εἶναι πάντοτε βέβαιον, ὅτι αἱ Ἀθῆναι ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μνημονεύσω μίαν φράσιν, περιεχομένην εἰς τὰς σημερινὰς δηλώσεις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου. Εἶναι φράσις, τῆς ὁποίας εἶναι εὐκταῖον νὰ ἀποφευχθῇ κάθε περαιτέρω σχόλιον, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Τὰ σχόλια δύνανται νὰ γίνουν κατὰ τὴν ἰδίαν ἑκάστου ἐξ ὑμῶν κρίσιν, ἀλλὰ ἡ φράσις αὕτη περιέχει τόσην τραγικότητα, ἀλλὰ καὶ ἕνα τέτοιον ρεαλισμόν, ὥστε ἀπορῶ πῶς διέφυγε τὴν προσοχὴν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν ἐπετέθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ρυμουλκεῖται ἀπὸ τὸν Μακάριον ἢ διότι αἱ Ἀθῆναι ἔπαυσαν νὰ εἶναι ἡ ἕδρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Λέγει εἰς τὰς σημερινάς του δηλώσεις ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος τοῦτο τὸ τραγικῶς ρεαλιστικόν: «Διότι δὲν μοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτύξω ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ λόγους σκοπιμότητος ἐν λεπτομερείᾳ τὰς ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου». Μέσα εἰς τὴν φράσιν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, περιέχεται ἡ ἐξήγησις πλείστων ὅσων κατ’ ἐπιφάνειαν διαφορῶν ἢ ρυμουλκήσεων καὶ ὑποθέτω, ὅτι ὅλοι θὰ συμφωνήσητε, ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιμείνωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἔναντι ὅλων αὐτῶν τῶν δυσκολιῶν, ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἐποχήν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν πρώτην φάσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον. Ἡ στάσις μας ὑπῆρξε πάντοτε στάσις εἰρηνοποιός, στάσις, ἡ ὁποία ἐπεδίωξε τὴν δι’ εἰρηνικῶν καὶ δημοκρατικῶν μεθόδων ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι, ὅτι κατὰ τὴν τραγικὴν ἐκείνην ἡμέραν τῆς 25 Δεκεμβρίου 1963 ἡ κατάστασις ἐσώθη ἐν Κύπρῳ καὶ ἐσώθη ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως αἱματοχυσίας καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ματαιώσεως τῆς ἐπικειμένης τουρκικῆς ἀποβάσεως, χάρις εἰς τὴν τόσον ἀλησμόνητον ἐκείνην πρότασιν τοῦ ἀειμνήστου Σοφοκλῆ Βενιζέλου, τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ ὑποδείξῃ, ὅτι τόσον ἡ ΕΛΔΥΚ, ὅσον καὶ ἡ ΤΟΥΡΔΥΚ, ὑπαχθοῦν ὑπὸ τὴν κοινὴν διοίκησιν τοῦ ἐκεῖ Βρεταννοῦ Διοικητοῦ. Χάρις εἰς τὴν ἄμεσον ἀποδοχὴν τῆς λύσεως αὐτῆς ἐσώθη ἡ κατάστασις καὶ δὲν ἔγινεν ἡ αἱματοχυσία, οὔτε ἡ ἀπειλουμένη τότε τουρκικὴ ἀπόβασις εἰς τὴν Κύπρον. Πέραν αὐτοῦ καὶ κατὰ συνέχειαν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, ὅτε ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, μέχρι σήμερον, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δίδῃ τὸ σύνθημα τῆς εἰρηνικῆς ἐπιλύσεως ὅλων τῶν σχετικῶν διαφορῶν. Τόσον τὸ ζήτημα τῶν ΕΛΔΥΚ καὶ ΤΟΥΡΔΥΚ — πρόκειται περὶ τῶν Ἑλληνικῶν καὶ Τουρκικῶν δυνάμεων τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν νῆσον βάσει τῶν συνθηκῶν— ὅσον καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα, ἐτέθησαν πάντοτε εἴτε εἰς τὴν διάθεσιν τῆς διεθνοῦς δυνάμεως, εἴτε τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν κατ’ ἀντίστροφον λόγον πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἐπιμονῆς της ὅπως ἡ ΤΟΥΡΔΥΚ καταλάβῃ καὶ κατέχῃ στρατηγικὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι διηυκόλυναν τὴν τουρκικὴν ἀπόβασιν, ὄχι μόνον δὲν διηυκόλυνε τὴν θέσιν τῆς διεθνοῦς δυνάμεως ἢ τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς εἰρήνης, ἀλλ’ ἀντιθέτως παρεβίασε καὶ ἐξακολουθεῖ συνεχῶς νὰ παραβιάζῃ καταφώρως καὶ τὰς συνθήκας Ζυρίχης καὶ Λονδίνου ὑπὲρ τῶν ὁποίων τόσον κόπτεται, διότι ἡ συνθήκη συμμαχίας, βάσει τῆς ὁποίας εὑρίσκεται σήμερον ὁ τουρκικὸς στρατὸς εἰς Κύπρον, εἶναι μία συνθήκη συμμαχίας ἠγγυημένης τὴν ἀκεραιότητα τῆς Κύπρου, δὲν εἶναι συνθήκη διευκολύνουσα τὴν εἰς οἱανδήποτε στιγμὴν ἀπόφασιν τουρκικῶν στρατευμάτων εἰς τὴν Κύπρον, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε νὰ διευκολύνῃ ἡ ΤΟΥΡΔΥΚ διὰ τῆς ἐν γένει στάσεώς της ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι σήμερον. Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπανειλημμένως ἐμεσολάβησε μεταξὺ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κύπρου, διὰ νὰ ἐπιλυθοῦν κατὰ τρόπον εἰρηνικὸν τὰ περίφημα ζητήματα τῆς ἀνανεώσεως τῆς ΤΟΥΡΔΥΚ ἢ καὶ τοῦ ἐφοδιασμοῦ διὰ καυσίμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον ἐκφρασθῆ διαφωνίαι τείνουσαι νὰ προσλάβουν ὀξύτητα. Τονίζω ὅλας αὐτὰς τὰς προσπαθείας πρὸς διατήρησιν τῆς εἰρήνης ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ὄχι μόνον ὡς ἕνα τίτλον τιμῆς διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέτυχεν ἡ πολιτική μας αὐτή, ἀλλὰ καὶ ὡς μίαν ἀπόδειξιν τῆς καλῆς μας πίστεως, τὴν ὁποίαν ἦλθον νὰ ἀμφισβητήσουν μετὰ τόσου ἀδικαιολογήτου φανατισμοῦ ὡρισμέναι μὴ διαψευσθεῖσαι δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ Τοῦρκος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν πρόσφατον δίοδόν του ἀπὸ τὸ ἀεροδρόμιον τοῦ Ἑλληνικοῦ. Δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὑπάρχουν πλεῖσται ὅσαι διαφοραὶ ἀντιλήψεων μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Τούρκων, ἀνήκει ὅμως εἰς τὸ ὑψηλὸν ἐπίπεδον τοῦ πολιτισμοῦ μας ἡ ἐπισήμανσις τοῦ γεγονότος, ὅτι πάντοτε ἐπεδιώξαμεν εἰρηνικὰς λύσεις εἰς τὴν Κύπρον, ὅτι οὐδέποτε ἐπροκαλέσαμεν τὴν Τουρκίαν, ὅτι ἀντιθέτως προεκλήθημεν ἐπανειλημμένως παρ’ αὐτῆς, εἴτε διὰ τῆς καταργήσεως τῆς συνθήκης τοῦ 1930, εἴτε διὰ τῶν αὐθαιρέτων καὶ διεθνῶς καταδικασθέντων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἐναντίον τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἡ ἀπάντησίς μας εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς προκλήσεις ὑπῆρξε πάντοτε μετριοπάθεια πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης. Ἐὰν ὁ κ. Ἐρκὶν δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἐδήλωσε, τοῦτο μᾶς ἄγει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης ὀφείλεται εἰς μίαν τόσον αὐθαίρετον κρίσιν του, εἴμεθα ὑπερήφανοι, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην του. Τώρα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς συνοψίσω τὸ τί ἐπετύχομεν χάρις εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω, διότι φοβοῦμαι, ὅτι ἐν τῇ γενικότητι τῶν ἐπικρίσεων ἐναντίον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐλησμονήθησαν ἐπιτεύγματα θετικὰ καὶ συγκεκριμένα, τὰ ὁποῖα κἄποτε ἐπιτέλους εἶναι ἀνάγκη νὰ μνημονευθοῦν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ἐν πρώτοις, τὶ ἐκληρονόμησεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς ὑποστάσεως τοῦ Κυπριακοῦ Κράτους. Γνωρίζετε, ὅτι κατὰ τὴν Διάσκεψιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν τὸν Ἰανουάριον εἰς Λονδῖνον, ἠμφεσβητήθη καὶ ἡ ὕπαρξις ἀκόμη τοῦ Κυπριακοῦ Κράτους καὶ ἡ δυνατότης συναλλαγῆς μὲ μίαν νομικῶς ἀνύπαρκτον, ὅπως ἐτονίσθη ἀπὸ τὰς ἀντιθέτους πλευρὰς Πολιτείαν. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς κακῆς κληρονομίας ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπέτυχε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας, ἡ ὁποία ἐλήφθη τὸν Μάρτιον 1964 Ποῖον δὲ ὑπῆρξε τὸ κύριον χαρακτηριστικὸν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς; Βεβαίως εἶναι ἡ ἀποστολὴ διεθνοῦς δυνάμεως, βεβαίως εἶναι ὁ διορισμὸς μεσολαβητοῦ μὲ τὴν ἐντολήν, ὅπως ἐπιτύχῃ λύσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ συμφωνοῦν ὅλοι, ἀλλὰ πάντως μίαν λύσιν προδικάζουσαν τὴν καταδίκην τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος. Ἀλλὰ βεβαίως ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπίσης σημαντικὰ ἐπιτεύγματα τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, διὰ τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν, ἐὰν ὄχι τὸν ἔπαινον, ἀλλὰ ἐπὶ τέλους τὴν ἁπλῆν μνείαν της, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀμφισβητουμένη νομιμότης τῆς Κυπριακῆς Κυβερνήσεως καὶ κατέστη ἔκτοτε δυνατὸν παρὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν Τούρκων ἀπὸ τὴν Κυπριακὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ βάσει τῶν συνθηκῶν συλλογικὰ σώματα νὰ ὑπάρχῃ καὶ νὰ λειτουργῇ Κυπριακὸν Κράτος ἐξ ὁλοκλήρου Ἑλληνικόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Πέραν τούτου, ἕνα ἀπὸ τὰ ἐπιτεύγματα τῆς πολιτικῆς μας εἶναι, ὅτι ἐπεκράτησεν ἡ εἰρήνη καὶ ἡ γαλήνη εἰς τὴν νῆσον. Δὲν ἰσχυριζόμεθα βεβαίως, ὅτι ἡ ἀποκατάστασις αὐτὴ ἔγινεν αὐτομάτως καὶ κατὰ τρόπον ἄμεσον, ἀλλὰ τελικῶς αἱ συστάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σταματήσῃ ἡ πολεμικὴ δραστηριότης, ἡ ὁποία εἶχε πρὸς στιγμὴν ἐπικρατήσει ἐν Κύπρῳ καὶ νὰ ἀποκατασταθοῦν ὅροι εἰρηνικῆς συμβιώσεως μεταξὺ τῶν πληθυσμῶν τῆς Κύπρου, ἐπεκράτησεν τελικῶς. Καὶ δικαιούμεθα καὶ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ἡ συμβολὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπῆρξε μικρά. Ἓν ἄλλο κέρδος ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον τὴν εἰρηνικήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πάσης φύσεως ὑποστήριξιν τὴν ὁποίαν ἐδώσαμεν εἰς Κύπρον, εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Τουρκία ἔχει πλέον ἐγκαταλείψει τὰς ἀπειλὰς περὶ ἀποβάσεως. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν παράγραφον τῶν δηλώσεων τοῦ Ἀρχιεπισκόπου καὶ δὲν θὰ προβῶ εἰς περαιτέρω ἐπεξηγήσεις. Ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ ἀντιληφθῇ τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ὄχι δὲ μόνον σήμερον, ἀλλὰ ἀπό τινων μηνῶν, μὲ τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἐκληρονομήσαμεν, ὁπότε εἰς κάθε βῆμα καὶ εἰς κάθε στιγμὴν ἐπεκρέματο ἡ ἀπειλὴ τῆς τουρκικῆς ἀποβάσεως. Τὴν ἐγκατάλειψιν ἄλλωστε τῶν τουρκικῶν σχεδίων περὶ ἀποβάσεως διαπιστώνει καὶ τὸ περίφημον ἀνακοινωθὲν τῶν Τουρκοσοβιετικῶν διαπραγματεύσεων τῆς Μόσχας, διὰ τὸ ὁποῖον τόσον ἐκαυχήθησαν ἐν Ἀγκύρᾳ. Διότι πλέον ἀπὸ κοινοῦ αἱ δύο δυνάμεις ἀναγνωρίζουν τὴν ἀνάγκην τῆς εἰρηνικῆς ἐπιλύσεως καὶ ἐγκατελείφθη πλέον οἱαδήποτε βλέψις, βιαίας ἐπεμβάσεως εἰς τὴν νῆσον. Τέλος, εἶναι γεγονός, ὅτι χάρις εἰς τὴν πολιτικήν μας, κερδίζει διαρκῶς ἔδαφος ἡ ἰδέα τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει, κατ’ ἀνεπίτρεπτον λογικὴν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀπόδειξις εἶναι ὄχι μόνον τὸ τελευταῖον ἀνακοινωθὲν τῶν ἀδεσμεύτων Κρατῶν, εἰς τὸ ὁποῖον γίνεται ρητὴ μνεία καὶ τῆς πλήρου ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ διεθνὴς ψυχολογία, ἡ ὁποία ἔχει πλέον δημιουργηθῆ κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας. Ἐπεκρίθημεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, διατὶ δὲν ἐπεδιώξαμεν εὐθέως τὴν Ἕνωσιν, ἀλλὰ ἐπιδιώκομεν τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν, τὴν περιλαμβάνουσαν τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀξίζει μάλιστα, νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἐπεκρίθημεν ἀντιστρόφως καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ Ἕνωσις ἔρχεται.
§54Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐμνημόνευσα ἁπλῶς. Ἀπεναντίας, εἰδικῶς αὐτό, τὸ ἐδικαιολόγησα.
§55Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτ.). Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἤθελον νὰ δώσω μίαν σαφῆ, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐξήγησιν τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐτάχθη πάντοτε ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας, ἡ ὁποία περιλαμβάνει καὶ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἐὰν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἐγένετο λόγος περὶ ἑνώσεως, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἐγκαταλείπεται ἡ πολιτικὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀλλὰ ὅτι ἁπλῶς προεξοφλεῖται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐπίσημον δήλωσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδὲ πρὸς στιγμὴν ἀντιμετώπισεν, οὔτε ἀντιμετωπίζει οἱανδήποτε πραξικοπηματικὴν ἢ μονομερῆ λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς Κύπρου, ἀλλὰ εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἀκολουθήσῃ μέχρι τέλους τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ἀρχῆθεν ἐχάραξε. Ὑπάρχει προσφυγὴ τῆς Κύπρου εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ συζητηθῇ, κατὰ τὴν ἐπικειμένην Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ θὰ ἐπιδιώξωμεν, μὲ τὸ ἠθικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ ἡ ἐπικύρωσις τῆς προσφυγῆς αὐτῆς —διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ εὐχὴ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφράσῃ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν δὲν ἀποτελεῖ δικαστικὴν ἀπόφασιν, δυναμένην νὰ ἐκτελεσθῇ ἀναγκαστικῶς καὶ εἰς βάρος τῆς Τουρκίας— μὲ τὸ ἠθικόν, ἐπαναλαμβάνω, κῦρος ποὺ θὰ δώσῃ εἰς τὴν ἱερὰν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς τῆς προσαρμογῆς τοῦ Κυπριακοῦ Συντάγματος πρὸς τὸν Χάρτην τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ βαδίσωμεν εὐθέως πρὸς τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν καὶ εὐθέως πρὸς τὴν αὐτοδιάθεσιν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις εἰς τὴν μέχρι τοῦδε πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει ἀντιθέτως πλήρης συνέπεια. Ἐπεκρίθημεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, διότι δὲν ἠκολουθήσαμεν τὰς παλαιάς του ἄλλωστε συστάσεις περὶ διμερῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐπέδειξε τὴν γνώριμον ἄλλωστε εἰς αὐτὸν αἰσιοδοξίαν του, διότι ἰσχυρίσθη ὅτι εἶναι βέβαιον ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἕνας συμβιβασμὸς ἄνευ ἐδαφικῶν ἀνταλλαγμάτων, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς.
§56Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἄνευ ἐδαφικῶν ἀνταλλαγμάτων εἶπον.
§57Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς μεγάλας λεπτομερείας καὶ εἰς θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων, πρὸς τὸ παρὸν χρειάζεται κἄποια ἐμπιστευτικὴ διαχείρισις, διὰ νὰ ἀντικρούσωμεν τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα ἐπιτυχίας ἑνὸς ἐπιτυχοῦς συμβιβασμοῦ εἰς διμερεῖς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Τουρκίαν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ εἰσέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἀντιθέτως θὰ ἤθελον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις χειρίζεται τὰ ζητήματα αὐτά, εἰς τρόπον ὥστε ἀκριβῶς νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀνάγκην ἀνταλλαγμάτων. Διότι ὁ χειρισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὸ θέμα τῆς Κύπρου δὲν ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν, δὲν εἶναι θέμα Ἑλληνοτουρκικῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἀνταλλαγμάτων, εἴτε ἐδαφικῶν, εἴτε μή, εἶναι θέμα καθαρῶς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τοῦ χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἐὰν τοῦτο ἐπιτύχωμεν, εἶναι προφανές, ὅτι ὁ περαιτέρω χειρισμὸς τοῦ θέματος, θὰ δικαιώσῃ πλήρως τὴν αἰσιοδοξίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ἀλλὰ εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις, ἡ ὁποία θὰ μᾶς διευκολύνῃ πάντα περαιτέρω χειρισμόν. Διότι καὶ ἐὰν ἐπὶ τέλους καταλήξωμεν μίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, εἰς διμερεῖς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Τουρκίαν εἶναι προφανὲς ὅτι προτιμῶμεν νὰ φθάσωμεν εἰς διαπραγματεύσεις, ἔχοντες μίαν εὐχὴν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, περὶ ἀνάγκης προσαρμογῆς τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας εἰς τὸν χάρτην τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, παρὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἰταμὰς ἀξιώσεις περὶ διαμελισμοῦ τῆς νήσου, περὶ ὁμοσπονδοποιήσεως ἢ ἀκόμη καὶ τὰς ὑβριστικὰς δηλώσεις τῶν Τούρκων, ὅτι δὲν ἐμπιστεύονται πλέον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἐξ ἄλλου εἶναι προφανές, ὅτι τὸ θέμα ἐκκρεμεῖ, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε ὄχι, ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ τὴν ἐκκρεμότητα αὐτὴν δὲν ἐδημιούργησεν οὔτε ἡ Ἑλληνική, οὔτε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, τὴν ἔχει δημιουργήσει πρῶτον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις. Γνωρίζετε, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας ἐπελήφθη τοῦ θέματος κατόπιν προσφυγῆς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε καὶ ἡ Κυπριακὴ Κυβέρνησις. Ἑπομένως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα καὶ δὲν ἔχομεν δικονομικὴν εὐχέρειαν νὰ ἀποσύρωμεν τὸ θέμα ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα προσέφυγεν ἡ Κύπρος. Πῶς εἶναι νοητόν, λοιπόν, νὰ ἀρχίσωμεν ἢ νὰ συλλάβωμεν τὴν ἔννοιαν διμερῶν διαπραγματεύσεων, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ θέμα εἶναι ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τοῦ ὑπάτου δικαστηρίου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν; Τέλος ἐπιτρέψατέ μου νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἀφ’ ἧς ἱδρύθη ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου, εἶναι τοὐλάχιστον ἔλλειψις γενναιότητος τὸ νὰ δεχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Τουρκίαν παραμερίζουσα τὸν παράγοντα τῆς Κύπρου ἢ ἀγνοοῦσα τὴν Κυπριακὴν ἐπιθυμίαν. Μοῦ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἡ εὐκαιρία εἰς ἄλλην αἴθουσαν νὰ διακηρύξω, ὅτι παρῆλθε πλέον ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Μεγάλη Αἰκατερίνη ἢ ὁ Μέγας Φρειδερίκος διεμέλιζαν τὴν Πολωνίαν ἢ ἀπεφάσιζαν διὰ τὰς τύχας τῶν λαῶν ἐντὸς μιᾶς αἰθούσης Διασκέψεως. Εὑρισκόμεθα σήμερον, εἰς μίαν ἐποχὴν ὅπου ἔχουν ἐπιβληθῆ εἰς ὅλα τὰ θέματα καὶ εἰς ὅλας τὰς διαδικασίας αἱ δημοκρατικαὶ μέθοδοι καὶ εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλλὰς νὰ γίνῃ συνεργὸς ἐπανόδου τῶν μεσαιωνικῶν μεθόδων εἰς βάρος τῶν ἀδελφῶν μας Κυπρίων. (Χειροκροτήματα). Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἠσχολήθη ἔπειτα καὶ μὲ διάφορα ἄλλα θέματα ἐκ τῶν ὁποίων ἐπισημαίνω μόνον δύο, τὰ πλέον οὐσιώδη. Εἶπε δηλαδὴ ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι ἐπλησιάσαμεν πρὸς στιγμὴν πρὸς τὴν Ἕνωσιν, ἀλλὰ ὅτι ἐχάσαμεν τὴν εὐκαιρίαν. Καὶ διὰ τοῦτο εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπικρίνῃ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ὁ συλλογισμός του εἶναι ἀκριβής, ὁ κ. Μαρκεζίνης ὑπῆρξεν ἄδικος, διότι ἐπὶ τέλους ἐὰν ἐπλησιάσαμεν πρὸς τὴν ἕνωσιν, πῶς ἐπλησιάσαμεν; Συμπτωματικῶς; Τυχαίως; Δὲν ἔκαμε τίποτε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ πλησιάσωμεν πρὸς τὴν ἕνωσιν; Καὶ δὲν εἶχεν ἀποτέλεσμα ἡ ἱστορικὴ ἐκείνη περιοδεία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Οὐάσιγκτων, εἰς τοὺς Παρισίους καὶ εἰς τὸ Λονδῖνον, ὅπου διεφωτίσθησαν ὅλοι οἱ ὑπευθύνως χειριζόμενοι τὸ ζήτημα αὐτὸ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ πλησιάσωμεν πρὸς τὴν ἕνωσιν; Ἕνα δεύτερον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶναι ἡ ἐπίκρισις, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἔχασεν ἔδαφος ἡ ἕνωσις καὶ ἐκέρδισεν ἡ ἀνεξαρτησία, δὲν γνωρίζω πόθεν ἀρύεται τὴν πληροφορίαν αὐτὴν ὅτι ἔχασεν ἔδαφος ἡ ἕνωσις καὶ ὅτι ἐκέρδισεν ἡ ἀνεξαρτησία. Διότι διεθνῶς δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἔνδειξις. Ἀντιθέτως εἶναι πρόσφατον τὸ ἀνακοινωθὲν τῶν 45 ἀδεσμεύτων χωρῶν, τὰ ὁποῖα διεκήρυξαν, ὅτι ἀποδέχονται τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν μὲ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Τέλος, εἶναι ἐπίσης πρόσφατος καὶ ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ, ἡ δήλωσις τοῦ ΑΚΕΛ, τοῦ Κόμματος τῆς Ἀριστερᾶς τῆς Κύπρου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐκεῖνο ἐτάχθη ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ......
§59Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Μὴ νομίζετε, ὅτι εἶμαι εὐκολόπιστος ἢ ὅτι λαμβάνω κατὰ γράμμα ὅσα δηλοῦνται, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἐτάχθη δημοσίᾳ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, σημαίνει ὅτι ἡ ψυχολογία καὶ τὸ κλῖμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπικρατήσει εἰς τὴν Κύπρον χάρις εἰς τὴν πολιτικήν μας, ὑποχρεώνει ὅλον τὸν κόσμον νὰ τάσσεται ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. (Χειροκροτήματα). Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ὡμίλησε μετὰ γενικότητος καὶ νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ, θὰ τοῦ δώσῃ ὡρισμένας ἐξηγήσεις ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν. Ἀλλὰ θεωρῶ χρέος μου νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως δύο ἢ τρία σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔθιξε. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ δήλωσίς του ὅτι ὁ πόθος τῆς Ἑνώσεως ἔπαυσε νὰ εἶναι ἀνεπιφύλακτος τόσον ἐν Κύπρῳ ὅσον καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἤγαγε τὸν Μακάριον νὰ χαράξῃ ἰδίαν γραμμήν. Ἡ κατηγορία εἶναι βαρυτάτη, ἀλλὰ καὶ ἀβάσιμος. Διότι πρῶτον μὲν εἶναι ἱστορικῶς βέβαιον, ὅτι πάντοτε ὑπῆρξε μία μικρὰ μερὶς ὄχι μόνον ἐν Κύπρῳ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον πρὸ τῆς ἑνώσεως, οἱ περίφημοι καταχθόνιοι ἐν Ἑπτανήσῳ ἢ οἱ φιλόαγγλοι εἰς τὴν Κύπρον, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ἱστορικῶς ἦσαν ὑπὲρ τῆς μὴ ἑνώσεως. Δὲν ἐμφανίζεται διὰ πρώτην φορὰν τὸ ρεῦμα αὐτὸ ἢ μία τάσις τῆς κοινῆς γνώμης ἐναντιουμένη πρὸς τὴν ἕνωσιν. Εἶναι καὶ ἑπομένως ἱστορικῶς ἄδικον τὸ νὰ ἰσχυριζώμεθα ὅτι μόνον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐνεφανίσθη μία τοιαύτη τάσις. Ὅπως ἐπίσης ἄδικον εἶναι νὰ ἰσχυριζώμεθα ὅτι ὁ Μακάριος ἠναγκάσθη ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ χαράξῃ ἰδίαν γραμμήν. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι εἰς οὐδεμίαν στιγμὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς διαφωνίαν μὲ τὸν Μακάριον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν γραμμήν. Βεβαίως ὑπῆρξαν περιστάσεις καθ’ ἃς ἐνεφανίσθησαν προσωριναὶ διαφωνίαι εἰς ὡρισμένα θέματα τακτικῆς. Οὐδέποτε ὅμως ὑπῆρξε διαφωνία εἰς τὴν γενικὴν γραμμήν. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐξηνάγκασε τὸν Μακάριον νὰ χαράξῃ ἰδίαν γραμμήν. Ἀντιθέτως ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἐκείνη ἡ ὁποία ἔκαμε ὅλον τὸν κόσμον νὰ συνειδητοποιήσῃ ὅτι κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι αἱ Ἀθῆναι καὶ ὅτι ἡ Κύπρος ἀποτελεῖ τμῆμα ἀναπόσπαστον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἀναφερόμενος εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶχεν εἴπει μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τοῦ παρελθόντος Μαρτίου, ὅτι ἡ Κύπρος ἔπαυσε νὰ εἶναι κίνδυνος καὶ παραμένει μόνον πρόβλημα, ἠθέλησε νὰ εἰρωνευθῇ τὴν δήλωσιν ἐκείνην ἐπισημαίνων τὸ γεγονὸς ὅτι μία ἑβδομάδα μετὰ τὴν δήλωσιν ἐκείνην ἠπειλήθη τουρκικὴ εἰσβολὴ εἰς τὴν νῆσον καὶ ἐπεδόθη τελεσίγραφον. Ἱστορικῶς τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκριβές. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῇ παραλλήλως εἶναι τοῦτο: ὅτι τὸ τελεσίγραφον ἐπεδόθη καὶ ἡ εἰσβολὴ ἠπειλήθη ἀκριβῶς διὰ νὰ προληφθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τῆς 5ης Μαρτίου. Καὶ γνωρίζετε ὅλοι σας ὅτι ἡ ἀπειλὴ εἰσβολῆς ἐσταμάτησε διότι τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν προετοιμάζετο ἔφθασαν εἰς Κύπρον τὰ πρῶτα στρατεύματα τῶν διεθνῶν δυνάμεων καὶ τοιουτοτρόπως ὑλοποιήθη, ἔλαβε συγκεκριμένην μορφὴν ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας καὶ ἡ Τουρκία ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἀπειλὴν τῆς εἰσβολῆς. Μία ἀνάλογος ἐξήγησις χρειάζεται καὶ διὰ τὸν ἄλλον ἰσχυρισμὸν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, ὅτι οἱ βομβαρδισμοί, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χώραν τὸν παρελθόντα Αὔγουστον, ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς μίαν μεταστροφὴν τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Κύπρου ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Περὶ τοῦ ὅτι ἐδημιουργήθη μία ἀπογοήτευσις ἐν Κύπρῳ, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν παρενέβη ἀμέσως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ τὸν ὁποῖον ἐκτιμῶ καὶ τιμῶ καὶ γνωρίζω τὴν θρησκευτικὴν προσήλωσιν πρὸς τὴν ἱστορικὴν ἀκρίβειαν, δὲν ἐπεσήμανε τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ βομβαρδισμοὶ τῆς Τουρκίας ἐσταμάτησαν ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας ἐδηλώθη ἀπὸ μέρους τοῦ Ἕλληνος Ἀντιπροσώπου, ὅτι ἐὰν μέχρι τῆς 9ης ἑσπερινῆς, δὲν σταματήσουν οἱ βομβαρδισμοὶ ἡ Ἑλλὰς ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ παρέμβῃ ἐν Κύπρῳ. (χειροκροτήματα). Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἡ ὅλη του ἀγόρευσις ὑπῆρξεν συνεπὴς πρὸς τὴν γνωστήν του διαλλακτικὴν μέθοδον καὶ κοσμοθεωρίαν. Τοιουτοτρόπως χάρις εἰς αὐτὴν κατώρθωσε νὰ διατυπώσῃ τὴν θεωρίαν, ὅτι ἀσκοῦνται πιέσεις καὶ ἐκβιασμοὶ νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ θέμα ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι οὐδένα ἐκβιασμὸν ὑπέστη. Ὅτι γίνονται προσπάθειαι νὰ προληφθῇ ἡ συζήτησις εἶναι βέβαιον, ἀλλὰ πίεσις οὐδέποτε ἠσκήθη. Ἀνέφερεν ἐπίσης ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι ὑπάρχουν πληρωμένοι πράκτορες τοῦ ΝΑΤΟ, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς Κυπρίους νὰ ζητωκραυγάζουν ὑπὲρ τοῦ ΝΑΤΟ, τοιαύτην πληροφορίαν δὲν ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἀντιθέτως περιῆλθον πληροφορίαι περὶ αὐστηρότητος ἀξιωματικῶν κατὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν νεοσυλλέκτων τῆς Κύπρου, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι καὶ ἀβάσιμοι. Οὐδέποτε ὅμως ὅτι ἐξεβιάσθησαν νὰ ζητωκραυγάζουν ὑπὲρ τοῦ ΝΑΤΟ καὶ οὐδέποτε ἔφθασαν αἱ πιέσεις αὐταὶ πέραν τοῦ ψαλλιδίσματος τῶν μαλλιῶν, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον δικαιολογημένως οἱ Κύπριοι ἐξέφρασαν τὴν δυσφορίαν των, διότι δὲν ἦσαν συνηθισμένοι ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ ἤθελον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ὑπάρξῃ ἀποκατάστασις. Δὲν ὑπάρχει πράκτωρ οἱασδήποτε ὀργανώσεως ἐν Κύπρῳ καὶ δὴ πληρωμένος. Καὶ αἱ σχέσεις μεταξὺ ὅλων τῶν ὀργάνων, εἴτε στρατιωτικῶν, εἴτε πολιτικῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἔχει τὴν εὐθύνην ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἔναντι τοῦ λαοῦ τῆς Κύπρου καὶ ἰδίᾳ τῶν μαχητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξεπαιδεύθησαν καὶ ἀποτελοῦν τὴν καλυτέραν ἐγγύησιν ἀμύνης τῆς Κύπρου, ὅλαι αἱ διαδόσεις αὐταὶ εἶναι ἀνακριβεῖς. Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ συνεχίσω δι’ ὀλίγων τὴν Ἑλληνικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐφείσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις προσπαθειῶν ὅπως τὴν δυσφημήσῃ. Διεκηρύχθη πάντοτε ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική, ὄχι μόνον ἔναντι τῆς Τουρκίας, ἀλλὰ καὶ ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων γειτόνων κρατῶν, εἶναι πολιτικὴ εἰρήνης καὶ ὅτι μόνον εἰς περίπτωσιν ἐπιθέσεως θὰ ἀντιτάξωμεν ἄμυναν εἰς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Ἐπεδιώξαμεν νὰ βελτιώσωμεν τὰς σχέσεις μας μὲ ὅλους τοὺς γειτόνους. Καὶ ἀποτελεῖ τὸν καλύτερον τίτλον τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑπογραφὴ τῶν τελευταίων συμβάσεων μετὰ τῆς Βουλγαρίας, διὰ τῶν ὁποίων τακτοποιεῖται ἕνα παρελθὸν ἐρίδων καὶ διαφορῶν ἑνὸς μακροῦ παρελθόντος. Καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπαναλάβω ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἕνα τῶν μικροτέρων τίτλων τῆς Κυβερνήσεως τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὴν πρόσφατον ἐπίσκεψίν μου εἰς Σόφιαν, εἰς τὸ κοινὸν ἀνακοινωθὲν τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, διὰ πρώτην φορὰν διεκηρύχθη ὅτι αἱ δύο χῶραι συμφωνοῦν ὅπως παραιτηθοῦν εἰς τὸ διηνεκὲς οἱασδήποτε ἐδαφικῆς ἀξιώσεως. (χειροκροτήματα). Ἀνάλογος ὑπῆρξεν ἡ θέσις μας καὶ ἔναντι τῆς Γιουγκοσλαβίας, μετὰ τῆς ὁποίας ἄλλως τε συνδεόμεθα διὰ στενοτάτων ἐγκαρδίων δεσμῶν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, παρ’ ὅλον ὅτι ὡς Ἀντιπολίτευσις δὲν ἐχειροκροτήσαμεν ὡρισμένας ἐνεργείας τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι τὴν ἠνάγκασαν νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐφαρμογῆς ὡρισμένων συμβάσεων, δὲν ἐδιστάσαμεν, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὰς σχέσεις μας, νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν λειτουργίᾳ τὰς εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος μονομερῶς ἀνασταλείσας συμβάσεις. Ὅταν αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική μας ἔναντι τῶν ἄλλων κρατῶν εἶναι εὔλογον, ἡ ἰδία πολιτικὴ νὰ ἰσχύῃ καὶ ἔναντι τῆς Τουρκίας μετὰ τῆς ὁποίας ἐπὶ τέλους εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς ἰδίας ἀμυντικῆς συμμαχίας. Καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Κύπρου, δὲν πρόκειται νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν λύσιν του, οὔτε διὰ πολεμικῶν μεθόδων, οὔτε διὰ μονομερῶν ἐνεργειῶν. Ἐπιδιώκομεν τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς διεθνοῦς δικαιοσύνης, καὶ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου. Ἡ Κύπρος προσέφυγεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Θὰ ταχθῶμεν παραστάται καὶ ἀλληλέγγυοι πρὸς αὐτὴν εἰς ὅλας τὰς διαδικασίας ἐνώπιον τοῦ Ο.Η.Ε. Καὶ ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτω ἐνεργοῦντες, ὄχι μόνον τηροῦμεν ὅλας τὰς ἠθικάς μας ὑποχρεώσεις ἔναντι τῶν ἀδελφῶν μας Κυπρίων, ἀλλὰ βαδίζομεν σταθερῶς καὶ ἀμετακλήτως πρὸς τὴν Ἕνωσιν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§61Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν ἐξαίρετον ὁμιλίαν τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεων τῶν ἡγετῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διετυπώθησαν καὶ προσωπικαὶ ἐναντίον μου ἐπικρίσεις. Ἔγινε λόγος περὶ ἀντιφάσεων καὶ ἀσυνεπειῶν μου καὶ παρεμορφώθη περιεχόμενον κειμένων τοῦ παρελθόντος. Καὶ αἰσθάνομαι χρέος πρὸς πλήρη διευκρίνησιν. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὰς ὁμιλίας καὶ τῶν τριῶν ἡγετῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἐπεδόθη περισσότερον εἰς μίαν ἱστορικὴν πολιτικὴν μελέτην. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπεδόθη εἰς μίαν ἔντονον προσωπικὴν ἐπίθεσιν. Καὶ ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ κατὰ τὴν συνήθειάν του, ἠσχολήθη μὲ τὸν ἰμπεριαλισμὸν τῆς Δύσεως καὶ τὸν ἰδεαλισμὸν τῆς Ἀνατολῆς. (γέλωτες). Θὰ ἀκολουθήσω χρονολογικὴν σειράν. Μοῦ κατελογίσθη εὐθύνη διὰ τὸ παρελθόν, ὅτι εὑρισκόμενος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐπέμεινον εἰς τὸ αἴτημα τῆς εὐλόγου καὶ τακτῆς προθεσμίας, ὅτι ὑπῆρξα ἀνένδοτος εἰς τὸ αἴτημα. Θὰ ἀναγνώσω τὸ κείμενον. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ προηγουμένως νὰ προβῶ εἰς μίαν ἀνάλυσιν. Τότε συνέβαινεν ὅλοι νὰ ὑποστηρίζουν —καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις— τὸ αἴτημα τῆς εὐλόγου καὶ τακτῆς προθεσμίας πρὸς αὐτοδιάθεσιν καὶ Ἕνωσιν. Ποῦ εὑρίσκεται λοιπὸν ἡ ἐπίκρισις ἐναντίον τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ Κυβέρνησις τότε, ἰσχυρίζετο, ὅτι διεξῆγεν ἀγῶνα Ἑνώσεως. Ἦτο δυνατὸν νὰ μειοδοτῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι ἐπιβάλλονται θυσίαι συμβιβασμοῦ; Παράλογος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός. Ἄλλη εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς τότε Κυβερνήσεως. Ὅτι ἐνῷ ἐπηγγέλλετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πραγματοποίησιν τῆς Ἑνώσεως, ἐνῷ εἶχε δώσει λόγον, ὅτι ἐὰν αἱ περιστάσεις ὑπηγόρευον ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν θὰ ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ προέβαινεν εἰς ἐξηγήσεις καὶ θὰ ἐζήτει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν νέαν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν αἱ νέαι περιστάσεις ὑπηγόρευον, ἐν τούτοις παρεβίασε τὸν λόγον της. Ὁμιλῶν τὸν Μάϊον τοῦ 1956 εἰς τὴν Βουλὴν ἔλεγον: Ἐνώπιον τῆς κρισιμότητος εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον εὑρίσκεται ὁ Κυπριακὸς ἀγὼν δύο πολιτικαὶ εἶναι δυναταί: Ὁ συμβιβασμὸς καὶ ὁ ἀγών, ὁ ἀγὼν τῆς αὐτοδιαθέσεως.... ὁ ἀγὼν τῆς ἐλευθερίας. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς πολιτικῆς τοῦ συμβιβασμοῦ, τῆς ἡττοπαθείας ὀρθοῦται ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀγῶνος, ἡ πολιτικὴ τοῦ ἰδεαλισμοῦ. Διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς τοῦ ἀγῶνος, πρέπει νὰ ἀποκτήσωμεν συνείδησιν τῶν σημερινῶν περιστάσεων. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ χαράξωμεν πορείαν, ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι νὰ ἐγκαινιασθῇ ὁ ἀγὼν εἰς τὴν μεγαλόνησον. Ὁ ἀγὼν ὑπάρχει. Σήμερον πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν ἐὰν ὁ ἀγὼν τῆς ἐλευθερίας ὁ ὁποῖος διεξάγεται καὶ ὁ ὁποῖος ἔφθασεν εἰς τόσον δραματικὴν φάσιν, ἐὰν αὐτὸς ὁ ἀγὼν θὰ συνεχισθῇ μέχρι εὐοδώσεως, ἢ θὰ ἐγκαταλειφθῇ καὶ θὰ ὑποσταλῇ ἡ σημαία του. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν. Καὶ διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ δώσωμεν μίαν ἀληθῆ ἐθνικὴν ἀπάντησιν πρέπει νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν ἱστορικὴν συνείδησιν, ὅτι σήμερον τὸ Ἔθνος εὑρίσκεται εἰς μίαν ἀπὸ τὰς μεγάλας ὥρας τῆς ἱστορίας του κατὰ τὰς ὁποίας λέγει πάλιν τὸ ὄχι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ προσέθετον: «Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν χαράσσωμεν ὡς γραμμὴν πορείας διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὀνομάσωμεν τὴν πολιτικὴν αὐτὴν «ἡρωϊκήν». Ἀλλὰ οἱ παλαιοί μας φίλοι καὶ σύμμαχοι, οἱ Βρεταννοί, πρὸ 15 ἐτῶν μᾶς ἐπληροφόρησαν, ὅτι ὁ κόσμος ἔπειτα ἀπὸ τὸν πόλεμον, ὅταν θέλῃ νὰ εἴπῃ τὴν λέξιν «Ἥρως» θὰ πρέπει νὰ λέγῃ «Ἕλλην», καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὀνομάζομεν ἡρωϊκήν, ἀλλὰ ἁπλῶς Ἑλληνικὴν αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ παρελθόν. Μάϊος 1956. Ἦλθε κατόπιν ἡ ὑπογραφὴ τῶν συνθηκῶν τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς; κατὰ παραβίασιν λόγου ὁ ὁποῖος εἶχε δοθῆ. Καὶ ἦλθε τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπανειλημμένως ἀνεφέρθη ὅτι ἐγώ, κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν συνθηκῶν περίπου ἐσυνθηκολόγησα, περίπου ἀπεδέχθην τὰς συνθήκας, μὲ ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις.
§62Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§63Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὁ τύπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατ’ ἐξοχήν. Διότι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸ ἐπίπεδον κατὰ κανόνα εἶναι ὑψηλόν. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι δυστύχημα εἶναι τὸ ἐπίπεδον τοῦ τύπου. Ὁμιλῶν τὴν 3ην Ἀπριλίου 1964 εἰς τὴν Βουλὴν συνώψισα τὴν παλαιὰν ὁμιλίαν μου καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἰδοποιήσω τὸ Σῶμα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπαναλαμβάνεται αὐτὸ τὸ ψεῦδος, θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὸν κόπον νὰ ἀκούσῃ τὴν ἐπανάληψιν τῶν παλαιῶν μου δηλώσεων, μέχρις ὅτου ἀποστομωθῇ ἡ συνήθεια τοῦ ψεύδους. Ἰδοὺ τὸ κείμενον. «Ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐγένοντο ὑπαινιγμοί, ὅτι τάχα μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συνθηκῶν, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατά τινα τρόπον ἠνέχθην ἢ ἐπεδοκίμασα τὰς συνθήκας. Ἀποτελεῖ ψεῦδος. Ἔχει συμβῆ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Θὰ ἀναγνώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πρακτικὰ τοῦ Φεβρουαρίου 1959 καὶ θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἔκτοτε τὰς ἐθεώρησα ἐθνικὸν ἔγκλημα καὶ ἔκτοτε ἐπροφήτευσα τὴν πορείαν τῆς καταστροφῆς. Εἶπον τότε, ὅτι ἦλθεν ἡ εἰρήνη εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐπηκολούθησαν ὡρισμένα πλεονεκτήματα ἀπὸ τὴν εἰρήνην, ὄχι ἀπὸ τὰς συνθήκας. Κατέπαυσεν ὁ πόλεμος. Ἀποκαθίστανται αἱ σχέσεις μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ τοὺς Συμμάχους. Οἱ κίνδυνοι τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐλαττοῦνται. Αὐτὰ ὑπῆρξαν τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώρισα, ὄχι εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν συνθηκῶν, ἀλλὰ εἰς τὸ γεγονὸς τοῦ τερματισμοῦ τοῦ πολέμου. Καὶ ἕπεται ἡ ἀπαρίθμησις τῶν μειονεκτημάτων. Ἔχουν αἱ συνθῆκαι βαρύτατα μειονεκτήματα. Ἐὰν κατελύθη ἡ κυριαρχία τῆς ἀποικιοκρατίας δὲν καθιεροῦται κυριαρχία τῆς πλειοψηφίας, καθιεροῦται τριπλῆ συγκυριαρχία. Καὶ ἐὰν ἀπεφεύχθη ἡ ἐδαφικὴ διχοτόμησις, ὅμως ἐφαρμόζεται, ὅπως προσδιορίζει ὁ Τουρκικὸς τύπος, ἡ νομικὴ διχοτόμησις τῆς κυριαρχίας καὶ τῆς διοικήσεως. Καθιεροῦται προνομιακὴ θέσις εἰς τὴν Τουρκικὴν μειονότητα. Ἐνῷ αἱ σχέσεις τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι 18 πρὸς 80, αἱ σχέσεις τῆς δυνάμεως εἶναι περίπου ἴσαι. Εἰς τὰ καίρια θέματα καθίστανται ἰσοδύναμοι. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὠνόμασα τὴν Κυπριακὴν Πολιτείαν ὄχι μόνον περιωρισμένην ἀνεξαρτησίαν ἀλλὰ ἐπίσης καὶ περιωρισμένην Δημοκρατίαν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλος κίνδυνος, ὁ ὁποῖος περικλείεται εἰς τὰς συμφωνίας. Εἶναι ὁ κίνδυνος τῆς ἐμπλοκῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς ἐξωτερικὸν προσανατολισμόν, πέραν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ἰδικήν της αὐτόβουλον θέλησιν. Δὲν εἶναι διάταξις τῶν συμφωνιῶν, εἶναι κίνδυνος. Καὶ ὑπάρχει περαιτέρω καὶ ἄλλος κίνδυνος. Κίνδυνος ἐξηρτημένος καὶ ἀπὸ τὰς περιστάσεις καὶ ἀπὸ τὴν ἱκανότητα τῶν Κυβερνήσεων τοῦ μέλλοντος. Κίνδυνος τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐμπλακῇ εἰς περιπετείας πέραν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπρόκειτο νὰ τὴν ἐνδιαφέρουν. Ἀλλὰ ὑπάρχουν, εἶπον, καὶ ἄλλα ἀκόμα βαρύτερα μειονεκτήματα, ὑπάρχουν σκληρόταται θυσίαι. Εἶναι πρὸ παντὸς ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑνώσεως διὰ παντός. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπανειλημμένως εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ μὴ πραγματοποίησις τῆς ἑνώσεως εἶναι πολιτική. Διότι πιθανὸν νὰ εὑρίσκεται πέραν ἀπὸ τὰς δυνατότητας τῶν δεδομένων περιστάσεων. Ἀλλὰ ἡ ἀπάρνησις τῆς ἑνώσεως εἶναι βαρυτάτη ὀδύνη. Καὶ εἰς τὰς ὑπαρχούσας συμφωνίας δὲν ὑφίσταται μόνον ἀπάρνησις τῆς ἑνώσεως, ὑφίσταται ὀργάνωσις ἐνόπλων ἐγγυήσεων πρὸς ἀπαγόρευσιν οἱασδήποτε ἐπιδιώξεως τῆς ἑνώσεως. Καὶ εἶναι φυσικόν, ὅτι εἰς τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ πατριωτισμοῦ αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις δημιουργεῖ τραῦμα. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο ἐπίσης σημαντικὸν μειονέκτημα. Ἡ Τουρκία, ὡς Κράτος, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Κύπρον. Εἶχεν ὑπογράψει τὴν συνθήκην τῆς Λωζάνης καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴν αὐτὴν εἶχε παραιτηθῆ παντὸς δικαιώματος εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ κατὰ παράβασιν αὐτῆς τῆς συνθήκης ἐπανέρχεται εἰς τὴν Κύπρον. Εἶχεν ἐπίσης καθιερωθῆ πολιτικὴ παράδοσις εἰς τὸν ἐλεύθερον καὶ χριστιανικὸν κόσμον, ὅτι χῶραι ἀπελευθερούμεναι ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν οὐδέποτε ἐπανέρχονται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν της. Καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτή, γενικῶς καθιερωμένη ὡς κανὼν ἠθικός, ἐπίσης παραβιάζεται. Ἡ Τουρκία ὡς Κράτος, ἐπανέρχεται εἰς τὴν Κύπρον. Αὐτὰ εἶναι τὰ βαρύτατα μειονεκτήματα τῶν συνθηκῶν». Καὶ διὰ τοῦτο, συνεπέραινα δὲν θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ προσέθετα. Ἐπιθυμῶν νὰ διακηρύξω τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν εὐχήν, ὅτι μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου θὰ γίνῃ ἐπανεξέτασις καὶ αὐτῶν τῶν βασικῶν διατάξεων τῶν συμφωνιῶν διὰ νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ εἰς τὴν Κύπρον τὰ ἰδεώδη τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ κείμενον. Καὶ τολμοῦν νὰ τὸ ἐπικαλοῦνται ἐναντίον μου. Εἰς τὰς προγραμματικάς μου δηλώσεις, ὅταν ἀνελάβαμεν τὴν Κυβέρνησιν εἶπον τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἀντικειμενικὴ κρίσις καὶ τὸ κοινὸν συμφέρον ἐπιβάλλουν τὴν ἀναγνώρισιν, ὅτι τὸ θέμα τῆς Κύπρου περιῆλθε πλέον ὑπὸ διεθνῆ κρίσιν καὶ θὰ εὕρῃ τὴν εὐτυχῆ λύσιν του, μόνον ὅταν ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Κύπρον ἡ σύγχρονος ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Μόνον ὁ τερματισμὸς πάσης ἐξωτερικῆς ἐπεμβάσεως, καθὼς καὶ ἡ πλήρης κατοχύρωσις τῶν δικαιωμάτων τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς μικρᾶς Τουρκικῆς μειονότητος, συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τῆς Δημοκρατίας δύνανται νὰ ἀποτελέσουν λύσιν τοῦ δεινοῦ προβλήματος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον σήμερον δοκιμάζονται καὶ αἱ σχέσεις τῶν δύο χωρῶν καὶ ἡ συμμαχία τοῦ ΝΑΤΟ καὶ γενικώτερον ἡ Εἰρήνη». Ἰδοὺ πλήρης συνέπεια ἀπὸ τοῦ ἀπωτέρου παρελθόντος τοῦ 1956, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ὑπογραφῆς τῶν συνθηκῶν τῆς Ζυρίχης τοῦ 1959 καί, ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως μὲ τὰς προγραμματικάς μας δηλώσεις. Ἀλλὰ ἐπεκρίθη ἐπίσης, ὅτι μίαν ἡμέραν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ τιμὰς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεχειρίζοντο τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Τί εἶχε συμβῆ; Εἶχε πράγματι ἀπειληθῆ πόλεμος. Καὶ εἶχεν ἀποφευχθῆ ὁ πόλεμος. Καὶ ἦτο γεγονός, βεβαιότατα, ἄξιον ἐξάρσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως). Καὶ ἡ πορεία τῶν γεγονότων ἕως σήμερον ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἔγινε πόλεμος. Ἰδοὺ διατὶ ἡ ἐπίκρισις εἶναι ἄδικος. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς ἕνα βαρύτερον θέμα. Ὁ τύπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπανειλημμένως, ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἀπέδωκα μὲ ἀκρίβειαν, ἴσως καὶ μὲ εἰλικρίνειαν τὸ περιεχόμενον τῶν συνομιλιῶν μου εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, μὲ τὸν Πρόεδρον τῶν Η.Π.Α. Ἡ ἐμπιστευτικότης τῶν κειμένων μὲ ἠμπόδιζε νὰ κάμνω χρῆσιν. Ἀλλὰ σήμερον, εἰς μίαν ἐφημερίδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δημοσιεύονται περικοπαί. Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ αἰσθανθῶ, ὅτι ἀποδεσμεύομαι. Καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ χρέος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ φρονῶ, ὅτι καὶ οἱ συνομιληταί μου, ἄνδρες δημοκρατικοί, ἀντιλαμβάνονται αὐτὸ τὸ χρέος μου — νὰ ἀνακοινώσω τὸ κείμενον τοῦ μηνύματος τοῦ Προέδρου Τζόνσον καὶ καθὼς καὶ τὴν ἰδικήν μου ἀπάντησιν. Ἡ Βουλὴ θὰ λάβῃ πλήρη γνῶσιν ὅλων τῶν κειμένων. Ὅταν ἐπανῆλθον ἀπὸ τὰς Η. Π., ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶχον εἴπει: Θεωρῶ καθῆκον μου ἐπανερχόμενος ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψίν μου ἀπὸ τὰς Ἡν. Πολιτείας καὶ τὴν Γαλλίαν ὅπου μετέβην πρὸς συζήτησιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ μας θέματος νὰ δώσω ἀπολογισμὸν εἰς τὴν Βουλήν. Μετέβην εἰς τὰς Ἡν. Πολιτείας, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ Προέδρου Τζόνσον καὶ αἰσθάνομαι τὸ χρέος νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὰς τιμάς, μὲ τὰς ὁποίας ἐδέχθησαν τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ διὰ τὴν καλὴν θέλησιν τὴν ὁποίαν συνήντησα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐθνικῶν μας θεμάτων. Ὁ Πρόεδρος Τζόνσον, καθὼς καὶ ἡ Κυβέρνησίς του, ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην, ὅτι χάριν τῆς εἰρήνης, χάριν τῆς ἀποκαταστάσεως ὁμαλῶν σχέσεων μεταξὺ συμμάχων αἱ ὁποῖαι ἔχουν διαταραχθῆ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ γίνῃ μία συνάντησις τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας. Καὶ εἶχε τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἀπὸ τὴν συνάντησιν θὰ προέκυπτε, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψῃ, μία συνεννόησις μία διευθέτησις τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Ἐξέφρασα τὰς εὐχαριστίας μου διὰ τὴν καλὴν των θέλησιν, καὶ τὴν ἐπιθυμίαν πρὸς παγίωσιν τῆς εἰρήνης καὶ ἀποκατάστασιν ὁμαλῶν συμμαχικῶν σχέσεων καὶ ἀνεγνώρισα, ὅτι ἡ μέριμνα αὐτὴ ἀνῆκε, πράγματι, εἰς τὴν ἡγέτιδα τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, εἰς τὰς Ἡν. Πολιτείας. Διετύπωσα ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι ἡ πρότασις εἰς τὴν ὁποίαν προέβαινε, θὰ εἶχεν ἀντίθετα ἀποτελέσματα, ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προσεδόκουν. Ἀντὶ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν εἰρήνην, θὰ τὴν διεκύβευε. Καὶ ἐπεκαλέσθην τρεῖς λόγους. Ὁ πρῶτος εἶναι, ὅτι σήμερον αἱ ἀπόψεις τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν, ὅπως εἶναι γνωστόν. Ἐάν, ἑπομένως ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας ἐπραγματοποιεῖτο συνάντησις, εἶναι βέβαιον ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐπήρχετο συνεννόησις ἀλλὰ θὰ συνέβαινον δύο μονόλογοι, τῶν ὁποίων ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ἡ ἐπισημοποίησις τῆς πλήρους ἀντιθέσεως. Καὶ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ἁπλῶς περιττόν. Θὰ ἦτο ἐπιβλαβὲς καὶ μάλιστα ἐπικίνδυνον, διότι θὰ ἐνεθάρρυνε τὰ ἐξτρεμιστικὰ στοιχεῖα πρὸς δρᾶσιν καὶ ἀντὶ νὰ παγιωθῇ, θὰ διεκυβεύετο ἡ εἰρήνη. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην. Ὑπῆρξε καὶ δεύτερον ἐπιχείρημα: Ἡ συνάντησις τῶν δύο ἐκπροσώπων διὰ τὸ θέμα τῆς Κύπρου, θὰ παρεῖχε τὴν εἰκόνα, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θέμα εἶναι θέμα Ἑλληνοτουρκικῆς διενέξεως, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ὑπάρχει ἡ Κύπρος καὶ ὡς Κράτος καὶ ὡς λαός. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία νὰ διαχειρισθοῦν τὸ θέμα τῆς Κύπρου, ἐρήμην τῆς Κύπρου, καὶ ὡς Κράτους καὶ ὡς λαοῦ. Ὑπῆρξε καὶ τρίτον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθην. Ὅτι σήμερον ἡ Κύπρος ἔχει προσφύγει εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἔχουν ἀποστείλει διεθνῆ στρατιωτικὴν δύναμιν εἰς τὴν Μεγαλόνησον. Ὑπάρχει μεσολαβητής, ὁ ὁποῖος ὡρίσθη ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Διατί θὰ γίνῃ μία παράπλευρος συνάντησις τῶν ἐκπροσώπων τῶν δύο κρατῶν, ἡ ἔννοια τῆς ὁποίας θὰ ἦτο ἡ κατάργησις, ἢ ὑπονόμευσις τῆς ἀποστολῆς τοῦ μεσολαβητοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν; Ἄλλως τε ὁ διορισμὸς τοῦ μεσολαβητοῦ ἐγένετο μὲ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἀμερικῆς καὶ τῆς Τουρκίας. Διατί θὰ λάβωμεν μίαν πρωτοβουλίαν, ἡ ὁποία θὰ ὑπενόμευε τὸ ἔργον του; Τὸ πρέπον, τὸ ὠφέλιμον εἶναι, ἀντὶ νὰ τὸν καταργοῦμεν, ἀντὶ νὰ τὸν ὑπονομεύσωμεν, νὰ τὸν βοηθήσωμεν εἰς τὸ ἔργον του. Αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐπιμόνως ὑπεστήριξα. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ συνομιληταί μου, κατεχόμενοι καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ τὴν πεποίθησιν τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης των, ἐπέμενον. Ἀλλὰ τελικῶς ἀπεδέχθησαν τὴν γνώμην μου. Ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅτι θὰ πρέπει ὁ μεσολαβητὴς νὰ ἀφεθῇ νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον καὶ νὰ τοῦ παρασχεθῇ πᾶσα βοήθεια ἀπὸ ἐκείνους καὶ ἀπὸ ἡμᾶς. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ συμπέρασμα τῶν ὁμιλιῶν μὲ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Αὐτὰ ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐπιστροφήν μου. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξε μακρὰ ἡ συνομιλία μου. Καὶ ὑπάρχουν πλήρη τὰ πρακτικὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ κείμενα καὶ ὅλα ἀνεξαιρέτως εἶναι πάντοτε εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ποῦ ἐστηρίχθην διὰ νὰ προβῶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνακοίνωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συνομιλιῶν μου ἐκ τῶν ὁποίων ἀνακοινῶ τὸ τελικὸν κείμενον. Μίαν ὥραν πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς μου μὲ ἐπεσκέφθησαν ὁ κ. Στήβενσον καὶ ὁ κ. Κλήβελαντ εἰς τὴν Ν. Ὑόρκην πρὸς πλήρη ἀποσαφήνισιν τῶν ἀπόψεών μου. Τὸ κείμενον τῆς συνομιλίας ἐκ τῶν πρακτικῶν ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ κ. Στήβενσον. Ζητῶ διευκρίνησιν. Ἀρνεῖσθε νὰ ἐπέλθῃ ἄμεσος ἐπαφὴ μεταξὺ τῶν ἐκπροσώπων Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος ἐν Γενεύῃ; Πρωθυπουργός. Αἱ συνομιλίαι πρέπει νὰ διεξαχθοῦν κεχωρισμένως καὶ ἄνευ συναντήσεως τῶν δύο ἐκπροσώπων Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας μέχρις ὅτου φανῇ, ὅτι ἐπετεύχθησαν ἀποτελέσματα ἐπιτρέποντα τὴν χρήσιμον συνάντησιν αὐτῶν. Καὶ ὅταν τοῦτο συμβῇ καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ μεταβῶ εἰς Γενεύην. Ὁ καιρὸς ὅμως σήμερον δὲν εἶναι ὥριμος διὰ τριμερεῖς. Ἄν καὶ ὅταν, ἐκ πληροφοριῶν τοῦ κ. Τουομιόγια, κρίνωμεν ὅτι ὁ καιρὸς εἶναι ὥριμος, τότε ὁ ἐκπρόσωπός μου θὰ συναντήσῃ τὸν Τοῦρκον. Κλήβελαντ. Ἐξηγήσατέ μας καὶ πάλιν τὴν διαδικασίαν. Πρωθυπουργός. Καλεῖται ὁ Ἕλλην ἀπὸ τὸν μεσολαβητήν. Θὰ ἐκθέσῃ τὴν ὑπόθεσίν μας. Ὁ κ. Τουομιόγια θὰ καλέσῃ τὸν Τοῦρκον, θὰ ἀκούσῃ τὰς τουρκικὰς ἀπόψεις. Ὁ μεσολαβητὴς θὰ ἀνακοινώσῃ εἰς ἑκάτερον τὰς ἀπόψεις τοῦ ἀντιστοίχου. Ἐὰν οἱ Τοῦρκοι ἐπιμένουν εἰς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν σήμερον, συνάντησις δὲν ἔχει νόημα. Στήβενσον. Τί φρονεῖτε ὡς πρὸς τὰς συναντήσεις μὲ τὸν Ἀμερικανὸν ἐκπρόσωπον; Ἐὰν ὁ κ. Τουομιόγια συστήσῃ εἰς τοὺς ἐκπροσώπους νὰ συνομιλήσουν κεχωρισμένως μετὰ τοῦ κ. Ἄτσεσον θὰ τὸ δεχθῆτε; Πρωθυπουργός. Μάλιστα. Στήβενσον. Φρονοῦμεν ὅμως, ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον νὰ φέρωμεν καὶ τοὺς τρεῖς εἰς συνάντησιν. Πρωθυπουργός. Ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πληροφορηθῇ, ὅτι ἔχει ἐπέλθει προσέγγισις ἀπόψεων, τότε θὰ δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἡ τριμερὴς ἐπαφή. Στήβενσον. Ὁ κ. Θὰντ εἶχε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐὰν ὁ κ. Τουομιόγια ἐζήτει ἀπὸ τὸν Ἕλληνα ἐκπρόσωπον νὰ συναντηθῇ μετὰ τοῦ Τούρκου, δὲν θὰ εἴχατε ἀντίρρησιν. Τώρα βλέπω, ὅτι θὰ τὸ δεχθῆτε μόνον εἰς ἀπώτερον στάδιον, ὅταν διαπιστωθῇ προσέγγισις ἀπόψεων. Πρωθυπουργός. Μάλιστα. Στήβενσον. Ἡ συζήτησίς μας διηυκρίνησεν ἀπολύτως τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος». Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ τελικὸν κείμενον πρὸ τῆς ἀποχωρήσεώς μου. Ἰδού, ὅτι ὁμιλῶν εἰς τὴν Βουλὴν ἐξέθεσα μὲ ἀπόλυτον ἀκρίβειαν καὶ εἰλικρίνειαν τὸ περιεχόμενον τῶν ἑκατέρωθεν ἀπόψεων. Ἔλαβον, μόλις ἦλθον, μήνυμα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον κ. Τζόνσον. Εἰς τὸ μήνυμα γράφει: «Κατὰ τὸ τελευταῖον Σαββατοκύριακον ἐσκέφθην περισσότερον ἐπὶ τῆς συνομιλίας μας καὶ ἐπὶ τοῦ προβλήματος τῆς Κύπρου καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἐξυπηρετικὸν δι’ ἐμὲ νὰ συνεχίσω τὴν συζήτησιν ἀποστέλλων εἰς ὑμᾶς τὸ παρὸν μήνυμα, καθὼς ἐπανέρχεσθε εἰς Ἀθήνας. Βλέπω μόνον ἕνα μέσον εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ ἀλλάξῃ ὁ ροῦς τῶν γεγονότων ἀπὸ τὴν ἀτραπὸν αὐτὴν πρὸς τὸν ὄλεθρον καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ταχεῖα καὶ ἀποφασιστικὴ ἐξέτασις ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας ἑνὸς μονίμου πολιτικοῦ διακανονισμοῦ». Ὁ κ. Τζόνσον ἐπανέρχεται εἰς τὴν προσπάθειαν τῶν ἰδιαιτέρων συνεννοήσεων, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ρητὴν ἰδικήν μου δήλωσιν, ὅτι δὲν εἶμαι σύμφωνος. Καὶ κάμνει νέαν προσπάθειαν.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν συμφωνίαν μαζί σας;
§65Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀποσαφήνισιν τῆς θέσεώς μου. Ἐπανέρχεται ἔπειτα καθ’ ὃ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθῃ, καθ’ ὃν τρόπον ἔχομεν ἕκαστος παρόμοιον δικαίωμα. Ἐγράφη ὅτι εἰς τὸ μήνυμά του ὁ Πρόεδρος Τζόνσον ὑπενθυμίζει ὑποχρεώσεις μου. Οὐδαμοῦ. Ἐκθέτει ἁπλῶς καὶ πάλιν τὰς ἰδικάς του ἀπόψεις. Καὶ ἦτο δικαίωμά του. Συνεχίζω τὴν ἀνάγνωσιν: «Καθὼς εἶπον κατὰ τὰς συνομιλίας μας, αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι ζωηρότατα ἐπιθυμοῦν νὰ βοηθήσουν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν λύσεως, ἀλλὰ αἱ Η. Π. δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπιβάλουν ἔξωθεν ἀπόψεις, ἢ νὰ λάβουν θέσιν ὑπὲρ ἑνὸς τῶν φίλων των ἐναντίον ἑτέρου. Ἡ πεποίθησίς μας εἶναι, ὅτι οἱαδήποτε ἐπιτυχὴς λύσις δέον νὰ προέλθῃ ἀπὸ συμφωνίαν τῶν μερῶν καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπαγορευθῇ ἢ ἐπιβληθῇ ἔξωθεν. Ἀλλ’ ὅτι θὰ εἴμεθα ὅσον ἠδυνάμεθα ἐξυπηρετικοὶ εἰς ἀμφοτέρους τοὺς φίλους μας ἅμα τῇ ἐνάρξει σοβαρᾶς συζητήσεως».
§66Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ δηλώσατε, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ¼, ἢ τὸ ⅕ τοῦ μηνύματος.
§67Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας ὁλόκληρον τὸ κείμενον.
§68Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ τὸ γνωρίζω.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ἀναγινώσκω ἀπὸ ὅλα τὰ κείμενα τὰς περικοπάς, αἱ ὁποῖαι ἐνδιαφέρουν.
§70Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Θὰ κατατεθῇ τὸ κείμενον;
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Τὸ θέτω ἀπόψε εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§72Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὅλων τῶν Ἀρχηγῶν;
§73Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Μάλιστα, τὸ θέτω ἀπόψε. (Χειροκροτήματα). Ἀναγινώσκω τώρα τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ μηνύματος τοῦ Προέδρου Τζόνσον: «Ἐν συμπεράσματι, ἐπιτρέψατέ μοι καὶ πάλιν νὰ εἴπω, ὅτι πλήρως ἀναγνωρίζω τὴν εὐθύνην σας, ὄχι μόνον νὰ συντείνητε εἰς τὴν διαφύλαξιν τῆς εἰρήνης, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίζητε τὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνήσεώς σας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ σας, συμφώνως πρὸς τὸ καθῆκον σας, ὡς ἡγέτου τῆς Ἑλλάδος. Δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι αἱ Ἡνωμ. Πολιτεῖαι, συνιστῶσαι διαπραγματεύσεις καὶ προσφέρουσαι βοήθειαν εἰς τὸν μεσολαβητήν, οὐδόλως προτίθενται νὰ παραβλάψουν τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων καὶ τῶν Τούρκων εἰς τὰ πάτρια ἐδάφη των καὶ εἰς τὴν Κύπρον». Καὶ τώρα θὰ ἀκούσετε τὴν ἰδικήν μου ἀπάντησιν: «Κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω τὰς θερμάς μου εὐχαριστίας διὰ τὸ μήνυμα τῆς 2ας Ἰουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον εὐχαρίστως ἀπαντῶ, διὰ νὰ ἀνακεφαλαιώσω τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα κατὰ τὰς συνομιλίας μας, καθὼς καὶ νὰ προσδιορίσω τὰς Ἑλληνικὰς θέσεις ἐπὶ τῶν νέων σας παρατηρήσεων. 1. Ἡ Ἑλλὰς θέλει εἰρήνην. Καὶ ὄχι μόνον δὲν προκαλεῖ κανένα, ἀλλὰ οὔτε κἂν ἀνταποδίδει τὰς Τουρκικὰς προκλήσεις. Ἐνῷ ἐνεργοῦνται διωγμοὶ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὐδέποτε ἡμεῖς ἠσκήσαμεν ἀντίποινα, ἐναντίον τῶν ἐν Ἑλλάδι Τούρκων. Οὐδείς, οὐδέποτε ἠνωχλήθη. 2. Καὶ εἰς τὴν Κύπρον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀσκεῖ ὅλην τὴν ἐπιρροήν της πρὸς εἰρήνευσιν. Ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας ἔστειλα δημόσιον μήνυμα πρὸς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον πρὸς πλήρη συνεργασίαν μὲ τὴν διεθνῆ στρατιωτικὴν δύναμιν διὰ τὴν εἰρήνευσιν τῆς νήσου. 3. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν λύσιν, ἡ εὕρεσις τῆς ὁποίας ἔχει ἀνατεθῆ ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη εἰς τὸν μεσολαβητήν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδὲν ἀπολύτως ζητεῖ ὑπὲρ ἑαυτῆς. Ζητεῖ ἁπλῶς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, τὴν ἀδέσμευτον ἀνεξαρτησίαν τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας. Δὲν ζητοῦμεν καμμίαν ἀπολύτως μεροληψίαν ὑπὲρ ἡμῶν. Ζητοῦμεν τὴν ἀμερόληπτον ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Δικαιοσύνης συμφώνως πρὸς τὰς ὁποίας ἡ πλειοψηφία κυβερνᾷ ἀλλὰ καὶ ἡ μειονότης προστατεύεται καὶ μάλιστα ἀκόμη καὶ μὲ διεθνεῖς ἐγγυήσεις. 4. Ἀκολουθοῦσα ἡ Ἑλλὰς πολιτικὴν εἰρήνης καὶ ἐπιδιώκουσα τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος μὲ εἰρηνικὰ μέσα αἰσθάνεται, ὅτι ἐπιτελεῖ τὸ καθῆκον της ὡς μέλος τοῦ ἐλευθέρου κόσμου καὶ δὲν φέρει καμμίαν ἀπολύτως εὐθύνην διὰ τὴν «καταστροφὴν» ἡ ὁποία ἀπειλεῖται. 5. Ὁλόκληρος ἡ εὐθύνη βαρύνει τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία συνεχῶς ἀπειλεῖ πόλεμον. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀπειλὴ εἶναι εὔλογον νὰ προκαλῇ εἰς τὴν Κύπρον τὴν ἀνάγκην ὀργανώσεως τῆς ἀμύνης. Ἐπικαλεῖται πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἀπειλῆς της ἡ Τουρκία, δῆθεν δικαίωμα, ἀντλούμενον ἀπὸ τὰς συνθήκας τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Ἀλλὰ ὁ ἰσχυρισμὸς δὲν εἶναι βάσιμος. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐγένετο δεκτόν, ὅτι παρόμοιον δικαίωμα περιείχετο εἰς τὰς ἀρχικὰς συμβάσεις, ἔπαυσεν ὑφιστάμενον ἀφ’ ἧς ἡ Κύπρος κατέστη μέλος τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, μὲ τὴν συγκατάθεσιν μάλιστα καὶ τῆς Τουρκίας. Κατὰ συνέπειαν, αἱ ἀπειλαὶ ἐπιθέσεως τῆς Τουρκίας ἀποτελοῦν πρᾶξιν ὠμῆς βίας. 6. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀποδεχθῆ τὸν διορισμὸν μεσολαβητοῦ πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ νέου πολιτικοῦ σχήματος τῆς Κύπρου. Καὶ ἔχομεν δηλώσει, ὅτι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸν βοηθήσωμεν εἰς τὸ ἔργον του. Ἀναγνωρίζομεν πλήρως τὸ δικαίωμα τοῦ μεσολαβητοῦ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν βοήθειαν παντός, τὸν ὁποῖον θὰ ἐθεώρει χρήσιμον εἰς τὸ ἔργον του. Δὲν πρόκειται ἑπομένως νὰ ἔχωμεν καμμίαν ἀντίρρησιν, ἂν ἐπικαλεσθῇ τὴν βοήθειαν τοῦ Ἀμερικανοῦ Ἀντιπροσώπου. Εἰς μίαν μόνον ἐπιφύλαξιν ἔχομεν προβῆ. Θεωροῦμεν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐπανειλημμένως ἔχομεν ἀναπτύξει, ὅτι διμερεῖς ἑλληνοτουρκικαὶ συσκέψεις θὰ εἶναι ὄχι ἁπλῶς περιτταί, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνοι, ἐφ’ ὅσον προηγουμένως διὰ τοῦ μεσολαβητοῦ δὲν ἔχει ἐπιβεβαιωθῆ συμφωνία ἐπὶ τῶν βασικῶν θεμάτων. 7. Τιμῶ βαθύτατα τὴν πρωτοβουλίαν σας πρὸς ἀποφυγὴν πολέμου μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ ἐπιδίωξιν εἰρηνικῆς λύσεως τῆς κυπριακῆς κρίσεως. Ἡ Ἑλλὰς ἀνταποκρίνεται πλήρως εἰς τὴν πρωτοβουλίαν σας. Ἀποδέχεται τὴν εἰρήνην καὶ μὲ τοὺς λόγους καὶ μὲ τὰς πράξεις της. Ἐὰν καὶ ἡ Τουρκία πράξῃ τὸ ἴδιον, ἡ εἰρήνη ἔχει παγιωθῆ. Ἐὰν ὅμως ἡ Τουρκία ἐπιχειρήσῃ ἐπίθεσιν, καθίσταται αὐτὴ καὶ μόνον ἔνοχος τοῦ πολέμου καὶ εἶναι δίκαιον νὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τοῦ ἐλευθέρου κόσμου». (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Αὐτὸ εἶναι τὸ κείμενον. Αἰσθάνομαι ὅτι ἐπετέλεσα τὸ χρέος μου ὡς φωνὴ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐπίσης θεωρῶ χρέος νὰ ἀποδώσω τὴν ἀπόλυτον τιμὴν ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Μεγάλης Ἀμερικανικῆς Δημοκρατίας. Εἰς κρίσιμον ὥραν ἡ ἐπέμβασίς του συνετέλεσε πράγματι εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης. Εἶναι μέγας αὐτὸς ὁ τίτλος του. Καὶ διὰ τοῦτο ὅταν ἐπεσκέφθην τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τὸν προσεφώνησα ὡς Ἀπόστολον καὶ ἐγγυητὴν τῆς εἰρήνης. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω καὶ εὔχομαι αὐτὸ νὰ συμβαίνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς ἄλλας παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ὅτι μὲ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἔχω ἀκολουθήσει, ἔχω ἐνισχύσει τὸ ἀντιδυτικὸν μέτωπον. Συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ἂν ἡ Ε.Κ. δὲν συμπαρίστατο εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Κύπρου, τὶ θὰ συνέβαινεν; Θὰ παρείχετο ἡ ἐντύπωσις ὅτι μόνον ἡ ΕΔΑ συμπαρίσταται εἰς τὸν ἀγῶνα. Προβλέπετε τὴν συνέπειαν; Ἰδοὺ διατὶ ἡμεῖς πιστοὶ εἰς τὸ ΝΑΤΟ — καὶ θὰ ἐξηγήσω τὰς σχέσεις μας — καὶ ὑποστηρίζοντες ταὐτοχρόνως τὴν Κύπρον ἀποδεικνύομεν ὅτι ὑπάρχει ἐθνικὸν κόμμα τὸ ὁποῖον παραμένον πιστὸν ἐντὸς τῶν συμμαχιῶν ταὐτοχρόνως ὅμως ὑπερασπίζει εἰς ἀκέραιον, μὲ ὑπερηφάνειαν, καὶ τὰ ἐθνικά του δικαιώματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόσθετος ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προσεφέρομεν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὅτι ὁ διχασμὸς ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἑνώσεως εἰς τὴν Κύπρον «ἐσημειώθη καὶ ἐξεδηλώθη ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως». Καὶ διηρωτήθην: Πῶς ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐπέτρεψεν εἰς τὸν ἑαυτόν του αὐτὸν τὸν ἰσχυρισμόν, ὅταν βαρύνεται ἡ παράταξίς του μὲ τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα τῶν συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου; (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Εἶναι ἡ συνθήκη ἡ ὁποία περιέχει τὴν βλασφημίαν τῆς ὁριστικῆς ἀπαρνήσεως τῆς Ἑνώσεως. Καὶ παρέχει δικαίωμα ἐνόπλου ἐπεμβάσεως πρὸς κατάλυσιν πάσης κινήσεως διὰ τὴν Ἕνωσιν. Ἐπετρέπετο λοιπὸν νὰ διατυπωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἰσχυρισμὸς καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν ΕΡΕ, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἑνώσεως ἐσημειώθη καὶ ἐξεδηλώθη διχασμὸς εἰς τὴν Κύπρον ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως; Ὄχι κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μας Κυβερνήσεως ἐξεδηλώθη ἡ ἐπανάστασις ἐναντίον τῶν συμφωνιῶν. Καὶ εἶναι μία πορεία νικηφόρου ἐπαναστάσεως, νικηφόρου ἐθνικῆς καὶ δημοκρατικῆς ἐπαναστάσεως αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον εἰς τὴν Κύπρον. Ἔγινεν ἐπίσης λόγος περὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου. Εἶπεν ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τὸ προσδιορίσω ἐπίσης κατὰ σαφῆ καὶ ἀπόλυτον τρόπον, ὅτι ἡ στρατηγικὴ τοῦ ἀγῶνος ταυτίζεται μὲ τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον. Ἡ τακτικὴ διαφέρει. Διατί; Διότι διαφέρουν τὰ πράγματα, αἱ περιστάσεις, ὄχι τὰ πρόσωπα. Ἡ Κύπρος εἶναι ἀνεξάρτητος, ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐνταχθῆ εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ἕκαστος κινεῖται εἰς τὸν κύκλον του ἀποβλέπων ὅμως πάντοτε εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ. Ἰδοὺ διατὶ εἶναι εὔλογος διαφορὰ τακτικῆς, διότι τὴν ὑπαγορεύει ἡ διαφορὰ τῶν πραγμάτων, ὄχι τῶν προσώπων. Καὶ μόνον ἐκείνη ἡ πολιτικὴ εἶναι ὀρθὴ ἡ ὁποία προσαρμόζεται εἰς τὰ δεδομένα αὐτῆς τῆς διαφορᾶς. Ἰδοὺ διατὶ δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἀποκλίσεις τακτικῆς, ὑπαγορευόμεναι ἀπὸ τὴν διαφορὰν τῶν συνθηκῶν, ἑκάστου, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀποτελοῦν ἐπιβεβαίωσιν τῆς ἑνότητος εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ. Ἀλλὰ ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι πολλὰς αἱρέσεις ἔθεσεν ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος μὲ τὰς προχθεσινὰς δηλώσεις του. Ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιώσω, ἐπειδὴ συμβαίνει νὰ συνεργάζωμαι κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν συνεχῶς, ὅτι ὁ Μακάριος δὲν ἔγινε αἱρετικός, μένει ὀρθόδοξος! (Γέλωτες, χειροκροτήματα). Ἐπεσημάνθησαν αἱ δηλώσεις του, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγγλικὰς βάσεις. Καὶ εἶχε σχηματισθῆ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐξαρτᾷ τὴν Ἕνωσιν ἀπὸ τὴν πλήρη κατάλυσιν τῶν ἀγγλικῶν βάσεων. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Ἀγγλία νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐγκατάλειψιν καὶ ἐὰν ὁ ἴδιος δὲν ἠδύνατο νὰ νικήσῃ τὴν Βρεταννικὴν Αὐτοκρατορίαν, οὐδέποτε θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἡ Ἕνωσις! Ἀλλὰ τοιαύτη ἑρμηνεία δὲν θὰ παρεβίαζε μόνον τὴν Ἐθνικήν μας γραμμήν; Θὰ παρεβίαζε τὴν νοημοσύνην τῶν Ἑλλήνων. Καὶ βεβαίως ὁ Μακάριος οὐδέποτε θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸν ἑαυτόν του οὔτε τὸ πρῶτον, οὔτε τὸ δεύτερον. Δὲν ἠδύναντο ἑπομένως αἱ δηλώσεις του νὰ ἔχουν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν. Ἠδύναντο νὰ ἔχουν μόνον τὴν ἔννοιαν ὅτι συνεπὴς πρὸς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἔχει χαράξει ἐναντίον πάσης βάσεως, θὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα του καὶ ἐναντίον τῶν ἀγγλικῶν βάσεων καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡ συνέπεια εἶναι ἀπόλυτος. Ἀλλὰ ἐτέθη ἐπίσης τὸ θέμα τῶν σχέσεων Μακαρίου καὶ Μόσχας. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἔχω ἤδη προβῆ εἰς δημοσίας δηλώσεις. Γνωρίζομεν τὰ κείμενα τῶν συμφωνιῶν. Δὲν ὑπάρχουν πολιτικαὶ δεσμεύσεις. Εἰς τὴν συνέντευξίν μου μὲ τὸν τύπον τῆς 19ης Σεπτεμβρίου μοῦ ἐτέθη τὸ ἀκόλουθον ἐρώτημα: «Κύριε Πρωθυπουργέ, εἶσθε σεῖς σύμφωνος μὲ τὸ ὅτι ὁ Πρόεδρος Μακάριος ἐζήτησεν βοήθειαν ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν μὲ τὰς συνομιλίας ποὺ ἔχουν τώρα εἰς τὴν Μόσχαν; Ἀπάντησις ἰδική μου: Ἡ Κύπρος εἶναι Κράτος ἀνεξάρτητον σήμερον. Ἀπειλεῖται καθημερινῶς ἀπὸ ἀπόβασιν μιᾶς ὑπερτέρας δυνάμεως ὅπως εἶναι ἡ Τουρκία. Ἔχει καὶ δικαίωμα καὶ χρέος νὰ ζητήσῃ βοήθειαν διὰ τὴν ἄμυνάν της, ὅπου τὴν εὕρῃ». Εἶχε λεχθῆ τὴν πρωΐαν ἀπὸ ἕνα τῶν ὁμιλητῶν, ὅτι ἀφοῦ ἡ Κύπρος ἔχει τὴν Ἑλλάδα, τὶ χρειάζεται τοὺς ἄλλους; Νομίζω, ὅτι ὅταν ἀναλογισθῆ τὸ βάρος τοῦ λόγου του ὁ ὁμιλητὴς θὰ τὸν ἀποσύρῃ. Καὶ συνεχίζων τότε τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὴν ἐρώτησιν, εἶπα: «Μοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ συστήσω εἰς τὴν Κύπρον νὰ μείνῃ ἀνυπεράσπιστος εἰς περίπτωσιν ἐπιθέσεως. Ἄν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν ὑπῆρχεν ἡ ἐγγύησις ὅτι ἀποκλείεται Τουρκικὴ ἐπέμβασις δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐχρειάζετο ἡ πορεία πρὸς τὴν Μόσχαν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ θέσω τὸ ἐρώτημα εἰς κάθε καλόπιστον ἄνθρωπον. Ὅταν δηλοῦται πρὸς τὴν Κύπρον ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν συμμάχων τοῦ ΝΑΤΟ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐμποδίσουν μίαν ἀπρόκλητον Τουρκικὴν ἐπίθεσιν ἐρωτῶ: Ἄν ἦσαν οἱ ἴδιοι ὑπεύθυνοι ἡγέται τῆς Κύπρου, τὶ θὰ ἔπραττον; Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ Μακαρίου εἶναι ἁπλῆ. Δώσατέ μας αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν καὶ δὲν μᾶς χρειάζεται καμμία ἄλλη πορεία. Ὅταν ὅμως αὐτὴ ἡ ἐγγύησις δὲν παρέχεται, τὶ θὰ πρέπει νὰ πράξῃ ἀπειλούμενος καθημερινῶς ἀπὸ ἀπρόκλητον ἐπίθεσιν; Ἑπομένως δὲν εἶναι τὸ θέμα ἐὰν ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, εἶναι τὸ θέμα ἐὰν ἡ πορεία του ἔχει καταστῆ ἀναπόφευκτος ἐξ ἀντικειμένου, ἐκ τῶν πραγμάτων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησίς μου». Καὶ συνεχίσθη ἡ συνέντευξις. Ἐρώτησις 2. Ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε ἐὰν αὐτὴ ἡ πολιτικὴ —αἱ συνομιλίαι εἰς τὴν Μόσχαν— ἠμποροῦν νὰ ἔχουν ἐπίπτωσιν ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς; Ἀπάντησις ἰδική μου. Ἡ ἐρώτησις εἶναι σημαντική. Ἀπαντῶ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται μόνον περὶ δηλώσεως ὅτι ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις ἐπιθυμεῖ εἰρήνην καὶ δὲν θὰ μείνῃ ἀδιάφορος εἰς μίαν Τουρκικὴν ἐπίθεσιν δὲν ὑπάρχει στάδιον ἐπιπτώσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Κύπρος νὰ ἐνταχθῇ εἰς τὸν ἄλλον, τὸν Ἀνατολικὸν συνασπισμόν, νὰ γίνῃ δορυφόρος, τότε βεβαίως χωρίζουν οἱ δρόμοι μας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἡ δήλωσις ὅτι δὲν θὰ μείνῃ ἀδιάφορος ἐναντίον ἐπιθέσεως, σημαίνει ἁπλῶς ὅτι καὶ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις θέλει εἰρήνην. Καὶ μὲ τὴν δήλωσίν της προσφέρει ἐγγυήσεις εἰρήνης. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν ὑφίσταται καμμία ἐπίπτωσις ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ τέλος τῆς συνεντεύξεως. Καὶ ἀπεδείχθη καὶ ἐν συνεχείᾳ ὅτι πράγματι δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ δέσμευσις. Κύριοι βουλευταί, αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπαντήσεις μου εἰς τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος ἠσκήθη, εἰς τὰς ἐπικρίσεις, εἰς τὴν ἄρνησιν. Τώρα θὰ κρίνω τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζουν οἱ ἡγέται τῶν Κομμάτων. Ἀρχίζω ἀπὸ τὴν ἰδικήν μας θέσιν. Ἐπιθυμῶ νὰ καταστήσω σαφές, ὅτι ὑφίσταται πράγματι καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ τονίσω —διότι εἶναι αὐτόδηλον— μία μεγάλη δυσχέρεια εἰς τὸ θέμα. Ἡμεῖς ἀνήκομεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ θέλομεν νὰ ἀνήκωμεν καὶ θὰ ἀνήκωμεν, διότι ἡ ἱστορία καὶ ἡ γεωγραφία μας μᾶς τοποθετοῦν εἰς τὸν ἐλεύθερον κόσμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ γραμμή μας. Ταὐτοχρόνως ὅμως, θέλομεν νὰ ὑπερασπίσωμεν τὴν Κύπρον ὡς τμῆμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀγωνίζεται διὰ τὴν ἐλευθερίαν του καὶ ζητεῖ ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἐπιδιώκομεν καὶ τοὺς δύο σκοπούς. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δημιουργεῖ προφανῶς δυσχέρειαν καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκληρὸς ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξάγομεν. Ἀπὸ τοὺς σημερινοὺς ὁμιλητὰς ὑπεστηρίχθησαν δύο ἀντίθετοι ἀπόψεις. Πρῶτον ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν: «Ἐξέλθετε ἀπὸ τὸ δίλημμα καὶ συμβιβασθῆτε μὲ τὴν Τουρκίαν, ὥστε νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ ἔνταξίς μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ». Εἶναι μία πολιτική. Ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ εἶπε τὸ ἀντίθετον. Ἐξέλθετε ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. δὲν εἶπε τίποτε. Ὑπῆρξε κενόν. Ἁπλῶς μᾶς ἐπέκρινεν. Αὐταὶ ἦσαν αἱ σημεριναὶ θέσεις τῶν ἡγετῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§74Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶπον πουθενὰ περὶ συμβιβασμοῦ. Δὲν εἶπον, ἐξέλθετε ἀπὸ τὴν Κύπρον. Εἶπον, «χαράξατε κατευθυντήριον γραμμὴν τὴν ἕνωσιν, ἵνα ὅλοι σᾶς βοηθήσωμεν».
§75Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὸ ἤκουσα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ δίδει τὴν ἄλλην λύσιν. Ἐξέλθετε ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ καὶ προσαρτηθῆτε εἰς τὴν Κύπρον. Ἡ διαφωνία μου εἶναι ἀπόλυτος. Ἡ πολιτική μας ἀποβλέπει ὅπως ἡ Κύπρος ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἑλλάδα, ὄχι ἡ Ἑλλὰς νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὴν Κύπρον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Δὲν ὑπάρχουν ἀντιφάσεις καὶ ἀσυνέπειαι εἰς τὴν ἰδικήν μας πολιτικήν. Αἱ ἀντιφάσεις ὑπάρχουν εἰς τὰ πράγματα ἐναντίον τῶν ὁποίων μαχόμεθα. Ποίαν κατάστασιν εὕρομεν ἡμεῖς εἰς τὴν Κύπρον καὶ ποῦ εὑρίσκεται σήμερον; Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν προέβη εἰς μίαν πλήρη ἀνάλυσιν. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν προέβη τώρα εἰς μίαν ἐξήγησιν.
§76Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶπον εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν Κύπρον, τὸ ἀντίθετον ὑπεστήριξα. Τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Αἱ ἀπόψεις σεβασταί. Ἡ διαστροφὴ τῶν γεγονότων ἀπαράδεκτος.
§77Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ δεχθῶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν λόγων σας. Ἀλλὰ τότε τίθεται τὸ ἄλλο ἐρώτημα: Ἔπειτα ἀπὸ ὅσα γνωρίζομεν, ἀπὸ τὰς δημοσίας δηλώσεις τῶν Τούρκων, καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὰς διαπιστώσεις τοῦ μεσολαβητοῦ, ἐξακολουθεῖτε σεῖς νὰ διατηρῆτε ἐλπίδας, ὅτι μία διμερὴς συνομιλία ἰδική μας μὲ τοὺς Τούρκους, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἀποτέλεσμα; Εἶναι ἀξιοθαύμαστος ἡ αἰσιοδοξία σας. (Χειροκροτήματα). Ἔρχομαι εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ. Ὅσον ἄφθονος ἦτο ἡ προσωπικὴ ἐπίθεσις, τόσον ἀνύπαρκτος ἦτο ἡ θέσις. Διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ὑπῆρξε θέσις. Ἡ ἰδική μας θέσις εἶναι σαφής. Τὴν ἀνέπτυξα καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνω. Ἀκολουθοῦμεν Ἑλληνικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία σημαίνει, ὅτι ἐκπληροῦμεν εἰς ἀκέραιον τὰς συμμαχικάς μας ὑποχρεώσεις, διεκδικοῦμεν εἰς ἀκέραιον τὰ ἐθνικά μας δικαιώματα καὶ ὑπερασπίζομεν τὴν Κύπρον παραμένοντες ἐντὸς τοῦ ΝΑΤΟ παλαίοντες μὲ τοὺς συναδέλφους τοῦ ΝΑΤΟ, ὄχι ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ ἐν ὀνόματι τῶν ἀρχῶν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὁ ὁποῖος παραβιάζεται. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, δὲν ἐξερχόμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τὸν ναὸν τῆς ἐλευθερίας. Ἐκεῖ θητεύομεν, ἐκεῖ εἴμεθα προσκυνηταί. Οἱ ἄλλοι παραβιάζουν τὸ ἱερόν. Καὶ μὲ αὐτοὺς παλαίομεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γραμμή μας. Αὐτὸ σημαίνει Ἑλληνικὴ ἐξωτερικὴ πολιτική. Δὲν ὑπάρχει ἀσυνέπεια, δὲν ὑπάρχει ἀντίφασις. Ὑπάρχει σύνθεσις. Μᾶς τίθεται τὸ ἐρώτημα: Προσφεύγετε εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τί προσδοκεῖτε; Προσδοκοῦμεν μίαν ἐπιβεβαίωσιν τῶν ἀρχῶν μας, ὅτι ἡ Κύπρος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας καὶ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Τί θὰ κάμετε κατόπιν; Ἀπαντῶμεν. Θὰ ἐκτιμήσωμεν τὰς περιστάσεις καὶ θὰ λάβωμεν τὰς ἀποφάσεις μας. Ἀλλὰ θὰ εἴμεθα ἠθικῶς πάνοπλοι. Καὶ ἀρνούμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἐνδεχομένην δικαίωσίν μας, ὁ ἐλεύθερος κόσμος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρῇ ἀκόμη δισταγμούς. Μὲ τὴν σημερινὴν εὐκαιρίαν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην: Σήμερον ἀποτελεῖ κοινὴν συνείδησιν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, ἡ ἀνάγκη τῆς ἑνώσεως. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι τοῦτο εἰς σημαντικὸν βαθμὸν ἔργον μας. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ δυσχέρεια τῆς Τουρκικῆς ἀντιρρήσεως. Ἀλλὰ ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν οἱ Σύμμαχοι διευκολύνονται εἰς τὴν στάσιν των ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Ἡ αὐτοδιάθεσις δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς μεροληψία ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἁπλῶς θὰ εἶναι συνέπεια πρὸς τὰς ἀρχάς, καὶ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ ΟΗΕ. Κύριοι βουλευταί, σκληρότατος εἶναι ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον ἔχομεν μέχρι τοῦδε διεξαγάγει. Αἰσθανόμεθα ὅμως ὅτι ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἔθνους, εἰς τὴν ἐντολὴν τῆς Ἱστορίας, μὲ σύνεσιν καὶ μὲ γενναιότητα. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπεφεύχθη ἡ ἀπόβασις εἶναι εἰς μεγάλον βαθμὸν ἰδικόν μας ἔργον, διότι δὲν εἶναι πλέον ἀνυπεράσπιστος ἡ Κύπρος. Θὰ συνεχίσωμεν αὐτὸν τὸν ἀγῶνα καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἀναλαμβάνοντες τὰς εὐθύνας τῶν ἀντιφάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὰ πράγματα καὶ ὄχι εἰς τὰ πρόσωπα. Αἰσθανόμεθα ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὴν Ἱστορίαν, ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὸ Ἔθνος καὶ δοκιμάζομεν βαθυτάτην συγκίνησιν, διότι ὁ λαός μας, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δονεῖται ἀπὸ τὸ πάθος τῆς Ἑνώσεως. Θὰ ὑπέθετε κανείς, ὅτι ἀπασχολούμενος μὲ τὰ βιοτικὰ βάσανα ὁ λαός μας, θὰ ἔβλεπε μὲ ὀλιγώτερον ἐνδιαφέρον αὐτὸν τὸν ἀγῶνα τῆς μακρυνῆς Μεγαλονήσου. Καὶ ὅμως δονεῖται. Ἀλλὰ δονεῖται κατ’ ἐξοχὴν ὁ Κυπριακὸς λαός. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς εἰς τὴν Κύπρον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἢ νὰ δύναται νὰ εἶναι ἐναντίον τῆς Ἑνώσεως. Ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ οἱ Κύπριοι Ἕλληνες εἶναι Ἕλληνες, εἶναι ἀπολύτως Ἕλληνες. Ἀλλὰ ἐὰν τυχὸν συνέβαινε νὰ ὑπάρξουν παράλογοι, οἱ ὁποῖοι νὰ διαφωνήσουν «οἱ ἀριθμητικοὶ» ὅπως τοὺς ὠνόμασα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τῆς Θεσσαλονίκης, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅτι οἰκοδομοῦν ἐπὶ τῆς ἄμμου. Φθάνει νὰ σημάνῃ ἡ ὥρα, ἡ ὥρα τοῦ δημοψηφίσματος, ἡ ὥρα τῆς κρίσεως καὶ τὸ κῦμα τῆς Πατρίδος θὰ παρασύρῃ ὅλας τὰς οἰκοδομὰς ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὡς κάρφος ἀχύρου. Τὸ σύνολον τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, τὸ σύνολον ἀπολύτως, θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ μετάσχῃ τῆς μυσταγωγίας, θὰ ψηφίσῃ «Ἕνωσιν». (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Εἶμαι εὐτυχὴς διὰ τὴν εὐκαιρίαν, ἡ ὁποία ἐδόθη, νὰ προβῶμεν εἰς μίαν πλήρη ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος, εἰς μίαν πλήρη διευκρίνισιν τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ παρόντος, καθὼς ἐπίσης καὶ τῆς πορείας τοῦ μέλλοντος. Δικαία κρίσις τῶν Κυβερνήσεων εἶναι ἡ σύγκρισις. Τί παρέλαβον, τί δημιουργοῦν, ποῦ ὁδηγοῦν. Καὶ μὲ αὐτὸ τὸ κριτήριον ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Κ. εἶναι ὑπερήφανος. Ἐπετέλεσεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ χρέος της, καὶ μὲ πλήρη συνείδησιν τῆς κρισιμότητος τῶν περιστάσεων θὰ συνεχίσῃ τὸν ἐπικὸν ἀγῶνα τῆς Κυπριακῆς ἐλευθερίας. Καὶ αἰσιοδοξοῦμεν διὰ τὸ μέλλον. Θὰ ἔλθῃ ἡ Ἕνωσις. (Ἅπαντες οἱ βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. ὄρθιοι χειροκροτοῦν ζωηρῶς καὶ παρατεταμένως).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ.
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἀπαντήσω εἰς ὡρισμένα καὶ συγκεκριμένως εἰς τὰ κυριώτερα σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνδυάζων αὐτὰ καὶ πρὸς ὡρισμένας ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσεν εἰς ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐτόνισεν ὅτι πρέπει νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν κριτικήν, τὴν ὁποίαν ἤσκησα, ὡς προσωπικὴν ἐναντίον του ἐπίθεσιν. Συνηθίζει νὰ θεωρῇ πᾶσαν κριτικήν, ὡς προσωπικὴν ἐπίθεσιν. Συνηθίζει νὰ θεωρῇ ἑαυτόν, ὡς ὑπέρτερον κριτικῆς, καὶ θίγεται, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὕστερα ἀπὸ τόσον μακρὰν θητείαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ εἶχεν ἀποβάλει ὡς αἴσθημα, θίγεται ἀπὸ οἱανδήποτε ἄσκησιν κριτικῆς. Δὲν ἤσκησα προσωπικὴν ἐναντίον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κριτικήν. Ἤσκησα κριτικὴν ἐναντίον τῶν πράξεών του καὶ τῶν παραλείψεών του καὶ ἰδίᾳ τῶν λόγων του. Ἀπ’ ἐναντίας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπόν του καὶ τὰς διαθέσεις του, ἐπανειλημμένως εἶπον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω, ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος προτιμᾷ νὰ τὰ παραμερίζῃ, ἀρκούμενος εἰς τὴν μνείαν τῆς κριτικῆς, τὴν ὁποίαν ἤσκησα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959 δὲν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οὔτε δι’ ὅσων εἶπε τότε ἀφῆκε νὰ ὑπονοηθῇ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσῃ τὰς συμφωνίας ὡς ἐθνικὸν ἔγκλημα. (Ψίθυροι ἐκ τῆς Ε.Κ.). Κύριοι, ὑπήρξαμεν ἀπολύτως προσεκτικοὶ ὅταν ὡμίλει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ.κ. συνάδελφοι.
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ προλάβετε, κ. Πρόεδρε, καὶ νὰ μὴ ἀναγκάζωμαι ἐγὼ νὰ ἐπεμβαίνω εἰς τὰ καθήκοντά σας.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἀντελήφθην, εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὀλιγωτέραν προσοχὴν δίδω εἰς τὸν τομέα τῶν ὑπουργικῶν θώκων, ὁπόθεν προῆλθεν ὁ θόρυβος. Καὶ εἶναι φυσικὸν διότι ἐκεῖθεν δὲν ἀναμένεται θορύβησις.
§83Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, οὐδὲ πρὸς στιγμὴν εἶναι δυνατὸν νὰ συναγάγῃ τις τὸ συμπέρασμα ἐξ ὅσων εἶχεν εἴπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τότε, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959, ὅτι ἐθώρει τὰς συμφωνίας ὡς ἐθνικὴν προδοσίαν καὶ ἔγκλημα. Πράγματι ὅσοι γράφουν καὶ λέγουν ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου ὡς Ἀρχηγὸς τότε τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων συνεφώνησε μὲ τὰς συνθήκας καὶ μὲ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀσκήσει ἡ Κυβέρνησις, δὲν λέγουν καὶ αὐτοὶ τὴν ἀλήθειαν. Λέγουν ὑπερβολάς. Καὶ ὑπερβολὴ καὶ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην ὁδηγεῖ εἰς ἀναλήθειαν. Ὁ κ. Παπανδρέου, ὡς Ἀρχηγὸς τότε τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἤσκησε κριτικήν. Ἀλλὰ τί εἴδους κριτικήν; Τὴν κριτικὴν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα σήμερον τὸ πρωΐ. Διετύπωσεν ἐντόνως τὰ πλεονεκτήματα τῶν συμφωνιῶν, διετύπωσεν ἐντόνως καὶ τὰ μειονεκτήματα τῶν συμφωνιῶν. Ἀλλὰ ἐμνημόνευσεν ὡς πρῶτον καὶ κύριον πλεονέκτημα κἄτι, τὸ ὁποῖον ἤλπιζα ὅτι θὰ ὡμολόγει καὶ ἀπόψε. Τὸ ἀπεσιώπησε. Εἶπε, κατὰ λέξιν τότε, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «Θὰ εἰσέλθω καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πλεονεκτημάτων καὶ τῶν μειονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν αἱ συμφωνίαι τῆς Ζυρίχης καὶ τοῦ Λονδίνου. Ποῖα εἶναι τὰ πλεονεκτήματα; Τὸ πρῶτον καὶ κύριον». Μάλιστα, κύριοι, δὲν τὸ εἶπεν ἀπόψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. «Πλεονέκτημα εἶναι, ὅτι καθίσταται ἡ Κύπρος κυρίαρχον Κράτος». (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ΕΡΕ). Ὁ εἰπὼν τοιοῦτον τι τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959 δὲν εἶχε δικαίωμα ἠθικῶς καὶ ἱστορικῶς νὰ εἴπῃ μετὰ ἕν ἔτος, ὅτι αἱ συνθῆκαι ἀποτελοῦν προδοσίαν καὶ ἐθνικὸν ἔγκλημα. Ὅποιος, εἶπε τὴν φράσιν αὐτὴν —ἀναγεγραμμένην εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς — δὲν εἶχε μετὰ ἓν ἔτος — ἐπειδὴ εἰσῆλθεν εἰς τὸν ἀνένδοτα ἀγῶνα — τὸ δικαίωμα νὰ ὑβρίσῃ καὶ νὰ ὑβρίσῃ τοὺς ἀντιπάλους του, ὡς ἐγκληματίας. Εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν κριτικήν. Καὶ πράγματι ἔκρινε τὰς συνθήκας ἐκείνας καὶ ὡμίλησε καὶ περὶ τῶν μειονεκτημάτων αὐτῶν, ἀλλὰ ὡμίλησε περὶ τῶν μειονεκτημάτων, ἀφοῦ ἐξῆρεν ἕνα πλεονέκτημα, τὴν ἐγκαθίδρυσιν κυριάρχου Κράτους ἐν Κύπρῳ. Λυποῦμαι, ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, διότι ἀναγκάζομαι νὰ ὑψώσω ὑπὲρ τὸ δέον τὴν φωνήν μου, ἀλλὰ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ γενικῶς εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πρώτη καὶ κυρία ἀρετὴ τῶν Ἀρχηγῶν, ἡ εἰλικρίνεια. Τὴν ἤσκησα εἰς τὴν ζωήν μου ὅσον ἦτο δυνατόν. Εὔχομαι καὶ παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν ἀσκῇ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε.). Ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσῃ καὶ τὴν φράσιν αὐτήν. Καὶ ἔπρεπε ἐφ’ ὅσον δὲν ὡμίλησε τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959 περὶ ἐθνικοῦ ἐγκλήματος, περὶ ἐγκληματιῶν καὶ προδοτῶν, ἔπρεπε καὶ μετὰ τὸ 1961 νὰ μὴ ἐνθυμηθῇ αἰφνιδίως, ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὸν τόπον ἐγκληματίαι καὶ προδόται. Ὅπως δὲν ὑπῆρξαν κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ συνείδησιν, τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959, ἔτσι δὲν ὑπῆρχον κ.κ. Ὑπουργοί, σεῖς οἱ συναπαρτίζοντες τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὑπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ κ.κ. βουλευταί, σεῖς οἱ ἀπαρτίζοντες τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, ἔτσι δὲν ὑπῆρχον προδόται, οὔτε ὅταν ἐσκέφθη αἰφνιδίως ὁ νῦν κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τοὺς ἐφεύρῃ. Ἐὰν ὑπῆρχον, δὲν θὰ τοὺς ἐφεύρισκε τὸ 1961, θὰ τοὺς ἔβλεπε τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959. Ἐάν, λοιπόν, οἱ λέγοντες καὶ γράφοντες, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ἀρχηγὸς τότε τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶχε συμφωνήσει μὲ τὰς συνθήκας καὶ μὲ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ, ἐὰν οἱ λέγοντες καὶ γράφοντες τοῦτο, φθάνουν εἰς ὑπερβολήν, ἡ ὁποία περιέχει ἀναλήθειαν, οἱ ἀποσιωπῶντες οὐσιώδεις φράσεις —καὶ ἀπεσιώπησε, δυστυχῶς, ἀπόψε, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡρισμένην φράσιν του — διαπράττουν ἐπίσης μέγα λάθος. Καὶ ἀπεσιώπησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φράσιν σπουδαίαν, ἐνῷ ἤρχισε τὸν λόγον του εἰπών, ὅτι παρεβίασα ἐγὼ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ κειμένου του. Ὁ ἴδιος τὴν παρεβίασεν, ἀποσιωπήσας τὴν κυριωτέραν αὐτοῦ φράσιν, δὲν τὴν παρεβίασα ἐγώ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Ρ.Ε.). Ὁ ἴδιος, λοιπόν, ἀπεσιώπησε τὴν κυριωτέραν φράσιν τοῦ κειμένου του. Καὶ δὲν κατανοεῖ, ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τὸ 1961, αἰφνιδίως νὰ ἀνακαλύψῃ προδότας καὶ ἐγκληματίας, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχεν ἴδει, καὶ τῶν ὁποίων τὴν ὕπαρξιν δὲν εἶχε διαπιστώσει τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1959. Κύριοι βουλευταί, πέραν τῆς φράσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι τόσον χαρακτηριστικὴ καὶ ἁδρά, ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ἐκείνην ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ἀρχηγὸς τότε τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, καὶ εἰς ἄλλας φράσεις, διὰ τῶν ὁποίων γίνεται, ρητὴ καὶ ἔντονος ἀναγνώρισις τοῦ γεγονότος, ὅτι κατηργήθη τὸ 1959 τὸ ἀποικιακὸν καθεστώς. Ἄλλωστε, ἀπόψε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὡμολόγησε καὶ εἶπε τὴν φράσιν, καὶ εἶναι πρὸς τιμήν του, ὅτι πρέπει οἱ ξένοι νὰ γνωρίζουν, ὅτι ἡ Κύπρος δὲν ὑφίσταται πλέον εἰς τὸ πρὸ τοῦ 1959 καθεστώς. Τότε ἦτο ἀποικιακὸν τὸ καθεστὼς τῆς Κύπρου. Μετὰ τὸ 1959, εἶπεν ἀπόψε —καὶ συγχαίρω διὰ τὴν ἱστορικὴν αὐτὴν ἀνωτερότητα, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν — ἡ Κύπρος, μετὰ τὸ 1959, εἶναι ἀνεξάρτητον Κράτος. Βέβαια, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τότε —διότι θέλω νὰ εἶμαι ἀπολύτως εἰλικρινὴς— ἐτόνισεν, ὅτι ὅπως τὸ κύριον πλεονέκτημα εἶναι ἡ ἵδρυσις κυριάρχου Κράτους ἐν Κύπρῳ, οὕτω καὶ τὸ κύριον μειονέκτημα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐπανέλαβε καὶ ἀπόψε, ἡ ἄρνησις τῆς Ἑνώσεως διὰ παντός. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐσκέφθη, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ φράσις αὐτή, ὅπως τὴν διετύπωσε, καταδεικνύει, ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον, ὅταν ὡμίλησε, καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλει τὸ 1959, καθ’ ὅσον κατεδείχθη ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι δὲν εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ, διὰ παντός, ἡ Ἕνωσις. Εἶχε διατυπωθῆ εἰς μίαν συνθήκην ὡρισμένη ρήτρα. Καὶ γνωρίζει ἄριστα τί σημαίνουν αἱ συνθῆκαι, πῶς ἐξελίσσεται καὶ πῶς ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, βάσει τῆς παναρχαίας ἀρχῆς REBUS SIC STANDIBUS γίνονται καὶ μεταβάλλονται. Γνωρίζετε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς διατυπώσεως, ἡ ὁποία —καὶ δὲν τὸ εἶπεν ἀπόψε, ἐνῷ καὶ αὐτὸ ὤφειλε νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως— ἐγένετο πρῶτον, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ κατάργησις τοῦ ἀποικιακοῦ καθεστῶτος, δεύτερον, διὰ νὰ ἔχῃ μίαν ἔκβασιν ὁ αἱματηρὸς ἀγὼν τῶν Κυπρίων, συγκεκριμένως τῆς ΕΟΚΑ, ἔκβασιν, ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω ποία θὰ ἦτο ἐὰν παρετείνετο ὁ ἀγών, χωρὶς τὴν δυνατότητα ἀποστολῆς περαιτέρω ὅπλων καὶ τρίτον, διότι ὡς ἀντιστάθμισμα αὐτῆς τῆς ρήτρας διετυπώθη καὶ ἄλλη, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκλείσθη, ἐὰν θέλετε, ἐπίσης διὰ παντὸς ἡ διχοτόμησις. Ἐφ’ ὅσον ἐγένετο μία συμφωνία ἐγένετο καὶ ἀνταλλαγὴ ἐπισκεπτηρίων. Περὶ τυπικῶν ἐπισκεπτηρίων ἁπλῶς ἐπρόκειτο. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπισκεπτηρίων καὶ ἐὰν εἶχε δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ 1959, λέγων, ὅτι ἀπηρνήθημεν διὰ παντὸς τὴν ἕνωσιν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητῶμεν ἀπόψε περὶ ἑνώσεως. Καὶ ἀκριβῶς δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν περὶ ἑνώσεως, διότι ὑπεγράφησαν αἱ συνθῆκαι τοῦ 1959, ἱδρύθη τὸ κυρίαρχον Κράτος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ἤδη ἐν Φεβρουαρίῳ μηνὶ τοῦ 1959 ὁ κ. Παπανδρέου, ἐγένετο ὁ Μακάριος ἀπὸ Ἀρχιεπίσκοπος, Πρόεδρος τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, εἰσῆλθεν ἡ Κύπρος εἰς τὸν Ο.Η.Ε., ἀπέκτησε πλήρη διεθνῆ παρουσίαν τοιαύτην, ὥστε καὶ ὡρισμέναι δεσμεύσεις τῶν συνθηκῶν, ὅπως εἶπεν ἀπόψε αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, αὐτομάτως ἤρθησαν καὶ δή, ὅπως εἶπε, τῇ συμπράξει αὐτῆς ταύτης τῆς Τουρκίας, ἡ ὁποία συνεφώνησεν εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Κύπρου εἰς τὸν Ο.Η.Ε. καὶ τοιουτοτρόπως ἤνοιξεν ὁ δρόμος δι’ ἀγῶνα ἀπολύτως διάφορον καὶ ἀσυγκρίτως, ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς δυνατότητος, εὐρύτερον ἀπὸ τὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος ἐγένετο πρὸ τοῦ 1959. Τώρα πλέον ἡ Κύπρος διεξάγει τὸν ἀγῶνα ὡς Κράτος Ἑλληνικόν, ὡς Κράτος ἀνεξάρτητον, μὲ Κυβέρνησιν Ἑλληνικήν, μὲ ἡγέτην Ἕλληνα καὶ μὲ παρουσίαν διεθνῆ, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἀνάγκην ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ πάντων. Διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσῆλθεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι ἀνεγνωρισμένη. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ἀπόψε, ὅτι ἡ μεγάλη ἐπιτυχία τοῦ παρελθόντος Μαρτίου 1964, ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐδικαιολόγει τοὺς ὕμνους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἦτο ὄχι ἁπλῶς τὸ ὅτι ἀπεφάσισε τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας τὴν ἀποστολὴν μιᾶς στρατιωτικῆς δυνάμεως διεθνοῦς, ἀλλὰ τὸ ὅτι ἀνεγνώρισε DE FA-CTO —καὶ λυποῦμαι διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν— τὴν ὕπαρξιν Κράτους καὶ Κυβερνήσεως Κυπριακῆς. Πῶς ἀνεγνωρίσθη ἡ Κύπρος DE FACTO, ἀφοῦ ἦτο μέλος; Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ Κύπρος ἦτο ἀνεγνωρισμένη DE JURE ὡς ἀνεξάρτητον καὶ κυρίαρχον Κράτος, ἦτο μέλος τοῦ Ο.Η.Ε. Πῶς εἴπατε τοιοῦτόν τι, φίλε κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν; Μήπως τὸ εἴπατε μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι κατώρθωσεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις κἄτι, τὸ ὁποῖον ἦτο αὐτονόητον, δεδομένου, ὅτι ἦτο μέλος τοῦ Ο.Η.Ε. ἡ Κύπρος;
§84Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἐπιτρέπετε, κύριε Πρόεδρε;
§85Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως.
§86Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ θέματος κρισίμου καὶ εἶναι δυνατὸν ἡ ἀμφισβήτησις αὐτὴ νὰ ἔχῃ καὶ συνέχειαν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε τὴν ἑξῆς διασάφησιν. Ἐχρησιμοποίησα τὴν λέξιν «ἀνεγνώρισε DE FACTO» ἐξ ἀντιδιαστολῆς πρὸς τὴν ἀμφισβήτησιν ὑπάρξεως Κυπριακῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔγινεν ἕνα μῆνα πρὶν εἰς τὴν συνδιάσκεψιν τοῦ Λονδίνου καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠμφισβητήθη καὶ ἡ νομιμότης...
§87Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας;
§88Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἄποψις ἡ τουρκική...
§89Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦσθε ἐν γνώσει τότε, διότι ἐγὼ ἦλθον κληθεὶς ἀπὸ ἐκλογικὴν περιοδείαν καὶ ἔλαβον γνῶσιν. Ἦτο ἡ νὺξ κατὰ τὴν ὁποίαν ἦλθον ἀπὸ τὴν Τρίπολιν καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου τινος, οὔτε ἠμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις Κυπριακῆς Κυβερνήσεως. Ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς ἕνα χαρτί, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἑτοιμασθῆ εἰς Λονδῖνον, ἐγίνετο μνεία τῶν δύο Ἀρχηγῶν τῶν Κοινοτήτων. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Παρασκευοπούλου ἔφερεν εἰς τοῦτο ἀντίρρησιν. Ἡ ἀντίρρησις ἐγένετο ἀμέσως δεκτή.
§90Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, κύριε Πρόεδρε. Ἐὰν ἀμφισβητῆτε τὸ γεγονός, ὅτι ἐκ μέρους τῆς τουρκικῆς πλευρᾶς ὑπῆρξεν ἄρνησις τῆς νομιμότητος, ἐὰν πράγματι δὲν ἔγινε τότε ὅλος μου ὁ συλλογισμὸς πίπτει. Ἐὰν ὅμως, ὅπως αἱ ἰδικαί μου πληροφορίαι εἶναι, ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις τῆς νομιμότητος τῆς Κυπριακῆς Κυβερνήσεως λόγῳ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὅλοι οἱ Τοῦρκοι μετέχοντες εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰ συλλογικὰ Σώματα τὰ προβλεπόμενα ἀπὸ τὴν συνθήκην τῆς Ζυρίχης, εἶχον ἀποσυρθῆ, τότε ὀρθῶς ἐπανηγύρισα τὸ γεγονός, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ νομιμότης καὶ ἡ ὕπαρξις DE FA-CTO μιᾶς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§91Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπεξήγησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ὁποία, βεβαίως, δὲν αἴρει τὴν βαρύτητα τοῦ λόγου, τὸν ὁποῖον εἶχε διατυπώσει, θεωρεῖται ὑπ’ ἐμοῦ ἐπαρκὴς καὶ δὲν θέλω ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ προχωρήσω. Πράγματι, μόνον ἡ Τουρκία εἶχεν ἀμφισβητήσει καὶ αὐτὴ δι’ οὐδεμιᾶς διπλωματικῆς ἐνεργείας οὔτε ἐν Ἀθήναις, οὔτε......
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ οἱ Ἄγγλοι.
§93Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ἄγγλοι ἁπλῶς καὶ μόνον προέβησαν εἰς αὐτὴν τὴν διατύπωσιν, κύριε συνάδελφε, καὶ μόλις, οὐχὶ ὁ κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ ὁ κ. Ἰωάννης Παρασκευόπουλος διὰ τοῦ κ. Παλαμᾶ ἀπήντησε τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ μνεία τοῦ Κυπριακοῦ Κράτους, ἀμέσως, διότι ἐπρόκειτο περὶ λάθους κἄποιου γραμματέως ἢ καὶ περὶ λάθους ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο καὶ περὶ ἐσκεμμένης ἐνεργείας, παρεμερίσθη ἡ ἐσκεμμένη ἐνέργεια, χωρὶς νὰ χρειασθῇ νὰ γίνῃ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξεφράζοντο ὕμνοι καὶ αἶνοι πρὸς τὸν κ. Ἰωάννην Παρασκευόπουλον καὶ τὸν Πρεσβευτὴν κ. Παλαμᾶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ τὴν γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅπως εἶπον πρὸ ὀλίγου. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησεν ἰδιαιτέρως καὶ διὰ τὸ θέμα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ Μαρτίου καὶ εἶπεν, ὅτι ἔκτοτε —θέλων νὰ δικαιολογήσῃ διατὶ ἦτο ἠθικῶς ἐπιβεβλημένη ἢ ἔστω ἐπιτρεπτὴ ἡ διαδήλωσις αὐτοῦ τοῦ θαυμασμοῦ πρὸς τὸ ἐπιτελεσθὲν ἐντὸς δύο ἑβδομάδων ἔργον— ὅτι ἔκτοτε δὲν ἔγινε πόλεμος. Ἄρα τώρα —αὐτὴ εἶναι μία λογική, τὴν ὁποίαν θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀσχοληθέντας μὲ τὴν λογικὴν νὰ τὴν κατατάξουν εἰς ἐκείνην τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀριστοτέλους ἔχει καθιερωθῆ— ἄρα ἀφοῦ δὲν ἔγινε πόλεμος ἔκτοτε, ἔπρεπε νὰ δεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τοὺς ὕμνους. Καὶ ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ ἡ ἀποθέωσις εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦ Μαρτίου. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν λέγῃ τις, ὅτι αἰφνιδίως παύει κἄτι τι νὰ ἀποτελῇ κίνδυνον καὶ μεταβάλλεται εἰς πρόβλημα, τί ἐννοεῖ; Ἐννοεῖ, ὅτι παύει νὰ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος τοῦ πολέμου. Καὶ γνωρίζει ἄριστα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μετὰ τὸν Μάρτιον ἐσημειώθη τοὐλάχιστον τρὶς ὁ κίνδυνος πολέμου. Καὶ πέραν τούτου ἐγένετο ὁ βομβαρδισμός. Πῶς δὲν ἐσκέφθη ἀπόψε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο νὰ θεωρήσῃ τὸν Μάρτιον ὡς σταθμὸν τόσον σπουδαῖον καθ’ ἣν στιγμὴν μετὰ τὸν Μάρτιον καὶ μετὰ τὸ Ὑπουργικὸν ἐκεῖνο Συμβούλιον, ἐσημειώθη ὁ βομβαρδισμός, ὁ ὁποῖος ἐστοίχισεν εἰς τοὺς Κυπρίους τόσα θύματα, τόσον αἷμα, τόσον πένθος; Ὁ κίνδυνος, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀφεώρα μόνον τὰς κεφαλὰς ἡμῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔπεσαν βόμβαι, ἀφεώρα τὰς κεφαλὰς τῶν Κυπρίων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔπεσαν. Ἐφ’ ὅσον ἔπεσαν βόμβαι ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν Κυπρίων, δὲν δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον τὸν Μάρτιον πανηγυρίζοντες. Μετὰ τοῦτο εἰσῆλθεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ περιεχόμενον τῶν συνομιλιῶν του μὲ τὸν Πρόεδρον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Χαίρω, διότι ἀπόψε ὑπῆρξε κάπως περισσότερον ἀποκαλυπτικὸς ἔναντι τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους καὶ ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν ὅλων καὶ ὡρισμένας φράσεις τῶν συνομιλιῶν του ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, ὡς καὶ ὡρισμένην περικοπὴν τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον Τζόνσον. Βεβαίως, τὸν διέκοψα —ἦτο ἡ μόνη διακοπή, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸν διακόπτω— καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσῃ ὁλόκληρον τὴν ἐπιστολήν. Ἐγὼ τὴν γνωρίζω καὶ οὐδέποτε ἔκαμα χρῆσιν τοῦ περιεχομένου αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζῃ, ὅτι δὲν θὰ ἔβλαπτε τοῦτο, θὰ πρέπει νὰ τὴν θέσῃ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς ὁλόκληρον. Ἀλλά καὶ αὐταὶ αἱ φράσεις, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσεν, ἀρκοῦν διὰ νὰ σημάνουν, ὅτι εἴχομεν δίκαιον ἡμεῖς τότε καὶ ὄχι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴχομεν δίκαιον ἡμεῖς οἱ εἰπόντες, ὅτι δὲν εἶχε συμφωνήσει ὁ συνομιλητής του ἢ ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐὰν τυχόν, πρᾶγμα ἀδύνατον, διότι αὐτὸ δὲν ἐξάγεται ἀπὸ τὴν ἐπιστολήν, εἶχε πρὸς στιγμὴν συμφωνήσει, ὑποστὰς τὴν ὑποβολὴν τῶν λόγων τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μετά τινας ἡμέρας καὶ δὴ πρὸ τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεως, ἀπέστειλεν ἐπιστολὴν καὶ ἐλήφθη ἡ ἐπιστολὴ καὶ περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως 36 περίπου ὥρας πρὸ τῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζητήσεως. Καὶ ἡ ἐπιστολὴ οὐδόλως ἐμφανίζει τὸν Πρόεδρον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν συμφωνοῦντα εἰς τὸ ὅτι ἡ μόνη ὁδὸς εἶναι ὁ Ο.Η.Ε. Ὁ Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν διὰ τῆς ἐπιστολῆς του ἐπιμένει εἰς τὴν ἀνάγκην διμερῶν συνομιλιῶν, ἀδιάφορον ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς, ὅπως εἶπεν καὶ τὸ πρωΐ. Δὲν κρίνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν αὐτὸ τοῦτο τὸ γεγονὸς τῆς ἐπιστολῆς καὶ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς, κρίνω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐπιθέσεως, πρόκειται περὶ κριτικῆς, περὶ πολιτικῆς κριτικῆς καὶ λέγω, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ εἴπῃ πρὸς τὸ Ἔθνος, ὅτι οἱ ἐν Ἀμερικῇ συνομιληταί του συνεφώνησαν μετ’ αὐτοῦ, διότι ἁπλούστατα, δὲν εἶχον συμφωνήσει. Καὶ ἐπεσημάνθη πρὸ τῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἔλλειψις συμφωνίας ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν δι’ εἰδικοῦ μηνύματος, δι’ εἰδικῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν τοῦ ἀπέστειλε. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὅσα εἶπεν ἀπόψε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἤρκεσαν διὰ νὰ καλύψουν τὸ λάθος εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε τότε περιπέσει καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐξουδετεροῦται διὰ τῆς ἀπαντήσεως τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τὸν Πρόεδρον Τζόνσον. Εἰς τὸν Πρόεδρον Τζόνσον ἐπανέλαβεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν κατ’ οὐσίαν τὸ σῶμα τῆς πρὸς αὐτὸν διαφωνίας του. Ἐπίσης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κείμενον τῆς συνομιλίας, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατανοῶ, διατὶ ἀνεγνώσθη. Οὐδεμίαν εἶχε σημασίαν. Ἀφεώρα τὴν δικονομίαν καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, προκύπτει ἐκ τοῦ κειμένου αὐτοῦ, ὅτι ἤδη πρὸ τῆς συναντήσεως τῆς Νέας Ὑόρκης ἐγνώριζεν ἄριστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχεν ὁρισθῆ ὁ κ. Ἄτσεσον ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς τὴν Γενεύην. Ἄλλως τε εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ἐγνώριζε, καθ’ ὅσον προσεκλήθη ὁ κ. Ἄτσεσον ἐπὶ τούτῳ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἐν Οὐασιγκτῶνι Πρεσβείας κατὰ τὸ γεῦμα, τὸ ὁποῖον παρετέθη πρὸς τιμὴν τοῦ Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ — καί βεβαίως δὲν καλοῦνται ἅπαντες οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Κύριοι δὲν κατηγορῶ δι’ αὐτό, ἁπλῶς διαπιστώνω ὡρισμένα ἀντικειμενικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἐπαρκῶς ἐπισημανθῆ. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὸ θέμα, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰς συνομιλίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸν Πρόεδρον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, εἰσῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὸ κρίσιμον, πράγματι, θέμα, τὸ λεπτότατον, ἐὰν ἐνίσχυσε διὰ τῆς μέχρι τοῦδε πολιτείας του ἢ ὄχι τὸ ἀντιδυτικὸν μέτωπον. Πράγματι, εἶπον, ὅτι τὸ ἐνίσχυσε. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι τὸ ἐνίσχυσε συνειδητῶς. Ἰσχυρίσθην βεβαίως —καὶ ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποταγῆς ἐν μέρει τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς σκοπιμότητας τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς— ἰσχυρίσθην, βεβαίως, ὅτι ἠθέλησε νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα καὶ θέλων νὰ συμβιβάσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα, ἐνίσχυσε τὸ ἀντιδυτικὸν πνεῦμα. Ἀπήντησε —καὶ ἐνόμισεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἶναι ἀρκετὴ ἡ ρητορικὴ αὐτὴ ἀπάντησις ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐνίσχυσε τὸ ἀντιδυτικὸν πνεῦμα, ἀλλ’ ἐὰν διατηρῆται κἄποιο πνεῦμα ἐν Ἑλλάδι σύμφωνον μὲ τὰς παραδόσεις καὶ τὴν ἱστορίαν της, ἄρα πνεῦμα συνδεόμενον μὲ τὴν Δύσιν — αὐτὸν τὸν ὁρισμὸν ἔκαμεν ὁ ἴδιος ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — αὐτὸ ὀφείλεται μόνον εἰς τὸν ἴδιον, εἰς τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας εὑρίσκεται. Διότι, συνέχισεν, ἐὰν ἔμενε μόνη ἡ Ε.Δ.Α. παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Κυπρίων, τῶν Ἑλλήνων Κυπρίων ἀγωνιστῶν, τί θὰ ἐγίνετο εἰς τὸν τόπον αὐτόν; Λυποῦμαι, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν εἶχε μείνει ποτὲ μόνη ἡ Κύπρος. Καὶ λυποῦμαι, διότι ἀγνοεῖτε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀπαρτίζεται μόνον ἀπὸ ἕνα τμῆμα τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπὸ ὅλα τὰ τμήματα αὐτῆς. Λυποῦμαι, διότι ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐὰν μέχρι τοῦ 1959 ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁ ἀγὼν —καὶ διεξήχθη— αὐτὸ ὀφείλεται εἰς κἄποιους. Βεβαίως, κατ’ ἐξοχήν, καὶ αὐτὸ θὰ τὸ εἴπω εἰς τὸ τέλος, τροποποιῶν μίαν ἰδικήν σας φράσιν, -κατ’ ἐξοχὴν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίζοντο ἐκεῖ. Ἀλλά, ἐπιτρέψατέ μου νὰ προσθέσω καὶ εἰς κἄποιους ἄλλους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔδιδον τὰ μέσα. Δὲν ἐτέθη οὐδὲ ζήτημα νὰ μείνῃ μόνη ἡ Κύπρος, δὲν ἐχρειάζετο νὰ ὑψωθῇ ἡ ἰδική σας φωνὴ ὁσονδήποτε ἀναγκαία καὶ ἐὰν ἦτο καὶ αὐτὴ καὶ ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν ὑψώθη κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀπόψεως ἤχου ἦτο ὡραῖος, δὲν ἐχρειάζετο διὰ νὰ ὑπάρξῃ πέραν τῆς Ε.Δ.Α. ἡ ἰδική σας φωνὴ διὰ νὰ ἀκουσθῇ γενικώτερον ἡ Ἑλληνικὴ φωνή. Ἅπαντες οἱ Ἕλληνες ἐσκέπτοντο κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἐὰν προέβην ἐγώ, καὶ προέβην σήμερον τὸ πρωΐ, εἰς δριμεῖαν κριτικήν, οὐδέποτε θὰ ἐτόλμων νὰ διατυπώσω τοιαύτην ἠπίαν μὲν φρασεολογικὴν σκέψιν, ἀλλὰ βαρύτατα ὑβριστικὴν δι’ ὁλόκληρον τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι καὶ ἡ νεολαία τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ τὸ 35% τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἦτο ἀνώτερον, εἶχον ταχθῆ μὲ τὸν ἀγῶνα καὶ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ἡ Κύπρος ἰδιαιτέρως τῆς ἰδικῆς σας φωνῆς. Εἶχεν ἀνάγκην ὅλων. Δὲν ἀπηντήσατε, λοιπόν, διὰ τοῦ ρητορικοῦ αὐτοῦ σχήματος, τοῦ λίαν ἀτυχοῦς, εἰς ἐκεῖνο ποὺ εἶπα. Θὰ ἀπαντούσατε εἰς ἐκεῖνο ποὺ εἶπα, ἐὰν δὲν παρελείπατε νὰ ἐξετάσετε ἄλλα σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξα καὶ τὰ ὁποῖα δεικνύουν ἀκριβῶς, ὅτι ἐνῷ διαρκῶς λέγετε καὶ ἀπόψε τὸ εἴπατε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὰς συμμαχίας της καὶ θὰ μείνῃ εἰς τὸ πλαίσιον τῶν συμμαχιῶν της καὶ εἰς τὴν Δύσιν, προέβητε καὶ προβαίνετε καὶ εἰς διφορουμένας ἐνεργείας ἢ ἀφήνετε νὰ ὑπονοηθοῦν ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήνετε νὰ ὑπονοηθοῦν. Καὶ ὡμίλησα εἰδικώτερον καὶ ἐκτενῶς περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς παρελθούσης Τετάρτης, παρὰ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶχον καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καταγγελθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ἠλιοῦ ὡς λόγοι παραιτήσεως καὶ θὰ ἔπρεπεν ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων νὰ λάβετε θέσιν, ὡμίλησα, πέραν τοῦ τρόπου τοῦ αἰφνιδιασμοῦ, μὲ τὸν ὁποῖον ἀμέσως μετὰ τὴν παραίτησίν του, μετὰ τὰς διαδόσεις αὐτάς, μετὰ τὸν λόγον τοῦ κ. Ἠλιοῦ, μετέβη ὁ κ. Ἀνδρέας Παπανδρέου εἰς τὴν Κύπρον, περὶ τῆς ὑποδοχῆς, ἡ ὁποία τοῦ ἐγένετο μὲ συνθήματα ἀντινατικὰ κ.ο.κ. Τὰ παρεμερίσατε ὅλα αὐτά, ἐθεωρήσατε ἴσως, ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἦτο ἀρκετὴ ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν προσκληθεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπουσιάσῃ οὐδὲ πρὸς στιγμήν, ἔδωσεν εἰς ἐμὲ ὁ τέως ἀναπληρωτὴς Ὑπουργός. Θὰ ἐπροσέξατε, ὅτι εἰς τὴν ἀπάντησίν του δὲν ἀνταπήντησα, διότι ἐὰν ἀνταπήντων θὰ ἔπρεπε νὰ εἶμαι πολὺ πικρὸς καὶ σκληρός. Κύριοι βουλευταί, αἱ ἀντιφάσεις αὐταὶ ὑπάρχουν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παραμερίζων αὐτὰς καὶ ἀποσιωπῶν ὁλόκληρα κεφάλαια τῆς κριτικῆς, τὴν ὁποίαν ἤσκησα σήμερον τὴν πρωΐαν, εἶπεν, ὅτι αἱ ἀντιφάσεις ὑπάρχουν εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ πράγματα, κατὰ τῶν ὁποίων παλαίει. Ὑπάρχουν καὶ εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ ὑπάρχουν ἐν μέρει καὶ εἰς τὰ πράγματα δὲν θὰ ἐξεδηλοῦντο, ἐὰν δὲν ἠκολουθεῖτο ἡ τακτική, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη, τῆς δημιουργίας μεγάλων ἐλπίδων διὰ τῆς δηλώσεως ἀμέσου συμπαραστάσεως ἐν περιπτώσει κινδύνου, τῆς μεταπτώσεως δὲ ἀπὸ τῶν ἐλπίδων εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν. Αὐτὰ ὅλα καὶ τὰ μετὰ ταῦτα σημειωθέντα, ὅπως π.χ. ἡ φημολογία περὶ τῶν λόγων παραιτήσεως τοῦ ἀναπληρωτοῦ Ὑπουργοῦ Συντονισμοῦ, ἡ μετάβασις τούτου εἰς Κύπρον ἀμέσως μετὰ ταῦτα, ὅλα αὐτὰ ἐδημιούργησαν ἐπίσης ἀντιφάσεις, βαρυτάτας ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ κρατοῦν καὶ βασιλεύουν εἰς τὸ πνεῦμα σας, εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχομαι εἰς τὸν ἐπίλογον καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἰδικόν μου. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἄφθονος ὑπῆρξεν ἡ προσωπική μου ἐπίθεσις, ἀνύπαρκτος ὅμως ἡ θέσις. Καὶ τὸ λέγει αὐτό, ἀξιότιμοι κ.κ. βουλευταί, Πρωθυπουργὸς χώρας, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ, ὅτι ἡ ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ Ἀρχηγὸς αὐτῆς θὰ ἐβοήθουν τόσον, ὅσον ἐβοήθησαν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ δεκάμηνον. Γνωρίζει ἀπὸ τὰς συσκέψεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν, ποία εἶναι ἡ θέσις μου, τὴν γνωρίζει καὶ ἀπὸ τὰς συσκέψεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. Ι. Παρασκευοπούλου, κρισίμους συσκέψεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐλήφθησαν ἀποφάσεις κοιναί, παρισταμένων τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Ἐπιτελείων. Τὸ γνωρίζει καὶ ἀπὸ τὰς μετὰ ταῦτα ἐπαφάς μου μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπὸ τὴν σύσκεψιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Βασιλέως. Πῶς ἀξιότιμοι, κ.κ. συνάδελφοι, ὁ γνωρίζων πάντα ταῦτα ἔρχεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν μὲ αὐτὴν τὴν ἄνεσιν τοῦ λόγου, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει καὶ λέγει, ὅτι ὁ μὲν Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἔχει ὡρισμένην θέσιν, καὶ ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν ἀκεραιότητα τῆς θέσεως αὐτῆς τὴν παρεβίασεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς — καὶ ὅτι ἐπίσης ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Δ.Α. προέβαλεν ἐπίσης ὡρισμένην θέσιν, ἐνῷ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. προέβη εἰς ἄφθονον ἐπίκρισιν καὶ ἄφθονον ἐπίθεσιν, ἀλλὰ οὐδεμίαν θέσιν διετύπωσε. Ὄχι μόνον γνωρίζει, ἀξιότιμοι κ.κ. βουλευταί, τὴν θέσιν τὴν ἰδικήν μου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι μόνον γνωρίζει, ὅτι εἰς ὡρισμένας κρισίμους στιγμὰς συμπαρεστάθην, διότι ἔπρεπε νὰ συμπαρασταθῶ ἐνώπιον τοῦ κινδύνου, ὄχι μόνον γνωρίζει ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ γνωρίζει καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσε καὶ σήμερον. Δὲν ὡμίλησα σήμερον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῆς ἑνώσεως; Ἡρμήνευσα μάλιστα καὶ τὴν ἰδικήν σας φράσιν ποὺ εἴπατε ἐν Θεσσαλονίκῃ: «Ἔρχεται ἡ Ἕνωσις» καὶ δὴ ὄχι ὅπως τὴν ἀντελήφθητε, διότι εἶπα, ὅτι ἦτο ψυχολογικῶς δεδικαιολογημένη ὅταν ἀπηυθύνητε εἰς τὴν νεολαίαν. Ὄχι μόνον λοιπὸν περὶ τῆς ἑνώσεως ὡμίλησα, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς θέσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Θέσεως καὶ ὄχι ἀρνήσεως, ἀλλὰ ἐδικαιούμην νὰ θέσω καὶ ἐρωτήματα καὶ ἐδικαιούμην νὰ θέσω ἐρωτήματα, διότι ἀνησυχῶ. Τὸ ὅτι ἀνησυχῶ, αὐτὸ δὲν σημαίνει διόλου, ὅτι δὲν ὁρμῶμαι ἀπὸ θέσιν ὡρισμένην, ἀλλὰ σημαίνει, ὅτι ἔχω ἐθνικὴν ἀγωνίαν, διότι ἀκριβῶς ὁρμῶμαι ἀπὸ ὡρισμένην θέσιν νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐθνικὴ αὐτὴ ἀγωνία, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ἐνετάθη. Εἰς τὸ τέλος εἴπατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸ εἴπατε κατὰ τρόπον ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς αὐταρεσκείας τόσον ἀπαράδεκτον, ὥστε εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἐπισημάνω, εἴπατε, ὅτι γνωρίζει ἡ Κύπρος εἰς ποίους ὀφείλει, ὅτι σήμερα εἶναι ἐλευθέρα, εἰς ποίους τῶν ἐν Ἑλλάδι εὑρισκομένων, ὀφείλει, τὸ ὅτι εἶναι ἐλευθέρα. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κύπρος πράγματι τὸ γνωρίζει. Ἐὰν εἶναι ἐλευθέρα σήμερον ἡ Κύπρος, εἶναι ἐλευθέρα, διότι ἔχυσε τὸ αἷμα τῶν ἰδίων της τέκνων, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της καὶ ἡμεῖς τὸ 1959, δὲν ἐπράξαμεν ἄλλο τι, παρὰ νὰ ἐπικυρώσωμεν διὰ μιᾶς προσωρινῆς λύσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν φρασεολογίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐξησφάλισε τὴν ἵδρυσιν κυρίαρχου κράτους, τὰς μεγάλας θυσίας τῶν Κυπρίων. Ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπράξαμεν ἢ μὴ νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία περιείχετο εἰς τὸ ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου χυθὲν αἷμα, δηλαδὴ τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐνεσάρκωσαν οἱ ἀγωνισταί, οἱ ἐκτεθέντες εἰς κινδύνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ε.Ρ.Ε.).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ ἀπαντήσω εἰς ὀλίγα βασικὰ σημεῖα τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε.
§96Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἀνταπαντήσω, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐπληροφορήθην, διότι ἀπουσίαζα, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. κατελόγισεν ὡς βαρεῖαν παράλειψίν μου, ὅτι εἰς τὴν περίληψιν τοῦ λόγου μου τοῦ Φεβρουαρίου 1959 δὲν ἀνέφερον αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον τότε, ὅτι ἡ Κύπρος ἔγινε κυρίαρχον κράτος. Ἐν τούτοις τὸ ἀνέφερον. Ἰδοὺ τὸ κείμενον.
§98Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐδιαβάσατε ἀπόψε. Δὲν εἴμεθα κωφοί. Παρακαλῶ νὰ μὴ προστεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς πρώτης ἀποψινῆς ὁμιλίας σας. Δὲν εἴμαστε κωφοὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§99Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀκούσατε πρῶτον.
§100Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
§101Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως)... Ἠρεμήσατε. Καὶ θὰ μείνετε σύμφωνος.
§102Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ διαβάσετε τὶ εἴπατε τὸ 1959... (Θόρυβος–Κωδωνοκρουσίαι).
§103Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον, νὰ διαθέσῃ τὰς συνταγάς του, διὰ τὰς ἰδικάς του ὁμιλίας.
§104Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μᾶς διαβάσητε, τὶ εἴπατε τὸ 1959... (Θόρυβος–Κωδωνοκρουσίαι).
§105Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἀνεγίνωσκον ὅλα τὰ κείμενα ἀπόψε, θὰ ἐχρειάζετο μακρὸς χρόνος, δι’ αὐτὸ ἔκαμα μίαν περίληψιν. (Φωναί: Αʹ, αʹ.).
§106Ε. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τὶ εἴπατε τὸ 1959...
§107Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὑπάρχουν τὰ κείμενα, ὑπάρχουν τὰ πρακτικὰ τῆς ὁμιλίας μου τοῦ 1959, καθὼς καὶ τῆς ὁμιλίας μου τοῦ 1964. Ἀδίκως ἑπομένως ἀνησυχεῖτε. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν ἡ περίληψις, ἡ ὁποία περιέχει τὸ κείμενον τῶν προγραμματικῶν μου δηλώσεων τὸν Ἀπρίλιον 1964, ἀνταποκρίνεται πράγματι πρὸς τὸν παλαιόν μου λόγον τοῦ Φεβρουαρίου 1959. Ποία εἶναι ἡ διατύπωσις τῆς περιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα ἐκ τῶν πρακτικῶν... Ἀκούσατε: «Ἐὰν κατελύθη ἡ κυριαρχία τῆς ἀποικιοκρατίας, δὲν καθιεροῦται κυριαρχία τῆς πλειοψηφίας, καθιεροῦται τριπλῆ συγκυριαρχία». Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ἀνέγραψε τὴν κατάργησιν τῆς κυριαρχίας τῆς ἀποικιοκρατίας. Ἐσφαλμένη ἑπομένως ὑπῆρξεν ἡ διαμαρτυρία σας. (Φωναί: Αʹ, αʹ.). Αὐτὸ εἶναι τὸ κείμενον. Ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἐννοήσετε, νὰ αἰτιᾶσθε μόνον τὸν ἑαυτόν σας. Δὲν εἶναι ἰδική μου εὐθύνη. Ἐπληροφορήθην ἐπίσης, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἰσχυρίσθη, ὅτι δὲν ἀπεκλείσθη ἡ Ἕνωσις....
§108Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἰσχυρίσθην...
§109Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Αὐτὸ μοῦ εἶπον. Ἔπταισεν ἡ ἀπουσία μου.
§110Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἀνεγράφη τοῦτο εἰς ἀντιστάθμισμα τοῦ ἐπίσης ὁρισθέντος ὅρου, ὅτι ἀποκλείεται ἡ διχοτόμησις, καὶ ὅτι αὐταὶ εἶναι ρῆτραι εἰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι, ὅπως ἅπασαι αἱ συνθῆκαι ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ἰσχύουν καὶ μεταβάλλονται καὶ ἑπομένως ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἴχατε τότε τὸ δικαίωμα τὸ ἱστορικὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἀπεκλείσθη ἡ Ἕνωσις διὰ παντός, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἐνώπιόν μας ὑπάρχει αὕτη. Σεῖς, ὁ ἴδιος λέγετε, ὅτι ἔρχεται ἡ Ἕνωσις. Δὲν ἀπεκλείσθη λοιπὸν διὰ παντὸς ἡ Ἕνωσις. Ἄρα διεψεύσθητε σεῖς καὶ ὄχι ἐγώ.
§111Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ε.Ρ.Ε., λυποῦμαι διὰ τὴν ἐμπλοκὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἐνεπλέξατε τὸν ἑαυτόν σας. (Γέλωτες). Διότι ἐνῷ αἱ συνθῆκαι σας ἀπηγόρευαν τὴν Ἕνωσιν, ἡ Ἐπανάστασις κατέλυσε τὰς συνθήκας σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Ἡ ἐπανάστασις τοῦ Λαοῦ ἐναντίον τῶν συνθηκῶν σας. Ἐκτὸς ἐὰν ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἡ ἀπόγνωσις εἰς τὴν ὁποίαν ὡδήγησαν αἱ συνθῆκαι σας, ἐπροκάλεσαν τὴν ἐπανάστασιν. Ἐὰν τὸ ἰσχυρισθῆτε ἔχετε δίκαιον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου.). Μία εἶναι ἡ ἀλήθεια. Εἶναι ἀληθὲς ἀπίστευτον. Καὶ οὐδέποτε συνέβη εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ γένους νὰ ὑπογραφοῦν συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀποκλείουν διὰ δυναμικῶν ἐπεμβάσεων, ἀκόμη καὶ τῆς Ἑλλάδος, τὴν διεκδίκησιν τῆς Ἑνώσεως. Ἐπαναλαμβάνω: Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ Ἕνωσις, εἰς μίαν δεδομένην ἐποχήν, διότι ἡ συσχέτισις τῶν δυνάμεων δὲν τὴν καθιστᾷ δυνατήν. Ἕνα δὲν εἶναι δυνατόν. Ἕλληνες νὰ ὑπογράψουν τὴν ἄρνησιν τῆς Ἑνώσεως. Αὐτὸ εἶναι ἠθικὸν στίγμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ βαρυτάτη, ἡ ἀνεξιλέωτος εὐθύνη. Ἀνέκαθεν τὸ ὑπεστήριζα. Οὐδέποτε αὐτὴ ἡ διάταξις ἐπετρέπετο νὰ ὑπογραφῇ ἀπὸ Ἕλληνας, διότι παρεβιάζετο ἡ αἰωνία Ἑλλάς. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα, φωναί: Μπράβο). Ἐφ’ ὅσον ἑπομένως περὶ αὐτοῦ πρόκειται, συμφέρον τῶν αὐτουργῶν εἶναι νὰ ἀποφεύγουν τὴν ὑπενθύμισιν. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν καμμίαν διάθεσιν ὑπενθυμίσεως. Δὲν προκαλοῦμε κανένα. Διότι ἡ ἕνωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι προϋπόθεσις τῆς Ἑνώσεως. Καὶ ἔχομεν χρέος, καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, νὰ χαλυβδώσωμεν τὴν ἑνότητα. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὅτι ἡ Κύπρος γνωρίζει εἰς ποίους ὀφείλει τὴν σημερινήν της ἐπαναστατικὴν ἐλευθερίαν, διότι βεβαίως εἶναι μία μεταβατικὴ περίοδος, εἶναι μία δημοκρατικὴ καὶ ἐθνικὴ ἐπανάστασις ἐν πορείᾳ. Κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὸν ἑαυτόν της. Παραπλεύρως ὅμως πρὸς αὐτὸν τὸν πρῶτον παράγοντα ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη παρουσία εἰς τὴν Κύπρον, τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται νὰ ἀναλύσω, ἀλλὰ ἡ ὁποία ἔκαμε τοὺς ἀντιπάλους νὰ διαπιστώσουν, ὅτι ἀπόβασις δὲν εἶναι ἁπλοῦς στρατιωτικὸς περίπατος, εἶναι πόλεμος καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὴν ἐπιχειροῦν. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορική μας ὑπηρεσία. Καὶ πέραν τῶν δεσμῶν τοῦ αἵματος, τῆς φωνῆς τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία συνδέει ὅλους τοὺς Κυπρίους μὲ τὴν μητέρα πατρίδα, ἡ ἐπίγνωσις αὐτῆς τῆς μεγάλης ὑπηρεσίας δημιουργεῖ ἕνα πρόσθετον δεσμὸν ἀγάπης καὶ εὐγνωμοσύνης. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ συνεχίσωμεν ἀμέριστον συμπαράστασιν. Καὶ ἐπαναλαμβάνω: Αἰσιοδοξοῦμεν διὰ τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἔχει τὸν λόγον.
§113Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι θὰ ἀναγκάζεται νὰ λέγῃ ὅσα εἶπεν ἀπόψε, ἐφ’ ὅσον προκαλῆται. Εἶναι περίεργον, ὅτι οὐδέποτε ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐνθυμεῖται τὰς ἰδικάς του προκλήσεις, καὶ ἀπόψε ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ εἶπεν, ὅτι ἦτο ἄφθονος ἡ προσωπικὴ ἐπίθεσις. Καὶ λησμονεῖ, ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν καὶ τώρα πλέον, ὄχι μόνον ὁ ἴδιος, ἀλλὰ καὶ ὁ τέως ἀναπληρωτὴς Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁμιλοῦν περὶ ἐθνικῆς προδοσίας. Καὶ ἀπόψε ὡμίλησε καὶ περὶ ἐθνικοῦ ἐγκλήματος. Καὶ ἐν Κύπρῳ ὡμίλησεν ἐνώπιον τοῦ Μακαρίου, ἢ ἐὰν ὄχι ἐνώπιον αὐτοῦ, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἦτο παρὼν ἐκείνην τὴν στιγμήν, πάντως εἰς τὸν χῶρον ὅπου ἀνώτατος ἄρχων εἶναι ὁ Μακάριος, ὡμίλησε περὶ ἐθνικῆς προδοσίας ὁ τέως ἀναπληρωτὴς Ὑπουργός.
§114Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Συνυπογράφει ὁ Μακάριος.
§115Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι, κ. Πρόεδρε, δὲν συνυπογράφει. Καὶ ἀλλοίμονον ἂν ἦτο ἔτσι. Καλὸν εἶναι νὰ μὴ γραφῇ αὐτὸ εἰς τὰ πρακτικά, διότι οὐδέποτε συνέβη καὶ δὲν εἶναι ἱστορικῶς ὀρθὸν νὰ τὸ λέγετε σεῖς.
§116Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Τὸ λέγει ἐκεῖνος.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ λέγῃ, διότι ἂν τὸ ἔλεγε θὰ τὸ εἶχεν εἴπει καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἶναι εἰλικρινὴς ἀπέναντί μου, ὅπως εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀπέναντί του. Καὶ οὐδέποτε τὸ εἶπε. Σᾶς δηλῶ, ὅτι οὐδέποτε τὸ εἶπε.
§118Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δημοσίως τὸ ἔχει εἰπῆ.
§119Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν εἶχε λεχθῆ τοιοῦτον τι, κ. Πρόεδρε. Δὲν προεκαλέσαμεν, λοιπόν, ἡμεῖς, προεκάλεσεν αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἤδη προκαλεῖ συνεχῶς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὁμιλῶν περὶ ἐγκληματιῶν καὶ προδοτῶν καὶ προεκάλεσε προσφάτως καὶ ὁ παραιτηθεὶς ἀναπληρωτὴς Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἠμφισβήτησε εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ περὶ Κύπρου, διότι νομίζει, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι του εἰς τὸν τόπον εἶναι μεγαλύτεραι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως χρονικῶς μακρότεραι τῶν οἱωνδήποτε μικρῶν ἰδικῶν μου ὑπηρεσιῶν. Κύριε Πρόεδρε, τὸν Φεβρουάριον ὡμίλησεν ὁ κ. Παπανδρέου, ὡς ἀρχηγὸς τότε τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τὴν 27.2.59, εἰπὼν μεταξὺ ἄλλων τὰ ἑξῆς: «Ὁ πρῶτος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον διαφωνῶ....» ὄχι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τότε, ἀλλὰ πρὸς τὴν πρότασιν τῆς ἀκυρώσεως τῶν συνθηκῶν «εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου τοιαύτη ἀπόφασις θὰ ἐσήμαινεν ἀποδοκιμασίαν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ δὲν ἀναγνωρίζω εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ μαθήματα πατριωτισμοῦ εἰς τοὺς Κυπρίους». Ἐν τούτοις τὰ δίδει ἀπὸ τὸ 1961 καὶ εἰς τὸν Μακάριον καὶ εἰς τοὺς Κυπρίους. Καὶ προσέθετε, τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Καὶ ὅταν ὁ Κυπριακὸς λαὸς διὰ τῆς ὑπευθύνου ἡγεσίας του ἀπεδέχθη τὰς συμφωνίας, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις — δηλ. ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ, εἰς τὴν ὁποίαν ἤμην Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως — δὲν δύναται καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ ἀντιταχθῇ». Εἴτε ἡ ἰδική μας τότε Κυβέρνησις, εἴτε οἱαδήποτε μελλοντική. Κύριοι, ἠναγκάσθην τώρα νὰ ἀναγνώσω τὰς φράσεις αὐτάς. Δὲν ἤθελον νὰ τὰς ἀναγνώσω προηγουμένως, διὰ νὰ μὴ προκαλέσω καὶ αἰσθήματα περίεργα, τὰ ὁποῖα εἶναι φυσικὸν νὰ γεννηθοῦν καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ε.Κ. Ἀλλά, αὐτὰ εἶχεν εἴπει τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ὡμίλει περὶ Ἐθνικῆς προδοσίας. Εἶπεν ἀπόψε καὶ εἶπεν ὀρθῶς — συμφωνῶ ἀπολύτως πρὸς τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησεν — ὅτι ἐχρειάσθη ἐπανάστασις διὰ νὰ καταργηθοῦν αἱ δεσμεύσεις. Βεβαίως. Ἀλλὰ τὶ σημαίνει τὸ ὅτι κατέστη δυνατὴ ἡ ἐπανάστασις καὶ κατηργήθησαν αἱ δεσμεύσεις; Σημαίνει, ὅτι εἶχον δημιουργηθῆ αἱ προϋποθέσεις καὶ αἱ προϋποθέσεις ἦτο τὸ κυρίαρχον Κράτος, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ὁμιλήσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ 1959. Αἱ προϋποθέσεις ἦσαν, ἡ ὕπαρξις Κυβερνήσεως Μακαρίου, ἡ ὕπαρξις Βουλῆς Κυπριακῆς, ἡ ὕπαρξις στρατοῦ Κυπριακοῦ, ἔστω καὶ ἐὰν ὑπῆρχον καὶ 350 στρατιῶται Τοῦρκοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ περίφημος ἐπιστροφὴ τῆς Τουρκίας εἰς τὴν Κύπρον. Διότι γίνεται χρῆσις λέξεων βαρυτάτων, χωρὶς νὰ γίνεται πλήρης συνειδητοποίησις τῆς σημασίας των. Ἡ ἐπανάστασις λοιπὸν κατέστη δυνατή, διότι ἀκριβῶς ὑπῆρχεν ἐλεύθερον Σύνταγμα, βασιζόμενον ἐπὶ τῶν συνθηκῶν τοῦ 1959. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ Σύνταγμα, βασιζόμενον ἐπὶ τῶν συνθηκῶν τοῦ 1959, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ συντεταγμένα σώματα καὶ ὁ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος δικαιούμενος νὰ ὁμιλῇ ὡς Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας νὰ προβοῦν εἰς τὰς ἐπαναστατικὰς πολιτικὰς ἐνεργείας εἰς τὰς ὁποίας προέβησαν, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ μυστικὸς καὶ ὑπόγειος ἀγὼν ἐπὶ ἔτη καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ ὡδήγει καὶ ἐὰν θὰ ὡδήγει εἰς τὴν ἕνωσιν. Ἡ ἐπανάστασις, λοιπόν, ἐσημειώθη μέσα εἰς τὰ πλαίσια ἑνὸς πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη τὸ 1959. Ἐξηγέρθησαν αἱ συντεταγμέναι ἐξουσίαι τοῦ ἐλευθέρου καὶ κυριάρχου Κράτους τῆς Κύπρου. Αὐτὸς εἶναι ὁ μέγας τίτλος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν ἐν Κύπρῳ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν μεγάλην πρωτοβουλίαν, δηλαδὴ τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Προέδρου τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι κἄποιος τίτλος καὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1959. Κύριοι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία ἀντικατοπτρίζεται εἰς τὴν πραγματικότητα. Ἐξειλίχθη ἡ πραγματικότης αὐτοδυνάμως ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων δεδομένων. Δὲν θὰ ἐξειλίσσετο αὐτοδυνάμως ὅπως ἐξειλίχθη, ἐὰν δὲν ὑπῆρχον ὡρισμένα δεδομένα. Ὑπῆρξεν ὁ σταθμὸς τοῦ 1959. Οὔτε αὐτὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σημειωθῇ ἐὰν δὲν εἶχε προηγηθῆ ὁ ὑπέροχος ἀγὼν τῆς Ε.Ο.Κ.Α. Ὑπῆρξεν ὁ σταθμὸς ἐκεῖνος καὶ μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ νέος σταθμὸς τοῦ Δεκεμβρίου 1963, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρίαν τῶν νέων ἐξελίξεων. Εὔχομαι αἱ νέαι αὗται ἐξελίξεις νὰ ὁδηγήσουν εἰς αἴσιον πέρας. Ὑποχρεοῦμαι ὅμως νὰ ἐκφράσω τὰς ἀνησυχίας, τὰς ὁποίας ἐξέφρασα πρὸ ὀλίγου καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ καμπὴ εἶναι κρισιμωτάτη. Ὅτι ἡ φάσις εἰς τὴν ὁποίαν εἰσήλθομεν εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον λεπτῶν καὶ δυσχερῶν ἰδίᾳ λόγῳ τῆς συγχύσεως τῶν πνευμάτων ἡ ὁποία ἔχει προκύψει ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὴν πλήρη ἀντιφάσεων καὶ ἀσυνεπειῶν πολιτικὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§120Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ὀλίγας λέξεις μόνον, διότι τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον. Τὰ σχετικὰ ἄρθρα τῶν συνθηκῶν ἔχουν ὡς ἑξῆς: «Ἡ Δημοκρατία τῆς Κύπρου ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν διατήρησιν τῆς ἀνεξαρτησίας της, τῆς ἐδαφικῆς της ἀκεραιότητος καὶ τῆς ἀσφαλείας της ὡς καὶ τὸν σεβασμὸν τοῦ Συντάγματός της. Ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως μὴ συμμετάσχῃ καθ’ ὁλοκληρίαν ἢ ἐν μέρει εἰς οὐδεμίαν πολιτικὴν ἢ οἰκονομικὴν ἕνωσιν μὲ οἱονδήποτε Κράτος. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ δηλοῖ, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένη πᾶσα δραστηριότης δυναμένη νὰ εὐνοήσῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τόσον τὴν ἕνωσιν ὅσον καὶ τὴν διχοτόμησιν τῆς Νήσου. Ἡ Ἑλλάς, τὸ Ἡνωμένον Βασίλειον καὶ ἡ Τουρκία, λαμβάνουσαι ὑπὸ σημείωσιν τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου, τὰς καθιερουμένας ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1, ἀναγνωρίζουν καὶ ἐγγυῶνται τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου ὡς καὶ τὴν κατάστασιν πραγμάτων τὴν καθιερωθεῖσαν ὑπὸ τῶν θεμελιωδῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματός της. Ἀναλαμβάνουν ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἀπαγορεύσουν καθ’ ὅσον ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῶν, πᾶσαν δραστηριότητα ἔχουσαν ὡς σκοπὸν νὰ εὐνοήσῃ ἀμέσως τόσον τὴν ἕνωσιν τῆς Δημοκρατίας τῆς Κύπρου μὲ πᾶν ἄλλο Κράτος ὅσον καὶ τὴν διχοτόμησιν τῆς νήσου». Αὐτὸ τὸ σύμφωνον εἶχεν ὑπογραφῆ. Καὶ αὐτὰς τὰς διατάξεις ἔκρινα τὴν 27.2.1959 καὶ εἶπον «Εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐπανειλημμένως εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ μὴ πραγματοποίησις τῆς Ἑνώσεως, εἶναι πολιτική. Διότι, πιθανὸν νὰ εὑρίσκεται πέραν ἀπὸ τὰς δυνατότητας τῶν περιστάσεων. Ἀλλά, ἡ ἀπάρνησις τῆς Ἑνώσεως εἶναι βαρυτάτη ὀδύνη. Καὶ εἰς τὰς γενομένας συμφωνίας, δὲν ὑφίσταται μόνον ἀπάρνησις τῆς Ἑνώσεως, ὑφίσταται ὀργάνωσις ἐνόπλων ἐγγυήσεων πρὸς ἀπαγόρευσιν οἱασδήποτε ἐπιδιώξεως τῆς Ἑνώσεως. Καὶ εἶναι φυσικόν, ὅτι εἰς τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Πατριωτισμοῦ αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις δημιουργεῖ βαρὺ τραῦμα». Ἰδού, λοιπόν, ὅτι ὅσα λέγω σήμερον εἶναι ἐπανάληψις. Ἐπιθυμῶ ἐπίσης νὰ προβῶ εἰς μίαν ἄλλην διαπίστωσιν. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ δὲν προσδιώρισεν ἰδίαν θέσιν, ἀλλὰ ὑπέμνησεν ἁπλῶς, ὅτι εἰς ὅλας τὰς κρισίμους στιγμὰς ὑπῆρξε συμπαραστάτης. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ ἐξ αὐτοῦ συνάγεται, ὅτι ἦτο σύμφωνος, μὲ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§121Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος ἐνώπιον τοῦ κινδύνου.
§122Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐὰν μόνον ἐνώπιον τοῦ κινδύνου εἶσθε σύμφωνος, τότε εἰς ποίαν ἄλλην διαχείρισιν τακτικῆς ὑποστηρίζετε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀλλάξωμεν γραμμὴν εἰς τὰς σχέσεις μας πρὸς τοὺς συμμάχους καὶ τὴν Κύπρον; Διότι εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν ἀπὸ τοὺς ἐπικριτάς μας καὶ τὰς ἰδικάς των θέσεις. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν εἶπεν: Ἐπιδίωξις συμβιβασμοῦ. Καὶ ἐὰν ἀποτύχῃ ὁ συμβιβασμός, συνεχίζομεν τὸν ἀγῶνα. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ, ὑπενθυμίζει, ὅτι ἐνώπιον τοῦ κινδύνου ἦτο συμπαραστάτης. Ἀλλὰ πέραν τῆς περιπτώσεως τοῦ κινδύνου, τὶ ἄλλο συνιστᾶ;
§123Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον ἐνώπιον τοῦ κινδύνου. Αὐτὸ τὸ εἶπα διὰ νὰ μὴ προχωρήσω εἰς ἀποκαλύψεις. Καὶ ὡς πρὸς ὡρισμένους σκοπούς, εἶχον δώσει τὴν πλήρη συγκατάθεσίν μου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι νοητὸν νὰ εἶναι τις συνυπεύθυνος διὰ διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἀσκοῦν.
§124Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐζήτησα θέσεις. Θέσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἴπατε, ὅτι ἐνώπιον τοῦ κινδύνου ὑπήρξατε ἀλληλέγγυος. Δὲν τὸ ἠμφισβήτησα. Καὶ τιμᾷ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ΕΡΕ ἡ ἔξαρσις τοῦ πατριωτισμοῦ του. Ἀλλὰ δὲν ἀντιλαμβάνομαι πλέον, ποῦ στηρίζεται ὁ ἔλεγχος. Ἐζήτησα προσδιορισμὸν θέσεων. Καὶ τὸ ἐρώτημα ἔχει μείνει ἀναπάντητον.
§125Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου ἀπαντῶν κυρίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ συγκεκριμένως εἰς ὅσα σημεῖα ἀνεφέρθη εἰς τὴν πρωϊνὴν ὁμιλίαν μου. Πρῶτον ὡς πρὸς τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος. Γνωρίζω, ὅτι ὅλοι ὅσοι προέρχονται ἀπὸ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔχουν ἰδιαιτέραν εὐαισθησίαν ὅταν τοὺς ὑπενθυμίζουν τὰς πράξεις τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἔχω προσωπικὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὴν εὐαισθησίαν αὐτὴν τὴν ἔχει ἰδιαιτέρως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τώρα διευκρινίζω τὸ ἱστορικόν. Βεβαίως, ὅταν ἀνέγνωσα τὰ κείμενα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου ἀφορῶντα τὴν πολιτείαν του κατὰ τὴν τελευταίαν μεγάλην πρωθυπουργίαν του τὸ 1928–1932, δὲν ἐφαντάσθην νὰ ὑπάρχῃ οἱοσδήποτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν φρονῶν, ὅτι δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Ἑλλὰς ἦτο ἀβασίλευτος δημοκρατία. Τότε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐζήτει συσκέψεις τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν χωρὶς ἐξαίρεσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνεφέρθητε εἰς τὴν περίοδον τῆς Βασιλείας καὶ δὴ εἰς τὰ δύο Συμβούλια Στέμματος τοῦ 1915 πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν εἶναι μόνον αὐτά. Καὶ τὸ 1909 ὑπέδειξεν ἰδιωτεύων ὁ Βενιζέλος, εἰς τὸν Βασιλέα νὰ συγκαλέσῃ ἄλλα δύο Συμβούλια Στέμματος. Ἐπισημαίνων ταῦτα λέγω, ὅτι ἡ ἀναφορά μου εἰς τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον ἔχει ὡς ἐκ τούτου πλήρη τὴν ἀξίαν της. Τοῦτο εἶναι τόσον ἀληθὲς ὥστε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἠθέλησε νὰ δώσῃ καὶ οὐσιαστικὴν ἀπάντησιν. Καὶ πρὸς τοῦτο ἔθεσεν δύο θέματα. Δὲν γνωρίζει, εἶπεν, ἐὰν ὑπεβλήθη τοιοῦτον αἴτημα ἐκ μέρους μου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἤκουσα τοῦτο μετὰ ἀπορίας. Δὲν γνωρίζω ἄλλον περισσότερον ἐπίσημον τρόπον τὸν ὁποῖον ἔχει ἕνας πολιτικὸς ἀρχηγὸς νὰ ἀπευθύνῃ τοιοῦτον αἴτημα ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν γνωρίζω. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλῃ νὰ ἔχῃ πρωτοκολλημένον ἔγγραφον ἐπὶ χαρτοσήμου νὰ τὸ κάμω. Γνωρίζει βεβαίως, ὁ κ. Ὑπουργός, πόσον ἐγὼ σέβομαι τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ὁ Βασιλεὺς φθείρεται ὅταν συγκαλῇ συμβούλιον τοῦ Στέμματος. Καὶ εἰς τὴν σταδιοδρομίαν μου δὲν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Βασιλέα σύγκλησιν συμβουλίου Στέμματος, πλὴν μόνον διὰ τὸ Κυπριακόν. Ὑπενθυμίζω μάλιστα εἰς τοὺς συμπαραστάντας καὶ εἰς ὅλους πλέον διότι ἦλθον εἰς τὴν δημοσιότητα, τὰ ἐκεῖ λεχθέντα, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Παύλου, εἰς τὸ τελευταῖον Συμβούλιον Στέμματος, προκειμένου περὶ νέων ἐκλογῶν, εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου δι’ ἐκείνην τὴν πρωτοβουλίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπορίαν μου, διότι ἐπὶ ἄλλου σπουδαιοτάτου θέματος ὅπως τὸ Κυπριακόν, δὲν ἠκολουθήθη ἡ αὐτὴ ὁδός. Συνεπῶς εἶναι μόνιμον τὸ αἴτημά μου, ὅπως διὰ τὸ κατ’ ἐξοχὴν καίριον θέμα, τὸ Κυπριακόν, εἰς στιγμὰς κρισίμους συγκαλῆται Συμβούλιον Στέμματος, ὅπως ὑπεδείκνυε καὶ ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺ ὑπάρχει χάσμα διαφωνίας μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι εἰς τὸ ὅτι ἐχαρακτήρισεν τὸ ζήτημα λεπτομερειακὸν καὶ εἶπεν «μὰ εἶναι δυνατὸν διὰ λεπτομερειακὰ ζητήματα νὰ ζητῶμεν νὰ γίνεται σύγκλησις Συμβουλίου τοῦ Στέμματος»; Ἐκεῖ βεβαίως ὑπάρχει χάσμα μέγα ἀντιλήψεων μεταξὺ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν καὶ ἐμοῦ. Διότι ἐγὼ θεωρῶ ὄχι λεπτομερειακὸν ζήτημα τὸ Κυπριακόν, εἰς τὴν σημερινήν του μάλιστα φάσιν, ἀλλὰ ἀποφασιστικόν. Δι’ ὃ καὶ ἐπὶ ὥραν ἀνέπτυξα τὰς ηὐξημένας ἀνησυχίας ποὺ ἔχει ὁ οἱοσδήποτε Ἕλλην.
§126Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Πρῶτα, πρῶτα ἤθελον νὰ διευκρινίσω, ὅτι οὐδέποτε ἐχρησιμοποίησα τὴν λέξιν «λεπτομερειακόν». Ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλῆται τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος, διὰ μίαν ἀνησυχίαν ἐπὶ τῇ ἐξελίξει τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ὅταν, εἶπον, πρόκειται νὰ ληφθοῦν σοβαραὶ ἀποφάσεις, δίκαιον εἶναι νὰ καλῆται. Ἀλλὰ ἀσχέτως πρὸς τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάμετε μίαν ὡραίαν κορώνα, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἀδιάκριτον ἐρώτησιν. Ἠμπορεῖτε νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλὴν πῶς ἐννοεῖτε σεῖς τὴν σύγκλησιν τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος;
§127Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Πρῶτον, διὰ τὸ λεπτομερειακὸν ζήτημα. Χαίρω πολὺ διὰ τὴν διευκρίνισιν, ἀλλὰ τὸ εἴπατε, διότι ἐκράτησα σημείωσιν. Χαίρω διὰ τὴν διόρθωσιν, διότι πράγματι ἦτο βαρὺ ἀπὸ ἕνα Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα, πῶς βλέπω τὴν σύγκλησιν. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι δυνατὸν σεῖς, ὁ ὁποῖος ἔχετε διπλασίαν ἐμοῦ κοινοβουλευτικὴν πεῖραν νὰ ἐρωτᾶτε ἐμέ; Τὸ Συμβούλιον Στέμματος συγκαλεῖται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ συμμετέχουν εἰς αὐτὸ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει ὑπὸ τὴν ἰδίαν του εὐθύνην. Τοῦτο ἐγένετο πάντοτε. Καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐρωτώμενος εἰς συνέντευξίν μου μὲ τὸν τύπον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος ἀπήντησα. Περιμένετε νὰ γίνω Πρωθυπουργὸς νὰ μάθετε ποίους θὰ καλέσω. (Γέλωτες). Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον θέμα, τὸ περίφημον, τῶν διαπραγματεύσεων μὲ τὴν Τουρκίαν. Κατ’ ἀνάγκην, ἡ ἀπάντησίς μου ὀφείλεται εἰς ὡρισμένα ἐπιχειρήματα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Σπεύδω ὅμως νὰ καθησυχάσω τὴν Βουλήν, λόγῳ τοῦ προκεχωρημένου τῆς ὥρας καὶ νὰ τὴν διαβεβαιώσω, ὅτι δὲν θὰ ἀκολουθήσω τὰς μεθόδους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διότι ἐὰν ἔκαμα καὶ ἐγὼ ὅ,τι ἔκαμεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅστις κατηνάλωσε τὰ τρία τέταρτα τοῦ λόγου του μὲ ἀνάγνωσιν παλαιῶν κειμένων του, θὰ ἔπρεπε νὰ ξημερώσωμεν ἐδῶ. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν, κ. Πρόεδρε, καὶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τοῦ Ἰουλίου διακοπεῖσαν λόγῳ τῆς ταραχώδους ἀτμοσφαίρας καὶ τερματισθεῖσαν εἰς συνέντευξιν μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Τύπου, ἑλληνικοῦ καὶ ξένου, νὰ θίξω εὐρύτερα τὸ θέμα, ἀπαντῶν εἰς πρόσφατον τότε συνέντευξιν τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς Παρισίους. Καὶ ἀπήντησα καὶ σήμερον ἀκροθιγῶς. Διαφωνῶ λοιπὸν ἀπολύτως μὲ τὴν ἄποψιν ποὺ ὑποστηρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰς διαπραγματεύσεις. Εἶπον, ὅτι ἐὰν αἱ διαπραγματεύσεις ἀπετύγχανον, πρᾶγμα ἐνδεχόμενον, τὶ χειρότερον θὰ συνέβαινεν ἀπὸ ὅσα ἐπηκολούθησαν; Τὰ ἐζήσαμεν. Καὶ ἐμνημόνευσα μόνον ἐγὼ σήμερον τὸ δρᾶμα τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὶ περισσότερον θὰ συνέβαινε; Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸ χειρότερον. Ἀντιθέτως βλέπω τὸ δυνατὸν καλύτερον. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι ἀδύνατον ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀποκλείσω τὸ τὶ ἐνδεχομένως ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ. Τοῦτο ὄχι διότι εἶμαι φύσει αἰσιόδοξος, ἀλλὰ διότι θὰ ἀνελάμβανον μὲ πίστιν τοιαύτην προσπάθειαν. Καὶ οἱ πιστεύοντες εἰς μίαν προσπάθειαν εἶναι φυσικὸν νὰ εἶναι αἰσιόδοξοι. Ἀναλαμβάνων ὅμως τὴν προσπάθειαν αὐτὴν τῶν διαπραγματεύσεων, θὰ ἐγνώριζον, ὡς γνωρίζω, τὰς τεραστίας δυσκολίας. Ἀλλά, κ. Πρόεδρε, τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχουν συναντήσεις κορυφῆς, ποὺ νὰ μὴ εἶναι δύσκολοι. Ἐὰν ἐπρόκειτο ὅλα νὰ εἶναι τακτοποιημένα, θὰ ἦτο ἁπλῶς προετοιμασία διὰ νὰ ἀνοίξωμεν καμπανίτην, δι’ ἐκείνους ποὺ θὰ ἑορτάσουν τὸ γεγονός. Αὐτὸ ἄλλωστε ἦτο καὶ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πολλοὺς ἔκαμε νὰ διερωτῶνται, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνωνται συναντήσεις κορυφῆς. Καὶ ἡμεῖς ἐπιμείναμεν, ὅτι ἐπιβάλλονται. Ἔλεγον ὄχι οἱ Δυτικοί, ἰσχυριζόμενοι ὅτι πάντως ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ προετοιμασία. Βραδύτερον ὅμως συνεφώνησαν εἰς τό ὅτι πρέπει νὰ γίνωνται, ἔστω καὶ ἂν ἀποτυγχάνουν, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωνται μέχρις ὅτου φθάσουν εἰς ἕνα ἀποτέλεσμα. Δὲν νομίζω ἄλλωστε, ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν μας τὴν κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικήν, εἶναι εὔκολον νὰ πείσετε τὸν ἄλλον, διατὶ δὲν δέχεσθε συνομιλίας. Καὶ δι’ αὐτὸ πιστεύω, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ καλυτέρα ἡ θέσις μας ὅταν ἡμεῖς μὲν ἐμφανιζώμεθα ὡς διαλλακτικοὶ καὶ οἱ ἄλλοι ὡς ἀδιάλλακτοι. Ἀλλὰ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι, ἀπετύγχανον. Εἶπον τὴν πρωΐαν καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἡ συνάντησις ἐπιτυχής. Διατὶ ἀκριβῶς θὰ εἴχομεν τὴν εὐχέρειαν νὰ ὑποστηρίξωμεν δημοσίᾳ τὴν ρεαλιστικὴν προβολὴν σχεδίων καὶ θὰ ἐπερρίπταμεν ὅλον τὸ βάρος τῆς ἀποτυχίας εἰς τοὺς Τούρκους. Συνεπῶς θὰ προσεφεύγαμεν εἰς τὰ Η. Ε. ἔχοντες περισσότερον τὴν φαρέτραν μας ἐξωπλισμένην. Μοῦ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν: «Ἀφήνομεν ἀνοικτὴν τὴν θύραν. Ἄς τελειώσωμεν μὲ τὰ Η. Ε. καὶ μετά......». Θὰ προσέλθωμεν ἄραγε ὑπὸ χειροτέρας συνθήκας; Καὶ λέγω ἐγώ. Ἐὰν εἶχε προηγηθῆ τῇ εὐθύνῃ τῶν Τούρκων ἡ ἀποτυχία, δὲν θὰ ἐπηγαίναμεν εἰς τὰ Η.Ε.; Καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς νέας τυχὸν διαπραγματεύσεις; Θὰ εἶχε τὴν εὐχέρειαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δίδῃ ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν, ὅτι οὐδεμίαν ἀδιαλλαξίαν ἐδείξαμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ τὰ πάντα ἐδοκιμάσαμεν, τὰ πάντα ὑπέστημεν καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι οἱ ἀδιάλλακτοι. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τρίτον σημεῖον. Πῶς ἠμποροῦμεν νὰ ἀγνοήσωμεν τὴν Κύπρον καὶ ἐνδεχομένως νὰ ὑποβάλλωμεν λύσιν εἰς αὐτήν. Ἐπρόλαβα τὴν ἔνστασιν τὴν πρωΐαν καὶ ἀπήντησα προκαταβολικῶς, ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸ πρόθεσις ἰδική μου. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ κατὰ τὶ θὰ ἠνώχλει μία Ἑλληνο–Τουρκικὴ διαπραγμάτευσις, τὸν Μακάριον, ἢ τὸν οἱονδήποτε Κύπριον, ἢ ὅλους τοὺς Κυπρίους, ἢ τὸν μεσολαβητὴν ἀφοῦ ἄλλωστε, ἐδέχθητε καὶ ἄλλου εἴδους βοήθειαν τοῦ μεσολαβητοῦ διὰ τοῦ κ. Ἄτσεσον. Κατὰ τί θὰ ἠνωχλεῖτο ἐὰν συνηντᾶτο ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ὁ Πρωθυπουργὸς μὲ τὸν Τοῦρκον Πρωθυπουργὸν καὶ κατέληγαν εἰς μίαν λύσιν, ἡ ὁποία λύσις ἦτο καλή; Θὰ ἔλεγον οἱ Κύπριοι ὄχι; Ἂν πάλιν ἦτο κακὴ δὲν θὰ ἦσαν ἐλεύθεροι νὰ ἀρνηθοῦν; Ἐφ’ ὅσον φρονοῦμεν ἡμεῖς, ὅτι τὸ Τουρκικὸν θέμα, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρακωλύει τὴν πρόοδον τῆς Ἑνώσεως τῆς Κύπρου, διότι οἱ Δυτικοὶ ἀπὸ πολὺ πρὶν ἔχουν προσαρμοσθῆ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς Ἑνώσεως, καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἔχομεν αὐτὸ τὸ ἐμπόδιον νὰ ἐπιδιώξωμεν νὰ θέσωμεν ἐκποδών, καὶ νομίζω ὅτι ἀναμφισβητήτως καὶ αἱ διαπραγματεύσεις ἀποτελοῦν μέθοδον πρὸς τὴν ἐνδεχομένην λύσιν. Ἀλλὰ φυσικὰ οὐδέποτε οὔτε πρὸς στιγμὴν ἔθεσα, ἐξηγῶν λεπτομερῶς τὰς σχέσεις μὲ τὸ ΝΑΤΟ καὶ τοὺς Δυτικούς, ἐγὼ ἀνέκαθεν ἀγωνιζόμενος εἰς τὴν ἰδέαν τῆς Ἑνώσεως, ζήτημα διαζευκτικὸν διὰ τὴν Ἕνωσιν. Εἶπον τοὐναντίον, ὅτι ὅλαι αἱ προσπάθειαι ἔπρεπε νὰ ἀποβλέπουν μόνον εἰς τὴν Ἕνωσιν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ τέταρτον κατὰ σειρὰν σημεῖον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν, ἀνέπτυξε τὰ ἐπιτεύγματα τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετὰ ταῦτα προσέθεσε καί τινα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναλύσω τὰ ἐπιτεύγματα αὐτά. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὰ ἀναγνωρίσω ὅλα. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν οἱ δημιουργηθέντες κίνδυνοι καὶ αἱ προξενηθεῖσαι ζημίαι ἰσοφαρίζουν τὰ ἐπιτεύγματα. Ἐγὼ φοβοῦμαι ὄχι. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀνησυχῶ. Διότι πιστεύω, ὅτι πράγματι ἐνισχύθη τὸ μέτωπον τῶν ἀνθενωτικῶν καὶ ἐξησθένισε διεθνῶς τὸ μέτωπον τῶν Ἑνωτικῶν. Δὲν εἶναι ζήτημα τὶ θὰ ἀποφασίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὸ δημοψήφισμα. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν πῶς καὶ πότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ δημοψήφισμα. Ἐὰν αὔριον οἱαδήποτε ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος, οἱαδήποτε πρότασις τοῦ μεσολαβητοῦ ὑποδείξῃ χρονικόν τινα ἢ ἄλλον τότε περιορισμόν, τὶ γίνεται; Καὶ ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ ἐρωτήματος τεθέντος σαφῶς ἀπὸ ἐμέ, δὲν ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις. Λέγετε καὶ ὑποστηρίζετε τὴν ἀδεύσμευτον ἀνεξαρτησίαν μὲ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἐὰν παρουσιασθῇ ἄλλη πρότασις τὶ θὰ κάμετε; Ἐὰν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη παρουσιασθῇ ἡ αʹ ἢ βʹ δυσκολία θὰ ὑποχωρήσετε; Ναὶ ἢ οὔ. Ἢ θὰ εἴπετε ὄχι; Ὁπότε ἀρχίζομεν τὰς διαπραγματεύσεις ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς αὐτοδιαθέσεως. Δι’ αὐτὸ εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ κρυσταλλίνη πολιτικὴ εἶναι μία καὶ μόνη ἡ Ἕνωσις, ἡ ὁποία καὶ δὲν ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ καταστατικὸν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἔγινεν ἀναφορὰ πρὸς τὸν ἀείμνηστον Σοφοκλῆ Βενιζέλον. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἀπαντῶν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, ἔκαμα καὶ ἐγὼ μνείαν εἰς τὴν πολιτείαν τοῦ ἀειμνήστου Σοφοκλῆ Βενιζέλου. Τὴν ἐπαναλαμβάνω καὶ προσθέτω. Αὐτὸ βέβαια, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι ἡ νοοτροπία τοῦ Σοφοκλῆ Βενιζέλου καὶ ἡ στάσις του κατὰ τὸν Δεκέμβριον, τὸν ἔφεραν πλησιέστερον πρὸς τὴν ἰδικήν μου πολιτικὴν παρὰ πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Δηλαδή, νομίζω, ὅτι ἐὰν ὁ Σ. Βενιζέλος ἐζοῦσε, θὰ ἠκολουθεῖτο τὸ στάδιον διαπραγματεύσεως. Βέβαια αὐτὸ εἶναι ἡ ὑπόθεσις. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν αὐταὶ διευθύνουν καὶ ὄχι ἡ Λευκωσία. Πρῶτον ὄχι κέντρον Ἑλληνισμοῦ. Εἶναι ἀτυχὴς ἡ ἔκφρασις. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι αἱ Ἀθῆναι εἶναι τὸ κέντρον τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἦτο, εἶναι, καὶ θὰ εἶναι. Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν αἱ Ἀθῆναι διευθύνουν καὶ ὄχι ἡ Λευκωσία. Ἡ ἀνησυχία μου εἶναι, ὅτι ἄλλα λέγονται καὶ ἄλλα συμβαίνουν. Δι’ αὐτὸ παρὰ οἱονδήποτε συμβαίνοντα ἰσχυρισμόν, παρ’ ὅσα λέγονται, δὲν αἴρεται ἡ ἀνησυχία ἡ ἰδική μου. Διότι ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς τὰ πράγματα δεικνύουν, ὅτι εἰς τὰς κρισίμους ὥρας καὶ κρισίμους στιγμὰς λαμβάνει ἀποφάσεις καὶ πρωτοβουλίας ὁ Μακάριος. Κάποτε μάλιστα καὶ ὁ ἴδιος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη εἰς ξέσπασμα νεύρων καὶ τοῦ ἀπηύθυνε δημοσίᾳ ἐπιτίμησιν. Μᾶς λέγουν, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι εἰς τὴν τακτικὴν καὶ ὄχι εἰς τὴν στρατηγικήν. Καὶ ἐδῶ πάλιν τίθεται τὸ ἐρώτημα, ποῦ σταματᾶ ἡ στρατηγικὴ καὶ ἀρχίζει ἡ τακτική. Διότι ἐγώ, ἐδιάβασα πάλι καὶ ξαναδιάβασα καὶ πάλι, ἐδιάβασα τὴν τελευταίαν συνέντευξιν τοῦ Μακαρίου. Καὶ ἡ παράγραφος ἡ κρίσιμος περὶ τῆς θέσεώς του καὶ περὶ τῆς τύχης τῆς Κύπρου ὡς ἀδεσμεύτου, διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον μεταξὺ τῶν ἀδεσμεύτων, πιστεύσατέ με διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰλικρινῶς τὸ ὑποστηρίζω, δὲν εἶναι θέμα τακτικῆς, ἀλλὰ στρατηγικῆς. Ὅταν μάλιστα ἐτόνισα πόσους κινδύνους διατρέχομεν ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἀνεξαρτήτως τῶν προθέσεών της. Ἐὰν δὲ συνεκαλῆτο Συμβούλιον Στέμματος, ἴσως εὑρισκώμεθα πολὺ πλησίον μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὅσα ἰσχυρίζομαι. Ὄχι λοιπὸν ἐκ προθέσεως, ἀλλὰ ἐκ τῶν πραγμάτων διαμορφώνεται κατάστασις ἐπικίνδυνος. Εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐὰν ἔχω δίκαιον, ὅτι ἐπλησιάσαμεν κατὰ τὸ θέρος τόσον κοντὰ εἰς τὴν Ἕνωσιν, πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι χάρις εἰς αὐτόν, χάρις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπλησιάσαμεν. Εἶμαι ἕτοιμος, ἀφοῦ θέλει νὰ λογοπαίζωμεν, νὰ δεχθῶ ὅσα λέγει, ὡς ἀληθῆ καὶ νὰ ἀναγνωρίσω καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πράγματι ἐφθάσαμεν τόσον πλησίον εἰς τὴν Ἕνωσιν. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω: Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ νῦν καὶ ἀεὶ τῆς Ἑνώσεως. Ἐάν κατόπιν δὲν ἐπραγματοποιήθη καὶ δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα, δὲν θὰ εἶναι τότε αὐτοὶ ὑπεύθυνοι; Τέλος, ὁ κ. Ὑπουργός, ἀνεφέρθη ἐπίσης εἰς τὴν γνώμην μου, ὅτι τοῦ χρόνου παρερχομένου κερδίζει ἡ ἀνεξαρτησία καὶ χάνει ἡ Ἕνωσις. Εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει ποῦ, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ, στηρίζει τὰ ὅσα λέγει. Δὲν τὰ στηρίζω εἰς καμμίαν πληροφορίαν. Ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι τὴν πρωΐαν δὲν μὲ ἐπρόσεξε πολὺ ἢ ἐγὼ ὡμίλησα πολὺ γρήγορα, ἢ κἄτι συμβαίνει. Διότι ἐξήγησα ὅσον ἠμποροῦσα καὶ μὲ ὅλους τοὺς τρόπους, ὅτι λογικὴν ἐπεξεργασίαν ἔκαμα καὶ ἀνησυχῶ. Καὶ εἶπον διατὶ ἀνησυχῶ. Ἀπήντησεν ἀκόμη, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ Μακάριος δὲν εἶναι αἱρετικός, εἶναι ὀρθόδοξος, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ λογοπαίζωμεν; Τότε ἠμποροῦσα ν’ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ ὀρθοδοξία εἶναι εἰς τὴν Ἀνατολήν, δὲν εἶναι εἰς τὴν Δύσιν. Πρόκειται, λοιπόν, περὶ γεγονότος, χωρὶς ἀμφιβολίαν γεγονότος, ὅτι ὁ χρόνος ποὺ παρῆλθεν ἐργάζεται ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας. Διότι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νὰ μᾶς βοηθήσουν, παρ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν λέγουν, δὲν θὰ ἔλθουν εἰς τὸ νῦν καὶ ἀεὶ νὰ μᾶς βοηθήσουν, ἐὰν δὲν ἐξασφαλίσουν τὸ ἀντάλλαγμά των. Καὶ ὀρθῶς ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς των. Δι’ αὐτὸ βλέπετε, ὅτι εἰς τὸ πολὺ κρίσιμον σημεῖον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ. Καὶ ὡς πρὸς τὰ θέματα τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν διαπραγματεύσεων, καὶ ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Μακαρίου, ἐπικαλεσθεὶς ὑψίστην σκοπιμότητα. Ἐγώ, κύριοι, τὰ ἔχω χαμένα ἐδῶ μέσα. Δὲν δέχονται νὰ γίνῃ κλειστὴ συζήτησις. Μυστηριώδεις ἀνταλλαγαὶ ἀπόψεων γίνονται μεταξὺ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀνακοινώσεις δὲν γίνονται, διότι ἡ ὑψίστη σκοπιμότης τὰς ἀπαγορεύει. Καὶ ἐνῷ ἤμην ἕτοιμος νὰ πιστεύσω, ὅτι ἐδικαιώθην λαμπρῶς εἰς τὴν πρωτοβουλίαν μου διὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν, ἀφοῦ τόσον ἐκίνησε τὸ γενικὸν ἐνδιαφέρον τοῦ κοινοῦ καὶ τοῦ Τύπου καὶ τῶν βουλευτῶν καὶ τοῦ ἀκροατηρίου, διεξαχθεῖσα, μάλιστα, εἰς δύο στάδια καὶ ἀπησχόλησε τοὺς ἀγορητὰς ἐπὶ μακρὸν καὶ εἰς μακρὰς δευτερολογίας. Δὲν εἶμαι ἱκανοποιημένος. Διότι ἐπὶ τῶν κρισίμων σημείων δὲν διεφωτίσθην. Παρεμείναμεν εἰς τὸ ἴδιον σκότος, εἰς τὸ ὁποῖον εἴμεθα ὅταν τὴν πρωΐαν ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις. Κρίσιμα ἐρωτήματα, ὡς πρὸς τὸ ἀνοχύρωτον τῆς Κύπρου, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν βάσεων εἰδικώτερον, τῶν ἀγγλικῶν βάσεων, τὸ θέμα τῆς ἀδεσμεύτου ἀνεξαρτησίας τὸ θέμα τῆς ἐγγυήσεως, ἢ τοῦ χρονικοῦ περιορισμοῦ, τὸ θέμα τῶν συμφωνιῶν Κύπρου–Σοβιετικῆς Ἑνώσεως διὰ τὰς ὁποίας μᾶς διεβεβαίωσαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ δέσμευσις ἡμεῖς ὅμως ἀπεδείξαμεν, ὅτι δὲν εἶναι μέθοδος σοβιετικὴ νὰ ἐπιδιώκεται πολιτικὴ δέσμευσις, ἀλλὰ νὰ δημιουργοῦνται καταστάσεις ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ κατολισθήσεις. Θὰ ἠθέλαμεν νὰ γνωρίζωμεν τί περιέχουν αἱ συμφωνίαι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ σιγή, πλήρης σιωπή. Εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην κάποτε νὰ ἀναγνώσω μὲ τὴν σειράν μου τὴν σημερινήν μου ὁμιλίαν καὶ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ ἀνησυχῶ. Θὰ ἤμην εὐτυχέστερος ἐὰν ἤκουε τὰς ὑποδείξεις μου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἠκολούθει τὴν γραμμὴν τῆς Ἑνώσεως, ἐπικουρούμενος τὴν συμπαράστασιν, ὅλων ἐκείνων ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, οἱ ὁποῖοι βοηθοῦν τὴν ἕνωσιν ἄνευ ὅρων. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν διὰ τὴν ἕνωσιν εἴμεθα ὅλοι συμπαραστάται καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συγκληθῇ τὸ Συμβούλιον Στέμματος, θὰ τὸ ἠθέλαμεν ὄχι διὰ νὰ ἀντιδικήσωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ βοηθήσωμεν καὶ νὰ φωτίσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἀπόψεών μας περὶ τῶν ὁποίων τόσον ἔδειξε τὴν πρωΐαν ἐνδιαφέρον.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ ἔχει τὸν λόγον.
§129Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, συμμετέσχον καὶ ἐγὼ εἰς τήν, ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανείς, αἰσθητικὴν ἀπόλαυσιν, τὴν ὁποίαν μὲ τὶς λαξευτὲς φράσεις ποὺ ὁ μάγος τοῦ λόγου κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέχει καὶ ἐγέλασα μὲ τὴν καρδιά μου διὰ τὸ χαρακτηριστικὸν ἐπίγραμμα μὲ τὸ ὁποῖον συνώψισε τὴν πρωϊνήν μου ἀγόρευσιν. «Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Δ.Α. ἐπεκαλέσθη, ὡς συνήθως, τὸν ἰμπεριαλισμὸν τῆς Δύσεως καὶ τὸν ἰδεαλισμὸν τῆς Ἀνατολῆς». Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἤθελα νὰ ἑρμηνεύσω τὸ ἐπίγραμμα αὐτὸ ὡς μίαν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρακάμψῃ καὶ νὰ ὑπεκφύγῃ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ σειρᾶς ἀπόψεων καὶ συγκεκριμένων στοιχείων, μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ διαφωνῇ κανείς, ἀλλὰ δὲν εἶχον κανένα χαρακτῆρα δογματικοῦ κηρύγματος καὶ ἔχρηζαν συγκεκριμένης ἀντιμετωπίσεως. Ἀντίθετος πρόθεσις θὰ ἦτο ὑποβιβασμὸς τοῦ ἐπιπέδου τῶν συζητήσεων καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ παραδεχθῶ. Ἐὰν δηλ. ὑποτεθῇ, ὅτι θέλει νὰ ἀποδώσῃ εἰς κἄποιαν ἰδιοτροπίαν τῆς Ε.Δ.Α. ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὅτι ὁμιλεῖ περὶ ἀνυπάρκτου τινος πράγματος περὶ ἰμπεριαλισμοῦ τῆς Δύσεως τὸν ὁποῖον ὅμως ἐδοκίμασε καὶ ὑπέστη τόσες θυσίες ἡ Κύπρος καὶ περὶ τοῦ ἰδεαλισμοῦ τῆς Ἀνατολῆς ἄνευ τοῦ ὁποίου θὰ εἶχεν ὑποστῆ τὸν διαμελισμὸν ἡ Κύπρος τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἄτοπον. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ νὰ ἐπισημάνω 5 σημεῖα τὰ ὁποῖα συνάγονται ἀπὸ τὰς κυβερνητικὰς ἀνακοινώσεις. Πρῶτον, καὶ τὸ πρωΐ ὑπηνίχθην καὶ εἰς τὴν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως συζήτησιν τῆς περασμένης Τετάρτης περὶ τοῦ ὅτι ἐπεράσαμεν ἀπὸ τὴν φάσιν τῆς βίας καὶ τῶν ἀπειλῶν εἰς τὴν φάσιν τῶν συνωμοσιῶν καὶ τῶν μηχανορραφιῶν, ἕνα γεγονὸς ποὺ προέκυψεν ἀπὸ τὰς κυβερνητικὰς ἀνακοινώσεις καὶ ἔρχεται εἰς ἐπιβεβαίωσιν: Διαβάζοντας τὸν πρωϊνὸν τύπον εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἁπλῶς ἀπὸ ἄγνοιαν δὲν ἠδυνήθημεν ἡμεῖς οἱ ἄλλοι νὰ ἔχωμεν τὸ μήνυμα τοῦ Τζόνσον, τὸ ὁποῖον πᾶς ἐπιμελὴς ἄνθρωπος θὰ ἠδύνατο νὰ τὸ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του. Ἐβεβαιώθην ἤδη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀπορρήτου, τὸ ὁποῖον διέρρευσεν εἰς ἀντικυβερνητικὴν ἐφημερίδα. Ἀλλὰ ποῖος κάτοχος τοῦ ἀπορρήτου τὸ ἔδωσε καὶ πρὸς τίνα σκοπόν; Ὄχι βέβαια ἡ Κυβέρνησις. Δεύτερον, ἐλέχθη, ὅτι ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τὴν ὁποίαν ἐξέθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐδόθη συναίνεσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ διορισθῇ βοηθὸς τοῦ Τουομιόγια ὁ κ. Ἄτσεσον. Τοῦτο, εἶχεν ἀποσιωπηθῆ καὶ πιστεύομεν, ὅτι ὑπῆρξε σφάλμα ὅταν ἦτο γνωστὴ μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ ἄποψις τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως ἰδίως διότι κατὰ ἀήθη τρόπον ὅταν εὑρίσκετο ἐν πτήσει πρὸς Οὐάσιγκτων, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδημοσιεύετο κοινὸν ἀνακοινωθὲν συνομιλιῶν Ἰνονοῦ–Τζόνσον διὰ τοῦ ὁποίου διεκηρύσσετο ἡ ἐμμονὴ τῆς Οὐάσιγκτων εἰς τὴν ἰσχὺν τῶν συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης. Τρίτον, ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀντιφατικότης μεταξὺ τῆς διεκδικήσεως τῆς στηριζομένης εἰς τὸν χάρτην τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν διὰ τὴν αὐτοδιάθεσιν τῆς Κύπρου καὶ τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Ν.Α.Τ.Ο. Καὶ κανενὸς εἴδους βάπτισις τοῦ Ν.Α.Τ.Ο. εἰς ἐλεύθερον κόσμον δὲν δύναται νὰ συγκαλύψῃ τὴν ἀντίφασιν αὐτήν. Τέταρτον σημεῖον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ξεκαθαρισθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσαρτήσεως τῆς Κύπρου εἰς τὴν Ἑλλάδα, οὔτε περὶ προσαρτήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κύπρον, ἀλλὰ περὶ τῆς ἑνώσεως δύο τμημάτων ἑνὸς ἑνιαίου λαοῦ ἀποτελοῦντος τὴν ἰδίαν ἐθνότητα καὶ τὴν ὁποίαν ὁ ἰμπεριαλισμὸς κρατεῖ χωρισμένην. Καὶ πέμπτον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποκρούων τὴν κατηγορίαν ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του ἐξελίσσονται εἰς ἀντιδυτικὰ τὰ λαϊκὰ αἰσθήματα ἐτόνισεν, ὅτι ἐὰν δὲν ἔπραττεν ὅ,τι πράττει διὰ τὴν προάσπισιν τῆς κυπριακῆς ὑποθέσεως ἐναντίον καὶ τῶν ἀντιθέσεων τοῦ Ν.Α.Τ.Ο., θὰ ἔμενε μόνη ἡ Ε.Δ.Α. νὰ προασπίζῃ τὰ συμφέροντα. Αὐτὴ ἡ ἀναγνώρισις, αὐτὴ ἡ διαπίστωσις τοῦ ρόλου τοῦ κόμματός σας καὶ τῆς ὠφελιμότητος τῆς ὑπάρξεως τοῦ κόμματός μας ὡς ἑνὸς STIMULANT, ὡς ἑνὸς κινήτρου ἢ ὡς μιᾶς πυξίδος, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Λαοῦ, ἡ ὁποία ἀναγκάζει εἰς ἕνα βαθμὸν καὶ ἄλλα κόμματα νὰ ἀκολουθοῦν τὴν γραμμήν μας, μᾶς ἀρκεῖ. Τίποτε ἄλλο δὲν χρειαζόμεθα.
§130Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Πρ. Κυβερν.). Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ε.Δ.Α. νὰ μάχεται ἐναντίον τοῦ
ΝΑΤΟ.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων συναδέλφων ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν νομοθετικὴν ἐργασίαν οὔτε δι’ αὔριον — αἱ ἐπιτροπαὶ συνεκροτήθησαν μόλις χθὲς — μὲ παρεκάλεσαν νὰ μὴ ἔχωμεν αὔριον συνεδρίασιν, ἀλλὰ τὴν Παρασκευήν. Φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀντιπροέδρων δὲν θὰ εἶναι αὔριον ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν παρόντων. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 10.30′ μ.μ.)