1964.07.06
4.220 στίχοι · 32.299 λέξεις · 275 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57η
Δευτέρα 6 Ἰουλίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω νὰ δηλώσω, ὅτι ὅλοι οἱ κ.κ. βουλευταὶ δὲν ἀντελήφθησαν ἴσως, ὅτι ἐφαρμόζεται ὁ νέος Κανονισμὸς καὶ ὅτι αἱ συνεδριάσεις, κατὰ τὰς ἡμέρας ποὺ ὑπάρχουν ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις, κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, ἀρχίζουν εἰς τὰς 6. Εὑρίσκομαι ἐν ἀναμονῇ τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἀπὸ τὰς 6. Λυποῦμαι, ἀλλὰ δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν τὴν προσεχῆ, ἐὰν δὲν παρίστανται ἐγκαίρως οἱ κ.κ. βουλευταί.
§2Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν προηγουμένην ἡμέραν ἤρχισεν ἡ συνεδρίασις εἰς τὰς 7.15′. Ἐκ συνηθείας λοιπὸν δὲν ἦλθον οἱ κ.κ. βουλευταί.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἕως τὰς 3 μ.μ. καὶ ἐπειδὴ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως θὰ ἐγένοντο αἱ ἀνακοινώσεις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἦτο συμπεφωνημένη ἡ βραδύτης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ Κανονισμὸς θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν, ἐὰν δὲν παρίσταται ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν.
§4Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Πρέπει νὰ τονισθῇ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡμεῖς πάντοτε παριστάμεθα εἰς τὰς 6, ἐκτὸς ὅμως τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν συνεζητήθη τὸ Κυπριακόν, οὐδέποτε ἦλθον ὅλοι εἰς τὰς 6.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε μακρὰ συζήτησις, ὅτι μὲ τὸν νέον Κανονισμὸν παρέχεται 1–1.30 ὥρα πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἐρωτήσεων. Καὶ εἶναι ἡ πρώτη ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τὴν Προεδρίαν μου. Διότι ἀπουσίαζον κατὰ προηγουμένας συνεδριάσεις καὶ θὰ ἀνακοινώσω εὐθὺς ἀμέσως τοὺς λόγους τῆς ἀπουσίας μου. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὸ Σῶμα, ὅτι εἰς ἀνταπόδοσιν προγενεστέρας ἐπισκέψεως Βρεταννῶν βουλευτῶν εἰς Ἀθήνας, ἀποδεχόμενοι εὐγενῆ πρόσκλησιν τοῦ SPEAKER τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, μετέβημεν εἰς Λονδῖνον ἑπτὰ ἀντιπρόσωποι τῆς Βουλῆς, μέλη τῆς Ἑλληνοαγγλικῆς Ὁμάδος. Παρεμείναμεν ἐκεῖ ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, φιλοξενηθέντες κατὰ τρόπον πράγματι ἄκρως εὐγενῆ καὶ ἐγκάρδιον. Εἰς προσφερθέντα ἐπίσημα γεύματα τόσον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων κυρίου HARRY HYL-TON–FOSTER ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ βοηθοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Λόρδου CARRINGTON ἀντηλλάγησαν προπόσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐξεφράσθη ἀμοιβαίως εἰλικρινὴς ἐπιθυμία διατηρήσεως τῶν πατροπαραδότων φιλικῶν σχέσεων τῶν δύο λαῶν. Ἔχω ἐπίσης τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι συνῆλθεν εἰς Βρυξέλλας τὴν 29 καὶ 30 Ἰουνίου ἡ Μικτὴ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν χωρῶν τῆς Ε.Ο.Κ. καὶ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν ἡμετέραν Προεδρίαν, ἵνα συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ἐτησίας ἐκθέσεως τοῦ Συμβουλίου Συνδέσεως καλυπτούσης τὴν περίοδον ἀπὸ 1ης Νοεμβρίου 1962 μέχρι 1ης Νοεμβρίου 1963. Συνετάχθησαν καὶ διενεμήθησαν δύο εἰσηγήσεις, μία ὑπὸ τοῦ Ὁλλανδοῦ Γερουσιαστοῦ κ. Π. Καπτέϋν διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου καὶ μία ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κορινθίας κ. Α. Σπανορρήγα διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Μετὰ μακροτάτην συζήτησιν ἐγένετο δεκτὴ Σύστασις συνταχθεῖσα ὑπὸ τῶν δύο ἀνωτέρω εἰσηγητῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐμφανὴς ἡ προώθησις τῆς Ἑλληνικῆς θέσεως εἰς ὅλα τὰ θέματα καὶ ἰδίως εἰς τὸ σοβαρώτερον διὰ τὴν χώραν μας θέμα τῆς ἐναρμονίσεως τῆς ἀγροτικῆς μας πολιτικῆς μετὰ τῆς ἀγροτικῆς πολιτικῆς τῶν ἓξ Κρατῶν Μελῶν τῆς Ε.Ο.Κ. Κατεβλήθη προσπάθεια, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία εἰς τὸ ἄρθρον 33 τῆς Συμφωνίας τῶν Ἀθηνῶν. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὰς πρὸς τὸν Βελγικὸν καὶ διεθνῆ Τύπον ἀνακοινώσεις ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Κοινοβουλίου κ. Βανροῦλεν, ἐδήλωσε σαφῶς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐναρμονίσῃ τὴν ἀγροτικήν της πολιτικὴν ἐνωρίτερον, συντέμνουσα τὰς ὑπὸ τῆς Συμφωνίας προβλεπομένας προθεσμίας καὶ μάλιστα δύναται νὰ συμμετάσχῃ τόσον τῶν θεσμολογικῶν ὅσον καὶ τῶν χρηματοδοτικῶν ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σήμερον ἐν λειτουργίᾳ ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τῶν ἓξ χωρῶν. Τὸ πλῆρες κείμενον τῆς Συστάσεως θὰ κατατεθῇ συντόμως εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅπως ἐπίσης θὰ κατατεθῇ καὶ εἰς τὸ Εὐρωπαϊκὸν Κοινοβούλιον, σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Ἐσωτερικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι αἱ συζητήσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχουν ἁπλῶς συμβουλευτικὸν χαρακτῆρα. Τὸ θέμα θὰ τὸ διαπραγματευθῇ ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις μετὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Κοινότητος πρὸς ὁριστικὴν λύσιν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Θ. Ρέντης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Θ. ΡΕΝΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Βασιλᾶτος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Σ. Ἠλιόπουλος, Β. Ἐφραιμίδης, Θ. Παππᾶς, Γ. Πανάγος καὶ Δ. Παπανικολάου, καταθέτουσι τροπολογίας καὶ προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Ἀλευρᾶς, Ν. Αὐγερινός, Α. Λώρας, Δ. Ἄρχος, Α. Πετραλιᾶς, Χ. Πιπιλῆς, Κ. Στεφανόπουλος, Γ. Παπαγιαβῆς κ.ἄ., καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφορᾶς ἐπιβατῶν ἐπὶ κομίστρῳ δι’ αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων περὶ αὐτοκινήτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Ἀνερούσης, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209)1963 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 4104)60 προβλεπομένου Κανονισμοῦ περὶ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ι.Κ.Α.» καὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Σ. Ἠλιόπουλος, Β. Ἐφραιμίδης καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209)1963 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 4104)60 προβλεπομένου Κανονισμοῦ περὶ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ι.Κ.Α.» καὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Ἐφραιμίδης, Σ. Ἠλιόπουλος καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209)1963 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 4104)60 προβλεπομένου Κανονισμοῦ περὶ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ι.Κ.Α.» καὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Γραφάκος καὶ Ε. Ἀνερούσης, καταθέτουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209)1963 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 4104) 1960 προβλεπομένου Κανονισμοῦ περὶ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ι.Κ.Α.», καὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Ζορμπᾶς, Α. Παπαλουκᾶς, Ε. Σκορδίλης, Χ. Πιπιλῆς, Γ. Σταμάτης καὶ Ε. Σαββόπουλος, καταθέτουσι προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209)1963 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύϊ τοῦ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 4104) 1960 προβλεπομένου Κανονισμοῦ περὶ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ι.Κ.Α.», καὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Σ. Ἠλιόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν συνταξιούχων τοῦ Τ.Α.Κ. Ν. 2348)53». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κουτσοχέρας, καταθέτει προσθήκην ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμά-
των τινων τῶν συνταξιούχων τέως Τ.Α.Κ
Ν. 2348)1953».
Ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐπιτροπὴ Συνεργαζομένων Ἐργατοϋπαλληλικῶν Ὀργανώσεων, ὁ Πρόεδρος Ἀρτεργατῶν Ἀθηνῶν καὶ Περιχώρων, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου Κοκκινοβράχου, ὁ Πρόεδρος Φορτηγῶν Αὐτοκινητιστῶν Νομοῦ Ἡρακλείου, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Νεοχωρίου Σερρῶν, οἱ οἰκοδόμοι Πατρῶν, τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἐλευσῖνος, ἡ Δημοκρατικὴ Παράταξις Κοινότητος Βυθοῦ Κοζάνης, ὁ Σύλλογος Ὑπαλλήλων Τ.Ε. Β.Ε., τὸ Δ. Σ. τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν Βιοτεχνῶν Νομοῦ Σερρῶν, ὁ Πρόεδρος Ἀναπήρων–Θυμάτων Πολέμου 1945–50, ἡ Ἐπιτροπὴ Ἑνώσεως Κέντρου Καλλιθέας, ὁ Δημοκρατικὸς Λαὸς Πρώτης Σερρῶν, ὁ Ἀνδρέας Ἀνδρέου, ὑποψήφιος Δήμαρχος Σερρῶν καὶ οἱ ὑποψήφιοι Σύμβουλοι, ὁ Δημοκρατικὸς Κόσμος χωρίου Μάνεσι Μεσσηνίας καὶ ὁ Μιχ. Χατζηγιάννης διὰ τηλεγραφημάτων των ἐκφράζουν τὴν ἀγανάκτησίν των διὰ βάρβαρον ἐπίθεσιν κατὰ ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ χώρου τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὸ παρακρατικῶν καὶ αἰτοῦνται τὴν διάλυσιν τῶν παρακρατικῶν ὀργανώσεων καὶ παραδειγματικὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Τὸ Ἐργατοϋπαλληλικὸν Κέντρον Πειραιῶς διαβιβάζει διαμαρτυρίαν τῆς Ἑνώσεως Ἐργατῶν καὶ Ἐργατριῶν Χημικῆς Βιομηχανίας, τῆς Ἑνώσεως Καπνεργατῶν καὶ Καπνεργατριῶν Πειραιῶς κλπ., σχετικῶς μὲ τὴν ἀνατίμησιν τῶν εἰδῶν διατροφῆς. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης, αἰτεῖται, ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ διασφαλίσεως τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, περιληφθῇ διάταξις, δι’ ἧς θὰ καταστῶσιν ἁρμόδιοι καὶ οἱ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν καὶ τὰ Δικαστήρια Θεσσαλονίκης διὰ περιπτώσεις περιφερειῶν Ἐφετείων Θεσσ)κης, Κομοτηνῆς καὶ Λαρίσης. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων τοῦ χωρίου Βαρυπέτρου Κυδωνίας Χανίων Κρήτης, παραπονουμένων διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς ἀπὸ 12.1. 1961 αἰτήσεώς των ἀφορῶσαν ἔκπτωσιν τῶν ⅔ τῆς ἀξίας παραχωρηθέντων εἰς αὐτοὺς ἐφεδρικῶν κτημάτων ὡς ἀκτημόνων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἰδιοκτητῶν Ἰνστιτούτων Ξένων Γλωσσῶν ἐν Ἑλλάδι, αἰτουμένων ὅπως ἀποτραπῇ ἡ ἐπαγγελματικὴ ἐκμηδένισις τῶν καθηγητῶν τῶν ἐν λόγῳ σχολῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Δ. Θεοχαρίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως ἠσφαλισμένων τέως Ταμείου Ἀσφαλίσεως Καπνεργατῶν Βορείου Ἑλλάδος, αἰτουμένης ἀναγνώρισιν τῶν ἀποζημιωθέντων ὑπὸ μορφὴν ἐφάπαξ ἀποζημιώσεως βάσει τῶν νομοθετημάτων 2348)53 καὶ 2519) 1953 καὶ τὴν προσμέτρησιν αὐτῶν διὰ τὴν χορήγησιν συντάξεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Εὐρυτανίας κ. Χ. Καραπιπέρης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν ἐπιτροπῆς κατοίκων Συνοικισμοῦ Νέου Ἀργυρίου Εὐρυτανίας, αἰτουμένης λῆψιν μέτρων ὑπὲρ κατοίκων τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος πληγέντων ὑπὸ σφοδροτάτης χαλαζοπτώσεως. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ὑπόμνημα Συλλόγου τέως ἀγωγέων Σμιξιωτῶν Λαρίσης, αἰτουμένων ἐπαγγελματικὴν ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συν)σμῶν Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένης διὰ παράνομον ὡς ἰσχυρίζεται συμμετοχὴν τοῦ Κ. Πολίτη εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Νέας
ΑΓΡΕΞ.
Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὸν ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως Συν)σμῶν Ἀστακοῦ, διαμαρτυρομένης διὰ καταβαλλομένας ὑπὸ τῶν καπνοβιομηχάνων χαμηλοτέρας τῶν περυσινῶν τιμὰς διὰ τὰ καπνὰ καὶ αἰτουμένης καταβολὴν τῆς διαφορᾶς εἰς παραγωγούς. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Τεχνιτῶν Οἰκοδόμων Μεσολογγίου, αἰτουμένου ταχεῖαν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου ἀφορῶντος τοὺς οἰκοδόμους. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων Αʹ Κατηγορίας Νομοῦ Χανίων Κρήτης, αἰτουμένων ὅπως γίνῃ δεκτὴ τροπολογία εἰς τὸν ὑπὸ ψήφισιν νόμον περὶ 35ετίας ἐπιτρέπουσα ὅπως εἰς τοὺς πίνακας προακτέων τοῦ τρέχοντος ἔτους περιληφθῶσι καὶ οἱ συμπληροῦντες διετίαν μέχρι τὸ τέλος τοῦ ἔτους αὐτοῦ εἰς τὸν κατεχόμενον βαθμόν. Οἱ Θεόδωρος Καραχάλιος καὶ Ἠλ. Δαρσακλῆς ἐκ Χανδρινοῦ Πυλίας, αἰτοῦνται πληροφορίας περὶ τῆς ὑγείας τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Χαραλαμποπούλου, ὑποστάντος ἐπίθεσιν ἐκ μέρους ἀναρχικῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν ἁλιέων, κατοίκων Κοινότητος Στερνῶν Ἀκρωτηρίου Κυδωνίας Χανίων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μελετωμένην ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ Λιμενίσκου (ΛΙΜΝΗ) τῆς περιφερείας των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Ἀστυνομίας Πόλεων, αἰτουμένων ἐπέκτασιν τοῦ εὐεργετήματος τῶν Β.Δ. 602)62, 671)63 καὶ 769)63 καὶ ἐπὶ τῶν ἐν συντάξει τελούντων Ἀξιωματικῶν κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Κουτσοχέρας, Β. Ἰντζές, Ι. Σπηλιωτόπουλος, Α. Βλασακούδης καὶ Γ. Πανάγος, διὰ τηλεγραφημάτων των ἐκφράζουν τὴν ἀγανάκτησίν των διὰ βάνδαλον ἐπίθεσιν ἐναντίον τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐξαιτοῦνται τὴν ἄμεσον διάλυσιν παρακρατικῶν ὀργανώσεων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Ἐπισκοπῆς Μαυριᾶς Εὐρυτανίας, Σιδηρῶν Ἁγ. Βασιλείου, αἰτουμένων ἱκανοποιητικὴν ἀποζημίωσιν διὰ τὰ καταστραφέντα ὑπὸ τῆς Τεχνικῆς Λίμνης Κρεμμαστῶν Ἀχελώου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Προηγουμένως παρακαλῶ, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§8ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὰ ἀνεγνώσαμεν ἀκόμη κ. Πρόεδρε. Ἂς ἀναβάλωμεν τὴν ἐπικύρωσιν δι’ ἀργότερον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κωλύεται νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, λόγῳ ἄλλης ἀπασχολήσεώς του καὶ θὰ προχωρήσωμεν κατόπιν τούτου, εἰς τὴν συζήτησιν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐρώτησις τοῦ κ. Δαμιανοῦ, σχετικῶς μὲ τὰς προϋποθέσεις τῆς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταβάσεως ἐργατῶν, διαγράφεται, λόγῳ ἀπουσίας τοῦ ἐρωτῶντος. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν ἄμεσον καταβολὴν ἐγκριθέντων στεγαστικῶν δανείων εἰς ἐργατοϋπαλλήλους Πατρῶν.
§10Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐργασίας, ὑπάρχει ἕνα θέμα χορηγήσεως δανείων εἰς ἐργαζομένους τῶν Πατρῶν διὰ τὴν στέγασίν των. Εἶναι αἴτημα παλαιόν, ἐκκρεμοῦν ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μᾶς πληροφορήσητε ἐὰν πράγματι τὸ ἀντιμετωπίζετε καὶ κατὰ ποῖον τρόπον.
§11Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἔχει δοθῆ, κ. συνάδελφε, ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου ἐντολὴ εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Κατοικίας διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς χορηγήσεως τῶν δανείων. Ἀλλ’ ὑπάρχουν ὡρισμέναι προϋποθέσεις πρὸς τοῦτο, ὅπως ἡ προσκόμισις πιστοποιητικοῦ ἰδιοκτησίας οἰκοπέδου. Ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων μόνον 10 προσεκόμισαν τοιοῦτον. Ἑπομένως, ἑαυτοὺς ἂς αἰτιῶνται, διότι ὁ Ὀργανισμὸς εἶναι προθυμότατος νὰ τοὺς βοηθήσῃ. Πρέπει, λοιπόν, νὰ προσκομίσουν τὰ αἰτούμενα πιστοποιητικά.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐκ ποίας αἰτίας καθυστερεῖ ἡ ἐκπλήρωσις τῆς ὑπὸ τοῦ Ο.Α.Α.Α. ἀνειλημμένης χρηματοδοτήσεως τῶν εἰς τὸν Δῆμον Δάφνης ἐκτελουμένων ἔργων ἀποχετεύσεως ὀμβρίων ὑδάτων περιοχῆς ὁδοῦ Βουλιαγμένης.
§13Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν Δῆμον Δάφνης ἔχει ἀρχίσει ἡ ἐκτέλεσις ἔργων ἀποχετεύσεως εἰς μεγάλην ἔκτασιν. Σχεδὸν ἔχουν περατωθῆ αἱ ἐργασίαι τῆς ἀποχετεύσεως καὶ δὲν ἀπομένει παρὰ ἕνα τμῆμα πρὸς τὴν ὁδὸν Βουλιαγμένης. Ὁ Ὀργανισμὸς Ἀνεργίας εἶναι ἁρμόδιος. Ἤδη τὰ ἔργα ἔχουν σταματήσει, κ. Ὑπουργέ, διότι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ συνεχισθοῦν.
§14Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Τὸ Ταμεῖον Ἀνεργίας κάμνει χορηγήσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἀνεργίας. Ἐν προκειμένῳ μολονότι ἔχουν ὑπογραφῆ τὰ σχετικὰ συμβόλαια, δὲν ἔχει ὑποβληθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς ἡ μελέτη, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος, παρ’ ὅτι οἱ ἁρμόδιοι ἔχουν κληθῆ πρὸς τοῦτο.
§15Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰδικῶς προκειμένου περὶ τοῦ Δήμου Δάφνης, διὰ λόγον γνωστόν, ὑπῆρξε μία προσπάθεια παρελκύσεως τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ καθυστέρησεν ὅλη ἡ διαδικασία τῆς χορηγήσεως τῶν πιστώσεων. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν νὰ τὸ προσέξετε τὸ θέμα, εἶναι διὰ τὸν Δῆμον Δάφνης.
§16Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου ἐγένετο ἔγγραφον πρὸς τὸν Ὀργανισμόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκαλεῖτο ὁ Ο.Α.Π. νὰ ἀναφέρῃ διατὶ δὲν προωθεῖ τὸ ζήτημα. Δηλαδὴ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν προώθησιν.
§17Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ὁμιλῶ διὰ τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη μέχρι τινος.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐρώτησις τῶν κ.κ. Χρ. Γραμματίδη, Τ. Γεωργίου καὶ Δ. Παπανικολάου ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου Ἐμποροϋπαλλήλων Λαρίσης, αἰτουμένου τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ Συνδικαλιστικοῦ Κινήματος, διαγράφεται λόγῳ ἀπουσίας τῶν ἐρωτώντων. Ὁμοίως ἡ ὑπ’ ἀριθ. 5 ἐρώτησις τῶν κ.κ. Γ. Σερπάνου, Γ. Σταμάτη καὶ Α. Περρωτῆ, ἐπὶ ἀναφορᾶς κτηματιῶν Τριχωνίδος, λόγῳ ἀπουσίας τῶν ἐρωτώντων.
§19Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἐξεφωνήσατε τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀπουσιάζουν, ἀνεξαρτήτως τῆς διαγραφῆς της, θὰ ἤθελα νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ὁμοίως, κ. Πρόεδρε, ἡ ἑπομένη ἐρώτησις τῶν συναδέλφων κ.κ. Ζαΐμη, Ἐφραιμίδη καὶ Παπαδημητρίου, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου ἀρτεργατῶν Αἰγίου, δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ὡσαύτως ἡ ἐρώτησις τῶν συναδέλφων κ.κ. Δερδεμέζη καὶ Ἰωάννου ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς ὑποστάσης κατολίσθησιν Κοινότητος Δρίσκου Ἰωαννίνων κλπ., δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας ἀλλὰ τοῦ Ὑπουργείου Προνοίας.
§20Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πράγματι ἡ ἐρώτησίς μας ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας καὶ ἀπορῶ πῶς ἀπευθύνεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι, κ. συνάδελφοι, πρόκειται περὶ λάθους τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν καταχώρησιν καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἡ δέουσα διόρθωσις. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 8 ἐρώτησις τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γεωργίου ἐπὶ ἀναφορᾶς Συνδέσμου Ἐμποροϋπαλλήλων Λαρίσης ἀφορώσης τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ Συνδικαλιστικοῦ κινήματος Λαρίσης, διαγράφεται λόγῳ ἀπουσίας τοῦ ἐρωτῶντος. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς Σωματείου Ἁλιεργατῶν Νομοῦ Καβάλας, αἰτουμένου ἔκτακτον οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν εἰς τοὺς μὴ ἐπιδοτουμένους ἀνέργους ἁλιεργάτας.
§22Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Εἶναι γνωστόν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἡ Καβάλα ἔχει γίνει ἕνα σοβαρὸν ἁλιευτικὸν κέντρον καὶ ὅτι κατὰ περιόδους οἱ ἁλιεργάται παραμένουν ἄνεργοι. Καὶ διὰ τοὺς ἁλιεργάτας τῆς Καβάλας δὲν ἐλήφθησαν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται συνήθως διὰ τὴν ἐνίσχυσιν ἐκτάκτων περιστάσεων τῶν ἁλιεργατῶν. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὑπάρχει ἡ ἀναφορὰ τῶν ἁλιεργατῶν, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται διὰ τὴν μεταχείρισιν ἡ ὁποία τοὺς γίνεται.
§23Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἔχει ἐκδοθῆ ἀπόφασις σύμφωνα μὲ τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου 2961)1954, διὰ τῆς ὁποίας καθορίζονται προϋποθέσεις εὐνοϊκαὶ διὰ τὴν ἐπιδότησιν τῶν ἁλιεργατῶν Καβάλας.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου Ζυγιστῶν Δημοτικοῦ στατῆρος Πειραιῶς, αἰτουμένου ἀπορρόφησιν τῶν ὡς ἄνω ζυγιστῶν εἰς τὴν Νέαν Λαχαναγορὰν κλπ.
§25Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστόν, ὅτι προκειμένου διὰ τὴν λαχαναγορὰν ἡ ὁποία ἐλειτούργει εἰς Πειραιᾶ καὶ ἡ ὁποία κατηργήθη, δεδομένου ὅτι θὰ λειτουργήσῃ ἡ νέα μεγάλη λαχαναγορά, ὑπάρχει θέμα ζυγιστῶν, οἱ ὁποῖοι δεδικαιολογημένως ἀπαιτοῦν ἢ νὰ ληφθῇ ἕνα μέτρον ἀποζημιώσεώς των ἢ νὰ προσληφθοῦν, τοποθετηθοῦν ἐν πάσῃ περιπτώσει ὡς ζυγισταὶ εἰς τὴν νέαν λαχαναγοράν. Τὸ αἴτημά των εἶναι πολὺ δικαιολογημένον, διότι ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀσκοῦν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ζυγιστοῦ. Εἶναι ἀνάγκη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα των καὶ νὰ ληφθῇ ἕνα μέτρον προνοίας, δεδομένου, ὅτι πρόκειται περὶ οἰκογενειαρχῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ δύσκολον, εἰς τὴν ἡλικίαν ποὺ εὑρίσκονται, νὰ ἀναπροσαρμοσθοῦν εἰς νέον ἐπάγγελμα. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἠθέλαμεν μίαν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας.
§26Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Εἶναι ἁρμόδιος ὁ Δῆμος Πειραιῶς, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχει διαβιβασθῆ ἡ ἀναφορά.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τηλεγραφικὴ διαμαρτυρία τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη καὶ Π. Δούκα, σχετικῶς μὲ τὴν διαγραφὴν ὑπὸ τῆς διοικήσεως τοῦ Σωματείου ἐργατοτεχνιτῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν ἔργων Ξάνθης κλπ., διαγράφεται, ἀπόντων τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ προσωπικοῦ ἐργοστασίου χαρτοποιΐας Λαδοπούλου Πατρῶν κλπ.
§28Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, πρόκειται περὶ ἑνὸς θέματος γενικωτέρου τῆς ἐργατικῆς τάξεως καὶ φυσικὰ ἐν προκειμένῳ ὑπάρχει ἡ ἀναφορὰ μιᾶς μερίδος ἐργατῶν, τῶν ἐργατῶν τοῦ ἐργοστασίου Λαδοπούλου. Τὸ αἴτημα εἶναι διὰ τὸ ἐργοστάσιον αὐτό, ἀλλὰ εἶναι καὶ γενικώτερον αἴτημα. Εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασις τῶν ἐργαζομένων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχει μία ἄνοδος εἰς τὸ κόστος τῆς ζωῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον τὸ αἴτημα τῶν ἐργατῶν Λαδοπούλου θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον τὸ αἴτημα, διότι ὑπάρχει ἕνα θέμα ἀναπροσαρμογῆς μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἠθέλαμεν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, πῶς σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ὅλον θέμα.
§29Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, εἰδικῶς διὰ τὴν χαρτοποιΐαν Λαδοπούλου, ὑπάρχει σύμβασις ὑπογραφεῖσα τὴν 15.4.1964 μεταξὺ τοῦ ἐργοδότου καὶ τῶν ἐργαζομένων, ἥτις ἔχει κατατεθῆ καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ 15θήμερον τῆς ἀδείας, τοῦτο ἔχει χορηγηθῆ διὰ σχετικῆς ἀποφάσεως τοῦ διαιτητικοῦ δικαστηρίου, ἡ ὁποία ἔχει ἐκδοθῆ τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν συνεργαζομένων ἐργατοϋπαλληλικῶν ὀργανώσεων, αἰτουμένων διὰ διακοπὴν μὴ χορηγήσεως παντοειδῶν χρηματοδοτήσεων παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. κλπ.
§31Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα καὶ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ πρὸς τοὺς βουλευτὰς τοῦ Νομοῦ Σερρῶν. Αἱ ἐργατοϋπαλληλικαὶ ὀργανώσεις τοῦ Νομοῦ, κατὰ μίαν συγκέντρωσίν των, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν τὸν Ἀπρίλιον, ἔλαβον ὡρισμένας ἀποφάσεις καὶ ἀπέστειλαν ἀναφορὰν καὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ πρὸς τοὺς βουλευτὰς τοῦ Νομοῦ Σερρῶν. Εἰς τὴν ἀναφορὰν περιέχονται αἰτήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πάγια καὶ ὡρισμένα ἐξ αὐτῶν ἔκτακτα. Τὰ πάγια, ἀφοροῦν θέματα αὐξήσεων 20% τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων τῶν ἐργαζομένων καὶ κατὰ 30% τῶν συντάξεων. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπῆρξεν ἀρνητικὴ ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν γνωρίζω ἐὰν κατὰ τὴν ἀποψινήν του ἀπάντησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς εἴπῃ κἄτι τὸ νέον, διὰ τὸ σοβαρώτατον τοῦτο θέμα. Ἐπίσης ὑπάρχουν εἰς τὴν ἀναφορὰν αἰτήματα, πρῶτον, ἀποκαταστάσεως τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν. Διὰ τὸ θέμα αὐτὸ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα, διότι ἔχει ἀποκαλυφθῆ ὁ περίφημος κῶδιξ ἐργασίας, ὁ ὁποῖος ἴσχυσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας. Εἰς τὸν κώδικα, θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ὑπάρχουν καὶ εἰδικὰ κεφάλαια, πῶς ἔδρων τότε αἱ κρατικαὶ καὶ παρακρατικαὶ ὑπηρεσίαι, προκειμένου νὰ καταπνίξουν τὴν φωνὴν καὶ τὴν ἐλευθέραν ἐκδήλωσιν τῶν ἐργαζομένων. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἀφοῦ ἔχει λάβει γνῶσιν τῶν ἀνωτέρω, πρέπει νὰ λάβῃ θετικὰ μέτρα καὶ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις κατὰ τῶν ὑπευθύνων, ὥστε νὰ σταματήσουν αἱ καταπιέσεις τῶν ἐργαζομένων ὡς πρὸς τὴν ἐλευθέραν συνδικαλιστικὴν ἐκδήλωσιν αὐτῶν.
§32Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συστάσεως–ἐπερωτήσεως τῶν συναδέλφων τῆς ΕΔΑ κ.κ. Ἠλιοῦ καὶ Κύρκου, εἶπον, ὅτι ἔχουν δοθῆ κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1964 αὐξήσεις ἐκ μέρους τοῦ ΙΚΑ. Ἔχει ἐκδοθῆ κυβερνητικὴ ἀπόφασις, διὰ τῆς ὁποίας αὐξάνονται τὰ κατώτερα ὅρια μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων κατὰ 12%. Ἔχω δηλώσει ἐπίσης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀδιάβλητος ἐκλογὴ μὲ τελικὸν σκοπὸν πράγματι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλεγοῦν, νὰ ἐκπροσωποῦν τοὺς ἐργαζομένους.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 14 καὶ 15 ἀναφοραὶ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Τ. Γεωργίου, Λ. Λυμπέρη καὶ Κ. Βενέτη, διαγράφονται ἀπόντων τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Συνδέσμου Τεχνοεργατῶν Οἰκοδόμων Λεβαδείας κλπ.
§34Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφοράν.
§35Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἐπιληφθῆ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἁρμόδιον διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 17 καὶ 18 ἀναφοραὶ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Καστρινοῦ, Σ. Νικολαΐδη καὶ Θ. Λυμπερίδη, διαγράφονται, ἀπόντων τῶν ἐρωτώντων κ.κ. βουλευτῶν. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου φορτοεκφορτωτῶν ξηρᾶς Ἀλεξανδρουπόλεως «Ἡρακλῆς» κλπ.
§37Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶναι πολὺ περιωρισμένη ἡ ἀπασχόλησις εἰς τὴν Ἀλεξανδρούπολιν. Ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ Σωματεῖον φορτοεκφορτωτῶν ξηρᾶς «Ἡρακλῆς». Τὸ ἡμερομίσθιον τῶν ἐργαζομένων τοῦ Σωματείου τούτου εἶναι κατώτατον καὶ δι’ αὐτὸ ζητοῦν νὰ τοὺς ἐπιτραπῇ ὅπως ἐργάζωνται καὶ ὡς φορτοεκφορτωταὶ εἰς τὸν Σταθμὸν τῶν ΣΕΚ. Τὸ αἴτημα εἶναι δικαιότατον καὶ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς συμπαθεστάτης αὐτῆς τάξεως.
§38Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω συγκροτήσει ἐκεῖ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ καταρτίσῃ σχετικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιλύωνται ὅλα τὰ θέματα τὰ ἀφορῶντα τοὺς φορτοεκφορτωτάς. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ περιλαμβάνεται καὶ ἡ περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 20 καὶ 21 ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Γανίτη, Θ. Παππᾶ καὶ Σ. Κωτιάδη, σχετικῶς μὲ τοὺς ἐργαζομένους Χίου καὶ διὰ τὴν ἵδρυσιν ὑποκαταστήματος ΙΚΑ εἰς Σύμην, ἀπόντων τῶν κ.κ. βουλευτῶν, διαγράφονται. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 22, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Συνδέσμου Ὑφαντουργῶν Κερκύρας, οἵτινες ἐπιμένουν εἰς ἐπαναπρόσληψιν ἀπολυθέντων ἐργατῶν κλπ., ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§40Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶχε προκύψει πράγματι ἕνα θέμα διὰ τοὺς ἀπολυθέντας ἐργάτας τῶν Ὑφαντουργείων Κερκύρας. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν ἔχῃ τίποτε νὰ μᾶς εἴπῃ ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐπελήφθη τοῦ θέματος.
§41Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Εἶχε προκύψει πράγματι ζήτημα μὲ τὴν ἀπόλυσιν ἐργατῶν τοῦ ἐν λόγῳ Συνδέσμου, καὶ συνέστησα εἰς τὸν Ἐπιθεωρητὴν Ἐργασίας νὰ μεριμνήσῃ καὶ ἐπαναπροσληφθοῦν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 23 ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Χαραλ. Τζερεφοῦ, κατοίκου Λαυρίου, αἰτουμένου ρύθμισιν προκυψάσης ἀνωμαλίας συνταξιοδοτήσεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ, συνεπείᾳ ἀπωλείας ἐγγράφων κλπ., ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§43Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιπτώσεως νομίζω ἔχει ἐνεργήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ θὰ παρακαλοῦσα νὰ μᾶς εἴπῃ, ἂν ἔχῃ τίποτε νὰ μᾶς εἴπῃ σχετικῶς μὲ τὸ θιγόμενον θέμα.
§44Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ ΙΚΑ, ἀπέστειλα τὴν ἐν λόγῳ ἀναφορὰν εἰς τὸν Διοικητὴν τοῦ Ἱδρύματος μὲ τὴν ἐντολὴν ὅπως μοῦ ἀναφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐνεργειῶν του. Μέχρι σήμερον δὲν ἔχω, ἀτυχῶς, ἀπάντησιν, διὰ νὰ σᾶς πληροφορήσω σχετικῶς.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 24 καὶ ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν συνταξιούχων ΤΕΒΕ «Ἅγιοι Ἀνάργυροι», αἰτουμένων αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν εἰς τὸ ΤΕΒΕ ἠσφαλισμένων κλπ., ὁ κ. Α. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§46Α. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἐν λόγῳ Συλλόγου καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ θέματος γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως μᾶς γνωρίσῃ σχετικῶς τὶ μέτρα πρόκειται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ θέμα τόσον τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ ΤΕΒΕ, ὅσον καὶ διὰ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν τῆς ἐν λόγῳ ἀναφορᾶς.
§47Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Πράγματι, πρόκειται περὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ ὁλόκληρον τὴν τάξιν τῶν εἰς τὸ ΤΕΒΕ ἠσφαλισμένων καὶ ἡ Κυβέρνησις μελετᾶ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν συντάξεων τῶν ἠσφαλισμένων τούτων. Αἱ συντάξεις, προκειμένου περὶ γήρατος μὲν οὖσαι 500 δρχ., περὶ θανάτου δὲ 400 δρχ., πρέπει νὰ ἀναπροσαρμοσθοῦν ὁπωσδήποτε. Βεβαίως ἐγένετο μία αὔξησις....
§48Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Πότε κ. Ὑπουργὲ ἐγένετο αὔξησις;
§49Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κατὰ τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας μου.
§50Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐγγεγραμμένος, θέλω νὰ προσθέσω μόνον ὅτι συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν καὶ συντάσσομαι μὲ ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος κ. Τσαλδάρης.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἠσφαλισμένων ἐπαγγελματιῶν ΤΕΒΕ κατοίκων Βροντάδων Χίου, αἰτουμένων τροποποίησιν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας τοῦ ΤΕΒΕ κλπ., ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§52Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεγνώσαμεν χθὲς εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι κατετέθη σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως τῶν συντάξεων τῶν ἠσφαλισμένων, τόσον εἰς τὸ ΤΕΒΕ, ὅσον καὶ εἰς τὸν ΟΓΑ» καὶ ἐλπίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ τακτοποιηθῇ ἕνα μεγάλο θέμα τῶν συνταξιούχων τῶν Ταμείων αὐτῶν τῶν διαμενόντων εἰς τὴν ὕπαιθρον. Πέραν ὅμως αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, οἱ ἠσφαλισμένοι τοῦ ΤΕΒΕ Βροντάδων Χίου παρακαλοῦν ὅπως ληφθοῦν ὑπὲρ αὐτῶν εἰδικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐκθέτουν εἰς τὴν εἰς χεῖρας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εὑρισκομένην ἀναφοράν των καὶ παρακαλῶ αὐτὸν ὅπως ἐπιληφθῇ ταύτης τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον εἶναι δίκαιον.
§53Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καὶ ἐγὼ συνηγορῶ, κ. Πρόεδρε, καὶ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βροντάδων Χίου, ἠσφαλισμένων τοῦ ΤΕΒΕ καὶ τοῦ ΟΓΑ.
§54Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρόκειται περὶ εἰδικῆς περιπτώσεως καὶ περὶ δικαίου αἰτήματος. Πρὸς γενικωτέραν ὅμως ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος καὶ κατόπιν συνεργασίας μου μετὰ τοῦ συναδέλφου μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργοῦ κ. Μπαλτατζῆ, καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῶν Ὀργανισμῶν ΤΕΒΕ– ΟΓΑ, ἐλάβομεν ἀπόφασιν ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον καὶ θὰ ἀντιμετωπίσωμεν ριζικῶς.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Σωματείου Καπνεμπόρων καὶ Καπνεργατῶν Πατρῶν κλπ., ὁ κ. Γερωκοστόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών, διαγράφεται. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 27 ἐρωτήσεώς του δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθῇ νομοθετικὴ μέριμνα, ἵνα αἱ ἔγγαμοι ὑπάλληλοι τοῦ ΕΙΡ ἀποχωροῦν, λαμβάνουσαι σύνταξιν μετὰ 15ετῆ ὑπηρεσίαν, ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§56Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ θήλεις ὕπανδροι ὑπάλληλοι τοῦ Δημοσίου τυγχάνουν συνταξιοδοτήσεως μετὰ παρέλευσιν 15ετοῦς ἐν τῷ Δημοσίῳ ὑπηρεσίας. Παραδόξως αἱ ὕπανδροι ὑπάλληλοι τοῦ Ραδιοφωνικοῦ Ἱδρύματος καὶ ἄλλων τινων ὀργανισμῶν Νομικῶν Προσώπων, ὑπαγόμεναι ὡς πρὸς τὴν συνταξιοδότησίν των εἰς τὸ Ι.Κ.Α., δὲν ἀπολαμβάνουν τοῦ ὡς ἄνω εὐεργετήματος, δημιουργουμένης οὕτω ἀνισότητος. Αἱ διατάξεις, αἱ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἰσχύουσαι διὰ τὰς ὑπαλλήλους του, ἀποβλέπουν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς οἰκογενείας καὶ ἔχουν καλῶς. Κατόπιν τούτων, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως, προβλεπομένου σχετικοῦ νομοσχεδίου, τεθῇ διάταξις καθ’ ἣν «αἱ θήλεις ὕπανδροι τοῦ Δημοσίου, τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ραδιοφωνίας, καὶ ἠσφαλισμέναι εἰς τὸ Ι.Κ.Α., δύνανται μετὰ συμπλήρωσιν 15 συναπτῶν ἐτῶν ὑπηρεσίαν, νὰ ἀποχωρῶσι τῆς ὑπηρεσίας των ἀνεξαρτήτως ἡλικίας, λαμβάνουσαι σύνταξιν ἀνάλογον πρὸς τὰ ἔτη τῆς ἀσφαλίσεώς των». Νομίζω ὅτι ἡ ἰσότης εἶναι ἐπιβεβλημένη διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, διότι καὶ τὸ Ε.Ι.Ρ. εἶναι κρατικὸν ἵδρυμα καὶ ἡ ἄνισος μεταχείρισις πρέπει νὰ ἀρθῇ. Φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ συμφωνῇ ἐπὶ τοῦ δικαίου τούτου αἰτήματος.
§57Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα εἶναι γενικώτερον. Μία ἀπόφασις τοῦ Ι.Κ.Α. περὶ μειώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας πρὸς συνταξιοδότησιν ἐγγάμων γυναικῶν, θὰ ἔχῃ ἐπίπτωσιν εἰς ὅλους τοὺς ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς, εἴτε ὑπάγονται εἰς τὴν ἐποπτείαν τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας εἴτε ἄλλου Ὑπουργείου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κυριώτερος ἀσφαλιστικὸς φορεὺς εἶναι τὸ Ι.Κ.Α., ἔχω ἤδη ζητήσει τὴν γνώμην του καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησίν του, θὰ ἀποφασίσωμεν ἐὰν θὰ γίνῃ σχετικὸν νομοθέτημα ἢ ὄχι.
§58Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν.
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§60Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Πρόδρε, ὑπάρχουν ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν δύο νομοθετήματα τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, τὰ ὁποῖα εἶναι κατεπείγοντα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μὲ δύο λέξεις νὰ ἀναπτύξω εἰς τὸ Σῶμα τὰς ἀπόψεις μου. Διὰ τοῦ πρώτου νομοθετήματος κυροῦται πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐξευρέθησαν τὰ μέσα, ὥστε νὰ μειωθῇ τὸ ὅριον ἡλικίας τῶν ἐργαζομένων εἰς βαρέα καὶ ἀνθυγιεινὰ ἐπαγγέλματα κατὰ 5 ἔτη. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ἄνευ συζητήσεως. Πληροφορῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι τώρα δὲν πρόκειται νὰ δεχθῶ καμμίαν τροπολογίαν. Ἔχω ἤδη τὰς τροπολογίας ὅλων τῶν συναδέλφων, θὰ τὰς μελετήσω καὶ θὰ συμπεριλάβω, ὅσας ἐξ αὐτῶν εἶναι δίκαιαι, εἰς ἕνα νομοσχέδιον τοῦ Ι.Κ.Α., τὸ ὁποῖον θὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν ἐπειδὴ ὑπηρετεῖ αὐτὸν τὸν σπουδαῖον σκοπὸν τὸ νομοσχέδιον, νὰ τὸ δεχθῇ ἄνευ συζητήσεως.
§61Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ τροπολογίαι θὰ ἔλθουν εἰς προσεχὲς νομοσχέδιον, νομίζω, ὅτι τὸ παρὸν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, διότι εἶναι καὶ σοβαρὸν καὶ ἐπεῖγον.
§62Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαφωνῶ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων. Ἐδῶ βλέπω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ἐργασίας τὸ ἐδέχθη κατὰ πλειοψηφίαν. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιρρήσεις;
§63Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασ.). Κύριε συνάδελφε, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις. Ἕνας ἐκ τῶν συναδέλφων εἶπεν ἂς γίνῃ δεκτὸν καὶ ἐὰν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, ἂς συζητηθοῦν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅλοι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἀνεγνώρισαν ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν.
§64Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω δι’ ὅσα λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, καταργεῖται ὅμως ἡ διαδικασία;
§65Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Δικαίωμα τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τὸ κρατήσῃ.
§66Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον εἶναι σοβαρώτατον, ὑπάρχουν θέματα τὰ ὁποῖα δημιουργοῦνται ὡς πρὸς τὸ ΙΚΑ. Ὑπάρχουν θέματα τὰ ὁποῖα ἔχουν θέσει ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οἱ ἴδιοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν πόρων εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων μὲ τὸ ὁποῖον δὲν συμφωνοῦμεν. Τὶ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πιέζει τὸν κ. Ὑπουργόν, ὥστε νὰ μελετήσῃ τὰς τροπολογίας αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑποβληθῆ καὶ δὲν θέλει νὰ γίνῃ συζήτησις; Ἂς ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν Τετάρτην διὰ νὰ ἐκθέσωμεν τὰς ἀπόψεις μας καὶ νὰ μελετήσῃ τὰς τροπολογίας.
§67Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε συνάδελφε, μὴ λησμονῆτε ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου καὶ ἑπομένως θὰ πάῃ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐὰν τὸ θέλετε, νὰ πάῃ.
§68Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ μᾶς πιέζει; Κύρωσις πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι. Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ βραδύτερον καὶ νὰ ρυθμισθοῦν καὶ ἄλλα συναφῆ θέματα ὅπως ἡ ὑπαγωγὴ ὅλων τῶν ἐργαζομένων εἰς τοὺς οἰκοδομικοὺς κλάδους εἰς τὰ ἰδιαζόντως βαρέα καὶ ἀνθυγιεινὰ ἐπαγγέλματα.
§69Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ρυθμίζει, ἔχουν μίαν αὐτοτέλειαν, ἔχει ἐκδοθῆ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει τοὺς πόρους διὰ τὴν μείωσιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου 1846 τοῦ 1951, εἰς τοὺς ἐργαζομένους εἰς ἰδιαζόντως βαρέα καὶ ἀνθυγιεινὰ ἐπαγγέλματα, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πάρουν σύνταξιν εἰς τὸ 60 ἔτος ἀντὶ τοῦ 65, μετὰ κανονισμὸν τοῦ ΙΚΑ καὶ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Πρὶν ἐκδοθῇ ὁ Κανονισμός, ἐξεδόθη ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ποὺ ἐξησφάλισε τοὺς πόρους. Ἐὰν δὲν τὸ θέλετε, ἂς μείνῃ διὰ τὴν Ἐπιτροπήν.
§70Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Οἱ πόροι τοὺς ὁποίους σεῖς ἐξασφαλίζετε, ἐπαρκοῦν.
§71Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἔχει γίνει μελέτη κ. συνάδελφε, διὰ 10 χρόνια, δι’ ὅσους περιλαμβάνει ἡ κυρουμένη πρᾶξις.
§72Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ὑπάρχουν διαμαρτυρίαι τῶν ὑπαγομένων εἰς τὸν Κανονισμόν, ὅτι εἶναι δυσβάστακτος ἡ ἐπιβάρυνσις. Σεῖς τὸ ἀρνεῖσθε;
§73Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐπιτελεῖ χρήσιμον σκοπὸν καὶ ἐξυπηρετεῖ τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Ἐὰν θέλετε νὰ τὸ κρατήσετε, δικαίωμά σας εἶναι.
§74Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ὑπάρχει κάτι ποὺ νὰ μᾶς πιέζῃ νὰ τὸ δεχθῶμεν ἀμέσως;
§75Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ προσφυγὴ ἐκ μέρους τῶν ἐργοδοτῶν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§76Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἢ ἔχει γίνει;
§77Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἔχῃ γίνει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς ὅτι τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμίαν πρόκειται νὰ δεχθῶ, οὔτε ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως.
§78Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πιεζόμεθα ἀπὸ τοὺς συνταξιούχους τοῦ τέως ΤΑΚ ἀπὸ ἐτῶν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§79Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ κρατοῦμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν βλέπομεν τὸν λόγον ποὺ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ἄνευ συζητήσεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 κρατεῖται. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§81Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ νόμου 2348)53, ἔγιναν ἀδικίαι εἰς βάρος τῶν καπνεργατῶν. Ἄλλοι ἐπῆραν μειωμένην σύνταξιν καὶ ἄλλοι ἕνα μικρὸ ἐφ’ ἅπαξ. Ἡ Ε.Κ. ὅπως καὶ ὅλα τὰ κόμματα, ἔχει ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ ἄρῃ τὰς ἀδικίας αὐτάς. Συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν της αὐτὴν ἡ Ε.Κ. εἶναι εἰς θέσιν, μετὰ μελέτην τοῦ θέματος, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς παλαιοὺς συνταξιούχους καπνεργάτας. Βεβαίως ὑπάρχει καὶ τὸ θέμα τῶν ἐφαπαξιούχων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἀκόμη τὸ ΙΚΑ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ μισὰ ὡς πρὸς αὐτούς. Θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ δεκτόν. Ἐὰν πάλιν ἡ Βουλὴ θέλῃ ἂς τὸ κρατήσῃ.
§82Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ μὲν τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι μὲ νέον νομοσχέδιον θὰ ρυθμίσῃ τὰ συναφῆ θέματα, αἴρω τὰς ἀντιρρήσεις μου καὶ ἂς γίνῃ δεκτόν. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ὅμως νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τὰ θέματα τοῦ ΤΑΚ, κανεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅταν 2.200 καπνεργάται περιμένουν ἀπὸ τοῦ ἑπομένου μηνὸς νὰ αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς των, νὰ κρατήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἤθελα μόνον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὑπάρχει συναφὲς πρὸς τὸ θέμα τοῦ ΤΑΚ τὸ θέμα τῶν ἐφαπαξιούχων. Αὐτῶν δηλαδὴ ποὺ ἀπεζημιώθησαν διὰ τὰ 2699 ἡμερομίσθια μὲ ἐλάχιστα ποσὰ καὶ ἐξηφανίσθησαν τὰ ἀσφαλιστικά των δικαιώματα, ἐπ’ αὐτῶν τὶ σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις; Τὶ σκέπτεται καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀδικίας εἰς βάρος τῶν καπνεργατῶν; Θὰ ἀρθοῦν;
§83Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ὅλα τὰ κόμματα ὑπεσχέθησαν ἄρσιν τῶν ἀδικιῶν. Ἡ Ε.Κ. ἐξησφάλισε τὰ μέσα διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ αἰτήματα αὐτῶν τῶν καπνεργατῶν.
§84Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κατόπιν αὐτῆς τῆς δηλώσεως, ἡμεῖς δεχόμεθα τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν σύστασιν νὰ ἀρθοῦν καὶ αἱ ἄλλαι ἀδικίαι τῶν καπνεργατῶν καὶ νὰ μελετηθῇ καὶ ἡ συναφὴς τροπολογία τῶν Τροχιοδρομικῶν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Στρατῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§86Δ. ΣΤΡΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τόσον εἰς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον ὅσον καὶ εἰς τὸ δεύτερον, εἶχον προτείνει ὡρισμένας ἀπόψεις καὶ γνώμας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔγιναν βέβαια δεκταὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν μὲ τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ συζητηθοῦν εἰς τὴν Βουλήν. Τώρα τὸ μὲν πρῶτον νομοσχέδιον ἐτελείωσε. Διὰ τὸ δεύτερον, θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Ὅτι τοῦτο ἐπανορθώνει ὡρισμένα ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας ἑνὸς παθολογικοῦ ἀντεργάτου Ὑπουργοῦ, ποὺ ἀκούει εἰς τὸ ὄνομα Γονῆς. Ἐν τούτοις ὅμως δὲν διορθώνονται δὲν ἐπανορθώνονται ὡρισμέναι ἄλλαι διατάξεις τοῦ νόμου 2348)53, ὅπως ἡ διάταξις τῆς Ἐπιτροπῆς τοποθετήσεως καπνεργατῶν, ἡ ὁποία προεδρεύεται ἀπὸ τοὺς διοικητὰς τῆς ἀσφαλίσεως καὶ οἱ ὁποῖοι τοποθετοῦν ὅσους τοὺς ἐξυπηρετοῦν κομματικῶς. Ἐπίσης δὲν ἀκυρώνεται ἡ διάταξις τῆς 7ημέρου συμβάσεως ἐργασίας. Σύμφωνα μὲ αὐτὸν τὸν περιβόητον καὶ ἐγκληματικὸν νόμον, ὁ καπνεργάτης κατ’ ἐξαίρεσιν ἀναλαμβάνων ἐργασίαν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐργασθῇ μόνον 6 ἡμέρας. Μετὰ τὴν πάροδον τῶν 6 ἡμερῶν πρέπει νὰ ἀνανεωθῇ πάλιν ἡ σύμβασις ἐργασίας. Αὐτὰς τὰς δύο βασικὰς διατάξεις περιμένομεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι θὰ τὰς τροποποιήσῃ.
§87Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε συνάδελφε, αἱ διατάξεις αὗται εἶναι σχετικαὶ μὲ τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας αἱ ὁποῖαι θὰ ἀντιμετωπισθοῦν εἰς εἰδικὸν νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ διὰ τὴν προσαρμογὴν τῆς 87 διεθνοῦς συμβάσεως ἡ ὁποία ἔχει κυρωθῆ διὰ πράξεως τῆς Πολιτείας. Εἶναι ἄσχετοι μὲ τὸ νομοθέτημα τὸ σημερινὸν τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσφαλιστικόν.
§88Δ. ΣΤΡΑΤΗΣ. Ἐπίσης ἤθελα νὰ προσθέσω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι τῆς ἑταιρείας μεταφορῶν εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν κατηγορίαν, ὅπως καὶ οἱ συνταξιοῦχοι τοῦ Τ.Α.Κ. καὶ θὰ ἤθελα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν μίαν ἀπάντησιν ἂν σκέπτεται νὰ βελτιωθῇ καὶ ἡ κατάστασις τῶν συνταξιούχων τῆς ἑταιρείας μεταφορῶν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔγινε δεκτόν.
§90Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κρατεῖτε, κ. Μιχαηλίδη;
§92Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Προέρχομαι ἀπὸ καπνεργατικὴν περιοχήν, κ. Πρόεδρε, καὶ μοῦ φαίνεται παράξενον πῶς ἀντιτίθεσθε. Ἐπιθυμία μου κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι νὰ κρατήσω τὸ νομοσχέδιόν σας, διότι ἀναμένει τόσος καπνεργατικὸς κόσμος τὴν θεραπείαν τῶν ζητημάτων. Ἤθελα μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ μιᾶς κατηγορίας καπνεργατῶν οἱ ὁποῖοι τότε μὲ τὴν ἐθνοφρουράν, εἶχον ἐπιστρατευθῆ καὶ ἐγένετο ἀφορμὴ ὁ χρόνος αὐτὸς τῆς ὑπηρεσίας των εἰς τὸν στρατὸν νὰ μὴ ἔχουν συμπληρώσει τὰ ἡμερομίσθια διὰ τὴν ἐφ’ ἅπαξ ἀποζημίωσιν ἢ διὰ τὴν συνταξιοδότησιν. Θὰ παρεκάλουν, καὶ ἄλλοτε πάλιν εἶχον φέρει τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν, νὰ τύχῃ τῆς προσοχῆς σας.
§93Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἐν πρώτοις, ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Στρατῆν, ὅτι μελετᾶται καὶ τὸ θέμα τῆς κατοχυρώσεως τῶν συνταξιούχων τῆς Η.Ε.Μ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Μιχαηλίδην, θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ δώσῃ μίαν τροπολογίαν νὰ τὴν ἐξετάσω μὴ τυχὸν ἠμπορῶ νὰ τὴν περιλάβω εἰς τὸ σχετικὸν νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209)13–12–63 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύει τοῦ ὑπὸ τοῦ Ν. Δ. 4104)60 προβλεπομένου Κανονισμοῦ περὶ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ι.Κ.Α.» καὶ περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινων ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοιν. Ἐπιτροπῆς;
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 209)13–12–63 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ θέσεως ἐν ἰσχύει τοῦ ὑπὸ τοῦ Ν.Δ. 4104)60 προβλεπομένου Κανονισμοῦ περὶ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ ἐνισχύσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Ι.Κ.Α.» καὶ περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινων ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ βαρέων καὶ ἀνθυγιεινῶν ἐπαγγελμάτων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοιν. Ἐπιτροπῆς. Δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως θε-
μάτων τινων συνταξιούχων τέως ΤΑΚ
Ν. 2348)53»;
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινων συνταξιούχων τέως Τ.Α.Κ. Ν. 2348)53». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1 νομοσχεδίου τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν προτοῦ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Ἠλιοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι πρῶτος ἐγγεγραμμένος, νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολὴν τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ράλλη, ὁ ὁποῖος μοῦ παρεπονέθη ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, δὲν περιελήφθη καὶ ἡ ἰδική του ἀναφορά, καίτοι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ θέματος. «Ἀθῆναι τῇ 5ῃ Ἰουλίου 1964 Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, Εἰς τὸ χθεσινὸν φύλλον τοῦ δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου τῆς Ε.Δ.Α. δημοσιεύεται φωτοτυπία τηλεγραφήματός μου σταλέντος κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς 16ης Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. καὶ εἰς τὴν εἰδησεογραφίαν τῆς αὐτῆς ἐφημερίδος ἀναφέρεται ὅτι διὰ παρομοίων τηλεγραφημάτων ἐκλήθησαν τὰ μέλη παρακρατικῶν ὀργανώσεων πρὸς τὸν σκοπὸν ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἑνοποιήσεως τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν. Δὲν θὰ ἀπέδιδον οὐδεμίαν σημασίαν εἰς τὴν φαιδρὰν μυθιστορίαν ταύτην, ἡ ὁποία ἄλλως τε ἀποτελεῖ συνήθη ἐνασχόλησιν τῆς ἐν λόγῳ ἐφημερίδος, ἐὰν δὲν ἔβλεπον ἀναδημοσιευομένην αὐτὴν εἰς ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα τῆς σήμερον καὶ δὴ μεγάλης κυκλοφορίας. Κατόπιν τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς παρακαλέσω ὅπως φέρετε ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς: 1) Εἰς ὅλας τὰς χώρας καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς συνηθίζεται κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον νὰ ὀργανοῦται ὁ προσωπικὸς ἐκλογικὸς ἀγὼν τῶν ὑποψηφίων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν χρονικὰ περιθώρια δι’ ἄλλας ὀργανώσεις. 2) Εἶναι γνωστὴ εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν ἡ αὐστηρὰ μου προσήλωσις πρὸς τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα καὶ τὰς κοινοβουλευτικὰς μεθόδους. Ἐπίσης εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐδέποτε εἶχον οὐδεμίαν σχέσιν μὲ παρακρατικάς, ὑπερκρατικὰς ἢ ἀντικρατικὰς ὀργανώσεις. Κατόπιν αὐτῶν ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τῶν κυρίων συναδέλφων ὅπως ἐξαγάγουν τὰ προσωπικά των συμπεράσματα ἐπὶ τῆς ἀνοικείου ταύτης καὶ ἀδίκου ἐναντίον μου ἐπιθέσεως.
Μετὰ βαθυτάτης ἐκτιμήσεως
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ν. ΡΑΛΛΗΣ»
Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§99Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.). Κύριοι βουλευταί, θεωρῶ χρήσιμον, ἀλλὰ καὶ ἐπάναγκες νὰ συνοψίσω τὰ συμπεράσματα τῆς μέχρι τοῦδε διεξαχθείσης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Κρίνω, ὅτι τοῦτο θὰ εὐκολύνῃ σημαντικῶς τὴν περαιτέρω συζήτησιν ἰδίως ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ πλέον ἀποδοτικοῦ τῶν συζητήσεων εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Δύο εἶναι τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἐξεδηλώθη ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα πλήρης ὁμοφωνία. Πρῶτον εἶναι ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δεύτερον ἡ διακήρυξις ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται ὄντως εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του, τοῦτο δὲ ἀποτελεῖ τὸν κανόνα. Ἐνῷ ὑπῆρξαν αἱ δύο αὗται διακηρύξεις ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα ἠκολούθησαν αἱ ἀγορεύσεις τῶν συναδέλφων τῶν διαφόρων πτερύγων, αἱ ὁποῖαι λόγῳ περιεχομένου, ὡς ἐσημείωσα καὶ εἰς ἄλλην σύντομον ὁμιλίαν μου, φοβοῦμαι ὅτι εὑρίσκονται εἰς μίαν δυσαρμονίαν μὲ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν ἐνδεικτικῶς νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὡρισμένας ἀπὸ τὰς ἀπόψεις αὐτὰς αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὡς τίτλον, τὴν προστασίαν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, δημιουργεῖ τὸν κίνδυνον ἀντιθέτως νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν διαπόμπευσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνει περιωρισμένον ἀριθμὸν, ἐλεγχομένων προσώπων, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ καὶ πλεῖστα ἄλλα πρόσωπα. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι ἐξασφαλίζει καὶ ἀποκαλύπτει τὴν ἀλήθειαν ἐπὶ κατηγοριῶν τοῦ πολιτευομένου κόσμου, εἶναι ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ἄλλους ἀγορητὰς ὅτι ἀντιθέτως ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ εἶναι μία λαιμητόμος εἰς βάρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον πάσχει ἀπὸ ἀντισυνταγματικότητα. Ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον κάθε ἄλλο παρὰ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπηγγέλθη ἡ Ε.Κ. καὶ ποὺ ἀποτελεῖ καὶ ἀξίωσιν τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως εἶναι ὁ ἠθικὸς καθαρμὸς καὶ ἡ ἀνεύρεσις τῶν ὑπευθύνων δι’ ὅσας κατὰ καιροὺς καταγγελίας ἔχουν ἀκουσθῆ ἐν σχέσει μὲ τὴν 8ετίαν. Ἠκούσθη ἀκόμη ἡ ἄποψις ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἠθικὴν νίκην τοῦ τέως κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, τοῦ ἀποδοκιμασθέντος ἀπὸ τὴν λαϊκὴν ἐντολήν. Ταὐτοχρόνως ὅμως ἠκούσθησαν καὶ ἐντελῶς ἀντίθετοι ἀπόψεις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐξυπηρετεῖ τὸν κομμουνισμὸν καὶ ἀνεπτύχθησαν αἱ θεωρίαι τοῦ Λένιν, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κομμουνισμὸς συμφέρον ἔχει νὰ διαβρώσῃ τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ συνεπῶς τὴν Δημοκρατίαν. Ἂν ὅλως ἐνδεικτικῶς ὑπενθυμίζω τὰς ἀπόψεις αὐτάς, τὰς ὁποίας ἔχετε ἀκούσει ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ὅσοι τυχὸν συνέπεσε νὰ μὴ παρίστασθε κατὰ τὴν συνεδρίαν, ἠμπορεῖτε νὰ τὰς ἀναγνώσητε εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, τὸ πράττω διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι κατὰ τὴν κοινὴν λογικὴν θὰ συμφωνήσητε μαζί μου ὅτι εἶναι ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι στεροῦνται ἀντικειμενικῆς κρίσεως. Εἶναι ἀπόψεις ἐπηρεασμέναι ἀπὸ σκέψεις καθαρῶς ὑποκειμενικὰς εἴτε κομματικάς, εἴτε δὲν ξέρω ποίου ἄλλου εἴδους. Διότι ἐρωτῶ πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ταὐτοχρόνως νὰ ἀποτελῇ ἠθικὴν νίκην τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ καὶ τὴν ἰδίαν ὥραν νὰ ἐξυπηρετῇ καὶ τὸν κομμουνισμόν; Εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα τοὐλάχιστον ἐγὼ μὲ τὴν κοινὴν λογικήν, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἑρμηνεύσω. Ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, διότι τὰ γεγονότα ἐπιτρέπουν νὰ τὸ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντικειμενικὴ ἐξέτασις τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἡ ὁποία ὅμως, εἶναι ἀπαραίτητος, προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν ἕνα τόσον βαρυσήμαντον νομοσχέδιον. Καὶ ὅταν τὰ κόμματα ἔχουν λάβει ἐπίσημον θέσιν ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἔχουν τονίσει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, βεβαίως ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι παρὰ τὴν ἐπίσημον θέσιν τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ὡς κόμματα ἐν τῇ αἰθούσῃ, δὲν ἐπιθυμοῦν τὸ νομοσχέδιον. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισημάνω τοῦτο διότι πιστεύω, ὅτι ἔτσι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διευκρινισθοῦν ὡς ἐπιβάλλεται αἱ ἀπόψεις αἱ πραγματικαὶ ὅλων τῶν πτερύγων τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, συντελοῦντες ὥστε ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ἐξέλθῃ ἕνα νομοσχέδιον κατὰ τὸ δυνατὸν πληρέστερον, ἕνα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται. Πρέπει νὰ τονίσω, ὅτι ἡ κειμένη νομοθεσία, ὁ ποινικὸς νόμος, προβλέπει δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀδικήματα καὶ ὅτι μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον οὐδεμία διάταξις ἐκ τῶν ὑπαρχουσῶν θίγεται. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ὑπῆρξε καὶ εἶναι μία ἀνάγκη ἡ ὁποία ἔχει προέλθει πράγματι ἐξ ὡρισμένων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔχει συλλάβει ἡ κοινὴ ὄσφρησις καὶ τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν μίαν διακυβέρνησιν τῆς χώρας 8 ὁλοκλήρων ἐτῶν καὶ συνεπῶς πάντα ταῦτα ἔχουν δημιουργήσει γενικώτερον μίαν ἀτμόσφαιραν ἡ ὁποία θίγει γενικώτερον τὸν πολιτικὸν κόσμον. Προκύπτει, λοιπόν, ἡ ἀνάγκη, ἔξω ἀπὸ κομματικὴν σκοπιμότητα, κοντὰ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν νὰ προστεθῇ ἕν νέον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπὸν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ, τὸν σκοπὸν δηλαδὴ ποὺ νὰ μπορέσωμεν νὰ διαχωρίσωμεν τὰς τυχὸν μεμονωμένας περιπτώσεις, περιπτώσεις προσώπων διαχειρισθέντων τὰ κοινά, τὰ ὁποῖα εἴτε τὰ ἴδια εἴτε διὰ συγγενικῶν των προσώπων ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἰδιότητα τῶν πολιτικῶν προσώπων καὶ ἐζημίωσαν τὸν δημόσιον πλοῦτον. Αὐτὰ ἀκριβῶς τὰ πρόσωπα σκοποῦμεν νὰ διαχωρίσωμεν, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μεμονωμένα, ἐφ’ ὅσον οἱ πάντες πιστεύομεν καὶ τοῦτο εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐν τῷ συνόλῳ του ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του. Καὶ ὅταν διαχωρισθοῦν αὐτὰ τὰ πρόσωπα, αὐτὸ ἀποτελεῖ προσφορὰν μεγίστης ἀλλὰ καὶ ὠφελίμου ὑπηρεσίας πρὸς τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συκοφαντῆται ἐξ ἀφορμῆς τῶν μεμονωμένων περιπτώσεων καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἀποβλέποντος εἰς τὴν προστασίαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἶναι λίαν εὔστοχος. Ἡ σύνταξις τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἦτο εὐχερής. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπουσα εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον σαφῶς ὑπέμνησα προηγουμένως, δὲν ἔσπευσε νὰ φέρῃ ἕνα νομοσχέδιον ἀμελέτητον. Προηγουμένως τὰ διάφορα σχέδια τὰ ἔδωσεν εἰς τὴν δημοσιότητα διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ προσεκάλεσε τὸν οἱονδήποτε νὰ συμβάλῃ, νὰ προσθέσῃ τὰς ἀπόψεις του, προκειμένου νὰ γίνῃ ἕνα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πληρέστερον θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς αὐτούς. Μεμονωμέναι μόνον ἀπόψεις διετυπώθησαν καὶ τέλος διετυπώθη τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζουν οἱ συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει μέρος εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, τὸ ἐξητάσαμεν μὲ πνεῦμα ὑπερκομματικόν, μὲ πνεῦμα πράγματι ἐθνικόν, διότι ἐθνικὸν σκοπὸν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὅταν προστατεύσωμεν τὴν τιμὴν τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν ἐξαίρεσιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ της ἐδέχθη ἀρκετὰς βελτιώσεις τοῦ νομοσχεδίου, διότι πράγματι τὸ εἶπον καὶ τὸ ἐπανέλαβον εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἅπαντες ἀνεξαιρέτως οἱ συνάδελφοι, ἀνεξαρτήτως τῆς πολιτικῆς τοποθετήσεώς των προσέφερον ἔργον χρήσιμον. Ἔμενον μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μὲ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ ἀντεμετωπίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐν τούτοις, ὡς προεῖπον ἀπὸ τὰς ὁμιλίας τῶν συναδέλφων οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἠκούσθησαν αἱ πλέον παράδοξοι ἀπόψεις, αἱ πλέον ἀντιτιθέμεναι ἀπόψεις, πρᾶγμα ποὺ μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ἀντικειμενικότης κρίσεως, τῆς ὁποίας ὅμως ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀλλὰ παρὰ τὴν ἐπίσημον θέσιν τὴν ὁποίαν ἔχουν πάρει τὰ κόμματα, οἱ καθ’ ἕκαστον ἀγορηταὶ ἠκολούθησαν μίαν γραμμὴν διάφορον. Ἀπὸ πλευρᾶς Κυβερνήσεως αἰσθανόμεθα τὸ χρέος κατὰ πρῶτον λόγον ἀπέναντι τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, τοῦ κόσμου ἐκείνου, ποὺ ἡμεῖς πιστεύομεν ἀπολύτως, ὅτι δικαιοῦται νὰ εἶναι ὑπερήφανος, διότι ἀκολουθεῖ τὴν γνωστὴν παράδοσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἕλλην πολιτικός, ὅταν τερματίζῃ τὸν πολιτικόν του βίον, τὴν πολιτικήν του ζωήν, συνοδεύεται μὲ τὴν ἔντιμον πενίαν. Ἔχοντες τὴν πίστιν αὐτήν, ἀλλὰ ἔχοντες ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ κοινὴ ὄσφρησις, ἡ ὁποία καθ’ ἡμᾶς ἀποτελεῖ τὸ πραγματικὸν δικαστήριον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἡ ὁποία ποτὲ δὲν πράττει, ἔχει ἐπεσημάνει ὡρισμένας ἐξαιρέσεις. Καὶ ἔχει δημιουργηθῆ ὄντως μία βαρεῖα ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία θίγει τὸν πολιτικὸν κόσμον ἐν τῷ συνόλῳ του. Ἀκριβῶς, ὅμως, οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν κοινὴν ἀξίωσιν τοῦ λαοῦ ἔχουν δημιουργήσει καὶ ἐν συνεπείᾳ τὴν ἐπαγγελίαν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου διὰ νὰ φέρωμεν ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὡς σκοπὸν θὰ ἔχῃ τὴν διαχώρισιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐχρησιμοποίησαν τὴν δημοσίαν ἰδιότητά των καὶ ἠσχημόνησαν εἰς βάρος τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, εἰς βάρος τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν ἢ ὁ ὁποῖος ὑπὸ διαφόρους αἰτιολογίας νὰ θελήσῃ νὰ στραφῇ ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ποὺ αὐτὸν τὸν σκοπὸν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ, διότι ἐξυγίανσις λέγεται, προσφορὰ ὑπηρεσίας λέγεται, ὅταν παρέχεται ἡ δυνατότης τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν ἀναξίων ἐκείνων, ἐὰν ὑπάρχουν, οἱ ὁποῖοι ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν δημοσίαν ἰδιότητά των διὰ νὰ ἀσχημονήσουν εἰς βάρος τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Καὶ τί λέγει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ προστεθῇ, παραλλήλως μὲ τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία ἰσχύει ἀπολύτως καὶ οὐδεμία διάταξις καταργεῖται. Τί λέγει, ὅπως τοὐλάχιστον τὸ αἰσθανόμεθα ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις καὶ ὅπως τὸ αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ πιστεύω βαθύτατα. Λέγει, ὅτι ἐγὼ ὁ βουλευτὴς ἢ ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἀνήκω εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ Ἕλληνος πολιτευομένου, ὅπως ἀκριβῶς τὸν ἐξηγοῦμεν, δηλαδὴ τοῦ πολιτευομένου, ποὺ ὅταν τερματίζῃ τὴν πολιτικὴν του ζωὴν συνοδεύεται πάντοτε ἀπὸ τὴν ἔντιμον πενίαν, ἐγὼ ὁ ἴδιος ζητῶ τὸν αὐτοέλεγχον καὶ θέλω νὰ δώσω μίαν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐν λεπτομερείᾳ θὰ περιγράψω τὰ περιουσιακά μου στοιχεῖα, διὰ νὰ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ οἱουδήποτε, ὥστε νὰ δίδῃ τὴν βάσιν ἑνὸς ἐλέγχου ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα ἐν ὀνόματι τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ τὸν ὁποῖον ἐπιζητῶ, νὰ διαπιστώνεται, ὅτι καὶ ἐγὼ ὁ Ἕλλην πολιτευόμενος ἀκολουθῶ τὴν ὡραίαν παράδοσιν τοῦ Ἕλληνος πολιτευομένου, τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ κόμματα ἐξυμνήσαμεν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ ἐξύμνησις πρέπει καὶ νὰ πιστεύωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν αὐτήν. Διότι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτὴν ξεκινάει καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὅταν τὸ νομοσχέδιον προβλέπῃ ὅτι ἡ δήλωσις αὐτὴ ὑποβάλλεται εἰς διπλοῦν, τὸ ἕνα ἀντίτυπον μένει εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ τὸ ἄλλο ἀποστέλλεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ παρέχῃ εἰς τὸν κάθε αἰτοῦντα, ὁμολογῶ, ὅτι ἐδοκίμασα μίαν κατάπληξιν ὅταν ἠκούσθησαν καὶ ἀπόψεις περὶ τοῦ ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε ὁ κᾶθε ἕνας ἐξ αὐτῶν νὰ λαμβάνῃ τὴν δήλωσιν αὐτήν, ὡσὰν νὰ ἦτο ἕνα μυστικὸν ἔγγραφον. Ἐγὼ αὐτὸ δὲν τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Διότι ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἕνας ὁ ὁποῖος πολιτεύεται καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν νομίμως ἔχει ἀποκτήσει, ἐπιδιώκει τὸν ἔλεγχον, θέλει τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα νὰ εἶναι ὁρατὰ εἰς τὸν οἱονδήποτε. Ποιὸς δὲν τὸ θέλει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Δὲν τὸ θέλει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τυχὸν φοβεῖται τὸν ἔλεγχον, διατί; Διότι ἴσως οἱ οἰκονομική του ἐπιφάνεια νὰ μὴ εἶναι καθαρά, ἡ κτῆσις νὰ μὴ εἶναι νόμιμος. Ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὸ θέλομεν νὰ κτυπήσωμεν, διότι μόνον τότε θὰ διαχωρίσωμεν τὴν ἐξαίρεσιν καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ προστατεύσωμεν πράγματι τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας μας, διότι ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς τῆς προστασίας ἀπὸ τὰς ὀλίγας ἐκείνας ἐξαιρέσεις αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν κατὰ καιροὺς τὴν βαρεῖαν ἀτμόσφαιραν, ὥστε γενικώτερον νὰ θίγεται τὸ σύνολον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Καὶ ἡ διαδικασία προβλέπεται κατὰ τρόπον κανονικώτατον, σύμφωνα καὶ μὲ τὸ Σύνταγμα, σύμφωνα καὶ μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάζῃ τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς θὰ εἶναι ἐπηυξημένης συνθέσεως, ἀκριβῶς διότι θέλομεν ἕνα δικαστήριον μεγαλυτέρου κύρους νὰ ἐξετάζῃ τὰς ὑποθέσεις αὐτάς. Καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς πολίτης νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν, ἡ ὁποία μετὰ τὴν διαδικασίαν ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, φθάνει εἰς ἕνα βούλευμα καὶ τὸ βούλευμα αὐτὸ εἴτε μετὰ τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος στρέφεται πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποκαλυφθῇ ἡ ἀλήθεια γίνεται ἡ διαπίστωσις, εἴτε τὰ ἐν τῇ δηλώσει καλῶς ἀναφέρονται, καλῶς ἔχουσι κτηθῆ καὶ δὲν προχωρεῖ περαιτέρω ἡ ὑπόθεσις ἢ ἐὰν συμβαίνῃ τὸ ἀντίθετον προχωρεῖ εἰς ἕνα δικαστήριον ηὐξημένης συνθέσεως, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὰς κυρώσεις τὰς προβλεπομένας ἀπὸ τὸν νόμον. Ἠκούσθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατυπωμένον, περιλαμβάνει καὶ διατάξεις ἀπαγορευτικάς, ὥστε νὰ δημιουργῇ τὴν φοβίαν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ ὑποβάλῃ τὴν μήνυσιν. Καὶ ἡ ἄποψις αὕτη, ἐσφαλμένη καθ’ ὅλα, προῆλθεν ἀπὸ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 10, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς ὑπενθυμίζει, ὅτι ἐὰν ὑπάρξῃ ἕνας, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβάλῃ ἐκ δολίας προαιρέσεως μίαν μήνυσιν διὰ νὰ συκοφαντήσῃ ὑφίσταται τὰς συνεπείας. Αὐτὸ μάλιστα τὸ ἄρθρον δὲν ἔχει κανένα οὐσιαστικὸν περιεχόμενον καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, διότι ἐπιφυλάσσομαι δι’ ὡρισμένας βελτιώσεις νὰ τὰς ἀναπτύξω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἀπαλειφθῇ παντελῶς, διότι εἴτε ἀναφέρεται, εἴτε ὄχι, ἰσχύει ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Μελᾶς, ὅτι θὰ πρέπει ἡ ζωὴ τοῦ πολιτευομένου νὰ εἶναι διαυγής, νὰ εἶναι κρυσταλλίνη. Ἄλλος συνάδελφος, ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐξέφρασε τὸν φόβον, ἐὰν αὐτὸ πραγματοποιῆται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διότι ὑπάρχουν καὶ πλαστικαὶ ὗλαι αἱ ὁποῖαι καταστρέφουν κἄπως τὴν διαύγειαν. Ἀλλὰ ἐγὼ ὑπερπλειοδοτῶν καὶ ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ νὰ μὴ ὑπάρχουν καὶ οἱ φόβοι τοῦ κ. Τσιριμώκου, λέγω, ὅτι δὲν φθάνει νὰ εἶναι οὔτε ὑάλινος, οὔτε κρυσταλλίνη ἡ ἐνοίκησις τοῦ πολιτευομένου, ἀλλὰ ἡ ζωή, καὶ ἡ ἰδιωτικὴ καὶ ἡ δημοσία τοῦ πολιτευομένου πρέπει νὰ εἶναι κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, ἀκόμη ἐπάνω καὶ ἀπὸ κρυσταλλίνην καὶ ἐπάνω ἀπὸ διαυγῆ. Καὶ αὐτὸ ἔρχεται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ οὐσίᾳ τί κάμνει; Δίδει τὴν ἰδικήν μας προσφοράν. Ἡμεῖς αὐτοπροσφερόμεθα διὰ τὸν ἔλεγχον αὐτόν, ἀκριβῶς διότι μόνοι μας θέλομεν νὰ δώσωμεν, μὲ τὴν ὑπεύθυνον αὐτὴν δήλωσίν μας, τὴν πραγματικὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως καὶ τὴν ὁποίαν δίδομεν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ οἱουδήποτε. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τιμὴν διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας καὶ εἶναι ἀπολύτως συνεπὲς πρὸς τὴν ὡραίαν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν εἶχεν ὁ Ἕλλην πολιτευόμενος καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠκούσαμεν νὰ ἐξυμνῆται ἐκ μέρους ὅλων τῶν κομμάτων. Ὅταν, λοιπόν, αὐτὴ εἶναι ἡ σκέψις τοῦ νομοθετήματος, ἐν τῇ ἁπλότητί του αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς ἐξυπηρετεῖ. Νομίζω, ὅτι δικαίως, μετὰ τὰς γενομένας ἀγορεύσεις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ παρακαλέσω ἐν τῇ περαιτέρω συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου κατ’ ἄρθρον, εἰ δυνατὸν ὅλοι μας νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τυχὸν σκέψεις εἴτε κομματικῶν ὑπολογισμῶν, εἴτε ἄλλων σκέψεων καὶ νὰ σκεφθῶμεν ὡς Ἕλληνες βουλευταί, μὲ κρίσιν ἀπολύτως ἀντικειμενικήν, διότι τότε πράγματι θὰ συμβάλωμεν, ὡς ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ καὶ ἐπιδιώκει, εἰς τὸ νὰ δώσωμεν ἕνα νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ συντελέσῃ, τὸ πιστεύω ἀπολύτως, εἰς τὴν πραγματικὴν προάσπισιν τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διότι διὰ τοῦ προσθέτου τούτου νομοσχεδίου, θὰ εἶναι δυνατὸν εὐχερέστερον νὰ ἐπισημάνωμεν τὰς ἐξαιρέσεις καὶ νὰ τιμωρηθοῦν παραδειγματικὰ καὶ συνεπῶς νὰ ἐκλείψῃ ὁ ψίθυρος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπὸ τὰς ἐξαιρέσεις καὶ ὁ ὁποῖος πολλάκις στρέφεται ἐναντίον τοῦ συνόλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Κύριοι βουλευταί, πρέπει ἀκόμη νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιλάβῃ ὅλον τὸν κόσμον, ὡς ἠκούσθησαν παράνομοι ἀπόψεις. Πρῶτον, διότι ὑπάρχει ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία, ἡ ὁποία δὲν θίγεται ἀπὸ τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἡ ὁποία προβλέπει δι’ ὅλα. Εἶναι γεγονός, ὅτι ὅσον θὰ διευρύνεται ὁ κύκλος τῶν ἐλεγχομένων προσώπων, τόσον τὸ νομοσχέδιον θὰ γίνεται δυσεφάρμοστον καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, ἐὰν ψηφισθῇ, ὅπως ἐλπίζω, ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος τύποις θὰ ὑπάρχῃ, ἐν τῇ οὐσίᾳ ὅμως ποτὲ δὲν θὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ αἱ διατάξεις του εἶναι κατὰ τὸ δυνατὸν περιωρισμέναι, ἀφοροῦν τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας καὶ πέραν τούτου τοὺς Γενικοὺς Γραμματεῖς καὶ τοὺς Γενικοὺς Διευθυντὰς τῶν Ὑπουργείων. Καὶ τὰ πρόσωπα αὐτά, δὲν ἠξεύρω εἰς πόσας χιλιάδας θὰ ἀνέλθουν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τὸ ἐρώτημα, κατὰ πόσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐξυπηρετεῖ τὸ παρελθόν, κατὰ πόσον ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπάρχουν ἀνομήματα, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ προβλέψῃ καὶ νὰ τιμωρηθοῦν. Τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ταύτης πράττει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατόν, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιλάβῃ συνταγματικὰς διατάξεις, ὥστε νὰ μεταβάλῃ τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένην διαδικασίαν, προκειμένου περὶ διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν Ὑπουργούς. Ὅπως ἐπίσης δὲν ἦτο δυνατὸν προκειμένου περὶ ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἔχουν παραγραφῆ, νὰ περιλαμβάνωμεν διατάξεις διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξαιρῆται ἡ παραγραφή, διότι αὐτὸ εἶναι παράνομον καὶ ἀντισυνταγματικόν. Τί προβλέπει ὅμως διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Δημιουργεῖ τὴν οἰκονομικὴν ἀνοχὴν καὶ ὑπάρχουν κυρώσεις καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἐνῷ ὅμως τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι διατυπωμένον δύναται νὰ προχωρήσῃ, διὰ τὰς μεμονωμένας, ὡς ἐλπίζω, περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχουν τυχὸν ἀνάγκην μηνύσεως ἢ διώξεως δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς βουλευτάς, τὸ ἴδιον πρᾶγμα δὲν συμβαίνει δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργοὺς ἢ Πρωθυπουργούς, διότι δι’ αὐτοὺς προβλέπεται ἐκ τοῦ Συντάγματος ἡ εἰδικὴ διαδικασία τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μία περίπτωσις προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ διατελέσαντος Ὑπουργοῦ ἢ Πρωθυπουργοῦ ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἰδιότητά των καὶ ἐπλούτισαν ἀθεμίτως καὶ τὸ δικαστήριον τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν θὰ ἔχῃ τὴν ἁρμοδιότητα νὰ προχωρήσῃ οὔτε εἰς ἔλεγχον, οὔτε εἰς ἀναίρεσιν. Καὶ πράγματι εἶναι ἕνα κενὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀναπληρωθῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν διὰ ὑποβολῆς σχετικῆς τροπολογίας, ὥστε ἐὰν ὑπάρχουν περιπτώσεις συγγενικῶν προσώπων, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθοῦν ἀπὸ τὸ δικαστήριον αὐτό. Ἐνόμισα, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ ὀλίγα, ὑπενθυμίζων τὰς πλέον, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, περιέργους ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι προῆλθον ἀπὸ βουλευτὰς διαφόρων κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ ἔχουν δεχθῆ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ προσθέτων, ὅτι μάλιστα, δεχόμεθα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ διατυπώσωμεν ὡρισμένας ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι πολὺ σαφὴς καὶ ἤκουσα νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἐξυπηρετεῖ τοὺς κομμουνιστὰς ἢ ἕνας ἄλλος, ὅτι ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, δίδομεν ἠθικὴν νίκην εἰς τὸν Καραμανλῆν, ἢ κἄποιος ἄλλος, ὅτι ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διαπομπεύομεν τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ζητῶ τὴν κοινὴν λογικὴν διὰ νὰ μοῦ εἴπητε, αὐτὰ πῶς τὰ ἑρμηνεύετε; Αὐτὰ ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἢ βάλλουν εὐθέως ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τόσον βαρυσημάντου, τόσον σοβαροῦ, πρέπον εἶναι, δι’ ὅλους μας νὰ εἴπωμεν τὰς ἀπόψεις μας πῶς τὰς ἀντιλαμβανόμεθα. Θέλομεν τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἢ δὲν τὸν θέλομεν; Θέλομεν πράγματι νὰ ἐπισημάνωμεν τυχὸν περιπτώσεις ποὺ ὑπάρχουν, ποὺ πρέπει νὰ ἐπισημανθοῦν διὰ νὰ διαλευκανθοῦν καὶ νὰ τιμωρηθοῦν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ βαρειὰ ἀτμόσφαιρα ἡ ὁποία θίγει ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον ναὶ ἢ ὄχι; Διετυπώθη καὶ μάλιστα ἐπίμονα ἡ ἄποψις, ὅτι καταργοῦμεν τὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς. Ὅσοι τὸ ὑποστηρίζουν, θὰ ἤθελα νὰ ξεύρω ποῦ εἶδαν τὴν κατάργησιν αὐτὴν τῶν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν; Αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαὶ ἰσχύουν ἀπολύτως. Ἐὰν ἐπὶ μιᾶς συγκεκριμένης προτάσεως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διετύπωσεν τὴν γνωστὴν ἄποψιν, ὅτι προκειμένου περὶ παραγεγραμμένων ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν συνέχειαν, δὲν νομίζει, ὅτι θὰ ἦτο σωστὸ καὶ αὐτὸ βέβαια ὀφείλεται εἰς μίαν λεβεντιὰν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔτσι ἔχει μάθει νὰ συμπεριφέρεται ἀπέναντι τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ καταργεῖ τὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς. Ἰσχύουν ἀπολύτως καὶ πράγματι ἐξυπηρετοῦν ὁσάκις χρειάζονται. Εἶπεν τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ τὸ εἶπεν ἐκ λόγων εὐπρεπείας, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει ἢ ἐὰν θέλετε ἐκ μιᾶς μεγαλοψυχίας ἀπέναντι τοῦ πολιτικοῦ του ἀντιπάλου, διὰ τὴν συγκεκριμένην ἐκείνην περίπτωσιν, εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, ἀφοῦ δὲν θὰ προχωρήσῃ ἡ ὑπόθεσις. Ἀλλὰ τὸ παρὸν νομοσχέδιον νομίζω, ὅτι θὰ δώσῃ τὴν δυνατότητα καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, διότι περὶ συγγενικῶν προσώπων ἐπρόκειτο, νὰ διερευνηθῇ καὶ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι νομίζω, ὅτι ἐπιθυμία ὅλων τῶν συναδέλφων πάσης παρατάξεως εἶναι νὰ μὴ ἀκούωνται ψίθυροι καὶ νὰ ὑπάρχῃ δυνατότης νὰ ἐξετάζωνται ὅλα τὰ ζητήματα διὰ νὰ φανῇ ἡ ἀλήθεια, ὥστε τὸ δίκαιον νὰ ἀποκαθίσταται. Ἐγὼ προσωπικῶς, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις, δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιχαίρομεν, ὅταν ἀκούωνται οἱ ψίθυροι, διότι μόνον ἀπὸ ἀνθρώπους κατωτέρους θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αἴσθημα ἱκανοποιήσεως διὰ τὴν κατασυκοφάντησιν. Συνεπῶς, ὅταν παρέχεται ἡ δυνατότης, ὅταν δημιουργοῦνται πρόσθετα μέσα διὰ τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ἀληθείας μακρὰν ἀπὸ κομματικοὺς ὑπολογισμούς, νομίζω, ὅτι γενικώτερον προσφέρομεν μίαν ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν καὶ προστατεύομεν τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος, τὸν ἄξιον κάθε τιμῆς, ὅπως ὅλα τὰ κόμματα διακηρύττωμεν, διότι πράγματι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἀλήθειαν. Ἐνόμισα, κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὴν σύντομον αὐτὴν διευκρίνισιν τῶν κυβερνητικῶν ἀπόψεων, ἐν σχέσει πρὸς ἄλλας ἀπόψεις ποὺ ἠκούσθησαν, διότι νομίζω καὶ πιστεύω, ὅτι ἔτσι θὰ εὐκολύνωμεν τὴν συζήτησιν κατ’ ἄρθρον, ἡ ὁποία ἄρχεται σήμερον, διατυπώνων τέλος τὴν εὐχήν, ὅπως ὅλοι σας, προσφέρετε τὴν ἀντικειμενικήν σας κρίσιν μακρὰν ἀπὸ κομματικοὺς ἢ ἄλλους ὑπολογισμούς, διότι τότε πιστεύω, ὅτι ὅλοι μας θὰ κάμωμεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ καθῆκον μας καὶ θὰ συντελέσωμεν, ὥστε ἀπὸ τὴν αἴθουσα αὐτὴν νὰ ἐξέλθῃ ἕνα νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ὅσον εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν τελειότερον, ὥστε νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἰλικρινῶς καὶ ἀκομματίστως μὲ ἕνα πνεῦμα ὑπέρτερον, μὲ ἕνα πνεῦμα ἐθνικὸν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει, ὅπως εἶναι ἡ προστασία τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀπὸ ψιθύρους προερχομένους ἀπὸ τὴν ἐξαίρεσιν, διότι ἐξαίρεσις εἶναι ἔναντι τῆς ὡραίας παραδόσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἐξαίρεσις εἶναι ἡ περίπτωσις ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν πολιτευόμενα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποίησαν τὴν ἰδιότητά τους, διὰ νὰ ἀσχημονήσουν εἰς βάρος τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ γενικώτερον. (Χειροκροτήματα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θεωρῶ χρήσιμον νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ συνεδρίασις θὰ συνεχισθῇ ἀπόψε ἐξαντλητικῶς καὶ παρακαλῶ τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ παρακολουθήσουν μέχρι τέλους τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ εὐχερανθῇ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς δεδομένου ὅτι βαίνομεν πρὸς διακοπάς.
§101Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πολὺ ἀπειλητικὸς εἶσθε κ. Πρόεδρε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον νὰ παραμείνουν οἱ κ.κ. βουλευταὶ μέχρι πέρατος τῆς συνεδριάσεως, διότι ξεύρετε ὅτι ὅσον παρέρχεται ἡ ὥρα ἀραιώνομεν.
§103Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μέχρι ποίας ὥρας;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεκάλεσα τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ παρακολουθήσουν μέχρι τέλους τὴν συνεδρίασιν. Τὸ μέχρι ποίας ὥρας, ἡ συζήτησις θὰ μᾶς τὸ δείξῃ. Ἐκτιμᾶτε καὶ σεῖς τὴν ἀνάγκην αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον νὰ συζητηθῇ ἐπαρκῶς ἀλλὰ καὶ ἐν συντόμῳ, ἐν τῇ πάσῃ δυνατῇ ταχύτητι.
§105Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἴδατε μὲ πόσην προθυμίαν συμβάλλει ἡ ΕΡΕ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀλλά, ὄχι ὅμως νὰ καθήσωμε μέχρι τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν, διότι βιάζεται ἡ Κυβέρνησις ἐνδεχομένως νὰ κλείσῃ τὴν Βουλήν. Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ στοιχειώδης ἄνεσις τῆς συζητήσεως, ὄχι ὅμως καὶ νὰ μᾶς ξενυκτήσετε χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀπαρτία.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀποκλείομεν τὴν ἄνεσιν, ἀλλὰ νὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τοῦ δυνατοῦ ὁρίου.
§107Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μποροῦμε καὶ νὰ ξενυκτήσωμεν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς ἐκπροσωπεῖτε καὶ τοὺς ἄλλους κ.κ. βουλευτάς; Ἐὰν οἱ ἄλλοι βουλευταὶ θέλουν νὰ παρατείνωμεν, καὶ ὑπάρχει ἀπαρτία πέραν τοῦ μεσονυκτίου;
§109Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου. Ἀλλὰ ὑπάρχει τρόπος ἐκδηλώσεως τῆς ἐπιθυμίας τῶν κ.κ. βουλευτῶν, διὰ τῆς παραμονῆς των εἰς τὴν αἴθουσαν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ε. Μπακλατζῆς).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§111Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι βουλευταί, εἶχα ζητήσει τὸν λόγον τερματιζομένης τῆς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζητήσεως διὰ νὰ διευκρινίσω τὴν θέσιν τῆς Ε.Δ.Α. ἔναντι τοῦ νομοσχεδίου διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς σύντομον παρέμβασιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς περασμένης Πέμπτης εἶχε διατυπώσει μίαν ἀπορίαν ὡς πρὸς τὴν τοποθέτησιν τῶν κομμάτων ἔναντι τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ σημερινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης μὲ ἔπεισε περισσότερον νὰ εἶμαι ἀπολύτως σκεπτικιστὴς ὡς πρὸς τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ νομοσχεδίου ἰδίᾳ διότι ὑπεστήριξε πράγματα τὰ ὁποῖα ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸ κείμενον. Ὅτι τάχα διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀποχωρίζονται οἱ διαχειρισθέντες ὕποπτοι ἢ ἔνοχοι καὶ τιμᾶται ὁ ὑπόλοιπος πολιτικὸς κόσμος ἐνῷ ἀντιθέτως ἀπομακρυνόμεθα ἀπὸ τὴν καθιερωμένην ἀρχὴν εἴτε εἰς τὸ Κοινοβούλιον εἴτε εἰς τὰς ποινικὰς δίκας ὅπου γίνεται ἐξέτασις καὶ δίωξις κατὰ συγκεκριμένων προσώπων, ὅταν ἐμφανίζωνται ὑποψίαι. Καὶ δὲν διαχέεται ἡ ὑποψία αὐτὴ εἰς κατηγορίαν ὁλόκληρον διακεκριμένων πολιτῶν, καὶ θὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια διαφυγῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον νὰ κρύψουν κἄτι. Αἱ συζητήσεις διεξάγονται εἰς τεχνικὸν ἐπίπεδον, συζητοῦμεν ποία διατύπωσις ἢ ποία τροπολογία θὰ ἐβελτίωνε τὸ νομοσχέδιον καὶ ξεχνοῦμεν ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τεχνικόν, ἀλλὰ ὀξύτατα πολιτικόν. Ἐπειδή, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτείνομαι εἰς Σῶμα ὅπου ὑπάρχουν πολλοὶ νομικοί, θὰ τολμήσω νὰ ἐνθυμίσω ὡρισμένας ἀρχὰς τῆς ἑρμηνείας τοῦ δικαίου. Κάθε νομοσχέδιον ἔχει μίαν OCCASIO καὶ μίαν RATIO. Π.χ. παρουσιάζονται κρούσματα βαναύσου διαγωγῆς τῆς νεολαίας, εἰσάγεται ὁ σχετικὸς περὶ τεντυμποϊσμοῦ νόμος. Ἔχομεν πληθώραν κρουσμάτων πυρκαϊῶν ποὺ ἀποτελοῦν πιθανώτατα ἐμπρησμούς, εἰσάγεται ὁ νόμος ποὺ μετατρέπει τὸν ἐμπρησμὸν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ κακουργήματος, ὅπου αἱ ἀθωώσεις, εἶναι συχναί, εἰς βαρέως τιμωρούμενον πλημμέλημα, δικάζουν οἱ τακτικοὶ δικασταὶ καὶ ἀνακόπτεται τὸ κακόν. Ὑπάρχει περίπτωσις, λόγῳ οἰκονομικῆς κρίσεως, περισσοτέρων τοῦ συνήθους πτωχεύσεων εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ προσωπικὴ εὐθύνη, ἀλλὰ νὰ παρουσιάζεται τὸ θέμα ὡς κοινωνικὸν φαινόμενον. Εἰσάγεται ὁ νόμος ὁ παρέχων τὴν εὐχέρειαν τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ πτωχοῦ. Πάντοτε ὑπάρχει μία εὐκαιρία διὰ νὰ εἰσαχθῇ ἕνας νόμος. Μία αἴσθησις τῆς κοινωνίας ὅτι κάτι χρειάζεται νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Καὶ ἀφοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία, ἀφοῦ ἡ εὐαισθησία τῆς κοινῆς γνώμης ἐπιβάλῃ τὴν ρύθμισιν, ὑπάρχει ὕστερα ἡ ἐπιδίωξις ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου. Ἡ RATIO. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπός; Ἐδῶ συνεκρούσθησαν ὀξύτατα δύο πολιτικαὶ ἀντιλήψεις. Ἡ μία εἶναι ἡ ἄποψις τῆς Ε.Ρ.Ε. τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε καὶ ὁ παλαιὸς ἀρχηγός της, ὅταν εἰσήγαγεν τὸ νομοσχέδιον περὶ συμβουλίου τιμῆς, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ ἔμβρυον τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου. Εἶπεν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ἐξ ὁρισμοῦ ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἀνώτερος ὑποψίας καὶ ἂν ἀπευθύνωνται εἰς βάρος του ὁσαιδήποτε κατηγορίαι μὲ οἱαδήποτε σοβαρὰ στοιχεῖα καὶ δημόσια ἔγγραφα, ὅλα αὐτὰ εἶναι διαβολαὶ καὶ συκοφαντίαι. Τοῦτο ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Πιπινέλην καὶ κατὰ κἄποιον τρόπον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Λύχνον, ὅτι ἀποτελεῖ ἴσως καὶ ὑπονόμευσιν τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος. Ἐκεῖνο ἑπομένως ποὺ κινδυνεύει σήμερον εἶναι ἡ τιμὴ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται νὰ γίνῃ εἶναι ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φυτρώνουν ἐκεῖ ποὺ δὲν τοὺς σπέρνουν καὶ ἀναζητοῦν νὰ μάθουν διατὶ ἐγένετο αὐτὸ εἰς Βάβδον, τὸ ἄλλο εἰς τὸ Ἀλουμίνιον, τὸ ἄλλο εἰς τὸ Ἄζωτον κλπ., κλπ., διατὶ 4 ἰδιαίτεροι Ὑπουργῶν τῆς ΕΡΕ παρεπέμφθησαν εἰς τὰ δικαστήρια, πῶς ἀδελφοὶ Πρωθυπουργοῦ ἀπέκτησαν αἰφνιδίως καὶ ἀνεξηγήτως, περιουσίας κλπ., κλπ. νὰ φιμωθοῦν. Ὅλοι αὐτοὶ δηλαδὴ ὁ,τιδήποτε στοιχεῖα καὶ ἂν παρουσιάζουν εἶναι ταπεινοὶ συκοφάνται, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουν νὰ διαβάλλουν τὴν ΕΡΕ καὶ πρέπει νὰ τοὺς φράξωμεν τὸν δρόμον. Ἦτο αὐτὴ μία ἀντίληψις ἡ ὁποία εἶχε γίνει ψύχωσις εἰς τὸν κ. Καραμανλῆν, ὁ ὁποῖος ἔφθασε νὰ διακηρύξῃ τὴν ἀνάγκην νὰ περιορισθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ βήματος τούτου, ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, ἡ ἐλευθέρα διάδοσις τῶν λεγομένων εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου. Καὶ αὐτὸ τὸ προώθησεν ἔκτοτε εἰς τὸ περίφημον σχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ διέπουσα ἀρχή του ἦτο πῶς νὰ σταματήσῃ ὁ ἔλεγχος. Καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης βαθείας τομῆς εἰς τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Εἶναι μία πολιτικὴ ἀντίληψις. Δὲν τὴν συμμεριζόμεθα, ἀλλὰ ἐπὶ τέλους εἶναι μία πολιτικὴ ἀντίληψις, ὅτι ὁ τόπος κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς διαβολεῖς. Δὲν ὑπάρχει ἀδικαιολόγητος πλουτισμός, δὲν ὑπάρχουν σκάνδαλα, δὲν ὑπάρχουν ὑπερβάσεις, δὲν ὑπάρχουν παραχωρήσεις πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν εἰς τρίτους ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὥστε οἱ ὕποπτοι θὰ πρέπει νὰ δεχθῇ τις τὸ ἐλαφρυντικὸν τῆς μετρίας ἢ πλήρους συγχύσεως διὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν. Δὲν ὑπάρχουν τίποτα ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὑπάρχει μία διαβολή. Καὶ ἑπομένως OCCASIO εἶναι ἡ ἀθρόα ἐμφάνισις τῶν συκοφαντῶν ποὺ ἀδικοῦν τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ RATIO ἡ δίωξις τῶν συκοφαντῶν. Αὐτὸ εἶναι μία πολιτικὴ ἀντίληψις. Ἐναντίον αὐτῆς ὑπάρχει μία ἄλλη, ἡ ἰδική μας ἀντίληψις μὲ τὴν ὁποίαν συνεφώνει ἡ Ε.Κ. ὅσον καιρὸν ἦτο Ἀντιπολίτευσις. Μάλιστα, τὸν ἀνένδοτον ἀγῶνα τὸν διεξήγαγε μὲ τρία συνθήματα ἐξ ὧν τὸ ἓν ἦτο ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἀρετῆς. Ἔχω ἀγορεύσεις ὁλοκλήρους καὶ τῶν στελεχῶν τῆς Ε.Κ., καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ὅπου ζητοῦν τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, τὴν ἄσκησιν ἐλέγχου διὰ νὰ ἀνοιχθοῦν οἱ φάκελλοι καὶ νὰ ἔλθουν ὅλα εἰς φῶς, νὰ γίνουν γνωστὰ τὰ σχετικὰ μὲ τὸ Ἀλουμίνιον, μὲ τὰ Διϋλιστήρια, μὲ τὸν Ἀξιόν, τὸν Ἁλιάκμονα κλπ. Ἑπομένως προεκλογικῶς ἡ Ε.Κ. ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡμεῖς ἐκηρύσσαμεν, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ὀκταετίαν ὑπῆρξε μία χαλαρότης ἠθικῶν ἀντιλήψεων ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρήματος, μία ἀντίληψις ὅτι δικαίωμα τῶν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ καὶ ἐκείνων ποὺ εἶναι γύρω των νὰ ἐπωφελοῦνται καὶ νὰ πλουτίζουν. Ὅτι ἑπομένως αἱ καταχρήσεις εἶναι ἐκεῖναι ποὺ πρέπει νὰ διωχθοῦν, νὰ στιγματισθοῦν, νὰ ἀποκαλυφθοῦν καὶ ὄχι οἱ δῆθεν διαβολεῖς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενον, κυρίως ἡ πρόβλεψις τῶν ἀτασθαλιῶν, εἴτε ἀξιοποίνων, εἴτε ὄχι, τῶν ἀτασθαλιῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρήματος. Εἶναι ὅμως τοῦτο ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς τὰς πολιτικὰς ἰδέας καὶ πολιτικὰς ἀντιλήψεις τῆς ΕΡΕ. Τὶ γίνεται σήμερον; Σήμερον μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ κατ’ εὐθεῖαν ἀπόγονος τοῦ νομοσχεδίου Καραμανλῆ, περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὅπως καὶ ὁ τίτλος τὸ δείχνει, πᾶμε δῆθεν, διότι δὲν φθάνομεν, εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ προστατεύσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἀφήνομεν τὸν κίνδυνον τοῦ δημοσίου χρήματος, τὴν κακὴν δηλαδὴ διαχείρισιν ἀνεξέταστον. Αὐτὴ ἡ ἄποψις δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐνέκρινεν ἡ λαϊκὴ ψῆφος προσφάτως καὶ πανηγυρικῶς ἐκδηλωθεῖσα. Κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῷ μεταξὺ ὑπῆρξαν καὶ ὄχι μόνον τώρα, νομίζω ἀπὸ 30–40 ἐτῶν ὑπῆρξαν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, εἴτε ἀφελεῖς, εἴτε πονηροί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν τρόπον ποὺ παλαιὰ εἰς τὴν ὁδὸν Ἀθηνᾶς οἱ πλανόδιοι ἐφ’ ἁμάξης ὀδοντίατροι —ἀγύρται— διεφήμιζον τὰ σκονάκια των, διεκήρυσσαν, ὅτι ἐπέτυχον Ἑλληνικῆς συλλήψεως, ἕνα τρόπον ἐξησφαλισμένον, μὲ τὸ ὁποῖον οἱ μὴ ἠθικοὶ ἄνθρωποι θὰ γίνουν ἠθικοὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ θὰ προστατευθοῦν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Δημοσίου Θησαυροῦ, τὸ ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ. Ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἑνὸς Μοσχούλα —δὲν ξεύρω ἐὰν ἐλέγετο ἀκριβῶς ἔτσι— ἤμουν φοιτητὴς τότε καὶ ἔκτοτε κατ’ ἐπανάληψιν. Θὰ ἀποδείξω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τοὐλάχιστον ἀφέλεια ἐὰν δὲν γίνεται συνειδητά, ἔχει σὰν ἄμεσον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἀνακόπτει καὶ ἐμποδίζει τὴν λειτουργίαν τῶν ὀρθοδόξων κοινοβουλευτικῶν διαδικασιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρῶτα–πρῶτα ἡ ἁπλῆ ἐρώτησις, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ πληροφορίαν ὁ Ὑπουργός, ἡ αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων, ἡ ἐπερώτησις, ἡ σύστασις Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς περίπτωσιν ὑποψίας δι’ ἀδίκημα, ἐπαγόμενον εὐθύνας τοῦ Νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἡ σύστασις Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ μέσα εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὑπάρχει, ὅμως καὶ ὁ Ποινικὸς νόμος, ὑπάρχει ὁ νόμος περὶ μεσαζόντων. Καὶ δι’ ὅλον τὸν κόσμον καὶ παρ’ ἡμῖν ἐθεωρήθησαν ὅλα αὐτὰ ὅτι εἶναι ἀποτελεσματικὰ καὶ ἐπαρκῆ. Δὲν φθάνουν; Νὰ δοῦμε τὶ ἄλλο θὰ προσθέσωμεν. Ἀλλὰ διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ὅτι δὲν φθάνουν, θὰ πρέπει προηγουμένως νὰ τὰ ἐφαρμόσωμεν. Ἡ ΕΡΕ ἀπέκρουσε τὰς ἐπερωτήσεις. Εὗρε τρόπον νὰ τὰς ἀποφεύγῃ. Κάθε χειμῶνα ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους δὲν ἀνήκει ἡ πρωτοβουλία τοῦ ἐλέγχου, ὑπεβάλλετο πρότασις περὶ γενικεύσεως μιᾶς ἀνωδύνου ἐπερωτήσεως. Μία φορὰ διὰ τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν. Μία φορὰ διὰ τὰ μέτρα τάξεως, μία φορὰ διὰ τὸν τουρισμόν. Μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν ἐτρώγοντο τρεῖς τέσσαρες μῆνες. Ἀσυγκίνητος παρέμενεν ἡ ΕΡΕ δι’ ὅσα τρομερὰ ἀπεκαλύφθησαν εἴτε κατὰ τὴν διαδικασίαν ἐλέγχου, εἰς τὰς ἐπερωτήσεις Μελίσσης–Κουμπάρου–Παπαεμμανουὴλ– Βάβδου, εἴτε ὅσα ἦλθαν εἰς φῶς κατὰ τὴ συζήτησιν τῶν συμβάσεων ἐπὶ τοῦ δευτέρου Διϋλιστηρίου, τῆς συμβάσεως ΠΑΠΠΑΣ, τῆς δευτέρας συμβάσεως τῆς ΟΛΥΜΠΙΑ-ΚΗΣ, τοῦ Ἀζώτου καὶ ἄλλα. Ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀπαθής, διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρύτερον χαρακτηρισμόν. Κἄποτε ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις Μποῦγκε. Δὲν διεφώνησεν ἕνας ἀντιπολιτευόμενος βουλευτής, ἦσαν τότε ἑπτὰ οἱ ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἑκατὸν τριάντα τόσοι βουλευταί, ὅλοι οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐψήφισαν τὴν πρότασιν τῆς συστάσεως Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἦσαν ὀγκόλιθοι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον εἰς βάρος τοῦ ὑπευθύνου τότε Ὑφυπουργοῦ κ. Χρυσανθοπούλου, ὁ ὁποῖος τὴν ἰδίαν ἑβδομάδα ποὺ παρήγγειλε κτηνοτροφάς, ἐπώλει τὸ σιτάρι εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς τῶν κτηνοτροφῶν, μὲ ζημίαν τοῦ Δημοσίου 300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ ἀπερρίφθη ἡ πρότασις ἀπὸ τὴν ΕΡΕ διὰ τῆς πλειοψηφίας της. Αὐτὰ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Κανελλόπουλος εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς σακχάρεως τοῦ 1951 καὶ τὰ ὁποῖα ὑπέμνησεν εἰς τὴν εἰσήγησίν του ἐκ μέρους τῆς παρατάξεώς μας ὁ κ. Ἡλιόπουλος, ὅτι ὅπου ὑπάρχουν πολλὰ ἐρωτηματικά, ὅπου ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅπου ὑπάρχει ὑποψία, χρέος τοῦ πολιτικοῦ εἶναι νὰ ζητήσῃ πρὸς ὄφελος τοῦ ἑαυτοῦ του νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος, αὐτὰ ὅλα ξεχάσθηκαν. Ἡ ΕΡΕ ἔχουσα ὡς ἀρχὴν ὅτι ἐξ ὁρισμοῦ εἶναι ἀνώτεροι ὑποψιῶν ὅλοι οἱ Ὑπουργοί της ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν περὶ συστάσεως Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπερίμενεν ὁ λαὸς νὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ ὑποσχέσεις τῆς Ε. Κ. διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀρετῆς. Ἕξ–ἑπτὰ μῆνας εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶδε τοὺς φακέλλους διὰ τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας ποὺ τόσον θόρυβον εἶχε κάμει ὡς Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐζήτει τὸν ἔλεγχον; Εἶδε τοὺς φακέλλους καὶ διαπιστώνει ὅτι ἀδίκως ἐμέμφετο; Εἶχε χρέος νὰ τὸ πῇ, νὰ πῇ ὅτι τοὺς ἠδίκησε. Δὲν γίνεται ὅμως τίποτε. Θὰ μοῦ πῆτε: Τὸ «πόθεν ἔσχες» ἀποκλείει τὴν κοινοβουλευτικὴν διαδικασίαν; Θεωρητικῶς ὄχι. Εἰς τὴν πρᾶξιν ὅμως τὶ συμβαίνει; Ὅταν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1960 ἔκυπτεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ ὑπὸ τὸ βάρος πολλῶν καταγγελιῶν, πολλῶν σκανδάλων καὶ ἐζητοῦντο ἀνακριτικαὶ καὶ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί, ἔγινε τὸ πυροτέχνημα ἐκεῖνο, περὶ Συμβουλίου τιμῆς τοῦ κ. Καραμανλῆ καὶ ἐτερματίσθη ἡ πίεσις πρὸς ἄσκησιν ἐλέγχου. Ἀλλὰ μὴ νομίζωμεν, κύριοι, ὅτι συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ «πόθεν ἔσχες». Θέλω νὰ σᾶς θυμίσω τὸ πολιτικὸν περιεχόμενον καὶ ὄχι τὴν τεχνικὴν φύσιν τῆς συζητουμένης ὑποθέσεως. Μὴ νομίζετε ὅτι συζητοῦμεν νομοσχέδιον περὶ Συμβουλίου τιμῆς. Ἕνα προσχέδιον εἶχε τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ διὰ νὰ τὸ μελετήσουν οἱ πολιτευόμενοι, οἱ ἐπιστήμονες κλπ., διὰ νὰ μαζευθοῦμεν ἡμεῖς καὶ νὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὴν ἄλλην ἢ ἴσως καὶ εἰς τὴν τρίτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπῆρχε τίποτε βιαστικόν. Τώρα εἶναι συνηρτημένον μὲ τὰς διακοπάς. Ἐὰν δὲν τὸ ψηφίσωμεν, δὲν ἔχομεν διακοπάς. Περίπου ἔγιναν οἱ βουλευταὶ μεταξεταστέοι, αὐτὸ γίνεται διὰ τοὺς κακοὺς μαθητὰς ποὺ δὲν τοὺς δίδεται καιρὸς νὰ ξεκουρασθοῦν τὸ καλοκαίρι. Πῶς αἰφνιδίως ἐφθάσαμεν ἐκεῖ; Διότι ἄρχισε οὐσιαστικὰ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία εἶναι πολιτικὴ καὶ ὄχι τεχνική, ὄχι μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μὲ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς προτάσεως τῆς ΕΔΑ περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, διὰ τὰ βραχώδη οἰκόπεδα, διὰ τὰ οἰκόπεδα τῆς Ν. Μάκρης καὶ δι’ ἄλλα τινα οἰκόπεδα καὶ ἀκίνητα κλπ. Καὶ εὑρέθη, κύριοι, ὡς ὁδός, ὡς μεθόδευσις, διὰ νὰ δοθῇ βοήθεια εἰς τὸν πρώην Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ εἰς τὸ οἰκογενειακόν του περιβάλλον διὰ τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, τὸν θυμᾶται ὅλο τὸ σῶμα, εἶχεν ἐξεγείρει τοὐλάχιστον τὴν δυσφορίαν τῆς σχεδὸν ὁλότητος τῶν βουλευτῶν τῆς Ε. Κ. Λοιπόν, διὰ νὰ δοθῇ βοήθεια, διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, εἰσήχθη στὸ «ἅψε–σβῦσε» τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως μία φορὰ τὸ 1960, μία φορὰ τώρα βλέπομεν ὅτι αὐτὰ τὰ περὶ πόθεν ἔσχες ἔρχονται διὰ νὰ ματαιώσουν τὸν ὀρθόδοξον κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τὸν δοκιμασθέντα καὶ ἀποδώσαντα, ὅπου ἐφηρμόσθη. Δεύτερον, διαρκούσης τῆς συζητήσεως ἀρχίζει ἡ διάβρωσις καὶ ἡ διαβολὴ τῶν ὀρθοδόξων κοινοβουλευτικῶν διαδικασιῶν. Εἶναι ἐμπαθής, εἶναι διαβλητὴ ἡ κρίσις, ἡ προερχομένη ἀπὸ ἀντιπάλους κλπ. κλπ. Τρίτον, ὅτι βραδύνει. Τέταρτον, ἐπιχείρημα τῶν κ.κ. Πιπινέλη καὶ Λύχνου, ὅτι πρέπει, ὅσο ὑπάρχει ἀριστερά, ἡ ὁποία φαίνεται καὶ ἐδῶ καὶ ἀλλοῦ, ὅτι εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ ἐνδεχομένως ποὺ ἀναπτύσσεται, ὅσο ὑπάρχει ἀριστερὰ πρέπει νὰ συγκαλύπτωμεν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, διότι πληττομένου ἑνὸς Δημοσίου ἀνδρός, πλήττεται τὸ κοινωνικὸν καθεστώς. Ἐγὼ πιστεύω τὸ ἀντίθετον. Ὅτι εἶναι ἤδη σάπιο καὶ καταδικασμένο εἰς διάλυσιν ἐκεῖνο τὸ καθεστώς, ἐκεῖνο τὸ πολιτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκει τὴν δύναμιν τῆς αὐτοκαθάρσεως. Ὁπωσδήποτε ἕνα σωρὸ ἐπιχειρήματα φέρονται, τὰ ὁποῖα δείχνουν ὅτι πᾶμε νὰ ἀντιπαραπέσωμεν τὸ πόθεν ἔσχες εἰς τοὺς ὀρθοδόξους δρόμους τοὺς κοινοβουλευτικοὺς καὶ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωμεν διὰ τοῦ «πόθεν ἔσχες». Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ὑπογραμμίσω πόσον εἶναι ὀξεῖα ἡ διαφορὰ τῶν δύο ἀπόψεων ποὺ ἐτέθησαν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, τῆς ἀπόψεως κινδύνου ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τοῦ Δημοσίου χρήματος καὶ τῆς ἀπόψεως κινδύνου ἀπὸ τοὺς διαβολεῖς καὶ τοὺς συκοφάντας, θὰ ἤθελα νὰ μεταφερθῶ ὀλίγον πέραν ἀπὸ τὴν σύγχρονον ἐποχήν, καὶ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω ἐκείνην τὴν πνευματικὴν δόξαν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τὸν Ἐμμανουὴλ Ροΐδην, ὁ ὁποῖος ἔγραψε περὶ τοῦ γαμβροῦ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ Βούλγαρη καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Νικολοπούλου, ὅτι οὗτος γνωρίζει 24 τρόπους νὰ πορίζεται χρήματα, ὁ τιμιώτερος τῶν ὁποίων εἶναι ἡ κλοπὴ καὶ περὶ ἄλλων τινων ἀθλίων πολιτικῶν παρασημοφορηθέντων ὅτι ἄλλοτε τοὺς λῃστὰς τοὺς κρεμοῦσαν ἐπὶ τῶν σταυρῶν καὶ τώρα τοὺς σταυροὺς τοὺς κρεμοῦν ἐπὶ τῶν λῃστῶν. Ἀλλὰ ἔρχομαι εἰς τὴν ὑπόθεσιν Νικολοπούλου. Μὲ κριτήρια συμβουλίου τιμῆς, ὁ Ροΐδης θὰ ἦτο εἰς τὴν φυλακήν, ὡς δεινὸς ὑβριστὴς καὶ συκοφάντης, ὡς ψευδὴς καταμηνυτὴς καὶ ὁ Νικολόπουλος «ἄπιαστος κλέφτης, καθάριος νοικοκύρης». Ὁ Νικολόπουλος ὅμως χάρις εἰς τὴν ἐπίθεσιν αὐτήν, μὲ τὴν λειτουργίαν τῶν ὀρθοδόξων κοινοβουλευτικῶν μεθόδων, μὲ τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους ὅπως ξεύρετε δὲν συντίθεται ἀπὸ βουλευτὰς ἀντιπάλους τοῦ δικαζομένου, ἀλλὰ διὰ κληρώσεως ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας καὶ Ἐφέτας, δι’ ἀποφάσεως λοιπὸν τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου κατεδικάσθη διὰ κατάχρησιν χρήματος κατὰ τρόπον μάλιστα ἰδιαιτέρως ἀποδοκιμαστέον, εἰς δύο ἐτῶν φυλάκισιν καὶ ἐτερματίσθη ἡ σταδιοδρομία ἡ πολιτικὴ ἑνὸς ἀνθρώπου χωρὶς ἐκ τούτου νὰ διασυρθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος. Τοὐναντίον τοῦτο ἐπέφερε τὴν ἐξυγίανσιν διότι ἔδειξεν ὁ πολιτικὸς κόσμος ὅτι δέχεται νὰ ἐξετάζωνται ὅλαι αἱ εὐθῦναι καὶ ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ αὐτοκαθαρθῇ.
§112Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ τοῦ Βούλγαρη, κύριε συνάδελφε, ἡ σταδιοδρομία ἐτερματίσθη.
§113Η. ΗΛΙΟΥ. Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ἐτερματίσθη καὶ τοῦ Βούλγαρη κατ’ ἀντανάκλασιν. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελα καὶ κἄτι ἄλλο. Ἐπειδὴ πράγματι ἡ θέσις μας εἶναι αὐτή, ἡμεῖς ψηφίζομεν τὸ νομοσχέδιον, διότι ἔχει κατορθωθῆ νὰ δημιουργηθῇ μία κοινὴ ἐντύπωσις, ὅτι κἄτι ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ. Καὶ μιὰ ποὺ δὲν θέλομεν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς αὐτὸ προτείνομεν ὡρισμένας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι χωρὶς νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι θὰ τὸ κάμουν ἀποτελεσματικὸν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ τὸ κάμουν κἄπως δραστικώτερον. Ἀλλὰ μὴ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι αὐτὸ τὸ «πόθεν ἔσχες», ἡ πανάκεια, τὸ φάρμακο κατὰ τῶν καταχρήσεων. Ὄχι. Κύριοι συνάδελφοι, ἰσχύει ἀπὸ τὸ 1951 τὸ «πόθεν ἔσχες» παρ’ ἡμῖν. Τὸ ἄρθρον 49 τοῦ νόμου 1811)1951 περὶ κώδικος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 3: «Ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὀφείλει ἅμα τῇ εἰσόδῳ αὐτοῦ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν νὰ δηλώσῃ ἐγγράφως εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχὴν τὴν περιουσιακὴν αὐτοῦ κατάστασιν. Τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν ὑπέχουν οἱ μετὰ τοῦ ὑπαλλήλου συνοικοῦντες, σύζυγος, τέκνα κλπ. Ἐὰν ὁ γάμος γίνῃ μετὰ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἡ δήλωσις αὕτη νὰ γίνῃ ἐντὸς τριμήνου ἀπὸ τοῦ γάμου. Ἐπίσης νὰ δηλώνῃ κάθε οὐσιώδη μεταβολὴν τῆς περιουσιακῆς του καταστάσεως. Καὶ ἂν δηλώνῃ ὅτι συντηρεῖται ἀπὸ συνοικοῦντα πρόσωπα νὰ κατονομάσῃ αὐτὰ καὶ τὴν περιουσίαν των. Καὶ ἐὰν ἐκ τῆς πολυτελοῦς διαβιώσεώς των προκύπτῃ ὅτι δὲν δικαιολογοῦνται τὰ ἔξοδα, διατάσσεται ἔλεγχος. Καὶ ἐὰν ὑπάρξουν ὑπόνοιαι ὅτι οἱ πόροι ἀπεκτήθησαν ἀθεμίτως, διατάσσεται πειθαρχική, ἢ καὶ ἐνδεχομένως, ποινικὴ δίωξις». Ὑπάρχει αὐτὸ καὶ ἐφαρμόζεται ἀπὸ τὸ 1951. Κύριοι συνάδελφοι, συνέβη εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα, ἀπ’ ὅ,τι ἔχω πρόχειρον, νὰ συλληφθοῦν, παραπεμφθοῦν καὶ δικασθοῦν ὡρισμένοι φοροτεχνικοὶ ὑπάλληλοι, διότι ἐξεβίαζον ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ δικαιώματός των νὰ ἐπιβάλλουν, νὰ βεβαιώνουν φόρους καὶ νὰ ἐλέγχουν φορολογικὰς δηλώσεις, ὡρισμένοι τεχνικοὶ δι’ ἀτασθαλίας εἰς τὰς ἐργολαβίας, εἰς τὰς ἐπιβλέψεις κλπ., ὡρισμένοι Νομάρχαι καὶ ὡρισμένοι διαχειρισταὶ χαρτοσήμου κλπ. Κανεὶς — καὶ εἶναι κοντὰ στὸν νοῦν τοῦτο, δὲν χρειάζεται νὰ εἶναι κανεὶς σοφὸς διὰ νὰ τὸ καταλάβῃ — κανεὶς δὲν ἀνεκαλύφθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων αὐτῶν τὰς ὁποίας καταθέτουν περὶ τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως. Καὶ εἶναι ἀδιανόητον, εἶναι ὡς νὰ ζητῇ κανεὶς ψύλλους στὰ ἄχυρα, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐκ τῆς δηλώσεως περὶ τῆς περιουσιακῆς καταστάσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακαλυφθῇ μία ἀτασθαλία. Κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ νὰ σοβαρευώμεθα. Ὁ διασκορπισμὸς τῆς ὑποψίας εἰς ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον δὲν ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν κακῶν, τυχόν, διαχειρίσεων. Ἐδῶ ὁ κλασσικὸς τρόπος εἶναι, ὅτι ὅπου ὑπάρχει διαχειριστής, πρῶτα–πρῶτα, διότι εἶναι ἀδιανόητον καὶ ἴσως ἀνώδυνον δι’ αὐτούς, ἀλλὰ ἀδιανόητον οἱ μὴ μετέχοντες τῆς Κυβερνήσεως καὶ διαχειρίσεως νὰ εἶναι ἐλεγκτέοι, εἶναι ἀδιανόητον, λοιπόν, νὰ διασκορπίζεται εἰς δικαίους καὶ ἀδίκους καὶ νὰ ἐρευνᾶται ἡ περιουσιακὴ κατάστασις ἑκατοντάδων διὰ νὰ εὑρεθῇ, ἐὰν ὁ τάδε Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖται ὅτι συνωμολόγησε, φέρ’ εἰπεῖν μίαν σύμβασιν — ἀναφέρω μίαν σύμβασιν χωρὶς νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν οὐσίαν— μίαν σύμβασιν Ἀλουμινίου διὰ 75.000.000 δολλάρια, ἐνῷ ἐλέγετο ὅτι εἰς τὴν Νότιον Ἀμερικὴν καὶ εἰς τὴν Σικελίαν ἐγένετο παρόμοιον ἐργοστάσιον, μὲ πολὺ χαμηλότερον ποσόν, ὅτι θὰ εὕρωμεν ἂν ἔγινε κατάχρησις διὰ τῆς δηλώσεώς του περὶ τῆς περιουσιακῆς καταστάσεώς του. Ἢ ἕνας ἀδελφὸς Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο μικρὸς ὑπάλληλος ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς ὁποίας περιέγραψεν ὁ κ. Βασιλᾶτος καὶ αἴφνης εὑρέθη, χωρὶς καμμίαν δραστηριότητα, μέχρι τῆς ἀνόδου τοῦ ἀδελφοῦ του εἰς τὴν πρωθυπουργίαν, ἐπὶ κεφαλῆς μεγάλης περιουσίας. Τί θὰ βγῇ, ποῖος θὰ εὑρεθῇ, ποῖος θὰ κάμῃ τὴν συγκεκριμένην ἐξέτασιν, μιᾶς συγκεκριμένης παραβάσεως, ἑνὸς συγκεκριμένου προσώπου; Δὲν γίνεται ποτὲ ὁ ἔλεγχος ἀρνητικός. Δὲν γίνεται τίποτε ὅταν ἕνας διοικητὴς Τραπέζης πληροφορηθῇ, ὅτι εἰς τὸ τάδε ταμεῖον ἢ εἰς τὴν τάδε διαχείρισιν ὑπάρχει κατάχρησις, ὅτι θὰ καλέσῃ τὸ σύνολον τῶν ὑπαλλήλων νὰ καταθέσουν δηλώσεις, δὲν θὰ γίνῃ τίποτε. Ἡ ἐξέτασις θὰ γίνῃ ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης ὑπόπτου πράξεως. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ κανεὶς τόσον ὡς πρὸς τὴν ἀντισυνταγματικότητα, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀνενέργητον ὡρισμένων διατάξεων, ὅπως ἐπίσης καὶ πρὸς τὴν τρομοκράτησιν τῶν πολιτῶν οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ κατηγορήσουν, εἰσάγουν τὸ ἑξῆς σύστημα: Ὅλοι καταθέτουν μίαν δήλωσιν, ἡ δήλωσις θὰ τίθεται εἰς τὸ ἀρχεῖον διότι δὲν ὑπάρχει ὑποχρεωτικὸς ἔλεγχος. Ὁ ἔλεγχος θὰ γίνῃ, πρῶτον, ἐὰν ὑπάρχῃ μήνυσις πολίτου. Ποῖος ὅμως θὰ εὑρεθῇ νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του εἰς τὴν λαιμητόμον; Ἐὰν θὰ κάμωμεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἐπικαλούμενοι ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἔλεγχος ἐκ μέρους τοῦ δικαστηρίου. Πρέπει νὰ εἶναι ἕνας πολίτης, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπειλῆται μὲ τὰς ποινὰς τῆς ψευδοῦς καταμηνύσεως, ἀλλὰ ὅπως σαφῶς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς δικηγόρος νὰ εἶναι βέβαιος καὶ νὰ συμβουλεύσῃ, ὅτι 100% ἡ μήνυσις θὰ καταλήξῃ εἰς καταδίκην. Καὶ ἑπομένως, πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος μιᾶς μεγάλης περιπετείας. Ἢ ἐὰν ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς προχωρήσῃ αὐτεπαγγέλτως, ποῦ θὰ εὕρῃ τὰ στοιχεῖα; Σκεφθῆτε τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος θὰ διατάξῃ αὐτεπαγγέλτως τὸν ἔλεγχον τῆς περιουσίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ ἢ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τοῦ οἱουδήποτε ἄλλου τῶν λεγομένων ἰσχυρῶν. Ἐὰν γίνῃ, θὰ ὑπάρξῃ εἴτε ἡ διαβολή, εἴτε ὅτι πρόκειται περὶ ἐμπαθοῦς κομματικῆς διώξεως ἀντιπάλου τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐνδεχομένως ὅτι ὑπάρχει ἐμπάθεια. Κύριοι, θέτομεν τὸ Δικαστικὸν Σῶμα εἰς μίαν δοκιμασίαν διηνεκῆ νὰ ἐλέγχῃ πῶς ἀπέκτησαν τὴν περιουσίαν των οἱ Πρωθυπουργοί, οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἡγέται τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἐπὶ τῇ βάσει ποίων στοιχείων; Δὲν νομίζετε, ὅτι κοροϊδεύομεν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ ὅτι θὰ φθάσωμεν ἁπλῶς εἰς ἕνα σύστημα παροχῆς πιστοποιητικῶν καλῆς διαγωγῆς; Θὰ δώσωμεν συγχωροχάρτια εἰς ὅλους καὶ θὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε, θὰ γίνῃ ὅ,τι ἐγένετο μὲ τὸ θέμα τῆς ἀποναζιστικοποιήσεως, ὅπου ὅπως λέγουν ὅλα τὰ μέλη τῶν ΕΣ–ΕΣ καὶ τῶν λοιπῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, εἰσάγονται εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ἀποδίδονται λευκοὶ εἰς τὴν κοινωνίαν. Νομίζω, ὅτι ὅλα αὐτὰ δείχνουν τὴν στάσιν μας τὴν ἐφεκτικήν. Πιστεύω, ὅτι δημιουργοῦμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μίαν αὐταπάτην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θὰ ὠφελήσῃ. Δὲν θὰ ἐναντιωθῶμεν ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι πρῶτον, θὰ γίνῃ ἡ προσθήκη ὡρισμένων βασικῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι νομίζομεν, ὅτι κάμνουν ἐνδεχομένως δραστικώτερον τὸ νομοσχέδιον. Καὶ δεύτερον, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἁπλῶς διὰ τῆς διακηρύξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔλθει εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ὅτι εἶναι κἄποια πρόσθετος γραφειοκρατικὴ διατύπωσις, ὅπως γραφειοκρατικὴ ἦτο καὶ ἡ διατύπωσις τοῦ πόθεν ἔσχες τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρόκειται νὰ παραδεχθοῦν τὸν ἔλεγχον διὰ τῆς ὀρθοδόξου κοινοβουλευτικῆς διαδικασίας. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ὁ ἴδιος γνωρίζει πόσον τιμῶ, νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ δικαιολογία του ποὺ εἶπεν, ὅτι δὲν εἴμεθα ἐναντίον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ εἰδικώτερον τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ὅτι ἐὰν δὲν ἐδέχθημεν τὴν πρότασιν τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὰ οἰκόπεδα τῆς Ν. Μάκρης τὸ ἔκαμεν ἀπὸ τὴν λεβεντιά του καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι πραγματικὴ διότι ἐὰν ὑπῆρχον ὑπόνοιαι ὅτι ἐγένοντο ἀδικίαι εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἢ λαϊκοῦ πλούτου, τότε αὐτὸ ποὺ ἔγινε δὲν λέγεται λεβεντιὰ ἀλλὰ οἰκονομικὸς συμβιβασμός.
§114Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἀναφέρατε, κ. συνάδελφε, ὅτι ἡμεῖς τῆς Ε.Ρ.Ε., διὰ τὰς διαφόρους κατηγορίας τὰς ὁποίας κάμνει ἡ ἄκρα Ἀριστερά, ἰσχυριζόμεθα ὅτι δυσφημεῖ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ τὸ καταρρίψῃ. Καὶ περαιτέρω, ὅτι ἡμεῖς εὕρομεν αὐτὴν τὴν θεωρίαν καὶ τὴν διατυπώνομεν διὰ νὰ προστατεύσωμεν ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους. Τὸ ἐρώτημά μου λοιπὸν εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὡμιλήσατε ἐπὶ μίαν ὥραν καὶ δὲν ἀνεφέρατε παρὰ συκοφαντίας καὶ κατηγορίας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ χωρὶς νὰ ἀναφέρητε ἕνα θετικὸν γεγονός. Ἐπεζητήσατε Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴν διὰ τὰ οἰκόπεδα τῆς Ν. Μάκρης στρεφόμενος κατὰ τοῦ κ. Καραμανλῆ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἤδη βουλευτής, εἶναι ἰδιώτης, ἐνῷ θὰ ἠδύνασθο νὰ καταθέσητε μίαν μήνυσιν ἐναντίον του διὰ νὰ ἐρευνηθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζητήσατε. Δὲν τὸ ἐκάματε ὅμως, ἀλλὰ ἐζητήσατε τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἦλθε καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἧς Δικαιοσύνης, ὅτι ἡ πρότασις τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἔγινε δεκτή, δὲν ἐψηφίσθη ἀπὸ λεβεντιὰ καὶ μεγαλοψυχία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ σεῖς λέτε ἀνδρισμὸν ἡμεῖς τὸ λέγομεν συκοφαντίαν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἔκαμε δεκτὴν τὴν πρότασιν τῆς συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς ὄχι ἀπὸ λεβεντιά, ἀλλὰ διότι ἠθέλησε διὰ τῆς θεωρίας τῆς παραγραφῆς νὰ διατηρήσῃ τὴν ρετσινιά.
§115Η. ΗΛΙΟΥ. Εἰς χεῖρας σας ἦτο νὰ ψηφίσετε τὴν πρότασιν διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ρετσινιὰ. Καθὼς γνωρίζετε 4 μόνον βουλευταὶ τῆς Ε.Κ. ἐψήφισαν τὴν πρότασιν, ἅπαντες οἱ λοιποὶ ἀπεχώρησαν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν. Ἀφοῦ λέγετε, ὅτι εἶναι συκοφαντίαι διατί φοβῆσθε τὴν Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν; Ἐπειδὴ δὲν συμφωνεῖτε μὲ τὰς ἀντιλήψεις μᾶς λέγετε συκοφάντας καὶ περαιτέρω χαρακτηρίζετε πάντα ἔλεγχον καὶ πᾶσαν ἀξίωσιν διώξεως καὶ ἐλέγχου βουλευτῶν ἢ πολιτικῶν προσώπων ὡς συκοφαντίαν. Δὲν ὑπάρχει ἐξ ὁρισμοῦ ἔλεγχος, ἀλλὰ ὑπάρχει ἔλεγχος πραγματικὸς διότι ἄλλως, ὅπως προεῖπον πρόκειται περὶ χορηγήσεως συγχωροχαρτιοῦ ἑαυτῶν καὶ ἀλλήλων. Κατὰ τὰ ἄλλα, δὲν θεωρῶ, ὅτι μὲ προσβάλλετε μὲ τὸ νὰ μὲ εἴπητε συκοφάντην, διότι δέχομαι, ὅτι εἶναι ἡ ἐσχάτη γραμμὴ ἀμύνης σας, πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορεῖτε ἄλλως νὰ ἀποκρούσετε, νὰ τὰ χαρακτηρίζετε ὡς συκοφαντίας. Ἡ ὕβρις δὲν φθάνει εἰς τὸν ὑβριζόμενον. Ἐπιστρέφεται, ἐπανέρχεται εἰς τὸν ὑβρίζοντα.
§116Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Μίαν σχετικὴν ἀπάντησιν θὰ ἤθελα νὰ δώσω ἐπὶ τῆς κατηγορίας, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐψηφίσαμεν τὴν Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν. Θὰ εἴμεθα πολὺ ἀφελεῖς νὰ ὑποστηρίξωμεν ἡμεῖς τὴν συκοφαντίαν διὰ τὴν παραπομπὴν τοῦ τέως Ἀρχηγοῦ μας εἰς Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον οὔτε οἱ ἴδιοι οἱ κατηγοροῦντες, οὔτε οἱ συνεργαζόμενοι μετ’ αὐτῶν τῆς κυβερνητικῆς πλειοψηφίας.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§118Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀρκεσθῶ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἀπὸ τῆς θέσεώς μου. Πρωτίστως, θεωρῶ περιττὸν νὰ τονίσω, ὅτι κάθε μέτρον, τὸ ὁποῖον σοβαρῶς βοηθεῖ διὰ τὴν ἐξυγίανσιν καὶ τὴν ἄνοδον τοῦ πολιτικοῦ βίου καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου θὰ μὲ εὕρῃ πάντοτε σύμφωνον. Ἀλλὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ τὴν σπουδαίαν αὐτὴν ἀποστολήν. Τὸ γεγονός, ἄλλωστε, ὅτι ὡς ἤκουσα, διότι δὲν μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰδικῶς νὰ μελετήσω, δὲν ὑπάρχει παρόμοιον νομοθέτημα εἰς δυτικὴν νομοθεσίαν, εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ τίτλον διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Οὔτε νομίζω, ὅτι εἶναι πρὸς τιμήν μας, ὅτι θὰ ἠθέλαμεν νὰ πρωτοπορήσωμεν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἀπὸ ἄλλας ἐξ ἴσου πολιτισμένας μὲ ἡμᾶς χώρας. Ἡ δὲ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἀπώτατον παρελθόν, εἰς τὴν ἀρχαιότητα, μὲ εὑρίσκει ὡς πρὸς τοῦτο σύμφωνον μὲ ὅσα εἶπεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Τσιριμῶκος, ὅτι δηλαδή, ἀποτελεῖ λάθος, διότι ὁδηγεῖ, πράγματι, αὐτὴ ἡ ἀναφορά, εἰς τὰ πλέον παράδοξα ἄτοπα. Ἐπιθυμῶ κατὰ δεύτερον λόγον νὰ τονίσω ὅτι τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀποτύχῃ τοῦ σκοποῦ του. Ὡς πρὸς μὲν τὸ παρελθόν, νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν θὰ ἀποκαλύψῃ, ἀλλὰ θὰ καλύψῃ. Ὡς πρὸς τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον πράγματι ἔπρεπε μόνον νὰ ἀφορᾷ, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἀποδειχθῇ εἰς τὴν βάσιν ἀνεπαρκές. Εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ νομοθεσία περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν πάσχει σοβαρὰν ἀδυναμίαν, τὴν ἀδυναμίαν τῆς βραχυτάτης παραγραφῆς, τὴν ὁποίαν προβλέπει. Ἔπρεπε, λοιπόν, πρῶτον μέλημά μας νὰ ἦτο ἡ βελτίωσις τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι πολύτιμον ὄργανον ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ καθ’ ὃν τρόπον ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπέτυχε τοῦ σκοποῦ της. Πρῶτον μὲν διότι ἡ σύστασίς της εἶναι δικαίωμα μόνον τῆς πλειοψηφίας, ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη δύναται τοῦτο νὰ εἶναι καὶ δικαίωμα τῆς μειοψηφίας. Δεύτερον δὲ διότι αἱ ἁρμοδιότητές της, δημιουργοῦν ἑκάστοτε κίνδυνον ὡς πρὸς τὴν ἀντικειμενικότητα τῶν συμπερασμάτων της. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ καλύτερον, καθ’ ὃν τρόπον ἀντεμετωπίσαμεν τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ, μὲ ἠρεμίαν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν διακομματικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ εἰς συμφωνίαν, ὥστε τὰ ἀσθενῆ αὐτὰ σημεῖα νὰ καλυφθοῦν, ὁπότε πράγματι, ὡς πρὸς τὸ μέλλον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὡς θὰ ἔχῃ ἡ νομοθεσία μας, οὕτω βελτιουμένη μὲ τὰς ὑποδείξεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερον, θὰ ἀπέβαινεν ἀρκετὰ πλήρης, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων. Ὡς πρὸς τὸ παρελθόν, πιστεύω, ὅτι τὰ ὑπάρχοντα μέσα παρέχουν πᾶσαν δυνατότητα δι’ οἱανδήποτε ἔρευναν, δικαστικὴν ἢ πολιτικήν. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ ὑποστηριζόμενον, ὅτι πλεῖσται κατηγορίαι ἀναφέρονται εἰς ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἤδη παραγραφῆ, δὲν πρέπει σοβαρῶς νὰ ἐπηρεάζῃ. Εἰς τὸν πολιτικὸν βίον δὲν ἔχει σημασίαν ἡ τιμωρία. Ἔχει σημασίαν τὸ γεγονὸς. Ἂν δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀποκαλυφθῇ ὅτι οἱοσδήποτε πολιτικός, οἱοσδήποτε δημόσιος ἀνὴρ ἔχει κατὰ ἕνα τρόπον παραβῆ τὸν ἠθικὸν νόμον, δὲν ἔχει σημασίαν ἂν δὲν πρόκειται νὰ φυλακισθῇ. Ἔχει τερματισθῆ δι’ αὐτὸν ὁ πολιτικὸς βίος καὶ αὐτομάτως ἔχουν ἐπέλθει ὅλαι αἱ κυρώσεις. Ἐπιθυμῶ κατὰ τρίτον λόγον νὰ τονίσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἁπλῶς εἰς πλείστας διατάξεις ἀντισυνταγματικόν. Ἠμποροῦμε νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν εἶναι καὶ νὰ μεταχειριζώμεθα ὅλας τὰς μεθόδους διὰ νὰ καλύψωμεν τὴν ἀντισυνταγματικότητα μὲ ἐπιφανειακὴν νομιμότητα. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ἀναφέρομαι βεβαίως εἰς τὸ περισπούδαστον ἄρθρον τοῦ ἐπιτίμου Προέδρου τοῦ Α. Πάγου καὶ διακεκριμένου νομομαθοῦς κ. Καυκᾶ, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰδικώτερον ἤθελα νὰ τονίσω, εἶναι κἄτι εὐρύτερον, ὡς πρὸς τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀφορᾷ τὴν βάσιν αὐτοῦ. Τὸ ἀπαράδεκτον δι’ ἐμὲ εἶναι, ὅτι μὲ αὐθαίρετα κριτήρια, διότι δὲν ἔχω πεισθῆ ὅτι ὑπάρχουν ἀντικειμενικὰ κριτήρια, διαχωρίζεται μία τάξις Ἑλλήνων πολιτῶν, ἔναντι τῆς ὁποίας γίνεται διάφορος μεταχείρισις. Ἀποτελεῖ τοῦτο κατ’ ἐμέ, ἀληθῆ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαίου καὶ οὕτω πως καταλήγομεν, ἀντὶ νὰ προστατεύωμεν πράγματι αὐτὴν τὴν κατηγορίαν τῶν πολιτῶν, νὰ τὴν καθιστῶμεν εἰδικώτερον, ἐν συγκρίσει μὲ τὸ σύνολον, ὕποπτον. Σκεφθῆτε λ.χ. μίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν ὑποβολὴν δηλώσεως περιουσιακῆς καταστάσεως. Τί εὐκολώτερον διὰ τὸν νομοθέτην, ἐὰν εἰς τὴν ἰσχύουσαν φορολογικὴν νομοθεσίαν περιελάμβανεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς τὰς Η. Πολιτείας, ὅπου ἅπαντες οἱ φορολογούμενοι, μαζὶ μὲ τὴν φορολογικήν των δήλωσιν, ἐπιδίδουν καὶ δήλωσιν περιουσιακῆς καταστάσεως. Ἑπομένως ὅταν διαχωρίζωμεν μίαν κατηγορίαν πολιτῶν μὲ κριτήρια μὴ ἀντικειμενικά, (διότι πολὺ μεγαλυτέραν ἐπίδρασιν ἔχει εἰς τὸν δημόσιον βίον λ.χ. εἷς δημοσιογράφος ἀπὸ ἕνα βουλευτήν), ὅταν ἔχωμεν βασικὰ κριτήρια μὴ ἀντικειμενικά, ἐρχόμεθα εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαίου καὶ τὰς βασικὰς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον θὰ ἤθελα νὰ τονίσω, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παραγνωρίσωμεν, ὅτι ἡ γενίκευσις δημιουργεῖ δυσχερείας. Ἡ εἰδίκευσις δημιουργεῖ ἐπίσης δυσχερείας. Ὅλον τὸ πρόβλημα εἶναι πράγματι δύσκολον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δύσκολον, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ τὰς ἠθικὰς ἐπιπτώσεις καὶ μία κατηγορία πολιτῶν, αὐθαιρέτως λαμβανομένη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδητε, ὅτι ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν καὶ μὲ βασικὰς ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν καὶ μὲ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν πράγματι ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθόν. Ἐλπίζω, ὅτι τὸ πρῶτον δικαστήριον, ἐὰν ἐνδεχομένως συνέλθῃ, διὰ νὰ δικάσῃ, θὰ κηρύξῃ ἑαυτὸ ἀναρμόδιον καὶ θὰ κηρύξῃ καὶ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νόμου πρὸς προστασίαν αὐτῆς ταύτης τῆς δικαιοσύνης. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὡρισμένας χαρακτηριστικὰς περικοπὰς ἀπὸ τὸ σύγγραμμα τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ Ποιν. Δικαίου τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Χωραφᾶ περὶ τοῦ Ποιν. Δικαίου, τῆς τελευταίας ἐκδόσεως. Ὁ κ. Καθηγητὴς ἀναλύει τὴν ἀρχὴν «οὐδεμία ποινὴ ἄνευ νόμου» καὶ χαρακτηρίζει αὐτήν, ὡς ἀποτελοῦσαν τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τοῦ ποινικοῦ οἰκοδομήματος εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς ποινικὰς νομοθεσίας, λεπτομερῶς ἐξηγεῖ ὅτι «ἀποκλείεται ἡ ἀναδρομικὴ ἰσχὺς νόμου θεμελιοῦντος ἢ «ἐπαυξάνοντος τὸ ἀξιόποινον». Καὶ τονίζει περαιτέρω ὅτι «ἡ κατὰ τῆς ἀρχῆς ταύτης πολεμικὴ κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας τροφοδοτεῖται πνευματικῶς ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ἐπιδιώξεις ὡρισμένων κρατῶν». Καὶ ἀναφέρει τὴν Σοβιετικὴν Ρωσσίαν, ἡ ὁποία ὅμως, ἀπὸ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ 1958 ἐπέστρεψεν εἰς τὴν κλασσικὴν ἀρχὴν «οὐδεμία ποινὴ ἄνευ νόμου». Μνημονεύει κατόπιν τὴν Χιτλερικὴν Γερμανίαν καὶ ἄλλα κράτη τοῦ Παραπετάσματος ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν φυσικὰ τοῦ ἀρχικοῦ σοβιετικοῦ νόμου. «Διὰ τὰς χώρας ταύτας ἑπομένως — γράφει ὁ κ. Χωραφᾶς — τὸ Ποινικὸν Δίκαιον ἀποβαίνει καθαρῶς ὄργανον προστασίας ὡρισμένου πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ συστήματος. Διὰ τοὺς λαοὺς ὅμως, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, εἰς τὴν ἀνθρωπίνην προσωπικότητα ὡς ἰδίαν ἀξίαν, ἡ ποινικὴ ἐξουσία τῆς πολιτείας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετατραπῇ εἰς θεραπαινίδα ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς τυραννίας». Ἐγὼ δὲ εἰλικρινῶς πιστεύω, ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν προσπαθῇ ὁ νομοθέτης, νὰ καλύπτῃ τὴν πραγματικότητα, δὲν τὸ κατορθώνει καὶ καταγγέλλω τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν βάσιν του ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐὰν ἐνομίζαμεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ὑπάρχον νέον τι — καὶ συμφωνῶν μὲ τὸν προλαλήσαντα ὅτι, πλὴν τῶν βελτιώσεων, τὰς ὁποίας ὑπέδειξα εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν καὶ εἰς τὸ περὶ συστάσεως τῆς λειτουργείας Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν— θὰ ἦτο προτιμότερον δι’ ἐξαιρετικὰ θέματα τιμῆς ἐξερχόμενα τῶν συνήθων νομικῶν διατάξεων ἡμεῖς οἱ ἴδιοι νὰ δημιουργῶμεν Ἐπιτροπὴν ἐξ ἑνὸς μέλους ἐξ ἑνὸς Κόμματος καὶ ἀμοιβαίως μόνοι, ἐὰν τολμῶμεν, νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλωμεν καὶ νὰ ἐξετάζωμεν. Μὴ νομίζετε, ὅτι ζητῶ νέαν ἔκδοσιν τοῦ Συμβουλίου Τιμῆς, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν, προηγουμένως, ὁ συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ὑπεβλήθη, τὸ ἀντέκρουσα τότε, εἰς ἐκτενῆ ἔκθεσίν μου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ δημιουργοῦμεν ἡμεῖς Ἐπιτροπήν, ὅπως συνέβη κάποτε, ἐπὶ καθαρῶς πολιτικοῦ θέματος, ἐπὶ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, καὶ ἐὰν νομίζωμεν ἡμεῖς μόνοι μας, ὅτι ὑπάρχει κατηγορία τις, νὰ κατηγοροῦμεν καὶ νὰ ἐξετάζωμεν τὸ συγκεκριμένον θέμα. Θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἄτυπος πρότασις καὶ πῶς τὴν ὑποστηρίζετε σεῖς ποὺ ἔχετε νομικὴν μόρφωσιν καί, ἐνδεχομένως, καὶ κἄποιαν συνταγματικὴν εἰδίκευσιν; Θὰ σᾶς ἀπαντήσω πάλιν προθύμως. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, κ. Πρόεδρε, ἀτύπως ἐδημιουργήθη, ἀτύπως ἐξειλίχθη καὶ ὅμως ἐπεβίωσεν καὶ ἐπεβλήθη καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ ἀτύπως καὶ εἷς ἄλλος θεσμὸς δὲν θὰ εἶναι πρὸς θάνατον οὔτε πρὸς κίνδυνον τῆς νομιμότητος. Ἀντιθέτως δύναται νὰ ἀποτελέσῃ χρήσιμον στοιχεῖον εἰς περιπτώσεις κοινῆς ζωῆς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁπότε εἷς ἐκπρόσωπος ἑνὸς κόμματος ὑπευθύνως ἂς καταγγέλῃ καὶ ἂς συνέρχεται ἡ Ἐπιτροπή, συνισταμένη ἐξ ἑνὸς ἐκπροσώπου τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων καὶ ἐὰν θέλετε νὰ συμμετέχουν καὶ ἀνώτατοι Δικαστικοί. Καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πλέον ἢ θὰ συμφωνοῦμεν ὅλοι νὰ τοὺς καλύπτωμεν —πρᾶγμα ἀδύνατον— ἢ θὰ ἀναγκαζώμεθα νὰ ἀποκαλύπτωμεν. Δὲν κάμνω συγκεκριμένην πρότασιν, διότι δὲν θεωρῶ τὸ πρᾶγμα ἀναγκαῖον, ἀλλὰ θὰ ἦτο τοῦτο πάντως τιμιώτερον, δικαιότερον, θαρραλεώτερον. Ταῦτα φρονῶν, κ. Πρόεδρε, δηλῶ, ὅτι βεβαίως, θέτω πρῶτος ἑαυτὸν —ὄχι πρῶτος, διότι ὅλοι εἴμεθα εἰς τὴν ἰδίαν κατηγορίαν πρόθυμοι, νομίζω, νὰ τὸ πράξωμεν— δι’ οἱανδήποτε ἐξέτασιν καὶ ἔρευναν, εἴτε πολιτικήν, εἴτε δικαστικήν, τοῦ δημοσίου ἢ τοῦ ἰδιωτικοῦ μου βίου. Ἀλλὰ ἔχω νὰ δηλώσω ἐπίσης, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον βλέπω, ὅτι ὅλοι ὁμοφώνως θέλουν νὰ τὸ δεχθοῦν —χωρὶς πράγματι νὰ πείθουν, ὅτι εἰλικρινῶς τὸ πιστεύουν. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ προχωρήσω θαρραλεώτερον καὶ θὰ εἴπω, ὅτι δὲν θὰ τὸ καταψηφίσω μέν, ὑπείκων καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπίδρασιν τοῦ περιβάλλοντος, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ τὸ ὑπερψηφίσω. Θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰλικρινῶς πιστεύω, ὅτι εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀτυχὲς εἰς τὴν ἀποστολήν του, τὴν ὁποίαν δὲν πρόκειται νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ τὸ ὁποῖον, ἐπὶ πλέον, ἂς μὴ αὐταπατώμεθα, οὐδὲ τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου προστατεύει. Φοβοῦμαι, ἀντιθέτως, ὅτι τὴν ἐκθέτει. (Χειροκροτήματα).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§120Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ Ἀρχηγοῦ μου, ἐδηλώθη τόσον ὑπ’ αὐτοῦ, ὅσον καὶ ὑπὸ τῶν λοιπῶν συναδέλφων τῆς παρατάξεώς μας, ὅτι ἅπαντες εἴμεθα σύμφωνοι ἐπὶ τῆς ψηφίσεως κατ’ ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου νόμου, διότι κοινὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία, ὅπως ἡ ἀρετὴ καὶ ἡ ἠθικὴ κοσμοῦν πάντα δημόσιον ἄνδρα τῆς χώρας ταύτης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι αἱ ἀρεταὶ αὐταὶ ἀπετέλεσαν πάντοτε τὸν κανόνα καὶ ἐλαχιστόταται ὑπῆρξαν αἱ ἐξαιρέσεις. Καὶ παραδείγματα τούτου ἔχομεν ἐκ τῆς μακρᾶς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς χώρας μας. Πολιτικοὶ ἄνδρες ποὺ ἐτίμησαν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εἰσελθόντες εἰς τὴν πολιτικὴν μὲ μικρὰν ἢ μεγάλην οἰκονομικὴν ἐπιφάνειαν νὰ ἀποθνήσκουν ἐν οἰκονομικῇ ἀπαθλιώσει. Ἀλλά, ἵνα ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου, λόγῳ τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς λεπτότητος αὐτοῦ, θὰ πρέπει νὰ τὸ διακρίνῃ σαφήνεια, ἀρτία νομικὴ διατύπωσις καὶ ἐναρμόνισις πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ἵνα μὴ ἐκ τῆς ἐλλείψεως αὐτῶν ἐκπληρωθοῦν δόλιοι σκοποὶ τῶν ἐχθρῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος διὰ τῆς κατασπιλώσεως τῆς τιμῆς ἐντίμων πολιτικῶν καὶ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, διότι οἱ δικασταὶ δὲν θὰ γνωρίζωσι ποίας παραβάσεις καὶ ποίους ἐνόχους θὰ δικάζωσι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι δὲν εἶναι ἐντὸς τῶν προθέσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργοῦ. Ἕνεκεν τῶν λόγων τούτων καὶ μὲ τὴν ἀνιδιοτελῆ σκέψιν νὰ βοηθήσω μὲ τὰς μικράς μου δυνάμεις τὸν συντάκτην τοῦ σχεδίου τούτου, κατέθεσα τὴν 2.7.1964 σχετικὴν τροπολογίαν μου. Διὰ ταύτης παρατηρῶ, ὅτι δημιουργεῖ σύγχυσιν καὶ ἀμφιβολίας ἡ ὑπάρχουσα ἀσάφεια ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην τοῦ ἐλεγχομένου ἐν σχέσει μὲ τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν τῶν συγγενῶν αὐτοῦ προσώπων, καὶ ὡς πρὸς ποῖα ἀκριβῶς πρόσωπα ἰσχύει τὸ ἄρθρον 5 παρ. 1. Εἰδικώτερον: Ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 ὁ ἐλεγχόμενος ὑποχρεοῦται εἰς ὑποβολὴν δηλώσεως διὰ τὴν περιουσιακὴν κατάστασιν αὐτοῦ, τῆς συζύγου του, καὶ τῶν ἀνηλίκων τέκνων του, κατὰ τὸ ἄρθρον 5 εὐθύνεται διὰ τὴν κτῆσιν περιουσίας ὄχι μόνον παρ’ αὐτοῦ καὶ τῶν εἰρημένων προσώπων, ἀλλὰ περαιτέρω καὶ τῶν συγγενῶν, οἵτινες ἀναγράφονται εἰς τὴν παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 3, εἰς ἣν παραπέμπει τὸ ἄρθρον 5 παρ. 1. Ἡ περιουσία ὅλων τῶν προσώπων τούτων, δηλαδή: συζύγου, ἀνηλίκων καὶ ἐνηλίκων τέκνων, τῶν συζύγων αὐτῶν, τῶν ἀνιόντων (πάππων, γονέων κλπ.), τῶν ἀδελφῶν, τῶν ἀνιόντων πρώτου βαθμοῦ τῶν συζύγων αὐτῶν (πενθερῶν) τοῦ πολιτευομένου. Ἡ περιουσία, λέγω, τῶν προσώπων τούτων θεωρεῖται ὡς ἀθεμίτως κτηθεῖσα ἐὰν ὁ ἐλεγχόμενος δὲν ἀποδείξῃ, ὅτι αὕτη δὲν ὑπῆρξε προϊὸν ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ. Καὶ ἐνῷ ταῦτα διαλαμβάνουν τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 5 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ὑποβολὴν μηνύσεως παρ’ ἰδιώτου καθορίζει διάφορον κύκλον προσώπων κτησαμένων περιουσίαν. Ἤτοι: κατιόντας, συζύγους κατιόντων, ἀνιόντας καὶ ἀδελφοὺς αὐτῶν καὶ ἀκόμη τρίτους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν εἰκονικῶς. Δὲν διαλαμβάνεται δὲ οὔτε ἐν ἄρθρῳ 7, οὔτε ἀλλαχοῦ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου ἐὰν τὸ τεκμήριον τοῦ ἄρθρου 5 ἰσχύῃ αὐτοτελῶς καὶ δημιουργῇ αὐτοτελῆ εὐθύνην διὰ τὰ συγγενικὰ ταῦτα πρόσωπα τοῦ πολιτευομένου, ἐὰν ταῦτα ἀπέκτησαν περιουσίαν δι’ ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ἐν ἀγνοίᾳ τούτου. Δὲν καθορίζεται ἐπίσης σαφῶς ἐν ἄρθρῳ 6 ἐὰν τὰ πρόσωπα ταῦτα ἔχουν αὐτοτελῆ εὐθύνην ἐν σχέσει μὲ τὸν πολιτευόμενον ἢ θεωροῦνται συνεργοὶ ἢ συμμέτοχοι καὶ τί εἴδους συμμέτοχοι (συναυτουργοί, ἀναγκαῖοι συνεργοί, μετὰ ἢ πρὸ τῆς πράξεως κλπ.). Ἄνευ τούτου εἶναι προφανές, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ κομφούζιο (COMFUSIO) ὡς καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, εἶπον. Ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ἄρθρου 7 παρ. 1 τίθεται περιοριστικὴ προθεσμία ἑνὸς ἔτους διὰ τὰ ἐν αὐτῷ πρόσωπα (ἐλεγχομένους) θὰ πρέπει νὰ τεθῇ τοιοῦτος περιορισμὸς καὶ διὰ τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν τῶν αὐτῶν προσώπων περὶ ὧν τὸ ἄρθρον 2 παρ. 2. Ἐπίσης ἐν τῇ παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 7 ἀναγράφεται: «Ἐν τῇ μηνύσει δέον νὰ ἀναφέρωνται λεπτομερῶς...... τὰ θεμελιοῦντα τὸν ἀθέμιτον τρόπον περιστατικά». Ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ διαχωρίσητε τὴν φράσιν ταύτην ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 δὲν σημαίνει, ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐπαναλάβετε εἰς τὸ ἄρθρον 7. Ἀφ’ οὗ δηλαδὴ ὑπάρχει τὸ τεκμήριον εἰς βάρος τῶν προσώπων τούτων ἐκ τοῦ ἄρθρου 5, ἡ μνεία τῶν περιστατικῶν ἐν τῇ μηνύσει οὐδένα λόγον ἐξυπηρετεῖ. Ἡ παρ. 6 τοῦ ἄρθρου 7 εἶναι ἐντελῶς περιττή, διότι εἶναι αὐτονόητον εἰς τί θὰ περιστραφῇ ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἀνακριτοῦ, δοθέντος μάλιστα, ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη δὲν ὀνομάζει ὅλους τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἐνδιαφερομένου. Ἡ παρ. 8 τοῦ ἄρθρου 7 ὁμιλεῖ περὶ τῆς..... «κατὰ τὴν παρ. 1 δηλώσεως». Ἀλλὰ δὲν διευκρινίζει ποίου ἄρθρου τὴν παρ. 1 ἐννοεῖ. Δηλαδὴ δὲν εἶναι γνωστὸν ἐὰν ἐννοῇ τὰ πρόσωπα τοῦ ἄρθρου 1 ἢ τοῦ ἄρθρου 2. Εἰς τὴν παρ. 4 τοῦ ἄρθρου 7 δέον νὰ καθορισθῇ ἐὰν εἰς τὴν κληρωτίδα θὰ συμπεριληφθῇ καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν. Καὶ ἐὰν εἰς τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ νοῆται ὡς Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ὁ ἀρχαιότερος τῶν κληρωθέντων Εἰσαγγελέων ἢ ὁ τακτικὸς Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον 9 παρ. 2 τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου μὲ ἑπταμελῆ σύνθεσιν. Δηλαδὴ θὰ μετέχουν τοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ ἐκδόσαντες τὸ πρωτόδικον προσβαλλόμενον βούλευμα; Ἢ θὰ συντίθεται νέον Συμβούλιον μὲ νέους Ἐφέτας; Εἰς τὸ ἄρθρον 10 παρ. 1 τὸ σχέδιον νόμου λέγει...... «......εἰς τὸ κατὰ τὰ ἄνω ἁρμόδιον Ἐφετεῖον». Ἐρωτᾶται: Ποῖον Δικαστήριον ἐννοεῖ; Τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου ἱδρυόμενον ἢ ἄλλο; Καὶ ποῖον; Ὅταν ἐν τῇ αὐτῇ παραγράφῳ ὁ νόμος λέγῃ: «τὰς ὑπὸ τῶν νόμων ποινάς», ἐννοεῖ καὶ τὰς ποινάς, αἵτινες ἔχουσι παραγραφῆ κατὰ τοὺς νόμους αὐτούς; Ἀλλὰ τότε τὰς κηρύσσει ἀπαραγράπτους ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅπερ εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον 10 παρ. 1 προβλέπεται περίπτωσις παραβάσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἢ ἄλλων εἰδικῶν νόμων, ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 8 παρ. 4 προβλέπει περίπτωσιν ἐκδόσεως βουλεύματος ὄχι μόνον διὰ παράβασιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀλλὰ καὶ διὰ κτῆσιν περιουσίας κατὰ τρόπον ἀθέμιτον καὶ ἀντίθετον πρὸς τὰ χρηστὰ ἤθη. Ποία θὰ εἶναι ἡ συνέπεια; Καὶ ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀθέμιτος τρόπος; Τὸ.... ἀθέμιτον λοιπὸν παραμένει ἄνευ ἐννοίας καθ’ ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὸ μέλλον ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ἄρθρου 5 θεσπίζεται εἰδικὸν ἀδίκημα: «ἡ ἀθέμιτος κτῆσις». Ἐν ᾧ διὰ τὸ παρελθόν, δι’ ὅπερ δὲν δύναται νὰ θεσπισθῇ ὡς ἀδίκημα λόγῳ ἀντιθέσεως πρὸς τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχει νόημα. Καλύπτεται δὲ ἡ ἔννοια αὐτοῦ ὑπὸ τῆς ἐννοίας τῶν χρηστῶν ἠθῶν. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ μὲν πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἀθέμιτος», τὸ δὲ νὰ προβλεφθῇ κύρωσις διὰ τὴν κτῆσιν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ χρηστὰ ἤθη. Ἢ ἄλλως νὰ διαγραφῇ ἡ πρόβλεψις βουλεύματος διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην. Ἐκτὸς ἐὰν ὁ Νομοθέτης διὰ τῆς ἐκδόσεως τοιούτου βουλεύματος ἀποβλέπει μόνον εἰς τὸν στιγματισμὸν τοῦ πολιτευομένου. Γενικῶς εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπισημάνω τὸν κίνδυνον ποὺ ἐπικρέμαται εἰς βάρος ὅλων τῶν δημοσίων ἀνδρῶν λόγῳ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς εὐθύνης εἰς ἀπωτάτους ἀκόμη συγγενεῖς τοῦ ἐλεγχομένου (ἀδελφούς, θείους, πάππους, συμπεθέρους κλπ.), διὰ τοὺς ὁποίους ἐνῷ βαρύνεται μὲ τὴν ἀπόδειξιν τῆς κτήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ πάντοτε τὴν οἰκονομικήν των δραστηριότητα καὶ τὸν τρόπον τῆς ζωῆς των. Καθ’ ἡμᾶς ἡ εὐθύνη μὲ τόσον βαρείας κυρώσεις θὰ ἔδει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ ἀνήλικα τέκνα τοῦ ἐλεγχομένου, ἵνα οὕτω καὶ μόνον δικαιολογηθῇ ἡ πρωτοφανὴς παρέκκλισις ἀπὸ τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ ἄρθρον 5 παρ. 1. Τέλος, καίτοι εἶμαι κατὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ νομοθετήματος τούτου καὶ εἰς ἄλλα πρόσωπα, διότι φοβοῦμαι, ὅτι διὰ τῆς ἐπεκτάσεως θὰ καταστῇ τὸ σχέδιον τοῦτο ἐν τῇ πράξει ἀνεφάρμοστον, θὰ ἦτο πάντως κατ’ ἐμὲ παράλειψις ἐὰν δὲν ἐρρυθμίζετο διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἕνα θέμα ἠθικῆς τάξεως χάριν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου κοινωνικοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ ἀδιαβλήτου κύρους τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ. Παρετηρήθη οὐχὶ ἅπαξ κατὰ τὰς τρεῖς τελευταίας δεκαετηρίδας τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας, τὸ φαινόμενον δημόσιοι κρατικοὶ λειτουργοὶ κατέχοντες ὑπευθύνους θέσεις ἐπὶ κεφαλῆς Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, εἴτε τεταγμένοι διὰ τὴν ἄσκησιν ἐλέγχου ἐπὶ ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων ἡμεδαπῶν ἢ ἀλλοδαπῶν, εἴτε διαπραγματευθέντες ἐκ τῆς θέσεως ταύτης διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐκπροσωπήσαντες αὐτὸ εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν καὶ διατύπωσιν ὅρων συμβάσεως μετὰ τῶν ἑταιρειῶν τούτων, εὑρισκομένων εἰς σχέσιν ἐξαρτήσεως μετὰ τῶν ὧν προΐστανται κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, νὰ παραιτοῦνται ἐν συνεχείᾳ ἐκ τῶν δημοσίων θέσεών των διὰ νὰ καταλάβουν ὑπευθύνους θέσεις εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ταύτας ἡμεδαπὰς ἢ ἀλλοδαπὰς ἐπιχειρήσεις μὲ παχυλὰς ἀντιμισθίας. Οὕτω, καὶ ἂν ἀκόμη ἡ τοιαύτη μετάστασις δὲν ὑπῆρξεν ἀπόρροια συμβιβασμοῦ συνειδήσεως ἢ ἀπιστίας τοῦ κρατικοῦ λειτουργοῦ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν ἀπὸ τῆς ὑπευθύνου ὑπηρεσιακῆς του σκοπιᾶς, μοιραίως ἡ τοιαύτη ἀπὸ τῆς μιᾶς στιγμῆς εἰς τὴν ἄλλην μετάστασίς του εἰς ἰθύνουσαν θέσιν τῶν ἀναφερθεισῶν ἐπιχειρήσεων ἀποτελεῖ διὰ τὴν κοινὴν γνώμην ψόγον διὰ τὴν ὑπόστασιν τῶν ὑπευθύνων φορέων τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ἀνακυπτούσης οὕτω τῆς ἀνάγκης νομοθετικοῦ ἐξοβελισμοῦ της. Διότι κατὰ τὸ γνωστὸν γνωμικὸν «ἡ σύζυγος τοῦ Καίσαρος δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνεται τιμία».
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας, ἔχει τὸν λόγον.
§122Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἐπιθυμῶ, κ. Πρόεδρε, καί, κ.κ. συνάδελφοι, νὰ διατυπώσω μερικὰς ἐπιφυλάξεις ὡς πρὸς τὴν ὀρθότητα καὶ τοῦ τίτλου τοῦ σχεδίου νόμου, καὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ σχεδίου, ἐπιφυλασσόμενος, βεβαίως, νὰ διατυπώσω καὶ ἄλλες ἐπιφυλάξεις εἰς τὰ ἄλλα ἄρθρα ὅταν θὰ τὰ συζητήσωμεν. Ὅπως, ἄλλωστε, θὰ ἴδητε ἔχω ἤδη καταθέσει σχετικὴν τροπολογίαν ποὺ προτείνω: α) νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ τίτλος τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου», μὲ τὸν τίτλον «περὶ ἠθικοῦ καθαρμοῦ τοῦ δημοσίου βίου», καὶ β) προτείνω νὰ εὐρυνθῇ ὁ κύκλος τῶν προσώπων ποὺ θὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ νομοθέτημα. Καὶ κατὰ τοῦτο τὸ σημεῖον ζητῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ σχεδίου νόμου. Εὑρίσκω ὅτι —καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ προσέξουν αὐτὸ τὸ θέμα— εὑρίσκω, λέγω, ὅτι ὁ τίτλος τοῦ νομοθετήματος εἶναι ὄχι μόνον ἀνεπιτυχής, ἀλλὰ καὶ δὲν συμφωνεῖ καὶ πρὸς τὴν ἀφορμὴν τοῦ νόμου, τὴν OCCASIO LEGIS, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος. Διότι τὸ συζητούμενον μέτρον, εἶναι ἀπόρροια τοῦ λαϊκοῦ αἰτήματος, τοῦ γνωστοῦ λαϊκοῦ αἰτήματος διὰ τὸν ἠθικὸν καθαρμὸν τοῦ δημοσίου χώρου ἀπὸ τὰς ἀτασθαλίας τῆς τελευταίας περιόδου τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε. Καὶ ἂς εἴμεθα δίκαιοι, κ.κ. συνάδελφοι, ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ λαϊκοῦ αἰτήματος διότι πάρα πολλὰ ἐλέχθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἕως τώρα. Ἐλέχθησαν ὅτι τρόπον τινα καὶ ὁ τίτλος αὐτὸς μᾶς λέγει, ὅτι ὑπάρχει κἄποια ροπὴ τῶν πολιτῶν νὰ δυσφημοῦν τοὺς πολιτικούς. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐπιμένω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος αὐτὸς ὁ τίτλος τοῦ σχεδίου νόμου, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα δίκαιοι. Αὐτὸ τὸ λαϊκὸν αἴτημα εἶναι κατὰ πάντα δίκαιον καὶ προέρχεται ἀπὸ μίαν εὐαισθησίαν τοῦ πολίτου πού ἄλλωστε, ἡμεῖς τὴν ἐκαλλιεργήσαμεν, διακηρύττοντες URBI ET ORBI —ἐννοῶ ἡμεῖς οἱ τῆς παρατάξεως τοῦ Κέντρου— καὶ ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι πράγματι κατὰ τὴν διαρρεύσασαν ὀκταετίαν ἐσημειώθησαν διάφοροι ἀτασθαλίαι. Τὸ ἐθέσαμεν ὑπ’ ὄψει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὸ ἐτονίσαμεν· καὶ ἐγὼ ποὺ σᾶς ὁμιλῶ τὸ ἐτόνιζον καὶ ἀπὸ τὰ μπαλκόνια τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ὁ λαός, πράγματι, μᾶς ἐξουσιοδότησε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν λῆψιν αὐτοῦ τοῦ μέτρου. Καὶ ἡμεῖς ἐρχόμεθα, κ. Πρόεδρε καὶ κ.κ. συνάδελφοι, σήμερα καὶ βάζομεν ἕνα τίτλον εἰς αὐτὸ τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου» ὡσὰν νὰ μᾶς διαβάλλῃ ὁ Ἕλλην πολίτης καὶ ὡσὰν νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς προστασίας. Ἐγώ, κ.κ. συνάδελφοι, δὲν αἰσθάνομαι αὐτὴν τὴν ἀνάγκην. Ἔζησα ἕνα βίον κηρύττων τὴν πολιτικὴν ἀρετήν· καὶ ἦλθα ἐδῶ, εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὄχι διὰ νὰ μοῦ ἀποτυπώσετε, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς μικρᾶς πολιτείας τῆς πολιτικῆς μου ζωῆς, αὐτὴν τὴν σφραγῖδα, καὶ νὰ ἀναζητῶ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου, ὅτι τρόπον τινα εἶμαι τίμιος. Μὰ γιὰ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, σᾶς παρακαλῶ, αὐτὸς καὶ μόνον ὁ τίτλος, μᾶς φέρνει εἰς μίαν ἀντίθεσιν μὲ τοὺς πολίτας, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς προσεκαλέσαμεν καὶ τοὺς εἴπομεν νὰ μᾶς δώσουν αὐτὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ ζητήσωμεν τὸν ἠθικὸν καθαρμόν. Καὶ ὁ πολίτης δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο. Καὶ σήμερον θὰ ἔλθωμεν μὲ τὴν σφραγῖδα ποὺ μᾶς ἀποτυπώνετε εἰς τὸ μέτωπον νὰ τοῦ εἴπωμεν, ὅτι μᾶς διαβάλλει καὶ ἔχομεν ἀνάγκην τῆς προστασίας τοῦ νόμου; Ὁ ὑγιὴς πολιτικὸς κόσμος, δὲν ἔχει ἀνάγκην αὐτῆς τῆς προστασίας, διότι δὲν εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν CAPITIS DIMINUTIO. Δι’ αὐτὸ ὁ τίτλος εἶναι ἀνεπιτυχής· ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν OCCASIO LEGIS, καὶ οὔτε εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθετήματος, ποὺ εἶναι νὰ ἐλέγχωμεν ἂν καὶ κατὰ πόσον ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας ὀκταετίας αὐτὰ ποὺ εἴπομεν· καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ ἐπιβληθῇ ὁ κολασμὸς ἢ ἐπὶ τέλους νὰ ξεκαθαρίσουν τὰ πράγματα. Ἀλλὰ ὄχι νὰ συρθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ὑποψίαν, ὅτι κἄτι συμβαίνει ἀπὸ ὅλον τὸν πολιτικὸν κόσμον καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς προστασίας τῆς τιμῆς μας. Δι’ αὐτὸ καὶ σύμφωνα πρὸς τὴν ἀφορμὴν τοῦ νόμου καὶ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, θὰ εἶναι σύμφωνος ὁ τίτλος τοῦ νομοθετήματος, τὸν ὁποῖον θέτω ὑπ’ ὄψει σας, δηλαδή: «περὶ ἠθικοῦ καθαρμοῦ τοῦ δημοσίου χώρου». Ἀκόμη πληροῖ καὶ τὰ ὅσα ἐν ἄρθρῳ 1 ἀναγράφονται. Διότι διοίκησιν ἀσκοῦν καὶ οἱ κρατικοὶ λειτουργοί. Τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται ἰδίως εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ κοινά. Καὶ οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ εἶναι ὄχι μόνον οἱ Γενικοὶ Γραμματεῖς τῶν Ὑπουργείων, ἀλλὰ καὶ οἱ Νομάρχαι καὶ οἱ δευτέρου βαθμοῦ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ν.Π.Δ.Δ., τῶν ἡμικρατικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῶν Τραπεζῶν, ποὺ ἀπολαύουν κρατικῶν προνομίων καὶ παίζουν σημαντικὸν ρόλον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Ἔτσι, νομίζω, ὅτι εἴμεθα καὶ περισσότερον σύμφωνοι πρὸς αὐτὴν τὴν λαϊκὴν ἐπιταγὴν τοῦ ἠθικοῦ καθαρμοῦ τοῦ δημοσίου χώρου ἀπὸ τὰς ἀτασθαλίας. Ἐτόνισα, κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τοῦ τίτλου ὄχι ἀπὸ καμμίαν φιλαρέσκειαν, ἀλλὰ διότι ὁ τίτλος ἑνὸς νομοθετήματος δὲν ἀποτελεῖ, βέβαια, κανόνα δικαίου, ὅμως δίδει τὰς κατευθυντηρίους γραμμάς. Καὶ αἱ συζητήσεις τὰς ὁποίας κάμνομεν ἐδῶ, ἀποτελοῦν ἕνα πρόσθετον ἑρμηνευτικὸν βοήθημα. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα κατηγορηματικοὶ εἰς τὰς συζητήσεις μας, ἔτσι ὥστε, ἐὰν πράγματι θέλωμεν νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθόν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ νομοθετήματος, εἶναι νὰ ἀποκαθαρθῇ ὁ δημόσιος χῶρος, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὀκταετίας. Καὶ ἡ OCCASIO LEGIS καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ εἶναι πράγματι νὰ ἀποκαθαρθῇ ὁ δημόσιος χῶρος ἀπὸ τὰς ἀτασθαλίας τῆς ὀκταετίας, διὰ τὸν ὁποῖον καθαρμὸν ὁ λαὸς μᾶς ἔδωσε τὴν σχετικὴν ἐντολήν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ διεύρυνσις τοῦ κύκλου τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ περιληφθοῦν, θὰ ὁδηγήσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Πρῶτον, ὁ ἀριθμὸς τῶν προσώπων δὲν εἶναι τόσον μέγας. Ἀλλὰ καὶ τὸ νομοθέτημα, ἀτυχῶς, δὲν θὰ περιλάβῃ πολλὰς περιπτώσεις τοῦ παρελθόντος, διότι αἱ διατάξεις του, ποὺ χαρακτηρίζουν ἀναδρομικῶς ἀτασθαλίας ὡς ἀδικήματα, εἶναι ἀντισυνταγματικαί. Ἐπὶ πλέον θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, διὰ νὰ μὴ μᾶς φοβίζῃ ἡ ἔκτασις τοῦ κύκλου τῶν προσώπων καὶ ἡ χρονική, ὅτι θὰ πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν χρονικὴν διάρκειαν καὶ νὰ εἶναι μεταβατικῆς ἰσχύος αὐτὸ τὸ νομοθέτημα. Τονίζω αὐτὸ καὶ παρακαλῶ ἂς τὸ προσέξουν οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Δηλαδὴ νὰ περιλαμβάνῃ τὰ τυχὸν ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα γίνεται λόγος διὰ τὴν δεδομένην περίοδον τῆς ὀκταετίας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα νὰ ἰσχύῃ ὅ,τι ἡ νομοθεσία μας προβλέπει. Καί σὺν τοῖς ἄλλοις, νὰ ἐνσωματωθῇ εἰς ἀκροτελευταίας διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος τὸ βασικὸν νομοθέτημα «περὶ μεσαζόντων». Διότι εἰς αὐτὸ πράγματι ὑπάρχουν πάρα πολλαὶ σοφαὶ διατάξεις. Τὸ ἐν λόγῳ νομοθέτημα ἔχει μείνει ἀνενεργές, λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι δυσκίνητος ἡ διαδικασία καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ αὐτεπαγγέλτως εἰς κίνησιν ὁ μηχανισμὸς αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος· καὶ ἔτσι δὲν ἀπέδωσε τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἀποδώσῃ. Ἐλέχθη, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ OCCASIO, ἡ ἀφορμὴ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑπῆρξεν ἡ ὀκταετία. Ὑπενθυμίζω, διὰ νὰ καταδείξω τὸ τελείως ἀβάσιμον τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τοῦ αὐτοῦ περιεχομένου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Τρικούπη καὶ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Καὶ τότε δὲν ὑπῆρχεν ὀκταετία. Ἐπομένως, ἡ OCCASIO δὲν εἶναι ἡ ὀκταετία τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀλλὰ ὁ σκοπός. Καὶ ἐν ὄψει τοῦ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ διὰ λόγους βασικῆς ἀρχῆς τοῦ ποινικοῦ δικαίου καὶ διὰ λόγους συνταγματικῆς ἀρχῆς, τοὺς ὁποίους εἴτε τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις, εἴτε ὄχι, εἴτε τὸ θέλει ἡ Βουλή, εἴτε ὄχι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερπηδήσωμεν καὶ διὰ λόγους ἠθικῆς ἀρχῆς ἀκόμη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τὴν 8ετίαν. Μοναδικὸς σκοπὸς ἡ ACTIO τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέφερον πρὸ ἡμερῶν, νὰ ἐμφανισθῶμεν συνεπεῖς εἰς τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώσαμεν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀνενδότου ἀγῶνος.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἔχει τὸν λόγον.
§124Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Δὲν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχω μίαν καθαρῶς νομοτεχνικὴν παρατήρησιν. Ἐν ὄψει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5, διὰ τῶν ὁποίων προβλέπονται αὐστηρόταται ποιναὶ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δι’ οἱονδήποτε λόγον, ἔστω διότι δὲν τὸ ἀντελήφθη, δὲν θὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν καὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλλουν τὰς μηνύσεις δὲν εἶναι ὅλοι νομομαθεῖς, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐκ τῆς διατυπώσεώς του δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι οἱ ἐν ἐνεργείᾳ βουλευταὶ δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ὑποβάλλουν δηλώσεις. Τοῦτο προκύπτει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἀκροτελευταίου ἄρθρου 12, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως ἄρχονται καὶ αἱ προθεσμίαι τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο νομοτεχνικῶς ὀρθότερον ἐὰν εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἐκεῖ ποὺ λέγει «ὑποχρεοῦται ὅπως ὑποβάλῃ δήλωσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν ἐντὸς 90 ἡμερῶν» προστεθῇ «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, εἰς τὸ μέλλον δὲ ἀπὸ τῆς ὁρκωμοσίας κλπ.». Ὡς ἔχει ἡ διάταξις, θὰ δημιουργηθῇ καὶ ἕνα θέμα διὰ τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους ἀπέκτησαν δὶς τὴν ἰδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὅπως ὁ ἀξιότιμος καὶ φίλος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος ὑπῆρξε δὶς Ὑπουργὸς κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Κατὰ τὴν διάταξιν ὑποχρεοῦται ἀπὸ τῆς ὁρκωμοσίας του νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν. Φεύγει ἀπὸ Ὑπουργὸς καὶ μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου γίνεται ἐκ νέου Ὑπουργός. Ὑποχρεοῦται καὶ πάλιν νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν. Νομίζω, ὅτι θὰ ἠμπορούσατε νὰ προσθέσετε εἰς τὸ τέλος «ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει παρέλθει ἔτος ἀπὸ τῆς τελευταίας ὑποβολῆς δηλώσεως...».
§125Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπονοεῖται.
§126Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Πολλὰ νοοῦνται. Τὸ θέμα εἶναι νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς παγίδας. Δι’ αὐτὸ τὸ λέγω. Καὶ τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον εἶπον νοεῖται, ἀλλὰ εἶναι ἐνδεχόμενον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ διαβάσῃ τὸ ἄρθρον 12 νὰ μὴ τὸ ἀντιληφθῇ. Πιστεύσατε, ὅτι καταβάλλω φιλοτίμους προσπαθείας νὰ ὑποβοηθήσω τὴν ἄποψίν σας.
§127Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 2 εὑρίσκεται ἐν πλήρῃ συναρτήσει πρὸς τὸ ἄρθρον 12. Ἑπομένως, ὅσα εἴπατε δὲν εὐσταθοῦν.
§128Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Τὸ ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τὸ ἄρθρον 12 τὸ γνωρίζω καὶ σᾶς τὸ εἶπον. Ἐπειδή, ὅμως, ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα δὲν εἶναι νομομαθεῖς, εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ ἀκροτελεύτιον ἄρθρον νὰ τὸ ὑπερπηδήσουν. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μία παγίς. Νομοτεχνικὴ εἶναι ἡ παρατήρησίς μου, ἐὰν θέλετε τὴν κάμνετε δεκτήν.
§129Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοινων. Προνοίας). Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ προσθήκη τὴν ὁποίαν προτείνετε. Διότι τὸ ἄρθρον 2 ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν ὑποβολῆς δηλώσεως καὶ εἰς τοὺς βουλευτάς. Ἑπομένως, ὡς βουλευτὴς θὰ ὑποβάλῃς δήλωσιν.
§130Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀπὸ πότε, κύριε Ὑπουργέ;
§131Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοινων. Προνοίας). Ἀφ’ ὅτου γίνῃς βουλευτής. Ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν ἐπανάληψιν τῆς δηλώσεως. Μετὰ παρέλευσιν ἔτους, ὑποβάλλῃς δήλωσιν ὡς βουλευτής. Ἐὰν γίνῃς Ὑπουργὸς δὲν ἔχεις ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃς νέαν δήλωσιν, ἐὰν ἔχῃς ὑποβάλει ὡς βουλευτής. Ἑπομένως ὑπάρχει δήλωσις ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως καὶ δὲν χρειάζεται νὰ γίνῃ ἡ προσθήκη.
§132Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Πειράζει τὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν ἐθέσατε εἰς τὸ ἄρθρον 12, νὰ τὴν θέσητε εἰς τὸ ἄρθρον 1;
§133Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀναγκαῖον.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§135Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Κοινοβουλευτικοῦ ἐκπροσώπου τῆς ΕΔΑ καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ὑπέθετα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του, περὶ ἐπισπεύσεως τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ἤθελε νὰ τὸ ἀποσύρῃ διὰ νὰ τὸ μελετήσῃ ἀκόμη περισσότερον. Διότι πράγματι, αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Κοινοβουλευτικοῦ ἐκπροσώπου τῆς ΕΔΑ καὶ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν εἶναι σοβαραὶ καὶ ἐπιβάλλουν τὴν μελέτην των, διότι τὸ παρὸν σχέδιον νόμου ὁρίζει διὰ τοῦ τίτλου του, ὅτι ἔρχεται νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Νομίζω, ὅτι δὲν τὴν προστατεύει, τοὐναντίον τὴν ἐκθέτει. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὑποχρεώνει εἰς ὑποβολὴν δηλώσεως πέραν τῆς προσωπικῆς δηλώσεως ἅπαντας τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ἐὰν ἡ δήλωσις αὕτη γίνῃ μόνον καὶ χρησιμοποιηθῇ μόνον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἔχει καλῶς, εἶναι ὀρθόν. Ἐφ’ ὅσον ἀποβλέπομεν εἰς ἕνα σκοπόν, ἡ δήλωσις αὕτη πρέπει νὰ εἶναι τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς βοηθήσῃ εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ σκοποῦ. Ἀλλά ἡ δήλωσις, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς πάντα αἰτοῦντα, ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ οἱανδήποτε χρῆσιν. Καὶ θὰ ἀναφέρω δύο συγκεκριμένα παραδείγματα, διὰ νὰ ἀποδείξω τί θὰ προκύψῃ, ἐὰν γίνῃ κακὴ χρῆσις τῶν δηλώσεων. Ἔστω, ὅτι ἕνας Ὑπουργὸς ἢ βουλευτὴς ἔχει τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμπόρου, ἢ τοῦ ἐπαγγελματίου καὶ ὡς φυσικόν, λόγῳ τῆς ἰδιότητός του ἔχει διάφορα ἐπαγγελματικὰ μυστικά. Ἐὰν τὰ ἀναφέρῃ εἰς τὴν δήλωσίν του θὰ ἐκθέσῃ τὰ ἐπαγγελματικὰ του μυστικὰ καὶ θὰ ζημιωθῇ ἐπαγγελματικῶς. Ἐὰν θελήσῃ νὰ προστατεύσῃ τὰ ἐπαγγελματικὰ μυστικά, θὰ ὑποβάλῃ ἀνειλικρινῆ δήλωσιν, ὁπότε καὶ θὰ διωχθῇ ὡς ἀνέντιμος καὶ ὡς ὑποβαλὼν ψευδῆ δήλωσιν. Ἡ δήλωσίς του αὐτὴ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ οἱονδήποτε ἀνταγωνιστὴν του ἔμπορον, ὅστις θὰ γίνῃ οὕτω γνώστης τῶν ἐπαγγελματικῶν μυστικῶν του. Δευτέρα περίπτωσις: Τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ὁ καθ’ εἷς ἐκ τῶν ἀντιπάλων ἑκάστου πολιτικοῦ θὰ δύναται νὰ λαμβάνῃ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀντιπάλου, διὰ νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς, ἀναλόγως τοῦ τί θὰ ἀναφέρῃ οὗτος εἰς τὴν δήλωσίν του. Ἐάν π.χ., δὲν ἔχῃ περιουσίαν, θὰ δύναται νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν νὰ ψηφίσητε αὐτὸν τὸν ξυπόλητον, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐκλογῆς του ὡς βουλευτὴς θὰ θελήσῃ νὰ πλουτίσῃ κλπ. Ἐὰν πάλιν ἔχῃ περιουσίαν, θὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸν τὸν χορτᾶτον πᾶτε νὰ ψηφίσητε, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάγκην καὶ δὲν γνωρίζει τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ; Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι αἱ δηλώσεις διὰ νὰ προστατευθῇ ὁ πολιτικὸς κόσμος πρέπει νὰ γίνωνται, ἀλλὰ νὰ γίνωνται μόνον διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Νὰ μὴ χρησιμοποιοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀνταγωνιστάς του ἐμπόρους, ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του πολιτικοὺς καὶ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, διὰ νὰ ἀσκήσουν ἀντιπολίτευσιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐάν, λοιπόν, ἀφήσωμεν τὰς δηλώσεις αὐτὰς νὰ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ καθενός, τότε θὰ καταστήσωμεν ἕρμαιον τὸν πολιτικόν, καὶ θὰ τὸν θέσωμεν εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς συκοφάντου καὶ ἀντὶ νὰ προστατεύσωμεν, ὡς λέγομεν, τὴν τιμήν του διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ τὴν ἐκθέσωμεν σοβαρῶς. Ὑποχρεώνομεν εἰς ὑποβολὴν δηλώσεων καὶ τοὺς ἀνωτάτους λειτουργούς, τοὺς ἔχοντας βαθμὸν Αʹ. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς καθιστῶμεν αὐτοὺς ὑπόπτους καὶ τοὺς ὑποβάλλομεν εἰς τὴν κρίσιν τῶν ὑφισταμένων των. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ὁ νόμος 1811 τοῦ 1951, ὁ ὁποῖος ὑποχρεώνει ἅπαντας τοὺς κρατικοὺς λειτουργοὺς εἰς τὴν ὑποβολὴν δηλώσεως περὶ τῆς περιουσίας των, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 ποὺ περιορίζει τὴν ὑποβολὴν νέας δηλώσεως διὰ τοὺς κατέχοντας τὸν βαθμὸν Αʹ, θίγει τούτους καὶ τοὺς ἐκθέτει σοβαρῶς. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον δι’ αὐτούς, ἂς κάμῃ χρῆσιν τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τῆς ἀναλόγου προτάσεως νόμου ποὺ ὑπέβαλε τὸ 1957 ἡ Κοινοβουλευτικὴ ὁμὰς τῆς ΕΠΕΚ καὶ τὴν ἐπανέλαβε τὸ 1960. Διὰ τῆς προτάσεως ἐκείνης προεβλέπαμεν τὴν σύστασιν Δικαστικῶν ἐπιτροπῶν κατὰ Νομούς, εἰς τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ καταφεύγῃ πᾶς πολίτης ἐπιθυμῶν νὰ καταγγείλῃ παραβάσεις κρατικῶν λειτουργῶν. Ἐὰν ἀπαλείψωμεν, λοιπόν, τὴν διάταξιν περὶ τῶν κατεχόντων τὸν Αʹ βαθμὸν καὶ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν εἴχομεν ὑποβάλει ὡς Κοινοβουλευτικὴ ὁμὰς τῆς ΕΠΕΚ, θὰ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς πολίτας νὰ καταγγείλουν τοὺς παρανομήσαντας κρατικοὺς λειτουργοὺς καὶ νὰ ἀσκῆται ἔλεγχός των σοβαρός. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προστατεύομεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ ἐξασφαλίζομεν ἔντιμον κρατικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ πέραν τῶν ὅσων ἀνεφέρθησαν διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ ἄρθρου, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 22 τοῦ Συντάγματος καὶ ἐπέκεινα. Τὸ Σύνταγμα θέτει εἰς τὴν κορυφὴν τῶν κρατικῶν λειτουργῶν τὴν νομοθετικὴν λειτουργίαν. Ἡμεῖς διὰ τοῦ παρόντος νομοθετήματος, φέρομεν εἰς τὴν κορυφὴν τῶν ἐξουσιῶν τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν καὶ διὰ τοῦ παρόντος δίδομεν τὸ δικαίωμα ἐλέγχου εἰς αὐτὴν ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ προσέξωμεν ἰδιαιτέρως. Καθιστῶμεν πανίσχυρον τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν καὶ φοβοῦμαι, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ κίνδυνος νὰ πέσουν ἀκόμη καὶ Κυβερνήσεις, διότι θὰ τὸ θελήσῃ ἕνας Εἰσαγγελεύς. Ἕνας Εἰσαγγελεύς, ποὺ θὰ θελήσῃ νὰ πλήξῃ ἕνα Κόμμα ἢ τὸν Ἀρχηγὸν ἑνὸς Κόμματος, θὰ λάβῃ τὴν δήλωσίν του, θὰ τὴν κοινοποιήσῃ καὶ θὰ κλονίσῃ οὕτω τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ Κόμματος ἢ τοῦ Ἀρχηγοῦ ἑνὸς Κόμματος. Τοιουτοτρόπως θὰ ὑπάρχῃ κίνδυνος νὰ μὴ δύναται ἡ νομοθετικὴ λειτουργία νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά της, ἐνῷ τοὐναντίον δημιουργεῖται μία δυνατότης εἰς τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν νὰ ἐλέγχῃ τὰ πάντα, ἐνῷ ἐκ τοῦ Συντάγματος τὸν ἐπὶ πάντων ἔλεγχον ἀσκεῖ μόνον ἡ νομοθετικὴ λειτουργία. Διαταράσσομεν, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, τὴν τάξιν καὶ δίδομεν ὑπερβολικὰ δικαιώματα εἰς τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν, διότι ἔχομεν τὴν ὑπερβολικὴν εὐθιξίαν νὰ φοβούμεθα μήπως δὲν χαρακτηρισθῶμεν ἔντιμοι. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον τοὺς ἐδόθη ἡ εὐκαιρία, θὰ πρέπει νὰ μὴ προχωρήσουν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ πρέπει δι’ ἄλλων σχεδίων νὰ εὕρωμεν τὸν κατάλληλον τρόπον διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἄμεσος κολασμὸς τῶν παρανομούντων καὶ συγχρόνως νὰ ἐλέγξωμεν αὐστηρῶς τὸ παρελθόν. Εἰς αὐτοὺς τοὺς δύο ἀντικειμενικοὺς σκοπούς, νομίζω, ὅτι δὲν κατατείνει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐπιθυμεῖ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος, ὡς νομοθέτης, ποὺ ἔχω ὡς ὁδηγὸν εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ λειτουργήματος ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ μόνον τὴν συνείδησίν μου καὶ ἀποβλέπω μόνον εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν οὐσιαστικῶν συμφερόντων καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους, νομίζω, ὅτι ὀφείλω, καίτοι ὑπὸ φιλικῆς μου Κυβερνήσεως ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον, τὰς ἀτελείας αὐτάς, ἐγὼ ὁ φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὑποστηρικτὴς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὰς ἐπισημάνω μήπως τυχὸν παρακινούμενοι ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν καλόν, κάμωμεν κακόν. Εἶπον εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ προσέξωμεν νὰ καταστήσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν ἔργον Θεοῦ, ὁπότε τότε θὰ ἀποδώσῃ καλὸν εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν μήπως γίνει ἔργον διαβόλου, ὁπότε θὰ βλάψῃ σοβαρῶς τὴν Πολιτείαν μας καὶ τὸν λαόν μας καὶ θὰ ἐξασθενήσῃ τὴν ἄμυναν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν προβλημάτων τοῦ λαοῦ καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ρουσσόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§137Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποτίθεται, ὅτι συζητεῖται τὸ ἄρθρον 1 τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις συναρτᾶται περίπου μὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἄλλωστε, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τρόπον ποὺ τὸν τιμᾷ, ἔθεσε τὸ θέμα ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἔθεσεν εἰλικρινῶς, ὁποία δηλαδὴ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Διὰ δευτέραν φορὰν ἔθεσε τὸ θέμα ἀπόψε ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ εἶπεν, ὅτι ἐξεφράσθησαν τόσαι ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους συναδέλφων ὅλων τῶν πτερύγων, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ κανεὶς ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Πράγματι αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἡ Βουλὴ εἶναι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅλοι οἱ ὁμιλήσαντες ἐξέφρασαν τὰς ἐπιφυλάξεις των καὶ κατὰ διάφορον ἕκαστος τρόπον ἐπεσήμανε τὰ μειονεκτήματα τοῦ νομοθετήματος ἢ καὶ τὰς ἐπιβαλλομένας διορθώσεις. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐδόθη εἰς κοινὴν γνῶσιν, ἵνα οἱ διάφοροι ὀργανώσεις, αἱ δυνάμεναι νὰ ἔχουν γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ, λάβουν σαφῆ θέσιν καὶ κάμουν τὰς δεούσας εἰσηγήσεις. Εἰς διάρκειαν, ὅμως ἑνὸς μηνὸς — διάστημα τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἵνα ὑποβάλωσι τὰς γνώμας των ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου— δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράσῃ τις σαφῆ γνώμην ἢ καὶ νὰ ἀναλάβῃ οἱαδήποτε εἰσήγησιν. Ἐντὸς 30 ἡμερῶν, ἀσφαλῶς, δὲν ἦτο δυνατὸν οἱοσδήποτε νὰ δώσῃ γνώμην. Δηλαδὴ ἐσπεύσαμεν, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ περιθώριον 6 μηνῶν μελέτης τοῦ θέματος τούτου. Ἐπὶ πλέον ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι κατὰ κἄποιον τρόπον, πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ τὸ τελειώσωμεν αὐτὸ τὸ νομ)διον. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Σώματος: Πρὸς τὶ ἡ σπουδή, πρὸς τὶ αὐτὴ ἡ τάσις, πρὸς τὶ ἡ ὑφαρπαγή; Εἶναι δυνατὸν νὰ λέμε, ὅτι ἐπειγόμεθα καὶ πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν τὸ συντομώτερον; Τί πρόκειται νὰ κερδίσωμεν; Μήπως δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ λυθοῦν ζωτικώτατα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τοὺς ἐργαζομένους; Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ ἄρθρον 1 λέγει, ὅτι πάντες, δηλαδή, Πρωθυπουργός, Ἀρχηγοί, Κοινοβουλευτικοὶ ἐκπρόσωποι, Ὑπουργοί, Ὑφυπουργοί, βουλευταὶ κλπ., πρέπει νὰ ὑποβάλλουν δηλώσεις περὶ τῆς περιουσιακῆς των καταστάσεως. Δηλαδὴ ἐὰν εἷς βουλευτὴς παντρευτῇ, ὑποχρεοῦται, μετὰ τὸν μῆνα τοῦ μέλιτος νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν νέαν τῆς ἐκ τῆς γυναικὸς περιουσίας του. Τὸ μόνον ποὺ δὲν ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον εἶναι, οἱ πολιτικοὶ νὰ περνοῦν κἄθε ἑβδομάδα ἀπὸ τὸ Ἀστυνομικὸν Τμῆμα καὶ νὰ δίδουν παρόν. Τὸ νομοσχέδιον, δι’ ὅλων αὐτῶν καταντᾷ νὰ ὑπονομεύῃ, πέραν τῶν ἄλλων καὶ τὴν ἐπιταγήν, ἥτις ἐδόθη ἀπὸ τὸν λαὸν πρὸς τὴν Ε. Κ. κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 16ης Φεβρουαρίου. Ὁ κόσμος ἔχει ἤδη ἀποκτήσει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐνῷ ἐδηλώθη ἀπὸ τὴν Ε. Κ., ὅτι θὰ τιμωρήσῃ τὰ σκάνδαλα ἢ τὰς παραλείψεις τοῦ παρελθόντος, ἔρχεται καὶ μπλοφάρει διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ δίδει συγχωροχάρτι εἰς τὸ παρελθόν. Ἐρωτᾶται: Ἐν τίνι δικαιώματι διακυβεύομεν τὸ κῦρος τῆς Ε.Κ. καὶ τοῦ Κοινοβουλίου; Διατί θέλετε νὰ εὑρίσκεται ὁ βουλευτὴς συνεχῶς ὑπὸ κρίσιν ἀφοῦ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκρίθη ἀπὸ τὸν λαόν; Πρὸ ἡμερῶν, εἶπον, ὅτι τὸ φαινόμενον αὐτὸ εἶναι φαινόμενον τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίας, εἶναι φαινόμενον παρακμῆς. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὐδεὶς βουλευτὴς ἐγκρίνει τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἐπίσημος θέσις τῆς Ε.Ρ.Ε. λέγει, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν. Σεῖς, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ διαπράξετε ἕνα ἀπαράδεκτον σφάλμα ἐπιμένων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ βουλευταὶ τῆς Ε. Κ. διαφωνοῦν. Ὁ κ. Ζορμπᾶς σᾶς εἶπε προηγουμένως, πολὺ ὀρθῶς, τί πᾶτε νὰ κάμετε, πᾶτε νὰ καταρρίψετε τὸ γόητρον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου; Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. Ζορμπᾶς, νὰ ἀποσύρετε τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶναι ὅμως ἀπίθανον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε ἐνώπιον 10 βουλευτῶν, ὅπως ἐγένετο ἀποδεκτὸν κατ’ ἀρχὴν κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἐλαχιστοτάτων παρόντων βουλευτῶν. Κύριε Ὑπουργέ, διὰ τοῦ μέτρου τούτου καταστρέφεται τὸ Κοινοβούλιον, καταστρέφεται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, καταστρέφεται ἡ πολιτικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Ὁ κ. Ἠλιοῦ ἔχει δίκαιον εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς ἀγορεύσεώς του. Μᾶς ἐτόνισεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ συγκαλύψῃ, δὲν θὰ φέρῃ κανὲν ἀποτέλεσμα, ὡς εἶναι συντεταγμένον. Σᾶς ἐρωτῶ ποῦ ὁδηγεῖτε ὡς πρόβατα ἐπὶ ἠθικῆς σφαγῆς τοὺς βουλευτάς; Κύριε Ὑπουργέ, δὲν εἶναι εἰς τὸν χαρακτῆρα σας αὐτὴ ἡ πρᾶξις. Διατί ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς αὐτό; Νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται σεῖς ἐκπροσωπῶν αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μένετε καὶ νὰ συζητῆτε τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ὑπὸ αὐτὴν τὴν πνιγηρὰν ἀτμόσφαιραν. Εἴπατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἴσως νὰ μὴ εἶναι ἀντικειμενικὴ ἡ σκέψις τῶν συναδέλφων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, κατὰ ἕνα τρόπον, ἤσκησαν κριτικὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἔχετε δίκαιον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνετε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πόρρω ἀπέχει τῶν ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας ἔδωσεν ἡ Ε. Κ. εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὁ κ. Ζορμπᾶς σᾶς εἶπεν ἀποσύρετε τὸ νομοσχέδιον. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγώ. Κύριε Ὑπουργέ, οὐδεὶς βουλευτὴς τὸ θέλει. Κατὰ συνέπειαν διατὶ ἐπιμένετε. Καὶ διατὶ ἀφίνετε τὸ ἐνδεχόμενον αὐτῆς τῆς ἀκατονομάστου πράξεως νὰ ψηφισθῇ ἄνευ βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην τῶν βουλευτῶν; Κύριε Ὑπουργέ, φθάνουν οἱ νόμοι, σᾶς τὸ εἶπον ὅλοι, μὴ προχωρῆτε. Ἀποσύρατέ το καὶ μελετῆστε το μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς. Δὲν εἶναι ἁπλοῦν νομοθέτητα οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανιζώμεθα εἰς τὸν λαὸν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ὅτι ὑποχρεούμεθα νὰ ἐκπληρώνωμεν εἰς τὸ ἀκέραιον τὴν ὑπόσχεσίν μας. Τὸ νομοσχέδιον προσθέτει ἕνα νέον ἀδίκημα, δὲν πρόκειται ὅμως νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς. Βεβαίως ὁ λόγος γίνεται διὰ τὰς πράξεις τῆς προηγουμένης καταστάσεως, διὰ τὰς πράξεις τῆς 8ετίας, ὅμως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι μία ἁπλῆ ἐξαπάτησις. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβεν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀπὸ τὸ 53% τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ πρόγραμμα πρὸς εὐημερίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ βελτιώσῃ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀντὶ τούτου, μετὰ λύπης μου διαπιστώνω, ὅτι ἔχομεν ὀπισθοδρόμησιν, ἀντὶ νὰ προχωρήσωμεν ἐμπρὸς παλινδρομοῦμεν. Ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἕνα νομοσχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἔγκρισις ἀπὸ τὴν Βουλήν. Φρονῶ, ὅτι ἂν ἐγκριθῇ, θὰ ἐγκριθῇ μόνον ἀπὸ εὐθιξίαν τῶν κ.κ. συναδέλφων, ἀλλὰ ἐρωτῶ ἕνα τοιοῦτον νομοσχέδιον ὅταν θὰ γίνῃ νόμος, νόμος ὑποκρισίας, τί θὰ γίνῃ τότε; Ποῖος ὁ λόγος, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν σήμερον ποὺ ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης, ὅλα τὰ κράτη προοδεύουν καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ εὑρίσκεται εἰς καταπεπτωκυῖαν θέσιν, ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἔχει τὴν καλυτέραν ἱστορίαν ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη; Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω αὐτὴν τὴν στιγμὴν πόσοι ἐκ τῶν συναδέλφων εἶναι παρόντες καὶ λέγομεν, ὅτι ἔχομεν ἀπαρτίαν;
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. βουλευταὶ πρέπει νὰ εἶναι παρόντες καὶ μάλιστα ἀπὸ συναίσθησιν τῆς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν προσφέρουν.
§139Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ρουσσόπουλε, ἡ συζήτησις εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Νομοσχεδίου.
§141Α. ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνέμενον τοιαύτην ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ Νομοσχεδίου καὶ εἶναι ἀνίερον ἡ συζήτησις νὰ διεξάγεται μεταξὺ ἐλαχίστων βουλευτῶν. Λυποῦμαι καὶ εἶναι κρῖμα, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοῦ δίδετε αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν. Θέτω θέμα ἀπαρτίας, διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνεται κατὰ σοβαρώτερον τρόπον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποσύρῃ τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως προηγουμένως ἐζήτησα.
§142Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει χρονικὸν ὅριον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τοὺς ἀγορεύοντας;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Σαββόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§144Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνέκαθεν ἤμην ὑπὲρ τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Ἄλλοτε, καὶ εἰς χρόνον ἀνύποπτον, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐγένετο ἡ πρότασίς μου διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς 8ετίας, εἶχον ὑποβάλει πρὸς τὸν τότε ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐπιστολήν μου δημοσιευθεῖσαν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν τοῦ ἐπανέλαβα μετὰ διετίαν περίπου, διότι οὐδὲν ἐγένετο, καὶ ἐζήτουν ἔλεγχον τῶν πράξεών μας. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ συνάδελφος κ. Κουτσοχέρας, ὁ ὁποῖος διὰ πρώτην φορὰν εἰσέρχεται εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δυστυχῶς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ βουλευτὴς εἶναι ἕνα ἰδιόρρυθμον κινούμενον πλάσμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦνται τὰ πάντα καὶ τὸ ὁποῖον πάντοτε, εἴτε ἀπὸ ἀφέλειαν, εἴτε ἀπὸ κακότητα, κατηγοροῦν οἱ πάντες ἐν παντὶ χρόνῳ. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τῆς παλαιᾶς προτάσεώς μου, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐξ ἀφορμῆς μικροῦ ἐπεισοδίου μεταξὺ συναδέλφων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐπεισοδίου μειώσαντος τὸ κῦρος μας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλεγον, ὅτι οἱ βουλευταὶ κατηγοροῦνται ὡς ἀσύδοτοι καὶ ὡς λαμβάνοντες ἀπιθάνως καταπληκτικὰς ἀπολαυάς. Καὶ ἐζήτησα νὰ καθιερωθῇ 1) ἡ ὑποβολὴ ὑποχρεωτικῶς, ὑπὸ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτῶν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀντιγράφου τῆς φορολογικῆς των δηλώσεως καὶ πίνακος τῶν περιουσιακῶν των στοιχείων, ὥστε αὐτὰ νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ἔθνους πρὸς ἔλεγχον. 2) Νὰ δημοσιευθῇ πίναξ, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἐμφαίνωνται αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ βουλευτῶν τῶν ἄλλων κρατῶν, καὶ 3) νὰ ἱδρυθῇ διὰ μυστικῆς γενικῆς ψηφοφορίας μεταξὺ μας, συμβούλιον τιμῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλέγχῃ ὅλας μας τὰς πράξεις, ὥστε παραλλήλως μὲ τὴν καλὴν λειτουργίαν τοῦ ὑπάρχοντος Νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νὰ ἀποδίδῃ δικαιοσύνην καὶ νὰ προστατεύῃ τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἐξ αὐτῶν, κ. Πρόεδρε, οὐδὲν ἐγένετο. Εὑρισκόμεθα νῦν ἐνώπιον ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, διὰ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸν ἔλεγχον, τρόπου ἀστόχου, δεδομένου ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὴν ἀνωτάτην ἡγεσίαν τοῦ Ἔθνους τιθέμεθα ὑπὸ ἔλεγχον τρίτων ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, διὰ νὰ κρίνουν περὶ τῆς τιμῆς. Ἐὰν προεβλέπετο ἀπὸ τὸ παρὸν Νομοσχέδιον, αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταὶ νὰ ἀποτελεσθοῦν ἀποκλειστικῶς ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους δὲν θὰ ἦτο πλῆγμα. Ἀντιθέτως θὰ ἦτο τὸ ὑπόβαθρον, τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τοῦ ὁποίου σημεῖα πτώσεως διεπιστώσαμεν πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν, ἀλλὰ καὶ ποὺ διαπιστώνομεν καθημερινῶς εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς, ὅπου ὁ ἐνωμοτάρχης χαιρετᾶται ἀπὸ τὸν σκοπὸν χωροφύλακα, ἐνῷ ἐκπρόσωποι τοῦ Ἔθνους δὲν τιμῶνται οὐδὲ κἂν διὰ τοῦ χαιρετισμοῦ ὡρισμένων ὀργάνων τῆς τάξεως τῆς Βουλῆς καὶ κλητήρων ἀκόμη, εὐτυχῶς, ὄχι βεβαίως ὑπὸ πάντων. Ἐὰν κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ζητεῖται συσταθοῦν αἱ Ἐπιτροπαί, τότε θὰ συμβῇ ὅ,τι περίπου συμβαίνει καὶ μὲ τὰς ἑκάστοτε αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Δι’ ἐμέ, θητεύοντα ἐπὶ 15 ἔτη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ἐζητήθη εὐτυχῶς ἀκόμη ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου. Πλειστάκις ὅμως, ἤκουσα αἰτήσεις ἄρσεως ἀσυλίας διὰ γελοίας πολλὰς φορὰς αἰτίας. Καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται παλαιοὶ συνάδελφοι ἐν τῇ Βουλῇ τὴν περίπτωσιν ἑνὸς ἀπιθάνου Εἰσαγγελέως, νομίζω τῆς Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης, ζητήσαντος ἄρσιν ἀσυλίας, ἐναντίον ἐκπροσώπου τοῦ Ἔθνους, μὲ τὴν κατηγορίαν τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Καὶ ξέρετε τί ἦτο αὕτη ἡ ἐσχάτη προδοσία; Κατὰ τὴν ἀπογραφὴν τῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως εἶχε λησμονήσει ὁ συνάδελφος τὸ πιστοποιητικὸν κυριότητος τοῦ αὐτοκινήτου. Ὑπάρχουν περιπτώσεις αἰτήσεως πρὸς ἄρσιν ἀσυλίας, δι’ αἰτίας καταφανῶς γελοίας. Πλὴν ὅμως καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Βουλευτοῦ διασύρεται καὶ ὁ Κοινοβουλευτισμός, δι’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν ἄρσιν ἀσυλίας...
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σαββόπουλε, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἔχετε μόνον 10′ λεπτὰ εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§146Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ἡλικίαν καθορίζεται ὁ χρόνον ὁμιλίας τῶν Βουλευτῶν; Διότι ὀλίγον μεγαλύτερός μου ὁ συνάδελφος κ. Ρουσσόπουλος, ὡμίλησε χωρὶς περιορισμὸν χρόνου. Λέγω, λοιπόν, ὅτι μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἐπιβολὴ ἐλέγχου, ἀντὶ καλοῦ θὰ δημιουργήσῃ κακόν. Νομίζω, ὅτι μὲ τὴν εὐρεῖαν λειτουργίαν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν», τὴν ὑποβολὴν τῶν δηλώσεων πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὡς καὶ τὴν δημιουργίαν συμβουλίου τιμῆς ποὺ θὰ ἔκρινε τυχὸν παραπτώματα τῶν βουλευτῶν, θὰ ἐπήρχετο πιθανῶς ἀναγκαῖος καθαρμὸς καὶ θὰ ἐνεφανιζόμεθα εἰς τὰ μάτια τῶν ψηφοφόρων μας ὡς ἀξιοπρεπῆ ἄτομα, χρήσιμα διὰ τὸ Ἔθνος καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ μόνον ὅπως τώρα ὡς ἐκτελεσταὶ ρουσφετιῶν. Βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἐπεκράτει ἡ ἄποψις τοῦ συναδέλφου κ. Κουτσοχέρα περὶ τῆς μεταβατικῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐγένοντο τὰ ὅσα ἐγὼ ἐπρότεινα, τότε νομίζω ὅτι τὸ ἔργον θὰ ἐπετυγχάνετο καὶ δὲν θὰ εἴχομεν νέαν κάμψιν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§148Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνόμιζα ὅτι θὰ συνεζητεῖτο ἀπόψε τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἀλλὰ μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἡ συζήτησις ἔλαβε νέαν τροπήν. Κατ’ αὐτὴν ἔλαβον τὸν λόγον πάλιν βουλευταὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως διεφάνη ὅτι ἐνδεχομένως οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων φοβοῦνται μήπως ἐκτεθοῦν εἰς τὸ Λαόν. Ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διασκεδασθῇ καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ συμβαίνῃ, νομίζω ὅτι οἱ κύριοι ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων θὰ πρέπει νὰ ἀφήσουν τοὺς βουλευτάς των ἐλευθέρους νὰ ψηφίσουν κατὰ συνείδησιν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἰσχύουν αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμεναι διατάξεις. Καὶ ἐρωτῶ: Τί ἔγινεν εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης προστασίαν, ὅταν ἐκπρόσωπος τοῦ κεφαλαίου, κατηγορούμενος, εἶπεν ἐν συνεδριάσει δικαστηρίου, ὅτι ἔχει ὅλους τοὺς βουλευτὰς εἰς τὴν βαλίτσαν του; Τί ἔγινεν ὅταν κατηγόρησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς 2 Ὑπουργοὺς τῆς ΕΡΕ διότι ἐνῷ ἐγγράφως ἠρνήθησαν, ἀπεκαλύφθη ὅτι εἶχον χορηγήσει χρήματα εἰς ἐφημερίδα τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἐνῷ δὲν παρῆλθον ἀκόμη τρεῖς προβλεπόμεναι σύνοδοι; Ὡς γνωστὸν οὐδὲν ἐγένετο. Ἔχω, κ. Πρόεδρε, μίαν τροπολογίαν ἡ ὁποία προεκτείνει τὸν κύκλον τῶν ὑπὸ ἔλεγχον προσώπων καὶ δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἐνῷ ἔχομεν συμπεριλάβει τοὺς ὑπαλλήλους ἐπὶ 1ῳ βαθμῷ καὶ ἀκόμη τοὺς συγγενεῖς τῶν πολιτικῶν νὰ μὴ συμπεριλάβωμεν καὶ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παρὰ μερικαὶ δεκάδες μέσα στὰς χιλιάδας τοῦ νομοσχεδίου; Ἡ τροπολογία μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ παρόντος προστιθεμένη ὡς παραγρ. 2 ἔχει οὕτω: «Πᾶν κόμμα πολιτικὸν καὶ πᾶς πολιτευόμενος ὀφείλει νὰ τηρῇ βιβλία ἐσφραγισμένα ὑπὸ τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ καταχωροῦνται πᾶσαι αἱ εἰσπράξεις καὶ πάντα τὰ ἔξοδα ὡς ἐν τῷ Κ.Φ.Σ. μὲ ἐνημέρωσιν καθ’ ἑκάστην. Ἡ παράλειψις ἐνημερώσεως πλέον τῶν 10 ἡμερῶν ἐπιφέρει ἀκυρότητα πασῶν τῶν ἐγγράφων». Δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται τι περισσότερον, προκειμένου νὰ διαβάζωμεν κάθε ἡμέρα εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι τὰ κόμματα χρηματοδοτοῦνται ἰδιοτελῶς. Ἕνα ἄλλο σημεῖον εἶναι, τὸ τόσον γνωστὸν τῆς ὑπάρξεως διαφόρων δημοσιογραφικῶν συγκροτημάτων τὰ ὁποῖα ἀνεβάζουν καὶ κατεβάζουν Κυβερνήσεις, ἀφαιροῦν καὶ προσθέτουν βουλευτὰς εἰς τοὺς συνδυασμούς, καθὼς καὶ διαφόρων ἄλλων προσώπων ποὺ παίζουν ρόλον εἰς τὸν δημόσιον βίον. Καὶ δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἔχω μίαν προσθήκην, ἔχουσαν οὕτω: «Εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὡς ἄνω σχεδίου νόμου, πλὴν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς νὰ προστεθοῦν: Οἱ ἐκδόται, οἱ δημοσιογράφοι, οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς Ὀργανισμοὺς ἢ Ἱδρύματα μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὸ Δημόσιον Λογιστικόν, οἱ ἐλεγχόμενοι καὶ συγχρόνως ἐλέγχοντες εἰς πάσης φύσεως Ὀργανισμοὺς ἢ Ἱδρύματα καὶ τὰ πρόσωπα τὰ ἔχοντα στενοὺς ἢ φιλικοὺς δεσμοὺς πρὸς τὴν Αὐλήν». Ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἀναμείνω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπιφυλασσόμενος διὰ τὸ θέμα τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν τυχὸν ἐμβασμάτων εἰς Τραπέζας τοῦ ἐξωτερικοῦ κατὰ τὴν ὑπογραφὴν συμβάσεων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ παρόντος.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λύχνος, ἔχει τὸν λόγον.
§150Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει τρεῖς τροπολογίας. Μίαν εἰς τὸν τίτλον τοῦ παρόντος καὶ δύο εἰς τὸ ἄρθρον 1. Καὶ πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸν τίτλον, νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνος ποὺ πρέπει. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ περὶ προστασίας τῆς τιμῆς τοῦ πολιτικοῦ κόσμου δὲν εἶναι ὁ ὀρθὸς τίτλος. Διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τίτλου ἀφήνομεν εἰς τὸν κάθε ἕνα νὰ πιστεύῃ, ὅτι εἶναι λίαν εὐπρόσβλητος ἡ τιμὴ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ χρειάζεται ἕνα ἰδιαίτερον ὄργανον διὰ νὰ τὸν προστατεύῃ. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὁ τίτλος τοὐλάχιστον εἶναι ἀτυχής. Θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι περὶ πόθεν ἔσχες ἢ ἄλλο τί συναφές, πάντως δὲν ἠμπορεῖ διὰ τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ χρειάζεται ἰδιαίτερον ὄργανον. Αἱ δύο τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 εἶναι: Πρῶτον ἡ ἀφορῶσα τὰ κόμματα. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Βουλευτὴς καλεῖται νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν περιουσιακῆς καταστάσεως. Καὶ ἐφ’ ὅσον καλεῖται ὁ Βουλευτής, νομίζω, ὅτι κατὰ μείζονα λόγον θὰ πρέπει νὰ ὑποβάλουν καὶ τὰ κόμματα, τυχὸν δήλωσις, ὅτι δὲν ἔχουν περιουσιακὰ στοιχεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀληθής. Διότι ὡς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε προχθές, καὶ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἶχε καὶ μίαν οἰκίαν καὶ ἄλλα περιουσιακὰ στοιχεῖα. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ὑπάρχει περιουσία εἰς ἀκίνητα, ὑπάρχουν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ κόμματος, τὰ χρήματα μὲ τὰ ὁποῖα γίνονται οἱ ἐκλογικοὶ ἀγῶνες κλπ. Νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον θὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τὰ κόμματα θὰ τὰ βοηθήσωμεν εἰς τὸ νὰ ἀποτελέσουν οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς, καὶ ἑπομένως θὰ ἐκλείψῃ ἡ κατηγορία ὅτι, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν, εἰσπράττουν κατὰ τρόπον παράνομον. Ἡ ἄλλη τροπολογία μου ἀφορᾷ εἰς τὸν δημοσιογραφικὸν κόσμον. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ ταύτης, διότι προέρχομαι ἐξ αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι συγκυβερνῶμεν μὲ τὸν τύπον, καὶ ὅτι εἶναι ἀληθὲς καὶ ἐντὸς τῆς οὐσίας, ὅτι ὁ τύπος ἀποτελεῖ τὴν τετάρτην ἐξουσίαν. Αἱ δημοσιογραφικαὶ ἐπιχειρήσεις εἶναι ἐπιχειρήσεις βιομηχανικαί, ἐμπορικαί, ἰδιωτικοῦ δικαίου καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐλεγχθοῦν ἀπὸ τὸ Ἐμπορικὸν Δίκαιον. Δὲν προτείνω νὰ ὑπαχθοῦν αὐταὶ καθ’ ἑαυταὶ αἱ ἐπιχειρήσεις εἰς ἔλεγχον, ἀλλὰ οἱ διευθύνοντες νὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν αὐτὴν μὲ ἡμᾶς δήλωσιν. Ὑπάρχουν διοικηταί, διευθυνταί, ἀρχισυντάκται καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσουν εἰς τὸ αὐτὸ μὲ ἡμᾶς ἀδίκημα. Κρίνω ὡς ἀπαραίτητον νὰ συμπεριληφθοῦν καὶ αὐτοί. Ὁ κ. Ὑπουργός, εἶπεν ὅτι, ὅσον περισσότερον εὐρύνομεν τὸν κύκλον, τόσον περισσότερον θὰ δυσκολευθῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον. Ἡ λογικὴ αὐτὴ εἶναι προφανής. Ἀλλὰ ὅταν ἐπεκτείνωμεν τὸν ἔλεγχον μέχρι τῶν δικαστῶν, ὅταν σήμερον τὸν ἐπεκτείνωμεν μέχρι τῶν ἀνιόντων καὶ κατιόντων καὶ μακρῶν ἀκόμη συγγενῶν τῶν πολιτικῶν, διατὶ δὲν θὰ τὸν ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τὸν δημοσιογραφικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος συγκυβερνᾷ μὲ ἡμᾶς; Θὰ ἐπεθύμουν, πρὸς ὁλοκλήρωσιν τοῦ θέματος νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ ἐγχειρίδιον τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Σβώλου, εἰς τὸ ὁποῖον γράφει, ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι οἱ ἀναφερόμενοι εἰς τὰς εὐθύνας Ὑπουργῶν, εἰς τὰς συστάσεις τῶν Ἐξεταστικῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν, δὲν γίνονται διὰ νὰ ἐφαρμοσθοῦν, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπομνήσουν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον τὰς εὐθύνας του. Τούτου, λοιπόν, δοθέντος, ἐπιμένω ἔτι πλέον ἐπὶ τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ὁ ἔλεγχος καὶ εἰς τὸν δημοσιογραφικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος, ὡς προανέφερον, συγκυβερνᾷ μαζί μας.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§152Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας συνάδελφος ἐκ Πειραιῶς κ. Μελᾶς, μὲ τὴν ὡραίαν καὶ γλαφυρὰν καὶ ἐντὸς τῆς πραγματικότητος ἀγόρευσίν του ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δέχεται βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἀναπτύξω τὰς ἰδικάς μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἀπόψεις. Ἀποβλέπω μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ὁ τίτλος τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου δὲν εἶναι ἐπιτυχής. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου τιτλοφορεῖται «περὶ τῆς τιμῆς καὶ προστασίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου». Ὅστις ἀναγνώσῃ τὸν τίτλον, νομίζει, ὅτι διώκονται αὐτοὶ ποὺ ὑβρίζουν καὶ συκοφαντοῦν τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας. Περαιτέρω ὅμως κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου βλέπει τὸ ἀντίθετον ἀπ’ αὐτὸ ποὺ ἀναφέρει ὁ τίτλος, ἤτοι, ὅτι ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος ὡς ὕποπτος τίθεται ὑπὸ ἔλεγχον. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τιμὴ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου δὲν ἔχει ἀνάγκην προστασίας διὰ τῆς καταρτίσεως νόμων. Ἡ προστασία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἶναι ἡ ἰδική του ἀρετὴ καὶ ἡ ἠθική του ὑπόστασις. Ὅπως ἐτόνισεν ὁ κ. Κουτσοχέρας ἀφορμὴ τῆς καταθέσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου δὲν ἦτο ἡ προστασία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ἀλλὰ ἡ τιμωρία τῶν ὑπευθύνων, οἱ ὁποῖοι ἐπλούτισαν ἀθεμίτως κατὰ τὸ παρελθόν. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, διαφέρει μὲ αὐτὸ ποὺ ἐδόθη κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν δημοσιότητα. Δυστυχῶς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, δὲν ἔτυχε τῆς ἐπιμελημένης ἐπεξεργασίας ἐκ μέρους τῶν νομομαθῶν ποὺ τὸ κατήρτισαν. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὑπὸ τύπον εὐχῆς νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν ἀφοῦ ἀπὸ ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς ὑπεστηρίχθη ἡ μὴ ἐπιμελημένη ἐπεξεργασία τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου ἐκ μέρους τῶν νομομαθῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ τὸ κατήρτισαν. Ὑποβάλω λέγω, τὴν εὐχὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐφ’ ὅσον τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχὴν ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ τὸ ἀποσύρῃ καὶ νὰ τὸ καταθέσῃ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τὴν ὁποίαν θὰ κάμουν οἱ ἁρμόδιοι τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ οἱ πεπειραμένοι Ποινικολόγοι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲν δεχθῇ τὴν πρότασίν μου ὁ κ. Ὑπουργός, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπεξεργασθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου καὶ νομίζω, ὅτι μὲ τὰς διαφόρους τροπολογίας αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι δύσκολον νὰ ἐνσωματωθοῦν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ποὺ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου θὰ λάβῃ ἄλλην μορφὴν θὰ γίνῃ ἀγνώριστον. Ἐὰν ἡ πρότασίς μου δὲν γίνῃ δεκτή, ἔχω νὰ προτείνω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Ἢ πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν κρατικῶν λειτουργῶν ἐπὶ πρώτῳ βαθμῷ, ἢ ἐὰν δὲν διαγραφῇ κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ διευρυνθῇ καὶ διὰ τοὺς Γενικοὺς Διευθυντὰς οἱ ὁποῖοι διώκησαν μεγάλας δημοσίας ἐπιχειρήσεις. Ἐνθυμεῖσθε τὰς καταχρήσεις τῆς Δ.Ε.Η. Ἐνθυμεῖσθε τὶ ἀπεκαλύφθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ νόμου περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Δ.Ε.Η. Τὸ πόρισμα διὰ τὰς καταχρήσεις τῆς Δ.Ε.Η. δὲν ἔχει ἐκδοθῆ μέχρι σήμερον. Νομίζω, ὅτι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς κρατικοὺς λειτουργοὺς ἐπὶ Αʹ βαθμῷ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τοὺς Γενικοὺς Διευθυντὰς καὶ τοὺς Διευθυντὰς τῶν διαφόρων ἡμικρατικῶν ὀργανισμῶν. Ἀγορεύων τὴν 2αν Ἰουλίου ἐ.ἔ. ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὑπέρβασιν 100 ἑκατομ. δι’ ἔργα εἰς τὸν Ε.Ο.Τ. Καὶ δι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὴν ὑπέρβασιν τῶν 100 ἑκατομ. δὲν προβλέπεται οὐδεὶς ἔλεγχος. Συνεπῶς ἐὰν δὲν ἐπαναληφθῇ ὁ προβλεπόμενος ἔλεγχος διὰ τοὺς ἐπὶ βαθμῷ Αʹ κρατικοὺς λειτουργούς, ἐπιβάλλεται ὅπως τὸν ἔλεγχον τὸν διευρύνωμεν. Βεβαίως ἡ διεύρυνσις εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδυναμώσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι ὅσον διευρύνεται ὁ κύκλος τῶν ἐλεγχομένων ἐπὶ τοσοῦτον ἐξασθενεῖ ὁ σκοπός, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τὰ ψηφίσματα καὶ τὰς συντακτικὰς πράξεις κατὰ τῶν συνεργατῶν τοῦ ἐχθροῦ. Ἐκεῖ καίτοι ἡ ἀντίστασις ἦτο καθολικὴ διετρέξαμεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν πάντας ἐλεγχομένους. Δι’ αὐτὸ θὰ προέτεινα νὰ περιορισθῇ ὁ κύκλος εἰς τοὺς κυρίως ὑπευθύνους καὶ τοὺς στενοὺς συγγενεῖς.
§153Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ λάβω ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἔχει μεσολαβήσει μία μεγάλη παρανόησις ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ὅπως ἐξήγησα, δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθην νὰ λάβω ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως, τὸν λόγον, οὐδεμία διάταξις ἀπὸ τὰς κειμένας παύει ὑφισταμένη, ὅλαι αἱ διατάξεις ὑπάρχουν. Συνεπῶς, καὶ τὰ διάφορα τυχὸν ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ οἱανδήποτε πηγὴν καὶ προβλέπονται καὶ τιμωροῦνται. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον παραπλεύρως μὲ τὴν κειμένην νομοθεσίαν θεσπίζει τὸ ἰδιώνυμον ἀδίκημα τῆς ἀθεμίτου κτήσεως καὶ αὐτοπροσφέρεται τὸ πολιτευόμενον πρόσωπον ὁ βουλευτής, εἰς μίαν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν καταθέτει, διὰ νὰ ζητῇ τὸν ἔλεγχον καὶ νὰ ἀποδεικνύῃ ὅτι δὲν ἐκμεταλλεύεται τὴν ἰδιότητά του.
§154Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ἐκμεταλλεύεται τὴν ἰδιότητά του.
§155Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὶ τὸ ἁπλούστερον τοιούτου καὶ τὶ τὸ τιμιώτερον διὰ τὸν Ἕλληνα βουλευτὴν τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐξυμνοῦν καὶ ἡμεῖς τὸ πιστεύομεν ἀπολύτως λόγῳ τῆς ὡραίας παραδόσεως ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ παρὰ ταῦτα ἀκούω τὰς πλέον παραδόξους ἐπικρίσεις. Ἄλλοι ὁμιλοῦν περὶ ἀντισυνταγματικότητος, ἄλλοι ὁμιλοῦν περὶ τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔρχεται νὰ διαπομπεύσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἄλλοι ἀσχολοῦνται μὲ τὸν τίτλον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ τίτλος παρουσιάζει ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος ἔχει ἀνάγκην προστασίας κλπ., ὡσὰν ἐὰν ἐβάζαμεν κἄποιον ἄλλον τίτλον, ὁ ὁποῖος ἔλεγε περὶ περιουσιακῆς καταστάσεως ἢ περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες, δὲν θὰ ἐδημιουργοῦντο τὰ αὐτὰ ἐρωτήματα. Ἴσα, ἴσα ὁ τίτλος, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ὁ πλέον ἐπιτυχής. Τὶ λέγει ὁ τίτλος, θέλομεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος στέκει πάρα πολὺ ὑψηλὰ διὰ τοῦ διαχωρισμοῦ τῶν ὀλίγων, τῶν ἐλαχίστων, ἐγὼ εὔχομαι νὰ εἶναι ἀνύπαρκτοι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τυχὸν κάμνουν κακὴν χρῆσιν τῆς ἰδιότητός των καὶ ἀθεμίτως πλουτίζουν, ὥστε αὐτοὶ οἱ ὀλίγοι οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν τὴν δυσφορίαν τοῦ εὐρυτέρου κοινοῦ, νὰ μὴ γίνωνται ἀφορμὴ νὰ δυσφημίζεται ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας, καὶ δι’ αὐτὸ λαμβάνομεν τὸ μέτρον αὐτό, καὶ τὶ λέγομεν, καταθέτω μίαν δήλωσιν καὶ λέγω, ποία εἶναι ἡ περιουσιακὴ κατάστασις διὰ νὰ ἠμπορῶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀπαντῶ καὶ νὰ διαχωρίζω τὴν θέσιν μου ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος καταχρᾶται τῆς ἰδιότητός του καὶ πλουτίζει ἀθεμίτως. Εἶναι τόσον ἁπλᾶ αὐτὰ τὰ πράγματα, ὥστε δὲν ξεύρω κατὰ ποίαν λογικὴν ἔχουν τόσον πολὺ δραματοποιηθῆ ἀπόψε, ὥστε νὰ ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ φόβοι, ὥστε νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ λέγωμεν ὅτι πηγαίνομεν νὰ διαπομπεύσωμεν τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ἕνα πρᾶγμα. Ὅτι τὸν ἔλεγχον, ἕνας ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι ἔντιμος, ἕνας ὁ ὁποῖος νομίμως ἔχει τὴν περιουσίαν του, τὸν ἐπιδιώκει. Ποῖος φοβεῖται τὸν ἔλεγχον; Τὸν οἱονδήποτε ἔλεγχον τὸν φοβεῖται ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα δὲν προέρχονται ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ. Αὐτὸς τὸν φοβεῖται. Ἤκουσα, πρὸς Θεοῦ, ἂν θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ δήλωσις τί θὰ γίνῃ ὁ ἐπιχειρηματίας βουλευτής; Μὰ ἡμεῖς εἴπομεν προηγουμένως κἄτι, ὅτι ὁ Ἕλλην βουλευτὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται πολλὲς φορὲς πλούσιος καὶ ὡς τεκμήριον τῆς ἐπιτυχίας του ἔχει ὅταν θὰ λείψῃ ἡ πολιτική του σταδιοδρομία νὰ ἔχῃ ὡς μόνον συνοδόν του τὴν ἔντιμον πενίαν. Τί σχέσιν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ διὰ τὸν πολιτευόμενον αὐτὴ ἡ λέξις «ἐπιχειρηματίας». Ἐγὼ δὲν τὸ ἀντιλαμβάνομαι.
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν;
§157Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μεταξὺ τῶν ἀγορεύσεων ποὺ ἔγιναν προχθὲς ἐλέχθη καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἦτο κἄτι, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ ἠνώχλει. Δὲν ξεύρω, μὲ συγχωρῆτε, διότι ἐγὼ δὲν διαθέτω παρὰ μόνον τὴν κοινὴν σκέψιν, ἀλλὰ κατάγομαι ἀπὸ μίαν περιφέρειαν, ἡ ὁποία ἔχει καὶ μίαν παράδοσιν. Φέρ’ εἰπεῖν ἡμεῖς ποὺ συμπίπτει νὰ εἴμεθα δικηγόροι ὅταν πολιτευώμεθα καὶ ἐκλεγώμεθα βουλευταὶ θεσπίζομεν συνήθως, μᾶλλον εἶναι ὁ κανών, τὸ κώλυμα τοῦ νὰ ἀσκοῦμεν τὸ ἐπάγγελμα, διότι ἔτσι αἰσθανόμεθα καὶ ἐπειδὴ τὸ αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ προσωπικῶς ἔτσι, ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ θεωρηθῶ ἀπὸ πολλοὺς ὅτι ὑπερβάλλω ὅταν λέγω ὅτι μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ὅτι προκειμένου νὰ ληφθῇ ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον πράγματι προστατεύει τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, δημιουργεῖ εἰς πολλοὺς συναδέλφους τόσην στενοχωρίαν. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἀφοῦ ἀρκετὰ ἐμελέτησε, κατέθεσε τὸ νομοσχέδιον, τὸ κατέθεσεν ὡς ἕνα νομοσχέδιον ὑπερκομματικόν, ὡς ἕνα νομοσχέδιον ἐθνικόν, τὸ ὁποῖον πραγματικὸν σκοπὸν ἔχει νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Καὶ διότι αὐταὶ εἶναι αἱ προθέσεις μας ἐδέχθημεν καὶ δεχόμεθα οἱανδήποτε τροποποίησιν, ἡ ὁποία ὑπὸ τὸ γενικὸν αὐτὸ πνεῦμα θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν περαιτέρω βελτίωσιν, ὥστε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πληρέστερον νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπόν του. Ἀπόψε ὅμως ἀκούω νὰ διατυπώνωνται αἱ ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι προσπαθοῦν νὰ ἀπομακρύνουν τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν βάσιν του ἀπὸ τὸν σκοπόν του. Ἀκούω ἀπόψεις ὅτι θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν διὰ νὰ τὸ μελετήσωμεν. Μὰ τόσον καιρὸν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἔχει φέρει εἰς τὴν δημοσιότητα. Δὲν εὑρέθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην μελέτης νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των παρὰ μόνον ἀπόψε εὑρίσκονται νὰ εἴπουν, ὅτι ἔχουν ἀνάγκην μελέτης; Ποίας μελέτης; Ἀκούω περὶ ἀντισυνταγματικότητος. Ποῦ εἶναι ἡ ἀντισυνταγματικότης; Διότι φρονῶ ὅτι μὲ πολλὴν εὐχέρειαν ἀπόψε διατυπώνονται κἄτι πολὺ περίεργοι θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει εὐσταθοῦν. Ἐκτὸς ἂν φοβοῦνται καὶ δὲν θέλουν τὸ νομοσχέδιον, ὅτε νὰ τὸ ποῦν ἀπεριφράστως.
§158Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἱδρύονται 7μελῆ Ἐφετεῖα, εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§159Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, εἶσθε ἔγκριτος νομικὸς καὶ σέβομαι τὰς ἀπόψεις σας, ἀλλὰ δὲν ἱδρύομεν νέα δικαστήρια, πρόκειται περὶ τῶν ὑπαρχόντων δικαστηρίων μὲ μίαν ἐπαύξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, αὐτὸ δὲν λέγεται νέον δικαστήριον. Ἡ διάταξις εἶναι συνταγματικωτάτη. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἀλλὰ ἀπὸ μίαν συνήθειαν ποὺ δὲν ξεύρω πῶς προῆλθε, δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω πρόθεσιν ἄλλην, ὁμιλοῦμεν διαρκῶς περὶ ἀντισυνταγματικότητος. Τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ κατοχυρώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἔχει περιεχόμενον διότι ἠθελήσαμεν νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν ἀξίωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν τῆς Ε.Κ. περὶ ἠθικοῦ καθαρμοῦ. Καὶ τοῦ ἐδώσαμεν περιεχόμενον. Δι’ ὅσας περιπτώσεις ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ὑπάρχει παραγραφὴ προβλέπεται ἡ φορολογικὴ ἐνοχή, ἡ ὁποία ἔχει περιεχόμενον. Καὶ νομίζω ὅτι ἐὰν προσεκτικώτερα οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀνεγίνωσκον τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ διετύπωνον μὲ τόσην εὐχέρειαν ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἐπεσήμανα ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου, λόγῳ τῆς μεγάλης ἀντιθέσεως, τὴν ὁποίαν παρουσίασαν. Διότι, διὰ νὰ ἐπαναλάβω ἕνα ἐκ τῶν πολλῶν χαρακτηριστικῶν ποὺ ἐλέχθησαν διὰ τὸ νομ)διον, ἀλλὰ τὸ πλέον κτυπητὸν καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ νὰ σᾶς δώσω τὴν εἰκόνα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντικειμενικὴ ἐξέτασις, ἐλέχθη ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ νίκην διὰ τὸν τέως Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς κατεδίκασεν. Ἐν συνεχείᾳ, ἄλλη ἄποψις, ὅτι ἀποτελεῖ νίκην διὰ τὸν Κομμουνισμόν, διότι οὗτος ἀποβλέπει μὲ τὴν τάδε θεωρίαν νὰ καταβαραθρώσῃ τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν τὴν ἰδίαν ὥραν τὸ ἴδιον νομοσχέδιον νὰ ἐπιδιώκῃ τὰ δύο αὐτὰ ἀντίθετα πράγματα; Νομίζω ὅτι τὸ παράδειγμα εἶναι κραυγαλέον καὶ παρουσιάζει, ὅτι ἀντὶ ὡς ἔχομεν χρέος ὅλοι τὸ νομοσχέδιον νὰ τὸ ἴδωμεν ὡς Ἕλληνες βουλευταὶ μὲ ἀντικειμενικὴν κρίσιν, τὸ βλέπει ὁ κάθε ἕνας μας μὲ διάφορον κριτήριον, εἴτε κομματικόν, εἴτε ἄλλου εἴδους. Νὰ ξεκαθαρίσωμεν, λοιπόν, τὰς ἀπόψεις μας. Θὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους, διὰ πολλοστὴν φοράν, νὰ εἴπουν ξεκάθαρα, θέλουν νὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη ἡ Ε.Κ. καὶ τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ ἡ κοινὴ γνώμη ναὶ ἢ ὄχι; Ἢ φοβοῦνται τὸν ἔλεγχον; Ἂς ἀναλάβῃ ὁ καθεὶς τὰς εὐθύνας του.
§160Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος φοβεῖται τὸν ἔλεγχον;
§161Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σεῖς διαπιστώνω ἀπόψε, ὅτι διὰ τὴν ὥραν τοὐλάχιστον, δὲν διετυπώσατε ἀντιρρήσεις. Αἱ ἀντιρρήσεις ἀκούονται ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, δεδομένου, ὅτι τὸ θέμα εἶναι, ὅπως ἀκριβῶς ἐν ἀρχῇ καὶ τώρα τὸ ἐπανέλαβον, νομίζω, κ. Πρόεδρε, τηροῦντες τὸν Κανονισμόν, ἀφοῦ ἀκούσωμεν ὅλας τὰς ἀπόψεις κατ’ ἄρθρον, ἐὰν χρειάζεται, νὰ προβῶμεν καὶ εἰς ψηφοφορίαν διὰ νὰ ἀναλάβῃ ὁ καθεὶς τὰς εὐθύνας του. Πάντως ὅμως ἀπὸ πλευρᾶς κυβερνητικῆς εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἐπαγγελίαν μας πρὸς τὸν λαόν.
§162Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθεσεν ὡρισμένα ἐρωτήματα. Μὲ τὴν σειράν μου θὰ θέσω καὶ ἐγὼ τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Κατὰ ποίαν λογικὴν κ. Ὑπουργέ, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ τὸ πρῶτον εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν περὶ τοῦ πῶς, πότε καὶ πόθεν ἐκτήσατο περιουσιακὰ στοιχεῖα, δεδομένου ὅτι οὐδέποτε ἴσως ἤσκησε δημόσιον λειτούργημα; Ἐπίσης κ. Ὑπουργέ, θεσπίζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐστηρόταται ποιναὶ εἰς τοὺς μὴ ὑποβάλλοντας δηλώσεις βουλευτὰς καὶ Ὑπουργούς. Τοιουτοτρόπως ὁ βουλευτὴς ἢ ὁ Ὑπουργὸς διωκόμενος λόγῳ μὴ ὑποβολῆς δηλώσεως καθίσταται ὕποπτος ἀπάτης. Ἐρωτῶ ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι λογικὸν δι’ ἕνα καθηγητὴν ἢ ἀκαδημαϊκὸν ἢ ἄλλον πνευματικὸν ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τοῦ ζητῆται διὰ τοῦ νόμου τοιαύτη δήλωσις; Νομίζετε ἐπίσης λογικὸν κ. Ὑπουργέ, νὰ ὑποβάλλωνται τοιούτου εἴδους δηλώσεις κατ’ ἔτος καὶ κατ’ Ἀπρίλιον μῆνα; Ποῖον σκοπὸν ἐξυπηρετοῦν; Θέλετε νὰ ἐλέγχετε κατ’ ἔτος τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῶν βουλευτῶν, διότι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, ἐπλούτισαν ἀθεμίτως; Παρακαλῶ, ἐὰν θέλετε, νὰ μοῦ δώσητε μίαν ἀπάντησιν εἰς τὰ ἐρωτήματα ποὺ σᾶς ἔθεσα.
§163Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἁπλῆ. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, ἐφ’ ὅσον πολιτεύεσθε ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ὅτι τὸ νὰ πολιτεύεται κανεὶς εἶναι πάρα πολὺ εὐπαθὲς καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τοὐλάχιστον ἐπιδιώκομεν σήμερον νὰ κάμωμεν ἕνα αὐτοέλεγχον, ὥστε τὸ τὶ εἴμεθα νὰ θέλωμεν νὰ τὸ ἐμφανίζωμεν μόνοι μας. Καὶ αὐτὸ εἶναι ὑπὲρ τοῦ κάθε τιμίου ἀνθρώπου καὶ κάθε πολιτευομένου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τίποτε νὰ κρύψῃ ἀπὸ τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα. Ἡμεῖς τὸν προσφέρομεν τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διὰ τῆς ψήφου μας θὰ γίνῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο νόμος, ὁ ὁποῖος προβλέπει αὐτά. Καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὅτι ἀποφασίζει μόνος του τὸν ἔλεγχον. Ποίους ἐνοχλεῖ; Δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον εἶναι μεγάλη τιμὴ νὰ δέχωμαι τὸν ἔλεγχόν μου. Θέλω νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι, ὅταν ἐπέρασα ἀπὸ ὡρισμένον Ὑπουργεῖον, μοῦ ἄρεσε πάντοτε νὰ ἐργάζωμαι μὲ τὴν μέθοδον τῆς δημοσιότητος. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου κἄποτε μὲ ἠρώτησαν οἱ δημοσιογράφοι διὰ κἄποιαν σύμβασιν ἐὰν ἠμποροῦσαν νὰ πάρουν ἀντίγραφον. Καὶ ἔβγαζα σωρείαν ἀντιγράφων, διὰ νὰ παίρνῃ ὁ καθείς. Ποῦ ἔγκειται ὁ φόβος ἢ ἡ προσβολή; Ἀντιθέτως, εἶναι τιμὴ τοῦ νὰ προσφέρῃ κανεὶς ὅλα εἰς τὴν δημοσιότητα. Καὶ νομίζω ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ ἐξυψώσῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν δισταγμούς, φοβοῦμαι, ὅτι ἴσως ἔχουν ἄλλους λόγους.
§164Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, λόγῳ προελεύσεως —προέρχομαι ἀπὸ τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις— πιστεύω, ὅτι δὲν εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ φοβηθοῦν τὸν ἔλεγχον. Λέγω, ὅμως, τοῦτο. Δι’ ἐκείνους τοὺς ἐντίμους Ἕλληνας, τοὺς τὸ πρῶτον εἰσερχομένους ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οἵτινες βάσει τοῦ ψηφισθησομένου νόμου, θὰ ὑποχρεοῦνται νὰ ὑποβάλλωσι δηλώσεις περιουσιακῶν στοιχείων καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνῷ μέχρι τινὸς ἦσαν ἔντιμοι, εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν καθίστανται αὐτομάτως ὕποπτοι καὶ δὲν ὑπολείπεται εἰμὴ ἡ λῆψις δακτυλικῶν ἀποτυπωμάτων. Διερωτῶμαι πῶς θὰ φανῇ τοῦτο εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Σκεφθῆτε σοβαρώτερα τὸ θέμα καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι κατὰ πλάτος καὶ βάθος ἔχω δίκαιον, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§165Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ καθαρὸς οὐρανός, ἀστραπὲς δὲν φοβᾶται.
§166Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐζητήσαμε, κ. Ὑπουργέ, ἢ νὰ ἀπαλειφθῇ, ἢ νὰ διευρυνθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 εἰς τοὺς Διοικητὰς ἡμικρατικῶν ὀργανισμῶν. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἰπῆτε, τί δέχεσθε ἐν προκειμένῳ.
§167Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐξήγησα, κύριε συνάδελφε, ὅτι πᾶσα περαιτέρω διεύρυνσις εἶναι εἰς βάρος τοῦ νομοσχεδίου.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§169Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργός, κατὰ τὴν προηγουμένην παρέμβασίν του εἶπεν, ὅτι τὸ νομοθέτημα εἶναι ἁπλοῦν, σαφὲς καὶ δραστικὸν εἰς τὰς ἐπιδιώξεις του καὶ ἐν συνεχείᾳ διηρωτήθη καὶ ἠρώτησε τὴν Βουλήν, πῶς εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ ἔτσι εἶναι τὸ νομοθέτημα, νὰ προκαλῆται ὅλη αὐτὴ ἡ σύγχυσις καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ἀντίθεσις περὶ τὸ νομοθέτημα. Θὰ ἔλεγα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπειδὴ συμβαίνει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ καὶ προσωπικὴν καὶ πολιτικὴν ἀνιδιοτέλειαν καὶ ἐντιμότητα, ὅταν ἔκαμεν αὐτὴν τὴν δήλωσιν, ἔγινε πιστευτὸς ἀπὸ τὴν Βουλήν. Γεγονός, ὅμως, εἶναι ὅτι προεκλήθη, προκαλεῖται καὶ συνεχίζεται ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἀντιστρέφων τὸ ἐρώτημα λέγω, ὅτι ἐὰν τὸ νομοθέτημα εἶναι ἁπλοῦν καὶ εἶναι σαφές, διὰ ποῖον λόγον ἐδημιουργήθη τότε ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, διὰ ποῖον λόγον ἀκόμη βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως ἐξέφρασαν ριζικὰς ἀντιθέσεις κατὰ τοῦ νομοθετήματος; Θὰ προσέθετον μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἕνα δεύτερον ἐρώτημα. Ἐὰν εἶναι σαφὲς καὶ δραστικὸν εἰς τὰς ἐπιδιώξεις του, πῶς δικαιολογεῖται νὰ συζητῆται μὲ τὴν παρουσίαν τόσον ὀλίγων συναδέλφων εἰς τὴν Βουλήν; Εἶχε δηλώσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρὶν ἢ εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν, θὰ δοθῇ εἰς τὴν δημοσιότητα, διὰ νὰ προκληθῇ συζήτησις, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἡ Κοινὴ Γνώμη καὶ οἱ εἰδικοὶ καὶ οἱ ἁρμόδιοι ἐπὶ ἀναλόγου θέματος. Παρ’ ὅλον ὅτι ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν Τύπον, δὲν ἐγένετο οὐδεμία συζήτησις καὶ ἡ Βουλὴ τὸ παρακολουθεῖ μὲ αὐτὴν τὴν λυμφατικὴν παρουσίαν. Διατί, κύριοι, τί συμβαίνει; Διατὶ τὸ νομοθέτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διατὶ δὲν προεκάλεσε καὶ δὲν προκαλεῖ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τῶν εἰδικῶν; Τί συμβαίνει; Μήπως, λοιπόν, δὲν εἶναι σαφές, δὲν εἶναι δραστικόν, δι’ αὐτὸ δὲν προκαλεῖ τὸ ἐνδιαφέρον οὔτε τῆς Βουλῆς, οὔτε τῆς Κοινῆς Γνώμης; Θὰ ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι βουλευταί, νὰ συγκινῇ καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην τῆς χώρας. Ἔπρεπεν ἡ Κοινὴ Γνώμη νὰ συγκινηθῇ, νὰ συγκλονισθῇ, νὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔδειξε. Θέτω τὰ ἐρωτήματα αὐτά, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθεσεν ὡρισμένα ἐρωτήματα. Τὰς ἀπόψεις τοῦ Κόμματός μας ἐξέθεσαν ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ ὁ κ. Ἠλιόπουλος. Νομίζω, ὅτι ἔχει ἀποδειχθῆ, ὅτι τὸ νομοθέτημα δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς προεκλογικὰς ἐπαγγελίας τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ἔχει ὅμως, τὴν πρόθεσιν νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐλέχθησαν παράδοξα πράγματα. Ἐλέχθη, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι συκοφάντης, εἶναι φιλοκατήγορος.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, κύριε συνάδελφε νὰ ὁμιλήσητε, ὄχι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§171Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, κ. Πρόεδρε, θὰ τελειώσω. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι ἐλέχθη, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀρέσκεται νὰ κατηγορῇ καὶ εἰδικώτερον τοὺς πολιτευομένους. Ἀπεδόθη ἀκόμη ἡ διάθεσίς του αὐτὴ καὶ εἰς κλιματολογικοὺς λόγους, ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ Μεσογειακὸν κλῖμα κλπ. Τοῦτο μοῦ ἐνθυμίζει ἐπιχειρήματα ἄλλων περιπτώσεων, ὅτι δῆθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι λιτοδίαιτος, ἐνῷ τὸ λιτοδίαιτον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς δυνατότητος τοῦ νὰ τρώγῃ καλὰ καὶ ὄχι, ὅτι εἶναι λιτοδίαιτος. Ἐλέχθησαν πολλὰ ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ δικαιολογήσουν τὸ μεταναστευτικὸν ρεῦμα ποὺ παρετηρήθη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἔτσι, λοιπόν, καὶ τώρα, διὰ νὰ κρύψωμεν τὴν πραγματικὴν ἀνάγκην ποὺ ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον καταφεύγομεν εἰς αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι δηλαδή, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φιλοκατήγορος, συκοφάντης κλπ., ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐλάτρευσε καὶ ἔκαμεν ἥρωας τοὺς πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των. Φαίνεται, ὅτι μία ἐπιδίωξις ποὺ τάσσει ἡ Κυβέρνησις, δηλαδὴ ἡ κατὰ τὰς ἀπόψεις του προστασία τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοθετήματος. Ἐάν, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἀρκούντως προστατεύει τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου διὰ τοῦ παρόντος νομοθετήματος, ἂς τὸ δηλώσῃ, ἀλλὰ ἂς μᾶς δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ φέρῃ νομοθέτημα περὶ προστασίας τοῦ δημοσίου πλούτου, διότι διὰ τοῦ παρόντος προστατεύεται ἡ τιμὴ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὄχι ὁ δημόσιος πλοῦτος. Ἐάν, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοθετήματος νομίζει, ὅτι ἀρκούντως προστατεύει τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἂς ψηφισθῇ. Τὸ ἔχει ἤδη εἴπει ἡ παράταξίς μας, ἀλλὰ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πέραν τῶν ἰσχυόντων ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσηγηθῇ τροποποιήσεις τῆς κειμένης νομοθεσίας, προσθήκας ἢ καὶ εἰσαγωγὴν ἀκόμη καὶ νέων μέτρων διὰ τὴν προστασίαν καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ δημοσίου χρήματος. Καὶ ἐκεῖνο τὸ νομοθέτημα, κ. Ὑπουργέ, νὰ λέγεται «πόθεν ἔσχες». Διότι αὐτὸ δὲν εἶναι νομοθέτημα περὶ τοῦ «πόθεν ἔσχες». Αὐτό, τὸ εἴπατε καὶ σεῖς, εἶναι νομοθέτημα περὶ προστασίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Θέλω νὰ προχωρήσω, κ. Ὑπουργέ, καὶ εἰς μίαν δευτέραν παρατήρησιν. Λέγετε, ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῆς κατηγορίας τῶν ὑπολόγων, θὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ τὸν πραγματικὸν ἔλεγχον. Εἶναι γεγονὸς αὐτό. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων εἶναι ἐπαρκές, τότε ἤθελα νὰ προτείνω νὰ ἰσχύσῃ τὸ σύστημα, κ. Ὑπουργέ, τῶν δηλώσεων, καὶ διὰ πολλὰς ἄλλας κατηγορίας προσώπων, χωρὶς ταῦτα νὰ ἐνταχθοῦν εἰς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Ἀλλὰ νὰ εἰσάγητε δι’ ἄλλου νομοθετήματος τὸ σύστημα δηλώσεων, ὄχι μόνον εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ περιουσιακῶν στοιχείων καὶ διὰ τὰς ἄλλας κατηγορίας προσώπων, ὅπως εἶναι οἱ στρατιωτικοί, οἱ ἀστυνομικοί, οἱ τραπεζιτικοί. Διότι ἐδῶ θὰ συμβῇ καὶ κἄτι ἄλλο, κ. Ὑπουργέ. Γίνεται πολὺς θόρυβος περὶ ὡρισμένης κατηγορίας προσώπων, περὶ τῶν πολιτικῶν προσώπων, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς θησαυρίζουν, οἱ ὁποῖοι κυριολεκτικῶς καταληστεύουν τὸν μόχθον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν δημόσιον πλοῦτον — ἐννοῶ τὸν κύκλον τῶν προσώπων τῆς ὀλιγαρχίας, τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπικεφαλῆς ἱδρυμάτων, τραπεζιτικῶν καὶ ἄλλων — ἥσυχα–ἥσυχα θὰ συνεχίζουν τὸ ἀνόσιον ἔργον των καὶ πολὺ ἥσυχα μὲ δήλωσιν τύπου Νιάρχου 11.000 εἰσόδημα θὰ ἐμφανίζωνται, ὅτι εἶναι τακτοποιημένοι. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφεῦρεν διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς δρακόντειον, νὰ τὸ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς ἄλλας κατηγορίας προσώπων. Τέλος, κ. Πρόεδρε, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὅταν συζητοῦμεν θέματα ποὺ ἀφοροῦν τὸν πολιτικὸν κόσμον, ποὺ ἀφοροῦν τοὺς βουλευτάς, δὲν πρέπει νὰ παρατηρῆται αὐτὴ ἡ αἰσθητὴ δειλία. Θέλει ὁ πολιτικὸς κόσμος νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμήν του; Θὰ ἔλεγον, ὅτι ὅταν ὁ οἱοσδήποτε ἔχει ἐναντίον οἱουδήποτε πολιτικοῦ προσώπου ὁ,τιδήποτε νὰ τὸ κατηγορήσῃ, ὑπάρχει ἡ κοινὴ ποινικὴ νομοθεσία καὶ ἡ διαδικασία ἡ Κοινοβουλευτική. Καὶ ὅταν μὲν καταφύγῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, τότε τὸ πολιτικὸν πρόσωπον, ἐὰν θέλῃ πράγματι νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμήν του ἐνώπιον τῶν κοινῶν δικαστηρίων νὰ παραιτῆται τῆς ἀσυλίας, νὰ ἐπιμένῃ καὶ νὰ ζητῇ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς διαδικασίας τὸ ἴδιον τὸ πολιτικὸν πρόσωπον νὰ ζητήσῃ νὰ λειτουργήσῃ ἀπὸ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἡ διαδικασία ἡ κοινοβουλευτική. Αὐτὸ θὰ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πράγματι θὰ ἐπροστάτευεν τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη καινῶν δαιμονίων, τὰ ὁποῖα πᾶνε νὰ συγκαλύψουν καταστάσεις ἀπαραδέκτους.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βερνῖκος, ἔχει τὸν λόγον.
§173Α. ΒΕΡΝΙΚΟΣ. Ὀφείλω νὰ διευκρινίσω, καὶ νὰ τονίσω, πρὸς ἄρσιν οἱασδήποτε ἀμφιβολίας, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον ὄχι διὰ νὰ ἀπασχολήσω καὶ πάλιν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὀφείλομεν, μετὰ τὰ ὅσα ἀνέπτυξεν ὁ ἔγκριτος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν καὶ τὸν ὁποῖον ἐκφράζει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ἄρθρον 1. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Κ., θέσασα, ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐκφράζει πανελλήνιον αἴτημα ἐξυγιάνσεως τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας, ποὺ ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χαλαρότητος τῶν ἠθῶν ποὺ παρετηρήθη κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν, καθ’ ὃν χρόνον δηλαδὴ ἐκυβέρνα τὴν χώραν ἡ Δεξιά. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ψιθύρους, διὰ τῶν ὁποίων κατηγορούμεθα ἡμεῖς οἱ τῆς Ε. Κ., ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ συγκαλύψωμεν εὐθύνας, ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ προστατεύσωμεν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν χαλάρωσιν τῶν ἠθῶν, αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπεδοκιμάσθησαν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις διὰ τῆς ψήφου του ἔταμεν τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν, διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας εἰς τὴν Ε.Κ. Παραλλήλως, πιστεύω, ὅτι διὰ τῆς μὴ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1, θὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν ἀριστεράν, τὴν εὐκαιρίαν τῆς τοποθετήσεως «βουτύρου ἐπὶ τοῦ ἄρτου της», βουτύρου ἐκλεκτοῦ, διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς προπαγάνδας της, διότι θὰ μᾶς ἐμφανίσῃ ὅτι συνοδοιποροῦμεν μὲ τὴν δεξιὰν καὶ ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ συγκαλύψωμεν τὰς εὐθύνας αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐπαναλαμβάνω, προεκάλεσαν τὴν μῆνιν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προστατευθῇ ὄχι ἁπλῶς ἡ τιμὴ τῶν δρώντων πολιτευτῶν, τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ ὅλων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν μέρος, τμῆμα καὶ ἔκφρασιν τοῦ δημοσίου βίου τῆς χώρας. Καὶ πιστεύω ἀντικειμενικῶς, ὅτι οἱ ὀλιγώτερον ὑπεύθυνοι τῆς χαλαρότητος τῶν ἠθῶν ὑπῆρξαν οἱ πολιτικοί. Ἔσφαλεν ὁ ἔγκριτος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, χαρακτηρίσας ἢ σημειώσας δειλίαν. Δὲν ὑπάρχει δειλία. Καὶ κανείς, νομίζω, ἐκ τῶν παρισταμένων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι πρέπει, οἱ πολιτικοί, οἱ βουλευταί, διατελέσαντες καὶ νῦν, νὰ δώσουν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπιτάσσει τὸ ἄρθρον 1. Ἀλλὰ ταὐτοχρόνως, ὀφείλουν, ὅλοι ὅσοι συμμετέχουν καὶ ἐκφράζουν τὴν λειτουργίαν τοῦ «δημοσίου βίου» νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὸ ἄρθρον 1. Διότι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν χαλάρωσιν ποὺ ὡδήγησεν εἰς τὴν μῆνιν. Π.χ. ὅσοι προΐστανται ἢ προεστάθησαν δημοσίων ὀργανισμῶν, οἱ Διευθυνταὶ τῶν διαφόρων πολιτικῶν γραφείων κλπ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνο ποὺ ἐδήλωσα προχθές, ὅτι πρέπει ταὐτοχρόνως νὰ δοθοῦν ἀπὸ τὸν ΟΒΑ, ἀπὸ τὸν ΟΧΟΑ, ἀπὸ τὴν Κτηματικὴν καὶ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν —λέγω μόνον Ἐθνικήν, διότι ἡ Ἐμπορικὴ εἶναι ἰδιωτικὸν ἵδρυμα— οἱ πίνακες ὅλων ὅσων ἐχρηματοδοτήθησαν, ὅλων ὅσων ὑπέγραψαν συμβάσεις μὲ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ ἀκόμη νὰ διερευνήσωμεν ποῖοι ὑπεστήριξαν τὰς συμβάσεις αὐτάς. Καί, αἱ δηλώσεις νὰ ὑποβληθοῦν ἐν συνδυασμῷ καὶ ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν ἀρχικὴν περιουσιακὴν κατάστασιν ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. Εἶμαι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ὑπερθεματίζω ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν νὰ νομισθῇ ἢ ἔστω νὰ διαφανῇ καὶ ἡ σκέψις, ὅτι ἡ Ε.Κ. προσπαθεῖ νὰ συγκαλύψῃ αὐτοὺς ποὺ προεκάλεσαν τὴν κατακραυγήν. Καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἐπειδὴ θὰ ἀνακύψῃ τὸ θέμα καὶ πάλιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω ὅτι θὰ πρέπει ὁ Κανονισμὸς νὰ ἐφαρμόζεται ὄχι μόνον ὡς πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ε.Κ. Ὁρίζει ὁ νέος Κανονισμός, ὅτι τὰ πρακτικὰ θὰ ἀποδίδουν πλήρως τὰς ἀγορεύσεις καὶ ὄχι ἀποσπάσματα τῶν ὁμιλιῶν. Διεπίστωσα ὅτι αὐτὸ δὲν συνέβη κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία ἀποδίδει κακῶς τὰ ὅσα εἶπον καὶ λογοκριμένην τὴν ὁμιλίαν μου. Ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς λογοκρισίας, ἡ μὴ καλὴ ἀπόδοσις τῶν ὅσων λέγονται καὶ θὰ ζητήσω ὅπως μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω σχετικὸν σημείωμα μὲ τὴν ὁμιλίαν μου.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε συνάδελφε, μὲ τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν νὰ τηρηθοῦν ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ὅπως γνωρίζετε καὶ μοῦ ἐδώσατε σχετικὴν ἐξουσιοδότησιν μὲ ὡρισμένους περιορισμοὺς θὰ φροντίσωμεν νὰ ἐπανδρώσωμεν τὴν στενογραφικὴν ὑπηρεσίαν μὲ ἐπαρκῆ ἀριθμὸν στενογράφων, ὥστε, ὅπως καὶ ἐγὼ ἐδήλωσα, νὰ τηροῦνται ἐστενογραφημένα πρακτικά. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ τηρηθοῦν ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§175Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὶς ἐτόνισεν εἰς τὴν ὁμιλίαν του προηγουμένως, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φέρουν ὡρισμένας ἀντιρρήσεις διὰ τὸ τελεσφόρον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, φοβοῦνται τὸν ἔλεγχον. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἔκαμα ὡρισμένας παρατηρήσεις, διαμαρτύρομαι διὰ τὴν φράσιν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν βαρυτάτην, τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι δὲν ἐστάθμισε δεόντως. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ζητοῦμεν τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1960 δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου τελεσφορωτέρου τοῦ παρόντος. Ἀλλά, ἐκάμαμεν τὴν παρατήρησίν μας, ἀφοῦ ἐδηλώσαμεν, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ φέρει ἡ Κυβέρνησις, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι στηρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν, οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Εἴμεθα, ὅμως, ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωμεν ὡρισμένας παρατηρήσεις, διὰ νὰ καταστήσωμεν τελεσφορώτερον τὸ νομοσχέδιον, διότι ὡς εἶναι διατυπωμένον δὲν εἶναι τελεσφόρον. Κύριε Πρόεδρε, αἴτημα τοῦ δημοκρατικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν ἐξουσίαν εἶναι νὰ γίνῃ καθαρμὸς τοῦ παρελθόντος. Κύριε Ὑπουργέ, φέρατε ἕνα νομοσχέδιον, ποὺ θὰ στήνῃ ἀγχόνην δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠνόμησαν καὶ ἔκαμαν καταχρήσεις. Συστήσατε ἕνα ὄργανον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐλέγχῃ τὴν οἰκονομικὴν καὶ ἐν γένει κατάστασιν καὶ συμπεριφορὰν τῶν βουλευτῶν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, διὰ νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἀμέσως. Διότι ἡμεῖς θέλομεν νὰ καταστήσωμεν τὸ νομοσχέδιόν σας βελτιωμένον, νὰ μᾶς κατηγορῆτε, ὅτι φοβούμεθα τὸν ἔλεγχον, αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ βελτιώσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Καὶ εἰς προηγούμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐκάμαμεν ὡρισμένας παρατηρήσεις καὶ ὡρισμένας ὑποδείξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔτυχον τῆς δεούσης προσοχῆς. Χθές, ὅμως, μὲ τὰ πρῶτα ἀποτελέσματα τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν ἀνεμνήσθημεν τῶν ὅσων εἴπομεν τότε καὶ εἴδομεν τὰς συνεπείας των. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ζητοῦμεν ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποκαθάρῃ πράγματι τὸ παρελθόν, διὰ νὰ στηρίζωμεν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ δημοκρατικοῦ λαοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ διαψεύσῃ τὴν δημιουργηθεῖσαν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ ἐντύπωσιν, ὅτι ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις τοῦτο τὸ νομοσχέδιον διὰ τὰ μάτια τοῦ κόσμου, ὅπως εἶπε προηγουμένως ὁ κ. Βερνῖκος, καὶ ὄχι διὰ τὸν πραγματικὸν καθαρμόν. Φέρατε ἕνα νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἀποκαθάρῃ τὸ παρελθὸν καὶ φέρατε μίαν Διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ τίθεται εἰς τὸν καθημερινὸν ἔλεγχον ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἀλλὰ εἰς ἕνα ἀξιοπρεπῆ ἔλεγχον, καὶ ὄχι τὸν ἔλεγχον τὸν ταπεινόν, ὡς προβλέπει τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ θὰ τὸ ψηφίσωμεν. Διὰ τὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἀγωνιζόμεθα καὶ ὄχι διὰ νὰ καλύψωμεν τὸν ἀνύπαρκτον φόβον ἐλέγχου ἡμῶν, ὃν ἤδη ἀπὸ μακροῦ ἐπεζητήσαμεν. Ταῦτα, εἰς ἀπάντησιν τῶν αἰτιάσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§176Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν λύπην μου, διότι ὁ κ. συνάδελφος ἠθέλησε νὰ μοῦ ἀποδώσῃ πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἶπον καὶ οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ πρόσωπόν του. Ὁμιλῶν γενικώτερον, εἶπον ὅτι ὁ ἔλεγχος, πάντοτε εἶναι εὐπρόσδεκτος καὶ ἐπιζητεῖται ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος πιστεύει ὅτι ἐπὶ ὁποιουδήποτε θέματος εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ τάξει. Ἦτο μία γενικὴ διατύπωσις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν συνάδελφον κ. Ζορμπᾶν καὶ δὲν ἀφεώρα κανέναν ἐκ τῶν συναδέλφων τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν πτέρυγα αὐτήν. Πρόκειται περὶ παρανοήσεως...
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§178Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐπεθύμουν νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου καὶ διότι ἐξηντλήθη ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ συντελέσω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἐπιμήκυνσιν τῆς συνεδριάσεως. Ἐλέχθησαν ὅμως ὡρισμέναι ἀπόψεις σήμερον ἀπὸ διαφόρους πλευράς, αἱ ὁποῖαι νομίζω, ὅτι χρειάζονται μίαν διαλεύκανσιν. Ἐλέχθη, π.χ. ὅτι τὸ νομοσχέδιον συντελεῖ εἰς τὴν διαπόμπευσιν τῶν βουλευτῶν. Καὶ ἐλέχθη ἀπὸ συνάδελφον πὼς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν λευκοὶ καὶ προσάπτεται τὸ στίγμα τοῦ ὑπόπτου. Οὐδὲν τοιοῦτον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Οὐδὲν τοιοῦτον ἀναφέρει καὶ οὐδαμῶς ἐπιτυγχάνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβοῦνται οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Τοὐναντίον, ὁ εἰσερχόμενος λευκὸς προστατεύεται νὰ ἐξέλθῃ καὶ λευκός. Δὲν βλέπω κατὰ τὶ ὁ τίμιος βουλευτής, ὁ λευκὸς βουλευτής, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσῃ τὴν περιουσιακήν του κατάστασιν, κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰσόδου του εἰς τὴν Βουλήν, ἐκτίθεται ὡς ὕποπτος. Ὡς ὕποπτος θὰ τεθῇ, ὅταν ἐν τῇ προόδῳ τοῦ Δημοσίου του βίου ἐμφανισθῇ μὲ περιουσιακὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ ὅτι τὰ ἀπέκτησε κατὰ τρόπον νόμιμον. Ἐπομένως ἡ πρώτη αἰτίασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι οὐδαμῶς εὐσταθεῖ. Ἐλέχθη, ὅτι πάσχει ἀπὸ ἀντισυνταγματικότητα τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πάσχει ἀπὸ οἱανδήποτε πλευράν, ἀντισυνταγματικῶς. Ἐλέχθη, ἐπίσης, ὅτι ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἰσότητα τῶν πολιτῶν, διότι μόνον μία μερὶς πολιτῶν θὰ ὑπόκειται εἰς αὐτὸν τὸν ἔλεγχον. Ἔχει λυθῆ τὸ θέμα καὶ ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὅτι ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν, τὴν ὁποίαν προστατεύει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὅλοι ὅσοι ὑπάγονται εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀφορᾷ ἡ οἱαδήποτε διάταξις τοῦ νόμου πρέπει νὰ τυγχάνουν τῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως. Καὶ ἐὰν μὲν τῆς αὐτῆς κατηγορίας πολῖται τυγχάνουν διὰ νόμου διαφορετικῆς μεταχειρίσεως, τότε ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης. Ἐδῶ τί γίνεται; Ὅσοι εἶναι βουλευταί, ὅσοι εἶναι Ὑπουργοί, ὅσοι εἶναι Διευθυνταὶ Ὑπουργείων, ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Οὐδεμία ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχει. Ἐλέχθη σήμερον, ὅτι ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ὅτι παραβιάζεται τὸ ἄρθρον 22 καὶ ἑπόμενα τοῦ Συντάγματος, τὰ καθορίζοντα τὴν σύνθεσιν τῆς Πολιτείας. Καὶ εἶπον οἱ μεμφόμενοι ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τὸ νομοθέτημα, ὅτι ἡ κυρία ἐξουσία εἶναι νομοθετική. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ μέλη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ ὑπόκεινται εἰς τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Ἐὰν τοῦτο εἶναι τὸ νόημά των καὶ ἡ ἔκφρασίς των ἦτο σαφής, ὡς πρὸς αὐτὸ σφάλλουν. Κατὰ τὸ Σύνταγμά μας αἱ ἐξουσίαι εἶναι πάντοτε τρεῖς: Νομοθετική, ἐκτελεστική, δικαστική. Καὶ τὸ Σύνταγμα καθορίζει τὰς ἁρμοδιότητας ἑκάστης ἐξουσίας, ἁρμοδιότης δὲ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας πάντοτε ὑπῆρχε νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ὑπάρχῃ ἀνεξαρτήτως τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, ὅτι πᾶς οἱοσδήποτε παραβῇ τὸν νόμον ἀπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου ὑπόκειται εἰς τὰς κυρώσεις, τὰ ὁποίας καθορίζει ὁ νόμος καὶ μόνον ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος.
§179Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἂν παραβῇ τὸν νόμον.
§180Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Ὑπόκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ οἱοσδήποτε παραβῇ τὸν νόμον δικάζεται ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
§181Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ποῖος εἶπε τὸ ἀντίθετον.
§182Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Εἶπον τὸ ἀντίθετον ἀγαπητοὶ συνάδελφοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν, ὅτι τὸ νομοθέτημα ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 22 καὶ ἐπέκεινα τοῦ Συντάγματος. Τί κάνει τὸ νομοθέτημα; Καθιερώνει ἓν ἰδιώνυμον ἀδίκημα. Δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τὸ πρᾶγμα. Πλέον ἢ ἅπαξ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καθιέρωσε νομοθετικῶς, ὅτι ὡρισμέναι πράξεις θεωροῦνται ἰδιώνυμα καὶ τιμωροῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα καὶ δικάζονται ἀπὸ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Αὐτὸ γίνεται καὶ τώρα. Καθιερώνει τὸ νομοθέτημα ἰδιώνυμον ἀδίκημα τὴν παράνομον, τὴν ὕποπτον, ἂν θέλετε, ἀπόκτησιν περιουσιακῶν στοιχείων ἀπὸ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διαλαμβάνει ὁ νόμος. Καὶ λέγω τὸ ἰδιώνυμον αὐτὸ ἀδίκημα ἐκδικάζεται ἀπὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος. Ποῦ εἶναι ἡ ἀντισυνταγματικότης; Οὐδαμοῦ. Ἂν παραβοῦν τὸν νόμον θὰ δικασθοῦν, ἂν δὲν τὸν παραβοῦν δὲν θὰ δικασθοῦν. Συνεπῶς καὶ ἡ αἰτίασις περὶ ἀντισυνταγματικότητος οὐδαμοῦ εὐσταθεῖ. Ἐξεφράσθη ἡ ἄποψις, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα τὸ νομοθέτημα μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγγειλεν ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησίς του νομοθέτημα περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες, ἀνεξαρτήτως τοῦ περιεχομένου του καὶ ὅτι αὐτὸ προτοῦ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν θὰ τὸ ἐδημοσίευε, διὰ νὰ ἐκφράσουν οἱ βουλόμενοι τὰς γνώμας των. Γνῶμαι δὲν ἐξεδηλώθησαν, ἄρα ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἀντίθετος. Ράβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει. Οἱ βουλόμενοι εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπουν τὰς παρατηρήσεις των. Δὲν εἶχον ὑποχρέωσιν. Δὲν ὡμίλησαν. Ἄρα συμφωνοῦν μὲ τὴν ἀρχήν. Ἡ σιωπὴ εἰς τὰ νομικὰ καὶ περὶ νομικοῦ θέματος πρόκειται ἰσοῦται μὲ συγκατάθεσιν. Ἐπὶ πλέον, κύριοι συνάδελφοι, ἡ γνώμη οἱουδήποτε, εἴτε ἀτόμου, εἴτε ὀργάνου, τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελε νὰ ἐπιφέρῃ γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἦτο μία πολύτιμος γνώμη, μία γνώμη, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της ἐν τῇ μελέτῃ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Τὸ νομοθέτημα εἰσάγεται ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἀπευθυνομένη καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς φίλους της βουλευτὰς διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ της, ἔθεσεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ ἀναμένει τὴν ψήφισίν του. Τὸ θέμα εἶναι, ὅτι οὔτε ἀντισυνταγματικότης ὑπάρχει, οὔτε προσβολὴ κατὰ τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βανταλῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§184Ε. ΒΑΝΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἀπὸ τοὺς νέους βουλευτὰς καὶ ἀπὸ συστολὴν δὲν εἶχον πρόθεσιν νὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ἄφηνα τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τοὺς παλαιοτέρους συναδέλφους, ἐγὼ δὲ ἀκολουθῶν τὰς ἐπιταγὰς τοῦ κόμματός μου θὰ ἐψήφιζα, θὰ ἐψήφιζα κατὰ τὰς ὑποδείξεις του. Ἀπόψε ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶπεν, ὅτι τὸν ἔλεγχον τὸν φοβοῦνται μόνον ὅσοι αἰσθάνονται εὐθύνην. Αὐτὸ εἶναι μία πλάνη. Τὸν ἔλεγχον ὄχι τὸν φοβοῦνται, τὸν ἀρνοῦνται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν αἰσθάνονται εὐθύνην. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται, ὅτι εἶναι ἐν τάξει μὲ τὰ ἔργα των ἀρνοῦνται οἱονδήποτε ἔλεγχον, ὅπως εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμῃ κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ὑπερηφάνειαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὄχι μόνον ταπεινώνονται οἱ βουλευταί, οἱ Ὑπουργοί, οἱ Πρωθυπουργοί, ἀλλὰ τάσσονται εἰς ἥσσονα μοῖραν τῶν ζωοκλεπτῶν, τῶν ἐμπόρων ναρκωτικῶν καὶ τῶν λαθρεμπόρων, διότι καὶ αὐτοὶ ὑπάγονται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιτήρησιν, ἀλλὰ μόνον μετὰ δικαστικὴν ἀπόφασιν καὶ ἐφ’ ὅσον χρόνον ἰσχύει ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τίθενται ὅλοι ὑπὸ δικαστικὴν ἐπιτήρησιν ἐφ’ ὅρου ζωῆς καὶ τρία χρόνια μετὰ θάνατον. Ἐκ ποίου λόγου θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ βουλευτὴς νὰ παρουσιάζεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα κάθε χρόνον ἢ 60 ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῶν καθηκόντων του νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν ἀναιτίως; Ποῖος λόγος νὰ τὸν φέρῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Εἰσαγγελέα; Μὲ τὸν Εἰσαγγελέα ἔχουν ἐπαφὴν οἱ πταῖσται. Μᾶς στέλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐὰν ξεχάσωμεν καὶ δὲν περάσωμεν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα εἴμεθα ὑπόδικοι καὶ τιμωρούμεθα μὲ βαρυτάτας ποινάς. Ἡ ἰδέα τοῦ νόμου περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες πηγάζει ἀπὸ ἄλλην αἰτίαν, ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τοῦ καθαρμοῦ μιᾶς θολῆς ἀτμοσφαίρας. Δὲν εἶμαι νομικός, ἀλλ’ ἔχω, δυστυχῶς, ἀρκετὴν ἡλικίαν, ἡ ὁποία μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἔχω μίαν πεῖραν τῆς ζωῆς. Τὸ νομοσχέδιον δὲν καλύπτει τὴν ἐπιταγὴν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν πρόθεσιν τοῦ κολασμοῦ τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν ὑπευθύνων. Τὸ νομοσχέδιον βάλλει εἰς τὸ κενὸν ἐναντίον ἀθώων ἀνθρώπων. Τὸ νομοσχέδιον θέτει τοὺς τελοῦντας τὴν ὑπερτάτην ἐξουσίαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ εἰς ἥσσονα μοῖραν τῶν κακοποιῶν, χωρὶς νὰ κολάζῃ τοὺς ἀτακτήσαντας κατὰ τὸ παρελθόν. Αὐτὰς τὰς λέξεις εἶχον νὰ εἴπω ἐξ ἀφορμῆς τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τί φοβοῦνται οἱ ἀθῶοι νὰ κάμουν δήλωσιν; Οἱ ἀθῶοι δὲν δέχονται ἔλεγχον.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ρητόρων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1;
§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1, ἐγένετο δεκτόν.
§188Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤλθομεν ἐδῶ εἰς τὰς 6 ἡ ὥρα τὸ ἀπόγευμα. Τώρα εἶναι 12η νυκτερινή. Σεῖς ἐπήγατε νὰ ἀναπαυθῆτε, κύριε Πρόεδρε, καὶ καλῶς ἐκάματε.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρηκολούθουν τὴν ἐξέλιξιν τῆς συζητήσεως ἀπὸ τὸ μικρόφωνον.
§190Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ ἀνοχὴ ἔχει τὰ ὅριά της.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι ἐγγεγραμμένοι 4 καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ ὁμιλήσουν ὅλοι.
§192Α. ΒΕΡΝΙΚΟΣ. Πάντως ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐψήφισα τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει. Θέλω νὰ συμπληρωθῇ.
§193Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ ἴδιον.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἀπόψεις σας εἶναι γνωσταὶ καὶ ἀνεγράφησαν εἰς τὰ πρακτικά.
§195Α. ΒΕΡΝΙΚΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτό, λόγῳ τῆς σοβαρότητός του εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζεται μὲ 30 βουλευτάς. Ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ διευκρινίσω, ὅτι ἡ ἐμμονὴ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἡ παρατήρησίς μου περὶ ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ὅτι νομιμοποιεῖται καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπειθαρχία ἔναντι τοῦ κόμματός μου, διότι εἶναι γνωστοὶ οἱ ἀπὸ 30 ἐτῶν καὶ πλέον ἀγῶνες μου εἰς τὴν παράταξιν τοῦ Κέντρου καὶ ἡ ἀμετακίνητος τοποθέτησίς μου εἰς τὴν κυβερνητικὴν παράταξιν. Ἡ θέσις μου αὕτη καὶ ἡ σοβαρότης τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλει τὴν δήλωσιν, διότι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δέχομαι νὰ θεωρηθῶ ὡς ἀνεχθείς, ἐφ’ ὅσον παρίσταμαι, παραλείψεις, ὡς εἶναι δυνατὸν νὰ παρερμηνευθοῦν, ὡς σκοποῦσαι εἰς τὴν συγκάλυψιν τῶν ὑπευθύνων.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτόν. Αἱ γνῶμαι σας εἶναι καταχωρημέναι εἰς τὰ πρακτικά. Εἶσθε, συνεπῶς, ἐν τάξει μὲ τὴν συνείδησίν σας. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὁ κ. Ζορμπᾶς.
§197Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐπιμένετε, κ. Πρόεδρε, νὰ συνεχίσετε μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ βουλευτὴς τῆς Συμπολιτεύσεως περὶ 30 βουλευτῶν;
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέρχονται καὶ ἄλλοι βουλευταί, κ.κ. συνάδελφοι.
§199Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἤλθατε τώρα, κ. Πρόεδρε, καὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ ὑπῆρχεν ἀπὸ 4ώρου, κἄπως βελτιωμένη βέβαια. Πρὸ 4ώρου ἦσαν 40 βουλευταί, ἐνῷ τώρα εἶναι 27. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ ἐγὼ ἐρωτῶ: Ἔχετε διάθεσιν νὰ προχωρήσητε καὶ πέραν τοῦ ἄρθρου 2;
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 εἶναι ἐγγεγραμμένοι 4 βουλευταί.
§201Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ ἄρθρον 2 δὲν ἔχει μόνον 4 ἐγγεγραμμένους, ἔχει συζήτησιν μακράν, νομίζω δὲ ὅτι καὶ διὰ πολλοὺς λόγους πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις. Διότι ἡ ἐξέλιξις τῆς συζητήσεως ἔχει δημιουργήσει μίαν σειρὰν θεμάτων κοινῶν καὶ πολιτικῶν. Νομίζω, ὅτι συμφέρον γενικὸν εἶναι νὰ διακόψετε τὴν συνεδρίασιν.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 2 καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ 3ον.
§203Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει μεγάλην συζήτησιν τὸ ἄρθρον 2. Ἐγὼ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1ου, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ 2ου πρόκειται νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς πολλὰς συμπληρώσεις. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ καθήσουν εἰς τὰς θέσεις των. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§205Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ ἄρθρον 2, κ. Πρόεδρε, ὑποχρεώνει τοὺς ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1946 καὶ ἐφεξῆς διατελέσαντας Πρωθυπουργούς, Ἀρχηγοὺς καὶ Κοινοβουλευτικοὺς ἐκπροσώπους πολιτικῶν κομμάτων, Ὑπουργοὺς καὶ Ὑφυπουργοὺς νὰ ὑποβάλουν δήλωσιν κλπ. Νομίζω, δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ τελευταία 8ετία. Φρονῶ, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὶν ἀπὸ 15 ἔτη εὑρέθησαν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ σήμερον ζοῦν ἐν γαλήνῃ, δὲν πρέπει νὰ τοὺς ταράσσωμεν. Προτείνω, ὅτι οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 ὑποχρεούμενοι πρὸς δήλωσιν νὰ εἶναι μόνον οἱ ἀπὸ τὸ 1955 καὶ ἐφεξῆς διατελέσαντες Πρωθυπουργοί, Ὑπουργοὶ κλπ. Οἱ ἄλλοι οἱ πρὶν ἀπὸ τὸ 1955 ἁπλῶς θὰ ὑποβληθοῦν εἰς ταλαιπωρίαν. Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ ἐλέγχωνται καὶ οἱ Νομάρχαι; Νομίζω, ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποχρεωθοῦν εἰς παρομοίαν δήλωσιν.
§206Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μοῦ ἀπηντήσατε ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου. Θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις καὶ μετὰ τὸ ἄρθρον 2;
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§208Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἴμαστε σοβαροί, μὲ ἀναγκάζετε νὰ ὑποβάλω ἔνστασιν ἀπαρτίας. Εἰς τὴν παρ. 2 λέγει τὸ ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκει). Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὅταν τίθεται ὑποχρέωσις ὅπως ἐντὸς ἑνὸς ἔτους γίνεται ἡ δήλωσις, πρέπει καὶ διὰ τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν νὰ τεθῇ ἡ ἰδία ὑποχρέωσις. Ὑπάρχει συνεπῶς κενὸν ἐδῶ, καταθέτω δὲ καὶ σχετικὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Ὁμοίως εἰς τὴν παρ. 1 ἐδαφ. 3 τοῦ ἰδίου ἄρθρου τίθεται ἀποκλειστικὴ προθεσμία ἑνὸς ἔτους διὰ τὰ ἐν αὐτῇ πρόσωπα. Δέον νὰ τεθῇ τοιοῦτος περιορισμὸς καὶ διὰ τὴν αὐτεπάγγελτον δίωξιν τῶν ἰδίων προσώπων τοῦ ἄρθρου 2 παρ. 2 ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, διότι τοιοῦτος χρονικὸς περιορισμὸς δὲν προκύπτει ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ διατάξει. Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, νομοθετοῦμεν πρὸ κενῶν ἑδωλίων, τὴν 12ην νυκτερινὴν ὥραν, θὰ συμβῇ αὐτὸ ποὺ συμβαίνει, νὰ μὴ εἶναι νὰ μᾶς προσέχῃ οὔτε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Κύριε Ὑπουργέ, κατέθεσα μίαν τροπολογίαν καὶ ἐπιθυμῶ ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἀπάντησίν σας.
§209Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ τέλος, κ. συνάδελφε.
§210Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ τέλος δὲν θὰ ὑπάρχουν παρὰ ἑδώλια κενά.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§212Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω καταθέσει μίαν τροπολογίαν μακρὰν καὶ ἐπειδὴ ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχει ὁ φόβος νὰ ἐκφύγουν τῶν χειρῶν τῆς δικαιοσύνης οἱ ὑπεύθυνοι, μὲ συνέχει καὶ ἐμὲ αὐτὴ ἡ φοβία. Προτείνω, λοιπόν, ὅπως τὰ πλημμελήματα μετατραποῦν εἰς κακουργήματα καὶ ἡ προβλεπομένη ποινὴ τοῦ ἑνὸς ἔτους νὰ μετατραπῇ εἰς τριῶν ἐτῶν. Ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, φοβοῦμαι μὴ διαφύγουν οἱ ὑπεύθυνοι, παρακαλῶ ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ ἐν λόγῳ τροπολογία μου, τὴν ὁποίαν καταθέτω ὅπως περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γραφάκος, ἔχει τὸν λόγον.
§214Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἀναφέρεται: «καὶ κοινοβουλευτικοὶ ἐκπρόσωποι, κοινοβουλευτικῶν κομμάτων Ὑπουργοὶ καὶ Ὑφυπουργοί». Δηλαδὴ ἐννοεῖτε τοὺς Ὑφυπουργοὺς καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς καὶ ὄχι καὶ τοὺς ὑπηρεσιακούς;
§215Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Οἱονδήποτε.
§216Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅλους.
§217Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Ὅσοι διετέλεσαν ὑπηρεσιακοὶ Ὑπουργοὶ ἢ Ὑφυπουργοὶ ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν δήλωσιν, ναὶ ἢ ὄχι;
§218Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Περιλαμβάνονται ὅλοι καὶ οἱ ὑπηρεσιακοί.
§219Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Τινές Ὑπουργοὶ ὑπηρεσιακοὶ μὲ παρεκάλεσαν νὰ θέσω τὸ ἐρώτημα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ νὰ δοθῇ διευκρίνισις. Δεύτερον, ἀναγράφεται ὅτι: «Πάντες οἱ ἀπὸ 1ης Ἀπριλίου 1946 καὶ ἐφεξῆς διατελέσαντες Πρωθυπουργοί .... (ἀναγινώσκει)...». Ὑποχρεοῦνται αἱ χῆραι τῶν θανόντων Ὑπουργῶν ἢ Πρωθυπουργῶν νὰ ὑποβάλουν δήλωσιν περιουσιακῆς καταστάσεως;
§220Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι. Εἶναι σαφές. Δὲν ὑποχρεοῦνται.
§221Γ. ΓΡΑΦΑΚΟΣ. Εὐχαριστῶ. Δὲν θέλω τίποτε ἄλλο.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.
§223Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι αἱ ὑποβαλλόμεναι τροπολογίαι δὲν εἶναι θέμα οἰκογενειακὸν οὕτως εἰπεῖν μεταξὺ τοῦ προτείνοντος βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, θὰ ἦτο ἴσως οὐχὶ ὑπερβολικὸν τὸ αἴτημά του, νὰ ἀκούσωμεν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Βρανόπουλος, εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§224Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ ἀπαντήσω.
§225Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Ἀφοῦ δὲν ἠκούσαμεν περὶ τίνος πρόκειται.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τσάτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§227Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν θὰ δεχθῇ τροπολογίας ἐπὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου. Διότι θὰ ὁμιλήσω, ἐὰν μᾶς εἴπῃ ὅτι θὰ δεχθῇ τροπολογίας.
§228Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι. Δὲν θὰ δεχθῶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἔχει τὸν λόγον.
§230Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§232Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ περιπέτεια εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ νομοσχέδιον καὶ μετὰ ταύτης καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε τοιαύτην ἐξέλιξιν, ὥστε σκέπτεται κανεὶς ἂν πρέπει νὰ συμμετέχῃ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ἐνῷ, δηλαδή, φθάσαμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1, ἐπανήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ὅλοι καταφέρθησαν ἐναντίον του σχεδὸν καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ διερωτώμεθα, ἂν ἐντὸς τῆς ἀτμοσφαίρας αὐτῆς ποὺ ἐδημιουργήθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ φθάσῃ εἰς σημεῖον βελτιώσεώς του. Παρὰ τὴν δήλωσιν ὅμως, τὴν κατηγορηματικὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐγὼ θὰ προχωρήσω εἰς μίαν σκέψιν, ἡ ὁποία ἔχει διατυπωθῆ καὶ εἰς τροπολογίαν ἡ ὁποία καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀποβλέπει εἰς κολασμὸν πράξεων τῶν ὑπευθύνων, ἀλλὰ εἰς συγκάλυψιν τούτων. Κατὰ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία δὲν ἀνεφέρθη εἰς τὸ ἄρθρον 1, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν δηλώσεων πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ συγγενικῶν προσώπων ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ ἀναγράφονται εἰς τὸ ἄρθρον 3. Ὑπάρχει μία ὀκάζιο αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ποὺ ἀναφέρεται εἰς πρόσωπα ἀναμιχθέντα σκανδαλωδῶς κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν. Ἀνεφέρθη ἀπὸ τὸν κ. Βασιλᾶτον ὅτι ὁ κ. Ἀλέξανδρος Καραμανλῆς, ἀδελφὸς τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ Κ. Καραμανλῆ, φέρεται ὡς ἰδιοκτήτης 8 πλοίων παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκονομικὴ πενιχρὰ κατάστασίς του, κατὰ τὸ πρὸ τῆς ἀναλήψεως τῆς ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ του χρονικὸν διάστημα, πέραν τῶν χωμάτων Κεφαλληνίας κλπ. Κατὰ τὴν ἐνώπιον ἡμῶν συζήτησιν ἐπὶ σχετικῆς ἐπερωτήσεώς μας, ἀνέφερα πρόσωπα ὅπως ἡ κ. Ἀλίκη Καραμανλῆ, σύζυγος κ. Ἀλεξάνδρου Καραμανλῆ, ἀδελφοῦ τοῦ τέως Πρωθυπουργοῦ κλπ. Ἐρωτῶ. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἤδη γνωρίζει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον; Δὲν ὑποχρεοῦνται οὔτε εἰς ὑποβολὴν δηλώσεως; Περιμένω μίαν ἀπάντησιν διὰ νὰ ἀντιληφθῶ πῶς ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν.
§233Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου θὰ προτείνω εἰδικὴν προσθήκην καλύπτουσαν τὸ θέμα.
§234Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν κ. Ὑπουργέ, ἡ προσθήκη εἶναι σχετικὴ μὲ τὴν τροπολογίαν, τότε τὸ θέμα καλύπτεται. Διότι ὡς ἔχουν τὰ πράγματα δὲν ἐπιτρέπεται οὐδὲ μήνυσις κατὰ τῶν προσώπων αὐτῶν.
§235Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 5 θὰ προτείνω εἰδικὴν προσθήκην.
§236Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 2. Ἐὰν πράγματι θελήσωμεν νὰ ἔχωμεν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἐφατρίασαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν 10ετίαν πρέπει νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς ἡ τροπολογία «... (ἀναγινώσκει)...». Παρακαλῶ ὅπως καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, διότι ἂν γίνῃ ἔλεγχος καὶ εἰς τὰ συγγενικὰ πρόσωπα δὲν προβλέπεται ὅτι πρέπει νὰ ὑποβάλλουν δήλωσιν εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑπάρξῃ στοιχειωδῶς ἡ εὐθύνη διὰ τὸν κύκλον τῶν συγγενικῶν προσώπων τῶν ὑποχρεωμένων εἰς τοιαύτην δήλωσιν. 1. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὡς ἄνω σχεδίου νόμου προστίθεται παράγραφος 2 (μετὰ τὴν παρ. 1), ἔχουσα οὕτω: «2. Ὁμοίαν δήλωσιν ὑποχρεοῦνται ὅπως ὑποβάλωσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας τὰ ἐνήλικα τέκνα, οἱ ἀνιόντες καὶ οἱ ἀδελφοὶ τῶν ἐν παρ. 1 προσώπων, ὡς καὶ οἱ σύζυγοι τούτων καὶ οἱ ἀνιόντες πρώτου βαθμοῦ τῶν συζύγων των. Ὑποχρεοῦνται ἐπίσης οὗτοι εἰς ἐπανάληψιν τῆς δηλώσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 4, ἐφ’ ὅσον χρόνον τὰ συγγενικὰ αὐτῶν πρόσωπα ἐξακολουθοῦσι νὰ κατέχωσι ἰδιότητά τινα ἐκ τῶν ἐν παρ. 1 τοῦ παρόντος ἀναφερομένων καὶ ἐπὶ τρία ἔτη μετὰ τὴν ἀπώλειαν αὐτῆς. Ὁμοίαν δήλωσιν ὑποχρεοῦνται νὰ ὑποβάλωσι τὰ λοιπὰ ἐν παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 3 πρόσωπα, ἐφ’ ὅσον κινηθῆ κατ’ αὐτῶν ἡ διαδικασία ἐλέγχου κατὰ τὸ ἄρθρ. 7 καὶ ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κλήσεως πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ὑποχρεουμένου ὅπως ζητήσῃ τὴν ὑποβολὴν τοιαύτης δηλώσεως μετὰ τὴν ὑποβολὴν μηνύσεως ἢ τὴν ἔναρξιν αὐτεπαγγέλτως ἐλέγχου κατὰ τὸ ἄρθρ. 7 τοῦ παρόντος.
§237Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐπανελήφθη καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, τὸν κ. Ἡλιόπουλον, διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν σήμερον, ὅτι τάχα ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλει, ἀποσκοπεῖ κεκαλυμμένως ἢ ἔστω ἀπροκαλύπτως νὰ συγχωρήσῃ ἢ νὰ δώσῃ συγγνώμην εἰς τὴν 8ετίαν, ἂν καὶ ἐφόσον ὑπάρχουν παραβάσεις τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ παραμείνῃ εἴτε ἡ Βουλή, εἴτε ἡ κοινὴ γνώμη ὑπὸ τὸ βάρος τοιαύτης ὑποψίας. Καὶ δίδω τὴν διασάφησιν ὅτι καὶ πρὸ ὀλίγου ὅταν ὡμίλησα δὲν ἔθιξα τὸ θέμα, διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ συζήτησις σήμερον. Θὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 καὶ θὰ πεισθοῦν ὅλοι ὅτι οὐδεμία συμπαιγνία γίνεται ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Γίνεται μὲ τὸν αὐστηρότερον δυνατὸν τρόπον ἡ κύρωσις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐφ’ ὅσον ἰσχύει οὐδὲν νομοθέτημα τῆς παρούσης Βουλῆς δύναται νὰ καταργήσῃ. Θὰ ἀποδειχθῇ δὲ τότε ὅτι ἡ μὲν ἔρευνα θὰ εἶναι γενική, ἡ δὲ κύρωσις θὰ εἶναι ἐμπεριστατωμένη καὶ πλήρης. Αὐτὰ θὰ λεχθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 10.
§238Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις παρὰ τὰς δηλώσεις της, ἦλθεν ἀπόψε καὶ δηλοῖ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν δέχεται τροπολογίαν. Ἡ παραμονὴ ἐκτὸς ἐλέγχου αὐτῶν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι καταδικασμένα εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν δὲν εἶναι δυνατὴ οὔτε ἀνεκτὴ ὅταν ἔτσι ἔχουν τεθῆ τὰ πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρυβοῦν οἱοσδήποτε καὶ ἂν τὸ θελήσῃ. Ἐδῶ, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔχει τεθῆ, ὅτι ὡρισμένα πρόσωπα τοῦ περιβάλλοντος Καραμανλῆ ἔχουν ὀργιάσῃ κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζει ὅλος ὁ λαός. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ θέμα πρέπει νὰ ξεκαθαρισθῇ.
§239Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνετε μήνυσιν;
§240Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κατηγορεῖται ὁ κ. Ἀλ. Καραμανλῆς, ἂς ὑποβάλῃ ὁ ἴδιος μήνυσι. Τὰ πράγματα ἔτσι ἔχουν τεθῆ. Ἐὰν αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν ξεκαθαρισθοῦν σᾶς ἐρωτῶ τὶ κάνουμε μὲ τὸ νομοσχέδιον;
§241Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ἡλιόπουλον καὶ τοῦ λέγω: Οὔτε θέλω, οὔτε δὲν θέλω τίποτε. Οὔτε θέλω τὴν δίωξιν τοῦ Α, οὔτε δὲν θέλω τὴν δίωξιν τοῦ Β. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλήν, τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκάματε μίαν παρατήρησιν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου 5 καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀπεδέχθη. Ἑπομένως οἱ μύδροι σας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἦσαν περιττοί! Διεμαρτυρήθητε ὅτι τάχα —δὲν εἴπατε σεῖς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποσκοπεῖ εἰς τὴν συγκάλυψιν τῶν πραγμάτων τῆς 8ετίας, ὡμολογήσατε ὅμως καὶ εἴπατε ὅτι ὑπάρχουν ὑπόνοιαι καὶ ὅταν σεῖς λέγετε ὅτι ὑπάρχουν ὑπόνοιαι, ἑπομένως υἱοθετεῖτε τὴν ὕπαρξιν ὑπονοιῶν. Καὶ ἐκεῖ ἀπήντησα, ὅτι δὲν διαλευκαίνομεν τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὰς ὑπονοίας σήμερον διὰ νὰ μὴ ἐπιμηκύνεται ἡ συζήτησις. Θὰ δώσωμεν τὰς δεούσας ἐξηγήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 10 καὶ εἶμαι βέβαιος, κ. συνάδελφε, ὅτι θὰ πεισθῆτε ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ εἶναι πλήρης, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι καὶ διαλεύκανσις θὰ εἶναι πλήρης καὶ κυρώσεις πλήρεις, ἐφόσον τὸ ἐπιτρέπει τὸ Σύνταγμα.
§242Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μία ἀρχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ποὺ δὲν γνωρίζω νὰ παρεβιάσθη οὐδέποτε εἶναι ὅτι οἱ νόμοι εἶναι ἀπρόσωποι. Δευτέρα παραβίασις εἰς τὴν ὁποίαν εὐθύνην ἔχει καὶ τὸ Προεδρεῖον, εἶναι ὁ ἔλεγχος παρελθούσης Κυβερνήσεως, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ψηφίσεως σχεδίου νόμου. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κ. Πρόεδρε, δὲν ἐτηρήσατε τὸν Κανονισμόν. Καὶ δὲν τὸν ἐτηρήσατε ὅταν ὁ κ. Ἠλιόπουλος κατεφέρθη ἐναντίον πολιτικοῦ προσώπου. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἠλιοπούλου καὶ τῆς ἀπαντήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεδείχθη ὁ στόχος τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Καλὸν θὰ ἦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ, ὅτι στόχος τοῦ ὑπὸ κρίσιν νόμου εἶναι ὁ κ. Κ. Καραμανλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐδῶ πέρα περὶ τῆς ὀκταετίας, διότι ἔγινε πρότασις ἀπὸ συναδέλφους περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου ἀπὸ τὸ 1946 εἰς τὸ 1955 καὶ ἐντεῦθεν διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν περίοδον Καραμανλῆ, ἐνῷ γίνεται πρότασις εὐθέως ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου περὶ τοῦ πλουτισμοῦ ἑνὸς μέλους τῆς οἰκογενείας Καραμανλῆ, καὶ τὴν ἀποδέχεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συγκάλυψις τῆς κατηγορίας αὐτῆς, ὡς ἐὰν δηλαδὴ νὰ μὴ ἠξεύρωμεν ποῦ θὰ πᾶμε. Εἶναι ἀπαράδεκτα αὐτά, κ. Πρόεδρε, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δεικνύουν μίαν κατάπτωσιν πλέον τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ψηφίζομεν νόμους ἀπροσώπους ἢ ψηφίζομεν νόμους μὲ σκοπὸν τὴν δίωξιν ὡρισμένου ἀτόμου καὶ μόνον; Ἐὰν εἶναι τὸ δεύτερον, νὰ τὸ εἰπῆτε εὐθαρσῶς.
§243Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς ἔλαβα τὸν λόγον ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὑπενθυμίσω τὰς ἀγορεύσεις τῶν διαφόρων συναδέλφων, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν ἔλλειψιν ἀντικειμενικῆς κρίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο διαπιστώνεται ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὰς τελευταίας ἀγορεύσεις τῶν κυρίων συναδέλφων. Ὁ κάθε ἕνας οἱανδήποτε διάταξιν τὴν βλέπει μὲ τὸ κριτήριον τὸ κομματικόν, ἢ τὸ κριτήριον τῆς ὑποκειμενικῆς του ἐκτιμήσεως, ἐνῷ αὐτὸ εἶναι ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐὰν πράγματι θελήσωμεν νὰ τὸ βελτιώσωμεν, νομίζω, ὅτι οἱ πάντες θὰ πρέπει νὰ τὸ ἴδωμεν μὲ ἀντικειμενικὰ κριτήρια. Ὁ κ. συνάδελφος τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς πρὸ ὀλίγου ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἕνα νομοσχέδιον ἄνευ περιεχομένου, ἄχρηστον κλπ. Αὐτὸ ποὺ ἠθέλησε νὰ ἀναμίξῃ ἢ μᾶλλον ὑποστηρίζων ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας καὶ θίγοντας τὸ θέμα τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν, ὡσὰν νὰ ἔχουν καταργηθῆ αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταί. Τώρα θέλει νὰ ζητήσῃ μία διασάφησιν τὴν ὁποίαν τὴν κάνει ἐπώνυμον. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως, ἔχει τὸ γενικὸν κίνητρον ἐν τῇ διατυπώσει του, τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ ἐντίμου πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Ἐπὶ τῆς παρακλήσεως, τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ὑποχρεωθοῦν εἰς δήλωσιν τὰ συγγενικὰ πρόσωπα εἶναι μία ἄποψις τὴν ὁποίαν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς Ἐπιτροπῆς πολὺ εἶχον μελετήσει καὶ ὑπῆρξε τὸ θέμα ἐν ποίῳ δικαιώματι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν τὰς δηλώσεις αὐτὰς ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ ἐλεγχόμενον πρόσωπον νὰ μὴ ἔχουν καμμίαν σχέσιν. Εἶναι ὅμως ἐπίσης γεγονός, ὅτι αὐτὰ τὰ πρόσωπα εἶναι ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πιθανὸν θὰ χρειασθῇ νὰ ἐλεγχθοῦν καὶ δι’ αὐτὸ βλέπετε, ὅτι εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ἄρθρα καὶ ὁ ὑπόχρεως εἰς ἔλεγχον ὀφείλει νὰ ὀνομάσῃ τὰ πρόσωπα αὐτά, ὥστε ἐὰν κατόπιν τῆς ὑποβολῆς μηνύσεως χρειασθῆ καὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ νὰ ἐλεγχθοῦν, τὸ ἁρμόδιον ὄργανον, ὅπως εἶναι τὸ Συμβούλιον τοῦ Ἐλέγχου, νὰ ἠμπορῇ καὶ πρὸς αὐτὰ νὰ στρέψῃ τὸν ἔλεγχον. Τί ὅμως πράγματι συμβαίνει καὶ εἰς ποῖον σημεῖον ἔχετε δίκαιον; Ἐὰν αὐτὰ εἶναι συγγενικὰ πρόσωπα Ὑπουργῶν ποὺ ὑπάγονται εἰς τὴν εἰδικὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ Σύνταγμα, τότε δεδομένου ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς διαδικασίας ἀρχίζει ἀπὸ τὸ ἐλεγχόμενον πρόσωπον, εἶναι δυνατὸν τὸ δικαστήριον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὸ ἐλεγχόμενον πρόσωπον ὑπάγεται εἰς εἰδικὸν νόμον, δὲν ἠμπορεῖ οὔτε κἂν νὰ κάνῃ ἀνακρίσεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ὁπότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προχωρήσῃ ὁ ἔλεγχος εἰς πρόσωπα, ποὺ δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς καὶ ἄλλαι βελτιώσεις νὰ ἀντιμετωπίσωμεν διὰ τροπολογιῶν μου.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§245Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν εἶναι εἰς τὰς προθέσεις μου νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν οὐδενός, ἀλλὰ ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἀνέπτυξεν μίαν ὅλως περίεργον θεωρίαν σήμερον, τὴν ὁποίαν ὕστερα ἀπὸ τόσα χρόνια πρώτην φορὰν ἀκούω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδή, ὅτι γίνεται ἕνας νόμος εἰδικῶς διὰ μίαν οἰκογένεια, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποία εἶναι ἡ οἰκογένεια αὐτή, καὶ ὅταν τοῦ ὑπέδειξα, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ τι τὸ συγκεκριμένον δι’ οἱονδήποτε μέλος οἱασδήποτε οἰκογενείας νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν, μοῦ ἀπήντησε καὶ εἰς τόνον τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν τοῦ ἐπιτρέπω νὰ τὸν χρησιμοποιῇ παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν τρέφω εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Ἡλιοπούλου, λέγει «ἀφήσατε τὰς μηνύσεις». Μήνυσις θὰ εἰπῇ, ὅτι καταφεύγομεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην τῆς πατρίδος μας, δὲν νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν καλλίτερον νὰ ἀποδείξωμεν ἐὰν ἕνας εἶναι τίμιος ἢ ὄχι, παρὰ μόνον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην. Αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ἡλιόπουλον.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Στεφανάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§247Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὀφείλομεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ὁρίζει, ὅτι δύναται νὰ κληθοῦν καὶ τὰ λοιπὰ ἐν ἄρθρῳ 1 πρόσωπα νὰ ὑποβάλουν τὴν δήλωσιν. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ αἰτήσεως ὑποβαλλομένης ὑπὸ πολίτου, θεσπίζεται προθεσμία ἑνὸς ἔτους, προκειμένου ὅμως περὶ τῆς αὐτεπαγγέλτου ἐνεργείας τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ὁρίζεται προθεσμία.
§248Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Γράφει 60 ἡμερῶν.
§249Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Ὄχι, ἐντὸς 90 ἡμερῶν ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ ὁ κληθεὶς τὴν δήλωσιν, ἀλλὰ ὁ πολίτης δικαιοῦται ἐντὸς ἔτους νὰ ζητήσῃ νὰ ὑποβληθοῦν δηλώσεις καὶ περὶ τῶν ἄλλων προσώπων, δηλαδὴ περὶ τῶν Βουλευτῶν, Γενικῶν Γραμματέων καὶ Γενικῶν Διευθυντῶν. Θὰ πρέπει ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας νὰ ζητῇ καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπίσωμεν, ὁ μὲν πολίτης νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἐντὸς ἔτους, ὁ δὲ Εἰσαγγελεὺς ἀπεριορίστως. Οὕτω εἴχομεν διατυπώσει τὴν διάταξιν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§250Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δηλαδή, θέλετε νὰ τὸ κάμωμεν ἓν ἔτος δι’ ὅλους; Τὸ δέχομαι.
§251Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν προθεσμίαν εἰς ἓξ μῆνας. Εἰς τὸ ἄρθρον 7, παράγραφος 1 ἐδάφιον τρίτον, ὁρίζεται ὅτι ἡ μήνυσις κατὰ τῶν ἐν ἄρθρῳ ἀναφερομένων προσώπων ὑποβάλλεται ἐντὸς ἀποκλειστικῆς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος. Ἐφ’ ὅσον ὁρίζομεν προθεσμίαν ἀποκλειστικὴν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς μηνύσεως συγκεκριμένως κατὰ τῶν προσώπων τοῦ ἄρθρου 2, εὔλογον εἶναι ἡ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πᾶς πολίτης, αὐτεπαγγέλτως δὲ ὁ Εἰσαγγελεύς, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ὑποβολὴν δηλώσεων, νὰ εἶναι ἓξ μηνῶν. Διότι ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ ἄρθρον 7 θεσπίζεται ἀποκλειστικὴ προθεσμία ἑνὸς ἔτους, δὲν εἶναι λογικὸν ἡ αὐτὴ προθεσμία νὰ ὁρίζεται καὶ ἐν ἄρθρῳ 2.
§252Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ προθεσμία εἶναι ἓξ μῆνες, εἶναι μικρά;
§253Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Ἔτσι ἐναρμονίζεται ἀπολύτως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 παράγραφος 2 τοῦ νόμου.
§254Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τῶν ἓξ μηνῶν ἡ προθεσμία εἶναι μικρὰ καὶ ἴσως νὰ μὴν ἠμπορῇ νὰ δηλώσῃ ὁ ἐνδιαφερόμενος.
§255Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Πάντα ταῦτα ἀναφέρονται εἰς τὸ παρελθόν, πρόκειται δὲ περὶ τῶν Γενικῶν Γραμματέων καὶ Γενικῶν Διευθυντῶν. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν προθεσμίαν τοῦ ἑνὸς ἔτους εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ δικαίωμα ὑποβολῆς τῆς μηνύσεως νὰ παραγραφῇ. Διότι ὁρίζεται παραγραφὴ διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς μηνύσεως ἑνὸς ἔτους, ταὐτοχρόνως εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὁρίζεται προθεσμία ἑνὸς ἔτους, ἐντὸς τῆς ὁποίας δικαιοῦται ὁ πολίτης νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ καλέσῃ νὰ ὑποβάλουν δηλώσεις καὶ τὰ λοιπὰ ἐν ἄρθρῳ 1 πρόσωπα. Εἶναι, λοιπόν, ἐνδεχόμενον, τὸν τελευταῖον μῆνα τοῦ ἔτους νὰ ζητήσῃ εἷς πολίτης ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ὑποβάλουν δηλώσεις καὶ τὰ λοιπὰ ἐν ἄρθρῳ 1 πρόσωπα, ὅτε ὑποχρεοῦται ὁ ἐλεγχόμενος νὰ ὑποβάλῃ τὴν δήλωσιν ἐντὸς τριῶν μηνῶν, ἤτοι μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας δικαιοῦται πᾶς πολίτης νὰ ὑποβάλῃ τὴν μήνυσιν. Συνεπῶς, διὰ νὰ εἶναι ἐφαρμόσιμος ἡ διάταξις αὕτη, ἐπιβάλλεται νὰ περιωρίσωμεν τὴν προθεσμίαν εἰς ἓξ μῆνας.
§256Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ἡ προθεσμία τῶν ἓξ μηνῶν, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εἶναι μικρά.
§257Κ. ΣΤΕΦΑΝΑΚΗΣ. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν ἐτησίαν προθεσμίαν τοῦ ἄρθρου 2 παράγρ. 2, τότε εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις θὰ ὑποπέσῃ εἰς παραγραφὴν τὸ δικαίωμα τῆς μηνύσεως. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρξα σαφὴς εἰς ὅσα ἀνέπτυξα, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπαναλαμβάνω, ὀφείλομεν νὰ περιορίσωμεν τὴν προθεσμίαν τοῦ ἄρθρου 2 παράγρ. 2 εἰς ἕξη μῆνας.
§258Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἰς ἐννέα, ἔστω, μῆνας.
§259Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναμένω καὶ ἐγὼ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§260Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Γιαννούσης κατηγόρησε καὶ ὑμᾶς καὶ ἐμέ, ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ μοῦ ἐπετρέψατε καὶ ὡμίλησα ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων. Εἶπεν, ὁ κ. Γιαννούσης, ὅτι τὰ ὅσα ἀνέφερον προκαλοῦν κατάπτωσιν τῶν ἠθῶν. Κατάπτωσιν τῶν ἠθῶν δὲν προκαλοῦν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐκφράζω καὶ τὰ ὁποῖα γνωρίζει ὅλη ἡ κοινὴ γνώμη. Ἁπλῶς ἀνέφερον ἕνα παράδειγμα, διότι τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον θὰ ἐλέγξῃ τὴν παρελθοῦσαν 8ετίαν. Ἄλλωστε, κ. Πρόεδρε, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ τῆς ἀνάγκης ἐκκαθαρίσεως καὶ κολασμοῦ τοῦ παρελθόντος, δηλώσας τοῦτο κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεώς μας περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ὑποσχεθείς, ὅτι θὰ φέρῃ νομοσχέδιον «περὶ τοῦ πόθεν ἔσχες», τὸ ὁποῖον καὶ ἔφερεν. Ἔχοντας αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν, καὶ κυρίως τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ κολασμοῦ τῶν παρανομησάντων, κατὰ τὴν τελευταίαν 8ετίαν, ἀνέφερον πρὸ ὀλίγου, τὰ ὅσα ἀνέφερον.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε νὰ εἴπητε τίποτε διὰ τὰς τροπολογίας τῶν κ.κ. συναδέλφων;
§262Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στεφανάκη, ἡ ὁποία εἶναι ὁμοία μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βρανοπούλου.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;
§264ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
§266Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἠνέχθημεν ἀκόμη καὶ ἀπαραδέκτους ἐπιθέσεις καὶ μάλιστα κατ’ ἀπόντος καὶ δὲν ἀπηντήσαμεν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἠθέλαμεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Συνεδριάζομεν συνεχῶς ἐπὶ 6 ὥρας καὶ δὲν ἐπιτρέπεται μὲ 21 βουλευτὰς παρόντας νὰ συνεχίζωμεν τὴν συζήτησιν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διανείμῃ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἀνήγγειλεν ἀπόψε, ὥστε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Τετάρτης νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὰς συζητήσωμεν, ὁπότε καὶ θὰ συνεχίσωμεν κανονικῶς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§267Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΔΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ παρεκάλουν, κ.κ. συνάδελφοι, νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3.
§268Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποίους βουλευτὰς θὰ συνεχίσωμεν;
§269Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὑπῆρχον περισσότεροι ἄλλοτε;
§270Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, ὅταν εἶναι τόσον μικρὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὔτε ὁ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπόμενος ἀριθμὸς βουλευτῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν ἐνστάσεως ἀπαρτίας. Ἄλλωστε, ὑπενθυμίζω, ὅτι πρὸ δύο ὡρῶν συνάδελφος τῆς Ε.Κ. μᾶς ἔφερε νὰ ὑπογράψωμεν ἔνστασιν διὰ τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως ἐλλείψει ἀπαρτίας καὶ ἡμεῖς δὲν τὴν ὑπεγράψαμεν διὰ τὸν λόγον, ὅτι θέλομεν νὰ διευκολύνωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Λ. Λαγάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§272Λ. ΛΑΓΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι βουλευταί, ὑπενθυμίζω, ὅτι αὔριον ἡ συνεδρίασις θὰ ἀρχίσῃ, συμφώνως τῷ νέῳ Κανονισμῷ, εἰς τὰς 6 ἀκριβῶς μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Παρακαλοῦνται οἱ κ.κ. βουλευταὶ νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ὥραν ταύτην. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἐὰν δὲν ἔλθωσιν οἱ βουλευταὶ εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζομένην ὥραν, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§274ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 0.40′ π.μ.)