1964.06.15
3,689 rows · 28,064 words · 267 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43η
Δευτέρα 15 Ἰουνίου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 7.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Θ. Ρέντης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Θ. ΡΕΝΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Καλκάνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ χορηγήσεως τιμητικῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἀπόρους γονεῖς τοῦ ἀειμνήστου καπνοπαραγωγοῦ Κ. Βλάχου, πεσόντος κατὰ τὰ αἱματηρὰ γεγονότα τοῦ Ξηρομέρου–Βάλτου τῆς 8ης Σεπτεμβρίου 1962». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Βανταλῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Σπηλιωτόπουλος, Ε. Κοθρῆς, Γ. Σταμάτης, Τ. Κολοκυθᾶς, Χ. Καραπιπέρης καὶ Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφορᾶς ἐπιβατῶν ἐπὶ κομίστρῳ δι’ αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων περὶ αὐτοκινήτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Σπηλιωτόπουλος, Γ. Γρηγορίου, Κ. Ράλλης, Γ. Λαζαρίδης, Ε. Κοθρῆς, Ν. Ζορμπᾶς, Τ. Κολοκυθᾶς, Γ. Σταμάτης, Χ. Καραπιπέρης καὶ Λ. Λασκαρίδης, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφορᾶς ἐπιβατῶν ἐπὶ κομίστρῳ δι’ αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων περὶ αὐτοκινήτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Νικολαΐδης, Λ. Λυμπέρης, Θ. Λυμπερίδης καὶ Κ. Πιαλόγλου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφορᾶς ἐπιβατῶν ἐπὶ κομίστρῳ δι’ αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων περὶ αὐτοκινήτων». Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Νικ. Στειρόπουλος, κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατωτέρω δήλωσιν: Κύριε Πρόεδρε, θεωρῶ ἐθνικὸν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀπὸ τῆς πρώτης μετὰ τὸ Πάσχα ἑβδομάδος ἔλαβε γνῶσιν τοῦ θέματος τῆς ὑπὸ τῶν Τούρκων κατασκευῆς ἀντιπλημμυρικῶν ἀναχωμάτων ἐπὶ τῆς Τουρκικῆς ὄχθης τοῦ Ἕβρου κατὰ μῆκος τῆς θερινῆς κοίτης αὐτοῦ καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἀποτελεσματικὸν μέτρον ἔλαβεν, οὐδ’ ἀπήντησεν εἰς ἐμέ. Κατ’ ἐπανάληψιν διὰ τηλεγραφημάτων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ θέματος, δεδομένου, ὅτι αἱ Τουρκικαὶ κατασκευαὶ τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἀναχωμάτων, εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας σχετικὰς συμφωνίας καὶ ἀντίκεινται εἰς στοιχειώδεις κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἑβδομάδων, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνεκίνησα τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσω τὴν σημασίαν του, ἤλπιζα δέ, ὅτι ταχέως καὶ μέτρα θὰ ἐλαμβάνοντο καὶ ὑπεύθυνος κυβερνητικὴ ἀπάντησις θὰ ἐδίδετο. Ἀρνοῦμαι ἀπολύτως οἱανδήποτε ἀσαφῆ πληροφορίαν τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἐν λόγῳ ἀναχωμάτων, ὡς πρὸς τὸν τόπον καὶ τὸν τρόπον τῆς κατασκευῆς των, προβλέπεται εἰς μελέτην τῆς Ἀμερικανικῆς Ἑταιρείας HARZA, ἢ εἰς εἰδικὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος συμφωνίαν. Γνωρίζω ἄριστα, ὅτι αἱ κατασκευαὶ αὗται εἶναι διεθνῶς παράνομοι, ἐγκυμονοῦν τεραστίους κινδύνους πλημμυρῶν διὰ τοὺς ἀγροὺς τῆς Ἑλληνικῆς πλευρᾶς καὶ ἀποτελοῦν προσβολὴν τῆς ἐθνικῆς μας ἀξιοπρεπείας, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις μέχρι σήμερον διὰ τῆς παραδόξου σιωπῆς της δίδει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θεωρεῖ τὸ ζήτημα, ὡς σχεδὸν ἀνύπαρκτον, καὶ πάντως ἐντελῶς δευτερεῦον. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι οἱ Τοῦρκοι, ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ πολέμου τῶν νεύρων, τὸν ὁποῖον ἐξ ἀφορμῆς τοῦ Κυπριακοῦ ἔχουν ἐντείνει ἐναντίον μας, καὶ οὐδόλως λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὰς ἀντιδράσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εὐλόγως, ἴσως, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μακαριότητός μας τῶν τελευταίων ἑβδομάδων, ἐπιχειροῦν νὰ δημιουργήσουν τετελεσμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο ἀσφαλῶς νὰ προληφθοῦν ἂν ἀμέσως μετὰ τὴν πρώτην πρὸς τὰ Ὑπουργεῖα Ἐξωτερικῶν, Δημοσίων Ἔργων, Γεωργίας καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τηλεγραφικὴν ἀναφοράν μου, ἐλαμβάνοντο τὰ κατάλληλα μέτρα. Καὶ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶναι σήμερον εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς Τούρκους τὴν τήρησιν τῶν ἐκ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ τῶν μεθ’ ἡμῶν συνθηκῶν, ἐν γένει ὑποχρεώσεών των (ὅπερ ἐν προκειμένῳ σημαίνει κατεδάφισιν τῶν ἀναχωμάτων των) ὀφείλει ἀμέσως νὰ ἀρχίσῃ ἀναλόγους κατασκευὰς ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ὄχθης τοῦ ποταμοῦ Ἔβρου, ἔναντι τῶν Τουρκικῶν, πρὸς προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν ἐδαφῶν ἐκ τῶν πλημμυρῶν, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τρωθείσης Ἑλληνικῆς τιμῆς, πρὸς προάσπισιν τῆς ἰδέας τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας. Μέσα εἰς τὸ πλῆθος τῶν σημαντικῶν καὶ ἀσημάντων κυβερνητικῶν ἀπασχολήσεων, ἔδει τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἐθνικὸν θέμα νὰ ἔχῃ λάβει τὴν προσήκουσαν προτεραιότητα, διότι ὁσονδήποτε μικρὸν καὶ ἂν ἐπιχειρηθῇ νὰ ἐμφανισθῇ, ἀποτελεῖ ἀσφαλῶς ἀφετηρίαν μεγάλων δεινῶν καί, παραλλήλως πρὸς ἄλλας Τουρκικὰς παραβιάσεις, δοκιμασίαν τῆς ἐπαγρυπνήσεως, τῆς εὐαισθησίας καὶ τῆς ἑτοιμότητος τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χαρακτηρίσω σήμερον εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, τὴν τακτικὴν τῆς μυστηριώδους σιγῆς, ὡς ἀνεξήγητον καὶ περιέργως ἀμέριμνον καὶ ἐπικίνδυνον καὶ πάντως ἀπαράδεκτον κυβερνητικὴν ἀδράνειαν. Παρακαλῶ, ἐν τούτοις ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ὅπως συνεννοηθῆτε μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε τάχιστα νὰ δοθῇ ὑπεύθυνος ἀπάντησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀνακοινουμένων καὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἐλήφθησαν, ὡς καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως πρόκειται νὰ ληφθοῦν. Ἄλλως ζητῶ, ὅπως κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρος ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἤτοι ἀντίγραφον τῆς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Τούρκων σχετικῆς συμφωνίας, διάγραμμα τῶν ἔργων, τῶν ὁποίων ἡ κατασκευὴ προβλέπεται, λαμβανόμενον ἐκ τῆς μελέτης τῆς HARZA καὶ σκαρίφημα, ἐμφαῖνον τὰς σημερινὰς Τουρκικὰς κατασκευὰς διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν αὗται εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν καὶ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἐγκεκριμένην μελέτην ἢ ὄχι, ὡς ἐγὼ ἀπολύτως πιστεύω.
§5Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ συνεννοηθῆτε μὲ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν ταχεῖαν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ θέματος.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεύς, ὅπως συνεχίσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν μετόχων 13ου ΚΤΕΛ Αἰτωλοακαρνανίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὰς παρὰ τῶν Νομαρχῶν χορηγουμένας ἀδείας αὐτοκινήτων ἐπὶ κομίστρῳ κλπ. καὶ αἰτουμένων ἀπαγόρευσιν χορηγήσεως τοιούτων ἀδειῶν καθ’ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο θέλει ἐπιφέρει ἐπαγγελματικὴν ἀναστάτωσιν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ὑπόμνημα προσφύγων ἐκ Ρωσίας Ν. Σερρῶν, αἰτουμένων στεγαστικὴν αὐτῶν ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Κ. Γιαννούσης, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Μυροφύλλου, αἰτουμένου ἀποστολὴν γεωπόνου πρὸς διαπίστωσιν ζημιῶν προξενηθεισῶν εἰς δημητριακά, ὄσπρια κλπ. ἐκ τῆς προσφάτου θυέλλης. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἀλευροβιομηχάνων, αἰτουμένης καθιέρωσιν ἑνιαίας τιμῆς κρατικοῦ σίτου δι’ ἅπαντας τοὺς κυλινδρομύλους Ἑλλάδος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Καπνοπαραγωγῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένου διὰ καταβαλλομένας μειωμένας τιμὰς καπνῶν. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Τ. Γεωργίου, διὰ τηλεγραφήματός του αἰτεῖται ἀσφάλισιν τῶν χωρικῶν ἐπαγγελματιῶν εἰς Ο.Γ.Α. Οἱ εἰς Κρατικὰ Σανατόρια νοσηλευόμενοι ἀνασφάλιστοι φυματικοί, αἰτοῦνται ἐπιδότησιν τῶν νοσηλευομένων ἀνασφαλίστων φυματικῶν δι’ ἐπιδόματος ὑπολογιζομένου κατ’ ἐλάχιστον εἰς τριακοσίας δραχ. μηνιαίως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Κοινοτήτων καὶ Γεωργικῶν Πιστωτικῶν Συνεταιρισμῶν Βουτά, Σαρακίνας, Σκλαβοπούλας καὶ Βοθιανῶν Σελίνου Χανίων Κρήτης, αἰτουμένων ἐπίλυσιν θεμάτων ἐξηλεκτρισμοῦ καὶ ὁδικῆς συγκοινωνίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἀντωνίου Μάντζου, Ἀντωνίου Παυλάκη, Ἑλένης Νινολάκη καὶ Εὐαγγέλου Βολουδάκη, φαρμακοϋπαλλήλων Νομοῦ Χανίων, αἰτουμένων παράτασιν ὑποβολῆς σχετικῶν δικαιολογητικῶν τοῦ Κανονισμοῦ παροχῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Μυλεργατῶν Σερρῶν, αἰτουμένων ἀναπροσαρμογὴν πόρων Τ.Α.Α.Μ.Μ. κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐργαζομένων Σερρῶν, αἰτουμένων αὔξησιν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων κατὰ 20% καὶ τῶν συντάξεων κατὰ 30% κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπάνος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πρατηριούχων Πετρελαιοειδῶν Ἀγρινίου, αἰτουμένου ρύθμισιν προμηθείας καυσίμων τῶν λεωφορείων τοῦ 13ου ΚΤΕΛ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Τραυματιῶν καὶ Πολεμιστῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένης ἵδρυσιν Ὑφυπουργείου Πολεμιστῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλλυράκης, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Κοινότητος Μαλαθύρου–Κισσάμου, αἰτουμένης κατασκευὴν τῆς συνδεούσης ταύτην μετὰ τῶν Χανίων ὁδοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ε. Ἀνερούσης, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας ἀναπήρων καὶ θυμάτων ὑπαξιωματικῶν — ὁπλιτῶν στρατοῦ ξηρᾶς, ἀέρος, θαλάσσης (παθόντων ἐν ὑπηρεσίᾳ), αἰτουμένων τακτοποίησιν τοῦ συνταξιοδοτικοῦ των ζητήματος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλλυράκης, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν κατοίκων Κοινότητος Ἐπαρχίας Σφακίων, αἰτουμένων κατασκευὴν ὁδικοῦ δικτύου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλλυράκης, καταθέτει ψηφίσματα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Λαϊκῆς Συντάξεως Λεκανοπεδίου Κερίτη, αἰτουμένης ἐπίλυσιν ἐκπαιδευτικῶν ζητημάτων τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλλυράκης, καταθέτει ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Νομοῦ Χανίων, αἰτουμένων ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων ἀναπήρων εἰρηνικῆς περιόδου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλλυράκης, καταθέτει ψήφισμα τῆς Πανεργατικῆς Συγκεντρώσεως Νομοῦ Χανίων, αἰτουμένης ἀπομάκρυνσιν τῆς Δ)σεως τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Χανίων, διενέργειαν διαχειριστικοῦ ἐλέγχου ἐπ’ αὐτοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης, καταθέτει ὑπόμνημα κατοίκων Κοινοτήτων Λαγανίου καὶ Πολυβρύτου Σιδηροκάστρου–Σερρῶν, αἰτουμένων κτηματικὴν καὶ στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ὑπόμνημα ὑπαλλήλων Δ)νσεως Τεχνικῶν Ὑπηρεσιῶν Ν. Λέσβου, αἰτουμένων αὔξησιν τοῦ μερίσματός των κλπ. Οἱ βουλευταὶ Χίου κ.κ. Ν. Ζορμπᾶς καὶ Ι. Μαυριδόγλου, καταθέτουν ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Χίου, αἰτουμένης παροχὴν ὑπὸ τῆς Δ.Ε.Η. εὐθηνοῦ ρεύματος ἀρδεύσεως. Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Κ. Γιαννούσης, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Α.Ο. «ΑΧΙΛΛΕΥΣ» Τρικάλων, διαμαρτυρομένου διὰ καταβαλλομένην προσπάθειαν ἀλλοιώσεως τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ πρὸς τὴν ὁμάδα τῆς «ΠΑ-
ΝΑΧΑΪΚΗΣ».
Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν κατασκευαστῶν τσιμεντοσωλήνων, τουβλοποιῶν καὶ βιοτεχνῶν σακχαρωδῶν προϊόντων, αἰτουμένων ἀπαλλαγὴν ἐκ τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Μ. Θεοδωράκης, δι’ ὑπομνήματός του, αἰτεῖται ἱκανοποίησιν τῶν αἰτημάτων τῶν ἀπεργούντων ἐργατῶν τοῦ ἐργοστασίου ΚΑΡΕΛΑ Λαυρίου. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Γ. Καστανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Συνταξιούχων ΤΕ-ΒΕ αἰτουμένων αὔξησιν τῶν συντάξεων κατὰ 100% κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Γ. Καστανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἀθανασίου Σακαλῆ, πτυχιούχου φιλολόγου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, αἰτουμένου διορισμὸν κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 137710) 9.6.1964 ἀποφάσεώς του ἀνακοινοῖ σχετικῶς μὲ τὴν ἀναμόρφωσιν τῆς παρεσχημένης πρὸς τὴν Ε.Κ.Τ.Ε. ἐγγύησιν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ Οἰκοδομικοῦ Συνεταιρισμοῦ Δημοσίων Ὑπαλλήλων «Ο ΦΟΙΝΙΞ» ἐπὶ στεγαστικῶν δανείων καὶ ἐξατομικεύσεως ταύτης ὑπὲρ τῶν συνεταίρων μελῶν αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων χωρίου Περιστερίου Τριχωνίδος, αἰτουμένων χορήγησιν ἀδείας παρὰ τῆς ἁρμοδίας Δασικῆς Ὑπηρεσίας πρὸς ἐκχέρσωσιν τμήματος τοῦ ἀγροκτήματός των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Κ. Γιαννούσης, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Προέδρου τῆς Σχολικῆς Ἐφορείας Βασιλικῆς, αἰτουμένου χορήγησιν παρὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ Σχολικῶν Κτιρίων πιστώσεως πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ἐκεῖ διδακτηρίου. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ὑπόμνημα γεωργῶν Νομοῦ Λαρίσης ἀπωλεσάντων τοὺς γεωργικούς των ἑλκυστῆρας κατὰ τὸν πόλεμον 1940–41, αἰτουμένων ἀποζημίωσιν. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλλυράκης, καταθέτει ὑπόμνημα ἀγροφυλάκων τοῦ Ἀγρονομείου Χανίων, αἰτουμένων μονιμοποίησιν. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ὑπαλλήλων Καφεζυθοζαχαροπλαστείων, Συνδέσμου Ὑπαλλήλων Ἑστιατορίων, Συν)σμοῦ Τεχνιτῶν μαγείρων καὶ βοηθῶν Πειραιῶς, αἰτουμένων χαρακτηρισμὸν τοῦ ἐπαγγέλματός των ὡς ἀνθυγιεινοῦ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει τηλεγραφήματα τῶν κατοίκων τῶν Κοινοτήτων Σπάρτου, Μοναστηρακίου καὶ Τρυφοῦ, αἰτουμένων σύστασιν Νομοῦ Ἀκαρνανίας. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν βραδύτητα ἀγορᾶς τῶν καπνῶν ὡς καὶ διὰ τὰς καταβαλλομένας χαμηλὰς τιμάς. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Εὐσταθίου Μαυρογεώργου, κατοίκου Ἄρτης, ἐκτίοντος ἤδη ποινὴν φυλακίσεως ἐν ταῖς φυλακαῖς Ἄρτης, παραπονουμένου δι’ ἀνάρμοστον συμπεριφορὰν ὑπεν)ρχου Ἀχιλλέως Ζέκη τοῦ Ἀστυνομικοῦ Τμήματος Ἄρτης. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Χ. Ἑρμείδης, διὰ τηλεγραφήματός του διαβιβάζει διαμαρτυρίας ἀγροτῶν μικροεπιτηδευματιῶν Ν. Θεσσαλονίκης δι’ ἀσκουμένην ὑπὸ τοῦ Τ.Ε.Β.Ε. ἐπ’ αὐτῶν πίεσιν πρὸς καταβολὴν εἰσφορᾶς. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτει ὑπόμνημα οἰκοδόμων Σερρῶν, αἰτουμένων τακτοποίησιν συνταξιοδοτικοῦ των ζητήματος. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ὑπόμνημα ἐπαγγελματιῶν, αἰτουμένων ἄρσιν ἀπαγορευτικῆς διαταγῆς περὶ χορηγήσεως ἀδειῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως κάτω τοῦ ἑνὸς τόννου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χανίων κ. Ι. Βαλυράκης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἐπιμελητῶν Εἰσπράξεως Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Ἐσόδων Νομοῦ Χανίων Κρήτης, αἰτουμένων μονιμοποίησίν των. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Μπριλλάκης, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Μ. Θεοδωράκης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Σιδηροδρομικῶν Νοτίου Ἑλλάδος, διαμαρτυρομένης δι’ ἐπιχειρουμένην περικοπὴν τοῦ ἀπὸ 18ετίας χορηγουμένου μηνιαίου ἐπιδόματος καλῆς ἀποδόσεως εἰς τὸ ἐργατοτεχνικὸν προσωπικὸν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Κ. Γιαννούσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς πυρποληθείσης ὑπὸ τῶν Γερμανῶν Κοινότητος Δολιανῶν, αἰτουμένου συμμετοχὴν τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος εἰς τὸ πρόγραμμα στεγάσεως. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παπανικολάου, Μ. Καραγεώργη καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Μυλεργατῶν Καρδίτσης, αἰτουμένων ἀναπροσαρμογὴν πόρων Τ.Α.Α.Μ.Μ. κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Παρασκευόπουλος καὶ Σ. Ἠλιόπουλος, καταθέτουν τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Πατρέων, παραπονουμένου, διὰ μελετωμένην διχοτόμησιν τοῦ Νομοῦ Ἀχαΐας. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ν. Πετριτσίου «Ὁ Ἅγιος Τρύφων», διαμαρτυρομένου δι’ ἀνάρμοστον συμπεριφορὰν τοῦ ὑπαλλήλου τῆς Α.Τ.Ε. Β. Κεποτίδη κατὰ τοῦ Προέδρου αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτει ψήφισμα τῆς Ἐκτάκτου Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Σπουδαστῶν τῆς Δημ. Τεχνικῆς Σχολῆς Ἐργοδηγῶν–Τεχνικῶν Βοηθῶν Σερρῶν, αἰτουμένης λῆψιν μέτρων πρὸς κατοχύρωσιν καὶ ἀξιοποίησιν τοῦ πτυχίου των. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Προδρόμου Ξηρομέρου, αἰτουμένων λῆψιν μέτρων πρὸς προστασίαν τῶν βελανιδοσυλλεκτῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Καραγεώργη, Δ. Παπανικολάου καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων Σιδηροδρομικῶν Θεσσαλίας Σ.Ε.Κ. (Τμῆμα Βόλου), αἰτουμένων ἄρσιν τῆς προσγενομένης αὐτοῖς ἀδικίας ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου 672)48 κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Σκοπούλης καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν ἀρτεργατῶν Κερκύρας, αἰτουμένων αὔξησιν κατὰ 20% τῶν ἡμερομισθίων, κατὰ 30% τῶν συντάξεων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σταμάτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου καπνοπαραγωγῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καὶ τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματοβιοτεχνῶν Ἀγρινίου, αἰτουμένων συνέχισιν τῶν διακοπεισῶν ἀγορῶν καπνῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θυμάτων Γερμανικῆς Κατοχῆς «ὁ Φοῖνιξ» αἰτουμένης παροχὴν συντάξεως εἰς τὰ θύματα καὶ τοὺς ἀναπήρους ἀμάχου πληθυσμοῦ τῆς κατοχικῆς περιόδου 1941–44 κλπ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις συνόλου τῶν σχεδίων νόμων, ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας διατάξεων», 2) «περὶ ὀργανώσεως Ὑπηρεσιῶν προστασίας καὶ ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐν Γερμανίᾳ ἐργαζομένων Ἑλλήνων καὶ ἄλλων τινῶν περὶ Ὀργανισμοῦ Κοινωνικῆς Πολιτικῆς διατάξεων» καὶ 3) «περὶ συντάξεως σχεδίου Κώδικος Ἐργασίας».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά, δεκτά.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο δεκτὰ εἰς τὸ σύνολον ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὰ σχέδια νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας διατάξεων». 2) «Περὶ ὀργανώσεως Ὑπηρεσιῶν προστασίας καὶ ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐν Γερμανίᾳ ἐργαζομένων Ἑλλήνων καὶ ἄλλων τινῶν περὶ Ὀργανισμοῦ Κοινωνικῆς Πολιτικῆς διατάξεων», καὶ 3) «Περὶ συντάξεως σχεδίου Κώδικος Ἐργασίας».
§10Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ σᾶς εὐχαριστήσω διότι ἀνεγνώσθη ἡ ἐπιστολή μου πρὸς τὸ Σῶμα. Θὰ σᾶς παρεκάλουν δὲ νὰ εἰσηγηθῆτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐντὸς τῆς τρεχούσης ἑβδομάδος δώσῃ μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ φλέγοντος αὐτοῦ θέματος.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Εἴχομεν ὑπερπηδήσει τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 λόγῳ ἀπουσίας τοῦ κ. Καλλία, ὁ ὁποῖος ἔχει διατυπώσει σχετικὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ σχεδίου μετὰ προσθήκης ἀναφερομένης εἰς τὸ θέμα περὶ ὠργανωμένης συζητήσεως. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§12Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ καὶ σᾶς καὶ τὴν Βουλήν, διότι ἐδέχθητε νὰ κρατηθῇ κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 7, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω διατυπώσει μακρὰν τροπολογίαν. Τὸ ἄρθρον 7 εἶναι τὸ σημαντικώτερον ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 7 λαμβάνεται πρόνοια ἐπιταχύνσεως τῶν συζητήσεων. Νομίζω, ὅτι σκοπὸς τῶν μεταβολῶν εἶναι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ αὔξησις τῆς ἀποδόσεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἡ ἐπιτάχυνσις τῆς διαδικασίας, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, συγχρόνως ἡ παροχὴ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποκλείσουν τὸ ἐνδεχόμενον καταχρήσεως τῆς προσπαθείας πρὸς ἐπιτάχυνσιν τῆς διαδικασίας. Αἱ βασικαὶ μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ σχεδίου, εἶναι αἱ ἑξῆς: Ἡ πρώτη ἀφορᾷ τὴν διάρκειαν τοῦ λόγου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ λόγου, προβλέπεται γενικῶς μὲν ἡμίσεια ὥρα δι’ ὅλους τοὺς ὁμιλητὰς καὶ μία ὥρα διὰ τοὺς εἰσηγητάς, τοὺς εἰδικοὺς ἀγορητὰς καὶ τοὺς πρώτους ἐπερωτῶντας. Δεύτερον, εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ἔχει καὶ μίαν ἐπίπτωσιν καὶ ἡ ἐπίπτωσις αὐτὴ εἶναι, ὅτι ὁσάκις ὁμιλήσῃ, εἷς μὲν εἰδικὸς ἀγορητὴς ἑνὸς Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔχει μικρὸν ἀριθμὸν βουλευτῶν, δύο δὲ εἰδικοὶ ἀγορηταὶ ὅταν τὸ Κόμμα ἀντιπροσωπεύῃ τὸ ⅕ τῆς Βουλῆς, ὁ λόγος τῶν ὑπολοίπων ὁμιλητῶν, κατὰ τὸ σχέδιον, θὰ ἐλαττώνεται εἰς τὰ 15′ τῆς ὥρας. Ἡ τρίτη μεταβολὴ εἰσάγεται ὡς συνέπεια τοῦ περιορισμοῦ τῆς διαρκείας τοῦ λόγου, ὅστις περιορισμὸς προεβλέπετο καὶ εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμὸν καὶ ἀφορᾷ τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς δευτερολογίας. Τέλος, τὸ σημαντικώτερον ὅλων εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ σχεδίου προβλέπεται ὁ θεσμὸς τῆς περαιωμένης συζητήσεως. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸν θεσμὸν τῆς περαιωμένης συζητήσεως εἰς τὰς δύο προηγουμένας συζητήσεις τοῦ Κανονισμοῦ, τοῦ ἔτους 1958 καὶ τοῦ ἔτους 1962, καίτοι ἀνῆκον εἰς τὴν τότε πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία εἶχε φέρει πρὸς ψήφισιν τὸν Κανονισμόν, εἶχον διατυπώσει ζωηροτάτας ἐπιφυλάξεις. Σήμερον, ὡς θὰ ἐκθέσω ἐν ἀμέσῳ συνεχείᾳ, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τρόπος καὶ τὸν θεσμὸν τῆς περαιωμένης συζητήσεως νὰ καθιερώσωμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν μίαν διέξοδον ἀσφαλείας, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέπῃ νὰ μὴν ἀνησυχῶμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάχρησις. Ἐξέθεσα τὰ βασικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ σχεδίου τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Τῆς ἰδικῆς μου τροπολογίας τὰ κυριώτερα σημεῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, προέβην εἰς μίαν περισσότερον συστηματικὴν καθ’ ὕλην διατύπωσιν. Δεύτερον, ἐπειδὴ διεπίστωσα, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν πρέπει νὰ εὐνοηθῇ, δὲν πρέπει ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁρίζεται εἰδικὸς ἀγορητὴς νὰ καταστήσωμεν δυσμενεστέραν τὴν θέσιν τοῦ Κόμματος διὰ τῆς τόσον σημαντικῆς ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου ὁμιλίας τῶν ἄλλων ὁμιλητῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ὅταν ὁρίζεται εἰδικὸς ἀγορητὴς προέτεινα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐλαττώνεται εἰς 15′ λεπτὰ τῆς ὥρας, ἀλλὰ εἰς 20′ λεπτά, ἡ διάρκεια τοῦ λόγου τῶν ἄλλων ὁμιλητῶν. Διότι ἐνῷ εἶναι τόσον ἀξιόλογος ὁ θεσμός, κινδυνεύει νὰ μὴ ἐφαρμόζεται εἰς τὴν πρᾶξιν ἂν καταστήσωμεν δυσμενῆ διὰ τὰ Κόμματα τὴν περίπτωσιν χρησιμοποιήσεως εἰδικῶν ἀγορητῶν. Τὸ τρίτον σημεῖον, κ. Πρόεδρε, ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς περαιωμένης συζητήσεως. Σχετικῶς ἔχω προτείνει δύο μεταβολάς. Τὸ σχέδιον Κανονισμοῦ προβλέπει δυνατότητα κηρύξεως ὡς περαιωμένης τῆς συζητήσεως κατὰ δύο περιπτώσεις· ἡ μία συνδέεται πρὸς τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου εἰς τὸ τέταρτον ἀνεξαρτήτως συνολικοῦ χρόνου συζητήσεως καὶ ἡ ἄλλη προβλέπεται μετὰ ὀκτάωρον, ὁπότε δύναται νὰ κηρύσσεται περαιωθησομένη ἡ συζήτησις, συμφώνως πρὸς τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὁ συνάδελφος κ. Ἡλιοῦ καὶ μετὰ ἕνα δίωρον, δηλαδὴ μετὰ δεκάωρον συζήτησιν εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ περαιωθῇ. Νομίζω ὅτι δὲν δικαιολογεῖται νὰ ἔχωμεν δύο περιπτώσεις. Ἡ πρώτη ἐκ τῶν περιπτώσεων εἶναι ἐπιδεκτικὴ καταχρήσεως, διότι ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐκρίθη ἐξηντλημένη ἡ συζήτησις καὶ περιορίζεται ὁ λόγος εἰς τὸ τέταρτον χωρὶς νὰ προβλέπεται καὶ συνολικὴ διάρκεια τῆς συζητήσεως, ἐκ τοῦ γεγονότος μόνον αὐτοῦ τὸ νὰ εἶναι δυνατὸν ἐν συνεχείᾳ, μετὰ ἡμίωρον ἴσως, νὰ κηρυχθῇ καὶ περαιωμένη ἡ συζήτησις, δηλαδὴ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ὥρας ἐν συνόλῳ νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ εὐκαιρίαν εἰς καταχρήσεις. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντείπῃ τις ὅτι ὑπάρχουν μικρότερα θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ δεκάωρον καὶ τὸ ὀκτάωρον δὲν εἶναι ἀναγκαῖα. Εἰς τὴν ἐνδεχομένην ταύτην παρατήρησιν ἀπαντῶ ὅτι τὰ μικρότερα αὐτὰ θέματα δὲν ἀπασχολοῦν τὸν Κανονισμὸν καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην εἰδικοῦ ἄρθρου διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ διάρκεια τοῦ χρόνου συζητήσεώς των, διότι οὐδέποτε προκαλοῦν ἀπαράδεκτον χρονοτριβὴν αἱ βραχυχρόνιοι συζητήσεις ἐπὶ δευτερευόντων θεμάτων. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἑνοποίησις τῶν δύο περιπτώσεων, ὥστε πάντοτε μετὰ 8ωρον τοὐλάχιστον νὰ δύναται νὰ κηρυχθῇ περαιωθησομένη ἡ συζήτησις. Ὑπάρχει καὶ δευτέρα παρατήρησις. Ὁ θεσμὸς τῆς περαιωμένης συζητήσεως προκαλεῖ ἀνησυχίας ὄχι μόνον εἰς τὸ ἰδικόν μας Κοινοβούλιον, ὅπου δὲν ὑπῆρχε μέχρι σήμερον, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα Κοινοβούλια. Εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ὅπου ὑπάρχει καταπληκτικὴ ἀμοιβαία ἐμπιστοσύνη Βουλῆς καὶ Προεδρείου, δύναται εἷς βουλευτὴς νὰ προτείνῃ νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν τίθεται κἂν εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις ὅταν ἐναντιωθοῦν εἰς αὐτὴν ὁ Σπῆκερ ἢ 100 βουλευταί. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία δικλεὶς ἀσφαλείας, προκειμένου περὶ ἐφαρμογῆς θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἄγει ἁπλῶς εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς πολυλογίας, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ ἀποστερήσῃ ὁριστικῶς τοῦ λόγου ὡρισμένους βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπρόλαβαν νὰ ὁμιλήσουν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἰς τὴν τροπολογίαν μου προσέθεσα διάταξιν, βάσει τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐναντιωθῇ ἐγγράφως τὸ ¼ τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ὅταν εἴμεθα πλειοψηφία, παρεπονέθημεν, νομίζω δικαίως, διότι τὸ νομοσχέδιον περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν συνεζητήθη ἐπὶ 7μηνον, ἀλλὰ θὰ ἦτο πάντως ἀπαράδεκτον νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις μετὰ 8ωρον. Εἶναι δυνατὸν ὡρισμένων νομοσχεδίων νὰ μὴ πρέπῃ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις μετὰ 8ωρον, ὅταν ἕνα μεγάλο Κόμμα, ἢ περισσότερα μικρά, ἢ σοβαρὸς ἀριθμὸς βουλευτῶν ἐκ περισσοτέρων κομμάτων τὸ ζητήσουν. Κύριε Πρόεδρε, προσδιώρισα καὶ ὡρισμένας περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶναι νοητὴ ἡ διαδικασία τῆς περαιωμένης συζητήσεως. Μία ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν ἁπλῶς σκεφθῆ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ συζήτησις περὶ ἐμπιστοσύνης καὶ δυσπιστίας. Εἰς αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄλλος περιορισμός, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνον, ποὺ προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Ὁμοίως πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν ἡ ψήφισις διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ μία ἢ δύο ἄλλαι περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω περιλάβει εἰς τὴν τροπολογίαν μου. Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὴν χορήγησιν τοῦ λόγου κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, προσέθεσα μίαν νέαν περίπτωσιν, τῆς ὁποίας ἡ ἀνάγκη κατ’ ἐπανάληψιν ἀνέκυψε. Πρόκειται διὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦνται ἐρωτήσεις ἢ ἐπερωτήσεις καὶ ἀντὶ νὰ ἐρωτᾶται ὁ νῦν Ὑπουργός, κατ’ οὐσίαν ἐπερωτᾶται ὁ προκάτοχός του. Νομίζω, ὅτι δύναται κατ’ ἐπέκτασιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν περὶ προσωπικοῦ ζητήματος διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ δίδεται ὁ λόγος καὶ εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ, διότι σκοπὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι ὁ διάλογος μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς νὰ κρίνῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ποῖος ἐκ τῶν διαλεγομένων ἔχει δίκαιον. Τέλος, διὰ μιᾶς ὑποτυπώδους διατάξεως, προσπαθῶ νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῆς ὠργανωμένης συζητήσεως. Εἰς πολλὰ Κοινοβούλια, ὁ θεσμὸς αὐτὸς περιλαμβάνει περίπου τὸ σύνολον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀκόμη ἔχει ὡριμάσει εἰς τὸ ἰδικόν μας Κοινοβούλιον ἡ σκέψις, ὅτι τὰ πάντα δύνανται νὰ ρυθμίζωνται ἔξω τῶν συγκεκριμένων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεσμοῦ τῆς ὠργανωμένης συζητήσεως. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν νομίζω, ὅτι ἡ ὕπαρξις μιᾶς διατάξεως εἰς τὸν Κανονισμὸν ἀπολύτως ἀκινδύνου, διότι προϋποθέτει ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου μετὰ σύμφωνον γνώμην τοῦ συνόλου τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν τῶν ἀναγνωριζομένων ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν βλάπτει· δύναται δὲ νὰ ἀποβῇ λίαν ἐπωφελής. Ἡ ὀργάνωσις τῶν συζητήσεων εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ χρόνου εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ πολὺ σημαντικὰ ἀποτελέσματα, διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ συνολικοῦ χρόνου μιᾶς συζητήσεως, ἢ ἑνὸς σταδίου μιᾶς συζητήσεως, ἢ διὰ τοῦ περιορισμοῦ ἢ τῆς αὐξήσεως τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἐφαρμοσθῆ μέχρι σήμερον παρ’ ἡμῖν, ἔχω προσθέσει ὡς ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα τὴν δυνατότητα ἐναντιώσεως τοῦ ⅓ τῶν βουλευτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντιθέσεως Κομμάτων, διότι ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων θὰ μετέχουν τῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι μόνον ἄθροισμα κομμάτων, ἀλλὰ καὶ ἄθροισμα βουλευτῶν καὶ τὴν ὥραν, ποὺ θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἕνα θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη ἡ ὡργανωμένη συζήτησις κατὰ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν προτείνω, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ ⅓ τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ δύναται νὰ ἐναντιωθῇ ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ὡργανωμένης συζητήσεως. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω πρὸς τὸ παρὸν νὰ προσθέσω ἄλλας σκέψεις, ἔχω μόνον νὰ ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν πρὸς δύο πλευράς. Ἡ μία πλευρὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐπιθυμεῖ τὴν ἀπόλυτον, ὄχι ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἀλλὰ ἐλευθερίαν τῆς πολυλογίας καὶ τὸ ἐπιθυμεῖ, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ παράδοσις καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας Κοινοβουλίου καὶ τῶν περισσοτέρων τοῦ κόσμου. Αὐτὴ ὅμως ἡ παράδοσις δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ παρόντος καὶ δὲν βοηθεῖ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν καὶ τὴν πλήρη ἀπόδοσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Πρὸς αὐτὴν τὴν πλευρὰν θὰ ἀπευθύνω τὴν ἔκκλησιν, παρὰ τὸ ὅτι θεωρητικῶς πιστεύει εἰς τὰ ἰσχύοντα, νὰ συγκατατεθῇ διὰ λόγους πρακτικούς, νὰ προχωρήσωμεν μέχρι τῆς θεσπίσεως ὡρισμένων ἀπαραιτήτων περιορισμῶν. Ἡ ἄλλη πλευρὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία, ὀχυρουμένη ὄπισθεν τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ σημερινὸν σχέδιον ἦλθε καὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἔχει τύχει τῆς ἐγκρίσεως τῶν κομμάτων, θὰ ἤθελε νὰ ψηφισθῇ τὸ σχέδιον ὡς ἔχει. Πρὸς αὐτὴν ἀπευθύνω μίαν ἀντίστροφον ἔκκλησιν, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ προχωρήσωμεν πέραν τοῦ δέοντος, διότι τότε ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ μὴ προχωρήσωμεν ἁπλῶς εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς πολυλογίας, ἀλλὰ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου καὶ αὐτὸ θ’ ἀπετέλει κατ’ οὐσίαν ἄρνησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης ἔχει τὸν λόγον.
§14Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Εἶμαι τελείως ἀντίθετος, κ. Πρόεδρε εἰς κάθε προσπάθειαν ἡ ὁποία τείνει εἰς τὸν ἐκ τῶν προτέρων καθορισμὸν τῆς χρονικῆς διαρκείας τῆς ὁμιλίας τῶν βουλευτῶν καὶ μάλιστα μὲ διάκρισιν βουλευτῶν αʹ καὶ βʹ κατηγορίας. Διότι πιστεύω ὅτι τὸ θέμα δὲν εὑρίσκεται ἐκεῖ. Τὸ θέμα εἶναι εἰς τὸ ποῖον θέμα συζητεῖται. Θὰ κάμω ἕνα παραλληλισμὸν μὲ τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ποτὲ καμμία διάταξις ἡ ὁποία ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορίζῃ τὴν χρονικὴν διάρκειαν τῶν ἀγορεύσεων. Καὶ ὅμως οὐδέποτε γίνεται κατάχρησις καὶ στέρησις τῆς ἐλευθερίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ συνηγόρου του δύναται νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους. Ποῦ εὑρίσκεται λοιπὸν ἡ λύσις τοῦ ζητήματος; Εἰς τὸν ἐξοπλισμὸν τοῦ Προεδρείου μὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἀφαιρῇ τὸν λόγον ὁσάκις ὁ ἀγορητὴς εὑρίσκεται ἐκτὸς θέματος ἢ ὁσάκις προβαίνῃ εἰς ἐπανάληψιν τῶν ἤδη λεχθέντων. Παίρνω ἕνα παράδειγμα, ὅτι προκειμένου περὶ ἑνὸς θέματος ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ μίαν ὥραν. Νομίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν θέματα διὰ τὰ ὁποῖα θὰ χρειασθῇ ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς ὥρας; Ἔπειτα πῶς γίνεται αὐτὴ ἡ ἄνισος μεταχείρισις μεταξὺ τῶν διαφόρων ἀγορητῶν καὶ Ὑπουργῶν. Ὁ Ὑπουργός, κύριοι συνάδελφοι, σύμφωνα μὲ τὸ σχέδιον, ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ ἀπεριορίστως. Ὁ ἀντικρούων ὅμως ἐκεῖνον ποὺ θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ 5 ὥρας, δηλαδὴ τὸν Ὑπουργόν, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ πέραν τῆς ἡμισείας ὥρας. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀντιληπτόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεαζώμεθα ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἡμεῖς σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πλευρὰν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως ἐπίσης δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπηρεάζωνται καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας ὅτι σήμερον οὗτοι εὑρίσκονται εἰς τὴν κυβερνῶσαν πτέρυγα. Πρέπει ὅλοι μας νὰ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι ψηφίζομεν Κανονισμὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχύῃ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἐνῷ ἡ θέσις ὅλων ἡμῶν ἐδῶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐτῶν αὐτῶν θὰ ἀλλάξῃ πολλὰς φορὰς μεταξὺ Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εἶναι ὁ αὐτός. Ἐκεῖνο, ποὺ ἐγὼ νομίζω εἶναι, ὅτι θὰ πρέπει διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἐξοπλισθῇ τὸ Προεδρεῖον νὰ συνιστᾷ κατ’ ἀρχὴν εἰς τὸν ἀγορεύοντα νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ θέμα του καὶ ἂν ὁ ἀγορητὴς εὑρίσκεται ἐκτὸς θέματος ἢ ἀναμασᾷ λεχθέντα νὰ τοῦ ἀφαιρῆται διὰ τοῦ Προέδρου ὁ λόγος. Εἰς τὴν παράγραφον 6 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἀναφέρεται: Τὰ αὐτὰ ἰσχύουσι καὶ ἐπὶ κοιν. ἐλέγχου. Καὶ ἐρωτῶ, κύριε, Πρόεδρε, εἶναι θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐνδιαφέρῃ τὴν Συμπολίτευσιν; Τὸ πόσον θὰ ὁμιλήσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ μίαν ἐπερώτησιν εἶναι θέμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μόνον. Θὰ ἦτο νοητὸς ὁ περιορισμὸς μόνον διὰ τοὺς ἀπαντῶντας εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐπιτρέψατέ μοι, κ. Πρόεδρε, περαίνων, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν καὶ ὑμῶν καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ αὐτῶν τῶν διατάξεων διὰ τὸ καλὸν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας, ἔχει τὸν λόγον.
§16Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μήπως μὲ ἐξεχάσατε;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ὁ κ. Κουτσοχέρας μάλιστα, ἀρχομένης τῆς συνεδριάσεως —καὶ προφανῶς διὰ νὰ μὴ ἐνοχλήσῃ τὸ Προεδρεῖον κατὰ τὴν ὥραν τῶν συζητήσεων— ἐζήτησε διὰ σημειώματός του νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7.
§18Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Διὰ τῆς παρ. 5 τοῦ ἄρθρου 7, κ. Πρόεδρε, καθιεροῦται ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν. Δηλαδὴ δημιουργεῖται ἄλλη μία περίπτωσις ἀνίσου μεταχειρίσεως τῶν βουλευτῶν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ εἶναι, κ. συνάδελφε, πάντοτε τὸ ἴδιον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνεται μὲ αὐτὸ τὸ καθῆκον. Δὲν θὰ ὁρίζεται πάντοτε ὁ ἴδιος βουλευτής, ὥστε νὰ δημιουργῆται προνόμιον. Θὰ ἀλλάσσῃ ἀναλόγως τοῦ ἑκάστοτε συζητουμένου θέματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ αὐτὰ πρόσωπα νὰ ἔχουν εἰδικότητα ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων.
§20Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε καὶ κύριοι συνάδελφοι, κατ’ ἀρχήν, ὅτι αὐτὸς ὁ θεσμὸς ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, περὶ τῆς ἴσης δηλαδὴ μεταχειρίσεως. Εἰδικῶς ὅμως ἀντιστρατεύεται εἰς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ὁμιλοῦν περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Βεβαίως, τὸ ἄρθρον 65 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, πῶς ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ, πῶς θέλει νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της. Ἀλλὰ ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ διάταξις ἀναφέρεται εἰς τὰ καθήκοντα τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸ ὑπαλληλικὸν προσωπικόν της. Δὲν σχετίζεται μὲ τὴν ἰδιότητα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ βουλευτοῦ. Πρέπει, συνεπῶς, νὰ τὸ προσέξωμεν ἰδιαιτέρως τὸ θέμα τοῦτο. Διότι ἡ θεωρία ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι καιρὸς ἡ ἴση μεταχείρισις ἀπὸ τὸν χῶρον τῆς κατευθυντηρίου γραμμῆς νὰ περάσῃ εἰς τὸν χῶρον τοῦ κανόνος δικαίου. Αὐτά, κ. Πρόεδρε, ἤθελον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, συζητουμένου τοῦ ἄρθρου 7.
§21Θ. ΡΕΝΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν ζητήσει νὰ γίνῃ δεκτὴ μία μικρὴ τροπολογία μας, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν τρόπον ἐγγραφῆς τῶν βουλευτῶν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, προκειμένου νὰ λάβωσι τὸν λόγον. Ἡ τροπολογία μας αὐτὴ δύναται νὰ προστεθῇ εἰς τὴν παράγρ. Αʹ τοῦ ἄρθρου 7. Διὰ τῆς τροπολογίας μας, ἐὰν αὕτη γίνῃ δεκτή, θὰ πρέπει ὁ καθ’ εἷς ποὺ θὰ ζητᾷ νὰ λάβῃ τὸν λόγον νὰ ἐγγράφεται εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ λαμβάνῃ σημείωμα προτεραιότητός του ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον σύμφωνα μὲ τὴν σειρὰν ἐγγραφῆς. Ἐπίσης κατὰ διαστήματα τὸ Προεδρεῖον θὰ πρέπει νὰ ἀναγινώσκῃ τὴν σειρὰν τῶν ὀνομάτων τῶν ἐχόντων ζητήσει νὰ λάβουν τὸν λόγον. Παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ὡς καὶ τὴν Βουλὴν ὅπως θελήσητε καὶ κάμητε δεκτὴν τὴν τροπολογίαν μας.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πράγματι, κύριε συνάδελφε, ἔχουν συμβῆ ὡρισμέναι ἀταξίαι, ἐνίοτε, ὡς πρὸς τὴν σειρὰν ἐγγραφῆς τῶν κυρίων ὁμιλητῶν, λόγῳ τοῦ ὅτι συνήθως ζητεῖται συγχρόνως ὁ λόγος ἀπὸ πολλοὺς βουλευτάς. Θὰ θέσω τὴν τροπολογίαν σας ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς.
§23Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πράγματι ἐπιβάλλεται ἡ ρύθμισις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐπιταχύνωνται αἱ ἐργασίαι της. Ὡς ὅμως εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον 7 διακρίνονται οἱ βουλευταὶ εἰς διαφόρους κατηγορίας. Τοῦτο δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον. Ὁ λόγος, κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ εἶναι ἐλεύθερος. Πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν τὸ θέμα τοῦ περιορισμοῦ ἢ μὴ τῆς ὁμιλίας των. Ἡ προσθήκη εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ εἶναι κατ’ ἐμέ, ἀνωμαλία. Τὸ νὰ περιορίζωμεν εἰς τὸ ¼ τῆς ὥρας τὰς ὁμιλίας τῶν βουλευτῶν νομίζω ὅτι παρεμποδίζωμεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Διότι ἡ μακρηγορία τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων δὲν ὀφείλεται κυρίως εἰς ὑπαιτιότητα τούτων. Ὅταν μία Κυβέρνησις σέβεται τὸν ἑαυτόν της καὶ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καθαρὰ καὶ κρυστάλλινα νομοσχέδια, νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι οὐδεμία Βουλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τὴν εἰς σύντομον χρόνον ἐπιψήφισίν των. Καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς φέρω τὴν προχθεσινὴν ψήφισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς μίαν καὶ μόνην συνεδρίασιν τριῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Καὶ ἐνῷ ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς ἐψηφίσθησαν εἰς μίαν καὶ μόνην συζήτησιν 3 νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, τὸ ἀντίθετον εἶχε συμβῆ ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ προηγουμένης Βουλῆς, ὅπου νομοσχέδιον τοῦ ἰδίου Ὑπουργείου, διὰ νὰ εἶναι τοῦτο φαῦλον, δὲν ἠδυνήθη νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει αἱ διατάξεις αὐταὶ νὰ ἀπαλειφθοῦν καὶ νὰ προσδιορίσωμεν διὰ μὲν τοὺς εἰσηγητὰς τῶν νομοσχεδίων χρονικὸν περιθώριον ὁμιλίας μιᾶς ὥρας, διὰ δὲ τοὺς ἄλλους ρήτορας ἡμισείας ὥρας. Ἡ διάταξις καθ’ ἣν ἡ συζήτησις θὰ κηρύσσεται περαιωμένη μετὰ πάροδον ὀκτὼ ἢ δέκα ὡρῶν μὲ εὑρίσκει τελείως ἀντίθετον καὶ βάλλει εὐθέως κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ κύρους του, διότι θὰ διευκολύνῃ ἡ διάταξις αὕτη τὰς φαύλους Κυβερνήσεις νὰ εἰσάγουν πρὸς ψήφισιν φαύλους διατάξεις διότι ἔχουσαι αὗται ὑπ’ ὄψει των ὅτι ὅπως– ὅπως τὸ νομοσχέδιόν των θὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, θὰ ἐπιβάλλουν τὴν ψήφισίν του διὰ τῆς πλειοψηφίας τὴν ὁποίαν διαθέτουν, ἀδιαφοροῦσαι διὰ τὸ περιεχόμενόν των. Σκοπός μας δὲν εἶναι νὰ νομοθετοῦμεν ὅπως–ὅπως ἀλλὰ νὰ νομοθετοῦμεν εὐφρόνως καὶ ἡ διάταξις αὕτη δὲν μᾶς διευκολύνει πρὸς τοῦτο. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Καὶ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δι’ ὅσων ἐξέθεσα, προφυλάσσω τὰς Κυβερνήσεις, οἱασδήποτε Κυβερνήσεις, νὰ μὴ φέρουν πρὸς ψήφισιν νομοσχέδια φαῦλα. Ἡ διάταξις ποὺ περιορίζει καθ’ ὡρισμένην συζήτησιν τοὺς ἀγορητὰς εἰς ¼ τῆς ὥρας νομίζω ὅτι εἶναι λογική, ἄλλως τε δὲ προϋπῆρχεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον, πρέπει νὰ ἴδωμεν τὰς διατάξεις μὲ πνεῦμα, ὅτι αὗται ἀποτελοῦν δικαίωμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅτι πιθανὸν αὔριον καὶ ἡμεῖς νὰ εἴμεθα Ἀντιπολίτευσις. Ἐὰν ὁρίσωμεν ὅτι αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ συζητοῦνται εἰς μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ χρόνος εἶναι ἐπαρκής, καὶ διευκολύνομεν οὕτω τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι εἰς τὸ παρελθόν, ὅτι συνεζητούσαμεν ἐπὶ τρεῖς περίπου μῆνας ἐπερώτησιν περὶ τουρισμοῦ καὶ ἀφήναμεν ἄλλα σπουδαιότερα θέματα, χωρὶς νὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ αὐτά. Εἰς περίπτωσιν δὲ ἐπερωτήσεως μὴ σοβαρᾶς, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις δύναται νὰ περαιωθῇ καὶ εἰς ὀλίγας ὥρας. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, μὲ ἕνα θέμα οἱασδήποτε σοβαρότητος, νὰ ἀσχολούμεθα μὲ ἔλεγχον ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Τὸ ἄρθρον 7 δὲν τὸ βλέπω μόνον ἀπὸ ἀπόψεως περιορισμοῦ τοῦ λόγου, ἀλλὰ ὡς συντελεστὴν προόδου τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§25Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς, ἀνεξαρτήτως τῆς παρατάξεως εἰς τὴν ὁποίαν ὁ καθεὶς ἀπὸ τοὺς συμμετέχοντας ἀνήκει, καὶ τώρα καὶ εἰς τὰς προηγουμένας ἐπεξεργασίας τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νομίζω, ὅτι ἐγένετο περισσότερον παραδεκτὴ ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἀρχὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ βοηθηθῇ τὸ Σῶμα νὰ δύναται νὰ ἐπιτελῇ τὸ ἔργον του, τὸ ὁποῖον δὲν προφθάνει νὰ ἐπιτελέσῃ, διότι ἔχει πάντοτε ἔργον περισσότερον ἀπὸ ὅσας δυνατότητας ἔχει διεκπεραιώσεως τοῦ ἔργου αὐτοῦ, νὰ βοηθηθῇ δι’ ἑνὸς λελογισμένου περιορισμοῦ τοῦ λόγου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ ἄλλο ὅριον, τὸ ἀντίστοιχον, νὰ μὴ καταπνίγῃ τὴν δυνατότητα τῆς ἐκφράσεως γνώμης ἀντιθέτου ἀντιπαραθέσεων, συγκρούσεων καὶ συναγωγῆς τοῦ καλυτέρου δυνατοῦ συμπεράσματος. Ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι φυσικὰ τὸ ἄρθρον τελικὰ διεμορφώθη κατὰ πλειοψηφίαν —εἰς ὡρισμένα σημεῖα ὑπάρχουν διαφωνίαι, ἄλλαι ἀπὸ μέρους μου, ἄλλαι ἀπὸ ἄλλους συναδέλφους —ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἠκολουθήθη πρῶτον τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀποκαλῶ προκρουστικὸν τοῦ ἐκ τῶν προτέρων καὶ διὰ πᾶν θέμα προσδιορισμοῦ ἑνὸς ὡρισμένου χρόνου ποὺ ὑποστηρίζω, ὅτι δι’ ὡρισμένα θέματα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐκδήλως ἀνεπαρκέστατον καὶ δι’ ἄλλα θέματα νὰ ἀποτελῇ περιττὴν πολυτέλειαν. Διότι πλεῖστα νομοσχέδια λ.χ. ἐκφωνοῦνται καὶ ψηφίζονται ἅμα τῇ ἐκφωνήσει των. Ἐὰν ὅμως μία Ἀντιπολίτευσις ἴδῃ ὅτι τυχὸν καταπιέζεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ὁρίου τῆς συζητήσεως εἰς θέματα τόσον μεγάλα, ὥστε καὶ τὸ 10ωρον καὶ τὸ 20ωρον νὰ μὴ ἀρκῇ—καὶ διαβάζω εἰς τὸ «Μὸντ» τῶν Παρισίων, ὅτι ἐψηφίσθη ἀπὸ τὸ Ἀμερικανικὸν Κογκρέσσον τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς καταργήσεως τῶν φυλετικῶν διακρίσεων μετὰ συζήτησιν 76 ἡμερῶν, 76 συνεδριάσεις σᾶς ὑπενθύμισα καὶ σᾶς θυμίζω δύο νομοσχέδια γνωστά, ἀπὸ τὰς προηγουμένας συνόδους, τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν σύνδεσιν μὲ τὴν Ε.Ο.Κ. καὶ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὰς γεωργικὰς ἀσφαλίσεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν οὔτε εἰς 10 ὥρας, οὔτε εἰς 20 ὥρας—ἐὰν λοιπόν, μία Ἀντιπολίτευσις, λέγω, ἀντελαμβάνετο τυχὸν ὅτι κάμνουσα χρῆσιν ἡ Συμπολίτευσις, ἡ πλειοψηφία, αὐτῶν τῶν δυνατοτήτων ποὺ παρέχονται ἀπὸ τὸ τροποποιούμενον ἄρθρον, δὲν θὰ παρέχῃ ἐνδεχομένως εἰς θέματα χρήζοντα διεξωδικωτέρας συζητήσεως τὴν εὐχέρειαν αὐτήν, θὰ ἠναγκάζετο, ὄχι ἀπὸ λόγους κωλυσιεργίας, ἀλλὰ ἀπὸ λόγους στοιχειώδους ἀμύνης, νὰ ἐξαντλῇ τὸ 8ωρον καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ θέματα ποὺ ἠμποροῦσαν νὰ περάσουν ἄνευ συζητήσεως ἢ ἐντὸς ἡμισείας ὥρας, διὰ νὰ πείσῃ τὴν Συμπολίτευσιν νὰ μὴ λαμβάνῃ μέτρα εἰς τὴν ἀντίθετον περίπτωσιν. Δι’ αὐτὸ θὰ εἴπω, ὅτι ἀντὶ τοῦ προκρουστικοῦ συστήματος, θὰ ἔπρεπε νὰ υἱοθετήσωμεν τὸ σύστημα τῆς ὠργανωμένης συζητήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ κόμματα, ἐκ τῶν προτέρων συνερχόμενα ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου, δι’ ἀντιπροσώπων των νὰ προσδιορίζουν αὐτὰ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μιᾶς ἑβδομάδος ἢ ἑνὸς 15θημέρου καὶ τὴν διάρκειαν τὴν ὁποίαν διεκδικεῖ ἕκαστον καὶ κρίνουν ὅλα ὁμοῦ ὡς ἐπαρκῆ, διὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς θέματος. Θὰ ὑπάρχῃ ἀσφαλῶς καὶ ἄνεσις καὶ οἰκονομία χρόνου. Ὑπῆρξε διστακτικὴ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τὸ Σῶμα εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι πρόκειται περὶ μιᾶς καινοτομίας εἰς τὴν χώραν μας καὶ δὲν τὴν ἐδέχθη τότε. Χαιρετίζω τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ συναδέλφου κ. Καλλία, ὁ ὁποῖος καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα, νομίζω, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπιφέρει βελτιώσεις εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν ὡριμωτέρας μελέτης καὶ σκέψεως, ὑπάρχει ἐν παραγράφῳ 7, εἰς τὸ σχέδιον, μία ἀρχὴ εἰσαγωγῆς καὶ εἰς ἡμᾶς τοῦ θεσμοῦ τῆς ὠργανωμένης συζητήσεως. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν θεωρῶ ὡς καλὴν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ δοκιμασθῇ καὶ ἴσως μὲ τρεῖς, πέντε, μετὰ εἴκοσι δοκιμὰς θὰ πεισθῇ, ὅτι εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος διὰ νὰ ὀργανώνωνται αἱ συζητήσεις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν δὲν βλέπω διατί νὰ ὑπάρξῃ ἡ συμφωνία αὐτή, διατί νὰ μποῦν τὰ κατώτερα καὶ τὰ ἀνώτερα ὅρια. Προτείνω, δηλαδή, εἰς τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου νὰ φύγῃ «τοῦ μέχρι διπλασίου» νὰ φύγῃ τοῦ «μέχρι ἡμίσεος» διότι εἶναι δυνατὸν νὰ συναινοῦν, ὅτι χρειάζεται καὶ πέραν τοῦ διπλασίου, καὶ πέραν τοῦ τριπλασίου ὅπως εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὅλοι σύμφωνοι ὅτι δὲν χρειάζεται τρίωρον ἢ πεντάωρον ἀλλὰ χρειάζεται πολὺ ὀλιγώτερον δι’ ἕνα ἐπουσιῶδες θέμα. Καὶ ἐπίσης θὰ προτείνω νὰ διαγραφῇ καὶ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τῆς παραγράφου 7 τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραπῇ ὑπὸ τοῦ ¼. Τὸ διατί θὰ τὸ εἴπω ἐν συνεχείᾳ ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς 5ης παραγράφου. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία ἔχει κατὰ τὴν γνώμην μου ὡρισμένας παραλείψεις καὶ ὡρισμένα σημεῖα δεκτικὰ βελτιώσεως. Λ.χ. εἰς τὴν τελευταίαν σειρὰν τῆς πρώτης παραγράφου ἐκεῖ ποὺ λέγει «τοῦ πρώτου κατὰ σειρὰν ὑπογράφοντος ἑκάστης ἐπερωτήσεως βουλευτοῦ», νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ὀρθὸν καὶ σύμφωνον ἄλλως τε πρὸς ὅσα ἐφηρμόσθησαν κατ’ ἐπανάληψιν ἐδῶ νὰ εἴπωμεν «ἢ τούτου συναινοῦντος ἑτέρου τινὸς τῶν ὑπογραφόντων». Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό.
§26Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἀσφαλῶς.
§27Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐθεωρήθη, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ δύο ἀγαπητοὺς καὶ διακεκριμένους συναδέλφους, ἐθεωρήθη πέτρα σκανδάλου ἡ παράγραφος 2, μὲ τὰ περὶ εἰδικῶν ἀγορητῶν ἀναφερόμενα, πέτρα σκανδάλου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν παραβάσεως τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, ἢ καὶ τῆς συνταγματικῆς ἰσότητος. Ἡ ἰσότης δὲν σημαίνει ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κάνουν αὐτὸ τὸ ἔργον. Εἶναι ἱκανοποιημένη ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος καὶ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἀνωτάτων δικαστηρίων ἐὰν δὲν παρέχεται προνομιακῶς εἰς ὡρισμένα πρόσωπα ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἐκ περιτροπῆς ἀπὸ τὰ κόμματα νὰ ὁρίζωνται εἰδικοὶ ἀγορηταί. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἤθελα νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐδοκιμάσθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐξουσιοδοτήσεως. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ὅπου ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν, ὅπως ἐφαρμόζεται ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἀπέδωσεν χρήσιμον ἔργον. Διότι ἀντὶ τοῦ 10λέπτου ἢ τοῦ ¼ εἶναι δυνατὸν κάθε παράταξις συσσωρεύουσα τρόπον τινὰ τὸν χρόνον ποὺ θὰ ἠδύνατο ἀλλὰ ἀνεπαρκῶς διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ θέματος νὰ χρησιμοποιήσουν 5 βουλευταί της, δίδει εἰς ἕνα ἕκαστον ἐκ περιτροπῆς, θεωρούμενον κατάλληλον ἢ δυνάμενον νὰ προπαρασκευασθῇ, τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ τὰς ἀπόψεις αὐτῆς. Ἑπομένως, ἀπὸ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἀνισότης. Ὅπως δὲν ὑπάρχει ἀνισότης ὅταν ἕνα κόμμα ἐνδεχομένως θὰ ἔχῃ δύο εἰδικοὺς ἀγορητάς, διότι κάθε κόμμα ἔχει τὴν δυνατότητα καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἔλθῃ πρῶτο μὲ τὴν δύναμιν τοῦ ⅕. Δὲν ἔχει ἀνισότητα, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐφηρμόσθη δι’ ὅλους τοὺς βουλευτὰς καὶ δι’ ὅλα τὰ κόμματα. Ἐπειδή, ἐγένετο ἐπίκρισις τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ γενομένων, θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει ἕνα σκιῶδες Ὑπουργεῖον, δηλαδή, ἁρμοδίους διὰ κάθε κύκλον θεμάτων βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι σχεδὸν ἀποκλειστικῶς λαμβάνουν τὸν λόγον ὁ αʹ ἐπὶ θεμάτων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὁ ἄλλος ἐπὶ οἰκονομικῶν, ὁ ἄλλος ἐπὶ ἐσωτερικῶν, ὁ ἄλλος ἐπιμορφωτικῶν κ.ο.κ. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ ἀνησυχῇ κανέναν ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν τὸν ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν ὠφέλιμον καὶ προάγοντα τὰς συζητήσεις. Τώρα ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο θέμα οὐσίας εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάχρησις. Μία κατάχρησις αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύναται νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῆς ΕΡΕ, ὡς ἰσχυροτέρου κόμματος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Ἐδῶ θεσπίζομεν κανόνας ποὺ προβλέπουν ὅτι οἱονδήποτε κόμμα καὶ ἂν εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἢ εἰς τὴν Συμπολίτευσιν ἀνεξαρτήτως τῆς σειρᾶς τῆς δυνάμεώς του τὴν ὁποίαν ἔχει, δὲν ὑστερεῖ τῶν ἄλλων κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰς τὴν παράγραφον 3 λέγει, ὅτι ἐὰν αἱ ἐπερωτήσεις εἶναι πλείονες τῆς μιᾶς, ἢ ὑπάρχουν πλείονες ἐπερωτῶντες, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, τῶν ὁποίων ἀπεφασίσθη ἡ ταὐτόχρονος συζήτησις, πρῶτος θὰ εἶναι ὁ πρῶτος ὑπογράφων τὴν ἐπερώτησιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ προτεραιότης τῶν ἀγορητῶν καθορίζεται ἀπὸ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ δύναμιν ἑκάστου κόμματος.
§28Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔτσι εἶναι καὶ τὸ σχέδιον.
§29Η. ΗΛΙΟΥ. Ξεύρομεν τὴν πρακτικήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πολὺ σωστή. Εἷς βουλευτὴς ἢ μία παράταξις, συλλαμβάνει ἕνα θέμα, καταθέτει μίαν ἐπερώτησιν, εἶναι βέβαιον ὅτι ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ ἐπουσιώδους θέματος, ἐντὸς 10 ἡμερῶν πρὶν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν αὐτὴν ἡ ἐπερώτησις καὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, ὥστε νὰ ἐπωφεληθοῦν ὅλα τὰ κόμματα καὶ νὰ γίνῃ λόγος ἐπὶ ἑνὸς γενικωτέρου ζητήματος. Οὐσιαστικὰ εἶναι δυνατὸν ἕνα πολὺ μικρὸν κόμμα νὰ ἔχῃ συμφέρον ἢ τὴν πρωτοβουλίαν, νὰ καταθέσῃ μίαν ἐπερώτησιν. Ἐκ τοῦ λόγου δὲ αὐτοῦ καὶ ἄλλα κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μετὰ 10 ἡμέρας νὰ καταθέσουν ἐπερώτησιν τοῦ αὐτοῦ περιεχομένου. Ἐφ’ ὅσον θὰ καταθέσῃ καὶ τὸ μεγαλύτερον κόμμα ὁμοίαν ἐπερώτησιν διὰ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν συζήτησιν, τὸ μεγαλύτερον κόμμα θὰ πάρῃ τὴν ὥραν καὶ δὲν θὰ ἀφήσῃ εἰς τὸ μικρὸν κόμμα τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέρον ἰδιαίτερον, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψίν του.
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἔχῃ τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἐξ ἑκάστου κόμματος.
§31Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Νομίζω, κ. Ἠλιοῦ, ὅτι εἴχατε δεχθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι ἡ περίπτωσις καλύπτεται διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων περὶ εἰδικῶν ἀγορητῶν καὶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις. Πάντως, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, εἰς τὸ νὰ προστεθῇ καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον προτείνατε.
§32Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἴσος χρόνος διὰ κάθε ἐπερώτησιν δι’ ἕκαστον ἀγορητὴν ἑκάστου κόμματος. Εἰς τὴν παράγραφον 5 θὰ πρέπει νά «...(ἀναγινώσκει)...». Ἐν συνδυασμῷ καὶ πρὸς μίαν ἄλλην διάταξιν, ὅτι ὁ χρόνος τῶν διακοπῶν δὲν θὰ καταλογίζεται εἰς βάρος ἐκείνου εἰς τὸν ὁποῖον γίνονται αἱ διακοπαί. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνῃ κατοχύρωσις, διότι ἄλλως τε θὰ γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ πόσον εἶναι ὁ χρόνος. Δηλαδή, ἂν ὁ αʹ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ ἢ τῆς ΕΡΕ θὰ ὁμιλήσῃ τόσον ὅσο καλύπτεται τὸ 8ωρον. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ κατοχυρωθῇ ὥστε νὰ εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως ὥστε νὰ μὴ χάνωμεν περισσότερον καιρὸν μὲ διαφωνίας σχετικὰς περὶ τοῦ ἂν συνεπληρώθη 10ωρον ἢ 8ωρον. Δὲν θὰ εἶμαι σύμφωνος εἰς τὴν παράγρ. 6 τῶν ἀγορητῶν. Θὰ ἐπρότεινα ἀντὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς κατ’ ἐφαρμογὴν ἰσχυόντων ἀλλαχοῦ, νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουν διακεκριμέναι μερίδες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ λόγος δίδεται ἐναλλὰξ κατὰ τὴν τάξιν δυνάμεως τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων. Διότι πολλάκις συνέβη καὶ εἰς τὴν παράταξίν μας νὰ ἐγγραφοῦν 5–6 τῆς παρατάξεώς μας, καὶ εἴτε ἀπὸ τὴν Ε.Κ. παλαιότερον, εἴτε ἀπὸ τὴν ΕΡΕ σήμερον, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὁμιλητής, πρᾶγμα ποὺ δὲν συμφέρει οὔτε ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὴν προτεραιότητα. Ἂν ὑπάρχουν διακεκριμέναι μερίδες πρέπει ἡ ἐναλλαγὴ νὰ γίνεται κατὰ τὴν δύναμιν ἑκάστου κόμματος. Νομίζω, ὅτι μὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία, βελτιώνουσα αἰσθητῶς τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτή.
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πράγματι, αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προέτεινεν ὁ κ. Ἡλιοῦ εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ γίνουν δεκταὶ καὶ νὰ συμπληρώσουν τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει διατυπώσει ὁ κ. Καλλίας. Χαίρω διότι λαμβάνεται ὡς βάσις ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία. Ὁ κ. Καλλίας εἶχεν ἐργασθῆ καὶ πρὸ ἐτῶν συμβαλὼν εἰς τὸ καταρτισθὲν σχέδιον, ἀλλὰ διεπίστωσε καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν ὡρισμέναι βασικαὶ τροποποιήσεις. Ἐπίσης, πρέπει νὰ τονίσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἴδιος ἀνέφερεν ὅτι καὶ ὅταν ἡ ΕΡΕ ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶχε βασικὰς ἀντιρρήσεις διὰ τὴν τότε διατύπωσιν. Δύο εἶναι τὰ οὐσιώδη σημεῖα τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ποὺ ἐτέθη ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς καὶ τὴν καθιστᾷ δημοκρατικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς ἀδιάβλητον. Θὰ ἔπρεπε νὰ περιορίσωμεν τὴν πολυλογίαν, νὰ περιορίσωμεν τοὺς ἑαυτούς μας, ἀλλὰ δὲν πρέπει— ὡς εἶπεν ὁ κ. Καλλίας— νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Τί σημαίνει; Νὰ μὴ περιορίσωμεν τὴν οὐσιαστικὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ὅταν χρειαζώμεθα λόγῳ τοῦ θέματος νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἄλλως δὲν γίνεται παρὰ μόνον ἀστυνομικὴ ἐξάντλησις τοῦ θέματος, ἀστυνομικῶς ἐξαντλημένον τὸ θέμα, τότε νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Ὑπάρχει ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλείς. Εἰς τὸ σχέδιον τοῦ κ. Καλλία εἶναι ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς ἡ ὁποία ἔγκειται εἰς τὸ ἐὰν ὑποβάλουν ἀντιρρήσεις ὡρισμένοι βουλευταί. Ποῖοι; Ὁ κ. Καλλίας προτείνει τὸ ¼. Νομίζω, ὅτι πράγματι τὸ ¼ ἀποτελεῖ ἀριθμὸν οὐσιώδη. Κανένα κόμμα καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαθέτει εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν βουλευτὰς περισσοτέρους τοῦ ¼ δὲν εἶναι δυνατὸν εὐκόλως νὰ κάμῃ κάθε τόσον χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ μέτρου τῆς ἀναστολῆς, διότι ἀναστολὴ ἁπλῶς γίνεται τοῦ θεσμοῦ τῆς περαιωμένης συζητήσεως, ἀναστολή. Θὰ τὴν κάμουν ὅταν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία. Ὅταν ὅμως εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, συμμερίζομαι τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ἡλιοῦ, τότε δὲν πρέπει νὰ τὴν κάμουν μόνον, δι’ αὐτὸ εἶπον συμφωνῶ μὲ τὴν τροποποίησην τὴν ὁποίαν ἔκαμε, διὰ τῆς προσθήκης τοῦ ἡμίσεος ἀκόμη χρόνου, ἢ διπλασίου χρόνου, ἀλλὰ πρέπει ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι περισσότερον περατεταμένη ἡ συζήτησις. Πόσον αὐτὸ δὲν θὰ ἤθελα νὰ τὸ προτείνω αὐτὴν τὴν στιγμήν, χρόνον, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπισθῇ. Θὰ προτιμοῦσα εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ μὴ θεσπίσωμεν χρόνον, νὰ μὴ εἴπωμεν τὸν τριπλάσιον χρόνον, ἀλλὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς. Ἐὰν τὸ ¼ τῶν βουλευτῶν, τὸ ⅓ ἢ τὸ ⅕ θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κηρυχθῇ περαιωθησομένη ἡ συζήτησις, μετὰ ταῦτα πηγαίνομεν εἰς ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Δηλαδὴ τὴν διάταξιν τῆς ὀργανωμένης συζητήσεως νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐκ τῶν ὑστέρων. Ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ὀργανωμένη συζήτησις θὰ γίνεται ἐκ τῶν προτέρων. Θεωρῶ καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Καλλία ὡς ἐποικοδομητικήν. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐγὼ πιστεύω ὀργάνωσις τῆς συζητήσεως καὶ νὰ συμφωνήσουν ὅλοι, ὁ Πρόεδρος καὶ ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ συνέλθῃ διὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ ἑνὸς θέματος, εἴτε νομοθετικοῦ, ἢ ἐπερωτήσεως, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ὀλιγώτερος ὁ χρόνος, ἢ μεγαλύτερος, ἢ ἀφοῦ θὰ ἔχῃ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις καὶ τὸ ¼ τῶν βουλευτῶν ζητήσει νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, θὰ πρέπει νὰ συνέρχεται ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ λέγῃ ὅτι θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις εἰς δύο ἀκόμη συζητήσεις, εἰς χρόνον διπλάσιον, ἢ τριπλάσιον ἐκείνου ποὺ προβλέπεται ὑπὸ τοῦ σχεδίου Κανονισμοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητον. Ἡμεῖς ὡς Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐπιδείξωμεν τὴν ἀνωτάτην δυνατὴν ἐπιμέλειαν εἰς τὴν παρακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνωτάτην δυνατὴν προσοχὴν εἰς τὰ θέματα τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθοῦν. Ὅταν λέγω προσοχή, ἡ προσοχὴ ἐμπεριέχει καὶ τὴν δυνατότητα παρατάσεως τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ ἐπίσης ἐμπεριέχει τὴν δυνατότητα ἐπιταχύνσεως, ὅπως συνέβη μὲ τὰ τρία νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ὅταν δὲν πρέπει νὰ καθυστερήσῃ ἡ ἐπιψήφισις δὲν θὰ ἐγγραφοῦν πολλοί, δὲν θὰ δημιουργηθοῦν ζητήματα παρατάσεως τῆς συζητήσεως, κωλυσιεργία, ὅπως λέγεται συνήθως. Ἑπομένως λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς τῆς βασικῆς ἀρχῆς εἰς τὴν ὁποίαν πιστεύομεν, διότι πιστεύομεν ὅτι πρέπει τὰ κόμματα νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματός μας, ὄχι μόνον ὅταν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ὅταν δὲν εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐφ’ ὅσον ὁρμώμεθα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν θὰ πράξωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν διὰ νὰ μὴ γίνῃ κατάχρησις ἐκ μέρους μας αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς παράσχῃ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία. Ἀλλὰ ποῖον δικαίωμα μᾶς παρέχει; Τὸ δικαίωμα, διότι διαθέτομεν τὸ ⅓ τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ εἴπωμεν νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις. Καὶ τὸ δικαίωμα αὐτό, ὅπως εἶπον καὶ πρίν, σημαίνει ἀναστολὴν ἁπλῶς τοῦ θεσμοῦ τῆς περαιώσεως τῆς συζητήσεως. Δὲν σημαίνει ματαίωσιν τῆς περαιώσεως τῆς συζητήσεως, καὶ ἐπ’ ἄπειρον συζήτησιν. Ἑπομένως καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς ἀντιστρόφως. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ὑπάρχει ἡ ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς ὑπὲρ τῆς κανονικῆς καὶ ταχείας λειτουργείας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι μὲ βάσιν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλία καὶ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ κ. Ἠλιοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν ἀρκετὰ καλά. Καὶ θὰ ἴδωμεν εἰς τὴν πρᾶξιν πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος Κανονισμός. Ἀντιτείνουν ὡρισμένοι συνάδελφοι, καὶ ὁ κ. Ζορμπᾶς ἰδιαιτέρως καὶ ἂν δὲν ἀπατῶμαι καὶ ὁ κ. Κουτσοχέρας, ἀντεῖπον εἰς τὸ θέμα τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν. Δὲν νομίζω καὶ ἐγὼ κ. Κουτσοχέρα ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ἠλιοῦ, εἶναι ὀρθή.
§34Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τοὺς βουλευτάς.
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἔχω προσέξει αὐτό. Πάντως εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὄχι. Διότι τότε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάκρισις μεταξὺ Ὑπουργῶν, Ἀρχηγῶν κομμάτων καὶ βουλευτῶν δυναμένων τῶν πρώτων νὰ ὁμιλήσουν καὶ δὶς καὶ τρίς, ἀπεριορίστως. Νομίζω ὅτι ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς ἔχει τὴν ἑξῆς χρησιμότητα. Καλεῖται ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ ἢ τοῦ Κόμματος νὰ προετοιμασθῇ. Καλεῖται νὰ συλλέξῃ στοιχεῖα, καλεῖται νὰ ἑτοιμάσῃ ὁλόκληρον ντοσιὲ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ κάμῃ τὴν ὁμιλίαν του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν εἰσηγητήν, πρῶτον διότι ὑπάρχει μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἐνῷ ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις, γενικεύσεως συζητήσεως ἢ ἐπερωτήσεις κλπ. Δεύτερον: Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἑνὸς νομοσχεδίου, τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας νομίζω, ὅτι χρήσιμον εἶναι, πέραν τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ τῶν ἄλλων 10–15 συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ ὁμιλήσουν νὰ ὁρισθῇ εἷς, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι εἰδικὸς ἀγορητής. Δὲν ἀποδίδω σημασίαν ὅσην ἀποδίδει ὁ ἐφευρὼν τὴν διάταξιν —ἐγὼ τὴν εὗρον δὲν τὴν ἐφεῦρον— ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω καὶ τὸν λόγον διατὶ πρέπει νὰ ἀντιδράσῃ κανεὶς τόσον πολύ, ὅσον ἀντέδρασεν ὁ κ. Κουτσοχέρας ἢ ὁ κ. Ζορμπᾶς. Δὲν ἀποδίδω, βέβαια, οὐσιώδη σημασίαν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις περὶ τοῦ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ, θὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς περισσοτέρους θέλοντας καὶ μή. Πρῶτον: διότι ἐὰν ἀποφασίσουν οἱ περισσότεροι δὲν ἠμπορῶ νὰ διεκδικήσω τὴν ὑπεροχὴν τῆς μειοψηφίας. Διότι αὐτὸ εἶναι ἀντιδημοκρατικόν. Ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς, μέσα μου, πιθανὸν νὰ συμφωνήσω μαζί των. Παρακαλῶ νὰ τὸ σκεφθῆτε περισσότερον. Ἴσως εἶναι χρήσιμον. Ἐφευρέτης δὲν εἶμαι. Ὁ ἐφευρέτης τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ —καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω ποῖος εἶναι— προτείνει τὸν προσδιορισμὸν τοῦ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ εἰς τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς μοῦ φαίνεται. Διότι ὁ εἰδικὸς ἀγορητής, κ. Καλλία, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι εἶχε περιληφθῆ εἰς τὸ σχέδιον Κανονισμοῦ τοῦ 1961. Ἢ ὄχι;
§36Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἶχε περιληφθῆ.
§37Φ. ΠΙΤΟΥΛΗΣ. Ἐφαρμόζεται.
§38Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετέφερον ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θεσμόν. Δὲν εἶναι κακὸς θεσμός. Καὶ μάλιστα ἐὰν τὰ κόμματα εἶναι καλῶς ὠργανωμένα θὰ δίδουν τὴν εὐκαιρίαν τῆς προβολῆς βουλευτῶν, ὡς εἰδικῶν ἀγορητῶν, ὄχι μόνον εἰς ὡρισμένους τοὺς ὁποίους μονοπωλιακῶς θὰ προβάλλουν, ἀλλὰ εἰς περισσοτέρους, εἰς ὅλους ἢ δυνατόν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. Τ. Μιχαηλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§40Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις, διότι κατὰ ἕνα τρόπον ἀθέλητον ὑπῆρξα ἀφορμὴ ἑνὸς ρεκόρ, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη, διὰ μῆκος συζητήσεως ἐπερωτήσεως. Κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1957, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, εἶχον καταθέσει ὡς Κυβερνητικὸς βουλευτὴς τότε μίαν ἐπερώτησιν, ἀντιθέτως πρὸς τὰς θεωρίας τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Ζορμπᾶ. Ὅτι οἱ Κυβερνητικοὶ βουλευταὶ δὲν πρέπει νὰ ἐλέγχουν τὰς Κυβερνήσεις, εἶχα καταθέσει λέγω, μίαν ἐπερώτησιν, ἀναφερομένην εἰς τὰς τότε σχέσεις τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, πρὸς τοὺς ἀγρότας. Τὸ θέμα, φαίνεται, ὅτι εὑρῆκεν ἀνταπόκρισιν καὶ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον εἰς ὅλον τὸ Κοινοβούλιον. Εἶχε βεβαίως προηγηθῆ διάβημά μου πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, διὰ τὴν φυλάκισιν ἑνὸς ἀγρότου δι’ ὀφειλάς του πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, ὅστις διέταξεν ἀνακρίσεις, καὶ ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσίν μου τὸ πόρισμα αὐτῶν. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ αὐτὸ θὰ ἔκαμεν ὁ κάθε Ὑπουργὸς ἀφοῦ δὲν ἠμποροῦν αἱ Κυβερνήσεις νὰ ἔχουν, ὡς συμβούλους των ἢ ἀνακριτὰς τοὺς βουλευτάς, ἀλλὰ τὰς ὑπευθύνους Ὑπηρεσίας. Ἡ νοοτροπία ὅμως τῶν ὑπηρεσιακῶν παραγόντων εἶναι γνωστή. Πάντοτε θέλουν νὰ καλύπτουν τὰς εὐθύνας τῶν ὀργάνων των, καὶ ὅταν μὲ τὰς ἀνακρίσεις, ποὺ ἐνηργήθησαν, ἀντὶ νὰ ἐλεγχθῇ ὁ ὑπεύθυνος, ἐκαλύφθη ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπαλλήλου των. Ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς διήρκεσε σχεδὸν ἀπὸ τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς ἐκείνης, μέχρι τῶν θερινῶν διακοπῶν. Ἐπιζήμια δὲν ὑπῆρξεν ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεώς μου καὶ δεδομένου ὅτι ἀνεφέρετο εἰς θέμα ἀπασχολοῦν τὰ ⅝ τοῦ πληθυσμοῦ μας, τοὺς ἀγρότας, πολλαπλῶς ὠφέλησεν αὐτούς, διότι πολλὰ τρωτὰ ἀπεκαλύφθησαν ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις ΑΤΕ καὶ ἀγροτῶν καὶ χάρις εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, ἐλήφθησαν ἔκτοτε μέτρα ποὺ μετέβαλον τὴν νοοτροπίαν τῶν ὑπαλλήλων, τὸν τρόπον συναλλαγῶν καὶ τὰς ἐν γένει σχέσεις Ἀγροτικῆς Τραπέζης καὶ ἀγροτῶν. Συγκεκριμένως, ἕως τότε ἐνεφανίζετο ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ὡς ἀδυσώπητος καὶ ἀνεξέλεγκτος ἀφέντης τῶν ἀγροτῶν μετεβλήθη ἔκτοτε εἰς στοργικὴν μητέρα τοῦ ἀγρότου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκει πλέον πλήρη κατανόησιν καὶ ἐξυπηρέτησιν εἰς τὰ αἰτήματά του. Μὲ τὸν πρόλογον αὐτόν, θέλω νὰ καταλήξω εἰς τοῦτο: Ὅτι ἐπερωτήσεις, ἀναφερόμεναι εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸ ἐνδιαφέρον εὐρυτέρων μαζῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπιβάλλεται νὰ γίνονται καὶ νὰ ὑποστηρίζωνται ἀπὸ κάθε συνάδελφον, ἀσχέτως ἂν εἶναι Κυβερνητικὸς ἢ ἀντιπολιτευόμενος, διότι ἔτσι μόνον θὰ διορθώνονται κἄπως τὰ στραβά. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἡ οἱαδήποτε Κυβέρνησις θὰ λάβῃ γνῶσιν πολλῶν τρωτῶν, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζει, θὰ ἐφιστᾶ περισσότερον τὴν προσοχήν της καὶ θὰ λαμβάνῃ γνῶσιν πολλῶν τρωτῶν καὶ θὰ ἐπιμελῆται τῆς ἀποτροπῆς τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα γίνονται. Φέρω, λοιπόν, παράδειγμα, τὸ καπνικόν. Βλέπω εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀναφορῶν ἐπερωτήσεων περὶ τοὺς 80 ἐγγεγραμμένους. Διὰ νὰ εἶναι τόσον πολλοὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀρκετοὶ κυβερνητικοὶ καὶ πολλοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, σημαίνει ὅτι τὸ θέμα εἶναι γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος καὶ νοσεῖ. Ἐπὶ τοιούτων θεμάτων θὰ πρέπει νὰ παρέχεται πλήρης ἄνεσις εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐκφράζῃ τὰς σκέψεις του. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐκείνης, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ περιωρισμένου θέματος τῶν σχέσεων τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης πρὸς τοὺς ἀγρότας, νὰ ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ συναδέλφων θέματα ἄσχετα, ὡς περὶ Θηραϊκῆς γῆς, περὶ δασικοῦ πλούτου καὶ πολλὰ ἄλλα. Ἐὰν ἡ συζήτησις περιωρίζετο ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρετο ἡ ἐπερώτησις, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἐπὶ τόσον μακρὸν χρόνον εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, κ. Πρόεδρε, ἰσχύει ἕνας κανών. Εἰς ἀγορητήν, ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνει ὅσα ἄλλοι προηγουμένως ἀνέπτυξαν, ἀφαιρεῖται ἀμέσως ὁ λόγος. Ἂν τοῦτο ἐπιβληθῇ καὶ ἐδῶ, θὰ ἔχωμεν μίαν οἰκονομίαν χρόνου 40–50%. Ἡ ἄποψίς μου εἶναι ὅτι εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ὁ κάθε βουλευτής, πρέπει μὲ ἰδικόν του τρόπον νὰ ἀναπτύσσῃ τὰς σκέψεις του, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προάγεται τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ περιορίσῃ τοὺς ἀγορητὰς διὰ νὰ μὴ ἐκφεύγουν ἀπὸ τὸ θέμα. Ἐὰν αὐτὰ τηρηθοῦν, θὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ οἰκονομία χρόνου, ἀλλὰ καὶ γενικωτέρα ἐξυπηρέτησις τῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν σκοπῶν τοῦ Κοινοβουλίου.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ροδόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§42Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται νὰ εἴπω πολλά. Ἐπειδὴ ἠκούσθησαν ὑπό τινων ἀγορητῶν ὡρισμέναι παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ, ἤθελον νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ ἀντίληψις, ὅτι ὁ ὁρισμὸς εἰδικῶν ἀγορητῶν καὶ εἰσηγητῶν ὑπὸ τῶν κομμάτων δημιουργεῖ διάκρισιν τῶν βουλευτῶν εἰς πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας, εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένη. Κύριοι, ὁ ὁρισμὸς τῶν βουλευτῶν αὐτῶν θὰ γίνεται ὑπὸ τῶν κομμάτων, ἡ δὲ ὕπαρξις τῶν κομμάτων εἶναι ὀργανικὴ ἀνάγκη τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι ναὶ μὲν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀναφέρει, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ ὑπάρχουν κόμματα, οὔτε ὁ Κανονισμός, ἐν τούτοις ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ Κανονισμοῦ προϋποθέτει τὴν ὕπαρξιν κομμάτων. Συνεπῶς, ἐὰν τὰ κόμματα, ρυθμίζοντα τὰ καθ’ ἑαυτά, καθ’ ὃν τρόπον νομίζουν τὰ ἴδια, ὁρίζουν εἰσηγητὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θεωροῦν εἰδικούς, ὄχι ἱκανωτέρους τῶν ἄλλων, ἀλλὰ εἰδικοὺς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος, ἐπιφυλασσόμενα νὰ ὁρίσουν ἄλλους δι’ ἄλλο θέμα, δὲν βλέπω, ὅτι γίνεται καμμία διάκρισις. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, ὡς βουλευτής, δὲν θὰ ἐθιγόμην, ἐὰν ἐπὶ θεμάτων ἐκπαιδεύσεως π.χ. ἢ ἐπὶ θεμάτων Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας δὲν ὡριζόμην εἰσηγητής. Διότι τὰ κατέχω βεβαίως τὰ θέματα ταῦτα, ἀφοῦ εἶμαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τριάκοντα δύο ἔτη, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει δὲν ἔχω εἰδικευθῆ εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀξιῶ νὰ εἶμαι καὶ εἰδικὸς εἰσηγητὴς ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν ἀντὶ ἄλλων συναδέλφων εἰδικευμένων εἰς αὐτά. Εἶναι, ἑπομένως, πεπλανημένη ἡ ἀντίληψις, ὅτι ὁ ὁρισμὸς εἰσηγητῶν καὶ εἰδικῶν ἀγορητῶν ὑπὸ τῶν κομμάτων ἀποτελεῖ διάκρισιν τῶν βουλευτῶν καὶ μείωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὁρίζονται. Διετυπώθη καὶ μία ἄλλη ἄποψις, κύριε Πρόεδρε, καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, διότι ἀφορᾷ καὶ ὑμᾶς προσωπικῶς. Ὑπεβλήθη τροπολογία, νομίζω, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν ἐγγράφεται εἷς ρήτωρ, θὰ λαμβάνῃ καὶ ἀριθμόν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ἔχῃ βεστιάριον ἀγορητῶν, τὸ ὁποῖον μάλιστα νὰ κρατᾷ ὁ ἴδιος ὁ Πρόεδρος. Ἀποκλείεται, αὐτό. Ὁ Πρόεδρος εἶναι Πρόεδρος τοῦ Σώματος καί, ἂν ἐξελέγη παρὰ τὰς ψήφους τῆς μειοψηφίας ἢ μέρους τῆς μειοψηφίας, ἀναγνωρίζεται ὡς Πρόεδρος ὅλου τοῦ Σώματος. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ταπεινότητός μου, ὁμιλῶ περὶ ὑμῶν καὶ περὶ τῶν προκατόχων μου. Εἶναι δυνατὸν ποτὲ ὁ Πρόεδρος νὰ κάμῃ τοιαύτας παραβιάσεις, ὥστε νὰ ὑπάρχουν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νὰ χάνουν τὴν σειράν των καὶ νὰ μὴ ὁμιλοῦν καὶ νὰ κατοχυρωθοῦν οἱ βουλευταὶ κατὰ τοῦ τρίτου προσώπου τῆς Πολιτείας, ποὺ εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, δι’ ἑνὸς ἀριθμοῦ, ὅπως γίνεται εἰς τὸ βεστιάριον, ὅταν παραδίδῃ κανεὶς τὸ καπέλλο του ἢ τὴν ὀμβρέλλα του; Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ πρέπει νὰ ἐπικρατῇ πρῶτον σεβασμὸς καὶ ἑπομένως μεγαλύτερος σεβασμὸς πρὸς ὑμᾶς καὶ ὁ σεβασμὸς αὐτός, δηλαδή, ὁ πρὸς ὑμᾶς σεβασμός, εἶναι σεβασμὸς πρὸς ἡμᾶς ὅλους. Συνεπῶς ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ὄχι μόνον ἀνεδαφική, ἀλλὰ ἀποτελεῖ καὶ ἔλλειψιν στοιχειώδους κοινοβουλευτικῆς κατανοήσεως. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ τὴν καταπολεμήσω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ νομίζω καὶ σεῖς, δὲν θὰ ἔπρεπε λέγω, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ δεχθῆτε οὐδεμίαν παραχώρησιν. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι γίνονται εἰς τὸν λόγον, γίνονται ἐξ ἑνὸς καὶ μόνον αἰτίου: Ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχει ὁ συνταγματικὸς περιορισμὸς τῆς ἀπαρτίας, ὅταν πρέπει νὰ εἴμεθα πάντοτε ἐδῶ 100 καὶ συνήθως δὲν εἴμεθα. Πταίομεν ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ποὺ δὲν εἶναι ὁμαλὴ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν καὶ εἰς μίαν στιγμήν, διὰ μιᾶς ἐνστάσεως ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἀσκεῖτε τὰ προνομιακὰ μέτρα. Βεβαίως, νόμιμον ἢ μᾶλλον συνταγματικὸν εἶναι ὁ Πρόεδρος πάντοτε σχεδὸν νὰ τὸ προσέχῃ αὐτὸ καὶ νὰ μετρᾷ τοὺς παρόντας καὶ ἀναγκάζεται ὅμως νὰ ἔχῃ, μίαν, οὕτως εἰπεῖν, κατὰ συγκατάβασιν μυωπίαν, διὰ νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἑπομένως, ἐὰν ἐπιβάλλωνται οἱ περιορισμοὶ αὐτοί, ἐπιβάλλονται, διότι ὑπάρχει ὁ περιορισμὸς τῆς ἀπαρτίας, διότι ἂν δὲν ὑπῆρχε ὁ περιορισμὸς τῆς ἀπαρτίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴμεθα ἐλαστικώτεροι εἰς ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν. Θὰ ἤθελα ἀκόμη νὰ προσθέσω καὶ κἄτι ἄλλο, καὶ τὸ λέγω τοῦτο διὰ τοὺς νεωτέρους βουλευτὰς καὶ διὰ τὸν συμπαθῆ βουλευτὴν κ. Κουτσοχέραν. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ ὁ προορισμὸς ἡμῶν, δὲν εἶναι ἡ προβολή, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἔργον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ νομοθετῶμεν. Ὅταν δὲν νομοθετῶμεν καὶ ὅταν δὲν ἐλέγχωμεν δὲν ἐκτελοῦμεν τὸν προορισμόν μας. Ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι δευτερεύοντα. Τὸ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ προβολή, πρέπει νὰ γίνῃ, ἀλλὰ νὰ γίνῃ μετ’ ἀποδόσεως. Πρέπει λοιπὸν ἡ προβολὴ νὰ εἶναι, προβολὴ τοῦ συνόλου, νὰ ἀποδίδῃ δηλαδὴ ἡ Βουλή, καί, ἐὰν μέσα εἰς τὰ πλαίσια αὐτὰ διὰ τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ, διὰ τῆς ἀλληλεγγύης πρὸς ἀλλήλους δὲν γίνεται κατάχρησις τοῦ βήματος δι’ ἀγορεύσεων διαρκείας 2–3 ὡρῶν καὶ μάλιστα διὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἐνίοτε δὲν τὰ κατέχομεν. Τότε θὰ ἀγορεύετε περισσότερον. Εἶναι εὔλογον τὸ παράπονον τῶν διαμαρτυρομένων. Πταῖμε ὅμως ἡμεῖς οἱ ἴδιοι. Δι’ αὐτό, ἔρχεται ἀναγκαστικῶς ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως τῶν μέτρων αὐτῶν. Θεωρητικῶς, ὅσοι διεμαρτυρήθησαν ἔχουν δίκαιον. Ὅταν ὅμως ἐδῶ, πρέπει νὰ εἴμεθα 100 καὶ δὲν εἴμεθα, καὶ ὅταν ὁ ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, δὲν ξέρω διατὶ λησμονεῖ νὰ κατέβῃ, τί ἄλλο ἔχομεν νὰ κάμωμεν, παρὰ νὰ ἐπιβάλλωμεν τοὺς περιορισμοὺς ἀκριβῶς, διὰ τὸν ὁμιλητὴν περισσότερον ἔστω καὶ ἐπὶ ὀλιγώτερον χρόνον. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι τείνουν εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, καὶ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ καὶ μίαν λέξιν ἡ ὁποία εἶναι προσφιλὴς εἰς τὴν ἄλλην παράταξιν εἰς τὴν στερέωσιν τῆς Δημοκρατίας, δὲν ἀποβλέπουν παρὰ εἰς αὐτοὺς καὶ μόνον τοὺς σκοπούς. Διότι κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἔχωμεν ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν δὲν λάβωμεν μέτρα ὥστε νὰ προοδεύῃ τὸ ἔργον μας καὶ ν’ ἀποδίδῃ. Φρονῶ, ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἀντιρρήσεις οἱ κ.κ. συνάδελφοι εἰς τὴν λῆψιν αὐτῶν τῶν μέτρων. Διότι, ἐὰν λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὡρισμένας στατιστικάς, τότε θὰ ἴδητε, ὅτι ἐπερωτήσεις ἐκράτησαν ἐπὶ εἴκοσι συνεδριάσεις καὶ ἐπίσης νομοθετήματα ἐψηφίσθησαν εἰς δέκα ἓξ συνεδριάσεις. Εἶναι ἀπόδοσις αὐτή; Εἶναι ἐκτέλεσις τῆς ἐντολῆς τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωσεν ὁ λαός; Καὶ κινδυνεύει ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ ἡ Δημοκρατία, ἐὰν ληφθοῦν περιοριστικὰ μέτρα, ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀκροτήτων; Νομίζω ὄχι. Ἑπομένως, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία καθὼς καὶ τὰ ὅσα κατόπιν ὁ Πρόεδρος κ. Κανελλόπουλος προσέθεσεν — θὰ συμφωνήσω καὶ μὲ τὸν κ. Ἠλιοῦ, μολονότι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίθεσιν καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν παράταξιν τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ — νομίζω, ὅτι ὅλ’ αὐτὰ κατά τινα τρόπον ἐξεταζόμενα, ἠμποροῦν νὰ συμπληρώσουν τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον κατεθέσατε καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν ἐκεῖ ὅπου πρέπει, δηλαδὴ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὴν ἀπόδοσιν ὠφελίμου ἔργου. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται, κ. Πρόεδρε.
§43Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Τὸ λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουτσοχέρα, δὲν εἶναι προσωπικὸν τὸ θέμα, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ροδόπουλος σᾶς ἐτίμησε δι’ ὅσων εἶπε. Δὲν ἔχετε σειρὰν νὰ ὁμιλήσητε. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§45Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὅπως διεμορφώθη τὸ ἄρθρον 7 μὲ τὰς ἐν τῇ Διακομματικῇ Ἐπιτροπῇ ὑποστηριχθείσας καὶ ἐπενεχθείσας τροποποιήσεις προστατεύεται καὶ ἡ καλῶς νοουμένη ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ ἡ ἀπεραντολογία περιορίζεται. Ὅταν τὸ 1962 ἐγένετο πρότασις τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξα τότε διαφόρους τροπολογίας καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἀπόντα, δυστυχῶς, κ. Λυκουρέζον καὶ τὸν συνάδελφον κ. Ἀλαβάνον ἐδήλωσα, ὅτι ἂν περιελαμβάνοντο εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον 7 αἱ τροποποιήσεις αὗται θὰ τὸ ἐψήφιζον καίτοι ἀνῆκον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὑπεστήριξα τὸ 10λεπτον τῶν ἀγορεύσεων νὰ γίνῃ 20 λεπτὰ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδέχθη 15 λεπτὰ καὶ δὲν διαφωνῶ. Ἐζήτησα αἱ διακοπαὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ Ἀρχηγῶν Κομμάτων νὰ μὴ ὑπολογίζωνται καὶ φαλκιδεύουν τὰς ἀγορεύσεις τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἐπίσης ἐπειδὴ ἡ διάταξις τότε, ἔθεσεν εἰς μειονεκτικὴν θέσιν τὰ μικρὰ κόμματα ἐπὶ ἐπερωτήσεων ἐζήτησα ὅπως προτιμᾶται ὁ ἔχων τὴν προτεραιότητα κατὰ τὰς ἐπερωτήσεις. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς παρατάσεως τῶν συζητήσεων εἶχον ζητήσει νὰ κηρύττῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν ἡ Βουλὴ μετὰ συζήτησιν οὐχὶ μιᾶς ὥρας, ἀλλὰ δύο ὡρῶν καὶ ἐγένετο δεκτόν. Πράγματι, τὸ ἄρθρον 7 τῆς σημερινῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ περιλαμβάνει ἅπαντα τὰ αἰτήματα τὰ ὁποῖα προανέφερον δι’ ὃ προτείνω νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. Ὁ κ. Καλλίας καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ ὑπεστήριξαν καὶ προτείνουν τροπολογίας ἵνα μὴ γίνονται περιορισμοὶ τῶν συζητήσεων σὲ μεγάλα θέματα ὅπως σὲ περιπτώσεις νομοθετημάτων καὶ ἐπερωτήσεων τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζονται σοβαρὰ ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν ἑνὸς κόμματος. Ἡ προσθήκη τοῦ κ. Καλλία «περαίωσις τῆς συζητήσεως... (ἀναγινώσκει)...», ἐπὶ προϋπολογισμοῦ λ.χ. τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἀναθεωρητικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος δέον νὰ μὴ ἔχῃ χρονικὸν περιορισμὸν εἶναι συζητήσιμος καὶ τὴν υἱοθετῶ. Ἡ ἄποψίς μου εἶναι νὰ δεχθῶμεν τὴν προσθήκην, ὅμως δὲν συμφωνῶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς παρ. ποὺ ὁ τέως Ὑπουργὸς λαμβάνει κάθε στιγμὴν τὸν λόγον ὡσὰν νὰ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ θέματος, διότι ἀρκούντως προστατεύονται καὶ οἱ τέως Ὑπουργοὶ διὰ τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 19. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 7 περὶ καθωρισμένου χρόνου τῶν συζητήσεων, δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον, διότι πάντοτε ὁσάκις ὑπῆρξαν θέματα σοβαρὰ πρὸς συζήτησιν ἐγένοντο συμφωνίαι περὶ παρατάσεως τῶν συζητήσεων καὶ οὕτω τὰ θέματα ἐλύοντο. Ἄνευ συμφωνίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ καθωρισμένου χρόνου συζήτησις. Συνεπῶς, δὲν πρέπει νὰ τεθοῦν περιορισμοί. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 ἔχει καλῶς διατυπωθῆ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλοι μας συμφωνοῦμεν, ὅτι ὁ Κανονισμός, πρέπει νὰ τροποποιηθῇ καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ἵνα αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος γίνουν κατὰ ταχύτερον καὶ πλέον εὔρυθμον τρόπον. Ὅταν ὅμως παρεμβάλλωμεν ἐμπόδια ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν πλείστας ὅσας τροπολογίας καὶ προσθήκας, κινδυνεύομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ προηγούμενον καθεστώς, τότε διατὶ χάνομεν πολύτιμον χρόνον συζητοῦντες.
§46Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον μαζὶ μὲ τὸν κ. Ροδόπουλον. Συνεπῶς, μετὰ τὸν κ. Ροδόπουλον, ἔπρεπε νὰ μοῦ εἶχε δοθῆ ὁ λόγος.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, δὲν ἔχετε σειρὰν νὰ ὁμιλήσητε, διότι ὁ κ. Ροδόπουλος, ὡμίλησε κατόπιν συμφωνίας μετὰ τοῦ κ. Πιτούλη, ὁ ὁποῖος τοῦ παρεχώρησε τὴν σειράν του. Ὁ κ. Φ. Πιτούλης, ἔχει τὸν λόγον.
§48Φ. ΠΙΤΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ γενομένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον ὑλοποιεῖ τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπὸ κρίσιν προτάσεως, ὀφείλεται εἰς μίαν δυσπιστίαν ὅλων ἡμῶν πρὸς ὅλας τὰς πλευράς. Καὶ διερωτᾶται τις, ἐὰν αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις ἀποβλέπουν εἰς τὴν διασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου εἰς περίπτωσιν καταχρήσεων ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου, διατὶ νὰ μὴ γίνεται ἡ σκέψις, ὅτι καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβερνητικὴ πλειοψηφία θὰ πρέπει νὰ φοβοῦνται κωλυσιεργίαν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Ἐλέχθη ὅτι ἡ δυνατότης κηρύξεως ὡς περαιωμένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ ἑνὸς θέματος μετὰ ἓν ὀκτάωρον εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς περιστολὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ὅταν πρόκειται περὶ σπουδαίων θεμάτων. Ἀλλὰ κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι δυνητική. Διατὶ νὰ διατυπώνεται δυσπιστία ὅτι ὁ Πρόεδρος θὰ κηρύξῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν μετὰ ὀκτάωρον καὶ ὅταν τὸ θέμα χρήζῃ περαιτέρω συζητήσεως; Ἀσφαλῶς εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας τὸ Προεδρεῖον δὲν θὰ κηρύξῃ περαιωμένην τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ θὰ ἀφήσῃ τὴν συζήτησιν νὰ προχωρήσῃ διὰ τὴν πλήρη διαλεύκανσιν τῶν διαφόρων ἀπόψεων. Ἐὰν παρὰ ταῦτα οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐπιμένουν εἰς αὐτήν, διότι δυσπιστοῦν πρὸς τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Προεδρείου καὶ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, τότε δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ μὴ δυσπιστῇ καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἡ Κυβερνητικὴ παράταξις ὅτι τῶν διατάξεων δὲν θὰ γίνῃ καλὴ χρῆσις, ἀλλὰ ἁπλῶς θὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ τὴν ἄσκησιν κωλυσιεργίας ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱαδήποτε περιοριστικὰ μέτρα τοῦ λόγου καὶ ἂν λάβωμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ταῦτα ὡς ἀποβλέποντα εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου, διότι ὁ λόγος καὶ ἡ διαφώτισις εἶναι συμφυῆ μὲ τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὁ δὲ παραδεχόμενος, ὅτι ὁ περιορίζων τὸν λόγον ἀποβλέπει ὡς σκοπὸν εἰς τὸν περιορισμὸν αὐτοῦ κατ’ ἀνάγκην ἀρνεῖται αὐτὸν τοῦτον τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ὁ περιορισμὸς τοῦ λόγου καὶ ἡ ταχυτέρα διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀπόδοσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατυπωθεῖσαν πρότασιν, ὅτι ὁ ἐγγραφόμενος νὰ ὁμιλήσῃ βουλευτὴς πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἀριθμὸν ὥστε νὰ ἀποκλείεται ἡ περίπτωσις μεταβολῆς τῆς σειρᾶς τῶν ὁμιλητῶν, νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ πρότασις ἀποτελεῖ μίαν ἐκδήλωσιν τῆς δυσπιστίας τῶν πάντων πρὸς πάντας. Ὁ κ. Ροδόπουλος εἶπε, κύριε Πρόεδρε, μὲ τί θὰ ὡμοίαζε ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς.— Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια. Θέλω μόνον νὰ σημειώσω, ὅτι ἡ δυσπιστία αὐτὴ προέρχεται ἀπό τινας συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ των νὰ προβληθοῦν καὶ νὰ ἀναγραφῇ ἡ ὁμιλία των εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς ἑπομένης, προσπαθοῦν νὰ ὁμιλήσουν πρῶτοι. Ἡμεῖς οἱ ὑπόλοιποι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιζητοῦμεν τὴν προβολήν μας, ὁμιλοῦμεν ὁποτεδήποτε μᾶς δοθῇ ὁ λόγος. Κατόπιν τούτων φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον θὰ πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς διετυπώθη ἐκ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Φρονεῖ ὁ κ. Καλλίας, ὅτι τὸ 15λεπτον εἶναι ὀλίγον διὰ νὰ διατυπώσῃ ὁ βουλευτὴς τὰς ἀπόψεις του καὶ προτείνει νὰ γίνῃ 20λεπτον. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ἀρκεῖ ἕνα 15λεπτον νὰ διατυπώσῃ ὁ βουλευτὴς μίαν γνώμην, νομίζω, ὅτι διὰ τὸν βουλευτὴν τοῦτον δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ οὔτε τὸ 20λεπτον, οὔτε καὶ τὸ ἡμίωρον ἀκόμα. Οἱ περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι καθιεροῦνται μὲ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν θὰ συντελέσουν μόνον εἰς τὴν μεγαλυτέραν ἀπόδοσιν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀπόκτησιν μιᾶς πνευματικῆς ὑπερηφανείας τῶν βουλευτῶν συνισταμένης εἰς τοῦτο. Ὄταν ἓν ἐπιχείρημα ἀνεπτύχθη ὑπό τινος βουλευτοῦ, φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπανάληψις τούτου ὑπὸ ἄλλου βουλευτοῦ ὑποβιβάζει τὴν πνευματικὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ δευτέρου. Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρον ὡς ἐπροτάθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὰ περὶ ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως περὶ εἰδικῶν ἀγορητῶν, νομίζω, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρουν. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα περὶ τούτου ἀνέπτυξαν οἱ ἄλλοι συνάδελφοι.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§50Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Μόνον δύο λέξεις θὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Θὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν. Ἀπεδώσαμεν, κατὰ τὴν γνώμην μου, μεγάλην σημασίαν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων καὶ ἐπιστεύσαμεν, ὅτι τοῦτο θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Λόγῳ τῆς μακρᾶς θητείας μου εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἔχω ἀποκτήσει πεῖραν ἐπὶ τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ θὰ ἤθελα, κ. Πρόεδρε, νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν Βουλὴν τοῦ 1946, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεὶς περιορισμὸς τῶν ἀγορεύσεων ὑπῆρχε καὶ ἡ ὁποία, παρὰ ταῦτα, ἀπέδωσε τὸ μεγαλύτερον νομοθετικὸν ἔργον, ἐν συγκρίσει μὲ ὅλας τὰς ὑπολοίπους Βουλάς, ἐνῷ ὑπῆρχε πληθώρα κομμάτων. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν καλὴν ὀργάνωσιν τῶν κομμάτων τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ εὔρυθμος λειτουργία τῆς Βουλῆς δὲν ἐπηρεάζεται ποσῶς ἐκ τῆς χρονικῆς διαρκείας τῆς ὁμιλίας τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ ἐξαρτᾶται κατὰ κύριον λόγον ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν τῶν κομμάτων καὶ πρὸ πάντων ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ κατευθύνῃ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς ὅπως θέλει καὶ ἐκεῖ ὅπου θέλει. Ἐπὶ συζητήσεων σοβαρῶν θεμάτων, ὅπως εἶναι λ.χ. αἱ προτάσεις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ διεπιστώσετε, κ. Πρόεδρε, μελετῶντες τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων, ὅτι ἐκ τῶν 300 βουλευτῶν ἔλαβον τὸν λόγον μόνον 20 ἢ 30 καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ὁμιλήσουν, διότι τὸ 5θήμερον κατελαμβάνετο συνήθως ἀπὸ τὰς ὁμιλίας τῶν Ὑπουργῶν. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ κατάχρησις τοῦ βήματος ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν; Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς τοῦ λόγου θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ. Ἐπειδή, ὅμως, βλέπω, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ Σώματος ἔχει ταχθῆ ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων τῶν βουλευτῶν, θὰ παρεκάλουν νὰ ὁρισθῇ τοὐλάχιστον τὸ ἡμίωρον. Τὸ ἕνα τέταρτον εἶναι λίαν ἀνεπαρκὲς διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ βουλευτὴς νὰ διατυπώσῃ πλήρως τὴν γνώμην του, ἐπὶ ἑνὸς σοβαροῦ θέματος. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι καὶ ὁ διατυπώσας ἐπερώτησιν βουλευτὴς καὶ ὅταν ἕπεται ἄλλου ἐπερωτῶντος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, θὰ πρέπει νὰ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὅσον χρόνον δύναται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ τὸ πρῶτον καταθέσας ἐπερώτησιν βουλευτής. Δυνατόν, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην νὰ λέμε πολλά, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀνηρτημένον μὲ τὴν φύσιν τοῦ δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος. Δὲν βλάπτει δὲ οὔτε παρακωλύει τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Δημοκρατίας. Ἀντιθέτως, ὁ βουλευτὴς περιορίζεται εἰς τὸ δικαίωμα ποὺ τοῦ παρέχεται ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ἐκδηλώνῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος κατὰ τρόπον ἄνετον τὸ ἐνδιαφέρον του διὰ τὰ θέματα ποὺ ἐνδιαφέρουν τοὺς ἐκλογεῖς του.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον.
§52Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τακτικώτατα ἀκούομεν καὶ διαβάζομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς παρουσιάζουν τὰ ἑδώλια κενά, καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ ψέξω κανέναν, διότι ἐξ ἀνατροφῆς μοὶ εἶναι ἀπηγορευμένον, θεωρῶ χρέος μου νὰ εἴπω καὶ νὰ τονίσω, ὅτι ἀποδίδω τοῦτο εἰς τὴν πολυλογίαν καὶ τὴν ἀπότοκον ταύτης φλυαρίαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίσωμεν, ἐκ πείρας τοὐλάχιστον δικανικῆς, ὅτι ὅταν ἕνας ρήτορας ἱκανὸς ὁμιλῇ, οἱ ἑπόμενοι δυσκολεύονται εἰς τὸ νὰ ἐπιλέξουν εἰς τὸ ὅσα δὲν εἶπεν ὁ ἱκανὸς ἐκεῖνος ρήτωρ. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκούομεν συχνότατα εἰς τὰ Δικαστήρια δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι λέγουν εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅτι «τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω νὰ εἴπω, διότι τὰ πάντα ἐλέχθησαν». Συνεπῶς, τῶν πραγμάτων ἐχόντων οὕτως, κρίνομεν σκόπιμον νὰ εἴπωμεν τὰ ἑξῆς: Ὀρθῶς ἔχει τεθῆ τὸ συζητούμενον ἄρθρον 7, διότι κατ’ οὐδὲν ἀναιρεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἀλλὰ τοὐναντίον, θεσμουργεῖται κατὰ τρόπον ἔξοχον. Ἀλλὰ θὰ ἦτο καὶ πάλιν ἢ ἄτοπον ἐὰν δὲν ἐτονίζετο, ὅτι ρητῶς ἀναφέρεται ὁ χρόνος καὶ λέγεται καὶ πολὺ ὀρθῶς, ὅτι ἕνα 8ωρον εἶναι παντελῶς καὶ προφανῶς ἀρκετόν. Ἔλεγον οἱ πρόγονοί μας, ὅτι καλοὶ λόγοι εἶναι οἱ βραχεῖς. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συμπεπυκνωμένον ὕφος ὁμιλεῖν ἀνάγεται εἰς τοὺς γνώστας τῶν θεμάτων. Ὁ μὴ γνωρίζων τὸ θέμα μακρυλογεῖ καὶ πελαγοδρομεῖ. Ἐάν, λοιπόν, ἐξετάσωμεν τί τοῦτο σημαίνει καὶ πόσον νομοθετικὴν ἐργασίαν μέχρι τοῦδε, ἐκάμομεν, θὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὀρθῶς προσπαθοῦμεν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ περιορίσωμεν τὰ πράγματα καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἔργον αὐτό, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κ. Ροδόπουλος, προηγουμένως. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι καὶ ὁ θεσμὸς τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν εἶναι ἀναγκαῖος, διότι ὡς ὀρθῶς εἴπατε προηγουμένως εἰς τὸν κ. Κουτσοχέραν, ὁ ὁποῖος ἐνόμισε —γνώμη του ἄλλωστε— ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου δημιουργεῖται προνόμιον τοποθετήσεως καὶ ἐμφανίσεως βουλευτῶν, ὄχι διότι τὸ κόμμα θὰ ὁρίζῃ ἑκάστοτε ἀγορητὰς διὰ τὸ κάθε θέμα, λαμβάνον ὑπ’ ὄψει τὸ ἔργον τῶν βουλευτῶν. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ; Θὰ πραγματεύεται ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς τὸ θέμα, θὰ συγκεντροῦται ἡ προσοχή του, θὰ καθίσταται ἐπιμελὴς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅλοι θὰ ὁμιλοῦν. Καὶ πέραν τούτου ὁ καθορισμὸς χρόνου, ὡς τοῦ ἑνὸς τετάρτου πχ., νομίζω, ὅτι καλῶς τίθεται. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι οὕτω τοῦ θέματος τιθεμένου καὶ ψηφιζομένου θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐμφανίσωμεν ἔργον, διότι τί μέχρι τώρα ἐπὶ ἕξη μῆνας ἐκάμαμεν; Νομίζω τίποτε. Νομίζω κατόπιν ὅλων αὐτῶν, ὅτι θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7, τὸ συζητούμενον, ὡς καλῶς ἀπολύτως ἔχον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἔχει τὸν λόγον.
§54Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω διὰ πρώτην φορὰν καὶ δὲν μοῦ δίδετε τὸν λόγον, ἐνῷ ὁ κ. συνάδελφος θὰ δευτερολογήσῃ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, ὄντως ὁ κ. Γιαννούσης ἐζήτησε νὰ δευτερολογήσῃ. Τὸν παρακαλῶ νὰ ἀφήσῃ τοὺς ἄλλους συναδέλφους νὰ ὁμιλήσουν, διότι εἶναι ἑπόμενον νὰ ζητήσῃ ἐκ νέου τὸν λόγον.
§56Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ καθήσω ἕως τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἐδῶ, ἀλλὰ κατὰ ποίαν ἔννοιαν θὰ ὁμιλήσῃ ἕτερος συνάδελφος διὰ δευτέραν φορὰν καὶ ἄλλοι δὲν θὰ ὁμιλήσουν καθόλου;
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, κ. Γιαννούση, ὅτι ἡ Βουλὴ δικαίως ἐξεδήλωσε αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀκουσθοῦν οἱ διὰ πρώτην φορὰν ὁμιλοῦντες, διότι εἶναι ἑπόμενον νὰ ἀκούσετε καὶ ἄλλας γνώμας, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ θελήσετε νὰ τριτολογήσετε ἴσως.
§58Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀπησχόλουν καθόλου τὴν Βουλὴν ἐὰν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ, τηρῶν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμοιβαιότητος, διότι πολλάκις ἐζήτησε διακοπὴν ἐκ μέρους μου καὶ πάντοτε τοῦ τὴν ἔδωσα, μοῦ ἔδιδε διακοπὴν διὰ νὰ τὸν διορθώσω ἐπὶ ὅσων εἶπεν. Εἶπεν ὁ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἄνισος μεταχείρισις καὶ διαφορὰ ἄλφα καὶ βῆτα κατηγορίας βουλευτῶν ὁσάκις δίδεται μείζων χρόνος εἰς τὸν εἰδικὸν ἀγορητὴν ἀπὸ τὸν μὴ εἰδικὸν ἀγορητὴν βουλευτὴν καὶ ἐπεκαλέσθη τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἄποψιν αὐτήν. Φοβοῦμαι, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν μὲ ἐτίμησε διὰ τῆς προσοχῆς του, διότι ὅσα εἶπα ἐγὼ περὶ ἀνίσου μεταχειρίσεως δὲν ὠφείλοντο εἰς τὴν διάκρισιν μεταξὺ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ καὶ ἄλλου βουλευτοῦ, ἀλλὰ εἰς τὴν ἄνισον μεταχείρισιν τοῦ βουλευτοῦ, τοῦ οἱουδήποτε, ἀκόμη καὶ τοῦ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ, ἔναντι τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁποῖον ἐτόνισα, προφανῶς ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος δὲν μὲ ἐπρόσεξε. Διότι ὅπως ἔχει ἡ διάταξις, ὁ οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς δικαιοῦται ὁσάκις θέλει νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπασχολῇ ἐπὶ ὅσας ὥρας θέλει τὴν Βουλήν, ἐνῷ ὁ βουλευτὴς δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἅπαξ ἢ δὶς καὶ μόνον ἐπὶ ἕνα τέταρτον. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἄνισος μεταχείρισις καὶ ἡ δημιουργία ἄλφα καὶ βῆτα κατηγορίας βουλευτῶν, διότι ὁ οἱοσδήποτε κ. Ὑπουργὸς δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἶναι Ὑπουργὸς δὲν σημαίνει, ὅτι ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ τέσσαρας ὥρας καὶ ἐγὼ νὰ τὸν ἀντικρούω ἐπὶ ἕνα τέταρτον. Ἐκεῖ ἔγκειται ἡ ἄνισος μεταχείρισις, εἶναι πολύ, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ, ἡ ἔκφρασις, εἶναι πολὺ δουλοπρεπὴς ἡ ἀντίληψις αὐτή, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι νοητὸν ἕνας Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ μείζονα δικαιώματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἡ ὁποία λέγεται Κοινοβούλιον καὶ σύγκειται ἐκ βουλευτῶν καὶ μόνον. Δὲν εἶναι νοητὴ καμμία διάκρισις ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου, δὲν ὑπάρχει καμμία διάκρισις τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ Συντάγματος μεταξὺ βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ἀνισότης, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, θέλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Τὸ προέχον, δὲν εἶναι ὁ νόμος, σημασίαν ἔχει ἡ καλὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν ποτὲ νὰ ἑδραιώσωμεν ἕνα νόμον ἐὰν δὲν ἑδραιώσωμεν προηγουμένως ὡς πεποίθησίν μας τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβώμεθα τὸν νόμον αὐτό. Τὸ λέγω αὐτό, διότι καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐψηφίζετο ἡ διάταξις αὐτὴ ὡς ἔχει ἢ ὅπως τὴν θέλει ἡ Κυβέρνησις, ἂς μὴ νομισθῇ, ὅτι διασφαλιζόμεθα ἀπὸ τὴν κωλυσιεργίαν ἐὰν τυχὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις θελήσῃ νὰ κωλυσιεργήσῃ. Ὑπάρχουν χίλια δύο παράθυρα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἠμποροῦσε νὰ κωλυσιεργήσῃ. Βεβαίως, ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ ἀκολουθήσωμεν παράδειγμα παρελθόντος καὶ νὰ κωλυσιεργήσωμεν, ἀλλὰ τὸ θέμα εἶναι ἀκριβῶς αὐτό, τὸ νὰ ἐφαρμόζωνται πάντοτε οἱ νόμοι, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπὶ παραδείγματι γίνεται συνεδρίασις ἐνώπιον 49, τοὺς ἐμέτρησα, βουλευτῶν κατὰ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκεῖ δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ καμμία διαμαρτυρία οὔτε ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν, οὔτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ὅταν θὰ ὑπάρχῃ παράβασις μιᾶς διατάξεως ἐπουσιώδους ἐν σχέσει μὲ αὐτό, φοβοῦμαι, ὅτι ἀμέσως θὰ γίνῃ χρῆσις τῆς διατάξεως, θὰ γίνῃ ἐπίκρισις καὶ ἐκεῖ πλέον θὰ γίνῃ ἡ καταπίεσις μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἤθελα νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐπανέρχομαι ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχα τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω ἐν ἀρχῇ: Εἰς τὰ δικαστήρια, ὅπου κατ’ ἐξοχὴν ἀσκεῖται ὁ προφορικὸς λόγος, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ ἀφαιρῇ τὸν λόγον ὁσάκις γίνεται κατάχρησις αὐτοῦ καὶ ὁσάκις ὁμιλεῖ ὁ ρήτωρ ἐκτὸς θέματος ἢ ἐπαναλαμβάνει λεχθέντα ἤδη πράγματα. Αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ μόνον ἐὰν θεσπισθῇ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ πλῆρες ἐχέγγυον διὰ τὴν ἔχει τὸν λόγον.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Ὁ κ. Α. Ρουσόπουλος.
§60Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδέχθημεν ὅλοι ἤδη τὸν περιορισμὸν τῶν ὁμιλιῶν εἰς ἡμίσειαν ὥραν. Αὐτὸ εἶναι πράγματι ἀπολύτως χρήσιμον, διότι, πρῶτον, εἰς ἡμίσειαν ὥραν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ εἴπῃ τὰ σπουδαιότερα πράγματα καί, δεύτερον, διότι θὰ ἐπιταχυνθοῦν αἱ ἐργασίαι, τὸ ὁποῖον καὶ ἐπιδιώκομεν. Ἀνέφερεν ὁ κ. Ροδόπουλος περιπτώσεις συζητήσεων ἐπὶ 17 ἕως 20 ἡμέρας ὅταν, βεβαίως, αἱ ἀγορεύσεις τῶν ὁμιλητῶν διαρκοῦν ἐπὶ τρεῖς ἕως καὶ τέσσαρας ὥρας πολλὰς φοράς, εἶναι ἑπόμενον αὐτό. Ἤδη περιορίζομεν εἰς τὸ ἕνα ἕκτον τὰς ὁμιλίας, ἀπὸ τρεῖς ὥρας εἰς ἡμίσειαν ὥραν. Αὐτὸ εἶναι ἐπαρκές. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀσφάλεια, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν διὰ τὴν ἐπιτάχυνσιν καὶ τὴν μεγαλυτέραν ἀπόδοσιν τῶν ἐργασιῶν. Δυστυχῶς, ὅπως γίνεται πολλὲς φορές, ὅταν πᾶμε νὰ διορθώσωμεν κἄτι προχωροῦμεν εἰς ὑπερβολὴν καὶ ἀντὶ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἡμιώρου προχωροῦμεν εἰς μίαν ὑπερασφάλειαν, τὴν ὑπερασφάλειαν τοῦ ὁρισμοῦ τῆς διαρκείας τῶν συζητήσεων διὰ κἄθε θέμα εἰς ὀκτὼ ἕως δέκα ὥρας. Αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα ἐπικίνδυνον, διότι ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐξαντληθοῦν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ περιορισθοῦν μόνον εἰς ὀκτὼ ἕως δέκα ὥρας. Ἐκ τοῦ λάθους τοῦ ὅτι εἰσάγομεν τὴν ὑπερασφάλειαν αὐτὴν συνωμολογήσαμεν τοῦτο καὶ ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὸ νὰ κάμνωμεν μίαν ἀντασφάλειαν, δηλαδὴ τὸ ἕνα τρίτον ἢ τὸ ἕνα τέταρτον τῆς Βουλῆς εἴτε ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν κομμάτων κλπ. νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ τὸ ὀκτάωρον ἢ τὸ δεκάωρον. Μία πολύπλοκος διάταξις, ἕνας πολύπλοκος Κανονισμὸς περιττεύει. Τὸ καλύτερον εἶναι νὰ καταργήσωμεν καὶ τὴν ὑπερασφάλειαν καὶ τὴν ἀντασφάλειαν. Τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ γίνῃ δεκτὸς ὁ περιορισμὸς τοῦ ἡμιώρου, διὰ τὰς ἀγορεύσεις καὶ ἂν ὑπάρχῃ μία πολὺ σοβαρὰ ἀγόρευσις ἡ Βουλὴ νὰ ἀνεχθῇ δέκα λεπτὰ παραπάνω κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐὰν πρόκειται νὰ εἴπῃ τις κἄτι τὸ πολὺ σοβαρόν. Γενικῶς νὰ δεχθῶμεν τὸν περιορισμὸν εἰς τὸ ἡμίωρον καὶ νὰ καταργήσωμεν τὸν περιορισμὸν τῆς ὁμιλίας ἑκάστου βουλευτοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ πολύπλοκα πρέπει νὰ ἀποφεύγωνται καὶ νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἁπλότητα, διότι ἔχομεν συνηθίσει εἰς τὴν φλυαρίαν, νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ἡμίωρον χωρὶς καμμίαν ἄλλην μεταβολήν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε. Ὁ κ. Α. Πρωτοπαπαδάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§62Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλία. Νομίζω, ὅτι εἶναι πληρεστέρα ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τοῦ σχεδίου. Ὑπάρχουν καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου καὶ εἰς τὴν τροπολογίαν, δύο κατηγορίαι περιορισμοῦ τῶν συζητήσεων. Ἡ μία ἀναφέρεται εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν βουλευτῶν καὶ ἡ ἄλλη εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τοῦ συνόλου τῶν συζητήσεων. Καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῶν ἀγορητῶν, αὐτὸ εἶναι ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν ὅλοι καὶ ἔχει ἐφαρμοσθῆ ἰδίᾳ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Νομοθετικῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἔχει λειτουργήσει. Διερωτῶμαι, ὅμως, πῶς εἶναι δυνατὸν πρακτικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ τὸ ὀκτάωρον ἢ τὸ δεκάωρον; Δέχομαι τὴν παρατήρησιν, φυσικά, τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἤθελον, ὅμως νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ ὀκταώρου ἢ τοῦ δεκαώρου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνεται μία συνεδρίασις —καὶ ἐδῶ ζητῶ τὴν προσοχὴν ἰδιαιτέρως τοῦ συναδέλφου κ. Κουτσοχέρα— θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρατείνεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ὀκτάωρον ἢ δεκάωρον; Θὰ εἶναι δηλαδὴ δυνατὸν τὸ Προεδρεῖον, ἡ Κυβέρνησις, ὑποστηριζομένη ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν νὰ καθήσῃ καὶ νὰ λύσῃ ἕνα θέμα εἰς μίαν συνεδρίασιν, ἡ ὁποία θὰ κρατήσῃ ὀκτὼ ἢ δέκα ὧρες; Δὲν ἀποκλείεται τὸ πρᾶγμα, διότι τὸ ἐζήσαμεν αὐτό. Θὰ ἔλεγον, λοιπόν, ἐὰν γίνῃ τελικῶς δεκτὸν αὐτὸ τὸ ὀκτάωρον ἢ τὸ δεκάωρον, νὰ ἀποσαφηνισθῇ, ὅτι οὐδεμία συνεδρίασις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πλέον τῶν τεσσάρων ὡρῶν, διότι ἄλλως φοβοῦμαι, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μία πίεσις, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι διὰ τὸ καλὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐθίγη καὶ τὸ θέμα, ἐὰν εἶναι προσωπικὸν ζήτημα ἢ ὄχι ἡ ἐπίκρισις ἑνὸς ἔργου ἑνὸς βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος διετέλεσεν Ὑπουργός. Ὅταν ἦτο Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ροδόπουλος, ἐπανειλημμένως ἐζητήθη ἀπὸ βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁ λόγος ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, διότι ἀνεφέρθη μία ἐνέργειά των ἢ μία παράλειψίς των. Πῶς εἶναι δυνατόν, ἕνας διατελέσας Ὑπουργὸς νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Διότι, δυστυχῶς, διαπιστώνομεν τὸ ἑξῆς: Γίνεται μία ἐπερώτησις ἐκ μέρους τῆς Ε.Δ.Α., ἡ ὁποία δὲν στρέφεται κατὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ θὰ ἔχῃ δικαίωμα ν’ ἀπαντήσῃ ὄχι εἰς ἐπικρίσεις ἐναντίον της, ἀλλὰ εἰς ἐπικρίσεις κατὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, καὶ ἀντὶ ν’ ἀπαντήσῃ, φυσικά, κατὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ἐπιτείνει τὴν ἐπίκρισιν κατὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Εἶναι δυνατὸν ἐν προκειμένῳ νὰ μὴ ὑπάρχῃ εὐχέρεια ἀπαντήσεως ὑπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπικρίνονται; Ἄλλοτε, ὅπως εἶπον, ἐδίδετο ὁ λόγος εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Κατὰ τὰς συζητήσεις τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου, ὁ κ. Μαῦρος, ὡς Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἐπέκρινεν ὡρισμένας ἐνεργείας κατὰ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησα νὰ διευκρινισθῇ αὐτὸ τὸ θέμα χωρὶς νὰ ζητήσω τὸν λόγον. Τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ προσωπικὸν θέμα καὶ ἄλλο ὁ ἔλεγχος. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ ἐρωτᾶται, εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οἱοσδήποτε ἐπικρινόμενος ἢ ἐλεγχόμενος νὰ μὴ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν τῆς ἀμέσου ἀπαντήσεως; Εἶναι δυνατὸν νὰ καθήμεθα ἡμεῖς οἱ πρώην Ὑπουργοὶ ν’ ἀκούωμεν τὰς ἐπικρίσεις τῆς Ε.Δ.Α. ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἐπικρίσεων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν· καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαντήσωμεν; Εἶναι λογικὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Ἀπορῶ πῶς ἕνας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ πεπειραμένος νομικός, ὁ κ. Βασιλᾶτος, πῶς παρεδέχθη αὐτὴν τὴν ἄποψιν; Ἐγὼ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ ἀναμείνω νὰ ἴδω τί τελικῶς θὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ πρὸ παντὸς σεῖς, κ. Πρόεδρε, διότι νομίζω —καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τὴν ἔκφρασιν— ὅτι εἶναι οὐχὶ καλῆς προθέσεως ἡ ἄποψις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ διατελέσας Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐπικρίσεις γενομένας εἰς βάρος του εἴτε ἀπὸ μέρους τῆς Ε.Δ.Α., εἴτε ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προερχομένας.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Λασκαρίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§64Λ. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε, μὲ τὸ ἄρθρον 7, σκοπὸς τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῆς πολυλογίας, ἡ ὁποία ἀφαιρεῖ τὴν δυνατότητα ἀπὸ τὸ Σῶμα νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ συσσωρευμένα προβλήματα, εἴτε ἀνάγονται εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, εἴτε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Παρὰ ταῦτα, δὲν συμφωνῶ πρὸς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται, ὅτι δύναται νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις μετὰ 8ωρον καὶ μετὰ σύμφωνον γνώμην 20 βουλευτῶν καὶ τοῦτο διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπάρχει ἀντιφατικότης μὲ τὴν προγενεστέραν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας προβλέπεται, ὅτι ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη ὅταν ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ κυρίως, διότι κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν τίθεται φραγμὸς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ εἰς τὴν δυνατότητα νὰ λεχθῇ τί τὸ οὐσιαστικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἀπαραίτητον ἐνδεχομένως νὰ λεχθῇ. Θὰ ἐπρότεινα ἡ συζήτησις νὰ ἐκηρύσσετο περαιωμένη μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων περιοριζομένου τοῦ χρόνου τῶν μελλόντων νὰ ἀγορεύσωσι βουλευτῶν εἰς ἕνα δεκάλεπτον. Διότι, κ. Πρόεδρε, πιστεύω, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς 10λέπτου μπορεῖ ἕνας βουλευτὴς νὰ ἀναπτύξῃ οὐσιαστικὰ πράγματα καὶ ὀφείλομεν, κ. Πρόεδρε, νὰ περιορίζωμεν τὰς ἀγορεύσεις μας ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἀκριβείας, τῆς σαφηνείας καὶ τῆς λιτότητος, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ διατυποῦνται ἰδέες καὶ θέσεις ἄνευ περιττολογιῶν καὶ λυρισμῶν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χασαπίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§66Α. ΧΑΣΑΠΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ὁσάκις αὐτοπεριορίζεται ἀποδίδει περισσότερον. Ἡμεῖς οἱ νεώτεροι βουλευταί, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τασσόμεθα ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ὥρας ἀφ’ ἑνὸς διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τῆς ὁμιλίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου, διότι κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν θὰ προσέρχωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις περισσότεροι βουλευταί. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Καλλία, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε τὴν αὔξησιν τοῦ τετάρτου εἰς 20λεπτον, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι καὶ τὸ 20λεπτον θὰ παραβιάζεται καθ’ ὃ μέτρον ἤδη παραβιάζεται καὶ τὸ τέταρτον. Τὸ δεύτερον θέμα, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἡ περαιωμένη συζήτησις. Ὀρθῶς ἐπεσήμανεν ὁ κ. Καλλίας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησις νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη καὶ ὀρθῶς παρενέβη ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης. Θὰ ἐνόμιζα, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις μετὰ 8ωρον. Θὰ ἠδύνατο ἡ κήρυξις τῆς συζητήσεως περαιωμένης νὰ ἀφεθῇ ἐνδεχομένως εἰς μίαν πρότασιν ἱκανοῦ τινος ἀριθμοῦ βουλευτῶν, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ θέσωμεν χρονικὸν ὅριον. Συνεπῶς, κ. Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς ἀγορεύσεως, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν καθορισμὸν χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ συζήτησις θὰ κηρύσσηται περαιωμένη. Τρίτη παρατήρησίς μου ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Σώματος, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ροδοπούλου, ὅστις ὡμίλησεν ἐξ ἀφορμῆς τροπολογίας μας περὶ βεστιαρίου. Τὸ ἀντίθετον, ὅμως, εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ, ἐφ’ ὅσον ὁ Πρόεδρος πολλάκις διακόπτεται ἀπὸ βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι τοῦ ὑπενθυμίζουν, ὅτι ἦλθεν ἡ σειρά των νὰ ὁμιλήσουν. Κατὰ συνέπειαν, πιστεύω, ὅτι ὁ Πρόεδρος περισσότερον κατοχυροῦται, μὲ τὴν τροπολογίαν καὶ ὁδηγεῖ ἀντιστρόφως εἰς τὴν περιφρούρησιν τοῦ κύρους του.
§67Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ σκοπὸς τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι νὰ ψηφίζωνται νόμοι καλοὶ καὶ νὰ ἀσκῆται κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ὀρθὸς καὶ ἐποικοδομητικός. Ἐὰν τὸ ἄρθρον 7 διατυπωθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε αἱ συζητήσεις ἐπὶ ἐπερωτήσεων νὰ περατοῦνται μετὰ δύο συνεδριάσεις, εἰς δὲ τὸ νομοθετικὸν ἔργον δὲν τίθεται περιορισμὸς ὡρῶν διὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ χρονικὸς περιορισμὸς διὰ τοὺς ἀγορητάς, τότε, κ. Πρόεδρε, θὰ εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι. Ἐνθυμοῦμαι, καὶ θὰ σᾶς φέρω δύο παραδείγματα, ἀφορῶντα τὸ ἓν εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὸ ἕτερον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἐνθυμοῦμαι πρὸ 2ετίας, ὅτε κατετέθη ὑπὸ τῆς τότε Ἀντιπολιτεύσεως ἐπερώτησις διὰ τὸν τουρισμόν, ἡ ἐπερώτησις ἐκείνη εἶχεν ἀπασχολήσει ἐπὶ 20 συνεδριάσεις τὸ Σῶμα τῇ ἀνοχῇ καὶ τῇ ὑποκινήσει τῆς τότε Κυβερνήσεως, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ συζήτησις νὰ ἐκφυλισθῇ πλήρως. Ἐὰν ὑπῆρχε κἄποιος περιορισμός, ἡ ἐπερώτησις θὰ εἶχε συζητηθῆ ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο συνεδριάσεων. Τὸ δεύτερον παράδειγμα τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἀνάγεται εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ΟΓΑ, τὸ ὁποῖον κατετέθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1961 καὶ τὸ ὁποῖον κατέστη νόμος τοῦ Κράτους τὸν Μάϊον τοῦ 1962, καταναλῶσαν 46 συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ὀφείλομεν νὰ ἐνθυμηθῶμεν πόσον κόπον κατέβαλε τότε ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἀείμνηστος Κ. Ἀδαμόπουλος, ἐπιμένων εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν διατάξεων ὅπως εἶχον ἀρχικῶς διατυπωθῆ. Παρὰ ταῦτα, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπέφερε τόσας τροποποιήσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ὥστε τὸ μετεμόρφωσαν εἰς νομοσχέδιον ὁπωσδήποτε ἀνεκτόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ καθίστατο δυνατὸν ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ περιορισμὸς τοῦ 8ώρου. Ἄλλως οὔτε ὁ Ο.Γ.Α. θὰ καθίστατο δυνατὸν ποτὲ νὰ λειτουργήσῃ, οὔτε ὁ θεσμὸς νὰ ὑπάρξῃ. 46 συνεδριάσεις τοῦ Σώματος κατηναλώθησαν τότε, οὐδέποτε ὑπεβλήθη πρότασις ἀπαρτίας, οὐδέποτε ἐγένετο κωλυσιεργία καὶ ἐπεβάλαμεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τροποποιήσεις σοβαράς, ὥστε τὸν Μάϊον τοῦ 1962 νὰ ἀποδώσωμεν ἕνα νόμον, ὄχι βεβαίως τέλειον, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἤνθεξεν εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ χρόνου. Ἄλλως σήμερον δὲν θὰ εἴχομεν ΟΓΑ, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ὁ θεσμὸς ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίζετο μὲ τὴν σωρείαν τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὅταν κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Ὀφείλομεν, ἑπομένως, νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὸν χρόνον, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν μέθοδον, ἡ ὁποία θὰ ἀποδώσῃ νόμους καλοὺς διὰ τὴν εὐημερίαν καὶ εὐνομίαν τοῦ λαοῦ μας. Προτείνω, συνεπῶς, ὅπως τὸ 8ωρον ἢ 10ωρον ἀπαλειφθῆ καὶ ἀφεθῆ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν νὰ καθορίσουν μόνοι αὐτοὶ τὸν χρόνον, ὁμιλοῦντες μόνον ὁσάκις σοβαρὰ καὶ οὐσιαστικὰ θέματα ἔχουν νὰ ἀναπτύξουν καὶ σοβαρὰς καὶ οὐσιαστικὰς προτάσεις πρὸς τὸ Σῶμα ἔχουν νὰ ὑποβάλλουν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§69Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνῷ ἔχει προσομολογηθῆ, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ὅτι εἰς αὐτὸ συγκλίνουν ὅλαι αἱ διατάξεις, ὅτι τὸ ἄρθρον 7 εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τοῦ ὑπὸ τροποποίησιν Κανονισμοῦ, φοβοῦμαι πολύ, ὅτι ἔχει λησμονηθῆ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τί θέματα ἐπεξεργάζεται τὸ ἄρθρον 7. Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἔχομεν κοινοβουλευτισμὸν εἶναι γνωστόν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ συστήματος, εἰς τὴν ἑλληνικὴν πραγματικότητα ὑπάρχουν συμφέροντα οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικά, τὰ ὁποῖα ἀνταγωνιζόμενα μεταξύ των συγκρούονται καὶ δὲν πρέπει νὰ ξεχνῶμεν, ὅτι αὐτὰ τὰ συμφέροντα ἀντιπροσωπεύονται καὶ ἐκφράζονται ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς, εἰς τὸ θέμα ἐλευθερία τοῦ λόγου ἢ περιορισμὸς τοῦ λόγου δὲν θίγεται ἢ εὐνοεῖται προσωπικὰ ὁ βουλευτὴς μὲ τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου, θίγεται κἄτι οὐσιαστικώτερον. Ἐὰν νομοθετήσωμεν τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου, περιορίζομεν τὴν δυνατότητα ἐκφράσεως ὑπερασπίσεως τῶν λαϊκῶν συμφερόντων, ἐρχόμεθα ἀντίθετοι μὲ τὴν πραγματικότητα, διότι καταργοῦμεν τὴν ἀντιπροσώπευσιν τῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα, ὡς προεῖπον, ἀντιπροσωπεύονται ἀπὸ τὰ κόμματα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ περιορισμὸς τοῦ λόγου δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις του μὲ ἄνεσιν καὶ ἐπάρκειαν καὶ νὰ ἀντιδράσῃ ἐναντίον σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θὰ ἀναφέρῃ, θὰ θίγῃ οἰκονομικὰ ἢ κοινωνικὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ λόγου. Κύριε Πρόεδρε, δεύτερον θέμα σχετικόν, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ λόγου, εἶναι αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ τέως Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κ. Ροδόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι οἱ περιορισμοὶ εἰσάγονται διὰ νὰ προστατευθῇ ἡ Δημοκρατία. Δηλαδή, οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, δι’ ὅ,τι κακὸν ἔχει γίνει μέχρι σήμερον εἰς βάρος τῆς Δημοκρατίας, ὁ κ. Ροδόπουλος τὸ ἀποδίδει εἰς τὴν λεγομένην φλυαρίαν τῶν βουλευτῶν. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὰ Κοινοβούλια συνεστήθησαν διὰ νὰ συζητῆται ἕκαστον θέμα μὲ ἄνεσιν καὶ ἐπάρκειαν καὶ τὰ εἰσαγόμενα σχέδια νόμων πρὸς ψήφισιν, ψηφιζόμενα νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φοβοῦμαι, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ λόγου δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν εἰσαγομένων σχεδίων νόμων μὲ ἄνεσιν καὶ ἐπάρκειαν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ψηφίζωνται σχέδια νόμων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶναι ἄρτια καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιστρατεύωνται διάφορα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ εἶναι πολιτικὸν Σῶμα καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ Σώματα δίδεται ὁ λόγος, διὰ νὰ ἐκφράζωνται ἀπόψεις μερίδων τοῦ λαοῦ. Ἐκ μέρους ὡρισμένων συναδέλφων ἔγινε συσχέτισις τῆς Βουλῆς μὲ τὰς συζητήσεις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Καὶ εἶπον οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅταν ἕνας καλὸς δικηγόρος ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις, π.χ., τῆς ὑπερασπίσεως, οἱ ἄλλοι δικηγόροι ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, παραιτοῦνται. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν αὐτὴν τὴν ἄποψιν, σφάλλουν. Διότι ἄλλο Βουλὴ καὶ ἄλλο Δικαστήριον. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν συζητοῦμεν ὅπως εἰς τὰ δικαστήρια, βάσει τῶν αὐτῶν πραγματικῶν γεγονότων τῆς αὐτῆς νομολογίας. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς ἕκαστον σχέδιον νόμου ἀντικρούονται αἱ ἀπόψεις τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀντικρούονται καὶ αἱ ἀπόψεις τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δηλαδή, ἐὰν π.χ. ἡ Ε.Ρ.Ε. συμφωνῇ εἰς ἕνα σχέδιον νόμου ἢ διαφωνήσῃ ὑπὸ κριτήρια ὀλιγαρχικῶν συμφερόντων, ἡ ΕΔΑ θὰ ἔχῃ ἐντελῶς διάφορον θέσιν ἀπὸ κίνητρα ἄλλα, πῶς τότε, ἐπειδὴ μίλησε κἄποιος τῆς Ε.Ρ.Ε. ἀντιπολιτευόμενος ἢ συμφωνῶν μὲ τὴν κυβερνητικὴν ἄποψιν, ἡμεῖς τῆς ΕΔΑ θὰ παραιτηθῶμεν, θὰ παραδεχθῶμεν περιορισμὸν τοῦ λόγου. Συνεπῶς, δὲν εἶναι σωστὸν αὐτὸ ποὺ ὑπεστηρίχθη ἐκ μέρους ὡρισμένων συναδέλφων, δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅ,τι ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια. Αὐτὴ ἡ ἀντιπαραβολὴ εἶναι σφάλμα. Καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ, δημιουργεῖ θέματα μεταξὺ τῶν βουλευτῶν. Ἀντιθέτως πιστεύω, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ θὰ εἶναι ἐποικοδομητικὸς διὰ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, φυσικὰ προϋποθέτει ὠργανωμένα κόμματα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ὑποβοηθεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν των, ἐφ’ ὅσον καὶ αὐτὰ καὶ οἱ βουλευταὶ προσέξωμεν τὸν θεσμόν. Διότι ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς θὰ βοηθηθῇ ἀπὸ τὸ Κόμμα του, θὰ μελετήσῃ καὶ θὰ ἐπεξεργασθῇ μὲ ἄνεσιν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, θὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις του καὶ θὰ ἐπισημάνῃ ὡρισμένα σημεῖα τοῦ συζητουμένου ἑκάστοτε σχεδίου νόμου. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀρχὴν ὠργανωμένης συζητήσεως καὶ θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ὑπὲρ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Πιστεύω, ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ θὰ διευκολυνθῇ ὁ περιορισμὸς τῆς συζητήσεως. Δι’ αὐτὸ ἡμεῖς τασσόμεθα ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ «εἰδικοῦ ἀγορητοῦ». Ἕνα ἄλλο θέμα τὸ ὁποῖον ἐθίγη, εἶναι ἡ διαδικασία ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκφρασθῇ, ὅταν προκύψῃ προσωπικὸν θέμα. Ἀπορῶ, πῶς ὁ συνάδελφος κ. Καλλίας ὑπέβαλε τὴν σχετικὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία προβλέπει ὅτι, ὅταν γίνεται ἔλεγχος τῆς πολιτείας τέως Ὑπουργοῦ, δύναται ὁ τέως Ὑπουργὸς νὰ λαμβάνῃ ἀμέσως τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι τὸ προσωπικὸν θέμα, εἶναι διάφορον ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτείας ἑκάστου τέως Ὑπουργοῦ. Νομίζω, ὅτι ἂν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλία, θὰ καθιερώσωμεν τὸν θεσμὸν φεουδαρχικοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς 50 τέως Ὑπουργοὶ καὶ εἰς κάθε θέμα, ποὺ θὰ ἀναφέρεται ὁ βουλευτὴς νὰ θεωρῇ θιγόμενον τὸν ἑαυτόν του ὁ τέως Ὑπουργὸς καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ ὁ θεσμὸς αὐτός. Ἐὰν δημιουργῆται προσωπικὸν θέμα θὰ πρέπει νὰ δίδεται ὁ λόγος κατὰ τὴν διαδικασίαν ποὺ προβλέπει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐπιβάλλεται ἡ ἴση μεταχείρισις ὅλων τῶν βουλευτῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων οἱ κ.κ. τέως Ὑπουργοὶ εἶναι ἀνεπίτρεπτον νὰ ἔχουν εἰδικὰ προνόμια. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ τελειώσω, θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῶν συζητήσεων τῶν 8 ὡρῶν καὶ τῶν 2 ὡρῶν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως δὲν νομίζω, ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν συζητήσεων καὶ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλὰ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ δημιουργήσῃ ἐπὶ πλέον καὶ κίνητρα καταχρήσεων ἀκόμη ἐκ μέρους τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἔννοια αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἐπαναλαμβάνω, θὰ δημιουργήσῃ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς μίαν τάσιν καταχρήσεως. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὸ παρελθόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἤρχοντο πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, διαφόρων Ὑπουργείων, ὅπου εἶχον ὡς τίτλον «περὶ..... καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων», καὶ παρ’ ὅτι «καὶ ἄλλαι τινὲς διατάξεις» δὲν εἶχον οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸν κυρίως τίτλον τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τούτοις αὗται ἀφορῶσαι τὴν ρύθμισιν λίαν σημαντικῶν θεμάτων, πέραν, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ κυρίως νομοθετήματος.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται αὐτό, κύριε συνάδελφε, διότι δὲν πρέπει νὰ γίνεται.
§71Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Λέτε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ αὐτό. Σᾶς ἀπαντῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἕνα 70% τῶν νομοσχεδίων ποὺ ἐψηφίσαμε κατὰ τὸ παρελθόν, ἔφερεν αὐτὸν τὸν τίτλον «περὶ...... καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Δὲν λέγω, ὅτι ὑπάρχει πρόθεσις, ἀλλὰ ἀφ’ ἧς στιγμῆς, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχουν τὰ περιθώρια, τοῦτο ὁδηγεῖ εἰς πειρασμὸν περὶ τὴν κατάχρησιν. Θὰ ἠμπορούσαμεν, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀντὶ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου νὰ γίνεται εἰς ὡρισμένας ὥρας, νὰ γίνεται ἀντὶ τῶν τακτῶν ὡρῶν ποὺ ὁρίζει τὸ παρὸν σχέδιον, εἰς ἕνα ἀνώτατον ὅριον συνεδριάσεων π.χ. εἰς 3 συνεδριάσεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τὸ ἕνα ἐξυπηρετεῖται, δηλαδὴ νὰ ψηφίζωνται σύντομα τὰ νομοσχέδια καὶ τὸ ἄλλο πάλιν ἐξυπηρετεῖται, δηλαδὴ νὰ ἔχουν οἱ βουλευταὶ τὸ περιθώριον τοῦ χρόνου, οὕτως ὥστε νὰ συζητοῦν καὶ νὰ ψηφίζουν τοὺς νόμους μὲ σχετικὴν ἄνεσιν, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, δὲν γίνεται μέσα εἰς ὡρισμένον χρόνον, ἀλλ’ ὅτι ὁρίζομεν ἕνα ἀνώτατον ὅριον συνεδριάσεων, π.χ. ἀνώτατον ὅριον 3 συνεδριάσεων, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα. Καὶ ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἢ μία ὁμὰς βουλευτῶν θέλει πολὺ χρόνον νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τότε ἠμπορεῖ εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς συνεδριάσεις νὰ τὸ κρατήσῃ διὰ τῆς παρουσίας της ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ταχύτητος ἐπιψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων θὰ γνωρίζωμεν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρατήσῃ πέραν τῶν τριῶν συνεδριάσεων. Οὕτω καὶ τὸ ἕνα ἐξυπηρετεῖται, δηλαδὴ νὰ ψηφίζωνται κἄπως ταχύτερα τὰ νομοθετήματα καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι δηλαδὴ διότι ἐπιμένουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἠμποροῦν νὰ διατυπώσουν τὰς ἀπόψεις των εἰς τρεῖς συνεδριάσεις. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ καταλήξω. Ἔχω μερικωτέρας παρατηρήσεις διὰ τὰ χρονικὰ ὅρια. Ἀλλὰ ἡ γενικὴ παρατήρησις ποὺ ἔκανα καθιστᾷ περιττὸν νὰ καθυστερήσω περισσότερον τὴν ὁμιλίαν μου. Ὑποστηρίζω, ὅτι μεθ’ ὅσα ἔχουν διατυπωθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 —καὶ ἦσαν πράγματι πολὺ ἐνδιαφέροντα καὶ παρηκολούθησα, ὅτι καὶ σεῖς παρακολουθήσατε μὲ ἐξαιρετικὴν προσοχὴν ὡρισμένας ἀπόψεις τῶν συναδέλφων— ἐὰν προχωρήσωμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἀπόψε, ὅπως εἶναι διετυπωμένον ἢ κάνωμεν προχείρως νέας διατυπώσεις βάσει τῶν ἀπόψεων ποὺ σχεδὸν κατὰ παμψηφίαν ἐγένοντο ἀποδεκταί, φοβοῦμαι, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ μία βιαστικὴ διατύπωσις, καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἄρθρου 7 νὰ ἔχωμεν ἀνωμαλίας. Ἡ πρότασίς μου, λοιπόν, εἶναι —καὶ δι’ αὐτὸ παραιτοῦμαι ἀπὸ τὶς εἰδικώτερες παρατηρήσεις— μὲ βάσιν ὅσα διετυπώθησαν ἀπόψε, μὲ βάσιν ἐνδεχομένως ὅσα οἱ διατυπώσαντες εἶναι δυνατὸν καὶ γραπτῶς νὰ δώσουν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν ὑπάρχῃ εὐχέρεια αὔριον νὰ συνήρχετο ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ μόνιμος Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ διετύπωνε τὸ ἄρθρου 7 ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπόψεων, ὥστε τὴν Τετάρτην νὰ τὸ ψηφίσωμεν πλέον χωρὶς συζήτησιν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Πρωτοπαπαδάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§73Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἶναι καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων προηγουμένων Ὑπουργῶν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἡ εὐχέρεια ἀπαντήσεως; Ἢ θὰ δεχθῶμεν τότε, ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸν νὰ ἐλέγχωνται, ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἢ θὰ δεχθῶμεν, ὅτι ὅπου ὑπάρχει οἱασδήποτε μορφῆς ἔλεγχος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρξῃ ἄμεσος ἀπάντησις. Ἀπορῶ δὲ πῶς ἐπιμένουν, μερικοὶ συνάδελφοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος, ἢ ἐπίκρισις, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀπάντησις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς 3 συνεδριάσεις ποὺ ὑπεστηρίχθη νὰ εἶναι ἡ συνολικὴ διάρκεια τῆς συζητήσεως, θὰ εἶναι πάλιν δυνατὸν νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὸ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ θέλῃ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν συζήτησιν, διότι θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ συνεδρίασις νὰ εἶναι διαρκείας ἡμισείας ἢ μιᾶς ὥρας νὰ γίνωνται τρεῖς συνεδριάσεις καὶ πάλιν νὰ μὴ ἔχωμεν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἕνα ἄλλο σημεῖον. Καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλία, παράγραφος 4, ποὺ λέγει: «Ἐπὶ νομοθετικῆς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἢ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἢ γενικῆς συζητήσεως, μετὰ προφανοῦς ἐξαντλήσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος». Προκειμένου περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας ποῖον εἶναι τὸ θέμα; Εἶναι ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις; Εἶναι ἡ κατ’ ἄρθρον ἐν τῷ συνόλῳ της λαμβανομένη; Ἢ εἶναι ἡ ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου συζήτησις; Δηλαδὴ εἶναι δυνατὸν π.χ. ἑνὸς νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἔχει 25 ἄρθρα, ἐντὸς τοῦ 8ώρου νὰ κατορθωθῇ νὰ συζητηθοῦν 7 ἢ 8 ἄρθρα καὶ νὰ μὴ ἀπομείνῃ χρόνος διὰ νὰ συζητηθοῦν τὰ ὑπόλοιπα. Πῶς λύεται τὸ θέμα τοῦτο μὲ τὸν καθορισμὸν τοῦ συνολικοῦ χρόνου τῆς συζητήσεως ἑκάστου θέματος;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει μακρὰ πρακτική, κύριε συνάδελφε. Ὁ περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμόν, τὸν ἀπὸ δεκαετηρίδων ἰσχύοντα.
§75Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν μὲ ἐτιμήσατε διὰ τῆς προσοχῆς σας, κ. Πρόεδρε. Ἄλλο λέγω. Δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου ἑκάστης ἀγορεύσεως κατὰ περίπτωσιν. Ἀλλὰ θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ περιορισμὸς τοῦ συνόλου τοῦ χρόνου ἑκάστης συζητήσεως. Καὶ λέγω τοῦτο —καὶ λυποῦμαι διότι τὸ ἐπαναλαμβάνω— ὑποτεθείσθω ὅτι ἕνα νομοσχέδιον ἔχει 25 ἄρθρα. Καὶ ὑποτεθείσθω, ὅτι ἕνα θέμα εἶναι ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Ἐὰν γίνῃ αὐτὸ δεκτόν, διότι δὲν ἀποσαφηνίζεται, τότε θὰ εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν 25 ἄρθρων εἰς τὰ 8 ὥρας νὰ συζητηθοῦν τὰ 7 καὶ νὰ μὴ ἀπομείνῃ χρόνος διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὑπολοίπων, ἐκτὸς ἐὰν θεωρήσωμεν, ὅτι ἕκαστον θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἰσχύσῃ ὁ χρονικὸς περιορισμὸς τῶν 8 ὡρῶν εἶναι κἄθε ἄρθρον, ἀλλὰ τότε εἶναι ὑπερβολικὸς χρόνος, εἶναι αὐτὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ δημιουργηθοῦν, θὰ γεννηθοῦν, θὰ προκαλέσουν συζήτησιν, ἀμφισβητήσεις, ἐνῷ νομίζω, ὅτι ὁ χρόνος περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων καὶ μόνον ἀρκεῖ.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ. Ὁ κ. Α. Τσιάρας, ἔχει τὸν λόγον.
§77Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀρκετὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ μᾶς ἐβασάνισε κατὰ τὴν συζήτησίν του. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ σήμερον. Τάσσομαι μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ συναδέλφου κ. Ἐφραιμίδη, ὅτι δηλαδὴ θὰ πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ διαρκὴς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπή, νὰ βασανίσῃ καὶ πάλιν τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι συνεζητήθησαν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τὸ καλύτερον. Εἰς τὸ ἄρθρον 7, κ. Πρόεδρε, ὑπάρχουν διατάξεις ἀλληλοσυγκρουόμεναι. Συγκεκριμένα ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 7, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς εἶναι διετυπωμένον καὶ τὸ ὁποῖον λέγει: ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, ἡ συζήτησις δὲν περαιοῦται πρὶν ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ ζητήσαντες τὸν λόγον, ἂν δὲν παραιτηθῶσιν αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο, ὁ Πρόεδρος κηρύσσει περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Ἔτσι ὁ Κανονισμὸς προστατεύει, κ. Πρόεδρε, τὰς ἀγορεύσεις τῶν κυρίων βουλευτῶν. Ἀντιθέτως, ἡ παράγραφος 8 τοῦ ἰδίου ἄρθρου, ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν μὲ τὴν παράγραφον 3. Ἡ παράγραφος 8 τοῦ ἄρθρου 7 λέγει: Μετὰ ὀκτάωρον πάντως συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, δύναται ἡ Βουλή, δι’ ἀποφάσεώς της, λαμβανομένης δι’ ἀναστάσεως, προτάσει εἴκοσι βουλευτῶν, νὰ κηρύξῃ περαιωθησομένην τὴν συζήτησιν ἐντὸς διώρου, ἔστω καὶ ἂν δὲν προηγήθη περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων. Ἑπομένως, εἰς τὸ ἄρθρον 7, αἱ διατάξεις του, ὡς εἶναι διετυπωμέναι, ἀλληλογρονθοκοποῦνται. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμόν, τὸ ἄρθρον 7 ἦτο διατυπωμένον ἐπὶ τὸ δικαιότερον. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος 8 τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἄρθρου, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ὁπωσδήποτε ἐξ ὁλοκλήρου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν εἰδικῶν ἀγορητῶν, νομίζω, ὅτι καλῶς ἔχει τεθῆ εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ ὁ θεσμὸς τοῦ εἰδικοῦ ἀγορητοῦ. Ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ θὰ συλλέξῃ τὸ ὑλικὸν καὶ τὰ στοιχεῖα ποὺ τοῦ χρειάζονται καὶ ἔτσι, μελετημένος περισσότερον, θὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις τοῦ Κόμματός του καὶ τὰς ἰδικάς του, πρᾶγμα ποὺ θὰ ἀποβῇ εἰς βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν ὁλόκληρον τὸ Σῶμα περισσότερον νὰ φωτισθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος. Νομίζω, ἀκόμη, ὅτι λόγῳ τῆς εὐθύνης ποὺ θὰ ἔχῃ ὁ εἰδικὸς ἀγορητὴς καὶ τῶν στοιχείων ποὺ θὰ ἔχῃ συγκεντρώσει, θὰ διαφωτίζῃ ἑκάστοτε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων καὶ ἴσως τὸ Σῶμα θ’ ἀπασχολῆται ὀλιγώτερον. Ἑπομένως, ἐξυπηρετεῖται ἐκεῖνο ποὺ ἐπιδιώκει ὁ Κανονισμός, θὰ συντομεύωνται αἱ συζητήσεις, διότι οἱ εἰδικοὶ ἀγορηταὶ μᾶλλον θὰ ἐξαντλοῦν τὸ θέμα. Τοιουτοτρόπως, μὲ τὴν εὐθύνην ποὺ ἔχουν τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐν συνεννοήσει μὲ τὸ Προεδρεῖον θὰ ρυθμίζουν ἁρμονικώτερον τὰς συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἀρκεταὶ οὔτε 8 οὔτε 10 ὧρες, προκειμένου νὰ συζητηθῇ ἕνα σοβαρὸν νομοθέτημα. Ἑπομένως, τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος θὰ τὴν κρίνῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μετὰ σύμφωνον γνώμην τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, νὰ μὴ ληφθῇ ἀπόψε ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, ἀλλὰ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο αὔριον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀφοῦ διατυπωθῇ σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως μὲ ὅσα ἐδῶ διετυπώθησαν ἀπὸ τοὺς διαφόρους ὁμιλητάς, τότε νὰ τὸ φέρετε πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τοῦ Σώματος.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§79Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Πρωτοπαπαδάκη. Ἄν δηλαδὴ τὸ ὀκτάωρον ἢ τὸ δεκάωρον ἀφοροῦν ἕκαστον στάδιον, προκειμένου περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας, ἢ μόνον τὸ στάδιον τῆς ἀρχῆς ἢ τὸ ὅλον νομοσχέδιον ἢ καὶ ἕκαστον ἄρθρον. Νομίζω, ὅτι εἶναι προφανές, ὅτι ἀφορᾷ, κυρίως, τὴν περίπτωσιν τῆς ἀρχῆς, δύναται ὅμως νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰ ἄρθρα. Τὸ ἄρθρον 8 προβλέπει πολὺ μικρὸν χρόνον (10′) διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων, χωρὶς νὰ κάμνῃ ἐξαίρεσιν οὔτε εἰσηγητῶν οὔτε εἰδικῶν ἀγορητῶν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ συνολικὸς χρόνος. Θὰ ἦτο ἀδύνατον ἄλλωστε νὰ εἶναι ὁ αὐτὸς χρόνος διὰ νομοσχέδια ποὺ ἔχουν τρία ἄρθρα καὶ διὰ νομοσχέδια ποὺ ἔχουν 60 ἄρθρα. Ἢ διὰ νομοσχέδιον ποὺ ἀντιμετωπίζει ἕνα θέμα, ἢ δι’ ἄλλο νομοσχέδιον ποὺ ἀντιμετωπίζει πολλὰ θέματα. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι, καίτοι εἶναι ἐφαρμόσιμος καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἑκάστου ἄρθρου ὁ θεσμὸς τῆς περαιωμένης συζητήσεως, θὰ εἶναι περιττὴ ἡ ἐφαρμογή του, λόγῳ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου εἰς 10′ λεπτὰ ἐν συνόλῳ δι’ ἕκαστον ἀγορητήν, εἰς κάθε ἄρθρον. Ἄλλωστε τὸ σχέδιον τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ πρέπει νὰ ἐξετάζηται εἰς τὸ σύνολον τῶν ἄρθρων του. Καὶ ἂν ψηφισθῇ καὶ ὁ θεσμὸς τῆς ὠργανωμένης συζητήσεως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ δι’ ἕκαστον ἄρθρον συγκεκριμένως εἰδικῶς καθωρισμένος χρόνος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τῶν συναδέλφων κ.κ. Ἐφραιμίδη καὶ Τσιάρα, νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή· πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ νὰ ἀφεθῇ μόνον ἡ ὁριστικὴ διατύπωσις, διότι ἄλλως θὰ προεκαλεῖτο νέα συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν. Πάντως πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν ἐπικρατέστερα καὶ νὰ ἐγκριθῇ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν τὸ τελικὸν κείμενον, ὅπως ἐγένετο καὶ διὰ τὸ ἄρθρον 2. Τὸ θέμα τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν δὲν ἐπερίμενα νὰ προκαλέσῃ ἀντίδρασιν. Διότι οἱ εἰδικοὶ ἀγορηταὶ δὲν πρόκειται πάντοτε νὰ εἶναι οἱ ἴδιοι. Δὲν θὰ ἀναλαμβάνουν τὸ βάρος τῆς μελέτης ὅλων τῶν νομοσχεδίων οἱ ἴδιοι βουλευταὶ καὶ κάθε Κόμμα θὰ ὁρίζῃ εἰς κάθε νομοσχέδιον ἄλλον ἀγορητήν. Νομίζω, ὅτι τὸ βάρος αὐτὸ τὰ κόμματα θὰ ἔχουν κάθε συμφέρον νὰ τὸ κατανείμουν εἰς περισσοτέρους συναδέλφους, διότι τὰ Κόμματα θέλουν ν’ ἀπασχολοῦν περισσότερα μέλη των καὶ ν’ ἀποδίδουν καλύτερον ἔργον. Πάντως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν θεσμὸν τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικός.
§80Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ἡ συνταγματικὴ πλευρά;
§81Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ πλευρά. Δὲν ὑπάρχει παραβίασις, διότι οἱ εἰδικοὶ ἀγορηταὶ ὁμιλοῦν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν ἐπὶ πλέον. Νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀσύμφορος διὰ τὰ Κόμματα ὁ ὁρισμὸς εἰδικῶν ἀγορητῶν. Δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τόσον μεγάλος περιορισμὸς τοῦ λόγου τῶν ἄλλων βουλευτῶν, ὁσάκις ὁμιλοῦν εἰδικοὶ ἀγορηταί. Νομίζω, ὅτι τὰ ⅔ τοῦ κανονικοῦ χρόνου, πρέπει νὰ ὁρισθοῦν, διότι ἄλλως τὰ Κόμματα θὰ κάμνουν ὑπολογισμὸν πόσον χρόνον χάνουν, διότι ὡμίλησαν οἱ εἰδικοὶ ἀγορηταί των, ἡμίσειαν ὥραν ἐπὶ πλέον. Ἀκριβῶς, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπρότεινα τὴν τροποποίησιν, τὰ 15′ λεπτὰ ποὺ προβλέπει τὸ σχέδιον διὰ τοὺς ἄλλους βουλευτὰς ὅταν μετέχουν τῆς συζητήσεως εἰδικοὶ ἀγορηταί, νὰ γίνουν 20′. Διετυπώθη ἡ ἄποψις τῶν συναδέλφων κ.κ. Βασιλάτου, παλαιοῦ μου συμφοιτητοῦ, καὶ τοῦ κ. Ἐφραιμίδη, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον, κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ προσωπικοῦ θέματος, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δίδεται ὁ λόγος εἰς τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργούς. Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ καὶ εὐρεῖαν ἑρμηνείαν τῆς ἐννοίας τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ κυρίως στηρίζεται ἡ πρότασίς μου εἰς αὐτὴν τὴν οὐσίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ δώσωμεν τὸν λόγον εἰς τὸν τέως Ὑπουργόν, ἐναντίον τοῦ ὁποίου στρέφεται ἡ ὁμιλία τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐπερώτησιν συμφωνεῖ ἐνδεχομένως καὶ ὁ νῦν Ὑπουργός. Ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. Καλλίας ἀναλύει τὰς περὶ προσωπικοῦ ζητήματος διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ καὶ συνεχίζει ὡς ἑξῆς: Θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ προστεθῇ ἡ προτεινομένη διάταξις καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τῆς περαιωμένης συζητήσεως καὶ ἂν δὲν θεσπίσωμεν, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἀμέσως, ἀλλὰ μὲ τὴν σειράν του, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὀρθόδοξον κοινοβουλευτικῶς. Ἔρχομαι, τώρα, εἰς τὰς προτάσεις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ἠλιοῦ. Ἡ πρώτη ἐκ τῶν προτάσεων, ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα νὰ ἀναπτύξῃ ἐπὶ ὥραν μίαν ἐπερώτησιν ἀντὶ τοῦ πρώτου ὑπογράφοντος τὴν ἐπερώτησιν, συναινέσει αὐτοῦ, ἄλλος. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ὡς πρὸς τὴν 2αν πρότασιν τοῦ κ. Ἠλιοῦ, ὅτι ἐπὶ συζητήσεως ἀπὸ κοινοῦ ἐπερωτήσεων περισσοτέρων κομμάτων νομίζω ὅτι ὁ κ. Ἠλιοῦ εἶχεν ἀποδεχθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Κανονισμοῦ, ὅτι τὴν περίπτωσιν καλύπτει ἡ ἐφαρμογὴ τῶν περὶ εἰδικῶν ἀγορητῶν διατάξεων καὶ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐν τούτοις δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προστεθῇ ὅτι δι’ ἕκαστον κόμμα δίδεται ἡ ὥρα αὐτή, διότι σκοπός μας εἶναι νὰ δύνανται τὰ κόμματα νὰ ἀναπτύξουν πλήρως τὰς ἀπόψεις των. Σημειοῦμεν ὅμως ὅτι οὕτω ὁ χρόνος ὁ παρεχόμενος εἰς τὰ μικρὰ κόμματα εἶναι μεγαλύτερος ἐν ἀναλογίᾳ πρὸς ἐκεῖνον ποὺ παρέχεται εἰς τὰ μεγάλα κόμματα. Ἡ τρίτη παρατήρησις τοῦ κ. Ἠλιοῦ εἶναι χρονομετρικὴ ἀλλὰ εἶναι ὀρθή.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῃτήθη τῆς τρίτης ὁ κ. Ἠλιοῦ.
§83Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Παρῃτήθη ἀλλὰ καλὸν εἶναι νὰ γίνεται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον ἡ μέτρησις τοῦ χρόνου, χωρὶς νὰ γραφῇ τοῦτο εἰς τὸν Κανονισμόν, ὥστε νὰ ἐφαρμόζεται μὲ ἀκρίβειαν ἡ διάταξις περὶ διαρκείας τοῦ λόγου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τετάρτην παρατήρησιν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Ἡ ἐναλλαγὴ εἶναι συνδεδεμένη καὶ πρὸς τὸν χρόνον τῶν ἐγγραφῶν. Ἐξ ἄλλου ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ ἂν ὄχι τῶν βουλευτῶν ἑκάστου κόμματος, τοὐλάχιστον τῶν ἐγγεγραμμένων, διότι ἐν συνδυασμῷ καὶ πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς περαιωμένης συζητήσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ ἕνα μὲν κόμμα νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο οὔτε τὸ ⅓. Ἐξ ἄλλου νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ πρόνοια περὶ τῆς σειρᾶς τῶν ὁμιλητῶν, ἀφοῦ ὑπάρχουν καὶ ὅλαι αἱ ἄλλαι εὐκαιρίαι ἐκφράσεως γνώμης διὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, τῶν εἰδικῶν ἀγορητῶν καὶ τῶν εἰσηγητῶν. Τέλος ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν νὰ ἔχωμεν ἀκόμη μεγαλυτέραν ἐλευθερίαν καὶ ἐλαστικότητα εἰς τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, περὶ ὠργανωμένης συζητήσεως δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, διότι ἀποτελεῖ ἐγγύησιν ἡ ὁμοφωνία ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ θέσω ὅρια διὰ νὰ μὴ νομίζῃ ἡ πλειοψηφία ἢ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ὠργανωμένης συζητήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπός, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκεται διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον ἀπαιτῆται ὁμοφωνία, νομίζω ὅτι εἴτε ὑπάρχουν εἴτε δὲν ὑπάρχουν τὰ ἐλάχιστα ἢ τὰ ἀνώτατα, ὅρια ὁ θεσμὸς δύναται νὰ ἐξελιχθῇ ἐπωφελῶς. Τέλος ἔχω νὰ προσθέσω, κ. Πρόεδρε, τὰς ἀκολούθους σκέψεις πρὶν καταλήξω. Ἐλέχθη, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς διαρκείας τοῦ λόγου εἶναι ἀντιδημοκρατικός...
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ περιορισμοῦ τοῦ λόγου, ἀλλὰ περὶ τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων.
§85Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. ...... ἀλλά, νομίζω, ὅτι τὰ 30 λεπτὰ τῆς ὥρας εἶναι ἐπαρκῆ διὰ νὰ ἀκουσθῇ τοὐλάχιστον ἡ γνώμη, ἂν ὄχι τὸ σύνολον τῶν ἐπιχειρημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἕκαστος ἐξ ἡμῶν στηρίζει τὴν γνώμην του. Ἐπίσης ἡ πεῖρα καὶ πρακτικὴ πολλῶν Κοινοβουλίων ἀπέδειξαν ὅτι κρίνεται ἀναγκαῖος ὁ περιορισμός. Ὁσάκις ἐπικαλοῦμαι τὰ ἄλλα Κοινοβούλια τὰ ἐπικαλοῦμαι ὡς παραδείγματα χωρὶς νὰ θεωρῶ βεβαίως ὅτι ἔχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ μιμούμεθα. Ἔφθασαν λοιπὸν καὶ ἀλλαχοῦ εἰς τὴν ἀνάγκην, χάριν τῆς διασώσεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, νὰ λάβουν ὡρισμένα μέτρα καὶ νὰ θέσουν ὡρισμένους περιορισμούς, καὶ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ πρόσθετον ἐπιχείρημα, διὰ νὰ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ὀφείλονται οἱ περιορισμοὶ εἰς ἔλλειψιν ἐκτιμήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, οὔτε εἰς ἄρνησιν τῶν βασικῶν ἀρχῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ ἤχθησαν καὶ τὰ ἄλλα Κράτη εἰς τοὺς περιορισμοὺς αὐτούς, διὰ νὰ καθίσταται ἀποδοτικώτερον τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου. Εἰς τὸ Βελγικὸν Κοινοβούλιον δὲν ὑπάρχει ὁμιλία, ἡ ὁποία νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 30 λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἐπίσης εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον, ὅπου ὑπάρχει παντοδυναμία τοῦ Σπῆκερ, ἐλήφθησαν μέτρα νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐπιμήκυνσις τῶν συζητήσεων. Καὶ ὑπάρχουν τέσσερα μέτρα διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνεται ἡ συγκράτησις εἰς λογικὰ ὅρια. Τὸ πρῶτον εἶναι τὸ σύστημα τῆς γκιλοτίνας, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ περίπου πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς ὡργανωμένης συζητήσεως ποὺ προτείνομεν. Τὸ δεύτερον μέτρον, εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς περαιωμένης συζητήσεως καὶ δύναται νὰ προτείνῃ τὴν περαίωσιν τῆς συζητήσεως καὶ εἷς βουλευτὴς μόνον, ἀλλὰ δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἂν δὲν συμφωνῇ ὁ ἴδιος ἢ ἐναντιοῦνται 100 βουλευταὶ νὰ μὴ θέσῃ κἂν τὴν πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν. Ὑπάρχει ἡ 19 στέντιγκ ὄρντερ, ἡ ὁποία ἀποκλείει τὰς ἐπαναλήψεις κλπ. Ὑπάρχει τέλος τὸ σύστημα καγκουρώ, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας θέτει εἰς ψηφοφορίαν. Δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἡμεῖς εἰς τοιαύτην διάταξιν. Ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι καὶ εἰς τὴν κοιτίδα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ ἀνεζήτησαν τρόπους ἐπιταχύνσεως τῆς συζητήσεως. Ἀλλά, ἐάν, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος νὰ ἐπιταχύνωνται αἱ συζητήσεις, ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν πρέπει νὰ παραμείνουν αἱ στοιχειώδους ἐγγυήσεις. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας εἶχα τὴν τιμὴν νὰ προτείνω διὰ τῶν μεταβολῶν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς διαδικασίας, ἀλλὰ χωρὶς νὰ λάβωμεν τὰς στοιχειώδεις ἐγγυήσεις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς καταχρήσεις εἰς βάρος τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Καὶ θὰ ἦτο παράλογον καὶ ἀπαράδεκτον νὰ δεχθῶμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχομένως εἰς μίαν στιγμὴν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ προσέβαλε τὴν βάσιν καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Καλλία. Μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου βουλευτοῦ ἐπιθυμοῦντος νὰ ὁμιλήσῃ, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7. Νομίζω ὅτι διεφωτίσθη ἀρκετὰ ἡ Βουλὴ ἐφ’ ὅλων τῶν διατάξεων, καὶ ὅπως καὶ ἄλλοτε ὑπέμνησα, τὸ ἄρθρον δὲν τὸ διετύπωσεν αὐτὴν τὴν φορὰν ἡ νῦν Διαρκὴς Ἐπιτροπὴ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ εἶχε διατυπωθῆ καὶ συζητηθῆ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἶναι καταστάλαγμα μακρᾶς κοινοβουλευτικῆς πείρας τῆς συγχρόνου πολιτικῆς μας ζωῆς. Ἐὰν δὲν σφάλλω, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλία, ἡ ὁποία πραγματικῶς ἀνεμόρφωσε τὴν διατύπωσιν κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικώτερον. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν τοῦ κ. Καλλία, θὰ ἤθελον πρῶτον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἔγινεν ἴσως παρεξήγησις ἀπὸ μέρους μερικῶν συναδέλφων. Μὲ τὸν περιορισμὸν τῆς συζητήσεως εἰς τὸ 8ωρον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐπιδιώκεται περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ἀπὸ τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ σχεδίου τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, παρέχεται πᾶσα εὐχέρεια εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ διὰ τὴν ἄνετον ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου, καθίσταται δὲ σαφὲς καὶ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοθετημάτων. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλείσωμεν ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ὑπόνοιαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ μία τάσις κωλυσιεργίας, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐθεσπίσθη καὶ ὅπως σᾶς εἶπον ἀνυπόπτως, διότι ἔχει συζητηθῆ καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἡ διάταξις τοῦ 8ώρου. Θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. συναδέλφων ἐπὶ τοῦ γεγονότος ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὑποχρεωτικῆς διατάξεως. Εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις. Μετὰ 8ωρον συζήτησιν τοῦ θέματος, δύναται ἡ Βουλὴ δι’ ἀποφάσεώς της, λαμβανομένης δι’ ἀναστάσεως, προτάσει 20 βουλευτῶν, νὰ κηρύξῃ περαιωθησομένην τὴν συζήτησιν ἐντὸς 2ώρου, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν προηγήθη περιορισμὸς τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων. Καὶ ἔχει τὴν δυνατότητα ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ ἢ ὄχι, κρίνουσα κατὰ περίστασιν. Ἐὰν ἀπὸ ἕνα νομοσχέδιον συζητηθοῦν ὡρισμένα σπουδαῖα ἄρθρα καὶ ὑπολείπονται ἄλλα σπουδαιότερα, εἶναι ποτὲ δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ Πρόεδρος ἢ ἡ Βουλὴ νὰ δεχθοῦν τὸν περιορισμὸν τῆς συζητήσεως εἰς τὸ 8ωρον, ἐφ’ ὅσον παραμένει ἀσυζήτητον τόσον μέγα καὶ σπουδαιότερον μέρος τοῦ νομοθετήματος; Ἑπομένως, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ δεχθοῦν νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει. Αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Ἠλιοῦ, νομίζω, ὅτι ὅπως εἶπεν καὶ ὁ κ. Καλλίας, πλὴν μιᾶς, δύνανται νὰ γίνουν δεκταί. Εἰς τὴν πρώτην σειράν, εἰς τὴν προτελευταίαν λέξιν «βουλευτοῦ», προστίθεται: «ἢ τούτου συναινοῦντος ἑτέρου τινὸς τῶν ὑπογραφόντων». Εἰς τὴν τρίτην παράγραφον, σειρὰν πέμπτην, νὰ προστεθῇ ἡ φράσις: «ἐξ ἑκάστου κόμματος». Τὴν ὑποτροπολογίαν ἐπὶ τῆς παραγράφου 5, τὴν ἀπέφυγον. Ἐπὶ τῆς παραγράφου 6 σειρὰ δευτέρα, τίθεται «ὑπαρχουσῶν διακεκριμένων μερίδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ λόγος δίδεται ἐναλλὰξ κατὰ τὴν τάξιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων». Ὁ κ. Καλλίας ἐνόμισεν ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ προσθήκη αὐτή.
§87Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν εἶναι βέβαιον, ὅτι ὑπῆρξαν εἰς τὸ παρελθὸν δυσκολίαι. Συνήθως, μέχρι τέλους, τὰς συζητήσεις διέπει ἕνα ἐλάχιστον ὅριον καλῆς πίστεως, καὶ πολλὲς φορὲς ἐναλλάσσονται ἑκουσίως οἱ ἀγορηταὶ τῶν κομμάτων δεδομένου, ὅτι κανένα κόμμα δὲν ἔχει συμφέρον νὰ παρατάξῃ κατὰ σειρὰν ὅλους τοὺς ἀγορητάς του καὶ νὰ μὴ ὑπάρξῃ δυνατότης ἀντιλόγου. Ὑπῆρξαν, ὅμως, σᾶς ὑπενθυμίζω, περιπτώσεις ἀντίθετοι, εἴτε εἰς περίπτωσιν ὀξύνσεως τῶν σχέσεων Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ὀξύνσεως σχέσεων μεταξὺ δύο κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπου εὑρίσκεται ὁ ζητῶν τὸν λόγον σχεδὸν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς συζητήσεως νὰ ἔχουν ἤδη ἐγγραφῆ 7–8 βουλευταὶ τοῦ ἑτέρου κόμματος καὶ δὲν ὑπάρχει δυνατότης ἀντιλόγου. Νομίζω, ὅτι, μᾶλλον ὡς ἀκροτάτη ἐγγύησις νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν ἕνα κόμμα αἰσθητῶς μεγαλύτερον ἑνὸς ἄλλου νὰ ἔχῃ διαφορετικὴν μεταχείρισιν. Δὲν εἶναι ἡ ἐξίσωσις τῶν κομμάτων ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκω, ἀλλὰ ἡ δυνατότης ἐγκαίρου ἐναλλαγῆς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ μικρότερον κόμμα νὰ ἔχῃ ἐγγράψῃ ὅλους τοὺς βουλευτάς του καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ὁμιλήσουν περισσότεροι βουλευταὶ τοῦ μικροτέρου κόμματος ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς τοῦ μεγαλυτέρου. Ἐὰν τεθῇ ἡ προσθήκη αὐτὴ φοβοῦμαι μήπως φθάσωμεν εἰς καταχρήσεις.
§89Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐὰν ἐγένετο μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι κατὰ τὴν ἐναλλαγὴν πρέπει νὰ ἀκούωνται ὅλα τὰ κόματα θὰ ἤρκει, διότι πράγματι πρέπει νὰ ἀκούεται καὶ τὸ μικρότερον κόμμα. Ἡ ἐξίσωσις, ὅμως, δὲν εἶναι ὀρθή.
§90Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν λέγω ἐξίσωσιν, ἀλλὰ ἐναλλαγήν.
§91Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Νὰ γίνῃ μία ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ὅτι κατὰ τὴν ἐναλλαγὴν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ὕπαρξις περισσοτέρων κομμάτων. Νομίζω, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως λύεται τὸ θέμα.
§92Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Καλλίας καλύπτει τὸ θέμα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι σύμφωνον. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς εἰδικοὺς ἀγορητάς, σαφῶς νομίζω ὅτι ἐξετέθη τὸ θέμα. Ἐφαρμογή του εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἀπέδειξεν ὅτι ὄντως ὁ θεσμὸς εἶναι χρήσιμος. Ἔχω τὴν γνώμην ἐκ τῆς πείρας τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ ἀδικήσῃ κανένα, θὰ εἶναι χρήσιμος. Θὰ δώσῃ εἰς τὸ κόμμα τὴν δυνατότητα καλυτέρας ὀργανώσεώς του, ἐναλλάσσοντας δὲ τοὺς εἰδικοὺς ἀγορητὰς κατὰ περίπτωσιν, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐμφάνισιν, τὴν προβολὴν καὶ τὴν ἄσκησιν τῶν νέων συναδέλφων. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἀποδεκτὸς δεδομένου ὅτι ἡ καθιέρωσις τοῦ 20λέπτου ἀποτελεῖ ἐπαρκῆ ἐγγύησιν. Δὲν ἀπομένει παρὰ μόνον ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία, διὰ τῆς ὁποίας προστίθεται εἰς τὸ προσωπικὸν ζήτημα καὶ τὸ δικαίωμα τῶν πρώην Ὑπουργῶν νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον. Ἤκουσα μὲ ἰδιαιτέραν προσοχὴν τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι κατέχομαι ἀπὸ μέγαν δισταγμόν. Ἐὰν ρητῶς περιληφθῇ εἰς τὸν Κανονισμὸν θὰ ὁδηγήσῃ εἰς καταχρήσεις. Ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ ἑνὸς σπουδαίου πολιτικοῦ θέματος γενικωτέρας σημασίας ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἔχει δικαίωμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ προσωπικοῦ θέματος οὐδεὶς Πρόεδρος διαπιστώνων τὴν ὕπαρξιν προσωπικοῦ θέματος θὰ ἀρνηθῇ νὰ δώσῃ τὸν λόγον εἰς τὸν πρώην Ὑπουργόν. Πάντως φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐγγραφὴ εἰδικῆς διατάξεως δημιουργεῖ ἐνδεχόμενον καταχρήσεων. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην νὰ μὴ ἐπιμένῃ.
§94Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ὑφίστατο τὸ θέμα ἐὰν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν διεχώριζε τὸν ἔλεγχον βουλευτοῦ διατελέσαντος Ὑπουργοῦ ἀπὸ προσωπικὸν ζήτημα. Τὶ προτείνει διὰ τῆς τροπολογίας του ὁ κ. Καλλίας; Προτείνει νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἰδία διαδικασία. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς θὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ προσωπικὸν ζήτημα καὶ ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς διαδικασίας. Πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸ προσωπικὸν θέμα ἡ περίπτωσις τοῦ ἐλέγχου. Καὶ νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἀπόφασις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν ᾗ περιπτώσει θὰ ὑπάρξῃ διαφωνία. Διατὶ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ φεουδαρχία. Διατὶ θὰ ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ τὴν περὶ τούτου κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀλλοία. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ τοιαύτη προσθήκη θὰ ὁδηγήσῃ εἰς καταχρήσεις.
§96Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ σεῖς εἴπατε ὅτι καὶ ὡς ἰσχύει ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἐναπόκειται εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ προσωπικὸν ζήτημα ἢ ὄχι. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ. Ἡ διαδικασία εἶναι τοιαύτη διὰ τὸ προσωπικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ ἡ μία διάταξις διαφέρει ὀλίγον τῆς ἄλλης. Ὅταν γίνεται ἔλεγχος ἐναντίον ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ. Διότι δὲν ὑπάρχει μόνον ἕνα θέμα γενικωτέρας πολιτικῆς ὅπου δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ἐπερωτήσεων ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσῃ ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς νὰ στραφῇ καὶ ἐναντίον ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ. Ὁ ἀπαντῶν Ὑπουργὸς δὲν ἔχει καμμίαν διάθεσιν νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν προκάτοχόν του καὶ ἐκεῖνος ποὺ θίγεται διὰ τῆς ἐπερωτήσεως νὰ μὴ δύναται νὰ ἀπαντήσῃ; Εἶναι μία ἀρχή, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ πρὸ πάντων ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν πεῖραν νομικήν;
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§98Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη καὶ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως, εὐσταθεῖ ἀπολύτως. Ὀρθῶς παρετηρήθη ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, δικαιοῦται πᾶς τέως Ὑπουργός, ἐφ’ ὅσον εἶναι βουλευτὴς παρευρισκόμενος μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ μετάσχῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἴπῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην του, αἰτιολογῶν ἐνδεχομένως, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, καὶ τὴν ἰδικήν του παρελθοῦσαν πολιτείαν, ἐντὸς πάντοτε τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα καθορίζει ὁ Κανονισμός, ὅπως θὰ διατυπωθῇ τελικῶς. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, ὅμως, τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἐὰν ὁ ἔλεγχος ἀφορᾷ κυρίως ἔλεγχον διὰ πράξεις τέως Ὑπουργῶν, ποῖος θὰ ἀπαντήσῃ; Νομίζω, ὅτι ἀξίωμα εἶναι νὰ ἀκούεται πάντοτε καὶ τὸ ἕτερον μέρος. Ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ἔχει ὅλο τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλὰ ἐὰν θέτω ὡς πρῶτον ἐπιχείρημά μου τὸ νομικὸν αὐτὸ ἀξίωμα, τὸ πράττω διὰ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ μὲ τὴν στενὴν ἄποψιν ἐξετάσεως τοῦ θέματος, πάλιν εὐσταθεῖ ἡ ἀξίωσις τοῦ νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα ἀπαντήσεως εἰς τὸν ἐπερωτώμενον οὐσιαστικῶς τέως βουλευτήν. Δὲν εἴμεθα δικαστήριον τὸ ὁποῖον νὰ ἐργάζεται μὲ δικονομικοὺς κανόνας, εἴμεθα Σῶμα πολιτικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ συζήτησις ἀποβλέπει καὶ εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ λαοῦ μας. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τῆς πολιτικῆς, νομίζω, ὅτι ὁ τέως Ὑπουργός, τοῦ ὁποίου καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐπικρίνεται ἡ πολιτική, ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ τὸ στερήσῃ ὁ Κανονισμός.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τοῦ τὸ ἐστέρησε ποτέ, κ. Ὑπουργέ, ἐν τῇ πράξει.
§100Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοινων. Προνοίας). Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐφ’ ὅσον ἦλθε τὸ θέμα σήμερον, ἐὰν δὲν τὸ δεχθῶμεν, ἐμμέσως τοῦ τὸ στεροῦμεν. Ἐπροτάθη κἄτι τι, καὶ δὲν γίνεται δεκτόν, δὲν δύναται τότε κανεὶς νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ εἰς τὸ μέλλον κατὰ τὸ ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἐπιχείρημα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ δήλωσις τοῦ Προέδρου.
§102Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Δὲν μοῦ ἀρκοῦν αἱ δηλώσεις, οὔτε τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε τοῦ Προέδρου, διότι ὁ θέλων νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, δὲν θὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ κείμενον, κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ κρίσιν. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν σκολιὰν τῆς διαδικασίας τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία θὰ δίδῃ τὴν εὐχέρειαν, εἴτε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἴτε εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ προσωπικὸν ζήτημα, νομίζω, λέγω, ὅτι εὐθύτερον, πολιτικώτερον καὶ τιμιώτερον εἶναι, ὅπως διὰ ρητῆς διατάξεως εἰς τὸν Κανονισμόν, ἐὰν δι’ ἐπερωτήσεως ἐπικρίνεται ἡ πολιτεία τέως Ὑπουργοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα οὗτος ὁ τέως Ὑπουργός, νὰ ἀπαντήσῃ, διότι κατὰ τὴν παγίαν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ ἐπερωτήσεων, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει γενίκευσις, δικαιοῦται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ ἐπερωτῶν καὶ ὁ ἐπερωτώμενος Ὑπουργός, οὐσιαστικῶς δὲ ἐπερωτώμενος Ὑπουργός, εἶναι ὁ τέως Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ πολιτικὸν καὶ νομικὸν καὶ ἠθικὸν δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ διὰ νὰ διαφωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς καὶ εἰδικώτερον οἱ ψηφοφόροι του. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου, ἡ ὁποία, ὡς βλέπω, ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἀφεθῇ διὰ νὰ διατυπωθῇ αὔριον, νὰ τεθῇ σαφὴς διάταξις. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθαρώτερον καὶ τὸ πολιτικῶς ὀρθότερον, καὶ ὄχι νὰ κριθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ προσωπικὸν ζήτημα. Ἐλέγχονται αἱ πράξεις τέως Ὑπουργοῦ δι’ ἐνέργειάν του, ὅταν ἦτο Ὑπουργός, νὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ τέως Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσωπική μου γνώμη.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἔγινε συζήτησις περὶ συνταγματικότητος καὶ ἰσότητος, θὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθοῦν 2–3 κατὰ συνέχειαν διατελέσαντες Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι θὰ θεωρήσουν, ὅτι ἐπεκρίθη ἡ πολιτική των. Ἀλλὰ πέραν τούτου εἶναι καὶ οἱ μὴ ἐπανεκλεγόμενοι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς μειονεκτικὴν θέσιν ἀπέναντι τῶν ἐπανεκλεγέντων. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπερασπίσῃ καὶ τὴν πολιτείαν καὶ τὰς πράξεις τοῦ βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς τὸ Κόμμα του.
§104Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὀλίγου εἶχον σκεφθῆ, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοποθετήσω κατὰ διαφορετικὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐκθέσω ἐντὸς ὀλίγου, τὸ ζήτημα, ἀλλὰ ἐπρυτάνευσεν ἡ σκέψις εἰς ἐμέ, ὅτι εἴχατε ἤδη κηρύξει περαιωμένην τὴν συζήτησιν καὶ ὅτι ἐθέσατε ἁπλῶς τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ περαιωθῇ ἡ συζήτησις, ὅπως πράγματι, συμβαίνει, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Βεβαίως, προκειμένου περὶ ἄλλης ὕλης νομοθετικῆς δὲν θὰ ἦτο σωστὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία διότι φυσικὰ εὑρισκόμεθα ἐδῶ χωρισμένοι εἰς τρεῖς ἕως τέσσαρες παρατάξεις, καθόσον δὲν συμφωνοῦμεν. Πολιτικῶς περίπου ὅλα ὅσα ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ, ἂς εἴπωμεν, ὅσοι δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν ΕΡΕ περὶ αὐτῶν, ἔχομεν ἀντίθετον γνώμην, εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, εἴτε ἀπὸ ἀπόψεως ὠφελείας τῶν κοινωνικῶν στρωμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἀπὸ τῆς θέσεώς του λέγει ὡρισμένην ἄποψιν. Ὥστε ἐὰν πρόκειται εἰς μίαν ἀνάπτυξιν ἐπὶ ἄλλου θέματος νομοθετικοῦ ἢ ἄλλου τινὸς ρήτωρ, ὄχι παρεμπιπτόντως, διότι νομοθέτημα συζητεῖται νὰ ἀναφερθῇ εἰς κἄτι τι περὶ τῆς παλαιοτέρας νομοθεσίας τῆς εἰσαχθείσης ἀπὸ τὴν παλαιοτέραν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὸν πρώην Ὑπουργόν, χωρίς, οὔτε νὰ τὸν προσβάλῃ, διότι τότε εἶναι προσωπικὸν ζήτημα, οὔτε νὰ τοῦ ἀποδώσῃ ἀλλοίαν γνώμην ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πραγματικῶς εἶχεν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ διαδηλώσῃ τὴν γνωστὴν ἤδη διαφωνίαν του, ὀρθὸν θὰ ἦτο ἡ ἀναγνώρισις εἰς τὸν πρώην Ὑπουργόν, τοῦ δικαιώματος νὰ ἀπαντήσῃ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος. Βέβαια, ἡ ἐκτροπὴ τῆς συζητήσεως ἀπὸ τὰ θέματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὴν ἀξιολόγησιν περὶ τῆς παλαιοτέρας πολιτικῆς μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι σήμερον Κυβέρνησις, ἀξιολόγησιν, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὴ ὅταν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο μὲ τὴν ΕΡΕ δὲν συμφωνοῦσε μὲ τὰ περισσότερα μέτρα τῆς ΕΡΕ, ἢ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εἰς τὴν Ε. Κ. δὲν συμφωνοῦσε μὲ τὰ μέτρα αὐτῆς. Ἀλλοίμονον, ἐὰν δὲν συμφωνῶ μὲ ἕνα μέτρον, σημαίνει καὶ ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν εἶναι ὠφέλιμον. Χωρὶς νὰ ἀλλοιώνωμεν τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐὰν δίδω τὸ ἔναυσμα διὰ νὰ ἀρχίσωμεν τὴν ἀξιολόγησιν, βεβαίως, φαινομενικῶς, παρουσιάζεται μία δυσκολία, νομίζω εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων. Διότι, βεβαίως, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει γενίκευσις, περιορίζεται μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ ἐπερωτωμένου Ὑπουργοῦ. Διερωτῶμαι, ὅμως, ἐναντίον τίνων ἀποκλειστικῶς δύναται νὰ στραφῇ μία ἐπερώτησις. Εἶναι δυνατὸν νὰ στραφῇ ἐναντίον ἄλλου κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως καὶ μάλιστα, ὄχι κατὰ τῆς ἐνεστώσης Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο Ὑπουργὸς τοῦ ὁποίου αἱ πράξεις ἐπερωτῶνται, ἐνδεχομένως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέγξωμεν τὸν κ. Παπασπύρου, διὰ πράξεις τοῦ κ. Παπανδρέου. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι καὶ ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει δυσκολία. Ὁπωσδήποτε πέραν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπηγόρευεν ἐπερώτησιν στρεφομένην σήμερον ἐναντίον τοῦ κ. Καλλία, ἢ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, παραδέχομαι, ὅτι ὅταν ὑπάρξῃ μεταβολὴ Κυβερνήσεως, εἶναι δυνατὸν μία ἐπερώτησις νὰ ἔχῃ τὰς προεκτάσεις της. Εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐπειδὴ διαπιστουμένου πράγματι, ὅτι εἰς πολλὰ σημεῖα συνεφωνήσαμεν περίπου, λόγῳ τοῦ πολυπλόκου καὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἄρθρου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ πρὶν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, ὅπως ἔγινε καὶ εἰς τὸ περὶ Ἀρχηγῶν ἄρθρον, ἂς τὸ ἴδωμεν καὶ ἂς σκεφθῶμεν, ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς ἀπαντήσεως, τὸ ἀναφαίρετον, βέβαια, αὐτὸ δικαίωμα, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν.
§105Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι τὸ μόνον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει διαφωνία καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιβάλλεται νὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι τῶν κ.κ. συναδέλφων.
§107Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας). Κύριοι βουλευταί, δὲν θέλω νὰ θεωρηθῇ ὅτι μετὰ τὴν ἐξαγγελίαν ἀπὸ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις, ὅτι ἐγὼ παρεβίασα τὸν Κανονισμόν, οὔτε ἐξεδήλωσα ὅτι δὲν σέβομαι τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις. Ἀλλά, προκειμένου, ἐὰν ἀντελήφθην ὀρθῶς νὰ ἀνετίθετο εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἐκπροσώπους τῶν κομμάτων νὰ διατυπώσῃ τὸ ἄρθρον αὐτό, συμφώνως μὲ τὰ πορίσματα τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν διατύπωσιν αὐτοῦ ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ἀκολουθηθῇ ὄχι ἡ σκολιὰ ὁδὸς τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ τῆς ἀπαντήσεως. Καὶ τοῦτο τὸ λέγω διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι παρεβιάσθη ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τὴν διατύπωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν γραπτῶς καὶ ἠκούσθησαν προφορικῶς.
§109Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἡ ἰδική μου διατύπωσις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία συζητεῖται καὶ ἐπειδὴ θεωρῶ ἐξ ἄλλου τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὄχι ὡς ὥραν ὁμιλίας, ἀλλὰ ὡς ὥραν διευκρινίσεων διὰ τὴν ψηφοφορίαν, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, ἐν ἀπολύτῳ ὅμως συντομίᾳ, τὰ ἑξῆς: Δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει κανεὶς κίνδυνος ὑπερβολικῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως, ὅπως τὴν προτείνω. Ἄλλωστε περιπτώσεις ἐφαρμογῆς δύνανται νὰ ὑπάρξουν εἰς τὸ διάστημα 2, 3 ἢ 4 μηνῶν μετὰ τὴν ἀλλαγὴν ἑκάστης Κυβερνήσεως. Ἀλλά, παρὰ ταῦτα, διὰ νὰ διευκολύνω νὰ ληφθῇ ὁμόφωνος ἀπόφασις....
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 50.
§111Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν. Αὐταὶ εἶναι ἀκραῖαι περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπιθανότητες καὶ ὄχι πιθανότητες. Ἀλλά, παρὰ ταῦτα, διὰ νὰ διευκολύνω μίαν ὁμόφωνον ἀπόφασιν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οἱοσδήποτε κίνδυνος ὑπερβολικῆς χρήσεως τῆς διατάξεως, δέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, ὡς δυναμένην νὰ καλύψῃ τὸ ἐλάχιστον ὅριον προστασίας ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐλέγχεται καὶ ὁ ὁποῖος δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀπαντήσῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἤσκησε. Νομίζω, ὅτι ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας καλύπτει καὶ τὴν δυνατότητα τῆς ἀπαντήσεως καὶ τὴν ἀποφυγὴν οἱουδήποτε κινδύνου ὑπερβολικῆς χρήσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μὴ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον ἐκηρύχθη περαιωμένη καὶ ἐφ’ ὅσον ἔγινεν ἡ διευκρίνισις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης.
§113Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε.
§114Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ διακοπῇ ρήτωρ καὶ νὰ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐξάπτεσθε, κ. Ἐφραιμίδη. Δυνατὸν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης νὰ ἔχῃ μίαν ἀντίρρησιν διὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως. Σεῖς τριτολογεῖτε. Ἂς ἀκούσωμεν τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην.
§116Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ περαιωθεῖσα ἡ συζήτησις, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἴτε ὁ Ὑπουργός, ὁ οἱοσδήποτε Ὑπουργός, εἴτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διατυπώνει γνώμην. Θὰ πρέπει νὰ εἶχε λήξει ἡ συζήτησις τελείως, νὰ εἴχατε εἴπει καὶ σεῖς τὴν γνώμην σας καὶ τότε θὰ ἠμπορούσατε νὰ εἴχατε κηρύξει περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κηρύξετε τὴν συζήτησιν περαιωμένην ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ὑμῶν καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε σεῖς τὴν γνώμην σας. Συνεπῶς, κακῶς εἴπατε, ὅτι κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται νὰ διατυπωθοῦν ἀπόψε αἱ τροπολογίαι, προσπαθῶ νὰ ἐπετύχω διευκρίνισιν τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν δεκταί.
§118Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἴπατε αὐτὰ δέχομαι, ἐκεῖνα δὲν δέχομαι. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαντήσεως. Ἐὰν ἐλέγατε τὴν γνώμην σας καὶ μετὰ ταῦτα ἐκηρύσσετο περαιωμένη ἡ συζήτησις, θὰ ἦσθε ἐν τάξει.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔτσι ἔγινε καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Συνεζητήσαμεν, διηυκρινίσαμεν τὰς τροπολογίας καὶ τὰς διετυπώσαμεν ὁριστικῶς τὴν ἑπομένην.
§120Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν εἴπατε αὐτὰς τὰς δέχομαι, ἐκείνας δὲν τὰς δέχομαι. Συνεπῶς, συνεχίσατε σεῖς τὴν συζήτησιν, παρ’ ὅλον ὅτι τὴν ἐκηρύξατε περαιωμένην. Καὶ λέγω, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη, ἐφ’ ὅσον διατυποῦνται γνῶμαι. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν δεκτὴ ἡ Α, Β, Γ τροπολογία;
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἔκαμα. Καὶ διετύπωσα δισταγμὸν διὰ μίαν μόνον συζητηθεῖσαν τροπολογίαν, διαφωνήσας μάλιστα μὲ τὴν προσωπικὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας.
§122Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας ὄχι μόνον δὲν λύει τὸ θέμα, ἀλλὰ τὸ περιπλέκει. Ἐπὶ ἐπερωτήσεων, ἡ συζήτησις γίνεται μεταξὺ τοῦ ἐπερωτῶντος βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐπερωτωμένου Ὑπουργοῦ. Εἶναι αὐτὴ ἡ θεμελιώδης διάταξις ἢ ὄχι;
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§124Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τώρα θέλει νὰ διεξάγεται ἡ συζήτησις μεταξὺ ἐπερωτωμένου Ὑπουργοῦ, ἐπερωτῶντος, ἀλλὰ καὶ παρὰ τέως Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, εἴτε πρόκειται περὶ τέως Ὑπουργοῦ, εἴτε περὶ νῦν, νὰ γίνῃ δεκτὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προνοίας. Διότι ἂν ἐγὼ διατυπώσω μίαν ἐπερώτησιν ἐναντίον ἑνὸς Ὑπουργοῦ Ἐργασίας εἶναι φανερόν, ὅτι κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως θὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς 8ετίας ὑπῆρξεν ἡ Α ἢ Β ἀντεργατικὴ πολιτική. Τότε θὰ πρέπει ὅλοι οἱ διατελέσαντες Ὑπουργοὶ τῆς Ἐργασίας, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὀκταετίας, νὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὴν ἐπερώτησιν. Πότε θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα ποὺ προβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας; Ἂν ἔλεγον ὅτι κατὰ τὴν ὀκταετίαν ὁ τάδε, ὁ τάδε Ὑπουργὸς ἔκαμεν ἀντεργατικὴν πολιτικήν, ἐκινήθη ἰδιοτελῶς κατὰ τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Τότε ὑπάρχει ἡ ἔννοια τοῦ προσωπικοῦ θέματος. Τότε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διάταξις ποὺ νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀμυνθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ αὐτὴν τὴν προνομιακὴν μεταχείρισιν. Διότι τότε θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ παραδόξων πραγμάτων. Διότι ἀνέφερον τὴν ὀκταετίαν. Ἠμπορεῖ νὰ ἀναφερθῶ εἰς παλαιότερα γεγονότα, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ἥττης τοῦ 1897 καὶ νὰ νομίζῃ τις ὅτι θίγεται καὶ ἔτσι νὰ ἀρχίσωμεν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ 1897. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνος ἡ διάταξις, κ. Πρόεδρε. Ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι ὑπάρχει μία εὐαισθησία ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν τὴν τροπολογίαν, διότι μόλις ἐγκατέλειψαν τὴν ἐξουσίαν, δὲν ἔχουν συνηθίσει ὅτι πρέπει νὰ εἶναι Ἀντιπολίτευσις καὶ νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν τὰ ἴδια δικαιώματα καὶ τώρα. Τότε θὰ παρουσιάζετο τὸ φαινόμενον τέως Ὑπουργοί, ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ἔργον ποὺ ἔγινεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν των θὰ ἀρχίσουν νὰ λέγουν, ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ πολιτικὴ τοῦ τάδε κόμματος θὰ ἠμπορούσαμε νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ ὁλοκληρώσωμεν τὸ δημιουργικόν μας ἔργον. Τότε κάθε βουλευτὴς τοῦ κόμματος ἐκείνου θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ. Πρέπει νὰ διατυπωθῇ εἰς τὸν Κανονισμόν, διότι πρέπει νὰ ἀκούεται καὶ ἡ ἄλλη πλευρά. Ἀντὶ ὁ τέως Ὑπουργὸς νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, ἀντὶ νὰ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν, ἂς κάμῃ τὸν κόπον νὰ εὕρῃ τὸν ἐκπρόσωπον τοῦ κόμματος καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ τὰ πράγματα ἔχουν ἔτσι καὶ ἔτσι. Καὶ τὸ θέμα θὰ λήξῃ καὶ θὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἄλλη πλευρά. Δὲν εἶναι δυσχερὲς ὅταν τίθεται θέμα διὰ πρώην Ὑπουργὸν, ὁ Ὑπουργὸς νὰ εὑρίσκῃ τὸν Ἀρχηγόν του, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ τεθέντος θέματος.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ὑπονομεύωνται αἱ ἐπερωτήσεις καὶ νὰ παραλύῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τρεχόντων ζητημάτων, μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον. Διὰ τοῦτο, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος.
§126Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Πρ.). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, κ. Ἐφραιμίδης, διετύπωσε κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀβάσιμον. Ἡ ἰδική μου πρότασις λέγει, ὅτι ἐὰν ἀπευθυνθῇ ἐπερώτησις κατὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἐπερωτῶν θίξῃ προσωπικῶς τέως Ὑπουργόν, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ. Ἡ ἀντίθετος ἄποψις λέγει: Μὰ τότε θὰ ἀπαντήσωμεν ὅλοι. Καὶ συμπληρώνει: Ἂς ἀπαντήσῃ μόνον ὁ Ἀρχηγός του. Ἐὰν ἀπαντήσῃ ὁ Ἀρχηγός του δὲν δίδει ἀφορμὴν εἰς γενικωτέραν συζήτησιν; Καὶ ἐὰν ὁ Ἀρχηγός του δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν θελήσῃ νὰ τὸν καλύψῃ, θὰ μείνῃ ἀκάλυπτος; Ἰδοὺ αἱ διάφοροι ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ὄντως ἀλληλοσυγκρούονται. Καί, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ προστασία τοῦ οἱουδήποτε πολιτευομένου προέχει ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην σκέψιν. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐμμείνω οὔτε ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει θέσιν ἐπὶ τοῦ θέματος, οὔτε ἔχω θέσιν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Προσωπικήν μου γνώμην εἶπον, ὡς βουλευτής, ὅπως τὴν λέγουν ὅλοι. Δὲν τὴν εἶπον ὡς Ὑπουργός. Βουλευτὴς εἶμαι καὶ λέγω τὴν γνώμην μου. Ἐάν, δηλαδή, δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν τέως Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ γεννᾶται ἀναστάτωσις; Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος οὐδεμιᾶς ἀναστατώσεως καὶ ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ.
§127Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ φαίνεται κἄπως περίεργος ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Ἐφραιμίδη. Δηλαδή, ἐπερώτησις ἐναντίον Ὑπουργοῦ, ὅτι ἔχει ἀντίκτυπον καὶ σὲ πρώην Ὑπουργόν. Τότε, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ἐφραιμίδη, ὁ πρώην Ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ ἐνδεχομένως ἡ ἐπερώτησις, θὰ πάῃ εἰς τὸν Ἀρχηγόν του σὰν ἕνα μικρὸ δασκαλούδι, νὰ ζητήσῃ προστασίαν, νὰ τὸν ὑπερασπισθῇ. Συμφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Προνοίας κ. Μπακοπούλου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν μόνον αὐτόν, ὁ ὁποῖος λέγει ἐναντίον ἄλλου, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἀκούσωμεν καὶ τὸν ἄλλον.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§129Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ καὶ συγκεκριμένως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 19, προστατεύουν καὶ τὸν Ὑπουργόν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μόνον παρέλκυσις τῆς συζητήσεως γίνεται. Ὡς προεῖπον, ὡς ἰσχύει σήμερον ὁ Κανονισμός, καλύπτει τὸ θέμα καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἑτέρα διάταξις, τὴν ἀποκρούομεν. Προχωρήσατε, κ. Πρόεδρε, εἰς ψηφοφορίαν.
§130Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βασιλᾶτος ἔχει ὑποβάλει μίαν ἐπερώτησιν —προσέξατε, διὰ νὰ ἴδητε τὴν περίπτωσιν, ἰδική σας εἶναι, κ. Βασιλᾶτε — ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἡ ὁποία λέγει: «Φρονῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ καὶ Οἰκονομικῶν ὑπ’ ἀριθ. τἄδε τοῦ 1962 ἦτο παράνομος κλπ.». Ἐρωτῶ, ποῖον ἐλέγχει διὰ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς; Τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ἢ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς Συντονισμοῦ καὶ Οἰκονομικῶν τοῦ 1962; Καὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσουν οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι;
§131Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ ὅταν διετυπώσωμεν διάφορον γνώμην, θὰ εὑρεθῇ Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ ἀπαγορεύσῃ νὰ ἀπαντήσῃ; Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἔχωμεν βουλευτὰς προνομιούχους καὶ μή.
§132Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναπτύξατε, κύριε Πρωτοπαπαδάκη, ἐπαρκῶς τὰς ἀπόψεις σας καὶ ἔχετε ἓν εὔλογον ἐπιχείρημα. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ τόσα ἀντίθετα ἐπιχειρήματα τοῦ ἰδικοῦ σας. Ἐὰν θιγῇ ἕνας πρώην Ὑπουργὸς προσωπικῶς, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ μὲ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμόν, νὰ ζητήσῃ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος τὸν λόγον. Ποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ τὸ ἀρνηθῇ, ὅταν πράγματι διατυπωθῇ μία βαρεῖα κατηγορία, ὅτι παρημέλησε τὰ καθήκοντά του;
§134Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶπε κἄτι ὁ κ. Βασιλᾶτος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον καὶ θέλω νὰ ἀποκαταστήσω τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι προσωπικὸν ζήτημα. Εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπερώτησις στρέφεται ἐναντίον τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐδῶ ὅμως σαφῶς ὁμιλεῖ περὶ παρανομίας τῶν Ὑπουργῶν τοῦ 1962, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν Ὑπηρεσιακοί. Δὲν θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσουν;
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προσωπικὸν θέμα.
§136Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε...
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε, ἕως τώρα, ὅλοι οἱ πολιτικοὶ τοῦ παρελθόντος, ποὺ δὲν ὑπῆρχε τοιαύτη διάταξις, ἔμειναν ποτὲ ἐκτεθειμένοι; Ἔμεινε δι’ αὐτὸν τὸν λόγον στῖγμα; Δὲν νομίζω, κύριε Πρωτοπαπαδάκη. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη. Ἡ διατύπωσις θὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων ἔγιναν παραδεκτὰ ἀπὸ τὴν Βουλήν, μὲ βάσιν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλλία.
§138Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Θὰ γίνῃ ψηφοφορία, ὡς πρὸς τὴν παράγραφον αὐτήν;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§140Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Φοβοῦμαι, ὅτι μία πλάνη καὶ μία προκατάληψις, ὅτι προσωρινῶς ἀφορᾷ Ὑπουργοὺς διατελέσαντας ἑνὸς κόμματος, κάμνει ἐφεκτικοὺς τοὺς κ.κ. συναδέλφους διὰ μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία καὶ ἐὰν δὲν τεθῇ θὰ ἐφαρμόζεται καὶ ἐὰν δὲν ἐφαρμόζεται δὲν θὰ εἶναι κοινοβουλευτικὴ διαδικασία. Ξεύρετε δὲ μὲ τὴν σύστασιν πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς τί κάμετε; Διευρύνετε τὴν συζήτησιν καὶ ἀντὶ ἑνὸς δεκαλέπτου ἀπαντήσεως, θὰ ἀρχίζῃ ὁ κ. Ἀρχηγός, θὰ γίνεται γενικωτέρα πολιτικὴ συζήτησις καὶ θὰ χαλάῃ ἡ συνεδρίασις. Ἐὰν ὡς πλειοψηφία θέλετε νὰ τὸ ψηφίσετε, νὰ τὸ ψηφίσετε, ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον διευκολύνει ἡ εὐχέρεια, τὴν ὁποίαν τοῦ παρέχει ὡς διετυπώθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προνοίας καὶ ὡς περιορίζεται ἡ διάταξις.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἔχει πάντοτε τὴν εὐχέρειαν ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος νὰ κρίνῃ καὶ νὰ δίδῃ τὸν λόγον. Φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θιγῇ ἡ ὑπόληψις ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ, παρόντος ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀρνηθῇ νὰ τοῦ δώσῃ τὸν λόγον;
§142Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ τῆς ὑπολήψεως, πρόκειται περὶ τοῦ ἀντιλόγου εἰς τὴν πολιτικήν. Περὶ τῆς ὑπολήψεως δὲν πρόκειται ποσῶς. Νομίζετε ὅτι ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος ἀνησυχεῖ διὰ τὴν ὑπόληψιν; Ποῖος τολμᾷ νὰ τὸν θίξῃ; Πρόκειται περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα ἐξηντλήθη. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς τοὺς δεχομένους τὴν διαγραφὴν αὐτῆς τῆς διατάξεως τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλλία νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Συνεπῶς, τὸ ἄρθρον 7 θὰ διατυπωθῇ ὅπως εἶπον καὶ ὡς ἐγένετο δεκτόν.
§144Φ. ΠΙΤΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὶ ἔγινε τὸ ἄρθρον 7; Ἀνεπτύχθησαν ἀπόψεις, δὲν υἱοθετήθη τίποτε ἀπὸ τὸ Σῶμα.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγένετο δεκτὴ ὡς βάσις ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία καὶ ὡρισμέναι ὑποτροπολογίαι τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Καὶ μένει μόνον αὐτὴ ἡ διάταξις περὶ τῆς ὁποίας ὡς σᾶς εἶπον ἀπεφάνθη ἡ Βουλή. Ὅλα αὐτὰ θὰ συναρμολογηθοῦν καὶ θὰ ἐκτυπωθοῦν καὶ ἂν νομίζετε ὅτι ἔγινε κανένα σφάλμα ἢ καμμία παράλειψις εἰς τὴν διατύπωσιν, νὰ τὸ εἴπητε καὶ βεβαίως θὰ γίνῃ ἡ δέουσα διόρθωσις.
§146Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ποὺ θὰ τὰ πληρώσετε αὐτά.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, αἱ ἀπειλαὶ νομίζω ὅτι παρέλκουν.
§148Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. ... δὲν ἠκούσθη.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κρίνετε προσωπικὸν τὸ θέμα, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ σᾶς. Ἐγὼ κήδομαι τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων καὶ τῆς παραδόσεως καὶ τῆς παρ’ ὑμῶν διατυπωθείσης διατάξεως τὴν ὁποίαν συνεζητήσατε εἰς 4 Βουλάς. Διατί, λοιπόν, ἐνομίσατε ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν σημερινὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς ἢ τὴν χθεσινὴν Κυβέρνησιν; Ἡ διατύπωσις εἶναι ἰδική σας καὶ ἐμμένω εἰς τὴν διατύπωσιν ποὺ εἴχατε κάμει ἔχοντες τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν. Γνώμη μου εἶναι. Μοῦ ἀρνεῖσθε νὰ ἔχω γνώμην ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν ἡ διατύπωσις εἶναι ἰδική σας;
§150Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καταπιέζετε τὴν μειοψηφίαν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς τὸ εἴχατε διατυπώσει, ὅπως ἐγὼ τὸ ἀποδέχομαι, εἰς 3 συνόδους, ἀλλὰ βλέπω ὅτι θίγεσθε προσωπικῶς, ἐνῷ οὐδεμία διάθεσις ἐκ μέρους μου ὑπῆρξε νὰ σᾶς θίξω. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 8.
§152Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ προετίμων νὰ μὴ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα διότι περὶ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 7 ἐπῆλθε μία ὀξύτης, ἡ ὁποία δὲν ὠφελεῖ τὴν συζήτησιν τῶν ἄλλων ἄρθρων.
§153ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΕΚ. Ὄχι, ὄχι θὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§154Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος φωνασκιῶν, κ. συνάδελφοι, διότι ἄλλως προειδοποιῶ ὅτι θὰ γίνουν δύο συζητήσεις διὰ τὸν Κανονισμόν. Ὅταν προδήλως βοηθῶμεν τὴν διατύπωσιν, αὐτὸ τὸ προκλητικὸν ὕφος νὰ τὸ κρατήσουν ὅσοι τὸ ἔχουν, διὰ τὸν ἑαυτόν των, κ. Πρόεδρε. Ὅταν καλοπίστως καταβάλλεται προσπάθεια νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα καὶ παρουσιάζονται μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι δῆθεν πλειοψηφία οἱ ὀλίγοι παρόντες καὶ ὀργίζονται διότι κάμνω μίαν πρότασιν .....
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξηγήσω τὴν ἔξαψίν σας, ὅταν μάλιστα ἀνεβάλαμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων 7 καὶ 8, λόγῳ τῆς ἀπουσίας σας καὶ τώρα ζητεῖτε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις;
§156Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἶπον τὶ θὰ ἦτο προτιμότερον, δὲν εἶπον ὅτι εἶναι φοβερὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις. Ἀπηυθύνθην εἰς σᾶς καὶ εἶπα, διότι περὶ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 7 προεκλήθη ὀξύτης, θὰ ἦτο ὀρθὸν τὸ ἄρθρον 8 νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Ἐὰν μοῦ ἀπαντούσατε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ διαδικασία καὶ νὰ προχωρήσωμεν, τὸ θέμα θὰ ἔληγε χωρὶς τὴν ἀπειλητικὴν διακοπὴν τινῶν ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως «ὅτι εἴμεθα ἡ πλειοψηφία καὶ τὸ ψηφίζομεν».
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἤκουσα αὐτό, ἀλλὰ ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ἄρθρον 8 εἶναι συναφὲς μὲ τὸ ἄρθρον 7.
§158Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 8, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ, θὰ σᾶς εἴπω τὰς ἀπόψεις μου, ἀλλὰ εἶπα πρὸ ὀλίγου ὅτι θὰ ἦτο καλύτερον διὰ τὴν περαιτέρω ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως, νὰ συζητηθῇ εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἔξαψις παρῆλθε καὶ ὅτι δυνάμεθα νὰ συνεχίσωμεν ὁμαλῶς.
§160Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Νομίζω, ὅτι τὸ παράπονον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Καλλία δὲν εὐσταθεῖ καθόλου, εἰδικὰ προσωπικῶς τοῦ κ. Καλλία. Δὲν εὐσταθεῖ καθόλου, διότι ὅλη ἡ σημερινὴ συνεδρίασις κατηναλώθη εἰς τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλλία καὶ ἡ Συμπολίτευσις ἀπεδέχθη σχεδὸν ἐν τῇ ὁλότητί της τὴν ὀρθότητα τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλλία. Ἀντὶ λοιπὸν εὐχαριστιῶν, ὄχι εὐχαριστιῶν πρὸ ἡμᾶς, ἀντὶ νὰ εἶναι εὐχαριστημένος, διατυπώνει παράπονα ὅτι ἡ πλειοψηφία θέλει νὰ καταπνίξῃ τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν ἐπαναλαμβάνω, ὅλη ἡ συνεδρίασις κατηναλώθη διὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Καλλία. Εἶναι ἄδικον. Ἐὰν τώρα εἷς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων εἶπεν «ὄχι» εἰς τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν σας, δικαίωμά του εἶναι νὰ τὸ εἴπῃ τοῦτο, ὅπως καὶ σεῖς εἴχατε δικαίωμα νὰ προτείνετε τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως. Νομίζω κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα οὐδεμιᾶς ὁμιλίας περὶ ὀξύτητος. Προχωροῦμεν εἰς τὸ ἄρθρον 8;
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§162Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Προνοίας, ἐγὼ δὶς ηὐχαρίστησα τὴν Βουλήν, διότι ἠθέλησε μὲ τόσην εὔνοιαν νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ νὰ σᾶς τιμήσῃ κατ’ ἀξίαν.
§164Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ἀπήντησα ἐν ὀργῇ εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ψυχολογίαν μιᾶς νίκης, μὲ τὴν διαγραφὴν μιᾶς χρησίμου διατάξεως ἐπέμεναν «ὄχι, ὄχι», νὰ μὴ ὁλοκληρώσω τὰς σκέψεις μου πρὸς σᾶς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον συνεχίζεται ἡ συζήτησις, θὰ εἴπω τὰς ἀπόψεις μου, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8. Τὸ ἄρθρον 8 ἀποτελεῖ, πράγματι, συμπλήρωμα τοῦ ἄρθρου 7 καὶ δὲν θὰ εἶχον ἄλλην παρατήρησιν, πλὴν τῆς ἑξῆς: Λέγει ὅτι «ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ ἡ ἀγόρευσις τὰ 10′ λεπτά, καθ’ ἕκαστον ἄρθρον». Δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν νὰ ἀποδεχθῶ τὰ 10′ λεπτά, ἀλλὰ μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην: «ἐφ’ ὅσον τὸ ἄρθρον πραγματεύεται ἕνα μόνον ἀντικείμενον, ἄλλως 20′ λεπτά». Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κ. Πρόεδρε, διάφορα νομοθετήματα, ἰδίως τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα εἰς ἓν ἄρθρον περιλαμβάνουν π.χ. τὰ ἑξῆς: Ἄρθρον 1. Αὐξάνεται ἡ φορολογία τῆς βύνης. Παράγραφος 2. Συνιστᾶται Ἐπιτροπή.... κλπ. Καὶ εἰς τρεῖς–τέσσαρας παραγράφους τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου πραγματεύονται περισσότερα θέματα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ δεκάλεπτον ἀρκεῖ ὅταν τὸ ἄρθρον πραγματεύεται ἕνα μόνον θέμα, ἀλλὰ ὅταν τὰ θέματα εἶναι περισσότερα τοῦ ἑνός, τότε θὰ πρέπει νὰ διπλασιάζεται ὁ χρόνος. Οὐδεμίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8.
§165Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 8 τὸ δεκάλεπτον εἶναι ἀνεπαρκὲς καὶ διὰ νὰ μὴ ἀναφερθῶ εἰς ἄλλα παραδείγματα, ἀναφέρομαι εἰς τὸ πρὸ ὀλίγου ψηφισθὲν ἄρθρον 7. Εἶναι δυνατὸν ἄρθρον τοιαύτης ἐκτάσεως καὶ σημασίας νὰ ἔχῃ ὅριον ἀγορεύσεων τὸ δεκάλεπτον; Πολὺ περισσότερον ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπῆρξαν ἄρθρα μὲ περισσοτέραν βαρύτητα. Δὲν θὰ ἀρκῇ καὶ ἡ ἁπλῆ ἐπισήμανσις τῶν παραγράφων τῶν ἄρθρων μέσα εἰς τὸ δεκάλεπτον. Ἀλλὰ ὑπογραμμίζω ὅτι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ ὁδηγήσῃ ἀκόμα καὶ τοὺς καλοπίστους Ὑπουργοὺς νὰ περάσουν ὅσα ἄρθρα ἠμποροῦν ἐπιτροχάδην εἰς τὴν Βουλήν, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὰς διατάξεις τῶν διαφόρων ἄρθρων δὲν συντάσσουν ἰδιοχείρως οἱ Ὑπουργοί, ἀλλὰ ὑπηρεσιακοὶ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ὑπερβάλλοντα ζῆλον θέλουν πολλὰ πράγματα ἄνευ συζητήσεως νὰ ψηφισθοῦν καὶ θὰ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν τάσιν πρὸς τὴν κατάχρησιν. Θὰ ἔλεγα νὰ μείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, μὲ τὴν ὁποίαν δὲν νομίζω ὅτι παρετηρήθη ποτὲ κατάχρησις. Ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς ἐκληρονόμησε μίαν πεῖραν ἡ ὁποία λέγει ὅτι δὲν χρειάζεται εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μεταβολή.
§166Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὁ συνάδελφος κ. Παπακωνσταντίνου ὡμίλησεν ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου σαρανταπέντε λεπτά.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς κάθε νομοσχέδιον διεξάγεται συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ δεδομένου ὅτι ὑπάρχει τὸ δικαίωμα τῆς δευτερολογίας τοῦ βουλευτοῦ τόσον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὅσον καὶ ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα ἄρθρων καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν διὰ τὴν ὁμιλίαν εἶναι ἀπεριόριστος, δὲν νομίζω ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς καὶ γενικῆς ἀποδόσεως τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ βλάψῃ ἐὰν συμβῇ ἕνας βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ δύο ἢ τρία λεπτὰ περισσότερον ἐπί τινος ἄρθρου. Αὐτὸ πάντοτε γίνεται καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὸ χρονικὸν ὅριον, διότι θὰ γίνῃ κατάχρησις ἐν τῇ πράξει.
§168Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὀρθῶς εἶναι διατυπωμένον τὸ ἄρθρον καὶ τὰ ὅρια τῶν δέκα καὶ δεκαπέντε λεπτῶν ὀρθῶς ἔχουν, ἀλλὰ εἰς ἕνα νομοσχέδιον μὲ ἑξῆντα ἄρθρα ἕνας ὁμιλητὴς ἐπὶ δέκα λεπτὰ ὁμιλῶν θὰ ὡμιλήσῃ ἑξακόσια λεπτά. Αὐτὸ τὸ λέγω, διὰ νὰ ἴδητε πόσον δίκαιον εἶχον ὅτι τὰ δεκάωρα καὶ τὰ ὀκτάωρα δὲν ἔπρεπε νὰ τεθοῦν.
§169Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Καὶ ἐὰν ἓν ἄρθρον περιλαμβάνει τρία ἢ τέσσαρα θέματα θὰ μείνωμεν εἰς τὸ δεκάλεπτον; Ἐφ’ ὅσον τὸ ἄρθρον πραγματεύεται ἕνα μόνον ἀντικείμενον ἂς μείνῃ τὸ δεκάλεπτον, ἄλλως τὸ ὅριον νὰ εἶναι εἴκοσι λεπτά, διότι τὸ σχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἑκάστης ἀγορεύσεως ἀλλὰ περὶ τοῦ συνόλου τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἀναφερομένων εἰς ἕκαστον ἄρθρον. Φαντασθῆτε ἕνα τεράστιον ἄρθρον μὲ τέσσαρας ἢ πέντε παραγράφους καὶ δὴ ἄρθρον ἐπιβάλλον φορολογίας, νὰ ἔχῃ ὅριον ὁμιλίας τὸ δεκάλεπτον. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ ὅτι τὸ δεκάλεπτον εἶναι ἐφ’ ὅσον τὸ ἄρθρον πραγματεύεται ἓν ἀντικείμενον, ἄλλως νὰ γίνεται διπλασιασμὸς τοῦ χρόνου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῆτε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τόσον χαμηλὰ ὅρια διαρκείας τοῦ λόγου ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σκέπτομαι καὶ τὴν ἀκραίαν περίπτωσιν τοῦ κ. Ζορμπᾶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται κατάχρησις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος καὶ νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ ὁλοκλήρους ὥρας εἷς βουλευτὴς εἰς ἕνα νομοσχέδιον.
§171Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐνῷ δὲν σᾶς βοηθεῖ πλήρως διὰ νὰ καλύψετε τὴν περίπτωσιν τῆς ἀσκόπου ἀπεραντολογίας εἰς νομοσχέδιον μὲ ἑξῆντα ἄρθρα, σᾶς ἐμποδίζει νὰ δώσετε τὸν λόγον εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ ὑπάρχει ἀνάγκη. Τὶ θὰ σᾶς ὠφελοῦσε, ἐὰν κἄποιος βουλευτὴς εἰς νομοσχέδιον μὲ ἑξῆντα ἄρθρα ὡμίλει ἐπὶ ἑξῆντα φορὰς καὶ φοβεῖσθε μήπως διατηρήσει τὸν λόγον ἐπὶ 14 ὥρας ἀντὶ 10.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φοβοῦμαι, ἐπειδὴ τόσον πολυτίμως συνετελέσατε εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι, πρὸς ἄλλας ἀπόψεις καὶ λεπτομερέας ἔχετε ἤδη στραφῆ, διότι ἐὰν τεθῇ οὕτω τὸ θέμα θὰ ἀντιμετωπίζῃ δυσχέρειαν τὸ Προεδρεῖον καὶ θὰ προκαλοῦνται συζητήσεις περὶ τοῦ ἐὰν ὑπάρχουν πλείονα θέματα ἢ ὄχι καὶ δὲν θὰ τελειώνῃ ποτὲ ἡ συζήτησις. Ἐὰν εἷς σοβαρὸς ρήτωρ δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν εἰς τὰ 10′ λεπτὰ νὰ διατυπώσῃ τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τοῦ δοθῇ καὶ μία παράτασις. Ἐξ ἄλλου ἔχετε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς δευτερολογίας.
§173Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἐφαρμόσιμος. Προτείνω νὰ γράψωμεν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀδυναμία καὶ τοῦ Προεδρείου ἀκόμη· νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐξίσωσις μιᾶς διατάξεως ποὺ ἔχει δύο σειρὰς μὲ ἓν ἄρθρον τὸ ὁποῖον περιέχει π.χ. σειρὰ φορολογικῶν ἄρθρων. Δέχομαι ἡ κρίσις περὶ αὐτοῦ νὰ εἶναι εἰς τὴν ἀνεξέλεγκτον κρίσιν τοῦ Προέδρου, ἀλλὰ νὰ μὴ περιορίσωμεν καὶ ὅπου τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον τὸν λόγον λέγοντες ὅτι τὸ σύνολον τοῦ χρόνου ποὺ δύναται νὰ ὁμιλήσῃ εἷς βουλευτὴς ἐπὶ ἑνὸς ἄρθρου εἶναι 10′ λεπτά.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κρίσις τοῦ Προέδρου εἶναι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἐρωτῶντος. Δὲν νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη περίπτωσις.
§175Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ παρὰ τὸ ὅτι ἔχει μονόπλευρον σύνθεσιν αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται ὁ χρόνος τῆς ἀγορεύσεως ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, ἑκάστου βουλευτοῦ νὰ παρατείνεται εἰς 10′ λεπτά, οἷον τὸ ἄρθρον ἔχει πλείονα θέματα. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι). Ἑπομένως, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καλλία ἀπερρίφθη καὶ τὸ ἄρθρον 8 γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κάτωθι ἐπιστολήν: «Κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησίν μου. Μετὰ βαθυτάτης τιμῆς Γεώργιος Μαῦρος, βουλευτὴς Ἀθηνῶν». Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 15, ὡς διετυπώθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ;
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 15, ἐγένετο δεκτόν, ὡς διετυπώθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἔχει;
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 16 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἔχει.
§181Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16, ἀλλὰ δὲν μὲ ἠκούσατε.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16.
§183Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τὸ ἄρθρον 16 μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Γεννᾶται τὸ θέμα τροπολογιῶν ἢ προσθηκῶν, ποῦ ὑποβάλλονται πολλάκις ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ὑποβάλλονται, ἀφοῦ ἀρχίσει ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Τὸ ζήτημα εἶναι νὰ ἴδωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ οὐσία εἰς τὴν παρατήρησιν ἢ ὄχι, διότι μεθαύριον θὰ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως κατ’ ἄρθρον θὰ ὑποβάλλῃ τροπολογίας καὶ προσθήκας καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ γνωρίζῃ περὶ τίνος πρόκειται.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη.
§185Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον προηγουμένως. Θέλετε νὰ μὲ διαψεύσετε;
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς διαψεύδω, δὲν ἀντελήφθην, ὅτι ἐζητήσατε τὸν λόγον. Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος.
§187Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ἐφραιμίδης διετύπωσε τὰς ἀντιρρήσεις του καὶ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἠμπορεῖ νὰ τοῦ διέφυγε νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον. Ἐγὼ πάντως, δὲν ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 17, γίνεται δεκτόν;
§189Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον 17 φαίνεται νὰ εἶναι τελείως τυπικόν, ἀλλὰ ἀποκλείει τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Καὶ προτείνω, ἂν δὲν πρόκειται νὰ τελειώσῃ ἀπόψε ὁ Κανονισμός, νὰ τὸ ἀφήσωμεν διὰ τὴν ἄλλην συνεδρίασιν. Ἐὰν δὲν εἶναι πολλαὶ αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Κανονισμὸς καθορίζει συγκεκριμένον τρόπον ψηφοφορίας ἀποκλειομένης οὕτω τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, τότε δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ ἐὰν ἐνδεχομένως εἰς ἄλλας διατάξεις ἔχῃ τεθῆ ὡρισμένος τρόπος καὶ διὰ τῆς προτεινομένης διατάξεως ἀποκλείεται ἡ ἐπαλήθευσις, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ διάταξις. Δὲν ἔχω προχείρους αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰς συσχετίσεις μετ’ ἄλλων ἄρθρων καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐὰν πρόκειται νὰ μὴ τελειώσῃ ὁ Κανονισμὸς ἀπόψε, θὰ παρεκάλουν καὶ πάλιν ὅπως τὸ ἄρθρον 17 τὸ ψηφίσωμεν εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς νὰ προχωρήσωμεν.
§191Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἐνδεικτικῶς διαγράφει ἕνα τρόπον ψηφοφορίας. Ἡ Βουλή, ὅμως, ἐπὶ συγκεκριμένου θέματος κρίνει, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Μὲ τὴν διατύπωσιν αὐτὴν τῆς τελευταίας παραγράφου ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ὑπάρχουν ὡρισμέναι περιπτώσεις ποὺ καὶ συνταγματικῶς προβλέπεται νὰ γίνεται ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Θὰ ἀποκλείσετε τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ζητήσῃ ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν;
§192Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Δὲν τὸ ἀποκλείει τὸ δικαίωμα αὐτό.
§193Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐνῷ μὲ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ νὰ γίνῃ εἴτε διὰ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία εἴτε δι’ ἀναστάσεως. Ἐδῶ λέγει «μόνον».
§194Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Δὲν τὸ ἐμποδίζει αὐτό. Ἠμποροῦν ὡρισμένοι βουλευταί, ὅσους ὁρίζει ὁ Κανονισμὸς νὰ ζητήσουν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν.
§195Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τότε τὶ ἔννοιαν ἔχει ἡ παράγραφος αὐτή;
§196Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Κοιν. Προνοίας). Διασαφηνίζει τὸ πρᾶγμα.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέτει νέον κανόνα. Εἶναι διασαφηνιστικὸν τοῦ ἰσχύοντος. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει ψηφοφορίαν δι’ ἀναστάσεως καὶ ψηφοφορίαν ὀνομαστικὴν ὁσάκις τὸ ζητήσουν 15 βουλευταί. Αὐτὸ παραμένει.
§198Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν παραμένει. Καὶ πρὸς τοῦτο φέρω ὡς παραδείγματα τὸ ἄρθρον 9, καὶ τὸ ἄρθρον 17. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 9 ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γίνεται μόνον ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκῆτε ἄλλως τὴν Προεδρικὴν ἐξουσίαν. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα προβλέπει ὁ Κανονισμὸς εἰδικὸν τρόπον ψηφοφορίας πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δυνατότης ἐπαληθεύσεως, ἄλλως φοβοῦμαι ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὶ προτείνετε;
§200Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινα, δι’ ὅσας περιπτώσεις μᾶς εἶναι προχείρως γνωσταὶ καὶ δὲν ἔχομεν ἀντίθεσιν, νὰ τὸ δεχθῶμεν. Ἀλλὰ ἐὰν καλύπτῃ καὶ ἄλλας περιπτώσεις, νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρόκειται περὶ παρεμπιπτόντων θεμάτων.
§202Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὄχι πάντοτε. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τὸ θέμα τῆς περαιωμένης συζητήσεως ἢ τί ἄλλο. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐτοὶ εἶναι οἱ κίνδυνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἐφραιμίδη ποῦ καταλήγει;
§204Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Νὰ μείνῃ ἀμετάβλητον τὸ ἰσχῦον καθεστὼς ἢ ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Καλλία.
§205Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι νέα πρότασις ἡ ἰδική μου, ἐζήτησα μόνον τὴν παρακράτησιν τοῦ ἄρθρου διὰ νὰ ἴδωμεν τὰς συνεπείας του. Οὕτως ἢ ἄλλως θὰ γίνῃ μία συζήτησις εἰς ἄλλην συνεδρίασιν διὰ τὴν τελικὴν ἔγκρισιν τοῦ ἄρθρου 7. Ἑπομένως, ἐκεῖ θὰ συζητήσωμεν καὶ τὸ ἄρθρον αὐτό.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνεδρίασις θὰ γίνῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 19, ἐπειδὴ λαμβάνονται ὡρισμένα μέτρα διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου, καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ δὲν ἔχω καταλήξει εἰς συμπεράσματα ὁριστικά.
§207Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Νὰ ἀναζητήσετε διὰ τῆς ὑπηρεσίας ὅλας τὰς περιπτώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἔχῃ κάποιαν σημασίαν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου καὶ νὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ τελικῶς ἐν γνώσει αὐτῶν. Κύριε Πρόεδρε, οὕτως ἢ ἄλλως θὰ γίνῃ μία συζήτησις διὰ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 7 εἰς τὴν τελικήν του διατύπωσιν. Παρακαλῶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν......
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι θὰ γίνῃ ἄλλη μία συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ γίνῃ, εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Στενογραφικῆς Ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ ἰδικάς μου προσθήκας.
§209Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 19 λέγει: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἐννοεῖτε τοὺς Γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν ἀπὸ τὴν Βουλήν;
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐννοῶ τοὺς κ.κ. βουλευτάς.
§211Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τότε νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον διαφορετικά.
§212Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν, μὲ τὴν ὁποίαν προβλέπεται νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἡ περίοδος: «Τὰ πρακτικὰ διατυπώνονται στὴν γλῶσσα τὴν ὁποίαν χρησιμοποιεῖ ὁ ἀγορητής, καθαρεύουσα ἢ δημοτική». Κύριε Πρόεδρε, πολλὲς ἀγορεύσεις στὴν Βουλὴ γίνονται στὴν δημοτική. Καὶ ὅσοι χρησιμοποιοῦν τὴν καθαρεύουσα προσφεύγουν καὶ στὴν δημοτικὴ ὅταν θέλουν νὰ εἶναι πληρέστερα τὰ πράγματα. Δυστυχῶς, ὅμως, τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς διατυπώνονται ἀποκλειστικὰ στὴν καθαρεύουσα, πρᾶγμα ποὺ παραποιεῖ τὸν δημοτικὸ βουλευτικὸ λόγο. Γιατὶ δὲν ἀρκεῖ τὸ τὶ λέγεται, ἀλλὰ καὶ τὸ πῶς λέγεται. Καὶ ἐπὶ πλέον οἱ βουλευτικοὶ λόγοι δὲν γίνονται κατανοητοὶ ἀπὸ τὸ 85% τῶν πολιτῶν ποὺ μένουν μὲ τὴν στοιχειώδη παιδεία ὅπου ὑποχρεωτικῶς διδάσκεται ἡ δημοτικὴ γλῶσσα. Καὶ ὅταν διατυπώνωμε τὶς ἀπόψεις μας στὴν δημοτική, παρουσιαζόμαστε μὲ κἄποια ἀσυνέπεια ὡς πρὸς τὴν κατανόηση τῶν πολιτῶν καὶ δὲν ὑποβοηθοῦμε τὸν λαϊκὸ ἔλεγχο. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Μαβίλης εἶπε ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχουν χυδαῖες γλῶσσες, ἀλλὰ χυδαῖοι, πολὺς χρόνος ἐπέρασε. Ἔκτοτε ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἔγινε τὸ μοναδικὸ ἐκφραστικὸ ὄργανο τῆς λογοτεχνίας. Ἔγινε τὸ ἀναγνωστικὸ καὶ ἡ γλῶσσα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου. Ἐπίσης, τὸ ἐπίσημο Κράτος καθιέρωσε τὴν γραμματικὴ τῆς δημοτικῆς γλώσσας. Καὶ ἐνῷ τὸ ἐπίσημο Κράτος καθιέρωσε ἐπισήμως τὴν δημοτικὴ γλῶσσα, τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἐκτυποῦνται καὶ διατυποῦνται στὴν καθαρεύουσα. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὰ πρακτικὰ πρέπει νὰ διατυποῦνται στὴν γλῶσσα τοῦ ὁμιλοῦντος. Γι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπέβαλα τὴν σχετικὴ τροπολογία καὶ παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ γιὰ τὴν ἀποδοχή της.
§213Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ τὰς ρητὰς περὶ γλώσσης διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλοίμονον ἂν φθάσωμεν καὶ εἰς τὴν κατάλυσιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τώρα, ὅπως βλέπετε, οἱ στενογράφοι καταβάλλουν πᾶσαν προσπάθειαν διὰ νὰ τηρήσουν τὴν γλῶσσαν τοῦ ὁμιλοῦντος, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἀναθέσωμεν τὴν τήρησιν ὅλων τῶν πρακτικῶν εἰς τοὺς στενογράφους, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ἡ πιστὴ στενογράφησις θὰ ἀποτυπώνῃ τὴν χροιὰν τῆς γλώσσης τοῦ ὁμιλοῦντος. Αὐτό, ξεύρετε, εἶναι πολὺ δύσκολον, διότι θὰ πρόκειται περὶ μεταφράσεως. Σεῖς ἐνεθυμήθητε τὸν Μαβίλην καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι τὸν Καφαντάρην, ὁ ὁποῖος ἦτο δημοτικιστὴς μαχητικὸς καὶ τὸ παράπονό του ἦτο, ὅτι δὲν μποροῦσε νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὴν δημοτικήν, διότι δὲν τὴν ἤξευρε. Καὶ ἐγὼ δημοτικιστὴς εἶμαι καὶ θαυμάζω τοὺς ὁμιλοῦντας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος νὰ παρακολουθήσωμεν καὶ νὰ ἐλέγξωμεν τὴν διατύπωσιν τῆς ὁμιλίας ἐὰν εἶναι εἰς τὴν δημοτικήν. Ὅταν καθιερώσωμεν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ δι’ ὅλους τοὺς ὁμιλητάς, τότε ἀσφαλῶς θὰ εἶναι πολὺ εὐκολώτερον καὶ ἀπὸ τοὺς στενογράφους νὰ ἀποδώσουν τὴν χροιὰν τῆς γλώσσης. Ἡ πρότασίς σας εἶναι λίαν ἐνδιαφέρουσα.
§215Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κατὰ συνέπειαν συμφωνεῖτε, νὰ διατυπώνωνται τὰ πρακτικά, ὅπως τὰ λέγῃ ὁ ὁμιλητής;
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνῶ, ἀλλὰ εἰς τὰ περιληπτικὰ πρακτικὰ δὲν ἠμποροῦμε νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοὺς πρακτικογράφους νὰ διατυπώνουν εἰς μίαν ἁγνὴν δημοτικὴν τὰς ἀγορεύσεις. Αὐτὸ εἶναι πολὺ δύσκολον, ἄλλωστε ἡ γλῶσσα ἡ δημοτικὴ δὲν εἶναι ἀποκρυσταλλωμένη, ἔχει κάμει προόδους καὶ ἐγὼ προσωπικῶς εὔχομαι νὰ προοδεύσῃ περαιτέρω. Σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοὺς πρακτικογράφους νὰ γράφουν εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν. Ἀφήσατε νὰ δοκιμάσωμεν τὴν στενογράφησιν τῶν πρακτικῶν. Τότε θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ πιστὴ ἀπόδοσις πάσης ὁμιλίας.
§217Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κουτσοχέρα θὰ πρέπει νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζήτησιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Τότε θὰ ἐξετάσωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἑνιαία γλῶσσα καὶ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Τὸ γλωσσικὸν ζήτημα δὲν εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην μου, θέμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λυθῇ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§218Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ τὰ πρακτικὰ νὰ διατυποῦνται κατὰ τὸν τρόπον, ποὺ ἐκφράζεται ὁ ἀγορητής. Οἱ πρακτικογράφοι ἔχουν συνηθίσει νὰ ἀκούουν πότε τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν καὶ πότε τὴν καθαρεύουσαν καὶ δικαιολογημένα δὲν ἀποδίδονται πιστῶς τὰ ὅσα λέγονται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐφ’ ὅσον ἡ δημοτικὴ γλῶσσα ἐπεβλήθη εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, νομίζω, ὅτι πρέπει ἔν τινι μέτρῳ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι οἱ πρακτικογράφοι εἶναι δύσκολον νὰ ἀποδίδουν πιστῶς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπρότεινα εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τὰ πρακτικὰ τηροῦνται μὲ τὸ στενογραφικὸν σύστημα, διὰ νὰ ἀποδίδεται πιστῶς ἡ ἔκφρασις τοῦ ἀγορητοῦ.
§220Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ ἄρθρον 107, τοῦ Συντάγματος λέγει: «... (ἀναγινώσκει)...». Ἐὰν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κουτσοχέρα, πρῶτον, θὰ παραβιάσωμεν τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος καί, δεύτερον, θὰ ἐπιφέρωμεν σύγχυσιν εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, διότι τὰ ὑπὸ κρίσιν σχέδια νόμου θὰ εἶναι διατυπωμένα μὲ τὴν καθαρεύουσαν καὶ αἱ ὑποβαλλόμεναι ὑπὸ τῶν βουλευτῶν τροπολογίαι θὰ διατυποῦνται εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν. Αὐτὸ θὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν. Νομίζω, ὅτι μέχρι τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ διατηρήσωμεν τὴν καθαρεύουσαν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἄλλα τὰ ἐπίσημα κείμενα, καὶ ἄλλαι αἱ ὁμιλίαι τῶν ἀγορητῶν.
§222Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω, ὅπως διατηρηθῇ ἡ καθαρεύουσα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβοῦμε τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος.
§223Ε. ΑΝΕΡΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Κουτσοχέρας εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰ ὅσα ὑπεστήριξεν. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουτσοχέρα, διότι ἡ ὥρα εἶναι 12 μ.μ. καὶ κατὰ τὸν κ. Κουτσοχέραν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις μετὰ τὴν 11ην νυκτερινὴν καὶ νὰ ἐπιμένῃ νὰ ψηφισθῇ ἀντιτιθεμένη εἰς τὸ Σύνταγμα τροπολογία διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν πρακτικῶν εἰς τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν.
§224Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέμα ἀντισυνταγματικότητος δὲν δημιουργεῖται. Αἱ ἀγορεύσεις τῶν βουλευτῶν, δὲν ἀποτελοῦν κρατικὴν ἔκφρασιν, ὥστε νὰ ἐμπίπτουν εἰς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. Οἱ νόμοι, τὰ διατάγματα, ἔγγραφα τῆς Διοικήσεως καὶ ὅ,τι περιέχει ἐκδηλώσεις κρατικῆς φύσεως, βεβαίως, προσκρούουν εἰς τὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ διὰ παραφθορὰν τῆς γλώσσας. Πρὸ ἡμερῶν ἐκυκλοφόρησε μία νομικὴ μελέτη τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐξαιρέτου νομομαθοῦς κ. Γ. Ἀγγελίδη, ὁ ὁποῖος καὶ τὰ διαγγέλματα ἀκόμη τοῦ Βασιλέως ποὺ δημοσιεύονται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὰ θεωρεῖ ὡς κρατικὴν ἐκδήλωσιν. Τὰ διαγγέλματα τοῦ Γεωργίου Βʹ, ποὺ ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγκατέλειψε τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν Κρήτην καὶ διὰ τὴν Αἴγυπτον, εἶχαν διατυπωθῆ εἰς τὴν δημοτικήν. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μιλᾶμε γιὰ ἀντισυνταγματικότητα, ὅταν ἡ ἐπίσημη καὶ ὑποχρεωτικὴ γλῶσσα τῆς στοιχειώδους παιδείας εἶναι ἡ δημοτικὴ καὶ ὅταν ἡ νεοελληνικὴ γραμματικὴ «τῆς Δημοτικῆς» ἔχει ἐγκριθῆ ἀπὸ τὸ ἐπίσημον Κράτος; Καὶ ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσουμε προσεχῶς σχέδια νόμων τῆς παιδείας ποὺ εὐρύνουν τὴν ἔκτασιν τῆς δημοτικῆς γλώσσας;
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 19 ἀναβάλλεται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 20.
§226Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ κωδικοποιήσεως, ἀρκεταὶ διατάξεις δὲν δημοσιεύονται. Τὸ κείμενον δὲν ἀναφέρει ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ διατάξεις; Ὁ Κανονισμὸς ἰσχύει πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Ὑπάρχουν μόνον αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι διατυπωμέναι εἰς χωριστὸν τεῦχος.
§228Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡρισμέναι διατάξεις, ἐμμέσως ἢ ἀμέσως, δὲν ἀναφέρονται.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον αἱ διατάξεις ποὺ δὲν ἀναφέρονται εἶναι μόνον αἱ διατάξεις ποὺ ἀφοροῦν τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἐὰν ὁμιλῆτε περὶ τῶν ἐξ ἐθίμου ἐφαρμοζομένων ἀγράφων διατάξεων. Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἀσχοληθῇ ἐν καιρῷ μὲ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 20 ἔγινε δεκτόν, κ.κ. συνάδελφοι;
§230ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 20 ἐγένετο δεκτόν.
§232Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὑπάρχουν τροπολογίαι, κ. Πρόεδρε, ἀφορῶσαι τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ συζητηθοῦν ἀπόψε;
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι καὶ ἰδική μου φιλοδοξία νὰ τακτοποιηθῇ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς κατὰ τρόπον δίκαιον καὶ ἀποδοτικώτερον.
§234Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε, μία τροπολογία τοῦ κ. Ζαΐμη, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει)......». Καλὸν θὰ ἦτο νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ζαΐμη καὶ νὰ θεσπισθῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τετάρτη Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν προσωπικῶν θεμάτων τῶν βουλευτῶν.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κ. συνάδελφε. Εἶναι ὡρισμένα θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄξια προσοχῆς. Ἀλλὰ ἔχομεν τὴν εὐκαιρίαν τὸ πρᾶγμα νὰ τὸ τακτοποιήσωμεν. Θὰ συνεννοηθῶ μὲ τὸν κ. Ζαΐμην.
§236Ε. ΒΑΝΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ συστήσω δύο τροπολογίας μου, τὰς ὁποίας παρακαλῶ ὅπως κάμῃ ἀποδεκτὰς ἡ Βουλή.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς τροπολογίας σας, κ. συνάδελφε.
§238Ε. ΒΑΝΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰς κατέθεσα σήμερον καὶ πρὸ ὀλίγου πολυγραφηθεῖσαι, διενεμήθησαν. Ἡ μία τροπολογία μου ἀφορᾷ τοὺς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μεταβαίνοντας βουλευτάς. Οἱ βουλευταί, οἱ δι’ οἱονδήποτε λόγον μεταβαίνοντες εἰς τὸ ἐξωτερικόν, θὰ πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦν ὑπηρεσιακὸν διαβατήριον. Τοιαῦτα ὅμως διαβατήρια δὲν χορηγεῖ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔχω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, παράδειγμα, ὅτι ἔγγραφόν μου ἀποσταλὲν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸς χορήγησιν ὑπηρεσιακοῦ διαβατηρίου δὲν ἐγένετο δεκτόν.
§240Ε. ΒΑΝΤΑΛΗΣ. Συνέβη εἰς ἐμέ, κ. Πρόεδρε. Ἐζήτησα διαβατήριον ὑπηρεσιακὸν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν ἠρνήθη νὰ μοῦ τὸ χορηγήσῃ. Παρακαλῶ ὅπως ἐνεργήσητε τὰ δέοντα πλησίον τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ἵνα λείψῃ πλέον αὐτὸ τὸ ἄτοπον καὶ ἵνα μὴ ταλαιπωρούμεθα εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν Διαβατηρίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, αἰτούμενοι κανονικὸν διαβατήριον. Διότι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἢ οἱ βουλευταὶ ὑποβάλλονται εἰς ἀνεπίτρεπτον ταπείνωσιν τοῦ ἀξιώματος, περιφερόμενοι ἀπὸ οὐρᾶς εἰς οὐρὰν ἐπὶ ὥρας ἢ προτιμῶνται παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων καὶ ἐξυπηρετοῦνται κατ’ ἐξαίρεσιν, ὁπότε προκαλοῦν τὰ σχόλια, τὴν μῆνιν καὶ τὴν δυσφορίαν τῶν παραγκωνιζομένων, ἀγνοούντων τὸν λόγον τῆς προτιμήσεως.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα, ὅπως τὸ ἐκτιμᾶτε ἀσφαλῶς καὶ σεῖς, εἶναι κυρίως κυβερνητικὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν, χωρὶς νὰ συνεννοηθῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀφήσατε νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§242Α. ΤΣΙΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ θεσμὸς τῶν ὑπηρεσιακῶν διαβατηρίων προϋπῆρχε. Τώρα τελευταίως, ὅμως, παραδόξως, ἔχει καταργηθῆ.
§243Ε. ΒΑΝΤΑΛΗΣ. Ἡ δευτέρα τροπολογία μου, κ. Πρόεδρε, εἶναι ὅπως προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐδάφιον δεύτερον ἔχον οὕτω: «...... (ἀναγινώσκει)......». Ἀντιλαμβάνομαι, κ. Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἡμέρας, λόγῳ τοῦ ὅτι εἰς τὸ μέγαρον τῆς Βουλῆς στεγάζονται καὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι, ὑποχρεωτικῶς θὰ πρέπει νὰ εἰσέρχωνται διάφορα ἄτομα ἐντὸς τοῦ μεγάρου, διὰ τακτοποίησιν διαφόρων ὑποθέσεών των, εἴτε πλησίον τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας, εἴτε τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, εἴτε τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν ποὺ στεγάζονται ἐντὸς τοῦ μεγάρου τούτου. Τὸ βράδυ, ὅμως, θὰ πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπαγορευθῇ ἐντελῶς ἡ εἴσοδος ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἰς οἱονδήποτε πολίτην. Εἶναι λυπηρὸν τὸ θέαμα ποὺ ὅλοι μας βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν, νὰ πλημμυρίζουν οἱ διάδρομοι, αἱ αἴθουσαι τῶν κομμάτων, τὸ καφενεῖον τῆς Βουλῆς καὶ πᾶς ἄλλος χῶρος τοῦ Κοινοβουλίου ὑπὸ ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἀφορήτως πιέζουν τοὺς βουλευτάς, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, διὰ διάφορα θέματά των. Εἶμαι τῆς γνώμης, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν βουλευτῶν, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἅπαξ διὰ παντός. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὑποβάλλω καὶ παρακαλῶ ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, κύριε συνάδελφε. Ἀνεφέρθητε εἰς ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς προεκάλεσε τὸ ἐνδιαφέρον μου καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὸ διατηρῶ ἄγρυπνον. Δυστυχῶς, λυποῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλή μας διὰ λόγους ἱστορικοὺς εἶναι «πολυκατοικία». Καὶ ὑφιστάμεθα τὰ κακὰ τῆς συστεγάσεως πολλῶν οἰκογενειῶν. Εὐκταῖον εἶναι νὰ τακτοποιηθῇ τὸ θέμα καὶ νὰ ἀποδοθῇ τὸ κτίριον εἰς τὴν Βουλήν, διότι πάσχομεν. Ἀπεφάσισα μάλιστα μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν Προεδρίας νὰ περιέλθωμεν ὅλον τὸ κτίριον διὰ νὰ ἴδωμεν πῶς θὰ ἐξοικονομήσωμεν χώρους. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀπαράδεκτον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεδριάζουν οἱ βουλευταὶ εἰς τὰς αἰθούσας τῶν κομμάτων, ἐνοχλούμενοι ἀπὸ τοὺς κομματικοὺς των φίλους, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὰ κουδούνια τῆς προσκλήσεως τῶν βουλευτῶν, ποὺ ἠχοῦν τόσον στεντορείως. Καὶ ἐγὼ εἶχον Ἐπιτροπὴν Κοινῆς Ἀγορᾶς τὸ ἀπόγευμα καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐνοχλοῦσαν πολὺ τὰ κουδουνίσματα διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν βουλευτῶν. Ἐπιθυμία μου καὶ φιλοδοξία μου εἶναι νὰ ἐξοικονομήσω αἰθούσας εἰς τὸν 1ον ὄροφον διὰ νὰ ὀργανωθοῦν εἰς αἰθούσας Ἐπιτροπῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς βραδυνὰς συγκεντρώσεις, ἔκκλησιν κάμνω καὶ ἐγὼ εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους νὰ μὴ φέρουν μεθ’ ἑαυτῶν τοὺς φίλους των, διότι δὲν εἶναι μόνον, ὅτι εἰσέρχονται διάφοροι πολῖται, παραβιαζομένου τοῦ ἄρθρου 19, ἀλλὰ συνήθως οἱ κ.κ. βουλευταὶ φέρουν μεθ’ ἑαυτῶν 3–4 φίλους των. Ἐπίσης, ἐντελῶς ἀπαράδεκτος εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ λεγομένου καφενείου. Ἐὰν τὸ καφενεῖον αὐτὸ εὑρίσκετο εἰς μίαν συνοικίαν, δὲν θὰ ἐμπαίνατε μέσα. Ἐπιθυμῶ νὰ κάμω ἕνα ἐντευκτήριον ἄξιον τῶν βουλευτῶν. Βλέπω ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, συνταξιούχους, βλέπω βουλευτὰς μὲ 3–4 νὰ συμπαρακάθηνται. Πῶς ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις νὰ τὸ λύσωμεν τὸ ζήτημα; Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἐπήρατε πρωτοβουλίαν καὶ ἐφθάσατε εἰς τὴν διατύπωσιν τροπολογίας. Ὁσάκις ὅμως ἐπεχείρησα νὰ λάβω κἄποιο μέτρον τάξεως ἐσημειώθη ἀντίδρασις καὶ προεκλήθησαν παρεξηγήσεις. Τὸ θέμα δὲν εἶναι εὔκολον. Πάντως τὸ βασικὸν κακὸν προέρχεται ἀπὸ τὴν συστέγασιν. Καὶ προσπαθῶ νὰ εὕρω τρόπον νὰ τὸ λύσω. Θὰ προσέξω καὶ τὰς δύο σας τροπολογίας καὶ ἂν ὑπάρξῃ περίπτωσις, κ. συνάδελφε, εἰς συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Τετάρτης, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ πάλιν, ὡς πρῶτον θέμα, θὰ τὸ συζητήσωμεν. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς εὐχαριστῶ ὅλους σας διὰ τὴν συνεργασίαν σας. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24, ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι πράγματι, ὅπως καὶ σεῖς θὰ ξεύρετε, ἡ Βουλὴ ἔχει ἤδη ἀναπτύξει ἕνα μεγάλον τομέα δράσεως σοβαρώτατον. Εἶναι αἱ διεθνεῖς σχέσεις τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι ἀδύνατον οἱ κ.κ. βουλευταὶ μεταβαίνοντες εἰς ὡρισμένας συνεδριάσεις ἔξω νὰ μὴ παρακολουθοῦνται ἀπὸ ἁρμόδιον ὑπάλληλον τῆς Βουλῆς, ἐνημερωμένον εἰς τὰ θέματα αὐτά. Πολλὲς φορὲς ὁ Πρόεδρος ἠμπορεῖ καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ἐμποδισθῇ νὰ μεταβῇ. Ὀρθὸν εἶναι ὁ ὑπάλληλος ὁ ἁρμόδιος, ὁ ὁποῖος κατέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα, νὰ ἠμπορῇ νὰ παρακολουθῇ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Αὐτὸ ἐγένετο καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Νομίζω, ὅτι εἶναι χρήσιμος ἡ τροπολογία αὐτή.
§245Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, εἶναι ὀρθὴ ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ἔχει γίνει. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἐνίοτε εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναθέτετε τὴν γραμματείαν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἀποστολῆς εἰς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως δὲν εἶναι ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχετε τὴν εὐχέρειαν ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ διευκρινίσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα χάριν τῆς διευκολύνσεως τοῦ ἔργου σας. Μόνον αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχα νὰ κάμω. Ἐκεῖνο πάντως, κ. Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν συζήτησιν ὅλων τῶν θεμάτων τοῦ Κανονισμοῦ, μοῦ μένει ὡς ἐρωτηματικόν, εἶναι τὸ θέμα τῆς ἀξιοποιήσεως τῶν Ἐπιτροπῶν, διὰ τῶν ὁποίων δὲν ἐπιτυγχάνομεν ὅ,τι εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια, δηλαδὴ τὴν ἐλάφρυνσιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνταγματικὸς περιορισμός.
§247Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Δὲν ἠδυνήθην ὅμως νὰ καταλήξω εἰς μίαν διατύπωσιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπετύγχανε τὴν πληρεστέραν ἀξιοποίησιν τοῦ ἔργου τῶν Ἐπιτροπῶν. Ρίπτω ἁπλῶς μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀποτελέσῃ κείμενον διατάξεως κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Τετάρτης· ὅτι ἴσως τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀξιοποιηθῇ περισσότερον ἂν ὡς βασικὸν κείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ ψηφοφορία, αἱ τροπολογίαι κλπ., ἦτο κείμενον, τὸ ὁποῖον ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Τοῦτο θὰ συνέβαλεν, ὥστε ὅλοι οἱ συνάδελφοι ὅλων τῶν κομμάτων, νὰ εἶναι παρόντες εἰς τὰς συνεδριάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν, διότι θὰ ἤρχιζεν ἡ συζήτησις ἐξ ἐκείνου τοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον διετυπώθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅτι πρόκειται μία τοιαύτη διάταξις νὰ ἀποδώσῃ οὐσιώδη πράγματα. Θέτω ἁπλῶς αὐτὴν τὴν σκέψιν ὑπ’ ὄψει, μήπως ἐπ’ αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐποικοδομηθῇ ἡ διατύπωσις μιᾶς διατάξεως.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὸ θεσμοθετήσωμεν. Διότι ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι σύμφωνος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§249Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Φυσικά, δὲν δεσμεύει κανένα ἡ πρότασίς μου. Τὸ θέμα εἶναι, ὅτι ἀποκτᾷ μίαν ἀξίαν τὸ κείμενον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου θὰ προσέρχωνται ὅλοι οἱ συνάδελφοι εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, διότι θὰ γνωρίζουν, ὅτι θὰ ἔχῃ μίαν προτεραιότητα τὸ κείμενον αὐτῆς. Κατὰ τὰ ἄλλα ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχομαι καμμίαν τροπολογίαν καὶ ὅλη ἡ συζήτησις δὲν θὰ εἶναι παρὰ μία σειρὰ ἀπορριπτικῶν ψηφοφοριῶν. Διετύπωσα μίαν ἁπλῆν σκέψιν. Δὲν φθάνω κἂν εἰς τὴν διατύπωσιν τροπολογίας. Ἔρριψα μίαν ἰδέαν διὰ νὰ σκεφθῶμεν ἂν δυνάμεθα νὰ ἀξιοποιήσωμεν τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 21;
§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 21 ἐγένετο δεκτόν.
§253Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Εἴπατε, ὅτι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ συνοδεύῃ τὸν Πρόεδρον ἢ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς ἢ νὰ εἶναι καὶ κἄποιος κατάλληλος. Δηλαδή;
§254Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὁ Πρόεδρος θὰ κανονίσῃ ποῖος δύναται νὰ εἶναι.
§255Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν ἀπὸ τῆς ἑξῆς ἀπόψεως. Ἐκρίναμεν χρήσιμον, ὅτι πρέπει νὰ συνοδεύῃ ὁ ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς λόγῳ ἐμπειρίας κλπ. Αὐτὸς ὁ ἄλλος ποὺ δὲν θὰ εἶναι ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς καὶ δὲν θὰ παρακολουθῇ ἐδῶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ ἔχῃ εἰδικευμένην πεῖραν ποὺ θέλομεν. Διατὶ νὰ ὑπάρχῃ εὐχέρεια νὰ ἀντικαθίσταται ὁ εἰδικευμένος ὑπάλληλος ἐφόσον ἡ εἰδίκευσις αὐτὴ ἀπετέλεσε τὸν λόγον.
§256Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Εἰς τὴν πρᾶξιν εἶδα, ὅτι πολλάκις χρησιμοποιοῦνται πρόσωπα εὑρισκόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διὰ νὰ ἀποφεύγεται ἡ δαπάνη τοῦ ταξιδίου. Ὑπάρχουν μερικοὶ ποὺ σπουδάζουν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ πλησίον μάλιστα εἰς διεθνεῖς Ὀργανισμούς. Πολλάκις ὁ Πρόεδρος θέλει νὰ κάμῃ οἰκονομίαν εἰς τὰς δαπάνας τῆς Βουλῆς. Ὁρίζει μίαν ἀποζημίωσιν 500 ἕως 1000 δραχμῶν καὶ διορίζει κἄποιον ἀπὸ αὐτοὺς διὰ νὰ ἐκτελέσῃ χρέη Γραμματέως. Αὐτὸ τὸ εἶπον ἁπλῶς πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ Προέδρου.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν πρᾶξιν συμβαίνει τοῦτο. Εἰς κἄθε συνεδρίασιν χρησιμοποιεῖται ἕνας Γραμματεὺς Πρεσβείας, ἕνας πρώην γραμματεὺς Πρεσβείας κλπ. Ἀλλὰ σκέπτομαι καὶ μίαν ἄλλην περίπτωσιν. Ὅτι θὰ εἶχα καὶ τὴν εὐχέρειαν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τοῦ Συντονισμοῦ νὰ μοῦ διαθέσῃ ἁρμόδιον, ἔμπειρον καὶ ἱκανὸν ὑπάλληλον. Δι’ αὐτὸ ἡ διάταξις θὰ εἶναι χρήσιμος, θὰ τὴν συμπληρώσω καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὴν φέρω. Μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν αὐτῆς τῆς διατυπώσεως καὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, τὸ ἄρθρον 21 ἐγένετο δεκτόν. Καὶ τὴν Τετάρτην θὰ ἀρχίσωμεν συζήτησιν ἐπὶ τῶν παραλειφθέντων ἄρθρων καὶ τοῦ ἄρθρου 19.
§258Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Καὶ τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18;
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο δεκτά. Θὰ ἴδητε τὴν διατύπωσιν.
§260Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἔμεινα μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θὰ ἐπανεφέροντο, διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν θὰ τὰ ἀποδεχθῇ ἢ ὄχι.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο δεκτὰ καὶ θὰ γίνῃ ἡ διατύπωσίς των καὶ ἡ συναρμολόγησις πλὴν τοῦ ἄρθρου 19, τὸ ὁποῖον παραμένει διὰ νὰ συμπληρωθῇ.
§262Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18 δὲν ἔχουν τροπολογίας. Ἁπλῶς εἴπομεν νὰ ἐξετασθοῦν αἱ ἐπιπτώσεις των ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συναρμολογηθοῦν αἱ τροπολογίαι, ἀλλὰ σημειῶ, ὅτι γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον.
§264Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Μάλιστα, νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον, μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι θὰ γίνῃ ἡ δέουσα συναρμολόγησις.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἔτσι θὰ γίνῃ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§266ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ μὲ πρόταξιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἡλιοπούλου κλπ., περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς κλπ., ὡς ἄλλως τε ἀπεφάσισε προχθὲς τὸ Σῶμα. (Ὥρα 0.45′ π.μ.).