1964.05.28
3.255 στίχοι · 24.532 λέξεις · 219 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31η
Πέμπτη 28 Μαΐου 1964
Προεδρία κ. Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗ–ΝΟΒΑ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Καλεῖται ὁ ἀνακηρυχθεὶς καὶ μὴ ὁρκισθεὶς βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Εὐάγγελος Καλαντζῆς, ὅπως δώσῃ τὸν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Συντάγματος καθοριζόμενον ὅρκον. (Προσέρχεται ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Εὐάγγελος Καλαντζῆς καὶ δίδει τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθοριζόμενον ὅρκον ἔχοντα οὕτω: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου»).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτελῶν θλιβερὸν καθῆκον ἀναγγέλλω τὸν θάνατον τριῶν πρώην βουλευτῶν, τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας Α. Κολαμπᾶ, τοῦ βουλευτοῦ Χίου Α. Πασάδη καὶ τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος Π. Λαπατσάνη. Τῶν δύο πρώτων εἶχεν ἀναγγελθῆ ὁ θάνατος. Τοῦ τελευταίου ἀναγγέλλομεν τώρα. Εὔχομαι νὰ εἶναι ἡ μνήμη των αἰωνία.
§3Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ μνημονεύσω καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου τέως βουλευτοῦ Ξενοδοχειάρη, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει ἐπανειλημμένως βουλευτὴς καὶ ἀπέθανε κατὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε μνημονευθῆ τὸ ὄνομα τοῦ Ξενοδοχειάρη.
§5Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις θὰ εἴπω διὰ τὸν θάνατον τοῦ ἰατροῦ πρώην βουλευτοῦ Παναγιώτη Λαπατσάνη, ὁ ὁποῖος διετέλεσε βουλευτὴς εἰς τὸν Νομὸν Φθιώτιδος. Αἰσθάνομαι καθῆκον, μολονότι ἐπρόκειτο περὶ πολιτευομένου ἀνήκοντος εἰς τὴν ἀντίπαλον παράταξιν, νὰ σημειώσω ὅλως ἰδιαιτέρως τὴν λευκὴν ἱστορίαν τοῦ πιστοῦ θεράποντος τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης, εἰς τὴν ὁποίαν προσέθεσε καὶ τὰς μεγάλας του ὑπηρεσίας εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς περιφερείας μου. Ἐπρόκειτο περὶ λευκοτάτου καὶ ἐντιμωτάτου ἀνδρός.
§6Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ μάρτυρος τῆς ἐπιστήμης.
§7Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελα νὰ τονίσω, ὅτι ὁ Π. Λαπατσάνης διετέλεσεν ὁ πρῶτος Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη ὑπὲρ τῆς ἐπιστήμης καὶ φιλάνθρωπος ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, ἀπωλέσας ὅλα τὰ δάκτυλά του ἐξ ἐπαγγελματικῆς νόσου. Τελικῶς δὲ καὶ ἡ νόσος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατέληξε, δὲν εἶναι πιθανῶς ἄσχετος τῶν φιλανθρώπων αἰσθημάτων του, διότι ἐξήταζε συνεχῶς καὶ δωρεὰν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ εὑρίσκετο ἐπὶ μακρότατον χρονικὸν διάστημα ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἀκτίνων. Ὡς ἰατρὸς ἄφησεν ἐποχήν, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναμιμνησκόμεθα. Κατ’ ἀρχὴν ὑπῆρξε πρῶτον ἄνθρωπος ἰατρὸς καὶ ὑπῆρξε τίμιος πολιτικὸς εἰς τὴν περιφέρειάν του.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὸν στέφανον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν σορὸν τοῦ ἀειμνήστου πρώην βουλευτοῦ. Θὰ ἤθελα δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Παπασπύρου εἶχε ζητήσει νὰ ὁμιλήσῃ δι’ ὀλίγων, ἀλλὰ μὴ προβλέψας αὐτὴν τὴν συζήτησιν δὲν τὸν διηυκόλυνα εἰς τὸ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν.
§9Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἴσως εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἀναγγέλει τὸν θάνατον διατελεσάντων βουλευτῶν καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι πολὺ καλὴ καὶ τιμᾷ τὸ Προεδρεῖον καὶ νομίζω, ὅτι τὸ Σῶμα τὴν ἐπικροτεῖ, διότι οὕτω πρέπει νὰ γίνεται, νὰ μνημονεύωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκλείπουν ἐκ τῶν διηκονησάντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Μὲ συνεκίνησεν ἡ ἀναγγελία τοῦ θανάτου τῶν τριῶν ἐπιλέκτων μελῶν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, μὲ τοὺς ὁποίους ἤμην συνδεδεμένος. Ἡ φυσιογνωμία τοῦ ἰατροῦ Παναγιώτη Λαπατσάνη ἦτο πράγματι ἐπιβλητικὴ εἰς τὸν ἐπιστημονικὸν καὶ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ἀλλὰ καὶ ἡ φυσιογνωμία τοῦ συμπολίτου μου πρώην βουλευτοῦ Χίου Αὐγουστίνου Πασάδη, ἦτο πράγματι ὑποδειγματική. Ὑπῆρξεν ἕνας σεμνὸς τίμιος ἀγωνιστής, πιστὸς εἰς τὰς ἰδέας του καὶ ἰδεολόγος. Ἠγωνίσθη τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν καθ’ ὅλον τὸν βίον του καὶ ἐξέλειπεν ἀπροόπτως καὶ ἀδοκήτως εἰς ἡλικίαν ποὺ ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ ἀκόμη πολλά. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν, κ. Πρόεδρε, ποὺ εἴχατε τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν καλωσύνην νὰ μνημονεύσετε τὸν συμπολίτην μας, τὸν ὁποῖον σήμερον περίλυποι συνωδεύσαμεν εἰς τὴν τελευταίαν του κατοικίαν καὶ μοῦ ἐδώσατε τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐξάρω τὰς ἀρετὰς τοῦ ἐκλιπόντος συμπολίτου μας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἄριστος καὶ τίμιος πολιτικός.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ συνάδελφος κ. Διαμαντόπουλος, μοῦ ὑπενθυμίζει, ὅτι κατὰ τὰς διακοπὰς εἶχεν ἀποβιώσει καὶ ὁ πρώην βουλευτὴς εἰς ἐπανειλημμένας περιόδους Λευκάδος, Μᾶρκος Τσαρλαμπᾶς, ὁ ὁποῖος ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς εὐπατρίδας τῆς Ἑπτανήσου.
§11Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ παράταξίς μας τιμᾷ τὴν μνήμην τῶν ἐκλιπόντων παλαιῶν συναδέλφων. Ἰδιαιτέρως ἡ παράταξίς μας εἶναι βαρυαλγὴς ἀπὸ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Τάσου Κολαμπᾶ, ἑνὸς ἀγωνιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνῆκεν εἰς μίαν ἀπὸ τὰς εὐπορωτέρας οἰκογενείας τῆς Μεσσηνίας, καὶ ὁ ὁποῖος ἔθεσεν ἑαυτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐπίστευσε καὶ ἐξησφάλισε μίαν ζωὴν γεμάτην ἀπὸ καταδιώξεις καὶ στερήσεις καὶ βαρυτάτας συνεπείας, λόγῳ τῆς προσηλώσεώς του εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτάς. Ηὐτύχησε νὰ ἐκπροσωπήσῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης κατὰ τὴν περίοδον 1958–1961 τὴν περιφέρειαν ἐκ τῆς ὁποίας προήρχετο καὶ ἐξέλιπε συνεπὴς καὶ πιστὸς εἰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἴτε συμμερίζεταί τις ἢ ὄχι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τιμᾷ ὅταν πράγματι ἐκφράζωνται μὲ συνέπειαν, μὲ πίστιν καὶ χωρὶς καμμίαν ὑποχώρησιν πρὸ τῶν ἀντιξοοτήτων.
§12Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγνώριζον ἐπὶ 30 χρόνια τὸν ἀείμνηστον ἰατρὸν Παναγιώτην Λαπατσάνην καὶ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα μοῦ ἐδόθησαν πολλαὶ εὐκαιρίαι νὰ διαπιστώσω καὶ γνωρίσω τὸν Λαπατσάνην καὶ ὡς ἄνθρωπον καὶ ὡς διακεκριμένον ἐπιστήμονα. Τοὺς λοιποὺς παλαιοὺς συναδέλφους δὲν ἔτυχε νὰ γνωρίζω. Ὑποβάλλω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ Σῶμα νὰ ἀπευθύνῃ τὰ θερμότατα συλλυπητήρια εἰς τὰς οἰκογενείας των.
§13Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιοῦ ἐτόνισε προηγουμένως τὴν συνέπειαν τῆς γραμμῆς τοῦ ἀποβιώσαντος συναδέλφου τῆς παρατάξεώς του. Θέλω καὶ ἐγὼ νὰ τονίσω, ὅτι ὁ Μᾶρκος Τσαρλαμπᾶς τῆς Λευκάδος ὑπῆρξεν ἕνας ἀγωνιστὴς ἐμμένων εἰς τὰς ἀντιλήψεις του, οὐδέποτε συνεργασθεὶς οὔτε μὲ τὴν ἄκραν ἀριστεράν, οὔτε μὲ τὴν ἄκραν δεξιάν. Ὅταν ἡ παράταξίς μου ἐθεώρησεν ἀνάγκην νὰ συνεργασθῇ ἐκλογικῶς μὲ τὴν Ε.Δ.Α., ὁ ἴδιος ἠρνήθη νὰ συμμετάσχῃ εἰς τοὺς συνδυασμούς, ἀκριβῶς, λόγῳ τῆς ἀφοσιώσεώς του εἰς τὰς δημοκρατικάς του ἰδέας.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Λ. Λαγάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§15Λ. ΛΑΓΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐργασίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ συντάξεως σχεδίου Κώδικος Ἐργασίας», 2) «περὶ ὀργανώσεως Ὑπηρεσιῶν Παρακολουθήσεως καὶ Ἐξυπηρετήσεως τῶν ἐν Γερμανίᾳ ἐργαζομένων Ἑλλήνων», καὶ 3) «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Η. Τσιριμῶκος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Τζιζῆς, Π. Σταυρόπουλος, Σ. Πολυζωγόπουλος, Η. Κατριβᾶνος, Τ. Κολοκυθᾶς καὶ Α. Γιαννόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπανακτήσεως παροχῶν ὧν ἀπηγγέλθη στέρησις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 617)1948 καὶ τοῦ ΝΑʹ τοῦ 1948 ψηφίσματος τῆς Βουλῆς». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ψήφισμα τῆς Συντεχνίας Ἀρτοποιῶν Ἀθηνῶν, αἰτουμένης ἐπίλυσιν βασικῶν καὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐκκρεμούντων ζητημάτων τῆς τάξεώς των. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ὑπόμνημα τῶν Ἀγροτικῶν Συλλόγων Ν. Λαρίσης, αἰτουμένων ὅπως ἡ τιμὴ τοῦ σίτου καθορισθῇ εἰς δραχ. 3,50 κατὰ κιλὸν διὰ τὸν μαλακόν, 4,30 δραχ. διὰ τὸν σκληρὸν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσπρωτίας κ. Ν. Ἀθανασίου, διὰ τηλεγραφήματός του διαμαρτύρεται δι’ ἀναβολὴν ἑορτῶν ἱστορικοῦ Σουλίου καὶ αἰτεῖται ὅπως λάβῃ γνῶσιν τῶν αἰτίων τῆς ἐν λόγῳ ἀναβολῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Α. Φράγκου, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Κτηνοτροφικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ραμπετώσης Νέας Μάκρης, αἰτουμένου ἄρσιν ἀπαγορεύσεως νομῆς εἰς ἔκτασιν τῆς ὡς ἄνω περιοχῆς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Α. Φράγκος, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Ἐργατοϋπαλληλικοῦ προσωπικοῦ κλωστηρίων Αἰγαίου, αἰτουμένου ἐπίλυσιν αἰτημάτων τοῦ ἐν λόγῳ προσωπικοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν ἐπιτροπῆς κατοίκων περιοχῆς Ἁγ. Παύλου, αἰτουμένων ὑπαγωγὴν τῆς περιοχῆς Ἁγ. Παύλου εἰς τὸν Εʹ τομέα, ἀντὶ τοῦ Ζʹ εἰς ὃν ἀνήκει. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Προβατᾶ παραπονουμένων διὰ μὴ ἁρμόζουσαν συμπεριφορὰν τῶν Ἀστυνομικῶν ὀργάνων τοῦ χωρίου των καὶ αἰτοῦν λῆψιν μέτρων. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσιαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἐλευθέρας Ζώνης καὶ Λιμένος Θεσσαλονίκης (Ε.Ζ.Λ.Θ.), αἰτουμένου τὴν ἄμεσον πρόσληψιν τῶν ἐπιτυχόντων ὑπαλλήλων διὰ πλήρωσιν τριῶν (3) κενῶν θέσεων Β1 κλάδου Διοικητικῶν ὑπαλλήλων, λόγῳ λήξεως τῆς ἰσχύος τοῦ πίνακος ἐπιτυχόντων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσιαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων, αἰτουμένης ἐπαναπρόσληψίν των ὡς καὶ τῶν ἐξαναγκασθέντων εἰς παραίτησιν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἰντζές, καταθέτει τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς καπνοπαραγωγῶν, Γεωργικῆς Ἑνώσεως καὶ Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν πόλεως καὶ περιοχῆς Νιγρίτης, παραπονουμένων διὰ πώλησιν καπνῶν των εἰς τιμὰς χαμηλὰς καὶ αἰτουμένων τὴν παρὰ τῆς Α.Τ.Ε. θεώρησιν τῶν πιστοποιητικῶν ἀγοραπωλησίας καπνῶν κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Ζορμπᾶς καὶ Ι. Μαυριδόγλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Συνταξιούχων Τ.Ε.Β.Ε., αἰτουμένης αὔξησιν τῶν συντάξεων κατὰ 100%, παροχὴν πλήρους ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Ζορμπᾶς καὶ Ι. Μαυριδόγλου, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Ἐφημερίων χωρίων Χαλκειοῦ καὶ Βερβεράτου, αἰτουμένων ρύθμισιν τοῦ ἐφημεριακοῦ μισθολογίου. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανθεσσαλικοῦ Συνεδρίου Πολεμιστῶν καὶ Τραυματιῶν, αἰτουμένων κωδικοποίησιν τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας, προστασίαν τῶν πολεμιστῶν καὶ τραυματιῶν ὅλων τῶν κατηγοριῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλ)νίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Ἐπιτροπῆς Ἀγῶνος καπνοπαραγωγῶν Αἰτωλικοῦ Μεσολογγίου, παραπονουμένης διὰ τὰς προσφερομένας χαμηλὰς τιμὰς ἐξαγωγίμων καπνῶν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτει ἀναφορὰν ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων ὁδηγῶν Νομοῦ Σερρῶν, αἰτουμένων κατάργησιν τῶν παρανόμως χορηγηθεισῶν ἀδειῶν αὐτοκινήτων εἰς μὴ δικαιουμένους τοιούτων. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτει ἀναφορὰν ἀκτημόνων ἀγροτῶν Κοινότητος Λευκῶνος Σερρῶν,
αἰτουμένων χορήγησιν στεγαστικοῦ δανείου παρὰ τῆς
Α.Τ.Ε.
Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Α. Μπριλλάκης, Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Β. Ἐφραιμίδης, καταθέτουν ὑπόμνημα ἐπιτροπῆς πληττομένων συνταξιούχων ὑπὸ τοῦ Ν.Δ. 17)1948, αἰτουμένων ἰσότιμον μεταχείρισιν, ἀποκατάστασιν εἰς δικαίωμα συντάξεως, ψήφισιν σχεδίου Διατάξεως καθηγητοῦ κ. Φ. Βεγλερῆ κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Π. Παρασκευόπουλος καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως Ὑπαλλήλων Θυρωρῶν Μεγάρων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, αἰτουμένων ὑπαγωγὴν αὐτῶν εἰς Ν. 2112, αὔξησιν μισθῶν κατὰ 20%, ἐφαρμογὴν 8ώρου ἐργασίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Μορφωτικοῦ Συλλόγου Ἁγ. Σοφίας Δήμου Ταύρου, αἰτουμένου τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἔμπροσθεν τοῦ Ναοῦ Ἁγ. Σοφίας εὑρισκομένου αἰγοστασίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Ι. Ἰορδάνογλου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐργατοϋπαλλήλων Ἀστικῆς Συγκοινωνίας Θεσσαλονίκης, αἰτουμένης λῆψιν μέτρων προστασίας τοῦ ἐκτάκτου προσωπικοῦ τοῦ ὑπηρετοῦντος εἰς τὸν ἐν λόγῳ Ὀργανισμὸν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Β. Ἐφραιμίδης, διὰ τηλεγραφήματός του διαμαρτύρεται, διότι ἡ Γεωργικὴ Ὑπηρεσία Σερρῶν ἀρνεῖται ἐπικύρωσιν εἰσηγήσεώς της διὰ ὀρυζοκαλλιέργειαν εἰς περιοχὴν Σερρῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Περραιβός, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἑστιατόρων Λαρίσης, αἰτουμένου τὴν στάθμευσιν τῶν ὑπὸ τῶν Σ.Ε.Κ. χρησιμοποιουμένων πούλμαν εἰς τὴν κεντρικὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσιαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγῶνος Βερτίσκου, αἰτουμένης τὴν παρὰ τοῦ Κράτους συγκέντρωσιν καπνῶν εἰς τιμὰς ἱκανοποιητικὰς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει ψήφισμα τῆς Πανεργατικῆς Ἑνώσεως Αἰγάλεω καὶ πέριξ, αἰτουμένης τὴν ἵδρυσιν Γραφείου Εὑρέσεως Ἐργασίας εἰς Αἰγάλεω, τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν κηδεμόνων–γονέων μονίμων ὑπαξιωματικῶν Β. Ναυτικοῦ ἐκ Ναυτοπαίδων, αἰτουμένων ὅπως ἡ ὑποχρεωτική των θητεία αὐξηθεῖσα ἀπὸ ὀκτὼ ἔτη εἰς δώδεκα μειωθῇ εἰς ὀκταετίαν. Ἡ βουλευτὶς κ. Μ. Καραγεώργη καὶ οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παπανικολάου καὶ Ε. Σακελλάρης, καταθέτουν ὑπόμνημα Ἐπιτροπῆς ὑπαλλήλων Αὐτοκινητιστῶν Βόλου, αἰτουμένης ἵδρυσιν ἐν Βόλῳ ὑποκαταστήματος Τ.Σ.Α. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Λαρίσης, αἰτουμένης τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν καπνοπαραγωγῶν. Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν: Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Δημ. Ἔργων. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαλουκᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4214)15.5.1964 ἐγγράφου ὑμῶν σχετικῶς μὲ ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Παπαλουκᾶ ἐπὶ τοῦ Διατάγματος ἐπεκτάσεως τοῦ ρυμοτομικοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Λαμίας, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι τοῦτο ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 69 τῆς 18 Μαΐου 1964 φύλλον τῆς Ἐφημερίδος Κυβερνήσεως (τεῦχος Δʹ). Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Βιομηχανίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3774)2551)11.5.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη ὑπ’ ἀριθ. 501 ἐρώτησίς των διὰ τὴν ἠλεκτροδότησιν τῆς νήσου Χίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Εἰς τὴν νῆσον Χίον ἐξυπηρετοῦνται σήμερον ὑπὸ τῆς Δ.Ε.Η. 11 πόλεις καὶ χωρία, μέχρι τέλους δὲ τοῦ τρέχοντος ἔτους προβλέπεται ἡ ἠλεκτροδότησις ἑτέρων 4 χωρίων. Οὕτω ὁ ἐξυπηρετούμενος πληθυσμὸς εἰς τὴν νῆσον θὰ ἀνέλθῃ εἰς 43.000 περίπου ἐπὶ συνόλου 60.000, ἤτοι θὰ καλύψῃ τό 72% αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἠλεκτροδότησιν τῶν λοιπῶν χωρίων τῆς νήσου Χίου, αὕτη θέλει πραγματοποιηθῆ συντόμως βάσει τοῦ νέου προγράμματος ἠλεκτροδοτήσεως τῆς ὑπαίθρου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΖΙΓΔΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση. Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2088)ἐ.ἔ. ὑμέτερον ἔγγραφον ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ἀνερούση σχετικῶς μὲ τὴν ἐκμετάλλευσιν μεταλλείων ἐν Σερίφῳ, γνωρίζομεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὰ ἀνωτέρω μεταλλεῖα ἀνήκοντα παλαιόθεν εἰς τὴν ἐν Παρισίοις ἑδρεύουσαν Α.Ε. Σερίφου καὶ Σπηλιαζέζης εἶχον ἐκμισθωθῆ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8304)54 συμβολαίου τοῦ ἐν Παρισίοις Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὸν «Μεσογειακὸν Ὅμιλον Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας» ἑδρεύοντα ἐν Ταγγέρῃ καὶ ἐσχάτως ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἐπωνυμίαν ἐν Βαδούζ Ἑλβετίας. Οὗτος ἐξεμεταλλεύετο ταῦτα μέχρι τῶν μέσων τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτε καὶ διέκοψε τὴν ἐκμετάλλευσιν μὲ συνέπειαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ καταδικασθῶσιν εἰς ἀνεργίαν οἱ ἐργάται τῶν μεταλλείων καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ δημιουργηθῇ ἔκρυθμος κατάστασις μεταξὺ ἐργατῶν καὶ Ἑταιρείας, λόγῳ καθυστερήσεως πληρωμῆς ὑπὸ ταύτης ὀφειλομένων ἡμερομισθίων. Ἤδη ἡ Α. Ε. Σερίφου καὶ Σπηλιαζέζης ἀνήγγειλεν ἡμῖν τὴν ἔξωσιν τῆς μισθωτρίας, ἤτοι τοῦ «Μεσογειακοῦ Ὁμίλου Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας» γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐκ νέου λειτουργίαν τῶν μεταλλείων Σερίφου διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὁποίας παρενέβημεν ἤδη καὶ θέλομεν ἐπιδιώξει διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν κυρώσεων τοῦ νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ τοῦ ἐρωτῶντος βουλευτοῦ τιθέμενον ζήτημα τῆς τακτοποιήσεως τῶν ὀφειλῶν τοῦ ἐξωσθέντος Μεσογειακοῦ Ὁμίλου πρὸς τοὺς ἐργάτας, εἶναι προφανές, ὅτι τοῦτο ἐκφεύγει τῆς ἡμετέρας ἁρμοδιότητος ὡς συνιστῶν ἰδιωτικὴν διαφοράν, διὰ τὴν ὁποίαν οἱ ζημιωθέντες ἐργάται δύνανται νὰ ἐπιζητήσωσι πᾶσαν νόμιμον προστασίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπενέβημεν ἤδη πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἵνα ἐπιτευχθῇ σύντομος λύσις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΖΙΓΔΗΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3964 ἐ.ἔ. ὑμετέρου. διὰ τοῦ ὁποίου διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 510 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Ν. 4086)60, περιῆλθεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς Ἐμπορίου καὶ Κοινωνικῆς Προνοίας ἡ ἁρμοδιότης πρὸς διατίμησιν τοῦ δικαιώματος πόσεως καὶ πάσης θεραπείας ἐν ὑδροθεραπευτηρίοις τῶν Ἰαματικῶν Πηγῶν τοπικῆς σημασίας, ὡς καὶ τῶν πρὸς πώλησιν ἐμφιαλωμένων μεταλλικῶν ἰαματικῶν ὑδάτων πάσης πηγῆς. Προκειμένου περὶ πηγῶν αἱ ἕδραι τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν ὁποίων εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς τέως Δ. Πρωτευούσης ἡ ἁρμοδιότης μετεβιβάσθη εἰς τοὺς οἰκείους Νομάρχας, σὺν τῇ διευκρινίσει, ὅτι ἰαματικὰ ὕδατα θεωροῦνται τὰ λαμβανόμενα τῇ ὁδηγίᾳ ἰατροῦ. Οὕτω ἐν τῇ οὐσίᾳ εἰς διατίμησιν ὑπόκεινται τὰ λαμβανόμενα τῇ ὁδηγίᾳ ἰατροῦ ἰαματικὰ ὕδατα τῆς πηγῆς Λουτρακίου «Καραντάνη» ἡ ἕδρα τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ἐνταῦθα καὶ τὰ ἰαματικὰ ὕδατα τῆς θερμῆς πηγῆς Πλατυστόμου, ἡ ἕδρα τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ἐν Λαμίᾳ, διὰ τὰ ὁποῖα καθωρίσθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 15)62 Ἀγορανομικῆς Διατάξεως ἀνώτατον ὅριον μικτοῦ κέρδους, κατὰ τὰς ἐκτὸς τῶν ὑδροθεραπευτηρίων πωλήσεις των ἐκ 5% διὰ τὴν χονδρικὴν καὶ 15% διὰ τὴν λιανικὴν πώλησιν. Πάντα τὰ λοιπὰ ἐμφιαλωμένα μεταλλικά, ἐπιτραπέζια καὶ σοδοῦχα ὕδατα δὲν ὑπόκεινται εἰς διατίμησιν, ἀλλ’ ὑπήχθησαν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12)63 Ἀγορανομικῆς Διατάξεως εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐν ἐπαρκείᾳ εἰδῶν, αἱ τιμαὶ τῶν ὁποίων διαμορφοῦνται μὲν ἐλευθέρως, πλὴν ὅμως, ἐλέγχονται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἀγορανομικοῦ Κώδικος δι’ ὑπερβολικὸν κέρδος. Τὸ θέμα τῶν τιμῶν τῶν ἐμφιαλωμένων ἐν γένει ἰαματικῶν ἢ μὴ καὶ σοδούχων ὑδάτων, αἵτινες, σημειωθήτω, παραμένουν ἀμετάβλητοι ἀπὸ τοῦ 1957, παρὰ τὰς μεσολαβησάσας αὐξήσεις εἰς τὰ μεταφορικὰ καὶ τὰς ἐργατοϋπαλληλικὰς ἀποδοχάς, ἀπησχόλησε κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου ἐκ δὲ τῶν γενομένων ἐλέγχων οὐδέποτε προέκυψεν, ὅτι αἱ πραγματοποιούμεναι τιμαὶ πωλήσεως ἀφίστανται τοῦ πραγματικοῦ κόστους τούτων. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος προσφάτως ἐπελήφθη καὶ ἡ Εἰσαγγελία Ἀγορανομίας διὰ τὴν διευκόλυσιν τοῦ ἔργου τῆς ὁποίας παρεσχέθησαν ἅπαντα τὰ σχετικὰ στοιχεῖα. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν εἰς ἰδιώτας ἀνηκουσῶν ἰαματικῶν πηγῶν, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων, σημειωθήτω, ἀνήκουν εἰς τὸν Ε.Ο.Τ., ὅστις ἀναθέτει τὴν ἐκμετάλλευσίν των εἰς Κοινότητας ἢ ἰδιώτας διὰ διαγωνισμοῦ, φρονοῦμεν, ὅτι τοιαύτη ἐνέργεια, καίτοι δὲν ἀνάγεται εἰς τὴν ἡμετέραν ἁρμοδιότητα, δὲν θὰ εἶχεν οὐσιαστικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν τιμῶν, δοθέντος, ὅτι αἱ νῦν ὑπολογιζόμεναι εἰς τὸ κόστος διὰ τὰς ἰδιωτικὰς πηγὰς εἰδικαὶ ἀποσβέσεις πηγῆς, θὰ ἀντικαθίσταντο ἁπλῶς ὑπὸ τοῦ πρὸς τὸν Ε.Ο.Τ. μισθώματος, ὡς συμβαίνει ἤδη μὲ τὰς ἀναδόχους ἐπιχειρήσεις ἐκμεταλλεύσεως πηγῶν τοῦ εἰρημένου Ὀργανισμοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. Μ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδη, Π. Δούκα, Μ. Καραγεώργη, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Ι. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1771)1050 τῆς 10 Ἀπριλίου 1964 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα καὶ καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. βιβλ. ἐρωτήσεων 184 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδη, Π. Δούκα, Μ. Καραγεώργη, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Ι. Παπαδημητρίου, δι’ ἧς καταθέτουν Ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θυμάτων Γερμανικῆς Κατοχῆς «Ὁ Φοῖνιξ» καὶ αἰτοῦνται ὅπως ληφθῇ μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἀναπήρων πολιτῶν ἐκ τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν συνεπείᾳ πολεμικῶν γεγονότων τῆς κατοχικῆς περιόδου 1940–41 φονευθέντων πολιτῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ὅλον θέμα τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν παθόντων πολιτῶν ἐκ τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ καὶ τῶν ἐκ τούτων θανόντων θὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν νομοθετικὴν ρύθμισιν καὶ τῶν λοιπῶν συνταξιοδοτικῶν θεμάτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Βρανοπούλου καὶ Ε. Σαββοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3978 τῆς 13 Μαΐου 1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως (αὔξ. ἀριθ. βιβλ. ἐρωτ. 524)64) τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Βρανοπούλου καὶ ὁμοίας (αὔξ. ἀριθ. βιβλ. ἐρωτ. 209)64) τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, διαβιβασθείσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1846 ἐ.ἔ. ἐγγράφου σας, ἀναφερομένων ἀμφοτέρων εἰς τὸ θέμα τῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν χηρῶν ἢ διαζευγμένων θυγατέρων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν νομοθετικὴν ρύθμισιν καὶ τῶν λοιπῶν ἐκκρεμούντων συνταξιοδοτικῶν ζητημάτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπ. Ναυτιλίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι κατόπιν ἡμετέρων ἐνεργειῶν συνεστήθη καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ λειτουργῇ ἀπὸ 15.9.1955 εἰδικὸν Τμῆμα Ναυτικοῦ Δικαίου παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ Πειραιῶς. Τὸ θέμα ἱδρύσεως ἀνεξαρτήτων Ναυτικῶν Δικαστηρίων μελετᾶται ἤδη παρ’ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Δικαιοσύνης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. Ι. ΜΠΙΡΗΣ
VI) – Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σκορδίλη καὶ Ι. Βαρβιτσιώτη. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4615)3158 ἀπὸ 19.5.64 διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 637 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σκορδίλη καὶ Ι. Βαρβιτσιώτη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἑξῆς: Αἱ ἀποδοχαὶ τῶν κατωτέρων ἀστυν. ὑπαλλήλων (ἀστυφυλάκων – ὑπαρχιφυλάκων – ἀρχιφυλάκων) ἐν τῷ συνόλῳ των καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀποδοχὰς ἐν γένει τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων κλάδων τῆς Διοικήσεως κρίνονται τό γε νῦν ἔχον ἱκανοποιητικαί. Ἀπομένει ὅμως ἡ ἐπὶ τὰ βελτίω ρύθμισις τοῦ βασικοῦ των μισθοῦ διὰ τῆς ἐν αὐτῷ ἐνσωματώσεως ἐπιδομάτων κλπ. καὶ ἡ, ὡς ἐκ τούτου, βελτίωσις τῆς συντάξεως αὐτῶν. Τοῦτο μελετᾶται ἤδη ὑπὸ τῆς συσταθείσης Ἐπιτροπῆς πρὸς κατάρτισιν ὑπαλληλικοῦ μισθολογίου καὶ θὰ ρυθμισθῇ εὐνοϊκῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ν. Α. ΕΞΑΡΧΟΣ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Β. Ἐφραιμίδη. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1631)942)8.4.1964 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 145)7.4.1964 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Β. Ἐφραιμίδη, περὶ τῆς στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πολεμοπαθῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὸ πρόβλημα τῆς στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν πολεμοπαθῶν οἰκογενειῶν, ἀντεμετωπίζετο ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπηρεσιῶν μέχρι τοῦ ἔτους 1958, ἀνοικοδομηθεισῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἢ ἐπισκευασθεισῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1946 μέχρι τοῦ ἔτους 1953, 270.000 ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν οἰκιῶν εἰς ἃς ἐστεγάσθησαν ἰσάριθμοι πολεμοπαθεῖς οἰκογένειαι. Τὸ ἔργον τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πολεμοπαθῶν ἐσυνεχίσθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1953 μέχρι τοῦ ἔτους 1958 εἰς λίαν περιωρισμένην ἔκτασιν, διακοπὲν ἀπὸ τῆς χρονολογίας ταύτης λόγῳ μὴ διαθέσεως σχετικῶν πιστώσεων διὰ τὴν ὁλοκλήρωσίν του. Ἤδη αἱ ἐναπομείνασαι ἀναποκατάστατοι ἐλάχιστοι συγκριτικῶς μὲ τὰς στεγασθείσας οἰκογενείας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ αἱ περὶ ὧν ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ, περιῆλθον λόγῳ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λοιπῶν ἀστέγων οἰκογενειῶν καὶ θέλει ἀντιμετωπισθῇ τὸ στεγαστικὸν αὐτῶν πρόβλημα ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ μελετωμένου εὐρυτέρου στεγαστικοῦ προγράμματος λαϊκῆς κατοικίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη καὶ Π. Δούκα. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1491)877)6.4.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν, ἡ ὑπ’ ἀριθ. 123)3.4.64 ἐρώτησις τῶν ἐν θέματι κ.κ. βουλευτῶν, ἐν σχέσει μὲ τὰ ἀπασχολοῦντα τὴν Κοινότητα Πετριτσίου Σερρῶν προβλήματα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4 αἰτήματος, τοῦ μόνου ἐμπίπτοντος εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, τοῦ ἀναφερομένου εἰς τὴν στέγασιν τῶν ὑπὸ ἀθλίας στεγαστικὰς συνθήκας διαβιουσῶν οἰκογενειῶν τῆς Κοινότητος ταύτης. Ἡ στεγαστικὴ ἀποκατάστασις τῶν ἀστέγων καὶ τῶν ὑπὸ ἀπαραδέκτους συνθήκας στεγαζομένων οἰκογενειῶν, αἵτινες δὲν δύνανται δι’ ἰδίων μέσων ν’ ἀποκτήσουν στέγην, ἀποτελεῖ ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων μελημάτων τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας. Δυστυχῶς, ὅμως, μέχρι σήμερον ἡ μέριμνα διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν οἰκιῶν τῶν καταστραφεισῶν ἐκ πολεμικῶν γεγονότων καὶ ἐν συνεχείᾳ αἱ ἐξαιρετικῶς ἐπείγουσαι ἀνάγκαι στεγάσεως τῶν πληγέντων ἐκ τῶν σημειωθεισῶν τεραστίας ἐκτάσεως θεομηνιῶν (σεισμῶν, πλημμυρῶν, κατολισθήσεων), ἀπερρόφησαν ἐξ ὁλοκλήρου τὰς εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τιθεμένας πιστώσεις καὶ δὲν ἐπέτρεψαν μέχρι σήμερον τὴν μελέτην καὶ ἐφαρμογὴν σοβαρῶν προγραμμάτων λαϊκῆς στέγης ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν ὁποίων θ’ ἀντεμετωπίζοντο καὶ αἱ περιπτώσεις τῶν ἀστέγων τοῦ Νέου Πετριτσίου Σερρῶν, περὶ ὧν ἡ ἐρώτησις τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 905)514)24.3.64 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 49)21.3.64 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη, περὶ τῆς στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως εἰς ἑτέραν ἀσφαλῆ θέσιν τῶν ἐκ τοῦ παλιρροιακοῦ κύματος πληττομένων 20 οἰκογενειῶν τοῦ ἁλιευτικοῦ συνοικισμοῦ Σκάλας Πολυχνίτου Λέσβου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐξεδόθη ἤδη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2396)1251)8.4.64 ἡμετέρα ἀπόφασις προγραμματισμοῦ ἀνοικοδομήσεως οἰκιῶν εἰς ἀσφαλῆ θέσιν διὰ τὴν στέγασιν τούτου, τῶν ὡς ἄνω 20 οἰκογενειῶν τῆς Σκάλας Πολυχνίτου, ὅσον καὶ τῶν τοιούτων τῆς Σκάλας Καλλονῆς, αἵτινες ὡσαύτως πλήττονται ἐκ τοῦ παλιρροιακοῦ κύματος. Βάσει τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐδόθησαν ὁδηγίαι εἰς τὸ Κέντρον Κοινων. Προνοίας Λέσβου διὰ τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐνδιαφερομένων πρὸς ὑποβολὴν τῶν σχετικῶν δικαιολογητικῶν καὶ τὴν κατάρτισιν τῶν ὁριστικῶν πινάκων τῶν δικαιούχων, οἵτινες θὰ ὑποβληθῶσιν ἡμῖν ἵνα μεριμνήσωμεν διὰ τὴν μεταβίβασιν τῆς ἀναγκαιούσης πιστώσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΚΑΤΣΩΤΑΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Κιτσίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3701)2465)8.5.64 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Κιτσίδη, καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 482 βιβλίου ἐρωτήσεων, σχετικῶς μὲ τὸ ἐν περιλήψει θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἑξῆς: Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. ΣΑ 491 (τροπ. 1) 2.5.1964 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ, Οἰκονομικῶν καὶ Κοινωνικῆς Προνοίας, ἐνεκρίθη ἡ ἔνταξις εἰς τὸ πρόγραμμα δημοσίων ἐπενδύσεων, τῶν ἐργασιῶν πρὸς διαρρύθμισιν, συμπλήρωσιν καὶ ἐπέκτασιν τοῦ κτιρίου τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Λαρίσης, μὲ πρόβλεψιν συνολικῆς δαπάνης δραχ. 12.000.000. Ὑπὸ τῆς οἰκείας τεχνικῆς μελέτης, ἐγκεκριμένης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ζ4δ 4297)9.8.62 ἀποφάσεως ἡμῶν, προβλέπεται ἀφ’ ἑνὸς ἡ βελτίωσις καὶ συμπλήρωσις τοῦ ὑπάρχοντος παλαιοῦ κτιρίου τοῦ Νοσοκομείου, καὶ ἡ ἐν αὐτῷ ἀνάπτυξις 60 περίπου νοσηλευτικῶν κλινῶν (τμήματα Παθολογικόν, Ὀφθαλμολογικὸν καὶ Ὠτορινολαρυγγολογικὸν) ὑπὸ συνθήκας λειτουργίας ἱκανοποιητικὰς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀνέγερσις νέας τριωρόφου πτέρυγος, εἰς ἣν θὰ ἐγκατασταθοῦν αἱ Ὑπηρεσίαι τῆς Διοικήσεως, τὰ Ἰατρεῖα καὶ Ἐργαστήρια καὶ τὸ συγκρότημα τῶν χειρουργείων. Ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ θὰ ἀναπτυχθοῦν πλέον τῶν 80 κλινῶν (τμήματα Χειρουργικόν, Μαιευτικὸν–Γυναικολογικὸν καὶ Παιδιατρικόν). Κατὰ ταῦτα ἡ συνολικὴ δύναμις τοῦ Νοσοκομείου, μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς καταρτισθείσης μελέτης, προβλεπομένων ἐργασιῶν, θὰ ἀνέλθῃ εἰς 145 περίπου νοσηλευτικὰς κλίνας. Αἱ ὡς ἀνωτέρω ἐργασίαι, τῶν ὁποίων ἡ δημοπράτησις ὑπολογίζεται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰουνίου ἐ.ἔ., ἀποτελοῦν τὸ πρῶτον στάδιον τῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν ὁριστικήν, κατὰ τὸ πρόγραμμα τοῦ Ὑπουργείου, διαμόρφωσιν τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Λαρίσης. Περαιτέρω προβλέπεται ἡ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν καὶ ἔναρξιν τῆς λειτουργίας τῆς νέας πτέρυγος, κατεδάφισις τοῦ παλαιοῦ κτιρίου τοῦ Νοσοκομείου καὶ ἀνέγερσις νέου οἰκήματος, κατὰ τρόπον, ὥστε ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς τῶν κλινῶν τοῦ Γενικοῦ Νοσοκομείου Λαρίσης ν’ αὐξηθῇ εἰς 300. Ἡ ἀπὸ τοῦδε κατεδάφισις τοῦ παλαιοῦ κτιρίου καὶ ἀνέγερσις τοῦ ὅλου συγκροτήματος δὲν ἀντιμετωπίζεται, διότι θὰ ἔδει νὰ διακοπῇ ἡ λειτουργία τοῦ Νοσοκομείου, ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Π. Παρασκευοπούλου. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4277)2878)15.5.64 ἐγγράφου σας διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 566 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Σ. Ἡλιοπούλου κλπ., δι’ ἧς κατετέθη ὑμῖν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14)26.4.64 ψήφισμα τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ Ἐξωραϊστικοῦ–Ἐκπολιτιστικοῦ Συλλόγου Ἄσπρων Χωμάτων Περιστερίου «Ἡ Πρόοδος», αἰτουμένου περαιτέρω πύκνωσιν τῶν δρομολογίων τῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Ἄσπρων Χωμάτων καὶ παράτασιν τῆς ὥρας λειτουργίας αὐτῆς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ ψήφισμα διεβιβάσθη ἤδη ἀπὸ τῆς 13.5. 1964 εἰς τὴν καθ’ ἡμᾶς ἁρμοδίαν Ὑπηρεσίαν μὲ τὴν ἐντολήν, ὅπως τὸ αἴτημα τοῦ ἀνωτέρω Συλλόγου λάβῃ ὑπ’ ὄψει της κατὰ τὴν σύνταξιν ὑπὸ τοῦ Ο.Ε.Α.Σ. τοῦ πίνακος τῶν θερινῶν δρομολογίων τῆς ὡς εἴρηται γραμμῆς, ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἀρτιωτέρας συγκοινωνιακῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἡ ἐφαρμογὴ τῶν θερινῶν δρομολογίων ἐντὸς τοῦ αʹ δεκαημέρου τοῦ ἑπομένου μηνός. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἡλιοῦ, Δ. Στρατῆ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4427)3030 καὶ 4436)3039 ἀπὸ 18.5.64 ἐγγράφων σας, δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 596 καὶ 605 ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἡλ. Ἡλιοῦ καὶ Δ. Στρατῆ κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ αἰτήματος τοῦ προσωπικοῦ τῆς Η.Ε.Μ. περὶ θεσπίσεως τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ Ν. 2112 ἐπῆλθε κατ’ ἀρχὴν συμφωνία μὲ τὴν Ἑταιρείαν δι’ ὃ καὶ ἐματαιώθη ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐξαγγελθείσης διὰ τὴν 15ην τρέχοντος μηνὸς ἀπεργιακῆς ἐκδηλώσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ αἴτημα τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν τοῦ προσωπικοῦ κατὰ 20%, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἐν προκειμένῳ δέον ν’ ἀκολουθηθῇ ἡ διαδικασία τῆς συντάξεως Συλλογικῶν Συμβάσεων Ἐργασίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βασιλάτου. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4614)3157)19.5.64 ἐγγράφου σας διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 636 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βασιλάτου ἐπὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ πρὸ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ 1ου Κ.Τ.Ε.Λ. Ἀθηνῶν (παρ’ οὗ ἐξυπηρετεῖται ἡ λεωφορειακὴ γραμμὴ Ἀθηνῶν–Χαλανδρίου) διὰ νέων λεωφορείων τῆς Α.Ε. Ἀστικαὶ Συγκοινωνίαι Περιοχῆς Ἀθηνῶν (Α.Σ.Π.Α.) δὲν εἶναι δυνατὴ οἱαδήποτε περαιτέρω ἐπέκτασις τῆς ὡς ἄνω γραμμῆς, διότι θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος τῶν ὑπὸ τῆς σημερινῆς διαδρομῆς ἐξυπηρετουμένων ἐπιβατῶν. Συνημμένως ἀποστέλλομεν ὑμῖν ἀντίγραφα τῶν ὑπ’ ἀριθ. 228784)15.3.58 καὶ Γ. 19299)11.12.63 ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου, ἐν οἷς οὐδόλως μνημονεύεται ἡ κατάστασις τοῦ ὁδικοῦ δικτύου ὡς λόγος ἀπορρίψεως τῆς μέχρι Πολυδρόσου ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς Χαλανδρίου. Ἐλπίζεται βασίμως, ὅτι ἡ Α.Σ.Π.Α. ἐντὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους θὰ ἐνισχυθῇ διὰ 50 νέων λεωφορείων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ Δ.Ε.
Γεν. Δ)νσις Μεταφορῶν Δ)νσις Ἐκμ)σεως Αὐτ)των Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Μαρτίου 1964 Ἀριθ. πρωτ. 228784)57 Πρὸς Τὸν Κοινωφελῆ Σύλλογον Πολυδρόσου «Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος» Χαλάνδριον Θέμα: Περὶ μὴ ἐπεκτάσεως τῆς λεωφορειακῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Χαλανδρίου μέχρι Πολυδρόσου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 30.11.1957 ὑμετέρας αἰτήσεως, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς λεωφορειακῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν– Χαλανδρίου μέχρι Πολυδρόσου καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ πόρισμα τῆς διενεργηθείσης παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ἡμῶν αὐτοψίας, γνωρίζομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν ἐπέκτασιν τῆς ὡς ἄνω γραμμῆς, διότι τοῦτο θὰ ἀπέβαινεν εἰς βάρος τῆς συγκοινωνιακῆς ἐξυπηρετήσεως ἑτέρας πυκνοκατῳκημένης περιοχῆς καὶ συγκεκριμένως τοῦ Δήμου Χαλανδρίου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ὁποίου καὶ συνεστήθη ἡ γραμμὴ αὕτη. Πρὸς τούτοις γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν κρίνομεν σκόπιμον οὐδὲ ἐνδεδειγμένην τὴν σύστασιν ἰδίας γραμμῆς Ἀθηνῶν Πολυδρόσου, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δημιουργοῦνται εἰδικαὶ γραμμαὶ διὰ περιοχὰς ἐξυπηρετουμένας ὑπὸ διερχομένων λεωφορείων ἑτέρων γραμμῶν (Βριλησίων, Πεντέλης) λαμβανομένης μάλιστα ὑπ’ ὄψει καὶ τῆς σημερινῆς στενότητος μεταφορικῶν μέσων ἐν τῇ Ἀστικῇ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Ὁ Ὑπουργὸς
(ὑπογραφὴ)
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ
Ἀριθ. πρωτ. Γ. 192997)63 Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Δεκεμβρίου 1963 Πρὸς Τὸν Δῆμον Χαλανδρίου Χαλάνδρι Θέμα: Ἀπαλλαγὴ διαδρομῆς λεωφορείων Γραμμῆς Χαλανδρίου (κλάδος Τεριψιθέας) καὶ ἐπέκτασις αὐτῆς μέχρι Πολυδρόσου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10235)24.10.63 ὑμετέρας ἀναφορᾶς, περὶ τῶν ἐν περιλήψει θεμάτων, γνωρίζομεν, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἀλλαγῆς τῆς διαδρομῆς τῶν λεωφορείων τῆς γραμμῆς Χαλανδρίου (κλάδος Τεριψιθέας) ρυθμίζεται διὰ τῆς κοινοποιουμένης ὑμῖν ὁμοιαρίθμου ἀποφάσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αἰτουμένην περαιτέρω ἐπέκτασιν τῆς γραμμῆς ταύτης πρὸς Πολύδροσον, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἤδη ὑφισταμένην ἀνεπαρκῆ συγκοινωνιακὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοίκων Χαλανδρίου λόγῳ τῆς δημιουργίας εἰς τὴν γραμμὴν Χαλανδρίου καὶ δευτέρου κλάδου προσεγγίζοντος πρὸς τὸ Πολύδροσον, γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ὑμέτερον αἴτημα περὶ περαιτέρω ἐπεκτάσεως τοῦ ὑπ’ ὄψει κλάδου.
Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς
ΔΗΜ. ΣΙΝΗΣ
ΙΧ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Λ. Κύρκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4242)2873)15.5.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἐν ἀντιγράφῳ ἡ ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 560 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου καὶ Λ. Κύρκου, ἐν σχέσει μὲ τὴν καθυστέρησιν καταβολῆς, ὑπὸ τῆς Ἀνωνύμου Μεταλλευτικῆς Ἑταιρείας Κεντρικῆς Εὐβοίας, ὑπολοίπου δώρου Πάσχα καὶ ἓξ (6) δεδουλευμένων ἡμερομισθίων εἰς 130 ἀνθρακωρύχους, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι, ὡς ἀνέφερεν ἡ οἰκεία Ἐπιθεώρησις Ἐργασίας, κατὰ τῶν ὑπευθύνων τῆς ὡς εἴρηται Ἑταιρείας ἔχει ὑποβληθῆ παρ’ αὐτῆς εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Χαλκίδος ἡ ὑπ’ ἀριθ. 27)543)7.5.1964 μήνυσις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Στρατῆ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 4428)18.5.64, 4435)18.5.64 ὑμετέρων ἐγγράφων, δι’ ὧν διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 15.5.64 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Στρατῆ, Ι. Παπαδημητρίου καὶ Σ. Ἡλιοπούλου, ἐν σχέσει μὲ τὴν αὔξησιν τῶν ἀμοιβῶν τῶν ἰατρῶν τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν, ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν ὑμᾶς, ὅτι ἤχθημεν εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐξήσεως τῶν ἰατρικῶν ἀμοιβῶν ἐξ ἀφορμῆς τῆς σχεδὸν πλήρους ἀποχῆς τῶν ἰατρῶν ἐκ τῶν ἐργασιῶν των, γεγονὸς τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργήσει σωρείαν διαμαρτυριῶν τῶν ἠσφαλισμένων, ἰδίᾳ τῶν ἐπαρχιῶν, οἵτινες ἔχοντες ἀνάγκην ἰατρικῆς περιθάλψεως ἢ ἐστεροῦντο αὐτῆς λόγῳ ἐλλείψεως οἰκονομικῶν μέσων ἢ ὑπεβάλλοντο εἰς ὑπερόγκους δαπάνας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπούτου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4448)18.5.64 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἀπὸ 15. 5.64 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπούτου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει ἤδη τὸ θέμα τῆς ἑνιαίας ἀσφαλίσεως ἅπαντος τοῦ Προσωπικοῦ τῆς Δ.Ε.Η., ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ ὅπως τερματισθῇ ἡ ὑφισταμένη κατάστασις καθ’ ἣν τὸ προσωπικὸν τοῦτο εἶναι κατατετμημένον ἀσφαλιστικῶς εἰς πλείστους Ὀργανισμούς, μὲ συνέπειαν τὴν ὕπαρξιν ἀδικαιολογήτων ἀνισοτήτων ἀπὸ ἀπόψεως ὅρων ἀσφαλίσεως καὶ ἐπιπέδου ἀσφαλιστικῆς προστασίας. Οὕτω, ὀλίγον χρόνον μετὰ τὴν ὑφ’ ἡμῶν ἀνάληψιν τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, εἴχομεν δώσει ὁδηγίας, ὅπως ἐπαναλάβῃ τὰς ἐργασίας της, ἡ ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1953 συσταθεῖσα Ἐπιτροπὴ μελέτης τοῦ ἀσφαλιστικοῦ θέματος τοῦ Προσωπικοῦ τῆς Δ.Ε.Η. Ἤδη ὑπὸ μερίδων τοῦ Προσωπικοῦ τῆς Δ.Ε.Η. διετυπώθη τὸ αἴτημα τῆς ἐκπροσωπήσεώς των ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ διὰ διευρύνσεως ταύτης. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ πορίσματος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ βάσει τούτου, θὰ προσδιορισθοῦν τὰ ληπτέα μέτρα, διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ὅλου θέματος τῆς ἑνιαίας ἀσφαλίσεως τοῦ Προσωπικοῦ τῆς Δ.Ε.Η. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Μαΐου 1964.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3986)13.5.64 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 9.5.64 κατατεθεῖσα ὑμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ καὶ Ν. Γανίτη, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν ἰσχυόντων τιμολογίων φορτοεκφορτώσεων λιμένος Χίου καὶ εἰδικώτερον τῶν τοιούτων ἀτμοπλοίων, ἅτινα, ὡς ἀναφέρουν, ἔχουν καθορισθῆ πρὸ 13 ἐτῶν καὶ ἔκτοτε παραμένουν στάσιμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Κατὰ τὰς ἰσχυούσας περὶ φορτ)σεων λιμένων διατάξεις, τὰ τιμολόγια φορτ)σεων λιμένων καθορίζονται διὰ κοινῶν ἀποφάσεων τῶν Ὑπουργῶν Ἐργασίας καὶ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας κατόπιν ᾐτιολογημένων προτάσεων τῶν κατὰ τόπους Ἐπιτροπῶν Ρυθμίσεως φορτ)σεων, εἰς ὕψος διευκολῦνον τὴν διὰ τοῦ λιμένος διακίνησιν τῶν φορτίων καὶ ἀποδίδον εἰς τοὺς φορτοεκφορτωτὰς ἱκανοποιητικὸν ἡμερομίσθιον. Ὡς προκύπτει ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν στοιχείων, ἀνεμορφώθησαν κατὰ τὴν ἀνωτέρω διαδικασίαν ὁ Κανονισμὸς Ἐργασίας καὶ τὰ τιμολόγια ἀμοιβῆς τῶν φορτ)τῶν λιμένος Χίου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 12435)1319)18.3.52 κοινῆς ἀποφάσεως ἡμῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἐν συνεχεία κατὰ τὸ ἔτος 1953 ηὐξήθησαν τὰ ἐν λόγῳ τιμολόγια κατὰ ποσοστὸν 10% δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 44400)4128)18.7.53 κοινῆς ἀποφάσεως «περὶ αὐξήσεως τῶν φορτ)κῶν τιμολογίων λόγῳ ἐπιδόματος ἀκριβείας». Ἀκολούθως ἐχορηγήθη αὔξησις ἐπὶ τῶν οὕτω διαμορφωθέντων τιμολογίων ἐν ἔτει 1955 κατὰ ποσοστὸν 8% δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 67479) 21.11.55 κοινῆς ἀποφάσεως. Προσέτι κατὰ τὸ ἔτος 1956 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 62163)12819)22.12.56 ἐνεκρίθη αὔξησις τῶν τιμολογίων ὡρισμένων φορτίων ὡς λ.χ. τῆς ξυλείας κατὰ ποσοστὸν 35%, τῶν εἰσαγομένων ὀπωρικῶν κατὰ ποσοστὸν 30% καὶ ἐθεσπίσθησαν ὑπὲρ τῶν φορτ)τῶν διατάξεις δι’ ὧν ἐβελτιοῦντο ἐμμέσως αἱ ἀποδοχαὶ αὐτῶν. Ὡσαύτως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 15265)3042)23.3.57 κοινῆς ἀποφάσεως ἐνεκρίθη ἡ αὔξησις τοῦ ἰσχύοντος τιμολογίου τῆς 2ας κλάσεως τῶν φορτίων χύδην τῶν φορτ)τῶν κύτους ἀτμοπλοίων κατὰ ποσοστὸν 20%. Πέραν τῶν ἀνωτέρω, ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι τὰ ἰσχύοντα σήμερον εἰς τὸν λιμένα Χίου φορτ)κὰ τιμολόγια ἀνέρχονται εἰς ἀρκούντως ὑψηλὸν ἐπίπεδον, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτων τὰ εἰσπραχθέντα παρὰ τῶν φορτ)τῶν λιμένος δικαιώματα κατὰ τὸ ἔτος 1963 ἀπέδωσαν εἰς ἕκαστον τῶν φορτ)τῶν τοῦ λιμένος τούτου, μέσον ἡμερομίσθιον, δι’ ἁπάσας τὰς ἡμέρας τοῦ ἔτους, συμπεριλαμβανομένων τῶν Κυριακῶν καὶ ἐξαιρεσίμων, ὑπερκαλῦπτον τὰς (100) ἑκατὸν δραχμάς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Μαΐου 1964
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Κύριοι βουλευταί, θεωρῶ σκόπιμον νὰ προεκφωνήσω τὰ ἀντικείμενα τῆς σημερινῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, κρατεῖται. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 591)26.7.1949, 601)15.4.1958, 975)23.7. 1958, 79)25.5.1959 καὶ 114)10.8.1959 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀναζυμώσεως οἴνων, παρασκευῆς οἴνων διὰ Γαλλίαν καὶ ἀποστάξεως πλεονασμάτων οἴνων κ.λ.π.». Παρακαλῶ, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ δεκτόν, διότι ἀφορᾷ κύρωσιν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§17Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ παρίσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιθυμῶ νὰ ὑποβάλω μίαν παράκλησιν, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ μιᾶς προσθήκης ἀφορώσης εἰς οἰνοποιηθείσας σταφυλάς, λόγῳ τῶν καταστροφῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον κατὰ τὸ 1962 καὶ συγκεκριμένως εἰς τὴν περιφέρειαν Κορινθίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκπροσωπῶ. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐγένοντο αὗται αἱ καταστροφαὶ ἐπὶ ἐπιτραπεζίων σταφυλῶν, ἠναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ οἰνοποιήσῃ τὴν παραγωγὴν εἰς οἰνοποιεῖον ἀνῆκον εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ συγκεκριμένως εἰς Βραχάτι καὶ ἡ ὁποία ἀνήρχετο εἰς 1,5 ἑκατομμύριον χιλιόγραμμα. Παρήχθη δὲ οἶνος ἑνὸς ἑκατομμυρίου χιλιογράμμων. Ἀπεδείχθη ὅμως κατόπιν, ὅτι ὁ οἶνος αὐτὸς ἔπρεπε νὰ ἀποσταχθῇ παρουσίᾳ ὑπαλλήλων τοῦ Γενικοῦ Χημείου τοῦ Κράτους, ὅπερ καὶ ἐγένετο κατὰ Ὀκτώβριον 1962. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, ἔναντι τῶν παραχθησομένων σταφυλῶν ἕκαστος τῶν παραγωγῶν τούτων εἶχε λάβει δάνειον ἐκ τῆς Α.Τ.Ε. κυμαινόμενον μεταξὺ τῶν 10–15.000 δραχμῶν, λόγῳ δὲ τῆς μικρᾶς ἀποδόσεως τῶν σταφυλῶν τούτων καὶ τῶν ἄλλων περιπετειῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ παραγωγοί, προέκυψε μέγα κόστος, τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν εἰς 2,5 δραχμὰς κατὰ χιλιόγραμμον, ἔναντι δὲ τοῦ κόστους αὐτοῦ, δὲν εἰσεπράχθη παρὰ μόνον 1 δραχμὴ κατὰ χιλιόγραμμον καὶ οὕτω ὀφείλουσι 1,5 κατὰ χιλιόγραμμον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ καὶ ἡ δαπάνη εἶναι ἀσήμαντος διὰ τὸ Κράτος σημαντικὴ ὅμως διὰ τοὺς παραγωγούς, καὶ ἐὰν τυχὸν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη παρομοία περίπτωσις εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, νὰ τὴν συμπεριλάβῃ, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μου. Ἐπειδὴ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται μόλις εἰς 1,5 ἑκατομμύριον δραχμάς, καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως στέρξῃ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας μου καὶ ὅπως θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ μὲ πᾶσαν εὐμένειαν τὴν περίπτωσιν τῶν δοκιμασθέντων παραγωγῶν ποὺ προανέφερα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ρέντης, ἔχει τὸν λόγον.
§19Φ. ΠΙΤΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω ἐὰν συζητῆται τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν συζητῆται, τότε παρακαλῶ νὰ κρατηθῇ, διότι θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ὁμιλήσωμεν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον. Ἐγένετο προεκφώνησις καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις εἶναι δυνατὸν μὲ τυχὸν ἐξηγήσεις ἢ ἀποσαφηνίσεις ἑκατέρωθεν νὰ γίνῃ δεκτόν. Τοῦτο, δὲν συμβαίνει διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§21Θ. ΡΕΝΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως θελήσῃ καὶ κάμῃ δεκτὸν τὸ αἴτημα τῶν σταφυλοπαραγωγῶν Κορινθίας. Ἔναντι τῆς καταστροφῆς, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν, κ. Πρόεδρε, οἱ ἐν λόγῳ παραγωγοί, ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶχε δώσει εἰς αὐτοὺς ἕνα μικρὸν μόνον βοήθημα, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τὴν ζημίαν αὐτήν. Πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν κοντὰ εἰς τὰς τόσας ἄλλας, καὶ αὐτὴν τὴν κληρονομίαν τῆς Ε.Ρ.Ε.
§22Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ αἴτημα τῶν συναδέλφων Κορινθίας. Θὰ παρεκάλουν ὅμως, ἐὰν ὑπάρχῃ ὁμοία περίπτωσις καὶ παρόμοιον αἴτημα ἄλλων διαμερισμάτων τῆς χώρας, νὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὸ αἴτημα τοῦτο ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ζητοῦν οἱ συνάδελφοι Κορινθίας.
§23Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ πολὺ τὴν Βουλήν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐγκρίνῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι παρῆλθεν ἱκανὸς χρόνος ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ οἱ παραγωγοὶ δὲν δύνανται νὰ λάβουν τὰ χρήματα, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ νομοθετικὴ κύρωσις τῶν πράξεων τούτων. Ἐπίσης, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συμφωνήσῃ, δοθέντος, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς κατετέθη ἤδη εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν καὶ δὲν εἶχεν ἐκδοθῆ ἀκόμη μία τελευταία πρᾶξις, ἡ μόνη, τὴν ὁποίαν ἐξέδωσεν ἡ ἰδική μας Κυβέρνησις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπει προκειμένου περὶ τύπου γλυκέων οἴνων καὶ πρὲν βάϊν, ποὺ ἐνδιαφέρει ἰδιαιτέρως τὴν Σάμον, νὰ δοθῇ μία ἐνίσχυσις μέχρι 5.000 τόννων, νὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν κυρώσωμεν μαζί. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παπαληγούρα καὶ κ. Ρέντη, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι εὐχαρίστως ἀποδέχομαι κατὰ βάσιν τὸ δίκαιον τοῦ αἰτήματος διὰ τὴν ποσότητα, ἡ ὁποία προσδιορίζεται τοῦ 1.100.380 χιλιογράμμων — ἔτσι ἀναφέρεται — θὰ παρεκάλουν τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν νὰ γίνῃ διαφορικὴ μεταχείρισις, ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῆς ἐπιδοτήσεως κατὰ κιλὸν ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκείνην τὴν ποσότητα, ἡ ὁποία ἔχει δοθῆ καὶ εἰς ἄλλας παρομοίας περιπτώσεις, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ παράπονον ἀνίσου μεταχειρίσεως ἄλλων περιφερειῶν. Καὶ τέλος, ἤθελα νὰ προσθέσω, πρὸς καθησύχασιν τοῦ κ. Διαμαντοπούλου, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἄλλον ἐκκρεμὲς αἴτημα. Ἐὰν ὅμως ὑπάρξῃ, παρέχω τὴν διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ μεταχείρισις θὰ εἶναι ὁμοία. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις, θὰ παρεκάλουν, ἐὰν συμφωνῇ ἡ Βουλή, νὰ θεωρηθῇ ψηφισθεὶς ὁ νόμος.
§24Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶμαι σύμφωνος. Θὰ παρεκάλουν ὅμως νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν φιλάργυρον ἄποψίν σας, ὡς πρὸς τὸ αἴτημα τῆς περιφερείας Κορινθίας διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπέδειξα πῶς αἱ συνθῆκαι διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς Κορινθίας εἶναι ἰδιάζουσαι. Αὐτὰ τὰ χρήματα οἱ παραγωγοὶ τὰ χρεωστοῦν σήμερον εἰς τὴν Α.Τ.Ε. Ἐὰν τοὺς δώσωμεν μικρότερον ποσὸν δὲν θὰ δυνηθοῦν νὰ ἐξοφλήσουν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ θὰ παραμείνουν χρεῶσται δι’ ἕνα ποσόν, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἔλαβον. Πρόκειται περὶ ἀτυχήματος καὶ δι’ αὐτό, ζητῶ νὰ καλύψωμεν τὴν περίπτωσιν ἐξ ὁλοκλήρου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ τώρα ἀπάντησιν καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν μας, ὡς τὴν ὑπεβάλαμεν, θὰ παρεκάλουν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατυπώσῃ ὡς νομίζει τὴν τροπολογίαν καὶ νὰ μᾶς φέρῃ νὰ τὴν ψηφίσωμεν εἰς τὸ σύνολον.
§25Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Ἐπιθυμῶ νὰ διαβεβαιώσω τὸ Σῶμα καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον ἐκ Κορίνθου, ὅτι δὲν εἶναι λόγοι οἰκονομικοί, οἱ ὁποῖοι μὲ ὠθοῦν πρὸς αὐτὴν τὴν ἄποψιν. Δυνάμεθα ἀνέτως νὰ δώσωμεν 500 χιλ. πάρα πάνω. Δὲν εἶναι ἐκεῖ τὸ πρόβλημα. Τὸ πρόβλημα ὅμως εἶναι, ὅτι θὰ ἐμφανίσωμεν μίαν περιφέρειαν τῆς Ἑλλάδος ὡς τυγχάνουσαν χωριστῆς μεταχειρίσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συμφωνῇ, δοθέντος, ὅτι ζητεῖται ἀπὸ βουλευτὰς τῆς Κορινθίας, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Φοβοῦμαι ἁπλῶς τὸ προηγούμενον. Δι’ αὐτὸ θὰ παρεκάλουν νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν βοήθειαν τώρα, νὰ ὁλοκληρωθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπὶ τέλους, ἐδῶ εἴμεθα, τὸ ξανασυζητοῦμεν εἰς προσεχῆ εὐκαιρίαν. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ ἡ ἐκκρεμότης αὐτή, οὔτε ἐγὼ δύναμαι νὰ ὑποκαταστήσω τὴν Βουλὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις της.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει;
§27Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Νὰ γίνῃ δεκτὸν μὲ τὰς δύο προσθήκας.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη;
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν, κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ὡς ἐτροποποιήθη τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 591)26.7.1949, 601)15.4.1958, 975)23.7.1958, 79)25. 5.1959 καὶ 114)10.8.1959 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀναζυμώσεως οἴνων, παρασκευῆς οἴνων διὰ Γαλλίαν καὶ ἀποστάξεως πλεονασμάτων οἴνων κ.λ.π.».
§31Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν 24ην Ἀπριλίου τρέχοντος ἔτους κατέθεσα ἰδιοχείρως εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς μίαν πρότασιν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀειμνήστου Γρηγόρη Λαμπράκη.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μερκούρη, σᾶς ἀπήντησα ἐπ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὰ ἄρθρα 24 καὶ 57 τοῦ Συντάγματος τοιαῦται προτάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθοῦν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἰσάγονται μόνον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀφήσατε, λοιπόν, αὐτὸ τὸ ζήτημα δι’ εὐθετώτερον χρόνον.
§33Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Παρακαλῶ τότε τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσηγηθῇ ἐκείνη τὴν πρότασιν ταύτην.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπανακτήσεως παροχῶν ὧν ἀπηγγέλθη στέρησις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 617)1948 καὶ τοῦ ΝΑʹ τοῦ 1948 Ψηφίσματος τῆς Βουλῆς».
§35Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει πολλὰς τροπολογίας καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ συζητήσωμεν τὴν Δευτέραν.
§36Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὑπ. Οἰκον.). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θὰ παρεκάλουν ὅμως νὰ ὁρίσωμεν μίαν τακτὴν ἡμέραν διότι εἶναι ἀνάγκη αὐτὴ ἡ ἐκκρεμότης νὰ λήξῃ τὸ ταχύτερον. Καὶ ἂν ἀκόμη, κ. Πρόεδρε, δὲν ἔχῃ τελειώσει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τέλος, κ. Ὑπουργέ, ἴσως μᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ συζητήσωμεν καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἤδη, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν πρότασιν «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Τὸν λόγον ἔχει, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε.
§38Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ νομίζω, ὅτι βαίνει καλῶς. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι δὲν κρίνεται ὀρθῶς ὑπὸ μερίδος τοῦ Τύπου ἡ στάσις τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως. Καὶ ἐπεθύμουν νὰ διευκρινήσω τὴν στάσιν αὐτήν, διὰ νὰ διαφωτίσω ἐκείνας τοὐλάχιστον τὰς ἐφημερίδας καὶ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς κοινῆς γνώμης, τὸ ἐπηρεαζόμενον ὑπ’ αὑτῶν, ἐκείνας τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδώσουν εἰς τὴν ΕΡΕ πρόθεσιν ἀντιδράσεως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ. Βέβαιον εἶναι, ὅτι εἶχον ἐπισημάνει, πρὶν ἢ εἰσέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν κάποιαν πολιτικὴν δυσκολίαν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἡ ΕΡΕ εὑρέθη, λόγῳ τοῦ ἰδιάζοντος κλίματος, τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργηθῆ εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ θέλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ προθέσεως ἢ μὴ τοῦ Προεδρείου, λόγῳ τοῦ ἰδιάζοντος κλίματος, τὸ ὁποῖον εἶχε δημιουργηθῆ. Καὶ ἐπεσήμανε τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὀρθῶς, ὀρθότατα καὶ ὁ ἐκ μέρους τῆς Ε.Ρ.Ε. εἰσηγητὴς τοῦ σχεδίου τοῦ νέου Κανονισμοῦ, ὁ ἀγαπητός μου συνάδελφος κ. Καλλίας. Παρὰ ταῦτα, ἀρκεσθέντες εἰς τὸ νὰ ἐπισημάνωμεν αὐτὸ τὸ κλῖμα, τὸ ὁποῖον— ἐλπίζομεν— θὰ φροντίσετε, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς νὰ διαλυθῇ, κλῖμα εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μειονεκτοῦν ἀριθμητικῶς καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ὑπάρχουν βασικαὶ ἐγγυήσεις, ἐβοηθήσαμεν. Ἐβοηθήσαμεν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τοιουτοτρόπως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς δύο ἢ τρεῖς συνεδριάσεις ἐπέρασεν ὁ Κανονισμός. Ἐβοηθήσαμεν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἰς τὴν ὁποίαν αἴθουσαν κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν. Θὰ ἤθελον νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ ΕΡΕ ἀποδίδει μεγίστην σημασίαν εἰς τὴν καλυτέραν ὀργάνωσιν τῶν συζητήσεων ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, εἰς τὴν καλυτέραν ὀργάνωσιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ τῆς διευκολύνσεως τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς διευκολύνσεως τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν ἐνδιαφερόμεθα ὅταν συζητοῦμεν τὸν Κανονισμόν, παρὰ μόνον διὰ τὴν καλυτέραν λειτουργίαν τοῦ Σώματος, εἰς τὸ ὁποῖον βαθύτατα πιστεύω, δὲν ἐνδιαφερόμεθα ποῖος εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἴμεθα ἡμεῖς, ὅπως εἴμεθα ἐπὶ μακρὰ ἔτη, ἢ ἐὰν εἶναι οἱ ἀντίπαλοί μας. Ἐὰν ὁ νέος Κανονισμὸς διευκολύνῃ καὶ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς, ὀρθὸν εἶναι νὰ τὸ διευκολύνῃ καὶ θὰ βοηθήσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ γίνῃ τοῦτο. Ἠμπορεῖ νὰ ἀντιδράσωμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ καὶ τὰ ὁποῖα θὰ θεωρήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθά. Ἠμπορεῖ ἀντιθέτως νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρων ἢ καὶ εἰδικωτέρων λαϊκῶν αἰτημάτων εἶναι ὀρθά. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης τῆς ἐπιταχύνσεως τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς ὡς Νομοθετικοῦ Σώματος. Καὶ τονίζω, ὅτι δι’ ἡμᾶς, διὰ τὴν Ε.Ρ.Ε., τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν εἴμεθα πλέον Κυβέρνησις καὶ ὅπερ γνωρίζετε ἄριστα εἴχαμεν σκεφθῆ ἀναλόγους τροποποιήσεις ὅταν εἴμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ γεγονὸς, ὅτι δὲν εἴμεθα Κυβέρνησις δὲν μᾶς ἐπηρεάζει εἰς τὴν στάσιν μας ἀπέναντι τοῦ Κανονισμοῦ. Πιστεύομεν, ὅτι πρέπει νὰ ὀργανωθῇ καλύτερον ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ ἡ συζήτησις καὶ εἰς τὸν τομέα τοῦ ἐλέγχου καὶ εἰς τὸν τομέα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βεβαίως αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἕκαστος ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν εἴτε εἰς τὴν ΕΡΕ ἀνήκουν, εἴτε εἰς τὴν ἄλλην Ἀντιπολίτευσιν, εἴτε εἰς τὸ Κυβερνητικὸν κόμμα, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουν τὰ διάφορα ἄρθρα ἀπὸ πάσης πλευρᾶς. Εἶναι ἐλεύθεροι οἱ βουλευταὶ νὰ τὰ κρίνουν διότι δὲν ὑπάρχει κομματικὴ γραμμὴ εἰς τὰ θέματα τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν νομίζῃ ἕνας βουλευτής, ὅτι θίγονται τὰ δικαιώματά του ποὺ εἶναι συνυφασμένα μὲ τὴν ἄσκησιν τοῦ λειτουργήματος τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ λαοῦ ἀπὸ μίαν διάταξιν, βεβαίως θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄποψίν του. Ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν πιστεύω ὅτι ὁ Κανονισμὸς πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ διαμορφωθῇ ὅπως περίπου τὸν ἔφερεν ἐνώπιόν μας ἡ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία τὸν ἐπεξειργάσθη μὲ ὡρισμένας τροποποιήσεις ὅπως εἶναι ἡ τοῦ συναδέλφου κ. Καλλία εἰς τὸ ἄρθρον ἑπτὰ καὶ ἐπίσης μία ἢ δύο ἄλλαι τὰς ὁποίας ἔχω νὰ προτείνω.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὰς δηλώσεις σας αἱ ὁποῖαι θὰ διευκολύνουν τὰς συζητήσεις τοῦ Σώματος, διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ αἵτινες ἀνταποκρίνονται ἀπολύτως καὶ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατέχεται τὸ Προεδρεῖον. Ἐπανειλημμένως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐτόνισα, ὅτι αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ἀπὸ 4 περιόδων ἀποφασισμέναι, ὅτι βάσις τοῦ σχεδίου, εἶναι τὸ σχέδιον ποὺ κατηρτίσθη ἐπὶ Προεδρίας κ. Ροδοπούλου, καὶ ἐτόνισα, ὅτι αἱ προσθῆκαι καὶ γενικώτερον ὅλον τὸ σχέδιον ἀποβαίνει πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ ἰδίως τῶν συζητήσεων, τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων διὰ τὰς ὁποίας προστίθενται περισσότεραι ὧραι καὶ ἡμέραι ἐργασίας. Ὅπως ἐδήλωσε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ Κανονισμοῦ, τονίζω καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἐλεύθεροι οἱ κ.κ. συνάδελφοι νὰ ἀναπτύξουν τὰς γνώμας των καὶ ὅτι διὰ τῆς κοινῆς προσπαθείας καὶ συνεργασίας ὅλων ἐπιτευχθῇ ἡ ὅσον ἔνεστι πληρεστέρα διατύπωσις τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ ἤμην περισσότερον εὐτυχὴς ἀπὸ σᾶς, κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ε.Ρ.Ε., ἐὰν ἐπανέλθῃ ἡ ἠρεμία καὶ ἡ γαλήνη κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Σώματος. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ πράξω πᾶν τὸ δυγατὸν διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα αὐτὴ ποὺ ἐξυψώνει τὸ Κοινοβούλιον καὶ εὐοδώνει τὸ ἔργον μας.
§40Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἐφραιμίδη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον διότι εἶναι ἄλλοι συνάδελφοι, πρῶτοι, ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ συζητουμένου Κανονισμοῦ.
§42Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὄχι ἐπὶ τοῦ συζητουμένου Κανονισμοῦ. Ἔχει δὲ σχέσιν περισσότερον καὶ μὲ τὴν διαβεβαίωσίν σας περὶ πιστῆς ἐφαρμογῆς του. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι κατὰ τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἐδώσατε εἰς τὸν κ. Μερκούρην δὲν εἴχατε ὑπ’ ὄψει σας καὶ ἀνάλογον προηγούμενον, τῆς ὑποβληθείσης δηλαδὴ προτάσεως τοῦ κ. Βρανοπούλου, περὶ ἀπονομῆς τιμητικῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Στρατηγοῦ Ζέρβα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἐφραιμίδη, δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, μὲ τὸ συζητούμενον θέμα.
§44Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀπεκλείσατε μὲ συνταγματικῆς τάξεως ἐπιχειρήματα τὴν πρότασιν περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀειμνήστου Λαμπράκη. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη προηγουμένη πρότασις, ἡ πρότασις τοῦ κ. Βρανοπούλου, δι’ ἧς αἰτεῖται ἀπονομὴ συντάξεως εἰς τὴν χήραν τοῦ Στρατηγοῦ Ζέρβα, ἡ ὁποία ἐξετυπώθη καὶ διενεμήθη, ὀρθότατα δέ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως ἐπὶ τῆς μιᾶς προτάσεως νὰ λέγετε ὅτι οὔτε κἂν τὴν ἐκτύπωσίν της ἐγκρίνετε οὔτε φυσικὰ τὴν διανομήν της εἰς τοὺς βουλευτάς, ἐνῷ διὰ τὴν ἄλλην ποὺ σᾶς προανέφερα ἄνευ τῶν προϋποθέσεων ποὺ ἐπικαλεῖσθε ἐνεκρίνατε καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Εἶναι, κ. Πρόεδρε, αὐτὴ ἡ ἴση μεταχείρισις; Ἢ εἶναι ὀρθὰ τὰ συνταγματικά σας ἐπιχειρήματα καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἐκτύπωσις τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μερκούρη, ἢ δὲν εἶναι ὀρθά, ὁπότε καὶ αἱ δύο προτάσεις ἔπρεπε νὰ ἐκτυπωθοῦν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν σᾶς ἐνδιαφέρῃ ὁ Τύπος ἀλλάσσει τὸ θέμα ἡ οὐσία εἶναι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν ἡ πρότασίς σας. Ἐὰν θέλετε νὰ τυπωθῇ δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν συζητήσωμεν διότι τὸ ἀπαγορεύει τὸ Σύνταγμα.
§46Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἤθελα νὰ φανῶ ἀσυνεπὴς πρὸς τὸ γενικὸν κλῖμα ποὺ διέπει τὰς συζητήσεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ ἐπεκταθῶ εἰς μεγαλυτέραν ἀνάπτυξιν, δι’ αὐτὸ δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Ἡ θέσις τῆς Βουλῆς εἰς τὸ ὅλον πολιτικὸν σύστημα τῆς χώρας καὶ ἰδίως ἡ σχέσις Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, καθορίζονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο εὐκταῖον, εἶναι ὁ Κανονισμὸς νὰ καθορίζῃ στεγανῶς ποίας μορφῆς θὰ εἶναι ὁ κοινοβουλευτισμὸς εἰς τὴν χώραν μας. Βεβαίως τοιαύτη γραμμὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὸν σημερινὸν Κανονισμόν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐὰν δὲν περιελήφθησαν πρὸς τροποποίησιν καὶ ἄλλαι βασικαὶ διατάξεις, τοῦτο ἔγινε διότι μᾶς περιορίζει τὸ Σύνταγμα.
§48Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν διαφωνῶ πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ ἴσως ἐνδεχομένως νὰ ἦτο δυνατὸν ὁ νέος Κανονισμὸς νὰ περιλάβῃ ὅλας τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν ὡς ἀπηρχαιωμέναι, τηρουμένων πάντοτε τῶν περιορισμῶν τοῦ Συντάγματος. Ἴσως, ἐπίσης, εἰς τὸ μέλον νὰ χρειασθῇ ἡ σύστασις μιᾶς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ, ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ ὅλαι αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι χρήζουν τροποποιήσεως περιληφθοῦν εἰς ἕνα σχέδιον Κανονισμοῦ καὶ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, χωρὶς αὐτὸ νὰ ἐκληφθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ αἰχμὴν κατὰ ἐκδηλώσεων τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι ἄλλωστε ἦσαν ἀπολύτως νόμιμοι, χωρὶς δηλαδὴ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι αὐτὰ ποὺ θὰ εἴπω ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἐκλογὴν τοῦ σημερινοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Δὲν νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν μας πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἡ διάταξις αὐτὴ ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ κ. Πρόεδρε, ἔχει ἱστορικὴν τὴν προέλευσιν καὶ ἀκριβῶς ἐτέθη εἰς τὰ πρῶτα Κοινοβούλια ποὺ ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ προστατεύῃ τοὺς βουλευτὰς ἔναντι τῆς μήνυος τοῦ ἡγεμόνος, δηλ. διὰ νὰ ἔχῃ ὁ βουλευτὴς τὴν ἀνεξαρτησίαν ἢ μᾶλλον διὰ νὰ καλύπτεται ἡ ἀνεξαρτησία τῆς γνώμης τοῦ βουλευτοῦ ὄπισθεν τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας. Μετὰ ὅμως τὴν ἐξέλιξιν τὴν σύγχρονον τῶν Κοινοβουλίων, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν αὐτῆς τῆς καλύψεως. Κάθε πρᾶξις ἡ ὁποία συζητεῖται καὶ ἀποφασίζεται ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ φέρῃ τὴν σφραγῖδα τῆς προσωπικῆς εὐθύνης τοῦ βουλευτοῦ. Ἄλλωστε τὸ Σύνταγμα δὲν περιέχει, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κανένα περιορισμὸν ἐπ’ αὐτοῦ. Εἰς τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Συντάγματος γίνεται μνεία ἢ μᾶλλον γίνεται χρῆσις τοῦ ὅρου «διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας». Εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς χηρείας τοῦ θρόνου. Δηλ. δὲν ἀποκλείει τὴν ὕπαρξιν μυστικῆς ψηφοφορίας, ἀλλὰ δύναμαι νὰ πιστεύω δὲν ἐπιτάσσει κατηγορηματικῶς τὸ Σύνταγμα τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Δι’ αὐτὸ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὸ Σῶμα ὅπως τροποποιηθῇ καὶ ἡ παλαιὰ διάταξις, περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας, ὁπότε ἂν τοῦτο γίνῃ δεκτόν, θὰ χρειασθῇ νὰ τροποποιήσωμεν καὶ ἄλλας σχετικὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νομίζω ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ἐπίσης διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς νομοτεχνικῶς δὲν εἶναι διατυπωμένη ἡ τελευταία φράσις τοῦ ἄρθρου ὀρθῶς. Ἡ παλαιὰ διάταξις δὲν ἦτο ἀπολύτως ὀρθῶς διατυπωμένη καὶ ἐπανελήφθη, ἔλεγεν «Οὐδεὶς βουλευτὴς ... (ἀναγινώσκει)...». Ὑπάρχει πλεονασμός, διότι ἂν δὲν εἶναι βουλευτής, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μέλος τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ράλλη, ἤθελα νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Κανονισμοῦ τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν.
§50Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς ἐκεῖ ἀναφέρομαι.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ ὁποῖον δὲν τροποποιεῖται κατὰ τὴν συζητουμένην πρότασιν τροποποιήσεως.
§52Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἂν ἔγινα ἀντιληπτός, εἶπον προηγουμένως, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον 1, ἀλλὰ ἐνδεχομένως καὶ τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ προσωπικῶν θεμάτων.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§54Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ράλλη, εἶναι δυσεφάρμοστος. Πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ ἄρθρου τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ τὸ ὁποῖον δὲν τροποποιεῖται. Λέγει ὁ κ. συνάδελφος νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 1 ὡς ἑξῆς: «Μετὰ τὴν ... (ἀναγινώσκει)...». Δηλαδὴ ἐννοεῖ ὁ κ. συνάδελφος νὰ γίνεται ἡ ψηφοφορία διὰ δελτίων ὄχι μυστική. Δηλ. ὁ βουλευτὴς θὰ διέρχεται ἀπὸ κἄποιαν Ἐπιτροπὴν ἢ ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον θὰ ἐπιδεικνύῃ τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἀναγεγραμμένα τὰ ὀνόματα τῶν προσώπων τῶν ὁριζομένων, καὶ θὰ ψηφίζῃ. Εἶναι τελείως δυσεφάρμοστον νὰ γίνῃ. Εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ μόνον διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δεδομένου ὅτι ὁ Πρόεδρος καί ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι συνυφασμένη μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, μὲ πολιτικὸν θέμα, δηλ. καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐπισύρει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, τίθεται θέμα οἱονεὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκεῖ ἠμποροῦμεν νὰ θεσπίσωμεν φανερὰν ψηφοφορίαν. Τοῦτο δὲ ἔχει καὶ μίαν βάσιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι φανερὰ ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ εἶναι φανερὰ καὶ ἡ ψῆφος πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖ κἄτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, νὰ τὸ συζητήσῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Προεδρείου δὲν νομίζω ὅτι πρακτικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ φανερὰ ψηφοφορία. Ἐξ ἄλλου κ. Πρόεδρε θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω ὅτι μὲ εὑρίσκει ἀντίθετον ἡ διάταξις καθ’ ἣν διαχωρίζεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου καὶ τῶν δύο ἄλλων Ἀντιπροέδρων. Δηλ. ἡ πρότασις θέλει τὸ ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις πέραν τοῦ Προέδρου διὰ τὸν ὁποῖον θέτει θέμα ἐμπιστοσύνης, καὶ ὀρθῶς, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, διότι κατὰ ἕνα τρόπον καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς συγκυβερνᾷ μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, θέλει τώρα καὶ ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος νὰ ἀπολαμβάνῃ κατὰ ἕνα τρόπον τοῦ προνομίου αὐτῆς τῆς ἐμπιστοσύνης, νὰ τίθεται δηλ. καὶ διὰ τὸν πρῶτον Ἀντιπρόεδρον θέμα ἐμπιστοσύνης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅμως νομίζω ὅτι ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον κεκτημένα δικαιώματα. Μέχρι σήμερον εἶχε τὴν εὐχέρειαν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιλέξῃ ἀπὸ τὰ τρία μέλη τοῦ Προεδρείου μεταξὺ τῶν τριῶν Ἀντιπροέδρων, ἐκεῖνον ποὺ ἔκρινεν ὡς καταλληλότερον διὰ νὰ καταλάβῃ τὴν πρώτην θέσιν. Διὰ τῆς τροπολογίας ἀφαιρεῖται αὐτὸ τὸ δικαίωμα καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σωστόν, διότι χωρὶς νὰ προσφέρωμεν τίποτε εἰς τὸν θεσμὸν ἀφαιροῦμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Προεδρείου καὶ περιορίζομεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκλογῆς. Νομίζω ὅτι ἡ τροποποίησις δὲν πρέπει νὰ γίνῃ, πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία ἐκλογῆς εἰς τοὺς βουλευτὰς διὰ νὰ καθορίζουν τὴν θέσιν των. Πρέπει λοιπὸν ἡ διάταξις νὰ μὴ τροποποιηθῇ ὅπως διατυποῦται εἰς τὴν πρότασιν, ἀλλὰ νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει, δηλ. ἡ ἐκλογὴ νὰ γίνεται πρῶτα ξεχωριστὰ διὰ τὸν Πρόεδρον καὶ μετὰ διὰ τοὺς τρεῖς Ἀντιπροέδρους καὶ νὰ ἀφήνεται ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν τριῶν προτεινομένων, νὰ κρίνῃ τὴν θέσιν τοῦ πρώτου, δευτέρου καὶ τρίτου.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§56Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 1 περιέχει μίαν μικρὰν καὶ ἀσήμαντον τροποποίησιν ὡς πρὸς τὴν χωριστὴν ἐκλογὴν τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου. Νομίζω ὅτι ἔχει καλῶς καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει. Ὑπάρχει δὲ ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, προηγούμενον διατάξεως περὶ ἐκλογῆς τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου κεχωρισμένως καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βελγικῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Κ. Ράλλη, εἶναι ἴσως μία ἀξιόλογος πρότασις, τῆς ὁποίας ὅμως νομίζω δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθοῦν αἱ ἐπιπτώσεις καὶ αἱ συνέπειαι μὲ τὴν ταχύτητα ποὺ θὰ χρειασθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἴσως θὰ ἠδύνατο αὐτοτελῶς νὰ συζητηθῇ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν. Ἂν ἡ συζήτησις ἐπεκταθῇ καὶ ὑπάρχει δυνατότης νὰ συζητήσωμεν καὶ ὅλα τὰ ἄρθρα εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κριθῇ ἀπὸ τώρα.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§58Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον διότι συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸ περιεχόμενον αὐτό, ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζει ἡ πρότασις τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Κ. Ράλλη, τοῦ ὁποίου τὰς προτάσεις πάντοτε προσέχω καὶ ἐκτιμῶ, νὰ δηλώσω ὅτι διαφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν πρότασίν του. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἐκλογὴ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ νὰ γίνεται διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Εἶναι γνωσταὶ εἰς ὅλους αἱ ἀδυναμίαι, εἶναι γνωσταὶ αἱ σχέσεις καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορίζωμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι ὅταν θὰ γίνεται φανερὰ ψηφοφορία δὲν θὰ πρόκειται περὶ ἐκλογῆς Προέδρου, ἀλλὰ περὶ διορισμοῦ. Καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτόν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§60Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι κ. Πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§62Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεστήριξα, νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως δικαιωμάτων ἑνὸς Σώματος ἀπαράδεκτος ἡ διάκρισις μεταξὺ πρώτου καὶ ὑπολοίπων Ἀντιπροέδρων. Ἐδῶ βλέπομεν ἕνα περίεργον κατασκεύασμα διατάξεως, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἐνῷ ἐκλέγονται τρεῖς Ἀντιπρόεδροι, δύο Κοσμήτορας καὶ τέσσαρες Γραμματεῖς, γίνεται μία ψηφοφορία γιὰ τὸν Αʹ Ἀντιπρόεδρον καὶ μία διὰ δύο Ἀντιπροέδρους, δύο Κοσμήτορας καὶ δύο Γραμματεῖς. Ἐκεῖ θὰ ἠμποροῦσε νὰ νοηθῇ κεχωρισμένη, ἂς εἴπωμεν, διενέργεια ψηφοφορίας, διότι εἶναι δυνατὸν ἕνας, προτεινόμενος ὡς Ἀντιπρόεδρος ἢ ὡς Κοσμήτωρ νὰ πρέπει κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κόμματος νὰ ἐκλεγῇ εἰς ἄλλην θέσιν. Ἐκεῖ θὰ ἦτο νοητόν. Ἀλλὰ νὰ διχοτομήσωμεν τὴν ἐκλογὴν τῶν Ἀντιπροέδρων εἶναι ὡς νὰ ὑποτιμῶμεν τὸ δικαίωμα τοῦ Σώματος νὰ ὁρίζῃ τὸ Προεδρεῖον του, εἶναι ὡς νὰ διορίζωμεν ἐκ τῶν ἄνω τὸν Αʹ Ἀντιπρόεδρον. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησιν, ὅτι εἰς τὰ περισσότερα νομοθετικὰ Σώματα λαμβάνεται πρόνοια νὰ ὑπάρχῃ διακομματικὸν Προεδρεῖον. Εἰς ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει αὐτό. Θὰ διευκολυνώμεθα ἐὰν τὸ Προεδρεῖον ἐλειτούργει ὡς συλλογικὸν ὄργανον διευθύνσεως, ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσίαν ὁ Κανονισμός μας δὲν γνωρίζει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Προεδρεῖον εἰς τὴν οὐσίαν εἶναι ὁ Πρόεδρος καὶ ἁπλῶς ἀναπληροῦται ὅταν δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἔργον του ἐπὶ τῆς ἕδρας ἀναπληροῦται ἀπὸ τοὺς Ἀντιπροέδρους κατὰ σειράν, ἐὰν συλλογικῶς εἰργάζετο τὸ Προεδρεῖον καὶ ἦτο διακομματικὸν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ρυθμίζεται καὶ ὀργανοῦται ἡ συζήτησις κατὰ καλύτερον τρόπον καὶ νὰ μὴ ὑπάρχουν παράπονα, ὅτι ὡρισμένα θέματα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν εἴτε παραλείπονται, εἴτε παραμερίζονται. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ καλύτερον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ Σῶμα καὶ νὰ ὀργανωθοῦν καλύτερον αἱ συζητήσεις αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠμποροῦμεν ἀπὸ τοῦδε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰδεῶδες αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται παντοῦ, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὑπὸ σύστημα ἀνάλογον μὲ τὸ ἰδικόν μας, καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπὸ τὸ σύστημα, ὅτι ὁ σπῆκερ ἐκλεγόμενος ἅπαξ εἶναι περίπου ἰσόβιος, καίτοι εἶναι ἐνδεχόμενον κατόπιν νέας βουλευτικῆς ἐκλογῆς νὰ μὴ προέρχεται ἀπὸ τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ τὴν χώραν. Ὅπως π.χ. ὁ Μόρισσον, ἐκλεγεὶς ἐπὶ ἐργατικοῦ κόμματος κατὰ τὰς ἀμέσως μετὰ τὸν πόλεμον ἐκλογάς, διετηρήθη ὡς Πρόεδρος καὶ εἰς δύο ἢ τρεῖς βουλευτικὰς περιόδους κατὰ τὰς ὁποίας ἦτο τὸ Συντηρητικὸν Κόμμα εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φθάσωμεν εἰς διακομματικὸν Προεδρεῖον νὰ μὴ στερήσωμεν, τοὐλάχιστον, τὸ Σῶμα τῆς δυνατότητος νὰ ἀναδεικνύῃ τοὺς Ἀντιπροέδρους κατὰ τὴν σειρὰν τῆς προτιμήσεώς του. Καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν πόσον ἀντιδημοκρατικὸν εἶναι αὐτό, ἂς σκεφθῶμεν, ὅτι μεταφέρεται εἰς τὴν ἐκλογὴν βουλευτῶν, ἡ ὁποία γίνεται διὰ συνδυασμῶν εἰς τοὺς ὁποίους ὅλοι εἶναι ὑποψήφιοι καὶ μὲ προτίμησιν κατὰ σειρὰν διδομένην ἀπὸ τοὺς ψηφοφόρους. Ἐὰν εἴπωμεν, ὅτι πρῶτον ἐκλέγεται ὁ πρῶτος βουλευτὴς καὶ εἶναι πρῶτος βουλευτὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διορίζεται ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν του, διότι ἐὰν δὲν ἐγένετο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἐξελέγετο ἐνδεχομένως οὔτε τελευταῖος βουλευτής, ἀλλὰ θὰ ἦτο μεταξὺ τῶν ἐπιλαχόντων, ποῦ θὰ ἐφθάναμεν; Εἰς ἕνα ἐκ τῶν ἄνω διορισμῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα ἀρχῆς διὰ τὸ Σῶμα νὰ διαφυλάξῃ τὸ δικαίωμά του νὰ προσδιορίζῃ κατὰ τὴν προτίμησιν τῶν μελῶν τὴν σειρὰν τῶν Ἀντιπροέδρων καὶ ὄχι διὰ τοῦ τεχνάσματος τῆς χωριστῆς ψηφοφορίας. Προέκυψεν ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τεθῆ καθόλου, κατὰ τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας. Λυποῦμαι, διότι ἠκούσθη ἔστω καὶ μία φωνὴ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Εἶναι γενικὴ ἡ τάσις νὰ περιφρουρῆται εἰς ὅλας τὰς ψηφοφορίας ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης τοῦ ψηφίζοντος καὶ νὰ κατοχυροῦται καὶ θεωρῆται ὡς ἔκφρασις δημοκρατικότητος ἡ ἄποψις περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας. Δὲν εἶναι τυχαῖον τὸ γεγονός. Δὲν εἶναι μόνον ὁ ἡγεμών, τὸν ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφοβοῦντο εἰς τὸ παρελθὸν οἱ βουλευταί. Ἐδῶ, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς προσώπων ὑπάρχουν σχέσεις ἁβροφροσύνης, σχέσεις συναδελφικότητος, σχέσεις διάφοροι. Ἐὰν θέλετε νὰ εἴπω καὶ συμφέροντα ἐνδεχομένως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον τὶς δὲν προτείνεται δὲν πρόκειται νὰ ψυχρανθῇ ἡ σχέσις τοῦ μὴ ψηφίζοντος μὲ τὸν μὴ προταθέντα. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ φέρ’ εἰπεῖν προετάθητε σεῖς ἢ προετάθην ἐγὼ ἀπὸ οἱονδήποτε κόμμα, ἢ παράταξιν, ἢ ἁρμόδιον ὄργανον, διὰ μίαν θέσιν καὶ ἔρχεται ἄλλος φανερὰ νὰ εἴπῃ: Ὄχι δὲν τὸν θέλω. Ὑπάρχει ἕνα περιθώριον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι καίτοι πιστεύουν, ὅτι ἐνδεχομένως ὁ Α ἢ ὁ Β δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος διὰ μίαν θέσιν, ἀλλὰ ὑπάρχει ἄλλος καταλληλότερος, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τὸν ψυχράνουν διατυπώνοντας δημοσίᾳ τὴν ἀντίθετον γνώμην. Δι’ αὐτὸ ἡ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων, ἡ καθιερωμένη διὰ τοῦ ἄρθρου 73 τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἓν ἀπόκτημα, ἐξασφαλίζον τὴν μεγαλυτέραν ἐλευθερίαν ἐκφράσεως γνώμης εἰς τοὺς ψηφίζοντας καὶ δὲν θὰ πρέπει ν’ ἀνοίξωμεν ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ ρωγμὴν εἰς τὸ σύστημα αὐτό. Θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει, κύριε Πρόεδρε, καὶ ὅλοι τὸ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ἀνεξαρτήτως τοῦ ποία παράταξις εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πόσες φορὲς συζητουμένων ὡρισμένων νομοσχεδίων, μᾶς πλησιάζουν βουλευταὶ τῆς ἑκάστοτε Συμπολιτεύσεως καὶ μᾶς λέγουν: Ἂς ἦτο μυστικὴ ἡ ψηφοφορία καὶ ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε θὰ περνοῦσε. Δυστυχῶς ὅμως, ἡ ψηφοφορία εἶναι φανερά. Δηλαδὴ ἐνῷ ἡ συνείδησίς μας μᾶς ὑπαγορεύει νὰ ψηφίσωμεν κατ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν μία πίεσις ἢ μία ἐπιβολή, ὅταν ὑπάρχῃ, εἴτε σχέσις ἁβροφροσύνης, λέγεται, εἴτε ἄλλό τι μᾶς ἀποτρέπει νὰ ψηφίζωμεν κατὰ συνείδησιν. Ἑπομένως, εἶναι μεγάλο πρᾶγμα νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ διατάξεων, ποὺ νὰ ἐμποδίζουν τὴν γενικότητα τῆς ἀπόψεως, ὅτι ἡ μυστικὴ ψηφοφορία εἶναι ὁ πλέον ἐνδεδειγμένος τρόπος διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐλευθερίαν ἐκφράσεως γνώμης τῶν ψηφιζόντων.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Τρικούπης, ἔχει τὸν λόγον.
§64Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πιστεύω, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ συζήτησις πρέπει νὰ περιορίζεται μεταξὺ τῶν βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι κατὰ τρόπον ὑπεύθυνον δύνανται νὰ ἐκφέρουν γνώμην. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, ἂν καὶ εἶμαι νέος βουλευτής, νὰ εἴπω ὀλίγας μόνον λέξεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, κυρίως διότι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ράλλη ἐξένισε τὸ Σῶμα. Δὲν θὰ συμφωνήσω καθόλου μὲ ὅσα εἶπεν. Πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅτι πρέπει νὰ διαφυλαχθῇ ἡ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας, ὅσον ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ Προεδρεῖον, διότι ἂν καταργηθῇ ἡ μυστικότης αὐτὴ μεταξὺ τοῦ διορισμοῦ ὁλοκλήρου τοῦ Προεδρείου, δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀπόστασις. Ἤδη, ἡ κατάργησις τῆς μυστικότητος θὰ εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα καὶ εὐχερῶς θὰ δυνάμεθα νὰ ὀλισθήσωμεν πρὸς τὸν διορισμὸν ὁλοκλήρου τοῦ Προεδρείου. Ἤδη, ἡ ὑπόδειξις τοῦ Προεδρείου εἶναι καὶ αὐτὴ ἕνας κάποιος περιορισμός, ἐν πολλοῖς, τῆς ἐλευθερίας τοῦ βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελε νὰ ἔχῃ, διὰ νὰ ἀναδείξῃ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Προεδρείου ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνος θέλει, τοὺς καλλιτέρους. Ἂν ἀντιτιθέμεθα ἀπολύτως εἰς τὴν κατάργησιν τῆς μυστικότητος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύνολον τοῦ Προεδρείου, ἀντιτιθέμεθα ἐπίσης καὶ εἰς τὴν φανερὰν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, διότι ναὶ μὲν ἔχει πολιτικὴν σημασίαν, ὅμως ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ μειοψηφία, ἡ Ἀντιπολίτευσις, μέχρι ποίου σημείου θὰ δοθῇ πολιτικὴ σημασία εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου. Καθισταμένης φανερᾶς τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προεδρείου, ἡ εὐχέρεια αὐτὴ ἐξαφανίζεται καὶ τὸ θέμα καθίσταται, ἀναγκαίως, πολιτικόν. Τέλος, διαφωνῶ ὡς πρὸς τὴν χωριστὴν ἐκλογὴν τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου. Πιστεύω, καὶ εἰς αὐτὸ συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ἡλιοῦ, ὅτι πρέπει νὰ δίδεται ἡ εὐχέρεια εἰς τοὺς βουλευτάς, τοὐλάχιστον ἡ μικρὰ αὐτὴ εὐχέρεια, μεταξὺ τῶν προτεινομένων τριῶν Ἀντιπροέδρων νὰ ἐπιλέγουν τόν, κατὰ τὴν γνώμην των, καταλληλότερον διὰ τὴν θέσιν τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου. Καὶ διὰ νὰ μὴ πικράνω τὸν κ. Ράλλην, θὰ συμφωνήσω εἰς κἄτι μαζί του, εἰς τὴν διαφορετικὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν προτείνει διὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον, τὴν ὁποίαν καὶ θέλει δοκιμωτέραν.
§65Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸ θέμα τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν συνάδελφον κ. Ζορμπᾶν, ὅτι εἶναι κἄπως ὑπερβολικὸν καὶ ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος νὰ ἐκλέγεται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Συμφωνῶ ἐξ ἴσου καὶ μὲ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ἡλιοῦ, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς ἂν θέλῃ ἡ Βουλὴ οἱ Ἀντιπρόεδροι νὰ εἶναι διακομματικὰ πρόσωπα. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα λύεται μὲ μίαν ἁπλῆν ἀπόφασιν. Νὰ ἀποφασισθῇ καὶ οἱ τρεῖς Ἀντιπρόεδροι, διότι θεωρῶ τὸν τίτλον των, ὅτι εἶναι πολὺ τιμητικός, νὰ ἀποκτήσουν καὶ ἐκεῖνοι αὐτοκίνητον ἢ νὰ καταργηθῇ καὶ ἀπὸ τὸν πρῶτον Ἀντιπρόεδρον. Διότι, μὴ αὐταπατώμεθα, κ.κ. συνάδελφοι, ὅλος αὐτὸς ὁ συναγωνισμὸς καὶ ἡ ὀξύτης πέριξ τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου καὶ τῶν ἄλλων γίνεται ἐξ αὐτῆς τῆς αἰτίας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ εἴπητε αὐτό.
§67Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. Προσωπικήν μου γνώμην ἐκφράζω. Νομίζω, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐπεκταθῇ αὐτὸ τὸ μέτρον καὶ εἰς τοὺς δύο ἄλλους Ἀντιπροέδρους καὶ νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκλέγῃ, κατὰ διακομματικὸν τρόπον, ὅπως προτείνει ὁ κ. Ἡλιοῦ. Λύεται τὸ θέμα μὲ αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§68Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐνθυμοῦμαι, διὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 1 εἰς τὴν Ἐπιτροπήν μας δὲν ὑπῆρξεν οὐδεὶς ἀντιλέξας. Εἰς ἐνίσχυσιν δὲ τῆς μνήμης μου, διότι δὲν ἐτηρήσαμεν πρακτικά, ἔρχεται καὶ ἕνα σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ κ. Ἡλιοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξιοπρόσεκτον, διότι εἰς πολλὰ θέματα ἔκαμεν ὀρθὰς παρατηρήσεις, ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 δὲν εἶχεν ἀντιρρήσεις. Συνεπῶς, συμφωνῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, διότι οὕτω ἡ Ἐπιτροπή μας εἶχεν ἀποφασίσει.
§69Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τῆς μυστικότητος ἢ μὴ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προεδρείου. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις μεταξὺ τῆς νομιμοφανείας καὶ τῆς οὐσίας τοῦ πράγματος. Ἡ νομιμοφάνεια εἶναι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου εἶναι μυστική. Ἡ πραγματικότης εἶναι, ὅτι οὐδέποτε εἶναι μυστική. Ὅλοι γνωρίζομεν ποῖον προτείνει ἡ πλειοψηφία, ποῖον προτείνει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ποῖον προτείνει καὶ δεύτερον κόμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καμμία μυστικότης δὲν ὑπάρχει. Ἡ νομιμοφάνεια εἶναι μυστικὴ καὶ πρέπει νὰ εἶναι μυστική, ὄχι διὰ λόγους πολιτικούς, ἀλλὰ διὰ λόγους τεχνικούς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκλογὴ Προέδρου διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμποδίζῃ τὴν σύγχυσιν; Γίνεται ἐκλογὴ Προέδρου, ἡ Κυβέρνησις προτείνει τὸν ἄλφα, ἡ ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις τὸν βῆτα, ἄλλη πτέρυξ τὸν γάμα, Ἀλλὰ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας πῶς θὰ βγῇ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ πῶς θὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔναντι οἱασδήποτε μομφῆς ἢ οἱουδήποτε παραπόνου, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικότητα, ὅταν ἔχωμεν τὰ δελτία, ἰδοὺ κύριοι, αὐτὰ εἶναι 1, 2, 15. Ἄλλως, δὲν γίνεται. Συνεπῶς, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς μυστικότητος, νομίζω, διὰ λόγους, κυρίως τεχνικούς, ὄχι νομιμοφανείας, ὅτι ὀφείλομεν νὰ διατηρήσωμεν τὸ ὑπάρχον σύστημα. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦ πρώτου Ἀντιπροέδρου, τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ κειμένου τοῦ σχεδίου. Διατί; Διότι ἤκουσα, κ. Πρόεδρε, ἕνα ἐκ τῶν νῦν Ἀντιπροέδρων, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπε: «Αὐτὰ μοῦ εἶπεν ὁ πολιτικός μου σύμβουλος». Νὰ ξεκαθαρίσωμεν τὸ θέμα. Ὑπηρεσιακὸς τίτλος ὑπάρχει, σύμβουλος δὲν εἶναι. Καὶ νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ κ.κ. Ἀντιπρόεδροι, ὅτι δύνανται νὰ ζητοῦν τὴν ὑπηρεσιακήν των συμβουλήν, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ «πολιτικὸς σύμβουλος» δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν Βουλήν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτην φορὰν ἤκουσα, ὅτι ἐλέχθη. Ἴσως, κατὰ παραδρομήν. Εἶναι εἰδικὸς σύμβουλος.
§71Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ξεύρομεν πῶς ἔγινε καὶ ἂς λείψῃ τὸ «σύμβουλος». Τὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ Προεδρεύων. Λέγω, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸν τρόπον ἐκλογῆς τοῦ Ἀντιπροέδρου, ὅτι τάσσομαι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβάλατε. Ἡ θέσις τοῦ Ἀντιπροέδρου εἶναι καιρία, διότι προώρισται νὰ ἀντιπροσωπεύῃ, νὰ ἀντικαθιστᾷ τὸν Πρόεδρον, ἀπόντα ἢ κωλυόμενον. Κυρίως ὁ πρῶτος Ἀντιπρόεδρος, θὰ φέρῃ τὸ βάρος τῆς εὐθύνης τοῦ ἀξιώματος. Ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ τῆς συνεργασίας τῶν κομμάτων διὰ τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς διακομματικοῦ Προεδρείου, θὰ πρέπει καὶ ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος νὰ ὑποδεικνύεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὀρθόν, νομίζω, ὅτι εἶναι ν’ ἀναλαμβάνῃ τὴν εὐθύνην τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον τὸν ὑποδεικνύει. Σήμερον τὴν πλειοψηφίαν τὴν ἔχει τὸ α κόμμα, αὔριον πιθανὸν νὰ τὴν ἔχῃ ἄλλο κόμμα, τὸν Κανονισμὸν δὲν τὸν κάμνομεν διὰ μίαν περίοδον, τὸν κάμνομεν διὰ νὰ ἰσχύῃ πάντοτε εἰς τὸ μέλλον. Πρέπει ἡ πλειοψηφία νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῆς ὑποδείξεως τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου, διότι ἄλλως θὰ γίνεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο μέχρι σήμερον. Ὑποδεικνύει ἡ πλειοψηφία τρεῖς καὶ λέγει ὅποιον θέλετε ψηφίσατε. Ἀρχίζει ἡ ψηφοφορία καὶ πολλάκις ἐκλέγεται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν ἱκανότητα ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν Πρόεδρον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τάσσομαι ὑπὲρ τῆς χωριστῆς ψηφοφορίας ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι ὅπως τὸν Πρόεδρον τὸν ὑποδεικνύῃ τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα, τὸ ὁποῖον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τοῦ ἐξασφαλίζει τὴν ἐκλογήν, οὕτω καὶ τὸν Αʹ Ἀντιπρόεδρον θὰ ὑποδεικνύῃ τὸ πλειοψηφοῦν κόμμα, διότι ἄλλως δὲν γίνεται τίποτε. Θὰ ἔχωμεν πάλιν ἀνωμαλίας, διαμάχας καὶ δὲν θὰ ἐπέλθῃ καμμία μεταβολή. Ἐλέχθη, ὅτι τὸ μόνον πλεονέκτημα τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου εἶναι τὸ αὐτοκίνητον. Δὲν τὸ θέτω ἐκεῖ τὸ θέμα. Τὸ θέτω ἀφ’ ὑψηλοῦ, ποῖος μᾶς χρειάζεται δι’ Αʹ Ἀντιπρόεδρος καὶ ποῖος θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς ὑποδείξεως. Μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις, κ. Πρόεδρε, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ σχεδίου τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν τῶν λέξεων, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ.
§72Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐπαναλάβω αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν. Θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον μὲ τὸν ὁποῖον πολλάκις ἔχω διαφωνήσει. Θέλω μόνον νὰ προσθέσω δύο ἐπιχειρήματα εἰς ὅσα εἶπε. Πρῶτον, εἶπε διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, ὅτι πρέπει αὕτη νὰ γίνεται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἡ ὅλη οἰκονομία τοῦ Κανονισμοῦ ἐμφανίζει καὶ οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἐκπροσωπεῖ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα. Δὲν θὰ πρέπει ἑπομένως νὰ φαίνεται ποῖοι τὸν ἐψήφισαν καὶ ποίους ἐκπροσωπεῖ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ μυστικότης τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τοῦ δίδει περισσότερον κῦρος εἰς τὸ νὰ ὁμιλῇ ἐξ ὀνόματος ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος. Ἐὰν ἦτο φανερὰ ἡ ψηφοφορία θὰ τοῦ ἐμείωνε κάπως αὐτὴν τὴν προβολὴν τὴν ὁποίαν ἔχει. Δεύτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου, νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἐτέθη ἡ διάταξις αὐτή, ὄχι διότι ὁ Βʹ ἢ ὁ Γʹ δὲν θὰ εἶναι καλύτεροι ἀλλὰ ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος ἀντικαθιστᾷ τὸν Πρόεδρον καὶ θὰ ἔπρεπε βεβαίως νὰ εἶναι πρόσωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ ἠμπορῇ νὰ συνεργάζεται. Διὰ τὴν ὑπόδειξίν του θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ κυρίως γνώμην καὶ ὁ κ. Πρόεδρος. Διότι εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν Πρόεδρον ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ὡς Αʹ Ἀντιπρόεδρον ἕνα ἄριστον βουλευτήν, ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ κάμῃ καὶ διὰ Ὑπουργός, ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχῃ ἐκείνας τὰς εἰδικὰς ἰδιότητας ποὺ χρειάζεται διὰ νὰ ἀσκῇ τὰ καθήκοντα Προέδρου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ ἐπιλογὴ τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου εἶναι διευκολυντικὴ τῆς ἀποδόσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ ὑποβοηθῇ τὸν Πρόεδρον. Αὐτὰς τὰς δύο παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ἀλαβάνος, ἔχει τὸν λόγον.
§74Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠκούσθη καὶ μία φωνὴ παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν νομίζω, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Εἶναι νομίζω ἀπαράδεκτον δι’ ὅλον τὸ Σῶμα νὰ θεωρηθῇ ὅτι κίνητρον πρὸς διεκδίκησιν τοῦ ἀξιώματος τοῦ Αʹ Ἀντιπροέδρου τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ αὐτοκίνητον τὸ ὁποῖον παραχωρεῖ εἰς αὐτὸν ἡ ὑπηρεσία. Μὲ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καὶ μὲ βάσιν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος ἀντικαθιστᾷ ἀπόντα ἢ κωλυόμενον τὸν Πρόεδρον καὶ τούτου κωλυομένου ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος ἐν περιπτώσει ἀπουσίας, θὰ ἐπρότεινον καὶ ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος νὰ ἐκλέγεται ἰδιαιτέρως. Διότι ἂν ἀπομονώσωμεν εἰς μυστικὴν ψηφοφορίαν καὶ ἐκλογὴν μόνον τὸν Αʹ Ἀντιπρόεδρον, τότε ὁ Τύπος θ’ ἀναγράψῃ ὅτι πράγματι τὸ κίνητρον εἶναι τὸ αὐτοκίνητον, πρᾶγμα ποὺ δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ. Αὐτὴν τὴν πρότασιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸ Σῶμα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ράλλης, ἔχει τὸν λόγον.
§76Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου, διότι διεπίστωσα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ὥριμος νὰ τὴν συζητήσῃ. Ὄχι βεβαίως διότι θέλω νὰ μὴ στενοχωρήσω τὸν κ. Τρικούπην, ἢ διότι μὲ ἔπεισαν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Ἀντιθέτως, μὲ ἐνεδυνάμωσαν εἰς τὰς σκέψεις μου. Ἐπίσης, δὲν μὲ ἔπεισαν ἡ ἐπιχειρηματολογία τοῦ κ. Μπακοπούλου περὶ τεχνικῶν δυσχερειῶν, διότι τίποτε ἀπὸ τὰ καθιερωμένα δὲν ἀλλάζει. Ἁπλούστατα θὰ γίνεται ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Θὰ ἐκφωνῇ ὁ κ. Πρόεδρος τὸν κατάλογον καὶ ἕκαστος βουλευτὴς θὰ λέγῃ ψηφίζω τὸν Αʹ ἢ τὸν Βʹ. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχουν τεχνικαὶ δυσχέρειαι. Εἶμαι ὅμως εὐτυχὴς διότι ἐδόθη εὐκαιρία κατόπιν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ ἀναπτυχθέντων, ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἀπόψεις πλείστων ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων, ἀπόψεις χρήσιμοι καὶ διὰ τὸ παρόν, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον διὰ τὸ μέλλον.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ὁμιλητῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1;
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών τινων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς», ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 2. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§80Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 2 θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ μία μεταβολή, νὰ τροποποιηθῇ ὅσον ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὡς Ἀρχηγοὶ κομμάτων. Λέγετε εἰς τὸ ἄρθρον 2, λέγω «λέγετε», διότι προεδρεύσατε ὁ ἴδιος τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔφερε τὸ σχέδιον ἐνώπιον ἡμῶν, λέγετε, ὅτι θεωροῦνται Ἀρχηγοὶ καὶ ἔχουν ἑπομένως ὡρισμένα δικαιώματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μεγαλύτερα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν Πρωθυπουργοὶ Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων καὶ Ἀρχηγοὶ κομμάτων. Καὶ εἶναι Ἀρχηγοὶ κομμάτων, ἑπομένως, ἐὰν ἔχουν καὶ ἕνα βουλευτὴν ἐνδεχομένως. Ὀρθόν. Νομίζω, ὅτι πρέπει, ἐφ’ ὅσον θεσπίζομεν αὐτό, νὰ θεσπίσωμεν κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἐξ ἴσου δίκαιον καὶ ὀρθόν. Ἐὰν κἄποιος διετέλεσε τρεῖς φορὲς Ἀρχηγὸς κόμματος βάσει τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὴ τρεῖς φορὰς χωρὶς νὰ ἀρύεται εἰς τὴν δευτέραν, ἢ τρίτην τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς προηγουμένης ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς Ἀρχηγοῦ, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρῆται Ἀρχηγός, ἐφ’ ὅσον εἶναι βεβαίως ἐπὶ κεφαλῆς κόμματος, ἀσχέτως ἐὰν ἔχῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ὀπαδοὺς 10, ἢ 15, ἢ κανένα. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν τέως Πρωθυπουργῶν Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ἰσοδύναμοι πρὸς Ἀρχηγοὺς κομμάτων, καὶ ἂν δὲν ἔχουν τοὺς 15 βουλευτάς, ποὺ βάζομεν διὰ τὸ μέλλον, διατί νὰ μὴ θεωρηθοῦν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τρεῖς φοράς, εἰς τρεῖς περιόδους τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον ἔχουν ἀναγνωρισθῇ αὐτοτελῶς Ἀρχηγοὶ κομμάτων, χωρὶς νὰ ἀρύονται τὴν ἰδιότητα αὐτὴν ἐκ τῆς προηγουμένης περιόδου. Θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλὴν ἐὰν δέχεται αὐτὴν τὴν τροποποίησιν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἠθέλατε νὰ διατυπώσετε γραπτῶς τὴν πρότασίν σας, ἢ νὰ τὴν διατυπώσω ἐγὼ καὶ νὰ τὴν θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς;
§82Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀμέσως νὰ ἀναχωρήσω, ἐὰν θὰ εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ ἐδίδατε ἐντολὴν νὰ διετυποῦτο.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος.
§84Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ. Τὸ θέμα τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τὸ προβλέπει ὁ Κανονισμὸς ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ τοῦ δώσῃ ἰδιάζουσαν θέσιν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων. Δὲν γνωρίζω νὰ τοῦ δίδῃ ἄλλα πλεονεκτήματα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Κανονισμόν.
§85Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἔχει καὶ ἰδιαιτέραν ποινικὴν προστασίαν.
§86Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἰδιότητος Ἀρχηγοῦ εἰς βουλευτήν, οὐδὲν ἄλλο τοῦ παρέχει παρὰ μόνον ὡρισμένην δυνατότητα νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ὁπότε θέλῃ καὶ νὰ ὁμιλῇ κἄπως εὐρύτερον ἀπὸ ὅτι οἱ κοινοὶ βουλευταί. Ἤκουσα, ὅτι τοῦ παρέχει καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ποινικὴν εὐθύνην ἢ ποινικὴν προστασίαν. Ὀρθὸν καὶ αὐτὸ ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρξῃ. Ἀλλὰ ἐδῶ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσωμεν, εἶναι τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ μας. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ εἰς τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἰς τρεῖς προηγουμένας περιόδους, αὐτοτελῶς εἰς ἑκάστην, ὡρίσθη Ἀρχηγὸς βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἴσχυε τότε, ὄχι ὡς διατηρῶν τὸν τίτλον τοῦ Ἀρχηγοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀποκτήσει εἰς τὴν παρελθοῦσαν τότε βουλευτικὴν περίοδον, ἀλλὰ εἰς τὴν νέαν καὶ τοῦτο νὰ ἐπαναληφθῇ τρίς. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι μαρτυρεῖ δύο τινά. Πρῶτον, ὅτι ἡ προσωπικότης αὐτοῦ τοῦ βουλευτοῦ ἐπεβλήθη διὰ τῆς ἀτομικῆς του ἀξίας εἰς τρεῖς διαφόρους βουλευτικὰς περιόδους μέχρι σημείου, ὥστε ὡρισμένος ἀριθμὸς βουλευτῶν προβλεπόμενος ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ τὸν ἀναγνωρίσῃ ὡς Ἀρχηγόν. Καὶ δεύτερον, ἕνας βουλευτὴς ἔχων αὐτὰ τὰ πλεονεκτήματα ὑπὲρ αὑτοῦ, ἔχει καὶ πεῖραν καὶ γνώσεις καὶ κοινοβουλευτικὴν ἱκανότητα, ἡ ὁποία εἶναι χρήσιμος εἰς πᾶσαν νεωτέραν Βουλήν. Καὶ ταῦτα μὲν ἀπὸ ἀπόψεως θετικῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὸν κοινοβουλευτισμόν. Καὶ θὰ ἰσχύσῃ κατὰ τὸ σχέδιον ἀπὸ τῆς μεταπροσεχοῦς κοινοβουλευτικῆς περιόδου διότι ὁ Κανονισμὸς προβλέπει, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς μεταπροσεχοῦς περιόδου διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ εἰς οὐδένα ἡ ὑπόνοια ὅτι ἐγένετο ἐν ἀναφορᾷ πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα ἡ νέα διαρρύθμισις, ἀπὸ τῆς μεταπροσεχοῦς, ἐπαναλαμβάνω, περιόδου διὰ νὰ ἀπομακρύνῃ καὶ πᾶσαν ἐνδεχομένην ἀμφισβήτησιν, ὅτι ὁ Αʹ ποὺ ἦτο Ἀρχηγὸς τὴν τάδε περίοδον θὰ εἶναι καὶ τώρα. Διότι ἢ θὰ εἶσαι Ἀρχηγὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νέου Κανονισμοῦ εἰς τὴν νέαν βουλευτικὴν περίοδον ἢ θὰ συγκεντρώνῃς τὰς ἰδιότητας καὶ τὰ πλεονεκτήματα τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ ἐμνημόνευσε καὶ τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι εἶναι ἀρκετὰ πειστικά, εἶναι λίαν χρήσιμα διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου μας. Τάσσομαι λοιπὸν— παρ’ ὀλίγον νὰ μοῦ διέφευγεν ἡ λέξις ἐνθουσιωδῶς—, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν τὸ λέγω, ἐνθουσιωδῶς, ὑπὲρ τῆς προτάσεως.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§88Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκ πρώτης ὄψεως θὰ ἔβλεπε κανεὶς ἴσως ὄχι μὲ πολλὴν εὐμένειαν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ. Πράγματι ἡ διατύπωσις τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ καινοτομεῖ κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον πρὸς δημοκρατικωτέρας ἀντιλήψεις. Δηλαδή, παλαιότερον ὑπῆρχεν ἕνα σύστημα, τὸ ὁποῖον ἵδρυε μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅπως εἶπον κἄποτε χαριτολογῶν, ἐπὶ τῷ αὐτῷ καὶ Βουλὴν Κοινοτήτων καὶ Βουλὴν Λόρδων καὶ προνομιούχους καὶ συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι κωλύονται ἐγκαίρως καὶ ἐν πλάτει νὰ ἐκφράσουν τὰς ἀπόψεις των. Καὶ αὐτὸ ἐγίνετο ἐπὶ τῇ βάσει κριτηρίων ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ ἀξιωμάτων τὰ ὁποῖα τὸ ὅτι κατεῖχεν εἰς τὸ παρελθόν, ἔπαυσε δὲ νὰ κατέχῃ, ἴσως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐκληφθῇ ὡς τεκμήριον τοῦ ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκρατήσῃ τὴν προσχώρησιν μερίδος λαοῦ. Σήμερον δηλαδὴ ἀποδίδεται ὀρθῶς καθ’ ἐμὲ ἡ δημοκρατικὴ ἔννοια εἰς τὴν διάταξιν, ὅτι πρέπει κάθε σημαντικὴ καὶ οὐσιώδης ἄποψις ὑποστηριζομένη ἀπὸ μερίδα λαοῦ νὰ εἶναι δυνατὸν ἐγκαίρως ἑκάστοτε νὰ ἐκφρασθῇ. Εἶναι μία νέα ἀρχὴ ἡ ὁποία ὑποκαθιστᾷ τὴν παλαιὰν ἀριστοκρατικὴν ἂς εἴπωμεν σύλληψιν. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἐξετασθῇ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων ἡ πρότασις τοῦ ἀξ)μου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ, δὲν θὰ εὑρεθῇ ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν εἰς τὸ βάθος, διότι ἀκριβῶς τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα ἐκφράζει κατ’ ἀρχὴν ὅπως ἔλεγεν ὁ Κέλσερ, ὁ μέγας θεωρητικὸς τοῦ Δημοσίου Δικαίου καὶ τῆς θεωρητικῆς πολιτικῆς, μίαν νοοτροπίαν πολιτικῆς σχετικότητος. Ἠμπορεῖ ἕνας ὁ ὁποῖος κἄποτε ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς κόμματος εἰς μίαν περίοδον νὰ μὴ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τῆς λαϊκῆς ψήφου τόσον πολύ, ὥστε νὰ διατηρήσῃ τὴν ἰδίαν δύναμιν, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπὶ τρεῖς περιόδους διετέλεσεν Ἀρχηγὸς κόμματος ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις ὅμως τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ κύριος Κανελλόπουλος, αὐτοτελῶς, δίδει βεβαίως τὸ ἐνδεχόμενον ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς σχετικότητος τῆς πολιτικῆς, ὅτι ἡ σημερινὴ πλειοψηφία ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μειοψηφία τῆς αὔριον, δίδει δικαιολογητικὴν βάσιν καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι τώρα μολονότι ὑπάρχει ἡ τάσις τοῦ νέου Κανονισμοῦ νὰ ἀποδώσῃ κυρίως εἰς τὰς μεγάλας μερίδας πολιτικῶν, εἰς τὰ μεγάλα ρεύματα τῆς κοινῆς γνώμης τὴν δυνατότητα νὰ ἐκφράζουν ἀμέσως καὶ ἐπικαίρως τὰς ἀπόψεις των, νομίζω, ὅτι δὲν συγκρούεται τελικῶς μὲ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν καί, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἀποδεκτή.
§89Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμιλῶν πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τῆς μεταπροσεχοῦς περιόδου. Ἡ διάταξις δὲν λέγει ἀπὸ τῆς «μεταπροσεχοῦς», λέγει «ἀπὸ τῆς προσεχοῦς». Διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὴν διάταξιν.
§90Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς ἀνεγνώριζεν Ἀρχηγοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠκολουθοῦντο ὑπὸ 10 βουλευτῶν. Ἐτροποποιήθη καὶ ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς εἰς 15. Θὰ εἶναι καὶ μία δυσχέρεια τοῦτο διὰ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ. Τὸ θέμα ἀπησχόλησεν ὅλας τὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ἐμελέτησαν τὰ σχέδια τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὑπεστηρίχθησαν πολλαὶ γνῶμαι. Ἐγὼ θὰ ἀνατρέξω παλαιότερον καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν γνώμην τοῦ ἀειμνήστου Παναγῆ Τσαλδάρη, ὁ ὁποῖος μελετήσας μὲ τὴν γνωστὴν εἰς αὐτὸν σαφήνειαν καὶ πολυμάθειαν τὸ θέμα, εἶχεν ὑποστηρίξει τὰ ἑξῆς. Καθώριζε καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κόμματος καὶ ἐδέχετο, ὅτι διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ προνομίου τοῦ Ἀρχηγοῦ, ὅτι ὡς Κόμμα ἔπρεπε νὰ θεωρῆται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε τοιαύτας βάσεις, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἔλθῃ τοῦτο εἰς τὴν ἀρχήν. Ἐάν, λοιπόν, δεχθῶμεν ὅτι ἕνας Ἀρχηγὸς διατελέσας μίαν, δύο, τρεῖς, πέντε φοράς, ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τὴν λαϊκὴν ἐκείνην βάσιν ἡ ὁποία παρέχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἔλθῃ τὸ Κόμμα του εἰς τὴν ἀρχήν, νομίζω, ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένον νὰ καθωρίσωμεν τοῦτο καὶ εὑρίσκω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχῃ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς διατυπωθῆ, εἶναι ἡ μόνη ὀρθή.
§91Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ ἰδιαιτέρως τοὺς συναδέλφους κ. Μπακόπουλον καὶ κ. Ἡλιοῦ, διότι ἐθεώρησαν ὡς συμβιβαζομένην μὲ τὴν βασικὴν ἀρχὴν τῆς Κοινοβουλευτικῆς τάξεως καὶ ἱεραρχίας τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἰδιαιτέρως ἐπιδοθῆ εἰς τὴν μελέτην θεμάτων, ὅπως εἶναι τὸ παρὸν θέμα, ὅπως εἶναι γενικῶς τὰ θέματα διαδικασίας, τὰ θέματα δικονομίας, διότι εἶναι καὶ κατ’ ἐξοχὴν νομικός, ἀπορῶ καὶ λυποῦμαι, πῶς διεφώνησεν. Ἐδῶ θεσπίζομεν διὰ τῆς διατάξεως, ὅπως τὴν ἔχετε θέσει, ἕνα πλεονέκτημα ὑπὲρ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τρεῖς μῆνας ἢ τρεῖς ἑβδομάδας ἢ καὶ τρεῖς ἡμέρας θὰ κάμῃ Κοινοβουλευτικὸς Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ὁποῖος ἐνδεχομένως δὲν εἶχε ποτὲ λαϊκὴν βάσιν. Διατὶ νὰ μὴ θεσπισθῇ τὸ πλεονέκτημα αὐτό, τὸ προκῦπτον ἐκ τῆς ἰδιότητος τοῦ ἀρχηγοῦ ὑπὲρ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τρεῖς φορὰς —ἐπαναλαμβάνω— ἐπὶ τῇ βάσει κριτηρίου, μὴ ἀναγομένου εἰς προηγουμένην περίοδον, εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὡς ἀρχηγός. Δηλαδὴ τρεῖς φορὰς εἶχε 10 βουλευτάς, ἂς εἴπωμεν. Δὲν ὑπάγομαι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἐὰν ἔπαυον νὰ εἶμαι ἐπὶ κεφαλῆς, ὅπως χαίρονται ὡρισμέναι ἐφημερίδες ἢ μᾶλλον προβλέπουν, ἐὰν ἔπαυον νὰ εἶμαι ἐπὶ κεφαλῆς μεγάλου κόμματος καὶ δὲν εἶχον 10 βουλευτὰς ἢ δὲν θὰ ἔχω κἄποτε εἰς τὸ μέλλον, δὲν θὰ ἔχω τὸ πλεονέκτημα αὐτό, διότι δύο φορὰς αὐτοτελῶς ὑπῆρξα, περιλαμβανομένης καὶ αὐτῆς, Ἀρχηγὸς κόμματος, βάσει κριτηρίου, μὴ ἀναγομένου εἰς προηγουμένην περίοδον. Διότι βάσει κριτηρίου ἀναγομένου εἰς προηγουμένην περίοδον δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ἡ περίοδος κατὰ τὸ 1951, ὁπότε ἤμην μαζὶ μὲ τὸν κ. Στεφανόπουλον ἐπὶ κεφαλῆς 40 βουλευτῶν, διότι εἴμεθα καὶ οἱ δύο ἐπὶ κεφαλῆς, ἐὰν αὐτὴ θεωρῆται ὑποκειμένη εἰς τὴν διάταξιν. Ἑπομένως δὲν ὑπάγομαι οὔτε ὡς τέως Πρωθυπουργός. Διότι ἤμην Πρωθυπουργὸς ἐπὶ 20 μόνον ἡμέρας.
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολιτικῆς Κυβερνήσεως.
§93Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐξοχὴν πολιτικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἦτο πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Εἶχε παρεμβληθῆ ἡ κατοχὴ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις Κοινοβουλευτικὴ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐπομένως ἐγὼ δὲν ὑπάγομαι. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βασιλᾶτον, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄρνησίν του.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§95Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὴν γνώμην ἑνὸς ἀρχηγοῦ, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀειμνήστου Παναγῆ Τσαλδάρη, ὁ ὁποῖος καθώριζε διὰ τῆς γνώμης του τὰ ὅρια τῶν ἀρχηγῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν γνώμην τοῦ Κόμματος. Ἐγώ, δὲν ἀντιδικῶ μὲ τὸν κ. Κανελλόπουλον. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι τῆς Βουλῆς. Ἐγώ, προσωπικῶς, εἶμαι ἐναντίον τῶν προνομίων. Διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν νὰ δίδωνται προνόμια εἰς ἀρχηγοὺς οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν μίαν μόνον φορὰν καὶ μετὰ ταῦτα ἔχασαν τὴν λαϊκὴν βάσιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς Δημοκρατίας. Αὐτὰ τὰ δύο πρέπει νὰ ἐπικρατήσουν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς.
§96Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ζητήσω μίαν διευκρίνησιν. Εἰς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ἀναγνωρίζονται ὡς ἀρχηγοὶ Κόμματος οἱ διατελέσαντες Πρόεδροι πολιτικῶν Κυβερνήσεων τυχουσῶν ψήφου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ποῖον εἶναι τὸ κριτήριον τῆς πολιτικῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον εἶναι καθωρισμένον εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ἔχουν λάβει ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς; Ἐὰν τὸ ἀφήσωμεν ἔτσι θὰ πρέπει νὰ θέσωμεν καὶ τὸ κριτήριον. Διότι ἄλλως πῶς θὰ καθορισθῇ ὅτι ἡ τάδε Κυβέρνησις, λαβοῦσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ πολιτικὴ ἢ δὲν εἶναι πολιτική; Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι θὰ πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «πολιτικῆς». Διότι μιᾶς Κυβερνήσεως, λαβούσης ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος ἐὰν μετὰ ταῦτα εἶναι μέλος τῆς Βουλῆς καὶ Ἀρχηγὸς Κόμματος, ἔστω καὶ ὀλιγωτέρων εἰς ἀναλογίαν τοῦ 1)20, εἶναι προφανῶς πολιτικὸν πρόσωπον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τὸ προηγούμενον Κυβερνήσεως ὑπηρεσιακῆς ὑπὸ τὸν κ. Γεωργακόπουλον, ἡ ὁποία συνειργάσθη μὲ τὴν Βουλὴν καὶ ἔλαβεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ὑπομιμνήσκω ὅτι ἡ διάταξις εἶναι παλαιοτέρα καὶ ὅτι αὐτὸ τὸ προηγούμενον θὰ εἶχον ἴσως ὑπ’ ὄψει οἱ συντάκται αὐτῆς καὶ ἤθελον νὰ ἀποκλείσουν τὸ ἐνδεχόμενον ἐμφανίσεως εἰς τὴν Βουλὴν πρώην Πρωθυπουργοῦ Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, ψηφισθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§98Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἦτο πράγματι ὑπηρεσιακὴ ἡ Κυβέρνησις Γεωργακοπούλου καὶ εἶχε λάβει ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ὁ κ. Γεωργακόπουλος δὲν ἐξελέγη μετὰ ταῦτα βουλευτής. Δὲν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἐκλεγῇ εἰς τὸ μέλλον.
§100Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τότε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι πολιτικὸν πρόσωπον. Καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ποῖον εἶναι τὸ κριτήριον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τεθῇ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ καθορίσωμεν καὶ ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ Κυβέρνησις, λαβοῦσα ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§102Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον, τὸ ἄρθρον 2 κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθόν, διότι θεσπίζει κριτήρια ἀνταποκρινόμενα περισσότερον πρὸς τὴν Κοινοβουλευτικὴν πραγματικότητα. Δεύτερον, ἡ προσθήκη τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ ἔχει τὸ πρόσθετον προσόν, ὅτι προκειμένου ὡς πρὸς τὸ μέλλον νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐστηροτέραν διάταξιν τὴν ἀμβλύνομεν εἰς τὰς συνεπείας της ὡς πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τοὺς ἀνεγνωρισμένους κατὰ τὸ παρελθὸν μὲ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς ἀρχηγοῦ καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος εἰς τρεῖς περιόδους αὐτοτελῶς ἐγένετο ἀρχηγός. Ἡ τρίτη περίπτωσις εἶναι ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, κ. Πρωτοπαπαδάκη, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχομεν ἀντιμετωπίσει εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ὁποία εἶναι ὀρθή. Ναὶ μὲν θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἐτίθετο ὡς προϋπόθεσις νὰ εἶναι πολιτικὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ πλέον νὰ ἔχῃ λάβει καὶ ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ διὰ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι δὲν εἶναι πολιτικὴ καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἀτέρμων συζήτησις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἐὰν εἶναι ἢ δὲν εἶναι πολιτική, ἀφοῦ ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἔτυχε τῆς ἐμπιστοσύνης του. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι διὰ λόγους πρακτικοὺς ἡ διαγραφὴ τῆς λέξεως πολιτικὴ τὴν ὁποίαν προσέθεσεν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§104Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «πολιτικῆς». Ἡ διάκρισις μεταξὺ ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως καὶ πολιτικῆς εἶναι μία καὶ μόνη, ὅτι ἡ Ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις δὲν ἐμφανίζεται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης καὶ ἀσκεῖ τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, διεξάγουσα τὴν τρέχουσαν ὑπηρεσίαν. Πολιτικὴν ἐξουσίαν δὲν ἔχει. Δὲν δύναται καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ ἀναλάβῃ πολιτικὰς εὐθύνας. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ ὀρθῶς ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Παῦλος εἶπεν ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν περιβολάρην του ἠμπορεῖ νὰ τὸν κάμῃ Πρωθυπουργόν. Δὲν θὰ ἔφθανεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἀλλὰ ἤθελε νὰ σημειώσῃ τὴν εὐρύτητα δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔδιδε τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Βασιλέα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ διοριζομένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὀφείλει ἐντὸς βραχείας προθεσμίας νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἀφ’ ἧς παρουσιασθῇ καὶ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἶναι πολιτικὴ Κυβέρνησις. Ἀσκεῖ πλήρη πολιτικὴν ἐξουσίαν. Ἐγένετο λόγος περὶ τῆς Κυβερνήσεως Γεωργακοπούλου. Δὲν ἦτο Ὑπηρεσιακή. Ἦτο πλήρης πολιτικὴ Κυβέρνησις μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ἐψήφισε τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἡ Κυβέρνησις Πιπινέλη ἤσκησε πολιτικὴν ἐξουσίαν ὡς Ὑπηρεσιακή, ἀλλὰ μετετράπη διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς εἰς Πολιτικὴν καὶ διεπραγματεύθη καὶ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ θέματα. Νομίζω, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὄχι διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ δημιουργηθῇ μέλλουσα διένεξις, ἀλλὰ διὰ τὴν νομοτεχνικὴν ἀρτιότητα, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «πολιτικῆς».
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἡ διάταξις εἶχε περιληφθῆ εἰς τὸ παλαιὸν σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ καί, ἐπειδὴ προσεπαθήσαμεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ μὴ τὸ μεταβάλωμεν, τὴν ἀφήσαμεν. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι εἶναι χρήσιμος ἡ συζήτησις ποὺ γίνεται.
§106Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ τὴν νομοτεχνικὴν ἀρτιότητα, κ. Πρόεδρε.
§107Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὴν διάταξιν ἡ λέξις «πολιτικῶν» καὶ νὰ μείνῃ «Κυβερνήσεων τυχουσῶν ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς». Καὶ τοῦτο διότι δὲν εἶναι εὐχερὴς ὁ προσδιορισμὸς πότε μία Κυβέρνησις εἶναι ὑπηρεσιακὴ ἢ πολιτική. Διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πολιτικὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς ὅπως ἐπίσης νὰ ὑπάρξῃ καθαρῶς ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει λάβει ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ κριτήριον μεταξὺ πολιτικῆς καὶ ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως συνίσταται εἰς τὸν τρόπον συνθέσεως αὐτῶν. Οὕτω πολιτικὴ Κυβέρνησις δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐν τῷ συνόλῳ της ἢ κατὰ κύριον λόγον ἐκ μελῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ πρόθεσις τῆς Βουλῆς ψηφιζούσης τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι νὰ τύχουν τοῦ εὐεργετήματος αὐτοῦ πρόσωπα καθαρῶς πολιτικά.
§108Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ΕΡΕ κ. Κανελλοπούλου, διότι τὴν θεωρῶ καὶ δημοκρατικὴν καὶ ἀδιάβλητον. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κανελλοπούλου καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον περαιτέρω ὡς ἔχει.
§109Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην, διότι μοῦ εἶναι δυσνόητον νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν προνόμιον εἰς ἀρχηγόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκλεγῆ 3 φορὰς ἐφ’ ὅσον δίδομεν προνόμιον εἰς τοὺς διατελέσαντας προέδρους ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τάσσομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κανελλοπούλου.
§110Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φοβοῦμαι ὅτι ὑπῆρξεν ἁπλῶς ἀτυχὴς ἡ λέξις «πολιτικὴ Κυβέρνησις». Ἂν λείψῃ ἡ λέξις αὐτὴ τὸ πρᾶγμα διορθώνεται ἀπολύτως. Διότι τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ Ἀρχηγῶν Κομμάτων διατελεσάντων Πρωθυπουργῶν. Οἱ Ἀρχηγοὶ Κομμάτων ὑποτίθεται ὅτι δὲν εἶναι ὑπηρεσιακὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἦλθον ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ γίνουν Ἀρχηγοὶ ἐκ τῶν ὑστέρων. Οἱ Ἀρχηγοὶ Κομμάτων εἶναι πολιτικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἂν ἔχουν διατελέσει Πρωθυπουργοί, καὶ ἔτυχον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἔχουν αὐτὰ τὰ προνόμια. Δὲν καταλαβαίνω διατὶ νὰ ἀρχίζωμεν νὰ διυλίζωμεν τὸν κώνωπα καὶ νὰ εὕρωμεν ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ πολιτικὴ Κυβέρνησις καὶ ποία ἡ μὴ πολιτικὴ ὅταν παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τύχῃ τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης. Βεβαίως δύνανται νὰ ὑπάρξουν συζητήσεις πάρα πολὺ ἐνδιαφέρουσαι συζητήσεις ὅμως ἀρκετὰ πρωτότυποι διότι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν καὶ τὴν πρωτοτυπίαν αὐτὴν τῶν ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων καὶ δὴ μερικῶν αἱ ὁποῖαι ἔτυχον ψήφου ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν μεταβάλλει τὸ γεγονός, ὅτι ἐδῶ πρόκειται περὶ Ἀρχηγῶν Κομμάτων, δὲν πρόκειται περὶ προσώπων ὑπηρεσιακῶν διατελεσάντων Πρωθυπουργῶν καὶ τυχὸν ἐκλεγομένων ἐκ τῶν ὑστέρων ὡς ἁπλῶν βουλευτῶν. Αὐτοὶ θὰ τὸ ἔχουν τὸ δικαίωμα. Πρέπει λοιπὸν νὰ εἶναι Ἀρχηγοὶ Κόμματος. Τώρα ἂν ἕνα ὑπηρεσιακὸν πρόσωπον διετέλεσε Πρωθυπουργὸς καὶ ἐκλεγῇ βουλευτὴς καὶ γίνῃ Ἀρχηγὸς ἐκ τῶν ὑστέρων εἶναι μία περίπτωσις ἀπίθανος, νομίζω, ἡ ὁποία στὸ κάτω κάτω τῆς γραφῆς καὶ ἂν μᾶς τύχῃ δὲν θὰ εἶναι τὸ μέγιστον ποὺ μᾶς τυχαίνει, μεγαλυτέρα ἀτυχία θὰ εἶναι νὰ μείνῃ ἡ ἔκφρασις «πολιτικὴ Κυβέρνησις» καὶ νὰ συζητοῦμεν διὰ μακρῶν τὶ εἶναι «πολιτικὴ Κυβέρνησις» καὶ ἂν εἶναι Κυβέρνησις ἀπαρτιζομένη ἀπὸ βουλευτὰς ἢ μὴ κλπ., ἐὰν εἶναι Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἔχει βουλευτὴν ἐπὶ κεφαλῆς ἢ μὴ βουλευτὰς μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συνέβη μὲ τὴν Κυβέρνησιν Πιπινέλη κ.ο.κ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἁπλούστερον εἶναι τὸ καλύτερον. Ἀρχηγοὶ κομμάτων, διατελέσαντες Πρωθυπουργοὶ Κυβερνήσεων τυχουσῶν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἔχουν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ἀρχηγοί.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔσπευσα νὰ δηλώσω ὅτι συμφωνῶ καὶ ὅτι ἡ περίπτωσις, διὰ νὰ διευκρινισθῇ εἰς τὸ Σῶμα, θὰ ἀφορᾷ τὴν ἑξῆς συζήτησιν: Νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρώην Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ κόμμα ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δύναμιν 10 ἢ 15 βουλευτῶν ποὺ προβλέπει σήμερον ὁ Κανονισμός. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἔλθῃ, εὐτύχημα θὰ εἶναι, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ πρόκειται περὶ προσωπικότητος, ἀσφαλῶς χρησίμου εἰς τὸ Κοινοβούλιον.
§112Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προηγουμένως ἠκούσθη μία ὀρθὴ ἄποψις ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, ὅτι εἰς τὰ θέματα τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ ἐκφράσῃ κανεὶς γνώμην, θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐμπειρίαν καὶ μίαν κἄπως μακροχρόνιον θητείαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δυστυχῶς αὐτὰς τὰς εὐνοϊκὰς προϋποθέσεις δὲν τὰς ἔχει ὁ ὁμιλῶν. Θέλει ἁπλῶς νὰ ἐκφράσῃ σκέψεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ἄρθρου συνδεομένου κυρίως, μὲ ἀριθμούς, μὲ τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε εἶχε στενὴν ἐπαφὴν καὶ συγγένειαν λόγῳ τῆς τέως ἐπαγγελματικῆς του ἰδιότητος.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε καὶ Προεδρικὴν ἐμπειρίαν, κ. συνάδελφε.
§114Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Προεδρικὴν ναί, ἀλλ’ ὄχι τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καθιεροῦται μία δημοκρατικωτάτη ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφράζωνται αἱ ἀπόψεις τῶν πολιτικῶν μερίδων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συνεκέντρωσαν τὸ 10% κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἀνεξαρτήτως ἀριθμοῦ βουλευτῶν ποὺ ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὁμιλεῖ περαιτέρω τὸ σχέδιον Κανονισμοῦ καὶ περὶ τῶν κομματικῶν συνασπισμῶν καὶ λέγει ὅτι τὸ 10% καὶ ἐπέκεινα προκύπτει ἂν διαιρεθῇ τὸ σύνολον τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὁ συνασπισμός, διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συγκροτησάντων αὐτὸν κομμάτων. Ἐξ αὐτῆς τῆς διατάξεως κατὰ τὴν ἄποψίν μου εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ μία ὑπερβολὴ καὶ μία καταστρατήγησις. Ἡ ὑπερβολὴ κατ’ ἀρχήν. Εἶναι δυνατὸν ἕνα μεγάλο κόμμα νὰ προσλάβῃ ὡς συνεταίρους του, καὶ αὐτὸ συμβαίνει συνηθέστατα δύο μικρότερα κόμματα. Τὰ δύο μικρότερα κόμματα, ἐὰν τὸ σύνολον τοῦ συνδυασμοῦ συγκεντρώσῃ, φέρ’ εἰπεῖν, 30%, δηλαδή, τὸ μεγάλο κόμμα ἔχει συνεταιρισθῆ μὲ δύο ἀκόμη κόματα, τὶ θὰ γίνῃ; Θὰ διαιρεθῇ τὸ 30% διὰ τοῦ 3 καὶ θὰ προκύψῃ 10% διὰ κάθε κόμμα. Θὰ ἔλθῃ τὸ μεγάλο κόμμα, τὸ ὁποῖον πιθανῶς ἐξ ἑνὸς ἐκλογικοῦ συστήματος πλειοψηφικοῦ ἢ μιᾶς περιέργως ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, νὰ ἐμφανίσῃ φερ’ εἰπεῖν 90 80 ἢ 70 βουλευτάς, τὸ μικρότερον κόμμα νὰ ἐμφανίσῃ δύο ἢ τρεῖς βουλευτάς. Ἐὰν κάνετε λογαριασμοὺς καὶ δεχθῆτε ὅτι ὁ συνασπισμὸς αὐτὸς ἐπὶ 4.000.000 ψηφοφορησάντων ἔλαβε τὸ 30% εἶναι 1.200.000, στρογγυλεύω τοὺς ἀριθμούς, καὶ τοῦ συνασπισμοῦ αὐτοῦ μετέσχον 3 κόμματα, ὁ συνασπισμὸς ἔβγαλε 80–70 βουλευτάς, ἔρχονται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τρεῖς ἀρχηγοὶ πλέον, τὸ μεγάλο κόμμα μὲ τοὺς 70 βουλευτάς, τὸ ἀμέσως μικρότερον μὲ τοὺς 2 ἢ 3 ἢ 5 καὶ τὸ ἐπίσης ἄλλο μικρὸ μὲ 5 βουλευτάς. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ διαιρέσητε τὶ θὰ ἐκπροσωποῦν οἱ βουλευταὶ οἱ 5 τοῦ μικροῦ κόμματος τοῦ προελθόντος ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ, θὰ ἰδῆτε ὅτι τὸ ποσοστὸν τῶν ψήφων ποὺ ἐκπροσωπεύουν οἱ 5 δὲν ὑπερβαίνει τὸ 1,5% τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφορησάντων. Ἀντιθέτως, ποῦ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἡ φαλκίδευσις; Ὑπάρχει ἕνας συνδυασμὸς δύο κομμάτων ὁ ὁποῖος συνεκέντρωσε 19,99% ἐκ τῶν ψηφοφορησάντων, ἔλαβε δηλαδὴ περίπου 800.000 ψήφους ἐπὶ 4.000.000 ψηφοφορησάντων. Οἱ ἐκλεγέντες βουλευταὶ τοῦ συνασπισμοῦ αὐτοῦ εἶναι 20, θέλετε 25, ἐδήλωσαν, κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, 14 βουλευταὶ ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ ἄλφα ἐκ τῶν δύο κομμάτων καὶ οἱ 11 εἰς τὸ βῆτα. Ὁ συνασπισμὸς αὐτός, ὁ λαβὼν 800.000 ψήφους, δὲν ἔχει ἔκφρασιν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔχει ἀρχηγόν. Ἐνῷ ἀπεναντίας τὸ μικρὸν κόμμα.......
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον γίνεται αὐτὸς ὁ ὑπολογισμὸς ὁ τόσον ἁπλοῦς πῶς δὲν θὰ ἔχῃ ἔκφρασιν καὶ δι’ αὐτὸ διαπορῶ.
§116Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Δὲν θὰ ἔχῃ ἔκφρασιν, διότι δὲν ἐμπίπτει ὁ ἀρχηγὸς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ 10%, δὲν ἐμπίπτει εἰς τὸ τέως Πρωθυπουργὸς κλπ. ἐπίσης τοῦ Κανονισμοῦ. Δύο κόμματα νεοσύστατα, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, συνασπίζονται διὰ νὰ κατέλθουν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα χωρὶς νὰ ἔχουν ἔστω καμμίαν προϊστορίαν, συνιστῶνται ἐν ὄψει τῶν ἐκλογῶν μόνον. Αὐτὰ τὰ δύο κόμματα συνεπῶς ποὺ δὲν εἶχον μίαν προϊστορίαν πολιτικῶς, ἀπετόλμησαν νὰ ἐμφανίσουν κατὰ μίαν ἐκλογὴν συνασπισμὸν καὶ λαμβάνουν 800.000 ψήφους ἐπὶ 4.000.000 θεωρητικῶς ἐγκύρως ψηφοφορησάντων. Ὁ συνασπισμὸς αὐτὸς ἐὰν ἔχῃ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ ἔχῃ 25 βουλευτάς, δὲν θὰ ἔχῃ ἔκφρασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνῷ ἀπεναντίας τὸ μικρὸν κόμμα τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἀπὸ τὸν συνασπισμὸν τοῦ μεγάλου κόμματος καὶ τὸ ὁποῖον συνεκέντρωσεν, ὅπως σᾶς εἶπα, 1 ἕως 1,5%, θὰ ἔχῃ ἀνετωτάτην ἔκφρασιν καὶ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ καὶ κομματικῆς σκέψεως, ἐνῷ τὸ 20% δὲν θὰ ἔχῃ ἔκφρασιν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ 25 βουλευτὰς θὰ ἔχῃ ἔκφρασιν.
§118Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Ὁ συνασπισμὸς εἶπα τῶν δύο κομμάτων, κ. Πρόεδρε, διότι πιθανῶς νὰ μὴ γίνωμαι ἀπολύτως εὐκρινής.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ συνασπισμὸς ἔφερε ἐν τῷ συνόλῳ 25 βουλευτάς;
§120Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Μάλιστα, ἔφερε 25 βουλευτὰς καὶ βάσει τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Κανονισμοῦ ἐδήλωσαν οἱ 14 ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸ ἄλφα κόμμα, οἱ δὲ 11 εἰς τὸ ἕτερον κόμμα. Οἱ 14 ξεύρετε ποῖον ἀριθμὸν ψήφων ἀντιπροσωπεύουν; Οἱ 14 ἀντιπροσωπεύουν 560.000 ψήφους, δηλαδὴ ὑπὲρ τὸ δέκατον τοῦ συνόλου. Παρὰ ταῦτα δὲν ἐκφράζονται! Ἐνῷ τὸ μικρὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν νὰ συνδυασθῇ διὰ σκοπιμότητας προεκλογικὰς μὲ τὸ μεγάλο κόμμα, καὶ θὰ ἐμφανισθῇ μὲ 2, 3, ἢ 5 βουλευτὰς ἐδῶ, θὰ ἔχῃ ἔκφρασιν καίτοι θὰ ἐκπροσωπῇ 50 ἢ 60 χιλιάδες ἐν συνόλῳ ψηφοφόρων μόνον. Πῶς θὰ ἠμποροῦσε κατὰ τὴν ἄποψίν μου νὰ ἐμποδισθῇ καὶ ἡ ὑπερβολὴ τοῦ νὰ δημιουργήσωμεν πολυαρχηγίαν καὶ αὐτὸ τὸ σύστημα προσθέτω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ καὶ παραδοξότητας πολλάς. Δηλαδὴ ἐὰν ἕνα μεγάλο κόμμα πάρῃ δύο ἄλλα μικρότερα, ἂς ὑποθέσωμεν τοῦ κ. Μαρκεζίνη ἢ κἄποιον ἄλλο, ἢ τοῦ κ. Τουρκοβασίλη, ὁ ὁποῖος ἐὰν δὲν εἶχεν ὑποστῆ τὴν καθίζησιν τὴν κομματικὴν πιθανῶς νὰ μετεῖχεν ὡς Ἀρχηγὸς κόμματος καὶ πιθανῶς νὰ ἐξελέγετο μόνος του καὶ νὰ ἐνεφανίζετο εἰς τὴν Βουλὴν βάσει τῆς διατάξεως, ὅπως διατυποῦται. Ἐὰν ὁ κ. Τουρκοβασίλης μετεῖχεν ὡς Ἀρχηγὸς κόμματος εἰς προεκλογικοὺς συνδυασμοὺς τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ἐξελέγετο, βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἐπαναλαμβάνω, θὰ παρίστατο εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὡς Ἀρχηγὸς κόμματος ἐνῷ θὰ ἦτο ἕνας. Ἐὰν εἴχομεν παραλλήλως ἕνα ἄλλον συνασπισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε 19,99% συγκεντρώσει τοῦ ἐκλογικοῦ σώματος, ἠμπορεῖ νὰ ἐξελέγοντο οἱ 14 ἀπὸ τὸ ἕνα κόμμα καὶ οἱ ἕξη ἀπὸ τὸ ἄλλο. Αἱ 560.000 ψῆφοι δὲν θὰ ἐξεφράζοντο. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ συνδυασμοῦ τῶν μικρῶν κομμάτων μὲ τὸ μεγάλο κόμμα τί ἄλλο ἠμποροῦσε νὰ συμβῇ; Ἠμποροῦσε ὁ Μαρκεζίνης νὰ μὴ ἐξελέγετο καὶ νὰ ἐνεφανίζετο ἐδῶ μία ὁμάς, ὄχι 7 ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅσοι παρίστανται σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νὰ ἐξελέγοντο 3 ἢ 4. Θὰ εἴχομεν ὑποχρεωτικῶς ἕνα ἐκ τῶν τεσσάρων ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν Προοδευτικῶν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀναγνωρίσωμεν ὡς Ἀρχηγὸν κόμματος. Ἐνῷ ἐκεῖνον τὸν ἄλλον συνασπισμόν, ποὺ θὰ ἐξέφραζε τὸ 20% καὶ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον τελικῶς θὰ διεμορφοῦτο μὲ τοὺς 14 βουλευτὰς ἐδῶ καὶ ποὺ θὰ ἀντεπροσώπευε τὰς 500 ἢ 600 χιλιάδας δὲν θὰ εἶχε φωνὴν καὶ αὐτοτελῆ ἐκδήλωσιν, ὅπως θὰ εἶχε τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον συνεκέντρωσε μόλις τὸ 1% τοῦ ὅλου ἐκλογικοῦ σώματος. Διὰ τὴν ἀποφυγὴν τῆς ὑπερβολῆς αὑτῆς καὶ τὴν προστασίαν ἀπὸ τὴν φαλκίδευσιν τὴν ἐνδεχομένην, διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀκουσθῇ, ὅτι ἀποτελοῦν ἀκραίας περιπτώσεις καὶ ἐνδεχομένως νὰ μὴ συμβοῦν. Ὅπως εἶναι ἐνδεχόμενον ὅμως νὰ μὴ συμβοῦν, εἶναι καὶ λίαν ἐνδεχόμενον νὰ συμβοῦν, διότι δὲν εἶναι προκαθωρισμένον, δυστυχῶς, τὸ ἑκάστοτε ἐκλογικὸν σύστημα ὑπὸ τὸ ὁποῖον διεξάγονται αἱ ἐκλογαί. Ἐὰν εἴχομεν τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν αὐταὶ αἱ διατάξεις τοῦ σχεδίου θὰ εἶχον ἀκριβεστέραν καὶ δικαιοτέραν ἐφαρμογήν. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ διατάξεις αὐταὶ ὑπόκεινται καὶ ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν ἑκάστοτε ἐφαρμοζομένων περιέργων καὶ πολυτρόπων ἐκλογικῶν συστημάτων, ὅπως ἐπεκράτησαν κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον, φοβοῦμαι, ὅτι αὐτὰ τὰ παράδοξα, τὰ ἐνδεχόμενα, τὰ ἀπίθανα, εἶναι λίαν πιθανὸν νὰ ἐμφανισθοῦν καὶ νὰ δημιουργήσουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν σοβαρωτάτας δυσχερείας. Διότι, ὅπως διατυποῦται καὶ ἀπὸ τὴν εἰσηγητικήν σας ἔκθεσιν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι μετὰ μεγίστης προσοχῆς τὸ ἐθίξατε καὶ μετὰ ἰδιαιτέρας ἐκτιμήσεως τὸ ἐπεμελήθητε διὰ νὰ μὴ προκληθοῦν ἀντιδράσεις. Τελευτῶν, κ. Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ προτείνω, ὅπως προεῖπον, πρὸς ἀποφυγὴν καὶ τῆς ὑπερβολῆς καὶ τῆς καταστρατηγήσεως, ἡ διάταξις νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ κόμμα κατέλθῃ εἰς ἐκλογὰς συνησπισμένον μετ’ ἄλλων κομμάτων, διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ἀριθμοῦ ...... (ἀναγινώσκει) ......». Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπόψε ἡ πρότασίς μου αὐτή, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοί, παρ’ ὅλον, ὅτι ὑποστηρίζονται, ὅτι εἶναι ἀδιάψευστοι, ἡ γνώμη τοῦ ὁμιλοῦντος εἶναι, ὅτι πολλὲς φορὲς οἱ ἀριθμοὶ ὁμιλοῦν τὴν γλῶσσαν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τοὺς χρησιμοποιεῖ. Ἐπειδή, λοιπόν, εἶναι ἐνδεχόμενον, λαμβάνων μίαν ἄποψιν τοιαύτην καὶ παρασυρόμενος νὰ δώσω εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τὴν γλῶσσαν τῆς ἐπιθυμίας μου, θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω, ἡ πρότασις αὐτὴ νὰ μελετηθῇ καὶ νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ ἀποδοχῆς ἢ ἀπορρίψεώς της κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι μὲ ὑπολογισμούς, θὰ ἔλεγα, λογαριθμικούς, ἐξευρέθη μία ἀπίθανος περίπτωσις. Εἶναι ὅμως ἀξία προσοχῆς ἡ πρότασίς σας καὶ χαίρω, διότι πιστοποιεῖται, ὅτι ἐπωφελὴς εἶναι ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν ποικιλωτέρα σύνθεσις τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπερβολήν, τὴν ὁποίαν ἀνεφέρατε εἰς τὸ πρῶτον σκέλος τῆς ὁμιλίας σας, θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἰς συμπράξεις κομμάτων εἶναι πολὺ δυνατὸν εἷς ἀρχηγὸς κόμματος, συμπράττων, νὰ συντείνῃ, κατὰ μέγα μέρος, λόγῳ τῆς ἀκτινοβολίας του καὶ τῆς περὶ τὰ ἐκλογικὰ ἐμπειρίας του εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεγομένων βουλευτῶν, ποὺ θὰ συγκεντρώσῃ ὁ συνασπισμός, χωρὶς οὗτος νὰ ἔχῃ τὸν ἀνάλογον ἀριθμὸν ὑποψηφίων. Συνεπῶς, δὲν εὑρίσκω ἄδικον καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ μικροτέρου κόμματος νὰ τύχῃ τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος τῆς ὁμιλίας σας, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ σκέψις νὰ συσταθῇ ἐμμέσως εὐρυτέρας συνθέσεως Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραπεμφθοῦν εἰς αὐτὴν ὅλα τὰ θέματα ποὺ θὰ προκύψουν ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος σχεδίου, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν σήμερον.
§122Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω τὴν τιμὴν μιᾶς συντόμου ἀπαντήσεως εἰς ὅσα εἴπατε. Κατ’ ἀρχήν, δὲν εἶναι τόσον λογαριθμικὴ ἡ σκέψις ....
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρόπος τοῦ λέγειν.
§124Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Δεύτερον, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι καὶ τόσον ἀκραία ἡ περίπτωσις, οὔτε τόσον ἀπίθανος, ὅσον εἰς ὅσα ἐνδεχομένως ἐμφανίζεται. Εἰς τὸν συνασπισμὸν ἑνὸς μεγάλου κόμματος καὶ ἑνὸς μικροῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τις μίαν ἀνοχήν. Π.χ. τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 3ης Νοεμβρίου, συνεκέντρωσε τὸ 3 ἢ 3,2% τῶν ψήφων. Συνασπισθὲν εἰς τὰς ἑπομένας ἐκλογὰς μετὰ τῆς ΕΡΕ ἐνεφανίσθη μὲ 7 ἢ 8 συναδέλφους ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ποῖον εἶναι, κ. Πρόεδρε, τὸ τεκμήριον κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν συνεκέντρωσε τὸ ⅒ τῶν ψηφοφορησάντων; Καὶ μήπως κατὰ τὸν ρυθμὸν τῆς μειώσεως τῶν ψήφων τῆς ΕΡΕ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν καὶ ἀνάλογον μείωσιν τῶν ψήφων τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν; Τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, πάντοτε θὰ ἐμφανίζεται ἐδῶ μὲ ἕνα ἀρχηγόν. Ἀλλὰ πῶς καλύπτεται ἡ περίπτωσις τοῦ συνασπισμοῦ 2 κομμάτων τοῦ 19,99%; Καὶ ὅταν δεχθῶμεν, ὅτι αἱ πολιτικαὶ σκέψεις καὶ τὰ πολιτικὰ πράγματα ἐξελίσσονται συνεχῶς καὶ δημιουργοῦνται νέαι ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζονται μὲ τὴν δημιουργίαν νέων κομμάτων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, τίποτε δὲν ἀποκλείει τὴν πραγματοποίησιν τῆς περιπτώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεφέρθην. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα ἐπαναλαμβάνω, ἤθελον νὰ ἀποτελέσουν τοὐλάχιστον πρότασιν πρὸς μελέτην καὶ σκέψεις ἐπὶ τῶν ὁποίων παρακαλῶ νὰ ἀποφασίσητε ἐν καιρῷ, ἐφ’ ὅσον πράγματι πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον σας.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σκέψεις ἄξιαι πάσης προσοχῆς, κ. συνάδελφε, τὰς ὁποίας οἱ συνάδελφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐξετιμήσαμεν, ἀκούσαντες τὴν παρθενικήν σας ὁμιλίαν.
§126Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προστίθεται καὶ τετάρτη κατηγορία ἀρχηγοῦ κόμματος. Ἐφ’ ὅσον προκύπτει ἐκ τῆς συζητήσεως τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ πλειονότης τῶν συναδέλφων τὴν ἀποδέχεται. Καὶ ὁ ὑποφαινόμενος, κ. Πρόεδρε, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν τετάρτην περίπτωσιν, διότι γνωρίζω πόσον συμβατικὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἀρχηγοῦ, ἰδίᾳ ἐν σχέσει πρὸς ὡρισμένας ἐπιπτώσεις ποὺ ἔχει, πρῶτον ὅσον ἀφορᾶ τὴν σύνθεσιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ δεύτερον καὶ οὐσιαστικώτερον ὡς πρὸς τὴν δυνατότητα ποὺ ἔχει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, νὰ λαμβάνῃ, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸν λόγον. Ἑπομένως, ὀρθῶς, κατ’ ἀρχήν, νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ εἷς βουλευτὴν ὁ ὁποῖος διετέλεσεν ἀρχηγὸς κόμματος εἰς τρεῖς περιόδους νὰ δοθῇ αὐτὸ τὸ προνόμιον. Ἐπισημαίνω ὅμως τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «Τὰ κατὰ τὸν παρόντα Κανονισμὸν ἀναγνωριζόμενα δικαιώματα εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς πολιτικῶν μερίδων, ἀσκοῦνται ἐν περιπτώσει ἀπουσίας ἢ κωλύματος ἢ εἰδικῆς δηλώσεως τοῦ παρισταμένου ἀρχηγοῦ, ὑπὸ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ ὁριζομένου ὡς ἐκπροσώπου αὐτῆς». Νομίζω, ὅμως, ὅτι αὐτὸ πλέον εἶναι ὑπερβολικὸν διότι ἐὰν ἀναγνωρίσωμεν προνόμιον εἰς ἀρχηγὸν κόμματος ἀπαρτιζομένου ἀπὸ δύο βουλευτάς, τότε κατ’ ἐπέκτασιν τὰ προνόμια αὐτὰ παρέχονται καὶ εἰς τὸν ἀναπληρωτήν.
§127Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πράγματι πρέπει νὰ συγχαρώ τὸν νέον συνάδελφον, κ. Ἀλευρᾶν, διὰ τὴν παρατηρητικότητα μὲ τὴν ὁποίαν ἐπεσήμανε τὰς συνεπείας τὰς ἐνδεχομένας τοῦ κανόνος ἀπὸ τοῦ ὑπολογισμοῦ τῆς δυνάμεως συνασπισμοῦ κόμματος ἐπὶ τῇ βάσει μέσου ὅρου ἰσοπεδωτικοῦ. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι μὴ φανταζώμεθα, ὅτι εἶναι ἀκραία περίπτωσις ἢ εἶναι ἐφεύρημα. Ἐὰν ὁ Κανονισμός, αὐτὸν τὸν ὁποῖον συζητῶμεν, ἴσχυε τὸ 1956 ὅτε εἶχε συγκροτηθῆ ὅλη ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις εἰς συνασπισμὸν 7 κομμάτων, οὐδὲν κόμμα κατὰ τὸν ἰσοπεδωτικὸν μέσον ὅρον δὲν θὰ ἦτο κόμμα βάσει τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θὰ ἔμεναν μόνον τὰ δύο μεγαλύτερα.
§128Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐξηναγκάζοντο τότε νὰ ἑνωθοῦν.
§129Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν αὐτό, διότι καὶ ἡ ἕνωσις τῶν κομμάτων καὶ ἡ διάσπασις, ἐκφράζουν πάντοτε ροπὰς πολιτικάς, τάσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰς θέσωμεν εἰς ἐξαναγκασμὸν διὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγὼ θὰ ἤμουν ἕτοιμος νὰ ἐδήλωνα, ὅτι ἀπὸ τοῦδε θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις τροποποιήσεως ὡς τὴν ἐνεφάνισεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα χρῄζει ἐνδεχομένως περισσοτέρας μελέτης, δὲν ξεύρω ἐὰν θὰ ἦτο δυνατόν, ἀφοῦ ὑπῆρξε σύμπτωσις ἐπὶ τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ ἄρθρου 2 νὰ ἀφεθῇ ἡ τελικὴ ψήφισίς του αὔριον, ὁπότε ἐνδεχομένως θὰ κυκλοφορήσῃ ἡ πρότασις τῆς τροπολογίας. Εἶναι, νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ εὔστοχος καὶ δὲν κάνει μίαν παρατηρητικότητα διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων ὁ κ. Ἀλευρᾶς.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§131Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ἀλευρᾶ στηρίζονται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα καὶ τὰ παραδείγματα ποὺ ἀνέφερε δὲν εἶναι ἀπίθανα. Τὸ 1958 ἕκαστος βουλευτὴς ΠΑΔΕ ἀντιστοιχοῦσε σὲ 45 χιλ. ψήφους. Ἐνῷ τῆς ΕΡΕ πρὸς 9 ἢ 10 χιλιάδες. Ἡ διαφορὰ ὠφείλετο εἰς τὸ ἐφαρμοσθὲν τότε ἐκλογικὸν σύστημα. Κατὰ συνέπειαν, ὑπάρχει περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ρεύματα λαϊκὰ νὰ μὴ ἐκφράζωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς συζητουμένης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει ὡς ἑξῆς νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὕτη: «Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Κόμμα κατῆλθεν εἰς ἐκλογὰς ἐν συνδυασμῷ μετ’ ἄλλων Κομμάτων, διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δοθεισῶν εἰς αὐτὸ ψήφων, ὑπολογίζεται κατ’ ἀναλογίαν, ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, ἑκάστου Κόμματος ἐν σχέσει μὲ τὸ σύνολον τῶν δοθεισῶν εἰς τὸν συνασπισμὸν ψήφων». Ἐὰν οὕτω διατυπωθῇ ἡ διάταξις ἐκφεύγομεν ἀπὸ τοὺς κινδύνους, ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀλευρᾶς. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Εἶναι δυνατὸν ἕνας συνασπισμὸς νὰ λάβῃ 800 χιλ. ψήφων καὶ νὰ ἐκλέξῃ 20 βουλευτάς, ἐξ ὧν οἱ 14 νὰ δηλώσουν ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸ ἓν Κόμμα καὶ οἱ ἓξ εἰς τὸ ἄλλο. Ἐὰν διαιρέσωμεν τὰς 800 χιλιάδας διὰ δύο, οὐδὲν ἐκ τῶν δύο Κομμάτων θὰ συγκεντρώσῃ τὸ 10%, διότι οἱ ψῆφοι ὅλης τῆς χώρας εἶναι 4.500.000. Ἐὰν πᾶμε εἰς τὴν ἄλλην διάταξιν πάλιν κανὲν ἐκ τῶν δύο Κομμάτων θὰ ἐκφράζεται εἰς τὴν Βουλήν, διότι οὐδὲν θὰ ἔχῃ 15 βουλευτάς, ἀφοῦ τὸ ἕνα θὰ ἔχῃ 14 καὶ τὸ ἄλλο 6 βουλευτάς. Ὅπως διατυπώνω τὴν διάταξιν τοὐλάχιστον τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο Κομμάτων θὰ ἐκφράζεται εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐὰν ὑπολογίσωμεν διὰ τοὺς 20 βουλευτάς, τοὺς ὁποίους ἐξέλεξαν τὰ δύο Κόμματα τὰς 800 χιλ. ψήφων, ὁ καθεὶς ἐκ τῶν βουλευτῶν αὐτῶν θὰ ἀντιστοιχῇ πρὸς 40.000 ψήφους. Ἔχομεν συνεπῶς, διὰ τοὺς 14 βουλευτὰς τοῦ ἑνὸς Κόμματος πεντακοσίας ἑξήκοντα χιλιάδας ψήφων, ποὺ ὑπερβαίνουν τὸ 10% τοῦ συνόλου τῶν ψήφων τῆς χώρας. Ἂν οὕτω διατυπώσωμεν τὴν διάταξιν καλύπτονται ὅλοι οἱ κίνδυνοι ποὺ προέβλεψεν ὁ κ. συνάδελφος.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Πρωτοπαπαδάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§133Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ παραδείγματα ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀλευρᾶς κατὰ τοῦτο συνιστοῦν ἀκραίας τὰς περιπτώσεις, διότι ἀπέχουν κατὰ μίαν ψῆφον ἀπὸ τὸ ἀπαιτούμενον ποσόν. Δηλαδή, ἀκραία εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν 799.999 ψήφων, ὅπως θὰ ἦτο ἀκραία καὶ ἡ περίπτωσις τῶν τριῶν Κομμάτων μὲ 1.199.999 ψήφους καὶ ὅπως καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ 1.200.001 ψήφων. Συνεπῶς, ἀκραῖαι εἶναι αἱ περιπτώσεις τὰς ὁποίας συγκεκριμένως ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, ἀκραῖαι καὶ ἀπίθανοι. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἔπεισεν εἶναι ἡ περίπτωσις τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956 ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Ἠλιοῦ καὶ δι’ αὐτὸ πιστεύω, ὅτι ὀρθὴ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀλευρᾶ καὶ δὴ μὲ τὴν διατύπωσίν του καὶ ὄχι μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Ζορμπᾶ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἁπλουστέρα ἡ διατύπωσις τοῦ κ. Ἀλευρᾶ.
§134Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀλευρᾶ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἀλευρᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§136Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν τροπολογίαν μου καὶ εἶπεν ὅτι τὸ 799.600 εἶναι ἀκραία περίπτωσις. Ἀνέφερα αὐτὸ τὸ ἀκρότατον σημεῖον, χωρὶς νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα πολλὰ παραδείγματα ποὺ ἐμπίπτουν εἰς τὴν περίπτωσιν. Πιθανῶς λόγῳ κἄποιου δισταγμοῦ ποὺ εἶχον διότι ἐνεφανίσθην εἰς θέματα Κανονισμοῦ ἐνώπιον ἐμπείρων συναδέλφων, νὰ μὴ διετύπωσα καλῶς τὰς σκέψεις μου. Δὲν ὡμίλησα πάντως περὶ 1.199.000 ψήφων τοῦ ἑνὸς Κόμματος. Περὶ τελείως ἄλλων ἀριθμῶν καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν σκέψεων ὡμίλησα. Ὑπενθύμισεν ὁ κ. Ἠλιοῦ τὴν περίπτωσιν τοῦ 1956 καὶ ὁ κ. Ζορμπᾶς τοῦ 1958 τῆς ΠΑΔΕ. Τὰ παραδείγματα ταῦτα μὲ δικαιώνουν, νομίζω. Ἐζήτησα περισσοτέρας πληροφορίας παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ σᾶς παρουσιάσω συγκεκριμένας περιπτώσεις, δυστυχῶς δὲν τὰς ἔλαβον καὶ ἐλλείψει στοιχείων δὲν ἠδυνήθην νὰ συγκεντρώσω περισσοτέρας λεπτομερείας, ὥστε νὰ δύναμαι ἀκριβέστερον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ὁπότε ὑποθέτω θὰ καθίστων περισσότερον ἀντιληπτά, τὰ παραδείγματά μου. Παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε, νὰ εἴπω, ὅτι ὅσον καὶ ἂν ἡ περίπτωσις τοῦ συνδυασμοῦ τῶν δύο Κομμάτων εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι συγχωρητέα, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ παροραθῇ τὸ τί δύναται νὰ προκύψῃ ἀπὸ τὸν συνασπισμὸν τῶν τριῶν Κομμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ συγκεντρώσουν τὸ 3%. Νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ ἕνα νέον σύστημα νὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Θὰ ἤθελα, ἐν συνεχείᾳ, νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν μετακινήσεως βουλευτῶν, θὰ ἠδύνατο διὰ τῆς τροπολογίας μου νὰ καλυφθῇ καὶ ἡ περίπτωσις αὐτὴ μὲ τὴν ἀναγνώρισιν Ἀρχηγοῦ, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐκπροσωπηθοῦν οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι θὰ συγκεντρώνουν πέραν τοῦ ἑνὸς δεκάτου τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔλαβον κατὰ τὰς ἐκλογάς.
§137Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ ἤθελον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς μετακινήσεως βουλευτῶν, νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Πρῶτον, τὰ περισσότερα τῶν Ἑλληνικῶν Κομμάτων, ἔχουν σχηματισθῆ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, ἡ μετακίνησις βουλευτῶν τόσων ὅσων ἀρκοῦν διὰ νὰ γίνῃ ἕνα Κόμμα κατὰ τὸν Κανονισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σημαίνῃ τὴν δημιουργίαν τοῦ Κόμματος αὐτοῦ κατὰ τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσχηματίσθη. Εἶναι ἀδύνατον νὰ λεχθῇ ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι δεσμοὶ καὶ δύνανται νὰ σχηματίσουν Κόμμα ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Δεύτερον, ἡ περίπτωσις μετακινήσεως μετὰ τὰς ἐκλογὰς τόσων βουλευτῶν ὅσων νὰ ἐλαττοῦται ἡ δύναμις τοῦ Κόμματος καὶ νὰ εἶναι αὕτη κάτω τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ Κόμματος. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ Κόμματος χρειάζεται ὁ ἀριθμὸς καὶ τὰ ὑπόλοιπα τὰ κρίνει ὁ λαός. Διότι ἄλλως, ὁ Ἀρχηγὸς θὰ εἶναι ἕρμαιον τοῦ ἐκβιασμοῦ ἑνὸς συναδέλφου, ἢ τὸ Κόμμα ποὺ ἐξέλεξεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ παύῃ νὰ ἔχῃ τὴν ἐκπροσώπησιν τὴν ὁποίαν εἶχε. Δι’ αὐτὸ νομίζω, καὶ εἰς τὴν πρώτην καὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἡ μετακίνησις δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ μεταβολήν. Καὶ ἂν ἕνα Κόμμα ἔχῃ 15 βουλευτάς, πρέπει νὰ ἀναγνωρίζεται καὶ μετὰ τὴν μετακίνησιν ἑνὸς βουλευτοῦ νὰ μὴ μεταβάλλεται ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ Κόμματος αὐτοῦ.
§138Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τάσσομαι κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ἀλευρᾶ. Ἐδῶ πρόκειται νὰ κάμνουν τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διευκολύνῃ τὰ πράγματα. Βάσις τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι 1) ἀρχηγὸς κόμματος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει 15 βουλευτάς, 2) οἱ πρώην ἀρχηγοί, μὲ τὴν προσθήκην τοῦ κ. Κανελλοπούλου, καὶ 3) ἐὰν ἕνα κόμμα κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ συνασπισμόν, τί θὰ γίνῃ; Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ παρακολουθοῦμεν τοὺς λογαριθμικοὺς λογαριασμούς, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ψήφους ἔλαβε τὸ κάθε κόμμα. Ἐπιδιώκομεν τὴν δημοκρατικὴν λύσιν. Ἐλέχθη, ὅτι κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει μικροτέραν ἐπιφάνειαν, εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρῃ εἰς τὸν συνασπισμὸν περισσοτέρας ψήφους, διὰ τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ ἀρχηγοῦ του. Ἐδῶ ὁ νόμος δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ καθιερώνῃ ἕνα νομικὸν πλάσμα, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ ὁμαλῶς ὁ Κοινοβουλευτισμός. Εἰς τὴν περίπτωσιν, συνεπῶς, τοῦ συνασπισμοῦ, τὸ ποῖος θὰ εἶναι ἀρχηγός, θὰ καθορισθῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ λαός. Εἶναι θέμα, συνεπῶς, τῶν κομμάτων, νὰ μὴ ἐκτίθεται εἰς κινδύνους, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διὰ τὸ ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀρχηγός.
§139Α. ΧΑΣΑΠΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν δύο κριτήρια, μὲ τὰ ὁποῖα εἰσάγεται ὁ θεσμὸς τοῦ ἀρχηγοῦ. 1) Ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων καὶ 2) ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον, δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ νοθεία. Συνεπῶς, ἢ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι «...(ἀναγινώσκει)...», ἢ θὰ πρέπει ἄλλως νὰ δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀλευρᾶ. Εἶναι σαφεστάτη ἡ τροπολογία καὶ πιστεύω, ὅτι συμβάλλει ἀποφασιστικῶς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπεισέλθουν ἐκπροσωπήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐμπίπτουν εἰς τὰ κριτήρια τοῦ Κανονισμοῦ. Τὰ κριτήρια εἶναι δύο. Δέκα πέντε βουλευταί, ἢ 10% τῶν ψήφων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ νοθεύσετε. Προτείνω, συνεπῶς, νὰ διατυπωθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλευρᾶ καὶ νὰ τὴ ἐξετάσωμεν αὔριον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Παναγιωτόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§141Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἕνας ἀπὸ τοὺς νεοεκλεγέντας βουλευτάς. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι, βάσει τῆς πρώτης διατάξεως, περὶ ἀναγνωρίσεως ἀρχηγῶν, τὸ πρᾶγμα ἔχει ὀρθῶς. Προχωρεῖτε περαιτέρω εἰς τὴν ἄλλην παράγραφον καὶ νομίζω, ὅτι δημιουργοῦμεν μίαν ἀλχημίαν καὶ ἐμφανίζεται ἡ Βουλὴ νὰ ὁρίζῃ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ ὄχι ὁ λαός. Παράδειγμα ὁ κ. Μαρκεζίνης, μὲ τὸ 3%, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1963, δὲν θὰ εἶχε τὴν προϋπόθεσιν, συνεργασθεὶς ὅμως, μετὰ τῆς Ε.Ρ.Ε. τὸ 1964, ἔλαβε ψήφους καὶ ἀπὸ αὐτὴν καὶ συνεπῶς τὸν κάμνομεν Ἀρχηγόν. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι ἀρχηγὸς θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖται ἀπὸ 15 βουλευτὰς καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὰς προϋποθέσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἂς ἐξετάσωμεν, λοιπόν, τὸ πρᾶγμα μὲ εὐθύνην.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἴσως ἀπουσιάζατε, διότι ἔθιξα καὶ τὰς δύο περιπτώσεις. Ὑπηνίχθην μάλιστα τὴν περίπτωσιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, χωρὶς νὰ τὸν ὀνομάσω. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρόσφατον αὐτὴν περίπτωσιν καὶ εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχουν κριτήρια διὰ νὰ ὑπολογισθῇ ἡ οὐσιαστικὴ συμβολὴ μιᾶς πολιτικῆς προσωπικότητος, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ διὰ συμπτωματικοὺς λόγους, κατὰ τὴν ὥραν τῆς προεκλογικῆς συμπράξεως, νὰ ἔλαβεν ὀλιγωτέρας θέσεις, εἰς τοὺς συνδυασμούς, ἀλλ’ ἥτις προσωπικότης δύναται νὰ ἔχῃ συμβάλει οὐσιαστικῶς κατὰ μεγαλύτερον μέρος ἀπὸ τὰς θέσεις ποὺ ἔλαβε. Συνεπῶς, προκειμένου νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν προσωπικότητα αὐτὴν ἀνάλογον μέρος ἀπὸ τὴν ἐπιτευχθεῖσαν νίκην, εἶναι δύσκολον νὰ καταλήξωμεν εἰς ἄλλον τρόπον δικαιώσεως τῆς συμβολῆς της, παρὰ εἰς αὐτὸν ποὺ διατυποῦται εἰς τὸ σχέδιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσωπική μου γνώμη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀλευρᾶ, ἡ Βουλὴ τὴν ἐπρόσεξεν ἰδιαιτέρως καὶ θὰ ἀποφασίσῃ.
§143Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀντιλαμβάνομαι πλήρως. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι μὲ τοὺς πολλοὺς ἐκλογικοὺς νόμους θὰ γίνουν πολλοὶ ἀρχηγοί. Ἐὰν ἡ Ε.Ρ.Ε., π.χ., εἶχε καὶ ἄλλον ἕνα ὡσὰν τὸν κ. Μαρκεζίνην, θὰ ἐγίνετο καὶ αὐτὸς ἀρχηγὸς κόμματος εἰς τὴν Βουλήν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν εἶσθε κατὰ τῶν πολλῶν ἀρχηγῶν, νομίζω, ὅτι, ὅπως διατυποῦται ὁ Κανονισμός, θὰ διευκολύνῃ τὸν περιορισμόν.
§145Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι οὔτε κατά, οὔτε ὑπὲρ τῶν πολλῶν ἀρχηγῶν, ἀλλὰ θέλω τὸν ἀρχηγὸν νὰ τὸν ἐκλέγῃ ὁ λαός. Τὰ ράσα, κ. Πρόεδρε, δὲν τὰ δίδομεν εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ χειροτονήσωμεν ἀρχηγούς. Τοὺς ἀρχηγοὺς τοὺς χειροτονεῖ ὁ λαός. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς Δημοκρατίας, διὰ τὰ ἰδεώδη, τῆς ὁποίας ἀγωνιζόμεθα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἰορδάνογλου, ἔχει τὸν λόγον.
§147Ι. ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ παρατηρήσεις τοῦ συναδέλφου κ. Ἀλευρᾶ, ἐπεσήμανον δύο κινδύνους. Ὁ πρῶτος κίνδυνος ἀφορᾷ, μήπως ἀναγνωρισθοῦν ὑπερβαλλόντως πολλοὶ ἀρχηγοί. Ὁ δεύτερος κίνδυνος εἶναι, μήπως δὲν ἀναγνωρισθοῦν ὡς ἀρχηγοὶ αὐτοί, ποὺ πράγματι ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθοῦν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουν μίαν μεγάλην μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ πρῶτος κίνδυνος, εἶναι σοβαρὸς καὶ ἐπιτείνει τὴν δημιουργίαν πολλῶν ἀρχηγῶν, δηλαδή, περισσοτέρων προνομιούχων. Οὕτως, ἐὰν ἕνας συνδυασμὸς ἔλαβε 30% μὲ σύμπραξιν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν ἢ ἔλαβον κατὰ προηγουμένας ἐκλογὰς 2%, τότε διαιρουμένου τοῦ 30% διὰ τοῦ 3, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὰ συνεργαζόμενα εἶναι τρία, ἕκαστον θὰ λάβῃ 10% καὶ συνεπῶς, κατὰ τὴν θεσπιζομένην διάταξιν, θὰ πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῶσι τρεῖς ἀρχηγοί. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, ὀρθῶς ἐπεσημάνατε τὸ γεγονός, ὅτι δὲν γνωρίζομεν τὴν συμβολὴν ἑκάστου ἀρχηγοῦ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ἐκλογικῆς δυνάμεως, Ἐάν, ὅμως, οἱ ἐκλεγέντες βουλευταὶ διὰ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ δηλώσεών των ἀποδειχθοῦν, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἀνήκουν εἰς τὸ ἄλφα κόμμα καὶ οἱ ἐλάχιστοι, 5 ἢ 6 εἰς τὰ ἄλλα, ὑποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν, ὅτι τὰ ἄλλα κόμματα ἐλάχιστα συνέβαλον εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ἐκλογικῆς δυνάμεως. Εἶναι, λοιπόν, ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργηθοῦν, εἰς μίαν ὡρισμένην ἐκλογικὴν ἀναμέτρησιν, ὑπὸ μορφὴν ὁμάδων, ὡρισμένα κόμματα, καὶ μετὰ ταῦτα, νὰ ἐμφανισθοῦν ὡς κομματίδια μὲ ξεχωριστοὺς ἀρχηγοὺς εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἕτερον κριτήριον περὶ τῆς δυνάμεως ἑκάστου κόμματος πλὴν τῆς ἐν τῇ Βουλῇ τοιαύτης, βάσει τῶν δηλώσεων τῶν βουλευτῶν. Ὁ δεύτερος κίνδυνος, κ. Πρόεδρε, εἶναι περισσότερον σοβαρός, διότι πιθανώτατον, εἶναι νὰ μὴ ἀναγνωρισθοῦν ὡς ἀρχηγοὶ κομμάτων αὐτοί, ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθοῦν. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτόν. Ὁ συνάδελφος κ. Ἀλευρᾶς, ἐπεσήμανε τὸν κίνδυνον καὶ προέτεινε διατύπωσιν ἀποκλείουσαν ἀμφοτέρους τοὺς κινδύνους. Δὲν δυνάμεθα, συνεπῶς, νὰ καταφύγωμεν εἰς ἄλλα κριτήρια, πλὴν ἐκείνων, ἅτινα ἀπορρέουν ἐκ τῆς Βουλῆς, διὰ τῶν δηλώσεων τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Πᾶσα ἄλλη πρότασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή, διότι τὰ ἄλλα κριτήρια δὲν βασίζονται ἐπὶ οὐσιαστικῶν βάσεων.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κίνιας, ἔχει τὸν λόγον.
§149Δ. ΚΙΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλευρᾶ, πράγματι, εἶναι ἀξιοπρόσεκτος καὶ ἀπεδείχθη τοῦτο καὶ ἐκ τῶν διαφόρων ρητόρων, ἐξ ὅλων τῶν παρατάξεων, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀποδέχονται, ἄνευ ἐπιφυλάξεως. Ἄν δύο ἐξαιρέσεις ἐγένοντο, ἀπὸ τὸν σεβαστὸν κ. Μπακόπουλον, τὸν ὁποῖον πράγματι τιμῶ, καὶ κἄποιον ἄλλον, νομίζω, ὅτι τὸ σύνολον τῶν βουλευτῶν, ἔδωσε μεγάλην προσοχὴν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀλευρᾶ, ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς κρίσεις, ἀλλὰ ἐπὶ οὐσίας καὶ οὐσία εἶναι τὰ πρόσφατα παραδείγματα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν. Ἀνεφέρθησαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1956, τοῦ 1958, τοῦ 1963 καὶ αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1964. Δὲν εἶναι κρίσις, τὰ ἐπὶ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, δὲ λεχθέντα εἶναι οὐσία. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὀνόματα καὶ πρόσωπα, ἀλλὰ εἶναι οὐσιαστικῶς δεδομένον, ὅτι ἂν δὲν προσέξωμεν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀλευρᾶς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι παρουσιάζονται ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν πλεονεκτήματα σὲ κομματίδια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκπροσωποῦν οὐσιαστικῶς τὴν ἀνάλογον μερίδα τοῦ λαοῦ, ἀπὸ τὴν ἄλλην δὲ πλευρὰν κόμματα, τὰ ὁποῖα εἶχον 50% ἢ 40%, μειονεκτήματα, ὥστε νὰ μὴ ἐκπροσωποῦνται ὡς ἀρχηγοὶ κομμάτων αὐτοί, οἱ ὁποῖοι συμμετεῖχον εἰς αὐτά. Δὲν εἶναι, λοιπόν, κρίσις, δὲν εἶναι αἱ ἀκραῖαι ὑποθέσεις, εἶναι οὐσία αὐτὴ καὶ παρετηρήθη εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλευρᾶ πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ζορμπᾶς, δηλ. νὰ διαιροῦνται τὰ ψηφοδέλτια, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ συνδυασμὸς διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλεγομένων βουλευτῶν καὶ ἡ ἀναλογία ἑκάστου βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἐκ τοῦ πηλίκου, τῆς διαιρέσεως, νὰ πολλαπλασιάζεται ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν καὶ νὰ εὑρίσκεται ἔτσι τὸ 10%. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν μεγάλην προσοχὴν εἰς τοῦτο, διότι ἔν τινι μέτρῳ, θὰ παρείχετο οὕτω ἡ εὐκαιρία νὰ παρουσιάζωνται ἀρχηγοὶ κομμάτων μὴ ἐκπροσωποῦντες τίποτε. Ὅπως καὶ τὸ ἄλλο τρομερόν, νὰ παρουσιάζεται ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, κόμματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐκ δύο βουλευτῶν καὶ νὰ δίδωμεν εἰς αὐτὸν τὸν δεύτερον δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως π.χ. Ὀρθὴ εἶναι καὶ ἡ ἄποψις, ἄλλως τε, τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., τὴν ὁποίαν διετύπωσεν, ὡς διετύπωσεν καὶ πρέπει, νομίζω, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ἔχει τὸν λόγον.
§151Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ εἴπω, ὅτι ἔχει παραταθῆ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου περισσότερον τοῦ δέοντος καὶ νομίζω, ὅτι ἕνα τμῆμα τῆς συζητήσεως ἔχει καθαρῶς θεωρητικὸν χαρακτῆρα. Διότι ἡ ἀναζήτησις οὐσιαστικῶν κριτηρίων διὰ τὴν συμβολὴν ἑκάστου κόμματος εἰς τὴν ἐπιτυχίαν ἑνὸς συνδυασμοῦ, εἶναι ματαία. Διότι εἶναι δυνατὸν ἕνα μικρὸν κόμμα νὰ δώσῃ τὸν ἀέρα τῆς ἐκλογῆς προστιθέμενον εἰς ἕνα συνασπισμόν. Νὰ μὴ ἔχῃ, ὅμως, ἀρκετὰ ἰσχυρὰ στελέχη, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ ἀρκετοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι νὰ δηλώσουν, ὅτι ἀνήκουν εἰς αὐτό, χωρὶς τοῦτο νὰ σημαίνῃ, ὅτι δὲν ἔχει ἀρκετὴν συμβολὴν ὥστε νὰ δύναται διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ του νὰ ἐκπροσωπηθῇ. Αὐτά, ὅμως, εἶναι οὐσιαστικὰ κριτήρια. Δυστυχῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ οὐσιαστικὰ κριτήρια νὰ κρίνωμεν ἑκάστην περίπτωσιν. Ἐὰν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961 ὁ κ. Μαρκεζίνης συνέτεινεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἢ τὸ 1960 εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Ε.Ρ.Ε., ἢ τὴν ἀποτυχίαν της. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ. Ἑπομένως, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς γενικὰ μαθηματικὰ κριτήρια. Διότι, δυστυχῶς, ἡ Δημοκρατία στηρίζεται εἰς ἀριθμούς. Ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξε μία πρότασις τοῦ κ. Ἀλευρᾶ, ἡ ὁποία θεωρεῖται, γενικῶς, ὅτι εἶναι χρήσιμος, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ μέχρι τέλους. Νὰ ἐκτυπωθῇ — διότι ἡ προφορικὴ διατύπωσις ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἔθελξε καὶ εἰς τὴν ἔγγραφον νὰ ἴδωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἐλάττωμα — καὶ νὰ διανεμηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ αὔριον τὸ ἄρθρον 2. Διότι, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ γενικώτερον δεκτή.
§152Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι θεωρῶ, ἐπίσης, τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ἀλαβάνου, ὀρθοτέραν καὶ θὰ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὅτι οἱ ὑπὸ στοιχεῖα Α καὶ Γ ἀρχηγοί, αὐτοὶ μόνον ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζουν ἐκπρόσωπον εἰς τὴν θέσιν των. Συμφωνῶ μὲ τὴν εὐχέρειαν ἀναγνωρίσεως κόμματος ἐν τῇ Βουλῇ, λόγῳ μετακινήσεως βουλευτῶν, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι αὐτὸ κατ’ ἀνάγκην — ὑποτίθεται, ὅτι ἔτσι τὸ ἠννόησεν καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος — κατ’ ἀνάγκην δύναται νὰ γίνῃ μόνον καθ’ ὅσον συμπληροῦται ὁ ἀριθμὸς 15, δηλαδὴ τὸ 20% καὶ τὸ 10% τῶν ψήφων. Διότι, δὲν σημαίνει, ὅτι ἐφ’ ὅσον μετακινηθῇ ἕνας βουλευτής, μετεκινήθησαν καὶ οἱ ψῆφοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐξελέγη. Αὐτὰ τὰ δύο ἤθελον νὰ εἴπω.
§153Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐξετέθησαν πολλὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ἀλευρᾶ τροπολογίας, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς αὐτά, διὰ νὰ μὴ παρατείνεται ἡ συζήτησις. Πάντως, δὲν συμφωνῶ, παρὰ μόνον, ἐν μέρει. Σημειῶ, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εἰσάγεται εἰς τὸν Κανονισμὸν ὡς κριτήριον ἀναγνωρίσεως κόμματος, ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔλαβε κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ δυσχέρειαν ἡ περίπτωσις τῶν συνασπισμῶν. Ἡ γνώμη μου εἶναι, ὅτι καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἀλευρᾶ καὶ ὡς διατύπωσις τοῦ σχεδίου εἰσάγουν ἀπὸ ἓν τεκμήριον. Νομίζω, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὅτι τὸ τεκμήριον τοῦ κ. Ἀλευρᾶ εἶναι ἐγγύτερον πρὸς τὰ πράγματα καὶ δὲν θὰ εἶχα ἀντίρρησιν νὰ τὸ δεχθῶμεν. Ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμήν, θὰ εἶχα νὰ κάμω καὶ μίαν διευκρίνισιν, ὀφειλομένην εἰς τὴν εὐαισθησίαν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. κ. Π. Κανελλοπούλου. Μοῦ ἐτηλεφώνησε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὅταν ἔκαμε τὴν ἰδικήν του τροπολογίαν, ὡς πρὸς τοὺς ἀρχηγούς, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν τὸν ἀφεώρα προσωπικῶς, διότι ἔτσι ἐπίστευεν. Ἐσκέφθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ὡς Ἀρχηγὸς ὄχι μόνον τὸ 1946, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1963 καὶ τὴν σημερινὴν τοῦ 1964, καὶ ἑπομένως τὸν ἀφεώρα, καὶ θέλει ἐξ εὐαισθησίας νὰ ἀνακοινωθῇ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι εἶπεν μίαν ἀνακρίβειαν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀντίρρησις τοὐλάχιστον διὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. ὅσον ἀφορᾷ τοὺς διατελέσαντας ἀρχηγοὺς κομμάτων καὶ ἠμποροῦμεν νὰ τὴν διατυπώσωμεν οὕτω: «Ὅτι οἱ διατελέσαντες αὐτοτελῶς, βάσει κριτηρίων καὶ ἀναλογίαν εἰς προηγουμένην ἐκλογικὴν περίοδον, εἰς τρεῖς βουλευτικὰς περιόδους ἀρχηγοὶ κομμάτων, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος ἑκάστοτε Κανονισμοῦ».
§155Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αἱ διατάξεις τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος Κανονισμοῦ προέβλεπον, ὅτι οἱ διατελέσαντες ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἀρχηγοί. Ἑπομένως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὡς ἀρχηγὸν τὸν ἡγέτην 10 βουλευτῶν, βάσει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ, ἢ Πρωθυπουργὸν θὰ πρέπει νὰ ἀποσαφηνισθῇ, ὅτι αὐτὸ ἰσχύει διὰ τοὺς ἀρχηγούς, οἱ ὁποῖοι ἀνεγνωρίσθησαν ἀρχηγοὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόντων, ἂς εἴπω, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τῆς περιόδου, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει προηγουμένης περιόδου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς, ἑκάστης, ὑπῆρξεν αὐτοτελὴς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ. Νομίζω, περαιτέρω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀντίρρησις διὰ τὴν διαγραφὴν τῆς λέξεως «πολιτικῶν». Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀλευρᾶ, ἡ ὁποία ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο ὡς διατύπωσις, ἐπικρατεστέρα τῆς διατυπώσεως τοῦ κ. Ζορμπᾶ, ἂν καλῶς ἀντελήφθην τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς, θὰ ἐπρότεινα νὰ διατυπωθῇ ἐγγράφως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀλευρᾶ καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν διὰ τὴν ὁριστικὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ἐπίσης, ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀλαβάνου, τὴν ὁποίαν τὸν παρακαλῶ, νὰ διατυπώσῃ.
§157Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νὰ διατυπωθῇ, ὡς νέον, κ. Πρόεδρε, ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον μὲ τὰς προταθείσας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τρόπον τινά κατ’ ἀρχὴν δεκταὶ καὶ εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, βλέπομεν ἐὰν ἀνταποκρίνεται εἰς ὅσα εἴπαμε, ὥστε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, κ. συνάδελφε. Προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 3. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὁ κ. Κ. Καλλίας, ἔχει τὸν λόγον.
§159Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἀντίρρησις, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει.
§160Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν, ὅπως μοὶ ἐπιτραπῇ καὶ εἴπω ὀλίγας σκέψεις ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀλίγον συνδεδεμένον μὲ τὰ Καταστατικά, μὲ τὰ ὁποῖα ἠσχολούμην τελευταίως. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 3, λέγεται ὅτι «ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐκλέγεται δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας τοῦ συνόλου τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲ δὲν ἐπιτευχθῇ τοιαύτη, ἐπαναλαμβάνεται ἀμέσως ἡ ψηφοφορία, ὁπότε ἐκλέγεται οὗτος διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν». Ὑποθέτω ὅτι ὑπάρχει μία παράλειψις, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ παρεξήγησις, ὅπως ἐδημιουργήθη εἰς τὴν συνεδρίασιν μιᾶς τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν τῆς τελευταίας περιόδου καὶ συγκεκριμένως τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Καὶ προεκλήθη τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει ὅπως δὲν ὑπῆρξεν ἡ διατύπωσις περὶ ἀπαρτίας. Λέγεται εἰς ὅλα τὰ Καταστατικὰ καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι Καταστατικόν, καὶ διατυποῦται κατὰ προτεραιότητα, προκειμένου περὶ λήψεως ἀποφάσεως, ἡ διάταξις περὶ ἀπαρτίας. Ποία, ὅμως, ἀπαρτία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου μιᾶς ἐπιτροπῆς; Ὁ πρόεδρος μιᾶς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἐκλεγῇ, πρέπει νὰ λάβῃ τὸ ½ πλέον ἑνὸς τοῦ συνόλου τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἡ ἀπαρτία, συνεπῶς, πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Εἰς μίαν ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ὡς προανέφερον, συνέβη τὸ ἑξῆς περίεργον. Οἱ παρόντες ἦσαν 16. Ἔγινε κακὴ καταμέτρησις τῶν ψήφων καὶ διὰ νὰ εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογή, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι παρόντες 16, ὡς ἐπίσης καὶ οἱ ψηφίσαντες. Εἷς, ὅμως, ἐκ τῶν παρόντων, δὲν ἐψήφισεν. Ἀποκαλύπτεται κατὰ τὴν διαλογήν, ὅτι δὲν ἦσαν 16 τὰ ψηφοδέλτια, ἀλλὰ 15. Αὐτὰ τὰ 15 ψηφοδέλτια, εἶχον τὸν αʹ συνάδελφον ὡς πρόεδρον καὶ τὸν ὁμιλοῦντα ὡς ἀντιπρόεδρον. Λέγει, τότε, ὁ Γραμματεὺς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος παρίσταται, ὡς γνωστόν, καὶ ἐπιμελεῖται τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πρόεδρος κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν δὲν ἐξελέγη. Ἀλλ’ ἐξελέγη ἀντιπρόεδρος ὁ κ. Ἀλευρᾶς, διότι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι ὁ Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ Γραμματεὺς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκλέγεται διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας. Ἐξ αὐτοῦ τοῦ παθήματος, προκύπτει ἡ ἀσάφεια τῆς παλαιᾶς διατάξεως καὶ ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὴν παροῦσαν. Πρὸς κάλυψίν της, δέον νὰ προστεθῇ: «διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς Σῶμα, συμφώνως πρὸς τὴν προηγουμένην παράγραφον ἀπαιτεῖται ἀπαρτία τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁπότε ὁ μὲν Πρόεδρος ἐκλέγεται δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν μελῶν, οἱ δὲ Ἀντιπρόεδρος καὶ Γραμματεύς, διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας. Εἰς ἣν περίπτωσιν ὁ Πρόεδρος δὲν συγκεντρώσῃ τὴν τοιαύτην πλειοψηφίαν, ἡ ἐκλογὴ ἐπαναλαμβάνεται ἀμέσως, ὁπότε οὗτος ἐκλέγεται διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας τῶν παρόντων μόνον μελῶν. Ἂν θὰ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν πρέπει νὰ λάβῃ, κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν, τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός, ἀλλὰ τὴν σχετικὴν πλειοψηφίαν, ὡς οἱ λοιποί, τότε θὰ ἠμποροῦσε νὰ διατυπωθῇ ἡ διάταξις ὡς ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...». Νομίζω ὅτι ἡ διευκρίνισις αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητος καὶ διὰ νὰ λυθῇ ἐπὶ τέλους τὸ ἀμέσως προκῦπτον ἐρώτημα, ποία, δηλαδή, εἶναι ἡ ἀπαρτία τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν συγκρότησίν της εἰς Σῶμα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν ἀναβάλλεται διὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνεται ἀμέσως, διότι συνήθως καθυστεροῦν βουλευταὶ συντελοῦντες εἰς τὴν δημιουργίαν ἀναβολῆς. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ σαφεστέρα διάταξις, διατυπώσατε αὐτὴν καὶ θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§162Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ διατύπωσις, περὶ ἀπαρτίας, τὴν ὁποίαν προέτεινα. Διότι μὲ τὴν βραδύτητα ποὺ προσερχόμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲν καθορισθῇ τὸ θέμα τῆς ἀπαρτίας, τότε δὲν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐκλογὴ τοῦ οἱουδήποτε Προεδρείου, οἱουδήποτε Ὑπουργείου, ἐνῷ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς διατάξεως, ὁ παριστάμενος Πρόεδρος ἢ Ἀντιπρόεδρος, διαπιστώνων τὴν ἀπαρτίαν θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς Σῶμα. Νομίζω, ὅτι ἐὰν προστεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον θὰ διασφαλισθῇ περισσότερον ἡ διαδικασία συγκροτήσεως τῶν διαφόρων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ δὲν πρόκειται, κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ προηγηθοῦν αἱ γνωσταὶ καὶ εἰς ὑμᾶς παρερμηνεῖαι καὶ παρεξηγήσεις.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει δυσκολία νὰ τὸ διευκρινίσωμεν περισσότερον τὸ θέμα. Ἐὰν θέλετε νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος πλειοψηφία διὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§164Ι. ΑΛΕΥΡΑΣ. Ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ θεσπίζῃ διατάξεις προσηρμοσμένας πρὸς τὴν πραγματικότητα. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν προτεινομένην προσθήκην. Θὰ πρέπει δηλ. νὰ καθορισθῇ τὸ θέμα τῆς ἀπαρτίας ἀδιαμφισβητήτως.
§165Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἦτο διατυπωμένη ἡ διάταξις εἰς τὸν παλαιὸν Κανονισμόν, ἦτο φανερόν, ὅτι ἐπειδὴ καθιερώνει εἰδικὴν πλειοψηφίαν διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, ὁ ἀριθμὸς ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ ἐλάχιστον ὅριον πλειοψηφίας ἀποτελεῖ καὶ τὴν ἀπαρτίαν. Μόνον ἕνα ζήτημα δημιουργεῖ τώρα ἡ τροποποίησις, ἡ ὁποία προτείνεται ἐκεῖ ὅπου λέγεται, ὅτι ἐπαναλαμβάνεται ἀμέσως ἡ ψηφοφορία ἂν δὲν τύχῃ ὁ Πρόεδρος τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας. Αὐτὸ δύναται νὰ γεννήσῃ τὸ ἑξῆς ζήτημα. Ἐνῷ κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν προκύπτει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ψηφοφορίαν, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἄλλη διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ὁπότε κατ’ οὐσίαν θὰ γίνῃ καὶ ἡ ἐκλογὴ Προέδρου χωρὶς τὴν ὕπαρξιν τῆς εἰδικῆς ἀπαρτίας, ἀφοῦ δὲν θὰ ἀπαιτεῖται διὰ τὴν δευτέραν ἐκλογὴν εἰδικὴ πλειοψηφία. Κατόπιν αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ προστεθῇ, ὅτι ἡ ἀπαρτία διὰ τὴν ἐκλογὴν Προέδρου εἶναι τὸ ἥμισυ πλέον τοῦ ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, χωρὶς ν’ ἀλλάξῃ τίποτε ἄλλο.
§166Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ματαίως συζητοῦμεν. Περιέχει τὸ σχέδιον διάταξιν περὶ ἀπαρτίας. Ὅταν λέγῃ, ὅτι συζητεῖται μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ ἑνὸς τετάρτου καὶ ἀποφασίζῃ μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ ἑνὸς τρίτου, περιέχει τὴν διάταξιν, ὅτι μὲ αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν καὶ μὲ 10 παρόντας ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Ὑπάρχει μία ἐξαιρετικὴ περίπτωσις ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου, διὰ τὴν ὁποίαν χρειάζεται μείζων πλειοψηφία. Ἑπομένως εἶναι φανερόν, ὅτι καὶ τὸ ὅριον τῆς ἀπαρτίας εἶναι τοὐλάχιστον τόσον, ὅσον ἡ ἀπαιτουμένη μείζων πλειοψηφία, ἐφ’ ὅσον δὲν συγκεντρώσῃ τὸ σύνολον τῶν ψήφων κατὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτήν. Τούτου μὴ γενομένου ἐπαναλαμβάνεται μὲ τοὺς παρόντας ἐφ’ ὅσον κατὰ τὸ 4ον ἐδάφιον ἐπαρκῆ πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως νὰ εἶναι 10 παρόντες. Εἶναι ἑπομένως σαφῆ τὰ πράγματα καὶ νομίζω, ὅτι δὲν δημιουργεῖται κανένα θέμα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῆς πείρας, γνωρίζετε κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ σύνηθες συμβαῖνον εἶναι νὰ ἀπασχολοῦνται οἱ κ.κ. βουλευταὶ καὶ εἰς ἄλλας Ἐπιτροπάς, ὥστε ἡ καθυστέρησις, ἡ ἐπιβράδυνσις νὰ ὀφείλεται εἰς λόγους τεχνικοὺς ἐσωτερικούς. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμωμεν τροποποίησιν.
§168Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει λόγος καμμιᾶς τροποποιήσεως. Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις. Καὶ ἀπαρτία περιλαμβάνεται καὶ ἡ διαδικασία καὶ τὸ ποσοστὸν τόσον διὰ τὴν ἐκλογὴν ὅσον καὶ διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως. Καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον καὶ νὰ προχωρήσωμεν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἐπιμένει εἰς τὴν διατύπωσιν;
§170Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Δὲν ἐπιμένω, ἀλλὰ εἶπον τὶ ζήτημα δύναται νὰ προκύψῃ, ἐὰν μάλιστα ἐκρίνετο, ὅτι ἀντὶ οἱασδήποτε προσθήκης ἐγένετο ἡ διευκρίνισις, ὅτι ἔννοια τῆς ἐπαναλήψεως εἶναι, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πάντως ἀπαρτία, καὶ ἀπαρτία ὑπάρχει, ὅταν εἶναι 16 παρόντες ἤτοι ἀπόλυτος πλειοψηφία τότε ἴσως δὲν θὰ ἐχρειάζετο τίποτε ἄλλο. Νομίζω, ὅτι ὅσας ὀλιγωτέρας μεταβολὰς κάμωμεν, τόσον καλύτερον εἶναι. Δὲν ἔχω καμμίαν διάθεσιν νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν τροπολογίαν.
§171Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρόκειται νὰ κριθῇ ἡ νομοτεχνικὴ ἱκανότης τῶν βουλευτῶν ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος διέπει τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπογοητευθῇ κανείς. Διότι πρέπει ν’ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι δὲν ἔχει —ἂς περιορισθῶ νὰ εἴπω— συνοχὴν καὶ εἱρμὸν ἡ διάταξις τῆς ὕλης τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Καὶ θὰ ἔπρεπε μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ἐπακολουθήσῃ κἄποια κωδικοποίησις καὶ κατάταξις τῆς ὕλης κατὰ περιεχόμενον καὶ ἀντικείμενον διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἱρμὸν καὶ περιεχόμενον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ συνεζητήθη, κ. συνάδελφε, ἀπὸ τὴν διαρκῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὑπάρχει σχέδιον.
§173Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μετὰ τὴν γενικὴν αὐτὴν παρατήρησιν ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι ὅπως εἶναι διατυπωμένη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ συζητουμένου, νομίζω, ὅτι καλύπτει τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπαρτίας, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ εἰδικὴ διάταξις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως περαιτέρω διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐκλογὴ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δι’ ἐμὲ παραμένει κενόν, καὶ τὸ κενὸν αὐτὸ ὑπάρχει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ποὺ ὑπάρχει ὁ Κανονισμός, εἶναι τοῦτο: Πῶς ἀποφασίζει ἡ Βουλή, διότι βεβαίως εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Ἐπιτροπή, καὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν καὶ κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ συζητουμένου κειμένου, παρουσίᾳ τοῦ ⅓ τῶν μελῶν κλπ. οὐδαμοῦ ὅμως ὁρίζεται πῶς ἀποφασίζει.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀριθμοὶ ἐξυπακούονται.
§175Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου κλπ. γίνεται διὰ τῆς σχετικῆς πλειοψηφίας. Ἐκλέγεται ὁ Ἀντιπρόεδρος καὶ ὁ Γραμματεὺς δι’ ἀπολύτου πλειοψηφίας. Πῶς ἀποφασίζουν αἱ Ἐπιτροπαὶ ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητήσουν, ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου δηλαδὴ τῆς ἁρμοδιότητός των, δὲν ὁρίζει.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποτίθεται ὅτι ἐφαρμόζεται ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.
§177Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, νομίζω, ὅτι θὰ μπερδευθῶμεν. Διότι τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ συγκεντρώσῃ ἡ πρότασις τὰ ¾ τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου τῆς ἀπαρτίας.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀπαρτία ὁρίζεται.
§179Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀπαρτία ἔχομεν τὸ ⅓. Ἀπαρτία ἑπομένως ἀποτελοῦν 10 βουλευταὶ ἐπὶ ἀριθμοῦ 30 τῶν μελῶν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν κατ’ ἀναλογίαν τὰς διατάξεις περὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, τότε διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως πρέπει νὰ ἔχωμεν 7 ἢ 7½. Αἱ Ἐπιτροπαὶ ὅμως ἀποφασίζουν διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας, μὲ 6. Κατ’ ἐφαρμογὴν ποίας διατάξεως αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν λαμβάνονται δι’ ἁπλῆς πλειοψηφίας.
§180Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις, δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἀποφάσεως.
§181Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ θεωρηθῇ ὅτι πρέπει κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τὴν Βουλὴν.
§182Η. ΗΛΙΟΥ. Ἔστω, ἂς γραφῇ ρητῶς.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίζεται ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ συζητοῦν ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ¼ καὶ ἀποφασίζουν ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ⅓ τῶν μελῶν των.
§184Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἶναι σαφές, ὁρίζεται ἡ ἀπαρτία. Οἱ 10 θὰ ἀποφασίσουν. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ἀπόφασις.
§185Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχει ἀπαρτία μὲ τὸ ⅓. Διὰ νὰ ληφθῇ ὅμως ἀπόφασις πρέπει ὑπὲρ τῆς προτάσεως νὰ ψηφίσῃ τὸ τέταρτον. Προκειμένου περὶ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν δὲν καθορίζεται ποία διάταξις ἰσχύει. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐφαρμόζεται ἐδῶ κατ’ ἀναλογίαν σύμφωνα μὲ γενικὴν διάταξιν ποὺ ἰσχύει εἰς τὸν Κανονισμόν; Δηλαδὴ ἐπὶ κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν ἀποτελουμένων ἀπὸ 30 βουλευτὰς ἡ μὲν ἀπαρτία εἶναι ⅓. Προκειμένου ὅμως νὰ γίνῃ δεκτὴ μία πρότασις, θὰ πρέπει νὰ συγκεντρώσῃ τὸ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ, δηλαδὴ 7½. Αὐτὸ ἰσχύει ἢ ἰσχύει ἡ σχετικὴ πλειοψηφία δηλαδὴ 6. Αὐτὸ νομίζω εἶναι τὸ θέμα.
§186Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Αἱ Ἐπιτροπαὶ ἀποφασίζουν ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ⅓. Νὰ προστεθῇ διὰ τῆς πλειοψηφίας τῶν παρόντων.
§187Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Νὰ διατυπωθῇ οὕτως ὥστε νὰ ἀποφασίζῃ ἡ πλειοψηφία τῶν παρόντων.
§188ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3;
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ δεκτόν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 4.
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν. Τοῦ ἄρθρου 5 ζητεῖται ἡ ἀναβολή. Ἄρθρον 6. Ὁ κ. Ι. Κουτσοχέρας ἔχει τὸν λόγον.
§194Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκετὰ κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ συνεχίσωμεν εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§195Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία μου ἔρχεται ὡς προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ σχεδίου, ποὺ ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 15 τοῦ Κανονισμοῦ. Τόσον ὁ Κανονισμός, ὅσον καὶ τὸ πρὸς ψήφισιν σχέδιον, προβλέπουν ὅτι Βουλὴ συνέρχεται τὴν 11ην πρωϊνὴν ὥραν. Ἀποδίδεται, φαίνεται, ἰδιαιτέρα σημασία εἰς τὴν πρώτην τακτικὴν συνεδρίασιν. Ἀλλὰ κανείς, νομίζω, συνάδελφος δὲν θὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι τὸ σοβαρώτερο ἔργο τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Καὶ ὅτι αἱ συνεδριάσεις ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, θέλουν ἀμέριστον τὴν προσοχὴν καὶ ἔντονον τὴν προσπάθειαν τοῦ βουλευτοῦ νὰ παρακολουθῇ τὰς συζητήσεις, νὰ μορφώνῃ γνώμη, καὶ νὰ ἀποφαίνεται. Καί, ὅμως, αἱ συνεδριάσεις αὐταὶ εἶναι πολύωροι καὶ συνεχίζονται καὶ κατὰ τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας. Καὶ ἡ ψήφισις τῶν προτάσεων νόμων, γίνεται, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Καὶ τὰ μεταμεσονύκτια νομοθετήματα φέρνουν ἁδρὰ τὰ ἴχνη τῆς κοπώσεως καὶ τῆς ὑπνηλίας. Θὰ σᾶς μεταφέρω μερικὰς ἀπόψεις τοῦ Προέδρου τοῦ Δικαστηρίου Ἐφετῶν Παρισίων Μαρσὲλ Ρουσελέ, ὅπως μᾶς τὰς μεταδίδει εἰς ἀπανθίσματα, εἰς τὴν Ἐπιθεώρησιν Δημοσίου Δικαίου, ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας κ. Μιχαὴλ Στασινόπουλος: «Ἡ συνεχὴς — γράφει ὁ Γάλλος συγγραφεὺς — καὶ ἔντονος ἐγκεφαλικὴ προσπάθεια παρακολουθήσεως τῆς συζητήσεως καὶ μορφώσεως γνώμης, συνδυαζομένη πρὸς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀκινησίαν ὅλων τῶν μυῶν τοῦ σώματος, προκαλεῖ ἓν εἶδος προσκαίρου ὑπογλυκαιμίας, ἥτις καὶ συνοδεύεται ἀπὸ ὑπνηλίαν». Ἀπὸ ὑπογλυκαιμίαν καὶ ὑπνηλίαν, κύριοι συνάδελφοι!... Δὲν κομίζει, βεβαίως, γλαῦκα εἰς Ἀθήνας, ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν τῶν Παρισίων. Αὐτὰ τὰ γνωρίζομεν ὅλοι. Ὁ κυριώτερος λόγος τῆς ἀτελείας τῶν νομοθετημάτων εἶναι ὅτι ψηφίζονται τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας. Ὅταν, λοιπόν, προσδιορίζεται τακτὴ πρωϊνὴ ὥρα ἐνάρξεως τῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, πολλῷ μᾶλλον πρέπει νὰ ὁρίζεται τακτὴ διάρκεια καὶ περιωρισμένος ὁ χρόνος διαρκείας τῶν συνεδριάσεων τῶν ἀφιερωμένων εἰς τὸ νομοθετικόν μας ἔργον. Θὰ ἦτο, βεβαίως, ὀρθὸν αἱ συνεδριάσεις αὗται ν’ ἀρχίζουν τὸ πρωῒ καὶ νὰ τελειώνουν τὴν μεσημβρίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ φαίνωμαι τῶν ἄκρων, προτείνω, κύριε Πρόεδρε, αἱ προοριζόμεναι διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν συνεδριάσεις νὰ ἀρχίζουν εἰς τὰς 6 τὸ ἀπόγευμα καὶ νὰ τελειώνουν τὴν 10ην βραδυνήν. Εἰς ὅλως δὲ ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, νὰ παρατείνεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, πλὴν ὅμως οὐδεμία ἀπόφασις νομοθετικοῦ περιεχομένου νὰ λαμβάνεται μετὰ τὴν 10ην νυκτερινήν. Αὐτὰ ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἔχω, βεβαίως, τὴν δικονομικοκοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ποὺ ἔχουν ἄλλοι συνάδελφοι. Ἔχω ὅμως ζήσει, καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ἔντονον, τὰ κοινά. Καὶ παρακαλῶ, νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ ἰδιαιτέρως τὴν πρότασίν μου. Ἄλλωστε καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν ἄλλων Βουλῶν τοῦ κόσμου ὑπάρχουν ἀνάλογοι διατάξεις. Θὰ ἤθελα εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ μίαν ORDANNANCE, ἡ ὁποία ἀπηγόρευε εἰς τοὺς δικαστὰς νὰ συνεδριάζουν τὸ ἀπόγευμα καὶ ἡ ὁποία ἐκήρυττε ἐν πάσῃ περιπτώσει ἄκυρον ἐξ ὑπαρχῆς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἀπαγγέλλουσαν θανατικὴν ποινήν, ἂν ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐξεδίδετο τὸ ἀπόγευμα. Καὶ αὐτὰ διὰ τὴν νηφαλιότητα καὶ τὴν διαύγεια τῶν δικαστῶν ποὺ κρίνουν διὰ τὰ περιουσιακὰ ἢ τὴν προσωπικὴ ἐλευθερία ἑνὸς ἀτόμου. Ὅταν ὅμως, εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσα, λαμβάνωνται ἀποφάσεις νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ κρίνωνται εὐρυτέρας ἐκτάσεως καταστάσεις, δὲν νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ πρέπει νὰ τεθοῦν περιοριστικὰ μέτρα ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῶν συνεδριάσεων; Δὲν νομίζετε, ὅτι τοιούτου εἴδους ἀποφάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωνται τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας; Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῆς ἐκλογῆς τῶν Δημοτικῶν Ἀρχῶν, εἶχα προτείνει μίαν τροπολογίαν, ποὺ ἀπέβλεπε εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς καὶ συνθέσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς ἐν γένει δημοτικῆς διαρθρώσεως τῆς Πρωτευούσης. Ἦλθον μάλιστα ἐπὶ τούτῳ ἀπὸ τὸ Λονδῖνον νὰ τὴν ὑποστηρίξω. Παρέμεινα εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν μέχρι τῆς 4ης πρωϊνῆς καὶ ἀπετόλμησα νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου. Πλὴν ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν τὴν ἀπεδέχθη, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τῆς τροπολογίας, ὅπως εἶπε· προδήλως καὶ διότι ἦσαν σχεδὸν κενὰ τὰ ἑδώλια τῆς αἰθούσης. Τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο, κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖον, παρέμεινεν ἀτελές. Καὶ εἶναι ἀτελές, διότι ἀνήκει εἰς τὴν χορείαν τῶν μεταμεσονυκτίων νομοθετημάτων. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ ἄλλα νομοθετήματα.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου ἔχει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ ἀσφαλῶς οἱ κ.κ. συνάδελφοι τὴν γνωρίζουν. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§197Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον. Αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ παρατείνωνται πέραν τῆς 12ης νυκτερινῆς. Διότι τὸ φαινόμενον ποὺ παρουσιάζει ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν 12ην δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Περαιτέρω, κ. Πρόεδρε, ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἔχει διανεμηθῆ, ἀφορῶσα τὴν διανομὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Μέχρι τοῦδε ὁ Κανονισμὸς οὐδὲν ὥριζεν ἐπ’ αὐτοῦ, τοὐλάχιστον τώρα ὁρίζεται τὸ 24ωρον. Νομίζω, ὅμως, ὅτι καὶ τὸ 24ωρον δὲν εἶναι ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα. Πρέπει τοὐλάχιστον πρὸ 48 ὡρῶν νὰ διανέμεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἐὰν θέλωμεν οἱ βουλευταὶ νὰ ἔχουν τὸν χρόνον νὰ μελετήσουν τὰ νομοσχέδια. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπάρχουν τεχνικαὶ δυσχέρειαι. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω εἶναι, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γνωρίζῃ ὁ βουλευτὴς πρὸ 48 ὡρῶν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν διὰ νὰ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν μελετημένος.
§198Η. ΗΛΙΟΥ. Ἡ πρότασις, τοῦ κ. Βρανοπούλου, εἶναι ὀρθὴ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Τὸ 24ωρον δὲν εἶναι ἐπαρκές. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ γνωρίζῃ ἁπλῶς ὁ βουλευτὴς τὶ θὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ δίδεται εἰς τοῦτον ὁ χρόνος νὰ μελετήσῃ τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Ὅσον ἀφορᾶ, ὅμως, τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουτσοχέρα, δὲν εἶμαι καθόλου σύμφωνος καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ τὴν ἀποσύρῃ. Δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ προϋποθέσεις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰ Δικαστήρια ὅπου οἱ Δικασταὶ εἶναι καθηλωμένοι εἰς τὴν ἕδραν των. Τὰ ὅσα μᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κουτσοχέρας, εἶναι ἀληθῆ. Ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ Δικαστήρια ἰσχύουν. Ἐδῶ, κύριε Πρόεδρε, τροποποιοῦμεν τὸν Κανονισμόν, διότι διεπιστώθη, ὅτι ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἀρκετὸς διὰ νὰ παράγωμεν ὅσον ἔργον πρέπει νὰ παράγωμεν. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔχομεν τὰς συντμήσεις τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων, τὰ ὀκτάωρα κλπ. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνουν τοὺς 3 μῆνας κατ’ ἔτος καὶ ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀρχίζουν παρὰ τὴν 7ην βραδυνήν, τότε νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι δὲν παράγομεν ἔργον, ἐὰν θέσωμεν τὸν περιορισμόν, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. Κουτσοχέρας. Κύριε Κουτσοχέρα, εἶσθε νέος βουλευτὴς καὶ δὲν γνωρίζετε τὰς δυσκολίας εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων. Συνεπείᾳ τῶν δυσκολιῶν αὐτῶν ὅλη ἡ νομοθετικὴ ἐργασία συνωστίζεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς ὁποίας περιέχει τόσα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οἱ βουλευταὶ ὄχι μόνον δὲν προλαμβάνουν νὰ μελετήσουν, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ διαβάσουν. Ἀπεδείχθη, ὅτι κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ θὰ πρέπει νὰ ψηφίζῃ 500–600 νόμους. Φαντασθῆτε, λοιπόν, ὅτι ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου, τί θὰ γίνῃ. Ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀνταπεξέρχεται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις της καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ καταφεύγωμεν εἰς τὸ ἀντισυνταγματικὸν μέτρον τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Κουτσοχέρα, νὰ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του.
§199Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Ὁ κ. Ἡλιοῦ κάμνει κατάχρησιν, πράγματι, ἑνὸς περιστατικοῦ. Ὅταν ἐμφανίζεται ἕνας νέος, ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς θητείας, βουλευτής, τοῦ ἐνθυμίζει τοῦτο. Ἂς μὴ γίνεται χρῆσις καὶ κατάχρησις αὐτῆς τῆς ὑπομνήσεως. Ὅταν τὸ 1931, ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς παλαιᾶς Βουλῆς —ἔστω καὶ μὴ βουλευτὴς— ἐπρότεινα πρῶτος εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν θεσμὸν τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν καὶ ἐπέτυχα σχετικὸν ψήφισμα, θὰ τὸ ἐνθυμῆται ὁ σύνεδρος εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκείνην κ. Ἡλιοῦ. Φαίνεται, ὅμως, ὅτι ἔχει πάθει αὐτὸν τὸν ἐθισμόν, ὡς πρὸς τὴν νόσον, τὴν ὁποίαν διαπιστώνομεν καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι μόνον προκειμένου περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.....
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ὑπήρξατε ἀπολύτως σαφής, κ. Κουτσοχέρα.
§201Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ γίνῃ γνωστόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρέπει κἄποτε νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ συνεχῶς πρὸς τοὺς νέους βουλευτὰς ὑπόδειξις περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα, ἄλλωστε, εἶναι γνωστὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θεοδοσιάδης, ἔχει τὸν λόγον.
§203Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπω ὅτι ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἰσχύοντος σήμερον Κανονισμοῦ ἔχει διορθωθῆ, ἀλλὰ περιοριστικῶς μόνον, ὅσον ἀφορᾶ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Νομίζω ὅτι, πρῶτον, πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βρανοπούλου περὶ ἐπεκτάσεως κατὰ 24ωρον τοῦ χρόνου τῆς διανομῆς μέχρι τῆς συζητήσεως εἰς 48ωρον, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ὅταν πρόκειται περὶ Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφορῶν, ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων νομίζω ὅτι καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ τεθῇ ἕνα χρονικὸν ὅριον, καὶ ἂς μὴ εἶναι 48ωρον, ἂς περιορισθῇ εἰς 24ωρον. Εἶναι γνωστὸς εἰς ὅλους ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργάζεται σήμερον ἡ Βουλὴ λόγῳ μὴ ὁμαλοῦς λειτουργίας τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Οἱ βουλευταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι, καὶ ἰδίως οἱ βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ ἀπασχολοῦνται κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας εἰς ἐπισκέψεις τῶν διαφόρων Ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων.
§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κακῶς.
§205Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ δὲν γίνεται ἡ δουλειὰ τοῦ λαοῦ καὶ στέλλει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ Διδυμότειχον φέρ’ εἰπεῖν μίαν αἴτησιν καὶ ἡ Ὑπηρεσία δὲν ἀπαντᾶ ἐπὶ ἓν ἔτος; Δὲν θὰ πάῃ ὁ βουλευτὴς νὰ φροντίσῃ, ὥστε νὰ δοθῇ μία λύσις εἰς τὸ αἴτημα αὐτοῦ τοῦ πτωχοῦ πολίτου; Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα καὶ ὑποχρεώνουν τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἀπαντοῦν ἐπὶ τῶν αἰτημάτων τῶν πολιτῶν ἐντὸς τακτῆς καὶ εὐλόγου προθεσμίας, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ πολίτου νὰ πάῃ εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν καὶ νὰ ἀπασχοληθῇ καθ’ ὅλην τὴν πρωΐαν διὰ τὴν χορήγησιν, διὰ τὸν ἐξαναγκασμὸν τῆς Ὑπηρεσίας εἰς τὸ νὰ ἀπαντήσῃ εἴτε θετικῶς, εἴτε ἀρνητικῶς. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι αἱ πρωϊναὶ ὧραι διατίθενται ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ δι’ ἐπίσκεψιν Ὑπηρεσιῶν, πρὸς ἐπίλυσιν θεμάτων τῶν συμπολιτῶν του. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, καὶ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν, ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων νὰ διανέμεται καὶ αὐτή, τοὐλάχιστον 24 ὥρας πρὸ τῆς συζητήσεως αὐτῶν, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ὡρισμέναι ἀναφοραὶ καὶ ὡρισμέναι ἐρωτήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐπερωτήσεις εἶναι σημαντικαί, ἔχουν σοβαρὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ ἀναπτύξῃ ὁ ἐρωτῶν ἢ ὁ ἐπερωτῶν βουλευτὴς καὶ χρειάζεται μία προεργασία. Ἂν λοιπὸν λάβῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὁ βουλευτὴς ὀλίγας ὥρας προτοῦ ἀναχωρήσῃ διὰ τὸ βουλευτήριον, ὅπου πρέπει νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν, νομίζω ὅτι ὁ χρόνος εἶναι ἀνεπαρκής. Διὰ τοῦτο δέον νὰ τεθῇ διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἕνα χρονικὸν ὅριον ὑποχρεωτικῆς διανομῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Παρακαλῶ, ἑπομένως, ὅπως δεχθῆτε, κ. Πρόεδρε, ἂν ὄχι τὸ 48ωρον ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ 24ωρον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. Νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ φράσις «νομοθετικῆς ἐργασίας» καὶ νὰ τεθῇ «24 ὥρας χρονικὸν διάστημα διανομῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως μέχρι τοῦ χρόνου τῆς συζητήσεως». Ἐπίσης νομίζω ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Κουτσοχέρα διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐρωτήσεως εἶναι ὀρθά, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ἡλιοῦ διότι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἄνθρωπος καὶ αὐτὸς καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, ἀπεριορίστως νὰ ἀκούῃ τοὺς ὁμιλοῦντας. Ἐδῶ πηγαίνομεν εἰς μίαν διάλεξιν ἐπιστημονικοῦ περιεχομένου καὶ μετὰ ἀπὸ ὁμιλίαν μιᾶς ὥρας δὲν ἠμποροῦμεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ὁμιλίαν. Κατὰ ποίαν λογικήν, ἑπομένως, 10 ὥρας ἐδῶ οἱ βουλευταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσουν τὴν ἀνάπτυξιν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἶναι πολὺ σοβαρόν; Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ μέχρι τῆς 12ης ἢ τῆς 1ης πρωϊνῆς τοὐλάχιστον διότι ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάθωνται μετὰ τὴν 12ην καὶ νὰ ψηφίζωνται διατάξεις σοβαραὶ μὲ κενὰ τὰ ἑδώλια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ δυσμενῆ ἀπήχησιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν, ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, νομίζω ὅτι γίνεται ἐγκαίρως καὶ δὲν ὑπάρχει δυσκολία. Δυσκολία, ἴσως, ὑπάρξῃ διὰ τὸν ρυθμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἂν καθιερωθῇ τὸ 48ωρον, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Βρανόπουλος. Διότι ὅπως ἠξεύρετε ἕως τώρα, τὰ νομοσχέδια διανέμονται καὶ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Φοβοῦμαι ὅτι ἂν πᾶμε ἀποτόμως εἰς τὸ 48ωρον, θὰ ἔχωμεν δυσχέρειαν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§207Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. Βάλετε 24 ὥρας καὶ διὰ τὰ δύο.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Ὁ κ. Κουτσοχέρας ἀπέσυρε τὴν τροπολογίαν του, διὰ νὰ συζητηθῇ εἰς εὐθετώτερον χρόνον, ὅταν θὰ συγκροτηθῇ ἡ μεγάλη Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ συζητήσῃ τὸν Κανονισμόν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ λάβῃ μέρος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βρανοπούλου, ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν διατυπώνω εἶναι ὅτι θὰ μᾶς δυσχεράνῃ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἂν ἀποφασισθῇ ἡ διανομὴ τῆς Ἡμερησίας διατάξεως πρὸ 48 ὡρῶν. Ἕως τώρα δὲν εἴχομεν καμμίαν προθεσμίαν. Θὰ ἐπρότεινον νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς 24 ὥρας καὶ ἀργότερα βλέπομεν.
§209Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ ἐλέγχου δὲν ὑπάρχει θέμα. Ὁ πίναξ τῶν ἐρωτήσεων μᾶς παραδίδεται μὲ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὁλοκλήρου τῆς ἑβδομάδας. Προκειμένου περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὸν οὔτε τὸ 24ωρον. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι μὲν ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν ἀλλά, νομίζω, εἶναι ὑπὲρ τῆς διευκολύνσεως τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ὅτι ἐφ’ ὅσον ἀρχίζομεν τὴν Δευτέραν, ἀπὸ τὸ Σάββατον νὰ διανέμεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις διὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας. Καὶ νὰ γνωρίζῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπὸ τὸ Σάββατον ὅτι τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα θὰ ἔχῃ νὰ συζητήσῃ αὐτὰ τὰ νομοθετήματα. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἄνεσις εἰς τὸν ὁμιλητήν. Θὰ ὑποβοηθήσῃ εἰς τὴν προσέλευσιν, εἰς τὴν συμμετοχήν, εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν συμμετοχήν, ἡ ὁποία θὰ γίνεται κατόπιν μελέτης, καὶ ἑπομένως ἡ ὁμιλία θὰ εἶναι σύντομος. Ἂν μακρηγορῶμεν, τοῦτο γίνεται διότι δὲν ἔχει προηγηθῆ μελέτη. Ὅσα ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις κατόπιν μελέτης εἰς 10 λεπτά, ἄλλοι ὁμιλοῦν καὶ χρειάζονται τρία τέταρτα τῆς ὥρας. Ἑπομένως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα ἐπὶ τῆς βάσεως ὅτι ἠμπορεῖ τὸ Σάββατον νὰ ἔχωμεν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ διὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἂν εὐκολυνθῇ τὸ Προεδρεῖον, θὰ εὐκολύνῃ τὴν πλειοψηφίαν νὰ ψηφίζῃ ταχύτερον νομοθετήματα, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ γενικὸν ὄφελος, ὅτι θὰ πρόκειται περὶ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ψηφίζωνται κατόπιν μελέτης ἐκ μέρους τῶν κ.κ. βουλευτῶν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς εἰς τὸ παρελθὸν ἐτυποῦτο Ἡμερησία Διάταξις, ἡ ὁποία ἀνεφέρετο καὶ εἰς τὴν ἑπομένην ἡμέραν καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τρόπος νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἔγκαιρον πληροφορίαν τῶν κ.κ. βουλευτῶν.
§211Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλαχθῆτε νὰ λάβετε ἀπόφασιν κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν ποὺ θὰ συζητήσωμεν τὸν Κανονισμόν.
§212Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. ..... (Δὲν ἠκούσθη).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὰς 7 εἰς τὴν ἕδραν.
§214Ι. ΚΟΥΤΣΟΧΕΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὸν ἑαυτόν μου, παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι δὲν ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. Προτιμότερον εἶναι νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀπόρριψις ἐκ μέρους τοῦ Σώματος, διότι πιστεύω εἰς τὴν ὀρθότητά της.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅπως ἐπιθυμεῖτε. Δὲν ἔχω λόγον νὰ σᾶς δυσαρεστήσω. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 6;
§216ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου 6, περαιωθείσης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεως καὶ μένουν αἱ δύο τροπολογίαι τῶν συναδέλφων κ.κ. Κουτσοχέρα καὶ Βρανοπούλου. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§218ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 11.30′ μ.μ.)