1963.03.27
2.669 στίχοι · 19.648 λέξεις · 250 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73η
Τετάρτη 27 Μαρτίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μπριλλάκης ζητεῖ 20ήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Κεφαλογιάννης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Γραμματ.). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας. (Ὑπ. Συντονισμοῦ) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Διατάγματος 3627)1956 «περὶ ὀργανώσεως τῆς Ἐθνικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος» καὶ κυρώσεως α) τοῦ ἀπὸ 7)30.10.1958 Β. Δ. «περὶ διενεργείας α) γεωργικῆς ἀπογραφῆς καὶ β) ἀπογραφῆς τοῦ πληθυσμοῦ καὶ οἰκοδομῶν» καὶ β) τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 137)1960 Β. Δ. «περὶ ἀναβολῆς τῆς ἀπογραφῆς γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας καὶ διενεργείας ταύτης συγχρόνως μετὰ τῆς τοιαύτης πληθυσμοῦ καὶ οἰκοδομῶν». Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Παληός, Ν. Σκανδαλάκης καὶ Γ. Πλατῆς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Ν. Μπακόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Μπακόπουλος καὶ Χ. Παπασταύρου καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Παπαγεωργίου καὶ Α. Φιλιππίδης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Λιανουλόπουλος, Α. Γκελεστάθης, Μ. Μυριδάκης καὶ Ν. Λαμπρινάκος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Πιπῖνος, Α. Γκίλλας, Β. Μουράτογλου, Ι. Τζαμπάζης, Α. Δεληγιαννίδης, Γ. Ἀνδρεάδης καὶ Α. Φιλιππίδης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκσυγχρονισμοῦ τῶν ἀρτοποιητικῶν ἀδειῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων σχετικῶν μὲ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ ἀρτοποιητικοῦ ἐπαγγέλματος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Ἀντωνίου, Ε. Ματζαπετάκης, Γ. Καραγκιώζης, Ι. Παπαπέτρου, Α. Καρασπήλιος, Α. Δερδεμέζης, Α. Πάντος, Ι. Κεφαλογιάννης, Ν. Παπαγεωργίου, Π. Γαρουφαλιᾶς, Π. Βαρδινογιάννης, Γ. Μπακατσέλος, Ι. Γκλαβάνης, Ε. Μαλαμίδας, Ν. Ζορμπᾶς, Ν. Ἰντζές, Χ. Ρουχωτᾶς, Ε. Κοθρῆς καὶ Ν. Στειρόπουλος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Κλάδου Ὑγείας παρὰ τῷ Ταμείῳ Συντάξεων Μηχανικῶν καὶ Ἐργοληπτῶν Δημοσίων Ἔργων». Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς, κ. Ε. Σκορδίλης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Σιδηροδρομικῶν Πελοποννήσου Σ.Π.Α.Π., αἰτουμένου ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς, κ. Ε. Σκορδίλης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου τεχνιτῶν Μαγείρων καὶ Βοηθῶν Πειραιῶς, αἰτουμένου ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς, κ. Ε. Σκορδίλης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου ὑπαλλήλων Κρεοπωλείων Πειραιῶς, αἰτουμένου ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης, κ. Δ. Καρατζένης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κοινότητος Καλαμιᾶς Σπυρίδωνος Ξυλογιάννη, διαμαρτυρομένου διὰ τὸ ὑπὸ τοῦ ΟΓΑ καθορισθὲν μικρὸν ποσὸν ἀποζημιώσεως τῶν ἑσπεριδοπαραγωγῶν Ἄρτης. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς, κ. Ε. Σκορδίλης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Τουριστικοῦ καὶ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου Φρεαττύος «Ὁ Ξένιος Ζεύς», αἰτουμένου ἐπισκευὴν τῶν ἀπὸ μακροῦ χρόνου διακοπεισῶν ἐργασιῶν ἐκτελουμένων ἔργων τοῦ λιμενοβραχίονος τῆς Φρεαττύος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Καραγκιώζης διὰ τηλεγραφήματός του, αἰτεῖ ἀνάκλησιν ἐπιβληθείσης αὐξήσεως εἰσιτηρίου ἐπὶ ὑπεραστικῶν καὶ ἡμιαστικῶν Αὐτοκινήτων περιοχῆς Θεσσαλονίκης. Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Δ. Καρατζένης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κτηματιῶν Ἄρτης, Ἀναστασίου Πιτσίλη, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ὑπὸ ΟΓΑ καθορισθεῖσαν μικρὰν ἀποζημίωσιν πληγέντων ἑσπεριδοπαραγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ι. Κεφαλογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Χώνους, αἰτουμένου ἵδρυσιν Ταχυδρομικοῦ Γραφείου εἰς Νέαν Ἀξὼ (Γενῆ– Καββὲ) πρὸς ἐξυπηρέτησιν κατοίκων τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος καὶ τῆς περιφερείας αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Συνδέσμου Ἀγωνιστῶν Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ΕΔΕΣ–ΕΟΕΑ, αἰτουμένου υἱοθέτησιν τῶν ἐν τῷ ἀπὸ 17.3.63 ὑπομνήματι διαλαμβανομένων αἰτημάτων του ἤτοι διαφώτισιν τῆς διεθνοῦς γνώμης σχετικῶς μὲ τὴν συμβολὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως καὶ ψήφισιν τῆς σχετικῆς διὰ τοῦ Βʹ ψηφίσματος τῆς 23ης Ἰουλίου 1946 νομοθεσίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν Ἀγωνιστῶν Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. Ὁ βουλευτὴς Βοιωτίας κ. Α. Μπασιάκος καταθέτει τηλεγράφημα Ἐπιτροπῆς Ἰδιοκτητῶν φρεάτων Θηβῶν, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας χορήγησιν ἀδειῶν ἐνεργείας γεωτρήσεων εἰς τὴν πεδιάδα Θηβῶν χάριν ὀλίγων μεγαλοκτηματιῶν, οἵτινες θὰ καταστρέψωσι τὰ πολυπληθῆ ἰδιωτικὰ φρέατα καὶ θὰ ἀχρηστεύσωσι 5.000 στρέμματα ἀρδευομένων γαιῶν. Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων, ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 453)10.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Κελτεμλίδη καὶ Β. Ἐφραιμίδη σχετικῶς μὲ τὸ ἐκ τῶν δι’ αὐτῆς θιγομένων θεμάτων, ἀναγόμενον μὲ τὴν ἡμετέραν ἁρμοδιότητα τῆς στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν παραπηγματούχων Τούμπας Θεσσαλονίκης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ νὰ ἐξασφαλίσῃ ὑγιεινὴν καὶ πεπολιτισμένην κατοικίαν εἰς ἁπάσας τὰς εἰς παραπήγματα διαβιούσας δικαιούχους οἰκογενείας, ἐφαρμόζει εὐρυτάτης ἐκτάσεως στεγαστικὸν πρόγραμμα. Διὰ τοῦ προγράμματος τούτου, δι’ οὗ ἐπρογραμματίσθη ἡ στεγαστικὴ ἀποκατάστασις 3.500 οἰκογενειῶν, ἐξ ὧν 1.464 ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἀντιμετωπίζεται ἐν τῷ συνόλῳ ἡ στέγασις τῶν βάσει τῆς κειμένης Νομοθεσίας δικαιουμένων τοιαύτης παραπηγματοῦχων τοῦ Συνοικισμοῦ Τούμπας διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτοῖς διαμερισμάτων εἰς τὰς ἐν τῷ οἰκισμῷ «Φοίνιξ» Θεσσαλονίκης ἀνεγερθείσας πολυκατοικίας, ὡς καὶ οἰκοπέδων καὶ δανείων διὰ τοὺς ἐπιθυμοῦντας ἐξ αὐτῶν νὰ ἀποκατασταθῶσιν διὰ τοῦ συστήματος αὐτοστεγάσεως. Παραλλήλως πρὸς τὴν στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν εἰς τὸ ὡς ἄνω πρόγραμμα ὑπαγομένων οἰκογενειῶν, τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Συνοικισμοῦ, ἀντιμετωπίζεται ἡ ἐπὶ τόπου στεγαστικὴ ἀποκατάστασις, τῶν ἐγκατεστημένων εἰς ἀκίνητα τοῦ Ὑπουργείου, ἅτινα εἰς τὰ οἰκεῖα κτηματολόγια φέρονται ὡς οἰκήματα διὰ τῆς παραχωρήσεως τούτων αὐτοῖς καὶ τῶν αἰτησαμένων τὴν παραχώρησιν τῶν κατεχομένων ὑπ’ αὐτῶν οἰκοπέδων διὰ τὴν δαπάναις αὐτῶν ἀνέγερσιν κτιρίων. Ἐκ τῶν προεκτεθέντων σαφῶς συνάγεται, ὅτι τὸ θέμα τῆς στεγαστικῆς ἀποκαταστάσεως τῶν δικαιουμένων τοιαύτης κατοίκων τοῦ Συνοικισμοῦ Τούμπας Θεσσαλονίκης, ἀντιμετωπίζεται ἐν τῷ συνόλῳ του, ὡς ἐκ τούτου δὲ πᾶσα πρὸς οἱονδήποτε διαμαρτυρία ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, προέρχεται ἐκ μὴ δικαιωθέντων νόμῳ ἀποκαταστάσεως, ἤτοι ἐκείνων, οἵτινες ἀπεκλείσθησαν τοῦ τοιούτου δικαιώματος μετὰ κρίσιν εἰς πρῶτον μὲν βαθμὸν ὑπὸ ἐπιτροπῆς προεδρευομένης ὑπὸ ἀνωτέρου δικαστοῦ καὶ εἰς δεύτερον βαθμὸν ὑπὸ ἐπιτροπῆς προεδρευομένης ὑπὸ ἀνωτάτου δικαστοῦ, ἤτοι ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ διὰ τὴν κατηγορίαν ταύτην προβλέπεται ἡ καταβολὴ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως μέχρι 10.000 δραχμῶν δι’ ἀντιμετώπισιν δαπανῶν ἀλλαχοῦ μεταστεγάσεώς των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γρηγορίου. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4210 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Γρηγορίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, ἰατρεῖα διὰ τὴν ἰατροφαρμακευτικὴν περίθαλψιν τῶν ἀγροτῶν ἔχουν συσταθῆ καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν, εἰς περιοχὰς μᾶλλον ἀπομεμακρυσμένας τῶν ἀστικῶν κέντρων. Παρὰ ταῦτα, ὑφίσταται προοπτικὴ εὐθὺς ὡς ἐξευρεθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι πιστώσεις νὰ ἱδρυθῶσι καὶ τοιαῦτα εἰς ἀστικὰ κέντρα, εἰς ἃ εὑρίσκεται ἐγκατεστημένος ἀγροτικὸς πληθυσμός. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Καψάλη καὶ Γ. Μαύρου. Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῶν ἐν ἐπικεφαλίδι ὑμετέρων ἐγγράφων, δι’ ὧν διεβιβάσθησαν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 1484)5.2.63 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Καψάλη ὡς καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1550)15.2.63 τοιαύτη τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Γ. Μαύρου, περὶ τοῦ δημιουργουμένου κοινωνικοῦ προβλήματος ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τῶν εἰς ἃ διαμένουσι παραπηγμάτων, τῶν μὴ δικαιουμένων στεγάσεως, μεμονωμένων ἀτόμων καὶ τῶν ἐκπροθέσμως ἀσκησάντων τὸ πρὸς στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν δικαίωμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: 1. Μεμονωμένα ἄτομα. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ προγράμματος στεγάσεως τῶν εἰς παραπήγματα διαβιουσῶν οἰκογενειῶν διεκρίβωσεν, ὅτι μεταξὺ τούτων ὑφίσταται ἀριθμὸς μεμονωμένων ἀτόμων, ἅτινα δὲν ἐνέπιπτον ἀρχῆθεν (ἄρθρον 2 Ν. 6076)34, Ν. 2044)52) οὐδὲ σήμερον (Ν.Δ. 4176)61) ἐμπίπτουν εἰς τὸ πλαίσιον τοῦ ἐφαρμοζομένου στεγαστικοῦ προγράμματος. Ἐκ τῆς ἐν συνεχείᾳ γενομένης ἐπισταμένης κοινωνικῆς ἐρεύνης, διεπιστώθη, ὅτι ὡρισμένα ἐκ τῶν ἐν λόγῳ ἀτόμων, ἐνῷ ἐνεφανίζοντο μεμονωμένα, δὲν ἦσαν καὶ πράγματι τοιαῦτα, διότι εἶχον ἕτερα μέλη τῆς οἰκογενείας των (τέκνα, γονεῖς κλπ.) ἅτινα κατώκουν εἰς ἰδιόκτητα ἢ μίσθια οἰκήματα ἐκτὸς τῶν παραπηγμάτων, ἐξ ἄλλου δὲ ἕτερα τοιαῦτα ἐστεροῦντο συγγενῶν καὶ τῶν μέσων, ἵνα ἀντιμετωπίσουν ἐξ ἰδίων τὴν στέγην των. Διὰ τὴν δευτέραν ταύτην κατηγορίαν, προεβλέφθη διάταξις (παρ. 2 ἄρθρον τέταρτον Ν.Δ. 4176)61) δι’ ἧς παρέχεται ἐξουσιοδότησις, ἵνα διὰ τοῦ Β. Δ. ληφθῶσιν εἰδικὰ μέτρα περιθάλψεως καὶ προστασίας τῶν ἀτόμων τούτων. Κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς διατάξεως ταύτης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7)63 Β.Δ., δημοσιευθέντος εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 Φ.Ε.Κ. (τεῦχος Αʹ) συνεστήθη ἐν Θεσσαλονίκῃ Ἵδρυμα ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἵδρυμα Κοινωνικῆς Προστασίας Ὑπερηλίκων Ἀτόμων Θεσσαλονίκης», ὅπερ ἔχει ὡς σκοπὸν τῆς παροχὴν περιθάλψεως εἰς μεμονωμένα ἄτομα διαβιοῦντα εἰς παραπήγματα συνοικισμῶν τῆς περιοχῆς Θεσσαλονίκης περιλαμβανομένων εἰς τὸ κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 4176)61 πρόγραμμα στεγάσεως καὶ ἀποκλειόμενα τῆς δυνάμει τῶν αὐτῶν διατάξεων παρεχομένης στεγάσεως. Ἤδη μελετᾶται ἡ ἵδρυσις ὁμοίου Ἱδρύματος ἐν Ἀθήναις πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν μεμονωμένων ἀτόμων τῶν διαμενόντων εἰς παραπήγματα τῶν συνοικισμῶν τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης. Παραλλήλως πρὸς τ’ ἀνωτέρω, διὰ τὰ ἐκ τούτων ἄτομα τὰ ἔχοντα ἄμεσον ἀνάγκην προστασίας, ἡ Ἐλεήμων Ἑταιρεία Ἀθηνῶν (Γηροκομεῖον) ἀνέλαβε τὴν δωρεὰν περίθαλψιν μέχρι 15 ὑπερηλίκων ἀτόμων. Ἐξ ἄλλου, δὲν πρέπει νὰ παραλειφθῇ, ὅτι τόσον εἰς τὰ τελευταῖα ταῦτα ἄτομα, ὅσον καὶ εἰς ἐκεῖνα, ὧν οἱ οἰκεῖοι ἔχουν τὴν δυνατότητα τῆς περιθάλψεως αὐτῶν, προβλέπεται ἡ καταβολὴ ποσοῦ ἐξ 7.000 δραχμῶν (ἄρθρον πρῶτον Ν.Δ. 4176)61). 2. Ἐκπρόθεσμος ἄσκησις δικαιώματος. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀντιμετωπίζον τὴν κρίσιν τοῦ στεγαστικοῦ δικαιώματος τῶν ὑπαχθεισῶν εἰς τὸ πρόγραμμα παραπηγματούχων οἰκογενειῶν, καθώρισε μακρὰν προθεσμίαν ὑποβολῆς τῶν κατὰ νόμον δικαιολογητικῶν ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων, κοινοποιεῖ εἰς ἅπαντας σχετικὴν εἰδοποίησιν τόσον διὰ τὴν προθεσμίαν, ὅσον καὶ διὰ τὸ εἶδος τῶν ὑποβλητέων δικαιολογητικῶν ἣν ἐνυπογράφως παρέλαβον. Πλήν, ἔνιοι ἐκ τούτων, καίτοι παρέλαβον ταύτην, δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς αὐτὴν καὶ τοῦτο οὐχὶ ἐξ ἀγνοίας, ἀλλ’ ἐπὶ σκοπῷ ἀσκήσεως πιέσεως ἐπὶ τῆς Ὑπηρεσίας, ἵνα γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀξίωσίς των διὰ τὴν ἐπὶ τόπου στέγασίν των, πρᾶγμα ὅπερ κατ’ ἐπανάληψιν εἶχεν ἀναπτυχθῆ εἰς αὐτοὺς καὶ τοὺς ἐκπροσώπους των ὡς παντελῶς ἀνεφάρμοστον. Παρὰ ταῦτα, τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς διευκόλυνσιν καὶ τούτων ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐκ διαφόρων λόγων συνήντησαν δυσχερείας κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν δικαιολογητικῶν κατὰ τὴν προθεσμίαν ὑποβολῆς αὐτῶν πολὺ πέραν τῶν ἐπιτρεπομένων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος ὁρίων, εἰδικώτερον δὲ διὰ τὸν Συνοικισμὸν Πολυγώνου, ἐνῷ ἡ ταχθεῖσα προθεσμία ἔληγε τὴν 31 Αὐγούστου 1960, παρετάθη αὕτη διὰ σειρᾶς ὑπουργικῶν ἀποφάσεων μέχρι 31 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους 1962, ἤτοι ἐπὶ 2 ἔτη καὶ 4 μῆνας, ὥστε οὐδεμία δικαιολογία μὴ ὑποβολῆς των δι’ οἱονδήποτε λόγον νὰ εὐσταθῇ πλέον. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λοιποὺς μὴ ἀναγνωρισθέντας δικαιούχους στεγάσεως, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι τὸ δικαίωμα τούτων ἐκρίθη εἰς πρῶτον μὲν βαθμὸν ὑπὸ Ἐπιτροπῶν προεδρευομένων ὑπὸ ἀνωτέρων δικαστικῶν, εἰς δεύτερον δὲ βαθμὸν ὑπὸ Ἐπιτροπῆς προεδρευομένης ὑπὸ ἀνωτάτου δικαστικοῦ, ἡ δὲ μὴ ἀναγνώρισίς των ὡς δικαιούχων ὀφείλεται εἰς ὑψηλὸν εἰσόδημα, κατοχὴν ἀκινήτου περιουσίας, προγενεστέραν ἀποκατάστασιν κλπ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἰντζέ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3775)1.3.1963 ἐγγράφου ὑμῶν διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1643 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἰντζέ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς ὅπως πληροφορήσητε τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν ὑπάρχει εὐχέρεια ἐκ τοῦ ἰσχύοντος προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν ἔγκρισιν πιστώσεως πρὸς μεταστέγασιν τοῦ γραφείου ἐπιθεωρήσεως Σιντικῆς ἢ τὴν ἀνέγερσιν κτιρίου διὰ τὴν στέγασιν αὐτοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Φ. Μαύρου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 482)5.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1654 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Φ. Μαύρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὑμᾶς, ὅπως πληροφορήσητε τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι διὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν οἱ μαθηταὶ τῆς συνοικίας Παναγίας Γρηγορούσης Χαϊδαρίου, ἱδρύθη 2θέσιον σχολεῖον Ἀστυθέας Χαϊδαρίου, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἐλειτούργησε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, δεδομένου, ὅτι ἐλλείψει πιστώσεως δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ στέγασις αὐτοῦ εἰς μεμισθωμένον κτίριον. Ἐγκριθείσης ἤδη τῆς σχετικῆς πιστώσεως, πρόκειται συντόμως νὰ μισθωθῇ κατάλληλον κτίριον ἐν τῇ περιοχῇ ταύτῃ, διὰ νὰ λειτουργήσῃ τὸ σχολεῖον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Γ. Αὐγεροπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3143)18.2.63 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1563 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Γ. Αὐγεροπούλου, περὶ ἱδρύσεως δημοσίων σχολείων εἰς Καισαριανήν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως γνωρίσητε εἰς τοὺς ἐρωτῶντας κ.κ. βουλευτάς, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν σχολικὸν ἔτος ἱδρύθησαν δύο νέα Γυμνάσια πρὸς ἀποσυμφόρησιν τῶν ὑφισταμένων εἰς περιοχὴν Παγκρατίου Ζʹ ἀρρένων καὶ Δʹ θηλέων. Τὰ δύο νέα ταῦτα Γυμνάσια μέχρις ὁριστικῆς ρυθμίσεως τοῦ θέματος τῆς στεγάσεως αὐτῶν, συστεγάζονται προσωρινῶς μετὰ τῶν παλαιῶν, θὰ ἦτο δὲ δυνατὸν κατὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς ὁριστικῆς ἐγκαταστάσεώς των νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Καισαριανῆς διὰ τῆς πρὸς τὰ ὅρια τούτου ἐγκαταστάσεως ἑνὸς τοὐλάχιστον τῶν νέων Γυμνασίων. Ὡς πρὸς τὴν ἵδρυσιν δημοτικοῦ σχολείου εἰς Ἄνω Καισαριανήν, δὲν ὑπάρχει σχετικὴ πρότασις τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ περιφερειακοῦ Συμβουλίου Στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως, ἥτις ἀποτελεῖ, συμφώνως τῷ νόμῳ, ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν διὰ πᾶσαν περαιτέρω ἐνέργειαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3264)20.2.63 ὑμετέρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως, ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1584 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, γνωρίσητε αὐτῷ, ὅτι δι’ ἀποφάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συναδέλφων ἡμῶν διετάχθη τὴν 28.2.1963 ἡ καταβολὴ τοῦ μισθοῦ πασῶν τῶν ἡμερῶν τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς ἐκπαιδευτικοὺς λειτουργοὺς Μέσης καὶ Στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
ΙΙΙ) Τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1817 τῆς 20.3.1963 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἐρωτῶντα κ. βουλευτήν, ὅτι οὐδεμία νέα προσθήκη γίνεται εἰς τὸ τουριστικὸν Ξενοδοχεῖον Πάρνηθος. Ἡ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερομένη πτέρυξ ἔχει ἤδη ἀποπερατωθῆ καὶ ἔχει λειτουργήσει κατὰ τὸν παρελθόντα Σεπτέμβριον, ἀποτελεῖ δὲ τμῆμα τοῦ ὅλου ξενοδοχειακοῦ συγκροτήματος. Εἶναι τοὐλάχιστον πρόωρον νὰ χαρακτηρίζεται ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ ξενοδοχείου Πάρνηθος ὡς παθητική, ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ ξενοδοχεῖον τοῦτο λειτουργεῖ μόνον ἀπὸ 19 μηνῶν. Ἀφ’ ἑτέρου δέ, δεδομένου ὅτι ἀπευθύνεται κατὰ κύριον λόγον εἰς πελατείαν ἀλλοδαπήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζηται, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἱκανοποιητικὸς ρυθμὸς κινήσεως καὶ πελατείας εἰς τόσον βραχὺ χρονικὸν διάστημα. Ἡ κίνησις, ἀντιθέτως, τοῦ ξενοδοχείου προβλέπεται ἀσφαλῶς, ὅτι θὰ βαίνῃ αὔξουσα ἀπὸ τῆς μιᾶς τουριστικῆς περιόδου εἰς τὴν ἄλλην καὶ ὅτι κατόπιν τῆς παραλλήλως γενομένης διαφημίσεως, αἱ ἐκ τῶν προτέρων προβλεφθεῖσαι ζημίαι τῶν πρώτων ἐτῶν τῆς λειτουργίας του (τὸ βάρος ἄλλωστε τῶν ὁποίων φέρει ἡ ἀνάδοχος Ἑταιρεία) θέλουσι καλυφθῇ ἐκ τῆς ηὐξημένης κινήσεως καὶ ἑπομένως κερδῶν τῶν ἑπομένων ἐτῶν. Ἤδη, δυνάμεθα νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἐρωτῶντα κ. βουλευτήν, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν «κρατήσεων» ἰδίᾳ ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, διὰ τὴν ἐρχομένην τουριστικὴν περίοδον, ἡ κίνησις τοῦ ξενοδοχείου προοιωνίζεται πολὺ μεγαλυτέρα τῆς τοῦ παρελθόντος. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἐρωτήσεως, πληροφοροῦμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπεχρέωσεν «ἕνα Μετοχικὸν Ταμεῖον» νὰ ἀνοικοδομήσῃ ξενοδοχεῖον εἰς τὸ τετράγωνον Ἑρμοῦ–Νίκης–Μητροπόλεως καὶ Πλατείας Συντάγματος καὶ νὰ μισθώσῃ τοῦτο εἰς τὴν ἀνάδοχον τοῦ ξενοδοχείου Πάρνηθος Ἑταιρείαν ἀντὶ μισθώματος δραχμῶν 450.000 μηνιαίως. Ἡ πραγματικότης, ἐν προκειμένῳ, εἶναι ὅλως διάφορος. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τῶν Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων ἀκολουθοῦν τὸ προηγούμενον πολλῶν ἄλλων ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν, ἀπεφάσισεν ἤδη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1956 τὴν ἀνέγερσιν ξενοδοχείου ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω τετραγώνου, ἀποτελοῦντος ἰδιοκτησίαν του, διὰ τῆς ἀπὸ 18 Ὀκτωβρίου 1958 αἰτήσεώς του ἐζήτησε τὴν ἀποδέσμευσιν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὸ ξενοδοχεῖον κεφαλαίων, θεωρῆσαν τὴν τοιαύτην ἐπένδυσιν ἐξ ἀπόψεως οἰκονομικῆς ὡς καλυτέραν πάσης ἄλλης. Ἡ συνηγορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ πρὸς τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπὴν ἀπηυθύνθη τὴν 6ην Δεκεμβρίου 1958, ἡ δὲ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης περὶ ἀποδεσμεύσεως κεφαλαίων ἐλήφθη τὴν 13 Φεβρουαρίου 1959, ἤτοι εἰς χρόνον καθ’ ὃν ἡ ἀνέγερσις τοῦ ξενοδοχείου Πάρνηθος εὑρίσκετο εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐκσκαφῶν τῶν θεμελίων καὶ βεβαίως, ἡ ἀνάδοχος τοῦ Ξενοδοχείου ἑταιρεία δὲν εἶχε κἂν ἐμφανισθῆ ἐν Ἑλλάδι. Πολὺ βραδύτερον, μετὰ παρέλευσιν ἔτους καὶ πλέον ἡ μεγάλη ξενοδοχειακὴ ἑταιρεία SOCIETE POUR L’ EX-PLOITATION D'HOTELS A L'ETRANGER, ἥτις ἐκμεταλλεύεται ἕνα ἐκ τῶν μεγαλυτέρων καὶ μεγαλυτέρας κινήσεως ξενοδοχείων ἐν Ἑλβετίᾳ, ἐξεδήλωσεν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν μίσθωσιν τοῦ ὑπὸ ἀνέγερσιν ξενοδοχείου τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου καὶ ἦλθον ἐπὶ τούτῳ εἰς Ἀθήνας οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἑταιρείας ταύτης, Πρόεδρος καὶ Γενικὸς Διευθυντής, οἵτινες κατόπιν μακρῶν διαπραγματεύσεων μετὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, κατέληξαν εἰς τὴν ὑπογραφὴν συμβάσεως περὶ ἀναλήψεως ὑπὸ τῆς ἑταιρείας ταύτης τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ξενοδοχείου ἐπὶ μισθώματι, ὅπερ καθωρίσθη οὐχὶ εἰς μηνιαίως καταβαλλόμενον ποσόν, ἀλλά, ὡς συνήθως ὁρίζεται εἰς τὰς συμβάσεις μισθώσεως ξενοδοχείων, εἰς ποσοστὸν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ διανυκτερεύσεως. Καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἀνωτέρω Ἑλβετικῆς Ἑταιρείας εὑρίσκοντο ἐν Ἑλλάδι καὶ διεπραγματεύοντο μετὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων, ἡ διοίκησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ διεξήγαγε μετὰ τούτων διαπραγματεύσεις κεχωρισμένως ἀπὸ τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ Ταμείου, αἱ ὁποῖαι ἀπέληξαν εἰς τὴν συμφωνίαν μισθώσεως τοῦ ξενοδοχείου Πάρνηθος, ὑπογραφεῖσαν τὴν 25ην Ἰουλίου 1950. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1075)19.1.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας διάθεσιν οἰκοπεδικῆς ἐκτάσεως ἐν Δράμᾳ, διὰ τὴν στεγαστικὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀστέγων μελῶν τοῦ Συλλόγου τῶν Ἑλλήνων ὁμήρων ἐκ Βουλγαρίας τοῦ τελευταίου πολέμου. Ἡ ἔκθεσις ἐθεωρήθη ἀκατάλληλος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, διότι ρυμοτομεῖται. Ὁ εἰρημένος Σύλλογος ὑπέδειξεν ἑτέραν περιοχήν. Τὸ Ὑπουργεῖον Προνοίας ἐζήτησεν ἀπὸ τὰ περιφερειακά του ὄργανα νὰ ἐρευνήσουν κατὰ πόσον ἡ περιοχὴ αὕτη εἶναι κατάλληλος διὰ τὸν ἄνω σκοπόν. Ἀναμένει εἰσέτι ἀπάντησιν. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεώς των ἐκ τῶν βουλγαρικῶν ἐπανορθώσεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὐδεμία πρόβλεψις πρὸ τῆς ὁριστικῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 14 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4852)3704)19.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα ὑμῖν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου ὑπ’ ἀριθ. 1768 ἐρώτησις σχετικῶς μὲ χρηματοδότησιν τοῦ Δήμου Δράμας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: Τὰ ἀπὸ τετραετίας ἤδη διατιθέμενα κατόπιν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκ κεφαλαίων τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀπασχολήσεως καὶ Ἀσφαλίσεως Ἀνεργίας κονδύλια δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων πρὸς ἀπασχόλησιν ἀνέργων κατανέμονται μεταξὺ τῶν διαφόρων περιοχῶν τῆς Χώρας ἀναλόγως τῆς ὑφισταμένης ἐν αὐτοῖς ἀνεργίας. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου καὶ δεδομένου ὅτι τὸ ἐκριθὲν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 155)11.12.62 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν ὡς ἄνω σκοπὸν κονδύλιον τρεχούσης περιόδου εἶναι μειωμένον ἔναντι τῶν τοιούτων παρελθόντων ἐτῶν δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ κατ’ ἀρχὴν χρηματοδότησις τῶν διαφόρων Δήμων, Κοινοτήτων καὶ λοιπῶν φορέων ἐν οἷς καὶ ὁ Δῆμος Δράμας εἰ μὴ διὰ κονδυλίων μικροτέρων τοῦ παρελθόντος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Μαρτίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4650)15.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1740 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ ἀκόλουθα: Ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν διὰ τὴν καταπολέμησιν τῆς ἀνεργίας τῶν οἰκοδόμων ληφθέντων μέτρων ὅτι, τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον, ἐν τῇ μερίμνῃ του ὑπὲρ τῶν οἰκοδόμων λαμβάνει πάντοτε εἰδικὴν ὑπὲρ αὐτῶν πρόνοιαν, καὶ νῦν, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀναξιοπαθούντων, συνεπείᾳ τῶν δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν, ἀνέργων τοῦ κλάδου τούτου, ἐξέδωσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 18785)3469)63 ὡς καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 25074) 4524)63 τροποποιητικὴν ταύτην ὑπουργικὰς ἀποφάσεις «περὶ ἐκτάκτου ἐπιδοτήσεως τῶν ἀνέργων οἰκοδόμων τῆς Χώρας». Πέραν τούτων, διὰ τῆς ἀπὸ τετραετίας ἤδη παρεχομένης χρηματοδοτήσεως τῶν Δήμων, Κοινοτήτων καὶ λοιπῶν φορέων τῆς Χώρας, δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων πρὸς ἀπασχόλησιν ἀνέργων εὑρίσκει ἀπασχόλησιν σεβαστὸς ἀριθμὸς ἀνέργων ἐν οἷς καὶ οἱ οἰκοδόμοι, εἰς οὓς προσιδιάζει ἡ ὡς ἄνω ἀπασχόλησις. Διὰ τῆς ἐντὸς τῶν ἡμερῶν δὲ πραγματοποιηθησομένης κατανομῆς τῶν διατεθέντων διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 155)11.12.63 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκ κεφαλαίων τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἀπασχολήσεως καὶ Ἀσφαλίσεως Ἀνεργίας κονδυλίων, μεταξὺ τῶν διαφόρων περιοχῶν τῆς χώρας πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων τρεχούσης περιόδου, θὰ παρασχεθῇ ἐργασία εἰς πλείστους ἀνέργους οἰκοδόμους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς μειώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας πρὸς συνταξιοδότησιν παρὰ τοῦ Ι.Κ.Α. τῶν ἐπὶ μακρὸν ἀπασχολουμένων εἰς ἰδιαζόντως βαρέα καὶ ἀνθυγιεινὰ ἐπαγγέλματα, ὅτι, ἐζητήθη ὅπως τὸ ΙΚΑ χωρήσῃ βάσει δοθεισῶν αὐτῷ ὁδηγιῶν εἰς τὴν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως μελέτην τοῦ ὅλου θέματος μετὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐν ὄψει κυρίως τῶν δυνατοτήτων καλύψεως τῆς ἐπιβαρύνσεως τούτου, θέλουσι ἐξετασθῇ τὰ ληπτέα δυνατὰ μέτρα. Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς μειώσεως τοῦ πρὸς συνταξιοδότησιν ἀριθμοῦ ἡμερομισθίων ἀπὸ 4050 εἰς 2500, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι δυνατή, τὸ μὲν διότι αὔξησις ἐπέρχεται προοδευτικῶς αὐξανομένου τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἡμερομισθίων ἀνὰ 175, καθ’ ἕκαστον ἔτος ἀπὸ 1.1.1962 καὶ συνεπῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαιτουμένων πρὸς συνταξιοδότησιν ἡμερῶν ἐργασίας ἀνέρχεται τὸ 1962 εἰς 2675, τὸ 1963 εἰς 2850, τὸ 1964 εἰς 28 25 κ.ο.κ. μέχρι τὸ 1970, ὅτε ὁ ἀριθμὸς τούτων θὰ φθάσῃ τὰ 4050 τοιαῦτα, τὸ δὲ διότι τοιαύτη μείωσις θὰ ἀντέβαινεν εἰς βασικὰς ἀσφαλιστικὰς ἀρχὰς μὴ δικαιολογούσας τὴν μετὰ εἰκοσιπενταετίαν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τοῦ ΙΚΑ διατήρησιν τῆς πρὸς συνταξιοδότησιν προϋποθέσεως τῶν 2500 ἡμερομισθίων. Τέλος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως εἰς τοὺς οἰκοδόμους ἡμερῶν ἐργασίας ἐκ τῶν χαρακτηριζομένων ὡς ὑπὲρ ἀγνώστων προσώπων, ὅτι κατόπιν συσκέψεων εἰς ἃς ἔλαβον μέρος καὶ ἐκπρόσωποι τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ἐργατοτεχνιτῶν Οἰκοδόμων, ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 42702)Σ.1240)27.11.62 ἀπόφασις Ὑπουργοῦ Ἐργασίας δημοσιευθεῖσα εἰς τὸ 450 τεῦχος Βʹ 6.12.62 ΦΕΚ, δι’ ἧς ἐπῆλθον ὡρισμέναι ἐπὶ τὰ βελτίῳ ἀπὸ ἀπόψεως προϋποθέσεως τροποποιήσεις εἰς τὸ σύστημα ἀναγνωρίσεως τῶν ὑπὲρ ἀγνώστων ἡμερομισθίων συμφώνως καὶ πρὸς τὰς ἀπόψεις τῆς ὡς ἄνω Ὁμοσπονδίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4648)3492)15.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Ἀργολίδος κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι σύστασις τρίτης θέσεως δικ. ὑπαλλήλου εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ναυπλίου δύναται ν’ ἀντιμετωπισθῇ μόνον μετὰ τὴν διὰ νόμου αὔξησιν τοῦ συνολικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους, καὶ ἐν συναρτήσει πρὸς τὰς ἀνάγκας ὅλων τῶν Δικαστηρίων τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ θέσις κλητῆρος εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Λεωνιδίου κατηργήθη διὰ τοῦ Ν. 2500 μὴ ἐπανασυσταθεῖσα ἔκτοτε. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
VII) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4649)15.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1739 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἐν σχέσει μὲ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ταχ. Γραφείου Ἀλέας τοῦ Νομοῦ Ἀργολίδος ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Διὰ τοῦ ἀπὸ 11.5.1955 Β. Δ)τος, ΦΕΚ 126)20.5.55, συνεστήθη παρὰ τῇ Κοινότητι Ἀλέας Ταχ. Γραφεῖον Γʹ τάξεως. Μέχρι σήμερον δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ἐπάνδρωσίς του λόγῳ τῆς ὑφισταμένης μεγάλης ἐλλείψεως προσωπικοῦ. Ἤδη διὰ τοῦ καταρτισθέντος σχεδίου νόμου προβλέπεται ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ, μετὰ δὲ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισίν του, θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ τοποθέτησις παρὰ τῷ ὡς ἄνω Ταχ. Γραφείῳ Προϊσταμένου ὡς καὶ διανομέως, πρὸς ἔναρξιν τῆς λειτουργίας του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ. Ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4706)3583 ὑμέτερον ἔγγραφον δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1749 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι αἱ Ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ ἐπιλαμβάνονται αὐτεπαγγέλτως τῆς διώξεως πάσης παρανόμου πράξεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
IX) Τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη καὶ Σ. Ἠλιοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3665)27.2.63 ἐγγράφου ὑμῶν, ἐπὶ τῆς ἐν θέματι αἰτήσεως καταθέσεως ἐγγράφων καὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη καὶ Σ. Ἠλιοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι πλὴν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων, τὰ θέματα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς πιστοδοτήσεως μέσῳ τῶν διαφόρων πιστωτικῶν ὀργανισμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητοῦνται δημοσίᾳ. Ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐτηρήθη ὑφ’ ὅλων τῶν μεταπολεμικῶν Κυβερνήσεων, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δὲ ταύτης, εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν δὲν συντρέχει λόγος νὰ ἀποστῶμεν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ
Χ) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη. Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1663 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη πρὸς τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς Προεδρίας Κυβερνήσεως, Συντονισμοῦ, Βιομηχανίας, Γεωργίας καὶ Ἐργασίας διαβιβασθεῖσαν διὰ τοῦ ἀνωτέρω ἐγγράφου σας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θιγόμενον θέμα δημιουργίας γεωργικῶν βιομηχανιῶν εἰς τὴν περιφέρειαν Κύμης Εὐβοίας: α) Γενικῶς πρὸς ἵδρυσιν μιᾶς γεωργικῆς βιομηχανίας δέον νὰ ἐκδηλωθῇ τὸ ἐνδιαφέρον, δι’ ὑποβολῆς σχετικῆς αἰτήσεως πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἑνὸς φορέως τοῦ ἔργου συνεταιρισμοῦ ἢ ἰδιώτου κλπ. ἀναλόγως δὲ τῆς ὑπάρξεως φορέως καὶ τῶν συνθηκῶν ἑκάστης περιφερείας συντάσσεται τὸ πρόγραμμα τῆς ἱδρύσεως νέων καὶ ἐκσυγχρονισμοῦ παλαιοτέρων γεωργικῶν βιομηχανιῶν. Οὕτω διὰ τοῦ προγράμματος τοῦ ἔτους 1963 τῆς ΑΤΕ προεβλέφθη ἡ ἵδρυσις ἑνὸς συσκευαστηρίου ἑσπεριδοειδῶν καὶ ἑνὸς οἰνοποιείου εἰς Κάρυστον, ὁ ἐκσυγχρονισμὸς τῶν οἰνοποιητικῶν ἐγκαταστάσεων Χαλκίδος, ὡς καὶ ὁ ἐκσυγχρονισμὸς παντὸς ἐλαιουργείου, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐξεδηλοῦτο ἐνδιαφέρον ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου του. Ὡς πρὸς τὴν περιφέρειαν τῆς Κύμης οὐδεὶς φορεὺς ἔχει ἐκδηλώσει ἐνδιαφέρον διὰ γεωργικὰς βιομηχανίας. β) Διὰ τὸ ἐργοστάσιον κονσερβοποιήσεως κηπευτικῶν προϊόντων, ἵνα τοῦτο ἀποβῇ οἰκονομικῶς βιώσιμον, ἔχει ἀναγνωρισθῆ τὸ ἐνδεδειγμένον τῆς ἱδρύσεως μόνον μεγάλων βιομηχανικῶν μονάδων εἰς τὰ μεγάλα κέντρα παραγωγῆς κηπευτικῶν. Εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Κύμης ἡ κηπευτικὴ παραγωγὴ θεωρεῖται περιωρισμένη. γ) Ὡς πρὸς τὴν συκοπαραγωγήν, καίτοι ἐπανειλημμένως ἔχει ἀποφασισθῆ καὶ ἐνισχυθῆ ἡ προσπάθεια ἀνεγέρσεως ἑνὸς ἀπεντομωτηρίου μετ’ ἀποθηκῶν ἐπεξεργασίας σύκων, ἐν τούτοις λόγῳ τῆς διστακτικότητος τῆς ἀναλήψεως τοῦ ἔργου ἐκ μέρους τῶν συνεταιριστικῶν ὀργανώσεων, τὸ ἐν λόγῳ ἔργον δὲν ἔχει εἰσέτι πραγματοποιηθῆ, πάντως τὸ ὑφ’ ὑμᾶς Ὑπουργεῖον θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν πραγματοποίησίν του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ΧΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3993)8905)4.3.63 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1667)1.3.63 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη σχετικῶς μὲ κατασκευὴν λιμενίσκου εἰς περιοχὴν Μώλου τῆς νήσου Σκύρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ ἱκανοποίησις πλέον ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας εἰς λιμενικὰ ἔργα δὲν ἐπιτρέπει τὴν διάθεσιν οἱασδήποτε πιστώσεως ἐκ Δημοσίων Ἐπενδύσεων διὰ μικρᾶς σημασίας λιμενικὰ ἔργα ὡς τὸ προκείμενον (παρόμοια τοῦ ὁποίου εἶναι πάμπολλα καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειάν μας). Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ἀνωτέρου βασικοῦ λόγου, συμφώνως πρὸς τὰς κειμένας διατάξεις «περὶ Λιμενικῶν Ταμείων» δέον νὰ προηγηθῇ ἡ σύνταξις τῆς ἀπαιτουμένης μελέτης δαπάναις τοῦ οἰκείου Λιμενικοῦ Ταμείου καὶ κατόπιν νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ χορήγησις ἀναλόγου πιστώσεως, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχη δυνατότης διαθέσεως τῆς ἀπαιτουμένης πιστώσεως ἐκ τοπικῶν πόρων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Μαρτίου 1963.
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΓΚΙΚΑΣ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§6Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὑπάρχει καμμία ἀντίρρησις προκειμένου νὰ ἐπικυρωθῶσι ταῦτα;
§8Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς 15ης Μαρτίου—ἀπουσίαζον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Δευτέρας—καὶ διεπίστωσα μετὰ καταπλήξεως, ὅτι τὰ πρακτικὰ διωρθώθησαν ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Παπασταύρου κατὰ τρόπον τοιοῦτον ποὺ δημιουργεῖ προσωπικὸν θέμα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δημιουργεῖται προσωπικὸν θέμα ἐκ τῶν ἐπικυρωθέντων πρακτικῶν; Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐξηγήσητε εἰς τὶ συνίσταται τὸ προσωπικὸν θέμα.
§10Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Εἰς μίαν στιγμὴν τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Παπασταύρου ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ συναδέλφου κ. Βασιλάτου, σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τοῦ ὑπηρετοῦντος προσωπικοῦ εἰς τὸ Προξενεῖον τοῦ Μιλάνου, ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Παπασταύρου καὶ ἀπευθυνόμενος εἰς μίαν στιγμὴν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Ἀβέρωφ, προσεπάθησε νὰ μειώσῃ τὴν δρᾶσιν του κατὰ τὴν κατοχήν. Τότε ἠγέρθην καὶ τὸν ἠρώτησα νὰ μᾶς εἴπῃ τί ἔκαμεν ὁ ἴδιος κατὰ τὴν κατοχήν, ἐὰν ἠγόραζε σπίτια κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ ἐὰν ἔχῃ εἰς τὴν κυριότητα τῆς συζύγου του καὶ τῆς ἐξαδέλφης του ἀρτοποιεῖα. Παρευρίσκοντο πολλοὶ συνάδελφοι καὶ ἤκουσαν τὸ ξερὸ «ὄχι» ποὺ εἶπεν ὁ κ. Παπασταύρου. Τοῦ εἶπον ἐπιφυλάσσομαι νὰ προσκομίσω τὰ στοιχεῖα. Εἰς τὰ πρακτικὰ ἀνέγνωσα μετ’ ἐκπλήξεως, ὅτι προσετέθησαν ὡρισμέναι φράσεις μὴ λεχθεῖσαι ἀπὸ τὸν κ. Παπασταύρου, ὥστε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ὁμολογήσῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης τὸ ἔγραψεν εἰς τὰ πρακτικά. Τὸ «ὄχι» δὲν ἀναγράφεται. Ἀναγράφεται, ὅτι εἶχε σπίτι εἰς τὸν Πειραιᾶ τὸ ὁποῖον ἐπώλησε καὶ μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ ἠγόρασεν εἰς τὰ Ἰωάννινα ἕνα ἀκίνητον.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τοῦ Κέντρου). Τὸ εἶπεν αὐτό.
§12Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, νὰ γίνῃ παραβολὴ μὲ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Πέραν τούτου προχωρῶν εἶπεν, ὅτι ἂν ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος, πρέπει νὰ προσκομίσῃ τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν εἶπεν ὅτι ἂν εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος νὰ προσκομίσῃ τὰ στοιχεῖα, εἶναι προσωπικὸν θέμα.
§14Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Νομίζω, διὰ τὴν τάξιν, ἐπειδὴ διέκοψα τὸν κ. Παπασταύρου καὶ εἶπον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον, προκειμένου νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι εἶπον ἀνακρίβειας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσω αὐτὰ τὰ στοιχεῖα ἵνα μὴ διακινδυνεύσω νὰ χαρακτηρισθῶ διὰ τῆς κακοποιήσεως ποὺ ὑπέστησαν τὰ πρακτικὰ ὡς ἀνέντιμος ἄνθρωπος, ἂν δὲν τὰ καταθέσω καὶ διὰ τῶν ὁποίων οἱ ἰσχυρισμοί μου ἀποδεικνύονται ὅτι εἶναι ἀληθεῖς. Δι’ αὐτὸ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἂν δὲν εἶναι ἕτοιμος ὁ κ. Παπασταύρου νὰ ἀπαντήσῃ ἀπόψε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἐρχομένης Παρασκευῆς, ἐνῷ ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος ἀπόψε νὰ καταθέσω τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἰσχυρισμός μου, ὅτι εἰς τὴν κατοχὴν ἠγόρασε σπίτια εἶναι ἀκριβὴς καὶ ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἔχει ἀρτοποιεῖον εἰς τὸ ὄνομα τῆς συζύγου του καὶ τῆς πρώτης ἐξαδέλφης του, εἶναι ἰσχυρισμός, ὥστε νὰ χαρακτηρίζῃ τὸν κ. Παπασταύρου, ὡς τὸν ἐχαρακτήρισα, ὡς βουλευτὴν—ἐπιχείρησιν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, διότι, νομίζω, διὰ πρώτην φορὰν λαμβάνω τὸν λόγον, εἶμαι νέος ἄνθρωπος, γνωρίζετε τὴν σεμνότητά μου, οὐδέποτε ἔθιξα συνάδελφον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πρέπει νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον.
§15Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Πρόκειται περὶ προσωπικῆς ἐπιθέσεως, οὐχὶ ἐντίμου, διότι ἂν εἶχε τὶ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. συνάδελφος, τόσον διὰ τὴν συμπεριφοράν μου, κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς, ὅσον καὶ πρὸ τῆς κατοχῆς καὶ μετὰ τὴν κατοχήν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ὅλην μου πολιτείαν καὶ ὡς ἀνθρώπου καὶ ὡς ἐπιστήμονος καὶ οἰκογενειάρχου καὶ πολιτικοῦ ἐπὶ 30 χρόνια ποὺ τιμῶ τὸ Σῶμα αὐτό, ὤφειλε νὰ τὸ φέρῃ κανονικῶς καὶ οὐχὶ διὰ παρεμβάσεως εἰς ἐπικύρωσιν πρακτικῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω τὰ ἑξῆς: Ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ μίαν διακοπήν μου μοῦ ἐδόθη ὁ λόγος, λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξεστόμισε μίαν βαρεῖαν μομφὴν ἐναντίον μου, ὅτι ἐγὼ θίγω τὴν ὑπόληψίν του, πρᾶγμα ποὺ ἂν ἤθελα νὰ τὸ κάμω θὰ τὸ ἔκαμα ὅταν εἶχα εἰς τὰ χέρια μου ἐπίσημα ἔγγραφα— ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἴδῃ εἰς τὰ ἐπίσημα, εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ—ὅταν ἤμην Ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὰ τοῦ εἶπον. Καὶ παρενέβη ὁ κ. Σιῶζος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Τοῦ εἶπον, ὅτι ἂν ἤθελα νὰ θίξω τὸν κ. Ἀβέρωφ, εἶχον ἕνα ἔγγραφον ἐπίσημον καὶ θὰ ἠμποροῦσα νὰ τὸν στείλω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὁπότε θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι πολιτευτής, διότι θὰ εἶχε μίαν ἐκκρεμῆ κατηγορίαν. Ἀλλὰ παρεμβαίνει ὁ κ. Σιῶζος εἰς τὴν συζήτησιν τελείως ἀπροκάλυπτα καὶ μὲ θρασύτητα, ἡ ὁποία ἔχει ἐκτραφῆ εἰς τὰ μυστικὰ κονδύλια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπὸ τὰ ὁποῖα συντηρεῖται, καὶ λέγει τὰ ἑξῆς, εἶναι δὲ αὐτὰ κακοηθέστατα ἂν τὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐγώ, δηλαδή, κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς, ἐγὼ ὁ Χρῆστος Παπασταύρου κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς ἠγόρασα ἀκίνητα. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ λόγῳ τιμῆς, καὶ τὸ ἀναφέρω εἰς τὸ Σῶμα, τὸ 1941, εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἀνάγκην, ὄχι μόνον ἐδανείσθην ἀπὸ τὸν Σύλλογον 3.000 δραχμάς, στρατιώτης ὤν, ἀλλ’ εὑρισκόμενος εἰς ἀνάγκην νὰ συντηρήσω τὴν οἰκογένειάν μου, ἐπώλησα προικῷον εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ ἀπὸ τὸ ἀντίτιμον αὐτοῦ, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ κρατήσω, διότι ὑπῆρχεν ἀνυψωτικὴ δύναμις, ἐπῆρα ἕνα ἀκίνητον εἰς τὰ Ἰωάννινα, τὸ ὁποῖον ἠγόρασα, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζω. Ἐδῶ ἦτο ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν πωλητῶν καὶ τὸ ἠγόρασα ἀπὸ τὸ περίσσευμα τοῦ προικώου μου, τὸ ὁποῖον ἐπώλησα. Καὶ προκαλῶ τὸν κ. συνάδελφον νὰ μοῦ εἴπῃ ἂν ἔχω κάμει ἄλλην ἀγορὰν ἢ ἄτιμον πρᾶξιν εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ θράσος νὰ ἐκπέμπῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν βαρείας ὕβρεις. Ὅλη μου ἡ πολιτεία, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω, καὶ ὡς ἐπιστήμονος καὶ ὡς ἀνθρώπου καὶ ὡς πολιτικοῦ, ἡ ὅλη μου ἡ πολιτεία εἶναι λευκοτάτη. Καὶ προεκάλεσα κατ’ ἐπανάληψιν τὸν κύριον αὐτόν, ὁ ὁποῖος εἶναι τρόφιμος τῶν μυστικῶν κονδυλίων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν προεκάλεσα, κατ’ ἐπανάληψιν, ἂν τολμᾷ νὰ συστήσῃ Ἐπιτροπὴν Κοινοβουλευτικὴν νὰ ἐξετάσῃ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἰδική μου πολιτεία, ποία τοῦ κ. Ἀβέρωφ καὶ ποία ἡ ἰδική του καὶ κατὰ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον πολιτευόμεθα καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς κατοχῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς παραποιήσεως τῶν πρακτικῶν, ἂς πάρωμεν τὰ ἐστενογραφημένα νὰ τὰ παραβάλωμεν, διότι ὀλιγώτερα τῶν ὅσων ἐλέχθησαν διετυπώθησαν ἀπὸ τὰ πρακτικά. Καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει ὅτι δὲν ἐλέχθησαν, ὅλοι οἱ παρόντες συνάδελφοι τὸ ἐτόνισαν καὶ τὸ εἶπον, ὅτι ἐλέχθησαν. Ἴσως, λόγῳ τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἐνεφυλλοχώρησε, δὲν ἠκούσθησαν. Ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Εἶπον καὶ ἐτόνισα νὰ συσταθῇ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὴν πολιτείαν τὴν ἰδικήν μου καὶ τοῦ κ. Ἀβέρωφ καὶ τοῦ κυρίου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι κομπάρσος τοῦ κ. Ἀβέρωφ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν πρακτικῶν, ἐπειδὴ ὁ κ. Σιῶζος λέγει, ὅτι δὲν ἐλέχθησαν ὁ δὲ κ. Παπασταύρου λέγει ὅτι ἐλέχθησαν, δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις, παρὰ νὰ γίνῃ ἡ ἔρευνα ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ φέρωμεν τὸ θέμα εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν. Ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σιῶζος ἐπεκαλέσθη, ὅτι εἴπατε εἰς παρελθοῦσαν συνεδρίασιν ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνετε εἶναι ἀνέντιμον, δικαιοῦται ὁ καθ’ οὗ στρέφεται μία φράσις νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§17Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τὰ πρακτικὰ λέγουν «ἂν δὲν τὰ φέρετε δὲν θὰ εἶσθε ἔντιμος ἄνθρωπος». Αὐτὰ εἶπον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν λέγετε αὐτά, ὅτι ἂν δὲν τὰ φέρετε δὲν θὰ εἶσθε ἔντιμος ἄνθρωπος, ὁ κ. Σιῶζος ἐθεώρησε καθῆκον του, καὶ πᾶς τις θὰ τὸ ἐθεώρει, ἐθεώρησε καθῆκον του νὰ προσκομίσῃ τὰ χαρτιά.
§19Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Πρέπει, ὅμως, νὰ λάβω γνῶσιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὰ καταθέσῃ ὁ κ. Σιῶζος, θὰ λάβετε γνῶσιν καί, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ συζητήσωμεν τὸ θέμα εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν.
§21Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ὁ ἴδιος ἐζήτησε νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα καὶ τὰ προσεκόμισα. Τὰ στοιχεῖα ὑπάρχουν καὶ εἶμαι ἕτοιμος καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τὰ προσκομίσω.
§22Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Φέρετέ τα.
§23Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Εἶναι ἀστεῖον πρᾶγμα νὰ προσπαθῇ ὁ κ. Παπασταύρου νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλοίμονον ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς μου ὑποστηρίξεως.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Βαλτὸς εἶσαι.
§25Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Τὰ σπουδαῖα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς χεῖρας του ὁ κ. Παπασταύρου καὶ τὰ ὁποῖα ἐψιθύριζεν εἰς τοὺς συναδέλφους, ἀπεδείχθησαν ὅτι ἦσαν τόσον χιλιοτυπωμένα καὶ τόσον χιλιογραμμένα καὶ δὲν προεκάλεσαν καμμίαν ἐντύπωσιν. Αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Πέραν τούτου, εἶπεν, ὅτι ὁμιλῶ περὶ μυστικῶν κονδυλίων. Γνωρίζω τὴν ἀδυναμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὰ κονδύλια. Ὡμίλησε καὶ περὶ θρασύτητος καὶ ἄλλων χαρακτηρισμῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀπευθυνόμενοι πρὸς ἕνα νέον βουλευτήν, εἶναι ἀπαράδεκτοι. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐδημιουργήθη προσωπικὸν θέμα. Ἀπουσίαζα. Ὄχι παρεποίησεν, ἀλλὰ ἐκακοποίησε τὰ πρακτικά. Ἂν δὲν εἶναι ἕτοιμος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ καταθέσω τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω, εὐχαρίστως τὴν Παρασκευὴν ποὺ ὑπάρχει ἔλεγχος θὰ τὰ καταθέσω.
§26Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τώρα νὰ τὰ καταθέσῃ.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς μὲν τὸ θέμα τῶν πρακτικῶν, περὶ τοῦ ἂν παρεποιήθησαν ἢ ὄχι δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις, παρὰ νὰ κάμωμεν τὴν παραβολὴν ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα καὶ αὐτὸ θὰ γίνῃ κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, πιθανώτατα τὴν Παρασκευήν. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν, ὁ κ. Παπασταύρου τὸ ἀρνεῖται. Σεῖς λέγετε, ὅτι ἔχετε τὰ ἔγγραφα. Καταθέσατε τὰ ἔγγραφα, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις μαζὶ μὲ τὸ ἄλλο θέμα, τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν Κοινοβουλευτικοῦ Ἐλέγχου.
§28Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Τὰ ἔγγραφα θὰ τὰ καταθέσω τὴν Παρασκευήν. Δὲν πρόκειται περὶ μυστικῶν ἐγγράφων, πρόκειται περὶ στοιχείων διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ ἀγορὰ ἐπὶ κατοχῆς τοῦ μεγάρου ἀπὸ τὸν κ. Παπασταύρου καὶ ἡ ἄδεια τοῦ ἀρτοποιείου ποὺ τὸν μετέβαλεν εἰς βουλευτὴν ἐπιχείρησιν. Αὐτὰ τὰ πράγματα πρέπει νὰ τὰ ἀναπτύξω διὰ νὰ διαφωτισθῇ τὸ Σῶμα. (Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι—διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Ἐάν, ὁ κ. συνάδελφος, τὰ ἀμφισβητῇ αὐτά, θὰ ἔχῃ τὸν χρόνον, ὅταν ἐγὼ θὰ καταθέσω τὰ στοιχεῖα, νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν πρόκειται περὶ πραγματικῶν ἀποδεικτικῶν στοιχείων ἢ ψευδῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπασταύρου ἔδωσε μίαν ἀπάντησιν εἰς αὐτά. Ἐὰν ἔχετε τὰ ἔγγραφα, σᾶς παρακαλῶ νὰ τὰ καταθέσητε τώρα.
§30Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Σᾶς ἐξήγησα τὶ ἔγγραφα κατέχω. Πρέπει νὰ τὰ ἀναπτύξω. Δὲν κατέχω συμβάσεις, δὲν κατέχω στοιχεῖα ἐπίσημα, κατέχω ἀριθμοὺς καὶ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφέρω εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς. Ἐὰν θέλετε αὐτὴν τὴν στιγμήν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου. Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ θορυβῆτε.
§32Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Θὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος..... (θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆστε εἰς τὴν θέσιν σας, κύριε Ἀγγελούση.
§34Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ...... (θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθῆστε κάτω παρακαλῶ.
§36Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. ... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος) .....
§37Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον παρακαλῶ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτοῦ τοποθετήσει τὸ Προεδρεῖον τὸ θέμα θέλετε νὰ δημιουργήσητε ἐντυπώσεις;
§39Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς δημιουργεῖτε εἰς τὴν Βουλὴν θόρυβον. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ στάσις σας.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε τὸ Προεδρεῖον νὰ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Σιῶζος ἔθεσεν ἕνα θέμα καὶ ἐζήτησα, ἐφ’ ὅσον ἔχει τὰ χαρτιά, νὰ τὰ καταθέσῃ ἀμέσως. Διατί διαμαρτύρεσθε; Κύριε Σιῶζο, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ἔχετε συμβόλαια ἢ ἐπίσημα ἔγγραφα νὰ τὰ καταθέσετε καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις θὰ τὰ ἀναπτύξητε. Διότι, ἐφ’ ὅσον θέτετε ἓν ζήτημα ἠθικῆς τάξεως δι’ ἕνα συνάδελφον, ἔχετε καθῆκον νὰ τὰ καταθέσητε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις.
§41Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖρας μου ...... (θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ζητῶ νὰ τὰ καταθέσητε.
§43Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ σᾶς ἐξηγήσω. (Θόρυβος—κωδωνοκρουσίαι).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι σαφὲς καὶ ἡ ἐρώτησις τὴν ὁποίαν σᾶς θέτω εἶναι ἐπίσης σαφής. Ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχετε τὰ ἔγγραφα αὐτά, παρακαλῶ νὰ τὰ καταθέσητε ἀμέσως καὶ ἡ ἀνάπτυξις, ἂν χρειάζεται ἀνάπτυξις, θὰ γίνῃ ὅταν γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν. Ἐὰν δὲν τὰ ἔχετε αὐτὴν τὴν στιγμήν, τότε δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§45Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖρας μου δὲν εἶναι ἔγγραφα, εἶναι στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀντέγραψα ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Αὐτὰ εἶναι εἰς τὸν φάκελλον τοῦ κ. Παπασταύρου. Δὲν πρόκειται περὶ ἐγγράφων ἐπισήμων, πρόκειται περὶ στοιχείων, περὶ ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους γνωρίζει ὁ κ. Παπασταύρου.
§46Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Εἴπατε ψέματα, ὅτι τὰ ἔγγραφα τὰ ἔχετε εἰς τὰς χεῖρας σας.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχομαι, ὅτι κατόπιν τῆς ἐξηγήσεως ποὺ ἐδώσατε αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχετε τὰ ἀντιγράψατε ἀπὸ ἄλλα στοιχεῖα. Νὰ δώσητε σήμερον τοὺς ἀριθμοὺς αὐτῶν τῶν ἐγγράφων καὶ μεθαύριον θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§48Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Νέοι ἄνδρες, νέα ἤθη.
§49Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρόν. Εἶμαι νέος βουλευτὴς καὶ σᾶς ζητῶ τὸν λόγον διὰ πρώτην φορὰν καὶ μὲ πιέζετε .........
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς πιέζω. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἶσθε νέος βουλευτὴς καὶ ἐγὼ εἶμαι παλαιότερός σας, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐπικαλεῖσθε ὡρισμένα στοιχεῖα νὰ τὰ καταθέσητε καὶ θὰ ἔχητε τὴν εὐχέρειαν τὴν Παρασκευὴν νὰ τὰ ἀναπτύξητε.
§51Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Λυποῦμαι διότι δημιουργοῦνται τοιαῦτα ζητήματα προσωπικὰ μεταξὺ τῶν συναδέλφων. Δὲν εἶναι ἐπ’ ὠφελείᾳ κανενὸς καὶ εἶναι προφανὲς ὅτι εἶναι ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἀπὸ κανέναν ἄλλον ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ βουλευτὴς θὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις του.
§52Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίας ἀπόψεις;
§53Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ καταθέσῃ ἕνας βουλευτὴς ἔγγραφα διότι τὰ ζητεῖ τὸ Προεδρεῖον. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐκφράζω τὴν λύπην μου διότι ἐδημιουργήθη μία τοιαύτη κατάστασις.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σιῶζο, νὰ καταθέσετε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων καὶ θὰ τὰ ἀναπτύξητε τὴν μεθεπομένην συνεδρίασιν.
§55Κ. ΣΙΩΖΟΣ. ............ (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§56Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι. Κύριε Σιῶζο, ἐὰν δὲν ἔχετε τὰ ἔγγραφα νὰ ἀναφέρετε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὴν Παρασκευὴν θὰ ἔχετε τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀναπτύξητε τὸ θέμα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§58Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπιβάλλετε τὴν τάξιν;
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε νὰ κάμω;
§60Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Νὰ τὸν καθήσετε κάτω.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν κάθησα κάτω.
§62Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ζητεῖτε........ (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Κατηγόρησα τὸν κ. Παπασταύρου........ (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι).
§63Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σιῶζο, παρακαλῶ νὰ εἴπητε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων.
§65Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἔχει ὁ κ. Παπασταύρου.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις διὰ μεθαύριον. Ὅταν θέλετε νὰ κατηγορήσητε ἕνα ἄνθρωπον, θὰ πρέπει νὰ φέρετε τὰ στοιχεῖα, ἄλλως δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον.
§67Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Τοὺς ἀριθμοὺς θὰ τοὺς ἀναφέρω, ἀλλά, κ. Πρόεδρε, ὑποχρεοῦσθε νὰ ἐπιβάλλετε τὴν τάξιν.
§68Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπιβάλλετε τὴν τάξιν.
§69Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Νὰ μᾶς φέρῃ τὰ ἔγγραφα ποὺ εἶπεν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μᾶς δώσετε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων.
§71Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Εἶπεν ὅτι ἔχει ἔγγραφα. Μᾶς εἶπεν ὅτι θὰ καταθέσῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα. Ποῦ εἶναι τὰ στοιχεῖα του;
§72Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω τοὺς ἀριθμούς. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ὅτι ἠγόρασεν...
§73Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ δεχόμεθα ἔτσι. Ἢ εἶπεν ἀλήθεια ἢ εἶπε ψέμματα. Εἶπεν, ὅτι τὰ ἔχει ὅλα. Θὰ τὰ καταθέσῃ, ἄλλως εἶπε ψέμματα εἰς τὴν Βουλήν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὅταν καταθέσῃ τοὺς ἀριθμούς, δὲν θὰ ἀνακύψῃ περαιτέρω συζήτησις σήμερον.
§75Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπε ψέματα εἰς τὴν Βουλήν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμε νὰ τὸ ξεύρωμεν ἀκόμη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§77Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει ἔγγραφα καὶ ἀποκαλύπτεται ὅτι δὲν τὰ ἔχει.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, καθήσατε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§79Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί κτυπᾶτε τώρα τὰ κουδούνια; Δὲν διευθύνετε καλῶς τὴν συνεδρίασιν.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Ὑπάρχει Κανονισμός, ὁ ὁποῖος λέγει πότε ὁμιλεῖ ἕνας βουλευτής. Κύριε Σιῶζο, μόνον τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων θὰ μᾶς δώσετε;
§81Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Νὰ σᾶς διαβάσω: «Ὁ κ. Χ. Β. Παπασταύρου, δικηγόρος, κάτοικος Ἀθηνῶν... (ἀναγινώσκει)...».
§82Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εἶπεν ὅτι ἔχει ἔγγραφα. Νὰ τὰ καταθέσῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἂν τὰ ἔχῃ, ἄλλως λέγει ψέματα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφε, καθῆστε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ὁ κ. Παπασταύρου, ὁ ἴδιος ἔχει κάθε λόγον νὰ ἰδῇ τὶ εἶναι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ ἀπαντήσῃ.
§84Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς μεμφόμεθα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ διαμαρτύρεσθε; Ἀφήσατε νὰ ἀκούσετε τοὺς ἀριθμούς. Ἐγὼ νομίζω ὅτι προσπαθῶ ἡ μεθαυριανὴ συζήτησις νὰ εἶναι κατωχυρωμένη καὶ διὰ τὰς δύο πλευράς. Ἀλλὰ σεῖς διατί διαμαρτύρεσθε;
§86Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κάμνω, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἑξῆς παρατήρησιν καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν σημειώσητε καὶ ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ τακτική, δώσατέ του τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρῃ ὅ,τι θέλει. Ἐγὼ εἶμαι ἕτοιμος, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ ἀπαντήσω, διότι εἶμαι λευκότατος. Ἀλλὰ ἐδήλωσεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ κ. Προέδρου, ὅτι ἔχει τὰ ἔγγραφα ἕτοιμα νὰ τὰ καταθέσῃ. Αὐτὰ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐπὶ κατοχῆς ἔκαμα ἀγορὰς καὶ τοῦ ἐτόνισα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐπώλησα κτῆμα προικῷον καὶ ἠγόρασα σπίτι χωρὶς νὰ τὸ ξεύρω εἰς τὰ Ἰωάννινα, τὸ ὁποῖον ἐπέστρεψα τὸ 1948, καὶ ἐπῆρα ἐν ὅλῳ, τί νομίζετε, κ. Πρόεδρε,.... διὰ νὰ ἰδῆτε τὶ λέγει ὁ ἀναιδέστατος...
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ λέγετε. Ὁ κ. Σιῶζος, αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ δώσῃ ἀκριβῶς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη καὶ μεθαύριον θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις καὶ ὁ κ. Παπασταύρου θὰ ἀπαντήσῃ καὶ ὁ κ. Σιῶζος θὰ ἀναπτύξῃ. Θὰ καταθέσῃ τοὺς ἀριθμούς, τί ἄλλο θέλετε;
§88Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί παρεμβαίνετε σεῖς; Εἶναι ἕνα θέμα προσωπικὸν μεταξὺ τῶν δύο ἀνθρώπων. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ τὸν λάβετε κατόπιν.
§90Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Δὲν φοβοῦμαι τίποτε. Ἂς εἴπῃ ὅ,τι θέλει.
§91Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Ὁ κ. Χρῆστος Παπασταύρου, δικηγόρος, κάτοικος Ἀθηνῶν, ἐν ὁδῷ Πειραιῶς 17, ἠγόρασε δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10245)10.10.1942 συμβολαίου τοῦ Συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Κωνστ. Ἐξάρχου, ἐν συνεχείᾳ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10203)28.9.1942 προσυμφώνου συμβολαίου τοῦ αὐτοῦ συμβολαιογράφου ὑπογραφέντος αὐτοπροσώπως ὑπὸ τοῦ ἀγοραστοῦ Χρήστου Παπασταύρου, ἀντὶ τιμήματος δραχμῶν 8.000.000. Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ τὸ συμβόλαιον 304)2.6.1942 προσύμφωνον ἀγορᾶς τῆς ἰδίας οἰκίας τὴν ὁποίαν ἠγόρασεν ὁ κ. Παπασταύρου, προσύμφωνος ἀγορὰ Πιτούλη. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγορὰς ἐπὶ κατοχῆς. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀρτοποιεῖα τὰ στοιχεῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: «Ἡ κυρία Ματίνα σύζυγος Χρήστου Παπασταύρου ἠγόρασε τὸ ½ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 166α τῆς 22.7.1956 ἀδείας ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας ἀρτοποιείου, ἐν συνοικίᾳ «Νταμαράκια» Αἰγάλεω, ἐπὶ τῶν ὁδῶν Βασιλίσσης Φρειδερίκης καὶ Δημοσθένους, τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Ν. Δ. 135)1946 περιφερείας Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9623)18.9.57 συμβολαίου τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν Χρήστου Σπυρ. Καρζῆ, συνταγέντος εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9386)18.7.1957 προσυμφώνου συμβολαίου τοῦ αὐτοῦ συμβολαιογράφου, ἀπὸ τὴν Μαρίαν σύζυγον Παναγιώτου Ματθαίου Παπασταύρου, τῆς ἀγορᾶς ταύτης, ἐγκριθείσης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 224374)16)5–6)9) 27.8.57 ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ὁ Παναγιώτης Ματθαίου Παπασταύρου, πρῶτος ἐξάδελφος τοῦ κ. Χρ. Παπασταύρου παρέστη κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν συμβολαίων συναινέσας εἰς τὴν πώλησιν. Ἡ ἀγορὰ ἔγινε ἀντὶ τιμήματος μόνον 10.000 δραχμῶν καὶ γνωρίζει ὁ κ. Παπασταύρου, ὅτι αἱ ἄδειαι ἀρτοποιΐας τιμῶνται 1000 λίρας χρυσᾶς ἑκάστη. Κύριε Πρόεδρε, κατέθεσα μόνον στοιχεῖα χωρὶς νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὸν κ. Παπασταύρου νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας. (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. βουλευταί, ἡσυχάσατε.
§93Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Σιῶζος καὶ εἶπεν ὅτι ἕνας βουλευτὴς ἢ ἰδιώτης τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠγόρασεν, ἐπώλησε κλπ., ὡς ἐὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ μέλους τῆς Κυβερνήσεως ἢ περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη μὲ δημόσια λειτουργήματα καὶ συνεπῶς ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς θὰ ἦτο ἐλεγκτέος, ἀλλὰ ὁ κ. Παπασταύρου εἶναι ἱκανὸς καὶ εἶναι εἰς θέσιν ἀμέσως νὰ ἀπαντήσῃ. Ἐὰν ὑπάρχῃ κάτι προσωπικὸν καὶ τὸ ὁποῖον θίγει τὴν τιμήν, εἶναι πράγματι ἐκεῖνο ποὺ εἶπεν ὁ νεαρὸς ὁ ὁποῖος οὔτε τὸν Κανονισμὸν ἐμελέτησεν, οὔτε ἔμαθεν εὐπρεπῶς νὰ συμπεριφέρεται.
§94Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Εἶμαι νεαρός, ἀλλὰ ἔχω πεῖραν.
§95Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ κυρίου του.
§96Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς νὰ τὸν εἴπω, ὁ γηραιός; Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως ὁ κ. Παπασταύρου καὶ παρακαλῶ νὰ τοῦ δώσητε τὸν λόγον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ κ. συνάδελφος βάσει αὐτῶν τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Σιῶζος θέλει νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, θὰ τοῦ δώσω τὸν λόγον, ἀλλὰ ἐὰν ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς νομίσῃ ὁ κ. Σιῶζος ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ, μοιραίως θὰ δώσω καὶ εἰς ἐκεῖνον τὸν λόγον καὶ δὲν θὰ διαμαρτυρηθῆτε καὶ νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι. Ὁ κ. Χ. Παπασταύρου, ἔχει τὸν λόγον.
§98Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε μὲ πόσην κακότητα ἐσκέφθη, εἰσήγαγε καὶ ἐπρότεινεν ὁ κ. συνάδελφος τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἀναφέρεται, εἰς τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἔκαμα τὸ 1942, ὁπότε εἶχε 300.000 δραχμὰς ἡ λίρα, εἰς ἕνα συμβόλαιον τὸ ὁποῖον ἔκαμα διὰ νὰ ἀγοράσω ἕνα κτῆμα εἰς τὰ Ἰωάννινα, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψαν ἐδῶ ἀντιπρόσωποι ἐξ Ἰωαννίνων, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ μεταβῶ ἐγὼ ἐκεῖ, ὅ,τι μοῦ ἐπερίσσευσεν ἀπὸ τὸ προικῶον, τὸ ὁποῖον ἐπώλησα εἰς τὸν συμβολαιογράφον τοῦ Πειραιῶς καὶ παρακαλῶ νὰ πάῃ νὰ τὸ ἰδῇ εἰς τὸν Πειραιᾶ, εἰς τὸν συμβολαιογράφον κ. Κορδώσην, ὅ,τι ἀπεκόμισα ἀπὸ ἐκεῖνο, θὰ ἐξηνεμίζετο, διότι ἐδῶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρετε μὲ τὰ χρήματα αὐτὰ οὔτε καλύβην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Αὐτὸ μὲ ἠνάγκασε καὶ κατόπιν μάλιστα συστάσεως συγγενοῦς μου εἰς τὰ Ἰωάννινα νὰ ἀγοράσω αὐτὸ τὸ ἀκίνητον, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἐπέστρεψα τὸ 1950 155 λίρας καὶ ἔχω τὴν πρᾶξιν τοῦ συμβολαίου, τὴν ὁποίαν ἀπὸ διαστροφὴν πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς τὰ πράγματα δὲν τὴν ἀνεζήτησεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι ἀφοῦ ἔμαθε ποῦ εὑρίσκεται τὸ συμβόλαιον, καὶ ἐπειδὴ τὸ συμβόλαιον αὐτὸ καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐπῆρεν ἀπὸ συνάδελφόν του τέως, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πολὺ καλὰ ὅτι ὅταν ἠγόρασα τὸ σπίτι αὐτὸ τῶν 20.000.000 τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐπώλησα τιμαλφῆ τῆς θυγατρός μου διὰ νὰ ἐξαρκέσω εἰς τὸ ποσόν καὶ τὸ γνωρίζει πολὺ καλὰ αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὰ στοιχεῖα, διότι ἠγόρασε τὰ τιμαλφῆ αὐτὰ διὰ τὸ παιδί του, τὰ ἠγόρασεν ὁ πεθερός του, αὐτὸς εἶναι συνάδελφος τέως καὶ τέως ταγματάρχης τοῦ ΕΛΑΣ καὶ ὀπαδὸς καὶ ἐκεῖνος τοῦ κ. Ἀβέρωφ. Ἐκεῖνος τὰ ἔδωσε τὰ στοιχεῖα, ὤφειλεν ὅμως νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἴδιον συμβολαιογράφον νὰ ἴδῃ ἐὰν ἐπεστράφη ἢ ὄχι τὸ ἀκίνητον καὶ τί εἰσέπραξα ἀπὸ τὸ ἀκίνητον ἐκεῖνο. Τὸ γνωρίζει αὐτὸ καὶ ὁ συμβολαιογράφος καὶ ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠγόρασεν ἀπὸ τοὺς πωλητὰς τὸ ἀκίνητον ἀντὶ 300 λιρῶν ὁλόκληρον. Δηλαδή, τὸ ἥμισυ, τὸ ὁποῖον ἐπεδικάσθη δικαστικῶς εἰς ἐμέ, τὸ ἐπέστρεψα καὶ αὐτὸ καὶ ἔδωσα τὴν εὐχέρειαν εἰς τοὺς πωλητὰς νὰ τὸ ἐκμεταλλευθοῦν ὅπως νομίζουν αὐτοὶ καλύτερον. Τίποτε συνεπῶς δὲν ἀπεκόμισα ἀπὸ τὴν κατοχήν. Ὅ,τι δὲ ἔφερεν ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. συνάδελφος, τὸ ἔφερε μὲ τὴν κακόβουλον διάθεσιν νὰ σπιλώσῃ ἐμὲ ποὺ ὅλοι οἱ συνάδελφοι μὲ γνωρίζουν ἀπὸ τὰ μαθητικά μου χρόνια καὶ εὐτυχῶς καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἶναι καὶ ὁ κ. Λυκουρέζος καὶ ὁ κ. Κοτσώνης, ὁ ὁποῖος ἦτο συμμαθητής μου, καὶ γνωρίζουν ὅτι εἶμαι ἕνας ἐκ τῶν λευκοτέρων πολιτῶν καὶ δὲν ἔδωσα ποτὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῶ εἰς θέματα ἀφορῶντα τὸ δημόσιον χρῆμα, τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν ἢ οἱανδήποτε ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν νὰ ἐκμεταλλευθῶ ἢ οἱονδήποτε ἄλλον ἰδιώτην, διὰ νὰ μὴ κατηγορηθῶ ὅτι ὅ,τι εἶχα τὸ ἀπέκτησα κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἦτο δυνατὸν νὰ διαβληθῇ. Ἀναφέρεται ὁ κ. συνάδελφος εἰς μίαν ἄδειαν, τὴν ὁποίαν ἠγόρασα ἀπὸ ἕνα ἐξάδελφόν μου καὶ ἡ ὁποία πράγματι ἠγοράσθη, ἀλλὰ πότε, τὸ 1957 ἠγόρασα αὐτὸ τὸ ποσοστὸν τοῦ ἀκινήτου. Καὶ ποῖος ἦτο ὁ Παπασταύρου τὸ 1957 τὸ γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος πολὺ καλά, διότι ἤρχετο εἰς τὸ γραφεῖόν μου τακτικὰ καὶ τὸ γραφεῖόν μου ἔχει δύο βοηθοὺς καὶ δύο ἄλλους, ἤτοι τέσσαρας ἐν ὅλῳ καὶ ἦτο τὸ καλλίτερον γραφεῖον τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Ἀρκεῖ νὰ ἀναφέρω ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἔντιμος καὶ καλῆς πίστεως ἄνθρωπος ἂς συμβουλευθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἴδῃ ὅτι κατ’ ἔτος συζητῶ 80–100 ὑποθέσεις εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν ὑποθέσεων τὸ ἔχω ἀπὸ τὸ ἔτος 1938. Ἀπὸ τὸ 1934 δικηγορῶ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ ἀπὸ τὸ 1938 δὲν εἶχα ὀλιγωτέρας ἀπὸ 70–80 ὑποθέσεις τὸ χρόνο. Ἕνα γραφεῖον μὲ δύο δικηγόρους μέσα καὶ ἐγὼ τρεῖς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγοράσῃ τὸ 1957 ἕνα περιουσιακὸν στοιχεῖον καὶ νὰ δώσῃ 50, 60 καὶ 100.000 δραχμὰς διὰ νὰ τὸ ἔχῃ διὰ τὰ παιδιά του καὶ ὅταν μάλιστα αὐτὰ τὰ παιδιὰ εἶναι θυγατέρες. Καὶ εἶναι ἐντροπὴ ἕνας συνάδελφος νὰ φέρῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος αὐτὸ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον αὐτὸν περισσότερον θίγει καὶ ὄχι ἐμένα. Καὶ παρακαλῶ νὰ ἔλθουν ἐδῶ ὅλα τὰ στοιχεῖα, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζομαι ἐγὼ δὲν εἶναι ἀληθῆ, νὰ μὲ φτύσῃ, ἄλλως θὰ τὸν φτύσω ἐγώ, ὡς ἀνέντιμον ἄνθρωπον.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ φτύνωμεν ἀλλήλους, δὲν εἶναι ὡραῖαι αἱ ἐκφράσεις αὐταί. Κύριε Σιῶζο, δὲν νομίζω ὅτι ἔχει νόημα νὰ συνεχίσωμεν τώρα τὴν συζήτησιν, ἐὰν πρόκειται μεθαύριον, Παρασκευήν, νὰ ξαναγίνῃ ἡ συζήτησις, νὰ μὴ θελήσετε νὰ ὁμιλήσετε καὶ σήμερον οὔτε νὰ ἀπαντήσετε.
§100Κ. ΣΙΩΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι πάρα πολὺ σεμνὸς καὶ δὲν δίδω σημασίαν εἰς τὰς ἐκφράσεις περὶ ἀνεντιμότητος κλπ., διότι ὁ κ. Παπασταύρου δὲν εἶχε ποτὲ συγγένειαν μὲ τὰς φράσεις αὐτάς. Ἐὰν εἶναι μόνον αὐταὶ αἱ ἐξηγήσεις τοῦ κ. Παπασταύρου, τότε εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ διαφωτίσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους περὶ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Παπασταύρου. Ἐὰν ἐπιθυμῇ τὴν Παρασκευήν, διότι εἶμαι νέος συνάδελφος καὶ δὲν θέλω νὰ τὸν φέρω εἰς δύσκολον θέσιν, εἶμαι πρόθυμος καὶ τὴν Παρασκευὴν νὰ συζητήσω καὶ οἱ κ. συνάδελφοι θὰ κρίνουν ποῖος ἐξ ἡμῶν ἔχει δίκαιον. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ βγάζῃ συμπεράσματα ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς θὰ φτύσῃ τὸν ἄλλον, διότι ἀπὸ φτυσίματα ἔχει πεῖραν ὁ κ. Παπασταύρου. Ἐὰν αἱ ἐξηγήσεις του, εἶναι μόνον αὐταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ προχωρήσω ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνέκυψε.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὕτως ἢ ἄλλως ἔχετε θέσει τὸ ζήτημα παραποιήσεως τῶν πρακτικῶν. Παρακαλῶ νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τώρα καὶ μεθαύριον, Παρασκευήν, θὰ συζητηθοῦν καὶ τὰ δύο θέματα. Ἐφ’ ὅσον σεῖς πιστεύετε, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκῆ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Παπασταύρου καὶ ὁ κ. Παπασταύρου πιστεύει, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκῆ τὰ ὅσα εἴπατε σεῖς, κύριε Σιῶζο, θὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τὴν Παρασκευήν. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ἐζητήθη ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ δὲ σχετικὸν ἄρθρον λέγει, ὅτι ὁ Πρόεδρος τηρεῖ τὴν τάξιν κλπ. Ἐὰν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, πολὺ περισσότερον μάλιστα διότι ἀφορᾷ ἐμένα. Νομίζω ὅμως ὅτι ὅπως ἐξειλίχθησαν τὰ πράγματα αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλὰ νὰ συζητηθοῦν μεθαύριον καὶ τώρα νὰ προχωρήσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§102Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλετε, κ. συνάδελφε, νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸ ἀποκλείσω καὶ μάλιστα ὅταν λέγετε διὰ τὸν Πρόεδρον ὅτι δὲν διηύθυνε καλὰ τὴν συζήτησιν.
§104Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δυστυχῶς ἔγινεν ἀπόψε συζήτησις, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Τὴν ἔφερεν ἐδῶ συνάδελφος κατὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτησε καὶ ἔλαβε τὸν λόγον. Ἀλλὰ ἐξετράπη εἰς ὕβρεις ἐναντίον συναδέλφου. Ἐπὶ πλέον δὲ δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι)....διότι ἰσχυρίσθη ὅτι ἐθίγετο προσωπικῶς.
§105Ν. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι θέμα Κανονισμοῦ αὐτό, εἶναι οὐσία, κ. Πρόεδρε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§106Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Φαρμάκη, ἀφῆστε τὰς διακοπάς, δὲν μὲ φοβίζουν ἐμένα οἱ φωτογραφίες...
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀγγελούση, σᾶς παρακαλῶ, ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10, διὰ τὴν παράβασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Προεδρεῖον, ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος τοῦ κ. Παπασταύρου.
§108Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω εἰς τὶ συνίσταται ἡ παράβασις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ εἴπετε τὴν παράβασιν τοῦ Προεδρείου ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Νὰ εἴπετε τὶ ἔκαμα ἐγώ, ποία εἶναι ἡ ἰδική μου παράβασις.
§110Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Καὶ ἐνῷ τὸ Προεδρεῖον, ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, ἠννοήσατε πάραυτα, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν λέγει τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅτι δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν ἰσχυριζόμενος. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε σεῖς ὅτι δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν;
§112Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ὅταν ἰσχυρίζετο ὅτι ἔχει ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπεδείκνυον τοὺς ἰσχυρισμούς του ἐνῷ ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων....
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν διεπιστώθη ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν εἶχε τὰ ἔγγραφα, τοῦ ἀπηγόρευσα νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ τοῦ εἶπα νὰ ἀναφέρῃ τοὺς ἀριθμούς....
§114Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Μὰ ἐπὶ τέλους, κ. Πρόεδρε, θέλω νὰ εἴπω τὰς ἀπόψεις μου. Ἔχω τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω. Ὁ κύριος ὡμιλοῦσε τόσην ὥραν καὶ δὲν τοῦ ἀφαιρέσατε τὸν λόγον. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, καταφανῶς ἐκνευρισμένος κτυπᾷ τὸ χέρι του εἰς ἑδώλιον. Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀγγελούση, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κτυπᾶτε τὸ χέρι σας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§116Ν. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. (Ὁμιλεῖ ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν, μὴ ἀκουόμενος).
§117Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Τολμᾶς ἐσὺ κ. Φαρμάκη νὰ ζητᾶς τὸν λόγον ὅταν ἐκυκλοφόρησες τὶς φωτογραφίες μὲ τὸν Βασιληᾶ; Θρασύτατε. Θὰ μιλήσῃς ἐμένα; Πιρέλι! Σὲ ἄλλους νὰ ἀπευθύνεσαι ἐσὺ Φαρμάκη, TEDDY BOY! (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν Ἀγγελούση καὶ Φαρμάκη).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀγγελούση....
§119Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ νὰ μοῦ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω. Παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δικαίωμά σας θὰ ἀσκηθῇ ἐντὸς τῶν πλαισίων ποὺ διαγράφει ὁ Κανονισμός. Σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν θέλετε νὰ συνεχίσετε, δὲν θὰ ἀναφερθῆτε εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Διότι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως, τὸ ἀληθὲς ἢ μὴ ἀληθές, δὲν εἶναι θέμα τοῦ παρόντος, θὰ κριθῇ μεθαύριον ἐν ἀνέσει. Ἐτελείωσε τὸ θέμα τῆς ἀληθείας. Θὰ μοῦ εἴπετε εἰς τὶ παρέβην τὸν Κανονισμόν, θὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις καὶ θὰ λήξῃ τὸ θέμα.
§121Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σεῖς θὰ μοῦ εἴπετε τὶ θὰ σᾶς εἴπω;
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς λέγετε ὅτι εἶπεν ἀναληθῆ πράγματα καὶ ὅτι ἐγὼ δεχόμενος τὰ ἀναληθῆ αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν θέσιν αὐτὴν τὴν ὥραν ἐδῶ, παρέβην τὸν Κανονισμόν. Ἐὰν ἔκαμα καμμίαν συγκεκριμένην παράβασιν εἰπέτε μου.
§123Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ, κ. Πρόεδρε, τὸ πόθεν ἔσχες δι’ ὅλους τοὺς βουλευτὰς (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).......μυρίζει ὁ δημόσιος βίος, βόρβορον κ. Πρόεδρε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδήμα, τί πράγματα εἶναι αὐτά;
§125Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ πόθεν ἔσχες.
§126Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἰσχυρίσθη ὁ κ. συνάδελφος, ἂν τὸ ἤκουσα καλῶς, ὅτι εἶχεν ἅπαντα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπεδείκνυον τοὺς ἰσχυρισμούς του. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ἀπεδείχθη ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον ἔγγραφον εἶχεν, ἀλλὰ ἁπλῶς σημειώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ξεύρομεν πόθεν ἠρύσθη. Ὑμεῖς ὅμως, ὡς Πρόεδρος, δὲν τοῦ ἀφαιρέσατε τὸν λόγον, δὲν ἐσταματήσατε τὴν συζήτησιν ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 10 αὐτοῦ. Ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος ὁσάκις εἷς οἱοσδήποτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἠγόρασεν ἓν ἀκίνητον καθ’ οἱανδήποτε χρονικὴν περίοδον, ὅταν δὲν εἶναι ἐπιλήψιμος ἡ ἀγορὰ αὐτή; Καὶ ποῖος νόμος ἀπαγορεύει εἰς ἕνα δικηγόρον, ἀσκοῦντα τὸ ἐπάγγελμα ἐπὶ μακρὸν εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, νὰ ἀγοράσῃ ἓν ἀκίνητον; Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀναδιφήσωμεν τὰ ἀρχεῖα, τότε θὰ εὕρωμεν ὅτι δημόσιοι ἄνδρες ἀσκοῦντες ἐξουσίαν ἔχουν ἀγοράσει βραχώδη οἰκόπεδα καὶ τὰ μετέτρεψαν εἰς παράδεισον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ θίξῃ ποτὲ τὸ ζήτημα τοῦτο. Καὶ διότι ἕνας συνάδελφος ἐπώλησεν ἀκίνητον καὶ ἠγόρασεν ἕτερον ἀκίνητον, εὑρέθη ἄλλος συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ τὸν ἐλέγξῃ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά, κ. Ἀγγελούση;
§128Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τί σχέσιν ἔχουν. Πιστεύει ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ὅτι ὁ συνάδελφος αὐτὸς δὲν ἐνεργεῖ μόνος του, δὲν ἐνήργησεν αὐτοβούλως, ἀλλὰ ἄλλος τοῦ ἔβαλεν εἰς τὸ στόμα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπιμένομεν, ὅτι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμὸς καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐζητήσαμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, προκειμένου νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικά, ἐζήτησε τὸν λόγον, διὰ νὰ κάμῃ μερικὰς παρατηρήσεις.
§130Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὰ ἔχομεν ἐπικυρώσει, κ. Πρόεδρε. Αὐτὰ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔγινε συζήτησις εἶναι εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ξεύρω, κ. Ζορμπᾶ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω ἐγὼ εἶναι αἱ τελευταῖαι φράσεις τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ τελειώσουν, τὰ πρακτικά, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἔχουν ἐπικυρωθῆ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§132Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰ πρακτικὰ νομοσχέδιον, ἔγινεν ἐκ μέρους ἢ τοῦ κ. Λυκουρέζου ἢ ἄλλου συναδέλφου, μία νύξις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ τόκοι ἀπὸ τοῦ 1932 μέχρι τοῦ 1962 δὲν ὀφείλονται, ἀλλὰ ὀφείλονται τόκοι ἀπὸ τοῦ 1940–1948 ποὺ ἔγινε μία συζήτησις σχετικὴ ἐπὶ τῆς ρυθμίσεως τῶν ὁμολογιακῶν δανείων. Αὐτὸ ἐπῆρε τὸ αὐτί μου κατὰ τὴν συζήτησιν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Αἱ ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Λυκουρέζου, ὡς ἐκπροσώπου τοῦ Κόμματός του εἶναι ἐστενογραφημέναι. Ἐπὶ πλέον αὐτὰ ποὺ συζητοῦμεν ἔχουν ἐπικυρωθῆ. Ὁ λόγος εἶναι διὰ τὴν τελευταίαν σελίδα. Εἰς τὴν 12ην εἰς τὴν δευτέραν στήλην λέγει ὁ Προεδρεύων Αʹ Ἀντιπρόεδρος: «Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπικυρώσῃ ὑπ’ εὐθύνην του τὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου, πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα». Ἀλλὰ σᾶς δίδω καὶ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Λυκουρέζου καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἐστενογραφημέναι καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει θέμα.
§135Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ὁ κ. Προεδρεύων, ἐζήτησε τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, ἔχων ὑπ’ ὄψει του, ὅτι θὰ ἐγένετο ἡ διόρθωσις τῆς σχετικῆς διατάξεως. Δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅτι θὰ διετυποῦτο ὡς εἶχε τὸ νομοσχέδιον. Διότι πρόκειται περὶ σοβαρωτάτης παρατηρήσεως. Ἐὰν αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου πράγματι διετυπώθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλαδή, ὅτι εἶπε τότε, ὅτι πράγματι ὑπάρχει μία περίοδος, τῆς ὁποίας οἱ τόκοι δὲν θὰ ὑπολογισθοῦν, τότε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ σχετικὴ διάταξις, διὰ νὰ γίνῃ ἡ διόρθωσις. Διότι ἐπεκυρώθησαν μὲν τὰ πρακτικά, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἐὰν ἕνα λάθος παρεισέφρυσε—καὶ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι σοβαρώτατον—δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ. Εἶναι δὲ σοβαρώτατον, διότι ἀφορᾷ τόκους ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀσφαλῶς ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργός.
§137Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐγὼ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὸ φέρω, οὕτως ὥστε νὰ γίνῃ ἡ σχετικὴ διόρθωσις.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς 21ης Μαρτίου, ὡς πρὸς τὸ μέρος, καθ’ ὃ δὲν εἶχον ἐπικυρωθῆ.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συζητοῦνται αἱ ἐρωτήσεις ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ Κοινωνικῆς Προνοίας. Ὁ κ. Ε. Σακελλάρης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν ἐκτὸς τῆς πόλεως μεταφορὰν τῶν σφαγείων Ἐλασσόνος κλπ.
§139Ε. ΣΑΚΕΛΛΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ σφαγεῖα τῆς πόλεως Ἐλασσόνος εὑρίσκονται εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως καὶ ἀποτελοῦν ἑστίαν μολύνσεως δι’ ὁλόκληρον τὴν πόλιν καὶ διότι εὑρίσκονται εἰς τὸ κέντρον αὐτῆς καὶ διότι εἶναι παλαιὰ καὶ διότι εἶναι εἰς τὰς παρυφὰς καὶ ὅλαι αἱ ἀκαθαρσίαι ἐκ τῶν σφαγείων ρέουν ἐντὸς τῆς πόλεως. Ὑποβάλλομεν τὴν παράκλησιν νὰ μεταφερθοῦν ἐκτὸς τῆς πόλεως καὶ δι’ ἕνα εἰσέτι λόγον, διότι εὑρίσκονται κατάντικρυς ἑνὸς σχολείου καὶ δὲν νομίζομεν ὅτι εἶναι σωστὸν οἱ μαθηταὶ νὰ βλέπουν τὴν σφαγὴν τῶν ζώων. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον οἱ κάτοικοι καὶ νὰ δώσῃ τὸ συντομώτερον τὴν πρέπουσαν λύσιν.
§140Ν. ΤΣΟΧΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πάντως πρέπει νὰ δοθοῦν χρήματα διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν σφαγείων.
§141Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοινωνικῆς Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα αὐτὸ τὸ ἀνεκίνησε τὸ Ὑγειονομικὸν Κέντρον Λαρίσης πρὸς τὴν Κοινότητα Ἐλασσόνος δι’ ἐγγράφου του. Ὄντως τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε τὴν μεταφορὰν τῶν σφαγείων. Ἀναμένομεν τὴν σύνταξιν σχετικῆς μελέτης, ὥστε νὰ δώσωμεν καὶ τὴν δυνατὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν νέων σφαγείων.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν ἱκανοποίησιν αἰτημάτων τῶν ὑπαλλήλων τῶν Νοσοκομείων.
§143Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω εἰς χεῖρας μου ὑπόμνημα τῶν ὑπαλλήλων τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων. Ὁ σύνδεσμος τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν παραπονεῖται ὅτι πολλὰ τῶν αἰτημάτων του δὲν ἐπιλύονται καὶ εὑρίσκονται εἰς μειονεκτικὴν θέσιν ἔναντι τῶν ἄλλων ἐργαζομένων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τόσον τὸ θῆλυ, ὅσον καὶ τὸ ἄρρεν προσωπικὸν τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων, προσφέρουν ὑπηρεσίας. Νομίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον θὰ πρέπει νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματα τῶν ἐργαζομένων τούτων καὶ νὰ προσπαθήσῃ διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν δικαίων προβλημάτων. Εἶναι μία τάξις συμπαθής, ἡ ὁποία ζῇ πάντοτε ἐπικινδύνως, λόγῳ τῆς φύσεως τῆς ἐργασίας της καὶ νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν αἰτημάτων τῶν ὑπαλλήλων τούτων.
§144Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοινων. Προνοίας). Οἱ ὑπάλληλοι τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων ἀπολαμβάνουν τῶν αὐτῶν προνομίων ποὺ ἀπολαμβάνουν καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία διάκρισις, οὔτε ὡς πρὸς τοὺς μονίμους, οὔτε ὡς πρὸς τοὺς ἐκτάκτους καὶ ἡμερομισθίους.
§145Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωσεν ἀπάντησιν ἐπὶ γενικῶν θεμάτων καὶ ὄχι ἐπὶ ἐκείνων ποὺ περιλαμβάνονται εἰς τὸ ὑπόμνημα.
§146Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε συνάδελφε, γνωρίζω τὶ λέγει τὸ ὑπόμνημα, σεῖς δὲν ἀναφέρεσθε ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ταλιαδούρης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, σχετικῶς μὲ τὸ πόθεν ἐχορηγήθησαν εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Διαθέσεων Ἀρωγῆς Φίλων Ἑλλάδος διάφορα εἴδη κλπ.
§148Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου αὐτῆς ἐζήτησα πληροφορίας, ἀλλὰ εἰδικώτερον θέλω νὰ πληροφορηθῶ ποῖος συνώδευσε τὰ εἴδη αὐτά, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν εἰς τοὺς χωρικούς. Τοῦτο ἀναφέρω καὶ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως ἐπισημαίνω τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ἀναμένω ἀπάντησιν.
§149Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Ὑπάρχει ὁ Ὀργανισμός, ὀνομαζόμενος Ο.Δ.Α.Π.Ε., ὁ ὁποῖος διανέμει διάφορα εἴδη, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῶν διαφόρων ὀργανώσεων ἐκ Νεοζηλανδίας ἢ Ἀγγλίας, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται βάσει Ν. 3686)57 ἀτελῶς. Τὰ εἴδη ταῦτα μεταφέρονται εἰς διάφορα χωρία διὰ νὰ διανεμηθοῦν εἰς ἀπόρους κατοίκους χωρίων καὶ τὰ ὁποῖα συνοδεύονται παρ’ ὑπαλλήλων τοῦ Ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, πέραν τῶν ὑπαλλήλων, ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὸ Κέντρον Προνοίας νὰ παρακολουθήσῃ τὴν καλὴν διανομὴν τῶν εἰδῶν αὐτῶν. Μᾶς παρέχεται πλήρης πίναξ καὶ στοιχεῖα καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς κοινότητας ποὺ διενεμήθησαν τὰ εἴδη αὐτὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα τὰ ἔλαβον.
§150Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ὑπάρχει λόγος εἰδικός, κ. Ὑπουργέ, ποὺ ὑπέβαλα τὴν ἐρώτησιν αὐτήν. Ἔχω ἐπιστολὰς τῶν κατοίκων χωρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγένοντο αἱ διανομαὶ αὐταί, ὅτι τὰς διανομὰς συνώδευεν καὶ κυρία κἄποιου βουλευτοῦ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀναφέρω συγκεκριμένον ὄνομα, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ παρατηρηθῇ τὸ ἄτοπον αὐτό.
§151Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Δὲν ἔχομεν δικαίωμα, κ. συνάδελφε, νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς ὀργανώσεις ἰδιωτικοῦ δικαίου. Δὲν εἶναι εἰς τὴν ἁρμοδιότητά μας νὰ ἐλέγξωμεν ποῖος συνώδευσε τὰς διανομὰς αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τὴν ἰδιωτικὴν ὀργάνωσιν, διενεμήθησαν, ὡς εἶπον παρὰ ὑπαλλήλων τῆς Ὀργανώσεως τῇ ἐποπτείᾳ τοῦ Κ. Κ. Προνοίας τοῦ Νομοῦ.
§152Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀπάντησιν, κ. Ὑπουργέ; Εἶναι ἐντροπή σας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακόπτετε ἄνευ ἀδείας καὶ νὰ ἐκφράζεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. συνάδελφε. Δὲν εἶναι φράσις αὐτή, τὴν ὁποίαν ἐκστομίσατε.
§154Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχώμεθα ὕβρεις ἀπὸ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν σέβεται τὸν ἑαυτόν του.
§155Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται διανομαὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καθ’ ὃν τρόπον γίνονται πρὸς ἄγραν ψήφων.
§156Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Προνοίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του, ὡς ἄλλος Πιλᾶτος νίπτει τὰς χεῖρας του. Κύριε Ὑπουργέ, εἶσθε Κράτος καὶ ὀφείλετε νὰ προλαμβάνετε τὰς ἀσχημίας αὐτάς.
§157Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μᾶς δώσετε μαθήματα ἠθικῆς τάξεως.
§158Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διατί ἐδέχθητε νὰ συνοδεύσουν τὰς διανομὰς κυρίαι βουλευτῶν, ὅπως ἀνέφερον προηγουμένως;
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπασιάκος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα ὑπὲρ τῶν κατὰ τὴν κατοχὴν ὑποστάντων λαθυρίασιν κατοίκων τῆς περιοχῆς Θηβῶν.
§160Α. ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἕνα θέμα θλιβερόν. Εἰς τὸν Δῆμον Πλαταιῶν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς κατοχῆς πολλοὶ κάτοικοι, λόγῳ τῆς πτωχείας καὶ τῆς ἐλλείψεως τροφίμων ἠναγκάσθησαν νὰ ἀρτοποιήσουν λαθύρι. Συνέπεια τούτου ἦτο νὰ προσβληθοῦν ἀπὸ μίαν νόσον τὴν λαθυρίασιν, ἡ ὁποία δυστυχῶς εἶναι ἀνίατος, διότι ἔχει ἐπιφέρει μόνιμον παράλυσιν τῶν κάτω ἄκρων καὶ συνεπῶς ἀδυναμίαν πρὸς βάδισιν. Θὰ ἐνόμιζον, ὅμως, ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ λάβῃ κἄποιαν μέριμναν ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Θὰ ἤθελον νὰ προτείνω ὅπως, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἐγγραφοῦν οἱ ἐν λόγῳ ἀσθενεῖς, ἐλάχιστοι ἄλλως τε, εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ἀπόρων τῶν Κέντρων Προνοίας. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτεται τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν καὶ κατὰ ποῖον τρόπον πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους.
§161Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ἐλαχίστων θυμάτων.
§162Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Πράγματι κατὰ τὴν κατοχὴν προσεβλήθησαν ἀπὸ λαθυρίασιν 62 ἄτομα τῆς ἐν λόγῳ περιφερείας. Ἔχω δώσει ἐντολὴν εἰς τὸ Ὑγειονομικὸν Κέντρον νὰ πληροφορηθῇ ἐπακριβῶς τὴν ἔκτασιν τῆς νόσου καὶ τὴν κατάστασιν τῶν ἀσθενῶν, ὥστε ἐὰν ὑπάρχουν ἰάσιμοι νὰ ληφθῇ μέριμνα νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὰς Ἀθήνας, εἰς κέντρον ἀποκαταστάσεως.
§163Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Αἱ βλάβαι ἐκ λαθυριάσεως εἶναι ἀνεπανόρθωτοι καὶ τὸ νὰ περιμένουν ἀποκατάστασιν τῆς ὑγείας των οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι μάταιον.
§164Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Δὲν πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως τῆς ὑγείας των, ἀλλὰ ἂν δύνανται ν’ ἀντικατασταθοῦν καὶ προσαρμοσθοῦν ἀναλόγως τῆς παθήσεώς των.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Διαμαντόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του σχετικῶς μὲ τὸ αἴτημα τοῦ συνυπολογισμοῦ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Τ.Σ.Α.Υ. καὶ τῶν ἐτῶν ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος πρὸ τῆς ἱδρύσεως τούτου.
§166Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω τὴν τύχην τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πανελληνίου Ἰατρικοῦ Συλλόγου, διὰ τῆς ὁποίας οὗτος ἐζήτει, ὅπως ὁ χρόνος τῆς ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος παρὰ τῶν Ὑγειονομικῶν πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ Τ.Σ.Α.Υ. νὰ συνυπολογίζηται κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς συντάξεως. Δεδομένου, ὅτι τὸ Τ.Σ. Α.Υ. συνεστήθη τὸ 1928, ἐλάχιστοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν τὸ ἐπάγγελμα πρὸ τῆς χρονολογίας ταύτης. Καὶ δίκαιον θὰ εἶναι νὰ ἀναγνωρισθῇ συντάξιμος καὶ ὁ χρόνος αὐτός.
§167Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶχε συμπεριληφθῆ διάταξις εἰς τὸ ὑπὸ κατάρτισιν σχέδιον νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προεβλέπετο ἡ ἀναγνώρισις ὡς συνταξίμου τοῦ χρόνου τῶν ὑγειονομικῶν πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Τ.Σ.Α.Υ.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἀναφερομένης εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Γηροκομείου «Ζώρζης Γ. Μιχαληνὸς Χίου».
§169Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰς νήσους Χίον καὶ Οἰνούσας εὐτυχῶς συνεχίζεται ἡ παράδοσις τῆς φιλανθρωπίας. Αἱ νῆσοι αὗται βρίθουν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, τινὰ τῶν ὁποίων ἔχουν συσταθῆ πρὸ 500 καὶ 600 ἐτῶν. Εὐτυχῶς ἡ τάσις τῶν εὐπόρων συμπολιτῶν μου νὰ ἱδρύουν φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, συνεχίζεται μέχρι τῶν ἡμερῶν μας καὶ αὐτὸ εἶναι παρήγορον. Ὁ ἀείμνηστος συμπολίτης μου Ζώρζης Γ. Μιχαληνός, ἐγκατέλειψεν ἱκανὸν κεφάλαιον καὶ ἕνα κτῆμα του ἐν Χίῳ διὰ νὰ ὀργανωθῇ Γηροκομεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν περισυλλεγῆ ὅλοι ὅσοι εἶχον ἀνάγκην περιθάλψεως γηροκομικῆς. Εἶναι εὐκαιρία αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐξάρω τὴν τάσιν αὐτὴν τῶν συμπολιτῶν μου, ἡ ὁποία συνεχίζει τὴν ἀρχαίαν ἐθνικὴν παράδοσιν εἰς φιλανθρωπίας καὶ νὰ εἴπω αἰωνία ἡ μνήμη καὶ ἄξιος ὁ μισθὸς ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὸ ὄνομά του εἰς τὸ ἵδρυμα αὐτό. Δυστυχῶς, ὁ ἀείμνηστος Ζώρζης Μιχαληνός, ἀπεβίωσεν ἤδη, ἡ δὲ ἐγκαταλειφθεῖσα περιουσία του δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας πλήρους λειτουργίας τοῦ ἱδρύματος. Διὰ τοῦτο ἡ ἐφορεία τοῦ ἱδρύματος, ἡ ὁποία προεδρεύεται ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν Χίου, ὑπέβαλεν ὑπόμνημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ νὰ ἔλθῃ αὕτη ἀρωγός, ὥστε νὰ δυνηθῇ τὸ ἵδρυμα νὰ διατηρηθῇ καὶ ἀνταπεξέλθῃ εἰς τὸν προορισμόν του. Τὸ αἴτημα αὐτὸ μεταφέρω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ἀνεύρῃ ἓν κονδύλιον διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἱδρύματος. Οἱ γέροντες, οἱ ὁποῖοι περιθάλπονται εἰς τὸ ἐν λόγῳ Γηροκομεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπεσκέφθην πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι εὐγνώμονες ἔναντι τοῦ δωρητοῦ, παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔλθῃ ἀρωγός. Δὲν ἀναφέρω συγκεκριμένον ποσόν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ διὰ τὴν διατήρησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἱδρύματος.
§170Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Ἐν τῷ πλαισίῳ τῶν δυνατοτήτων, καταβάλλεται προσπάθεια νὰ ἐνισχυθῇ τὸ ἐν λόγῳ ἵδρυμα. Ὑπάρχουν ἤδη εἰς αὐτὸ 10 γέροντες. Ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ δεχθῇ ὑπὲρ τοῦ 40. Ἡ Κυβέρνησις καταβάλλει προσπάθειαν νὰ ἐνισχύσῃ τὸ ἵδρυμα αὐτὸ ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας του.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν θὰ ληφθοῦν συμπληρωματικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν Χανσενικῶν.
§172Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει εἰς χεῖρας του ὑπόμνημα τῶν Χανσενικῶν διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν συμπληρωματικὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐλήφθησαν δι’ αὐτοὺς κατὰ τὸ 1955 ὡρισμένα μέτρα βελτιώσεως τῆς θέσεώς των, κατηργήθησαν δὲ καὶ τὰ ἀνὰ τὴν χώραν λεπροκομεῖα καὶ οἱ ἀσθενεῖς των συνεκεντρώθησαν ἐδῶ εἰς τὸ Νοσοκομεῖον Λοιμωδῶν Νόσων «Ἁγία Βαρβάρα». Οἱ ἀσθενεῖς αὐτοὶ ποὺ αἰσθάνονται ὅτι εἶναι καλὰ εἰς τὴν ὑγείαν των, ἐνῷ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐξέλθουν τοῦ Νοσοκομείου, ἐζήτησαν τροποποίησιν τοῦ νόμου 3369)55. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ μελετήσῃ τὸ ὑπόμνημα καὶ νὰ φροντίσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ αἰτήματά των, ὥστε νὰ βελτιωθοῦν οἱ ὅροι διαβιώσεώς των. Πρὸ ἐτῶν, ὑπῆρξε μία δυσανασχέτησις τῶν ἀσθενῶν αὐτῶν. Τοὺς ἐπεσκέφθην. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἤρχισε μία βελτίωσις τῆς θέσεώς των, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐκείνη ποὺ πρέπει. Χρειάζεται μία εἰδικὴ μεταχείρισίς των καὶ αὐτῆς τῆς εἰδικῆς μεταχειρίσεως ζητοῦν νὰ τύχουν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θέλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι τὸ παλαιὸν Λωβοκομεῖον Χίου παραμένει κενόν. Αὐτὸ τὸ ἵδρυμα ἠμπορεῖ νὰ ἀναπτύξῃ 100 κλίνας καὶ νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν νοσηλείαν ἀσθενῶν–ἀνιάτων. Γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, πόσην ἀνάγκην ἔχομεν ἑνὸς ἀκόμη παρομοίου Νοσοκομείου, διότι τὸ Ἄσυλον Ἀνιάτων Ἀθηνῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας μας. Ἡ ἐφορεία τοῦ Νοσοκομείου Χίου μὲ ἐλαφρὰν ἐνίσχυσιν τοῦ Κράτους θὰ δυνηθῇ νὰ ἀναπτύξῃ ἕνα νέον Ἄσυλον Ἀνιάτων, χρήσιμον διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ παράσχῃ μίαν παρηγορίαν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πράγματι εἶναι ἄξιοι τῆς στοργῆς τοῦ Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας. Νομίζω, ὅτι ἡ βοήθεια αὕτη πρέπει νὰ παρασχεθῇ, ἵνα ἀξιοποιηθῇ τὸ παλαιὸν Ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον παραμένει κενόν, θὰ καταστραφῇ.
§173Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Ὅπως γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, ἔχουν ληφθῆ εἰδικὰ μέτρα διὰ τοὺς Χανσενικοὺς τῆς Ἑλλάδος ποὺ δὲν ἔχουν ληφθῆ εἰς κανένα μέρος τοῦ κόσμου. Οὗτοι λαμβάνουν ἐκτὸς ἀπὸ τὰ τροφεῖα καὶ ἓν εἰδικὸν ἐπίδομα. Ἐλήφθησαν μέτρα βελτιώσεως τῆς θέσεώς των καὶ εὐτυχῶς ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἔχει περιορισθῆ εἰς 535 ἀπὸ 2.000. Καὶ αἱ συνθῆκαι ἔχουν βελτιωθῆ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε οἱ ἴδιοι δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐξέλθουν τοῦ Νοσοκομείου, ἐνῷ ἔχουν τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, διότι εὑρίσκονται εἰς καλὴν κατάστασιν καὶ ἡ μέριμνα ποὺ ἔχει ληφθῆ δι’ αὐτοὺς δὲν ἔχει ληφθῆ εἰς καμμίαν ἄλλην χώραν. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο θέμα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ Νοσοκομείου Χίου καὶ ἄλλοτε ἔχω ἀναφέρει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἀναφέρατε, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐφορεία τοῦ Νοσοκομείου κάνει μίαν μελέτην περὶ τοῦ τρόπου λειτουργίας τοῦ Νοσοκομείου. Ὅταν ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία, τότε καὶ τὸ Κράτος θὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν βάσει τοῦ νόμου περὶ ἐνισχύσεως τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων.
§174Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὲ μίαν ἐλαφρὰν ἐνίσχυσιν τοῦ Κράτους, μὲ 150.000 δραχμὰς π.χ., θὰ δυνηθῇ νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ οἴκημα, ὥστε νὰ λειτουργήσῃ ἐν αὐτῷ τὸ Ἄσυλον Ἀνιάτων.
§175Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ. (Ὑφυπ. Κοιν. Προνοίας). Ὅταν ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία, θὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς ἀρωγοί.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, σχετικῶς μὲ τὴν λειτουργίαν τοῦ Γηροκομείου Ἀθηνῶν.
§177Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι. Εἶναι περιττὴ ἡ συζήτησις τῆς ἐρωτήσεως ταύτης.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας διὰ τὰς ἀναφο-
ρὰς καὶ ἐρωτήσεις, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 256 ἐπερωτήσεως τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἔχει τὸν λόγον.
§179Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ δευτερολογήσω καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα, διότι τὰ πρακτικὰ τῆς περασμένης συζητήσεως ἀναφέρουν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ὅτι θεωρεῖ τὴν συζήτησιν περατωθεῖσαν. Τότε ἐγὼ ἐδήλωσα, ὅτι θέλω νὰ δευτερολογήσω καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος. Ἐὰν δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμός.
§180Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βασιλᾶτος, διότι ὁποτεδήποτε ζητήσῃ τὸν λόγον ὁ Ὑπουργός, ἀκούεται. Αὐτὸ βάσει συνταγματικῆς διατάξεως καὶ ὄχι ἁπλῶς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχει δίκαιον καὶ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε, διότι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὡμίλησεν ἐπὶ τῆς οὐσίας καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15ης Μαρτίου, ὅταν ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Εἶχον εἴπει ἐγώ, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ δώσω ἀπάντησιν καὶ τὸ εἶπον αὐτὸ σκεπτόμενος ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Βουλή, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀπασχολῆται ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις μὲ ἐπερωτήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος. Ὑπάρχει ὡς γνωστόν, τὸ παράπονον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἀναλίσκονται αἱ συνεδριάσεις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐπὶ θεμάτων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι οὔτε ἐπίκαιρα, οὔτε γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν συντρέχουν καὶ τὰ δύο, διότι πράγματι τὸ θέμα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι ἀπὸ πολλοῦ κλεισμένον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν εἶναι καὶ γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος. Ἐζήτησα λοιπὸν νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις τὸ ἑσπέρας τῆς 12 Μαρτίου, ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ περαιτέρω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Καὶ ἐπειδὴ ἔκρινα, ὅτι μὲ τὰς παρεμβάσεις μου ἐδόθησαν αἱ ἀπαντήσεις αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ δοθοῦν, εἶπον, ἂς μὴ ἀπασχοληθῇ περισσότερον ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἂς τερματισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐπέμενον βουλευταὶ ἐξ ὅλων τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, σᾶς παρεκάλεσα τότε νὰ συνεχισθῇ καὶ φυσικὰ νὰ συζητήσωμεν ἐν ἀνέσει. Ἀλλὰ νὰ μὴ παραπονῆται ἡ Ἀντιπολίτευσις κατόπιν, ὅτι δὲν γίνεται ἡ δέουσα ἐκμετάλλευσις τῶν συνεδριῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅμως, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15ης Μαρτίου καὶ δὴ κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν καὶ ὀρθῶς πράξας, ἀνεκάλεσε τὴν μομφὴν τὴν ὁποίαν εἶχε διατυπώσει ἐναντίον τοῦ Ναυάρχου Μαυρομμάτη. Ἄλλο ἐὰν δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὸν Κανονισμὸν ἡ τοιαύτη του παρέμβασις. Βεβαίως θέτων τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὡς πρὸς τὸν Ναύαρχον Μαυρομμάτην, διετύπωσε μομφὴν ἐναντίον ἄλλου Ναυάρχου τὸν ὁποῖον δὲν ὠνόμασε καὶ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ὀνομάσω καὶ ἐγώ, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν ἀποστρατείᾳ ἀπό τινων ἐτῶν καὶ συνεπῶς ὡς ἰδιώτης δύναται καὶ μόνος του νὰ ἀπαντήσῃ ἐὰν τὸ κρίνῃ ἀναγκαῖον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ Ναύαρχος αὐτός, ὁ μὴ κατονομαζόμενος, ἔχει ὑπηρετήσει πιστῶς καὶ ἐντίμως τὸ Βασιλικὸν Ναυτικὸν καὶ ἔχει ἐκπληρώσει πάντοτε πλήρως τὸ καθῆκον του. Μετὰ τὴν ἀνάκλησιν, ὅμως ποὺ ἔκαμεν ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὀρθῶς πράξας, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ἐναντίον τοῦ Ναυάρχου Μαυρομμάτη μομφῆς, ἀνεκάλεσε καὶ ἕνα σημαντικὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του, διότι π.χ. μεταξὺ ἄλλων ὁ κ. Βασιλᾶτος εἶπεν, ὅτι ἀπεστρατεύσαμεν τὸν Ναύαρχον Φοίφαν πρὸς χάριν τοῦ Ναυάρχου Μαυρομμάτη. Καὶ ὅτι τὸ ἐκάμαμεν αὐτὸ ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς προστασίας τὴν ὁποίαν δῆθεν παρέσχομεν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν τἄχα τὸν καταχραστὴν Κυριαζόπουλον. Συνεπῶς καὶ ὅλος αὐτὸς ὁ συλλογισμὸς καταρρέει ἀφ’ ἑαυτοῦ. Ὁ Ναύαρχος Φοίφας ἀπεστρατεύθη λόγῳ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεωτικῶς κατ’ ἔτος ἀποστρατεύεται τὸ ⅕ τῶν Ὑποναυάρχων. Συμφωνῶ μὲ τὰ καλὰ λόγια ποὺ εἶπεν ὁ κ. Βασιλᾶτος διὰ τὸν Ναύαρχον Φοίφαν. Ἀλλ’ ἡ ἀποστρατεία αὐτὴ δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν οἱασδήποτε μειώσεως τοῦ ἀποστρατευομένου. Εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξελίξεως, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν διάταξιν καὶ ἡ ὁποία τηρεῖται εἰς τὸ ναυτικὸν συνήθως διὰ τῆς ὑποβολῆς αἰτήσεων ἀποστρατείας. Πέρυσι εἶχεν ἀποστρατευθῆ ὁ Ναύαρχος Πετρίδης. Ἠσχολήθη, ὅμως ὁ κ. Βασιλᾶτος πολὺ καὶ μὲ τὴν περίπτωσιν τῆς ἀποστρατείας τοῦ Ναυάρχου Σαρρῆ. Ἀλλ’ ἐπὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω κατόπιν, διότι εἶπε πολλὰ πράγματα ὁ κ. Βασιλᾶτος, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου δυσκόλως συναντῶνται μεταξὺ των. Μεταξὺ αὐτῶν δὲ μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις μου ἔναντι τοῦ Κράτους, διότι ἐσπούδασα δῆθεν δαπάναις τοῦ Κράτους, καὶ δὲν ὑπηρέτησα τὸ Κράτος ὡς Ἀνθυποπλοίαρχος ναυπηγὸς ὡς ὤφειλον. Τοῦ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ πληροφορία. Ἀλλ’ ὁ κ. Βασιλᾶτος ἐπέμενεν. Εἶμαι λοιπὸν ὑποχρεωμένος νὰ τοῦ δώσω μερικὰ στοιχεῖα, καίτοι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τοῦ ἰσχυρισμοῦ του ἀνήκει εἰς ἐκεῖνον, ὄχι εἰς ἐμέ. Παρὰ ταῦτα, θὰ δώσω μερικὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ πεισθῇ καὶ ὁ κ. Βασιλᾶτος. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἐσπούδασα μὲ ἰδικάς μου δαπάνας. Ὁ κ. Λυκουρέζος ποὺ εἶναι παρών, καὶ μὲ τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν καλὴν τύχην νὰ εὑρισκώμεθα μαζὺ εἰς τὸ Βερολῖνον, ὅταν ἐσπούδαζον, ἴσως νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ἐὰν εἶχον ὑποτροφίαν τότε ποὺ ἐσπούδαζον εἰς τὸ Βερολῖνον.
§181Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ποτὲ δὲν ἤκουσα περὶ ὑποτροφίας. Ἠμπορεῖ νὰ εἶναι πλάνη τοῦ κ. Βασιλάτου.
§182Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν προσκομισθοῦν τὰ στοιχεῖα καὶ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἔχετε δίκαιον, κ. Ὑπουργέ. (Θόρυβος—φωναί).
§183Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι βεβαίως δὲν θεωρῶ προσβλητικὸν δι’ ἕνα νέον νὰ σπουδάσῃ δαπάναις τοῦ Κράτους. Ἀντιθέτως, τὸ νὰ σπουδάζῃ ἕνας νέος δαπάναις τοῦ Κράτους, ἀποτελεῖ διάκρισιν. Διότι ἐκεῖνοι ποὺ σπουδάζουν δαπάναις τοῦ Κράτους, σπουδάζουν κατόπιν ἐπιλογῆς, κατόπιν διαγωνισμοῦ, ἢ ἄλλης μορφῆς ἐπιλογῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ ποὺ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ ἐσπούδασα δαπάναις τοῦ Κράτους. Καὶ εἶπον, ὅτι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τοῦ ἰσχυρισμοῦ του ἀνήκει εἰς τὸν κ. Βασιλᾶτον. Παρὰ ταῦτα, εἶμαι εὐτυχής, διότι εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Λυκουρέζος, μὲ τὸν ὁποῖον εἴχαμεν παλαιὰς φιλίας καὶ ὁ ὁποῖος δύναται καὶ αὐτὸς νὰ τὸν πληροφορήσῃ. Ἀνεχώρησα, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1919, καὶ ἐπανῆλθον, πρώτη φορὰ μετὰ ταῦτα, Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον τοῦ 1927. Καὶ ἀκόμη δὲν εἶχον περατώσει τὰς σπουδάς μου, διότι ἐν τῷ μεταξὺ εἰργάσθην καὶ ὑπέστην καὶ ἄλλας ταλαιπωρίας, καὶ τελικῶς ἔλαβον τὸ δίπλωμά μου τὸν Ἰούλιον τοῦ 1929 ἀπὸ τὸ Πολυτεχνεῖον τοῦ Βερολίνου. Ὅταν ἐπανῆλθον ἐδημοσιεύθη ἡ προκήρυξις διαγωνισμοῦ διὰ τὴν κατάταξιν ἑνὸς ναυπηγοῦ εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν. Ἡ προκήρυξις εἶχε δημοσιευθῆ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ Παράρτημα, ἀριθ. φύλλου 14 τῆς 15. 1.1930. Ὁ διαγωνισμὸς ἔλαβε χώραν τὸν Φεβρουάριον καὶ ἐγὼ κατετάγην τὸν Ἀπρίλιον.
§184Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ποῖον ἔτος, κ. Ὑπουργέ;
§185Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Τὸ 1930. Προκηρύσσεται, λοιπόν, ὁ διαγωνισμὸς διὰ τὴν κατάταξιν ἑνὸς Ἀνθυποπλοιάρχου ναυπηγοῦ βάσει διαφόρων νόμων καὶ βάσει τοῦ ἄρθρου 52 τοῦ νόμου 4411. Διότι ὑπῆρχον, σημειωτέον, δύο τρόποι κατατάξεως ναυπηγῶν εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν. Ὁ ἕνας τρόπος ἦτο οἱ ἀξιωματικοὶ μηχανικοὶ τῆς Σχολῆς Δοκίμων νὰ μετεκπαιδεύωνται εἰς ναυπηγοὺς δαπάναις τοῦ Κράτους. Καὶ περὶ αὐτοῦ διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 4411. Τὸ ἄρθρον 52, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἔγινεν ὁ διαγωνισμὸς διὰ τὴν κατάταξιν ἑνὸς ναυπηγοῦ εἰς τὸ Βασιλικὸν Ναυτικόν, λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται, ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, νὰ προκηρύξῃ διαγωνισμὸν πρὸς πλήρωσιν δύο κενῶν θέσεων Ἀνθυποπλοιάρχων ναυπηγῶν καὶ δύο κενῶν θέσεων ἠλεκτρολόγων μηχανικῶν Ἀνθυποπλοιάρχων, συμφώνως πρὸς τὰς ἰσχυούσας ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου διατάξεις». Εἰς δὲ τὴν προκήρυξιν τοῦ διαγωνισμοῦ ἀναφέρονται καὶ ὅλα τὰ Πολυτεχνεῖα ἐκεῖνα, τὰ διπλώματα τῶν ὁποίων ἦσαν δεκτὰ διὰ τὴν κατάταξιν τῶν ναυπηγῶν. Ἐὰν ἐγὼ πράγματι εἶχον σπουδάσει δαπάναις τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ γίνῃ διαγωνισμός; Δὲν θὰ εἶχε γίνει ἐκεῖνο ποὺ γίνεται πάντοτε προκειμένου περὶ ὑποτροφιῶν; Καὶ δὲν θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ὑπογράψω σύμβασιν, ὅτι θὰ ὑπηρετήσω τὸ Κράτος κατόπιν; Ἀντιθέτως, ὁ διαγωνισμὸς προκηρύσσεται, ὁρίζει καὶ 15 περίπου Πολυτεχνεῖα, τὰ διπλώματα τῶν ὁποίων θὰ ἦσαν δεκτά, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἔλαβον μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἐπέτυχον καὶ κατετάγην. Ἐγὼ δὲν ἐπρόκειτο, βεβαίως, νὰ σταδιοδρομήσω εἰς τὸ Ναυτικόν. Εἶχον δὲ καὶ ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὰς στρατιωτικάς μου ὑποχρεώσεις ὡς μόνος υἱὸς γυναικὸς τελούσης ἐν χηρείᾳ, βάσει παλαιᾶς διατάξεως τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ἰσχυούσης καὶ σήμερον. Κατετάγην διότι ἤθελον νὰ ὑπηρετήσω καὶ εἰς τὸ Ναυτικόν, ἀλλ’ ἀπέβλεπον πάντοτε εἰς τὸ νὰ πολιτευθῶ. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς ἡ πληροφορία τοῦ κ. Βασιλάτου. Βεβαίως, δὲν μὲ προσέβαλε μὲ τὸ νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι ἐσπούδασα δαπάναις τοῦ Κράτους. Ἠθέλησεν ὅμως νὰ μὲ θίξῃ, διότι μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἀνταπεκρίθην εἰς τὰς ὑποχρεώσεις μου. Τὸ δεύτερον σημεῖον θὰ μὲ ἔθιγεν ἐὰν ἦτο ἀληθὲς τὸ πρῶτον, ἀλλὰ δὲν εἶναι. Ἐπειδὴ ὅμως, ὅπως σᾶς εἶπον, ὁ κ. Βασιλᾶτος ὡμίλησε περὶ πολλῶν πραγμάτων καὶ ἴσως τοῦτο νὰ ὠφείλετο εἰς τὴν ὀξύτητα τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὀξύτητα ὀφειλομένην εἰς τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Βασιλᾶτος καὶ τὸ ὁποῖον, ὅπως εἶπον, ἀποκατέστησεν εἰς ἑπομένην συνεδρίασιν, ἠσχολήθη—λέγω—καὶ ἐπὶ πολλῶν ἄλλων πραγμάτων, μεταξὺ δὲ ἄλλων ἠσχολήθη καὶ μὲ τὴν μνήμην τοῦ Π. Πρωτοπαπαδάκη, τὸν εὐχαριστῶ εἰλικρινῶς, διότι ἐξεδήλωσε, καθ’ ὃν τρόπον ἐξεδήλωσεν, ὅτι τιμᾷ τὴν μνήμην τοῦ πατρός μου. Ἀλλὰ τὸ ἀναγκαστικὸν δάνειον τοῦ 1922 δὲν ὑπῆρξε, κ. Πρόεδρε καὶ κ. βουλευταί, προσωπικὴ ὑπόθεσις τοῦ Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ὅπως καὶ τὸ θέμα τῆς ρυθμίσεώς του τώρα δὲν εἶναι προσωπικὴ ὑπόθεσις ἰδική μου, περὶ αὐτοῦ ἄλλωστε ἔγινε συζήτησις ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν ἀποστρατείαν τοῦ κ. Σαρρῆ. Ἀνέγνωσεν ὁ κ. Βασιλᾶτος ἓν ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ σκεπτικὸν μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅπου ἀναφέρεται, ὅτι, διὰ νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔχει ὑποβληθῆ παραίτησις, ἢ αἴτησις ἀποστρατείας, πρέπει ἡ αἴτησις αὐτὴ νὰ εἶναι ἐγγράφως διατυπωμένη καὶ νὰ ἔχῃ καὶ βεβαίαν ἡμερομηνίαν. Καὶ πράγματι τὸ σκεπτικὸν αὐτὸ ὑπάρχει εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἔχομεν ὅμως ἀποδείξεις, τὰς καταθέσεις ἑνὸς Ἀντιστρατήγου καὶ ἑνὸς Ὑποναυάρχου, ὅτι, ἐρωτηθεὶς ὁ κ. Σαρρῆς, ἐὰν θέλῃ νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν ἀποστρατείας, διότι νεώτερός του ὡρίσθη Ἀρχηγὸς τοῦ ΓΕΝ, ἀπήντησεν, ὅτι τὴν παραίτησιν, τὴν αἴτησιν ἀποστρατείας του τὴν ἔχει θέσει εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ μηνός. Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ λυπηρὸν σημεῖον. Διότι, ὅταν ἕνας ἀξιωματικὸς καὶ μάλιστα ἀνώτερος, ἀναφέρῃ εἰς τὸν Ὑπουργόν του, ὅτι «ἡ παραίτησίς μου εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας», τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του. Ἀφοῦ ὁ Ναύαρχος Σαρρῆς εἶπεν, ὅτι «ἡ παραίτησίς μου εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας» καὶ ἀφοῦ — συνεπῶς συμφωνῶ—ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προφορικῆς αὐτῆς δηλώσεως περὶ ἀποστρατείας, ἐκδίδεται τὸ Διάταγμα τῆς ἀποδοχῆς της, ὑπαναχωρεῖ ὁ Ναύαρχος Σαρρῆς καὶ λέγει «οὐδέποτε ὑπέβαλον παραίτησιν». Ἐναπόκειται εἰς ὑμᾶς, κ. βουλευταί, νὰ κρίνετε, ἐὰν ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ Ναυάρχου Σαρρῆ συμβιβάζεται μὲ τὰ στρατιωτικὰ ἔθιμα. Ἐπιμένει ὅμως ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι ἠδικήθη ὁ Ναύαρχος Σαρρῆς, ὅτι εἶναι τρομερὸν αὐτὸ ποὺ συνέβη εἰς τὸν Ναύαρχον Σαρρῆν. Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὸν Ναύαρχον Σαρρῆν ἀπεστρατεύθησαν καὶ δύο ἄλλοι Ναύαρχοι, ἀρχαιότεροί του, ὁ Ναύαρχος Μπάκας καὶ ὁ Ναύαρχος Φοίφας. Διατὶ εἶναι τόσον μεγάλη ἡ ἀδικία διὰ τὸν Ναύαρχον Σαρρῆν; Διατὶ οἱ δύο ἄλλοι Ναύαρχοι, τηροῦντες τὴν ἀξιοπρέπειάν των, ὑπέβαλον αἰτήσεις ἀποστρατείας, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγένοντο δεκταί; Καὶ ὁ μὲν Ναύαρχος Μπάκας, ἐπειδὴ εἶχε τὰ ὑπὸ τοῦ Νόμου προβλεπόμενα προσόντα προήχθη εἰς Ἀντιναύαρχον ἐν ἀποστρατείᾳ, δηλ. εἶχε τὴν ἀπαιτουμένην συνολικὴν ὑπηρεσίαν καὶ δύο ἔτη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ὑποναυάρχου. Οἱ δύο ἄλλοι, οἱ Ναύαρχοι Φοίφας καὶ Σαρρῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν 2ετίαν, φυσικὸν ἦτο νὰ ἀποστρατευθοῦν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ Ὑποναυάρχου. Τὸ ἐθεώρησε λοιπὸν καὶ αὐτὸ ὡς δίωξιν ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι δὲν προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀντιναυάρχου ὁ Ναύαρχος Σαρρῆς. Ἐνδιεφέρθη πάρα πολὺ ὁ κ. Βασιλᾶτος διὰ τὴν περίπτωσιν Σαρρῆ καὶ μᾶς εἶπε: Διατὶ δὲν καταθέτετε τὸν φάκελλον τῆς διοικητικῆς ἀνακρίσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ Ναύαρχος Σαρρῆς, ἀφοῦ κατετέθη εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας; Νομίζω ὅμως, ὅτι ὑπάρχει μία σύγχυσις ἐν προκειμένῳ, διότι εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας κατετέθη ὁ προσωπικὸς φάκελλος τοῦ Ναυάρχου Σαρρῆ. Κατέκρινε ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι «διατὶ λέγετε, ὅτι τὸ πόρισμα τοῦ Ναυάρχου Σαρρῆ ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ Κράτους καὶ αὐτὸ δὲν τὸ κατεθέσατε εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐνῷ ἁπλῶς ἀφορᾷ θέματα προσωπικὰ Ἀξιωματικῶν καὶ μᾶς λέγετε τώρα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δι’ αὐτὸ δὲν τὸ καταθέτετε». Πράγματι εἰς τὸ Δικαστήριον ἐστάλη ἓν ἔγγραφον ἀπὸ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1960 τοῦ ΓΕΝ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξετίθετο κατὰ τρόπον λίαν ἐμπεριστατωμένον, διατὶ τὸ θέμα ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τοῦ Κράτους. Εἶναι πολὺ ὡραῖα συντεταγμένον καὶ δὲν νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω, διότι θὰ σᾶς ἀπασχολήσω χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος. Καὶ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ συνέταξαν ποῖοι; Ὁ Δ)ντὴς Δικαστικοῦ τοῦ ΓΕΝ, ὁ τότε Ταξίαρχος καὶ ἤδη συνάδελφός μας, ὁ κ. Ρουχωτᾶς, ὁ Προϊστάμενός του Ἀρχηγὸς τοῦ Βʹ Κλάδου ΓΕΝ Ναύαρχος Ράλλης, τὸ ὑπογράφει περαιτέρω ὁ Ὑπαρχηγὸς ΓΕΝ Ὑποναύαρχος Φοίφας, διὰ τὸν ὁποῖον τόσον καλὰ λόγια εἶπεν ὁ κ. Βασιλᾶτος καὶ συμφωνῶ μαζί του καὶ ὁ Ἀρχηγὸς ΓΕΝ Ἀντιναύαρχος Παναγιωτόπουλος. Λυποῦμαι ποὺ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ρουχωτᾶς, διότι ἐκατηγορήθη τὸ ἔγγραφον αὐτό, ὅτι τάχα ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν προστασίας τῶν καταχραστῶν καὶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ρουχωτᾶς, διότι γεννᾶται προσωπικὸν θέμα δι’ αὐτόν, μετὰ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βασιλᾶτος. Καὶ θὰ ἠμποροῦσε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ἠσχολήθη ἐπὶ πολὺ ὁ κ. Βασιλᾶτος ἀναγινώσκων ἕνα παραπεμπτικὸν βούλευμα. Ἐγὼ δὲν εἶμαι οὔτε νομικός, οὔτε δικηγόρος, ἀλλὰ ἐρωτῶ ὅσους ἐξ ὑμῶν εἶσθε δικηγόροι: Ὅταν μετὰ τὸ βούλευμα, ὑπάρχει τελεσίδικος δικαστικὴ ἀπόφασις, στηριζομένη καὶ ἐπὶ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ, ἔχει πλέον καμμίαν ἀξίαν τὸ βούλευμα; Διατί ὅμως δὲν κατέθεσα τὸ πόρισμα; Ἔχω ἐπανειλημμένως τονίσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει τὰ προσωπικὰ ἔγγραφα τῶν Ἀξιωματικῶν νὰ μείνουν ἀπόρρητα. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι λόγοι πειθαρχίας, λόγῳ διατηρήσεως τοῦ γοήτρου τοῦ βαθμοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ κατέχοντος αὐτὸν καὶ λόγοι ἐν πολλοῖς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, διότι ὁ ἐχθρὸς ἐνδιαφέρεται νὰ μάθῃ καὶ ποία ἡ ποιότης ἑκάστου Ἀξ)κοῦ, ἐπιβάλλουν νὰ μὴ γίνεται δημοσίᾳ συζήτησις, ὄχι μόνον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου περὶ τῶν προσόντων καὶ μειονεκτημάτων τῶν Ἀξιωματικῶν. Διότι, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἀπατώμεθα, ἄνευ ἐξαιρέσεως ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ — ὅπως ἔχω εἴπει καὶ ἄλλοτε — ἔχουν εἰς τοὺς φακέλλους των καὶ εὐμενῆ καὶ δυσμενῆ στοιχεῖα καὶ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τοῦτο: Ὑποβάλλεται αἴτησις καταθέσεως ἐγγράφων ἀπὸ ἕνα βουλευτὴν καὶ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἶναι ἀπόρρητα καί, ἐπειδὴ εἶναι ἀπόρρητα, δὲν κατατίθενται καί, ἐπειδὴ δὲν κατατίθενται, ὑποβάλλεται ἐπερώτησις καὶ ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ προτάσσεται. Ποῖον εἶναι τὸ ὅριον; Δὲν λέγω ὅτι δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς χαρακτηρίζων ἓν ἔγγραφον ὡς ἀπόρρητον νὰ ἐμποδίζῃ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἐὰν π.χ. ἕνας βουλευτὴς ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῶν σχεδίων ἀμύνης τῆς χώρας, ἠμπορῶ νὰ τὰ καταθέσω; Καί, ἐπειδὴ δὲν κατατίθενται, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ βουλευτὴς νὰ προτάξῃ τὴν ἐπερώτησίν του; Εἶναι ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ. Ἐπίσης ἓν ἄλλο θέμα ποὺ πρέπει νὰ λυθῇ εἶναι καὶ τοῦτο: Ἐὰν ἡ κειμένη νομοθεσία ἀπαγορεύῃ τὴν δημοσίευσιν ὡρισμένων ἐγγράφων καὶ ἕνας βουλευτὴς ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν αὐτῶν, τί θὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργός; Ἐπικρατέστερος εἶναι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Συμφωνῶ. Ἀλλὰ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι ἀσαφὴς καὶ θὰ πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ἀπὸ τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Θέλει λοιπόν, προσοχή, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐπανειλημμένως ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμένουν εἰς τὴν κατάθεσιν τοιούτων ἐγγράφων. Ἄλλως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τοῦ πορίσματος τοῦ Ναυάρχου Σαρρῆ, ἔλαβε πλήρη γνῶσιν μὲ ὅλην τὴν ἄνεσίν της ἡ Δικαστικὴ Ἀρχὴ καὶ περὶ τούτου κατέθεσα εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Μαρτίου ἀπόδειξιν τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ὅτι ἔλαβεν πλήρη γνῶσιν. Καὶ ἐφόσον ἔλαβε πλήρη γνῶσιν ἡ Δικαστικὴ Ἀρχή, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ λάβουν γνῶσιν καὶ ἄλλοι. Ὁ κ. Βασιλᾶτος, μᾶς εἶπε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Μαρτίου δυστυχῶς πολλὰς ἀνακριβείας, μερικὰς τὰς ἀνεκάλεσεν, ὄχι ὅλας. Καὶ ἤθελα, διότι μοῦ κατέστη συμπαθέστερος ἀπὸ τότε ποὺ ἐξεδήλωσεν τὴν τιμὴν ποὺ τρέφει πρὸς τὴν μνήμην τοῦ πατρός μου, ἤθελα φιλικῶς νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μὴ ἐκτίθεται χωρὶς νὰ ἐλέγχῃ τὰς πληροφορίας ποὺ τοῦ παρέχουν, διότι ὑπάρχουν καὶ οἱ καλοθεληταί. Εἶναι ὅμως πεπειραμένος δικηγόρος καὶ ἔχει καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ βουλευτοῦ καὶ ὀφείλει αὐτὰς τὰς πληροφορίας, νὰ τὰς ἐλέγχῃ προτοῦ τὰς φέρει καὶ τὰς παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἤθελα καὶ κἄτι ἄλλο νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ἡ ἠρεμία εἶναι ἀπαραίτητος συντελεστὴς διὰ νὰ ἀποφέρῃ καρποὺς ἡ συζήτησις. Ὅταν δὲν ὑπάρχει ἠρεμία, δημιουργεῖται σύγχυσις ὁμοία ἐκείνης ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην καὶ δὲν ἀποδίδει. Καὶ ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ μίαν φιλικὴν συμβουλὴν ὁ κ. Βασιλᾶτος, νὰ προσπαθῇ νὰ κρατῇ τὴν ἠρεμίαν του. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει λόγος, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω περισσότερα, ἐπιθυμῶ νὰ ἀφήσω καὶ τὸν κ. Βασιλᾶτον νὰ δευτερολογήσῃ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ἐκτεθῶ περισσότερον. Κατ’ ἀνάγκην ἔθιξα ὡρισμένα θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἄμεσον συνάρτησιν μὲ τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλὰ τὰ ἔθιξε πρῶτος ὁ κ. Βασιλᾶτος. Πιστεύω ὅτι ἐφόσον ἔχομεν ἐν προκειμένῳ τελεσίδικον δικαστικὴν ἀπόφασιν ἀπὸ τριετίας περίπου, εἶναι περιττὸν νὰ ἀπασχολῆται ἡ Βουλὴ περισσότερον μὲ τὸ θέμα τοῦτο. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον, δευτερολογῶν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του.
§187Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἶναι εὐχάριστον, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἠθέλησε νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἀναπτυχθείσης ἐπερωτήσεώς μου διότι ὅταν ἐτερμάτισα τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἔθεσα ἀμείλικτα ἐρωτήματα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη ν’ ἀπαντήσῃ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐτόνισεν ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη οὔτε δευτερολογίας. Δὲν ἠθέλησε τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀπαντήσῃ καὶ δὲν κατεδέχθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ δι’ αὐτὸ ἐτόνισα ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ συζήτησις νὰ κηρυχθῇ περαιωθεῖσα διὰ νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος δευτερολογῶν νὰ τὸν ὑποχρεώσω νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς τὰ ἀμείλικτα ἐρωτήματα. Δὲν μὲ δυσαρεστεῖ ὅτι εἰσῆλθεν ἀπόψε ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως ἐπερωτήσεως καὶ ἐτακτοποίησεν ὡρισμένα πράγματα, διότι τοῦτο μοῦ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀπαντήσω. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μητακίδης). Ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν συζήτησιν ἤρεμον. Συμφωνῶ. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ βουλευταὶ δὲν ἔχουν τὸ προνόμιον αἱ ἀγορεύσεις των νὰ καταχωροῦνται ἐστενογραφημέναι εἰς τὰ πρακτικά, ἀλλὰ ἐν περιλήψει, καὶ παρ’ ὅλην τὴν φιλότιμον προσπάθειαν τῶν πρακτικογράφων αἱ περιλήψεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσουν πλήρως τὰ λεγόμενα ὅπως τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ θὰ ἴδητε ὅτι ἡ ὀξύτης ἥτις ἐδημιουργήθη κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως προεκλήθη ἀπὸ τὰς παρεμβάσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, αἵτινες ἤρχισαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἀγορεύσεώς μου. Συνεπῶς ἡ εὐθύνη ἴσως βαρύνει καὶ ἐμὲ ἀλλὰ καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν. Βαρύνει ἀμφοτέρους μας καὶ ἀναγνωρίζω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ λάθος μου. Ἡ ὀξύτης δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ χώραν. Ὅσοι παρίσταντο κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ὅσοι ἀναγνώσουν τὰ πρακτικά, θὰ πεισθοῦν περὶ αὐτοῦ. Ἑπομένως δὲν θὰ πρέπει νὰ παραπονῆται ὁ κ. Ὑπουργός. Κύριοι συνάδελφοι, κατετέθη ἡ ἐπερώτησις, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἠρνήθη νὰ καταθέσῃ τὸ πόρισμα Σαρρῆ. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι τοῦτο. Κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ἐκ μέρους μου, παρεμβαίνων ὁ κ. Τούμπας, ἐβεβαίωσεν ὅτι εἰς ἐκεῖνον τὰ ἔδωσε. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐσιώπησε. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Τούμπας νὰ ἔλεγεν ἀναληθείας. Ἡ σιωπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀποδεικνύει τὴν εὐθύνην του. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, διατί δὲν ἔπραξε τὸ ἴδιον καὶ δι’ ἐμέ. Ἐὰν ἔπραττε τὸ ἴδιον καὶ δι’ ἐμέ, ἴσως νὰ ἦτο περιττὴ ἡ κατάθεσις τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἡ διεξαγομένη συζήτησις. Εἶναι εἰς βάρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι διεχώρισε τοὺς βουλευτὰς καὶ εἰς ἄλλους δίδει τὰ αἰτηθέντα στοιχεῖα καὶ εἰς ἄλλους ὄχι. Ἐπίσης, ἔχω καὶ ἄλλους λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδημιούργησε μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία θὰ ἐδικαιολόγει τὴν μὴ κατάθεσιν τοῦ πορίσματος Σαρρῆ. Τὸ ἔγγραφον τοῦ Γ.Ε.Ν. ὡμιλοῦσεν ὅτι τὸ πόρισμα Σαρρῆ ἀφεώρα τὴν ἐθνικὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας. Ἐξεταζόμενος ὅμως ὁ κ. Σαρρῆς ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα κ. Εὐγενικόν, βεβαιοῖ ὅτι τὸ πόρισμα δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἐθνικὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας. Κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγκατέλειψε τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας καὶ περιωρίσθη εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχον ζητήσει τὴν κατάθεσιν τῶν φακέλλων των, ὅτι τάχα οἱ φάκελλοι εἶναι ἐμπιστευτικοί. Μόλις κατέθεσε τὸ πόρισμα ὁ κ. Σαρρῆς καὶ δὲν εἶχον παρέλθει 5 ἡμέραι, οὗτος ἀπεστρατεύετο. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διαταγήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε κατὰ τὴν ἀποχώρησίν του, διεμαρτύρετο διὰ τὴν ἀποστράτευσίν του καὶ προσφυγὼν πρὸς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἐδικαιώθη. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας διὰ τῆς ἀποφάσεώς του, ἐδικαίωσε τὸν κ. Σαρρῆν καὶ ἐβεβαίωσεν ὅτι οὐδέποτε ὑπεβλήθη ἐκ μέρους του αἴτησις ἀποστρατείας. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, διὰ τῆς ἀποφάσεώς του, ἐξηφάνισε τὴν ἀπόφασιν ἀποστρατεύσεως τοῦ κ. Σαρρῆ, ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου τὴν περιεφρόνησε, τὴν ἔρριψεν εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἔρριψε Πάρθειον βέλος ἐναντίον μου, ὅτι ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν μὲ θέματα ποὺ μὲ ἐνδιαφέρουν μόνον ὡς δικηγόρον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι οὐδέποτε διετέλεσα δικηγόρος τοῦ κ. Σαρρῆ. Βάσει δὲ τῶν ἀποφάσεων, ἀποδεικνύεται, ὅτι δικηγόρος τοῦ κ. Σαρρῆ ἦτο ὁ καθηγητὴς κ. Βεγλερῆς. Καλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ σεβασθῇ τὴν τρίτην κατὰ σειρὰν ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου, διότι εἶναι ἀπαράδεκτον οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἐφαρμόζουν τὰς ἀποφάσεις τῆς τρίτης ἐξουσίας, τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου. Πρὸ ἡμερῶν καὶ πάλιν ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἠρνήθη νὰ ἐφαρμόσῃ ἀπόφασιν τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου καὶ διέταξε τὰ τὰνκς νὰ ἀντιμετωπίσουν αὐτοὺς ποὺ ἔχυσαν τὸ αἷμα τους ὑπὲρ Πατρίδος καὶ διέταξε τὰ τὰνκς νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία ἀποκαθιστοῦσε τοὺς ἀναπήρους ὡς ἰδιοκτήτας ἐπὶ οἰκοπέδων των εἰς τὸν Συνοικισμὸν Παπάγου.
§188Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ἔχει σχέσιν μὲ τὸ πόρισμα Σαρρῆ;
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτο, εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πράγματι τὰ ὅσα λέγετε, εἶναι ἄσχετα μὲ τὸ θέμα. Ὀφείλω νὰ σᾶς δηλώσω, ὅτι ἐὰν συνεχίσητε τὴν ὁμιλίαν σας εἰς αὐτὸ τὸ μοτίβο, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ σᾶς διακόψω.
§190Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐπίσης, ὁ κ. Ὑπουργός, μὲ κατηγόρησεν ὅτι ἐμέμφθην τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐπὶ ὑποθέσεως ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, διότι ὑπῆρξα συνήγορος αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐκ τῶν πρακτικῶν ἀποδεικνύεται ὅτι οὐδὲ λέξιν εἶπον διὰ τὸν κατηγορούμενον ἐκεῖνον, καίτοι ἦτο τὸ μοναδικὸν ἀριστεῖον ἀνδρείας. Ἀντιθέτως, ἐπῄνεσα τὸν πλοίαρχον Δικαστικὸν κ. Κατεβαίνην, ὅστις τὸν συνέλαβε. Βλέπετε, συνεπῶς, ὅτι δὲν ἐμέμφθην τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἀλλὰ ἐρωτῶ: Ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, διότι ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔχει λήξει τελεσιδίκως ἀπὸ τὸ 1961. Ἀνεφέρθην εἰς τὸ πόρισμα Σαρρῆ, διότι τοῦτο δὲν παρεδόθη καὶ διότι ὁ κ. Σαρρῆς ἀπεστρατεύθη 5 ἡμέρας μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ πορίσματός του, τιμωρηθεὶς δι’ αὐτό. Ἐπίσης κατηγόρησα τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι τὸ πόρισμα τοῦ κ. Σαρρῆ δὲν ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τοῦ πενταμελοῦς Ἐφετείου κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως καὶ δι’ αὐτὸ διεμαρτυρήθη καὶ ἡ «Καθημερινή». Ἐὰν ἐκ τῶν ὑστέρων ἐκλήθη ὁ ἀνακριτὴς νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ πορίσματος, αὐτὸ δὲν μειώνει καθόλου τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς μου, ἀπέφυγα νὰ ἀναφέρω πρόσωπα ἀξιωματικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης μετ’ ἐπιμονῆς μὲ ἠνάγκασε νὰ κατονομάσω ὀνόματα ἀξιωματικῶν. Κατόπιν τούτου, ἀνέφερα τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Εἶναι γενναῖον νὰ ἀναγνωρίζῃ τις τὸ σφάλμα του διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ ἕνα ἀδικηθέντα. Ὑπεστήριξα ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Κεντρικὸς Ταμίας Κυριαζόπουλος νὰ παραμείνῃ πέραν τῆς διετίας. Καὶ παρὰ ταῦτα τὸν διετήρησαν δύο διετίας καίτοι ἀσθενὴς καὶ ἡμιπαράλυτος. Αὐτὸ ἤλεγξα. Ὅτι τὸ πόρισμα Σαρρῆ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα νὰ περιλαμβάνῃ, εἶναι γνωστόν. Καὶ ἐπειδὴ τινὲς τῶν ἐφημερίδων ἀνέγραψαν ὅτι οἱ προϊστάμενοι εἶχον σχέσιν τινὰ μὲ τὸν καταχραστήν, διηυκρίνησα, ὅτι ἡ εὐθύνη των ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὸν διετήρησαν εἰς τὴν θέσιν του. Συνεπῶς, ὁ προϊστάμενος τοῦ Ναυστάθμου εἶχε πλήρη εὐθύνην καὶ ἐγὼ εἶπον τὴν ἀλήθειαν...
§191Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Καὶ εἶπον ὅτι καλῶς ἐπράξατε.
§192Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ βούλευμα εἶναι ἕνα δημόσιον ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνατρέπονται ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν, εἴτε ἀθῳωτικήν, εἴτε καταδικαστικήν. Καὶ τὰ μὴ ἀνατρεπόμενα ἀπὸ τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν καὶ συνεπῶς ἰσχύοντα, θέτουν ὡρισμένα ἀμείλικτα ἐρωτήματα. Πρῶτον, πῶς τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1959 ἐνῷ ἀποκαλύπτεται ὁ καταχραστής, δὲν παραπέμπεται εἰς τὸν Εἰσαγγελέα; Δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Δεύτερον, πῶς ἀντὶ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν προάγεται κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν ἕνας ἀποδεδειγμένος καταχραστής; Καὶ ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Βέβαια, τότε δὲν ἦσθο Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἔχετε εὐθύνην. Ἀλλὰ ὅταν ἀρνῆσθε τὴν κατάθεσιν τοῦ πορίσματος καὶ ρίπτετε σκότος εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ δὲν κατονομάζετε τοὺς ὑπευθύνους, τότε ἀνακύπτουν εὐθῦναι δι’ ὑμᾶς καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἐλέγχω. Καὶ περαιτέρω, εἰσηγήσει τότε τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τοῦ ὑπαρχηγοῦ καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ χορηγεῖ καὶ δάνειον διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Παρίσι διὰ τὴν πολύτιμον ὑγείαν του. Ἀνθρώπινον εἶναι, νὰ περιθάλπωμεν τοὺς πάσχοντας, ἀλλὰ ὅταν ἔχωμεν ὑποφέροντας ἀναπήρους δὲν δικαιολογεῖται τοιαύτη ἐπίδειξις στοργῆς εἰς ἕνα καταχραστήν. Τὸν Ὀκτώβριον ἢ τὸν Νοέμβριον ἐπιλαμβάνεται ὁ Πλοίαρχος κ. Κατεβαίνης, ὁ καταχραστὴς δὲν προφυλακίζεται, κρατεῖται εἰς τὸ Ναυτικὸν νοσοκομεῖον ἡ δὲ συγκατηγορουμένη του τοποθετεῖται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ὡς νοσοκόμος του. Καὶ ἐνῷ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἀνακριτοῦ ὁρίζει πλήρη ἀπομόνωσιν τῶν κατηγορουμένων, τὸ Ὑπουργεῖον ἐπιτρέπει εἰς αὐτὴν νὰ κυκλοφορῇ καὶ νὰ ἐνημερώνῃ τοὺς πάντας. Καὶ ὅταν διαμαρτύρεται ὁ ἀνακριτὴς τὸν ἀποστέλλει εἰς τὸ ἀντικαρκινικὸν νοσοκομεῖον ἐνῷ δὲν πάσχει ἀπὸ καρκῖνον καὶ πάλιν μὲ τὴν συνοδείαν τῆς φίλης ὥστε νὰ εἶναι ὑπὸ παρακολούθησιν, διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐπεθύμουν νὰ κλείσῃ τὸ στόμα του ὁ μελλοθάνατος, φοβούμενοι μὴ ἀνανήψῃ καὶ κατονομάσῃ τοὺς συνενόχους του. Καὶ ἡ ἀτυχὴς αὐτή. Θῦμα καὶ ἐκείνη καταδικάζεται ὑπὸ τοῦ πενταμελοῦς ἐφετείου. Εἰς αὐτὰ τὰ ἀμείλικτα ἐρωτήματα δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν. Κύριε Ὑπουργέ, ἐχάρην ἰδιαιτέρως ὅταν ἀπεδείξατε ὅτι ἰδίαις δαπάναις ἐσπουδάσατε. Δυστυχῶς, εἴμεθα ἐνίοτε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχώμεθα πληροφορίας τὰς ὁποίας δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐλέγξωμεν. Ἀλλὰ θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι ὑμεῖς παρενέβητε ὑβρίζοντες καὶ παρεφέρθην ὁμολογουμένως καὶ ἐγὼ ἔναντι τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀειμνήστου Πρωτοπαπαδάκη, παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ὁποίου παρεστάθην μέχρι καὶ τῆς τελευταίας στιγμῆς ὡς βοηθὸς τοῦ ἀειμνήστου Τσουκαλᾶ, ὅστις ἦτο συνήγορος τότε τοῦ ἀειμνήστου Ν. Στράτου καὶ τοῦ Ἀρχιστρατήγου. Καὶ ᾐσθάνθην τὴν ἀδικίαν ἡ ὁποία προσεγένετο ἔναντι αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἰδίᾳ ἔναντι τοῦ πατρός σας ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν μεγαλοφυᾶ ἰδέαν τῆς διχοτομήσεως τοῦ χαρτονομίσματος χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἐκρατήσαμεν τὸν στρατὸν εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν, τὸν ὁποῖον οἱ σύμμαχοι τότε ἐπρόδωσαν. Καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ δημοσίου χρέους τὸ εἶπον καὶ πάλιν ὅτι σεῖς δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῆτε νὰ ὑπογράψητε τὸν σφαγιασμὸν τῶν τίτλων τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου τοῦ πατρός σας. Βεβαίως ἡ ρύθμισις τοῦ Δημοσίου χρέους δὲν ἀποτελεῖ οἰκογενειακήν σας ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ εἴχατε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀνωτέρα αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου ὑμεῖς ὁ υἱὸς τοῦ Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη νὰ μὴ θέσετε τὴν ὑπογραφήν σας εἰς ἕνα νόμον ὁ ὁποῖος ἐξανεμίζει τὰ χρεώγραφα ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα ὁ πατήρ σας εἰργάσθη, ἐφρόντισε νὰ λάβῃ τόσας ἐγγυήσεις, τόσας ἐξασφαλίσεις. Σεῖς κάτωθι αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος, δὲν ἔπρεπε νὰ θέσητε τὴν ὑπογραφήν σας, τοσοῦτον μᾶλλον, ὅταν αἱ εἰσπράξεις χάριν αὐτοῦ τοῦ ἀναγκαστικοῦ δανείου μεταπολεμικῶς ὑπερέβησαν τὰ 1.200.000.000.
§193Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Εἰς ποῖον νομοσχέδιον ἐτέθη ἡ ὑπογραφή μου;
§194Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ ἐσωτερικοῦ δημοσίου χρέους κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ χιλιόδραχμον ἔγινε 50 δραχμαί. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἡ ἐπερώτησις εἶχεν ἀξίαν, τὴν δὲ εὐθύνην ἀκεραίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός. Εὑρίσκεται ἐν ἀταξίᾳ. Πρῶτον, διότι εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰ προηγούμενα ἔγγραφα τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου καὶ τὰ ἰδικά του καὶ δεύτερον διότι ἀφοῦ ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει τὸ πόρισμα Σαρρῆ εἰς τὸν κ. Τούμπαν καὶ Μαῦρον, δὲν τὸ ἔθεσε καὶ ὑπ’ ὄψει μου. Ἐπὶ πλέον διὰ ποῖον λόγον δὲν δίδει μίαν ἀπάντησιν ἔστω καὶ σήμερον εἰς τὰ ἀνωτέρω ἀμείλικτα ἐρωτήματα; Δὲν ἐφαρμόζει τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ ἐφαρμόζει δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ καὶ μετέρχεται ὡς Κυβέρνησις ἄνισον μεταχείρισιν. Καταλήγομεν ὥστε, τὸν μὲν πλανόδιον μανάβην τοῦ ὁποίου ἔπεσεν ἡ πινακίς, ἡ ἀναγράφουσα τὴν τιμὴν τοῦ κουνουπιδιοῦ, νὰ τιμωροῦμεν καὶ τὸν καταχραστὴν ἀντιπλοίαρχον νὰ προάγωμεν καὶ νὰ προασπίζωμεν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀγανακτῇ ἡ ψυχὴ παντὸς τιμίου ἀνθρώπου, ὅταν βλέπῃ αὐτὴν τὴν ἄνισον μεταχείρισιν; Καὶ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα ἡ στάσις σας νὰ πιστεύω, ὅτι κομματικὰ κριτήρια ἐπεκράτησαν. Ἦτο ὡς γνωστὸν ὁ καταχραστὴς Κυριαζόπουλος μέγας παράγων τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Εἶχεν ἰσχυροὺς προστάτας. Σεῖς τότε δὲν διευθύνατε τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον δὲν μᾶς εἴπατε ποίας κυρώσεις ἐπεβάλατε ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκάλυψαν αὐτὰ τὰ αἴσχη ἐγίνατε συνυπεύθυνος. Ἰδοὺ διατὶ ἡ ἐπερώτησις ἦτο βάσιμος καὶ ἐπιβεβλημένη. Πῶς δὲν δίδετε μίαν ἀπάντησιν, κ. Ὑπουργέ, διὰ τῆς ὁποίας νὰ πληροφορηθῇ τὸ Σῶμα, ἐὰν οἱ καλύψαντες τὰ πρωτοφανῆ αὐτὰ αἴσχη ἐτιμωρήθησαν; Διότι, ἐὰν δὲν θελήσετε νὰ ἀπαντήσητε, τότε θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι κομματικὰ κριτήρια ἐπεκράτησαν καὶ ὄχι κριτήρια ἀπονομῆς δικαιοσύνης.
§195Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν ἔχει δίκαιον ὑποστηρίζων ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι δὲν ἐπεβλήθησαν κυρώσεις κατὰ τῶν ὑπευθύνων. Ἐπεβλήθησαν κυρώσεις αὐστηρόταται καὶ διοικητικαί. Ὅσοι ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἦσαν ἐδῶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Μαρτίου θὰ διεπίστωσαν ὅτι δὲν προσέθεσε τίποτε νέον ὁ κ. Βασιλᾶτος σήμερον, ἀλλὰ ἐπανέλαβεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχεν εἴπει κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Ἐπειδὴ ὅμως μοῦ κατελόγισεν ὅτι οἱονεὶ ἐπροκάλεσα τὴν ὀξύτητα ἐγώ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνώσω ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς 12 Μαρτίου, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ἐκεῖνος. Ἀναγινώσκω: «Καὶ περαιτέρω, τὸ πόρισμα ἀναφέρεται εἰς τὴν περίπτωσιν ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, ὅστις εἶχε τὴν εὐθύνην ἐλέγχου καὶ ὁ ὁποῖος ἐκράτησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν καταχραστὴν καὶ τὸν ἐκάλυψε, παρὰ ταῦτα δὲ παρέμεινεν ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος εἰς τὸ στράτευμα καὶ προήχθη, πρὸς χάριν του δὲ ἀπελύθη λαμπρὸς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος μετὰ τοῦ Ναυάρχου Τούμπα ἔγραψε λαμπρὰς σελίδας δόξης τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, ὁ Ναύαρχος Φοίφας. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κατονομάσω τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον». Σήμερον ποὺ εἴμεθα καὶ οἱ δύο ἠρεμώτεροι, δὲν βλέπει ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ αὐτὴν τὴν αἰχμὴν ἐναντίον τοῦ συνόλου τῶν Ναυάρχων; Διότι, ὅταν, κ. Πρόεδρε, γίνεται λόγος περὶ ἑνὸς Ναυάρχου ἐν ἐνεργείᾳ καὶ δὲν κατονομάζεται, εἶναι προφανές, ὅτι ὑπάρχει μία αἰχμὴ ἐναντίον ὅλων τῶν Ναυάρχων τοῦ Β. Ν. καὶ δι’ αὐτὸ ἐπέμεινα ἀπολύτως νὰ κατονομάσῃ ὁ κ. Βασιλᾶτος τὸν Ναύαρχον. Εἶχον ὑποχρέωσιν καὶ εἰς τὴν θέσιν μου θὰ ἔκαμε τὸ ἴδιον καὶ ὁ κ. Βασιλᾶτος καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ ἰδού, ὅτι ὀρθῶς ἐπέμεινα, διότι διὰ τῆς ἐπιμονῆς μου, ἐπείσθη ὁ κ. Βασιλᾶτος ἐκ τῆς ἐρεύνης τὴν ὁποίαν ἔκαμε μετὰ ταῦτα, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Ναυάρχου Μαυρομμάτη. Ὁ κ. Τούμπας πράγματι εἶπεν, ὅτι τὸν ἐκάλεσε τότε, ὑποθέτω ὁ κ. Θεμελῆς, καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ πόρισμα Σαρρῆ διὰ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα, ἀφοῦ ἔλαβε γνῶσιν τοῦ πορίσματος ὁ Ναύαρχος Τούμπας, ποίαν συνέχειαν ἔδωσεν; Διατί δὲν ὑπέβαλε μία ἐπερώτησιν εἰς τὴν Βουλήν;
§196Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἴσως νὰ μὴ τὴν ἔκαμα καὶ ἐγώ.
§197Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἀλλὰ εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔλαβε γνῶσιν, ὅπως εἶπεν ὁ ἴδιος, δὲν ἔδωσε συνέχειαν. Ὡμιλήσατε περὶ τρίτης ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, σχετικῶς μὲ τὸν Ναύαρχον Σαρρῆν. Βεβαίως αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀπολύτως σεβασταί. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τρίτην ἀπόφασιν. Ἐὰν ὑπάρξῃ τοιαύτη, θὰ τὴν ἀναγνώσωμεν, θὰ τὴν μελετήσωμεν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατευθύνσεων ποὺ δίδουν αὐταὶ αἱ ἀποφάσεις καὶ διὰ τοῦ διατακτικοῦ καὶ διὰ τοῦ σκεπτικοῦ των θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἐπανάκρισιν τοῦ Ναυάρχου Σαρρῆ. Ἐπέκρινεν ὁ κ. Βασιλᾶτος τὸ ὅτι προήχθη ὁ κ. Κυριαζόπουλος. Ἀλλὰ αἱ προαγωγαὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὅλων καὶ τοῦ Β. Ν. γίνονται κατόπιν ἀποφάσεως, εἰδικώτερα τοῦ Ναυτικοῦ, κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Ναυτικοῦ Συμβουλίου. Εἰς δὲ τὸ Ἀνώτατον τοῦτο Συμβούλιον, μετεῖχε καὶ ὁ Ναύαρχος Σαρρῆς διὰ τὸν ὁποῖον τόσην πολὺ συμπάθειαν ἐκδηλώνει ὁ κ. Βασιλᾶτος. Ἐν τέλει ὡμίλησε καὶ περὶ δανείου ἐγκριθέντος ὑπὸ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸν Κυριαζόπουλον. Πράγματι ἐδόθη τοιοῦτον δάνειον, ὄχι ὅμως κατόπιν ἐγκρίσεως τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ εἰς τὴν σύνθεσιν τὴν Ὑπουργικήν, ἀλλὰ κατόπιν ἐγκρίσεως τῆς Ὑποεπιτροπῆς πιστώσεων, τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦν ὑπηρεσιακὰ ὄργανα. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς Ὑποεπιτροπῆς πιστώσεων, ἔχει ἀριθμὸν 542, τὸ δὲ θέμα εἶναι τὸ 10ον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς 22.4.59 καὶ ἐδόθη τὸ δάνειον διὰ λόγους θεραπείας του εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§198Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀλλὰ διατί τὸ εἶπον αὐτό; Διότι ὁμιλῶ πάντοτε μὲ κείμενα. Λέγει ἐνόρκως ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κλάδου, Πλοίαρχος Οἰκονομικῶν κ. Τομαρᾶς: «Κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, προεκλήθη ἐνέργεια τοῦ Ὑφυπουργοῦ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, κ. Ρικάκην».
§199Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ὁ κ. Ρημάκης καὶ ὄχι κ. Ρικάκης, δὲν εἶναι Πρόεδρος ἀλλὰ εἶναι προϊστάμενος τῆς Γραμματείας τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς. Βλέπω, ὅτι πρέπει νὰ ἐλέγχετε, ὄχι μόνον τὰς πληροφορίας ἀλλὰ καὶ τὰς ἐνόρκους καταθέσεις. Διότι εἶναι ἀνακριβές, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ ὡρισμένους Ὑπουργοὺς καὶ τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τῆς Ὑποεπιτροπῆς πιστώσεων, τὴν ὁποίαν ἀποτελοῦν ὑπηρεσιακὰ πρόσωπα καὶ ὡς μία αἴτησις συνήθους μορφῆς ἐνεκρίθη καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὴν Ὑποεπιτροπὴν αὐτὴν μὲ τὸ αἰτιολογικόν, διὰ λόγους θεραπείας εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§200Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη περίπτωσις δανεισμοῦ εἰς ἀξιωματικὸν 40.000 δραχ. Πέραν τῶν 5.000 δραχ. δὲν ἐδόθη ποτέ.
§201Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀποδείξητε αὐτό;
§202Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου.
§203Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Αἱ πληροφορίαι σας ἀπεδείχθησαν ἐν πολλοῖς, ἀνακριβεῖς. Παρεδέχθητε καὶ σεῖς, ὅτι ὡρισμέναι πληροφορίαι σας ἦσαν ἀνακριβεῖς. Σᾶς ἀναφέρω ἐγὼ καὶ ἄλλας καὶ σᾶς λέγω, ὅτι καὶ αὗται εἶναι ἀνακριβεῖς καὶ σᾶς τὸ ἀποδεικνύω. Προσέχετε τὰς πληροφορίας σας, διότι σᾶς ταλαιπωροῦν οἱ πληροφοριοδόται σας. Καὶ ἡ ἔνορκος βεβαίωσις, δὲν εἶναι ἀκριβής. Δὲν λέγω ὅτι ὑπάρχει δόλος εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Πλοίαρχος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἀκριβὲς εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ.
§204Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ δέχομαι.
§205Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἐλέγχετε τὰς πληροφορίας σας. Μὴ σπεύδετε νὰ εἴπητε, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἔλαβε τοιοῦτον δάνειον, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀποδείξητε.
§206Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸ δέχομαι, ἀλλὰ ὁ καταχραστὴς ἐτιμήθη. Διατί νὰ πάρῃ δάνειον;
§207Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Προφανῶς ἡ Ὑποεπιτροπὴ δὲν ἐξήτασε τὸ θέμα ποῖος εἶναι αὐτός. Εὗρε μίαν περίπτωσιν διὰ τὴν ὁποίαν διεπιστοῦτο, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔπασχεν ἀπὸ τὴν τρομερὰν αὐτὴν ἀσθένειαν καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκρίνῃ τὸ δάνειον αὐτό, τὸ ὁποῖον σημειωτέον δάνειον, δὲν τὸ ἐχορήγησεν, ὡς γνωστόν, ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, ἀλλὰ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, ὡς συνήθως τοῦτο γίνεται. Ἡ Ὑποεπιτροπὴ πιστώσεων τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνέκρινε νὰ χορηγηθῇ τὸ δάνειον ἀπὸ τὸ Μ.Τ.Β.Ν. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε σήμερον, πρῶτον μὲν δὲν διαφέρουν ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπατε κατὰ τὴν ἄλλην συνεδρίασιν καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶχον δίκαιον ὑποστηρίζων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δευτερολογήσητε. Ἀπησχολήσατε ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου τὴν Βουλὴν διὰ νὰ εἴπωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐκίνησαν κανὲν ἐνδιαφέρον οὐδενός. Ἐπανελάβατε πάλιν τὰ περιεχόμενα εἰς τὸ βούλευμα καὶ εἰς αὐτὸ κυρίως ἐστηρίχθητε, ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὅταν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως ὑπάρχῃ τελεσίδικος δικαστικὴ ἀπόφασις, τί τὸ θέλομεν τὸ βούλευμα; Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ βούλευμα καὶ αἱ μαρτυρικαὶ καταθέσεις καὶ τὰ ἄλλα στοιχεῖα ἀπὸ τὸ δικαστήριον καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου. Πρὸς τί περαιτέρω νὰ ἀσχολούμεθα;
§208Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θέλετε ἀπάντησιν, ἐὰν ἐπιτρέπετε;
§209Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐτελείωσα, κ. Πρόεδρε, καὶ χαίρομαι, διότι διεξήχθη ἡ συζήτησις ἀπόψε εἰς ἤρεμον τόνον καὶ ἔτσι διηυκολύνθη ἡ συζήτησις καὶ ἴσως νὰ ἐπέφερε καὶ κἄποιον καρπόν.
§210Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Μίαν λέξιν μόνον, κ. Πρόεδρε.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτο, ξεύρετε, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δευτερολογήσητε.
§212Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἡ ἔνορκος κατάθεσις Τομαρᾶ, δὲν εἶναι τυχαία, λέγει ὅτι «ὅταν ἀπεκαλύφθη ἡ κατάχρησις αὐτὴ τὸν Νοέμβριον, ὁ ἐπιθεωρητὴς Μάργαρης ... (ἀναγινώσκει) ...». Καὶ πάρα κάτω λέγει, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς ἐπῆγε καὶ τοῦ ἐπῆρε τὸ δάνειον, ἀμέσως ἀνεφέρθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ κατάχρησις καὶ ἀντὶ νὰ σταλῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἐπῆγε καὶ τοῦ ἐπῆρε τὸ δάνειον.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βασιλάτου.
§214Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω τὸ ἑξῆς. Εἰς τὸ σημείωμά σας συνεχῶς ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ἄρθρου 36, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ. Τί θέμα σχετικὸν προέκυψεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ καταλάβω καὶ ἐγὼ καὶ νὰ ἴδω ἐὰν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον;
§216Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ συσχετίσητε τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθητε μὲ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον θέτετε. Δηλαδὴ ποὺ ὑπάρχει παραβίασις διὰ συμπεριφορὰν τοῦ Προεδρείου.
§218Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ θὰ σᾶς εἴπω.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδή, τὸ Προεδρεῖον ἔκαμε κἄτι τι ἕως τώρα ἀπὸ τὸ ὁποῖον νὰ διαπιστώσητε, ὅτι παρέβη τὸν Κανονισμὸν ἢ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι θὰ κάμῃ;
§220Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλετε νὰ μαντεύσητε τὴν σκέψιν μου ἢ νὰ μὲ ἀφίσητε νὰ τὴν εἴπω;
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς εἶναι πολὺ εὔκολον νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου.
§222Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 51, καὶ τὶ θὰ εἴπω θὰ τὸ ἀκούσητε.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεδριάζομεν ἕως τώρα καὶ θέλω νὰ μοῦ εἴπητε, ὑπάρχει παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ διὰ συμπεριφορὰν τοῦ Προεδρείου;
§224Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Βεβαίως ὑπάρχει.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, ἔχετε τὸν λόγον.
§226Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξω, ἀφορᾷ παραβίασιν τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἀπησχόλησα καὶ τὴν προγενεστέραν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 19ης Μαρτίου, εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἄρθρου 51 καὶ ἐτόνισα τοῦτο: «Κύριε Πρόεδρε, ἡ προτασσομένη ἐπερώτησις ἡμῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν Β. Ἑλλάδος, κατετέθη τὴν 12.12.1962 καὶ ἔρχεται πρὸς συζήτησιν μετὰ τρίμηνον ὁλόκληρον ἀπὸ τῆς καταθέσεώς της ἂν καὶ ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 51 χρόνον συζητήσεως τὴν πρώτην ἡμέραν Κοινοβουλευτικοῦ Ἐλέγχου μετὰ τὴν ὑποβολὴν της. Ἡ ἀρχικὴ αἴτησις ἡμῶν καταθέσεως ἐγγράφων διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν 3.280.000 δρχ., χρονολογεῖται ἀπὸ τὴν 22αν Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους. Μεταγενεστέρως ὑπεβλήθησαν καὶ ἕτεραι τρεῖς αἰτήσεις μας διὰ κατάθεσιν ἐγγράφων τοῦ συζητουμένου θέματος, ἡ διαφαινομένη δὲ μὴ ἱκανοποίησίς των, θὰ ἀγάγῃ εἰς μετατροπὴν των εἰς ἐπερωτήσεις προτασσομένας καὶ ταύτας».
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, αὐτὰ τὰ εἴπατε προχθές, διατί τὰ ἐπαναλαμβάνετε;
§228Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Τὰ ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ σᾶς εἰσαγάγω εἰς τὸ νόημα τῶν ὅσων θὰ ἀναπτύξω. Δικαίωμά μου εἶναι νὰ τὰ ἀναγνώσω, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ ὁμιλήσω.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 51 ἐν συσχετίσει πρὸς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ Προεδρείου.
§230Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὁμιλῶ.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁμιλήσητε ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 51, ἄλλως δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§232Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δικαίωμά σας εἶναι νὰ ὁμιλήσητε ὡς Πρόεδρος, ἀλλὰ χωρὶς τοὺς κώδωνας καὶ χωρὶς διακοπάς.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν. Εἶσθε ὑποχρεωμένος ψυχραίμως νὰ ἀντιμετωπίζητε τὰς ἐρωτήσεις μου. Ἐγὼ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐπειδὴ ἐκάματε ἕνα σημείωμα διὰ νὰ ὁμιλήσητε διὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ μοῦ εἴπητε, καὶ ἔχετε ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο, ἐὰν ὑπάρχῃ παράβασις σχετιζομένη μὲ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν.
§234Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Αὐτὸ σᾶς λέγω.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωρήσατε λοιπόν.
§236Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ἔλεγα πάρα κάτω εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 19ης Μαρτίου: «Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὶ ἀπέγινεν ἡ ἀρχικὴ εὐθιξία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Βορείου Ἑλλάδος πρὸς ἀπόδοσιν λογαριασμοῦ· διαβλέπω ὅμως εἰς τὴν ἀδικαιολόγητον ἀπουσίαν του, πρόθεσιν μιμήσεως τῶν μικρῶν τεχνασμάτων τῆς Μεγάλης Σχολῆς πρὸς ματαίωσιν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεώς μας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος στεγάζεται ἐν κτιρίῳ ἀνεγερθέντι ἐπὶ ἀπολυταρχικοῦ καθεστῶτος, εἶναι καιρὸς ὅμως νὰ ἀποβάλῃ τὴν ψευδαίσθησιν, ὅτι ἡ ἀπολυταρχία ἐκείνη συνεχίζεται. Ταύτην κατέλυσεν ὁ ἡρωϊσμὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ μὲ τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἐθνάρχου Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Παρακαλῶ, ὅθεν, ὅπως διαμηνυθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν Β. Ἑλλάδος, ὅπως προσγειωθῇ εἰς τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ προσέλθῃ τὸ ταχύτερον πρὸς συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, ἄλλως ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς θὰ ἐξηγήσουν ὡς ἁρμόζει, τὴν φυγομαχίαν του δι’ ἀπόδοσιν λογαριασμοῦ διαχειρίσεως χρημάτων προερχομένων ἀπὸ ὑστέρημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ».
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν οὐσίαν. Αὐτά, κύριοι πρακτικογράφοι, νὰ μὴ γραφοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ διότι εἶναι ἄσχετα.
§238Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Πάρα κάτω, ἰδοὺ τὶ ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς: «Ὅπως βλέπετε, κ. συνάδελφε, τὸ Προεδρεῖον προσπαθεῖ νὰ διευκολύνῃ τὸν ἔλεγχον, σεῖς ὅμως, τὸ ταλαιπωρεῖτε, καὶ ἤδη ἀναπτύσσετε ἐπερώτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ὅπως γνωρίζητε, αἱ προτασσόμεναι βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ ἐπερωτήσεις εἶναι πολλαὶ καὶ ἀκολουθοῦν καὶ ἐκεῖναι μίαν σειράν. Αἱ ἰδικαί σας ἐπερωτήσεις εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν βάσει τοῦ Κανονισμοῦ προτασσομένων καὶ θὰ συζητηθοῦν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά των. Συνεπῶς, δὲν ἔχετε λόγον νὰ ἀνησυχῆτε». Κατόπιν τῆς αἰτήσεώς μας, ὅπως εἰδοποιηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς Βορείου Ἑλλάδος καὶ προσέλθῃ, ἐγένοντο τὰ διαβήματά μας. Καὶ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς Βορείου Ἑλλάδος εἰς δηλώσεις του: «Λυποῦμαι, διότι ἐνῷ εἶχον παρακαλέσει τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς ... (ἀναγινώσκει) ...». Αὐτὸ λέγει ὁ Ὑπουργός, ὅτι δὲν εἰδοποιήθη πρίν. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ ὅμως, κ. Πρόεδρε, εἰδοποιήθη. Καὶ νομίζω, ὅτι κατὰ πανηγυρικώτερον τρόπον δὲν δύναμαι νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν Βορ. Ἑλλάδος. Ἡ ἀποψινὴ ἀπουσία του εἶναι ἐσκεμμένη φυγομαχία καὶ εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ τὸν κρίνωμεν καὶ ἡμεῖς. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Μὴ κτυπᾶτε τὰ κουδούνια, κ. Πρόεδρε.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκφράζεσθε ἀνοικείως, κ. συνάδελφε, ὅταν λέγητε, ὅτι πρόκειται περὶ ἐσκεμμένης φυγομαχίας καὶ σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν.
§240Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ἀπέναντι τῆς ἀσεβείας καὶ τῆς περιφρονήσεως πρὸς τὸ Σῶμα ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ Βορ. Ἑλλάδος, ἐπιεικέστατα ἐκφράζομαι. Ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν κτυπᾶτε τὰ κουδούνια, ὁ θόρυβος δὲν θὰ καλύψῃ τὴν φυγομαχίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νὰ δώσῃ ἀπολογίαν διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἱερῶν χρημάτων του.
§241Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος, ἔχει καὶ ἄλλας ἀσχολίας καὶ δὲν εἶναι τόσον εὐχερὲς ...
§242Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Βορ. Ἑλλάδος, εἶναι Ὑπουργὸς τῶν ἑορτῶν καὶ τῶν πανηγύρεων.
§243Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτητε. Νὰ μὲ ἀκούσητε, ὅπως σᾶς ἤκουσα καὶ ἐγώ.
§244Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχετε καμμίαν ἁρμοδιότητα σεῖς, ἐν τίνι ἁρμοδιότητι ἀπαντᾶτε; Εἶσθε πληρεξούσιός του;
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκπροσωπεῖ τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἀπαντᾷ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ παρατηρήσεις σας ἐμμέσως ὑπαινίσσονται καὶ ἀμέλειαν τῆς Κυβερνήσεως.
§246Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Λέγω, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος, φυσικὸν εἶναι νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας ἀσχολίας καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ παρευρίσκεται εἰς τὴν Βουλήν, ὁποτεδήποτε τὸ θέλει ὁ ἐπερωτῶν βουλευτής. Τὸ νὰ χαρακτηρίζηται αὐτὸ ὡς φυγομαχία καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἴδιος ὁ κ. Ταλιαδούρης ἀνέγνωσε τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ἀπολύτως, διὰ νὰ μὴ εἴπω τίποτε ἄλλο, ἀθεμελίωτον. Γνωρίζει ὁ κ. Ταλιαδούρης ἀσφαλῶς, ὅτι θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος καὶ θὰ συζητηθῇ ἡ βάσει τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ προταχθεῖσα ἐπερώτησίς του. Καὶ ἴσως ἐπειδὴ γνωρίζει αὐτό, ἔσπευσε σήμερον νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ Β. Ἑλλάδος. Ὡς πληροφοροῦμαι δέ, πρόκειται νὰ ἔλθῃ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν. Συνεπῶς, δὲν εἶχε κανένα λόγον νὰ διατυπώσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς διαμαρτυρίας καὶ νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἁρμόζουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ ὕφος του, αὐτὸ τὸ ἐκνευρισμένον ὕφος, εἶναι κατάλληλον ὕφος διὰ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐκνευριζώμεθα, ἐὰν εἴμεθα νευρικοί, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ αὐτοκυριαρχώμεθα, ἄλλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνεται συνεδρίασις καὶ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ ὅτι βλέπω, κ. συνάδελφε, εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐπερωτήσεων μεταξὺ τῶν προτιμωμένων νόμῳ, εἶναι καὶ ἡ ἰδική σας, ἡ ὁποία φέρει ἀριθμὸν 322 καὶ εἶναι ἡ σειρά της νὰ συζητηθῇ ἀπόψε. Τὸ ὅτι ἔχει τόσον μεγάλον αὔξοντα ἀριθμὸν ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει πληθώρα προτιμωμένων ἐπερωτήσεων. Ἡ ἰδική σας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ, παρὰ ταῦτα, σήμερον διότι σοβαροὶ ὑπηρεσιακοὶ λόγοι δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐνταῦθα παρουσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Βορείου Ἑλλάδος, ὅστις δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι περισσότερον ἀπὸ σᾶς ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ταχεῖαν συζήτησιν τῆς κατ’ αὐτοῦ ἐπερωτήσεώς σας. Κατόπιν τούτου ἡ Κυβέρνησις σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὃ ἔχουσα δικαίωμα, ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν, ἡμέραν Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Διατί, λοιπόν, ἀνησυχεῖτε, ἐφ’ ὅσον ὁπωσδήποτε θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην; Δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχῃ λόγος τὶς ὅστις νὰ δικαιολογῇ τὰς αἰτιάσεις σας διὰ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι θὰ συνομολογήσητε, ὅτι τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐν προκειμένῳ, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐφαρμόζῃ πιστῶς τὸν Κανονισμόν.
§248Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Ὑπουργὸς κ. Πρωτοπαπαδάκης, λαβών τὸν λόγον μοὶ ἀπηύθυνεν ὑποδείξεις περὶ ὕφους καὶ τρόπου. Πληροφορῶ τὸν Ὑπουργὸν κ. Πρωτοπαπαδάκην, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην δὲν εἰσήλθομεν συγχρόνως. Διότι ἐγὼ μὲν εἰσῆλθον τὸ 1923 αὐτὸς δὲ πολλὰ ἔτη βραδύτερον, κατὰ τὴν χρονικὴν δὲ ταύτην διάρκειαν ἀρκετὰ ἐδιδάχθην καὶ ἀπέκτησα καὶ ὕφος σεμνὸν καὶ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα. Τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθην ἦτο τὸ ἁρμόζον πρὸς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ Ὑπουργοῦ Β. Ἑλλάδος κ. Μανέντη, ὅστις ἐπὶ τρίμηνον ἀσεβεῖ πρὸς τὸ Σῶμα καὶ τὸ ἐμπαίζει. Ἡ φυγομαχία του, ὅμως, μᾶς δίδει τὸ μέτρον νὰ κριθῇ ἡ στάσις του ἔναντι τοῦ Κοινοβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, τῆς Βουλῆς, ἔχω νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι τὸ ἄρθρον 51, δὲν δίδει δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναβάλλῃ τὰς προτασσομένας ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ τὰς ἁπλᾶς. Ἑπομένως, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν δικαιοῦται μετὰ τὴν προχθεσινὴν ἀναβολὴν νὰ λάβῃ καὶ ἄλλην τοιαύτην ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μας ὁ Ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος κ. Μανέντης.
§249Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἡ ὑπὸ κρίσιν ἐπερώτησις θὰ ἔδει νὰ εἶχε συζητηθῆ πρὸ πολλοῦ. Πρὸ μακροῦ χρόνου ὁ συνάδελφος κ. Ταλιαδούρης καὶ ἐγὼ κατεθέσαμεν ἐρώτησιν δι’ ἧς αἰτούμεθα νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος, ποῦ καὶ πῶς διετέθησαν τὰ διὰ τὰς ἑορτὰς τῆς πεντηκονταετηρίδος χορηγηθέντα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ποσά, καθ’ ὃ ἔχοντες τοιοῦτον δικαίωμα, διότι τὰ χρήματα ταῦτα προέρχονται ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος, ἔσπευσε τὴν ἑπομένην τῆς καταθέσεως τῆς ἐρωτήσεώς μας διὰ δημοσίων δηλώσεών του νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἔχει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὴν διάθεσίν μας τὴν διαχείρισιν τοῦ ἄνω ποσοῦ. Ἔκτοτε, ὅμως, καίτοι παρῆλθον μῆνες ὁλόκληροι δὲν παρεδόθη ὁ λεπτομερὴς λογαριασμὸς καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ καταθέσωμεν ἐπερώτησιν, ἥτις καὶ θὰ συνεζητεῖτο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ὅλως, ὅμως, παραδόξως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν προσῆλθεν εἰς τὴν συνεδρίασιν δι’ ὅ καὶ παρὰ τὰς διαμαρτυρίας τοῦ συναδέλφου κ. Ταλιαδούρη ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως ἀνεβλήθη διὰ σήμερον. Καὶ πάλιν, ὅμως, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν προσῆλθε μὲ τὸν ἰσχυρισμόν, ὅτι ὁ φόρτος ἐργασίας δὲν ἐπέτρεψε τὴν προσέλευσίν του. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι οὐδεὶς φόρτος ἐργασίας ὑφίσταται διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν Β. Ἑλλάδος διότι ὡς κατήντησε σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον Β. Ἑλλάδος ἄνευ δικαιοδοσιῶν, οὐδὲν ἕτερον εἶναι εἰ μὴ μόνον τοιοῦτον τελετῶν καὶ πανηγύρεων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον πιστεύομεν καὶ δικαιολογημένως, ὅτι ὄντως ὁ κ. Ὑπουργὸς Β. Ἑλλάδος φυγομαχεῖ καὶ δὲν προσέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν ἐπερωτήσεως καὶ ἡ περὶ φόρτου ἐργασίας δικαιολογία του εἶναι παντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ἄλλωστε, οὐδὲν δικαίωμα ἔχετε διὰ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεώς μας ἐφ’ ὅσον ἅπαξ ἀνεβλήθη αὕτη, μὴ ἐπιτρεπομένου τούτου ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ἐπιχειρῆτε τὴν παραπομπὴν ταύτης εἰς τὰς καλένδας, πρᾶγμα ὅπερ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἐπιτρέψωμεν καὶ θὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ὁπωσδήποτε συζήτησίν της, παρὰ τὴν περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἐπιθυμίαν τοῦ Ὑπουργοῦ Β. Ἑλλάδος κ. Μανέντη.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, φρονῶ, ὅτι πλανᾶσθε. Ἀπὸ τὰ ἐπίσημα στοιχεῖα προκύπτει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διὰ πρώτην φοράν, ἀπόψε, κάμνει χρῆσιν τοῦ δικαιώματός της νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεως, διὰ τὴν ἀμέσως προσεχῆ ἡμέραν Κοινοβουλευτικοῦ Ἐλέγχου, δηλαδή, διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν. Συνεπῶς, ὁ ἰσχυρισμός σας, ὅτι προηγήθη καὶ ἑτέρα αἴτησις ἀναβολῆς, εἶναι ἀβάσιμος. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς φόβους σας ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ παραπέμψῃ τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὰς καλένδας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀπολύτως ἀβάσιμοι, διότι τὸ Προεδρεῖον ὑπευθύνως καὶ ρητῶς σᾶς διαβεβαιοῖ, ὅτι ὁπωσδήποτε τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις, εἰδοποιηθέντος καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Βορείου Ἑλλάδος νὰ παρευρεθῇ κατ’ αὐτήν. Τὸ Προεδρεῖον, διαπιστῶνον ἔλλειψιν ἀπαρτίας, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.40′ μ.μ.)