| 442 | Βαθμὸς | Ὀργανικὴ σύνθεσις | ὑπηρετοῦν | |
| 443 | ||||
| 444 | Διευθυνταὶ | 1 | 1 | |
| 445 | Ἐλεγκταὶ | 8 | 8 | |
| 446 | Εἰσηγηταὶ–Γραμματεῖς | 15 | 14 |
1963.03.05
2.860 στίχοι · 21.058 λέξεις · 1 πίνακας · 112 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60ὴ
Τρίτη 5 Μαρτίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζαρντινίδης, ζητεῖ 10ήμερον ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Ι. Ψαρρέας (Ὑφυπ. Κοιν. Προν.), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἰατρικῶν καὶ φαρμακευτικῶν ἐπαγγελμάτων, ἀσφαλίσεως ὑγειονομικῶν καὶ ἰατρικῆς ἀντιλήψεως διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 173)1962 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ διαρυθμίσεως τοῦ ἐφ’ ἅπαξ προσθέτου εἰδικοῦ τέλους ἐπιβατικῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως τὸ πρῶτον τιθεμένων εἰς κυκλοφορίαν ἐν Ἑλλάδι». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Ἀθανίτης, Ι. Βαρβιτσιώτης καὶ Σ. Πολυζωγόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Κλάδου Ὑγείας παρὰ τῷ Ταμείῳ Συντάξεων Μηχανικῶν καὶ Ἐργοληπτῶν Δημοσίων Ἔργων». Ὁ βουλευτὴς Καβάλας κ. Θ. Λυμπερίδης, καταθέτει ἀναφορὰν Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Καβάλας, αἰτουμένου ὅπως αὐξηθῇ ἡ παρεχομένη εἰδικὴ ἀμοιβὴ εἰς τὸν ἀγροτικὸν ἰατρὸν Κοινοτήτων Παναγίας καὶ Ποταμιᾶς Θάσου. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Κ. Φρόντζος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἰωαννίνων, αἰτουμένου αὔξησιν χορηγηθεισῶν πιστώσεων διὰ ψυχαγωγίαν ἐργατοϋπαλλήλων κλπ. Ἰωαννίνων. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Κ. Φρόντζος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ παραρτήματος Ε.Ε.Α.Α. Ἰωαννίνων, αἰτουμένου ἐπίλυσιν αἰτημάτων, ἤτοι ἀναγνώρισιν πολεμικῶν ἐτῶν, αὔξησιν ἐπιδόματος ἀκριβείας, ἰατροφαρμακευτικὴν περίθαλψιν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Δ. Κελτεμλίδης, διὰ τηλεγραφήματός του, διαμαρτύρεται διὰ διωγμοὺς πολιτῶν Νομοῦ Κιλκὶς παρὰ τῆς Ἀστυνομίας. Ὁ βουλευτὴς Καρδίτσης κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, διὰ τηλεγραφήματός του, διαμαρτύρεται διὰ σταδιακὴν κατάργησιν σιδηροδρομικοῦ δικτύου Βόλου–Καλαμπάκας. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Κ. Φρόντζος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Ἠπείρου, αἰτουμένης συμπαράστασιν ὑπὲρ ἀξιοποιήσεως δικαίων αἰτημάτων τῆς τάξεώς των. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Κ. Φρόντζος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Δημοδιδασκάλων Ἐκπαιδευτικῆς περιφερείας Κονίτσης, αἰτουμένου χορήγησιν ἐπιδόματος. Ὁ βουλευτὴς Ἰωαννίνων κ. Κ. Φρόντζος, καταθέτει ἀναφορὰς Συλλόγου Ταχ. Ὑπαλλήλων Α, Β καὶ Γ κατηγορίας Ἠπείρου, αἰτουμένου ἐπίλυσιν αἰτημάτων των, ἤτοι περὶ χορηγήσεως τριετιῶν καὶ ἐξαιρεσίμων ἡμερῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου καὶ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ὡς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς Τουρισμοῦ καὶ Ἀναπτύξεως Μεγάρων, διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 100529)18506) 9.1.1963 ἀδείας ἐγκαταστάσεως πετρελαιοδεξαμενῶν εἰς τὸν πρόσθεν καὶ συνεχόμενον τῆς πόλεως μοναδικὸν παραλιακὸν χῶρον. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Α. Γρηγοριάδης, παρακαλεῖ ὅπως ληφθοῦν μέτρα ὑπὲρ πληγέντων ἐκ παγετοῦ περιοχῶν Σκύδρας. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Μεταλλοβιοτεχνῶν Ἀθηνῶν– Πειραιῶς, διαμαρτυρομένης διὰ τὰς παρεμβαλλομένας δυσκολίας πρὸς τοὺς ἐξαγωγεῖς βιοτέχνας. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀθηνῶν, αἰτουμένου ταχεῖαν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Συλλόγου γονέων μαθητῶν Ἑλλάδος κλπ., αἰτουμένου αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ἐλέγχου κινηματογραφικῶν ταινιῶν διατάξεων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Κελτεμλίδης, Β. Ἐφραιμίδης καὶ Ι. Παπαδημητρίου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἀναπήρων Συνταξιούχων ΙΚΑ Θεσσαλονίκης, αἰτουμένου ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὸν Δημόσιον προϋπολογισμὸν ἡ κρατικὴ ὑπὲρ τοῦ ΙΚΑ εἰσφορά. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Σ. Τσιαπάρας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Βορ. Ἑλλάδι Παραρτήματος τοῦ Πανελληνίου Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων Σπουδαστῶν ἐξωτερικοῦ, αἰτουμένου παροχὴν στρατολογικῶν διευκολύνσεων εἰς τοὺς σπουδαστὰς ἐξωτερικοῦ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἐπίσης ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12325)22.2.63 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς Δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Κύρκου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12181)22.2.63 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἐμμ. Μπακλατζῆ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 19651)22.2.63 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς Δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Σάββα Παπαπολίτη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπονται ἅπασαι εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Ιʹ) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Ζίγδη. Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 19.2.1963 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Ζίγδη, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3389)21.2.63 ἐγγράφου ὑμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Τὸ ζήτημα τῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν μεταφράσεως ἁπάντων τῶν βιβλίων τῶν κτηματολογίων Δωδεκανήσου ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀντιμετωπίζεται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν μας, ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι σήμερον δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ προωθηθῇ, ἐλλείψει κυρίως πιστώσεων διὰ τὴν κάλυψιν τῆς σχετικῆς δαπάνης, ἥτις, ἐν ὄψει τοῦ ὄγκου τῆς ἐργασίας θὰ ἀνέλθῃ εἰς λίαν σοβαρὰ ἐπίπεδα. β) Διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπανδρώσεως τῶν κτηματολογίων διὰ τοῦ ἀπαραιτήτου προσωπικοῦ, ἐγνωρίσαμεν ἤδη ὑμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6725)18.1.63 ἐγράφου μας ὅτι ἡ ἔγκρισις τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων ἐκκρεμεῖ παρὰ τῇ Τριμελεῖ ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπῇ. Ἤδη δὲ ἡ ὑπηρεσία, ἐν ἀναμονῇ τῆς ἐν λόγῳ ἐγκρίσεως ἔχει καταρτίσει τὰς σχετικὰς διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν κατὰ νόμον διαγωνισμῶν προκηρύξεων. γ) Τέλος, ὡς πρὸς τὸ αἴτημα τῶν ἐνδιαφερομένων περὶ ἀναγνωρίσεως, ὡς συνταξίμου χρόνου τῆς ἐπὶ τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς προϋπηρεσίας των ἐν τοῖς κτηματολογίοις, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς ἀφορῶν θέμα συνταξιοδοτικόν, εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, πρὸς ὃ καὶ ἀπευθυνόμεθα διὰ σημερινοῦ ἐγγράφου μας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 23 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Γιάννου, Α. Φωτήλα, Γ. Λαμπράκη καὶ Σ. Ἡλιοπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3269 ἐ.ἔ. ὑμέτερον ἔγγραφον καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Γιάννου κλπ., νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐν αὐτῇ θέματος ἀπηυθύναμεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν Πατρῶν ὅπως ἀναφέρῃ σχετικῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3253)20.2.63 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1573)1963 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἐν σχέσει μὲ τὰ ἀπασχολοῦντα τοὺς δικηγόρους ζητήματα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Διὰ τὸ Ταμεῖον Συνεργασίας αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως ἔχουν καταστῆ γνωσταὶ κατ’ ἐπανάληψιν, τελευταίως δὲ καὶ διὰ δηλώσεων τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἀειμνήστου Κων. Ἀδαμοπούλου. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης θὰ ἐξήταζεν ὅμως εὐμενῶς προτάσεις τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων διὰ τὴν σύστασιν εἰδικῶν λογαριασμῶν πρὸς ἐνίσχυσιν ἀτυχούντων δικηγόρων. Διὰ τὸ Ταμεῖον Ὑγείας ἐδόθη ἀπάντησις ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ ἰδίου ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14031) 6.2.1963 ἐγγράφου ἡμῶν, ἤδη δὲ ἔχει ζητηθῆ παρὰ τοῦ Ταμείου Νομικῶν ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ θέματος διὰ τῆς διαθέσεως πόρων τοῦ Ταμείου ὡς καὶ ἡ μελέτη τῶν προϋποθέσεων ὑφ’ ἃς θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐπέκτασις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ κώδικος «περὶ Ταμείου Νομικῶν Ν.Δ. 4114) 1960» καὶ εἰς πάντας τοὺς ἠσφαλισμένους τοῦ Ταμείου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς πολυθεσίας προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 63 παρ. 6 τοῦ Κώδικος τῶν Δικηγόρων ὅτι οἱ Δικηγόροι δὲν δικαιοῦνται νὰ παρέχουν ἐπὶ παγίᾳ περιοδικῇ ἀμοιβῇ τὰς ὑπηρεσίας των εἰς πλείονα τοῦ ἑνὸς Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου καὶ τοιαῦτα ἰδιωτικοῦ Δικαίου ἔχοντα καταστατικὸν ἢ κανονισμὸν ἐγκεκριμένον διὰ Νόμου ἢ Διατάγματος, τῆς παραβάσεως τῆς διατάξεως ταύτης συνεπαγομένης πειθαρχικὴν ποινὴν ἑξαμήνου προσωρινῆς παύσεως. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐξόδου ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ λειτουργήματος τῶν συμπληρούντων 35ετῆ δικηγορικὴν ὑπηρεσίαν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι ἐπὶ τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἐλευθέρου ἐπαγγέλματος τῶν Δικηγόρων δὲν εἶναι εὐχερὴς ἡ καθιέρωσις ὑποχρεωτικῆς ἐξόδου ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος μετὰ παρέλευσιν τακτοῦ χρόνου, ὡς ἰσχύει ἐπὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, δεδομένου ὅτι ἡ ἐπαγγελματικὴ σταδιοδρομία τούτων βασίζεται ἐπὶ πλειόνων συντελεστῶν, οἵτινες κατὰ κανόνα ἀρχίζουν νὰ ἀποδίδουν μετὰ παρέλευσιν μακροῦ χρονικοῦ διαστήματος. Τέλος, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Ταμείου Νομικῶν παρεχομένων συντάξεων, παρέχομεν τὴν πληροφορίαν ὅτι ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1963 ηὐξήθησαν αἱ συντάξεις εἰς δρχ. 3.000, αἱ ἐκ τοῦ Ταμείου δὲ παροχαὶ πρέπει νὰ εὑρίσκωνται πάντοτε ἐν συναρτήσει πρὸς τὰς δυνατότητας αὐτοῦ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1580)1963 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3260)20.2.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ ἐπισκευὴ τοῦ Δικαστικοῦ Μεγάρου Ναυπλίου προγραμματισθεῖσα κατὰ τὰ εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 89226)9.9.62 προηγηθὲν ἡμέτερον ἔγγραφον (ἐπὶ ὁμοίας ἐρωτήσεως τοῦ ἰδίου κ. βουλευτοῦ), εἰσῆλθεν ἤδη ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου εἰς τὸ στάδιον τῆς πραγματοποιήσεως διὰ τῆς προκηρυχθείσης τότε δημοπρασίας καὶ τῆς κατόπιν αὐτῆς συσταθείσης ἐργολαβίας. Οὕτω ὑφίσταται ἐν ἐνεργείᾳ ἐργολαβία τῆς ὁποίας κυρία ἀπασχόλησις τυγχάνει ἡ ἐν παντὶ προετοιμασία τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ σώματος τοῦ Δικαστικοῦ τούτου Μεγάρου, ἀποτελούσης τὴν σοβαρωτέραν τῶν ὑπὸ ἐκτέλεσιν ἐργασιῶν καὶ τῆς ὁποίας ἡ ὁλοκλήρωσις δύναται νὰ γίνῃ μόνον μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς ἐποχῆς τῶν βροχῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Γιαννοπούλου καὶ Δ. Παπαδημητρίου. Ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5194 Ε.Ν. 90 ἐ.ἔ. ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1520)1023 ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Γιαννοπούλου κλπ., νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ ἱκανοποίησις τοῦ ἐν αὐτῷ διαλαμβανομένου αἰτήματος περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινικῆς διώξεως καθ’ ὡρισμένης κατηγορίας ἐπαγγελματιῶν τυγχάνει ἀνέφικτος, καθ’ ὅσον ἡ ρηθεῖσα ἀναστολὴ δὲν εἶναι νόμῳ δυνατή. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Κιτσίκη, Ι. Εὐαγγελίδη, Μ. Σβώλου, Θ. Παππᾶ καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 135128) π.ἔ., ἡμέτερον ἔγγραφον καὶ καθ’ ἃ ἀναφέρει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν Σύρου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τὸ θέμα τοῦ ἐξηλεκτρισμοῦ τῆς νήσου Τήνου, περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Κιτσίκη κλπ., παρηγγέλθη ἡ διενέργεια εὐρείας προκαταρκτικῆς ἐξετάσεως ἐνεργητέας παρὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Τήνου. Ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε συλεγέντων στοιχείων δὲν διαφαίνεται σαφής τις περίπτωσις ἀξιοποίνου πράξεως, καὶ δὴ τῆς ἀπιστίας ἢ τῆς ἀπάτης. Πάντως παρηγγέλθη ἡ διενέργεια συμπληρωματικῆς προκαταρτικῆς ἐξετάσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἠλιοπούλου, Ε. Μπενᾶ, Γ. Στεργίου, Ι. Εὐαγγελίδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2410) ἐ.ἔ. ὑμέτερον ἔγγραφον καὶ τὴν διὰ τούτου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἠλιοπούλου, Ε. Μπενᾶ κλπ. νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐν αὐτῇ θέματος ἀπηυθύνομεν ἔγραφον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν, ὅπως ἀναφέρῃ σχετικῶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
II Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 9.1.1963 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν ἐκποίησιν, ὑπὸ τοῦ Ἀμαλιείου Ὀρφανοτροφείου, ἐκτάσεως 1.900 καλλιεργησίμων καὶ μὴ στρεμμάτων, εἰς τὴν περιοχὴν Χαλκουτσίου — Ὠρωποῦ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ὁ ἀείμνηστος Ἀνδρέας Συγγρός, διὰ τῆς ἀπὸ 12 Φεβρουαρίου 1896 ἰδιογράφου αὐτοῦ διαθήκης, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐκληροδότησεν εἰς τὸ Ἀμαλίειον Ὀρφανοτροφεῖον λίρας στερλίνας 15.000 ἄνευ εἰδικοῦ τινος σκοποῦ, διὰ δὲ τοῦ ἀπὸ 9 Μαΐου 1897 κωδικέλλου του ὥρισε τὰ ἑξῆς: «Τὸ δὲ κτῆμα Ὠρωποῦ καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν, περιέχουσαν τὰ χωρία Σκάλα Ὠρωποῦ, Μήλεσι, Χαλκοῦτσι, χωρίου Ὠρωποῦ, Μαρκόπουλον καὶ Μαλακάσαν μετὰ τῶν ὁρίων των, ὅπως εἶχον ἀγοράσει ἐκ τῶν κληρονόμων Ι. Παπαρρηγοπούλου καὶ ἐπηύξησα διὰ μεταγενεστέρων ἀγορῶν, τὸ ἐν λόγῳ κτῆμα, λέγω κληροδοτῶ εἰς τὸ Ἀμαλίειον Ὀρφανοτροφεῖον, ἐντέλλομαι δὲ αὐτῷ νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐκεῖ θεραπευτήριον πρὸς νοσηλείαν ἀναρρωνυόντων ὀρφανῶν ἢ καὶ φύσει χοιραδικῆς κράσεως κορασίων καὶ ἀρρένων, μὴ ὑπερβαινόντων τούτων τὴν ἡλικίαν τῶν δώδεκα ἐτῶν, κατ’ ἀπομίμησιν τοῦ ἐν Τεργέστῃ λειτουργοῦντος τοιούτου, καλουμένου, καλουμένου νομίζω «SANITORIO MAZITTI-NIO». Ἐν τῷ ἐν λόγῳ Θεραπευτηρίῳ θέλουσιν εἰσάγεσθαι κατὰ προτίμησιν τὰ ὀρφανὰ τοῦ Ἀμαλιείου Ὀρφανοτροφείου καὶ χώρου ὑπάρχοντος ὡς καὶ μέσων, θέλουσιν εἰσάγεσθαι καὶ ἀλλαχόθεν προερχόμενα κοράσια ἢ ἄρεννα παιδία. Ἐκ πρώτης ὄψεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἡ ἀνωτέρω πρᾶξις περιέχει ὅρον, ἤτοι ὅτι ὁ διαθέτης κατέλιπε τὸ εἰς Ὠρωπὸν κτῆμα του πρὸς ἐκτέλεσιν εἰδικοῦ κοινωφελοῦς σκοποῦ (ἀνέγερσιν θεραπευτηρίου). Ἐν ἔτει ὅμως 1951 ὅτε, ἐξ ἀφορμῆς μισθώσεως τοῦ πευκοδάσους, ἠγέρθη θέμα περὶ τοῦ ἐάν, ὁ ὅρος περὶ ἐγκαταστάσεως τοῦ Θεραπευτηρίου, βαρύνῃ εἰδικῶς τὴν διὰ τοῦ κωδικέλλου, ὡς ἄνω καταλειφθεῖσαν περιουσίαν, ἡ ὑπηρεσία ἐδέχθη τὰς ἀπόψεις τοῦ Ἀμαλιείου, καθ’ ἃς ἡ κληροδοσία τοῦ κτήματος Ὠρωποῦ, δὲν περιέχει εἰδικόν τινα σκοπόν, τῆς διατάξεως περὶ ἀνεγέρσεως Θεραπευτηρίου, τεθείσης πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκει τὸ Σωματεῖον, ἡ δὲ πρὸς τοῦτο δαπάνη βαρύνει γενικῶς τὸν κληροδόχον, ὑποχρεούμενον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ταύτης, διὰ τοῦ συνόλου τῆς περιουσίας του καὶ οὐχὶ εἰδικῶς δι’ ἐκποιήσεως μέρους, ἢ ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κτήματος, περὶ ὧν ἄλλωστε οὐδόλως προβλέπεται ἐν τῷ κωδικέλλῳ. Δοθέντος ἔτι, ὅτι ἡ ἐν ἀναρρωτηρίῳ περίθαλψις τῶν ὀρφανῶν τοῦ Ἀμαλιείου, ἐμπίπτει εἰς τοὺς ἐκ τοῦ καταστατικοῦ τοῦ Ὀρφανοτροφείου προσδιοριζομένους γενικωτέρους σκοποὺς αὐτοῦ, θὰ ἦτο πράγματι ἐκτὸς τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ κατάλειψις τοῦ τεραστίου κτήματος, ἐγένετο ὑπὸ τὸν ὅρον «χώρου ὑπάρχοντος καὶ μέσων, θέλουσιν εἰσάγεσθαι καὶ ἀλλαχόθεν προερχόμενα κοράσια ἢ ἄρρενα παιδία». Κατόπιν τούτου τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον, οὐδεμίαν ἤσκησεν ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ Ἀμαλιείου Ὀρφανοτροφείου, διὰ τὸ κληροδοτηθὲν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Ἀνδρέου Συγγροῦ κτῆμα ἐν Ὠρωπῷ, καθ’ ὅσον συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 97 παρ. 1 τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου 2039)39, ἡ ἐποπτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἃς περιπτώσεις κληρονομίαι, κληροδοσίαι ἢ δωρεαὶ καταλείπονται πρὸς ὑφιστάμενα ἱδρύματα ἄνευ εἰδικοῦ τινος σκοποῦ, ἀσκεῖται παρὰ τούτου μέχρι τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς περιουσίας καὶ παραδόσεως αὐτῆς εἰς τὸ Ἵδρυμα. Ὡς δὲ προκύπτει ἐκ τοῦ παρ’ ἡμῖν σχετικοῦ φακέλλου, τὸ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. 5110)31 ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον Γεωργίας, διὰ τὸν αὐτὸν προφανῶς λόγον, ἤτοι τῆς μὴ ὑπάρξεως εἰδικοῦ κοινωφελοῦς σκοποῦ, οὐδεμίαν ἐποπτείαν ἤσκησεν ἢ ἀνάμιξιν εἶχεν ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ κτήματος. Πρὸς περαιτέρω ἐνημέρωσιν ὑμῶν, γνωρίζομεν, ὅτι εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπιθυμίας τοῦ διαθέτου, ζώσης τῆς χήρας αὐτοῦ Ἰφιγενείας ἥτις ἐχρημάτισε Πρόεδρος τῆς Δ.Ε. ἐπὶ ὁλόκληρον εἰκοσαετίαν, ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ διαθέτου μέχρι τοῦ ἰδίου αὐτῆς θανάτου (1920) τὸ Ἀμαλίειον Ὀρφανοτροφεῖον ἀνήγειρε θεραπευτήριον ἐντὸς τοῦ κτήματος Ὠρωποῦ, ὅπερ ἐλειτούργησε μέχρι τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς, ἐπιταχθὲν ὑπὸ τῆς NEARUS RE–LIEF μετὰ δὲ τὴν ἀπαλλαγήν του ἀπὸ τῆς ἐπιτάξεως ταύτης τοῦτο ἐλειτούργησε καὶ πάλιν μέχρι τοῦ 1932, ὁπότε ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν ἀπαλλοτριώσεως ἐπωλήθη, μετ’ ἄλλων κτιρίων τῆς περιοχῆς, εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἔκτοτε δὲ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν, χρησιμοποιεῖται ὡς ἀναρρωτήριον, ἕτερον οἴκημα, ἀνεγερθὲν παρὰ τοῦ Ὀρφανοτροφείου, παρὰ τὸν σταθμὸν Μαλακάσης. Ἐπίσης γνωρίζομεν, ὅτι περὶ τὸ ἔτος 1925, τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ κτήματος (50.000) στρέμματα ἀπηλλοτριώθη ἀναγκαστικῶς, πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, σαφῶς προκύπτει, ὅτι δὲν ἀνήκει κατὰ νόμον εἰς τὴν ὑμετέραν ἁρμοδιότητα ἡ λῆψις οἱουδήποτε σχετικοῦ πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ μέτρου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1130)21.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ σὺν τῇ ἐπιστροφῇ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1308)17.1.63 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κοινοποίησιν δῆθεν πρωτοκόλλων διοικητικῆς ἀποβολῆς κατὰ διαφόρων κατοίκων τῶν περιφερειῶν Ἀσσίνης, Δρεπάνου κλπ. τοῦ Νομοῦ Ἀργολίδος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ὡς ἐξηκριβώθη ἐξ ἐπιτοπίου μεταβάσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Ναυπλίας ἐκοινοποιήθησαν πρωτόκολλα καθορισμοῦ ἀποζημιώσεως, κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 5895)1933, δι’ αὐθαίρετον κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν χρῆσιν, κατὰ τῶν νεμομένων ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἄνευ τίτλου ἀκίνητα τοῦ Δημοσίου εἰς τὰς ἀνωτέρω περιφερείας καὶ οὐχὶ πρωτόκολλα διοικητικῆς ἀποβολῆς τούτων, ὡς ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφέρεται. Οἱ περὶ ὧν πρόκειται αὐθαίρετοι κάτοχοι τῶν ὡς ἄνω δημοσίων κτημάτων μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ν. 3800)1957 ἐκλήθησαν, ὅπως, ἐπωφελούμενοι τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων αὐτοῦ, ὑποβάλωσιν αἰτήσεις ἐξαγορᾶς τῶν ὑπ’ αὐτῶν κατεχομένων κτημάτων, πλὴν ἐλάχιστοι συνεμορφώθησαν, ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων καὶ ἐξεδόθησαν τὰ οἰκεῖα παραχωρητήρια. Σημειωτέον, ὅτι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εἶχον κληθῆ καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν κατὰ τὰ ἔτη 1938–41, διὰ τὴν ὑποβολὴν σχετικῶν αἰτήσεων, ἀλλ’ ἄνευ ἀποτελέσματος. Κατὰ τῶν μὴ συμμορφωθέντων ἐκοινοποιήθησαν ἤδη τὰ ἀνωτέρω πρωτόκολλα καθορισμοῦ ἀποζημιώσεως δι’ αὐθαίρετον χρῆσιν μόνον διὰ τὴν πενταετίαν 1957–61, καθορισθείσης συμβολικῶς τῆς ἀποζημιώσεως εἰς δρχ. 40–50 κατὰ στρέμμα ἐτησίως, λόγῳ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν ὡς ἀκτημόνων ἢ μικροϊδιοκτητῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ζαννῆ. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Υ.115)30.1.63 ὑπηρεσιακοῦ σημειώματος Γραφείου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ζαννῆ, περὶ τῆς εἰς προσωπικὸν ἀνεπαρκείας τοῦ Τελωνείου Ρόδου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ἡ εἰς ὑπαλληλικὸν προσωπικὸν προβλεπομένη ὀργανικὴ σύνθεσις τῆς Δ)νσεως Τελωνείου Ρόδου εἶναι πλήρης, ὑπολειπομένης μόνον κατὰ ἕνα γραμματέα, ὅστις ἀπεχώρησε ταύτης, τυχὼν σχετικῆς ὑποτροφίας πρὸς μετεκπαίδευσιν εἰς τὴν Τελωνειακὴν Σχολὴν Γαλλίας. Παρὰ ταῦτα ἡ καθ’ ἡμᾶς Ὑπηρεσία θὰ τοποθετήσῃ ὑπὲρ τὴν ὀργανικὴν σύνθεσιν, τρεῖς (3) δοκίμους γραμματεῖς, ἅμα τῷ διορισμῷ των, ὅστις προβλέπεται νὰ περατωθῇ ἐντὸς τοῦ τρέχοντος μηνός. Εἰς τὴν Δ)νσιν Τελωνείου Ρόδου ἀποσπῶνται, ἐξ ἄλλων Τελωνειακῶν ἀρχῶν ὑπάλληλοι, πρὸς ἐνίσχυσίν της, κατὰ τὴν θερινὴν περίοδον, λόγῳ ηὐξημένης τουριστικῆς κινήσεως. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν θερινὴν περίοδον ἀπεσπάσθησαν ἐκ Πειραιῶς τέσσαρες (4) εἰσηγηταὶ γραμματεῖς καὶ τρεῖς (3) ἐλεγκταί, οἵτινες ἐπανῆλθον εἰς τὰς ὀργανικάς των θέσεις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀποσπάσεώς των, ἥτις συνέπεσε μὲ τὴν μείωσιν τῆς τουριστικῆς κινήσεως τοῦ Τελωνείου (χειμερινὴ περίοδος). Παραθέτομεν πίνακα τῆς ὀργανικῆς συνθέσεως τῆς ἐν λόγῳ τελων. ἀρχῆς καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ὑπηρετούντων τελων. ὑπαλλήλων, πρὸς πληρεστέραν ἐνημέρωσιν.
| Βαθμὸς | Ὀργανικὴ σύνθεσις | ὑπηρετοῦν |
| Διευθυνταὶ | 1 | 1 |
| Ἐλεγκταὶ | 8 | 8 |
| Εἰσηγηταὶ–Γραμματεῖς | 15 | 14 |
Ἂν ὑπολογισθῇ εἰς τὸν πίνακα τοῦτον καὶ ὁ εἰς μετεκπαίδευσιν εὑρισκόμενος τελων. ὑπάλληλος, οὐδὲν ὀργανικὸν κενὸν παρουσιάζει ἡ εἰς ὑπαλληλικὸν προσωπικὸν σύνθεσις τοῦ Τελωνείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Α. Μπριλλάκη, Θ. Παππᾶ, Γ. Λαμπράκη καὶ Ε. Μπενᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 15372)31.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1145 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Α. Μπριλλάκη, Γ. Λαμπράκη, Θ. Παππᾶ καὶ Ε. Μπενᾶ, ἐπὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τοῦτο ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου τοῦ Κράτους πρὸς διερεύνυσιν μὲ διάθεσιν συμβιβαστικῆς ἐπιλύσεως ἔναντι ποσοῦ δολλ. 75.000, ἐὰν ἡ ἀπαίτησις τοῦ Ν.Α.Τ. ἦτο βάσιμος. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. πρακτ. 663)17.3.61 γνωμοδοτήσεως τῆς Ὁλομελείας, διετύπωσε σοβαρὰς ἀμφιβολίας τόσον ὡς πρὸς τὸ νόμῳ βάσιμον τῆς ἀξιώσεως τοῦ ΝΑΤ, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὸ θέμα παραγραφῆς καὶ ἐγνωμάτευσεν, ὁμοφώνως ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως τοῦ προταθέντος συμβιβασμοῦ μετὰ τοῦ ΝΑΤ, ὡς ἀσυμφόρου διὰ τὸ Δημόσιον, καὶ τῆς ἐπιλύσεως τῆς διαφορᾶς διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Σημειωτέον ὅτι ἡ ἀξίωσις τοῦ ΝΑΤ κατὰ τοῦ Δημοσίου ἀποδίδεται εἰς τὴν ὑπὸ τῆς ἐν Ν. Ὑόρκῃ Ἑταιρείας «Ἡνωμένοι Ἕλληνες Πλοιοκτῆται» διαχείρισιν ὑπὸ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου 14 πλοίων τύπου LIBERTY παραχωρηθέντων τὸ ἔτος 1943 εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς τοιαύτης, ἀντὶ συμβολικοῦ μισθώματος καὶ ἐκναυλωθέντων ἐκ νέου ὑπὸ τῆς πρώτης πρὸς τὴν τελευταίαν ἀντὶ κανονικοῦ μισθώματος, διὰ συμμαχικὰς μεταφοράς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΠ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Κοθρῆ. Ἔχομεν τὴν τιμήν, κατόπιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 113761)1312 ἐγγράφου τῆς Γενικῆς Δ)νσεως Ἀγορανομίας ἀπευθυνομένου πρὸς τὴν Δ)νσιν Ἐξαγωγικοῦ Ἐμπορίου τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου κοινοποιουμένου καὶ ὑμῖν ταὐταρίθμου πρὸς ὑμᾶς ἐγγράφου εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1090 ἐ.ἔ. ὑμετέρου, σχετικῶς μὲ κατατεθεῖσαν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Κοθρῆ νὰ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἐπειδὴ ἡ μετ’ ἀκριβείας διαπίστωσις δι’ ἐργαστηριακοῦ ἐλέγχου τοῦ εἰς κεκαθαρμένον ἐλαιόλαδον 2ας κατηγορίας προστιθεμένου παρθένου ἐλαιολάδου μέχρι ποσοστοῦ 20% δὲν εἶναι ἐφικτή, δι’ ἐμπιστευτικῆς διαταγῆς μας πρὸς ἅπαντα τὰ Χημικὰ Παραρτήματα ἐδόθη ἐντολή, ὅπως κατόπιν εἰδοποιήσεως ὑπὸ τοῦ ἐξαγωγέως, παρίστανται εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάμιξιν ἐξετάζοντες προηγουμένως τὸ παρθένον ἐλαιόλαδον ὡς καὶ τὸ ἐξηγνισμένον ἐλαιόλαδον βʹ κατηγορίας ἐξ ἐλαιοπυρήνων, ἐὰν εἶναι τοιαῦτα. Ὁμοίως θὰ παρίσταται εἰς τὴν πλήρωσιν τῶν βαρελίων σφραγίζοντες ταῦτα διὰ μολυβδοσφραγῖδος εἰς τρόπον ὥστε τὸ πρὸς ἐξαγωγὴν εἶδος νὰ εἶναι πράγματι ἐκεῖνο εἰς τὴν ἀνάμιξιν τοῦ ὁποίου παρέστησαν. Γενικῶς δὲ ἐδόθη ἐντολὴ ὅπως λαμβάνουν πᾶν κατὰ τὴν κρίσιν των πρόσθετον μέτρον εἰς τρόπον ὥστε νὰ διασφαλισθῇ ἡ ἀκριβὴς ἀναλογία τοῦ μίγματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Λαμπράκη. Κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 140)25.1.63 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἀντίγραφον σχετικῆς ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Λαμπράκη, περὶ τῶν ὡρῶν ἐργασίας τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Λιμένος Πειραιῶς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι αἱ τελωνειακαὶ ὑπηρεσίαι εἰς τὴν Ἐλευθέραν Ζώνην Πειραιῶς ἐργάζονται τακτικῶς μὲν (κανονικῶς καὶ ὑπερωριακῶς) ἀπὸ 7.15′ π.μ. ἕως 3.10′ μ.μ. καθ’ ἑκάστην καὶ ἀπὸ 5–8 μ.μ. ἑκάστην Δευτέραν καὶ Τετάρτην, ἐκτάκτως δὲ ὁσάκις ἤθελε ζητηθῇ παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων, λειτουργοῦσι συνεργεῖα καθ’ ὅλον τὸ 24ωρον καὶ κατὰ τὰς ἐξαιρετέας καὶ ἡμέρας ἀργίας, πρὸς παραλαβὴν τελωνισθέντων ἐμπορευμάτων καὶ τελωνισμὸν καὶ παράδοσιν εὐπαθῶν τοιούτων. Διὰ σχετικῆς δὲ διαταγῆς τῆς Δ)σεως Τελωνείων Πειραιῶς πρὸς τοὺς Διευθυντὰς τῶν κατ’ ἰδίαν Τελωνείων, ἐκδοθείσης κατόπιν ἡμετέρας ἐντολῆς συνεστήθη ὅπως οἱ παρὰ τῶν τελωνείων τῆς ἁρμοδιότητος αὐτῶν ὑπηρετοῦντες διαχειρισταὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀκολουθοῦν ὡς ἔχουν ὑποχρέωσιν ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων τὰς ὥρας ἐργασίας τῶν τελωνείων, οὐχὶ μόνον κατὰ τὰς συνήθεις, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπιτυγχάνεται ἡ κανονικὴ διεκπεραίωσις τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἡ διευκόλυνσις τῶν συναλλασσομένων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας, ὑπ’ ἀριθ. 1087)19.1.63 ἐγγράφου σας διαβιβασθέντος ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Ε. ΙΒ362)25.1.63 ὁμοίου αὐτοῦ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι σχετικῶς μὲ τὴν ἐν θέματι ὀφειλὴν τῆς Κοινότητος Καρύτιανης Νομοῦ Θεσπρωτίας. α) Διὰ τῆς ἀπὸ 30 Ἰουνίου 1953 ἀποφάσεως τοῦ ἔργου 1649 ὑπογραφείσης ὑπὸ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν Συντονισμοῦ, Κοιν. Προνοίας καὶ ἡμῶν, ἐνετάχθη εἰς τὸ πρόγραμμα δημοσίων ἐπενδύσεων τὸ ἔργον κατασκευῆς ὑδραγωγείου δι’ ὕδρευσιν τοῦ οἰκισμοῦ Ρίζιανης τῆς Κοινότητος Καρύτιανης, οἰκουμένου ἐξ ὁμογενῶν Βαρειοηπειρωτῶν προσφύγων. Προεβλήθη δὲ διὰ τῆς παρ. 9 τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ἡ σύναψις δανείου μετὰ τῆς ἐνισχυομένης Κοινότητος ἐξοφλητέου ἐντὸς εἰκοσαετίας πρὸς 3%, ἀρχῆς γενομένης 6 μῆνας ἀπὸ τῆς χρηματοδοτήσεως τοῦ ἔργου. 2) Μετὰ πάροδον ἀρκετοῦ χρόνου ἀπὸ τῆς περαιώσεως τοῦ ἔργου, ἡ ἐκ δραχμῶν 265.000 ὀφειλὴ τῆς εἰρημένης Κοινότητος ἐβεβαιώθη ὡς δημόσιον ἔσοδον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 73228)6048)14.3.60 διαταγῆς ἡμῶν πρὸς τὸ Ταμεῖον Ἡγουμενίτσης. Πρὸς διευκόλυνσιν τῆς Κοινότητος, ἡμερομηνία ἐνάρξεως ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου ὡρίσθη ἡ 1 Ἰουνίου 1960, ἀντί ὡς ἔδει πολὺ προγενεστέρας ὡς ἀρχικῶς εἶχεν ὁρισθῇ. 3) Ἐν συνεχεία πρὸς περαιτέρω διευκόλυνσιν τῆς Κοινότητος ἐν τῇ ἐξοφλήσει τοῦ ἐν λόγῳ δανείου, ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 17589)2163)12.2.62 διαταγὴ ἡμῶν δι’ ἧς ὡρίσθη χρονολογία καταβολῆς τῶν τριῶν πρώτων δόσεων τοῦ δανείου ἡ 1η Δεκεμβρίου 1962, καίτοι αὗται εἶχον καταστῆ πρὸ πολλοῦ ληκτικαί. Ὡσαύτως διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 300547) 39144)21 Νοεμβρίου 1962 ὁμοίας ἐνεκρίθη καὶ ἑτέρα σημαντικὴ διευκόλυνσις, ὁρισθέντος ὡς χρόνου καταβολῆς τῆς πρώτης δόσεως ἡ 1η Ἰουνίου 1963. 4) Ἤδη αἰτεῖται ὑπὸ τῶν Βορειοηπειρωτῶν ὁμογενῶν προσφύγων τοῦ οἰκισμοῦ Ρίζιανης τῆς Κοινότητος Καρύτιανης ἡ διαγραφὴ τοῦ ἀνωτέρω χρέους. Ἐπὶ τοῦ αἰτήματος τούτου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων δὲν παρέχεται εὐχέρεια διαγραφῆς τοῦ ἐν λόγῳ χρέους καθ’ ὅσον τοῦτο προέρχεται ἐκ δανείου χορηγηθέντος ἐκ κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ Δημοσίων ἐπενδύσεων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΠΥΡ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 227)7.1.1963 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, περὶ αὐξήσεως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος τῶν πιστώσεων ὑπὲρ τῆς Παιδείας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν, ὅτι διὰ τῶν γενομένων πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεων ἡμῶν ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ οἰκον. ἔτους 1963 παρέχονται τὰ αἰτηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ στοιχεῖα καὶ πληροφορίαι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΠΥΡ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14033)3.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ παρὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου κατατεθεῖσα ὑμῖν ἐρώτησις, περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3783)57 ἐπὶ τῶν συνταξιούχων δημοτικῶν ὑπαλλήλων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν τὰ ἑπόμενα: Διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Ν. Δ. 4260)1962 «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων, ἀφορώντων εἰς τὴν Γενικὴν Διεύθυνσιν Διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν» αἱ εὐεργετικαὶ διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 3783)57 «περὶ τῆς στέγης τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων» ἐπεξετάθησαν, ὑφ’ ἃς προϋποθέσεις ἰσχύουσι διὰ τοὺς μονίμους ὑπαλλήλους, ἐπὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ μονίμων δημοτικῶν ὑπαλλήλων πρὸς ἀπόκτησιν στέγης ὑπ’ αὐτῶν. Ἐπέκτασιν περαιτέρω τῶν προμνησθεισῶν ἀπαλλακτικῶν διατάξεων καὶ ἐπὶ τῶν συνταξιούχων τῆς κατηγορίας τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων δὲν προβλέπεται. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΠΥΡ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 458)10.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ παρὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ κατατεθεῖσα ὑμῖν ἐρώτησις, περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3783)57 ἐπὶ τῶν μὴ ἐχόντων δημοσιοϋπαλληλικὴν ἰδιότητα ὑπαλλήλων τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν τὰ ἑπόμενα: Ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3783)57 «περὶ τῆς στέγης τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων» παρεσχέθησαν ὡρισμέναι διευκολύνσεις καὶ φορολογικαὶ ἀπαλλαγαί, ἐπὶ τῷ τέλει ἀποκτήσεως στέγης εἰς τοὺς μονίμους ὑπαλλήλους τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, ἐφ’ ὅσον οἱ τελευταῖοι α) κέκτηνται τὴν Δημοσιοϋπαλληλικὴν ἰδιότητα καὶ β) συνταξιοδοτοῦνται ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Προσφάτως διὰ τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Ν.Δ. 4242)1962 αἱ εὐεργετικαὶ διατάξεις τοῦ ὡς ἄνω Ν. Δ. 3783)1957 ἐπεξετάθησαν ὑπὸ τὰς αὐτὰς προϋποθέσεις, ἐπὶ τῶν μονίμων στρατιωτικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, τῶν εἰς κατάστασιν πολεμικῆς διαθεσιμότητος τελούντων στρατιωτικῶν ὡς ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν συνταξιούχων τῶν αὐτῶν ὡς ἄνω κατηγοριῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ στρατιωτικῶν. Περαιτέρω ἐπέκτασις τῶν προμνησθεισῶν ἀπαλλακτικῶν διατάξεων δὲν προβλέπεται. Ἐν Ἀθήναις τῇ 21 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΣΠΥΡ. Ι. ΘΕΟΤΟΚΗΣ
III) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1892)1322)31.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1400 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν.Δ. 3850)58 «περὶ στρατολογίας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων,» ἅπαντες οἱ Ἕλληνες ἀνεξαρτήτως κατηγορίας σωματικῆς ἱκανότητος, ἐξαιρέσει τῶν ἀκαταλλήλων (ἀνικάνων) ἀπὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ 19ου ἔτους τῆς ἡλικίας των καὶ μέχρι συμπληρώσεως τοῦ 50ου τοιούτου, ὑπόκεινται εἰς ὑποχρέωσιν στρατεύσεως, ἥτις διακρίνεται εἰς ὑποχρέωσιν στρατευσίμου (θητείας ἢ ἐκγυμνάσεως) καὶ ἐφεδρικὴν τοιαύτην. β) Ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ αὐτοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος (ἄρθρα 47 καὶ 57) προβλέπεται ἡ κατὰ κατηγορίας πρόσκλησις τῶν στρατευσίμων, ὡς καὶ ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις κατηγοριῶν μὴ ἀναγκαιουσῶν εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις ἢ μὴ δυναμένων ἕνεκα τεχνικῶν λόγων νὰ ἐκπαιδευθῶσιν. γ) Βάσει τῶν ἀνωτέρω, οἱ βοηθητικοὶ κλάσεων 1950 ἕως 1960 κριθέντες τοιοῦτοι κατὰ τὴν παρουσίασίν των εἰς τὰ Σ.Ε.Ο. καὶ ἔχοντες μικρὰς γραμματικὰς γνώσεις δὲν ἐκαλοῦντο πρὸς κατάταξιν μετὰ τῶν συνηλικιωτῶν των, οἱ δὲ κρινόμενοι βοηθητικοὶ κατὰ καὶ μετὰ τὴν κατάταξί των ἀπελύοντο προσωρινῶς τοῦ Στρατεύματος. δ) Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους δὲν ἐκλήθησαν καὶ οἱ τῶν ἀνωτέρω κλάσεων ὑπόχρεοι ἐκγυμνάσεως ὡρισμένων γραμματικῶν γνώσεων καὶ οἱ Μουσουλμᾶνοι τὸ γένος. ε) Εἰς ἅπαντας τοὺς ἀνωτέρω, παρεσχέθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ ἔτος 1958, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ Ν. Δ. 3850) 58, τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων διὰ καταβολῆς ἀντισηκώματος (ἐξαγορᾶς). στ) Ἡ ἀρχικῶς ὁρισθεῖσα προθεσμία μέχρι τῆς ὁποίας ἔδει νὰ ἐνηργεῖτο ἡ ἐξαγορὰ (31.12.59), παρετάθη κατ’ ἐπανάληψιν. Ἤδη, λόγῳ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Στρατεύματος ἀφ’ ἑνός, ἕνεκεν τῆς μικρᾶς ἀποδόσεως τῶν κλάσεων τῶν γεννηθέντων κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἐχθρικῆς κατοχῆς καὶ πρὸς τὸ ἴδιον συμφέρον τῶν ἐνδιαφερομένων ἀφ’ ἑτέρου, οἵτινες διὰ τὴν ἄσκησιν δικαιωμάτων παρεχομένων ἐκ τοῦ νόμου (διορισμὸς εἰς δημοσίας θέσεις, ἀποδημίας κλπ.), δέον ὅπως ἔχουσιν ἐκπληρώσει ἢ ἐξαγοράσει τὰς στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις, ἀπεφασίσθη ἡ προοδευτικὴ πρόσκλησις πρὸς κατάταξιν ὅλων ἐκείνων οἵτινες δὲν ἐπιθυμοῦσι τὴν ἐξαγορὰν τῶν ὑποχρεώσεών των. ζ) Ἡ ὑπὸ τῶν ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερομένων στρατευσίμων τῆς κλάσεως 1951 συμπλήρωσις τοῦ 33ου (καὶ οὐχὶ 37ου) ἔτους τῆς ἡλικίας των, δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀπαλλαγῆς των ἐκ τῆς πρὸς στράτευσιν ὑποχρεώσεως, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ πρὸς στράτευσιν ὑποχρέωσις ἐξικνεῖται μέχρι συμπληρώσεως τοῦ 50οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Γαρουφαλιᾶ. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀρ. 1882)1312)31.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1390 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Γαρουφαλιᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ του ὅπως ἀναγνωρισθῇ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἐθελουσίας ἐξόδου ἡ 25ετὴς ὑπηρεσία καὶ διὰ τὸ ἐπίδομα πολυετοῦς ὑπηρεσίας, κατήρτισε προσχέδιον νομοθετικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν διεβίβασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἵνα προταθῇ ὑπὸ τούτου εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἁρμοδίου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος Ὑπουργείου, καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ διατάξεως συνταξιοδοτικοῦ περιεχομένου. 2. Πέραν τούτου διεβιβάσθη ἀνάλογον ἐρώτημα πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διὰ τοῦ παρ’ αὐτῷ Γενικοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ἐπικρατείας, ἐπὶ τῷ σκοπῷ εὐνοϊκῆς γνωμοδοτήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κατόπιν τοῦ τελευταίου Ν.Δ. 4242)62. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀθύνης ἐξήντλησε τὰς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος παρεχομένας αὐτῷ δυνατότητας ἐνεργειῶν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀναγομένου εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀρ. 1615)1170)29.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀρ. 1352 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τὴν διάθεσιν τῆς σχολαίας ἀδείας ἐκμεταλλεύσεως περιπτέρου ἐν Παλ. Φωκαίᾳ Ἀττικῆς, ἐκκρεμοῦν αἰτήσεις ἀναπήρων θυμάτων εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τῆς Νομαρχίας Ἀττικῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἐνέργεια διὰ τὴν διάθεσιν ταύτης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Ζορμπᾶ καὶ Σ. Στεφανοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1916)1346)31.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1424 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Ζορμπᾶ καὶ Σ. Στεφανοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θιγομένου ἐν αὐτῇ θέματος, τῶν ἀναβολῶν κατατάξεως σπουδαστῶν ἐξωτερικοῦ, ἐγένετο σχετικὴ ἀνακοίνωσις εἰς τὸν Τύπον, ἀντίγραφον τῆς ὁποίας ἐπισυνάπτομεν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
Πρὸς Τὴν Ἐφημερίδα «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» Ἐνταῦθα Κύριε Διευθυντά, Εἰς ἀπάντησιν δημοσιεύματος τῆς 5.2.1963 τῆς ἐγκρίτου ὑμῶν Ἐφημερίδος, ὑπὸ τὴν τίτλον «ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΙΚΑ», ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Συμφώνως πρὸς τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τοῦ νόμου «περὶ Στρατολογίας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων», ἀναβολὴ λόγῳ σπουδῶν χορηγεῖται κατ’ ἀρχὴν μέχρι 31 Δεκεμβρίου τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἔτους καθ’ ὃ λήγουσι κανονικῶς αἱ σπουδαὶ ἑκάστου δικαιουμένου. Ἤτοι, ἡ διάρκεια τῆς ἀρχικῶς χορηγουμένης ἀναβολῆς τυγχάνει κατὰ ἓξ μῆνας μεγαλυτέρα τῆς κανονικῆς διαρκείας τῶν σπουδῶν καὶ διὰ τοὺς σπουδαστὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἴς τινας περιπτώσεις, κατὰ 9–11 μῆνας. Ἡ ἀναβολὴ αὕτη παρατείνεται, βάσει τῶν αὐτῶν διατάξεων: α) Ἓν ἔτος εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν οἱ λαβόντες ταύτην ἀπώλεσαν ἓν ἔτος σπουδῶν, λόγῳ ἀποτυχίας εἰς τὰς ἐξετάσεις ἢ λόγῳ ἀνωτέρας βίας ἐκτιμωμένης παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. β) Κατὰ ἓν εἰσέτι ἔτος ἐφ’ ὅσον τυχόντες τῆς ἀναβολῆς δὲν ἔλαβον τὸ πτυχίον των κατὰ τὴν διάρκειαν ταύτης καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι διανύουσι τὸ τελευταῖον ἔτος σπουδῶν ἢ ὀφείλουσι μαθήματα τοῦ προτελευταίου ἔτους. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω σαφῶς προκύπτει ὅτι ἡ χορηγουμένη ἀναβολὴ λόγῳ σπουδῶν τυγχάνει ὑπεραρκετὴ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν σπουδῶν παντὸς φοιτητοῦ ὅστις ἐπιδεικνύει καὶ στοιχειώδη ἔστω ἐπιμέλειαν. Παρὰ ταῦτα ἡμεῖς παρανομοῦντες ἐγκρίνομεν εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις τὴν χορήγησιν ἀναστολῆς κατατάξεως μέχρις ἓξ μηνῶν εἰς τοὺς φοιτητὰς ἐκείνους οἵτινες, ἐξαντλήσαντες τὴν χορηγηθεῖσαν ἀναβολὴν λόγῳ σπουδῶν καὶ τὰς παρατάσεις, ἀναμένεται νὰ λάβωσι τὸ πτυχίον των ἐντὸς τοῦ διαστήματος τούτου. Ἡ ἐν τῷ δημοσιεύματι ἀναφερομένη κατηγορία σπουδαστῶν ἐξωτερικοῦ ἀφορᾷ σπουδαστὰς μὴ καταβαλόντας τὴν πρέπουσαν ἐπιμέλειαν ὡς πρὸς τὴν παρακολούθησιν τῶν σπουδαστῶν των καὶ οἵτινες παρὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀρχικῆς ἀναβολῆς καὶ τῶν ὡς ἄνω παρατάσεων δὲν κατώρθωσαν νὰ περατώσωσι σπουδὰς 2–2½ ἐτῶν (μὴ λαβόντες εἰσέτι προδίπλωμα ἢ μὴ ὑποστάντες τὰς προβλεπομένας δοκιμασίας) καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλὰ παρέμεινον εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ὡς ἀνυπότακτοι ἐν ἀναμονῇ τῆς ἐπιδιωκομένης χορηγήσεως ἐξαγορᾶς τῶν στρατιωτικῶν των ὑποχρεώσεων. Ἄν ἡ Ἑλλὰς ἔχῃ ἀνάγκην ἐπιστημόνων καὶ ὁ Στρατὸς ἔχει μεγίστην ἀνάγκην τούτων, τυχὸν δὲ παροχὴ δικαιώματος ἐξαγορᾶς στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους σπουδαστὰς ἐξωτερικοῦ θέλει ἐπιδράσει δυσμενέστατα ἐπὶ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Ἐκτὸς τούτου ἡ παροχὴ τοιούτου δικαιώματος εἰς τοὺς ἀνυποτάκτους σπουδαστὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ θὰ φέρῃ τούτους εἰς ἀδικαιολογήτως πλεονεκτικωτέραν θέσιν ἔναντι τῶν σπουδαστῶν ἐσωτερικοῦ, οἵτινες ὑπεχρεώθησαν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀναβολῆς των νὰ διακόψωσι καὶ νὰ καταταγῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Δι’ ἅπαντας τοὺς ἀνωτέρω λόγους, τὸ ὑπὸ τῶν συμπτυχθέντων εἰς διαφόρους συλλόγους γονέων ἀνυποτάκτων σπουδαστῶν ἐξωτερικοῦ, διατυπούμενον αἴτημα παροχῆς εὐεργετήματος ἐξαγορᾶς στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἀνυποτάκτων, τούτων τυγχάνει ἠθικῶς ἀπαράδεκτον. Οἱ ἀνυπότακτοι οὗτοι δύνανται, ἐφ’ ὅσον ἐπιστρέψουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ καταταγῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ, νὰ ὑποβάλωσι δικαιολογητικά, τὴν ἐκτίμησιν τῶν λόγων τῆς ἀνυποταξίας των καὶ τὴν ἄρσιν τῆς διετοῦς προσθέτου ὑπηρεσίας των εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ἀνυποταξία των ὠφείλετο εἰς λόγους ἀνωτέρας βίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1963
Ἐντολῇ Ὑπουργοῦ
ΕΜΜΑΝ. ΚΕΧΑΓΙΑΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη, Γ. Αὐγεροπούλου, Κ. Χιωτάκη, Θ. Παππᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4908)1673)27.2.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀρ. 1492 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Ἐφραιμίδη, Γ. Αὐγεροπούλου κλπ. ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Τὰ ἐρωτήματα (α) καὶ (β) ἀναφερόμενα εἰς προσλήψεις πολεμιστῶν τοῦ Α.Ν. 1836)51 παρ’ Ὀργανισμῶν Δημοσίων Ἐπιχειρήσεων καὶ τοιούτων Ν.Π.Δ. Δικαίου, ἀνάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. β) Ἡ κατάργησις τῶν ὑπὸ τῶν ἄρθρων 7 παρ. 2, 5 καὶ 6 τοῦ Α.Ν. 1562)50 προβλεπομένων Συμβουλίων ἐγένετο κατόπιν τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς Ὑπηρεσίας Ἐφέδρων τοῦ Ὑ.ΕΘ.Α., δυνάμει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 885)62 Β.Δ. μὲ σκοπὸν τὴν ἐπίτευξιν οἰκονομιῶν καὶ καλλιτέραν ἀπόδοσιν τῆς Ὑπηρεσίας ταύτης. γ) Ἐκ τῆς μετονομασίας τῆς Ὑπηρεσίας Ἐφέδρων Ὑ. ΕΘ. Α. εἰς Δ)νσιν Ἐφέδρων Πολεμιστῶν–Ἀγωνιστῶν (Δ.Ε.Π.Α.) καὶ τῆς ἀναδιοργανώσεώς της οὐδόλως μεταβάλλονται ἡ ἀποστολὴ καὶ οἱ ὑπὸ ταύτης ἐξυπηρετούμενοι σκοποί, ἀλλ’ ἀντιθέτως αὕτη διευρύνεται καὶ μὲ τὰς ἁρμοδιότητας κοινωνικῆς προνοίας καὶ Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. δ) Τέλος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσιν τῶν Ἐφέδρων Πολεμιστῶν–Ἀγωνιστῶν γνωρίζεται ὅτι αὕτη παραμένει ὠργανωμένη βάσει τῆς κειμένης περὶ Σωματείων Νομοθεσίας καὶ δὲν ὑφίσταται θέμα ἀλλοιώσεως τῆς νομικῆς ὑποστάσεως τῶν Ἐφεδροπολεμιστικῶν Σωματείων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2742)1925)12.2.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1525 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Περίπτωσις ὑπηρετούσης ὑπαλλήλου ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ συζύγου της, ὡς ἄλλωστε προβλέπει καὶ ἀναφερομένη εἰς τὴν ἐρώτησιν ἐμπιστευτικὴ διαταγή, δὲν ὑφίσταται εἰς τὴν Δ)νσιν Καταδρομῶν. β) Εἰς τὴν μοναδικὴν περίπτωσιν ἀξιωματικοῦ τῆς Διευθύνσεως Καταδρομῶν, τοῦ ὁποίου, ἡ σύζυγος ὑπηρετεῖ εἰς Στρατιωτικὴν Ὑπηρεσίαν, ἡ σύζυγος αὕτη δὲν ὑπηρετεῖ ὑπὸ τὰς ἀμέσους δαιταγὰς τοῦ συζύγου της, ἀλλὰ ὁ μὲν σύζυγος ὑπάγεται εἰς τὸ Γ.Ε.Σ., ἡ δὲ σύζυγός του, εἰς τὸ
Γ.ΕΘ.Α.
γ) Ἡ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος προσελήφθη ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1956, ἤτοι 3½ ἔτη πρὸ τοῦ γάμου της μετὰ τοῦ ἐν λόγῳ ἀξιωματικοῦ, μὲ τὸν κανονικὸν μισθόν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
ΑΡ. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κοκκέβη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1906)1336)31.1.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1414 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κοκκέβη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ὑπὸ μελέτην. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1376)945)24.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1336 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, περὶ τοῦ ἐν περιλήψει θέματος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι βάσει τῶν ὅσων εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν τεκμηρίων κατ’ ἀρχὴν οἱ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εὑρισκόμενοι Ἕλληνες δι’ ἀνωτάτας σπουδὰς ἐπιδίδονται κανονικῶς εἰς αὐτάς. Τοῦτο προκύπτει, ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἐκ τῆς παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος παροχῆς συναλλάγματος, ὡς καὶ τῆς χορηγήσεως ἀναβολῶν κατατάξεως εἰς τὸν στρατὸν αἵτινες δὲν χορηγοῦνται ἄνευ ὑποβολῆς πιστοποιητικῶν τῶν Πανεπιστημίων εἰς ἃ φοιτοῦν περὶ τῆς κανονικῆς φοιτήσεώς των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14285)11680 π.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 995 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι τὸ θέμα τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων τῶν ἐπὶ βαθμῷ Ἐπόπτου ὑπηρετούντων Ν.Ε.Σ.Α. εἶναι ὑπὸ μελέτην. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2005)1424)2.2.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1437 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τὸν ἐρωτῶντα κ. συνάδελφον, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ αἰτήματα τῶν ἐκπαιδευτικῶν παρακολουθοῦνται καὶ ἐξετάζονται μετ’ εὐμενείας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τῶν δυνατοτήτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ ἐπ’ αὐτῶν δὲ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐξαγγέλλονται ἑκάστοτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν, ἁρμοδίου διὰ τὸ οἰκονομικὸν θέμα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν γένει. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Σχινᾶ καὶ Κ. Ἀποσκίτη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1383)952)24.1.63 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1343 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Σχινᾶ καὶ Κ. Ἀποσκίτη, περὶ ἐγγραφῆς εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κληρικῶν ὑποψηφίων κατὰ τὸν εἰσιτήριον διαγωνισμὸν τοῦ τρέχοντος Πανεπιστημιακοῦ ἔτους, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ ἱκανοποίησις τοῦ αἰτήματος τούτου διότι ἐξέπνευσεν ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 παρ. 2 τοῦ Ν.Δ. 4263)1962 ὁριζομένη προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ἦτο δυνατὴ ἡ ἔκδοσις σχετικῆς ἀποφάσεως πρὸς αὔξησιν τοῦ διὰ τὸ τρέχον Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1962–63 ὁρισθέντος ἀριθμοῦ εἰσακτέων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Κοθρῆ, Θ. Δεσύλλα, Ν. Ζορμπᾶ, Ε. Μπακλατζῆ, Μ. Στεφανίδη, Ι. Γκλαβάνη, Τ. Γεωργίου, Δ. Θεοχαρίδη, Π. Πολυχρονίδη, Μ. Χλουβεράκη, Μ. Παπακωνσταντίνου, Ι. Τσουδεροῦ, Χ. Βασματζίδη καὶ Θ. Πετραλιᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2011)1430)2.2.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1444 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἐμμανουὴλ Κοθρῆ, Θ. Δεσύλλα, Ν. Ζορμπᾶ, Ε. Μπακλατζῆ, Μ. Στεφανίδη, Ι. Γκλαβάνη, Τ. Γεωργίου, Δ. Θεοχαρίδου, Π. Πολυχρονίδη, Μ. Χλουβεράκη, Μ. Παπακωνσταντίνου, Ι. Τσουδεροῦ, Χ. Βασματζίδη καὶ Θ. Πετραλιᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως πληροφορήσητε τοὺς ἐρωτῶντας κ.κ. συναδέλφους, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ αἰτήματα τῶν ἐκπαιδευτικῶν παρακολουθοῦνται καὶ ἐξετάζονται μετ’ εὐμενείας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς τῶν δυνατοτήτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, αἱ ἐπ’ αὐτῶν δὲ ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐξαγγέλλονται ἑκάστοτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἁρμοδίου διὰ τὸ οἰκονομικὸν θέμα τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων ἐν γένει. Ἐν Ἀθήναις τῇ 20 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Κιτσίκη, Ι. Εὐαγγελίδη, Λ. Κύρκου, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Α. Γιάννου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2006)1425 ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1438 ἐρώτησις καὶ 425 σύστασις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Κιτσίκη, Λ. Κύρκου, Α. Γιάννου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Σ. Ἡλιοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἑξῆς: Τὸ ἵδρυμα Κωστῆ Παλαμᾶ ἱδρυθὲν διὰ νόμου ὡς ἐνισχυόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους ἔχει ἤδη ἀναλάβει τὴν πρωτοβουλίαν διὰ τὴν ἐξαγορὰν καὶ μετατροπὴν εἰς Μουσεῖον τῆς οἰκίας εἰς τὴν ὁποίαν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἔζησεν ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν ποιητὴς καὶ ἔγραψε τὸ σύνολον σχεδὸν τοῦ ἔργου του. Πρὸς τοῦτο ἦλθεν εἰς συνεννοήσεις μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῆς οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχουν νὰ πωλήσουν ταύτην, συνεχίζει δὲ τὰς προσπαθείας του διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ ἔχον καὶ τὴν ἡμετέραν συμπαράστασιν, λόγῳ τοῦ κύρους καὶ τῆς πλήρους ἁρμοδιότητός του ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Συνεπῶς ἐφ’ ὅσον ἡ οἰκία Παλαμᾶ πωλεῖται ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν της δὲν συντρέχει νομίζομεν λόγος ἀπαλλοτριώσεως ταύτης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου καὶ Γ. Λαμπράκη. Ἐπὶ τῆς κατατεθείσης καὶ καταχωρηθείσης ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. βιβλ. ἐρωτ. 1093 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου καὶ Γρ. Λαμπράκη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τὸ 1)θέσιον δημοτικὸν σχολεῖον Ἁγίου Ἀθανασίου λειτουργεῖ κανονικῶς ἀπὸ 17 Νοεμβρίου 1962 διορισθείσης ἐν αὐτῷ προσωρινῆς διδασκαλίσσης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 27 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνακοινῶ ὡσαύτως τὴν ἑξῆς ἀπόφασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς:
ΑΠΟΦΑΣΙΣ
Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, Ἀποφασίζομεν. Συνιστῶμεν Εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῆς κατατεθείσης εἰς τὴν Βουλὴν προτάσεως «περὶ ἀναθεωρήσεως μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος», ἀποτελουμένην ἐξ ἡμῶν καὶ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἰωάννου Βαρβιτσιώτη, Κλεοβούλου Γιαννούση, Παναγ. Γυιόκα, Θεοδ. Δούκα, Σοφ. Εὐστρατιάδη, Κων. Καλλία, Ἀριστείδου Καλαντζάκου, Θεμ. Κονίτσα, Νικ. Κοντογιαννοπούλου, Γερασίμου Λύχνου, Στεφάνου Μακροπούλου, Ἀριστείδου Μπασιάκου, Κων)νου Παπακωνσταντίνου, Βασ. Παπαρρηγοπούλου, Γ. Πλατῆ, Γεωργ. Σταμάτη, Κωνστ. Τσάτσου, Νικολάου Ἀλαβάνου, Παυσανίου Λυκουρέζου, Ἰωάννου Γιαννοπούλου, Ἰωάννου Κυρώζη, Κωνστ. Μαρῆ, Γεωργίου Μαύρου, Κων. Μητσοτάκη, Νικ. Μπακοπούλου, Δημητρίου Παπαμιχαλοπούλου, Δημ. Παπασπύρου, Ἠλία Ἠλιοῦ καὶ Σταύρου Ἡλιοπούλου. Ἐν Ἀθήναις τῇ Μαρτίου 1963
Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ
§7Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος καὶ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τοιαύτη ἐξαγγελθεῖσα ἀπόφασίς σας, θεωρῶ ὅτι ἀποτελεῖ δεινὴν ὕβριν κατὰ τοῦ προσώπου μου (θόρυβος ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ.
§9Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αἱ διαμαρτυρίαι τῶν θορυβούντων συναδέλφων ἀποδεικνύουν, ὅτι μεταξὺ τῆς ἰδικῆς μου ἀντιλήψεως καὶ τῆς ἰδικῆς των, περὶ προσωπικῆς τιμῆς ὑπάρχει κἄποια διαφορὰ ἀντιλήψεως.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ὁπωσδήποτε. (Θόρυβος).
§11Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ διαφορὰ αὐτὴ εἶναι μικρὰ ἢ μεγάλη θὰ τὸ κρίνῃ ὁ λαός.
§12ΦΩΝΑΙ (ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Καὶ αὐτὸ ὁπωσδήποτε (θόρυβος).
§13Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐκφράζω ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν καὶ περαιτέρω κατ’ ἐξουσιοδότησιν τὴν ἀντίληψιν τῶν συναδέλφων μου, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα περιελήφθησαν εἰς τὴν ἄρτι ἀνακοινωθεῖσαν ἀπόφασίν σας. Ἡ ὕβρις τὴν ὁποίαν μᾶς προσάπτετε, κ. Πρόεδρε, εἶναι δεινή, διότι ὡς βουλευταί, ἐδηλώσαμεν ἐνυπογράφως πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι δὲν θὰ μετάσχωμεν οὔτε εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἄλλοι συνάδελφοι ἔχουν περιλάβει εἰς τὴν γνωστήν πρότασίν των, οὔτε εἰς τὰς περὶ αὐτῆς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Καὶ αἰσθάνομαι κατάπληξιν, μὲ ποῖον δικαίωμα σεῖς, κ. Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος καὶ ἀνεγνώσατε εἰς τὴν Βουλὴν τότε τὴν δήλωσίν μας, καὶ εἶσθε εἰς πλήρη γνῶσιν τοῦ περιεχομένου της καὶ εἶσθε ἐντεταλμένος ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ προασπίζητε τὴν τιμὴν τῶν βουλευτῶν, πῶς παρεγνωρίσατε τὴν ἀποστολήν σας καὶ ἠθελήσατε νὰ προσάψητε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους μου τὴν ὕβριν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς, εἴτε ὅτι ὑπεγράψαμεν τὴν δήλωσιν ἐκείνην ὄχι ἐν συνειδήσει τοῦ τί ὑπεγράψαμεν ἢ ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι δι’ οἱονδήποτε λόγον νὰ λησμονήσωμεν τὰς ὑπογραφάς μας καὶ ὑποπίπτοντες εἰς τὸ βαρύτατον πολιτικὸν παράπτωμα, ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν καὶ προτοῦ καλὰ καλὰ ξηρανθῇ ἡ μελάνη τῆς ὑπογραφῆς μας αὐτῆς, κ. Πρόεδρε, καὶ προτοῦ καλὰ καλὰ λησμονηθοῦν καὶ αἱ διατυπωθεῖσαι, ἂς εἰποῦμε, φῆμαι, ὅτι ἦτο δυνατὸν βουλευταὶ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, δι’ οἱονδήποτε λόγον, μὴ πειθαρχοῦντες εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ Κόμματος, νὰ ἀλλάξουν πορείαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, πῶς σᾶς ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν, ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ ἡμεῖς νὰ ἀτιμασθῶμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, καὶ ἐτολμήσατε νὰ μᾶς περιλάβητε ὡς μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριε Πρόεδρε, δεινοτέρα ὕβρις δι’ ἡμᾶς ἀπὸ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Γνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα— κακῶς, κάκιστα— ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θεωρεῖται ὄργανον τοῦ Κόμματος, ὅτι εἶναι κομματικὸν ὄργανον. Ἀλλά, ὅτι θὰ ἔφθανε μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ Κόμμα, προσάπτων τοιαύτην ὕβριν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν γενικῶς καὶ εἰς ἡμᾶς προσωπικῶς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ φαντασθῶμεν. Διαμαρτυρόμεθα κατὰ τὸν ἐντονώτερον τρόπον κατὰ τῆς συμπεριφορᾶς σας, κ. Πρόεδρε, ἀμυνόμενοι τῆς ἰδικῆς μας προσωπικῆς τιμῆς. Τοσούτῳ μᾶλλον, κ. Πρόεδρε, καθ’ ὅσον κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ συστήσητε ἐκτὸς τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν τῶν ἀντιστοιχούντων εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ ἄλλας εἰδικὰς Ἐπιτροπάς, εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ, ὅτι εἰς τὴν φράσιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, περὶ Εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν περιλαμβάνεται καὶ ἡ Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν καθωρίσατε πρὸ ὀλίγου, μ’ ὅλον ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν παρεβιάσατε μόνον τὸν Κανονισμόν, ὅτι περιελάβατε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν βουλευτὰς δηλώσαντες, ὅτι δὲν θέλουν νὰ εἶναι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ παρεβιάσατε καὶ τὸ Σύνταγμα, διότι συνεστήσατε Ἐπιτροπὴν νὰ μελετήσῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ πρότασιν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει σὺν τοῖς ἄλλοις πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως καὶ θεμελιώδους ἀκόμη διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾶτε τὴν εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, περὶ τῆς ὁποίας ὁ λόγος, οἱ βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθοῦν ἀπὸ οἱανδήποτε Ἐπιτροπήν. Ἡμεῖς παρῃτήθημεν ἐκ τῶν προτέρων. Μὲ ποῖον δικαίωμα, λοιπόν, θέλετε νὰ μᾶς ἐξαναγκάσητε νὰ μετάσχωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν; Ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ σᾶς δίδει τὸ δικαίωμα αὐτό; Ὅταν καίτοι δὲν ἔχει δηλώσει βουλευτής, ὅτι δὲν θέλει νὰ μετάσχῃ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μετέχων, κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 δύναται νὰ παραιτηθῇ. Ἡμεῖς τὴν παραίτησίν μας τὴν ἐκάμαμεν ἐκ τῶν προτέρων. Μὲ ποῖον δικαίωμα μᾶς περιελάβατε; Πέραν, λοιπόν, τῆς ὕβρεως κατὰ τοῦ προσώπου μας, παρεβιάσατε καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν. Διαμαρτυρόμεθα ἐντονώτατα κατὰ τούτου. Καὶ ζητοῦμεν. Τί νὰ ζητήσωμεν; Νὰ σᾶς ζητήσωμεν νὰ σεβασθῆτε τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα; Μὰ πότε ἐσεβάσθητε τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι καμμία πρότασις, καμμία τροπολογία δὲν γίνεται δεκτὴ ἐὰν δὲν ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ χιλιάδας τοιαύτας ἐκάμαμε δεκτάς, ὑμῶν καὶ τῶν ἄλλων Προέδρων προεδρευόντων, τῇ ἀξιώσει τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῇ διαμαρτυρίᾳ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τί νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, λοιπόν; Νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὴν ὕβριν; Ἡ ὕβρις καθ’ ἡμᾶς εἶναι λελογισμένη καί, ἑπομένως, καμμία δικαιολογία δι’ ἡμᾶς δὲν δύναται νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ σφάλμα. Ταῦτα, κ. Πρόεδρε, εἶχον νὰ εἴπω.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, ἐκφράζω τὴν ἔκπληξίν μου διὰ τὴν τοποθέτησιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε τοῦ ζητήματος. Εἶναι γνωστὸς ὁ σεβασμὸς τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀδιακρίτως ἐὰν ταῦτα μὲ τιμοῦν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης των ἢ ὄχι. Ἡ ἐνέργειά μου αὐτή, καθαρῶς νομική, οὐδέποτε ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶ, ὅτι θὰ ἐθεωρῆτο ὕβρις κατὰ τῶν ἐπιλέκτων μελῶν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, τὰ ὁποῖα ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε, ἐπιδεικνύων οὕτως εἰπεῖν μίαν ἀνωτέραν ἀντικειμενικότητα, νὰ ὁρίσω μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγνώριζον, ὅτι δὲν θὰ λάβητε μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὤφειλον ὅμως ἐκτελῶν τὸ καθῆκον μου, διότι ἄλλως θὰ τὸ παρέβαινον, νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων καὶ τὴν ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως αὐτῶν. Δὲν ἔχει σημασίαν τί φρονεῖτε ὑμεῖς ἴσως καὶ ἄλλοι ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης. Δι’ ἐμὲ ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως αὐτὴ ἔδει νὰ καταρτισθῇ νομοτύπως, δηλαδὴ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν. Ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει ἐν ἄρθρῳ 8: «Ὁ Πρόεδρος καταρτίζει τὰς Ἐπιτροπάς, συνεννοούμενος μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως αὐτῶν». Ἀναμφισβήτως ἡ πρόθεσίς μου ἑπομένως ἦτο, νὰ καταρτίσω μίαν Ἐπιτροπὴν— τὰ νομικά μου εἶναι πιθανὸν νὰ εἶναι πενιχρά, κ. συνάδελφε, ἐκ Μαντινείας— ἀλλὰ ἡ πρόθεσίς μου καὶ ἐὰν θέλετε ἡ ἔμπνευσίς μου ἦτο νὰ καταρτίσω μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία νὰ εἶναι νομίμως κατηρτισμένη. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχεν ἡ πρᾶξις μου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτίσω μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξ εἴκοσι βουλευτῶν καὶ νὰ ἀγνοήσω τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ποία θὰ ἦτο μία Ἐπιτροπὴ 20μελής; Θὰ κατήρτιζον μίαν Ἐπιτροπὴν ἐξ 20 μελῶν καὶ οὐχὶ κατ’ ἀναλογίαν τῶν Κομμάτων, ἐνῷ ὁ Κανονισμὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει ψηφισθῆ κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀποτελεῖ συμπλήρωμα αὐτοῦ, ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἀριθμὸς κατ’ ἀναλογίαν τῶν μελῶν, τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ Κομμάτων. Ἔδει, λοιπόν, ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ εἶναι νομοτύπως κατηρτισμένη. Ἀλλοίμονον, ἐὰν μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ μελετήσῃ ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ βεβαίως κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐξήταζε καὶ τὰ ἄρθρα τῶν ὁποίων θὰ προτείνῃ τὴν ἀναθεώρησιν, ἀλλοίμονον ἐὰν ἔκαμε ἐκκίνησιν παράνομον. Ἀναγνωρίζω, ὅτι ἔλαβον τὸ ἔγγραφόν σας καὶ τὸ ἔλαβον ὑπὸ σημείωσιν καὶ ἐγνώριζον, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον γράφεται καὶ ὑπογράφεται παρ’ ἐντιμοτάτων συναδέλφων, τοὺς ὁποίους ἀνεξαιρέτως τιμῶ, ὅπως τιμῶ ἅπαντας τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, ὅτι θὰ ἠπειλεῖτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠπειλήθη. Ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ κατὰ τὰ νομικά μου, νὰ καταρτίσω Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς νόμους, ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν, ὀφείλει δηλαδὴ νὰ εἶναι ἐντὸς τῶν νόμων, ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἄλλωστε, ἡ δήλωσις τῶν βουλευτῶν, ὅτι δὲν θέλουσι μετάσχει τῆς Ἐπιτροπῆς, γενομένη πρὸ τῆς καταρτίσεως αὐτῆς, στερεῖται νομικοῦ ἐρείσματος. Αἱ πολιτικαὶ πράξεις εἶναι δι’ ἡμᾶς. Οὐδεμία ὕβρις ὑπῆρξεν. Οὐδέποτε ἐσκέφθην, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ὕβριν ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ καθήκοντός μου. Διατί νὰ ὑβρίσω ὑμᾶς, τὸν κ. Μαῦρον, τὸν κ. Γρηγορίου... Ἢ φαντάζεσθε, ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔχω τὸν κοινὸν νοῦν, ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶ, ὅτι ὁρίζων τὰ μέλη αὐτά, θὰ ἔκαμον πολιτικὴν πρᾶξιν; Ὄχι, κύριοι. Ἔκαμα, ἁπλῶς, δικονομικὴν πρᾶξιν, ἵνα ἡ ἀρχὴ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι νομικῶς ἀδιάβλητος καὶ εἶναι καὶ νόμιμος. Διότι ἐπίστευα καὶ πιστεύω ὅτι ἂν δὲν ἔκαμα αὐτὸ ποὺ ἔκαμα, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἦτο νόμιμος, δηλαδὴ σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν. Πέραν τούτου, ὅλας τὰς συνεπείας τὰς γνωρίζω καὶ τὰς προέβλεπον, πλὴν τοῦ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὑβριστικὴ ἡ ἐνέργειά μου διὰ τὰ ἐκλεκτὰ μέλη τὰ ὁποῖα καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐγνώριζα ὅτι δυστυχῶς δὲν θὰ μοῦ παρεῖχον τὴν πολύτιμον συνεργασίαν των. Μὴ ἀναζητεῖτε εἰς αὐτὸ οὔτε πολιτικὴν ἐνέργειαν, οὔτε πολιτικὴν σκοπιμότητα—ἀπέκρουσα, ἤδη, τὴν ὕβριν, δὲν ἐπανέρχομαι ἐπ’ αὐτῆς— ἀλλὰ περιορισθῆτε μόνον εἰς τὸ νὰ ἀνεύρητε εἰς τὴν ἐνέργειάν μου αὐτήν, ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν προσπάθειαν, ὅπως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παραμείνῃ, ἰδίως κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκκινήσεως τοῦ μηχανισμοῦ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, παραμείνῃ ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς νομιμότητος. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, κ. βουλευταί, εἶχα νὰ δώσω. (Χειροκροτήματα).
§15Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησίς σας, κ. Πρόεδρε, ἐνισχύει τὴν ἰδικήν μου ἄποψιν. Δὲν ὡμίλησα περὶ προσωπικῆς ὕβρεως, κἄθε ἄλλο. Ὡμίλησα περὶ πολιτικῆς ὕβρεως, περὶ πολιτικῆς προσβολῆς. (Θόρυβος).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, φέρετε ἐμὲ εἰς δυσχερῆ θέσιν. Σᾶς παρακαλῶ.
§17Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν ἐπεβεβαιώσατε διὰ τῶν λόγων σας, κ. Πρόεδρε, εἴπατε, ὅτι ἠθελήσατε νὰ καταρτίσητε τὴν Ἐπιτροπὴν νομοτύπως, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκδώσητε δικαστικὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἐφροντίσατε νὰ περιβάλητε μὲ τοὺς δικονομικοὺς τύπους. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πολιτικὴν πρᾶξιν ἐκάματε, κ. Πρόεδρε, καὶ ἡ πολιτική σας πρᾶξις ἀποτελεῖ πολιτικὴν προσβολὴν καθ’ ἡμῶν, διότι εἴπατε, ἠθελήσατε νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἰδικήν μας συνεργασίαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν προτέρων ἐκδηλώσαμεν ὅτι δὲν θὰ τὴν ἔχετε καὶ εἴπομεν ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ προσπάθεια εἶναι πολιτικὴ διακωμῴδησις.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ἐγώ;
§19Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἡμεῖς τὸ εἴπομεν καὶ διὰ τῆς πράξεώς σας αὐτῆς ἠθελήσατε ἡμᾶς νὰ μᾶς καταστήσητε συνεργοὺς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατηγοροῦμεν ὡς διακωμῴδησιν. Καὶ τὸ κατηγοροῦμεν ὡς διακωμῴδησιν, διότι ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον 200 βουλευτὰς διὰ τὴν ἀπόφασιν, δὲν τοὺς ἔχουν οἱ προτείναντες, ἐπειδὴ ἑκατὸν καὶ εἷς ἤδη βουλευταὶ ἐνυπογράφως ἐδήλωσαν ὅτι δὲν μετέχουν οὔτε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, οὔτε εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων. Καὶ ἐπὶ πλέον, κ. Πρόεδρε, ἂν δὲν ἠθέλατε νὰ στηριχθῆτε εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ παραιτηθῶμεν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν παραίτησιν τὴν ἔχομεν ὑποβάλει ἐκ τῶν προτέρων, ὑπάρχει ἄλλη διάταξις ὅτι ὁ ἀδικαιολογήτως ἀπουσιάζων ἐπὶ 5 ἡμέρας, νομίζω, ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, ἀντικαθίσταται. Ἐπιδιώκετε, τάχα, αὐτό, κ. Πρόεδρε; Νὰ ἀπουσιάσωμεν 5 ἢ 3 ἡμέρας, διὰ νὰ μᾶς διακωμῳδήσητε, ὅτι εἴμεθα φυγόπονοι;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλῶ κατηγορηματικῶς ὄχι.
§21Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ ἔρχεται μόνον του, κ. Πρόεδρε. Οἱ τάδε—τάδε ἀντικατεστάθησαν διότι δὲν εἰργάζοντο. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ κατόπιν, κ. Πρόεδρε, τῆς ἀπαντήσεώς σας, ἐμμένομεν εἰς τὸ ὅτι ἡ πολιτική σας πρᾶξις ἀποτελεῖ πολιτικὴν προσβολὴν καθ’ ἡμῶν, τῆς ὁποίας δὲν ἐφανταζόμεθα ποτὲ ὅτι θὰ μᾶς θεωρήσητε ἀξίους. (Χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτερολογῶν, δύο λέξεις μόνον ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω. Ὅταν ἤχθην εἰς τὴν σκέψιν νὰ καταρτίσω οὕτω τὴν ἀπόφασιν, θὰ ἔδει κἄπου νὰ τὴν στηρίξω, διὰ νὰ εἶναι νόμιμος. Κατέληξα, λοιπόν, εἰς τὸ ὅτι, ἢ ἔπρεπε νὰ κάμω αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔκαμα, ἄλλως θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπω: Λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κανονισμοῦ Βουλῆς ὡς καὶ τὴν δήλωσιν τῶν ἑβδομήκοντα ἑπτὰ ἀξιοτίμων κ.κ. βουλευτῶν...
§23ΦΩΝΑΙ ΕΚ ΤΗΣ ΑΝΤΙΠΟΛΙΤΕΥΣΕΩΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάμετε...
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαβὼν ἐπίσης ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν δήλωσιν τῶν ἄλλων εἴκοσι δύο κ.κ. βουλευτῶν, καταρτίζω μίαν Ἐπιτροπήν. Δὲν ὑπάρχει ὅμως τοιοῦτον προηγούμενον. Δὲν τὸ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει μου δήλωσιν ἐκ τῶν προτέρων κατατεθεῖσαν. Ἤξευρον καὶ δηλῶ τοῦτο καὶ τὸ ἐδήλωσα ὅτι δὲν ἐπρόκειτο ποτὲ νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν οἱ ὑποδειχθέντες βουλευταί, οὔτε θὰ ἀντικατασταθοῦν. Ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ μείνῃ ὅπως ἔχει. Καὶ ὅσοι ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων μελῶν αὐτῆς δὲν ἐπιθυμοῦν, νὰ μετάσχουν δικαίωμά των εἶναι νὰ ἀπόσχουν. Δὲν ἠδυνήθην, κύριοι, καὶ νομίζω, ὅτι μοῦ ἀναγνωρίζετε μίαν σχετικὴν νοημοσύνην, δὲν ἠδυνήθην νὰ καταλάβω ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην διέπραττον παράβασιν τοῦ Συντάγματος, τοὐναντίον συμμόρφωσιν πρὸς αὐτό, οὔτε παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ, τοὐναντίον ἔκαμα πιστὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ οὐδέποτε θὰ ἐφανταζόμην ὅτι θὰ ἀπετέλει ὕβριν μία καθαρῶς δικονομικὴ ἐνέργεια. Αἱ πολιτικαὶ πράξεις δὲν εἶναι διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἶναι διὰ τὰ κόμματα καὶ τοὺς βουλευτὰς καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, οὐδένα ἠθέλησα νὰ θίξω, οὐδένα κομματισμὸν ἠθέλησα νὰ ἐπιδείξω. Ἁπλῶς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ νὰ μοῦ συγχωρηθῇ ἡ ἐπανάληψις, δὲν ἠθέλησα, ὅπως ἡ ἐκκίνησις τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ θέματος τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος γίνῃ ἐπὶ βάσεων, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν τοῦ ὑπευθύνου, ἄλλωστε, δὲν εἶναι εὐσταθεῖς ἀπὸ ἀπόψεως Συντάγματος καὶ Κανονισμοῦ. Ἰδού, κύριοι, τὸ MEA CULPA, ἐὰν ὑπάρχῃ.
§25Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἐξέθεσε τὰς ἀπόψεις του, τὰς προσωπικάς του καὶ τῶν συναδέλφων του τῶν ἑπτά, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπίσης καὶ ἀπόψεις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Θὰ ἐπεθύμουν πρῶτον νὰ διευκρινήσω μίαν ἀρχὴν διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον, λειτουργεῖ διὰ τῶν Κομμάτων καὶ ὅπου, ἑπομένως, ἀναγράφεται ὅτι ὁ Πρόεδρος καταρτίζει Ἐπιτροπάς, ὀφείλει νὰ τὰς καταρτίζῃ, καὶ τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον εἶναι ὅτι τὰς καταρτίζει διὰ τῶν Κομμάτων, κατόπιν συνεννοήσεως μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων. Ἡ πρώτη, ἑπομένως, παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔχω, εἶναι ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐσκέφθητε ὅτι θὰ εἴχατε προσωπικὸν δικαίωμα ἐπιλογῆς. Παρεβιάσατε, ἑπομένως, τὴν ἀρχὴν ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἰσχύῃ εἰς τὰ Κοινοβούλια, ὅτι λειτουργοῦν διὰ τῶν Κομμάτων. Καὶ ὅπου ἀκόμη ἀναγράφεται ὅτι ὁ Πρόεδρος ὁρίζει τὰς Ἐπιτροπάς, ἐννοεῖται ὅτι τὰς ὁρίζει συνεννοούμενος μὲ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον αὐτὸ ἰσχύει διὰ τὴν σημαντικωτάτην Ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν καταρτίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν Νομοθετικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐκδίδει νόμους, κατ’ ἀπείρως μείζονα λόγον πρέπει νὰ ἰσχύῃ εἰς πᾶσαν ἄλλην συμβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπως εἶναι ἐπίσης καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Παρέβητε, ἑπομένως, πρῶτον αὐτὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν. Δεύτερον, εἶναι βέβαιον ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπράξατε, ἀποτελεῖ παράβασιν, ὄχι μόνον πολιτικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ ἠθικῆς τάξεως. Καὶ ἐκφράζω, κύριε Πρόεδρε, τὴν ἔκπληξίν μου ὅτι ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μας, ἀπὸ τὸν κ. Μπακόπουλον, ἐπιμένετε εἰς τὴν ἀδυναμίαν κατανοήσεως τοῦ βάρους, τοῦ ἀστικοῦ βάρους, τῆς πράξεως τὴν ὁποίαν ἐκάματε. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐπικαλεῖσθε τὴν ἀνάγκην νομοτύπου ἐκκινήσεως, ἀλλὰ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε ἀρνεῖται τὴν νομοτυπίαν τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐπικαλῆσθε. Ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῶν βουλευτῶν πρὸς παραίτησιν τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖσθε. Ἡ παραίτησις εἶχε συντελεσθῆ. Οὐδαμοῦ ἀναγράφεται ὅτι οἱ παραιτούμενοι ἐκβιάζονται πρὸς συμμετοχήν. Διότι εἶναι ἔλλειψις, βεβαίως, σεβασμοῦ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ὅταν δηλώσουν παραίτησιν νὰ μὴ γίνουν σεβαστοὶ εἰς τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν. Νομοτύπως δὲν τὸ δύνασθε. Ἀφοῦ θέλετε νὰ περιορίσητε μόνον εἰς αὐτὸ ἕνα τεράστιον ἠθικὸν καὶ πολιτικὸν θέμα, ὅπως εἶναι τὸ θέμα τὸ ἀνακῦψαν τῆς δικονομικῆς νομοτυπίας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περιοχὴν παρεβιάσατε τὸν Κανονισμόν, διότι ὁ Κανονισμὸς παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως καὶ τότε σᾶς παρέχει τὸ δικαίωμα ἀντικαταστάσεως, ὄχι βιασμοῦ τῶν παραιτουμένων πρὸς παραμονὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἰδοὺ διατὶ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς δικονομικῆς νομοτυπίας παρέβητε τὸν Κανονισμόν. Εἰς τὴν πραγματικότητα ὑπῆρξε πράγματι μία βαρεῖα ὕβρις, διότι ποίαν ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ διορισμὸς ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν καὶ ἐδήλωσαν ὅτι δὲν μετέχουν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν; Ὅτι δυνατὸν νὰ μεταβάλουν γνώμην, ὅτι δὲν τηροῦν τὴν ὑπογραφήν των. Αὐτὴ εἶναι ἡ βαρυτάτη ὕβρις τὴν ὁποίαν προσήψατε, κύριε Πρόεδρε, καὶ θὰ ἐπεθύμουν, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἡ ὁποία ἔγινε, νὰ ἀναγνωρισθῇ εὐθέως τὸ λάθος καὶ νὰ ἐκφράσητε τὴν λύπην σας διὰ τὴν ὕβριν ἡ ὁποία ἀπετολμήθη ἐναντίον τοῦ Κόμματος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ὠνομάσατε ὡς μέλη ἐπιτροπῆς, μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς ἀρνήσεώς των.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§27Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πιστεύει καὶ ἡ παράταξις αὐτὴ ὅτι εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἐκκινήσεως τῆς διαδικασίας ἀναθεωρήσεως τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔχει εὐθύνας καὶ μάλιστα εὐθύνας βαρυτάτας. Δὲν μοῦ εἶναι εὐχάριστον, ἐπὶ τυπικῶν ζητημάτων νὰ διατυπώνω διαφορὰν ἀπόψεων μὲ ἄλλας δυνάμεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον θεωροῦμεν ὅτι εἶναι κατ’ ἐξοχὴν θετικόν, ὅτι εἶναι δραστικὸν μέτρον πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἀπειλουμένης διὰ τῆς προτάσεως περὶ ἀναθεωρήσεως δῆθεν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καταλύσεως καὶ τῶν τελευταίων ἰσχνῶν ἐλευθέρων θεσμῶν ὅσον καὶ ἂν καταπατοῦνται καθημερινῶς καὶ συστηματικῶς, τοὐλάχιστον μένουν γραπτὰ εἰς τὰ κείμενα, εἶναι θετικὸν τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ δύο μεγαλύτερα Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνέπεσε, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐκτιμῶντα τὴν κατάστασιν πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἀπειλῆς, νὰ ὑψώσουν διὰ τῆς δηλώσεώς των, περὶ ἀπολύτου ἀρνήσεως συμμετοχῆς καὶ συνεργασίας εἰς τὸ ἐπιχειρούμενον ἔργον τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ πλέον τοῦ ⅓ τοῦ ὅλου, τὸ ὁποῖον καθιστᾶ πλέον ματαίαν καὶ κενὴν ἀντικειμένου τὴν περαιτέρω διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως. Ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι τὴν εὐθύνην τοῦ Προεδρείου τὴν βαρυτάτην, δὲν τὴν εὑρίσκω ἐκεῖ ὅπου οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι ρήτορες τὴν ἐτοποθέτησαν. Πιστεύω ὅτι ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπεβάλετο ἡ παραπομπὴ τῆς προτάσεως τῶν 26 βουλευτῶν ἐνώπιον Ἐπιτροπῆς δὲν εἴχανε ἄλλα περιθώρια ἐνεργείας. Ἐὰν Κόμματα χαράσσουν τὴν τακτικὴν των ἀποφασίζοντα ἀποχήν, μὴ συνεργασίαν κ.λ.π., τὸ Προεδρεῖον δεσμεύεται ὑπὸ ἀκάμπτων κανόνων δικαίου, καὶ εἶναι ὁ Κανονισμὸς οὐσιαστικὸς νόμος, τιθεμένων ὑπὲρ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκπροσωποῦνται τὰ Κόμματα διὰ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς αὐτὰ ἀριθμοῦ, δὲν δύνασθε οὔτε ἠλαττωμένην σύνθεσιν ἐπιτροπῆς νὰ κάμετε ὅταν τὰ κενὰ τὰ καλύψητε διὰ βουλευτῶν ἄλλων Κομμάτων. Δυνάμει ρητῶν διατάξεων εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται νὰ μὴ μετάσχωμεν καὶ δηλῶ, ἐξουσιοδοτημένος καὶ ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου κ. Ἡλιόπουλον, ὅτι καὶ παραιτούμεθα τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ πρότερον εἴχομεν δηλώσει ὅτι δὲν θὰ δεχθῶμεν καὶ κανένα τώρα μέλος τῆς πτέρυγος αὐτῆς τυχὸν διοριζόμενον ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὸν διορισμόν του. Αἱ εὐθῦναι σας, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ἐπὶ τοῦ χειρισμοῦ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναθεωρήσεως, εἶναι βαρύταται. Δὲν θὰ ἐπιμείνω καὶ εἰς τὸν περιφρονητικὸν πράγματι διὰ τὸ Σῶμα τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀνακοίνωσις τῆς συστάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο πρὸ 24ώρου διὰ ραδιοφώνου πρὸς πάντας καὶ πρὸ ἡμισείας ὥρας εἰς τὸ Σῶμα. Ὑπενθυμίζω ὅτι μετέχει καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ ζηλότυπος φρουρὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς πρωτίστης τῶν συντεταγμένων ἐξουσιῶν τῆς νομοθετικῆς, μετέχει εἰς αὐτὴν τὴν τακτικὴν φθορᾶς καὶ περαιτέρω ἐκπτώσεως τοῦ Κοινοβουλίου, ὁ ὁποῖος χάρις εἰς μίαν πειθήνιον πλειοψηφίαν ἀπὸ φορεὺς τῆς πρώτης συντεταγμένης ἐξουσίας ἔχει περιορισθῆ εἰς ὄργανον πρωτοκολλήσεως καὶ καταχωρήσεως ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ἔξω τῆς Βουλῆς αἱ μὲν πολιτικαὶ εἰς διαδρόμους ἀνακτόρων ἢ πρεσβειῶν αἱ δὲ οἰκονομικῆς φύσεως εἰς προθαλάμους Τραπεζῶν ἢ θαλαμηγοὺς εὐτυχιῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐπιμένω εἰς αὐτό. Πιστεύω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι παρεβιάσατε δεινότατα τὸ καθῆκον σας, παραπέμποντες εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἐκκινοῦντες τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία περιέχει προγραμματισμένην καὶ σχεδιασμένην ἐκστρατείαν καταδρομῆς τοῦ ὑπολοίπου τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν ἐν τῇ χώρᾳ, μιᾶς προτάσεως περιεχούσης τὴν κατάλυσιν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, πῶς ἐτολμήσατε, πῶς ἠδυνήθητε νὰ εἰσαγάγητε πρὸς διαδικασίαν ἀναθεωρήσεως πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι καταλυτικὴ καὶ τῶν τεσσάρων κύκλων τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὡς γνωστὸν οἱ τέσσαροι αὐτοὶ κύκλοι εἶναι πρῶτον ὁ περὶ ἐλευθέρας κυριαρχίας ἢ κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, δεύτερον ἡ περὶ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, τρίτον ἡ περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ τέταρτον ἡ περὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ἐγὼ θὰ ἐρωτοῦσα ἐὰν εὐθέως ἐγὼ ἢ οἱοσδήποτε συνάδελφος, κατέθετε μίαν πρότασιν ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων περὶ μορφῆς τοῦ πολιτεύματος καὶ καταργήσεως τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσηγεῖτο τοιαύτη διάταξις; Διότι πρῶτον τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν εὐθέως τὴν παραβιάζει ἡ πρότασις τῶν 26 βουλευτῶν καὶ προτείνει τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ διακηρύσσοντος αὐτὴν ἄρθρου 21. Διότι ἡ κυριαρχία θεμελιωμένη εἰς τὸ ἄρθρον 21 ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὅτι κυρίαρχον ὄργανον ἐν τῇ χώρᾳ εἶναι ὁ λαός, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται ἐλευθέρως νὰ ἐκλέγῃ κατὰ περιόδους τοὺς ἀντιπροσώπους του. Οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοὶ συγκροτούμενοι εἰς Σῶμα, καὶ εἶναι οἱ φορεῖς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ δέον νὰ στηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν, ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις ἐν τῇ χώρᾳ. Καὶ θέλει ἡ πρότασις τῶν 26 βουλευτῶν αὐτὴν τὴν τροποποίησιν ἐπικαλουμένη εὐρωπαϊκὰς ἑνώσεις καὶ δὲν ἠξεύρω τί, πράγματα ἀπίθανα καὶ ἀπίστευτα, διότι πλὴν τῆς συνθηκολογήσεως τῆς Ζυρίχης κατὰ τὰς ὁποίας ἀπεφασίσθη τὸ Σύνταγμα τάχα τῆς Κύπρου καὶ τὸ περὶ συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τῶν «συμμαχιῶν», ἐνίων τῶν λεγομένων «συμμαχιῶν», πλὴν αὐτῆς τῆς περιπτώσεως, ἡ ἱστορικὴ πεῖρα ἔχει δείξει ὅτι αἱ συμμαχίαι εἶναι διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς ὑπάρξεως τῶν πολιτῶν καὶ ὄχι οἱ πολῖται διὰ νὰ προσδένωνται ἐσαεὶ εἰς τὰς συμμαχίας, ὅτι ὁ χθεσινὸς φίλος γίνεται σήμερον ἀντίλογος κ.ο.κ. καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διανοηθῇ ποτὲ τὴν καταλυτικὴν αὐτὴν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι. Πέραν ὅμως τῆς ἀμέσου προσβολῆς εὑρίσκεται ἡ ἔμμεσος, διότι ἀκριβῶς ἡ λαϊκὴ κυριαρχία εἴπομεν ὅτι στηρίζεται πάντα εἰς τὴν ἐλευθέραν προσχώρησιν τοῦ λαοῦ εἰς προγράμματα ἐλευθέρως διακηρυσσόμενα, εἰς τὴν ἐλευθέραν διαχείρισιν τῶν ἰδεῶν, ἢ τὴν δυνατότητα ἐκλογῆς ἐκπροσώπων καὶ σχηματισμοῦ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης πλειοψηφίας. Ἡ διάταξις περὶ δυνατότητος καταργήσεως, ἀπαγορεύσεως κομμάτων εἶναι διάταξις ἐπίσης ἀντίθετος πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἄν ὑπάρχῃ σήμερον ἐκτὸς νόμου ἕνα Κόμμα, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1951–52, διετηρήθησαν ἐν ἰσχύϊ αἱ ἀποτελοῦσαι παρασύνταγμα ἀντίθετοι πρὸς τὸ Σύνταγμα ἔκτακτοι διατάξεις, ψηφίσματα καὶ συντακτικαὶ πράξεις, ὅσαι ρητῶς δὲν κατηργήθησαν. Ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καμμία πάρα πέρα ἐπέκτασις χωρὶς ἀλλοίωσιν τῆς θεμελιώδους αὐτῆς ἀρχῆς τοῦ Συντάγματος. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἐπίσης, πληθώρα προτείνονται διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ αὐταὶ θεμελιώδεις μεταφέρουσαι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικήν, καὶ τέλος, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καθ’ ὅλους τοὺς ἑρμηνευτὰς τὴν θεμελιωδεστέραν διάταξιν τοῦ πολιτεύματος, διότι ὁροθετεῖ τὰ ὅρια δράσεως τοῦ Κράτους ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, πλὴν ρητῶς κατονομαζομένων περιπτώσεων ἔναντι τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐλευθεροτυπίας καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας, εἰσάγεται ἡ τερατώδης μὲ ἀξίωσιν βασικῆς θεμελιώσεως θεωρία περὶ τῆς καταχρήσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἐλευθεριῶν ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν μέσα εἰς μίαν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ ἐλευθερίαι καὶ ὅλα τὰ δικαιώματα ἔχουν ποδοπατηθῆ, ἔχουν καταργηθῆ, μία διάταξις ἡ ὁποία εἰσάγεται ὡς καινοτομία, μία διάταξις ἡ ὁποία τάχα μᾶς λέγουν οἱ θεωρητικοὶ καὶ οἱ Ἀκαδημαϊκοὶ καὶ οἱ Βασιλικοὶ ἄνδρες, ὅτι εἶναι ἡ νέα ἀντίληψις τοῦ 20ου αἰῶνος ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν τοῦ 19ου αἰῶνος, ὁ ὁποῖος ἐζήτει νὰ προστατεύσῃ τὰ ἄτομα ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Κράτους. Ἡ θεωρία τοῦ 20ου αἰῶνος προστατεύει τὸ Κράτος κατὰ τῆς καταχρήσεως τῶν ἐλευθεριῶν ἐκ μέρους τῶν ἀτόμων. Θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ταῦτα φθέγγονται σήμερον ἔχουν ἀποκοιμηθῆ, ἔχουν περιπέσει εἰς χειμερίαν νάρκην καὶ ἐξύπνησαν μόλις καὶ νομίζουν ὅτι ὑπάρχει ὁ Γκαῖμπελς καὶ ὁ Ρόζεμπεργκ εἰσάγοντας τὰς θεωρίας των. Ὄχι, κύριοι, αἱ θεωρίαι περιστολῆς τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ὡδήγησαν εἰς τὸ αἱματοκύλισμα, εἰς τὸν ἀντιφασιστικὸν πόλεμον τοῦ 1939–45 καὶ συνήγαγον ἀκριβῶς τὴν ἀντίθετον ἀπὸ τὴν διακηρυσσομένην ἀρχὴν τῆς περιστολῆς τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν, τὴν ἐπὶ διεθνοῦς ἐπιπέδου κατοχύρωσίν των μὲ τὸν χάρτην τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ τὴν διακήρυξιν τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ἔχομεν δὲ καὶ τὰ συμβατικὰ κείμενα εἰς τὰ ὁποῖα προσεχώρησεν ἡ Ἑλλάς, τὴν συνθήκην τῆς Ρώμης ἡ ὁποία ἱδρύει καὶ διεθνὲς δικαστήριον τὸ ὁποῖον νὰ δικαιοδοτῇ ἐπὶ προσφυγῶν πολιτῶν, διὰ κατάχρησιν, διὰ παραβάσεις τῶν ἀτομικῶν ἐλευθεριῶν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν. Τοιούτου περιεχομένου Σύνταγμα, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πῶς ἠδυνήθητε, πῶς ἐτολμήσατε, πῶς εὕρετε τὴν δύναμιν καὶ ποῦ τὴν εὕρετε καὶ ποῦ ἐστηρίχθητε εἰς ποίας διατάξεις νὰ τὸ παραπέμψητε εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως; Αὐτὸ νομίζω, κύριε Πρόεδρε, —αὐτὸ πιστεύει ἡ πτέρυξ μας— ὅτι συγκροτεῖ τὴν βαρυτάτην, τὴν οὐσιαστικὴν εὐθύνην σας, καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνωμεν μομφὴν βαρυτάτην κατὰ τοῦ Προεδρείου... (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, εἰς μὲν τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἀπαντήσεώς σας, νομίζω ὅτι ὑπάρχει κἄποια προσέγγισις τῶν ἀπόψεών μας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, δηλαδὴ τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ παραπέμψω εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἀναλάβω τὴν Προεδρίαν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχω τοῦτο νὰ σᾶς ἀπαντήσω: Ἀναμείνατε τὰ ἀποτελέσματα τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τότε θὰ ἴδητε ἂν αὐτὰ τὰ ὁποῖα φοβεῖσθε ἢ ἐπικαλεῖσθε ἔχουν βάσιν τινά. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἡ παρουσία μου ὡς Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ παρελθόν, ἡ συντηρητικότης μου καὶ ἡ ἀφοσίωσίς μου εἰς τὸ ἰσχῦον Συνταγματικὸν καθεστὼς τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἀποτελοῦν τοιαύτην ἐγγύησιν, ὥστε εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅταν θὰ κατατεθῇ τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὅσα εἴπατε ἀπόψε δὲν θὰ εἶχον λόγον. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§29Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τρία νομίζω, ὅτι εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὸν τύπον τῆς συγκροτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἤδη ἀπὸ τῆς χθές, πρὸ τῆς ἀνακοινώσεως εἰς τὸ Σῶμα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔπειτα εἰς τὸν τύπον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλησμόνησα νὰ δώσω ἀπάντησιν εἰς τὸ θέμα αὐτό. Πράγματι ἔγινε ἕνα λάθος. Καὶ τοῦτο διότι, ἐνῷ ἦσαν ἕτοιμα τὰ ὀνόματα τῆς Ἐπιτροπῆς, ἠθέλαμεν νὰ ἴδωμεν μήπως ἔγινε καμμία μεταβολή. Δὲν ἀποδίδω εὐθύνην εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ἐσκόπευα νὰ κάμω τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Παπανδρέου ἐπείγετο νὰ ἀναχωρήσῃ, ὑπεσχέθην εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Κ. ὅτι θὰ τὴν ἀναβάλω δι’ αὔριον. Ἀλλ’ ὁ μηχανισμὸς τοῦ νὰ δοθῇ ἡ ἀνακοίνωσις εἰς τὸν τύπον ἐκ παραδρομῆς δὲν ἐσταμάτησεν. Ἐπρόκειτο νὰ ἀνακοινώσω τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸ τέλος καὶ διὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Κόμματος ἠρωτήθην ἐὰν θὰ τὴν κάμω ἢ ὄχι καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Παπανδρέου ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ εἶναι παρών, κατὰ τὴν ἀνακοίνωσιν, δι’ αὐτὸ τὴν ἀνέβαλον τὴν στιγμὴν ἐκείνην διὰ σήμερον. Αὐτὸ εἶναι πράγματι ἕνα λάθος. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει θέμα.
§31Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπισημάνωμεν τὴν παράλειψιν καὶ χαίρομεν ἰδιαιτέρως ὅτι ἀναγνωρίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἔλαβε χώραν παράλειψις, ἡ ὁποία ἐλπίζομεν, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα τὸ ὁποῖον ἐθίγη, ἐὰν ἡ κατατεθεῖσα πρότασις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀφορᾷ θεμελιώδεις ἢ μὴ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αὐτὸ δὲν, νομίζω, ὅτι εἶναι τῆς παρούσης συζητήσεως. Ἀκριβῶς τόσον ἡ συζήτησις εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅσον καὶ ἡ μέλλουσα νὰ ἐπακολουθήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ αὐτὸ πρόκειται νὰ διευκρινίσῃ, δηλαδὴ ἐὰν αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις ἀφοροῦν θεμελιώδεις ἢ μὴ διατάξεις — ἐὰν ἀφοροῦν θεμελιώδεις εἶναι ἀποκρουστέαι — ὅπως καὶ πρὸς ποίαν κατεύθυνσιν προτείνεται ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν σκοπὸν θὰ ἔχῃ ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν θὰ ἔχουν αἱ συζητήσεις ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἡμεῖς, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐδηλώσαμεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ λάβωμεν μέρος τόσον εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅσον καὶ εἰς τὰς σχετικὰς συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐτονίσαμεν, ὅτι βασικῶς πιστεύομεν, ὅτι τόσον ἡ ἀσφάλεια, ὅσον καὶ ἡ πρόοδος τῆς Δημοκρατίας, ἔχουν ἀνάγκην περισσοτέρας δημοκρατίας. Μόνον μὲ περισσοτέραν δημοκρατίαν διασφαλίζομεν καὶ τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν πρόοδον αὐτῆς. Ἡ ψῆφος μας τόσον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ὅσον καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, θὰ εἶναι συνάρτησις τῶν ἀπόψεών μας αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον θέμα, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος καὶ τὸ ὁποῖον υἱοθέτησεν ἡ Ε. Κ. διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ της, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω. Ὑπάρχει μία διαφορὰ γνώμης ὡς πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐνεργείας τοῦ Προεδρείου. Ἡμεῖς, δὲν πιστεύομεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ συγκρότησις μιᾶς Ἐπιτροπῆς ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος ἀποτελεῖ πρᾶξιν πολιτικήν· εἶναι πρᾶξις νομική. Δηλαδὴ ὁ Πρόεδρος ὑποχρεοῦται ἐντὸς τῶν πλαισίων τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ συγκροτῇ τὰς κατὰ τὸν Κανονισμὸν Ἐπιτροπάς. Ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ ἀποχὴ ἀπὸ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ὅταν ἀποφασίζεται ἀπὸ ἕνα πολιτικὸν κόμμα, εἶναι πρᾶξις πολιτική, ἀλλὰ ἡ συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πρᾶξις πολιτική. Θὰ ἀναφέρω χαρακτηριστικῶς τὸ ἑξῆς παράδειγμα, ὅτι ὅταν ἕνα κόμμα δηλώσῃ ἀποχήν, παρὰ ταῦτα τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον καὶ εἰς τοὺς ἀπέχοντας βουλευτὰς νὰ ἀποστείλῃ τὰς προσκλήσεις, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὰ κατατεθειμένα νομοσχέδια, τὰ πρακτικά, διότι ἀποτελεῖ νομικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Προεδρείου, ἀνεξαρτήτως ἐὰν ὁ συγκεκριμένος βουλευτὴς ἢ τὸ συγκεκριμένον κόμμα, τὸ ὁποῖον ἀπέχει δὲν προσέρχεται εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς δηλώσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὅτι δὲν θὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν συγκροτηθησομένην Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῆς κατατεθείσης προτάσεως πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἦτο ὑποχρέωσις τοῦ Προεδρείου, νὰ προβῇ εἰς τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀγνοήσῃ οἱονδήποτε ἐν τῇ Βουλῇ κόμμα. Συνεπῶς, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συμφωνήσωμεν, διότι ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε πολιτικὴ πρᾶξις ἡ πρᾶξις τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ ἦτο νομική του ὑποχρέωσις, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὸ Προεδρεῖον αὐτοτελῶς. Τόσον κατὰ τὸ Σύνταγμα, κ. Πρόεδρε, ὅσον καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, τὰ πολιτειακὰ ὄργανα, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ Προεδρεῖον, ἐνεργοῦν ὡρισμένας πράξεις, ἄλλοτε ἐν συνεργασίᾳ μὲ ἄλλα ὄργανα ὡς ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, ἄλλοτε αὐτοτελῶς. Τὸ Σύνταγμα π.χ., ὁρίζει, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ἐν συμπράξει Βασιλέως καὶ Βουλῆς, οὔτε ὁ Βασιλεύς, οὔτε ἡ Βουλὴ νομοθετοῦν μόνοι. Ἐξ ἄλλου, ὁρίζει, ὅτι τὸν Κανονισμὸν τὸν ψηφίζει μόνη της ἡ Βουλή, εἶναι μία πρᾶξις ἐνεργημένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς αὐτοτελῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τῶν Ἐπιτροπῶν τὸ ἄρθρον 8 εἶναι σαφές. Διότι καὶ εἰς τὴν αʹ παράγραφον, ἔνθα ἀναφέρεται, ὅτι τὰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς τὰς ἀντιστοιχοῦσας εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ὁ Πρόεδρος καταρτίζει ἀναλόγως τῆς δυνάμεως τῶν πολιτικῶν μερίδων ἐν συνεννοήσει μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, τοῦτο οὐδαμῶς σημαίνει ὅτι ἐν ἀρνήσει τῶν κομμάτων νὰ συμπράξουν καὶ νὰ δώσουν ὀνόματα βουλευτῶν ὁ Πρόεδρος δὲν θὰ καταρτίσῃ τὰς Ἐπιτροπάς. Ἔχει πάντως ὑποχρέωσιν καὶ παραλείπει ὑποχρέωσίν του ὁ Πρόεδρος, μὴ συγκροτῶν τὰς Ἐπιτροπάς, ρητῶς δὲ εἰς τὰς περαιτέρω παραγράφους, τὰς ὁποίας καὶ ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, ὁρίζεται ὅτι, προκειμένου περὶ εἰδικῶν θεμάτων, ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ συγκροτήσῃ εἰδικὰς Ἐπιτροπάς, ἄνευ οἱασδήποτε συνεννοήσεως. Εἰς τὴν προτελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 8, προκειμένου περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία, ὡς ὀρθῶς ἐτόνισε καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα πασῶν, διότι δὲν ἔχει ἁπλῶς συμβουλευτικὸν καὶ γνωμοδοτικὸν χαρακτῆρα ὅπως αἱ ἄλλαι Κοινοβουλευτικαὶ Ἐπιτροπαὶ αἱ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ἀντιστοιχοῦσαι, ἀλλὰ ἔχει ἀποφασιστικὴν γνώμην, ἐφ’ ὅσον τὰ εἰσαγόμενα σχέδια Ν. Δ. μόνον μετὰ ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς καθίστανται νόμοι. Καθορίζεται ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὁρίζει τὰ μέλη χωρὶς κἂν νὰ ὑποχρεώνῃ τὸν Πρόεδρον νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μὲ τὰ κόμματα. Καὶ εἶναι ἔθιμον καὶ ἀρχὴ ἀπαράβατος, ἡ συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 νὰ γίνεται ἐν συνεννοήσει μὲ τὰ κόμματα καὶ ἀναλόγως τῆς ἰσχύος τῶν πολιτικῶν μερίδων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἀλλὰ ὑπῆρξε καὶ μία παρεκτροπὴ διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε διεμαρτυρήθην καὶ θὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ σήμερον. Ὅτι ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν καθ’ ἃς τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο διέθετον τὰ κόμματα τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, ἐγένετο τροποποίησις τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε τὰ τακτικὰ μέλη τὰ μετέχοντα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐὰν τυχὸν ἀπουσιάσουν ἢ δηλώσουν ἀποχήν, ἀναπληροῦνται ἀπὸ ἀναπληρωματικὰ ἄλλου κόμματος. Περιελήφθη δὲ ὡς ρητὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι τὴν κατ’ ἐξοχὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἔχει ἀποφασιστικὴν γνώμην, τὴν ὁρίζει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι τὰ τυχὸν ἀπουσιάζοντα τακτικὰ μέλη, κατὰ τροπολογίαν, ἡ ὁποία καθιερώθη κατὰ τὸ 1952, ἀναπληροῦνται ὑπὸ τῶν ἀναπληρωματικῶν ἀνεξαρτήτως κομματικῆς προελεύσεως. Διερωτῶμαι, ἐὰν δὲν θὰ ἦτο βαρεῖα παράλειψις τοῦ Προεδρείου, ἐφ’ ὅσον ἀπεφασίσθη ἡ παραπομπὴ τῆς προτάσεως πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων εἰς Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τούτῳ συγκροτηθησομένην, ἡ μὴ συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς μὲ τὸν ἀπαραίτητον ἀριθμὸν ἐκπροσώπων ὅλων τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα παρευρίσκονται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Περαίνων, ἐπιθυμῶ τοῦτο νὰ τονίσω, ὅτι δὲν ἐπιθυμῶμεν νὰ ὑπεισέλθωμεν οὔτε νὰ κρίνωμεν τὴν ἀπόφασιν, τὴν πολιτικὴν πρᾶξιν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, τὴν πολιτικὴν πρᾶξιν τῆς ΕΔΑ, νὰ ἀπόσχουν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου νὰ ἀπόσχῃ καὶ τῶν συζητήσεων εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐνῷ πρόκειται περὶ πολιτικῆς ἐνεργείας, περὶ πολιτικῆς πράξεως, τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἡ ἐνέργεια ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε, συγκροτήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ ἐκπροσώπους ὅλων τῶν κομμάτων, ἀποτελεῖ πρᾶξιν νομικήν, ἀποτελεῖ ἐκπλήρωσιν νομικῆς σας ὑποχρεώσεως καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔπρεπε τὸ ζήτημα νὰ θεωρηθῇ ὡς ὕβρις κατὰ τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων τῆς Ἑνώσεως Κέντρου.
§32Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον καὶ φίλον κ. Μπακόπουλον, τὴν ἔδωσαν ὁ κ. Ἡλιοῦ καὶ ὁ κ. Λυκουρέζος. Καὶ ὁ μὲν κ. Λυκουρέζος, ἐφ’ ὅσον τὸ Προοδευτικὸν Κόμμα θὰ μετέχῃ καὶ θὰ μετάσχῃ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξήτασε τὸ θέμα μόνον νομικῶς, διότι δὲν ἀφορᾷ τὸ Προοδευτικὸν ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς. Ὁ κ. Ἡλιοῦ ὅμως, ἐὰν ὑπάρχῃ θέμα πολιτικὸν ἢ ἠθικόν, ὅπως τὸ ἐνεφάνισε μὲ αὐτὸν τὸν δραματικὸν τόνον ὁ κ. Μπακόπουλος, ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτον θέμα, θὰ τὸ ἔθετε καὶ δὲν φείδεται φυσικὰ ἡ ἄκρα ἀριστερὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας ἢ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ δὲν προέβη εἰς τὴν ἀποσιώπησιν τοῦ ἀνυπάρκτου θέματος, παρὰ μόνον ἐπειδὴ εἶναι ἀνύπαρκτον. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ λάβω θέσιν ἀπέναντι τοῦ ζητήματος, ὄχι μόνον διὰ νὰ ὑπεραμυνθῶ τῆς πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τὸ Προεδρεῖον, ἀλλὰ διότι ἐμμέσως ἐθίγη ἡ Κυβέρνησις. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, σᾶς εἶπε καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος, ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἀποτελεῖ ὕβριν ἔναντι αὐτῶν καὶ τοῦ Κόμματός των. Ἀλλὰ ἡ δῆθεν ὕβρις, ἐὰν ἦτο ὕβρις, θὰ τὴν ᾐσθάνετο καὶ ὁ κ. Ἡλιοῦ. Εἴδατε, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπορήσητε, ὅταν ὡρισμένοι ἐκ τῶν βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας ἠπόρησαν, ὅταν ὡμιλήσατε περὶ τιμῆς, διότι ἠθελήσατε νὰ ὁρίσητε τὴν ἔννοιαν τῆς τιμῆς ὡς ἔννοιαν τὴν ὁποίαν συνελάβατε μόνον σεῖς καὶ οὐδεὶς ἄλλος ἐν τῇ αἰθούσῃ εἴτε ἀριστερά σας, εἴτε δεξιά σας. Ἄρα ἐπλανήθητε. Θὰ εἴπω καὶ κἄτι ἄλλο. Σεῖς ἐκάματε πολιτικὴν πρᾶξιν. Λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι διόλου ἀνάγκη νὰ ζητήσητε συγγνώμην. Ἐπράξατε ὅ,τι ἔπρεπε. Οὐδεὶς συνέλαβεν ὡς ὕβριν κατὰ τῶν 8 βουλευτῶν τῆς Ε. Κ. τὴν πρᾶξιν σας. Καὶ ἂς ἐξηγηθῶμεν μὲ τὴν στοιχειώδη λογικήν, διότι δὲν συντρέχει περίπτωσις νὰ ἐξετάσωμεν κἂν τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον νομικὸν ἢ ὡς ἠθικὸν καὶ πολιτικὸν πρόβλημα. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. εἶπεν, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἠθικόν, ἀλλὰ ποίαν ἄτοπον πρᾶξιν διέπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Ἡ ἁπλῆ λογικὴ λέγει τὰ ἑξῆς: Καὶ ἐὰν ἀκόμη δὲν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ πράξῃ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πῶς θὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτὸν καὶ ἐμμέσως εἰς ἡμᾶς πρόθεσιν ἢ ἐνέργειαν θίγουσαν τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν τιμὴν τῶν 8 ἐπιλεγέντων βουλευτῶν; Ἐὰν ἐπράττωμεν τοῦτο μετὰ 6 ἢ 8 ἢ 10 μῆνας, καὶ τότε, κατ’ ἐμέ, δὲν θὰ εἶχεν ἀποτέλεσμα. Ὁ χρόνος καὶ ἡ ψυχραιμοτέρα σκέψις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ κανείς, ὅτι οἱ ἐπιλεγέντες κύριοι ἢ τινὲς ἐξ αὐτῶν θὰ εἶχον ἀλλάξει γνώμην καὶ θὰ μετεῖχον, παρὰ τὴν ἄρνησιν τῶν ἀρχηγῶν των, τῆς Ἐπιτροπῆς. Οὐδεὶς ὅμως ἐξ ἡμῶν ἦτο δυνατὸν λογικῶς νὰ ἀναμένῃ, ὅτι οἱ πρὸ 4 ἡμερῶν ὑπογράψαντες μίαν δήλωσιν ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, σήμερον θὰ ἐδέχοντο νὰ συμμετάσχουν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπομένως, μὴ λαμβάνετε αὐτὸ τὸ δραματικὸν ὕφος καὶ μὴ δίδετε εἰς τὸν λόγον σας αὐτὸν τὸν μελοδραματικὸν τόνον. Οὐδεὶς σοβαρὸς ἄνθρωπος καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης θὰ πιστεύσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπατε, μετὰ μάλιστα τὰ ὅσα ἀνέπτυξαν οἱ κ.κ. Ἡλιοῦ καὶ Λυκουρέζος. Ὁ κ. Πρόεδρος, ἔκαμε τὸ καθῆκον του. Κατήρτισε μίαν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν. Βεβαίως ἐγνώριζεν, ὅτι σεῖς δὲν θὰ μετάσχετε τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ συγχαρῆτε τὸν κ. Πρόεδρον, διότι αὐτὸς δημοκρατικώτατα, ὅπως καὶ ὅλοι ἡμεῖς—κατήρτισε τὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα. Παρὰ ταῦτα ἠθελήσατε νὰ ἀποδώσητε εἰς τὴν ἐνέργειάν του αὐτὴν ὑβριστικὴν πρόθεσιν. Θὰ ἦτο ἀντιδημοκρατικὸν ἐὰν κατηρτίζετο ἡ Ἐπιτροπὴ χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δύναμις τῶν κομμάτων ἐν τῇ αἰθούσῃ. Ἄλλο ζήτημα εἶναι ἐὰν θὰ μετάσχουν ἢ θὰ ἀπόσχουν οἱ βουλευταὶ τῆς Ε. Κ. Ἀντίθετος πρᾶξις θὰ ἐδημιούργει κακὸν προηγούμενον εἰς τὸ μέλλον. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐξ ἀμελείας ἑνὸς κόμματος ἢ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ δὲν ἐδίδοντο ἐγκαίρως τὰ ὀνόματα τῶν βουλευτῶν. Θὰ ἔπρεπε τότε ὁ Πρόεδρος νὰ μὴ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν οἱανδήποτε ὑπὸ συγκρότησιν Ἐπιτροπὴν μέλη τοῦ κόμματος τούτου; Ἑπομένως ἐδώσατε εἰς τὴν ὑπόθεσιν δραματικὸν τόνον διὰ λόγους ἄλλους. Δὲν ἐσκέφθητε οὐδὲ πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἠθέλησε νὰ σᾶς ὑβρίσῃ.
§33Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§34Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ναί, ἀλλὰ τρεῖς φορὰς τὸ λέγετε καὶ ἔτσι μὲ διακόπτετε, κύριε Μπακόπουλε. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἦτο δυνατὸν ὅπως ἐτόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ ὑπάρξῃ πρόθεσις ὅπως ὑποστῆτε ὕβριν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διότι ἀντίκειται εἰς τοὺς λογικοὺς συλλογισμοὺς τοὺς ὁποίους εἶπον. Γνωρίζομεν καὶ γνωρίζετε ὅτι δὲν ὑβρίσθητε, λογικῶς, ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Προέδρου δὲν ἀπετέλει οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ὕβριν, ἀλλὰ ἐκάματε ἁπλούστατα μίαν σύσκεψιν καὶ εἴπατε: Ποίαν ἀφορμὴν θὰ εὕρωμεν διὰ νὰ κτυπήσωμεν καὶ πάλιν τὴν πλειοψηφίαν, τὴν Κυβέρνησιν, τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς; Ποίαν ἀφορμὴν θὰ εὕρωμεν (χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως) διὰ νὰ τοὺς ὑβρίσωμεν ἡμεῖς λέγοντας ὅτι εἶναι ὑβρισταί; Διότι ὅταν κάποιον τὸν ὀνομάζετε ὑβριστὴν τὸν ὑβρίζετε. Ἐκάματε, λοιπόν, σύσκεψιν καὶ εἴπατε: Πρέπει νὰ βροῦμε κἄτι νὰ ἀναταράξωμεν πάλιν τὰ πνεύματα, νὰ προκαλέσωμεν κάποιο ἐνδιαφέρον τῆς κοινῆς γνώμης εἰς τὸν ἄκαρπον ἀνένδοτον ἀγῶνα μας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Αὐτὸς ἦτο ὁ μοναδικὸς λόγος καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι ὄχι μόνον οἱ χειροκροτοῦντες ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ οἱ μὴ χειροκροτοῦντες, οἱ ὁποῖοι διεφώνησαν μαζύ σας τὸ ἔχουν ἀντιληφθῆ. Καὶ τὸ ἔχει ἀντιληφθῆ καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Εἶναι σφάλμα σας νὰ ἐπιζητῆτε εὐκαιρίας διὰ νὰ δώσητε δραματικὸν τόνον εἰς τοὺς λόγους καὶ τὸ ὕφος σας καὶ νὰ παρασύρετε τὰς ἐφημερίδας σας νὰ βάζουν μὲ κεφαλαῖα γράμματα ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διέπραξε, δῆθεν, κἄτι τὸ φοβερόν. Καὶ τώρα δὲν ἠξεύρετε τί νὰ κάμετε, διότι ἠκούσατε τὰ ὅσα εἶπον ὁ κ. Ἡλιοῦ καὶ ὁ κ. Λυκουρέζος. Δι’ αὐτὸ ἦτο καὶ τόσον χαμηλὸς ὁ τόνος τῆς φωνῆς σας καὶ δυσανάλογος ἡ ἐπίθεσίς σας πρὸς ὅτι ἐγράφη καὶ ἀνεμένετο. Κύριοι, ἐκάματε λάθος, ἠθελήσατε νὰ ἐφεύρετε ἀφορμὴν διὰ νὰ ὑβρίσετε ἡμᾶς καὶ τὴν ἐπάθατε διότι σᾶς ἀντελήφθησαν ὅλοι, σᾶς ἀντελήφθη ἀκόμη καὶ ἡ ΕΔΑ καὶ τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν καὶ σᾶς ἀντιλαμβάνονται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν διαρκῶς περισσότερον καὶ οἱ ὀπαδοί σας, μετατρεπόμενοι ἀπὸ φίλους τῆς Ἑνώσεως Κέντρου εἰς τέως φίλους τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἀναθεωρήσατε τὰ συστήματά σας τὰς σκέψεις καὶ τὴν τακτικὴν τοῦ ἀγῶνος σας. Ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν ἀπειλεῖτε ὅτι ἐὰν πράξωμεν τοιοῦτον τί, ἐὰν δηλαδή, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τηρήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους καὶ τὸν Κανονισμόν, καὶ συγκροτήσῃ τὴν Ἐπιτροπὴν κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων, θὰ προβῆτε εἰς σπουδαίαν καὶ συγκλονιστικὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν. Ποία εἶναι ἡ ἐνέργεια αὐτή; Ἀπεκαλύφθη διὰ τῆς συζητήσεως ἡ ἀξία τῶν συλλογισμῶν σας καὶ ὅλοι γνωρίζομεν ὅπως καὶ ὅλος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἔχετε ἄδικον, ἐκτὸς ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ 180 βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΔΑ καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν δὲν σκέπτονται ὀρθά!
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπειδὴ σκέπτεσθε ἔτσι, εἶναι ἡ πολιτική σας ζωή, ἀπὸ τοῦ 1935, μία ἀποτυχία.
§36Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ἔστω, κύριε. Δύναταί τις ὅμως ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ τὸ 1935 καὶ ἐντεῦθεν πολιτεύομαι, χωρὶς νὰ ἔχῃ παύσει νὰ μὲ ψηφίζῃ ὁ λαός, δύναται πᾶς τις νὰ κρίνῃ ὅτι κἄποιοι ἀπὸ τὰς πράξεις μου δὲν εἶναι τοιαῦται ὡς σεῖς τὰς κρίνετε! Δὲν εἶναι δυνατὸν τριάκοντα χρόνια κἄποιος νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ προσκήνιον, νὰ διακινδυνεύῃ καὶ νὰ εἶναι εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πολιτικοῦ πυρός, ἀλλὰ καὶ ἄλλων τινῶν πυρῶν, νὰ ψηφίζεται συνεχῶς ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ νὰ ἔχῃ, ὅπως εἶπεν ὁ συνάδελφος, ἀποτύχῃ εἰς ὅλα! Ἂς ἐπανέλθωμεν, ὅμως, εἰς τὸ θέμα. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι συνεκροτήσατε σύσκεψιν καὶ διεσκέφθητε: Τί πρέπει νὰ κάμωμεν; Πρέπει νὰ τοὺς ὑβρίσωμεν καὶ πάλιν! Καὶ μᾶς ὑβρίσατε ἀπόψε ὀνομάσαντες ἡμᾶς «ὑβριστάς»! Δὲν εἴμεθα, κύριοι, ὑβρισταί. Εἰδικώτερον μάλιστα αὐτὴν τὴν φορὰν διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔκαμε τὸ καθῆκον του, ἠκολούθησε τὴν ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν Κομμάτων. Ἠκολούθησε τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ παράδοσις ἡ κοινοβουλευτική. Καὶ ἐναπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ λάβητε μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ ὄχι. Δὲν ἐννοεῖτο ἡ ἄγνοια ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος τῶν δεδομένων, τῶν κοινοβουλευτικῶν. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὰ δημοκρατικὰ δεδομένα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δηλαδὴ τὰ δεδομένα τῶν δυνάμεων καὶ τῆς σχέσεως τῶν δυνάμεων μεταξύ των. Καὶ ἔπρεπε πλήρης ἀπεικόνισις τῶν δυνάμεων αὐτῶν νὰ σημειωθῇ καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία θὰ κατηρτίζετο. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ μὴ ἔλθητε. Ὁ κ. Μπακόπουλος εἶπεν ὅτι σᾶς ὕβρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, σκεφθεὶς νὰ σᾶς προσκαλέσῃ νὰ συμβάλετε εἰς μίαν διακωμώδησιν. Καὶ ἐξήγησεν ὁ κ. Μπακόπουλος διατί ἡ Ἕνωσις Κέντρου θεωρεῖ τὴν πρότασιν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ὡς διακωμώδησιν. Διατί; Διότι δὲν διαθέτει ἡ Κυβέρνησις — καὶ τὸ γνωρίζει — 200 βουλευτάς! Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει. Ἡ Κυβέρνησις, σεβομένη τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἀποφασισμένη νὰ κάμῃ μίαν προσπάθειαν! Νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ πείσῃ! Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐὰν δὲν εἴχατε παρασυρθῆ ἀπὸ τὴν διάθεσιν νὰ ἐπιδείξητε ἡρωϊκὰς ἀρνήσεις — ἀλλὰ κἄθε ὄχι, δὲν εἶναι ἡρωϊκὸν — ἴσως εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἢ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, νὰ ἐπείθεσθο ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὴν σκέψιν τὴν ὁποίαν ὅλοι εἴχατε: Τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἴσως νὰ μετεπείθατε καὶ ἡμᾶς, λαμβάνοντες μέρος εἰς τὰς συζητήσεις, ὡς πρὸς ὡρισμένα σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα τυχὸν θὰ εἴχομεν ἄδικον. Ἴσως νὰ μᾶς ἐπείθατε, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε τὸ τάδε ἢ τὸ δεῖνα ἄρθρον τοῦ Συντάγματος νὰ περιληφθῇ εἰς τὰς ἀναθεωρητικὰς διατάξεις. Ἀλλὰ δὲν θέλετε νὰ τὸ πράξητε διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι θέλετε νὰ φανῆτε ὅτι εἶσθε ἀνένδοτοι εἰς τὸν ἀγῶνα σας.
§37Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Διότι εἶσθε παράνομοι...
§38Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Ὅσον παράνομοι καὶ ἂν εἴμεθα ἡμεῖς, ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Μὴ παίρνετε, λοιπόν, αὐτὸ τὸ ὕφος τῶν κυριάρχων, τῶν ἐχόντων δῆθεν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς σήμερον, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε. Δὲν ἔχετε κἂν πιθανότητα πλειονοψηφίας εἰς τὸ μέλλον.
§39Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ δείξουν αἱ ἐλεύθεραι ἐκλογαί.
§40Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Τὸ ὅτι δὲν κατωρθώσατε νὰ πάρετε τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ, ἐπὶ ὁλόκληρον δωδεκαετίαν, αὐτὸ ἀποδεικνύει ὅτι ἔχετε στραβὰς ἰδέας καὶ ἀκολουθεῖτε ἐσφαλμένην τακτικήν.
§41Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Δὲν ἀλλάζουμε κάθε μέρα κόμμα....
§42Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ προσπάθειά σας λοιπὸν ἡ σημερινὴ ἀπεκαλύφθη καὶ ἀπέτυχε. Καὶ δὲν ἐχρειάζετο κἂν νὰ λάβῃ θέσιν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ ταῦτα δὲν θὰ ἐχρειάζετο νὰ λάβω θέσιν καὶ ἐγώ, ἐὰν ἐγνωρίζαμεν ἀμφότεροι ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν καὶ ἡ ΕΔΑ ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, παρὰ τὴν δήλωσίν της ὅτι δὲν θὰ μετάσχῃ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὰ δύο αὐτὰ κόμματα θὰ ἐθεώρουν ἀπολύτως κανονικὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, δηλ. ἡ συγκρότησις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ μελῶν τῶν δηλωσάντων ἀποχὴν Κομμάτων. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω ἀκόμη δύο λέξεις ἐν σχέσει πρὸς ὅσα ἐτόνισεν ὁ κ. Ἠλιοῦ. Ὁ κ. Ἠλιοῦ ἀφοῦ παρεμέρισεν αὐτὸ τὸ ἀνύπαρκτον ζήτημα τῆς δῆθεν προσβολῆς, καὶ ἡ λογικὴ τῶν κομμουνιστῶν εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ὠμὴ καὶ σκληρὰ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολῶνται οὗτοι μὲ θέματα ἀνύπαρκτα, ὁ κ. Ἠλιοῦ λέγω εἰσῆλθεν μετὰ τοῦτο εἰς τὸ οὐσιαστικὸν θέμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα ἔθιξε δὲν θὰ τοῦ ἀπαντήσω ἀπόψε. Θὰ τοῦ εἴπω μόνον ὀλίγας λέξεις, καὶ εἶναι καθῆκον μου τοῦτο, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ προσπάθεια τῶν κυρίων τῆς ΕΔΑ νὰ ἀνάγουν τὰς σκέψεις μας εἰς αὐταρχικὰ καὶ ὁλοκληρωτικὰ συστήματα, ἢ εἰς οἱασδήποτε ὁλοκληρωτικὰς ἰδεολογίας, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν λέγει ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ περὶ Γκαῖμπελς καὶ Ρόζενταλ δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν ὑπάρχει ἴσως οὔτε εἷς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἀντετάχθη εἰς τὸν Φασισμὸν νὰ μὴ ἀντετάχθη εἰς τὸν Ἐθνικοσοσιαλισμὸν καὶ δὴ ὄχι ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἁπλῆς θεωρίας, ἀλλὰ ὅταν ἐνεφανίσθη καὶ εἰσέβαλεν ὑπὸ τὴν μορφὴν δυνάμεως σιδηρᾶς καὶ μηχανοκινήτου, ἡ ὁποία ἠπείλει τὰ πάντα.
§43Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εὑρέθησαν μέσα εἰς τὸ Φρουραρχεῖον τὸ Γερμανικὸν εἰς τὴν ὁδὸν Κοραῆ...
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται μάλιστα νὰ κάμνουν τοιούτους ὑπαινιγμούς, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον εἰς τὴν κρισιμωτέραν καμπὴν τῆς παγκοσμίου ἱστορίας εἶχον συμμαχήσει μὲ τὸν Χίτλερ καὶ τὸν Γκαῖμπελς, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πέραν τῆς συμμαχίας αὐτῆς ὑπῆρξαν ἐνθουσιώδεις ὀπαδοὶ συγκινούμενοι καὶ δακρύοντες ὅταν ἤκουον τὸ ὄνομα τοῦ Μπάρμπα Ἰωσὴφ κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ μετὰ ταῦτα ὑπῆρξαν ὀπαδοὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σήμερον ἀτόπως πάλιν καὶ ἀνηθίκως ἀποκηρύσσουν ἐκεῖνον ὅστις ὑπῆρξεν ὁλοκληρωτικώτερος καὶ αὐτοῦ τοῦ Χίτλερ καὶ αὐτοῦ τοῦ Γκαῖμπελς, ἐννοῶ τὸν Στάλιν. Οἱ ὀπαδοί, λοιπόν, τοῦ Στάλιν, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος, ἂς κριθῇ εἰς ἄλλην στιγμὴν καὶ εἰς ἄλλην ὥραν, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Στάλιν, ἀδιάφορον, ἂν κατ’ ἐντολὴν τῆς Μόσχας τὸν ἀποκηρύσσουν σήμερον, πρᾶγμα ποὺ καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἠθικῶς μεμπτὴν πρᾶξιν, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Στάλιν καλὸν εἶναι νὰ σιωποῦν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουν ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος, ὁ κ. Μπακόπουλος καὶ ὁ κ. Ἠλιοῦ, καὶ ἔχουν ἐγγραφῆ καὶ ἄλλοι. Ἀλλὰ ἂν θέλετε νὰ ἔχωμεν τὸν αὐτὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν σας, τοῦ ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν, διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ἰδικόν μου ζήτημα.
§46Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρόκειται νὰ ἀπαντήσω καὶ ἐγὼ κ. Πρόεδρε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως, ὁρίστε, κ. Μπακόπουλε.
§48Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα ὅπως ἀκούω πάντοτε μὲ πλήρη προσοχὴν τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι παρεξήγησε τὸ ὅτι ἀπευθυνόμενος εἰς σᾶς, κ. Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον. Καὶ ἡ παρεξήγησίς του συνίσταται εἰς τὸ ὅτι πρὸς στιγμὴν ἐνόμισεν ὅτι ἐπεθύμουν νὰ τὸν διακόψω. Ὄχι.
§49Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὄχι, ἀλλὰ μοῦ ἐχαλάσατε τὴν σκέψιν τὴν στιγμὴν ἐκείνην.
§50Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ εἰς τὴν ρύμην τοῦ λόγου του ἐπανειλημμένως μὲ ἀπεκάλεσε ὑβριστήν του καὶ ἔτι πλέον καὶ ὑβριστὴν τοῦ Προεδρείου καὶ ὑβριστὴν τῆς πλειοψηφίας. Δὲν γνωρίζω ποῦ ἐστηρίχθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν κρίνω ἐκ τῶν λόγων του, ἐστηρίχθη εἰς τὸ ὅτι τόσον ἀπὸ πλευρᾶς τῆς ΕΔΑ, ὅσον καὶ ἀπὸ πλευρᾶς τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, διετυπώθη διαφωνία ὡς πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως τὴν ἔθεσα ἐγώ. Καὶ εἶπον ὅτι ὁ τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τῆς συμμετοχῆς καὶ ἡμῶν ἀποτελεῖ πολιτικὴν ὕβριν, ἤ, ὅπως τὸ διώρθωσα, πολιτικὴν προσβολὴν καθ’ ἡμῶν. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν καθ’ ὑμῶν, κ. Πρόεδρε, ἀποτελεῖ προσβολὴν καὶ ὕβριν καθ’ ἡμῶν μόνον. Ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν Προοδευτικῶν καὶ τῆς ΕΔΑ συνίσταται εἰς τοῦτο: Ὅτι ὑπὸ ἄλλης σκοπιᾶς κρίνουν τὸ θέμα τὰ δύο αὐτὰ κόμματα καὶ ἀπὸ ἄλλην ἡμεῖς. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ τῆς ΕΔΑ καὶ τῶν Προοδευτικῶν περιώρισαν τὴν ἄποψίν των καὶ τὴν κρίσιν των μόνον εἰς τὸ στενὸν νομικὸν θέμα. Ἡμεῖς τὸ παρείδομεν τελείως αὐτὸ καὶ ἀπεβλέψαμεν εἰς τὸ πολιτικὸν καὶ μόνον εἰς τὸ πολιτικὸν θέμα καὶ ἐχαρακτηρίσαμεν τὴν πρᾶξιν σας ὡς πολιτικὴν πρᾶξιν ἐν τῇ εὐρείᾳ σημασίᾳ τῆς λέξεως καὶ ὄντως, κ. Πρόεδρε, ἐμμένομεν ὅτι εἶναι πολιτικὴ πρᾶξις. Εἰς τὶ συνίσταται ἡ πολιτικὴ πρᾶξις; Εἰς τὸ ὅτι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἰδικοῦ μας κόμματος καὶ ἡμῶν τῶν 7, τοὺς ὁποίους περιελάβατε εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν διαθέτει 200 βουλευτάς, διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, πᾶσα προσπάθεια εἶναι κωμῳδία πολιτική. Ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐδημοσιεύσαμεν τὰ ὀνόματα 101 βουλευτῶν αὐτοτιθεμένων εἰς τὴν ἀναθεώρησιν. Προκαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δημοσιεύσῃ τὰ ὀνόματα τῶν 200, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ ψηφίσουν τὴν ἀναθεώρησιν. Καὶ τότε εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῆτε περὶ τῆς στοιχειώδους σοβαρότητος τῆς προτάσεως. Καὶ τότε ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ἡμῶν ὅπως ὡμίλησε σήμερον, ὅτι ἡμεῖς κάμνομεν μίαν προσπάθειαν—δὲν ἔχομεν 200 σήμερον—κάμνομεν μίαν προσπάθειαν νὰ μεταπείσωμεν διαφωνοῦντας διὰ νὰ τοὺς ἔχωμεν τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας. Καὶ ἀντιλέγω: Ἡμεῖς δὲν θὰ μετάσχωμεν. Θὰ μετάσχουν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ Προοδευτικοί. Εἶναι γνωστὴ ἡ ἱκανότης των. Καὶ ἂν ἐκεῖνοι μεταπείσουν μερικοὺς ἀπὸ τοὺς 170 τόσους —πόσοι εἶναι οἱ ὀπαδοὶ τῆς Ε.Ρ.Ε.;— ποῖος θὰ εἶναι ὁ νικητής; Διατί, ἔχετε σεῖς δηλαδὴ τὸ μονοπώλιον τῆς εὐφυΐας; Τὸ μονοπώλιον τῆς ἐξουσίας ἔχετε — τίποτε ἄλλο, πέραν τούτου μηδέν—. Τὸ μονοπώλιον τῆς ἐξουσίας ὑπὸ ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις του καὶ ὅλα τὰ πλεονεκτήματα. Δώσατέ μας τὴν ἐξουσίαν καὶ θὰ ἴδωμεν πόσοι μένετε! (Γέλωτες). Ὄχι, φύγετε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Λίγο νὰ τρίξῃ τὸ οἰκοδόμημά σας, εἶσθε εἰς πλήρη διάλυσιν. Μὴ ἀπειλῆτε, λοιπόν, μὲ τὴν πλειοψηφίαν σας. Εἶναι ρευστή. Δὲν ἔχετε συνεκτικὸν δεσμόν. Καὶ ἡ συζήτησις καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ὑπάρχει ἐλπίς, ἀξιότιμε κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μεταπείσῃ κανένα ἀπὸ τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς ὑμᾶς διὰ τὸ Σύνταγμα. Ὑπάρχει ἡ βάσιμος ἐλπὶς νὰ μεταπεισθοῦν ἰδικοί σας ὀπαδοὶ καὶ νὰ μὴ ψηφίσουν τὸ Σύνταγμά σας. Ὑπάρχει, ἄλλωστε, δήλωσις τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν ὅτι τοὐλάχιστον εἴς τινας ἐκ τῶν προτάσεών σας δὲν συμφωνοῦν. Ποῦ εἶναι, λοιπόν, οἱ 200; Εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ συμμετοχὴ ἡμῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν εἶναι πρᾶξις πολιτικὴ ἀγομένη ἐκ τοῦ πονηροῦ. Διότι ἐνῷ ἡ Ε.Κ., ἀδιάφορον ἂν εἶναι δεκτικὴ κρίσεως τοιαύτη ἔννοια —εἶναι μία πρᾶξις, μία ἀπόφασις τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον, στηριζόμενον εἰς τὰς ὑπογραφὰς 101 βουλευτῶν, δηλούντων ὅτι ἀντιτίθενται εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συν)τος σήμερον ὅπως προτείνεται ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε., θεωρεῖ τὴν περαιτέρω διαδικασίαν ὡς μίαν κωμῳδίαν. Καὶ ἡ προσβολὴ καθ’ ἡμῶν, κ. Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἐπιζητεῖτε —βεβαίως δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχετε— ἀλλ’ ἐπιζητεῖτε διὰ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ αὐτοδιακωμωδηθῶμεν ἡμεῖς. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσβολὴ ποὺ μᾶς κάμνετε. Μᾶς θέτετε, δηλαδή, ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τὴν ἰδικήν σας; Ἐνῷ λέγομεν, ὅτι ἦταν διακωμῴδησις ὅλη αὐτὴ ἡ προσπάθεια καὶ ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν διακωμῴδησιν δὲν μετέχομεν. Ὄχι, ἡμεῖς θὰ σᾶς περιλάβωμεν διὰ νὰ διακωμῳδηθῆτε. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονόν μας. Καὶ ὅταν λέγωμεν, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ καθ’ ἡμᾶς καὶ προσβολήν, ἀξιότιμε κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, οὐδένα ὑβρίζομεν. Ἀλλά, δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μιμούμενος, ἐν τῇ ἀκαδημαϊκῇ του ἰδιότητι τὸν παλαιὸν Νάρκισσον, ἐνόμισεν ὅτι κατατρομαζόμενοι ἀπὸ τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τῆς Ε.Ρ.Ε., ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ, βλέπετε μόλις ὀλίγον ἀντεῖπον, οἱ Ἀριστεροὶ καὶ οἱ Προοδευτικοὶ συμμαζεύτηκαν. Πῶς συμμαζεύτηκαν; Μόνον εἰς τὴν φαντασίαν τοῦ Πηγάσου τῆς Ἀκαδημίας συμμαζεύτηκαν. Ἦλθεν ἡ σειρά μας νὰ ὁμιλήσωμεν. Διακωμῴδησις, ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε. τοῦ Συντάγματος. Ἄρνησις ἰδική μας, νὰ μετάσχωμεν εἰς αὐτὴν τὴν διακωμῴδησιν. Ἑπομένως, οὔτε ὑβρίσαμεν κανένα οὔτε κανεὶς συμμαζεύτηκε, ἀξιότιμε κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγώ, προσωπικῶς, ἐσᾶς, ἰδιαιτέρως σᾶς σέβομαι, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ γνωρίζετε. Δέχομαι, ὅτι ὁσηνδήποτε φιλίαν προσωπικὴν καὶ ἂν ἔχω, μὴ πλείονα μέλη καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ μὲ βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι μοῦ κάμνουν τὴν τιμὴν νὰ μὲ θεωροῦν καὶ καλὸν φίλον, δὲν αἰσθάνομαι, ἡ φιλία αὐτὴ τοῦ προσωπικοῦ δεσμοῦ, νὰ ἐπηρεάζῃ καθόλου τὰς σκέψεις μου, εἰς τὰς πολιτικάς μου ἀντιθέσεις. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, εἰς τὴν πολιτικήν των ἀντίθεσιν, δὲν ἔχουν φραγμόν. Ἀρκεῖ ἡ ἐκδήλωσις τῶν πολιτικῶν ἀντιθέσεων, νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τῆς ἀτομικῆς εὐπρεπείας. Καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι καὶ σήμερον δι’ ὅσων εἶπον, δὲν ὑπερέβην τὰ ὅρια τῆς ἀτομικῆς καὶ προσωπικῆς εὐπρεπείας καὶ οὔτε ὕβρισα κανένα, οὔτε ἀσέβειαν κατ’ οὐδενὸς ἔδειξα. Ἐσημείωσα μόνον καὶ ἐμμένω εἰς τὸ ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἦτο ἕνα σφάλμα καὶ ἀποτελεῖ πολιτικὴν προσβολὴν καθ’ ἡμᾶς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ;
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰδικῶς ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, διότι ὡμιλήσατε καὶ πάλιν περὶ ἠθικῆς τάξεως. Αὐτὸ εἶναι ἕνα στοιχεῖον τὸ ὁποῖον προστίθεται εἰς τὸ θέμα τῆς ὕβρεως, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Μπακόπουλος. Καὶ διὰ μὲν τὸ στοιχεῖον τῆς ὕβρεως ἔδωκα σαφεῖς ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ἱκανοποιητικαί. Διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ, προβαίνω εἰς τὴν νομικὴν ἐνέργειαν, ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα, ἀφῆκα δὲ τὴν πολιτικὴν πλευρὰν τοῦ ζητήματος νὰ τὴν καθορίσῃ ἡ ἡγεσία τῶν κομμάτων καὶ ἐγνώριζον ποία θὰ ἦτο. Συνεπῶς, οὐδεμία σκέψις ὑπῆρχε νὰ θίξω καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ κόμματα καὶ κατ’ ἰδίαν τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουν αὐτά. Τὸ θέμα αὐτὸ δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, θεωρεῖται τερματισθέν. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὡμίλησε περὶ ἠθικῆς τάξεως. Κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἔχω νὰ διατυπώσω ἕνα παράπονον πρὸς ὑμᾶς καὶ ἔχω μίαν παράκλησιν νὰ σᾶς ἀπευθύνω. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἶναι ἰδιότυπος. Ἔχει φίμωτρον διαρκῶς, εἴτε ἐκ τῆς ἕδρας αὐτῆς, εἴτε καὶ ἐὰν θελήσῃ νὰ κατέλθῃ διὰ νὰ ἀπαντήσῃ. Διότι παραμένει πάντοτε Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Οὔτε εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἀντιδικῇ μὲ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως. Κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ε. Κ., ἀπὸ πενθημέρου μὲ βομβαρδίζετε μὲ ἀπειλὰς αἱ ὁποῖαι εἶναι μειωτικαὶ δι’ ἐμέ. Διαβάζω τὰς δηλώσεις σας, αἱ ὁποῖαι δὲν διεψεύσθησαν. «Τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀδύνατον, διότι, ἐὰν θὰ τὸ ἀποτολμήσῃ θὰ δημιουργηθῇ θέμα κοινοβουλευτικῆς ἠθικῆς τάξεως» καὶ διατί, κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Κέντρου, δὲν ἀναμένετε νὰ τὰ εἴπω αὐτὰ καὶ ἐγώ; Καὶ διαβάζω καὶ ἄλλην ἐφημερίδα: «Ἐὰν ἀποτολμήσῃ τοιαύτην πρᾶξιν, θὰ ἔχῃ βαρυτάτας συνεπείας. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν ταπεινότητά μου. Φέρω ἕνα ὄνομα, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑπερήφανος. Διότι ὁ πατὴρ μου ὑπῆρξεν ἐξαίρετος ἄνθρωπος. Εἶμαι ὅμως φορεὺς ἑνὸς λειτουργήματος τῆς Πολιτείας τοῦ μεγαλυτέρου ἴσως μετὰ τὸν ἀνεύθυνον ἄρχοντα. Εἶναι ὀρθὸν διὰ τῶν ἐφημερίδων νὰ μὲ ἀπειλῆτε καὶ δὲν θὰ ἦτο καλύτερον, ὅπως ἔγινε καὶ εἰς ἄλλο θέμα ἥσσονος σημασίας νὰ παρακαλέσετε τὸν κ. Στεφανόπουλον νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον μου, νὰ συνεννοηθῶμεν; Ἐγὼ ἔχω φίμωτρον καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποὺ ἔγινεν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ μεταχειρίζωμαι φράσεις δυναμένας νὰ θίξουν τινα, διότι σέβομαι τὸ λειτούργημα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχω ἐξ αὐτοῦ. Θὰ ἤθελον, λαμβάνων ἀφορμὴν ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ φεισθῶμεν τῶν φορέων ὅλων αὐτῶν τῶν λειτουργημάτων. Σήμερον εἶμαι ἐγὼ Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Αὔριον θὰ εἶναι ἄλλος ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην παράταξιν. Καὶ πρὸ παντὸς θέλω ἀκόμη νὰ παρακαλέσω, νὰ ὑπάρχῃ κἄποια γενναιότης ἔναντι τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἡ γενναιότης ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ νὰ μὴ φέρουν τὸν Πρόεδρον εἰς δύσκολον θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ κατὰ τρόπον ἀπάδοντα εἰς τὸ ἀξίωμά του καὶ εἰς τὸ ἦθος του. Αὐτὴ εἶναι μία πρᾶξις ἠθικὴ καὶ μία ἀπάντησις εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε περὶ κοινοβουλευτικῆς ἠθικῆς τάξεως. Ἠθικὴν τάξιν δὲν ἀντιλαμβάνομαι ποίαν ἐννοεῖτε. «Ὕβρις», εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος. Ἀπήντησα: Ἡ Κοινοβουλευτικὴ τάξις εἶναι διὰ τοῦ τύπου νὰ λέγωνται ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἐκτίθεται, διὰ νὰ μὴ εἴπω νὰ δυσαρεστῆται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὄχι ὁ Ροδόπουλος, ἀλλὰ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς; Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ προσέξητε αὐτό. Νομίζω ὅτι ἀθελήτως ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου σας καὶ ἐν τῇ ἐκκινήσει ἑνὸς ἀγῶνος, νομίζετε ὅτι τὰ πράγματα πρέπει κατὰ τινα τρόπον νὰ κλονισθοῦν. Ὄχι, κύριε Ἀρχηγὲ τῆς Ε.Κ. Θὰ σᾶς παρακαλέσῃ ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος νὰ εἴμεθα ὅλοι ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον συνεργαζόμενοι καὶ νὰ ἔχωμεν μίαν ἀμοιβαίαν κατανόησιν πρὸς ἀλλήλους καὶ πρὸ παντὸς νὰ δεικνύωμεν εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἔχομεν καὶ μίαν ἐκτίμησιν. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁμιλοῦμεν καὶ λέγονται καθ’ ὃν τρόπον λέγονται αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα. Ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἀσκῶ τὰ καθήκοντα Προέδρου τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ πολιτικὸν θέμα δὲν θὰ ἀναμιχθῶ, διότι ἐδημιούργησα μεγάλην ὀξύτητα καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπόρροιαν νέων ἀντιλήψεων, διὰ νὰ ἐπέλθῃ μία ἀναταραχή. Ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκτελῶ καὶ θὰ συνεχίσω ἐκτελῶν τὰ καθήκοντά μου ἀνεπηρέαστα, δυσαρεστῶν ἀμφοτέρας τὰς παρατάξεις. Εἶναι βλέπετε ὁ ἄχαρις «ρόλος» τοῦ διαιτητοῦ. Δὲν θέλω νὰ προβάλω τίτλους ἀμεροληψίας. Ἀφήνω τὸ προνόμιον τοῦτο διὰ τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκλεγῇ κἄποτε μὲ τὴν ψῆφον τῆς ἄλλης παρατάξεως. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ποῖος θὰ εἶναι ὁ Πρόεδρος αὐτός. Ἀλλὰ φαντάζομαι ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀλλοδαπός! Διότι ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἔχουν τὰ κομματικά των φρονήματα. Δὲν θέλω εὔσημα, κ. βουλευταί. Ἀλλὰ δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν προσπάθειαν μιᾶς ψυχραίμου καὶ ἀντικειμενικῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν καθ’ ἡμέραν ἀναφυομένων ζητημάτων, εἰς περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἔχει φθάσει εἰς τὸ «ζενίθ»! Εἶναι δύσκολον, κ. βουλευταί, τὸ ἔργον τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος, καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ ἡ ἡγεσία ὅλων τῶν κομμάτων εἰς πολλοὺς τῶν βουλευτῶν ἀδυνατεῖ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις της. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, κ. βουλευταί, ἐξετέλεσα τὸ καθῆκον μου, ἐφαρμόσας τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν ἀποφυγὼν νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος. Ἡ σημερινὴ ἀτμόσφαιρα ἐν τῇ Βουλῇ εἶναι πιθανὸν νὰ παρασύρῃ καὶ τοὺς ψυχραιμοτέρους καὶ τοὺς καλοὺς γνώστας τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸ νὰ νομίζουν ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχουν ἄδικον. Ἀλλ’ αἱ ἐπιπτώσεις τῆς συζητήσεως αὐτῆς σήμερον δὲν θὰ περιορισθοῦν εἰς τὰ χρονικὰ ὅρια τῆς συνεδριάσεως, εἴτε τῆς συνόδου. Οἱ μελετηταὶ τῶν πολιτειακῶν καὶ συνταγματικῶν θεμάτων τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, σήμερον, ὅτε τίθεται τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ κρίνουν ποῖος ἔχει ψυχραιμίαν, ἀντικειμενικότητα, ὀρθοφροσύνην καὶ προσήλωσιν πρὸς τοὺς θεσμούς. Καὶ ἡ ἀμείλικτος κρίσις τότε τῆς ἱστορίας θὰ κρίνῃ δικαίως. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§54Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι καὶ ἀλλοδαπὸς Πρόεδρος.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ δίδετε εὔθυμον τόνον εἰς μίαν σοβαρὰν συζήτησιν!
§56Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Προέδρου ἠκούσθη.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔθιξα κανένα. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καθὼς σᾶς ἤκουα εἶχα τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι συνάδελφός μου, ἀπηχῶν τὰς ἀπόψεις μου, ὡμίλει ἀπευθυνόμενος πρὸς ὑμᾶς. Διότι κηρύσσετε τὴν ἀνάγκην τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ ἀξίωμά σας καὶ πρὸς τὸ ἀξίωμα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Αὐτὰ ἡμεῖς ἐπικαλούμεθα. Αὐτὸ παρεβιάσθη. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται σήμερον. Εἴπατε, ὅτι καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἀνεγινώσκετε εἰς τὸν τύπον ἀπειλὰς ἰδικάς μου, δηλώσεις, ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ ἀποτολμηθῇ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπικαλοῦμαι. Σᾶς εἰδοποιήσαμεν καὶ διὰ τοῦ τύπου νὰ μὴ φθάσετε εἰς αὐτὴν τὴν παραβίασιν τῆς ἠθικῆς τάξεως. Καὶ διὰ τοῦ τύπου σᾶς ἐδώσαμεν τὴν εὐκαιρίαν, προτοῦ ἀποφασίσετε, νὰ γνωρίζετε πῶς αἰσθανόμεθα τοιαύτην ἐνδεχομένως ἐνέργειαν ὑμῶν. Καὶ μετὰ τὴν εἰδοποίησιν αὐτὴν μολαταῦτα ἐπεμείνατε, προσφεύγοντες εἰς τὴν δικονομίαν νομοτυπίας. Σᾶς ἀπεδείξαμεν πρὸ ὀλίγου, ὅτι οὔτε τὴν νομοτυπίαν δύνασθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε. Διότι ὅταν εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζεται, ὅτι δικαιοῦνται νὰ παραιτηθοῦν οἱ βουλευταί, πόθεν ἀντλεῖτε καὶ ποῦ στηρίζετε τὴν νομοτυπίαν; Παρῃτήθησαν· δὲν δύνασθε τοὺς παραιτηθέντας βουλευτὰς νὰ τοὺς διορίσητε. Ἑπομένως, καὶ παρὰ τὴν προσφυγήν σας εἰς τὴν δικονομίαν τῆς νομοτυπίας, δὲν ἠδυνήθητε νὰ καλυφθῆτε. Παρεβιάσατε καὶ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ. Ἑπομένως οὔτε καὶ τυπικῶς καλύπτεσθε. Ἀλλὰ παραμένει τὸ μέγα θέμα. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν εὑρίσκεσθε οὔτε ἐκτὸς τόπου, οὔτε ἐκτὸς χρόνου. Εἴπατε, ὅτι μόνον ἀλλοδαπὸς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀμερόληπτος Πρόεδρος. Ὑπάρχουν προηγούμενα Προέδρων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἀλλοδαποὶ καὶ ἦσαν ἀληθεῖς Πρόεδροι. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὀνόματα. Ἀλλ’ ὑπάρχουν προηγούμενα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τῆς ἰδικῆς σας πλευρᾶς. Δὲν δύνασθε ἑπομένως νὰ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ Πρόεδρος ἐκλεγόμενος ἀπὸ μίαν πλειοψηφίαν, ὀφείλει νὰ εἶναι πράκτωρ τοῦ Κόμματος. Δύναται μὲ τὴν ἰδικήν του προσωπικότητα νὰ εἶναι ὑπεράνω τῆς ἐντολῆς τοῦ Κόμματος, νὰ εἶναι Πρόεδρος τοῦ Σώματος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἑπομένως δὲν θὰ χρειασθῇ μετάκλησις ἀλλοδαποῦ.
§59Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἔχομεν ἀλλοδαπὸν Βασιλέα καὶ εἶναι κομματάρχης. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Πολλοὶ βουλευταὶ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, ὄρθιοι διαμαρτύρονται).
§60Μ. ΜΥΡΙΔΑΚΗΣ. (Ὄρθιος καὶ χειρονομῶν ἀπὸ τῆς θέσεώς του). Τὶ εἶναι αὐτά. Νὰ ἀνακαλέσῃ ἀμέσως, κ. Πρόεδρε. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§61Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, τὸ θέμα εἶναι γενικώτερον... (Φωναί, θόρυβος. Ὁ κ. Μυριδάκης ὁμιλεῖ ἀπὸ τῆς θέσεώς του μὴ ἀκουόμενος).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητῶ συγνώμην ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ βουλευτής.
§63Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε καὶ κ. Ἀρχηγὲ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου...
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Συνεχίζω, κ. Πρόεδρε.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνόμισα ὅτι ἐπιτρέψατε τὴν διακοπήν.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἐπέτρεψα, κ. Πρόεδρε.
§67Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀφοῦ δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνω.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, νὰ ἐπιτρέψητε τὴν διακοπήν. Διότι τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἦσαν φράσεις αἱ ὁποῖαι θίγουν ὁλόκληρον τὸ Σῶμα καὶ ὁλόκληρον τὴν πολιτείαν. Νομίζω ὅτι πρέπει ὅλοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀποδοκιμάσωμεν τὸν βουλευτήν. Καὶ πρέπει νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀσκήσω τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ κύρωσις θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἄμεσος.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον.... (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Πολλοὶ βουλευταὶ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως ὄρθιοι διαμαρτύρονται ἀπὸ τῆς θέσεώς των).
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μήπως δὲν ἤκουσε ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ὁ κ. συνάδελφος προέβη εἰς προσβολὴν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Τὸ ἐπιτρέπετε σεῖς καὶ τὸ ἐγκρίνετε;
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν δίδω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπευθύνεται πρὸς ἐμὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ποία εἶναι ἡ ἰδική μας θέσις ἔναντι τοῦ πολιτεύματος ἔχει ὁρισθῆ. Καὶ δὲν δίδω τὸ δικαίωμα οἱασδήποτε ἐρωτήσεως. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου, ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἔχει προσδιορίσῃ τὰς σχέσεις της πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα. Δὲν ὀφείλω ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω ἀπάντησιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν ἔχω δώσει. Τὸ κήρυγμα τὸ ἰδικόν μας εἶναι καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει νόμιμος Κυβέρνησις ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶναι παράνομος ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὑπεύθυνος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Ὁ Βασιλεύς, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἶναι παράνομος, εἶναι ὑπεύθυνος, πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος.
§72Μ. ΜΥΡΙΔΑΚΗΣ. Ὁ ὑπάλληλος τῶν Ἰταλῶν Μπρεδήμας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπιβληθοῦν κυρώσεις κατὰ τοῦ κ. Μπρεδήμα. (Κωδωνοκρουσίαι).
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νομίζω, ὅτι μοῦ ἀπευθύνατε τὸ ἐρώτημα, ἐὰν ἐγκρίνω τοὺς λόγους τοῦ κ. Μπρεδήμα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπητε νὰ σᾶς διακόψω διὰ νὰ τὸν ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διατὶ σεῖς τὸ νομίζετε ἀπαραίτητον. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως εἶναι περισσότερον πρέπουσα. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, ἐτέθη τὸ θέμα, πρέπει νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Δὲν ἐγκρίνω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Μπρεδήμα. Νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι, διότι μοῦ ἐπετέθησαν. Ἐγκρίνω ὅσα εἶπον διὰ τὴν Ἕνωσιν τοῦ Κέντρου καὶ ὡς εἶναι γνωστὸν προσδιώρισα τὴν ἰδικήν μας θέσιν. Βεβαίως, τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Μπρεδήμας ἐκφράζουν τὴν γνώμην τούτου καὶ ὄχι τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν ὁ κ. Μπρεδήμας. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ὁμιλήσω, κύριε Πρόεδρε, ἢ θὰ διακόπτωμαι συνεχῶς;
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ ὁμιλήσητε.
§80Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ διὰ τὴν εὐκαιρίαν ἡ ὁποία μοῦ ἐδόθη, διὰ νὰ λάβωμεν θέσιν ἐπὶ γενικωτέρου θέματος τὸ ὁποῖον συναρτᾶται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς παρανομίας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸ συζητούμενον θέμα καθ’ ἡμᾶς. Εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς τὸν τύπον, εἴπατε, ὅτι θὰ συνέβαινον σημαντικὰ πράγματα, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀποτολμήσῃ... Νομίζομεν ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διετυπώσαμεν εἶναι σημαντικὸν καὶ ἐκπλησσόμεθα διὰ τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν ἰδικήν σας καὶ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ μομφὴ ἐναντίον τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος παρέβη τοὺς κανόνας τῆς πολιτικῆς, τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ τῆς ἠθικῆς τάξεως. Εἶναι γεγονὸς ἄνευ σημασίας καὶ ἀπετέλει ὑπερτίμησιν τῶν σημερινῶν ἐνεργειῶν μας. Εἶναι καὶ αὐτὴ ἡ διαπίστωσις διάφορος αἰσθήματος εὐθιξίας. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, δὲν εὑρίσκεσθε ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου. Ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν νομοτυπίαν ἔληξε μὲ τὴν ἐπίκλησιν τῆς παραγράφου 8, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, μὲ κάμει νὰ σᾶς ἐκθέσω, ἐρχόμενος εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, τὶ ἔχει συμβῆ κατ’ αὐτάς. Ἡ Κυβέρνησις ἀνεκοίνωσε τὴν ἀπόφασιν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Προέβημεν εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν συμμετέχομεν. Ἐν συνεχείᾳ προέβη καὶ ἡ ΕΔΑ εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν συμμετέχει. Διεπιστώθη καὶ ἐκ τῶν ὑπογραφῶν ὅτι 101 βουλευταὶ δὲν συμμετέχουν. Καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως; Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἀεροβατεῖ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΕΡΕ γνωρίζει τοὺς σκοπούς του. Δὲν περιμένει ἀπὸ τὴν Ε.Κ., ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν αὐτῆς νὰ μείνῃ σύμφωνος. Ἀλλὰ γνωρίζει ὅτι δύναται νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον του. Ποίαν ἄλλην ἔννοιαν εἶχε τοῦτο; Οὐδένα ἄλλο νομίζομεν παρὰ μόνον ὅτι ἐκ τῶν 101 βουλευτῶν θὰ μεταπεισθοῦν καθ’ ὁδὸν τινὲς καὶ θὰ συνεργασθοῦν. Αὐτὴ εἶναι ἡ παραβίασις τῆς ἠθικῆς τάξεως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ἀπετέλεσε συνέχειαν κατὰ τὴν γνώμην μας ὁ προσδιορισμὸς βουλευτῶν πρὸς συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλεται ἡ ἀγανάκτησις ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατεχόμεθα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἐὰν ἐπρόκειτο εἰς ἠρέμους καιροὺς περὶ ἑνὸς ἀκαδημαϊκοῦ θέματος, μὴ ἐνδιαφέροντος πολιτικῆς, οὔτε ἡμεῖς δὲν θὰ ἠθέλαμεν νὰ δώσωμεν διαστάσεις. Ἀλλὰ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς συγκεκριμένης καταστάσεως. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον τῆς ὑβριστικῆς δηλώσεως, συνέχειαν τῆς ὁποίας θεωροῦμεν τὴν ἰδικήν σας ἀπόφασιν, ὅτι ἀδιαφοροῦντες διὰ τὴν γνώμην τῆς ἡγεσίας τῆς Ε.Κ., θὰ εὕρετε τὸν τρόπον διὰ νὰ ἐξοικονομηθοῦν βουλευταὶ διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμός. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Βεβαίως, κύριε Πρόεδρε, ἐλέχθη ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μεταπεισθοῦν βουλευταί. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ ἡσυχίαν. Ὁμιλεῖ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς μείζονος Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν θέλω νὰ γίνῃ οὐδεμία διακοπὴ οὔτε ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας πλευράν, οὔτε ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν.
§82Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Γίνεται λόγος ὅτι πρόκειται νὰ μεταπεισθοῦν βουλευταί. Εἶναι ὁ εὐφημισμὸς τῆς ἐξαγορᾶς. Διατί; Πρόκειται ἆραγε νὰ ὑπάρξουν ἀπόρρητα ἔγγραφα, τῶν ὁποίων θὰ λάβουν γνῶσιν ὡρισμένοι βουλευταί;
§83Γ. ΛΥΧΝΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§84Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σκασμός. Εἶναι ἡ μόνη λέξις ἡ ὁποία σᾶς ἁρμόζει διὰ τὰς τόσας διακοπάς, τὰς ὁποίας κάματε, δὲν ὑπάρχει ἄλλη λέξις. Πρόκειται, λέγω, νὰ ὑπάρξουν ἀπόρρητα ἔγγραφα τῶν ὁποίων νὰ λάβουν γνῶσιν οἱ κ.κ. βουλευταί, ὥστε διαφωτιζόμενοι νὰ μεταπεισθοῦν; Τὸ θέμα τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι ἐξ ἀντικειμένου δεδομένον. Εὔλογον, ἑπομένως, εἶναι ἕκαστος νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦδε, ὁριστικῶς θέσιν, μέχρι πέρατος τῆς συζητήσεως. Διατί, δὲν ἀεροβατεῖ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ εἶναι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀγάγῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον; Αὐτὴ ἡ ἐπαγγελία ἀποτελεῖ ὕβριν. Αὐτῆς τῆς ἐπαγγελίας ἡμεῖς ἐκινδυνεύσαμεν τὴν συνέχειαν εἰς τὴν ἰδικήν σας ἀπόφασιν. Διά τοῦτο ἔχομεν καταληφθῆ ἀπὸ ἀγανάκτησιν. Διὰ τοῦτο εἴπομεν ὅτι θὰ ἐπακολουθήσουν σημαντικὰ γεγονότα. Σημαντικὰ γεγονότα εἶναι καθ’ ἡμᾶς καταλογισμὸς εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, παραβάσεως τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἠθικῆς τάξεως, μὲ τὴν εὔνοιαν ἐντὸς τοῦ Κόμματος καὶ τὴν ἀναζήτησιν ὡρισμένων προσώπων κατὰ παράβασιν πάσης Κοινοβουλευτικῆς τάξεως. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει εὑρεθῆ ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἀναθεωρήσεως παγιδευμένη εἰς τὴν παγίδα τὴν ὁποίαν ἔστησεν. Ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ ἢ θὰ συνεχίσῃ τὴν κωμῳδίαν μὲ τὴν ἀνυπαρξίαν τῶν 200 βουλευτῶν παραδίδων εἰς τὴν κοινὴν χλεύην ἢ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἰσχυριζομένη ὅτι θὰ ἐξαγοράσῃ βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐλέγχομεν, ἑρμηνεύομεν καὶ τὴν ἰδικήν σας ἀπόφασιν καὶ καταγγέλλομεν καὶ τὴν ἰδικήν σας πρᾶξιν καὶ τὴν ἰδικήν σας ἀπειλήν. (Χειροκροτήματα).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Μπρεδήμας ἐξύβρισεν τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, καλεῖται ὅθεν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις προκειμένου νὰ τὸν ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν ἐφαρμόζων τὰ ἄρθρα 23 καὶ 24 τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ἐπιβάλω κυρώσεις.
§86Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς μὲ τὰς τέσσαρας λέξεις ποὺ εἶπα διηυκρίνησα τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Κ. ὡς πρὸς τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ νὰ κρατῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν μίαν παράνομον Κυβέρνησιν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. βουλευτὴς ὁ ὁποῖος δὲν ἀνεκάλεσεν ρητῶς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν, δὲν κρίνονται ἐπαρκεῖς ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Ἐφ’ ᾧ, προκειμένου νὰ ἐφαρμόσω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κανονισμοῦ ἐγείρομαι. (Ὁ κ. Πρόεδρος ἐγείρεται ἐπὶ τῆς ἕδρας του καὶ συνεχίζει). Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: Ἄρθρον 24. Προκειμένου ὁ Πρόεδρος νὰ διατάξῃ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν παρεκτραπέντος Βουλευτοῦ ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, ἐγείρεται προηγουμένως τῆς θέσεώς του καὶ προαναγγέλλει τὴν τοιαύτην του ἀπόφασιν, καλῶν τὸν βουλευτὴν νὰ δικαιολογηθῇ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εὕρῃ ἐπαρκεῖς τὰς δικαιολογίας, ἀποφαίνεται δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως. Ἐὰν ὁ βουλευτὴς δὲν θελήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρεκτροπήν του, εἴτε ἀνακαλῶν ἀπρεπεῖς φράσεις, ἃς τυχὸν ἐξεστόμισεν, εἴτε παρέχων ἐξηγήσεις διὰ πᾶσαν τοῦ Κανονισμοῦ παράβασιν, ὁ Πρόεδρος διατάσσει τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς. Τοῦτ’ αὐτὸ πράττει καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν εὕρῃ ἐπαρκεῖς τὰς ἐξηγήσεις τοῦ βουλευτοῦ. Εἰς τὸν βουλευτήν, ὅστις προὐκάλεσε τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν τάξιν ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, δὲν δίδεται πλέον ὁ λόγος, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος συζήτησις. Καὶ πάλιν σᾶς ἐρωτῶ ἀνακαλεῖτε ἢ ὄχι.
§88Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἀποτελεῖ ὑψίστην τιμὴν δι’ ἐμὲ διότι μὲ καλεῖτε νὰ ἀνακαλέσω.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Παρακαλοῦνται οἱ δεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Προεδρείου περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ ἀναγραφῆς τῆς ἀνακλήσεως ταύτης εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ ἐγερθῶσιν: (Ἐγείρονται οἱ τῆς Συμπολιτεύσεως, τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ οἱ Προοδευτικοί).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠγέρθησαν οἱ περισσότεροι ἐξ ὅλων σχεδὸν τῶν παρατάξεων. Συνεπῶς ὁ κ. βουλευτὴς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν καὶ δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἀπόψε εἰς τὴν συζήτησιν.
§91Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε καὶ κ. βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. ὠργίσθη, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὑστέρων, ἄνευ λόγου, ὅταν τὸν ἠρώτησα ἐὰν ἤκουσεν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκτοξεύσει συνάδελφος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ πρὸ ὀλίγου ὑποστὰς στὴν κύρωσιν. Τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ συνάδελφος οὔτε ἐγὼ δὲν εἶχον ἀκούσει, καὶ ἑπομένως ὅταν μοῦ τὴν εἶπον ἠρώτησα τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ. ἐὰν τὴν ἤκουσεν. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ., ὡς εἴδατε πρὸ ὀλίγου δὲν τὴν ἐνέκρινεν. Τὸ εἶπε καὶ ρητῶς καὶ ἀπεκήρυξε τὴν φράσιν καὶ ἐμπράκτως, μετασχὼν τῆς κυρώσεως, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς τὸν κ. βουλευτήν. Διατὶ ἐμνημόνευσα τὴν περίπτωσιν; Διότι συχνὰ ὁ κ. Παπανδρέου σπεύδει νὰ ἐπιτεθῇ βιαίως χωρὶς αἰτίαν. Ἔσπευσεν ἀπόψε νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τὸν ἐρωτήσω ἐὰν ἐγκρίνω ἢ ὄχι τί; Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐνέκρινεν. Βλέπετε ὅτι πολλάκις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δημιουργοῦνται —εἴτε διότι δὲν ἀκούομεν καλὰ ὁ εἷς τὸν ἄλλον, εἴτε διότι δὲν θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν— καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι περιτταί. Καταστάσεις ὀργῆς περιττῆς. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω ὅτι συνέβη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς πράξεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐκρίθη ὡς ἀξία νὰ προκαλέσῃ ὀργὴν καὶ ἀγανάκτησιν, ὄχι διότι πράγματι προεκάλεσεν ὀργήν, ἀλλὰ διότι ἔπρεπε διὰ λόγους σκοπιμότητος νὰ ὀργισθοῦν οἱ κύριοι τῆς Ε.Κ. καὶ ἔπρεπε νὰ τοὺς δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ βάλουν κατὰ τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ πλειοψηφοῦντος ἐν τῇ Βουλῇ Κόμματος. Ὅλα ὅσα εἶπεν ἀποκρούων τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Προέδρου καὶ ἡμῶν ὁ κ. Παπανδρέου, νομίζω ὅτι δὲν εὐσταθοῦν. Θεωρῶ δὲ μέγα κοινοβουλευτικὸν λάθος τὸ ὅτι ἀπέκλεισε θεωρητικῶς καὶ δογματικῶς τὴν πιθανότητα τῆς ἀλλαγῆς ἀπόψεων ἑνὸς βουλευτοῦ, κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐχαρακτήρισεν ὡς ἐξαγοράν. Δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Κ. ἡ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ πείσῃ καὶ ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ κἄποια περίπτωσις νὰ ἀλλάξῃ βουλευτὴς γνώμην, δὲν θὰ ἀλλάξῃ παρὰ μόνον ἐξαγοραζόμενος. Λυποῦμαι διότι προέβη εἰς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ὁ κ. Παπανδρέου, ὑβρίσας ἅπαντας τοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περιλαμβανομένους καὶ τοὺς βουλευτὰς τοῦ Κόμματός του. Πολλοὶ συνάδελφοι συχνὰ συμβαίνει νὰ ἀλλάζουν γνώμην.
§92Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§93Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε ὅτι προσωπικῶς σᾶς ἀγαπῶ, διατὶ μοῦ κάμνετε αὐτὰς τὰς διακοπάς; Ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, κύριοι, γίνονται διαφορετικαὶ τοποθετήσεις, ἔναντι τοῦ αὐτοῦ πολιτικοῦ ἢ ἠθικοῦ προβλήματος. Πολὺ συχνά, οἱ κύριοι τοῦ Κέντρου, φωνάζουν καὶ γράφουν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν λόχον. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἀπαρτίζομεν κἄτι πολὺ περισσότερον ἀπὸ λόχον. Ἀπαρτίζομεν μίαν τεραστίαν ἐθνικὴν στρατιάν. Μᾶς ὀνομάζετε λοιπὸν συχνὰ λόχον. Ἡμεῖς δὲν σᾶς ὀνομάζομεν διμοιρίαν. Σᾶς θεωροῦμεν ἐλεύθερα ἄτομα. Φορεῖς ἐλευθέρας σκέψεως, καὶ δὲν ἐσκέφθημεν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι θὰ ἦτο νοητόν, διὰ παροχῶν ὑλικῶν, —διότι αὐτὸ ἠννόει καὶ ὁ κ. Παπανδρέου,— νὰ ἐξαγορασθῇ οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν. Ἀλλὰ ἐθεωρούσαμεν καὶ θεωροῦμεν παρ’ ὅσα λέγετε δυνατὴν τὴν λειτουργίαν τῆς ἐλευθέρας σκέψεως καὶ συνειδήσεώς σας. Λέγει ὁ κ. Παπανδρέου...
§94Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλευθέρως ὑπέγραψαν.
§95Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐλευθέρως ὑπέγραψαν, κ. Στεφανόπουλε. Ἡ Βουλὴ δὲν ἀμφισβητεῖ διόλου τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπέγραψαν ἐλευθέρως, μολονότι ποὺ ἂν εἶσθε τόσον βέβαιος, ὅτι θὰ ἔμενον εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ἢ μᾶλλον θὰ ἦτο ὁ κ. Παπανδρέου βέβαιος, ἴσως νὰ μὴ ἐζήτει νὰ ὑπογράψουν. Συνήθως δὲν ζητεῖται εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἡ ὑπογραφὴ (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς. Θόρυβος, ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ διαμαρτυρίαι).
§96Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπηυθύνατε δεινὴν ὕβριν ἐναντίον μας καὶ σᾶς τὴν ἐπιστρέφομεν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἡμεῖς ἀπεδείξαμεν ἐν παντὶ καὶ πάντοτε ὅτι ἐλευθέρως σκεπτόμεθα καὶ ἐλευθέρως ἐνεργοῦμεν εἰς τὴν πολιτικήν μας ζωήν. Ὀφείλετε ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος νὰ ἀνακαλέσητε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Ὁ κ. Χούτας ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Χούτα, δὲν ἔχετε τὸν λόγον, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μοῦ κάμνετε χειρονομίες, σταματῆστε. (Θόρυβος).
§98Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὕβρις, δὲν τὴν δεχόμεθα ὀφείλει νὰ ἀνακαλέσῃ. Νὰ δώσετε ἐξηγήσεις.
§99Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εὐχαρίστως θὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις. Ἡ ἐξήγησις εἶναι ἁπλουστάτη, καὶ ἡ ἐξήγησις δὲν θὰ σᾶς ἀρέσῃ. Τί νὰ τὸ κάμω ἀφοῦ ζητεῖτε ἐξήγησιν; Θὰ τὴν ἔχετε. Εἴθισται νὰ μὴ ὑπογράφωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ εἴθισται τῶν κομμάτων ἡ γνώμη νὰ διατυποῦται καὶ νὰ ἐκδηλοῦται διὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν ὡρισμένων ἀνωτάτων στελεχῶν τῶν κομμάτων, χωρὶς νὰ ζητῆται ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν ἡ ὑπογραφὴ ἁπάντων τῶν μελῶν τοῦ κόμματος.
§100Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Ὑπεγράψαμεν κατὰ συνείδησιν καὶ διὰ νὰ σᾶς προφυλάξωμεν ἀπὸ τὴν διακωμώδησιν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§101Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι δι’ αὐτὴν τὴν ταραχὴν ἡ ὁποία κατέλαβε ὡρισμένους τῶν κ. συναδέλφων τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ἡ ταραχὴ αὐτὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου ὅτι ἐγένετο κἄτι τὸ ἀσυνήθιστον... Δὲν θέλω νὰ τὸ κρίνω, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ κρίνω. Μὲ ἐπροκάλεσε ἡ Ἕνωσις Κέντρου, δι’ ὡρισμένων ἐκ τῶν κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐξηγέρθησαν καὶ μὲ ἠρώτησαν καὶ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἀπάντησιν, βάσει τῶν γνώσεών μου, σχετικῶς μὲ τὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, συνήθως καὶ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν συμβαίνοντα. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία, ἡ ΕΡΕ, σέβεται τὴν προσωπικότητα ἑκάστου τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εὑρισκομένων. Θεωρεῖ ἕκαστον τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκόμενον, ὡς φορέα ἐλευθέρας συγκροτουμένης σκέψεως, ἐπηρεαζομένης ἀσφαλῶς καὶ ὀρθῶς ἀπὸ τὴν γραμμὴν τοῦ Κόμματος καὶ ἀπὸ τὴν προσωπικότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἕκαστος βουλευτὴς εἶναι, καθ’ ἡμᾶς, φορεὺς σκέψεως ἡ ὁποία ὡς πρὸς κἄποιο ποσοστὸν σχηματίζεται αὐτοτελὴς καὶ ἀνεξαρτήτως ἀπὸ τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ. Ἡ ἀναλογία τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι συμβάλλουν εἰς τὸν σχηματισμὸν πεποιθήσεων, δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ εἰς πᾶν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δὲν εἶναι ἐνδεχομένως ἡ αὐτὴ εἰς πᾶν κόμμα, δηλαδὴ ἡ ἀναλογία ἡ δηλοῦσα κατὰ τὶ ποσοστὸν ἐπηρεάζεται ὁ Ἀρχηγὸς καὶ κατὰ τὶ ποσοστὸν μένει ἡ συνείδησις καὶ ἡ σκέψις τοῦ ὀπαδοῦ καὶ τοῦ συνεργάτου ἐλευθέρα. Βεβαίως, ἐλευθέρως ἔχει ἐπιλέξει τὸν Ἀρχηγόν, ἀλλά, ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸν ἐπιλέξει ὑφίσταται μίαν ἐπιρροὴν ἀναλόγως τῆς ἰδίας του ἀτομικότητος καὶ ἐν συναρτήσει πρὸς τὴν προσωπικότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ. Ἡ ἀναλογία αὐτὴ διαφέρει, κύριοι, δὲν γνωρίζω ποία εἶναι εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν στελεχῶν τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου. Κατ’ ἐμὲ θὰ πρέπει ἡ ἀναλογία νὰ εἶναι ἡ ἰδία, διότι δὲν θέλω νὰ κάμω διάκρισιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οἷα εἶναι καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας Κόμμα, ἢ καὶ τὸ Προοδευτικὸν Κόμμα. Ἡ ΕΔΑ ἔχει ἄλλην σύνθεσιν, ἄλλην ἰδεολογίαν καὶ ἔχει ἄλλον τρόπον σχηματισμοῦ πεποιθήσεων καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραλληλισμός. Ἄρα, ἡμεῖς, ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, θεωροῦμεν κατὰ ἕνα ποσοστὸν οὐσιῶδες ὅτι εἶσθε ἐλεύθεροι κριταὶ τῶν πράξεών σας καὶ εἶσθε κριταὶ τῶν πράξεών σας, καὶ ἀπαντῶ εἰδικώτερον εἰς τὸν ἀποχωρήσαντα κ. Στεφανόπουλον, ὄχι μόνον τῶν μελλοντικῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν παρελθουσῶν. Χθὲς ἐνομίσατε, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπογράψητε αὐτὸ τὸ χαρτὶ καὶ νὰ ἐμμείνητε ὅλοι εἰς τὴν ἀρνητικὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ὁ Ἀρχηγός σας. Ἠμπορεῖ, μετὰ ἓν ἔτος νὰ ἀλλάξητε γνώμην. Δὲν ἀποτελεῖ καμμίαν παράβασιν ἠθικοῦ νόμου ἐὰν μεταπεισθῆτε. Ἠμπορεῖ νὰ μεταπεισθῇ ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχηγός σας. Διότι ἡ ὑπόθεσις τοῦ Συντάγματος θὰ συζητηθῇ, εἰς μὲν τὴν Ἐπιτροπήν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Ἐπιτροπὴ συνέλθῃ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν, εἰς δὲ τὴν Βουλήν, ἔστω ἐρήμην ὑμῶν ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Ὀκτωβρίου. Θὰ παρακολουθῆτε ἔστω καὶ ἀπ’ ἔξω τὰς συζητήσεις, θὰ ἴδητε, θὰ σφυγμομετρήσητε τὴν Κοινὴν Γνώμην, ποῖαι εἶναι αἱ διαθέσεις τοῦ λαοῦ καὶ πιθανὸν νὰ θεωρήσητε ἀναγκαῖον νὰ ἀλλάξητε γνώμην. Εἶναι ἆρά γε ὀρθὸν νὰ προεξοφλῆτε, ὅτι ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις θὰ ἐμμείνητε, εἴτε ὡς σύνολον, εἴτε καὶ ὡς ἄτομα, εἰς τὴν ἀρνητικὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐλάβατε; Πιθανὸν νὰ ἐμμείνητε, ἀλλὰ οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν βουλευταὶ μὲ τὸ ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ ἐμμείνητε δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἐπηρεασθοῦν. Ἄλλωστε οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν βουλευταί, ἀπηυθύνθησαν καὶ πρὸς ἡμᾶς, διότι ἀπαιτοῦνται τὰ ⅔ διὰ νὰ ἀποφασισθῇ ὡρισμένων διατάξεων μὴ θεμελιωδῶν τοῦ Συντάγματος ἡ ἀναθεώρησις. Ἀλλὰ ἀπηυθύνθησαν καὶ πρὸς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπίσης καὶ πρὸς τοὺς ἐπιστήμονας, προκαλῶντας αὐτοὺς νὰ συμβάλουν διὰ τῶν σκέψεών των, διὰ τῆς κριτικῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσουν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ὅλου θέματος. Ποῦ λοιπὸν βλέπετε τὴν διακωμώδησιν; Ἀκόμη καὶ ἕνα μικρὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι Κυβέρνησις καὶ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ΕΡΕ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ποὺ τοῦ παρέχει τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἦτο δυνατὸν κάλλιστα νὰ κάμῃ μίαν πρότασιν, διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις διὰ νὰ ἀνταλλαγοῦν σκέψεις. Εἶναι παράδοξος ἡ νοοτροπία ἡ ὁποία τελευταίως σᾶς κατέχει. Κανεὶς λόγος δὲν ὑπάρχει νὰ βλέπετε ὡς διακωμώδησιν κἄθε τι τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ νὰ θεωρῆτε τὴν πρᾶξιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὡς πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἤθελε νὰ σᾶς ἐμπλέξῃ εἰς τὴν διακωμώδησιν. Διαρκῶς νομίζετε, ὅτι κἄθε τι ποὺ γίνεται, γίνεται ἐναντίον σας. Ὄχι, κύριοι. Γίνεται πρὸς ὄφελος τοῦ τόπου. Ὅταν προβαίνωμεν εἰς τὰς ἐνεργείας αὐτάς, δὲν σᾶς σκεπτόμεθα κἄν. (Χειροκροτήματα).
§102Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, βεβαίως, διὰ κἄποιας διαδικαστικῆς μεθόδου καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ παραπεσόντος ζητήματος τοῦ καταλήξαντος εἰς κυρώσεις εἰς βάρος τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Μπρεδήμα, ὑπῆρξε κἄποια ἀπόστασις μεταξὺ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν του καὶ τῆς ἀπαντήσεως ἡ ὁποία ἐπεβάλετο νὰ δοθῇ. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ ἐπὶ τοῦ παραπεσόντος ζητήματος. Νομίζω, ὅτι ἀντιμετωπίσθη ὡς ἂν εἶχε πραγματωθῆ ἤδη ἡ ἀναθεώρησις καὶ ἐφθάσαμεν εἰς καθεστὼς ἀπολύτου μοναρχίας. Διότι ὁ συνάδελφος δύο τινὰ εἶπεν: Πρῶτον ἕνα πρᾶγμα ἱστορικῶς ἀκριβές, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ξενικῆς καταγωγῆς. Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο......
§103Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν εἶπεν ἔτσι.
§104Η. ΗΛΙΟΥ. Εἶπεν ὅτι εἶναι ἀλλοδαπός, ἀλλ’ αὐτὸ ἠννόει, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον λίαν ἐπικαίρως ὑπογραμμίζουν σήμερον δημοσιευθεῖσαι δηλώσεις γόνου τοῦ βασιλεύοντος ἐν Ἑλλάδι Οἴκου, τοῦ συζύγου τῆς Βασιλίσσης τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος ἐτόνισεν, ὅτι ἐγεννήθη μὲν ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ Ἕλλην δὲν εἶναι.
§105Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Διότι εἶναι Ἄγγλος.
§106Η. ΗΛΙΟΥ. Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι, ὅτι ἡγεῖται πολιτικῆς παρατάξεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ αὐτόχρημα κριτικὴν τῆς Κυβερνήσεως φερούσης τὴν εὐθύνην διὰ τὰς πολιτικὰς ἐκδηλώσεις τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσωμεν παρεμπῖπτον θέμα. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρορῶν τὸ γεγονὸς ὅτι, ὄχι διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν, ἀλλὰ διὰ νὰ τονίσωμεν τὴν βαρυτέραν οὐσιαστικὴν εὐθύνην τοῦ Προέδρου, διετυπώσαμεν διαφόρους ἀπόψεις ἐπὶ νομικοῦ θέματος, ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ ἀπὸ τὸ μεῖζον Κόμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐπιτέλους ἐξ εὐλόγου εὐαισθησίας, ὀφειλομένης εἰς τὴν τακτικὴν τῆς διαδόσεως, τοῦ ψιθύρου περὶ ἐκμαυλίσεως βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐθεμελίωσε τὴν ἰδικήν του ἄποψιν. Καὶ ἠθέλησε νὰ κάμῃ κατάχρησιν ἐπὶ μιᾶς νομικῆς σκέψεως διαφόρου ἑρμηνείας τῶν δύο Κομμάτων. Καὶ ἐπανέλαβε 3–4–5 φορὲς τὸ ὄνομά μου καὶ τὴν γνώμην μου, ἐνῷ ἐτονίσαμεν, ὅτι εὐτυχὲς γεγονὸς ἀποτελεῖ ἡ εὐθυγράμισις ἀπὸ τακτικῆς ἀπόψεως τῶν δύο μεγαλυτέρων κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία καθιστᾶ ἄνευ ἀντικειμένου τὴν περαιτέρω πρόοδον τῆς διαδικασίας τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τὴν κάμει ἁπλῆν καὶ καταφανῆ πρόθεσιν ἀντιπερισπασμοῦ πρὸς ἀναβολὴν τῆς ἐπιβεβλημένης λύσεως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος καὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ὀξέων προβλημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐπιμένων τόσον πολὺ εἰς τὴν μαρτυρίαν μας, ἠθέλησε νὰ ἐπισημάνῃ τὸ βάρος τῆς μαρτυρίας τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Πράγματι μοῦ θυμίζει αὐτὴ ἡ τακτικὴ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου δύο ὁμοίας περιπτώσεις. Ἡ ΕΡΕ μᾶς διαβάλλει, μᾶς λοιδορεῖ μᾶς συκοφαντεῖ συνεχῶς. Ἀλλὰ εἰς δύο περιπτώσεις ποὺ 2 Ὑπουργοί της ἐκατηγορήθησαν, ὅτι ἐθέρμαναν τὰς σχέσεις των μὲ τὸν κατακτητήν, καὶ συνειργάσθησαν μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν μαρτυρίαν τὴν ἰδικήν μας ἠθέλησε νὰ σταθῇ, διὰ νὰ διαψεύσῃ τὰ καταγγελλόμενα. Εἶναι αὐτὴ μία εὔγλωττος ἀπάντησις εἰς τὸν προπετῆ ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, ὅτι ἡμεῖς τἄχα δὲν δικαιούμεθα νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀντιστάσεως εἰς τὸν ἐπιδρομέα, τὸν φασίστα. Καὶ δικαιοῦται ποῖος; Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ παράταξις, ἡ ὁποία ἔχει εἰς τὰς τάξεις της καὶ τοὺς Κουΐσλιγκς καὶ τοὺς συνεργάτες τοῦ κατακτητοῦ; Αὐτὴν τὴν ὕβριν δὲν τὴν δεχόμεθα. Καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε περὶ Στάλιν νὰ εἴπῃ, νομίζω, ὅτι ἐλέχθησαν κατὰ παράλειψιν καὶ παραγνώρισιν τῆς μνείας, ὅτι μὲ τὸ Ἔθνος τὸ ὁποῖον τότε ἐτέλει ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν του, συνεμάχησαν ὅλαι αἱ ἄλλαι δημοκρατικαὶ δυνάμεις, διὰ νὰ πολεμήσουν ἀποτελεσματικῶς τὸν φασισμόν. Ἀλλὰ τὶ περισσότερον ἔχομεν ἀνάγκην μαρτύρων; Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος διαμαρτυρόμενος, ὅτι τοῦ ἀπεδώσαμεν σκέψεις Γκαῖμπελς καὶ Ρόζεμπεργκ (ὄχι Ροζεντάλ, αὐτὸς παράγει πορσελάνες) ὡμίλησεν ἀκριβῶς ὅπως ὡμίλει ὁ Γκαῖμπελς. Καὶ ἐκεῖνος ἐξεκινοῦσε ἀπὸ ἕνα λυσσαλέον καὶ ὑστερικὸν ἀντικομμουνισμὸν καὶ διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς κατέστρεψεν ὅλους τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς τῆς χώρας του. Ἑπομένως ἔχομε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐπαναφέρει τὰς μεθόδους τοῦ Γκαῖμπελς διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου. Εἶναι ἡ Κυβέρνησις μαθητὴς καὶ μιμητὴς τοῦ φασισμοῦ. Εἶσθε φορεῖς τοῦ χιτλερικοῦ πνεύματος καὶ τὸ ἐδείξατε καὶ ἀπόψε μὲ τὴν προσπάθειάν σας νὰ ἀποσείσετε τὰς περὶ τοῦτο κατηγορίας.
§107Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ μέρους τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐκπρόσωπον τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν νομίζω, ὅτι δὲν καταλείπουν καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς συμφώνου πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν πολιτικὴν ἐνεργείας τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς τὴν συνεκρότησε. Διότι ὀρθῶς ἐτέθη τὸ θέμα καὶ ἔγινε ἡ διάκρισις μεταξὺ πολιτικῆς ἐνεργείας καὶ νομικῆς ὑποχρεώσεως, ἥν ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Ἐπιτροπῆς κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Κομμάτων. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, οὔτε νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνησθῇ ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης τοῦ βουλευτοῦ, τὸ ἀδέσμευτον τῆς σκέψεώς του, καὶ ἡ οὐσία τῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῶν ἀντιλήψεων καὶ τὴν λῆψιν τῆς ἀποφάσεως μετὰ συζήτησιν καὶ βάσανον τοῦ θέματος. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται βεβαίως τὴν ἑσπέραν αὐτὴν νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν οὐσίαν τῶν προτάσεων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ὡς βουλευτῶν, οὔτε κἂν ὑπῆρξεν αὐτὴ ἡ πρόθεσίς μου ὅταν ἐζήτησα τὸν λόγον. Εἶναι γνωστόν, κ. συνάδελφοι, ὅτι κατὰ τὸ στάδιον τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἡ Βουλὴ περιορίζεται εἰς τὴν ἐπισήμανσιν τῶν διατάξεων ἐκείνων τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι χρήζουν ἀναθεωρήσεως καὶ ὅτι τὴν ἀναθεώρησιν, τὸ περιεχόμενον τῶν νέων διατάξεων, θὰ διαμορφώσῃ ἡ νέα Βουλή. Εἶναι ἑπομένως ἕωλος ἡ ἀνησυχία, ὅτι τάχα διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς σημερινῆς Βουλῆς πρόκειται νὰ καταλυθοῦν αἱ δημοκρατικαὶ ἐλευθερίαι καὶ νὰ τροποποιηθοῦν θεμελιώδεις θεσμοὶ τοῦ Πολιτεύματος. Ὅλοι οἱ ταῦτα λέγοντες γνωρίζουν ποία εἶναι ἡ ἁρμοδιότης τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ δικαιοδοσία τῆς νέας Βουλῆς ἡ ὁποία θὰ διαμορφώσῃ τὰς νέας διατάξεις. Δὲν θὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως τὸ λεχθὲν ὅτι τάχα διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν κἄποιαν σχέσιν μὲ τὴν προστασίαν τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας, ἀντιβαίνουν πρὸς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματός μας. Κύριοι συνάδελφοι, θεμελιώδης ἀρχὴ τοῦ πολιτεύματός μας, εἶναι ἡ Δημοκρατία καὶ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ κατοχύρωσις τῆς ἀρχῆς τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἡ κατοχύρωσις, δηλαδή, μιᾶς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ πολιτεύματος, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ περαιτέρω, νομίζω, ὅτι δὲν χρήζει ἐξηγήσεως τὸ λεγόμενον περὶ προσανατολισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦ Συντάγματος εἰς τὰς διεθνεῖς της σχέσεις. Ἐδόθη ἀπάντησις εἰς ὅσα ἐγράφησαν εἰς τὸν τύπον περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ ἐδόθη ἀπάντησις ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς πρόκειται νὰ διατρανωθῇ ἡ ἐμμονὴ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἰδέαν τῆς εἰρηνικῆς συνεργασίας τῶν λαῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος καὶ τῶν κανόνων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Ἀσκόπως λοιπὸν καὶ ματαίως ἐπεχειρήθη ἐπίκρισις καὶ ἀνεζητήθησαν ἄλλοι λόγοι εἰς τὴν πρότασιν τῶν βουλευτῶν–μελῶν τῆς Κυβερνήσεως—ἡ πρόθεσις μάλιστα ἢ ἡ τάσις καταπατήσεως τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς Δημοκρατίας. Καὶ τώρα, κύριοι συνάδελφοι, χωρὶς νὰ μοῦ ἀποδοθῇ πρόθεσις προσβολῆς προσωπικῶς οἱουδήποτε συναδέλφου, θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ ἀπασχολήσω τὸ Σῶμα ἐπὶ γενικοῦ θέματος τάξεως. Εἶναι περιττὸν νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς ὅλους τοὺς συναδέλφους τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Βεβαίως, εἶναι ἀρχὴ τῆς Δημοκρατίας ἡ ἰσότης. Δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἰς τὴν Δημοκρατίαν ἔχουν καταλυθῆ αἱ ἀξίαι καὶ ἔχει ἐκλείψει ὁ σεβασμὸς ὁ ὀφειλόμενος πρὸς τοὺς ἄνδρας τοῦ πνεύματος, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ παραδείγματός των, ἔχουν ἀποδείξει ἐμπράκτως ψυχικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνωτερότητα. Ὑπαινίσσομαι, κύριοι συνάδελφοι καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ σεβαστός μου Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναφερθῶ εἰς ὅ,τι ἐλέχθη διὰ τὴν πολιτικήν του σταδιοδρομίαν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι δικαίωμα παντὸς βουλευτοῦ νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὰς πολιτικὰς πράξεις οἱουδήποτε πολιτευομένου, παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, οἱουδήποτε προσώπου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἐπιτρέπεται γενικὸς ἀφορισμὸς περὶ τῆς δράσεως ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνδέσει τὸ ὄνομά των μὲ ὑπηρεσίας καὶ ἠθικὰς ἐξάρσεις. Εἰδικώτερον δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο προκειμένου περὶ τοῦ κ. Παναγιώτη Κανελλοπούλου. Δὲν ἔχει, βεβαίως, ἀνάγκην συνηγόρου ἡ προσωπικότης τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ ὅμως χρέος καὶ ὑπηρεσίαν ἡ ὑπόμνησις τῆς ἀληθείας. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ἐπιστήμων λαμπρός, ἴνδαλμα τῶν σπουδαστῶν, λάμπων ἥλιος εἰς τὸ στερέωμα τῶν ἐπιστημονικῶν ἀξιῶν τῆς χώρας, ἠδύνατο ἐν ἔτει 1936, ὅταν τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἐστερήθη τοῦ ἀρχηγοῦ, ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ πρῶτος μεταξὺ τῶν κορυφαίων τοῦ Κόμματος, ἐνδεχομένως δὲ καὶ διατὶ ὄχι, ἐνδεχομένως νὰ εὑρεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἑνὸς τῶν δύο μεγάλων κομμάτων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ διὰ τοῦ κόμματος ἐκείνου ἀνέτως καὶ ἀκόπως τὸ πολιτικόν του πρόγραμμα, ἐπροτίμησεν ἐν τούτοις τὸν δύσκολον δρόμον τῆς δημιουργίας ἰδίας πολιτικῆς δυνάμεως καὶ ἰδίας πολιτικῆς θέσεως, χωρὶς νὰ θελήσῃ νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν τοῦ παρεῖχεν ὁ δεσμός, τὸν ὁποῖον εἶχε μὲ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελα, μετὰ τὴν ἀγόρευσίν σας, κύριε Πρόεδρε, νὰ προτείνω νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§109Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐξεθέσαμεν τὰς ἀπόψεις μας. Ἀλλὰ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος ἐπιμένει εἰς τὸ γεγονός, ὅτι τὴν ἀπόφασίν μας πρὸς μὴ συμμετοχὴν δὲν ἀνεκοινώσαμεν μόνον διὰ δηλώσεων τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς ὅλων τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Καὶ ἠθέλησε νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἠθελήσαμεν νὰ κατοχυρώσωμεν τὴν σταθερότητα τῶν φίλων μας. Τοῦ ὀφείλομεν ἀπάντησιν. Δύο λόγοι μᾶς ἤγαγον εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν. Ὁ πρῶτος εἶναι χάριν τῆς παρατάξεως ὑμῶν, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ σᾶς εἰδοποιήσωμεν μὲ τὸν πλέον πανηγυρικὸν τρόπον, ὅτι εἰς μάτην ἐλπίζετε, συνεχίζοντες τὴν κωμωδίαν τῆς ἀναθεωρήσεως. Καὶ ὁ δεύτερος λόγος ἦτο διὰ σᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς. Ἠθελήσαμεν νὰ σᾶς προφυλάξωμεν ἀπὸ τὸ λάθος εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεπέσατε. Διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ τῆς δηλώσεώς του νὰ ἔχῃ παραιτηθῆ διὰ λογαριασμὸν τῶν διοριζομένων βουλευτῶν. Ἐχρειάζετο ἑπομένως νὰ ὑπογράψουν οἱ ἴδιοι τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐπέχει τὴν ἔννοιαν παραιτήσεως. Καὶ τώρα μένετε σεῖς ἀκάλυπτος μὲ τὸ τόλμημα τοῦ διορισμοῦ των. Αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ δύο λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπέγραψαν. Καὶ συνάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπαγιδεύθητε σεῖς εἰς τὴν παγίδα, τὴν ὁποίαν ἐστήσατε δι’ ἡμᾶς. Σεῖς διακωμωδεῖσθε. Διότι, βεβαίως, δὲν δύνασθε νὰ ἐλπίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς τάξεις μας νὰ ὑπάρξουν ἀποστάται. Ὑπάρχουν εἰς τὰς τάξεις μας μόνον ἔντιμοι ἄνθρωποι στρατευμένοι κάτω ἀπὸ τὴν σημαίαν τῆς ἀληθοῦς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Μήπως θέλετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον;
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5.30 μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Νομοθετικὰ Διατάγματα Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος). (Ὥρα 10.00′ μ.μ.)