1963.02.08
2,529 rows · 18,101 words · 58 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46η
Παρασκευὴ 8 Φεβρουαρίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ.κ. Π. Πιπινέλης (Ὑπουργ. Ἐμπορίου) καὶ Δ. Ἀλιπράντης (Ὑφυπουργ. Οἰκονομικῶν) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 14.11.1956, περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, τῆς ὑπ’ ἀρ. 46652)2997 τῆς 3.12.1956 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορίου καὶ Β. Διατάγματος τῆς 14.9.1957 περὶ προσαρμογῆς τῶν Ἰσολογισμῶν τῶν Ἑταιρειῶν μὲ κεφάλαιον εἰς ξένον νόμισμα». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατατάξεως εἰς τὸν Στρατὸν Ξηρᾶς
τῆς Α.Β.Υ. τοῦ ΠΡΙΓΚΗΠΟΣ ΜΙΧΑΗΛ τοῦ
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ.
Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνομολογήσεως λαχειοφόρου Ἐσωτερικοῦ Δανείου Οἰκονομικῆς Ἀναπτύξεως δραχμῶν 1.500.000.000 ἐξοφλουμένου χρεωλυτικῶς ὑπὲρ τὸ ἄρτιον». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Στεργίου καὶ Ν. Τσόχας, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239)1955 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π.», β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, διὰ τηλεγραφήματός του αἰτεῖ παρέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἀποτροπὴν Τουρκικῶν σχεδίων διπλασιασμοῦ ὁρίων χωρικῶν ὑδάτων. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου 42ου Κ.Τ.Ε.Λ. Ν. Σερρῶν, αἰτουμένου ἀναστολὴν καταβολῆς ἐκτάκτου φόρου 6–10% ὁδοποιΐας τοῦ ἐν λόγῳ Νομοῦ λόγῳ τῶν ἐκ δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν διακοπεισῶν συγκοινωνιῶν. Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Λ. Σαραφιανός, καταθέτει ἀναφορὰν Στρατιωτικῶν Ὑπαλλήλων Βορείου Ἑλλάδος, αἰτουμένων τροποποίησιν τοῦ Ν.Δ. 4193)1961. Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Λ. Σαραφιανός, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Κοινότητος Γαλατίστης Χαλκιδικῆς διαμαρτυρομένων κατὰ τῆς Δ.Ε.Η. διὰ τὴν μὴ βελτίωσιν εἰσέτι τῶν ἐγκαταστάσεων τοῦ ἠλεκτρικοῦ δικτύου της διὰ τὴν παροχὴν πλήρους ἠλεκτροφωτίσεως. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Συνδέσμου κατόχων ὁμολογιῶν Ἑλληνικοῦ Δημοσίου Χρέους, αἰτουμένου ρύθμισιν προπολεμικοῦ Ὁμολογιακοῦ Δημοσίου Χρέους εἰς δραχμάς. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κ.κ. Ε. Δραγανίση, Α. Μουσίκου κλπ., ὑπαλλήλων Ἀγροτικῆς Τραπέζης ὑποκαταστήματος Ν. Ἕβρου, αἰτουμένων, ὅπως τύχωσι τῆς αὐτῆς βαθμολογικῆς ἐξελίξεως, ἧς ἔτυχον καὶ ἕτεροι συνάδελφοί των. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἁγ. Νικολάου Κρήτης κλπ., αἰτουμένου ὅπως διανεμηθῇ εἰς παραγωγοὺς στερουμένους ἐλαίου, ἀμιγὲς τοιοῦτον ἐκ τῶν ἀποθεμάτων ἐλαιουργικῶν Συνεταιρισμῶν. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Θ. Γιαννόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ἐπαγγελματιῶν Αὐτοκινητιστῶν «Ὁ Ἅγ. Χριστόφορος», αἰτουμένου τὴν παροχὴν δικαιώματος εἰς τὰ μέλη του διὰ μεταφορὰν ἐπὶ κομίστρῳ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Στεργίου, Γ. Αὐγερόπουλος, Ε. Σακελλάρης, Ν. Τσόχας, Σ. Ἠλιόπουλος, Ι. Εὐαγγελίδης, Μ. Σβώλου, Ν. Κιτσίκης, Α. Γιάννου, Γ. Στεργίου, Α. Μπριλλάκης, Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Λαμπράκης, Ε. Μπενᾶ, Λ. Κύρκος, καταθέτουν ἀναφορὰς τῶν Οἰκοδομικῶν Ὀργανώσεων Ἀγρινίου κλπ., διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδικάτου Κατεργασίας Ξύλου Ἀθηνῶν κλπ., διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Κύρκος καὶ Κ. Χιωτάκης, διὰ τηλεγραφήματός των αἰτοῦσιν ἀποστολὴν τροφίμων κλπ., εἰς τοὺς ἐκ τῶν δυσμενῶν καιρικῶν συνθηκῶν πληγέντας κατοίκους ἐπαρχίας Λασηθίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Μπενᾶ καὶ Ι. Παπαδημητρίου καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Νικαίας, αἰτουμένης παροχὴν οἰκονομικῶν διευκολύνσεων εἰς τὰ ἐν οἰκονομικῇ ἀδυναμίᾳ τελοῦντα μέλη της. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Λαμπράκης, Α. Μπριλλάκης, Ε. Μπενᾶ καὶ Γ. Στεργίου, καταθέτουν ἀναφορὰς τῶν Ἑνώσεων Ἐργατῶν Φορτοεκφορτωτῶν Λιμένος Πειραιῶς κλπ., διαμαρτυρομένων δι’ ἐπέμβασιν Ἀστυνομίας κατὰ τὴν ἀπεργίαν λιμενεργατῶν Πειραιῶς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Κ. Τρικούπης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν, Ὁμοσπονδίας Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Δυτ. Στερεᾶς Ἑλλάδος καὶ Ἐθνικοῦ Συνδέσμου Ἀναπήρων–Θυμάτων Πολέμου 1940–1949 Μεσολογγίου, κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4)1962 ἀποφάσεως τῆς Νομαρχιακῆς Ἐπιτροπῆς ἄρθρου 14 Α.Ν. 1324)1949, δι’ ἧς ἐγένετο ἐκμίσθωσις ἀδείας σιγαρέττων εἰς ΚΤΕΛ Αἰτωλοακαρνανίας εἰς βάρος τοῦ ἀναπήρου περιπτερούχου Δημ. Κατσαροῦ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Κιτσίκης Γ. Λαμπράκης, Μ. Σβώλου, Ι. Παπαδημητρίου, Δ. Κελτεμλίδης, Ν. Τσόχας, Ε. Σακελλάρης, Η. Ἠλιοῦ, Α. Μπριλλάκης, Σ. Ἠλιόπουλος, Α. Γιάννου καὶ Λ. Κύρκος, καταθέτουν ἀναφορὰς τῶν Σωματείων Ἀρτεργατῶν–Σιμιτεργατῶν Πειραιῶς κλπ., αἰτουμένων ἐπίλυσιν αἰτημάτων. Ἀπαντήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν. Ι) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Ἀπαντῶντες εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 137 ἀπὸ 14 Ἰουνίου 1962 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐμπορίου, διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 38576)1769 ἀπὸ 12.6.1962 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Δυνάμει τοῦ ὑπογραφέντος ἐν Βόννῃ τὴν 8ην Δεκεμβρίου 1961, συμβιβασμοῦ μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ τελευταία κατέβαλε τὸ ποσὸν τῶν 4.800.000 μάρκων, κατ’ ἀποκοπήν, πρὸς ἐξόφλησιν ὑποχρεώσεών της συνεπείᾳ ἀφαιρέσεως Ἑλληνικῶν καπνῶν ὑπὸ τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων κατοχῆς. Διὰ τοῦ αὐτοῦ συμβιβασμοῦ, ἀνετέθη εἰς τὴν Β. Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς διανομὴν τοῦ ὡς ἄνω ποσοῦ εἰς τοὺς δικαιούχους. Ἤδη, αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι τοῦ Β. τούτου Ὑπουργείου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπεξεργάζονται σχέδιον νόμου κυροῦντος τὸν συμβιβασμὸν καὶ καθορίζοντος τὰ τῆς καταβολῆς τοῦ ποσοῦ τῶν 4,8 ἑκατ. μάρκων, εὐθὺς δὲ ὡς τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον διατυπωθῇ ὁριστικῶς, θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1622)1177 ὑμέτερον ἔγγραφον, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1359 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ὁ Ἀνθυπασπιστὴς τοῦ Σ. Χ. Μαρτίνου Ἀθανασιᾶς Νικ. ἔχων πληροφορίας, ὅτι θὰ ἐξήγοντο ἐκ τῆς περιοχῆς του ἀρχαιολογικὰ εὑρήματα ὑπὸ ἀρχαιοκαπήλων προέβη εἰς τὴν σύλληψιν ὡρισμένων ἀτόμων καὶ κατάσχεσιν ἀρχαιολογικῶν εὑρημάτων, μεταφερομένων δι’ αὐτοκινήτου ἐντὸς μεταλλικῶν δοχείων. Μεταξὺ τούτων ἦτο καὶ εἷς Ἀστυνόμος καὶ ὑπάλληλοι τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας. Ὁ σταθμάρχης ἔχων ἀμφιβολίας κατὰ πόσον οὗτοι ἐνήργουν ἐκ μέρους τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἐκράτησε τούτους εἰς Μαρτῖνον μέχρι διαπιστώσεως, ὅτι ἐνήργουν κατόπιν ἐντολῆς τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ὅτε ἀφῆκε τούτους ἐλευθέρους. Ὁ Ἀνθυπασπιστὴς σταθμάρχης οὔτε ἐτιμωρήθη οὔτε ἐτέθη ὑπὸ περιορισμόν. Ἐνεργεῖται ὅμως διοικητικὴ ἐξέτασις διὰ τὴν διαπίστωσιν τῶν εὐθυνῶν τούτου ὅσον καὶ τοῦ Ἀστυνόμου διότι ὁ πρῶτος ἔδει νὰ ἐνεργήσῃ ταχύτερον τὴν διαπίστωσιν ὁ δὲ δεύτερος ἔδει νὰ εἰδοποιήσῃ ἐγκαίρως τὰς ἀρχὰς τῆς Χωροφυλακῆς εἰς τὴν περιοχὴν τῶν ὁποίων θὰ ἐνήργει πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἀτόπων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
ΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Προεδρίας Κυβερνήσεως. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Β. Ἐφραιμίδη, ἐπὶ τῶν ἐν θέματι, νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ κάτωθι: 1. Ὑπεβλήθη πρότασις τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ ξενοδοχείου πρὸς ἀγορὰν τούτου μετὰ τῆς περιοχῆς του, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰσέτι ὑπὸ μελέτην. 2. Ἡ πρόθεσις ἀποδοχῆς τοῦ αἰτήματος στηρίζεται εἰς τὸ ὅτι ἔχει διαμορφωθῆ ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς ἀνάγκης διπλασιασμοῦ τοὐλάχιστον τῶν εἰς τὴν προκειμένην θέσιν ξενοδοχειακῶν κλινῶν κλπ. ἐγκαταστάσεων καὶ τῆς ἀνάγκης διαμορφώσεως τῆς ἀκτῆς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν περιηγητῶν. 3. Δοθέντος ὅτι δὲν ὑφίσταται πρόβλεψις χρηματοδοτήσεως τοῦ Ε.Ο.Τ. διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀνωτέρω ἀπαραιτήτων ἔργων, ἐκρίθη ὅτι ἦτο συμφέρον ὁ συνδυασμὸς τῆς προτάσεως πωλήσεως τῆς ξενοδοχειακῆς ταύτης μονάδος πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν παρὰ τοῦ ἀγοραστοῦ ὑποχρεωτικῶς τῶν ἔργων τούτων. 4. Κατὰ τὰ ἀνωτέρω, ἐὰν τελικῶς καταλήξῃ τὸ Δ.Σ. τοῦ Ε.Ο.Τ. εἰς τὴν ἀπόφασιν πωλήσεως τῆς μονάδος, θὰ πραγματοποιηθῇ αὕτη ὑπὸ τὸν ἠγγυημένον ὅρον ὅτι ὁ ἀγοραστὴς πέραν τῆς ἀξίας τῆς μονάδος, περὶ ἧς κατωτέρω, θὰ ὑποχρεωθῇ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων ἐπαυξήσεως τῶν ἐγκαταστάσεων κλπ. ὕψους τοὐλάχιστον 12.000.000 δρχ. 5. Ἡ πώλησις τοῦ ἐν προκειμένῳ ξενοδοχείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ διὰ δημοπρασίας διότι τὸ ξενοδοχεῖον τοῦτο ἔχει μισθωθῆ μετὰ πλειοδοτικὸν διαγωνισμὸν δι’ εἰκοσαετῆ ἐκμετάλλευσιν εἰς τὸν νῦν ἐνοικιαστήν, τῆς συμβάσεώς του ληγούσης τὴν 30.12.1980. Κατὰ ταῦτα οὐδεὶς ἀγοραστὴς πλὴν τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἦτο δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ. 6. Σημειοῦται ὅτι ἡ πώλησις αὕτη, ἐφ’ ὅσον τελικῶς πραγματοποιηθῇ εὐοδουμένων τῶν σχετικῶν συνεννοήσεων, θὰ γίνῃ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος κανονισμοῦ περὶ πωλήσεως ἀκινήτων τοῦ Ε.Ο.Τ. κλπ., ἐξ ὧν προκύπτει πλήρης κατασφάλισις τῶν συμφερόντων τοῦ Ε.Ο.Τ., τῆς περιοχῆς ὅπου τὸ ξενοδοχεῖον τοῦτο ἐκτιμωμένης ἁρμοδίως, κατὰ τὰ ἐν τῷ κανονισμῷ ἀναφερόμενα, εἰς τὴν τρέχουσαν αὐτῆς ἀξίαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Ἀγγελούση καὶ Ν. Ἰντζέ. Ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1128)21. 1.1963 ὑμετέρου ἐγγράφου ἐρωτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 1306 τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Ἀγγελούση καὶ Ν. Ἰντζέ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἐρωτῶντας κ.κ. βουλευτάς, ὅτι τὰ ἐν τῷ Νομῷ Σερρῶν κατασκευασθέντα ἢ μελετώμενα ἔργα τουριστικῆς ἀναπτύξεως οὔτε πολυτελῆ εἶναι, ὡς χαρακτηρίζονται ἐν τῇ ἐρωτήσει, οὔτε ἄχρηστα. Τὸ Ξενοδοχεῖον Σερρῶν εἶναι δευτέρας κατηγορίας, τὸ δὲ περίπτερον τῆς αὐτῆς στάθμης, ὡς ὅλα τὰ τουριστικὰ περίπτερα τῆς Χώρας. Ἡ κατασκευὴ τούτων ὡς καὶ τῶν ὑπὸ μελέτην δύο εἰσέτι περιπτέρων κεῖται ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ προγραμματισθέντος δικτύου τουριστικῶν ἔργων ἀνὰ τὴν χώραν πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν περιοδευόντων ξένων, ἀλλὰ καὶ τῶν διακινουμένων ἐντοπίων. Τὸ προγραμματισθὲν τοῦτο δίκτυον, σταδιακῶς συμπληρούμενον ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν χώραν, διδομένης προτεραιότητος εἰς τὰς πόλεις καὶ περιοχάς, αἱ ὁποῖαι κεῖνται παρὰ τὰς σπουδαιοτέρας ὁδικὰς ἀρτηρίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Δημοσίων Ἔργων θέλει δώσει ἀπάντησιν ἐπὶ τῶν λοιπῶν σημείων τῆς ἐρωτήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Ἀθανασιάδη– Νόβα. Ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1070 τῆς 19ης Ἰανουαρίου 1963 ὑμετέρου ἐγγράφου ἐρωτήσεως ὑπ’ ἀριθ. 1281 τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Ἀθανασιάδη–Νόβα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἐρωτῶντα κ. βουλευτήν, τὰ κάτωθι: Ἤδη, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1960 ἐπρογραμματίσθη ἡ ἐκτέλεσις ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ ἔργων λειτουργικῆς καὶ αἰσθητικῆς διαρρυθμίσεως τῶν χώρων προσγιαλώσεως τῶν πορθμείων Ρίου–Ἀντιρρίου. Προετάχθησαν τὰ ἔργα Ἀντιρρίου δι’ ἃ διετέθη πίστωσις δραχμῶν 3.000.000. Ἐνηργήθησαν αἱ ἀπαιτούμεναι ἀπαλλοτριώσεις, κατεσκευάσθη τουριστικὸν περίπτερον καὶ κεκλιμένον ἐπίπεδον προσεγγίσεως τοῦ πορθμείου μετὰ τῶν ἀπαραιτήτων προσβάσεων κατὰ τὴν δυτικὴν πλευρὰν τοῦ φρουρίου καὶ ἐγένετο διαμόρφωσις τῶν χώρων. Ἤδη, κατασκευάζονται μικρὰ περίπτερα πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν προσφερόντων εἰς τοὺς διερχομένους ἀναψυκτικὰ καὶ πρόχειρα ἐδέσματα (σουβλάκια). Ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας τοῦ περιπτέρου καὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ κεκλιμένου ἐπιπέδου θὰ γίνῃ εὐθὺς ὡς ἀρθῇ τὸ πρὸ τούτου κατακείμενον ἐπὶ τοῦ βυθοῦ καλώδιον τῶν τηλεφωνικῶν συγκοινωνιῶν. Τούτου ἡ μετατόπισις καθυστερήσασα διὰ τεχνικοὺς λόγους, ἤδη ἐπίκειται. Θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ κεκλιμένου ἐπιπέδου καὶ τῶν προσβάσεων τῆς ἀνατολικῆς προσγιαλώσεως τοῦ Ἀντιρρίου ἧς συντάσσεται ἤδη ἡ μελέτη. Αὕτη παρουσίασε περισσοτέρας δυσκολίας καθ’ ὅσον παρὰ τὴν ἀνατολικὴν πλευρὰν τοῦ φρουρίου βυθίζονται τὰ καλώδια μεταφορᾶς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος ὑψηλῆς τάσεως τῆς ΔΕΗ ἡ παρουσία τῶν ὁποίων ἀποκλείει τὴν ἀγκυροβολίαν τῶν πορθμείων. Ἐφ’ ᾧ καὶ καθωρίσθη θέσις προσγιαλώσεως βορειότερον. Ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν θὰ γίνῃ προσεχῶς. Διὰ τὰς διαμορφώσεις τῶν χώρων προσγιαλώσεως Ρίου καὶ τὴν κατασκευὴν περιπτέρου, στεγάστρων κλπ., διετέθη διὰ τοῦ προγράμματος τοῦ ἀρξαμένου ἔτους πίστωσις δραχμῶν 2.500.000, ἤδη δὲ ἐδόθη ἐντολὴ ἐκπονήσεως τῆς σχετικῆς μελέτης. Προβλέπεται τὰ ἔργα νὰ ἐκτελεσθοῦν ἐντὸς τοῦ ἔτους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ. Ἐπὶ τῶν διαλαμβανομένων ἐν τῇ ἐρωτήσει τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ ὑπ’ ἀριθ. 1097, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἐρωτῶντα κ. βουλευτὴν ὅτι: α) Ἡ ἐκτέλεσις ἔργων τουριστικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἀξιοποιήσεως τῆς περιοχῆς τῆς λίμνης Ταυρωποῦ, ἀποτελεῖ θέμα τηρούμενον εἰς τὰ ὑπ’ ὄψει τοῦ προγράμματος τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ, ἐνταχθήσεται δὲ εἰς τοῦτο εὐθὺς ὡς τὸ ἐπιτρέψουν τὰ οἰκονομικὰ περιθώρια αὐτοῦ. β) Ἡ διάθεσις πιστώσεως πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ εἰς τὸ χωρίον Νεράϊδα ἀνεγερθέντος ξενῶνος ὑπὸ τοῦ ἐκεῖσε οἰκοδομικοῦ συνεταιρισμοῦ δὲν καθίσταται δυνατὴ ἐλλείψει προβλέψεως εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ Ε.Ο.Τ. ὅστις ἀντιμετωπίζει μόνον τὰς ἀνάγκας ἐξοπλισμοῦ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ προγραμματιζομένων τουριστικῶν καταστημάτων αἵτινες καὶ εἶναι ἀπολύτου προτεραιότητος καὶ κατεπείγουσαι. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΚΡΗΣ
ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Βορ. Ἑλλάδος. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀγγελούση. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 15384)31.12.62 ἐγγράφου ὑμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσωμεν τὰ κάτωθι: Τὸ κατατεθὲν πρὸς τιμὴν τῶν κ.κ. Νομάρχου καὶ Δημάρχου Κωνσταντινουπόλεως γεῦμα ἐδόθη κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ Κυβερνεῖον Θεσσαλονίκης τὰ δὲ δικαιολογητικὰ τῆς γενομένης δαπάνης ἐκ δρ. τριῶν χιλιάδων ἐννεακοσίων πεντήκοντα μιᾶς (3.951) ἀπεστάλησαν εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Π.Υ. 1058)28.11.62 διὰ τὴν ἐξόφλησιν τῶν δικαιούχων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ παρακαθήσαντα εἰς τὸ γεῦμα πρόσωπα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμούμεθα ἀκριβῶς. Πάντως, ὡς εἴθισται εἰς τοιαῦτα γεύματα παρακάθηνται αἱ Ἀρχαὶ τῆς πόλεως καὶ οἱ φιλοξενοῦντες τοὺς ξένους. Ἐν Θεσσαλονίκῃ τῇ 7 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ
IV) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Τσιαπάρα. Ἐν συνεχείᾳ πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 146925)1962)9.1.63 ἡμέτερον ἔγγραφον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Τσιαπάρα, ἡ ἀφορῶσα εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Κοινότητος Λαγυνῶν Χρῖστον Γκουντίδην, εἶναι παρομοίου περιεχομένου πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 314 ὁμοίαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Κελτεμλίδη καὶ Β. Ἐφραιμίδη, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγνωρίσαμεν ἤδη ὑμῖν διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 93657)14.8.1962 καὶ 109277)10.10.62 ἡμετέρων ἐγγράφων. Ἔκτοτε, καθ’ ἃ ἐγνώρισεν ἡμῖν ἡ Νομαρχία Θεσσαλονίκης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1867)16.1.63 ὁμοίου της, οὐδὲν νεώτερον στοιχεῖον προέκυψεν εἰς βάρος τοῦ ἀνωτέρω προέδρου Κοινότητος θεμελιοῦν τὴν ἔκπτωσιν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἀξιώματός του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαπαναγιώτου. Εἰς ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1076)19.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1288 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαπαναγιώτου, περὶ ἱδρύσεως τῆς Κοινότητος Πλατανοβρύσεως καὶ τῶν συνοικισμῶν αὐτῆς Παληαμπέλων, Χαμοκεράσων καὶ Τερψιθέας τοῦ Νομοῦ Δράμας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν κατόπιν ἀναφορᾶς τῆς Νομαρχίας Δράμας, ὅτι τὸ ἔργον ὑδρεύσεως, τῆς ἐν λόγῳ Κοινότητος καὶ τῶν συνοικισμῶν αὐτῆς ἐνετάχθη εἰς τὸ πρόγραμμα Κοινωφελῶν Ἔργων τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου, τοῦ τρέχοντος ἔτους 1963 καὶ ἡ ἐκτέλεσίς του προβλέπεται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΡΑΛΛΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Ἐν σχέσει μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1625)1180 ὑμέτερον ἔγγραφον δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1362 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπασταύρου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Βάσει ἀποφάσεων τῶν τότε Ὑπουργῶν διετάχθη διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 476)47 καὶ 464)49 διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου ἡ διενέργεια κρατήσεως ἐκ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν πρὸς ἀνέγερσιν ἰδίου σανατορίου Χωροφυλακῆς. Τὸ συγκεντρωθὲν ποσὸν ἐκ δραχ. 2.359.329 κατετέθη εἰς τὴν διαχείρισιν. Ἐκ τούτου διετέθησαν διάφορα χρηματικὰ ποσὰ κατὰ περιόδους διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ περίφραξιν γηπέδου καὶ τὴν λειτουργίαν παιδικῶν κατασκηνώσεων Χωροφυλακῆς. Τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν ἐκ δραχ. 2.045.580,10 ὅσον καὶ τὸ ἀγορασθὲν γήπεδον μετεβιβάσθησαν εἰς τὸ συσταθὲν διὰ τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ Ν.Δ. 4140)60 Ἵδρυμα Ἐξοχαὶ Χωρ)κῆς, καθόσον δὲν κατέστη δυνατὴ οὔτε καὶ ἐκρίθη σκόπιμος ἤδη ἡ ἀνέγερσις σανατορίου. 2) Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ἀπονομῆς μερίσματος ἀνωτέρου βαθμοῦ εἰς τοὺς Ἐνωμοτάρχας, τοῦτο ἐρρυθμίσθη διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν.Δ. 4189)61. Ἐν Ἀθήναις τῇ 31 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ
V) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Παπακωνσταντίνου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1709)30.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1371 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Παπακωνσταντίνου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7300) 54239)1.2.63 ἀναφορᾶς τῶν Σ.Ε.Κ. α) Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἁμαξοστοιχιῶν καὶ αὐτοκινηταμαξῶν ηὐξήθη κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἑορτῶν συμφώνως πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ κοινοῦ ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ διατιθεμένου τροχαίου ὑλικοῦ. Ἄλλως τε καὶ αἱ ἁμαξοστοιχίαι Ἀθηνῶν–Θεσσαλονίκης τὸ κοινὸν Βορείου Ἑλλάδος κυρίως ἐξυπηρετοῦν. Ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐν ἀκινησίᾳ αὐτοκινηταμαξῶν, αὗται εἶναι: 1) Αὐτοκινητάμαξα κατασκευῆς 1936 προερχομένη ἐκ τῶν τέως Γαλλοελληνικῶν Σιδ)μων ἀκινητοῦσα λόγῳ θραύσεως στροφαλοφόρου ἄξονος. Γίνεται δημοπρασία διὰ τὴν ἀντικατάστασίν του. 1 αὐτοκινητάμαξα λόγῳ ἐκτάκτου μεγάλης ἐπισκευῆς κατόπιν ἀτυχήματος. 5 αὐτοκινητάμαξαι λόγῳ συνήθους καὶ κανονικῆς ἐπισκευῆς. Σημειοῦται ὅτι ἡ ἀναλογία τῶν 5 ἐν ἐπισκευῇ ἐπὶ 36 συνολικῆς δυνάμεως (μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν αὐτοκινηταμαξῶν τελευταίας παραγγελίας) εἶναι ἀπολύτως κανονική. β) Αἱ προσλήψεις προσωπικοῦ ἀπηγορεύθησαν διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Ν.Δ. 4246)62 «περὶ ἑνοποιήσεως τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων τοῦ Κράτους» μέχρι θέσεως εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ νέου Ὀργανισμοῦ τῶν Σ.Ε.Κ. γ) Ἡ μέση ἡμερησία διάνυσις τῶν αὐτοκινηταμαξῶν εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν κανονικῶν ὁρίων, τῶν παρὰ τῶν λοιπῶν Εὐρωπαϊκῶν δικτύων ἀποδεκτῶν. Αἱ αὐτοκινητάμαξαι πρέπει νὰ πραγματοποιοῦν μεγάλας διανύσεις, ἵνα εἶναι ἱκανοποιητικῶς συμφέρουσα ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν. δ) Δὲν εἶναι ἀντιληπτὸν τὸ σημεῖον τῆς ἐρωτήσεως, πῶς δηλαδὴ παραγκωνίζεται συστηματικῶς τὸ τεχνικὸν προσωπικόν; Ἐπίσης δὲν ὑπάρχουν διπλωματοῦχοι μηχανικοὶ οἱασδήποτε κατηγορίας ἐκτελοῦντες γραφικὴν ὑπηρεσίαν. Ἅπαντες οἱ διπλωματοῦχοι μηχανικοὶ χρησιμοποιοῦνται εἰς καθήκοντα ἀπορρέοντα ἐκ τῆς ὀργανικῆς θέσεως εἰς ἣν ὑπηρετοῦν, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν περιλαμβάνεται ἡ τήρησις πρωτοκόλλων. ε) Δὲν ἐτέθη θέμα ἀσφαλείας, τὰ δὲ φῶτα πορείας εἶναι τὰ κανονικῶς προβλεπόμενα. στ) Ἡ ρυμούλκησις αὐτοκινηταμάξης ὑπὸ ἀτμαμάξης ἐν περιπτώσει βλάβης τῆς πρώτης, προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἀντιλαμβανόμεθα δὲ διατί δημιουργεῖται κίνδυνος ἐκτροχιάσεως ἐκ τῆς τοιαύτης ρυμουλκήσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ρυμούλκησις αὕτη εἶναι πολὺ σπανία. ζ) καὶ η) Αἱ καταγγελίαι εἶναι, πολὺ ἀσαφεῖς διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀπάντησις. Πάντως, οἱ σταθμάρχαι κινήσεως εἶναι πάντοτε πληροφορημένοι περὶ τῶν καθυστερήσεων τῶν ἁμαξοστοιχιῶν. Πιθανῶς οἱ μὴ λαμβάνοντες τὴν αἰτουμένην πληροφορίαν νὰ ἀπευθύνωνται εἰς ἀναρμοδίους. Ἐὰν δὲ «καθ’ ὁμολογίαν τῶν ἰδίων» ὡς καταγγέλλει ὁ κ. βουλευτής, «λησμονοῦν τινὲς νὰ κάμουν χρῆσιν τῶν μεγαφωνικῶν ἐγκαταστάσεων», παρακαλοῦμεν ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς καταγγείλῃ τούτους ὀνομαστικῶς ἵνα ἐπιβάλωμεν τὰς δεούσας κυρώσεις, ἐκτὸς ἐὰν οἱ ἐπιβάται δὲν προσέχουν κατὰ τὰς ὥρας τῶν ἐκφωνήσεων, καταλογιζομένων οὕτω τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων διὰ παράλειψιν μὴ συντελεσθεῖσαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Σ. Ἠλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Γ. Αὐγεροπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2009)2.2.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1442 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Μ. Σβώλου, Σ. Ἠλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Γ. Αὐγεροπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ ἀκόλουθα ἐπὶ τῶν ἐν τῇ ὡς ἄνω ἐρωτήσει ἀναφερομένων θεμάτων τῆς ἡμετέρας ἁρμοδιότητος: 1) Ἡ λεωφορειακὴ γραμμὴ Σεπολίων συσταθεῖσα ἀρχικῶς διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ὁμωνύμου περιοχῆς ἐπεξετάθη μεταγενεστέρως διαδοχικῶς μέχρι Ροσινιὸλ καὶ ἐκεῖθεν εἰς Πλατεῖαν Μπουρναζίου καὶ Ἅγιον Φανούριον, διχασθεῖσα ὀλίγον πρὸ τῆς ἐν λόγῳ πλατείας. Οὕτως, ἡ γραμμὴ αὕτη ἔχει σήμερον τέσσαρα τέρματα, ἤτοι τὸν Ἅγιον Μελέτιον, τὸ Ροσινιόλ, τὸν Ἅγιον Φανούριον καὶ τὴν πλατεῖαν Μπουρναζίου. Περαιτέρω ὅθεν ἐπέκτασις τῆς γραμμῆς ταύτης κατὰ 1.500 μ. περίπου μέχρι τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς καὶ δημιουργία καὶ πέμπτου τέρματος, μὲ τὴν ὑφισταμένην σήμερον δύναμιν λεωφορείων ἀντενδείκνυται, διότι θέλει ἐπιφέρει πλήρη ἀποδιοργάνωσιν εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς εἰρημένης γραμμῆς. 2) Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 10594)62 ἀποφάσεώς μου ἐνεκρίθη ἡ ἄρσις τῆς ὑπὸ τῶν Γερμανῶν τοποθετηθείσης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς (διακλάδωσις) Περιστερίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ
VI) Τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἠλιοπούλου, Ε. Μπενᾶ καὶ Δ. Κελτεμλίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8293)9.7.62 ἐγγράφου ὑμῶν ἐπὶ τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1. Τὸ θέμα τῆς ἀναπτύξεως τῆς Ἑλληνικῆς Βιοτεχνίας συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰ πλαίσια τῆς ὅλης πολιτικῆς ἐκβιομηχανίσεως τῆς χώρας καὶ περιελήφθη εἰς τὸ 5ετὲς πρόγραμμα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, ἐφ’ ὅσον ἡ βιομηχανία, περὶ ἧς τοῦτο προβλέπει, νοεῖται ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν τῆς «μεταποιήσεως» (βλέπε κεφ. ΙΙ τοῦ πενταετοῦς προγράμματος). 2. Ὑπενθυμίζεται, εἰδικώτερον, ὅτι εἰς τὰ ἑκάστοτε ληφθέντα μέτρα ὑπὲρ τῆς μεταποιήσεως σαφῶς περιελαμβάνετο καὶ ἡ βιοτεχνία. Συγκεκριμένως ἀναφέρεται ὅτι διὰ τοῦ Ν. 3212)1955, τοῦ Ν. 3949)1959, καὶ τοῦ Ν.Δ. 4002) 1959 παρεσχέθησαν οὐσιώδεις φορολογικαὶ καὶ δασμολογικαὶ διευκολύνσεις πρὸς τὴν βιοτεχνίαν προκειμένου περὶ ἐπενδύσεων ἀφορωσῶν τὴν εἰσαγωγὴν καινουργοῦς μηχανικοῦ ἐξοπλισμοῦ δι’ ἐκσυγχρονισμόν, ὡς καὶ τὰς ἐν γένει ἐπενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Περαιτέρω, διὰ τοῦ Ν.Δ. 4002)1959 παρεσχέθησαν εἰδικαὶ διευκολύνσεις καὶ φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ ἐπὶ συγχωνεύσεων βιοτεχνικῶν ἑταιρειῶν. Ἐπίσης δὲ διὰ τοῦ Ν.Δ. 3765)1957 καθωρίσθησαν ἐξαιρετικῶς ὑψηλὰ ποσοστὰ ἀποσβέσεων δι’ ὡρισμένας κατηγορίας βιοτεχνικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Τέλος, εἰς τὰ πλαίσια τῶν γενικῶν μέτρων ἀναφέρεται καὶ τὸ Ν.Δ. 4256)62 δι’ οὗ καθιεροῦται καθεστὼς ταχυτάτης διαδικασίας χορηγήσεως ἀδειῶν ἱδρύσεως νέων βιοτεχνιῶν ἢ ἐπεκτάσεως ὑφισταμένων. Εἰς τὸν πιστωτικὸν τομέα ἡ Κυβέρνησις ηὐνόησε περισσότερον οἱουδήποτε ἄλλου κλάδου τὴν βιοτεχνίαν. Συγκεκριμένως μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1955 καὶ 1962, ἡ συνολικὴ χρηματοδότησις τῆς βιοτεχνίας ὑπὸ ἐμπορικῶν τραπεζῶν ηὐξήθη 11,1 φοράς, ἔναντι 4,7 φορὰς διὰ τὴν Οἰκονομίαν ἐν γένει 4,8 διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ 3,9 διὰ τὸ ἐμπόριον. Περαιτέρω, διὰ τῶν ἀνακοινωθέντων μέτρων τῆς 16.1.63 καθιερώθησαν χαμηλότερα τραπεζιτικὰ ἐπιτόκια κατὰ 0,5 ἕως 1,5 μονάδας προκειμένου περὶ τῶν προμηθειῶν προϊόντων ἐκ τῆς ἐγχωρίου βιοτεχνίας καὶ βιομηχανίας, ἐνῷ παραλλήλως ἐμειώθη εἰς τὸ ἥμισυ ἡ προμήθεια τῶν Τραπεζῶν ἐπὶ δανειοδοτήσεως πρὸς τὴν βιομηχανίαν καὶ βιοτεχνίαν ἔναντι ἐνεχυρογράφων. Ἐπίσης, ἐπεξετάθη ἡ διάρκεια τῶν προεξοφλησίμων γραμματίων καὶ συναλλαγματικῶν τῶν προσκομιζομένων ὑπὸ βιοτεχνικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ ηὐξήθησαν τὰ ὅρια χρηματοδοτήσεως ἐπ’ ἐνεχύρῳ ἑτοίμων προϊόντων. Τέλος, ἐμειώθησαν κατὰ 15% τὰ ἀσφάλιστρα πυρὸς καὶ κατὰ 9% τὰ ἀσφάλιστρα ἀτυχημάτων. Πέραν τῶν ἀνωτέρω, ὑπενθυμίζεται ὅτι ἡ βιομηχανία πολλαπλῶς ἐξυπηρετεῖται ὑπὸ τοῦ ΟΒΑ, τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Χειροτεχνίας, τοῦ Ταπητουργικοῦ Ὀργανισμοῦ καὶ τοῦ Κέντρου Παραγωγικότητος, δι’ ἐκπονήσεως μελετῶν αἵτινες ἐνδιαφέρουν τὴν βιοτεχνίαν, ὀργανώσεως σεμιναρίων ἐπιμορφώσεως, ἀναλήψεως πρωτοβουλιῶν συγχωνεύσεως κ.λ.π. Παραλλήλως συνεχῶς ἱδρύονται νέαι τεχνικαὶ σχολαί, αἱ ὁποῖαι ἐφοδιάζουν διὰ καταλλήλων τεχνιτῶν τὴν βιοτεχνίαν. Τέλος, ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ καὶ ἕτερα μέτρα ὑπὲρ τῆς βιοτεχνίας, ὡς ἡ δημιουργία κινήτρων, ἡ ὀργάνωσις βιομηχανικῶν ζωνῶν, ἡ ἁπλούστευσις τῶν διαδικαστικῶν διατυπώσεων κ.ἄ. τὰ ὁποῖα θὰ ἀναγγελθοῦν προσεχῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ
VI. Τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Βγενοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1091 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Βγενοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Νόμου 3487)1955 διάφοροι ἀσφαλιστικοὶ ὀργανισμοὶ ὡς τὸ ΙΚΑ καὶ ὁ Οἶκος Ναύτου συνῆψαν μεθ’ ἡμῶν συμβάσεις περὶ παροχῆς ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως τῶν ἠσφαλισμένων των, ὡρισμένων περιοχῶν τῆς χώρας, μέσῳ τῶν ἡμετέρων Κοινοτικῶν καὶ Ἀγροτικῶν Ἰατρείων. Ἐν προκειμένῳ τὸ ΤΕΒΕ ὅπερ τυγχάνει ἁρμόδιον διὰ τὴν ἰατρικὴν περίθαλψιν τῶν ἠσφαλισμένων αὐτοῦ, εἰς οὐδεμίαν μέχρι σήμερον προῆλθε συμφωνίαν πρὸς σύναψιν σχετικῆς συμβάσεως. Ἡ ἡμετέρα ὑπηρεσία οὐδόλως θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν πρὸς τοῦτο ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπεβάλετο σχετικὴ πρότασις ὑπὸ τοῦ Τ. Α.Κ.Ε. μὴ εὐθυνομένη διὰ τὴν μέχρι σήμερον παράλειψιν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ζαννῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1081)704)19.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ζαννῆ καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 1294 βιβλίου ἐρωτήσεων, ἀναφορικῶς μὲ τὸ ἐν περιλήψει θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι, κατόπιν ἡμετέρων ἐνεργειῶν, τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 9607)186)10.6.62 διαταγῆς του, πρὸς τὰς Ἀστυνομικὰς Διευθύνσεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς διέταξεν ὅπως κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐφημερίας τῶν νοσοκομείων διατίθεται ἀστυνομικὸν ὄργανον διὰ τὴν πρόληψιν ἐνδεχομένων ἐπεισοδίων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Λαμπράκη καὶ Α. Μπριλλάκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 879)518)16.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Λαμπράκη καὶ Α. Μπριλλάκη, καταχωρηθεῖσα ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 1266 βιβλίου ἐρωτήσεων, σχετικῶς μὲ τὸ ἐν περιλήψει θέμα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Ὁ Σταθμὸς Αʹ Βοηθειῶν Πειραιῶς ἀνήκει εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἀναμφισβητήτως ἔχει ἀνάγκην ἐνισχύσεως διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ πληρέστερον εἰς τὸν προορισμόν του. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸ Ὑπουργεῖον, κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπεχορήγησεν ἐκτάκτως τὸν Σταθμὸν τοῦτον, διὰ ποσοῦ διακοσίων χιλιάδων (200.000) δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. ΟΤΒ 9625)31.12.58 ἀποφάσεως ἡμῶν, καθ’ ὅσον ἐκ τῶν κειμένων διατάξεων, δὲν παρέχεται εὐχέρεια παγίας ἐπιχορηγήσεως. Πάντως, θὰ καταβληθῇ προσπάθεια ἐκτάκτου ἐνισχύσεως ἐκ νέου τοῦ Σταθμοῦ τούτου ἐντὸς τῶν ὑφισταμένων οἰκονομικῶν δυνατοτήτων τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Ι. ΨΑΡΡΕΑΣ
VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1715)1208)30.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1377)25.1.63 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ ἀφορώσης εἰς αἰτήματα περιλαμβανόμενα εἰς ψήφισμα τῆς Μηχανουργικῆς Ἑνώσεως Πειραιῶς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ ἀκόλουθα: Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1 αἰτήματος, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Ἐπικουρικοῦ Ταμείου Ἐξόδων Γερόντων καὶ Ἀνικάνων ἐργατῶν Μετάλλου εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδεὶς κίνδυνος νὰ ὑφίσταται νὰ καταρρεύσῃ δοθέντος ὅτι σημειοῦται σημαντικὴ ἄνοδος τῶν ἐσόδων του, ἀνερχομένων τῶν ἀποθεματικῶν του. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2 αἰτήματος, ὅτι τὰ θιγόμενα θέματα ἐξετάζονται πάντοτε ἐν ὄψει καὶ τῆς ἀνάγκης μείζονος δραστηριότητος τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας γενικώτερον ἐκ τῆς ὁποίας θὰ προκύπτουν προφανῶς εὐεργετικαὶ συνέπειαι διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ταμείου καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τῶν παρ’ αὐτῇ ἠσφαλισμένων καὶ συνταξιούχων. Διὰ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου σκοπεῖται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ὑποβοήθησις τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεως τοῦ γενικωτέρου προγράμματος τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ διεύρυνσις τῶν προϋποθέσεων ἀπασχολήσεως τῶν ἐνηλίκων. Ὡς πρὸς τὴν ὑπαγωγὴν τῆς ἐργοδοσίας εἰς τὴν ἐπικουρικὴν ἀσφάλισιν ὅτι ἡ καθιερουμένη ρύθμισις ἐκρίθη σκόπιμος διότι θὰ ἐξυπηρετήσῃ τόσον τὸ κλῖμα τῶν σχέσεων τῶν ἐργοδοτῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ των, ὅσον καὶ τὰ συμφέροντα τῶν οἰκείων ὀργανισμῶν καὶ κατ’ ἐπέκτασιν τοῦ συνόλου τῶν ἠσφαλισμένων λόγῳ τοῦ ἀναπτυχθησομένου διὰ τούτους εἰδικοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἐργοδοτῶν. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3 αἰτήματος, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1299)1962 αἰτήσεώς της ἡ Α.Β.Ε. «ΙΖΟΛΑ» πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας ᾐτήσατο τὴν λύσιν ἀμφισβητήσεως ὡς πρὸς τὴν ὑπαγωγὴν ἢ μὴ εἰς τὴν ἀσφάλισιν τοῦ ΕΤΕΓ ΑΕΜ τοῦ παρ’ αὐτῇ ἀπασχολουμένου προσωπικοῦ, διαβιβασθείσης τῆς αἰτήσεώς της εἰς τὸ ἐν λόγῳ Ταμεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 16950)1.136)62 ἡμετέρου ἐγγράφου, τελοῦμεν ἐν ἀναμονῇ τῶν ἀπόψεων τοῦ Δ.Σ. αὐτοῦ, ἵνα εἶτα γίνουν αἱ κατὰ νόμον ἐνέργειαι ἐπὶ τῆς ὑπὸ κρίσιν ἀμφισβητήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1623)29.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1360)24.1.63 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ ἀκόλουθα: Ἀποδίδοντες ὅλως ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν παροχῶν τῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως, ἐντὸς τοῦ συντομωτέρου δυνατοῦ χρονικοῦ διαστήματος ἀπὸ τῆς ἐξόδου τοῦ ἠσφαλισμένου ἐκ τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητος ἐστρέψαμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν προσοχὴν ἡμῶν πρὸς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου, ὅστις εἶναι στενώτατα συνηρτημένος πρὸς τοὺς βασικοὺς σκοποὺς τῆς Κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Ἔχουσι θεσπισθῆ ρηταὶ διατάξεις τάσσουσαι ὡρισμένην προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλουν τὰ Δ.Σ. διαφόρων Ὀργανισμῶν νὰ ἐκδίδουν τὰς ἀποφάσεις των ἐπὶ αἰτήσεων συνταξιοδοτήσεως. Εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ Ἐπικουρικὸν Ταμεῖον Δομικῶν καὶ Ξυλουργικῶν Ἐργασιῶν, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ σημειωθεῖσα κατὰ τὸ παρελθὸν καθυστέρησις περὶ τὴν ἔκδοσιν ἀποφάσεων ἐπὶ τῶν αἰτήσεων περὶ συνταξιοδοτήσεως ἔχει ἤδη περιορισθῆ εἰς σημαντικὸν βαθμόν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκκρεμῶν αἰτήσεων εἶναι ἀσυγκρίτως μικρότερος ἢ ἄλλοτε. Οὕτω τὸ ὡς εἴρηται Ταμεῖον ἀπὸ τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου 1960 ὅτε ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἰσχύων Κανονισμὸς Παροχῶν (Β.Δ. 727)1960), ἐξέδωκε 1400 νέας συντάξεις, 1679 παρατάσεις συντάξεων, 694 ἀναθεωρήσεις συντάξεων καὶ 115 ἀπορριπτικὰς ἀποφάσεις, ἤτοι σύνολον 3.888 ἔναντι ὑποβληθεισῶν μέχρι σήμερον 5.097 αἰτήσεων συνταξιοδοτήσεως. Ἡ καθυστέρησις ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι 1900 περίπου αἰτήσεις πρὸς συνταξιοδότησιν ὑποβληθεῖσαι κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ Σεπτεμβρίου 1958 ἕως Νοεμβρίου 1960 ὅτε ἐξεδόθη ὁ νέος Κανονισμὸς παροχῶν παρέμειναν ἐκκρεμεῖς λόγῳ ἀκυρώσεως τοῦ παλαιοῦ Κανονισμοῦ Παροχῶν τοῦ Ταμείου διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 555)1958 ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Δέον νὰ σημειωθῇ ὅτι ἕτερον λόγον καθυστερήσεως εἰς τὴν ἀπονομὴν συντάξεων ἀποτελεῖ καὶ ἡ μὴ ὑποβολὴ εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἁπάντων τῶν δικαιολογητικῶν ὑπὸ τῶν ἠσφαλισμένων ὡς καὶ εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἠσφαλισμένοι δὲν ἐπιδεικνύουν πάντοτε τὸ πρέπον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐπικολλήσεως ἐνσήμων τοῦ Ταμείου εἰς τὰ ἀσφαλιστικά των βιβλιάρια, τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας τοῦ Ταμείου οὔσης ὑποχρέου ὅπως διαπιστοῖ τὰ ἡμερομίσθιά των ἐν τοῖς ἀρχείοις τῶν διαφόρων Ὑποκ)των τοῦ Ι.
Κ.Α.
Παρὰ τὰς ἀθρόας ὑποβαλλομένας αἰτήσεις πρὸς συνταξιοδότησιν εἰς τὸ ἐν λόγῳ Ταμεῖον ἐλπίζεται βασίμως ὅτι χάρις καὶ εἰς τὰ ληφθέντα διοικητικῆς φύσεως μέτρα θὰ ἔχῃ ἐκλείψει ἐντὸς 6–8 μηνῶν πᾶσα συνταξιοδοτικὴ ἐκκρεμότης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ Γ. Λούλη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1626)1181)29.1.63 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1363)24.1.1963 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ Γ. Λούλη ἐὰν προτιθέμεθα νὰ καταθέσωμεν καὶ πότε εἰς τὴν Βουλὴν 1) νομοσχέδιον σκοποῦν τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν καὶ ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου Κλωστοϋφαντουργῶν καὶ 2) νομοσχέδιον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν τοῦ Ταμείου Προσωπικοῦ Βιομηχανίας Καπνοῦ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ ἐξυγίανσις τῶν ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν ἀποτελεῖ μίαν τῶν βασικῶν καὶ σταθερῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας δοθέντος ὅτι μετ’ αὐτῆς συνδέεται στενῶς ἡ ἐξύψωσις τοῦ ἐπιπέδου τῆς ἀσφαλιστικῆς προστασίας τῶν ἐργαζομένων. Εἰδικώτερον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ταμεῖον Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Μισθωτῶν Κλωστοϋφαντουργίας, ἐρρυθμίσθη τὸ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐκκρεμοῦν θέμα, τῆς παρ’ αὐτῷ ἀσφαλίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Ἀνεξαρτήτων Βαφείων Φινιριστιρίων καὶ Τυποβαφείων, ἡ πλήρης δὲ νομικὴ κατοχύρωσις τῆς γενομένης ρυθμίσεως προβλέπεται δι’ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ κατατεθέντος καὶ συζητουμένου εἰς τὴν Βουλὴν σχεδίου Νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ Ν. 3239)1955 κ.λ.π.». Κατόπιν τῆς τοιαύτης ρυθμίσεως μέγας ἀριθμὸς προσώπων ὑπολογιζόμενος εἰς 2500 θὰ προστεθῇ εἰς τὴν δύναμιν τῶν ἠσφαλισμένων τοῦ Ταμείου, μὲ ὅλας τὰς ἐντεῦθεν εὐνοϊκὰς συνθήκας διὰ τὸ Ταμεῖον καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἐξ ἄλλου, δι’ ἑτέρων διατάξεων τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται μέριμνα σοβαρᾶς μειώσεως τῶν ἐπιβαρύνσεων τοῦ ΤΕΑΜΚ διὰ δικαστικὰς δαπάνας. Πάντως γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι τὸ θέμα τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ ὡς εἴρηται Ταμείου ἀπασχολεῖ τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον διὰ τὴν ὁριστικὴν ρύθμισιν αὐτοῦ. Ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως Μισθωτῶν Βιομηχανίας Καπνοῦ, γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι εἰς τὸ συζητούμενον εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον Νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τινῶν α) τοῦ Νόμου 3239)1955 κ.λ.π.» προεβλέφθη ἐν ἄρθρῳ 34 αὐτοῦ ἡ ἐνίσχυσις τῶν ἐσόδων τοῦ ὡς εἴρηται Ταμείου. Διὰ τῶν ἀνωτέρω μέτρων καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν ἑτέρων ὑπὸ μελέτην τοιούτων ἐλπίζεται ὅτι λίαν συντόμως θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀσφαλιστικὴ ἐξυγίανσις τῶν ὡς ἄνω ὀργανισμῶν καὶ θὰ δημιουργηθοῦν αἱ προϋποθέσεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ παράσχουν τὴν δυνατότητα τῆς οἰκονομικῆς ἐξυγιάνσεως τῶν Ὀργανισμῶν τούτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
IX) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Φωτήλα. Ἐν συνεχεία τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 225559)3029)1962 ἐγγράφου μας ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 743)62 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Φωτήλα κοινοποιοῦμεν ἐν ἀντιγράφῳ τάς ὑπ’ ἀριθ. 248200)3094) 10.1.63 καὶ 269610)3215)10.1.63 ἡμετέρας ἀποφάσεις:
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΑΣ
Ἀριθ. Πρωτ. 248200)3094.
ΑΠΟΦΑΣΙΣ
Ὁ Θ. Χ. Καραβίας, κάτοικος Μυρίνης–Λήμνου, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Προέδρου τοῦ συνεργαζομένου Κυνηγετικοῦ Σωματείου Λήμνου, διὰ τῆς ἀπὸ 2.1.1962 προσφυγῆς του, ληφθείσης τὴν 10.11.1962, αἰτεῖται τὴν ἀκύρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 41156)5.10.62 ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου Λέσβου, δι’ ἧς ἀπηλλάγη οὗτος τῶν καθηκόντων τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου καὶ μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ ὡς ἄνω Σωματείου. Ἐπειδὴ ὁ προσφεύγων, καθ’ ἃ προκύπτει ἐκ τῆς ὡς ἄνω ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ σχετικοῦ φακέλλου, Πρόεδρος ὢν τοῦ συνεργαζομένου Κυνηγετικοῦ Σωματείου Λήμνου, ὄχι μόνον δὲν συνέβαλλε, παρὰ τὰς πρὸς τοῦτον συστάσεις καὶ παρατηρήσεις τῆς Νομαρχίας Λέσβου καὶ τοῦ Ἐπάρχου Λήμνου, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλῶν σχέσεων καὶ συνεργασίας, διαταραχθεῖσαν ὑπαιτιότητι τῶν μελῶν τοῦ Δ.Σ., μετὰ τῶν ἐποπτευουσῶν Δημοσίων Ἀρχῶν, τοὐναντίον δι’ ἐνεργειῶν καὶ πράξεων συνέτεινεν εἰς τὴν δημιουργίαν προστριβῶν καὶ διενέξεων μεταξὺ αὐτῶν, ἀντιτιθεμένων πρὸς τοὺς σκοποὺς οὕς ἐπιδιώκουν τὰ συνεργαζόμενα κυνηγετικὰ σωματεῖα, συμφώνως πρὸς τὰς οἰκείας διατάξεις τοῦ Α.Ν. 1926)1939 «περὶ θήρας» καὶ τὰς ἰσχυούσας τοῦ Νόμου 281)1914 «περὶ Σωματείων». Ἐπειδὴ νομίμως ἐξεδόθη ἡ προσβαλλομένη ὑπ’ ἀριθ. 41156)5.10.1962 ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου Λέσβου, ὡς συνάγεται καὶ ἐκ τῆς ὑπὸ στοιχεῖα Δ.Υ. τῆς 26.11.1962 ἀναφορᾶς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Διοικήσεως Κ.Β. Κουκουρίδου, διαβιβασθείσης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Ε. Π. 3917) 19.12.1962 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ἐντολῇ τοῦ ὁποίου ἐνήργησεν οὗτος διοικητικὴν ἐξέτασιν ἐπὶ τοῦ ὡς ἄνω θέματος. Διὰ ταῦτα Ἰδόντες τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 8 τοῦ Νόμου 3200) 1955 «περὶ Διοικητικῆς Ἀποκεντρώσεως» καὶ 13 τοῦ Α. Ν. 1926)1939 «περὶ θήρας» ἀπορρίπτομεν τὴν προσφυγὴν τοῦ Θ. Χ. Καραβία κατὰ τῆς προρρηθείσης ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου Λέσβου, ὡς νόμῳ ἀβάσιμον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΑΣ
Ἀριθ. Πρωτ. 269610)3215.
ΑΠΟΦΑΣΙΣ
Ὁ Δημ. Ἠλ. Ντόντος, κάτοικος Μυρίνης–Λήμνου, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ συνεργαζομένου Κυνηγετικοῦ Σωματείου Λήμνου διὰ τῆς ἀπὸ 30.10.1962 προσφυγῆς του, ληφθείσης τὴν 30.10.62, αἰτεῖται τὴν ἀκύρωσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8298)27.9.1962 ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου Λέσβου δι’ ἧς ἀπηλλάγη οὗτος τῆς ἰδιότητος τοῦ μέλους τοῦ Δ.Σ. τοῦ ὡς ἄνω Σωματείου. Ἐπειδὴ ὁ προσφεύγων ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ὡς ἄνω ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ σχετικοῦ φακέλλου, παρανόμως συμμετέσχεν ὡς μέλος τοῦ Δ.Σ. τοῦ συνεργαζομένου Κυνηγετικοῦ Σωματείου Λήμνου, ὡς καταδικασθεὶς δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1)1959 ἀποφάσεως, τοῦ Πταισματοδικείου Μούδρου ἐπὶ παραβάσει τῶν διατάξεων τοῦ «περὶ θήρας» νόμου. Ἐπειδὴ ὅθεν νομίμως ἐλήφθη ἡ προσβαλλομένη ἀπόφασις ὑπ’ ἀριθ. 8298)1962 ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου Λέσβου.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Ἰδόντες τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 8 τοῦ Ν. 3200)1955 «περὶ Διοικητικῆς Ἀποκεντρώσεως» καὶ 13 παρ. 7 τοῦ Α. Ν. 1926)1939 «περὶ θήρας» ἀπορρίπτομεν τὴν προσφυγὴν Δ. Η. Ντόντου κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8298)1962 ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου Λέσβου, ὡς νόμῳ ἀβάσιμον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11493)15.10.1962 ἐγγράφου σας, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 9.10.1962 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 46896)7. 3.53 ἡμετέρας ἀποφάσεως, δημοσιευθείσης εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 71 τεῦχος Βʹ τῆς 18.3.1953 Φ.Ε.Κ., ἐκδοθείσης δὲ κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ Ν.Δ. 2185)1952, ἐκηρύχθη ἀπαλλοτριωτέα πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἔκτασις στρεμμάτων 336, φερομένη ὡς ἀνήκουσα εἰς τὸν Δῆμον Βόλου. Διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 51)1954 ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων Βόλου ἡ ἀπαλλοτριωθεῖσα ὡς ἄνω ἔκτασις παρεχωρήθη εἰς 44 ἀκτήμονας τῆς Κοινότητος Ν. Παγασῶν, ἐξηρέθη δὲ ὑπὲρ τοῦ Δήμου Βόλου ἔκτασις 45 περίπου στρεμμάτων πρὸς τὴν παραλιακὴν ζώνην, ὡς κριθεῖσα ἀκατάλληλος δι’ οἱανδήποτε καλλιέργειαν. Ἡ παραχωρηθεῖσα εἰς ἀκτήμονας ἔκτασις διενεμήθη ὁριστικῶς εἰς τοὺς δικαιωθέντας καὶ κυρωθείσης τῆς ὁριστικῆς διανομῆς δὲν εἶναι δυνατὴ οἱαδήποτε σκέψις περὶ ἀνακλήσεως τῆς ἀπαλλοτριώσεως ταύτης, καθ’ ὅσον οἱ κληροῦχοι διὰ τῆς κυρώσεως τῆς ὁριστικῆς διανομῆς κατέστησαν κύριοι τοῦ κλήρου των (ἄρθρον 180 παρ. 1 τοῦ Ἀγροτικοῦ Κώδικος). Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἐξαιρεθεῖσαν ἔκτασιν τῶν 45 στρεμμάτων τὴν διαχείρισιν αὐτῆς δέον νὰ ἀσκῇ ὁ Δῆμος Βόλου, ὡς ἰδιοκτήτης. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων Βόλου, παρεχώρησεν ἐκτάσεις ἀντὶ 5.000 δραχμῶν κατὰ στρέμμα σημειοῦμεν ὅτι, καθ’ ἃ ἀνέφερεν ἡμῖν ἡ Δ)νσις Γεωργίας Βόλου, πράγματι εἰς τρεῖς περιπτώσεις ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων χρωμένη τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α.Ν. 1832)1951, παρεχώρησεν εἰς ἀπὸ μακροῦ καταλαβόντας κοινοχρήστους ἐκτάσεις τοῦ ΣΑΑΚ Ἁλυκῶν–Ξηροκάμπου, μὲ τὴν αἰτιολογίαν καὶ τὸ διαπιστωθὲν πραγματικὸν περιστατικὸν ὅτι οἱ καταλαβόντες ἐπέφερον σημαντικὰς βελτιώσεις εἰς τὴν αὐθαιρέτως καταληφθεῖσαν ἔκτασιν, ἤτοι, ὁ μὲν εἷς ἀνήγειρεν οἰκίαν μετὰ καταστήματος ἐπὶ ἐκτάσεως 2.120 τ.μ. ὁ ἕτερος ἐφύτευσεν ἄμπελον ἐπὶ ἐκτάσεως 1.210 τ.μ. καὶ ὁ τρίτος ἤγειρεν κατάστημα ἐπὶ ἐκτάσεως 520 τ.μ. Ὡς πρὸς τὸ ἀναφερόμενον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων Βόλου παρεχώρησεν ἐκτάσεις τοῦ ἀνωτέρω Δήμου ἀντὶ 5.000 δραχμῶν κατὰ στρέμμα σημειοῦμεν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων Βόλου πράγματι ἐπελήφθη τεσσάρων περιπτώσεων χρωμένη τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α.Ν. 1832)1951 καὶ 32 τοῦ Ν.Δ. 3958) 1959. Αἱ τρεῖς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α.Ν. 1832) 1951, περὶ ὧν ἀνωτέρω ἀναφέρονται εἰς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 147,149 καὶ 92α κοινόχρηστα τεμάχια τοῦ ΣΑΑΚ Ἁλυκῶν– Ξηροκάμπου καὶ ἡ τέταρτη περίπτωσις ἀναφέρεται εἰς ἔκτασιν 570 τ.μ. ἥτις καὶ πράγματι ἀνήκει εἰς τὸν Δῆμον Βόλου. Διὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων ἁπλῶς μόνον ἐγνωμοδότησε κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Ν. Δ. 3958)1950, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας τρεῖς περιπτώσεις παρεχώρησε τὰς ἐκτάσεις κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α.Ν. 1832)1951, διαπιστώσασα καὶ πεισθεῖσα περὶ τῆς συνδρομῆς τῶν προϋποθέσεων τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α.Ν. 1832)1951. Εἰς περίπτωσιν πάντως, καθ’ ἣν διαπιστωθῇ παρὰ τοῦ οἰκείου Νομάρχου ὅτι τὰ παραχωρηθέντα ὡς ἄνω ὑπ’ ἀριθ. 147, 149 καὶ 92α τεμάχια περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἐξαιρεθεῖσαν ὡς ἄνω ἔκτασιν 45 στρεμμάτων ὑπὲρ τοῦ Δήμου Νέων Παγασῶν, αἱ περὶ παραχωρήσεως ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων τυγχάνουν ἀναπεμπτέαι πρὸς ἀνάκλησιν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Ἀγροτικοῦ Κώδικος, παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κατὰ νόμον Νομάρχου Μαγνησίας, καθ’ ὅσον καὶ ἐπὶ τῶν τεμαχίων τούτων ἔχουσιν ἐφαρμογὴν αἱ διατάξεις τοῦ εἰρημένου ἄρθρου 32 τοῦ Ν.
Δ. 3958)1959.
Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ταλιαδούρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. ἐρωτ. 14374)8.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι εἰς τὴν Δασικὴν Ἐπιθεώρησιν Κοζάνης ἔχει τοποθετηθῆ ὁ ἐπὶ 2ῳ βαθμῷ Δασολόγος Ἰωάννης Γκουράσας, ὅστις καὶ θὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του εὐθὺς ὡς χορηγηθῇ ἡ σχετικὴ πίστωσις προπληρωμῆς τῶν ὁδοιπορικῶν του ἐξόδων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λ. Μπουρνιᾶ. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11501)15.1.62 ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τοῦ προγράμματος Ὀρεινῆς, Ἡμιορεινῆς καὶ Νησιωτικῆς οἰκονομίας διετέθησαν ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς τὸν Νομὸν Χίου δραχμαὶ 494.000. Διὰ τοῦ ὡς ἄνω ποσοῦ ἐπεδοτήθησαν χαριστικῶς διάφοροι δραστηριότητες αἵτινες ἐφηρμόσθησαν εἰς τὰς Κοινότητας Καμπιά, Βικίον, Κουρούνια, Μπαρμπαριά, Αὐγωνύμων, Ἁρμάδων, Ποταμιᾶς καὶ Ἀναβάτου. Μεταξὺ τῶν δραστηριοτήτων αἵτινες ἐπεδοτήθησαν περιελαμβάνετο καὶ ἡ τοιαύτη τῆς ἐλαιοκαλλιεργείας. Κατὰ τὸ ἀρξάμενον ἔτος τὸ πρόγραμμα Ὀρεινῆς Οἰκονομίας θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ πάλιν εἰς τὸν Νομὸν Χίου. Τὸ ὕψος τῆς πιστώσεως, ἥτις θὰ διατεθῇ θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τοῦ ὕψους χρηματοδοτήσεως τοῦ ὅλου προγράμματος Ὀρεινῆς οἰκονομίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη. Ἐπὶ τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13169)20.11.62 ἐγγράφου ὑμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1. Ὁ ΓΟΕΒ Θεσσαλίας ἔχει ὡς κύριον σκοπὸν τῆς συντηρήσεως τῶν ἀποχετευτικῶν καὶ στραγγιστικῶν ἔργων τῆς περιοχῆς δικαιοδοσίας του τὸ ὁποῖον καὶ ἐπιτελεῖ ἐπιτυχῶς. Ἡ καταβληθεῖσα κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη λειτουργία τοῦ ΓΟΕΒ στρεμματικὴ εἰσφορὰ ἐκ δραχμ. 5 κατὰ στρέμμα ἐκάλυπτε καὶ τὸ δικαίωμα ἐγγραφῆς εἰς τὸν ΓΟΕΒ. Ἤδη ἀπὸ τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐμειώθη εἰς 2 δραχμ. κατὰ στρέμμα. 2. Διὰ τὴν χορήγησιν ηὐξημένων καλλιεργητικῶν δανείων καὶ τὴν ἄτοκον ἀναστολὴν τῶν πρὸς τὴν ΑΤΕ καὶ τὸ Δημόσιον δανείων, ἐγνωρίσαμεν ὑμῖν ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 782)6.11.62 ἐρωτήσεως τῶν ἰδίων βουλευτῶν. 3. Τὰ λοιπὰ ἐν τῇ ὡς ἄνω ἐρωτήσει θέματα τυγχάνουν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον κατὰ πληροφορίας μας, ἐγνώρισεν ἡμῖν σχετικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
Χ. Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Ἐν σχέσει πρὸς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 1924 καὶ 1925 τῆς 31.1.63 ὑμέτερα ἔγγραφα δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 1432 καὶ 1433)29.1.63 ἐρωτήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀργολίδος κ. Δ. Παπαδημητρίου ἐπὶ δικηγορικῶν θεμάτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν ὅτι ἑνοποίησις τῶν Ταμείων Προνοίας Δικηγόρων τοῦ Κράτους δὲν προβλέπεται ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἀσχέτως τῆς ἔναντι τῆς ἰδέας ταύτης ἀντιθέσεως ὡρισμένων Δικηγορικῶν Συλλόγων. Καθιερώθη, ὅμως προσφάτως διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 30 τοῦ Κώδικος περὶ Ταμείων Νομικῶν (Ν.Δ. 4114) 1950) ἐπικουρικὴ ἀσφάλισις, εἰς ἣν μετέχουν πάντες οἱ δικηγόροι τοῦ Κράτους. Ἡ ὑγειονομική, ἐξ ἄλλου, περίθαλψις τῶν δικηγόρων περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους δύνανται νὰ ὑπηρετοῦν, κατὰ νόμον, τὰ συνιστώμενα Ταμεῖα Προνοίας Δικηγόρων. Ἐπὶ πλέον, διὰ τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ αὐτοῦ νόμου 4114 προβλέπεται ἐν τῷ μέλλοντι νοσοκομειακὴ περίθαλψις τῶν ἀμίσθων κατ’ ἀρχὴν συνταξιούχων τοῦ Ταμείου Νομικῶν, καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας τοῦ κλάδου τούτου τῆς ἀσφαλίσεως προώρισται, προφανῶς, νὰ ἀνακουφίσῃ καὶ τοὺς συνταξιούχους δικηγόρους μετὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, ἐν καιρῷ δὲ θέλομεν γνωρίσει τὰς ἀποφάσεις τῆς Διοικήσεως τοῦ Ταμείου Νομικῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1926)31.1.1962 ἐγγράφου ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Ἀργολίδος κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι κατὰ τὸν νόμον (Κ. Ν. 3641 ἄρθρα 23 καὶ 53) ἡ προαγωγὴ εἰς θέσεις Ἀρεοπαγιτῶν γίνεται κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν ἐκ τῶν Προέδρων Ἐφετῶν τῶν μὴ συμπληρωσάντων τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας αὑτῶν κατεχόντων ἐξέχουσαν ὅλως θέσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, κρίσιμοι δὲ εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας, ὡς καὶ ἐκ τῶν Ἐφετῶν, οἵτινες συνεπλήρωσαν ὑπερπενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμόν. Ἡ κατ’ οὐσίαν κρίσις τῶν ἐχόντων τὰ τυπικὰ προσόντα, κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ Συντάγματος, ἀνήκει εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικ. Συμβούλιον, συγκροτούμενον διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐκ τοῦ Προέδρου, τοῦ Εἰσαγγελέως, τῶν τριῶν Ἀντιπροέδρων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν τεσσάρων ἀρχαιοτέρων Ἀρεοπαγιτῶν ἐκ τῶν κληρωθέντων ὡς τακτικῶν μελῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Ντάγγα. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1718 ἐ ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 1380 ἐρωτήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ Δικαστήριον Ἀνηλίκων Πειραιῶς συνεδριάζει εἰς ἰσόγειον αἴθουσαν τοῦ ἐπὶ τῶν ὁδῶν Κολοκοτρώνη καὶ Φιλελλήνων κτιρίου ἔνθα στεγάζεται τό, ἱδρυθὲν ὑπὸ τῆς ἑταιρείας προστασίας ἀνηλίκων Πειραιῶς, Κέντρον «Καλὸς Ποιμήν». Οὕτω οἱ ἀνήλικοι εἰς οὐδεμίαν ἔρχονται ἐπαφὴν μετ’ ἄλλων κατηγορουμένων δικαζομένων ὑπὸ διαφόρων δικαστηρίων στεγαζομένων ἐν τῷ κτιρίῳ τοῦ Πρωτοδικείου Πειραιῶς. Ἡ περὶ ἧς πρόκειται αἴθουσα εἶναι λίαν ἐπαρκὴς εἰς χῶρον, διὰ τὸν σκοπὸν δι’ ὃν χρησιμοποιεῖται, διότι ἔχει διαστάσεις 6Χ6,50 μ. ἤτοι συνολικῶς 39 τ.μ. ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν εἰσαγομένων εἰς δίκην ἀφίσταται σημαντικὰ τοῦ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερομένου. Αὕτη συνδέεται δι’ ἐσωτερικῆς θύρας μεθ’ ἑτέρας αἰθούσης, εἰς ἣν καθ’ ἑκάστην δικάσιμον, συγκεντροῦνται οἱ μέλλοντες νὰ δικασθῶσιν ἀνήλικοι, ἔχει δὲ καὶ ἑτέραν θύραν ἐξόδου. Ἐπίσης διαθέτει ἰδιαιτέραν αἴθουσαν διὰ γραφεῖον τοῦ Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἑτέρας 5 αἰθούσας διὰ τὴν παραμονὴν δικηγόρων, γονέων ἢ συνοδῶν τῶν ἀνηλίκων, μαρτύρων κλπ. Ἡ ἐπίπλωσις τοῦ δικαστηρίου εἶναι εὐπρεπεστάτη καὶ ἐπιβλητική, ὑπάρχει δὲ καὶ πλήρης νομικὴ βιβλιοθήκη. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κοκκέβη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1905 ἐ.ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 1413 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀνδρ. Κοκκέβη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι αἱ σχετικαὶ ἀνακρίσεις συνεχίζονται. Ἡ καθυστέρησις τῆς περαιώσεως ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι συγκεντροῦνται στοιχεῖα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μέσῳ τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν κατὰ τόπους Πρεσβειῶν, αἵτινες διὰ τὴν τοιαύτην συγκέντρωσιν ἀναγκάζονται νὰ ἀπευθύνωνται εἰς τὰς κατὰ τόπους ἁρμοδίας ἀρχάς. Πάντως ἀπηυθύναμεν πρὸς τοὺς κ.κ. Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν Ἀθηνῶν καὶ Πατρῶν σχετικὰ ἔγγραφα δι’ ὧν συνιστᾶται ἡ καταβολὴ πάσης προσπαθείας διὰ τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῶν ἐν λόγῳ ὑποθέσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πόρισμα τῆς παρὰ τῷ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείῳ συσταθείσης Ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ θέματος τῶν υἱοθεσιῶν, συναποστέλλομεν σχετικὸν ἀπόσπασμα περιλαμβάνον τὰς τελικὰς υἱοθετηθείσας ἀπόψεις ὑπὸ τῆς ἐν τῇ ἐρωτήσει Ἐπιτροπῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Ἀγγελούση, Γ. Μπακατσέλου, Ν. Ζορμπᾶ, Ε. Ἀρβανιτάκι, Θ. Λυμπερίδη, Ε. Μπακλατζῆ, Π. Κατσώτα, Κ. Δημοπούλου, Δ. Θεοχαρίδη καὶ Γ. Καραγκιώζη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κ. κ. Α. Ἀγγελούση, Γ. Μπακατσέλου, Ν. Ζορμπᾶ, Ε. Ἀρβανιτάκι, Θ. Λυμπερίδη, Ε. Μπακλατζῆ, Π. Κατσώτα, Κ. Δημοπούλου, Δ. Θεοχαρίδη καὶ Γ. Καραγκιώζη, ἐν σχέσει πρὸς τὴν στάσιν τοῦ Ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν κ. Χ. Λάζαρη, ἐκδικαζομένης ὑποθέσεως ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει ἐνώπιον τοῦ Μικτοῦ Ὁρκωτοῦ Δικαστηρίου Ἀθηνῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐρεύνης, διαπιστουμένης καὶ ἐκ τῆς ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. ἀναφορᾶς τοῦ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, ἡ ἀγόρευσις τοῦ Ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν Χ. Λάζαρη, δὲν ἀποδίδεται ἐξ ὁλοκλήρου κατὰ τὸ περιεχόμενον καὶ τὸ ἀληθὲς αὐτῆς πνεῦμα διὰ τῶν δημοσιευθέντων ἀποσπασμάτων, εὑρίσκετο δὲ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀναγνωριζομένης εἰς τὸ εἰσαγγελικὸν βῆμα ἐλευθερίας τοῦ λόγου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς σοβαρᾶς ἀποστολῆς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἀπέστη δέ, ὅπερ καὶ κυρίως ἐνδιαφέρει ἐν προκειμένῳ, τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ καθήκοντος τῆς εὐπρεποῦς ἀναπτύξεως τῆς κατηγορίας, ὡς διαμορφοῦται ἡ περὶ ταύτης πεποίθησις εἰς τὴν ἀνεξάρτητον συνείδησιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπίμεπτος, διὰ νὰ παράσχῃ ἀφορμὴν διοικητικοῦ ἐλέγχου. Ἡ ἀντίληψις αὕτη προσεπιβεβαιοῦται καὶ ἐκ τῆς ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς τοῦ προεδρεύοντος τοῦ Μικτοῦ Ὁρκωτοῦ Δικαστηρίου κ. Ἐφέτου, προκύπτει δὲ καὶ ἐκ τοῦ ἀναμφισβητήτου γεγονότος, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἔδωσεν ἀφορμὴν παρεμβάσεως τοῦ ὑπευθύνου διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς διαδικασίας καὶ τὴν τήρησιν τῆς ἀξίας ὁρισμῶν τοῦ Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας. Ὁ ἀσκῶν τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν καὶ ἐκπροσωπῶν τὸ ὑπὲρ τὰ ἀντιφερόμενα συμφέροντα τασσόμενον κατὰ νόμον ὑπέρτερον δημόσιον συμφέρον, ἔχει βεβαίως ἐλευθερίαν λόγου πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἀντιλήψεων αὑτοῦ, ὡς αὗται διαμορφοῦνται, ἰδίᾳ μάλιστα μετὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ διαδικασίαν καὶ τὴν δημοσίαν συζήτησιν τῶν στοιχείων τῆς ὑποθέσεως, προφανῶς, ὅμως, δὲν δικαιοῦται, ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ λειτουργήματός του εἰς τὴν παραβίασιν τῶν κανόνων τῆς εὐπρεπείας καὶ τοῦ νόμου, διότι ἄλλως, οἱ ἐπιφορτισμένοι μὲ τὸν κολασμὸν τῶν ἐν τούτῳ παραβάσεων, δὲν θὰ παρέλιπον τὴν ἄσκησιν τῆς δικαιοδοσίας των, ἂν ἤθελε διαπιστωθῇ ἐκτροπὴ τῶν διαγραφομένων ὁρίων, ἐπιβάλλουσα τὴν ἀναζήτησιν εὐθυνῶν. Ἐν προκειμένῳ, ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐρεύνης διεπιστώθη, ὅτι ὁ περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν ἀναφερόμενος εἰς τὰ θιγόμενα διὰ τῆς ἐρωτήσεως τῶν ἀξιοτίμων κυρίων βουλευτῶν σημεῖα, ὑπεστήριξεν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ τύπου, εἰδικῶς, τὴν σημασίαν τοῦ τύπου εἰς τὴν γένεσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοτικοῦ πολιτεύματος, ὡς διαφωτιστικοῦ καὶ ἐμπνευστοῦ τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἐξῆρε τὴν βασικὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, ἐτόνισε δὲ τὰς σημαντικὰς τοῦ τύπου ὑπηρεσίας κατὰ τὴν μακρὰν πολιτικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος, χαρακτηρίσας ὡς ἐξαίρεσιν ἐκτροπὰς τῆς ἀρχῆς ταύτης, διὰ νὰ εἴπῃ, προκειμένου περὶ τοῦ θέματος τούτου τὰ ἀκόλουθα, ἀποδίδοντα πλήρως τὸ πνεῦμα καὶ τὴν σκέψιν, ἂν μὴ καὶ τοὺς λόγους τοῦ ἀγορεύσαντος Εἰσαγγελέως. Εἰς τὰ δημοκρατικὰ κράτη ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνάγκη, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως, ἐδημιούργησαν τὸν τύπον ὡς πηγαίαν ἐκδήλωσιν τῆς δημοσίας γνώμης, τῆς δημοσίας πολιτικῆς καὶ τῆς ἀτομικῆς σκέψεως καὶ τὸν κατωχύρωσε μὲ τοιαύτην ἐλευθερίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν, ὥστε νὰ ἀποκληθῇ εὐλόγως τετάρτη ἐξουσία. Οὕτως ὁ τύπος, πληρῶν τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην τῆς γεννήσεώς του καὶ τὴν κοινὴν προσδοκίαν, κατέστη ὁ διαφωτιστὴς τῆς κοινῆς φιλομαθείας, ὁ χειραγωγὸς πρὸς τὰς ὀρθὰς κατευθύνσεις, ὁ ὑπομνηστὴς τῶν σφαλμάτων καὶ ἐπανορθωτὴς τῶν παλαιῶν, ὁ προστάτης τῶν ἀδικουμένων κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ τῶν ἀδικιῶν τοῦ οἱουδήποτε σατραπίσκου, ὁ ἐλεγκτὴς καὶ ταλανιστὴς παντὸς ἰσχυροῦ. Περαιτέρω, ὁ ἀγορεύσας Εἰσαγγελεύς, παρετήρησεν, ὅτι ὁ τύπος, διὰ νὰ ὑπάρχῃ, ὑποβάλλεται εἰς τεραστίας δαπάνας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ καλύπτῃ δι’ εἰσπράξεων, ἢ ἐξελίσσεται παραλλήλως εἰς οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν, ἀποβλέπουσαν εἰς κέρδος δι’ αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας, ἢ προσκολλᾶται εἰς πολιτικὰς κατευθύνσεις, καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπόν, παραμελεῖ οὐχὶ σπανίως τὸν ἔλεγχον τῶν μέσων. Ἀναφερόμενος εἰδικῶς εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς ἐκτροπῆς τοῦ τύπου ἀπὸ τῆς μεγάλης ἀποστολῆς του, φέρεται εἰπών, ὅτι «ὑπῆρξαν περιπτώσεις καθ’ ἃς ὁ τύπος κατέστη ὄργανον ἀναλγήτου κατασυκοφαντήσεως καὶ ἀνεπανορθώτου κατασπιλώσεως ὑπολήψεων, ἐπιπολαίων ἢ καὶ ἠθελημένων κἄποτε προβολῶν τῆς τιμῆς, μὲ ἀποτέλεσμα τὸν ἐκβιασμὸν τῶν συνειδήσεων, ἀνοικτίρμων καὶ ἀδίστακτος τυραννίσκος, ὥστε, αὐτομολῶν ἀπὸ τὸν μεγαλειώδη προορισμόν του, ν’ ἀποβῇ δημοσίᾳ μάστιξ καὶ κοινωνικὸν καρκίνωμα. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ, ὅτι δὲν εἶμαι ἄδικος, οὔτε ὑπερβολικός, ὑπενθυμίζω τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν ἑνὸς τῶν διαπρεπεστέρων καὶ δημοκρατικωτέρων πολιτικῶν τῆς ἀπελθούσης γενεᾶς (τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου), ὅστις κατόπιν καταιονισμοῦ χυδαίων ὕβρεων καὶ λιβέλλων, ἐπιμόνως συνεχιζομένων ἐναντίον του, κατήγγειλε δημοσίᾳ τὸν ἐκτραχηλισμὸν τοῦ τόπου, καὶ ἠναγκάσθη νὰ προκαλέσῃ νομοθετικὸν μέτρον περιστολῆς τῶν ἀσχημιῶν. Δι’ αὐτὰς τὰς περιπτώσεις ὁσάκις ἐμφανίζονται, χρειάζεται καὶ διὰ τὸν τύπον ὁ ὑπηρέτης τοῦ Φιλίππου, διὰ νὰ ὑπενθυμίζῃ τὸ «ἄνθρωπος εἶ» πολλάκις δὲ καὶ ὁ Χρυσόστομος ἐλεγκτής του, διότι εἶναι αὐτονόητον καὶ κατάδηλον, ὅτι πᾶς ἐλέγχων πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ἰδικόν του ἐλεγκτήν, ἄλλως οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐγγύησις δικαίου καὶ εὐσυνειδήτου ἐλέγχου, ὅταν ὁ ἐλέγχων εἶναι ἀνεπιτήρητος καὶ ἀσύδοτος. Ἐξ ἄλλου, ἀναφερόμενος εἰς ὅσα εἶχον σχέσιν μὲ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὁ Εἰσαγγελεύς, μὲ ἀφετηρίαν τὴν περὶ τοῦ δικαζομένου κατηγορουμένου σχηματισθεῖσαν πεποίθησίν του, βάσει ἐκτεθέντων ὑπ’ αὐτοῦ περιστατικῶν καὶ τῶν ἀναπτυχθέντων συλλογισμῶν του, ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ κατηγορούμενος Τσίγκας, γράφων καὶ πέμπων τὴν ἐπιστολήν, δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ τὸν τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς. Ἐπειδή, ὅμως, δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐπωμισθῇ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐκ τοῦ ἰδικοῦ του προσώπου παρεχομένην ἀξιοπιστίαν, κατέφυγεν εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὄχι βέβαια διὰ νὰ τὸν μεταχειρισθῇ ὡς ταχυδρόμον, ἀλλὰ διὰ νὰ καταστήσῃ πιστευτὰ ὅσα ἔγραψεν ὅταν ἐνεφάνιζε τὸν ἀξιότιμον κ. Παπανδρέου, ὡς υἱοθετοῦντα τὴν ἐπιστολήν του. Εἶναι ἐκ τούτου προφανές, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς οὐδόλως ἐχαρακτήρισεν, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, ὡς ταχυδρόμον τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὡς εἰς τὴν ἐρώτησιν ἐσφαλμένως καὶ βάσει προφανῶς ἐσφαλμένων στοιχείων ἀποδίδεται ἡ σχετικὴ φράσις, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν πιθανῶν σκέψεων καὶ προθέσεων τοῦ κατηγορουμένου. Ἐν σχέσει μὲ τὰ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερόμενα ὡς λαβόντα χώραν κατὰ τὴν ἐξέτασιν ὡς μάρτυρος τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Δημοπούλου, ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν ἐνέργειαν ἐξετάσεως, τὸ πόρισμα, τῆς ὁποίας θέλομεν ἐν καιρῷ ἀνακοινώσει πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Σ. Ἠλιοπούλου, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Ι. Εὐαγγελίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1900 ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1963 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Σ. Ἠλιοπούλου, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐρεύνης προέκυψεν ὅτι τὰ δημοσιευθέντα εἰς τὸν τύπον δὲν ἀποδίδουν ἐξ ὁλοκλήρου κατὰ τὸ περιεχόμενον, κυρίως δὲ κατὰ τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως ἐφετῶν κ. Χ. Λάζαρη ἐνώπιον τοῦ Μικτοῦ Ὁρκωτοῦ Δικαστηρίου Ἀθηνῶν καὶ ὅτι αὕτη περιωρίσθη εἰς τὰ ὅρια τῆς ἀναγνωριζομένης εἰς τὸ εἰσαγγελικὸν βῆμα ἐλευθερίας τοῦ λόγου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς σημαντικῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ. Ὁμοίως προέκυψεν ὅτι ὁ ἀγορεύσας εἰσαγγελεὺς δὲν ἀπέστη τῆς εὐπρεποῦς ἐπιτελέσεως τοῦ καθήκοντος κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κατηγορίας, ὡς διαμορφοῦται ἡ περὶ ταύτης πεποίθησις εἰς τὴν ἀνεξάρτητον δικαστικὴν συνείδησιν αὐτοῦ, κατὰ συνέπειαν δὲ δὲν συντρέχει περίπτωσις ἀσκήσεως διοικητικοῦ ἐλέγχου. Ὁ ἀγορεύσας εἰς τὴν περὶ ἧς ἡ ἐρώτησις δίκην εἰσαγγελεὺς ἐτόνισε τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ τύπου εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ ἐξῆρε τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Τύπου κατὰ τὴν μακρὰν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας, ἐκλαμβάνων δὲ ὡς ἐξαίρεσιν τοῦ λαμπροῦ τούτου κανόνος περιπτώσεις ἀδίκου κατασυκοφαντήσεως καὶ σπιλώσεως ὑπολήψεων, ἐξ ἐπιπολαιότητος ἢ καὶ ἠθελημένως, ἐνίοτε ἐπεκαλέσθη τὴν αὐθεντίαν τῶν λόγων ἐκλιπόντος πολιτικοῦ ἡγέτου διὰ νὰ ἐπισημάνῃ τὴν ἀνάγκην τοῦ κολασμοῦ τῶν παρεκτροπῶν καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν διαπίστωσιν ὅτι πᾶς ἐλέγχων εἶναι ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀσύδοτος, δὲν διασφαλίζεται ἡ ἄσκησις δικαίου καὶ εὐσυνειδήτου ἐλέγχου. Δὲν προέκυψεν, ἐπίσης, ὅτι ὁ ἀγορεύσας εἰσαγγελεὺς ὡμίλησε περὶ θυσίας χιλιάδων Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν εἰς τὸ κομματικὸν συμφέρον μιᾶς παρατάξεως κλπ. ἀλλὰ προέβη εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς κατηγορίας καὶ εἰς τὴν κατὰ συνείδησιν ἐκτίμησιν τῶν ἐκ τῆς διαδικασίας προκυπτόντων στοιχείων, ἐκπληρῶν νόμῳ ἐπιβεβλημένην εἰς τὸν εἰσαγγελέα ὑποχρέωσιν. Ἐπισυνάπτεται ἀντίγραφον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13003 ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. ἐγγράφου μας πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἀλλαμανῆ καὶ Λούλη, τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁποίου παρακαλοῦμεν ὅπως θεωρηθῇ καὶ ὡς συμπληρωματικὴ ἀπάντησις ἐπὶ τῆς περὶ ἧς πρόκειται νῦν ἐρωτήσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ Γ. Λούλη. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν ἀπὸ 28 Ἰανουαρίου 1963 ἐρωτήσεως τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ Γ. Λούλη, περὶ τῶν μέτρων ἅτινα σκέπτεται νὰ λάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον κλπ., ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω, ὅτι ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐρεύνης, διαπιστουμένης ἐκ τῆς σημερινῆς ἀναφορᾶς τοῦ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, ἡ ἀγόρευσις τοῦ Ἀντεισαγγελέως Ἐφετῶν κ. Χ. Λάζαρη εἰς τὸ Μικτὸν Ὁρκωτὸν Δικαστήριον Ἀθηνῶν ἐκδικαζομένης ὑποθέσεως ἐπὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει, περὶ ἧς ἡ ὑποβληθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐρώτησις, δὲν ἀποδίδεται ἐξ ὁλοκλήρου κατὰ τὸ περιεχόμενον καὶ τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ πνεῦμα διὰ τῶν δημοσιευθέντων ἀποσπασμάτων, εὑρίσκετο ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀναγνωριζομένης εἰς τὸ εἰσαγγελικὸν βῆμα ἐλευθερίας τοῦ λόγου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς σοβαρᾶς ἀποστολῆς αὐτοῦ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἀπέστη δέ, ὅπερ καὶ κυρίως ἐνδιαφέρει ἐν προκειμένῳ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ καθήκοντος τῆς εὐπρεποῦς ἀναπτύξεως τῆς κατηγορίας, ὡς διαμορφοῦται ἡ περὶ ταύτης πεποίθησις εἰς τὴν ἀνεξάρτητον συνείδησιν τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπίμεμπτος, διὰ νὰ παράσχῃ ἀφορμὴν διοικητικοῦ ἐλέγχου. Ἡ ἀντίληψις αὕτη προσεπιβεβαιοῦται καὶ ἐκ τῆς ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς τοῦ προεδρεύοντος τοῦ Μικτοῦ Ὁρκωτοῦ Δικαστηρίου κυρίου Ἐφέτου, προκύπτει δὲ καὶ ἐκ τοῦ ἀναμφισβητήτου γεγονότος, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἔδωσεν ἀφορμὴν παρεμβάσεως τοῦ ὑπευθύνου διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ τῆς διεξαγωγῆς τῆς διαδικασίας καὶ τὴν τήρησιν τῆς εὐταξίας ὁρισμῶν τοῦ Κώδικος Ποινικῆς Δικονομίας. Ὁ ἀσκῶν τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν καὶ ἐκπροσωπῶν τὸ ὑπὲρ τὰ ἀναφερόμενα συμφέροντα τασσόμενον κατὰ νόμον ὑπέρτερον δημόσιον συμφέρον, ἔχει βεβαίως ἐλευθερίαν λόγου πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἀντιλήψεων αὑτοῦ, ὡς αὗται διαμορφοῦνται, ἰδίᾳ μάλιστα μετὰ τὴν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ διαδικασίαν καὶ τὴν δημοσίαν συζήτησιν τῶν στοιχείων τῆς δικογραφίας, προφανῶς, ὅμως δὲν δικαιοῦται, ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ λειτουργήματός του εἰς τὴν παραβίασιν τῶν κανόνων τῆς εὐπρεπείας καὶ τοῦ νόμου, ὁπότε οἱ ἐπιφορτισμένοι μὲ τὸν κολασμὸν τῶν ἐν τούτῳ παραβάσεων δὲν θὰ παρέλιπον τὴν ἄσκησιν τῆς δικαιοδοσίας των, ἂν ἤθελε διαπιστωθῆ ἐκτροπὴ τῶν διαγραφομένων ὁρίων, ἐπιβάλλουσα τὴν ἀναζήτησιν εὐθυνῶν. Ἐν προκειμένῳ ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐρεύνης διεπιστώθη ὅτι ὁ περὶ οὗ ἡ ἐρώτησις Ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἀναφερόμενος εἰς τὰ θιγόμενα διὰ τῆς ἐρωτήσεως τῶν ἀξιοτίμων κυρίων βουλευτῶν σημεῖα, ὑπεστήριξεν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ τύπου, εἰδικῶς, τὴν σημασίαν τοῦ τύπου εἰς τὴν γένεσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ὡς διαφωτιστικοῦ καὶ ἐμπνευστοῦ τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἐξῆρε τὴν βασικὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, ἐτόνισε δὲ τὰς σημαντικὰς τοῦ τύπου ὑπηρεσίας κατὰ τὴν μακρὰν πολιτικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος, ὑπομνήσας ὀνόματα μεγάλων ἱεροφαντῶν τῆς Ἑλληνικῆς δημοσιογραφίας τοῦ παρόντος αἰῶνος καὶ χαρακτηρίσας ὡς ἐξαίρεσιν ἐκτροπὰς τῆς ἀρχῆς ταύτης, διὰ νὰ εἴπῃ, προκειμένου περὶ τοῦ θέματος τούτου τὰ ἀκόλουθα, ἀποδίδοντα πλήρως τὸ πνεῦμα καὶ τὴν σκέψιν, ἂν μὴ καὶ τοὺς λόγους τοῦ ἀγορεύσαντος Εἰσαγγελέως. «Εἰς τὰ δημοκρατικὰ κράτη, ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀνάγκη, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως, ἐδημιούργησαν τὸν τύπον ὡς πηγαίαν ἐκδήλωσιν τῆς δημοσίας γνώμης, τῆς δημοσίας πολιτικῆς καὶ τῆς ἀτομικῆς σκέψεως καὶ τὸν κατωχύρωσε μὲ τοιαύτην ἐλευθερίαν καὶ ἀνεξαρτησίαν, ὥστε νὰ ἀποκληθῇ εὐλόγως Τετάρτη Ἐξουσία. Οὕτω, ὁ τύπος, πληρῶν τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην τῆς γενέσεώς του καὶ τὴν κοινὴν προσδοκίαν, κατέστη ὁ διαφωτιστὴς τῆς κοινῆς φιλομαθείας, ὁ χειραγωγὸς πρὸς τὰς ὀρθὰς κατευθύνσεις, ὁ ὑπομνηστὴς τῶν σφαλμάτων καὶ ἐπανορθωτὴς τῶν πλανῶν, ὁ προστάτης τῶν ἀδικουμένων κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν καὶ τῶν ἀδικιῶν τοῦ οἱουδήποτε σατραπίσκου, ὁ ἐλεγκτὴς καὶ ταλανιστὴς παντὸς ἰσχυροῦ ὁ τὲ μὲν ὑπενθυμίζων εἰς τοὺς ὑπευθύνως δρῶντας, ὅπως ὁ ὑπηρέτης τοῦ Φιλίππου τοῦ Μακεδόνος τὸ «ἄνθρωπος εἶ», ὁτὲ δὲ ἀναγόμενος εἰς τὸ ὕψος τοῦ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, διὰ νὰ συνετίζῃ καὶ ἐλέγχῃ καὶ καυτηριάζῃ ἀπὸ τοῦ εὐτελεστέρου κρατικοῦ ὀργάνου μέχρι τῶν κυβερνώντων καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος πᾶν σφᾶλμα καὶ πᾶσαν παρεκτροπὴν ὑπενθυμίζων τὸ γνωστὸν φραστικὸν μαστίγωμα τοῦ μεγάλου ἱεράρχου «καὶ πάλιν ἡ Ἡρωδιὰς μαίνεται καὶ πάλιν ταράσσεται καὶ πάλιν ὀρχεῖται....». Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Τύπος, ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὰς προσδοκίας ταύτας, ἐκόσμησε τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ ἔργον του μὲ ἱεροφάντας τῆς δημοσιογραφίας ὅπως οἱ Βλάσης Γαβριηλίδης, Ἐμμανουὴλ Ρέπουλης, Γεώργιος Βλάχος, Θ. Νικολούδης καὶ Πηνιάτογλου καὶ τόσοι ἄλλοι τὰ ὀνόματα τῶν ὁποίων δὲν μοῦ παρέχει τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ ἀσθενὴς μνήμη. Ἀλλὰ ὁ Τύπος, διὰ νὰ ὑπάρχῃ, ὑποβάλλεται εἰς τεραστίας δαπάνας, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ καλύπτῃ δι’ εἰσπράξεων, ἢ ἐξελίσσεται παραλλήλως εἰς οἰκονομικὴν ἐπιχείρησιν, ἀποβλέπουσαν εἰς κέρδος δι’ αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας ἢ προσκολᾶται εἰς πολιτικὰς κατευθύνσεις καί, ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπόν, παραμελεῖ οὐχὶ σπανίως τὸν ἔλεγχον τῶν μέσων. Καὶ διὰ τοῦτο ὑπῆρξαν περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ Τύπος κατέστη ὄργανον ἀναλγήτου κατασυκοφαντήσεως καὶ ἀνεπανορθώτου κατασπιλώσεως ὑπολήψεων, ἐπιπολαίων ἢ καὶ ἠθελημένων κἄποτε προσβολῶν τῆς τιμῆς μὲ ἀποτέλεσμα κἄποτε τὸν ἐκβιασμὸν τῶν συνειδήσεων, ἀνοικτίρμων καὶ ἀδίστακτος τυραννίσκος, ὥστε αὐτομολῶν ἀπὸ τὸν μεγαλειώδη προορισμόν του ν’ ἀποβῇ δημοσία μάστιξ καὶ κοινωνικὸν καρκίνωμα. Εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι δὲν εἶμαι ἄδικος, οὔτε ὑπερβολικός, ὑπενθυμίζω τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν ἑνὸς τῶν διαπρεπεστέρων καὶ δημοκρατικωτέρων πολιτικῶν τῆς ἀπελθούσης γενεᾶς (τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου), ὅστις κατόπιν καταιωνισμοῦ χυδέων ὕβρεων καὶ λιβέλλων, ἐπιμόνως συνεχιζομένων ἐναντίον του, κατήγγειλε δημοσίᾳ τὸν ἐκτραχηλισμὸν τοῦ Τύπου διὰ τῆς δηλώσεως «ἔχω τὴν αἴσθησιν ὅτι εὑρίσκομαι εἰς περιοχὴν ἀνοικτῶν βόθρων» καὶ ἠναγκάσθη νὰ προκαλέσῃ νομοθετικὸν μέτρον περιστολῆς τῶν ἀσχημιῶν. Δι’ αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, ὁσάκις ἐμφανίζωνται, χρειάζεται καὶ διὰ τὸν τύπον ὁ ὑπηρέτης τοῦ Φιλίππου, διὰ νὰ ὑπενθυμίζῃ τὸ «ἄνθρωπος εἶ», πολλάκις δὲ καὶ ὁ Χρυσόστομος ἐλεγκτής του, διότι εἶναι αὐτονόητον καὶ κατάδηλον ὅτι πᾶς ἐλέγχων πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ἰδικόν του ἐλεγκτήν, ἄλλως οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐγγύησις δικαίου καὶ εὐσυνειδήτου ἐλέγχου, ὅταν ὁ ἐλέγχων εἶναι ἀνεπιτήρητος καὶ ἀσύδοτος. Ἐξ ἄλλου ἀναφερόμενος εἰς ὅσα εἶχον σχέσιν μὲ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὁ Εἰσαγγελεὺς μὲ ἀφετηρίαν τὴν περὶ τοῦ δικαζομένου κατηγορουμένου σχηματισθεῖσαν πεποίθησίν του, βάσει ἐκτεθέντων ὑπ’ αὐτοῦ περιστατικῶν καὶ τῶν ἀναπτυχθέντων συλλογισμῶν του, ὑπεστήριξεν ὅτι «ὁ κατηγορούμενος Τσίγγας γράφων καὶ πέμπων τὴν ἐπιστολήν, δὲν εἶχεν ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ τόν τῆς δημοσιεύσεως αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ διαφαίνεται ἔτι μᾶλλον τὸ δόλιον τῆς καθ’ ὅλου ἐνεργείας του, διότι ἀφοῦ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν δημοσίευσιν, διατὶ δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐπωμισθῇ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς τὴν ἀξιοπιστίαν ποὺ παρεῖχε τυχὸν τὸ ἰδικόν του πρόσωπον, ἀλλὰ κατέφυγεν εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ε.Κ. Μήπως ἐσκέφθη νὰ τὸν μεταχειρισθῇ ὡς ταχυδρόμον; Ὄχι βέβαια. Ἀλλ’ ἤθελε μὲ τὸ ὄνομα τοῦ κ. Παπανδρέου, ὡς υἱοθετοῦντος τὴν ἐπιστολήν, νὰ καταστήσῃ πιστευτὰ τὰ ἰδικά του ψεύδη». Εἶναι ἐκ τούτων προφανές, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς οὐδόλως ἐχαρακτήρισεν, οὐδὲ ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, ὡς ταχυδρόμον τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὡς εἰς τὴν ἐρώτησιν ἐσφαλμένως καὶ βάσει προφανῶς ἐσφαλμένων στοιχείων ἀποδίδεται ἡ σχετικὴ φράσις, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῶν πιθανῶν σκέψεων καὶ προθέσεων τῶν κατηγορουμένων. Τέλος, ἔχει ὁμοίως παρανοηθῆ καὶ ἐσφαλμένως ἀποδοθῆ ἡ ἀγόρευσις τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ εἰς τὸ σημεῖον, τὸ σχετιζόμενον μὲ τὴν δρᾶσιν καὶ τὴν θέσιν μεγάλου ἀριθμοῦ ἀπολυθέντων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν περὶ ὧν ὑπεστήριξεν ὅτι «καὶ ἂν ἀκόμη μέσα εἰς τὰς δέκα πέντε χιλιάδας (15.000) ὁπλιτῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν (ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ἔλειψαν οὔτε οἱ διπλωματοῦχοι ἐπιστήμονες (δικηγόροι, μηχανικοὶ κ.λ.π., ὡς ἠκούσατε) καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους πολλοὶ ἀπελύθησαν ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς καὶ μέχρι σήμερον δὲν εὑρέθη ἕνας, δύο, πέντε, δέκα ἂν ὄχι περισσότεροι, ποὺ νὰ εἶχαν τὸ σθένος καὶ τὸν ἀνδρισμὸν νὰ διαμαρτυρηθοῦν καὶ νὰ καταγγείλουν τὸ ὅτι δῆθεν ἐσύρθησαν δίκην προβάτων ἀγεληδὸν εἰς τὰς κάλπας διὰ νὰ ψηφίσουν παρὰ συνείδησιν τὸ κόμμα ποὺ τοὺς ἐπεβλήθη ἀπὸ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ πρὸς τὸ θέμα τοῦτο συνδέεται προφανῶς ἀναπάντητον ἐρώτημα πῶς αἱ δύο ἕως τρεῖς χιλιάδες τῶν ἀξιωματικῶν (ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἀντιμετώπισαν τὶς οἶδε ποσάκις τὸν θάνατον καὶ τῶν ὁποίων τὰ στήθη κατεκοσμήθησαν μὲ παράσημα καὶ ἀριστεῖα ἀνδρείας καὶ αὐταπαρνήσεως) κατέστησαν ὅλοι ὡς διὰ μαγείας δειλοὶ καὶ εὐνουχισμένοι; Ἀπώλεσαν ὅλοι τοῦτοι τὸν ἀνδρισμὸν καὶ τὴν γενναιότητα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀπὸ μέρους των μία ἀντίδρασις, μία διαμαρτυρία κατὰ τῆς διαθρυλουμένης καὶ οὐδαμοῦ ἐμφανιζομένης (προφορικῆς ἢ ἐγγράφου) διαταγῆς νὰ ὁδηγήσουν ἐν τρομοκρατίᾳ τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ ψηφίσουν δῆθεν κατ’ ἐπιταγὴν ὡρισμένον κόμμα καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ὑποκύψουν καὶ οἱ ἴδιοι, ὡς δοῦλοι, εἰς τὴν αὐτὴν παράνομον καὶ σατραπικὴν διαταγήν; Ὅλοι λοιπὸν αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξεθηλύνθησαν καὶ ἀπώλεσαν τὸν ἀνδρισμόν των καὶ κατεπρόδοσαν τὸν ὅρκον των καὶ ἀπεδείχθησαν ἀνάξιοι τῶν ἀριστείων. Καὶ δὲν εὑρέθη ἕνας καὶ δὲν συνεννοήθησαν δύο ἢ τρεῖς, εἴκοσι νὰ ποῦνε εἰς τὸν μεταδόντα τὴν δῆθεν διαταγὴν «σεβόμεθα τοὺς ἀνωτέρους μας, τιμῶμεν τὴν πειθαρχίαν, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερον σεβόμεθα τὸ Σύνταγμα καί τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος, τὸν ὅρκον καὶ τὴν τιμήν μας» καὶ αὐτὴ ἡ ἐσφαλμένη καὶ παράνομος διαταγὴ δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ. Καὶ διὰ τῆς περικοπῆς ταύτης εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ἀγορεύσας Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔλαβε θέσιν εἰς τὸ πολιτικὸν θέμα, ἀλλὰ βάσει τῶν στοιχείων τῆς διαδικασίας, προέβη εἰς ἀνάλυσιν τῆς κατηγορίας, ὡς εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσιν, ὑποθέτω δὲ καὶ παρὰ πᾶσαν διάθεσίν του, πρὸς διαπίστωσιν τῆς βασιμότητος τοῦ κατηγορητηρίου, διατυπωθέντος κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν ὁρισμῶν τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος καὶ μακράν, προφανῶς πάσης σκέψεως ἀναμίξεως τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς εἰς τὴν πολιτικὴν διαμάχην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς καὶ πεισμόνως, παραμένουν ξένοι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ γενικῶς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Φεβρουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συζητοῦνται ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἐρωτήσεως ἀναφερομένης εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐνταλμάτων πληρωμῆς ὑπὸ ἀναπήρων ἐγκατασταθέντων εἰς περίπτερα τῶν ὁδῶν Πανεπιστημίου καὶ Ἀκαδημίας, τῆς τάξεως τούτων.
§6Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ἀρκετοῦ χρόνου ἐκοινοποιήθησαν εἰς περιπτεριούχους τοὺς ἐγκατεστημένους εἰς περίπτερα ἐπὶ τῶν ὁδῶν Ἀκαδημίας καὶ Πανεπιστημίου ἐντάλματα προσωποκρατήσεως διὰ πληρωμὴν 11.900 δραχμῶν παρ’ ἑκάστου ὡς ἀντιτίμου τῶν ἐγκατασταθέντων νέου τύπου περιπτέρων. Ἡ ἀξίωσις αὐτὴ εἶναι νόμῳ ἀβάσιμος καθ’ ὅσον οἱ περιπτεριοῦχοι εἶχον καταβάλει τὴν ἀξίαν τῶν παραχωρηθέντων αὐτοῖς περιπτέρων κατὰ τὴν ἀρχικήν των ἐγκατάστασιν. Ἐὰν τὸ Δημόσιον ἤθελε μεταβάλῃ τὸν τύπον τῶν περιπτέρων, δὲν ἠδύνατο οὔτε κατὰ νόμον, οὔτε κατὰ τὸ δίκαιον νὰ ζητήσῃ ὅπως τὰς δαπάνας διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν νέου τύπου περιπτέρων τὰς καταβάλλουν οἱ περιπτεριοῦχοι. Ἐξ ἄλλου οἱ περιπτεριοῦχοι δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται τῶν περιπτέρων, ἀλλὰ μόνον δικαιοῦχοι τῆς χρήσεως τῶν περιπτέρων καθ’ ὅσον ἡ κυριότης των ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ τὸν σχετικὸν Α. Ν. 1324)1949. Διὰ τῆς ἐρωτήσεώς μας παρακαλοῦμεν ὅπως μᾶς γνωρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂν διὰ τὴν ἐν λόγῳ ἀλλαγὴν μορφῆς τῶν περιπτέρων ἐλήφθη ἀπόφασις, παρὰ τίνος ἐλήφθη, ἂν ἀφορᾷ ὅλους τοὺς περιπτεριούχους τῶν ἐν λόγῳ ὁδῶν καὶ ἂν ἐγένετο δημοπρασία διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν μικροτέρων δυνατῶν τιμῶν. Ἀλλὰ τὸ κυριώτερον τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν εἶναι ἡ ἀναστολὴ ἢ μᾶλλον ἡ ἀνάκλησις τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων, διότι οἱ πτωχοὶ ἀνάπηροι δὲν εἶναι νόμῳ ὑπόχρεοι διὰ τὴν καταβολὴν τῆς ἀξίας τῶν νέων περιπτέρων. Ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ θέματος εἴχομεν ὑποβάλει ἐρώτησιν καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, ἥτις ὅμως δὲν συνεζητήθη λόγῳ τῆς διαλύσεώς της καὶ παρακαλοῦμεν καὶ ἤδη ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ δὴ ἐπὶ ὅλων τῶν τεθέντων ἐρωτημάτων.
§7Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ κ. Πρόεδρε νὰ προσθέσω μόνον δύο λέξεις. Ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ συνάδελφος κ. Εὐαγγελίδης, ὑπάρχουν ἀκόμη δύο στοιχεῖα κ. Ὑπουργέ. Κατὰ τὰς πληροφορίας ποὺ ἔχομεν ἀπὸ τοὺς ἀμέσως ἐνδιαφερομένους πέραν τῶν 11900 δραχ. τοὺς ἐζητήθησαν καὶ 5.000 δραχ. δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως τοῦ περιπτέρου. Καὶ δεύτερον κατὰ τὰς ἐκτιμήσεις ποὺ κάμνουν ἁρμόδιοι τεχνικοὶ ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν, ἡ ἀξία τοῦ περιπτέρου δὲν ὑπερβαίνει τὰς 3.000, ἐνῷ ἐχρεώθησαν μὲ 11.900. Συνεπῶς ὑπάρχουν τρία ζητήματα. Πρῶτον ὅτι ἐνῷ κατὰ τὸν νόμον 1324 δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσουν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν τὰ ἐντάλματα καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ χρέωσις, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς καὶ ἐκεῖ ποὺ παρατύπως καὶ παρανόμως ἔγινεν ἡ χρέωσις, ἐγένετο εἰς τὸ ὑπερβολικὸν ὕψος τῶν 11.900 δρχ. ἐνῷ ἡ ἀξία εἶναι μόνον 3.000. Καὶ ἐπὶ πλέον τοὺς ζητοῦν καὶ 5.000 δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως.
§8Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. (Ὑφ. Δημ. Ἔργων). Κύριε συνάδελφε, τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς προγενεστέραν περίοδον τῆς περιόδου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διοικῶ τὸ Ὑφυπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων. Παρὰ ταῦτα θὰ σᾶς κατατοπίσω ἀπολύτως ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἐφέρατε καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐρωτᾶτε. Κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἀνακατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς Λεωφόρου Ἀμαλίας, ὁ συνάδελφος Ὑπουργὸς Δημοσίων Ἔργων ἔκρινεν κατόπιν συνεννοήσεων μὲ τὴν Διεύθυνσιν ἀναπήρων τοῦ Γ.Ε.Σ., ὅτι ἐπειδὴ τινὰ ἢ μᾶλλον τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν περιπτέρων ἦσαν πεπαλαιωμένα, νὰ ἀντικατασταθοῦν διὰ μεταλλικῶν περιπτέρων μονίμου μορφῆς. Βάσει τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἐδόθη ἐντολὴ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν νὰ ἐκπονήσῃ ἕνα σχέδιον, μεταλλικοῦ περιπτέρου, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο καὶ κομψότερον καὶ περισσότερον ἐμφανίσιμον. Ἀλλὰ κυρίως θὰ ἦτο μεταλλικὸν καὶ ἑπομένως μεγαλυτέρας διαρκείας, ἀλλὰ καὶ εἰς διαστάσεις μικρότερον τῶν περιπτέρων τῶν ξυλίνων, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀπὸ μακροῦ τοποθετημένα εἰς τὰ πεζοδρόμια τῶν ὡς ἄνω ὁδῶν. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπελήφθησαν κατόπιν συνεννοήσεων, ὅπως εἶπον προηγουμένως, αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου Οἰκισμοῦ καὶ προεκήρυξαν διαγωνισμόν. Κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τελευταῖος μειοδότης ἀνεδείχθη ἡ Α. Ε. Τσάου. Προσφέρουσα τὸ ποσὸν τῶν 9800, καὶ ὄχι τῶν 9300 ὅπως εἶπε προγενεστέρως, ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, τὸ ποσὸν ὅμως αὐτὸ τῶν 9800 λόγῳ ἀπαιτήσεως τῶν ἐνδιαφερομένων ἀναπήρων, ηὐξήθη κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Δημοσίων Ἔργων καὶ ἐν συνεχείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου Δημ. Ἔργων καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δημοσίων Ἔργων εἰς τὸ ποσὸν τῶν 11.800, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἀνεφέρατε. Διότι ἐγένετο μία ὑπερύψωσις τοῦ περιπτέρου ἀπὸ 20.25 εἰς 20.35, ἐγένετο μία ἐπαύξησις τῶν διαστάσεων τοῦ περιπτέρου καὶ ἐτοποθετήθησαν ὡρισμένα ράφια ἐσωτερικῶς καὶ εἷς λαμπτήρ. Καὶ ἐκρίθη ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ διαφορά, ὥστε τὸ τελικὸν ποσὸν μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρεοῦντο οἱ ἀνάπηροι θὰ ἦτο τὸ ποσὸν τῶν 11.800 δρχ. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, καὶ ἤρχισεν ἡ τοποθέτησις τῶν περιπτέρων, ὁπότε ἐξεδηλώθη δυσαρέσκεια ἐκ μέρους τῶν ἐγκατασταθέντων εἰς τὰ περίπτερα ἀναπήρων, οἱ ὁποῖοι ἄλλοι ἐζήτουν νὰ μὴ καταβληθῇ τό ποσὸν τοῦτο, καὶ ἄλλοι νὰ καταβληθῇ μειωμένον. Κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἢ Νοέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸ Συμβούλιον Δημοσίων Ἔργων κατόπιν ἐντολῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δημοσίων Ἔργων ἀπεφάσισε πρῶτον τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐνταλμάτων μέχρις τέλος Νοεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Συγχρόνως εἶπε διὰ ἀποφάσεως ἢ μᾶλλον γνωμοδοτήσεως του, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν περιπτεριούχων καταβάλλουν μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1962, ἔναντι τῶν 11.800 θὰ καταβάλουν μόνον 4.000 καὶ αὐτὰ εἰς 24 μηνιαίας δόσεις, ἢ 8 τριμήνους τοιαύτας. Ὅσοι δὲ καταβάλουν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν μέχρι τέλους Νοεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους θὰ ἔχουν μίαν ἔκπτωσιν 25%, ἤτοι θὰ καταβάλουν τὸ ποσὸν τῶν 9.000; Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ διεύθυνσις ἀναπήρων καὶ ἡ Ὁμοσπονδία ἀναπήρων ηὐχαρίστησε τὸν συνάδελφον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων, διότι αὐτὸς ἐχειρίζετο τὸ θέμα αὐτό. Εἴκοσι δύο ἐκ τῶν 40 περίπου περιπτεριούχων κατέβαλον τὸ ποσὸν τῶν 3000. Καὶ οὗτοι ἀπηλλάγησαν περαιτέρω ὀφειλῆς. Οἱ ἄλλοι δὲ ἤρχισαν καταβάλλοντες τὰς δόσεις των κανονικῶς πλὴν τριῶν, οἱ ὁποῖοι δυστροποῦν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νὰ καταβάλουν οἱονδήποτε ποσόν. Νομίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι μὲ τὸ ποσὸν τῶν 3.000 ἢ μὲ τὸ ποσὸν τῶν 4.000 καταβλητέον εἰς τόσας δόσεις, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον, διότι τὰ περίπτερα αὐτὰ ἦσαν πεπαλαιωμένα, εἶχον φθαρεῖ εἰς σημαντικὸν βαθμὸν καὶ θὰ ἤρχετο μία ἡμέρα, πολὺ σύντομα, ὅπου αἱ φθοραὶ αὐταὶ θὰ ὑπεχρέωναν τοὺς περιπτεριούχους νὰ τὰ ἀντικαταστήσουν δι’ ἰδίοις ἐξόδοις δι’ ἄλλων περιπτέρων. Νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 3000 εἶναι ἀσήμαντον, δεδομένου, ὅτι τὰ περίπτερα δὲν εἶχον πλέον μακρὰν ζωὴν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξυπηρετοῦνται αὐτοί. Ἄλλωστε καὶ αὐτὸ διαφαίνεται ἐκ τῶν εὐχαριστιῶν τὰς ὁποίας ἡ Ὁμοσπονδία τῶν ἀναπήρων ἀπηύθυνε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν Δημοσίων Ἔργων.
§9Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε εὐχαριστῶ, τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ τὴν πράγματι λεπτομερῆ ἀπάντησιν καὶ ἔκθεσιν τοῦ ὅλου θέματος. Ἀλλὰ ἡ ἔκθεσις καταλείπει ἕνα κενόν. Πρῶτον ποῖος κατέβαλε τὴν διαφοράν, δηλαδὴ μεταξὺ τῶν 9.800 ἢ τῶν 11.800, τῆς βελτιώσεως τῶν περιπτέρων καὶ τῶν 3000 ἢ τῶν 4000, αἱ ὁποῖαι τελικῶς κατελογίσθησαν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἐὰν ταῦτα κατέβαλεν τὸ Δημόσιον ἔχει καλῶς, διότι αὐτὸ εἶναι ὑπαίτιον. Εἴτε διὰ λόγους τουριστικῆς ἐμφανίσεως εἴτε δι’ ἄλλους λόγους ἠθέλησεν νὰ ἐκσυγχρονίσῃ καὶ νὰ ἀνανεώσῃ τὰ περίπτερα. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ περαιτέρω ὄφελος καὶ ἐκ τούτου ἐπιβάρυνσις τῶν ἐνδιαφερομένων, νομίζομεν ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδικαιολόγητον, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἴπομεν ἐν ἀρχῇ. Ὅτι δηλαδὴ οἱ περιπτεριοῦχοι ἀνάπηροι δὲν εἶναι κύριοι τῶν περιπτέρων, δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται, ἀλλ’ εἶναι δικαιοῦχοι χρήσεως αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος τοὺς ἐπιτρέπει τὴν τοιαύτην χρῆσιν. Ἀλλὰ ἐκ τῆς τελευταίας δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δηλαδὴ ἐμειώθη τὸ ποσὸν εἰς 3000 καὶ συνεπῶς θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι, προκύπτει ἕνα ἄλλο θέμα: Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν παντὶ ἀκολουθεῖ τὴν τακτικὴν αὐτήν. Δηλαδὴ τοῦ νὰ ἐπιβαρύνῃ χωρὶς διάταξιν νόμου. Καὶ τοῦτο φαίνεται ἐκ τῆς λύσεως ποὺ ἔδωσεν. Διότι ἐὰν ὑπάρχῃ διάταξις νόμου, ἡ ὁποία ὑποχρεοῖ νὰ πληρώσουν τὴν ἀξίαν τῶν περιπτέρων, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἀξία τοῦ περιπτέρου καθωρίσθη κατόπιν δημοπρασίας, θὰ ἔπρεπε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πληρωμήν. Ἀλλὰ λόγῳ τοῦ ὅτι ἐστερεῖτο νομίμου τίτλου νὰ εἰσπράξῃ τὰ χρήματα, ὑπεχρέωσεν τὸν Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ τὴν ὑποχώρησιν αὐτὴν μὲ τὴν ὁποίαν κατέληξεν εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἐνδιαφερομένων. Λέγω ὅτι αὐτὸ εἶναι μία συνέπεια τῆς τακτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πότε μὲ τὸν ἕνα νόμον πότε μὲ τὸν ἄλλον προσπαθεῖ νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς πολίτας καὶ κατόπιν τοὺς καλεῖ νὰ πληρώσουν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τελειώνετε, κ. συνάδελφε. Δὲν ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμὸς περαιτέρω ἀνάπτυξιν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§11Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Εἶναι χαρακτηριστικόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἀρχίσατε νὰ κτυπᾶτε τὸν κώδωνα τὴν στιγμὴν ποὺ ἤθελα νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνεχίζει μίαν τακτικὴν ποὺ εἶναι ἀπαράδεκτος, δηλαδὴ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§12Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. (Ὑφυπ. Δημ. Ἔργων). Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι αὐτὴν τὴν διαφορὰν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ τῶν 11.800 τὴν κατέβαλεν τὸ Ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων, δηλαδὴ τὸ Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἀνακατασκεύασεν τὰς ὁδοὺς αὐτάς. Ἐπὶ πλέον ἐλησμόνησα νὰ εἴπω προηγουμένως ὅτι τὴν δαπάνην τῆς νέας βάσεως τοῦ περιπτέρου, τὴν δαπάνην τῆς παροχετεύσεως ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, τὴν δαπάνην τῆς μεταφορᾶς τῆς τηλεφωνικῆς γραμμῆς, διότι τὰ περισσότερα τῶν περιπτέρων ἔχουν τηλέφωνον, τὴν κατέβαλεν πάλιν τὸ Ταμεῖον μονίμων ὁδοστρωμάτων. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι ἔναντι ὅλων αὐτῶν τῶν παροχῶν, δὲν εἶναι ὑπερβολικὸν τὸν ποσὸν τῶν τριῶν χιλιάδων τὰς ὁποίας ἐκλήθησαν νὰ καταβάλουν οἱ ἀνάπηροι, δοθέντος, ὅτι μὲ τὰ νέα περίπτερα καὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἐξυπηρετοῦνται κατὰ τρόπον καλύτερον.
§13Γ. ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον καὶ τὸ ποσὸν τῶν τριῶν χιλιάδων εἰσπράττεται ἄνευ δικαιώματος, θὰ πρέπει, κ. Πρόεδρε, τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τοὺς καταβαλόντας τοῦτο περιπτεριούχους, διότι εἰσεπράχθη, ἄνευ νομίμου αἰτίας.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 6 ἐρώτησις σχετικὴ μὲ τὴν ἀνέγερσιν Διοικητηρίου εἰς τὴν Καρδίτσαν, διαγράφεται ὡς ἀπουσιάζοντος τοῦ ἐρωτῶντος βουλευτοῦ κ. Σ. Ἀλλαμανῆ. Ὁ κ. Η. Μπρεδήμας, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Δημητρίου Πάπιτσα, σχετικῶς μὲ τὸ ρυμοτομικὸν σχέδιον τῆς πόλεως Κοζάνης.
§15Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Συνηγορῶ, κ. Πρόεδρε, διὰ τὴν ἀποδοχὴν τοῦ αἰτήματος τοῦ κ. Πάπιτσα καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ παράσχῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§16Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. (Ὑφ. Δημ. Ἔργων). Ἡ ἐρώτησις αὕτη, ἀφορᾶ τροποποίησιν τοῦ ρυμοτομικοῦ σχεδίου μεταξὺ δύο οἰκοδομικῶν τετραγώνων τοῦ Δήμου Κοζάνης. Τὸ ἀρχικὸν ρυμοτομικὸν σχέδιον τῆς πόλεως Κοζάνης τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὸ ἔτος 1929, προέβλεπε τὴν ὁδὸν Ρήγα Φερραίου, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ διαφορά, μὲ εὐθείας οἰκοδομικὰς γραμμάς. Ἕνεκα τούτου, ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἀναπήρου Δημητρίου Πάπιτσα ἐρυμοτομεῖτο κατὰ τὸ μέγιστον αὐτῆς μέρος, τὸ δὲ ὑπόλοιπον δὲν ἤρκει διὰ νὰ ἀνοικοδομηθῇ ἐπ’ αὐτοῦ οἰκία ἢ ἔστω καὶ κατάστημα. Κατόπιν αἰτήσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου καὶ δοθέντος ὅτι οὗτος ἦτο ἀνάπηρος καὶ συνεκέντρωνεν τὴν συμπάθειαν ὅλων τῶν παραγόντων, ἐγένετο κατὰ τὸ ἔτος 1958 τροποποίησις τοῦ ρυμοτομικοῦ σχεδίου εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην ἐπὶ σκοπῷ νὰ αὐξηθῇ ἡ οἰκοδομήσιμος ἔκτασις τοῦ ἀναπήρου τούτου. Ὡς εἶναι ἑπόμενον, λόγῳ τῆς τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου ἐζημιοῦτο ἡ ἔναντι ἰδιοκτησία ἡ κυρία τῆς ὁποίας Αἰκατερίνη Τσόρα, ἔφερε δι’ αἰτήσεώς της τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὁ τότε Ὑπουργός, βλέπων, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας θὰ δικαιώσῃ τὴν Αἰκατερίνην Τσόρα, ἐτροποποίησε καὶ πάλιν τὸ ρυμοτομικὸν σχέδιον ἐπαναφέρας τοῦτο, εἰς τὴν ἀρχικήν, αὐτοῦ μορφήν. Μετὰ ταῦτα, ὁ ἀνάπηρος, κατέφυγε καὶ πάλιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ παρεκάλεσε νὰ τροποποιηθῇ τὸ σχέδιον διὰ κάμψεως τῆς γραμμῆς, εἰς βάρος τῆς Αἰκατερίνης Τσόρα, ὡς δηλαδὴ εἶχε συμβῆ τὸ 1958. Ὁ τότε Ὑπουργός, ἐνόμισε χρέος του, νὰ τροποποιήσῃ τὸ σχέδιον διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἀναπήρου. Ἡ ζημιουμένη ἰδιοκτήτρια Αἰκατερίνη Τσόρα ἔφερε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ἐδικαίωσε. Κατόπιν τούτου ὡς εἶχον ὑποχρέωσιν, ἠναγκάσθην νὰ τροποποιήσω καὶ πάλιν τὸ σχέδιον ἐπαναφέρας τοῦτο εἰς τὴν ἀρχικὴν αὐτοῦ μορφὴν τοῦ 1929 καὶ νὰ διατάξω τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀδείας τῆς Τσόρα. Μετὰ ἀπ’ ὅλα αὐτά, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὸν παραπονούμενον ἀνάπηρον καὶ θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ἐκφράσω τὴν πρὸς αὐτὸν συμπάθειάν μου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μαλλιάκας, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του σχετικῆς μὲ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν ἀνεγέρσεως τῆς Καπναποθήκης Μυτιλήνης.
§18Ν. ΜΑΛΛΙΑΚΑΣ. Ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Καπναποθήκης Μυτιλήνης, κ. Πρόεδρε, ἐπληροφορήθην, ὀφείλεται εἰς τὴν ἀκαταλληλότητα τοῦ προκριθέντος οἰκοπέδου. Κατόπιν τούτου, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του σχετικῆς μὲ τὸ ρυμοτομικὸν σχέδιον τῆς πόλεως Χίου.
§20Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἡ πόλις τῆς Χίου, κ. Πρόεδρε, πλὴν ἑνὸς μικροῦ τμήματος αὐτῆς, στερεῖται ἀτυχῶς ρυμοτομικοῦ σχεδίου. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐδίδοντο ἄδειαι ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν ἐντὸς τῆς κατωκημμένης περιοχῆς τῆς πόλεως Χίου καὶ ἐντὸς τοῦ περιωρισμένου ρυμοτομικοῦ σχεδίου αὐτῆς καὶ ἀνηγέρθησαν πολλαὶ ὡραῖαι οἰκοδομαὶ εἰς τὴν πόλιν, ὑπὸ ναυτικῶν κυρίως. Ὁ προκάτοχος τοῦ σημερινοῦ Νομομηχανικοῦ, διαπιστώσας ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν σήμερον ρυμοτομικὸν σχέδιον διὰ τὴν πόλιν τῆς Χίου, διὰ τὴν κατάρτισιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται μεγάλαι δαπάναι, ἔδιδεν ἀδείας ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν καὶ τοιουτοτρόπως παρετηρεῖτο εἰς τὴν πόλιν ζωηρὰ οἰκοδομικὴ δραστηριότης. Ὁ νέος Νομομηχανικός, ὅμως, ἑρμηνεύων τὸν οἰκοδομικὸν κανονισμὸν ἀρνεῖται νὰ δώσῃ ἀδείας ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν καὶ τοιουτοτρόπως εἰς τὴν πόλιν ἔπαυσε κάθε οἰκοδομικὴ δραστηριότης. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἔστω καὶ μὲ παράβλεψιν τῶν τύπων, θὰ πρέπει νὰ δίδωνται ἄδειαι οἰκοδομῆς. Πρὸς τοῦτο, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ἀποστείλῃ Ἐπιθεωρητὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ὅλου ζητήματος, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Νομομηχανικόν, ὅτι μέχρι τοῦ νέου ρυμοτομικοῦ σχεδίου, νὰ παρέχῃ ἀδείας διὰ τὴν ἀνέγερσιν νέων οἰκοδομῶν ἐντὸς τῆς κατωκημμένης περιοχῆς τῆς πόλεως Χίου.
§21Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. (Ὑφυπ. Δημ. Ἔργων). Ἡ πόλις τῆς Χίου εἶναι ἡ μόνη πρωτεύουσα νομοῦ, ἡ ὁποία στερεῖται τοῦ ἀναγκαίου ρυμοτομικοῦ σχεδίου, ἔχουσα τοιοῦτον μικρᾶς ἐκτάσεως. Κατὰ τὸ παρελθόν, ὁ Δῆμος τῆς Χίου ἀπετύπωσε τὴν ἔκτασιν τῆς μείζονος πόλεως, μὲ πρόθεσιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ ρυμοτομικοῦ σχεδίου. Καίτοι ὅμως παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον δὲν ὑπέβαλε σχετικὸν αἴτημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ προγενέστερος Νομομηχανικός, στηριζόμενος εἰς μίαν ἐγκύκλιον, ἔδιδεν ἀδείας ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν, καίτοι δὲν ὑπῆρχε ρυμοτομικὸν σχέδιον. Ὁ νέος ὅμως Νομομηχανικός, θέλων νὰ ἐφαρμόσῃ αὐστηρῶς τὸν νόμον, ἀρνεῖται νὰ δώσῃ ἀδείας ἀνεγέρσεως οἰκοδομῶν. Ἐπειδή, βέβαια, ἐδημιουργήθησαν παράπονα τόσον ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου κ. Ζορμπᾶ, ὡς καὶ ἄλλων συναδέλφων τῆς περιφερείας αὐτῆς, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῶν δημοτῶν, ἠναγκάσθην καὶ ἐγὼ νὰ προσχωρήσω εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τῆς ἐγκυκλίου, διὰ νὰ μὴ ἀνασταλῇ ἡ ἀνοικοδόμησις τῆς πόλεως. Κύριοι συνάδελφοι, πράγματι, τὸ πρόβλημα τῆς ὑπάρξεως ρυμοτομικοῦ σχεδίου εἶναι πολὺ σοβαρόν. Διὰ νὰ τεθῇ τέρμα καὶ διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ Δῆμος αὐτός, πρέπει νὰ καταρτίσῃ ἕνα σύγχρονον τοπογραφικὸν διάγραμμα, ὁπότε εὐχαρίστως, παρὰ τὸν φόρτον ἐργασίας τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκισμοῦ, θὰ διατάξω τὴν ἄμεσον λύσιν τοῦ θέματος βάσει τοῦ νέου τοπογραφικοῦ διαγράμματος, τὸ ὁποῖον θὰ στείλῃ ὁ Δῆμος Χίου. Αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπατε, κ. Ζορμπᾶ, ὅτι ἀπαιτοῦνται πολλὰ χρήματα διὰ τὸν συγχρονισμὸν τοῦ ὑπάρχοντος ρυμοτομικοῦ σχεδίου, δὲν εἶναι ἀληθές, διότι, ὡς μὲ ἐπληροφόρησεν ἡ Ὑπηρεσία μου τοῦ Ὑπουργείου, ἡ δαπάνη δὲν πρόκειται νὰ ὑπερβῇ τὰς 50.000 δραχμάς. Δι’ αὐτό, νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ δὲν εἶναι σημαντικὸν τὸ ποσόν, δύναται νὰ τὸ διαθέσῃ ὁ Δῆμος καὶ νὰ προχωρήσωμεν ἀμέσως εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος.
§22Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ προσχώρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ παροχὴ ἀδειῶν οἰκοδομῶν διὰ τὴν πόλιν τῆς Χίου, μὲ ἱκανοποιεῖ ἰδιαιτέρως. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποδείξεις καὶ τὰς συστάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς καταρτίσεως τοῦ ρυμοτομικοῦ σχεδίου, θὰ φροντίσω νὰ τὰς πληροφορηθοῦν καὶ ὁ Δήμαρχος καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον τῆς Χίου, ὥστε νὰ προέλθουν τὸ συντομώτερον εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας καὶ ὑποβάλουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ σχετικὸν τοπογραφικὸν διάγραμμα, διὰ τὴν ταχυτέραν τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος. Πάντως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εὐχαριστήσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργόν, μὲ τὴν κατανόησιν ποὺ ἐπέδειξε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§24Η. ΗΛΙΟΥ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε, πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Ἠλιοῦ.
§26Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς εἴχομεν συνεννοηθῆ χθὲς ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ σήμερον πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου σχετικῶς μὲ τὰς θεομηνίας.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, πράγματι ὅταν ὑπεβάλατε τὴν πρότασίν σας ἔδωσα ἐντολὴν καὶ ἀνεγνώσθη ἐπιφυλαχθεὶς διὰ τὴν συζήτησιν διὰ νὰ συνεννοηθῶ μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ μελετήσας ταύτην μετὰ προσοχῆς εἶδον ὅτι τὸ περιεχόμενον ταύτης, ἀποτελεῖ σύστασιν, διότι ὑποβάλλει σκέψεις καὶ γνώμας περὶ θεμάτων κοινῆς ὠφελείας. Ὡς γνωστόν, ἡ Βουλὴ λειτουργεῖ ὑπὸ τὸ κράτος τριῶν ἡμερησίων Διατάξεων τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων, τῶν ἐπερωτήσεων, ὡς καὶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν νομοθετικοῦ περιεχομένου. Ἔπρεπε εἰς μίαν τῶν ἡμερησίων διατάξεων νὰ τὴν ἐντάξῃ, νομοθετικοῦ περιεχομένου ἡ πρότασίς σας δὲν εἶναι. Βάσει τοῦ ἄρθρου 51 παρ. τελευταία τοῦ Κανονισμοῦ ἡ πρότασίς σας θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ θὰ συζητηθῇ εἰς τὴν σειράν της. Κατὰ συνέπειαν, μὴ ἐπιμένητε διότι αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς προτάσεώς σας.
§28Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, πάντως εἴχατε εἴπει, ὅτι θὰ ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης σήμερον καὶ ὅτι ἀμέσως θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις. Προχθὲς συνεζητήθη πρότασις περὶ μὴ λήψεως μέτρων διὰ τὴν ἀνομβρίαν τοῦ καλοκαιριοῦ, τώρα πρόκειται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὰς θεομηνίας. Πιθανὸν τὸ θέμα αὐτὸ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς ἐποχὴν ποὺ θὰ διψᾷ ὁ τόπος γιὰ νερό. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαύτης φύσεως ἐπείγοντα θέματα νὰ λέγητε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν. Ἐρωτῶ πότε θὰ συζητηθοῦν, ὅταν χάσουν τὴν ἐπικαιρότητά των; Ἐπίσης, σήμερον τὴν πρωΐαν σᾶς ἐζήτησα νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα τῆς πολιτικῆς ἐπιστρατεύσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ δὲν τὸ ἐδέχθητε. Γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ φέρῃ πρὸς συζήτησιν ὅλα τὰ ἐπίκαιρα θέματα. Αὐτὴν ὅμως τὴν στιγμὴν —ἀφοῦ δὲν ἐδέχθητε νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς μας σήμερον— ζητῶ ὅπως συζητηθῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἐπιλαμβάνεται τοσούτῳ σοβαρῶν θεμάτων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ὁ πρωτοκολλητὴς τῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἀναμένῃ τὴν σειρὰν συζητήσεως σοβαρωτάτων θεμάτων. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ πάλιν, μήπως δύνασθε νὰ πληροφορήσητε τὸ Σῶμα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ δεχθῇ συζήτησιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ἐπιστρατεύσεως τῶν ἐκπαιδευτικῶν;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Προεδρεῖον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συμμορφούμεθα μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Πλειστάκις παρεκλήθητε νὰ συμβάλητε, ὥστε νὰ ἐκσυγχρονισθῇ ὁ σήμερον ἰσχύων Κανονισμός, ἵνα τοιαῦτα θέματα ἔρχονται κατὰ προτεραιότητα πρὸς συζήτησιν. Ἐκ τοῦ λόγου τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἱοσδήποτε ψόγος πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ συμμορφοῦται πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζει πιστῶς καὶ ἀπαρεγκλίτως.
§30Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ ὁποίου καταλέγεται καὶ τὸ Κοινοβουλευτικὸν Δίκαιον, διέπεται ἀπὸ γραπτοὺς καὶ ἀγράφους κανόνας. Κατὰ τὸ παρελθόν, ἀκόμη δὲ καὶ ἐπὶ Κυβερνήσεως Καραμανλῆ παλαιότερον, εἶχε καθιερωθῆ ἐθιμικῶς ἡ συζήτησις τῶν μεγάλων καὶ φλεγόντων ζητημάτων πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Εἶναι ἕνας κανὼν ἄγραφος μέν, ἀλλὰ ἐπεκράτησε. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἐλλείψεως ρητῆς διατάξεως ἐν τῷ Κανονισμῷ, νὰ ὁμιλῆτε μετὰ θετικότητος καὶ νὰ μὴ παραγνωρίζητε αὐτά, τὰ ὁποῖα προηγουμένως εἶπον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, τὸ Προεδρεῖον γνωρίζει καλῶς τὸν Κανονισμὸν εἰς ὅλας του τὰς διατάξεις, ἑπομένως καὶ τὰς ἐθιμικάς, καὶ ὑπὸ ποίας προϋποθέσεις γίνονται αἱ συζητήσεις.
§32Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πέραν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Ἠλιοῦ, ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο: δὲν εἶναι μόνον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ παραβίασις μιᾶς νομολογίας. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐζήτησα τὰ πρακτικὰ τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1961, ὑπάρχει παρομοία πρότασις, ἡ ὁποία ἀπὸ τὸν τότε προεδρεύοντα συνάδελφον κ. Καμβύσην ἦλθεν ἀμέσως πρὸς συζήτησιν. Ἡ συζήτησις τότε δὲν ἔγινεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι δὲν εἶχε μελετήσει ἡ Κυβέρνησις τὴν πρότασιν αὐτήν, ἀλλὰ ἐγένετο ἀνάπτυξις τῆς προτάσεως ἀμέσως ἀφ’ ἧς ὑπεβλήθη ὑπὸ 10 βουλευτῶν. Εἰς τὰ πρακτικά, βλέπω ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησεν ὁ κ. Τσάτσος, ὁ ὁποῖος προσομολογεῖ ὅτι βάσει τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις τῆς προτάσεως, ἀλλὰ ὄχι συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αὐτὸ τὸ προηγούμενον δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παρεμποδισθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεώς μας. Τὸ ὅτι ἔχομεν δικαίωμα, κατὰ τὸν Κανονισμόν, νὰ ἀναπτύξωμεν τὴν πρότασιν δὲν χωρεῖ συζήτησις. Λέγει ὁ κ. Τσάτσος, τότε ὅτι ἐπὶ προτάσεως μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, δύναται νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις, διότι εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ ἀναφέρωνται θέματα, τὰ ὁποῖα νὰ χρῄζουν ἀμέσου ἐπιλύσεως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναφέρεται ἡ πρότασίς μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἔννοια τῆς ἀντιδικίας. Ἑπομένως, βάσει καὶ τῶν ἀπόψεων τῶν κυβερνητικῶν, ὅπως ἐγκύρως τὰς διετύπωσε ὁ κ. Τσάτσος, δὲν ὑπάρχει κανένα ἐμπόδιον νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀνάπτυξις τῆς προτάσεώς μας καὶ νὰ μείνῃ τὸ θέμα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας μέχρις ὅτου ἡ Κυβέρνησις λάβει γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τῆς προτάσεως.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἔχομεν εἰσέλθει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν θὰ εἴπω δύο λόγια μόνον. Δὲν ἔχει βάσιν ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν καὶ νομολογιακῶς ὑπεστηρίξατε, διότι ἐκ τοῦ κεφαλαίου τοῦ Κανονισμοῦ εἰς ὃ εἶναι τοποθετημένη ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 35, πείθεται κανεὶς ὅτι ἡ πρότασίς σας δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν, ἀλλὰ τῆς τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν εἶχον προσέξει τὴν πρότασίν σας ἀσφαλῶς θὰ ἔδιδον ἀμέσως ἐντολὴν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ βιβλίον τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐπειδὴ ἡ πρότασίς σας ἐμπίπτει εἰς τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ —διότι σύστασις γίνεται— θὰ συζητηθῇ ὡς ἐπερώτησις πλέον εἰς τὴν σειράν της. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐπερώτησις ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναβάλλεται ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦλθε σήμερον ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέλθῃ. Σειρὰν ἔχει ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου, ἡ ἀφορῶσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν διενέργειαν δημοπρασιῶν πρὸς ἐγκατάστασιν τῶν ἐν Λακωνίᾳ δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ὁρίστε, κ. Παπαμιχαλόπουλε, ἔχετε τὸν λόγον.
§34Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀπὸ 3 Ὀκτωβρίου π. ἔ. αἰτήσεως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ καταθέσεως ὡλοκληρωμένων τῶν κάτωθι δύο φακέλλων, ἔφθασα ἐκ τῆς ἑξῆς αἰτίας: Ἐπληροφορήθην, ὅτι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Νομαρχίας Σπάρτης διεξήχθησαν, προσφάτως, δύο μειοδοτικαὶ δημοπρασίαι πρὸς στέγασιν ἰσαρίθμων δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ συγκεκριμένως τοῦ Εἰρηνοδικείου Μολάων (Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς) καὶ τοῦ Ἀγροτικοῦ Ἰατρείου Σκουταρίου (Γυθείου). Βάσει τῶν τεθέντων ὑπ’ ὄψει μου στοιχείων, καὶ περὶ ὧν κατωτέρω, αἱ δημοπρασίαι αὗται διεξήχθησαν μὲ γνώμονα οὐχὶ τὸ ὑπηρεσιακόν, ἀλλὰ τὸ κομματικὸν συμφέρον. Τὸ Εἰρηνοδικεῖον Μολάων, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1934, ἐστεγάζετο εἰς τὴν οἰκίαν τῆς χήρας Ν. Ζαχαράκου, εὑρισκομένην εἰς τὸ κέντρον τῆς κωμοπόλεως, πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Εἶναι διώροφος καὶ εἰς μὲν τὸ ἰσόγειον ὑπάρχει μεγάλη αἴθουσα, χρησιμοποιηθεῖσα, ἐπὶ 28 ὁλόκληρα ἔτη, ὡς αἴθουσα συνεδριάσεων τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ Πταισματοδικείου Μολάων, ὡς καὶ τοῦ περιοδεύοντος Μονομελοῦς Πλημμελειοδικείου Σπάρτης. Εἰς δὲ τὸν ἄνω ὄροφον ὑπάρχουν τρία εὐρύχωρα δωμάτια, χρησιμοποιηθέντα διὰ γραφεῖα τοῦ ἑκάστοτε Εἰρηνοδίκου, τὸ ἕνα, τοῦ Πταισματοδίκου τὸ δεύτερον καὶ τῆς Γραμματείας αὐτῶν, τὸ τρίτον. Τὸ 1941 τὸ Δημόσιον προέβη εἰς ἐπίταξιν τοῦ οἰκήματος τούτου διὰ τὰς ἄνω δικαστικὰς ἀνάγκας, χωρὶς νὰ καταβάλῃ οὐδεμίαν δραχμὴν ὡς μίσθωμα εἰς τὴν ἰδιοκτήτριαν μέχρι καὶ τοῦ 1945, λόγῳ τῆς τότε ἀνωμάλου καταστάσεως. Τὸ 1960, καὶ κατόπιν αἰτήσεως τῆς ἰδιοκτητρίας, τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους καθώρισε τὸ μηνιαῖον μίσθωμα εἰς δραχ. 1.000. Διὰ τῆς αὐτῆς αἰτήσεως ἐζήτησεν αὕτη καὶ τὴν πληρωμὴν δαπανῶν ἀποκαταστάσεως τῶν φθορῶν τῆς ἐπὶ 26 ἔτη διαρκοῦς χρησιμοποιήσεως τῆς οἰκίας ὡς δημοσίου καταστήματος, μὲ συχνὰς συγκεντρώσεις πολλῶν προσώπων κατὰ τὰς δικασίμους, ἀλλὰ καὶ τὰς ἀνακριτικὰς πράξεις. Ὡς ἐγνώσθη, ἐξεδόθησαν πρὸς τοῦτο δύο ὑπουργικαὶ ἀποφάσεις, ἡ μία διὰ δραχ. 5.000 καὶ ἡ δευτέρα διὰ 9.000, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀπαραιτήτων ἐπισκευῶν τούτων. Ἀλλὰ τὰ σχετικὰ χρηματικὰ ἐντάλματα ἐξεδόθησαν οὐχὶ ἐπ’ ὀνόματι τῆς δικαιούχου ἰδιοκτητρίας, ἀλλὰ τοῦ Γραμματέως τοῦ Εἰρηνοδικείου ὅστις καὶ ἐξηργύρωσε τὸ πρῶτον καὶ διετέθη τὸ ποσὸν τούτου πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ὀροφῆς, ἐνῷ τὸ δεύτερον, διὰ τὴν ἀπαραίτητον ἐσωτερικὴν ἐπισκευήν, οὐδέποτε ἐξηργυρώθη, διότι ἂν ἐξετελοῦντο αἱ ἐπισκευαὶ αὗται, θὰ καθίστατο ἀσυναγώνιστος ἡ οἰκία τῆς χήρας Ζαχαράκου καὶ τοῦτο ἀντέκειτο εἰς τὸ κομματικὸν συμφέρον κυβερνητικοῦ παράγοντος, ἐνδιαφερομένου διὰ τὴν μίσθωσιν τῆς νέας οἰκοδομῆς. Ἡ ἰδιοκτήτρια ἐζήτησε τὴν ἀποδέσμευσιν τῆς οἰκίας της καὶ προεκηρύχθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπανειλημμέναι μειοδοτικαὶ δημοπρασίαι πρὸς μίσθωσιν Εἰρηνοδικείου, χωρίς, ὅμως, νὰ ὑπάρχουν ἄλλαι προσφοραί, πλὴν τῆς χήρας Ν. Ζαχαράκου. Αἱ δημοπρασίαι, ὅμως, αὗται ἠκυροῦντο συνεχῶς ὑπὸ τῆς Νομαρχίας Λακωνίας, ἐπὶ τῇ αἰτιολογίᾳ, ὅτι τὸ ζητούμενον μίσθωμα τῶν 1.400 ἢ καὶ 1.300, ἐν συνεχείᾳ, ἦτο ὑπερβολικόν. Ἐν τῇ πραγματικότητι, αἱ δημοπρασίαι αὗται ἠκυροῦντο δι’ ὡρισμένον σκοπόν, ἵνα ἀποπερατωθῇ ἡ ἀνέγερσις τοῦ οἰκήματος τοῦ κομματικοῦ φίλου, κυβερνητικοῦ παράγοντος. Ὅταν ἡ ἀνέγερσις ταύτης ἐπερατώθη, σχεδόν, προεκηρύχθη νέα μειοδοτικὴ δημοπρασία, καθ’ ἣν ἡ μὲν χήρα Ζαχαράκου ἐζήτησε μηνιαῖον μίσθωμα δραχμῶν 950, ἀντὶ τῶν 1.000, ἃς ἐλάμβανεν ἕως τότε, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης τῆς νέας οἰκοδομῆς δραχμὰς 900. Ὡς ἐλέχθη, ὅτι ἡ ἐπὶ 28ετίαν ὁλόκληρον χρησιμοποιηθεῖσα ὡς δικαστικὸν οἴκημα Μολάων οἰκία τῆς χήρας Ζαχαράκου, εὑρίσκεται εἰς τὸ κέντρον τῆς πόλεως, διώροφος, μὲ ἄπλετον φῶς καὶ ἥλιον, ἐν ᾧ ἡ ἀνεγερθεῖσα νέα ἰσόγειος οἰκοδομὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ μίαν αἴθουσαν, διαρρυθμισθεῖσαν ἐκ τῶν ἐνόντων, εὑρίσκεται δὲ εἰς ἀπόκεντρον σημεῖον τῆς κωμοπόλεως, εἶναι σχεδὸν σκοτεινὴ καὶ ἀνήλιος καὶ μάλιστα μεταξὺ δύο χανίων– σταύλων, μὲ ἀποπνικτικὴν δυσοσμίαν. Λόγῳ δὲ τῆς σπουδῆς ἀνεγέρσεώς της, διὰ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν δημοπρασίαν, ὑπῆρξαν τεχνικαὶ ἀτέλειαι, οὕτως ὥστε, συνεπείᾳ τῶν τελευταίων βροχῶν, ἐπλημμύρισεν ὁλόκληρον τὸ οἴκημα. Παρὰ ταῦτα, ἡ ἐπὶ τῆς δημοπρασίας Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἀμφότερα κατάλληλα καὶ τὴν μὲν οἰκίαν τῆς χήρας Ζαχαράκου ὁμοφώνως, ἐνῷ τὴν δευτέραν κατὰ πλειοψηφίαν. Εἶναι περιττὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ δημοπρασία ἀπέβη ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς νέας οἰκοδομῆς, διότι τοῦτο ἐπέβαλε τὸ κομματικὸν συμφέρον καὶ εἶχε δοθῆ, δημοσίᾳ, πρὸς τοῦτο ὑπόσχεσις Κυβερνητικοῦ παράγοντος. Ὡς μόνη δικαιολογία προτιμήσεως εὑρέθη ἡ πεντηκοντάδραχμος μηνιαία διαφορὰ τοῦ μισθώματος μεταξὺ τῶν δύο προσφορῶν. Ἀλλ’ ἡ διεξαγαγοῦσα τὴν δημοπρασίαν Ἐπιτροπή, περιλαμβάνουσα μάλιστα δύο οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παρεβίασαν ἐν προκειμένῳ ἐντελῶς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 21 παρ. 2 τοῦ Β. Δ. τῆς 19 Νοεμβρίου 1932 «περὶ στεγάσεως δημοσίων ὑπηρεσιῶν» καὶ καθ’ ἣν, ἐὰν τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς μεταστεγαζομένης δημοσίας ὑπηρεσίας εἶναι ἀνώτερα τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν δύο προσφορῶν, παραμένει ἡ ὑπηρεσία, ὑπὲρ ἧς ἡ δημοπρασία, εἰς τὸ παλαιὸν οἴκημα. Καὶ φυσικὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἐν προκειμένῳ εἶναι ὑπερδιπλάσια τῶν δρχ. 600, τοὐτέστι τῆς ἐτησίας διαφορᾶς μεταξὺ τῶν δύο προσφορῶν. Οὕτω, μετὰ 27 ἐτῶν συνεχῆ χρησιμοποίησιν τῆς διωρόφου οἰκίας τῆς χήρας Ζαχαράκου, ἀπολύτως καταλληλοτάτης διὰ τὸν χρησιμοποιηθέντα σκοπόν, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον καὶ μόνον πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων ἐγκατέλειψε ταύτην χωρὶς κἂν νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἀπαραιτήτους ἐπισκευὰς αὐτῆς, λόγῳ φθορῶν ἐκ τῆς μακροχρονίου ταύτης χρησιμοποιήσεως τοῦ μισθίου. Τὸ ὅτι δὲ ἡ νέα οἰκοδομή, ἡ μετὰ τόσης σπουδῆς μισθωθεῖσα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δὲν ἦτο ἀκόμη ἑτοίμη διὰ τὸν προσφερθέντα σκοπόν, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ ἀρχεῖον τοῦ Εἰρηνοδικείου καὶ Πταισματοδικείου παρέμεινεν εἰς τὸ παλαιὸν οἴκημα ἐπὶ δίμηνον, παρὰ τὰς ἐπανειλημμένας ἐγγράφους καὶ προφορικὰς διαμαρτυρίας τῆς χήρας Ζαχαράκου πρὸς τὴν Νομαρχίαν, ἐν ἀναμονῇ διαρρυθμίσεως τῆς ἐνοικιασθείσης ἰσογείου αἰθούσης τῆς νέας οἰκοδομῆς. Τὸ Ἀγροτικὸν Ἰατρεῖον Σκουταρίου, ἐστεγάσθη, ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, εἰς τὴν οἰκίαν Χρ. Κρητικοῦ, κριθεῖσαν, ἐπανειλημμένως, πρὸς τοῦτο κατάλληλον ὑπὸ τῆς εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς. Λόγῳ λήξεως τῆς συμβατικῆς μισθώσεως ἀπεφασίσθη ἡ διενέργεια νέας μειοδοτικῆς δημοπρασίας. Ἀρχικῶς, ὑπεβλήθησαν δύο αἰτήσεις, τοῦ Χρ. Κρητικοῦ καὶ τοῦ Ἱερέως Σπ. Στρατάκου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἔκδηλον τὸ κομματικὸν ἐνδιαφέρον Κυβερνητικοῦ παράγοντος. Ἡ τοπικὴ Ἐπιτροπὴ περὶ ἐξακριβώσεως καταλληλότητος τῶν προσφερθεισῶν δύο οἰκιῶν, ἀποτελουμένη ἐκ τοῦ Προέδρου Κοινότητος Γ. Στρατάκου, πρώτου ἀνεψιοῦ τοῦ Ἱερέως, τοῦ Ἀστυνομικοῦ Σταθμάρχου καὶ τῆς Ἀγροτικοῦ Ἰατροῦ Μελπομένης Τομπρουτῆ ἔκρινε τὴν οἰκίαν Χρ. Κρητικοῦ, τὴν φορὰν αὐτήν, ἀκατάλληλον δι’ ἀγροτικὸν Ἰατρεῖον, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ τὴν ἀποκλείσῃ τῆς δημοπρασίας, καὶ τὴν ἄποψίν της ταύτην ἐνέκρινε τὸ Ὑγειονομικὸν Κέντρον Λακωνίας, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5271 τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1962 ἀναφορᾶς του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας. Οὕτω δὲ παρέμεινεν ὡς μόνη κατάλληλος ἡ οἰκία Σπ. Στρατάκου, ἀπολύτως ἀκατάλληλος, ὡς θὰ ἐκτεθῇ ἐν τοῖς ἑπομένοις. Ἐν τῷ μεταξὺ καὶ πρὸ πάσης ἀποφάσεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπὸ τοῦ Νομαρχιακοῦ Συμβουλίου Ὑγείας καὶ Ἀσφαλίσεως Ἀγροτῶν Λακωνίας ὑπεβλήθη καὶ τρίτη αἴτησις ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοῦτο, τοῦ Σταύρου Καβουλάκου, ἰδιοκτήτου τῆς καταλληλοτέρας διὰ τὸν προοριζόμενον σκοπὸν οἰκίας. Ἐν τούτοις, τὸ Νομαρχιακὸν Συμβούλιον κηδόμενον οὐχὶ τοῦ ὑπηρεσιακοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ μόνον τοῦ κομματικοῦ, ἀπέρριψε καὶ τὴν νέαν αἴτησιν, ἐπὶ τῇ αἰτιολογίᾳ, ὅτι ὑπεβλήθη ἀπ’ εὐθείας εἰς αὐτὸ καὶ οὐχὶ εἰς τὴν τοπικὴν Ἐπιτροπὴν Σκουταρίου καὶ ἐνέκρινε τὴν μίσθωσιν τῆς οἰκίας τοῦ Ἱερέως Σπ. Στρατάκου καὶ ἀφ’ οὗ προηγουμένως ἐκτελεσθῶσιν ὡρισμέναι προσθῆκαι, ἀντὶ μηνιαίου μισθώματος δρ. 400, ὅσας ἐζήτησε καὶ ὁ Σ. Καβουλάκος διὰ τὴν ἰδικήν του, ἀσυγκρίτως καταλληλοτέραν. Καίτοι ὁ Νομίατρος Σπάρτης κατὰ τὴν ἐπιτόπιον μετάβασίν του εἰς Σκουτάρι ἐξήτασε καὶ τὰς δύο προσφερθείσας οἰκίας, Στρατάκου καὶ Καβουλάκου, ἐν τούτοις ἀπέφυγεν εἰς τὴν πρὸς τὸ Συμβούλιον Ὑγείας καὶ Ἀσφαλίσεως Ἀγροτῶν εἰσήγησίν του νὰ ἐκθέσῃ τὰ πλεονεκτήματα τῆς δευτέρας ἔναντι τῆς πρώτης, διότι ἐγνώριζεν ὅτι τοῦτο θ’ ἀπήρεσκεν εἰς τὸν προστάτην του Κυβερνητικὸν παράγοντα. Ἐκ τῆς οἰκίας Στρατάκου προσεφέρθησαν πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ Ἀγροτικοῦ Ἰατρείου δύο μόνον δωμάτια, διότι εἰς δύο ἕτερα κατοικεῖ ἡ οἰκογένεια τοῦ ἰδιοκτήτου Ἱερέως καὶ εἰς τὸ πέμπτον λειτουργεῖ καφενεῖον καὶ ταβέρνα. Ἀντιθέτως ἡ προσφερθεῖσα πρὸς μίσθωσιν οἰκία τοῦ Σταύρου Καβουλάκου εὑρίσκεται εἰς τὸ κέντρον τοῦ χωρίου, παραπλεύρως τοῦ τηλεφωνείου, σύγκειται ἐκ τριῶν εὐρυχώρων δωματίων καὶ προσεφέρθη ὁλόκληρος ἀντὶ μισθώματος δραχμῶν 400 μηνιαίως. Ἐκ τῆς ἀπολύτως ἀκαταλλήλου οἰκίας Στρατάκου, διὰ τὰ ἐκτεθέντα μειονεκτήματα, προσεφέρθησαν ἀντὶ δραχ. 400 μηνιαίως μόνον δύο δωμάτια. Ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλως, ἀφοῦ τὸ κομματικὸν συμφέρον ἐπέβαλε τὴν μίσθωσιν τῶν δύο δωματίων. Οἱ κυριώτεροι συντελεσταὶ τῆς ἐκθέσεως κομματικῆς ἀσχημίας εἶναι, ἀφ’ ἑνὸς ἡ ὀργανικὴ ἰατρὸς Σκουταρίου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ Νομίατρος Λακωνίας. Τῆς πρώτης ὁ διορισμὸς εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπηγορεύετο, διότι δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 26 τῆς 23 Ἰανουαρίου ἀποφάσεως τοῦ πενταμελοῦς Ἐφετείου Ἀθηνῶν κατεδικάσθη εἰς 8½ μηνῶν φυλάκισιν ἐπὶ ἀπάτῃ καὶ πλαστογραφίᾳ μετὰ χρήσεως εἰς βάρος τοῦ Ι.Κ.Α., παρὰ τῷ ὁποίῳ ἦτο διωρισμένη. Ἐπλαστογράφησε περὶ τὰς 600 συνταγὰς καὶ ἐγένετο οὕτω πρόξενος σημαντικῆς ζημίας τοῦ ἄνω Ἀσφαλιστικοῦ Ἱδρύματος. Ἐν τούτοις μετὰ τὴν ἀπόλυσίν της ἐκ τῶν φυλακῶν, ὅπου παρέμεινεν ὑπόδικος ἐπὶ ἐννέα μῆνας, καὶ συγκεκριμένως τὴν 11 Ἰανουαρίου 1957 διωρίσθη Ἀγροτικὴ ἰατρὸς Σκουταρίου. Φαίνεται, ὅτι διὰ τὸν διορισμόν της ἐζητήθη ἡ προσαγωγὴ μόνον πιστοποιητικοῦ κοινωνικῆς ὑγείας, φρονημάτων δηλαδή, οὐχὶ δὲ καὶ πιστοποιητικοῦ δικαστικῆς ὑγείας, τοὐτέστιν ἀπόσπασμα ποινικοῦ μητρώου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν νομίατρον Λακωνίας περιορίζομαι νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν δημοσιευθεῖσαν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς τῆς 4 τρέχοντος μηνός, ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ Ὑγιεινῆς, εἰς σχετικὴν διὰ τὴν ὑπηρεσιακὴν δρᾶσιν τοῦ ἄνω νομιάτρου ἐρώτησίν μου. Ἀναγράφονται, λοιπόν, εἰς τὴν Ὑπουργικὴν ταύτην ἀπάντησιν τὰ ἑξῆς: α) Τὸ 1949 ἠσκήθη ἐναντίον τοῦ νομιάτρου τούτου δίωξις ἐπὶ ὑπεξαιρέσει, ἀπάτῃ κλπ. καθ’ ὃν χρόνον ὑπηρέτει ὡς νομίατρος ἐν Πύργῳ τῆς Ἠλείας καὶ διὰ βουλεύματος παρεπέμφθη ἐνώπιον τοῦ Πενταμελοῦς Ἐφετείου Πατρῶν, παρ’ οὗ καὶ ἀπηλλάγη τῆς ἄνω κατηγορίας, δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 131)1951 ἀποφάσεώς του. β) Κατὰ τὸ αὐτὸ ὡς ἄνω ἔτος ἠσκήθη κατ’ αὐτοῦ καὶ ἑτέρα κατηγορία διὰ διαφόρους διαχειριστικὰς ἀνωμαλίας τῆς ἀνθελονοσιακῆς ὑπηρεσίας τοῦ οὗτινος προΐστατο Ὑγιειονομικοῦ Κέντρου, πράξεις δι’ ἃς κατεδικάσθη, δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 50 τῆς 25 Φεβρουαρίου 1952 ἀποφάσεως τοῦ αὐτοῦ Πενταμελοῦς Ἐφετείου εἰς φυλάκισιν δύο ἐτῶν, μετ’ ἀναστολῆς. γ) Τέλος κατὰ τὸ ἔτος 1960 ὑπηρετῶν ὡς νομίατρος Ἀρκαδίας κατεδικάσθη ὑπὸ τοῦ Τριμελοῦς Ἐφετείου Ναυπλίου εἰς φυλάκισιν ἑνὸς μηνός, ἐπὶ παρανόμῳ βίᾳ καὶ συνεπείᾳ τούτου ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς διὰ δυσμενοῦς μεταθέσεως εἰς τὸ Ὑγειονομικὸν Κέντρον Λακωνίας, ὡς ἐπὶ λέξει ἀναγράφεται εἰς τὴν ἀνωτέρω Ὑπουργικὴν ἀπάντησιν. Τοὺς οὕτω βεβαρημένους διὰ καταδικαστικῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἀνωτέρω ὑγειονομικοὺς ὑπαλλήλους τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας διατηρεῖ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τοὺς ἀνέθεσε τὴν ἄσκησιν ἐν Λακωνίᾳ διοικητικῆς δικαιοδοσίας, διότι ἦτο πεπεισμένον, ὅτι θὰ καθίσταντο πειθήνια κομματικὰ ὄργανα. Καὶ ἔχομεν πάμπολλα τὰ δείγματα ἐν Λακωνίᾳ τῆς θρησκευτικῆς προσηλώσεως τοῦ κ. νομιάτρου εἰς τὸ ὑπαγορευόμενον αὐτῷ ἑκάστοτε κομματικὸν συμφέρον.
§35Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων ἐπιθυμῶ νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς τὰς 3)10)62 τὴν ἐρώτησίν του ἀπευθυνομένην πρὸς τὸν Ὑπουργὸν Οἰκονομικῶν ὡς ἁρμόδιον ἐπὶ τῆς στεγάσεως. Ἡ Βουλὴ τὴν διεβίβασε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν εἰς τὰς 14 Ὀκτωβρίου 1962, ὁ Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν ἀμέσως εἰς τὰς 17)10)62 ἀπηύθυνεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Νομάρχην Λακωνίας νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως. Πράγματι ὁ φάκελλος περιῆλθεν εἰς ἡμᾶς τὴν 1ην Νοεμβρίου καὶ ἐν συνεχείᾳ κατετέθη ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἀνέφερεν εἰς τὰς 17)11)62 ὅτι σᾶς ἐπιστρέφομεν τὸν φάκελλον, τοῦ ὁποίου τὴν κατάθεσιν ἐζήτησεν ὁ βουλευτὴς κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔλαβε γνῶσιν αὐτοῦ. Αὐτὰ ὡς πρὸς τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ ταχύτερον διότι ἡ νομαρχία Λακωνίας ἀπέχει ἀρκετὰ τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ ἀπόψεως ἀποστάσεως. Ἐπὶ τῆς οὐσίας. Καθ’ ἃ μᾶς ἀνέφερεν ἡ ἁρμοδία Νομαρχία διὰ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, διότι δὲν κρατεῖ τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς οὔτε ἔχει τὴν ἀπ’ εὐθείας ἁρμοδιότητα, ἁπλῶς ἐποπτικὴν ἁρμοδιότητα ἔχει, τὸ 1957, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἡ ἰδιοκτήτρια εἰς Μολάους, ἔνθα ἐστεγάζετο τὸ Εἰρηνοδικεῖον, ὑπέβαλεν αἴτησιν λήξεως τῆς μισθώσεως καὶ ἄρσεως τῆς ἐνοικιοστασιακῆς προστασίας. Κατόπιν αὐτοῦ προεκηρύχθη εἰς τὰς 26 Ἰουλίου 1957 ἀπὸ τὸν ἐκεῖ οἰκονομικὸν ἔφορον ἡ δημοπρασία ἡ ὁποία ἀπέβη ἄγονος παρ’ ὅτι ἐπὶ ἑπτὰ συνεχεῖς φορὰς ἐγένετο. Ἡ Ζαχαράκου ὅμως, ἡ ἰδιοκτήτρια τοῦ ἀκινήτου, ἐπειδὴ τὸ οἴκημά της ἐξηκολούθει νὰ κατέχεται ἀπὸ τὸ Εἰρηνοδικεῖον, ὑπέβαλεν αἰτήσεις τὸ 1961 εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς Οἰκονομικῶν καὶ Δικαιοσύνης καὶ ἐζήτει τὴν ταχυτέραν ἀποδέσμευσιν τοῦ ἀκινήτου της. Κατόπιν αὐτοῦ, ἐντολῇ τοῦ Νομάρχου, ὁ ἔφορος ἐπανέλαβε τὴν δημοπρασίαν εἰς τὰς 6)8)61, μειοδότης δὲ ἀνεδείχθη ὁ Κ. Κολιάκος μὲ μίσθωμα προσφερθὲν 1300 δραχμῶν μηνιαίως. Δὲν ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ διότι ἦτο ὑπερβολικὸν τὸ μίσθωμα. Ἐν συνεχείᾳ ἐγένετο νέα δημοπρασία εἰς τὰς 24)4)62, ὁπότε μειοδότης ἀνεδείχθη ἡ Ἀφροδίτη Ζαχαράκου μὲ μηνιαῖον μίσθωμα 1400 δραχμῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ πρακτικὰ αὐτὰ δὲν ἐνεκρίθησαν διότι ἦτο ὑπερβολικὸν τὸ μίσθωμα. Ἐπανελήφθη ἡ δημοπρασία εἰς τὰς 30)7)62 καὶ μειοδότης ἀνεδείχθη ὁ Θ. Μαρούσης μὲ μίσθωμα μηνιαῖον 900 δραχμῶν, καὶ αὐτὰ τὰ πρακτικὰ ἐνεκρίθησαν. Ἐπὶ τῆς ἐπιτευχθείσης μεταστεγάσεως ἀρκοῦμαι νὰ ἀναφέρω σήμερον ἐπὶ τῆς καταλληλότητος καὶ τῶν ἄλλων προσόντων τοῦ νέου κτιρίου ἀπόσπασμα τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Εἰσαγγελέως Σπάρτης, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης εἰς τὰς 16)11)62 καὶ λέγει ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅτι «ἐπετεύχθη ἡ μεταστέγασις τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἐπιδαύρου–Λιμηρᾶς εἰς οἰκοδομὴν κατάλληλον, μεταφερθέντος τοῦ δικαστηρίου τούτου ἐκ τοῦ ἀκαταλλήλου κτιρίου, εἰς ὃ ἐστεγάζετο καὶ ἡ μεταστέγασίς του ἐπετεύχθη ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου». Ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ἰατρείου Σκουταρίου κατὰ τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου. Τὸ ἱστορικὸν τὸ ἀνέφερεν ὁ συνάδελφος κ. Παπαμιχαλόπουλος, ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω ὡρισμένας ἡμερομηνίας διὰ νὰ ἔχῃ σαφῆ ἀντίληψιν ἡ Βουλή. Ἔληξε τὸ συμβόλαιον τῆς μισθώσεως αὐτῆς ποὺ στεγάζεται τὸ ἀγροτικὸν ἰατρεῖον τῆς περιφερείας ἐκείνης καὶ ἀπεστάλη παρὰ τοῦ ὑγειονομικοῦ κέντρου Λακωνίας Σπάρτης πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς κοινότητος Σκουταρίου εἰς τὰς 28)3)1962 ἔγγραφον καὶ ἐκοινοποιήθη καὶ εἰς τὸν ἀγροτικὸν ἰατρὸν Σκουταρίου ἡ σχετικὴ ἀνακοίνωσις διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τοῦ καταλλήλου οἰκήματος, μὲ τὴν παράκλησιν νὰ τοιχοκολληθῇ εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ χωρίου. Ἡ προθεσμία διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν προσφορῶν ὡρίσθη δεκαήμερος ἀπὸ τῆς ἀνακοινώσεως. Ὑπάρχει εἰς τὸν φάκελλον τὸ ἀποδεικτικὸν τοῦ κλητῆρος τῆς κοινοποιήσεως, ὡς γίνεται πάντοτε, ὅτι ἐτοιχοκολλήθη εἰς τὰς 3.3.1962. Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Σκουταρίου διεβίβασεν εἰς τὸ ὑγειονομικὸν κέντρον Λακωνίας τὰ σχετικὰ διὰ νὰ ἐγκρίνῃ πλέον τὸ ἁρμόδιον νομαρχιακὸν συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγονται αὐταὶ αἱ ἁρμοδιότητες, μὲ τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς τοπικῆς, ἡ ὁποία ἔκρινε τὴν καταλληλότητα τοῦ προσφερθέντος οἰκήματος. Ὑπεβλήθησαν δὲ δύο αἰτήσεις εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ μία ἑνὸς Σπ. Στρατάκου καὶ ἡ ἄλλη ὑπὸ τοῦ Χ. Κρητικοῦ, ὁ πρῶτος ἐζήτει μηνιαῖον μίσθωμα 400 δρχ. καὶ ὁ δεύτερος 280 δρχ. μηνιαίως. Ἡ Ἐπιτροπὴ προέκρινε τὴν πρώτην προσφοράν, τὴν οἰκίαν τοῦ Σ. Στρατάκου μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ἔκαμεν ὡρισμένας βελτιώσεις καὶ διαρρυθμίσεις. Ὁ νομίατρος ἐνήργησεν αὐτοψίαν εἰς τὰς 7.8.1962 καὶ μετὰ τὴν αὐτοψίαν του τὸ εἰσήγαγεν εἰς τὸ νομαρχιακὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐνέκρινε τὴν ἐνοικίασιν αὐτῆς τῆς οἰκίας τοῦ Σ. Στρατάκου ὡς τὴν καταλληλοτέραν, συμφωνῆσαν τὸ νομαρχιακὸν συμβούλιον μὲ τὴν ἄποψιν τῆς τοπικῆς ἐπιτροπῆς. Μετὰ ἕνα τρίμηνον ἀπὸ τῆς δημοπρασίας, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ἡ τοπικὴ ἐπιτροπή, ὑπεβλήθη νέα αἴτησις ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ὑγειονομικὸν κέντρον ὑπὸ τῆς Ἀναστασίας Καβουλάκου, ἡ ὁποία προσέφερε πρὸς ἐνοικίασιν τὴν οἰκίαν της ἀντὶ 300 δρχ. μηνιαίως, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει διότι δὲν ὑπεβλήθη κανονικῶς καὶ ἐμπροθέσμως. Ἡ Νομαρχία καὶ τὰ ἁρμόδια ὄργανα κρίνουν ὅτι ἡ οἰκία αὐτὴ ἔχει ἀνεξάρτητον εἴσοδον, κρίνεται κατάλληλος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως θέσεως, ἐξυπηρετεῖ τὸ σύνολον τοῦ χωρίου καὶ τῶν πέριξ οἰκισμῶν καὶ ἔχει καθ’ ὅλα σύμφωνα μὲ τὴν διακήρυξιν τὰ δύο δωμάτια. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικόν. Πέραν τούτου δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ πληροφορήσω τὸ Σῶμα.
§36Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κοινοτικοῦ Καταστήματος ἔκρινεν ὡς κατάλληλον τὸ νεοκτισθέν, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξετάσῃ, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν τὸ ἔκρινε, ἐνῷ παμψηφεὶ ἔκρινε κατάλληλον τὸ παλαιόν.
§37Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, δυστυχῶς, ὁ φάκελλος ἐπεστράφη καὶ δὲν τὸν εἴδατε, οὔτε ἐγὼ τὸν εἶδα καὶ δὲν τὸν ἔχω εἰς τὰς χεῖρας μου σήμερον, διὰ νὰ σᾶς δώσω ἄμεσον πληροφορίαν. Ἐν τούτοις, θὰ τὸ ἐρευνήσω.
§38Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχει ἰδίαν ἀντίληψιν. Τοῦ ἀνέφερεν ὁ Εἰσαγγελεὺς καί, δυστυχῶς, ὁ Εἰρηνοδίκης μόλις εἶχε τοποθετηθῆ εἰς τοὺς Μολάους, ἐπῆγεν, εἶδε τὸ οἴκημα, τὸ ἔκρινε κατάλληλον. Παρακαλῶ, ὅμως νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἂν κατὰ τὰς τελευταίας βροχὰς ἐπλημμύρισαν δὶς καὶ τρὶς καὶ ἂν παρέσυρε μέρος τοῦ Ἀρχείου ἀκόμη. Τρίτον, ἂν κεῖται μεταξὺ δύο χανίων καὶ ὑπάρχει δυσοσμία ἀφόρητος. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐρωτήματα ποὺ πρέπει νὰ τεθοῦν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§39Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀπαντᾶ εἰς αὐτὸ τὸ ἐρώτημά σας διὰ τῆς ἐκθέσεώς του. Λέγει: «Ἐπετεύχθη ἡ μεταστέγασις εἰς καινουργὲς καὶ κατάλληλον οἴκημα, ὑπὸ πᾶσαν ἄποψιν.
§40Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔχει ἰδίαν ἀντίληψιν. Ἑτερόφωτος καὶ ἑτεροκίνητος εἶναι. Στηρίζεται εἰς τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας τοῦ ἔστειλεν ὁ Εἰρηνοδίκης, ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς, ἦτο Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ δεύτερα, δὲν ἀπηντήσατε, δὲν εἴχατε καὶ νὰ εἴπητε τίποτε ἐπὶ τῶν καταγγελιῶν ἐπὶ τῶν δύο προσώπων.
§41Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας εἶναι ἁρμόδιος.
§42Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Κοιν. Προνοίας ἀντίγραφον τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν διὰ τὴν δρᾶσιν τῶν δύο αὐτῶν ἐκλεκτῶν ἀντιπροσώπων τῆς Δημοσίας Ὑπηρεσίας εἰς τὴν Σπάρτην.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσομεν περαιωθεῖσαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὰς κατὰ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ Κανονισμοῦ προτασσομένας ἐπερωτήσεις. Καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 255 τῶν κ.κ. Ι. Ζίγδη καὶ Ι. Τούμπα πρὸς τὸν Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφου ἀναφερομένου εἰς τὴν σταδιοδρομίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γ. Ε.Σ. κ. Β. Καρδαμάκη. Κύριοι συνάδελφοι, σχετικαὶ μὲ τὸ ἐν λόγῳ θέμα εἶναι καὶ ἄλλαι ἐπερωτήσεις προτιμώμεναι κατὰ τὸν Κανονισμόν, αἱ ὑπ’ ἀριθ. 282 καὶ 283 τοῦ Ι. Ζίγδη. Ὑπάρχει ἀκόμη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 368 κοινὴ ἐπερώτησις τῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Γ. Αὐγεροπούλου κλπ., ἀφορῶσα τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Ὑπάρχει νομολογία τοῦ Σώματος, ὅτι αἱ σχετικαὶ ἐπερωτήσεις συζητοῦνται. Θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν τὸ Σῶμα νὰ συζητηθοῦν συγχρόνως ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐπερωτήσεις;
§44Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθνικ. Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ συζητηθοῦν συγχρόνως, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ κερδίσωμεν καὶ χρόνον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τούμπας, ἔχει τὸν λόγον.
§46Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Ζίγδη, εἴχομεν καταθέσει ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ Νοεμβρίου π. ἔτους μίαν αἴτησιν καταθέσεως, εἰς τὸ Προεδρεῖον τοῦ Σώματος, ἐγγράφων, ἀφορώντων τὴν σταδιοδρομίαν τοῦ τότε Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ. Ἀντιστρατήγου Καρδαμάκη. Λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα αὐτά, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἡ αἴτησις καταθέσεώς μας ἐγγράφων μετετράπη εἰς ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία προτάσσεται σύμφωνα πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ ἔρχεται σήμερον πρὸς συζήτησιν. Κύριε Πρόεδρε, τόσον ἐγώ, προσωπικῶς, ὅσον καὶ τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, θεωροῦμεν ὅτι εἶναι ἄνευ περιεχομένου, πλέον, τὸ θέμα. Διότι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικός, διὰ τὸν ὁποῖον εἴχομεν ζητήσει τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν σταδιοδρομίαν του, δὲν ὑπηρετεῖ πλέον. Ὁ σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεως δὲν ἦτο σκοπὸς προσωπικός, οὔτε εἴχομεν σκοπὸν νὰ θίξωμεν τὸ πρόσωπον τοῦ Α ἢ τοῦ Β. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν καμμίαν πρόθεσιν, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ θέμα, νὰ δημιουργοῦμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ τύχουν ἐκμεταλλεύσεως εἰς βάρος τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν θεωροῦμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα καὶ δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§48Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ μῆνας—καὶ συνήθως ὑπὸ τὴν κάλυψιν τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν βουλευτὴν—διετυπώθησαν διαβολαὶ καὶ προσβολαὶ ἐναντίον τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ τῆς ἡγεσίας των καί, παρ’ ὅλον ὅτι σήμερον δὲν εἶναι Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. ὁ κ. Καρδαμάκης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ μῆνας νὰ λέγωνται καὶ νὰ δημοσιεύωνται ὅσα ἔχουν λεχθῆ καὶ δημοσιευθῆ καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀποκαλυφθῇ διὰ τῆς συζητήσεως ποία πράγματι εἶναι ἡ ἀλήθεια, νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα. Θέμα ὑπάρχει καὶ νομίζω ὅτι, παρὰ τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. Τούμπας, οἱ ἐπερωτῶντες ἔχουν ἂν μὴ τυπικήν, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναπτύξουν τὴν ἐπερώτησίν των.
§49Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ εἴπω εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἡ χειραφέτησις τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων θὰ ἀνήγετο εἰς τόσον ὑψηλὸν σημεῖον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὥστε νὰ θεωρῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καθοδηγήσῃ ἡμᾶς, τοὺς εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν εὑρισκομένους, εἰς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσωμεν ἐπὶ τῆς Α ἢ Β ἐπερωτήσεως. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέλῃ νὰ ἀξιοποιήσῃ τόσον πολὺ τὴν θέσιν του ὡς Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ κομματικὰ ὀφέλη εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις καὶ νὰ θέλῃ θέμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς θεωροῦμεν ὅτι διὰ λόγους προσωπικοὺς δὲν πρέπει νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ τὸ φέρῃ πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν διότι θεωρεῖ ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐμφανίζεται προστατεύων τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις. Εἶναι ἡ πρώτη φορά, παρὰ τὸ ὅτι ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ θητεύω ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἶναι ἡ πρώτη φορά, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ποὺ ἐμφανίζεται Ὑπουργὸς νὰ θέλῃ νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Οὕτω δι’ ἡμᾶς ἔχει τὸ θέμα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι ἀκριβῆ ἢ ἀνακριβῆ τὰ ὅσα λέγομεν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ πάλιν τὴν αἴτησιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καταθέσει, ἀλλὰ καὶ τὰς δηλώσεις διὰ τοῦ Τύπου, εἰς τὰς ὁποίας, ὅπως καλῶς ἐνθυμεῖται, δὲν ἀπεδείχθη οὐδέν, τὸ ὁποῖον νὰ εἴχομεν ὑποστηρίξει ὁ συνάδελφός μου κ. Ζίγδης καὶ ἐγώ, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἦτο ἀκριβές. Ἑπομένως, δὲν εἶναι ἐκεῖ τὸ θέμα, ἂν ἦσαν ἀκριβῆ ἢ ἀνακριβῆ ἐκεῖνα ποὺ ἐλέγομεν ἡμεῖς. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ μίαν εἰσέτι φορὰν ἐπιχειρεῖ νὰ ἀξιοποιήσῃ τὴν μοναδικὴν στοργὴν ὑπὲρ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ νὰ ἐμφανίσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὅτι κάμνει τὸ ἀντίθετον. Καὶ θέλει νὰ τὸ κάμῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποὺ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἔχουσα ἀκριβῶς πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ συμφέρον, τὸ πραγματικόν, τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει της ὅλον αὐτὸν τὸν ὁρμαθὸν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχει, δὲν θέλει — καὶ διότι τὸ πρόσωπον ἔφυγε καὶ δι’ ἄλλους λόγους ποὺ τὴν ἀφοροῦν — νὰ ἀναξέσῃ πληγάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρουν βλάβην εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις.
§50Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, σχεδὸν προέβη εἰς ἔναρξιν ἀναπτύξεως τῆς ἐπερωτήσεώς του ὁ κ. Τούμπας, ἰδίᾳ δὲ διότι ἀνέφερεν, ὅτι ἔχει ὁρμαθὸν ἐγγράφων, ἐνοχοποιητικῶν προφανῶς εἰς βάρος τῆς ἡγεσίας τοῦ στρατεύματος. Αὐτὸ ἐπιβάλλει καὶ εἰς τὸν κ. Τούμπαν καὶ εἰς τὸν κ. Ζίγδην νὰ ἀναπτύξουν τὴν ἐπερώτησίν των. Νὰ μᾶς εἴπουν τί γνωρίζουν, νὰ μᾶς εἴπουν τί καταλογίζουν εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις καὶ τὴν ἡγεσίαν των. Καὶ ν’ ἀπαντήσωμεν διὰ νὰ μορφώσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀρθὴν γνώμην. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπιμένω καὶ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Τούμπας καὶ ὁ κ. Ζίγδης τὴν ἐπερώτησίν των.
§51Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνῃ, ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ δι’ ὁτιδήποτε θὰ λεχθῇ, τὴν εὐθύνην θὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Βεβαίως θὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συσχετίζονται καὶ θὰ συζητηθοῦν συγχρόνως καὶ αἱ ἐπερωτήσεις ἄλλων συναδέλφων ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§53Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ μῆνα Νοέμβριον τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἶδον τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος πληροφορίαι θετικαί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπροτίθετο νὰ παρατείνῃ τὸ ὅριον ἡλικίας τοῦ Ἀντιστρατήγου κ. Καρδαμάκη, τότε Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ. διὰ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπροτίθετο νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ψήφισιν. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν προεδρικὴν ἕδραν, καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μητακίδης). Ἐπειδὴ παράτασις ὁρίου ἡλικίας ἀξιωματικοῦ εἶναι κἄτι ἐξόχως σπάνιον καὶ εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις συνέβη εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, ἐκ τῆς ἀναδρομῆς δὲ τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν ἐπείσθημεν, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις δι’ ἕνα ἀξιωματικὸν ὄχι μόνον νὰ μὴ παραταθῇ τὸ ὅριον ἡλικίας, ἀλλὰ νὰ τεθῇ εἰς ἀποστρατείαν, οὗτος ἦτο ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. καὶ διὰ νὰ πείσωμεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἐζητήσαμεν τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται μία σταδιοδρομία, ἥτις δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατάθεσιν νομοσχεδίου διὰ τὴν παράτασιν τοῦ ὁρίου ἡλικίας τοῦ ἐν λόγῳ ἀξιωματικοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων ἀπαντήσας, ὅτι πρόκειται περὶ ἀπορρήτων ἐγγράφων ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων καὶ οὕτω ἡ αἴτησίς μας μετετράπη εἰς ἐπερώτησιν, ἥτις κατὰ τὸν Κανονισμὸν συζητεῖται κατὰ προτίμησιν. Ἰδοὺ ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα βάσει τῶν ὁποίων φρονοῦμεν ὅτι κακῶς ἐσκέπτετο νὰ παρατείνῃ τὸ ὅριον ἡλικίας τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔπραξε λόγῳ τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο τόσον εἰς τὴν Βουλὴν ὅσον καὶ εἰς τὸν τύπον, ἀλλὰ καὶ διότι εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις ἐδημιουργήθη μία δυσφορία. Συνεπείᾳ τούτων ἡ Κυβέρνησις ἄφησε νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος, νὰ καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας καὶ νὰ ἀποστρατευθῇ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. δὲν εἶναι τυχαῖον. Ἡ θέσις αὐτὴ ἔχει μίαν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν ἐλάμπρυναν διὰ τῶν πράξεών των ὅσοι ἀνῆλθον εἰς αὐτήν. Διὰ νὰ φθάσῃ κανεὶς εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ. πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν λαμπρὰν ἱστορίαν τόσον ἐν εἰρήνῃ ὅσον καὶ πρὸ παντὸς ἐν πολέμῳ. Πρέπει νὰ ἔχῃ καθέξει ὅλας τὰς βαθμίδας, πρέπει νὰ ἔχῃ κάμει Μέραρχος, πρέπει νὰ ἔχῃ κάμει Διοικητὴς Σώματος Στρατοῦ. Δὲν εἶναι τυπικὰ προσόντα αὐτὰ εἶναι οὐσιαστικά. Διότι πρέπει ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. νὰ γνωρίζῃ τί σημαίνει διοίκησις Μεραρχίας, τί σημαίνει διοίκησις Σώματος Στρατοῦ, τί σημαίνει ἀνάπτυξις καὶ κίνησις Μεραρχίας ἢ Σώματος Στρατοῦ, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ καθορίζῃ καὶ τὰς ἀρχὰς βάσει τῶν ὁποίων θὰ καταρτίζῃ τὰ σχέδιά του δι’ ὅλας τὰς κινήσεις. Ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ καθέξῃ τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ., πρέπει νὰ ἔχῃ διέλθει διὰ τῶν ἐπικαίρων αὐτῶν θέσεων. Ἐν προκειμένῳ ὁ Ἀντιστράτηγος κ. Καρδαμάκης, δὲν συμβαίνει νὰ ἔχῃ διοικήσει μεγάλην Μονάδα. Οὐδέποτε ἐγένετο διοικητὴς Μεραρχίας καὶ δὲν διώκησε Σῶμα Στρατοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπέστειλε μέσῳ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωσε καὶ εἰς τὸν Τύπον, ἀναφέρει ὅτι ἐτοποθετήθη Διοικητὴς Μεραρχίας, ἀλλὰ δὲν ἐπῆγεν εἰς τὴν θέσιν αὐτήν. Ὡς διοικητὴς δὲ Σώματος Στρατοῦ ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, ὑπηρέτησεν μόνον ἐπὶ τρίμηνον. Ἐτοποθετήθη δηλαδὴ εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ τηρηθῇ ὁ τύπος. Κύριοι βουλευταί, προσπαθῶ νὰ μετρῶ τοὺς λόγους μου, διότι ἐπὶ θέματος τόσον σοβαροῦ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω κἄτι ποὺ θὰ ἀφίσταται ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν τῆς ἀκριβείας. Ὁ κ. Καρδαμάκης προητοιμάζετο νὰ γίνῃ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν εἶχε τὰ οὐσιαστικὰ καὶ τυπικὰ προσόντα. Καὶ εὐγνώμων τὸ ἀνταπέδωσε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὸ ὄργιον τῶν ἐκλογῶν τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1961.
§54Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Μόνος του, κύριε συνάδελφε;
§55Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ ἀκούσητε. Ὅταν ἦτο Ὑποστράτηγος ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου μὴ προακτέος λόγῳ ἐλλείψεως τυπικῶν καὶ οὐσιαστικῶν προσόντων. Ὑφυπουργὸς τότε τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Πρόεδρος τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου ἦτο ὁ συνάδελφος κ. Θεμελῆς. Ὁ κ. Καρδαμάκης ὑπέβαλεν αἴτησιν παραπόνων καὶ μετὰ ἀπὸ ὀλίγον καιρὸν συνῆλθεν ἐκ νέου τὸ Ἀνώτατον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονά του. Τότε, κατὰ τὴν δευτέραν ψηφοφορίαν, διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ὑφυπουργοῦ, τὸ Α.Σ.Σ. τὸν ἔκρινε προακτέον κατόπιν διαβεβαιώσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Συμβούλιον, τὴν ὁποίαν μετέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ὁ κ. Καρδαμάκης δὲν θὰ κατελάμβανεν ἡγετικὴν θέσιν, ἀλλ’ ὅτι ἐπιζητεῖται ἡ προαγωγή του, διότι χρειάζεται διὰ τὰς μπουλντόζας, ὅπου ἐπέδειξε δραστηριότητα. Κατόπιν τῆς διαβεβαιώσεως αὐτῆς τὰ μέλη τοῦ Α.Σ.Σ. ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς του καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν θὰ κατελάμβανε τὴν ὑψίστην θέσιν ἐν τῇ ἱεραρχίᾳ. Τότε κατελαμβάνετο ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας ὁ Ἀντιστράτηγος Σειραδάκης καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔφερε νόμον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ παρατάσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας τοῦ Ἀντιστρατήγου Σειραδάκη καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη ὁμοφώνως, διότι ἐπρόκειτο περὶ λαμπροῦ ἀξιωματικοῦ τιμήσαντος τὰς ἐπωμίδας του. Δὲν ἐφανταζόμεθα ὅμως τί ἐκρύπτετο πίσω ἀπὸ τὴν παράτασιν αὐτήν. Πράγματι, κύριοι βουλευταί, ἀπεσκοπεῖτο νὰ παρέλθῃ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος διὰ νὰ συμπληρωθοῦν τὰ τυπικὰ προσόντα τοῦ νέου διαδόχου του, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐκεῖνος διὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρξε διαβεβαίωσις ὅτι θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο διὰ τὰς μπουλντόζας. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὴν προεδρικὴν ἕδραν, καταλαμβάνει ὁ Α Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τούμπα, μὲ συγχωρεῖτε πάρα πολὺ ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόψω διὰ νὰ ἀναγνώσω μίαν πρότασιν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Πρὸς Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Κύριε Πρόεδρε, Θεωροῦντες τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ αὐταρχικοῦ μέτρου τῆς πολιτικῆς ἐπιστρατεύσεως ὡς ἀποκορύφωμα τῆς ἐπιθέσεως τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῶν πλέον δικαίων διεκδικήσεων τοῦ λαοῦ, ἐκδηλουμένην συγχρόνως καὶ μὲ τὴν ἐμμονήν της εἰς τὸ ἀντεργατικὸν νομοσχέδιόν της, προτείνομεν ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφράσῃ τὴν δυσπιστίαν της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὅλην ἀντιλαϊκὴν πολιτικήν της. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Φεβρουαρίου 1963 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Η. Ἠλιοῦ, Α. Μπριλλάκης, Ν. Κιτσίκης, Γ. Αὐγερόπουλος, Β. Ἐφραιμίδης, Σ. Ἠλιόπουλος, Μ. Σβώλου, Δ. Κελτεμλίδης, Ε. Μπενᾶ, Ι. Παπαδημητρίου, Γ. Λαμπράκης, Γ. Στεργίου, Θ. Παππᾶς, Κ. Χιωτάκης, Μ. Γιάννου, Ι. Εὐαγγελίδης, Γ. Τσαρουχᾶς, Ν. Τσόχας, Ε. Σακελλάρης, Θ. Γιαννόπουλος, Λ. Κύρκος». Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ὑποβάλλεται πρότασις δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 78 τοῦ Συντάγματος καὶ 53 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, παύει πᾶσα συζήτησις ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος καὶ συζητεῖται, κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν ἐν λόγῳ ἄρθρων, κατ’ ἀπόλυτον προτίμησιν, ἡ πρότασις αὕτη.
§57Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ τελειώσῃ πρῶτα ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ρήτωρ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. Πρόεδρε. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως δυσπιστίας καὶ μέχρι τῆς διεξαγωγῆς τῆς ψηφοφορίας ἐπ’ αὐτῆς, δὲν ὑπάρχει Συνταγματικὴ Κυβέρνησις· ἑπομένως πρὸς ποῖον Ὑπουργὸν ἀπευθύνεται ὁ ρήτωρ; (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, συζήτησιν τῆς προτάσεως ἐκφράσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. (Ὥρα 9.15′ μ.μ.)