| 677 | α) | Ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ὡς ἀνωτέρω | τόνν. | 1.400 | |
| 678 | β) | Ἐκ τῶν εἰσαγωγῶν ἐλεγχομένων ἤδη | τόνν. | 1.350 | |
| 679 | Σύνολον ἐκχυλισμάτων | τόνν. | 2.750 |
1963.01.23
3.870 στίχοι · 28.922 λέξεις · 1 πίνακας · 204 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 34η
Τετάρτη 23 Ἰανουαρίου 1963
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται, προσωρινῶς, ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Κεφαλογιάννης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§2Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Γραμματ.). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων τινῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Δερτιλῆς, Α. Ντάγγας καὶ Ε. Σκορδίλης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκσυγχρονισμοῦ τῶν ἀρτοποιείων, μεταφορᾶς τῶν ἀρτοποιητικῶν ἀδειῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων σχετικῶν μὲ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ ἀρτοποιητικοῦ ἐπαγγέλματος». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Πολυζωγόπουλος καὶ Ι. Ἠλιόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Βολουδάκης, Π. Ξενοδοχειάρης, Α. Παπαχρήστου καὶ Α. Κωνσταντινίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Παπαγεωργίου, Α. Δερδεμέζης, Σ. Εὐστρατιάδης καὶ Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Ξενοδοχειάρης, Γ. Βολουδάκης, Γ. Λύχνος, Κ. Παπαγεωργίου, Α. Δερδεμέζης, Σ. Εὐστρατιάδης καὶ Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π.», β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Ρουχωτᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κ.λ.π.», β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Χ. Ρουχωτᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐν Ἀργοστολίῳ καὶ Ἰθάκῃ ὑποκαταστημάτων Τραπεζῶν Ἰονικῆς–Λαϊκῆς, Ἐθνικῆς καὶ Ἀγροτικῆς, αἰτουμένων τροποποίησιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως μὴ θιγῶσι τὰ ἀσφαλιστικά των Ταμεῖα. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Χ. Ρουχωτᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Δημητρίου καὶ Γεωργίου Χρήστου, Φιλιπ. Κτενᾶ καὶ Ἰωάν. Καταπώδη κατοίκων Καρυᾶς Λευκάδος, αἰτουμένων ἀποζημίωσιν διὰ τὰ ἐπιταχθέντα παρὰ τοῦ ΓΕΑ γήπεδα πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ πρὸς Μέγα Ὄρος Λευκάδος. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων τῶν κοινοτήτων Κάτω καὶ Ἄνω Πορροΐων κλπ. Ν. Σερρῶν, αἰτουμένων ἵδρυσιν Ὑποκαταστήματος Α.Τ.Ε. ἐν ταῖς Κάτω Πορροΐοις. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν Ἑνώσεως Ἠλεκτροτεχνιτῶν Πειραιῶς, διαμαρτυρομένης διὰ συμπεριφορὰν ἐπόπτου Λιπασμάτων κατὰ ἀπεργοῦ ἠλεκτροτεχνίτου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Στεργίου, Α. Γιάννου, Σ. Ἠλιόπουλος, Ι. Παπαδημητρίου, Μ. Σβώλου καὶ Ν. Τσόχας καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Κτιστῶν Ἀθηνῶν κλπ., διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Κύρκος, Σ. Ἠλιόπουλος, Θ. Παππᾶς καὶ Β. Ἐφραιμίδης καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Βιοπλασιὲ «Διον. Σολωμός», διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ε.Ι.Ρ. ἀπαγόρευσιν διαφημιστικῆς προβολῆς τῆς ἐκδόσεως «Παγκόσμια Σοβιετικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Ε. Μπενᾶ καὶ Λ. Κύρκος, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Μάγγου Α., Τουντουλίδη κλπ. κατοίκων Νικαίας, διαμαρτυρομένων διὰ τὰ ἐφαρμοζόμενα μέτρα κατὰ τῆς ἐλευθεροτυπίας. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Ἐργατικοῦ Κέντρου Ἕβρου, αἰτουμένου ψήφισιν ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ βουλευτὴς Βοιωτίας κ. Θ. Κονίτσας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ἀκτημόνων καλλιεργητῶν Ἁγίου Γεωργίου (Βοιωτίας) περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν νεοπαγῶν οἰκογενειῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς τὰς ἀδιατιμήτους ἐκτάσεις τῆς Κωπαΐδος. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ι. Λαυρεντίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὑπαλλήλων Κ.Ο.Μ.Δ.Ε. Σερρῶν, αἰτουμένων τὴν ἔνταξίν των εἰς τὸν ἐν λόγῳ ὀργανισμόν. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Μπακοχρήστου Κωνσταντίνου νοσηλευομένου εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον, αἰτουμένου ἐφαρμογήν, τῶν διὰ τοὺς ἐξερχομένους τοῦ ἐν λόγῳ Νοσοκομείου μέτρων προστασίας. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου κοινότητος Λύρας–Ν. Ἕβρου, αἰτουμένου οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν λόγῳ κοινότητος. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Ν. Λαμπρινάκος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων λιμένος Ἱέρακος–Λακωνίας καὶ τῆς περιοχῆς τέως Δήμου Σάρακος, αἰτουμένων τὴν τοποθέτησιν φάρου εἰς θέσιν Κάρι–Ἱέρακος διὰ τὴν προσέγγισιν τοῦ ἀτμοπλοίου τῆς ἀγόνου γραμμῆς. Ἀπαντήσεις τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. Βουλευτῶν. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9195)7345)12.8.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ἀπὸ 25.7.62 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν Γεωργίας, σχετικῶς μὲ τὴν ἀξιοποίησιν τῆς ἐν θέματι γεωτρήσεως καὶ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ Γαλακτομικοῦ ἐργοστασίου Κρανιδίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1. Δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 43706)21385)5058)7.9.60 Ὑπουργικῆς ἀποφάσεως καὶ κατόπιν τῶν ἀπὸ 12.8.60 καὶ 5.9.60 αἰτήσεων τῆς Κοινοπραξίας Γαλακτομικῶν Συνεταιρισμῶν Ἑρμιονίδος, ἐνεκρίθη καὶ ἐξετελέσθη ἐν τῇ περιοχῇ Κρανιδίου καὶ παρὰ τὴν θέσιν Κάμπος–Κόκκινος Βράχος, μία γεώτρησις πρὸς τὸν σκοπὸν καλύψεως τῶν ὑδρευτικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἐν τῇ περιοχῇ ταύτῃ ὑπὸ ἀνέγερσιν ἐργοστασίου γάλακτος. 2. Τὸ συνολικὸν κόστος τῆς ἐν λόγῳ γεωτρήσεως ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 25.638,10 δραχμῶν, ὅπερ καὶ κατεβλήθη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, τὰ δὲ ἀποτελέσματα ταύτης εἶναι τὰ κάτωθι: αʹ. Ὁλικὸν βάθος μέτρα 30. βʹ. Σωληνωθὲν βάθος μέτρα 30.22 διὰ σωλήνων 8″. γʹ. Ὑδροστατικὴ στάθμη μέτρα 16. δʹ. Στάθμη ἀντλήσεως μέτρα 16. εʹ. Παροχὴ μέτρα κυβ.) ὡρ. 50. 3. Ὡς ἐγνώρισεν ἡμῖν ἡ ΑΤΕ, ἥτις χρηματοδοτεῖ τὸ ἐν λόγῳ ἔργον (γεώτρησιν καὶ ἐργοστάσιον), μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο ἀξιοποίησις τῆς γεωτρήσεως διὰ τῆς τοποθετήσεως ἀντλητικοῦ συγκροτήματος καὶ ἡ ἔναρξις κατασκευῆς τοῦ ἐργοστασίου γάλακτος ἀνεβλήθη ἐπὶ ἓν (1) ἔτος μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Κοινοπραξίας Γαλακτομικῶν Συν)σμῶν Ἑρμιονίδος καὶ ΑΤΕ, καίτοι ὑπὸ τῆς ΑΤΕ ἠνοίχθη πίστωσις διὰ τὴν προμήθειαν τῶν καταλλήλων μηχανημάτων, καθ’ ὅσον τὸ ὕδωρ τῆς γεωτρήσεως παρουσιάζει μεγάλην σκληρότητα, τὰ δὲ ὕδατα τῶν φρεάτων τῆς περιοχῆς Ἑρμιονίδος εἶναι ὑφάλμυρα καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον παρέστη ἀνάγκη ὅπως ἐπὶ ἓν ἔτος ἐκτελεσθῶσιν ὡρισμέναι πειραματικαὶ ἐργασίαι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποιότητα τοῦ ὕδατος, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ὁποίων θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ περαιτέρω τύχη τῆς γεωτρήσεως καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἡ κατασκευὴ ἢ μὴ τοῦ ἐργοστασίου γάλακτος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Παπακωνσταντίνου. Ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 1110 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Κοζάνης κ. Μ. Παπακωνσταντίνου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσωμεν τὰ ἀκόλουθα: Κατόπιν τῆς ἀνακοινωθείσης κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἐπιθυμίας τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως, ὅπως τὸ κτῆμα Πολυδενδρίου Ἁγυιᾶς ἐκτάσεως 35.000 στρεμμάτων διατεθῇ ὑπὲρ τῶν ἀγροτικῶν συνεταιρισμῶν τῆς Ἑλλάδος ἵνα ἀνεγερθοῦν ἐκεῖ σχολαὶ ἐπιμορφώσεως ἀγροτῶν, τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας κατόπιν ἐντολῆς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Καραμανλῆ πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐπιθυμίας τῆς Α.Μ., συνεκρότησεν Ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐξ ἑνὸς δασολόγου, ἑνὸς γεωπόνου, ἑνὸς γεωλόγου καὶ ἑνὸς οἰκονομολόγου ὑποδειχθέντος ὑπὸ τῆς Πανελληνίου Συνομοσπονδίας Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν πρὸς μελέτην τῆς ἐνδεδειγμένης ἀξιοποιήσεως καὶ ὀργανώσεως τοῦ ἐν λόγῳ κτήματος κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον προσδιώρισεν ὁ Ὑψηλὸς Δωρητής. Ἡ ἐν λόγῳ μελέτη συνετάγη ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας ὑπὸ τῆς συγκροτηθείσης διὰ τὸν ὡς ἄνω σκοπὸν ἐπιτροπῆς μὴ καταστάσης μόνον δυνατῆς τῆς εἰς ταύτην συμμετοχῆς τοῦ ὑπὸ τῆς ΠΑΣΕΓΕΣ ὁρισθέντος οἰκονομολόγου καὶ τοῦτο λόγῳ ἀπουσίας του εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν συνεχείᾳ ἡ μελέτη αὕτη ἀπεστάλη εἰς τὴν Πανελλήνιον Συνομοσπονδίαν Ἑνώσεων Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν, αἱ δὲ περαιτέρω ἐνέργειαι ἀφορῶσαι τὴν ἀποδοχὴν ἢ τὴν τροποποίησιν ταύτης ἀπόκεινται εἰς αὐτήν. Θέμα διεκδικήσεως τοῦ κτήματος Πολυδενδρίου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας οὔτε προεβλήθη οὔτε ἄλλως τε ἦτο δυνατὸν νὰ προβληθῇ καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ περιεχόμενον τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ἀνακριβές. Εἰς τὴν Πανελλήνιον Ἕνωσιν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν ἀπόκειται ἡ περαιτέρω προώθησις τοῦ ζητήματος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, τοῦτο θὰ παράσχῃ εἰς τὴν ΠΑΣΕΓΕΣ οἱανδήποτε συνδρομὴν ζητηθῇ παρ’ αὐτῆς, ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ ταχυτέρα προώθησις τοῦ θέματος πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, ὃν προσδιώρισεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς. Ἐπωφελούμεθα ἐν τούτοις τῆς εὐκαιρίας, ὅπως διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ἐξάρωμεν τὴν ἐν προκειμένῳ εὐγενῆ χειρονομίαν τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον τὸ ἐν λόγῳ κτῆμα, ὅπως σημειωτέον ἠγοράσθη ἐκ χρημάτων προερχομένων ἐκ τῆς προικὸς τῆς Α.Μ. τῆς Βασιλίσσης, ἀφῆκε κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ὅτε καὶ ἤρχισε μία ἐπιστημονικὴ ἐκμετάλλευσις τούτου ἀφαιρουμένων ὅλων τῶν ἐξόδων περίσσευμα ἐκ δραχμῶν 3.350.000. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη, Ν. Τσόχα καὶ Δ. Κελτεμλίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8733)20.7.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διαβιβάζεται ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Εὐαγγέλου Σακελλάρη, Ν. Τσόχα καὶ Δ. Κελτεμλίδη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Ἡ καπνοκαλλιέργεια τῆς περιοχῆς Γόννων ἠπειλήθη σοβαρῶς κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ληξάσης καπνοπαραγωγικῆς περιόδου ὑπὸ τοῦ περονοσπόρου τοῦ καπνοῦ. Τοῦτο ὠφείλετο κυρίως εἰς τὴν ἔλλειψιν πείρας καὶ τὴν ἀπροθυμίαν τῶν καπνοκαλλιεργητῶν τῶν Γόννων ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν ὑποδεικνυομένων πρὸς λῆψιν κατ’ αὐτοῦ μέτρων. Χάρις ὅμως εἰς τὰς ἐντόνους προσπαθείας τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, τὴν κατάλληλον ἐκπαίδευσιν τῶν καπνοπαραγωγῶν, τὴν δημιουργίαν κοινοτικῶν συνεργείων καὶ τὴν ἐπαρκῆ παροχὴν ψεκαστικῶν μέσων καὶ φαρμάκων δωρεὰν ἐπετεύχθη ὅπως ἐφαρμοσθοῦν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα καὶ διασωθῇ τελικῶς ἡ καπνοπαραγωγὴ τῆς ἐν λόγῳ περιοχῆς ἐκ τοῦ μεγάλου κινδύνου, ὅστις ἠπείλησεν αὐτήν. Χαρακτηριστικὴν εἰκόνα τῆς ἐκδηλωθείσης δραστηριότητος τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν καὶ εἰς τὴν περιοχὴν Λαρίσης ὅπου ὑπάγονται καὶ οἱ Γόννοι παρέχει ἡ ὑποβληθεῖσα ἡμῖν ἀπὸ 26.6.1962 ὁμαδικὴ ἀναφορὰ καπνοπαραγωγῶν Κοινότητος Συκουρίου, ἀντίγραφον τῆς ὁποίας ἐπισυνάπτομεν ὡς καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1224)7.7.1962 πρὸς ἡμᾶς ἀναφορὰ τοῦ Προέδρου Κοινότητος Συκουρίου κοινοποιηθεῖσα καὶ ὑμῖν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 10 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεων τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Δ. Κελτεμλίδη. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11361)11.10.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐν θέματι ἐρωτήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν, ὅτι ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8321)8.10.1962 τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς τῆς Διευθύνσεως Γεωργίας Φθιώτιδος τὰ 60–65% τοῦ συνόλου τῆς βαμβακοπαραγωγῆς εἶχον συγκομισθῆ πρὸς τῆς ἐνάρξεως τῶν βροχῶν. Οὕτω, ἐπὶ τῆς ὑπολοίπου ἠρτημένης ποσότητος ποσοτικὴ καὶ ποιοτικὴ ζημία ἀνήρχετο εἰς 10 –20%, ὑπολογιζομένη ἐπὶ τῆς συνολικῆς παραγωγῆς, κατὰ τὰς γενομένας τότε προσωρινὰς ἐκτιμήσεις τῆς ἄνω Διευθύνσεως. Τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον κατόπιν τούτου ἐξέδωκεν ἐντολὴν πρὸς τὴν Κ.Υ.Δ.Ε.Π. ὅπως ἀναπτύξῃ τὰς ἀγορὰς κατωτέρων ποιοτήτων βάμβακος εἰς τὸν Νομὸν Φθιώτιδος πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ὑπὸ τῶν παραγωγῶν διαθέσεως τῆς παραγωγῆς των ὑπὸ εὐνοϊκοὺς ὅρους, διέταξε δὲ ἐκ παραλλήλου τὴν Διεύθυνσιν Γεωργίας Φθιώτιδος ὅπως προβῇ εἰς ὁριστικὰς ἐκτιμήσεις τῶν ζημιῶν καὶ ὑποβάλῃ αὐτῷ πίνακας κατὰ Κοινότητα, ἐν ἀναμονῇ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα ἤδη. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Βγενοπούλου. Ἐπὶ τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13491)26.11.1962 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ ἡμῖν τῶν ἐκ τῶν βροχοπτώσεων ζημιῶν τῆς σταφυλοπαραγωγῆς τῶν διαφόρων περιοχῶν τοῦ Νομοῦ Ἀχαΐας διετάξαμεν τὴν Διεύθυνσιν Γεωργίας αὐτοῦ διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2926)31.10.1962 καὶ 16.11.1962, 2954)1.11.1962 καὶ 3014)16.11.1962 διαταγῶν μας, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν προξενηθεισῶν ζημιῶν καὶ τὴν ὑποβολὴν ἡμῖν σχετικῆς ἀναφορᾶς, ἵνα βάσει αὐτῆς προβῶμεν εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεδειγμένων μέτρων. 2) Ἡ Διεύθυνσις Γεωργίας Ἀχαΐας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8601)23.11.1962 ἀναφορᾶς της, ἀνέφερεν ἡμῖν, ὅτι αἱ ἐκ τῶν βροχῶν ζημίαι περιωρίσθησαν κυρίως ἐπὶ τῶν ὀψίμων ποικιλιῶν καὶ δὴ ἐπὶ τῆς ποικιλίας σιδερίτης εἰς 10 σταφυλοπαραγωγὰς Κοινότητας τῆς Πεδινῆς Αἰγιαλείας, τῶν ὁποίων σοβαρῶς ἐπλήγησαν 275 ἐν συνόλῳ παραγωγοί, τῶν ὁποίων τὸ ποσοστὸν μειώσεως τοῦ συνολικοῦ των ἐτησίου εἰσοδήματος ὑπολογίζεται ὅτι θὰ ὑπερβῇ τὸ 40% αὐτοῦ. 3) Κατόπιν τούτου ἐδώσαμεν ἐντολὴν εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν νὰ χορηγήσῃ εἰς τοὺς ἀνωτέρω σοβαρῶς πληγέντας σταφυλοκαλλιεργητὰς τὰς ἀναγκαίας πιστωτικὰς διευκολύνσεις καὶ ἐνισχύσεις διὰ τὴν συνέχισιν τῆς παραγωγικῆς των προσπαθείας, ἐκ παραλλήλου δὲ προήλθομεν εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας διὰ τὴν ἔγκρισιν τῆς διαθέσεως ἐπὶ πιστώσει σίτου ἐκ τῆς κρατικῆς συγκεντρώσεως διὰ τὴν συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀμπελοκαλλιεργητῶν τῶν εὑρισκομένων εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐξασφαλίσουν δι’ ἰδίων μέσων σῖτον διατροφῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11351)11.10.62 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ ἐπὶ τῆς διὰ τούτου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὡς ἐν θέματι ἐρωτήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Ἡ παραχώρησις τοῦ ⅕ μεριδίου τοῦ Δημοσίου τῶν συνιδιοκτητῶν δασῶν προεβλέπετο ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ Ν.Δ. 841)1941 «περὶ λήψεως ἐκτάκτων μέτρων διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν δασῶν κ.λ.π.», ἐν παραγράφῳ 9 τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὅτι οἱ συνιδιοκτῆται τῶν ὑπολοίπων ⅘ τῶν δασῶν δέον νὰ ζητήσουν τὴν παραχώρησιν μέχρι τῆς 31.8.1943, προθεσμία, ἥτις παρετάθη μέχρι τέλους Ἰουνίου 1954 διὰ τῆς 3ης παραγρ. τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ Ν.Δ. 2501)53 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων». β) Οἱ κάτοικοι, συνιδιοκτῆται Καστανωτῶν μετὰ τοῦ Δημοσίου, τῶν Κοινοτήτων Καστανερῆς καὶ Κάρπης δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις, περὶ παραχωρήσεως καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ὑπὲρ αὐτῶν παραχώρησις τοῦ ⅕ μεριδίου τοῦ Δημοσίου. Οἱ κάτοικοι ὅμως τῆς Κοινότητος Γρίβας ὑπέβαλον τοιαύτας αἰτήσεις, δι’ ὃ ἐπηκολούθησεν ἡ κατάρτισις τῶν οἰκείων πινάκων καὶ τῆς ἐκθέσεως ἐκτιμήσεως, τελικῶς δὲ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 181386)3935)2.10.61 ἀποφάσεως ἡμῶν ἐνεκρίθη ἡ ἐν προκειμένῳ παραχώρησις. γ) Τὸ ζήτημα δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ προωθηθῇ περαιτέρω διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν παραχωρητηρίων, καθόσον πολλὰ ἐκ τῶν καστανοτεμαχίων τούτων ἐπωλήθησαν εἰς ἑτέρους μὴ ζητήσαντας παραχώρησιν, ἰδίᾳ ὅμως διότι ἡ διαπιστωθεῖσα καὶ φερομένη εἰς τοὺς οἰκείους πίνακας καὶ τὴν ἐκτίμησιν ἔκθεσιν πραγματικὴ κατάστασις τῶν καστανοτεμαχίων μετεβλήθη διὰ συνεχῶν ἔκτοτε αὐθαιρέτων ἐπεκτάσεων τῶν πλείστων συνιδιοκτητῶν κατοίκων Γρίβας, εἰς βάρος τῶν Δημοσίων καὶ Κοινοτήτων καστανοδασῶν εἰς σημεῖον, ὥστε αἱ τοπικαὶ Δασικαὶ ἀρχαὶ νὰ εὑρεθοῦν εἰς ἀδυναμίαν προωθήσεως τοῦ ζητήματος καὶ νὰ προτείνουν ἤδη διὰ πολλὰς τοιαύτας περιπτώσεις τὴν δικαστικὴν ὁδόν, ὡς μέσον ἐπιλύσεως τῆς δημιουργηθείσης ἀνωμαλίας. Πάντως τὸ ὅλον τοῦτο ζήτημα μελετᾶται καὶ καταβάλλεται προσπάθεια διὰ τὴν ἐξεύρεσιν τρόπου ρυθμίσεως τῶν ἀναφυεισῶν δυσχερειῶν συνεπεία τῆς, διὰ τῶν αὐθαιρέτων ἐνεργειῶν τῶν κατοίκων ἀλλοιώσεως τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ε. Σακελλάρη καὶ Ν. Τσόχα. Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13557)27.11.62 ἐγγράφου σας διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐν θέματι ἐρωτήσεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς γνωρίσωμεν ὅτι ὡς προκύπτει ἐκ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 6585)2.11.62 τηλεγραφικῆς καὶ 6011)22.11.62 ἀναφορῶν τῆς Δ)νσεως Γεωργίας Τρικάλων ἡ ἐκ τῆς ὑπερχειλίσεως τῶν ὑδάτων τοῦ ποταμοῦ Πηνειοῦ πλημμύρα κατακλύσασα ἔκτασιν τῶν ἀνωτέρω περιοχῶν Πηνειάδος καὶ Ζάρκου ἐκ 5.000 στρεμμάτων δὲν ἐπέφερε σοβαρὰς ζημίας εἰς τὴν συνολικὴν βαμβακοπαραγωγὴν αὐτῶν, καθ’ ὅσον εἶχε συγκομισθῆ πρὸ τῆς πλημμύρας τὸ 80% τῆς παραγωγῆς. Συνεπῶς ἡ ἐπὶ τῆς ἐναπομεινάσης ποσότητος τῆς βαμβακοπαραγωγῆς ἀναμενομένη εἰς τὸ σύνολον αὐτῆς εἶναι πολὺ μικρὰ μὴ ἐπιφέρουσα σοβαρὰν διαταραχὴν τῆς οἰκονομίας τῶν καλλιεργητῶν. Τέλος γνωρίζομεν ὅτι εἰς τοὺς τυχὸν σοβαρῶς ζημιωθέντας καλλιεργητὰς θὰ παρασχεθοῦν ὑπὸ τῆς Α.Τ.Ε. αἱ ἀναγκαῖαι πιστωτικαὶ διευκολύνσεις διὰ τὴν συνέχισιν τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βασιλάτου. Ἐπὶ τῆς ἀνωτέρω ἐρωτήσεως, περὶ ἧς τὸ ὑπ’ ἀρ. 13164) 20.11.62 ὑμέτερον ἔγγραφον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τῶν ὑπ’ ἀρ. 2926)31.10.62, 2954)1. 11.62, 3014)16.11.62 καὶ 3118)19.11.62 διαταγῶν μας, διετάξαμεν τὴν ἁρμοδίαν Δ)νσιν Γεωργίας Ἀχαΐας νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν προξενηθεισῶν ἐκ τῶν βροχῶν ζημιῶν καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἡμῖν σχετικὴν ἔκθεσιν, ἧς τὴν ὑποβολὴν ἀναμένομεν ἤδη. Ἅμα τῇ λήψει τῆς ἀνωτέρω ἐκθέσεως θὰ προβῶμεν εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεδειγμένων ἀποφάσεων. Πάντως αἱ κατὰ τόπους ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Α.Τ.Ε. ἔχουν παγίας ἐπὶ παρομοίων περιπτώσεων ὁδηγίας, βάσει τῶν ὁποίων ἔρχονται ἄμεσοι ἀρωγοὶ εἰς περιπτώσεις θεομηνιῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Σταμάτη. Εἰς ἀπάντησιν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 949 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σταμάτη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ καταρτισθέντος σχεδίου νόμου, ρυθμίζονται τὰ θέματα τῶν ἀπὸ μακροῦ κατεχομένων ὑπὸ διαφόρων, ἐκχερσωτῶν καὶ ἀξιοποιησάντων ταύτας ἀποκαλυφθεισῶν γαιῶν τῶν λιμνῶν Λυσιμαχίας καὶ Τριχωνίδος ὡς καὶ λοιπὰ συναφῆ θέματα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Θ. Γιαννοπούλου καὶ Θ. Παππᾶ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 917)62 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἠλιοῦ, Γιαννοπούλου καὶ Παππᾶ, σχετικῶς μὲ τὰς ὑπὸ τοῦ μύκητος «μακρόφωμα» (MACROPHOMA DALMA-TICA) προκαλουμένας ζημίας εἰς τὴν ἐλαιοπαραγωγὴν τῆς νήσου Λέσβου ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑπόμενα: Ὁ μύκης οὗτος εἶναι εὐρείας διαδόσεως ἐν Ἑλλάδι, καθιστάμενος ἰδιαιτέρως ἐπιζήμιος εἰς τὴν νῆσον Λέσβον. Ὡς ἐμφαίνεται δὲ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε γνώσεων ἐπὶ τοῦ μύκητος, ὡς καὶ τῶν ἐργασιῶν αἵτινες ἐγένοντο παρ’ ἡμῖν ὑπὸ τοῦ Μ.Φ.Ι. καὶ τοῦ Ἐργαστηρίου Φυτοπαθολογίας τῆς Ἀνωτάτης Γεωπονικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν, οὗτος δὲν δύναται νὰ προσβάλῃ αὐτοδυνάμως τὸν ἐλαιόκαρπον, ἀλλὰ ἐγκαθίσταται ἐπ’ αὐτοῦ κατὰ κανόνα κατόπιν προσβολῆς τούτου ὑπὸ τοῦ δάκου. Συνεπῶς ἡ προσπάθεια διὰ τὴν μείωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ μύκητος προκαλουμένων ζημιῶν δέον νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ δάκου, ὅστις πλέον τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας προκαλεῖ εἰς τὴν ἐλαιοπαραγωγήν, παρέχει καὶ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸ «μακρόφωμα» ὅπως ἐγκατασταθῇ εἰς τὸν ἐλαιόκαρπον καὶ ζημιώσῃ τοῦτον διὰ τῆς περαιτέρω δράσεώς του. Καταπολέμησις τοῦ μύκητος διὰ μυκητοκτόνων δὲν παρέχει ἐχέγγυα ἱκανοποιητικῶν ἀποτελεσμάτων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψει τοῦ τρόπου εἰσβολῆς τοῦ παρασίτου εἰς τὸν καρπόν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἐπιδιώκεται καὶ διευκολύνεται ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν εὐρυτέρα ἐφαρμογὴ τῆς καταπολεμήσεως τοῦ δάκου εἰς τὴν νῆσον, ἡ ἐπιτυχία τῆς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἀσφαλῶς ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὸν ἀνάλογον περιορισμὸν τῶν ζημιῶν ἐκ τοῦ «μακρόφωμα». Ἡ καταπολέμησις δὲ τοῦ δάκου ἐπιδιώκεται εἴτε διὰ τῆς χρήσεως τῶν νέων ἐντομοκτόνων, εἴτε καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς παλαιᾶς μεθόδου τῶν ἀρσενικομελασσούχων δολωμάτων, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ὁποίας εἰς τὴν νῆσον δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, ὡς καὶ ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 85814)3110)407) 4.7.1959 ἐγγράφῳ μας πρὸς ὑμᾶς ἀναφέρομεν. Παραλλήλως πρὸς τ’ ἀνωτέρω γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἀπὸ ἐτῶν διεξάγονται διάφοροι πειραματικαὶ ἐργασίαι διὰ τὴν ἀποτελεσματικωτέραν καταπολέμησιν τοῦ δάκου, διὰ νέων ἐντομοκτόνων, διὰ νέων ἑλκυστικῶν οὐσιῶν εἴτε καὶ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀτομικῆς ἐνεργείας ἡ ἐπιτυχία δὲ τῆς προσπαθείας ταύτης θὰ ἔχῃ ἀσφαλῶς εὐμενὲς ἀποτέλεσμα εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ καὶ τὸν ὑπ’ ὄψιν ἐχθρὸν τῆς ἐλαιοπαραγωγῆς. Ἡ ἐγκατάστασις Σταθμοῦ ἐρεύνης εἰς τὴν νῆσον καὶ δὴ εἰδικοῦ διὰ τὰ θέματα τῆς ἐλαίας ἀπεφασίσθη ἤδη, ἐτοποθετήθη δὲ καὶ γεωπόνος εἰδικευθεὶς πρὸς τοῦτο εἰς Ἰταλίαν. Τὸ Ἵδρυμα τοῦτο, ἐν συνεργασίᾳ καὶ μετὰ ἄλλων ἁρμοδίων Ἱδρυμάτων τῆς Χώρας, θὰ ἔχῃ ὡς ἀποκλειστικὸν προορισμὸν τὴν μελέτην τῶν θεμάτων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐλαιοκαλλιέργειαν τῆς περιοχῆς. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν μετάκλησιν εἰδικοῦ ἐξ Ἰταλίας πρὸς μελέτην τοῦ ἀνωτέρω θέματος, ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι αὕτη δὲν θεωρεῖται ἀπαραίτητος διότι ἡ ἀντιμετώπισις τῆς ἀσθενείας, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἀνωτέρω, μετατίθεται εἰς θέμα ἀντιμετωπίσεως τοῦ δάκου. Ἐξ ἄλλου ἡ λύσις τοῦ θέματος τούτου, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς διεθνοῦς βιβλιογραφίας, δὲν προωθήθη καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἰδιαιτέρως, ὥστε ὁ τυχὸν μετακαλούμενος εἰδικὸς νὰ ἔχῃ τι τὸ συγκεκριμένον διὰ νὰ συμβάλῃ. Ἐν συμπεράσματι σημειοῦμεν ὅτι, εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὴν καταπολέμησιν τῶν ἐχθρῶν τῆς ἐλαίας, ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπιστήμη ἔχει ἀναγνωρισθῆ εἰς ἅπαντα τὰ διεθνῆ συνέδρια τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὡς ἔχουσα πρωτοπορειακὴν θέσιν εἰς τὰς σχετικὰς ἐρευνητικὰς ἐργασίας, εἰς σημεῖον, ὥστε οἱ ξένοι καὶ δὴ οἱ Ἰταλοί, ἐπανειλημμένως νὰ ζητοῦν τὴν μεθ’ ἡμῶν συνεργασίαν ἐπὶ τῶν συναφῶν θεμάτων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ιαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Γιαννοπούλου καὶ Α. Φωτήλα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11811)24.10.62 ὑμετέρου ἐγγράφου σχετικῶς μὲ τὸ ἐν θέματι ἀντικείμενον ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: 1) Διὰ τὴν μεγαλυτέραν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς τοῦ βοείου κρέατος, ἡ Κυβέρνησις ἐκτὸς τοῦ προγραμματισμοῦ τῶν εἰσαγωγῶν ἔλαβε μέτρα ἐπιδοτήσεως τῶν παχυνομένων μόσχων, τῶν ἐχόντων ζῶν βάρος ἄνω τῶν 300 χιλιογράμμων μὲ 2 δραχ. κατὰ χιλιόγραμμον ζῶντος βάρους. 2) Ἡ μικρὰ καθυστέρησις τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ζωοτροφῶν τοῦ προγράμματος πλεονασμάτων Η.Π.Α. ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις Η.Π.Α. ἠργοπόρησε νὰ ὑπογράψῃ σχετικὴν σύμβασιν. Ἐντὸς τῶν προσεχῶν ὅμως ἡμερῶν καταφθάνουν φορτία ἀραβοσίτου τὰ ὁποῖα θὰ καλύψουν πλήρως τὰς ἀνάγκας τῆς κτηνοτροφίας τῆς χώρας καὶ τῆς πτηνοτροφίας εἰδικώτερον. Ἐξ ἄλλου ἡ μικρὰ παρατηρηθεῖσα μὴ ἱκανοποίησις αἰτήσεων χορηγήσεως κρατικοῦ ἀραβοσίτου εἰς τὰ ἀστικὰ κέντρα ἐγένετο κατὰ τὴν ἀμέσως μετὰ τὴν συγκομιδὴν τοῦ ἐγχωρίου ἀραβοσίτου περίοδον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπάρχουν ἀποθέματα κρατικοῦ ἀραβοσίτου, πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. 3) Διὰ τοῦ ἐφαρμοζομένου γεωργικοῦ προγράμματος δίδεται ἰδιαιτέρα ἔμφασις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν τῆς κτηνοτροφίας τῆς χώρας. Διὰ πρώτην δὲ φορὰν ἐν Ἑλλάδι λαμβάνονται τόσον δραστικὰ μέτρα ὑπὲρ τῆς κτηνοτροφίας. Τοιαῦτα μέτρα εἶναι ἡ διάθεσις σημαντικῶν πιστώσεων διὰ προγράμματα βελτιώσεως τῆς κτηνοτροφίας μέσῳ Α.Τ.Ε. ὑπὸ εὐνοϊκοὺς ὅρους, ἵδρυσις βιομηχανιῶν γάλακτος τυροκομείων κλπ. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν ζητημάτων, τῶν θιγομένων διὰ τῆς ἐρωτήσεως θὰ ἀπαντήσῃ ὑμῖν τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου ὡς ἁρμόδιον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ιβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 677)6.10.62 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη, σχετικῶς μὲ τὴν ἐκτέλεσιν γεωτρήσεων εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Κοινότητος Εὐξεινουπόλεως Μαγνησίας, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11477)15.10.62 ὑμετέρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: 1) Εἰς τὴν ἐν λόγῳ περιοχὴν ἔχουν ἐκτελεσθῆ ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας δύο γεωτρήσεις, ἐξ ὧν ἡ μία βάθους 140 μ. ἀπέδωσε 15 μ3)ὥρ. καὶ ἡ ἑτέρα βάθους 180 μ. ἀπέδωσεν 22 μ3)ὥραν. 2) Ἐκ τῆς μικρᾶς ἀποδόσεως τῶν ἀνωτέρω γεωτρήσεων δὲν κρίνεται πιθανὴ ἡ ὕπαρξις σημαντικῶν ὑπογείων ἀποθεμάτων ὕδατος. Ἐξ ἄλλου δὲν ἔχει ὑποβληθῆ ἡμῖν σχετικὴ αἴτησις παρὰ τῆς ὡς ἄνω Κοινότητος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἑτέρων γεωτρήσεων ἐφ’ ὅσον ὅμως τοῦτο ζητηθῇ ἡ ὑπηρεσία θὰ προβῇ εἰς τὴν γεωλογικὴν ἀναγνώρισιν τῆς περιοχῆς πρὸς καθορισμὸν τῶν δυνατοτήτων καὶ ἐν περιπτώσει εὐνοϊκῶν προϋποθέσεων, εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γεωτρήσεων κατὰ τὰ ἰσχύοντα, ἤτοι μὲ ἐπιδότησιν τοῦ κόστους κατὰ 5%. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ιγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Γιαννοπούλου. 1) Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 13158)20.11.62 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Θ. Γιαννοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν ἀποζημίωσιν ἰδιοκτητῶν ἑλκυστήρων ὧν τὰ μηχανήματα ἐπετάχθησαν καὶ ἀπωλέσθησαν κατὰ τὸν Ἑλληνοϊταλικὸν πόλεμον, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 2) Κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν καὶ Στρατιωτικῶν. Παρὰ ταῦτα ὅμως τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον ἀντιμετώπισεν εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τὴν χορήγησιν ἑλκυστήρων εἰς μὴ ἀποζημιωθέντας κατόχους ἐπιταχθέντων τοιούτων, ἀλλὰ προσέκρουσεν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν ἄρνησιν τῶν ἁρμοδίων συμμαχικῶν ἀποστολῶν ἐν Ἑλλάδι, πρὸς ἣν τελικῶς προσεχώρησε καὶ τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον, ὅπως διατεθοῦν ὡς ἀποζημίωσις εἰς οἱονδήποτε τὰ ὡς βοήθεια ἀποστελλόμενα πάσης φύσεως γεωργικὰ μηχανήματα, ἀλλὰ εἰς τοὺς δυναμένους νὰ ἀξιοποιήσουν ταῦτα πληρέστερον, ἐπὶ σκοπῷ αὐξήσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς. 3) Βάσει τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω τεθέντων περιορισμῶν, τὸ ἡμέτερον Ὑπουργεῖον διέθεσεν ἑλκυστῆρας προελεύσεως UNRRA, AMAG καὶ Ἀνασυγκροτήσεως καὶ μάλιστα κατὰ προτίμησιν καὶ εἰς τὴν προαναφερθεῖσαν κατηγορίαν ἰδιοκτητῶν ἐπιταχθέντων ἑλκυστήρων, ἐφ’ ὅσον οὗτοι ἦσαν κάτοχοι ὡρισμένου ἀριθμοῦ στρεμμάτων (300 καὶ ἄνω) ἢ ἦσαν ἰδιοκτῆται ἁλωνιστικῶν μηχανῶν. 4) Οἱ ἑλκυστῆρες οὗτοι ἐχρεώθησαν μέν, ἀλλὰ εἰς χαμηλὴν τιμήν, ἐν σχέσει πρὸς ἐκείνην τοῦ ἐμπορίου, ἡ δὲ ἐξόφλησίς των ἐγένετο εἰς διάστημα 3–5 ἐτῶν. 5) Τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ βεβαίως ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ ἀναγνώρισιν τῆς ἠθικῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἡμετέρου Ὑπουργείου, ὅπως συνδράμῃ παντοιοτρόπως καὶ κατὰ προτεραιότητα τοὺς ἀπολεσθέντας ἑλκυστῆρας, συνεθείᾳ ἐπιτάξεως καὶ πολεμικῶν γεγονότων καὶ μὴ ἀποζημιωθέντας, ἵνα ἀποκτήσουν νέους τοιούτους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ιδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ταλιαδούρη. Ἐπὶ τῆς ἐν θέματι ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ταλιαδούρη καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 110872)16.10.62 ἀπαντητικοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη πίστωσις 250.000 δρχ. διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἀρδευτικοῦ ἔργου Πηγαδίτσης Κοζάνης, περιελήφθη εἰς τὸ πρόγραμμα ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων 1963. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ιεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Χιωτάκη, Δ. Κελτεμλίδη, Θ. Γιαννοπούλου, Σ. Ἡλιοπούλου, Γ. Λαμπράκη καὶ Α. Φωτήλα. Ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14282)6.12.1962, δι’ οὗ διεβιβάσατε ἡμῖν τὴν ὑπ’ ἀριθ. 992 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Χιωτάκη κλπ., ἀφορῶσαν τὰς ἐξαγωγὰς ἑσπεριδοειδῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι: 1) Εἰς ὅλους τοὺς Νομοὺς τῆς χώρας, εἰς τοὺς ὁποίους διενεργοῦνται ἐξαγωγαὶ ὀπωροκηπευτικῶν προϊόντων, ἔχουν τοποθετηθῆ γεωπόνοι εἰδικευθέντες εἰς τὸν ποιοτικὸν καὶ φυτοϋγειονομικὸν ἔλεγχον καὶ ἐλέγχουν τὰ ἐξ αὐτῶν ἐξαγόμενα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν ἐπιτρέπουν δὲ τὴν ἐξαγωγὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα κρίνουν ἀκατάλληλα πρὸς τοῦτο. 2) Εἰς τὰς Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν καὶ τοὺς Γεωργικοὺς Συνεταιρισμούς, οἵτινες εἶναι ἱκανοὶ ἀπὸ ἀπόψεως ὀργανωτικῆς καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὴν ΑΤΕ πιστώσεις πρὸς διενέργειαν ἐξαγωγῶν, δίδονται τοιοῦτοι. 3) Διὰ τὰ λοιπὰ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερόμενα σχετικῶς μὲ τὰς τιμὰς τῶν λεμονίων τὴν ἐξεύρεσιν ἀγορῶν κλπ. ἁρμόδιος νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐμπορίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ιστʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Λαμπρινάκου. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 978 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Λαμπρινάκου, διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14272)11667)6.12.1962 ἐγγράφου σας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς συγκεντρώσεως βαλανιδίων ἐσοδειῶν 1960–61 καὶ 1961–62, ἔχομεν παράσχει ὑμῖν διευκρινίσεις διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3506)61)1962, 102386)320)8.1.1962 πρὸς ὑμᾶς ἐγγράφου οὗτινος ἀντίγραφον συναποστέλλομεν. Συμπληρωματικῶς γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἀπὸ 14.9.1961 ὑπογραφεῖσα μεταξὺ ΑΤΕ καὶ Α.Ε. «Σουρλάγκα» διὰ τὴν ἀγορὰν βαλανιδίων 1960–61 καὶ 1961–62 καὶ ἐπεξεργασίαν τούτων πρὸς παραγωγὴν δεψικοῦ ἐκχυλίσματος κατέστη ἀνενεργός, καθ’ ὅσον ἡ Ἑταιρεία αὕτη, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, κατήγγειλε τὴν σύμβασιν ταύτην, μὴ καταστάσης δυνατῆς τῆς ἐγκρίσεως ταύτης ἐντὸς τῆς ὑπὸ τῆς ἰδίας συμβάσεως, ταχθείσης προθεσμίας. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν τοῦ προϊόντος, ὅλαι αἱ πληροφορίαι καὶ αἱ ἐκτιμήσεις συγκλίνουν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, παρὰ τὴν σχετικὴν βραδύτητα περὶ τὴν συγκέντρωσιν τῶν βαλανιδίων, δὲν ὑπάρχει ζήτημα μὴ ἀπορροφήσεως τῆς παραγωγῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 19 Δεκεμβρίου 1962 Οἱ Ὑφυπουργοὶ
Ἐπὶ τῆς Γεωργίας
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου
ΑΘ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΑ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΟΥ
Ἀριθ. πρωτ. Ὑπ. Γεωργ. 3506)61)1962 Ἀριθ. πρωτ. Ὑπ. Ἐμπορίου 102386)320 Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11)27.12.1961 ἐγγράφου τοῦ Γραφείου τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ Ἐμπορίου διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 75 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Χιωτάκη καὶ Λ. Κύρκου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: 1) Ὑπὸ τῆς προκατόχου Πολιτικῆς Κυβερνήσεως εἶχε ληφθῆ κατ’ ἀρχὴν ἀπόφασις συγκεντρώσεως βαλανιδίων πρὸς προστασίαν τῶν βαλανιδοπαραγωγῶν τῆς χώρας ἐκδοθείσης πρὸς τοῦτο ὑπ’ ἀριθ. 77)1961 πράξεως τῆς ἐξ Ὑπουργῶν Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ὡς ἄνω ἀπόφασις δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἐγκαίρως ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως διὰ διαφόρους τυπικοὺς λόγους. Μετὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐπανεξητάσθη τὸ θέμα ἐπὶ σκοπῷ πραγματοποιήσεως τῆς συγκεντρώσεως πλὴν ὅμως ἐξ ἐπισήμων στοιχείων διεπιστώθη ὅτι αἱ διαθέσιμοι ποσότητες βαλανιδίων συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τοιούτων τῆς περυσινῆς ἐσοδείας ἀνέρχονται συνολικῶς εἰς 3.500 τόννους περίπου, εἰς χεῖρας παραγωγῶν καὶ ἐμπόρων. Ἐκ τῆς ποσότητος ταύτης τὸ παραχθησόμενον ἐκχύλισμα θὰ εἶναι περίπου 1.400 τόννοι, ἐνῷ αἱ ἀνάγκαι τῆς καταναλώσεως ἀνέρχονται εἰς 3.400 τόννους. Ἔναντι τῆς ποσότητος ταύτης ἀναγκαιοῦντος ἐκχυλίσματος ὑπάρχουν ἤδη διαθέσιμοι αἱ κάτωθι ποσότητες:
| α) | Ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς ὡς ἀνωτέρω | τόνν. | 1.400 |
| β) | Ἐκ τῶν εἰσαγωγῶν ἐλεγχομένων ἤδη | τόνν. | 1.350 |
| Σύνολον ἐκχυλισμάτων | τόνν. | 2.750 |
καὶ ἑπομένως διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐγχωρίου καταναλώσεως εἰς δεψικὸν ἐκχύλισμα ὑφίσταται ἀνάγκη ἑτέρων 650 τόννων ἐκχυλίσματος. Κατὰ συνέπειαν τῶν ἀνωτέρω δὲν συντρέχει νομίζομεν περίπτωσις συγκεντρώσεως βαλανιδίων διότι ἡ ὑπάρχουσα ποσότης θὰ ἀπορροφηθῇ φυσιολογικῶς. Ἐὰν δὲν ἤθελε καταστῆ ἐφικτὴ ἡ φυσιολογικὴ ἀπορρόφησις ὁλοκλήρου τῆς ὑπαρχούσης ποσότητος τοῦ βαλανιδοκάρπου θέλομεν προέλθει εἰς συγκέντρωσιν τῶν πλεονασμάτων τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελον παραμείνει εἰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν. 3. Δὲν ἐγένετο ἐξαγγελία χορηγήσεως δανείων ἐπ’ ἐνεχύρῳ εἰς τοὺς βαλανιδοπαραγωγούς. Ἁπλῶς ὑπὸ τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Ὑφυπουργοῦ Ἐμπορίου ὑπεδείχθη ἁρμοδίως ἡ χορήγησις τοιούτων δανείων ἀντὶ τῆς μὴ πραγματοποιηθείσης συγκεντρώσεως τῶν βαλανιδίων, ἥτις τελικῶς δὲν ἐκρίθη ἀναγκαία. 4) Διὰ τὴν εἰς τὸ μέλλον προστασίαν τῶν βαλανιδοπαραγωγῶν ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ ζήτημα καὶ θὰ καταλήξῃ εἰς ἀποφάσεις αἵτινες θὰ τεθοῦν ἐγκαίρως εἰς ἐφαρμογὴν ἐφ’ ὅσον παραστῇ ἀνάγκη. Τέλος πληροφοροῦμεν ὅτι ἐξακολουθεῖ ἰσχύων ὁ περιορισμὸς τῆς εἰσαγωγῆς βυρσοδεψικῶν ἐκχυλισμάτων εἰς ποσοστὸν 75% τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσαγωγῶν 1959, 1960 καὶ Αʹ ἑξαμήνου 1961. Ἐν Ἀθήναις τῇ 8 Ἰανουαρίου 1962 Οἱ Ὑφυπουργοὶ
Ἐπὶ τῆς Γεωργίας
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
Ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου
ΑΘ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ
ιζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ε. Σακελλάρη, Ν. Τσόχα καὶ Γ. Λαμπράκη. Κατόπιν τοῦ κοινοποιηθέντος καὶ ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. Ε1β 3640)3665)7.12.62 ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι διὰ τὴν ἀνέγερσιν συγχρονισμένων σφαγείων ἐν τῇ πόλει τῆς Λαρίσης, ἐπελέγη ἀνάλογον οἰκόπεδον ἔναντι τοῦ ἐργοστασίου Ζακχάρεως, τὸ ὁποῖον θέλει παραχωρηθῆ ὑπὸ τοῦ Δήμου Λαρίσης πρὸς τοῦτο. Ἡ μελέτη τῶν κτιριακῶν καὶ λοιπῶν ἐγκαταστάσεων τοῦ ἀνεγερθησομένου σφαγείου ἔχει ἀνατεθῆ εἰς Γιουγκοσλαύους τεχνικοὺς προβλέπεται δὲ νὰ ἔχῃ περατωθῆ αὕτη μέχρι τοῦ προσεχοῦς Ἀπριλίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Δεκεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ιηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10150)1962 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 488 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρ. Παπασταύρου, ἐν σχέσει πρὸς τὴν μέχρι τοῦδε διαχείρισιν καὶ τὴν μὴ εἰσέτι διάθεσιν πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν τῆς ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν «Βάλτος Ραγίου» ἐκ 2.500 περίπου στρεμμάτων ἐκτάσεως προερχομένης ἐκ τῆς ἐγκαταλελειμμένης Μουσουλμανικῆς περιουσίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὸ ζήτημα τῆς ὁριστικῆς διαθέσεως τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν θὰ τεθῇ, ἅμα τῇ ἀποπερατώσει τῶν ἐκτελουμένων ἔργων τοῦ ποταμοῦ Καλαμᾶ καὶ τοῦτο διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν δέον νὰ ἀξιοποιηθῶσι πλήρως αἱ ἐν λόγῳ ἐκτάσεις καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἵνα μὴ προκύψωσιν ἐκ τῶν ὑστέρων ζητήματα εἰς βάρος τῶν κληρούχων ὧν μέρος τοῦ κλήρου των θὰ περιεκόπτετο ἢ θὰ κατελαμβάνετο ὑπὸ τῶν ἐκτελουμένων ἔργων καὶ θὰ ἀνέκυπτε ζήτημα ἀντικαταστάσεως αὐτῶν. Ἡ ἐν λόγῳ ἔκτασις ἀπὸ τοῦ ἔτους 1945 μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ)τος 2536)1953 διεχειρίζετο ὑπὸ τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Ἡγουμενίτσης ὡς ἐγκαταλελειμμένη Μουσουλμανικὴ περιουσία. Συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τῆς παρ. 10 τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Ν. Δ)τος 3713)57 «περὶ μέτρων ἀφορώντων εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ρευστοποιήσεως τῆς ἀνταλλαξίμου περιουσίας κλπ.», ὀφειλαὶ προερχόμεναι ἐξ ἀποζημιώσεως αὐθαιρέτου χρήσεως ἢ μισθωμάτων ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως χαρακτηριζόμεναι ἐπιβληθεῖσαι ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους Οἰκονομικῶν Ἐφόρων ἢ ἄλλων ἁρμοδίων Ἀρχῶν διὰ τὴν χρῆσιν τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Νομοῦ Θεσπρωτίας γαιῶν, οἰκημάτων ἢ ἄλλων περιουσιακῶν στοιχείων τῆς ἐγκαταλελειμμένης Μουσουλμανικῆς περιουσίας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1945 καὶ ἐφεξῆς μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ)τος 2536)53 «περὶ ἐπανεποικισμοῦ παραμεθορίων περιοχῶν» ἀνεξαρτήτως χρόνου βεβαιώσεώς των εἴτε ταῦτα ἀνῆκον κατὰ πλήρη κυριότητα εἰς φυγάδας Μουσουλμάνους ἢ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, παραγράφονται θεωρούμεναι ὡς μηδέποτε ὑπάρξασαι. Κατὰ συνέπειαν διὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1945 μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ)τος 2536)53 ὀφειλαὶ δι’ αὐθαίρετον χρῆσιν τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως παρεγράφησαν. Ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ)τος 2536)53, ἀφ’ ἧς περιῆλθεν ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν ἡμῶν ἡ ἐν λόγῳ ἔκτασις ἐλήφθησαν ὑφ’ ἡμῶν ἄμεσα μέτρα πρὸς διασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου δι’ ἐπιβολῆς ἀποζημιώσεως χρήσεως εἰς βάρος τῶν αὐθαιρέτως ποιησαμένων χρῆσιν τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως ἀδελφῶν Παππᾶ, Δ. Θεοδωροπούλου κλπ., τὸ ὕψος τῆς ὁποίας ἀνῆλθεν εἰς δραχμὰς 796.500 ἤτοι εἰς ποσὸν μεῖζον τοῦ ἐν τῇ ἐρωτήσει τοῦ κ. βουλευτοῦ διαλαμβανομένου ὡς αἱ ὑπ’ ἀριθ. 12.132 καὶ 11347)13.10.1962 ἀποφάσεις τῆς Δ)νσεως Γεωργίας Θεσπρωτίας καὶ τοῦτο ἵνα εἰς τὸ μέλλον παύσῃ τυχὸν παρομοία αὐθαίρετος χρῆσις τῶν ἐν λόγῳ ἐκτάσεων. Αἱ ἐν λόγῳ ἐκτάσεις ἅμα τῇ ἀποπερατώσει τῆς ἐργασίας γραφείου κτηματολογικῶν στοιχείων ἀποτυπώσεως καὶ καταμετρήσεως πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ νομικοῦ καθεστῶτος αὐτῶν ἀπὸ ἀπόψεως διεκδικήσεως τρίτων, θὰ διατεθοῦν διὰ προσωρινὴν καλλιέργειαν πρὸς ἀκτήμονας καὶ ἡμιακτήμονας καλλιεργητὰς μέχρις ἀποπερατώσεως τῶν ἐκτελουμένων ἔργων τοῦ ποταμοῦ Καλαμᾶ ὁπότε καὶ μόνον θὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ὁριστικῆς διαθέσεως πρὸς ἀκτήμονας κατὰ τὰς διατάξεις τῆς ἐποικιστικῆς Νομοθεσίας. Τὸ Γραφεῖον Τοπογραφικῆς Ὑπηρεσίας Ἰωαννίνων, πρὸς ὃ κοινοποιεῖται τὸ παρόν, ἐντέλλεται ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐργασίας γραφείου τῆς ἐν λόγῳ ἐκτάσεως τοῦ «Βάλτου Ραγίου» καὶ ἀποστολὴν τῶν σχετικῶν στοιχείων εἰς τὴν Δ)νσιν Γεωργίας Θεσπρωτίας διὰ τὰ περαιτέρω. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ιθʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Βασματζίδη. Εἰς ἀπάντησιν, ἔχομεν τὴν τιμὴν ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης ἡμῖν ὑπ’ ἀριθ. 1083 π.ἔ. ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Χαλκιδικῆς κ. Χ. Βασματζίδη ἀναφορικῶς μὲ τὰς διατεθείσας βοσκησίμους ἐκτάσεις τοῦ Δημοσίου περιοχῆς Χαλκιδικῆς νὰ σᾶς γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ἐν τῇ περιοχῇ Συκιᾶς Χαλκιδικῆς ἐγένοντο δύο διαθέσεις δημοσίων βοσκοτόπων. 1) Ἡ πρώτη διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. Ε)23090)54 καὶ 26893) 1955 ἡμετέρων ἀποφάσεων καὶ ἀφορᾷ εἰς τὰς δημοσίας βοσκὰς Κάπρος, Παγώνα, Πλάκες, Βαθειὰ Λαγκάδα, Παληοχώρα, Βίγλα Καλομούδα, Λάκκος Καψοκαλύβα συνολικῆς ἐκτάσεως 15.000 περίπου στρεμμάτων. 2) Δευτέρα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Ε)12394)27.7.57 ἡμετέρας ἀποφάσεως καὶ ἀναφέρεται εἰς δημοσίαν δασικὴν ἔκτασιν 14.000 περίπου στρεμμάτων εἰς θέσεις Ξηράδια καὶ Βοῦλες τῆς Κοινότητος Συκιᾶς. Διὰ τὴν δευτέραν ταύτην διάθεσιν ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 862)1959 ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀπαλλοτριώσεων Χαλκιδικῆς, ἥτις παρεχώρησε τὴν ὅλην ἔκτασιν εἰς τὴν Κοινότητα Συκιᾶς διὰ κοινὴν ἁπάντων τῶν κατοίκων αὐτῆς χρῆσιν καὶ ἑπομένως διὰ τὴν ἔκτασιν ταύτην οὐδὲν γεννᾶται ζήτημα. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην διάθεσιν ἡ ἀνέλιξις αὐτῆς ἔχει ὡς ἀκολούθως: Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων Χαλκιδικῆς ἐπιληφθεῖσα τῆς ὁριστικῆς διαθέσεως τῶν ἐκτάσεων ἐξέδωσε τὰς ὑπ’ ἀριθ. 671)56 καὶ 708)56 ἀποφάσεις δι’ ὧν παρεχώρησε τὰς ἐκτάσεις ὡς κτηνοτροφικοὺς κλήρους εἰς κτηνοτρόφους τῆς Κοινότητος Συκιᾶς καὶ ἀπέρριψε τὰς αἰτήσεις τῶν νομάδων κτηνοτρόφων. Ἔνιοι ἐκ τῶν ἀποκλεισθέντων νομάδων κτηνοτρόφων προσέφυγον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅπερ ἐδέχθη ὡς ἐμπρόθεσμον τὴν αἴτησιν, τοῦ ἐκ τῶν προσφευγόντων Ι. Χάντζα καὶ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2024) 58 ἀποφάσεώς του ἠκύρωσε τὴν 708)56 ἀπόφασιν τῆς Ε. Α. Χαλκιδικῆς καὶ ἀνέπεμψεν εἰς τὴν ἰδίαν τὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν κατὰ νόμον ἐνέργειαν μὲ τὸ αἰτιολογικὸν ὅτι οἱ ἐνοικιοστασιακοὶ μισθωταὶ εἶναι οἱ κατ’ ἐξοχὴν προτιμώμενοι εἰς τὴν κτηνοτροφικὴν ἀποκατάστασιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων Χαλκιδικῆς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 862)1959 ἀποφάσεώς της ἐν ὄψει τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀνεκάλεσε τὴν διάταξιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 671)56 καὶ 708)56 ἀποφάσεών της ὡς πρὸς τὸν Ι. Χάντζαν καὶ ἐπεφυλάχθη νὰ κρίνῃ τὰ προσόντα τούτου. Ἀκολούθως ὁ Νομάρχης Χαλκιδικῆς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 9866)1960 ἀποφάσεώς του ἐκδοθείσης βάσει τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Ἀγροτικοῦ Κώδικος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ε.Α. Χαλκιδικῆς ὅπως ἐπανέλθῃ ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 671)56 καὶ 708) 56 ἀποφάσεών της ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως αὕτη ἐφαρμόσῃ τὰς οἰκείας διατάξεις τοῦ Ν.Δ. 2185)52 καὶ τοῦ Κώδικος Ἀπ. Κτηνοτρόφων ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Ν.Δ. 3621)56. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων Χαλκιδικῆς, ἐξέδωσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 933)1960 ἀπόφασίν της, δι’ ἧς, ὁρίσασα ἀνάλογον κτηνοτροφικὸν κλῆρον, ἀποκαθιστᾷ 27 κτηνοτρόφους εἰς τὰς βοσκὰς Πλάκα, Βαθειὰ Λαγκάδα, Παληόχωρα καὶ Παγώνα καὶ παραχωρεῖ εἰς τὴν Κοινότητα Συκιᾶς τὰς βοσκὰς Βίγλα, Καλομούδα, Λάκκος καὶ Καψοκαλύβα συνολικῆς ἐκτάσεως 4.675 στρεμμάτων. Διὰ τῆς αὐτῆς ἀποφάσεώς της ἡ Ε.Α.Χ. διαγράφει 105 κατοίκους Συκιᾶς ὡς μὴ κτηνοτρόφους, ὡς καὶ ἑτέρους 56 κτηνοτρόφους Συκιᾶς μὲ τὸ αἰτιολογικὸν τῆς ἐλλείψεως διαθεσίμων γαιῶν καὶ διότι οὗτοι θὰ βόσκουν εἰς τὰς βοσκὰς τὰς παραχωρουμένας εἰς τὴν Κοινότητα Συκιᾶς. Κατὰ τῆς ἀνωτέρω ἀποφάσεως παρεπονέθησαν τόσον ἡ Κοινότης Συκιᾶς ὅσον καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῆς καὶ τὰ παράπονα ταῦτα ἐγένοντο ἀντικείμενον ἐρεύνης ἐκ μέρους τῆς Διευθύνσεως Γεωργίας Χαλκιδικῆς ἐξ ἧς προέκυψεν ὅτι εἰς τὰς διατεθείσας πρὸς κτηνοτρόφους ἀναγκαστικοὺς μισθωτὰς βοσκὰς ὑφίστανται ἐν σημαντικῷ ἀριθμῷ ἄγρια ἐλαιόδενδρα. Οὕτω, τὸ θέμα ἐτέθη ἐν ὄψει τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου Ἐποικισμοῦ Νομοῦ Χαλκιδικῆς καὶ κατόπιν συμφώνου γνώμης τούτου ὁ Νομάρχης Χαλκιδικῆς ἐξέδωσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 15920)1962 ἀπόφασίν του περὶ ἀναπομπῆς τῆς ὑπ’ ἀριθ. 933)1960 ἀποφάσεως τῆς Ε.Α. Χαλκιδικῆς μὲ τὰ ἑξῆς αἰτιολογικά: 1) Διότι προετίμησε τοὺς ἀναγκαστικοὺς μισθωτὰς ἀντὶ τῶν νομίμων κατοίκων κτηνοτρόφων Συκιᾶς. 2) Δέον ὅπως συμπληρώσῃ τὴν ἀπόφασίν της αἰτιολογοῦσα τίνες ἐκ τῶν ἀποκατασταθέντων νομάδων κτηνοτρόφων ἦσαν πράγματι ἀναγκαστικοὶ μισθωταὶ προστατευόμενοι ὑπὸ τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν καὶ ἐξομοιούμενοι πρὸς τοὺς ἐγκατοίκους, καὶ 3) Κατὰ τὴν ἐκ νέου συζήτησιν ἐρευνήσῃ βάσει τῶν γενομένων μελετῶν βοσκῶν τὸ ὅλον θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως καὶ τὸ αἴτημα τῆς Κοινότητος περὶ παραχωρήσεως εἰς αὐτὴν ἁπασῶν τῶν βοσκῶν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐγκατοίκων κτηνοτρόφων καὶ τῶν ἐξομοιουμένων πρὸς τούτους ἀναγκαστικῶν μισθωτῶν. Οἱ ἀποκατασταθέντες εἰς τὰς βοσκὰς κτηνοτρόφοι προσέφυγον ἐνώπιον ἡμῶν ζητοῦντες τὴν ἀκύρωσιν τῆς παραπεμπτικῆς ἀποφάσεως τοῦ Νομάρχου Χαλκιδικῆς ὡς παρὰ τὸν νόμον ἐκδοθείσης. Ἡ ὑπόθεσις κατόπιν τούτου ἤχθη ἐνώπιον τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου Ἐποικισμοῦ, ὅπερ κατὰ τὴν συνεδρίασίν του 57)31.8.62 ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ τῆς μερικῆς ἀκυρώσεως τῆς ἀνωτέρω νομαρχιακῆς ἀποφάσεως καὶ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. Ε)29525) 12.9.62 ἡμετέρα ἀπόφασις, δι’ ἧς ἠκυρώθη μερικῶς ἡ ἀνωτέρω ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου Χαλκιδικῆς καὶ δὴ κατὰ τὴν διάταξίν της, δι’ ἧς διετάχθη ἡ ἀναθεώρησις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 953)1960 ἀποφάσεως τῆς Ε.Α. Χαλκιδικῆς ἐπὶ σκοπῷ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 11 παρ. 1 τοῦ Κώδικος Ἀπ. Κτηνοτρόφων ὡς τοῦτο ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ ἄρθρου 13 παρ. 1 τοῦ Ν.Δ. 3621)56 πρωτίστως ὑπὲρ τῶν κτηνοτρόφων μονίμων κατοίκων Συκιᾶς, διότι συμφώνως πρὸς τὰς ὑπ’ ἀριθ. 1798)58, 1457)1956 καὶ 2181)60 ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὡς ἐγκάτοικοι τοῦ κτηνοτροφικοῦ κτήματος ὑπαγόμενοι εἰς τὴν Αʹ Κατηγορίαν, θεωροῦνται κατ’ ἐξοχὴν οἱ ἀναγκαστικοὶ βάσει τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν μισθωταὶ κτηνοτρόφοι καὶ συνεπῶς ἡ Ε.Α. Χαλκιδικῆς προτάξασα τούτους δὲν παρέβη τὸν νόμον καὶ περαιτέρω κατὰ τὴν διάταξιν αὐτῆς δι’ ἧς ἐπετράπη ἡ ἀναθεώρησις τῆς αὐτῆς ἀποφάσεως τῆς Ε.Α. Χαλκιδικῆς ἐπὶ σκοπῷ συμπληρώσεως καὶ αἰτιολογήσεως αὐτῆς περὶ τοῦ ποῖοι ἐκ τῶν ἀποκατασταθέντων τυγχάνουσιν ἐνοικιοστασιακοὶ μισθωταί, ὡς ἀόριστον καθ’ ὅσον ἐξ οὐδενὸς στοιχείου προκύπτει, ὅτι οἱ ἀποκατασταθέντες ἐστεροῦντο τῆς ἰδιότητος ταύτης. Οὕτω παρέμεινεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου κατὰ τὰς λοιπὰς αὐτῆς διατάξεις καὶ εἰδικώτερον ἵνα ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀπαλλοτριώσεων ἐπανερχομένη ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς της κρίνῃ ποῖαι ἐκ τῶν διατεθεισῶν βοσκῶν δὲν πληροῦσι τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Ν.Δ. 2185)52 ἔννοιαν τοῦ κτηνοτροφικοῦ κτήματος καὶ ἵνα αὕτη αἰτιολογήσῃ πλήρως τὴν διάταξίν της περὶ παραχωρήσεως εἰς τὴν Κοινότητα Συκιᾶς κτηνοτροφικῶν ἐκτάσεων βάσει τῶν εἰς βοσκὰς ἀναγκῶν τῶν κατοίκων αὐτῆς ἐν συνδυασμῷ καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῶν ἀποκαθισταμένων κτηνοτρόφων. Ἐν ὄψει τῆς ἀνωτέρω ἀνελίξεως τῆς ὑποθέσεως νομίζομεν ὅτι ἡ διοίκησις χωρὶς νὰ παρίδῃ καὶ τὰ δικαιώματα τῶν βάσει τοῦ ἐνοικιοστασίου βοσκῶν μισθωτῶν κτηνοτρόφων τὰ ἀναγνωρισθέντα ὡς ἄνω ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐχώρησεν εἰς τὰς ἐπιβαλλομένας ἐνεργείας, ὥστε οἱ κτηνοτρόφοι νὰ περιορισθοῦν μόνον εἰς τὰς καθαρὰς βοσκὰς καὶ αἱ ὑπόλοιποι ἐκτάσεις αἱ ἀποτελοῦσαι μέχρι σήμερον πλασματικὰ καὶ οὐχὶ πραγματικὰ κτηνοτροφικὰ κτήματα, νὰ εὕρουν τὸν προορισμόν των ἀποδιδόμεναι εἰς τὴν ἀροτραίαν ἢ ἐλαιοκομικὴν καλλιέργειαν. Ἐπίσης λαμβάνεται πρόνοια καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κοινότητος καὶ νομίζομεν ὅτι ἡ Ε.Α. Χαλκιδικῆς, ἐν ὄψει τῆς γενομένης ἀναπομπῆς καὶ τῶν ἐν τῷ μεταξὺ γενομένων αὐτοψιῶν, θὰ ἀχθῇ εἰς ἀκριβοδικαίαν τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Σ. Ἀλλαμανῆ καὶ Γ. Λούλη. Ἀπαντῶντες εἰς τὴν περὶ ἧς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13566)27.11. 1962 ὑμέτερον, ἐρώτησιν ὑπ’ ἀριθ. 898 τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἀλλαμανῆ καὶ Λούλη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς τιμῆς συγκεντρώσεως σίτου ἦτο πάντοτε ἀπαραίτητος ἡ ἐκτίμησις τοῦ ὕψος τῆς παραγωγῆς, διότι αὕτη ἀπετέλει τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο ὁ καθορισμὸς τοῦ ὕψους τῆς τιμῆς. Εἰδικώτερον ἐφέτος, ἐν ὄψει τῶν προσεχῶν συζητήσεων εἰς Βρυξέλλας διὰ τὴν ρύθμισιν τῶν προϋποθέσεων ἐναρμονίσεώς μας μὲ τὴν κοινὴν γεωργικὴν πολιτικὴν τῆς Ε.Ο.Κ. εἰς τὰ σιτηρά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθοῦν, προώρως αἱ τιμαὶ τοῦ σίτου ἐσοδείας 1963–64. Ἐν Ἀθήναις τῇ 11 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑπουργὸς
Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ
ιαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Τσαπάρα. Ἐπὶ τῆς ἀπὸ 19.12.62 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Τσαπάρα, ἧς ἀντίγραφον διεβιβάσθη ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀρ. 15137)21.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Διοικητικῶν Ὑπαλλήλων τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰς Δ)νσεις Γεωργίας Νομῶν μὲ τὸ ὑπηρεσιακὸν ἀντικείμενον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Ἐποικιστικῆς νομοθεσίας, ὡς καὶ τῆς περὶ ἀναδασμοῦ τοιαύτης, εἶναι πράγματι λίαν περιωρισμένος. Τὸ προσφερόμενον δὲ παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἔργον εἶναι τῷ ὄντι λίαν κοπιῶδες καὶ ἐξόχως σημαντικόν, ὡς ἀφορῶν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων, ἀγροτῶν καὶ κτηνοτρόφων καὶ εἰς τὴν διὰ τοῦ ἀναδασμοῦ ἐπιτυγχανομένην ἀναμόρφωσιν τῶν πολυτεμαχισμένων ἰδιοκτησιῶν. 2. Διὰ τὴν προτεινομένην ἐξομοίωσιν τῶν διοικητικῶν τούτων ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς τεχνικοὺς ὑπαλλήλους γεωπόνους, ὡς πρὸς τὰς παρεχομένας εἰς τούτους εἰδικὰς οἰκονομικὰς ἐνισχύσεις διὰ προσφερομένας γενικωτέρας ὑπηρεσίας, τοῦτο ἀποτελεῖ θέμα γενικωτέρας πολιτικῆς μισθολογικῆς μὴ δυνάμενον νὰ ρυθμισθῇ μεμονωμένως. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ἰανουαρίου 1963
Ὁ Ὑφυπουργὸς
Π. ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Γεωργίας.
§4Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι 7.30′ καὶ ἡμεῖς περιμένομεν ἐδῶ ἐπὶ 20 λεπτὰ καὶ τώρα θὰ ἀρχίσωμεν τὰς ἐρωτήσεις; Νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα τῶν ἐρωτήσεων εἶναι θέμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ τὰς δύο προηγουμένας ἑβδομάδας τὸ Προεδρεῖον ἐζήτησε νὰ μὴ γίνουν ἐρωτήσεις, ἔχει ὡρισμένους ἐνδοιασμούς. Ἐὰν θέλετε σεῖς, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἐφ’ ὅσον εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§6Ν. ΣΤΕΙΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ αἱ ἐρωτήσεις εἶναι ἰδικαί μου, ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι συναινῶ καὶ ἐγώ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλαί. Ἀλλά, ἐδῶ, εἶναι θέμα ἀρχῆς.
§8Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑπουργὸς Γεωργίας). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατόν, βεβαίως, νὰ ἐναντιωθῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα προσηρχόμην διὰ νὰ συζητήσω τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις τοῦ Ὑπουργείου μου. Ὁ συνάδελφος μάλιστα, κ. Τούμπας, παρεπονέθη δι’ αὐτό. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἀναβάλῃ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις, δὲν δύναμαι νὰ ἔχω ἀντίρρησιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ ὅπως ἀναβαλλομένων τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρεκάλεσα ἀπὸ τῆς μεσημβρίας, ὅπως μοῦ δοθῇ ὁ λόγος ἀπόψε, ἵνα ἐπὶ δεκάλεπτον ἀναπτύξω πρότασιν νόμου, τῆς παρατάξεώς μας.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων κ. Ἐφραιμίδη. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ.
§13Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Αὐτὸ γίνεται μετὰ τὸν τερματισμὸν τῆς διαδικασίας τῶν ἐρωτήσεων.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ συμβῇ ἐὰν ἡ εἰσήγησίς σας λάβῃ χώραν τὴν Παρασκευήν; Διότι ἄλλως, θὰ πρέπει νὰ κάμωμεν ἐρωτήσεις. Δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω τὸ ἕνα σκέλος τῶν ἐρωτήσεων καὶ νὰ μὴ κάμω τὸ ἄλλο. Ὁ κ. Βενιζέλος ἐζήτησε νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων πρὸς ἐξοικονόμησιν χρόνου καὶ ἡ Βουλὴ συνεφώνησεν. Ἐὰν εἰσηγηθῆτε τὴν πρότασιν, κατὰ ποίαν λογικὴν δὲν θὰ πρέπει νὰ συζητηθοῦν καὶ αἱ ἐρωτήσεις;
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων α) τοῦ Ν. 3239)1955, περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας κλπ., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Εἶναι ὡς γνωστὸν ἐγγεγραμμένοι διάφοροι βουλευταί, ἀλλὰ παρεκάλεσεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, δι’ εἰδικοὺς λόγους, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ προηγηθῇ. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ προηγούμενοι ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ὁμιλητῶν κ.κ. συνάδελφοι δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ τοῦ παραχωρήσουν τὴν θέσιν των. Ἐγὼ προσωπικῶς θὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ κ. Τσιριμώκου.
§15Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἡ σειρὰ θὰ διατηρηθῇ;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τσιριμώκου θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ σειρὰ τῶν ἐγγεγραμμένων. Δὲν δύναται τὸ Προεδρεῖον ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μεταβάλῃ τὴν σειράν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῶν κ.κ. συναδέλφων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προτίθεται, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῶν ἀγορεύσεων εἰς 15′. Εἶναι ἤδη ἡ ἕκτη συνεδρίασις καθ’ ἥν ἀπασχολεῖται ἡ Βουλὴ μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου.
§17ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι θέμα ψηφοφορίας.
§19Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διαμαρτύρομαι διὰ τὸν περιορισμὸν τοῦ χρόνου καὶ διαγράφομαι ἀπὸ τὴν σειρὰν τῶν ὁμιλητῶν.
§20Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ κ. Πρόεδρε. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας κ. Πρόεδρε, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου....
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἐφραιμίδη, ὅταν θὰ ὑποβληθῇ ἡ πρότασις, νὰ ὁμιλήσητε ἐναντίον της. Τώρα δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε. Ἐγὼ ἀνήγγειλα ἁπλῶς τὴν πρόθεσιν τῆς πλειοψηφίας διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή. Δὲν ἠμποροῦμε νὰ παραβιάζωμεν τὸν Κανονισμόν.
§22Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Σεῖς τὸν παραβιάζετε.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἁπλῶς ἀνήγγειλα.
§24Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Σεῖς τὸν παραβιάζεται, διότι καὶ προηγουμένως δὲν μοῦ ἐδώσατε τὸν λόγον, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ σεῖς ἠθελήσατε νὰ τὸ ὑπαγάγητε εἰς τὴν διαδικασίαν τῶν ἐρωτήσεων. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνωνται αὐτὰ ἀδιαμαρτυρήτως. Σᾶς εἰδοποίησα τὸ μεσημέρι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ πρέπει νὰ συζητῶμεν μὲ κἄποιαν συναδελφικὴν ἁβρότητα. Ὁ κ. Βενιζέλος προέτεινε νὰ μὴ γίνουν ἐρωτήσεις, δὲν τὸ προέτεινα ἐγώ. Ἐὰν ἐγένοντο ἐρωτήσεις θὰ ἐλαμβάνατε τὸν λόγον καὶ ὑμεῖς. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βενιζέλου, τὴν ἐδέχθη ἡ Βουλή. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἀμέτοχον. Ἑπομένως μὴ ζητᾶτε νὰ κάμετε ἐντυπωσιακὰς διαμαρτυρίας. Ὁρίστε, κ. Τσιριμῶκο, ἔχετε τὸν λόγον.
§26Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὁ λόγος ἔχει ἐπαρκῶς ἀναλυθῆ καί, θὰ ἔλεγα, ἔχει ἐπαρκῶς ἀνασκολοπισθῆ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον πρὸ ἐμοῦ. Θὰ ἠδυνάμην, ἐνδεχομένως, νὰ σιωπήσω, ἐὰν ὁ σκοπός μου ἦτο νὰ ἀναλύσω τὰς διατάξεις του. Ὁ σκοπός μου, ὅμως, δὲν εἶναι αὐτός. Πιστεύω, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν ἐν γένει πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ᾧ καὶ ἐν προκειμένῳ δὲν ἔχομεν ἁπλῶς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν ἀντίθεσιν ἀρχῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ νομοσχέδιον ἁπλῶς φέρει εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τὴν ὀξεῖαν αὐτὴν μεταξὺ μας διαφοράν. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος). Βέβαια, τὸ νομοσχέδιον ἐπωμίζει ὀλίγον λεωφορεῖον, εἰς στιγμὴν αἰχμῆς τῆς κυκλοφορίας, διότι, πράγματι, εἰς αὐτὸ συνταυτίζονται πολλαὶ καὶ ποικίλαι διατάξεις, παραληφθεῖσαι, μάλιστα, κατ’ ὁδόν, καθ’ ὃν ἀκριβῶς τρόπον τὰ λεωφορεῖα παραλαμβάνουν τοὺς ἐπιβάτας καθ’ ὁδόν, οὕτως ὥστε εἰς τὸ τέλος νὰ φθάσῃ νὰ ἔχῃ τριπλάσιον ἀριθμὸν ἄρθρων ἀπὸ ἐκεῖνον τοῦ ὁποίου εἶχεν ὅταν ἐξεκίνησεν. Εἰς τὰς βασικάς του διατάξεις, δύναται νὰ διακρίνῃ κανεὶς τὴν ἑνιαίαν κατεύθυνσιν τοῦ λεγομένου νομοθέτου. Καὶ λέγω «τοῦ λεγομένου», διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον μεταχειριζόμεθα εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ περὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ συντάκτου τοῦ νόμου. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἑνιαία κατεύθυνσις; Κατὰ τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τὴν εἴσοδον τῆς χώρας εἰς τὴν Κοινὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν, δημιουργοῦνται μερικὰ θέματα προσαρμογῆς πρὸς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, ὅπως π.χ. πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 87 σύμβασιν περὶ συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν. Ὡς πρὸς τὴν ΓΣΕΕ, αὐτὴ ὁμιλεῖ περὶ ἀλλαγῆς πολιτικῆς, διὰ νὰ προσαρμοσθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰ ἰσχύοντα εἰς τὰ δημοκρατικὰ καθεστῶτα. Θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ διασκεδάσῃ ὀλίγον, διαπιστώνων, ὅτι ὑπάρχει μόλις τώρα θέμα, κατὰ τὴν ΓΣΕΕ, προσαρμογῆς εἰς τὰ ἰσχύοντα εἰς τὰ δημοκρατικὰ καθεστῶτα, ἐνῶ, μέχρι τῆς στιγμῆς, ἐπιστεύομεν, μὲ τὴν βοήθειαν τῆς ΓΣΕΕ, ὅτι ὅλαι ἐπήγαιναν κατὰ τρόπον ἄψογον εἰς τὴν δημοκρατικωτέραν χώραν τῆς ὑφηλίου. Ἀλλὰ αὐτὴ εἶναι ἡ εὔθυμος πλευρά. Ἡ σοβαρὰ πλευρὰ εἶναι νὰ ἴδωμεν ποῖοι εἶναι οἱ βασικοὶ σκοποί, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις καὶ ποῖον εἶναι τὸ πραγματικὸν πρόβλημα ποὺ ἀντιμετωπίζει. Οἱ σκοποὶ εἶναι δύο: Ὑπάρχει ἕνας κύριος σκοπὸς καὶ ἕνας παρεπόμενος, τὸν ὁποῖον ἀπαιτοῦν τὰ μέσα ποὺ χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ κυρίου σκοποῦ. Ὁ κύριος σκοπὸς εἶναι νὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς μίαν βασικὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν ἔχει. Μέχρι σήμερον ἡ χώρα εἶχε ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν τελευταίων ἐτῶν, ποὺ ἐπιδιδόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν προσπάθειαν, ἡ Κυβέρνησις, ἠκολούθησεν τὴν ἰδίαν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ συνεχίσῃ καὶ τώρα. Τὸ πρόβλημα τώρα ὀξύνεται καὶ περιπλέκεται, διότι εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Κοινὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν, εἴμεθα ἤδη ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν μίαν «μάχην κόστους». Ποῖος, λοιπόν, εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς σημερινῆς πολιτικῆς; Εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ὑπῆρχε πάντοτε. Νὰ γίνῃ ἡ οἰκονομικὴ προσπάθεια —αὐτὴ ἡ ὁποία ἐγένετο ἕως τώρα καὶ αὐτὴ ποὺ πρόκειται νὰ γίνῃ —εἰς βάρος τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Νὰ πληρώσῃ τὸ τίμημα τῆς εἰσόδου μας εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, ἡ ἐργατικὴ τάξις, διὰ τῆς καθηλώσεως, τῆς ἐσαεὶ καθηλώσεως μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων. Πῶς θὰ γίνῃ ἡ καθήλωσις; Αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν. Διὰ τῆς ἐξουδετερώσεως τοῦ κυρίου ὅπλου ποὺ διαθέτει ἡ ἐργατικὴ τάξις, τοῦ ἐργατικοῦ συνδικαλισμοῦ, ἐξουδετερώσεως, ἡ ὁποία ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν ἀστυνομικῶν πιέσεων παντὸς εἴδους, καὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι περιορίζουν τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας καὶ διὰ τῆς διαφθορᾶς τῶν ἐργατικῶν συνδικάτων. Αὐτὰ τὰ δύο τελευταῖα ἀποτελοῦν καὶ τὸν παρεπόμενον σκοπόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἔνταξις αὐτοῦ τοῦ εἴδους τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος μέσα εἰς τὸ μονοκομματικὸν Κράτος τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, ὡς τοῦτο ἔχει διαμορφωθῆ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἡ ἀντίθεσίς μας εἶναι ἀκριβῶς, τόσον λυσσαλέα, ὅπως ἐλέχθη, ὅσον λυσσαλέα εἶναι καὶ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς αὐτῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ μέχρι σήμερον. Καὶ γίνεται κατὰ κάποιον τρόπον, ἐν τῇ οὐσίᾳ, ὀξυτέρα ἡ συζήτησις, λόγῳ τῆς συμπτώσεως, καθ’ ἥν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συζητεῖται ἐναλλὰξ μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ διϋλιστηρίου. Κατὰ σύμπτωσιν! Ἀλλὰ σύμπτωσιν συμβολικήν, διότι ἔχομεν, ἐν διπτύχῳ, ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ τῶν ἐπενδύσεων καὶ τῶν προνομίων ποὺ παρέχονται εἰς τὰ μεγάλα κεφάλαια καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, τὴν πολιτικὴν ἐπὶ μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, ὡς αὕτη ὑπενθυμίζεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Εἰς τὴν γενικὴν αὐτὴν γραμμὴν ὑπακούουν αἱ βασικαὶ διατάξεις καὶ τῶν τριῶν κεφαλαίων. Καὶ τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς συλλογικὰς συμβάσεις καὶ τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις καὶ τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐργατικὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλισιν. Λέγω διὰ τὰς βασικὰς μόνον διατάξεις, διότι, ἀναμφισβητήτως, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄσχετοι πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Κεντρικὸς ἄξων τῶν θεμάτων ποὺ θίγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θεμέλιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ κτισθῇ καὶ τὸ ἐλάχιστον οἰκοδόμημα προκειμένου περὶ τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς, εἶναι ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ ἰσχὺς ἀληθῶς ἐλευθέρων συνδικάτων. Πράγματι, τί νόημα ἔχουν αἱ συλλογικαὶ συμβάσεις; Αἱ συλλογικαὶ συμβάσεις εἶναι ὁ θεσμός, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὸν ἐργοδότην, ὁ ὁποῖος, μοιραίως, εἶναι ἰσχυρότερος ἔναντι ἑνὸς ἑκάστου ἐργάτου χωριστά, ἐπιτυγχάνεται —λέγω— νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὸν ἐργοδότην, ὡς ἀντισυμβαλλόμενος, ὡς ἀντίδικος, ὡς ἀντίπαλος, ὡς συζητητὴς εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας, ὄχι τὸ ἄτομον, τὸ ἀσθενές, χωριστά, ἀλλὰ ὁ ὠργανωμένος κλάδος, ὁ συνδικαλισμένος ἐργάτης, ὁ ἡνωμένος ἐργάτης, ὁ ἰσχυρότερος κατὰ ταῦτα ἐργάτης. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ νόημα ἔχουν αἱ συλλογικαὶ συμβάσεις. Διότι ἄνευ ἰσχυρῶν συνδικάτων, τὰ ὁποῖα δὲν κυριαρχοῦνται οὔτε ἀπὸ τοὺς ἐργοδότας, οὔτε ἀπὸ τὸ κράτος, αἱ συλλογικαὶ συμβάσεις εἶναι ἁπλοῦς τύπος, ὅταν δὲν εἶναι, πράγματι, ἕνας χυδαῖος ἐμπαιγμός. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, προκειμένου περὶ συλλογικῶν συμβάσεων, διδάσκεται, ὄχι ἀπὸ ἐμένα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Διεθνὲς Γραφεῖον Ἐργασίας εἰς εἰδικὰ φυλλάδια μαθημάτων, ποὺ ἔχει ἐκτυπώσει προκειμένου περὶ συλλογικῶν συμβάσεων, καὶ διὰ προσφάτων, τοῦ 1960, ὅτι πρῶτος ὅρος διὰ νὰ ὑπάρξουν συλλογικαὶ συμβάσεις εἶναι τὸ πολιτικὸν κλῖμα, τὸ ὁποῖον δὲν συνιστᾶ μόνον ἡ ὕπαρξις τῆς συνδικαλιστικῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ ἡ πίστις τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ὅτι πρέπει νὰ βοηθήσουν εἰς τὴν δυνατότητα νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐλευθερία τῶν συνδικάτων καὶ συλλογικαὶ συμβάσεις. Καὶ ὅτι αἱ συλλογικαὶ συμβάσεις εἶναι ὁ καλύτερος τρόπος λύσεως ὡρισμένων ἐργατικῶν διαφορῶν. Ἄλλωστε, θὰ ἤθελα νὰ σημειώσω, ὅτι ἡ διαφορὰ τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου ἀπὸ τὸ ἀστικὸν δίκαιον εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο: Ὅτι εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον προβλέπεται καὶ θεωρεῖται ὡς δεδομένη, ἢ πρέπει νὰ θεωρῆται ὡς δεδομένη, ἡ ἰσότης μεταξὺ τῶν συμβαλλομένων, ἐνῷ τὸ ἐργατικὸν δίκαιον ἐμπνέεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι, μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργάτου, ὑπάρχει ἀνισότης δυνάμεως καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ὁ ἐργάτης εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς διὰ τοῦ ἐργατικοῦ δικαίου καὶ τῶν προστατευτικῶν αὐτοῦ διατάξεων. Τί νὰ συζητήσω λοιπόν, ἐὰν ἀποτελῇ βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς τὸ ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ εὐχέρεια τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ δύο Ὑπουργοί, Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ μεταβάλουν μίαν συλλογικὴν σύμβασιν, τίθεται κατὰ μέρος, διὰ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἁρμοδιότης αὐτῶν εἰς ἕνα δευτεροβάθμιον διαιτητικὸν δικαστήριον; Ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ ἴσως νὰ ἀποτελῇ καὶ βῆμα πρὸς τὰ ὀπίσω. Διότι, ἐπὶ τέλους, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ὀνομαστικῶς, ἐπωνύμως, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς μεταβολῆς μιᾶς συλλογικῆς συμβάσεως ἐν ὀνόματι τῆς ἐπιτυχίας τῆς γενικῆς της πολιτικῆς, φέρει καὶ τὴν εὐθύνην τὴν πολιτικὴν τῶν πράξεών της. Ἀντιμετωπίζει καὶ τὴν ἐργατικὴν τάξιν καὶ τὴν ἐν γένει κοινὴν γνώμην διὰ μιᾶς πράξεως πολιτικῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μεταβολὴ τῆς συλλογικῆς συμβάσεως. Ἀλλὰ ὅταν παραπέμπεται ἡ ἁρμοδιότης αὐτὴ εἰς ὄργανον κατασκευασμένον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δι’ αὐτοῦ νὰ ἀσκῆται ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, δίχως ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην, τότε ἡ Κυβέρνησις, ἀπαλλασσομένη τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, εἶναι δυνατόν, χωρὶς τὴν συνείδησιν αὐτῆς, νὰ ἀσκεῖ χειροτέραν ἀντεργατικὴν πολιτικὴν παρὰ ἀπὸ τὸ καθεστὼς ποὺ ἐκράτει πρίν. Ἀλλὰ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι ἀποτελεῖ καὶ βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός, τεχνικὸν ὅμως, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δηλαδὴ τῆς δικονομικῆς. Τὶ νόημα ἔχει, ἐὰν δὲν ἀποδειχθῇ ὅτι αὐτὰ ὅλα γίνονται ἐπὶ τῆς ἑδραίας βάσεως ἑνὸς ὑγιοῦς καὶ ἰσχυροῦ συνδικαλιστικοῦ κινήματος; Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ ὁ λόγος, κατεδάφισε μὲν μίαν ἀνοικτὴν θύραν, διότι κατήργησε τὸ δικαίωμα τοῦ Νομάρχου νὰ ἀπολύῃ μέλη τῶν διοικητικῶν συμβουλίων —δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἤδη κατεδαφίσει τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας— ἀλλὰ πλέον τούτου οὔ. Ὄχι μόνον κανένα ἄλλον νόμον δὲν κατήργησεν, ἀλλὰ δὲν βλέπω πῶς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θὰ καταργηθοῦν αἱ κακαὶ συνήθειαι καὶ ἡ νοοτροπία, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ συνδικαλιστικοῦ κινήματος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ τακτικὴ τῆς ἐπιφάσεως, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖται καὶ εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, δηλαδὴ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν Κυβερνητικῶν σκοπῶν χωρὶς πραγματικὴν μεταβολήν, εἶναι καιρὸς νὰ λήξῃ. Εἴμεθα πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἐδικαιολόγει καὶ ἔκτακτα μέτρα καὶ ἀκόμη καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἐπιφάσεις. Πλησιάζομεν πλέον πολὺ πρὸς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην. Εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην πλέον. Καί, τὸ θέλετε ἢ δὲν τὸ θέλετε, ἀργὰ ἢ γρήγορα, θὰ ἰδῆτε ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ συνεχισθῇ. Ἄλλωστε ἔχει διαρκέσει πολύ. Περιέπεσεν εἰς βαθὺ γῆρας. Ἐσχατόγηρα κατέστη. Διαφανεῖς εἶναι οἱ σκοποί, φαίνονται ὑπὸ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνετε. Καὶ γνωρίζει ὁ κόσμος ὅλος, καὶ σεῖς, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐλήφθησαν ὡρισμένα μέτρα, δι’ ὧν ἐτέθη ἐκτὸς νόμου τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα, ἐν ὀνόματι τοῦ ἀντικομμουνισμοῦ. Καὶ εἶναι τὸ κομουνιστικὸν κόμμα ἀκόμη ἐκτὸς νόμου. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε, ἐν ὀνόματι τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ κομμουνιστικὸν κόμμα εἶναι ἐκτὸς νόμου, νὰ θέσετε ἐκτὸς νόμου ὁλόκληρον τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ὁλόκληρον τὸ ἐργατικὸν κίνημα, τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας, τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, τὰς διεθνεῖς συμβάσεις καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας. Τώρα, τὶ προσπαθεῖτε νὰ κάμετε; Προσπαθεῖτε, μὲ μερικὰς διατάξεις, νὰ δώσητε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι θέλετε νὰ μεταβάλετε τὴν κατάστασιν. Προσπαθεῖτε νὰ βάλετε ψιμμύθιον ἐλευθερίας, ψιμμύθιον συμμορφώσεως πρὸς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, ἐκεῖ ποὺ χρειάζεται ἕνα γενναῖον καὶ καυτὸ λουτρὸν ἐλευθερίας. Αὐτὸ χρειάζεται τὸ κίνημα τὸ συνδικαλιστικὸν τὸ Ἑλληνικόν. Ἐὰν θέλετε, πράγματι, νὰ ἐπιφέρετε μερικὰς μεταβολάς, θὰ σᾶς χειροκροτήσωμεν. Διότι δὲν μᾶς μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ ἔχωμεν ὡς ὅπλον, πάντοτε, ἀπέναντί σας, αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν πολιτικήν σας. Ἀλλοῦ ἠμποροῦμεν νὰ διαφωνοῦμεν καὶ ἴσως νὰ πρέπει ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μερικὰ πράγματα. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν μεταβάλετε αὐτὴν τὴν τακτικήν, θὰ ἰδῆτε πολὺ συντόμως, ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν αἱ συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι, προκειμένου περὶ τῆς Ἑλλάδος, δὲν θὰ ἀναφέρωνται ποτὲ μόναι. Θὰ προστίθεται ἕνα ἐπίθετον. Θὰ ὀνομάζωνται «ἐρετικαί» συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι, καθ’ ὅν τρόπον ὀνομάζονται ὡρισμένα ἀρχαῖα γλυπτὰ «Ἐλγίνεια μάρμαρα», ἐκ τοῦ ὀνόματος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὰ ἀφήρεσε ἐξ Ἑλλάδος. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ τιμηθῆτε καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Διότι ἐπαναλαμβάνω, χρειάζεται τὸ Ἑλληνικὸν συνδικαλιστικὸν κίνημα λουτρὸν ἐλευθερίας, ὅπως χρειάζεται καὶ λουτρὸν ἀρετῆς. Τὸ ὁποῖον λουτρὸν ἀρετῆς πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν καταψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Διότι, ἀντὶ νὰ καταργήσῃ, ἐνισχύει τὸ ἕτερον ὅπλον, ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοὺς σκοπούς της: Τὴν διαφθοράν. Τὸ νομοσχέδιον παρέχει δικαιώματα καὶ εἰσοδήματα ὄχι εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ἀλλ’ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ΓΣΕΕ, μὲ ἀντάλλαγμα τὴν διαφήμισιν καὶ ὑποστήριξιν τῆς πολιτικῆς της. Παραλλήλως πρὸς τὴν περίφημον εἰσφορὰν δρᾶ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ Ἐργασίας νὰ διαθέτῃ κατὰ βούλησιν ἕνα μέρος τῶν ἐσόδων τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶ μὲ πρόσωπα καὶ οὐδέποτε μὲ ἐνδιαφέρουν. Μὲ ἐνδιαφέρουν οἱ θεσμοί, μὲ ἐνδιαφέρουν οἱ νόμοι καὶ τὸ ἐργατικὸν κίνημα. Ἑπομένως, δὲν θὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸ στόμα μου νὰ κατηγορῶ πρόσωπα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω ἀδιαμαρτύρητον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας πρὸς ἕνα βουλευτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ὁποῖος ὡμίλει ἐναντίον τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας. Ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀσυλίας του, διότι αὐτὰ ποὺ ἔλεγε θὰ ἔπρεπε, ἐνδεχομένως, νὰ γίνουν ἀντικείμενον διώξεως ἐνώπιον Δικαστηρίου. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ καταθέσῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ χαρακτηρίζεται καὶ ἡ Διοίκησις τῆς Γεν. Συνομοσπονδίας ὡς ἀρχή, διὰ νὰ διώκωνται αὐτεπαγγέλτως, κατὰ τὴν τελευταίως κρατήσασαν μόδαν, ὅσοι ὁμιλοῦν δυσμενῶς περὶ τῶν μελῶν αὐτῆς. Αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦμεν τὸν Κοινοβουλευτισμόν, ὅταν δείχνωμεν τόσον μικρὰν ἐκτίμησιν καὶ ὅταν ἔχωμεν τόσον ὀλίγην ὑπερηφάνειαν διὰ τὸ μέγα ἔργον τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, καὶ ὅταν δὲν γνωρίζωμεν τὴν ἱερότητα τῆς ἀσυλίας τοῦ βήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε καταχρήσεως, εἶναι τὸ παλλάδιον τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλοίμονον, ἐὰν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ βουλευτής, νὰ ἐλέγχῃ καὶ νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀκαταδίωκτος ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, θελήσωμεν νὰ τὸ περιορίσωμεν διὰ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου τρόπου καὶ καταλήξωμεν εἰς τὸ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ πέραν τούτου, οἱ παλαιότεροι, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως, ἔχουν παραστῆ εἰς ὀξυτάτους πολιτικοὺς ἀγῶνας μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, θὰ διερωτῶνται: Τόσον λοιπὸν ἔχει σμικρυνθῆ τὸ ἀνάστημα τῶν ἀνθρώπων ποὺ παρευρίσκονται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ τὸ ἀνάστημα τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀνέρχονται εἰς τὸν Ὑπουργικὸν θῶκον, ὥστε, ἀντὶ νὰ μάχωνται μεταξύ των, ἕκαστος ἐκ τῆς θέσεώς του, ὡς ἐλέγχοντες καὶ ἐλεγχόμενοι, νὰ αἰσθάνωνται ὅτι δὲν δύνανται νὰ εἶναι ἄλλο τίποτε παρὰ διάδικοι ἐνώπιον τοῦ μονομελοῦς πλημμελειοδικείου; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ε.Κ.). Τούτων ὄντως τεθέντων, διατὶ νὰ παραιτηθῇ ὁ βουλευτὴς τῆς ἀσυλίας του; Ἐδημοσιεύθη εἰς μίαν ἐφημερίδα ἡ ἔκθεσις τοῦ Ἴρβιγκ Μπράουν, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅπως τὸν γνωρίζομεν καὶ ἡμεῖς. Ἰδοὺ στάδιον δράσεως λαμπρᾶς. Διατὶ δὲν ζητεῖται ὁ λόγος δικαστικῶς ἢ ἄλλως ἀπὸ τὸν κ. Μπράουν καὶ τὴν ἐφημερίδα ποὺ ἐδημοσίευσε τὴν ἔκθεσίν του, ἀφοῦ νομίζετε, ὅτι ὅλα δικαστικῶς πρέπει νὰ ἀποδεικνύωνται; Πρέπει νὰ κληθῇ ὁ κ. Μπράουν νὰ καταθέσῃ μεθ’ ὅρκου εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον περὶ τῶν κυρίων οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὴν Γεν. Συνομοσπονδίαν. Ἀλλά, πέραν τούτου, θὰ ἤθελα νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ βαδίσῃ, πέραν τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ κρίνῃ, νὰ ἐξετάσῃ τί ἐν προκειμένῳ γίνεται. Καὶ τί προτείνω; Σᾶς προτείνω νὰ τὴν προτείνετε τὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐάν, πράγματι, ἡ ἔκθεσις Μπράουν εἶναι ἀληθής, ἐὰν πράγματι ἡ διοίκησις τῆς Γεν. Συνομοσπονδίας παίζει τὸν ρόλον, ὁ ὁποῖος καταγγέλλεται εἰς τὰ συνδικᾶτα, ἐὰν πράγματι καὶ σεῖς ὁ ἴδιος χειρίζεσθε τὸ ὅπερ ἔχετε δικαίωμα νὰ χειρισθῆτε ποσὸν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας, καθ’ ὃν τρόπον ἀμερόληπτον λέγετε ἢ καθ’ ὃν τρόπον ἄλλον καταγγέλλουν, μὲ ἀπόλυτον δηλαδὴ μεροληπτικότητα, ἀναλόγως τοῦ ποῦ ἀνήκει ἓν ἕκαστον Σωματεῖον. Εἶναι ἕνας τρόπος διὰ νὰ λύσωμεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν διὰ νὰ μὴ καταγγέλεται ἡ Διοίκησις καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπειλώμεθα μὲ τὸ μονομερὲς πλημμελειοδικεῖον, ὁσάκις ὁμιλοῦμεν περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Καὶ ἐνῷ ὑπάρχει θέμα ἀποκαταστάσεως τῆς ἀρετῆς εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος, μὲ τὸ νομοσχέδιόν σας, τὸ θέμα αὐτὸ ὀξύνεται, διότι αὐξάνονται αἱ παροχαὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι πρὸ ἐμοῦ ἐφ’ ᾧ καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο. Διότι ἡμεῖς δὲν πιστεύομεν ἁπλῶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ στηριχθῇ ἕνα ἀνανεωμένον συνδικαλιστικὸν κίνημα εἰς τὰς δύο βάσεις τῆς Δημοκρατίας, τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀρετήν. Δὲν πιστεύομεν μόνον ὅτι ἀποτελεῖ ἀνάγκην ζωῆς διὰ τὴν ἐργατικὴν τάξιν ὁ ἐλεύθερος συνδικαλισμὸς διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ ἐργατικὴ τάξις νὰ ἀμυνθῇ ἐναντίον τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων. Πιστεύομεν κυρίως, ὅτι τὰ γνήσια καὶ ἐλεύθερα συνδικάτα ἀποτελοῦν διὰ τὴν σύγχρονον ὀργάνωσιν τῆς οἰκονομίας ἀπαραίτητον καὶ δημιουργικὸν συντελεστὴν τῆς καταρτίσεως καὶ ἐκτελέσεως ἑνὸς ἐθνικοῦ οἰκονομικοῦ σχεδίου οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Τὰ πορίσματα τοῦ Ὑπουργείου ἢ τῶν ἐργοδοτικῶν ὀργανώσεων οὔτε τὰς διεκδικήσεις τῶν ἐργατῶν δύνανται νὰ ἐκφράσουν οὔτε νὰ τοὺς ἐμπνεύσουν, νὰ τοὺς διαφωτίσουν, νὰ τοὺς καθοδηγήσουν. Τέτοια συνδικάτα δὲν ἀποτελοῦν μόνον τὴν αἰτίαν τῆς ἀδυναμίας τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἀλλὰ καὶ συνεχοῦς ἀναβρασμοῦ. Ἔτσι, ἡ ἐργατικὴ τάξις σκέπτεται ὄχι ὡς παράγων τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἀλλ’ ὡς διωκόμενος παρίας. Τὰ ἐξηρτημένα συνδικάτα ζημιώνουν εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν τὴν προσπάθειαν ἀναπτύξεως. Κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ τῶν διατάξεων περὶ τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως, ποὺ ἔρχονται, κατὰ σειρὰν σημασίας, μετὰ τὰς διατάξεις περὶ τῶν συλλογικῶν συμβάσεων καὶ περὶ συνδικαλιστικῆς ἐλευθερίας, αὗται μόνον κατὰ ἕνα ποσοστὸν συνδέονται μὲ τὴν κεντρικὴν κατεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν ὁποίαν ἀσχολοῦμαι. Καὶ ἐκεῖ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τῶν διοικήσεων τῶν κλαδικῶν ταμείων καὶ ἄλλα τινά, ἐξυπηρετοῦν αὐτὴν τὴν γενικὴν κατεύθυνσιν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἓν ἄλλο θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπιμείνω πολύ, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις: Βέβαια, τὸ νομοσχέδιον δὲν λέγει τίποτε συγκεκριμένον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ὑπάρχουν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς ἐνίσχυσιν καὶ ἄλλων δηλώσεων καὶ λόγων καὶ ψιθύρων, αἱ ὁποῖαι κατατείνουν εἰς τὴν πολιορκίαν, ἐπὶ σκοπῷ, ἐνδεχομένως, ἀπορροφήσεως, τῶν κλαδικῶν ταμείων. Καὶ γίνεται ἡ συζήτησις, ἔξω τοῦ νομοσχεδίου λέγω, περὶ τῆς δυνατότητος ὑπάρξεως ἑνιαίας κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως. Ἐπιθυμῶ νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος ἐπὶ πολλὰ ἀκόμη ἔτη — δὲν γνωρίζω πόσα — περὶ δυνατότητος ἑνιαίου Ὀργανισμοῦ Ἀσφαλιστικοῦ. Δὲν γνωρίζω διὰ πόσα ἔτη, ἀλλὰ πάντως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν οὐδεμίᾳ περιπτώσει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἐξίσωσις τῶν ὠφελημάτων πρὸς τὰ κάτω. Ἐὰν κάποια ἐξίσωσις πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ, εἶναι ἡ ἐξίσωσις πρὸς τὰ ἄνω. Νὰ δώσωμεν, δηλαδή, εἰς ἐκείνους, ποὺ ἔχουν πολὺ μικρὰς συντάξεις, συντάξεις ἴσας, μὲ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχουν μερικοί, ποὺ ἔχουν κατορθώσει μόνοι των νὰ συγκροτήσουν μερικὰ ὑγιᾶ κλαδικὰ ταμεῖα. Ἀλλὰ πάντως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσβληθοῦν μὲ οἱονδήποτε πρόσχημα κεκτημένα δικαιώματα κλάδων, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ ἔχουν ὑγιεῖς ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς, διότι τοῦτο εἶναι ἀνήθικον καὶ ἀντιπολιτικὸν καὶ ἀντικοινωνικόν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ὀρθῶς, ὅσοι ἔχουν τὰ κλαδικὰ ταμεῖα, μετὰ δυσπιστίας προβλέπουν πρὸς ὅλας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι τοὺς ἀφοροῦν, τὰς περιλαμβανομένας εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ ὀρθῶς ἀμύνονται ὑπὲρ τῶν ταμείων των, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθοῦν νὰ χάσουν τὰ κεκτημένα δικαιώματά των. Ἰδού, λοιπόν, κύριοι, ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς γενικῆς κατευθύνσεως, τὴν ὁποίαν διακρίνω εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ ἐκεῖ τοποθετεῖται ἡ ριζική μας διαφωνία. Διαφωνοῦμεν εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀπονευρωθῇ ὁ ἀγὼν τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Διαφωνοῦμεν εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι πρέπει ἡ ἐργατικὴ τάξις νὰ πληρώσῃ τὴν προσπάθειαν οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως. Διαφωνοῦμεν εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι ἡ ἐργατικὴ τάξις πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸ τίμημα τῆς εἰσόδου μας εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Ἀγοράν. Καὶ ἡ διαφωνία αὐτὴ προέρχεται ἀπὸ βαθυτάτην διαφωνίαν ἀρχῶν, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθην εἰς τὴν ἀρχήν. Γνωρίζω, ὅτι τὸ κυβερνῶν κόμμα ἀνήκει εἰς τὰς δυνάμεις ἐκείνας τὰς πολιτικάς, αἱ ὁποῖαι ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἄποψιν, ὅτι μέσα εἰς τὰς συγχρόνους κοινωνίας μία διαφορὰ ὑπάρχει. Ἡ διαφορὰ ποὺ χωρίζει τοὺς κομμουνιστὰς ἀπὸ τοὺς μὴ κομμουνιστὰς ἢ ἀπὸ τοὺς ἀντικομμουνιστάς. Δι’ ἡμᾶς τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὑπάρχουν δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι, βεβαίως, εἶναι ἀντικομμουνιστικαί, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἐν ὀνόματι τῆς ἀντιθέσεως πρὸς τὸν κομμουνισμὸν προσπαθοῦν νὰ ἀνακόψουν ὄχι τὴν πρόοδον τοῦ κομμουνισμοῦ, ἀλλὰ τὴν πρόοδον οἱασδήποτε κοινωνικῆς ἐξελίξεως, χαρακτηρίζοντες ὡς ἀνατρεπτικὸν κάθε τι, τὸ ὁποῖον τείνει πρὸς τὴν κοινωνικὴν πρόοδον ἢ τὴν ἱκανοποίησιν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Καὶ ὑπάρχουν δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀντιτίθενται μὲν καὶ αὐταὶ εἰς τὸν κομμουνισμόν, ἀλλὰ προσπαθοῦν νὰ ὑποβοηθήσουν, ἀγωνιζόμεναι πρὸς τοῦτο, τὴν κοινωνικὴν πρόοδον καὶ ἐργάζονται διὰ τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἀρχῶν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Εἰς αὐτὰς τὰς δυνάμεις ἀνήκομεν ἡμεῖς. Μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεων ὑπάρχουν διαφοραί, αἱ ὁποῖαι, εἰς τὰς προηγμένας Δυτικὰς χώρας, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐλαττοῦνται, διότι ὑπάρχουν γενικαὶ ἀρχαὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς, αἱ ὁποῖαι γίνονται σήμερον δεκταὶ ἀπὸ ὅλους. Ἀλλὰ δυστυχῶς εἰς τὴν χώραν μας ἐξακολουθεῖ ἡ διαφορὰ μεταξὺ μας νὰ εἶναι τεραστία. Ἀντιμετωπίζετε τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας ὡς ἕνα ἁπλοῦν στοιχεῖον τοῦ κόστους. Καὶ δι’ αὐτὸ περιφρουρεῖτε καὶ διὰ τῆς ἀστυνομικῆς πιέσεως καὶ διὰ τῆς διαφθορᾶς πᾶσαν δυνατότητα συνθλίψεως τῶν ἡμερομισθίων. Ἡμεῖς δὲν ἀντιμετωπίζομεν τὴν ἀμοιβὴν τῆς ἐργασίας ὡς στοιχεῖον κόστους μόνον. Τὸ ἀντιμετωπίζομεν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἄνθρωπον παράγοντα, ὅπως ἐπιβάλλει ἡ σύγχρονος ἀντίληψις τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς καὶ δὲν δεχόμεθα τὴν διάστασιν μεταξὺ οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ κοινωνικῆς προόδου. Γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχουν θεωρία, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει πρῶτον νὰ γίνῃ ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις καὶ ἔπειτα νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη, συμφώνως πρὸς τὴν φαιδρὰν ἐκείνην ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν «σήμερον βερεσὲ δὲν ἔχει, αὔριον ἔχει». Δηλαδή, κατ’ ἀναλογίαν, «σήμερον κοινωνικὴν δικαιοσύνην δὲν ἔχει, αὔριον ἔχει». Ὄχι! Δὲν τὸ δέχεται κανεὶς προηγμένος λαὸς σήμερον αὐτό. Οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις καὶ κοινωνικὴ πρόοδος πρέπει νὰ συμβαδίζουν καὶ θὰ συμβαδίζουν, ἀνεξαρτήτως τῶν σκληρῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀνάγκης αὐτῆς. Βεβαίως, εἶναι σκληρὰ τὰ προβλήματα. Βεβαίως, ἀπαιτοῦνται, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, θυσίαι γενικαί. Ἀλλὰ πουθενὰ δὲν ἀπαιτεῖται θυσία μονόπλευρος. Μόνον εἰς ὑποαναπτύκτους χώρας, ποὺ ὡδηγήθησαν εἰς αἱματηρὰς ἐπαναστάσεις, μόνον εἰς ἐκείνας τὰς χώρας γίνεται θυσία μονόπλευρος τῆς ἐργατικῆς τάξεως ἐν ὀνόματι, τάχα, τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Θὰ ἠθέλαμεν αὐτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς νὰ μὴ εἶναι μόνον ἰδική μας, νὰ εἶναι γενική. Ἐπάνω εἰς τὰς βασικὰς αὐτὰς γραμμὰς νὰ βαδίσωμεν ὅλοι ὁμοῦ, ἀδιάφορον ἐὰν διαφωνῶμεν εἰς τὰς λεπτομερείας ἢ εἰς ἄλλα τινὰ θέματα. Δὲν χαίρομεν, διότι ἡ ἀπόστασις μεταξύ μας εἶναι τόσον μεγάλη. Θὰ ἠθέλωμεν νὰ εἶσθε πιὸ κοντά, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ παύσετε, πρὸς τοῦτο, νὰ εἶσθε ἡ πλέον ἀντιδραστικὴ δεξιὰ τῆς Εὐρώπης. (Χειροκροτήματα). Διακηρύσσεται, ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν. Ἐὰν ἡ ἔννοια τοῦ «ἀνήκω» εἶναι ὅτι ἀνήκομεν, ὅπως τὰ ἄψυχα, εἰς τὸν ἰδιοκτήτην των, ἴσως νὰ εἶσθε κατάλληλοι νὰ ἐπιτύχετε τὴν τοιαύτην ἔνταξίν μας εἰς τὴν Δύσιν. Ἀντιλαμβάνομαι τὴν νοοτροπίαν σας. Θὰ διακηρύσσετε, ὅσον ὑπάρχετε, ὅτι ἀνήκετε εἰς τὴν Δύσιν. Ἡμεῖς θὰ κάμωμεν, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀνήκῃ πράγματι εἰς τὴν Δύσιν καὶ ὡς νοοτροπία καὶ ὡς σύνολον θεσμῶν καὶ ὡς τρόπος ζωῆς. Ἀλλά, ἐπὶ τέλους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῆτε τί γίνεται εἰς αὐτὴν τὴν Δύσιν, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε; Δὲν θέλομεν νὰ φθάσετε μέχρι τῶν σοσιαλιστικῶν λύσεων. Ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθητε, ὅτι ἀκόμη καὶ οἱ ἀντιδραστικώτεροι θεσμοί, ὅπως ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία, βαδίζουν πρὸς κἄποιαν συμμόρφωσιν πρὸς τὴν κοινωνικὴν ἐξέλιξιν; Δὲν σᾶς ἔτυχε νὰ συναπαντήσετε τὴν τελευταίαν ἐγκύκλιον τοῦ Πάπα Ἰωάννου ΚΓʹ, ποὺ ἀπασχολεῖται μὲ ὅλα τὰ προβλήματα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ τῆς κοινωνικῆς Δικαιοσύνης, ὅπου, αὐτὴν τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡ κοινωνικὴ πρόοδος πρέπει νὰ συμβαδίσῃ μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, τὴν διακηρύσσει ὡς ἀρχὴν τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, διότι γνωρίζει, ὅτι ἐὰν δὲν τὴν διακηρύξῃ, ὅλος ὁ κόσμος τῶν ταπεινῶν, τῶν καταφρονημένων θὰ γυρίσῃ τὴν πλάτην καὶ πρὸς τὴν ἐκκλησίαν καὶ πρὸς πᾶσαν ἰδέαν, ὠθούμενος πρὸς τὴν ἐπανάστασιν, διότι τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης ἡ ἀξίωσις, εἶναι ἀξίωσις ἄνευ οὐδεμιᾶς δυνατότητος ἀνακοπῆς; Τί νὰ τὸ κάμετε τὸ νομοσχέδιόν σας ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους; Εἶπον οἱ συνάδελφοι, ἀποσύρατέ το νὰ τὸ μελετήσετε. Τί νὰ μελετήσετε; Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν τὸ ἀποσύρετε, θὰ φέρετε χειρότερον. Ἀλλά, ἐπὶ τέλους, εἶναι δύσκολον νὰ ἀναλογισθῆτε, τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἔστω, ὅτι αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ κάμετε, δηλαδὴ νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς τὰς διεθνεῖς συμβάσεις, εἶναι τὸ μόνον ποὺ δὲν ἐπιτυγχάνετε καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κάμετε μίαν προσπάθειαν νὰ τὸ ἐπιτύχετε, κατὰ ἕνα ποσοστὸν τοὐλάχιστον; Ἐγὼ ὁραματίζομαι, ὅτι αὔριον, εἰς μίαν νέαν Βουλήν, ἀδιαβλήτως ἐκλεγομένην, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιωθῇ νὰ ὑπάρξουν διακομματικαὶ Ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι νὰ βάλουν τὰς βάσεις καὶ τῆς πολιτικῆς μας ἐπὶ τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἡμερομισθίων καὶ ἐπὶ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ συνδικαλιστικοῦ μας κινήματος. Ἀλλά, ἐπὶ τέλους, πρὸς τὸ παρὸν δὲν θέλετε σεῖς νὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι, ἐπιμένοντες, ὅτι συμμορφώνεσθε πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν διεθνῶν συμβάσεων καὶ κάμνοντες τὸ ἀντίθετον, θὰ γίνετε αὔριον στόχος τῆς πολιτικῆς καὶ περίγελως, ἐνδεχομένως, τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης; Διότι διὰ τὴν δυτικὴν νοοτροπίαν ἔχετε κοινωνικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τῆς γῆς. Εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν Δεινοσαύρων, ἀλλὰ τῆς Τριασίου περιόδου τοῦ Μεσοζωϊκοῦ αἰῶνος. Αὐτὴ ἡ ἐποχὴ τῶν Δεινοσαύρων, προκειμένου περὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς, δὲν εἶναι πολὺ μακρυά. Ἀπέχει μόλις 100–150 ἔτη. Ἔχω μαζί μου ἕνα «Δεινόσαυρον», διὰ νὰ ἴδητε, πῶς ἡ ἰδική σας νοοτροπία τῆς συγκρατήσεως τοῦ ἐργατικοῦ κινήματος διὰ τῆς νουθεσίας καὶ τῆς ἀστυνομίας, εἶναι νοοτροπία ἀνταποκρινομένη εἰς τὰ ἰσχύοντα πρὸ ἑκατονταετίας τοὐλάχιστον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁ Δεινόσαυρος αὐτὸς εἶναι ἕνα πόνημα, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται: «Πόνημα... ἢ συμβουλαὶ πρὸς τοὺς χειρώνακτας». Ἔχει ἐκτυπωθῆ χάρις εἰς τὴν γενναιοδωρίαν 2 μεγαλεμπόρων ὁμογενῶν τοῦ Λονδίνου καὶ ἔχει σταλῆ εἰς 1.150 ἀντίτυπα εἰς τὴν ἑταιρείαν τῶν Φίλων τοῦ λαοῦ, προεδρευομένην ὑπὸ τοῦ Ἀλεξάνδρου Σούτσου, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν διαπαιδαγώγησιν τῶν χειρωνάκτων. Καὶ λέγει πολὺ ὡραῖα πράγματα. DE OMNIBUS REBUS. Καὶ φθάνει εἰς ἕνα σημεῖον, χωρὶς πολὺ–πολὺ νὰ φαίνεται μετὰ τὰς κατηχήσεις τῶν πρὸς τὸν χειρώνακτα προκαταβολῶν μὲ τίτλον τοῦ κεφαλαίου: «Εἶναι ἀναπόφευκτος ἡ δυστυχία τοῦ ἀντιπολιτευομένου τὴν ἐξουσίαν καὶ συμπράττοντος εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῶν καθεστώτων χειρώνακτος». «Εἶναι ἀναπόφευκτος ἡ δυστυχία» λέγετε καὶ εἴμεθα εἰς τὸ 1963 ἐν Ἑλλάδι. Λέγει δὲ μέσα ὡς παράδειγμα: «Τί ἔχει νὰ κερδίσῃ ὁ χειρῶναξ, γινόμενος τυφλὸν ὄργανον ἀνθρώπων φιλοδόξων, φιλοταράχων» καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἀκούσατε τώρα: «Ἀπὸ τοῦ 1831 μέχρι σήμερον ἤτοι.... (ἀναγινώσκει)....». Ἀπὸ τοῦ 1831 μέχρι τὸ 1868 αἱ ἀναστατώσεις, τὰς ὁποίας ὑπελογίσατε καὶ αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τῶν ἐργατῶν, ἦσαν αἱ ἀναστατώσεις, τὰς ὁποίας ἔφερε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ ἡ ἔξοδος τοῦ Ὄθωνος. Οἱ χειρώνακτες, κατὰ τὴν νοοτροπίαν αὐτήν, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ ἐναντίον τῆς ἐξώσεως τοῦ Ὄθωνος, διότι καταλυθείσης τῆς τάξεως ἀνεκόπη ἡ πρόοδος τῶν ἔργων αὐτῶν. Ἰδοὺ ἡ νοοτροπία αὐτή. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι τόσον θεωρητική. Προχωρεῖ καὶ δίδει καὶ συμβουλάς, πῶς νὰ πολιτεύεται ὁ χειρῶναξ ἐν καιρῷ ἐκλογῶν. Καὶ τοῦ λέγει: «Τί σὲ συμφέρει, φίλτατε χειρῶναξ, εἰς τὴν ἐκλογήν; Ἐσένα σὲ συμφέρει ἡ τήρησις τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως καὶ ἑπομένως, νὰ ἀφήσῃς τοὺς φιλοδόξους καὶ νὰ πᾶς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πράγματι ὑπόσχονται, ὅτι θὰ τηρήσουν τὸν νόμον καὶ τὴν τάξιν. .... (ἀναγινώσκει)....». Αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία, ὅπως εἶπον, τῆς ἐποχῆς τῶν Δεινοσαύρων. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ βιβλίον αὐτό, εἶναι γεμᾶτο στοργὴ διὰ τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ὅπως καὶ οἱ λόγοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον κυβερνᾷ, διότι ἀσχολεῖται μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀναθρέψουν οἱ χειρώνακτες τὰ παιδιά των, καθὼς καὶ μὲ ἄλλας λεπτομερείας τῆς ζωῆς. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἐπειδὴ πιθανὸν νὰ τοῦ διέφυγε εἰς τὴν ἐκτύπωσιν μία σειρὰ παρατηρήσεων, πῶς θὰ προφυλάσσῃ τὴν ὑγείαν του ὁ χειρῶναξ, σπεύδει νὰ προσθέσῃ εἰς τὰ παροράματα: «Ὅταν φθάνῃς.... (ἀναγινώσκει)....». Ἰδού, κύριοι, εἰς ποίαν κατάστασιν νομίζομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι εὑρισκόμεθα. Ἀλλὰ καὶ τότε καὶ ἰδίως τώρα, δὲν τὰ ἐγνώριζον οἱ χειρώνακτες καὶ τὸν νόμον καὶ τὴν τάξιν καὶ τὰς νομοθεσίας; Ἀλλὰ τὰ χείλη τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ, καὶ τότε καὶ τώρα, διψοῦν διὰ κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Καὶ αὐτὴν προσπαθεῖτε νὰ τοῦ τὴν δώσετε μὲ τὰς νομοθεσίας αὐτάς, μὲ τὰ νομοθετήματα αὐτά, μὲ τὴν προσπάθειαν διαφθορᾶς καὶ ἀστυνομεύσεως τοῦ συνδικαλιστικοῦ κινήματος. Ὁ ἐργαζόμενος, ὅμως, λαός, ἀποστρέφει τὸ πρόσωπόν του ἀπὸ τοὺς διεφθαρμένους καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μεταχειρίζονται διὰ νὰ τοὺς διαφθείρουν. Ἀποστρέφει τὸ πρόσωπόν του ἀπὸ τὰ Συνδικᾶτα καὶ τὴν ἀστυνόμευσιν. Πιστεύει δέ, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ μὲ τὴν ὡργανωμένην πάλην του καὶ ὅτι θὰ ἐνισχυθῇ εἰς τὴν πάλην του αὐτήν, ἀπὸ τὸ ἐργατικὸν κίνημα καὶ τὰς προοδευτικὰς δυνάμεις τῶν Δυτικῶν χωρῶν, μὲ τὰς ὁποίας ἠθελήσατε νὰ συνδεθῶμεν. Καὶ πιστεύει, ὅτι θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐπιτύχῃ μὲ τὴν πολιτικὴν δρᾶσιν τῶν προοδευτικῶν δημοκρατικῶν δυνάμεων, ποὺ διοικοῦν, ἡνωμένοι, εἰς τὸ πλαίσιον τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὑπὸ τὴν ἐμπνευσμένην ἡγεσίαν τοῦ κ. Παπανδρέου, βαδίζουν πρὸς τὴν πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς, οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας, ἔχει τὸν λόγον.
§28Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἠκούσατε καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Τσιριμῶκον ἐκθέτοντα τὰς ἀπόψεις του, ἐπὶ τοῦ ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Προσωμολόγησεν καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων, δὲν ἔχει ἐπαρκῶς μόνον ἀναλυθῆ, ἀλλ’ ὅτι κυριολεκτικῶς ἔχει ἀνασκολοπισθῆ, ἀπὸ τοὺς ρήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ παρὰ τὴν ἀνάλυσιν αὐτὴν καὶ τὸν ἀνασκολοπισμόν του, ὁ κ. Τσιριμῶκος, δὲν ἠδυνήθη οὔτε μίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὸ ἰσχῦον Δίκαιον, νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς δυσμενεστέραν. Καὶ δὲν ἠδυνήθη, ὄχι διότι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἐπαρκῶς ἀναλυθῆ, ὡς εἶπεν, ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ διότι, πράγματι, εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία νὰ καθιστᾷ τὴν θέσιν τῶν ἐργατῶν χείρονα ἢ δυσμενεστέραν, ἀπὸ ἐκείνην ἡ ὁποία σήμερον ὑφίσταται βάσει τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων. Καὶ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, διότι καὶ εἰς τὸν τομέα τῶν ἐλευθέρων συλλογικῶν διαπραγματεύσεων, τὰ πράγματα βελτιοῦνται καὶ μάλιστα ἱκανοποιητικῶς. Διότι τὴν τυχὸν ἄποψίν της ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς δυσμενοῦς ἐπιπτώσεως ἑνὸς συγκεκριμένου μέτρου εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ὁμαλότητα τὴν κοινωνικήν, δὲν τὴν κρίνουν πλέον, ὅπως μέχρι σήμερον, οἱ Ὑπουργοὶ Συντονισμοῦ καὶ Ἐργασίας, ἀλλὰ τὸ Δευτεροβάθμιον Διαιτητικὸν Δικαστήριον, ἡ ἀντικειμενικότητος τοῦ ὁποίου δὲν ἠμφισβητήθη τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸν κ. Τσιριμῶκον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλους ὁμιλητὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐλέχθη ἀπὸ ἄλλους ὁμιλητάς, ὅτι ὁ Πρόεδρος θὰ εἶναι δέσμιος τῶν δύο εἰσηγητῶν, ἀπὸ ἄλλους δέ, ὅτι οἱ ἐργοδόται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας μὲ τὸν Πρόεδρον, θὰ ἀποφασίζουν εἰς βάρος τῶν ἐργατῶν. Πάντως, ὑπὸ τοῦ κ. Τσιριμώκου ἐπὶ τῆς ἀντικειμενικότητος τοῦ Δευτεροβαθμίου Διαιτητικοῦ Δικαστηρίου δὲν ἐλέχθη τι καὶ τοῦτο, διότι ἡ σύνθεσίς του παρέχει πράγματι τὰ στοιχεῖα τῆς ἀντικειμενικῆς κρίσεως. Ἐχαρακτήρισε τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Τσιριμῶκος ὡς λεωφορεῖον πεπληρωμένον ἐν ὥρᾳ συνωστισμοῦ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δι’ αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ αἰτιᾶται τοὺς συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέτρεψαν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, νὰ ψηφισθοῦν τὰ δύο πρῶτα μέρη αὐτοῦ, ὥστε νὰ ἔλθουν τὰ ὑπόλοιπα πρὸς ψήφισιν διὰ χωριστοῦ νομοσχεδίου. Ἐν ὄψει αὐτῆς τῆς λυσσαλέας, ὡς καὶ ὁ ἴδιος παρεδέχθη, ἀντιδράσεως καὶ κωλυσιεργίας, δὲν ἀπέμεινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία φέρει τὴν εὐθύνην τῆς ἀντιμετωπίσεως αὐτῶν τῶν προβλημάτων, παρὰ εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, νὰ περιλάβῃ καὶ περαιτέρω προβλήματα ἐκκρεμῆ, προκειμένου νὰ ἀνακουφίσῃ, πράγματι, τὴν θέσιν τῶν ἐργατοϋπαλλήλων. Εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, οὐδεμίαν διάταξιν προβλέπει περὶ συγχωνεύσεως τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν εἰς ἕνα ἑνιαῖον φορέα. Ἡ διάταξις αὐτὴ ὑπάρχει εἰς νόμον τὸν ὁποῖον ἔχει εἰσηγηθῆ καὶ ψηφίσει ἡ παράταξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ἤδη ὁ κ. Τσιριμῶκος. Εἶναι ὁ νόμος 1846, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπαίρεται ὁ κ. Μπακατσέλος καὶ τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δι’ αὐτοῦ παρέχεται ἡ δυνατότης εἰς τὴν Κυβέρνησιν καθὼς καὶ τὸ δικαίωμα ὑπὸ ὡρισμένην διαδικασίαν καὶ προϋποθέσεως, νὰ χωρίσῃ εἰς τὴν συγχώνευσιν τῶν ἐν οἰκονομικῇ ἀδυναμίᾳ εὑρισκομένων ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσαφλίσεως εἰς εὐρωστοτέρους ὀργανισμούς. Εἶπεν, ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὅτι οἱ βασικοί σας σκοποί, εἶναι δύο: Ὁ εἷς εἶναι ὁ κύριος καὶ ὁ δεύτερος εἶναι τὰ μέσα διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ πρῶτος. Κύριος σκοπός, ὡς εἶπεν, εἶναι ἡ καθήλωσις τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἡμερομισθίων. Τοῦ ἀπαντῶ ὑπὸ τὸ προηγούμενον καθεστὼς τοῦ νόμου 3239, τὸ ὁποῖον τόσον ἔχει ἐπικριθῆ καὶ ἐπικρίνεται καὶ σήμερον, τὰ θέματα τῆς ἀμοιβῆς τῶν μισθωτῶν προωθήθησαν κατὰ τρόπον, ὥστε οἱ μισθοὶ νὰ σημειώνουν τὴν αὔξησιν τὴν οὐσιαστικὴν τὴν ὁποίαν ἀνέφερον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἐπαναλάβω τὰ ποσοστά· ἀλλὰ καὶ οὔτε νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἔκτασιν τῆς ἐπελθούσης βελτιώσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωσα, χαρακτηριστικῶς, δι’ ἀριθμῶν, τόσον εἰς τὸν τομέα τῶν συντάξεων, ὅσον καὶ εἰς τὸν τομέα τῶν μισθῶν. Γεγονὸς ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι πέραν αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν— καὶ ἐννοῶ ἀπὸ τὸ 1955 μέχρι σήμερον— ἔχει προβῆ καὶ εἰς περαιτέρω βελτίωσιν τοῦ ἐπιπέδου τῶν ἐργαζομένων καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν χορήγησιν τῶν οἰκογενειακῶν ἐπιδομάτων καὶ τοὺς κανονισμοὺς ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χορηγουμένην ἄδειαν καὶ τὰς συνεπείας διὰ τὴν παράλειψιν χορηγήσεως αὐτῆς. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καθώρισε διὰ τὰς περιπτώσεις ὑπερβάσεως τὴν 120 ὡρῶν προσαύξησιν τῆς ἀμοιβῆς κατὰ 75%. Ἐπίσης, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καθώρισε προσαύξησιν τῆς ὑπερωριακῆς ἐργασίας κατὰ 50%. Αἱ ἀπὸ τοῦ 1955 μέχρι σήμερον Κυβερνήσεις εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι προέβλεψαν ὥστε νὰ φθάσουν αἱ ἀμοιβαὶ καὶ αἱ ἐν γένει συνθῆκαι ἐργασίας, εἰς ἐπίπεδον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ σημειοῦνται, ὅπως κατὰ τὸ παρελθόν, διενέξεις μεταξὺ ἐργοδοτῶν καὶ μισθωτῶν εἰς ἐξαιρετικῶς περιωρισμένην κλίμακα. Ἐὰν τώρα αὐτὴν τὴν πρόοδον ὁ κ. Τσιριμῶκος, νομίζει, ὅτι δύναται νὰ τὴν χαρακτηρίζῃ ὡς ἐποχὴν δεινοσαύρων, πρέπει νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς καλόπιστος δύναται νὰ τὸν παρακολουθήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἢ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς εἰς τὴν σκέψιν του αὐτήν. Καὶ δὲν δύναται νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὸ ποὺ ἐλέχθη διότι κάθε ἐργαζόμενος γνωρίζει, ὅτι τὸ ἐπίπεδον τῆς ζωῆς του κατέστη πολὺ καλύτερον ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς τελευταίας 7ετίας, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγνώρισεν ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ παρελθόντος τῶν προερχομένων ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ποῦ καὶ μὲ ποῖον συγκεκριμένον μέτρον εὑρίσκει προσπάθειαν καθηλώσεως τῶν μισθῶν ὅταν τὸ μοναδικόν της δικαίωμα, τῶν δύο Ὑπουργῶν της δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐξαρτᾷ ἀπὸ τὴν ἀποφασιστικὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου; Θεωροῦν αὐτὸ ὅτι ἀποτελεῖ τέχνασμα διὰ νὰ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πολιτικήν της εὐθύνην; Τὸ γεγονός, ὅτι τὴν ἀπόφασιν ἐκδίδει ἓν ἄλλο ὄργανον ἐπιτρέπει καὶ τὴν σκέψιν ἀκόμη, ὅτι οἱ μισθωτοὶ δὲν θὰ καταλογίσουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐθύνην, διὰ τὴν ἔφεσιν, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἄλλος ἐξέδωκεν τὴν ἀπόφασιν; Εἶναι, κύριοι, γνωστόν, ὅτι ὁσάκις οἱ μισθωτοὶ νομίζουν, ὅτι ἀδικοῦνται ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις, τὴν διόρθωσιν αὐτῶν ζητοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ οὐδένα ἄλλον, παραγνωρίζοντες ἀκόμη καὶ τὴν περίπτωσιν τῶν ἀποφάσεων τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἐν συνεχείᾳ, ὁ κ. Τσιριμῶκος διὰ νὰ θεμελιώσῃ τὴν ἄποψίν του περὶ καθηλώσεως τῶν μισθῶν, ἀνεφέρθη εἰς δῆθεν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτύχῃ, διὰ τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιβολῆς καὶ τῆς ἐξαγορᾶς τῆς ἡγεσίας τοῦ συνδικαλισμοῦ, τὰς ἐπιδιώξεις της. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πρόθεσιν αὐτήν, δὲν εἶχε παρὰ νὰ διατηρήσῃ τὸ ὑπάρχον καθεστώς. Εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς ὑπάρχει ἕνα καθεστώς, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἀδίκως τὸ ἐχαρακτήρισεν, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, διότι πράγματι κακῶς χαρακτηρίζεται ἡ οἰκονομικὴ ἐπιχορήγησις τῶν ὀργανώσεων ἀπὸ τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν ὡς παρέμβασις κυβερνητική. Ἡ εἰσφορὰ τῶν μισθωτῶν ἦτο διακεκριμένη καὶ προωρίζετο διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων δι’ ἀποφάσεων δὲ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας προεβλέπετο ἡ κατανομὴ της. Ἐγένετο δὲ κατὰ κανόνα ἡ κατανομὴ ὑπὸ τοῦ Δ.Σ. τῆς Ἑστίας μὲ συμφωνίαν τῶν ἐκπροσώπων τῶν ἐνδιαφερομένων ὅσον ἀφορᾷ καὶ δικαιουμένας οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως ὀργανώσεις καὶ ὡς πρὸς τὸ ὕψος αὐτῆς. Τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην αἱ συνδικαλιστικαὶ ὀργανώσεις τὰ ἐλάμβανον ἀπὸ τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν. Αὐτὸ τὸ καθεστώς, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ἐξέδωσεν τὸν Ἰούνιον τοῦ 1962, τὸ κατήργησε παντελῶς, διότι εἰς τὴν κυρουμένην πρᾶξιν περιέλαβε διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἀποκλείεται ἡ παρὰ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας οἰκονομικὴ ἐνίσχυσις τῶν ὀργανώσεων. Μέχρι σήμερον, κύριοι, δὲν ἔχει ἀμφισβητηθῆ οὔτε ἡ νόμιμος ὕπαρξις, οὔτε ἡ νόμιμος ἐκπροσώπησις τοῦ ἀνωτέρω συνδικαλιστικοῦ ὀργανισμοῦ τῶν ἐργατοϋπαλλήλων τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Ὁτιδήποτε δυνάμεθα νὰ λέγωμεν περὶ ἐξυγιάνσεως τοῦ συνδικαλισμοῦ, ἀλλὰ ἡ κρίσις αὐτὴ ἀνήκει εἰς τὰ δικαστήρια. Δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι μετὰ τὸ 14ον συνέδριον τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. προσέφυγεν εἰς τὸ δικαστήριον, ἀμφισβητῶν τὸ κῦρος τῶν ἀρχαιρεσιῶν, καὶ ὑφίσταται ὑπὲρ αὐτοῦ μία ἀπόφασις; Ἐὰν τοῦτο συνέβαινε τότε μόνον θὰ ἐδικαιοῦντο οἱ ἐναντίον λέγοντες νὰ εἴπουν, ὅτι δὲν εἶναι νόμιμος ἡ ἡγεσία καὶ ἡ ἐκπροσωπευτικὴ ἱκανότης τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Τὸ νὰ λέγεται ἀπό τινας ἐξ ἡμῶν καὶ δὴ ἐκ βήματος πολιτικοῦ, ὅτι θὰ ἐπιδιώξουν δι’ ἐπεμβάσεως εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις τὴν ἐξυγίανσίν των, δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀποκαλύπτουν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἅλωσιν τῶν συνδικάτων πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ἰδικῶν των πολιτικῶν σκοπῶν. Ἤδη, ἡ Ἕνωσις Κέντρου ἔχει εἰς τὸ ἐνεργητικόν της, τὴν ὀργάνωσιν, τελευταίως, εἰδικῆς συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως καὶ τὴν ἔνταξιν αὐτῆς ἐντὸς τοῦ κόμματος εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ παρ’ αὐτῇ ἐκπροσώπησις τῶν ἐργατῶν. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου δι’ αὐτῆς της τῆς ἐνεργείας ἀπέκλεισεν αὐτὴν τὴν νόμιμον ἐκπροσωπευτικὴν ὀργάνωσιν τῶν ἐργατῶν, δηλαδὴ τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ ἀπεδείχθη ὅπως ἀντ’ αὐτῆς, δηλαδὴ τῆς νομίμου καὶ ἐκπροσωπευτικῆς ὀργανώσεως, τὰς ἀπόψεις τῶν ἐργατῶν, ὡς πρὸς αὐτὴν βεβαίως, ἐκφράζῃ ἡ ὀργάνωσις τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία συνέστησεν. Ἐὰν τοῦτο ὁ κ. Τσιριμῶκος τὸ θεωρῇ ὡς βάθρον ἐξυγιάνσεως τοῦ συνδικαλισμοῦ, τότε δικαίως διαφωνοῦμεν καὶ εἶναι ἐλεύθερος νὰ αἰσθάνεται ὑπερηφάνειαν δι’ αὐτάς του τὰς ἀντιλήψεις. Δὲν φθονοῦμεν διὰ τὸ ὕψος τοῦ πολιτικοῦ ἀναστήματος καὶ ἤθους, οὔτε ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὸ πλησιάσωμεν. Βεβαίως, βάσει αὐτῶν εἶναι δεδικαιολογημένον διὰ τὸν κ. Τσιριμῶκον νὰ ἀποτελῇ ὑψηλὸν ἀνάστημα καὶ πλήρη συναίσθησιν πολιτικῆς εὐθύνης καὶ κοινοβουλευτικοῦ ἤθους περιπτώσεις ὅπως ἡ προχθεσινὴ μὲ τὸν κ. Ἠλιόπουλον, ὅταν οὗτος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀναφέρεται, ὅτι «ὑπεγράφη τὴν 1ην Ἰουλίου ἡ συλλογικὴ σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας ἐπεβλήθη εἰσφορὰ εἰς τοὺς ἐργαζομένους ὑπὲρ τοῦ κ. Μακρῆ, ἐδόθησαν δηλαδὴ 18 ἑκατομ. δραχμαί. Αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι ἱκανὸν νὰ δείξῃ εἰς ποῖον βόρβορον κινεῖται ἡ ἡγεσία τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ ποία εἶναι ἡ σατανικὴ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐξαγορὰν καὶ ὑποδούλωσιν τῶν ἐργατῶν τοῦ ἐργατικοῦ συνδικαλιστικοῦ κινήματος». Καὶ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκφράσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ κ. Τσιριμῶκος τὸν θεωρεῖ ὡς ἀποδεικνύοντα ὑψηλὸν πολιτικὸν ἀνάστημα, κοινοβουλευτικὸν ἦθος καὶ πολιτικὴν εὐπρέπειαν. Καὶ τὸν ἰδικόν μου δι’ οὗ ὑπέμνησα, ὅτι αὐτὰ γίνονται μόνον διότι ὑφίσταται τὸ ἀδίωκτον καὶ ἡ ἔλλειψις πάσης εὐθύνης καὶ τοῦ κοινοῦ πολίτου ἀκόμη ὡς σμικρῖνον τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ. Προτιμῶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριοι, προτιμῶ λέγω τὴν σμικρὰν αὐτὴν τὴν διπλῆν θέσιν, ὅπου μὲ τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ εὑρίσκομαι καὶ ἐπ’ οὐδενὶ σκέπτομαι ἢ ἐπιθυμῶ νὰ διεκδικήσω οὐδὲ ἐλάχιστον ἀπὸ αὐτὴν τὴν θέσιν τοῦ ὑψηλοῦ πολιτικοῦ ἀναστήματος ποὺ διεκδικεῖ διὰ τὸν ἑαυτόν του ὁ κ. Τσιριμῶκος. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν κατοχυροῦται ἡ εἰσφορὰ πρὸς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. Ἡ εἰσφορὰ συνωμολογήθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νόμου 3239)55. Καὶ ὅπως κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς κατ’ ἐμοῦ προτάσεως διώξεως, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς ΕΔΑ ἀπέδειξα, τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἐψήφισεν ἐν τῷ συνόλῳ του ὁ πολιτικὸς κόσμος. Ὅλαι αἱ παρατάξεις, πρωτοστατούντων μάλιστα ὡρισμένων συναδέλφων ἀνηκόντων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν σήμερον, ὑπερημύνθησαν τῆς ὀρθότητος τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἐδέχθη τότε ἡ Βουλὴ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, αἱ συνδικαλιστικαὶ ὀργανώσεις, διὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὸ ἔργον καὶ τὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν ἔχουν, εἰς τὸ νὰ καταστοῦν δηλαδὴ ἰσότιμοι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις μὲ τοὺς ἐργοδότας των, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἔχουν τὰ οἰκονομικὰ μέσα, ὥστε νὰ μὴν εἶναι ἀναγκασμέναι νὰ καταφεύγουν εἰς ἐξωσυνδικαλιστικοὺς παράγοντας διὰ τὴν ἐξοικονόμησιν τῶν ἀπαραιτήτων μέσων διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἔργου των. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἡ πρόοδος, ἡ ὁποία ἐπῆλθε διὰ τῶν δύο συλλογικῶν συμβάσεων τοῦ Ἰουνίου 1962 καὶ ἡ πρόοδος ἡ ὁποία σημειοῦται διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῶν ὁποίων καταργοῦνται ὅλαι ἐκεῖναι αἱ διατάξεις ποὺ ἐπιτρέπουν τὴν παρέμβασιν τὴν κυβερνητικὴν εἰς τὰ τῶν ὀργανώσεων, εἶναι σημαντική, σημαντικωτάτη καὶ ἀποδεικνύει, ὅτι πράγματι ὁ συνδικαλισμὸς ὑποβάλλεται καὶ εἰς λουτρὸν ἀπολύτου ἐλευθερίας καὶ εἰς λουτρὸν πλήρους ἐξυγιάνσεως. Ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θέλουν νὰ τὸ παραγνωρίσουν τοῦτο οἱ ὁμιληταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν πάντως νὰ διαστρέψουν τὴν ἄποψιν τῶν ἐργατῶν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ ἡ ὁποία τελευταίως ἐξεδηλώθη καὶ ἐγγράφως μάλιστα ἐπεβεβαιώθη, μὲ τὴν ὑποβολὴν ἑνὸς πολὺ περιωρισμένου ἀριθμοῦ ἀρνητικῶν δηλώσεων διὰ τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς. Εἶχον ὅλην τὴν ἄνεσιν, οἱ ἔξω τῆς αἰθούσης θορυβοῦντες κατὰ τῆς συνδικαλιστικῆς εἰσφορᾶς, νὰ παρωτρύνουν τοὺς συναδέλφους των νὰ ὑποβάλουν τὰς ἀρνητικὰς δηλώσεις καὶ τὸ ἔκαμαν μὲ κάθε τρόπον καὶ μέσον. Παρὰ ταῦτα, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποβληθεισῶν ἀρνητικῶν δηλώσεων δὲν ἔφθασε παρὰ εἰς ὡρισμένας δεκάδας χιλιάδας, πολὺ κάτω τῶν δέκα. Ἀκριβῶς δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀναφέρω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸν ὁριστικὸν ἀριθμὸν διότι δὲν ἔχω πλήρη στοιχεῖα καὶ δὲν θέλω νὰ παράσχω ἐσφαλμένην εἰκόνα. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἀκούονται ἀσαφεῖς ψίθυροι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἔχετε τὴν ἄνεσιν, κύριοι, νὰ εἴπετε ὁ,τιδήποτε θέλετε καὶ εἰς προσωπικὰς ἀκόμη ἐπιθέσεις σας δὲν σᾶς διακόπτει κανείς. Δὲν ἔχετε ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτετε ἢ μᾶλλον νὰ θορυβῆτε. Ἡ τελευταία ἀναμέτρησις περὶ τὴν ἐκπροσωπευτικὴν ἱκανότητα τῆς Γεν. Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἑλλάδος καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν παρ’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένων μισθωτῶν ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τοὺς ἀναφερομένους ἐδῶ ἀριθμούς, ἔχει ὅσαδήποτε καὶ ἂν εἴπητε μίαν σαφῆ παρουσίασιν καὶ μίαν ἀναμφισβήτητον ἐπιβεβαίωσιν ἀπὸ τὰς ὑποβληθείσας εἰς λίαν περιωρισμένον ἀριθμὸν ἀρνητικὰς δηλώσεις. Κύριοι, αἱ Κυβερνήσεις τῆς ἑπταετίας, δὲν ἀπέκλεισαν τὴν κοινωνικὴν πρόοδον, διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν. Συστηματικῶς ἐφρόντισαν εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ παρὰ τὰς πολλαπλὰς δυσχερείας καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά των καὶ μὲ τοὺς ἀνισοσκελεῖς ἀκόμη προϋπολογισμοὺς καὶ τὸν προϋπολογισμὸν νὰ ἰσοσκελίσουν καὶ ἐκτεταμένον πρόγραμμα ἀναπτύξεως τῆς χώρας νὰ καθιερώσουν καὶ τὴν κοινωνικὴν πρόοδον σημαντικώτατα νὰ ὑποβοηθήσουν. Καὶ ὑπεβοήθησαν τὴν τελευταίαν εἰς σημεῖον σημαντικώτατον καὶ ἀξιοζήλευτον. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐπιτύχομεν τὴν σύνδεσίν μας μὲ τὴν Ε.Ο.Κ., ἡμεῖς εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς συνδέσεως αὐτῆς καὶ θὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν συνθήκας ζωῆς καὶ διαβιώσεως πολὺ καλυτέρας ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας αἱ παρατάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μέχρι σήμερον τοῦ ἐξησφάλισαν ἢ ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθοῦν νὰ τοῦ ἐξασφαλίσουν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§29Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε ....
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσιριμῶκο, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ παραβιάσωμεν μίαν ἀρχήν.
§31Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιθυμῶ ποσῶς νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι νομίζω, ὅτι ἡ ἀπάντησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἑπομένως, εἶναι περιττὸν νὰ ἀπαντήσω. Μόνον εἰς ἕνα σημεῖον ἤθελα νὰ σταθῶ. Εἰς τὸ ἀφορῶν τὴν ὀργάνωσιν τὴν ἐργατικὴν τμήματος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ὑπάρχει ἕνα λάθος μεγάλο, ἐδῶ, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι εὐτυχὴς ποὺ θὰ τὸν βγάλω ἀπὸ τὴν πλάνην τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἡ Ἕνωσις Κέντρου δὲν ἵδρυσε συνδικάτα. Πολιτικὴν ὀργάνωσιν ἐργατικὴν ἔχει, ὅπως ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ὀργάνωσιν Δικηγόρων, Ἰατρῶν, ἢ οἱονδήποτε κλάδον. Καὶ ἔχει ἐκείνην τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν συνδικαλιστικήν, ἔχει τὰ μέλη της, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν ἐργατικὴν τάξιν, τῶν ὁποίων ἡ Διοίκησις ἀναμφισβητήτως λαμβάνει θέσιν ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν τὴν ἐργατικὴν τάξιν. Ἄλλως τί θὰ τὴν ἠθέλαμεν καὶ τί θὰ ἤθελαν αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ κόμμα μας; Τὴν ἐπιδίωξιν τῶν σκοπῶν του, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ἐργατικὸν κίνημα. Πέραν αὐτοῦ, τὰ μέλη τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, οὐδέποτε ἐζήτησαν νὰ ὑπάρξῃ χωριστὴ Ὁμοσπονδία. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχῃ μία καὶ μόνη Ὁμοσπονδία τῶν Ἐργατῶν καὶ μία καὶ μόνη Ὀργάνωσις καὶ αὐτὴν τὴ ἐλευθέραν Γεν. Συνομοσπονδίαν τῶν Ἐργατῶν ὁραματιζόμεθα. Ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρξῃ ἐλεύθερος συνδικαλισμός, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα, ἡμεῖς κάθε ἄλλο παρὰ ζητοῦμεν τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους εἰς τὸν συνδικαλισμόν. Ζητοῦμεν νὰ καταργηθῇ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὰ συνδικάτα, νὰ γίνουν ἐλεύθερα, καὶ οἱ ἐργάται νὰ ἔχουν τὰ συνδικάτα των καὶ θὰ ἴδῃ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς πῶς ἠμποροῦν νὰ γίνουν καὶ ἐλεύθερα καὶ ὅλα.
§32Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Λυποῦμαι, διότι δὲν ἤξευρα ὅτι θὰ παρεμβληθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἐὰν τὸ ἐγνώριζα, θὰ εἶχα μαζί μου τὴν διακήρυξιν τῆς ὀργανώσεως τὴν ὁποίαν ἀνέφερον καὶ θὰ σᾶς τὴν ἐδιάβαζα. Καὶ οὕτω θὰ ἐπείθεσθο, ὅτι ἡ διακήρυξις τῆς ὀργανώσεως τὴν ὁποίαν εἴπετε, ὅτι εἶναι πολιτικὴ ἁπλῶς ὀργάνωσις, εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε. Θὰ τὸ κάμω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Θὰ τὸ κάμω αὔριον, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος ζητεῖ τὸν λόγον. Ἀλλὰ παρακαλῶ κ. Ἠλιόπουλε, νὰ προσδιορίσητε ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν ζήτημα.
§34Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας ἀνέγνωσεν ἀπὸ τὰ πρακτικὰ μίαν περικοπὴν ἀπὸ ὁμιλίαν μου καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ περικοπή μου αὐτὴ δὲν θεμελιοῖ κοινοβουλευτικὸν ὕφος. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δημιουργεῖ τὸ προσωπικὸν θέμα. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀμφισβητεῖ τὴν ὕπαρξιν κοινοβουλευτικοῦ ἤθους εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ἀπὸ τοῦ βήματος εἶναι ἀναγκαῖον λοιπὸν νὰ ἐξηγήσω, ὅτι εἶναι αὐθαίρετον τὸ συμπέρασμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§35Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δὲν ἀφεώρα σᾶς. Εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐδιαβάσατε σᾶς ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν προχθές. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον ἀνεφέροντο εἰς ὅσα ὁ κ. Τσιριμῶκος εἶπεν. Τὸ ὅτι ὁ κ. Τσιριμῶκος θεωρεῖ, δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ἐμὲ ὡς μικρὸν τὸ ἀνάστημα, εἰπὼν μάλιστα ποίαν σμίκρυνσιν ὑπέστη ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐκπροσώπησις καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὥστε...
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί σᾶς ἐνδιαφέρει;
§37Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἀσφαλῶς δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἀλλὰ θέλω νὰ τονίσω καὶ πάλιν, ὅτι ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ποὺ ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου, προτιμῶ νὰ εἶμαι εἰς αὐτὸ τὸ ὕψος καὶ νὰ μείνῃ ὁ κ. Τσιριμῶκος μὲ τὰς ἰδέας του αἱ ὁποῖαι τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ θεωρῇ, ὅτι ἵσταται εἰς μέγα ὕψος καὶ ἀκόμη ὅτι τὸ ἰδικόν του καὶ τὸ ἰδικόν σας κοινοβουλευτικὸν ἦθος κυμαίνονται εἰς ὑψηλότερα ἐπίπεδα.
§38Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσεν ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν μου, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα δεικνύει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑψηλὸν κοινοβουλευτικὸν ἦθος καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐντιμότης προσωπικὴ καὶ νομίζω σαφῶς προέκυψεν ἀπὸ τὰς σκέψεις τὰς ὁποίας διετύπωσεν, βεβαίως ἀναφερόμενος εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Τσιριμώκου. Λέγω, λοιπόν, τὸ ἑξῆς: Πρῶτον, ὑπάρχει μία αὐθαίρετος ἀπομόνωσις ἑνὸς κειμένου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα. Πράγματι, εἶπον αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἀλλὰ τὰ εἶπον ὡς συμπεράσματα ἄλλων κειμένων, τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσα καὶ συγκεκριμένως τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει, ὅτι ὁ κ. Μακρῆς μέχρι τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1962 κατεπολέμει τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Μακρῆ τοῦ ἰδίου, ὁ ὁποῖος κατεφέρετο κατὰ τοῦ προκατόχου του Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ὑβρίζων κυριολεκτικῶς διὰ τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας. Καὶ τρίτον, ἀνεφέρθην εἰς κείμενον, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ὁ συνάδελφος κ. Ζορμπᾶς, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει, ὅτι ὁ Μπράουν ἐκατηγόρησε τὸν Μακρῆν, ὅτι ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τὰ 1.200.000 δραχμὰς καὶ ὅτι ἐπίεζε τὴν Κυβέρνησιν διὰ οἰκονομικὰς παροχάς. Ἐν ὄψει καὶ ὡς συμπέρασμα αὐτῶν τῶν ἀναμφισβητήτων κειμένων, κατέληξα εἰς τὸ ὅτι, πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἀσκεῖ μίαν σατανικὴν πολιτικὴν ἐξαγορᾶς τῆς ἡγεσίας τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας, τὴν ὁποίαν πράγματι καὶ ἐξηγόρασεν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισε καὶ λέγει, ὅτι μετὰ τὴν 1ην τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1962, ὅτε ὑπεγράφη ἡ Συλλογικὴ Σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας παρέχονται τὰ 18 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας, ὁ κ. Μακρῆς συμπολιτεύεται μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνετε τὴν ἀγόρευσίν σας, κ. Ἡλιόπουλε. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἐξήγησις ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος.
§40Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον προέκυψεν ἀπὸ κομμάτι, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιοῦται νὰ ἀπομονώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Συνεπῶς εὔλογος καὶ δικαία ἦτο ἡ κατάληξις εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα, ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐξηγόρασε τὴν Διοίκησιν τῆς Συνομοσπονδίας καί, ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἠθική, οὔτε ἐντιμότης εἰς τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν.
§41Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δὲν ἤκουσα τὴν κατάληξιν τοῦ κ. Ἡλιοπούλου. Εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἠθικότης, οὔτε ἐντιμότης, δηλαδὴ εἰς ποῖον;
§42Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ θέμα τῆς διαχειρίσεως τοῦ συνδικαλιστικοῦ.
§43Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἠθικῆς καὶ νὰ ὁμιλῆτε χωρὶς νὰ ἀκούεσθε. Νὰ τὰ ἐπαναλάβητε, διὰ νὰ σᾶς δοθῇ καὶ ἀπάντησις.
§44Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ προχθές, ὅτι αὐτὰ τὰ φαινόμενα ἐμφανίζονται ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξαγοράζῃ τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν, εἶπον ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἠθικόν, οὔτε ἔντιμον, οὔτε διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἀσκεῖ αὐτὴν τὴν πολιτικήν, οὔτε διὰ τὴν Συνομοσπονδίαν ἡ ὁποία δέχεται νὰ ἐξαγοράζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§45Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε, δὲν θεμελιοῦνται ἐπὶ γεγονότων καὶ τὰ λέγετε, διότι ἔχετε τὴν προστασίαν τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τούτου εἶσθε ἀνήθικος, ἄλλως ὡς ἁπλοῦς πολίτης αὐτὰ δὲν θὰ ἐτολμούσατε νὰ τὰ εἴπητε. Εἰς αὐτὸ ἐδημιουργήθη τὸ ἐπεισόδιον. Δὲν σᾶς ἐμποδίζει κανεὶς καὶ πολὺ περισσότερον ἐγὼ νὰ ἀσκήσητε τὴν οἱανδήποτε κριτικὴν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς μου. Ἀλλὰ αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται βάσει συγκεκριμένων στοιχείων καὶ κυρίως ὡς πρὸς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξηγόρασεν τὴν διοίκησιν τῆς Γεν. Συνομοσπονδίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Γεν. Συνομοσπονδία ὑπέγραψε συλλογικὴν σύμβασιν δι’ ἧς καθωρίσθη εἰσφορὰ ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων τῶν μισθωτῶν, αὐτὸ ἐσεῖς λέγετε, ὅτι ἀποτελεῖ ἐξαγοράν; Δικαίωμά σας νὰ τὸ νομίζετε καὶ νὰ τὸ λέγετε, ἀλλὰ διὰ κανέναν ἄλλον καλόπιστον δὲν εἶναι. Εἰς αὐτὸ ἦτο ἡ διαφωνία μας καὶ τὸ προσωπικὸν θέμα μαζύ σας. Δὲν βλέπω λοιπὸν πῶς ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἐπαναλαμβάνετε καὶ σήμερον χωρὶς νὰ τὰ θεμελιώνετε ἐπὶ συγκεκριμένων στοιχείων ἢ συμβάντων. Αὐτὸ μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπαναλάβω αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον καὶ προχθές, ὅτι μόνον χάρις εἰς τὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν σᾶς παρέχει τὸ πολιτικὸν Σῶμα τῆς Βουλῆς, ἔχετε αὐτὴν τὴν δυνατότητα καὶ ἐν ἐλλείψει εὐθύνης σας ἐπ’ αὐτοῦ τὰ λέγετε.
§46Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει πλέον προσωπικὸν θέμα.
§48Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐπανέλαβα ὡρισμένα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεώς μου, τὰ ἐπανέλαβα διὰ νὰ ἀποδείξω ἀκριβῶς, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀπομονωθῇ αὐθαιρέτως τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἐνῷ ἐπεκαλέσθην ἔγγραφα καὶ αὐτὸ εἶπον καὶ τοῦ κ. Μπράουν καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπε σαφῶς, ὅτι ἐνῷ τὴν 1 Ἰουνίου ἦτο ἀντίπαλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς 7 Ἰουνίου, ὅταν ὑπεγράφη ἡ συλλογικὴ σύμβασις ὁ κ. Μακρῆς συνετάχθη πλέον πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔθεσε θέμα πολιτικόν, τοῦ εἶπον, ἂν θέλετε νὰ παραιτηθῶμεν ἀμφότεροι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ δεύτερον ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν νὰ δεχθῇ νὰ γίνῃ μία ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή.
§49Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου προσωπικοῦ ζητήματος; Θὰ γίνῃ κατάχρησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τοῦ θέματος τούτου.
§51Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος ὁμιλῶν εἶπεν: «ἡ κατεύθυνσις τῆς κρατικῆς πολιτικῆς πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐξίσωσις τῶν παροχῶν πρὸς τὰ ἄνω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντῶν εἶπεν, ὅτι ὁ κ. Μπακατσέλος διὰ τοῦ νόμου 1846 ἔλαβε μέτρα συγχωνεύσεως καὶ διὰ τῆς ἀπαντήσεως ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι εἶναι ἡ ἐξίσωσις πρὸς τὰ κάτω. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα.
§53Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἀπαντῶν εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ κ. Τσιριμώκου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἀσφαλιστικῶν διατάξεων ἐπιχειρεῖ νὰ συγχωνεύσῃ τὰ κλαδικὰ ταμεῖα εἰς ἑνιαῖον ὀργανισμὸν εἶπον ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις τοιαύτης διατάξεως, διότι ἡ διάταξις αὐτὴ ὑπάρχει. Τὴν ἔχει περιλάβει εἰς νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὸ 1951 καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἐπαίρεται καὶ δικαίως ὁ κ. Μπακατσέλος. Εἶναι ὀρθὴ ἡ διάταξις. Καὶ εἶναι ὀρθὴ κατὰ τοῦτο. Ὅτι ὅταν ἕνα ταμεῖον δὲν καλύπτει τὰς ὑποχρεώσεις του λογικὸν εἶναι νὰ γίνῃ ἡ ἐκτίμησις τῆς ζημίας καὶ νὰ ὑπαχθῇ εἰς ἕνα ὀργανισμὸν ἀνθεκτικώτερον. Αὐτὸ ἔχει γίνει μέχρι σήμερον καὶ κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἔχουν συγχωνευθῆ πλεῖστα ὅσα ταμεῖα. Ποῦ εἶναι τὸ προσωπικὸν θέμα; Ποῦ σᾶς ἔθιξα διὰ νὰ λέγητε ὅτι ὑπάρχει προσωπικὸν θέμα, ὅταν εἶπα ἀκριβῶς αὐτό, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῆς τῆς διατάξεως. Διότι τὴν ἔχομεν ἀπὸ τὸ 1951 ὅταν διατελέσατε Ὑπουργός.
§54Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μὲ ἐθίξατε διότι δὲν ἀναφέρατε, ὅτι ἀκριβῶς ἡ διάταξις ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξύψωσιν πρὸς τὰ ἄνω. Διότι λέγει ἡ διάταξις, ὅτι ὅσα ταμεῖα δίδουν μικροτέρας παροχάς, ἀπ’ ὅτι δίδει τὸ ΙΚΑ, δικαιοῦνται οἱ ἠσφαλισμένοι νὰ ζητήσουν συγχώνευσιν εἰς τὸ ΙΚΑ.
§55Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δύναται νὰ γίνῃ αὐτὸ μόνον ἐὰν ἔχουν τὰς προϋποθέσεις ποὺ ἀναφέρει ὁ νόμος τοῦ ΙΚΑ. Καὶ τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς τὰς αὐστηρὰς δὲν τὰς ἔχουν συνήθως τὰ συγχωνευόμενα ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα. Διότι τὸ 60ον ἢ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας ὑπάρχει μόνον εἰς τὸν νόμον τοῦ ΙΚΑ καθιερωμένον παγίως. Εἰς τὰ ἄλλα ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα τὸ ὅριον ἡλικίας εἶναι μικρότερον αὐτοῦ.
§56Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Ἀπὸ ἀπόψεως παροχῶν ἐφ’ ὅσον παρέχονται μικρότεραι τότε δικαιοῦνται.
§57Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἐὰν ἔχουν, τὰς αὐτὰς προϋποθέσεις μόνον καὶ πρὸ παντὸς ἐὰν ἔχουν ἡλικίαν 60 ἢ 65 ἐτῶν. Δὲν ἔχει ἡ διάταξις ὅπως τὸ λέγετε. Διότι συνήθως δὲν συντρέχουν αἱ αὐστηραὶ αὐταὶ προϋποθέσεις.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Μπρεδήμας, ἔχει τὸν λόγον.
§59Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πράγματι λίαν διαφωτιστικὴ καὶ χρήσιμος προπαντὸς ὑπῆρξεν ἡ διεξαχθεῖσα ἐπὶ 7 ἡμέρας συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου. Διὰ νὰ μὴ καταπονήσω τὸ Σῶμα κατ’ ἀνάγκην θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν ἀναγκαίων συμπερασμάτων, προκειμένου νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου πρὸς τὸ Κυβερνητικὸν νομοσχέδιον. Δηλῶ, ὡς ἀνεξάρτητος βουλευτής, ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον διὰ 3 βασικοὺς λόγους. Πρῶτον, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπισημοποιεῖται πλέον ἡ κατάργησις τοῦ ἐλευθέρου συνδικαλισμοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δεύτερον, διότι διὰ τῶν δολίων καὶ ἀπατηλῶν αὐτῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἀνατρέπονται ἄρδην αἱ δύο διεθνεῖς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1961 ἔχουν ἐνσωματωθῆ εἰς κείμενον νόμου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἔπειτα ἀπὸ 12ετῆ νάρκην εἰς τὰ ντουλάπια τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Καὶ ἐχρειάσθη ἡ ἐπίμονος ἀξίωσις προπαντὸς τῆς ἐλάσσονος Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ διεθνὴς σύμβασις εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Φυσικά, κ. βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ παρασυρθῶ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ πνεύματος καὶ τοῦ γράμματος τῶν διεθνῶν συμβάσεων, ὡς ἐπεχείρησεν προχθές, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας καθὼς ἐπίσης καὶ ὁ ἐπισπεύδων εἰς τὴν διαδοχὴν του συνάδελφος, γνώστης τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας, διότι ἄλλωστε ἀπάντησιν ἔλαβον ἀπὸ ἕτερον εὐπρεπῆ συνάδελφον, τὸν κ. Ἡλιόπουλον, τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὁποίου μοῦ ἐπιβάλλουν περισσότερον τὴν ἀρνητικήν μου ψῆφον πρὸς τὸ Κυβερνητικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ τρίτος οὐσιαστικώτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὁ ὁποῖος λόγος πηγάζει ἀπὸ τὴν ρίζαν τοῦ κακοῦ καὶ τῆς κακοδαιμονίας τοῦ συνδικαλισμοῦ μας, ἀπὸ τὸν μεγάλον δηλαδὴ εὐνοούμενον τῆς εὐνοιοκρατίας, ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ὁ ὁποῖος ἀνεδείχθη πρωτεργάτης τῆς καταλύσεως τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἐργατικοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἐνταφιασμοῦ τῶν ἐργατικῶν διεκδικήσεων. Καὶ μόνον τὸ γεγονός, κ. βουλευταί, ὅτι ἀπὸ κάθε γωνίαν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς ἀκούονται ἤδη οἱ βρυχηθμοὶ τῆς ἀγανακτήσεως ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου ἐργατοϋπαλληλικῶν οἰκογενειῶν, ἀποτελεῖ νομίζω, τὴν πλέον ἔμπρακτον ἀπόδειξιν ὅτι μὲ τὸ νομοθετικὸν αὐτὸ κατασκεύασμα ἐπιχειρεῖται ἐν πλάτει μία ἄνευ προηγουμένου κακουργία, ἕνας ἀπροσχημάτιστος σφαγιασμὸς τῶν συνδικαλιστικῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἐργαζομένου Ἑλληνικοῦ κόσμου. Ὁμόθυμος, νομίζω, ὑπῆρξεν καὶ ἡ ἀποδοκιμασία καὶ ἡ καταδίκη τοῦ Κυβερνητικοῦ τούτου νομοσχεδίου. Καὶ ἡ ἐπίδειξις, ἡ θεαματικὴ ἐπίδειξις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας τῶν σφραγίδων τῶν Διοικήσεων τῶν 50 ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐνταχθῆ εἰς τὴν Συνομοσπονδίαν τοῦ κ. Μακρῆ, δὲν ἀντικρούει καθόλου τὸ κραυγαλέον γεγονὸς τῆς καθολικῆς ἐξεγέρσεως τοῦ ἐργαζομένου Ἑλληνικοῦ κόσμου ἔναντι τοῦ ἀντεργατικοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ, ἀναίσθητος ἐνώπιον τοῦ χάους καὶ τῆς κολάσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ἐφιλοτέχνησε, προκειμένου νὰ συγκρατηθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετήσῃ, τὰ ἄνομα καὶ μεγάλα συμφέροντα, κατεδολιεύει καὶ τὰς συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας καὶ τὰς οἰκονομικὰς διεκδικήσεις τῶν ἐργαζομένων, ἐνεργοῦσα ἐν προκειμένῳ κατὰ τὰ φασιστικὰ πρότυπα. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κ. βουλευταί, ἔχομεν χρέος ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, νὰ λέγωμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὠμὴν καὶ ὁλόκληρον τὴν ἀλήθειαν, τοῦ ὁποίου λαοῦ μας εἶναι πανθομολογουμένη, εὐαισθησία, τοὐλάχιστον εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ συνδικαλιστικὰ δικαιώματα. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸν παντοδύναμον ἡγέτην τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀστείρευτον πηγὴν τῆς κακοδαιμονίας τοῦ συνδικαλιστικοῦ κινήματος τῆς χώρας μας. Διότι εὔλογος εἶναι ἡ ἀπορία ὅλων ἡμῶν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ποῖος εἶναι τέλος πάντων ὁ κ. Μακρῆς, ὑπὸ τὸ πέλμα τοῦ ὁποίου στενάζουν ἑκατοντάδες χιλιάδες ἐργαζόμενοι καὶ ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ ὁποίου.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἰδοῦμεν τὶ θὰ κάμετε, κ. συνάδελφε, ὅταν θὰ ἀρθῇ ἡ ἀσυλία σας.
§61Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἀδιαφορῶ διὰ τὰς μηνύσεις καὶ διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Ἄλλωστε ἐνώπιόν σας ἔχετε 17 μηνύσεις καὶ ὀφείλετε νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Λέγω λοιπόν, καὶ ἀπὸ τὰ γραφεῖα τοῦ ὁποίου ἐκχύνεται ὁ βόρβορος τῆς ἀνηθίκου ἐξαγορᾶς τῶν συνειδήσεων καὶ πάσης ἀκολασίας καὶ ἀσχημίας. Ποῖος εἶναι τέλος πάντων, ὁ κ. Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. ἐνώπιον τοῦ ὁποίου κύπτουν καὶ μεγάλοι ἐπιχειρηματίαι καὶ μεγάλοι ἔμποροι καὶ μεγαλοτραπεζῖται. Καὶ πέραν τούτου ἐπιχειρεῖ καὶ εἰδικοὺς ἐκβιασμοὺς καὶ εἰς τὸ τέλος ἐπιβάλει τὰς θελήσεις του καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν. Καὶ εἰς πεῖσμα τοῦ ἐξαναστάντος Τύπου, ὑποχρεώνει τώρα ὁ κ. Μακρῆς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφίαν της νὰ ψηφίσουν τὸ χαράτσι τῶν 20 ἑκατ. δραχμῶν, ποδοπατῶν καὶ Σύνταγμα καὶ νόμους καὶ διεθνεῖς συμβάσεις καὶ συνδικαλιστικὰς ἐλευθερίας καὶ οἰκονομικὰς διεκδικήσεις τῶν ἐργαζομένων; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τώρα, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Τσιριμῶκος ἀνεφέρθη εἰς πόνημα δεινοσαύρων πρὸ 150 ἐτῶν, νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν προϊστορίαν τοῦ κ. Μακρῆ, διὰ τὴν συναγωγὴν τῶν ἀναγκαίων χρησίμων συμπερασμάτων ποὺ ρίπτουν ἀρκετὸν φῶς ἐπάνω εἰς τὸ πανάθλιον νομοθετικὸν κατασκεύασμα Μακρῆ–Κυβερνήσεως ΕΡΕ. Ὁ κ. Φ. Μακρῆς, κατὰ τὸ 1946 ἐκμεταλλευθεὶς ἐπιτηδείως τὸ τότε ἐπικρατῆσαν κλῖμα ψυχώσεων καὶ μισαλλοδοξίας καὶ ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς Ἀστυνομίας, κατώρθωσε νὰ κατακτήσῃ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀνωτάτου συνδικαλιστικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας. Καὶ ἐνῷ ὡς Γεν. Γραμματεὺς τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ὡς συνδικαλιστής, ὤφειλε νὰ εἶναι ἀμέτοχος τῶν πολιτικῶν ἀνταγωνισμῶν, ἐν τούτοις ἐπολιτεύθη ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ ἐξελέγη βουλευτής, ὑποστηρίζων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὰ μεγάλα συμφέροντα καὶ ἐξαπολύων τοὺς μύδρους του ἐναντίον τῶν προοδευτικῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Ὁ κ. Μακρῆς βοηθούμενος ἀπὸ τὰ Ἀστυνομικὰ ὄργανα, κατώρθωνε νὰ ἐκδιώκῃ ἀπὸ τὰ ἐργατικὰ συνέδρια πάντα ἀντιφρονοῦντα πρὸς αὐτόν. Καὶ ἠθέλησε νὰ διαιωνίσῃ τὴν παντοδυναμίαν του διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῶν συνειδήσεων μὲ τὸ ἄφθονον χρῆμα, τὸ ὁποῖον τοῦ διετέθη ἀπὸ τοὺς μεγαλοβιομηχάνους καὶ τοὺς ἄλλους μεγαλοεπιχειρηματίας, ὡς καὶ ἀπὸ τὴν τότε παντοδύναμον Κυβέρνησιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Ὁ κ. Μακρῆς ἐτσιμπολόγησεν ἀρκετὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἔρανον διὰ τὸ δημοψήφισμα πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ Βασιλέως. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω, διότι διετέλεσα πολιτικὸς συντάκτης βασιλόφρονος ἐφημερίδος, ὅπως γνωρίζουν καὶ ὅλοι ὅτι ἀπὸ τὸν ἔρανον αὐτὸν διετέθησαν πολλὰ εἰς τὰς βασιλόφρονας ἐφημερίδας. Τοῦτο εἶναι βούκινον μεταξὺ τοῦ δημοσιογραφικοῦ κόσμου. Συμπέρασμα: Ὁ κ. Μακρῆς, ὡς Γεν. Γραμματεὺς τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ἐπολιτεύθη καὶ ἐξελέγη βουλευτὴς ἑνὸς κόμματος εὑρισκομένου εἰς τὴν ἐξουσίαν ὑπερασπιζόμενος τὰ μεγάλα συμφέροντα καὶ καταπολεμῶν τὰ συμφέροντα τῶν τάξεων τὰς ὁποίας δῆθεν ἐξεπροσώπει. Ἔτσι ὁ κ. Μακρῆς πανευδαίμων καὶ ἀνεξέλεγκτος ἐπάνω εἰς τὴν πυραμίδα τῶν χρηματοδεμάτων, ἦτο παντοδύναμος καὶ οἱ πάντες τὸν ἔτρεμον. Καὶ ἡ ὀλιγαρχία ἔλαβε τὸ ἀντάλλαγμά της διὰ τῆς ἀσυδοσίας τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ δυστυχισμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν τὰ ἀγροτόπαιδα καὶ τὰ ἐργατόπαιδα ἐσκοτώνοντο καὶ ἠκρωτηριάζοντο στὰ βουνά, τὰ δὲ χωρία ἐξεθεμελιώνοντο μέσα εἰς τὰς φλόγας τοῦ ἐμφυλίου σπαραγμοῦ. Ἐπηκολούθησαν αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Κέντρου καὶ τοῦ Συναγερμοῦ κατὰ τὴν περίοδον τῶν ὁποίων ὁ κ. Μακρῆς φρονίμως ποιῶν, ἠναγκάσθη νὰ θέσῃ τὴν οὐράν του ὑπὸ τὰ σκέλη. Ἦλθεν ὅμως ἡ ἐποχὴ τῆς εὐνοιοκρατίας καὶ εὑρῆκε τὸ κλῖμα κατάλληλον διὰ νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν συνειδήσεων καὶ νὰ ἐκδιώξῃ ἐκ τῶν κόλπων τῆς Συνομοσπονδίας καὶ τῶν ἐργατικῶν σωματείων πᾶσαν ὀργάνωσιν, ἡ ὁποία τοῦ ἀπήρεσκε καὶ ὁ κ. Μακρῆς ἤρχισε τότε ἄγριον πόλεμον ἐναντίον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ κ. Δημητράτου, διότι ὁ κ. Δημητρᾶτος, ὡς παλαιὸς συνδικαλιστής, ἐγνώριζε τὶ ἐστὶ Μακρῆς. Ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Μακρῆ ἦτο ὅπως ἐξοβελίσῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ θώκου τὸν κ. Δημητρᾶτον, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρουσίαζε τότε τὴν εἰκόνα ἐξαθλιώσεως τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Καὶ μὲ τὸν πόλεμόν του αὐτόν, βοηθούμενος ὑπὸ παρασκηνιακῶν παραγόντων, κατώρθωσε τελικῶς νὰ φράξῃ τὸν δρόμον τοῦ κ. Δημητράτου διὰ νέαν ὑπουργοποίησιν. Ἐνεφανίσθη τότε ὁ κ. Χρυσανθόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, προερχόμενος ἀπὸ τὰς ὑπηρεσιακὰς τάξεις τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Κατ’ ἀρχὰς ὁ κ. Μακρῆς δὲν εἶχε καλὴν γνώμην διὰ τὸν κ. Χρυσανθόπουλον, διότι ἐνόμιζεν ὅτι δὲν θὰ ἦτο τοῦ χεριοῦ του καὶ δι’ αὐτὸ ἤρχισε πόλεμον ἐναντίον του. Ἀλλὰ μίαν ἡμέραν τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1962, ὁ ὄμορφος καὶ ἀγγελικὰ πλασμένος κόσμος τῆς εὐνοιοκρατίας, ρίπτει εἰς τὸ ρύγχος τοῦ ἀδηφάγου συνδικαλιστικοῦ μεγαθηρίου τὸ πλουσιώτατον εἰς βιταμίνας χαράτσι τῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων ἐργατοϋπαλλήλων. Ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην χαρᾶς εὐαγγέλια εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. Ἡ κόλασις τῶν πάντων διὰ τοὺς ἐργατοϋπαλλήλους μετατρέπεται ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς εἰδυλλιακὸν τόπον ἔνθα πᾶσα ὀδύνη καὶ στεναγμὸς τῶν ἐργατοϋπαλλήλων ἀπέδρα. Καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τοῦ χαρατσιοῦ ὁ κ. Χρυσανθόπουλος βαπτίζεται ἀπὸ τὸν κ. Μακρῆν ὡς πρῶτος ἐργάτης, κατὰ τὴν συνήθειαν ποὺ ἔχουν οἱ ἀγροτοπατέρες καὶ ἐργατοπατέρες ν’ ἀνακηρύσσουν τὸν Βασιλέα ὡς πρῶτον ἐργάτην καὶ πρῶτον ἀγρότην, ἐνῷ ὁ Βασιλεὺς ἐξαιρεῖ τῆς Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως τὸ προσωπικὸν τῶν βασιλικῶν κτημάτων καὶ Ἀνακτόρων.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὶ σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§63Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Μὴ μὲ προκαλεῖτε, διότι γνωρίζετε πόσον φίλος σας εἶμαι. Καὶ ἔτσι ὁ κ. Χρυσανθόπουλος ἀποδίδει τὸν ἀγῶνα τῶν ἐργατικῶν τάξεων εἰς ὀλίγους ταραξίας κομμουνιστάς, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάνουν τὸν ἀγῶνα αὐτόν, ἔχουν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν 8)10 τῶν ἐργαζομένων. Καὶ ἂν συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ ἀντεργατικὴ πολιτική, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι τὸ Κ.Κ.Ε. καὶ ὄχι ἡ Ε.Δ.Α., θὰ ἀπορροφήσουν ὁλόκληρον τὸν ἐργαζόμενον κόσμον τῆς Ἑλλάδος.
§64Α. ΦΩΣΤΗΡΙΔΗΣ. Μὴ περιμένετε νὰ γίνῃ αὐτό.
§65Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε συνάδελφε τῶν Προοδευτικῶν, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὅσον μεγαλώνει τὸ Κ.Κ.Ε., τόσον καθίσταται περισσότερον ἀναγκαῖος ὁ κ. Μακρῆς. Ἰδοὺ διατὶ ἀπέφυγα νὰ ἀπασχοληθῶ μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν γραμμὴν ποὺ ἀκολουθοῦν ὁ κ. Μακρῆς καὶ οἱ μεγαλοβιομήχανοι ὡς πρὸς τὰς διεθνεῖς ἐργατικὰς συμβάσεις τὰς ὁποίας γράφουν εἰς τὰ παλιά τους παπούτσια ὅπως συμβαίνει μὲ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους εἰς τὰ χέρια τῆς εὐνοιοκρατίας. Τὸ χαράτσι θέλει ὁ κ. Μακρῆς καὶ τὸ ἔχει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ΕΡΕ καὶ τὴν ὀλιγαρχίαν: Θέλει ἡ ὀλιγαρχία τὴν κατάργησιν τῶν διεθνῶν συμβάσεων διὰ νὰ διαιωνίζεται ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἐργαζομένων καὶ τοῦτο τὸ ἔχει ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς εὐνοιοκρατίας. Καὶ τὰ ἔχει ὅλα αὐτά, ὁ κ. Μακρῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις, μέσῳ τῶν παρακρατικῶν ὀργανώσεων. Ὅσον δεξιώτερα τόσον καλύτερα διεκήρυξε προχθὲς ὁ τέως ἀνώτερος ἐπιτελάρχης τοῦ στρατοῦ. Αὐτὰ θέλει ὁ κ. Μακρῆς καὶ ἡ παρέα του. Εἰς μίαν ἔκθεσίν του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας καὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ἔλαβον γνῶσιν καὶ αἱ ἐφημερίδες, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐδημοσίευσαν ἔχυνε κροκοδείλια δάκρυα ἀναφέρων, ὅτι τὰ κορίτσια μεγάλου μέρους τῶν ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων διὰ νὰ κατορθώσουν νὰ συντηρήσουν τὰς οἰκογενείας των ἀναγκάζονται νὰ ἐκδίδωνται εἰς τὴν πορνείαν. Καὶ τὰ λέγει αὐτά, ὅταν μὲ τὸ χαράτσι ποὺ τοὺς ἐπέβαλε τοὺς παίρνει καὶ τὸ ὑστέρημά των. Μήπως αὐτὸ ἀποτελεῖ προσπάθειαν ἐπανόδου εἰς τὸν ἴσιο δρόμο τῶν πτωχῶν κοριτσιῶν; Ὁποῖον ὕψος ὑποκρισίας ἐκ μέρους ἑνὸς ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἔχει ὑψώσει ὡς λάβαρόν του τὴν διαφθορὰν καὶ τὴν ἀκολασίαν. Εἰς τὸ ἀνίερον ἔργον τοῦ κ. Μακρῆ καὶ τῆς ὀλιγαρχίας διὰ τὴν καταστρατήγησιν ἔστω καὶ αὐτῆς τῆς ἀτελοῦς ἐργατικῆς νομοθεσίας δὲν εἶναι ἀμέτοχοι ὡρισμένοι ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Οἱ Ἐπιθεωρηταὶ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας κύπτουν τὴν ὑπηρεσιακὴν σπονδυλικήν των στήλην πρὸς τὸν κ. Μακρῆν καὶ τὴν ὀλιγαρχίαν. Ψυθιρίζεται εἰς τοὺς κύκλους τῶν ἐργαζομένων, ὅτι ὡρισμένοι παράγοντες τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας τελοῦν εἰς σχέσιν ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν, τοὺς βιομηχάνους καὶ ἐπιχειρηματίας οἱ ὁποῖοι ἔχουν συμφέρον νὰ καταστρατηγοῦν τὴν ἐργατικὴν νομοθεσίαν πρὸς ὄφελός των. Ψιθυρίζεται ἐπίσης, ὅτι προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ὑπηρεσιακήν των πρόοδον ὡρισμένοι, ἢ μᾶλλον τὸ μέγα πλῆθος τῶν ἀνωτέρων καὶ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ἀκόμη καὶ οἱ κατώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ ἰδίου Ὑπουργείου, καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ κ. Μακρῆ, ἔχουν ἐνταχθῆ εἰς τὴν στρατιὰν τῶν μυστικῶν πρακτόρων τῆς ΚΥΠ, ἡ ὁποία ἀριθμεῖ περὶ τοὺς 2.500 καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ΚΥΠ προσφέρουν τὰς ἐμμίσθους ὑπηρεσίας των καὶ οἱ πλαισιώνοντες τὸν κ. Μακρῆν ἐργατοπατέρες.
§66Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Σᾶς προκαλῶ νὰ μοῦ εἰπῆτε τὸ ὄνομα ἔστω καὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν ἐντελῶς ἀοριστόλογον τρόπον, συκοφαντοῦντες καὶ θίγοντες τὰς ὑπολήψεις ἑκατοντάδων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται διὰ τὸ ἦθος των καὶ τὴν προσήλωσίν των εἰς τὸ καθῆκον καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦν εὐόρκως. Ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἀναφέρητε συγκεκριμένα στοιχεῖα καὶ ὄχι νὰ ἀναφέρετε ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ βήματος τὰς ἀοριστολογίας σας. Ἐὰν ἔχετε κάτι δεδομένον, ἀναμφισβητήτως ὀφείλω νὰ τὸ ἐρευνήσω καὶ νὰ τιμωρήσω ἐκείνους τοὺς ὁποίους κατηγορεῖτε, καθ’ ὃν τρόπον τοὺς κατηγορεῖτε. Ἐὰν ἐξακολουθήσετε μὲ ἀοριστολογίας νὰ ἀναφέρεσθε εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου, λυποῦμαι πάρα πολύ, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι αὐτὸ δὲν συνιστᾷ οὐδένα καὶ πολὺ περισσότερον σᾶς ποὺ τὰ λέγετε ἐγγυήσει τῆς ἀνακριβείας καὶ ὅλους ἡμᾶς ἀκόμη οἱ ὁποῖοι παριστάμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ σᾶς ἀκούομεν. Ἔχομεν καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ὡς ἐκ τῶν δικαιωμάτων ποὺ ἔχομεν νὰ σεβώμεθα τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν παρίστανται ἐδῶ καὶ νὰ μὴ τοὺς προσάπτωμεν κατηγορίας ἀδίκους καὶ καθ’ ὅλα ψευδεῖς.
§67Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Διὰ τὴν προσήλωσιν τῶν ὑπηρεσιακῶν παραγόντων, τοὺς ὁποίους ὑπαινίσσομαι, εἰς τὸ καθῆκον των, θὰ ὁμιλήσω παρακάτω. Ἀλλὰ διὰ τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐναντίον τῆς καταγγελίας ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὀφείλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιθυμῇ τὴν διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἀποτανθῇ εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ΚΥΠ κ. Νάτσιναν, διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἀπὸ τὰς μισθολογικὰς καταστάσεις τῆς ΚΥΠ ποῖοι ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας εὑρίσκονται ἐντεταγμένοι εἰς τὴν ΚΥΠ.
§68Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Οὔτε ἕνας! Ὀνομάσατε ἕνα! Ἄλλως σᾶς ἐπισημαίνω ὡς ἀνακριβολογοῦντα ἐκ συστήματος καὶ ἐκ προθέσεως καὶ πράττετε τοῦτο ὁδηγούμενος ἐξ αἰσθημάτων κάθε ἄλλο παρὰ γενναίων καὶ ὑγιῶν.
§69Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θέλῃ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν βάναυσον αὐτὴν ἐργασίαν, ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν ἡ ὁποία τοῦ ἐγένετο ἀπόψε, τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς δι’ ὅλα τὰ ζητήματα, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πράγματι μίαν καταισχύνην τοῦ κρατικοῦ ὀργανισμοῦ.
§70Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ποὺ ἐκφράζεσθε τῆς παντελῶς ἀοριστολόγου ἐπικρίσεως καὶ ψευδολόγου καταγγελίας καὶ τὸν ὁποῖον ἐκ συστήματος ὡς γνωστὸν μεταχειρίζεσθε, θὰ ἦτο φοβερὸν καὶ ἔγκλημα ἀνίερον καὶ νὰ σκεφθῇ ἀκόμη κανεὶς ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐνδώσῃ καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς ὑμᾶς τὴν οἱανδήποτε ἔρευναν διὰ συστάσεως Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι θλιβερὸν πράγματι τὸ θέαμα ποὺ παρουσιάζει διὰ τῶν λόγων σας καὶ τοῦ τρόπου σας τὸ Κοινοβούλιον.
§71Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Μὲ τὴν φορὰν τὴν ὁποίαν ἔχετε πάρει, κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐργασίας, καὶ σεῖς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος, νὰ ἀρνῆσθε πᾶσαν πρότασιν καὶ μομφὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, δι’ ὅσα συνέβησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς εὐνοιοκρατίας, νομίζω, ὅτι φερόμεθα εἰς ἕνα κατήφορον, εἰς μίαν προσπάθειαν ἀποκρύψεως ὅλων ἐκείνων τὰ ὁποῖα συντελοῦνται εἰς τὸν κρατικόν μας ὀργανισμόν. Ἐγὼ σᾶς καταγγέλλω, κ. Ὑπουργέ, καὶ εἰπῆτε σεῖς ὅτι συκοφαντῶ, ὅτι ὡρισμένοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου σας, ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι, εἶναι ἔμμισθοι πράκτορες τῆς ΚΥΠ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀντλοῦν καὶ θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ, τοὺς πόρους των, εὑρισκόμενοι εἰς σχέσιν ἐξαρτήσεως ἀπὸ τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ τοὺς μεγαλοβιομηχάνους καὶ τοὺς μεγαλοεπιχειρηματίας, εἰς σημεῖον ὥστε, κ. Ὑπουργέ, νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν ἀπευθύνεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, νὰ νομίζῃ ὅτι εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν πρόκειται περὶ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ἀλλὰ περὶ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ἔχοντος ὡς κυρίαν ἀποστολὴν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν μεγάλων ἀνόμων συμφερόντων.
§72ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΕΚ ΤΗΣ ΔΕΞΙΑΣ. Νὰ τοὺς ὀνομάσητε!!
§73Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Θὰ ἐξασθενίσω τὰ ἐπιχειρήματά μου ἐὰν σᾶς ἀναφέρω τρεῖς–τέσσαρες ἐξ αὐτῶν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, δὲν ἔχω κανένα δικαίωμα νὰ ἐλέγχω τὰ λεγόμενά σας. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐλευθέρα κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέχετε εἰς ὅσα λέγετε, διὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται ἐπεισόδια.
§75Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πρόεδρε, ἡ συζήτησις εἶναι ἐλευθέρα ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν θὰ ἐξαπολύεται αὐτὴ ἡ κατηγορία ἐναντίον τῶν ἀνωτέρων ἢ μὴ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ὅτι δωροδοκοῦνται. Λυποῦμαι πάρα πολὺ ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι τάξις καὶ εὐπρέπεια τῶν συζητήσεων τοῦ Κοινοβουλίου. Οὐδεὶς εἶναι ἐλεύθερος νὰ συκοφαντῇ.
§76Θ. ΔΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἢ θὰ ἀναφερθῆτε εἰς συγκεκριμένα περιστατικὰ ἢ θὰ ἀνακαλέσητε. Τὸ θέμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἔτσι.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπρεδήμα, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον. Αὐτὸς εἶναι ὁ καταστατικός μας χάρτης. Ἀλλὰ μὲ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ κατηγορῆτε τοὺς πάντας κατὰ τρόπον ἀσύδοτον. Προεκλήθητε ἀπὸ συνάδελφον νὰ κατονομάσετε συγκεκριμένα πρόσωπα. Ὀφείλετε νὰ τὸ πράξετε διὰ νὰ κρατήσετε τὴν συζήτησιν εἰς μίαν περιωπήν. Ἄλλως θὰ προκαλέσετε τὴν ἀντίδρασιν τῶν συναδέλφων καὶ δὲν θὰ ἠμπορέσετε νὰ ὁμιλήσετε. Ἑπομένως καὶ διὰ τὸν δεύτερον αὐτὸν λόγον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιορισθῆτε εἰς συγκεκριμένας καταγγελίας μεταχειριζόμενος γλῶσσαν ἠπίαν.
§78Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ προσωρινὴν ἀπουσίαν μου ἐκ τῆς αἰθούσης ἐπληροφορήθην ὅτι ὁ ἐπὶ τῆς ἕδρας συνάδελφος μὲ ἐχαρακτήρισεν ὡς σπεύδοντα νὰ καταλάβω τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω ἐπισήμως, ὅτι οὔτε σπεύδω, οὔτε βραδυπορῶ νὰ ἀντικαταστήσω οὐδένα. Ὁ λαὸς τελικῶς θὰ κρίνῃ.
§79Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδέχθην τὸν καταιγισμὸν τῆς ἐπιθέσεως τοῦ συμπολίτου μου ἐκ Μεσσηνίας συναδέλφου κ. Καμβύση. Ὁ ἠχηρότερον διαμαρτυρηθεὶς ὑπῆρξεν ὁ κ. Καμβύσης. Ἀλλὰ ἐπειδὴ συνηθίζω πάντοτε νὰ λέγω τὰ σῦκα–σῦκα καὶ τὴν σκάφην, σκάφην, καὶ νὰ λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, λέγω τοῦτο: Ὅπως ὁ ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφος ἔτσι καὶ ὁ κ. Καμβύσης εἶναι ἐξηρτημένος ἀπὸ τὴν ΚΥΠ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εὑρίσκονται εἰς οἰκονομικὴν ἐξάρτησιν. Ἀλλὰ ὁ κ. Καμβύσης, ὅπως ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος καὶ ὁ κ. Καλαντζῆς, εἶναι πολιτικοὶ παράγοντες καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὴν ΚΥΠ εἰς τὰς πολιτικάς των ἐκδηλώσεις.
§80Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ρήτωρ καὶ λυποῦμαι διότι κατάγεται ἐκ Μεσσηνίας, ὁπόθεν κατάγομαι καὶ ἐγώ, ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ ἐξαρτῶμαι ἀπὸ τὴν Κ. Υ.Π., ἐπειδὴ κληθεὶς ὑπὸ τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς ὡς μάρτυς εἰς τὴν δίκην τῆς ἐφημερίδος «Ἀθηναϊκή», προσῆλθον ὡς εἶχον ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, καὶ ἐξητάσθην ὡς τοιοῦτος. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ρήτωρ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακαλέσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ὕβρεις καὶ τὰς κακοήθεις συκοφαντίας, τὰς ὁποίας ἐτόλμησε νὰ ἐκστομίσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καταχρώμενος τοῦ ἀξιώματός του καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγώ, κύριε Μπρεδήμα, νὰ ἀνακαλέσητε τὴν βαρυτάτην αὐτὴν ὕβριν, τὴν ὁποίαν ἐξεστομίσατε κατὰ τοῦ ἐξαιρέτου συναδέλφου κ. Καμβύση.
§82Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ἐὰν ὁ ρήτωρ, κ. Πρόεδρε, δὲν ἀνακαλέσῃ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις μὲ τὴν ἐπιβαλλομένην ἠρεμίαν.
§83Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐσυνήθισα νὰ μὴ ἀνακαλῶ τὰ ὅσα λέγω. (Φωναί, διαμαρτυρίαι, θόρυβος).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ 5′.
(Ὥρα 9.25′)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9.40′ μ.μ.)
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλῶ τὸν κ. Μπρεδήμαν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν βαρυτάτην ὕβριν, τὴν ὁποίαν ἐξεστόμισε κατὰ τοῦ συναδέλφου κ. Καμβύση.
§86Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος μοῦ ἔκαμε τὴν ἔκκλησιν νὰ ἀνακαλέσω ὕβριν. Ἴσως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον διὰ τὸν κ. Καμβύσην καὶ τοὺς δύο ἄλλους κ. συναδέλφους τῆς Ε.Ρ.Ε., δι’ ἐμὲ νὰ ἀποτελῇ ὕβριν. Διὰ τὸν κ. Καμβύσην, ὅμως, δὲν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ὡς ὕβρις ἡ ὑπόμνησις ὅτι συνεργάζεται μὲ μίαν ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν, ἐξαρτωμένην ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Δι’ ἐμὲ ἡ Κ.Υ. Π., ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὑπερκρατικὴν ὀργάνωσιν καὶ κατευθύνει τὰ νήματα τῆς πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου, παρακολουθοῦσα καὶ αὐτὰ τὰ τηλεφωνήματα τῶν βουλευτῶν καὶ κατευθύνουσα τὸ ἐκλογικὸν πραξικόπημα, ἀποτελεῖ ἄθλιον ὀργανισμόν, ἡ συνεργασία δὲ οἱουδήποτε μὲ τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν ἀποτελεῖ πρᾶξιν κατ’ ἐμὲ ἐπίμεμπτον. Δὲν θὰ ἔπρεπε λοιπόν, ὁ κ. Καμβύσης νὰ ἐξαναστῇ δι’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον. Ἴσως ὁ κ. Καμβύσης θὰ ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῇ ὄχι διότι τοῦ εἶπον ὅτι κατέθεσεν ὡς μάρτυς τῇ συστάσει τῆς Κ.Υ.Π., ἀλλὰ διότι ὑπῆρξεν εἰς τὴν δίκην ἐκείνην ψευδομάρτυς.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἐγειρόμενος). Κύριε Μπρεδήμα, νὰ ἀνακαλέσητε ἀμέσως καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν ὕβριν, ἄλλως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§88Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν εἶχον πρόθεσιν, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸν κ. Καμβύσην. Ὅλως τυχαίως ἀνεφέρθην εἰς τὸν κ. Καμβύσην. Πάντως, ὁμιλῶ τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας...
§89Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπητε νὰ λέγωνται αὐτὰ τὰ πράγματα; Μὲ τὴν τακτικὴν αὐτήν, μὲ συγχωρῆτε, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι προστατεύετε τὸν παρεκτραπέντα συνάδελφον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον κάμνει τὴν δουλειάν του.
§91Α. ΚΑΜΒΥΣΗΣ. Ἐὰν ἔκαμε τὴν δουλειάν του τὸ Προεδρεῖον, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν τὸν ὑβριστήν, διὰ νὰ μὴ συνεχίζῃ τὴν ἀπαράδεκτον εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην συκοφαντικὴν καὶ ὑβριστικὴν τακτικήν του.
§92Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Μπρεδήμα, ἐπ’ ἀρκετὸν χρόνον σᾶς ἔχομεν ἀνεχθῆ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὑβρίζετε τοὺς συναδέλφους σας.
§93Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ποῖος εἶσθε σεῖς, κύριε;
§94Κ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν μὲ γνωρίζετε; (Φωναί, θόρυβος).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἐγειρόμενος). Κύριε Μπρεδήμα, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν καὶ διατάσσω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις αὕτη. (Θόρυβος κωδωνοκρουσίαι). Κύριε Μπρεδήμα, σᾶς ἀνακάλεσα εἰς τὴν τάξιν, διέταξα τὴν ἐγγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ δὲν σᾶς δίδω πλέον τὸν λόγον, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5′.
(Ὥρα 9.55′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.15′ μ.μ.)
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸ Προεδρεῖον, κύριοι βουλευταί, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του, διότι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ πρώτην φοράν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ 24, κατὰ τὸ ὁποῖον «βουλευτὴς ἐκτρεπόμενος εἰς ὕβρεις κατὰ βουλευτοῦ προκαλεῖται νὰ ἀνακαλέσῃ, ἐὰν δὲν τὰς ἀνακαλέσῃ, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐγειρόμενος ζητεῖ τὴν ἀναγραφὴν ταύτης εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ὅτε μετὰ τοῦτο δὲν δίδει πλέον τὸν λόγον εἰς τὸν ἀγορητήν».
§97Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὄχι, δὲν τὸ λέγει ὁ Κανονισμός.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 24 εἶναι σαφὲς ὅσον ἀφορᾶ τὴν διαδικασίαν. Δὲν ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Ἐὰν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, τότε ἐρωτᾶται ἡ Βουλή.
§99Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐργατικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ντάγγας ἔχει τὸν λόγον.
§101Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴμεθα πολιτικὸν Σῶμα καὶ προϋποτίθεται ὅτι ἔχομεν ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν καὶ ψυχραιμίαν νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς συζητήσεις. Κύριε Ζορμπᾶ, ἔχετε τὸν λόγον.
§103Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, δὲν θὰ ἐπαναλάβωμεν, οὔτε θὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὰ ἐπεισόδια, θὰ ἀναφερθῶμεν μόνον εἰς τὸ ἐὰν ὀρθῶς ἐτηρήθη ὁ Κανονισμὸς διὰ νὰ ἀποτελέσῃ προηγούμενον καὶ διότι πρέπει αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος νὰ διεξάγωνται κατὰ τὴν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμὸς ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο θέτομεν τὸ θέμα διὰ νὰ κριθῇ καὶ διὰ νὰ μὴ ἀποτελέσῃ αὐτὴ ἡ παραβίασις προηγούμενον. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξωμεν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 24 λέγει ὅτι «προκειμένου ὁ Πρόεδρος νὰ διατάξῃ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν παρεκτραπέντος βουλευτοῦ ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, ἐγείρεται προηγουμένως τῆς θέσεώς του». Τοῦτο τὸ ἐξετέλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος. Λέγει ἐν συνεχείᾳ τὸ ἄρθρον 24 «καὶ προαναγγέλλει τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, καλεῖ τὸν βουλευτὴν νὰ δικαιολογηθῇ». Ἕως ἐδῶ ὁ Κανονισμὸς ἐτηρήθη. «Ἐὰν ὁ βουλευτής, λέγει περαιτέρω τὸ ἄρθρον 24, εὕρῃ ἐπαρκεῖς τὰς δικαιολογίας, ἀποφαίνεται δι’ ἀναστάσεως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως». Ἐδῶ εἶναι ἡ παραβίασις.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχα ἐπεκφρασμένην, κύριε Ζορμπᾶ, τὴν γνώμην τοῦ Σώματος.
§105Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις, ὁ Κανονισμὸς ἔχει ἰσχὺν Συντάγματος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ εἶναι ἱερὰ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Πρόεδρος τὴν πρώτην φράσιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κανονισμοῦ, πράγματι τυπικῶς τὴν ἐφήρμοσε καὶ τὴν ἐξετέλεσε, τὴν δευτέραν φράσιν δὲν τὴν ἐξετέλεσεν. «Ἐὰν ὁ βουλευτὴς δὲν θελήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρεκτροπήν του, λέγει τὸ ἄρθρον 24, εἴτε ἀνακαλῶν ἀπρεπεῖς φράσεις, ἃς τυχὸν ἐξεστόμισε, εἴτε παρέχων ἐξηγήσεις διὰ πᾶσαν τοῦ Κανονισμοῦ παράβασιν, ὁ κ. Πρόεδρος διατάσσει τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς». Ἡ τελευταία φράσις, ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνεται, ὄχι ἑρμηνευομένη, ἀλλὰ ἐξηγουμένη, σαφῶς λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐρωτᾶται, διότι ἡ ποινὴ εἶναι βασική, εἶναι μεγάλη διὰ τὸν βουλευτὴν καὶ αἱ συνέπειαι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι σοβαραί. Ἡμεῖς ἐπισημαίνομεν τὴν παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως ταύτης καὶ θεωροῦμεν ἄκυρον ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ τὴν ἐπιβληθεῖσαν ποινὴν καὶ παρακαλοῦμεν τὸ Προεδρεῖον, ὅταν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τόσον σκληρὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ εἶναι προσεκτικώτερον. Νομίζομεν, ὅτι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός, ὅτι ἡ ποινή, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς τὸν ἐκτραπέντα ἴσως βουλευτήν, εἶναι παράτυπος καὶ νομίζομεν ὅτι δὲν εὐσταθεῖ καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ, διότι τὸ θέμα εἶναι σοβαρόν, ἀφορᾷ τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἔπρεπε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πρὶν λάβετε τὴν μεγάλην ἀπόφασιν τοῦ νὰ τιμωρήσετε, τοῦ νὰ ἐπιβάλετε ποινὴν εἰς τὸν βουλευτήν, νὰ ἐρωτήσετε τὸν βουλευτήν. Παραλείψατε αὐτὸ τὸ καθῆκον, παρέβητε τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ συνεπῶς παρατύπως ἐπεβάλατε ποινὴν τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ διαγράψετε ὡς παράνομον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζορμπᾶς παρηρμήνευσε τὴν διάταξιν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 24 ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἀνακλήσεως ἔχει δύο σκέλη. Πρῶτον, ὅταν ὁ βουλευτὴς ὁ ἐκτραπεὶς ἀποφασίσῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ὁπότε ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν αἱ δικαιολογίαι εἶναι ἐπαρκεῖς ἢ ὄχι. Ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἐπιμένῃ καὶ δὲν δίδῃ δικαιολογίας, ἐναπόκειται εἰς τὸν Πρόεδρον πλέον ἀποκλειστικῶς τὸ θέμα τοῦ νὰ διατάξῃ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὰ πρακτικά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους νὰ διαβάσουν τὸ σχετικὸν ἄρθρον ὅτε νομίζω ὅτι θὰ μείνουν σύμφωνοι μὲ τὸ Προεδρεῖον καὶ ὄχι μὲ τὴν βεβιασμένην ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ζορμπᾶς.
§107Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Βεβιασμένη εἶναι ἡ ἰδική σας ἑρμηνεία. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι σαφής. Ἐπαναλαμβάνει δὶς τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν προκειμένου νὰ ἐπιβληθῇ ἡ βαρυτάτη αὐτὴ ποινὴ εἰς τὸν βουλευτήν, ὅτι ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δέχεται νὰ δώσῃ δικαιολογίας, τότε εἶναι ἀνάγκη.
§109Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Σεῖς εἶσθε ὁ ἐφαρμοστὴς τῆς ποινῆς.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζορμπᾶ, δὲν εἶσθε νομικός. Ἡμεῖς οἱ νομικοί, γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουν δύο ἑρμηνεῖαι, ἡ λεγομένη γραμματικὴ καὶ ἡ λογικὴ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἰδική μου ἑρμηνεία εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν λογικὴν καὶ μὲ τὸ γράμμα, διατί; Διότι θὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ τότε μόνον ὅταν δέχεται ὁ βουλευτὴς νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἐὰν αἱ ἐξηγήσεις αὗται εἶναι ἐπαρκεῖς καὶ ἀποτελοῦν ἀνάκλησιν αὐτῶν τὰ ὁποῖα εἶπεν. Ὅταν ὁ βουλευτὴς δὲν δέχεται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, διατί νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή; Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ λογικὴ καὶ ἡ γραμματικὴ ἑρμηνεία, καὶ τὸ Προεδρεῖον ἐπιμένει ἐπὶ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§111Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ μὲν τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τῆς ἀποφάσεώς σας περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν τοῦ συναδέλφου κ. Μπρεδήμα καὶ ἀναγραφῆς τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὰ πρακτικά, δὲν δύναμαι νὰ ἀναμιχθῶ, διότι νομίζω καὶ οὔτε παίρνω μέρος ἐπὶ τῆς δικαιολογίας διὰ τὴν ἀνάκλησιν, εἶναι νομίζω θέμα ἰδικόν σας ἐντελῶς καὶ ἑπομένως ἐφ’ ὅσον ἐκρίνατε ὅτι αἱ ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς ἢ ὅτι δὲν ἐδόθησαν κἂν ἐξηγήσεις, δικαίωμά σας εἶναι νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀνάκλησιν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ «ψευδομάρτυς».
§113Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω, ὅτι εἶναι θέμα τῆς κρίσεως τοῦ κ. Προέδρου νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἀνακλήσεως καὶ περὶ τῆς ἀναγραφῆς εἰς τὰ πρακτικά. Ἐν τούτοις, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχουν διατάξεις εἰς τὸν Κανονισμόν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπουν εἰς ἄλλους συναδέλφους νὰ κάμνουν παρατηρήσεις πρὸς ὁμιλοῦντας βουλευτὰς καὶ πολλῷ μᾶλλον νὰ ἐκτρέπωνται εἰς ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἐπίσης, παραβίασιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀποτελοῦν ἐπίσης, ὑβριστικὴν συμπεριφοράν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σημειώσω ἕνα φαινόμενον, τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον ἐγώ, πέντε χρόνια ποὺ εἶμαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν τὸ ἔχω ξαναΐδει. Συνάδελφος, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τὰ δύο χέρια εἰς τὴν τσέπην του κατὰ ἕνα τρόπον προκλητικώτατον, ἐπλησίασε τὸ βῆμα διὰ νὰ εἴπῃ: «Ἀνακαλεῖς, βρέ, ἢ δὲν ἀνακαλεῖς;». Καὶ τοῦτο μὲν ἀφορᾷ τὸν ἴδιον τὸν συνάδελφον, δὲν ἐπεμβαίνω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ καὶ διὰ τὸ Προεδρεῖον καθῆκον νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ ἀποκαθιστᾷ τὴν εὐπρέπειαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Πέραν ὅμως τούτου, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ πλέον καὶ τῆς ἀποφάσεώς σας, εἶναι ἂν μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὰ πρακτικὰ δικαιοῦσθε νὰ ἀφαιρέσετε τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ὁμιλοῦντα βουλευτήν. Ἔχει κληθῆ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ὁμιλεῖ. Ἔχει τὸν λόγον. Ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, δὲν ἔχετε κανένα δικαίωμα νὰ τοῦ ἀφαιρέσετε τὸν λόγον. Καὶ ἡ ἁπλῆ διακοπὴ διὰ πέντε λεπτὰ δὲν σημαίνει ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης παύει νὰ ἔχῃ τὸν λόγον. Ἡ διακοπὴ σημαίνει, ὅτι διεκόπει, διὰ νὰ συνεχίσῃ ὁ διακοπτόμενος βουλευτής. Ἄν γίνῃ ταραχὴ εἰς τὴν αἴθουσαν ἢ δημιουργηθοῦν λόγοι ἐπιβάλλοντες τὴν προσωρινὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, δὲν σημαίνει ὅτι διὰ τῆς διακοπῆς τερματίζεται αὐτομάτως ὁ λόγος τοῦ ὁμιλοῦντος ἐπὶ τοῦ βήματος. Συνεπῶς, τὸ θέμα εἶναι ὄχι ὅτι διὰ τῆς διακοπῆς ἀφῃρέθη ὁ λόγος, ἀλλὰ ἐὰν δύναται τὸ Προεδρεῖον, μετὰ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὰ πρακτικά, νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ ὁμιλοῦντα βουλευτήν. Νομίζω, ὅτι δὲν σᾶς παρέχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ Κανονισμὸς καί, ἑπομένως, δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἀφαιρέσετε τὸν λόγον. Ὁ Κανονισμὸς λέγει: «Εἰς βουλευτήν, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς δὲν δίδεται, πλέον ὁ λόγος, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος». Δὲν δίδεται, πλέον, ὁ λόγος. Δηλαδή, ἐὰν τερματιζομένης τῆς ὁμιλίας τοῦ ὁμιλοῦντος καὶ ἀνακαλουμένου εἰς τὴν τάξιν βουλευτοῦ, ἂν τερματιζομένης τῆς ὁμιλίας τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτοῦ καὶ συνεχιζομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος ζητήσῃ ἐκ νέου νὰ ὁμιλήσῃ, ὁ βουλευτὴς ἐπὶ τοῦ θέματος δὲν παρέχεται ὁ λόγος εἰς τὸν βουλευτήν. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ παραχωρήσεως τοῦ λόγου, πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου. Τοῦτο τὸ δικαίωμα δὲν σᾶς τὸ δίδει ὁ Κανονισμός. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς προηγούμενα, διότι πολλὰς φορὰς ἔχει γίνει ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν καὶ ἀναγραφὴ εἰς τὰ πρακτικά. Οὐδέποτε ἐσημειώθη ἕως σήμερον, ἀφαίρεσις τοῦ λόγου. Ἐκλήθη νὰ τερματίσῃ τὴν ὁμιλίαν του, δὲν εἶναι δὲ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Προεδρείου νὰ δώσῃ ἢ ὄχι τὸν λόγον εἰς τὸν βουλευτήν. Ἄν ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, δὲν δικαιοῦσθε νὰ τοῦ δώσετε πλέον τὸν λόγον, ὄχι δύνασθε νὰ τοῦ ἐπιτρέψετε νὰ μὴ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ ἔχετε δικαίωμα διότι εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ὁμιλία, δὲν δίδεται, πλέον, ὁ λόγος εἰς τὸν βουλευτὴν διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ὅταν λοιπόν, τοιαύτη εἶναι ἡ διάταξις καὶ ἔχωμεν ἐπανειλημμένα παραδείγματα ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν καὶ ἀναγραφῆς εἰς τὰ πρακτικά, χωρὶς νὰ ἀφῃρέθη ὁ λόγος, τοῦτο σημαίνει ὅτι ὑπῆρξε, πλέον παγία ἡ ἑρμηνεία, ὅτι ὁ λόγος δὲν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν ὁμιλοῦντα βουλευτήν. Διότι, ἂν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ δυνατότης, ἔπρεπε μετὰ τὴν ἀναγραφὴν εἰς τὰ πρακτικὰ νὰ παύσῃ νὰ ὁμιλῇ ὁ βουλευτής. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖτε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται διὰ πρώτην φοράν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἑρμηνείαν νομολογίας διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος καὶ θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, νὰ εὐθυγραμμισθῆτε ἀπολύτως πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ λόγου. Διότι δὲν πρόκειται πλέον περὶ παραχωρήσεως ἐκ νέου τοῦ λόγου, ἀλλὰ περὶ ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου, κατὰ τὰ ἄλλα παραμενούσης τῆς ἀποφάσεώς σας περὶ ἀναγραφῆς εἰς τὰ πρακτικά, διότι ἔχετε δικαίωμα.
§114Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι ὅτι λαμβάνω τὸν λόγον ὄχι ἐπὶ τῆς προεδρικῆς ἕδρας, ἀλλὰ δέν θὰ ἤθελον νὰ τὴν καταλάβω ἵνα μὴ τυχὸν θεωρηθῇ τοῦτο ἐπέμβασίς μου εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ ἀξιοτίμου καὶ λίαν ἐπαξίως κατέχοντος τὴν ἕδραν αὐτὴν τὴν στιγμὴν κ. Ἀντιπροέδρου τοῦ Σώματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον σᾶς ζητῶ συγγνώμην, ὅτι ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς. Ἤκουσα, ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ἠλιόπουλον. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ἠλιόπουλος προσέχει πάρα πολὺ εἰς μίαν στενὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ κάμῃ τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ τὰ βλέπει πάντοτε ἀπὸ τὴν σκοπιὰν τοῦ ἀντιπολιτευομένου βουλευτοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀντιληφθῆτε ὅτι καὶ οἱ προεδρεύοντες ἔχουν ὑποχρέωσιν ἔναντι ὑμῶν. Καὶ ὄχι μόνον ἔναντι ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ καὶ παρακολουθεῖ τὰς ἐργασίας μας. Καὶ ἔναντι, ἀκόμη τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κρατῶμεν εἰς τὸ ἐπιβαλλόμενον ὕψος του. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι κύρωσις, κύριοι βουλευταί. Ἀλλοίμονον ἂν δὲν ἔχῃ, ἐπὶ τέλους καὶ μίαν, τὴν μοναδικήν, κύρωσιν τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ. Βεβαίως τὸ προέχον θέμα εἶναι μόνον ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ πραγματικὴ ἐλευθερία τοῦ λόγου, πρέπει νὰ πατάσσεται ἡ ἀσυδοσία καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ Προεδρεῖον ζητεῖ τὴν συμπαράστασιν ὅλων σας. Ἐὰν ἕνας λόγος εἶναι ὑβριστικός, ἐμπρηστικὸς καὶ δημιουργεῖ μέσα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν κινδύνους ταραχῶν, διαπληκτισμῶν ἢ καὶ τραυματισμῶν ἀκόμη, θὰ πρέπει τὸ Προεδρεῖον νὰ μείνῃ μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας, κύριε ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφε, καὶ θὰ λέγει «μὲ ἐμποδίζει ὁ Κανονισμός;». Τὸν ἀνεκάλεσε μὲν εἰς τὴν τάξιν, αὐτὸς ὅμως, θὰ συνεχίσῃ —δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Μπρεδήμαν, ὁμιλῶ διὰ τὸν οἱονδήποτε βουλευτήν, γενικεύω τὸ θέμα — θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ λέγῃ τὰ ἴδια νὰ προκαλῇ καὶ νὰ ἀνακαλῆται εἰς τὴν τάξιν διὰ δευτέραν καὶ τρίτην καὶ πέμπτην καὶ δεκάτην φοράν, ἕως ὅτου σκοτωθῶμεν ἐδῶ μέσα; Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως δὲν εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν τῆς ἀποδίδετε ὑμεῖς, κ. Ἠλιόπουλε. Ἡ ὀρθὴ ἑρμηνεία τῆς διατάξεως εἶναι ὅτι ἀφοῦ προηγουμένως ληφθοῦν ὅλα τὰ ἀσφαλιστικὰ μέτρα κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ Προεδρείου —βλέπετε μόνος μου τὸ λέγω—καὶ ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἐξαντλήσῃ ματαίως πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν διὰ νὰ πείσῃ τὸν βουλευτὴν νὰ ἀνακαλέσῃ, τότε προβαίνει εἰς τὴν κύρωσιν αὐτήν, ἐγκρίσει πάντοτε τῆς Βουλῆς—ὄχι διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ποινήν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συνεχίσῃ τὰ ἔργα της, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄλλα καὶ οὐχὶ ἡ πρόκλησις, αἱ ὕβρεις καὶ αἱ συκοφαντίαι ἐναντίον ἀλλήλων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παρακωλύεται τὸ ἔργον διὰ τὸ ὁποῖον μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ Προεδρείου, ἀπολαμβάνοντος τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Σώματος. Καὶ δι’ αὐτὸ καλύπτω μὲ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω, τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου.
§115Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιόπουλε, θὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Ἀγγελούσην, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν προηγεῖται ὑμῶν καὶ μὲ τὴν σειράν σας θὰ λάβητε τὸν λόγον. Ὁρῖστε, κ. Ἀγγελούση.
§117Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι βέβαια λυπηρὸν τὸ ἐπεισόδιον τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη καὶ ἡ πρᾶξις εἰς τὴν ὁποίαν προέβη μετὰ τὸ ἐπεισόδιον, τὸ Προεδρεῖον. Πλὴν ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλέψωμεν καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ. Βεβαίως τὸ ἄρθρον 24, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε, κ. Πρόεδρε, καθορίζει ρητῶς τὰ ἑξῆς: «Εἰς τὸν βουλευτήν, ὅστις προεκάλεσε τὴν ἀναγραφὴν τῆς ἀνακλήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν τάξιν ἐν τοῖς ἐπισήμοις πρακτικοῖς, δὲν δίδεται πλέον ὁ λόγος, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος συζήτησις». Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρεθῇ πλέον ὁ λόγος ἀλλὰ παραμένει ὡς κύρωσις ἡ ἐπιβληθεῖσα ποινὴ καὶ ἡ διὰ τῆς ἐγγραφῆς της εἰς τὰ πρακτικά. Τοῦτο, ἐξάγεται σαφῶς ἐκ τοῦ κειμένου τῆς δευτέρας παραγράφου, τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς ὃ ρητῶς ὁρίζεται ὅτι εἰς ἣν περίπτωσιν ζητήσῃ ἐκ νέου τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος ὁ εἰς ὃν ἐπεβλήθησαν αἱ κυρώσεις βουλευτὴς δὲν δίδεται πλέον ὁ λόγος ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος συζήτησις. Διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὕτη θὰ εἶχεν τὸ δικαίωμα ὁ προκαλέσας τὸ ἐπεισόδιον βουλευτὴς νὰ ἐπανεγγραφῇ διὰ νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς παραγράφου ταύτης, ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, ἐφ’ ὅσον ὁ Πρόεδρος δὲν τοῦ ἔχῃ ἀφαιρέσει τὸν λόγον. Διὰ τῆς ποινῆς αὐτῆς, ἥτις προβλέπεται ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν καὶ μὲ τὰ ἄλλα μέσα τὰ ὁποῖα παρέχει ὁ Κανονισμὸς εἰς τὸ Προεδρεῖον δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν. Νομίζω, ὅτι τὸ καλύτερον θὰ ἦτο νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν συνάδελφον κ. Μπρεδήμαν, ὥστε νὰ θεωρηθῇ τερματισθὲν τὸ θέμα, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν κακὸν προηγούμενον. Πάντως, καθ’ ὃν τρόπον δίδεται ἡ ἑρμηνεία ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ἐκτραπέντα συνάδελφον δὲν θὰ ἀχθῶμεν εἰς καλὰ ἀποτελέσματα. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Προεδρείου καὶ παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόζῃ πάντα πιστῶς τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ διὰ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ διὰ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ.
§118Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγας ἀκόμη λέξεις ἐπειδὴ οἱ κύριοι βουλευταί, ὡμίλησαν περὶ προηγουμένου. Πράγματι ἐπὶ τῆς προεδρίας τῆς ἰδικῆς μου δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ συνέβη γεγονός, τὸ ὁποῖον νὰ παρέμεινεν ὡς προηγούμενον, καθ’ ὃ ὁ ὑποπεσὼν εἰς ἕνα σφάλμα βουλευτὴς νὰ μὴ ἀνακαλέσῃ. Δι’ ὃ καὶ δὲν συνέτρεξε ποτὲ λόγος ἐπιβολῆς κυρώσεων, διεγράφετο μάλιστα καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν ἡ ἀνάκλησις. Προηγούμενον ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐπὶ τῆς προεδρίας τοῦ ἀειμνήστου καὶ διαπρεποῦς νομομαθοῦς Προέδρου Μακροπούλου. Συνεπῶς ἐπὶ τῆς προεδρίας μου, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ προηγούμενον, εἶναι διότι πᾶς βουλευτής, τοῦ ὁποίου ἐξέφυγε φράσις τις ἢ εἶπε κάτι τι μὴ ἐπιτρεπτέον, προέβη εἰς ἀνάκλησιν, ὁπότε ἡ κύρωσις δὲν εἶχε πλέον λόγον νὰ ἐπιβληθῇ. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ κύρωσις ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἶναι διὰ νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ὅλοι ἐδῶ οἱ βουλευταί, εἴμεθα ἠθικοὶ καὶ ἐξαίρετοι, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἰδίᾳ τὸ ἦθος καὶ ἡ ἀρετὴ τοῦ βουλευτοῦ κ. Καμβύση εἶναι τοιαύτης ὁλκῆς, ὥστε οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν θίξῃ. Καὶ ἀναμέναμεν ὅλοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἀνακληθῇ ἡ βαρεῖα ὕβρις καὶ συκοφαντία κατ’ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἀνεκλήθη. Καὶ ἐδόθη ἐκ νέου ὁ λόγος εἰς τὸν ρήτορα μετὰ τὴν διακοπὴν καὶ ἐπανελήφθησαν βαρύτεραι ὕβρεις. Τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ τὸ Προεδρεῖον, κ. Ἀγγελούση; —Ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς χωρὶς νὰ δημιουργῶ προσωπικὸν ζήτημα. — Νὰ ἀφήσῃ ἕνα ρήτορα —γενικεύω τὸ ζήτημα νὰ περνᾷ γενεὰς γενεῶν ὅλους τοὺς συναδέλφους του καὶ νὰ τὸν προστατεύῃ; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον τοῦ Προεδρείου, δηλαδὴ τοῦ ἁπλοῦ θεατοῦ; Ἢ νὰ ἀφήσῃ νὰ χειροδικήσουν ἀνερχόμενοι εἰς τὸ βῆμα οἱ ὑβριζόμενοι; Ἢ πρέπει νὰ ἐπέμβῃ ραγδαίως. Ὄχι, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἔργον τοῦ Προεδρείου. Τὸ ἔργον τοῦ Προεδρείου εἶναι ὅταν διαβλέπῃ ὅτι οἱ βουλευταὶ δὲν περιορίζωνται εἰς τὸ ἔργον των, ὅτι δὲν τηροῦν τὸν Κανονισμόν, ὅτι προκαλοῦν ἀναβρασμὸν καὶ ἀναταραχὴν καὶ γίνωνται πρόξενοι ἐπεισοδίων, νὰ τοὺς ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν, νὰ διακόπτῃ τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἀφαιρῇ τὸν λόγον, οὕτως ὥστε, ἐν ἠρεμίᾳ πλέον, νὰ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας. Ὁ παρεκτραπεὶς βουλευτὴς δύναται τὴν ἑπομένην νὰ λάβῃ τὸν λόγον διότι οὔτε ἀποβάλλεται, ὡς εἰς ἄλλα Κοινοβούλια, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν. Δύναται, ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ τῆς Βουλῆς ἐγκρινούσης τὴν ἑπομένην νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Τοῦτο τὸ ἔχω περιλάβει καὶ εἰς τὸ σχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὄχι, κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχω οὐδὲν προσωπικόν, ἐναντίον οἱουδήποτε βουλευτοῦ. Ἀλλὰ ἔχω μίαν εὐθύνην, τὴν εὐθύνην, ὅπως ἐπὶ τῆς προεδρίας μου τοὐλάχιστον, αἱ ἐργασίαι διεξάγωνται κατὰ τρόπον εὐπρεπῆ καὶ ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μὴ μᾶς μυκτηρίζῃ, ὅτι ἐδῶ μέσα ἀσχολούμεθα μὲ τὸ νὰ ἀλληλοϋβριζώμεθα καὶ ἀλληλοσυκοφαντώμεθα. Ζητῶ ἀπὸ ὑμᾶς νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις. Σᾶς δίδω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ ὄχι μόνον κατάχρησιν, ἀλλὰ οὐδὲ καὶ χρῆσιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ, διότι εὐτυχῶς δὲν ὑπάρχουν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπαναλάβουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη ἀπόψε καὶ προεκάλεσε τὴν ἐνέργειαν τοῦ Προεδρείου. Μὲ τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω, κάμνω μίαν ἔκκλησιν πρὸς ὑμᾶς. Ἂς συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν. Ἐλευθερία ὑπάρχει, ἴσως περισσοτέρα τοῦ δέοντος. Οὐδεὶς δυσχεραίνεται ἐντὸς τῆς αἰθούσης, οὐδεὶς παρεμποδίζεται νὰ ἐκφράσῃ τὰς σκέψεις του καὶ κατὰ τρόπον μάλιστα, ὁ ὁποῖος, πολλάκις, θίγει τοὺς ἀκούοντας. Τοὐναντίον προστατεύομεν τοὺς ρήτορας ἀπὸ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς, διότι ἔχομεν μίαν εὐρυτάτην ἀντίληψιν περὶ τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλά, πρὸς Θεοῦ. Ἐλευθερίαν, κύριοι βουλευταί, ὄχι ἀσυδοσίαν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἀπεδόθη, κύριοι βουλευταί, κατηγορία ὅτι παρηρμήνευσα τὴν διάταξιν αὐτήν. Εἰς ὅσα λογικὰ σοφά, δημιουργήματα τῆς πλουσίας πείρας του εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὁ κ. Κωνσταντῖνος Ροδόπουλος καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν τῆς σχετικῆς αὐτῆς διατάξεως, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω δύο λόγια, διὰ νὰ ἀντικρούσω τὴν γραμματικὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν προφανῶς ἔδωσαν οἱ κ.κ. Ἠλιόπουλος καὶ Ἀγγελούσης, ὁμιλήσαντες ὅτι ἐφ’ ὅσον γίνεται χρῆσις τῆς ἐκφράσεως δὲν δίδεται πλέον ὁ λόγος ἐννοεῖται ὅτι θὰ ἀποπερατώσῃ τὸν λόγον ὁ ρήτωρ καὶ δὲν δίδεται ὁ λόγος πλέον ἐὰν τὸν ζητήσῃ. Κύριε Ἠλιόπουλε καὶ κ. Ἀγγελούση, ὅταν γίνεται μιὰ τέτοια ἱστορία ἐδῶ, δηλαδὴ ἐπεισόδιον, διακόπτεται πράγματι ὁ λόγος καὶ σχεδὸν ἡ συζήτησις, ὅπως διεκόπη καὶ σήμερον. Ἐγὼ προσεπάθουν καὶ συνίστων εἰς τὸν ρήτορα νὰ ἀνακαλέσῃ. Ὁ ρήτωρ δὲν ἀνεκάλει, ἀλλὰ ἐξέφερε ἄλλας ὕβρεις. Ὅταν δημιουργοῦνται τοιαῦτα θέματα, διακόπτεται ἡ συζήτησις. Δι’ αὐτὸ ὁ νομοθέτης μετεχειρίσθη τὴν ἔκφρασιν, δὲν δίδεται πλέον ὁ λόγος, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος συζήτησις. Αὐτὴ εἶναι, φρονῶ ἡ ὀρθὴ γραμματικὴ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοθῇ ἐν σχέσει καὶ μὲ τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν καὶ μὲ τὴν ἀνάγκην καὶ εἰς τὸ ἰδικόν κοινοβούλιον νὰ ὑπάρξῃ κἄποια ἐλαφρὰ ἔστω κύρωσις ἔναντι τῶν ἄλλων κυρώσεων, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται εἰς τὰ κοινοβούλια πλέον προηγμένων ἡμῶν χωρῶν. Τὸ ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν ὀρθὴν γραμματικὴν ἑρμηνείαν, ἐνισχύεται καὶ ἀπὸ τὴν τελευταίαν παράγραφον, κ. Ἠλιόπουλε, ἡ ὁποία λέγει. Ἐὰν καὶ μετὰ ταῦτα ὁ βουλευτὴς προκαλεῖ καὶ ἐξακολουθεῖ θορυβῶν, δηλαδὴ δὲν τὸν ἐννοεῖ πλέον ἐπὶ τοῦ βήματος τὸν ρήτορα ὁ κανονισμός, τότε ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη κύρωσις. Ἡ ἀνάκλησις δημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τυχοκολλᾶται εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ὅπου ἐκλέγεται. Αὐτὰ τὰ δύο ἐπιχειρήματα νομίζω πρέπει νὰ πείσουν, μαζὶ μὲ ὅσα ἄλλα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ροδόπουλος, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία ἡ ὁποία πρέπει νὰ δοθῇ διὰ νὰ ὑπάρξῃ κἄποια εὐπρέπεια εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις.
§120Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, διότι θὰ διαφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τοῦ σεβαστοῦ Προέδρου μας. Τὸ θέμα ὡς ἐτόνισαν καὶ οἱ ἄλλοι ρήτορες εἶναι τελείως ἀφηρημένον καὶ ἀνεξάρτητον τοῦ ἐπεισοδίου τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸν κοινοβουλευτισμόν μας. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ κανονισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ οὕτω καὶ ἀνεξαρτήτως καὶ τῶν σχετικῶν ἄρθρων 62 καὶ 63 τοῦ Συντάγματος ἐκ τῶν ὁποίων ρηταὶ συνάγονται αἱ κατευθύνσεις ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῶν βουλευτῶν, τὰ δικαιώματα τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Ἡ φωνὴ τοῦ βουλευτοῦ εἶναι φωνὴ τοῦ Ἔθνους καὶ εἶναι πολὺ δυσχερὲς ἀπὸ ἀπόψεως ἐκτιμήσεως τῶν πραγματικῶν γεγονότων νὰ διαπιστωθῇ, ἐὰν εἰς μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν πρόκειται περὶ ἐξυβρίσεως ἢ περὶ ἐκφράσεως γνώμης. Δύναται ἡ ἔκφρασις τῆς γνώμης νὰ λάβῃ χώραν κατὰ τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ ἄρθρον 62 τοῦ Συντάγματος λέγει τὰ ἑξῆς: «Βουλευτής...» (ἀναγινώσκει). Εἶναι γνώμη κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ συγχρόνως εἶναι ἐξύβρισις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ. Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ὁ κ. Μπρεδήμας ἀνεκλήθη διὰ τὴν δευτέραν ἐξύβρισιν διότι ἀπεκάλεσε σεβαστὸν συνάδελφον, τὸν ὁποῖον ὅλως ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ, τὸν κ. Καμβύσην, ὡς ψευδομάρτυρα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ γεγονότος. Ἐὰν ὁ κ. Μπρεδήμας ἀπὸ τοῦ βήματος ἔλεγεν: «Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅ,τι κατέθεσεν ὁ κ. Καμβύσης εἰς τὸ Δικαστήριον κατὰ τὴν δίκην τῆς Ἀθηναϊκῆς δὲν εἶναι ἀληθές». Εἶναι αὐτὸ ἔκφρασις γνώμης ἢ ὄχι; Ἀναφέρομαι ἐπίσης καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐκεῖ ὀφείλομεν νὰ σταθμίσωμεν τὴν βαρύτητα τῶν κυρώσεων. Ποία ἡ μεγαλυτέρα κύρωσις καὶ ἡ μεγαλυτέρα ποινή, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν βουλευτὴν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐσωτερικῆς ἀξίας. Ἡ ποινὴ τῆς ἐπιπλήξεως, ἡ ποινὴ τῆς ἀναγραφῆς τῆς ἐπιπλήξεως εἰς τὰ πρακτικὰ ἢ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἢ τὸ νὰ εἴπῃ τὸ Προεδρεῖον κατέβα ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸ βῆμα ποὺ σὲ ἔστειλε ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ἀναμφισβητήτως πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη ὅτι ἡ κυριωτέρα ποινὴ εἶναι ἡ κάθοδος ἐκ τοῦ βήματος. Καμμιὰ φορὰ ἡ ἀναγραφὴ ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων τῆς Κυβερνήσεως ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τιμητικὴ ἐὰν θελήσῃ ἡ πλειοψηφία νὰ τοῦ ἐπιβάλῃ αὐτὴν τὴν κύρωσιν. Καμμιὰ φορὰ καὶ ἡ τοιχοκόλλησις εἰς τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τιμητικὴ διὰ τὸν βουλευτήν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο τὸ λέγει καὶ ἡ θεωρία τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ὅταν ὁμιλῇ περὶ κουστάντια χουάστα. Τὸ ἄρθρον 24 λέγει: «...... (ἀναγινώσκει)......». Ἐκεῖ νομίζω πρέπει νὰ τοποθετηθῇ τὸ θέμα καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον διαφωνῶ μὲ τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον. Δηλαδή, τὸ Προεδρεῖον ἢ ἡ Βουλή, τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προεδρείου, ἠμπορεῖ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν τὴν ποινήν. Προκειμένου διὰ τὴν ἀνάκλησιν εἶναι δυνατὴ καὶ δέχομαι τὴν ἄποψιν, ὅτι χρειάζεται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ προκειμένου περὶ τοῦ τεραστίου γεγονότος τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου νὰ μὴ ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἀφεθῇ, ὅπως ληφθῇ γνώμη ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον. Παρὰ τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ, ὅτι τοῦτο εἶναι θέμα τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Προεδρείου. Ἀνεξαρτήτως αὐτῆς τῆς νομικῆς θεμελιώσεως ὑπάρχει καὶ ἡ γραμματικὴ θεμελίωσις. Τὸ ἄρθρον 24 λέγει: «Δὲν δίδεται ὁ λόγος». Θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ «ἀποβάλλεται τοῦ βήματος», «διακόπτεται ὁ λόγος, δὲν δίδεται ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος». Δηλαδή, δὲν δύναται νὰ δευτερολογήσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσωπική μου νομικὴ ἄποψις, τὴν ὁποίαν μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν πρὸς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, ἀναπτύσσω πρὸς τὴν Βουλήν. Θὰ ἔλεγον, ὅτι διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ προηγούμενον, καὶ ἐπειδὴ καὶ ἡμεῖς ὡς συνάδελφοι ὀφείλομεν νὰ συγχωροῦμεν ἀλλήλους, —ἐὰν τὸ ἁμαρτάνειν εἶναι ἀνθρώπινον, τὸ ζητεῖν συγγνώμην εἶναι θεῖον— θὰ ἔλεγον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Μπρεδήμας νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ μὲ ἀνδρισμὸν νὰ ἐξηγηθῇ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐν ἀγανακτήσει εὑρισκόμενος τοῦ ἐπετέθη, νὰ τοῦ ζητήσῃ συγγνώμην καὶ νὰ προχωρήσωμεν κατόπιν εἰς τὸ ἔργον μας, ἔργον κοινοβουλευτικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον σοβαρὸν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τόσον ὑπεύθυνοι εἴμεθα ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς μᾶς παρακολουθεῖ.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀλαβᾶνο, σεῖς πεπειραμένος δικηγόρος, θὰ ἔπρεπε καὶ ἐν τῇ συγκεκριμένῃ περιπτώσει, νὰ εἴχατε κάμει τὴν διάκρισιν, μεταξὺ ἑνὸς ἔστω βαρυτάτου χαρακτηρισμοῦ πράξεως τοῦ οἱουδήποτε καὶ ἐξυβρίσεως. Τὸ νὰ λέγῃ τις αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ τάδε, δὲν εἶναι ἀληθῆ, ἀποτελεῖ χαρακτηρισμὸν πράξεως, ἐνεργείας, ὄχι ἐξύβρισιν. Ὅταν, ὅμως, τὸν λέγῃ ψευδομάρτυρα, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἐξύβρισιν.
§122Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἀπὸ πλευρᾶς συνταγματικῆς καὶ οὐχὶ ἀπὸ πλευρᾶς Κανονισμοῦ εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ εἴπῃ.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ πλευρᾶς συνταγματικῆς εἶμαι σύμφωνος καὶ αὐτὸ ἐτόνισα καὶ ἐγὼ ἀπὸ τὰς πρώτας μου παρατηρήσεις πρὸς τὸν κ. Μπρεδήμαν. Δέχομαι, ὅτι συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 62, 63 τοῦ Συντάγματος, ὁ βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐλευθέρως, ἔστω καὶ ὑβρίζων. Εἶναι ἀκαταδίωκτος. Αὐτὸ ὅμως, δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Βουλῇ πλέον ὡς Σωματεῖον, ὡς Πολιτικὸν Σῶμα, νὰ μὴ ὑπάρχουν κυρώσεις εἰς βάρος τοῦ ἐκτρεπομένου διὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ὅλων τῶν συνταγματολόγων καὶ τῶν ξένων καὶ τῶν ἰδικῶν μας.
§124Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Διὰ τῆς Βουλῆς, ὄχι διὰ τοῦ Προεδρείου.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς, μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις εἰς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα. Εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις. Ὅταν ὁ βουλευτὴς δέχεται νὰ δώσῃ μίαν δικαιολογίαν, τότε ἡ Βουλὴ ἐρωτᾶται, διότι πράγματι χρειάζεται ἡ γνώμη τρίτου τινός. Τὸ Προεδρεῖον ἂς ὑποτεθῇ, ὅτι ἀντιδικεῖ μὲ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐφ’ ὅσον οὕτω ὑπάρχει ἀντιδικία, χρειάζεται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ κρίνῃ ἐὰν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ δικαιολογία. Ἀλλὰ ὅταν ὁ βουλευτὴς ὄχι μόνον δὲν δέχεται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἀλλὰ προκαλούμενος ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον ἐπαναλαμβάνει καὶ ἐπεκτείνει τὰς ὕβρεις, νομίζω, ὅτι εἶναι σαφὴς ἡ διάταξις, ὅτι ὁ Πρόεδρος μόνος κρίνει. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα; Εἰσέρχομαι τώρα εἰς τὴν ἑρμηνείαν. Τὰ μέτρα ὅπως εἶπον εἶναι ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὰ πρακτικά. Τὸ νὰ μὴ δοθῇ πλέον ἂς μεταχειρισθῶμεν τὴν ἔκφρασιν αὐτήν, ὁ λόγος, εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Προεδρείου. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Ἐκεῖ ὅπου ἠθέλησε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ὁ Κανονισμὸς τὸ λέγει. Δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἐδέχθη καὶ ὁ κ. Ἡλιόπουλος, διὰ νὰ μὴ δώσῃ πλέον τὸν λόγον εἰς τὸν ἀγορεύοντα.
§126Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ὅταν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ λόγος καὶ δὲν ἐρωτᾶται ὅταν δὲν εἶναι ἐπαρκής;
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ λέγει σαφῶς ὁ Κανονισμός. Νομίζω ὅτι ἐλύθη τὸ θέμα.
§128Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Θὰ ἀναφερθῶ μόνον ἐπὶ τοῦ προκύψαντος νομικοῦ θέματος καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν περιστατικῶν, ἅτινα εἶναι γνωστὰ ὅλους. Εἶπεν ὁ κ. Ἀλαβάνος, ὅτι προκειμένου περὶ ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν παρεκτραπέντος βουλευτοῦ τὸ Προεδρεῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν.
§129Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, εἶπον, προκειμένου νὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§130Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Τὸ μὲν Σύνταγμα ἐπιτρέπει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ τῆς ψήφου καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία ἀντίρρησις. Πλὴν ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς προβλέπων τὰ τῆς εὐταξίας καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ Σώματος, παραχωρεῖ ὡρισμένα δικαιώματα εἰς τὸ Προεδρεῖον διὰ τὴν τήρησιν τῆς εὐταξίας πρὸς διασφάλισιν τῆς ὁμαλῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Οὕτω, τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαγορεύει εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ ἐκτρέπωνται εἰς ὕβρεις προσωπικάς, ἐναντίον τῶν συναδέλφων των καὶ ὅταν τοῦτο δὲν τηρῆται παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον νὰ τοὺς ἀνακαλῇ εἰς τὴν τάξιν καὶ καταχωρεῖ ταύτην εἰς τὰ πρακτικά. Τὰ αὐτὰ δικαιώματα παρέχει τὸ ἄρθρον 23 προκειμένου περὶ θορυβούντων, ἀναφέρον «...... (ἀναγινώσκει) .....). Ἐὰν δὲ ἐπιμείνωσιν ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ τοῦτο ὡς κύρωσις πλέον κατὰ τοῦ θορυβοῦντος κ.λ.π. Εἰς τὸ ἄρθρον 24, προκειμένου περὶ παρεκτραπέντος βουλευτοῦ καὶ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν, καθορίζει τὴν διαδικασίαν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρόεδρος θὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμά του τοῦτο. Διότι δὲ τὴν προβλεπομένην κύρωσιν τὴν θεωρεῖ σημαντικήν, καθορίζει λεπτομερῶς τὴν διαδικασίαν ἐπ’ αὐτῆς, θέλει δηλαδή, νὰ προειδοποιηθῇ ὁ ὁμιλῶν καὶ τὸ Σῶμα κατὰ μίαν πανηγυρικὴν διαδικασίαν, ὅτι ἐπίκειται ἡ ἐπιβολὴ κυρώσεως. Καὶ ἐπὶ μὲν τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν ὁ παρεκτραπεὶς βουλευτὴς δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ ὁ θιγεὶς δὲν τὰς εὕρῃ ἐπαρκεῖς ἐξακολουθῶν νὰ θεωρῇ τὸν ἑαυτόν του θιγέντα, τότε ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν εὑρίσκῃ ταύτας ἐπαρκεῖς διὰ νὰ ἐπιλύσῃ τὴν μεταξὺ παρεκτραπέντος καὶ θιγέντος διάστασιν ἀπόψεων ἐπὶ τῶν δοθεισῶν ἐξηγήσεων. Διότι ἐὰν ὁ θιγεὶς δὲν ἐξακολουθῇ νὰ θεωρῇ τὸν ἑαυτόν του θιγέντα δὲν ὑπάρχει πλέον θέμα καὶ κανεὶς λόγος δὲν συντρέχει διὰ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Δὲν ὑφίσταται οὐσιαστικῶς θέμα. Ὅταν ὅμως ὁ παρεκτραπεὶς ὄχι μόνον οὐδεμίαν ἐξήγησιν ἢ ἀνάκλησιν τῶν ὅσων εἶπε κάμνει, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐπαναλαμβάνει τὰς ὕβρεις, προσθέτει καὶ ἄλλας, τότε ρητῶς παρέχεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ μόνον εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, δηλαδὴ τῆς μὴ παροχῆς ἐξηγήσεων, δικαίωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀπ’ εὐθείας ὡς διαπιστώσῃ τὴν παρεκτροπὴν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν κύρωσιν. Ὅπως, δηλαδή, συνέβη ἀπόψε, ἀντὶ δηλαδὴ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ παρεκτραπείς, ἀντὶ νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς ὅσας ὕβρεις ἐξήμεσε κατὰ τοῦ συναδέλφου του, λαβὼν τὸν λόγον, ἤρχισεν ὑποτροπιάζων νὰ ὑβρίζῃ ὄχι μόνον τὸν θιγέντα, ἀλλὰ συνεχῶς ἐκτρεπόμενος νὰ ὑβρίζῃ τοὺς πάντας ἀοριστολογῶν, συγκεκριμένως δὲ νὰ ὑβρίζῃ τὸν θιγέντα συνάδελφον ὡς ψευδομάρτυρα. Ἀφ’ ὅτου, δηλαδή, ὁ παρεκτραπεὶς δὲν προέβη εἰς ἀνάκλησιν ἢ δὲν ἔδωσεν ἐξηγήσεις, διὰ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, τὸ Προεδρεῖον ἔχει ὑποχρέωσιν διαπιστῶνον τὰ ὅσα συνέβησαν καὶ τὸ ὅτι ὁ ἐκτραπεὶς δὲν ἀνεκάλεσε, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπομένην κύρωσιν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, δηλαδή, σαφῶς καὶ ἀνενδοιάστως ὁ Κανονισμὸς δὲν ἀπαιτεῖ συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς. Τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς τὴν ἀπαιτεῖ μόνον ὅταν δοθοῦν ἐξηγήσεις καὶ ὑπάρχῃ διαφορὰ ἀπόψεων μεταξὺ παρεκτραπέντος βουλευτοῦ καὶ θιγέντος. Ἔχομεν, δηλαδή, σαφῶς διακεκριμένας ἐν τῷ Κανονισμῷ τρεῖς περιπτώσεις. Ἡ πρώτη περίπτωσις εἶναι, ὅταν ἀνακαλέσῃ ὁ παρεκτραπεὶς βουλευτὴς καὶ ὁ θιγεὶς δὲν εὑρίσκῃ ἐπαρκῆ τὴν ἀνάκλησιν ἢ τὰς ἐξηγήσεις. Ἐδῶ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Ἡ δευτέρα περίπτωσις εἶναι, ὅταν δὲν θελήσῃ καθόλου νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἢ ἀνακαλέσῃ ὁ παρεκτραπείς, ὁπότε χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Προεδρεῖον νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν τὸν παρεκτραπέντα καὶ νὰ μὴ τοῦ δώσῃ ἐφεξῆς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Καὶ τρίτη περίπτωσις εἶναι ἡ σχετικὴ μὲ τὴν δημοσίευσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κλπ. τῆς μομφῆς τοῦ Προεδρείου ὅταν ὁ παρεκτραπεὶς βουλευτὴς προκαλῇ ἀταξίαν ἐξακολουθῶν θορυβῶν, ὁπότε πάλιν ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ ἄνευ μάλιστα συζητήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ἡλιοπούλου, ὅτι ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τοῦ δώσῃ τὸν λόγον, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον, μόνον ὡς ἐπιχειρηματολογία τῆς στιγμῆς καὶ ὡς ἀστειολογία δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ. Διότι ὁ λόγος ἐφ’ ὅσον ἐπεβλήθη κύρωσις κατὰ τὴν δευτέραν περίπτωσιν, οὐσιαστικῶς ἀφῃρέθη κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Κανονισμοῦ.
§131Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο εἶναι τὰ θέματα ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι, ἐὰν δύναται τὸ Προεδρεῖον, ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, νὰ προβῇ εἰς τὴν βαρυτάτην αὐτὴν κύρωσιν.
§132Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Σᾶς ἀπήντησα.
§133Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἀπηντήσατε, ἀλλὰ ἡ ἀπάντησίς σας δὲν μὲ ἔπεισε.
§134Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δὲν εἶπον ὅσα εἶπον, διότι θὰ σᾶς ἔπειθα, ἀλλὰ διότι εἶναι νομικῶς ὀρθὰ κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν εὐθύνην τῆς ὁποίας καὶ ἀναλαμβάνω.
§135Ν. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Τὸ πρῶτον εἶναι αὐτό. Τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις, εἶναι τὸ ἑξῆς: Δύναται καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ μετὰ ψήφου τῆς Βουλῆς ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος ἀπὸ τὸν βουλευτήν; Νομίζω, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει μία ἱεράρχισις μέσα εἰς τὸ δίκαιον καὶ ὅτι τὴν ηὐξημένην ἰσχὺν τὴν ἔχουν αἱ Συνταγματικαὶ διατάξεις. Μετὰ τὸ Σύνταγμα, ἔρχεται ἡ κοινὴ γνώμη. Πολλὲς φορὲς ἔχω ἀκούσει ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ ν’ ἀναπτύσσεται ἡ θεωρία, ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νόμος ηὐξημένης ἰσχύος. Ἡ Ἑλληνικὴ ἐπιστήμη καὶ ἡ διεθνὴς παραδέχεται καὶ ὀρθῶς, ὅτι εἶναι νόμος μειωμένης ἰσχύος, εἶναι ἀσθενέστερος καὶ τοῦ συνήθους νόμου, διότι ἔχει καὶ περιωρισμένην ἐφαρμογήν. Ὑποστηρίζω, λοιπόν, καὶ μὲ αὐτὸ τελειώνω, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δυνάμει τῶν τιθεμένων διατάξεων δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, ὑπάρχει καὶ εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα. Ὅμως οἱ Κανονισμοὶ τῶν ἄλλων Κοινοβουλίων, δὲν ἔχουν μόνον τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ λόγου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀποβολὴν τοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν δίδει τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν βουλευτὴν μὲ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὡς μέλος τοῦ Σώματος. Χωρὶς νὰ θίγωνται αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, εἶναι δυνατὸν καὶ νόμιμον διὰ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ προβλέπωνται περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουν εἰς τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τοῦ Σώματος, ὡς συλλογικοῦ ὀργάνου. Αἱ κυρώσεις κατὰ τοῦ παρεκτραπέντος βουλευτοῦ προβλέπονται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸ Προεδρεῖον εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐφαρμόσῃ τοῦτον καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς κυρώσεις.
§137Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἀπορῶ διατὶ γίνεται τόση σύγχυσις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24. Ὁ κ. Πρόεδρος ἔθεσε καλῶς τὸ θέμα. Δύο περιπτώσεις ὑπάρχουν. Ἡ πρώτη περίπτωσις εἶναι ἐὰν ὁ ἐκτραπὴς βουλευτὴς δὲν θελήσῃ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, τότε ὁ Κανονισμός, διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ θέμα μόνον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Προέδρου καὶ διὰ νὰ δώσῃ μίαν διέξοδον εἰς τὸ θέμα αὐτό, ζητεῖ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Δευτέρα περίπτωσις εἶναι ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς λέγει δὲν ἀνακαλῶ. Τότε ὁ Κανονισμὸς δίδει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ μόνος του τὴν ἀπόφασιν. Αὐτὸ εἶναι σαφὲς καὶ προκύπτει καθαρὰ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 24. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ἀλαβάνος ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα, σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ὅλοι οἱ συγγραφεῖς παραδέχονται ὅτι διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τιμωρεῖται ὁ βουλευτὴς διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας διὰ τὰς ὁποίας ἐκτὸς τοῦ βουλευτηρίου δὲν τιμωρεῖται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ ἄποψις. Διὰ τὴν διακοπὴν τοῦ λόγου ἐπιτρέψατέ μου νὰ ταχθῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτ. Προέδρου τοῦ Σώματος. Ὅταν ὁ Κανονισμὸς λέγῃ ὅτι δὲν δίδεται πλέον ὁ λόγος, δὲν ἕπεται ὅτι ὁ βουλευτὴς τελειώνει καὶ ζητεῖ ἐκ δευτέρου νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι εἶναι φυσικόν, ἐφ’ ὅσον ἐπιβάλλεται ἡ ποινή, νὰ μὴ δύναται νὰ τοῦ δοθῇ ὁ λόγος. Νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία ποὺ ἐδόθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου εἶναι ὀρθή. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ὅσον δήποτε εἶναι βαρεῖα ἡ κατηγορία θὰ πρέπει νὰ νομολογηθῇ σχετικῶς ὥστε καὶ ὁ βουλευτὴς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅταν εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ Βήματος νὰ μὴ καταχρᾶται τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου ποὺ ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ ὡρισμένας συνεπείας διὰ τὴν ἀπρεπῆ συμπεριφοράν του ἔναντι συναδέλφου του.
§138Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχει δίκαιον ὁ κ. Ἀλαβάνος ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος δύναται ὁ βουλευτὴς νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του...
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἄλλο τὸ τί λέγει τὸ Σύνταγμα καὶ ἄλλο αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ βουλευτοῦ πρὸς τὸ Σῶμα.
§140Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡ γνώμη σας αὐτὴ ἦτο ὀρθή, τότε δὲν ὑπῆρχεν ἐλευθερία. Τὰ ἄρθρα 22 καὶ 24 τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἀναφέρουν τὰς ποινὰς αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὸν ὑβρίζοντα βουλευτήν, μεταξὺ ὅμως τῶν ποινῶν αὐτῶν δὲν ἀναφέρει τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ λόγου. Τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ διαγράφει τὴν διαδικασίαν τῆς ἐπιβολῆς τῶν ποινῶν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 23. Ἄλλωστε ὅπως ἀκούω ἀπὸ συναδέλφους ὁ ὑβρίσας βουλευτὴς ἔδωσεν ἐξηγήσεις καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσετε τὴν Βουλήν. Ἐὰν πάλι δὲν ἔδωσεν ἐξηγήσεις, ἔπρεπε νὰ τὸν καλέσῃ νὰ δώσῃ. Ὅταν ἐλάβατε τὴν ἀπόφασιν νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν, εἴχατε ὑπ’ ὄψει μόνον αὐτὴν τὴν κύρωσιν. Δὲν δύνασθε νὰ ἑρμηνεύσετε εὐρέως τὴν διάταξιν. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι «δὲν δίδεται ὁ λόγος...» καὶ δὲν λέγει «ἀφαιρεῖται ὁ λόγος». Ἐὰν ἡ διάταξις εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τότε θὰ κατελύετο τὸ πολίτευμα, διότι θὰ ἐδίδετο ἡ δυνατότης εἰς τὴν πλειοψηφίαν νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς βουλευτὰς τῆς μειοψηφίας νὰ ἐκφέρουν τὴν γνώμην των. Θὰ συνέβαινε, κ. Πρόεδρε, ὅ,τι συνέβη μὲ σᾶς. Ἐνῷ βουλευτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸν ἀνακαλέσατε εἰς τὴν τάξιν, ἐν τούτοις διὰ λόγους εὐνοίας βουλευτὴν τῆς συμπολιτεύσεως ὅταν εἶπε τὴν λέξιν ἀνόητος, δὲν τὸν ἀνεκαλέσατε εἰς τὴν τάξιν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἐλέχθη αὐτό, ἡ συνεδρίασις εἶχε διακοπῇ. Καὶ παρακαλῶ πολὺ κ. Μπακατσέλο, νὰ προσέχετε πολύ, εἰς ὅσα ὑποστηρίζετε.
§142Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Τὸ ὅτι ἐλέχθη αὐτό, δύναται νὰ ἀποδειχθῇ ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Ἀπὸ τὴν πεῖραν μου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν γνωρίζω ὅτι πολλάκις βουλευταὶ ἀνεκλήθησαν εἰς τὴν τάξιν, ἀλλὰ οὐδέποτε τοὺς ἀφηρέθη ὁ λόγος. Ἀμφισβητῶ ὅτι συνέβη τοιοῦτόν τι ἐπὶ Προεδρίας τοῦ ἀειμνήστου Μακροπούλου, ὅπως εἶπεν ὁ Πρόεδρος κ. Ροδόπουλος, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ μᾶς πείσῃ ὀφείλει νὰ προσκομίσῃ τὰ πρακτικά. Δὲν δύνασθε νὰ καταλύσετε τὸ πολίτευμα. Καὶ καταλύετε τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας, ἐὰν λάβητε τοιαύτην ἀπόφασιν.
§143Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπέθεσα ὅταν διετύπωνα τὴν διαφωνίαν μου πρὸς τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 34, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀποφάσεως ἐπηρεασμένης ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν ψυχραιμίας. Ἡ παρέμβασις ὅμως τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος μᾶς δημιουργεῖ σοβαρὰς ἀνησυχίας, ὅτι ἐπιχειρεῖται ἑρμηνεία, ἡ ὁποία τείνει νὰ καθιερώσῃ τὴν φίμωσιν τῶν βουλευτῶν. Κύριε Πρόεδρε, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἐξ αἰτίας ἑνὸς συγκεκριμένου θέματος καὶ νὰ καταλυθῇ ἡ ἐλευθερία. Ἀνέφερα ὅτι προβλέπεται ἡ ἐλευθερία τοῦ βουλευτοῦ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Ὁ Κανονισμὸς εἰς τὸ ἄρθρον 19 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Εἶναι σαφὴς καὶ ρητὴ ἡ πρόβλεψις τοῦ Κανονισμοῦ ὅτι ὁ βουλευτὴς θὰ ὁμιλήσῃ ἐντὸς τῶν ἐπιτρεπομένων χρονικῶν ὁρίων. Ἡ κατεύθυνσις τὴν ὁποίαν δίδει ὁ κανονισμὸς ὅταν δημιουργῆται ἀταξία ἢ θόρυβος, εἶναι σαφὴς καὶ μοῦ προκαλεῖ ἔκπληξιν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε ν’ ἀντλήσῃ ἐπιχειρήματα διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν δοθεῖσαν ἑρμηνείαν, ἀπὸ ἕνα πραγματικὸν γεγονὸς καὶ τὶ θὰ γίνῃ, πῶς θὰ λειτουργήσῃ ἡ Βουλὴ ἐὰν δὲν ὑπάρχουν κυρώσεις; Δὲν εἶναι μόνον τὸ γράμμα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος, ἀλλὰ καὶ ὁ σκοπὸς καὶ σκοπὸς εἶναι ἡ ὁμαλὴ διεξαγωγὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Μετὰ ὅμως ἀπὸ τὰς διατάξεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι προβλέπουν τὰ μέτρα καὶ τὰς κυρώσεις κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, ὑπάρχει ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία προβλέπει τὶ θὰ γίνῃ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ θόρυβος. Εἶναι τὸ ἄρθρον 25, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς:... (Ἀναγινώσκει)... Ὅταν αὐτὰ προβλέπῃ ὁ Κανονισμὸς εἰς περίπτωσιν θορύβου καὶ εἰς ἣν περίπτωσιν δὲν κατασιγάσῃ ὁ θόρυβος, εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ λόγου ἀπὸ τὸν βουλευτήν; Ἡ διάταξις εἶναι σαφὴς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἄλλη ἑρμηνεία.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, γνωρίζω ὅτι εἶσθε πεπειραμένος δικηγόρος καὶ ἔχετε ἀπασχοληθῆ εἰδικῶς μὲ τὸ θέμα, δι’ αὐτὸ καὶ ἀπορῶ μὲ ὅσα λέγετε. Εἰς ἄλλα κράτη εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει κατοχύρωσις ἐπίσης συνταγματικῶς τῆς ἐλευθερίας, ὑπάρχουν σοβαρώτεραι κυρώσεις εἰς τοὺς Κανονισμούς.
§145Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι παράβασις τῆς τακτικῆς τῆς συζητήσεως, ὅταν ἐπικαλῆσθε διατάξεις Κανονισμῶν καὶ Συνταγμάτων ἄλλων κρατῶν. Διὰ νὰ γίνεται αὐτὸ εἰς τὰ ἄλλα κράτη, θὰ τὸ λέγουν τὰ Συντάγματα καὶ οἱ Κανονισμοὶ αὐτῶν. Τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός, δὲν τὸ λέγουν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λέγει ὁ Κανονισμὸς ὅτι δὲν δίδεται ὁ λόγος πλέον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§147Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κανονισμὸς συμπορευόμενος πλήρως μὲ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ ἐλευθερίας τοῦ βουλευτοῦ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, δὲν λέγει ἀφαιρεῖται ὁ λόγος. Ἡ εὐθύνη τοῦ βουλευτοῦ εἶναι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ. Ὅταν λέγῃ ὁ Κανονισμός, ὅτι ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν δημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοιχοκολλᾶται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ βουλευτοῦ, ποῖον νόημα ἔχει παρὰ ὅτι ὁ βουλευτὴς καταγγέλλεται πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς του διὰ νὰ τὸν κρίνουν; Ἰδοὺ ἡ κύρωσις ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἄλλη ἑρμηνεία, διότι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμὸς δίδουν σαφεῖς κατευθύνσεις καὶ λέγουν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος. Λέγει τὸ ἄρθρον 24...(Ἀναγινώσκει)... Ἐὰν ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ἦτο ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συνεχίσῃ ὁ βουλευτής, δὲν θὰ ἔλεγε δὲν δίδεται ὁ λόγος. Ὁ Κανονισμὸς ἐννοεῖ ὅτι δὲν δίδεται ὁ λόγος ἐκ δευτέρου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἐὰν ἡ ἔννοια ἦτο ὅτι τοῦ ἀφαιρεῖται ὁ λόγος θὰ διετυποῦτο σαφέστερα, ὅτι ἀφαιρεῖται ὁ λόγος ἀπὸ τὸν οὕτω ἀνακαλούμενον βουλευτήν. Τελειώνων λέγω τοῦτο. Ὅταν ὁμιλῇ ἐπὶ τοῦ βήματος βουλευτής, εἶναι εὐνόητον νὰ προϋποθέτῃ ὁ Κανονισμός, ὅτι διὰ νὰ συνεχίσῃ τὸν ἤδη δοθέντα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον λόγον πρέπει νὰ ἐπαναχορηγήσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀλλὰ δὲν δίδεται πλέον ὁ λόγος. Ὁ λόγος ἔχει δοθῆ εἰς τὸν ὁμιλοῦντα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει μίαν βάσιν ἡ γνώμη σας. Ὅπως ἔχει μίαν βάσιν καὶ ἡ ἰδική μου ἐπιχειρηματολογία. Διαφωνοῦμεν. Δὲν πρόκειται νὰ λύσωμεν ἐδῶ τὴν διαφωνίαν μας.
§149Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, περὶ διαφωνίας. Ἐπηρεαζόμενος ἀπ’ ἕνα συγκεκριμένον περιστατικὸν ἐπιδιώκεται νὰ δώσητε ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ σταθῇ, ἡ ὁποία δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ. Καὶ ἐν τούτῳ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται καλῶς ἢ δὲν θέλει νὰ ἐνθυμηθῇ τὰ πράγματα. Διότι ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅτι δὶς ἢ τρὶς ἔγινεν ἀνάκλησις βουλευτοῦ καὶ ἀναγραφὴ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ οὐδέποτε ἀφῃρέθη ὁ λόγος ἀπὸ τὸν ὁμιλοῦντα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τοῦ μακαρίτου Μακροπούλου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἔγκριτος νομικὸς καὶ ὁ ὁποῖος ἔτσι ἐφήρμοσε τὸν Κανονισμόν.
§151Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔχωμεν δεδομένα πρόσφατα, ἐπὶ τοῦ ζῶντος Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πᾶμε εἰς τοὺς μακαρίτας, διὰ νὰ εὕρωμεν τὶ ἐφηρμόσθη τότε. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἔγινεν δὶς ἢ τρὶς ἀνάκλησις καὶ ἀναγραφὴ εἰς τὰ πρακτικὰ χωρὶς νὰ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος, καὶ χωρὶς ποτὲ νὰ γίνῃ σκέψις εἰς οἱονδήποτε Πρόεδρον κατέχοντα τὴν ἕδραν αὐτήν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ τὸν ὁμιλοῦντα βουλευτήν. Διότι τότε, κ. Πρόεδρε, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑρμηνεία ποὺ δίδετε, θὰ εἶναι δυνατόν, ὥστε οἱαδήποτε κρίσις βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν κάνει ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὁ Πρόεδρος ὡς ὕβριν πρὸς τὸ Σῶμα ἢ πρὸς βουλευτὴν εὑρισκόμενον ἐδῶ, ἢ πρὸς οἱονδήποτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης εὑρισκόμενον νὰ τοῦ ζητήσῃ νὰ ἀνακαλέσῃ, καὶ φυσικὸν εἶναι ὁ βουλευτὴς σεβόμενος ἑαυτὸν ἐὰν κάμῃ κριτικὴν νὰ ἀρνηθῇ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, νὰ ἀφαιρῆται ὁ λόγος ἀπὸ τὸν βουλευτήν, ἀπὸ πάντα βουλευτήν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀποφασισμένος κάνοντας κριτικὴν ὡς Ἀντιπολίτευσις ἢ ὡς Συμπολίτευσις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του. Δι’ αὐτό, εἶπον, ὅτι ἡ εὐθύνη σας εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι βαρυτάτη. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν δεκταὶ αἱ διαγραφόμεναι αὐταὶ τάσεις, αὐταὶ αἱ ἑρμηνεῖαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτέλουν φίμωσιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἔχομεν τόσα δεδομένα. Ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ μᾶς λογοκρίνῃ τοὺς λόγους ἡ Ἀστυνομία. Ἐπὶ τέλους ἂς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούωνται ἐλεύθερα οἱ λόγοι μας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον προκειμένου περὶ ὕβρεων, ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἐκτελοῦντες τὰ καθήκοντα τοῦ Προέδρου κάνομεν τὰς ἐπεμβάσεις αὐτάς. Καὶ εἶναι χρέος μας διὰ τὴν εὐπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου. Νομίζω, κ. Ἠλιόπουλε, ὅτι προσφάτως καὶ ὑπὸ τὴν Προεδρίαν μου ὡμιλήσατε καὶ ἐξεφράσατε κρίσεις αὐστηρὰς καὶ ἐπιχειρηματολογίαν αὐστηρὰν καὶ δὲν σᾶς ἀφήρεσα τὸν λόγον. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκαλῆται συνάδελφος ψευδομάρτυς καὶ νὰ μὴ λαμβάνωνται μέτρα; Ὁ κ. Δ. Ντάγγας ἔχει τὸν λόγον.
§153Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὴ ἡ εὐλάβεια μὲ τὴν ὁποίαν πάντοτε ὡμίλησα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Καὶ πράγματι δοκιμάζω συγκλονιστικὴ συγκίνησιν διὰ τὸ δημιουργηθὲν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τυχαῖον, καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα κακὸν προηγούμενον. Ἀναμφισβητήτως ἡ εὐπρέπεια τῆς γλώσσης ἐπιβάλλεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἐὰν ὅμως ὡρισμένοι συνάδελφοι ὑπερβαίνουν τὰ ὅρια, αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἐκ τῆς ὑπερβάσεως τῶν ὁρίων αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν τὸ Προεδρεῖον νὰ ἐπιλαμβάνεται τῆς εὐκαιρίας νὰ καθιερώσῃ μίαν ἀρχὴν συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον. Τὸ τονίζω αὐτὸ μὲ ὅλην, ὅπως ξέρετε προσωπικὴν ἐκτίμησιν ποὺ ἔχω πρὸς ὑμᾶς καὶ μὲ τὴν εὐλάβειαν ποὺ ἔχω πρὸς τὸ Σῶμα. Τίθενται δύο ἀπόψεις ἐν προκειμένῳ. Ἡ μείωσις τὴν ὁποίαν ἐνδεχομένως νὰ θεωρῇ ὅτι ὑπέστη ὁ συνάδελφος ἀπὸ τὴν φράσιν τοῦ ἀγορητοῦ καὶ τὸ ἐνδεχόμενον τῆς δημιουργίας προηγουμένου, τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν κατάργησιν οὐσιαστικῶς τοῦ δικαιώματος τοῦ βουλευτοῦ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Ἔτσι κατὰ τὴν ἄποψίν μου τίθεται εὐθέως ἐνώπιον ὅλων μας τὸ προκῦψαν ζήτημα. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Εἴτε οὕτως ἢ ἄλλως οἱανδήποτε ἑρμηνείαν καὶ ἐὰν θέλωμεν νὰ δώσωμεν δὲν πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφαιρῆται ὁ λόγος ἀπὸ τὸν βουλευτήν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ προοιμίου νὰ προδικάσωμεν εἰς ποῖον κακὸν ἀποτέλεσμα θὰ φθάσωμεν. Ἐν ὀνόματι τῆς εὐταξίας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ὀρθῆς τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ὅλους, οἱονδήποτε παρεκτραπέντα εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἀνακαλέσετε εἰς τὴν τάξιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ κολασμὸς αὐτὸς νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ καταργήσῃ τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα τῆς ἐκφράσεως γνώμης ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ. Εἶναι κάτι τὸ ἀπαράδεκτον εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἐν τῇ κατανοήσει τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος θὰ δεχθῇ τὴν ἄποψιν, ποὺ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, νὰ δώσῃ τὸν λόγον εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ συνεχίσῃ. Διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀντιμετωπίζεται εὐθέως τὸ ἀνακῦψαν συνταγματικὸν θέμα. Ἄλλως τὸ ἐτόνισα θὰ δημιουργηθῇ προηγούμενον τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ποῦ θὰ μᾶς φέρῃ. Καὶ ὅλοι ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ θὰ μετανοήσωμεν, διότι τὴν στιγμὴν αὐτήν, εἰς στιγμὴν νευρικότητος ἀποφασίζομεν κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λύχνος ἔχει τὸν λόγον.
§155Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη μία πρότασις ἡ ὁποία καὶ πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ.
§156Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Μοῦ ἐδώσατε τὸν λόγον κ. Πρόεδρε;
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας ὁμιλεῖ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἡ συζήτησις αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἐπὶ τοῦ παρεμπιπτόντως συζητουμένου θέματος τοῦ Κανονισμοῦ.
§158Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τοῦ παρεμπιπτόντως συζητουμένου θέματος.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, δὲν τὸ ἐπρόσεξα, καὶ ἔχω δώσει τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Λύχνον.
§160Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ὑπεισέλθω εἰς νομικὰ ἐπιχειρήματα ἐπιδεχόμενος ἔστω ὅτι οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχουν δίκαιον. Ποῖον τὸ πρακτικὸν συμπέρασμα; Νὰ συνεχίσῃ τὰς ὕβρεις ὁ ἀγορητὴς κατὰ συναδέλφων. Δὶς διεκόπη ἡ συνεδρίασις καὶ ἐδόθη εὐκαιρία εἰς τὸν ἀγορητὴν νὰ διορθώσῃ ἢ ἀνακαλέσῃ τὰς ὕβρεις. Δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἡμεῖς, ὡς Συμπολίτευσις δὲν θὰ ἀνεχθῶμεν νὰ ἀνέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὸ Βῆμα διὰ νὰ συνεχίσῃ τὰς ὕβρεις. Ἡ ἀγόρευσίς του ἴσως θὰ ἔδιδε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εὐθυμήσουν οἱ κ. συνάδελφοι, ἀφ’ ἧς ὅμως ἐδημιούργησε μὲ τὰς ὕβρεις κινδύνους νὰ ἔλθουν εἰς τὰ χέρια καὶ νὰ ὑποβιβασθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν στίβον ἱπποδρομίου, προτιμότερον εἶναι νὰ θεωρηθῇ λῆξαν τὸ θέμα καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις εἰς ἄλλο θέμα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Στεφανίδης.
§162Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θέματος τῆς αὐθαιρέτου ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου, κύριε Πρόεδρε, τοῦ τόσον κρισίμου, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ὅμως ἐπ’ αὐτοῦ σήμερον ὄχι μόνον διότι πολλοὶ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντετάχθησαν ὁμιλήσαντες διὰ μακρῶν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, ἀλλὰ διότι βουλευταὶ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου ὑπεβάλαμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον πρότασιν ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος θέματος τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις σύσσωμος ἐκηρύχθη ἐναντίον τῆς ἐνεργείας τοῦ Προεδρείου καὶ ἐναντίον τῆς σφαλερᾶς γνώμης καὶ ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ παρεμβὰς εἰς τὴν συζήτησιν κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Κύριε Πρόεδρε, ἀντιμετωπίζομεν ἀπόψε θέμα ἀρχῆς δηλονότι προσπάθειαν τῆς πλειοψηφίας καὶ τοῦ Προεδρείου νὰ ἀφαιροῦν τὸν λόγον ἀπὸ οἱονδήποτε βουλευτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ παραβιάζει καταφώρως τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀσχέτως τοῦ προηγηθέντος ἐπεισοδίου ποὺ θέλομεν νὰ διαχωρίσωμεν. Ὅλοι μας ἐπιθυμοῦμεν νὰ διεξάγωνται αἱ συζητήσεις μὲ τάξιν καὶ εὐπρέπειαν ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ δεχθῶμεν κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως ἐπιβάλλεται πέραν τοῦ λόγου τῆς ἐλλείψεως ἀπαρτίας καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης παρουσίας κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν ὅλων τῶν ἀρχηγῶν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐκφράσουν ὑπευθύνως τὴν γνώμην των καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅλοι τὴν ἐπιχειρουμένην παραβίασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι διὰ πρώτην φορὰν ἀφῃρέθη ὁ λόγος καὶ ἐξηναγκάσθη βουλευτὴς νὰ κατέλθῃ τοῦ βήματος.
§163Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ μεγάλης ἐκπλήξεως ἤκουσα τὴν πρότασιν τῶν κ.κ. συναδέλφων. Νομίζω ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι πῶς ἐκ τοῦ δημιουργηθέντος ἐπεισοδίου διετρέξαμεν καὶ διατρέχομεν ἔτι τὸν κίνδυνον νὰ κατεξευτελισθῶμεν. Σύμφωνα μὲ τὴν πρότασιν τῶν κυρίων συναδέλφων τὸ ἀνακῦψαν αὐτὸ θέμα πρέπει νὰ μεταφερθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ μεταξὺ τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Ζητοῦν, δηλαδή, οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀρξαμένη ἀπόψε συναυλία νὰ συνεχισθῇ καὶ αὔριον, παρόντων τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων καὶ μὲ διευθύνοντα τὴν μπαγκέτα τὸν κ. Μπερδῆμαν.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, ἐὰν δέχεται τὴν πρότασιν τῶν κυρίων συναδέλφων περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος. Παρακαλῶ οἱ μὴ ἀποδεχόμενοι τὴν πρότασιν νὰ ἐγερθῶσιν.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠγέρθησαν οἱ περισσότεροι. Συνεπῶς, ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν πρότασιν καὶ συνεχίζεται ἡ συζήτησις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης.
§166Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐσυνεχίζετο ἐπ’ ὀλίγον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος θέματος τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως θὰ ἐγένετο ὑποχρεωτικῶς δεκτή. Ἠγέρθη τὸ θέμα, ἐὰν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ βουλευτήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος καὶ τὸ Προεδρεῖον ὑπεστήριξαν τὴν ἄποψιν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Πρόεδρος νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ βουλευτὴν σύμφωνα μὲ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔλαβεν ἀντίθετον θέσιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ὅλα τὰ Κόμματα δι’ αὐτὸ τὸ θέμα ἔχουν ἀποφανθῆ καὶ ἔχει δοθῆ μία λύσις. Εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνεστήθη διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐγένετο δεκτὸν παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος κ. Ροδοπούλου καὶ πάντων τῶν λοιπῶν μελῶν αὐτῆς, ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν λόγον ἀπὸ βουλευτὴν καὶ πρὸς τοῦτο ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 24 ἀντεκατεστάθη δι’ ἑτέρας, ἡ ὁποία παρέχει τὰ δικαιώματα ταῦτα εἰς τὸν Πρόεδρον. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι μετὰ ἀπὸ τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω. Ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τῆς παροχῆς δηλονότι μεγαλυτέρων δικαιωμάτων εἰς τὸν Πρόεδρον, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠρνήθη τὴν ψήφισιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἕνεκα τούτου, ὡς γνωρίζετε, αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ δὲν κατέστη δυνατὸν τελικῶς νὰ ψηφισθοῦν. Κατόπιν τούτου, νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἄλλη γνώμη καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν σύμφωνα μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν.
§167Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω.
§168Χ. ΡΟΥΧΩΤΑΣ. Ἀπὸ μίαν ὥραν ἔχω ζητήσει τὸν λόγον.
§169Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχει ἐμφανισθῆ εἰς οὐδεμίαν Βουλὴν ἡ περίπτωσις νὰ ζητῇ ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος τὸν λόγον καὶ νὰ μὴ τοῦ ἐπιτρέπῃ ἡ Βουλή. Νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ὁμιλήσω. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πιστεύσητε ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὰς προθέσεις τοῦ Προεδρείου νὰ ἀφαιρῇ τὸν λόγον ἢ νὰ στερῇ τοῦ λόγου οἱονδήποτε βουλευτήν. Εἰς τὰς προθέσεις τοῦ Προεδρείου ὑπῆρξε πάντοτε καὶ εἶναι ἡ ἄποψις ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ προστατεύωνται ἐντὸς τῆς Αἰθούσης αὐτῆς. Ἂς μὴν ὁμιλήσωμεν πάλιν ἐπὶ τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν. Εἶναι φυσικὸν νὰ δοθοῦν διάφοροι ἑρμηνεῖαι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν. Ὁ Κανονισμὸς ἔχει πολλὰς ἀσαφείας. Εἰς τὴν προηγουμένην μου διακοπὴν σᾶς ἐδήλωσα ὅτι τὸ μέτρον αὐτό, ἅπαξ, νομίζω, ἐφηρμόσθη ἐπὶ τῆς Προεδρίας τοῦ ἀειμνήστου νομομαθοῦς προκατόχου μου Ἰωάννου Μακροπούλου. Ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου Προεδρίας διαρκούσης ἐπὶ μίαν 10ετίαν, χάρις εἰς τὴν ψῆφον ὑμῶν, δὲν ἐφηρμόσθη. Διότι ὁσάκις συνέπεσε βουλευτής τις νὰ ὑποπέσῃ εἰς ὀλίσθημα εὐθὺς ἀμέσως ἐξέφραζε τὴν λύπην του καὶ τὸ ἐπεισόδιον ἐθεωρεῖτο λῆξαν. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ ἀπόψε τὸ Προεδρεῖον ἐλήφθη διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἔργα της. Δὲν ὑπῆρξεν εἰς τὰς προθέσεις τοῦ Προεδρείου ὑπὸ τὴν εὐρυτάτην αὐτοῦ ἔννοιαν, ἤτοι καὶ ἐμοῦ προσωπικῶς καὶ τῶν ἀξιοτίμων συνεργατῶν μου νὰ στερηθῇ τις τοῦ λόγου.
§170Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, οἱ συνεργάται σας ὑπέπεσαν εἰς καταχρήσεις πολλάκις.
§171Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε συνάδελφε, ἐὰν νομίζετε, ὅτι αὐτὸ ποὺ κάμνετε ἀποτελεῖ πρᾶξιν κοινοβουλευτικὴν σᾶς συλλυποῦμαι. Ὁμολογῶ, κ. συνάδελφοι, ὅτι μὲ ἐκπλήσσει τὸ γεγονὸς ὅτι εὑρέθησαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὸν φόβον ὅτι δημιουργεῖται προηγούμενον μὴ ἐπιτρέπον ἐφεξῆς εἰς τὸν ἐπὶ τοῦ Βήματος βουλευτὴν νὰ ἀποκαλῇ ψευδομάρτυρας τοὺς συναδέλφους του. Φρονεῖτε, σοβαρῶς κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρόκειται περὶ ΚΟΥΛΠΑ τοσοῦτον βαρυτάτης μορφῆς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξέγερσιν ὅλων τῶν συναδέλφων μιᾶς ὡρισμένης παρατάξεως; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὀρθὴν ἢ μὴ ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Κανονισμοῦ ἐγὼ τὸ δέχομαι ὡς ζήτημα ἀρχῆς δι’ ὃ καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θὰ τὸ φέρωμεν τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα εἰς εἰδικὴν συνεδρίασιν, ἀφοῦ ὅλοι μελετήσουν ψυχραίμως τὸν Κανονισμὸν καὶ ἴδουν πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Βλέπετε, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα αὐθαίρετοι, δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὰς ἀπόψεις μας. Ἐὰν ἡρμηνεύσαμεν ἕνα ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος παρημπόδισεν ἕνα βουλευτὴν νὰ συνεχίζῃ νὰ ὑβρίζῃ συνάδελφόν του, ἐπὶ τέλους νομίζω ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔκαμε τὸ καθῆκον του. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ παρ’ ὅλον ὅτι τὸ Προεδρεῖον φρονεῖ ὅτι ὀρθῶς ἐφηρμόσθη τὸ ἄρθρον 24 σᾶς κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι θὰ καλέσω τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν τὴν Ἐπιτροπήν, ἐνδεχομένως θὰ τὴν ἐνισχύσω ὥστε νὰ ἐκπροσωπηθοῦν ὅλα τὰ Κόμματα διὰ νὰ μελετήσωμεν τὸ θέμα καὶ τὴν ἄλλη ἑβδομάδα θὰ τὸ φέρωμεν εἰς τὸ Σῶμα. Ἐλπίζω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου, ἄλλως τε δὲν ὑπάρχει καὶ θέμα πλέον, ἐξηντλήθη. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω ὡς βουλευτὴς μίαν πικρίαν, ἕνα παράπονον. Ἐξηγέρθημεν ὅλοι ἐδῶ, ὅσοι ἐξηγέρθησαν, διότι διεκόπη μία ἀγόρευσις ἡ ὁποία ἐσυκοφάντει καὶ ἐξύβριζε ἕνα βουλευτὴν καὶ δὲν ἐξηγέρθημεν διότι ἕνας συνάδελφος ὑβρίζετο καὶ κατεσυκοφαντεῖτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ δημοκρατία κινδυνεύουν περισσότερον ὅταν ἀφήνωμεν νὰ διαπράττωνται τοιαῦτα ἀδικήματα, ὅταν δὲν ἔχωμεν μεταξὺ ἡμῶν τὴν στοιχειώδη ἀλληλεγγύην ποὺ ἐπιβάλλει, νὰ ἐξαρθῶμεν ὅλοι καὶ νὰ εἴπωμεν: Τοιοῦτοι χαρακτηρισμοὶ δὲν ἁρμόζουν εἰς τὴν Αἴθουσαν αὐτήν, εἶναι ἀπαράδεκτοι, καὶ ἰδίως ὅταν στρέφωνται κατὰ βουλευτοῦ ὁ ὁποῖος φημίζεται διὰ τὸ ἦθος, τὴν εὐπρέπειαν καὶ τὴν ἀρετήν του. Ἐπικαλοῦμαι, κ. βουλευταί, ἐν κατακλεῖδι τὴν ἐπιβαλλομένην στοιχειώδη συναδελφικὴν ἀλληλεγγύην καὶ εὐπρέπειαν, στοιχεῖα ἀπαραίτητα διὰ νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸ ἔργον ἡμῶν. Δὲν τὸ λέγω αὐτό, κ. βουλευταί, διὰ νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἄποψις τοῦ Προεδρείου ἄνευ συζητήσεως. Δὲν φοβούμεθα τὴν συζήτησιν. Τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα ὑπόσχομαι νὰ φέρω τὸ θέμα καὶ τότε θὰ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τὰ Κόμματα νὰ λάβουν τὴν θέσιν των καὶ θὰ ἴδωμεν ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς ὡρισμένας στιγμὰς καὶ μίαν ψυχικήν, ἠθικὴν καὶ συναδελφικὴν ἀνάτασιν, ὥστε νὰ ἐξεγείρεται ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ ἀδικοῦντος, ἐν ὀνόματι δῆθεν τῆς Δημοκρατίας.
§172Γ. ΜΠΑΚΑΤΣΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις ἀναβολῆς, κ. συνάδελφε.
§174Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τί συνίσταται τὸ προσωπικὸν ζήτημα; Ὁρίστε, ἔχετε τὸν λόγον.
§176Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔθιξεν ὅλους τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν κ. Πρόεδρε εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ὕβρεις. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως αὐτοῦ, μέχρι τοῦ σημείου νὰ δεχθῶμεν νὰ στερήσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ λόγου, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὸ δεχθῶ καὶ θὰ πράξω ὅ,τι μοῦ ἐπιβάλλει τὸ Σύνταγμα. Ἡ στέρησις τοῦ λόγου εἶναι θέμα ἀρχῆς ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ παραιτηθῶμεν.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατ’ ἀρχὴν ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις ἀναβολῆς. Τὸ Προεδρεῖον κατηγορήθη σήμερον ὅτι δὲν σέβεται τὸν Κανονισμόν. Θὰ παρακαλέσω τοὺς συναδέλφους νὰ μελετήσουν τὸ θέμα καὶ τοὺς συγγραφεῖς καὶ θὰ ἴδουν ὅτι ἡ ἄποψις τοῦ Προεδρείου εὑρίσκεται μὲ τὴν πλευρὰν τοῦ δικαίου. Διὰ τῆς προτάσεως κύριοι συνάδελφοι, ζητεῖται καὶ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία...
§178Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Πρόεδρε, δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος θέματος.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§180Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὀρθῶς. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ὅμως θέματος τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν δύναται νὰ ληφθῇ τώρα ἀπόφασις.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θὰ συζητηθῇ τὸ θέμα, ὅπως εἴπατε, εἰς προσεχῆ ἐπὶ τούτῳ συνεδρίασιν.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ὄχι, ὄχι. Αὔριον.
§183Χ. ΡΟΥΧΩΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου δι’ ὅσα σήμερον συμβαίνουν. Ὄνειρον ἡμῶν ἦτο νὰ τιμηθῶμεν διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν μας καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δὲν ξεύρω ἐὰν ἡ κατάστασις μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι ἢ νὰ λυπούμεθα δι’ αὐτό. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν καταβάλλεται προσπάθεια καταργήσεως τοῦ Κοινοβουλίου καὶ προόδου τῆς δικτατορίας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει δικαίωμα ἀφαιρέσεως τοῦ λόγου ἀπὸ κανένα. Ἐὰν ὁ Πρόεδρος ἐξυβρίζετο ἀπὸ συνάδελφον, θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν ὁ ἴδιος ὁ ὑβριζόμενος νὰ εἶναι καὶ καταδικάζων;
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τότε διαδικασία, κ. συνάδελφε. Εἶσθε νέος βουλευτής.
§185Χ. ΡΟΥΧΩΤΑΣ. Ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἕδραν εἰς ἄλλον. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ καὶ πέραν τῶν κυρώσεων τοῦ ἄρθρου 24, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἄλλη κύρωσις, διότι ὁ λόγος εἶναι συνταγματικὸν δικαίωμα ἀναφαίρετον. Οὔτε ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, διότι ἄλλως θὰ κατηργεῖτο ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου.
§186Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Θέμα ἀφαιρέσεως λόγου βάσει τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ δὲν ὑπάρχει. Μὲ βαθεῖαν λύπην ἤκουσα τὰς ἐκτοξευθείσας ὕβρεις, ἀλλὰ καὶ μὲ βαθεῖαν λύπην ἤκουσα τὴν ἀνταπόδοσιν αὐτῶν. Ὁ κ. Μπρεδήμας ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς ὕβρεις, ἀλλὰ ἡ αὐτὴ ὑποχρέωσις προκύπτει καὶ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ διὰ τὸν συνάδελφον κ. Καμβύσην. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ ἡ εὐπρεπὴς λύσις. Ἤκουσα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν φράσεις, τὰς ὁποίας θὰ ηὐχόμην νὰ μὴν εἶχον ἀκούσει. Ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸν κ. Καμβύσην. Αὐτὴ εἶναι, κ. Πρόεδρε, ἡ ἐνδεδειγμένη λύσις.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον, ἐγὼ προσωπικῶς, ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν γνώμην. Ἐὰν συμβοῦν ὅσα συνέβησαν καὶ πάλιν, τὸ Προεδρεῖον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον τὴν αὐτὴν κύρωσιν. Ὁ Κανονισμός, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἕνας ἰδιότυπος νόμος. Θὰ ἐζήτων τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, τὴν γνώμην τοῦ νομοθέτου, προκειμένου περὶ μιᾶς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, ἐν ὄψει τῶν διαφωνιῶν μας διὰ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν.
§188Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνεύσῃ ἡ Βουλὴ τὸ Σύνταγμα.
§189Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλο ἡ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος, καὶ ἄλλο ἡ ἑρμηνεία διατάξεων ἀφορωσῶν τὸν Κανονισμόν.
§191Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δύο εἶναι αἱ διατυπωθεῖσαι ὕβρεις. Ἡ μία εἶναι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα εἰς τὸν συνάδελφον, ὅταν εἶπον, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ΚΥΠ. Ἐπ’ αὐτῆς νομίζω ὅτι ἔδωσα ἱκανοποιητικωτάτην ἐξήγησιν. Εἶπον ὅτι ὁ συνάδελφος δὲν πρέπει νὰ θεωρῇ ἑαυτὸν θιγέντα, προκειμένου περὶ μιᾶς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ἡ Συμπολίτευσις τιμᾷ καὶ θεωρεῖ ὡς σπουδαίαν. Καὶ τοῦ προσέθεσα ὅτι: Διατί ἐξεγείρεσθε, κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν φράσιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε ὑβριστικήν, ὅταν ὅλοι οἱ βουλευταὶ τῆς ΕΡΕ περιβάλλουν μὲ ἐμπιστοσύνην μίαν ὑπηρεσίαν ὑπαγομένην εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ προσέθεσα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σκέπτεται νὰ ἐπιφέρῃ καὶ ὡρισμένας ἀντικαταστάσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν; Ἡ δευτέρα φράσις ἡ ὁποία ἐπηύξησε τὸν θόρυβον ἦτο ἐκείνη τὴν ὁποίαν εἶπον ἀκριβῶς, ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Καμβύσης δὲν ἦτο μάρτυς εἰς τὴν δίκην τῆς «Ἀθηναϊκῆς» ἀλλὰ ψευδομάρτυς. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ὅταν εἶπον τὴν λέξιν «ψευδομάρτυς» ἐννοοῦσα ὅτι ὁ κ. Καμβύσης κατέθεσεν εἰς τὸ δικαστήριον περιστατικὰ ἀνακριβῆ καὶ δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, θεωρῆτε ἱκανοποιητικὰς τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωσα τότε καὶ δι’ ἡμᾶς θεωρεῖται τερματισθὲν τὸ δημιουργηθὲν ἐπεισόδιον. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω ὅταν ἀπεκάλεσα ψευδομάρτυρα τὸν κ. Καμβύσην τὸ εἶπον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι κατέθεσεν εἰς τὸ δικαστήριον ἀνακριβῆ περιστατικὰ καὶ δὲν εἶπε πρὸς αὐτὸ τὴν ἀλήθειαν. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχον οἱ λόγοι καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν πρέπει νὰ δεχθῇ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ νὰ θεωρηθῇ τερματισθεὶς ὁ δημιουργηθεὶς σάλος καὶ διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Σώματος.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν κ. Μπρεδήμαν, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κρίνετε ταύτας ἐπαρκεῖς ὥστε νὰ θεωρηθῇ τερματισθὲν τὸ λαβὸν χώρα ἐπεισόδειον;
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συμφωνεῖ ἡ Βουλὴ. Συνεπῶς τὸ θέμα τῆς ἀνακλήσεως τοῦ κ. Μπερδήμα παραμένει. Ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου.
§195Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρ. Βουλῆς). Πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς ἄλλην συζήτησιν καὶ παρ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Μπρεδήμα, τὰ ὁποῖα ἀφήνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Μπρεδήμας δὲν ἠθέλησε νὰ ἀνακαλέσῃ κατὰ τρόπον σαφῆ — δικαίωμά του εἶναι — θέλω ἐπαναλάβῃ τὴν δήλωσιν ὅτι τὴν Παρασκευὴν θὰ καλέσω τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ λίαν προσεχῶς θὰ φέρω εἰς εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὸ θέμα αὐτὸ ὁπότε ἕκαστος ἐλευθέρως καὶ ἐν ψυχρῷ θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις του. Ἀλλὰ ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ κατὰ τρόπον ἀντιβαίνοντα οὕτως εἰπεῖν πρὸς τὸν Κανονισμὸν διότι πρέπει πρῶτον νὰ ἔλθῃ τὸ θέμα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία καὶ θὰ λάβῃ θέσιν καὶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὴν Βουλήν. Συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τώρα. Κατόπιν τούτου παρακαλῶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ κυρίου θέματος. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ διότι δὲν ἔχει ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ δικαίωμα. Πρέπει τὸ θέμα νὰ περάσῃ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Κανονισμοῦ, νὰ δημοσιευθῇ, νὰ διανεμηθῇ καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Κατόπιν τούτου παρακαλῶ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς προτάσεως ἀναβολῆς;
§197ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Μάλιστα, μάλιστα.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ ἱστορία τῆς ὑποβολῆς προτάσεων ἀναβολῆς.
§199Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Τί ἐννοεῖτε, κύριε Πρόεδρε, νὰ σταματήσῃ αὐτὴ ἡ ἱστορία; Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάθε φορὰ ποὺ συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας, ὑποβάλλετε πρότασιν ἀναβολῆς. Θὰ γίνῃ ἑπομένως ψηφοφορία.
§201Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρ. Βουλῆς). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι 12η. Νομίζω πλέον ὅτι πρέπει ἡ συζήτησις νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως Νομοθετικὴν Ἐργασίαν καὶ εἰδικώτερον συνέχισιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐργατικοῦ νομοσχεδίου.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον;
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως Νομοθετικὴν Ἐργασίαν. (Ὥρα 12.00′ μ.μ.)