1962.11.27
3,421 rows · 24,558 words · 81 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8η
Τρίτη 27 Νοεμβρίου 1962
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.00′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βαρβιτσιώτης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Εὐταξίας ζητεῖ τὴν χορήγησιν μηνιαίας ἀδείας ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας ἀπουσίας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Κεφαλογιάννης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 69361/2– 8.62 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ.: 1) Βασιλείου Ἐφραιμίδη, 2) Λεωνίδα Κύρκου καὶ 3) Ἰωάν. Παπαδημητρίου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 65856)24.7.62 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἑλένης Μπενᾶ καὶ Ἰωάν. Παπαδημητρίου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 82001)24.7.62 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Αἰγαίου, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Θεοφρ. Παππᾶ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 60909)22.7.62 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀγγ. Ἀγγελούση, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 71512)24.7.62 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θράκης, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ἡλ. Μπρεδήμα καὶ Γ. Μπακλατζῆ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτῶν, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 82001)24.7.62 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἐμμ. Μπακλατζῆ, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 86392)11.8.62 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπαγεωργίου, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 86390)11.8.62 ἐγγράφου του, διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Κρήτης, μετὰ προσηρτημένης ποινικῆς δικογραφίας, κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Χιωτάκη, αἰτουμένου τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπονται ἅπασαι εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§7Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἐγένετο συζήτησις, ὅτι αἱ ἀναφοραὶ αὐταὶ θὰ ἔπρεπε νὰ παραπέμπωνται προηγουμένως εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀκολούθως νὰ ἀνακοινοῦνται εἰς τὸ Σῶμα. Διότι διὰ τῆς προηγουμένης, πρὸ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας, ἀνακοινώσεώς των, δημιουργοῦνται ἐντυπώσεις. Τουλάχιστον νὰ ἀνακοινοῦται καὶ τὸ ἀδίκημα, διὰ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀνησυχία σας, κ. συνάδελφε, πιθανὸν νὰ εἶναι εὔλογος, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγνοήσωμεν οὔτε τὸν Κανονισμόν, οὔτε τὸ Σύνταγμα.
§9Ι. ΚΕΦΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 240306)7.9.62 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Ταχυδρομικὸν Ταμιευτήριον διὰ τὴν δανειοδότησιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Αἰτωλοακαρνανίας, μέχρι ποσοῦ δραχ. 5.000.000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 126360)16.5.62 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν ὑπὸ ταύτης χρηματοδότησιν τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου Γεωργίας, Κτηνοτροφίας καὶ Δασῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 111027)11.5.1962 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέτεινε τὴν προθεσμίαν ἐξοφλήσεως δανείου χορηγηθέντος ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἐγγυήσει τοῦ Δημοσίου εἰς τὸ Σῶμα Ὁρκωτῶν Λογιστῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 273140)12.10.1962 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Ταχυδρομικὸν Ταμιευτήριον διὰ τὴν δανειοδότησιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Κυκλάδων μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 12.000.000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 160963)12.6.1962 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Ταχυδρομικὸν Ταμιευτήριον διὰ τὴν δανειοδότησιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Θεσσαλονίκης, μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 4.720.000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 196480)24.7.62 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Ταχυδρομικὸν Ταμιευτήριον διὰ τὴν δανειοδότησιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Εὐρυτανίας, μέχρι τοῦ ποσοῦ δραχμῶν 8.100.000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 103415)24.5.1962 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Ταχυδρομικὸν Ταμιευτήριον, διὰ τὴν δανειοδότησιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Ἀρκαδίας, μέχρι ποσοῦ δραχμῶν 11.600.000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 125737)28.5.62 ἀποφάσεώς του, ἀνακοινοῖ, ὅτι παρέτεινε τὴν προθεσμίαν ἐξοφλήσεως χρηματοδοτήσεως τῆς ΑΤΕ διὰ τὴν ὑπ’ αὐτῆς συγκέντρωσιν καπνῶν ἐσοδειῶν 1958 καὶ 1959. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Καραπιπέρης, Δ. Παπασπύρου, Η. Παπαηλιοῦ καὶ Α. Καλαντζάκος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Καλαντζάκος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κονίτσας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Κοντοβράκης, Μ. Μυριδάκης, Ε. Σκορδίλης καὶ Σ. Παπαδάκης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Παπαδάκης, Μ. Μυριδάκης καὶ Ε. Σκορδίλης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 142)14.11.1962 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ ρυθμίσεως θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὴν συγγραφήν, κρίσιν καὶ ἔκδοσιν διδακτικῶν βιβλίων κ.λ.π.». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Φ. Γεροθανάσης, Γ. Σταμάτης, Σ. Πολυζωγόπουλος, Α. Τριανταφύλλου, Δ. Ἰωάννου καὶ Α. Δερδεμέζης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239) 1955 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας» κλπ., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Δούκας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας» κλπ., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Παπασπύρου, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας» κλπ., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Γκελεστάθης καὶ Ν. Λαμπρινάκος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239) 1955 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας» κλπ., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Λαμπρινάκος, Α. Φιλιππίδης, Κ. Λιδωρίκης καὶ Γ. Πλατῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων, α) τοῦ νόμου 3239)55 «περὶ τρόπου ρυθμίσεως τῶν συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας» κλπ., β) τῆς νομοθεσίας περὶ ἐπαγγελματικῶν Σωματείων καὶ γ) τῆς ἐργατικῆς καὶ τῆς περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ν. Ἰντζὲς καταθέτει ἀναφορὰν καπνεργατῶν Σιδηροκάστρου, αἰτουμένων οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν καπνεμπόρου Ζήση Ζήση πρὸς ἐπαναλειτουργίαν ἐργοστασίων του. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Καρασπήλιος, καταθέτει ἀναφορὰν κατοίκων Βαλτιμητίκων Αἰγιαλείας, αἰτουμένων οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν λόγῳ τῆς ἐκ τῶν καιρικῶν συνθηκῶν καταστροφῆς ἐπιτραπεζίων σταφυλῶν καὶ ἐλαιῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Τραυματιῶν καὶ Πολεμιστῶν Ἑλλάδος Ν. 751)1836, αἰτουμένης τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ν.Δ. 4185)61, τὴν κατάργησιν τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ν.Δ. 4185)61 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Κ. Ράλλης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου ἐπαγγελματιῶν ἰδιοκτητῶν Αὐτοκινήτων Ταξὶ 75%, αἰτουμένου κατάσχεσιν καὶ ἐκποίησιν τῶν ἀκινητοποιηθέντων αὐτοκινήτων Ι.Χ. πειρατικῶν πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Γονέων Μαθητῶν Δημοτικοῦ Σχολείου Τυχεροῦ Ἕβρου, αἰτουμένου ἀποστολὴν ἐποπτικῶν ὀργάνων διδασκαλίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Α. Πετραλιᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γ. Ρομπαβίλλα, Ν. Ι. Λυμπέρη κλπ. μικροσυνταξιούχων ΤΕΒΕ καὶ ἀγροτῶν, αἰτουμένων συνταξιοδότησιν ἀπὸ τὸν ΟΓΑ. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Α. Πετραλιᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν πτυχιούχων ἐργοδηγῶν Δημοσίων Ἔργων Πύργου–Ἠλείας, αἰτουμένων ὅπως ἔχωσι τὸ δικαίωμα αὐτοτελοῦς μελέτης καὶ ἐπιβλέψεως ἐπὶ ὡρισμένου εἴδους κατασκευῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Β. Παπαρρηγόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Δασοπόνων Πελοποννήσου, διαμαρτυρομένου διὰ παράλειψιν χορηγήσεως τεχνικοῦ ἐπιδόματος εἰς τὰ μέλη του. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Ι. Διαμαντόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ἐργατοϋπαλληλικῶν Κέντρων Ἐλευσῖνος– Μεγάρων κλπ., αἰτουμένων αὔξησιν ἡμερομισθίων κατὰ 20% κλπ. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ν. Ἰντζὲς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συνεταιρισμοῦ Συνοικισμῶν Μανδρακίου–Πετρινοῦ–Σερρῶν, αἰτουμένου ἀπαλλαγὴν ὑποχρεώσεως καταβολῆς δικαιώματος βοσκῆς εἰς Δημόσιον ἐκ βοσκήσεως ζώων εἰς ἀνταλλάξιμον δάσος περιοχῆς Μανδρακίου–Πετρινοῦ. Ἀπαντήσεις τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν: αʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ. Γ. Αὐγεροπούλου, Β. Ἐφραιμίδη καὶ Σ. Ἠλιοπούλου. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12900)10602)16.12.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 838 ἐρώτησις–σύστασις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Γ. Αὐγεροπούλου κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Μέχρι καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ἐπιλοχίου ἡ σειρὰ ἀρχαιότητος τῶν Μονίμων Ὑπαξιωματικῶν καθορίζεται διὰ μὲν τοὺς ἐκ τῆς Σχολῆς Μονίμων Ὑπαξιωματικῶν προερχομένους ἐκ τῆς σειρᾶς ἐπιτυχίας κατὰ τὴν ἐκ ταύτης ἀποφοίτησίν των, διὰ δὲ τοὺς ἐξ ἐθελοντῶν, ἐκ τῆς χρονολογίας κατατάξεως καὶ κτήσεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ Λοχίου (ἄρθρον 17 παρ. 3, 4, καὶ 18 παρ. 1, 4 Ν.Δ. 4105)1960). β) Ἡ κεκτημένη σειρὰ ἀρχαιότητος μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ Ἐπιλοχίου, διαμορφοῦται μόνον διὰ τοὺς προαγομένους εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ κατόπιν διαγωνισμοῦ, καθ’ ὅσον διὰ τούτους προβλέπεται ἅπαξ ὑποχρεωτικὴ φοίτησις εἰς Σχολὰς (ἄρθρον 22 παρ. 4 Ν.Δ. 4105)60). Τὸ ἀνωτέρω προεβλέφθη ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ Ν.Δ. ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐξελισσομένων Ἀνθ)στῶν εἰς Ἀξιωματικοὺς εἶναι μικρός, 20–25 ἢ 2–2½% ἐτησίως (⅐ τῶν ἐξερχομένων τῆς Σ.Σ. Εὐελπίδων) καὶ ἵνα προωθῶνται οἱ πλέον ἱκανοί, ἐγγράμματοι καὶ ἀριστεῖς. 2. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐπίδομα εἰδικῶν συνθηκῶν ὑπηρεσίας, ὅπερ λαμβάνουν οἱ ἀξιωματικοί, κατὰ τὰς διατάξεις τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1792)57 Π.Υ.Σ., γνωρίζετε ὅτι οἱ ἀνθ)σταὶ τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1791)27.9. 57 Π.Υ.Σ., ἔτυχον προσαυξήσεως τοῦ βασικοῦ μισθοῦ των κατὰ 20% ληφθείσης οὕτω εἰδικῆς μερίμνης ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 22 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
βʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Πατέρα. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10361)8461)13.9.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 525 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Πατέρα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Διὰ τὴν αὔξησιν τῆς χρονικῆς διαρκείας τῆς ἀναβολῆς κατατάξεως πρὸς συμπλήρωσιν θαλασσίας ὑπηρεσίας διὰ τὴν λῆψιν διπλώματος Γʹ τάξεως Ε.Ν., ἀπαιτεῖται τροποποίησις τῆς νομοθεσίας περὶ Στρατολογίας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων (Ν.Δ. 3850)58). β) Ἀντιθέτως διὰ τὴν μείωσιν τῶν εἰδικῶν προσόντων πρὸς ἀπόκτησιν διπλώματος Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ, ἀρκεῖ ἡ τροποποίησις τῆς διοικητικῆς πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, εἰς τρόπον ὥστε ἡ χορηγουμένη ὑπὸ τῆς προμνησθείσης νομοθεσίας τριετὴς ἀναβολή, ἀπὸ τῆς ἀποφοιτήσεως τῶν ἐκ τῶν Ναυτικῶν Γυμνασίων πρὸς συμπλήρωσιν θαλασσίας ὑπηρεσίας νὰ εἶναι ἐπαρκής, δεδομένου ὅτι, οἱ ἀνωτέρω, κατατασσόμενοι, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ὡς ἄνω ἀναβολῆς των, εἰς τὰς τάξεις τοῦ Β.Ν., ἀποκτοῦν καὶ ἑτέραν θαλασσίαν ὑπηρεσίαν ἀναγνωριζομένην ὑπὸ τοῦ Ν.Δ. 2689)53 «περὶ διπλωμάτων κλπ. τοῦ Ε.Ν.». Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
γʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12115)9932)31.10.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 764 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου, σχετικῶς μὲ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεως διὰ καταληφθείσας ἐκτάσεις κατοίκων Βαμβακοῦ–Φαρσάλων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ διαδικασία διὰ τὴν ἐν λόγῳ ἀποζημίωσιν, ἀνερχομένην εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 424.924, εὑρίσκεται εἰς τὸ τελευταῖον στάδιον, αὕτη δὲ θέλει καταβληθῆ λίαν συντόμως εἰς τοὺς δικαιούχους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
δʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9756)7854)23.6.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 416 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα καὶ Ε. Σακελλάρη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ὁδὸς Τσαγκαράδες–Μυλοποτάμου ἐπερατώθη πλήρως ὑπὸ τοῦ λαβόντος τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης 726 Τ. Μηχανικοῦ, τόσον ὡς πρὸς τὴν διάνοιξιν καὶ κατασκευὴν τεχνικῶν ἔργων, ὅσον καὶ τὴν ὁδοστρωσίαν καὶ ὁλοκλήρωσιν τοῦ ἀσφαλτικοῦ ὁδοστρώματος. 2. Τ’ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐρώτησιν, ὅτι ὑπάρχουσι διαθέσιμοι πιστώσεις ἀνερχόμεναι εἰς τὸ ποσὸν τῶν 3.500.000 δρχ., αἱ ὁποῖαι θὰ μεταφερθῶσι δῆθεν δι’ ἐκτέλεσιν ἑτέρων ἐργασιῶν ἐκτὸς Πηλίου, δὲν εὐσταθοῦν, καθ’ ὅσον οὐδὲν ὑπόλοιπον ὑφίσταται. Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
εʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Ν. Κιτσίκη, Α. Γιάννου, Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιοπούλου, Ι. Εὐαγγελίδη καὶ Γ. Στεργίου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12430)10155)6.11.62 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 798 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Ν. Κιτσίκη κ.λ.π. ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ χορήγησις ἀδείας εἰς τὸν Σύλλογον οἰκογενειῶν πολιτικῶν ἐξορίστων καὶ φυλακισμένων διὰ τὴν κατάθεσιν στεφάνου εἰς τὸ Μνημεῖον Ἀγνώστου Στρατιώτου τὴν 26ην ἢ τὴν 28ην Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ. δὲν κατέστη δυνατὴ λόγῳ τοῦ βεβαρημένου προγράμματος καταθέσεως στεφάνων κατὰ τὰς ὡς ἄνω ἡμέρας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
στʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11678)9676)19.11.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 711 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὰ τῆς προσκλήσεως ἰδιωτῶν δι’ ἐκτέλεσιν εἰδικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰ Τ.Ε.Α. διέπονται ὑπὸ τοῦ Ν. 1707)51, βάσει τοῦ ὁποίου: α) Ἐξαιροῦνται τῆς προσκλήσεως οἱ ἔχοντες κριθῆ ἢ κρινόμενοι ἀνίκανοι διὰ τὴν ἐν γένει στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. β) Οἱ δι’ οἰκογενειακοὺς λόγους μεταφερόμενοι εἰς τοὺς ὑποχρέους ἐκγυμνάσεως δὲν ἀπαλλάσσονται τῆς στρατεύσεως. γ) Ἡ μὴ ἐκπαίδευσις ἢ ἐκγύμνασις δὲν ἀποτελεῖ καὶ λόγον μὴ προσκλήσεως εἰς τὰ Τ.Ε.Α., καθ’ ὅσον οἱ εἰς ταῦτα καλούμενοι ὑφίστανται ἐκπαίδευσιν, ἡ διάρκεια τῆς ὁποίας προκειμένου περὶ ἀγυμνάστων εἶναι διπλασία τῆς τῶν γεγυμνασμένων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 8096)6506)3.7.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 172 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπελέγησαν τὰ 11 πρῶτα μέλη πρὸς ἀνάδειξιν τοῦ Δ. Σ. τῆς Ε.Ε.Α.Α., τοῦτο ἐγένετο μὲ σκοπὸν καὶ μόνον τὴν ἐκπροσώπησιν εἰς τὸ Δ. Σ. μεγαλυτέρου ἀριθμοῦ Ἀνωτάτων Ἀξ)κῶν ἰδίως βαθμῶν Ἀντιστρατήγου καὶ Ὑποστρατήγου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Κατσώτα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7853)6287)26.6.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 147 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Κατσώτα, περὶ βοηθημάτων τοῦ Τ.Α.Α.Σ. ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παραπέμψωμεν ὑμᾶς εἰς τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀπάντησιν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Φ. 155)19)2123)24.4.62 ἐγγράφου του, ἧς ἀντίγραφον ἐπισυνάπτομεν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΣΤ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΘΝ. ΑΜΥΝΗΣ
Ἀριθ. Πρωτ. 155)19)2163. Ἀθῆναι τῇ 24.4.1962 Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Θέμα: Παροχαὶ Τ.Α.Σ.Ξ. Σχετ. 379)4291)20.4.62 Ὑμέτερον Ι. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἐπαναφέρωμεν συνημμένως ὕπερθεν ὑμετέρου, μετ’ ἀναφορᾶς ἀποστράτων Ἀξ)κῶν κατατεθείσης ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Φρόντζου καὶ νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ χορήγησις συμπληρωματικοῦ βοηθήματος ὑπὸ τοῦ Ταμείου Ἀλληλοβοηθείας Στρατοῦ Ξηρᾶς εἰς τοὺς μέχρι 30.6.52 ἐξελθόντας Ἀξ)κοὺς μετόχους τούτου, δὲν καθίσταται δυνατὴ διὰ τοὺς κάτωθι λόγους: Τὸ Τ.Α.Σ.Ξ. ὑποχρεωθὲν εἰς τὴν καταβολὴν βοηθημάτων εἰς τοὺς ἐξελθόντας ὑπερπεντακοσίους Ἀξ)κοὺς κατὰ τὸ 1960 ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 4102) 60, οὐ μόνον ἐξήντλησεν ἅπαντα τὰ διαθέσιμα κεφάλαια αὐτοῦ, ἀλλὰ προσφυγὸν καὶ εἰς δανειοδότησιν διὰ τὴν αἰτίαν ταύτην ἐκ δραχμ. 25.000.000 ὑπέστη προσθέτους ἐπιβαρύνσεις ἤτοι: α) Ἀπώλεσε τοὺς ἐκ τῆς καταθέσεως τῶν διαθεσίμων κεφαλαίων του εἰς τὰς Τραπέζας τόκους. β) Θὰ δεσμευθῇ ἐπὶ 15ετίαν μὲ τὴν τοκοχρεωλυτικὴν ἐξόφλησιν, ἐπιτόκιον βαρῦνον τὸ Ταμεῖον 2,5% τοῦ δανείου τῶν 25 ἑκατομμυρίων. γ) Θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὰ ἔξοδα συνάψεως τοῦ δανείου, ἀνερχόμενα εἰς 5% περίπου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
θʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 749 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Παπασταύρου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὁπλίτης ὑπὸ τὸ ἐπώνυμον ΤΣΟΥΡΟΥΚΗΣ δὲν ὑπηρετεῖ εἰς τὸ ΤΕΑ Μετσόβου, καθ’ ἅ ἀναφέρει ἡμῖν ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία. Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Γ. Λαμπράκη, Γ. Αὐγεροπούλου, Λ. Κύρκου, Ν. Κιτσίκη, Μ. Σβώλου, Α. Μπριλλάκη, Ι. Εὐαγγελίδη, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 220 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Γ. Αὐγεροπούλου κλπ. νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Τὸ καθ’ ὑμᾶς Ὑπουργεῖον κατ’ ἐπανάληψιν ἔχει ἀπαντήσει εἰς πλείστας ὅσας παρομοίου περιεχομένου ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις βουλευτῶν τῆς Ε.Δ.Α. σχετικῶς μὲ τὰς συνθήκας διαβιώσεως τῶν ὁπλιτῶν Διμοιριῶν Σκαπανέων τῶν Ταγμάτων Κολυνδροῦ καὶ Ἐρατύρας. β) Ἐπαναλαμβάνεται καὶ πάλιν ὅτι: 1) Οὐδεμία δυσμενὴς διάκρισις εἰς βάρος τῶν ἐν λόγῳ ὁπλιτῶν ὑφίσταται πλὴν τοῦ ὅτι δὲν φέρουν ὅπλα. 2) Αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τούτους ποιναὶ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἀπεικονίζουν τὴν προκλητικότητα καὶ τὴν ἔλλειψιν πειθαρχίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει ἁπάσας τὰς ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ στρατῶνος ἐκδηλώσεις των. Παρὰ ταῦτα οἱοσδήποτε ὁπλίτης δύναται νὰ ἀναφερθῇ ἱεραρχικῶς ὡς καθορίζουν οἱ κανονισμοί, ἵνα δικαιωθῇ, ἐὰν τυχὸν ἠδικήθη. γ) Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα παρατάσεως τῆς θητείας τῶν ἀνωτέρω ὁπλιτῶν διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰς αὐτοὺς πειθαρχικῶν ποινῶν γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἄμεσος ἀπόλυσις τῶν ὑπηρετούντων ποινὰς φυλακίσεως οὐδόλως ἀντιμετωπίζεται, καθ’ ὅσον μία τοιαύτη χαριστικὴ πρᾶξις ὑπὲρ ἀντεθνικῶς δρώντων κομμουνιστῶν, θὰ ἀπετέλει πρόκλησιν κατὰ τῶν ἐθνικῶς σκεπτομένων καὶ εὐόρκως ὑπηρετούντων λοιπῶν ὁπλιτῶν τοῦ Στρατεύματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΣΤ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
ιαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Α. Μπριλλάκη κλπ. 1) Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6514)4929)18.5.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1131 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Γ. Αὐγεροπούλου, Α. Μπριλλάκη κλπ. ἀναφορικῶς μὲ τὰς συνθήκας διαβιώσεως τῶν ὁπλιτῶν διμοιριῶν σκαπανέων εἰς Κολυνδρὸν καὶ Ἐρατύραν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης κατ’ ἐπανάληψιν ἔχει ἀπαντήσει εἰς παρομοίου περιεχομένου ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις βουλευτῶν τῆς Ε.Δ.Α. εἰς σειρὰν ὁμοιομόρφων ὑπομνημάτων τῶν ἰδίων σχεδὸν πάντοτε 15 περίπου συγγενῶν ὁπλιτῶν καὶ ἔχει προβῆ εἰς ἀνακοινώσεις πρὸς τὸν Τύπον, παρέχον εἰς οἱονδήποτε ἐπιθυμοῦντα τὸ δικαίωμα νὰ ἐπισκεφθῇ ἐλευθέρως τὰς διμοιρίας ταύτας, ἵνα ἀντιληφθῇ τὰς πραγματικὰς συνθήκας διαβιώσεως τῶν ἐν λόγῳ ὁπλιτῶν. 2) Ἐπαναλαμβάνεται καὶ πάλιν, ὅτι ἐκ προσωπικῆς ἐπιθεωρήσεως διεπίστωσα τὰ κάτωθι: α) Οὐδεμία δυσμενὴς διάκρισις εἰς βάρος τῶν ἐν λόγῳ ὁπλιτῶν ὑφίσταται, πλὴν τοῦ ὅτι οὗτοι δὲν φέρουν ὅπλα. β) Οὐδέποτε ἀνεστάλη ἡ χορήγησις ἀδειῶν πρὸς τοὺς ὁπλίτας τῶν ἐν λόγῳ διμοιριῶν, ἡ δὲ ἀλληλογραφία διεξάγεται κανονικῶς. γ) Αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τούτους ποιναὶ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἀπεικονίζουν τὴν προκλητικότητα καὶ τὴν ἔλλειψιν πειθαρχίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει ἁπάσας τὰς ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ στρατῶνος ἐκδηλώσεις των. δ) Γίνονται συνεχῶς ἀπολύσεις καὶ ὁ ἀριθμὸς ἔχει μειωθῆ εἰς τὸ ἐλάχιστον. Παρὰ ταῦτα οἱοσδήποτε ὁπλίτης δύναται νὰ ἀναφερθῇ ἱεραρχικῶς, ἵνα δικαιωθῇ, ἐὰν τυχὸν ἠδικήθη, ὡς καθορίζουν οἱ κανονισμοί. 3) Αἱ μέχρι τοῦδε ὑποβληθεῖσαι μηνύσεις ἠκολούθουν καὶ ἀκολουθοῦν τὴν κεκανονισμένην διαδικαστικὴν ὁδόν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑφυπουργὸς
ΣΤ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
ιβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀγγελούση. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11057)9092)4.10.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 611 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀγγελούση, σχετικῶς μὲ τὴν γενομένην τὴν 16.9.62 τελετὴν ἀπονομῆς μεταλλίων εἰς ἀγωνιστὰς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ἐν Σέρραις, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Ἡ ἀπονομὴ μεταλλίων εἰς ἀγωνιστὰς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου, δυνάμει τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Α. Ν. 971) 49 ἐνηργήθη δὲ βάσει τῶν εἰς ἐκτέλεσιν τῆς προαναφερθείσης διατάξεως ἐκδοθεισῶν ὀνομαστικῶν ἐγκυκλίων διαταγῶν τοῦ Υ.ΕΘ.Α. β) (1) Μετάλλια Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ἐπιδίδονται εἰς τὰ ἀνεγνωρισμένα μέλη τῶν διὰ Π.Δ. ἀνεγνωρισμένων Ἐθνικῶν Ἀνταρτικῶν Ὁμάδων τῶν Ἐθνικῶν Ὀργανώσεων Πληροφοριῶν–Δολιοφθορᾶς καὶ τῶν Ἐθνικῶν Ὀργανώσεων Ἐσωτερικοῦ κατόπιν προτάσεων τῶν ἀνεγνωρισμένων ὁμοίως διὰ Β. Δ. Ἀρχηγῶν ἢ μελῶν Διοικουσῶν Ἐπιτροπῶν κλπ. (2) Ἡ ἀναγνώρισις Ὀργανώσεων καὶ Ἀρχηγῶν Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ἐγένετο ὑπὸ ἑπταμελοῦς ἐξ ἀνωτάτων καὶ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν Ἐπιτροπῆς, συσταθείσης δυνάμει τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Α. Ν. 971)49 καὶ ἐστηρίχθη εἰς τὰ ὑποβληθέντα ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπίσημα στοιχεῖα, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο, ὅτι αἱ ἀναγνωρισθεῖσαι Ὀργανώσεις ὡς καὶ οἱ Ἀρχηγοὶ τούτων ἐξεπλήρουν τὰς προϋποθέσεις τῶν ἄρθρων 1, 2, 3, 4 καὶ 6 τοῦ Α. Ν. 971)49. (3) Ἡ ἀναγνώρισις μελῶν εἰς ἀναγνωρισθείσας κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐθνικὰς ὀργανώσεις ἐγένετο ὑπὸ τῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς καὶ βάσει τῆς διαδικασίας τῆς καθοριζομένης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 8 παρ. 1, 2 καὶ 4 τοῦ προμνησθέντος Α. Ν., στηριζομένης κυρίως εἰς τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τῶν ἀνεγνωρισμένων Ἀρχηγῶν ὀνομαστικὰς καταστάσεις ἀγωνιστῶν εἰς ἃς ἀναγράφονται τὰ πλήρη στοιχεῖα τούτων, ἡ ἡμερομηνία κατατάξεως καὶ ἀπολύσεως ὡς καὶ ἡ δρᾶσις των εἰς τὴν Ὀργάνωσιν. Ἡ ὡς ἄνω Ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη βάσει τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Ν. Δ. 4089)60 διὰ τὴν κρίσιν μελῶν μόνον (ἀναγνωρίσεις μελῶν ἀγωνιστῶν πεσόντων ἢ παραλειφθέντων ὡς καὶ διαγραφὴ κακῶς ἐγγραφέντων), ἐπεράτωσε δὲ τὸ ἔργον της ἐντὸς τῆς τασσομένης προθεσμίας, ἤτοι μέχρι τῆς 12.8.1962. (4) Βάσει τῶν ἀνωτέρω: 1) Ἀνεγνωρίσθησαν καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν 94 Ὀργανώσεις Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως. 2) Ἀνεγνωρίσθησαν 59.042 μέλη τῶν Ὀργανώσεων τούτων καὶ 3) Ἀπερρίφθησαν 59.450 μέλη, ὡς μὴ συγκροτοῦντα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενα προσόντα. (5) Ἡ ἐν προκειμένῳ περίπτωσις ἀπονομῆς μεταλλίων εἰς ἀγωνιστὰς Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ἐν Σέρραις τὴν 16. 9.62, ἀφεώρα ἀνεγνωρισμένους ἀγωνιστὰς τῶν κάτωθι ἀνεγνωρισμένων Ὀργανώσεων Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως: Ε.Σ.Ε.Α. (Γεν. Ἀρχηγὸς Φωστηρίδης Ἀντ.). Ε.Ε.Σ. (Ἀρχηγὸς Παπαδόπουλος Κων)νος). Ε.Δ.Ε.Σ. Κ–Δ. Μακεδονίας (Ἀρχηγὸς Παπαχριστοδούλου Ἀθ.). Π.Α.Ο. (Διοικοῦσα Ἐπιτροπή). Οἱ ἀνωτέρω Ἀρχηγοὶ ὑπέβαλον βάσει τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας τὰς προτάσεις των, αἵτινες ἐκρίθησαν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ἐπιτροπῶν, συνετάγησαν οἱ πίνακες ἀνεγνωρισμένων ἀγωνιστῶν, ἐξεδόθησαν αἱ ἐγκύκλιοι ἀπονομῆς μεταλλίων κοινοποιηθεῖσαι ἕως καὶ εἰς τοὺς Σταθμοὺς Χωρ) κῆς καὶ βάσει τούτων συνετάγησαν αἱ καταστάσεις διὰ τὴν ἀναφερομένην τελετὴν ἐν Σέρραις. γ) Ὁ ἀριθμὸς καὶ τὸ ὀνοματεπώνυμον τῶν τιμηθέντων ἐμφαίνονται εἰς τὰς συνταχθείσας ὡς ἀνωτέρω καταστάσεις. δ) (1) Πρὸς ταχυτέραν ἀπονομὴν μεταλλίων Ἐθνικῆς Ἀντιστάσεως ἡ Χʹ Μεραρχία καθώρισε 8 Ἐπιτροπὰς διὰ τὴν ἐπίδοσιν τούτων. Μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν τὰ συνεργεῖα τοῦ Διοικητοῦ καὶ Ὑποδιοικητοῦ τῆς Μεραρχίας, ἀντιπροσώπου τῆς Β5)Γ.ΕΘ.Α. κλπ. (2) Εἰς ἕν τῶν ἀνωτέρω συνεργείων ὡρίσθη διὰ τὴν ἀπονομὴν ὁ Ὑποστράτηγος Χωρ)κῆς Μήτσου Κ. διὰ τοὺς κάτωθι λόγους: Διὰ τοῦ ἀπὸ 30.9.62 Β. Δ. (ΦΕΚ 316)52 τεῦχος Αʹ) ἔχει ἀναγνωρισθῆ ὡς Ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Ἀνταρτικῶν Ὁμάδων Ἀρχηγείου Σιντικῆς–Βισαλτίας–Κιλκίς. Ἡ κατὰ τὴν κατοχὴν ἐθνικὴ δρᾶσις τούτου ἐπεξετείνετο καὶ εἰς τὴν περιοχὴν Νομοῦ Σερρῶν. Τυγχάνει ἐν ἐνεργείᾳ Ἀνώτατος Ἀξιωματικός. Διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους οὗτος ἐκρίθη κατάλληλος διὰ νὰ προσφωνήσῃ τοὺς ἀγωνιστάς, πολλοὶ τῶν ὁποίων ὑπηρέτησαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς του κατὰ τὴν περίοδον τῆς τριπλῆς κατοχῆς. Εἰς τὴν προσφώνησιν ἀπήντησεν ἐκ μέρους τῶν τιμηθέντων ὁ ἀγωνιστὴς Ζαπρούδης Ἀπ. ε) (1) Ἡ ὑπηρεσία κατὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν ὀνομαστικῶν καταστάσεων εἰς τὴν Χην Μεραρχίαν διέτασσε τὴν διενέργειαν ἐλέγχου, μέσῳ Ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν καὶ Τ.Ε. Α., ἐπὶ τούτων πρὸς τὸν σκοπὸν ἐξακριβώσεως τοῦ ἐὰν οἱ εἰς ταύτας συμπεριλαμβανόμενοι ἀγωνισταὶ ἀπὸ τῆς ἀπολύσεώς των ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Ὀργανώσεως (1945) καὶ μέχρι σήμερον ἐξακολουθοῦν νὰ ἐμφοροῦνται ὑπὸ ὑγιῶν κοινωνικῶν φρονημάτων. 2. Ἡ Χʹ Μεραρχία προέβη μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον, διέγραψε δὲ ὅσους δὲν ἐξεπλήρουν τὴν προϋπόθεσιν ταύτην καὶ ἑπομένως δὲν ἐγένετο εἰς τούτους ἀπονομή. 3. Ἐὰν μεταξὺ τῶν τιμηθέντων ὑπάρχουν πρόσωπα, ἅτινα εἶχον καταδικασθῆ ἐπὶ δοσιλογισμῷ καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀθῳωθῆ ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Δικαστηρίων, τοῦτο κατ’ ἀρχὴν ἀφορᾷ τοὺς ἀνεγνωρισμένους ἀρχηγούς των, οἵτινες ὑπέβαλον τὰς σχετικὰς προτάσεις καὶ ἐκ δευτέρου ἅπαντας ἐκείνους οἵτινες γνωρίζοντες τὴν τοιαύτην ἀναγνώρισιν ἐκ τῶν κοινοποιηθεισῶν ἐγκυκλίων διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν ὑπέβαλον αἴτησιν διαγραφῆς τῶν προσώπων τούτων ὡς ὁρίζει ἡ παρ. 1βʹ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ
Ν. Δ. 4089)60.
4. Ὁ ἐρωτῶν βουλευτὴς ἐπισκεφθεὶς τὸν Διευθυντὴν τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας Ὑποστράτηγον Β. Ξανθόπουλον τὴν 10.10.62 κατὰ γενομένην συζήτησιν ἀνεφέρθη εἰς τοὺς κάτωθι ἀγωνιστὰς ὡς κακῶς τιμηθέντας. Δημοδιδάσκαλον Κούρτσην Μιχ. τοῦ Ξενοφῶντος ἐκ Ψυχικοῦ Σερρῶν καὶ Ζαπρούδην Ἀπόστολον τοῦ Δημητρίου, ἐκ Δημητριτσίου Σερρῶν. Ἐπὶ ἑκάστης τῶν ἀνωτέρω ἀναγνωρίσεων γνωρίζονται τὰ κάτωθι: Κούρτσης Μιχ. τοῦ Ξεν. ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ ἀνεγνωρισμένου Ἀρχηγοῦ τῶν Ἐθνικῶν Ἀνταρτικῶν Ὁμάδων Ε.Σ.Σ. Παπαδοπούλου Κων., διὰ δὲ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 109)57 πρακτικοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ Α. Ν. 971)49 ἀνεγνωρίσθη οὗτος ὡς μέλος τῆς ἀνωτέρω Ὀργανώσεως καὶ κατόπιν διαπιστώσεως τοῦ 3221 ΤΕΑ καθ’ ἣν οὗτος ὑπηρέτησεν ὡς ἔνοπλος καὶ ἔλαβε μέρος εἰς μάχας. Ζαπρούδης Ἀπόστολος τοῦ Δημ., ἐπροτάθη ὑπὸ τῆς ἀνεγνωρισμένης Διοικούσης Ἐπιτροπῆς ἥτις διῴκησε τὴν Ἐθνικὴν Ὀργάνωσιν Π.Α.Ο. καὶ κριθεὶς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Ν. Δ. 4089)60 ἀνεγνωρίσθη ὡς ἔνοπλον μέλος διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 143)61 πρακτικοῦ καὶ ἀνεγνωρίσθη ὡς ὁπλαρχηγὸς Αʹ κατηγορίας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 147)61 πρακτικοῦ βάσει τῆς προτάσεως τῆς Ὀργανώσεως ὡς ἀκολούθως: «Στρατολογήσας καὶ συγκροτήσας Τμήματα ἄνω τῶν 150 ἀνδρῶν διῴκησε ταῦτα ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Ὀργανώσεως, ἔλαβε δὲ μέρος καὶ διεκρίθη ὡς ὁπλαρχηγὸς εἰς σοβαρὰς μάχας κατ’ ἀναρχικῶν τοῦ ΕΛΑΣ συνεργαζομένων μετὰ τῶν Βουλγάρων, ὧν αἱ κυριώτεραι ὡς κάτωθι: 15.10.43 εἰς χωρίον Ριζάνα, 26.10.43 εἰς χωρίον Στριμωνικὸν 8)9.11.43 εἰς Δημητρίτσι καὶ Τριανταφυλλιά, 15. 11.1943, εἰς χωρίον Τριάδα, 15.1.44 εἰς χωρίον Τριανταφυλλιά, Ἀμπέλου καὶ Λειβαδοχώριον, 19.1.44 εἰς χωρίον Δημητρίτσι, 2.2.44 εἰς ὑψώματα Σισαμιᾶς, Νικόκλειας– Βέργης, 15.3.44 εἰς ὑψώματα Σεβαστείας–Φλαμουρίου, 6–7)15.4.44 εἰς χωρία Χομνηκὸν Τέρπνη καὶ Σῶχον, 1.9. 44 εἰς ὑψώματα Ξυλοτροῦ–Νικόκλειας–Τέρπνης–Νιγρίτης, 12.11.1944 εἰς χωρίον Τριάδα». Ἐν Ἀθήναις τῇ 9 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7646)6162)21.6.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 127 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι εἰς ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 4193)61 ἐξεδόθησαν ἤδη τὰ σχετικὰ Β. Δ)τα, συνεχίζεται δὲ ἡ προβλεπομένη διαδικασία διὰ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ἐκτάκτων καὶ ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων τοῦ Υ.ΕΘ.Α. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7636)6162)21.6.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 558 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ θέμα σχέσεως ἐργασίας Ἰδιωτικοῦ ἢ Δημοσίου Δικαίου μεταξὺ ἐργατοτεχνιτῶν Β. Ν. καὶ τοῦ Δημοσίου ἔχει ἐπανειλημμένως ἀπασχολήσει τὴν Ὑπηρεσίαν καὶ τὰ Δικαστήρια. Ἡ ἐπικρατεστέρα γνώμη εἶναι ἡ ἐκφρασθεῖσα διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 159 καὶ 190 τοῦ 1952 καὶ 660 τοῦ 1958. ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς καὶ ἡ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6) 1962 ἀποφάσεως Δευτεροβαθμίου Διαιτητικοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου Πειραιῶς, ὅτι, ἡ σχέσις εἶναι Δημοσίου Δικαίου, ἐνῷ ἀντίθετος τυγχάνει ἡ ἀπόφασις ὑπ’ ἀριθ. 2)1962 τοῦ Δευτεροβαθμίου Διαιτητικοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου Χανίων, καθ’ ἥν ἡ σχέσις εἶναι ἰδιωτικοῦ δικαίου. 2. Ὡς ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐμφαίνεται τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον ἀναμένει τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ θέματος ἀπὸ τὰ ἁρμόδια Δικαστήρια χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐπέμβῃ συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 663)1962 Γνωμοδότησιν Ν.
Σ.Κ.
Παρὰ ταῦτα ἐν τῇ μερίμνῃ του πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς προκληθείσης λόγῳ τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων τούτων ἀποφάσεων ἀνωμαλίας, τὸ Υ.ΕΘ.Α. προώθησεν ἤδη σχέδιον κοινῆς ἀποφάσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χορήγησιν ἀναλόγου πιστώσεως πρὸς αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων καὶ ἱκανοποίησιν οὕτω τοῦ βασικοῦ τῶν ἐργατοτεχνιτῶν αἰτήματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Χιωτάκη καὶ Ι. Παπαδημητρίου. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11633)9586)18.10.62 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 720 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Χιωτάκη καὶ Ι. Παπαδημητρίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ θέμα σχέσεως ἐργασίας Ἰδιωτικοῦ ἢ Δημοσίου Δικαίου μεταξὺ ἐργατοτεχνιτῶν Β. Ν. καὶ τοῦ Δημοσίου ἔχει ἐπανειλημμένως ἀπασχολήσει τὴν Ὑπηρεσίαν καὶ τὰ Δικαστήρια. Ἡ ἐπικρατεστέρα γνώμη εἶναι ἡ ἐκφρασθεῖσα διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 159 καὶ 190 τοῦ 1952 καὶ 660 τοῦ 1958, ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς καὶ ἡ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6) 1962 ἀποφάσεως Δευτεροβαθμίου Διαιτητικοῦ Δικαστηρίου Πειραιῶς, ὅτι, ἡ σχέσις εἶναι Δημοσίου Δικαίου, ἐνῷ ἀντιθέτως τυγχάνει ἡ ἀπόφασις ὑπ’ ἀριθ. 2)1962 τοῦ Δευτεροβαθμίου Διαιτητικοῦ Διοικητικοῦ Δικαστηρίου Χανίων, καθ’ ἣν ἡ σχέσις εἶναι Ἰδιωτικοῦ Δικαίου. 2. Ὡς ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐμφαίνεται τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον ἀναμένει τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ θέματος ἀπὸ τὰ ἁρμόδια Δικαστήρια χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐπέμβῃ συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 663)1962 Γνωμοδότησιν ΝΣΚ. Παρὰ ταῦτα ἐν τῇ μερίμνῃ του πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς προκληθείσης λόγῳ τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων τούτων ἀποφάσεων ἀνωμαλίας, τὸ Υ.ΕΘ.Α. προώθησεν ἤδη σχέδιον κοινῆς Ἀποφάσεως πρὸς Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν διὰ τὴν χορήγησιν ἀναλόγου πιστώσεως πρὸς αὔξησιν τῶν ἡμερομισθίων καὶ ἱκανοποίησιν οὕτω τοῦ βασικοῦ τῶν ἐργατοτεχνιτῶν αἰτήματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιστʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Τρικούπη. Ἔχομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10713) 8683)25.9.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 557 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Τρικούπη, ἀφορῶσα ἀναπηρικὰ θέματα, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Διὰ τὰ θέματα 1) Συνταξιοδοτικὸν 2) Ἐξίσωσις συντάξεως ἄνευ κρατήσεων καὶ κατάργησις τοῦ Ν.Δ. 2200) 52 καὶ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν. 362 3) Αὔξησις τῶν ὀργανικῶν ἐπιδομάτων 4) Ἀπαλλαγὴ ἐκ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτου καὶ 5) Καταβολὴ τοῦ δώρου Χριστουγέννων καὶ Πάσχα ἐκ τῶν πηγῶν, ἁρμόδιον τυγχάνει τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. β) Ὁμοίως τὸ θέμα τῆς στεγάσεως τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Κοινωνικῆς Προνοίας, Οἰκισμοῦ καὶ Ἐργασίας ἐν μέρει. γ) Διὰ τὸ θέμα ὡσαύτως τῆς ἐργατικῆς προστασίας καὶ κατοχυρώσεως τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων ἁρμόδιον τυγχάνει τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας. δ) Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου Ἀρωγῆς Ἀναπήρων καὶ θυμάτων Πολέμου Ἑλλάδος, ἁρμόδιον κατ’ ἀρχὴν τυγχάνει τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, γνωρίζετε ὅμως, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Ὑπουργεῖον ἔχει θέσει ἐνώπιον τῆς Οἰκονομικῆς ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπῆς ζήτημα ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου, ἐφ’ ἅπαξ μὲν διὰ ποσοῦ 25.000.000 δραχ., ἐτησίως δὲ διὰ ποσοῦ ἐκ 15.000.000 δρχ. συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 12 τοῦ Ν. Δ. 3748)1957 ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν σιγαρέττων ἥτις ἔλαβε χώραν προσφάτως. ε) Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς χορηγήσεως θεραπαινίδος συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ Ν.Δ. 3748)57, εἰς τοὺς φέροντας ἀκρωτηριασμὸν τῶν κνημῶν ἀμφοτέρων ἀναπήρους 100% γνωρίζετε ὅτι ἡ διοίκησις κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῆς Α.Σ.Τ.Ε. ἀπεφάσισεν ὅπως διορίζῃ θεραπαινίδας εἰς τοὺς συμπληρώσαντας τὸ 55ον ἔτος τῆς ἡλικίας των ἐκ τῶν ἀναπήρων τῆς ἀνωτέρω κατηγορίας. Ὁμοίως καὶ εἰς τοὺς ἀναπήρους τῆς κατηγορίας ταύτης μὴ ἔχοντας συμπεπληρωμένον τὸ 55ον ἔτος ἀλλὰ πάσχοντας ἐκ μίας παθήσεως ἐκ τῶν ἐν τῷ σχετικῷ πρακτικῷ τῆς Α. Σ.Υ.Ε. ἀπαριθμουμένων τοιούτων, ἤτοι: 1) Φυματιώσεως πνευμόνων μέσης μορφῆς καὶ ἄνω. 2) Διάφοροι μορφαὶ φυματιώσεως (σπονδυλῖτις. φυματ. μεγάλης ἀρθρώσεως, οὐροποιητιγεννητικοῦ συστήματος). 3) Ἔκδηλα ὑπολείμματα ἐγκεφαλίτιδος. 4) Σοβαραὶ μυοπάθειαι. 5) Σχιζοφρένεια ἢ φρενοβλάβεια. 6) Ἐπιληπτικαὶ κρίσεις ἢ βαρεῖα ὑστερία νοσ)κῶς βεβαιωθεῖσα. 7) Ἔκδηλος καθολικὴ σπονδυλοαρθροπάθεια, δυσχεραίνουσα οὐσιωδῶς τὴν κάμψιν τοῦ κορμοῦ. 8) Γενικευμένη παραμορφωτικὴ ἀρθρῖτις. 9) Βαρεῖαι καρδιοπάθειαι μὴ ἀντιρροπούμεναι. 10) Χρόνιαι οὐραιμικαὶ νεφρίτιδες. 11) Χρονία προστατῖτις. 12) Κακοήθεις νεοπλασίαι. 13) Οἱασδήποτε φύσεως παρὰ φύσιν ἕδρα καὶ κοπροχόα συρίγγια. 14) Πᾶσα ἐπιγενὴς βλάβη ἢ πάθησις, δι’ ἣν προβλέπεται θεραπαινὶς ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων κλπ. διατάξεων. 15) Πᾶσα παραπλησία βλάβη ἢ πάθησις ἴσης βαρύτητος μὲ τὰς ὡς ἄνω, δυσχεραίνουσα οὐσιωδῶς τὰς κινήσεις τοῦ πάσχοντος ὥστε νὰ χρήζῃ θεραπαινίδος κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Α.Σ.Υ.Ε. ἀσχέτως ἡλικίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Κατσώτα. Ι. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7629)6155)21.6.62 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 120 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Κατσώτα, ἐπὶ θεμάτων ἀφορώντων τοὺς Μον. Ὑπαξιωματικοὺς τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α. 1) Διὰ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ Ν. Δ. 4105)60 «περὶ Μον. καὶ Ἐθελοντῶν Ὑπαξ)κῶν καὶ Ἀνθ)στῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς» προβλέπεται ἡ πλήρωσις κενῶν θέσεων Ἀνθ)στῶν εἰς Σώματα καὶ Ὑπηρεσίας ὑπὸ Μονίμων Λοχιῶν Αʹ Ἐπιλοχιῶν καὶ Ἀνθ)στῶν κατόπιν διαγωνισμοῦ, ἐχόντων 8ετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν καὶ λοιπὰ προσόντα, τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου καθοριζόμενα. 2) Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 452)28.6.61 Β. Δ. προβλέπεται ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸν ἀνωτέρω διαγωνισμὸν Διοικητικῶν Ὑπαξ)κῶν καὶ Ἀνθ)στῶν. 3) Ὁ αὐτὸς ὡς ἄνω νόμος προβλέπει ἰδιαιτέραν ἐξέλιξιν τῶν τεχνιτῶν ὑπαξ)κῶν συμφώνως πρὸς τὰ ἄρθρα 68, 69, 70 αὐτοῦ, καθ’ ἅ καθορίζεται ἡ προαγωγὴ των εἰς τοὺς ἀμέσως ἀνωτέρους βαθμοὺς δὲν προβλέπει ὅμως τὴν ἐξέλιξιν, ἀλλὰ θὰ ἔδει νὰ περιλάβῃ σχετικὴν ρητὴν διάταξιν. 4) Ἡ Ὑπηρεσία καταβάλλουσα ἰδιαιτέραν προσπάθειαν διὰ τὴν τεχνικὴν κατάρτισιν τῶν τεχνιτῶν ὑπαξ)κῶν συμφώνως πρὸς τὰς συγχρόνους ἐξελίξεις ἀποβλέπει εἰς τὴν συντήρησιν τεχνιτῶν στελεχῶν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν διαρροὴν αὐτῶν εἰς Διοικητικοὺς Ἀνθ)στὰς εἰς Σώματα καὶ Ὑπηρεσίας. 5) Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν τεχνιτῶν ὑπαξ)κῶν ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ ἄρθρου 33 τοῦ Ν. Δ. 4105)1960 διὰ τὴν πλήρωσιν θέσεων Ἀνθ)στῶν εἰς Σώματα καὶ Ὑπηρεσίας εἶναι σύννομος. β. 1) Βάσει τῆς παρ. 3 τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Ν. Δ. 4105) 1960, ἐγένετο μετάταξις (1000) περίπου ὑπαξ)κῶν ἐκ τοῦ Πεζικοῦ εἰς Ὅπλα–Σώματα ἢ Ὑπηρεσίας. 2) Εἰς τὸ νέον Ὅπλον ἢ Ὑπηρεσίας, οἱ μεταταγέντες Μόνιμοι Ὑπαξ)κοὶ εὗρον συναδέλφους των κατὰ 2 καὶ 3 ἔτη νεωτέρους των, οἵτινες εἶχον προαχθῆ κατὰ ἕνα βαθμόν, μὴ δυνάμενοι καὶ αὐτοὶ νὰ προαχθῶσιν ἐλλείψει κενῶν θέσεων (ἄρθρον 23 παρ. 1 Ν. Δ. 4105)60). 3) Ὁ ἀριθμὸς τούτων ἀνέρχεται εἰς 235 Λοχίας καὶ 8 Ἐπιλοχίας, οἵτινες δέον ὅπως προαχθῶσιν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν πρὸς ἄρσιν τῆς ὑφισταμένης ἀνωμαλίας. 4) Τὸ Υ.Ε.Θ.Α. ἤδη ἔχει προβῆ εἰς τὴν προαγωγὴν ἁπάντων τῶν μεταταγέντων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μετὰ τῶν δικαιωθέντων διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2188)61 ἀποφάσεως τοῦ Σ.τ.Ε. ἀσχέτως ἐὰν προσέφυγον ἢ οὐ ἐνώπιον τοῦ Σ.τ.Ε. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 6264)4823)12.5.62, 7602) 6128)21.6.62 σχετικῶν δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν αἱ ὑπ’ ἀρ. 1.120 καὶ 81 ἐρωτήσεις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν προέλευσιν καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπευθύνων τῆς διανομῆς ἀντικομμουνιστικῶν προκηρύξεων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι κατόπιν ἐνεργηθείσης ἐρεύνης διεπιστώθη, ὅτι οὐδεὶς ὁπλίτης τῶν Τ.Ε.Α. κατελήφθη ποτὲ διανέμων τὰς ἐν λόγῳ προκηρύξεις, ἀλλὰ καὶ ἐὰν συνέβαινε τοιοῦτόν τι, οὐδεμίαν εὐθύνην θὰ ἔφερεν ἡ Ὑπηρεσία, καθ’ ὅσον οἱ ὁπλῖται τῶν Τ.Ε.Α. δὲν παύουν νὰ εἶναι — ἐκτὸς ὑπηρεσίας — ἐλεύθεροι πολῖται, ἀνήκοντες εἰς οἱονδήποτε κόμμα ἢ ὀργάνωσιν τῆς ἀρεσκείας των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
ιθʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδη, Σ. Ἠλιοπούλου καὶ Λ. Κύρκου. Εἰς ἀπάντησιν ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 559 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδη κλπ., περὶ ἀμοιβῆς τοῦ ἀσχοληθέντος μὲ τὴν μελέτην καὶ τὰ σχέδια ἀνεγέρσεως τοῦ Βασιλικοῦ Περιπτέρου Ἰωαννίνων ἀρχιτέκτονος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι διὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς συντάξεως τῆς μελέτης ὑπεγράφη σύμβασις διὰ τὸ ποσὸν τῶν 186.900 δραχμῶν, συμφώνως τῷ νόμῳ, διὰ δὲ τὴν ἀνάθεσιν τῆς ἐπιβλέψεως προβλέπεται ἀμοιβὴ 80.700 δραχμ. καὶ πάλιν συμφώνως τῷ νόμῳ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα, Γ. Αὐγεροπούλου καὶ Ε. Σακελλάρη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 643 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Τσόχα, Γ. Αὐγεροπούλου καὶ Ε. Σακελλάρη, ἀφορῶσα ζητήματα τῆς τάξεως τῶν Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α. Τὸ θέμα τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν συντάξεων τῶν Θυμάτων Πολέμου ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. β. Ὁμοίως διὰ τὸ θέμα τῆς ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου Ἀρωγῆς Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Ἑλλάδος ἁρμόδιον τυγχάνει τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, γνωρίζετε ὅμως, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ Ὑπουργεῖον ἔχει θέσει ἐνώπιον τῆς Οἰκονομικῆς ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπῆς ζήτημα ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου ἐφ’ ἅπαξ μὲν διὰ ποσοῦ 25.000.000 δραχμ., ἐτησίως δὲ διὰ ποσοῦ δραχμ. 15.000.000 συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 12 τοῦ Ν.Δ. 3748)57 ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν σιγαρέττων ἥτις ἔλαβε προσφάτως χώραν. γ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν συγκοινωνιακῶν διευκολύνσεων καὶ εἰς τὰ θύματα πολέμου γνωρίζετε, ὅτι τὰ θύματα πολέμου ταξιδεύουσιν ἀτμοπλοϊκῶς καὶ σιδηροδρομικῶς δύο φορὰς κατ’ ἔτος μὲ ἔκπτωσιν 50% τῆς ἀξίας τοῦ εἰσιτηρίου. Ἐπὶ λεωφορείων ὑπεραστικῶν καὶ ἀστικῶν δὲν ταξιδεύουσιν ἐπὶ ἐκπτώσει. Διὰ τὴν αἰτουμένην ἐπέκτασιν τῶν συγκοινωνιακῶν διευκολύνσεων ἁρμόδιον τυγχάνει τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν. δ. Τέλος ἐπὶ τοῦ θέματος στεγάσεως τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου, γνωρίζετε, ὅτι συμφώνως τοῖς ἄρθροις 63 καὶ ἑπόμ. τοῦ Α.Ν. 1324)49 «περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀναπήρων πολέμου» προβλέπεται στέγασις τῶν ἐχόντων ἀναπηρίαν 25% καὶ ἄνω εἰς τὸν τόπον τῆς κατοικίας των. Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις συνεπληρώθησαν μὲ τὰ Νομ. Διατάγματα 2936)54 καὶ 3718)1957 διὰ τῶν ὁποίων προβλέπονται ἀπαλλοτριώσεις ὑπὲρ Οἰκοδομικῶν Συνεταιρισμῶν τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου καὶ ἀπαλλαγὴ ἐξ ὡρισμένων φόρων καὶ ὑπὲρ τρίτων εἰσφορῶν εἰς τοὺς οἰκοδομοῦντας ἀναπήρους καὶ θύματα πολέμου. Ὡσαύτως διὰ τοῦ ἄρθρου 67 τοῦ Α.Ν. 1324)49 δύνανται οἱ ἀνάπηροι καὶ τὰ θύματα νὰ συνάψωσι στεγαστικὰ δάνεια παρὰ τῆς Κτηματικῆς Τραπέζης, Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων καὶ Ταχυδρομικῶν Ταμιευτηρίων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
καʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου. Ἔχομεν τὴν τιμὴν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 145 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Τ. Γεωργίου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Λόγοι κατ’ ἀρχὴν οἰκονομικοὶ ἔχουσιν ἐπιβάλει τὸν αὐστηρὸν περιορισμὸν τῶν πάσης φύσεως κοινωνικῶν καὶ ἑορταστικῶν ἐκδηλώσεων τῆς ΕΒΑ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν καὶ τοῦ 28ου ΑΤΑ καὶ τῶν ὑπ’ αὐτῷ Μονάδων. β) Εἰς τὴν ἐν Λαρίσῃ Λέσχην Ἀξιωματικῶν Ε.Β.Α., στεγαζομένην ἐντὸς τῶν ἐγκαταστάσεων τῆς 110 Π.Μ., δίδονται τῇ πρωτοβουλίᾳ καὶ ἐξόδοις τῶν ἐκεῖ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν κοινωνικῆς φύσεως συγκεντρώσεις, καθ’ ἃς οἱ ἔχοντες τὴν πρωτοβουλίαν ἀξιωματικοὶ καλοῦν συγγενικὰ καὶ φιλικά των πρόσωπα, ἐν οἷς καὶ βουλευτὰς ὅλων τῶν πολιτικῶν ἀποχρώσεων. γ) Εἶναι ἀπολύτως ἐξηκριβωμένον, ὅτι ὁ ἐρωτῶν κ. βουλευτὴς προσέρχεται εἰς τὴν ἐν Λαρίσῃ Λέσχην τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, εἰς ἥν, πλὴν τῶν ἐκεῖ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν ὅλων τῶν Ὅπλων καὶ Ὑπηρεσιῶν, προσέρχονται καὶ μέλη τῆς κοινωνίας τῆς πόλεως Λαρίσης καὶ ἐκπρόσωποι τῶν λοιπῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. δ) Κατὰ τὴν δοθεῖσαν ἐπίσημον δεξίωσιν ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς ὀνομαστικῆς ἑορτῆς τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἐν Λαρίσῃ Λέσχην τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, κληθεὶς παρέστη ὁ κ. βουλευτής. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 332 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀποστολῶν ἀσφαλείας ὑπὸ Μονάδων παραμεθορίων περιοχῶν, παρίσταται ἀνάγκη ὅπως χρησιμοποιῆται ὑπ’ αὐτῶν κατὰ καιροὺς περιωρισμένος ἀριθμὸς ὁπλιτῶν ΤΕΑ διὰ χρονικὸν διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν. β) Ἐπειδὴ οἱ ὁπλῖται ΤΕΑ ἀντιμετωπίζουσι μετὰ πολλῶν δυσκολιῶν τὰς βιοτικάς των ἀνάγκας, ἔτι δὲ ἵνα καθίσταται δυνατὴ ἡ διατροφή των, καθ’ ἃς ἡμέρας χρησιμοποιοῦνται ὑπὸ τοῦ Στρατοῦ, κινούμενοι συνήθως ἐκτὸς κατῳκημένων χώρων, προεκλήθη, συμφώνως τῷ νόμῳ 1707)1951, κοινὴ ἀπόφασις τῶν Ὑπουργῶν Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς ἐνεκρίθη ἡ παροχὴ τροφῆς εἰς τοὺς ὡς ἀνωτέρω χρησιμοποιουμένους ὁπλίτας ΤΕΑ. γ) Κατόπιν τῆς ἀνωτέρω κοινῆς ἀποφάσεως, ἐξεδόθη σχετικὴ διαταγὴ τοῦ Γ.Ε.Σ. δ) Ἡ σχετικὴ δαπάνη βαρύνει τὰς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Υ.ΕΘ.Α.)Γ.Ε.Σ. ἐγγραφομένας πιστώσεις διὰ προμήθειαν τροφίμων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα. Σχετ. 8964)7163)27.7.62 ὑμέτερον. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 305 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Τούμπα, περὶ κατασκευῆς ἢ ἀναχύσεως κωδώνων ὑπὸ Συνεργείων τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Β. Ν., ἔχομεν τὴν τιμὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι αἱ σχετικαὶ ἀπαγορευτικαὶ διαταγαὶ ἡμῶν ἐτηρήθησαν πιστῶς, πλὴν δύο περιπτώσεων κατὰ μῆνα Ἰούλιον 1961, ἤτοι τῆς κατασκευῆς ἑνὸς κώδωνος διὰ τὸν Ἱερὸν Ναὸν Ἁγίου Γεωργίου Ἀλιβερίου καὶ ἑτέρου τοιούτου διὰ τὸν Ἱερὸν Ναὸν Εἰρηνουπόλεως Οὐγκάντας. 2. Ἔκτοτε ἀπερρίφθησαν πολλαὶ αἰτήσεις κατασκευῆς ἢ ἀναχύσεως κωδώνων διαφόρων Ἱερῶν Ναῶν, τὰ ἀναφερόμενα δὲ περὶ κατασκευῆς τοιούτων ὑπὸ τοῦ 301 Ἐργοστασίου Βάσεως, τυγχάνουσιν ἀνακριβῆ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Κ. Χιωτάκη καὶ Ν. Τσόχα. Σχετ. 10751)8701)25.9.62 ὑμέτερον. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 574 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κύρκου, Κ. Χιωτάκη καὶ Ν. Τσόχα, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐκ γενομένης ἐξετάσεως οὐδεμία παράβασις τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας διεπιστώθη εἰς βάρος τοῦ ἐργατοτεχνικοῦ προσωπικοῦ τῆς 7ης Μ.Ο. Μ.Α., οὐδὲ ὑφίσταται ἔγγραφος διαμαρτυρία ἢ καταγγελία ἐκ μέρους τῶν ἐργαζομένων παρὰ ταύτῃ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδη, Σ. Ἡλιοπούλου καὶ Λ. Κύρκου. Σχετ. α) 9950)8150)31.8.62, β) 10025)8187)1.9.62 ὑμέτερον. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὕπερθεν σχετικῶν, δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 477 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Ἐφραιμίδη κλπ., ὡς καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 484 τοιαύτη τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, περὶ κατασκευῆς κτιρίου Βασιλικοῦ Περιπτέρου Ἰωαννίνων κλπ., ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐξεδόθη κυβερνητικὴ ἀνακοίνωσις, δημοσιευθεῖσα εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς 29.8.1962, ἔχουσα οὕτω: «Εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές, ὅτι ἐν τῇ περιοχῇ Ἰωαννίνων ἀνεγείρεται Βασιλικὸν Ἀνάκτορον, τὴν δαπάνην μάλιστα τοῦ ὁποίου θέλει καταβάλει ὁ Στρατὸς ὡς δῶρον πρὸς τὴν Α.Μ. τὸν Βασιλέα. Ἀντὶ τοῦ δῆθεν Βασιλικοῦ Ἀνακτόρου ἀνεγείρεται ἐντὸς τοῦ ἐσωτερικοῦ Φρουρίου τῆς πόλεως τῶν Ἰωαννίνων Βασιλικὸν Περίπτερον, τὸ ἱστορικὸν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ ὁποίου ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐν ἔτει 1958 ὁ Δῆμος Ἰωαννίνων ἀπεφάσισε τὴν ἀνέγερσιν Δημοτικοῦ Βασιλικοῦ Περιπτέρου ἐν τῇ περιοχῇ τοῦ Φρουρίου καὶ ἐπὶ γηπέδου ἀνήκοντος εἰς τὸ Γ.Ε.ΕΘ.Α. Τὴν δαπάνην τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ περιπτέρου ἀνέλαβεν ὅπως καλύψῃ ἐξ ὁλοκλήρου ὁ Δῆμος Ἰωαννίνων, κατόπιν μάλιστα προηγηθείσης δωρεᾶς κεντρικοῦ ἀκινήτου ἀπὸ μέρους τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν πόλιν τῶν Ἰωαννίνων. Ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δήμου Ἰωαννίνων, ὑπεβλήθη πρότασις ὅπως μετάσχουν τῆς δαπάνης ἀνοικοδομήσεως, ἀνερχομένης εἰς ποσὸν 4 ἑκατομμύρια περίπου, καὶ οἱ λοιποὶ Δῆμοι καὶ Κοινότητες τῆς Ἠπείρου, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀποφασισθὲν Βασιλικὸν Περίπτερον θὰ ἀνεγείρετο εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ διαμερίσματος. Τελικῶς οὐδεμία τῶν προσφορῶν τούτων προεκρίθη καὶ ἐπραγματοποιήθη. Ἡ Κυβέρνησις ἐκτιμήσασα τὴν σημασίαν τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ Περιπτέρου, ἰδίᾳ ἀπὸ ἀπόψεως συχνοτέρων ἐπισκέψεων τῶν Βασιλέων εἰς τὴν ἀκριτικὴν ἐκείνην περιοχήν, προέκρινε τὴν ἀπὸ μέρους τοῦ Δημοσίου ἀνέγερσιν τοῦ Περιπτέρου, τὴν δαπάνην τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ ὁποίου καὶ ἀνέλαβεν ἐξ ὁλοκλήρου. Συνεπῶς ὅσα ἐν τῇ κατατεθείσῃ ἐρωτήσει τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς ἀναφέρονται, τυγχάνουσιν ἀνακριβῆ καὶ ὑποβολιμαῖα. Τῆς αὐτῆς συκοφαντικῆς ποιότητος εἶναι καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς κατατεθείσης δευτέρας ἐρωτήσεως τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, τῆς ἀναφερομένης εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἐκποίησιν τῶν ἀνακτορικῶν αὐτοκινήτων. Τόσον διὰ τὴν ἀγοράν, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀνακτορικῶν αὐτοκινήτων, τὰ ὁποῖα εἰς ἀριθμὸν εἶναι αὐστηρῶς περιωρισμένα, ἐφαρμόζονται πάντοτε αἱ κείμεναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐθεσπίσθησαν ἐν ἔτει 1949 καὶ ἰσχύουν ἔκτοτε ἄνευ καὶ τῆς ἐλαχίστης τροποποιήσεώς των». Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κστʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Σχετ. 11053)9088)9.10.62 ὑμέτερον. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 606 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Τὸ Υ.ΕΘ.Α.)Γ.Ε.Σ. εἴτε ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἐκ τῶν ἐκτάκτων πόρων του, διαθέτει ἑκάστοτε χρηματικὰ ποσὰ διὰ τὸν εὐπρεπισμὸν τῶν Στρατιωτικῶν Νεκροταφείων τῶν διαφόρων πολέμων, ἅτινα ὑφίστανται εἰς τὴν Χώραν. β) Ἡ ἐπιμέλεια καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐργασιῶν τοῦ εὐπρεπισμοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Νεκροταφείων, ἀνατίθεται εἰς τὰς Μεγάλας Μονάδας, εἰς ὧν τὴν ζώνην εὐθύνης ἀνήκουσιν. γ) Διὰ τὰ Στρατιωτικὰ Νεκροταφεῖα Κρήτης καὶ εἰδικῶς τὸ τοῦ Γαλατᾶ, ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Γ.Ε.Σ. ἡ ὑπ’ ἀριθ. Φ. 485)33)13)8185570)1962 διαταγὴ πρὸς τὴν V Μεραρχίαν, ἵνα ὑποβάλῃ προτάσεις βελτιώσεως τῆς καταστάσεώς των, ὥστε αὕτη νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν σπουδαιότητα τῶν διεξαχθεισῶν ἐκεῖ μαχῶν καὶ τῶν θυσιῶν τῶν Ἑλλήνων Στρατιωτικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Σχετ. 8098)6508)3.7.1962 ὑμέτερον. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 174 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι δὲν ὑφίσταται θέμα ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 παρ. 2 τοῦ νόμου 2297 διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς πληρωμάτων καὶ ἀρχικελευστὰς Β. Ν. 2. Τὰ ἐν τῇ ἐρωτήσει ἀναφερόμενα, περὶ ἐφαρμογῆς τῆς ἐν λόγῳ διατάξεως διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς, τυγχάνουσιν ἀνακριβῆ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κηʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου. Σχετ. 9228)73)72)4.8.62 ὑμέτερον. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 345 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Παπαδημητρίου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ ἐν Ναυπλίῳ καὶ παρὰ τὴν θέσιν Καραθῶνα πεδίον βολῆς, ἐκτάσεως 485 στρεμμάτων περίπου, ἀποτελεῖ περιουσίαν τοῦ Γ.Ε.ΕΘ.Α., περιελθοῦσα αὐτῷ δυνάμει τοῦ νόμου 4407)1929. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
κθʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ, Μ. Σβώλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη. Σχετ. 10274)8380)11.9.62 ὑμέτερον. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 508 ἐρώτησις τῶν κ.κ. Θ. Παππᾶ, Μ. Σβώλου καὶ Ι. Εὐαγγελίδη, σχετικῶς μὲ τὴν κατάρρευσιν τοῦ τοίχου ἀντιστηρίξεως τῆς κοινοτικῆς ὁδοῦ Ἄνδρου– Στενῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐκ τῆς γενομένης ὑπὸ τῶν Νομομηχανικοῦ Κυκλάδων καὶ Μηχανικοῦ τοῦ Γ.Ε.Ν. αὐτοψίας πρὸς διαπίστωσιν τῶν συνθηκῶν τῆς καταρρεύσεως, οὐδεμία προέκυψεν εὐθύνη διὰ τὸ διενεργῆσαν τὴν ἀμμοληψίαν ἀποβατικὸν σκάφος τοῦ Β.Ν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
λʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη. Σχετ. 6984)5429)31.5.62 ὑμέτερον. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1186 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Θεοχαρίδη, ἀναφορικῶς μὲ τὸ θέμα ὑποβολῆς μηνύσεως ἐναντίον του ὑπὸ τοῦ Λοχαγοῦ Ἐρμογιάννη Ἠλία, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ὁ εἰρημένος ἀξιωματικὸς ὡς καὶ πᾶς ἕτερος ἐξ οὐδενὸς δεσμεύεται ὅπως μηνύσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τὸν ὃν θεωρεῖ συκοφάντην του. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
λαʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου. Σχετ. 7612)6138)21.6.62 ὑμέτερον. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 91 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Σαββοπούλου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Ἀπὸ 16ης Φεβρουαρίου μέχρι 30ῆς Ἰουνίου 1962, λόγῳ περικοπῆς τῶν πιστώσεων τοῦ Υ.ΕΘ.Α. οἰκονομικοῦ ἔτους 1962, ἀπελύθη ἀριθμός τις ἰδιωτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Κρατικοῦ Ἐργοστασίου Ἀεροπλάνων καὶ οὐδεὶς προσελήφθη τῆς εἰδικότητος τῶν ἀπολυθέντων. β) Προσελήφθη ἰδιωτικὸν προσωπικὸν εἰδικότητος ραδιοτεχνίτου, ἥτις εἰδικότης τυγχάνει λίαν ἀπαραίτητος καὶ οὐδεὶς ἀπελύθη τῆς εἰδικότητος ταύτης. γ) Ὁμοίως προσελήφθησαν μαθητευόμενοι, οἵτινες λαμβάνουσι χαμηλὸν ἡμερομίσθιον (11 δραχ.), διότι ὑποχρεοῦται ἡ Ὑπηρεσία εἰς τὴν πρόσληψίν των συμφώνως τῷ Νόμῳ περὶ μαθητείας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
λβʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Σχετ. 9330)7465)7.8.62 Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 373 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, περὶ τῶν ἐκπροσώπων διαμερισμάτων Ἐφέδρων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἅπαντες οἱ ὑπηρετοῦντες τυγχάνουσι διωρισμένα μέλη τῶν οἰκείων Διοικητικῶν Συμβουλίων, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ ἀπὸ 25.7.1962 Β. Δ. ἐκδοθέντος εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ Α. Ν. 1562)50 (ἄρθρον 16 παρ. δʹ), ἔχον οὕτω: «Τὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Α. Ν. 1562)50, ὡς οὗτος ἐκυρώθη διὰ τοῦ νόμου 2113)1952 διοριζόμενα ἢ ἐκλεγόμενα μέλη τῶν Συμβουλίων τῆς Διοικητικῆς διαρθρώσεως τῆς Ὑπηρεσίας Ἐφέδρων καὶ οἱ παρὰ Δήμῳ ἢ Κοινότητι ἐκπρόσωποι, παρέχουσι τὰς ὑπηρεσίας των τιμητικῶς, μὴ δικαιούμενοι ἀντιμισθίας εἰ μὴ μόνον εἰδικῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τῇ συμφώνῳ προτάσει τοῦ Γ.Ε.ΕΘ.Α. δύναται νὰ παρέχηται αὐτοῖς συντρεχόντων ὅρων παραστάσεως καὶ ἰδιαιτέρων δαπανῶν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος». 2. Τῶν ἀνωτέρω οὐδεμία παρερμηνεία ἐγένετο. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
λγʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου. Σχετ. 9771)7869)23.8.62 ὑμέτερον. 1. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 9771)7869)23.8.1962 ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 441 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Διαμαντοπούλου, σχετικῶς μὲ τὴν περίφραξιν τοῦ αἰγιαλοῦ εἰς τὴν περιοχὴν παραθεριστικῶν κέντρων Ἀξιωματικῶν Ἁγίου Ἀνδρέου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἐκ τῆς περιφράξεως οὐδόλως ἠμποδίζετο ἡ προσπέλασις πρὸς τὴν παραλίαν, εἶχε δὲ τεθῆ αὕτη εἰς ὡρισμένα σημεῖα πρὸς τὸν σκοπὸν διαφυλάξεως τῶν ὑπαρχουσῶν ἐγκαταστάσεων, ὡς καὶ διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν ὀλίγων ρυπαινόντων τὴν παραλίαν λουομένων. 2. Ἤδη, κατόπιν τῆς λήψεως ἑτέρων μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἀνωτέρω, τὰ συρματοπλέγματα τῆς περιφράξεως ἤρθησαν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
λδʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Μπαλτατζῆ. Σχετ. 6580)5005)19.5.62 ὑμέτερον. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1155 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Μπαλτατζῆ, περὶ τακτοποιήσεως κατηγορίας ἀνυποτάκτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Οἱ ἐν τῇ ἐρωτήσει διαλαμβανόμενοι, δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς μετανάσται, δεδομένου, ὅτι δὲν ἀνεχώρησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὲ πρόθεσιν μονίμου ἐγκαταστάσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρὸ τῆς χρονολογίας κατατάξεως τῆς κλάσεως ἢ κατηγορίας των, ὡς ἀπαιτοῦσιν αἱ σχετικαὶ περὶ μεταναστῶν διατάξεις τοῦ Ν.Δ. 3850)58 «περὶ στρατολογίας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων» (ἄρθρα 86 καὶ 98). β) Οὗτοι ἀνεχώρησαν κατόπιν ἐγκριτικῆς διαταγῆς τοῦ Γ.Ε.Σ. εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ περιωρισμένον χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃν χρόνον παρέμενον νομίμως ἐκτὸς Στρατεύματος. (Ἐν ἀναβολῇ λόγῳ ὑπηρετοῦντος ἀδελφοῦ). γ) Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τοιαύτης παραμονῆς των, ἐφ’ ὅσον ἐνεγράφησαν εἰς ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα τῆς ἀλλοδαπῆς, παρέχοντα κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Ν. Δ. 3850)58 ἀναβολὴν λόγῳ σπουδῶν, ἠδύναντο, συμφώνως τῇ παραγράφῳ 2 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, νὰ αἰτήσωσιν ἀναβολὴν μέχρι τῆς χρονολογίας κατατάξεως τῆς προκυπτούσης ἐκ τῆς λήξεως τῆς ἧς εἶχον τύχει ἀναβολῆς λόγῳ ὑπηρετοῦντος ἀδελφοῦ. Μὴ πράξαντες τοῦτο καὶ μὴ προσελθόντες πρὸς κατάταξιν κατὰ τὴν ὡς ἄνω χρονολογίαν, κατέστησαν ἀνυπότακτοι ὑπαιτιότητί των. δ) Κατὰ τὸ παρελθὸν ἐκ τῆς κατηγορίας τῶν σπουδαστῶν τῶν καταστάντων ἀνυποτάκτων λόγῳ μὴ ἐμπροθέσμου αἰτήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Νόμου προβλεπομένης ἀναβολῆς, ἐτακτοποιήθησαν δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ν. Δ. 2902)54 μόνον οἱ καταστάντες ἀνυπότακτοι μετὰ τὴν 1.9.1949 καὶ μέχρι 21.7.1954, διὰ τῆς χορηγήσεως εἰς τοὺς ἐξαγοράσαντας τὴν διετῆ πρόσθετον ὑπηρεσίαν των ἀναβολῆς κατατάξεως καὶ ἀναστολῆς τῆς ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ ποινικῆς διώξεως, μέχρι πέρατος τῶν σπουδῶν των. ε) Ἐπίσης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. Φ. 420.433)622915)6.10. 1961 Δ.Υ.ΕΘ.Α.)Γ.Ε.Σ.)Δ. Στρατολογίας, ἐξῃρέθησαν τῶν προσκλήσεων μέχρι πέρατος τῶν σπουδῶν τῶν σπουδασταὶ ἀναχωρήσαντες νομίμως εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πρὸ τῆς 6.10.1961, ἐγγραφέντες δὲ διὰ λόγους ἀνωτέρας βίας (εἴς τινα Σχολὴν παρέχουσαν κατὰ νόμον ἀναβολὴν) μετὰ τὴν χρονολογίαν κατατάξεως τῆς κλάσεως ἢ κατηγορίας των καὶ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ ταύτης. στ) Λῆψις παρομοίων ἢ παρεμφερῶν μέτρων πρὸς τακτοποίησιν τῆς κατηγορίας τῶν περὶ ὧν ἡ ἐρώτησις σπουδαστῶν, δὲν κρίνεται σκόπιμος. Ἀσφαλῶς δὲ θὰ προκαλέσῃ τὴν διαμαρτυρίαν τῶν λοιπῶν ἀνυποτάκτων καὶ τὴν προβολὴν ὑπ’ αὐτῶν τοῦ αἰτήματος τῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως. ζ) Τυχὸν ἄρσις τῆς διετοῦς προσθέτου ὑπηρεσίας, δὲν ἀπαλλάσσει τούτους τῆς ποινικῆς διώξεως ὡς καὶ τῶν λοιπῶν συνεπειῶν τῆς ἀνυποταξίας των (στερήσεις καὶ ἀνικανότητες προβλεπόμεναι ὑπὸ τῶν ἄρθρων 82–84 τοῦ
Ν. Δ. 3850)1958).
η) Οὗτοι δύνανται νὰ τακτοποιηθῶσι μόνον διὰ τῆς κατατάξεως καὶ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεών των καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπαλλαγῶσιν ἢ ἀθωωθῶσι τῆς ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ κατηγορίας. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
λεʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ. Σχετ. 6956)5401)31.2.62 ὑμέτερον. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1157 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ζορμπᾶ, περὶ ἀναγνωρίσεως καὶ τῶν θετῶν τέκνων τῶν μερισματούχων τοῦ Μ.Τ.Σ. τῶν υἱοθετηθέντων καθ’ ὃν χρόνον οὗτοι ἐτέλουν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀποστρατείας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 παρ. 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 4198)61 Ν. Δ)τος ὁρίζεται ὅτι: «Θετὸν τέκνον, ἓν καὶ μόνον μετόχου ἢ μερισματούχου, ἐπέχει θέσιν γνησίου διὰ τὰ ἔναντι τοῦ Ταμείου δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, ἄνευ τοῦ ὅρου τῆς συνταξιοδοτήσεως, ἐφ’ ὅσον ἡ υἱοθεσία ἐγένετο καθ’ ὃν χρόνον ὁ υἱοθετήσας ἐτέλει ἐν τῇ ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ κλπ.». β) Ἡ διάταξις αὕτη ἐθεσπίσθη εἰς τροποποίησιν τῆς κειμένης νομοθεσίας τοῦ Μ.Τ.Σ. (ἄρθρον 23 Κ.Ν.) καθ’ ἣν «τὰ θετὰ τέκνα τῶν μετόχων στεροῦνται μερίσματος», ἐπὶ σκοπῷ ἐναρμονίσεώς της πρὸς τὸ Οἰκογενειακὸν Δίκαιον, καὶ τὸν Ἀστικὸν Κώδικα καὶ ἐνισχύσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς οἰκογενείας. γ) Ἡ λῆψις τοῦ μέτρου τούτου ἐκρίθη δικαία καὶ ἐπιβεβλημένη, ληφθέντος ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μεταξὺ υἱοθετήσαντος καὶ υἱοθετηθέντος ἐδημιουργήθη, ὡς ἐκ τῆς μακροχρονίου συνοικίσεως, οἰκογενειακὸς δεσμός, χρήζων ποιᾶς τινος προστασίας καὶ ὑποστηρίξεως. δ) Προκειμένου ὅμως περὶ υἱοθεσίας ὑπὸ ἀξιωματικοῦ, καθ’ ὃν χρόνον οὗτος τελεῖ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀποστρατείας, δὲν δύνανται νὰ ἰσχύσωσιν αἱ ἀνωτέρω προϋποθέσεις, διότι τεκμαίρεται, ὅτι πρόθεσις τοῦ υἱοθετοῦντος δὲν εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἐνεργείας του ταύτης μέλλουσα νὰ προκύψῃ δι’ ἑαυτὸν (ἢ καὶ τὴν σύζυγόν του) ἐξυπηρέτησις, καθ’ ὅσον τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς ζωῆς του ἔχει ἀναλωθῆ ἤδη, ἀλλὰ κυρίως ἡ εὐεργεσία περὶ τὸ τέρμα τοῦ βίου καὶ προστασία, κατὰ κανόνα συγγενικῶν ἢ φιλικῶν προσώπων, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἀπόρων οἰκογενειῶν. ε) Τούτου ἕνεκεν ἡ βούλησις καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου περιωρίσθη εἰς ἕνα καὶ μόνον θετὸν τέκνον μετόχου ἢ μερισματούχου, ἐπὶ υἱοθεσίας λαβούσης χώραν κατόπιν ὡρίμου σκέψεως, τῆς πράξεώς του ταύτης ὀφειλομένης εἰς ἀδυναμίαν ἀποκτήσεως ἰδίου τέκνου, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ὁ υἱοθετῶν ἐτέλει ἐν ἐνεργῷ ὑπηρεσίᾳ. στ) Ἐπέκτασις ὅθεν τοῦ μέτρου καὶ εἰς τοὺς ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικούς, οὐ μόνον ἐκφεύγει τοῦ σκοποῦ δι’ ὃν ἐθεσπίσθη ἡ ὡς ἄνω διάταξις, διὰ τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλὰ καὶ κινδύνους ἐγκυμονεῖ διὰ τὸ Μ.Τ.Σ., διότι εἰς περίπτωσιν ἀποδοχῆς τῆς αἰτουμένης τροπολογίας, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ παρατηρηθῶσιν ἀθρόαι πράξεις υἱοθεσίας ὑπὸ μερισματούχων, ἐν ὄψει τῆς τοιαύτης τροπολογίας τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομικὴν ἀναταραχὴν εἰς τὸ Ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἀγωνίζεται κυριολεκτικῶς διὰ τὴν διατήρησιν τῶν πάσης φύσεως παροχῶν αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἠσφαλισμένους του, καὶ δὴ τοῦ μερίσματος εἰς τὸ σημερινὸν ὕψος των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
λστʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Πατέρα. Σχετ. 11059)9094)4.10.1962 ὑμέτερον. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 613 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Πατέρα, σχετικῶς μὲ τὴν ἐξαγορὰν τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐγγραμμάτων ὑποχρέων ἐκγυμνάσεως κλάσεων 1954–1956, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Δυνάμει τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ Ν.Δ. 3850)58 «περὶ Στρατολογίας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων», ὁ Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δύναται τῇ προτάσει τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διὰ καταβολῆς ἀντισηκώματος ἀπαλλαγὴν (ἐξαγορὰν) τῆς ἐκπληρώσεως τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων εἰς τὰς ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης καθοριζομένας κατηγορίας στρατευσίμων, ἐν αἷς καὶ ἡ τῶν ὑποχρέων ἐκγυμνάσεως, νομίμως εὑρισκομένων ἐκτὸς τοῦ Στρατεύματος, ἐφ’ ὅσον ἡ πρόσκλησις τούτων δὲν θεωρεῖται ἐπιβεβλημένη διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. β) Κατόπιν τῆς ἀνωτέρω διατάξεως καὶ ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις ταύτης, ἐπετράπη διὰ διαταγῶν τοῦ Υ.ΕΘ.Α. ἡ ἐξαγορὰ τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων εἰς τὰς κάτωθι κατηγορίας ὑποχρέων ἐκγυμνάσεως: 1) Ἱκανῶν καὶ Βοηθητικῶν κλάσεων 1950–53 συμπεριλαμβανομένων, ἀδιακρίτως γραμματικῶν γνώσεων. 2) Ἱκανῶν καὶ βοηθητικῶν κλάσεων 1954–60 συμπεριλαμβανομένων, ἐφ’ ὅσον κέκτηνται γραμματικὰς γνώσεις κατωτέρας τῆς ΣΤʹ τάξεως ὀκταταξίου Γυμνασίου ἢ ἀντιστοίχου τάξεως ἑτέρας ἰσοτίμου Σχολῆς (προκειμένου δὲ περὶ ἱκανῶν ἐφ’ ὅσον δὲν τυγχάνουσι πτυχιούχοι οἱασδήποτε Μέσης ἢ Κατωτέρας Τεχνικῆς Σχολῆς). γ) Οἱ ἔχοντες ἀνωτέρας γραμματικὰς γνώσεις ὑπόχρεοι ἐκγυμνάσεως κλάσεων 1954 καὶ νεωτέρων, ἐκλήθησαν καὶ ὑπηρέτησαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ, ἐκτὸς μικροῦ ἀριθμοῦ οἵτινες κυρίως διὰ λόγους σπουδῶν δὲν ἐξεπλήρωσαν τὰς στρατιωτικάς των ὑποχρεώσεις, τυχόντες ἀναβολῆς, ἵνα χρησιμοποιηθῶσι καὶ εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις, εἰς ἃς εἶναι ἀπαραίτητοι. δ) Πᾶσα ἐπέκτασις τοῦ εὐεργετήματος ἐξαγορᾶς καὶ εἰς τὰς κλάσεις 1954–56, δὲν καθίσταται δυνατή, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὡς ἀντικειμένη εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι θὰ καθιεροῦτο ὑπὲρ ἑνὸς μικροῦ ἀριθμοῦ στρατευσίμων καὶ δὴ μορφωμένων, ἐνῷ ἡ ὁλότης σχεδὸν κατετάγη καὶ ὑπηρέτησεν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
λζʹ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου. Σχετ. 6266)4825)12.5.62 ὑμέτερον. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 1123 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακατσέλου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: α) Δυνάμει διατάξεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Ν.Δ. 3748) 1957, δίδεται ἐξουσιοδότησις εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ Οἰκονομικῶν νὰ ἐγκρίνωσι τὴν πρόσληψιν θεραπαινίδος εἰς πάντα ἀνάπηρον πολέμου, ἔχοντα ἀναπηρίαν 100%, ἐφ’ ὅσον ἡ Α.Σ.Υ.Ε. ἤθελε γνωματεύσει, ὅτι οὗτος ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης. Κατὰ συνέπειαν, δὲν συντρέχει περίπτωσις καταθέσεως νομοσχεδίου. καθ’ ὅσον προβλέπεται ὑπὸ τῆς ἰσχυούσης Νομοθεσίας τὸ τοιοῦτον. β) Ἡ Α.Σ.Υ.Ε. κρίνουσα κατὰ περίπτωσιν, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 49)25.8.1960 πρακτικοῦ ὁλομελείας αὑτῆς ἀπεφάσισεν, ὅπως γνωματεύσῃ, ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην θεραπαινίδος οἱ ἀκρωτηριασμένοι εἰς τὰς κνήμας ἀμφοτέρωθεν καὶ ἔχοντες ἀναπηρίαν 100% τῶν κάτωθι κατηγοριῶν: 1) Οἱ συμπληρώσαντες τὸ 55ον ἔτος τῆς ἡλικίας των. 2) Ἐκ τῶν μὴ συμπληρωσάντων τὸ 55ον ἔτος οἱ πάσχοντες ἐκτὸς τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ καὶ ἀπὸ μίαν τῶν κάτωθι παθήσεων: α) Φυματίωσις πνευμόνων μέσης μορφῆς καὶ ἄνω. β) Διάφοροι μορφαὶ φυματιώσεως (σπονδυλίτις, φυματ. μεγάλης ἀρθρώσεως οὐροποιγεννητικοῦ συστήματος). γ) Ἔκδηλα ὑπολείμματα ἐγκεφαλίτιδος. δ) Σοβαραὶ μυοπάθειαι. ε) Σχιζοφρένεια ἢ φρενοβλάβεια. στ) Ἐπιληπτικοὶ κρίσεις ἢ βαρεῖα ὑστερία νοσ)κῶς βεβαιωθεῖσα. ζ) Ἔκδηλος καθολικὴ σπονδυλοαρθροπάθεια, δυσχεραίνουσα οὐσιωδῶς τὴν κάμψιν τοῦ κορμοῦ. η) Γενικευμένη παραμορφωτικὴ ἀρθρῖτις. θ) Βαρεῖαι καρδιοπάθειαι μὴ ἀντιρροπούμεναι. ι) Χρόνιαι οὐραιμικαὶ νεφρίτιδες. ια) Χρονία προστατῖτις. ιβ) Κακοήθεις νεοπλασίαι. ιγ) Οἱασδήποτε φύσεως παρὰ φύσιν ἕδρα καὶ κοπραχόα συρίγγια. ιδ) Πᾶσα ἐπιγενὴς βλάβη ἢ πάθησις, δι’ ἣν προβλέπεται θεραπαινὶς ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων κλπ. διατάξεων. ιε) Πᾶσα παραπλησία βλάβη ἢ πάθησις ἴσης βαρύτητος μὲ τὰς ὡς ἄνω, δυσχεραίνουσα οὐσιωδῶς τὰς κινήσεις τοῦ πάσχοντος, ὥστε νὰ χρήζῃ θεραπαινίδος κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Α.Σ.Υ.Ε., ἀσχέτως ἡλικίας. γ) Κατόπιν τοῦ ἀνωτέρω πρακτικοῦ εἶναι μᾶλλον βέβαιον, ὅτι ἡ πλειονότης τῆς ἀνωτέρω κατηγορίας τῶν ἀναπήρων θὰ ἔχῃ δικαιωθῆ θεραπαινίδος ἐκτὸς τῶν μικρᾶς ἡλικίας (συμμοριτοπολέμου, Κορέας) οἵτινες δὲν πάσχουσι ἐξ ἄλλης τινὸς ἐκ τῶν ἀναφερομένων παθήσεων καὶ οἵτινες κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν δύνανται ἄνευ τῆς βοηθείας ἄλλου προσώπου νὰ ἐκτελῶσι τὰς στοιχειώδεις ἀνάγκας των. Ἐν Ἀθήναις τῇ 6 Νοεμβρίου 1962.
Ὁ Ὑπουργὸς
Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συζητοῦνται ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις ἀπευθυνόμεναι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ὁ κ. Θ. Γιαννόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἐν σχέσει μὲ τὴν ρύθμισιν τῆς ροῆς τῶν ὑδάτων τῶν ποταμῶν Στρυμόνος, Νέστου, Ἕβρου κλπ.
§11Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφοι, ὅπως γνωρίζωμεν ὅλοι, τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας εἶναι τὸ νερό, διότι ἀρνητικὰ ζημιώνει (πλημμύρες κλπ.) καὶ θετικὰ (ἄρδευσις, ἀποστράγγισις κλπ.) βελτιώνει τὰς συνθήκας καλλιεργείας. Τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς τοὺς ἀγρότας τὴν ὑποδομήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἀναπτύξουν οὗτοι τὰς προσπαθείας των. Τὸ θέμα τοῦ νεροῦ μέχρι τῆς ἀφίξεως εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν προσφύγων, δὲν εἶχεν ἀξιολογηθῆ καὶ ἐρευνηθῆ ὅσον θὰ ἔπρεπε διὰ τὴν χώραν μας, λόγῳ κλιματικῶν καὶ ἐδαφικῶν συνθηκῶν. Μετὰ τὴν ἔλευσιν τῶν προσφύγων, ἡ Πολιτεία ἠναγκάσθη νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἀποκαταστάσεως τούτων καὶ ἀνέθεσεν εἰς τὰς Ἑταιρείας Μὸνξ Γιοῦλεν καὶ Φασιντέσιον, αἵτινες ἀνέλαβον τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀποξηράνσεως, ἀντιπλημμυρικῶν καὶ ἀρδεύσεως καὶ ὑδρεύσεως. Ἐδαπάνησε δὲ δι’ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τρία δισεκατομμύρια τριακόσια ἑκατομμύρια προπολεμικῶν δραχμῶν καὶ ἐξησφάλισε 780.000 νέα στρέμματα ἀπὸ τὴν ἀποξήρανσιν λιμνῶν καὶ ἑλῶν, ἐπροστάτευσε ἀπὸ τὰς πλημμύρας 1.075.000 στρέμματα καὶ ἀρδευτικὰ δίκτυα διὰ 210.000 στρέμματα, ἀνεξαρτήτως ἂν ταῦτα ἐλειτούργησαν κατ’ ἀτελῆ τρόπον. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ὡς ἄνω ἑταιρειῶν, συνεστήθη τὸ Ε.Τ.Υ.Ε.Μ., τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἔργα καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ βελτιώσῃ τὸ ἀρδευτικὸν δίκτυον. Μετὰ τὸν πόλεμον αἱ ἐργασίαι ἐσυνεχίσθησαν καὶ πρέπει νὰ λεχθῇ, ὅτι ἐδόθη ἀξιοσημείωτος προσοχὴ εἰς τὸν τομέα αὐτόν, καὶ ἐδαπανήθησαν σοβαρὰ ποσά. Ἐν τούτοις, διαβάζομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ βλέπομεν καὶ αὐτοπροσώπως κατὰ τὰς περιοδείας μας, ὅτι ὁ παράγων νερὸ εἰς τὴν ὕπαιθρον δὲν ἐδαμάσθη καὶ δὲν ἀξιοποιήθη. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν καὶ πλημμύρες νὰ κατακλύζουν τὰ χωράφια καὶ ζημίαι νὰ προέρχωνται ἐκ τούτου εἰς τὴν οἰκονομίαν καὶ τὰ δίκτυα ἀρδεύσεων νὰ μὴ ἐπεκτείνωνται ὡς ἀπαιτεῖται. Πέραν τῶν ἀτελειῶν ἀπὸ τεχνικῆς πλευρᾶς, ὑπάρχει ὀργανικὴ ἀδυναμία, ἰδιαίτερα διὰ τὴν Μακεδονίαν ἰσχύει τοῦτο περισσότερον. Καὶ ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα, κύριοι συνάδελφοι, λέγουν, ὅτι οἱ χείμαρροι καὶ οἱ ποταμοὶ δὲν δύνανται νὰ τιθασευθοῦν, ἐὰν δὲν ἐκτελεσθοῦν ἔργα ἀπὸ τῆς πηγῆς των μέχρι τῶν ἐκβολῶν των. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα παρουσιάζεται ἀνάγλυφον εἰς τὸν ποταμὸν Στρυμόνα καὶ δι’ αὐτὸ ὁ κάμπος τῶν Σερρῶν ὑποφέρει καὶ κατακλύζεται ἀπὸ τὰς πλημμύρας καὶ τὰ δίκτυα τὰ ἀποστραγγιστικὰ καὶ ἀρδευτικὰ δὲν προχωροῦν μὲ ἀνάλογον ρυθμόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ τελειώνετε.
§13Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὀργανικὸν αὐτὸ θέμα διὰ νὰ τὸ λύσωμεν, θὰ πρέπει νὰ συλλάβωμεν τὸ νόημα τῆς προσπαθείας ἀπὸ ποῦ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ θέματος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ὡρισμένα στοιχεῖα, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι δὲν δύναται μόνη ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα τῶν ποταμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι πηγάζουν εἰς ἄλλας γειτονικὰς χώρας καὶ ἔχουν ἐκεῖ τὸ μέγιστον τῆς λεκάνης ἀπορροῆς των. Ἐπὶ συνολικῆς λεκάνης ἀπορροῆς τῶν ποταμῶν Ἀξιοῦ, Στρυμόνα, Νέστου, Ἄρδα, Ἕβρου, ἐξ 106.215 τετραγωνικῶν χιλιομέτρων εἰς τὴν Ἑλλάδα περιλαμβάνονται 13%, εἰς τὴν Τουρκίαν 13,2% καὶ εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ Γιουγκοσλαυΐαν 73,8%.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, φέρετε εἰς δύσκολον θέσιν τὸ Προεδρεῖον. Σᾶς παρακαλῶ, ὅπως βοηθήσητε τὸ Προεδρεῖον εἰς τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν δύνασθε ἐπὶ μιᾶς ἐρωτήσεως νὰ ὁμιλῆτε ἀπεριορίστως.
§15Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τελειώνω, κ. Πρόεδρε. Κατόπιν αὐτῶν, ἐπιβάλλεται, ὅπως, μελετηθῇ τὸ θέμα τῆς διευθετήσεως τῶν ὑδάτων τῶν περὶ ὧν πρόκειται ποταμῶν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι, ὅπως, πρὸς ἀποφυγὴν ὑπερβολικῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τὸν Στρυμόνα καὶ μόνον ἀνέρχονται εἰς 3 δισεκατομμύρια δραχμῶν, μὲ κίνδυνον νὰ ξανάρθωμεν εἰς τὰ ἴδια, εἰς τὸν τομέα αὐτὸν προέλθῃ τὸ Κράτος ἀμέσως εἰς συνεννοήσεις μὲ τὰ γειτονικὰ Κράτη, ἀπὸ ὅπου πηγάζουν οἱ ποταμοὶ αὐτοί, διὰ νὰ γίνῃ κοινὴ προσπάθεια, ἄλλωστε νὰ κατανοηθῇ, ὅτι οἰκονομικὴ ἀξιοποίησις τῶν ποταμῶν εἶναι ἀδύνατος χωρὶς ἐνεργειακὰ ἔργα καὶ ἀρδευτικά, τὰ ὁποῖα χωρὶς τὴν συνεννόησιν αὐτὴν εἶναι ἀδύνατος.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἔχει τὸν λόγον.
§17Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων). Τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, ἐν τῷ μέτρῳ τῶν οἰκονομικῶν δυνατοτήτων, λαμβάνει τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀντιπλημμυρικῶν καὶ ἀρδευτικῶν προβλημάτων τῶν περιοχῶν, τὰς ὁποίας διασχίζουν οἱ ποταμοὶ Στρυμών, Νέστος καὶ Ἕβρος. Δὲν ὑποτιμᾶ τὰς μεγάλας δυσκολίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ ἀντιμετώπισις τῶν προβλημάτων αὐτῶν. Δὲν παραγνωρίζει, ἐπίσης, τὰ πλεονεκτήματα ἐκ μιᾶς συνεννοήσεως μετὰ τῆς γείτονος χώρας, ἀπ’ ὅπου πηγάζουν οἱ ποταμοὶ αὐτοί, διὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπισιν τῶν συναφῶν προβλημάτων. Διὰ νὰ ἔχῃ θετικὰ ἀποτελέσματα ἡ συνεννόησις αὐτή, θὰ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς γνωστόν, ἀσκεῖ πολιτικὴν φιλίας πρὸς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα πράγματι τὴν ἐπιθυμοῦν. Πάντως, τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, ἂν παρουσιάζετο ἡ κατάλληλος πρὸς τοῦτο εὐκαιρία, θὰ ηὐνόει ἀνταλλαγὴν ἐπισκέψεων μεταξὺ τεχνικῶν, ὡς καὶ ἀνταλλαγὴν πληροφοριῶν μετὰ τῆς γείτονος χώρας ἐπὶ θεμάτων κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, σχετιζομένων μὲ τοὺς ἀναφερθέντας ποταμούς.
§18Θ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι, ἐκ τοῦ στόματος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, γίνεται δήλωσις, ὅτι πρέπει νὰ γίνουν ἀνταλλαγαὶ ἀπόψεων τεχνικῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω, εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ τῶν σχέσεων ἰδίᾳ μετὰ τῆς Βουλγαρίας, θὰ προβάλῃ τὸ θέμα τῶν ἀποζημιώσεων. Αἱ ζημίαι ὅμως, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦνται ἀπὸ τὴν μὴ ρύθμισιν καὶ ἐπιστημονικὴν ἀξιοποίησιν τῶν ὑδάτων τῶν ποταμῶν αὐτῶν, ὑπερκαλύπτουν τὸ ποσὸν τῶν Βουλγαρικῶν ἀποζημιώσεων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἀναφερομένης εἰς τὴν ἱκανοποίησιν αἰτημάτων ἐργατῶν λιμένος καὶ προλιμένος Πειραιῶς.
§20Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐργάται τοῦ Ο.Λ.Π. ὑπέβαλον ὑπόμνημα παραπονούμενοι, ὅτι δὲν ἱκανοποιοῦνται ὡρισμένα αἰτήματά των. Τὸ ὑπόμνημά των τὸ κατεθέσαμεν, ἔλαβεν γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τὸν παρακαλοῦμεν, ὅπως μᾶς ἀνακοινώσῃ τὰς ἐπὶ τῶν αἰτημάτων αὐτῶν τῶν ἐργατῶν τοῦ Ο.Λ.Π., ἀπόψεις του.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ὁμοίας ἐρωτήσεώς του.
§22Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Διοίκησις τοῦ Ο.Λ.Π. ἀντὶ νὰ λάβῃ μέτρα βελτιώσεως τῶν ὑπ’ αὐτὴν ἐργαζομένων, συνεχῶς λαμβάνει μέτρα καταπιεστικὰ ἐναντίον των. Ἕνα ἐκ τῶν μέτρων τούτων εἶναι, ὅτι ἐργάται ἀνειδίκευτοι, ἐκτελοῦν ἐργασίας τὰς ὁποίας θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσουν εἰδικευμένοι τοιοῦτοι. Οἱ ἐργάται παραπονοῦνται, ὅτι ἐκτὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπιπτώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει δι’ αὐτοὺς ἡ ἄδικος αὕτη μεταχείρισις, ὑπάρχει καὶ προφανὴς κίνδυνος ἀτυχημάτων. Ἐπειδὴ τὸ αἴτημα εἶναι δίκαιον, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸ ἐξετάσῃ μετ’ ἰδιαιτέρας προσοχῆς.
§23Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων). Ἡ διαμαρτυρία αὐτὴ προῆλθεν ἀπὸ ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Διοίκησις τοῦ Ο.Λ.Π. διὰ τὴν ἐπαναφορὰν ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης μεταξὺ τῶν ἐργατῶν. Ὡς γνωστόν, τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν οἱ ἐργάται διῃροῦντο, κατὰ τὴν ἐκφόρτωσιν, ἰδίως, τῶν πλοίων, εἰς λιμενεργάτας κύτους καὶ ἐργάτας ἀνειδικεύτους, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο ἐπὶ τῶν κρηπιδωμάτων, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον ὀλιγωτέραν ἀμοιβὴν τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸ κύτος τῶν πλοίων. Ἀπὸ 10ετίας οἱ προσλαμβανόμενοι λιμενεργάται εἶναι κατάλληλοι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν προβλεπομένων παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Ο.Λ.Π. καθηκόντων των. Δι’ αὐτὸ ἐξωμοιώθησαν καὶ αἱ ἀποδοχαί των. Εἰς δύο τομεῖς διετηρήθη ἡ διάκρισις καὶ μάλιστα κατωρθώθη αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ κρηπιδώματα ν’ ἀμείβωνται, λόγῳ ὑπερωριῶν, καλύτερον τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸ κύτος. Τὴν ἀδικίαν αὐτὴν κατήργησεν ὁ Ο.Λ.Π. ἀπὸ μηνῶν καὶ νομίζω, ὅτι τὴν λογικότητα τοῦ μέτρου κατενόησαν καὶ οἱ ἀρχικῶς διαμαρτυρηθέντες λιμενεργάται.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαμπράκης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ ἐὰν θὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν ἀνακαίνισιν κτιρίου τῆς Ἐλευθέρας Ζώνης Πειραιῶς, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ παρέχῃ τὰ ἐχέγγυα ἀσφαλοῦς διαβιώσεως εἰς τοὺς ἐν αὐτῇ ἐργαζομένους ὑπαλλήλους.
§25Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Ντὸκ 3 τῆς Ἐλευθέρας Ζώνης Πειραιῶς ἐτραυματίσθη ἐκ πτώσεως σοφάδων τῆς ὀροφῆς ὁ ἐκτελωνιστὴς Κατενίδης, ὁ ὁποῖος μετεφέρθη εἰς τὸ Γενικὸν Κρατικὸν Νοσοκομεῖον Πειραιῶς νοσηλευθεὶς μὲ ἔξοδά του. Συχνὰ σημειοῦνται ἀτυχήματα λόγῳ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ κτιρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι παλαιόν. Καθίσταται δὲ ἐπικίνδυνος ἡ θέσις τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ Ντὸκ 3 ὑπαλλήλων, ἐργατῶν καὶ τῶν συναλλασσομένων ἐκτελωνιστῶν. Παρὰ ταῦτα, ὁ Ο.Λ.Π. ἐπιμένει εἰς τὸ ἐρειπωμένον καὶ ἐπικίνδυνον αὐτὸ κτίριον, νὰ διατηρῇ γραφεῖα διαχειρίσεως, ἀποθηκαρίων, ἐπιθεωρήσεως, Ταμεῖον Ο.Λ.Π., καὶ Διευθυντῶν Ἐποπτῶν τοῦ Ζʹ Τελωνείου Εἰσαγωγῆς. Καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐσημειώθησαν ὡρισμένα ἀτυχήματα, ὡς τοῦ ἐκτελωνιστοῦ Δημητρουλάκου, ὅστις ἀπέθανε, τοῦ Τσελέπη, Σαλπέα καὶ Φωκᾶ. Ἐπειδὴ τελευταίως ὁ Ο.Λ.Π. ἀσχολεῖται μὲ τουριστικὰ ἔργα καὶ ὄχι μὲ ἔργα ἀποδόσεως εἰς τὸν Ο.Λ.Π., παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ, ἐὰν ὁ Ο.Λ.Π. ἀπεφάσισε τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ κτιρίου, ὅπου στεγάζεται τὸ Ντὸκ 3.
§26Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπ. Δημ. Ἔργων). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἀτύχημα, διὰ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, πράγματι συνέβη ἀπὸ πτῶσιν ἀμμοκονιάματος καὶ ἐδόθησαν ἐντολαὶ εἰς τὸν Ο.Λ.Π., διὰ τὴν ἀποτελεσματικὴν συντήρησιν τῶν κτιρίων του. Διὰ τὰ ἄλλα ἀτυχήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθη, οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει ὁ Ο.Λ.Π. Τὸ ἕνα συνέβη πρὸ 5ετίας. Ἀπέθανεν ἐκτελωνιστὴς ἐκ καρδιακῆς προσβολῆς, τὸ ἄλλο συνέβη ἐξ αὐτοκινητιστικοῦ δυστυχήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐτραυματίσθη ἕτερος ἐκτελωνιστὴς εἰς τὸν πόδα, ὁ ὁποῖος δὲν ἐζήτησε τὴν ποινικὴν δίωξιν τοῦ ὁδηγοῦ. Τὸ τρίτον ἀτύχημα συνέβη εἰς ἡλικιωμένον αὐτοκινητιστήν, ὅστις ἔπεσεν ἀπὸ ἰδιωτικὸν αὐτοκίνητον καὶ ἐτραυματίσθη. Ἄν διὰ τὰ ἀνωτέρω ἀτυχήματα, ὑφίστατο εὐθύνη τις, θὰ ἐπελαμβάνετο τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς αὐτεπαγγέλτως ἢ τῇ αἰτήσει τῶν παθόντων. Εἰς τὰς ἀναφερθείσας περιπτώσεις, νομίζω, οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει ὁ ΟΛΠ καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ παρέμβῃ.
§27Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν μᾶς ἀπήντησεν ἐὰν πρόκειται ὁ ΟΛΠ νὰ ἀνακαινίσῃ τὸ Ντὸκ 3. Τὰ ἀναφερθέντα ἐκ μέρους μου ἀτυχήματα εἰς τὰ Ντὸκ καὶ τὰ μουράγια τοῦ ΟΛΠ, ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν κακὴν κατάστασιν τοῦ κτιρίου καὶ τὰς διαρθρώσεις τοῦ λιμένος ποὺ στεγάζεται τὸ Ντὸκ 3, κατ’ ἐμὲ ὑπεύθυνος καὶ μόνον εἶναι ὁ ΟΛΠ.
§28Ε. ΜΠΕΝΑ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἐρώτησιν διὰ τὰ ὅσα ἀνεπτύχθησαν ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου κ. Γ. Λαμπράκη καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων, ὅπως συστήσῃ εἰς τὸν ΟΛΠ καὶ προβῇ εἰς τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ κτιρίου, ὅπου στεγάζεται τὸ Ντόκ 3.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς σχετικῶς μὲ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐκβαθύνσεως τῆς κοίτης τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ, περιφερείας Καλαβρύτων.
§30Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία ἐκκρεμότης ἔργων εἰς τὸν Βουραϊκὸν ποταμόν. Ἡ ἐκβάθυνσις τῆς κοίτης τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ, δὲν ὡλοκληρώθη εἰσέτι μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πλημμυρίσῃ ὁ ποταμὸς καὶ νὰ καταστρέφηται ἡ παραγωγή. Εἴχομεν ἀπευθύνει ἐρώτησιν κατὰ τὸ 1960 εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ εἰς τὴν ἀπάντησίν του ἀνέφερεν, ὅτι ἡ μελέτη διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ κατηρτίσθη πλήρως καὶ θὰ ἐφηρμόζετο τὸ 1961. Παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι παρῆλθε διετία ἀπὸ τὸ 1961 μέχρι σήμερον δὲν ἔγινεν ἔναρξις τῶν ἔργων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ πότε πρόκειται νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων.
§31Γ. ΛΑΜΠΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν.
§32Σ. ΓΚΙΚΑΣ. (Ὑπουργὸς Δημ. Ἔργων). Κύριε Πρόεδρε, τὰ παλαιὰ ἔργα τοῦ Βουραϊκοῦ ποταμοῦ ἠχρηστεύθησαν λόγῳ προσχώσεων ἐκ τῶν πολλῶν φερτῶν ὑλῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων διὰ τοπικῶν ἔργων ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐνίσχυε τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα καὶ ἀπεμάκρυνε τὰς φερτὰς ὕλας. Ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν τῶν κ. συναδέλφων εἶχε δώσει τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, τὸ ὁποῖον, πράγματι, μετὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς προπαρασκευῆς κατώρθωσε νὰ προωθήσῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον καὶ ἐνεκαινιάσθη ἤδη. Οὕτω θὰ ἀπαλλαγοῦν αἱ γύρω περιοχαὶ ἀπὸ τὰς πλημμύρας καὶ θ’ ἀξιοποιηθοῦν ἀπὸ πλευρᾶς παραγωγικότητος.
§33Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι πρὸ μηνῶν ἔχουν ἀρχίσει τὰ ἔργα εἰς τὸν Βουραϊκὸν ποταμόν.
§34Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων περὶ τῆς πρὸ μηνῶν τελέσεως τῶν ἐγκαινίων. Δὲν γνωρίζω ὅμως ποίαν ἔννοιαν εἶχον τὰ ἐγκαίνια. Ἐὰν ἔγινε μόνον ἡ τελετὴ τῶν ἐγκαινίων τοῦτο δὲν ἀρκεῖ. Δι’ ἡμᾶς ἀπαιτεῖται ἡ ἔναρξις τῶν ἔργων.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας ἐπὶ τῶν ἀναφο-
ρῶν καὶ ἐρωτήσεων, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἀναγεγραμμένη πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν διὰ τὴν παραπομπὴν ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας κ. Κ. Χρυσανθοπούλου. Ὅπως γνωρίζετε, κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων γίνεται κατὰ τὴν σειρὰν ἐγγραφῆς των. Θὰ ἔδει, ἑπομένως, ἡ περὶ παραπομπῆς πρότασις κατὰ τοῦ κ. Χρυσανθοπούλου νὰ γίνῃ μετὰ τὰς προηγουμένας αὐτῆς ἐπερωτήσεις. Ἐπειδὴ ὅμως, κ. συνάδελφοι, ἡ πρότασις καίτοι δὲν εἶναι ἐπερώτησις συνιστᾷ Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τῆς πλέον βαρείας μορφῆς εἰς βάρος μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις παρακαλεῖ ὅπως συζητηθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις σήμερον καὶ ἀπεφάσισε τοῦτο, διότι ὡς εἶπον, ἡ ὑποβολὴ τῆς προτάσεως ἐδημιούργησε θέμα εἰς βάρος μέλους αὐτῆς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ καὶ συζητηθῇ σήμερον ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας κ. Κ. Χρυσανθοπούλου. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§36Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ πρότασίς μας, ἡ ὁποία ὑπογράφεται ἀπὸ τοὺς συναδέλφους τῆς ΕΔΑ, τοῦ Ἀγροτικοῦ Κόμματος καὶ τῶν συνεργαζομένων μὲ τὴν ΕΔΑ προεκλήθη ἀπὸ μίαν σειρὰν ἐνεργειῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι παραβιάζουν κειμένας διατάξεις καὶ ἀποτελοῦν καταφρόνησιν καὶ μαρτυροῦν πρόθεσιν στραγγαλισμοῦ κεκτημένων δικαιωμάτων τῶν ἐργαζομένων. Ἡ πρότασίς μας ἐκινήθη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προβλέπει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τοὺς περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμους ἐνώπιον τοῦ ἐπὶ τούτῳ δικαστηρίου. Ἡ κειμένη νομοθεσία περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἡ ἰσχύσασα πρὸ τοῦ 1927, κατὰ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ ἄρθρ. 80 τοῦ Συντάγματος, ἤτοι ὁ νόμος Φ.Π.Σ.Τ.) 1877 ὡς καὶ ὁ Χ.Ε.) 1877 ὁ ὁποῖος προβλέπει εἰδικώτερον περὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς εὐθύνης τοῦ κατηγορουμένου Ὑπουργοῦ εἰς περίπτωσιν ἀδικήματος ἐξ ἀμελείας τελεσθέντος. Κατὰ τὸν πρῶτον νόμον ἄρθρον 1. «Ὑπουργὸς δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἐὰν κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του ἐκ προθέσεως ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας ἐξέδωκεν ἢ ἐξετέλεσεν ἀπόφασιν ἢ διαταγήν, δι’ ἧς παραβιάζεται διάταξις τοῦ Συν)τος ἢ τῶν νόμων.... ἢ διέταξε τὴν ἐκτέλεσιν τοιαύτης ἀποφάσεως. Ἄρθρ. 2: α) παρεβίασε ποινικήν τινα τῶν κειμένων νόμων διάταξιν. Εἰς τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11 προβλέπεται ἡ διαδικασία διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς κατηγορίας καὶ τὴν δίωξιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὁρίζεται δὲ ὅτι ἡ δίωξις γίνεται διὰ καταθέσεως προτάσεως πρὸς τὴν Βουλὴν ὑπογεγραμμένης ὑπὸ 20 τοὐλάχιστον βουλευτῶν, συνάμα δέ, ὅτι εἰς τὴν ὑποβαλλομένην πρότασιν δέον νὰ ἀναφέρωνται τὰ γεγονότα, αἱ πράξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων αὕτη στηρίζεται ὡς καὶ αἱ παραβάσεις αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Περαιτέρω εἰς περίπτωσιν ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατ’ ἀρχὴν προβλέπεται ἡ σύστασις ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς».
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, παρακαλῶ, νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν. Ἐὰν προβαίνω εἰς αὐτήν, τὸ πράττω διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ὅσον ἀφορᾶ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου ἐπὶ τῶν τοιαύτης φύσεως προτάσεων. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, εἶχε πολλὰς ἀμφιβολίας διὰ τὸ παραδεκτὸν τῆς προτάσεως, διότι γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, ὅτι αὕτη, πρέπει νὰ εἶναι συγκεκριμένη καὶ ὡς πρὸς τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται καὶ ὡς πρὸς μνείαν τῶν παραβάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Ἐπειδὴ ἤδη ἀνεφέρθητε εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν νόμων περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν καὶ προχωρεῖτε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς κατηγορίας, ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, ὅτι σᾶς παρέχεται ἡ εὐκαιρία νὰ προσχωρήσητε ἐν συνεχείᾳ ἐνισχύοντες δι’ ἐπιχειρημάτων τὸ παραδεκτὸν τῆς κατηγορίας σας. Τὸ Προεδρεῖον καίτοι σοβαρὰς ἀμφιβολίας εἶχε περὶ τοῦ παραδεκτοῦ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, ἐν τούτοις δὲν ἠθέλησε νὰ μὴ τὴν ἐγγράψῃ ὡς ἀπαράδεκτον καὶ ὡς ἐκ τούτου παρακαλῶ νὰ προσπαθήσητε νὰ ἐνισχύσητε τὸ παραδεκτὸν τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως.
§38Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριε Πρόεδρε, ἀνεξαρτήτως τῶν βασίμων ἐπιφυλάξεων τὰς ὁποίας διετυπώσατε, θὰ παρακαλέσω νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀποσαφήνισις τοῦ θέματος ἐπὶ τῆς οὐσίας. Μετὰ τὴν ἀποσαφήνισιν τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους θὰ ἀσχοληθῶμεν καὶ μὲ τὸ παραδεκτὸν ἢ μὴ τῆς προτάσεως.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ κατατοπίσω τὸ Σῶμα ὡς πρὸς τὰς κρατούσας ἀντιλήψεις τοῦ Προεδρείου ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς τὸν νόμον καὶ πρὸς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
§40Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀδικεῖτε τὸν ἑαυτόν σας καὶ τὴν νομικήν σας πεῖραν καὶ κατάρτισιν, μὲ αὐτὴν τὴν διακοπήν. Θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναμείνητε πρῶτον, νὰ ἴδητε ἐὰν θὰ προχωρήσω καὶ ἐὰν θὰ ἀναλύσω τὴν κατηγορίαν καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ μὲ διακόψητε. Μὲ προλαμβάνετε, ἐνῷ εἶναι προφανές, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ἔργον μου αὐτὴν τὴν στιγμήν, νὰ θεμελιώσω τὴν κατηγορίαν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ γνωρίσω τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Προεδρείου εἰς τὸ Σῶμα, διότι εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὰς συζητήσεις.
§42Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, προέβημεν εἰς τὴν κατάθεσιν προτάσεως κατηγοροῦντες τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας καὶ ζητοῦντες τὴν δίωξίν του, διὰ συγκεκριμένην ἐνέργειαν, τὴν ἔκδοσιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 341)16.11.62 ἐγκυκλίου διαταγῆς, ἡ ὁποία παραβιάζει σαφῶς καὶ καταφώρως συγκεκριμένας καὶ σαφεῖς διατάξεις νόμων πολιτικοῦ καὶ ποινικοῦ περιεχομένου. Αἱ διατάξεις αὗται εἶναι σαφεῖς, ὥστε ἡ παράβασίς των καὶ σειρὰ ἄλλων πράξεων καὶ ἐνεργειῶν, προδίδουν τὸν δόλον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας. Τὶ λέγει ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου; Πρόκειται περὶ τοῦ θέματος παρακρατήσεως ἀπὸ τὸ δῶρον τῶν Χριστουγέννων ἡμίσεος ἡμερομισθίου ὑπὲρ τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων. Λέγει ἡ ἐγκύκλιος: «Ἡ παρακράτησις ἐκ μέρους τοῦ ἐργοδότου τῆς ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰσφορᾶς τῶν ἐργαζομένων θὰ γίνεται, κατὰ τὰ διὰ τῶν προειρημένων Συλλογικῶν Συμβάσεων συμφωνηθέντα καὶ ἀπὸ τοὺς ὑποβαλόντας πρὸς αὐτὸν ἀρνητικὴν δήλωσιν, διότι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ ἐργαζομένου ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ἐπέρχεται οὐ μόνον διὰ τῆς καταθέσεως ἀρνητικῆς δηλώσεως πρὸς τὴν οἰκείαν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν ἢ τὸ οἰκεῖον Ἐργατικὸν Κέντρον. Κατὰ συνέπειαν ὁ ἐργοδότης, ἢ ὑπόχρεως πρὸς παρακράτησιν θὰ παρακρατήσῃ οὕτως ἢ ἄλλως ἀπὸ ὅλους τοὺς παρ’ αὐτῷ ἐργαζομένους πλὴν τῆς ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας εἰσφορᾶς καὶ τὴν ὑπὲρ τῶν Ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων εἰσφοράν, δὲν θὰ καταθέσῃ ὅμως εἰς τὸν εἰσπράττοντα αὐτὴν Ὀργανισμὸν (ἐν προκειμένῳ τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν, ἥτις ἀνέλαβε τὴν συνείσπραξιν καὶ ἀπόδοσιν τῶν ὑπὲρ τῶν ἐπαγγ. ὀργανώσεων εἰσφορῶν τῶν ἐργαζομένων) τὴν παρακρατηθεῖσαν ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰσφοράν, διὰ τοὺς μισθωτοὺς ἐκείνους, οἵτινες κατέθεσαν εἰς αὐτὸν ἐμπροθέσμως, ἤτοι ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα πρὸ τῆς καταβολῆς τοῦ δώρου Χριστουγέννων, (οὗτινος ἡ καταβολὴ ὁρίζεται συνήθως μέχρι τῆς 2ας Δεκεμβρίου) ἢ κατὰ τὴν πρόσληψιν διὰ τοὺς προσληφθέντας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μηνὸς τούτου, ἀρνητικὴν δήλωσιν». Περαιτέρω προβλέπεται, ὅτι διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργαζόμενος ἤθελε δηλώσει ἄρνησιν, τὸ ποσὸν θὰ ἐπιστρέφεται εἰς τὸ μέλλον, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας. Ἡ ἐγκύκλιος κοινοποιεῖται πρὸς ἅπαντα «Ὑπουργεῖα... ΙΚΑ καὶ ἐργοδοτικὰς καὶ ἐργατικὰς ὀργανώσεις». Δηλαδὴ δίδεται μία ἐκτεταμένη δημοσιότης εἰς τὴν παραγγελίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, διὰ τῆς ὁποίας τοὺς καλεῖ νὰ παρανομήσουν. Διότι διὰ τῆς ἐγκυκλίου ταύτης πραγματοποιεῖται σαφὴς παράβασις τῶν διατάξεων τῆς κειμένης νομοθεσίας. Συγκεκριμένως παραβιάζεται τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου 3239)55 περὶ συλλογικῶν διαφορῶν ἐργασίας, τοῦτο δὲ ἀναφέρεται εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν διώξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας καὶ συνεπῶς συντόμως γίνεται ἡ πρότασις παραπομπῆς. Λέγει δὲ ἡ διάταξις τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 22. «1. Ἀντικείμενον τῆς Γεν. Ἐθνικῆς Συλλογικῆς Συμβάσεως δύναται νὰ εἶναι καὶ ἡ συνομολόγησις ὑποχρεώσεως τῶν ἐργοδοτῶν πρὸς παρακράτησιν τῆς ἐν αὐτῇ ὁριζομένης εἰσφορᾶς συμμετοχῆς εἰς τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις μισθωτῶν...». 2. Κατανέμει τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς. 3. «Τὰ μέλη» τῶν ὀργανώσεων δύνανται διὰ δηλώσεώς των κατατιθεμένης εἰς τὴν ὀργάνωσίν των νὰ ἀρνηθοῦν τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς. Περαιτέρω ὁρίζεται ὑποχρέωσις τῶν ὀργανώσεων νὰ ἀναγγείλουν τὴν δήλωσιν. Σαφῶς προκύπτει ἐκ τῆς διατάξεως, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῆς δηλώσεως γίνεται πρὸς τὴν ὀργάνωσιν ἀπὸ τὸ μέλος της, ἡ δὲ ὀργάνωσις ὀφείλει νὰ τὴν διαβιβάσῃ πρὸς τὸν ἐργοδότην, ὥστε νὰ μὴ λάβῃ χώραν κράτησις. Μετὰ τὸν νόμον ἐπακολουθεῖ ἕνα «ἰντερμέντζο». Ὁ νόμος δὲν ἐφαρμόζεται, διότι εἰς καμμίαν συλλογικὴν σύμβασιν δὲν ἀποτολμᾶται θέσπισις κρατήσεως εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων. Ἀλλὰ γίνεται κἄτι ἄλλο. Διὰ τοῦ νόμου 3755)57, ἄρθρον 14 ὁρίζεται εἰσφορὰ 1% ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας παρακρατουμένη ἐκ τοῦ δώρου. Αὐτὴ ἔκτοτε παρακρατεῖται. Καὶ ἐνῷ ὁ νόμος 3239)55, προβλέπει εἴσπραξιν εἰσφορᾶς μέσῳ Συλλογικῆς Συμβάσεως, τώρα γίνεται πλαγίως διὰ τῆς ὡς ἄνω διατάξεως μέσῳ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν χορηγοῦνται βοηθήματα πρὸς τοὺς ὀργανισμοὺς κατὰ τρόπον μυστηριώδη καὶ ὕποπτον. Διότι κατὰ τὴν παρ. 4 τοῦ Ν. 3755)57 μὲ μίαν ἀκατανόητον, ὕποπτον καὶ ἐν τούτῳ, διατύπωσιν, ἡ Ἐργατικὴ Ἑστία: 4....... δύναται νὰ διαθέσῃ δι’ ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας ποσὸν «ὑπὲρ γενικωτέρων σκοπῶν καὶ μέσων τῶν ἐργατοϋπαλλήλων, ἢ συνδικαλιστικῆς δράσεως, προστασίας ἢ ἀναπτύξεως ἐργατοϋπαλληλικῶν ἐπιδιώξεων καὶ παρακολουθήσεως καὶ μελέτης τῆς ἐξελίξεως τοῦ Συνδικαλισμοῦ». Εἶναι προφανὴς ἡ τάσις διανομῆς ἀργυρίων πρὸς σκοποὺς ξένους πρὸς τὸ βαλάντιον τῶν ἐργαζομένων. Πρέπει νὰ ἀναφέρω, ὅτι μετὰ τὸ 1955 ἐπεχειρήθη νὰ γίνῃ προσθέτως κράτησις ἡμίσεος ἡμερομισθίου βάσει τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ν. 3239 δι’ ἀποφάσεων διαιτητικῶν διοικητικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ κατόπιν προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἠκυρώθησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται μὲ τὸ αἰτιολογικόν, ὅτι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ Συλλογικὴν Σύμβασιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ ἀπόφασις Δ.Δ.Δ. Ἀπὸ τοῦ 1962 ἀρχίζει ἡ νέα πίεσις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Μακρῆς, ὁ Δαλαϊλάμας αὐτὸς τῆς ἐργατικῆς τάξεως, ἐνῷ εἶχεν ἐπιδείξει ἐχθρικὰς διαθέσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶχεν ἐξαπολύσει μύδρους κατ’ αὐτῆς καὶ τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ἐργασίας, εὗρε τὸν τρόπον νὰ προσεγγίσῃ μετὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἤρχισε τὴν πίεσιν διὰ τὸν προσπορισμὸν χρημάτων. Πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν εὑρέθη ὁ τρόπος. Βάσει τῆς παλαιᾶς ἐκείνης διατάξεως τοῦ νόμου 3239, ἡ ὁποία ἐπὶ 7ετίαν ἠδράνει, ὑπογράφεται συλλογικὴ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας προβλέπεται ἡ παρακράτησις ἡμίσεος ἡμερομισθίου ἀπὸ τὸ δῶρον τῶν Χριστουγέννων ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐργαζομένους ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Αὐτὰ προβλέπουν αἱ δύο συλλογικαὶ συμβάσεις. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν, 1ην Ἰουνίου 1962, ὑπογράφεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 57 πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τῆς ὁποίας θεσπίζεται, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον κατεβάλλετο διὰ τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν μειοῦται εἰς τὸ ἥμισυ, συγχρόνως δὲ ὑπογράφεται συλλογικὴ σύμβασις καὶ αὐτὸ τὸ ἥμισυ ποὺ περικόπτεται ἀπὸ τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν δίδεται εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις, προφανῶς διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ πρόσθετος ἐπιβάρυνσις, ποὺ θὰ ἐξήγειρε τοὺς ἐργαζομένους. Ἡ Συλλογικὴ Σύμβασις τῆς 1ης Ἰουνίου 1962 εἰς τὸ ἄρθρον 2 λέγει: «Ἄρθρον 2. 1. Οἱ πάσης φύσεως ἐργοδόται ἀπασχολοῦντες προσωπικόν, ἀναλαμβάνουν τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως παρακρατοῦν (ἐκ τοῦ δώρου) ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ½ τοῦ ἰσχύοντος γενικοῦ κατωτάτου ἡμερομισθίου........». 2. Ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις γίνεται κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 22 τοῦ Ν. 3239. 3. Ἕκαστος «ἐργαζόμενος» δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν κράτησιν καταθέτων δήλωσιν καὶ πρὸς τὴν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν καὶ πρὸς τὸν ἐργοδότην, ἐπέρχεται δέ διὰ τῆς κοινοποιήσεως τῆς δηλώσεως πρὸς τὴν ὀργάνωσίν του ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς κρατήσεως τῆς εἰσφορᾶς». Θὰ πρέπει νὰ γίνῃ μία σύγκρισις μεταξὺ τῶν περιεχομένων ἀφ’ ἑνὸς τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ν. 3239 καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν περιεχομένων εἰς τὴν συλλογικὴν σύμβασιν καὶ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Ν. 3239 εἰς τὸ ὁποῖον καὶ μόνον βασίζεται ἡ συλλογικὴ σύμβασις, διότι ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ νόμου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ κράτησις, ὁμιλεῖ περὶ προσδιορισμοῦ εἰσφορᾶς συμμετοχῆς εἰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις. Προσδιορίζεται δηλαδὴ σαφῶς ἀπὸ τὸν νόμον, ὅτι πρόκειται περὶ εἰσφορᾶς μετεχόντων εἰς ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν. Ἑπομένως θὰ πληρώνουν μόνον ἐκεῖνοι ποὺ εἶναι ὡργανωμένοι εἰς κἄποιαν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν. Εἰς τὴν παράγραφον μάλιστα 4 λέγει, ὅτι τὰ «μέλη» τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων δύνανται νὰ ἀρνηθοῦν τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς. Ὅπως βλέπετε, ὁμιλεῖ καὶ πάλιν περὶ συνδικαλισμένων, ἑπομένως μόνον οἱ ἐργαζόμενοι, οἱ ὁποῖοι μετέχουν εἰς τὴν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν περιλαμβάνονται, καὶ μόνον δι’ αὐτοὺς ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Προβλέπεται, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἐπαγγελματικὴ ὀργάνωσις ὑποχρεοῦται νὰ βεβαιώσῃ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ μέλους της, ὅτι ἐξεπλήρωσε τὰς ἔναντι αὐτῆς ὑποχρεώσεις καὶ νὰ ὑποβάλῃ ἀμελλητὶ τὴν αἴτησιν ἀρνήσεως καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς εἰς τὸν ἐργοδότην, προφανῶς διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ καταβολὴ τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς. Αὐτὰ προβλέπει ὁ νόμος. Τώρα τὶ ἔκανε ἡ συλλογικὴ σύμβασις; Πρῶτον, ἐνῷ ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ τῶν ὠργανωμένων ἐργατῶν εἰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις, ἡ συλλογικὴ σύμβασις περιέλαβεν ὅλους τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς καὶ περαιτέρω λέγει, ὅτι ἡ δήλωσις τῆς ἀρνήσεως καταβολῆς θὰ γίνεται ἀπὸ ἕκαστον «ἐργαζόμενον» καὶ ὄχι ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει ἀπὸ ἕκαστον «μέλος» τῆς ὀργανώσεως. Ὑπάρχει καταφανὴς παρέκκλισις τῆς συλλογικῆς συμβάσεως ἀπὸ τὸν νόμον. Καὶ περαιτέρω ἔρχεται ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας καὶ προβλέπει κράτησιν ἡμίσεος ἡμερομισθίου ἀπὸ πάντας τοὺς ἐργαζομένους, ὑπαγομένους ἢ μὴ εἰς ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν. Ἐὰν οἱοσδήποτε ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔριχνε μία ματιὰ εἰς τὸν νόμον, δὲν θὰ τοῦ ἔμενε καμμία ἀμφιβολία, ὅτι δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν κράτησιν οἱ ἐργαζόμενοι μὴ μέλη ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Ἑπομένως δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ παρανόμως ἀπηύθυνε τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν προανέφερα περὶ κρατήσεως ἀπὸ κάθε ἐργαζόμενον ἡμίσεος ἡμερομισθίου, ἀνεξαρτήτως ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι μέλος ἐπαγγελματικῆς ὀργανώσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παράβασις νόμου. Δεύτερον, εἰς τὴν ἐγκύκλιον ἀναφέρεται, ὅτι ἡ δήλωσις τῆς ἀρνήσεως τῆς καταβολῆς θὰ πρέπει νὰ γίνῃ μέχρι τῆς 22 Νοεμβρίου 1962, δηλαδὴ ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἡμερομηνίας καταβολῆς τοῦ δώρου τῶν Χριστουγέννων. Ἀλλὰ ἡ καταβολὴ τοῦ δώρου οὐδέποτε γίνεται μέχρι τῆς 22ας Δεκεμβρίου. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ ἐγκύκλιοι τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας καθορίζουν, ὅτι ἡ καταβολὴ τοῦ δώρου γίνεται εἰς δύο δόσεις ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη γίνεται πρὸ τῶν Χριστουγέννων καὶ ἡ δευτέρα τὴν 10ην Ἰανουαρίου. Αὐτὸ γίνεται κατὰ κανόνα καὶ τὸ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, εἰς τὴν ἐγκύκλιόν του, ὅτι αἱ δηλώσεις ἀρνήσεως καταβολῆς πρέπει νὰ γίνουν μέχρι τῆς 22ας Νοεμβρίου ἀποτελεῖ παγίδευσιν τῶν ἐργαζομένων, διὰ νὰ μὴ δυνηθοῦν νὰ ὑποβάλλουν δηλώσεις ἀρνήσεως καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς. Τέλος προβλέπει ἡ ἐγκύκλιος, ὅτι ἡ κράτησις θὰ γίνῃ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐργαζομένους ὅπως ὁρίζει ἡ συλλογικὴ σύμβασις καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ μέλη ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποβολῆς δηλώσεως ἀρνήσεως καταβολῆς. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὁτιδήποτε καὶ ἂν λεχθῇ δι’ ὅσα ἀνέφερα, ἡ ἐντολὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας νὰ κρατηθῇ ἡ εἰσφορὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀρνηθέντας νὰ τὴν καταβάλλουν, ἀποδεικνύει τὸν δόλον των καὶ συγχρόνως τὴν παραβίασιν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νόμου 3239 καὶ σειρᾶς διατάξεων ἄλλων νόμων. Διότι ἡ ἐντολὴ νὰ κρατηθῇ ἡ εἰσφορὰ ἀπὸ τοὺς ἀρνηθέντας ὠθεῖ τοὺς ἐργοδότας εἰς παράβασιν τῆς ποινικῆς διατάξεως τοῦ Ν. 690, τῆς καθυστερήσεως δηλ. ἀποδοχῶν τοῦ ἐργαζομένου, παρανόμως. Παραβιάζεται ἐπίσης ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 184 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ ἄρθρα 243 καὶ 244. Τὸ ἄρθρον 184 προβλέπει περὶ προκλήσεως εἰς διάπραξιν ἀδικημάτων καὶ τὰ ἄρθρα 243 καὶ 244 προβλέπουν περὶ εἰσπράξεων παρ’ ὑπαλλήλων παρανόμως διαφόρων δικαιωμάτων. Περαιτέρω ἡ παράβασις τοῦ ἄρθρου 259 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος διὰ παράβασιν καθήκοντος ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, παροτρύνοντος δημοσίᾳ τρίτους νὰ παραβοῦν κειμένας διατάξεις. Περαιτέρω ἡ ἐντολὴ νὰ εἰσπραχθῇ ἡ εἰσφορὰ καὶ ἀπὸ τοὺς μὴ ἀνήκοντας εἰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις παραβιάζει τὰ ἄρθρα 2, 3, 5 καὶ 6 τῆς ὑπ’ ἀριθ. 87 Διεθνοῦς Συμβάσεως Ἐργασίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐργαζόμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγγραφῇ ἢ νὰ μὴ ἐγγραφῇ εἰς τὰς ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις καὶ νὰ ὑπαχθῇ ἢ ὄχι εἰς ἀντιστοίχους ὑποχρεώσεις. Καὶ ὅταν ὁ κ. Μακρῆς διέγραψεν ὡρισμένα σωματεῖα ἐργατῶν ἀπὸ τὴν Γ.Σ.Ε.Ε., πῶς καλεῖ τοὺς ἐργάτας τῶν σωματείων αὐτῶν νὰ πληρώσουν αὐτὸ τὸ χαράτσι; Ἀλλὰ ἐδῶ χρειάζεται μία διαστολή. Ἄλλο ἡ συλλογικὴ σύμβασις ἐργασίας, ἡ ὁποία προστατεύει ἢ δὲν προστατεύει τὰ συμφέροντα τῶν ἐργαζομένων καὶ ἄλλο ὁ συνδικαλισμὸς καὶ ἡ συνδικαλιστικὴ ὀργάνωσις.
§43Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ποῖος ὑπέγραψε τὴν συλλογικὴν σύμβασιν;
§44Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Φώτης Μακρῆς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας.
§45Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἄρα ἡ Συνομοσπονδία.
§46Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὴν ἀκούσητε τὴν Συνομοσπονδίαν. Εἶναι προφανές, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει παράβασις τῶν διατάξεων αὐτῶν διὰ τῆς ἐγκυκλίου, τὴν ὁποίαν ἐξέδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, διὰ τῆς ὁποίας ὑποχρεώνει τοὺς πάντας ἐγγεγραμμένους καὶ μὴ εἰς σωματεῖα καὶ ἀρνηθέντας τὴν καταβολὴν καὶ διαγραφέντας ἐκ τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας νὰ καταβάλλουν τὴν εἰσφοράν, χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα δικαίωμα. Ἀλλὰ ἀκόμη, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη Συνομοσπονδία τοῦ κ. Γονῆ καὶ διπλαῖ ὀργανώσεις. Πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς καθιερώνει ὅτι ὑπάρχει μόνον μία Γενικὴ Συνομοσπονδία, ἡ ὁποία ἔτσι οὐσιαστικῶς ἀναγορεύεται εἰς Κρατικήν; Ἀλλὰ καὶ αἱ συνθῆκαι ὑφ’ ἃς ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος ἀποδεικνύουν τὸν δόλον τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας. Ὁ νόμος 4204 προβλέπει, ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι δικαιοῦνται νὰ ἱδρύσουν ἐπαγγελματικὰς ὀργανώσεις καὶ νὰ συντάξουν ἄνευ παρεμβολῆς τῆς διοικήσεως, τὸ καταστατικόν των, τὸ ὁποῖον θὰ προβλέπῃ τὰ τῆς λειτουργίας τοῦ σωματείου. Καὶ ὅταν γίνωνται τὰ καταστατικὰ αὐτὰ προβλέπεται μία εἰσφορὰ τῶν μελῶν ὑπὲρ τοῦ σωματείου. Ἡ εἴσπραξις τοῦ ἐπὶ πλέον χαρατσίου εἶναι ἀπαράδεκτος μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς κειμένης νομοθεσίας. Διατὶ ἐδῶ ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ ἀρνητικῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐνδιαφερομένου σχετικῶς μὲ τὸ ἥμισυ ἡμερομίσθιον ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τοῦ κ. Μακρῆ; Κύριοι βουλευταί, τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον ἐκίνησεν εἰς τὴν ἔκδοσιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, εἶναι αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς παραβιάσεως πάσης ἐννοίας νομιμότητος τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ τελευταίως εἰς τὴν δημοσίαν ζωὴν τῆς χώρας καὶ πρὸ πάντων εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ἐργατικὰ ζητήματα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ νὰ σᾶς ὑπομνήσω μίαν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἰωαννίνων Παπαμαριᾶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, φέρουσαν ἡμερομηνίαν 26.10.1959. Λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ταύτην ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τὰ ἑξῆς: «Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν ὑμῶν τὰ κάτωθι: Κατὰ τὴν ἐπὶ διετίαν καὶ πλέον ἐνάσκησιν τῶν εἰσαγγελικῶν καθηκόντων μας ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ νομοῦ Ἰωαννίνων, προέβημεν εἰς τὴν δυσάρεστον διαπίστωσιν, ὅτι ἡ κειμένη ἐργατικὴ νομοθεσία, ἡ ἀναγομένη ἰδίᾳ εἰς τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἐργαζομένων ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν ἐν γένει, καταφώρως καταστρατηγεῖται ὑπὸ τῆς πλειονότητος τῶν ἐργοδοτῶν οἵτινες προβάλλοντες ὡς ἀπειλὴν τὸ ὑπὸ τοῦ Ν. 3198)55 παρεχόμενον αὐτοῖς δικαίωμα τῆς ἀμέσου ἀπολύσεως τῶν μισθωτῶν των, ἀδιστάκτως καὶ ἀπροκαλύπτως παρακρατοῦν μέγα μέρος τῶν νομίμων ἀποδοχῶν των κυμαινόμενον ἀπὸ 30% ἕως 60% ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῆς ἀπληστίας καὶ τῆς ἀσυνειδησίας ἑκάστου ἐργοδότου. Δὲν ἀποτελεῖ ὑπερβολὴν τὸ νὰ τονισθῇ ἐν προκειμένῳ, ὅτι ἡ ἐγκληματικὴ αὕτη παρανομία τείνει νὰ λάβῃ μορφὴν καθολικότητος, δεδομένου, ὅτι καὶ σοβαραὶ εἰσέτι ἐργοδοτικαὶ ἐπιχειρήσεις ὡς τεχνικαὶ ἑταιρεῖαι, συγκοινωνιακαὶ ἐπιχειρήσεις ἰδιωτικαὶ κλινικαί, ξενοδοχειακαὶ καὶ λοιπαὶ ἐπιχειρήσεις, κατὰ κανόνα μὲ ἐλαχίστας ἐξαιρέσεις, ἐνσυνειδήτως καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ «δικαίου τοῦ ἰσχυροτέρου» ἐκμεταλλεύονται καὶ ἀδικοῦσι κατὰ τὸν ἀνωτέρω τρόπον τοὺς παρ’ αὐταῖς τιμίως προσφέροντας τὴν ἐργασίαν των. Ἡμερομίσθια 38 καὶ 28 δραχμαί. Διὰ νὰ καταδειχθῇ ἡ ἔκτασις τῆς τοιαύτης ἐγκληματικότητος, ἀξίζει νὰ σημειωθῇ ἐνταῦθα, ὅτι τοῦ ἀνωτέρου κανόνος δὲν ἀπετέλεσαν ἐξαίρεσιν μηδὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἑταιρείας «ΦΙΞ», οἵτινες, ἀπασχολοῦντες ἐν τῇ περιφερείᾳ Ἰωαννίνων ἐργάτας πρὸς παραγωγὴν λυκίσκου προοριζομένου διὰ τὴν βιομηχανίαν τῆς ὡς ἄνω ἑταιρείας, κατέβαλον αὐτοῖς ἡμερομίσθιον δραχμῶν 27 (διὰ τὰς γυναῖκας) καὶ 38 (διὰ τοὺς ἄνδρας) γεγονὸς ὅπερ προεκάλεσε τὴν ἐπέμβασίν μας διὰ τὴν ποινικὴν δίωξιν τῶν ἀνωτέρω ἀντιπροσώπων τῆς ἑταιρείας ταύτης. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἵτινες μετεβλήθησαν εἰς πραγματικὴν μάστιγα τῶν μισθωτῶν των, ἀσεβοῦντες συστηματικῶς οὐ μόνον πρὸς τὰς ὑφισταμένας περὶ ἀποδοχῶν διατάξεις τῶν συλλογικῶν συμβάσεων, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς τοιαύτας τῆς κειμένης νομοθεσίας περὶ ἐτησίων ἀδειῶν καὶ ἑβδομαδιαίας ἀναπαύσεως τῶν ἐργαζομένων εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν λεωφορείων, ὑπεραστικῶν καὶ ἀστικῶν, οἵτινες ἐπάγοντες ὡς ἀπειλὴν κατὰ τῶν παρ’ αὐτοῖς ὡς ὁδηγῶν καὶ εἰσπρακτόρων ἀπασχολουμένων μὲ τὴν ἐκ τῆς ἐργασίας των ἄμεσον ἀπόλυσιν, τοὺς ἐξαναγκάζουν ὅπως καταβάλλουν αὐτοῖς κατὰ μῆνα μέγα μέρος τῶν παρὰ τοῦ Ταμείου τῶν ΚΤΕΛ νομίμως εἰσπραττομένων ἀποδοχῶν των. Τὴν παρανομίαν ταύτην, καθολικὴν οὖσαν ἐν προκειμένῳ, ἠδυνήθημεν νὰ ἐπισημάνωμεν ἀπὸ ἔτους περίπου καὶ μετὰ κόπου νὰ βεβαιώσωμεν ἀνακριτικῶς κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον οἱασδήποτε ἀμφισβητήσεως ὑπὲρ τοὺς πεντήκοντα δὲ παραβάται παρεπέμφθησαν ἤδη ἀμετακλήτως εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἰωαννίνων, ἵνα δικασθῶσιν (ἄρθρον 385 ἐδάφ. βʹ Π.Κ.) ἐπὶ παραβάσει τοῦ Α. Ν. 690)1945 κατὰ τὴν δικάσιμον τῆς 17ης Νοεμβρίου. Ἐκβιάσεις καὶ παρανομίαι. Κρίνομεν σκόπιμον νὰ σημειώσωμεν ἐπὶ τούτοις, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ πρὸς τοὺς νόμους περιφρόνησις τῶν ἀνωτέρω, ὥστε οὐ μόνον δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τὰς πρὸ πάσης ποινικῆς διώξεως ἀπευθυνθείσας παρ’ ἡμῶν συστάσεις πρὸς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τοῦ 2ου ΚΤΕΛ Ἰωαννίνων, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔτι περισσότερον ἀποθρασυνθέντες καὶ τὴν οἰκονομικὴν καὶ «πολιτικὴν» αὐτῶν ἰσχὺν διατυμπανίζοντες, ἐξακολουθοῦσι μέχρι σήμερον τὸ ἐγκληματικόν των ἔργον, ἀπειλοῦντες τοὺς πάντας καὶ ἰδίᾳ τοὺς μισθωτούς των, πολλῶν τῶν ὁποίων ἡ ἀπόλυσις μετὰ τὸ πέρας τῆς δίκης δέον νὰ θεωρηθῇ βεβαία, ἐὰν ὡς ἔντιμοι πολῖται ἐπιμείνωσιν ἐπ’ ἀκροατηρίου εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων. Φρονοῦντες, ὅτι ἡ ἐγκληματικὴ αὕτη συμπεριφορὰ ἀσυνειδήτων ἐργοδοτῶν, φυσικῶν καὶ νομικῶν προσώπων, ἐκτεινομένη κατὰ βασίμους πληροφορίας καὶ πέραν τῆς ἡμετέρας περιφερείας, ἐγκυμονεῖ ὑψίστους κινδύνους καὶ κοινωνικοὺς καὶ ἐθνικούς, ἐθεωρήσαμεν ὑποχρέωσιν μας νὰ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν ἵνα, ἐφ’ ὅσον κρίνητε σκόπιμον, λάβητε ἐν τῇ ὑμετέρᾳ ἁρμοδιότητι ἀποτελεσματικὰ νομοθετικὰ καὶ διοικητικὰ μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς οὑτωσὶ ἀδικουμένης καὶ καταδυναστευομένης ἐργατικῆς τάξεως». Διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, κύριοι βουλευταί, ἀποδίδεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει καθημερινῶς εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἐργατῶν. Ἡ διοίκησις ὄχι μόνον δὲν λαμβάνει οὐδὲν μέτρον διὰ τὴν πάταξιν αὐτοῦ τοῦ πνεύματος, τοῦ πνεύματος τῆς καταστρατηγήσεως τῶν ἐργατικῶν διατάξεων, ἀλλὰ τοὐναντίον εὐνοεῖ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν ἐργαζομένων. Μετὰ τὴν συμφωνίαν Κυβερνήσεως–Μακρῆ διὰ τὴν παρακράτησιν τοῦ ἡμίσεος ἡμερομισθίου ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τοῦ κ. Μακρῆ, εὑρισκόμεθα, κύριοι βουλευταί, πρὸ τοῦ ἑξῆς καταπτύστου φαινομένου. Ὅλαι αἱ ἐργατικαὶ ὀργανώσεις παρεμβάλλουν μύρια προσκόμματα καὶ ἐν τέλει ἀρνοῦνται νὰ παραλάβουν τὰς δηλώσεις τῶν ἐργαζομένων, διότι δὲν συγκατατίθενται εἰς τὴν παρακράτησιν τοῦ ἡμίσεος αὐτοῦ ἡμερομισθίου.
§47Ε. ΣΑΚΕΛΛΑΡΗΣ. Ὅσον ἀφορᾶ, κύριε συνάδελφε, τὴν ἀντίδρασιν τῶν ἐργατικῶν ὀργανώσεων, νὰ παραλάβουν τὰς δηλώσεις τῶν ἐργατῶν, τὰς σχετικὰς μὲ τὴν παρακράτησιν τοῦ ἡμίσεος ἡμερομισθίου ὑπὲρ τῆς Ὀργανώσεως τοῦ κ. Μακρῆ, ἔχω εἰς χεῖρας μου μίαν ἐπιστολὴν χρονολογουμένην ἀπὸ 17.11.1962 ἑνὸς ἐργάτου τῆς πόλεως Βόλου, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: «Βόλος 17.11.1962 Εἶμαι ἕνας ἁπλὸς ἐργάτης οἰκοδόμος. Σύμφωνα μὲ τὸ δικαίωμα ποὺ μοῦ παρέχει ἡ τελευταία Ἐθνικὴ Συλλογικὴ Σύμβασις Ἐργασίας τῆς 1ης Ἰουλίου 1962 (ἄρθρ. 2 παρ. 4), πῆγα στὸ Ἐργατικὸ Κέντρο μὲ ἄλλους συναδέλφους γιὰ νὰ καταθέσω στὸ Σωματεῖο μου δήλωση ἀρνήσεως καταβολῆς τοῦ ½ ἡμερομισθίου ποὺ ἀφορᾶ τὴν προαιρετικὴ εἰσφορὰ πρὸς τὶς συνδικαλιστικὲς ὀργανώσεις. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου συνάδ. Διονύσιος Μακρῆς ποὺ ἀντελήφθη τὴν πρόθεσή μου ἐξεμάνη ἐπετέθη ἐναντίον μου μοῦ ἀπέσπασε τὴν δήλωση καὶ ἄρχισε νὰ μὲ γρονθοκοπῇ καὶ νὰ μὲ βρίζῃ. Ἡ ἀπρόκλητη αὐτὴ ἐπίθεση δημιουργεῖ εὔλογα τὰ ἐρωτήματα: Γιατί ὁ Πρόεδρος τοῦ Ε.Κ.Β. ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ βασικὸς τηρητὴς τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας μὲ ἐμπόδισε νὰ ἐκτελέσω ἕνα νόμιμο δικαίωμα καὶ πολὺ περισσότερο γιατὶ κατρακύλησε, ἡγέτης αὐτὸς τῆς ἐργατικῆς τάξεως τοῦ Βόλου, στὸ ἐπίπεδον ἑνὸς κοινοῦ τραμπούκου». Αὐτὰ συνέβησαν μὲ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Βόλου. Φαντασθῆτε τί γίνεται μὲ τοὺς πάρα κάτω.
§48Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πράγματι, κύριοι βουλευταί, ἡ ἀντίδρασις τῶν Ἐργατικῶν Κέντρων καὶ τῶν Ἐργατικῶν Ὀργανώσεων, νὰ παραλάβουν τὰς δηλώσεις τῶν ἐργατῶν, ὑπῆρξε μεγάλη. Ἕνεκα τούτου ὑπῆρξαν πολλαὶ περιπτώσεις ποὺ οἱ ἐργάται ἐπέδωσαν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος τὰς δηλώσεις των ἀκόμη δὲ ὑπῆρξαν καὶ περιπτώσεις ποὺ ἐθυροκολλήθησαν εἰς τὰ Ἐργατικὰ Κέντρα αἱ δηλώσεις, διότι οἱ ἁρμόδιοι ἠρνήθησαν νὰ τὰς παραλάβουν. Ἔχω εἰς χεῖρας μου πολλὰς τοιαύτας ἐξωδίκους δηλώσεις καὶ διαμαρτυρίας ὑπογραφομένας ὑπὸ ἑκατοντάδων ἐργατῶν, εἰς τὰς ὁποίας οἱ ἐργάται αὐτοὶ διαμαρτύρονται, διότι ἠρνήθη τὸ Κέντρον νὰ παραλάβῃ τὰς δηλώσεις των, περὶ μὴ καταβολῆς τοῦ ἡμίσεος ἡμερομισθίου ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τοῦ κ. Μακρῆ καὶ ἐπιδίδουν διὰ τοῦ κλητῆρος τὰς δηλώσεις αὐτὰς πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, διότι τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον ἠρνήθη νὰ τὰς παραλάβῃ καὶ ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κλητῆρα. Ὑπάρχει σειρὰ τοιούτων δηλώσεων ἡ ὑπόμνησις τῶν ὁποίων θὰ ἀπῄτει χρόνον μακρόν. Καὶ εἰς ἐπιστέγασμα αὐτῆς τῆς καταπτύστου τακτικῆς ἔρχεται μία ἐπαίσχυντος ἀνακοίνωσις τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., εἰς τὴν ὁποίαν χαρακτηρίζεται ὡς κομμουνιστὴς πᾶς ἀντιδρῶν εἰς αὐτὸ τὸ χαράτσι ὑπὲρ τῆς ὀργανώσεως τοῦ κ. Μακρῆ. Ἰδοὺ ἡ ἀνακοίνωσις ὅπως καταχωρεῖται ἐντὸς πλαισίου εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐργατικὸ Βῆμα» τοῦ κ. Μακρῆ: «Αὐτοὶ ποὺ πολέμησαν τὴν συνδικαλιστικὴ εἰσφορὰ δὲν μπορεῖ οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ παραμείνουν μέλη τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανισμῶν. Μὲ τὴν στάσιν τους ἔταξαν ἑαυτοὺς ἐκτὸς ὀργανώσεων. Μὲ τὴν τακτικήν τους ἐτοποθετήθησαν ἔξω τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., καὶ τῶν νομίμων συνδικαλιστικῶν ὀργανισμῶν. Μὲ τὴν πολεμική τους ἀπέδειξαν, ὅτι εἶναι ὀπαδοὶ τοῦ ὁλοκληρωτικοῦ συνδικαλισμοῦ». Καὶ ἐρωτῶ, πάντα καλῆς πίστεως ἄνθρωπον. Ἀποτελοῦν αὐτὰ ἢ ὄχι παράβασιν τοῦ νόμου 3239 καὶ προσπάθειαν τῶν ἁρμοδίων νὰ στραγγαλίσουν ἕνα δικαίωμα τῶν ἐργαζομένων τὸ ὁποῖον ἔχει καθιερωθῆ διὰ τοῦ νόμου; Ἐρωτῶ, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἐδέχθη νὰ συνδράμῃ αὐτὴν τὴν ἀνίερον καὶ κατάπτυστον τακτικήν; Εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθοῦν, ὅτι ἔθεσαν ἑαυτοὺς ἐκτὸς συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων, ὅσοι ἤσκησαν νόμιμον δικαίωμά των; Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα δὲν ἔφεραν ἀποτελέσματα. Κατὰ χιλιάδας οἱ ἐργαζόμενοι κοινοποιοῦν δηλώσεις ἀρνήσεως. Τὸ χαράτσι κινδυνεύει. Καὶ ἔρχεται εἰς σωτηρίαν ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, γνωρίζοντος, ὅτι ἔλαβε χώραν καταπάτησις τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐργατῶν, νὰ εὕρῃ ἄλλον δρόμον καὶ νὰ πῇ, ὅτι «κάνετε ὅ,τι θέλετε, σεῖς, ἐγὼ θὰ σᾶς τὰ κρατήσω. Ὅλοι θὰ πληρώσουν». Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία, ὅτι καὶ παράβασις τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας ὑπάρχει καὶ δόλος ἐπ’ αὐτῆς τῆς παραβάσεως. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικώτερον ὁ Ὑπουργὸς Ἐργασίας, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, τῆς ἀναγκαστικῆς τοὐτέστιν καταβολῆς δικαιωμάτων τῶν ἐργαζομένων πρὸς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε., ἐξαγοράζονται αἱ συνειδήσεις τῶν συνδικαλιστῶν, πρᾶγμα ποὺ σημαίνει, ὅτι καταβάλλεται προσπάθεια νὰ ἐπιτύχῃ διὰ πράξεων παρανόμων τὴν ἀπὸ μέρους τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. ἀπόλυτον παράλυσιν πάσης συνδικαλιστικῆς ἀντιδράσεως πρὸς τὴν κυβερνητικὴν «εὐημερίαν». Διότι, κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα εἶναι ἁπλοῦν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀρνηθοῦν καὶ μὲ τὸν Ν. 3239. Ἔχει χρέος ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ διευκολύνῃ ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ ἐπιθυμεῖ, νὰ ἀρνηθῇ. Ἄν, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴν εὐθύτητα, θὰ ἔπρεπε αὔριον τὸ πρωῒ νὰ κυκλοφορήσῃ νέα ἐγκύκλιος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ἡ ὁποία ἀντὶ τοῦ ἀντεργατικοῦ περιεχομένου τῆς ἤδη ὑπαρχούσης, νὰ λέγῃ «δύναται πᾶς ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ καταβάλῃ τὴν εἰσφοράν». Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς θέτω ἕνα ἐρώτημα εὐθέως, ἐὰν ὑπάρχῃ στοιχειῶδες ἔναντι τῶν ἐργαζομένων ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἀντιστρέψωμεν τὸ ἐρώτημα καὶ εἴπωμεν ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ πληρώσουν τὴν εἰσφοράν, ἂς ὑποβάλουν δηλώσεις, φρονεῖτε, ὅτι θὰ ὑπῆρχον πολλοὶ καὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη, ποὺ νὰ δεχθοῦν; Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ τολμηθῇ τοιοῦτον τι, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι οὐδεὶς θὰ δεχθῇ νὰ πληρώσῃ αὐτὸ τὸ χαράτσι. Ἀλλὰ χωρὶς αὐτὸ τὸ χαράτσι, χωρὶς αὐτὰ τὰ ἀργύρια τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἐργατοκαπήλων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ ὁ Μακρῆς. Διότι ὁ Μακρῆς θέλει αὐτοκίνητα Ι.Χ., ποὺ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθοῦν ἂν δὲν ἐξασφαλισθοῦν αὐτὰ τὰ ἀργύρια ὑπὲρ τῶν ἐργατοκαπήλων ποὺ καταπροδίδουν τὰ συμφέροντα τῶν ἐργαζομένων. Ἐὰν θέλετε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀποδείξητε τὴν καλήν σας πίστιν, νὰ ἐκδώσητε αὔριον μίαν νέαν ἐγκύκλιον ἐξασφαλίζουσαν τὰ δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων τῶν ἀρνουμένων τὴν εἰσφορὰν τῶν ἐργατῶν, εἰσφορὰν προερχομένην ἐκ τοῦ τιμίου αἵματος τῶν ἐργατῶν ὑπὲρ τῶν ἐργατοκαπήλων. Ἂν δὲν τὸ κάμνετε, εἶναι ἀνάγκη νὰ διερευνηθῇ αὐτὴ ἡ ὄζουσα ὑπόθεσις δικαστικῶς. Ὁ κακοήθης ὄγκος τῆς ἐργατοκαπηλίας πρέπει νὰ καθαρθῇ ἀπὸ τὸ ὑγιὲς σῶμα τῶν ἐργαζομένων Ἑλλήνων. Καὶ ἡ κάθαρσις πάντως θὰ ἐπέλθῃ ἀργότερον ὁπωσδήποτε. Δὲν θὰ ἐπέλθῃ ὅμως μόνον ἐναντίον τῶν ἀμέσως καπηλευομένων καὶ προδιδόντων τὴν ἐργατικὴν τάξιν, ἀλλὰ καὶ κατὰ πάντων τῶν βοηθούντων αὐτούς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§49Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἀπὸ μέρους τῆς Ε. Κ., τὴν ἑξῆς δήλωσιν: «Ἡ Ε. Κ. δηλοῖ, ὅτι ἀποκρούει τὴν ἐπιβολὴν ὡς ὑποχρεωτικῆς τῆς εἰσφορᾶς τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων. Τὴν ἄποψίν της, περὶ καθιερώσεως ὡς προαιρετικῆς τῆς εἰσφορᾶς ταύτης, ὑπεστήριξε κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐργασίας, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Συλλογικῶν Συμβάσεων Ἐργασίας κλπ.» καὶ θὰ ὑποστηρίξῃ ἐπιμόνως ἐν συνεχείᾳ καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, θεωρεῖ τὴν παρακράτησιν τῆς εἰσφορᾶς, εἰς περίπτωσιν ὑποβολῆς ἀρνητικῆς δηλώσεως, ὡς παράνομον».
§50Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριοι βουλευταί, ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις πάσχει ἀναμφισβητήτως ἀπὸ ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι θεμελιοῦν τὸ ἀπαράδεκτον ταύτης. Θὰ παρίδω πρὸς στιγμὴν τοῦτο καὶ θὰ εἰσέλθω κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν οὐσίαν. Πρὶν ἀπὸ ὅλα, εἶναι ἀνάγκη νὰ διερευνηθοῦν αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος καὶ δή, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν στηρίζωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐὰν δηλαδὴ ἀποτελοῦν παράβασιν νόμου ἢ ὄχι καὶ συνεπῶς, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ στηριχθῇ ἡ αἴτησις καταδιώξεως, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ταῦτα ἔχωνται ἀληθείας. Καὶ μόνη ἡ ἀνάγνωσις τῶν δύο κειμένων τοῦ σχετικοῦ ὅρου τῆς συλλογικῆς συμβάσεως καὶ τῆς ἐγκυκλίου, ἐν συνεχείᾳ, ὁλοκλήρου ὅμως καὶ ὄχι μέχρις ἐκεῖ ποὺ ἐσταμάτησε τὴν ἀνάγνωσιν ὁ κ. Ἡλιόπουλος, πείθει περὶ τῆς ἀναληθείας. Ὁ κ. Ἡλιόπουλος ὅμως, ἵνα στηρίξῃ τοὺς συλλογισμούς του, ἠναγκάσθη νὰ σταματήσῃ εἰς ἕνα ὡρισμένον σημεῖον καὶ νὰ διακόψῃ μίαν πρότασιν εἰς τὴν μέσην. Σᾶς διαβάζω λοιπὸν ὁλόκληρον τὴν πρότασιν, διὰ νὰ ἔχετε τὴν συνέχειαν καὶ νὰ διαγνώσητε τὴν ἀλήθειαν: «Κατὰ συνέπειαν, ὁ ἐργοδότης ἢ ὁ ὑπόχρεος πρὸς παρακράτησιν, θὰ παρακρατήσῃ οὕτως ἢ ἄλλως ἀπὸ ὅλους τοὺς παρ’ αὐτῷ ἐργαζομένους, πλὴν τῶν ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας εἰσφορῶν καὶ τὴν ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων τοιαύτην. Δὲν θὰ καταθέσῃ ὅμως εἰς τὸν εἰσπράττοντα αὐτὴν ὀργανισμόν, ἐν προκειμένῳ τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν, ἥτις ἀναλαμβάνει τὴν εἴσπραξιν καὶ ἀπόδοσιν τῶν δυνάμει τῶν ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰσφορῶν τῶν ἐργαζομένων, τὴν παρακρατηθεῖσαν ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰσφορὰν διὰ τοὺς μισθωτοὺς ἐκείνους, οἵτινες κατέθεσαν εἰς αὐτοὺς ἐμπροθέσμως, ἤτοι ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα πρὸ τῆς καταβολῆς τοῦ δώρου τῶν Χριστουγέννων ἢ κατὰ τὴν πρόσληψιν διὰ τοὺς προσληφθέντας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μηνός, ἀρνητικὴν δήλωσιν». Θὰ τὴν παρακρατήσῃ δηλαδὴ ὁ ἐργοδότης, ἀλλὰ δὲν θὰ τὴν παραδώσῃ εἰς τὸ εἰσπράττον ὄργανον. Καὶ ἐν συνεχείᾳ «Ἡ παρακρατηθεῖσα συνδικαλιστικὴ εἰσφορὰ...... (ἀναγινώσκει)......». Διατὶ ἔγινεν αὐτὴ ἡ ἐγκύκλιος; Διότι ἡ συλλογικὴ σύμβασις ἔχει τὰ δύο τελευταῖα ἐδάφια τῆς παραγράφου 4 τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ πρῶτον ἐδάφιον λέγει, ὅτι «ἕκαστος ἐργαζόμενος δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν κράτησιν δι’ ἀτομικῆς ἐγγράφου δηλώσεώς του κατατεθειμένης εἰς τὸν οἰκεῖον ἐργοδότην τὸ βραδύτερον ἕνα μῆνα πρὸ τῆς καταβολῆς τοῦ δώρου τῶν Χριστουγέννων καὶ εἰς περίπτωσιν προσλήψεως μισθωτοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μηνὸς τούτου, ἡ δήλωσις γίνεται μετὰ τὴν πρόσληψιν». Ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ ἐργαζομένου ἐκ τῆς καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς ἐπέρχεται διὰ τῆς «.... (ἀναγινώσκει) ...». Ἑπομένως, αἱ εἰς ἃς κατετέθησαν αἱ δηλώσεις αὗται ὀργανώσεις, ὀφείλουν νὰ διαβιβάσουν τὸ ταχύτερον εἴτε τὰς ἰδίας ταύτας, εἴτε κεκυρωμένα ὑπ’ αὐτῶν ἀντίγραφα τούτων εἰς τὸν ἐνεργοῦντα τὴν εἴσπραξιν τῆς εἰσφορᾶς ὀργανισμόν, ἵνα οὗτοι ἐπιφέρουν ἐγκαίρως τὰς σχετικὰς μεταβολάς. Τί λέγει ἡ ἐγκύκλιος; Ἀκριβῶς τὰ ἴδια. Διατὶ δὲ τὰ λέγει; Διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁ ὀργανισμός, ἀπὸ ποῖον θὰ εἰσπράξῃ καὶ ποῖον θὰ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς. Διότι ἄλλως ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ δημιουργηθοῦν προστριβαὶ μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων καὶ ἐργοδοτῶν καὶ περαιτέρω ἀγωγαὶ τῶν ὀργανώσεων ἐναντίον τῶν ἐργοδοτῶν, διότι δὲν ἐτήρησαν τὴν διαδικασίαν ἢ καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐκτεθοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Περαιτέρω ἔκαμεν ἕνα νομικὸν ἀκροβατισμὸν ὁ κ. Ἡλιόπουλος καὶ εἶπεν, τοῦ ἐπιτρέπω δὲ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον νὰ συμπληρώσῃ τὴν πρότασίν του, ὅτι τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου 3239 καθορίζει ἄλλον τρόπον διαδικασίας, τὸν ὁποῖον ὑπερβάλλει ἡ συλλογικὴ σύμβασις καὶ κατὰ τοῦτο οἱ ὑπογράψαντες τὴν συλλογικὴν σύμβασιν καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀπεδέχθησαν τὸ περιεχόμενον τῆς συλλογικῆς συμβάσεως παρέβησαν τὸν νόμον 3239 καὶ ἐδέχθησαν τὴν παράβασιν διὰ τὰς συντρεχούσας περιπτώσεις τῶν ἄρθρων 184 καὶ 244 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἂς ἴδωμεν ὅμως, ἐὰν εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια καὶ ἂν θεμελιοῦται ἑπομένως ἡ κατηγορία τῆς παραβάσεως καὶ κυρίως ἂν αἱ διατάξεις τῆς συλλογικῆς συμβάσεων ζημιώνουν τοὺς ἐργάτας ἢ ἀντιθέτως ηὐνοήθησαν δι’ αὐτῶν διὰ τῆς παρασχεθείσης εὐχερείας ἀπαλλαγῆς των ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ἀμέσως, ὁπότε αἱ διατάξεις αὐταὶ τῆς συλλογικῆς συμβάσεως ὡς πλέον εὐνοϊκαὶ διὰ τοὺς μισθωτοὺς καὶ ἐπιτρέπονται καὶ σύννομοι παρίστανται. Λέγει ἡ παράγραφος 5, τὴν ὁποίαν κυρίως ἐπεκαλέσθη: ........ (ἀναγινώσκει) ...... «Τὰ μέλη τῶν ὀργανώσεων δύνανται, διὰ δηλώσεώς των, κατατιθεμένης εἰς τὴν ὀργάνωσίν των, νὰ ἀρνηθοῦν τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς. Ἡ ὀργάνωσις ὑποχρεοῦται νὰ βεβαιώσῃ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως, ἐὰν ὁ αἰτῶν ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις του ὡς μέλους καὶ νὰ διαβιβάσῃ ἀμελλητὶ πρὸς τὸν οἰκεῖον ἐργοδότην τὴν δήλωσιν αὐτήν. Ἡ τοιαύτη δήλωσις δύναται νὰ γίνῃ κατ’ Ἰανουάριον ἑκάστου ἔτους, ἰσχύει δὲ ἀπὸ τοῦ ἀμέσως ἑπομένου ἔτους». Συνεπῶς, ἐὰν ἐφηρμόζετο ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Ν. 3239 οἱ πάντες θὰ ἐπλήρωναν τὴν εἰσφορὰν διὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ θὰ ἐχώρει ἀπὸ τοῦ μεταπροσεχοῦς ἔτους, δι’ ὅσους θὰ κατέθετον ἀρνητικὴν δήλωσιν τὸν Ἰανουάριον 1963. Μήπως ὅμως λέγει ἄλλα ἡ ἐγκύκλιος; Ὄχι. Ἀλλ’ ὅτι ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τοῦδε πᾶς ὅστις ὑποβάλει ἀρνητικὴν δήλωσιν κατὰ τὴν διαδικασίαν ποὺ ὁρίζει ἡ συλλογικὴ σύμβασις, ἡ ὁποία ἔκαμε, ὡς εἶπον, εὐκολωτέραν τὴν ἄρνησιν τῆς εἰσφορᾶς ἀπὸ ὅ,τι ὁ νόμος ὁρίζει. Αὐτό, λέγει ἡ συλλογικὴ σύμβασις, δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ αὐτὸ λέγει ἡ ἐγκύκλιος, τὴν ὁποίαν ἐξέδωσα. Εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ συνεχίσω, νὰ ἀποσαφηνίσω τὰ ἑξῆς δύο σημεῖα. Διὰ νὰ τοποθετηθῇ τὸ οὐσιαστικὸν πρόβλημα τῆς εἰσφορᾶς, πρῶτον ἡ εἰσφορά, ὅ,τι καταβάλουν οἱ ἐργάται, προορίζονται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ τὰς ὀργανώσεις καὶ εἰς οὐδένα ἄλλον καὶ ἐξ οὐδεμιᾶς αἰτίας πρόκειται νὰ περιέλθῃ ποσόν τι ἐξ αὐτῆς. Τὸ λέγω αὐτό, διότι ὁ κ. Ἡλιόπουλος προσεπάθησε καὶ πάλιν, ἐπικαλούμενος τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Ν.3755, νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν εἰσφορὰν κἄποιο ποσὸν θὰ πάρῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ διαθέσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν. Κατηγορηματικῶς δηλοῦται, ὡς ἄλλωστε καὶ ἐκ τῶν κειμένων τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἐκ τῆς συλλογικῆς συμβάσεως προκύπτει, ὅτι τὸ ποσὸν τῆς εἰσφορᾶς θὰ περιέλθῃ ἐν τῷ συνόλῳ του εἰς τὰς ὀργανώσεις καὶ οὐδὲν ποσοστὸν ἐξ αὐτῆς θὰ παρακρατηθῇ καὶ θὰ διατεθῇ πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν. Πλὴν τῆς καλύψεως τοῦ ὅρου τῆς συλλογικῆς συμβάσεως, δηλαδὴ τῆς χορηγήσεώς της εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις. Δεύτερον, ἡ εἰσφορὰ εἶναι προαιρετικὴ καὶ εἶναι προαιρετική, διότι παρέχεται εἰς πάντα ἐργαζόμενον τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν καταβολήν της. Παρέχεται δὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν καταβολὴν της κατὰ τὴν διαγραφομένην εἰς τὴν συλλογικὴν σύμβασιν διαδικασίαν. Διότι, ἄλλως, κύριοι, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ οὐδεὶς ποῖος ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ καὶ ποῖος ὄχι καὶ θὰ κατέληγεν εἰς τὸ τέλος, λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀσαφείας, αὐτὸ τὸ ἥμισυ ἡμερομίσθιον νὰ περιέλθῃ εἰς διαφόρους ἄλλας ξένας ἐντελῶς πλευρὰς ἀπὸ ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας προορίζεται. Εἶπεν ἐπίσης, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι ἐξεδόθη ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τῶν συλλογικῶν συμβάσεων, ἀποδεικνύει τὴν συνεργασίαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Μακρῆ, νὰ ὑποδουλώσουν τὰς ὀργανώσεις εἰς τὸν Μακρῆν καὶ εἰς τὰς θελήσεις καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως. Πρὶν ἀπ’ ὅλα, ἡ Κυβέρνησις συμφέροντα μὲ τὴν ἐργατικὴν τάξιν δὲν ἔχει, διότι οὔτε ἐπιχείρησιν ἰδικήν της ἔχει, οὔτε τι ἐπιδιώκει ἐξ αὐτῆς, ὥστε νὰ διασφαλίσῃ τὰ συμφέροντά της. Δεύτερον, ἡ εἰσφορὰ καὶ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ τῆς συλλογικῆς συμβάσεως εἰσπράττεται τὸν Δεκέμβριον ἑκάστου ἔτους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πράγματι νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὑποταγὴν τῶν ὀργανώσεων εἰς αὐτὴν δι’ οἰκονομικῆς ἐξαρτήσεώς των, δὲν εἶχε παρὰ νὰ ὁρίσῃ, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Ἐργατικὴ Ἑστία νὰ εἰσπράττῃ ὁλόκληρον τὸ ἡμερομίσθιον καὶ νὰ τὸ ἀποδίδῃ εἰς τὰς ὀργανώσεις, ὅπως τὸ ἀπέδιδε καὶ μέχρι σήμερον, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 3755 καὶ τὴν σχετικὴν νομοθεσίαν τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας. Συνεπῶς, ἦτο εἰλικρινὴς ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποκτήσουν αἱ συνδικαλιστικαὶ ὀργανώσεις τὰ μέσα τῆς αὐτονόμου συνδικαλιστικῆς των δράσεως. Διότι, ὅσον καὶ ἂν τὰ εἰσπραττόμενα ἐκ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας ποσὰ διετίθεντο δι’ ἀποφάσεως τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας, ἀπέμενε πάντοτε ἡ ἐντύπωσις καὶ ἡ δυσπιστία, ὅτι αὐτὰ τὰ ποσὰ δὲν διετίθεντο κατὰ τρόπον ἀμερόληπτον, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἐντελῶς προσωπικὸν καὶ συμβαδίζοντα ἑκάστοτε μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ ἐπὶ τῆς Ἐργασίας Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ 1956, ποὺ ἠκυρώθη ἡ ἀπόφασις τῆς διαιτησίας καὶ ἡ ὁποία ἦτο ὁμοίας φύσεως, συνηρτημένη ὅμως τότε μὲ τὸν νόμον 3239, ἡ ἀκύρωσις ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔκρινεν, ὅτι αἱ εἰσφοραὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἐπιβάλλονται μόνον διὰ συλλογικῆς συμβάσεως καὶ οὐχὶ διὰ διατάξεως ἀποφάσεως διαιτησίας. Αὐτή, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἡ οὐσία τῆς προτάσεως. Δηλαδή, μόνον μὲ τὴν πλαστογραφίαν, τὴν παραποίησιν καὶ τὴν παρερμηνείαν τῶν κειμένων διατάξεων ἐθεωρήθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκτήσῃ νομιμοφάνειαν ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὡς γεγονός, τὸ ὁποῖον στηρίζει τὴν ὑποβολήν της, ἀναφέρει τὴν 341 ἐγκύκλιον.
§51Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ Μακρῆ εἶναι ψευδής, ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Ἡλιόπουλος;
§52Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ποία ἀνακοίνωσις;
§53Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ὅτι θὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὰ συνδικάτα οἱ ἐργάται.
§54Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς αὐτήν, κύριε συνάδελφε, ἐὰν δὲν βιάζεσθε. Θὰ ὁμιλήσητε καὶ σεῖς καὶ ὅποιος ἄλλος ἐκ τῶν κ. συναδέλφων θέλει. Κύριοι, μία πρότασις καταδιώξεως πρέπει νὰ ἔχῃ τρία στοιχεῖα, ἤτοι 20 τοὐλάχιστον ὑπογραφάς, νὰ ὁρίζῃ ἀκριβῶς ἡ πρότασις τὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται καὶ τρίτον, νὰ ὁρίζῃ ἐπίσης ἀκριβῶς τὴν παραβίασιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας. Αὐτὰ τὰ τρία στοιχεῖα εἶναι ἀπαραίτητα. Ἡ πρότασις περιέχει ἀναμφισβητήτως τὰ δύο, δηλαδὴ ἔχει τὰς ὑπογραφὰς τῶν 20 βουλευτῶν, καθορίζει τὸ γεγονός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζει τὴν πρότασιν, δὲν περιγράφει ὅμως τὴν γενομένην παραβίασιν. Διότι εἰς τὴν πρότασιν λέγεται «καὶ συναίτιος, διότι ἐξέδωσε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 341 ἐγκύκλιον πρὸς τὰς Ἐπιθεωρήσεις Ἐργασίας, κοινοποιηθεῖσαν καὶ πρὸς τὰς ἐργοδοτικὰς ὀργανώσεις, διὰ τῆς ὁποίας παραγγέλλει, ὅπως οἱ ἐργοδόται προβαίνουν εἰς τὴν κράτησιν ἡμίσεος ἡμερομισθίου ἐκ τοῦ δώρου τῶν Χριστουγέννων τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῶν οἰκείων ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων διὰ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ ἐὰν ἔτι ἔχῃ κατατεθῆ παρὰ τῶν ἐργαζομένων δήλωσις ἀρνήσεως ἀποδοχῆς τῆς κρατήσεως ταύτης». Ὅμως, ὡς ἀνέπτυξα, δὲν λέγει τέτοιο πρᾶγμα ἡ ἐγκύκλιος. Καὶ μόνη ἡ ἔκδοσις τῆς ἐγκυκλίου αὐτῆς, εἶναι μία νόμιμος ἐνέργεια, συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως ἐπαναλαμβανομένη, εἰς τὴν πρακτικὴν τῆς διοικήσεως, ἐπιδιώκουσα τὴν ὁμοιόμορφον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Παρέχονται ὁδηγίαι διὰ τῆς ἐγκυκλίου καὶ λέγει ἡ ἐγκύκλιος ἐν ἀρχῇ: «Ἀφορμὴν λαμβάνοντες ἐξ ἐρωτημάτων σχετικῶν μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ παρακρατηθῇ ὑπὸ τῶν ἐργοδοτῶν ἐκ τοῦ δώρου Χριστουγέννων 1962 καὶ Νέου ἔτους 1963 ὡς εἰσφορὰ τούτων πρὸς τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν, γνωρίζομεν τὰ ἑξῆς». Οὔτε παραγγέλλομεν, οὔτε διατάσσομεν, ἁπλῶς «γνωρίζομεν τὰ ἑξῆς» γράφει ἡ ἐγκύκλιος. Παρέχει ἁπλῶς πληροφορίας καὶ ὁδηγίας κατὰ ποῖον τρόπον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀντιλαμβάνεται τὴν ὁμοιόμορφον ἐφαρμογὴν τῶν σχετικῶν μὲ τὸ θέμα τοῦτο διατάξεων. Ἰδοὺ ἡ ἐγκύκλιος: ..... (Ἀναγινώσκει).
Ἐν Ἀθήναις τῇ 16 Νοεμβρίου 1962
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΓΕΝ. Δ)ΝΣΙΣ ΚΟΙΝ. ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΣΙΣ Δ4–Τμῆμα Ι Ἀριθ. πρωτ. 88471)7806 Ἀριθ. 341 Πρὸς 1) Περιφερειακὰς Ἐπιθεωρήσεις Ἐργασίας 2) Ἐπιθεωρήσεις Ἐργασίας καὶ 3) Γραφεῖα Ἐργασίας ἁπάσης τῆς Χώρας Θέμα: Σχετικῶς μὲ παρακράτησιν ἐκ τοῦ δώρου τῆς εἰσφορᾶς ὑπὲρ Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ Ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων. Ἀφορμὴν λαμβάνοντες ἐξ ἐρωτημάτων σχετικῶν μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ παρακρατηθῇ ὑπὸ τῶν ἐργοδοτῶν ἐκ τοῦ δώρου Χριστουγέννων 1962 — Νέου Ἔτους 1963 τῶν παρ’ αὐτοῖς ἀπασχολουμένων ὡς εἰσφορὰ τούτων πρὸς τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν, γνωρίζομεν τὰ ἑξῆς: Μέχρι σήμερον οἱ πάσης φύσεως ἐργοδόται ὑπεχρεοῦντο, βάσει τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Ν.Δ. 3755) 1954, ὅπως ἐκ τοῦ ἀναλογοῦντος ἑκάστοτε εἰς ἕκαστον τοῦ παρ’ αὐτοῖς ἀπασχολουμένου πάσης φύσεως προσωπικοῦ ποσοῦ ὡς δῶρον ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς Χριστουγέννων καὶ Νέου Ἔτους, παρακρατοῦν ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἑκάστοτε ἰσχῦον κατώτατον ὅριον ἡμερομισθίου τοῦ ἀνειδικεύτου ἐργάτου διὰ τοὺς ἄρρενας καὶ τῆς ἀνειδικεύτου ἐργατρίας διὰ τὰς θήλεις καὶ τοῦ μαθητευομένου Βιομηχανίας διὰ τοὺς μαθητευομένους ἐργατοτεχνίτας καὶ ὑπαλλήλους ὡς εἰσφορὰν τούτων ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας. Ἤδη, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 57)1962 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (Φ.Ε.Κ. τεῦχος Αʹ ἀριθ. φύλλου 90)13.6.1962), ἡ κατὰ τ’ ἀνωτέρω εἰσφορὰ τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας μειοῦται, ἀπὸ τῆς καταβολῆς εἰς αὐτοὺς τοῦ δώρου τῶν Χριστουγέννων 1962 — Νέου Ἔτους 1963, εἰς τὸ ἥμισυ αὐτῆς. Συνεπῶς, ἐκ τοῦ δώρου Χριστουγέννων 1962 — Νέου Ἔτους 1963 θὰ παρακρατηθῇ ὑπὸ τῶν ἐργοδοτῶν ὡς εἰσφορὰ τῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἰσχύοντος κατωτάτου ὁρίου ἡμερομισθίου ἀνειδικεύτου ἐργάτου διὰ τοὺς ἄρρενας καὶ τῆς ἀνειδικεύτου ἐργατρίας διὰ τὰς θήλεις ἢ μαθητευομένους. Ἐπειδή, ἐξ ἑτέρου, διὰ τῶν δύο Ἐθνικῶν Γενικῶν Συλλογικῶν Συμβάσεων Ἐργασίας τῆς 1.6.1962 (βλ. Φ.Ε.Κ. 205 τεῦχος Βʹ τῆς 13.6.1962), συνεφωνήθη ὅπως οἱ πάσης φύσεως ἐργοδόται παρακρατοῦν, ἐκ τοῦ ἀναλογοῦντος, εἰς ἕκαστον τοῦ παρ’ αὐτοῖς ἀπασχολουμένου προσωπικοῦ, ποσοῦ ὡς δώρου ἐπὶ ταῖς ἑορταῖς Χριστουγέννων — Νέου Ἔτους, ποσὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος γενικοῦ κατωτάτου ὁρίου ἡμερομισθίου α) τοῦ ἄρρενος ἐργατοτεχνίτου, προκειμένου περὶ ἀρρένων ἐργατοτεχνιτῶν ἢ ὑπαλλήλων, β) τῆς ἐργατοτεχνιτρίας, προκειμένου περὶ ἐργατριῶν ἢ θηλέων ὑπαλλήλων καὶ γ) τοῦ μαθητευομένου ἐργατοτεχνίτου βιομηχανίας, προκειμένου περὶ μαθητευομένων ἐργατοτεχνιτῶν ἢ ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν ὡς εἰσφορὰν τούτων ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων (Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ Τμημάτων αὐτῆς), οἱ οἰκεῖοι ἐργοδόται θὰ παρακρατήσουν, ἐκτὸς τοῦ ἡμίσεος ἡμερομισθίου ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας καὶ ἥμισυ ἡμερομίσθιον ὑπὲρ τῶν ὡς εἴρηται ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, ἤτοι ἐν συνόλῳ ποσὸν ἴσον πρὸς ἓν κατὰ τ’ ἀνωτέρω ἡμερομίσθιον, ὡς μέχρι τοῦδε, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ μὲν ἥμισυ ἡμερομίσθιον ἀποτελεῖ, ὡς προελέχθη, εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ εἰσφορὰν ὑπὲρ τῶν προαναφερομένων ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων. Ὡς γνωστόν, τὰ σήμερον ἰσχύοντα γενικὰ κατώτατα ὅρια ἡμερομισθίων ἀνέρχονται: α) τοῦ ἐργατοτεχνίτου εἰς δραχ. 57, β) τῆς ἐργατοτεχνιτρίας εἰς δραχ. 44 καὶ γ) τοῦ μαθητευομένου βιομηχανίας εἰς δραχ. 24. Ὡς πρὸς τὰς κατηγορίας τῶν μισθωτῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν λαμβάνουν δῶρον ἀπ’ εὐθείας παρὰ τῶν ἐργοδοτῶν, παρ’ οἷς ἐργάζονται, ἀλλὰ λαμβάνουσι τοῦτο εἴτε παρὰ μεσολαβούντων εἰδικῶν λογαριασμῶν (ὡς οἰκοδόμοι, φορτοεκφορτωταί, κλπ.), εἴτε παρὰ τῶν οἰκείων Σωματείων, ὡς στερούμενοι νομίμου ἐργοδότου (ὡς ἐκδοροσφαγεῖς, καρραγωγεῖς, κατασκευασταὶ σταφιδοκιβωτίων κλπ.), εἴτε τέλος παρὰ τῶν πελατῶν οὓς ἐξυπηρετοῦσι (σερβιτόροι ἑστιατορίων καὶ κέντρων διανυκτερεύσεως, κουρεῖς, ἐργάται λουτρῶν κλπ.) ὑπόχρεος ἐργοδότης πρὸς παρακράτησιν τῆς, ὑπὲρ τῶν ὡς εἴρηται ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων, εἰσφορᾶς, δέον νὰ θεωρηθῇ εἰς τὴν πρώτην ὡς ἄνω περίπτωσιν ὁ οἰκεῖος Λογαριασμός, εἰς τὴν δευτέραν τὸ οἰκεῖον Σωματεῖον καὶ εἰς τὴν τρίτην ὁ οἰκεῖος ἐργοδότης, κατ’ ἀνάλογον ἐφαρμογὴν τῶν ἰσχυόντων διὰ τὴν παρακράτησιν καὶ τῆς ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας ἀναλογούσης εἰσφορᾶς. Ἡ παρακράτησις ἐκ μέρους τοῦ ἐργοδότου τῆς ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰσφορᾶς τῶν ἐργαζομένων, θὰ γίνεται κατὰ τὰ διὰ τῶν προειρημένων Συλλογικῶν Συμβάσεων συμφωνηθέντα καὶ ἀπὸ τοὺς ὑποβαλόντας πρὸς αὐτὸν ἀρνητικὴν δήλωσιν, διότι ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ ἐργαζομένου ἐκ τῆς εἰσφορᾶς ἐπέρχεται οὐ μόνον διὰ τῆς καταθέσεως ἀρνητικῆς δηλώσεως πρὸς τὸν ἐργοδότην, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς καταθέσεως ὁμοίας δηλώσεως πρὸς τὴν οἰκείαν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν ἢ τὸ οἰκεῖον Ἐργατικὸν Κέντρον. Κατὰ συνέπειαν, ὁ ἐργοδότης ἢ ὁ ὑπόχρεος πρὸς παρακράτησιν θὰ παρακρατήσῃ οὕτως ἢ ἄλλως ἀπὸ ὅλους τοὺς παρ’ αὐτῷ ἐργαζομένους πλὴν τῆς ὑπὲρ τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας εἰσφορᾶς καὶ τὴν ὑπὲρ τῶν Ἐπαγγελματικῶν Ὀργανώσεων εἰσφοράν, δὲν θὰ καταθέσῃ ὅμως εἰς τὸν εἰσπράττοντα αὐτὴν Ὀργανισμὸν (ἐν προκειμένῳ τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν, ἥτις ἀνέλαβε τὴν συνείσπραξιν καὶ ἀπόδοσιν τῶν ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰσφορῶν τῶν ἐργαζομένων) τὴν παρακρατηθεῖσαν ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων εἰσφορὰν διὰ τοὺς μισθωτοὺς ἐκείνους, οἵτινες κατέθεσαν εἰς αὐτὸν ἐμπροθέσμως, ἤτοι ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα πρὸ τῆς καταβολῆς τοῦ δώρου Χριστουγέννων (οὗτινος ἡ καταβολὴ ὁρίζεται συνήθως μέχρι τῆς 22ας Δεκεμβρίου) ἢ κατὰ τὴν πρόσληψιν διὰ προσληφθέντας κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ μηνὸς τούτου, ἀρνητικὴν δήλωσιν. Ἡ παρακρατηθεῖσα συνδικαλιστικὴ εἰσφορὰ ἀπὸ τοὺς καταθέσαντας τοιαύτας ἀρνητικὰς δηλώσεις μισθωτούς, θέλει ἀποδοθῇ αὐτοῖς ὑπὸ τοῦ ἐργοδότου, εὐθὺς ὡς ὁ ἐνεργῶν τὴν εἴσπραξιν τῆς εἰσφορᾶς Ὀργανισμὸς (Ἐργατικὴ Ἑστία) βάσει τῶν πρὸς τὴν οἰκείαν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν τοῦ μισθωτοῦ ἢ τὸ οἰκεῖον Ἐργατικὸν Κέντρον κατατεθεισῶν δηλώσεων, ἤθελεν ἀναγγείλει τῷ ἐργοδότη τὴν δι’ ἀποφάσεώς του ἀπαλλαγὴν τοῦ μισθωτοῦ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως καταβολῆς εἰσφορᾶς κατόπιν τῆς ἀρνητικῆς δηλώσεώς του. Ἡ Ἐργατικὴ Ἑστία, ἥτις, ὡς προελέχθη, ἔχει ἀναλάβει τὴν συνείσπραξιν τῆς ὑπὲρ τῶν ἐπαγγελματικῶν ὀργανώσεων συνδικαλιστικῆς εἰσφορᾶς θέλει καθορίσει τὰς λεπτομερείας τῆς βεβαιώσεως εἰσπράξεως καὶ καταθέσεως ὑπὸ τῶν ἐργοδοτῶν εἰς εἰδικὸν λογαριασμὸν τῆς ἐν λόγῳ εἰσφορᾶς.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. Μ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ
Οὔτε συνεπείας ἔχει ὅποιος παραβιάζει τὴν ἐγκύκλιον, οὔτε ἀπειλεῖται δίωξις κανενὸς ὀργάνου, ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐγκύκλιος, οὔτε καὶ περαιτέρω τὰ δικαστήρια μέχρι σήμερον θεωροῦν τὰς ἐγκυκλίους αὐτὰς ὡς ἀποτελούσας θέσφατα καὶ ὑποχρέωσιν τῶν πολιτῶν πρὸς συμμόρφωσιν μὲ τὸ περιεχόμενόν των, τὰς κρίνουν πάντοτε ὡς ἐνδεικτικὰς ὁδηγιῶν διὰ τὴν ὁμοιόμορφον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ ἔχομεν εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις ἐγκυκλίους, τὰς ὁποίας τὰ δικαστήρια δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν των, διότι στεροῦνται ὑποχρεωτικότητος. Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκδίδῃ μίαν ἐγκύκλιον καὶ λέγει ἔτσι θὰ ἐφαρμόζητε τὸν νόμον καὶ ἔτσι θὰ ὑπολογίζητε τὸν φόρον καὶ εἰσπράττεται ὁ φόρος καὶ ἔρχονται τὰ δικαστήρια καὶ ἀπαλλάσσουν τὸν φορολογούμενον τοῦ φόρου, ἔγινε συνυπαίτιος ἢ εἶναι ὑπαίτιος ὁ Ὑπουργὸς παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 184 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἢ τοῦ ἄρθρου 244 τοῦ εἰδικοῦ νόμου διὰ τὴν καταπίεσιν; Καὶ αἱ δύο αὐταὶ διατάξεις, ἡ μὲν πρώτη τοῦ 184 θέλει πρόκλησιν ἢ διέγερσιν. Ποῦ εἶναι ἡ πρόκλησις ἢ ἡ διέγερσις; Ἡ μὲν πρόκλησις σημαίνει παρότρυνσιν τῶν πολιτῶν πρὸς στάσιν, ἡ δὲ διέγερσις ὕπουλον ἐνέργειαν, ὥστε νὰ παρασυρθοῦν οἱ πολῖται πρὸς ὡρισμένας παραβάσεις. Ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ τῆς ὑπούλου παρωθήσεως καὶ παροτρύνσεως τῶν πολιτῶν, ἔχουν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ τὴν εἰδικότητα καὶ τὴν ἀποκλειστικότητα οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν. Ἄλλως τε δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο διὰ τῆς προτάσεως, παρὰ νὰ παροτρύνουν τοὺς πάντας εἰς μίαν ἐφαρμογὴν τῶν διαγεγραμμένων ὑποχρεώσεών των. Κατὰ πόσον θὰ τὸ ἐπιτύχουν εἶναι ἄλλο θέμα, πάντως γεγονὸς ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι παροτρύνουν τοὺς πολίτας εἰς μὴ ἐφαρμογὴν καὶ ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών των. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ἠλιόπουλος, ὅτι ὥρισεν ἡ ἐγκύκλιος ὡς τελευταίαν ἡμερομηνίαν ὑποβολῆς τῆς ἀρνητικῆς δηλώσεως τὴν 22αν Νοεμβρίου. Τὸν προκαλῶ νὰ μελετήσῃ τὴν ἐγκύκλιον καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ εἰς ποῖον σημεῖον ἀναφέρει τὴν 22αν Νοεμβρίου.
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἕνα μῆνα πρό, λέγει.
§56Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριοι, τί λέγει ἡ ἐγκύκλιος, θὰ σᾶς τὸ εἴπω εὐθὺς ἀμέσως, ἐὰν ὁ κ. Ἠλιόπουλος εἶναι ἐδῶ νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ ὁ ἴδιος καὶ ὄχι σεῖς οἱ ἄλλοι. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος, δὲν εἶπεν ἕνα μῆνα πρίν, εἶπεν 22 Νοεμβρίου. Λέγει ἡ συλλογικὴ σύμβασις, «τὸ βραδύτερον ἕνα μῆνα πρὸ τοῦ χρόνου καταβολῆς τοῦ δώρου». Τί λέγω ἐγὼ εἰς τὴν ἐγκύκλιον; «ἤτοι ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα πρὸ τῆς καταβολῆς τοῦ δώρου τῶν Χριστουγέννων, οὗτινος ἡ καταβολὴ ὁρίζεται συνήθως», δὲν λέγω, ὅτι αὐτὸ εἶναι, ἀλλὰ θὰ περιμένουν νὰ βγῇ ἡ ἀπόφασις καὶ «τὸ ὁρίζεται συνήθως» τὸ λέγει ἀπὸ πρόνοιαν μήπως ὁρισθῇ ἡ 23η ἢ ἡ 24η Δεκεμβρίου καὶ δὲν ἔχουν ὑποβάλλει δηλώσεις. Ἠμπορεῖ εἰς τὴν πρόβλεψιν ποὺ κάνω νὰ μὴν εἶμαι ἀκριβής, ἀλλὰ δὲν λέγω, ὅτι δὲν θὰ πάρετε δήλωσιν μετὰ τὴν 22αν Νοεμβρίου, περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ὑπάρχει εἰς κανένα σημεῖον στοιχεῖον τοιοῦτον, ὥστε ἐγὼ νὰ ἔχω ἀναφέρει εἰς τὴν ἐγκύκλιον ὅτι εἰς τὴν 22αν Νοεμβρίου ἔληξεν ἡ προθεσμία καὶ δὲν θὰ γίνῃ πλέον δεκτὴ ἄλλη ἀρνητικὴ δήλωσις εἰς τὰς ὀργανώσεις ἢ εἰς τοὺς ἐργοδότας; Ἡ συλλογικὴ σύμβασις ἔχει περαιτέρω καὶ μίαν ἄλλην εὐχέρειαν διὰ τοὺς νεοπροσλαμβανομένους, νὰ κάμουν τὴν δήλωσιν ἐὰν προσληφθοῦν ἐντὸς τοῦ μηνός, ὁ ὁποῖος ὑπολείπεται διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ δώρου, νὰ κάμουν τὴν δήλωσιν εὐθὺς ὡς προσληφθοῦν, ἐνῷ ἐὰν ἴσχυεν ὁ νόμος 3239, παράγραφος 5, θὰ ἐπερίμεναν τὸν πρῶτον Ἰανουάριον μετὰ τὴν πρόσληψίν των νὰ κάμουν τὴν δήλωσιν καὶ νὰ ἰσχύσῃ ἡ δήλωσις αὐτὴ ἀπὸ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Κατὰ τοῦτο, συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς καταπιέσεως. Διότι ἡ ὁδηγία, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν ἐγκύκλιον ἀποδεικνύει, ὅτι ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε νὰ κατοχυρωθοῦν οἱ μισθωτοὶ καὶ νὰ μὴ πληρώσουν εἰσφορὰν ἐκεῖ ὅπου δὲν ὀφείλουν. Συνεπῶς, κάθε ἄλλο παρὰ παράβασις τοῦ ἄρθρου 244 τοῦ Π. Ν. ὑπάρχει, διότι τὸ ἀξιόποινον εἶναι ἡ καταπίεσις τῶν πολιτῶν πρὸς ἐξαναγκασμὸν εἰς πληρωμὴν μὴ ὀφειλομένου φόρου. Ἡ σχετικὴ νομολογία ἀναφέρει μάλιστα, νὰ μὴ ὀφείλωνται παντάπασιν οἱ φόροι. Ὑπάρχει καὶ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς καὶ ἄλλαι σχετικαὶ ἀποφάσεις εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς ἡ πρότασις εἶναι ἐλλειπὴς καὶ πάσχει. Τώρα θὰ γεννηθῇ τὸ ἐρώτημα: Καλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ ἤξευραν καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὰ εὕρουν; Τὰ ἤξευραν καὶ μάλιστα καλύτερον ἐμοῦ, διότι ἔχουν περισσότερον χρόνον ἀπ’ ὅ,τι ἐγώ, εἰς τὸ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ αὐτὰ τὰ θέματα καὶ νὰ ἔχουν ἐγκύψει περισσότερον. Καὶ κατὰ τοῦτο θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ ἡ πρότασίς του νὰ εἶναι περισσότερον πλήρης. Θὰ εἶχον τὴν δυνατότητα νὰ τὴν ἔχουν πλήρη. Διότι οὔτε τὸ 184 ἄρθρον ἠμπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ, οὔτε τὸ 244, πολὺ περισσότερον, διότι δὲν διέταξα εἴσπραξιν καὶ οὐδὲν ὄργανον ἔχω διὰ τὴν διενέργειαν εἰσπράξεων. Ὁδηγίας ἔδωσα καὶ ὡς ἁρμόδιος Ὑπουργός, αὐτὴν τὴν γνώμην εἶχον. Ὅποιος ἐκ τῶν ἐργοδοτῶν θέλει νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ, ἂς τὴν ἐφαρμόσῃ. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς μισθωτούς. Πέραν τούτου ἕκαστος θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του καὶ θὰ φέρῃ τὰς συνεπείας τούτων. Ὁδηγίας, κύριοι, ἔδωσα καὶ αὐτὸ σαφῶς διαφαίνεται ἀπὸ τὴν ἐγκύκλιον.
§57Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι;
§58Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἁπλούστατα, ἐὰν εἶναι νομότυπος ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ μισθωτοῦ, θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν ἐργοδότην ἐπιστροφὴν τῆς εἰσφορᾶς.
§59Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ποῖον εἶναι τὸ εἰσπραττόμενον ποσόν;
§60Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). 28 δραχ. διὰ τοὺς ἄρρενας, 22 διὰ τὰς γυναίκας καὶ 11 διὰ τοὺς μαθητευομένους.
§61Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Τὸ συνολικὸν ποσόν, ποῖον εἶναι;
§62Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πόσοι δὲν θὰ ἀρνηθοῦν τὴν καταβολήν.
§63Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Εἰς τὸ παρελθὸν ποῖον ἦτο;
§64Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ σύγκρισις μὲ τὸ παρελθόν, διότι τὸ ἥμισυ ἡμερομίσθιον εἰς τὴν Ἐργατικὴν Ἑστίαν ἦτο ὑποχρεωτικὴ εἰσφορὰ καὶ οὐδεὶς ἀπηλλάσσετο, ἐνῷ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν γνωρίζομεν πόσαι θὰ εἶναι αἱ ἀρνητικαὶ δηλώσεις, διὰ νὰ εἴπωμεν ποῖον θὰ εἶναι τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσόν. Κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ ἀναπτύξαντος τὴν πρότασιν, τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ἐργατῶν ἀποδοκιμάζει τὸν κ. Μακρῆν καὶ θὰ ὑποβάλῃ ἀρνητικὰς δηλώσεις. Ἐγὼ γνωρίζω ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ἐξετύπωσε δηλώσεις ἡ πλευρὰ ἐκείνη, ἐκινητοποίησεν ὁλόκληρον τὸν μηχανισμόν της διὰ νὰ τὰς μοιράσῃ καὶ ἐπέτυχε μόνον ἐλάχιστον ἀριθμὸν τοιούτων δηλώσεων. Τὰ πράγματα εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀποδείξουν ποία ἦτο ἡ ἰδική σας ἐπιρροὴ εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ ἐκδήλωσις τῶν ἐργαζομένων ἔναντι τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν, ἔναντι τῶν Ἐργατικῶν Κέντρων εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν, ἔναντι τῶν Ὁμοσπονδιῶν εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουν, ἔναντι τῶν Σωματείων εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουν. Δὲν θέλουν νὰ ἔχουν Σωματεῖα διὰ νὰ μὴ πληρώνουν τὴν εἰσφοράν; Οὐδεὶς τοὺς ἀναγκάζει νὰ πληρώσουν. Δικαίωμά των εἶναι νὰ ἀρνηθοῦν, ὡς καὶ δικαίωμά των νὰ μὴ θέλουν νὰ ἀνήκουν εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. Ἀκόμη δικαίωμά σας εἶναι νὰ κάμητε συνομοσπονδίαν ἢ σωματεῖον. 20 ἄτομα ἀρκοῦν διὰ νὰ γίνῃ ἕνα σωματεῖον καὶ τρία σωματεῖα διὰ μίαν ἕνωσιν. Κάμετε ὅσα θέλετε. Ποῖος σᾶς ἐμποδίζει νὰ κάμητε δηλώσεις καὶ νὰ εἴπητε ὅτι δὲν πληρώνετε εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε.; Σᾶς ἐνοχλεῖ, ὅμως, αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Μακρῆς, ὅτι ὅσοι δὲν πληρώσετε δὲν θὰ εἶσθε μέλη. Ἀναμφισβητήτως, ὅμως, δὲν θὰ πρέπει νὰ σᾶς ἐνοχλῇ. Ποῦ ἔγκειται ἡ ἐντιμότης ἢ ἡ ἀνεντιμότης εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον; Δικαίωμά σας εἶναι νὰ μὴ πληρώνητε καὶ δικαίωμά του εἶναι νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἶσθε μέλη.
§65Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. ... (Δὲν ἠκούσθη).
§66Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἔχω, ἴσως, ἀσχοληθῆ περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς μὲ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν καὶ δὲν πρόκειται νὰ πνιγῶ τοὐλάχιστον ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας περίπτωσιν. Ἄλλως τε μὲ περιποιεῖσθε ἰδιαιτέρως. Χαίρω, διότι μὲ περιποιεῖσθε. Κάθε πρωΐ ἡ «Αὐγὴ» μὲ προβάλλει. Ἐπὶ 30 χρόνια κάμνω αὐτὴν τὴν ἐργασίαν καὶ ἐπὶ 30 χρόνια ὑφίσταμαι αὐτὸν τὸν πόλεμον.
§67Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. ... (Δὲν ἠκούσθη).
§68Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Οὔτε τὴν συμπαράστασίν σας, οὔτε τὴν φροντίδα σας θέλω.
§69Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Δηλαδή, ὅποιος ἀρνηθῆ θὰ εἶναι κομμουνιστής;
§70Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό, σεῖς τὸ λέγετε. Ἐπικαλοῦμαι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤκουσαν. Αὐτὸ τὸ λέγετε σεῖς, κύριε Ἀρβανιτάκι. Ἄν σᾶς συμφέρει νὰ τὸ λέγητε, μὲ γειά σας, μὲ χαρά σας. Πάντως, ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον. Τώρα, διατὶ ἔγινεν ἡ πρότασις ὑπὸ τῆς Ε.Δ.Α., τοῦ ὑποκαταστάτου Ε.Α.Κ. καὶ τῶν συμπραττόντων βουλευτῶν; Τὴν ὑπέβαλον, κύριοι βουλευταί, διότι πράγματι ἀπέτυχον καὶ εἰς τὴν διανομὴν τῶν δηλώσεων καὶ εἰς τὴν κινητοποίησιν ὠργανωμένων ὁμάδων. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, ἔκαμαν μίαν συγκέντρωσιν εἰς τὸ «Ἀκροπὸλ» μὲ 5 ἢ 6 χιλ. ἐργατῶν καὶ τὴν τελευταίαν εἰς τοῦ «Σαμαρτζῆ» μὲ 400 μόνον ἐργάτας. Ἐξεκίνησαν μὲ πληθώραν ὀργανώσεων καὶ κατέληξαν μὲ 4 ὀργανώσεις, ἀντιτιθεμένας εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. Αἱ ὀργανώσεις αὗται ἔχουν διαγραφῆ. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ διαγραφὴ τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν ἐπεκυρώθη διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Καὶ τὸ δικαστήριον ἐπεκύρωσε τὴν διαγραφήν, διότι διεπίστωσεν ὅτι αἱ ὀργανώσεις αὗται εἶχον παρεκκλίνει τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον εἶχον συσταθῆ καὶ ἀντὶ ν’ ἀσχολῆται μὲ τὰς προϋποθέσεις καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐπαγγελματικῶν των συμφερόντων, ἀσχολεῖται μὲ κομματικὰ θέματα. Καὶ ἀναφέρονται εἰς τὰς ἀποφάσεις, ποῖα εἶναι τὰ θέματα ταῦτα. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπονῆται δι’ ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα παραπονεῖται. Ἔχουν ἐπικυρωθῆ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἀπέτυχον εἰς τὴν συγκέντρωσιν. Παρ’ ὅλον ὅτι εἶχον ἐκτυπώσει διάφορα ἔντυπα καὶ κατέβαλον προσπαθείας διὰ τὴν προσέλευσιν, ἐν τούτοις ἀπέτυχον. Τὴν πρότασιν τὴν ὑπέβαλον, ἢ διὰ νὰ καλύψῃ τὰς ἀποτυχίας της, ἢ διὰ νὰ δημιουργήσῃ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἕνα θόρυβον γύρω ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, ἢ διὰ νὰ ἐνθαρρύνῃ καὶ ἐκείνους ποὺ ἀνήκουν εἰς τὴν ΕΔΑ νὰ δραστηριοποιηθοῦν, ἢ νὰ κινηθοῦν περισσότερον. Ἢ τέλος, ἡ πρότασις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἓν ἀτυχὲς ἐπινόημα, καχεκτικὸν πράγματι, ἀπὸ ἀπόψεως ὑποβάθρου, εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος τῆς εἰσφορᾶς. Ἐὰν τὸ τελευταῖον εἶναι πράγματι ἀληθές, δηλαδὴ ἐὰν σκοπός των ἦτο νὰ ἐπιτύχουν τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς εἰσφορᾶς, τότε πράγματι τὸ ἐπέτυχον. Ἀλλὰ τότε πρέπει οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ σκεφθοῦν κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ περιφρουρήσουν πλέον τοὺς θεσμούς, ἀπὸ τοιούτου εἴδους χονδροειδῆ τεχνάσματα. Ἐπ’ αὐτοῦ, ἠμπορῶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ἡλιόπουλον, ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ ἐντιμότητος, ποῦ εἶναι αὐτὴ ἡ ἐντιμότης, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν, ὅταν ἐπιχειρῆται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ πρόταξις αὐτῆς τῆς συζητήσεως; Ἐὰν τὸ ἐζήτουν εὐθέως, ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ, διότι ἐνδιαφέρομαι νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις δημοσίᾳ καὶ ἐνδιαφέρομαι νὰ κατατοπισθῇ ὁ κόσμος τί πρᾶγμα εἶναι αὐτὴ ἡ εἰσφορά. Δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν μονόλογον ἡ «Αὐγὴ» εἰς τὴν εἰσφοράν. Δυστυχῶς, ὅλαι αἱ ὑπόλοιποι ἐφημερίδες, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, ἄφησαν τὸν χῶρον αὐτὸν ἀκάλυπτον καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην δι’ ἐπιστολῶν ν’ ἀπαντῶ εἰς ὅσα γράφει ἡ ἐφημερὶς αὐτή. Ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς δημοσίας, ἐὰν ἐζητεῖτο εὐθέως, θὰ ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡ εἰσφορὰ εἶναι προαιρετική, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ συγκεντρωθῇ θὰ περιέλθῃ εἰς τὰς ὀργανώσεις καὶ ὅτι ὅποιος θέλει δύναται νὰ ὑποβάλῃ δήλωσιν καὶ δὲν ἔχει τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον, ἀλλὰ εἰς τὴν Σωματειακὴν ὀργάνωσιν. Διὰ ν’ ἀπαλλαγῇ ὁ μισθωτὸς ἔχει πλέον ὅλας τὰς δυνατότητας. Εἶναι πλέον ἐλαστικὴ ἡ διάταξις τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἀπ’ ὅ,τι τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Ν. 3239. Ἐκ τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως, ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰς ὅλους ὑμᾶς ν’ ἀντιληφθῆτε τί πρᾶγμα εἶναι ἡ εἰσφορά, ἐὰν πράγματι εἶναι ὑποχρεωτική, ἐὰν πράγματι προστατεύῃ τὸν κ. Μακρῆν, ἢ ἐὰν πράγματι ἀφήνῃ ἐλευθερίαν εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις νὰ διαχειρισθοῦν ταύτην. Τὴν πρότασιν ἢ θὰ τὴν κρίνητε ἀπαράδεκτον καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ τὴν ἀπορρίψητε, διότι θὰ θελήσητε νὰ δώσητε μίαν ἀπάντησιν εἰς τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμουν τοιούτου εἴδους τεχνάσματα, ἢ θὰ τὴν κρίνητε κατ’ οὐσίαν. Πάντως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τύπου, τὴν ἀνέλυσα εἰς τὸ Σῶμα καὶ ἡ κρίσις πλέον ἀνήκει εἰς ὑμᾶς. (Χειροκροτήματα).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος, ἔχει τὸν λόγον.
§72Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Ἠθελήσαμεν ν’ ἀκούσωμεν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐργασίας, πρὶν εἰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικώτερον τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν ἐπὶ τῆς συζητουμένης προτάσεως, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ τὴν καθορίσωμεν κατὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ ἤδη θέλομεν νὰ τονίσωμεν τρία τινά. Πρῶτον, ὅτι ἡ εἰσφορὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλλεται, παρὰ μόνον εἰς τοὺς συνδικαλιστικῶς ὠργανωμένους ἐργάτας. Δεύτερον, ὅτι καὶ οἱ ὠργανωμένοι συνδικαλιστικῶς ἐργάται ἔχουν δικαίωμα ν’ ἀρνηθοῦν τὴν καταβολὴν καὶ πρέπει ἐπὶ τῇ ἀρνητικῇ δηλώσει των νὰ ἀπαλλάσσωνται τῆς καταβολῆς. Ἡ καθιερουμένη διὰ τῆς ἐγκυκλίου διαδικασία, ὅτι θὰ καλῆται ὁ ὠργανωμένος, διότι περὶ τῶν μὴ ὠργανωμένων δὲν γεννᾶται θέμα, νὰ καταβάλλῃ τὴν εἰσφορὰν παρὰ τὴν ἄρνησίν του, εἶναι ἀπαράδεκτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν νὰ ὑποχρεοῦται ὁ ὠργανωμένος ἐργάτης νὰ καταβάλλῃ τὴν εἰσφοράν, καίτοι ἀρνεῖται τὴν καταβολήν, νὰ τοῦ παρακρατῆται ἡ εἰσφορὰ καὶ νὰ παραπέμπεται εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας, διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὰ παρακρατηθέντα. Τρίτον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προθεσμίαν τῆς δηλώσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ σαφῶς, ὅτι εἶναι ἑνὸς μηνὸς πρὸ τῆς ὁλοκληρώσεως τῆς καταβολῆς τοῦ δώρου. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς πείρας τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὅτι ἡ καταβολὴ τοῦ δώρου ὁλοκληροῦται τὰς πρώτας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου, ἡ προθεσμία πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν αὐτήν, ἤτοι μέχρι τῶν ἀρχῶν Δεκεμβρίου. Ζητοῦμεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀνεξαρτήτως τῆς προτάσεως καὶ τῆς τύχης τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ πρότασις παραπομπῆς, νὰ προβῇ εἰς ἄμεσον τροποποίησιν τῆς ἐγκυκλίου, διότι εἶναι ἀπαράδεκτος ὁ ἀσκούμενος ἐκβιασμὸς εἰς βάρος τῶν ἐργατῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῶν Προοδευτικῶν).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον.
§74Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, κατηγοροῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, διότι οὐχὶ ἐξ ἀγνοίας, ἀλλὰ γνώστης τῶν πραγμάτων, παρέβη κειμένας διατάξεις. Ἐξέδωκε, δηλαδή, ἐγκύκλιον καὶ συνέστησεν εἰς πάσης φύσεως ἐργοδότας νὰ προβοῦν εἰς κρατήσεις ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους ὑπὲρ τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν, συνολικοῦ ποσοῦ 18 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου. Κατὰ συνέπειαν, διέπραξε βαρύτατον ἀδίκημα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προτείνομεν τὴν παραπομπήν του εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Ἡ πρότασίς μας στηρίζεται εἰς παράβασιν τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν πρότασίν μας περὶ παραπομπῆς τῶν κειμένων διατάξεων καὶ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ τῆς ἐγκυκλίου του, ὑποχρεώνει τοὺς ἐργαζομένους νὰ καταβάλλουν μὴ νομοθετημένην ὑποχρέωσιν. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου 3239 ἀναφέρει: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ὁ νομοθέτης, προβλέπει, ὅτι ἐπιβληθείσης δι’ ἐθνικῆς συλλογικῆς συμβάσεως συνδικαλιστικῆς εἰσφορᾶς, οἱ ἐργαζόμενοι δύνανται νὰ ἀρνηθοῦν τὴν εἰσφορὰν διὰ δηλώσεώς των, ὑποβαλλομένης κατὰ μῆνα Ἰανουάριον ἑκάστου ἔτους. Συνεπῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας, κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων διατάξεων, ἐπιβάλλει τὸ ἔτος ὑπογραφῆς τῆς ἐθνικῆς συλλογικῆς συμβάσεως καὶ κατὰ μῆνα Δεκέμβριον εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν καὶ στερεῖ τοὺς ἐργαζομένους τοῦ δικαιώματος νὰ ἀπαλλαγοῦν τῆς ὑποχρεώσεως καταβολῆς εἰσφορᾶς, ὑπογράφοντες δηλώσεις ἀρνήσεως. Εἶναι πλέον ἢ φανερόν, ὅτι ὁ νόμος 3239)1955 καὶ εἰδικὰ τὸ ἄρθρον 22, προϋπόθεσιν εἰσπράξεως ἔχει τὴν μὴ ὑποβολὴν δηλώσεως ἀρνήσεως. Ἑπομένως, θεσπισθείσης τῆς συνδικαλιστικῆς εἰσφορᾶς τὸν Ἰούνιον 1962, πρέπει, πρῶτον, νὰ ἀσκήσουν τὸ δικαίωμα ἀρνήσεως ἢ μὴ αὐτῆς οἱ ἐργαζόμενοι κατὰ Ἰανουάριον 1963 καὶ κατόπιν νὰ θεμελιωθῇ δικαίωμα εἰσπράξεως ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὀργανισμούς. Δεύτερον. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅμως, ὅτι παρηρμηνεύθη τὸ ἄρθρον καὶ ὅτι ὑπάρχει ὑποχρέωσις καταβολῆς εἰσφορᾶς, ὑπάρχει μόνον δι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνονται εἰς τὰς ἐθνικὰς συλλογικὰς συμβάσεις. Καὶ ὡς εἶναι, γνωστόν, εἰς τὰς ἐθνικὰς συλλογικὰς συμβάσεις περιλαμβάνονται μόνον αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὰ κατώτερα ἡμερομίσθια. Τρίτον, καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι εἰς τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς ὑποχρεοῦνται οἱ ἐργάται, οἱ λαμβάνοντες τὰ κατώτατα ἡμερομίσθια καὶ πάλιν, κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου 3239, ὑποχρέωσιν καταβολῆς ἔχουν μόνον τὰ μέλη τῶν ὀργανώσεων καὶ αὐτὰ ἀνέρχονται εἰς 200 περίπου χιλιάδας, ἐνῷ τὸ σύνολον τῶν ἐργαζομένων ἀνέρχεται εἰς 1 ἑκατομμύριον. Βλέπομεν, συνεπῶς, ὅτι ὑπάρχει ἀδίκημα καὶ ἡ πρότασίς μας εἶναι πλήρως ᾐτιολογημένη. Διότι δὲν ὑπάρχει νομοθετημένη ὑποχρέωσις εἰσφορᾶς διὰ τὸ 1962. Ἀλλά, ὅπως εἶπον, καὶ ἐάν, παρερμηνεύοντες τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου 3239, ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις καταβολῆς καὶ διὰ τὸ 1962, ὑποχρέωσιν ἔχουν μόνον οἱ περιλαμβανόμενοι εἰς τὰς ἐθνικὰς συλλογικὰς συμβάσεις καὶ ἀπὸ αὐτοὺς πάλιν, μόνον οἱ ἀποτελοῦντες μέλη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, ἀνεγνώρισεν ἐμμέσως τὸ λάθος του καί, ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ. Θὰ ἔπρεπεν, ὅμως, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος ἐξεδόθη κατόπιν ἐσφαλμένων εἰσηγήσεων τῆς ὑπηρεσίας του. Νὰ μᾶς δηλώσῃ, ὅτι ἔσφαλε καὶ παρηρμήνευσε διατάξεις, νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐξέδωκε τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν κατόπιν ἐσφαλμένης κρίσεως καὶ ὅτι θὰ ἐκδώσῃ νεωτέραν ἐγκύκλιον, τροποποιοῦσαν τὴν προηγουμένην. Αὐτό, θὰ ἦτο τὸ ὀρθότερον διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ὄχι νὰ λέγῃ, ὅτι, ἐπὶ τέλους, ἐγκύκλιον ἐξέδωκα σύμφωνον μὲ τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν εἶδον τὴν ἐγκύκλιον, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ἐφαρμόσουν οἱ λαμβάνοντες καὶ ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δικαστήρια δὲν λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν των ἐγκυκλίους. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐγκύκλιος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἂν θελήσουμε νὰ δεχθοῦμε, ὅτι ὑπάρχει νομοθετικὴ ὑποχρέωσις καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς, ἐξεδόθη κατὰ παράβασιν καὶ τῶν διατάξεων τῆς ἐθνικῆς συλλογικῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία δέχεται, ὅτι ἀφ’ ἧς θὰ κατατεθῇ ἡ δήλωσις εἰς τὴν ἐπαγγελματικὴν ὀργάνωσιν, αὐτομάτως ἐπέρχεται ἡ ἀπαλλαγή. Ὑπάλληλοι τραπεζικοί, σιδηροδρόμων, αὐτοκινήτων, φωταερίου καὶ οἱ οἰκοδόμοι, κατὰ χιλιάδας ὑπέγραψαν αὐτὰς τὰς δηλώσεις. Ἔβλεπε, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ τὰ ὑπεσχημένα χρήματα εἰς τὴν ἡγεσίαν τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας ἀπεφάσισε νὰ τὰ εἰσπράξῃ παρανομοῦσα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέδωκε τὴν ἐγκύκλιον, ἐν γνώσει, ὅτι παραβαίνει κειμένας διατάξεις. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· διατὶ τὸ ἔκαμεν αὐτό. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον· διότι ἐξηναγκάσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ φανῇ συνεπὴς πρὸς τὴν συναλλαγήν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε μὲ τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. Αὐτό, ἴσως, εἶναι τὸ μόνον ἐλαφρυντικὸν διὰ τὸν Ὑπουργόν, ἀλλὰ πολὺ ἐπιβαρυντικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ συναλλαγὴ αὐτὴ ἔχει μίαν ἱστορίαν. Ἀναγινώσκω περικοπὰς ἐξ ἐπιστολῆς τοῦ κ. Γονῆ, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλε πρὸς συνδικαλιστὴν ἐν Ἀμερικῇ, ἀπὸ τῆς ὁποίας διαφαίνεται, ὅτι κατ’ ἀρχὴν αἱ σχέσεις Κυβερνήσεως καὶ Μακρῆ ἦσαν τεταμέναι καὶ ὑπῆρξε μία διαμάχη, ἡ ὁποία διῆλθεν ἀπὸ διάφορα στάδια, μέχρις ὅτου τὸν Μάϊον τοῦ 1962 ἐκλείσθη συμφωνία. Ἡ ἡγεσία τῆς Συνομοσπονδίας ἀνέλαβε νὰ εἶναι σύμμαχος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ ἐξασφαλίσῃ οἰκονομικοὺς πόρους εἰς αὐτήν, διὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ ἑνὸς δευτέρου τοῦ ἡμερομισθίου τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας. Ἐπίσης νὰ τῆς ἐξασφαλίσῃ τὸ μονοπώλιον τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν ἐργαζομένων εἰς τοὺς Ὀργανισμοὺς Κοινωνικῆς Πολιτικῆς καὶ εἰς τὰ Διαιτητικὰ δικαστήρια. Ἀνέλαβεν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θεσπίσῃ ὡρισμένας εὐνοϊκὰς διὰ τὸν κ. Μακρῆν διατάξεις εἰς τὴν Σωματειακὴν Νομοθεσίαν. Οἱ μῦδροι μετεβλήθησαν εἰς ἄνθη λεμονιᾶς, ἔγιναν γεύματα εἰς τὰ «Ἀστέρια» καὶ ἐναγκαλισμοὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Μακρῆ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐργασίας εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ τὰ χρήματα, παραβιάζων καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν ἐθνικὴν συλλογικὴν σύμβασιν, διὰ νὰ ἔχῃ ὑποτεταγμένον τὸ συνδικαλιστικὸν κίνημα, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ τιμήσῃ τὰς ὑποσχέσεις της πρὸς τὸν κ. Μακρῆν ἡ Κυβέρνησις. Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς συμφωνίας καὶ τῆς συναλλαγῆς μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν, ἐξεδόθη αὐτὴ ἡ ἐγκύκλιος, βάσει τῆς ὁποίας οἱ ἐργάται θὰ ὑποχρεωθοῦν ἀπὸ τοὺς ἐργοδότας εἰς τὴν καταβολὴν τῆς εἰσφορᾶς, ἥτις θὰ περιέλθῃ εἰς τὸν κ. Μακρῆν, ὁ ὁποῖος θὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ διὰ τὴν ἐξαγορὰν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων καὶ συνδικαλιστικῶν στελεχῶν. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, ὁ κ. Μακρῆς θὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ ὅλους τοὺς ἐργαζομένους χρήματα, διὰ νὰ τὰ διαθέτῃ εἰς τοὺς φίλους του καὶ εἰς ὅσους ὑποτάσσονται εἰς αὐτόν, καθὼς καὶ εἰς τὰς ὀργανώσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται ὑπ’ αὐτόν. Οὐσιαστικῶς δηλαδή, γίνεται μία ληστεία εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων, τὸ προϊόν τῆς ὁποίας θὰ διατίθεται διὰ τὴν διαφθορὰν τῶν συνδικαλιστικῶν στελεχῶν, διὰ τὴν διαφθορὰν γενικώτερον τοῦ συνδικαλιστικοῦ κινήματος. Ἔχω μίαν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Μακρῆ, ἡ ὁποία λέγει: «...... (ἀναγινώσκει)......». Ὅταν αὐτὰ τὰ ποσὰ διετίθεντο εἰς ἐποχὴν ἰσχνῶν ἀγελάδων, φαντασθῆτε τί θὰ γίνεται μὲ τὰ 18 ἑκατομμύρια ποὺ θὰ ἔχῃ κατ’ ἔτος ὁ κ. Μακρῆς. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ κ. Μακρῆς ἐξεδήλωσε προθέσεις ὑποστηρίξεως τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἀλλὰ σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἔχει λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ τὸν ἔχει δέσμιον, διὰ νὰ λιβανίζῃ μόνον τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πολιτικήν της. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς θὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τοῦ παρέχει ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς νοθείας τῶν ἐκλογῶν, μὲ ἐκβιασμοὺς καὶ ἐξαγορὰν συνδικαλιστικῶν στελεχῶν καὶ ὀργανώσεων. Φαντασθῆτε τί θὰ γίνῃ μὲ τὰ τεράστια ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ διαχειρίζεται χωρὶς κανένα ἔλεγχον. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται τὸ συνδικαλιστικὸν κίνημα εἰς τὴν χώραν μας, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ. Ὑπάρχει σωρεία δηλώσεων ξένων, οἵτινες ἐπεσκέφθησαν τὴν χώραν μας. Εἰς τὰς δηλώσεις αὐτὰς θὰ ἴδητε πῶς διατίθενται τὰ χρήματα, διὰ τὴν διαφθορὰν συνειδήσεων. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Εὐρώπην χώρα, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ μεγαλυτέραν ἀνισότητα εἰς τὴν κατανομὴν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Καὶ τοῦτο συμβαίνει, διότι καταπιέζονται καὶ καταληστεύονται οἱ ἐργαζόμενοι, πρὸς ὄφελος μιᾶς μειοψηφίας. Καὶ δι’ αὐτὴν τὴν καταπίεσιν χρησιμοποιεῖται καὶ ἡ σημερινὴ ἡγεσία τῆς Γ.Σ.Ε.Ε., ἡ ὁποία ἔχει καταστῆ ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας. Ἡ Κυβέρνησις ἀσκεῖ μίαν ἀντεργατικὴν καὶ ἀντισυνδικαλιστικὴν πολιτικήν, ἐνισχυομένη ἀπὸ τὴν διεφθαρμένην ἡγεσίαν τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Γνωρίζει, ὅμως, ὅτι οἱ ἐργαζόμενοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθοῦν αὐτὴν τὴν ἡγεσίαν τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον προσπαθεῖ νὰ τὴν ἐνισχύσῃ μὲ χρήματα, ὥστε νὰ δύναται νὰ διαφθείρῃ καὶ ἐξαγοράζῃ ὀργανώσεις καὶ συνδικαλιστικὰ στελέχη. Ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ μείνουν τὰ στελέχη χωρὶς ἐργαζομένους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οἱ ἐργαζόμενοι δὲν θέλουν νὰ πληρώνουν μίαν ἡγεσίαν διεφθαρμένην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἡ Κυβέρνησις. Εἰς μίαν τριετίαν ἐδόθησαν εἰς τὸν κ. Μακρῆν 7.000.000 δραχμαί, τώρα, ἐπειδὴ δὲν ἐπαρκεῖ αὐτὸ τὸ ποσόν, τοῦ δίδουν 18.000.000 κάθε χρόνον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. — Κύριοι συνάδελφοι, ἡ πρότασίς μας εἶναι νόμιμος καὶ βάσιμος καὶ ἡ Βουλὴ θὰ πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν παραπομπὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἀπάντησίν του κανένα στοιχεῖον δὲν προσεκόμισε, περιορισθεὶς ἁπλῶς εἰς τὴν διευκρίνισιν, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ ὅποιος θέλει θὰ τὴν ἐφαρμόσῃ. Αὐτὸ ὑπῆρξε τὸ σωσίβιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν νομίζομεν, ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀφήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκδίδῃ τοιαύτας παρανόμους ἐγκυκλίους καταπιέσεως τῶν ἐργαζομένων. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, θὰ πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν παραπομπήν του εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§76Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀρκετὰ ἀσυνήθιστον τὸ φαινόμενον ἐντὸς μιᾶς 3ετίας τὸ ἴδιον κοινοβουλευτικὸν πρόσωπον, ὑπὸ διάφορα ὑπουργικὰ ἀξιώματα ποὺ κατέλαβε, νὰ ἐλέγχεται διὰ σοβαρωτάτας παραβάσεις τρεῖς φορὰς καὶ μάλιστα μὲ τὰς ὀξυτέρας μορφὰς ἐλέγχου, τὴν αἴτησιν διὰ σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν πρότασιν παραπομπῆς βάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Τὸ πρόσωπον αὐτό, εἶναι ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐργασίας. Κατηγορήθη τὸ πρῶτον ἀπὸ ὅλην τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ 1959 διὰ τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν πωλήσεως σίτου εἰς τὴν ΜΠΟΥΓΚΕ καὶ ἐζητήθη ἡ παραπομπή του εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία τὸν ἐκάλυψε. Κατηγορήθη ἐν συνεχείᾳ τὸ 1961 διὰ τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν τῆς ἱσπανικῆς μούργας ὡς Ὑπουργὸς Ἐμπορίου πάλιν καὶ ἐζητήθη ἡ σύστασις Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἡ πλειοψηφία καὶ πάλιν τὸν ἐκάλυψε.
§77Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Δὲν τὸν ἐκάλυψε, κύριε συνάδελφε, ἡ πλειοψηφία, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἐντιμότης του.
§78Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κατηγορεῖται ἤδη διὰ τρίτην φοράν, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα πλέον τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ποὺ κατέχει ἀπὸ ἔτους, διὰ παράβασιν νόμου, ἰδιαζόντως βαρεῖαν καὶ σοβαράν. Ἡ παράβασις αὐτή, ἡ τελευταία, ἐγένετο εἰς βάρος τάξεως ἰδιαιτέρως συμπαθοῦς καὶ χρησιμωτάτης εἰς τὴν Πατρίδα, τῆς τάξεως τῶν ἐργαζομένων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ εὕρουν εἰς τὸν Ὑπουργὸν Ἐργασίας τὸν προστάτην καὶ οὐχὶ τὸν διώκτην των. Ποῦ ὀφείλεται ἡ συρροὴ αὐτὴ τῶν κατηγοριῶν ἐναντίον τοῦ κ. Χρυσανθοπούλου; Μήπως ὑπάρχει καμμία προκατάληψις ἐναντίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ὄχι. Διότι ὁ κ. Χρυσανθόπουλος —καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω—, ἐπὶ μίαν 5ετίαν θητεύων εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, γνωρίζω, ὅτι ὡς πρόσωπον δὲν ἔχει προκαλέσει καμμίαν ἀντιπάθειαν, αἱ πράξεις του, ὅμως, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν τὰς κατηγορίας αὐτὰς καὶ ἐν συνεχείᾳ ἀξιοῦν αὐστηρότατον τὸν ἔλεγχον. Μία τοιαύτη πρᾶξις του προεκάλεσε καὶ τὴν σημερινὴν πρότασίν μας περὶ παραπομπῆς του. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπαντῶν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ πρῶτος ἀγορητὴς κ. Ἠλιόπουλος, ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ πρότασις παραπομπῆς του, ἐνῷ περιέχει τὰ δύο ἐκ τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὸ τύποις παραδεκτόν της στοιχείων, δὲν περιέχει τὸ τρίτον, δηλαδὴ δὲν περιέχει τὴν κατηγορουμένην συγκεκριμένην παράβασιν. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς —δὲν γνωρίζω, ὑποθέτω, ὅμως, ὅτι εἶναι νομικὸς— ἀδικεῖ τὸν ἑαυτόν του μὲ αὐτὰ ποὺ λέγει καὶ ὅτι ἡμεῖς τοῦ καταλογίζομεν παράβασιν νόμου, ρητῶς διαλαμβανομένην εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΦΠΣΤʹ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ὁποίου λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἢ διότι ἐξέδωκεν ἀπόφασιν ἢ διαταγὴν παραβιάζουσαν νόμον κλπ....... (ἀναγινώσκει). Ἡ πρότασις παραπομπῆς ἀναφέρει ρητῶς, ὅτι ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νόμου 3239)1955, διατάξας παρακράτησιν εἰσφορᾶς, παρὰ τὸν νόμον, ποὺ καθιεροῖ τὰς περιπτώσεις καταβολῆς εἰσφορᾶς καὶ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αὐτήν. Ἐπὶ πλέον παρέβη τὸν νόμον 3239)1955, διότι ἐξέδωκε δύο ὑπουργικὰς ἀποφάσεις τὴν 8ην Ἰουνίου 1962, διὰ τῶν ὁποίων ἐκύρωσε τὰς ἐθνικὰς συλλογικὰς συμβάσεις τῆς 1ης Ἰουνίου 1962. Συνεπῶς, ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῶν προϋποθέσεων τοῦ νόμου, θεμελιοῦται ἀπολύτως ἡ κατηγορία καὶ ἡ πρότασις εἶναι πλήρης. Ἄς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν οὐσίαν. Ἡ ὑποχρεωτικὴ ἐργατικὴ εἰσφορὰ εἶναι μεταπολεμικὸν φαινόμενον. Προπολεμικῶς, οἱ ἐργάται ἦσαν περίπου ἐλεύθεροι νὰ συνδικαλίζωνται, ἢ νὰ μὴ συνδικαλίζωνται, νὰ ἐκλέγουν τοὺς ἡγέτας τῆς ὀργανώσεώς των, νὰ καθορίζουν ἐλευθέρως, συμφώνως μὲ τὸν νόμον τὸ ποσὸν τῆς μηνιαίας συνδρομῆς των εἰς τὴν Ὀργάνωσιν, ὅπου ἀνῆκον. Μόνον εἰς Κράτη φασιστικὰ ὁ συνδικαλισμὸς παίρνει τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπισήμου ἢ κρατικοῦ συνδικαλισμοῦ, ὅπως εἰς τὴν φασιστικὴν Ἰταλίαν ἐπῆρε τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐπισήμου συνδικαλισμοῦ καὶ κατόπιν εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπὶ χιτλερικοῦ καθεστῶτος. Εἰς τὴν Πατρίδα μας εἴχομεν τῆς αὐτῆς φασιστικῆς μορφῆς συνδικαλισμὸν ἐπὶ Δικτατορίας Μεταξᾶ, μὲ «πρῶτον ἐργάτην» τὸν ἴδιον τὸν Δικτάτορα. Ἀλλὰ καὶ τώρα ἀκόμη ὑπάρχει ἕνας ἐπίσημος κρατικὸς συνδικαλισμὸς εἰς τὸ καθεστὼς τῆς Ἱσπανίας τοῦ Φράνκο, ὅπου, ὡς προκύπτει ἀπὸ ἐπίσημον ἔκθεσιν τῆς ἐν ἐξορίᾳ Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἱσπανίας, ὁ ἐργατικὸς συνδικαλισμὸς εὑρίσκεται εἰς τὰ χέρια τοῦ καθεστῶτος. Τοιαύτην παραλλαγὴν ἐπισήμου συνδικαλισμοῦ καθιέρωσε μεταπολεμικῶς εἰς τὴν χώραν μας ἡ κυβερνῶσα δεξιά, μὲ κἄθε ἀθέμιτον μέσον καὶ μὲ σκοπὸν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας. Ἀλλὰ τοιαύτη μορφὴ τοῦ κρατικοῦ ἢ ἐργοδοτικοῦ συνδικαλισμοῦ, εἶναι ἀντίθετος καὶ πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ συνδικαλισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ὡς μὴ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν προάσπισιν τῶν συμφερόντων τῶν ἐργατῶν, εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀποβλέπει ἡ τοιαύτη κρατικὴ παρέμβασις εἰς δῆθεν συμφιλίωσιν ἐργοδοτῶν καὶ ἐργατῶν, κατὰ τὸν μῦθον τοῦ λύκου καὶ τοῦ ἀρνιοῦ. Δὲν εἶναι δυνατόν, συνεπῶς, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τοὺς ἐργάτας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ σταθῇ μὲ ἑκουσίας συνδρομάς, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ ἐπήγαινε πολὺ νὰ ἀξιώσωμεν ἀπὸ τοὺς ἐργάτας καὶ ὑπαλλήλους νὰ πληρώνουν εἰσφορὰν ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταβαραθρώνουν καὶ καταπροδίδουν ὑπὲρ τῶν ἐργοδοτῶν τὰ συμφέροντά των. Καὶ εἰς τὴν χώραν μας, ὅπου ὑπὸ τὸν μανδύαν τοῦ δῆθεν ἐλευθέρου συνδικαλισμοῦ ἔχομεν ἕνα οὐσιαστικῶς ὑπὸ τῶν ἐργοδοτῶν καὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ μηχανισμοῦ ἐλεγχόμενον συνδικαλισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν οὗτος νὰ συντηρηθῇ μὲ ἑκουσίας εἰσφορὰς ἢ συνδρομὰς τῶν ἐργαζομένων. Γι’ αὐτὸ εἰς τὴν ἀρχὴν σιγὰ– σιγὰ καὶ ὕστερα μὲ θρασύτητα, ἤρχισαν νὰ ἀναγκάζωνται οἱ ἐργάται εἰς εἰσφορὰν ὑπὲρ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Εἰς τὰ 1946 ἕως 1949 ἴσχυε μία δίδραχμος εἰσφορὰ ὑπὲρ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. Ἔπειτα καὶ διὰ τοῦ νόμου 3086)1954 ἐπῆρε πλέον συγκεκριμένην μορφήν, διὰ τῆς καταβολῆς ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις. Ὁ νόμος 3086)54, εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἔλεγεν: «...... (ἀναγινώσκει) .....». Εἶναι, ὅμως, παρὰ ταῦτα πολὺ ἠπιώτερος τῶν σημερινῶν διατάξεων. Μ’ αὐτὸν ἐπιτρέπεται νὰ καταβάλλεται κατὰ τρόπον ὑποχρεωτικὸν ἡ εἰσφορά, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ συμβαλλομένη συνδικαλιστικὴ ὀργάνωσις εἶναι ἐξουσιοδοτημένη ἀπὸ τὰ ⅔ τῶν μελῶν της ἢ τῶν ὀργανώσεων–μελῶν. Αὐτό, ὅμως, δὲν ἦτο ἱκανοποιητικὸν διὰ τοὺς ἐργατοκαπήλους καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἑπόμενον ἔτος εἰσηγήθησαν καὶ ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 22 τοῦ νόμου 3239, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφονται τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Δηλαδή, πλέον δὲν ἀπαιτεῖται ἡ εἰδικὴ ἐξουσιοδότησις τῶν ⅔ τῶν ὀργανώσεων–μελῶν ἢ μελῶν καὶ δὲν πρόκειται πλέον περὶ συνδρομῆς, ὅπως μὲ τὸν νόμον 3086) 1954, ἀλλὰ περὶ εἰσφορᾶς ὑποχρεωτικῶς ἐπιβαλλομένης εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς συμβαλλομένης διὰ τῆς συλλογικῆς συμβάσεως συνδικαλιστικῆς ὀργανώσεως, ὄχι, ὅμως, εἰς ὅλους τοὺς ἐργαζομένους. Περαιτέρω, ὁ νόμος προβλέπει καὶ τὴν ἄρνησιν τῆς καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς. Ἀπὸ τὸ 1955 ἕως τὸ 1962 δὲν εἴχαμε πρόοδον εἰς τὸ θέμα, γιατὶ αἱ σχέσεις Μακρῆ —Κυβερνήσεως, ὅπως ἀνέπτυξεν ἄλλος εἰδικὸς συνάδελφος, ὁ κ. Παπαδημητρίου, δὲν ἦσαν καλές. Τὸν Ἰούνιον, ὅμως, τοῦ 1962, αἱ σχέσεις κατόπιν συναλλαγῆς ἀποκαθίστανται καὶ ἔρχεται πλέον ἡ συλλογικὴ σύμβασις τῆς 1ης Ἰουνίου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ εἰσφορὰ εἰς ὅλους τοὺς ἐργαζομένους καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰ μέλη τῶν συνδικαλιστικῶν ὀργανώσεων, ταύτην δὲ τὴν συλλογικὴν σύμβασιν ἐνέκρινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, δι’ ἀποφάσεώς του, μολονότι, κατὰ τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ κατὰ τὰς ἄλλας της διατάξεις εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν νόμον 3239)55. Εὐθὺς ὡς οἱ ἐργάται ἀντελήφθησαν, ὅτι ὑπάρχει τρόπος νὰ διαφύγουν αὐτὸ τὸ χαράτσι, διὰ τῆς ὑποβολῆς ἀρνητικῶν δηλώσεων ποὺ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλουν εἰς τὸν ἐργοδότην καὶ εἰς τὴν συνδικαλιστικὴν ὀργάνωσίν των, ἠθέλησαν νὰ κάμουν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος καὶ ὑπέγραψαν ἀθρόως σχετικὰς δηλώσεις, πλὴν ὅμως ἐχρησιμοποιήθησαν παντοῖα μέσα διὰ νὰ μὴ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἄσκησις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Κατ’ ἀρχὴν ὁ κ. Μακρῆς, δι’ ἐπισήμου δηλώσεώς του εἰς τὸ δημοσιογραφικόν του ὄργανον, ἔθεσεν ἐκτὸς τῶν συνδικάτων καὶ τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐτόλμων νὰ ὑποβάλουν δήλωσιν καὶ ν’ ἀρνηθοῦν τὴν καταβολὴν αὐτῆς τῆς εἰσφορᾶς. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι οἱ ἐργάται παρεκινήθησαν πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς Ε.Δ.Α. Νομίζω, ὅτι θὰ ἀπετέλει τιμὴν καὶ ἱκανοποίησιν διὰ τὴν Ε.Δ.Α., ἐὰν καὶ αὐτὴ καὶ τὸ ὄργανόν της μόνοι ἀπεφάσιζον νὰ διαφωτίσουν καὶ καθοδηγήσουν τὴν καταπιεζομένην ἐργατικὴν τάξιν εἰς τὴν διεκδίκησιν τῶν δικαίων της καὶ νὰ ἐπιτύχουν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Γνωρίζω, ὅμως, ὅτι καὶ ἄλλων κομμάτων ἀπετέλεσε τοῦτο ἐπιδίωξιν. Σᾶς ἀναφέρω μακρὸν δημοσίευμα τῆς «Ἐλευθερίας» τῆς 19.6.62, ποὺ ἐπιτίθεται κατὰ τῆς εἰσφορᾶς. Ὅσον ἀφορᾷ τώρα τὴν διάθεσιν αὐτῆς τῆς εἰσφορᾶς, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 16.000.000 δραχμὰς περίπου τὸν χρόνον, ὡς ἀναφέρει καὶ τὸ δημοσίευμα τῆς «Ἐλευθερίας». Ἐπὶ τοῦ ἀκριβοῦς ποσοῦ, ὁ κ. Ὑπουργός, μολονότι προκληθείς, ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ τι, ἐπιβεβαιῶν οὕτως ἐμμέσως, ὅτι τὸ ποσὸν ἀνέρχεται εἰς 16–18 ἑκατ. δραχμάς, ἠκούσατε, κύριοι βουλευταί, πρὸ ὀλίγου πῶς γίνεται ἡ διανομὴ τῶν ποσῶν αὐτῶν. Ἀγοραὶ αὐτοκινήτων Ι.Χ. ἀπὸ τοὺς ἐργατοπατέρες, πολυτελῆ γεύματα καὶ ἄλλαι σπάταλοι δαπάναι καὶ πρὸ παντὸς δωροδοκίαι πρὸς συνδικαλιστικοὺς ἡγέτας, 100.000 δραχ. εἰς τὸν ἕνα, ἄλλαι τόσαι εἰς τὸν ἄλλον, διὰ νὰ στηρίζουν τὸ φαῦλον καθεστὼς τοῦ Φώτη Μακρῆ εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. Μόλις οἱ ἐργάται ἐσυνειδητοποίησαν τὸ δικαίωμά των πρὸς ἄρνησιν καταβολῆς τῆς εἰσφορᾶς, ἤρχισαν νὰ ὑπογράφουν ἀθρόως τὰς σχετικὰς δηλώσεις ἀρνήσεως καταβολῆς. Κατὰ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπογραψάντων τοιαύτας δηλώσεις, μόνον εἰς τὰ μεγάλα κέντρα φθάνει τὰς 100.000. Οὕτως, ἠρνήθησαν νὰ καταβάλουν τὴν εἰσφορὰν ἐν τῷ συνόλῳ των οἱ τραπεζιτικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὑπάλληλοι τῆς τέως Η.Ε.Α.Π. καὶ ἤδη τῆς Δ.Ε.Η., κατὰ μέγιστον μέρος οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων, οἱ λογισταί, οἱ ἀρτεργάται, οἱ οἰκοδόμοι, οἱ τυπογράφοι κλπ. Ἀλλὰ τὸ κῦμα αὐτὸ τῆς ἀρνήσεως νὰ καταβάλουν τὴν εἰσφοράν, ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, οἱ τραπεζιτικοί, οἱ ἀρτεργάται, οἱ ἐργατοτεχνῖται τοῦ Δήμου, οἱ οἰκοδόμοι κ.ἄ. ὑπέγραψαν τοιαύτας δηλώσεις ἀρνήσεως. Καὶ εἰς τὰ Χανιὰ ὑπέγραψαν τοιαύτας ἀρνητικὰς δηλώσεις οἱ ἐργάται μιᾶς σειρᾶς σωματείων. Τοῦτο κατεθορύβησε τοὺς ἐργατοκαπήλους, διότι ἐκινδύνευεν ἡ νίκη των τῆς ἐπιβολῆς τῆς εἰσφορᾶς ν’ ἀποβῇ καδμεία. Καὶ προσέφυγαν εἰς τὸν κ. Χρυσανθόπουλον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠδύνατο δι’ ἄλλου τρόπου νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς κατοχυρώσεως τῆς καθολικῆς εἰσπράξεως τῆς εἰσφορᾶς, ἀσφαλῶς θὰ τὸ ἔπραττε, διότι δὲν θὰ ἤθελε νὰ προσθέσῃ καὶ δευτέραν παρανομίαν, τὴν τῆς ἐγκυκλίου εἰς τὴν πρώτην, τὴν τῆς κυρώσεως τῶν παρανόμων διατάξεων τῶν συλλογικῶν συμβάσεων. Τὰ πράγματα, ὅμως, ἐπίεζαν τὴν κατάστασιν, διότι ὑπῆρχεν ἡ πιθανότης τὸ σύνολον τῶν ἐργατῶν νὰ ὑπογράψῃ καὶ νὰ ἀρνηθῇ τὴν εἰσφορὰν καὶ ὁ κ. Μακρῆς θὰ κατηγοροῦσε τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἀσυνεπείᾳ, διότι δὲν τὸν ἐβοήθησεν εἰς τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς συναλλαγῆς. Δι’ αὐτό, ἡ μόνη λύσις ἦτο ἡ ἐγκύκλιος. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἁπλῆ ἐγκύκλιος ἦτο, ἐὰν θέλουν νὰ ἐφαρμόζουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐργοδόται τὴν ἐγκύκλιον, ἂν δὲν θέλουν δὲν τὴν ἐφαρμόζουν, συνεπῶς δὲν ζημιοῦνται ἀπὸ αὐτὴν οἱ ἐργαζόμενοι. Ἀλλὰ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν λέγει τὰ ἑξῆς: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Δὲν ἀξιοῖ δηλονότι τὸ ἄρθρον 1 παρ. γʹ τοῦ Ν. ΦΠΣΤʹ καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς παρανόμου διαταγῆς ἀποτέλεσμα εἰς βάρος οἱουδήποτε. Ἀρκεῖ ἡ ἔκδοσις τῆς παρανόμου διαταγῆς διὰ νὰ θεμελιωθῇ τὸ ἀδίκημα. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέδωκε διαταγὴν περὶ εἰσπράξεως εἰσφορᾶς καὶ ἀπὸ τοὺς δηλώσαντας, ὅτι ἀρνοῦνται τὴν καταβολήν της, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε, κατὰ τὸν νόμον. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Θανόπουλος). Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐπιχειρήματός του, ὅτι ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατάσσει ἕνα Οἰκονομικὸν Ἔφορον νὰ εἰσπράξῃ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε κατὰ νόμον καὶ ὁ Ἔφορος τὰ εἰσπράξῃ, εἶτα δὲ κριθῇ δικαστικῶς παράνομος ἡ εἴσπραξις, ἔχει εὐθύνην ὁ Ὑπουργός; Βεβαίως ἔχει εὐθύνην ὁ Ὑπουργὸς καὶ περὶ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη. Ἄλλο ζήτημα ἂν ἡ ἀνεκτικότης ἢ ὁ φόβος τῶν φορολογουμένων δὲν μᾶς ἔδωκε μέχρι τοῦδε παράδειγμα διώξεως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ παρομοίας παρανόμους διαταγάς. Πρέπει φυσικὰ νὰ συντρέχῃ καὶ δόλος ἢ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια, ὡς ἀξιοῖ ὁ νόμος. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν διέταξε παρανόμως τὴν εἴσπραξιν, ἀλλ’ ὅτι ἔκαμεν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐὰν θέλουν θὰ τὴν ἐφαρμόσουν. Ἀλλὰ ὁ νόμος, ὅπως προεῖπα, δὲν ἀπαιτεῖ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα, ἀρκεῖ ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ παράνομος νὰ προέρχηται ἐκ δόλου ἢ ἀσυγγνώστου ἀμελείας. Τὸ γεγονὸς καὶ μόνον τῆς ἐκδόσεως τῆς παρανόμου διαταγῆς, θεμελιώνει τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν τὴν παραπομπὴν βάσει τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. ΦΠΣΤʹ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ βλάβην ἐπελθοῦσαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἀσχέτως παρανομίας, ἀλλὰ ζητοῦμεν τὴν παραπομπὴν βάσει τοῦ ἄρθρου 1. Ἑπομένως, ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐργασίας εἶναι ἀπολύτως ἀποδεδειγμένη, πρῶτον, διότι ἠκύρωσε τὰς παρανόμους διατάξεις τῶν συλλογικῶν συμβάσεων τῆς 1.6.62 καὶ δεύτερον, διότι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 341)62 ἐγκυκλίου του διέταξε νὰ εἰσπραχθοῦν χρήματα ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ὑπόχρεα πρὸς καταβολήν. Δὲν ἔχει περαιτέρω σημασίαν ἐὰν τὰ χρήματα αὐτὰ ἐπρόκειτο ἀμέσως νὰ ἀποδοθοῦν εἰς τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις, ἢ νὰ παρακρατηθοῦν ὑπὸ τοῦ ἐργοδότου καὶ ἐνδεχομένως ν’ ἀποδοθοῦν εἰς τοὺς καταβαλόντας. Ἡ εὐθύνη ὑπάρχει ἐκ μόνου τοῦ λόγου τῆς παρανόμου διαταγῆς πρὸς εἴσπραξιν, κατὰ τὰ ἄρθρα 244 καὶ 245 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος καὶ κατὰ τὸν Ν. 690, ὡς πρὸς τὴν παράνομον κατακράτησιν ἀποδοχῶν ἐργαζομένων. Οὕτως, ἐν τῷ συνόλῳ των, τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦσαν πενιχρὰ καὶ ἀβάσιμα. Καὶ ἡ πρότασίς μας περὶ παραπομπῆς του, εἶναι καὶ τύποις παραδεκτή, εἶναι καὶ οὐσίᾳ νόμιμος καὶ βάσιμος καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶναι βεβαίως λυπηρὸν διὰ τὴν Βουλὴν νὰ ἀσχολῆται μὲ τοιαῦτα θέματα καὶ εἰς ἡμᾶς δὲν εἶναι εὐχάριστον νὰ κατηγορῶμεν ἐνώπιον αὐτῆς συναδέλφους διὰ παράβασιν νόμων. Εἴμεθα, ὅμως, ὑποχρεωμένοι ἔναντι τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔστειλεν ἐδῶ διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντά του, νὰ ἐκτελέσωμεν αὐτὸ τὸ καθῆκον, ὅσον θλιβερὸν καὶ ἂν εἶναι, καὶ δὲν θὰ παύσωμεν νὰ τὸ ἐπιτελῶμεν. Διότι τὸ κῦμα τῶν παρανομιῶν, ποὺ ἔχει διαποτίσει κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸν ὅλον κρατικὸν μηχανισμὸν μὲ τὰς πράξεις τὰς ὅλως παρανόμους τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ τὰς ἀποφάσεις ὁμοίου περιεχομένου τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὰς παρανόμους καὶ ζημιογόνους συμβάσεις, τὸ κῦμα αὐτῶν τῶν παρανομιῶν ποὺ ἐμπνέει καὶ τὸν ἀστυνομικὸν μηχανισμὸν εἰς σειρὰν παρανόμων πράξεων κατὰ τῶν πολιτῶν, πρέπει νὰ σταματήσῃ καὶ δὲν θὰ σταματήσῃ ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ αὐστηρὸς ὁ κολασμὸς τῆς ἐκνόμου αὐτῆς δράσεως. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ αἰσθανόμεθα τὸ καθῆκον, νὰ ἐπιμείνωμεν καὶ νὰ ζητήσωμεν τὴν παραπομπὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος προβλεπόμενον Εἰδικὸν Δικαστήριον, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 1 παράγραφος γʹ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ πράξῃ καὶ αὐτὴ τὸ καθῆκον της ἔναντι τῆς νομιμότητος, ἔναντι τοῦ λαοῦ, ἔναντι τῆς ἐργατικῆς τάξεως, καθ’ ἧς εἰδικώτερα ἐστρέφετο ἡ παράνομος δρᾶσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν ἀκόμη πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι διὰ νὰ ὁμιλήσουν. Ἄλλοι ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ ἄλλοι ἐναντίον. Τὸ Προεδρεῖον εἶναι ἀποφασισμένον νὰ τηρήσῃ αὐστηρῶς τὸν Κανονισμὸν καὶ θὰ δοθῇ ὁ λόγος, βεβαίως, κατὰ σειρὰν ἐγγραφῆς, ἀλλὰ ἐναλλάξ. Εἰδικώτερον διὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν δὲν βλέπω νὰ ὑπάρχουν παρόντες πολλοὶ συνάδελφοι, δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ λυθῇ. Τὴν παρασκευήν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ὁμιλήσουν οἱ ἐγγεγραμμένοι καὶ οἱ ὑπὲρ καὶ οἱ κατὰ τῆς προτάσεως καὶ ἀκολούθως θὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 11.10′ μ.μ.)