1962.02.27
4.910 στίχοι · 37.373 λέξεις · 301 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41η
Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 1962
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Φιλιππίδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Περρωτῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Στασίμου–Μεσσηνίας, αἰτουμένου ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Κάτω Μελπείας μέσῳ Διμάνδρας πρὸς Ἐπικούρειον Ἀπόλλωνα. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἰδιοκτητῶν ἀπαλλοτριωθέντων ἀκινήτων ὑπὸ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸ τοῦ ἔτους 1940 δι’ οἰκοδομὴν δημοσίων κτιρίων περιφερείας πόλεως Καλαμάτας, αἰτουμένων ἀποζημίωσιν διὰ τὴν ἀπαλλοτριωθεῖσαν περιουσίαν των κλπ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ὀδοντιατρικοῦ Συλλόγου Εὐβοίας, διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην μείωσιν τιμολογίου ὀδοντιατρικῶν ἀμοιβῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Τούμπας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Οἰκογενειῶν Θυμάτων Ναζιστικῆς κατοχῆς «Ἡ μάννα τοῦ Φοίνικος», αἰτουμένης, ὅπως χορηγηθῇ παράτασις διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν αἰτήσεών των. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Ε. Μαλαμίδας, καταθέτει ἀναφορὰν Δικηγορικοῦ Συλλόγου Λαμίας, αἰτουμένου αὔξησιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ὑπαλλήλων τῆς Εἰσαγγελίας Λαμίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σωματείων Βορειομακεδόνων, Μοναστηριωτῶν, Στρωμνιτσιωτῶν κπλ., αἰτουμένων ἐπαναφορὰν ἕδρας καὶ Ἀρχείου εἰς Θεσσαλονίκην τῆς μικτῆς Τεχνικῆς Ἑλληνογιουγκοσλαυικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Α. Παπαλουκᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν Δικηγορικοῦ Συλλόγου Λαμίας, αἰτουμένου αὔξησιν καὶ συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ὑπαλλήλων τῆς Εἰσαγγελίας Λαμίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Μ. Γαληνός, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Συνταξιούχων Ι.Κ.Α. Μυτιλήνης, αἰτουμένης γενικὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων κατὰ 30% κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐλισσάβετ Βονίδου, αἰτούσης τὴν ἀπόλυσιν τοῦ υἱοῦ της κρατουμένου εἰς Ἅγιον Εὐστράτιον. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν Κοινοτήτων Πραγγίου–Ἰσαακίου–Πετράδων κλπ. Νομοῦ Ἕβρου, αἰτουμένων ἐπίστρωσιν τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Διδυμοτείχου–Ἰσαακίου– Πραγγίου–Πετράδων. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ν. Στειρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Ὀρεστιάδος, αἰτουμένου τοποθέτησιν δημοδιδασκάλων εἰς τὴν ἐν λόγῳ ἐκπαιδευτικὴν περιφέρειαν πλέον τῶν 20 δημοδιδασκάλων. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Σ. Χούτας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Κοινότητος Ἀετοῦ–Ξηρομέρου, διαμαρτυρομένου διὰ μελετώμενον σχέδιον νόμου ὑποχρεωτικῆς καταπολεμήσεως περονοσπόρου καπνοῦ διὰ κρατικῶν συνεργείων κλπ.
§5Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον, παρατηρεῖται μία ἀταξία εἰς τὴν σειρὰν τῶν ἐρωτήσεων, ἡ ὁποία διέκρινε τὰς ἐργασίας τῆς προηγουμένης περιόδου. Αἱ ἐρωτήσεις δὲν ἔρχονται ἐναλλὰξ κατὰ Ὑπουργεῖα καὶ συμβαίνει ὡρισμένα Ὑπουργεῖα, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν καὶ Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ μὴ δίδουν ἀπαντήσεις ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων. Αὐτὸ ἀποτελεῖ καὶ δυσχέρειαν διὰ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ ἀσέβειαν πρὸς τὸ Σῶμα. Διότι, ἐπὶ παραδείγματι, ἔχουν ὑποβληθῆ ἐρωτήσεις καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα Κόμματα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν παράταξίν μας, διὰ τὴν τύχην τοῦ Αἰγυπτιώτου Ἑλληνισμοῦ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν μᾶς τιμᾶ, δὲν καταδέχεται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, θὰ ἔπρεπε δι’ ὅλων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐξασφαλίζει ὁ Κανονισμός, νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἔρχωνται ἐναλλὰξ αἱ ἐρωτήσεις τῶν διαφόρων Ὑπουργείων καὶ νὰ δίδουν ἀπαντήσεις ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, εἶχε ζητήσει τὴν πρόταξιν μιᾶς κατατεθείσης ἐρωτήσεως, διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας πείνης τῶν φοιτητῶν. Βεβαίως, ἡ ἀπεργία ἔληξεν, ἀλλὰ τὰ φοιτητικὰ ζητήματα ὑπάρχουν καὶ πότε θὰ συζητηθοῦν;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, βασικῶς ἔχετε δίκαιον. Τὸ θέμα μάλιστα αὐτὸ τὸ συνεζητήσαμεν καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε. Ἀλλὰ τεχνικῶς γίνεται τοῦτο: Ἐρωτῶνται οἱ Ὑπουργοί, ποῖοι δύνανται κατὰ τὴν ἐρχομένην ἑβδομάδα νὰ παρίστανται εἰς τὴν αἴθουσαν, διὰ νὰ δώσουν ἀπαντήσεις εἰς τὰς ἐγγεγραμμένας ἐρωτήσεις. Τοῦτο εὐχεραίνει τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐλέγχου περισσότερον, κατὰ τὴν ἀναγραφὴν Ὑπουργείων, ἂν οἱ Ὑπουργοὶ ἀπουσιάζουν ἢ κωλύωνται. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ἡ Βουλὴ τὸ ἐπιθυμεῖ, θὰ δώσω ἐντολὴν νὰ καθορίζηται ἓν εἶδος «περιτροπῆς», χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ ἐγγυηθῶ, ὅτι θὰ διασφαλίζηται ἀπολύτως ἡ παρουσία τῶν ἐρωτωμένων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἀντιμετωπίζουν ἀνυπέρβλητα κωλύμματα κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, δι’ ὃν λόγον καὶ εἶχον προτιμήσει τὴν προσυνεννόησιν.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Δ. Ντάγγας, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως, σχετικῶς μὲ τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῶν πλημμυρῶν τῆς 6ης Νοεμβρίου κλπ.
§7Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοὺς πλημμυροπαθεῖς τῆς Βʹ Περιφερείας Πειραιῶς, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγησαν ἀπὸ τὴν θεομηνίαν τῆς 6ης Νοεμβρίου 1961, οὐδεμίαν μέριμναν καὶ στοργὴν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις. Συγκεκριμένως, δὲν ἔδειξεν ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς πληγέντας κατοίκους Ἁγίου Ἰωάννου Ρέντη, Ν. Φαλήρου, Ἄσπρων Χωμάτων– Νικαίας, Διαδόχου Παύλου Νικαίας, Κορυδαλλοῦ, Κερατσινίου καὶ Δραπετσώνας, διότι οὔτε ἄτοκα δάνεια ἔδωσεν εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας βιοτέχνας, ἐμπόρους καὶ βιομηχάνους, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν καταστραφεισῶν ἐπιχειρήσεών των, οὔτε βοηθήματα εἰς τοὺς πληγέντας οἰκογενειάρχας, διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν καταστραφεισῶν οἰκιῶν των καὶ τὴν ἀγορὰν τῶν ἐπίπλων καὶ σκευῶν, τὰ ὁποῖα κατεστράφησαν ὁλοσχερῶς καὶ οὕτως ἡ Κυβέρνησις ἐφάνη ἀπέναντι τῶν θυμάτων αὐτῶν ἄκαρδος καὶ ἀδιάφορος, χωρὶς νὰ ἐπιδείξῃ στοιχειώδη πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον λόγοι στοιχειώδους κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης πρὸς τοὺς πληγέντας, ἐνῷ διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς Θήρας καὶ Ἰονίων Νήσων ἐφορολογήθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὴν ἀνακούφισίν των.
§8Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς θεομηνίας τῆς 6ης Νοεμβρίου 1961, ἡ Κυβέρνησις ἐπέδειξε μέγα ἐνδιαφέρον καὶ στοργὴν διὰ τὴν παροχὴν βοηθείας εἰς τοὺς πληγέντας καὶ ἀναστολῆς τῶν φορολογικῶν των ὑποχρεώσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδικήν μας ἁρμοδιότητα, ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν, προῆλθεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ὑπ’ ἀριθ. 33367)ΓΚ) 820)29.12.1961 καὶ 33682)ΓΚ)830)30.1.1962 ἀποφάσεών της, δι’ ὧν ἐλήφθησαν πιστωτικὰ μέτρα ὑπὲρ τῶν πληγέντων ἐμποροεπαγγελματικῶν, βιοτεχνικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, ὧν οἱ ἐνδιαφερόμενοι δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν, ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὰς Ἐμπορικὰς Τραπέζας.
§9Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Αἱ ἀποφάσεις αὐταί, εἶναι μόνον εἰς τὰ χαρτιά.
§10Δ. ΝΤΑΓΓΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἱκανοποιητική, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν βιομηχανικῶν καὶ βιοτεχνικῶν ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔλαβον τὰ δάνεια, ἀλλὰ πρόκειται καὶ διὰ τοὺς οἰκογενειάρχας, τῶν ὁποίων κατεστράφησαν αἱ οἰκίαι, τὰ ἔπιπλα καὶ ὅλα τὰ σκεύη καὶ ἔμειναν τελείως ἀπροστάτευτοι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως, σχετικῶς μὲ τὴν λῆψιν μέτρων καὶ τὴν τακτοποίησιν τοῦ θέματος τῶν γυρολόγων κλπ.
§12Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐπάγγελμα τοῦ γυρολόγου εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον γραφικὰ καὶ ἀρχαῖα. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι εἶναι χρησιμώτατον. Ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον παρετηρήθησαν ἐξελίξεις σαφῶς παθολογικαί. Ὁ κάλαθος καὶ ὁ σάκκος τοῦ γυρολόγου, εἰς πολλὰς περιπτώσεις, μετεβλήθη εἰς κατάστημα ἐπὶ τρικύκλου ἢ αὐτοκινήτου, δι’ οὗ μεταφέρονται πρὸς πώλησιν παντὸς εἴδους ἐμπορεύματα καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ τὴν νύκτα, δύναμαι νὰ εἴπω. Τὰ ἐμπορεύματα τῶν γυρολόγων, εἰς πλείστας ὅσας περιπτώσεις, εἶναι χειρίστης ποιότητος καὶ διότι διατίθενται κατὰ κανόνα διὰ δόσεων, εὔκολος εἶναι ἡ ἄγρα θυμάτων. Ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ ὑποφέρει, ὄχι μόνον ἡ κατανάλωσις, ἀλλὰ καὶ τὸ ὠργανωμένον ἐμπόριον. Διότι οὔτε φόρος ἐπιβάλλεται, οὔτε ἀγορανομικὸς ἔλεγχος ἀσκεῖται, οὔτε οἱ κανονισμοὶ περὶ ὡρῶν ἐργασίας τηροῦνται. Οἱ γυρολογικὲς κατηγορίες αὐτές, ἀποτελοῦν μάστιγα διὰ τὸ ὠργανωμένον ἐμπόριον. Παραπλήσια θέματα θέτουν καὶ αἱ ἐποχιακαὶ ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι δροῦν ἐν μέσαις Ἀθήναις, π.χ. εἰς τὰς εἰσόδους τῶν κινηματογράφων κατὰ τὸ θέρος ἀνεξέλεγκτα πρατήρια ποικιλωνύμων ἐμπορευμάτων ἀμφιβόλου ποιότητος, αἱ ὁποῖαι συναγωνίζονται κατὰ τρόπον οὐχὶ πάντοτε θεμιτὸν τὰ ὀργανωμένα καταστήματα. Αἱ διαμαρτυρίαι, αἱ ὁποῖαι ἀκούονται ἐξ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, εἶναι συνεχεῖς καὶ ἔντονοι. Αὐταὶ προεκάλεσαν καὶ τὴν παροῦσαν ἐρώτησιν, τῆς ὁποίας σκοπὸς εἶναι, νὰ προκαλέσῃ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, ἵνα ληφθοῦν τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ρύθμισιν τοῦ πλανοδίου ἐμπορίου, χάριν καὶ αὐτῶν τῶν γυρολόγων, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ καταναλωτικοῦ κοινοῦ, ὡς καὶ τοῦ ὠργανωμένου ἐμπορίου.
§13Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, δὲν ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια ἀπαγορεύσεως ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος εἰς τοὺς γυρολόγους. Πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ διὰ νόμου τοῦτο. Πλήν, ὅμως, δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐκάμαμε πρὸς τοὺς Νομάρχας καὶ πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἐπεστήσαμε τὴν προσοχήν των, ὅπως ἀσκῆται αὐστηρὸς ὑγειονομικὸς ἔλεγχος, ἐπὶ τῷ σκοπῷ προστασίας τοῦ καταναλωτικοῦ κοινοῦ καὶ ἐπὶ πλέον ὅπως ἐφαρμόζωνται καὶ αἱ διάφοροι διατάξεις, αἱ σχέσιν ἔχουσαι μὲ τὸ θέμα αὐτό. Πέραν αὐτοῦ, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου τὸ ἀπησχόλησε σοβαρῶς τὸ ὅλον θέμα τοῦ ὑπερεπαγγελματισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται καὶ τὸ θέμα αὐτὸ τῶν πλανοδίων πωλητῶν καὶ τῶν γυρολόγων. Πιστεύω δέ, ὅτι πολὺ συντόμως θὰ ἐξαγγείλωμεν μέτρα διὰ τὴν καταπολέμησιν ὅλων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πλήττουν τὸ ὠργανωμένον ἐμπόριον.
§14Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως. Δὲν ἐζήτησα κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ ἐμπορίου. Ἐζήτησα τὴν ρύθμισιν. Γνωρίζω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν ἐγκύκλιον εἰς τὰς Νομαρχίας. Ἀλλά, ὅπως γράφω εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, αἱ ἐγκύκλιοι αὐταὶ ἀποτελοῦν φιλολογίαν, διότι, πράγματι, πρέπει νὰ προέλθωμεν εἰς τὴν λῆψιν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ρυθμίζουν καὶ ὄχι θὰ καταργοῦν τὸ ἐπάγγελμα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἓν εἶδος κλεψύδρας μετὰ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν προτάσεων δυσπιστίας, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συνεχίζεται ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς μελῶν τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Δ. Παπαδόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§18Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§19Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐνεγράφην καὶ διὰ τὴν συζήτησιν τῆς μομφῆς καὶ δυστυχῶς δὲν μοῦ ἐδόθη ὁ λόγος, διότι ἔληξε τὸ πενθήμερον. Ἐνεγράφην μεταξὺ τῶν πρώτων, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Δόβα εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Ἐκ παρεξηγήσεως, τὸ Προεδρεῖον μὲ ἐθεώρησεν ἀντιλέγοντα καὶ ἐπανειλημμένως ἔχουν προηγηθῆ ἐμοῦ ἑπόμενοι. Κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν συνέβη τὸ ἴδιον. Ἔχω σειράν. Μὲ εἴχατε ἀντιλέγοντα καὶ ἐπιμένω, ὅτι πρέπει νὰ λάβω τὸν λόγον.
§20Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Μετὰ τὸν κ. Παπαδόπουλον.
§21Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, καὶ ὁ κ. Στεφανίδης, προχθές, μὲ παρεκάλεσε.
§22Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρχουν προνόμια.
§23Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Πέραν τούτου, ἔχω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν ἔχει δύναμιν 15 βουλευτῶν καὶ ὡμίλησεν εἷς. Ἀπὸ τὰ ἄλλα κόμματα ἔχουν ὁμιλήσει πολλαπλάσιοι. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἀνισότης. Ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην τὴν παραχώρησιν, ἂν τὸ Προεδρεῖον ἀποφασίσῃ νὰ ἀκολουθήσω.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀκούσωμεν καὶ τὸν ἕτερον ὁμιλητὴν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ κ. Χριστόπουλον καὶ θὰ προτείνω μίαν μέσην λύσιν.
§25Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Τρίτης μοῦ ἐδώσατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαμαρτυρηθῶ, μὴ ἀναγνωρίζων τὴν τυχὸν ὑπάρξασαν ἢ ὑφισταμένην συμφωνίαν μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ οἱουδήποτε ἄλλου κόμματος ἢ ὅλων τῶν ἄλλων κομμάτων, διότι, ὡς ἀνεξάρτητος, ἔχω τὴν ἀξίωσιν, καὶ διατυπῶ καὶ αὖθις τὴν ἀξίωσιν, νὰ ὁμιλήσω. Δυστυχῶς, λόγῳ τῆς ὑπάρξεως μεγάλου ἀριθμοῦ ρητόρων, εὑρίσκομαι εἰς τὴν σειρὰν τῶν τελευταίων ἐγγεγραμμένων. Δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἀναγνωρίσω οἱανδήποτε συμφωνίαν, πᾶσα δὲ ἀντίθετος ἄποψις εἶναι σαφὴς παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ. Οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ στερήσῃ τοῦ λόγου. Αἱ συμφωνίαι εἶναι σεβασταὶ καὶ ἀπὸ ἐμέ. Πρέπει, ὅμως, καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νὰ σεβασθῇ τὴν ἄποψίν μου, ὡς ἀνεξαρτήτου. Ζητῶ δέ, διότι δὲν ἔλαβον γνῶσιν μέχρι σήμερον, καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τὴν στάσιν αὐτὴν τοῦ Προεδρείου, κύριε Πρόεδρε, ζητῶ νὰ μοῦ καθορίσητε, σήμερον ἢ τὴν Παρασκευὴν θὰ ὁμιλήσω;
§26Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο πάλιν νὰ δημιουργήσω ζήτημα Κανονισμοῦ, ὁ κ. Βύζας, ὡς Ἀντιπρόεδρος, μὲ διεβεβαίωσεν, ὅτι ἔχω σειρὰν νὰ ὁμιλήσω πρῶτος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἀλλὰ θὰ προέτεινον τὰ ἑξῆς: Εἶναι ὁ κ. Παπαδόπουλος νὰ ὁμιλήσῃ καὶ κατόπιν ὁ κ. Ἀγγελούσης. Θέλει ὁ κ. Ἀγγελούσης νὰ δώσῃ τὴν σειράν του εἰς τὸν κ. Βασιλᾶτον;
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρθενικὸς λόγος τοῦ κ. Παπαδοπούλου εἶναι. Ἐπίσης καὶ ὁ κ. Βασιλᾶτος βασιμώτατα ἐπικαλεῖται, ὅσα ἐπικαλεῖται. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὸν κ. Παπαδόπουλον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι σύντομος, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Βασιλᾶτος.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἐμπόδια, τὴν Παρασκευήν, μετὰ τὸν κ. Βασιλᾶτον, θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀγγελούσης καὶ κατόπιν ὁ κ. Χριστόπουλος.
§30Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος, εἶναι 23ος, κ. Πρόεδρε.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μοῦ ἐζητήσατε τὸν λόγον, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§32Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Προσπαθεῖ νὰ ὁμιλήσῃ).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εὑρίσκομαι πρὸ δυσχερείας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν γενομένων συμφωνιῶν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος τοὺς διαμαρτυρομένους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν «DE JURE» τὸ δικαίωμα, ὄχι «DE FACTO», νὰ τοὺς παρακαλέσω νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ 10 λεπτά, ὥστε ἡ ἐπιτευχθεῖσα συμφωνία Κυρίων νὰ ἐφαρμοσθῇ τὴν Παρασκευήν.
§34Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. (Προσπαθεῖ νὰ ὁμιλήσῃ).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ φωνάζετε, κ. Ταλιαδούρη; Ἠρώτησα τὸν κ. ἀρχηγόν σας.
§36Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι ὁ κ. Χριστόπουλος εἶναι εἰκοστὸς τρίτος.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ θέλει νὰ ὁμιλήσῃ.
§38Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μετὰ τὸν κ. Βασιλᾶτον, ἂς μὴ ἀκουσθῇ ὁ ἀντιλέγων, ἀλλὰ μετὰ τὸν κ. Παπαδόπουλον, νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἕνας ἐκ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς.
§39Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. ...... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός, παρεχώρησεν τὴν θέσιν τοῦ Κυβερνητικοῦ εἰς τὸν κ. Χριστόπουλον. Τί ἄλλο θέλετε; Ὁρίστε, κ. Παπαδόπουλε.
§41Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταί, διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι ἀρχίζω τὴν παρθενικήν μου ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁμιλίαν μὲ τὴν λέξιν λυποῦμαι καὶ δεύτερον, διότι ἡ ἀνώμαλος διεξαγωγὴ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν μᾶς ὑπεχρέωσεν, ἀντὶ νὰ ἀσχολούμεθα, ὡς ἐκπρόσωποι τοῦ λαοῦ, μὲ οὐσιαστικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ ἀσχολούμεθα μὲ τὴν βίαν καὶ νοθείαν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὅμως, αἰσθανόμεθα ὑπερηφάνειαν, διότι ἀγωνιζόμεθα, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δημοκρατίας, ἡ ὁποία κατεπατήθη καταφώρως καὶ μάλιστα εἰς τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν πρὸ χιλιετηρίδων ἐγεννήθη. Ὁ ἀγὼν αὐτὸς ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἀγὼν ὁλοκλήρου τοῦ δημοκρατικοῦ λαοῦ. Ἰδοὺ διατὶ εἴμεθα ἀνένδοτοι καὶ ὑπερήφανοι εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτόν, διότι ἡ ἱστορικὴ αὐτὴ ἀποστολὴ ἔλαχεν εἰς ἡμᾶς. Πᾶσα συνθηκολόγησις εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸ ἀποτελεῖ προδοσίαν τοῦ λαοῦ. Καὶ ἡ προδοσία εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα εἶναι ἡ ἐσχάτη προδοσία. Κύριοι βουλευταί, εἰσέρχομαι διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἶμαι ὁ μόνος βουλευτὴς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὴν περιφέρειαν τοῦ Κιλκὶς καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξιστορήσω τὴν βίαν καὶ τὴν νοθείαν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν εἰς τὴν περιφέρειάν μου. Εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου θὰ ἀναφέρω καὶ συγκεκριμένα στοιχεῖα νοθείας, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμῶ νὰ ἀφιερώσω εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον, ὁ ὁποῖος μὲ τόσην καλὴν πίστιν καὶ εὐγενῆ ζῆλον ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ μεγάλου ἀχθοφόρου τῆς νοθείας καὶ τῆς βίας, καθὼς καὶ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως Δόβα, τὴν ὁποίαν κατηγοροῦμεν, ὅτι ἠνέχθη τὸ προσχεδιασθὲν καὶ πρωτάκουστον αὐτὸ πραξικόπημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 29ης Ὀκτωβρίου. Ἡ ἱστορία ἀρχίζει μὲ τὸ πονηρὸν σύνθημα τῆς ΕΡΕ «μὴ ψηφίζετε ΕΔΑ, ψηφίσατε Ἕνωσιν Κέντρου, ἐὰν δὲν θέλετε νὰ ψηφίσετε ΕΡΕ». Τὸ σύνθημα αὐτὸ ἀντιλαλοῦσε μέχρι τῆς τελευταίας ἑβδομάδος εἰς τὸ στόμα τῶν ἐκτελεστῶν τοῦ ἐκλογικοῦ σχεδίου. Τὰς τελευταίας ὅμως ἡμέρας, καὶ κυρίως τὴν νύκτα τῆς κολάσεως τοῦ Σαββάτου, τὸ σύνθημα αὐτὸ ἄλλαξε καὶ ὕφος καὶ σύνταξιν. Καὶ τὸ μὲν ὕφος μετετράπη εἰς πραγματικόν, ἡ δὲ σύνταξις ὡς ἑξῆς: «Καθαρίζετε τὴν θέσιν σας ψηφίζοντες μόνον ΕΡΕ, διότι ἡ Ε.Κ. εἶναι συγκεκαλυμμένη συνοδοιπορία τῆς ΕΔΑ». Ἡ ἔναρξις τῶν τραμπουκισμῶν ἄρχισε μὲ ἕνα σοβαρὸν ἐπεισόδιον εἰς βάρος μου. Συνέβη εἰς τὸ χωρίον Θεοδόσια, ὑπὸ τὰς ἑξῆς συνθήκας: Μετέβην νὰ ὁμιλήσω εἰς συγκέντρωσιν ἐντὸς ἑνὸς καφενείου, καὶ πρὶν ἢ ἀρχίσω τὴν ὁμιλίαν μου παρουσιάσθησαν τρεῖς μὲ ἐγκληματικὴν μορφήν. Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ ἑξῆς: Ὀρφανίδης Στυλ., Ὀρφανίδης Φώτιος καὶ Κωστίδης Ἰωάν. Οἱ τρεῖς αὐτοὶ μὲ ἐπλησίασαν καὶ μὲ ἠρώτησαν ποῦ ἀνήκω. Τοὺς ἀπήντησα εἰς τὴν Ἕνωσιν Κέντρου. Ἐκεῖνοι μοῦ ἀπήντησαν, ὅτι δι’ ἡμᾶς, πᾶς μὴ ΕΡΕΤΖΗΣ εἶναι κομμουνιστής. Τοὺς εἶπον, ὅτι θὰ καλέσω τὴν ἀστυνομίαν, καὶ αὐτοὶ μοῦ ἀπήντησαν, ὅτι ἐδῶ ἀστυνομία δὲν ὑπάρχει. Ἡμεῖς εἴμεθα παλληκάρια τοῦ Κωστ. Παπαδοπούλου καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην κανενός. Πρὶν προλάβω νὰ εἴπω ἄλλο τί, μὲ ἥρπασαν καὶ μὲ ἔβγαλαν ἔξω τοῦ καφενείου. Οἱ θαμῶνες τοῦ καφενείου μοῦ εἶπον: Πρόσεξε Παπαδόπουλε, διότι ἔχουν πιστόλια. Ἀκούσατε, κύριοι, ποῖοι ἦσαν οἱ τρεῖς αὐτοί. Ὁ πρῶτος ἦτο καπετάνιος τοῦ ΕΛΑΣ, ὁ δεύτερος, ἦτο καπετάνιος τοῦ ΠΑΟ καί, ὁ τρίτος διμοιρίτης τῶν ΤΕΑ. Τὸ πῶς ἔφυγα, βεβαίως, μόνον ἐγὼ τὸ ξέρω. Ἀνάλογα ἐπεισόδια ἐσημειώθησαν εἰς τὰ χωρία Λαοδικὸν καὶ Λευκοχώρι. Προσωπικός μου φίλος, ὁ Σωκράτης Ἀκριτίδης, μοῦ εἶπεν: «Ὅποιος τολμήσῃ νὰ κάμῃ καὶ εἰς ἐμένα, τὰ ἴδια θὰ τὸ πληρώσῃ». Ὀλίγας ὥρας ἀργότερον, τὸ αὐτοκίνητόν του ὑπέστη ἐπίθεσιν καὶ ἐβλήθη διὰ σφαίρας. Εἶχεν ὅμως τὴν γενναιότητα νὰ τοὺς κυνηγήσῃ, τοὺς ἀνεγνώρισε καὶ ὑπεβλήθησαν ἐναντίον των μηνύσεις. Εἰς τὸ χωρίον Εὐκαρπία παρέδωσα ἐγὼ ὁ ἴδιος τὰ ψηφοδέλτια εἰς τὸν ἀντιπρόσωπόν μου. Λοχίας τῶν ΤΕΑ ἐπεχείρησε νὰ τοῦ τὰ πάρῃ, διὰ τῆς βίας. Ἐπαρουσιάσθην εἰς τὸν Ἀνθυπολοχαγὸν τῶν ΤΕΑ Κωτίδην καὶ τοῦ τὸ ἀνέφερα, ὅταν δὲ ἐκλήθη ἐνώπιόν του ὁ Λοχίας, ἐδήλωσεν, ὅτι προέβη εἰς αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν, διότι εἶχεν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Λοχαγὸν τοῦ Α 2. Τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα ὁλόκληρος ὁ Νομὸς τοῦ Κιλκὶς ἔλαβε πολεμικὴν ὄψιν μὲ τὰς συνεχεῖς μετακινήσεις στρατιωτικῶν φαλάγγων κινουμένων διὰ μέσου τῶν χωρίων. Ἑπόμενον ἦτο, ὅτι οἱ ὀπαδοί μας ἐπανικοβλήθησαν. Τὰ ἐξωπλισμένα ΤΕΑ, μὲ αὐτοκίνητα τῶν τριῶν τετάρτων, διένειμον πάσης φύσεως προπαγανδιστικὰ ἔντυπα. Ἕν ἐξ αὐτῶν, εἶναι τὸ γνωστὸν «παιδὶ μου ἄντε στὸ καλὸ καὶ ὁ Θεὸς θὰ τὰ φέρῃ ὅλα δεξιά. Γι’ αὐτὸ καὶ σὺ ψήφισε δεξιά». Πάρα πολλαὶ ἐπιστολαὶ ἀπειλητικαὶ ἐστάλησαν εἰς πρόσωπα τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Σᾶς ἀναγινώσκω μίαν: «Κύριε Ταμία, τῆς Α.Τ.Ε., Ὑποκαταστήματος Ἀξιουπόλεως, εἰς Ἀξιούπολιν, σᾶς συνιστῶ, ὅπως παύσητε νὰ προπαγανδίζητε κατὰ τοῦ Κων. Καραμανλῆ, διότι εἶσθε δημόσιος ὑπάλληλος καὶ αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι σοβαραί. Λυποῦμαι ποὺ πολὺ σύντομα θὰ εὑρεθῇς εἰς τὸ πεζοδρόμιον. Σκέψου καλά. Μετὰ χαιρετισμῶν». Ἀπειράριθμοι τέτοιαι ἀπειλητικαὶ ἐπιστολαὶ ἀπεστάλησαν. Ἰδιαιτέραν δὲ ἐπίδρασιν εἶχον αἱ ἐπιστολαὶ αὐταὶ εἰς τοὺς ἀκτήμονας, οἱ ὁποῖοι ἐκαλοῦντο νὰ ψηφίσουν ἀνοικτὰ τὴν Ε.Ρ.Ε., διότι ἄλλως δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀποκατασταθοῦν. Ἡ ἀνοικτὴ ψηφοφορία ἐπεκράτησεν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ τὸ σύστημα τῶν παραδιδομένων φακέλλων εἶχε καταπληκτικὴν ἐπιτυχίαν. Εἰς τὸ χωρίον Χειμαδιό, ὁ πρόεδρος ἐκαυχᾶτο καὶ καυχᾶται, ὅτι ἠνάγκασε 50 ἀντιφρονοῦντας νὰ ψηφίσουν Ε.Ρ.Ε., παραδίδων εἰς αὐτοὺς τὸν φάκελλον ἔξω τοῦ ἐκλογικοῦ καταστήματος. Ὁ Ταξίαρχος τῆς 6ης Μεραρχίας, εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν πόλιν τοῦ Κιλκίς, ἐπεχείρησε νὰ ψηφίσῃ ἀνοικτά, ἀλλὰ ἀπέτυχε, χάρις εἰς τὸν δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον. Ἐσοφίσθησαν ἀπειράριθμα τεχνάσματα. Ἡ πέραν τῆς γραμμῆς Ἐλευθεροχωρίου, Ἀξιουπόλεως, Εὐκαρπίας, περιοχὴ κατέστη ἐπιτηρουμένη ζώνη καὶ πᾶς διερχόμενος, ὤφειλε νὰ ἔχῃ ἄδειαν. Κύριοι βουλευταί, τὸ Κιλκὶς εἶναι τόπος πτωχὸς καὶ τρεῖς χιλιάδες ἐκ τῶν κατοίκων του ἐργάζονται εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ὅταν ἐπεχείρησαν νὰ μεταβοῦν εἰς τὰ χωρία των, διὰ νὰ ψηφίσουν, εὑρέθησαν πρὸ ὁδοφραγμάτων, εἰς τὸ χωρίον Εὐκαρπία. Οἱ δύο χιλιάδες ἐξ αὐτῶν ἐπέστρεψαν ἄπρακτοι καὶ διαμαρτυρόμενοι. Μὲ τοὺς συνυποψηφίους μου διεμαρτυρήθημεν, μᾶς παρέπεμψαν εἰς τὴν Μεραρχίαν καὶ ἡ Μεραρχία εἰς τὴν Ἀσφάλειαν. Ἐν τούτοις, ἀπεκαλύψαμεν, ὅτι οἱ ψηφοφόροι τῆς Ε.Ρ.Ε. μὲ πᾶσαν εὐχέρειαν ἐκινοῦντο εἰς τὴν ἐπιτηρουμένην ζώνην, ἐπὶ τῇ βάσει καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέγραφον οἱ ὑποψήφιοι τῆς Ε.Ρ.Ε. Φορτηγὰ αὐτοκίνητα μὲ ψηφοφόρους τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς καταστάσεως, εἰσήρχοντο εἰς τὴν περιοχὴν ἀνενόχλητα. Ὅταν ἠκολούθησα μὲ φίλους μου ἕν φορτηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., μᾶς ἐσταμάτησαν εἰς τὴν Εὐκαρπίαν 10 τραμποῦκοι, ὅπου τὸ μὲν φορτηγὸν τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐπέρασεν ἀνενοχλήτως, βάσει τῆς ἀδείας τῶν ὑποψηφίων τῆς Ε.Ρ.Ε., τὸ ἰδικόν μου ὅμως ὑπεχρεώθη νὰ ἐπιστρέψῃ. Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, δύο χιλιάδες ἄτομα ἐπέστρεψαν καὶ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ψηφίσουν. Ἀλλὰ ἡ ψῆφος των δὲν ἐπῆγε χαμένη. Ἐμερίμνησαν ἄλλοι νὰ ψηφίσουν δι’ αὐτούς. Εἰσέρχομαι τώρα εἰς τὰς συγκεκριμένας καταγγελίας τῆς νοθείας. Προηγουμένως, ὅμως, θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀπόσπασμα ἐκ τῶν πρακτικῶν, ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Καλλία. «Πρέπει νὰ τονίσω...(ἀναγινώσκει)...». Κατέχω φωτοτυπίας τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, τοὺς ὁποίους μετὰ κόπων ἐπῆρα ἀπὸ τὸ Ἐκλογοδικεῖον, διότι ὁ κ. Μητρέλιας μόνον κατόπιν ἐντολῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδέχθη νὰ τοὺς φωτοτυπήσω. Εἰς τὸ χωρίον Πλαγιοχώρι φέρονται ψηφίσαντες μὲ αὔξοντα ἀριθμὸν 12. Χρῆστος Τσιλπόγλου, Νικόλαος Χινιτίδης, Ἀναστάσιος Πεχλιβανίδης, Μαρία Φάκου τοῦ Ἀνέστη, Παναγιώτης Φάκος. Πῶς ἐψήφισαν; Ἐργάζονται πρὸ πολλοῦ εἰς τὰ ἀνθρακωρυχεῖα τῆς Γερμανίας. Εἰς τὸ αὐτὸ χωρίον, αὔξων ἀριθμὸς 19. «Ἀπόστολος Φάκος, Ἀλεξάνδρα Φάκου, Βασιλικὴ Φάκου, Ἀθανασία Φάκου». Κατόπιν πολλῶν περιπετειῶν, κ. βουλευταί, ἀνεῦρον τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς εἰς τὸ χωρίον Νέα Τραπεζοῦς τῆς Κατερίνης. Ἐκεῖ ἀνεῦρον ὁλόκληρον τὴν οἰκογένειαν Φάκου. Ἠθέλησα νὰ λάβω μίαν δήλωσίν των, ὅτι δὲν μετέβησαν εἰς τὸ χωρίον Πλαγιοχώρι, διὰ νὰ ψηφίσουν, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 29ης Ὀκτωβρίου, ὁπότε εὑρέθην πρὸ τῆς ἐκπλήξεως, διότι οὗτοι μοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι ὄχι μόνον δὲν μετέβησαν διὰ νὰ ψηφίσουν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἦσαν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ χωρίον τὸ ὁποῖον κατοικοῦν καὶ ἐψήφισαν. Μοῦ ὑπέγραψαν δέ, καὶ ὑπεύθυνον δήλωσιν περὶ τούτου, τὴν ὁποίαν καὶ καταθέτω. «Ὑπεύθυνος δήλωσις, οἱ ὑπογεγραμμένοι... (ἀναγινώσκει τὴν δήλωσιν)...». Ἡ ἰδία περίπτωσις εἶναι τῆς Ἀθανασίας Λαζάρογλου, ἡ ὁποία ἐψήφισεν εἰς τὸ ἴδιον χωρίον ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 40. Πλὴν ὅμως, κατοικεῖ εἰς τὸ χωρίον Πλαγιά, ὑπανδρευθεῖσα τὸν Διαμαντόπουλον, ὅπου καὶ ἐψήφισεν ὡς Διαμαντοπούλου. Ὑπάρχουν καὶ ἓξ ἕτερα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα φέρονται ψηφίσαντα χωρὶς νὰ μεταβοῦν εἰς τὸ Πλαγιοχώριον, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρω τὰ ὀνόματά τους, διότι δὲν γνωρίζω τὸν τόπον τῆς διαμονῆς των. Συνολικῶς, εἰς τὸ ἐν λόγῳ χωρίον, ἐψήφισαν 107. ΕΡΕ 106. Ἕνωσις Κέντρου 1.
ΠΑΜΕ 0.
Καὶ ἔρχομαι τώρα, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ χωρίον Σπουργίτης. Ἐκεῖ, φέρεται ψηφίσας, ὁ Δημητριάδης Ἀλέξανδρος, Ἔφ)ρος Ἀξ)κός, ὑπηρετῶν εἰς Παιωνίαν, ὅπου ἀσφαλῶς ἐψήφισεν, Ἰωαννίδης Σάββας, πρὸ πολλοῦ μεταναστεύσας εἰς Γερμανίαν. Ὁ Χωροφύλαξ Ἀβραὰμ Κεσόγλου, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Τὸν ἐπῆρα εἰς τὸ τηλέφωνον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τοῦ εἶπα «κατηγορεῖσαι, διὰ διπλοψηφίαν καὶ θὰ σὲ προστατεύσω». Μοῦ ἀπήντησε: «Γιατί; Ἐγὼ ἐψήφισα μόνον εἰς Σωχὸν Θεσσαλονίκης». Ἐνῷ φέρεται ψηφίσας εἰς τὸ χωρίον Σπουργίτης– Κιλκίς. Περαιτέρω ἐψήφισαν Κυνηγόπουλος Ἰωάννης, εὑρισκόμενος εἰς Γερμανίαν, Πατρίδης Βασίλειος, Κυριακίδης Κυριάκος, στρατιώτης, ψηφίσας εἰς τὴν μονάδα του, Πετρίδης Ἐλευθέριος, Ἰσαακίδης Ἀριστοτέλης, Δεληγιαννίδης Ἰωάννης, Ἰωαννίδης Σάββας, Λεοντιάδης Ἀναστάσιος, Φωτειάδης Εὐστάθιος, Ἰωαννίδης Μουράτιος φέρονται ἐπίσης ψηφίσαντες εἰς τὸ χωρίον Σπουργίτης, ἐνῷ πάντες ἔχουν πρὸ πολλοῦ μεταναστεύσει εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἰσαακίδου Ἀλεξάνδρα, νῦν Φωτειάδου, σύζυγος τοῦ Προέδρου Μηλοχωρίου, Ἠλία Φωτειάδου, ἐψήφισεν εἰς Μηλοχώρι καὶ ἄγνωστον ποῖος εἰς τὴν γενέτειράν της. Τὴν περίπτωσιν αὐτήν, τὴν ὠνόμασα ἀθανασίαν τῆς ψήφου. Καὶ ἔρχομαι τώρα, εἰς τὸ ἐκλογικὸν τμῆμα Ροδῶνος, γενετείρας τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Παπαδοπούλου. Φέρονται ψηφίσαντες: Μακρίδης Γεώργιος, μεταναστεύσας πρὸ πολλοῦ εἰς Γερμανίαν, ἐπίσης οἱ Ἀλμπάνης Γεώργιος τοῦ Μιχαὴλ, Ὀρφανίδης Παῦλος καὶ Παπαδόπουλος Χαράλαμπος τοῦ Γεωργίου, πρὸ πολλοῦ μεταναστεύσαντες εἰς Αὐστραλίαν. Ὁ Παπαδόπουλος Γεώργιος τοῦ Ἰωάννου φέρεται ψηφίσας μὲ αὔξ. ἀριθ. 468 καὶ 680)14)59. Βαρυδήμου Παναγιώτης κατόπιν ἀπειλῆς, δὲν προσῆλθεν εἰς τὴν κάλπην καὶ ἐψήφισεν ἄλλος ἀντ’ αὐτοῦ. Παρασκευᾶς Αὐγερινός, ἔφθασε μέχρι τῆς ἐπιτηρουμένης ζώνης, ἀλλὰ λόγῳ ἐλλείψεως ἀδείας, ἠναγκάσθη νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Θεσ)νίκην χωρὶς ὅμως νὰ ἀπωλεσθῇ ἡ ψῆφός του (ἑτέρα κατηγορία ἀθανασίας τῆς ψήφου). Ἐπίσης φέρεται ψηφίσας ὁ Ὀρφανίδης Σάββας, ἐνῷ ἔπεσεν εἰς τὴν μάχην τοῦ Γράμμου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῆς ἐκδόσεως παρανόμων βιβλιαρίων. Ἐπειδὴ ἐκ μέρους Κυβερνητικῶν βουλευτῶν προεβλήθη ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ὅσοι παρανόμως ἔστω ἀπέκτησαν βιβλιάριον, ἐὰν δὲν τὸ ἀπέκτων κἄπου ἀλλοῦ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον θὰ ἐψήφιζαν καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει περίπτωσις διπλοψηφίας, ἀναφέρω τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐκ Ροδῶνος καταγομένου Ὀρφανίδη Κων)νου τοῦ Λεωνίδα, ὅστις φέρεται ψηφίσας εἰς τὴν γενέτειράν του, ὡς δὲ ἐξηκρίβωσα, περιλαμβάνεται καὶ μεταξὺ τῶν 200 Χωροφυλάκων, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν βιβλιάριον μὲ διεύθυνσιν Ρηγίλλης 18, Ἀθῆναι. Καὶ τώρα τελειώνοντας, ἀπευθύνομαι εἰς τὸν Ἀξιότιμον Ἀρχηγόν μας κ. Γεώργιον Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω καὶ μαζύ του εἰς τὸ ἑξῆς: Εἴπατε Ἀρχηγέ, ὅτι εἰς μὲν τὰ μεγάλα Κέντρα, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐγένετο νοθεία, εἰς δὲ τὰς ἐπαρχίας ἠσκήθη μόνον βία.
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κατὰ κύριον λόγον.
§43Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι εἰς τὸ ὄργιον τῆς βίας τῶν ἐπαρχιῶν, προσετέθη καὶ τὸ αἶσχος τῆς νοθείας. (Χειροκροτήματα).
§44Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐσεβάσθησαν οὔτε τοὺς νεκροὺς τοῦ πολέμου.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§46Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ μὴ ἔχω διακοπάς. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεώς μου, εἶμαι πρόθυμος νὰ παράσχω πᾶσαν ἐξήγησιν καὶ ἀπάντησιν, εἰς οἱανδήποτε ἐρώτησιν. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν τρίτος ξένος καὶ ἀντικειμενικὸς παρατηρητὴς παρηκολούθει τὴν 5θήμερον ὀξυτάτην συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως δυσπιστίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν 12ήμερον συζήτησιν, ἐπὶ τῆς προτάσεως παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν δικαστήριον μελῶν τῆς Κυβερνήσεως Δόβα, θὰ ἐξεπλήσσετο καὶ θὰ ἐσταυροκοπεῖτο. Ἀφ’ ἑνὸς ἐπιφανεῖς ρήτορες τοῦ Κέντρου καὶ τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς μὲ στοιχεῖα συντριπτικά, ἀπέδειξαν τὸ ὄργιον τῆς νοθείας καὶ τῆς βίας, ἐξ ἄλλου κυβερνητικοὶ ρήτορες, ἀπήντησαν, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε διεξήχθησαν ἐκλογαὶ τόσον ἄψογοι καὶ ἀδιάβλητοι. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι «8 ἑκατομμύρια Ἕλληνες, δὲν εἶδον νοθείαν, ποῦ τὴν εἴδατε σεῖς;». Ὁ κ. Ἀβέρωφ «αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν καλύτερα ἀπὸ κάθε ἄλλην φοράν». Ὁ κ. Λύχνος: «Ἡ νοθεία, ἀποτελεῖ μῦθον». Ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως: «Αἱ αἰτιάσεις, στεροῦνται οἱασδήποτε βασιμότητος». Ὁ κ. Θεοτόκης: «Ἡ προσπάθεια ἀποδείξεως νοθείας, ἀποτελεῖ ἀστειότητα». Θὰ προσπαθήσω μὲ ἀντικειμενικότητα νὰ διεξέλθω τὸ ἐξαντληθέν, ἀλλὰ ἐν τῇ πραγματικότητι ἀνεξάντλητον θέμα. Ὡς καλῆς δὲ πίστεως συζητητής, θὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν ὡς τὴν ἀντελήφθην. Ἡ ὑποψηφιότης μου ἐτέθη εἰς τὴν Βʹ Περιφέρειαν Ἀθηνῶν, καίτοι ἤμην ἕτοιμος διὰ τὴν Αʹ, διότι καὶ δημοτικὸς σύμβουλος τοῦ Δήμου Ἀθηναίων εἶμαι καὶ Δημαρχῶν διετέλεσα, εἰς τὸ Κέντρον δὲ ὑπῆρξεν ὅλη ἡ ἕως τώρα δικηγορική μου δραστηριότης. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν ἐπέβαλον νὰ ἐκθέσω ὑποψηφιότητα εἰς τὴν Βʹ Περιφέρειαν Ἀθηνῶν, καὶ ἐκεῖ θὰ ἐντοπίσω, ὅσα ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ποὺ ἤρχισα τὰς περιοδείας μου μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Καψάλη καὶ ἐν συνεχείᾳ μὲ τοὺς ἄλλους συνυποψηφίους τοῦ Κέντρου ἔγινε φανερόν, ὅτι ὑπερείχομεν καταφανῶς, ὡς διεπιστοῦτο καὶ ἐκ τοῦ ὄγκου τῶν συγκεντρώσεων καὶ ἐκ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ. Εἰς τὰς Κοινότητας ὑπῆρχον πολλὰ παράπονα καὶ αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰς παρὰ τὴν Πάρνηθα συνοικίας μᾶς ἐδείκνυον τὸ πολυτελὲς ξενοδοχεῖον τῆς Πάρνηθος καὶ μᾶς ἔλεγον: «Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δρόμον καὶ νερό, τί τὰ θέλουν αὐτὰ τὰ πολυτελῆ ξενοδοχεῖα;». Ὁ συμπολιτευόμενος συνδυασμὸς ὑπερεῖχεν εἰς μέσα χρηματικά. Εἷς ἐκ τῶν ὑποψηφίων του, λέγεται, ὅτι ἐδαπάνησεν 20.000 χρυσᾶς λίρας, καὶ ἔδωσεν ἄφθονον ὕλην εἰς τοὺς γράφοντας χρονογραφήματα καὶ σάτυραν. Ἀλλὰ γενικὴ ἦτο ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὁπωσδήποτε ὁ συνδυασμὸς τῆς Ἑνώσεως Κέντρου–Προοδευτικῶν, θὰ ὑπερεῖχε τῶν ἄλλων συνδυασμῶν. Καὶ οἱ ὀλιγώτερον αἰσιόδοξοι ἀνεβίβαζον τὰς ἕδρας ἡμῶν εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν Ἀθηνῶν τοὐλάχιστον εἰς ἕξ. Αὐτό, κ. βουλευταί, τὸ ἐπίστευον καὶ τὸ πιστεύω καὶ ἐγώ, καὶ λυποῦμαι πολύ, διότι συνεπείᾳ τῆς ἐμφιλοχωρησάσης νοθείας, δὲν εὑρίσκονται μεταξὺ ἡμῶν, εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ὁ κ. Λουκῆς Ἀκρίτας καὶ ὁ τόσας ἐθνικὰς ὑπηρεσίας προσενεγκὼν κ. Χαράλαμπος Ψαρρός. Τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἤρχισα τὴν περιοδείαν μου εἰς τὰ διάφορα τμήματα. Ἐν ἀρχῇ οὐδὲν τὸ ἀξιόλογον παρετήρησα. Ὅταν ἔφθασα εἰς τὴν Ἁγίαν Παρασκευὴν εἶδον εἰς ἕνα τμῆμα μίαν φάλαγγα στρατιωτῶν ἀναμένοντας συντεταγμένους νὰ ψηφίσουν. Ἠρώτησα διατὶ αὐτὴ ἡ ὁλόκληρος φάλαγξ, καὶ μοῦ ἔδωσαν τὴν ἐξήγησιν, ὅτι τυχαίως ἐσχηματίσθη ἀπὸ ἀναμένοντας νὰ ψηφίσουν στρατιώτας. Ἐπειδὴ ὅμως, εἶδα καὶ μίαν πρωτοφανῆ ἀταξίαν εἰς τὸ τμῆμα αὐτό, ἀπηυθύνθην εἰς τὸν ἔφορον δικαστικῶν ἀντιπροσώπων κ. Λάζαρην καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ στείλῃ εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο καὶ δεύτερον δικαστικὸν ἀντιπρόσωπον. Εἰς τὴν Πετρούπολιν, εὑρέθην πρὸ τοῦ ἑξῆς καταπληκτικοῦ φαινομένου. Εἶναι σημειωθήτω, ἡ περιοχὴ ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν αἱ δυνάμεις ἡμῶν ὑπερεῖχον συντριπτικὰ ἐν συγκρίσει μὲ τὴν δύναμιν τῶν ἄλλων κομμάτων. Ἐκλογεῖς, ὅμως, οἱ ὁποῖοι εἶχον ψηφίσει εἰς τὸ ἐκεῖ τμῆμα καὶ κατὰ τὸ 1956 καὶ κατὰ τὸ 1958 καὶ κατὰ τὰς τελευταίας Δημοτικὰς ἐκλογὰς δὲν ἐφέροντο ἐγγεγραμμένοι εἰς οὐδένα ἐκλογικὸν κατάλογον. Ταυτοχρόνως εἰς τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν εἶχον σχηματίσει αἱ ἀναμένουσαι νὰ ψηφίσουν κυρίαι, ἦτο εἷς ὑπενωμοτάρχης καὶ εἷς χωροφύλαξ, οἱ ὁποῖοι παρηνώχλουν τὰς κυρίας πιέζοντες ταύτας νὰ λάβουν ψηφοδέλτια τῆς ΕΡΕ. Καὶ διὰ μὲν τὸ πρῶτον ζήτημα ἀπέστειλα ἀμέσως τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Νομάρχην. Ἐν Ἁγίοις Ἀναργύροις 29.11.61 Κύριον Νομάρχην Ἀττικοβοιωτίας Τεσσαράκοντα πέντε ἐκλογεῖς Κοιν. Πετρουπόλεως κάτοχοι ἐκλογικῶν βιβλιαρίων, ἐνῷ ἐψήφισαν Κοινοτικὰς ἐκλογὰς 1959 στόπ, βουλευτικὰς 1958 καὶ προηγουμένας, ἀποκλείονται δικαιώματος ψηφοφορίας, διότι δὲν ἀπεστάλησαν ἢ ἀπεκρύβησαν ἐκλογικοὶ κατάλογοι, στόπ. Ἐνδεικτικῶς μνημονεύω Δημήτριον Τριανταφύλλην ἀριθμὸς 1003 Βʹ στόπ, Καρύδην Δημήτριον 121 ἐκ μεταγραφῆς στόπ, Βαρβέρην Προκόπιον 1193 στοπ. Παρακαλῶ ἐπέμβητε ἀποσταλοῦν κατάλογοι, ἄλλως ὑπεύθυνοι λογοδοτήσουν.
Ὑποψήφιος βουλευτὴς Ἑν. Κέντρου–Προοδευτικῶν
Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ
Εἶχον τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἷς ἐκλογικὸς κατάλογος εἶχεν ἀποκρυβῆ καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέφερον τοῦτο εἰς τὸ τηλεγράφημα μου. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀποκρυβῆ ἢ χαθῆ περιεῖχε πλέον τῶν 100 ἐκλογέων καὶ συνεπῶς πλέον τῶν 100 ψηφοφόρων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ψηφίσουν. Σημειῶ, ὅτι ὁ κατάλογος ἐκεῖνος ἐστάλη εἰς τὸ ἐκλογικὸν τμῆμα μετὰ τὴν 8ην ἑσπερινήν. Εἰς τὸ Τμῆμα αὐτό, κ. βουλευταί, εἶχον ἐγγραφῆ διὰ νὰ ψηφίσουν 2.100 γυναῖκες καὶ ὑπῆρχε μόνον εἷς δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος. Ἡ ἀκαταστασία ποὺ ὑπῆρχεν εἰς τὸ τμῆμα αὐτὸ ἦτο ἄνευ προηγουμένου. Εἰσήρχοντο εἰς τὸ τμῆμα διάφορα πρόσωπα, ὁ εἷς μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἦτο ἐπιθεωρητὴς τοῦ κόμματος τῆς ΕΡΕ, ὁ ἄλλος, ὅτι ἦτο βοηθὸς τοῦ πρώτου, ὁ τρίτος, ὅτι ἦτο ἀντιπρόσωπος τῆς ΕΡΕ κλπ. μὲ προφανῆ σκοπὸν νὰ ἐπιτείνουν τὴν ἀκαταστασίαν, διὰ νὰ ταλαιπωρηθοῦν αἱ κυρίαι νὰ ψηφίσουν καὶ νὰ βαρυνθοῦν ἀναμένουσαι καὶ νὰ ἀπέλθουν. Καὶ πράγματι, πλεῖσται, ὅσαι κυρίαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένουν ὑπὸ τὸν ἥλιον εἰς τὴν σειράν, διὰ νὰ ψηφίσουν καὶ ἀπεχώρησαν. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον ἐπεισόδιον, ἔκαμα τὸ ἑξῆς: Κατ’ ἀρχήν, παρεκάλεσα τὸν Χωροφύλακα νὰ φύγῃ καὶ νὰ ἀφήσῃ τὰς κυρίας ἡσύχους. Ἐκεῖνος ὅμως, ἠρνήθη μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι οὐδεμίαν παρενοχλεῖ. Τὸν ἁρπάζει τότε ὁ συνοδεύων ἐμέ, κ. Τριανταφύλλης καὶ τοῦ βγάζει ἀπὸ τὴν τσέπην του μίαν ὁλόκληρον δέσμην ψηφοδελτίων τῆς ΕΡΕ. Ἐπειδὴ καὶ μετὰ ταῦτα ἠρνήθη νὰ ἀποχωρήσῃ ἐκεῖθεν, ἀνέβηκα εἰς τὸν ἄνωθεν τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος ἑδρεύοντα Ἀστυνομικὸν Σταθμόν, πλὴν ὅμως οὐδένα εὗρον διὰ νὰ καταγγείλω τὸ γεγονός. Οἱ πάντες ἐκρύβησαν. Κατόπιν τούτου ἐζήτησα εἰς τὸ τηλέφωνον τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς καὶ παρουσιάσθη ὁ κ. Ὑπασπιστής, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ κατήγγειλα αὐτὸ τὸ γεγονός. Ὁ κ. Ὑπασπιστὴς ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἀποστείλῃ ἀμέσως εἰς τὸ ἐκλογικὸν ἐκεῖνο τμῆμα μοίραρχον, ὁ ὁποῖος ὅμως οὐδέποτε ἀπεστάλη. Μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Ὑπασπιστοῦ ἀπεχώρησα ἐκεῖθεν. Τὸ ἑσπέρας ἐπανελθὼν κατάκοπος εἰς τὴν οἰκίαν μου εἰδοποιοῦμαι, ὅτι οὔτε μοίραρχος ἐστάλη, καὶ ὅτι ὁ χωροφύλαξ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν καὶ μετὰ τὴν παρατήρησίν μου ἐξηκολούθει νὰ δρᾷ, καὶ ὅτι αἱ κυρίαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένουν εἰς τὴν οὐρὰν καὶ ἤρχισαν νὰ ἀποχωροῦν. Κατόπιν τούτου ἀπηυθύνθην εἰς τὸν ἔφορον τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, κ. Λάζαρην, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκεῖνος ἀπευθυνθεὶς εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον Χωροφυλακῆς ἔλαβε τὴν ὑπόσχεσιν, παρὰ τοῦ κ. Ὑπασπιστοῦ, ὅτι θὰ ἀποσταλῇ ἀμέσως Μοίραρχος, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἐνεφανίσθη. Ἐν τῷ μεταξὺ πλεῖσται κυρίαι ἀπεχώρησαν χωρὶς νὰ ψηφίσουν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ δύναμις τῆς Ἑνώσεως Κέντρου– Προοδευτικῶν νὰ μειωθῇ. Ἐναντίον τοῦ ὑπενωμοτάρχου καὶ τοῦ χωροφύλακος ὑπεβλήθη μήνυσις, ἀντίγραφον τῆς ὁποίας καταθέτω, διὰ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Ὁ Διοικητὴς τοῦ ἐκεῖ τμήματος, ἀφοῦ κατέβαλε προσπάθειαν νὰ ματαιώσῃ τὴν μήνυσιν καὶ δὲν τὸ ἐπέτυχεν, ἤρχισεν ἐκεῖνος νὰ κάμῃ ἀνακρίσεις προτιθέμενος ἀσφαλῶς νὰ συσκοτίσῃ τὰ πράγματα, ἀντὶ νὰ τὰ διαλευκάνῃ. Κατόπιν τούτου κατέφυγον εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα καὶ δι’ αἰτήσεώς μου ἐζήτησα νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ δικογραφία ἀπὸ τὸν κ. Διοικητήν, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Καταθέτω ἀντίγραφον τῆς αἰτήσεώς μου ταύτης, διὰ νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ πρακτικά. Εἰς τὸ Χαϊδάρι, κ. βουλευταί, εἰδοποιήθην, ὅτι εἰς τὰς 9 τὸ βράδυ προσῆλθε σωρεία στρατιωτῶν καὶ ναυτῶν, διὰ νὰ ψηφίσουν. Εἷς συνταγματάρχης ἦλθεν ἀκριβῶς εἰς τὰς 9 τὸ βράδυ, μὲ τὸ τμῆμα του εἰς τοῦ Ζωγράφου διὰ νὰ ψηφίσῃ. Ἤμην κατάκοπος καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ μεταβῶ ἐπὶ τόπου. Διερωτῶμαι ὅμως, διατὶ ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν ὁ κ. συνταγματάρχης καὶ τὸ τμῆμα του δὲν ἐψήφισαν, ἀλλ’ ἦλθον τὴν ἐννάτην ἑσπερινήν, διὰ νὰ ψηφίσουν; Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι ποὺ ἐπέβαλον εἰς τὸν κ. συνταγματάρχην νὰ φέρῃ τὸ βράδυ τὸ τμῆμα του, διὰ νὰ ψηφίσῃ, καὶ ὄχι διότι οἱ στρατιῶται αὐτοὶ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ἦσαν ἀλλοῦ ἀπησχολημένοι. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, περὶ αὐτοῦ δὲν ἔχω περισσότερα στοιχεῖα καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον. Τὸ ἑσπέρας, κ. βουλευταί, ἤρχισεν ἡ μετάδοσις τῶν ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων καὶ ἔμεινα καὶ ἐγώ, ὅπως οἱ πάντες κατάπληκτος. Ἐνῷ παρὰ πάντων ἐπιστεύετο, ὅτι μόνον οἱ δύο Ὑπουργοὶ ἐκ τῆς Ε.Ρ.Ε. θὰ περιεσῴζοντο εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν καὶ ἀσφαλῶς καὶ ὁ ἀγαπητὸς κ. Κ. Ράλλης, ἡ Ε.Ρ.Ε. ἐκέρδισε πέντε ἕδρας. Τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν ἤρχισα καὶ ἐγὼ νὰ ἀναζητῶ τὴν αἰτίαν, συνεπεία τῆς ὁποίας, παρὰ τὴν γενικὴν κατακραυγὴν ποὺ ὑπῆρχε κατὰ τῆς Ε.Ρ.Ε., ἡ Ε.Ρ.Ε. ἦλθε πρῶτον Κόμμα εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν Ἀθηνῶν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ μακρὸν μὲ τὸ θέμα αὐτό, διότι ἠσθένησα μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ παραλλήλως εἶχον ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ὡς Δικηγόρος. Ἔχω ἐνδεικτικῶς νὰ ἀναφέρω τὰ ἑξῆς περιστατικά. Εἰς τὴν Ν. Φιλαδέλφειαν ἐνεφανίσθη, διὰ νὰ ψηφίσῃ εἷς κύριος ὀνόματι Βασίλειος Βραχωρίτης, ὁ ὁποῖος ἐρωτηθεὶς εἶπεν, ὅτι κατοικεῖ εἰς τὴν Ν. Σμύρνην. Τοῦ εἶπε τότε ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος, ἀφοῦ κατοικεῖς εἰς τὴν Ν. Σμύρνην πῶς ἔχεις ἐκλογικὸν βιβλιάριον εἰς τὴν Ν. Φιλαδέλφειαν καὶ ὁ κ. Βραχωρίτης ἀπήντησεν, ὅτι τοῦ τὸ ἔδωσε μία ἄγνωστος κυρία. Προηγουμένως, σημειωθήτω, ὁ κ. Βραχωρίτης προσεπάθησε νὰ ἀποκρύψῃ τὰ γεγονότα προβάλλων, ὅτι κάθεται εἰς τὴν ὁδὸν Νυμφαίου, ἡ ὁποία ὅμως ὁδὸς Νυμφαίου, δὲν ἐγνώριζε ποῦ εὑρίσκεται. Κατόπιν τούτου ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Κόμματός μας κ. Χρῆστον Σιδηρόπουλον ὑπεβλήθη ἔνστασις καταχωρηθεῖσα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἔνστασις ὑπὸ τοῦ ἀντιπροσώπου Ε.Κ. Χρήστου Σιδηροπούλου ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι οὐδέποτε ὁ Βασίλειος Βραχωρίτης ἦτο κάτοικος Νέας Φιλαδελφείας, διότι οὗτος κατοικεῖ ἐν Νέᾳ Σμύρνῃ καὶ διότι ὡς ὡμολόγησε τὸ βιβλιάριον τοῦ τὸ ἐχορήγησεν μία Κυρία τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα δὲν ἐγνώριζεν, ὡς ὁ ἴδιος διετύπωσε τὰ ἀνωτέρω ἐνώπιον τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν κομμάτων. Ἐπετρέψαμεν καὶ παρεπέμψαμεν εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον, τὰς ἀνωτέρω δηλώσεις τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἐκλογέως, δηλαδὴ περὶ τοῦ, ὅτι οὐδέποτε κατῴκησεν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος Ν. Φιλαδελφείας καὶ ὅτι τὸ βιβλιάριόν του τὸ ἐχορήγησεν ἡ ἄγνωστος εἰς αὐτὸν Κυρία, τὰ ἐδήλωσεν ὁ ἴδιος ἐνώπιον τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Κομμάτων. Ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, δικηγόρος Δ. Μουγάκος, Εὐδοξία Δημητροκάλη, Βασιλεία Σκατζόγλου, Κωνσταντῖνος Σεραφίδης, Δ. Εὐτυχίδης». Ποία ἦτο ἡ μεγάλη Ἱέρεια τῆς Ε.Ρ.Ε. θὰ μαντεύσουν, ὅσοι μὲ παρακολουθήσουν. Ἕτεροι ψηφοφόροι, εἷς ὀνόματι Φ. Χασιώτης καὶ εἷς ἕτερος ὀνόματι Ἐλευθερίου, ἐδήλωσαν, ὅτι κατῴκουν εἰς ἓν οἰκόπεδον. Καὶ ἔρχομαι τώρα, κ. βουλευταί, νὰ ἀσχοληθῶ μὲ δύο λέξεις μὲ τὴν γενομένην προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν, διὰ τὰ ἐκλογικὰ βιβλιάρια τῆς Φιλαδελφείας καὶ τῆς Ρηγίλλης, ὑπόθεσις ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ἐτέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον. Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ φακέλλου καὶ θὰ ὁμιλήσω μὲ ἐπίσημα στοιχεῖα. Ἰδοὺ τί προκύπτει ἐκ τῶν ἀνακρίσεων καὶ θὰ κρίνετε, ἐὰν ὀρθῶς ἐτέθη ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀρχεῖον ἢ ὄχι. Ὁ κ. προανακριτὴς εἰς τὴν ἀναφοράν του ἐπικαλεῖται τὴν κατάθεσιν τοῦ Δημάρχου Ν. Φιλαδελφείας κ. Νικ. Τρυπιᾶ. Σημειῶ, ὅτι δὲν υἱοθετῶ, τὸ τί λέγει ὁ οἱοσδήποτε. Στηρίζομαι εἰς τὰς καταθέσεις τὰς ὑπαρχούσας εἰς τὸν φάκελλον τὰς ὁποίας θὰ διασταυρώσωμεν καὶ ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλα γεγονότα καὶ θὰ κρίνωμεν, ἐὰν ὀρθῶς ἐτέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἢ ὄχι. Ἡ κατάθεσις τοῦ κ. Τρυπιᾶ ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐπειδὴ εἶχον πληροφορίας, ὅτι ἐκδίδονται ἀπὸ ἑξαμήνου ἐκλογικὰ βιβλιάρια ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δημόται Ν. Φιλαδελφείας, οὔτε εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ Δημοτολόγιά μας καὶ τοῦτο γίνεται ἀπὸ τοὺς 1) ὑπομοίραρχον Δημ. Σμυρλῆν, 2) Εὐάγ. Καλφέλην Δ. Σύμβουλον, 3) ὑπεν)χην Π. Ἀποστόλαν, 4) χωροφύλακα πολιτικοῦ Γραφείου Στ. Κολοκοτρώνην ὑπηρετήσαντα εἰς τὸ τότε Γραφεῖον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Κ. Τσάτσου καὶ ἀπὸ τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Ε.Ρ.Ε. Γεώργιον Καραμένην, ἀπὸ τὸν ἱερέα Φώτιον Νικολαΐδην ἀπὸ τὸν ἱερέα Θεοδ. Παπαδάκην, μίαν Κυριακὴν τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1961 συνηντήθημεν εἰς τὸ Καφενεῖον «Βυζάντιον» ἐγώ, ὁ Σμυρλῆς καὶ ὁ Συν)χης ἐ.ἀ. Θ. Φουντεδάκης. Εἶπα εἰς τὸν ὑπομοίραρχον Σμυρλῆν «μετὰ λύπης μου μανθάνω, ὅτι μὲ τὸν σκοτεινὸν ἄνθρωπον Εὐάγ. Καλφέλην καὶ μὲ ἄλλους ἐκδίδετε ἐκλογικὰ βιβλιάρια δι’ ἀνθρώπους ποὺ δὲν δικαιοῦνται. Εἶναι λυπηρὸν μὲ τὰς ἐνεργείας σας αὐτὰς νὰ στιγματίζετε τὸ ἔνδοξον Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ποὺ εἶσθε φρουροὶ τῆς πατρίδος μας καὶ γίνεσθε ὄργανα διαφόρων πολιτικῶν». Ὁ ἐν λόγῳ Σμυρλῆς ἀπήντησε «ἔχω διαταγὰς ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρους μου». Παρουσιάσθην ἐνώπιον τοῦ Ἀρχηγοῦ κ. Βαρδουλάκη καὶ ἐξέθεσα τὰ ἀνωτέρω. Μὲ ἐβεβαίωσε, ὅτι θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως. Τὰ ἐκλογικὰ βιβλιάρια δὲν ἀνέρχονται μόνον εἰς 117 ἀλλὰ πολὺ περισσότερα. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1961 ἔβλεπα νὰ ἔρχωνται νὰ ψηφίζουν εἰς Ν. Φιλαδέλφειαν ἄνθρωποι τελείως ἄγνωστοι εἰς ἐμένα καὶ τοὺς συνδημότας μου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον ποὺ πέφτει ἡ Ν. Φιλαδέλφεια, ἐζήτουν δὲ πληροφορίας ἀπὸ διαφόρους κατοίκους τοῦ Δήμου ποῦ εὑρίσκονται τὰ ἐκλογικὰ τμήματα. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δήμου Ν. Φιλαδελφείας, εἰς οὐδένα μὴ ἐγγεγραμμένον εἰς τὸ Δημοτολόγιον ἐχορήγησε πιστοποιητικὸν διὰ τὴν ἔκδοσιν παρανόμως βιβλιαρίων». Ὁ μάρτυς Φουντεδάκης, ἀπόστρατος ἀξιωματικός, κάτοικος Νέας Φιλαδελφείας τὰ ἐπιβεβαιοῖ. Ὁ Σταῦρος Κολοκοτρώνης, ὁ ἴδιος χωροφύλακας τοῦ Ὑπουργείου Προεδρείας Κυβερνήσεως ἐξέδωσεν ἐκλογικὰ βιβλιάρια εἰς τὸν Παῦλον Μαλαματίνην, εἰς τὸν Κυριάκην, εἰς τὸν Μακρυνούλην...(ἀναγινώσκει ὀνόματα)...». Αὐτοί, τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦμαι ἔχουν ἐξετασθῆ ἐνόρκως. Λέγει λοιπόν, ὁ Μακρυνούλης, ὁ ράπτης, ὅτι διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐγγραφήν. Ὁ Κολοκοτρώνης ἦτο ὁ ἐντεταλμένος χωροφύλαξ τῆς Προεδρίας Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων.
§47Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§48Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Εἰς τὸ τέλος. Παρακαλῶ, δὲν θὰ δεχθῶ καμμίαν διακοπήν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνῶ, ποὺ δὲν δέχεσθε διακοπάς, ἀλλὰ κρατῶ αὐτὸ ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι δὲν θὰ ζητήσητε καὶ σεῖς ποτὲ διακοπάς, διότι τὸ συνηθίζητε καμμιὰ φορὰ (γέλωτες).
§50Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἔχομεν 11 χωροφύλακας καὶ 5 ἐνωμοτάρχας, οἱ ὁποῖοι ἐξητάσθησαν καὶ εὑρίσκεται ἡ κατάθεσίς των εἰς τὸ φάκελλον, καὶ τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἴπω τὰ ὀνόματα καὶ τῶν ὁποίων ἔγινε ἐκμετάλλευσις. Γνωρίζετε πόσον θαυμασμὸν τρέφω πρὸς τὸν ἀπαράμιλλον Στρατόν μας καὶ μὲ ποίαν στοργὴν καὶ ἀγάπην περιβάλλω τὰ Σώματα Ἀσφαλείας καὶ τὸ ἔχω ἀποδείξει ἐπανειλημμένως προσφέρων τὰς ὑπηρεσίας μου καὶ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ εἰς τὴν Χωροφυλακήν, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ αὐτά, ἐνωμοτάρχας καὶ χωροφύλακας, τὰ ἔστειλαν νὰ ψηφίσουν μὲ ἄλλο ἐπάγγελμα καὶ ἀσφαλῶς ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν ἀνάγκην των, διότι τὰ εἶχαν φέρει μὲ μετάθεσιν ἐξ ἄλλης περιφερείας καὶ ἕνα μάλιστα ὑπὸ τὴν αὐτὴν στέγην. Ἐπομένως μὴ ζητήσετε ὀνόματα. Τὰ ὀνόματα εἶναι εἰς τὸν φάκελλον. Δὲν πρέπει νὰ διασυρθοῦν τὰ παιδιὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶναι θύματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν νὰ διαπράξουν αὐτὴν τὴν νοθείαν, τὴν ὁποίαν δὲν τὴν χρωματίζω περισσότερον. Ἀκούσατε τὶ λέγουν τὰ παιδιὰ αὐτά. Εἷς ἐνωμοτάρχης λέγει: «Δὲν γνωρίζω ... (ἀναγινώσκει)...». Ἔδωσε τὰ χαρτιά του εἰς τὸν Στ. Κολοκοτρώνην καὶ αὐτὸς τὸν ἐνέγραψε ὡς ἰδιωτικὸν ὑπάλληλον. Ἄλλος χωροφύλαξ, ἐνῷ εἶχε βιβλιάριον εἰς τὸ Κολωνάκι λέγει, «μὲ ἔβαλαν ὡς ἰδιωτικὸν ὑπάλληλον καὶ μὲ ἄλλην διεύθυνσιν. Διατὶ τὸ ἔκαμαν, δὲν τὸ γνωρίζω». Ἄλλος χωροφύλαξ λέγει: «... (ἀναγινώσκει)...». Βεβαίως ἀναλογιζόμενοι τὰς εὐθύνας των κἄποιον θὰ συνεβουλεύθησαν καὶ προσεπάθησαν νὰ δικαιολογήσουν αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν τὴν παράβασιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν ἄλλως διέπραξαν. Ἕτερος χωροφύλαξ: «Μοῦ τὸ παρέδωσε ὁ Κολοκοτρώνης». Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἕνας Ἄγγελος Ντίνιος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ποὺ ἔβγαζε καὶ αὐτὸς βιβλιάρια καὶ εἶναι καὶ ὁ Ἀποστολάκος. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κάτοικοι τοῦ κέντρου Ἀθηνῶν καὶ κατέφυγον εἰς ἕνα Καραμανῆν, ἀντιπρόσωπον τῆς Ν. Φιλαδελφείας. Βλέπομεν, ὅτι αὐτά, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ κ. Τρυπιᾶς ἐπαληθεύουν, ὅτι ὁ Σταῦρος Κολοκοτρώνης ἔβγαλε τὰ βιβλιάρια, ὅτι ὁ Ἀποστολάκος ἔβγαλε τὰ βιβλιάρια εἰς τὴν Ν. Φιλαδέλφειαν καὶ ἑπομένως αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν. Καὶ ὅμως δὲν ἐλήφθη καὶ ἡ ὑπόθεσις ἐπῆγε εἰς τὸ ἀρχεῖον. Ἀλλὰ ἡ ὑπόθεσις πῆγε εἰς τὸ ἀρχεῖον, διότι δικαιολογεῖ ὡς ἑξῆς τὴν ἀπόφασίν του ταύτην ὁ προϊστάμενος τῆς Εἰσαγγελίας. Ὅτι δὲν ὑπάρχει δολία προαίρεσις, δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα. Καὶ δὲν διατάσσει προανάκρισιν, ἐνῷ ὁ ἴδιος συνομολογεῖ ἐν τῇ ἀναφορᾷ του πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, ὅτι ἐξ αὐτῶν μερικαὶ δὲν ἀνευρέθησαν. Ἐπικαλεῖται τὴν κατάθεσιν Τρυπιᾶ, καὶ ἔρχεται νὰ ἀπαλλάξῃ ὅλους πάσης ὑποψίας, διότι ἀνεῦρεν αὐτός, ἄνευ περαιτέρω ἐρεύνης τὴν ἀνυπαρξίαν δόλου. Τὸ ἄρθρον 43 λέγει: «...(ἀναγινώσκει)...». Γνωρίζετε, ὅτι διὰ τὴν παραπομπὴν καὶ τοῦ τιμιωτέρου πολίτου εἰς τὸ δικαστήριον χρειάζονται ἐνδείξεις. Δηλαδὴ ὑποψίαι σοβαραί. Ἐρωτῶ, αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ χωρ)κες λέγουν, ὅτι μοῦ ἔβγαλαν τὸ βιβλιάριον κ.λ.π., δὲν περιέχουν ὑποψίας; Κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ ἐνδείξεις διὰ τὴν παραπομπήν. Δι’ αὐτὸ ἐπῆγα καὶ εἶδα τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τοῦ εἶπον: ἔρχεσθε εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν κ. Μπουρόπουλον, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς: «...(ἀναγινώσκει)...». Ὅταν ἔχωμεν κατάθεσιν τοῦ Δημάρχου, ὁ ὁποῖος λέγει αὐτά, καὶ ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης τὰ ἔβγαλε κ.λ.π. δὲν ὑπάρχουν ὑποψίαι; Εἶναι προφανῶς ψευδὴς ἡ καταγγελία, ὅτι ἔλαβε χώραν νοθεία; Πῶς ἐξηκριβώθη, ὅτι δὲν ἐδιπλοψήφισαν, ἀφοῦ δὲν ἐδόθησαν οἱ κατάλογοι καὶ εἶναι εἰς τὴν Α καὶ Β περιφέρειαν Ἀθηνῶν 600 χιλ. ψηφοφόροι; Εἶχεν ὑποχρέωσιν συνεπῶς ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν καὶ δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω, ὅτι καλῶς ἔπραξεν παραπέμψας τὴν ὑπόθεσιν Χαϊδαρίου εἰς ἀνάκρισιν, διότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουν τὰ ἴδια στοιχεῖα. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ φακέλλου ἐκείνου, διότι δὲν ἦτο δυνατόν. Ἀλλά, ἐὰν τις θελήσῃ, νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πόρισμα, ὁ Εἰσαγγελεὺς —ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ ἐνεργήσῃ προκαταρκτικὴν ἐξέτασιν— ὑπέβαλεν ἀναφορὰν καὶ λέγει διεπίστωσα τάδε. Καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν τὴν παρέπεμψεν εἰς ἀνάκρισιν. Περιέχει δὲ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ στοιχεῖα παρεμφερῆ, μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα διὰ τὴν Ν. Φιλαδέλφειαν καὶ στοιχεῖα ἐνοχοποιητικὰ διὰ τὴν ΕΡΕ, διότι ὁ κ. Παναγόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐνεργοῦσεν, διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν βιβλιαρίων τοῦ Χαϊδαρίου, ἐνεργοῦσε καὶ διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν βιβλιαρίων τῆς Ν. Φιλαδελφείας. Ἡ διαπίστωσις αὐτὴ τῆς ἀναφορᾶς καὶ πέραν τούτου τὸ ὅτι ἐξεδίδοντο ἐκλογικὰ βιβλιάρια, βάσει λευκῶν βεβαιώσεων, εἶναι ἀναμφισβήτητος ἀπόδειξις, ὅτι διεπράχθη ἐκτεταμένη νοθεία, καὶ ὅτι ἡ νοθεία ἀπὸ μακροῦ εἶχεν ἑτοιμασθῆ καὶ διὰ μεθόδων ἀπαραδέκτων διὰ Δημοκρατίαν, ἐπεδιώχθη ὁ στραγγαλισμὸς τῆς ἐλευθέρας ἐκδηλώσεως τοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τὴν διαταγήν, κύριοι, τοῦ κ. Καρδαμάκη, δὲν θὰ εἶχα νὰ εἴπω τίποτα, διότι ὁ κ. Καρδαμάκης ἠθέλησε νὰ ἐκδίδουν βιβλιάρια οἱ ὑπ’ αὐτὸν ἀξι)κοί, ἀλλὰ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀνέλαβεν ὁ πράκτωρ αὐτὸς τῆς ΕΡΕ, ὁ ἐπαγγελματίας καλπονοθευτής, τὴν ἔκδοσιν τῶν βιβλιαρίων τοῦ Στρατοῦ, θὰ προτιμήσω νὰ σιωπήσω, διότι εἶναι θλιβερὸν τὸ θέαμα, ὅτι ἐνεπιστεύθησαν εἰς πράκτορα τῆς ΕΡΕ νὰ ἐκδώσῃ τὰ βιβλιάρια τῶν ἀξι)κῶν. Καὶ εἶχεν δίκαιον ὁ κ. Λυκουρέζος ποὺ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐταυτίσθη τὸ κόμμα μὲ τὸ Κράτος καὶ δὲν εἶναι ἡ μοναδικὴ περίπτωσις, κύριοι, ὅπου δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ κόμμα μετεμορφώθη εἰς Κράτος. Καὶ πρὶν προχωρήσω θὰ διατυπώσω τὴν ἑξῆς ἀπορίαν μου. Οἱ συνάδελφοι τῆς Βʹ Περιφερείας εἶναι ἱκανώτατοι ρήτορες. Περιέργως, ὅμως, ἐνῷ πρὸ ἐμοῦ ἄλλοι συνάδελφοι προσεκόμισαν περισσότερα στοιχεῖα διὰ τὴν νοθείαν καὶ κατήγγειλαν, ὅτι δὲν εἶναι γνήσιον τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἐκλογικὸν τῆς Βʹ περιφερείας, οὐδεὶς ἐκ τῶν Κυβερνητικῶν βουλευτῶν τῆς περιφερείας αὐτῆς ἔλαβε τὸν λόγον, καὶ κατάπληκτος ἤκουσα τὸν ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφον νὰ ἀσχολῆται ἐκεῖνος, μὲ τὰ ἀποτελέσματα τῆς Βʹ περιφερείας. Εἶναι ἐνδεικτικόν, τὸ ὅτι οὗτος ἀνέλαβεν νὰ ἀντικρούσῃ τὰ λεγόμενα περὶ νοθείας, καὶ ὄχι οἱ ἴδιοι οἱ βουλευταὶ τῆς περιφερείας αὐτῆς. Εἰς μίαν διακοπήν μου ἠρώτησα τὸ Ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν αἱ ἐγγραφαὶ ἀπὸ τὸ Κέντρον εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν...
§51Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀνεφέρθητε εἰς ἐμέ, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν.
§52Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἐπιτρέψω διακοπήν, διότι καὶ σεῖς δὲν μοῦ ἐπιτρέψατε. Ἄλλωστε δὲν εἶπον τίποτα. Ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι διακόπτων τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας κ. Μακρῆν, ἐγὼ παρεδέχθην, ὅτι τὸ νὰ ἐκδοθῇ ἓν ἐκλογικὸν βιβλιάριον ἀπὸ ἕνα μόνιμον κάτοικον Ἀθηνῶν, ἐκεῖνος ὁ σταθμὸς τοῦ 1948 δὲν εἶναι δι’ ἐμὲ τόσον οὐσιώδης, ὥστε νὰ δημιουργῇ ζήτημα νοθείας, ἐὰν δὲν συντρέχῃ μὲ ἄλλα περιστατικά. Καὶ ἐτόνισα — εἶναι τὰ πρακτικὰ τῆς 30ης Ἰανουαρίου ἐ.ἔ.— ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπῆρχεν ἴση μεταχείρισις τῶν κομμάτων, αὐτὸ τὸ χρονικὸν ὅριον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπικαλούμεθα. Καὶ συνωμολόγησε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μακρῆς, ὅτι ἐὰν οἱ ἐκλογεῖς ἦσαν μόνιμοι κάτοικοι εἰς τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅμως μετεφέρθησαν εἰς τὸ Χαϊδάρι, ἢ ἀλλαχοῦ εἰς τὴν δευτέραν περιφέρειαν, εἶπεν ἐπὶ λέξει ὁ κ. Μακρῆς, εἶναι κλασσικὴ περίπτωσις παραβάσεως τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Καὶ εἶναι, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν, ἐὰν ὑπάρχῃ διπλοψηφία, ἀφ’ ἑτέρου δέ, κύριοι, ὑπάρχει νοθεία. Ὅπως εἶπα εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Θανόπουλον, ὅταν ἠγόρευε: «Κύριε Θανόπουλε, ἐὰν σᾶς μεταφέρουν 2.000 ἐκλογεῖς εἰς τὴν Καρδίτσα καὶ χάσετε τὴν ἐκλογήν, δὲν θὰ διαμαρτύρεσθε μέχρις ὀγδόου οὐρανοῦ, ὅτι διὰ τῆς μεταφορᾶς ἑτεροδημοτῶν ἐχάσατε τὴν ἐκλογήν;». Δὲν ἔχει ἀξίαν ἐὰν εἶναι πλειοψηφικὸν ἢ ἀναλογική. Ὁ νόμος σαφῶς προέβλεψε καὶ εἶπεν, πᾶσα οἱαδήποτε νοθεία εἶναι καὶ ποινικῶς κολάσιμος, εἶναι παράβασις καὶ διώκεται. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν θὰ εἴχαμε τὸ δικαίωμα νὰ μεταφέρωμεν τὰ ἐκλογικὰ δικαιώματα μὲ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν εἰς οἱανδήποτε ἐκλογικὴν περιφέρειαν καὶ νὰ τὰ ἀσκῶμεν ἐκεῖ εἰς βλάβην ἄλλων συνυποψηφίων, ὅταν, μάλιστα, ὑπάρχῃ ὁ σταυρὸς προτιμήσεως καὶ μὲ τὸν τρόπον καὶ μὲ τὴν μέθοδον ποὺ ἠκολουθήθη ἀπὸ τὴν Προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ δὲ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, ἔχει μεγάλην σημασίαν, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἐντοπίσωμεν καὶ νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι οἱ 117 μέσα εἰς 290 χιλιάδας ἢ 300 χιλιάδας ψήφους δευτέρας περιφερείας, εἶναι σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ. Δὲν ἔχει οὕτω. Πολὺ πρὸ τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν, κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον, ἡ ἐφημερὶς «Ἔθνος» ἐπεσήμανε τὴν προπαρασκευαζομένην νοθείαν ἐν τῷ Πολιτικῷ Γραφείῳ. Ὑπάρχει μία δημοσιογραφικὴ καμπάνια ἑνὸς κ. Μπέτου, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι μεταβὰς τὴν 29ην Σεπτεμβρίου, ὅταν πλέον ὑπῆρχεν ἡ Ὑπηρεσιακὴ εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου, εὗρε πλῆρες συνεργεῖον τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἐργαζόμενον ἐντατικῶς διὰ τὴν ἐκλογικήν του ἐπικράτησιν, ὅτι ἀνεφέρθη εἰς τὸν τότε Ὑπουργόν, ἀξιότιμον κ. Γαζῆν, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ, ὁ ὁποῖος κατεπλάγη, διότι δὲν τὸ ἐγνώριζε καὶ ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ μέτρα. Ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα προδίδουν —καὶ παρακαλῶ ὅλη αὐτὴ ἡ καμπάνια νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ— ὅτι ἀπὸ μακροῦ εἶχε μελετηθῆ ἡ νόθευσις τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος. Τώρα, κύριοι, ἀντιτάσσεται ἀπὸ τὴν πλευρὰν ἐκείνην ὅτι αὐτὰ πάντοτε συνέβαιναν, ὅτι πάντοτε εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς ὑπῆρχεν ἀνωμαλία. Ἔζησα ὅλας, ὅσον τὸ δυνατόν, τὰς ἐκλογὰς εἰς παρῳχημένους χρόνους. Οὐδαμοῦ, κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρητε τοιαύτην ἔκτασιν συστηματικήν, μεθοδικήν, ὁλόκληρος ὁ κρατικὸς ὀργανισμὸς νὰ κινητοποιῆται κατὰ τῆς ἀντιπάλου παρατάξεως. Ὑπῆρξαν βεβαίως πάντοτε καὶ διαμαρτυρίαι καὶ ἀνωμαλίαι καὶ ἄλλοτε, —μᾶς παρέπεμψαν εἰς τὸν Δεληγιάννην καὶ τὸν Τρικούπην— καὶ κουμπουριές. Καὶ ἐὰν ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν περίφημον Βούλγαρην, θὰ ἴδωμεν δύο μόνον μεμονωμένα γεγονότα, ἕνα εἰς τὴν Πυλίαν, ὅπου ἔγινεν αἱματηρὰ σύρραξις, καὶ ἕνα ἡ πολιορκία τοῦ Κουμουνδούρου. Ἐδῶ, ὅμως, κατάπληκτοι ὅλοι καθημερινῶς λαμβάνομεν γνῶσιν νέων στοιχείων ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἠσκήθη βία καὶ τρομοκρατία. Βεβαίως αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην, διότι εἶπα, ὅτι θὰ μεταφέρω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω. Περιορίζομαι, ὅμως, νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅτι ἐάν τις ἀνατρέξῃ παλαιότερον, εἰς τὸ 1896, φερ’ εἰπεῖν, εἰς τὸν 5ον τόμον τοῦ Δικαστικοῦ Λεξικοῦ Κουντουριώτη, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἐγεννήθη μέγα ζήτημα, διότι μὲ τὸ σφαιρίδιον ποὺ ἐπεκράτει τότε, ἕνας ἔξυπνος ἀντιπρόσωπος ἐσφράγισε τὴν ὀπὴν καὶ ὅλαι αἱ ψῆφοι ἔπεφταν εἰς τὸ «ναί». Ὅταν ἀπεκαλύφθη, ἔγινε μέγα ζήτημα καὶ ὑπῆρξε διάστασις τῶν νομομαθῶν. Καὶ ὑπάρχει μία ὡραία γνωμοδότησις, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ σᾶς ἀναγνώσω διὰ τὴν οἰκονομίαν χρόνου, τοῦ ἀειμνήστου διακεκριμένου νομομαθοῦς καὶ τέως Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας Στ. Παπαφράγκου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἐὰν αὐτὴ ἡ νόθευσις συμβῇ εἰς ἔκτασιν μεγαλυτέραν καταλύεται τὸ πολίτευμα, διότι μεταβάλλεται τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ καὶ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν ἀντιπροσώπους, τοὺς ὁποίους ὑποδεικνύει τὸ Ἔθνος, ἔχομεν ἀντιπροσώπους πλαστουργημένους ἀπὸ τοὺς ἱκανοὺς κομματικοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι ἐφευρίσκουν μεθόδους καὶ στραγγαλίζουν τὸ φρόνημα καὶ τὴν γνησίαν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Φαντασθῆτε, λοιπόν, ἐὰν διὰ μίαν κάλπην ποὺ ὁ εὐφυὴς ἐκεῖνος ἀντιπρόσωπος σφαιριοδότης, ὡς ἐλέγετο, ἔφραξε τὴν ὀπὴν καὶ ἐπέτυχε νὰ πέσουν ὅλα τὰ σφαιρίδια εἰς τὸ «ναί», καὶ κανένα εἰς τὸ «ὄχι», ἐρρίφθη ἡ γνώμη ἀπὸ διακεκριμμένους νομομαθεῖς ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος αὐτοῦ τούτου τοῦ πολιτεύματος τί ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ ἐὰν λάβῃ χώραν τόσον ἐκτεταμένη νοθεία. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπῆγα εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καὶ ὡς δικηγόρος καὶ ἐξ ἄλλων λόγων καὶ ἤκουσα πολλά. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε νὰ τὰ ἐλέγξω, οὔτε νὰ τὰ υἱοθετήσω. Ἄλλοι ἁρμοδιότεροι καὶ εἰς τὴν Λάρισαν καὶ εἰς τὴν Κατερίνην καὶ εἰς τὴν Χαλκίδα καὶ εἰς τὰς Πάτρας, μετέφερον ὅσα ἐγνώριζαν καὶ σεῖς θὰ κρίνητε περὶ τῆς βασιμότητος καὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν. Ἀλλὰ περιῆλθεν εἰς γνῶσιν μου καὶ ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι βαρυσήμαντον. Ἔχω καταθέσει, μίαν ἐπερώτησιν καὶ ἔλαβεν ἀριθμὸν 114 καὶ λέγω ἐκεῖ: «Ἐπερωτῶνται οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, διατί, ἐνῷ δι’ ἐπισήμου ἀντιπροσώπου προεκλογικῶς ὑπεσχέθησαν τὴν αὔξησιν τοῦ συσσιτίου ἀπὸ 11 δραχμὰς εἰς 16, τὴν αὔξησιν τοῦ ἐπιδόματος στολῆς καὶ τὸν διπλασιασμὸν τοῦ ἐπιδόματος Κυριακῆς, δὲν ἐξεπλήρωσαν τὴν ὑπόσχεσίν των». Διότι ἔχω βασιμοτάτην πληροφορίαν, ὅτι εὐθὺς ὡς παρητήθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Καραμανλῆ, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἐκάλεσε τοὺς ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς εἰς ἕνα κατάστημα δημόσιον καὶ τοὺς ἔδωσεν αὐτὰς τὰς ὑποσχέσεις. Τοῦτο εἶναι βασιμώτατον. Θὰ κρίνετε σεῖς ἐὰν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν ἡγέτην τῆς Χωροφυλακῆς νὰ δώσῃ τοιαύτας ὑποσχέσεις ἐκ μέρους τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, περιῆλθεν εἰς χεῖρας μου διαταγή, ἡ ὁποία φέρει ἀρίθμησιν 7)44)17)ΡΙΓ τῆς 27.10.1961, τὴν Παρασκευὴν πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὁπότε, ὅπως διὰ μακρῶν ἀνεπτύχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν ὅλον αὐτὸ τὸ σχέδιον, τὸ πῶς θὰ ἐπικρατήσῃ πάσῃ θυσίᾳ ἡ ΕΡΕ καὶ θὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτοδύναμον Κυβέρνησιν. Καὶ ἡ διαταγὴ λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἀπὸ Ἀρχηγεῖον Χωροφυλακῆς πρὸς ἁπάσας τὰς ἐκ τοῦ Ἀρχηγείου ἀπ’ εὐθείας ἐξαρτωμένας Ὑπηρεσίας Χωροφυλακῆς καὶ Ἀνωτέρας Διοικήσεις Χωροφυλακῆς: «... (ἀναγινώσκει) .....». Περιλαμβάνει καὶ κάτι ἄλλο: «Οἱ ψηφίζοντες βάσει καταστάσεων ὁδηγηθῶσιν ἐκλογικὰ τμήματα κατὰ τρόπον μὴ δημιουργοῦντα σχόλια». Ἠκούσατε, κύριοι; Ἐνῷ σαφῶς ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἀπαγορεύει νὰ ὁδηγηθῶσιν εἰς τὰ τμήματα καὶ δὴ συντεταγμένοι, κατὰ παράβασιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς διατάσσει νὰ ὁδηγηθῶσιν οἱ ψηφοφόροι εἰς τὰ ἐκλογικὰ τμήματα, κατὰ τρόπον μὴ δημιουργοῦντα σχόλια. Δηλαδὴ φυλαχθῆτε νὰ μὴ σᾶς πάρουν εἴδησιν. Ἰδοὺ ἡ γραπτὴ ἀπόδειξις τῆς νοθείας, ἰδοὺ ἡ ἀναμφισβήτητος ἀπόδειξις, ὅτι ἡ νοθεία διετάχθη ἄνωθεν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς νὰ διατάξῃ αὐτήν, ἐὰν δὲν εἶχε σύμφωνον τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἀσχοληθῶμεν περισσότερον. Κύριοι, θὰ εἶμαι εὐτυχής, ἐὰν διαψευσθῇ ἡ διαταγὴ αὐτή. Τὸ εὔχομαι ὁλοψύχως νὰ τὴν προσκομίσουν καὶ νὰ μὲ διαψεύσουν. Βεβαίως, δὲν ἔχω τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς. Ἀλλὰ συνδυάζων ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκρύπτετο τὸ Ἀρχηγεῖον ὅταν ἐζητῆτο ἡ ἐπέμβασίς του, συνδυάζων τὸ ὅτι ἐπῆγαν τὰ τμήματα συντεταγμένα ἔχω ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω τὴν ἀλήθειαν αὐτήν. Καὶ εἶναι καταπληκτικὸν τὸ γεγονός. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἴδωμεν αὐτὰ τά ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ἐὰν εἶναι ἀπὸ τὰς συνήθεις, ὡς ὑποστηρίζουν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι ρήτορες τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως, ἀνωμαλίας καὶ ἐκτροπάς, αἱ ὁποῖαι ἐλάμβανον χώραν εἰς ἑκάστην ἐκλογικὴν διαμάχην ἢ εἶναι πρωτοφανῆ. Τί ἀντιτάσσουν; Ὁ Λαὸς ἐπεβράβευσε τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ δι’ αὐτὸ ηὐξήθη τὸ 41% εἰς 49 περίπου τοῖς ἑκατόν. Ἐν πρώτοις, διαμαρτύρομαι, διότι δὲν ἐτέθησαν οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κομμάτων, ὅπως ἦτο ἔκπαλαι παραδεδεγμένον καὶ ἐφηρμόζετο. Ἔχω μίαν κατάστασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν — δὲν ἀφορᾷ τὸν κ. Ράλλην, ἀλλὰ τὸν προκάτοχόν του — τοῦ 1959, δελτίον παρουσίας ὑπαλλήλων καὶ ἰδιωτῶν ἐργασθέντων εἰς τὸ ἐκλογικὸν συνεργεῖον. Ὑπῆρξεν ὀργασμὸς εἰς τὸ ἐκλογικὸν συνεργεῖον κατὰ τρόπον ὥστε νὰ διορίζωμεν καὶ τὸν ὑπασπιστήν μας — ὀνόματα δὲν θὰ ἀναφέρω — ὑπομοίραρχον καὶ τὸν ἐνωμοτάρχην τῆς ἀκολουθίας μας καὶ τὴν κυρίαν τοῦ ὑπασπιστοῦ, διὰ νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἔκδοσιν τῶν καταλόγων καὶ ὅταν ἦλθεν ὁ κρίσιμος χρόνος νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν καταλόγων, κατάλογοι δὲν ὑπῆρχον. Εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἐπήγαμε μὲ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Λυκουρέζον εἰς τὸν κ. Ράλλην, ὁ ὁποῖος πράγματι προσεφέρθη νὰ δώσῃ ὅ,τι εἶχεν. Ἀλλὰ εἶχε τοὺς παλαιοὺς καταλόγους, τοὺς μὴ ἀναθεωρηθέντας. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔγιναν μὲ τὴν γραφομηχανήν. Καὶ τοῦ εἴπαμε, καλά, πόσα ἀντίτυπα ἔγιναν μὲ τὴν γραφομηχανὴν καὶ διατὶ δὲν ἐλήφθη πρόνοια νὰ πάρουν καὶ τὰ κόμματα; Καὶ τέσσαρα ἐὰν ἐκάματε, ἕνα σεῖς καὶ ἕνα εἰς τὸ Δικαστήριον, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν δύο, ἕνα διὰ τὴν Ε.Ρ.Ε. καὶ ἕνα διὰ τὴν Ε.Κ. καὶ τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν. Βεβαίως δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσῃ. Ὅταν ὑπῆρξε τοιοῦτος ὀργασμὸς διὰ τὸ ἐκλογικὸν συνεργεῖον καὶ δὲν μᾶς ἔδωσαν τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, ποία ἐξήγησις νὰ δοθῇ; Καὶ θὰ ἴδωμεν διατὶ δὲν μᾶς τοὺς ἔδωσαν. Καὶ ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς καταστάσεις, ἐγὼ δὲν θὰ ἔλθω εἰς τὸ περιλάλητον ζήτημα τῆς ἀποκλειστικῆς προθεσμίας ἢ τῆς δυνητικῆς. Ἀλλὰ εὐθὺς ὅταν ἀρχίσωμεν νὰ ἀναζητοῦμεν τὸν λόγον τοῦ ὅτι ἀνετράπη τὸ ἀποτέλεσμα, ἐζητήσαμε τὰς καταστάσεις, ἐγὼ ὄχι προσωπικῶς, ἀλλὰ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Ζαφειρόπουλος, μετέβη εἰς τὸν κ. Ζέρβαν, ἕνα διακεκριμένον δικαστικόν, ὁ ὁποῖος τιμᾶ τὸ Σῶμα τῆς Δικαιοσύνης καὶ προΐσταται τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν, τοῦ ἐζήτησε τὰς καταστάσεις καὶ ἦλθε καὶ μὲ ἠρώτησεν: Ὁ κ. Ζέρβας ἀντιτάσσει, ὅτι εἶναι ἀπόρρητοι αἱ καταστάσεις καὶ δὲν τὰς δίδει. Μήπως θὰ πρέπει νὰ κάμω μίαν ἐξώδικον διαμαρτυρίαν; Καὶ τοῦ εἶπον: Ὄχι, δὲν ἐπιτρέπεται ἡμεῖς, δικηγόροι, νὰ στείλωμεν ποτὲ ἐξώδικον διαμαρτυρίαν εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ δὴ εἰς τὸν προϊστάμενον τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Πρέπει νὰ τὸν πείσωμεν, νὰ μᾶς τὰς δώσῃ. Ἐρωτῶ, λοιπόν: Ὁ κ. Ζέρβας εἶναι ἐν τάξει, τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον συνώδευε τὰς καταστάσεις ἐθεωρεῖτο ἀπόρρητον, διατὶ ἦτο ἀπόρρητον; Ἀναγνώσατε τὸν σχετικὸν ἐκλογικὸν νόμον νὰ ἴδητε πόσοι λαμβάνουν γνῶσιν καὶ ἐὰν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητοῦμε περὶ ἀπορρήτου. Λαμβάνουν γνῶσιν ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ὁ Γραμματεύς, ἀποστέλλονται εἰς τὰς Νομαρχίας καὶ λαμβάνουν γνῶσιν ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος, ὁ Νομάρχης καὶ οἱ περὶ αὐτόν. Κατόπιν τὰς διαβιβάζουν εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ λαμβάνουν γνῶσιν ὁ Γραμματεύς, ἡ Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, οἱ Δικαστικοὶ Ἀντιπρόσωποι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν κομμάτων. Εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται συζήτησις περὶ ἀπορρήτου, ὅταν τόσον πλῆθος ἀνθρώπων λαμβάνῃ γνῶσιν; Ἄρα ἦτο ἠθελημένη ἡ ἀπόκρυψις, διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν ἐὰν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν μὲ τὰς καταστάσεις, εἶχον καὶ βιβλιάρια καὶ ἐψήφισαν καὶ ἀλλοῦ. Δι’ αὐτοὺς τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν εἰς τὴν Νέαν Φιλαδέλφειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητήσῃ κανεὶς νὰ εὕρῃ ἐὰν ὑπάρχῃ διπλοψηφία. Καὶ βλέπετε, ὅτι ἔρχονται καὶ σᾶς λέγουν, ἀποδείξατε τὴν διπλοψηφίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ἔχωμεν, ἀφοῦ ἐσκεμμένως ἐσχεδιάσθησαν ἐκ τῶν προτέρων; Μᾶς στερεῖτε τοῦ μέσου τῆς ἀποδείξεως. Ἀπαντοῦν, λοιπόν: Δὲν λαμβάνομεν τὸ σύνολον τῶν στρατιωτικῶν ψήφων. Πολὺ ὀλιγωτέρων. Καὶ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος κύριος ἐκ Κυκλάδων Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἠνάλωσε μεγάλην οὐσίαν τοῦ φαιοῦ ἐγκεφάλου τῆς ἀναμφισβητήτου εὐφυΐας του, διὰ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν εἶναι 93 τὰ 100, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερα. Καὶ ἤρχισεν ὡς ἑξῆς: «Δυστυχῶς, δὲν ὑπάρχει ......... (ἀναγινώσκει) .........». Ὅταν ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μακρῆ, παρεκάλεσα νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω μίαν ἐρώτησιν. Καὶ τοῦ εἶπον: Νὰ κάμετε ἕνα διαχωρισμὸν τῶν στρατιωτικῶν ψήφων ἀπὸ τὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ θὰ εὕρητε πόσοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐψήφισαν, πόσοι στρατιωτικοὶ καὶ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν πόσας ἐπήρατε καὶ ἑπομένως νὰ τὸ ποσοστόν. Διατὶ νὰ ἀνατρέχητε εἰς τὸ πόσον ἐπῆρεν ὁ Στρατάρχης Παπάγος τὸ 1952; Ἦλθεν, ἐπίσης καὶ μᾶς ἔφερε καὶ ἐκεῖνα τὰ περιλάλητα πανὼ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἤρχισε: Θέτω μίαν ὑπόθεσιν καὶ μὲ σειρὰν συλλογισμῶν προχωρῶ εἰς δευτέραν ὑπόθεσιν. Εἰς ποίαν ὑπόθεσιν, κύριοι; Τὰς στρατιωτικὰς ψήφους τὰς ἔχετε, ἔχετε συνεργεῖα δόξα τῷ Θεῷ ἀπειράριθμα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ χωρίσητε τὰς στρατιωτικὰς ψήφους, ἀπὸ τὰς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ νὰ ἔλθητε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἐκ τῶν 193.000 στρατιωτικῶν καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων τὸ σύνολον τῶν ψηφισάντων στρατιωτικῶν εἶναι π.χ. 160.000 καὶ ἐξ αὐτῶν τόσας ἔλαβεν ἡ Ε.Ρ.Ε. καὶ τόσας τὰ ἄλλα κόμματα, ἤτοι ποσοστὸν τόσον καὶ νὰ μᾶς ἀποστομώσητε; Δὲν τὸ πράττετε, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἐπήρατε τὸ σύνολον τῶν στρατιωτικῶν ψήφων. Δικαιολογία: Πρέπει νὰ γνωρίζητε, κύριοι —καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπανῆλθεν ἐπανειλημμένως ὁ ἀξιότιμος κ. Μακρῆς—, ὅτι ὁ στρατὸς ἔχει μίαν εὐαισθησίαν πρὸς τὰ δεξιὰ κόμματα. Εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ στρατοῦ νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν εὐαισθησίαν. Καὶ μὴ λησμονῆτε, ὅτι σεῖς, τὸ 1956 συνειργάσθητε μὲ τὴν ἄκραν ἀριστερὰν καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ στρατὸς δυσπιστεῖ. Κάμνω, ὅμως, καὶ ἐγὼ μίαν σκέψιν: Ὅταν τὸ 1956 ὑπῆρχε νωπὴ ἡ συνεργασία ἐν τῇ πράξει, διατὶ ὁ στρατὸς ἔδωσεν ἕνα ποσοστὸν τότε εἰς τὸ Κέντρον; Ἡμεῖς δὲν συνεπράξαμεν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τίποτε ἐναντίον τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν. Τὸ Κέντρον τότε ἐπῆρε ποσοστὸν 20%. Τὸ 1961 ἐνεθυμήθησαν οἱ στρατιῶται μας τὴν συνεργασίαν τοῦ 1956 καὶ τὸ 80% ἢ τὸ 75% τὸ ἀνεβίβασαν εἰς τὸ 99%; Σεῖς θὰ κρίνητε καὶ πᾶς τίμιος καὶ καλῆς πίστεως συζητητής, θὰ ἐξάγῃ τὰ συμπεράσματα. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς ἐτόνισα καὶ τότε τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν δὲν συνέπραξε μὲ τὴν ἀριστεράν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπήρατε τὴν σειρὰν ἄλλου. Πρέπει νὰ τελειώνετε.
§54Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, θὰ τελειώσω.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐβοήθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον ἠρνήθητε καὶ διακοπήν. Δὲν ζητῶ ἀντάλλαγμα, ἀλλὰ ὀφείλετε νὰ τελειώνετε.
§56Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβραδύνω, κύριε Πρόεδρε. Τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν συνειργάσθη μετὰ τοῦ Συνασπισμοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. Ἡμεῖς, λοιπόν, ἔχομεν ἕνα ποσοστὸν ψήφων. Ἐπαναλαμβάνω, τί ἔγιναν οἱ ψῆφοι τῶν Προοδευτικῶν; Ἐκλάπησαν. Καὶ δὲν ἔχουν δικαίωμα νὰ λέγουν ὅτι ὁ στρατὸς ἐψήφισε σχεδὸν παμψηφεὶ ὡς μόνον ἐθνικὸν κόμμα τὴν Ε.Ρ.Ε., διότι οὕτως ὑποτιμοῦν τὴν ἀντίληψιν τῶν στρατιωτῶν καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀκούουν τὰ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ μέγα ἐπιχείρημα τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶναι, τὸ εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ἐπανέλαβεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ ἐκλεκτὸς συνάδελφος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς κ. Παπακωνσταντίνου, ὅτι ὁ λαὸς διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος ἐπεβράβευσε τὰ ἔργα τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὶς σκέψεις μου. Ἔχομεν δύο Κυβερνήσεις τῆς Ε.Ρ.Ε. Μίαν τὴν Κυβέρνησιν τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956–1958 καὶ μίαν τὴν Κυβέρνησιν τῶν ἐκλογῶν 1958–1961. Ἄποψίς μου εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις τότε, περιελάμβανε τὰ καλύτερα στελέχη. Τὸν κ. Ἀποστολίδην, τὸν ἐκλεκτὸν συνάδελφον κ. Ράλλην, τὸν ἀείμνηστον Θηβαῖον καὶ ἄλλους σημαίνοντας παράγοντας. Πέραν τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν εἶχεν ἀτυχήματα καὶ τὸ 47% τοῦ 1956 κατὰ τὸ 1958 κατῆλθεν εἰς τὸ 41%. Ἦτο ἀναπόφευκτον φυσικὰ νὰ φθαρῇ, παρ’ ὅλον ὅτι, ὡς εἶπεν, δὲν εἶχεν ἀτυχήματα. Ἀπὸ τὸ 1958, ὅμως, μέχρι τὸ 1961, ὁπότε ἐμφανίζεται ὑπὸ νέαν μορφὴν καὶ ἀργότερον προσλαμβάνεται καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Κανελλόπουλος, ἔχει πολλὰ ἀτυχήματα ἡ Ε.Ρ.Ε. Πρῶτον, ἔχει τὸ ἀτύχημα τῆς ρυθμίσεως τοῦ ζητήματος τῆς Κύπρου. Ὁ μακαρίτης Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος εἶχε παραλάβει μίαν καθημαγμένην Ἑλλάδα, ἐπέτυχε τότε τὴν ὑπογραφὴν ἐκ μέρους τοῦ Ἰσμὲτ Ἴνονου, ὅτι ἡ Τουρκία παραιτεῖται κάθε δικαιώματος ἐπὶ τῆς νήσου Κύπρου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅμως, ἐθεώρησεν ὡς «εὐτυχεστέραν» ἡμέραν τῆς ζωῆς του τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμφωνιῶν τῆς Ζυρίχης, διὰ τῶν ὁποίων ἐπανήρχοντο οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν Κύπρον. Δηλαδὴ ἐκεῖνο ποὺ ἠθέλομεν νὰ ἀποφύγωμεν δὲν τὸ ἀπεφύγομεν. Καὶ ἐπακολουθοῦν καὶ ἄλλα ἀτυχήματα. Θὰ μνημονεύσω ὡρισμένα ἐκ τούτων. Εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ σίτου, τοῦ ἐλαίου, ἡ σύμβασις Πεσσινέ. Ἐπίσης ἔχομεν τὸ ἀτύχημα τοῦ ἐξόχου πρεσβευτοῦ κ. Ὑψηλάντη. Ὅλα δὲ αὐτὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε., νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι ὁ λαὸς ἐπεβράβευσε τὰ ἔργα της. Διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, παρουσίασεν ἔργα. Ἔχει εἰς τὸ ἐνεργητικόν της ὡρισμένα ἔργα. Διήνοιξε δρόμους καὶ ἄλλα τινά. Ἐξ αὐτῶν, ὅμως, τὰ περισσότερα, εἶναι δυστύχημα, ὅτι δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅπως εἶναι τὸ ἔργον τῆς Ὁμονοίας καὶ τῆς Πάρνηθος. Καὶ δι’ αὐτά, ὅμως τὰ χρησιμώτατα ἔργα τῆς ὁδοποιΐας, ὑπάρχει πάνδημος καὶ καθολικὴ γνώμη, ὅτι ἐστοίχισαν 200% καὶ 300% περισσότερον τῶν ὑπολογισθέντων καὶ ἔγιναν ἄνευ ἱεραρχήσεως. Ὅλα αὐτὰ δέ, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ συνετέλεσαν εἰς τὴν αὔξησιν, μὲ πρωτοφανῆ τρόπον ἐν Ἑλλάδι, τῶν ψήφων τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὴν φθορὰν αὐτῆς. Καὶ ἔχω καὶ ἓν ἄλλο θέμα, σημαντικώτατον, νὰ ἀναφέρω. Εἶπον εἰς μίαν διακοπήν, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ θέμα τοῦ καπνοῦ καὶ διεξήγετο συζήτησις μεταξὺ τοῦ κ. Ἀνδριανοπούλου καὶ ἄλλων κ. συναδέλφων, ὅτι ἡ Ε.Ρ.Ε. συμπεριεφέρθη βαναύσως καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς Αὐτοδιοικήσεως. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὡς γνωρίζητε, εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων, ἠγωνίσθην ὅσον ἦτο δυνατόν, νὰ τὸν βοηθήσω καὶ ἀντιμετώπιζον τὴν σκυθρωπήν, τὴν ὠμὴν τῆς Κυβερνήσεως ἄρνησιν. Ὅλους τοὺς πόρους τοὺς ἀφῄρεσεν ἀπὸ τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας καὶ κατήντησε νὰ κατασκευάζῃ ὁδοὺς ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Δήμου. Ἐπίσης σχετικῶς μὲ τὰς 5 γραμμὰς......
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτε, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πρότασιν παραπομπῆς, αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν.
§58Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀλλοίμονον ἐὰν δὲν ἔχουν σχέσιν. Ὅταν ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ὑφίσταται ἐπιδρομὴν καὶ προσφάτως καὶ αὐτὸς ὁ Λυκαβηττός.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Λυκαβηττὸς δὲν εἶναι ὑπόθεσις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα.
§60Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Πρὸ 9 μηνῶν, ὑπάρχει ψήφισμα τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, ἀρνουμένου τὴν κακοποίησιν τοῦ Λυκαβηττοῦ. Ὁμοίως, εἰς τὰς 16)3)1961 ὑπάρχει ἀπόφασις ὁμόφωνος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δήμου Ἀθηναίων.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βασιλᾶτε, εἶσθε καὶ νομομαθὴς καὶ γνωρίζετε τὸν Κανονισμὸν καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν παραβιάζετε.
§62Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἐλέχθησαν πολλὰ διὰ τὸν Τσόπελα εἰς τὴν Καλαμάταν καὶ δὲν ἠνοχλήθη κανείς, οὔτε τὸ Προεδρεῖον καὶ τώρα ἐνοχλεῖσθε ὅταν λέγω, ὅτι ὁ συλλογισμός, ὅτι ὁ λαὸς ἐπεβράβευσε τὰ ἔργα τῆς ΕΡΕ εἶναι ἀπολύτως ἀστήρικτος καὶ ἀπαράδεκτος καὶ προσβάλλει τὴν νοημοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριε Πρόεδρε, τελειώνω. Γνωρίζετε πόσον σᾶς ἐκτιμῶ καὶ σᾶς ἀγαπῶ. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς παραπομπῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ νοθεία εἶναι ἀποδεδειγμένη καθὼς ἐπίσης καὶ ἡ ἀνοχὴ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα. Διερωτῶμαι, ὅμως, μήπως θὰ ἦτο προτιμότερον, νὰ μὴ ἔβλεπε τὸ φῶς ἡ πρότασις παραπομπῆς. Βεβαίως, ἔπρεπε νὰ ἐπισημανθῇ τὸ ἔγκλημα τῆς νοθείας. Ἔπρεπε νὰ μάθῃ ὁ λαός, ὅτι τὸ φρόνημά του, διὰ τῆς βίας καὶ τῆς νοθείας ἐνοθεύθη. Ἀλλά, αὐτὰ ὅλα, τὰ ὁποῖα ὅλοι μᾶς ἀνέπτυξαν προϋποθέτουν μακρὰν προπαρασκευήν. Ἐπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἐνεπνεύσθησαν οἱ ἀποτελέσαντες τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δόβα. Ἀλλὰ πρὸ αὐτῆς, συνέλαβον τὸ σχέδιον καὶ ἐπέτυχον τὴν ἐφαρμογήν του. Διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ὀφείλω νὰ διακηρύξω, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διεκδικηθῇ τὸ πρωτάθλημα τῶν καλπονοθευτῶν, οἱ πρὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Δόβα, προπαρασκευάσαντες τὸ ἔδαφος, τὸ διεκδικοῦν. Ἐπομένως εἰς αὐτοὺς ἀνήκει. Διερωτῶμαι, λοιπόν, διατί ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ἠνέχθησαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προπαρασκευασθέντος σχεδίου, εἴτε ἐλύγισαν, εἴτε δὲν εἶχον τὴν δύναμιν νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασίν του ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὁ ἰθύνων νοῦς, ὁ συλλαβὼν τὸ σχέδιον, διατὶ λέγω, αὐτοὶ νὰ διωχθοῦν καὶ νὰ μένουν ἀδίωκτοι αὐτοὶ οὗτοι οἱ προπαρασκευάσαντες τὸ ἔγκλημα τῆς στραγγαλίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος; Τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν καθώρισεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν θέσιν του. Ἡ ἰδική μας ἄποψις ἦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπισημανθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ ἀπαράδεκτα καὶ πρωτοφανῆ καὶ ἀμέσως καὶ εὐθέως νὰ ζητήσωμεν ἱκανοποίησιν καὶ ἰδικήν μας καὶ τοῦ λαοῦ, διὰ τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τῶν Ἀνακτόρων τῶν δύο πρωτεργατῶν, τῶν κ.κ. Δόβα καὶ Ποταμιάνου. Λυποῦμαι πολύ, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κατηγορήσω ἕνα τετιμημένον στρατιωτικόν, τὸν ὑπερασπιστὴν τῆς Κονίτσης, ὅπως εἶναι ὁ κ. Δόβας. Φίλος ὁ Πλάτων, φιλτάτη ἡ ἀλήθεια! Ἀλλὰ πέραν τούτου, τί ἐπιδιώκομεν ζητοῦντες τὴν παραπομπήν, ἀφοῦ εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ ἀπόρριψις τῆς προτάσεως; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν, ἀφοῦ ὑποστηρίζομεν καὶ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ὅτι διὰ τῆς ἀνοχῆς καὶ τῆς ὑποβοηθήσεως τῆς νοθείας, ἢ τῆς κατευθύνσεως, ἐκεῖνοι τὸ γνωρίζουν, ἄλλοι ὠφελήθησαν, δὲν ἐπωφελήθη τίποτε ὁ κ. Δόβας ἢ ὁ κ. Ποταμιᾶνος ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν καὶ ὅμως ἐρχόμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι παραπέμπομεν —μὲ συγχωρῆτε διὰ τὴν φράσιν μου τὴν ἀναφέρω ὡς παράδειγμα— τοὺς κλεπταποδόχους ἐνῷ δὲν διώκομεν τοὺς κλέπτας. Ἡ ἀπόρριψις τῆς προτάσεως εἶναι ἐξησφαλισμένη. Καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν εἶναι σαφής, ὅτι οὐδέποτε πλέον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τοιούτου αἰτήματος. Δηλαδὴ φθάνοντες εἰς τὴν ψηφοφορίαν θὰ θωρακίσωμεν τὸν κ. Δόβαν καὶ τοὺς ἄλλους 4, τῶν ὁποίων ζητοῦμεν τὴν παραπομπήν, δι’ ἑνὸς ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος, ὥστε οὐδέποτε πλέον νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀναζήτησις εὐθυνῶν παρ’ αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ εὐκταῖον θὰ ἦτο, ἐπαναλαμβάνω τὴν ἄποψιν τὴν προσωπικήν μου, ἀλλά, ἡ ὁποία εἶναι καὶ γραμμὴ τοῦ κόμματος, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὴν παραπομπήν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ τὴν ἐπιτύχωμεν. Καὶ ὑπάρχει καὶ μία ἀντίφασις. Διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναγνωρίζεται ἡ νομιμότης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας, παρὰ ταῦτα, ἀπὸ αὐτὴν τὴν μὴ νόμιμον πλειοψηφίαν ζητοῦμεν πλέον νὰ καταδικάσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Δόβα, δηλαδὴ ζητοῦμεν οἱονεὶ ἀπὸ τὸν εὐεργετηθέντα νὰ πλήξῃ τὸν εὐεργέτην του. Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφωνία μας. Εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδειχθῇ καὶ δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ παρασιωπηθῇ —καὶ διερωτῶμαι ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσουν οἱ ἀξιότιμοι Κυβερνητικοὶ παράγοντες νὰ ὑποστηρίζουν, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀστεῖα, ὅτι αὐτὰ εἶναι μῦθοι, ὅτι αὐτὰ στεροῦνται βασιμότητος— ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἱστορίαν αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διεπράχθη κατὰ τοιοῦτον μεθοδικὸν τρόπον προσμελετηθὲν καὶ ἐφαρμοσθὲν καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπισημανθῇ διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ τοὐλάχιστον. Ἡμεῖς, κύριοι, ὅσοι ἐλάβομεν τὸν λόγον καὶ ἀνεπτύξαμεν τὴν διαπραχθεῖσαν εἰς βάρος τοῦ λαοῦ ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, θὰ παραμείνωμεν μὲ τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι ἐπράξαμεν τὸ καθῆκον μας. Καὶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ καὶ προσωπικῶς καὶ ὡς μέλος τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν, δηλῶ, ὅτι θὰ ἀγωνισθῶμεν ὅταν τερματισθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία, ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἐπῆρε τεραστίαν ἔκτασιν, ἀλλὰ τὰ γεγονότα τὴν δικαιολογοῦν, θὰ ἀγωνισθῶμεν καὶ διὰ τὴν κατήργησιν τοῦ κομματικοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν ἰσοπολιτείαν καὶ θὰ παραμείνωμεν εἰς τὰς ἐπάλξεις προμαχοῦντες ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§63Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ περὶ νοθείας καὶ βίας ἀνεμίχθην εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς Βʹ περιφερείας Ἀθηνῶν. Ἐγώ, κ. συνάδελφοι, εἶπον τοῦτο, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθη ἡ Ἕνωσις Κέντρου, 150.000 περίπου νέοι ψηφοφόροι ἐνεγράφησαν εἰς τὴν Αʹ καὶ Βʹ περιφέρειαν, ἐνῷ εἴτε δὲν εἶχον δικαίωμα ψήφου, εἴτε ἦσαν ψηφοφόροι ἀνύπαρκτοι. Καὶ εἶπον, ὅτι ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, θὰ πρέπει κανεὶς νὰ συμπεράνῃ, ὅτι οἱ ψηφοφόροι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν ἐπιμελείᾳ τῆς ΕΡΕ ἦσαν φίλοι τῆς ΕΡΕ καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἔπρεπε ἀπαραιτήτως κατὰ τὸ σύνολον, ἢ τοὐλάχιστον κατὰ μέγα μέρος νὰ ἐψήφισαν τὴν ΕΡΕ. Σᾶς ἔφερα λοιπὸν τοὺς ἀριθμούς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἐκ τῶν 150.000 νέων ψηφοφόρων τῶν ἐγγραφέντων κατὰ τὰ ἔτη 1959, 1960 καὶ 1961, ἐψήφισαν κατὰ τὸ μεγαλύτερον ποσοστὸν τὴν Ἕνωσιν Κέντρου. Δηλαδὴ ἐκ τῶν 145.000 νέων ψηφοφόρων, οἱ 85.000 ἐψήφισαν τὴν Ἕνωσιν Κέντρου καὶ μόνον 60–65 χιλ. ἐψήφισαν τὴν ΕΡΕ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ νοθεία; Τί σημαίνει, ἐὰν πράγματι εἶναι ἀληθὲς αὐτό; Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡ ΕΡΕ ἔπεσε θῦμα τῆς νοθείας τῆς Ἑνώσεως Κέντρου. (Εἰρωνικοὶ γέλωτες καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ χειροκροτῆτε, κύριοι. Ἐδῶ εἶναι οἱ ἀριθμοὶ καὶ μὴ σᾶς κάμνῃ ἐντύπωσιν. Ἀπὸ τοὺς 145.000 νέους ψηφοφόρους οἱ 90.000 ἐψήφισαν τὴν Ἕνωσιν Κέντρου. Δὲν ἠμπορεῖτε, λοιπόν, νὰ συζητῆτε περὶ νοθείας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ποῦ εἶναι λοιπόν, ἡ νοθεία; Αὐτὰ εἶπον ἐγὼ καὶ αὐτὰ ἐσχολίασα, ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων καὶ ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ διαψεύσουν οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι χειροκροτοῦν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§64Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Καίτοι, ὅταν ἐτελειώσατε τὴν ἀγόρευσίν σας, σᾶς παρεκάλεσα θερμῶς νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν, δὲν μοῦ ἐπετρέψατε, ἐγὼ ὅμως σᾶς ἐπέτρεψα. Σᾶς ἐπεκαλέσθην διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ἡ περίφημος σιγὴ τῶν τριῶν σπουδαιοτέρων ρητόρων τῆς ΕΡΕ τῆς Βʹ περιφερείας, ἔρχεται οἱονεὶ ὡς ὁμολογία ἀνοχῆς. Τώρα, ἐὰν διεπράχθη νοθεία εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν, διότι σεῖς προβάλλετε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ θέλετε νὰ ἐπιμένετε, ὅτι ἡ ἐκλογικὴ δύναμις τῆς ΕΡΕ τοῦ 1958 δὲν ἐμειώθη, ἐκεῖ διαφωνοῦμεν καὶ σᾶς λέγομεν, ὅτι δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν συγκέντρωσιν, ἀπεδοκιμάζοντο οἱ ὑποψήφιοι παντοῦ. Αὐτό, σεῖς ἀπὸ τὰ Καλάβρυτα, βεβαίως, δὲν ἠμπορούσατε νὰ τὸ γνωρίζητε. Ἡμεῖς ὅμως, εἴχομεν ἰδίαν ἀντίληψιν περὶ τούτου. Σεῖς εἰς τὰ Καλάβρυτα, μόνον διὰ λευκὰ ψηφοδέλτια εἶσθε ἁρμόδιος.
§65Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε συνάδελφε, εἴχατε τὴν καλωσύνην κατὰ τὸν λίαν ἐμπεριστατωμένον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐξεφωνήσατε, νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἐγνωρίζατε, ὅτι ἡ προθεσμία ἦτο ἀνατρεπτική. Ἐπειδὴ συνέβη νὰ τεθῇ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὄνομά μου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 13)2, ὅτε ἀκριβῶς ἤμην εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπω δύο λέξεις. Κύριοι συνάδελφοι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ ἐκλογικὸς νόμος, εἶχε δημιουργηθῆ ἕνα μέγα θέμα, τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο δέ, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅλοι, ὅτι ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον.
§66Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. συνάδελφος, ἐρώτησιν θὰ ἔκαμνεν, ὄχι ἀγόρευσιν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τούμπα, αὐτὸ εἶναι ἀγόρευσις.
§68Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Εἶναι δήλωσις, κύριε Πρόεδρε.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δηλώσεις, κύριε Τούμπα.
§70Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Μία διασαφήνισις. Κύριε Πρόεδρε, ξέρετε, ὅτι δὲν ταλαιπωρῶ κανένα. Θὰ εἶχον ἤδη τελειώσει. Τότε ἐγεννήθη τὸ θέμα αὐτό. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶχε σημασίαν διὰ τὸν νόμον, ἐδέχθη νὰ παράσχῃ πᾶσαν ἐγγύησιν. Τὰς συνεννοήσεις ἀνέλαβεν ὁ τότε Ὑπουργὸς Προεδρίας κ. Τσάτσος καὶ τῇ μεσολαβήσει τοῦ κ. Τσάτσου, ἔγινεν εἰδικὴ συνάντησις τῶν κ.κ. Μακρῆ, τότε Ὑπουργοῦ Ἐσωτερικῶν καὶ Μπακοπούλου. Τότε δὲ ἐτέθη σαφῶς καὶ συνεφωνήθη κατὰ τὴν σύσκεψιν αὐτήν, ὅτι ἡ προθεσμία ἦτο ἀνατρεπτική.
§71Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταί, πρῶτον, διότι ἂν καὶ δὲν εἶμαι βουλευτὴς τῆς Βʹ περιφερείας, λαμβάνω τὸν λόγον. Τὸ πρᾶγμα αὐτὸ θὰ ξενίσῃ τὸν κ. Βασιλᾶτον, ἀλλὰ τί νὰ γίνῃ. Λυποῦμαι, ἐπίσης, διότι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος λαμβάνω τὸν λόγον διὰ πέμπτην ἢ ἕκτην φοράν. Ἐλπίζω νὰ εἶναι ἡ τελευταία. Ἡ συζήτησις αὐτή, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἔχει ἀποβῆ ἐκτάκτως ἀνιαρὰ καὶ ἐκτάκτως μονότονος. Συζήτησις, ἡ ὁποία στερεῖται οἱουδήποτε ἐνδιαφέροντος. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν ἔχει καὶ ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸ φοβοῦμαι, διότι αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι καταλήγουν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, τὸ σημερινόν, εἶναι συζητήσεις ποὺ βλάπτουν καιρίως τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Βλάπτουν τὸν κοινοβουλευτισμὸν συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διαρκοῦν ἐπὶ 12 ἢ 15 συνεδριάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπαναλαμβάνονται τὰ ἴδια ἄνευ ἀποτελέσματος. Καὶ πολλῷ μᾶλλον βλάπτουν ὅταν καθ’ ἑσπέραν διακόπτεται ἡ συνεδρίασις περὶ τὴν 12ην τοῦ μεσονυκτίου, διότι εἶναι παρόντες 20 βουλευταί, 10 τῆς Κυβερνήσεως καὶ 10 τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ τοῦτο ἐπίσης ἀποδεικνύει πόσον ἐνδιαφέρον ἔχει ἡ ἰδία, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ποὺ ἐκίνησε τὸ θέμα, διὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν, συζήτησιν, ἡ ὁποία εἰς τὸ κάτω–κάτω τῆς γραφῆς, ἀφορᾷ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν 4 ἀνθρώπων. Συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο, ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ ἐπεθύμει καὶ δὲν εἶχεν ἄλλους σκοπούς, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, ἐὰν τὸ ἐπεθύμει θὰ ἠδύνατο νὰ τερματισθῇ τὸ πολύ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, πρὸ δύο μηνῶν, εἰς δύο, τρεῖς ἢ τέσσαρας συνεδριάσεις. Ὑπάρχουν ἄλλως τε παραδείγματα ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ θὰ ἦτο πιστὴ πρὸς τὰ παραδείγματα αὐτά, ἂν ἠκολούθει τὴν ἰδίαν ὁδόν. Νὰ τερματίσῃ τὴν ἀνιαρὰν συζήτησιν, διὰ νὰ μή, ἐπαναλαμβάνω, ὑφίσταται ἐκκρεμότης ὡς πρὸς τὴν ὑπόληψιν 4 ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ μὴ καταφέρωνται ἐπίσης, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ σοβαρώτατον, καίρια πλήγματα κατὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Δὲν θὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον, ἂν τὸ Σάββατον τὸ ἑσπέρας, ἐξ ἀφορμῆς ἑνὸς πορίσματος γνωστοῦ ἀπὸ ἑνὸς μηνός, δὲν ἐγένετο ἡ νέα ἐπίθεσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπίθεσις καλοῦσα αὐτὴν νὰ παραιτηθῇ. Καὶ ἐπίσης ἂν σήμερον ὁ κ. Βασιλᾶτος δὲν ἐπανελάμβανεν, ὅσα κατὰ καιροὺς ἐλέχθησαν περὶ τῆς νοθείας εἰς τὴν Βʹ Περιφέρειαν Ἀθηνῶν, νοθείας, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην του ἀποδεικνύει τὸ διαβλητὸν τῶν τελευταίων ἐκλογῶν καθ’ ἅπασαν τὴν χώραν. Ἐβασίσθη κατὰ τὴν ὁμιλίαν του ἐπὶ δύο στοιχείων κυρίως: Ἐπὶ τῶν συμβάντων εἰς τὴν περιφέρειαν Νέας Φιλαδελφείας καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως περὶ ἀθρόας ἐκδόσεως ἐκλογικῶν βιβλιαρίων ὑπὸ τῆς Ε.Ρ.Ε. Μοῦ φαίνεται, ὅτι ὡμίλησα συγκεκριμένως ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τετράκις ἢ πεντάκις. Λυποῦμαι, διότι ἂν ἡ ἀνικανότης μου νὰ ἐκφράσω τὰς ἀπόψεις φθάνῃ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε οἱ κ. συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ μὴ ἐννοοῦν αὐτὰ ποὺ θὰ ἤθελα νὰ ἐκφράσω. Εἶπον καὶ πρὸ τριμήνου καὶ τὸ ἐπανέλαβον κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀναμφιβόλως παρατυπίαι κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων ἐγένοντο καὶ ἐθεώρησε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ τύπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὐτὴ ἡ παραδοχὴ εἶναι ὁμολογία τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἶναι διαβληταί. Ἔχουν τὴν συνήθειαν οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ λαμβάνουν μίαν σειρὰν συλλογισμῶν, νὰ ἀπομονώνουν ἕνα συλλογισμόν, μίαν φράσιν, μίαν λέξιν καὶ χάρις εἰς τὴν ἀπομόνωσιν αὐτὴν νὰ δημιουργοῦν τὸν μῦθον κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν βούλησίν των. Δὲν εἶπον μόνον, ὅτι ἔγιναν παρατυπίαι. Προσέθεσα, ὅτι παρατυπίαι ἔγιναν εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς τὰς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, διὰ νὰ μὴ ὁμιλήσω, περὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν πρὸ τοῦ 36, πρὸ τῆς δικτατορίας, ὁπότε κανὼν ἦτο ἡ παρατυπία καὶ ἐξαίρεσις ἡ ὁμαλότης. Εἶπον, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1946, 1950, 1951, 1952, 1956, 1958 ἐγένοντο παρατυπίαι. Αἱ παρατυπίαι ὅμως αὗται εἶναι παρατυπίαι, αἱ ὁποῖαι σημειοῦνται εἰς ὅλας τὰς χώρας τοῦ κόσμου. Καὶ εἰρωνικῶς ὑπεστήριξαν οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ αἱ ἐφημερίδες των, ὅτι εἶπον, ὅτι ταῦτα συμβαίνουν καὶ εἰς Παρισίους. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι δὲν ὡμίλησα περὶ Παρισίων. Ὡμίλησα περὶ τῆς Κορσικῆς. Ὡμίλησα περὶ τῆς Μασσαλίας. Συνέβησαν παρατυπίαι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν. Συμβαίνουν παρατυπίαι καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Πρὸ 15 ἡμερῶν ἀκόμη παρηκολούθησα κινηματογραφικὸν ἔργον ἀγγλικόν, εἰς τὸ ὁποῖον Ἄγγλος ὁμολογεῖ, ὅτι ἔλαβε βιβλιάριον, μολονότι δὲν εἶχε τὴν νόμιμον πρὸς τοῦτο ἡλικίαν, μολονότι ἦτο ἀνήλικος. Καὶ ὅταν αὐτὰ ἀποτελοῦν σκηνὰς ἔργων, σημαίνει, ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία θεωρεῖται χώρα, ὅπου οἱ τύποι ἔχουν πολὺ μεγαλυτέραν σημασίαν ἀπὸ τὴν οὐσίαν, ἡ παρατυπία εἶναι γεγονός. Καὶ ἐμφανίζεται παντοῦ καὶ ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς. Διατὶ λοιπὸν θὰ εἴχατε τὴν ἀπαίτησιν ἐδῶ νὰ ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις καὶ νὰ μὴ σημειωθῇ οὔτε μία παρατυπία; Βεβαίως ὑπῆρξαν παρατυπίαι καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961, ὅπως ὑπῆρξαν παρατυπίαι καθ’ ὅλας τὰς ἐκλογάς, τὰς διεξαχθείσας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν. Δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπιμελῶς ἀπέφυγαν ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἀναφέρουν: Εἶπον, ὅτι παρατυπίαι ἐγένοντο ὄχι μόνον ἀπὸ ὀπαδοὺς τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἐγένοντο καὶ ἀπὸ ὀπαδοὺς τῶν ἄλλων κομμάτων. Καὶ ἡ ἐπίκλησις τοῦ παραδείγματος τῆς Νέας Φιλαδελφείας εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι αὐτὸ ποὺ ὑποστηρίζω εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ ἐκεῖνο ποὺ λέγετε σεῖς εἶναι τὸ ἐσφαλμένον. Εἶπεν ὁ κ. Βασιλᾶτος, ὅτι ὁ Δήμαρχος Ν. Φιλαδελφείας, ὁ ὁποῖος ἐξητάσθη ὡς μάρτυς, εἶχε πρὸ καιροῦ εἰδοποιήσεις, ὅτι ἐγένοντο παρατυπίαι κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων ἀπὸ τὸν τάδε ἢ τὸν τάδε ὑπενωμοτάρχην, ἀνθυπασπιστὴν ἢ ὑπομοίραρχον καὶ ἀπὸ τὸν σκοτεινὸν ἄνθρωπον, τὸν κ. Καλφέλην. Κύριοι συνάδελφοι, ἐφ’ ὅσον ἐγνώριζεν ὁ κύριος ἐκεῖνος, ὅτι ἐγένοντο παρατυπίαι, διατὶ δὲν ὑπέβαλε τὴν κατὰ νόμον ἔνστασιν ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ ἐπερίμενε νὰ διεξαχθοῦν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ἀφοῦ δὲν τὰς ἐκέρδισε ἡ παράταξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, νὰ ἐμφανισθῇ ἔπειτα κήνσωρ καὶ τιμητὴς τῶν πάντων. Δύο ἐξηγήσεις ὑπάρχουν. Μία, ὅτι δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ἐγένοντο παρατυπίαι καὶ ψευδῶς τώρα θέλει νὰ δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις, ὅτι ἡ παρανομία ἦτο τοιαύτης ἐκτάσεως, ὥστε οἱ πάντες καὶ ἀκόμη καὶ οἱ λίθοι τὰ ἐγνώριζον, ὅτι ἐγίνοντο εἰς τὴν Ν. Φιλαδέλφειαν κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων παρατυπίαι, ἐγνώριζεν ὅμως, ἐπίσης, ὅτι παρατυπίαι ἐγίνοντο καὶ εἰς ὄφελος ὀπαδῶν τοῦ κόμματός του. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὡμίλησε τότε. Καὶ ἔρχεται σήμερον, καὶ ὄχι μόνον κατηγορεῖ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀλλὰ καὶ δὲν ἀναγνωρίζει τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐβοήθησεν εἰς τὴν ἔκδοσιν πιστοποιητικῶν πλημμελῶν, ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐγκαταστάσεως. Καὶ χαρακτηρίζει ἐκ τῶν ὑστέρων τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὡς σκοτεινόν, ἐνῷ τότε τὸν ἐκάλυπτε. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι τὸν εἶχε περιλάβει εἰς τὸ ψηφοδέλτιόν του, καὶ ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος ἀνεδείχθη Δημοτικὸς Σύμβουλος Ν. Φιλαδελφείας μὲ ἀρχηγὸν τοῦ ψηφοδελτίου τὸν κ. Τρυπιάν, τὸν σημερινὸν τιμητήν του. Ἀλλά, κύριοι, ἔνδειξις νοθείας εἶναι, ὅτι κάποιος ὑπενωμοτάρχης, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει τότε εἰς τὴν Προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐφρόντισε διὰ τὴν ἔκδοσιν πολλῶν βιβλιαρίων, μεταξὺ τῶν ὁποίων 20, 30, 40 ἐπιλήψιμα; Πρῶτον, ὅμως, δὲν εἶναι νοθεία, ὅταν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ ψηφίσῃ εἰς τὴν Ν. Σμύρνην, ἐψήφισεν εἰς τὴν Ν. Φιλαδέλφειαν. Δὲν εἶναι νοθεία ἀπὸ ἀπόψεως ἀποτελέσματος καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζητε κάλλιον ἐμοῦ. Ὅταν ὁ ψηφοφόρος τῆς Αʹ Περιφερείας ψηφίσῃ εἰς τὴν Βʹ Περιφέρειαν, ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μεταβολὴ τοῦ ἀποτελέσματος εἰς τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἀναλογικῆς, ὅπως ἦτο τὸ σύστημα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν τοῦ 1961, μία τοιαύτη περίπτωσις δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ οὔτε κατὰ 1‰, οὔτε 1 ἑκατομμυριοστὸν τὸ ἐκλογικὸν ἀποτέλεσμα. Ἀλλὰ ἕνας ὑπενωμοτάρχης ἐφρόντισε, λέγουν, καὶ ἔβγαλε βιβλιάρια συναδέλφων του, ἐπειδὴ αὐτὸς ὑπηρέτει εἰς τὴν Προεδρίαν τῆς Κυβερνήσεως ἢ εἰς τὸ Φρουραρχεῖον τῆς Βουλῆς...
§72Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε Ράλλη, δὲν ὑπηρέτει.
§73Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα, κ. συνάδελφε, ἀλλ’ ἐγὼ δέχομαι, ὅτι ὑπηρέτει. Καὶ ἂν ὑπηρέτει, εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὁ Πρωθυπουργὸς ἢ ἀκόμη περισσότερον καὶ τὸ Κόμμα ὁλόκληρον; Ἐὰν ὁ κ. Κολοκοτρώνης ἔκαμε παράλειψιν καὶ ἐβοήθησεν εἰς τὴν ἔκδοσιν πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν πλημμελῆ, ἀπὸ ἀπόψεως χρόνου, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία, τοῦτο σημαίνει μήπως, ὅτι ἐδόθη ἐντολὴ ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε.; Καὶ εἶναι τοῦτο ἀπόδειξις, ὅτι ὑπῆρξεν αὐτὸ τὸ προμελετημένον σχέδιον ἀπὸ χρόνου μακροῦ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν, τόσον ὡραῖα, ὥστε νὰ ὑπάρξουν ἀνάλογα ἀποτελέσματα εἰς ὅλας τὰς περιφερείας τοῦ Κράτους; Μά, κύριοι, ἢ ὑπῆρξε σχέδιον προμελετημένον, τὸ ὁποῖον ἐξυφάνθη κατὰ τρόπον ἀριστοτεχνικόν, κατὰ τρόπον ποὺ οὔτε τὰ ἀστυνομικὰ μυθιστορήματα δὲν ἠμποροῦν νὰ συλλάβουν, ὁπότε δὲν θὰ ἀνετίθετο αὐτὴ ἡ ἐργασία εἰς τὸν ἐπιπόλαιον ὑπενωμοτάρχην, ὁ ὁποῖος ἐπεμελήθη τῆς ἐκδόσεως 20–30 βιβλιαρίων ἢ δὲν ὑπῆρξε σχέδιον καὶ ὁ κύριος ὑπενωμοτάρχης, ἐκ ζήλου, θέλων νὰ ἐξυπηρετήσῃ 5 ἢ 10 ἢ 20 συναδέλφους του, ἐξέδωσε 20 ἢ 30 πιστοποιητικά. Καὶ ὁ κύριος αὐτός, ἐξ ἰδίας προαιρέσεως, οὐδεμίαν ἔχων ἐντολὴν ἀπὸ οὐδένα, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἀπὸ τὸ Κόμμα, ἠθέλησε νὰ ἐξυπηρετήσῃ συναδέλφους του. Καὶ ὅταν, κατὰ τὰς συζητήσεις, ὅπως συμβαίνει συνήθως εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶπον «ἔχω καὶ αὐτὸν τὸν μπελᾶ τοῦ ἐκλογικοῦ βιβλιαρίου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν βγάλω, δὲν θὰ μπορέσω νὰ πάρω ταὐτότητα καὶ πρέπει νὰ τρέχω τώρα, διὰ τὰ πιστοποιητικὰ» τοὺς εἶπεν: «Ἐγὼ εἶμαι ἐδῶ». Καὶ ἔτσι ἐξυπηρέτησε 30 ἢ 40 ἀνθρώπους. Τοῦτο σημαίνει τάχα, ὅτι ἔγινε νοθεία; Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Βασιλᾶτος εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Νέαν Φιλαδέλφειαν μόνον αὐτὰ τὰ 117 ἐπιλήψιμα βιβλιάρια. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα. Καὶ βεβαίως ὑπάρχουν καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ τὰ ἄλλα βιβλιάρια παρέλειψε νὰ ἀναφέρῃ εἰς ποίους ἀνάγονται καὶ ἀπὸ ποῖον ἢ τῇ ἐπιμελείᾳ τίνος ἐξεδόθησαν. Κατετέθη εἰς τὸν ἀνακριτὴν μία κατάστασις 256 ὀνομάτων, διὰ βιβλιάρια ἐκδοθέντα κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1961. Ἐκ τούτων τὰ 30 ὀνόματα ἀναφέρονται καὶ εἰς τὰς δύο ἀνακοινώσεις τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κέντρου περὶ παρανόμου ἐκδόσεως ἐκλογικῶν βιβλιαρίων. Καὶ πλὴν τῶν 30 αὐτῶν ὀνομάτων, εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ὀνόματα, τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω τὸν ἀκριβῆ ἀριθμόν. Πάντως εἶναι πολὺ περισσότεροι τῶν 30, οἱ ὁποῖοι ἔβγαλαν ἐκλογικὰ βιβλιάρια εἰς τὴν Νέαν Φιλαδέλφειαν, χωρὶς νὰ εἶναι κάτοικοι τῆς Νέας Φιλαδελφείας καὶ χωρὶς νὰ εἶναι κάτοικοι Ἀθηνῶν πρὸ τοῦ 1948. Ὅταν λοιπὸν ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς τὴν Νέαν Φιλαδέλφειαν ἐγένοντο παρατυπίαι καὶ ἐκ μέρους ὀπαδῶν τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ἐκ μέρους ὀπαδῶν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, τὶ σημαίνει τοῦτο; Ἀποδεικνύει ἓν ἐκ τῶν δύο: Ἢ ὅτι ὁ ἁρμόδιος μὲ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐκλογικῶν βιβλιαρίων ἤσκει τὰ καθήκοντά του τόσον ἐπιπολαίως, ὥστε ἔδιδε βεβαιώσεις εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως, ἢ ὅτι ἐγνώριζεν, ὅτι ἡ διαμονὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς τὰς Ἀθήνας πρὸ τοῦ 1948 ἀποτελεῖ ἀπαίτησιν τοῦ νόμου, ἐγνώριζεν ὅμως καὶ τὰς ἀντιλήψεις τὰς ἰδικάς σας. Εἶχε ζητήσει ἐπανειλημμένως καὶ ἡ Ἕνωσις Κέντρου καὶ ἡ ΕΔΑ, ὅπως αὐτὴ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματική. Ἀκριβῶς μάλιστα τὸ 1956, ἐξουσιοδοτημένος ρήτωρ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, τότε, καὶ σήμερον Πρεσβευτὴς εἰς τὴν Βόννην, ὁμιλῶν ἐξ ὀνόματος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων εἶπε: «Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀντισυνταγματική. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς ἑτεροδημότας νὰ ψηφίσουν». Καὶ ἐζήτει ἐπὶ πλέον νὰ ἀναγραφῇ ἡ παρατήρησίς του εἰς τὰ πρακτικά, ἐκάλει δὲ τὰ ἁρμόδια ὄργανα νὰ ἀναγνώσουν τὴν παρατήρησίν του διὰ νὰ καθορίσουν τὴν θέσιν των εἰς τὴν χορήγησιν τῶν πιστοποιητικῶν. Καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Τσάτσου υἱοθέτησε καὶ ἡ ΕΔΑ, διὰ τοῦ κ. Ἠλιοῦ. Ὅταν σεῖς οἱ ἴδιοι ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ περὶ ἐγκαταστάσεως πρὸ τοῦ 1948 εἶναι ἀντισυνταγματική, πῶς ἔρχεσθε σήμερον καὶ ζητεῖτε... (γέλωτες ἐκ μέρους τοῦ κ. Μαρῆ). ... Μὴ γελᾶτε, κ. Μαρῆ. Σεῖς οἱ ἴδιοι ἔρχεσθε σήμερον καὶ λέγετε, ὅτι τὰ ὄργανα δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον των, ἐνῷ τότε τοὺς ἐλέγατε, προσέξατε: Θὰ ἐκτελέσετε τὸ καθῆκον σας, ἐὰν ἀρνηθῆτε νὰ συμμορφωθῆτε πρὸς τὸν ἀντισυνταγματικὸν αὐτὸν νόμον. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει καὶ τὸ πόρισμα τοῦ Χαϊδαρίου. Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω καὶ διὰ τὸ Χαϊδάρι ὅσα εἶπον καὶ διὰ τὴν Ν. Φιλαδέλφειαν. Καὶ ἐκεῖ ἐγένοντο παρατυπίαι, φαντάζομαι δέ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα τῆς Βʹ Περιφερείας Ἀθηνῶν, ὅπου θὰ ἔγιναν παρατυπίαι. Διότι γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν ἑτεροδημόται ἐγκατασταθέντες μετὰ τὸ 1948. Τὸ γνωρίζω δὲ καὶ δὲν τὸ φαντάζομαι ἁπλῶς ἀπὸ πολλὰ γεγονότα. Πρῶτον, ἔκαμα μίαν ἔρευναν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν κομμάτων κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961 καὶ διεπίστωσα, ὅτι ἕνας ἀριθμὸς 12 ἀντιπροσώπων, ἐκ τῶν περιπτώσεων ποὺ ἤλεγξα, ἂν καὶ εἶναι κάτοικοι Ἀθηνῶν, μετὰ τὸ 1948, ἔλαβον βιβλιάρια, Δεύτερον, ἤλεγξα τὰς καταστάσεις τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν καὶ τοῦ Κόμματος τῆς ΚΕΑ, τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, διὰ τὴν ἔκδοσιν βιβλιαρίων. Οἱ Προοδευτικοὶ ἐπεμελήθησαν τῆς ἐκδόσεως 6.000 βιβλιαρίων καὶ ἡ ΚΕΑ 1.000 βιβλιαρίων.
§74Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Καὶ τὸ Φιλελεύθερον κόμμα 100.
§75Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὡμίλησα διὰ τὴν ΚΕΑ, καὶ τότε ἀνήκατε εἰς τὴν ΚΕΑ. Εἰς τὴν Βʹ περιφέρειαν Ἀθηνῶν, τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν εἶχεν ἐπιμεληθῆ τῆς ἐκδόσεως 900 βιβλιαρίων, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας μετὰ τὸ 1948. Τὸ Κόμμα τοῦ κ. Γρίβα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν ἐνδελεχῆ ἐξέτασιν καὶ τῶν 1.000 περιπτώσεων, παρουσιάζει 190 ψηφοφόρους, δηλαδὴ τὸ 19%, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγένοντο κάτοικοι Ἀθηνῶν, παρὰ μετὰ τὸ 1948. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ὁ κ. Παπαγιάννης, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ τοῦ θέματος προσεπάθησε νὰ ἐκδώσῃ ψευδῆ πιστοποιητικὰ ἢ ὁ Στρατηγὸς Γρίβας; Ἁπλούστατα, ὀπαδοὶ ὅλων τῶν κομμάτων, ἐγκατασταθέντες εἰς τὰς Ἀθήνας μετὰ τὸ 1948, συνέβη νὰ ζητοῦν νὰ ἐφοδιασθοῦν δι’ ἐκλογικοῦ βιβλιαρίου, διότι ἄλλως δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποκτήσουν ταυτότητα. Καὶ ἡ προθεσμία ἐκδόσεως ταὐτοτήτων ἐξέπνεε τὰ τέλη τοῦ 1961. Διὰ παντὸς λοιπὸν τρόπου ἐζήτουν νὰ λάβουν ἐκλογικὸν βιβλιάριον. Καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλεται καὶ ἡ παρατυπία τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ἡ παρατυπία τῶν ἄλλων Κομμάτων. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ἐπεκαλέσθη ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν χιλιάδων βιβλιαρίων τῶν ἐκδοθέντων εἰς τὰς Ἀθήνας κατὰ τὴν τακτικὴν καὶ ἔκτακτον ἀναθεώρησιν τοῦ 1961, ἀποδεικνύει μετὰ βασιμότητος τὴν νοθείαν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς μεγάλην ἔκτασιν. Διηρωτήθησαν καὶ πρῶτος ὁ κ. Μαῦρος, μετὰ τὰς ἐκλογάς, πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν κατ’ ἔτος εἰς τὰς Ἀθήνας ἐγγράφωνται 15.000 νέοι ἐκλογεῖς, κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1961 νὰ ἐγγραφοῦν 150.000; Εἰς προηγουμένην ὁμιλίαν μου ἀπέδειξα, ὅτι ὅπου ὑπάρχει ἔκδοσις ἐκλογικῶν βιβλιαρίων μεγάλη, ὑπάρχει καὶ μεγάλη αὔξησις τῶν ὀπαδῶν τῆς ΕΔΑ, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως. Τοὐναντίον, ὅπου δὲν ὑπάρχει ἔκδοσις πολλῶν βιβλιαρίων δηλ. ἐγγραφὴ νέων ψηφοφόρων εἰς τὴν Αʹ καὶ Βʹ περιφέρειαν Ἀθηνῶν, ὑπάρχει καὶ μείωσις τῆς Ε.Δ.Α. εἰς ἀπολύτους ἀριθμούς. Αὐτὸ ἀποδεικνύει μαθηματικῶς, ὅτι τὰ νέα βιβλιάρια ἀνήκουν καὶ εἰς ὀπαδοὺς τῆς Ε.Δ.Α. Ὅταν λοιπὸν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δύο Κόμματα ἐπιμεληθέντα ἐπισήμως τῆς ἐκδόσεως βιβλιαρίων ἔχουν εἰς τοὺς καταλόγους των ἕνα ἀριθμὸν μεταξὺ 15% καὶ 30% ψηφοφόρων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας μετὰ τὸ 1948 καὶ ὅταν ἀφ’ ἑτέρου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἕνας μεγάλος ἀριθμὸς ὀπαδῶν τῆς Ε.Δ.Α. ἀνήκει εἰς τοὺς νεοεγγραφέντας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διατείνεσθε, ὅτι τὰ 150.000 βιβλιάρια ποὺ ἐξεδόθησαν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐὰν ἀφαιρεθοῦν τὰ 15.000 τῆς συνήθους ἐγγραφῆς, τὰ ἄλλα 135.000 ἀποδεικνύουν τὴν νοθείαν τῆς Ε.Ρ.Ε.; Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον, οἱ κύριοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἴτε ἀπὸ ἀμέλειαν, εἴτε ἐν γνώσει τῶν γεγονότων, προσπαθοῦν νὰ ἀποκρύψουν ἄλλα γεγονότα καὶ νομίζουν, ὅτι αὐτὰ δὲν θὰ καταστοῦν γνωστά, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ἔκδοσις 150.000 νέων βιβλιαρίων εἰς τὰς Ἀθήνας εἰς τὴν Αʹ καὶ Βʹ περιφέρειαν, εἶναι ἀπολύτως φυσική, ἐὰν ἐξετάσητε τὶ συνέβη καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Δήμους τῆς Χώρας. Καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἔκαμα μίαν σύγκρισιν τῶν ἐκδοθέντων βιβλιαρίων εἰς Ἀθήνας μὲ τὰ ἐκδοθέντα βιβλιάρια τοῦ Δήμου Πατρέων. Εἰς τὰς Ἀθήνας ἐπὶ 600.000 ἐγγεγραμμένων τὸ 1958, ἐξεδόθησαν 150.000 βιβλιάρια. Εἰς τὰς Πάτρας ἐπὶ 46.000 ἐγγεγραμμένων τὸ 1958, ἐξεδόθησαν 9.500 νέα βιβλιάρια τὸ 1961. Συνεπῶς, ἡ ἀναλογία εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ μίαν διαφορὰν 2%. Ἀλλὰ εἰς τὰς Πάτρας οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐξεδόθησαν βιβλιάρια παρανόμως. Χωρὶς δὲ νὰ ἔχω ἐλέγξει καὶ τὰ ὀνόματα, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι ἐξ αὐτῶν σημαντικὸς ἀριθμὸς θὰ εἶναι ἑτεροδημόται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ψηφίσουν εἰς τὰς Πάτρας, διότι ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ μετὰ τὸ 1948. Ἀκούσατε, ὅμως καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὰς ἐγγραφὰς κατὰ τὸ 1961 νέων ἐκλογέων εἰς ἄλλους 16 Δήμους τῆς χώρας. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ἐζήτησα τὰ ἀποτελέσματα 20 ἢ 25 Δήμων, διὰ νὰ πάρω τοὺς 16, οἱ ὁποῖοι θὰ συνέφερον εἰς ἐμέ, διὰ τὴν στήριξιν τῶν ἐπιχειρημάτων μου. Ἐζήτησα τὰ ἀποτελέσματα 16 Δήμων καὶ σᾶς τὰ ἀναγινώσκω χωρὶς νὰ ἀποσιωπήσω οὔτε ἕνα. Ἀλεξανδρούπολις: Τὸ 1960 ἐνεγράφησαν 215, τὸ 1961–1956. Χίος: Τὸ 1960 ἐνεγράφησαν 98, τὸ 1961– 1585. Σέρραι: 1960 ἐνεγράφησαν 519, τὸ 1961– 3605 Καβάλα: 1960–832. 1961–3548. Καλάμαι: 1960–298, 1961–4278. Μεσολόγγιον: 1960–214, 1961–919. Ἀγρίνιον: 1960–625, 1961–1893. Χαλκὶς: 1960–133, 1961–2301. Δῆμος Ἀμαλιάδος: 1960–272, 1961–1339. Δῆμος Λετρίνων: 1960– 510, 1961–1531. Δῆμος Κερκυραίων: 1960–2130, 1961–4062, Δῆμος Καρλοβασίου: 1960–69, 1961– 540. Δῆμος Λιμένος Βαθὺ: 1960–51, 1961–430. Δῆμος Ξάνθης: 1960–328. 1961–2342. Δῆμος Μυτιλήνης: 1960–184, 1961–2435 καὶ Δῆμος Χανίων: 1960–421, 1961–4290. Ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰς πολλοὺς δήμους ἡ ἀναλογία δὲν ἦτο ὅπως εἰς τὰς Ἀθήνας ἕνα πρὸς 10, ἀλλὰ 1 πρὸς 17 καὶ 18. Διατὶ λοιπὸν σᾶς ἐξένισε, τὸ ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας 150.000 ράθυμοι ἐκλογεῖς, ὅπως τοὺς ἀπεκαλέσατε, ἐνεγράφησαν καὶ ἀπέκτησαν βιβλιάριον; Μήπως διατείνεσθε, ὅτι καὶ εἰς τὸν Πύργον, ἰδιαιτέραν περιφέρειαν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ἡ Ε.Ρ.Ε. ἐπεμελήθη τῆς ἐκδόσεως 1500 βιβλιαρίων; Ἢ εἰς τὰς Πάτρας, ἰδιαιτέραν περιφέρειαν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ποὺ ἐξεδόθησαν 9.500 βιβλιάρια. Ἢ τέλος, ὅτι εἰς τὰ Χανιά, διὰ τὰ ὅσα βιβλιάρια ἐξεδόθησαν, δὲν θὰ τὸ ἐγνώριζε καὶ δὲν θὰ τὸ ἔλεγεν ὁ κ. Μητσοτάκης;
§76Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὴν ἔκδοσιν τῶν βιβλιαρίων, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπεμελήθη τὸ Κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν διευκρίνισιν. Δὲν ἐπεμελήθη ταύτης ὁ κ. Παπαγιάννης, ὅπως εἴπατε, καὶ συνεπῶς οὐδεμίαν εὐθύνην φέρει. Αὐτὰ διὰ τὴν τάξιν. Πολιτικοὶ φίλοι τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν ἐζήτουν, διὰ τῶν γραφείων τοῦ Κόμματος τὴν ἔκδοσιν τῶν βιβλιαρίων των καὶ ἂν ὑπάρχῃ κάποια εὐθύνη ταύτην φέρω ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἤμην καὶ εἶμαι Πρόεδρος τῆς Λέσχης τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν. Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἐτέθη ποτὲ ζήτημα, ὅτι οἱ ἐγκατασταθέντες μετὰ τὴν 1.1.1948 ἐν Ἀθήναις δὲν ἐδικαιοῦντο ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Διότι, ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν ἐγγραφὴν εἰς τοὺς τοιούτους ἐκλογεῖς εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀντισυνταγματική, καὶ δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν καθολικότητα τῆς ψηφοφορίας, καὶ αὐτὴν τὴν ἰσότητα τῶν Ἑλλήνων, τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ προσωπικῶς δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει παρανομία εἰς τὴν ἐγγραφὴν τῶν ἐγκατασταθέντων εἰς Ἀθήνας μετὰ τὴν 1.1.1948. Ἐκεῖ ποὺ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀνωμαλία εἶναι, ὅταν ἐγγράφηται κανεὶς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους ἄλλης περιφερείας, ἀπὸ ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐγκατεστημένος, ὅπως καὶ ἂν ἐγγράφηται εἰς τὴν περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν προσωρινῶς διαμένει, λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας του, ὅπως π.χ. οἱ Χωροφύλακες, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι κλπ. Ἀλλά, ὅταν ἔχωμεν ὡς στοιχεῖον τὴν μόνιμον ἐγκατάστασιν οἱουδήποτε πολίτου εἰς μίαν περιφέρειαν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς καὶ νομίμως ἐνεργεῖται ἡ ἐγγραφή του, ἔστω καὶ ἂν εἶχεν ἐγκατασταθῆ εἰς αὐτὴν μετὰ τὴν 1.1.1948. Διότι, ἐπαναλαμβάνω ἡ διάταξις κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι ἀντισυνταγματική.
§77Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς διατάξεως αὐτῆς, εἶσθε ἔγκυρος νομικὸς καὶ ἔχετε γνώμην. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐκφέρω γνώμην, πρὶν ἢ ἀποφασίσουν τὰ δικαστήρια. Ἀνέφερα μόνον τὴν γνώμην ποὺ εἶχεν ἐκφέρει ἄλλοτε ἡ Ἕνωσις τοῦ Κέντρου. Ἀλλά, σᾶς λέγω τοῦτο: Ἐάν τις εἶναι μόνιμος κάτοικος εἰς μίαν περιφέρειαν καὶ ἐγγραφῆ εἰς ἄλλην περιφέρειαν, πράττει δὲ τοῦτο ἐκ δόλου, ἀποτελεῖ ἡ πρᾶξις παράβασιν τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ τιμωρεῖται. Ἀλλά ἤθελον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ἡ παρατυπία ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλας ἐκλογάς, ὅπως τὸ 1958. Βουλευτὴς τῆς ΕΔΑ, ὁμιλῶν μετὰ τὰς ἐκλογάς, τότε ἀνέφερεν, ὅτι εἰς τὴν Αἴγιναν ἐνεγράφη ἕνας ἀριθμὸς δημοσίων ὑπαλλήλων, φυλάκων τῶν Φυλακῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μόνιμοι κάτοικοι ἄλλης περιφερείας, δηλαδὴ ἐνεγράφησαν ἐκεῖ χωρὶς νὰ ἔχουν δικαίωμα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι βεβαίως παρατυπία καὶ εἶναι ἐπιλήψιμον κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον. Ἀλλά, δὲν εἶναι νόθευσις τῆς ἐκλογῆς. Διότι, ἂν ὁ ψηφοφόρος τῶν Ἀθηνῶν, μεταφέρῃ τὰ ἐκλογικά του δικαιώματα εἰς τὴν Φιλαδέλφειαν εἶναι παρατυπία, πάντως, ὅμως, κατ’ οὐδὲν μεταβάλλει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἄλλωστε, εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958 καὶ τοῦ 1956 εἴχομεν σημαντικὸν ἀριθμὸν τοιούτων παραλείψεων. Εἴχομεν καὶ ἀρκετὸν ἀριθμὸν καταδικῶν, ἀλλὰ οὐδεὶς εἶπεν, ὅτι αὐτὸ σημαίνει νοθείαν καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ ἀλλοιωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶναι πλειοψηφία νόθος, πλειοψηφία βασιζομένη ἐπὶ τῆς βίας. Ἀλλά, κ. βουλευταί, ὁ κ. Βασιλᾶτος εἶπεν ἐπίσης, ὅτι ἡ βία καὶ ἡ νοθεία ἀποτελοῦν κίνδυνον διὰ τὸ πολίτευμα, καὶ ὅτι τὸ πολίτευμα λόγῳ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1961 τίθεται ἐν κινδύνῳ. Συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν κ. Βασιλᾶτον, ὅτι τὸ πολίτευμα τίθεται ἐν κινδύνῳ. Διαφωνῶ, ὡς πρὸς τὰ αἴτια τοῦ κινδύνου. Δὲν εἶναι αἴτια ἡ βία καὶ ἡ νοθεία, ἁπλούστατα, διότι βία καὶ νοθεία δὲν ἔλαβον χώραν. Ἄλλα εἶναι τὰ αἴτια —ἴσως ἡ περικοπὴ αὐτὴ τῆς ὁμιλίας μου..... ......................... (δὲν ἠκούσθη), διότι, θὰ ἤθελα νὰ μὴ εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ λεπτοῦ αὐτοῦ θέματος ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι ἀνήκω εἰς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν. Ἀλλά, εἶναι κάποτε ἀναγκαῖον νὰ λέγωνται ὡρισμέναι ἀλήθειαι, ὅσον καὶ ἂν εἶναι πικραί. Κύριοι βουλευταί, οὐδεὶς ἐκ τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ ἐλάχιστοι ἀπὸ τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν παράταξιν Κέντρου, ἠγωνίσθη καὶ ἐπίστευσεν εἰς τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς δευτέρου μεγάλου ἐθνικοῦ κόμματος, ὡς ὁ ὑποφαινόμενος. Σήμερον ἔχω μίαν ἐπέτειον. Πρὸ 4 ἀκριβῶς ἐτῶν εἰς τὰς 27 Φεβρουαρίου 1958 διεφώνησα ἐπὶ ἑνὸς κεφαλαιώδους δι’ ἐμὲ θέματος, μὲ τὸν τότε καὶ σήμερον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπεχώρησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ κεφαλαιῶδες αὐτὸ θέμα, ἦτο ὅτι ἐπίστευον, ὅτι μὲ τὸν ἑτοιμαζόμενον τότε ἐκλογικὸν νόμον δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ δημιουργία ἑνὸς μεγάλου ἐθνικοῦ κόμματος, καὶ ὅτι ὑπῆρχε πιθανότης νὰ σχηματισθῇ μέτωπον καὶ νὰ ἔλθῃ δευτέρα εἰς τὰς ἐκλογὰς ἡ παράταξις τοῦ λαϊκοῦ μετώπου, μὲ τὴν Ε.Δ.Α. Πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι οὐδεμίαν ἄλλην διαφωνίαν βασικὴν εἶχον μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Διαφωνίας εἶχον πολλὰς καὶ ἔχω καὶ σήμερον καὶ θὰ ἔχω καὶ εἰς τὸ μέλλον. Διαφωνίας ὅμως, οὐχὶ οὐσιώδεις. Ἐκείνη ἦτο ἡ βασική μου διαφωνία. Ἀνήκω εἰς μίαν παράταξιν τῆς δεξιᾶς πατρογονικῶς. Εἶμαι ἡ τρίτη γενεὰ ποὺ πολιτεύεται μὲ τὴν παράταξιν τῆς δεξιᾶς. Καὶ ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι ἐπίστευσα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ αὐτὸ τὸ δεύτερον ἐθνικὸν κόμμα, ἔφυγα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐθυσίασα πολιτικὴν σταδιοδρομίαν. Καὶ δὲν ἐγνώριζον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν Βουλήν. Πάντως ἐθυσίασα 3,5 χρόνια τῆς πολιτικῆς μου σταδιοδρομίας καὶ τὰ ἐθυσίασα δι’ ἕνα καὶ μόνον λόγον, διὰ τὴν ἐπιβίωσιν τοῦ Κέντρου. Τὸ 1956, μαζὶ μὲ ἄλλους δύο ἢ τρεῖς, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, συναδέλφους, συνειργάσθημεν, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον τότε νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν..... ... (δὲν ἠκούσθη). Καὶ τὸ ἔκαμον, κύριοι, ὄχι διὰ νὰ κερδίσῃ ἡ Ε.Ρ.Ε. τὰς ἐκλογάς, ἀλλά, διότι ἐπίστευον, ὅτι μὲ τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἐκεῖνον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ δεύτερον ἐθνικὸν κόμμα. Καὶ ἐπίστευον, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸ Κέντρον νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς χωρὶς τὴν σύμπραξιν τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς καὶ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πολιτικὴν τῶν λαϊκῶν μετώπων, τὴν ὁποίαν ἐνεκαίνιασε μὲ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τὸ 1954, διὰ νὰ διεκδικήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς τὴν νίκην ὡς αὐθύπαρκτον ἐθνικὸν κόμμα. Ὅταν, λοιπόν, αὐταὶ εἶναι αἱ πεποιθήσεις μου, πιστεύετε σεῖς, ὅτι ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι εἶχε γίνει νοθεία ἢ βία, ὅτι σᾶς ἔκλεψε τὰς ἐκλογάς, ὅπως λέγετε ἡ Ε.Ρ.Ε., θὰ ἐκαθήμην εἰς αὐτὰ τὰ ἑδώλια; Θὰ τὰ εἶχα πετάξει, κύριοι τοῦ Κέντρου, διότι ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι, διὰ τὸ κάθισμα αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον κάθημαι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω, εἶναι νὰ ἔχω τὴν συνείδησιν ἤρεμον, ὅτι ἔκαμον τὸ καθῆκον μου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Καὶ νομίζω, ὅτι ἔκαμον τὸ καθῆκον μου, ἐὰν θὰ συνέβαλον καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τελείαν ἐξάλειψιν τῆς πολώσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, διὰ τῆς δημιουργίας ἑνὸς δευτέρου μεγάλου ἐθνικοῦ κόμματος. Ἐὰν αὐτὸ γίνῃ, ἀδιαφορῶ ἐὰν τὰς ἑπομένας ἐκλογὰς θὰ τὰς κερδίσῃ ἡ Ε.Ρ.Ε. ἢ θὰ τὰς κερδίσῃ τὸ δεύτερον ἐθνικὸν κόμμα. Φοβοῦμαι, ὅμως, κύριοι, ὅτι εἶσθε μακρὰν ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐπίτευγμα. Καὶ ἐὰν δὲν φθάσωμεν ἐκεῖ, σᾶς λέγω εὐθαρσῶς καὶ τιμίως, ὅτι θὰ ηὐχόμην νὰ κερδίσῃ καὶ τὰς ἑπομένας ἐκλογὰς ἡ Ε.Ρ.Ε., ὄχι διότι εἶμαι ἀφελὴς καὶ δὲν γνωρίζω, ὅτι ἡ ὕπαρξις δημοκρατίας προϋποθέτει δύο κόμματα ἐν ἐναλλαγῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ διότι μὲ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε, δὲν ξεύρω, ἐὰν θὰ δυνηθῆτε νὰ διεκδικήσητε τὸν τίτλον τοῦ ἐθνικοῦ κόμματος.
§78Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Σεῖς ὑποστηρίζετε, ὅτι δὲν ἔχει ἐθνικὴν προβολὴν τὸ Κέντρον;
§79Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω ἠμπορεῖ νὰ εἶναι πικρά, ἔχω ὅμως καθῆκον, ὅταν αὐτοὶ εἶναι οἱ φόβοι μου, νὰ τοὺς ἐκφράσω δημοσίᾳ καὶ ἀδιαφορῶ, ἐὰν γίνω δυσάρεστος πρὸς σᾶς, τὸν ὁποῖον σέβομαι, ἢ πρὸς ἄλλους συναδέλφους τοῦ Κέντρου. Φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι ὁ δρόμος τὸν ὁποῖον ἀκολουθεῖτε εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνος καὶ διὰ Σᾶς καὶ διὰ τὸν Λαόν. Ἀνηγγείλατε τώρα μίαν μεγάλην δημοσίαν συγκέντρωσιν διὰ τὰς 18 Μαρτίου εἰς τὴν Κρήτην. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἡ ἀριστερά, πρὶν ἀπὸ σᾶς, δι’ αὐτὴν τὴν συγκέντρωσιν εἰργάζετο ὑπερανθρώπως. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται καὶ σᾶς ἐπισκέπτονται, εἶναι πράκτορες τῆς Ε.Δ.Α. ποὺ ἐπιδιώκουν αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτυχον προεκλογικῶς. Τὴν δημιουργίαν λαϊκοῦ μετώπου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἐπιδιώκεται ἀπὸ μέρους σας τοιαύτη λύσις. Δυστυχῶς ὅμως, τὸ βίωμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐδημιουργήθη, διότι ἐχάσατε τὰς ἐκλογάς, σᾶς τυφλώνει τόσον πολὺ καὶ τὸ πάθος σας δὲν σᾶς ἀφήνει νὰ ἀντιληφθῆτε γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι μία. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ δεύτερον ἐθνικὸν Κόμμα. Εἶναι ἀνάγκη αὐτὸ τὸ δεύτερον ἐθνικὸν κόμμα νὰ δημιουργηθῇ ταχέως. Ἀλλά, διὰ νὰ δημιουργηθῇ πρέπει νὰ ἀποβάλετε μίαν ἰδιοτροπίαν. Συμπίπτει, κύριοι τοῦ Κέντρου, νὰ ἦσθε πιὸ κοντὰ πρὸς αὐτὴν τὴν πλευρὰν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν παράταξιν) πιὸ εὔκολα ἔχετε κοινωνικὰς ἀκόμη σχέσεις μὲ αὐτὴν τὴν πλευράν, παρὰ μὲ τὴν πλευρὰν τῆς Δεξιᾶς. Καὶ τέλος πάντων ἠμπορεῖ κατὰ τὴν γνώμην σας νὰ μὴ εἴμεθα ἱκανοί, ἠμπορεῖ νὰ διαπράττωμεν σφάλματα καὶ οὐδεὶς ἰσχυρίζεται, ὅτι εἴμεθα ἀλάθητοι. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἡμεῖς, κύριοι, πιστεύομεν εἰς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἐνῷ ἐκείνη ἡ παράταξις ἀπεργάζεται τὴν κατάλυσιν τῆς δημοκρατίας. Εὔχομαι, κύριοι, εἰς τὸν Θεὸν νὰ πλανῶμαι, εὔχομαι νὰ μὴ ἔχω δίκαιον, εὔχομαι οἱ φόβοι μου αὐτοὶ νὰ ἀποδειχθοῦν ἕωλοι καὶ ἀβάσιμοι, εὔχομαι νὰ μὴ μοῦ ἀποδοθῇ δι’ ἄλλην μίαν φορὰν ὁ τίτλος τῆς Κασσάνδρας, ὁ ὁποῖος, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι καθόλου δὲν μοῦ ἀρέσει καὶ καθόλου δὲν θὰ ἤθελον νὰ τὸν φέρω. (Χειροκροτήματα).
§80Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους του θὰ ἀπαντήσω τὴν Παρασκευήν. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω. Τιμῶ τὸν κ. Ράλλην διὰ τὴν παλαιὰν πρᾶξιν του. Εἶμαι καὶ ἐγὼ πεπεισμένος, ὅτι ἐνεπνεύσθη τότε, ἀπὸ ἰδεαλισμόν, ἀπὸ αἴσθημα ἐθνικοῦ καθήκοντος. Ἀλλ’ ὅσον τὸν τιμῶ δι’ ἐκείνην τὴν πρᾶξιν του, τόσον λυποῦμαι διὰ τὴν ἀχάριστον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχει περιέλθη. Τὸν βεβαιῶ, ὅτι ἐὰν ἀπηλλάσσετο ἀπὸ τὴν προκατάληψιν τῆς ἐμπλοκῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἐὰν ἤθελεν ἀμερολήπτως νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων, θὰ εἶχε πεισθῆ μὲ τὴν εἰλικρίνειαν, ἡ ὁποία τὸν χαρακτηρίζει, ὅτι οὐδέποτε ἀγὼν ὑπῆρξε δικαιότερος ἀπὸ τὸν σημερινὸν ἰδικόν μας ἀγῶνα, καὶ οὐδέποτε ὑπηρέτησε τόσον πλήρως καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους καὶ τὸ συμφέρον τῆς Δημοκρατίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, παρέχω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον ἡ Ἕνωσις τοῦ Κέντρου νὰ γίνῃ ὀλιγώτερον ἐθνικὸν ἢ ὀλιγώτερον δημοκρατικὸν κόμμα. Ὑπῆρξε πάντοτε, εἶναι τώρα καὶ θὰ εἶναι καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ κατ’ ἐξοχὴν καὶ ἐθνικὸν καὶ δημοκρατικὸν κόμμα. (Χειροκροτήματα).
§81Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπουσίαζα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀπὸ ὅπου μόλις ἐπέστρεψα. Ἐπληροφορήθην ἀπὸ τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι ὁ συνεπώνυμός μου συνάδελφος καὶ βουλευτὴς Κιλκὶς κ. Δ. Παπαδόπουλος, ὁμιλῶν ἀπόψε, ἰσχυρίσθη, ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα τὸν ἐκακοποίησαν καὶ δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ὁμιλήσῃ. Τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ προσωπικὸν ζήτημα καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Μίχας).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ θὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ προσωπικὸν θέμα καὶ δὲν θὰ ἐπεκταθῆτε περισσότερον.
§83Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐψήφισαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν Γερμανίαν. Τοῦτο εἶναι ἀνακριβές.
§84Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐψήφισαν ἢ ὄχι οἱ μετανάσται;
§85Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ἐπίσης ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἀπηγορεύθη εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Κέντρου, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν ἐπιτηρουμένην ζώνην νὰ τὴν διέλθουν καὶ νὰ φθάσουν εἰς τοὺς τόπους, ὅπου ἐδικαιοῦντο νὰ ψηφίσουν. Ἀλλὰ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει ρητὴ διάταξις τοῦ νόμου, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῶν παραμεθορίων περιοχῶν καὶ ὅσοι στεροῦνται ἀδείας ἀπαγορεύεται νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ἐπιτηρουμένην ζώνην. Ἡ ἀπαγόρευσις ἀφεώρα καὶ τοὺς ἰδικούς μας ὀπαδούς, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἔγινε νοθεία. Εἶπεν ἀκόμη, ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι τὸν ἠμπόδισαν νὰ ὁμιλήσῃ. Δὲν συνέβη αὐτό, ἀλλὰ μετὰ τὰ ἔξαλλα, τὰ ὁποῖα τοὺς εἶπε, τοῦ εἶπαν, λυπούμεθα, ἀλλὰ θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ καφενεῖον. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὸν ἄφησαν καὶ ὡμίλησεν ἐλευθέρως, καὶ εἶπεν ὅσα δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, νέος αὐτὸς πολιτευτής. Εἰς τὰς 27 Δεκεμβρίου 1961, ἐπεδίωξε συνεργασίαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς διὰ τὴν ἀνάδειξιν μελῶν τῶν συνεταιριστικῶν ὀργανώσεων, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσῃ δύο θέσεις, ἐπὶ πλέον δὲ ἐζήτησε νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν Ε. Ρ.Ε., ἀλλὰ τὴν προσχώρησιν δὲν τὴν δέχομαι, διότι γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι δὲν εἶναι βουλευτὴς οὔτε τῶν 2 οὔτε τῶν 6.000 ψήφων. Ἐκεῖ ὅπου πρῶτα ἐπικρατοῦσε ἡ κόκκινη σκούφια τῆς Ἑλλάδος, τώρα ἐπικρατεῖ ἡ ἐθνικοφροσύνη. Ἔχει παράπονον, ὅτι ἠμποδίσθη κατὰ τὰς περιοδείας του. Ἐὰν ἔδινα αὐτὸ τὸ σύνθημα δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ πάῃ πουθενά. Αἱ ἐκλογαὶ ἔγιναν κατὰ τρόπον δημοκρατικώτατον καὶ ὁ κ. συνάδελφος ψευδόμενος, διέψευσε τὸν ἑαυτόν του.
§86Δ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι ὁ συνάδελφος κ. Κωνσταντῖνος Παπαδόπουλος ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσῃ, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ τί ἐγὼ εἶπον κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου. Εἶπε, πρῶτον, ὅτι ὡμίλησα εἰς τὴν γενέτειράν του Ροδῶνα. Ἀλλά, εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ ἐγὼ δὲν μετέβην ποτὲ κατὰ τὴν προεκλογικήν μου περιοδείαν, καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν. Ἰσχυρίσθη περαιτέρω, ὅτι ἐζήτησα νὰ περιληφθῶ εἰς τὸν συνδυασμὸν τῆς Ε.Ρ.Ε. Παρ’ ὅτι εἶμαι νέος, δὲν ἔχω συνηθίσει νὰ διαπράττω τέτοια ὀλισθήματα, διότι δὲν θὰ δεχθῶ ποτὲ νὰ συνεργασθῶ μὲ τὸν κ. Παπαδόπουλον, μέσα εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν βίας καὶ τρομοκρατίας, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν κύκλον του. Εἶναι ἀπείρως προτιμότερον νὰ θυσιασθῶ εἰς τὰς γραμμὰς τῆς Δημοκρατίας, ἔστω καὶ ἂν δὲν πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσω τὴν ἐπιτυχίαν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Διότι ἡ προέλευσίς μου εἶναι δημοκρατικὴ καὶ θὰ ἀγωνισθῶ μέχρις ἐσχάτων εἰς τὰς ἐπάλξεις τῆς Δημοκρατίας.
§87Κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ ὅσα εἶπεν, ὡμολόγησεν μόνος του, ὅτι ἐζήτησε νὰ συνεργασθῇ μαζί μου καὶ δὲν τὸν ἐδέχθην. Γνωρίζει δὲ πολὺ καλά, ὅτι ἐγὼ καὶ ἡ οἰκογένειά μου, εἴμεθα γέννημα θρέμα τῆς Δημοκρατίας. Εἰς τὸν Νομὸν Κιλκὶς παλαιότερα, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα ἔπαιρνε 800 ψήφους καὶ οἱ Φιλελεύθεροι 19–20. 000 ψήφους. Ἀφ’ ὅτου ἐγὼ καὶ οἱ συγγενεῖς μου ἐγκατελείψαμεν τὸ Φιλελεύθερον Κόμμα, τὰ 76% τῶν κατοίκων ἀκολουθοῦν ἐμὲ καὶ μόνον 20–25% ἀκολουθοῦν τὸ Φιλελεύθερον Κόμμα καὶ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου, ἡ ὁποία προσπαθεῖ διὰ τῆς συνδρομῆς τῆς ἀριστερᾶς νὰ ἐνισχυθῇ. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ἐν μέσῳ κωδωνοκρουσιῶν καὶ θορύβου ὁμιλοῦν οἱ κ. κ. Κ. Παπαδόπουλος καὶ Κ. Ταλιαδούρης μὴ ἀκουσθέντες).
§88Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ὅταν κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον 1961, κ. βουλευταί, ἐδημιουργήθη ἡ Ἕνωσις Κέντρου, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ηὐχαριστήθη, διότι εἰς τὴν παράταξιν ἐκείνην ἀνεύρισκεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελε καὶ ἐπεδίωκεν. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα χρόνια εἶχον καταδυναστευθῆ ἤρχισαν νὰ ἀναπνέουν. Ὁ στρατὸς καὶ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας ἤρχισαν νὰ εὐελπιστοῦν διὰ τὸ μέλλον, διότι θὰ ἔπαυον πλέον νὰ ἀνήκουν εἰς τὸ Κόμμα, ἀλλὰ θὰ ἀνῆκον εἰς τὸ Ἔθνος. Ὁ Λαός, ὅμως, κ. βουλευταί, διεψεύσθη εἰς τὰς ἐλπίδας του αὐτάς. Διεψεύσθη, ὅμως, οὐχὶ ὑπαιτιότητι ἰδικῇ του, ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῆς ἐμφιλοχωρησάσης νοθείας, βίας καὶ τρομοκρατίας. Κατεβλήθη προσπάθεια ἐκ μέρους τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ περατωθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις, διότι δῆθεν εἶναι ἀνωφελὴς εἰς τὸν τόπον. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Ἡ Ε.Ρ.Ε. ἀπεχθάνεται τὴν παροῦσαν συζήτησιν καὶ τὴν θεωρεῖ τυραννικὴν δι’ ἑαυτήν, διότι εἶναι ὁ συνένοχος, ὁ ἐμπνευστὴς τοῦ παρασκευασθέντος ἐγκλήματος, τοῦ ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον παρεδόθη νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν. Ἠμφισβητήθη, κ. βουλευταί, ἀπὸ μέρους τῆς Ε.Ρ.Ε., ἡ καταγγελομένη παρ’ ἡμῶν νοθεία, βία καὶ τρομοκρατία. Μήπως, ὅμως, δύνανται οἱ τῆς παρατάξεως ἐκείνης νὰ μοῦ δώσουν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἑξῆς ἐρώτημα; Πρὸς τί δηλαδὴ καὶ ἀπὸ ποῖον συμφέρον κινούμενοι οἱ 120 βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποστηρίζουν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος καὶ ἀγωνίζονται νὰ ἀποδείξουν, ὅτι αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ δὲν ἦσαν ἐκλογαὶ ὁμαλαί; τί συμφέρον ἔχουν; Εἶναι τόσον κακόπιστοι καὶ ὑποστηρίζουν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶδον καὶ δὲν ἀντελήφθησαν; Ἐάν, κ. βουλευταί, οἱ τῆς παρατάξεως τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶναι καλόπιστοι, θὰ πρέπει νὰ ἀπαντήσουν, ὅτι οὐδὲν συμφέρον ἐκίνησεν τοὺς 120 ἀντιπολιτευομένους βουλευτὰς νὰ ὑποστηρίζουν τὰ ὅσα ὑποστηρίζουν, ἀλλ’ ὅτι πράγματι εἶδον καὶ ἔζησαν τὰ ὅσα καταγγέλλουν. Εἶπεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἐνεφιλοχώρησεν νοθεία καὶ βία καὶ ὅτι θὰ παρῃτεῖτο ἀμέσως, προσέθεσεν ὁ κ. Ράλλης, ἐὰν ἐπίστευεν, ὅτι εἶναι ἀληθῆ τὰ ὅσα ἡμεῖς καταγγέλλομεν καὶ προσέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὸ 1958 ἀπεχώρησεν τῆς Κυβερνήσεως, διότι διεφώνησεν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἐφοβήθη δῆθεν μήπως δὲν ὑπάρξῃ δεύτερον ἐθνικὸν κόμμα. Τὰ κείμενα, ὅμως, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου, κ. βουλευταί, βεβαιοῦν ἄλλα πράγματα. Ὁ σημερινὸς Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, παραιτηθεὶς καὶ ἐκεῖνος τῆς Κυβερνήσεως ὁμοῦ μετὰ τοῦ κ. Ράλλη, δὲν ἐπεκαλέσθη ὡς λόγον παραιτήσεώς του τυχὸν διαφωνίαν του περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Δικαιολογῶν τὴν ἀποχώρησίν του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἶπεν, ὅτι ἀπεχώρησε διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπομείνῃ τὸν ψευτοκαισαρισμὸν τοῦ κ. Καραμανλῆ καὶ τὴν ὠμὴν καταπάτησιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπὸ τούτου. Ἰδοὺ ἐπὶ λέξει, τί εἶπεν ὁ κ. Παπαληγούρας. «... (ἀναγινώσκει) ...». Εἶναι ὁ λόγος του εἰς τὴν Κόρινθον κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958, ὁ ὁποῖος ἀναμετεδόθη ἀπὸ μαγνητοφώνου κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961, ὡς ἀνέγραψαν αἱ ἐφημερίδες.
§89Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σᾶς πληροφορῶ κύριε συνάδελφε, ὅτι οὔτε μαγνητοφώνησις ὑπῆρξεν, οὔτε τοιαύτη ὁμιλία ἀναμετεδόθη κατὰ τὴν τελευταίαν προεκλογικὴν περίοδον. Πάντα ταῦτα ἀνεγράφησαν διὰ νὰ προκληθοῦν ἐντυπώσεις.
§90Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἐπεκαλέσθην αὐτὸ διότι ἀνεγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν, ὁ κ. Παπαληγούρας ἀνέφερεν, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐνεφορεῖτο ἀπὸ δημοκρατικὰς ἀρχὰς καὶ ὅτι οὐδεμία ψυχικὴ ἐπαφὴ ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ αὐτολεξεὶ τί ἔλεγεν ὁ κ. Παπαληγούρας. «... (ἀναγινώσκει) ...». Ἑπομένως, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀπεχώρησαν τῆς Κυβερνήσεως τὸ 1958, διότι διεφώνησαν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Διεφώνησαν καὶ ἀπεχώρησαν διότι διεπίστωσαν, ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν ἐλειτούργει δημοκρατικὸν πολίτευμα. Ἀλλά, κ. βουλευταί, πέραν αὐτοῦ, ἔχομεν καὶ τὴν γνωστὴν δυσανασχέτησιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Οὐδεὶς δημόσιος ὑπάλληλος δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ἐλευθέρως καὶ οὐδεὶς στρατιωτικὸς τολμᾷ νὰ δράσῃ ὡς νομίζει. Πάντες στενάζουν ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε. Πρὸς ἀπόδειξιν τῆς βίας καὶ τῆς νοθείας ἀνεφέρθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου σωρεία περιστατικῶν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται, ὅτι ὑπῆρξε βία καὶ νοθεία. Καὶ μᾶς ἐπροκάλεσαν νὰ ἀποδείξωμεν διπλοψηφίας διὰ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἐπιχείρημα ἡμῶν περὶ νοθείας. Ὅπως γνωρίζητε, ἡ διπλοψηφία δὲν δύναται νὰ ἀποδειχθῇ εὐκόλως. Θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ εὐθεῖα καταγγελία διὰ νὰ ἀνακαλυφθῇ ἡ διπλοψηφία. Συνάδελφος, ὅμως, τοῦ Κέντρου εἶχε τὴν ἐπιμονὴν νὰ ἐργασθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου καὶ ἀπέδειξε μὲ συγκεκριμένα ὀνόματα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰς τὴν περιφέρειάν του ὑπῆρξεν ἐκτεταμένη διπλοψηφία. Περὶ αὐτῶν, ὅμως, ὁ κ. Ράλλης κατὰ τὴν σημερινήν του ὁμιλίαν οὐδὲν ἀνέφερεν. Εἶναι μήπως, κ. βουλευταί, μικρὸν ζήτημα νὰ ψηφίζῃ εἰς τὸ Κιλκίς, ὁ ἀποχωρήσας χάρις εἰς τὴν εὐημερίαν ποὺ ἐχάρισεν εἰς τὸν τόπον ἡ Ε.Ρ.Ε., ἐργάτης, καὶ μεταναστεύσας πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν Αὐστραλίαν; Εἶναι μικρὸν γεγονὸς ὁ πρὸ 22 ἐτῶν πέσας εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Μέτωπον, νὰ ἀναταράσσεται ἀπὸ τὴν γαλήνην τοῦ τάφου του καὶ νὰ ἔρχεται τώρα νὰ ψηφίζῃ εἰς τὸ Κιλκίς; Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι, ποῦ θὰ φθάσωμεν, ὅταν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι βάλλωμεν κατὰ τῶν θεσμῶν καὶ τοὺς παραβαίνομεν χωρὶς κἂν νὰ τιμωρούμεθα; Ἐὰν πράγματι, πιστεύατε, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός, σεῖς εἴχατε τὴν δύναμιν νὰ τὸν μεταβάλητε. Πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν προεκλογικὴν περίοδον ἐταλαιπωρήθη καὶ τὸ Κέντρον καὶ ἡ Ε.Δ.Α. Καὶ εἴδαμεν αὐτὰ τὰ εὐτράπελα, ὁ ἕνας βουλευτὴς τῆς Ε.Ρ.Ε. εἰς τὴν αὐτὴν περιφέρειαν νὰ παίρνῃ τριάντα χιλιάδες σταυροὺς καὶ ὁ ἄλλος ἑπτὰ χιλιάδες. Διατί; Διότι καὶ τὰ Τ.Ε.Α. ἐβιάσθησαν καὶ οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὰ ἐταλαιπωρήθησαν. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀκούεται εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς, ὅτι αὐτὸς ὁ βουλευτὴς εἶναι τῶν Τ.Ε.Α. καὶ αὐτὸς ὁ βουλευτὴς τῆς Χωροφυλακῆς. Ἔχω πολλὰ περιστατικὰ ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἀπὸ τὴν περιοχὴν Σιδηροκάστρου ἐπρόκειτο ὁλόκληρος ὁ συνδυασμὸς τοῦ Κέντρου νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Πετρίτσι. Καὶ ἔπρεπε νὰ διασχίσωμεν τὸν ποταμὸν ἐπὶ τῆς ἄλλης ὄχθης. Εἴδομεν νὰ ἔρχωνται ἕνας συνταγματάρχης μὲ ἕνα λοχαγόν. Ὅταν τοὺς εἴδομεν ἀνεκουφίσθημεν, διότι ἐνομίζαμεν, ὅτι ἤρχοντο πρὸς προϋπάντησίν μας. Ὅταν ἐφθάσαμεν κοντὰ μᾶς ἠρώτησαν ποῦ πηγαίνομεν. Τοὺς εἴπομεν ὅτι πᾶμε εἰς τὸ Πετρίτσι. Μᾶς ἠρώτησαν ἐὰν ἔχωμεν ἄδειαν καὶ τοὺς ἐδηλώσαμεν, ὅτι ἔχομεν ἄδειαν τοῦ στρατηγοῦ διοικητοῦ Μεραρχίας. Τότε αὐτοὶ μᾶς ἐδήλωσαν, ὅτι αἱ ἄδειαι αὐταὶ δὲν ἰσχύουν καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχον ἐκδοθῆ ἀπὸ τὴν Χωροφυλακὴν καὶ κατόπιν νὰ κυρωθοῦν ἀπὸ τὸν στρατιωτικὸν διοικητήν. Τοὺς ἀπηντήσαμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μεγαλυτέρα ἀρχὴ ἀπὸ τὸν στρατηγὸν Μέραρχον. Δὲν ὑπαγόμεθα ἡμεῖς εἰς αὐτὸν τὸν στρατηγόν. Ἐμεῖς εἴμεθα εἰς τὴν ἄλλην Μεραρχίαν! Ἔπρεπε, ἑπομένως, ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἔχετε ἄδειαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐρωτήσω τὸν λοχαγὸν τοῦ Α2. Καὶ τότε, διὰ πρώτην φοράν, εἶδα ὁ λοχαγὸς τοῦ Α2 νὰ δίδῃ ἐντολὰς εἰς τὸν ἀντισυνταγματάρχην–διοικητὴν Τάγματος ἢ Συντάγματος!...
§91Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ σεβασθῇ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ στρατηγοῦ!
§92Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἐπειδή, ὅμως, κἄτι ὑπωπτεύθηκα, ἀναγκάσθηκα νὰ πάω εἰς τὸ φυλάκιον. Καὶ ἐκεῖ ἤκουσα τὴν ἑξῆς στιχομυθίαν: «Ὑπάρχει ἕνα «τσοῦρμο» ἐδῶ —σημειώσατε, ὅτι εἴχαμε περὶ τὰ 15 αὐτοκίνητα—, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ἀδειῶν καὶ θέλουν νὰ περάσουν. Τί λέτε, κ. λοχαγέ, ὡς Α2, νὰ τοὺς ἐπιτρέψωμεν;» Τὸ πρᾶγμα μοῦ ἐπροξένησε κατάπληξιν. Ἄρχισαν οἱ ἀψιμαχίες: Πρῶτον, δὲν εἴμεθα «τσοῦρμο». Καί, δεύτερον, πρώτη φορὰ βλέπω συνταγματάρχην νὰ ζητῇ διαταγὲς ἀπὸ τὸν λοχαγὸν τοῦ Α2. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν μᾶς ἄφησαν νὰ περάσωμεν. Ἀναγκασθήκαμε νὰ διαπληκτισθοῦμε, ἐπεράσαμε χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσωμεν καὶ τὸν ἀφήσαμε σύξυλο. Τοῦ ἐτονίσαμεν μόνον, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπακούει εἰς διαταγές, οἱ ὁποῖες τείνουν νὰ καταπνίξουν τὴν ἐλευθέραν ἐκδήλωσιν τοῦ δημοκρατικοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ, δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὴν στολὴν τοῦ τιμίου καὶ γενναίου Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ καὶ ὅτι δὲν θὰ μείνῃ ἀπαρατήρητον τὸ γεγονὸς εἰς ἣν περίπτωσιν ἡ ψῆφος τοῦ λαοῦ θὰ φέρῃ τὴν Ἕνωσιν Κέντρου ὡς Κυβέρνησιν.
§93Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, προβαίνετε εἰς χαρακτηρισμοὺς καὶ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ὁ συντ)ρχης ἢ ἀντισυντ)ρχης εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ ἀναφέρετε ἐδέχθη διαταγὰς ἀπὸ τὸν λοχαγὸν καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἄηθες καὶ ἀντικανονικόν. Δὲν γνωρίζετε ἴσως, ὅτι ὁ συντ)ρχης εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ἐδέχθη διαταγάς, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ Α2 Γραφεῖα οἱασδήποτε Μονάδος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν Γραφεῖα Πληροφοριῶν, ἐζήτησε πληροφορίας διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὸς ἂν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διέλευσιν ὑμῶν ἢ ἄλλων ἢ ὄχι. Μὴ παραποιῆτε, λοιπόν, τοὺς Στρατιωτικοὺς Κανονισμούς, ὅταν δὲν γνωρίζητε κατὰ ποῖον τρόπον ἐφαρμόζονται καὶ ἰσχύουν.
§94Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, γνωρίζομεν καὶ παραγνωρίζομεν τοὺς Κανονισμούς, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐγώ, ἐὰν ὁ κ. ἀντισυντ)ρχης ἐπέτρεπε νὰ διέλθωμεν, ὅπως διήλθομεν κατόπιν, χωρὶς νὰ τὸν ἐρωτήσωμεν, κατὰ τί θὰ ἐβλάπτετο τὸ κῦρος τοῦ στρατεύματος καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας;
§95Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα καὶ δὲν τὸ κρίνω. Δὲν κρίνω ἐὰν ἔπρεπε ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ περάσητε, διότι οὔτε ἐκεῖ ἤμην οὔτε τὸ περιστατικὸν γνωρίζω. Ἐγὼ ἤθελα, ἐπειδὴ εἴπατε, ὅτι οἱ λοχαγοὶ διατάσσουν τοὺς συντ)ρχας, νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ διαταγῆς. Ἁπλῶς, ἐπειδὴ ἦτο εἰς τὸ Α2 Γραφεῖον τῆς Μονάδος ὁ λοχαγὸς — ἦτο, ἑπομένως, ἡ δουλειά του αὐτὴ καὶ θὰ ἦτο ἐνημερωμένος— ὁ συνταγματάρχης ἐζήτησε πληροφορίας διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ ἐκ τῶν πληροφοριῶν ποὺ θὰ ἐλάμβανεν ἐὰν πρέπει νὰ περάσητε σεῖς ἢ ἄλλος τις.
§96Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς πληροφορῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸς ὁ λόγος. Ἡ συγκέντρωσις εἰς τὸ Πετρίτσι εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τὴν 1½ μ.μ. καὶ προεβλέπετο ὀγκωδεστάτη. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ μᾶς καθυστερήσῃ διότι μετὰ τὴν 1½ περνοῦν τὰ τραῖνα καὶ δὲν μποροῦν νὰ περάσουν τὰ αὐτοκίνητα. Ἔτσι θὰ ἐπεριμέναμεν ἕως τὰς 3½, ὁπότε θὰ διελύετο ἡ συγκέντρωσις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐδημιουργεῖτο ἡ τρομοκρατία καὶ ἡ βία, ἐνῷ ὁ ἄλλος συνδυασμὸς ἐπερνοῦσε ἐλεύθερα, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὁ ἀξιότιμος συνταγματάρχης νὰ διαταχθῇ ἀπὸ τὸν κ. λοχαγὸν τοῦ Α2!
§97Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ἀπὸ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ πιστεύσῃ ἡ Βουλή, ὅτι τάχα ὁ συντ)ρχης εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἐζήτησε διαταγὰς ἀπὸ τὸν λοχαγὸν τοῦ Α2...
§98Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§99Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θέλετε νὰ τὸ πιστεύσωμεν; Καὶ τὸ λέγετε σεῖς αὐτό, ὡς Ὑπουργός; Ἀλλ’ ἐζήτησε, λέγει, πληροφορίας — περὶ τίνος; Ἂν τὸ «τσοῦρμο» πρέπει νὰ περάσῃ! Πληροφορία δὲν εἶναι αὐτό, εἶναι διαταγή, εἶναι ἔγκρισις. — Κύριε λοχαγέ, τὸ «τσοῦρμο» θὰ περάσῃ; Πληροφορία εἶναι αὐτό, κ. Ὑφυπουργέ; Μὴ γελᾶτε. Διὰ κλάματα εἶναι ἡ ἀπάντησίς σας, ὄχι διὰ γέλοια. Ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι φελλάχοι. Ἔπειτα, τὸ Α2 εἶναι βεβαίως διὰ νὰ δίδῃ πληροφορίας. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι δίδονται σύμφωνα μὲ τὴν στρατιωτικὴν ὁδόν, δι’ ἐγγράφων: Θὰ κάμετε τοῦτο, θὰ κάμετε ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ὅταν ὁ συνταγματάρχης βλέπῃ τοὺς ὑποψηφίους βουλευτὰς νὰ ζητοῦν τί; — τὴν ἔγκρισιν διὰ νὰ περάσουν πρὸς ἄσκησιν τῶν συνταγματικῶν των δικαιωμάτων, ἠμπορεῖ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι «ἐζήτησε πληροφορίας»; Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατηγοροῦμεν, ἡ βία, ἡ αὐθαιρεσία, ἡ νοθεία, ἡ κατάργησις πάσης ἐννοίας Κράτους. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑφυπουργός, γελῶντας, νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ὁ συνταγματάρχης ἐζήτησε πληροφορίας, ἐνῷ εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγωνται αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ συντ)ρχης ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τόν... λοχαγὸν — «κύριε λοχαγέ, εἶναι ἕνα «τσοῦρμο» ἐδῶ, νὰ τὸ ἀφήσωμε νὰ περάσῃ;» Εἶναι πληροφορία αὐτό; Ἐγὼ ἐντρέπομαι καὶ ποὺ τὸ ἀκούω.
§100Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Μπακόπουλε, ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ κρίνητε, ὅπως θέλητε, οὔτε σᾶς ἀφῄρεσα αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Οὔτε γνωρίζω τὸ περιστατικὸν ποὺ ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἐγὼ ἐπὶ τῆς παρατηρήσεώς του καὶ τῆς ἐντυπώσεως, ὅτι δῆθεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν οἱ λοχαγοὶ τῶν Γραφείων Πληροφοριῶν διατάσσουν τοὺς συντ)ρχας, παρενέβην διὰ τὸν ἐντυπωσιακὸν αὐτὸν χαρακτηρισμὸν καὶ εἶπον, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὁ συντ)ρχης ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Γραφεῖον, διότι τὸ Α2 εἶναι κατ’ ἐξοχὴν Γραφεῖον Πληροφοριῶν, ὁ ἴδιος δὲ πλέον βάσει τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν, τῶν ὁποίων πιθανὸν νὰ ἐστερεῖτο, θὰ ἐξετίμα ἂν πρέπει νὰ διατάξῃ ἢ ὄχι τὴν εἴσοδον. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὸ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς δὲν ἐπετράπη ἡ εἴσοδος. Ἦτο συγκεκριμένη ἡ παρέμβασίς μου.
§101Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητοῦμεν ἐπὶ θεωρητικοῦ θέματος, οὔτε περὶ τοῦ θεωρητικῶς δέοντος γενέσθαι. Ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε περὶ ὡρισμένου περιστατικοῦ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὡρισμένον περιστατικὸν ἠθελήσατε νὰ δικαιολογήσητε. Χαίρω πολύ, ὅτι συνῃσθάνθητε καὶ ἀντελήφθητε τὸ σφαλερὸν τῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε. Πρὸς τιμήν σας εἶναι.
§102Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν ἄλλαξα γνώμην, οὔτε μετέβαλον ἀπόψεις.
§103Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴν κατηγοροῦμεν, τὴν αὐθαιρεσίαν. Ἐκεῖ στηρίζομεν τὴν βίαν καὶ τὴν νοθείαν. Τονίσατέ το, κ. Ἀγγελούση.
§104Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἄλλο περιστατικὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἑπτὰ ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν μετέβην εἰς Νιγρίταν καὶ εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς πόλεως, ἔναντι τοῦ ἐκλογικοῦ κέντρου τοῦ ὑποψηφίου τῆς Ε.Ρ.Ε., ἦτο ἀνηρτημένον ἕνα πανώ, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν: «Ψηφοφόρε, πρόσεχε, διότι καὶ πίσω ἀπὸ τὸ παραβὰν σὲ παρακολουθοῦν τί ψηφίζεις». Ἐρωτῶ, διατὶ εἰς τὸ πανὼ εἶχον γραφῆ τοιαῦται λέξεις; Ἡ ἀπάντησις εἶναι σαφής. Ἤθελαν νὰ τρομοκρατήσουν τοὺς κατοίκους τῆς Νιγρίτης, διὰ νὰ μὴ ψηφίσουν Κέντρον. Μετὰ δύο ἡμέρας τὸ πανὼ ἐξηφανίσθη. Ἐπίσης, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὁμιλίας μας ἀνεζητήσαμεν μικρόφωνα διὰ νὰ τοποθετήσωμεν εἰς τὸ ἐκλογικόν μας κέντρον καὶ οὐδεὶς μᾶς ἔδιδε. Ἀναγκασθήκαμε νὰ μεταφέρωμεν μικρόφωνα ἀπὸ τὰς Σέρρας. Ἐρωτῶ, διατὶ εἰς ἡμᾶς οἱ κατέχοντες τὰ μικρόφωνα δὲν μᾶς τὰ ἔδωσαν, ἀλλὰ τὰ ἐχορήγησαν εἰς τοὺς ὑποψηφίους τῆς Ε.Ρ.Ε.; Καὶ αὐτὸ τὸ γεγονὸς δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ψυχολογικῆς βίας, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν τὰ παρακρατικὰ ὄργανα κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἢ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα βίας τὸ σύνθημα, τὸ ὁποῖον εἶχε ρίψει ἡ Ε.Ρ.Ε. καὶ ὁ Τύπος ὁ ἀκολουθῶν τὴν Ε.Ρ.Ε. ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι δῆθεν οἱ 20.000 φυγάδες θὰ εἰσήρχοντο καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐὰν κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπλειοψήφει τὸ Κέντρον; Εἰς τὸ χωρίον Εὐκαρπία μετέβη ὁ τετιμημένος Συνταγματάρχης κ. Παπακωνσταντίνου, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν συνυποψήφιον τοῦ Κέντρου καὶ ὑποψήφιον τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Μόλις ἀφίχθη εἰς Εὐκαρπίαν συνελήφθη ἀπὸ τοὺς μπράβους τῆς Ε.Ρ.Ε., ἐξυλοκοπήθη ἀγρίως καὶ ἐπὶ τρεῖς μῆνας παρέμεινε κλινήρης. Οὐδεὶς ἠμποροῦσε νὰ ὁδεύσῃ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Δύο φορὰς ἀπεφάσισα νὰ μεταβῶ καὶ τὰς δύο φορὰς ὑπέστην ἀπὸ τοὺς τραμπούκους τρομοκρατίαν, ὅτε ἠναγκάσθην νὰ διακόψω τὴν περιοδείαν μου. Εἰς ἓν ἄλλο χωρίον εὑρέθη καμμένος ὁ ἀχυρὼν ἑνὸς κομματάρχου μου. Παρ’ ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης ἔλαβε γνῶσιν, εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν προέβη διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐνόχου, οὔτε κἂν πρόχειρον ἀνάκρισιν ἔκαμεν. Ἠναγκάσθημεν μετὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ καταθέσωμεν μήνυσιν· ἐντὸς συντόμου χρόνου οἱ ἔνοχοι θὰ τιμωρηθοῦν. Εἰς τὸ χωρίον Καρπερὴ καὶ εἰς ἕνα ἀχυρῶνα εὑρέθησαν τέσσαρες χειροβομβίδες, 40 σφαῖρες καὶ ὅπλον. Συλλαμβάνεται ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀχυρῶνος, μεταφέρεται εἰς Σέρρας διὰ νὰ δικασθῇ, ἡ δίκη ἀναβάλλεται, διότι δὲν παρουσιάσθησαν οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι ἀνεκάλυψαν τὰς χειροβομβίδας κλπ. καὶ ἐταλαιπωρήθη ὁ φτωχὸς χωρικὸς ἄνευ λόγου, διότι ὅταν ἐπανελήφθη ἡ δίκη, τὸ Δικαστήριον ἀπήλλαξε τοῦτον. Εἰς τὰ Τ.Ε.Α. τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν ἐδόθησαν τρόφιμα καὶ διάφορα ἄλλα ἐφόδια. Εἰς τὰ Τ.Ε.Α. τοῦ Σιδηροκάστρου ἐδόθη μόνον ἄλευρον ἐν ἀναμονῇ τῆς ψηφοφορίας. Εἰς Νέαν Ζίχνην τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος καὶ ὁ Γραμματεὺς τῆς Κοινότητος ἐπροπαγάνδιζαν ἀναφανδὸν ἐντὸς τῶν ἐκλογικῶν κέντρων ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε. Μετέβην διὰ νὰ ἴδω τί συνέβαινε καὶ εἰς τὸ πρῶτον ἐκλογικὸν κέντρον ἕνας λοχαγὸς μὲ ἤλεγξε καὶ μοῦ εἶπε νὰ μὴ εἰσέλθω. Τὸν ἀντεμετώπισα ὅμως, εἰσῆλθον εἰς τὸ ἐκλογικὸν κέντρον καὶ ἐπεβεβαίωσα τὰ ὅσα μοῦ εἶχον ἀναφέρει. Κύριοι συνάδελφοι, τρέμουν οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ἀξιωματικοί, οἱ χωροφύλακες, οἱ πάντες, τρέμουν τὸ κόμμα, διότι τὸ κόμμα ἔγινεν ὑπερκράτος. Διέκοψαν τὰς κοινωνικὰς σχέσεις μὲ ἡμᾶς διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθοῦν. Δεδηλωμένοι ὀπαδοὶ τοῦ Κέντρου δὲν μποροῦν νὰ ἐκδηλώσουν τὰ φρονήματά των φοβούμενοι μὴ τυχὸν τοὺς σχηματισθῇ φάκελλος. Οἱ πάντες καὶ τὰ πάντα ὑπὸ τὸ κόμμα. Μόνον ἡ δικαιοσύνη ἀνθίσταται, δὲν ξεύρω, ὅμως, πόσον καιρὸν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀντίστασίς της, διότι χθὲς ἀνέγνωσα εἰς ἐφημερίδα δι’ ἐπεισόδιον εἰς Καλάμας καὶ ἐντὸς τοῦ γραφείου τοῦ Εἰσαγγελέως τῆς πόλεως ταύτης. Καὶ διὰ τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ ἀναμένομεν διὰ τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§105Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. συνάδελφε, μίαν διακοπήν;
§106Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀφοῦ ἐπίτηδες τὰ λέγει, διατὶ δὲν ἐπιτρέπει;
§107Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κ. Ὑπουργέ, διότι ἐνοχλεῖσθε ἀπὸ μίαν ἀναγκαίαν παρέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ὁμολογῶ δέ, ὅτι ἐπερίμενα ἐπίτηδες σεῖς νὰ εἴχατε βάλει κάποιον νὰ φέρῃ τὸ θέμα διὰ νὰ λάβητε τὸν λόγον. Ἀφοῦ δὲν τὸ ἐκάματε σεῖς, τὸ κάμνω ἐγὼ καὶ ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐπειδὴ ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διαφορὰ ἀντιλήψεων ὄχι ἐπὶ κρίσεων καὶ συμπερασμάτων, ἀλλὰ ἐπὶ πραγματικῶν γεγονότων, ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας τῆς παρουσίας του ἐδῶ διὰ νὰ λύσωμεν τὴν διαφορὰν αὐτήν. Ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τοῦ Σαββάτου μέχρι τῆς Δευτέρας τὴν πρωΐαν κατεκλύσθην ἀπὸ σειρὰν τηλεφωνημάτων προερχομένων ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα καὶ τὴν ἐκλογικήν μου περιφέρειαν Καλαμάταν, διὰ τῶν ὁποίων διάφοροι φίλοι μὲ ἐπληροφόρουν, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἦτο ἀνάστατος, ἰδιαιτέρως δὲ ὁ νομικὸς κόσμος.
§108Α. ΣΧΙΝΑΣ. Ἄγνοιαν εἶχον.
§109Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σεῖς πιθανὸν νὰ ἔχετε ἄγνοιαν.
§110Α. ΣΧΙΝΑΣ. Ἐπεκοινώνησα μὲ τὸν Νομάρχην, τὸν Πρόεδρον τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κοινότητος καὶ ἠγνόουν τὸ ἐπεισόδιον.
§111Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἐγὼ τὰ ἔπλασα διὰ τῆς φαντασίας μου; Κύριε συνάδελφε, εἶναι τόσον πασίγνωστα τὰ γεγονότα, ὥστε τὰ διεπίστωσε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς καὶ δὲν τὰ ἀρνεῖται. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ τὰ ἀρνηθῇ.
§112Α. ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν εἶχον τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ παρουσιάσητε.
§113Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι μετέβη τὸ Σάββατον, ὅλως αἰφνιδίως, ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου εἰς Καλαμάταν. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἤρχισε δεχόμενος διάφορα ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα καταδικασθέντα πρωτοδίκως, ἐξέθετον τὰ παράπονά των. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ἐκλείσθη μετὰ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Καλαμῶν καὶ ἔγινεν ἕνα ζωηρὸν ἐπεισόδιον μέχρι σημείου νὰ θραυσθῇ τὸ γυαλὶ τοῦ Εἰσαγγελικοῦ γραφείου. Ὁ δὲ κόσμος, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀπ’ ἔξω εἰς τὸν προθάλαμον τοῦ Εἰσαγγελικοῦ Γραφείου, ἔμεινε κατάπληκτος ἀκούων τὸν διαπληκτισμὸν μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν εἰς ὅλα αὐτὰ προσθέσητε καὶ τὸ γεγονός, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα εἶχον γίνει δεκτὰ ἤδη ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, διεκήρυσσον URBE ET URBI νὰ ἰδῆτε τί θὰ γίνῃ διότι δικάζεται κατ’ ἔφεσιν ὁ ἀνθυπασπιστὴς Μεθώνης, εἶναι εὔκολον νὰ συνειδητοποιήσητε τὴν συγκίνησιν τῆς κοινῆς γνώμης εἰς Καλαμάταν. Ὅταν ἐπληροφορήθην τὸ γεγονός, μετέβην τὴν πρωΐαν τῆς Δευτέρας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν ἠρώτησα ἐὰν ἔχῃ γνώμην, μοῦ ἀπήντησε δὲ ὄχι. Τὸν ἠρώτησα ἐὰν κατόπιν διαταγῆς του μετέβη ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἰς Καλαμάταν καὶ μοῦ ἀπήντησεν ἀρνητικῶς· μοῦ ἐζήτησε δὲ νὰ τοῦ κάμω μίαν ἔγγραφον ἔκθεσιν διὰ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος. Πράγματι, συνέταξα σχετικὴν ἐπιστολὴν καὶ τὴν ἀπέστειλα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος, ὅμως, ἀργότερα μὲ ἐπῆρεν εἰς τὸ τηλέφωνον καὶ μοῦ εἶπεν ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Λυποῦμαι πολύ, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπέμβω ἐγώ, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐπῆγεν εἰς Καλάμας, κατόπιν παραγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐντολὴ ἀνωτέρας Ἀρχῆς, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπέμβω». Ὅπως βλέπετε, κ. συνάδελφοι, ἐπικαλοῦμαι πρόσωπα καὶ πράγματα. Κατόπιν τούτου μετέβην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος πράγματι μὲ ἐδέχθη τὴν 2αν μ.μ. καὶ τὸν ἠρώτησα ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν. Μοῦ ἀπήντησε δὲ «ναί», ὅτι ἔλαβε γνῶσιν, διότι εἶχεν ἐπικοινωνήσει μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸν ἠρώτησα τί σκέπτεται νὰ κάμῃ, διότι ἐγὼ εἶμαι ἀποφασισμένος τοῦ ἐτόνισα, ἐὰν δὲν ἀνακληθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, νὰ μεταβῶ εἰς Καλαμάταν ἐπὶ κεφαλῆς συνεργείου δημοσιογράφων, διὰ νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ἐκεῖ κατάστασιν καὶ νὰ κατατοπίσω τὴν κοινὴν γνώμην. Ἡ ὅλη ὑπόθεσις φέρει ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα τῆς παρεμβάσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔπρεπε ἡ Κοινὴ Γνώμη νὰ κατατοπισθῇ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ καθησύχασεν, ὅτι εἶχεν ἐπικοινωνήσει μετὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς Καλαμάταν, ὅτι παρεδέχθη ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὅτι ἔγινεν ἡ βιαία σκηνὴ καὶ ἔσπασε τὸ τζάμι καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἕδραν του καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τρόπον ὥστε νὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐντύπωσις τῆς ἐπεμβάσεώς του εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, αὔριον Τετάρτην δικάζεται κατ’ ἔφεσιν ἓν ἐκ τῶν παρεκτραπέντων ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς. Τὸ ἴδιον ὄργανον, τὸ ὁποῖον εἶχε γίνει δεκτὸν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐδημιουργήθη τὸ ἐπεισόδιον. Αὐτά, κύριοι, εἶναι γεγονότα. Ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν διαφορὰς μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅσον ἀφορᾷ τὰς κρίσεις ἢ τὰ πολιτικὰ συμπεράσματα, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων δὲν ἠμπορῶ νὰ φαντασθῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφορά.
§114Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι θὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Κωστοπούλου ὑποχρεώνει τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁμιλητὴν νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἀπαντήσω. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν γνωρίζω διατὶ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἔχει ἐπικρατήσει ἡ ἀρχή, ὅτι πρέπει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ συζητοῦνται ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Καὶ ἀκόμη περισσότερον, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται ἀντικείμενον ἐπικρίσεως, κριτικῆς καὶ ἐλέγχου, ἡ κρίσις οἱουδήποτε Δικαστηρίου ἢ δικαστικοῦ ὀργάνου.
§115Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπέκρινα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι τὰ δικαστικὰ ὄργανα.
§116Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀκόμη δὲν γνωρίζω διατὶ ἡ ἐμφάνισις ἢ ἡ μετάβασις ἑνὸς Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς προσπάθεια ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι ὡς ἐνίσχυσις τοῦ ἔργου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὡς προσπάθεια κατευθύνσεως τοῦ ἔργου αὐτῆς ἐκεῖ ὅπου πρέπει. Διότι, κ. συνάδελφοι, θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅλοι, ὅτι εὐλόγως ἀπορῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ ἐρώτησις μὲ τὸ περιεχόμενον, τὸ ὁποῖον ἔχει σήμερον ἡ ὑποβληθεῖσα ἐρώτησις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ οἱοσδήποτε ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ὅτι τὴν ἀπόδοσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τὴν ἐγγυᾶται ἡ παρουσία τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ ὅτι ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης καὶ τὸ ἔργον τὸ δικαστικὸν ἀποτελεῖ ἡ μετάβασις ἑνὸς ἀνωτέρου δικαστικοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι δυνατόν, σὺν τῷ χρόνῳ, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ μετάβασις οἱουδήποτε Ἐπιθεωρητοῦ Ἀρεοπαγίτου, κατόπιν ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προβῇ εἰς οἱανδήποτε ἐξέτασιν ὁπουδήποτε τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἀποτελῇ προσπάθειαν ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι συνάδελφοι, πρὶν φθάσω εἰς τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπειδὴ αἰσθάνομαι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας μοῦ δημιουργεῖ ἡ ἰδιότης αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψω εἰς τὸν ἑαυτόν μου νὰ ἐκταθῶ εἰς κρίσεις καὶ συμπεράσματα καὶ νὰ ἀναφέρω γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ παρέδιδον, χωρὶς νὰ ἔχουν ἐλεγχθῇ ἀπολύτως, διότι ὅταν ἐλεγχθοῦν, θὰ παραδοθοῦν εἰς τὴν δημοσιότητα, θὰ παρέδιδον λέγω εἰς τὴν δημοσιότητα συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν μεταξὺ τῶν δύο Εἰσαγγελέων, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν τῆς Καλαμάτας καὶ τοῦ Προϊσταμένου ἱεραρχικῶς Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ναυπλίου. Δὲν θέλω καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς ἑαυτὸν νὰ εἴπω ποῖον ἦτο τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν τῆς βιαίας συζητήσεως καὶ τῆς ὀργῆς, ἡ ὁποία κατέλαβε τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ναυπλίου. Διότι ἀξίζει, κ. συνάδελφοι, νὰ σκεφθῇ κανείς, ὅτι, ὅταν ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐξωργίζητε εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὑφισταμένου του, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ κτυπᾷ τὸ γραφεῖον καὶ νὰ χειρονομῇ, αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι ἱκανόν, διὰ νὰ πείσῃ πάντα καλόπιστον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐκεῖνος δὲν μετέβη ἐκεῖ κομιστὴς ὁδηγιῶν καὶ ἐντολῶν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἐὰν μετέβαινε κομιστὴς ἐντολῶν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ εἶχε τὸ θάρρος, δὲν θὰ εἶχε τὴν ψυχικὴν δύναμιν νὰ ἐκτιμήσῃ, ὅπως ὑποστηρίζει ὁ κ. Κωστόπουλος, τὸν Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν, ὥστε νὰ γίνῃ ἀκουστὸς εἰς τοὺς διαδρόμους τοῦ Δικαστηρίου. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 63 τοῦ κωδικοποιουμένου νόμου «περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀνωτάτων δικαστικῶν συμβούλων καὶ περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν ὑπηρεσιῶν», ὁρίζει, ὅτι «ἕκαστος Ἐπιθεωρητὴς Ἀρεοπαγίτης ἢ Εἰσαγγελεὺς... (ἀναγινώσκει) ...». Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου, τὴν 16ην Φεβρουαρίου τρέχ. ἔτους, ἀνέφερεν ἐκ Ναυπλίου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ... (ἀναγινώσκει)...». Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου τὰ γράφει αὐτά. Ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως ἐδόθη ἀπάντησις ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τὴν 26ην τρέχοντος: «Κατόπιν τῆς ἀναφορᾶς κ.λ.π....».
§117Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἔγινε τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§118Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἔγγραφον ἔγινεν εἰς τὰς 16 τρέχοντος καὶ ἡ ἀπάντησις ἐδόθη εἰς τὰς 26. Τί ἀνησυχεῖτε; Νομίζετε, ὅτι ἀπὸ αὐτὸ θὰ κριθῇ ἡ ὑπόθεσις;
§119Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν νὰ κατατοπισθῶμεν.
§120Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἐν παντὶ χρόνῳ, ὅπως ρητῶς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 63, νὰ ἐνεργῇ ἐπιθεωρήσεις εἰς ὅλα τὰ γραφεῖα τῆς περιφερείας του.
§121Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Πρὶν ζητήσῃ τὴν ἄδειαν, θὰ ἠμποροῦσε.
§122Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὴν ἐζήτησε καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλῃ, ὅτι θὰ τὴν ἐλάμβανε. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἐπιθεώρησιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐθεώρει ἀπαραίτητον, διὰ νὰ κατατοπισθῇ ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν μιᾶς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν μόλις εἶχεν τοποθετηθῇ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποίαν ὥραν τῆς πρωΐας τῆς χθές, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τηλεφωνικῶς μοῦ εἶπεν, ὅτι τὸν ἐπεσκέφθη ὁ κ. Κωστόπουλος, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου εὑρίσκεται εἰς τὰς Καλάμας, ὅτι περιῆλθεν εἰς ρῆξιν μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν τῶν Καλαμῶν, ὅτι εἶχεν δημιουργηθῆ —κατὰ τὸν κύριον Κωστόπουλον— ἔκρυθμος κατάστασις καὶ ὅτι ὁ κ. Κωστόπουλος ζητεῖ νὰ διαταχθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰς Καλάμας. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα, ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν ἐγνώριζον ἂν μετέβη ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἰς τὰς Καλάμας, ἐγνώριζον ὅμως, ὅτι εἶχε ζητήσει ἔγκρισιν, διὰ νὰ προβῇ εἰς ἐπιθεώρησιν. Θὰ ἐπικοινωνήσω, ὅμως, προσέθεσα, μὲ τὰς Καλάμας τηλεφωνικῶς, διὰ νὰ πληροφορηθῶ περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Καὶ πράγματι, ἐζήτησα τὸν Εἰσαγγελέα. Συνεδέθην εἰς τὸ τηλέφωνον μὲ τὸν Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν, τὸν ὁποῖον παρεκάλεσα νὰ μὲ συνδέσῃ μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι ἀπὸ τοῦ Σαββάτου εὑρίσκετο εἰς Καλάμας. Ἐπληροφορήθην, ἐπίσης, ἀπὸ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀφοῦ πρέπει καὶ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ χρησιμοποιῶμεν μάρτυρα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι ὁ κ. Κωστόπουλος τοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου παρουσίᾳ καὶ τοῦ Διοικητοῦ Χωροφυλακῆς Μεσσηνίας....
§123Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχική μας πληροφορία ἦτο αὐτή.
§124Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). .... παρουσίᾳ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Χωρ)κῆς Μεσσηνίας καὶ ἄλλων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, δὲν γνωρίζω ποίων, ἐπετίμησεν σφοδρότατα καὶ ζωηρότατα τὸν κ. Εἰσαγγελέα Πρωτοδικῶν Καλαμῶν. Ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ, ἐὰν αὐτὸ εἶναι ἀκριβές. Διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν —δύναται νὰ ἐπιτιμήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν— δὲν ἦτο δυνατὸν ὅμως νὰ ἐπικροτήσω μίαν τοιαύτην ἐκδήλωσιν δημοσίᾳ. Μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι ἡ συζήτησις ἔγινε μεταξὺ τῶν δύο Εἰσαγγελέων, ὅταν εἰς τὸ γραφεῖον δὲν εὑρίσκετο οὐδεὶς ἄλλος καὶ ὅτι μάλιστα εἶχε κλειδωθῇ τὸ γραφεῖον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ εἴσοδος οἱουδήποτε προσώπου. Μοῦ εἶπε ἀκόμη, ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι τελειώνει τὸ ἔργον του καὶ ὑπολογίζει αὔριον τὸ πρωΐ νὰ φύγῃ καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἕδραν του. Θὰ σᾶς ὑποβάλω ἔκθεσιν, μοῦ εἶπεν, ὅταν φθάσω εἰς τὴν ἕδραν μου, περὶ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ κάμω, ἐπὶ ὅσων εἶδον εἰς τὴν Καλαμάταν. Ἐπεκοινώνησα, ἐν συνεχείᾳ, μὲ τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ εἶπα, ὅσα ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν. Ἐν συνεχείᾳ καὶ περὶ τὴν 2αν, νομίζω, ἀπογευματινὴν ὥραν, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε τηλεφωνήσει καὶ τοῦ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι τὸν ἀνέμενον, ἔφθασεν εἰς τὸ γραφεῖόν μου, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, ὁ ἀξιότιμος κ. Κωστόπουλος, ὁ ὁποῖος μοῦ ἐπέδειξε καὶ τὸ ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν εἶχε ἀπευθύνει πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ μὲ ἠρώτησε μάλιστα, ἐὰν θὰ τὴν κρατήσω. Τοῦ εἶπα, ὅτι δὲν τὴν χρειάζομαι καὶ τοῦ τὴν ἐπέστρεψα. Τοῦ εἶπα ἐν συνεχείᾳ, ὅτι ἐπεκοινώνησα καὶ μὲ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν εἰς τὴν Καλαμάταν καὶ τοῦ ἀνεκοίνωσα, ὅσα μοῦ εἶχεν ἀναφέρει, καὶ κυρίως, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι προέβη εἰς ἐπιτίμησιν καὶ παρατηρήσεις πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν, παρουσίᾳ οἱουδήποτε τρίτου. Τοῦ εἶπα ἐπίσης, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τελειώνει τὸ ἔργον του καὶ ἐπανέρχεται αὔριον τὸ πρωΐ, δηλαδὴ σήμερον, εἰς τὸ Ναύπλιον ἀπὸ ὅπου καὶ θὰ μοῦ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ δώσω διαταγὴν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν νὰ διακόψῃ τὸ ἔργον του καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἕδραν του. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ταπεινώσω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ δημοσίᾳ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρει τὴν ἀποστολήν του καὶ ἐνήργει σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Ἀλλοίμονον, ἐάν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πληροφορούμενος, ὅτι ὁ οἱοσδήποτε Εἰσαγγελεύς, καθ’ ὅ ἔχει δικαίωμα, εὑρίσκεται εἰς ἐπιθεώρησιν εἰς οἱανδήποτε περιφέρειαν, τοῦ ἔδιδε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν ἕδραν του. Φαντασθῆτε ποία θὰ ἦτο τότε ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία θὰ ἐδημιουργεῖτο καὶ ποία ἡ ἰδέα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ περὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ περὶ τῆς διοικήσεώς της. Ἐπεκοινώνησα κατὰ τὴν ἑσπέραν καὶ πάλιν μὲ τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, πάλιν τῇ μεσολαβήσει τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν εἰς Καλαμάταν. Μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι τὸ ἔργον του ἐτερματίσθη καὶ ὅτι σήμερον τὸ πρωΐ ἐπρόκειτο νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἐπεκοινώνησε καὶ σήμερον τὸ πρωΐ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μὲ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη ἡ ἔγκρισις νὰ ἔλθῃ αὔριον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἐκθέσῃ καὶ διὰ ζώσης τὰς ἐντυπώσεις του ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρησίν του. Κατὰ τὴν πρωϊνὴν τηλεφωνικὴν ἐπικοινωνίαν, ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, μοῦ εἶπεν ἐπὶ πλέον, ὅτι κατὰ τὴν μετάβασίν του εἰς τὴν Καλαμάταν, τὸν ἀπησχόλησε καὶ τὸ ἀντικείμενον ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον εἶχον ἀπευθύνει ἀπὸ τῆς 14ης Φεβρουαρίου πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ναυπλίου. Ἀκόμη δὲν εἶχεν ἴσως ἀναλάβει ὁ νέος Εἰσαγγελεύς, εὑρίσκετο δὲ ἐκεῖ ὁ πρώην Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν κ. Παπαϊωάννου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶπα, εἰς τὸν κ. Κωστόπουλον. Εἰς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀδιαφόρως τοῦ προσώπου, ἔλεγα τὰ ἑξῆς: «Διαβιβάζομεν συνημμένως τὸ ὑπ’ ἀριθ.... (ἀναγινώσκει)... Καὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως λάβητε γνῶσιν καὶ σὺν τῇ ἐπανυποβολῇ ἀναφέρητε τὴν ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος ζητήματος ὑμετέραν γνώμην, ἵνα μεριμνήσωμεν, διὰ τὴν προσήκουσαν αὐτοῦ ρύθμισιν». Ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, περὶ διαφορᾶς ἀντιλήψεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων πρὸς τὰ ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς. Ὁ εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν Καλαμῶν εἶχε τὴν ἀντίληψιν, βασιζόμενος καὶ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἐπιτίμου εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ κ. Μπουροπούλου, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ὅτι ἡ κοινοποίησις τῶν δικογράφων, τῶν κλήσεων ἢ τῶν κατηγορητηρίων, πρὸς τὰ ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς οἱονδήποτε διοικητὴν ὑπηρεσίας Χωροφυλακῆς. Κατὰ συνέπειαν καὶ εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Διοικήσεως καὶ τὸν Διοικητὴν τῆς Ὑποδιοικήσεως καὶ τὸν Διοικητὴν τοῦ Τμήματος καὶ τὸν Διοικητὴν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Σταθμοῦ. Ἀντιθέτως, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ νομίζω ὁ σημερινὸς εἰσαγγελεύς, ἀπὸ τοῦ 1952 διὰ γνωμοδοτήσεώς του ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως, καθ’ ἣν αἱ κλήσεις καὶ τὰ κατηγορητήρια κοινοποιοῦνται πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Χωροφυλακῆς, ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι μόνον πρὸς τὴν πραγματικὴν Διοίκησιν τῆς Χωροφυλακῆς πρέπει νὰ κοινοποιοῦνται τὰ δικόγραφα καὶ ὅτι, κατὰ συνέπειαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπίδοσις οὔτε πρὸς τὸν διοικητὴν τῆς ὑποδιοικήσεως, οὔτε πρὸς τὸν διοικητὴν τοῦ Ἀστυνομικοῦ Τμήματος. Εἰς τὴν διένεξιν ἐκείνην ἔλαβε μέρος καὶ ἡ Ἀνωτέρα Διοίκησις Χωροφυλακῆς Πελοποννήσου, ἡ ὁποία ἐζήτει ὁδηγίας καὶ ἔλεγεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τί πρέπει νὰ πράξῃ. Θὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ θὰ ἀκολουθήσῃ τὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας τώρα δίδει ὁ Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν Καλαμῶν; Καὶ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον εἶχε τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶχα ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ναυπλίου. Καὶ διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ δὲν ἐζήτουν νὰ μεταβῇ εἰς Καλαμάταν, ἀλλὰ τοῦ ἔλεγα: «Παρακαλοῦμεν, ὅπως λάβητε γνῶσιν καὶ σὺν τῇ ἐπανυποβολῇ ἀναφέρητε τὴν ἐπὶ τοῦ ἀνακύψαντος ζητήματος ὑμετέραν γνώμην, ἵνα μεριμνήσωμεν διὰ τὴν προσήκουσαν αὐτοῦ ρύθμισιν». Εἶχα δὲ ὑπ’ ὄψει μου τότε, διάφορα δημοσιεύματα τῶν ἐφημερίδων. Ἔχω πρόχειρον τὸ δημοσίευμα τοῦ «Ἔθνους», ὅπου γίνεται λόγος μεγάλος καὶ χρησιμοποιοῦνται καὶ ἐκφράσεις λίαν ἐπιτιμητικαὶ διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Χωροφυλακῆς. Ὅτι καθίσταται πλέον ἐμπαιγμὸς ἡ κοινοποίησις τῶν δικογράφων τῶν κλήσεων πρὸς τὰ ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ ρυθμισθῇ.
§125Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ ἄποψις τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν Καλαμῶν, ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν ἀκροαματικὴν διαδικασίαν καὶ ὄχι ἐν προοιμίῳ ἢ κατὰ τὴν προδικασίαν.
§126Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζετε, ὅτι προσθέτει τίποτε ἐὰν ἡ ἄποψις τοῦ Εἰσαγγελέως ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν ἀκροαματικὴν διαδικασίαν.
§127Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐδημιουργήθη ἐρώτησις.
§128Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τί ἀξίαν ἔχει ποὺ διετυπώθη ἡ γνώμη τοῦ Εἰσαγγελέως; Καὶ ἂν διετυπώθη καὶ εἰς ἀκροαματικὴν διαδικασίαν, δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§129Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἔχει.
§130Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σημασίαν ἔχει, τὸ ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαφορά. Κρατήσατε τὴν ἄποψίν σας διὰ λογαριασμόν σας.
§131Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, καὶ νὰ μὲ συγχωρῆτε.
§132Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐγὼ λέγω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζω, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἀφίστανται οὔτε κατὰ κεραίαν τῆς ἀληθείας. Τί ἀποδεικνύεται λοιπόν, κ. συνάδελφε, ἐξ αὐτῶν; Πρῶτον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου δὲν μετέβη εἰς τὰς Καλάμας κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§133Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ διαφωνῶ, κ. Ὑπουργέ, λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ σεῖς ὁ ἴδιος, κατὰ τὴν ἀκρόασιν ποὺ μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ δώσητε εἰς τὸ γραφεῖον σας, εἰς τὰς 2 μ.μ., μοῦ εἴπατε, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν μετέβη εἰς Καλάμας συνεπείᾳ τοῦ Δικονομικοῦ αὐτοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶχε προκύψει, καί, μὲ κατάπληξιν, σᾶς εἶπα: Εἶναι δυνατὸν δι’ ἕνα δικονομικὸν θέμα νὰ ἐπῆγε καὶ νὰ ἐδημιούργησε τόσην φασαρίαν καὶ νὰ σπάσουν τζάμια κλπ.;
§134Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐγὼ σᾶς εἶπον, τί ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ ποῖα ἦσαν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα τὸν ὡδήγησαν εἰς τὴν Καλαμάταν.
§135Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποστηρίζετε, ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ σας μετέβη ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἰς Καλάμας;
§136Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Βεβαίως, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθῶ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν θὰ ἔφευγε. Ἔχω ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ οὗτος τὴν ἔγκρισιν νὰ μεταβῇ πρὸς ἐπιθεώρησιν εἰς ὅλα τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰς Εἰσαγγελίας τῆς περιφερείας του καὶ ὄχι μόνον εἰς τὴν Καλαμάταν. Ἀπεδείχθη, λοιπόν, πρῶτον, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐντολὴ τοῦ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης.
§137Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεδείχθη καθόλου, κ. Ὑπουργέ.
§138Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀπεδείχθη, κ. Κωστόπουλε, πρῶτον, διότι ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῆς 16 Φεβρουαρίου....
§139Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ βάσει τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ μᾶς ὡμιλήσατε καὶ σεῖς, κ. Ὑπουργέ.
§140Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῆς 16ης Φεβρουαρίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς ἐπιθεωρήσεως ὅλων τῶν δικαστικῶν γραφείων τῆς περιφερείας του. Καὶ ὑπάρχει τὸ ἄλλο ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης τῆς 14ης Φεβρουαρίου, τὸ ὁποῖον δὲν ὁμιλεῖ περὶ μεταβάσεως εἰς τὴν Καλαμάταν, ἀλλὰ περὶ ἐλέγχου, περὶ μελέτης τῆς ὑποθέσεως καὶ περὶ ὑποβολῆς τῆς γνώμης του διὰ τὴν προσήκουσαν ρύθμισιν, ὅπως λέγει ρητῶς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο.
§141Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ὑπουργέ, διότι δὲν ἀσκῶ τὴν δικηγορίαν μου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀλλὰ μοῦ εἶναι ἀκατάληπτον τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχει διαφωνία εἰς δύο γνωμοδοτήσεις, μιᾶς τοῦ ἐπιτίμου Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄλλης τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ Εἰσαγγελέως. Καὶ διὰ νὰ λύσητε τὴν διαφορὰν αὐτήν, ἀντὶ νὰ ἀπευθύνητε ἐρώτημα εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἀναθέτετε εἰς τὸν ὑφιστάμενον καὶ τῶν δύο Εἰσαγγελέων, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, νὰ μεταβῇ εἰς Καλαμάταν καὶ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ἐκπλήττομαι καὶ ὁμολογῶ, ὅτι δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατάληπτον.
§142Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἠμπορεῖ νὰ ἐκπλήττεσθε, ἀλλ’ εἰς ἐμὲ δὲν κάμνει ἐντύπωσιν. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διαφορὰ τῶν ἀντιλήψεων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας μεταξὺ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν Καλαμάτας καὶ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ἀνέθεσα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Δὲν εἶχα δικαίωμα οὔτε εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον νὰ προσφύγω διὰ νὰ ἐπιτύχω τὴν γνωμοδότησιν, διότι —δὲν δικηγορεῖτε καὶ δὲν τὸ γνωρίζετε— τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν γνωμοδοτεῖ οὔτε ἐπὶ ἐρωτήματος τοῦ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης, οὔτε οἱουδήποτε ἄλλου. Εἶχα τὸ δικαίωμα ἢ νὰ λύσω μόνος τὸ ζήτημα, ἢ νὰ ἀναθέσω εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ μοῦ ἀναφέρῃ τί συμβαίνει διὰ νὰ δώσω τὴν δέουσαν λύσιν.
§143Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι παρεμβαίνω. Ἀλλ’ ὁ κ. Κωστόπουλος, ἐπειδὴ ἀπὸ μακροῦ δὲν δικηγορεῖ ἴσως νὰ μὴ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλ’ εὔκολον ἦτο νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐφ’ ὅσον, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἴχατε μίαν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ προέκυπτε θέμα περὶ τοῦ τρόπου ἐφαρμογῆς τῶν ἐν τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκτιθεμένων, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔπρεπε νὰ προσφύγητε καὶ ὄχι πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν.
§144Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἴσως δὲν θὰ ἐπρόσεξεν ὁ κ. Λυκουρέζος, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει γνωμοδοτήσει, ὅτι αἱ κοινοποιήσεις πρέπει νὰ γίνωνται μόνον διὰ τῆς διοικήσεως Χωροφυλακῆς. Καὶ ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, μὲ τὸν ὁποῖον συνεζήτησα τὸ θέμα, ὅταν τὸ συνεζήτησα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, εὑρέθη σύμφωνος ἀπολύτως πρὸς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Καὶ μοῦ ἐξήγησεν, ὅτι αἱ κοινοποιήσεις πρέπει νὰ γίνωνται μόνον διὰ τῆς διοικήσεως Χωροφυλακῆς καὶ ὄχι διὰ τῶν ἄλλων ὑφισταμένων μονάδων καὶ ὑπηρεσιῶν. Διότι πρέπει ἡ Διοίκησις τῆς Χωροφυλακῆς νὰ γνωρίζῃ ἐν παντὶ χρόνῳ ποία ἡ δύναμις ἡ παροῦσα, ποῖοι οἱ ἀπόντες καὶ ἐπὶ ποίου ἀριθμοῦ ὀργάνων δύναται νὰ ὑπολογίζῃ. Ἐὰν ἄλλος ἦτο ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐκδώσει τὴν γνωμοδότησιν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανεὶς νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀφοῦ ὅμως ὁ σημερινὸς Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶχε δώσει τὴν γνωμοδότησιν, τί θὰ ἐζήτουν ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου; Νὰ μοῦ ἐπαναλάβῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν εἴπει;
§145Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐφ’ ὅσον εἴχατε γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ὑπάρχει θέμα διὰ τὸν Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης. Αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ εἶναι φυσικὸν νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν γνωμοδότησιν.
§146Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ ἀκριβῶς ἀπέφυγα καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι εὐστόχως τὸ ἀπέφυγα. Σκεφθῆτε, τί θὰ ἐλέγατε σήμερον, ἐὰν ἔλυα μόνος τὸ ζήτημα ἀπευθυνόμενος εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Καλαμάτας καὶ τοῦ ἔλεγον, νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ἐγκύκλιον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰς ἀντιλήψεις του καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἐπιτίμου Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ἡ Διοίκησις Χωροφυλακῆς. Ἀντιλαμβάνεσθε πόσα ἐπιχειρήματα μομφῆς θὰ εἶχε δώσει τοιαύτη ἐνέργεια.
§147Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἀποφύγητε αὐτό, εἴπατε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀντὶ νὰ ἀκούσητε τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀκούσατε τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν.
§148Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπὶ ποίου ζητήματος νὰ ἀκούσω τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀφοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐγγράφως εἶχε γνωμοδοτήσει; Εἶπον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν: «Θὰ ἀποστείλω... (ἀναγινώσκει).....».
§149Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Λυποῦμαι, διότι θὰ ἐπέμβω. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον εἴχατε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ σᾶς ὑπεβλήθη ἀναφορά, διὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, φαντάζομαι, τῆς Διοικήσεως Χωροφυλακῆς, ἐκθετούσης ἄλλας ἀπόψεις, πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔπρεπε νὰ στείλητε τὸν σχετικὸν φάκελλον, ἀντὶ νὰ προκαλέσητε τὴν μετάβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς Καλαμάταν καὶ νὰ δημιουργηθῇ οὕτω ἡ τραγικὴ αὐτὴ παρεξήγησις. Τὸ λυπηρὸν αὐτὸ ἐπεισόδιον, φυσικά, δὲν συμβάλλει εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης.
§150Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι, διότι δὲν συμμερίζομαι αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν. Ἐγὼ ἐνόμιζα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπευθυνθῶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ νὰ στείλω ὅλα τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοῦ γνωρίσῃ τὴν ἀντίληψίν του ἐπὶ τοῦ ὅλου ἀνακύψαντος θέματος. Καὶ ἐπανέρχομαι, κύριοι συνάδελφοι. Ἀπεδείχθη πλήρως, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, μετέβη ἐξ ἰδίας προαιρέσεως.
§151Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τὸ παρανοοῦμεν ἡμεῖς αὐτό, κύριε Ὑπουργέ.
§152Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἠμπορεῖτε νὰ παρανοῆτε. Ἀπεδείχθη ἐπίσης, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἶχε δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἐπιθεώρησιν. Τί ἀκριβῶς ἐγένετο καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐδημιουργήθησαν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἡ ἐρώτησις ἀναφέρει, ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡρισμέναι ἐφημερίδες ἀνέγραψαν σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολήσουν σήμερον τὴν Βουλήν. Θὰ ἀναμείνω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων ἀκριβῶν καὶ ἀναμφισβητήτων. Λέγει, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐρώτησις: «Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης... (ἀναγινώσκει) ....». Κύριοι συνάδελφοι, ἀπορρίπτω μετ’ ἀγανακτήσεως τὴν περίοδον ταύτην τῆς ἐρωτήσεως. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν...
§153Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Λυποῦμαι, κ. Ὑπουργέ, ἐπειδὴ ἐπεκαλέσθητε τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν κατεθέσαμεν, λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ θὰ ἀκούσητε καὶ τὴν ἀπάντησιν.
§154Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Βεβαίως, θὰ τὴν ἀκούσω. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ ποῦ ἄρα γε προκύπτει, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου μετέβη εἰς τὴν Καλαμάταν, διὰ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰς ἐκεῖ ἐκκρεμούσας δίκας διαφόρων ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς, κατηγορουμένων δι’ ἐκλογικὰς παραβάσεις; Καὶ διερωτῶμαι, κύριοι συνάδελφοι, πῶς περιλαμβάνεται τοιαύτη φράσις εἰς ἔγγραφον ἀπευθυνόμενον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μάλιστα ὑπογεγραμμένον ὑπὸ διακεκριμένων νομικῶν; Πόθεν ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν μετέβη εἰς τὴν Καλαμάταν διὰ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰς δικογραφίας τῶν ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ συνεχίζει ἡ ἐρώτησις: «...ἡ αἰφνιδία αὐτὴ μετάβασις τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ... (ἀναγινώσκει) ...». Καὶ διερωτῶμαι καὶ πάλιν, κύριοι συνάδελφοι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνάγητε τὰ συμπεράσματα, ὅτι ἡ μετάβασις τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς τὴν Καλαμάταν καὶ αἱ ζωηραὶ συζητήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν μεταξὺ τῶν δύο Εἰσαγγελέων, ἀποδεικνύουν ἀπόπειραν παρεμβάσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης; Μήπως τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐγγυᾶται μόνον ὁ Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν, εἶναι δὲ ἐχθρὸς αὐτῆς ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν; Καὶ πρέπει νὰ ἐγείρωνται ὁδοφράγματα, ὅταν πηγαίνῃ πρὸς ἐπιθεώρησιν ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἵνα μὴ ἐπηρεάσῃ τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης; Αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται εἰς ἄλλας αἰθούσας, νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀκούωνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ μετάβασις τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς οἱανδήποτε πόλιν ἢ περιφέρειαν νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπηρεασμοῦ τοῦ ἔργου τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω δώσει δείγματα τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μου καὶ ἀνέμενα ἀπὸ τοὺς συναδέλφους, μὲ τοὺς ὁποίους ἔχω συνεργασθῆ ἐπὶ τόσα ἔτη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ συνδυάσουν τὴν μετάβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καθ’ ὃν χρόνον διευθύνω ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον, μὲ οἱανδήποτε κυβερνητικὴν προσπάθειαν ἐπηρεασμοῦ τοῦ ἔργου τῆς Δικαιοσύνης. Σᾶς ἀνέγνωσα τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 63.
§155Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ...
§156Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιτρέψητε τὴν διακοπήν. Σεῖς ἐδώσατε τὴν εὐκαιρίαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ δείξητε μικρὰν ἀκόμη ὑπομονήν.
§157Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Ἐδῶ κάματε ἀπόψε Κορινθιακο– Μεσσηνιακὸν πόλεμον.
§158Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Παρ’ ὀλίγον νὰ προκαλέσητε σεῖς, πόλεμον Κορινθιακόν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὅπως καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης Ἐπιθεωρητής, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐν παντὶ χρόνῳ, νὰ μεταβαίνῃ πρὸς ἐπιθεώρησιν, ὑποχρεούμενος νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης καὶ ὄχι τὸν Εἰσαγγελέα Ἀρείου Πάγου. Διότι —λέγετε— πὼς μετέχει ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§159Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ ἡ ἐρώτησίς μας.
§160Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διατὶ πειράζεσθε; Ἐπαναλαμβάνω, ἡ νομοθεσία ἀξιοῖ νὰ εἰδοποιηθῇ μόνον ὁ Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης. Δὲν ἐπιβάλλει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν εἰδοποιήσεως ἢ λήψεως ἀδείας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἀρείου Πάγου. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω καὶ κἄτι ἄλλο.
§161Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Νομικὸν φροντιστήριον θὰ κάμωμεν ἀπόψε;
§162Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 70 τοῦ ἰδίου κώδικος λέγει: «Ὁ Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης δύναται νὰ ἀναθέτῃ τὴν ἐν γένει διοικητικὴν ἀνάκρισιν... (ἀναγινώσκει)...». Κύριοι συνάδελφοι, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 70, ἐπιτρέπει εἰς τὸν Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα Ἀρείου Πάγου, νὰ δίδῃ παραγγελίαν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν ἢ καὶ εἰς τὸν Ἀρεοπαγίτην Ἐπιθεωρητὴν πρὸς ἐπιθεώρησιν ἢ διενέργειαν διοικητικῆς ἐξετάσεως. Ἢ μήπως νομίζετε, ὅτι ἐὰν ἤθελα νὰ στείλω τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν δὲν θὰ ἔκαμα χρῆσιν τῆς διατάξεως αὐτῆς; Καὶ διὰ νὰ μὴ σᾶς μείνῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι τὸ πράγματι συμβάν, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω, ὅτι ἔχω ἀπευθυνθῆ ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου δι’ ἐμπιστευτικοῦ ἐγγράφου πρὸς τὸν Ἐπιθεωρητὴν Ἀρεοπαγίτην τῆς Βʹ Περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν περιλαμβάνεται καὶ ἡ Μεσσηνία. Καὶ διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τοῦ ἐμπιστευτικοῦ ἐγγράφου, τὸν παρακαλῶ νὰ μεταβῇ εἰς Καλαμάταν διὰ νὰ προβῇ εἰς διοικητικὴν ἐξέτασιν.
§163Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ὑπερβολικὴ δραστηριότης, γύρω ἀπὸ τὴν Καλαμάταν.
§164Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τί ἔκαμον ὡς Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης; Ἐχρησιμοποίησα τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μοῦ παρέχει ὁ νόμος καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ καὶ ὑποχρέωσιν διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Δικαιοσύνης. Διότι, δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ εἶναι καὶ ὑποχρέωσίς του νὰ παρακολουθῇ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργάζονται αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί. Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἔχω παραγγείλει εἰς τὸν Ἐπιθεωρητὴν Ἀρεοπαγίτην νὰ μεταβῇ πρὸς ἐπιθεώρησιν...
§165Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τὸ ἐκάματε αὐτὸ καὶ διὰ τὰς ἄλλας περιφερείας;
§166Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Παπασταύρου, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ξενίζεσθε. Ὅσον καὶ ἐὰν εἶναι προσβλητικὴ ἡ ἔκφρασις τὴν ὁποίαν περιέχει ὁ ἰσχυρισμός σας καὶ ὅσον καὶ ἐὰν εἶναι ὑποτιμητικὴ διὰ τὸ ἔργον μου, θὰ ἀπαντήσω ὄχι εἰς ὑμᾶς, ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὴν Κοινὴν Γνώμην. Διότι σεῖς μὲ ἐρωτᾶτε, τὸ ἐκάματε καὶ ἀλλοῦ, βέβαιος ὅτι δὲν τὸ ἔκαμα, ἀλλὰ τὸ ἐζήτησα ἐκεῖ, διὰ λόγους ὑπόπτους. Θὰ ἀπαντήσω, λοιπόν, πληροφορῶν, ὅτι ἔχω ζητήσει μετάβασιν καὶ εἰς ἄλλην περιφέρειαν Ἐπιθεωρητοῦ. Καὶ θὰ ζητήσω τοιαύτην ἔρευναν, ὅπου τὴν θεωρῶ ἐπιβεβλημένην. Διότι δὲν θὰ ἤμουν ἄξιος τῆς ἀποστολῆς μου, ἐὰν δὲν ἐλάμβανα ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μοῦ παρέχει ὁ νόμος, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ εὔρυθμος λειτουργία τῶν Δικαστικῶν Ὑπηρεσιῶν.
§167Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἄρα, νοσεῖ ἡ Δικαιοσύνη.
§168Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας, νομίζῃ, ὅτι αὐτὸ σημαίνει ὅτι νοσεῖ ἡ Δικαιοσύνη, εἶναι δικαίωμά του. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Δικαιοσύνης ἀποδεικνύει τὴν ὑγείαν τοῦ Σώματος καὶ ὅτι ἡ παρακολούθησις εἶναι προωρισμένη νὰ ἐξασφαλίσῃ ἀκριβῶς τὴν ὑγείαν τοῦ Σώματος. Κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμιζα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ θέμα τοῦτο. Λυποῦμαι πολύ, διότι ἡ θέσις μου δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ εἴπω περισσότερα. Εὔχομαι νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κἂν ἀνάγκη μεταβάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς τὴν Καλαμάταν. Εὔχομαι νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ ζωηραὶ συζητήσεις εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν ἀφοροῦν τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ θὰ ἤμουν εὐτυχὴς ἐὰν τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως καὶ ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία θὰ μοῦ ὑποβληθῇ θὰ μοῦ παράσχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ δώσω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα).
§169Α. ΑΓΓΕΛΟΥΣΗΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὰς μακροσκελεῖς διακοπὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν κ. συναδέλφων, πιστεύω, ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ τερματίσω τὴν ὁμιλίαν μου. Συνεχίζω, λοιπόν, καὶ λέγω, ὅτι ἐξηκολούθησεν ἡ κατάστασις αὐτὴ συνεχῶς καὶ μὲ τὸν ἴδιον ρυθμὸν καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὴν ἐπιστολῆς ἑνὸς χωρικοῦ ἀγραμμάτου τοῦ χωρίου Σκοπιᾶς, ὁ ὁποῖος ζῇ καὶ ἀντελήφθη πῶς ἔχουν εἰς τὴν πραγματικότητα τὰ πράγματα. Εἶναι γραμμένη ἀπὸ τὰς 10 Νοεμβρίου καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: «... (ἀναγινώσκει) ...». Βλέπετε, λοιπόν, ποία τρομοκρατία ὑπῆρχεν. Αὐτοκίνητα μὲ ἀξιωματικοὺς τῶν Τ.Ε.Α. ἐσκορποῦσαν ἔντυπα εἰς τοὺς δρόμους τῶν χωριῶν καὶ κατέβαζον τὰς φωτογραφίας τῶν Ἀρχηγῶν τοῦ Κέντρου, ἐνῷ ἀντιθέτως ἐφρούρουν τὰς φωτογραφίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. διὰ νὰ μὴ τὰς καταστρέψῃ κανείς. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ εἰς τὰς πόλεις. Ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, συμβαίνουν τοιαῦτα γεγονότα στυγνῆς βίας, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπηρεάσουν τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἕνας ἐργάτης, προκειμένου νὰ ἐργασθῇ θὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ σημείωμα, ἀπὸ τὰ γραφεῖα τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀπὸ τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον ἢ ἀπὸ γραφεῖον οἱουδήποτε πολιτευομένου τῆς Ε.Ρ.Ε. Μάλιστα ὑπάρχει ὑπάλληλος εἰς τὰς Σέρρας, ὁ ὁποῖος ἠλέγχθη ἀπὸ τὸν προϊστάμενόν του, διότι ὑπέκυπτεν εἰς πολιτικὰς πιέσεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁλόκληρος ἡ Χωροφυλακή, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν νὰ εἶναι Χωροφυλακὴ τοῦ Κράτους καὶ ὄχι τοῦ Κόμματος, ὁλόκληρος ὁ Στρατός, ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποκύψουν. Διότι ἐὰν δὲν ὑπέκυπτον, ἐγνώριζον μετ’ οὐ πολύ, ὅτι δὲν θὰ εὑρίσκοντο εἰς τὰς τάξεις τοῦ Στρατοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ψέγομεν, οὔτε τὸν Στρατόν, οὔτε τὴν Χωροφυλακήν, διότι εἶναι ἄνθρωποι καὶ αὐτοὶ καὶ ὑπέκυψαν εἰς τὴν βίαν, ὅπως ὑπέκυψεν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Δὲν ἐπιθυμοῦμεν, ὅμως, νὰ νομισθῇ, ὅτι ἡμεῖς ἐρχόμενοι εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ εἴμεθα οἱ διῶκται τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀντιθέτως θὰ εἴμεθα οἱ προστάται καὶ οἱ ὑποστηρικταί των. Ἰσχυρίζεται ἡ Ε.Ρ.Ε. ὅτι ὑπάρχει Δημοκρατία εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐπειδὴ δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν ἐλευθέρως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ὁ μανδύας διὰ νὰ καλύψουν τὴν δικτατορίαν των. Πηγαίνετε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ὕπαιθρον, διὰ νὰ ἴδητε ἐὰν εἶναι δυνατὸν κανεὶς νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις του ἐλευθέρως. Καὶ ἰδιαιτέρως ὅταν τις εἶναι ἐπαγγελματίας, ἐὰν δὲν παίρνῃ ἀνοικτὰ τὴν θέσιν ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶναι καταδικασμένος. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Δημοκρατία δὲν ἐκφράζεται μόνον μὲ τὰς σκέψεις, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν ἔργων. Ποῦ εἶναι ἡ Κοινωνικὴ Δικαιοσύνη; Ποῦ εἶναι ἡ ἐλευθερία; Ποῦ εἶναι τὸ κράτος δικαίου; Ποῦ εἶναι ἡ προστασία τῶν πενεστέρων τάξεων; Γνωρίζετε, ὅτι ὑπὸ τὸ σημερινὸν καθεστὼς δὲν δύναται νὰ ἐπιλυθῇ κανὲν θέμα τῶν πολιτῶν, ἐὰν δὲν μεσολαβήσῃ παράγων τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Ἀπόδειξις ὅλων αὐτῶν εἶναι, ὅτι καθημερινῶς κατακλύζουν τὰ γραφεῖα μας διαμαρτυρόμενοι πολῖται, διότι ἠδικήθησαν καὶ ἀπόδειξις ἐπίσης εἶναι, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν προλαμβάνει τὴν ἐκδίκασιν αἰτήσεων ἀκυρώσεως ἀποφάσεων τῆς Διοικήσεως. Ἑβδομῆντα δὲ τοῖς ἑκατὸν τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι προσφεύγουν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εὑρίσκουν δίκαιον. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡ διοίκησις περιῆλθεν εἰς μίαν σῆψιν, διὰ τὴν ὁποίαν εὐθύνονται οἱ κυβερνῶντες ἀπὸ τὸ 1955 καὶ ἐντεῦθεν καὶ ὡς ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν ἔχομεν ἀντὶ τῆς ἐξαγωγῆς γεωργικῶν προϊόντων, τὴν ἐξαγωγὴν ἀνθρώπων. Νέοι ἐξαναγκάζονται νὰ φύγουν εἰς τὴν ξένην διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ μέσα συντηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν των. Ἡ ἀνεργία εἰς τὸν τόπον αὐξάνει καὶ σειρὰν ἀπεργιῶν, εἴχομεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ὅταν ἐδημιουργήθη ἡ Ἕνωσις Κέντρου, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἀπελευθερωθῇ καὶ νὰ ἴδῃ καλυτέρας ἡμέρας. Καὶ ὅμως, ὑπέκυψεν εἰς τὴν βίαν. Ὑπάρχουν, ὅμως, κύριοι βουλευταί, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀγωνισθοῦν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Δὲν ζητοῦμεν τὴν παραπομπὴν τῶν μελῶν τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ δημιουργήσωμεν πράγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ζητοῦμεν τὴν παραπομπήν, διὰ νὰ γνωρίζῃ εἰς τὸ μέλλον ὁ καθείς, ὅστις ἀναλαμβάνει ὕπατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀτιμωρητὶ νὰ παραβιάζῃ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Ἡ Δημοκρατία θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ λίκνον της, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. τὴν ἀπεμάκρυνε.
§170Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Βασιλᾶτος, κατὰ τὴν πρὸ ὀλίγου ἀγόρευσίν του, διετύπωσε δύο κατηγορίας ἐναντίον τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ Χωροφυλακῆς. Ἡ πρώτη κατηγορία συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς Χωροφυλακῆς ὑπεσχέθη εἰς συγκέντρωσιν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς οἰκονομικὰ ὀφέλη ὡς ἐκπρόσωπος δῆθεν ἢ κατ’ ἐντολὴν τοῦ κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε. Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἐγὼ βεβαιῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι τοιαύτη ὑπόσχεσις οὐδέποτε ἐδόθη ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ἐν τούτοις εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Βασιλάτου ἔγκειται νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἀληθὲς τοῦ λόγου του. Δευτέρα κατηγορία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βασιλᾶτος διετύπωσεν ἐναντίον τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς εἶναι, ὅτι διέταξε τοὺς χωροφύλακας νὰ ψηφίσουν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δημιουργῇ σχόλια. Καὶ ἐνῷ αὐτὸ εἶναι ὑπὲρ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τῆς Βʹ Περιφερείας Ἀθηνῶν τὸ ἐχαρακτήρισε κατὰ τὴν ἰδικήν του ἄποψιν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐπιβαρυντικὸν διὰ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς. Πρόκειται ἀσφαλῶς περὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7)44)11 κλπ. διαταγῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ Χωροφυλακῆς τῆς 27.10.61, ἡ ὁποία ἔχει οὕτω: «Λόγῳ βουλευτικῶν ἐκλογῶν ... (ἀναγινώσκει) ...». Καὶ ἡ τελευταία παράγραφος, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος κ. Βασιλᾶτος «οἱ ψηφίζοντες βάσει καταστάσεων ὁδηγηθῶσιν εἰς ἐκλογικὰ τμήματα κατὰ τρόπον μὴ δημιουργοῦντα σχόλιον». Τί θὰ ἦτο δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δημιουργήσῃ σχόλιον; Ἂν οἱ ἄνδρες τῆς Χωροφυλακῆς μετέβαινον νὰ ψηφίσουν ἢ ὁμαδικῶς ἢ συντεταγμένοι. Διατὶ αὐτὴ ἡ πρόνοια τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς νὰ συνιστᾷ διὰ διαταγῆς του νὰ ληφθῇ μέριμνα νὰ ψηφίσουν οἱ χωροφύλακες χωρὶς νὰ γίνωνται ἀφορμὴ σχολίων ἢ θορύβου, διατὶ χαρακτηρίζεται, ὅτι εἶναι εἰς βάρος τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ δὲν εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ; Πιστεύω, λοιπόν, ἀπολύτως, ὅτι ἡ παράγραφος αὐτὴ ἡ τελευταία εἶναι μία ἀντικειμενικὴ σύστασις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς. Πέραν τούτου, δὲν ἀνέφερεν ὁ κ. Βασιλᾶτος —ἴσως δὲν τὸ ἐγνώριζεν— ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς ἀπὸ τῆς 3.10.61 ἐξέδωκε διαταγὴν πρὸς τοὺς ὁπλίτας καὶ ἀξιωματικοὺς Χωροφυλακῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλεγεν, ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη ἡ Χωροφυλακὴ νὰ φερθῇ κατὰ ἀπολύτως ἀντικειμενικὸν τρόπον πρὸς τὰ κόμματα. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα μόνον τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. Βασιλᾶτος, ἠθέλησα νὰ ἱκανοποιήσω ἐπιθυμίαν, παράπονον, ἔλεγχον, ἂν θέλετε, τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Στεφανίδη, ὁ ὁποῖος εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν μὲ κατηγόρησεν ἢ μὲ ἤλεγξεν, ἂν θέλετε, ὅτι δὲν παρίσταμαι εἰς ὅλας τὰς συνεδριάσεις διὰ νὰ δίδω ἀπάντησιν εἰς τὰς αἰτιάσεις, τὰς κατηγορίας ἐναντίον τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας. Ἱκανοποιῶν λοιπὸν τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ συμπαθοῦς συναδέλφου κ. Στεφανίδη εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅλας σχεδὸν ἢ εἰς τὸ σύνολον τῶν αἰτιάσεων, τὰς ὁποίας ἔθιξεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος. Διὰ μὲν τὴν περίπτωσιν τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ κ. Σταθμάρχου Στροφυλίας ἔδωσα πλήρη ἀπάντησιν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ δὲν θὰ ἐπανέλθω. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰς λοιπὰς περιπτώσεις. Ὁ κ. Στεφανίδης περὶ ὅλων σχεδὸν αὐτῶν εἶχεν ἀναφερθῆ τηλεγραφικῶς εἰς τὸν κ. Ὑφυπουργὸν Ἀσφαλείας κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον καὶ εἶχε διενεργηθῆ ἔκτοτε ἐξέτασις καὶ ἔρευνα καὶ βάσει τῶν στοιχείων αὐτῶν ἀπαντῶ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης κατηγορίας. Ἀνέφερεν ὁ κ. Στεφανίδης, ὅτι ὁ Διοικητὴς τοῦ Σ. Χ. Αὐλωναρίου–Καρυστίας Ἐνωμοτάρχης Βασιλείου Χρῆστος, ἐκάλει δημοκρατικοὺς πολίτας καὶ τὸν ὀπαδὸν τοῦ Κέντρου ἀνάπηρον τοῦ Ἀλβανικοῦ Πολέμου Λεωνίδαν Γκότσην, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤσκει πίεσιν νὰ ψηφίσουν τὴν Ε.Ρ.Ε. Ἐν ἀρνήσει τοῦ ἀνωτέρω Γκότση ἐκακοποιήθη οὗτος, συνταχθείσης καὶ σχετικῆς ἐκθέσεως ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ κ. Σγουροῦ, ἐκάλεσε τὸν ἀνωτέρω τὴν 23ην Ὀκτωβρίου 1961 καὶ τοῦ συνέστησε νὰ ἀποφεύγῃ τὴν πρόκλησιν ἐπεισοδίων δοθέντος, ὅτι οὗτος ἐφέρετο προκλητικῶς. Ὁ ἴδιος ἐξεταζόμενος παρὰ τοῦ Διοικητοῦ Χωροφυλακῆς Εὐβοίας ἀνέφερεν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε. καὶ ὅτι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ ὀπαδὸς τοῦ Κέντρου καὶ ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς 1958 ἐψήφισε τὸν τέως Ὑπουργὸν κ. Βογιατζῆν εἰς δὲ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 61 τὸν κ. Κακαρᾶν. Ἡ σύστασις, ὅπως βλέπετε, γίνεται πρὸς ὀπαδὸν τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ δὲν ξεύρω πῶς τὸν ἐστρατολόγησεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος. Πιθανώτατα ἄλλος νὰ τοῦ τὸν συνέστησε, καὶ εὑρῆκε, ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἐμφανίσῃ ὡς ἀδικημένον ὀπαδὸν τοῦ Κέντρου. Ἀνέφερεν ἐπίσης, ὅτι παρ’ οὐδενὸς ἰατροῦ ἐξητάσθη καὶ παρ’ οὐδενὸς ἐκακοποιήθη. Δευτέρα περίπτωσις, ἰσχυρίσθη, ὅτι εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Ὑποδ)σεως Χωροφυλακῆς Λίμνης Εὐβοίας, «ἐκαλοῦντο πολῖται τῆς περιοχῆς ὑπὸ τοῦ ποικιλοτρόπως ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε. δράσαντος Μοιράρχου Ντόκου, ὅστις διὰ τὴν δρᾶσιν του ταύτην, ἠμείφθη τοποθετηθεὶς ὡς Διοικητὴς Ψυχικοῦ». Ἐπροτάθη ὁ Μοίραρχος Ντόκος πρὸς μετάθεσιν, διὰ λόγους ὑγείας τῆς συζύγου του κατὰ τὸν Αὔγουστον 1961, ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου κ. Καλαντζῆ ἡ διαταγὴ εἰς τὰς 16 Σεπτεμβρίου 1961 καὶ δὲν ἐξετελέσθη, διότι λόγῳ τῶν ἐκλογῶν, ἀνεστάλησαν ὅλαι αἱ μεταθέσεις τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας. Ἀνέφερεν ἐπὶ πλέον ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι κἄποιος Ἀρβανίτης ἢ κἄποιος Καρατζᾶς Περικλῆς τοῦ ἀνέφερον, ὅτι τοὺς ἐκακοποίησαν· ἡ ἀπόδειξις τῶν πραγμάτων συνίσταται εἰς τὸ ἑξῆς: Περικλῆς Καρατζᾶς, λέγει εἰς τὴν κατάθεσίν του, εἶναι ἀναληθέστατον, ὅτι ἐκλήθην καὶ ἐδάρην ὑπὸ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ Χωροφυλακῆς Λίμνης Εὐβοίας. Κατὰ τὰς προπαρελθούσας ἐκλογάς, πράγματι, ἦτο ὀπαδὸς τοῦ ΠΑΜΕ καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς, ἐψήφισε τὸν κ. Στεφανίδην καὶ διὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐξετίμησεν ἀπολύτως ὁ κ. Ὑποδιοικητὴς Χωροφυλακῆς τὸν συνεχάρη. Περίπτωσις Ἀρβανίτου, κατοίκου Λίμνης Εὐβοίας, παρ’ οὐδενὸς ἠπειλήθη ποτὲ διὰ τὰς πολιτικάς του ἀντιλήψεις. Διατηρεῖ ἑστιατόριον καὶ ἐμηνύθη ἐπανειλημμένως λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ ἑστιατόριόν του, ἦτο ἀκάθαρτον καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ἦτο ράθυμος ἐπαγγελματίας, ἔκλεισε τὸ ἑστιατόριόν του. Καὶ ἐπειδὴ ἤκουσα τὴν κ. Σβώλου κἄπως νὰ διαμαρτύρεται, θὰ τὴν ἱκανοποιήσω μὲ τὸ νὰ τὴν πληροφορήσω, ὅτι ἄλλος ἐν ἐκτοπίσει εὑρισκόμενος ἑστιάτωρ ἐξακολουθεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Χωροφυλακῆς ἐκεῖ νὰ ἀσκῇ ἄριστα τὸ ἐπάγγελμά του, διότι εἶναι καλὸς ἐπαγγελματίας καὶ καθαρὸς ἑστιάτωρ. Δὲν ἐκλείσθη, ὅπως θὰ ἐλέγατε, διότι ἦτο ὀπαδὸς τοῦ κ. Στεφανίδη, ὁ Ἀρβανίτης, ἀλλά, διότι ἦτο ἀκάθαρτος ἑστιάτωρ.
§171Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Δὲν ἠξεύρω τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἠξεύρω πολλὲς ἄλλες.
§172Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Ἀνεφέρατε καὶ τὸν ἰατρὸν Μαντζῶρον. Ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἰατροῦ Μαντζώρου, προέκυψεν, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν, παρουσιάσθη εἰς τὴν Ἀστυνομίαν Λίμνης ὁ ἰδιώτης Παρθένης ἢ Εὐσταθίου Δημήτριος, κάτοικος Λίμνης, ὁ ὁποῖος παρεπονέθη ἐναντίον τοῦ ἐν λόγῳ ἰατροῦ, διότι δὲν τοῦ ἐξέδιδε βεβαίωσιν, πιστοποιοῦσαν, ὅτι ἡ σύζυγός του ἦτο ἀσθενὴς καὶ κλινήρης, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τυχὸν ποινικὴν δίωξίν της, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἐψήφιζε συνεπείᾳ τῆς ἀσθενείας της. Κατόπιν τῆς διαμαρτυρίας ταύτης, ἐκλήθη ὁ ἰατρὸς Μαντζῶρος καὶ τῷ συνεστήθη ἁπλῶς, ἐφ’ ὅσον οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ παραπονουμένου Παρθένη ἦσαν ἀληθεῖς, νὰ ἐχορήγει τὴν αἰτουμένην βεβαίωσιν. Οὐδὲν πλέον τούτων ἔλαβε χώραν, πολλῷ δὲ μᾶλλον, δὲν ἐκρατήθη, διότι οὐδεὶς λόγος πρὸς τοῦτο συνέτρεχε, παρέμεινε δέ, εἰς τὸ Ἀστυνομικὸν Κατάστημα ἐπὶ 5′ λεπτὰ τῆς ὥρας μόνον. Ἰσχυρίσθη ἐπίσης, ὅτι εἰς τὸν Σταθμὸν Χωροφυλακῆς Καλημεριάνων–Καρυστίας ἐτοποθετήθη ὁ Ἐνωμοτάρχης Ζαχαρίου Γεώργιος, κουμπάρος τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας κ. Βογιατζῆ, ὅστις περιήρχετο τὰ χωρία τῆς περιοχῆς, διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα τῶν πολιτῶν ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε. καί, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν ἐπέβη ἑνὸς αὐτοκινήτου σημαιοστολίστου τῆς Ε.Ρ.Ε., τὸ ὁποῖον ἐτέθη προφανῶς εἰς τὴν διάθεσίν του ἀπὸ τὸ Κόμμα, διὰ τὸν αὐτὸν σκοπόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἰσχυρισμοῦ τοῦ κ. Στεφανίδη ἀναφέρεται, ὅτι ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐξετάσεως οὐδὲν προέκυψε, πολλῷ δὲ μᾶλλον, διότι αἱ ἀποδοθεῖσαι κατηγορίαι εἶναι ἀόριστοι. Ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν τῆς χρησιμοποιήσεως δῆθεν κομματικοῦ αὐτοκινήτου, ἐκ τῆς ἰδίας ἐξετάσεως προέκυψεν, ὅτι, τὴν 29.10.1961, ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν, διήρχετο ἐκ τῆς ἕδρας τοῦ Σταθμοῦ Χωροφυλακῆς Καλημεριάνων τὸ ὑπ’ ἀριθ. Α—88459 Δ.Χ. ἀγοραῖον αὐτοκίνητον, ὁδηγούμενον ὑπὸ τοῦ Ἀναστασίου Ἀχλιοῦ, κατοίκου Καλημεριάνων, προερχόμενον ἐξ Ἀθηνῶν καὶ κατευθυνόμενον πρὸς τὸ χωρίον Βίταλο, μέσῳ τοῦ χωρίου Πύργου. Τὸν ὁδηγὸν τοῦ αὐτοκινήτου παρεκάλεσεν ὁ Ἐνωμοτάρχης νὰ τὸν δεχθῇ καὶ τὸν μεταφέρῃ εἰς Πύργον, ὅπου κατὰ πληροφορίας του, λόγῳ μεταβάσεως ὑποψηφίου βουλευτοῦ ΠΑΜΕ Καπνίση Νότη, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐπισυμβοῦν ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ προλάβῃ. Ἐπίσης, προέκυψεν, ὅτι τὸ ἀνωτέρω αὐτοκίνητον δὲν ἔφερεν ἐπικεκολλημένην ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία φωτογραφίαν ὑποψηφίου, ἀλλὰ μόνον μίαν μικρὰν Ἑλληνικὴν σημαίαν εἰς τὸ ἐμπρόσθιον μέρος καὶ εἰς τὴν συνήθη θέσιν της, ἡ ὁποία προφανῶς ἀπέμεινε λόγῳ τοῦ προηγηθέντος ἑορτασμοῦ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου, τὰ περὶ συνεχίσεως δὲ τῆς περιοδείας καὶ ἐνεργείας προπαγάνδας ἐκ μέρους τοῦ ἐν λόγῳ Ἐνωμοτάρχου εἰς τὰ χωρία Μελετιάνοι καὶ Βίαλον, ἐλέγχονται ὡς ἀνακριβῆ. Τετάρτη περίπτωσις. Ἰσχυρίσθητε, ὅτι ὁ Ἀνθυπασπιστὴς Χωροφυλακῆς Κατσαρός, Διοικητὴς τοῦ Σταθμοῦ Χωροφυλακῆς Σκύρου, ἔκαμε πᾶν τὸ δυνατὸν ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν καταγγελιῶν διετάχθη ἔρευνα, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψαν τὰ ἑξῆς: Ἐπ’ αὐτοῦ, κατόπιν τῆς σχετικῆς τηλεγραφικῆς διαμαρτυρίας τοῦ κ. Στεφανίδη ἀπὸ 16.10.1961, διετάχθη ἔρευνα, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψεν, ὅτι, ὁ κ. Στεφανίδης μεταβὰς εἰς Σκῦρον τὴν 15.10.1961, δι’ ἐκφώνησιν προεκλογικοῦ πολιτικοῦ λόγου, ἐζήτησε δὶς ἅμα τῇ ἀφίξει του καὶ πρὸ τῆς ὁμιλίας του, ἀπὸ τὸν Ἀνθυπασπιστὴν Σταθμάρχην Κατσαρὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν κωδώνων ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς νήσου Σκύρου, πρὸς ἀναγγελίαν τῆς ἀφίξεώς του καὶ τῆς ὁμιλίας του. Εἰς ἄρνησιν τοῦ ἀνωτέρω Ἀνθυπασπιστοῦ, προφανῶς χολωθεὶς οὗτος, κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν ὁμιλίαν του κατεφέρθη ἐναντίον τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ καὶ τῶν Ἀξιωματικῶν Διοικητῶν τῆς Ὑποδιοικήσεως Χωροφυλακῆς Κύμης καὶ Λίμνης, δι’ ἀορίστων καταγγελιῶν καὶ ἐνεφάνισε τούτους ὡς προπαγανδίζοντας δῆθεν ὑπὲρ τῆς ΕΡΕ.
§173Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Βεβαιοῦται, ὅτι ἐστάλη τηλεγράφημα διαμαρτυρίας, διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ποὺ ἀνεγνώσατε, εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς κατασχέσεως τῶν ψηφοδελτίων Σκύρου;
§174Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Θὰ ψάξω καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§175Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἰσχυρίζεσθε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ βεβαιώνετε κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐγώ, ἐκ τῆς περιφερείας ὅπου περιώδευον διεμαρτυρήθην: Σᾶς δηλῶ, ὅτι τὸ περιστατικὸν αὐτὸ ἐκ τῶν ὑστέρων, μετὰ τὰς ἐκλογάς, τὸ ἐπληροφορήθην καὶ δὲν τὸ κατήγγειλα παρὰ μόνον, διὰ πρώτην φορὰν προχθὲς εἰς τὴν ὁμιλίαν μου. Πῶς δημιουργεῖτε τοιαύτην ἐντύπωσιν; Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς ποὺ κατέχετε ἀνωτάτην θέσιν ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, νὰ παρέχητε διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατόπιν καταγγελιῶν μου διεξήχθη ἀνάκρισις, καὶ ἀνεφέρατε εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως. Σᾶς δηλῶ, ὅτι δὲν ἔγινε ἐπ’ αὐτοῦ καμμία ἀπολύτως καταγγελία. Πῶς, κ. Ὑφυπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τολμᾶτε καὶ ἰσχυρίζεσθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀνακοινώνετε πόρισμα ἀνακρίσεως ἀνυπάρκτου; Οὐδέποτε ἐγένετο καταγγελία τηλεγραφικῶς ἢ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον καὶ προφορικῶς.
§176Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἀναγνώσω τινὰ ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων σας, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐδῶ.
§177Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχετε βαρεῖαν εὐθύνην.
§178Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Ἴσως νὰ εἶναι λανθασμένα. Περιμένετε ν’ ἀκούσητε.
§179Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὑπάρχουν ἄλλαι καταγγελίαι, ἀλλὰ διὰ τὴν περίπτωσιν τὴν συγκεκριμένην τῆς Λίμνης, ὄχι. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκαλέσατε εἰς τὸ τηλέφωνον τὸν ἤδη εἰς Ψυχικὸν ὑπηρετοῦντα Μοίραρχον Ντόκον καὶ τοῦ ἐζητήσατε πληροφορίας καὶ τὰς ἔδωσεν. Ἀλλὰ νὰ ἰσχυρίζεσθε εἰς τὴν Βουλὴν ὑπεύθυνος Ὑπουργός, ὅτι διεξηγάγατε ἀνακρίσεις καὶ ἀνακοινώνετε εἰς τὴν Βουλὴν πόρισμα ἐπὶ ἀνυπάρκτων καταγγελιῶν οὐδέποτε ὑποβληθεισῶν, εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ τὸν ἐντονώτερον τρόπον, δι’ αὐτὴν τὴν ἀσέβειαν πρὸς τὸ Σῶμα.
§180Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Εἶπον, ὅτι εἶναι τηλεγραφικαὶ καταγγελίαι κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον καὶ εἶχε διαταχθῆ ἐξέτασις, τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας ἀναγινώσκω. Αὐτὸ εἶπον ἐγὼ καὶ σεῖς λέγετε ἄλλα ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶπον ἐγώ.
§181Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἔχετε βαρεῖαν εὐθύνην.
§182Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Τὴν φέρω τὴν εὐθύνην, δὲν θὰ μοῦ ὑποδείξητε σεῖς τί θὰ κάμω.
§183Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διερωτῶμαι ἐὰν ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς Ἕλλην εἰς Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐτόλμησε νὰ ἰσχυρισθῇ ψευδῶς, ὅτι ἔκαμεν ἀνακρίσεις καὶ νὰ ἀνακοινώνῃ τὸ πόρισμα.
§184Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Νὰ ἀνακαλέσητε ἀμέσως.
§185Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὶ νὰ ἀνακαλέσῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν καταγγελίαι; Θὰ εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ συστήσω εἰς τὸν συνάδελφον νὰ ἀνακαλέσῃ, ἐὰν ἐξακριβωθῇ, ὅτι ὑπάρχουν καταγγελίαι. Ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν καταγγελίαι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ τίποτε ἄλλο.
§186Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Ἀφοῦ παρενέβητε ὡς κηδεμὼν εἰς τὴν ὑπόθεσιν, κ. Κωστόπουλε, εἶπον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ ὅσα ἀνέφερον εἶναι ἐξ ἐξετάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τηλεγραφικῶν του διαμαρτυριῶν, κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον. Ἐγὼ ὡμίλησα μὲ πλήρη τιμὴν πρὸς σᾶς, καὶ σεῖς ἀσεβεῖτε διὰ πρώτην φοράν. Ὁ κ. Στεφανίδης δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητῇ τὰ τηλεγραφήματα τὰ ὁποῖα ἔχω. Ἀμφισβητεῖτε, ὅτι διεμαρτυρήθητε τηλεγραφικῶς καὶ κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον πολλάκις;
§187Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἐπὶ ὡρισμένων μόνον περιπτώσεων.
§188Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τῆς ἀμφισβητήσεως αὐτῆς ἐπιφυλάσσομαι, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω, διὰ νὰ συμβουλευθῶ τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐδῶ καὶ τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναγνώσω, καὶ ἂν κανένα ἔχῃ μείνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, θὰ σᾶς δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Σεῖς πῶς λέγετε, ὅτι ψεύδομαι, ἀφοῦ κρατῶ μίαν ἐπιφύλαξιν ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν σας, διότι σᾶς θεωρῶ ἔντιμον ἄνθρωπον. Σεῖς πῶς τολμᾶτε νὰ ἀμφισβητῆτε τὴν ἐντιμότητά μου; Δὲν ὕβρισα κανένα ποτὲ καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς τὸν ἑαυτόν μου, οὔτε νὰ θίξω κανένα οὔτε νὰ μὲ θίξῃ κανείς. Ἀλλὰ ἔχω τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως σέβομαι ἐγὼ ὅλους, νὰ μὲ σέβωνται ἅπαντες. Διότι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν μὲ σέβονται νὰ γνωρίζουν, ὅτι θὰ τοὺς φερθῶ κατὰ τρόπον σκληρόν. Εὔχομαι νὰ μὴ συμβῇ αὐτὸ εἰς τὸν Δημήτριον Δαβάκην. Σέβομαι καὶ τὸν ἔσχατον συνάδελφον καὶ τὸν ἔσχατον πολίτην. Καὶ ἐπὶ 11 χρόνια ποὺ θητεύω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οὐδέποτε ἔθιξα συνάδελφον. Νὰ ἀνακαλέσητε πρῶτα, ὅσα εἴπατε.
§189Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὀφείλω, κ. Πρόεδρε, ἀναμφισβητήτως νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸ Σῶμα, χωρὶς νὰ κάμω τὴν ἐλαχίστην ἀνάκλησιν τῶν βασικῶν μου ἰσχυρισμῶν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπὶ ὡρισμένων ἀνακοινώσεών του εἰς τὸ Σῶμα ἀνέφερεν ἀνακριβῶς ὡρισμένα γεγονότα. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατηγορία μου κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμμένω.
§190Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ἀνακριβῆ εἶναι, ὅσα ὁ κ. Στεφανίδης εἶπεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του καὶ ὄχι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.....
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§192Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ προσωπικόν μας θέμα.
§193Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἐπὶ τοῦ βήματος ἀπόψε, ἀνεφέρθη κατὰ σειρὰν εἰς ὡρισμένας καταγγελίας, τὰς ὁποίας ἔκαμα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου προχθές, καὶ συγκεκριμένως διὰ παραβάσεις τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ὁ κ. Ὑφυπουργός, θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μόλις ἤρχισε τὴν ἀπάντησίν του ἀνέφερεν, ὅτι ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων —διότι φοβοῦμαι μήπως γίνῃ καμμία ἀλλοίωσις τῶν πρακτικῶν, ὅπως ἔγινεν μὲ τὸν κ. Ψαρρέαν προχθὲς καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Προεδρείου καὶ τοῦ Σώματος ἐπ’ αὐτοῦ— εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν καταγγελιῶν ποὺ ἔκαμεν ὁ κ. Στεφανίδης, διὰ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐστάλησαν τότε τηλεγραφήματα, διεξήχθησαν ἀνακρίσεις καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν νὰ ἀνακοινώσω τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων. Εἶμαι κατάπληκτος, πῶς ὁ κ. Ὑπουργός, ἐτόλμησε καὶ ἐπιμένει ἐπὶ τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτῶν, πῶς ἐτόλμησε καὶ ἰσχυρίσθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατόπιν τῶν καταγγελιῶν τοῦ κ. Στεφανίδη ἐξήχθησαν πορίσματα τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων καὶ ἀνεκοίνωσεν, ὅτι τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων κατέληξεν εἰς τὸ ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό, δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ κ.ο.κ. Δηλῶ κατηγορηματικῶς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προκαλῶ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν νὰ μὲ διαψεύσῃ δι’ ἐγγράφων, διότι ὑπάρχει δυνατότης προσαγωγῆς ἐγγράφων, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑφίστανται, ὅτι διὰ τὰ συγκεκριμένα θέματα τῶν κατασχεθέντων ψηφοδελτίων εἰς τὴν Σκῦρον καὶ διὰ τὴν Λίμνην, διὰ τὸν Ἀρβανίτην, τὸν Μαντζῶρον καὶ τὸν Καρατζᾶν δὲν ἔκαμα καμμίαν καταγγελίαν προφορικὴν ἢ ἔγγραφον, ἀλλὰ διὰ πρώτην φορὰν προχθὲς Παρασκευήν, ἀνέφερα τὰ περιστατικά. Πράγματι, διὰ τοὺς Καλλημεριάνους, διὰ τὴν συνάντησίν μου μὲ τὸν Ἐνωμοτάρχην Ζαχαρίαν εἰς Πύργον μὲ τὸ αὐτοκίνητον μὲ τὴν σημαίαν τῆς ΕΡΕ καὶ τὸν διαπληκτισμόν μου μὲ αὐτόν, ἔκαμα καταγγελίαν. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι εἴς τινα τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, οὐδεμία καταγγελία ἔγινε καὶ οὐδεμία ἀνάκρισις ἔλαβε χώραν. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἐπὶ τοῦ βήματος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι ὑπάρχει δι’ ὅλας τὰς καταγγελίας τὰς περιεχομένας εἰς τὴν ἀγόρευσίν του, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει δι’ ὅλας προεκλογικῶς ἀναφορά μου, ἀνάκρισις καὶ πόρισμα ταύτης. Πρόκειται περὶ μιᾶς καταπληκτικῆς ἀποκαλύψεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκφράζω ὡς Ἕλλην βουλευτὴς καὶ τὴν πικρίαν μου καὶ τὴν ἀγανάκτησίν μου.
§194Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Τώρα νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ θέματος καὶ κατόπιν θὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§195Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Ἐσωτερικῶν, παρέσχεν ἀνακριβεῖς πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ δώσω καὶ τὴν δίδω. Δὲν ὑπάρχει προηγούμενον ἐπὶ τόσα ἔτη νὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ὕβρισα καὶ δὲν ἐκλήθην ποτὲ νὰ ἀνακαλέσω ὑβριστικὰς φράσεις. Ἂν τὸ ἔπραττον θὰ εἶχον τὴν γενναιότητα νὰ ἀνακαλέσω.
§196Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Σᾶς λέγω, ὅτι ἐξ ὅσων ἀνεφέρατε, διὰ νὰ μὴ δικολαβοῦμεν, ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν ποὺ ἀνεφέρατε εἰς τὴν ὁμιλίαν σας, διὰ τὸν Σταθμάρχην Σκύρου, ὑπάρχει τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως. Ὑπάρχουν τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναγνώσω, μὲ τὰ ὁποῖα διεμαρτυρήθη ὁ κ. Στεφανίδης. Κατόπιν τηλεγραφικῶν διαμαρτυριῶν, διετάχθη ἔρευνα, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι ὁ κ. Στεφανίδης, μεταβὰς εἰς Σκύρον τὴν 15.10.1961, δι’ ἐκφώνησιν προεκλογικοῦ πολιτικοῦ λόγου, ἐζήτησε δίς, ἅμα τῇ ἀφίξει του καὶ πρὸ τῆς ὁμιλίας του, ἀπὸ τὸν Ἀνθυπασπιστὴν Σταθμάρχην Κατσαρὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν κωδώνων ὅλων τῶν ἐκκλησιῶν τῆς νήσου Σκύρου, πρὸς ἀναγγελίαν τῆς ἀφίξεώς του καὶ τῆς ὁμιλίας του. Εἰς ἄρνησιν τοῦ ἀνωτέρω Ἀνθυπασπιστοῦ, προφανῶς χολωθεὶς οὗτος, κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν ὁμιλίαν του, κατεφέρθη ἐναντίον τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ καὶ τῶν Ἀξιωματικῶν Διοικητῶν τῶν Ὑποδιοικήσεων Χωρ)κῆς Κύμης καὶ Λίμνης, δι’ ἀορίστων καταγγελιῶν καὶ ἐνεφάνισε τούτους ὡς προπαγανδίζοντας δῆθεν ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε. Πέραν αὐτοῦ, ἰσχυρίσθη ὁ κ. Στεφανίδης, ὅτι εἰς τὴν Ὑποδιοίκησιν Χωρ)κῆς Κύμης ἐκαλοῦντο πολῖται μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἐκλήθη καὶ ὁ ἰδιώτης Νικόλαος Δεμερούτης, διὰ ψυχολογικὸν πειθαναγκασμόν. Ἐπίσης, ὅτι ὁ Ἀνθυπασπιστὴς Ἀστυνόμος Κύμης Κωνσταντῖνος Κονταρῖνος, ἐπροπαγάνδιζεν, ἠπείλει καὶ ἔδιδεν ἐντολὴν ἀφαιρέσεως φωτογραφιῶν ὑποψηφίων τοῦ Κέντρου ἐκ καταστημάτων καὶ αὐτοκινήτων. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην περίπτωσιν, διὰ μὲν τὰς ἀορίστους καταγγελίας δὲν προέκυψέ τι, ὡς πρὸς δὲ τὴν περίπτωσιν προσκλήσεως τοῦ ἰδιώτου Δεμερούτη εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης σχετικῆς ἐξετάσεως προέκυψεν, ὅτι οὗτος δὲν ἐκλήθη εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἀλλὰ αὐτοβούλως παρουσιάσθη, διὰ νὰ πληροφορηθῇ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους καθυστέρει ἡ ἔκδοσις ἀδείας θήρας, τὴν ὁποίαν εἶχε ζητήσει. Ὡς πρὸς τὰ ἀναφερόμενα, διὰ τὸν Ἀνθ)στὴν Ἀστυνόμον Κύμης Κονταρῖνον, προέκυψεν ἐκ τῆς σχετικῆς ἐξετάσεως, ὅτι οὗτος τὴν 28.10.1961 καὶ ὥραν 13ην ἀντελήφθη, ὅτι ἐφ’ ὅλης τῆς ἐπιφανείας τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Α—30– 770 Δ.Χ. λεωφορείου αὐτοκινήτου τοῦ 9 ΚΤΕΛ Εὐβοίας, ὅπερ ἐστάθμευεν ἔξωθι τοῦ Πρακτορείου, εἶχεν ἐπικολληθῆ πληθὺς φωτογραφιῶν τοῦ διαμαρτυρομένου βουλευτοῦ κ. Στεφανίδη. Ὁ Ἀνθυπασπιστὴς ἐνεργῶν κατὰ νόμον καὶ καθ’ ὑποχρέωσιν, ἐκάλεσε τὸν ὁδηγὸν τοῦ λεωφορείου Σαχηνίδην καὶ τῷ συνέστησε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποκόλλησιν τῶν φωτογραφιῶν. Τὸ γεγονὸς ἔλαβε χώραν παρουσίᾳ καὶ τοῦ Σταθμάρχου τοῦ ΚΤΕΛ Γιαννούκου, ὁ δὲ ὁδηγὸς τοῦ λεωφορείου κατόπιν τῆς ὑποδείξεως συνεμορφώθη καὶ ἀπεκόλλησε τὰς φωτογραφίας. Τὰ περὶ προπαγάνδας καὶ ἐκβιάσεως ἐκλογέων ἐκ μέρους τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ Κονταρίνου ἀπεδείχθησαν ἀβάσιμα, τὸ τοιοῦτον δέ, ἐβεβαιώθη καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ βουλευτοῦ κ. Στεφανίδη, ἰατροῦ Κύμης κ. Ντάνου, πρὸς τὸν Διοικητὴν Χωρ)κῆς Εὐβοίας. Τέλος ἐπιθυμοῦμεν νὰ φέρωμεν εἰς γνῶσιν τῶν κ.κ. συναδέλφων, ὅτι τὸ ἀσύστολον τῶν κατηγοριῶν τοῦ κ. Στεφανίδη, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958 καὶ 1961, καθ’ ἅς τὸ Κόμμα Φιλελευθέρων ἐν τῇ ἐκλογικῇ περιφερείᾳ τοῦ Νομοῦ Εὐβοίας ἔλαβεν κατὰ μὲν τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958 26.126 ψήφους, ἤτοι ποσοστὸν 30,46%, κατὰ δὲ τὰς τοιαύτας τοῦ 1961, 41.970 ψήφους, ἤτοι ποσοστὸν 42,59%. Καὶ ἐὰν ἀκόμη θεωρήσωμεν, ὅτι ἡ Ε.Κ. κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1961 ἔλαβεν ὅλας τὰς ψήφους τῆς ΠΑΔΕ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958, ἀνελθούσας εἰς 6.993 (ποσοστὸν 8,15%), βλέπομεν, ὅτι καὶ πάλιν τὸ Κέντρον ὑπερέβη κατὰ τὰς ἐκλογὰς 1961 εἰς σημαντικὸν ἀριθμὸν ψήφων καὶ ποσοστὸν τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958 κατὰ τὴν ἑξῆς ἀντιστοιχίαν:
ΕΚΛΟΓΑΙ 1958
Κόμμα Φιλελευθέρων καὶ ΠΑΔΕ ψῆφοι 33.199, ποσοστὸν 38,61%.
ΕΚΛΟΓΑΙ 1961
Ε.Κ. ψῆφοι 41.970, ποσοστὸν 42,59%. Ἀλλὰ καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ διαμαρτυρομένου κ. Στεφανίδη, ἀντὶ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ δύναμίς του λόγῳ τῆς διατυμπανιζομένης δῆθεν βίας καὶ νοθείας, αὕτη ηὐξήθη κατὰ 1.396 σταυροὺς προτιμήσεως, διότι ἐνῷ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958 ἔλαβεν 6.133 σταυροὺς προτιμήσεως, κατὰ τὰς τοιαύτας τοῦ 1961 ἔλαβεν 7.529. Ὅταν τὰ γεγονότα ἀποδεικνύουν, ὅτι χάρις εἰς τὴν προστασίαν τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ Εὐβοϊκοῦ λαοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πιστεύω ποτέ, ὅπως καὶ δι’ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος συνήθισε νὰ διατηρῇ τὴν ἀνεξαρτησίαν του μὲ αἷμα, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ὁ οἱοσδήποτε ἀστυνομικὸς ἢ ὁπλίτης τῶν ΤΕΑ νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ νὰ ψηφίσῃ παρὰ τὴν θέλησίν του. Διαμαρτύρομαι ὡς Ἕλλην ἐναντίον τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν, κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Στεφανίδης θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι αἱ καταγγελίαι του, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐν τῷ συνόλῳ των ἀόριστοι καὶ ἀνακριβεῖς, ὅτι ἔλαβεν ἀποστομωτικὰς ἀπαντήσεις καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύῃ καὶ ὁ ἴδιος, ὅτι ὑπῆρξεν εἰς τὴν Εὔβοιαν βία καὶ νοθεία. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, ἡ αὔξησις τῶν ψήφων τῆς Ἑνώσεως Κέντρου καὶ ἡ προσωπικὴ αὔξησις τοῦ ἰδίου κατὰ 1400 σταυρούς, εἶναι ἀπόδειξις διὰ κάθε ἀντικειμενικὸν ἄνθρωπον, ἡ ὁποία διαψεύδει πάντα ἀντίθετον ἰσχυρισμόν.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἀνεφέρθη εἰς ὡρισμένα περιστατικὰ ἀναφερθέντα ἀπὸ τοὺς κ.κ. Βασιλᾶτον καὶ Στεφανίδην. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀπαντήσητε δι’ ὀλίγων.
§198Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἀνεφέρθη εἰς τὴν πληροφορίαν μου τὴν σχετικὴν μὲ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς περὶ οἰκονομικῶν παροχῶν εἰς τὴν Χωροφυλακὴν καὶ εἶπεν, ὅτι τοιαύτη ὑπόσχεσις δὲν ἐδόθη ποτέ. Περὶ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἔχω καταθέσει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 114 ἐπερώτησιν. Βεβαίως ὑπόσχεσις δὲν ἐδόθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ. Ἐδόθη εὐθὺς μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Κ. Καραμανλῆ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς λέγει, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις αὐτὴ δὲν ἔλαβε χώραν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐδόθη ἡ ὑπόσχεσις αὐτή. Ἄς συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησίς μου διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ἢ ὄχι αὐτό. Δεύτερον θέμα. Ἐγὼ ἀναπτύσσων τὴν ἀγόρευσίν μου, εἶπον, ὅτι θὰ ηὐχόμουν ὅπως αὐτὴ ἡ διαταγὴ νὰ μὴ εἶναι ἀληθής. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεβεβαίωσε πρὸ ὀλίγου τὸ γεγονός, ἀναγνώσας τὴν διαταγὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς. Τὸ ἐδάφιον 7 τοῦ ἄρθρου 149 τοῦ Ἐκλογικοῦ νόμου διατάσσει νὰ μεταβοῦν οἱ χωροφύλακες ἀτομικῶς, οὐχὶ συντεταγμένοι. Καὶ τὸ ἄρθρον 173 τιμωρεῖ τὰς παραβάσεις τοῦ ἄρθρου 149. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνωμολόγησεν, ὅτι ἐξεδόθη ἡ διαταγή, ἀπὸ δῶ καὶ πέρα τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Εἰσαγγελεύς. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Στεφανίδης ἐπιχειρεῖ νὰ ὁμιλήσῃ. Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Στεφανίδη, ὁ κ. Ὑπουργός, ἀπαντῶν εἰς ὑμᾶς, ἀνεφέρθη καὶ εἰς τὸν κ. Βογιατζῆν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ζητεῖ ὁ κ. Βογιατζῆς νὰ ἀπαντήσῃ.
§200Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω κακὴν πίστιν εἰς τὸν συνάδελφον κ. Στεφανίδην. Πιθανῶς οἱ ἄνθρωποί του νὰ τοῦ ἔχουν παράσχῃ ἀναληθεῖς πληροφορίας. Καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα τοῦ ἀστυνόμου Αὐλωναρίου, ὁ ὁποῖος κατηγορήθη, ὅτι ἐκακοποίησε πολίτην. Ἔχω τηλεγράφημα τοῦ ἰατροῦ κ. Σγουροῦ, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει, ὅτι δὲν ἔκαμεν ἰατροδικαστικὴν ἐξέτασιν, ὡς ἀναληθῶς ἀνέφερεν ὑπευθύνως εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Στεφανίδης, ἔχον οὕτω:
ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
Κύριον Γεώργιον Βογιατζῆν, Πατησίων 138, Ἀθήνας. Γνωρίζομεν ὑμῖν, ὅτι δὲν συνετάχθη ἔκθεσις κακοποιήσεως Λεωνίδα Γκότση ὑπὸ ἐνωμοτάρχου Χρήστου Βασιλείου κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον. Αὐλωνάριον 27.2.62 Ἰατρὸς ΣΓΟΥΡΟΣ Περαιτέρω ἀνέφερεν, ὅτι εἰς τὴν Λίμνην ἔγιναν ὄργια ἀπὸ τὸν μοίραρχον διοικητὴν Χωροφυλακῆς καὶ εἰς ἀνταμοιβὴν τὸ Ὑπουργεῖον Ἀσφαλείας τὸν μετέθεσεν εἰς τὸ Ψυχικόν, ὁ ἀξιότιμος δὲ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Κ. ἔκαμε ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ καὶ ἕνα παίγνιον, ὅτι «ὁ ἄνθρωπος ἐλίμναζεν εἰς τὴν Λίμνην»! Ἐκ τοῦ εἰς χεῖρας μου, ὅμως, ἐγγράφου ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ μετάθεσις εἶχε διαταχθῆ πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, εἶχε παραμείνει δὲ ἐκεῖ ἀκριβῶς διότι ἀνεστάλησαν ὅλαι αἱ μεταθέσεις ἐξ αἰτίας τῶν ἐκλογῶν. Πέραν αὐτοῦ, ὁ κ. Στεφανίδης ἀνέφερεν ἄλλα ὄργια εἰς τὴν πόλιν τῆς Κύμης. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τηλεγράφημα, κ. Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον ὑπογράφουν οἱ κ.κ. Μ. Ντᾶνος, ἰατρός, Γ. Δήμας, Γ. Μαργέλης, ἀντιπρόσωπος τοῦ κ. Στεφανίδη εἰς τὴν Κύμην, καὶ οἱ κ.κ. Δ. Νικολαΐδης καὶ Ν. Φεργάδης. Τὸ τηλεγράφημα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Γεώργ. Βογιατζῆν, βουλευτὴν Εὐβοίας, Πατησίων 138 — Ἀθήνας. Λαὸς Κύμης τελεῖ ἐν ἀναστατώσει λόγῳ προσφάτων καταγγελιῶν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων ὑπὸ βουλευτοῦ τῆς Ε.Κ. Μιχ. Στεφανίδη περὶ ἀσκηθείσης βίας ἢ ἐνεργοῦ ἀναμίξεως ὀργάνων Χωροφυλακῆς κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον, ὡς καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν. Ἐξουσιοδοτοῦμεν ὑμᾶς, ὅπως διαβεβαιώσητε τόσον τὴν Ἐθν. Ἀντιπροσωπείαν ὅσον καὶ τὸν καταγγέλοντα βουλευτήν, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐν Κύμῃ διεξήχθησαν ἐν ἀπολύτῳ τάξει καὶ οὐδεμία οὐδαμόθεν ἠσκήθη βία, πᾶσα δὲ περὶ τοῦ ἀντιθέτου καταγγελία ἀποτελεῖ κακόβουλον ἐκμετάλλευσιν, θίγουσαν τὸν ὑπερήφανον καὶ εὐγενῆ λαὸν τῆς Κύμης ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς τοποθετήσεως. Τάκης Νικολαΐδης, Γ. Δήμας, Μ. Ντᾶνος, ἰατρός, Γ. Δ. Μαργέλης, Ν. Φεργάδης». Ὡς τρίτον ἐπεισόδιον ἀνέφερεν ὁ κ. Στεφανίδης, ὅτι ὁ κοινοτικὸς ἰατρὸς τοῦ Ὑγειον. Σταθμοῦ Σκύρου κ. Νικολάου ὠργίασε καὶ αὐτὸς προεκλογικῶς. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ κ. Στεφανίδη ἔκαμαν καταγγελίαν διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐξεδικάσθη τὴν Δευτέραν εἰς τὴν Χαλκίδα καὶ ὁ ἐν λόγῳ ἰατρὸς ἠθῳώθη πανηγυρικῶς. Ἀντιθέτως, μάρτυρες τοῦ μηνυτοῦ κατέθεσαν κατ’ αὐτήν, ὅτι ὁ κ. Στεφανίδης μετέφερεν εἰς Σκῦρον ὑπερδιακοσίους ψηφοφόρους του. Ἐξ ὅλων αὐτῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι ὅλαι αἱ καταγγελίαι τοῦ κ. Στεφανίδη εἶναι ἀναληθεῖς.
§201Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Στεφανίδη, εἴπατε διὰ τὸν ἀνθυπασπιστὴν Κατσαρόν, δὲν ἐστείλατε τηλεγράφημα;
§202Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τὰ ψηφοδέλτια σᾶς εἶπα.
§203Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω διὰ νὰ τὸ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἦθος τοῦ καθ’ ἑνός.
§204Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀφήσατε αὐτοὺς τοὺς χαρακτηρισμούς. Ἔχετε τελείως ἐκτροχιασθῆ.
§205Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐσωτερικῶν). Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ τηλεγράφημα.
«ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ
Ἐκ Κύμης Ἀριθ. 128, λέξεις 443, ἡμερομηνία 16.10.61, ὥρα 14.20. Ἔνδειξις: Βουλευτικὸν Π. 11 Πρός: Κον Γεώργιον Παπανδρέου Ἀρχηγὸν Ἑνώσεως Κέντρου–Κολοκοτρώνη 9, Κον Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν, Κον Ὑφυπουργὸν Ἐσωτερικῶν, Κον Ἀρχηγὸν Χωροφυλακῆς, Κον Δ)ντὴν Ἐφημερίδος «Ἐλευθερία», Κον Δ)ντὴν Ἐφημερίδος «Βῆμα», Κον Δ)ντὴν Ἐφημερίδος «Ἀθηναϊκή», Κον Δ)ντὴν Ἐφημερίδος «Νέα», Κον Δ)ντὴν Ἐφημερίδος «Ἔθνος», Κον Δ)ντὴν Ἐφημερίδος «Ἑστία», Κον Δ)ντὴν Ἐφημερίδος «Ἀνεξάρτητος Τύπος» Ἀθήνας Συνεχιζομένης περιοδείας μου εἰς Εὔβοιαν ἐξηκρίβωσα θετικῶς, ὅτι Διοικηταὶ Ὑποδιοικήσεως Χωροφυλακῆς Κύμης καὶ Λίμνης ἐπεμβαίνουν ἐνεργῶς εἰς ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ καλοῦν ἐκ τῶν κατοίκων τῆς ἕδρας των καὶ ἐκ τῶν πέριξ χωρίων συνεχῶς δημοκρατικοὺς πολίτας μὴ ἀνήκοντας εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε. προβαίνουσιν εἰς ἐπιμόνους συστάσεις καὶ ἄσκησιν ψυχολογικῆς βίας διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ των δικαιώματος στόπ. Τοιαύτη ψηφοθηρικὴ ἐνέργεια Κρατικῶν ὀργάνων ἐπὶ Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως ἐπροκάλεσε ζωηρὰν δυσφορίαν τοῦ Λαοῦ στόπ. Συγκεκριμένως ἐκλήθη εἰς Κύμην ἐκ Βιτάλου ὁ Νικόλαος Δεμερούτης Συνταξιοῦχος ἀνάπηρος συμμοριτοπολέμου μὲ 70% ἀναπηρίαν μετὰ τοῦ γέροντος πενθεροῦ του Ἀθανασίου Γ. Δήμου, οἵτινες εἶναι γνωστότατοι ὀπαδοὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων στόπ. Εἰς παρομοίας κομματικὰς ἐνεργείας προβαίνει καὶ εἰς τὴν Νῆσον Σκῦρον ὁ Δ)τὴς τοῦ Σταθμοῦ Χωροφυλακῆς Ἀνθυπασπιστὴς Κατσαρὸς στόπ. Ἐπιπροσθέτως διεπίστωσα μετὰ γενομένην ἔρευναν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Χαλκίδος τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων Δήμου Κύμης, ὅτι ὁ ἐν Κύμῃ ὑπηρετῶν ἀπὸ ἐτῶν Ἀνθυπασπιστὴς Χωροφυλακῆς Κων. Κονταρῖνος προκειμένου νὰ διευκολύνῃ τὴν Ε.Ρ.Ε. εἰς ἐγγραφὴν παρανόμως εἰς αὐτοὺς πολιτῶν καὶ δημοτῶν ἐξ ἄλλων περιφερειῶν τῆς χώρας μὴ δικαιουμένων ἐγγραφῆς, καθ’ ὃ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μονίμως κατοικοῦντες εἰς ἑτέραν περιφέρειαν ἐξέδωκε ψευδεῖς βεβαιώσεις ὅτι εἶναι μονίμως κάτοικοι Κύμης καὶ μάλιστα ὡς ὁρίζει ὁ νόμος πρὸ τοῦ 1948 καὶ ἐγένετο ἐγγραφή των καὶ θὰ δικαιοῦνται νὰ ψηφίσουν εἰς προσεχεῖς ἐκλογὰς στόπ. Συγκεκριμένως ὁ ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρὸς τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ Παιδείας Γεωργίου Βογιατζῆ ὑποψηφίου βουλευτοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε. Μιχαὴλ Νικ. Μέγκελης καταγόμενος ἐκ περιφερείας Σερρῶν καὶ ἐγγεγραμμένος εἰς Δημοτολόγιον Δήμου Ἀθηναίων καὶ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μονίμως καὶ οἰκογενειακῶς ἐγκατεστημένος καὶ κατοικῶν εἰς Ἀθήνας, ὅπου καὶ ἀσκεῖ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ Δικηγόρου κατώρθωσε καὶ ἔλαβε παρὰ τοῦ ἄνω Ἀνθυπασπιστοῦ ψευδεστάτην βεβαίωσιν, ὅτι εἶναι μόνιμος κάτοικος Κύμης καὶ πρὸ τοῦ 1948 καὶ ὑπέβαλε αἴτησιν καὶ ὑπεύθυνον δήλωσιν ὑπογεγραμμένην παρ’ αὐτοῦ καὶ ἐπέτυχε τὴν ἐγγραφήν του εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον Δήμου Κύμης στόπ. Θετικὴ ὡς ἄνω πληροφορία μεταδοθεῖσα εἰς Κύμην εὐθὺς ὡς ἐγνωστοποιήθησαν οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι προεκάλεσε κατάπληξιν ὡς παρεχομένης οὕτω ἁδρᾶς εἰκόνος πρωτοφανοῦς κομματικοῦ ἐκτραχηλισμοῦ ἐπὶ τῷ σκοπῷ νοθείας τῶν ἐκλογῶν καὶ διὰ χρησιμοποιήσεως ὀργάνων τῆς Δημοσίας Τάξεως πρὸς ἔκδοσιν ψευδοβεβαιώσεων χάριν τοῦ μέχρι πρό τινος Κυβερνῶντος Κόμματος στόπ. Παρακαλῶ ληφθῶσιν κατεπείγοντα μέτρα ἐλέγχου τῶν καταγγελλομένων καὶ αὐστηροῦ κολασμοῦ τῶν ὑπευθύνων διατασσομένης ἅμα παρὰ τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀμέσου ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς θέσεώς του τοῦ ὡς ἄνω Ἀξιωματικοῦ Χωροφυλακῆς.
ΜΙΧΑΗΛ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ
Πρώην βουλευτὴς Εὐβοίας Ὑποψήφιος βουλευτὴς Ἑνώσεως Κέντρου». Κατόπιν αὐτοῦ, κ. Στεφανίδη, ἐὰν δὲν ἀνακαλέσητε κατ’ εὐθεῖαν, θὰ σᾶς παραδώσω εἰς τὴν κοινὴν περιφρόνησιν. Μόνον μία ἀνδρικὴ στάσις καὶ κατ’ εὐθεῖαν ἀναγνώρισις συγγνώμης, ὅτι σᾶς ἐξέλιπεν ἡ μνήμη λόγῳ τῶν ἀσυστόλων τηλεγραφημάτων σας προεκλογικῶς σώζει τὴν τιμήν σας.
§206Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Σᾶς ἐπιστρέφω τὰς ὕβρεις. Κατελήφθητε ἀπὸ πανικὸν ἀπὸ τὴν ἀποκάλυψίν μου. Εἶσθε ἀνάξιος.
§207Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί πράγματα εἶν’ αὐτά, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς Ὑπουργὸς νὰ χρησιμοποιῇ τοιοῦτον λεξιλόγιον.
§208Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖτε οὔτε νὰ κρυφτῆτε. Ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἀπὸ ἡμᾶς, ἀμέσως τὰ κουδούνια. Ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἀπὸ τὴν Ε.Ρ.Ε., παρὰ τὰς διαμαρτυρίας μας, ἡσυχία. Νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς δραστικὰ μέτρα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ σᾶς κατεβάσωμεν καὶ ἀπὸ τὴν Προεδρίαν. Ἀμοιβαῖον σεβασμόν, διότι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀπεμπολήσωμεν τὰ δικαιώματά μας. Ζητοῦμεν ἰσότητα, ἄλλως κατεβῆτε ἀπὸ τὴν Προεδρίαν διὰ τῆς ὑποβολῆς μομφῆς. Συμμορφωθῆτε ἐὰν θέλητε νὰ περάσωμεν ἀγαπημένα. Μὴ νομίσητε, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ὑποδουλώσητε, σεῖς προσωπικῶς. Αὐτὰ μίαν φορὰν γιὰ πάντα.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, νομίζω, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς.....
§210Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ νομίζητε τίποτε. Νὰ συμμορφωθῆτε μονάχα.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νὰ διαμαρτύρεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νομίζω, ὅτι δὲν προσήκει πρῶτα–πρῶτα εἰς σᾶς τὸν ἴδιον.
§212Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητῶ μάθημα καὶ προσωπικῶς ἀπὸ σᾶς οὔτε τὸ δέχομαι, διότι δὲν χρησιμοποιεῖτε καλῶς τὴν ἐξουσίαν ποὺ ἔχετε.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκνευρισμός σας φθάνει μέχρι τοῦ σημείου, ποὺ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ συγκρατηθῆτε οὔτε νὰ ἀκούσητε. Κατόπιν αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ παράσχω καμμίαν ἄλλην ἐξήγησιν πρὸς τὸ Σῶμα καὶ εἰς ὑμᾶς, διότι δὲν σᾶς ἀφήνει ὁ ἐκνευρισμός σας οὔτε νὰ ἀκούσητε.
§214Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον νὰ συμμορφωθῆτε. Τίποτε ἄλλο.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμμορφώνομαι ἀπολύτως πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ ὄχι πρὸς τὰς οἱασδήποτε ὑποδείξεις ἐξ οἱασδήποτε πλευρᾶς.
§216Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συμμορφωθῆτε μιὰ γιὰ πάντα.
§217Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι πολύ, διότι ὁ σεβαστός μου κ. Μπακόπουλος ἔδωσε τόσην ὀξύτητα εἰς τὴν συζήτησιν τὴν ὥραν ταύτην. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑβρίσθη......
§218Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεμίχθην εἰς τὴν συζήτησιν. Μόνον εἰς τὸν τρόπον τῆς διευθύνσεως ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον, διότι πάντοτε διευθύνει μεροληπτικῶς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς εἰς βάρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰς αὐτὸ περιωρίσθην.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπανέλθω. Εὐτυχῶς, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἶσθε ὁ πρῶτος καὶ ὁ μόνος ποὺ τὸ λέγετε καὶ λυποῦμαι, ὅτι συμπίπτει, ἀπὸ τὴν αὐτὴν περιφέρειαν καταγόμενος, νὰ λέγητε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§220Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦμεν μόνον τὴν διὰ τὸ μέλλον συμμόρφωσίν σας. Ἐὰν συνεχίσητε μεροληπτῶν εἰς βάρος τῆς Ἑνώσεως Κέντρου, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαιώματα ἀμύνης, κ. Ἀντιπρόεδρε.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἐσεβάσθην καὶ τὰ σέβομαι καὶ τὰ ἐφαρμόζω. Ἠμπορεῖτε νὰ ἀσκήσητε ὅλα τὰ δικαιώματα ποὺ ἔχετε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι θὰ ἀσκήσω καὶ ἐγὼ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ Κανονισμὸς παρέχει καὶ εἰς ἐμέ, ὅπως τὸ ἔπραξα πάντοτε καὶ τὸ πράττω συνεχῶς.
§222Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἐπράξατε. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χαίρω, ἐπαναλαμβάνω, διότι εἶσθε ὁ μόνος ποὺ μοῦ κάμνετε αὐτὴν τὴν δήλωσιν.
§224Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Μπακόπουλος πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ εὑρίσκηται εἰς ἔξαψιν καὶ θὰ τὸ παραδεχθῇ καὶ ὁ ἴδιος, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι συνεχῶς παραβιάζει τὸν Κανονισμὸν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἤρχισα νὰ ὁμιλῶ καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ χρέη καὶ καθήκοντα Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ κύριος Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προεκλήθη καὶ ὑβρίσθη βαρύτατα ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Εὐβοίας, ὁ ὁποῖος τοῦ κατελόγισεν, ὅτι ἐσκηνοθέτησε τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς τηλεγραφήματος, ὑποστηρίξας ἐπὶ πλέον, ὅτι ἴσως θὰ συνεδέθη τηλεφωνικῶς μὲ κἄποιον ἀξιωματικὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ἐξ Εὐβοίας μετετέθη εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅτι θὰ ἐζήτησε πληροφορίας ἀπὸ αὐτόν, καὶ αὐτὰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, ὅλως ἀνεπισήμως, ἀπὸ τὸν ἐκ Χαλκίδος μετατεθέντα εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀθηνῶν ἀξιωματικόν, τὰς μεταφέρει εἰς τὴν Βουλὴν τἄχα, ὡς πόρισμα ἐξετάσεως ἐπισήμως ἐνεργηθείσης. Καὶ ἐτόνισεν, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ψευδὲς καὶ ἐγκαλεῖ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τολμᾷ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς νὰ ἐμφανίζῃ τόσον ἀνακριβεῖς ἰσχυρισμούς.
§225Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Πῶς διεπιστώθη;
§226Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης)... Διεπιστώθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐκ τῆς προσαγωγῆς τοῦ τηλεγραφήματος.
§227Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μὴ κάμνετε κρίσεις αὐθαιρέτους, χωρὶς νὰ μὲ ἀκούσητε. Τὸ τηλεγράφημα δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ θέμα τῶν κατασχεθέντων ψηφοδελτίων.
§228Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σᾶς διέκοψα ἐγώ; Νομίζετε, ὅτι μὲ τὰς διακοπὰς δὲν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συμπληρώσω τὴν φράσιν μου;
§229Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ κατόπιν νὰ εἴπητε τὰς ἀπόψεις σας.
§230Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πλανᾶσθε, ἐὰν νομίζητε, ὅτι μὲ τὰς συνεχεῖς διακοπὰς θὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπω. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνεφάνισεν εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ ὀλίγης ὥρας, ἕνα τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον προέρχεται, ὡς εἶπεν ὁ ἴδιος, ἀπὸ τὸν κ. Στεφανίδην καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῆς Ἑνώσεως Κέντρου......
§231Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ......
§232Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀφίσατε, ἐπὶ τέλους, νὰ τελειώσω. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ προσήλωσις πρὸς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν τάξιν, νὰ μᾶς τὸ εἴπητε διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ ἡμεῖς συνείδησιν ποία εἶναι αὐτὴ ἡ Δημοκρατία, διὰ τὴν ὁποίαν ἀγωνίζεσθε, νὰ ἀντιληφθῶμεν καὶ ἡμεῖς ποία εἶναι ἡ ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεσθε εἰς τὸν λαόν.
§233Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κριτικὴν κάμνετε, κ. Ὑπουργέ, τώρα;
§234Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλῶ καὶ νὰ κάμνω καὶ κριτικήν.
§235Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀλλὰ ὄχι πρὶν μὲ ἀκούσητε.
§236Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σεῖς δὲν ἐκάματε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει. Καὶ ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὸν κ. Στεφανίδην ἀνάκλησιν, ἐπανόρθωσιν καὶ ἀποκατάστασιν. Διότι ἐτόνισεν, ὅτι ἡ ἀποκάλυψις τοῦ τηλεγραφήματος ἐδημιούργει, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ κ. Στεφανίδη, νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀλήθειαν. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτῶν τῶν ἐκφράσεων, τῶν ζωηρῶν, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐδημιουργήθη ὁ θόρυβος καὶ ἡ παρέμβασις τρίτου προσώπου καὶ ἐξεδηλώθη καὶ ἡ μομφὴ πρὸς τὸ Προεδρεῖον. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει εἰς οὐδένα βουλευτήν, ὅσον καὶ ἂν εἶναι σεβαστός, ὅσον καὶ ἂν εἶναι παλαιὸς εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου, νὰ ὑποκαθίσταται εἰς τὸ ἔργον τοῦ Προέδρου καὶ νὰ ἀποπειρᾶται νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἄλλος ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τῶν συνεδριάσεων καὶ τῆς εὐκοσμίας καὶ τῆς εὐταξίας εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν νομίζῃ τις ἐκ τῶν βουλευτῶν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον παραλείπει τὴν ὑποχρέωσίν του, θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ψυχραίμως νὰ ὑποδείξῃ τὴν παράβασιν. Ἀντιθέτως, διετυπώθη μία βαρυτάτη μομφὴ κατὰ τοῦ Προεδρείου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐξ ὀνόματος τῆς πλειοψηφίας καὶ νὰ τονίσω, ὅτι ἡ Βουλή, ἡ πλειοψηφία, τοὐλάχιστον, περιβάλλει τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην, ἡ ὁποία τοῦ ἀξίζει, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον χειρίζεται τὴν ἐντολήν του καὶ διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διευθύνει τὰς συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§237Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρὰ τὴν ὀξύτητα τῆς συζητήσεως καὶ τοὺς ἀπαραδέκτους βαρυτάτους χαρακτηρισμοὺς τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα καὶ συνεπὴς πρὸς τὴν παράδοσίν μου νὰ ὑποστηρίζω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὰς ἀπόψεις μου μὲ εὐπρέπειαν καὶ σεμνότητα, θὰ ἀπαντήσω μὲ ἠρεμίαν καὶ πιστεύω, ὅτι οἱ παριστάμενοι κ. συνάδελφοι, θὰ κρίνουν ἀντικειμενικῶς καὶ θὰ καυτηριάσουν τὴν στάσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ προκύψαντος κρισίμου θέματος. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μόλις ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ ὡρισμένων καταγγελιῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν, ποὺ ἀναφέρονται εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Χωροφυλακῆς, εἶπεν, ὅτι θὰ ἀναφερθῇ εἰς τὰς προεκλογικὰς τηλεγραφικὰς ἀναφοράς μου καὶ τὰς διεξαχθείσας ἀνακρίσεις καὶ ἐρεύνας ἐπ’ αὐτῶν καὶ θὰ καταδείξῃ διὰ τῶν πορισμάτων των τὸ ἀβάσιμον τῶν ἰσχυρισμῶν μου, μὲ τὴν σειρὰν τῶν γεγονότων ποὺ περιέχονται εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Κατεπλάγην, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὁμιλῇ περὶ καταγγελιῶν, ἀνακρίσεων καὶ πορισμάτων, ἐφ’ ὅλων τῶν ἀναφερθέντων γεγονότων. Εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι δὲν ἀπέστειλα τηλεγραφικὰς ἀναφορὰς δι’ ὅλα τὰ γεγονότα. Συγκεκριμένως εἶχον καταγγείλει προεκλογικῶς τὴν στάσιν τοῦ Ἐνωμοτάρχου Καλημεριάνων καὶ τὸ ἐπεισόδιον μὲ αὐτὸν εἰς φέρον σημαίαν τῆς Ε. Ρ.Ε. αὐτοκίνητον, τοῦ ἐνωμοτάρχου Αὐλωναρίου, διὰ τὸν Γκότσην, τοῦ ἀστυνόμου τῆς Κύμης καὶ γενικῶς Ὑποδιοικήσεων Χωροφυλακῆς Κύμης, Λίμνης κλπ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ὡμίλησα διὰ εἰδικὰ γεγονότα τῆς Λίμνης καὶ εἰδικώτερον διὰ τὸν κ. Π. Καρατζᾶν, διὰ τὸν κ. Ι. Ἀρβανίτην καὶ διὰ τὸν ἰατρὸν κ. Μαντζῶρον, διὰ πρώτην φορὰν προχθὲς Παρασκευήν. Ἐπίσης διὰ τὴν Σκῦρον ποὺ συνελήφθη ὀπαδὸς τοῦ Κέντρου, ὁ ὁποῖος μετέφερε ψηφοδέλτια τοῦ Κέντρου, ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς προκύπτει, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ὡμίλησα προχθὲς Παρασκευὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης διὰ τοὺς σταθμάρχας Μαρμαρίου καὶ Στύρων. Καὶ διὰ τὰ περιστατικὰ ταῦτα οὐδέποτε ἀπέστειλα τηλεγραφικὰς καταγγελίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Καὶ δι’ αὐτὰς τὰς περιπτώσεις ἀπετόλμησε καὶ ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑφυπουργός, ὡς δι’ ὅλας, ὅτι ἐνηργήθησαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἀνακρίσεις καὶ ἀνεκοίνωσε τὸ πόρισμα. Κατόπιν τούτου ἀπεκάλυψα τὸν κ. Ὑφυπουργὸν καταθέτοντα ἀνακριβείας εἰς τὴν Βουλήν, διὰ λόγους ἐντυπωσιακούς. Καὶ ἔκτοτε ἤρχισε τὰς ὕβρεις, διότι εὑρέθη εἰς δεινὴν θέσιν μὲ τὴν γενομένην ἀποκάλυψιν. Πράγματι, ἔστειλα σωρείαν τηλεγραφημάτων, πρὸ τῶν ἐκλογῶν, διὰ τῶν ὁποίων κατήγγειλα τὸ ἐκλογικὸν ὄργιον εἰς τὴν ἐκλογικήν μου περιφέρειαν. Τὸ τηλεγράφημα ποὺ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς δὲν ἀναφέρεται οὔτε εἰς τὰ γεγονότα τῶν τριῶν πολιτῶν τῆς Λίμνης, οὔτε εἰς τὸ γεγονὸς τῆς κατασχέσεως τῶν ψηφοδελτίων τῆς Ε.Κ. εἰς Σκῦρον. Δι’ αὐτά, ἐπαναλαμβάνω, οὐδέποτε ἔστειλα τηλεγράφημα. Ἀνεφέρθην τηλεγραφικῶς δι’ ἄλλας παραβάσεις καὶ γενικῶς διὰ τὴν δρᾶσιν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἐν τούτοις, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἀσεβῶν πρὸς τὴν Βουλήν, ἀπετόλμησε καὶ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἐκ πορισμάτων ἀνακρίσεων προκύπτει, ὅτι δι’ ὅλα ὅσα ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἑπομένως καὶ διὰ τὰ θύματα Λίμνης (Καρατζᾶ, Ἀρβανίτη, Μαντζώρου) καὶ Σκύρου, διὰ τὰ ψηφοδέλτια τῆς Ε.Κ. ποὺ κατεσχέθησαν δὲν εἶναι ἀληθῆ. Φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἦτο ἀδύνατον ἀπὸ τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς ποὺ τὰ ἀνέφερα διὰ πρώτην φορὰν μέχρι σήμερον, νὰ γίνῃ ἀνάκρισις ἐπὶ τόπου, ἐξέτασις μαρτύρων, καὶ νὰ ἐκδοθῇ πόρισμα. Ἰδοὺ διατὶ ἰσχυρίσθην, ὅτι ἀποδεδειγμένως ἠσέβησε πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς καὶ εἶπεν ἀνακριβείας διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἐντύπωσιν. Ἀλλά, τότε ὤφειλε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς σαφῶς καὶ συγκεκριμένως, ὅτι δι’ ὡρισμένας κατηγορίας ἔχω πορίσματα, καὶ διὰ τὰς ἄλλας δὲν ἔχω. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἐνόμισεν ὅτι μὲ τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο, ποὺ ἀνέγνωσε, τὸ ξένον πρὸς τὰ καταγγελθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ τὸ θέμα τῶν ψηφοδελτίων τῆς Ε.Κ. εἰς Σκῦρον, εὗρε σανίδα σωτηρίας διὰ νὰ ἀποσείσῃ τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἐπεκαλέσθη ἀνύπαρκτα πορίσματα ἐπί τινων καταγγελιῶν. Θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν νὰ ἔχῃ τὸ πολιτικὸν θάρρος νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἔσφαλε. Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ, ἀναδιφήσαντος καὶ ἐπικαλεσθέντος ἕνα τηλεγράφημά μου ἀναφερόμενον εἰς ἄλλα θέματα ἄσχετα ἐπὶ τῶν ὅσων περὶ κατασχέσεως ψηφοδελτίων μας ἀπὸ τὸν Κατσαρὸν εἰς τὴν Σκῦρον, εἶχον εἴπει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν, πρὸς τὸν σκοπὸν παραπλανήσεως αὐτῆς, ἀφοῦ δὲν ἀναφέρει τι περὶ αὐτῶν τὸ τηλεγράφημα ποὺ ἀνέγνωσε σήμερον. Ὑποστηρίζω, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν δικαίῳ καὶ ὅτι διὰ τὸ εἰδικὸν αὐτὸ θέμα καὶ τὰ θέματα τῶν τριῶν πολιτῶν τῆς Λίμνης δὲν εἶχον γίνει ποτὲ καταγγελίαι καὶ ἀνακρίσεις καὶ οὐδὲν πόρισμα ὑπάρχει, ὡς ἰσχυρίσθη γενικῶς καὶ εἰδικῶς σήμερον. Ζήτημα ἠθικῆς τάξεως καὶ τιμῆς δὲν ὑφίσταται δι’ ἐμέ, ὑπάρχει μόνον δι’ αὐτόν.
§238Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Ἐπιμένετε, ὅτι ἐγὼ ψεύδομαι;
§239Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁμιλεῖτε καὶ ἀπειλητικῶς κινεῖτε τὴν χεῖρα σας, ὁμοιάζει πολὺ μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλουν καὶ συμπεριεφέροντο πολλὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα πρὸς τοὺς πολίτας, τοὺς ἀντιπάλους τῆς Ε.Ρ.Ε. Ὀφείλετε νὰ εἶσθε εὐπρεπέστερος. Σᾶς κατηγορῶ, ὅτι ἀπόψε ἀνακριβῶς ἐδηλώσατε, ὅτι ἐπὶ ὅλων τῶν ὑπ’ ἐμοῦ καταγγελθεισῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων ἔχετε πορίσματα. Ἂν τὰ ἔχετε σᾶς προσκαλῶ νὰ τὰ καταθέσητε νὰ περιληφθοῦν εἰς τὰ πρακτικά. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰς συγκεκριμένας περιπτώσεις ποὺ κατήγγειλα, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς διεβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἰατρὸς Ματζῶρος δὲν συνελήφθη τὴν Κυριακὴν τῆς ψηφοφορίας καὶ δὲν ἐκρατήθη εἰς τὸ ἀστυνομικὸν τμῆμα ἐπὶ ὥρας, καὶ ὅτι ἁπλῶς ἐκλήθη εἰς τὴν ἀστυνομίαν, διὰ τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς ἰατρικοῦ πιστοποιητικοῦ, ποὺ ἠρνήθη νὰ δώσῃ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας. Οἱ ἰδικοί μας ἰσχυρισμοὶ εἶναι ἀντίθετοι. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει διοικητικὴ ἀνάκρισις καὶ πόρισμα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τοὺς αὐθαιρέτους, βάσει τηλεφωνικῶν πληροφοριῶν, ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ, ποὺ θὰ ἔλαβεν, ἴσως ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνον Μοίραρχον Ντόκον, ποὺ ἐκρατήθη εἰς Λίμνην, ὡς χρήσιμος μέχρι τῶν ἐκλογῶν καὶ μετετέθη τιμητικῶς εἰς Ψυχικὸν μετεκλογικῶς. Διὰ τὸ θέμα τῶν Καλημεριάνων εἶχον καταγγείλει, ὅτι ὁ ἐκεῖ ἐνωμοτάρχης Ζαχαρίας, κουμπάρος τοῦ συναδέλφου κ. Βογιατζῆ, ἐπὶ τούτῳ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τοποθετηθείς, ἐγύριζε μὲ αὐτοκίνητον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν σημαίαν τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ εἶχεν ἔλθει εἰς τὸ χωρίον Πύργος, ὅπου τὸν συνήντησα, ἐλθὼν εἰς ρῆξιν μαζί του, διεμαρτυρήθην, παρουσίᾳ ἑκατὸν ἐκλογέων περίπου, διὰ τὴν τοιαύτην του συμπεριφοράν. Ἐπ’ αὐτοῦ λέγει ὁ κ. Ὑφυπουργός, ὅτι συνέβη μέν, πλὴν ὅμως ἐγένετο ἀνάκρισις καὶ ὑπάρχει τὸ πόρισμα, ποὺ ἀνέφερε διότι, πράγματι τὸ εἶχον τότε καταγγείλει, ἀλλ’ ὅτι ἡ σημαία τοῦ αὐτοκινήτου ἦτο Ἑλληνική, ἐνῷ εἶχε τὸ σῆμα Ε.Ρ.Ε. ποὺ εἶδα ἐγὼ ὁ ἴδιος καὶ πολλοὶ ἐργάται ἐκλογεῖς. Ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ Αὐλωναρίου, ἐκεῖ κατὰ τὴν προεκλογικήν μου περιοδείαν ἐπληροφορήθην ἐκ δημοσίας συζητήσεως, ὅτι ἕνας ἀνάπηρος τοῦ ἀλβανικοῦ μετώπου, ὀνόματι Λεωνίδας Γκότσης, 5–6 ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ἐκακοποιήθη ἀπὸ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, διὰ νὰ ψηφίσῃ τὴν Ε. Ρ.Ε. καὶ ὅτι ὁ ἴδιος διεμαρτύρετο, δι’ αὐτὸ καὶ ἐζήτει τὴν προστασίαν μας, οὗ ἕνεκα καὶ κατήγγειλα προεκλογικῶς αὐτὸ τὸ γεγονὸς διὰ ἰδικοῦ μου τηλεγραφήματος. Ἦσαν παρόντες, ὁ δικηγόρος κ. Θ. Μακρυνικόλας καὶ ἄλλοι κάτοικοι Αὐλωναρίου καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἶχε συνταχθῆ ἰατροδικαστικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Σγούρου, διὰ τὸν ξυλοδαρμὸν αὐτόν. Ὁ κ. Βογιατζῆς διέψευσε τὸ γεγονὸς καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἔχει τηλεγράφημα τοῦ ἀγροτικοῦ ἰατροῦ κ. Σγούρου, ποὺ διωρίσθη ἐκεῖ ἀπὸ τὸν ἴδιον καὶ τὴν ΕΡΕ, ὅτι δὲν ἔκαμεν ἔκθεσιν αὐτός. Δὲν ἔχει σημασίαν ποῖος ἰατρὸς ἔκαμε τὴν ἔκθεσιν καὶ ἂν ἔγινε, σημασίαν ἔχει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐδάρη καὶ ἐκακοποιήθη εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὡς γνωρίζει ὅλον τὸ Αὐλωνάριον. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἐπεβεβαίωσεν, ὅτι τὴν 23.10.61 ἐκλήθη εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ ὅτι ἁπλῶς τοῦ ἐγένοντο συστάσεις, διὰ τὴν προκλητικὴν στάσιν του, καὶ ὅτι ὁ ἴδιος εἶπεν εἰς τὸν κ. Σοϊμείρην, ὅταν ἀνεκρίθη, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ΕΡΕ.
§240Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ἀνεφέρατε ὑπευθύνως εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι ὁ ἰατρὸς κ. Σγοῦρος ἔκαμεν ἰατροδικαστικὴν ἐξέτασιν, ἐὰν δὲν εἶναι τοῦτο ἀληθές;
§241Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸν ἰσχυρισμόν σας αὐτόν, τὸν αὐθαίρετον, θὰ τὸν κρίνῃ ὁ λαὸς τοῦ Αὐλωναρίου. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Βογιατζῆς ἀνεκοίνωσεν ἀπόψε δύο εἰδικὰ περιστατικά. Πρῶτον, ἀνέγνωσεν ἕνα τηλεγράφημα ἀποσταλὲν ἐκ Κύμης ἐκ μέρους φίλων μου, ὡς εἶπεν, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται, διὰ τὰ ὅσα εἶπον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν μὲ ἀπόλυτον τάξιν κλπ. Ἀνέφερεν ὁ κ. Βογιατζῆς καὶ τὰ ὀνόματα ἐκείνων ποὺ ὑπογράφουν τὸ τηλεγράφημα. Ἐξ αὐτῶν οἱ Νικ. Φεργάδης καὶ Δ. Νικολαΐδης εἶναι φανατικοὶ φίλοι τοῦ κ. Βογιατζῆ. Οἱ ἕτεροι δύο ποὺ ἐμνημόνευσεν, ὁ ἰατρὸς Μιχ. Ντᾶνος καὶ Γ. Δημᾶς, πράγματι, ἦσαν φίλοι μου. Μοῦ προκαλεῖ κατάπληξιν, πῶς ὁ ἰατρὸς κ. Μιχ. Ντᾶνος, πρὸς ὃν ὁ κ. Βογιατζῆς, ποὺ τὸν κατεδίωξεν ἀπηνῶς καὶ ἤδη προσεφέρθη νὰ τοῦ δώσῃ μίαν θέσιν ἐμμίσθου ἰατροῦ, ὡς σήμερον ἐπληροφορήθην, ὑπέγραψε τοιοῦτον τηλεγράφημα πρὸς τὴν Βουλὴν σταλέν, ὅτι αἱ καταγγελίαι μου περὶ νοθείας καὶ βίας εἶναι ἀναληθεῖς, ἀφοῦ ὁ ἴδιος, μοῦ ἀνέφερε πολλὰ γεγονότα νοθείας καὶ βίας, ὡς τὴν προκλητικὴν στάσιν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Κύμης Κ. Κονταρίνου, τὸ ψευδὲς πιστοποιητικὸν ποὺ ἐδόθη εἰς τὸν γαμβρὸν τοῦ κ. Βογιατζῆ, διὰ νὰ ἐγγραφῇ παρανόμως εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον καὶ εἰς ἐπιστολάς του ποὺ ἔχω καὶ θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν αὔριον διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ τὴν γενομένην κομματικὴν συναλλαγὴν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ἠξίου νὰ καταγγείλω καὶ νὰ κάμω ἀγῶνα, διὰ τὸ ἐκλογικὸν ὄργιον τῆς περιφερείας Κύμης. Πράγματι, εἶναι ἀνησυχητικὴ ἡ κατάστασις ἀπὸ ἀπόψεως τοιούτων φαινομένων μεταβολῶν, ποὺ δι’ ἐκβιασμῶν, τεχνασμάτων, ἀνταλλαγμάτων καὶ ρουσφετιῶν ἐπιτυγχάνει ἡ ΕΡΕ μὴ ἀφήσασα τίποτε ὄρθιον εἰς τὸν τόπον μας. Ὡς πρὸς τὴν κομματικὴν δραστηριότητα τοῦ Διευθυντοῦ Ὑγειονομικοῦ Σταθμοῦ Σκύρου Γ. Νικολάου κατήγγειλα, ὅτι ἦτο κομματάρχης τοῦ κ. Βογιατζῆ, παρ’ οὗ διωρίσθη, καὶ ὅτι συνώδευε τοῦτον ἐπιδεικτικῶς εἰς τὴν προεκλογικήν του περιοδείαν εἰς Σκῦρον, ὅπου κατῆλθεν εἰς τὸν λιμένα Λιναριᾶς καὶ τὸν ὑπεδέχθη καὶ τὸν συνώδευσεν καὶ εἰς τὰ καφενεῖα. Τὸ γεγονὸς τοῦτο οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ, διότι τὸ γνωρίζει ὅλη ἡ Σκῦρος. Εἰς τὸ Μονομελὲς Χαλκίδος ἐβεβαιώθη τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἀπὸ πολλοὺς μάρτυρας καὶ ὡς ἐπληροφορήθην, ὁ ἐπὶ τῆς ἕδρας κ. Εἰσαγγελεὺς ἐχαρακτήρισε τὴν ὁμολογηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κατηγορουμένου συνοδείαν τοῦ ὑποψηφίου κ. Βογιατζῆ ὡς ἐνέργειαν ἁβροφροσύνης. Σέβομαι ἀπολύτως τὴν Δικαιοσύνην καὶ δὲν προτίθεμαι νὰ κρίνω τὴν ἀπόφασίν της.
§242Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό, ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ κάμνετε ὑπαινιγμούς, διὰ τὸν κ. Εἰσαγγελέα.
§243Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν διακόπτοντά με συνεχῶς κ. Βογιατζῆν νὰ ἀπαντήσῃ εὐθέως εἰς τὴν ἐρώτησίν μου. Ἀρνεῖται, ὅτι ὁ κρατικὸς ἰατρὸς Νικολάου τὸν ὑπεδέχθη καὶ τὸν συνώδευε εἰς τὴν περιοδείαν του εἰς τὴν νῆσον Σκῦρον; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§244Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. ..... (Ὁμιλεῖ ἐν μέσῳ θορύβου μὴ ἀκουόμενος).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, κ. Στεφανίδη, ὅταν κάμνετε ἀπ’ εὐθείας ἐρωτήσεις νὰ μὴ σᾶς ἀπαντοῦν; Παρακαλῶ συνεχίσετε διὰ νὰ τελειώσητε.
§246Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τελειώνω τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὤφειλα νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ εἰς τὸν κ. Βογιατζῆν. Ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον θέμα τῆς μεταφορᾶς φίλων μου, γνωρίζει, ὁ κ. Βογιατζῆς, ὅτι ὅταν περιώδευα......
§247Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κατετέθη εἰς τὸ δικαστήριον ἀπὸ τοὺς φίλους σας...... (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι — ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§248Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὁ κ. Βογιατζῆς εἰς τὰς περιοδείας μετὰ 4–5 αὐτοκινήτων μὲ συναντοῦσε μόνον ταξειδεύοντα, ὥστε δὲν πρέπει νὰ κάνῃ ὑπαινιγμοὺς καὶ παρατηρήσεις καὶ διακοπάς.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Στεφανίδη, νὰ μὴ ἀπευθύνεσθε εἰς τὸν κ. Βογιατζῆν, ἀλλὰ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Προεδρεῖον, διότι ἄλλως δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς προστατεύσω ἀπὸ διακοπάς.
§250Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Μὴ κάμνετε, κ. Πρόεδρε, παρατηρήσεις εἰς ἐμένα. Νὰ κάμνετε παρατηρήσεις εἰς τὸν διακόπτοντα. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει —καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου— ὑπάρχει, ἀνέκυψεν τὸ ἠθικὸν θέμα. Δὲν θὰ ἀναφερθῶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος προσεπάθησεν νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑφυπουργοῦ. Ὑπάρχει τὸ ἠθικὸν θέμα ἀπὸ τὴν τελευταίαν βαρεῖαν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ περὶ τῆς ἀνακριβοῦς παροχῆς πληροφοριῶν.
§251Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Ἀνακριβοῦς ἢ ψευδοῦς πληροφορίας.
§252Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Τοῦτο δηλῶ μόνον, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλήν: Ὅτι ὁ κ. Ὑφυπουργὸς Ἐσωτερικῶν, ὅταν κατελήφθη ἀπὸ πανικὸν μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν αὐτήν, ἡ ὁποία δὲν ἀνεμένετο ἐκ μέρους του, ἐνόμιζεν, ὅτι θὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον τὸ γεγονὸς αὐτό, τῆς ἀναγγελίας τῶν πορισμάτων. Ὅταν εἶδε, ὅτι δὲν παρῆλθεν ἀπαρατήρητον ἔκαμεν τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν. Ὁ χαρακτηρισμὸς ἦτο, ὅτι μὲ ἐκαλοῦσε νὰ προστατεύσω τὴν τιμήν μου καὶ εἶπεν, ὅτι θὰ μὲ παραδώσῃ εἰς τὴν κοινὴν περιφρόνησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὕβρις, κ. Πρόεδρε. Ἀλλὰ ἡ ὕβρις δὲν μὲ ἀφορᾷ. Πράγματι ἠρεύνησα, ἠρεύνησα μέχρι τῆς στιγμῆς, καὶ δὲν εὑρίσκω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἡ βαρεῖα αὐτὴ ὕβρις καμμίαν σχέσιν μὲ ἐμένα. Τοὐναντίον μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν αὐτὴν ἐκ μέρους μου, ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι τὴν ἰδικήν μου ὑπόληψιν καὶ ἠθικὴν ἀδιαλείπτως ἐπροστάτευσα εἰς τὴν ζωήν μου μέχρι τῆς στιγμῆς ὅπου ὁμιλῶ, καὶ ἀσφαλῶς καὶ εἰς τὸ μέλλον τὸ ἴδιον θὰ πράξω. Μὴ μοῦ δίδετε συμβουλὰς διὰ τοιοῦτον μέγα θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν παντὸς ἀνθρώπου. Ἐὰν ἐννοῆτε μὲ αὐτό, ὅτι ἔχω τυχὸν κάνει καμμίαν παρέκκλισιν, δυναμένην νὰ μὲ ὑπαγάγῃ εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, σᾶς πληροφορῶ, κ. Ὑφυπουργέ, ὅτι τοιαύτης μορφῆς χαρακτηρισμοὶ ἐναντίον μου εἶναι ἀπαράδεκτοι καὶ ἐπιστρέφονται. Καὶ ἤδη μετὰ ἐκεῖνο τὸ μέγα καὶ ἀσυγχώρητον λάθος — νὰ τὸ χαρακτηρίσω μὲ τὸν ἐπιεικέστερον τρόπον— ποὺ ἐκάματε, ἐσεῖς πλέον νὰ προστατεύσητε τὴν πράγματι ἀπόψε κινδυνεύουσαν ὑπόληψίν σας εἰς τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα).
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις εἰσῆλθεν εἰς θέμα ἀνύπαρκτον. Ἐνομίσθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ὁ κ. Στεφανίδης τοῦ ἀπέδωσεν, ὅτι ψεύδεται, δηλαδὴ ἐν ἐπιγνώσει του λέγει ἀναληθείας εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν λέξιν αὐτὴν δὲν τὴν ἤκουσα, ἀλλὰ τὶ ἐμποδίζει τὸν κ. Στεφανίδην, ὅταν τὸν ἠρώτησεν ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι δὲν τὴν εἶπε;
§254Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἀνακρίβειαν εἶπεν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπομένως τερματίζεται τὸ θέμα αὐτό. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§256Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Ἐν πάσῃ περιπτώσει σημειώνω, ὅτι εἶπεν ὁ κ. Στεφανίδης «ἀνακρίβεια» καὶ ὄχι «ψεῦδος». Ὁ κ. Στεφανίδης ἐν συνεχείᾳ ἔμπλεξε τὰ θέματα. Ἐγώ, χωρὶς ὀξύτητα καὶ μὲ ἠρεμίαν, θέλω νὰ εἴπω, κ. Στεφανίδη, ὅτι ὅλα ὅσα ἀνέγνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἶναι πορίσματα ἐξετάσεως, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῆς πληθώρας τῶν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἐστείλατε κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον. Βεβαιῶ τὴν Βουλήν, κατηγορηματικῶς, ὅτι ὅλα ὅσα ἀνέγνωσα ὡς πορίσματα ἐξετάσεων ὑπάρχουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν διαταχθέντα ἀπὸ τὸν προκάτοχόν μου ὑπηρεσιακὸν Ὑπουργόν. Πάντα συνάδελφον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε τὴν τιμὴν ἢ τὴν καλωσύνην νὰ ἔλθῃ νὰ τοῦ τὰ θέσω ὑπ’ ὄψει του θὰ μὲ ὑπεχρέωνε. Διότι ἐλέχθη, ὅτι ἀνέγνωσα εἰς τὴν Βουλὴν πορίσματα ἐξετάσεων ἀνυπάρκτων. Ὁ κ. Στεφανίδης, τὸν δικαιολογῶ, εἰς μίαν προεκλογικὴν περίοδον εὑρισκόμενος καὶ εἰς κἄποιαν πιθανὴν σύγχυσιν, ὅπως ὅλοι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς μίαν περίοδον προεκλογικήν, ἔστειλε τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐδῶ, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω.
§257ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ, ἡ ὥρα εἶναι περασμένη.
§258Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. (Ὑφ. Ἐσωτερικῶν). Πολὺ καλά, δὲν θὰ τὰ ἀναγνώσω, ἀφοῦ ἡ διαμαρτυρία σας ἀποτελεῖ συγκατάβασιν. Ἀλλὰ θὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Στεφανίδην, ὅτι τὴν ἤρεμον συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐτήρουν καὶ ὅπως θὰ ἠκούσατε τὸν ἀπεκάλουν «ἀγαπητὸν συνάδελφον», διότι ἔτσι τὸν ἐπίστευον, ὅτι διακρίνεται διὰ τὸ ἦθος του εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὴν μετέβαλε καὶ ὠργίσθη ὁ κ. συνάδελφος, ὅταν εἶπον, ὅτι ἐκ τηλεγραφικῶν του διαμαρτυριῶν ἐξητάσθη ἡ περίπτωσις τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Κατσαροῦ τῆς Σκύρου καὶ εἶπεν ἐκείνην τὴν βαρεῖαν φράσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐνθυμεῖται καὶ ἀνεκάλεσεν. Εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν τοιαῦτα τηλεγραφήματα καί, ὅτι ἐγὼ ἀνακριβῶς πληροφορῶ τὴν Βουλήν. Ἀνέγνωσα τὸ τηλεγράφημα, καὶ ἂν κανεὶς ἐκ τῶν συναδέλφων ἔχῃ ἀντίρρησιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ ἀναγνώσω καὶ πάλιν. Κατὰ συνέπειαν, κ. Στεφανίδη, σᾶς ἀναγνωρίζω τὸ ἐλαφρυντικόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, εὑρισκόμενος εἰς ἕνα ὀργασμὸν προεκλογικόν, νὰ ἐνθυμῆσθε ὅλα τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐστείλατε, καὶ τὰς λέξεις τὰς ὁποίας περιέχονται. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔπρεπε μὲ τὴν εὐκολίαν αὐτὴν νὰ κάμετε διαψεύσεις. Θὰ ἠμπορούσατε νὰ μοῦ ζητήσητε τὰ κείμενα. Εὐχαρίστως θὰ τὰ ἔδιδα. Δὲν εἶχα κανένα λόγον νὰ ἀντιδικήσω μαζί σας, οὔτε προσωπικὴν γνώμην εἶχον. Λυποῦμαι, διότι συνέβη καὶ ἀνακαλῶ τοὺς βαρεῖς χαρακτηρισμοὺς ποὺ ἠναγκάσθην νὰ ἐκφράσω δι’ ὑμᾶς τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον. Πορίσματα ἐξετάσεων ἀνέφερα, τὰς ὁποίας διέταξεν ὁ προηγούμενος Ὑπουργός. Καὶ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶναι αἱ ἐξετάσεις αὗται. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρήσητε τὰς ἀπόψεις σας καὶ θὰ εὐχαριστηθῶ πάρα πολὺ νὰ ἔλθητε εἰς τὸ γραφεῖον μου νὰ τὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας. Βεβαίως δικαίωμά σας εἶναι νὰ τὸ χαρακτηρίζητε, ὅπως θέλετε. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι νὰ γνωρίζητε, ἐὰν ἐγὼ ἀνέφερον ἀνακριβείας ἢ ὄχι. Σᾶς παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ πάλιν νὰ ἔλθητε εἰς τὸ γραφεῖον μου νὰ λάβητε γνῶσιν, διὰ νὰ μετανοήσητε δι’ ὅσα εἴπατε, διότι θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι εἶσθε ἔντιμος ἄνθρωπος, παρεπλανήθητε καὶ δὲν θὰ εἴχατε καμμίαν διάθεσιν νὰ ἐκφρασθῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν ἐγνωρίζατε τὴν πραγματικότητα. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Κ. Γ. Ροδόπουλος).
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος, ἔχει τὸν λόγον.
§260Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Πρῶτον, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Κωστόπουλος ἐν σχέσει μὲ τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὴν Καλαμάταν τὸ παρελθὸν Σάββατον, εἶναι ὡς τοὐλάχιστον καὶ εἰς ἐμὲ ἀνεκοινώθη ἀπὸ τρεῖς τηλεφωνικὰς ἐπικοινωνίας ποὺ εἶχον μὲ τὴν Καλαμάταν, περίπου ἀκριβῆ. Ἄλλως τε, τὸ οὐσιῶδες τοῦ λυπηροῦ ἐπεισοδίου, τοῦ θορυβώδους ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸ εἰσαγγελικὸν γραφεῖον τῆς Καλαμάτας, ὄχι μόνον δὲν τὸ ἠρνήθη, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπεβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ πρὶν προχωρήσω, πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι τόσον τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν κ. Κωνσταντόπουλον, ὅσον καὶ τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Καλαμάτας κ. Παπακαριᾶν θεωρῶ διακεκριμένους δικαστικοὺς λειτουργούς. Καὶ οἱ δύο ἔχουν δώσει δείγματα ἐπανειλημένως καὶ τῆς ἱκανότητός των καὶ τῆς ἀνωτερότητός των, διότι κατέχονται ἀπὸ ἕνα ἱερὸν ζῆλον διὰ τὴν Δικαιοσύνην. Εἰδικώτερον ὅμως, διὰ τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν Καλαμάτας, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι ἔχει ἀποσπάσει τὴν γενικὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν σεβασμόν, ὄχι μόνον τοῦ νομικοῦ κόσμου τῆς Καλαμάτας, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς πόλεως καὶ τῆς ὑπαίθρου. Αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν λαβόντων χώραν, λυποῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν μὲ ἱκανοποίησαν, διότι ἐνῷ ἠνάλωσε πολὺν χρόνον εἰς ἀνάπτυξιν διαφόρων λεπτομερειῶν καὶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν διατάξεων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον τοιαύτας δυσμενεῖς κρίσεις καὶ τόσην συγκίνησιν προεκάλεσε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Καλαμάτας, οὐδὲν συγκεκριμένον μᾶς εἶπεν. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τρία εἶναι τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπισημάνω ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρῶτον, διὰ μακρῶν ἀνέπτυξε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν κατὰ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων νὰ ἐπιθεωρῇ τὰς Εἰσαγγελίας τῶν Πρωτοδικείων τῆς περιφερείας του. Οὐδεὶς τὸ παρεγνώρισε καὶ οὐδεὶς τὸ ἠρνήθη. Ἅμα τῇ ἀναλήψει τῶν νέων καθηκόντων του, ὡς μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἰδοποίησεν οὗτος τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς ὤφειλε, ὅτι προτίθεται νὰ κάμῃ ἐπιθεώρησιν εἰς τὰς διαφόρους πρωτευούσας τῶν Νομῶν, ὅπου ἑδρεύουν εἰσαγγελίαι Πρωτοδικῶν. Δὲν ἔχει ὅμως καμμίαν σχέσιν αὐτό. Καὶ κακῶς τὸ ἐσχετίσατε, κ. Ὑπουργέ, μὲ τὸ ἐπεισόδιον ποὺ ἔλαβε χώραν εἰς τὴν Καλαμάταν ἐκτός, ἐὰν ἠθέλατε νὰ δημιουργήσητε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τάχα ἔκαμε ἔναρξιν τῆς ἐπιθεωρήσεώς του ἐνῷ εἶναι προφανές, ὅτι ἀναφερθεὶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς τοῦτο, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἤρχιζε τὴν ἐπιθεώρησίν του ἀπὸ τὴν Καλαμάταν, δηλαδή, ἀπὸ τὴν νοτίαν ἄκρην τῆς περιφερείας του, ἀλλὰ θὰ ἤρχιζεν ἀπὸ κάποιαν ἄλλην πόλιν. Ἄλλως τε, κ. Ὑπουργέ, καίτοι ἐπὶ μακρὸν ἐπιμείνατε ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς ὁ ἴδιος δὲν πιστεύω νὰ θέλητε νὰ πιστεύσῃ ἡ Βουλή, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν μετέβη εἰς τὴν Καλαμάταν, διὰ νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῆς περιοδείας του ὡς εἶχεν ἀναφέρει πρὸ 10ημέρου. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον σημεῖον καὶ συνεπῶς νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ τονίσω, ὅτι ὁλόκληρον τὸ μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, οὐδαμῶς συνέβαλεν εἰς τὴν διευκρίνισιν τῶν ἐν προκειμένῳ εὐθυνῶν τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι τὸ σημαντικώτερον, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀνέφερεν, ὅτι δηλαδὴ τὴν 14ην Φεβρουαρίου ἀπεστάλη παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Καλαμάταν.
§261Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι νὰ μεταβῇ. Ἀνέγνωσα τὸ ἔγγραφον καὶ τὸ ἀναγινώσκω καὶ πάλιν «Διαβιβάζομεν... (ἀναγινώσκει)...».
§262Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαβιβάζομεν τί;
§263Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰ ἔγγραφα.
§264Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποῖον θέμα;
§265Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διὰ τὸ θέμα ποὺ ὡμίλησα προηγουμένως. Νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων καὶ νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἐκθέσεως τὴν γνώμην του.
§266Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔκαμα λάθος, ἐνόμιζα, ὅτι τὸ ἔγγραφον ἦτο παραγγελία μεταβάσεως πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Τὸ ἕτερον σημεῖον εἶναι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ἐγγράφου του τῆς 14ης Φεβρουαρίου ἀπέστειλε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ γνωματεύσῃ, τὸ ὁποῖον διεβίβαζεν ἀναφορὰν τῆς Διοικήσεως Χωροφυλακῆς Μεσσηνίας...
§267Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, μάλιστα, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ὅτι εἰς τὸ ἔγγραφον Διοικήσεως Χωροφυλακῆς περιλαμβάνεται ἀντίγραφον ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως, τὸ ὁποῖον εἶχε ἀπευθυνθῆ πρὸς τὴν Διοίκησιν Χωροφυλακῆς.
§268Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅταν σᾶς διέκοψα καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμιλούσατε, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, διὰ νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, —κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην— δὲν δικαιολογεῖται. Διότι, ἐφ’ ὅσον εἴχατε ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν γνώμην διακεκριμένου συγγραφέως τῆς πολιτικῆς δικονομίας, τοῦ κ. Μπουροπούλου, καὶ ἐφ’ ὅσον εἴχατε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, κ. Κιουσοπούλου, ἔπρεπε διὰ τῆς Εἰσαγγελίας Ἐφετῶν νὰ λύσητε τὸ θέμα; Ἀλλὰ διερωτῶμαι· ὅταν ὑμεῖς ἀπεστείλατε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν τὸ ἔγγραφον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε καὶ ἐζητούσατε νὰ σᾶς ἀναφέρῃ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα συνημμένως τοῦ ἀπεστείλατε, πῶς καὶ διὰ ποῖον λόγον ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν μετέβη εἰς τὴν Καλαμάταν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ διαπιστώσωμεν εἶναι, ὅτι πάντως δὲν μετέβη ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἰς τὴν Καλαμάταν κάμνων τὴν ἔναρξιν τῆς περιοδείας του πρὸς ἐπιθεώρησιν τῶν Εἰσαγγελιῶν. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ μεγαλυτέρα προσοχὴ εἰς τὸ θέμα μετὰ τὰ ὅσα κατηγγέλθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, διὰ τὰ λαβόντα χώραν ἐν Μεσσηνίᾳ προεκλογικῶς καὶ τὰ λαμβάνοντα χώραν μετεκλογικῶς, διότι ἔχω συγκεκριμένα γεγονότα ἀναφέρει ὁμιλῶν τὴν 13ην Φεβρουαρίου εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν ἡ ὁμιλία μου πρὸς τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου σας πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ σχέσιν, διότι τὸ ἔγγραφόν σας ἀποτελεῖ τὴν συνέχειαν μιᾶς ἄλλης ἐνεργείας, προγενεστέρας, δηλαδή, τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς ὑμᾶς.
§269Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑποθέτω.
§270Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀνέφερον ὑπευθύνως ἀπὸ τοῦ βήματος, τὴν 13ην Φεβρουαρίου, διὰ τὸ —ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις— «κρυφτοῦλι», τὸ ὁποῖον ἐπαίζετο ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς Μεσσηνίας, διὰ τὴν μὴ ἐμπρόθεσμον ἐπίδοσιν τῶν κλήσεων καὶ ἐματαιώνοντο ἐπανειλημμένως δικάσιμοι, λόγῳ τοῦ ὅτι ἐκπροθέσμως ἐπεδίδοντο αἱ κλήσεις, πότε εἰς τὸν περίφημον Ἀνθυπασπιστὴν Σταυρόπουλον καὶ πότε εἰς τὸν Ἐνωμοτάρχην Γονεάκην. Καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Καλαμάτας ἤσκησε ποινικὴν δίωξιν κατὰ τῶν ὑπευθύνων τῶν ἐκπροθέσμων ἐπιδόσεων τῶν κλήσεων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐματαιώθησαν 3 ἢ 4 δικάσιμοι τοῦ Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας. Διερωτῶμαι, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀνάμιξις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, εἰς τοιοῦτον θέμα, εἰς τὰς παραμονὰς ἐκδικάσεως τῆς ἐφέσεως τοῦ Ἀνθυπασπιστοῦ Σταυροπούλου. Δι’ αὐτό, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι εὐλόγως ἀνησυχεῖ ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Καλαμάτας, διότι ὁ λαὸς τὸ γνωρίζει, διότι ἀνεγράφη εἰς τὸν ἐγχώριον Τύπον, ὅτι ἐπανειλημμένως ἐματαιώθησαν αἱ δικάσιμοι τοῦ Πλημμελειοδικείου, διότι ὡρισμένα ὄργανα καὶ ὁ Διοικητὴς τῆς Χωροφυλακῆς Μεσσηνίας, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀντιληφθῆ κάκιστα τὸ καθῆκόν του καὶ ἔχει νομίσει ὅτι ἴσως ἄλλους σκοποὺς ἔχει προορισμὸν νὰ ὑπηρετῇ ἡ Διοίκησις Χωροφυλακῆς, παραγνωρίζων τὴν ὑπηρεσιακὴν ἀποστολὴν τὴν ὁποίαν ἔχει ὡς Διοικητὴς Χωροφυλακῆς. Ὅταν λέγω, ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ κατεύθυνσίν του ἐπανειλημμένως ἐματαιώθησαν δικάσιμοι τοῦ Πλημμελειοδικείου Καλαμάτας διὰ τὸν Ἀνθυπασπιστὴν Σταυρόπουλον, ὅσον καὶ διὰ τὸν Ἐνωμοτάρχην Γονεάκην, λόγῳ ἐκπροθέσμου ἐπιδόσεως τῶν κλήσεων ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς τάξεως, ὅταν ἔχῃ ἀσκήσει σχετικῶς καὶ ποινικὴν δίωξιν ὁ Εἰσαγγελεύς, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι εὔστοχος ἡ ἐνέργεια τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, μεταβάντος ἐπὶ τόπου, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τί συμβαίνει εἰς τὴν Καλαμάταν. Καὶ θὰ ἀντιληφθῆτε καὶ θὰ συνομολογήσητε, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς τῆς κατ’ ἔφεσιν ἐκδικάσεως ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου τῆς ὑποθέσεως Σταυροπούλου, ἡ δημιουργία ἑνὸς τόσον λυπηροῦ ἐπεισοδίου ἐντὸς τοῦ Εἰσαγγελικοῦ Γραφείου, ὅπου διὰ τῶν γρόνθων του ὁ Εἰσαγγελεὺς κτυπᾶ τὴν τράπεζαν καὶ σπάζει τὸ κρύσταλλον, εὐλόγως δημιουργεῖται ἀνησυχία εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Καὶ νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ συνομολογήσητε καὶ σεῖς, ὅτι ἄστοχος ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια. Διότι, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, αἱ δηλώσεις σας δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἱκανοποιήσει τὴν Βουλήν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, προσωπικῶς, δὲν εἶμαι ἱκανοποιημένος. Διότι τὸ θέμα εἶναι τοῦτο: Τί συνέβη καὶ πῶς καὶ διὰ ποίους λόγους καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἔλαβε χώραν μεταξὺ δύο διακεκριμένων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἕνα τόσον λυπηρὸν καὶ θορυβῶδες ἐπεισόδιον εἰς τὸ Εἰσαγγελικὸν Γραφεῖον τῆς Καλαμάτας; Ἐπ’ αὐτοῦ, εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἔπρεπε ἤδη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἶναι πληροφορημένος καὶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν. Θέλω νὰ πιστεύω, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι μόλις λάβητε τὴν ἔγγραφον ἔκθεσιν ἐπὶ τῶν συμβάντων, θὰ θελήσητε νὰ ἐνημερώσητε τὴν Βουλήν, διότι εἶναι θέμα σοβαρόν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν φαίνεται, ἐκ πρώτης ὄψεως, μεμονωμένον. Καὶ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ σεῖς προσωπικῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως καὶ ἡμεῖς, ἐπιθυμοῦμεν πραγματικῶς τὴν Δικαιοσύνην νὰ τὴν ἀφήσωμεν μακρὰν πάσης ἀναμίξεως εἰς τὴν πολιτικὴν διαμάχην. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἡ ταύτισις ἡ κομματική, ἡ ὁποία ἔγινε μὲ τὴν Διοίκησιν, γίνῃ καὶ μὲ τὴν Δικαιοσύνην. Μία τοιαύτη ταύτισις δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ποτὲ καὶ δὲν θὰ γίνῃ. Οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των. Τόσον ὑμεῖς προσωπικῶς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς, ἡ Ἀντιπολίτευσις, πρέπει νὰ εἴμεθα εἰς τοῦτο σύμφωνοι· νὰ ἀφήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην νὰ ἐπιτελέσῃ ἀπερίσπαστος καὶ ἀνεπηρέαστος τὸ καθῆκον της.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κοκκέβης, ἔχει τὸν λόγον.
§272Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰλικρινῶς μὲ ὀδυνηρὰν κατάπληξιν ἐπληροφορήθην χθὲς τὸ ἀπόγευμα τὸ ἐπισυμβὰν θλιβερὸν ἐπεισόδιον μεταξὺ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ναυπλίου καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Καλαμῶν, ἐντὸς τοῦ Εἰσαγγελικοῦ Γραφείου. Ὑπῆρξε δὲ τόσον σφοδρὸν εἰς ὀξύτητα τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο, ὥστε διὰ τοῦ γρόνθου τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ναυπλίου ἐθραύσθη τὸ κρύσταλλον τῆς τραπέζης τοῦ εἰσαγγελικοῦ γραφείου Καλαμῶν. Καὶ διηρωτήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πῶς ἐπληροφορήθην τοῦτο, ἀφοῦ τὸ γραφεῖον τοῦ Εἰσαγγελέως ἦτο κλειστόν. Μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ, τὸ μὲν γραφεῖον ἦτο πράγματι κλειστόν, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχον καὶ ἠχητικοὶ μονωτῆρες διὰ νὰ ἀπομονώσουν τὰς κραυγὰς τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ναυπλίου κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν ὀξυτάτην συζήτησιν, ἥτις ὡς ἀποτέλεσμα εἶχε καὶ τὴν θραῦσιν τοῦ κρυστάλλου. Ἅπαντες δὲ οἱ παριστάμενοι πρὸ τοῦ εἰσαγγελικοῦ γραφείου μάρτυρες, δικηγόροι καὶ ἄλλοι πολῖται, συνήγαγον τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ εἶχε σχέσιν μὲ τὰς κλητεύσεις τῶν ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς. Εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου εἶχε δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ ἐπιθεώρησιν εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας τῶν Νομῶν τῆς περιφερείας του, ὅπου ἑδρεύουν Εἰσαγγελίαι. Καὶ ἐπεκαλέσθη πρὸς τοῦτο καὶ σχετικὴν διάταξιν νόμου. Ἀλλὰ οὐδεὶς ἀναμφιβόλως ἠμφεσβήτησε τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ναυπλίου. Ἀμφισβήτησις μόνον ὑπῆρξεν ὡς πρὸς τὸν χρόνον ἐνάρξεως τῆς ἐπιθεωρήσεως αὐτῆς, διότι ἤρχισε τὸ Σάββατον 24ην Φεβρουαρίου καὶ μάλιστα ἐκ Καλαμῶν. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου τὴν 17)2 ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ τὴν μελετωμένην παρ’ αὐτοῦ ἐπιθεώρησιν καὶ ἀνέμενεν ἀπάντησιν τῆς προϊσταμένης του ἀρχῆς. Δὲν λαμβάνει, ὅμως, ἀπάντησιν καὶ ἀρχίζει τὴν ἐπιθεώρησίν του ἐκ Καλαμῶν. Προσέξατε ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα εἶναι σοβαρόν. Πρόκειται νὰ ἐκδικασθῇ ἡ κατ’ ἔφεσιν ἀναβληθεῖσα δίκη τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ Σταυροπούλου. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ ἀνθυπασπιστὴς Σταυρόπουλος, παραπεμφθεὶς διὰ συγκεκριμένας παραβάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ διοικητικὰς αὐθαιρεσίας, παρεπέμφθη εἰς δίκην τὴν 29ην Δεκεμβρίου, ἡμερομηνίαν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ καταδικάζεται. Ἐφεσιβάλλει τὴν ἀπόφασιν καὶ διορίζεται δικάσιμος διὰ τὴν 21ην Ἰανουαρίου. Τοῦ κοινοποιεῖται ὑπὸ τῆς Δικαστικῆς Ἀρχῆς κλήτευσις, ἡ ὁποία ὅμως δὲν τοῦ κοινοποιεῖται ὑπὸ τῆς προϊσταμένης του ἀρχῆς τὴν παραμονὴν ἀκριβῶς τῆς δίκης, δηλαδὴ τὴν 20ὴν Ἰανουαρίου, μὲ τὸ δικαιολογητικόν, ὅτι ὁ ἀνθυπασπιστὴς Σταυρόπουλος εὑρίσκεται εἰς ἄδειαν προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Εἶναι ἄγνωστος ἡ παραμονή του ἀπὸ τῆς 21ης μέχρι τῆς 30ῆς Ἰανουαρίου. Ποῖος τώρα λέγει τὴν ἀλήθειαν, ἡ Ὑποδιοίκησις Χωροφυλακῆς Πύλου ἢ ἡ Διοίκησις Χωροφυλακῆς Μεσσηνίας, διὰ τὴν μὴ ἀνεύρεσιν καὶ ἔγκαιρον ἐπίδοσιν τῆς κλητεύσεως πρὸς τὸν ἀνθυπασπιστὴν Σταυρόπουλον; Κύριε Ὑπουργέ, ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἐδώσατε κατὰ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν εἰς τὸ θέμα τοῦ ἐπεισοδίου, δὲν μὲ ἱκανοποίησε. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ ἀπολύτως πρὸς τὴν ἄποψιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Λυκουρέζου, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ μείνῃ ἔξω τῆς κομματικῆς διαμάχης, ἵνα ἀμερολήπτως ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον της. Καὶ ἀκριβῶς τὸν σκοπὸν αὐτὸν εἶχε τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλα καὶ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ πάλιν. Ἐννοῶ, φυσικά, τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ναυπλίου. Αὐτά, εἶναι τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ καὶ ἀναμένομεν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης καὶ ἐλπίζω νὰ μᾶς ἱκανοποιήσῃ ἡ ἀπάντησίς του μετὰ τὴν ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ναυπλίου.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§274Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ τὰ ὅσα θὰ εἴπω, ἐκφράζω τὴν ἰδικήν μου, προσωπικήν, νομικὴν ἄποψιν. Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα, ὅπως ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι ἁπλοῦν, δὲν ἔχει μίαν πτυχὴν ἐξετάσεως, ἔχει ἐπιβεβλημένην διαφορὰν μεταξὺ ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ ἐνεργείας Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Δεύτερον, διπλῆ ἄποψις ἐνεργείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶπεν ὀρθῶς, ὅτι, κατὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, τὴν καθορίζουσαν τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς ἐπιθεωρήσεις τῶν Εἰσαγγελιῶν τῆς περιφερείας του καὶ δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο οἴκοθεν, εἰδοποιῶν περὶ τούτου τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου, ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, ζητῶν ἔγκρισιν νὰ προβῇ εἰς ἐπιθεώρησιν τῶν Εἰσαγγελιῶν τῆς περιφερείας του. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἓν ὄργανον εἰσαγγελικόν, ζητῇ ἀπὸ τὴν προϊσταμένην του ἀρχήν, καὶ ἐν προκειμένῳ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς ἐπιθεώρησιν τῶν Εἰσαγγελιῶν τῆς περιφερείας του, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρχίσῃ τὴν ἐπιθεώρησιν πρὸ τῆς ἐγκρίσεως τῆς αἰτηθείσης ἀδείας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἦτο ἕνα θέμα ἐξαιρετικῶς ἐπεῖγον, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς ἐπιθεώρησιν, εἰδοποιῶν πρὸς τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, οὐδεμία προφανὴς ἐπείγουσα ἐνέργεια ὑπῆρχεν, ἡ ὁποία νὰ ἐπέβαλε τὴν μετάβασιν τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς Καλαμάταν, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, δὲν ἐγνώριζε κἂν τὴν μετάβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς Καλαμάταν. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μόλις τὴν 26ην Φεβρουαρίου ὑπέγραψε τὴν ἔγκρισιν μεταβάσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ναυπλίου δι’ ἐπιθεώρησιν τῶν Εἰσαγγελιῶν τῆς περιφερείας του, ἀλλὰ τότε ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν Ναυπλίου εὑρίσκετο ἤδη εἰς Καλαμάταν καὶ ἐνήργει ἐπιθεώρησιν. Περὶ τούτου, δὲν δύνανται νὰ ζητηθοῦν εὐθῦναι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἐνέργεια τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ἀποτελεῖ πειθαρχικὸν ἀδίκημα, δεδομένου, ὅτι ἐγένετο καὶ ἥρως ἐπεισοδίου, μέσα εἰς τὸ Εἰσαγγελικὸν Γραφεῖον Καλαμάτας. Κύριε Ὑπουργέ, δικαιολογῶ πλήρως τὴν ἐπιφυλακτικότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ὡμιλήσατε περὶ τοῦ ἐπεισοδίου, λόγῳ τῆς ὑπευθύνου θέσεώς σας καὶ θὰ ἀναμένητε, οὐχὶ μόνον τὴν ἀναφορὰν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ναυπλίου, διὰ νὰ παράσχητε περισσοτέρας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ τοῦ εἰδικοῦ πορίσματος τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Ἀρεοπαγίτου, καὶ δι’ αὐτὸ μὲ ἱκανοποίησιν ἤκουσα, ὅτι διετάξατε τὸν Ἐπιθεωρητὴν Ἀρεοπαγίτην νὰ μεταβῇ εἰς Καλαμάταν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ...
§275Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι περὶ τοῦ ἐπεισοδίου.
§276Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι εἰδικῶς περὶ τοῦ ἐπεισοδίου. Καὶ πολὺ σωστά, λοιπόν, ἐστείλατε Ἐπιθεωρητὴν Ἀρεοπαγίτην νὰ ἐξετάσῃ τί συμβαίνει εἰς τὴν Καλαμάταν. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν θὰ ἐξετάσω πῶς ἐγένοντο αἱ ἐπιδόσεις καὶ πῶς αὗται ἐματαιώθησαν κλπ. Τὸ θέμα εἶναι τί ἤθελεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐκεῖ. Καὶ δεύτερον, τί ἔκαμεν ἐκεῖ καὶ ποία ἦτο ἡ ἐνέργειά του. Πῶς ἐπῆγε, τὸ ἀνέφερα, τί ἔκαμε δὲν τὸ γνωρίζω. Αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται μέχρις ἡμῶν, ἀναφέρουν, ὅτι τὸ ἐπεισόδιον ἦτο ζωηρότατον καὶ ὅτι τὸ Εἰσαγγελικὸν Γραφεῖον ἦτο κλειστόν, καθ’ ὃν χρόνον ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον.
§277Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διὰ τῆς καταγγελίας κατελογίσθη, ὅτι ἡ πόρτα ἦτο κλειστή.
§278Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀναφέρω τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἦλθον εἰς τὸ κόμμα μας. Καὶ αἱ πληροφορίαι αὐταὶ λέγουν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, εἰς τὸ κλειδωμένο δωμάτιον παρετήρησε δριμύτατα τὸν Εἰσαγγελέα Πλημμελειοδικῶν μὲ τὰ ἑξῆς φράσεις: «Διατὶ καταδικάζετε τοὺς ἀστυνομικοὺς διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις; Δὲν καταλαβαίνετε, ὅτι ἐνισχύετε τὴν Ε.Δ.Α.;». Τὸ πρῶτον σκέλος τῆς παρατηρήσεως, εἶναι τὸ θετικόν. «Διατὶ καταδικάζετε τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα». Τὸ δεύτερον, εἶναι ἡ ἐπιφύλαξις. Ἄλλαι πληροφορίαι μᾶς λέγουν, ὅτι παρομοίας συστάσεις ἔκαμε καὶ εἰς τοὺς δικαστάς. Ἐὰν ἐπέτρεψα εἰς ἐμαυτὸν νὰ ἀναφέρῃ αὐτὰ εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ λάβητε γνῶσιν ὑμεῖς ὡς Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης καὶ δοθέντος, ὅτι ἔχετε διατάξει τὸν Ἐπιθεωρητὴν Ἀρεοπαγίτην νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, ὀρθὸν εἶναι —καὶ ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ὑποδείξεως καθηκόντων, διότι σεῖς εἶσθε ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς ποὺ ἀπ’ ὅπου ἐπέρασαν ἐπέτυχον— ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀνακοινώσητε εἰς τὸν Ἐπιθεωρητήν, τὰ λεχθέντα, διὰ νὰ τὰ ἐξακριβώσῃ. Ἢ εἰς ἡμᾶς ἀνεφέρθησαν ἀνακριβῶς, ἢ εἰς τὸν Ἐπιθεωρητὴν θὰ ἀναφερθοῦν ὑπευθύνως, καὶ τότε θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας ὡς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, νὰ προβῆτε εἰς τὰς δεούσας πειθαρχικὰς κυρώσεις. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον θέμα, τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἴπατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἀπηυθύνατε εἰς τὰς 14.2.1962 ἔγγραφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν Ναυπλίου ἀπροσώπως καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν κατεῖχεν ὁ νῦν ὑπηρετῶν. Ἀνέγνωσα ἀπὸ τὰ πρακτικά, ὅτι τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου σας εἶναι ὅτι «.......... (ἀναγινώσκει) ..........». Νομίζω, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι ὀρθή. Δὲν ὑποκαθιστᾷ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν εἰς τὰς ἁρμοδιότητας τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις εἶναι καὶ ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ δίδῃ ὑπευθύνους γνωμοδοτήσεις, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀποτελοῦν τὴν κατευθυντήριον γραμμήν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν καὶ ὀρθῶς. Ἐδημιουργήθη ἕνα ζήτημα μεταξὺ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Καλαμῶν καὶ ὀργάνων τῆς Χωροφυλακῆς. Ἔπρεπε νὰ λυθῇ. Καὶ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐν κατακλεῖδι θὰ ζητήσῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ δώσῃ τὴν ὁριστικὴν κατεύθυνσιν. Τὸ ὅτι συνεπῶς ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ ἐνέργεια αὐτὴ εἶναι προπαρασκευαστικὴ τῆς τελευταίας πράξεως, καὶ ἐὰν ἠδυνάμην νὰ μεταχειρισθῶ ὅρον ἐκ τοῦ διοικητικοῦ δικαίου, θὰ ἔλεγα, εἶναι πρᾶξις συνθέτου διοικητικῆς ἐνεργείας. Εἶναι ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἐμφανίσῃ πλήρως τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Τώρα, ποῖαι θὰ εἶναι αἱ περαιτέρω ἐνέργειαι; Εἶπον, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐνέργεια ἀνακρίσεων. Τί ἔκαμεν ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἰς Καλαμάταν; Διατί ἐπῆγεν ἐσπευσμένως; Ἡ Κοινὴ Γνώμη δὲν εὑρίσκει τί τὸ ἐπεῖγον ποὺ ἐπέβαλε τὴν μετάβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς Καλαμάταν, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Διατὶ ἤρχισεν ἀπὸ ἐκεῖ τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ πῶς ἐτελείωσεν ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας; Ἐκτὸς βεβαίως ἐὰν αὕτη συνίστατο εἰς τὸ νὰ προσέχουν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ Πλημμελειοδῖκαι νὰ μὴ καταδικάζουν τὰ παρεκτραπέντα ἀστυνομικὰ ὄργανα, καὶ εἰς τὸ νὰ σπάσῃ τὸ κρύσταλλο τοῦ γραφείου. Ἀσφαλῶς δὲ τὸ ἔσπασε, διότι εὑρῆκεν ἀντίδρασιν. Θὰ τοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τοῦ ὑποδείξῃ πῶς θὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαστικά του καθήκοντα. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι καλῶς ἐπράξατε, κύριε Ὑπουργέ, ἀποστείλαντες τὸ ἐν λόγῳ ἔγγραφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν. Καλῶς ἐπίσης ἐνηργήσατε, ἀποστέλλων τὸν Ἐπιθεωρητὴν Ἀρεοπαγίτην, διὰ νὰ ἐρευνήσῃ ἐπὶ τόπου τὸ θέμα. Νομίζω, τρίτον, ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ τὸν διατάξητε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀνάκρισίν του καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τοῦ ἀνακύψαντος, τὸ ὁποῖον, ἄλλωστε, ἐφ’ ὅσον θὰ μεταβῇ εἰς τὰς Καλάμας, ἐὰν δὲν ἔχει μεταβῆ ἀκόμη, ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ. Καὶ σεῖς, εἰς τὸ τέλος, ἐλπίζομεν, ὅτι διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐννοίας πλέον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ σεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ὁ ὁποῖος δὲν μοῦ μένει ἀμφιβολία, ὅτι ἐνδιαφέρεσθε διὰ νὰ παραμείνῃ τὸ κῦρος τῆς Δικαιοσύνης ἀμείωτον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ, μόνος σας θὰ ἔλθητε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀνακοινώσητε τὸ πόρισμα αὐτῶν τῶν ἀνακρίσεων. Καὶ εἶμαι τότε βέβαιος, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἱκανοποίησις τῆς κοινῆς γνώμης, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἀποδειχθοῦν ἀναληθῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς καταγγέλλονται.
§279Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑπῆρξεν ἀναμφισβητήτως χρήσιμος ἡ συμμετοχὴ τοῦ κ. Μπακοπούλου εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν μου εὐγνωμοσύνην, διὰ τὴν ἐπιεικῆ κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐξέφερε περὶ ἐμοῦ.
§280Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμίαν ἐπιεικῆ κρίσιν. Πρὸ ὀλίγου σεῖς —καὶ ἔν τινι μέτρον ὀρθῶς— ἐσημειώσατε, ὅτι εἶμαι ὀξὺς καὶ εἶναι, ὁμολογῶ, μειονέκτημα. Ἐπομένως, ἐπιείκειαν ἀπὸ ἐμὲ μὴ περιμένητε, σᾶς τὸ λέγω καθαρά.
§281Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ὁμολογήσω, χάριτας διὰ τὴν συμπάθειαν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔχει ὁ κ. Μπακόπουλος.
§282Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπάθειαν μάλιστα καὶ ἐκτίμησιν.
§283Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, διεπιστώθη, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν εἰδοποιήσας τὸ Ὑπουργεῖον καὶ χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου, μετέβη εἰς τὰς Καλάμας δι’ ἐπιθεώρησιν. Διατὶ ἤρχισε τὴν ἐπιθεώρησίν του ἀπὸ τὰς Καλάμας καὶ ὄχι ἀπὸ ἄλλην πόλιν τῆς Πελοποννήσου, εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐξηγήσῃ ὁ ἴδιος διὰ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ, ἀλλὰ καὶ προφορικῶς, ὅταν αὔριον θὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Λυποῦμαι πολύ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἰδιότης μου δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ μεταφέρω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οἱανδήποτε πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχω λάβει μέχρι σήμερον, περὶ τῶν διαμειφθέντων μεταξὺ τῶν δύο Εἰσαγγελέων. Εἶναι προνόμιον τῶν βουλευτῶν νὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν αὐτήν. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, μετέβη πρὸς ἐπιθεώρησιν εἰς τὰς Καλάμας, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ἀνεξαρτήτως οἱουδήποτε ἐπεισοδίου καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξειλίχθησαν τὰ γεγονότα ἐκεῖ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μετέβη εἰς τὰς Καλάμας διὰ τὸν ἐπηρεασμὸν τῆς Δικαιοσύνης. Διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ταξειδίου τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, οὔτε περὶ τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη, οὔτε περὶ τῆς ἀπωλείας τοῦ κρυστάλλου τοῦ γραφείου, ἀλλὰ περὶ τῆς κατηγορίας, ἡ ὁποία διετυπώθη διὰ τῆς ὑποβληθείσης ἐρωτήσεως. Ὅτι δηλαδὴ ἡ αἰφνιδία μετάβασις, ὡς ἐπὶ λέξει ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐρώτησιν, ἀπέβλεπεν εἰς τὸν ἐπηρεασμὸν τῆς κρίσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων κατὰ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, κατηγορουμένων δι’ ἐκλογικὰς ἐπεμβάσεις, ὅπως ἐπὶ λέξει νομίζω ἀναγράφει ἡ ἐρώτησις. Κύριοι βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω, ἐπαναλαμβάνω, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ μετάβασις ἑνὸς ἀνωτέρου, ἀνωτάτου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω, δικαστικοῦ, ὡς ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, νὰ ἐκληφθῇ ἀπὸ οἱονδήποτε πολίτην, οἱασδήποτε ἐπαρχιακῆς πόλεως, ὡς προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν κρίσιν αὐτῆς. Δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ καὶ ὑποθέτω δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀντιληφθῇ πᾶς τις Ἕλλην, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἐμφάνισις ἑνὸς Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς οἱανδήποτε πόλιν τῆς Ἑλλάδος νὰ δώσῃ ὑπονοίας, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς μετέβη ὄχι διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον του, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐπέμβασιν χάριν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν ἐρώτησιν, θὰ ἀναγνωρίσουν, ὅτι ἔσπευσαν εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῆς τῆς κρίσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν οἱαιδήποτε παρεξηγήσεις εἰς μίαν πόλιν ἐπαρχιακὴν ὅπως ἐπὶ λέξει μοῦ ἐτόνισεν ὁ κ. Κωστόπουλος, ὑπενθυμίζων ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐπαρχιώτης, διὰ νὰ τοῦ προσθέσω, ὅτι ἐγὼ κατάγομαι καὶ ἀπὸ χωριὸ καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ ἐπαρχίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν οἱαιδήποτε παρεξηγήσεις εἰς μίαν πόλιν. Ἔργον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους εἶναι νὰ συμβάλλουν διὰ τὴν ἄρσιν τῶν παρεξηγήσεων αὐτῶν. Δὲν εἶναι ἔργον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἢ καὶ τοῦ ἀσκοῦντος οἱονδήποτε λειτούργημα, ἡ προσπάθεια νὰ ἐπιτείνῃ τὴν σύγχυσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ δημιουργηθῇ μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐπίθεσιν, ἡ ὁποία ἔχει ἀναληφθῆ ἐναντίον ὅλων τῶν δημοσίων ὀργάνων καὶ τῶν δημοσίων λειτουργῶν, παραμένει σεβαστὴ εἰς τὸ βάθρον της ἡ Δικαιοσύνη καὶ μετ’ ἐμπιστοσύνης ἀπολύτου ἀποβλέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον καὶ ὅτι δὲν συντελεῖ εἰς τὴν προάσπισιν τῶν θεσμῶν μας καὶ εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἔστω καὶ ἐκ παρεξηγήσεως, προσπάθεια διαβολῆς καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν νομίζω, ὅτι συντελεῖ εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματός μας καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ οἱαδήποτε πρᾶξις, ἡ ὁποία θὰ ἔσυρε τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ κομματικὴν διαμάχην τοῦ τόπου μας. Ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πιστεύω εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν ἰδεῶν αὐτῶν καὶ εἶμαι ἀποφασισμένος νὰ καταβάλω πάσας μου τὰς δυνάμεις διὰ νὰ γίνουν, ὅπως εἶναι, πράξεις εἰς τὸν τόπον μας. Θὰ μεταβῇ ὁ Ἐπιθεωρητὴς Ἀρεοπαγίτης εἰς τὰς Καλάμας, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργείου, καὶ θὰ λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ἐπεισόδιον αὐτό. Θὰ ἔχω τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, θὰ ἔχω τὰς προσωπικάς μου ἀνακοινώσεις αὔριον ὑποθέτω, καὶ εἶμαι βέβαιος ἢ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν ἐξετάσεων, θὰ διαπιστωθῇ διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη εἰς τὸν τόπον μας ἀνεπηρέαστος καὶ πραγματικῶς ἀνεξάρτητος ἐπιτελεῖ τὸ καθῆκον της. Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, οὔτε τὴν ἐπέμβασιν τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησα διὰ τὸ συμφέρον τοῦ κόμματος. Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, τὴν γνώμην του, διὰ νὰ ἀποφανθῶ καὶ νὰ λύσω ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶχε προκαλέσει τόσον θόρυβον, ὄχι μόνον εἰς τὰ στενὰ Μεσσηνιακὰ πλαίσια, ἀλλὰ καὶ εὐρύτερον, εἰς τὸν Ἀθηναϊκὸν τύπον. Ἐζήτησα νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἴσως ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἐξετίθεντο καὶ εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ εἰς τὰς ἀναφορὰς τῶν διαφόρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
§284Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γενικῶς, ὁμιλεῖτε εἰς τὸ ἔγγραφόν σας.
§285Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Γενικῶς, τὴν γνώμην του ζητῶ. Νομίζω, ὅτι ἔπραξα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ πράξω. Καὶ λυποῦμαι, διότι μία ἐνέργεια ἄψογος ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν μιᾶς τοιαύτης ἐπιθέσεως, ἡ ὁποία προσωπικῶς δὲν θίγει ἐμέ, ἀποβαίνει ὅμως πράγματι εἰς βάρος καὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς ἐννοίας τῆς Δικαιοσύνης.
§286Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω μόνον. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακάθηται, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θέλῃ νὰ μείνῃ ἡ Δικαιοσύνη ἐκτὸς πάσης πολιτικῆς καὶ κομματικῆς διαμάχης. Τὸ ἐτόνισα καὶ προηγουμένως καὶ χαίρω ἰδιαιτέρως, ὅτι τὴν δήλωσιν τὴν ἰδικήν μου ἐπανέλαβε τώρα καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Περαιτέρω, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν, ὅτι «διεπιστώθη» ἐκ τῆς συζητήσεως, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν μετέβη εἰς τὴν Καλαμάταν δι’ ἐπιθεώρησιν. Ἀκριβῶς ἐκεῖ εἶναι τὸ κενόν, πῶς τὸ Σάββατον εὑρέθη ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἰς τὴν Καλαμάτα. Συνεπῶς, δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι «διεπιστώθη». Ἴσως νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἐκ ποίας ἀφορμῆς καὶ πῶς μετέβη τὸ Σάββατον 24ην τρέχοντος εἰς τὴν Καλαμάταν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ναυπλίου. Φαντάζομαι ὅτι, ὅταν λάβῃ τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς παράσχῃ πλήρεις πληροφορίας. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν διεπιστώθη ἀπὸ τὴν σημερινὴν συζήτησιν εἶναι, ὅτι μετέβη κάμνοντας ἔναρξιν τῆς ἐπιθεωρήσεώς του. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι θὰ ἀναμείνωμεν τὰς προσεχεῖς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ, πρῶτον, ὁ ἴδιος κατατοπισθῇ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν λαβόντων χώραν εἰς τὴν Καλαμάταν. Ἀλλὰ ὀφείλω καὶ μίαν ἀπάντησιν, διὰ πολὺ ὀλίγων λέξεων πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀρκαδίας κ. Μπακόπουλον. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἐπληροφορήθη ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τῶν δύο Εἰσαγγελέων εἰς τὸ Εἰσαγγελικὸν Γραφεῖον τῆς Καλαμάτας καὶ πόθεν προέρχονται αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Μπακοπούλου, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἔλαβε χώραν ζωηρὸν ἐπεισόδιον, γνωρίζω ὅτι ἐκτυπήθη μὲ τὸν γρόνθον τοῦ Εἰσαγγελέως τὸ κρύσταλλον τοῦ γραφείου καὶ ἐρράγη, ὅτι ἠκούσθη ζωηρὰ στιχομυθία, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα ὅσα ὁ κ. Μπακόπουλος ἐπληροφορήθη ἀπὸ τὴν Καλαμάτα, ὅτι ἐλέχθησαν μεταξὺ τῶν δύο Εἰσαγγελέων. Ταῦτα διὰ τὴν τάξιν.
§287Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν τάξιν;
§288Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅταν ἐγὼ δὲν τὰ γνωρίζω.
§289Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐμὲ τὰ εἶπον, ἐνῷ εἰς σᾶς δὲν τὰ εἶπον.
§290Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ λέγω. Δεύτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρωτοφανῆ θεωρίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου, ὅτι τὸ ἔγγραφον πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν Ἐφετῶν ἀποτελεῖ, οὕτως εἰπεῖν, οἱονεὶ μέρος σύνθετον διοικητικῆς πράξεως, διότι τάχα ἀπευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον ἔγγραφον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἵνα μετὰ τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν, ὡρίμου πλέον ὄντος τοῦ ζητήματος, θέσῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψει καὶ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Οὔτε πρόκειται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην διερευνήσεως, δὲν πρόκειται περὶ θεμάτων πραγματικῶν, περὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα καλεῖται νὰ ἐξακριβώσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 157 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας εἶναι σαφής. Ἐὰν ὑπάρχῃ διαφωνία δύο ἑρμηνευτῶν, ἀπευθύνεται τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ζητεῖ τὴν γνώμην του. Ἡ θεωρία περὶ συνθέτου οἱονεὶ διοικητικῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία ὑποστηριζομένη ἔχει σκοπὸν νὰ θεωρήσῃ ὡς ὀρθῶς γενόμενον τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν Ἐφετῶν διὰ νὰ ἀποφανθῇ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐπὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχει ἀποφανθῇ ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι θεωρία, τὴν ὁποίαν, παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον τρέφω διὰ τὸν κ. Μπακόπουλον, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν συμμερισθῶ. Τοὐναντίον, φρονῶ καὶ ἐλπίζω νὰ διαψευσθῶ, ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνθη τὴν 14ην Φεβρουαρίου πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος ἐκαλεῖτο νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, φοβοῦμαι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν καὶ τοῦ ταξιδίου τοῦ κ. Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος πρὶν ἢ ἀναφέρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, ἠθέλησεν ἴσως καὶ ἐπὶ τόπου νὰ ἐξακριβώσῃ τὰς σχετικὰς ἀπόψεις τῶν διϊσταμένων ἀρχῶν.
§291Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Μπορῶ νὰ διαβεβαιώσω τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὅτι ἀπὸ μέρους μας οὐδεμία προσπάθεια κατεβλήθη διαβολῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπῆρξεν ὅμως εὔλογος ἡ συγκίνησις τῆς κοινῆς γνώμης, ἐκ τῶν συνεχῶν ἀναβολῶν τῆς δίκης ἐκείνης καὶ ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν, τοῦτο δὲ ἠνάγκασε καὶ ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἐρωτήσεως ταύτης. Βεβαιοῦμεν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐπιθυμία ἡμῶν εἶναι ἡ Δικαιοσύνη νὰ παραμείνῃ μακρὰν τῶν κομματικῶν ἀγώνων.
§292Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἀντίληψις περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐξεπλήρωσε τὴν ἀποστολήν του εἰς τὰς Καλάμας. Εἶναι δυνατὸν οἱοσδήποτε συνάδελφος νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν ἐχειρίσθη τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκεῖνος ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς τὰς Καλάμας, τὰς ἡμέρας αὐτάς. Δὲν εἶναι, ὅμως, ἐπιτετραμμένον νὰ συνδυάζηται μετάβασις ἑνὸς Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν εἰς οἱανδήποτε πόλιν μὲ σκοτεινοὺς σκοπούς, μὲ προσπάθειαν κυβερνητικοῦ ἐπηρεασμοῦ τοῦ ἔργου τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐρωτήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον αὐτῆς. Χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι καὶ ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους ὑπογράφοντας τὴν ἐρώτησιν, ἀναγνωρίζεται, ἐπὶ τέλους, ὅτι ἡ ἐνέργειά των δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς στρεφομένη κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Δὲν πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς μεμφομένη τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς Καλαμάταν. Αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν, διότι ἀναγνωρίζεται, ὅτι Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν εἶχε δικαίωμα νὰ μεταβῇ ὁπουδήποτε τῆς περιφερείας. Καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν οἱοσδήποτε μικρόψυχος πολίτης νὰ συνδυάσῃ τὴν μετάβασιν καὶ ἐμφάνισιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐκεῖ, μὲ οἱανδήποτε ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν οἱουδήποτε περιεχομένου. Καὶ ἐὰν μάλιστα ὑπάρχῃ καὶ προσωπικὴ ἐκτίμησις πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ἔπρεπε, ἔτι μᾶλλον νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Δὲν θὰ κάμω λόγον περὶ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας συνάδελφος ἀπηύθυνε καὶ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ζητῶν ἐπέμβασίν των, διὰ τὴν προάσπισιν τῆς Δικαιοσύνης, ἔναντι τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ἢ ἴσως ἔναντι τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης.
§293Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἤμην πάρα πολὺ εὐτυχής, ἐὰν μοῦ παράσχητε διαβεβαίωσιν περὶ αὐτοῦ.
§294Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀναγνωρίζω, ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ νὰ ἀπευθύνεται πρὸς οἱανδήποτε ἀρχήν. Γνωρίζω ἀκόμη, ὅτι οἱοσδήποτε βουλευτὴς καὶ κἄθε ἄνθρωπος, εἶναι δυνατόν, εἰς στιγμὴν παραφορᾶς καὶ ὑπὸ τὸ κράτος ἐντυπώσεων, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦνται ἀπὸ ἀληθῆ ἢ ψευδῆ ἀναφορὰν τῶν γεγονότων, νὰ προέλθῃ εἰς μίαν ἐνέργειαν, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἴδιος δὲν θὰ εἶναι εὐχαριστημένος ἐκ τῶν ὑστέρων.
§295Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ μᾶς εἴπῃ, ποίαν ἔννοιαν ἀποδίδει εἰς τὴν ἐνέργειάν μας αὐτήν, τῆς ἀποστολῆς τοῦ τηλεγραφήματος. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ τηλεγράφημα ἔγινεν ἐκ λόγων ἀνωτέρας ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς ἔχομεν, ὅτι ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ μείνῃ μακρὰν οἱασδήποτε πολιτικῆς διαμάχης.
§296Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ἡ ἀντίληψις αὕτη ἀκριβῶς, ἔπρεπε νὰ σᾶς ὑπαγορεύσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ σεῖς, κύριε συνάδελφε, θέλετε νὰ ἀποκλείσητε τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν περίπτωσιν ἐπιθεωρήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι μόνος Εἰσαγγελεὺς Πλημμελειοδικῶν δύναται νὰ ἐγγυᾶται τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, τότε πρέπει νὰ ἀπελπίζηται κανείς.
§297Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε προκατάληψιν;
§298Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Οὐδεμίαν.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§300ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 2.55′ π.μ.).