1961.06.07
2,885 rows · 22,067 words · 231 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 125η
Τετάρτη 7 Ἰουνίου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.20′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἰντζὲς ζητεῖ δίμηνον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Τούμπας, καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Κωστόπουλος, Ε. Κοθρῆς, Σ. Χούτας, Φ. Πιτούλης, Η. Σακαλῆς, Δ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ Θ. Δεσύλλας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Ὁ βουλευτὴς Ἄρτης κ. Κ. Παπαδημητρίου, καταθέτει ὑπόμνημα ἀκτημόνων καλλιεργητῶν κατοίκων Ἁγίου Σπυρίδωνος Ἄρτης, οἵτινες ἐδικαιώθησαν κλήρων διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 904 ἀποφάσεως Ἐπιτροπῆς Ἄρτης τοῦ ἔτους 1958, ἀλλὰ ἂν καὶ παρῆλθε τριετία ἔκτοτε, δὲν ἐγκατεστάθησαν εἰς τοὺς παραχωρηθέντας κλήρους. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ε. Σαββόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συν)σμῶν Ἡρακλείου Κρήτης, αἰτουμένης τὴν ρύθμισιν τῶν πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. ὑποχρεώσεων τῶν πληγέντων παραγωγῶν. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Γ. Μεταξᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου ναυτικῆς Ὁμοσπονδίας, αἰτούσης ρύθμισιν ἀσκήσεως δικαιώματος ψήφου ταξιδευόντων ναυτικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Ἄρθρον 2. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ὡς Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Ε.Δ.Α., ἔχει τὸν λόγον.
§6Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ τύχη, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησις καὶ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 μὲ τὰς χθεσινὰς παλινωδίας, μάλιστα τὰς Κυβερνητικάς, δὲν ἐπιτρέπει καμμίαν αὐταπάτην, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως διαμορφώσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου λαλοῦμεν εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Ἀλλὰ πέραν τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἀπευθυνόμεθα εἰς τὸν λαὸν καὶ ἀποκαλύπτομεν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ σύνθετος πλοκὴ δέκα ἢ δέκα πέντε ἐπ’ ἀλλήλων χαρακωμάτων, μέσα εἰς τὰ ὁποῖα ζητεῖ διὰ παραμορφώσεως τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος νὰ περιχαρακωθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ αἰσθάνεται ἑαυτὴν σχετικῶς ἠγγυημένην κατὰ τῆς λαϊκῆς κατακραυγῆς, θέλομεν νὰ ἀποκαλύψωμεν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ τακτικὴ τῆς προσθήκης μιᾶς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας σφετερίζεται ἡ Κυβέρνησις τοῦτο, μιᾶς ἄλλης διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας σφετερίζεται τὸ ἄλλο, μιᾶς τρίτης διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας σφετερίζεται ἄλλο τι, καὶ ἐν γένει ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα, ἀφαιρεῖ δηλαδή, ἀπὸ τὸ κυρίαρχον δικαίωμα κᾶθε Ἕλληνος πολίτου νὰ συναποτελῇ μαζί μὲ τοὺς ὁμοτίμους του Ἕλληνας πολίτας, τὸ κυρίαρχον σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀναδεικνύει τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους καὶ αὐτὴ ἀναδεικνύει μὲ τὴν σειράν της τὴν Κυβέρνησιν, μὲ σκοπὸν ὅλα αὐτὰ νὰ ἐκφράζουν τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ὑπάρχει προμελέτη, ὅλα αὐτὰ νὰ παραμερισθοῦν, ὑπάρχει ἡ προμελέτη νὰ ὑπάρξῃ ἕνας χλευασμὸς τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ὅλα αὐτὰ καλύπτουν τὴν βαθεῖαν ἐπίγνωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι καταδικασμένη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καί, ὅτι δὲν δύναται νὰ προσβλέψῃ εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ διὰ μέσου χαρακωμάτων παραμορφωτικῶν τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, εἰς τὸ ἄρθρον 2 εἴμεθα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 2.
§8Η. ΗΛΙΟΥ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ εἴπω αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι χτὲς παρέστημεν εἰς ἕνα θέαμα, τὸ ὁποῖον πραγματικὰ εἶναι περίεργον. Χθὲς παρέστημεν εἰς τὸ θέαμα, τὸ ὁποῖον μᾶς θυμίζει τοὺς νομάρχας ἢ τοὺς μικροὺς φεουδάρχας τοῦ τέλους τοῦ 18ου καὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ 19ου αἰῶνος, ποὺ ἴσχυεν ἡ ἀντίληψις τοῦ παραχωρουμένου συντάγματος, ποὺ δὲν εἶναι κατάκτησις τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ εὐδοκία τοῦ μονάρχου, ἑπομένως, ἐὰν θέλῃ δίδει καὶ ὅταν θέλῃ ἀνακαλεῖ. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι χτὲς συνέβησαν περίεργα πράγματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὰ γνωρίσωμεν εἰς τὸν λαόν. Εἰς τὰς 5 Ἰουνίου, δηλαδὴ προχθές, ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τάδε: «Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὑπεδέχθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις, ὄχι ὑπὸ τὴν μορφὴν παραχωρήσεως, ὅπως ἐτόνισα καὶ πρὸ ἡμερῶν, ἀλλὰ κατόπιν ἐκτιμήσεως τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας». Καὶ πάρα κάτω: «Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξετάζει τὸ πρόβλημα ἀπὸ ἀπόψεως συμφέροντος τοῦ Κέντρου, τὸ ἐξετάζει ἀπὸ πλευρᾶς συμφέροντος τῆς Χώρας».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἠλιοῦ, κάμνετε κριτικὴν τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας, ἐγὼ ἔτσι τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 2.
§10Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὁμιλῶ, κ. Πρόεδρε. Ἔλεγε, λοιπόν, προχθὲς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «Αἱ τροποποιήσεις τὰς ὁποίας προτείνει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐμφανίζονται ὡς παραχώρησις, ἀλλ’ ἐμφανίζονται ὡς ἐπιβαλλόμεναι ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος».
§11Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Θὰ παρεκάλουν νὰ ἀντιληφθῆτε, ὅτι τὸ ἄρθρον 1 ἐψηφίσθη. Δύνασθε νὰ τὰ εἴπητε αὐτὰ ὅταν ἔλθῃ εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§12Η. ΗΛΙΟΥ. Εἰσερχόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 2ον, προεισαγωγικῶς, παρατηρῶ, ὑπὸ ποίας συνθήκας διεξάγεται ἡ συζήτησις, ἂν αὐτὸ ἀποτελῇ καλόπιστον κοινοβουλευτικὴν συζήτησιν ἢ ἂν ἀποτελῇ μίαν ἀνατροπήν, ἂν δείχνῃ μίαν ἀνατροπὴν περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔχομεν αὐταπάτην, ὅτι καὶ εἰς τὸ 2ον ἄρθρον θὰ ἐκδηλωθῇ, ὁμοίως καὶ εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον, μία ἀνατροπή, ὅτι δηλαδὴ εἶναι κἄτι τὸ ἰδικόν μας, ὅτι τὸ παραχωροῦμεν ἢ τὸ ἀνακαλοῦμεν διότι ἔτσι τὸ θέλομεν καὶ ὅτι σήμερον τὸ παρουσιάζομεν, ὅτι εἶναι ἐθνικὸν συμφέρον ἢ δὲν εἶναι ἐθνικὸν συμφέρον, πιστοποιοῦντες πάντοτε, ὅτι ἡ ἐπίκλησις τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς ἐθνικοφροσύνης γίνεται πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν συμφερόντων καὶ τίποτε ἄλλο.
§13Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διεξάγεται σήμερον συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι πάντα πρόθυμος δι’ ἤρεμον καὶ καλόπιστον συζήτησιν, δὲν εἶναι ὅμως διατεθειμένη νὰ δέχεται ὕβρεις, καὶ αἱ φράσεις, τὰς ὁποίας χρησιμοποιεῖται εἶναι ὑβριστικαί.
§14Η. ΗΛΙΟΥ. Κάθε ἐνέργεια πολιτικὴ ἐπάγεται τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κριτικὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§15Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Αἱ ὕβρεις, δὲν εἶναι κριτική.
§16Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ κριτικὴ καὶ ὁ χαρακτηρισμός, εἶναι κἄτι τὶ ποὺ δὲν εἶναι ξένον πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ τοὐλάχιστον δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκπλήττῃ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταχειρίζεσθε βαρυτάτους χαρακτηρισμοὺς ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων σας. Μεταχειρίζεσθε χαρακτηρισμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παραδεκτοί, ἐναντίον τῶν ἀντιπάλων σας, καὶ δίδεται, μὲ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν συγκράτησιν καὶ μετριοπάθειαν, ὕφους καὶ γλώσσης, ὁ χαρακτηρισμὸς πράξεων διὰ τὰς ὁποίας, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθοῦν ἀντάξιοι τῶν πράξεων αὐτῶν πολὺ σοβαρώτεροι χαρακτηρισμοί.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 2. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Ἠλιοῦ.
§18Η. ΗΛΙΟΥ. Ἤθελα νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ δῆθεν παραχωρήσεις καὶ ἡ τακτικὴ αὐτή, ἡ ὁποία περιέχει τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀδυναμίας καὶ ζητεῖ κανονικὰ προνόμια καὶ κανονικὴν ἀνισότητα καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐμφανίζεται ὡς παραχώρησις, δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν συσχετισμὸν τῶν δυνάμεων μεταξὺ Κυβερνήσεως ἀποδοκιμαζομένης καὶ ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ εἰς τὸ σπέρμα τῆς διαιρέσεως τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον μὲ πολλὴν τέχνην χρησιμοποιεῖται.......
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λαϊκὸν μέτωπον δὲν γίνεται.
§20Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἂν θὰ γίνῃ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς εὐρεῖαν πολιτικὴν συζήτησιν, ἀρκεσθεῖτε εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου, σᾶς παρακαλῶ.
§22Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω τὰ ἐπιχειρήματά μου, μέσα εἰς τὸ πλαίσιον ...... (δὲν ἠκούσθη).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰλικρινῶς, σεῖς ὁ ὁποῖος κατέχετε τὸν Κανονισμόν, πιστεύετε, ὅτι τὰ ὅσα ἕως τώρα εἴπατε ἔχουν σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον 2 καὶ ὅτι εἶσθε ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ;
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ἐγώ, οὔτε ὁ κ. Ἠλιοῦ, ἔχομεν ἀνάγκην συνηγόρων.
§26Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς γνώμην.
§27Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Γνώμην, μόνον σεῖς ἔχετε;
§28Η. ΗΛΙΟΥ. Ὅλα ὅσα ἔχω νὰ εἴπω, θὰ λεχθοῦν, διότι σχετίζονται μὲ τὸ ἄρθρον 2. Δὲν ξεύρω, ὅμως, διατί, ἐνώπιον ἑνὸς κατασκευάσματος ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ εὑρίσκονται τόσον εἰς στενοχώριαν, νὰ δεχθοῦν τὸν συσχετισμὸν πρὸς ὅλας τὰς διατάξεις ποὺ ἀποτελοῦν μίαν ἀλληλουχίαν ἐξετάσεως τοῦ ἄρθρου δευτέρου. Ἀλλὰ ἂς ἔλθω ἀμέσως εἰς τὸ ἄρθρον δεύτερον. Τὸ δεύτερον ἄρθρον, ἀποτελεῖται οὐσιαστικῶς, ἀπὸ τέσσαρα αὐτοτελῆ ἄρθρα ἢ νομοθετήματα —τόσης ἐκτάσεως καὶ σημασίας εἶναι— εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἀπογραφήν, εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν λεγομένην ἔκτακτον ἀναθεώρησιν περὶ τῆς ὁποίας δεδομένα καὶ ἄλλοτε ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς κυρώσεις κατὰ τῆς μὴ ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἢ κατὰ τῆς μὴ ἐγγραφῆς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους. Ὅσον ἀφορᾶ τὰς κυρώσεις κατὰ τοῦ τρόπου ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, αὐτὰ χωρὶς νὰ εἶναι γραμμένα εἰς κανένα νόμον, καθιερώθησαν καὶ ἀσκοῦνται κατὰ ἕνα ἔκνομον τρόπον ἀπὸ τὸν Κρατικὸν μηχανισμὸν τὸν φατριάζοντα διὰ νὰ μὴ λάβῃ ὠφελήματα ἀπὸ τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ ἡ παράταξις ἡ ἰδική μας. Θέλω νὰ διευκρινίσω διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν καὶ τονίζω, ὅτι ἐμμένομεν εἰς τὸ ὅτι τὰ στρατευμένα παιδιὰ τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα, παρ’ ἡμῖν, δὲν ἀποτελοῦν, ὁ στρατὸς δηλαδή, δὲν ἀποτελεῖ ἰδίαν κοινωνικὴν τάξιν, ἴδιον στρῶμα, ἰδίαν κατηγορίαν, εἶναι σάρξ ἐκ τῆς σαρκὸς τοῦ συνόλου τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι οὔτε μισθοφόροι, ὅπως ὑπάρχουν εἰς χώρας τινάς, οὔτε λεγεὼν τῶν ξένων, εἶναι τὰ παιδιὰ τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ἐργαζομένων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ στρατός μας, τὰ στρατευμένα παιδιὰ τοῦ λαοῦ, ἔχουν δικαίωμα νὰ ἀσκοῦν τὸ ἐκλογικόν των δικαίωμα, ἔχουν ἀπεριόριστον δικαίωμα, ὡς μέλος ἕκαστος τοῦ κυριάρχου Σώματος, ποὺ λέγεται ἐκλογικὸν Σῶμα, νὰ ἐκφράζουν κυριαρχικῶς τὴν γνώμην των διὰ τῆς ψήφου των. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἀναγνωρίζομεν ὡς δικαίωμα, εἶναι τὸ νὰ μὴ ἐκφράζεται ἡ ψῆφος τοῦ στρατευμένου, ἀλλὰ νὰ ἐκφράζεται ἡ θέλησις ἄλλων ἀσκούντων ἐξουσίαν, ἀσκούντων δύναμιν ἐπιβολῆς, ἀσκούντων δύναμιν διαθέσεως τῆς θελήσεως, δυνάμει ἐξουδετερώσεως τῆς θελήσεως τοῦ στρατοῦ. Δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα παρουσιάσθη ἀνέκαθεν παρ’ ἡμῖν κατὰ τὴν τελευταίαν ἐφαρμογὴν τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ τοῦ 1956 καὶ ἐγένετο εὐρεῖα συζήτησις. Ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατήγγειλαν κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἄλλως τε καὶ αὐταπόδεικτον ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς μεταξὺ τῆς ποσοστιαίας ἀναλογίας τῆς ψήφου τῶν πολιτῶν καὶ τῆς ψήφου τῶν στρατευμένων πολιτῶν, κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐπῆρε καὶ συγκεκριμένας μορφάς, μὲ τὰς καταγγελίας ποὺ σᾶς ἀνέγνωσα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, καταγγελίας βουλευτῶν, ἰδίᾳ μεταπηδησάντων εἰς τὸ Κυβερνητικὸν στρατόπεδον, ὅπως τοῦ βουλευτοῦ Λευκάδος κ. Καλκάνη, ὁ ὁποῖος ἔφερεν ἐκεῖνο τὸ ἀμίμητον γράμμα ἀπὸ ἕνα φίλον τοῦ κόμματος στρατευμένον: «Κύριε Καλκάνη, δὲν σᾶς ἐψήφισα, διότι ἂν σᾶς ἐψήφιζα, ἐπήγαινα χαμένος». Ὅπως τοῦ κ. Παπασταύρου τοῦ πρώην συναδέλφου αἱ καταγγελίαι, ὅτι συγγενής του εὑρέθη εἰς τὸ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον μὲ ψυχοπάθειαν ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ἐπεχείρησε νὰ ψηφίσῃ ὡς αὐτὸς ἤθελε καὶ ὄχι ὡς ἐπρόκειτο νὰ τοῦ ἐπιβάλουν. Κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐξετάσωμεν κἄθε πρότασιν εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῶν ἄλλων Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ προτείνωμεν καὶ ἡμεῖς, ὁτιδήποτε θὰ ἄγῃ εἰς τὸ νὰ εἶναι ἡ ψῆφος τοῦ στρατοῦ ψῆφος ἑνὸς ἑκάστου τῶν στρατιωτῶν. Ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα αὐτὴ ἡ ἐγγύησις δὲν ὑπάρχει. Αἱ προτάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἔχομεν αὐταπάτην, ὅτι θὰ ἀπορριφθοῦν. Ὅλαι αἱ προτάσεις αἱ καλόπιστοι, αἱ τείνουσαι ὄχι νὰ δημιουργήσουν προνόμια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἰσότητα μεταχειρίσεως μεταξὺ ὅλων τῶν Κομμάτων, ἀπερρίφθησαν χθὲς μὲ ἕνα τρόπον βάναυσον, ἄνευ συζητήσεως, διότι ὁ κ. Πρόεδρος ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἤξευρε ποῖον εἶναι τὸ νόημα τῆς ἀναγιγνωσκομένης τροπολογίας, ἡ ὁποία εἶχε διατυπωθῆ, ὅτι καταργεῖται ἡ δεῖνα παράγραφος χωρὶς νὰ διευκρινίζῃ τὸ πραγματικὸν περιεχόμενον, ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ τροπολογία τῆς ὁποίας τὸ κείμενον δὲν κατανοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος, κατεψηφίζετο ἀπὸ τὴν Συμπολίτευσιν σύσσωμον. Πιστεύω, λοιπόν, ὅτι ὡς διετυπώθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν πρώτην τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμε, αἱ ἐγγυήσεις εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Θὰ ἐμφανίζεται, λέγει, ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς δελτίου ταὐτότητος ἢ μιᾶς στρατιωτικῆς ταὐτότητος. Ἤδη ἔχομεν δύο ταὐτότητας. Ποῦ θὰ ἐμφανίζεται; Δὲν προβλέπεται κοινὴ κατάστασις, θὰ χάνωνται αἱ ψῆφοι μέσα εἰς τὰς πολιτικάς. Ἀλλὰ δὲν προβλέπεται οὔτε κατάστασις ἐμφαίνουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφόρων καὶ ἂν πᾶνε καὶ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ὅπως διατυπώνεται μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ἀποκλείεται νὰ ἴδωμεν αὔριον, ὅτι εὑρέθησαν 500.000 ψηφοφόροι στρατιῶται, προφανῶς ἀπὸ πουθενὰ δὲν ὑπάρχει κατοχύρωσις, τὸ πρῶτον. Τὸ δεύτερον, ὅτι θὰ ψηφίζουν τοὺς ὑποψηφίους τῆς περιοχῆς εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται. Τοῦτο παρέχει ἀφ’ ἑνὸς τὴν δυνατότητα ἀλλοιώσεως ὡρισμένων περιφερειῶν λόγῳ παρουσιάσεως ἐκεῖ μεγίστου ἀριθμοῦ στρατευμένων, εἴτε διότι πράγματι κατὰ τὰς ὀργανικὰς ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος εὑρίσκονται ἐκεῖ πολλοὶ στρατευμένοι, εἴτε διότι σκοπίμως ἤθελον μετακινηθῆ πρὸς ἐκλογικοὺς σκοπούς. Ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψῃ ἄρδην τὰ ἀποτελέσματα τῆς περιοχῆς. Ἂν ὑπάρχουν, ὅπως εἶναι λογικὸν νὰ πιστεύῃ κανείς, ὅτι εἰς τὰς ἀραιοκατωκημένας μεθοριακὰς περιοχὰς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκλέγουν βουλευτὰς μὲ 5–6 χιλιάδες ἐκλογικὴν βάσιν, πρέπει κατ’ ἀνάγκην, κατὰ τὴν λογικὴν τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ ὑπάρχουν πολλοὶ στρατιῶται, ἕπεται, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ξένοι ψηφοφόροι πρὸς τὴν περιφέρειαν, νὰ ἀλλοιώσουν εἰς τὸ ἔπακρον τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ τῆς περιφερείας ἐκείνης. Δεύτερον καὶ εἰς περιοχὰς ἐγγὺς κειμένας ἀπὸ πρώην συνάδελφον, μὴ ἀνήκοντα εἰς τὴν παράταξίν μας, ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι λόγου χάριν εἰς τὴν περιοχὴν Βοιωτίας, ποὺ ἔχει 55.000 πολιτικοὺς ψήφους, ὑπάρχουν στρατιωτικαὶ βάσεις, ὑπάρχει τὸ ἀεροδρόμιον τῆς Τανάγρας κλπ. Ὅτι εἰς τὴν Ἀττικὴν ἐπίσης εἶναι τὸ ἀεροδρόμιον Ἐλευσῖνος, ἀεροπορικαὶ δυνάμεις, στρατιωτικαὶ μονάδες κλπ. Τὸ ἴδιον εἰς τόπους ὅπου ἐκπαιδεύονται νεοσύλλεκτοι εἰς Μεσσήνην, Καλαμάταν κλπ. Εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ νὰ ἐπέλθῃ μίαν ἀναστάτωσις ὀλίγον ἀσυμμέτρου καὶ μεγίστης συμμετοχῆς ποσοστοῦ ξένων πρὸς τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ψηφοφόρων, κατὰ τὸ σύστημα αὐτό. Ἑπομένως παρουσιάζει δύο τοὐλάχιστον ἐλαττώματα τὸ ὅτι διὰ τῆς κατατμήσεως εἰς πολλὰ ἐκλογικὰ τμήματα εἶναι δυνατὸν σὲ κάθε ἐκλογικὸν τμῆμα νὰ εὑρεθοῦν 20–30 στρατιωτικοὶ ψῆφοι καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πάλιν ἡ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας νὰ μὴ εἶναι κατοχυρωμένη. Ἀλλὰ ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ ἔλεγον τοῦτο σχετικῶς: Ὁ ἀδιάβλητος, ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, ἐθνικόφρων φίλος καὶ συνάδελφος καὶ διακεκριμένος καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ εἰς τὸ πολιτικὸν βῆμα, κ. Βαμβέτσος, εἰς ἄρθρον του πρόσφατον, εἰς τὰς 3 τοῦ μηνὸς εἰς τὸ «Βῆμα», προκειμένου περὶ στρατιωτῶν λέγει, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ στρατοῦ: «... (ἀναγινώσκει) ...». Καὶ προτείνει νὰ ψηφίζῃ μὲν ὁ στρατὸς εἰς τμήματα, ἀλλὰ νὰ ἀθροίζωνται αἱ ψῆφοι τοῦ στρατοῦ καὶ νὰ κατανέμωνται εἰς ὅλας τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας... Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ἐνῷ δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον, μέσα εἰς μίαν κοινωνίαν συνεχῶς κινουμένην καὶ ἐξελισσομένην, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Ἰορδάνης δὲν στρέφεται πρὸς τὰ ὀπίσω, ὅπως δὲν ἐστράφη ποτὲ πρὸς τὰ ὀπίσω εἰς μίαν κοινωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νέαι κοινωνικαὶ δυνάμεις ἀνεβαίνουν εἰς τὸ προσκήνιον καὶ διεκδικοῦν τὴν διακυβέρνησιν τῶν τυχῶν τῆς χώρας, δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ποτὲ δυνατὸν ὁ στρατὸς νὰ διαχωρίζεται καὶ νὰ τοποθετῆται ἀντιμέτωπος μὲ τὸ ¼ ἢ ⅓ τοῦ Ἔθνους. Ὁ στρατὸς εἶναι στρατὸς λαϊκός, στρατὸς ἐθνικός. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι στρατὸς κόμματος ἢ κομμάτων. Ἀνεξαρτήτως, ὅμως, τούτου —ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἄλλως τε εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εὐκαιρία μείζονος ἀναπτύξεως— ἐδῶ ἔχομεν δεδομένα γεγονότα, ὅτι ὁ στρατὸς θεωρεῖται ἐξ ὁρισμοῦ, ὅτι πρέπει νὰ στρέφεται ἐναντίον τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἀσπάζεται τὸ ¼ τοὐλάχιστον τοῦ λαοῦ, ὅτι πρέπει νὰ στρέφεται ἐναντίον τῶν ἀρχῶν καὶ νὰ γίνεται θεωρία περὶ τούτου καὶ νὰ δίδωνται διαταγαὶ περὶ τούτου καὶ ἔχομεν ἐκείνας τὰς δύο τρομερὰς εἰς ἔκτασιν καὶ ἡ μία, τοὐλάχιστον εἰς κωμικότητα ἠμπορῶ νὰ εἴπω καὶ ἡ ἄλλη, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κύριον Ἀρβανιτάκιν, ἐκείνην τὴν διαταγὴν τῆς ἀστυνομεύσεως τοῦ φρονήματος τοῦ στρατοῦ. Τὴν πρώτην τὴν ἀναφερομένην, ὄχι μόνον εἰς τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν, διότι ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, ἠμπορεῖ νὰ ἐτακτοποίησε τὸ προσωπικόν του ζήτημα καὶ νὰ ἔλαβε βεβαίωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν εἶναι «θεωρούμενος» ἐθνικόφρων, ἀλλὰ γνήσιος ἐθνικόφρων. Δὲν τερματίζεται, ὅμως, τὸ ζήτημα εἰς τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν. Εἶναι πρόδηλον ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς διαταγῆς, ὅτι ὑπάρχει διωγμὸς ἀμείλικτος ἐναντίον τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀκολουθεῖ τὸ ¼ τοῦ λαοῦ καὶ πιστεύομεν —περισσότερον ἀπὸ τὸ ¼ τοῦ στρατευομένου λαοῦ— τῶν νέων, τῶν ἀνερχομένων γενεῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος περὶ ἐκλογῆς, ὅταν τὴν ἐκλογὴν τὴν ἀποκλείῃ διὰ δικαστικῶν βαρυτάτων παραβάσεων διὰ συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐπερώτησιν περὶ τῶν πειθαρχικῶν οὐλαμῶν Κολυνδροῦ καὶ Ἐρατείρας, ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ διαψευσθοῦν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι πᾶμε νὰ γίνουν ἐκλογαὶ μεταξὺ ἀπόψεων πολιτικῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνεκταὶ καὶ ἀπόψεων πολιτικῶν τῶν ὁποίων ἡ καθ’ ὑποψίαν παραδοχὴ ἀποτελεῖ λόγον ἐξοντώσεως τοῦ στρατευμένου; Ἔπειτα ἔχομεν τὴν ἄλλην καταπλήσσουσαν, ἐκείνην ἐν τῇ μωρίᾳ διαταγήν, τὴν ἐξαρτῶσαν τὸ τί ἀναγινώσκει ὁ στρατευμένος πολίτης, ἀπὸ τὸ εἰς ποίαν ἐφημερίδα δημοσιεύεται διαφήμισις περὶ τοῦ ἐντύπου, ἐκείνην ἡ ὁποία πρῶτον ἀνέστησε τὸν μεσαίωνα καὶ καθίδρυσε μαυροπίνακα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθίδρυσε ἱερὰν ἐξέτασιν εἰς τὰ ζητήματα τοῦ πνεύματος καὶ ὕστερα ἔγραψε εἰς τὸν μεσαίωνα τὸν Ρήγαν Φερραῖον, τὸν Ρενὰν διὰ τὴν «προσευχήν του εἰς τὸ κάλλος τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος» τὴν προσευχήν του εἰς τὴν Ἀκρόπολιν καὶ τὸν «Παλαμᾶν διὰ τὰ γράμματα πρὸς τὴν Ραχήλ» καὶ ἕνα καρκινολόγον, τοῦ ὁποίου λήγει εἰς «ώφ», μολονότι, ὅταν πρόκειται περὶ ΕΚΟΦ, ἡ κατάληξις αὐτὴ δὲν ἔχει τὶς ἴδιες συνέπειες. (Ψίθυροι ἐκ τῆς Δεξιᾶς Πτέρυγος) ...... Ἐάν, κύριοι, σεῖς θὰ ψηφίσετε, δὲν ἔχω καμμίαν αὐταπάτην, ὅπως καὶ ὅ,τι ἄλλο νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ περισσότερα εἰς τὴν ὑπόθεσίν σας, διότι ξεύρετε, ὅτι εἶσθε μειοψηφία καὶ θὰ τὸ ψηφίσετε, δὲν ἔχω, ἐπαναλαμβάνω, καμμίαν αὐταπάτην περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ πέραν ὑμῶν σᾶς λέγω εἶναι ἀστεῖον νὰ συζητοῦμεν περὶ στοιχειώδους ἐλευθερίας ἐκλογικῆς καὶ ἑπομένως περὶ ἀσκήσεως στοιχειωδῶς ἐλευθέρου ἐκλογικοῦ δικαιώματος, καὶ ὄχι ὁδήγησιν ὑπὸ καθεστὼς ἀφορήτου ψυχολογικῆς ἢ σωματικῆς βίας, νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ψήφου τοῦ στρατοῦ. Τὸ ζήτημα ὑπάρχει, εἶναι μέγα καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἐξετάσωμεν καλοπίστως κάθε διατύπωσιν καὶ διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ παρεῖχεν ἐγγυήσεις, ὁπότε θὰ εἴμεθα πρῶτοι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τοῦ νὰ ἀσκήσουν τὰ στρατευμένα παιδιὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα. Ἀλλὰ πιστεύομεν, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἐπροτάθησαν τοιαῦται ἐγγυήσεις. Θὰ ἤθελον, κ. συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὸ ἕτερον σχετικὸν ζήτημα, τὴν ἀπογραφὴν —καίτοι εἶναι τὸ οἰκεῖον ἄρθρον— διὰ πολὺ ὀλιγωτέρων ἀπὸ ὅσα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 18ης Μαΐου ἀναπτύσσων ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὰς ἀπόψεις τῆς παρατάξεώς μας, ἔθεσα ἐνώπιόν σας. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1940 εἶναι κἄτι τι τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὴν σημερινὴν πραγματικότητα καὶ τελείως ἔκνομον ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως, δεδομένου, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς. Δεύτερον, ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1940 διετηρήθη, διότι ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1951, ἐν τῷ συνόλῳ της, δὲν ἦτο ἀρεστὴ καὶ ἐπεννοήθη, ὅτι ἦτο λανθασμένη. Καὶ ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Τοῦπερ, τοῦ στατιστικολόγου, τοῦ ὁποίου κατετέθη ἡ ἔκθεσις κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀγροτικῶν συντάξεων, ὅτι αὐτὸ τὸ εἴπομεν διὰ τοὺς Ἀμερικανοὺς διὰ νὰ αὐξηθῇ ἡ βοήθεια, καὶ ὄχι πράγματι, διότι ἦτο λάθος. Τρίτον, ὅτι παρὰ ταῦτα, ὁμιλοῦμεν πάλιν περὶ καταστάσεως τελείως ξεπερασμένης, τελείως ἀπομεμακρυσμένης ἀπὸ τὴν σημερινὴν πραγματικότητα τοῦ 61, ἀλλὰ ἀκυρωθείσης τὸ 58, διότι δὲν συνέφερε τὸ 1958, ἐρχομένης δέ, ἐνῷ εἶναι νεκρά, νὰ ἐπικυρωθῇ σήμερον, διατί; Διὰ νὰ ἰσχύσῃ; Ὄχι, ἀλλὰ διὰ νὰ ἰσχύσῃ ἐν μέρει, δηλαδὴ νὰ κάμωμεν ἐπιλογὴν τῆς ἀπογραφῆς, πρᾶγμα συνταγματικῶς, ἠθικῶς καὶ νομικῶς ἀκατανόητον. Καὶ πάλιν ἐπὶ τέλους, ἐὰν εἶναι παράνομον θὰ τὸ εὕρῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας — καὶ πιστεύω νὰ τὸ εὕρῃ— ἀλλὰ σήμερον μὲ ποῖον εἰδικὸν λόγον καὶ ἠθικὴν δικαίωσιν τὸ κάμνομεν; Τὸ 1951, ὅταν ἔγινεν εἰς τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας Δυτ. Μακεδονίας, Ἠπείρου Θεσσαλίας καὶ Στερεᾶς Ἑλλάδος, ἡ ἐξαίρεσις νὰ διατηρηθοῦν οἱ ἀριθμοὶ τοῦ 1940, ἦτο πρόσφατος ἡ ἐσωτερικὴ ἀναταραχὴ καὶ ἡ ἐκ τούτου ἀπομάκρυνσις πολλῶν ἀπὸ τὰς ἑστίας των καὶ ὑπῆρχε καὶ διετηρεῖτο τότε ἡ ἐλπίς, ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐπανακάμψουν εἰς τὰς ἑστίας των. Τώρα ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961 ἐπεβεβαίωσεν, ὅτι ἡ στατιστικὴ τοῦ 1951 δὲν ἦτο στατιστικὴ ποὺ ἀδικοῦσεν αὐτὰς τὰς περιοχάς, λόγῳ ἐκτάκτων καὶ παροδικῶν, ὡς ἠλπίζετο, γεγονότων, ἀλλὰ ἦτο στατιστική, ἡ ὁποία ἐξέφραζε τὴν πραγματικὴν ροπὴν τοῦ λαοῦ, τὴν πραγματικὴν πηγὴν τοῦ λαοῦ ἐκ τῆς ἐπαρχίας. Καὶ πάλιν θὰ θυμώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι ἡ πηγὴ αὐτή, ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν κλασσικὴν ἀποτυχίαν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τώρα χωρὶς καμμίαν δικαιολογίαν, ἐνῷ ἡ κατάστασις μεταξὺ 1951 καὶ 1961 μετεβλήθη εἰς τὸ 10πλάσιον, παρ’ ὅσον εἶχε μεταβληθῆ μεταξὺ 1940 καὶ 1951, ἔρχεται ἡ συμβιβαστικὴ πρότασις «νὰ σᾶς δώσω τὴν μισὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1951 καὶ νὰ κρατήσω τὴν μισὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940». Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἐξοργιστικαὶ εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς νέας αὐτῆς γενναιοδώρου παραχωρήσεως — μετακίνησις τριῶν τεσσάρων ἑδρῶν εἰς ὅλην τὴν ἐπικράτειαν— ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐδημοσιεύθη ὁ πραγματικὸς πληθυσμὸς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961, ὑπάρχει συνταγματικὴ ἐπιταγὴ νὰ ἰσχύσῃ ὁ πραγματικὸς πληθυσμός, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν τὴν ἀπογραφὴν τοῦ νομίμου.
§29Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Μὲ συγχωρεῖτε. Εἴπατε, ὅτι ἐδημοσιεύθη ὁ πραγματικὸς πληθυσμός. Δὲν ἐδημοσιεύθη.
§30Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐδημοσιεύθη.
§31Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Δὲν ἐδημοσιεύθη.
§32Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ χαλᾶμε τὴν καρδιά μας, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα Σύνταγμα, κ. Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπεράνω καὶ ἀπὸ τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντὴν τῆς Ἐθνικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας καὶ τὸν Ὑπουργὸν Συντονισμοῦ καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι ἐπικρατεστέρα ἡ θέλησις τοῦ Συντάγματος.
§33Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Καὶ ἀπὸ ὑμᾶς, κ. Ἠλιοῦ, εἶναι ὑπεράνω τὸ Σύνταγμα.
§34Η. ΗΛΙΟΥ. Βεβαίως. Ἡμεῖς εἴμεθα ἐντὸς τοῦ Συντάγματος. Σεῖς τὸ παραβιάζετε. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ἕνα Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν ἐφαρμογὴν τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς. Ἑπομένως αὐτὸ εἶναι συνταγματικὴ ἐπιταγὴ καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καλὴν ἢ τὴν κακὴν θέλησιν τῶν ὑποτεταγμένων, τῶν συντεταγμένων ὑπηρεσιῶν, τῶν κατωτέρων ὑπηρεσιῶν. Διότι τότε θὰ ἠδύνατο μία Κυβέρνησις, μία Γενικὴ Διεύθυνσις Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας, διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως διοικητικῆς φύσεως, νὰ φέρῃ τὴν ἀτόνησιν τῆς ἰσχύος συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐπειδὴ δὲ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ πραγματικὸς ἀριθμός, ὁ δοθεὶς εἰς τὴν δημοσιότητα, εἰς τὰς ἐφημερίδας μίαν Κυριακήν, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ πραγματικὸς αὐτὸς ἀριθμός, ὁ πραγματικὸς αὐτὸς πληθυσμὸς δὲν ἐπεννοήθη, ἀλλὰ εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν χαρτιῶν, ποὺ ὁ καθένας σημειώνει μίαν πολίχνην καὶ ποὺ ἀπαριθμοῦνται εὐκόλως εἰς ἕνα βράδυ, διότι εἶναι 8.500.000, τὰ 4.500.000 τῶν ψηφοδελτίων ἀπαριθμοῦνται εἰς ἕνα βράδυ. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ περὶ Ὀκτωβρίου εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐνθυμίζουν μίαν παλαιὰν παροιμίαν ὅτι, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ὄρεξιν νὰ ζυμώσῃ κοσκινίζει 100 ἡμέρας. Αὐτὰ κατεμετρήθησαν καὶ ἀνεκοινώθησαν. Τώρα δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὸ ἐὰν θὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ τὸ ἐὰν θὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἢ ὁ κ. Γενικὸς Διευθυντὴς τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας νὰ δώσῃ πρὸς δημοσίευσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσδιορίζει κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν κατανομὴν τῶν ὑποψηφίων, θὰ ἀκυρωθῇ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὁπωσδήποτε εἶναι πολιτικῶς ἄτοπον, εἶναι πολιτικῶς ἄηθες νὰ διατηροῦμεν ἐκεῖνα, ποὺ οἱ Ἄγγλοι, πρὸ τῆς ἐκλογικῆς μεταρρυθμίσεως τῶν μέσων τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ἀπεκάλουν σάπια, διεφθαρμένα χωρία, νὰ διατηροῦμε δηλαδὴ ἐν ἰσχύϊ περιφερείας, αἱ ὁποῖαι μὲ 6.000 ψήφους ἀναδεικνύουν ἕνα βουλευτὴν μὲ 24.000 ψήφους, ἐκ τῶν ὁποίων ἐνδεχομένως ὁ πλειοψηφῶν συνδυασμὸς ἐπῆρε τὰς 13.000, ἀλλὰ ἐπῆρε τὰς 4 ἕδρας, λόγῳ τῆς Βʹ κατανομῆς τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ 1958, μὲ 13.000 ψήφους δίδουν 4 βουλευτὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ὑπάρχουν περιφέρειαι, εἰς τὰς ὁποίας...
§35Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, πόσον πρόθυμος εἶσθε εἰς τὴν διαστροφὴν τῶν ἀριθμῶν, θὰ ἀναφερθῶ εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε πρὸ δύο λεπτῶν. Ἀνεφέρατε τὸ παράδειγμα τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ εἴπατε, ὅτι ἡ ἐκλογικὴ αὐτὴ περιφέρεια ἐξέλεξε τὸ σύνολον τῶν τεσσάρων ὑποψηφίων τῆς ΕΡΕ μὲ 13.000 μόνον ψήφους. Ὑποθέτω, ὅτι διὰ νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸ παράδειγμα, θὰ συνεβουλεύθητε τοὐλάχιστον τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀποτελεσμάτων. Εἴπατε, λοιπόν: Μὲ 13.000 ψήφους...
§36Η. ΗΛΙΟΥ. Ὄχι. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον «ἐνδεχομένως». (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§37Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Πρῶτον, δὲν εἴπατε «ἐνδεχομένως», ἀλλὰ καὶ ἂν τὸ ἐλέγατε εἰς ἀριθμὸν συγκεκριμένον ἀνεφέρθητε, ὁ ὁποῖος συμβαίνει νὰ ὑπολείπεται κατὰ τὸ ἥμισυ περίπου τοῦ πραγματικοῦ. Ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς προμελετημένης διαστροφῆς τῆς ἀληθείας καὶ τῶν ἀριθμῶν, μαρτυρεῖται ἡ ποιότης τῶν ἐπιχειρημάτων σας.
§38Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Εἶπον: Καὶ ἐνδεχομένως μὲ τὴν μέθοδον κλπ.
§39Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἄλλο ἡ μέθοδος τοῦ 1958. Σᾶς λέγω, ὅτι ἡ περιφέρειά μου, ἀσχέτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφόρων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὁποίων θὰ μετάσχῃ τῆς κατανομῆς τῶν ἑδρῶν ἀνὰ τὴν χώραν, ἀσχέτως, λέγω, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφόρων, ἀνέδειξεν μὲ ἀναλογικὸν μάλιστα σύστημα τὸ σύνολον τῶν κυβερνητικῶν ὑποψηφίων, ὁ συνδυασμὸς τῶν ὁποίων συνεκέντρωσε τὸ 70% περίπου τῶν ψήφων. Οὕτω ἡ περιφέρεια Φλωρίνης ἦλθε πρώτη εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν ἀπὸ ἀπόψεως δυνάμεως τῆς ΕΡΕ. Αὐτὸ ἀντιλαμβάνομαι, βεβαίως, ὅτι σᾶς ἐνοχλεῖ, ἀλλὰ δὲν σᾶς δίδει πάντως τὸ δικαίωμα νὰ διαστρέφετε τοὺς ἀριθμούς.
§40Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐδῶ χρειάζεται νὰ διέπῃ τὰς συζητήσεις μιὰ καλὴ πίστις. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). (Ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν): Δὲν πρόκειται νὰ συγκινηθῶ ἀπὸ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί.
§42Η. ΗΛΙΟΥ. Θέλετε τὰ 70%; Μὲ 19.000 ψήφους βγάζετε 4 βουλευτάς.
§43Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐπήραμε τὸ δεκαπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπήρατε σεῖς.
§44Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν λέγω, ὅτι ἔπρεπε ἡμεῖς νὰ βγάλωμεν βουλευτὰς μὲ τὸ ἕνα δέκατον τῶν ὅσων ἐπήρατε σεῖς. Δὲν λέγω αὐτό. Λέγω ἄλλο πρᾶγμα. Ὅτι σεῖς ἐβγάλατε 4 βουλευτὰς μὲ ὀλιγωτέρας ψήφους ἀπὸ ὅσας χρειάζονται διὰ νὰ βγῇ ἕνας βουλευτὴς εἰς τὴν βʹ περιφέρειαν Ἀθηνῶν. Αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν πρᾶγμα, σαφὲς πρᾶγμα, καὶ μὴ νομίζητε, ὅτι ἐπειδὴ σεῖς ἔχετε πρόσφατον τὸν ἀκριβῆ ἀριθμὸν τοῦ πόσον ἐπήρατε εἰς τὴν περιφέρειάν σας καὶ ἐνδεχομένως ἐγὼ δὲν τὸν ἔχω καὶ δι’ αὐτὸ ἐχρησιμοποίησα τὸ «ἐνδεχομένως». Δὲν ὡμίλησα περὶ συσχετισμοῦ δυνάμεων εἰς τὸν Νομὸν Φλωρίνης, ἀλλὰ περὶ διαφορᾶς τῆς ἐκλογικῆς βάσεως μεταξὺ ἐκείνων τῶν προνομιούχων δι’ ἐσᾶς Νομῶν, εἰς τοὺς ὁποίους στηρίζεσθε καὶ οἱ ὁποῖοι μὲ 6.500 καὶ μὲ 5.000 σᾶς δίδουν βουλευτὴν καὶ τῶν περιφερειῶν τῶν μεγάλων, αἱ ὁποῖαι μὲ 23.000–24.000 δίδουν ἕνα βουλευτήν. Ἑπομένως, κάθε μετατόπισις τοῦ θέματος, ἀκριβῶς, δείχνει ἐνοχὴν συνειδήσεως, δείχνει προσπάθειαν συσκοτίσεως τοῦ θέματος. Τὸ θέμα πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἐκεῖ ὅπου τὸ ἐτοποθέτησα. Ἑπομένως, ποία πολιτικὴ ἠθικὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διαιώνισιν αὐτοῦ τοῦ ἀτόπου καὶ τὴν ἐπιδείνωσιν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, καλοπίστως, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ προασπισθῇ αὐτὴ ἡ ἀρχὴ ἡ θεσπιζομένη, τῆς ἀναδρομῆς κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940, κατὰ ἥμισυ δὲ εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1951. Δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον οἱουδήποτε, λογικοῦ, ψυχραίμου καὶ καλοπίστου ἀνθρώπου. Σᾶς τυφλώνει μία ἐπιθυμία, νὰ διατηρηθῆτε εἰς τὴν ἐξουσίαν, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ὁμολογήσατέ το αὐτό. Ἐγώ, δὲν ἔχω οὐδεμίαν αὐταπάτην πρὸς τὰς διαθέσεις σας. Ἀλλὰ ἐὰν θέλετε νὰ εὕρετε ἐπιχειρήματα, εἴτε πολιτικῆς τάξεως, εἴτε νομικῆς, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιολογοῦν αὐτὸν τὸν βιασμὸν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, τὸν γινόμενον κατὰ 10 καὶ 15 τρόπους, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι εὔκολον. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ κυβερνητικὴ πλειοψηφία μὲ τὴν ἐμμονήν των εἰς ἕνα νόμον, ἀπαραδέκτως ἄδικον καὶ ἄνισον, βιάζοντα τὴν θέλησιν τοῦ Λαοῦ, δὲν μαρτυροῦν τίποτε ἄλλο παρά ὅτι εἶναι πεπεισμένοι ὅτι ἔχουν καταδικασθῆ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ συγχρόνως οἰκοδομοῦν καὶ τὰς προϋποθέσεις ἴσως ἐκείνας τὰς ὀλίγας, αἱ ὁποῖαι λείπουν λόγῳ ὀλιγοπιστίας τινῶν, ὥστε ὁ λαὸς νὰ κατευθύνῃ ὅλας αὐτὰς τὰς ἀντιλαϊκὰς διατάξεις ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπιβουλεύονται τὴν κυριαρχίαν του καὶ θέλουν νὰ σφετερισθοῦν τῶν ἐντολῶν του, ἐνῷ δὲν τὰς ἔχουν ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν λαόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον. Θὰ παρακαλέσω τοὺς ρήτορας νὰ εἶναι κἄπως σύντομοι, νὰ μὴ εἰσέρχωνται εἰς τὸ γενικὸν θέμα, ἀλλὰ κυρίως ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας τυχὸν ἔχουν, διὰ νὰ προχωρήσωμεν. Διότι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς διήρκεσε 10 συνεδριάσεις καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ μεταφέρωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου. Ὁ κ. Ἠλιοῦ ἦτο σύντομος. Πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσω. Ὁρίστε, κύριε Βρανόπουλε.
§46Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξάρω ὅλως ἰδιαιτέρως τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, δι’ ἧς νομοθετεῖται ἡ ψῆφος τοῦ Στρατοῦ, τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ τοῦ Πυροσβεστικοῦ Σώματος εἰς τοὺς τόπους εἰς οὓς οὗτοι ὑπηρετοῦν, ἀφοῦ, ὡς γνωστόν, ἀναστελλομένων κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον τῶν ἀδειῶν των, ἡ μετακίνησίς των εἰς τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς των καθίσταται ἀνέφικτος. Οὐδεὶς καλόπιστος ἄνθρωπος καὶ μάλιστα δημόσιος ἀνὴρ θὰ ἠδύνατο νὰ θέση ὑπὸ συζήτησιν τὴν βασικὴν δημοκρατικὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν καὶ δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσις παντὸς Ἕλληνος πολίτου ἀποτελεῖ ἡ ἐνάσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ του δικαιώματος. Τὸ δικαίωμα αὐτό, ἡ ἄσκησις τοῦ ὁποίου, ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν αὐτῶν, εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ καὶ μὲ τὴν ἑτέραν βασικὴν δημοκρατικὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος πάντων τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι τοῦ νόμου, εἶναι ἀδιανόητον νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν εἰς τὰ στρατευμένα παιδιὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοὺς ἄνδρας τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, τοὺς ἀφανεῖς αὐτοὺς ἐν εἰρήνῃ ἥρωας, καὶ τοῦ Πυροσβεστικοῦ Σώματος, οἱ ὁποῖοι προμαχοῦν διὰ τὴν τήρησιν τοῦ Νόμου, τῆς Τάξεως καὶ τῆς Δημοκρατίας. Δὲν εἶμαι βεβαίως ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ συγκατένευον εἰς πᾶσαν ἐποικοδομητικὴν πρότασιν, διασφαλίζουσαν τὸ ἀδιάβλητον τῆς ψήφου τῶν κατηγοριῶν αὐτῶν τῶν ψηφοφόρων. Ὄχι διότι πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ ἐπικεφαλῆς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας νὰ φατριάσουν καὶ νὰ ἀσκήσουν ψυχολογικὴν πίεσιν ἐπὶ τῶν ὑπὸ τὰς διαταγάς των ἀνδρῶν ὑπὲρ μιᾶς παρατάξεως ἢ ἑνὸς τμήματος. Τοῦτο θεωρῶ ὡς ὕβριν κατὰ τοῦ τιμίου Σώματος τῶν Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν, οἵτινες τηροῦν τὰς ἱερὰς παραδόσεις τοῦ στρατευομένου Ἔθνους. Εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ διοικήσω τοιαύτας μονάδας καὶ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω μὲ τὴν προσωπικήν μου ἐμπειρίαν, τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ Διοικηταὶ αὐτῶν τῶν μονάδων εἰς τὴν συντριπτικήν των πλειοψηφίαν, εἶναι ἄνδρες προσηλωμένοι εἰς τὸ καθῆκόν των, μὲ λαμπρὸν ἦθος, μακρὰν πάσης πολιτικῆς φατρίας καὶ μικροκομματικῆς ἐπιδιώξεως. Μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατατεθεῖσαν ἀπὸ 31.5.1961 τροπολογίαν, δι’ ἧς καθορίζεται ἡ ψηφοφορία ὅλων τῶν ἀνωτέρω εἰς τὰ κοινὰ ἐκλογικὰ τμήματα, πιστεύομεν, ὅτι διασφαλίζεται τύποις καὶ οὐσίᾳ τὸ ἀδιάβλητον τῆς ψήφου των, ὥστε πᾶσα περὶ τοῦ ἐναντίου αἰτίασις νὰ μὴ ἔχῃ θέσιν. Ἐκεῖ ποὺ δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον εἶναι τὸ ἐδάφιον 3 παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 2, καθ’ ὃ οἱ ἀνωτέρω ἐκλογεῖς θὰ ψηφίζουν τοὺς ὑποψηφίους τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας τοῦ τόπου ποὺ ὑπηρετοῦν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, ἐνῷ ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ ψηφίζουν τοὺς ὑποψηφίους τοῦ τόπου τῆς ἐκολγικῆς των περιφερείας. Τὸ ὑπὸ πολλῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποστηριζόμενον, ὅτι ἀπόδειξις τοῦ μὴ ἀδιαβλήτου τῆς ψήφου τῆς ἱερᾶς παρακαταθήκης τοῦ Ἔθνους, ὅπως εἶναι τὰ χρυσᾶ νειᾶτα αὐτῆς, εἶναι καὶ τὸ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφοδελτίων παρετηρήθη πολλάκις νὰ εἶναι ἀνώτερος εἰς ὡρισμένα Κόμματα ποὺ εἰς τὰς πόλεις οἱ ἀντιπρόσωποι τούτων ἔλαβον κατώτερον ἀριθμὸν ψήφων, εἶναι παραγνώρισις μιᾶς ὑφισταμένης πραγματικότητος, ὅτι ὁ Στρατὸς καὶ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας ζῶντα μακρὰν τῶν διαμαχῶν τῶν Κομμάτων, εὑρίσκονται εἰς πλαίσια πλήρους ἐξάρσεως ἐξ οὗ καὶ ἡ προκύπτουσα διαφορά. Μὲ τὴν σκέψιν αὐτήν, ἐπικροτῶ τὴν σχετικὴν διάταξιν ἄνευ τῆς ὁποίας χιλιάδες πολλαὶ Ἑλληνικαὶ ψῆφοι θὰ ἀπηλλοτριοῦντο τῆς Δημοκρατικῆς των δυνάμεως, δίκην κυρώσεως ἀπαραδέκτως ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῆς Πολιτείας, εἰς τοὺς φορεῖς της, μόνον καὶ μόνον διότι ἡ τελευταία εἰς αὐτοὺς ἐνεπιστεύθη τὰ ἱερὰ ὅπλα τῆς ἀμύνης τοῦ πατρίου ἐδάφους ἀπὸ τὸν ἐξωτερικὸν ἐχθρὸν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς διασφαλίσεως τοῦ νόμου καὶ τῆς Δημοκρατικῆς τάξεως εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Καθῆκον λοιπόν, ὅλων μας εἶναι, νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν σημερινὴν ἑνότητα τοῦ Στρατοῦ μας καὶ τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας καὶ νὰ μὴ διαταράξωμεν τὴν μακρὰν τῆς πολιτικῆς ἀφοσίωσίν του εἰς τὸ ἱερὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐπωμισθῆ. Ἐπίσης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας συνηγορῶν διὰ τὴν ἀποδοχὴν δύο ἀξιοσημειώτων τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κ. κ. Μπουρνιᾶ καὶ Μπάρμπα, τὰς ὁποίας ἐκ συναδελφικῆς λεπτότητος καὶ τάξεως θὰ ἀφήσω νὰ τὰς ἀναπτύξωσιν οἱ καταθέσαντες αὐτὰς ὡς ἄνω συνάδελφοι. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν δυνατότητα ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τῶν χιλιάδων ναυτιλλομένων, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν δημιουργικόν των μόχθον ὑπῆρξαν οἱ βασικοὶ συντελεσταὶ τῆς μεγαλειώδους μεταπολεμικῆς ἀνθήσεως τῆς Ἐμπορικῆς μας Ναυτιλίας. Εἶναι καὶ δίκαιον καὶ ὀρθὸν αἱ χιλιάδες αὐταὶ τῶν ἁγνῶν Ἑλλήνων νὰ μὴ στεροῦνται τῆς τιμῆς καὶ τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκφέρουν τὴν γνώμην των ἐπὶ τῶν κοινῶν, ὅταν χάρις εἰς αὐτοὺς ἡ Ἑλληνικὴ σημαία αὐλακώνει τοὺς Ὠκεανοὺς ὑπερήφανος μεταξὺ τῶν πρώτων Ναυτικῶν Δυνάμεων τοῦ κόσμου καὶ ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὴν ἔντιμον ἐργασίαν των εἰσρέει εἰς πακτωλὸν ἑκατομμυρίων τὸ πολύτιμον συνάλλαγμα εἰς τὴν πατρίδα μας. Ἡ δὲ ἑτέρα ἀφορᾷ τοὺς Ἕλληνας τοὺς διαμένοντας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ποὺ θὰ πρέπει νὰ ψηφίζουν εἰς τὰ πλησιέστερα τοῦ τόπου διαμονῆς των Ἑλληνικὰ Προξενεῖα. Ἀμφότεραι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος τροπολογίαι εἶναι βαρυσήμαντοι καὶ ὁ δι’ αὐτῶν προτεινόμενος τρόπος ψηφοφορίας τῶν κατηγοριῶν εἰς ἃς ἀναφέρονται, εἶναι καὶ πρακτικῶς ἐφαρμόσιμος καὶ διασφαλιστικὸς τοῦ ἀδιαβλήτου τῆς ψήφου των. Τέλος ἐπειδὴ τὸ ὕψιστον δικαίωμα ἀλλὰ καὶ καθῆκον τοῦ Ἕλληνος πολίτου, παντὸς Ἕλληνος πολίτου, εἶναι ἡ ἐκπλήρωσίς του κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ ἀτυχῶς ὑπάρχει ἀκόμη ἕνας ἀριθμὸς πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ἀντιληφθῆ τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποχρεώσεώς των αὐτῆς πρὸς τὴν πατρίδα, ὀρθῶς θεσμοθετοῦνται αὐστηραὶ κυρώσεις κατὰ τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν ἐπιλησμόνων τοῦ ἐθνικοῦ καθήκοντος. Θὰ ἐπρότεινον ὅμως τὴν διεύρυνσιν τῶν κυρώσεων τῶν προβλεπομένων εἰς τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἰδίου ἄρθρου 2 καὶ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ καταλάβουν οἱανδήποτε θέσιν ἢ ἀξίωμα εἰς οἱονδήποτε Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου ἢ Ἰδιωτικοῦ Δικαίου. Τὸ ὑπεστήριξα καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ πιστεύω καὶ βασίζομαι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ νὰ τὸ υἱοθετήσῃ καὶ νὰ τὸ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν σχετικὴν διατύπωσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὕτω καὶ μόνον οὕτω θὰ δυνάμεθα νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν καθολικότητα τῆς ψήφου ὅλων τῶν Ἑλλήνων, ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος. (Χειροκροτήματα).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σειρὰν ἔχει νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Λ. Μπουρνιᾶς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν δύο κυβερνητικοὶ νὰ ὁμιλήσουν ἐν συνεχείᾳ. Ἀκολουθοῦν ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος καὶ ὁ κ. Ι. Τούμπας. Ὀρθὸν εἶναι —ἀφοῦ ὡμίλησεν ἤδη ὁ κ. Ἠλιοῦ, χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγεγραμένος, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματος— ὀρθὸν εἶναι νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Τούμπας. Ὁρίστε, κύριε Τούμπα.
§48Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν ἰδίως, τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μετὰ ἐξαιρετικῆς προσοχῆς καὶ τοῦτο, ὄχι μόνον διότι εἶναι δυνατὸν μὲ μίαν κανονικὴν ρύθμισιν τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ νὰ ἐπέλθῃ ἀλλοίωσις ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων, ὅπως συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλά, κυρίως, τὸ καὶ κυριώτερον, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διὰ τὸ ὅτι εἶναι δυνατόν. ἂν δὲν προσέξωμεν τὸ ἄρθρον αὐτό, νὰ εἰσέλθῃ ἡ πολιτικὴ εἰς τὸν στρατόν, μὲ ἄμεσον ἐπακόλουθον νὰ εἰσέλθῃ καὶ ὁ στρατὸς εἰς τὴν πολιτικήν. Ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὑπενθύμισα τὰς ταλαιπωρίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ τόπος ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνάμιξιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν πολιτικήν. Δὲν ἐπιτρέπεται, ὅταν ἔχωμεν μίαν πικροτάτην πεῖραν πολλῶν δεκαετηρίδων, νὰ ἀφήσωμεν ἀπὸ ἀβλεψίαν ἢ ἀπὸ πονηρὰν σκέψιν νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ αὐτό. Ἀρκετὰ ὑπέστη ὁ τόπος, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ περιθώρια πλέον νὰ ἀποδυθῶμεν εἰς τοιαύτας νέας περιπετείας. Κύριοι, εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅλοι ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἐνδιαφερόμεθα ἐξ ἴσου διὰ τὸ θέμα τοῦ ἀδιαβλήτου τοῦ στρατοῦ. Ἐνδιαφερόμεθα, ἐπίσης, ἐξ ἴσου νὰ μὴ γίνῃ καμμία πρᾶξις, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὰ ὄμματα τοῦ Ἔθνους τὸν στρατόν, ὅτι ἀποτελεῖ ἕνα κομματικὸν τιμάριον τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα κόμματος. Προσωπικῶς ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προέρχωμαι ἀπὸ τὸν στρατόν, ἐλπίζω νὰ ἀντελήφθητε, ὅτι ἔχω ἰδιαιτέραν ἀδυναμίαν καὶ δὲν θὰ ἤθελα, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ στρατὸς νὰ ἐξελιχθῇ εἰς ὄργανον τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα κόμματος. Μὲ τὴν σκέψιν αὐτήν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα καὶ νὰ ἐρευνήσωμεν νὰ εὕρωμεν λύσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπομακρύνουν τὸν κίνδυνον αὐτὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω ὄχι τόσον τὸν κίνδυνον τῆς ἀπωλείας ψήφου, ποὺ ἔχει σημασίαν καὶ αὐτὸ καὶ εἶναι σημαντικόν, ὅσον τὸν κίνδυνον τῆς εἰσόδου τῆς πολιτικῆς εἰς τὸν στρατόν, καὶ συνεπῶς καὶ τοῦ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς, τῆς εἰσόδου τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν πολιτικήν. Εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ καὶ πιστεύομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, κατὰ τὸ 95%, ὅτι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ δὲν ἐπιθυμοῦν, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀπόψεων, τῶν πολιτικῶν, τὰς ὁποίας ἔχουν, δὲν διανοοῦνται νὰ ἀναμιχθοῦν εἰς ἐπηρεασμὸν τῶν ὑπ’ αὐτούς, διὰ νὰ κατευθύνουν τὴν πλειοψηφίαν πρὸς τὸ ἄλφα ἢ τὸ βῆτα κόμμα. Δὲν ἀρκεῖ, ὅμως, νὰ τὸ πιστεύωμεν αὐτό. Πρέπει νὰ τὸ ἐμφανίσωμεν καὶ ἀδιάβλητον. Καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ γυναῖκα τοῦ Καίσαρος δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι τιμία, πρέπει καὶ νὰ φαίνεται. Καὶ ὁ στρατός, ὁ ἑλληνικός, δὲν ἀρκεῖ νὰ πιστεύωμεν, ὅτι εἶναι ἀκομμάτιστος. Πρέπει νὰ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι ἀκομμάτιστος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν συνεχείᾳ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, κατέθεσε μίαν τροπολογίαν, ἀφορῶσαν τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ. Θεωρῶ, ὅτι ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι ἀνεπαρκής. Δὲν καλύπτεται τὸ θέμα ἀδιαβλήτου τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἐγγυήσεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ δοθοῦν. Ἔχω ὑποβάλει ἐκ μέρους τοῦ κόμματός μου ὡρισμένας τροπολογίας, τὰς ὁποίας καὶ προτίθεμαι νὰ ἀναπτύξω.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τούμπα, ἡ ἄποψίς σας εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Σᾶς διέκοψα, ἀκριβῶς, διὰ νὰ συμφωνήσω μαζί σας εἰς τὸ ὅτι οἱ ρήτορες πρέπει νὰ ἀναπτύσσουν τὰς τροπολογίας των, οὕτως ὥστε ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα, πλέον, νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, νὰ ἔχουν ἀναπτυχθῆ αἱ τροπολογίαι. Διότι χθὲς συνέβη τὸ ἑξῆς: Ὑπῆρχον αἱ τροπολογίαι, εἶχον ὁμιλήσει ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ δὲν εἶχον εἰσαγάγει τὰς τροπολογίας. Συνεπῶς, σᾶς συγχαίρω διὰ τὴν ἄποψίν σας καὶ συμφωνῶ μαζί σας.
§50Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Πρῶτον, ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναφέρει, ὅτι ὁ στρατὸς καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι θὰ ψηφίζουν εἰς πολιτικὰ τμήματα τοὺς ὑποψηφίους τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετοῦν. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου εἴμεθα σύμφωνοι. Πῶς ὅμως θὰ γίνεται ἡ ψηφοφορία; Ἡ τροπολογία δὲν τὸ διευκρινίζει. Καθ’ ἡμᾶς, ἡ ψηφοφορία εἰς τὸν στρατὸν πρέπει νὰ γίνεται, ὡς ἑξῆς: Πρῶτον, ἕκαστος στρατιώτης ἔχει τὴν στρατιωτικήν του ταὐτότητα. Δὲν χρειάζεται, ἑπομένως, καμμία διαδικασία ἐκδόσεως εἰδικῆς ταὐτότητος. Οὔτε ὑπάρχει καὶ κίνδυνος χρησιμοποιήσεως πολλῶν ταὐτοτήτων διὰ διπλοψηφίαν, διότι ὑπάρχει μία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀπ’ ἀρχῆς ποὺ κατατάσσεται. Ἐπὶ τῆς ταὐτότητός του εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ κλάσις του καὶ οὕτω φαίνεται καὶ ἡ ἡλικία του καὶ δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νὰ παρουσιασθῇ τὸ φαινόμενον τοῦ 1956, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὅταν ἐψήφισαν βάσει καταστάσεων ὀνομαστικῶν, ἐψήφισαν παιδιὰ ἡλικίας 15 ἐτῶν. Ὅταν θὰ παρουσιάζεται εἰς τὸ ἐκλογικὸν τμῆμα ὁ στρατιώτης, θὰ παρουσιάζεται μεμονωμένως. Δὲν θὰ φεύγῃ συντεταγμένος ἀπὸ τὴν ὁμάδα του. Θὰ λαμβάνῃ ἄδειαν διὰ μίαν ἢ δύο ὥρας καὶ θὰ πηγαίνῃ νὰ ψηφίζῃ, ὅπως ὅλοι οἱ πολῖται, καὶ ὅταν θὰ ψηφίζῃ θὰ σφραγίζεται ἡ ταὐτότης του. Νομίζω, ὅτι εἶναι πιθανὸν εἰς τὸν τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπηρετοῦν τινὲς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, ἰδίως ἐκ τῶν ὑπαξιωματικῶν, νὰ ἔχουν καὶ τὰ ἐκλογικά των δικαιώματα. Τότε, πρέπει νὰ προσέξωμεν μήπως ψηφίσουν ὑπὸ δύο ἰδιότητας. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν μὲ τὸ ἐκλογικὸν βιβλιάριον καὶ ἀφ’ ἑτέρου μὲ τὰς ταὐτότητας. Δι’ αὐτό, ἅπαντες οἱ ἔχοντες ἐκλογικὰ βιβλιάρια πρέπει, ἀπαραιτήτως νὰ δεικνύουν καὶ τὴν ταὐτότητά των, ἡ ὁποία θὰ σφραγίζεται. Ἐδῶ ὑπάρχει μία δυσχέρεια, ἡ ἑξῆς: Ὅτι αἱ νέαι ταὐτότητες εἶναι μὲ κάλυμμα ἐκ ζελατίνης καί, ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ σφραγὶς νὰ ἀποτυπωθῇ μονίμως ἐπὶ τῆς ζελατίνης. Νομίζω, ὅτι εὐκόλως παρακάμπτεται αὐτό, ἂν εἰς κάθε ἐκλογικὸν τμῆμα ὑπάρχει ἕνα εἶδος τρυπητηρίου, ὅπως τρυποῦμε τὰ χαρτιά. καὶ νὰ τρυπᾶται ἡ ταὐτότης. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπάρχει τὸ ἀδιάβλητον.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς ἀστυνομικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ταὐτότητα, ἀλλ’ ἔχουν αὐτὴν τὴν εἰδικὴν ταὐτότητα ἢ μᾶλλον τὰ εἰδικὰ δελτάρια τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐντὸς ζελατίνης. Καὶ πρέπει βεβαίως νὰ γίνῃ ἡ διάτρησις.
§52Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Πέραν αὐτῶν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἀπαραιτήτως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ μία κατάστασις στελλομένη ἀπὸ τὸν διοικητὴν ἑκάστης μονάδος, ἕνα μῆνα τοὐλάχιστον πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν Πρόεδρον Πρωτοδικῶν τῆς περιφερείας. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ στρατιώτης π.χ. Τούμπας νὰ πηγαίνῃ εἰς οἱοδήποτε ἐκλογικὸν τμῆμα καὶ νὰ λέγῃ «Καλημέρα σας ἦλθα νὰ ψηφίσω». Πρέπει, ὅπως εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους οἱ πολῖται, νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ οἱ στρατιῶται. Καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ σταλοῦν καὶ νὰ συγκεντρωθοῦν εἰς κἄθε Νομαρχίαν αἱ καταστάσεις ὅλων τῶν διοικητῶν τῶν μονάδων ποὺ ὑπηρετοῦν εἰς τὸν Νομόν. Καὶ οἱ Νομάρχαι θὰ ἀποστείλουν εἰς τοὺς κατὰ περιφερείας Προέδρους Πρωτοδικῶν τὰς καταστάσεις ποὺ περιλαμβάνουν τοὺς στρατιώτας, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὴν περιφέρειαν ἑκάστου Πρωτοδικείου, οἱ ὁποῖοι θὰ κατανεμηθοῦν εἰς τὰ τμήματα ποὺ πρόκειται νὰ ψηφίσουν οἱ στρατιῶται. Νομίζω, ὅτι ὁ ἁπλούστερος τρόπος εἶναι ὁ ἀλφαβητικός. Φέρ’ εἰπεῖν εἰς μίαν πόλιν ποὺ ἔχει 10 ἐκλογικὰ τμήματα θὰ ψηφίζῃ τὸ Α ἕως Ε εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 τμῆμα, τὸ Ζ ἕως Ι εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2 κ.ο.κ. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸν γενικὸν μηχανισμὸν τῆς ψηφοφορίας. Τώρα πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἐνδιαφέρει ἐξόχως, καὶ διὰ τὸ κῦρος τοῦ στρατιώτου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, ὁ μὴ ἐπηρεασμός τῶν στρατιωτῶν. Εἰσηγούμεθα τὰ ἑξῆς: Ἐπειδή, δὲν τὸ δέχομαι προσωπικῶς, ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ θελήσουν νὰ ἀσκήσουν κομματικὴν προπαγάνδαν εἰς τοὺς στρατιώτας ὑπὲρ τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα κόμματος, ἐπειδή, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἕνα τοιοῦτον ἐνδεχόμενον, πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ θεσπίσωμεν κυρώσεις. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, καὶ τὸ τονίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ στρατοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δικαίωμα τῶν στρατευμένων, δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα κατηγοριῶν ἐναντίον τοῦ στρατοῦ. Πρέπει νὰ κατοχυρώσωμεν τὸν στρατόν. Εἰσηγούμεθα λοιπόν, ἐὰν ὑπάρξῃ περίπτωσις ἀξιωματικοῦ ἢ ὑπαξιωματικοῦ ὁ ὁποῖος νὰ φωραθῇ ἀσκῶν κομματικὴν προπαγάνδαν......
§53Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πῶς θὰ τὸ μάθωμεν αὐτό, κ. συνάδελφε;
§54Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Εἶναι εὔκολον, κ. συνάδελφε. Τότε, λέγω, νὰ παραπέμπεται εἰς ἀνακριτικὸν συμβούλιον βάσει τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν. Πέραν τούτου, ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀδυναμία χαρακτῆρος τῶν στρατιωτῶν, θὰ πρέπει κατὰ κἄποιον τρόπον νὰ ἐξαναγκασθοῦν οἱ στρατιῶται νὰ καταλάβουν, ὅτι ἡ ψῆφος εἶναι ἕνα ὕψιστον δικαίωμα, καὶ ἕνα δικαίωμα κατὰ συνείδησιν τοῦ ψηφοφόρου, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δέχωνται ἐπιβολὴν ἄλλοθεν, προερχομένην ἀπὸ οἱονδήποτε, διὰ νὰ τοὺς κατευθύνῃ εἰς τὴν ψῆφόν των. Εἰσηγοῦμαι, ἐπειδὴ εἰς τὸ παρελθὸν συνέβη τοιοῦτον κροῦσμα, νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς στρατιώτας, ἀφοῦ ψηφίσουν νὰ φέρουν μεθ’ ἑαυτῶν ψηφοδέλτια τῶν συνδυασμῶν τοὺς ὁποίους δὲν ἐψήφισαν.
§55Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως αὐτὸ εἶναι κατοχύρωσις. Ἀλλὰ θὰ πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ ψάχνωμεν κἄθε στρατιώτην.
§56Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Τὸ ἔχω προβλέψει, κ. Ὑπουργέ. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐνώπιον τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου νὰ ἀπορρίπτωνται τὰ ὑπόλοιπα ψηφοδέλτια.
§57Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅπως εἶναι διατυπωμένη ἡ τροπολογία, ἐνδέχεται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρανοήσεις καὶ νὰ ἀρχίσουν αἱ ἔρευναι τῶν στρατιωτῶν.
§58Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Νὰ μὴ ἀναφέρεται αὐτὸ εἰς τὸν νόμον, ἀλλὰ νὰ ἐκδοθῇ ἐγκύκλιος σχετική.
§59Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Μπουρνιᾶς, λέγει αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι μόνον διοικητικῶς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό. Νὰ ἐκδοθῇ ἐγκύκλιος. Νὰ μὴ τὸ λέγῃ ὁ νόμος. Διατί; Διότι ἐὰν τὸ λέγῃ ὁ νόμος θὰ πρέπει καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ γίνῃ. Ἄρα καὶ διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς τῆς ἀπαραδέκτου. Νὰ γίνῃ δηλαδὴ σωματικὴ ἔρευνα τοῦ ψηφίσαντος στρατιώτου. Ἐνῷ θὰ πρέπει νὰ ἐκδοθῇ ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ τμήματα θὰ ὑποδεικνύεται ὑπὸ πάντων —ὑπάρχουν ἐκεῖ ἀντιπρόσωποι τῶν Κομμάτων— εἰς τοὺς στρατιώτας ἀμέσως μετὰ τὴν ἀποχώρησίν των ἀπὸ τὸ ἰδιαίτερον, εἰς τὸ ὁποῖον μεταβαίνουν διὰ νὰ τοποθετήσουν τὸ ψηφοδέλτιον εἰς τὸν φάκελλον, ἀμέσως μετὰ τὴν ἔξοδον καὶ τὴν ψηφοφορίαν, νὰ παραδώσουν τὰ ὑπόλοιπα ψηφοδέλτια σχίζοντες, καταστρέφοντες αὐτά, καὶ ὄχι νὰ τὰ παραδίδουν διὰ νὰ ἀνακαλυφθῇ τί ἐψήφισαν. Νὰ ὑπάρχῃ ἕνας κάλαθος ἀχρήστων εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἀπορρίπτωνται. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ ἀνακαλυφθῇ τί ἐψήφισαν.
§60Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. Τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη ὁ κ. συνάδελφος, νομίζω, ὅτι καλύπτει τὸ δεύτερον, ἐὰν γίνῃ δεκτόν. Διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἡ σωματικὴ ἔρευνα θὰ ἀπετέλει μείωσιν τῆς προσωπικότητος τοῦ ψηφίζοντος.
§61Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἐγὼ λέγω, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ θέμα λύεται ἐπαρκῶς, διὰ μιᾶς διατάξεως ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ ὅτι οἱ στρατιῶται καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ψηφίζοντες καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἶναι ἀδικαιολόγητοι ἐξερχόμενοι τοῦ τμήματος νὰ ἔχουν ψηφοδέλτια. Θὰ ἠμπορῇ νὰ ἐπιτρέψῃ τιμωρίαν τοῦ στρατιωτικοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὸ φρόνημα τοῦ στρατιώτου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστρεφομένων ψηφοδελτίων. Ὁ ψηφίσας στρατιώτης ἐξερχόμενος τοῦ τμήματος νὰ λογίζεται ὡς μὴ ἔχων οὐδὲν ψηφοδέλτιον διὰ νὰ ἀχρηστεύσωμεν οἱανδήποτε τοιαύτην προσπάθειαν.
§62Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως γνωρίζετε, κατὰ τὸν νόμον, ὁ ἐκλογεύς, εἰσερχόμενος εἰς τὸν ἰδιαίτερον χῶρον, εὑρίσκει ἐπάνω εἰς ἕνα τραπέζι ὅλα τὰ ψηφοδέλτια. Παίρνει ἕνα ποὺ θέλει, τὸ βάζει καὶ φεύγει. Ποῖα ψηφοδέλτια θὰ δώσῃ;
§63Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζετε, καὶ τὸ γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι τὸ θέμα εἶναι πολὺ λεπτόν. Διότι εἶναι πολὺ πιθανόν, ἐγὼ ὁ φαῦλος διοικητὴς νὰ ἔχω εἴπει εἰς τοὺς στρατιώτας: Φέρετε πίσω τὰ ψηφοδέλτια διὰ νὰ κάμω σημειωματάριον καὶ εἰς τὴν οὐσίαν διὰ νὰ ἐλέγξω ποίους ἐψήφισαν. Θὰ πρέπει νὰ θεσπισθῇ διάταξις ἀπὸ τοῦδε ποινικῶν κυρώσεων ἐὰν τυχὸν στρατιωτικὸς φωραθῇ μὲ ψηφοδέλτιον, ἐξερχόμενος τοῦ ἐκλογικοῦ τμήματος μετὰ τὴν ψηφοφορίαν. Καὶ διὰ τοῦτο δέον νὰ θεσπισθῇ, ὅτι πᾶς κατέχων ψηφοδέλτια μετὰ τὴν ἔξοδόν του ἐκ τοῦ τμήματος τιμωρεῖται διὰ διμήνου φυλακίσεως. Πέραν τούτου ὅμως, κ. συνάδελφοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον τὸ σχετικὸν ἄρθρον περὶ τῆς ψήφου τῶν στρατιωτῶν νὰ ἀποτελέσῃ θέμα ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, πρὸς τὰς στρατιωτικὰς μονάδας καὶ ἡ ὁποία νὰ λάβῃ εὐρυτάτην δημοσιότητα καὶ νὰ γίνῃ θεωρία, ὥστε τὰ παιδιὰ τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα διὰ πρώτην φορὰν θὰ ἀσκήσουν τὸ ἐκλογικόν των δικαίωμα, νὰ διαφωτισθοῦν ἐπαρκῶς ἐπὶ τοῦ δικαιώματός των αὐτοῦ καὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ψηφοφορίας, τὴν ὁποίαν ἔχουν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Αὐτὸ τὸ μέτρον ἄλλως τε, τὸ ὁποῖον εἰσηγοῦμαι, ἰσχύει εἰς ἄλλα Κράτη μὲ ἄριστα ἀποτελέσματα. Νομίζω, ὅτι δὲν βλάπτεται ἡ πειθαρχία εἰς τὸ στράτευμα, ἐὰν τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς. Πέραν τούτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφίσωμεν ἄλλο ἕνα κενὸν σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἶναι δυνατὸν μία Κυβέρνησις, δὲν λέγω ἡ παροῦσα, ἀλλὰ μία οἱαδήποτε Κυβέρνησις, κατὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ μετακινήσῃ στρατιωτικὰς δυνάμεις, μὲ σκοπὸν νὰ ἀλλοιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς περιοχῆς. Θὰ πρέπει, συνεπῶς, πρὸ τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἀπαγορεύεται πᾶσα μετακίνησις στρατιωτικῶν δυνάμεων, πλὴν βεβαίως τῆς περιπτώσεως ἐκτάκτου ἀνάγκης διὰ λόγους ἀσφαλείας. Ἀλλὰ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς οἱ μετακινούμενοι στρατιωτικοὶ δὲν θὰ ψηφίζουν. Ἄλλως τε δὲν θὰ εἶναι τοῦτο δυνατόν, ἐφ’ ὅσον εἰσηγήθην πρὸ ὀλίγου τὴν ἀποστολὴν καταστάσεων πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν, ὁπότε εἶναι δυνατὸς ἀμέσως ὁ ἔλεγχος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν πρόκειται νὰ ψηφίσουν. Τοῦτο ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι θὰ ἀπομακρύνῃ κἄθε πονηρὰν σκέψιν πρὸς μεταβολὴν ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος.
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μετακινήσεις μονάδων νὰ γίνωνται, ἀλλὰ μετακίνησις καταστάσεων, νὰ μὴ γίνεται.
§65Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἰδού, ἕν ἄλλο σημεῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξῃ ἰδιαιτέρως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή. Βεβαίως δὲν νοεῖται κομματικὴ προπαγάνδα εἰς τὸν Στρατόν. Δὲν ἐπιτρέπεται. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ὑποψηφίους νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν στρατόν. Αὐτὸ ἀποκλείεται. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ καὶ ἡ διείσδυσις ἄλλης προπαγάνδας κομματικῆς εἰς τὸν στρατόν. Καὶ τοιαύτη εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τοῦ ραδιοφώνου. Εἶναι δυνατὸν τὸ ραδιόφωνον, εἰς χεῖρας μιᾶς Κυβερνήσεως, νὰ ἀσκήσῃ κομματικὴν προπαγάνδαν. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ μέσον αὐτὸ τῆς προπαγάνδας εἰς τὸν στρατὸν καὶ νὰ μὴ τὸ ἔχουν οἱ ἄλλοι. Δι’ αὐτὸ θὰ πρέπει ἀπὸ τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, τὸ πρόγραμμα τοῦ ραδιοφώνου καὶ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ, νὰ ἐλέγχεται ἀπὸ διακομματικὴν ἐπιτροπήν.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι θέμα ὑπηρεσιακῆς.
§67Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε. Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προτείνει τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον, αἱ ὁποῖαι καὶ ἀδιάβλητοι εἶναι καὶ ἀντικειμενικαὶ καὶ κύριον ἀντικειμενικὸν σκοπὸν ἔχουν τὴν κατοχύρωσιν τοῦ κύρους τοῦ στρατοῦ. Τὸ θέμα τοῦ στρατοῦ πρέπει νὰ τὸ προσέχωμεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι εἰς ἕνα ἄλλο λεπτὸν σημεῖον. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ψήφισις νόμων ἐὰν δὲν ἐξασφαλίσωμεν, ὅτι ἡ νοοτροπία καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἡγεσίας τοῦ Στρατοῦ θὰ εἶναι ἀδιάβλητοι ἔναντι τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίσωμεν πρὸς ἐκλογάς, ἐὰν ἡ ἀνωτάτης ἡγεσίας τοῦ Στρατοῦ δὲν σκέπτεται καὶ δὲν διέπεται ὑπὸ ὑγιοῦς νοοτροπίας. Θὰ ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν, ἡ ὁποία μᾶς ἐμβάλλει εἰς ἀμφιβολίας κατὰ πόσον μέλος τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας τοῦ Στρατοῦ ἐκφράζει τὰς ἀδιαβλήτους αὐτὰς σκέψεις. Πρὸ ἡμερῶν, ὁ συνάδελφος κ. Ἀρβανιτάκις, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀνέγνωσε μίαν ἐγκύκλιον διαταγὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ. Ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ διαταγή, κύριοι συνάδελφοι, ἔχει ἐκδοθῆ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1960 καὶ ἔχει χαρακτηρισθῆ καὶ ἀπόρρητος. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι λυποῦμαι ἰδιαιτέρως, πρῶτον, πρὶν μπῶ εἰς τὴν οὐσίαν, ὅτι τόσον καλῶς τηροῦνται τὰ ἀπόρρητα τοῦ στρατοῦ, ὥστε μία ἀπόρρητος ἐγκύκλιος νὰ φθάσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα. Εἶναι εἰς βάρος τῆς ὀργανώσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις ἐὰν μὲ τόσην εὐκολίαν μία ἀπόρρητος ἐγκύκλιος νὰ γίνεται κτῆμα τοῦ οἱουδήποτε Ἕλληνος. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος τὸ σημεῖον αὐτό, ἀλλὰ τὸ τονίζω, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη διαρροὴ μυστικῶν, ποὺ ἠμποροῦμε νὰ φθάσωμεν.
§68Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Νὰ γίνουν ἀνακρίσεις ἐπ’ αὐτοῦ.
§69Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ἡ διαταγὴ αὐτή, τὴν ὁποίαν νομίζω ἔχετε ἅπαντες ὑπ’ ὄψει σας, ἔχει κατὰ τὴν γνώμην μου τὰ ἑξῆς τρωτά. Καὶ θὰ ἀναφέρω ἕνα ἱστορικόν. Ὅταν ἐδημιουργήθη τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1960 ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφος κ. Ἀρβανιτάκις ὡμίλησε περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Τάγματος Πούλου τῆς Θεσσαλονίκης, ἐδημιουργήθη τότε ἕνας θόρυβος. Ἀτυχῶς δὲν ἤμην παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην καὶ δὲν ἔχω προσωπικὴν ἀντίληψιν, ἀλλὰ ὁ θόρυβος αὐτὸς μετεφέρθη τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ καθὼς διεπίστωσα μετεφέρθη λίαν ἐξογκωμένος καὶ ἐν πολλοῖς διαστρεβλωμένος. Ὁ θόρυβος αὐτὸς καὶ ἡ ἐμφανισθεῖσα ὡς δῆθεν ἐπίθεσις ἐναντίον τῆς ὁλότητος τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία δὲν ἦταν, εἶναι φυσικόν, ὅτι συνεκλόνησε καὶ συνεκίνησε τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ συνέβη πολλοὶ ἀξιωματικοί, πλεῖστοι, τὸ ἴδιον θὰ ἔκανα καὶ ἐγὼ ἐὰν ὑπηρέτουν, τὸ λέγω, νὰ διαμαρτυρηθοῦν εἰς τοὺς προϊσταμένους των διὰ τὴν ὅλην αὐτὴν ἐπίθεσιν, ἡ ὁποία ἐξαπελύθη διὰ τοῦ τύπου. Τότε τὸ Σ.Α.Γ.Ε., συνεδρίαζον καὶ τεθὲν ἐκ μέρους τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Ἐπιτελείων τὸ θέμα τῶν παραπόνων τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, καὶ ἔχον ὑπ’ ὄψει του μόνον τὰ ἀναγραφέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ὄχι τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἀπεφάσισε παμψηφεὶ νὰ ὑποβάλῃ ἔγγραφον ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἀξιότιμον κ. Κανελλόπουλον, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐκφράζῃ τὸ παράπονον τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων διὰ τὰ ἀναγραφέντα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν κατοχύρωσιν τοῦ κύρους τοῦ στρατεύματος. Ἐνέργεια ἀπολύτως ὀρθὴ καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς πειθαρχίας. Δὲν γνωρίζω, ποίαν λύσιν —ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι παρὼν καὶ ἐὰν ἐπιθυμῇ θὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος— ποίαν λύσιν ἔδωσε καὶ ποίαν συνέχειαν ἔδωσε εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ Σ.Α.Γ.Ε. Σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι τὸ Σ.Α.Γ.Ε. εἶναι τὸ ἡνωμένον γενικὸν ἐπιτελεῖον τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, εἶναι δηλαδὴ ἡ ἀνωτάτη ἀρχή, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις. Ἕν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Σ.Α.Γ.Ε. εἶναι καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. Καὶ τί συνέβη; Δὲν περιωρίσθη ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. εἰς τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ κοινοῦ, ὡς ἀνωτάτη ἡγεσία, μετὰ τῶν ἄλλων Ἀρχηγῶν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου ὑπέβαλεν εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ὑπερέβαλεν εἰς ζῆλον καὶ ἀνέλαβεν ἁρμοδιότητας, τὰς ὁποίας δὲν ὤφειλε νὰ ἔχῃ καὶ ἔγραψε τὴν ἐγκύκλιον αὐτὴν διαταγήν, τῆς ὁποίας ἔχετε λάβει γνῶσιν. Κακίζω τὴν πρᾶξιν αὐτὴν καὶ θεωρῶ, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἔχει πρῶτον στοιχεῖον ἐπιπολαιότητος, διότι ὅταν θέλει κανεὶς νὰ γράψῃ κἄτι καὶ εἶναι σὲ τόση ὑψηλὴ βαθμίδα, πρέπει νὰ ἐξακριβώσῃ περὶ τίνος πρόκειται. Δεύτερον, δὲν εἶναι δυνατόν, ὅτι τὴν προηγουμένην ἡμέραν ἔχει γίνει συλλογικὴ ἐνέργεια ἐπὶ ἀνωτάτου ἐπιπέδου, νὰ ἀγνοῇ τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ πρωτοβουλίας. Τρίτον, χωρὶς νὰ ἔχῃ διαβάσει ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τὶ ἐλέχθη, μὲ ἕνα ὕφος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χαρακτηρίσω, χαρακτηρίζει ἕνα συνάδελφον, τοῦ ὁποίου εἶναι γνωστοὶ οἱ ἀγῶνες ἐναντίον τοῦ κομμουνισμοῦ ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν ποὺ ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ἀφήνει νὰ ὑπονοῆται, ὅτι εἶναι θεωρούμενος ἐθνικόφρων, δηλαδὴ μία σαφῆ ὕβρις. Δὲν ἀρκεῖται εἰς αὐτά, ἀλλὰ ἐν τῇ ἐπιπολαιότητί του καὶ ἐν τῇ κομματικῇ του, ὄχι ἐμπάθεια, ἠθέλησε νὰ δείξῃ, κατὰ τὴν γνώμην μου, μίαν κομματικὴν ἐθελοδουλείαν, ἠθέλησεν νὰ παρέξῃ ὑπηρεσίας εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν τοῦ τὰς ἐζήτησε, καὶ εἶναι, πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως αὐτό, δὲν ἀπηυθύνθη εἰς τὸν κ. Καρδαμάκην νὰ τοῦ εἴπῃ: σὲ παρακαλῶ στεῖλε μίαν τοιαύτην ἐγκύκλιον, διότι εἶχε γνῶσιν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ γενικοῦ διαβήματος. Καὶ δὲν ὑπάρχει κανένα στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ, ὅτι εἶπε εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου νὰ κάμῃ καὶ ἐγκύκλιον. Ὑπάρχει καὶ ἕνα σημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπροσέξατε καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόσεξε, οὔτε ὁ φίλος κ. Ἀρβανιτάκις. Οὔτε λίγο, οὔτε πολύ, ἐὰν συγκρίνετε τὴν παράγραφον 2α 1 πρὸς τὴν παράγραφον 6 θὰ ἴδητε, ὅτι καταργεῖ ὡς ἐθνικόφρων Κόμμα, πᾶν ἄλλο Κόμμα, πλὴν τῆς Ε.Ρ.Ε. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς ὁμιλῶ, ὄχι μόνον ὡς βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὡς παλαιὸς ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος παθαίνομαι, ὅταν βλέπω ἀξιωματικοὺς νὰ λέγουν αὐτὰ ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατέχομαι ἀπὸ συγκίνησιν δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Εἶναι ἀπαράδεκτον, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἔχωμεν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τοιαύτην νοοτροπίαν. Πιστεύω, ὅτι τόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὑμεῖς, προσπαθεῖτε νὰ κάμετε πλέον ἀδιάβλητον τὸ σύστημα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν νὰ τὸ δείξητε αὐτὸ ἀντικαθιστῶντες ἀμέσως ἀπὸ τὴν θέσιν του τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Γ.Ε.Σ. Διότι αἱ πράξεις του καὶ ἡ ἐπιπολαιότης ποὺ τὸν διακρίνει, τὸν καθιστοῦν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ὑψίστου αὐτοῦ ἀξιώματος.
§70Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. .... (Δὲν ἠκούσθη).
§71Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Μανιαδάκη, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν γνώμην μου, ὁπουδήποτε καὶ πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω, καὶ πρὸς τὴν δεξιὰν καὶ πρὸς τὴν ἀριστεράν, καὶ πρὸς ἐμὲ τὸν ἴδιον. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου). (Θόρυβος, φωναί).
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. ... (Δὲν ἠκούσθη).
§73Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Δὲν ἐγκληματῶ ἐγώ, ἐγκληματοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνθρώπους ἀναξίους τοὺς κρατοῦν εἰς τὰ ὕψιστα ἀξιώματα.
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Θόρυβος, φωναί).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι φράσις αὐτὴ περὶ ἀναξίου...
§76Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. .... (Δὲν ἠκούσθη).
§77Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἡ Κυβέρνησις.
§78Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Εἶμαι ἐξουσιοδοτημένος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐκφράζω μόνον ἀπόψεις προσωπικάς, ἐκφράζω καὶ ἀπόψεις τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω καὶ τὸ ὁποῖον πιστεύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ἔχει πρόθεσιν ἀδιάβλητον καὶ θέλει νὰ κάμῃ ἀδιάβλητον τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, δὲν δύναται νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν θέσιν του ἕνα ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς τοιοῦτον παράπτωμα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§80Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, μὲ τὸν ὁποῖον μὲ συνδέουν κοινοὶ ἀγῶνες, κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου, ὁ Ναύαρχος κ. Τούμπας, παρεσύρθη κατὰ τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ λόγου του εἰς τὴν διατύπωσιν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀποκρούσῃ πλήρως καὶ λυποῦμαι ἔτι μᾶλλον, διότι ἐγένετο φορεὺς ἀποφάσεως τοῦ Κόμματός του, ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐλήφθη, ἀσφαλῶς, κατόπιν συσκέψεως καὶ πολλῆς μελέτης, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἐπιπολαίως λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ καὶ ὅτι κατόπιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα ἀπήτησεν —αὐτὴ ἦτο ἡ λέξις— ἐκ μέρους τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, τὴν ἄμεσον ἀντικατάστασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ. Θὰ διατηρήσω τὸν τόνον τῆς ὁμιλίας μου εἰς ἐπίπεδον ἤρεμον καὶ δὲν θὰ μιμηθῶ τὸν Ναύαρχον κ. Τούμπαν, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν τελευταίαν φάσιν τῆς ὁμιλίας του, ἐνῷ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο πάρα πολὺ ψύχραιμος, ἐξέφυγε ἀπὸ τὸν ἤρεμον τόνον καὶ ὡμίλησε μὲ ὀργὴν καὶ μὲ ἀγανάκτησιν καὶ μὲ πάθος.
§81Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ὄχι, πάθος.
§82Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ μὲ πάθος, δυστυχῶς, ναί. Ἐν πρώτοις, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, τὸ θέμα πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀντικειμενικῶς, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Τούμπαν, ὅτι ἐξεκίνησεν ἀπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἐσφαλμένη. Ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν παρίστατο κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τοῦ Ὀκτωβρίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ συνάδελφος κ. Ἀρβανιτάκις, εἶχεν ὁμιλήσει. Ἐγὼ παριστάμην καὶ διέκοψα τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν.
§83Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Μετὰ δύο συνεδριάσεις.
§84Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ναί, ἀλλά...
§85Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Σᾶς τὸ εἶπεν ἄλλος νὰ μὲ διακόψετε.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε τὸν ρήτορα κ. Ἀρβανιτάκι.
§87Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐτόνισεν ὁ κ. Τούμπας, ὅτι ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, ὡμίλησε μόνον περὶ τοῦ τάγματος Πούλου καὶ προσέθεσεν, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῶν ἀρχηγῶν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, ὅταν συνεδρίασαν, εἶχον ὑπ’ ὄψιν των τὰ ἐν τῷ τύπῳ ἀναγραφέντα, τὰ ὁποῖα, δὲν ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὰ ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι. Ἔπρεπε ὁ κ. Τούμπας πρὶν ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν τὸ ἔπραξε, νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικά. Τὰ πρακτικὰ τὰ ἔχω ἐνώπιόν μου καὶ τὰ πρακτικὰ δὲν ψεύδονται, καὶ τὰ πρακτικὰ δὲν ὑπερβάλλουν. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὰ πρακτικά. Καὶ σεῖς, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὁ ὁποῖος δὲν εἴχατε τότε εἰς τοὺς κόλπους σας, ὡς μέλος τοῦ Κόμματός σας, τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν, ἀλλὰ καὶ δὲν εἴχατε παραστῆ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἔπρεπε νὰ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τοῦ Σαββάτου, δηλαδή, τῆς 15.10.60. Ὁ κ. Ἀρβανιτάκις ὡμίλησε κατ’ ἐκείνην τὴν συνεδρίασιν καὶ ὄχι εἰς προηγουμένην. Δὲν παριστάμην, ὅμως, ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ λόγου του καὶ δὲν παρίστατο καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§88Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Εἶσθε, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἀπαντήσατε.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. (Κωδωνοκρουσίαι).
§90Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Εἶσθε ἐδῶ, ἀλλὰ δὲν μὲ διακόψατε. Δὲν σᾶς ἔκαμε καμμίαν ἐντύπωσιν καὶ ἤλθατε μετὰ ἀπὸ ἄλλους τρεῖς ρήτορας καὶ ἐλάβατε τὸν λόγον.
§91Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὴν αὐτὴν ἡμέραν.
§92Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἐὰν σᾶς εἶχε κάμῃ ἐντύπωσιν, θὰ ὡμιλούσατε τὴν ἰδίαν στιγμήν.
§93Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἔστω, δυνατόν, νὰ μὴ ἐπρόσεξα τοὺς λόγους σας. Ἐγὼ θὰ ἀναγνώσω ὡρισμένα σημεῖα.
§94Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ὅλα τὰ σημεῖα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρβανιτάκι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας, θὰ ὁμιλήσητε. Θὰ ρυθμίσητε σεῖς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ρήτορος; Φέρετε, οὕτω τὸ Προεδρεῖον εἰς μίαν δυσχερεῖ θέσιν. Ποῖος διευθύνει ἐδῶ, σεῖς ἢ ὁ Πρόεδρος τοῦ Σώματος;
§96Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπικαλοῦμαι τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ὅταν ὁ κ. Τούμπας ὡμίλει, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδειξε καμμίαν νευρικότητα. Καὶ οὐδεμίαν ἀντίδρασιν ἐξεδήλωσεν ἡ Κυβερνητικὴ παράταξις, ὅταν ἤκουσεν ἐκδηλουμένην τὴν ἀπάντησιν τοῦ Κόμματός του, μίαν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἀπαράδεκτος. Καὶ ἀνεμείναμεν, δὲν ὡμιλήσαμεν, δὲν διακόψαμεν, δὲν ἀντεδράσαμεν. Ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἤρχισα νὰ ὁμιλῶ μὲ ἠρεμίαν, τὴν ὁποίαν διεπιστώσατε ὅλοι. Θὰ παρακαλέσω, κ. Ἀρχηγὲ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ὁ ὁποῖος εἶσθε ὑπεύθυνος δι’ ὅλα τὰ μέλη τοῦ Κόμματός σας, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐξασφαλίσητε τὴν ἠρεμίαν αὐτήν, διὰ νὰ συνεχίσω εἰς τὸν τόνον, τὸν ὁποῖον εἶχον πρίν, διότι, ἐὰν δὲν τὴν ἐξασφαλίσητε θὰ συνεχίσω μὲ τὸν τόνον, τὸν ὁποῖον ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἰδίαν παράκλησιν.
§98Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρῶτον, ὄχι Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Δεύτερον. Ἡ ἐπιθυμία σας θὰ γίνῃ σεβαστή. Ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐπιθυμία σας νὰ μὴ διακόπτεσθε, ἀποτελεῖ χρέος καὶ ἐμοῦ καὶ τῶν μελῶν τοῦ Κόμματος, ὅσα ἀνήκουν εἰς τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον, νὰ σεβαστοῦν καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν σας. Τρίτον, θὰ ἐπεθύμουν, ἡ ἐπίκλησις νὰ μὴ συνδυάζεται μὲ τὴν ἀπειλήν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶναι βίαιος ὁ τόνος τῆς ὁμιλίας σας. Ὁ τόνος εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ συναρτᾶται μὲ τὸ αἴτημά σας, τὸ ὁποῖον ἀποδεχόμεθα.
§99Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ τρίτη, παρατήρησίς σας, ἦτο περιττή, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀπειλῆς, ἀλλὰ περὶ φυσικῆς ἀνάγκης. Ὅταν διακόπτεται κανεὶς βιαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ συνεχίσῃ τὸν λόγον του βιαίως. Ἑπομένως περὶ αὐτοῦ ἐπρόκειτο.
§100Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ φυσικῆς ἀνάγκης........
§101Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ συνεχίσω μὲ τὸν αὐτὸν τόνον λογοπαίγνιον, ἐὰν τὸ θέμα δὲν ἐνεφάνιζε τὴν ἀμείλικτον καὶ ἐξαιρετικὴν σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει καὶ τὴν ὁποίαν προσέλαβε, ὄχι δι’ ὅσων εἶχον λεχθῆ εἰς ὡρισμένην προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν πολλοῖς ἐπανορθωθῆ διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐννοίας τῶν λόγων τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι, ὅσον δι’ ὅσων ἐλέχθησαν ἀπόψε. Καὶ λυποῦμαι δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Τούμπας, ὁμιλῶν ἐν ὀνόματι τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει. Κύριοι, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τὴν πρωΐαν τοῦ Σαββάτου τῆς 15.10.60 καὶ εἶπον: «Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶχα προσέξει κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι», διότι συμβαίνει καμμιὰ φορὰ νὰ ἀπασχολούμεθα πρὸς στιγμὴν καὶ νὰ συζητοῦμεν μὲ ὡρισμένους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπασχολοῦν, καὶ δικαίως μᾶς ἀπασχολοῦν, διότι μᾶς εὑρίσκουν εὐκολώτερον ἐδῶ παρὰ εἰς τὰ γραφεῖα μας: «Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶχον προσέξει, ὅτι κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι διετυπώθησαν, ἐλπίζω, ἄνευ προθέσεως, φράσεις, αἱ ὁποῖαι θίγουν τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶπεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ δὲν ἔκαμαν τὸ καθῆκον των καὶ ὅτι συγκεκριμένως κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς δὲν ἠσχολοῦντο παρὰ μὲ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑλικῶν των ἀναγκῶν». Καὶ συνέχισα, ἀποκαθιστῶν τὰ πράγματα, καὶ τονίζων, ὅτι δὲν χρειάζεται κἂν ἐπιφυλάξεις εἰς τὴν κρίσιν μας περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ χρειάζεται βαθύτατος σεβασμὸς καὶ θαυμασμὸς ἀπεριόριστος. Ἀνῆλθεν ἀμέσως εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Ἀρβανιτάκις —καὶ ἐδῶ παρακαλῶ καὶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ τὸν κ. Τούμπαν νὰ προσέξουν ἰδιαιτέρως— καὶ εἶπε, παρὰ τὴν παρέμβασίν μου καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἐτόνισα, ὅτι ἐλπίζω, ὅτι ὅσα εἶχον λεχθῆ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι, εἶχον λεχθῆ ἄνευ προθέσεως, ἀνῆλθε καὶ εἶπεν: «Τὸ ὅτι, ὅμως, ὑπῆρξε μεγαλυτέρα ἀναλογία τῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκον των εἶναι γεγονὸς καὶ τὸ θεωρῶ ὡς τοιοῦτον». Κατὰ τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν, ὑπῆρξε μεγάλη ἡ ἀναλογία τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπόσχει τῶν καθηκόντων των καὶ ὄχι μόνον εἶχον ἀπόσχει τῶν καθηκόντων των, ἀλλὰ εἶχον κατὰ τρόπον ἄμεσον καὶ ὀξὺ παραβῆ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα καὶ κατὰ τὴν κατοχήν. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις καὶ αὐτὰ ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, κ. Τούμπα, ἐδημοσιεύθησαν ὅπως τὰ εἶπεν. Καὶ λυποῦμαι πάρα πολύ, διότι ὁ κ. Τούμπας, κατ’ ἐξοχὴν ὁ κ. Τούμπας, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ φυσικὰ καὶ ὅλα τὰ μέλη τοῦ Κόμματός του, παρὰ ταῦτα, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἐλέχθη αὐτὴ ἡ βαρεῖα φράσις, ἡ ὁποία, ἀξιότιμοι κύριοι, προεκάλεσε τὴν ἄμεσον ἀντίδρασιν μετὰ τὴν ἰδικήν μου παρέμβασιν, τοῦ κ. Ἀθανασιάδη– Νόβα, δηλώσαντος, ὅτι συμφωνεῖ μαζί μου καὶ οὐχὶ μὲ τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν, παρὰ ταῦτα ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρουν τὸ ζήτημα καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἔφερον ἀπόψε καὶ νὰ ἀπαιτήσουν τὰ ὅσα ἀπαιτοῦν ἀπόψε. Κύριοι, ἡ φράσις αὐτή, ἐλέχθη μετὰ τὴν παρέμβασίν μου καὶ διὰ νὰ μὴ δημιουργήσω ζήτημα, διὰ νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ ἀτμόσφαιρα, δὲν ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρέμβω ἐκ νέου. Ἄλλως τε, παρενέβη ὁ κ. Ἀθανασιάδης–Νόβας καὶ εἶπε τότε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, παρενέβη καὶ ὁ κ. Δερδεμέζης ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Νόβαν. Ἐφ’ ὅσον συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνῆκον, μάλιστα, οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν κυβερνῶσαν παράταξιν, παρενέβησαν μετὰ τὴν παρέμβασίν μου καὶ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι τῆς βαρυτάτης αὐτῆς κατηγορίας, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ὁμιλήσω ἐκ νέου φειδόμενος τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ ἐπιθυμῶν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἠρεμίας, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐπικρατῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ Ναύαρχε κ. Τούμπα, μετὰ τὴν στάσιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν τόσην ἤρεμον ἀπέναντι μιᾶς κατηγορίας, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ ἀγανάκτησιν καὶ ἐξέγερσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πατριωτῶν, μετὰ τὴν στάσιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φέρετε πλέον ζήτημα καὶ ἔπρεπε νὰ εἴχατε παρακαλέσει τὸ μέλος τοῦ Κόμματός σας ἢ νὰ μὴν εἶχε φέρει τὸ ζήτημα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἤ, ἀφοῦ τὸ ἔφερε, νὰ μὴν ἀξιώσῃ ἀπὸ σᾶς νὰ τηρήσητε τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἀπόψε ἐνομίσατε, ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρήσητε. Πράγματι, μετὰ τὰς βαρυτάτας αὐτὰς ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδημοσιεύθησαν ἁπλῶς εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀλλὰ ἐλέχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, κ. Τούμπα, οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Ἐπιτελείων, δὲν γνωρίζω, ἐὰν μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζω μᾶλλον, λόγῳ τῆς περιοδικῶς σημειουμένης συναντήσεώς των, συνῆλθον καὶ ἀνέθεσαν, πράγματι, εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ πρόεδρος τοῦ συμβουλίου τῶν Ἐπιτελαρχῶν, ἀνέθεσαν εἰς αὐτὸν νὰ διατυπώσῃ τὴν ἀναφοράν του πρὸς ἐμέ. Πρὸς ἐμέ, διότι ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον λεχθῆ, τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις καὶ ἐγὼ εἶχα παρέμβει. Ἡ ἀναφορά, σταλεῖσα τὴν μεθεπομένην, τὴν 17ην Ὀκτωβρίου 1950, περιέχει τὰ ἀκόλουθα: «Κύριε Πρόεδρε, ἀναφέρεται, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, βουλευτὴς Κόμματος τῆς ἐθνικόφρονος Ἀντιπολιτεύσεως, ἐξεστόμισε βαρυτάτας ὕβρεις ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν. Καίτοι τοῦ ἐδόθη ἀπάντησις καὶ ἐκ μέρους ὑμῶν καὶ ἐκ μέρους βουλευτῶν τοῦ ἰδίου Κόμματος, πάντως ἐπέφερε μεγίστην διαταραχὴν καὶ δυσαρέσκειαν εἰς τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν». Διακόπτω πρὸς στιγμὴν τὴν ἀνάγνωσιν. Εἶχε διαπιστώσει, ὅπως βλέπετε, κατὰ τὸ τριήμερον ἤδη ἐκεῖνο ταραχὴν καὶ δυσαρέσκειαν εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, ὡμολόγησε δὲ καὶ ὁ κ. Τούμπας, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος, ἐὰν ἦτο εἰς τὰς τάξεις τοῦ ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον τόσον ἐτίμησε, θὰ ἐξεγείρετο. «Ἡ δυσαρέσκεια αὕτη», συνεχίζει τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Φροντιστοῦ, τοῦ ὁποίου γνωρίζετε ἅπαντες τὴν ἀπόλυτον ἠρεμίαν σκέψεως καὶ ψυχραιμίαν, «ἡ δυσαρέσκεια αὕτη ἔφθασε μέχρι τῆς ἡγεσίας. Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι αἱ ὕβρεις αὗται θὰ ἔχουν καὶ γενικωτέραν ἀπήχησιν εἰς τὴν διεθνῆ θέσιν τῶν Ἑλληνικῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων». Διότι, ὅπως πολὺ σωστὰ ὑπονοεῖ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ πρᾶγμα εἰς τὰ ἀρχηγεῖα τοῦ ΝΑΤΟ, τὰ ὁποῖα, βεβαίως, ἔχουν τὰ ἁρμόδια γραφεῖα, τὰ ὁποῖα συλλέγουν τὰ εἰς τὰς ἐφημερίδας δημοσιευόμενα καὶ τὰ ἐν ταῖς Βουλαῖς τῶν διαφόρων Κρατῶν λεγόμενα. Καὶ εἰσηγήθη τὰ ἀκόλουθα. Δὲν εἰσηγήθη τὴν λῆψιν μέτρων, κ. Τούμπα, εἰσηγήθη τὰ ἑξῆς: «Εἰσηγούμεθα, ὅπως δοθῇ ἐπίσημος ἀπάντησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ διευκρινισθῇ, ἐὰν τὰς ὕβρεις ταύτας τὰς υἱοθετῇ καὶ τὸ Κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. Ἀρβανιτάκις». Τότε δὲν ἀνῆκεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις εἰς τὸ Κόμμα τοῦ κ. Παπανδρέου. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι τελείως ἄψογον, καὶ τὸ ὁποῖον ὤφειλεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ συντάξῃ καὶ νὰ ἀποστείλῃ καὶ τὸ ὁποῖον ὤφειλον καὶ οἱ συνάδελφοί του, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν τριῶν Γενικῶν Ἐπιτελείων νὰ τοῦ ζητήσουν νὰ συντάξῃ καὶ νὰ ἀποστείλῃ. Ἡ ἀπάντησίς μου, ἀξιότιμοι κύριοι, ἦτο, διότι ἤθελα νὰ κατευνάσω τὰ πράγματα καὶ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ζήτημα, ὅτι τὸ ζητούμενον ἐγένετο, ὅτι ὅσα εἶπα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπευθύνως καὶ ἐπισήμως ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ μάλιστα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ ἔγγραφον ἐνώπιόν μου, ἐτόνισα καὶ ἐγώ, ὅτι καὶ ὑπὸ βουλευτῶν ἄλλων Κομμάτων ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίδρασις καὶ ἡ διαφωνία πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι λεχθέντα. Καὶ περιωρίσθην εἰς αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἐθεώρησεν, ὅταν συνεζήτησα τὸ πρᾶγμα μαζί του, ὡς ἐπαρκῆ. Καὶ ἐθεωρήθη ἐπαρκής, ὅπως ἦτο φυσικόν, καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ὁ κ. Τούμπας ἔκαμε συσχετισμὸν δύο πραγμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν πρὸς ἄλληλα ἔχουν σχέσιν. Ἔχουν, βεβαίως, σχέσιν πρὸς ἄλληλα οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ δὲν ἔχουν σχέσιν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὑπηρεσιακὴν καὶ ἑπομένως, τὸ ἕνα δὲν ἀποκλείει τὸ ἄλλο. Ὁ κ. Τούμπας εἶπεν, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἐπιτελείων διὰ τοῦ Φροντιστὴ ἀπηύθυναν πρὸς τὸν Ἀντιπρόεδρον τὸ ἔγγραφον αὐτό, ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν ἐνέργειάν του αὐτήν. Οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἐπιτελείων προβαίνουν —ὅπως ἄριστα γνωρίζει ὁ κ. Τούμπας— περιοδικῶς, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν γεγονότων, εἰς τὴν διατύπωσιν ὡρισμένων ὁδηγιῶν γενικοῦ χαρακτῆρος πρὸς τὰς μονάδας, πρὸς τοὺς ἡγέτας ὅλων τῶν μεγάλων μονάδων καὶ ἄλλοτε καὶ τῶν ὑποδεεστέρων μονάδων. Γνωρίζει ἄριστα ὁ κ. Τούμπας, ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἐπιτελείων λαμβάνουν θέσιν ἀπέναντι τῶν διεθνῶν προβλημάτων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα συνδυάζονται μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως, λαμβάνουν θέσιν ἀπέναντι τῆς δράσεως ὡρισμένου Κόμματος, εἴτε ἐπὶ τῶν ὁρίων τῆς χώρας, εἴτε καὶ ἐκτὸς Κόμματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγείρει τὰ ὅπλα ἐναντίον τῆς πατρίδος καὶ ἐναντίον τῶν νομίμως λειτουργουσῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων τῆς χώρας καὶ δὴ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι εἶχον προσφάτως πολεμήσει κατὰ τὸν βʹ παγκόσμιον πόλεμον. Καὶ προβαίνουν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Ἐπιτελείων εἰς τὴν ἔκδοσιν διαφωτιστικῶν ἐγκυκλίων. Μία τῶν ἐγκυκλίων αὐτῶν, μετὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία περιῆλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ ἡ ὁποία προεκάλεσε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ τὴν ἐγκύκλιον, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν, εἰς ἐγκύκλιον τὴν ὁποίαν εἶχε δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ὡς ὑπεύθυνος ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξετάζῃ ποῖα εἶναι τὰ φρονήματα ἑκάστου ἐξ ἡμῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ εἶναι, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐκφωνοῦνται καὶ φθάνουν εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ οἵτινες δύνανται νὰ ἔχουν δυσμενῆ ἀποτελέσματα, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ κλονίσουν τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ ἐξωτερικόν. Ἐὰν οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν μίαν ἀπαράδεκτον ἐντύπωσιν διεθνῶς, εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν καὶ θὰ κληθοῦν, ὅταν ὑπάρξῃ ἀνάγκη —ὃ μὴ γένοιτο— νὰ ἐκτελέσουν καὶ πάλιν τὸ καθῆκόν των, ἐὰν οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι τοιούτου περιεχομένου, ὥστε νὰ βλάπτουν τὸ Ἔθνος, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. ὀφείλει νὰ ἐπισημάνῃ τὸν κίνδυνον καὶ τὸ ἀπαράδεκτον τῶν λόγων αὐτῶν, ὑφ’ οἱουδήποτε βουλευτοῦ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ Κέντρου, ἢ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, ἐκτοξεύονται οἱ λόγοι αὐτοί. Δὲν εἶχε καμμίαν ὑποχρέωσιν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. νὰ ἐξετάσῃ τὰς προθέσεις, δὲν εἶχε κανένα δικαίωμα νὰ κάμῃ ἀνάλυσιν τῆς ψυχολογικῆς καὶ τῆς διανοητικῆς καταστάσεως ἑκάστου καὶ τῆς πολιτικῆς τοποθετήσεως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐξετόξευσε φράσεις, διαβαλούσας βαρύτατα τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, ὄχι ἁπλῶς καλύπτει τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Γ.Ε.Σ., δὲν πρόκειται περὶ καλύψεως ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς συμβατικῆς τακτοποιήσεως τοῦ πράγματος, ἀλλὰ ἐπιδοκιμάζει τὴν ἐνέργειάν του ἀπολύτως. Πρόκειται περὶ ἐνεργείας ἡ ὁποία ἦτο ἐπιβεβλημένη ἀσχέτως τῆς προθέσεως τοῦ συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησε, ἀσχέτως τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ συνάδελφος εἰς ὡρισμένην στιγμὴν πάθους ἀδικαιολογήτου καὶ ψυχικῆς καταστάσεως ἀδικαιολογήτου, προέβη εἰς ἐκτόξευσιν τοιούτων βαρυτάτων κατηγοριῶν. Νομίζω, ὅτι ἦτο ἀδικαιολόγητος ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ψυχικῆς καταστάσεως, διότι ἡ ἰδική μου παρέμβασις —θὰ παρεκάλουν νὰ ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῆς ἡμέρας ἐκείνης— ἦτο ἡμερωτάτη καὶ ὅπως ἠκούσατε πρὶν ὅταν ἀνέγνωσα δύο ἐκ τῶν φράσεων, δὲν ἠθέλησα νὰ ἀμφισβητήσω τὴν πρόθεσιν τοῦ κ. συναδέλφου. Ἑπομένως, δὲν εἶχε καὶ λόγον νὰ ἐπανέλθῃ μὲ αὐτὴν τὴν φρασεολογίαν, τὴν βαρυτάτην. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ., λοιπόν, ἔκαμε τὸ καθῆκον του. Δὲν εἶχε καμμίαν ὑποχρέωσιν καί, ἐπαναλαμβάνω, ἴσως δὲν εἶχε καὶ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ ποῖος εἶναι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ Αʹ ἢ ὁ Βʹ βουλευτής. Καθῆκον του ἦτο νὰ ἐξετάσῃ τὰς φράσεις καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν φράσεων, αἱ ὁποῖαι λέγονται. Καὶ ἐὰν αἱ φράσεις εἶναι φράσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἐπικίνδυνοι, ὡς φράσεις θίγουσαι τὸ κῦρος τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων ἢ ὡς προσβάλλουσαι τὴν τιμὴν τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ καυτηριάσῃ τὰς φράσεις αὐτάς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Βεβαίως, ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν, περιώρισε τὴν σημασίαν τῆς φράσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε χρησιμοποιήσει. Θὰ ἦτο ἀκόμη καλύτερον, ἐὰν εἶχε ἐπωφεληθῆ τῆς ἰδικῆς μου παρεμβάσεως, ἡ ὁποία τοῦ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε. Δὲν θέλω ἐγὼ νὰ ἐξετάσω διατὶ δὲν ἠθέλησε, πάντως δὲν ἠθέλησεν. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν καὶ εἰς ἄλλην στιγμὴν ἢ καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην συνεχιζομένης τῆς συζητήσεως, νομίζω, ὅμως, μᾶλλον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, προέβη εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς κατηγορίας του.
§102Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Τὴν ἰδίαν στιγμήν.
§103Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διαβάστε τὰ πρακτικά.
§104Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, ἀπαντῶν εἰς τὴν παρέμβασίν μου εἶπεν, ὅτι οἱ περισσότεροι τῶν Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των. Ἡ μεγαλυτέρα ἀναλογία τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκον των.
§105Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἐν συγκρίσει μὲ τοὺς πολίτας, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ λαοῦ.
§106Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Ἀρβανιτάκις εἶπεν, ὅτι μεγαλυτέρα ὑπῆρξεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἡ ἀναλογία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των, πολὺ μεγαλυτέρα ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Λαόν. Καὶ αὐτὸ εἶναι βαρύτατον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ τοποθέτησις ἦτο τοποθέτησις, ἡ ὁποία παρὰ ταῦτα, ἔτσι ὅπως ἔγινε, προεκάλεσε τὴν ἄμεσον ἀντίδρασιν τοῦ κ. Ἀθανασιάδη–Νόβα καὶ τοῦ κ. Δερδεμέζη. Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις εἶναι λυπηρά, ὄχι ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐγκυκλίου, ἡ ὑπόθεσις τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεχθέντων καὶ τῶν τόσον εὐκόλως ἐκτοξευομένων κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμμέσως, εἴτε τὸ θέλει, εἴτε δὲν τὸ θέλει ὁ ἐκτοξεύων αὐτάς, ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὸν κλονισμὸν τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, βλεπόντων ὅτι δὲν τυγχάνουν τῆς στοργῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεσιν τῆς καλῆς καὶ πλήρους λειτουργίας τῆς συνειδήσεώς των, καὶ ἐκτὸς τούτου ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν δημιουργίαν παρεξηγήσεων γενικωτέρων καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος. Ἄρα, εἴτε τὸ ἤθελεν ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος συνάδελφος, εἴτε ὄχι, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν λόγων του συμπίπτει μὲ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἀντεθνικῶν προσπαθειῶν ὡρισμένων ἐν τῇ Ἑλλάδι κοινωνικῶν ὁμάδων ἢ μᾶλλον ὡρισμένου κόμματος. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοί, δι’ αὐτὸ ἡ στιγμιαία ἔξαρσις —ἡ ἔξαρσις πρέπει νὰ εἶναι μᾶλλον συναισθηματικοῦ καὶ ἠθικοῦ χαρακτῆρος καὶ ὄχι ὑβριστικοῦ—, ἡ στιγμιαία ἔξαρσις δὲν πρέπει νὰ παρασύρῃ κανέναν εἰς φράσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἐθνικῶς βλαβερὰ ἀποτελέσματα. Καὶ θὰ ἀνέμενον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ ὁ ἀξιότιμος Ναύαρχος κ. Τούμπας, ὁ ὁποῖος ἐγένετο φορεὺς τῶν ἀπόψεων τοῦ Κόμματος ἐπὶ τοῦ θέματος, θὰ προέβαινεν εἰς συστάσεις εἰς τὸ μέλος τοῦ κόμματός των, εἰς τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος παρεφέρθη, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς μίαν διατύπωσιν βαθεῖαν καὶ εὐρυτάτην, ὁ ὁποῖος ἔπειτα βεβαίως τὴν εὐρυτάτην αὐτὴν διατύπωσιν τὴν περιώρισε κάπως, διαστείλας ὅμως —ἀλλὰ καὶ αὐτὸ εἶναι βαρύτατον— τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὡμίλησε περὶ διαφορετικῆς ἀναλογίας πατριωτισμοῦ, καὶ τέλος τὴν περιώρισεν εἰς τὸ ἐλάχιστον, ὅταν ὡμίλησε περὶ ὡρισμένων, ἐλαχίστων ἀξιωματικῶν, τοῦ Τάγματος Πούλου. Καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ γεγονός, ὅτι προέβη ἀλληλοδιαδόχως εἰς αὐτοὺς τοὺς περιορισμοὺς τῶν κύκλων, οἱ ὁποῖοι μοῦ θυμίζουν τοὺς περιορισμοὺς τῶν κύκλων οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν θείαν κωμωδίαν τοῦ Δάντη καὶ δὴ εἰς τὴν Κόλασιν, καὶ αὐτὸ ἀκόμη τὸ γεγονός, ὅτι προέβη εἰς αὐτοὺς τοὺς περιορισμούς, ἀποδεικνύει ὅτι εἶχε περιπέσει εἰς σφάλμα, τοὐλάχιστον εἰς σφάλμα, καὶ ἔπρεπε νὰ μὴ δοθῇ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν συνέχεια. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἴδατε τί ἔγραψεν, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμέ. Ἐν τῷ πνεύματι τοῦ κειμένου τῆς ἀναφορᾶς τοῦ κ. Φροντιστοῦ, τῆς πρὸς ἐμὲ ἀναφορᾶς, ἐν τῷ πνεύματι αὐτοῦ τοῦ κειμένου ἀπηύθυνεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ, ὁ κ. Καρδαμάκης, ἀξιωματικός, τὸν ὁποῖον βαθύτατα τιμᾶ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν (χειροκροτήματα), ἐν τῷ πνεύματι τῆς πρὸς ἐμὲ ἀναφορᾶς, ἀπηύθυνεν, ὡς εἶχε καθῆκον, τὴν διαφωτιστικὴν ἐγκύκλιόν του ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ. Γνωρίζει ἄριστα ὁ κ. Τούμπας, ὅτι τὸ ἕνα δὲν ἀποκλείει τὸ ἕτερον. Τὸ ἕνα ἀποτελεῖ ἐπισήμανσιν ἑνὸς κινδύνου πρὸς τὴν Προϊσταμένην ἀρχήν, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ἄλλο ἀποτελεῖ διαφωτιστικὴν ἐνέργειαν ἀπέναντι τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὄχι ἁπλῶς διαφωτιστικήν, ἀλλὰ καὶ καταπραϋντικὴν ἀπὸ ἀπόψεως ψυχολογίας, διότι ἦτο φυσικὸν νὰ ἔχουν θιγῇ, καὶ ἦτο αὐτονόητον ὅπως εἶπεν ὁ κ. Τούμπας, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχον θιγῇ οἱ ἀξιωματικοί. Εἶμαι βέβαιος, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπ’ ἐμοῦ, ὅτι τὸ κόμμα τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, θὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ὅπως διατυπώσῃ μὲ αὐτὸν τὸν ἀπολύτως παράδοξον καὶ καταπληκτικὸν τρόπον τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀμέσου ἀντικαταστάσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη δὲν τὸ πράξῃ, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ λάβῃ κἂν σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν μίαν τοιαύτην ἀπαίτησιν, ἀπαίτησιν συλληφθεῖσαν ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου καὶ τύπου ἀκόμη, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἐστάθμισε καλῶς τὰ πράγματα καὶ τὰς ἔναντι τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων ὑποχρεώσεις του ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἤθελα νὰ δικονομήσωμεν τὸν τρόπον τῆς περαιτέρω συζητήσεως. Ἔχουν ἐγγραφῆ νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὸ ἄρθρον 2 περὶ τοὺς εἴκοσι βουλευτάς.
§108Η. ΗΛΙΟΥ. Μήπως ἐγένετο συζήτησις διὰ τὸ ἄρθρον 2, μέχρι τοῦδε;
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν ψῆφον τοῦ Στρατοῦ. Διὰ νὰ μὴ ἀγορεύσῃ ὁ κ. Ἀρβανιτάκις περὶ τὴν 2αν ἢ 3ην πρωϊνὴν ὥραν, θὰ παρεκάλουν τοὺς πρὸ αὐτοῦ ἐγγεγραμμένους νὰ τοῦ ἐπιτρέψουν νὰ ὁμιλήσῃ τώρα, διὰ νὰ λήξῃ τὸ παρεμβληθὲν θέμα.
§110Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Μίαν διευκρίνισιν, κ. Πρόεδρε.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτερολογία δὲν ἐπιτρέπεται, κ. Τούμπα. Νὰ ἐγγραφῆτε, διὰ νὰ ὁμιλήσητε μὲ τὴν σειράν σας.
§112Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Τὸ θέμα εἶναι πάρα πολὺ λεπτὸν καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἐπειδὴ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεφέρθη εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον δεκάκις, νὰ προσθέσω δύο λόγια.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅτι ἀνεφέρθη εἰς σᾶς, δὲν σημαίνει ὅτι ἐδημιουργήθη προσωπικὸν ζήτημα, διὰ νὰ δικαιοῦσθε νὰ λάβητε εὐθὺς ἀμέσως τὸν λόγον. Μάλιστα, ὡμίλησεν εὐφήμως διὰ τὸ πρόσωπόν σας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁμιλήστε δι’ ὀλίγων.
§114Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα, ἐν πρώτοις, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐκτίμησίς μου πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς εἶναι ἀπέραντος. Πρῶτον, διότι εἶμαι ὁ ἴδιος ἀξιωματικός. Δεύτερον, διότι ἔχω τὸν ἀδελφόν μου ἀξιωματικὸν καί, τρίτον, διότι ἔχω 14 μέλη τῆς οἰκογενείας μου σκοτωμένα εἰς τοὺς πολέμους, ἀφ’ ἧς ἐγὼ ὑπάρχω εἰς τὸν κόσμον. Ἀντιλαμβάνεσθε, ἑπομένως, τοὺς δεσμοὺς τοὺς ὁποίους ἔχω καὶ ἑπομένως τὴν στοργὴν μετὰ τῆς ὁποίας παρακολουθῶ τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις καὶ κἄθε τι τὸ ὁποῖον τὰς θίγει, μὲ θίγει, εἴτε εἶμαι ἐντὸς τοῦ Στρατεύματος, εἴτε τώρα ποὺ εἶμαι ἀπόστρατος. Δεύτερον, προτοῦ ὁμιλήσω, ἠρώτησα τὸν συνάδελφόν μου κ. Ἀρβανιτάκιν, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔδωσε διευκρινίσεις καὶ πέραν τούτου ἀνέγνωσα καὶ τὰ πρακτικὰ τὰ προχθεσινὰ εἰς τὴν σελίδα 15, ὅπου ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκης: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Αὐτὰ γράφουν τὰ πρακτικὰ εἰς τὴν σελίδα 15. (Φωναί, θόρυβος).
§115Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ γίνῃ σύρραξις τώρα μεταξὺ Ναυάρχων καὶ Στρατηγῶν;
§117Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Εἴμεθα πολὺ φίλοι μὲ τὸν Στρατηγόν. Πέραν τούτου, αἱ διακηρύξεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσε μίαν παράγραφον προηγουμένην ἐκείνης ποὺ ἀνέγνωσα, ἀποδεικνύουν ὅτι εὐθὺς ἀμέσως ὁ κ. Ἀρβανιτάκις ἔθεσε τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των τότε.
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι τότε.
§119Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, ἀνέγνωσε τὰ τότε πρακτικά.
§120Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Θέλετε νὰ τὰ ἀναγνώσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν τί λέγουν;
§121Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκάλυψε τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, ἐδήλωσεν ὅτι καλύπτει τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου...
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι καλύπτει.
§123Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. ... ἀλλὰ ὡς ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. ἐνήργησε κατὰ τρόπον ἀντίθετον ἀπὸ τὴν γραμμὴν ποὺ ἐχάραξεν οὗτος, διότι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.ΕΘ.Α. ἀπήντησεν, ὅτι θὰ πρέπει ἡ κατάστασις νὰ μὴ ἐξαρθῇ. Ἀντὶ τούτου, ὅμως, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γραμμὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικά, ἐξέδωσεν ἀντιθέτως διαταγὴν ἀντίθετον πρὸς τὴν γραμμὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὤξυνε τὴν κατάστασιν.
§124Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐδῶ νομίζω, ὅτι κάμνετε λάθος. Ἐγώ, σᾶς εἶπον ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις ἡ ἰδική μου. Τί ἐζήτει ὁ κ. Φροντιστής; Ἐζήτει ὅπως γίνῃ καὶ νέα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐκδήλωσις ἐπισήμως, ὅπως τὴν ὠνόμασε, καί, ἐκτὸς τῆς νέας ἐπισήμου ἐκδηλώσεως, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκε τότε ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, ἂν συμμερίζεται τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι. Ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν σημείων ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις —καὶ δι’ ἐμοῦ ἀπήντησε τοιουτοτρόπως— ἐνόμισεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ συνέχεια. Ἐπὶ ποίων σημείων; Ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νέας τοποθετήσεως, νέας δηλώσεως, τὴν ὁποίαν μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν δι’ ἀναφορᾶς ἐζήτησεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.ΕΘ.Α. καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τοῦ ἄλλου, τῆς διατυπώσεως ἐρωτήματος πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις τότε, ἂν συμφωνῇ πρὸς τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι. Καὶ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει τὸ πρᾶγμα νὰ θεωρηθῇ τερματισθέν, ἀλλὰ δὲν εἶπεν ὅτι κάθε ἡγήτωρ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατευνάσῃ τὰ πνεύματα. Ὁ κ. Φροντιστὴς γράφει ὅτι, παρὰ τὴν ἰδικήν μου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρέμβασιν, εἶχε σημειωθῆ ταραχὴ καὶ εἶχε σημειωθῆ δυσαρέσκεια βαρεῖα. Ἔπρεπε, ἆρα γε, ἡ ταραχὴ αὐτὴ καὶ ἡ βαρεῖα δυσαρέσκεια, νὰ παραμείνουν; Καὶ τὸ ἰσχυρίζεσθε σεῖς, αὐτό; Διατὶ ἐγὼ ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. Φροντιστήν; Διὰ λόγους ἁβρότητος πρὸς τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις καὶ διὰ νὰ μὴ δοθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τόνος ὀξὺς καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθῃ τὸ θέμα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, διότι, κατ’ ἀρχὴν πιστεύω, ὅπως καὶ σεῖς, ὅτι θέματα συνδεόμενα μὲ τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις καὶ τοὺς ἀνωτάτους ἀξιωματικούς, πρέπει, ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον, νὰ συζητοῦνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν.
§125Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν τελευταίαν ἀποστροφήν σας, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δοθοῦν αἱ αἰτίαι καὶ ἡ κυριωτέρα αἰτία, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχατε προσέξει, ἦτο ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ., πέραν ἑνὸς βουλευτοῦ, παρουσίασεν ὅλα τὰ ἄλλα κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅτι δὲν εἶναι ἐθνικόφρονα.
§126Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Οὔτε τὰ ἄλλα, οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος περιέπεσε τυχὸν εἰς σφάλμα καὶ ἁμάρτημα γλώσσης. Ὅπως εἶπον, οὐδὲν δικαίωμα εἶχεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. νὰ ἐξετάζῃ εἰς ποῖον κόμμα ἀνήκει ὁ Α ἢ Β βουλευτής, ἐξετάζει τὸ τί εἶπε καὶ ποίαν ἀπήχησιν εἶχον τὰ ὅσα εἶπεν.
§127Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Καὶ ὅμως ἐξετάζει τὰ κόμματα καὶ δι’ αὐτὸ ἐλέγχομεν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ε. Ἀρβανιτάκις. Θὰ παρεκάλουν, κ. Ἀρβανιτάκι, αὐτὴν τὴν φορὰν νὰ ὁμιλήσητε ὡς ὁμιλεῖτε εἰς τὸ τέλος ἑκάστης ἀγορεύσεώς σας, ὅπου συνήθως γίνεσθε διαλακτικώτερος.
§129Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ κουβέντα ποὺ ἐγένετο τότε, δὲν ἐγένετο τυχαίως. Προῆλθε τότε ἀπὸ τὴν συζήτησιν Μέρτεν, διότι συνεζητεῖτο τὸ θέμα Μέρτεν. Καὶ εἶπον ἐγώ, ὅτι ἐὰν αἱ κατηγορίαι αὐταὶ ἐξετοξεύωντο κατὰ τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἐπιτελέσει πλήρως τὸ καθῆκον κατὰ τὴν κατοχήν, θὰ ἦτο δυνατὸν Ἕλλην τίς νὰ πιστεύσῃ ποτέ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό; Καὶ ἠρώτησα ποῦ ἦσαν οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς; Ἂς μᾶς εἴπουν, διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Μέρτεν.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ σὺ τί ἔκαμες; Ποῦ πολέμησες ἐσύ;
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἄνευ διακοπῶν.
§132Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἐγὼ προεκάλεσα ἀναταραχὴν ἀπὸ μίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνώσῃ καθ’ ὁλοκληρίαν τὰ πρακτικά, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ τί ἀκριβῶς εἶπον. Ἐτίμων καὶ τιμῶ τοὺς Ἕλληνας ἀξιωματικούς, τοὺς θαυμάζω καὶ τοὺς συμπαθῶ. Ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ ἀξιωματικός. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν δὲν τιμούσαμε τοὺς Ἕλληνας ἀξιωματικούς. Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὸ ἔπος τῆς Ἀλβανίας καὶ ἔκαμον τὰ κατορθώματα τῆς κατοχῆς καὶ τοὺς θαυμάζω. Εἰς αὐτοὺς ἀνήκει καὶ ὁ Ψαρρός. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον, ὅμως, τὸ ὅτι ἐγὼ ἔφερα ἀναταραχὴν εἰς τὸ Στράτευμα καὶ δὲν ἔφερεν ἀναταραχὴν ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι «ὅποιος σκοτώνει Γερμανούς, δὲν εἶναι Ἕλλην»;
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά. (Φωναί, θόρυβος).
§134Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§135Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὸ τέλος.
§136Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Τώρα θὰ ὁμιλήσω.
§137Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι θὰ βγῆτε ζημιωμένος.
§138Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Θὰ ἀπαντήσω. Ποῖος σᾶς ἔδωσεν αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον; Εἶναι μία κακοήθεια, ἡ ὁποία ἠντλήθη ἀπὸ μίαν κατάθεσιν ἑνὸς κακοήθους καὶ ἐμπαθοῦς, ὅπως ἐχαρακτηρίσθη εἰς δικαστικὸν ἔγγραφον. Πρόκειται περὶ μιᾶς καταθέσεως ἑνὸς ἀνθρώπου. Καὶ εἶναι κακοήθης ἐσχάτου εἴδους, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπαναλαμβάνει αὐτὴν τὴν κακοήθειαν. (Χειροκροτήματα, μπράβο, ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§139Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἤθελα νὰ μάθω ἐγὼ ποὺ ἤκουσα ὁ ἴδιος μὲ τὰ αὐτιά μου νὰ δικαιολογοῦν τὸν κ. Θεμελῆν, τότε οἱ ἐδῶ παρόντες, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ αὐτὰς τὰς πράξεις, ὅπως ἤκουσα ἐδῶ ἀπὸ τὴν παρέα του...
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ εἰπῇ «ἡ παρέα του»; Τί ἔκφρασις εἶναι αὐτή, κ. Ἀρβανιτάκι;
§141Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. ... διὰ νὰ γλυτώσῃ μερικοὺς Ἕλληνας ποὺ τυχὸν θὰ ἐξετέλουν οἱ Γερμανοί. Ἐλέχθη ἐδῶ, ὅτι ἐστάλη ἐκεῖ ἀπὸ ὀργάνωσιν διὰ νὰ γλυτώσῃ μερικοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξετελοῦντο ἀπὸ Γερμανοὺς καὶ ὅτι ἔκαμε τὶς πράξεις τὶς ἀντεθνικὲς μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ σώσουν μερικοὺς Ἕλληνας. Καὶ εἶπον ἐγὼ τότε, ἐὰν μὲν δὲν ἐξετελέσθη σωματικῶς, ἀλλὰ ἠθικῶς, ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἐκτελεσθῆ καὶ εἶπον τότε τί ἔκαμεν ὁ Λεοπόλδος!
§142Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, προκαλῶ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος, ἐὰν εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, νὰ φέρῃ τὴν ἐγκύκλιον... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρβανιτάκι, ...(Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§144ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Συμπολιτεύσεως). Συκοφάνται... (Θόρυβος, ἐκκωφαντικαὶ κωδωνοκρουσίαι).
§145Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν) .....(ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος, λόγῳ τοῦ θορύβου).
§146Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Μὴ ἀπευθύνεσθε εἰς ἐμένα. Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, μετὰ ἕνα χρόνον... (Θόρυβος)....ἐντρεπομένη ἡ Κυβέρνησις... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων...).
§147Ν. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Λωποδύτη κοινέ, τί ἔκαμες τὰ τυπογραφεῖα; (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θόρυβος, ἐκκωφαντικαὶ κωδωνοκρουσίαι).
§148Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Οἱ νταῆδες τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως νὰ μαζέψουν τὴν γλῶσσά τους. Ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ λωποδυτῶν, ἠμποροῦμε νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν... (Θόρυβος). Νὰ ἀφήσητε τοὺς παλληκαρισμούς, τοὺς ψευτοπαλληκαρισμούς. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, διαμαρτυρίαι).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μητσοτάκη, δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Δὲν σᾶς ἔδωσα τὸν λόγον... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Καθίσατε εἰς τὴν θέσιν σας, κ. Μητσοτάκη, δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§150Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διὰ νὰ καθίσω... (Θόρυβος. κωδωνοκρουσίαι, ἀντεγκλήσεις).
§151Ν. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ὁ ἀναιδέστατος καὶ ὑβριστὴς τῶν πάντων... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§152Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διὰ νὰ καθίσω, πρέπει, πρῶτον, νὰ ξεκαθαρισθῇ τί εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἐννοῶ νὰ ἀκουσθῇ τί εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἐν συνεχείᾳ... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§153Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Θὰ φύγωμεν ἀπὸ ἐδῶ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχώμεθα ἀπὸ τοὺς προδότας... (Θόρυβος, ἀντεγκλήσεις, ἐκκωφαντικαὶ κωδωνοκρουσίαι).
§154Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐννοῶ νὰ διευκρινισθῇ τί εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ ζητήσω τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προσωπικοῦ θέματος αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι μία Κυβέρνησις, ἠθικῶς ὑπόδικος ἔναντι τοῦ Ἔθνους, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπῃ τοιαύτας... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων, κωδωνοκρουσίαι). Θὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ἀναφερθῶ οὐχὶ μόνον εἰς τὸν ἀνάξιον συνάδελφον, ἀλλὰ εἰς τὰς κεφαλὰς τῆς Κυβερνήσεως (Θόρυβος, ἀντεγκλήσεις, ἐκκωφαντικαὶ κωδωνοκρουσίαι).
§155Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἤκουσα ἀπὸ ἐκείνην τὴν πλευρὰν ἕναν χαρακτηρισμόν. Ἐὰν αὐτὸ ἐλέχθη...
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα...
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἐλέχθη, ἐλέχθη, (Θόρυβος).
§158Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐὰν αὐτὸ ἐλέχθη, ἀποτελεῖ στίγμα διὰ τὸν εἰπόντα καὶ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸν στιγματίσῃ, πέραν τῆς τυπικῆς ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ Κανονισμός. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, ἀντεγκλήσεις).
§159Ν. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐκατηγορήθη ἀπὸ τὸν συνάδελφόν του τὸν κ. Πιστολάκην, ὅτι εἶχε συνεργασθῆ μὲ τοὺς Γερμανούς, ὅτι ὡς ὑφυπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε τὴν σύμβασιν ἐκείνην τὴν γνωστὴν καὶ τὰ διάφορα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταφέρεται ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατεύματος... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, φωναί, ἀντεγκλήσεις). Εἶναι κατήγορος, εἶναι πάντοτε κατήγορος ὁ ἄνθρωπος αὐτός, τοῦ ὁποίου ἡ πολιτεία εἶναι τόσον ἐπιλήψιμος. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§160Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀσχέτως τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον θὰ λάβω, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἄμεσον ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Ἐν πρώτοις, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶχον ἀναμιχθῆ εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Μακρῆς μὲ ἐπροκάλεσεν. Ἀνέφερεν ὀνομαστικῶς ἐμέ, διότι ἴσως συνωμίλουν μὲ τοὺς συναδέλφους μου καὶ ἠναγκάσθην νὰ τοῦ δώσω μίαν ἀπάντησιν περὶ τοῦ τί πιστεύω, διότι προεκλήθην. Πέραν τούτου, κύριε Πρόεδρε, συνάδελφος, ἐκ τῶν παλληκαράδων τῆς αἰθούσης, ὁ ὁποῖος φέρει ἀνδρεῖον ὄνομα, χωρὶς νὰ γνωρίζω ἐὰν ἀνταποκρίνεται καὶ πρὸς τῆς καρδίας του τὴν γενναιότητα, ἠθέλησε νὰ μὲ θίξῃ προσωπικῶς. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. συνάδελφον, δὲν πρόκειται νὰ δώσω ἀπάντησιν! Τὸ τί ἔκαμα καὶ ποία εἶναι ἡ πολιτεία μου τὸ γνωρίζουν οἱ πάντες! Σημειώνω διὰ νὰ τὸ ὑπενθυμίσω, καὶ ἀργότερον, ὅταν δι’ ἐμὲ διετυπώθη μία κατηγορία, ἐθεώρησα χρέος μου, ἐπειδὴ ἐτέθη ὡς θέμα ἠθικῆς τάξεως, νὰ κάμω καὶ δίκην καὶ ὅταν ἡ κυβερνητικὴ πλειοψηφία, ἡ Συναγερμικὴ πλειοψηφία, ἡ πλειοψηφία τῆς Ε.Ρ.Ε., δὲν μοῦ ἔδωσε τὴν ἄρσιν ἀσυλίας τοῦ ἀντιδίκου μου, ἐδήλωσα ὅτι θὰ περιμένω τὰς ἐκλογὰς καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς θὰ κάμω τὴν δίκην καὶ ἀνέμενον τὰς ἐκλογὰς καὶ ἔκαμον τὴν δίκην ὡς μηνυτὴς καὶ ἐτερμάτισα τὸ θέμα κατὰ τρόπον πλήρη. Νομίζω, ὅμως, ὅτι καλὸν θὰ εἶναι, ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ προσέχουν ὅταν ἀναφέρωνται εἰς θέματα ἠθικῆς τάξεως, εἰς τὸν τόπον μου λέγουν, ὅτι εἰς τὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου δὲν ὁμιλοῦν διὰ σχοινί. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόδικος ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ θὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ προσεχὴς ἐκλογικὸς ἀγὼν θὰ κριθῇ ἐπάνω εἰς τὸ θέμα τοῦ ἠθικοῦ καθαρμοῦ. Διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ προβλήματος αὐτοῦ δὲν θὰ τὴν ἀναζητήσωμεν, οὔτε θὰ τὴν ἀναμείνωμεν ἀπὸ τοὺς παλληκαράδες τῆς αἰθούσης. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μητσοτάκη, ἔληξε τὸ προσωπικὸν θέμα. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§162Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ τὴν ἀναμείνωμεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος θὰ καταδικάσῃ τὴν διαφθορὰν καὶ ἀνηθικότητα ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται. (Ἀντεγκλήσεις, διαμαρτυρίαι ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων, ἐκκωφαντικαὶ κωδωνοκρουσίαι).
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ δημιουργῆτε ἐπεισόδιον. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ ὁ κ. Ἀρβανιτάκις.
§164Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρὶν συνεχίσει ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀπαράδεκτον τὴν τελευταίαν στροφὴν τοῦ λόγου τοῦ κ. Μητσοτάκη. Ἠμπορεῖ ὁ κ. Μητσοτάκης νὰ θεωρῇ τὸν ἑαυτόν του θιγόμενον ἀπὸ τὴν φράσιν, ἢ τὴν λέξιν οἱουδήποτε συναδέλφου, ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς αὐτὴν τὴν διατύπωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη μὲ τὴν τελευταίαν του φράσιν. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν ἰταμόν, τὸν ἀπολύτως ἀπαράδεκτον καὶ τὸν ἀπολύτως ἀθεμελίωτον, νὰ ὁμιλῇ καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησεν. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τὸν ἤκουσαν, εἶχον τὴν εὐπρέπειαν νὰ μὴ ἐξεγερθοῦν. Ἐξεγείρομαι ἐξ ὀνόματος ὅλων καὶ λέγω εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην, νὰ προσέχῃ τοῦ λοιποῦ περισσότερον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς δεξιᾶς).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρβανιτάκι, συνεχίσετε, παρακαλῶ.
§166Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ νῦν ὑφυπουργὸς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων ἐστάλη ἐκεῖ ἀπὸ ὀργάνωσιν, ὡς ἀξιωματικὸς τῆς Ἀεροπορίας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ προχωρήσατε εἰς τὸ θέμα σας.
§168Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἰσχυρίσθησαν ἐδῶ αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅτι ἡ ἀνάγκη, ἐπέβαλε διὰ νὰ γλυτώσουν ὡρισμένοι Ἕλληνες, νὰ βγάζῃ αὐτὲς τὶς διαταγὲς καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ τοὺς Γερμανούς. Καὶ ἐρωτῶ, ὁ Λεοπόλδος τοῦ Βελγίου, τί ἔκαμε διὰ τῆς πράξεώς του; Ὁ Λεοπόλδος διὰ τῆς πράξεώς του ἔσωσε ἑκατοντάδας χιλιάδων Βέλγων καὶ ὅμως παρ’ ὅτι ἐσώθησαν ἑκατοντάδες χιλιάδων Βέλγων, δὲν ἐτιμήθη ἀπὸ τὴν πατρίδα του ὁ Λεοπόλδος. Τοὐναντίον παρεμερίσθη. (Θόρυβος).
§169Κ. ΦΡΟΝΤΖΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης, εἶπε νὰ προσέχουν οἱ συνάδελφοι τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅταν πρόκειται διὰ ζητήματα ἠθικῆς τάξεως. Ἐγενίκευσε τὴν φράσιν καὶ ἀνέφερεν ὅλους ἡμᾶς... (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μητσοτάκη, δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐκάματε. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ φιλονικήσατε μὲ ἕνα βουλευτήν, θὰ ἔπρεπε νὰ περιλάβετε ὅλους τοὺς βουλευτάς. Ὀφείλετε νὰ δώσητε μίαν ἐξήγησιν. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι).
§171Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ Λεοπόλδος, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς πράξεώς του ἔσωσεν ἑκατοντάδας χιλιάδας Βέλγων, δὲν ἐτιμήθη ἀπὸ τοὺς Βέλγους, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξηυτελίσθη καὶ ἔμεινε λησμονημένος καὶ περιφρονημένος. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Πολλοὶ κυβερνητικοὶ βουλευταὶ κρούουν τὰ ἕδρανα τῶν ἑδωλίων). Καὶ ἐγὼ ὀφείλω εὐγνωμοσύνην... (δὲν ἠκούσθη)... ὅτι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἔκαμαν πράξεις ὁμοίας τοῦ Λεοπόλδου, ὅτι πρέπει νὰ τοὺς τιμῶμεν, ἀλλὰ ἐδῶ ἔχομεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων τοῦ Κράτους... (Θόρυβος. Φωναὶ ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως: Κάθισε κάτω).
§172Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διακόψατε, κύριε Πρόεδρε. Διακόψατε πέντε λεπτὰ τὴν συνεδρίασιν.
§173Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Πρὶν διακοπῇ ἡ συνεδρίασις δι’ ὀλίγα λεπτὰ —διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ διακοπῇ πρὸς κατευνασμὸν τῶν πνευμάτων— θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε —καὶ θὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου— ὅπως ζητήσετε ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην —διότι δὲν ἤκουσα ἀκριβῶς τὰς λέξεις τὰς ὁποίας εἶπε, τώρα μοῦ τὰς εἶπον— νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του. Δὲν εἶχε δικαίωμα, ὁσονδήποτε ἰταμὸς καὶ ἐὰν εἶναι ἐκ χαρακτῆρος, νὰ γενικεύσῃ τὴν κρίσιν, καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἐγενίκευσε.
§174ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἡμεῖς θὰ φύγωμεν, κύριε Πρόεδρε.
§175Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐὰν θέλετε ἐξέλθετε, ἀλλὰ διακόπτει ὁ Πρόεδρος τὴν συνεδρίασιν καὶ ὄχι σεῖς.
§176Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Εἴπομεν νὰ διακόψωμεν.
§177Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ διακόψετε τὴν φράσιν μου. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅπως ὁ κ. Μητσοτάκης ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπε. Δὲν εἶχον πλήρως ἀκούσει τὴν φράσιν. Εἶπε —ὡς πληροφοροῦμαι— πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὅταν τίθενται ζητήματα ἠθικῆς τάξεως, νὰ προσέχουν οἱ συνάδελφοι τῆς Ε.Ρ.Ε. Ὕβρισεν ἐμμέσως κατὰ βαρύτατον τρόπον, ἅπαντας τοὺς συναδέλφους τῆς Ε.Ρ.Ε. Ὀφείλει νὰ ἀνακαλέσῃ.
§178Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς ἐπανέλαβεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς λέξεις μου. Εἶπον, ὅτι ἡ Ε.Ρ.Ε. πρέπει νὰ προσέχῃ ὅταν γίνεται συζήτησις περὶ θεμάτων ἠθικῆς τάξεως. Δὲν ἀνήκω εἰς τοὺς ὁμιλητὰς οἱ ὁποῖοι ὑφαρπάζονται. Ὁμιλῶ πάντοτε ψυχραίμως. Καὶ ἡ πολιτικὴ ἔννοια τῶν λόγων μου ἦτο, ὅτι κατ’ ἐξοχὴν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. πρέπει νὰ εἶναι προσεκτική, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ θεμάτων ἠθικῆς τάξεως, διότι τὴν βαρύνουν πολλὰ θέματα ἠθικῆς τάξεως, ὅπως, κατ’ ἐπανάληψιν, ἔχομεν διατυπώσει.
§179Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Μητσοτάκης ἔθεσε τὸ θέμα, ὅτι εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογὰς θὰ κριθῇ τὸ ἀποτέλεσμα μὲ βάσιν τὸν ἠθικὸν καθαρμόν, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ δύο πράγματα. Πρῶτον, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐκλογὰς τὸ πρῶτον καὶ βαρῦνον στοιχεῖον εἶναι ἡ ἠθικὴ ὑπόστασις τῶν μετεχόντων αὐτῶν κομμάτων. Εἰς κάθε περίπτωσιν ἐκλογῆς κρίνεται αὐτὸ τὸ στοιχεῖον ὡς πρωταρχικόν. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς τελευταίας ἐκλογάς, τὸ μὲν κόμμα τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀπὸ πλευρᾶς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μαρτυρεῖ, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, μίαν ἀπόστασιν καὶ μίαν διαφορὰν ἠθικῆς στάθμης, ἀπὸ τὸ Κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. Μητσοτάκης... (Φωναί, διαμαρτυρίαι ἐκ τοῦ Κέντρου, κωδωνοκρουσίαι. Ἅπαντες οἱ βουλευταὶ ἵστανται ὄρθιοι).
§180Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5′ λεπτά. (Ὥρα 11.55′ π.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 0,10′ π.μ.).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Κύριοι βουλευταί, θὰ παρεκάλουν νὰ ἐπεκράτει ἡσυχία καὶ νηφαλιότης, κατὰ τὴν συνέχισιν τῆς συνεδριάσεως. Ἔλαβε χώραν ἕνα λυπηρὸν ἐπεισόδιον. Εἷς βουλευτὴς — ἐγὼ δὲν τὸ ἤκουσα καὶ τὸ δηλώνω ὑπευθύνως— ἐξύβρισεν ἕτερον βουλευτήν. Ἐὰν τὸ ἤκουον θὰ ἀνεκάλουν ἀμέσως εἰς τὴν τάξιν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν ὕβριν. Μετὰ τὸ ἐπεισόδιον αὐτό, ὁ κ. βουλευτὴς Χανίων, ἐγερθείς, ὕβρισεν ὁλόκληρον τὸ κόμμα τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ αὐτὸ βεβαίως, προεκάλεσεν ἐξέγερσιν τῆς πλειοψηφίας. Νομίζω, ὅτι εὑρισκόμενοι εἰς τὸ τέρμα τῆς Συνόδου καὶ εἰς τὸ τέρμα τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, θὰ ἔπρεπε νὰ καθοδηγηθῶμεν ἀπὸ πνεῦμα κοινοβουλευτικὸν καθαρῶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μίαν γενναιότητα. Ὅσοι ἐπταίσαμεν, ὅσοι εἴπομεν λόγους τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν, ὅσοι ἐθίξαμεν, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ θίξωμεν, νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ἀνακαλέσωμεν καὶ νὰ ἐπανορθώσωμεν. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ὄχι μόνον ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ τάξις. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἔχει τὸν λόγον.
§183Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, θλιβερὰ ὑπῆρξεν ἡ συνεδρίασις. Καὶ θὰ πρέπει ὑπὸ συνθήκας ἠρεμίας, νὰ ἐπέλθῃ ἡ πλήρης διευκρίνισις τῶν θεμάτων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ σαφὲς καὶ εἰς τὸ Σῶμα καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ποῦ εὑρίσκονται αἱ εὐθῦναι. Ἔλαβον τὸν λόγον τρία μέλη τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, ὁ Ναύαρχος Τούμπας καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, ἀπὸ τοῦ βήματος, ἠσχολήθη μὲ τὸ θέμα τοῦ Ὑφυπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἠσχολήθη, ἐπίσης, μὲ τὸ θέμα ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ στάδιον τῆς κατοχῆς δὲν μετέσχον εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα. Ὑπῆρξεν ἀμφισβήτησις τῶν λόγων του. Ἐκ τῶν κειμένων καὶ ἐκ τῶν ἐπεξηγήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπηκολούθησαν διαπιστοῦται, ὅτι ὁ κ. Ἀρβανιτάκις πάντοτε ἀπέδωσε πλήρη τιμὴν εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπίσης καὶ αὐτὸς ἀνῆκεν ὡς ἔφεδρος προκινδυνεύσας. Δὲν ἐπιτρέπεται, ἑπομένως, ἡ παρανόησις, ὅτι ὁ κ. Ἀρβανιτάκις καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ὕβρισε τὸ Σῶμα τῶν Ἀξιωματικῶν. Τόσον ὁ κ. Ἀρβανιτάκις καθὼς ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον, κατέχεται ἀπὸ αἴσθημα θαυμασμοῦ πρὸς τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει τιμήσει τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἔχει δοξάσει καὶ ἔχει ὑποβληθῆ εἰς βαρυτάτας θυσίας. Εἰδικὸν ὑπῆρξε τὸ θέμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθη ὁ κ. Ἀρβανιτάκις. Καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προφανῶς ἔχων παρανοήσει τὴν παλαιάν του ὁμιλίαν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει. Κύριοι βουλευταί, ὅταν αὐτὸ εἶναι τὸ κείμενον τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι, ὅταν ὁμιλῇ περὶ καθολικῆς ἀντιστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν συμμερίζονται τὰ τέκνα του, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ὅταν ἐν τῇ προόδῳ τῆς αὐτῆς συζητήσεως, ἐρωτώμενος, ὁμιλεῖ μόνον περὶ τοῦ Σώματος Πούλου, τὸ ὁποῖον ἐνεδύθη τὴν γερμανικὴν στολήν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὕβρισε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν καὶ νὰ τοῦ ζητῆται οἱαδήποτε ἀνάκλησις; Ἔχομεν καὶ τὸ θέμα τοῦ Ὑφυπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, μέχρι τοῦδε δὲν ἔχω λάβει τὸν λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ὁμιλήσω σήμερον. Ἡ συνεργασία μὲ τὸν κατακτητήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὀφείλεται εἰς δύο λόγους. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὀφείλεται εἰς πρόθεσιν συνεργασίας μὲ τὸν κατακτητὴν καὶ τότε εἶναι ἀπολύτως ἀσυγχώρητος. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὀφείλεται εἰς συγκεκριμένην ἀνάγκην ἢ εἰς συγκεκριμένην ἐντολήν. Εἶναι καὶ αὐτὸ δυνατὸν καὶ ἔχει συμβῆ. Ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία γνώμης. Ἕνας ἠμπορεῖ νὰ φρονῇ, ὅτι τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ συμβῇ. Εἶναι ἐλεύθερος νὰ τὸ φρονῇ. Ἐὰν ἔχῃ αὐτὴν τὴν γνώμην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος καὶ νὰ τοῦ ζητῆται λόγος. Καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει, ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας, δὲν ἐπιτρέπεται συνεργασία μὲ τὸν κατακτητήν. Ἠμπορεῖ ἄλλος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἡ συνεργασία ἐπεβάλετο ἀπὸ τὰς περιστάσεις καὶ ὅτι ἀπετέλει ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν Πατρίδα. Ἐν τούτοις, διότι συνέβη ἡ συνεργασία, ἀποτελεῖ δυσχέρειαν προβολῆς εἰς τὸν δημόσιον βίον. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς θυσίας εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν. Διότι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἔχῃ ἀξίωμα εἰς τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς καὶ νὰ τιμᾶται μετὰ τὴν κατοχήν, εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοηθῇ διατὶ ὀνομάζεται θυσία ἡ συνεργασία κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς. Καὶ εἶναι δυνατὸν ἄλλος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἠμπορεῖ ἡ συνεργασία νὰ παραβλεφθῇ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ βραβευθῇ μὲ ἡγεσίαν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Διότι τοῦτο ἐνοχλεῖ. Καὶ πρὸ παντός, διότι παρέχει εἰς τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Ἔθνους εὐκαιρίαν φθορᾶς τοῦ Ἐθνικοῦ καθεστῶτος. Ἀλλὰ εἶναι δυνατόν, διότι Ἕλλην βουλευτὴς ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ ὑποστηρίζει τὴν γνώμην, ὅτι ἐπὶ τέλους ἡγέτης τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκ πατριωτικῶν ἔστω λόγων καὶ κατ’ ἐντολὴν ὑπηρέτησεν τὸν κατακτητήν, εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ προκαλῇ ἐξέγερσιν καὶ νὰ τοῦ ζητῆται λόγος; Ἐξεπέσαμεν, λοιπόν, εἰς τόσον βαθμόν; Ὅταν ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ ὑποστηρίζῃ, ὅτι εἶναι ἄτοπον, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἡγέτου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν ἄνθρωπος ὑπηρετήσας ὡς Νομάρχης τῆς κατοχῆς, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκεν ὅσας ἐξέδωκε διαταγάς, ἐπιτρέπεται νὰ θεωρῆται, ὅτι ὑβρίζει, ὅτι παραβιάζει τὸ βῆμα, ὅτι παραβιάζει τὸν Κανονισμὸν καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὸ Σῶμα; Ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον; Αὐτά, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐρχόμεθα τώρα, εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ ναυάρχου κ. Τούμπα. Εἶπεν ὁ ναύαρχος κ. Τούμπας, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ἀπέστειλε μίαν ἀπόρρητον ἐγκύκλιον πρὸς τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις, εἰς τὴν ὁποίαν ἔθιγε προσωπικῶς ἕνα συνάδελφον. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ τὴν ἀποστείλῃ καὶ ὅτι τὸν ἐπιβραβεύει διὰ τὴν ἐνέργειάν του. Ἐκφράζομεν κατάπληξιν. Βεβαίως, ἡ ἡγεσία τοῦ στρατοῦ, ὀφείλει ἐθνικὴν διαφώτισιν, ἀλλὰ ἡ ἐθνικὴ διαφώτισις δὲν σημαίνει δυσφήμησιν μέλους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διότι τὶ εἶπεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις; Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσαμεν. Ἐν τούτοις ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, παραμορφώνει τὴν ἀλήθειαν. Ὀνομάζει τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν «θεωρούμενον» ἐθνικόφρονα καὶ προσθέτει, ὅτι «ἀποβλέπει εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ κομμουνισμοῦ». Θὰ ἠθέλατε, κ.κ. συνάδελφοι, νὰ ἔμενεν ἀδιάφορος, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς δυσφημήσεώς του; Θὰ ἐθεωρεῖτο ἄξιον βουλευτοῦ νὰ μένῃ ἀσυγκίνητος ἀπὸ τοιαύτην δυσφήμησιν; Δικαίωμα καὶ χρέος τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι εἶναι νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν. Τὸ χρέος τοῦτο, ἐπετέλεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Καὶ ἰδικόν μας χρέος εἶναι νὰ ζητήσωμεν κυρώσεις καὶ διὰ τὴν πρᾶξιν, καθ’ ἑαυτὴν καὶ ὡς παράδειγμα διὰ τὸ μέλλον. Ἐκφράζομεν καὶ τὴν ἔκπληξιν καὶ τὴν λύπην μας, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ νὰ ἐπιβάλῃ κυρώσεις, ἐπροτίμησεν, ὄχι μόνον νὰ καλύψῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιβραβεύσῃ τὴν πρᾶξιν καὶ νὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν ἐπανάληψιν εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν περὶ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ περὶ ἀνεπηρεάστου ψήφου τοῦ στρατοῦ θεωρεῖται περίεργον, ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ἐπισημανθῇ αὐτὸ τὸ γεγονὸς διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀνεπηρέαστος ἐκδήλωσις τοῦ φρονήματος τοῦ στρατοῦ; Ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τοῦ κ. Μητσοτάκη. Τὸ θέμα τοῦ κ. Μητσοτάκη, ἀνέκυψεν, ὅταν ἐκεῖθεν ἠκούσθη μία ἐπαίσχυντος λέξις. Δικαιούμεθα καὶ ἀναμένομεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου νὰ δοθῇ ἱκανοποίησις.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς δηλῶ ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐγώ, δὲν τὴν ἤκουσα.
§185Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι οὔτε ἐγὼ τὴν ἤκουσα. Εἶδον ἔπειτα τὰ πρακτικὰ καὶ διεπίστωσα, ὅτι ἐλέχθη. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι ἐλέχθη, ἀλλὰ δὲν τὴν ἤκουσα.
§186Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν ἀκούων αὐτὴν τὴν ὕβριν καὶ βλέπων, ὅτι οὔτε τὸ προεδρεῖον, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἐπεμβαίνει, σᾶς ἐρωτῶ, τὶ θὰ ἔπραττεν ὡς ὑπερήφανος ἄνθρωπος; Θὰ τὸ ἠνείχετο; (Θόρυβος ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως). Ἰδοὺ διατὶ ἡ ἐξέγερσις ἦτο ἀπολύτως εὔλογος. Μόνον ἀφιλότιμοι ἄνθρωποι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ δοκιμάσουν ἀπόλυτον ἐξέγερσιν καὶ νὰ μὴ ἐκραγοῦν ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὕβριν. Συζητεῖται ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Μητσοτάκης. Ἀποτελεῖ πλήρη παρανόησιν, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Μητσοτάκη εἶχε πρόθεσιν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ θίξῃ τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως). Ἐκ τῶν πρακτικῶν συνάγεται, ὅτι δὲν ὑπῆρξε καμμία ἔκφρασις τοῦ κ. Μητσοτάκη, ἡ ὁποία ἐστρέφετο πρὸς τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὁ κ. Μητσοτάκης, οὐδέποτε ἀπέβλεψε νὰ θίξῃ τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως.
§187ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΥΣΕΩΣ. Βαρύτατα, κατ’ ἐπανάληψιν.
§188Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σᾶς λέγω, ὅτι οὐδέποτε. Καὶ συνάγεται καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν, οὔτε ἡ πρόθεσις, οὔτε ἡ ἔκφρασίς του. Ὁ κ. Μητσοτάκης ἠθέλησε νὰ καταλογίσῃ εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ αἱ εὐθῦναι, τὰς ὁποίας κατελόγισεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἦσαν εὐθῦναι ἠθικῆς τάξεως, εὐθῦναι πολιτικῆς εὐαισθησίας. (Φωναί, ἀποδοκιμασίας ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Αἱ εὐθῦναι εὐαισθησίας, τὰς ὁποίας κατελόγισε, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν καταλογίζονται μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων παρατάξεων εἰς τὴν Βουλήν. Παράδειγμα. Ἡ πρότασις συστάσεως Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀγορὰν ἐλαίου. Ὑπάρχουν θέματα αὐτῆς τῆς φύσεως, τὰ ὁποῖα ὑπηνίχθη ὁ κ. Μητσοτάκης καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶπε θὰ κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὡμίλησε περὶ θεμάτων ἠθικῆς πολιτικῆς τάξεως, περὶ θεμάτων εὐαισθησίας. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ θέματα ἀποτελοῦν καθημερινὰ θέματα τῆς πολιτικῆς μας ἀντιθέσεως. Ἀλλοίμονον ἂν ἐθεωρεῖτο, ὅτι ἐπέρχεται ρῆξις τῆς Κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ζητήσῃ Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴν δι’ ἕνα Ὑπουργόν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ἔπαυεν ἀπὸ μακροῦ νὰ λειτουργῇ τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἀνήκει εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πέραν τοῦ συνήθους πολιτικοῦ ἐλέγχου, νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἠθικὸν ἔλεγχον. Περὶ τοιούτων θεμάτων ἐπρόκειτο. Αὐτὸς ἦτο ὁ ὑπαινιγμός. Καὶ ἐφ’ ὅσον περὶ τοιούτου ὑπαινιγμοῦ ἐπρόκειτο, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ νομισθῇ, ὅτι παρεβιάσθη ἡ Κοινοβουλευτικὴ τάξις. Ἐφ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια —καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀποδίδω μὲ ἀκρίβειαν τὴν γνώμην τοῦ κ. Μητσοτάκη— εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ ἐξέγερσις, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον θέμα. Οὐδέποτε ἐπίστευα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμέ, ὡς ἡγέτην τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ δηλώσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ἠθικῆς στάθμης τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ τῆς ἠθικῆς στάθμης τοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι. Εἶμαι ἀκόμη κατάπληκτος ἀπὸ αὐτὴν τὴν φράσιν. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ κρισίμου αὐτοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ σύνολον τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀλλὰ καὶ ἐμὲ προσωπικῶς, θὰ δοθῇ πλήρης καὶ ἀπόλυτος ἱκανοποίησις. Ἄλλως θεωροῦμεν, ὅτι τὸ Κόμμα ἔχει ὑβρισθῆ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ λάβῃ τὰς ἀποφάσεις του. (Χειροκροτήματα).
§189Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Θὰ ἤθελα νὰ ὑποβάλω τρία ἐρωτήματα εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ὅταν τὸ 1946 εὑρισκώμεθα εἰς τὸ κοινὸν ψηφοδέλτιον τῆς Ε.Π.Ε., μὲ ἐπὶ κεφαλῆς σᾶς, ἐγνωρίζατε, ὅτι ἐγὼ ἤμην Νομάρχης κατὰ τὴν κατοχὴν εἰς τὴν Ἔδεσσαν ἢ ὄχι;
§190Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα.
§191Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Ἐπίσης, πιστεύω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐγνωρίζατε, ὅτι ἐγὼ ἤμην Νομάρχης ἐπὶ κατοχῆς. Ἐν τούτοις μὲ προεβάλατε ὡς στέλεχός σας. Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι καὶ ὄχι μόνον δὲν ἀπατῶμαι, ἀλλὰ τὸ ἔφερα καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Τύπον καὶ θὰ προσκομίσω καὶ τὴν φωτοτυπίαν τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπεστείλατε εἰς τὸν Μητροπολίτην Θεσσαλονίκης, τὸν Ἰούνιον 1943, ἀνεγνωρίζατε ἢ ὄχι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Νομαρχῶν εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα ὡς ὑπηρεσίαν μετώπου; Αὐταὶ εἶναι αἱ τρεῖς ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον.
§192Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑφυπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἂν ἐδίδατε προσοχὴν εἰς τὸν λόγον μου, δὲν θὰ μοῦ ὑπεβάλατε αὐτὰς τὰς ἐρωτήσεις. Διότι ἡρμήνευσα εἰς τὸν λόγον μου, ὅτι αὐτὸ τὸ περιστατικὸν δικαιοῦται ἕκαστος νὰ τὸ κρίνῃ κατὰ τὴν γνώμην του. Ἐγὼ καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾶ, ἐφ’ ὅσον συμμετείχατε εἰς τὸν συνδυασμὸν τῆς Ε.Π.Ε., ὡς ὀπαδὸς τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως......
§193Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ κατόπιν, ὡς ὀπαδὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὸ 1950.
§194Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ ἐμὲ τὸ γεγονός, ὅτι συμμετείχατε, ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν σᾶς ἐθεώρουν ἐθνικῶς μειωμένον. Ἀλλὰ ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα ἑνὸς μέλους τῆς Βουλῆς καὶ ἑνὸς Ἕλληνος πολίτου νὰ ἔχῃ διαφορετικὴν γνώμην διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§195Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερνήσεως). Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι καὶ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἶναι ἄλλο. Ἐπεκαλέσθη, ἐστήριξε τὰς σκέψεις του ὁ κ. Ἀρβανιτάκις εἰς μίαν ἐγκύκλιον ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὰς πληροφορίας ποὺ ἔδωσεν ὁ κ. Μητσοτάκης, ἐπὶ κατοχῆς καὶ φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Θεμελῆ. Ὁ κ. Θεμελῆς, διέκοψε τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν καὶ τὸν παρεκάλεσε νὰ βεβαιώσῃ ὑπευθύνως, ὅτι ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἐγκύκλιος καὶ νὰ τὴν προσκομίσῃ. Νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς ἔπρεπε νὰ συμφωνήσητε, ὅτι ὁ συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐστήριξε τὰς σκέψεις του ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κειμένου, ἔπρεπε νὰ βεβαιώσῃ ὑπευθύνως τὴν ὕπαρξίν του καὶ νὰ τὸ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν τὸ πράξῃ, ὑπάρχει κάποιο κενὸν εἰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς θὰ συμμερίζεσθε.
§196Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὸ ἐπεισόδιον καὶ μετὰ τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη, ἐφανταζόμην καὶ νομίζω, ὅτι ἐφαντάσθημεν ὅλοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον, μόνον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου καὶ δὲν θὰ ἐγενίκευε τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὰ ἄλλα θέματα ἐπιφυλασσόμενος, ἐνδεχομένως, νὰ πράξῃ τοῦτο μετὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τὴν ὀρθὴν —καὶ θὰ εἴπω ποία εἶναι ἡ ὀρθή— τοῦ σημειωθέντος ἐπεισοδίου. Νομίζω, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως Κοινοβουλευτικῆς μεθοδολογίας αὐτὸ θὰ ἦτο τὸ ὀρθότερον, διότι διεκόπη ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς ὕστερα ἀπὸ διαφόρους κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν καὶ αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπαράδεκτοι. Καὶ ὅπως ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν θιγέντα βουλευτὴν τοῦ Κόμματος τοῦ κ. Παπανδρέου, νὰ θεωρήσῃ ἀπαράδεκτον ἔκφρασιν ἐκτοξευθεῖσαν ἐκ μέρους συναδέλφου τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως, οὕτω θεωρεῖται ἀπαράδεκτον ἐκ μέρους ὅλων ἡμῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν Ἐθνικὴν Ριζοσπαστικὴν Ἕνωσιν, ἡ ἐκτοξευθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ κ. Μητσοτάκη βαρυτάτη φράσις καὶ ὕβρις. Ἔπρεπε, λοιπόν, —καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συνομολογήσῃ εἰς τοῦτο, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου — νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ πρόβλημα καὶ ἀφοῦ θὰ λύσωμεν τὸ πρόβλημα αὐτὸ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸ θέμα τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι, αἱ ἀπόψεις αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Τούμπα, ἐκ μέρους τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, συνδέονται ἀμέσως ἢ ἐμμέσως μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν 2ον ἄρθρον. Ἐνῷ αἱ ὕβρεις αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν, πρέπει —καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ παράδοσις τῆς Βουλῆς— νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὡς τοιαῦται, ἀσχέτως οἱουδήποτε θέματος, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, καὶ νὰ ἀνακαλοῦνται ὡς τοιαῦται. Ἤλπιζα, λοιπόν, ὅτι ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ἔχων τόσον μεγάλην πεῖραν, ἀλλὰ καὶ ποιοτικῶς τοιαύτην πεῖραν τῆς ζωῆς τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον διὰ νὰ λάβῃ θέσιν ἀπέναντι τοῦ ἐπεισοδίου. Δὲν τὸ ἔπραξε παρὰ μόνον εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀπετέλεσε σφάλμα, σφάλμα τὸ ὁποῖον μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς ὅλα ὅσα εἶπε σχετικῶς μὲ τὰ ἄλλα θέματα, νὰ ἀπαντήσω μὲ ὀλίγα τινὰ καὶ νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν κυρίως ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τῆς ἐκτοξευθείσης συλλογικῆς ὕβρεως ἐναντίον τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως. Τὰ ὀλίγα τὰ ὁποῖα ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων εἶναι τὰ ἑξῆς. Μὲ διευκόλυνον, μάλιστα, εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα θέλω νὰ εἴπω, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ κ. Θεμελῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ κ. Τσάτσος. Κύριοι, τὸ πρῶτον θέμα τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, εἶναι τὸ θέμα τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Εἶχον ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον, νὰ λάβω ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως θέσιν ἀπέναντι τοῦ προβλήματος. Τὴν ἐνθυμεῖσθε τὴν θέσιν αὐτήν. Δὲν ἀπέχει τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν, ὅπως ἀπεκαλύφθη ἀπόψε, λαμβάνει αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Παπανδρέου καὶ ἀνέμενον, ὅτι θὰ ἀνεγνώριζε, διότι γνωρίζω τὴν βαθεῖαν προσήλωσίν του εἰς τὴν πολιτικὴν ἠθικὴν τάξιν, ἀνεγνώρισεν, ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1946 καὶ ἀργότερον, ἐγνώριζεν, ὅτι ὁ κ. Θεμελῆς εἶχε διατελέσει Νομάρχης ἐν Βορείῳ Ἑλλάδι καὶ δὴ εἰς ἕνα ἐκ τῶν κρισιμωτέρων Νομῶν, εἰς ἕνα Νομόν, ὁ ὁποῖος ἦτο κρίσιμος διὰ λόγους εἰδικοὺς τοὺς ὁποίους ἐπιτρέψατέ μου νὰ μὴ μνημονεύσω καὶ νὰ μὴ ἀναπτύξω. Καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ἐκτὸς τῆς θέσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐμοῦ κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον, θέσεως ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, συμπίπτει ἀπολύτως μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὡμολόγησεν ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι λαμβάνει καὶ ὁ ἴδιος, εἶχον τότε προσθέσει, ὅτι μετὰ τὴν δοκιμασίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποστῆ, τὴν ἠθικὴν καὶ ψυχικήν, ὁ κ. Θεμελῆς, ἀσκῶν τὰ καθήκοντα τοῦ Νομάρχου εἰς τὸν Νομὸν Πέλης, ἔλαβε μέρος, ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς κατεχομένης Ἑλλάδος, διακινδυνεύων προσωπικῶς εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν κατακτητῶν, κατέφυγεν εἰς τὰ βουνὰ καὶ μετὰ ταῦτα διέφυγε καὶ ἦλθεν εἰς Μέσην Ἀνατολήν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Θεμελῆς περισσοτέρας ἐκ μέρους μου ἀναπτύξεως τῆς προσωπικῆς του δράσεως. Ἐκεῖνο τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἔχει σημασίαν εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ συνάδελφός μου κ. Τσάτσος. Ὁ κ. Θεμελῆς ἀμφισβητεῖ ἀπολύτως, καὶ ἔχω κάθε λόγον νὰ πιστεύω εἰς τὴν τιμιότητά του, τὴν ὕπαρξιν τῆς περιφήμου ἐκείνης ἐγκυκλίου, ἡ ὁποία ἐχαλκεύθη μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, δὲν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς δῆθεν ἐγκυκλίου. Δὲν ἔχω, βεβαίως, ἄμεσον ἀντίληψιν τοῦ πράγματος. Δὲν ἠρεύνησα προσωπικῶς τὸ ζήτημα, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσητε νὰ τὸ ἔχω ἐρευνήσει, ἀλλὰ βασίζομαι ἐπὶ τῆς δηλώσεως εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ κ. Θεμελῆς, ὅτι τοιαύτη ἐγκύκλιος οὐδέποτε ὑπεγράφη. Καὶ τοιουτοτρόπως πᾶν μέλος τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖ ὡς λόγον καὶ ἀφορμὴν ἐπιθέσεως ἐναντίον τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἐγκύκλιον, πᾶς βουλευτής, ὁ ὁποῖος πράττει τοῦτο, ἔχει ἐκεῖνος καθῆκον νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος εἶναι ἀκριβής. Εἶναι φυσικὸν δὲ νὰ ἔχῃ καθῆκον νὰ τὸ διαπράξῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, πᾶς ἄνθρωπος, ὄχι κἂν βουλευτής, νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀπόδειξιν πράγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν ζωήν του καὶ τὸ ὁποῖον κἄποιος ἄλλος τὸ χρησιμοποιεῖ ὡς ἐπιχείρημα ἐναντίον του, καὶ μάλιστα ὡς συκοφαντίαν ἐναντίον του. Πρέπει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖ τὴν συκοφαντίαν νὰ ἀποδείξῃ τὸ βάσιμον τοῦ περιεχομένου, ὁπότε ἡ συκοφαντία παύει νὰ εἶναι συκοφαντία. Τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, εἶναι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον προεκλήθη διὰ τῶν φράσεων τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι, τῶν φράσεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον. Αἱ φράσεις πρέπει, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὑπῆρξαν βαρεῖαι. Προσπαθήσατε, καὶ προσεπάθησε καὶ ὁ κ. Ἀρβανιτάκις— πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισα καὶ ὡς ἐκ τούτου θεωρῶ ὡς οὐσιῶδες μειωθεῖσαν τὴν εὐθύνην του— νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δέν ἔθιξε τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Θὰ παρακαλέσω μὲ ἠρεμίαν νὰ ἀναγνώσητε ἐκ νέου τὰς φράσεις. Μὴ ἐπηρεάζεσθε ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Ἀρβανιτάκις εἶναι μέλος τοῦ Κόμματός σας, ὅπως δὲν πρέπει ὁ κ. Ἀρβανιτάκις νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι τοῦ ἐξέφυγαν αἱ φράσεις. Καὶ ἐν πολλοῖς ἔπαυσεν ἐπηρεαζόμενος ἀπὸ τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ εἶπε τελικῶς καὶ ἐνδεικτικῶς, ὅτι πρόκειται μόνον περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τάγματος Πούλου. Ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἐὰν συγκρίνετε τὴν φράσιν, εἰς τὴν ὁποίαν κατέληξεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, μὲ τὰς φράσεις αἱ ὁποῖαι εἶχον προηγηθῆ, θὰ συναγάγητε, στηριζόμενοι ἐπὶ τῆς στοιχειώδους λογικῆς, τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐὰν μὲν περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ τάγματος Πούλου ἢ τινῶν ἄλλων ἀκόμη ἐπρόκειτο, δὲν θὰ ἔλεγε προηγουμένως ὅσα εἶπε κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον μὲ τὸν ὁποῖον τὰ εἶπεν. Ἠναγκάσθη, ἀναγνωρίσας τὸ σφάλμα του μετὰ τὴν παρέμβασίν μου, καὶ μετὰ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Ἀθανασιάδη–Νόβα, καὶ μετὰ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Δερδεμέζη, ἠναγκάσθη νὰ περιορίσῃ ὅσα εἶχεν εἴπει, εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι περιφέρονται ὡς πολῖται εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, εἴς τινας ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπηρετήσει εἰς τὸ τάγμα Πούλου. Ἀλλά, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἦτο φυσικόν, αἱ ἐφημερίδες νὰ δημοσιεύσουν, ὄχι μόνον τὴν τελευταίαν φράσιν, δὲν γνωρίζω μάλιστα ἐὰν τὴν ἐδημοσίευσαν κἄν, ἀλλὰ τὸ κύριον σῶμα, δὲν λέγω τοῦ ἐγκλήματος, τοῦ λόγου τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι. Τὸ κύριον σῶμα τοῦ λόγου τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι, εἶναι συνδεδεμένον μὲ ὅσα εἶπε πρὸ τῆς παρεμβάσεώς μου, ἀλλὰ καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν παρέμβασιν, ὁπότε καὶ παρενέβησαν ἄλλοι συνάδελφοι καὶ ἠναγκάσθη νὰ περιορίσῃ τὸ πρᾶγμα εἰς ἐλαχίστους ἀξιωματικούς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀκριβές. Συζητῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπολύτως ἀντικειμενικῶς. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω ὡς τρίτος, ὡς παρατηρητής, διότι πρέπει νὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς κἄποτε εἰς θέσιν νὰ μεταβαλλώμεθα εἰς ἀντικειμενικοὺς παρατηρητὰς καὶ ἀκροατάς, διὰ νὰ κρίνωμεν ὀρθῶς, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ σειρὰ τῶν πραγμάτων. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ θιγῇ τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν; Ἄλλως τε, ἐὰν δὲν ἔπρεπε νὰ θιγῇ, τότε ὑπάρχει μία ἀντίφασις εἰς τὴν στάσιν τοῦ Κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ἀντίφασις εἰς τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν διηρμήνευσεν ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος, ὁ κ. Τούμπας. Τὶ εἶπεν ὁ κ. Τούμπας; Εἶπεν, ὅτι ἡ πρώτη ἀναφορὰ τοῦ κ. Φροντιστοῦ ἦτο ὀρθή, ἄψογος, ἐπιβεβλημένη, ἡ δὲ πρᾶξις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ., δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη. Ἐάν, ὅμως, ἦτο ἡ πρώτη ἐπιβεβλημένη καὶ ἡ ἄλλη πρέπει νὰ θεωρηθῇ καὶ ἐπιτετραμμένη καὶ ἐπιβεβλημένη. Ἡ μία ἀποτελεῖ συνάρτησιν τῆς ἄλλης. Τὶ λέγει ὁ κ. Φροντιστής; Λέγει, ὅτι ἐδημιουργήθη ταραχὴ καὶ βαθεῖα δυσαρέσκεια εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, λόγῳ τῶν λεχθέντων ὑπὸ μέλους τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτησε μὲ τὸν ἐπιβαλλόμενον σεβασμόν, ἐν ὀνόματι καὶ τῶν ἄλλων Ἐπιτελαρχῶν, ὑπὸ μορφὴν εἰσηγήσεως, ὅπως προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς περαιτέρω ἐνεργείας. Κύριοι, ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα. Μὴ ἐπηρεαζόμεθα ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὸ ἄλφα ἢ βῆτα Κόμμα. Ὅταν τίθεται ἕνα ζήτημα γενικῶς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐθνικὸν καὶ οὐχὶ κομματικόν, ζήτημα ἀναφερόμενον εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις, ἦτο φυσικόν, ἦτο αὐτονόητον, τὸ ἀντίθετον θὰ ἐθεώρουν ὡς ἀφύσικον καὶ ὡς ἐπικίνδυνον, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς στάθμης τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν καὶ τῆς ἡγεσίας, ἦτο, λοιπόν, φυσικὸν νὰ ἀντιδράσουν ἡ ἡγεσία καὶ οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοί. Καὶ ὁ μὲν Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Ε.Θ.Α. ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰδικώτερον πρὸς ἐμέ, ὁ δὲ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ., εἰς μίαν τῶν ἐγκυκλίων, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε ἀπευθύνει, πρὸς καθοδήγησιν, διαφώτισιν τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ἢ ὡρισμένον κύκλον ἡγητόρων, κατήγγειλε τὸ πρᾶγμα, ἐπεσήμανε τὸ πρᾶγμα. Ἐπαναλαμβάνω δέ, ὅτι οὐδεμία ἔχει ὑποχρέωσιν ἕνας Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου νὰ ἐξετάσῃ ποῖα εἶναι τὰ φρονήματα ἐκείνου ἐξ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος ἐκστομίζει φράσεις θιγούσας τὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Εἶναι, ὅμως, καθῆκον του νὰ λαμβάνῃ θέσιν ἀπέναντι αὐτῶν. Εἶναι καθῆκόν του νὰ τὸ πράξῃ. Καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι παρὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξε μὲ τόσην γλαφυρότητα καὶ μὲ τόσον ἔντονον ὕφος ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. ἔπραξε καλῶς. Ἐθίγη ἕνας βουλευτὴς ἐξ αὐτοῦ. Εἰς τὸ χέρι τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶναι νὰ ἀναιρέσῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν ἐνέργειαν ἡ ὁποία τὸν ἔθιξε. Καὶ ἂν ἄλλοτε τὸ ἔπραξε καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἐξαναγκασθεὶς ἐκ τῆς παρεμβάσεως βουλευτῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς τὴν Κυβερνητικὴν πτέρυγα, καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην τὸ ἔπραξε καὶ τὸ ἔπραξε καὶ διὰ τῶν χειλέων τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος ὡμίλησεν ἀπόψε περὶ ὀλίγων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι παρημέλησαν τὸ ἐθνικὸν καθῆκόν των. «Ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὅταν γίνεται αὐτὴ ἡ σύγκρισις μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ὅταν γίνεται αὐτὴ ἡ ἀντιδιαστολὴ μεταξὺ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἴσχυσεν εἰς τὸν λαὸν καὶ τοῦ πνεύματος, τὸ ὁποῖον ἐκράτει εἰς τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν καὶ ὅταν ἡ ἀντιδιαστολὴ αὐτὴ λαμβάνῃ τὴν μορφὴν αὐτήν, τῆς περιέργου μορφῆς τῆς ἀναλογίας πρὸς τὸν λαόν, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσετε, ὅτι ἐπράξατε ἐπαρκῶς τὸ καθῆκον σας ἀπέναντι τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, εἰπόντες ὅσα εἶπον καὶ μὴ καυτηριάζοντες τὰς φράσεις τοῦ μέλους τοῦ Κόμματός σας, τὸ ὁποῖον περιέπεσεν εἰς ἕνα σφάλμα. Εἰς τὴν θέσιν σας, αὐτὸ θὰ ἔπραττον». Θὰ ἐκαυτηρίαζον τὰς πρώτας φράσεις καὶ θὰ ἔλεγον μετὰ ταῦτα, ὅτι ὁ κ. βουλευτής, ἐτροποποίησεν αὐτάς, ἀντιληφθεὶς τὸ σφάλμα του. Δὲν θὰ ἄφηνον ἔστω ἀκάλυπτον τὸν βουλευτήν, διότι γνωρίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει σχεδὸν Ἀρχηγὸς Κόμματος, ὁ ὁποῖος νὰ ἀφήσῃ ἀκάλυπτον μέλος τοῦ Κόμματός του εἰς τὴν Βουλήν, καὶ διότι καὶ ὁ κ. Ἀρβανιτάκις ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν Ἀρχηγόν του διὰ νὰ τὸν καλύψῃ. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπράξατε, ὑπῆρξε κατ’ ἐμὲ ἀνεπαρκές. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐσκέφθητε νὰ φθάσετε εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὠφείλατε νὰ φθάσετε, δι’ αὐτὸ ἐπιμένετε, διὰ νὰ καλύψετε τὴν παράλειψίν σας, παράλειψιν οὐσιώδη ἐνώπιον τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, δι’ αὐτό, λέγω, ἐπιμένετε, ὅτι ἡ ἐγκύκλιος ἦτο ἐσφαλμένη καὶ ὅτι μάλιστα πρέπει νὰ θυσιασθῇ ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ., ὁ καυτηριάσας φράσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε σεῖς πρῶτα νὰ ἔχετε ἤδη καυτηριάσει.... (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς καυτηριάσετε ὑπὸ μορφήν, ἡ ὁποία κατὰ βάθος δὲν θὰ ἔθιγε καὶ τὸν συνάδελφον, δεδομένου, ὅτι σᾶς παρέσχε, διὰ τῶν μετὰ ταῦτα γενομένων διευκρινίσεων, τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὸ ἔδαφος, διὰ νὰ προβῆτε καὶ εἰς τὰ δύο. Δὲν ἔπρεπε διὰ νὰ θεωρῆται ὑπὸ ἑνὸς βουλευτοῦ ὡς παράδοξον καὶ ὡς ἄτοπον, τὸ νὰ καυτηριάσῃ ὁ Ἀρχηγός του μίαν φράσιν, ἡ ὁποία ἐλέχθη εἰς στιγμὴν πάθους καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἔξαψις δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ σταθμίσῃ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπεν. Κύριοι συνάδελφοι, οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦ κ. Ἀρβανιτάκι καὶ τοῦ κ. Τούμπα. Συνεδύασα καὶ τὰ δύο, διότι ὁ κ. Τούμπας εἶναι ὁ ἐν ὀνόματι τοῦ Κόμματος ζητήσας τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ ΓΕΣ. Λυποῦμαι κ. Τούμπα, διότι ἐπιμένετε εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν. Ἐὰν ἦσθε Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἐπράττατε ὅ,τι ἔπραξεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. Καὶ ὅταν ἄλλοτε ἦσθε ἀρχηγὸς τοῦ Στόλου, εἴχατε εἰς τὰ σημεῖα αὐτὰ εὐθιξίαν, ἡ ὁποία ἔφθασε εἰς τὸ ἔπακρον. Καὶ ἐπερίμενα καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι μέσα σας συμβαίνει αὐτό, ἀλλὰ λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος σᾶς ἐμποδίζουν νὰ τὸ πράξετε, ἐπερίμενα, ὅτι θὰ εἴχατε τὴν ἰδίαν εὐθιξίαν, τὴν ὁποίαν εἴχατε καὶ ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Στόλου καὶ ὡς ἡγέτης τοῦ Ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον τόσον πολὺ ἐτιμήσατε.
§197Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Οὐδέποτε ἔκαμα κομματικὴν προπαγάνδαν.
§198Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐξεδηλώνατε πάντοτε ἀντίδρασιν, ὁσάκις ἐλέγοντο φράσεις εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἢ τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ἴσως μάλιστα σεῖς μὲ τὸν ἔντονον χαρακτῆρα σας δὲν θὰ εἴχατε ἀρκεσθῆ εἰς τὴν ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὁ κ. Καρδαμάκης καὶ τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Φροντιστής, ἀλλὰ θὰ εἴχατε προβῆ καὶ εἰς διάβημα ἔντονον προσωπικῶς πρὸς τὴν προϊσταμένην σας Κυβερνητικὴν ἀρχήν. Σᾶς γνωρίζω, σᾶς εἶδα καὶ σᾶς τιμῶ, διότι εἴχατε πάντοτε τηρήσει τὴν στάσιν αὐτήν.
§199Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Τὸ διάβημα θὰ ἦτο προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἐγκύκλιον.
§200Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ διάβημα θὰ ἐγίνετο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὶ θὰ ἐγίνετο, ὅμως, διὰ τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν; Ἔπρεπε νὰ γίνῃ κἄτι, διὰ νὰ ἀρθῇ ἡ πικρία καὶ ἡ δυσαρέσκεια περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Φροντιστής. Ἔπρεπε νὰ τύχῃ τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν τῆς στοργῆς τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ θέμα καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι θέσις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες τὴν ἠμφισβήτησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὴν ἀναγνωρίζουν ἐνδομύχως, ὡς ὀρθήν. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον θέμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ μοναδικόν, διότι ἔπρεπε νὰ λυθῇ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὸ ἐπεισόδιον, νὰ ἀνακληθοῦν αἱ ὕβρεις καὶ μετὰ ταῦτα νὰ εἰσέλθωμεν πάλιν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ προκύπτοντος εἰδικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Τούμπας. Ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οὕτω καὶ ἐγὼ δὲν ἤκουσα τὴν ἐκτοξευθεῖσαν ἐναντίον τοῦ κ. Μητσοτάκη ὕβριν, ἡ ὁποία, πράγματι, ὑπῆρξε βαρυτάτη. Ἐὰν τὴν ἠκούαμεν, θὰ ἐπράττομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, θὰ εἴχομεν ἐπέμβει. Ὁ μὲν κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ ὑβρίσας βουλευτής, ἐγὼ δὲ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶχον καθῆκον νὰ παρακαλέσω τὸν συνάδελφον νὰ ἀνακαλέσῃ. Δὲν τὸν ἠκούσαμεν, ἀλλὰ διεπίστωσα—ἀνέγνωσα τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, τὰ ὁποῖα πρὸ μιᾶς ὥρας ἔχουν ἀποστενογραφηθῆ— ὅτι ἡ βαρεῖα λέξις, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ πράγματι ὕβριν, ἐλέχθη. Ποία ἦτο, ὅμως, ἡ συνέχεια; Δικαιοῦται βουλευτὴς ὑβριζόμενος ἐκ μέρους ἑτέρου βουλευτοῦ νὰ ἀπευθύνῃ βαρυτάτην ὕβριν πρὸς ὁλόκληρον τὸ Κόμμα τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης; Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, μὴ ἀκολουθῶν τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀκολουθῶ ἐγώ, δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἀπαράδεκτα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Μητσοτάκη. Ἐὰν τὸ ἔπραττεν, θὰ ἐθύμωνεν ὁ κ. Μητσοτάκης καὶ θὰ ἠγανάκτει. Ἔπρεπε, παρὰ ταῦτα, νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι ἡ φράσις ἡ λεχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Μητσοτάκη ἀποτελεῖ ὕβριν βαρυτάτην στρεφομένην ἐναντίον τῆς μεγαλυτέρας ἐν τῇ Βουλῇ παρατάξεως καὶ δὴ ἐκείνης, ἡ ὁποία συνεκέντρωσε τὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν ψήφων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης κατὰ λέξιν: Δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, ἀλλὰ ἐὰν περιπέσω εἰς λάθος, παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσῃ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Μητσοτάκης, εἶπε, κατὰ λέξιν, τὰ ἑξῆς: «Σεῖς κατ’ ἐξοχὴν —καὶ ἀπηυθύνετο πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ε.Ρ.Ε.— δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, ὅταν τίθενται ζητήματα ἠθικῆς τάξεως, νὰ λαμβάνετε θέσιν». Καὶ προσέθεσε, διότι ἐνεθυμήθη παροιμίαν τῆς Μεγαλονήσου, τὴν ὁποίαν τόσον τιμῶ καὶ τόσον ἀγαπῶ, τῆς Κρήτης, προσέθεσεν, ὅτι «εἰς τὸ σπίτι τοῦ κρεμασμένου δὲν ὁμιλοῦν διὰ σχοινί». Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἐὰν εἶσθε σεῖς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐστρέφοντο αὐτοὶ οἱ χαρακτηρισμοί, θὰ ἐδημιουργούσατε ζήτημα, θὰ ἐκηρύσσατε τὴν ἀποχὴν τοῦ κόμματός σας ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, μέχρις ὅτου ὁ διατυπώσας τὴν τοιαύτην ὕβριν βουλευτὴς ἀνεκάλει ταύτην; Ἢ θὰ πράττωμεν τὸ καθῆκόν μας, οἱαδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι ἡ θέσις τὴν ὁποίαν κατέχομεν, ἢ διαφορετικὰ τὸ Κοινοβούλιον καὶ ἡ Δημοκρατία κινδυνεύουν ἠθικῶς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ὅλα αὐτά, τὰ παρακολουθεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ εἴμεθα ἑκατὸν τοῖς ἑκατὸν εἰλικρινεῖς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ὄχι φράσιν τοῦ ἀντιπάλου νὰ τὴν θεωροῦμεν ὕβριν καὶ φράσιν τοῦ φίλου καὶ μέλους τοῦ κόμματός μας νὰ μὴ τὴν ἀναγνωρίζωμεν, ὅτι εἶναι ὕβρις.
§201Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ἐὰν δὲν ἦτο... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ταλιαδούρη, ἔχετε ἀναλάβει ἐργολαβίαν τὰς διακοπάς. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§203Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ ὕβρις ὑπῆρξε βαρυτάτη καὶ ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὰ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου, ἀντὶ νὰ διευκολύνῃ τὰ πράγματα καὶ ἀντὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἔξοδον ἀπὸ τοῦ ἐπεισοδίου, μονιμοποιεῖ τὴν κατάστασιν τοῦ ἐπεισοδίου, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ ἀνάκλησις μὲ δύο λέξεις, κατὰ τρόπον ρητόν. Τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον δι’ ὅσα εἶπον προηγουμένως, προέβην ἐγὼ εἰς ἀνάκλησιν τῆς βαρείας λέξεως, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησεν εἰς στιγμὴν ἐξάψεως ἄριστος, ἀπὸ ἀπόψεως ψυχικῆς, ἀλλὰ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν καταλαμβανόμενος ἀπὸ ὀργήν, συνάδελφος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Ἢ θὰ ἀντιληφθῆτε ὅλοι οἱ ἡγέται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι οἱ ὀπαδοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύωνται καὶ ὅταν ὑβρίζουν καὶ νὰ καταλαμβάνεσθε ἀπὸ ἱερὸν μένος ὅταν ἄλλοι, ἄλλου κόμματος βουλευταί, ὑβρίζουν σᾶς ἢ διαφορετικὰ κινδυνεύει ἠθικῶς τὸ ὅλον σύστημα, διότι τὸ σύστημα τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Κοινοβουλίου βασίζεται ἐπὶ τῆς ἀνωτερότητος τοῦ ἤθους καὶ μόνον ἐπ’ αὐτῆς στηριζόμενον εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ. Αὐτὰ εἶχον, κύριοι, νὰ εἴπω ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ἐπεισοδίου.
§204Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Διὰ τὸν κ. Μακρῆν;
§205Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Διὰ τὸν κ. Μακρῆν δὲν θὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ κ. Μακρῆς εἶπε τὰς φράσεις του μετὰ τὰς φράσεις τοῦ κ. Μητσοτάκη καὶ ἂν ὁ κ. Μητσοτάκης ἢ ἀπ’ εὐθείας ὁ ἴδιος ἢ διὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ του ἀνακαλέσῃ, τότε θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ κ. Μακρῆ εἴτε ἐμοῦ ἐξ ὀνόματός του, νὰ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ σκεφθῶμεν. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπωμεν τί θὰ σκεφθῶμεν πρὶν πράξητε σεῖς τὸ καθῆκόν σας. Ὡμίλησα ἤδη περὶ τοῦ συναδέλφου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐκτοξευθείσης ὕβρεως πρὶν ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μητσοτάκης, προέβη εἰς πρᾶξιν ἡ ὁποία χρήζει ἀνακλήσεως καὶ τὴν ὁποίαν ἀνακαλῶ. Ἐδέχθητε τὴν ἀπάντησιν, κ. συνάδελφοι. Τὸ θέμα τοῦ κ. Μακρῆ δὲν θὰ λυθῇ παρὰ μόνον ἂν λυθῇ τὸ θέμα τοῦ κ. Μητσοτάκη, καὶ φοβοῦμαι, αὐταὶ εἶναι αἱ λέξεις τοῦ ἐπιλόγου μου, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐμμονὴ τοῦ κ. Μητσοτάκη εἰς τὸ νὰ μὴ ἀνακαλέσῃ καὶ ἡ στάσις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἐὰν δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν εἰδικὸν ψυχολογικὸν λόγον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα προηγουμένως, ἀρχίζω νὰ φοβοῦμαι, ὅτι ἡ στάσις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς ἄλλον λόγον. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐφέραμεν ἕν ἐκλογικὸν νομοσχέδιον πρὸ 2½ ἑβδομάδων καὶ ἐφέραμεν τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον κατόπιν συζητήσεως, τὴν ὁποίαν σεῖς προεκαλέσατε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὑπὸ μορφὴν ἐπερωτήσεως πρὸ 5–6 μηνῶν. Ἡμεῖς εἴχομεν νόμον, νόμον ὁ ὁποῖος εἶχε ψηφισθῆ καὶ ὑπὸ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν εἴχομεν καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ φέρωμεν ἄλλο νομοσχέδιον. Ἀνταπεκρίθημεν ὅμως εἰς τὸ αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἐνῷ συζητοῦμεν τὸ ἄρθρ. 2 τοῦ νομοσχεδίου καὶ βαίνομεν, ὑπερβάντες καὶ τὸ ὅριον τοῦ χρόνου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπολογίσει ἡ Κυβέρνησις —διότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἶχον ὁμιλήσει πρὸ 2½ ἑβδομάδων περὶ 3ης καὶ 4ης Ἰουνίου— βαίνομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπολογίζοντες, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ὄχι ἁπλῶς δημιουργεῖτε ἕνα ἐπεισόδιον, ἀλλὰ δὲν θέλετε καὶ νὰ δώσητε λῆξιν εἰς τὸ ἐπεισόδιον αὐτό, λῆξιν ἀνταποκρινομένην εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἔχουν λεχθῆ ἀπὸ πρόσωπα μεγάλα, μέτρια καὶ μικρὰ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ ἐντεῦθεν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν, καὶ μὲ μίαν εὐκολίαν ἡ ὁποία διέπει πάντοτε τοὺς γενναίους —ὡμίλησεν ὁ κ. Μητσοτάκης περὶ γενναιότητος ἀπόψε— ἀνεκαλοῦντο αἱ φράσεις. Διατὶ ἀπόψε δὲν γίνεται αὐτὴ ἡ ἀνάκλησις; Διατὶ ἀπόψε αὐτὴ ἡ ἐμμονή, αὐτὴ ἡ παράδοξος ἐμμονὴ τοῦ κ. Μητσοτάκη νὰ μὴ ἀνακαλέσῃ μίαν βαρυτάτην φράσιν τὴν ὁποίαν συνεδύασε καὶ μὲ μίαν κρητικὴν παροιμίαν; Ἡ Κυβέρνησις φοβεῖται, ὅτι ὁ λόγος εἶναι ἄλλος, ὅτι ὁ λόγος συνδέεται μὲ τὴν ἀπροθυμίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἴδῃ ψηφιζόμενον τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναμείνῃ τὴν ἀνάκλησιν τῆς φράσεως τοῦ κ. Μητσοτάκη. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§206Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου διὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρῶτον, διὰ τὴν τελευταίαν του ἀποστροφήν, ὅτι ὑποψιάζεται, ὅτι ἄλλα ἐλατήρια μᾶς ὠθοῦν. Εἶναι περίεργος ἡ ὑποψία. Ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἤδη καταστῆ σαφές, ὅτι εἶναι εἰλικρινὴς ἡ ἐπιθυμία μας νὰ βοηθήσωμεν νὰ ψηφισθῇ, μὲ ἡμᾶς καταψηφίζοντας —αὐτὸ εἶναι τὸ Κοινοβούλιον— ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Ὑπεστηρίξαμεν ἀνέκαθεν, ὅτι πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐκλογικὸς νόμος. Ἑπομένως, αὐτὴ ἡ ὑποψία εἶναι ἀπολύτως ἀβάσιμος. Ἐπίσης λυποῦμαι διὰ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔχει δώσει εἰς τοὺς λόγους μου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Δὲν τὸν ἐπέκρινα διὰ τὴν ἐθνικὴν διαφώτισιν, τὸν ἐπέκρινα διὰ τὸ συγκεκριμένον κείμενον. Διότι ὀνομάζει τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν «θεωρούμενον ἐθνικόφρονα» καὶ ὅτι «ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ κομμουνισμοῦ». Αὐτὴ εἶναι ἡ συγκεκριμένη εὐθύνη του καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπεβάλλετο ἡ κύρωσις. Ἑπομένως, ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔδωσε, δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐπίκρισιν. Καὶ παραμένει ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ ἐκ μέρους τοῦ κόμματος, ὁ κ. Τούμπας, ἐζητήσαμεν κυρώσεις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Μητσοτάκην, δὲν ἀπέβλεπε νὰ θίξῃ τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως.
§207ΦΩΝΑΙ. Ἀφοῦ τὸ ἔθιξε.
§208Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἦτο ἡ πρόθεσις τῶν λόγων του νὰ θίξῃ τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἀφοῦ δίδω αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε.
§209Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐξήγησις, ἀλλ’ ὄχι ἀνάκλησις.
§210Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξήγησις τῶν λόγων του, δὲν ὑπάρχει στάδιον ἀνακλήσεως.
§211Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης, ὅτι ἡ ΕΡΕ καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἠθικῶς ὑπόδικοι ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται αὐτά;
§212Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, προφανῶς δὲν παρηκολούθησε τοὺς λόγους μου. Τὸ θέμα ἀνάγεται εἰς δύο κεφάλαια. Εἰς τὸ θέμα τῶν μελῶν τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ εἰς τὸ θέμα τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δύο χωριστὰ θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ διευκρινισθοῦν. Πρῶτον, οἱ λόγοι τοῦ κ. Μητσοτάκη, δὲν εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ θίξουν τὴν Συμπολίτευσιν.
§213ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Τότε νὰ ἀνακαλέσῃ.
§214Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Τὸ ἔκαμεν ὅμως.
§215Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ δήλωσις, ὅτι δὲν εἶχε τὴν πρόθεσιν, τερματίζει τὸ θέμα. Ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. Μητσοτάκη ἦτο αὐστηρὸς ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως.
§216ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡμίλησε περὶ Ε.Ρ.Ε.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν διακόπτονται οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων.
§218Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ, τὴν Συμπολίτευσιν νὰ ἀκούσῃ, διότι ὁμιλῶ ὑπευθύνως, ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ διότι ὁμιλῶ εἰς μίαν κρίσιμον στιγμὴν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐλπίζω νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεσθε. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. Μητσοτάκη δὲν ἦτο νὰ θίξῃ τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως.
§219Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Τὸ ἔκαμεν ὅμως.
§220Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρωτοπαπαδάκη, δὲν ἐκφράζω ἰδικήν σας γνώμην. Ἐκφράζω τὴν ἰδικήν μου καὶ παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ἔννοια τῶν λόγων του ἦτο καταλογισμὸς βαρυτάτων πολιτικῶν εὐθυνῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀποφανθῇ ὁ λαός. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων του. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην ἀπειλὴν τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ὁ ὁποῖος ὑπηνίχθη τὴν ἐξάρτησιν τῆς ψηφίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀπὸ τὴν ἔκβασιν αὐτῆς τῆς ἀντιθέσεως ἐκφράζω τὴν λύπην μου καὶ δηλῶ, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ συναρτᾷ τὴν ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου πρὸς μίαν προθεσμίαν ἢ πρὸς μίαν οἱανδήποτε ἄλλην περίστασιν. Ἢ ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι ὀφείλει εἰς τὴν Χώραν ἐκλογικὸν νόμον καὶ τότε ὀφείλει νὰ προχωρήσῃ ἢ πιστεύει, ὅτι δὲν ὀφείλει εἰς τὴν Χώραν ἐκλογικὸν νόμον καὶ δύναται νὰ τὸν ἀποσύρῃ. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ συναρτᾷ ἀσχέτους ὑποθέσεις καὶ νὰ ἀπειλῇ. Δὲν δεχόμεθα ἀπειλάς. Κύριοι βουλευταί, ἐδώσαμεν πλήρεις ἐξηγήσεις δι’ ὅσα συνέβησαν. Ἡ ὕβρις τοῦ βουλευτοῦ τῆς Συμπολιτεύσεως μᾶς ἀφήνει ἀδιαφόρους. Ἀλλὰ ὑπάρχει μία ὕβρις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀνεχθῶμεν. Καὶ ἀναμένομεν πλήρη ἱκανοποίησιν. (Χειροκροτήματα).
§221Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Δὲν δέχομαι, αἱ τελευταῖαι φράσεις μου νὰ θεωρηθοῦν, ὅτι ἀπηυθύνοντο πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Πρῶτον, διότι γνωρίζει πόσον τὸν ἐκτιμῶ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν τιμῶ καὶ δεύτερον, διότι δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Εἶναι ἄλλο τὸ θέμα, ἐὰν ἡ γενίκευσις ἑνὸς χαρακτηρισμοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανορθώνεται ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον συντρέχουν αἱ προϋποθέσεις πρὸς τοῦτο. Καὶ ὀρθῶς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε περὶ γενναιότητος, προκειμένου περὶ παρομοίων ἐπανορθώσεων. Εἰς τὴν συγκεκριμένην ὅμως περίπτωσιν, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπανορθώσεως θὰ πρέπει πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν νὰ ἀναζητηθῇ. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν θὰ ἀνηρχόμην κἂν εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀπαντήσω, ἐὰν ἡ τελευταία σας ἀποστροφὴ δὲν ἐχαρακτηρίζετο ἀπὸ μίαν ἀνοχὴν καὶ μεγαλοψυχίαν, ἔναντι τῶν ὅσων εἶπα ὀλίγον πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως. Ἀναπτύσσοντες πρὸ ὀλίγου τὴν ἄποψίν σας εἴπατε ἐπιγραμματικῶς, ὅτι εἴμεθα τίμιοι καὶ σεβόμεθα τὴν ὑπερηφάνειαν τῶν ἄλλων. Εἶναι ἕνα ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς καὶ ἐπικαίρως ἐμνημονεύθη κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν, προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ διαλόγου, τὸν ὁποῖον εἴχομεν μετὰ τοῦ κ. Μητσοτάκη. Μὲ τὴν ψυχολογίαν τοῦ ἐπιγραμματικοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἀπήντησα πρὸς τὸν κ. Μητσοτάκην. Εἶχεν εἴπει ὁ κ. Μητσοτάκης σαφῶς καὶ συγκεκριμένως, ὅπως ἀναμφισβητήτως καὶ ἐκ τῶν πρακτικῶν θὰ προκύψῃ, ὅτι εἰς τὰς μελλοντικὰς ἐκλογὰς ὁ λαὸς θὰ κρίνῃ κυρίως τὴν ἠθικὴν στάθμην τῶν ὑποψηφίων καὶ τῶν κομμάτων καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς Ε.Ρ.Ε. θὰ πρέπει νὰ προσέχουν πολὺ ὅταν ὁμιλοῦν περὶ θεμάτων ἠθικῆς. Ἡ οὐσία ἦτο ἀναμφισβητήτως αὐτὴ καὶ ἡ γενίκευσις τοῦ ὑπαινιγμοῦ εἰς βάρος ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν συναδέλφων τῆς Ε.Ρ.Ε. ἀναμφισβήτητος. Καὶ εἰς τὴν δῆθεν ἐπανόρθωσίν του ὁ κ. Μητσοτάκης ἐπανέλαβε τοὺς ὑβριστικούς του ὑπαινιγμοὺς καὶ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπήντησα, ὅπως εἶχα χρέος καὶ εἶπα, ὅτι ὁ κ. Μητσοτάκης μᾶς ὑπομιμνήσκει μίαν γνώριμον ἀρχήν, ὅτι δηλαδὴ ὁ λαὸς ψηφίζων, ἀποφαίνεται καὶ ἐπὶ τῆς ἠθικῆς στάθμης τῶν ὑποψηφίων καὶ τῶν κομμάτων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐνεθυμήθη ὁ κ. Μητσοτάκης, ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ ὁ λαὸς εἰς τὰς μελλοντικὰς ἐκλογάς, ἀπήντησα, ὅτι παρομοία ἀρχὴ ἴσχυσε καὶ ἐφηρμόσθη ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ παρελθόντος, τὰ ἀποτελέσματα τῶν ὁποίων μαρτυροῦν τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τῆς ἠθικῆς στάθμης τοῦ Κόμματος τῆς ΕΡΕ, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς καὶ ἀντίπαλός της ἀκόμη εἶναι δυνατὸν νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ. Καὶ ἠγανάκτησεν ὁ κ. Τούμπας ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν αὐτήν, ἀλλὰ ἠγανάκτησε καθυστερημένα χωρὶς κἂν νὰ ταραχθῇ ἀπὸ τὴν προηγηθεῖσαν πρόκλησιν. Θὰ ἦτο εὐθύτερον νὰ ἀγανακτήσῃ...
§222Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ποτὲ δὲν μὲ ἀφορᾷ λέξις, τὴν ὁποίαν (δὲν ἠκούσθη).
§223Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἦτο πολὺ εὐθύτερον νὰ ἀγανακτήσῃ ὅταν ἠκούετο τὸ πρῶτον ὁ ὑπαινιγμὸς ὁ συκοφαντικὸς εἰς βάρος 175 συναδέλφων του ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ θὰ ἔπρεπε τὸν ὑπαινιγμὸν ἐκεῖνον νὰ ἀποδοκιμάσῃ κατ’ ἀρχήν, ἀντὶ νὰ ἐνοχληθῇ ἐκ τοῦ ὅτι ἀπαντῶν προεξέτεινα τὸν συλλογισμὸν τοῦ συναδέλφου του κ. Μητσοτάκη.
§224Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Δὲν εἴπατε αὐτό. Εἴπατε πολὺ χειρότερον. Ὡμιλήσατε περὶ ὑποστάσεως.
§225Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Καὶ τί εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης, κ. Τούμπα; Ὅτι, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ ἠθικῶν θεμάτων, θὰ πρέπει νὰ προσέχουν πολὺ οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς Ε.Ρ.Ε., οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἂν μὴ καὶ περισσότερον εὐαίσθητοι ἀπὸ σᾶς.
§226Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§227Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Εἶπεν αὐτό. Τέλος, θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἐπέτρεπα εἰς τὸν ἑαυτόν μου νὰ ἀπευθύνῃ οἱονδήποτε ὑπαινιγμὸν πρὸς τὸ πρόσωπον τὸ ἰδικόν του, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, σέβομαι ὅλως ἰδιαιτέρως. Ἐπὶ πλέον δὲ ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὅσα εἶπον εἰς ἀπάντησιν τοῦ συναδέλφου ἀπετέλουν προέκτασιν τῶν συλλογισμῶν τοῦ κ. Μητσοτάκη, τοὺς ὁποίους ὑποχρέωσιν εἶχε νὰ ἀνακαλέσῃ παραχρῆμα, δοθέντος, ὅτι προκληθεὶς ἦτο, ἴσως, εἰς κατάστασιν δεδικαιολογημένης ἐξάψεως, ὅταν ἐξεστόμιζε τὰ ὅσα ἐξεστόμισε. Δὲν ἦτο πάντως δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀναπάντητος ἕνα ὑπαινιγμὸς κατὰ τὸν ὁποῖον 175 βουλευταὶ ἑνὸς κόμματος, κατ’ ἐξοχὴν ἐντίμου, θὰ πρέπει νὰ σκέπτωνται πολὺ ὅταν ἀπευθύνωνται πρὸς τὸν κ. Μητσοτάκην διὰ νὰ συζητήσουν μετ’ αὐτοῦ ἐπὶ θεμάτων ἠθικῆς τάξεως. (Χειροκροτήματα).
§228Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἐξέφρασεν ἀπορίαν διὰ τὴν τελευταίαν στροφὴν τοῦ λόγου μου. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἀντελήφθη, ὅτι ἡ τελευταία στροφὴ τοῦ λόγου μου ἀπετέλει καθῆκον οἱουδήποτε, ὁ ὁποῖος θίγεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ὡμίλησα ἐκ μέρους τοῦ πλειοψηφοῦντος ἐν τῇ αἰθούσῃ Κόμματος. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἀναγνωρίζει, ὅτι δὲν εἶναι νοητὸν— καὶ αὐτὸ λέγουν τὰ χρονικὰ τῆς Βουλῆς —νὰ συνεχισθῇ μία συζήτησις πρὶν ἀνακληθῇ μία ὕβρις. Αὐτὰ εἶπον καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀντιληφθῇ καὶ νὰ τὸ παραδεχθῇ καὶ τὸ πολὺ–πολύ, ἐὰν δὲν ἠγείρετο διὰ νὰ τὸ ἀναγνωρίσῃ, νὰ μὴ τὸ χαρακτηρίσῃ ὅπως τὸ ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ μὴ τὸ χαρακτηρίσῃ δηλονότι ὡς ἀπειλήν. Δὲν θὰ πταίωμεν ἡμεῖς ἐὰν συμβῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκλαμβάνει ὁ κ. Παπανδρέου ὡς ἀπειλήν. Θὰ πταίῃ αὐτὸ τοῦτο τὸ κόμμα του καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιβάλλει ἐπὶ τέλους εἰς τὸ μέλος τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον παρεφέρθη, τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνακαλέσῃ, ὅπως θὰ τὸ ἔπραττον ἐγὼ καὶ ὅπως τὸ ἔχω πράξει ἐπανειλημμένως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, φράσιν τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἀνακαλέσῃ. Καὶ ἡ κυβερνητικὴ παράταξις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν χωρὶς νὰ ἀνακληθῇ ἡ φράσις.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§230ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα, μάλιστα.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον, ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 01.45′ π.μ.)