1961.06.08
3.158 στίχοι · 24.224 λέξεις · 246 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 126η
Πέμπτη 8 Ἰουνίου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.25′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεύς, κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων 124ης τῆς 6ης Ἰουνίου καὶ 125ης τῆς 7ης Ἰουνίου ἐ.ἔ.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων 124ης τῆς 6ης Ἰουνίου καὶ 125ης τῆς 7ης Ἰουνίου ἐ. ἔ. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Γεροκωστόπουλος, ζητεῖ 8ήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§6Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ Διαρκὴς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 127 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ προσθήκης μεταβατικῶν διατάξεων». Ὁ κ. Κ. Ἀδαμόπουλος (Ὑπουργ. Γεωργίας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 760)48 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 1274)1919», «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 527)1914» «περὶ ἐμπορίας τῶν Χημικῶν Λιπασμάτων, ὡς μεταγενεστέρως ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Β. Ἐφραιμίδης, Η. Ἠλιοῦ, Ι. Εὐαγγελίδης, Κ. Κωνσταντάρας καὶ Γ. Κατσίμπας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. Φ. 4559)44)286178)30.5.61 ἐγγράφου του διαβιβάζει ποινικὴν δικογραφίαν κατὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ο. Ἀντώνογλου καὶ Θ. Κεραμιτσιόγλου, πρὸς ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς αὐτῶν ἀσυλίας, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§8Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, χθές, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα συνέβησαν εἶχα λάβει τὸν λόγον καὶ ἐξήγησα τὴν ἔννοιαν τῶν φράσεων τοῦ κ. Μητσοτάκη, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέλος τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ὅτι ὁ κ. Μητσοτάκης, παριστάμενος καὶ σιωπῶν, ἀπεδέχετο εἰς ἀκέραιον τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσα καὶ τὸν παρακαλῶ ὅπως καὶ προφορικῶς τὸ ἐπιβεβαιώσῃ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§10Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ὀρθῶς ἀπέδωσε τὴν ἔννοιαν τῶν χθεσινῶν μου λόγων. Παριστάμενος καὶ σιωπῶν, συνεφώνησα μὲ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωσε.
§11Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, χθὲς ἐδημιουργήθη ἕνα ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον προσέλαβε διαστάσεις, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν, δυστυχῶς, γνωσταὶ εἰς τὸν λαόν. Βεβαίως, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, προέβη χθὲς ἀργά, περὶ τὸ μεσονύκτιον, εἰς σχολιασμὸν τῶν φράσεων τοῦ κ. Μητσοτάκη, φράσεων, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον ἦτο βαρύτατον. Ὁ σχολιασμός, τὸν ὁποῖον ἐπεχείρησεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἀπέβλεπεν εἰς τὴν μείωσιν τῆς σημασίας, τὴν ὁποίαν εἶχον αἱ φράσεις καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν προθέσεων τοῦ κ. Μητσοτάκη, προθέσεων, αἱ ὁποῖαι, ὅπως τὰς ἡρμήνευσεν ὁ κ. Παπανδρέου, δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Μητσοτάκης ἐχρησιμοποίησε. Πρέπει, ἀξιότιμε, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω, ὅτι παρὰ τὴν προσπάθειαν αὐτὴν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅπως δοθοῦν ἐξηγήσεις, καὶ βεβαίως ἐν πολλοῖς ἐδόθησαν, θὰ ἀνέμενεν, ὄχι μόνον τὸ πλειοψηφοῦν ἐν τῇ Βουλῇ Κόμμα, ἀλλὰ εἶμαι βέβαιος, αὐτὴ αὕτη ἡ κοινὴ γνώμη νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν κἄποιο μεγαλύτερον ἠθικὸν θάρρος ἐκ μέρους βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος παραφερθεὶς προέβη εἰς τὴν ἐκτόξευσιν βαρυτάτης ὕβρεως ἐναντίον ὅλων τῶν μελῶν μιᾶς ὁλοκλήρου μερίδος ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ ὕβρεων ἀνταλλαγεισῶν μεταξὺ δύο προσώπων, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν γίνεται καὶ μετὰ ταῦτα, βεβαίως, ἀνακαλοῦν καὶ ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐν στιγμῇ ψυχικῆς ταραχῆς λεχθέντα. Ὁ κ. Μητσοτάκης δὲν ἠρκέσθη εἰς αὐτό, προέβη εἰς μίαν κατηγορίαν, ἡ ὁποία εἶχε γενικώτερον χαρακτῆρα. Θὰ ἀνεμέναμεν, λοιπόν, νὰ ἐπιδείξῃ τὴν γενναιότητα ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς παραδόσεις αὐτῆς τῆς αἰθούσης, παραδόσεις μακροτάτας, θὰ ἔπρεπε δέ, νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι εἰς βάρος, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος τοῦ ὑβρίζοντος ἡ ἐπίδειξις τῆς γενναιότητος αὐτῆς. Δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται, δὲν θέλει νὰ τὸ ἀντιληφθῇ καὶ ἡ λακωνικὴ ἀπόψε ἐπιβεβαίωσις τῆς ὀρθότητος τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγός του καὶ αὐτὴ ἀκόμη καταδεικνύει τὴν βαθυτέραν πρόθεσιν τοῦ κ. Μητσοτάκη, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔλλειψιν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω, τῆς κοινοβουλευτικῆς γενναιότητος, ἄνευ τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ κρατηθῇ τὸ Κοινοβούλιον εἰς τὸ ὑψηλὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς τὸ παρέδωσαν οἱ πατέρες μας. Παρὰ ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις, ἐπειδὴ ἔχει ηὐξημένας εὐθύνας διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ἐν τῇ χώρᾳ, δηλοῖ, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω ἐξηγήσεων ἐκ μέρους τοῦ κ. Μητσοτάκη. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κωστόπουλε, δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Θέλετε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔληξεν, ἢ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου; Διότι, ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφήσατε νὰ εἰσέλθωμεν πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§13Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο. Θέλομεν καὶ ἐπὶ τοῦ χθεσινοῦ ἐπεισοδίου νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ ὁμιλήσητε.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Τὸν λόγον ἔχει ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Κ.Ε.Α., κ. Σ. Κωστόπουλος.
§15Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διεκόπη ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς δὲν μοῦ ἐπέτρεψε νὰ διατυπώσω ὡρισμένας ἀπόψεις τῆς παρατάξεως τῆς ὁποίας ἐκπροσωπῶ τὰς γνώμας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τοῦ ὅλου θέματος. Σπεύδω νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον διὰ νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις τῆς παρατάξεώς μας. Βασικῶς, ὅμως, θὰ ἤθελον πρῶτον νὰ μὴ ἀφήσω ἀσχολίαστον ὡρισμένην ἐνέργειαν τοῦ Προεδρείου, χωρὶς τὸ σχόλιον τοῦτο νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν μομφῆς ἐναντίον τοῦ Προεδρείου, ἀλλὰ τῆς διαπιστώσεως ὡρισμένων γενικῶν ἀληθειῶν περὶ τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς τῶν συζητήσεων ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Τὸ Προεδρεῖον, κύριοι, διέκοψε χθὲς δὶς τὴν συνεδρίασιν, μίαν προσωρινῶς ἐπὶ μίαν ὥραν καὶ τρία τέταρτα καὶ μίαν ὁριστικῶς, χωρὶς κἂν νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμόν. Διότι, ἐφ’ ὅσον ἐδημιουργήθη ἕνα ζήτημα, τὸ Προεδρεῖον δὲν εἶχε νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ ἄλλα μέσα πειθοῦς, νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν τοὺς παρεκτραπέντας βουλευτὰς καὶ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸ Προεδρεῖον διὰ τῆς ἀποτόμου λύσεως τῆς συνεδριάσεως δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν ἔκδηλον πίεσιν, ἡ ὁποία ἠσκήθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἀτόπου συσχετίσεως τῆς συζητήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου μὲ τὸ χθεσινὸν προσωπικὸν ἐπεισόδιον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κωστόπουλε, βεβαίως, δικαίωμά σας εἶναι νὰ μὴ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω.
§17Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο ζήτημα μομφῆς.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν μοῦ ἐπιτρέπετε, φυσικά, διότι εἶμαι τεταγμένος νὰ προστατεύω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου σας καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς διακόψω παρὰ τὴν θέλησίν σας.
§19Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ μὴ δεχθῶ τὴν διακοπήν σας, κ. Πρόεδρε.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἔλεγον τὸ ἑξῆς: Λέγετε, ὅτι ἔχω κἄποιαν πεῖραν καὶ ἀρκετὴν μετριοπάθειαν ἐν τῇ διευθύνσει τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Σκεφθῆτε τὶ θὰ ἐγένετο, ἐὰν χθὲς ταυτοχρόνως ἐκάλουν διὰ νὰ ἀνακληθοῦν εἰς τὴν τάξιν τὸν κ. Βαρβιτσιώτην, τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν καὶ τὸν κ. Μητσοτάκην. Θὰ ἐγένοντο ὁδομαχίαι ἐδῶ. Νὰ μοῦ ἀποδώσητε, ὅτι ἐπέτυχα, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Νομίζω, ὅμως, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μοῦ ἀναγνωρίσητε, ὅτι ὑπῆρξα μετριοπαθὴς καὶ ὅτι συνέβαλον εἰς τὸ νὰ συνεχισθῇ ὁμαλῶς τὸ ἔργον τοῦ Κοινοβουλίου. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ἤθελα νὰ σᾶς δώσω καὶ δὲν θὰ σᾶς διακόψω πλέον.
§21Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προφανῶς, ἢ δὲν ἐγενόμην σαφής, ἢ δὲν ἐγενόμην ἀντιληπτὸς ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἡ αἰτίασίς μου ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὄχι ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἠθέλησε νὰ ἀμβλύνῃ τὴν ὀξύτητα, ἀλλὰ εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὑπεβοήθησε τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀσκηθῇ πίεσις ἐπὶ ὡρισμένης μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τοῦ ἀτόπου συσχετισμοῦ τοῦ ἐπεισοδίου μὲ τὴν περαιτέρω συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ Προεδρεῖον μὲ τὴν στάσιν του αὐτήν, ἐπαναλαμβάνω, ὑπεβοήθησε τὴν ἄσκησιν τῆς πιέσεως αὐτῆς κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν συνάδει πρὸς τὴν ἀντικειμενικότητα, τὴν ὁποίαν πρέπει τοῦτο νὰ τηρῇ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις. Ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως καθῆκον τοῦ Προεδρείου εἶναι νὰ ἀμβλύνῃ τὰς μεταξὺ τῶν συναδέλφων διενέξεις. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἐπεχειρήθη ἄσκησις πολιτικῆς πιέσεως, τὸ Προεδρεῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμόν, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς συνεπείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη του. Ἀλλὰ ἂς ἀφήσωμεν τὸ θέμα αὐτὸ διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν. Καθ’ ἡμᾶς, τὸ χθεσινὸν ἐπεισόδιον αὐτὸ ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα κρίκον μιᾶς ἁλύσεως γεγονότων, τὰ ὁποῖα συνθέτουν τὴν ὅλην στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἔναντι τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον. Τὰ γεγονότα αὐτὰ εἶναι καθ’ ἡμᾶς, ἀπαράδεκτα καὶ δημιουργοῦν συγχρόνως καὶ μίαν ἀπαράδεκτον κατάστασιν διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὡς τὴν ἐννοοῦμεν ἡμεῖς καὶ διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦμεν. Καὶ τὰ γεγονότα αὐτὰ εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, ἀρχικὴ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἔπρεπε νὰ τερματισθῇ μέχρι τῆς 7ης Ἰουνίου. Βεβαίως, ἡ προσπάθεια αὐτὴ ἐγκατελείφθη καθ’ ὁδόν, ἀλλ’ ἀπέμεινεν ἡ διάθεσις τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ὡρισμένας μοιραίας προθεσμίας, τὰς ὁποίας αὐθαιρέτως ἔχει ἐκλέξει διὰ νὰ τὴν ἐξαναγκάσῃ νὰ προσαρμόσῃ ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν αὐτῶν τὴν Κοινοβουλευτικήν της δραστηριότητα. Ἡ προσπάθεια αὐτὴ ἐγκατελείφθη, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἄνευ διαμαρτυρίας ἡ ἐπιμονὴ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὁλόκληρος ὁ Κοινοβουλευτικός μας βίος προσαρμόζηται εἰς τὰ ἑκάστοτε ὀρέξεις, ἐπιθυμίας ἢ καὶ κοινωνικὰς ἀκόμη ἀπασχολήσεις τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὴν ὅλην στάσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὁ γενικώτερος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετώπισε τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας προέτεινεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Ὑπεβλήθη σωρεία τροπολογιῶν ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνεπτύχθησαν αἱ τροπολογίαι αὐταὶ καὶ κατὰ πρωτοφανὲς Κοινοβουλευτικὸν φαινόμενον ἡ Κυβέρνησις δὲν κατεδέχθη νὰ εἴπῃ μίαν λέξιν διὰ νὰ πληροφορήσῃ τὸ Σῶμα ἐὰν συγκρίνῃ ἢ ἀπορρίπτῃ τὰς τροπολογίας αὐτάς, περιορισθεῖσα νὰ τὰς ἀπορρίψῃ συλλήβδην διὰ τῶν διαδοχικῶν ψηφοφοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Ἀποτελεῖ πάγιον Κοινοβουλευτικὸν κανόνα, ὅταν προτείνεται μία τροπολογία καὶ εἰς τὸ ἁπλούστερον νομοσχέδιον, νὰ ἐγείρεται ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ νὰ ἐξηγῇ πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον τὴν ἀποδέχεται ἢ τὴν ἀπορρίπτει. Ἐδῶ, ἐπὶ νομοσχεδίου τοιαύτης σοβαρότητος, ἡ Κυβέρνησις, βάσει προδιαγεγραμμένου σχεδίου, δὲν κατεδέχθη νὰ δώσῃ οὔτε μίαν ἀπάντησιν καὶ ἤχθη ἐν ψυχρῷ εἰς μίαν κυριολεκτικὴν ἐκτέλεσιν τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν, εὐλογοῦντος καὶ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε κἂν ταξινομήσει τὰς τροπολογίας αὐτὰς καὶ τὰς ἀνέγνωσεν ἀτάκτως καὶ κατὰ τρόπον ἀκατάληπτον, κατὰ τρόπον δικαιολογοῦντα τὴν προσφυᾶ παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τροπολογιῶν, ἀλλὰ περὶ σταυρολέξων. Ἕνα τρίτον γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐνδεικτικὸν τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀντιμετωπίζει τὴν κατάστασιν, εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀπέσυρε τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις εἶχε δεχθῆ τὴν προηγουμένην ἡμέραν διὰ τὸ 20%, κατόπιν προτάσεως τοῦ Προέδρου κ. Βενιζέλου, διὰ τὴν ἐκλογικὴν συνεργασίαν δύο Κομμάτων. Ὁ τρόπος αὐτὸς ἐδικαίωσε, βεβαίως, τὴν ἀγαθὴν φήμην διὰ τὸ Κοινοβουλευτικὸν τάκτ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ πάντως ἐνεφάνισε παλινωδοῦσα τὴν Κυβέρνησιν, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἀπὸ ὅλους τοὺς παράγοντας τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἱεραρχίας, αἱ διάφοροι τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἑκάστοτε ἀπεδέχετο ἡ Κυβέρνησις, ἐνεφανίζοντο ὡς τροπολογίαι τείνουσαι εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος καὶ ἐθνικῆς ἀνάγκης, ὅπως ψηφισθῇ ἕνας δίκαιος καὶ ἀδιάβλητος ἐκλογικὸς νόμος, ὅλως αἰφνιδίως, διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ Κυβέρνησις ἐκτελοῦσα στροφὴν 180 μοιρῶν, ἔθεσε τὴν βάσιν, ὅτι ἡ στάσις ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν προσωπικὴν ἀποδοχὴν ἢ ἄρνησιν ἑνὸς πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ, τὸν ὁποῖον γνωρίζετε πόσον τιμῶ, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἐπὶ τέλους δὲν ἐγένετο κἂν δεκτὴ ὁλόκληρος ἡ πρότασις. Ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ χειρισμοῦ τοῦ θέματος ἀποδεικνύει, ὅτι διὰ τὴν Κυβέρνησιν δὲν ὑπάρχει ἰδεολογικὴ βάσις διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ βάσις προσωπικῆς συναλλαγῆς. Τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὰς προσωπικὰς τῆς ἀντιδράσεις ἢ καὶ πλέγματα ἔναντι τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα προτείνουν τροπολογίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ θρίαμβον τῆς ἀσυνεπείας εἶναι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον, ἐνῷ ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία ἐκείνη, ἀπεσύρθη τὴν ἑπομένην ὅλως ἀπροσδοκήτως, ἢ μᾶλλον συμπτωματικῶς καὶ δὴ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅταν ἠρωτήθη ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πῶς εἶναι διατυπωμένον, ἐπὶ τέλους, τὸ ἄρθρον μ, τὸ ὁποῖον ψηφίζεται. Διότι τότε μόνον ἐνεθυμήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συμβάλλῃ εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς μας ζωῆς διὰ τῆς βεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα δικαίωμα ζωῆς καὶ θανάτου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀποδέχεται ἢ ἀπορρίπτει, κατὰ τὴν ἀνεξέλεγκτον κρίσιν της, τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἤδη γίνει δεκταὶ ἀπὸ τῆς προηγουμένης. Τέλος, ἐνδεικτικὸν τοῦ ὅλου τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ληφθοῦν αἱ σχετικαὶ ἀποφάσεις, εἶναι καὶ τὸ χθεσινὸν λυπηρὸν ἐπεισόδιον. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον οἱ ἐνδιαφερόμενοι βουλευταὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς μας. Θὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ ἐπεισόδιον μόνον καθ’ ὃ μέτρον συνδέεται μὲ τὴν σειρὰν τῶν γεγονότων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμιλήσαμεν πρὸ ὀλίγου, καὶ ἀσφαλῶς συνδέεται, δεδομένου, ὅτι δι’ ἑνὸς ἀορίστου, ἀλλὰ ἀρκετὰ σαφοῦς ὑπαινιγμοῦ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνέδεσε τὴν ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου μὲ τὴν τακτοποίησιν τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ. Ἡ τοποθέτησις αὐτὴ τοῦ ζητήματος, παρ’ ὅλον, ὅτι τοῦτο ἐκ τῶν ὑστέρων ἐμφανίζεται ὡς τακτοποιηθὲν πλέον, χάρις εἰς τὴν προσπάθειαν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, παρ’ ὅλον, ὅτι ἐτακτοποιήθη ἀπὸ προσωπικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ Κοινοβουλευτικῆς ἀπόψεως παραμένει πάντοτε ἀνοικτόν. Δι’ ἡμᾶς ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ ἐκβιασμοῦ μιᾶς ἐκ τῶν μερίδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διὰ τῆς ἀτόπου συνδέσεως τῶν προσωπικῶν ἐπεισοδίων μὲ τὴν τύχην τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀποτελεῖ κἄτι τὸ ἀπαράδεκτον καὶ θεωροῦμεν τοῦτο ὡς καταβιβάζον τὴν στάθμην τῶν συζητήσεων ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται πλέον ὠμότατα ὡς ἀντιλαμβανομένη τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον, ὄχι ὡς ὀργανικὸν νόμον ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, ὄχι ὡς θέμα ἐθνικὸν καὶ ἀκομμάτιστον, ἀλλὰ ὡς μίαν ὑπόθεσιν παζαρευμάτων, συναλλαγῆς καὶ αὐθαιρέτων ἐνεργειῶν της. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, κ.κ. βουλευταί, δι’ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις ἔχει περιορίσει τὸν ρόλον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ τὴν καλυτέραν διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κατὰ τρόπον ἀσυμβίβαστον, μὲ κἄθε ἔννοιαν περαιτέρω παραμονῆς μας ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ ὀξύνω τὴν συζήτησιν ἐπικαλούμενος ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐκ παραλλήλου συντρέχουν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν. Ἐπιθυμῶ, ὅμως, νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀσχέτως τῆς τύχης τοῦ νομοσχεδίου, ἡμεῖς ἐτείνομεν κλάδον ἐλαίας κατὰ τὴν ἀρχικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐζητήσαμεν εἰλικρινῶς νὰ συνεργασθῶμεν μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν καλυτέραν διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν ἐλαίας οὐδεμία ἀνταπόκρισις ἐδόθη ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο, πιστοποιοῦν ὅλα τὰ γεγονότα περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως. Εἰς τὴν πρότασίν μας περὶ εἰλικρινοῦς συνεργασίας ἀντετάχθη καὶ ἡ χθεσινὴ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τοῦ πρωτοφανοῦς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ μεταξὺ ἐδημοσιεύθη, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προϊσταμένου τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ἔγγραφον εἶναι, ὄχι ἁπλῶς ἀντικοινοβουλευτικόν, ἀλλὰ ἔγγραφον ἀποδεικνῦον τὴν πλήρη ἀνάμιξιν τῆς Ἀνωτάτης Ἡγεσίας τοῦ Στρατεύματος εἰς τὰ κομματικὰ πράγματα τῆς χώρας. Παρ’ ὅλας τὰς προβληθείσας δικαιολογίας δι’ ἡμᾶς, εἶναι σαφές, ὅτι ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ παραμένει ἀνώτατος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει κατὰ τὸ δοκοῦν ὡρισμένους βουλευτὰς ὡς συνεργαζομένους ἢ ἐπιδιώκοντας νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ κομματικὰ συμφέροντα καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν ἀπευθύνεται κἂν πρὸς τὴν προϊσταμένην του ἀρχὴν ὅπως ἐπὶ τέλους ἀπευθύνεται τὸ ἔγγραφον τοῦ Στρατηγοῦ Φροντιστοῦ, ἀλλ’ ἀπευθύνεται ὡς ἐγκύκλιος πρὸς ὅλας τὰς στρατιωτικὰς μονάδας καὶ ὑπηρεσίας, δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει πλέον καμμία ἐγγύησις περὶ τοῦ ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ μετάσχῃ ὁ Στρατός, θὰ διεξαχθοῦν κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅπως μετάσχουν αἱ Ἔνοπλοι Δυνάμεις εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας, ἐδηλώσαμεν δὲ ἐπισήμως καὶ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν βεβαίωσιν, ὅτι ἔχομεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν ἐξαιρέσαντες ὡρισμένα στελέχη, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν Κυβερνητικῶν εὐνοιῶν. Ὁ παριστάμενος τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὕπαρξιν τοιούτων στελεχῶν, ἀλλὰ τοῦ ἀπαντήσαμεν —πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἐπαναλαμβάνομεν— ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς ὅλης δικονομίας τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας προκύπτει, ὅτι ὡρισμένα Ἀνώτατα στελέχη ὀνομάζονται εἰς τὰς θέσεις αὐτὰς δι’ ἀποφάσεως Συμβουλίων εἰς τὰ ὁποῖα τὴν προέχουσαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρξῃ ὁπωσδήποτε ἕνας κύκλος Κυβερνητικῶν εὐνοιῶν. Ὅταν πρό τινων ἡμερῶν ὑπεστηρίξαμεν ταῦτα, κ.κ. βουλευταί, οὐδέποτε εἴχομεν φαντασθῆ, ὅτι τὰ γεγονότα ἐπρόκειτο νὰ μᾶς δικαιώσουν τόσον συντόμως, διότι ἔκτοτε ἐνεφανίσθη τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τὸ ἀπεριγράπτως κομματικὸν καὶ τὸ ὁποῖον δικαίως πρέπει νὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἀποδοκιμασίαν, ὄχι μόνον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ὡς ἔγγραφον τεῖνον νὰ ἀναμίξῃ κατευθεῖαν τὸν στρατὸν εἰς τὰς κομματικὰς διαμάχας τῆς αἰθούσης ταύτης......
§22Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ποῦ τὸ εἴδατε κομματικὸν τὸ ἔγγραφον; Τὶ εἶναι αὐτὰ ποὺ λέγετε;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§24Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μονοπωλήσητε τὸ ἐνδιαφέρον σας διὰ τὸν στρατὸν καὶ ἐπειδὴ ἐνδιαφερόμεθα καὶ ἡμεῖς διὰ τὸν στρατόν, ζητοῦμεν νὰ ἀνακληθῇ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, νὰ τιμωρηθῇ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ἄλλως νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις περὶ ψήφου τοῦ στρατοῦ. (Φωναί, ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς, χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Κύριοι συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας, μοῦ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἡ εὐκαιρία νὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὅτι ἡ ἀποστολή μου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, δὲν εἶναι νὰ ἐκφράζω τὰς ἰδικάς σας γνώμας, ἀλλὰ τὰς ἰδικάς μου. Λυποῦμαι, διότι δὲν πρόκειται νὰ συμφωνήσωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ γίνεται διάλογος, παρακαλῶ ἡσυχία.
§26Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, κ. συνάδελφοι, ἡ θέσις τῆς πολιτικῆς μερίδος, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ εἶναι σαφής. Θεωροῦμεν, ὅτι ἀπὸ τὴν συρροὴν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐξεθέσαμεν, προκύπτει σαφὴς ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ χρησιμοποιήσῃ τὴν διάθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅπως συνεργασθῇ διὰ τὴν δικαιοτέραν διαρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Θὰ ἦτο, ἴσως, δυνατή, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν μία ἐπανάληψις τοῦ διαλόγου μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τρόπον ὥστε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι μόνον ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας, ὅπως μέχρι αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἔχει συμβῆ. Ἀλλὰ ὑφ’ ἃς συνθήκας διατελοῦμεν θεωρῶ κᾶθε προσπάθειαν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν ὡς ματαίαν καὶ μὴ δυναμένην νὰ εὐοδωθῇ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς δηλοῦμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συνεργασθῶμεν ἔστω καὶ διὰ τῆς παρουσίας μας ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Κύριε Πρόεδρε, σᾶς ἀνήκει δικαιωματικῶς ὁ θόρυβος αὐτὸς τῆς Συμπολιτεύσεως.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡσυχία.
§28Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ συνεργασθῶμεν ἔστω καὶ διὰ τῆς παρουσίας μας εἰς τὴν περαιτέρω ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται κατὰ τρόπον ἀπροσχημάτιστον ἡ πόλωσις καὶ ἡ μεταβολὴ τῆς μειοψηφίας εἰς πλειοψηφίαν. Ἀποχωροῦμεν τῆς αἰθούσης ταύτης, δηλοῦντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει, ἀναλαμβάνουσα τὰς εὐθύνας της. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀναλάβῃ ἐπίσης τὰς εὐθύνας του καὶ θὰ τακτοποιήσῃ τὴν θέσιν του ἔναντι τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Κ.Ε.Α.). (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἀποχωροῦν οἱ βουλευταὶ τῆς Κινήσεως Ἐθνικῆς Ἀναδημιουργίας). (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. βουλευταί, ἡσυχία, δὲν εἶναι Κοινοβουλευτικὸν αὐτό.
§30Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, θὰ προετίμων νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Κωστόπουλον καὶ εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐκπροσωπεῖ, ἐὰν ἐξηκολούθουν νὰ παρίστανται, ἂν τοὐλάχιστον εἶχον αὐτὴν τὴν στοιχειώδη, κατ’ ἐμέ, Κοινοβουλευτικὴν ἀξιοπρέπειαν, νὰ ἀναμείνουν τὴν ἀπάντησιν ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀλλὰ ἀφοῦ δὲν μᾶς δίδουν τὴν δυνατότητα αὐτήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἀπόντας. Καὶ χαίρω, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει παρέμεινεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων...
§31Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐν συνεχείᾳ, κ. Πρόεδρε.
§32Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). ... τοῦ ὁποίου Κόμματος μέλη πρὸ ὀλίγου ἀπεχώρησαν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ ἀπεχώρησαν, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν μελῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα μελῶν ἄλλου Κόμματος. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Καὶ πρέπει νὰ εἴπω, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ὅτι εἶναι σχῆμα παράδοξον ν’ ἀποχωροῦν οἱ ἄλλοι κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ διατηροῦν δεσμοὺς μὲ τὸν παριστάμενον κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων νὰ παραμένῃ.
§33Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον ἐν συνεχείᾳ.
§34Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Κωστόπουλος ὁμιλῶν ἀπόψε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἐξεφώνησεν ἕνα λόγον παράδοξον, τοὐλάχιστον παράδοξον. Εἶχε προετοιμάσει τὸν ἑαυτόν του ψυχολογικῶς καὶ λεκτικῶς, προετοιμάσθη διὰ μίαν ἐμφάνισιν τὴν ὁποίαν μέσα του, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι εἶναι παράδοξος καὶ ἥκιστα νοητὴ ἀπὸ ἀπόψεως Κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων καὶ ἐθίμων. Προσεπάθησε νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ χθεσινὸν ἐπεισόδιον, μὴ φανταζόμενος, ὅτι θὰ εἶχε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἤδη διευθετηθῆ, ἤλπιζεν, ὅτι δὲν θὰ εἶχε διευθετηθῆ, ἐστήριξε προσδοκίας ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ καὶ κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀπειλεῖ. Εἶχον δώσει ἤδη χθὲς ἐξηγήσεις ὅσον ἀφορᾶ τὸ νόημα τῶν λόγων μου εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ εἶχον εἴπει εἰς τὸν Πρόεδρον κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος ἐπίσης παρεξήγησε τοὺς λόγους μου, ὅτι οὐδεμίαν ἀπειλὴν περιεῖχον. Ὅταν σημειοῦνται ἐπεισόδια, φυσικὸν εἶναι ὁ τόνος τῶν λέξεων νὰ εἶναι διάφορος τοῦ συνήθους καὶ εἶναι φυσικὸν ἐπίσης νὰ προσλαμβάνῃ, ὄχι μόνον ὁ ἦχος τῆς φωνῆς, ἀλλὰ καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν λόγων χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ καὶ ὡς ἀπειλητικός, χωρίς, βεβαίως, νὰ εἶναι. Καὶ εἶχον δώσει, χθές, ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ πλήρεις. Παρὰ ταῦτα, ὁ κ. Κωστόπουλος ἔδωσε τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν, εἰπών, ὅτι θέλομεν νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν Βουλήν, εἰπών, ὅτι ἀπειλοῦμεν, ἐνῷ ἐκεῖνος εἶχεν ἀποφασίσει λαβὼν ἐντολήν, δὲν ἠξεύρω πόθεν, ν’ ἀπειλήσῃ καὶ μάλιστα ν’ ἀπειλήσῃ ἐξ ὀνόματος τῶν ἐλαχίστων βουλευτῶν, τοὺς ὁποίους διαθέτει ἐν τῇ Βουλῇ, ν’ ἀπειλήσῃ ἐξ ὀνόματος μιᾶς δυνάμεως, ἡ ὁποία πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι πράγματι δύναμις, διὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ θάρρος ὁ κ. Κωστόπουλος νὰ ὁμιλῇ, ὅπως ὡμίλησεν ἀπόψε. (Χειροκροτήματα). Ἐν πρώτοις πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ πᾶς τις, ὁ ὁποῖος συνεργάζεται μετ’ αὐτοῦ, ἡ Κυβέρνησις δὲν δέχεται ἀπειλάς, (χειροκροτήματα) καὶ θὰ καθορίσῃ τὴν στάσιν της ἀπέναντι τοῦ νομοσχεδίου, ἀπέναντι τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, βάσει τῶν ἰδικῶν της πεποιθήσεων. Δεύτερον, ἡ Κυβέρνησις ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἦτο ὁ κ. Κωστόπουλος εἰλικρινέστερος καὶ θὰ ὡμολόγει, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξέλαβε δῆθεν ὡς ἀπειλὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ ἰδικήν του εὐχήν, διότι εὐχὴν τοῦ κ. Κωστοπούλου καὶ τοῦ Κόμματός του ἀποτελεῖ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔπρεπε νὰ εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμιλήσῃ, οὐχὶ μὲ τὸν τόνον μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησε, λέγων, ὅτι ἡμεῖς ἐκβιάζομεν καὶ ἀπειλοῦμεν, ἀλλὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ τὰς ἀπόψεις τοῦ Κόμματός του εἶναι προτιμότερον νὰ μελετηθῇ ἐκ νέου, νὰ μελετηθῇ ἐπὶ νέων βάσεων τὸ ὅλον θέμα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἀντὶ τούτου προέβη εἰς τὴν ἄσκησιν μιᾶς βιαίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως κριτικῆς, μιᾶς κριτικῆς, ἡ ὁποία ὑφ’ ἣν μορφὴν ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Κωστοπούλου ἀπόψε, εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτος καὶ τὴν ἀποκρούομεν. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῶν εἰδικωτέρων σημείων τῆς παραδόξου ἀποψινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κωστοπούλου. Ἀρκοῦμαι εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ὑφ’ οἱουσδήποτε ὅρους νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τοιούτου εἴδους ἐνεργείας, ὅπως εἶναι αἱ ἐνέργειαι αἱ ἀποψιναί, δηλαδὴ καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ λόγου τοῦ κ. Κωστοπούλου καὶ τὸ παράδοξον τῆς ἀποχωρήσεως τοῦ Κόμματός του ἐκ τῆς αἰθούσης αὐτῆς. (Χειροκροτήματα).
§35Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§37Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ παρακολουθήσω τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐκπρόσωπον τῆς Ε.Κ.Α. εἰς τὸ ὕφος, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν ὅταν ἀνεφέρθη εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς τελικῆς ματαιώσεως τοῦ ποσοστοῦ 20% διὰ τὸν συνασπισμὸν τῶν δύο Κομμάτων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὅμως, νὰ ἀναγνώσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, τὰς σχετικὰς περικοπὰς τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς τοὺς συγκεκριμένους λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν προετάθη τελικῶς πρὸς ψήφισιν ἡ ἐν λόγῳ διάταξις. Ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀρχῇ τῆς Συνεδριάσεως τῆς 5ης Ἰουνίου ἦτο ἡ ἀκόλουθος: «Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεχομένη αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰδικώτερον τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀποφασίζει τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ ποσοστοῦ συνασπισμοῦ δύο Κομμάτων, ἀπὸ 25% εἰς 20%, παρέχουσα οὕτω καὶ πρόσθετον δυνατότητα ἀξιοποιήσεως τῶν δυνάμεων τοῦ Κέντρου. Κατόπιν τούτου, ἔχομεν τὴν γνώμην, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐκτιμῶσα τὴν ὅλην κατανόησιν τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀποφασίσῃ νὰ συμβάλῃ θετικῶς εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου». Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀπαντῶν ἀμέσως, ἐδήλωσε: «Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὐχαριστῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν παραχώρησιν, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Βουλήν. Φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι ἡ παραχώρησις αὕτη δὲν ἀνταποκρίνεται καθόλου πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διετύπωσα. (Θόρυβος ἐκ τῆς Δεξιᾶς).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἡσυχία.
§39Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ αἴτημα, τῆς συνενώσεως τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου, δεδομένου, ὅτι μόνον οὕτω θὰ τακτοποιηθῇ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης εἰς τὴν Χώραν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις τὸ θεωρεῖ ὡς μίαν παραχώρησιν, θὰ παρακαλέσω νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ γενομένη ἡ παραχώρησις αὕτη, δοθέντος, ὅτι ἡμεῖς τοὐλάχιστον, δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ εἰσέλθωμεν ποσῶς εἰς διαπραγματεύσεις καὶ νὰ ζητήσωμεν παραχωρήσεις. Ἐγὼ ἐζήτησα κἄτι τὸ συγκεκριμένον. Δὲν ἐδόθη ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐζήτησα. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, προσωπικῶς, δὲν ἀποδέχομαι τὴν παραχώρησιν τῆς Κυβερνήσεως».
§40Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Διαβάσατε τί εἶπεν ἡ Κυβέρνησις μετά.
§41Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Ἐφ’ ὅσον ἡ δήλωσις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ὑπῆρξε σαφής, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ ποσοστοῦ ἀνταποκρίνεται εἰς αἴτημα τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἀμέσως μάλιστα ἀποκρούει καὶ ἀρνεῖται αὐτὴν τὴν παραχώρησιν, ἡ Κυβέρνησις, ὄχι ἁπλῶς δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν εἶχε νὰ μὴ ἐπιμείνῃ καὶ νὰ μὴ ἐπιζητήσῃ ὅπως τὴν ἐπιβάλῃ διὰ τῆς πλειοψηφίας της. Ἀλλά, ἂς μὴ πλανώμεθα. Εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μιᾶς γενικωτέρας τακτικῆς, ἀκολουθουμένης κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ὁ κ. Κωστόπουλος, πρὸ ὀλίγου, εἶπε τὸ ἑξῆς καταπληκτικόν: «Ἐπιδιώκεται κατὰ τρόπον ἀπροσχημάτιστον ἡ πόλωσις διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου». Νομίζω, ὅτι ἡ κατανόησις, ἢ μᾶλλον ἡ ἔκτασις τῆς κατανοήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις ἔναντι τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, προεκάλεσε τὰς ποικιλομόρφους ἀντιπολιτευτικὰς καταχρήσεις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης, ὥστε νὰ ὁμιλοῦμεν σήμερον καὶ περὶ πολωτικοῦ ἀκόμη νομοσχεδίου διὰ νὰ δικαιολογήσωμεν ἔστω καὶ κακοτέχνως, τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κόμματος τῆς ΚΕΑ ἐκ τῆς Βουλῆς. Καὶ τοῦτο, ὅταν εἶναι μαθηματικῶς δεδομένον, ὅτι τὸ ὑπὸ ψήφισιν σύστημα εἶναι τὸ σύστημα τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, τὴν ὁποίαν προέτεινε τὸ Κόμμα τὸ ὁποῖον ἀπεχώρησε καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς ὁποίας δὲν εἶναι κἂν τὸ 17%, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶχε προτείνει, ἀλλὰ ὑπεβιβάσθη ἤδη εἰς 15%. Αὐτὰ καὶ μόνον τὰ γνωρίσματα τοῦ νομοσχεδίου ἦσαν ἀρκετὰ διὰ νὰ χαρακτηρίσουν τὴν ποιότητα τοῦ ὑπαινιγμοῦ τοῦ κ. ἐκπροσώπου τῆς Κ.Ε.Α. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, ἐπροχώρησεν εἰς περαιτέρω μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τὸ ἠπιώτερον. Ἤτοι, ὄχι μόνον ὑπεβίβασε τὰ ποσοστὰ εἰς 15%, ἀλλὰ ἐπέβαλε καὶ τρίτον κόμμα ὅπως μετάσχῃ εἰς τὴν βʹ κατανομὴν ἀσχέτως ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον ἤθελε τυχὸν συγκεντρώσει. Καὶ τέλος, προσέθεσε καὶ τὴν μονάδα εἰς τὸν συντελεστὴν τῆς αʹ κατανομῆς, νὰ διατεθῇ εἰς τὴν αʹ κατανομήν, περιοριζομένων οὕτω εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ἑδρῶν τῆς βʹ κατανομῆς. Ποῖαι λοιπὸν εἶναι αἱ πολωτικαὶ τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις; Μήπως αἱ ἀπομείνασαι διατάξεις τῆς ψήφου τοῦ Στρατοῦ, τῆς καθιερώσεως τοῦ πλειοψηφικοῦ διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον ἢ μήπως ἐκείνη τῆς τοῦ τρόπου τῆς δευτέρας κατανομῆς; Θὰ ἀπαντήσω εἰδικώτερον καὶ ὡς πρὸς αὐτάς, διὰ νὰ ἀποδείξω πόσον ὑποκριτικῶς καὶ τὸ ἀποχωρῆσαν κόμμα, ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ κόμματα τοῦ Κέντρου ἐξανίστανται διὰ τὴν καθιέρωσίν των. Καὶ ἐν πρώτοις, ἡ διάταξις περὶ τῆς ψήφου τοῦ Στρατοῦ, εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς ἐνισχυμένης τοῦ 1951, εἰς τὴν ὁποίαν περιελαμβάνετο. Δεύτερον, ἡ καθιέρωσις τοῦ πλειοψηφικοῦ διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς, εἶναι παρομοία ἀντιγραφὴ διατάξεως ἐκ τῆς ἐνισχυμένης τοῦ 1951, διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦτο ἐπίσης τὸ πλειοψηφικὸν διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς, θεσπιζόμενον μάλιστα δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος. Τέλος τὸ περιβόητον σύστημα 2ας κατανομῆς, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἔβαλε κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ ἄρθρου 1, ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ εἰδικώτερον τὰ κόμματα τοῦ Κέντρου, εἶναι ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ σύστημα δευτέρας κατανομῆς, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου διὰ τοῦ νόμου τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς ἐπρότεινεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψήφισε μάλιστα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ προηγουμένως ὑποτίθεται, ὅτι ἐξετίμησεν, ὅπως ἄλλωστε εἶναι, τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς δευτέρας κατανομῆς, ὡς ὀρθότερον καὶ δικαιότερον. Καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι παρὰ τὰς ἀνασκαφὰς τὰς ὁποίας ἔκαμα εἰς τὰ πρακτικά, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνακαλύψω πῶς τελικῶς ἐψηφίσθη τὸ παράδοξον σύστημα τῆς δευτέρας κατανομῆς τοῦ 1951.
§42Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τότε εἰς τὴν Βουλὴν εἴμεθα ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Κόμμα τοῦ κ. Παπανδρέου καὶ τὸ Κόμμα τοῦ ὁποίου ἡγούμεθα, ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ ἐγώ.
§43Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἤμην ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ σεῖς. Δὲν ἐγένετο ἀντιληπτόν, πράγματι —καὶ ὀρθότατα φέρετε τὸ ζήτημα αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι ἄξιον ἐρεύνης, θεωρητικῆς ἔστω, διότι δὲν ἔχει καμμίαν πρακτικὴν σημασίαν, ὀρθότατα τὸ φέρατε— οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀντελήφθη, ὅτι ἐγένετο αὐτὴ ἡ μεταβολή. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε φέρει τὸ σχέδιον νόμου μὲ τὴν βʹ κατανομήν, ὅπως ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου, δηλαδή, ὅπως ὡρίσθη τὸ 1958. Καὶ αἰφνιδίως εἰς τὸν δημοσιευθέντα νόμον βλέπομεν, ὅτι εἶχε προστεθῆ μία φράσις, ἡ ὁποία οὐδέποτε συνεζητήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οὐδέποτε κατετέθη ὡς τροπολογία.......
§45Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἠμπορῶ νὰ διευκολύνω τὴν μνήμην σας, τὴν προέτεινεν. Ἀνεζήτησα καὶ ἐγὼ νὰ ἀνεύρω κατόπιν τῆς προηγουμένης ὁμιλίας σας τὴν λύσιν καὶ εὑρῆκα εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ πλήρη συζήτησιν.
§46Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὅτι;
§47Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὅτι ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, παριστάμενος, ἄλλως τε, ἠμπορεῖ νὰ βεβαιώσῃ τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλές, ὑπέβαλε τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ἐγένετο δεκτή. Ὁ κ. Βενιζέλος, τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον κρίνεται δικαιοτέρα ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ τὴν ἀποδεχθῶ. Ἡ Κυβέρνησις ὄντως εἶχε προτείνει ἄλλην τροπολογίαν.
§48Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ποίαν;
§49Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω.
§50Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἦσθο Ὑπουργὸς καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐγνωρίζατε.
§51Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἀνεῦρον. Πάντως βέβαιον εἶναι, ὅτι ἐν τῇ πορείᾳ τῆς συζητήσεως καὶ προτάσει τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου.
§52Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὄχι. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου εἶναι ἄλλη καὶ ἔχει ὡς βάσιν καὶ πάλιν τὴν δύναμιν τῶν Κομμάτων κατὰ ἐφετειακὴν περιφέρειαν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Τὸ ἄρθρον 1 ἔχει ψηφισθῆ.
§54Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἦτο ταὐτόσημον καὶ μὲ προτάσεις νόμων ὑποβληθείσας ὑπὸ βουλευτῶν τῶν τριῶν Κομμάτων, προέβλεπε τὴν βʹ κατανομὴν καθ’ ὃν τρόπον ἐξέθεσε προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μὲ τὴν ἑξῆς λεπτομέρειαν: Εἰς ἑκάστην μείζονα ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἕκαστον Κόμμα ἐκ τῶν μετεχόντων εἰς τὴν βʹ κατανομήν, θὰ ἐλάμβανε ἕδρας ἀναλόγως τοῦ ποσοστοῦ τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας συνεκέντρωσεν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐπικράτειαν, τ.ἔ. εἰς ἑκάστην περιφέρειαν ἕκαστον Κόμμα θὰ ἐλάμβανε ἕδρας ἀντιστοίχους μὲ τὸ ποσοστόν, ὄχι τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας εἶχε εἰς τὴν περιφέρειαν περὶ τῆς ὁποίας ἐπρόκειτο, ἀλλὰ ἀντιστοίχως μὲ τὰς ψήφους, τὰς ὁποίας συνεκέντρωσεν εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐπικράτειαν. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ προεβλήθη ἡ ἰδική μου τροπολογία, ἡ ὁποία ὑπεγράφετο καὶ ἀπὸ τοὺς συναδέλφους κ.κ. Πένναν καὶ Βύζαν. Ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ἔγινε καὶ δεκτὴ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ὁρίζει τὰ ἑξῆς: Ἡ κατανομὴ θὰ γίνεται πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δυνάμεως τῶν Κομμάτων τῶν μετεχόντων εἰς τὴν βʹ κατανομήν, πλὴν ὅμως, ἡ ἀπονομὴ τῶν ἑδρῶν τῆς βʹ κατανομῆς εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην μείζονα περιφέρειαν, δὲν θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνολικοῦ ποσοστοῦ τῶν ψήφων εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐπικράτειαν, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα, τὸ μετέχον εἰς τὴν βʹ κατανομήν, ἔχει συγκεντρώσει εἰς τὴν συγκεκριμένην περιφέρειαν. Καὶ λέγει, συγκεκριμένως, ἡ διατύπωσίς μου τὰ ἑξῆς: —ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς διαβάσω προηγουμένως τὶ λέγει τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον καὶ αἱ προτάσεις τῶν βουλευτῶν. Ἄρθρον 15 παρ. 7: «Αἱ μετὰ τὴν αʹ κατανομὴν — ἀναγινώσκω τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον— ἀδιάθετοι ἕδραι κατανέμονται μεταξὺ τῶν συμμετεχόντων εἰς τὴν βʹ κατανομὴν Κομμάτων καὶ Συνασπισμῶν, κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ποσοστοῦ τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας συνεκέντρωσεν ἕκαστον τούτων καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν». Ἡ τροπολογία ἀντιθέτως, ἔλεγεν: «Αἱ ἐκ τῆς αʹ κατανομῆς ἀδιάθετοι ἕδραι ἐν ἑκάστῃ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 111 τοῦ νόμου μειζόνων περιφερειῶν, κατανέμονται μεταξὺ τῶν μετεχόντων τῆς βʹ κατανομῆς Κομμάτων ἢ Συνασπισμῶν κατ’ ἀναλογίαν τοῦ συνόλου τῶν ἐγκύρων ψήφων, τὰς ὁποίας συνεκέντρωσε ἕκαστον τούτων εἰς τὴν οἰκείαν μείζονα περιφέρειαν». Καὶ ἡ τροπολογία αὐτὴ ἔγινε δεκτή. Εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου —καὶ εἰς τὴν σελίδα συγκεκριμένως 609 τοῦ οἰκείου τόμου τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1951 (συνεδρίασις τῆς 24ης Ἰουλίου)— περιλαμβάνεται ἡ ἑξῆς φράσις: Γίνεται δεκτὴ ἡ διατύπωσις εἰς τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. Παπακωνσταντίνου, Πέννα καὶ Βύζα. Ἐν τούτοις εἰς τὸ δημοσιευθὲν κείμενον, μετὰ τὴν πρότασιν, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι ἕδραι τῶν μειζόνων περιφερειῶν διατίθενται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ συνόλου τῶν ἐγκύρων ψήφων, τὰς ὁποίας συνεκέντρωσεν ἕκαστον Κόμμα ἢ Συνασπισμὸς εἰς τὴν οἰκείαν μείζονα περιφέρειαν, προσετέθη καὶ ἡ φράσις «συνυπολογιζομένων καὶ τῶν ἐκ τῆς αʹ κατανομῆς εἰς τὰ αὐτὰ Κόμματα ἢ Συνασπισμοὺς περιελθουσῶν ἑδρῶν». Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πέραν τῆς τροπολογίας μου.
§55Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες.
§56Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε........
§57Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Καὶ σεῖς εἴχατε ταχθῆ ὑπὲρ τοῦ αὐτοῦ συστήματος δευτέρας κατανομῆς, κ. Μερκούρη, ὡς εἰσηγητής.
§58Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι ὡς εἰσηγητής, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ε.Π.Ε.Κ., μαζὶ μὲ τοὺς κ.κ. Παπακωνσταντίνου καὶ Τσάτσον. Τὸ σύνολον τῶν τριῶν Κομμάτων ἦτο καθαρόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν βʹ κατανομήν, ὅπως ἦτο εἰς τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν.
§59Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Μερκούρη, πρῶτον τὸ νομοσχέδιον κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν, δεύτερον, πρὸ αὐτοῦ, εἰσήχθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν μετείχατε ὡς εἰσηγητὴς καὶ τρίτον, ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Καὶ σᾶς πληροφορῶ, ὑπευθύνως, ὅτι εἰς τὰ τρία αὐτὰ στάδια τὰ τρία Κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐπεμελοῦντο τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς τοῦ 1951, εἶχον ψηφίσει σύστημα βʹ κατανομῆς, πανομοιότυπον πρὸς τὸ σύστημα τοῦ 1958. Ἔτσι, κ. Μερκούρη;
§60Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐγένετο μία συμφωνία μεταξὺ τριῶν Κομμάτων. Ὅταν ἤρχισε νὰ διατυπώνεται τὸ ν)διον, ὑπῆρχαν ὡς εἶναι φυσικόν, διάφοροι ἀντιθέσεις μεταξὺ τῶν Κομμάτων. Προσετέθη συγχρόνως καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Τελικῶς, ὅμως, διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον.
§61Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Πῶς προσετέθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν;
§62Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν προστίθεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν νομοτεχνικῶς; Τελικῶς, ὅμως, καὶ δι’ αὐτό, ἴσως, ὑπάρχει καὶ μία σχετικὴ ἀνωμαλία εἰς τὰ πρακτικά, ἐπανῆλθον τὰ τρία Κόμματα εἰς ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον ἀποφασίσει καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον.
§63Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὅθεν συνάγεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν διεμαρτυρήθη οὐδὲν τῶν Κομμάτων.
§64Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι ἐγένοντο συνεννοήσεις μεταξὺ τῶν Κομμάτων.
§65Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤθελον νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι μετὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μεταξὺ τῶν τριῶν Κομμάτων, διετυπώθη τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιελάμβανε τὴν φράσιν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα, ὅτι δηλαδὴ ἡ κατανομὴ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συνόλου τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἕκαστον Κόμμα λαμβάνει εἰς ὁλόκληρον τὴν Ἐπικράτειαν. Τὴν αὐτὴν διατύπωσιν περιλαμβάνουν καὶ αἱ δύο προτάσεις βουλευτῶν, ὑπογραφομένας ἡ πρώτη ὑπὸ τῶν κ.κ. Βασιλειάδη, Ἀντωνίου, Κακαρᾶ κ.ἄ. καὶ ἡ δευτέρα ὑπὸ τῶν κ.κ. Βουρδουμπᾶ, Θεοχαρίδη κ.ἄ. Ἡ αὐτὴ διατύπωσις διατηρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν βουλευτῶν. Διότι λέγει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν παράγραφον 3 τοῦ ἄρθρου 17: «Αἱ μετὰ τὴν πρώτην κατανομὴν ἀδιάθετοι ἕδραι κατανέμονται μεταξὺ τῶν συμμετεχόντων εἰς τὴν βʹ κατανομὴν Κομμάτων καὶ συνασπισμῶν κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ποσοστοῦ τῶν ψήφων ὅπερ συνεκέντρωσεν ἕκαστον τούτων, καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν». Εἰς τὸν μηχανισμὸν κατόπιν, ὡς θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Μερκούρης, τῆς περαιτέρω κατανομῆς τῶν ἑδρῶν, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἕκαστον Κόμμα, μεταξὺ τῶν συνδυασμῶν αὐτῶν ἠκολούθουντο διάφοροι μέθοδοι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν καθόλου πρακτικαί. Τώρα τί ἐπηκολούθησεν; Ἀσφαλῶς ἐγένοντο συνεννοήσεις μεταξὺ τῶν κομμάτων καὶ περιελήφθη ἡ πρότασις συνυπολογιζομένων καὶ τῶν ἑδρῶν, αἱ ὁποῖαι περιῆλθον ἐκ τῆς αʹ κατανομῆς. Εἶναι, ὅμως, ἀναμφισβήτητον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι οὔτε τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, οὔτε αἱ προτάσεις βουλευτῶν, οὔτε ἡ εἰς πρώτην συζήτησιν ψήφισις, οὔτε ἡ τροπολογία μου περιελάμβανον τὴν πρότασιν ταύτην.
§66Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα, οὐσία, ἐξέφυγεν εἰς περαιτέρω ἔρευναν τῶν λεπτομερειῶν τῆς βʹ κατανομῆς, τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ σύστημα τοῦ 1951. Ἐγώ, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀποχωρήσεως ἑνὸς Κόμματος, μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὁδηγεῖ πρὸς πόλωσιν, ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἀποστροφῆς αὐτῆς τοῦ λόγου τοῦ κ. Κωστοπούλου καὶ ἀνεφέρθην μεταξὺ ἄλλων καὶ εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Διότι, ὡς γνωστόν, τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον περιέχει τὴν βασικὴν καὶ θεμελιώδη διάταξιν τῆς μορφῆς καὶ τοῦ εἴδους τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιερώνει. Περιέχει ἐπίσης ἄλλας βασικὰς διατάξεις. Καὶ τέλος περιέχει καὶ ἐπουσιώδεις διατάξεις. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις περὶ τῶν ἐκδρομέων, οἱ ὁποῖοι περιφρονοῦν τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ των καθήκοντος θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Συζητοῦμεν περὶ τῶν βασικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον μόνον αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ προσδώσουν τὴν αʹ ἢ βʹ μορφὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀναμφισβητήτως κλασσικῆς μορφῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὸ ἀποχωρῆσαν Κόμμα. Ἐν συνεχείᾳ αὐτῶν τῶν δύο ἀρτηριακῶν στοιχείων τοῦ νομοσχεδίου τὸ 17% ὑπεβιβάσθη εἰς 15%, προσετέθη διάταξις, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν συμμετοχὴν καὶ τρίτου Κόμματος εἰς τὴν βʹ κατανομὴν καὶ τέλος προσετέθη καὶ τὸ σὺν 1, τὸ ὁποῖον αὐτομάτως μειώνει τὰς ἕδρας τῆς βʹ κατανομῆς. Πέραν ὅλων αὐτῶν ἐτόνισα, ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς διατάξεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ προκληθῇ, ἡ κριτικὴ τοῦ Σώματος καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ μία, ἡ καθιέρωσις τοῦ πλειοψηφικοῦ διὰ τὸ ἀπώτερον μέλλον, εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία εἶχε καθιερωθῆ ἀπὸ τὸ Κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν ὁ κ. Κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς Κ.Ε.Α. διὰ τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς τοῦ 1951. Δευτέρα διάταξις εἶναι ἡ διάταξις τῆς ψήφου τοῦ Στρατοῦ, ἡ ὁποία ἐπίσης διελαμβάνετο εἰς τὴν ἐνισχυμένην τοῦ 1951. Καὶ τέλος ἡ διάταξις περὶ τοῦ τρόπου τῆς δευτέρας κατανομῆς, ἡ ὁποία μετὰ τὴν προσθήκην τοῦ σὺν 1 καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἑδρῶν τῆς βʹ κατανομῆς εἰς τὸ ἥμισυ περίπου, παραμένει σχεδὸν ἄνευ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐδέχθη εἰδικὴν πολεμικὴν ἡ διάταξις αὐτὴ τῆς βʹ κατανομῆς, ὡς πρωτοφανής, ὡς ἄδικος, ὡς ἐγκληματική, ὡς καλπονοθευτικὴ καὶ ὡς ληστρική. Καὶ ἀπαντῶ: Αὐτὴν τὴν διάταξιν, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισαν τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν προέτεινε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων τὸ 1951, ὡς τὴν ἰδανικὴν βʹ κατανομήν, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἰσχύσῃ. Καὶ δὲν ὑπῆρξε μόνον τοῦτο. Ἀφοῦ κατετέθη τὸ νομοσχέδιον, ἐψηφίσθη ὑπὸ τοῦ Σώματος εἰς Αʹ ἀνάγνωσιν, σύμφωνα καὶ μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ συνόλου τῶν εἰσηγητῶν. Καὶ ἐρωτῶ, ἀσχέτως τῆς περαιτέρω τύχης τῆς διατάξεως, ὅταν μία Κυβέρνησις καὶ τρία Κόμματα ἐκτιμοῦν τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς βʹ κατανομῆς καὶ τὸν ἀποκρυσταλλώνουν διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὡς σχέδιον νόμου, τὸν προτείνουν πρὸς τὸ Σῶμα καὶ τὸν ψηφίζουν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἔχουν τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ μάλιστα τὸν ἐψήφισαν ἐκ νέου καὶ τὸ 1958, νὰ τὸν χαρακτηρίζουν ὡς τὸν ἐχαρακτήρισαν; Ὅσον ἀφορᾶ εἰδικώτερον τὴν τύχην τῆς προστασίας τῆς Κυβερνήσεως τὸ 1951, τὸ θέμα ἀπεσαφηνίσθη, καίτοι δὲν ἦτο ἐκεῖ τὸ θέμα. Διότι τὸ ζήτημα ἦτο, ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1951, σκεπτομένη ἐλευθέρως καὶ προκρίνουσα σύστημα δευτέρας κατανομῆς, ποῦ κατέληξε; Κατέληξεν εἰς τὸ ἰσχῦον σύστημα τῆς βʹ κατανομῆς. Ἐὰν τώρα ἔλθωμεν καὶ εἰς τὴν τύχην τῆς προτάσεως ἐκείνης, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο πολὺ εὐχάριστος ἡ συζήτησις διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου ἐπέμεινεν εἰς τὴν βάσιν τῆς κατανομῆς, μὲ μίαν διαφοράν, ὅτι δὲν θὰ ἰσχύσῃ τὸ γενικὸν ποσοστὸν τῆς χώρας, ἀλλὰ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον συγκεντρώνει εἰς τὴν ἐφετειακὴν περιφέρειαν τὸ Κόμμα. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει τροπολογίαν καὶ ὁ κ. Μπαλτατζῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ δευτέρα κατανομὴ θὰ συντελῆται κατὰ λόγον κομματικῆς πάντοτε ἰσχύος τῆς ἐφετειακῆς, ὅμως, περιφερείας, οὐχὶ ὁλοκλήρου τῆς χώρας. Καὶ διερωτῶμαι κατόπιν ὅλων αὐτῶν, ἀπομένει πρόσχημα διὰ νὰ δικαιολογήσῃ μίαν πρωτοφανῆ, ἐκδήλως ἀντικοινοβουλευτικὴν ἐνέργειαν;
§67Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, ὀρθῶς ἐξέθεσε τὸ ἱστορικὸν τῆς περιπτώσεως, προσθέσας, ὅτι πράγματι, ἡ ἰδική του τροπολογία μετέβαλε κατὰ τοῦτο τὴν ἀρχικὴν πρότασιν. Νὰ μὴ καθιερώσῃ τὴν ἀναλογίαν τῶν ποσοστῶν εἰς τὴν ἐφετειακὴν περιφέρειαν, ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ νόμος τοῦ 1951 καὶ ἐπηκολούθησεν ἡ συνεννόησις μεταξὺ τῶν Κομμάτων καὶ συνεπληρώθη διὰ τῆς φράσεως «ἀφαιρουμένων τῶν ἑδρῶν τῆς πρώτης κατανομῆς». Κύριε Ὑπουργέ, τὸ πρόβλημά μας δὲν εἶναι —διότι καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης— τὶ ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ ὑποβάλῃ ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ διορθωθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ παραδέχεται ἡ Κυβέρνησις. Ἡ διαφορά μας εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τοῦ Προέδρου της, τοῦ κ. Βενιζέλου, ὅταν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις εἶπεν, ὅτι εἶναι δικαιοτέρα καὶ πρέπει νὰ τὴν δεχθῶμεν καὶ συνεφώνησαν εἰς αὐτὸ καὶ τὰ τρία Κόμματα. Αὐτὸ ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν λέγομεν τὶ κατετέθη ἢ τὶ δὲν κατετέθη. Καὶ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ τὰ ξεχάσωμεν ἐκεῖνα.
§68Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι τὸ θέμα μετετοπίσθη. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ μία ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως, αἱ συζητήσεις ἐπιβάλλουν πολλάκις τροποποιήσεις. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ὑπέστη τοιαύτας καὶ μάλιστα σοβαράς. Δὲν ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα οἱουδήποτε Κόμματος νὰ ζητήσῃ τροποποιήσεις, ὅπως δὲν ἀρνοῦμαι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκτιμήσῃ ταύτας.
§69Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀρνοῦμαι, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέτεινε τὸ Κόμμα των εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποκηρύξουν μὲ τὸ νὰ χαρακτηρίσουν ὡς καλπονοθευτικὴν καὶ ἐγκληματικὴν τὴν πρότασίν των ἐκείνην.
§70Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ μέρους τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον κατὰ ἕνα τρόπον διεδέχθη μερικῶς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, νὰ ὑπάρξῃ πρότασις οἱασδήποτε μορφῆς βʹ κατανομῆς, ἡ ὁποία νὰ συζητηθῇ. Δὲν ἔχετε, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅμως, τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίσετε ὡς ὕποπτον τὸ προτεινόμενον σύστημα τῆς βʹ κατανομῆς, διότι τότε πρέπει νὰ συνομολογήσετε, ὅτι ὡς Κυβέρνησις ὕποπτον σύστημα δευτέρας κατανομῆς προετείνατε κατὰ τὴν ψήφισιν, τῆς ἐνισχυμένης τοῦ 1951.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
§72Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀρνεῖσθε, ὅμως, καὶ ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα ἑνὸς Κόμματος νὰ ἀποκηρύξῃ καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς καλπονοθευτικὴν καὶ λῃστρικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει τὸ ἴδιον.
§73Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, ἐπῄνεσε τὴν παραμονήν μου εἰς τὴν αἴθουσαν, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς ὁμάδος τῆς Κ.Ε.Α. Λυποῦμαι, διότι τὰ ὅσα θὰ εἴπω ἐν συνεχείᾳ δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσουν τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω, ὅμως, νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ διὰ τὴν βαρεῖαν φράσιν τὴν ὁποίαν ἐξεστόμισεν ἐναντίον τῶν ἀποχωρησάντων συναδέλφων. Ὁ χαρακτηρισμὸς «ἐλλείψεως ἀξιοπρεπείας», δὲν ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιηθῇ ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν βαρεῖαν αὐτὴν φράσιν θεωρῶ ὡς τελείως ἀπαράδεκτον. Ἐὰν ἀκόμη, οἱ ἀποχωρήσαντες, κ.κ. συνάδελφοι, ἔσπευσαν νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν αἴθουσαν προτοῦ σᾶς ἀκούσουν εἰς μίαν ὀξεῖαν φάσιν τῆς συζητήσεως, ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πρᾶξιν των.
§74Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, συνομολογῶ μαζί σας, ὅτι ἦτο βαρεῖα ἡ λέξις τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησα καὶ τὴν ἀνακαλῶ, καίτοι ἀπουσιάζουν οἱ ἐξ αὐτῆς θιγέντες. Παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ ληφθῇ αὕτη ὑπ’ ὄψιν. Πράγματι, ἀνέμενον καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ἀναμένω νὰ μὲ ἀκούσουν, νὰ ἀκούσουν τὴν Κυβέρνησιν ἀπαντῶσαν εἰς ὅσα εἶπον. Καὶ ἐν τῇ ὀργῇ μου ἐχρησιμοποίησα λέξιν, διὰ τὴν ἐκστόμισιν τῆς ὁποίας ἐκφράζω τὴν λύπην μου.
§75Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, χωρὶς νὰ προκαλέσω τὴν διαμαρτυρίαν, ἐλπίζω, τοῦ Προεδρείου, δοθέντος, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω ἀναφέρονται εἰς τὸ ψηφισθὲν πρῶτον ἄρθρον. Θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἤμην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν ἐψηφίσθη τότε ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογική. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τὶ ἐπροτείναμεν καὶ τὶ ἐπροτείνατε. Σημασίαν ἔχει, ὅτι προϊούσης τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήγετο τότε μεταξὺ τῶν τριῶν Κομμάτων, ὅταν διεπιστώθη, ὅτι μὲ τὴν διάταξιν ἐκείνην δημιουργοῦνται ἀδικίαι μεταξὺ τῶν Κομμάτων, ἀνετέθη εἰς μίαν ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπακωνσταντίνου, διὰ νὰ εὕρῃ τὴν διατύπωσιν, ἡ ὁποία θὰ ᾖρεν, ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς δημιουργουμένας ἀντιδικίας. Καὶ ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία ἐν τέλει περιελήφθη εἰς τὸν νόμον, ἀκριβῶς, ἔφερεν ἀποτελέσματα καὶ δὲν εἶχε προκαλέσει ἀδικίας μεταξὺ τῶν Κομμάτων.
§76Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχε συσταθῆ πρὸ τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ταύτην. Τώρα πῶς ἔγινε κατόπιν ἡ συμπλήρωσις, ἀσφαλῶς νομίζω, ἔγινε διὰ συμφωνίας τῶν Κομμάτων. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐνθυμηθῶ τὰς λεπτομερείας.
§77Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ἰδικόν σας νομοσχέδιον τοῦ 1958 ἐδημιούργησε ἐνισχυμένην ἔναντι ἑνὸς Κόμματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ὀφείλεται νὰ τὴν παραδεχθῆτε.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Τῆς Συμπολιτεύσεως) .... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκούμενος).
§79Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε σᾶς παρακαλῶ. Ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ καταδυναστεύετε τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἄλλως τε ἀποτελεῖ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρέπει νὰ σταματήσῃ αὐτό. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§80Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Μίαν λέξιν ἐψιθύρισε ὁ κ. συνάδελφος, κ. Πρόεδρε, δὲν διέκοψε.
§81Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βλέπετε, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μὲ πόσον ἤρεμον ὕφος ὁμιλῶ, ἀκριβῶς, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕνα συμπέρασμα. Ἐγώ, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς μίαν συνάντησίν του, εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τῆς βʹ κατανομῆς τοῦ Ν. 1958 ἀναμφισβητήτως ἔδιδε πλεονεκτήματα εἰς τὸ πρῶτον Κόμμα.
§82Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, ἀρχίσετε νὰ λέγετε τί εἶπεν ἰδιαιτέρως ὁ εἷς εἰς τὸν ἄλλον, τότε καὶ ἡμεῖς θὰ ἀρχίσωμεν νὰ λέγωμεν τί εἶπεν ὁ εἷς καὶ τί εἶπεν ὁ ἄλλος.
§83Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἴπατε, ὅτι εἰς τὸν κ. Παπανδρέου, μὲ τὸν ὁποῖον σεῖς διεξηγάγατε διαπραγματεύσεις, ἐξηγήσατε ποία εἶναι ἡ ἐπίπτωσις τοῦ νόμου ἐπὶ τῆς δευτέρας κατανομῆς καὶ τοῦ εἴπατε, ἐὰν σεῖς εἶσθε ἡ πλειοψηφία, σεῖς θὰ ἐπωφεληθῆτε. Ἐπειδὴ νομίζομεν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἡ πλειοψηφία, ἡμεῖς θὰ ἐπωφεληθῶμεν. Εἶναι αὐτὸ σωστόν;
§84Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὅπως συνεπληρώθησαν, εἶναι ἀπολύτως ἀκριβῆ ὅσα εἴπατε, Πράγματι, ὅπως εἶχον ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, κατὰ τὰς συζητήσεις μου μετὰ τοῦ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνδιατρίψῃ ἐπὶ τεχνικῶν ἐκλογικῶν θεμάτων, ἐξήγησα σαφῶς καὶ ἀπροκαλύπτως, ὅτι εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν τὰ κόμματα τὰ μετέχοντα αὐτῆς θὰ ἐνισχύοντο κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεώς των καὶ ὅτι ἐὰν μὲν ἡ Ε.Ρ.Ε. συγκεντρώσῃ μεγαλυτέραν δύναμιν, ὅπως προσωπικῶς πιστεύω, θὰ ἔχῃ ἀναλόγως μείζονα ἐνίσχυσιν καὶ μικροτέραν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἐὰν δὲ παρὰ τὰς προβλέψεις μου, ἀπεδεικνύετο ἰσχυρότερον τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τότε θὰ ἀπελάμβανε καὶ μείζονος ἐνισχύσεως εἰς τὴν Βʹ κατανομήν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔντιμος καὶ σαφὴς ἐξήγησίς μου μετὰ τοῦ τότε συναρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§85Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί, δυστυχῶς, τότε καὶ ἡμεῖς ἀγωνιζόμεθα διὰ νὰ γίνῃ μία δικαιοτέρα κατάταξις τῶν δυνάμεων εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν; Κύριοι βουλευταί, φοβοῦμαι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει θὰ ὁδηγήσῃ εἰς νέαν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν ἢ μᾶλλον θὰ συνεχισθῇ ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία. Τὰ χθεσινὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια, πιστοποιοῦν ὁμοίως εἰς ποίαν ἀτμόσφαιραν πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐν τελικῇ ἀναλύσει θὰ ψηφισθῇ μόνον ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα, ἔστω καὶ ἀρνητικῶς νὰ συμβάλλω εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ ἀποχωρήσω μέχρι λήξεως τῆς ψηφίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. (Μεθ’ ὅ, ὁ κ. Σ. Βενιζέλος, ἀποχωρεῖ τῆς αἰθούσης).
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, κύριοι βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸς ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπεδέχθητε τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Βενιζέλου. Ὁ κ. Βενιζέλος εἶχεν ἀκούσει ἤδη τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν ἰδέαν τῆς ἀποχωρήσεως. Ἑπομένως, δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἀποχωρήσαντες. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς ἐκείνους, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀνακαλέσω τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον χρησιμοποιήσει. Ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς τακτικῆς, δικαιοῦται πᾶν κόμμα καὶ δικαιοῦται πᾶς, ὅστις εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἀκολουθήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει, ὡς ὀρθόν, εἴτε εἰσερχόμενος, εἴτε ἐξερχόμενος, εἴτε καθήμενος, εἴτε ἐγειρόμενος, εἴτε ὁμιλῶν, εἴτε σιωπῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δικαιοῦμαι, ὑπὸ μορφὴν σχολίου νὰ παρατηρήσω, εἶναι τοῦτο: Ἐχρησιμοποιήθησαν —πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλον, ὁ ὁποῖος εἶναι πάντοτε σύντομος εἰς τὰς ἐκφράσεις του καὶ πολὺ θετικός, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ὑπὸ τοῦ κ. Κωστοπούλου— πολλαὶ φράσεις. Ἐχρησιμοποιήθησαν πολλὰ ἐπιχειρήματα. Ἀπαντῶν εἰς τὰς σκιὰς τῶν ἀποχωρησάντων μελῶν τῆς ΚΕΑ —καὶ ὁμιλῶ περὶ σκιῶν, διότι δὲν παρίσταντο πλέον ὅταν ἀπήντησα— ἀπαντῶν εἰς τὰς σκιὰς αὐτῶν, εἶπον, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ ὀρθότερον καὶ θὰ ἦτο πολὺ εἰλικρινέστερον, ἂν προέβαινον εἰς κἄτι, εἰς τὸ ὁποῖον περίπου προέβη ὁ κ. Βενιζέλος. Ὁ κ. Κωστόπουλος δὲν εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἐπετέθη δριμέως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, «ἡ ὁποία, δῆθεν, προβαίνει εἰς αὐτὰ τὰ ἄθλια καὶ φοβερὰ πράγματα». Ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ποία εἶναι αὐτὰ τὰ ἄθλια καὶ φοβερὰ πράγματα καὶ ἀπεκάλυψεν, ὅτι εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι μετεῖχον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, εἶχον θεωρήσει ἄλλοτε ὡς οὐχὶ μόνον μὴ ἄθλια, ἀλλὰ ὡς λίαν ὀρθά, δίκαια καὶ κανονικά. Ὁ κ. Βενιζέλος, δὲν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπέφυγε νὰ ἐκδηλωθῇ περισσότερον καὶ ἀνοικτά. Ἡ πρόθεσις, ἡ ὁποία τὸν κινεῖ, καὶ τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει, πιθανὸν τὴν συμμερίζονται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεχώρησαν προηγουμένως καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον κἄποτε ἢ ἀνήκουν ἀκόμη εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἶναι νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βενιζέλος ἄφησε νὰ ὑπονοηθῇ τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ διατὶ δὲν τὸ λέγει κατὰ τρόπον καθαρόν, κατὰ τρόπον εὐθύν, εὐθὺν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων —δὲν τοποθετῶ τὸ ζήτημα ἠθικῶς— εὐθὺν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν λογικήν. Διατὶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια τῆς ἐπιρρίψεως εὐθυνῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μετὰ ἀπὸ ἐπανειλημμένας προκλήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατήρτισεν ἕνα νομοσχέδιον καὶ τὸ ἔφερεν; Ὅπως εἶπον καὶ χθές, ὑπάρχει νόμος, ὁ νόμος τοῦ 1958. Διατὶ αὐτὴ ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἀνταποκρινομένη εἰς ἐπιθυμίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἔφερεν ἕνα νέον σχέδιον νόμου περὶ ἐκλογικοῦ συστήματος, καὶ ἡ ὁποία, ὄχι ἁπλῶς τὸ ἔφερεν, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως, λαβοῦσα ἰδιαιτέρως ὑπ’ ὄψει τὰ ὑπὸ τῶν βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως λεχθέντα, μελετήσασα τὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, διὰ τῶν χειλέων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προβῇ εἰς οὐσιώδεις μεταβολάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο χάριν τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος τῆς Χώρας, αἱ ὁποῖαι, ὅμως, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἀποτελοῦν καὶ παραχώρησιν ἀπέναντι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Διατί, λοιπόν, αὐτὸ τὸ μένος, τὸ ὁποῖον ἐπέδειξεν, ἐκνευρισθείς, ὑπὲρ τὸ δέον, ὁ κ. Κωστόπουλος; Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, μόνον διὰ νὰ ἐπισημάνω αὐτὸ τὸ κενόν. Ὅταν ἐπιθυμῇς κἄτι, πρέπει νὰ τὸ λέγῃς καθαρά. Ὅταν ἐπιδιώκῃς κἄτι καὶ δὲν πρόκειται περὶ ὑπούλου τακτικῆς, ἀλλὰ περὶ τακτικῆς ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθῇ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, τὴν ὁποίαν φωτίζει ὁ Ἥλιος, ὁμολόγησέ το ρητῶς. Ἐπιδίωξέ το, κάμε πρότασιν. Ἡ Κυβέρνησις ἔφερε μὲ ἀπόλυτον εἰλικρίνειαν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερε καὶ εἶπε ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις της. Ἡ Κυβέρνησις ἤκουσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς ὡρισμένας οὐσιώδεις μεταβολάς, τὰς ὁποίας ἀπόψε ἐπανέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θεμελιώσας αὐτὰς ἔτι μᾶλλον. Δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρίστανται, ἀπευθύνομαι, κ. Μαρκεζίνη, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ἐμειδιάσατε, ὅταν ἠκούσατε τὴν λέξιν, πρὸς τὰς σκιὰς τῶν ἀπουσιαζόντων συναδέλφων μας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἠμπορεῖ νὰ μὴ παρευρίσκωνται, ἀλλὰ σκιάζουν τὴν Βουλήν. Ἂς ὁμιλήσουν κατὰ τρόπον λογικόν, εὐθύν, καὶ ὄχι νὰ χρησιμοποιοῦν αὐτὰς τὰς ἐπιθετικὰς ἐκφράσεις, τὰς ὁποίας ἐχρησιμοποίησαν. Ἂς ὁμιλήσουν, λοιπόν, κατὰ τρόπον ἀνοικτόν. Δὲν θέλουν νὰ ὁμιλήσουν ἐδῶ; Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον, διότι ἀπεχώρησαν καὶ δὲν εὑρίσκονται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐδῶ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς θέσω ἐρώτημα. Ἂς ὁμιλήσουν, λοιπόν, διὰ τοῦ τύπου. Ἂς ὁμιλήσουν εἰλικρινῶς καὶ ἂς παύσουν προβαίνοντες εἰς αὐτὰς τὰς ἐντονωτάτας ἐπιθέσεις ὅπως προέβη ὁ κ. Κωστόπουλος, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς ὁποίας θεωροῦμεν, ὡς πρὸς ὅλα τὰ σημεῖα ἀπαραδέκτους. Καὶ ἂν ἦτο ἐδῶ, βεβαίως, θὰ τοῦ ἀπαντοῦσα καὶ θὰ ἀπαντοῦσα εἰς πᾶσαν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν. Ὁ κ. Βενιζέλος ὑπῆρξε προσεκτικός. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀπὸ ὑπερβολικὴν προσοχὴν δὲν μᾶς ἀπεκάλυψε πλήρως τὰς ἐνδομύχους σκέψεις του. (Χειροκροτήματα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§88Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ δὲν εἶμαι πολὺ ἱκανὸς εἰς πλαγίαν ἔκφρασιν τῆς γνώμης μου, φαντάζομαι, ὅτι θὰ συνεννοηθῶ πλήρως μὲ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχα τὴν εὐκαιρίαν, πρὸ 2–3 ἡμερῶν, νὰ ὑποσημειώσω, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ μὴ δύναται, ὄχι τυπικῶς, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς νὰ ἀποτελῇ ἔργον μόνης τῆς πλειοψηφίας. Καὶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἶναι νόμος ἐξασφαλίζων κατὰ τὴν γνώμην τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς — ὄχι μόνον δηλαδὴ τῆς Συμπολιτεύσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως — ἴσους ὅρους εἰς τὴν ἅμιλλαν διὰ τὴν κατάκτησιν τῆς ἐξουσίας. Τοῦτο ἔχει σημασίαν, εἴτε ἕνα κόμμα ἀποχωρεῖ τῆς συζητήσεως, εἴτε παραμένει καὶ καταψηφίζει εἰς τὸ τέλος. Τὸ τί θὰ εἶναι ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ἀπὸ ἀπόψεως μέλλοντος τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας, ἔχει σημασίαν, ἀνεξαρτήτως τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν τηροῦν τὰ κόμματα. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀρχή. Τὸ δεύτερον σημεῖον, ποὺ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, εἶναι τοῦτο: Ὅτι ἡ παρελθοντολογία, ποὺ ἔγινε, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, δὲν ἀποτελεῖ δικαιολογίαν τοῦ παρελθόντος νόμου. Διότι, ὅ,τι συνέβη τὸ 1951 δὲν εἶναι μόνον, ὅτι τὸ κατεδίκασα ἐγὼ τότε, ἀλλ’ εἶχε καὶ ὡρισμένα πολιτικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα, ἐκ τῶν ὑστέρων, καταδικάζομεν ὅλοι. Δὲν ἠμπορεῖ, ἑπομένως, νὰ ἀποτελέσῃ δικαιολογίαν, τὸ ὅτι τὸ 1951 ἐψηφίσθη, καλῶς ἢ κακῶς, ἕνας νόμος, ἢ τὸ 1958 ἐψηφίσθη καλῶς ἢ κακῶς ἕνας ἄλλος νόμος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν καὶ σήμερον νὰ ψηφίσωμεν ἐκ νέου νόμον, τοῦ ὁποίου τὰ κακὰ ἀποτελέσματα γνωρίζομεν. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν παραδέχομαι εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐψήφισε κἄποτε ὡς ὀρθὴν μίαν διάταξιν, δὲν δικαιολογεῖται, ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ τὴν καταδικάσῃ, ἐὰν πεισθῇ, ὅτι εἶναι κακή.
§89Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Δὲν εἶπον αὐτό.
§90Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ ἐπέστρεφα τὴν παρατήρησιν. Θὰ ἔλεγα, ὅτι δὲν δικαιοῦται καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατεδίκασε μίαν διάταξιν, ὅταν ἐψηφίζετο τότε, ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ ὡς δικαίαν. Καὶ αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ περίπτωσίς σας.
§91Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ νὰ μὴ μεταβάλλετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν παρατήρησίν μου. Εἶπον κατὰ λέξιν: Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προτείνει κἄτι, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ κἄτι, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ ἴδιος, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐπρότεινε μετὰ μελέτην, νὰ τὸ χαρακτηρίζῃ ὡς καλπονοθευτικὸν καὶ λῃστρικόν. Τὸ νὰ ἀλλάξῃ γνώμην, τὸ νὰ κρίνῃ καλύτερον μετὰ ταῦτα, εἶναι νοητόν. Ἀλλά, καὶ ὅταν ἀλλάζῃ γνώμην, πρέπει, διὰ νέου λογικοῦ ἐπιχειρήματος, νὰ στηρίζῃ τὴν νέαν του γνώμην καὶ οὐχὶ δι’ ἐπιχειρήματος ἠθικοῦ περιεχομένου, διότι, τότε, τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται ἐναντίον τοῦ ἰδίου.
§92Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι ἡ διαφωνία μας εἶναι μικρά. Διότι ἠμπορεῖ κάλλιστα νὰ προτείνῃ κανεὶς κἄτι, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ὑστέρων βλέπει, ὅτι κακῶς τὸ ἐπρότεινεν. Ἄλλως τε, ἡ ὅλη διαδικασία τῆς ψηφίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ 1951, καθὼς καὶ ἡ ἀνάμνησις αὐτῆς, δὲν ὑπῆρξε καὶ δὲν εἶναι εἰς ὄφελος τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι δυνατὸν ὡρισμένα Κόμματα νὰ ἔχουν προτείνει ἕνα νόμον, νὰ ἔχουν ἔλθει ἐπ’ αὐτοῦ, εἰς συμφωνίαν, καί, ἐν τούτοις, οἱ περισσότεροι τῶν βουλευτῶν τῶν Κομμάτων αὐτῶν, νὰ μὴ ἔχουν κἂν ἀντίληψιν περὶ τίνος πρόκειται. Διότι πράγματι, ὑπῆρχε, προκειμένου περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ 1951 μία συμφωνία μεταξὺ τριῶν Κομμάτων ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἠδύναντο οἱ βουλευταί των νὰ ἐπιφέρουν μεταβολάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι δὲν ἐνδιαφέρει σήμερον τὸ Ἔθνος, ἐὰν ὁ συγκεκριμένος ἐκπρόσωπος τῆς Κ.Ε.Α., ἢ οἱουδήποτε Κόμματος ἐψήφισε τὸ 1951 τὸν αʹ ἢ βʹ νόμον, τὸ δὲ 1958 ἄλλον νόμον. Μὲ ἐνδιαφέρει, ὅτι σήμερον, ἐν ὄψει τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος καὶ τῶν σημερινῶν πολιτικῶν πραγματικοτήτων, τὸ Ἔθνος ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος, ἀντὶ τῆς παρατάσεως τῆς ἀνωμαλίας, θὰ ἐξασφαλίσῃ ἴσους ὅρους εἰς τὴν ἅμιλλαν διὰ τὴν κατάκτησιν τῆς ἐξουσίας. Διὰ τὴν κατάκτησιν, λέγω, τῆς ἐξουσίας! Ἐπαναλαμβάνω τὰς λέξεις αὐτὰς δύο καὶ τρεῖς φοράς! Διότι, ὅλαι αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν δεκταί, τείνουν εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίζουν, εἰ δυνατόν, εἰς ἓν Κόμμα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπολιτεύσεως τὴν δυνατότητα νὰ παρίσταται ὡς ἐθνικὴ ἀντιπολίτευσις, καὶ τείνουν ὅλαι εἰς τὸ νὰ δώσουν εἰς τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀγωνισθοῦν διὰ τὴν τρίτην θέσιν μέσα εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν. Ἐνῷ ὁ κόσμος τοῦ Κέντρου ἐπιθυμεῖ, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δύναμις τοῦ Κέντρου, ἡ ὁποία, ἐπὶ ἴσοις ὅροις, νὰ διεκδικήσῃ τὴν πρώτην θέσιν καὶ τὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο, κατὰ τὴν κρίσιν μας, ἀδικαιολογήτως, ἄνευ οὔτε θεωρητικοῦ, οὔτε πρακτικοῦ ἐπιχειρήματος, τὸ ἐμποδίζει διὰ τῆς διατάξεως περὶ συνασπισμῶν. Διὰ τῶν ἀπαγορευτικῶν, δηλαδή, ἐκείνων ποσοστῶν τῶν συνασπισμῶν, τὰ ὁποῖα μόνον ἕνα συνασπισμὸν ἐπιτρέπουν. Τὸν συνασπισμὸν ἀκριβῶς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ πραγματοποιούμενον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι ἕκαστον Κόμμα δικαιοῦται νὰ κρίνῃ, ὅτι εἰς τοιούτου εἴδους σοβαρὸν νομοθέτημα, ὅταν αἱ τροπολογίαι γίνωνται δεκταί, ὅπως ἔγιναν αἱ τροπολογίαι τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ὅπως ἔγινεν ἡ ἔναρξις τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, δικαιοῦται, λέγω, νὰ κρίνῃ, ὅτι καὶ ἡ παρουσία του εἶναι περιττή. Διότι, προκειμένου περὶ ἑνὸς τοιούτου νόμου, ὡς ὁ ἐκλογικός, δὲν πρόκειται ἁπλῶς νὰ γίνῃ μία προσπάθεια, μεγάλη ἢ μικρά, βελτιώσεως, ἢ ἁπλῆς ἐκδηλώσεως τῆς γνώμης ἑνὸς Κόμματος. Πρέπει ἕκαστον Κόμμα νὰ δύναται νὰ νομίζῃ, ὅτι ἡ παρουσία του πράγματι σημαίνει συμβολήν του εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νόμου, οὕτως ὥστε νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. Τῶν πραγμάτων οὕτως ἐχόντων, θεωρῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ κατακριθῇ ἡ ἀποχώρησις ἑνὸς Κόμματος, χαρακτηριζομένη ὡς ἀπειλὴ ἢ ὅ,τιδήποτε ἄλλο. Διότι, πιστεύω, ὅτι, εἴτε ἀποχωρήσουν ὅλα τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, (ἢ τινὰ μόνον ἐξ αὐτῶν), εἴτε δὲν ἀποχωρήσουν, ἡ ψήφισις τοῦ νόμου, ὡς ἔχει, μὲ τὴν ἀπόρριψιν ὅλων τῶν τροπολογιῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν βαδίζετε, θὰ ἀφήσῃ ἀνοικτὸν τὸ πρόβλημα τοῦ ἀνεντίμου ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν βοηθεῖ τὸν τόπον νὰ ἀποκτήσῃ ὁμαλὸν πολιτικὸν βίον. Μὲ μίαν, μάλιστα, ἐπιπλοκήν: Ὅτι ἕως χθὲς εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἐψηφίζετο καλύτερος ἐκλογικὸς νόμος. Ἐνῷ σήμερον ἔχομεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ἐψηφίσθη ἕνας κακὸς ἐκλογικὸς νόμος, βάσει τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ βαδίσουν εἰς ἐκλογάς. Σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς τὸ Κόμμα μας δηλοῖ: Δὲν ἐπιθυμεῖ ἀναβολὴν ψηφίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ψηφίσατέ τον, ὅπως θέλετε. Τὸ Κόμμα μας ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφισθῇ ὁ ἐκλογικὸς νόμος, βάσει κριτηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθην πρὸ ὀλίγου. Καὶ τοῦτο δὲν βλέπω διατεθειμένην τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ πράξῃ, ἂν κρίνω ἀπὸ τὸν τρόπον ποὺ ὑπεδέχθη τὰς τροπολογίας. Τὸ Κόμμα μας δὲν εἶχε τὴν διάθεσιν νὰ ἀποχωρήσῃ. Θεωρεῖ, ὅμως, ὅτι ἡ ἀποχώρησις ἑνὸς Κόμματος, ὡς ἡ Κ.Ε.Α., εἶναι ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον, ἂν διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ἄνευ σημασίας, διὰ τὰ λοιπὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι ἄνευ σημασίας. Ἂν διεκόπτετο ἡ συνεδρίασις, τὸ Κόμμα μας θὰ ἐσκέπτετο τί πρέπει νὰ πράξῃ. Διότι πιστεύει, ὅτι ὑπάρχει, κατὰ βάσιν, ἕνα αἴσθημα ἀλληλεγγύης, μεταξὺ τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἔτι πλέον, μία ἐκτίμησις πρὸς ἕνα νέον Κόμμα, διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὁποίου ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἦτο ἀπροειδοποίητος. Ἂν ἡ διακοπὴ αὐτὴ δὲν δύναται νὰ δοθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ πάλιν τὸ Κόμμα τὸ ἰδικόν μας — ὀλίγοι εἴμεθα, ἡ ἀπουσία μας δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν— θὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς τηρητέας στάσεως, βάσει τοῦ νέου γεγονότος τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Κ.Ε.Α.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πασαλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§94Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐδημιουργήθη, βεβαίως, χθὲς μέσα εἰς τὴν Βουλὴν μία κατάστασις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ποῦ ὁδηγεῖ. Ἐμεῖς βεβαίως πάντοτε ὑπεστηρίξαμεν τὸν κοινοβουλευτισμόν... (Θόρυβος, φωναί). Ἀκούετε, βλέπετε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, πῶς ἡ Συμπολίτευσις προκαλεῖ ἀνωμαλίαν; Ἐὰν χθὲς μᾶς ἀναγκάσατε δύο ὥρας νὰ καθήμεθα ἐδῶ διὰ νὰ μαγειρεύετε εἰς τὰ παρασκήνια συμβιβασμοὺς καὶ ὑστερώτερα ἤλθατε — δὲν ἐπέτυχεν ἡ μαγειρικὴ — καὶ σήμερα ἐπιχειρεῖτε πάλιν τὰ ἴδια, σᾶς ἐρωτῶ τώρα: Ἐὰν ἐκείνην τὴν στιγμήν, ποὺ ἐσημειώθησαν τὰ ἐπεισόδια, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐλέγατε πρὸς τοὺς προκαλέσαντας «ἀνακαλέσατε» καὶ δὲν ἀνεκάλει ὁ βουλευτής, τί ἔπρεπε νὰ κάμετε; Νὰ καταχωρήσετε εἰς τὰ πρακτικὰ τὴν ἀνάκλησίν του εἰς τὴν τάξιν, ὅπως κάμνετε συνήθως. Δὲν τὸ ἐκάματε. Ἔτσι ἐπηκολούθησεν ἡ ὄξυνσις τῶν ἐπεισοδίων καὶ τὸ ἀπαράδεκτον, νὰ μᾶς ἀπειλῇ ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν δὲν λυθῇ τὸ ζήτημα, ἐὰν δηλαδὴ ὁ τάδε βουλευτής, δὲν ἀνακαλέσῃ, δὲν θὰ συζητήσωμεν τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅμως, ὅτι μὲ τὰς ἀπειλὰς ἐκλογικὸς νόμος δὲν ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ, ὄχι μόνον διότι εἶναι καλπονοθευτικός, ἀλλὰ καὶ διότι ὅταν μέσα εἰς τὴν Βουλὴν γίνωνται αὐτά, πῶς θὰ γίνουν ἐκλογαὶ ἔξω; Δι’ αὐτὸ τίθεται πάλιν τὸ ζήτημα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ τὰς ἐκλογάς. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον δι’ ἡμᾶς καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ποία Κυβέρνησις θὰ κάμῃ τὰς ἐκλογάς, μὲ αὐτὸν τὸν κρατικὸν μηχανισμόν. Διότι, μὲ αὐτὴν τὴν τρομοκρατίαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ, μὲ αὐτὴν τὴν ψυχολογικὴν πίεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπαγιδεύσατε μερικοὺς ἡγέτας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι τοὺς εἴπατε, πῶς θὰ συνεργασθῆτε μὲ τὴν Ε.Δ.Α.; Ἀντεθνικοὶ γίνεσθε καὶ σεῖς. Αὐτὸ πρέπει νὰ δώσῃ ἕνα μάθημα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται, ὅτι τὸ Κόμμα τῆς Ε.Δ.Α. ἀγωνίζεται διὰ τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἡ Δημοκρατία δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα ποὺ θέλετε σεῖς. Σηκώθηκαν ὡρισμένοι ἀπὸ τὸ βῆμα καὶ εἶπον περὶ στρατοῦ κλπ. Ποῖος ὅμως ἀπὸ ἡμᾶς δὲν ἔχει παιδιά, ἢ ἀδελφοὺς μέσα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν; Μήπως ὅμως, μέσα εἰς τὸν στρατὸν εἶναι μόνον παιδιὰ τῆς Ε.Ρ.Ε.; Δὲν εἶναι καὶ τὰ παιδιὰ ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, τὸν στρατὸν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸν κάμετε στρατὸν κομματικόν, ἐξυπηρετήσεως κομματικοῦ συμφέροντος ἑνὸς κόμματος. Αὐτὸ τὸ διατυπώνομεν καὶ διαμαρτυρόμεθα. Τὰ τελευταῖα γεγονότα δεικνύουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε. θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν στρατόν, καὶ νὰ τὸν κάμῃ νὰ πάρῃ μέρος εἰς τὴν διαμάχην τὴν κομματικὴν τῶν Κομμάτων. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ ὀλίσθημα αὐτὸ θὰ φέρῃ πραγματικὴν ἀνωμαλίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐτόνισε, φαίνεται, ὅτι δὲν θέλει νὰ εἴπῃ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγω ἐγὼ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς θέλομεν μίαν ἥσυχον, ἤρεμον συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: Δέχεσθε καμμιὰ φορὰ συζήτησιν ἤρεμον καὶ λογικήν; Εἴπατε: Δίδομεν διὰ ἐθνικοὺς λόγους εἰς τὰ Κόμματα τῶν Συνασπισμῶν 20%. Ἐθύμωσε κατόπιν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀμέσως ἄλλαξε ἄποψιν. Τώρα δὲν εἶναι ἐθνικὸν συμφέρον καὶ ἀποσύρεται. Αὐτὸ δεικνύει – δὲν ξεύρω πῶς νὰ τὴν ὀνομάσω διὰ νὰ εἶμαι μέσα εἰς τὸ κοινοβουλευτικὰ πλαίσια — ἐπιπολαιότητα, ἢ μᾶλλον νομίζει, ὅτι ἰδιοκτησία της εἶναι τὸ Κράτος καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Δὲν εἶναι ὅμως ἔτσι. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σκέπτεται πραγματικῶς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον καὶ λέγει, ὅτι θὰ προτείνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ὡς ἐξυπηρετικὸν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, μένει εἰς τὴν πρότασίν του καὶ δὲν τὴν ἀνακαλεῖ ἀπὸ κομματικοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ νὰ ἐμφανίζεται, ὅτι δίδει δῶρα εἰς τοὺς Κεντρώους. Ἡμεῖς, ξεύρετε πολὺ καλά, δῶρα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν δὲν δεχόμεθα. Εἴπομεν ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει παγίδα. Καὶ νὰ τώρα, ἡ παγίδα, εἰς τὴν ὁποίαν πέφτουν ὅσοι ἠθέλησαν νὰ ἐπιχειρήσουν νὰ συναλλαγοῦν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως τώρα ἔφυγε ἕνα Κόμμα, ἡ Κ.Ε.Α., ἀπὸ τὴν Βουλήν. Σᾶς ἐρωτῶ: Ἐὰν φύγωμεν καὶ ἡμεῖς, τί θὰ κάμετε; Θὰ τὸ ψηφίσετε μόνοι σας;
§95ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Βεβαίως.
§96Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Τὸ ξεύρω. Σεῖς αὐτὸ θέλετε. Νομίζω, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι καταδικασμένον, διότι εἶναι καλπονοθευτικόν, ἔχει παγίδας. Πέραν παρελθοντολογιῶν, θεωρῶ, ἕνα σύστημα ὑπάρχει ἄδολον, ἡ ἁπλῆ ἀναλογική. Διατί δὲν τὰ βάζομε κάτω ὅλα διὰ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον; Ἁπλῆ ἀναλογικὴ καὶ τίποτε ἄλλο. Δὲν θὰ ὑπάρχουν πλέον παζαρεύματα, οὔτε ἀποχωρήσεις ἀπὸ τὴν Βουλήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐθνικὴ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν προτείνει πάλιν ἡ Ε.Δ.Α. Ἡ Ε.Δ.Α. δὲν θέλει ξένους ψήφους, μόνον ἐκείνας ποὺ τῆς ἀνήκουν, ἀλλὰ μὲ ἐλευθέρας ἐκλογὰς καὶ ὄχι μὲ τὴν σημερινὴν τρομοκρατίαν καὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν σκέπτωνται ὅλοι ἐδῶ μέσα τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, αὐτὴ ἡ λύσις ὑπάρχει, μόνον, τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς καὶ ὅλα θὰ ἐτελείωναν καὶ ὅλα τὰ Κόμματα θὰ παρέμειναν εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ λύσις. Τώρα βέβαια ἀπεχώρησαν ἡ Κ.Ε.Α. καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλά, δὲν εἶναι σκιὲς ἐκεῖνοι ποὺ ἔφυγαν. Σκιὲς μόνον εἰς τὸν Ἅδην ὑπάρχουν. Δύο Κόμματα πάντως ἀπεχώρησαν, τί θὰ ἐπακολουθήσῃ; Δὲν ξεύρομεν ποῦ θὰ ὁδηγηθῶμεν. Ἐγὼ φοβοῦμαι πολύ. Μὴ νομίζετε, ὅτι κάθεστε καλά. Καλὰ κάθονται μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται ὄχι κομματικά, ἀλλὰ πραγματικά, δημοκρατικὰ καὶ διὰ τὸν λαόν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ κάμετε μίαν ὀλιγόλεπτον διακοπήν, διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν διὰ τὴν περαιτέρω στάσιν μας. Διότι, καὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἀπεχώρησαν, ὅποιοι καὶ ἐὰν εἶναι, εἶναι Ἀντιπολίτευσις καὶ ἐπὶ τόσον καιρὸν κάμνομεν ἀγῶνα κοινὸν εἰς πλεῖστα θέματα ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Μὴ παίρνετε λοιπὸν τὰ πράγματα τόσον ἁπλᾶ. Θέλομεν λοιπὸν καὶ ἡμεῖς μίαν διακοπήν. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ παράκλησίς μας καὶ δὲν πιστεύω ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος τόσας φορὰς ὡμίλησε, θὰ θέλῃ καὶ πάλιν νὰ ὁμιλήσῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ μετὰ θὰ κάμωμεν μίαν διακοπήν.
§98Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα καὶ ἠκούσαμεν ὅλοι, μετὰ προσοχῆς, τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος καὶ διεπιστώσαμεν, μετὰ τὸν κ. Τσιριμῶκον, ὅτι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Ε.Δ.Α., ὁ ἀξιότιμος κ. Πασαλίδης, διατυπώνει τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν περὶ διακοπῆς. Ἐφ’ ὅσον διατυποῦται ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ ἐκ μέρους δύο Κομμάτων — θὰ ἤρκει μάλιστα καὶ μόνη ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Τσιριμώκου — παρακαλῶ καὶ συνιστῶ, ὅπως γίνῃ διακοπή. Παρακαλῶ τοῦτο, χωρὶς νὰ θέλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἰσέλθω διόλου εἰς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν λόγων, εἴτε τοῦ κ. Τσιριμώκου, εἴτε τοῦ κ. Πασαλίδη.
§99Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω, κ. Πρόεδρε, ὅτι αἱ ἀγορεύσεις ὡρισμένων ὁμιλητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀπόψε, μοῦ δίδουν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις νομίζει, ὅτι ἡμεῖς ἱκετεύομεν νὰ ψηφισθῇ ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Ἡμεῖς παρεκλήθημεν ἐπιμόνως, καὶ μολονότι ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ νόμος, ἐφέραμεν νέον ἐκλογικὸν νόμον. Πράγματι, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπετίθετο κατὰ τοῦ παλαιοῦ νόμου. Ἐπροτείναμεν λοιπὸν ὡρισμένας λύσεις, καθ’ ἡμᾶς τὰς καλλιτέρας, τὰς ἐγκαταλείψαμεν πρὸς χάριν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ προέβημεν καὶ εἰς πολλὰς παραχωρήσεις διὰ νὰ περάσῃ ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Ἀλλά, ἂς μὴ νομίζῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι μὲ τὰς ἀπειλάς της θὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ἐκείνη καὶ ὄχι ὁλόκληρος ἡ Βουλή. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. Βενιζέλος μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τέλους αὐτὸς εἶναι ἡ πλειοψηφία καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ὀγκώδους αὐτῆς πλειοψηφίας καλούμεθα ἡμεῖς νὰ δεχθῶμεν μόνον τὸν νόμον τὸν ὁποῖον θέλει ὁ κ. Βενιζέλος. Ἔχομεν ἀρκετὴν θέλησιν καὶ ἀρκετὴν δύναμιν διὰ νὰ δεχθῶμεν τὸν νόμον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι καὶ ὄχι τὸν νόμον τὸν ὁποῖον μὲ ἀπειλὰς προσπαθεῖ νὰ ἐπιβάλῃ μιὰ ἡττοπαθὴς μειοψηφία. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Δεξιᾶς).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν διακόψωμεν, θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πασαλίδην, διότι, ὅπως σήμερον παρουσιάζεται, ἥρως τῶν χθεσινῶν ἐπεισοδίων εἶμαι ἐγώ. Λοιπόν, προειδοποιῶ, τὸν κ. Βαρβιτσιώτην, τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν καὶ τὸν κ. Μητσοτάκην καὶ οἱονδήποτε ἄλλον βουλευτήν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀνακαλῆται εἰς τὴν τάξιν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ψηφίζῃ ὑπὲρ τῆς ἀνακλήσεως καὶ ἡ παράταξις αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, διακόπτομεν ἐπὶ ½ ὥραν.
(Ὥρα 9.50′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.30 μ.μ.)
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ε.Δ.Α. κ. Ι. Πασαλίδης ἔχει τὸν λόγον.
§102Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἐζητήσαμεν τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως, διότι ἡ πορεία τῶν συζητήσεων καὶ οἱ λόγοι ἀποχωρήσεως ἑνὸς τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐδημιούργησε πρόβλημα. Ἤδη δηλοῦμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ σεβασθῇ καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ κοινὸν αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης, ποὺ συνίσταται: α) Εἰς τὴν ψήφισιν τιμίου καὶ ἀδιαβλήτου ἐκλογικοῦ συστήματος, ὅπως εἶναι ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ ἢ ἡ ἐλαφρῶς ἐνισχυμένη, καὶ μὲ χαμηλὸν ποσοστὸν διὰ συνασπισμοὺς δύο ἢ περισσοτέρων Κομμάτων καὶ μὲ βʹ κατανομὴν βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1951. β) Εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε ἐξασφάλισιν ὅλων τῶν ἐγγυήσεων διὰ τὴν ἐλευθέραν ἔκφρασιν καὶ ἀντιπροσώπευσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἤτοι, τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ Ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν κοινῆς ἐμπιστοσύνης. Τὰς προϋποθέσεις αὐτάς, ὅπως κατήγγειλεν ὁλόκληρος ἡ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἐξασφαλίζουν ὁ συζητούμενος ἐκλογικὸς νόμος, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ὁ ὑπ’ αὐτῆς μετατραπεὶς εἰς κομματικὸν ὄργανον κρατικὸς μηχανισμός. Κατὰ συνέπειαν τούτων, ἡ Ε.Δ.Α. καὶ οἱ μετ’ αὐτῆς συνεργαζόμενοι, παραμένουσα, θὰ ἐπιμείνῃ ὅπως τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον διαμορφωθῇ, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐλευθέρα γνησία καὶ ἀδιάβλητος ἔκφρασις καὶ ἀντιπροσώπευσις τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἡ Ε.Δ.Α. ἐπιφυλάσσεται, ὅμως, κατὰ τὴν πορείαν τῶν συζητήσεων, σταθμίζουσα τὸ συμφέρον τῆς Δημοκρατίας, νὰ καθορίσῃ τὴν περαιτέρω στάσιν της. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἡ παραμονή μας εἰς τὴν Βουλὴν δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν συμμεριζόμεθα τοὺς λόγους τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Κ.Ε.Α. καὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§103Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις διετύπωσε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου τὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ταὐτίζονται μὲ τὰς ἀπόψεις ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀποτελοῦν τὰς προϋποθέσεις διὰ τὴν ψήφισιν ἐκλογικοῦ νόμου ἐξασφαλίζοντος ἴσους ὅρους εἰς τὴν ἅμιλλαν τῶν πολιτικῶν Κομμάτων διὰ τὴν ἐξουσίαν. Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποδοχῆς τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις δηλοῖ, ὅτι θ’ ἀπετέλει ἐθνικὸν ἔργον ἡ ἄμεσος ψήφισις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἐπειδὴ ὅμως τόσον αἱ βασικαὶ τροπολογίαι ποὺ προετάθησαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἀπερρίφθησαν ὅλως ἀδικαιολογήτως ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔρχεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἀντιλήψεις ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις, πιστεύει, ὅτι δικαιολογεῖται πλήρως ἡ μὴ περαιτέρω συμμετοχή της εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου, ὡς αὕτη διεξάγεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§104Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον ἔχει ἀνέκαθεν ὑποστηρίξει, ὅτι πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου ἐπιβάλλεται νὰ δοθῇ εἰς τὴν χώραν ἐκλογικὸς νόμος καὶ διατηρεῖ τὴν αὐτὴν γνώμην. Τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἔχει χαράξει καὶ θὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα μέχρι τέλους, πρὸς βελτίωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§106Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἔκρινα, ὅτι ἐπεβάλετο ἡ ἀποχώρησις τῶν Προοδευτικῶν, βεβαίως, θὰ ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσω τὸ διατί. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, οἱ Προοδευτικοὶ δὲν ἀποχωροῦν, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξηγήσω διατί. Ἐὰν ἐζήτησα νὰ εἴπω ὀλίγα τινά, τὸ ἔπραξα, διότι ἐπροτιθέμην, ἐφ’ ὅσον οἱ προλαλήσαντες ἐπανῆλθον εἰς τὰς θέσεις των, νὰ τονίσω καὶ ἐγὼ ἅπαξ, ἔτι, ὅτι τὸ πράγματι θεάρεστον θὰ ἦτο νὰ ἐψηφίζετο ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ ἢ ἔστω ἡ ἐλαφρῶς ἐνισχυμένη τοῦ 10% — 12%. Εἰς τὰς ἀπόψεις, λοιπόν, αὐτὰς ἐπιμένομεν.
§107Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸν ἀφήνετε δι’ ἄλλην ἡμέραν;
§109Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἤμην ὁμιλητὴς χθὲς καὶ διεκόπη ἡ συνεδρίασις.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ ἔχωμεν ἐπεισόδια, διότι ἔχετε τὴν τάσιν νὰ δημιουργῆτε ἐπεισόδια καὶ ὡς Πρόεδρος, χάριν τῆς ὁμαλῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, ἀπόψε θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Θὰ ὁμιλήσετε ἄλλην ἡμέραν, ἀφοῦ μὲ εἰδοποιήσετε προηγουμένως. Μὴ παίρνετε τὸν λόγον αὐθαιρέτως. Δὲν σᾶς τὸν δίδω.
§111Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Πρέπει νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὰς ἀπόψεις μου. Ἤμην ὁμιλητὴς χθές, ναὶ ἢ ὄχι; Διεκόπη ἡ συνεδρίασις ὅταν ἐγὼ ἤμην ὁμιλητής; Δεύτερον, ἔχομεν ἕνα ἠθικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Τσάτσος καὶ ὁ κ. Θεμελῆς μοῦ εἶπον, ὅτι δὲν θὰ εἶμαι ἔντιμος καὶ θὰ εἶμαι συκοφάντης, ἐὰν δὲν προσκομίσω τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει αὐτὸ ποὺ εἶπον. Εἶναι δυνατὸν νὰ μείνω μὲ τὴν κατηγορίαν, ὅτι εἶμαι συκοφάντης; Ἢ θὰ ζητήσω συγγνώμην, ὅτι ἔκαμα λάθος καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ ζητήσω συγγνώμην, ἤ, ἐὰν ἔχω τὸ στοιχεῖον θὰ παραδεχθοῦν, ὅτι εἶναι ἔνοχοι.
§112Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς τάξεως, ὁ κ. Ἀρβανιτάκις ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον. Ὄντως ὡμίλησε καὶ ὄντως διεκόπη. Ἑπομένως συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν προηγεῖται. Καὶ θὰ πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ, διότι ἔχει νὰ τακτοποιήσῃ ἕνα ἠθικὸν θέμα. Τοῦ εἶπεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅτι ἂν εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ προσκομίσῃ τὰς ἀποδείξεις. Καὶ πρόκειται σήμερον νὰ προσκομίσῃ τὰς ἀποδείξεις. Ἑπομένως καὶ δικαιοῦται νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸν ἀκούσωμεν. Καὶ μάλιστα νὰ τὸν ἀκούσωμεν μὲ ἠρεμίαν. Ἀποτελεῖ καθῆκον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν νευρικότητα, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐπεκράτησε καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ νηφαλιότης καὶ ἡ περιωπὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἔκκλησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, ἐγὼ θὰ κάμω μίαν — ἂν ἐπιτρέπεται ἡ λέξις — ἀντέκκλησιν. Θὰ ἔπρεπε οἱ ρήτορες νὰ μὴ προκαλοῦν καὶ νὰ μὴ μεταχειρίζωνται φράσεις καὶ ἐπίθετα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην δημιουργοῦν μίαν ἀτμόσφαιραν, ἡ ὁποία εἶναι δύσκολος νὰ ἐμποδισθῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον. Δι’ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε ἡ ἔκκλησις αὐτή, νὰ γίνῃ καὶ πρὸς τὴν μίαν πλευρὰν καὶ πρὸς τὴν ἄλλην, δηλαδὴ καὶ πρὸς τοὺς ρήτορας, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὸ Κόμμα μας καὶ εἰς τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα προεκάλεσεν ἐπεισόδιον. Ἂς ἀνέλθῃ λοιπὸν καὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι θὰ προκληθῇ καὶ πάλιν ἐπεισόδιον.
§114Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ἀρβανιτάκις πράγματι διέκοψε τὴν ὁμιλίαν του, λόγῳ τῶν ἐπεισοδίων, τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ἀνεπτύχθησαν δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Παπανδρέου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα, τὸ προκῦψαν ἐκ τῶν φράσεων ὡρισμένων ἐκ τῶν συναδέλφων μου, πράγματι αὐτὸ ὑπάρχει. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν, ὅτι αὐτὸ ὑπάρχει καὶ νὰ δεχθῶμεν εἰς τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν τὸ δικαίωμα, καὶ τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του, νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλὰ εὑρίσκω δεδικαιολογημένην τὴν παρέμβασίν σας καὶ τὴν ἔκκλησίν σας νὰ μὴ συμβῇ αὐτὸ ἀπόψε δεδομένου, ὅτι ἀπόψε ἔγιναν ὡρισμέναι ἐξελίξεις ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ καὶ ἔπρεπε ἀντὶ νὰ ἐπανέλθωμεν ἀπόψε εἰς τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα εἴτε τὸ θέλει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, εἴτε ὄχι, ἐπροκάλεσαν κἄποιαν ὀξύτητα, ἔπρεπε νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη ὁ λόγος.
§116Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Θέλω νὰ διατυπώσω τὴν ἄρνησίν μου νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὴν τὴν δικονομίαν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε. Εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸν Κανονισμόν. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Ἀρβανιτάκι. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἠναγκάσθη νὰ διακόψῃ τὸν λόγον του, ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ συνεχίσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συγκαταθέσεως ἰδικῆς σας, τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς πλειοψηφίας.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐπὶ τοῦ τελευταίου αὐτοῦ σημείου, προτοῦ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Θεμελῆς, θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω τοῦτο. Ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις τὴν διαταγὴν τὴν ἰδικήν μου, ἐκδοθεῖσαν ἐν Καΐρῳ καὶ ἀποσταλεῖσαν ἐδῶ. Ὡς γνωστόν, τὸ πρῶτον ἔτος τῆς κατοχῆς, ἤμην ἐν Ἀθήναις καὶ ἠναγκάσθην νὰ φύγω. Ἡ πρόθεσίς μου ἦτο νὰ παραμείνω, ἀλλ’ ἠναγκάσθην νὰ φύγω, διότι κατεδιωκόμην καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξω ἄλλως. Μεταβὰς δὲ ἐκεῖ, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξω τὸ καθῆκόν μου, καθ’ ὃν τρόπον τὸ ἔπραξα. Διαταγὴν τοιαύτην, μὲ αὐτὸ μόνον τὸ περιεχόμενον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέδωσα, διότι ἀκριβῶς εἶχον ἐκδώσει διαταγὴν ἀπευθυνθεῖσαν εἰς ἀξιωματικοὺς παραμείναντας ἐν Ἑλλάδι καὶ τὴν ὁποίαν ἔλαβον ὁ στρατηγὸς Σπηλιωτόπουλος, ὁ στρατηγὸς Τσακαλῶτος, ὁ στρατηγὸς Λιώσης, ὁ στρατηγὸς Κιτριλάκης, ὁ στρατηγὸς Φιλιππίδης καὶ ὁ στρατηγὸς Δόβας, τότε ἅπαντες Συνταγματάρχαι, πλὴν τοῦ κ. Δόβα, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀντισυνταγματάρχης, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνέθετον ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων, παρὰ μόνον ἐν συνδυασμῷ καὶ ἐν συνεργασίᾳ πρὸς πολλοὺς ἄλλους ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ τὴν ἐκτελέσουν, ἔπρεπε νὰ παραμείνουν εἰς Ἀθήνας. Βεβαίως, ὑπεστήριζα, ὅτι πάντες οἱ ἀξιωματικοί, καὶ τὸ ὑπεστήριζα καὶ ὅταν ἤμην ἐδῶ καὶ τὸ εἶπον ὄχι μόνον ὅταν ἤμην ἐν Καΐρῳ, διαφωνήσας πρὸς ὡρισμένους πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὑπεστήριζα, λέγω, ὅτι ἔπρεπε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἀγωνισθοῦν οἱ ἀξιωματικοί, εἴτε μεταβαίνοντες εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, εἴτε ἀγωνιζόμενοι εἰς τὰ βουνά, εἴτε εἰς τὰς πόλεις. Δὲν ἀπέκλεισα ποτὲ τὴν περίπτωσιν ἀγῶνος εἰς τὰς πόλεις. Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ὁ δώσας τὴν ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα καὶ τοὺς ὁποίους, εἶμαι βέβαιος, ἅπαντες τιμᾶτε καὶ εἶναι ἄξιοι καθολικῆς τιμῆς, ἔδωσα τὴν ἐντολὴν εἰς αὐτοὺς ὅπως ἀγωνισθοῦν ἐν Ἑλλάδι.
§118Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἐγὼ ἤκουσα τὴν διαταγὴν αὐτὴν ὅταν τὴν ἀνέπτυσσεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁ κ. Γαληνός, καὶ εἶσθε τότε παρών. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν τους. Ἐγώ, ὡς ἀνεγνώσθη ἡ διαταγὴ αὐτὴ κατάλαβα, ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔμπαιναν εἰς τὴν σειρὰν γιὰ νὰ τοὺς γεμίσουν τὴν καραβάνα.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε πλέον αὐτὸν τὸν τρόπον τῶν διακοπῶν, νὰ τελειώνωμεν.
§120Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ἀρβανιτάκις ἀπαντῶν εἰς πρόσκλησιν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν χθὲς ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Τσάτσος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσκόμισιν στοιχείων τὰ ὁποῖα θὰ ἐδικαιολόγουν τὰ ὅσα ἐναντίον μου εἶπε, προσῆλθεν ἀπόψε καὶ ἐνεφάνισε δύο στοιχεῖα, ἀντὶ ἐκείνου ποὺ ἐζήτησα ἐγώ, διότι ἐγὼ ἐζήτησα νὰ προσκομίσῃ τὴν προκήρυξιν, αὐτὴν τὴν διαταγήν. Καὶ δὲν τὴν ἐζήτησα πρώτην φορὰν ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ τὴν ἐζήτησα καὶ τὴν 13ην Ὀκτωβρίου, ὅταν ὁμιλῶν ὁ κ. Μπριλλάκης ἀνέφερεν ὅσα πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ἀρβανιτάκις, πλὴν ὅμως ἐπήδησε τὰ πρακτικὰ καὶ εἶπεν, ὅτι ἐνῷ ἐγὼ ἀπήντησα εἰς τὰς ἄλλας κατηγορίας, αὐτὴν τὴν κατηγορίαν τὴν ἀπεσιώπησα. Τὰ πρακτικὰ τὰ ὁποῖα ἔχω ἐδῶ τῆς 13ης Ὀκτωβρίου, λέγουν τὰ ἑξῆς: Ἐκεῖ ποὺ λέγει ὁ κ. Μπριλλάκης ὑπῆρξεν ἡ προκήρυξις τοῦ κ. Θεμελῆ ἡ τοιχοκολληθεῖσα εἰς τὴν Ἔδεσσαν κατὰ τὴν ὁποίαν... (ἀναγινώσκει). «Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ποῦ εἶναι ἡ προκήρυξις; Σᾶς προκαλῶ. Ἡ κατάθεσις ἑνὸς δικηγόρου μεταξὺ 15.000 ἀνθρώπων εἶναι ἱκανὴ νὰ σᾶς δώσῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε καθ’ ὃν ὁμιλεῖτε τρόπον; Θὰ σᾶς ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἀλήθειαν». Αὐτὰ ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Μπριλλάκην, ὅταν ἀνέφερε τὰ ὅσα ἀνέφερε. Συνεπῶς, τὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται καταπίπτει.
§121Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Πρακτικὰ εἶναι καὶ αὐτὰ ἐδῶ.
§122Γ. ΘΕΜΕΛΗΣ. (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Δὲν ξεύρω. Ὅλη ἡ συζήτησις πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἠρέμως καὶ νὰ τελειώσωμεν, διότι σκοπὸς δὲν εἶναι ὁ διαπληκτισμός, ἀλλὰ ἡ ψήφισις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Δι’ αὐτὸ θὰ εἶμαι σύντομος. Δεύτερον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον προσεκόμισεν εἶναι τὸ βούλευμα. Ὁμολογῶ, ὅτι ἀνέμενον νὰ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. Ἀρβανιτάκις τὸ βούλευμα, διότι ἤμην βέβαιος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προσκομίσῃ προκήρυξιν, διότι δὲν ὑπάρχει καὶ κατὰ συνέπειαν, θὰ κατέφευγεν ὁπωσδήποτε εἰς τὸ βούλευμα. Καὶ εἰς τὸ βούλευμα ἀναφέρεται εἰς τὴν περικοπὴν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τσάτσος προηγουμένως ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως ἐτοποθέτησεν ὡς στοιχεῖον ἐντὸς τοῦ βουλεύματος. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἡ περικοπὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ξεκρέμαστη. Ὑπάρχουν προηγούμενα, ὅπως ἐπίσης ὑπάρχει καὶ συνέχεια μέσα εἰς τὸ βούλευμα. Καὶ ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ μὴ εἴμεθα κακόπιστοι καὶ εἴμεθα ἔντιμοι, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ περιοριζώμεθα εἰς τὴν περικοπὴν ἐκείνην μόνον, ἀλλὰ νὰ ἀναφέρωμεν ὁλόκληρον τὸ κείμενον τοῦ βουλεύματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὕμνον δι’ ἐμὲ ὡς ἐπιτελέσαντα τὸ καθῆκόν μου ἔναντι τῆς πατρίδος καὶ τοῦ συμμαχικοῦ ἀγῶνος εἰς βαθμὸν μεγαλύτερον ἐκείνου τοὐλάχιστον ποὺ ἐπετέλεσαν οἱ συκοφάνται μου. Συνεπῶς, εἶσθε ὑποχρεωμένος ὡς ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ ὡς σεβόμενος τὴν ἀλήθειαν νὰ πιστεύσητε εἰς τὸ βούλευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ποία ὑπῆρξεν ἡ ὑπηρεσία μου πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὸν συμμαχικὸν ἀγῶνα. Πιστεύω, ὅτι ἐντὸς τῶν ἡμερῶν θὰ σᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ λάβετε γνῶσιν καὶ ἄλλου βουλεύματος, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἐπίσης, ἐὰν μὴ καλλίτερον, τοὐλάχιστον τῆς αὐτῆς ἀναγνωρίσεως τὴν ὁποίαν μοῦ κάμνει τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρατε. Ἐγὼ ἐπροκάλεσα καὶ τὴν 13ην Ὀκτωβρίου καὶ τὴν 4ην Ἰανουαρίου μὲ ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα πρὸς τὴν «Ἐλευθερίαν», πάντα, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀντίγραφον ἔστω, τῆς προκηρύξεως, ἢ διαταγῆς, νὰ τὴν προσκομίσῃ καὶ δὲν τὴν προσεκόμισαν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη. Καὶ ἐξακολουθῶ νὰ λέγω καὶ νὰ προκαλῶ νὰ φέρετε τὴν ἐγκύκλιον ἢ τὴν προκήρυξιν τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθητε. Καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον χθές, ὅτι, οἱ χρησιμοποιοῦντες τὴν κακοήθειαν ἑνὸς ἀναξιοπίστου καὶ ἐμπαθοῦς, κάμνουν καὶ αὐτοὶ κακοήθειαν τοῦ αἰσχίστου εἴδους. (Χειροκροτήματα).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἡλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§124Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ χθεσινὴ συζήτησις, μαζὶ μὲ τὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, ἡ συνέχεια τῆς σημερινῆς συζητήσεως, μαζὶ μὲ τὸ γεγονὸς τῆς ἀποχωρήσεως κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀκόμα ἡ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἀποσύρῃ γενομένην δεκτὴν τροπολογίαν περὶ μειώσεως τῶν ποσοστῶν τοῦ συνασπισμοῦ δύο κομμάτων διὰ τὴν δευτέραν κατανομὴν εἰς 20%, ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα ἀποδεικνύουν πρῶτον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἠκολούθησε, τακτικὴν ἡ ὁποία ἀποβλέπει εἰς τὴν παραμόρφωσιν τῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ δεύτερον καθιστᾶ τὴν συζήτησιν καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὄχι μόνον διὰ τὰ κόμματα, ἀλλὰ διὰ κάθε βουλευτήν, διότι δι’ αὐτῶν ἀποδεικνύεται τὸ πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀνάγκη, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀπόψεών μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, νὰ ἀπαντήσω εἰς δύο καίρια σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐθίγησαν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ ὁποῖα δὲν συνδέονται ἀμέσως μὲ τὸ ἄρθρον 2, ἀλλὰ διασαφηνίζουν τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς ἐκλογικῆς νομοθεσίας. Ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ στηρίξῃ τὸν προτεινόμενον νόμον της, νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον τοῦ 1951 καὶ νὰ ἀναζητήσῃ ἐκεῖ ἐλαφρυντικὰ διὰ τὸν σημερινὸν νόμον. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τοῦ 1951 ἦτο ἡ νόθευσις τοῦ φρονήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστόν, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐδέχθη τροπολογίας, ὥστε νὰ μὴν ὑπάρξῃ ἡ δυνατότης νοθεύσεως τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος. Ἀσχέτως, λοιπόν, μὲ τὰς τυχὸν προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ διαμόρφωσις τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ γίνεται καταλήστευσις τῶν ψήφων ὑπὸ ἑνὸς κόμματος εἰς βάρος ἄλλων κομμάτων. Ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή, τί κάμει; Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι, αὐτὰς τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας προτείνομεν, τὰς εἴχατε προτείνει καὶ σεῖς τὸ 1951. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐδέχθη τὴν διαμόρφωσιν τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρόπον ὥστε ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ καταστῇ ἀδιάβλητος. Ἄν καὶ σεῖς ἐδέχεσθε τὰς προταθείσας καὶ προτεινομένας βελτιώσεις τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ καταλήστευσις τῶν ψήφων τῶν ἄλλων κομμάτων, θὰ εἴχατε λόγον νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὸ ἀδιάβλητον. Ἐμμένετε, ὅμως, σεῖς εἰς τὴν ληστείαν τῶν ψήφων, τὴν κλοπὴν καὶ τὴν καταδυνάστευσιν τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ καὶ θέλετε νὰ πλάσσετε μίαν πλειοψηφίαν, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἑτέρου θέματος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις· ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς γενομένης δεκτῆς τροπολογίας μειώσεως τῶν ποσοστῶν διὰ τοὺς συνασπισμοὺς δύο κομμάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεπιτρέπτως, δὲν ἔκαμε πλέον χρῆσιν τῶν πρακτικῶν ἔστω καὶ ἄφησε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις τῆς μειώσεως τῶν ποσοστῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἦτο παραχώρησις πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἐφ’ ὅσον ὁ ἴδιος δὲν τὴν ἀποδέχεται, ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀποσύρει. Ἐν τούτοις, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ρητῶς ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι εἶπε: «Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὑπεδέχθη...... (ἀναγινώσκει).......». Καὶ πάρα κάτω πάλιν, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προσθέτει: «Ἡ Κυβέρνησις, λοιπόν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον προέτεινεν εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν τροποποίησιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀνταπόκρισιν εἰς τὸ αἴτημα ὄχι μόνον τοῦ κ. Βενιζέλου..... (ἀναγινώσκει).....». Ἐπαναλαμβάνει, συνεπῶς, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν εἰσήγαγε κατ’ ἐκτίμησιν τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας. Ἐρωτῶ, ποῦ ἐγκατέλειψε τώρα μὲ τὴν διαγραφὴν αὐτῆς τῆς τροπολογίας, τὰ συμφέροντα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐθεώρει ὅτι ὑπερήσπιζεν, ὅταν εἰσῆγε τὴν διάταξιν; Εἶναι, λοιπόν, ἀπολύτως ἐκτεθειμένη ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διαγραφὴν αὐτῆς τῆς τροπολογίας καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πρᾶγμα ἀποδεικνύει τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, προθέσεις καταδολιεύσεως τῶν ἐκλογικῶν ἀποτελεσμάτων εἰς βάρος τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐγκαταλειφθῆ ἐπὶ δύο ἡμέρας. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο καλύτερον ἀπὸ ἀπόψεως ἐρεύνης τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα περιέχει τὸ ἄρθρον 2, νὰ χωρισθῇ ἡ συζήτησις. Διότι, πρῶτον, εἶναι δύο σοβαρώτατα θέματα, τὰ ὁποῖα θίγει. Τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ καὶ τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς. Καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο σωστότερον νὰ γίνῃ μία χωριστὴ συζήτησις ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν θεμάτων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ θὰ περιορισθῶ σήμερον μόνον εἰς τὸ πρῶτον θέμα, τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲ ἡ συζήτησις συνεχισθῇ ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου, ὥστε πράγματι νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν νὰ συναχθοῦν συμπεράσματα ἐπὶ ἑκάστου ἐντελῶς αὐτοτελοῦς θέματος, ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ ὄχι μόνον αὐτοτελὲς ἄρθρον, ἀλλὰ αὐτοτελῆ νόμον, θὰ ἔλεγον, ἐὰν παρὰ ταῦτα συνεχισθῇ, θὰ ἐπανέλθω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀπογραφῆς. Ὑπάρχει, λοιπόν, τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ἐδημιουργήθη, ὡς εἶπον, ὁμιλῶν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς σήμερον ἀπὸ τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὔτε ἀπὸ ἡμᾶς. Τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ ὑπάρχει ἔκτοτε εἰς τὴν χώραν μας. Ὑπάρχει ἔκτοτε ὡς θέμα εἰς τὴν ἐκλογικήν μας νομοθεσίαν. Δὲν πηγαίνω εἰς τὰ παλαιότερα. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν διάταξιν, ἡ ὁποία περιελήφθη εἰς τὸν νόμον τοῦ 1932 περὶ ἀναλογικῆς, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ ἐκλογικοῦ μας νόμου καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7 ἀνέστειλε τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τῶν τελούντων ὑπὸ στράτευσιν πολιτῶν. Ὑπῆρχε τότε θέμα καταφρονήσεως τῶν παιδιῶν τοῦ στρατευμένου λαοῦ ἀπὸ μέρους τοῦ νομοθέτου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; Νομίζω, ὅτι τότε ἴσα–ἴσα μετὰ μίαν ἀποκατάστασιν ἠρεμίας, ἡ ὁποία ἐπῆλθε μὲ τὴν λύσιν τοῦ ἀποτακτικοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία εἶχε λάβει χώραν πρὸ τοῦ 1932 καὶ κἄποιαν ὁμαλότητα, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸ στράτευμα τότε, ἐπεδιώκετο ἴσα–ἴσα δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως νὰ μὴ εἰσαχθῇ ἐκ νέου ἡ πολιτικὴ εἰς τὸν στρατὸν καὶ δι’ αὐτὸ ἐτέθη ἡ βασικὴ αὐτὴ διάταξις τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν στρατευμένων πολιτῶν ἀπὸ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, ἐφ’ ὅσον ἦσαν στρατιῶται. Βεβαίως, εἶναι γεγονός, ὅτι μετὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ μετὰ τὸν νόμον αὐτοῦ, ἔλαβον χώραν καὶ ἄλλαι ἐκδηλώσεις ἀναμίξεως εἰς τὴν πολιτικὴν ἀπὸ μέρους τοῦ στρατοῦ, ἰδίως ἀπὸ μέρους στελεχῶν καὶ παραγόντων τοῦ στρατοῦ. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς δύο ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν πόσον δικαιολογημένη ἦτο ἡ ἄποψις τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τὴν πολιτικήν. Τὸ ἕνα γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὸ 1933 ἡγέται τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων Ἀθηνῶν ἔκαμαν μίαν δολοφονικὴν ἀπόπειραν ἐναντίον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τότε, τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Πρῶτον θέμα ἐκδηλώσεως, ἀναμίξεως εἰς τὴν πολιτικὴν τῶν δυνάμεων τούτων. Δεύτερον, ἐπίσης, μετὰ δύο ἔτη ἐσημειώθη μία ἀνεπίτρεπτος ἐπέμβασις στελεχῶν τοῦ στρατοῦ ἐναντίον τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τῆς χώρας τοῦ ἀειμνήστου Παναγῆ Τσαλδάρη, τὸν ὁποῖον ὡς γνωρίζετε καλά, ἐσταμάτησαν ἐν μέσῃ ὁδῷ καὶ τὸν ἠνάγκασαν νὰ κατέλθῃ τοῦ αὐτοκινήτου του διὰ νὰ τοῦ ὑποδείξουν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδικάς των ἀπόψεις, πάντως, ἐπὶ θέματος καθαρῶς πολιτικοῦ. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ κίνησις αὐτὴ ἡγετῶν τοῦ στρατοῦ ἐναντίον τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς χώρας, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ ἡ σκέψις, ὅτι ἡ κίνησις αὐτὴ ἡγετῶν τοῦ στρατοῦ ἐναντίον τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ μεγαλυτέρου Κόμματος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐγένετο ἀπὸ αἰσθήματα πατριωτικά, ἐθνικά, τὰ ὁποῖα δῆθεν ὑπεστήριζον οἱ στρατιωτικοὶ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἐναντίον τοῦ τότε Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἀναμίξεως στελεχῶν τοῦ στρατεύματος εἰς τὴν πολιτικήν, ἀνέκαθεν ὑπῆρξε μία πληγὴ εἰς τὴν χώραν μας. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἰς τὰς περισσοτέρας ἐκλογὰς ἀπηγορεύθη εἰς τὸν στρατὸν νὰ ψηφίσῃ, νὰ ἀσκήσῃ αὐτὸ τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα. Καὶ φθάνομεν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς. Ἀρνεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀγωνίζεται νὰ πείσῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐπηρεασμὸς εἰς τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, ὅτι ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες πολῖται, ἔτσι καὶ ὁ στρατὸς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφράσῃ ἐλευθέρως καὶ ἀβιάστως τὴν θέλησίν του. Ἐν τούτοις ἀπὸ σειρὰν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθησαν ὅλοι ὅσοι ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀποδεικνύεται πλήρως, ὅτι δὲν εἶναι πράγματι δυνατὴ ἡ στοιχειώδης ἐκείνη ἐλευθερία ἐκφράσεως τῆς θελήσεως τῶν στρατιωτῶν. Ἀνεφέρθησαν τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956, ὅταν ἐψήφισαν οἱ στρατιῶται καὶ ἐβεβαιώθη καὶ ἀποδεικνύεται ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς, ὅτι τότε ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι ἐγένετο εἰς ὅλην τὴν ἄλλην ἐπικράτειαν μὲ τὰς ψήφους τῶν πολιτῶν, οἱ στρατιῶται ἐψήφισαν σχεδόν, ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον, τὸ κυβερνῶν Κόμμα. Ἐνῷ τότε ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις, τὸ 1956, ἔλαβε τὸ 50% τῶν ψήφων τῶν πολιτῶν, ἔλαβε μόνον τὸ 19% τῶν στρατιωτικῶν ψήφων. Δηλαδή, σχεδὸν τὸ ⅓ ἀπὸ ὅ,τι ἔλαβεν εἰς τὰ πολιτικὰ τμήματα. Καὶ ἐὰν γίνῃ δεκτὸν, ὅτι οἱ στρατιῶται δὲν εἶναι παρὰ παιδιὰ τοῦ ἴδιου τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐψήφισεν, κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ἐψήφισεν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, εἶναι προφανές, ὅτι τὸ ἀποτίμημα αὐτῆς τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπηρεασμοῦ τῶν στρατιωτῶν ἀπὸ τοὺς προϊσταμένους, ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς ἢ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ συγκρινόμενον, τὸ βάσει ἀριθμῶν βεβαιούμενον ἀποτέλεσμα, ἀποτελεῖ μίαν κραυγαλέαν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν εἶναι πράγματι δυνατὸν ἡ ἐλευθέρα ἐκδήλωσις τῆς θελήσεως τῶν στρατιωτῶν, ἑπομένως ἡ ἄσκησις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἀνεφέρθη καὶ ἀριθμὸς τῶν περιφερειῶν πλέον ἐκ τῶν ὁποίων, πράγματι, ἀποδεικνύεται πλήρως, ὅτι τότε δὲν ὑπῆρξε πραγματικὴ ψῆφος ἀπὸ μέρους τῶν στρατιωτῶν, ἀλλὰ ὑπῆρξεν ἕνας βιασμὸς τῆς θελήσεως τοῦ στρατοῦ, βιασμός, ὁ ὁποῖος κατηυθύνετο εἰς τὸ νὰ προσπορίσῃ εἰς τὸ κυβερνῶν καὶ τότε Κόμμα, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον κυβερνᾶ, νὰ προσπορίσῃ ἕνα ἀριθμὸν ψήφων, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐπέτρεψε νὰ δημιουργήσουν τὴν μικρὰν αὐτὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν τότε καὶ νὰ σχηματίσουν Κυβέρνησιν μὲ καθαρῶς καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου πλαστὴν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεβίασαν διὰ τοῦ ἐξαναγκασμοῦ τῶν στρατιωτῶν, νὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§125Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Θὰ ἤθελον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Οὐσιαστικῶς εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ δευτέρου ἄρθρου μὲ πρῶτον ὁμιλητὴν τὸν κ. Ἠλιόπουλον. Ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ Βουλή, εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως βουλευτῶν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Ὑπουργῶν. Οὐδεὶς παρακολουθεῖ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θίγονται μὲ σοβαρότητα. Διερωτῶμαι, πρὸς ποῖον σκοπὸν συζητῶμεν;
§126Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. .... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Οἰκονομόπουλε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε. Κύριε Μπριλλάκη, εἴπατε, ὅτι δὲν παρακολουθοῦν τὸν ρήτορα οἱ κ.κ. Ὑπουργοί.
§128Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι τρεῖς Ὑπουργοὶ παρόντες. Πρέπει νὰ εἶναι ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον; Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχετε δίκαιον κ. Μπριλλάκη.
§130Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Οἰκονομόπουλε, μὴ θυμώνετε ἔτσι.
§132Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀφήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ;
§134Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Πράγματι, δὲν εἶναι εὐχάριστον τὸ φαινόμενον νὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος ρήτορες καὶ ἡ Βουλὴ νὰ εἶναι ἄδεια. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς κοπώσεως, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται οἱ βουλευταὶ καὶ ἔχουν ἀποσυρθῆ προσωρινῶς, ὁ λόγος ὀφείλεται εἰς τὸν ρήτορα, ὄχι εἰς τὸν ρήτορα προσωπικῶς, ἀλλὰ εἰς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν τηρεῖ τὸ Κόμμα του.
§135Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι θέμα Κανονισμοῦ αὐτό;
§136Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται αὐτά. Αὐτὰ τὰ ἔχομεν μάθει ἀπ’ ἔξω. Τέσσαρας φορὰς τὰ ἔχει εἴπει ἕως σήμερον ὁ κ. Ἠλιόπουλος, τὰ εἶπεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τὰ εἶπεν εἰς τὴν δευτερολογίαν του, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀνθρωπίνη ὑπομονή, ἡ ὁποία νὰ ἀντέχῃ, ὅσον σοφὰ καὶ σωστὰ ἐὰν εἶναι; Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον παραβιάζεται ὁ Κανονισμὸς καὶ ἀποχωροῦν προσκαίρως οἱ βουλευταί.
§137Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον, θὰ παραπονεθῶ δι’ ὅσα ὑμεῖς εἴπατε, σχετικῶς μὲ τὸ ἀηδὲς —ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω— θέαμα, ποὺ παρουσιάζει ἡ αἴθουσα αὐτή. Διότι εἴπατε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Τὸ ἀηδὲς θέαμα, ἐπαναλαμβάνω......
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ἀηδὲς θέαμα; Πρῶτον, ἀπευθύνεσθε εἰς τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶπεν ἀπολύτως τίποτε. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Μπριλλάκη, ὅτι οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ παρακολουθοῦν. Δὲν νομίζω, ὅτι, σεῖς τουλάχιστον, ἠμπορεῖτε νὰ λέγετε, ὅτι εἶναι ἀηδὲς τὸ θέαμα, διότι ἐπὶ 2½ ὥρας, οἱ κύριοι βουλευταὶ ἦσαν καθηλωμένοι εἰς τὰ καθίσματά των καὶ ἐξῆλθον νὰ πιοῦν ὀλίγον νερό.
§139Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι τακτικὴ αὐτή, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐξυβρίζεται συλλήβδην ἡ αἴθουσα αὐτὴ καὶ νὰ ἀποκαλῆται τὸ θέαμά της ἀηδές; Ἔχομεν χάσει τὴν ἔννοιαν τῶν λέξεων. Παρακαλῶ νὰ ἐπιβάλετε εἰς τὸν ρήτορα νὰ εἶναι σεμνότερος, ὅταν ἐκφράζεται διὰ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς.
§140Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον, κ. Πρόεδρε, νὰ διδάξετε καὶ τοὺς Ὑπουργούς, ὅτι ὅταν διακόπτουν, ὀφείλουν νὰ ζητοῦν τὴν ἄδειαν τοῦ ρήτορος.
§141Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι, ὅταν προβαίνετε εἰς ἀήθεις καὶ ἀπαραδέκτους χαρακτηρισμούς.
§142Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ δεύτερον, δὲν δικαιοῦνται νὰ κάμουν ὑποδείξεις εἰς τὸ ἔργον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ σᾶς ὑποδείξῃ τὶ θὰ κάμνετε.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔκαμεν οὐδεμίαν ὑπόδειξιν εἰς ἐμέ. Ἐγὼ σᾶς παρετήρησα δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε, ὅτι εἶναι ἀηδὴς ἡ κατάστασις. Ποία ἀηδής; Ἐδῶ εἶναι 60 βουλευταί.
§144Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς δηλῶ, ὅτι δὲν δέχομαι οὐδεμίαν περαιτέρω διακοπήν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ μὴ δέχεσθε διακοπάς, ἀλλὰ νὰ ἦσθε ἠρεμώτερος.
§146Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι ὅσα εἴπατε, σχετικῶς μὲ τὸ φαινόμενον αὐτῆς τῆς αἰθούσης, δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, διότι εἴπατε, ὅτι εἶναι δύο Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν τὴν συζήτησιν. Αὐτὸ σημαίνει, κ. Πρόεδρε, ἀρκεῖ νὰ πεισθοῦν ἢ νὰ μὴ πεισθοῦν οἱ Ὑπουργοί, διὰ νὰ διατάξουν τὴν πλειοψηφίαν, νὰ ψηφίσῃ ἢ νὰ μὴ ψηφίσῃ μίαν διάταξιν. Διότι ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὰ ἀφήνετε αὐτά; Εἶσθε ἐκτὸς τῆς πραγματικότητος.
§148Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν γίνεται, διὰ νὰ φωτισθῇ, ἐὰν ὑπάρξῃ δυνατότης ἡ Βουλή, ἡ ὁποία τελικῶς θὰ ἀποφασίσῃ...... (θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι), ἡ ὁποία τελικῶς θὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ δεχθῇ ἢ ὄχι ὡρισμένας προτάσεις, ὡρισμένας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι κατατίθενται εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συνέρχεται καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶναι παρόντες μόνον, διὰ νὰ ψηφίσουν μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤκουσαν, ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἤκουσαν, δὲν συνεζήτησαν κἂν εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι τὸ θέλει ἢ δὲν τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, αὐτὸ εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον, ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπητε.
§149Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Αὐτὴ ἡ παράταξις ἔχει 2–3 ἡμέρας.......
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δέχεται διακοπὰς ὁ κ. ρήτωρ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§151Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ νὰ ἐπαναλάβω καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι ρήτορες ἐτόνισαν, ἀπόδειξιν πλήρη τούτου ἀποτελεῖ τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 1 κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον 10 ἢ 11 τροπολογίαι, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, καὶ δὲν ἦτο εἰς θέσιν, οὔτε τὸ Προεδρεῖον νὰ ἀντιληφθῇ τὶ ἦσαν αἱ τροπολογίαι αὐταί. Τοῦτο ἀποδεικνύει κατὰ ποῖον τρόπον ψηφίζει καὶ ἀποφασίζει ἡ πλειοψηφία. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κριτικὴν θὰ κάμετε διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐψήφισαν; Σεῖς οἱ ἴδιοι ὡμολογήσατε, ὅτι κατήντησαν σταυρόλεξον αἱ τροπολογίαι. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν κακὴν διατύπωσιν. Οἱ ἴδιοι σεῖς δὲν ἐγνωρίζατε τὸ περιεχόμενον αὐτῶν.
§153Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος, κ. Πρόεδρε.
§154Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἤδη ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ αὐτοῦ ἐπιχειρήματος, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει κατὰ ποῖον τρόπον ἐπηρεασμένον ψηφίζει ὁ στρατός, γεγονός, ποὺ ἀπεδείχθη, ὡς εἶπον, ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1956, ἀνεφέρθη σωρεία περιπτώσεων ἐπεμβάσεως τῶν διοικητῶν μονάδων, ὥστε πράγματι νὰ μὴ ὑπάρχῃ καμμία ἐγγύησις περὶ ἐλευθέρας ἐκδηλώσεως τοῦ φρονήματος τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἠκούσθησαν σωρεία περιστατικῶν. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς τρία, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὸ ἐπικρατοῦν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ εὐθέως εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς ἔχει μεταβληθῇ εἰς κομματικὸν ὄργανον. Ὑπὸ μορφὴν δικογραφιῶν καὶ αἴτημα τὴν ἄρσιν ἀσυλίας βουλευτῶν ἔφθασαν εἰς τὴν Βουλήν, πρῶτον μία δικογραφία, μὲ ἔγκλησιν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν Χωροφυλακῆς οἱ ὁποῖοι εἰς σχετικήν των ἔνορκον βεβαίωσιν, ἐβεβαίουν, ὅτι βουλευταί τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς προεκλογικὴν συγκέντρωσιν κατεφέρθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄρα κατὰ τὴν ἀντίληψίν των, περιύβρισαν τὴν ἀρχήν. Καὶ δεύτερον, ὑπάρχει καὶ ἄλλη δικογραφία μὲ αἴτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας βουλευτῶν ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὸν Μέραρχον Σερρῶν. Περιλαμβάνει δύο ἔγγραφα. Τὴν κατάθεσιν τοῦ Μεράρχου καὶ τοῦ ἐπιτελοῦς του. Λέγει, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας ἰσχυρίσθησαν, ὅτι οἱ διοικοῦντες τὴν Μεραρχίαν κομματίζονται καὶ κατὰ συνέπειαν περιύβρισαν τὴν ἀρχήν. Πρόκειται περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ πίνακος τῶν προσκεκλημένων κατὰ τοὺς ἐπισήμους ἑορτασμοὺς ποὺ λαμβάνουν χώραν εἰς τὰς Σέρρας. Βάσει τοῦ πίνακος δὲν ἐκλήθησαν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀριστερᾶς μὲ τὸ αἰτιολογικόν, ὅτι δὲν εἶχον θέσιν πλησίον τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ. Δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Μεράρχους νὰ κρίνουν, ἐὰν οἱ βουλευταὶ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ τὰ βουλευτικὰ καθήκοντα καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν αὐτὸ ἀποτελῇ ἢ ὄχι κατάφωρον παραβίασιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τῆς Δημοκρατίας. Ἀποτελεῖ ἢ ὄχι αὐτὸ ἐπέμβασιν τῶν ὀργάνων τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν πολιτικήν; Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ὁ κ. Ἰντζὲς ἀνέφερεν, ὅτι ἀπεκλείσθησαν καὶ στελέχη τοῦ Κέντρου, διότι δὲν ἐθεωρήθησαν ἱκανὰ νὰ παρασταθοῦν. Καὶ τὸ φρικτώτερον ὅλων εἶναι, ὅτι διεγράφη τοῦ πίνακος καὶ ἀπεκλείσθη καὶ ὁ Δήμαρχος τῶν Σερρῶν καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου μὲ τὸ αἰτιολογικόν, ὅτι ἐξελέγη ἀνωμάλως. Αὐτὰ τὰ καταθέτουν οἱ ἴδιοι οἱ ἀξιωματικοὶ ὡς δικαιολογητικὸν τῆς ἐγκλήσεώς των πρὸς δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ διὰ περιύβρισιν. Δηλαδή, ἐρευνοῦν καὶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐξελέγη ὁ βουλευτής, καὶ ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς ἐκδήλωσιν ἀντιδράσεως ἔναντι τοῦ Δημάρχου, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη ἀνωμάλως, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὰς ἐντολὰς τοῦ κ. Μακρῆ. Καὶ μία ἀπόδειξις ἐπὶ πλέον, ὅτι ὁ Μέραρχος, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐκτελῇ ἐντολὰς τῆς Ε.Ρ.Ε. εἶναι, ὅτι κρίνει, ὅτι ὁ Δήμαρχος αὐτὸς ἐξελέγη ἀνωμάλως, διότι δὲν ὑπήκουσεν εἰς τὴν ἐντολὴν τοῦ κ. Μακρῆ, διὰ νὰ ψηφίσῃ ἐκεῖνον τὸν Δήμαρχον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Μακρῆς ἤθελεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις καὶ αὐτὴν τὴν κατάστασιν θέλει, τώρα, νὰ ἀντιμετωπίσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν εἰσαγωγὴν διατάξεως περὶ ψήφου τοῦ στρατοῦ, στρατοῦ τελοῦντος ὑπὸ αὐτὸ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω ἀμέσως, πῶς πράγματι, ἐδημιουργήθη καὶ ποίας πραγματικὰς μορφὰς παρουσιάζει.
§155Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Ἡλιόπουλε, σεῖς, βεβαίως, ἐκτελεῖτε ἐντολὰς καὶ διὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐντολῶν αὐτῶν λέγετε ὅ,τι σᾶς ὑποβάλλουν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ψεύδεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀναισχύντως, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, πανδαιμόνιον).
§156Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸς ὁ κύριος...
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται αὐτὰ τὰ πράγματα.
§158Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς ὁ χαρακτηρισμὸς ποὺ ἔκαμεν εἰς ἐμὲ........
§159Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ θορύβου).
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Συμπολιτεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. συνάδελφος.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, παρακαλῶ νὰ ἀνακαλέσητε.
§162Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶπε περὶ τὸ τέλος τῆς διακοπῆς ποὺ μοῦ ἔκαμεν, εἶπε μίαν βαρυτάτην φράσιν, τὴν ὁποίαν τοῦ τὴν ἐπιστρέφω.
§163Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). (Θόρυβος, πανδαιμόνιον). (Ἐγείροντο ὅλοι οἱ βουλευταί).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά.
(Ὥρα 11.30′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.45′ μ.μ.)
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἡλιόπουλος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ὁμιλίαν του. Πρὸ τούτου, κ. βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐνθυμήσω εἰς τὸ Σῶμα, ὅτι δὲν ἤκουσα τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν μόνον ὅταν διεκόπη ἡ συνεδρίασις καὶ κατῆλθον τῆς θέσεώς μου, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης ἤκουσα, ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐγὼ δὲν ἤκουσα τοιοῦτόν τι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπηυθύνθην εἰς τὸν κ. Ἠλιόπουλον, ὅταν εἶπε διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν «αὐτὸς ἐκεῖ» καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἔκφρασις, ὄχι ἁπλῶς Κοινοβουλευτική, δὲν εἶναι κἂν ἔκφρασις κοινωνικῆς ἀγωγῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ οἱοσδήποτε νὰ χρησιμοποιῇ τοιαύτας ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἁρμόζουν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δι’ αὐτὸ ἐπέμεινα νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς βαρείας φράσεις ποὺ εἶπεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος. Δηλῶ καὶ πάλιν, ὅτι δὲν ἤκουσα νὰ ἐξεστομίσθῃ ἡ λέξις αὐτὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§166Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ χθές, ὅταν ἐξεστομίσθη μία ὕβρις ἐναντίον τοῦ κ. βουλευτοῦ Χανίων, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἤκουσα ἀπὸ ἐδῶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν τὴν ἤκουσε, ὅπως καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι καὶ αὐτὸς δὲν τὴν ἤκουσε.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς δηλῶ, ὅτι δὲν τὴν ἤκουσα.
§168Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ αὐτὸ νὰ γίνεται. Ἐγὼ ὁμιλῶ τόσον ἀραιὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συνεπῶς, πρέπει νὰ καταλάβητε, ὅτι ὅταν ὁμιλῶ δὲν εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ κάμουν βυζαντινολογίαν. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀποτελεῖ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σῶμα ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ κάθε ὥραν καὶ στιγμὴν ἐπεμβαίνουν καὶ ἀντὶ νὰ κάμουν μίαν παρατήρησιν, βγάζουν ὁλόκληρον λόγον, ἐκλογικὸν λόγον. Αὐτὸ πρέπει νὰ σταματήσῃ καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ ἔτσι ἕνας σεβασμὸς πρὸς τὸ Κοινοβούλιον. Εἰς τὸν ρήτορα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποδείξῃ ἡ Κυβέρνησις πῶς θὰ ὁμιλήσῃ καὶ τὶ θὰ ὁμιλήσῃ, καὶ ὁ ρήτωρ πρέπει νὰ σέβεται ὅλους νὰ μὴ ὑβρίζῃ κανένα. (Θόρυβος, φωναί). Βλέπετε, κ. Πρόεδρε, πόσον εἶναι Κοινοβουλευτικοί. Εὐτυχῶς, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ποὺ θορυβοῦν πολλοὶ εἶναι μελλοθάνατοι.
§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μεταξὺ αὐτῶν εἶσθε καὶ σεῖς.
§170Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Μὴ ἀνησυχῆτε ἐγὼ εἶμαι παντοτεινός. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ εἶπαν —ἐγὼ δὲν ἤμουν ἐδῶ— ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διέκοψε τὸν ρήτορα καὶ τοῦ εἶπεν: «Ἐσεῖς ἐκτελεῖτε ἐντολάς». Βεβαίως, οἱ ἰδικοί μας βουλευταὶ ὅλοι ἐκτελοῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Κόμματος. Τὶ νομίζετε, ὅτι θὰ ἀνεβῇ εἰς τὸ βῆμα ὁ βουλευτὴς καὶ νὰ λέγῃ ἄλλα ἀντ’ ἄλλων; Τὸ ἰδικόν μας Κόμμα εἶναι Δημοκρατικόν, καὶ ὁ ἴδιος ὁ Πρόεδρός του δέχεται τὴν Δημοκρατίαν. Καὶ ὄχι ὅ,τι διατάζει ὁ ἀρχηγὸς οἱ ἄλλοι νὰ ὑπακούουν. Αὐτὸ δὲν εἶναι Δημοκρατία. Δημοκρατικὸν εἶναι τὸ Κόμμα μας καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἐκλέγεται πάντοτε ἀπὸ τὶς κάλπες τοῦ λαοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως μοῦ εἶπαν, εἶπεν μία ἄλλη φράσιν, ὅταν ὁ κ. Ἠλιόπουλος ὡμίλησε διὰ τὸν Δήμαρχον τῶν Σερρῶν καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ Δήμαρχος ἦτο τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ μετεπήδησε καὶ τὸν διέγραψαν ἀμέσως. Φαίνεται, ὅτι ἐρεθίσθη ὅταν ἤκουσε αὐτὸ καὶ εἶπεν μίαν φράσιν ποὺ δὲν πιστεύω, ὅτι τιμᾶ τὸ Κοινοβούλιον. Τίποτε πάρα πάνω δὲν δεχόμεθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι συνηθισμένος εἰς αὐτὰ καὶ νὰ ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἄλλους. Ἡμεῖς δὲν φοβούμεθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ σέβεται τὸ Κοινοβούλιον. Τοιαῦται φράσεις καὶ λέξεις κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες οὐδέποτε ἐκστομίζουν. Ἀλλὰ δὲν ξεύρω ἐὰν μερικοὶ οἱ ὁποῖοι κατέχουν τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια τῶν κατηγορουμένων καὶ ἔχουν τὴν ἐξουσίαν, νομίζουν, ὅτι θὰ μᾶς τρομοκρατήσουν μὲ τὸ ὑβρεολόγιον. Δὲν μᾶς τρομοκρατοῦν ἐμᾶς. Καὶ λέγω, ὅτι ἔτσι ὑπονομεύεται τὸ καθεστώς. Τίποτε πάρα πάνω δὲν θέλομεν. Ἂς ἐξακολουθήσῃ ὁ ρήτωρ.
§171Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θλίβομαι εἰλικρινῶς βαθύτατα, διότι δεινότατα ὑβρισθεὶς ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἠναγκάσθην, εὑρεθεὶς εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ χαρακτηρισμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν.
§172Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θὰ γίνῃ τώρα;
§173Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε;
§174Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε, ὅτι εἶσθε Κόμμα Δημοκρατικόν. Ὁ Ἀρχηγός σας εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ τίποτε.
§175Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζητῶ, τοὐλάχιστον, διὰ λογαριασμόν μου καμμίαν ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τούτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρατηρήσω, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἐνῷ μετὰ ἱκανῆς δριμύτητος ἐλέγχετε τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁσάκις, ἐὰν θέλετε ἀμυνώμεθα, ἐὰν θέλετε ἐξαναγκαζόμεθα ἀπὸ τὰ πράγματα νὰ εἴπωμεν κἄτι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν ὁρίων καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς εὐπρεπείας, ἐνῷ, λοιπόν, τοὺς ἐλέγχετε δριμύτατα, ἢ δὲν ἀκούετε, ἢ δὲν κάμνετε ἔστω μίαν σύστασιν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι τοὐλάχιστον τὰς τελευταίας ἡμέρας, παρουσίασαν ἕνα θέαμα ἀποκρουστικόν. Χθὲς Ὑπουργὸς ὕβρισε βουλευτάς. Ὡμίλησε — δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ποῖος εἶναι — ὡμίλησε ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἰταμοῦ ἔτι χαρακτῆρος βουλευτοῦ. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἐπερίμενα, διότι αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν τὸ ἠκούσατε, ὅτι, ὅταν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτει ἱκανοποίησιν, ἐπερίμενα, τοὐλάχιστον, νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ ἴδιος καὶ ἄλλας ὕβρεις, διὰ τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος ὁ βουλευτὴς ἐζήτησεν ἱκανοποίησιν ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ ἐξεστόμισε τὰς ὕβρεις αὐτάς. Δὲν νομίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι τοὐλάχιστον Ὑμεῖς πρέπει νὰ διατηρῆσθε, ἐὰν θέλετε νὰ διατηρήσωμεν τὴν εὐπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἔξω ἀπὸ κἄθε κομματικὴν νοοτροπίαν; Διότι, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι κομματικὴ νοοτροπία, ὅταν μοῦ λέγετε, ὅτι μὲ ἐπαναφέρετε εἰς τὴν τάξιν, χωρὶς νὰ λέγετε τίποτε διὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἠμποροῦσαν νὰ ἀκουσθοῦν οὔτε ἔξω τῆς Βουλῆς. Δέχομαι καὶ θὰ δεχθῶ οἱανδήποτε σύστασιν καὶ συγγνώμην ἀκόμη νὰ ζητήσω, ἐὰν ἐχρησιμοποίησα ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνοίκειοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ κοινωνικῆς συμπεριφορᾶς, ὅταν αὐτὰ γίνωνται ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς.
§176Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Ἐχρησιμοποιήσατε ὡς μοναδικὸν παράδειγμα, διότι δὲν εἴχατε νὰ ἀνεύρετε ἄλλο...
§177Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἴδιος ὁ Ὑπουργὸς ὁ ὑβρίσας ἀπόψε, ὕβρισε καὶ χθές.
§178Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Παρεκάλεσα νὰ μοῦ δώσετε τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς μοῦ τὸ ἐδώσατε, ἐπιτρέψατέ μου νὰ τὸ χρησιμοποιήσω.
§179Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι σᾶς σέβομαι καὶ σᾶς τιμῶ...
§180Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Ἀσχέτως αὐτοῦ ποὺ ἀφορᾷ τὴν ὑποκειμενικήν σας διάθεσιν, θὰ ἤθελον καὶ τὴν ἀντικειμενικήν σας κρίσιν. Ἐχρησιμοποιήσατε, λοιπόν, ὡς μοναδικὸν παράδειγμα ἕνα χαρακτηρισμόν, τὸν ὁποῖον ἔκαμον σχετικῶς μὲ τὸν συνάδελφον κ. Μητσοτάκην, χαρακτηρισμόν, ὁ ὁποῖος εἶμαι βέβαιος, ἱκανοποιεῖ τὸν ἴδιον, διότι τοῦ ἀρέσει νὰ εἶναι ἰταμός. Ἔκαμον χαρακτηρισμὸν καὶ δὲν ἐξετόξευσα ὕβριν. Δὲν ἐμνημονεύσατε, λοιπόν, περίπτωσιν ὕβρεων. Δὲν ἀποτελεῖ ὕβριν τὸ νὰ χαρακτηρίσῃ τις κἄποιον, ἔντονον, ἰταμόν, βίαιον. Αὐτὰ ἀποτελοῦν ἁπλοῦν χαρακτηρισμόν. Δὲν διεμαρτυρήθη ὁ ἴδιος. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν διεμαρτυρήθη, διότι ἀποτελεῖ δύναμιν, τὸ νὰ εἶναι κανεὶς ἔντονος, βίαιος καὶ ἰταμός.
§181Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἑτοιμολογίαν τῶν λέξεών του. Δὲν μοῦ ἀρέσει νὰ εἶμαι ἰταμός, οὔτε νομίζω, ὅτι τὸ ἰταμὸς εἶναι χαρακτηρισμός. Τὸν τελευταῖον καιρὸν ὅμως — ἔχει δίκαιον ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος συνάδελφος — ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως ἐκτοξεύονται συχνότατα φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται τῶν ὁρίων καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς εὐπρεπείας. Ἐὰν δὲν δημιουργοῦμεν ἑκάστοτε θέμα εἶναι, διότι νομίζω, ὅτι καμμιὰ φορὰ ἡ Ἀντιπολίτευσις σέβεται περισσότερον τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἀπὸ ὅ,τι τὸ πράττετε σεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν θὰ ὡμίλουν, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον μοῦ λέγουν, ὅτι μοῦ ἀρέσει ὁ χαρακτηρισμὸς αὐτός, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἑτοιμολογίαν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμπορεῖ νὰ εἶμαι ἔντονος καὶ βίαιος, ἀλλὰ τὴν ἑτέραν φράσιν σᾶς τὴν δίδω εὐχαρίστως, δὲν τὴν κρατῶ.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ὀλίγον, οὔτε πολὺ μὲ κατηγοροῦν — δὲν ξεύρω, ἐὰν συμπεριλαμβάνωνται ὅλοι οἱ Πρόεδροι, ἀλλὰ εἶμαι ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν — διὰ δῆθεν κομματικὴν δραστηριότητα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι δύσκολος ὁ ρόλος τοῦ Προέδρου. Ὁ ὑποφαινόμενος καταβάλλει προσπαθείας νὰ εἶναι πάντοτε ὅσον τὸ δυνατὸν ἀντικειμενικός. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἐδήλωσα καὶ ἔπρεπε αὐτὸ νὰ γίνῃ ἀποδεκτόν, ὅτι δὲν ἤκουσα — καὶ τὸ δηλῶ διὰ τρίτην φορὰν — δὲν ἤκουσα τὴν βαρεῖαν αὐτὴν λέξιν, διότι, ἐὰν τὴν ἤκουον καὶ ἐσιώπων, τότε θὰ ἐδικαιοῦσθε νὰ κάμνετε αὐτὴν τὴν κρίσιν, ποὺ εἴπατε. Ἀλλά, ἐὰν ἤμουν ὀξὺς εἰς τὴν παρατήρησιν, ἦτο, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ ἀπευθύνεσθε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ λέγετε «αὐτὸς ἐκεῖ».
§183Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνετε πάλιν τὸ ἴδιον σφάλμα. Μοῦ λέγετε, ὅτι εἶπον, ὅτι αὐτὸς ἐκεῖ ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς λέγῃ λοῦστρον τὸν ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἤκουσα.
§185Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγουν, ὅτι τὸ ἤκουσαν ὅλοι οἱ συνάδελφοι, εἴχατε ὑποχρέωσιν πρὶν μοῦ κάμετε οἱανδήποτε παρατήρησιν, τοὐλάχιστον νὰ εἴπητε, ὅτι ἐὰν δὲν τὸ ἠκούσατε, ἐὰν ἐλέχθη ὅμως ἡ φράσις, ὁ κ. Ὑπουργὸς πράγματι παρεξετράπη. Νὰ τὸ ἀκούσω μίαν φοράν. Δὲν τὸ ἤκουσα.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε...
§187Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἴπατε. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν τὸ εἴπατε, δὲν δικαιοῦσθε νὰ μοῦ κάμετε παρατήρησιν.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἤκουσα.
§189Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ ὀφείλετε, ὅταν σᾶς καταγγέλλεται ὅτι ἐλέχθη ὕβρις, τοὐλάχιστον νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐὰν ἐλέχθη, ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεξετράπη. Νὰ τὸ εἴπητε. Καὶ δὲν τὸ εἴπατε ποτὲ εἰς κανένα Ὑπουργόν, διότι, δυστυχῶς, συχνὰ ἐχρησιμοποίηθησαν ἐκφράσεις καὶ ἀντικοινωνικαὶ καὶ ἀντικοινοβουλευτικαί. Δὲν τὸ ἤκουσα αὐτὸ ποτὲ μὲ τὰ αὐτιά μου. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μὲ πληγώνει τὸ αἴσθημα αὐτό, ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ δίδουν τὸ σύνθημα αὐτῆς τῆς συμπεριφορᾶς...
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, ἠρώτησα, ὅταν διεκόπη ἡ συνεδρίασις, 5 βουλευτάς, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ οὐδεὶς μοῦ ἐπεβεβαίωσεν, ὅτι ἤκουσε τὴν λέξιν.
§191Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδή, τί λέγετε τώρα, ὅτι λέγω ψέμματα; Μετὰ τὴν ἐξακρίβωσιν ποὺ ἐκάματε, τί γνώμην ἐσχηματίσατε; Λέγω ψέμματα;
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι λέγετε ψέμματα.
§193Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς παρεξετράπη, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλήν.
§194Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Βεβαιῶ, κατὰ τρόπον κατηγορηματικόν, ὅτι τὰ ὅσα λέγει ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἐξεστομίσθησαν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καθήμενος εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ἤκουσα καθαρώτατα τὴν ἀπαράδεκτον αὐτὴν καὶ ἁρμόζουσαν μόνον εἰς τὸ στόμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ φράσιν. Δεύτερον, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ κ. Πρόεδρος ἔσπευσε νὰ κατηγορήσῃ τὸν κ. Ἡλιόπουλον, ἕτερος Ὑπουργὸς τὸν εἶπε παληάνθρωπον, ὁ κ. Καλλίας. Ἂν ἠμπορῇ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Νὰ μᾶς τὸ εἰπῆτε, ἐὰν θέλετε τέτοιον λεξιλόγιον, λοῦστρον καὶ Πειραιᾶ κλπ. ξέρομεν νὰ χρησιμοποιῶμεν καὶ ἡμεῖς.
§195Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀντὶ ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀποδίδῃ ὕβρεις εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθη ἐντόνως, διὰ τὰς ὕβρεις τοῦ κ. Ἡλιοπούλου, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ παρηκολούθει, ὅτι ἐξεδηλώθη μόνον ζωηρὰ ἀγανάκτησις διὰ τὴν ὕβριν τοῦ κ. Ἡλιοπούλου.
§196Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Καὶ ὄχι διὰ τὰς ὕβρεις τοῦ κ. Μακρῆ.
§197Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Γνωρίζει, ὁ κ. Ἡλιόπουλος, ποίαν ὕβριν ἐξεστόμισε.
§198Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Ἡλιόπουλε, ὅταν ἀνήλθατε εἰς τὸ βῆμα ἠρέμως καὶ εὐπρεπῶς ὡμιλούσατε καὶ σᾶς ἠκούομεν. Εἴπατε, ὅμως, ἐν συνεχείᾳ, ὅτι ἡμεῖς ὡς πλειοψηφία, δὲν γνωρίζομεν τί ψηφίζομεν.
§199Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Καλὰ αὐτό.
§200Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Ἀρχηγέ, καλὰ εἶναι αὐτά; Καὶ εἴπατε καὶ ἄλλα πάρα πολλά, αὐτὰ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὰ ἀκούσωμεν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Νὰ εἶσθε κύριος εἰς τὸ βῆμα, ἐὰν δὲν εἶσθε κύριος, δὲν ἔχομεν Κοινοβούλιον καὶ δὲν ξεύρω τὶ θὰ γίνῃ. Ἐκεῖ ἐπάνω ποὺ ἀνεβαίνετε δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὑβρίζετε μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν καὶ νὰ σᾶς ἀκούωμεν καὶ νὰ μὴ ὁμιλοῦμεν. Ξέρετε πολὺ καλά, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ὁμιλήσει καθόλου, δὲν ἐξεστόμισα καμμίαν φράσιν, ἀκούω καὶ ὑπομένω καὶ μοῦ ἀπεδώσατε ὕβρεις, ὅτι ψηφίζω καὶ δὲν ξέρω τί ψηφίζω. Προκαλῶ, πάρετε τὴν τροπολογίαν καὶ δώσατέ την εἰς οἱονδήποτε συνάδελφον νὰ ἴδητε τὶ λέγει, ἂν ξέρετε τὶ λέγει.
§201Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε, ὅτι σᾶς σέβομαι καὶ σᾶς ἐκτιμῶ ὡς παλαιὸν κοινοβουλευτικὸν σᾶς προσωπικῶς. Λέγω, λοιπόν, ὅτι δὲν ὡμίλησα διὰ τὸ σύνολον τῆς πλειοψηφίας, εἶπον, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν κάθονται 10 βουλευταὶ καὶ ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς ψηφοφορίας.... ....(Δὲν ἠκούσθη). Εἴπατε, ὅτι καθένας ποὺ ἀνεβαίνει εἰς τὸ βῆμα πρῶτα νὰ εἶναι κύριος. Θὰ ἐπαναλάβω, κ. συνάδελφε, καὶ σὲ σᾶς, ὅτι αὐτὴν τὴν σύστασιν θὰ πρέπει κἄπου πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν νὰ ἀπευθύνετε. Οἱ κύριοι πρέπει νὰ εἶναι πρῶτα κἄπου ἀλλοῦ, ἐκεῖ, διὰ νὰ ἀξιώσουν νὰ εἶναι καὶ οἱ ἄλλοι κύριοι καὶ νὰ τοὺς σέβωνται, νὰ εἶναι κύριοι ὅπως τοὐλάχιστον ἁρμόζει εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχουν. Τὰς συστάσεις, λοιπόν, περὶ τοῦ νὰ εἴμεθα κύριοι, πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν νὰ τὰς στρέψετε καὶ ὄχι πρὸς ἡμᾶς.
§202Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴν τὴν ὥραν περὶ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ὁμιλήσωμεν;
§204Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λέγει πουθενὰ ὁ Κανονισμός, ὅτι ὅταν εἶναι 12 ἡ ὥρα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ; Κύριε Πρόεδρε, τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέκυψεν εἶναι, ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἠκούσθη μία ὕβρις ἀχαρακτήριστος παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὸν ὁμιλοῦντα κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην συνάδελφον κ. Ἡλιόπουλον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλωστε, μᾶς ἔχει συνηθίσει, τὸν τελευταῖον καιρόν, μὲ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἀχαρακτηρίστους ὕβρεις. Καὶ ὁ κ. Ἡλιόπουλος, μετὰ τὴν ὕβριν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔστω ἐν ἀμύνῃ, ἀπήντησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, δι’ ὡρισμένων φράσεων. Ἐν συνεχείᾳ, ὅμως, καὶ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως, ὁ συνάδελφος κ. Ἡλιόπουλος, ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος, ἔδωκεν ἐξηγήσεις καὶ ἐξέφρασε τὴν λύπην του, διὰ τὰς φράσεις τὰς ὁποίας, ἀμυνόμενος, ἐξεστόμισεν, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ἀνακαλεῖ αὐτάς. Δὲν συνέβη, ὅμως, τὸ ἴδιον καὶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὴν γενναιότητα μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως, νὰ ἐκφράσῃ τὴν λύπην του ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἐξετόξευσε κατὰ τοῦ κ. Ἡλιοπούλου ἀχαρακτήριστον ὕβριν. Εἶναι, συνεπῶς, κ. Πρόεδρε, ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον δι’ ἡμᾶς δὲν ἐλύθη καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξήγησιν ἢ τοὐλάχιστον τὸ Προεδρεῖον. Ἐπίσης, πρὸ ὀλίγου, ὁ κ. Βουρδουμπᾶς, παρεπονέθη εἰς τὸν κ. Ἡλιόπουλον, ὅτι κατὰ τὴν ὁμιλίαν του, ἀνέφερεν, ὅτι ὅλα τὰ στελέχη τῆς Ε.Ρ.Ε. ψηφίζουν, χωρὶς νὰ γνωρίζουν τί ψηφίζουν. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 1, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τροπολογιῶν εἶπεν χαριτολογῶν, ὅτι διαβάζει μὲν τὰς τροπολογίας, αὐτάς, ἀλλὰ οὔτε ὁ ἴδιος γνωρίζει ἢ ἀντιλαμβάνεται τίποτε. Καὶ ἠρώτησα καὶ ἐγὼ ἐπίσης τὸν κ. Πρόεδρον χαριτολογῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζει ὁ ἴδιος τί ψηφίζομεν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τί ψηφίζει; Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχεν ἡ διατύπωσις τῆς φράσεως τοῦ συναδέλφου κ. Ἡλιοπούλου, διὰ τοὺς βουλευτὰς τῆς Ε.Ρ.Ε., καὶ συνεπῶς δὲν ὑπῆρξε παραβίασις ἀπὸ τὸν συνάδελφον κ. Ἡλιόπουλον. Τὸ θέμα ὅμως δὲν ἐλύθη, κ. Πρόεδρε. Ὁ μὲν κ. Ἡλιόπουλος ἀνεκάλεσεν, ἔστω τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας, ἀμυνόμενος, ἐξεστόμισε, καὶ πρέπει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ αὐτός. Ἐὰν δὲν ἀνακαλέσῃ, διερωτώμεθα, κ. Πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχῃ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαγάγῃ τὴν ὁμαλὴν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν δὲν ἐπιθυμῇ, ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ἀνακαλέσῃ, ἂς λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοὐλάχιστον.
§205Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσω καὶ νὰ δώσω ἀπάντησιν, ἐὰν κατέλθῃ πρὸς στιγμήν, τοῦ βήματος, ὁ κ. Ἡλιόπουλος, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον χωρὶς διακοπὰς καὶ θόρυβον, κατὰ τὴν ὁμιλίαν μου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν εἶμαι σύμφωνος νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ἐφραιμίδην.
§206Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι ἀπὸ τὴν ἕδραν οὐδεὶς ρήτωρ κατέρχεται, ἐὰν δὲν τερματίσῃ τὴν ὁμιλίαν του, διὰ νὰ ἀνέλθῃ ἄλλος καὶ ὁμιλήσῃ. Συνεπῶς, ὑπάρχει ἕνα θέμα, ὄχι δι’ ἐμὲ προσωπικῶς, διότι δὲν θέλω τὴν ἀνάκλησιν τῆς φράσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν μοῦ χρειάζεται, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὴν βαρυτάτην εὐθύνην. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς συνεδριάσεως, ὁ κ. Πρόεδρος, ἔλεγεν, ὅτι δὲν ἤκουσε τὴν φράσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ ὤφειλε νὰ εἴπῃ, τοὐλάχιστον, ἐὰν τοιαύτη φράσις ἐξετοξεύθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέπεσεν εἰς βαρύτατον παράπτωμα, ὁπότε δὲν μὲ ἐνδιέφερεν ἡ ἀνάκλησις τῆς ἐκτοξευθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ φράσεως. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἐγένετο, ὑμεῖς δὲν εἴπετε οὐδὲ λέξιν ἀποδοκιμασίας διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, κ. Πρόεδρε, καί, ἀντιθέτως, προέβητε εἰς συστάσεις καὶ παρατηρήσεις πρὸς ἐμὲ ὡς ἐὰν ἐγὼ νὰ ἤμην ὁ ὑπεύθυνος, τότε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δι’ ἡμᾶς ὑπάρχει θέμα, ἀφορῶν τὸ Προεδρεῖον.
§207Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλαβε χώραν τὸ ἐπεισόδιον, οὔτε προήδρευον, οὔτε ἤμην εἰς τὴν αἴθουσαν. Ἤθελον ὅμως νὰ σᾶς διαβεβαιώσω περὶ τοῦ ὅτι τὸ Προεδρεῖον εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν λειτουργοῦν τὰ μεγάφωνα, ὅταν πρόκειται περὶ διακοπῶν, ὁ προεδρεύων εὑρίσκεται εἰς δυσχερεστάτην θέσιν νὰ ἀκούσῃ τὰς φράσεις καὶ τὰς διακοπάς. Χθές, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βαρβιτσιώτης, εἰλικρινῶς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν τὸ ἤκουσα. Δὲν ἤκουσα κἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης. Τὸ Προεδρεῖον διὰ νὰ ἀκούσῃ, πρέπει νὰ ὁμιλοῦν ἔμπροσθεν τοῦ μικροφώνου οἱ ρήτορες καὶ αἱ συζητήσεις νὰ γίνωνται ἄνευ διακοπῶν καὶ δι’ αὐτὸ διακοπαί, ποὺ δὲν περιέρχονται εἰς γνῶσιν τοῦ Προεδρείου, πρέπει νὰ μὴ ἀναγράφωνται καὶ εἰς τὰ πρακτικά. Ἡ ἐξήγησις αὐτή, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω, παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι εἶναι εἰλικρινής. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Καμβύσην, γνωρίζετε, καλῶς, μετὰ πόσης ἀντικειμενικότητος ἐκτελεῖ τὸ καθῆκον του, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτόν, ὅτι μεροληπτεῖ. Ὅταν, ὅμως, δὲν ἀκούῃ, τί θέλετε νὰ κάμῃ; Ἐγὼ ὅταν μοῦ εἶπον διὰ τὸν κ. Βαρβιτσιώτην, ὅτι παρεξετράπη, ἔκαμα τὸ καθῆκον μου. Νομίζω, ὅμως, ὅτι καιρὸς εἶναι νὰ παύσουν ὅλα αὐτὰ καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ ἀντικειμενικός μας σκοπός. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ ἤθελα νὰ δώσω καὶ μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ἐφραιμίδην, ὁ ὁποῖος ἔκαμε ἕνα χαρακτηρισμόν, ὅτι ὅταν ὑποβάλλωνται διάφοροι τροπολογίαι καὶ γίνωνται ψηφοφορίαι ἐπ’ αὐτῶν, δὲν γίνεται ἐπεξήγησις τοῦ περιεχομένου. Κύριε Ἐφραιμίδη, διακονῶ ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, καὶ ἡ ἐν γένει πολιτεία μου, ὡς Προέδρου, δὲν παρέχει εἰς οὐδένα τὴν εὐχέρειαν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἠθέλησα νὰ ὑφαρπάσω τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἑνὸς θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν διεσαφηνίσθη ἐπαρκῶς. Αἱ τροπολογίαι – περὶ ὧν ὁμιλήσατε – ἦσαν κατατεθειμέναι πρὸ 15 ἡμερῶν, εἶχον ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ἐγκαίρως πρὸς ὅλους τοὺς βουλευτὰς καὶ ἦσαν τροπολογίαι, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποβάλει βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶχον δὲ λόγῳ τοῦ περιεχομένου των νομοτεχνικὴν διατύπωσιν οὕτως εἰπεῖν, ἰδιόρρυθμον, διότι ἀνεφέροντο εἰς ἄρθρα καὶ παραγράφους ἄλλων ἐκλογικῶν νόμων, καὶ ὅταν τὰς ἀνεγίνωσκον θέτων αὐτὰς εἰς ψηφοφορίαν, εἶπα καὶ ἐγὼ — ὡς ἦτο φυσικόν,— ὅτι δὲν εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ ἄρθρα καὶ τὰς παραγράφους ποὺ ἐμνημονεύοντο διὰ νὰ γνωρίζω τί ἐπὶ λέξει λέγουν, ἀλλὰ γνωρίζω, τὸ θέμα, εἰς ὃ ἀναφέρονται. Ἐὰν ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶπα ὑπὸ μορφὴν χαριτολογήματος, ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν καταλαμβάνω τὰς τροπολογίας, τοῦτο δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν ὅτι ὑπάρχουν τροπολογίαι, αἵτινες εἶχον σκοποὺς ἱεροκρυφίους καὶ ψηφίζονται ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ περιεχομένου των. Φροντίζω, πάντοτε, ὥστε ἡ συνεργασία ἐντὸς τῆς αἰθούσης νὰ εἶναι δημιουργικὴ καὶ νὰ πληροφορῆται καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, ὅτι τέλος πάντων κἄτι ἐπιτελοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ μέσα. Γνωρίζετε, τί ἦσαν αὐταὶ αἱ τροπολογίαι. Ἦσαν τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφεώρων τὸν τρόπον λειτουργίας τῆς βʹ κατανομῆς καὶ 2–3 τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀφεώρων τὰ ποσοστά, συνεπῶς τὸ περιεχόμενόν των ἦτο γνωστὸν καὶ εἶχεν ἀναπτυχθῆ ἐπανειλημμένως ἐφ’ ὅσον δὲ ἐγένετο μνεία ἄρθρων καὶ παραγράφων ἄλλου νόμου φυσικὸν ἦτο νὰ εἴπω χαριτολογῶν, ὅτι «δὲν καταλαμβάνω», ὅπως ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ σταυρολέξων. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω, καταλήγων, — καὶ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ὡμίλησα ὡς Πρόεδρος ἐπὶ τόσον μακρὸν χρονικὸν διάστημα — νὰ προσπαθήσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἀτμόσφαιραν δημιουργικῆς συνεργασίας, βεβαίως ἕκαστος μὲ τὰς γνώμας του, ἀλλὰ σεβόμενοι ἀλλήλους. Καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ δὲν σᾶς ἀποκρύπτω, ὅτι εἰς τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἔχω διαβάσει τῶν ἀπὸ 30ετίας ἢ καὶ 40ετίας καὶ ἐντεῦθεν συνεδριάσεων, ἔχω προσέξει, ὅτι κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῶν θερινῶν μηνῶν ἀναφέρουν διαρκῶς ἐπεισόδια ἐν τῇ Βουλῇ. (Χειροκροτήματα). Αὐτὸς ἦτο ἕνας λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον σᾶς εἶχα ἐξαγγείλει, ὅτι περὶ τὸ τέλος τοῦ πρώτου δεκαημέρου τοῦ Ἰουνίου θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε κλείσει ἡ Βουλή, διότι συντελοῦντος τοῦ καύσωνος προκαλοῦνται ἐκνευρισμοὶ καὶ ἐνίοτε καὶ ἐπεισόδια. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἔκκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, νὰ ἠρεμήσωμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸν κ. Ἡλιόπουλον νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§208Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὶ συνέβη, ἐπειδὴ δὲν ἦσθο παρὼν μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς διακοπείσης συνεδριάσεως. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπανάληψιν, ὁ Προεδρεύων τοῦ Σώματος, μὲ ἐκάλεσε νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ συνεχίσω τὴν ὁμιλίαν μου. Ἀνῆλθον, καὶ πρὶν ἢ ἀρχίσω αὐτήν, μοῦ ἔκαμε συστάσεις καὶ παρατηρήσεις, ὅτι αἱ φράσεις τὰς ὁποίας εἶπον, κατερχόμενος, ἐκφεύγουν τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ κοινωνικῆς εὐπρεπείας. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἐγώ, ὅτι ἐξετόξευσα τὰς φράσεις εἰς στιγμὰς ὀργῆς, ἀμυνόμενος καὶ κατόπιν τῆς ἀχαρακτηρίστου ὕβρεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐξέφρασα ἐν συνεχείᾳ τὴν λύπην μου δι’ αὐτάς. Εἶπον, ὅμως, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον: Ἐὰν δὲν ἠκούσατε τὰς φράσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοὐλάχιστον εἴχατε ὑποχρέωσιν, ἐφ’ ὅσον ἐπληροφορήθητε τὰς φράσεις αὐτάς, νὰ εἴπητε, ὅτι, ἐὰν ἐξετοξεύθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀποτελοῦν ἐκτροπὴν καὶ νὰ στιγματίσητε αὐτάς, διὰ νὰ περισωθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Προεδρείου. Ἐξέφρασα ἐπίσης τὴν λύπην μου, ὅτι ἡ τακτικὴ αὐτὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι συνεχὴς καὶ ἐκτρέπεται τὸν τελευταῖον καιρὸν εἰς βαρυτάτας ὕβρεις, χωρὶς ὅμως ποτὲ τὸ Προεδρεῖον νὰ προβῇ εἰς σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ παράπονόν μας κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§209Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀπὸ χθές, κ. Πρόεδρε, ἀνταλλάσσονται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην βαρεῖαι ἐκφράσεις. Ἐκφράσεις ὄχι μόνον ἀπαγορευόμεναι ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ ἐξερχόμεναι καὶ αὐτῶν τῶν ὁρίων τῆς κοινωνικῆς εὐπρεπείας. Σήμερον καὶ πάλιν ἀπὸ τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια ἐξεστομίσθη βαρυτάτη ὕβρις. Τὸ Προεδρεῖον ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἤκουσε τὴν ὕβριν αὐτήν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν τὴν ἤκουσα. Ἐὰν θέτετε ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν δήλωσίν μου, τότε ἐκφράζω τὴν λύπην μου.
§211Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Πάντως, κ. Πρόεδρε, ἡ ὕβρις ἐλέχθη. Ὅπως γνωρίζετε, ἐπιθυμία μας εἶναι νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Δυστυχῶς, ὅμως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, ὅταν κατὰ τοιοῦτον βαρύτατον τρόπον ὑβριζώμεθα. Νομίζω, ὅτι μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τέλος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Νὰ μᾶς εἴπῃ μὲ μίαν ἁπλῶς λέξιν, ὅτι δὲν ἐξεστόμισε τὴν ὕβριν ἐκείνην.
§212Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ. Εἶπον, ὅτι δὲν ζητῶ ἱκανοποίησιν. Ἐξηγήσεις ὅμως, τοιαύτης μορφῆς δὲν τὰς δέχομαι. Ἡ ὕβρις ἐλέχθη καὶ τὴν ἤκουσα καλῶς.
§213Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν πρόκειται, κ. συνάδελφε, μόνον περὶ τῆς ἰδικῆς μας ἱκανοποιήσεως. Ἡ ἐκστομισθεῖσα ὕβρις ἦτο βαρυτάτη καὶ ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὸ Κοινοβούλιον. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ σχεδίου, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θελήσῃ νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν.
§214Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν κατηγορηματικὴν ἄρνησιν τοῦ Προεδρείου νὰ δώσῃ κἄποιαν ἱκανοποίησιν εἰς τὸ Σῶμα, δι’ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὰ κυβερνητικὰ ἑδώλια, θὰ προχωρήσω, κ. βουλευταί, περαιτέρω, ἀφοῦ ὑπομνήσω κἄποιαν φράσιν, τὴν ὁποίαν κυβερνητικὸς βουλευτὴς εἶπεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ὑπενθυμίζω, ὅτι ὁ κυβερνητικὸς ἐκεῖνος βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ ἐλεφάντων εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸ δι’ ἐμὲ εἶναι ἀρκετόν. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι ὁ Μέραρχος καὶ ὁ ἐπιτελὴς τῆς Μεραρχίας, διέγραψαν ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν ἐπισήμων προσώπων, τὸν Δήμαρχον καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου μιᾶς πόλεως μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὡς ἀναφέρεται αὕτη εἰς τὸ σχετικὸν ἔγγραφον, ὅτι ὁ Δήμαρχος καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, εἶχον ἐκλεγῆ ἀνωμάλως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὰς ἐντολὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ψηφίσουν ἐκείνους ποὺ ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ἡ ὑπόθεσις, κ. βουλευταί, ἡ ἀναφερομένη εἰς τὴν δικογραφίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας τοῦ συναδέλφου κ. Μπρεδήμα. Τὸ πρῶτον ἐπεισόδιον περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, ἀναφέρεται εἰς τὴν δικογραφίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐζητήθη ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας ἐμοῦ, τῆς κυρίας Σβώλου, καὶ τοῦ κ. Γιαχνῆ. Πέραν ὅλων αὐτῶν, εἶναι καὶ τὸ περιστατικὸν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γ.Ε.Σ., διὰ τὸ ὁποῖον ἐγένοντο τόσα ἐπεισόδια. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶχε δικαίωμα ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ, νὰ ἐρευνᾷ αὐτὰ τὰ θέματα καὶ νὰ κάμνῃ συστάσεις ἐπ’ αὐτῶν εἰς τοὺς ὑφισταμένους του. Προσέθεσεν μόνον, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἐρευνᾷ τοὺς σκοποὺς καὶ τὰ ἐλατήρια. Καὶ ὅμως, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταφαίνεται ἐκ τῆς ἀπορρήτου ἐκείνης ἐγκυκλίου, ἐρευνῶνται ἀκριβῶς οἱ σκοποὶ καὶ τὰ ἐλατήρια. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, λοιπόν, νὰ διαφωνήσω μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέθεσεν. Ἀλλά, κ. βουλευταί, διὰ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὑπεύθυνος ὁ συντάξας τὸ ἔγγραφον Ἀρχηγὸς τοῦ Γ.Ε.Σ. Τὴν εὐθύνην τὴν φέρει ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐκείνη δίδει τὰς ἐντολὰς καὶ χαράσσει τὴν γραμμὴν ἡ ὁποία εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς ἀκολουθεῖται. Ἐὰν μέχρι σήμερον περὶ τούτου ὑπῆρχεν ἀμφιβολία τις, δὲν εἶναι δυνατόν, νομίζω, νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία μετὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ γενικώτερον εἰς τὰ κυβερνητικὰ καθήκοντα. Δικαιοῦνται, εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, οἱ Ἐπιτελάρχαι νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς ἐσωτερικῆς δραστηριότητος τῶν Κομμάτων καὶ τῶν βουλευτῶν. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις ἡ δραστηριότης τῶν ἀξιωματικῶν ἢ οἱουδήποτε κρατικοῦ ὀργάνου στρέφεται κατὰ τῶν ἀντιπάλων τῆς παρατάξεως τῆς Ε.Ρ.Ε., τοῦτο εἶναι καὶ θεμιτὸν καὶ ἐπιβεβλημένον. Ἐὰν ὅμως, κ. συνάδελφοι, γίνουν δεκταὶ αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ τῆς Κυβερνήσεως, τότε θὰ ἔχωμεν κατάλυσιν τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους, ὡς τὴν γνωρίζομεν μέχρι σήμερον, καὶ θὰ μεταβάλλωμεν τὸν στρατὸν καὶ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας εἰς ὄργανα τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Καὶ τοῦτο ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις.
§215Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι πλήρης ἀντίθεσις αὐτά, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζεσθε μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις. Πρῶτον, δὲν διαφωνοῦμεν μὲ τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε, ὅτι διὰ πᾶν ὅ,τι πράττει οἱονδήποτε κρατικὸν ὄργανον ἔτι μᾶλλον ἕνας ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, τὴν εὐθύνην φέρει ἡ Κυβέρνησις. Δὲν χρειάζεται νὰ τὸ εἴπητε. Εἶναι αὐτονόητον. Δεύτερον, αἱ ἐγκύκλιοι, περιεχομένου γενικωτέρου, διὰ τῶν ὁποίων γίνεται κατατόπισις τῶν ἡγητόρων τοῦ στρατοῦ ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων, ἀναφερομένων εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, ὅπως ρητῶς τὸ ἐτόνισα χθές, εἶναι καὶ αὐταὶ ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου ἐγκύκλιοι, διὰ τὰς ὁποίας τὴν εὐθύνην φέρει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ εἶναι αὐτονόητον, ὅτι αἱ ἐγκύκλιοι αὐταί, ἐφ’ ὅσον ἀναφέρονται εἰς θέματα διεθνῆ, εἰς θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ θέματα ἀσφαλείας τῆς χώρας, ταὐτίζονται καὶ πρέπει νὰ ταὐτίζωνται πρὸς τὴν γενικὴν γραμμὴν καὶ πρὸς τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπορῶ διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐτοποθετήσατε ἀπόψε τὸ ζήτημα καὶ ὁ ὁποῖος συμπίπτει μὲ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐτοποθέτησεν τὸ ζήτημα εἰς τὸ πρῶτον σημείωμά της ἀπογευματινὴ ἐφημερίς, τόσον εὐφυής, ὥστε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἐσφαλμένως τὸ θέτει ἐκείνη τὸ ζήτημα καὶ ὄχι ὅτι ἐσφαλμένως τὸ ἔθεσα ἐγώ. Εἰς ὅλους τοὺς στρατοὺς τοῦ κόσμου, γίνεται αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ ἐδῶ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ χθές. Ὑπάρχουν ἐγκύκλιοι, διὰ τῶν ὁποίων γίνεται διαφώτισις ἐπὶ τῆς γενικωτέρας καταστάσεως, ἐφ’ ὅσον, ὅπως ἐτόνισα ρητῶς χθές, τὰ γενικὰ προβλήματα, τὰ διεθνῆ, ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Πρέπει νὰ μείνουν τυφλοί, κατὰ τὴν γνώμην σας, ἢ μόνον διὰ τῶν ἐφημερίδων νὰ κατατοπίζωνται οἱ ἡγήτορες τοῦ στρατοῦ; Δὲν ἔχει καθῆκον ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου καὶ δὲν ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, δίδουσα τὴν γραμμὴν αὐτῆς εἰς τοὺς Ἀρχηγοὺς τοῦ Ἐπιτελείου, δὲν ἔχομεν καθῆκον νὰ διαφωτίζωμεν καὶ νὰ κατατοπίζωμεν καὶ νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν ἐγκυκλίων, ἀσχέτως τοῦ περιεχομένου τῆς εἰδικῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου, ἐγκυκλίους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ γίνεται ἡ διαφώτισις ἐπὶ γενικωτέρων θεμάτων; Νομίζω, ὅτι εἶναι αὐτονόητον καὶ εἶναι αὐτονόητον. Ἀνέκαθεν ὑπῆρχεν εἰς τὸν στρατόν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθην χθὲς καὶ τόσον ἡ ἰδική σας ἀπορία, ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἀπόψε, ὅσον καὶ ἡ ἀπορία τῆς ἀπογευματινῆς ἐφημερίδος, εἶναι τεχνητὴ καὶ ὄχι πραγματική, ἢ βασίζεται ἐπὶ πλάνης. Τὴν εὐθύνην διὰ πᾶσαν ἐγκύκλιον περιεχομένου γενικοῦ φέρει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις φέρει τὴν εὐθύνην καὶ διὰ πρᾶξιν ἢ ἐνέργειαν οἱουδήποτε κρατικοῦ ὀργάνου κατὰ πλάσμα καὶ κατὰ τεκμήριον. Ἐὰν δὲν συμφωνήσῃ πρέπει νὰ τιμωρήσῃ τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον θὰ προβῇ εἰς μίαν ἐνέργειαν ἐσφαλμένην ἢ παράνομον. Εἰς τὴν προκειμένην, ὅμως, περίπτωσιν, δηλαδὴ εἰς τὴν περίπτωσιν ἐγκυκλίου γενικοῦ χαρακτῆρος, τὴν εὐθύνην τὴν φέρει ὄχι μόνον κατὰ τεκμήριον, ἀλλὰ ἀπολύτως, οὐσιαστικῶς.
§216Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐφθάσαμε γενικὰ εἰς τὸ σημεῖον ὅπου πᾶσα γνώμη, εἴτε Κόμματος, εἴτε βουλευτοῦ, εἴτε ἐφημερίδος ἀπογευματινῆς ἢ πρωϊνῆς, ποὺ εὑρίσκεται ἀντίθετα πρὸς τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἶναι γνώμη τεχνητή, ὑποβολιμιαία καὶ ἑπομένως ὕποπτος καὶ ἀντεθνική. Διαφωνοῦμεν ριζικὰ μὲ τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας διατυπώνει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὄχι, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν νομίζομεν, ὅτι γίνεται εἰς ἄλλην χώραν αὐτὸ καὶ δὲν νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ συμβῇ ἐδῶ, ὅπου ἡ ἡγεσία τοῦ στρατοῦ ἢ οἱουδήποτε ἄλλου κρατικοῦ ὀργάνου, ἠμπορεῖ νὰ παίρνῃ πρωτοβουλίαν εἰς θέματα ἰδίως ἐσωτερικῆς πολιτικῆς ἢ ποὺ συνδέονται μὲ τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας. Ἡ συγκεκριμένη ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία ἔδωσε ἀφορμὴν διὰ τὴν ἔρευναν καὶ δὲν ξεύρομεν πόσαι ἄλλαι ἐγκύκλιοι ἔχουν ἐκδοθῆ καὶ ἐπὶ ποίων θεμάτων, ἐὰν σεῖς ἡ Κυβέρνησις ἔχετε δώσει αὐτὴν τὴν δυνατότητα εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἰς ἄλλα ὄργανα τοῦ Κράτους νὰ παίρνουν τὴν πρωτοβουλίαν, τίποτε δὲν ἐμποδίζει νὰ δεχθοῦμε, ὅτι ὑπάρχουν κατὰ χιλιάδας αἱ πρωτοβουλίαι αὐταί, ἐκ τῶν ὁποίων μία ἔφθασεν εἰς τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος. Ἐὰν ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται εἰς τὴν ἐγκύκλιον, θελήσωμεν νὰ πειραματισθῶμεν, περὶ τοῦ ποῖαι εἶναι αἱ πρωτοβουλίαι τῶν ὀργάνων αὐτῶν, θὰ πρέπει νὰ καταλήξωμεν, ὅτι μετέδωσαν τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους τοῦ κομματικοῦ εἰς ὅλα τὰ ὄργανα τὰ κρατικά.
§217Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Τοῦ Κράτους τοῦ Ἐθνικοῦ.
§218Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁ Ἐπιτελάρχης ἐκφράζεται δι’ ἕνα βουλευτήν, διὰ γνώμην, ἡ ὁποία ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος, σᾶς ἐρωτῶ: Διατί ὁ συνταγματάρχης ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὴν Εὔβοιαν αὔριο, δὲν θὰ ἐκδώσῃ μίαν ἐγκύκλιον ποὺ θὰ λέγῃ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Ἀρβανιτάκις, ὁ ὑποψήφιος, ὁ ὁποῖος περιέρχεται καὶ ζητεῖ τὴν ψῆφον σας, αὐτὸς διὰ τὸν ὁποῖον λέγει ἡ ἐγκύκλιος, ὅτι εἶναι ὕποπτος, ὁ δῆθεν ἐθνικόφρων;
§219Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Ἐὰν τὸ πράξῃ, ὁ οἱοσδήποτε ἀξιωματικός, θὰ εἶναι ἀξιόμεμπτος, διότι ὁ κ. Ἀρβανιτάκις διηυκρίνισε πλήρως τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος σκέψεις του.
§220Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν διηυκρίνιζεν, ἐὰν δὲν εἶχε ἀνακαλύψει τὴν ἐγκύκλιον, τότε ἐσήμαινε, ὅτι ἦτο κατηγορούμενος, τότε ἐσήμαινε, ὅτι ἐδικαιολογεῖτο νὰ βγάλῃ αὐτὰς τὰς ἐγκυκλίους, αἱ ὁποῖαι κατηγόρησαν τὸν βουλευτήν; Εἰς αὐτὸ τὸ κατάντημα ὡδήγησε τὸν κρατικὸν μηχανισμόν, πραγματικὸν κατάντημα, ἡ Κυβέρνησις.
§221Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε Ἡλιόπουλε, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον καὶ ἐπωφελοῦμαι αὐτῆς τῆς στιγμῆς, διὰ νὰ εἴπω, ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας εἶχον ὑπ’ ὄψει μου νὰ εἴπω πρίν. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον καὶ ἐνῷ τὸν ἐδώσατε, κ. Πρόεδρε, καὶ εἰς τὸν κ. Ἐφραιμίδην — εὑρίσκετο ἤδη ὁ κ. Ἡλιόπουλος εἰς τὸ βῆμα — καὶ εἰς τὸν κ. Μερκούρην καὶ δὲν τὸν ἐδώσατε εἰς ἐμέ. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος, αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ὁ κ. Ἡλιόπουλος ἐχρησιμοποίησεν αὐτὰς τὰς βαρείας ἐκφράσεις περὶ «καταντήματος», καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐνῷ εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι πάντοτε, ὅ,τιδήποτε καὶ ἐὰν συμβῇ καὶ οἱαδήποτε ἀφορμὴ καὶ ἐὰν ἐδίδετο, ἐναντίον οἱασδήποτε ὕβρεως καὶ δὲν ἐχρησιμοποίησα ὕβρεις, ποτὲ ἢ ἐὰν μοῦ ἐξέφυγε φράσις τις βαρεῖα, ἔσπευσα νὰ τὴν ἀνακαλέσω, ὅπως προέβην ἀπόψε μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐνῷ εἶμαι ἀπολύτως ἐναντίον αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ παρακαλέσω ὅλους τοὺς κυρίους καὶ τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκόμενον, νὰ προσέξουν καὶ τὴν ψυχολογικὴν ἀντοχὴν τῶν Ὑπουργῶν ἢ τῶν βουλευτῶν τῆς Συμπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ἀντοχή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀπεριόριστος, ὅταν ὑφίστανται αὐτὴν τὴν συνεχῆ διὰ χαρακτηρισμῶν βαρυτάτων ἐπίθεσιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπίθεσις ἔντονος, χωρὶς νὰ συνδυάζεται μὲ χαρακτηρισμὸν βαρύτατον. Ἐὰν εἰς οἱανδήποτε κοινωνικὴν συναναστροφήν, διότι ὡμίλησε καὶ περὶ κοινωνικῆς ἀξιοπρεπείας ὁ κ. Ἡλιόπουλος, ἐχρησιμοποίει, ὁ κ. Ἡλιόπουλος, πρὸς ἄλλους καθημένους, γύρω του, ἀπὸ τὸ αὐτὸ τραπέζι, τὴν φράσιν «αὐτὸ εἶναι τὸ κατάντημά σας», τί θὰ ἐγίνετο; Δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ὕβρις; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τὰ αὐτὰ πράγματα, χωρὶς νὰ χρησιμοποιῇ τὰς βαρείας αὐτὰς φράσεις; Ἀσχέτως καὶ τοῦ γεγονότος, ὅ,τι ἔκαμε, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ πιστεύσῃ ὅτι θεωρῶ, ὅτι τὸ ἔκαμε καλῇ τῇ πίστει, αὐτὴν τὴν στιγμήν, διαστροφὴν τῆς σκέψεως ἢ τῶν λόγων μου; Δὲν εἶπα, ὅτι θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ οἱοσδήποτε συνταγματάρχης νὰ παρέμβῃ εἰς τὰς κινήσεις οἱουδήποτε ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Δὲν εἶπον αὐτό. Ἁπλῶς καὶ μόνον διέκοψα, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ἀναφερόμενος ἐκείνην τὴν στιγμήν, εἰς τὴν οὐσίαν τῶν λόγων τοῦ κυρίου Ἀρβανιτάκι καὶ ὄχι εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐξεδηλοῦτο οἱαδήποτε ἀντίδρασις οἱουδήποτε ἀξιωματικοῦ, ὅτι ἡ οὐσία διηυκρινίσθη. Σεῖς ἐπιάσατε ἀμέσως τὴν φράσιν, ἡ ὁποία εὑρίσκετο ἐν ἀπολύτῳ συνεχείᾳ τῶν ἰδικῶν σας λόγων καὶ καταρτίσατε νέαν θεωρίαν, διὰ νὰ ὁμιλήσετε εἰς τὸ τέλος περὶ καταντήματος. Αἴ, αὐτό, κύριοι, ἡμεῖς δὲν τὸ ἀνεχόμεθα καὶ ψυχικῶς μᾶς ἔχετε ταλαιπωρήσει μέχρι σημείου, τὸ ὁποῖον δὲν δικαιολογεῖ μὲν ὕβριν, ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δικαιολογεῖ ἀγανάκτησιν οἱασδήποτε μορφῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ἡμέρας, ἐπὶ ὥρας μακράς, ἐπὶ μῆνας νὰ προβαίνετε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὄχι σεῖς προσωπικῶς μόνον, ἀλλὰ ἅπαντες οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἰς συστηματικὴν χρησιμοποίησιν βαρυτάτων ἐκφράσεων. Ὁ δὲ κ. Μητσοτάκης, ὁ ὁποῖος ἀπήντησεν, καθ’ ὃν τρόπον ἀπήντησεν, εἰς τὴν ἀπολύτως ἄνετον καὶ μᾶλλον συμφιλιωτικὴν παρέμβασίν μου, ἀπόψε, σχετικῶς μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς «ἰταμότητος», καὶ εἴδατε, ὅτι ἦτο ἰταμὸς καὶ ἀπαντῶν εἰς ἐμὲ ἀπόψε, ἐνῷ ἠμποροῦσε νὰ χαμογελάσῃ καὶ νὰ παραδεχθῇ ἀνέτως, ὅπως θὰ ἔπραττε πᾶς ἔχων πλήρη συνείδησιν τῆς κοινοβουλευτικῆς παραδόσεως καὶ ἀνέσεως συνάδελφος, ἠμποροῦσε νὰ τὸν ἐκλάβῃ διαφορετικά, τὸν ἠκούσατε τὸν κ. Μητσοτάκην, ποὺ μοῦ εἶπεν, ὅτι μοῦ ἔδωσεν ὀπίσω τὴν «ἰταμότητα». Ἰδοὺ παράδειγμα κοινοβουλευτικῆς ἁβροφροσύνης. Ἐγὼ μὲν ἐξηγῶ καὶ προσπαθῶ νὰ δώσω ἐξηγήσεις, ἔστω καὶ ἐὰν ἐχρησιμοποίησα μίαν λέξιν, ἡ ὁποία ἦτο κάπως ἄτοπος, διότι ἀπετέλει χαρακτηρισμόν, καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης, εἴδατε πῶς ἀπήντησεν, ἀπήντησεν, ἐπιβεβαιώσας τὸν χαρακτηρισμόν μου. Τί ἠθέλατε, ἐπὶ τέλους, νὰ γίνῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν; Ὁ κ. Μητσοτάκης εἰς ὅλους τοὺς λόγους του, τοὺς ὁποίους ἐκφωνεῖ, κατηγορεῖ τοὺς πάντας, δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησε χθὲς κατηγορῶν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειοψηφοῦσαν παράταξιν, διαρκῶς μὲ φράσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι βαρύταται. Ἀνεζήτησα, κ. Μητσοτάκη, εἰς τὰ πρακτικά, τοὺς λόγους σας καὶ εἶδα, ὅτι ἔχετε χρησιμοποιήσει τὴν λέξιν «σκάνδαλον», ἐπανειλημμένως, τὰς λέξεις «ἠθικὴν κάθαρσιν», ἔχετε χρησιμοποιήσει, ἐπανειλημμένως, τὰς βαρυτάτας αὐτὰς φράσεις, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὴν λέξιν «ἰταμότης», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ, ἐπὶ τέλους, χαρακτηρισμὸν ὕφους καὶ οὐχὶ εἰς τὸ βάθος ἤθους, διότι ἰταμὸν εἶναι συνήθως τὸ ὕφος καὶ ἐὰν εἶπα χθὲς «χαρακτήρ», ἠννόουν βεβαίως ἦθος καὶ οὐχὶ χαρακτῆρα. Καὶ ἡ παράταξις, ἡ ἰδική μας ἔχει ἐπιδείξει ὅταν, εἴτε ὁ κ. Μητσοτάκης, εἴτε ὁ κ. Ἡλιόπουλος, εἴτε συνάδελφοι τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, χρησιμοποιοῦν τὰς βαρυτάτας αὐτὰς ἐκφράσεις, ἔχει ἐπιδείξει μίαν ἀρετὴν ὑπομονῆς, τὴν ὁποίαν ὠφείλατε, κ. Ἡλιόπουλε, καὶ ἅπαντες, νὰ ἐκτιμήσετε καὶ νὰ σεβασθῆτε, ἀλλὰ ἐὰν ἡ ἀρετὴ δὲν σᾶς ἀρέσῃ, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐκδηλωθῇ καὶ ἡ κακία. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§222Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, φοβοῦμαι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει ἴσως κουρασθῆ, ὅπως καὶ ὅλοι μας. Ἐγὼ δὲν ἔχω ποτέ μου ἀμφισβητήσει κατ’ ἐξοχὴν αὐτὸ τοῦτο τὸ κοινοβουλευτικόν του ἦθος καὶ γνωρίζω, ὅτι εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε πράγματι, χρησιμοποιεῖ ἐκφράσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ μὴ χρησιμοποιοῦνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως ποὺ δὲν ἐδημιούργησα θέμα διὰ φράσιν, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ἐλέχθη, εἴτε ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του, εἴτε ἐν τῇ ἐννοίᾳ του, ἀλλὰ ἀπόψε δὲν ἀπήντησα ὀργίλως, ἀπόψε εἶπον ἁπλῶς, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι δὲν διεμαρτυρήθην, δὲν σημαίνει, ὅτι εἶμαι καὶ εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμόν. Καὶ εἶπα εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν νομίζῃ, ὅτι εἶναι τόσον ὡραῖος ὁ χαρακτηρισμός, ἐὰν θέλῃ, ἂς τὸν κρατήσῃ ὁ ἴδιος. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ νὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ τόνος τῶν λόγων μου καὶ τοὐλάχιστον ἡ ἐπιθυμία ἐκείνης τῆς στιγμῆς.
§223Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἔχει δημιουργηθῆ ἕνα θέμα.
§224Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Ποῖον θέμα; Μᾶς ὑβρίζετε ἐπὶ μῆνας καὶ ὁμιλεῖτε περὶ θέματος; Μᾶς ἐπιτίθεσθε μὲ τὰς χειροτέρας τῶν λέξεων καὶ ὁμιλεῖτε περὶ θέματος; Τὸ ὅτι προέβην εἰς μίαν διαμαρτυρίαν ἀποτελεῖ θέμα; Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἡλιόπουλος. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐδημιουργήθη κανένα θέμα. Ἡ παρέμβασις τοῦ κ. Μητσοτάκη ἦτο ἀναγκαία καὶ ἀποτελεῖ μίαν λύσιν ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον προέκυψε.
§225Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κ. Πρόεδρε, ἐζήτησε διακοπὴν ἀπὸ τὸν κ. Ἠλιόπουλον, διὰ νὰ παρέμβῃ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἠλιόπουλος, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην, ἢ νὰ σχολιάσῃ περὶ τοῦ ποῖον χαρακτηρισμὸν ἔδωσε περὶ τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης. Συνεπῶς, ἦτο ἐκτὸς Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς ὕφος καὶ εἰς περιεχόμενον, νομίζω, ὅτι ἐδημιούργησε θέμα. Εἶπεν, ὅτι δῆθεν ἐξ αἰτίας τῆς στάσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δικαιολογεῖται, πλέον, πρῶτον, παντὸς εἴδους ἐκδήλωσις ἀγανακτήσεως ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως. Πρέπει νὰ ἐξηγήσῃ τί ἐννοεῖ μὲ αὐτό. Καὶ ἀκόμη, τελειώνων τὸν λόγον του, εἶπεν, ὅτι ἐφεξῆς δικαιολογεῖται ἡ ἐκδήλωσις πλέον καὶ κακίας. Πρόκειται, κ. Πρόεδρε, περὶ σαφῶν ἀπειλητικῶν ὑπαινιγμῶν. Πρέπει νὰ ξεκαθαρίσῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τί ἐννοεῖ μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα.
§226Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι κακῶς θέτει ζήτημα ὁ κ. Ἐφραιμίδης, διότι, ἐὰν θὰ εἴμεθα ἀγαθοὶ ἢ κακοί, ἐὰν θὰ εἴμεθα ὑπομονητικοὶ ἢ μή, εἶναι ἰδικός μας λογαριασμὸς καὶ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει, εἴτε ὁ κ. Ἐφραιμίδης, εἴτε οἱοσδήποτε νὰ δημιουργήσῃ θέμα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἐὰν δὲν ἐκτιμοῦν οἱ κύριοι τὴν ἀρετὴν τῆς ὑπομονῆς, θὰ ἐκδηλώσωμεν τὴν κακίαν μας! Δικαίωμά μας εἶναι νὰ ἐκδηλώσωμεν καὶ τὴν κακίαν μας καὶ τὴν ἀγανάκτησίν μας, ὅπως τὴν ἐκδηλώνουν, ἄλλωστε, συχνότατα καὶ οἱ κύριοι τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, σήμερον, αὐτοὶ μὲν ἀδικαιολογήτως, ἡμεῖς δὲ πλήρως δικαιολογημένοι. Δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἑπομένως θέμα. Εἶναι περίεργον, ὅτι ἐγείρεται ὁ κ. Ἐφραιμίδης, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχει συνάδελφός του ἐπὶ τοῦ βήματος, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ καὶ τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσῃ διότι τὸν διέκοψα καὶ διότι ἐπωφελήθην τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν παρεχώρησε, διὰ νὰ γενικεύσω τὴν παρέμβασίν μου. Δὲν εἶχε κανένα λόγον, οὔτε δικαίωμα ὁ κ. Ἐφραιμίδης νὰ θέσῃ ζήτημα. Οὔτε ἡμεῖς ἠρωτήσαμε τὸν κ. Ἐφραιμίδην, ἐὰν εἶναι ἀγαθὸς ἢ κακός. Ἐὰν εἴπῃ, ὅτι θὰ ἐκδηλώσῃ τὴν κακίαν, θὰ τὸν ἀκούσωμεν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ, τὸ γνωρίζομεν. Τὴν ἐκδηλώνει συνεχῶς καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει θέμα.
§227Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Διατί ταλαιπωρεῖτε τὴν Βουλήν;
§228Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν μὲν ἡ ἐκδήλωσις τῆς κακίας, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνέχει τὴν ἔννοιαν κἄποιας ἀπειλῆς, καὶ δικαίωμά του εἶναι νὰ εἶναι κακὸς ἢ ἀγαθός, ἐὰν ἐνέχῃ τὴν ἔννοιαν ἀπειλῆς, καὶ τὸ λέγω αὐτό, διότι δυστυχῶς...
§229Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Σεῖς ὅλο τὸν παλληκαρᾶ κάνετε, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ποὺ θὰ μετανοήσετε.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰατρίδη, παρακαλῶ μὴ διακόπτετε. Κύριοι βουλευταί, ἀντιλαμβάνομαι, τέλος πάντων, ὅτι ἔχετε κουρασθῆ, ἀλλὰ ὀλίγην ψυχραιμίαν παρακαλῶ.
§231Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Σεῖς νὰ δοῦμε τί παλληκαρωσύνη θὰ δείξετε.
§232Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον, λοιπόν, ἐὰν αὐτὸ ἐνέχῃ τὴν ἔννοιαν ἀπειλῆς καὶ ὁμιλῶ περὶ ἀπειλῆς, διότι δὲν εἶναι οὔτε ἡ πρώτη φορὰ οὔτε ὁ πρῶτος ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ποὺ διατυπώνει σαφεῖς ἀπειλάς, ἐναντίον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἰδιαιτέρως ἐναντίον τῆς Ε.Δ.Α. Περὶ κεραιῶν ὁμιλεῖ ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐστραμμένων, περὶ γρόνθου κατὰ τῶν κεφαλῶν μας, εἶπεν εἰς ἄλλην του ὁμιλίαν, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἐπανάληψιν ὡμίλησε περὶ τῆς συντριβῆς τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συνήρχετο καὶ θὰ ἐξηκολούθει τὴν πολιτικὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ καὶ τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσει. Κατ’ ἐπανάληψιν ἔχουν λεχθῆ αὐτά. Ἐὰν δὲ ἔχουν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπειλῆς, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει ἀντιληφθῆ, ὅτι ὁ κόσμος πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνονται αἱ ἀπειλαί, δὲν τὰς φοβεῖται τὰς ἀπειλάς. Μοῦ ἐνθυμίζει τοὺς πρώτους στίχους τῆς Ἀντιγόνης, ἡ ὁποία λέγει «... (ἀναγινώσκει) ...». Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως: Ὑπάρχει τίποτε, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέρριψεν ἐναντίον τῆς Ἀριστερᾶς κυρίως ἐναντίον τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ τὴν Ἀριστεράν; Ὑπάρχει κανένα μέτρον σκληρότητος καὶ βασανιστηρίων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφηρμόσθη ἐναντίον τῆς Ἀριστερᾶς; Καὶ τί ἐπέτυχεν; Νὰ κάμψῃ τὸν κόσμον αὐτόν; Ὄχι. Δὲν σᾶς φοβοῦνται, κ. Ἀντιπρόεδρε. Σταματήσατε, ὅμως, τὰς ἀπειλάς σας, ἐὰν θέλετε νὰ συνεννοηθοῦμε.
§233Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Αὐτὸ εἶναι πρόκλησις.
§234Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πρόκλησις, ἐὰν καὶ τὸ ἰδικό σας εἶναι ἀπειλή.
§235Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Προέβητε εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἶμαι ὑποχεωμένος νὰ λάβω θέσιν. Οὐδέποτε ἡμεῖς ἐλάβομεν μέτρον οἱασδήποτε μορφῆς, σκληρὸν ἢ μὴ σκληρόν, χωρὶς νὰ προκληθῶμεν καὶ εἴμεθα πρῶτοι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείξαμεν, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1944, καὶ ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν σᾶς φοβούμεθα, παρὰ τὰ τραγικὰ καὶ τρομερὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιήσατε, τὰ ἀπάνθρωπα. Ἡμεῖς δὲν σᾶς φοβούμεθα.
§236ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ Μακρονήσια, τὰ ξεχνᾶτε; Σεῖς ἐκάματε τὰ Μακρονήσια, Παρθενῶνες. Σεῖς, προσωπικῶς. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι, κωδωνοκρουσίαι).
§237Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Καὶ ὄχι μόνον ἡμεῖς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, καὶ περιλαμβάνω εἰς τὸν κύκλον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν σᾶς φοβούμεθα, καὶ ὅλους τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν ἐθνικὴν—τὸ τονίζω καὶ τὸ ὑπογραμμίζω–Ἀντιπολίτευσιν, ὄχι μόνον ἡμεῖς δὲν σᾶς φοβούμεθα, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐφοβήθησαν οὔτε οἱ ἐκτεθειμένοι μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν πόλεων ἀγρόται τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὰ ὅσα ὑπέστησαν ἀπὸ σᾶς καὶ οἱ ὁποῖοι ἐνέμειναν, ἐμμένουν καὶ θὰ ἐμμένουν εἰς τὰ ἰδεώδη τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα). Μὴ χρησιμοποιῆτε αὐτὰς τὰς εὐκόλους ἐκφράσεις, ὅτι δὲν φοβεῖσθε. Βεβαίως, ἐν πολλοῖς, ἔχετε δίκαιον, ποὺ δὲν φοβεῖσθε, διότι ζῆτε ἐν δημοκρατίᾳ καὶ διότι εἰς τὴν δημοκρατίαν αὐτὴν εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ συμμορφοῦσθε πρὸς τοὺς νόμους καί, ὅταν παραβαίνετε τοὺς νόμους, βεβαίως τιμωρεῖσθε, ἀλλὰ δὲν διατρέχετε τοὺς κινδύνους, ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ διέτρεχον ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι εἰς τὸ καθεστώς σας, τὸ ὁποῖον θὰ εἴχατε ἐγκαθιδρύσει. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν εἶναι εὐχάριστος ἡ διακήρυξις, ὅτι δὲν φοβεῖσθε. Δὲν φοβεῖσθε, διότι ζῆτε ἐν Δημοκρατίᾳ, δὲν φοβεῖσθε, διότι ζῆτε εἰς τὸν χῶρον τῆς Δημοκρατουμένης Ἑλλάδος. Δι’ αὐτό, δὲν φοβεῖσθε. Ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, ἡμεῖς δὲν φοβούμεθα, καὶ δὲν θὰ φοβηθῶμεν ποτέ, οἱαδήποτε μέσα ἀπάνθρωπα καὶ ἂν χρησιμοποιήσετε, ἢ θὰ ἐχρησιμοποιεῖτε, τυχόν, εἰς τὸ μέλλον. Καί, ὄχι μόνον ἡμεῖς δὲν φοβούμεθα, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐκτὸς ἐντατικῆς ἀσφαλείας δὲν σᾶς φοβοῦνται. Διατὶ σᾶς ἀντεμετώπισαν μὲ αὐτὴν τὴν ἀγέρωχον στάσιν οἱ Ἕλληνες ἀγρόται καὶ δὲν σᾶς δίδουν τὴν ψῆφον των; Διότι σᾶς ἐγνώρισαν ὡς ἀπανθρώπους καὶ σᾶς ἐγνώρισαν ὡς ὄχι ἁπλῶς σκληρούς, ἀλλὰ ὡς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχετε ἀγνοήσει τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τοῦ ἀνθρωπίνου πολιτισμοῦ καί, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὑπελογίσατε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καμφθῇ αὐτὸς ὁ κόσμος τῶν ἀγροτῶν, ὁ ἐκτεθειμένος εἰς τὴν μάχαιραν καὶ τὸ πῦρ σας. Ἐν τούτοις, ὁ κόσμος αὐτὸς ἔμεινεν ἀκλόνητος καὶ σταθερὸς καὶ θὰ μείνῃ, ἀκριβῶς, διότι δὲν σᾶς φοβεῖται. (Χειροκροτήματα).
§238Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκόμη διὰ μίαν φορὰν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔβγαλε τὸν δεκάρικον τὸν ὁποῖον ἀκούσαμεν πολλάκις.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἔκφρασις αὐτή, κ. Ἠλιόπουλε. Δὲν δύνασθε νὰ θίγετε «τὸν δεκάρικο».
§240Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν λέγω δεκάρικον, ἐννοῶ εὐθηνὴν ἀγόρευσιν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ὅτι τὴν ἔχομεν ἀκούσει πολλὰς φοράς. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς φοβᾶται, οὔτε ἠπείλησα. Εἶπον, ὅτι αἱ ἀπειλαί του δὲν μᾶς φοβίζουν, ὄχι διότι μᾶς παραχωρεῖ ἐλευθερίαν. Διότι πιστεύομεν, ὅτι κατακτᾶται ἡ ἐλευθερία, δὲν παραχωρεῖται, καὶ ἡ διατήρησις τῆς ἐλευθερίας ἀπαιτεῖ δυσχερεῖς ἀγῶνας. Διότι πιστεύομεν, ἀγωνιζόμεθα διὰ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν δημοκρατίαν καὶ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν φοβούμεθα τὰς ἀπειλάς σας. Καὶ ἐπαναλαμβάνομεν, μὴ ματαιοπονεῖτε μὲ ἀπειλάς, διότι δὲν ἐπηρεάζετε κανένα. Καὶ ἐπειδὴ ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος περὶ λαοῦ, ἐὰν ἔχῃ συνέπειαν εἰς τὰς σκέψεις καὶ πολιτικὴν καὶ ἐθνικὴν ἀκόμη ἀνδρείαν, θὰ πρέπει εὐθέως νὰ εἴπῃ, ἐὰν θεωρῇ, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν πόλεων, ποὺ ἀποτελοῦνται κατὰ 50% ἀπὸ ὀπαδούς μας, εἶναι Ἕλληνες ἢ ἔχουν μειωμένην ἐθνικὴν συνείδησιν. Ἐὰν ἔχῃ συνέπειαν εἰς ὅσα εἶπεν, ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ, ἐὰν αὐταὶ αἱ μεγάλαι πόλεις, αἱ Ἀθῆναι, ἡ Θεσσαλονίκη, κατοικοῦνται ἀπὸ Ἕλληνας. Εἶπεν, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι χρησιμοποιοῦμεν βαρείας ἐκφράσεις καὶ χαρακτηρισμούς, ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ καταντήματος τῆς πολιτικῆς ποὺ ἀσκεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιοῦμεν ἠπιωτέρας ἐκφράσεις. Ὁ τόνος, τὸν ὁποῖον ἔδωσε κατὰ τὴν πρὸ ὀλίγου ὁμιλίαν του καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ συνήθης, ἀποτελεῖ τὴν καλυτέραν ἀπάντησιν. Εἶναι οὗτος ἀντικειμενικός, δεδομένου, ὅτι ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ καθ’ ὑπόδειξιν κυβερνητικῶν, παρακολουθοῦν τοὺς βουλευτάς, ἐὰν ὁμιλοῦν μὲ ὀξύτητα διὰ τοὺς Ὑπουργούς, ἐὰν ἐκλέγωνται οἱ δήμαρχοι κανονικῶς ἢ ὄχι, ἐὰν τοὺς ἱκανοποιῇ ἢ ὄχι ὁ αʹ βουλευτὴς ἢ τὸ τάδε Κόμμα. Ὅταν ἔτσι παρακολουθῆται ὁ βουλευτὴς διὰ τὴν δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσει ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του, ἀποτελεῖ ἢ ὄχι κατάντημα πολιτικῆς; Ἀποτελεῖ μεταβολὴν τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ εἰς καθαρῶς κομματικὸν μηχανισμὸν ἢ ὄχι; Καὶ ὅταν ἔχωμεν τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον προέκυψε διὰ τὸν κ. Ἀρβανιτάκιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κρίνῃ οἱοσδήποτε Μέραρχος; Ἐὰν ὁ Θεμελῆς ὑπηρέτησεν τοὺς Γερμανοὺς καὶ ὡρισμένοι ἀξιωματικοὶ ἐντύθησαν Γερμανικά, εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ὁ Ἐπιτελάρχης ἀπὸ ἀπόψεως, ἂν εἶναι ἐθνικῶς ἄξιοι ἢ ἀνάξιοι; Τὰ θέματα αὐτά, κύριοι, εἶναι κρίσεις πολιτικαί, τὰ κρίνουν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ὁ λαὸς καὶ ὄχι οἱ ἀξιωματικοί. Ἐὰν ἔρχεται ὁ Ἐπιτελάρχης καὶ κάνει κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὰ τὰ πράγματα, σᾶς ἐρωτῶ: Ἂν ὁ κ. Θεμελῆς ἐξέλθῃ διὰ νὰ κάμῃ πολιτικὴν καὶ ἀντιμετωπίσῃ μίαν κριτικήν, δὲν θὰ ἔλθῃ ὁ ἀξιωματικὸς νὰ τὸν ὑποστηρίξῃ; Καὶ πῶς δὲν θὰ ὑποστῇ μίαν ἐπίδρασιν ὁ στρατός, ὅταν ὁ κ. Θεμελῆς, Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, πολιτευόμενος θὰ κρίνεται ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς; Ὅταν αὐτὰ τὰ φαινόμενα ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐλευθέρας ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεως τῶν στρατιωτῶν καί, ἑπομένως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξευτελίζωμεν τὸν στρατὸν πιέζοντάς τον διὰ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους, ὄχι ἐκείνους ποὺ θέλει, ἀλλὰ ἐκείνους ποὺ θὰ λάβῃ διαταγὴν τῶν ἀνωτέρων του νὰ ἐκλέξῃ; Καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ πνεῦμα, ποὺ κρατεῖ σήμερον εἰς τὸν στρατόν, ἔρχεται νὰ ἐκφράσῃ ἕνας, ποὺ τελεῖ ὑπ’ αὐτὴν τὴν κατηγορίαν καὶ λυποῦμαι, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι παρακεκινδυνευμένη καὶ ἄτοπος ἡ κρίσις τοῦ κ. Τσάτσου, ὅτι δὲν εἶναι δικανικὴ ἡ κρίσις τοῦ βουλεύματος. Διότι πρόκειται περὶ σαφοῦς κρίσεως, ὅτι ἐτοιχοκολλήθη ἡ προκήρυξις καὶ δέχεται τὸ βούλευμα, ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλὰ ὑπέκυψεν εἰς τὴν πίεσιν τῶν Γερμανῶν. Αὐτὴ ἡ κρίσις τοῦ βουλεύματος, δὲν ἀποτελεῖ κρίσιν δικαστικήν; Εἶναι κρίσις, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισε τὸ δικαστικὸν Σῶμα καὶ εἶναι καταδίκη καὶ τὸν ἀπαλλάσσει ἁπλῶς, διότι δὲν ὑπῆρξε πρόθεσις νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς Γερμανούς. Καὶ μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸν ἀπαλλάσσει. Ἐὰν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ κ. Ὑφυπουργὸς αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του ὑπερήφανον, λυποῦμαι διὰ τὸ ἦθος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ δημιουργήσῃ εἰς τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις τῆς χώρας.
§241Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν. Εὐχαριστῶ καὶ ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον, διότι μοῦ ἐπιτρέψατε αὐτὴν τὴν διακοπήν, περιεχόμενον τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἔκφρασις ἠθικῆς προσωπικῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν, φαντάζομαι, ὅτι πολλοὶ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι συμμερίζονται. Ἐπικαλούμεθα τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας καὶ ὑποτίθεται, ὅτι τὰς πιστεύομεν. Πιστεύομεν, ὅτι μέγιστον ἀγαθὸν τοῦ πολίτου, τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ἢ τοῦ οἱουδήποτε ἁπλοῦ πολίτου, εἶναι ἡ προσωπική του ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ ὑπόληψίς του. Τὸ δεδικασμένον, κ. Ἡλιόπουλε, ὅπως γνωρίζετε, ἀποτελεῖ ἕνα ἠθικὸν χαράκωμα τοῦ πολίτου, ὅταν ὁ πολίτης καταφεύγῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἢ δὲν καταφεύγῃ, ἀλλὰ ἡ δικαιοσύνη ἐπιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεώς του. Ὅταν ἡ δικαιοσύνη ἐπιλαμβάνεται μιᾶς κατηγορίας καὶ ἐν προκειμένῳ ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀνώτατον δικαστήριον καὶ δὴ τῶν Ἐφετῶν καὶ δημιουργεῖται δεδικασμένον ὑπὲρ αὐτοῦ, φαντασθῆτε πόση καταταλαιπώρησις τῆς ἐννοίας τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ, τὸ νὰ δύναται ὁ οἱοσδήποτε νὰ ἀνασύρῃ ἐκ τῆς δικογραφίας, τὴν ὁποίαν εἶχε ὑπ’ ὄψει του τὸ δικαστήριον, ὅταν ἐξέδιδε τὴν ἀπαλλακτικὴν ἀπόφασιν, ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖον – καὶ τὸ βούλευμα ἀποτελεῖ στοιχεῖον δικογραφίας – τὸ ὁποῖον τὸν ὠφελεῖ διὰ νὰ στηρίξῃ μίαν κατηγορίαν. Ν’ ἀπομονώνῃ αὐτὸ τὸ στοιχεῖον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ θέτῃ ἐν κινδύνῳ τὴν ἀποκατασταθεῖσαν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος πλέον μένει ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἀπὸ καμμίαν ἀρχήν, ἀπὸ κανένα χαρτί. Αὐτό, κ. Ἡλιόπουλε, δὲν ἀπευθύνομαι εἰδικῶς εἰς σᾶς, δὲν θέλω ν’ ἀντιδικήσω μαζί σας, αὐτὸ ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀνελευθέραν καὶ ἐλάχιστα γενναίαν. Ἔχει δικαίωμα ὁ πολίτης, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων τοῦ Κράτους καὶ τῆς δημοκρατίας, τὴν ὁποίαν τόσον συχνὰ ἐπικαλεῖσθε, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν παρέμεινε ἀπρόβλητος ἀπὸ τὴν ἀνεξάρτητον ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, ἀποκτᾷ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖτε σεῖς, οὔτε οἱοσδήποτε ἄλλος, ν’ ἀφαιρέσετε, διὰ τῆς ἀνασύρσεως ὡρισμένων στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν μίαν κατηγορίαν, διὰ νὰ ἐξωραΐσετε αὐτὰ τὰ στοιχεῖα καὶ ν’ ἀγνοήσετε τὸ περιεχόμενον αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως εἰς βάρος τῆς τῆς τιμῆς καὶ τῆς ὑπολήψεως τοῦ πολίτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἠθικὴ τοποθέτησις τοῦ πράγματος καὶ αὐτὴ νομίζω, ὅτι ἀντανακλᾷ εἰς οἱανδήποτε ἐλευθέραν συνείδησιν. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν ἡ προσωπικὴ τιμὴ τοῦ πολίτου δὲν ἐξασφαλίζεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ὁ πολίτης, περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ὁποίου θὰ ἀπεφαίνετο ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, θὰ ἦτο πάντοτε ἔκθετος εἰς τὰ βέλη τῶν ἐχθρῶν του ἢ τῶν καλοθελητῶν του καὶ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε ὑπὲρ αὐτοῦ, θὰ ἐγένετο χάρτης ἄγραφος, ὁ ὁποῖος θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀνέμων, εἴτε τῆς κακότητος, εἴτε τῆς κακοπιστίας, εἴτε τῆς ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως, εἴτε οἱωνδήποτε ἄλλων σκοπῶν. Πιστεύω, ὡς ἐλεύθερος ἄνθρωπος, ὡς πολίτης ἁπλοῦς αὐτῆς τῆς χώρας καὶ ὡς πολιτικός, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἠθικὴ τοποθέτησις, τὴν ὁποίαν πρέπει ὅλοι νὰ σεβώμεθα. (Χειροκροτήματα).
§242Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε μίαν ἀπάντησιν. Βεβαίως συμφωνῶ μαζί σας, ὅτι τὸ δεδικασμένον εἶναι ἀνεπίτρεπτον νὰ ἐρευνᾶται καὶ σχολιάζεται, καθ’ ἃ σημεῖα ἀποτελεῖ δεδικασμένον, ἔχει κρίνει δηλαδὴ ἡ ἀπόφασις ἢ τὸ βούλευμα καί, ἑπομένως, δημιουργεῖ τὸ δεδικασμένον. Εἶναι τοῦτο ἀναμφισβήτητον. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἓν βούλευμα ἢ μία ἀπόφασις ποινικοῦ δικαστηρίου κρίνει ἁπλῶς, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ ἀδίκημα ποινικῶς κολάσιμον καὶ ἐπὶ τούτου ἀποφαίνεται τὸ βούλευμα ἢ ἡ ἀπόφασις. Ἀπεφάνθη, λοιπόν, τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι ποινικῶς κολάσιμος ἡ τότε δρᾶσις τοῦ κ. Θεμελῆ, τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ διὰ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὰς σκέψεις μιᾶς ἀποφάσεως, σκέψεις, αἱ ὁποῖαι πιθανῶς δὲν ὁδηγοῦν τὸ δικαστήριον εἰς τὸ νὰ ἐκδώσῃ καταδικαστικὴν ἀπόφασιν — σκέψεις, ὅμως, αἱ ὁποῖαι εἶναι σκέψεις διὰ τὰ θέματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται. Καὶ τοιαύτη σκέψις εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀναφέρομεν ἐδῶ. Ὑπάρχει ἡ σκέψις, ἐτοιχοκόλλησεν αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον, ὁ κ. Θεμελῆς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμε, διότι ἠθέλησεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας νὰ βοηθήσῃ τοὺς Γερμανούς, ἀλλὰ καθ’ ὑπόδειξιν τῶν Γερμανῶν καὶ διὰ τοῦτο τὸν θεωροῦμεν ἀθῶον, τὸν ἀπαλλάσσομεν οἱασδήποτε ποινῆς καὶ κατηγορίας. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν τὸ ἠθικὸν καί, ἰδίως, τὸ πολιτικὸν θέμα ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἀκέραιον. Καὶ ὑπάρχει τὸ θέμα, ὅτι ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμε μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἠθικῶς καὶ ἐθνικῶς διαβεβλημένη. Δὲν εἶναι ποινικῶς κολάσιμος — καὶ συμφωνῶ μαζί σας, εἶναι, ὅμως, ἐθνικῶς διαβεβλημένη. Καὶ διὰ νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰς σκέψεις ποὺ ἔκαμε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, δύναται πᾶς τις νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἀντίληψιν διὰ πράξεις ἢ ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὴν Α ἢ Β ἐπήρειαν ἐγένοντο κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τινὰ νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἄνθρωποι — καί, μάλιστα, ἀξιωματικοί —, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὸν κατακτητὴν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, δὲν εἶναι ἐθνικῶς ἀκέραιοι, δὲν εἶναι ἐθνικῶς ἄφθαρτοι. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι καὶ ἂν ὑπεβλήθησαν τότε εἰς ἀγωνίαν καὶ τὸ μαρτύριον νὰ ὑπηρετήσουν τοὺς Γερμανούς, προσφέροντες, τάχα, ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ εἶναι προβεβλημένοι, διότι ἔτσι παύει νὰ ἀποτελῇ θυσία ἡ ὑπηρεσία ἐκείνη καί, τοὐναντίον, ἀποτελεῖ ἐπιβράβευσιν ἡ σημερινὴ προβολή των, ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τότε ἐγένετο — καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἠθικῶς διαβεβλημένον καὶ ἐθνικῶς στιγματισμένον.
§243Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Τὸ θέμα αὐτό, κ. Ἠλιόπουλε, μόνον ἡ ἱστορία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ τὸ κρίνῃ.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§245ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 1.30′ π.μ.)