1961.05.22
2,561 rows · 19,835 words · 158 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 114η
Δευτέρα 22 Μαΐου 1961
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματ.). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦντα τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ καταλαβὼν τὴν θέσιν τοῦ ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ Πειραιῶς καὶ Νήσων Ἰωάννου Ὀρφανοῦ ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς τῆς ἰδίας ἐκλογικῆς περιφερείας, κ. Ἡρακλῆς Σακαλῆς, ὅπως προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καθοριζόμενον ὅρκον. (Προσέρχεται ὁ βουλευτὴς κ. Η. Σακαλῆς καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον, ἔχοντα οὕτω: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Χούτας ζητεῖ 15θήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§8Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεὺς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 75156)10.5.1961 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Ταχυδρομικὸν Ταμιευτήριον διὰ τὴν δανειοδότησιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Κεφαλληνίας, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμ. 2.200.000. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 110573)10.5.1961 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου πρὸς τὸ Ταχυδρομικὸν Ταμιευτήριον διὰ τὴν δανειοδότησιν τοῦ Νομαρχιακοῦ Ταμείου Φλωρίνης, μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν δραχμ. 10.000.000. Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κεφαλογιάννης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Συνταξιούχων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Νομοῦ Ρεθύμνης, αἰτουμένου ἄρσιν τῶν ἀδικιῶν τοῦ νόμου 1854)51. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ι. Τσαμπούκου, αἰτουμένου, ὅπως μὴ ἀνακληθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. Ε. 8427 ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργ. Δημ. Ἔργων, δι’ ἧς ἐκυρώθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 18311)1960 ἀπόφασις τοῦ Νομάρχου Ἀχαΐας. Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Ν. Μπακόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Συλλόγου Φιλοπροόδων Βυτίνης, διαμαρτυρομένου ἐκ μέρους τῶν κατοίκων Βυτίνης διὰ τὴν μελετωμένην ἀνέγερσιν ΜΟΤΕΛ εἰς τοποθεσίαν ἔξω τῆς Βυτίνας, εἰς ἐρημικὴν τοποθεσίαν ΚΑΜΙΕΑ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συνεχίζεται ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῆς περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νομοθεσίας». Κύριοι βουλευταί, ὅπως γνωρίζητε, μέχρι σήμερον ἐγένοντο 3 συνεδριάσεις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου. Ἡ σημερινὴ εἶναι ἡ 4η καὶ δὲν ὡμίλησεν ἀκόμη οὐδεὶς ἐκ τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω, πρῶτον, ὅπως ἐπισπευθοῦν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Δεύτερον, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τοῦτο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι εἶναι θέμα Ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις ἀντὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, νὰ διατεθῇ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ ὁμιλήσουν διαδοχικῶς, ὅλοι οἱ Ἀρχηγοί. Εἶσθε σύμφωνοι μὲ τὴν πρότασιν αὐτήν;
§10Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Ἀντὶ τῆς αὔριον, προτείνομεν νὰ μὴ γίνῃ ἔλεγχος τὴν Παρασκευήν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς Ε.Δ.Α., ἵνα τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν ἀντὶ ἐλέγχου συνεδριάσωμεν μὲ νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ συγκεκριμένως μὲ τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον;
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἀποφασίζει ἡ Βουλή, ὅπως τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν ἀντὶ ἐλέγχου, συζητηθῇ τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἐκλογικὸς νόμος τοῦ 1958 ἔγινεν ὑπὸ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἔπαυσαν νὰ ὑφίστανται. Ἐδημιουργήθη νέα συσχέτισις πολιτικῶν δυνάμεων, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει νέα κριτήρια διὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὡς δεδομένον τὴν ὑφισταμένην σήμερον πολιτικὴν διάρθρωσιν τῆς χώρας. Καὶ τώρα τίθεται τὸ βασικὸν ἐρώτημα: Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου εἶναι ἡ ἀνάδειξις ὁμοιογενοῦς, σταθερᾶς Κυβερνήσεως. Διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Πρῶτος καὶ κύριος σκοπὸς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εἰς τὰς Δημοκρατίας, εἶναι ἡ γνησία ἔκφρασις τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἡ ἀνταπόκρισις τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνησία λειτουργία τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος. Δεύτερος σκοπὸς ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας καὶ τῆς ἰδικῆς μας χώρας καὶ τοῦ κόσμου, εἶναι ἡ ἀποφυγὴ τῆς πολώσεως. Τὸ θέμα εἶναι νέον. Δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸ παρελθόν, ὅταν ἐτίθετο ὡς κύριος σκοπὸς ἡ σταθερότης τῶν Κυβερνήσεων. Τὸ θέμα εἶναι μεταπελευθερωτικόν, μεταπολεμικόν, καὶ ἐπιβάλλεται νὰ διέπῃ τὴν γραμμὴν πορείας, κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὰ θέματα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Κύριος σκοπὸς τῆς ἱδρύσεως τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅπως ἀναφέρεται εἰς τὴν προγραμματικήν του διακήρυξιν, εἶναι ἡ ματαίωσις τῆς πολώσεως. Ἀποτελεῖ συντελεστὴν διὰ τὴν ματαίωσιν ἡ ὕπαρξίς του. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ. Χρειάζεται ἀντιστοίχως καὶ ἀντιπολωτικὸς ἐκλογικὸς νόμος. Τρίτος σκοπὸς εἶναι ἡ δημιουργία ὁμοιογενοῦς σταθερᾶς Κυβερνήσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὁμοιογενῆ Κυβέρνησιν, δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντοτε εἶναι προτιμωτέρα ἀπὸ τὴν συμμαχικήν. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς περιστάσεις, ἀπὸ τοὺς τόπους καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Ἀλλὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ σταθερὰ Κυβέρνησις ἀποτελεῖ ἀγαθὸν διὰ τὴν χώραν. Ἀλλ’ ὑπὸ μίαν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν: Ὅτι ὑπάρχει σταθερότης τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ, ὄχι σταθερότης τῆς μειοψηφίας. Διότι ὅταν ὑπάρχῃ σταθερότης τῆς μειοψηφίας εἶναι δεινόν. Καὶ ὅταν συμβαίνῃ νὰ ὑπάρχῃ σταθερότης συνεχῶς μειουμένης μειοψηφίας, τότε αὐτομάτως δημιουργεῖται ἑνότης τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ αὐτὸ ὁδηγεῖ εἰς κρίσιν καὶ εἰς βαρυτάτους κινδύνους. Ἄλλως τε, ἐὰν ἐπρόκειτο σκοπὸς νὰ εἶναι ἡ σταθερότης τῆς μειοψηφίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, προφανὲς εἶναι, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ ἀπετέλουν περιττὴν πολυτέλειαν. Ἀπέναντι Κυβερνήσεως μειοψηφίας, διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἐκλογῶν, ὑπάρχει ἄλλο καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπεροχήν. Εἶναι ἡ ἀπροκάλυπτος δικτακτορία, ἡ ὁποία ἔχει δύο ὑπεροχάς. Ἔχει, πρῶτον, τὴν ὑπεροχὴν τῆς σταθερότητος. Καὶ ἔχει δεύτερον, τὴν ὑπεροχὴν τῆς εἰλικρινείας. Διότι ἡ βία εἶναι ἐντιμωτέρα ἀπὸ τὸν δόλον. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα, βουλευταί, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν συγκεκριμένων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχουν πέντε θέματα πρὸς ἐξέτασιν. Εἶναι, πρῶτον, τὸ θέμα τοῦ ποσοστοῦ. Εἶναι, δεύτερον, ὁ τρόπος τῆς λειτουργίας τῆς δευτέρας κατανομῆς, Εἶναι, τρίτον, ἡ καθιέρωσις τοῦ πλειοψηφικοῦ διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Εἶναι, κατόπιν, τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς. Καὶ τέλος τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Θὰ ἐξετάσωμεν ὅλα τὰ θέματα μὲ τὴν σειράν των. Ὁρίζεται ποσοστὸν 17%. Τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον ἐδήλωσεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ὅτι θεωρεῖ τὸ ποσοστὸν 17% ἀντιπολωτικόν. Διότι κατὰ τὴν ἰδικήν μας γνώμην καὶ μὲ τὸ ποσοστὸν 17% εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν καὶ τρίτον Κόμμα. Εἴχομεν, ὅμως, δηλώσει, ὅτι ἐὰν ἄλλοθεν ἐξ ἄλλων Κομμάτων διετυποῦτο ἡ πρότασις νὰ μειωθῇ τὸ ποσοστόν, θὰ εἴμεθα σύμφωνοι διὰ τὴν μείωσιν. Καὶ δηλοῦμεν, συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχικὰς μας δηλώσεις, ἀπέναντι τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει καμμία ὑπαναχώρησις, ὅπως προσπαθοῦν νὰ ἀναγράψουν αἱ κυβερνητικαὶ ἐφημερίδες, δηλοῦμεν, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι καὶ πρόθυμοι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ποσοστὸν τῶν 10–12%, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη ἀπὸ ἄλλα Κόμματα. Δὲν ἐπιθυμοῦμεν νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐμμένοντες εἰς ὑψηλὸν ποσοστόν, θέλομεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν δύσκολον θέσιν ἄλλων Κομμάτων. Εἴτε ὠφελεῖ, εἴτε βλάπτει τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον, τὸ 17%, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τεθῶμεν εἰς ἴσην μοῖραν μὲ ὅλα τὰ Κόμματα, μεγαλύτερα καὶ μικρότερα καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς θέσεως τῆς ἐλαφρῶς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, διατυποῦνται αἱ παλαιαὶ γνώριμοι κατηγορίαι ἐναντίον τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Διατυποῦται πρῶτον, ἡ ἐπίκρισις, ὅτι ὁδηγεῖ εἰς πολυκομματισμόν. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, εἰς τὴν εἰσήγησίν του ἀνέφερεν, ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1950, μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, εἶχον κατέλθει 47 Κόμματα. Πραγματικὰ καὶ φανταστικά. Ἰδοὺ ἡ θεμελιώδης διαφορὰ μεταξὺ τοῦ 1950 καὶ τοῦ 1961. Σήμερον ὑπάρχουν μόνον 6 Κόμματα εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν. Ἡ Ε.Ρ.Ε., τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον, ἡ Ε.Δ.Α., ἡ Κ.Ε.Α., οἱ Προοδευτικοὶ καὶ ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις. Ποῦ εἶναι ὁ πολυκομματισμός; Νομίζετε, ὅτι ἐὰν τυχὸν καθιεροῦτο τὸ 12 υ)ο, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψουν ἄλλα Κόμματα; Μόνον ἀφελεῖς ἄνθρωποι, ἄπειροι τῆς πολιτικῆς ζωῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσουν, ὅτι τὸ 12%, τὸ ὁποῖον, ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως, φαίνεται μικρόν, ἠμπορεῖ νὰ κατακτηθῇ. 12%, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σημερινοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφόρων, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει τὰ 4.000.000, ἀνέρχεται εἰς 500 χιλ. ψήφων. Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἀπροόπτως ἕνα Κόμμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν ἀφέλειαν νὰ ἐλπίσῃ εἰς ἔγκρισιν 500.000 ψήφων; Καὶ νομίζετε, ὅτι Κόμμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διαθέσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην 500.000 ψήφων, ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὑπὸ ἴσας συνθήκας μὲ τὰ ἄλλα Κόμματα; Ἰδοὺ διατὶ ἡ παλαιὰ ἐπίκρισις, ἡ παλαιὰ ἀνησυχία, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ, ἢ ἡ ἐλαφρῶς ἐνισχυμένη, περὶ τῆς ὁποίας σήμερον πρόκειται καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας, καθ’ ὅσον, ὅτι τῶν δημοσίων ἀνακοινώσεων γνωρίζει, τὸ σύνολον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ὁμόφωνον, ἰδοὺ διατί, ἡ παλαιὰ ἐπίκρισις, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς πολυκομματισμόν, σήμερον δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἐπίκρισις ἐναντίον τῆς ἀναλογικῆς. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἄποψις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ ὁποία δὲν ὑφίστατο εἰς τὸ παρελθόν, ὅταν ἐγένετο λόγος περὶ ἐκλογικῶν συστημάτων. Ἐφηρμόσθη ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ δὶς εἰς αὐτὴν τὴν χώραν. Καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις δὲν ἐπεδιώχθη ἡ πριμοδότησις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Εἰς τὰ 1951 δὲν εἶχε προβλεφθῆ καὶ δὲν ἐπῆλθε πριμοδότησις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Εἰς τὰ 1958 ἐπῆλθεν ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀλλὰ δὲν προεβλέπετο καὶ δὲν ἐπεδιώκετο ἐκ τῶν προτέρων. Τί, ὅμως, συμβαίνει μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Εἶναι δεδομένη σήμερον ἡ δύναμις, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν —τὸ μυστηριῶδες κιβώτιον, ὅπως ὀνομάζεται ἡ ψηφοδόχος, ἡ κάλπη, δὲν γνωρίζομε τὶ θὰ ἀποδώσῃ— ἐξ ὅσων, ὅμως, γνωρίζομεν, τὸ 17% εἶναι πριμοδότησις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς διὰ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τίθεται ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει τὴν πριμοδότησιν τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς καὶ προβλέπει τὸν ἀποκλεισμὸν μικροτέρων ἐθνικῶν Κομμάτων; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ ἐπιδίωξις αὐτὴ νὰ ἐνσαρκοῦται εἰς νομοσχέδιον, ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία καθημερινῶς κομπάζει, ὅτι εἶναι ὁ φρουρός, καὶ ὁ θεματοφύλαξ τῶν ἐθνικῶν μας θεμάτων; Καὶ ἐὰν περὶ τούτου πρόκειται, πῶς ἐξηγεῖτε, ὅτι τὸ ἐκλογικόν της σύστημα πριμοδοτεῖ τὴν Ἄκραν Ἀριστερὰν καὶ ἀποκλείει τὰ μικρότερα ἐθνικὰ Κόμματα; Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη κατηγορία ἐναντίον τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, ἢ τῆς ἐλαφρῶς ἐνισχυμένης, περὶ τῆς ὁποίας σήμερον πρόκειται, ὅτι ἐμποδίζει τὸν σχηματισμὸν σταθερῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας καὶ αὐτὴ ἡ ἐπίκρισις εἶναι ἕωλος. Διότι τί πρόκειται νὰ συμβῇ σήμερον; Ἔχει διευκρινισθῆ ἡ ὑπόθεσις. Ἐὰν τὸ κυβερνῶν κόμμα, ἡ Ε.Ρ.Ε., κατορθώσῃ νὰ λάβῃ ἐμπιστοσύνην, ἀνωτέραν ἀπὸ ὅσην ἔλαβεν εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς καὶ μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ μὲ ὁρισμὸν ποσοστοῦ 12%, δὲν χρειάζεται νὰ λάβῃ 51% διὰ νὰ ἀποκτήσῃ αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι δυνατὸν καὶ μὲ μικρότερον ποσοστὸν νὰ ἔχῃ αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν. Ἐὰν ὅμως λάβῃ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὸ 41%, ἐὰν λάβῃ 37%, οἱ ἴδιοι ὡμολόγησαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἠθικὸν δικαίωμα εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἔστω καὶ ἐὰν ἀποκτήσουν διὰ τῆς μεθόδου τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ὑπάρχει ἠθικὸν δικαίωμα νὰ γίνουν Κυβέρνησις τῆς χώρας. Ποῦ ὑπάρχει ἑπομένως ὁ κίνδυνος ἀπὸ μίαν ἐφαρμογὴν τῆς ἐλαφρῶς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, ὅτι θὰ ἐμποδίσῃ τὸν σχηματισμὸν σταθερῶν Κυβερνήσεων; Ἰδοὺ διατὶ ὅλαι αἱ ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἠδύναντο νὰ εἶναι βάσιμοι, ὑπὸ τὸν σημερινὸν συσχετισμὸν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων, ἔπαυσαν νὰ ὑπάρχουν καὶ ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογική, ἡ ὁποία ὁμοφώνως πλέον προτείνεται ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς χώρας. Οὔτε ὁδηγεῖ εἰς πολυκομματισμόν, οὔτε ἐμποδίζει τὴν σταθερότητα κυβερνήσεων καὶ ταὐτοχρόνως διεκδικεῖ ἰσότιμον μεταχείρισιν καὶ ἀπέναντι τῆς δεξιᾶς καὶ ἀπέναντι τῆς ἀριστερᾶς. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ θέμα τῆς δευτέρας κατανομῆς. Τὸ θέμα τῆς δευτέρας κατανομῆς, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐξηντλημένον. Διεπιστώθη, ὅτι ὑπάρχουν δύο συστήματα δευτέρας κατανομῆς. Εἶναι τὸ σύστημα τοῦ 1951 καὶ τὸ σύστημα τοῦ 1958. Μὲ τὸ σύστημα τοῦ 1951, ὅσα κόμματα εἰσέλθουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, εἶναι πλέον ἰσότιμα μεταξύ των. Ἰσχύει, ὅπως ὀρθῶς ἐπροσδιώρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἁπλῆ ἀναλογική. Καὶ ὑπάρχει καὶ τὸ σύστημα τοῦ 1958, ὅπου εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν ὑπάρχει πλεονέκτησις–αἰσχροκέρδεια τοῦ πρώτου κόμματος. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο συστημάτων, ἡ θέσις ποὺ ἐλάβομεν εἶναι ὑπὲρ τοῦ συστήματος τοῦ 1951. Ἀπεδέχθημεν αὐτὸν τὸν τρόπον κατανομῆς, εἰς τὰ 1958, κατόπιν σφοδρᾶς πάλης καὶ κατόπιν τοῦ τελικοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε. Ἔπειτα ὅμως, ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν, τὰ ὁποῖα ἐδικαίωσαν εἰς ἀκέραιον τὰς προεκλογικὰς ἀνησυχίας μας, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ δεχθῶμεν. Καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται, μὲ τὸ 37% τῶν ψήφων, ἀσχέτως πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν συμμετεχόντων κομμάτων, νὰ προσφέρῃ αὐτοδύναμον πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ Κυβέρνησιν. Ἰδοὺ διατί, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς λειτουργίας τῆς δευτέρας κατανομῆς, ἡ ἀντίδρασις τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου εἶναι ἀνένδοτος. Ὑποστηρίζομεν τὸν τρόπον λειτουργίας τοῦ 1951. Ἐπανειλημμένως μοῦ ἐλέχθη, «ὑπήρξατε σεῖς πολέμιος τοῦ συστήματος τοῦ 1951». Καὶ εἶναι βέβαιον. Ὑπῆρξα πολέμιος τοῦ συστήματος, καθ’ ἑαυτό, ἀλλὰ οὐδέποτε εἶχον ἀσχοληθῆ μὲ τὸ σύστημα καὶ τὸν τρόπον τῆς δευτέρας κατανομῆς. Καὶ μόνον ἔπειτα ἀπὸ τὴν περιπέτειαν τοῦ νόμου τοῦ 1958 ἀπέκτησα ἐνημέρωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Πέραν τῆς δευτέρας κατανομῆς ὑπάρχει καὶ τὸ θέμα τῆς καθιερώσεως τοῦ πλειοψηφικοῦ συστήματος διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Κύριοι βουλευταί, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ 1948 εἶχε διατυπώσει μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι «Νόμος ψηφιζόμενος ἀπὸ μίαν Βουλήν, δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ διὰ τὰς ἀμέσως ἑπομένας ἐκλογάς, θὰ ἰσχύῃ διὰ τὰς μεθεπομένας». Καὶ ἀνέκαθεν διεκήρυξα τὴν συμφωνίαν μου πρὸς αὐτὴν τὴν διάταξιν. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καμμία συγγένεια μεταξὺ ἐκείνης τῆς διατάξεως καὶ τοῦ τρόπου ἐφαρμογῆς, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται σήμερον. Διότι, σήμερον δὲν καθορίζεται ἐκλογικὸν σύστημα διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Καθορίζονται ταὐτοχρόνως δύο ἐκλογικὰ συστήματα καὶ διὰ τὰς προσεχεῖς καὶ διὰ τὰς μεταπροσεχεῖς ἐκλογάς. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἀντὶ νὰ λείπῃ ἡ ἰδιοτέλεια εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τῆς μεταπροσεχοῦς Βουλῆς, διπλασιάζεται ἡ κομματικὴ ἰδιοτέλεια, μὲ τὴν ταὐτόχρονον ψήφισιν τῶν δύο ἐκλογικῶν συστημάτων. Καὶ ταὐτοχρόνως — αὐτὴ εἶναι ἡ διαφωνία μου ὡς πρὸς τὴν δικονομίαν — καὶ ἡ σημερινὴ ἐφαρμογὴ ἄλλωστε προβλέπει, παρέχει τὴν δυνατότητα εἰς τὴν προσεχὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ἴδιον νόμον, ἐνῷ, ἐὰν ἴσχυε ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ προσεχὴς Βουλὴ δὲν θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἰδοὺ αἱ θεμελιώδεις διαφοραὶ εἰς τὴν δικονομίαν τοῦ θέματος. Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἐπίσης οὐσιώδεις διαφοραὶ καὶ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Ἀνέκαθεν εἶχον ὑποστηρίξει, ὅτι δύο ἐκλογικὰ συστήματα εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἀδιάβλητα, τὸ ἀναλογικὸν καὶ τὸ πλειοψηφικόν. Ὅλα τὰ ἄλλα θεωροῦνται ἐκ τοῦ πονηροῦ. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο ἀδιαβλήτων ἐκλογικῶν συστημάτων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπρόσωπα, ἐκλέγει ὁ νομοθέτης ἑκάστοτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς εἰδικὰς περιστάσεις. Καὶ διεκήρυξα, ἐσχάτως, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐμμένω πάντοτε εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, διότι ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, ἐφαρμογὴ τοῦ πλειοψηφικοῦ, θὰ ὡδήγει, ἀναποφεύκτως, εἰς τὴν πόλωσιν. Καὶ αὐτὴ εἶναι καὶ σήμερον ἡ πεποίθησις, τὴν ὁποίαν ἁπλῶς ἐπαναλαμβάνω. Ἀλλά, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ πλειοψηφικόν, διὰ τὸ μέλλον, δὲν ἀφορᾷ πράγματι τὸ μέλλον, ἀφορᾷ τὸ παρόν, ἀποβλέπει εἰς ἀναδρομικὴν ἄσκησιν ψυχολογικῆς ἐπιρροῆς αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἀποβλέπει, κατ’ οὐσίαν, εἰς τὴν ὑπονόμευσιν, εἰς τὴν καταδολίευσιν τοῦ καθιερουμένου ἀναλογικοῦ συστήματος, καὶ μὲ τὴν πολωτικὴν πολιτικὴν ἀτμόσφαιραν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ὁ ἀντικατοπτρισμὸς τοῦ πλειοψηφικοῦ εἰς τὸ μέλλον, προκαλεῖ μίαν πολωτικὴν ψυχολογίαν εἰς τὸ παρὸν καὶ ἐμποδίζει τὸ εἰσαγόμενον πολωτικὸν σύστημα νὰ ἀποδώσῃ τὰς ἀγαθὰς συνεπείας του εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ διαφωνία μας εἶναι ἐπίσης ἀπόλυτος ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἔρχομαι, τώρα, εἰς τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς. Θεωρῶ καὶ τὸ θέμα τῆς ἀπογραφῆς ἐξηντλημένον, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ἀχάριστον δίλημμα, ἀπὸ τὸ δίλημμα νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῆς προϊστορικῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1940 καὶ τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ τοῦ 1961. Μία μόνον εἶναι ἡ πρέπουσα λύσις, ὁ νόμιμος πληθυσμὸς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1961, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τεχνικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πολὺ ἐνωρίτερον ἀπὸ τὸν Νοέμβριον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς πληροφορίας μου, εἶμαι βέβαιος καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ ἐντείνῃ τὴν προσπάθειάν της, μὲ τὰ τεχνικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπάρχουν, ἀσφαλῶς, ὁποτεδήποτε καὶ ἂν πρόκειται νὰ γίνουν αἱ ἐκλογαί, θὰ ὑπάρχουν τὰ δεδομένα, τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ τοῦ 1961, ὁπότε δὲν πρόκειται πλέον νὰ ὑπάρξῃ θέμα διαφωνίας. Καὶ ἔρχομαι, τέλος, εἰς τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ θέσῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἀρχήν, ὅτι ὁ στρατὸς δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ψῆφον. Ὁ Ἕλλην πολίτης ὅταν στρατεύεται, δὲν εἶναι μειωμένος, εἶναι ἐπηυξημένος πολίτης, δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως νὰ στερηθῇ ἀπὸ αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ποῖοι ὅμως, ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐδημιούργησαν εἰς τὸ παρελθὸν τὰς ἀμφισβητήσεις καὶ τὰς ἀντιρρήσεις; Οἱ λόγοι ὑπῆρξαν γενικώτεροι, ἔχει δοκιμασθῆ ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ ἡ χώρα ἀπὸ τὸν κομματισμόν, ἀπὸ τὴν περιπέτειαν κινημάτων εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἀποτελεῖ ἀνάγκην ἐξυγιάνσεως τοῦ στρατοῦ μας ἡ ἀπομάκρυνσις τῆς πολιτικῆς, ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ κομματισμοῦ ἀπὸ τὸν στρατόν μας. Ἡ μέριμνα, ἡ στοργή, πρὸς τὸν στρατόν μας, ἐνέπνεεν τὰς ἀντιρρήσεις, ὄχι ἡ ἔλλειψις ἐκτιμήσεως, ἐμπιστοσύνης καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν στρατόν. Δὲν ἠθέλαμεν εἰς τοὺς στρατῶνας νὰ εἰσέλθουν καὶ πάλιν αἱ ἀντεγκλήσεις τῶν κομμάτων, καὶ ἐπίσης ὁ ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπερασπίζομεν τὴν μὴ παροχὴν ψήφου εἰς τὸν στρατόν, ἦτο ἡ πεποίθησις, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ ἐπιρροὴ διὰ τὴν ψῆφον τῶν στρατιωτῶν. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀσκηθῇ ἐπιρροὴ καὶ νὰ μὴ ἐκδηλωθῇ ἐλευθέρως, ἀνεπηρεάστως τὸ φρόνημα τῶν στρατιωτῶν, τότε ἡ παροχὴ τῆς ψήφου πρὸς τὸν στρατὸν δὲν εἶναι ἐκδήλωσις τιμῆς, εἶναι ὕβρις. Ἀλλὰ σήμερον τὸ ἀποδεχόμεθα. Τὸ ἀποδεχόμεθα, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ ἡ παρερμηνεία, ὅτι ἀρνούμεθα τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, καὶ δὲν τὸν περιβάλλομεν μὲ ὅσην ἐμπιστοσύνην, μὲ ὅσην στοργὴν καὶ μὲ ὅσην ἀγάπην τὸν περιβάλλουν οἱ ἄλλοι. Ἀπεδέχθημεν τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ ἐθέσαμεν ὡς ὅρον, ὅτι θὰ ὑπάρξουν ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἀνεπηρέαστον ἐκδήλωσιν τοῦ φρονήματος τῶν στρατιωτῶν. Θὰ πρέπει νὰ προνοηθοῦν ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψουν, ὅπως οἱ στρατιῶται ἐκπληροῦντες τὸ πολιτικὸν καθῆκον, νὰ τὸ ἐκπληρώσουν μὲ ἴσην ἐλευθερίαν, ὅπως τὸ ἐκπληρώνουν καὶ οἱ Ἕλληνες πολῖται, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ στρατοῦ δὲν θὰ εἶναι ψῆφος διατεταγμένη, θὰ εἶναι ψῆφος ἐλευθέρα. Ὁ φίλος βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ὁ ναύαρχος κ. Τούμπας, ἀνέπτυξεν ὡρισμένας ἀπόψεις διὰ τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι. Προτείνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σχηματισθῇ μία εἰδικὴ διακομματικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ μελετήσῃ τὸ θέμα, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως νὰ ἐπικοινωνήσῃ καὶ μὲ τὴν ἡγεσίαν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, καὶ ὅταν ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ εἰδικὴ διάταξις, νὰ ἀκούσωμεν τὰς προτάσεις καὶ νὰ λάβωμεν τὰς ἀποφάσεις μας. Τοιουτοτρόπως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ, ἐπίσης, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα ὁμοφωνία τῆς Βουλῆς. Κύριοι βουλευταί, αὐταὶ εἶναι αἱ ἀπόψεις μας, ἀπόψεις τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀπόψεις μας ἐγίνοντο δεκταί, δὲν ὑπάρχει ἐγγύησις γνησίας ἐκδηλώσεως τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ. Ὑπολείπεται ἀκόμη τὸ θέμα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογάς. Τὸ θέμα εἶναι καὶ ἐκτὸς τόπου καὶ ἐκτὸς χρόνου. (Ψίθυροι ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Εἶναι ἐκτὸς τόπου, διότι δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἁρμοδία διὰ τὴν λύσιν τοῦ θέματος. Εἶναι ἐκτὸς χρόνου, διότι δὲν ἔχουν ἀκόμη προκηρυχθῆ ἐκλογαί. Ἀλλὰ δικαιοῦμαι ὡς δημόσιος ἄνθρωπος, ἐπὶ τοῦ θέματος νὰ ἔχω τὰς γνώμας μου καὶ ὁ ψίθυρος εἶναι ἄνευ ἀξίας, δὲν ἔχει καμμίαν δικαίωσιν. Εἶμαι δημόσιος ἄνθρωπος, εἶμαι ἀρχηγὸς κόμματος καὶ ἔχω δικαίωμα νὰ ἔχω γνώμην ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις τῶν ἐκλογῶν. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος ἔχω ὁμιλήσει ἐπὶ τοῦ θέματος. Πιθανὸν αὐταὶ αἱ συνεδριάσεις νὰ εἶναι τέρμα τῆς Συνόδου, πιθανὸν νὰ εἶναι τέρμα τῆς περιόδου καὶ αἰσθάνομαι τὸ χρέος ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ βήματος ἐγκαίρως νὰ ἔχω διακηρύξει τὰς γνώμας μου. Τὸ θέμα τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως εἶναι μόνον ἑλληνικὴ ἰδιοτυπία. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς ἄλλας χώρας. Διατί; Διότι, ἡμεῖς, δυστυχῶς, ἔχομεν τὸ δυσάρεστον προνόμιον νὰ εἴμεθα κομματικὸν κράτος, ἔχομεν τὸ δυσάρεστον προνόμιον, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ τὰς ἐκλογάς, νὰ κινητοποιῇ τὸ Κράτος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κόμματος. Καὶ ὄχι μόνον ἡ σημερινή. Εἶναι παράδοσις. Καὶ αὐτὴ ἡ παράδοσις, πρὸς ἐξυγίανσιν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, πρέπει νὰ εὕρῃ τέλος. Ἀλλὰ τίθεται τὸ θέμα: Συμβιβάζεται ἡ ἔννοια τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸ Σύνταγμα; Διότι ἠκούσθη καὶ ἡ ἄποψις, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξουν ἀντιρρήσεις συνταγματικαί. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὰς Δημοκρατίας, δύο εἶναι οἱ παράγοντες τῆς Πολιτείας: Ὁ κυρίαρχος λαὸς καὶ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων. Ὁ κυρίαρχος λαὸς κυβερνᾷ καὶ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων διεκπεραιώνει, ρυθμίζει τὴν θέλησιν τοῦ κυρίαρχου λαοῦ. Ἰσχύει ἡ κυρίαρχος θέλησις τοῦ λαοῦ, καθ’ ὅλον τὸν χρόνον, ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν, μέχρι τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔπειτα ἀπὸ τὴν διάλυσιν καὶ μέχρι τῶν ἐκλογῶν ὁ κυρίαρχος λαὸς ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸ προσκήνιον καὶ ὑπάρχει μόνον ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων. Ἀποτελεῖ, ἑπομένως, εἰδικὴν προνομίαν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος ἡ ἐκλογὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογάς. Καί, διότι ἀποτελεῖ εἰδικὴν προνομίαν, αἰσθάνομαι τὸ χρέος ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα καὶ νὰ εἴπω: «Μεγαλειότατε, ἀποτελεῖ προνομίαν τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, συμφώνως πρὸς τὸ ἰδικόν μας πολίτευμα, ὁ καθορισμὸς τῆς ἐκλογικῆς κυβερνήσεως. Δὲν ζητοῦμεν εὔνοιαν. Ζητοῦμεν ἴσην μεταχείρισιν. Ζητοῦμεν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην. (Χειροκροτήματα). Καὶ δὲν ὑπάρχει ἰσότης καὶ δικαιοσύνη, ὅταν τὸ ἓν κόμμα κυβερνᾷ καὶ χρησιμοποιεῖ τὸ Κράτος, ὡς μέσον ἐκλογικῆς ἐπικρατήσεως καὶ τὸ ἄλλο κόμμα ὑφίσταται τὴν δίωξιν τοῦ Κράτους. Ζητοῦμεν εἰς τὸν χρόνον τῶν ἐκλογῶν ἴσας συνθήκας ἀναμετρήσεως μεταξὺ τῶν κομμάτων ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ. Καί, διότι κατεχόμεθα ἀπὸ τὴν βαθεῖαν πεποίθησιν, ὅτι τὸ αἴτημα εἶναι τίμιον, εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι, ὅπως εἰς τὸ παρελθόν, τοιουτοτρόπως καὶ εἰς τὸ μέλλον, θὰ εὕρῃ πλήρη ἀνταπόκρισιν». Καὶ φθάνω εἰς τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας μου. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τοῦ θέματος ἔχει ὁμοίας ἀπόψεις, ὅπως διατυποῦνται ἀπὸ τὰς δημοσίας ἀνακοινώσεις. Ὅλοι ὑποστηρίζομεν τὰς ἰδίας ἀπόψεις. Ἡ Κυβέρνησις διαθέτει τὴν πλειοψηφίαν καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ψηφίσῃ νόμον τῆς ἀρεσκείας της. Ἀλλά, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἡ ὑπόθεσις εἶναι διάφορος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ συνταγματικὴ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ, ὅτι διὰ τὴν ψήφισίν του ἀπαιτεῖται ηὐξημένη πλειοψηφία. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ὑπάρχει ὁ ἠθικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος τὸ ἐπιβάλλει. Συνέβη ἐπανειλημμένως εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ συνεχίζεται εἰς τὸ μέλον. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἐκτιμήσῃ τὸ γεγονός, ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον τιμίου αἰτήματος ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν τῶν αἰτημάτων ἀποτελεῖ ἰδιοτελῆ ἐπιδίωξιν. Ἀναγράφει ὁ κυβερνητικὸς τύπος, ὅτι ἔγιναν «παραχωρήσεις» πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Λυποῦμαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῆται αὐτὸς ὁ ὅρος, «παραχωρήσεις». Μόνον οἱ μονάρχαι κάμνουν παραχωρήσεις πρὸς τοὺς ὑπηκόους των. Οἱ ἡγέται τῶν Δημοκρατιῶν ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκον των, κρίνουν ἑκάστοτε, κατὰ ποῖον προσφορώτερον τρόπον ὑπηρετεῖται τὸ γενικὸν συμφέρον ἀλλὰ δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται τῆς Πολιτείας, ὥστε νὰ κάμνουν παραχωρήσεις. Καὶ οὔτε ἐμεῖς δεχόμεθα «παραχωρήσεις». Ἄλλωστε, ποῖα εἶναι τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἰσχυρίζεται ὁ κυβερνητικὸς τύπος, ὅτι ἔγιναν παραχωρήσεις; Ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961. Καὶ ἀναγράφεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ προσφέρῃ αὐτὴν τὴν παραχώρησιν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Εἶναι παραχώρησις ἢ ἐπιτέλεσις τοῦ καθήκοντος; Ὑποστηρίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξουν ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐνεπηρέαστον ἐκδήλωσιν τοῦ φρονήματος τοῦ στρατοῦ. Ἀποτελεῖ παραχώρησιν πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡ τιμία καὶ ἀνεπηρέαστος ἐκδήλωσις τοῦ φρονήματος τοῦ Λαοῦ; Ζητοῦμεν, ἕκαστον κόμμα, νὰ ἔχῃ εἰς τὴν Βουλήν, τόσην δύναμιν, ὅσην ἔχει καὶ εἰς τὸν Λαόν. Ἀποτελεῖ τοῦτο παραχώρησιν πρὸς ἡμᾶς, ἢ σεβασμὸν καὶ ὑποταγὴν πρὸς τὰ κελεύσματα τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος; Ἀναγράφει, ἐπίσης, ὁ κυβερνητικὸς τύπος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ ἀπειλάς. Ἄν περὶ τούτου πρόκειται, ἔκαμε λάθος εἰς τὴν διεύθυνσιν. Δὲν μᾶς ἀφορᾷ ἡ ὑπόθεσις. Δὲν ἐπιτρέπομεν εἰς τὸν ἑαυτόν μας τὴν μέθοδον τῶν ἀπειλῶν. Ἀλλ’ ἐὰν οὔτε ἠπειλήσαμεν, οὔτε πρόκειται νὰ ἀπειλήσωμεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπράξαμεν εἶναι, ὅτι πρόκειται νὰ ἀγωνισθῶμεν. Θέλομεν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐκτιμῶσα τὴν βασιμότητα τῶν αἰτημάτων του, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζομεν, θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἀνταπόκρισιν. Ἄν ὅμως θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ, θὰ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον της. Ἠμπορεῖ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ γίνῃ νόμος. Ἀλλὰ ἡ Βουλή, ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἠμπορεῖ νὰ προσδώσῃ μόνον τυπικὴν νομιμότητα. Μόνον ἡ συνείδησις τοῦ Ἔθνους καθιερώνει τὸ Δίκαιον. Καὶ εἴμεθα βέβαιοι, εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ὅτι ἡ συνείδησις τοῦ Ἔθνους ἀναγνωρίζει, ὅτι τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, εἶναι αἰτήματα δίκαια. Καὶ ὑπεράνω τῆς τυπικῆς νομιμότητος εἶναι ἡ συνείδησις τοῦ Ἔθνους, εἶναι τὸ Δίκαιον. Κατεχόμεθα ἀπὸ αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, καὶ στηριζόμενοι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, θὰ παλαίσωμεν ἐν ὀνόματι τῆς Δικαιοσύνης, ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας. (Χειροκροτήματα).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§16Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μικρὰν μόνον παρατήρησιν ἤθελα νὰ κάμω, κ. βουλευταί, ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον καὶ σεβαστόν μου Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἡ ἔλλειψις μικροφώνου εἰς τὴν θέσιν μου δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ γίνω ἀκουστὸς καὶ μὲ ὑποχρεώνει νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα. Ἐλέχθη, ὅτι εἰς τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ πολιτεύματα, ἡ λειτουργία τῆς ἐκλογῆς ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν πολλῶν σκοπῶν. Καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον αὐτό. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τονισθῇ εἶναι, ὅτι εἰς τὰ ἀντιπροσωπευτικά, κυρίως πολιτεύματα, κατ’ ἐξοχὴν δὲ εἰς τὰ κοινοβουλευτικά, ἡ λειτουργία τῆς ἐκλογῆς πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ εἰς δύο βασικοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ὀφείλει, ὁπωσδήποτε, νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Εἰς τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν λαϊκῶν τάσεων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν. Καὶ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα δὲν θὰ ἔχῃ ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ του, ἂν δὲν δυνηθῇ νὰ ἀνταποκριθῇ καὶ εἰς τοὺς δύο τούτους βασικοὺς σκοπούς, τῆς λειτουργίας τῆς ἐκλογῆς εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Ἐλέχθη, κ. συνάδελφοι, καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅτι μὲ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1958 τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, τὸ ὁποῖον διατηρεῖται, καθ’ ἃ σημεῖα δὲν τροποποιεῖται, κόμμα, τὸ ὁποῖον συγκεντρώνει τὰ 37% τῶν ψήφων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ περὶ τοῦ ὅτι μὲν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς εἰς τὰ Κοινοβούλια, ὅπου ὑπάρχουν περισσότερα κόμματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυάζεται ποτὲ μὲ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν ἐκλογῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις σοβαρά. Μόνον ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουν δύο κόμματα, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος καὶ συσχετισμὸς μεταξὺ πλειοψηφίας λαϊκῆς καὶ πλειοψηφίας κοινοβουλευτικῆς. Ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ ἀκόμη τὰ Κράτη καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Κοινοβούλια, ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ λαϊκὴ πλειοψηφία δὲν ἀνέδειξε τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀνταποκρίσεως τῆς λαϊκῆς πλειοψηφίας μὲ τὴν πλειοψηφίαν, τὴν κοινοβουλευτικήν, εἰς τὰ Κοινοβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν περισσότερα κόμματα. Διότι, ἡ λειτουργία καὶ ἡ ὕπαρξις περισσοτέρων κομμάτων, κατ’ ἀνάγκην καθιστᾷ ἀνέφικτον τὴν λειτουργίαν τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπολύτου πλειοψηφίας. Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα: Ἐλέχθη, ὅτι κόμμα μὲ 37% τῶν ψήφων δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν. Ὁ ἰσχυρισμὸς συνεδυάσθη μὲ ὡρισμένους ἀριθμοὺς κατανομῆς τῶν ψήφων καὶ μὲ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν βʹ κατανομὴν τεσσάρων κομμάτων. Ἐκ τούτων, τὸ πρῶτον λαμβάνει 37% καὶ τὰ ἄλλα κατὰ σειρὰν 21%, 13% καὶ 12%. Καὶ ὑπεστηρίχθη, ὅτι μὲ τὰ δεδομένα ταῦτα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ τὸ πρῶτον κόμμα ἀπόλυτος πλειοψηφία. Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται, κατ’ ἀρχήν, περὶ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἔξω τοῦ περιεχομένου τοῦ νόμου. Διότι, ὁ νόμος προϋποθέτει συγκέντρωσιν 17% τοὐλάχιστον, διὰ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν βʹ κατανομήν. Παρὰ ταῦτα, θὰ ἤθελον νὰ προχωρήσω εἰς τὴν ἐξέτασιν καὶ τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ, τοῦ κειμένου ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τοῦ νόμου, διὰ νὰ διαπιστωθῇ καὶ πάλιν, ὅτι τοιοῦτον ἐνδεχόμενον μᾶλλον ἀποκλείεται ἀπολύτως. Εἶναι γνωστὰ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958, καθ’ ἃς τὸ πρῶτον κόμμα μὲ πλειοψηφίαν 41% καὶ πλέον, συνεκέντρωσεν ἐκ τῆς αʹ κατανομῆς 100 ἕδρας, 62 ἐκ τῆς βʹ καὶ 9 ἀκόμη ἕδρας, τὰς ὁποίας ἔλαβε, λόγῳ τῶν ἀδιαθέτων ἑδρῶν εἰς τὰς μείζονας περιφερείας εἰς ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, διὰ νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὸ τέλος 171 ἕδρας. Ἐὰν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958, ὅπου τὸ πρῶτον κόμμα ἔχει λάβει 42% περίπου, συμμετεῖχε καὶ τρίτον κόμμα, πρᾶγμα ἐπιτρεπόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ κατάστασις θὰ ἦτο πολὺ διαφορετική. Τὸ πρῶτον κόμμα, θὰ εἶχε λάβει 152 ἕδρας, τὸ δεύτερον 73 καὶ τὸ τρίτον 61, ἡ Π.Α.Δ.Ε. 10 καὶ ἡ Ἕνωσις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος 4. Τί θὰ συνέβαινε, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρχον ἄλλαι δυνάμεις καὶ ὄχι αἱ δυνάμεις τοῦ 1958, αἱ δυνάμεις ἐπὶ παραδείγματι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν τυχαίως ἀπὸ ὁμιλητὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Συμμετοχὴ εἰς τὴν βʹ κατανομὴν τεσσάρων κομμάτων μὲ δύναμιν κατὰ σειρὰν 37, 21, 13 καὶ 12%. Ἀριθμοί, βεβαίως, κατανομῆς κατὰ περιφερείας δὲν ὑπάρχουν, διότι τὸ σύστημα δὲν ἔχει ἐφαρμοσθῆ καὶ τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἐπιβεβαιοῦνται ἐκ τῶν πραγμάτων. Μὴ ὑπαρχόντων ἄλλων στοιχείων, ἡ ἀνάλυσις τῆς κατανομῆς δύναται νὰ γίνῃ βάσει τῶν γενικῶν δεδομένων καὶ τῆς σχέσεως τῶν ἐκλογικῶν δυνάμεων. Δύναται κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς, θὰ διατεθοῦν αἱ 200 περίπου ἕδραι. Αὐτὸ συμβαίνει συνήθως. Ἀπομένουν, ἑπομένως, 100 ἕδραι διὰ τὴν βʹ κατανομήν. Αἱ 200 ἕδραι τῆς αʹ κατανομῆς, θὰ κατανεμηθοῦν, ὅπως εἶναι γνωστόν, μὲ τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψήφων ἑκάστου κόμματος μὲ τὸν ἐκλογικὸν διαιρέτην, ὁ ὁποῖος ἐπίσης εὑρίσκεται μὲ τὴν διαίρεσιν τοῦ συνόλου τῶν ψήφων, διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν. Τὸ πρῶτον κόμμα, ἡ Ε.Ρ.Ε., ἐὰν ἐλάμβανε 37% καὶ ὄχι 42%, ὅπως συνέβη, θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἐκ τῆς αʹ κατανομῆς 10% ὀλιγωτέρας ἕδρας ἀπ’ ὅσαν ἔλαβε κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958, ὁπότε εἶχε συγκεντρώσει τὸ 41%. Μεταξὺ τοῦ 37% καὶ 41%, ὑπάρχει διαφορὰ 10%, καὶ μὴ ὑπαρχόντων ἄλλων στοιχείων, πρέπει νὰ δεχθῇ τις, ὅτι ἀντίστοιχος περίπου θὰ εἶναι καὶ ἡ ἀναλογία ἐπὶ τῶν ἑδρῶν. Διαφορὰ 10% ἐπὶ τῶν ψήφων, μείωσις 10% ἐπὶ τῶν ἑδρῶν. 100 ἕδρας ἐπῆρε τὸ πρῶτον κόμμα ἐκ τῆς αʹ κατανομῆς μὲ δύναμιν 41%, 90 ἕδρας — ὀλιγωτέρας κατὰ 10 — θὰ λάβῃ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχῃ 37%. Καὶ ἀναλόγους θὰ λάβουν τὰ ἄλλα κόμματα. Ἀπομένουν 100 ἕδραι διὰ τὴν βʹ κατανομήν. Εἰς τὰς 100 ἕδρας αὐτάς, συντρέχουν, κατὰ τὸ παράδειγμα, τὸ τεθὲν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, 4 κόμματα, αὐτά, περὶ τῶν ὁποίων ἔγινε συζήτησις, μὲ δύναμιν 37%, 21%, 13% καὶ 12%. Τὸ 37 εἰς τὸ σύνολον τῶν ψήφων τῶν μετεχόντων εἰς τὴν βʹ κατανομήν, ἀντιπροσωπεύει τὰ 37)83. τὰ ὁποῖα μᾶς δίδουν 45%. Πρέπει, λοιπόν, νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ πρῶτον κόμμα θὰ ἐλάμβανε καὶ ἄλλας 45 ἕδρας, ἀφοῦ 100 εἶναι ἀδιανέμητοι ἐκ τῆς αʹ κατανομῆς. Δεδομένου, ὅτι 89 ἢ 90 ἕδρας ἔλαβεν ἐκ τῆς αʹ κατανομῆς, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς 37% καὶ θὰ συντρέχῃ εἰς τὴν βʹ κατανομὴν μὲ ἄλλα τρία κόμματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον λάβει 21, 13 καὶ 12%, θὰ ἔπαιρνε ἐν συνόλῳ καὶ ἐκ τῆς αʹ ἢ ἐκ τῆς βʹ κατανομῆς 135 ἕδρας καὶ ὄχι ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, ὅπως ἀντιθέτως ἐλέχθη. Ἀκόμη καὶ ἐὰν μόνον 3 κόμματα συμμετέχουν εἰς τὴν βʹ κατανομὴν καὶ ὄχι 4 μὲ τὶς ἴδιες ἀναλογίες 37, 21, 13, 12 καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν αʹ κατανομὴν θὰ εἶχεν, ἐπίσης, λάβει τὸ πρῶτον κόμμα 89 ἢ 90 ἕδρας καὶ ἐκ τῆς βʹ κατανομῆς θὰ ἔπαιρνε ἄλλας 52, εἰς τρόπον, ὥστε ἡ συνολικὴ δύναμις τοῦ κόμματος μὲ τὸ 37% καὶ μὲ συμμετοχὴν 3 κομμάτων, θὰ ἀνήρχετο εἰς 142 ἕδρας.
§17Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Προσθέσατε, παρακαλῶ, ὅτι, ἐὰν τὸ 13 ἢ 12%, τὸ κάμωμεν 17%, ὅπως τὸ ζητεῖ ὁ νόμος, θὰ εἶναι ἀκόμη μικροτέρα ἡ συμμετοχὴ τοῦ πρώτου κόμματος εἰς τὴν Βουλήν.
§18Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶπον, κ. συνάδελφοι, ὅτι πρόκειται περὶ παραδείγματος, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐδόθησαν στοιχεῖα καὶ τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἔλαβον αὐθαιρέτως. Ἐδόθησαν αὐθαιρέτως, βεβαίως, πάλιν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, μὲ τὴν προσθήκην, ὅτι θὰ κατετίθεντο στοιχεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ προσεπικυροῦτο τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἐξετέθη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Τὰ στοιχεῖα δὲν ἔχουν κατατεθῆ. Καὶ εἶπον, ὅτι τὸ παράδειγμα εἶναι ἐκτὸς τοῦ περιεχομένου τοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος προϋποθέτει συμμετοχὴν μὲ 17%. Καὶ διὰ νὰ συμπληρώσω τὰ ὅσα εἶπον: Μὲ 37%, 21%, 13% καὶ 12% καὶ μὲ συμμετοχὴν 4 κομμάτων καὶ μὲ συμμετοχὴν 3 κομμάτων, θὰ ἦτο ἀδύνατον ἀπολύτως, τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον συγκέντρωσε τὸ 37% νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν. Πολὺ περισσότερον, ὅπως λίαν εὐστόχως παρετήρησεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ καθίστατο ἀδύνατον αὐτό, νὰ συγκεντρώσῃ δηλαδὴ τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν, τὸ κόμμα μὲ τὴν δύναμιν τοῦ 37%, ἐὰν συμμετεῖχον εἰς τὴν βʹ κατανομὴν κόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ εἶχον 13 καὶ 12%, ἀλλὰ ηὐξημένα ποσοστά. Διότι, τότε ἡ κατανομὴ τῶν ἀδιαθέτων ἑδρῶν, τῆς βʹ κατανομῆς — 100 συμβατικῶς, διότι τόσαι περίπου μένουν — τότε ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν κατανομὴν τῶν ἑδρῶν, θὰ ἐγένετο μὲ μεγαλύτερον ποσοστὸν καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα κόμματα. Ἐκεῖνο, τότε, μὲ τὸ 37% θὰ συμμετεῖχε κατὰ λόγον μικρότερον, ἐφ’ ὅσον θὰ συμμετεῖχον κατὰ λόγον μεγαλύτερον τὰ ἄλλα κόμματα. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον φανερόν, ὥστε δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιμένῃ κανεὶς περισσότερον ἐπ’ αὐτοῦ.
§19Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι περιπτώσεις.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζάκκα, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου δὲν ἐδέχθη καμμίαν διακοπὴν καὶ δὲν τοῦ ἐγένετο. Ὅταν, λοιπόν, ὁ κ. Παπανδρέου, γνωστὸς ρήτωρ, δὲν δέχεται διακοπάς, νομίζω, ὅτι στοιχειώδης ἠθικὴ ὑποχρέωσις ἐπιβάλλει νὰ μὴ γίνωνται διακοπαὶ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ρήτορας.
§21Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεχθέν, ὅτι μὲ τὸ σύστημα τοῦ 1958, τῆς βʹ κατανομῆς, τοῦ νόμου τοῦ 1958, ἀνατρέπεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς αʹ κατανομῆς δύναμαι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον συμβαίνει μὲ τὸ σύστημα τοῦ 1951. Μὲ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1958, ἡ πρώτη κατανομὴ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῆς ἀναλογικῆς καὶ μὲ διαιρέτην τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν. Ὁ κανὼν αὐτὸς εἶναι γενικὸς καὶ ἰσχύει δι’ ὅλα τὰ κόμματα καὶ καθορίζει ὁριστικῶς τὴν συμμετοχήν, τὴν ὁποίαν ἔχουν ὅλα τὰ κόμματα, εἴτε μετέχουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, εἴτε δὲν μετέχουν. Ὁρίζει ὁριστικῶς τὴν συμμετοχὴν ὅλων εἰς τὴν πρώτην κατανομήν. Ἡ δευτέρα κατανομὴ μὲ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1958 εἶναι πρᾶξις ἐντελῶς ἀνεξάρτητος. Διότι πρόκειται νὰ κατανείμῃ τὰς ἀδιαθέτους ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς ἕδρας εἰς τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα συμμετέχουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν καὶ προβαίνει τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1958 εἰς τὴν κατανομὴν αὐτὴν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἐκλογικῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων τῶν μετεχόντων εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, κατὰ τρόπον δηλαδὴ αὐστηρῶς ἀνάλογον, χωρὶς ὅμως νὰ ἀνατρέπῃ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθεν ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς. Ἀντιθέτως, μὲ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1951, ἐνῷ ἡ πρώτη κατανομὴ θεωρεῖται τερματισθεῖσα διὰ τοὺς μὴ μετέχοντας εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, ἀντιθέτως διὰ τοὺς μετέχοντας εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, οὐσιαστικῶς ἡ δευτέρα καὶ ἡ πρώτη κατανομὴ ἀποτελοῦν ἑνιαίαν πλέον κατανομήν, διὰ τῆς ὁποίας οὐσιαστικῶς ἀνατρέπεται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης κατανομῆς εἰς βάρος τῶν ἰσχυροτέρων κομμάτων. Ἐάν, κ. συνάδελφοι, εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ σύστημα τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ σύστημα αὐτὸ νὰ ἰσχύσῃ μόνον διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκ τῆς δευτέρας κατανομῆς τῶν μικροτέρων κομμάτων. Εἶναι λογικόν, τίμιον καὶ δίκαιον νὰ ἰσχύσῃ καθολικῶς καὶ διὰ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν μικρῶν κομμάτων ἐκ τῆς δευτέρας κατανομῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς δυνάμεως ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς ὅλων τῶν κομμάτων, εἴτε μετέχουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, εἴτε δὲν μετέχουν, εἰς τρόπον, ὥστε ἡ δευτέρα κατανομὴ νὰ ἀπομείνῃ μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἀδιαθέτων ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς ἑδρῶν, χωρὶς νὰ ἐπηρεάσῃ, ἐκ τῶν ὑστέρων, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης κατανομῆς.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§23Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντ. Κυβ.). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐδήλωσεν ἐξ ὀνόματος αὐτῆς, πρὸ ἡμερῶν, ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ λάβῃ τὴν ὁριστικὴν θέσιν της ἀπέναντι τῶν παρατηρήσεων τῶν κομμάτων, ὅταν οἱ κ. Ἀρχηγοί, ἅπαντες, ἐφ’ ὅσον βεβαίως θελήσουν νὰ προβοῦν οἱ ἴδιοι εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν γνωμῶν τῶν κομμάτων των, ἐφ’ ὅσον ἅπαντες οἱ Ἀρχηγοὶ θὰ ἔχουν ὁμιλήσει. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ λάβω θέσιν ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, μὲ τὴν γλαφυρότητα, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει καὶ μὲ τὴν ἐξαιρετικὴν σαφήνειαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον προσόν του. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ, πάντως, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σαφήνεια, ἡ ὁποία ὑπῆρξε, πράγματι, κρυσταλλίνη, δὲν σημαίνει, καὶ πλήρη ἢ καὶ σχετικὴν μόνον ὀρθότητα ὅλων τῶν συλλογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε. Καὶ ἐσφαλμένοι συλλογισμοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθοῦν μὲ κρυσταλλίνην σαφήνειαν, χωρὶς κἂν νὰ γίνεται ἀμέσως ἀντιληπτὴ ἡ ἐσφαλμένη βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται. Θὰ ἀκολουθήσω, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου τὴν σειράν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἠκολούθησε, κατὰ τὴν ἰδικήν του ἀγόρευσιν. Θὰ ὁμιλήσω, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει μου τὰ ὅσα εἶπε, καὶ θὰ προβῶ προχείρως, διότι δὲν ἐγνώριζα τὶ θὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, θὰ προβῶ προχείρως εἰς σχετικὴν ὡς πρὸς ὡρισμένα σημεῖα, εἰς ἀπόλυτον, ὡς πρὸς ἄλλα, ἀντίκρουσιν τῶν συλλογισμῶν του. Τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἔθιξεν, εἶναι τὸ θέμα τὸ συνδεόμενον μὲ τὸν σκοπὸν ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου. Ἐβασίσθη ὁ κ. Παπανδρέου ἐπὶ μιᾶς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι κατὰ τὴν Κυβέρνησιν μόνος σκοπὸς ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου, ἄρα μόνος σκοπὸς τῶν ἐκλογῶν, εἶναι ἡ ἀνάδειξις Κυβερνήσεως σταθερᾶς καὶ βασιζομένης ἐπὶ ἑνὸς Κόμματος. Ἁπλούστατα, ἦτο αὐτονόητον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁμιλοῦσα περὶ ἐκλογικοῦ νόμου δὲν εἶχε ἀνάγκην, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ συγγράφουσα μίαν διατριβὴν περὶ ἐκλογικῶν συστημάτων ἢ περὶ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἢ περὶ Δημοκρατίας νὰ εἴπῃ, ὅτι κύριος σκοπὸς ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου εἶναι, νὰ δώσῃ εἰς τὸν λαὸν τὴν δυνατότητα νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Κοινοβούλιον, τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ δὴ κατὰ τὸν καλλίτερον δυνατὸν τρόπον, ἀπὸ ἀπόψεως ἀντιπροσωπεύσεως τῶν γνωμῶν των, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ συγγράψῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἕνα σύγγραμμα Συνταγματικὸν ἢ μίαν διατριβὴν περὶ Δημοκρατίας, ἀλλὰ ἔθιξεν, ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ διευκρίνισις. Τὸ ἕνα ἦτο αὐτονόητον, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν καλλιτέραν δυνατὴν ἐκπροσώπησιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, τὸ ἕτερον δὲν ἦτο αὐτονόητον, διότι ὑπάρχουν οἱ ἰσχυρισμοί, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἁπλῆν ἀναλογικήν, ἡ ὁποία δὲν ἐξασφαλίζει κατ’ ἀρχήν, τοὐλάχιστον, σταθερὰς Κυβερνήσεις. Τὸ δεύτερον, λοιπόν, ἦτο ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της καὶ ἐπεσήμανε τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως σταθερῶν Κυβερνήσεων. Εἰς ἡμᾶς ἀρκεῖ, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἀσχέτως αὐτῆς τῆς ἄνευ λόγου ἀντικρούσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Παπανδρέου, εἰς ἡμᾶς, ἀρκεῖ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀνεγνώρισε, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ἀναγνωρίσῃ, τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν σκοπιμότητα σταθερῶν Κυβερνήσεων. Ἐν συνεχεία καὶ πρὸς στήριξιν ἀπόψεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο ἀνάγκη, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, νὰ ἀναπτυχθοῦν, ἔφθασε, καὶ διὰ νὰ φθάσῃ ἐκεῖ ἐπεχείρησεν ἕνα ἅλμα σκέψεων, ἅλμα τὸ ὁποῖον δὲν νομίζω, ὅτι ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν περίστασιν, ἐπεχείρησε νὰ εἴπῃ, ὅτι διὰ τῶν συστημάτων τῶν ἐκλογικῶν, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουν σταθερὰς Κυβερνήσεις ὑπάρχει ἡ δυνατότης, καὶ μάλιστα αὐτὴν τὴν δυνατότητα τὴν συνεδύασε μὲ τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Φυσικὰ αὐτὸ τὸ ἀπορρίπτομεν κατηγορηματικῶς καὶ δὲν τὸ ἀποδεχόμεθα, ὑπάρχει ἡ δυνατότης τῆς ἐπιβολῆς μιᾶς ἀνειλικρινῶς ἐγκαθισταμένης βίας. Καὶ εἶπεν, εἶναι ἄλλωστε γνωστόν, ὅτι διαπρέπει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου εἰς τὴν διατύπωσιν ἀποφθεγμάτων, εἶπεν, ὅτι ἡ βία εἶναι προτιμοτέρα τοῦ δόλου.
§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐντιμοτέρα.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἐντιμοτέρα τοῦ δόλου. Κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ σκέψις του ἐπεχείρησε ἅλμα. Δὲν τίθεται ζήτημα, οἱονδήποτε ἐκλογικὸν σύστημα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λογικῶς εἶναι νοητὰ εἰς τὸ πλαίσιον τῆς Δημοκρατίας, νὰ σημάνῃ δικτατορίαν καὶ δὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν βίας, ἡ ὁποία θὰ καθίστα ἀδύνατον τὴν ἐκδήλωσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν καὶ πέραν τῆς γνώμης τῶν μειοψηφισάντων Κομμάτων. Τοιαύτη περίπτωσις δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει εἰς ἄλλας χώρας. Ὑπάρχει ἐκεῖ, ὅπου ἀφ’ ἧς στιγμῆς σημειωθῇ αὐτὸ περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα προηγουμένως, παύει περαιτέρω ἡ δυνατότης τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Δὲν ὑπάρχει θέμα τοιοῦτον. Διετύπωσε, λοιπόν, διὰ ἐπίγραμμα ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἄνευ λογικῆς σχέσεώς του ἐπιγράμματα αὐτοῦ μὲ τὰ πράγματα. Κύριοι, τὰ περὶ δόλου καὶ βίας, ἀποτελοῦν πράξεις σαφεῖς, ὡραίας, ἀλλὰ μὴ ἀνταποκρινομένας εἰς τὴν σημερινὴν τοὐλάχιστον λογικὴν τῶν πραγμάτων καὶ εὔχομαι, αὐτὴ εἶναι ἡ βαθυτέρα εὐχὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κόμματος τῆς πλειοψηφίας, νὰ μὴ ὑπάρξῃ οὔτε εἰς τὸ μέλλον περίπτωσις ἐπαληθεύσεως ἐκείνου, τὸ ὁποῖον φοβεῖται ὁ κ. Παπανδρέου. Συμμεριζόμεθα, ὄχι τὸν φόβον του, ἀλλὰ τὴν πίστιν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, κατὰ τρόπον ἔντονον. Καὶ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ ἕνα ἐπίγραμμα καὶ ἐγώ, ὀλιγώτερον ἀντίθετον ἐκείνου τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι προτιμῶ τὴν ἐν τῷ πλαισίῳ τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, ὅπου ὑπάρχει ἐλεύθερος τύπος καὶ ὅπου πᾶς τις ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ ἐλευθέρως, ἐκδήλωσιν δόλου, παρὰ τὴν ἀπροκάλυπτον καὶ εἰλικρινῆ βίαν, εἶναι ἐντιμότερος ὁ ἐν τῷ ἐλευθέρῳ πολιτεύματι δόλος, ἀπὸ τὴν βίαν τῶν ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Δεξιᾶς). Ἤλπιζα, ὅτι δὲν θὰ ἔλεγον ὡρισμένοι συνάδελφοι τοῦ Κέντρου, ὅταν εἶπον, ὅτι εἶναι ἐντιμότερος ὁ ἐν τῷ ἐλευθέρῳ πολιτεύματι δόλος, ἀπὸ τὴν εἰλικρινῆ βίαν τῶν ὁλοκληρωτικῶν καθεστώτων. Ἀντὶ νὰ μειδιοῦν οἱ ἡγέται τοῦ Κέντρου, ἔπρεπε νὰ συνεφώνουν πρὸς τὴν ρῆσιν αὐτήν. (Χειροκροτήματα). Διότι ὁ οἱοσδήποτε δόλος ἐντὸς τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, εἶναι παροδικὸν καὶ στιγμιαῖον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατόν, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ καταγγελθῇ καὶ καταπολεμηθῇ, αὐτὴ ἡ βία, ἀφ’ ἧ στιγμῆς, αὐτὴ ἡ ἀπροκάλυπτος βία τὴν ὁποίαν ὠνομάσατε ἐντιμοτέραν, ἐπιβληθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ οὔτε εἰς σᾶς, οὔτε εἰς ἄλλον ἕνα ἐλεύθερον πολίτην νὰ ἀνοίξῃ τὸ στόμα του καὶ νὰ εἴπῃ τὰς σκέψεις του καὶ νὰ ζήσῃ ὡς ἄνθρωπος. Ἰδοὺ διατὶ πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν τὰ εὔκολα ἐπιγράμματα, τοὺς εὐκόλους ἀφορισμούς. Δὲν θὰ προέβαινον εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐπιγράμματος αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἐθεώρουν τὸν ἑαυτόν μου ὑποχρεωμένον νὰ ἀναποδογυρίσω τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Παπανδρέου.
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον δίλημμα.
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τὸ διετύπωσεν ὁ Ἀρχηγός σας. Διατυπώνει συχνότατα ἀποφθέγματα, ἀλλὰ τὸ ἀπόφθεγμα αὐτὸ ἦτο λίαν ἀτυχές. Κύριοι συνάδελφοι, εἰσέρχομαι εἰς τὸ δεύτερον θέμα. Τὸ δεύτερον θέμα ἀφορᾷ τὸ ποσοστὸν τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐπανέλαβεν, ὅ,τι εἶχεν εἴπει καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Κόμματός του, ὅτι τὸ 17% εἶναι ἀντιπολωτικόν. Χαίρομαι διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν ἀνασκόπισιν τῆς φράσεως αὐτῆς. Ἐπροχώρησε μετὰ ταῦτα διὰ μακρᾶς σειρᾶς σκέψεων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν χάριν ἄλλων καὶ οὐχὶ διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, τὴν μείωσιν τοῦ ποσοστοῦ εἰς 12% ἢ καὶ 10%. Ἐξεδηλώθη, μάλιστα, κατὰ τρόπον γεναιόφρονα ἀπέναντι τῶν ἄλλων Κομμάτων τοῦ Κέντρου, εἰπών, ὅτι χάριν αὐτῶν κυρίως ὑποστηρίζει τὸ 10% ἢ 12%. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα αὐτὸ λεπτομερῶς, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἀντικρούσω ἕνα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ 17%, πριμοδοτεῖ ἀποκλειστικῶς τὴν Ἀριστεράν, τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι, ἀποκλειστικῶς.
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὅτι πριμοδοτεῖ κυρίως τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Αὐτό, κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Παπανδρέου.
§30Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πριμοδοτεῖ.
§31Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ προικοδοτεῖ. Ἡ ἔννοια εἶναι σχεδὸν ταὐτόσημος. (Γέλωτες). Μία καὶ μόνη διαφορὰ μεταξὺ προικοδοτήσεως καὶ πριμοδοτήσεως ὑπάρχει, ὅτι τὴν προῖκα τὴν δίδει κανεὶς ἐξ ἰδίων καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ δώσωμεν ἀπολύτως τίποτε εἰς τὴν Ἀριστεράν. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις λυπεῖται, διότι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐχρησιμοποίησε τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ καὶ κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τοῦ 17%, μολονότι τὸ 17% εἶναι ἀντιπολωτικόν, ὡς ὁ ἴδιος εἶπε, πριμοδοτεῖ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Κύριοι, εἰς τὸ Δημοκρατικὸν πολίτευμα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ εὐθύνη τῆς λειτουργίας τῆς πολιτικῆς ζωῆς νὰ βαρύνῃ μόνον τὸ πλειοψηφοῦν Κόμμα καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Βεβαίως, ἡ διακυβέρνησις τῆς χώρας ἀνήκει εἰς τὸ πλειοψηφοῦν Κόμμα, ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀναλαμβάνομεν πλήρως τὰς εὐθύνας διὰ τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἀλλά, διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτικοῦ βίου, πολιτικοῦ βίου μὴ βασιζομένου μόνον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ πλειοψηφοῦντος Κόμματος, ἀλλὰ βασιζομένου ἐπὶ πολλῶν Κομμάτων, διότι αὐτὸ σημαίνει «Δημοκρατία», δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις, νὰ θεωρηθῇ ὑπεύθυνον τὸ πλειοψηφοῦν Κόμμα. Ὁ νόμος τοῦ 1958, εἶχεν ὑψηλὰ ποσοστά, εἶχε, διὰ τὰ Κόμματα τὰ ὁποῖα θὰ κατήρχοντο μόνα εἰς τὰς ἐκλογάς, τὸ 25%. Κατεβιβάσαμεν τὸ 25% εἰς 17% εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἀντικειμενικὴ πραγματικότης, ἡ ἐπὶ τῇ βάσει ἀριθμῶν τοῦ παρελθόντος προκύπτουσα, διότι ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ἔχει μεταβληθῆ ὑπὲρ ἡμῶν, ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὲρ τοῦ πλειοψηφοῦντος Κόμματος. (Χειροκροτήματα). Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958, τὸ Κέντρον ἔλαβεν ἄνω τῶν 30%. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζει τὸ ποσοστὸν 17%, δηλαδή, τὸ ὁρίζει περίπου εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ Κέντρον κατὰ τὸ 1958, λέγει ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι ἀποβλέπομεν εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν πριμοδότησιν τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Θεωρεῖ ὁ κ. Παπανδρέου ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν τὸ 31, ἢ 32% ἔπεσε κάτω ἀπὸ τὰ 17. Κύριοι συνάδελφοι τοῦ Κέντρου, στηρίξατε αὐτὸ τὸ 30%. Δημιουργήσατε τὰς προϋποθέσεις, ὅπως ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ ἐπὶ τόσα ἔτη τὰς προϋποθέσεις μιᾶς σταθερότητος καὶ μιᾶς προόδου διὰ τὸν τόπον, δημιουργήσατε καὶ σεῖς τὰς προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος. (Χειροκροτήματα). Μὴ ἔχετε τὴν εὐκολίαν τῆς ἐπιρρίψεως εὐθυνῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀκόμη καὶ διὰ τὴν ἐνδεχομένην μείωσιν τῶν ψήφων σας. (Χειροκροτήματα). Ἡ Κυβέρνησις παρέχει, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον τὸ ἔφερε —πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συνέβαινεν εἰς τὸ παρελθὸν— ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς περιόδου καὶ ἓν ἔτος πρὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν σκέπτεται νὰ διενεργήσῃ τὰς ἐκλογάς, ἡ Κυβέρνησις παρέχει, θεσπίζουσα τὸ 17% ἐγκαίρως, τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐργασθῆτε διὰ νὰ τὸ διεκδικήσητε ἐπιτυχῶς. Κάμετε τὸ καθῆκον σας ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ σας, ἀπέναντι τῆς χώρας καὶ μὴ ἐπιρρίπτετε εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αὐτὴ δῆθεν πριμοδοτεῖ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. (Χειροκροτήματα). Καὶ μεταβαίνω εἰς τὸ τρίτον θέμα, τὸ τρίτον θέμα ἀφορᾷ τὴν δευτέραν κατανομήν. Τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔδωσεν ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀρκετά, ὡς καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν τύπον χθές, εἶναι ἀρκετά, διὰ νὰ ἀνατρέψουν ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν, καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τοῦ Κόμματός του. Κύριοι, ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὁ ὁποῖος ἠμφισβήτησε πρὸ ἡμερῶν τὸ δικαίωμά μου νὰ χρησιμοποιῶ ἐπιχειρήματα ἀπέναντι τῶν ἰδικῶν μου μαθηματικῶν δεδομένων, ἠρώτησα ἐὰν κατέθεσε τὰ στοιχεῖα, σχετικῶς μὲ τὰ ἰδικά μου μαθηματικὰ δεδομένα καί, ἐὰν δὲν τὰ κατέθεσε, μετὰ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν, πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἔθεσα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν τὰ κατέθεσε μετά, σᾶς ἀνακοινώνω, ὅτι δὲν τὰ ἔχει καταθέσει.
§32Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὑπάρχουν ὅλα εἰς τὰ πρακτικὰ γραμμένα.
§33Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἀπλούστατα, φαίνεται, ὅτι ἔπεσε εἰς μέγα σφάλμα. Ἀντὶ νὰ καταθέσῃ στοιχεῖα καὶ μαθηματικὰ δεδομένα ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, κατέθεσε σήμερον διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ της ἡ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδικῶν του ὑποθέσεων στοιχεῖα ἀκριβέστατα καὶ παρακαλῶ τοὺς ἐκπροσώπους ὅλων τῶν Κομμάτων νὰ τὰ ἐλέγξουν.
§34Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀφοῦ παρακαλεῖτε...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§35Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἡ δυνατότης πραγματοποιήσεων ἀπολύτου πλειοψηφίας ὑπὲρ τοῦ πρώτου Κόμματος λαμβάνοντος 37% μὲ τὰ δεδομένα τῶν τεσσάρων Κομμάτων, ὄχι τοῦ 17% ὡς πρὸς τὰ δύο τελευταῖα, ἀλλὰ τοῦ 12% καὶ 13% ποὺ δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς καὶ τὸν νόμον, ἡ δυνατότης ἐπίσης πραγματοποιήσεως τοῦ ἀποτελέσματος αὐτοῦ μὲ τρία Κόμματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τῇ βάσει, τοὐλάχιστον, τῶν στοιχείων καὶ τῶν ὑπολογισμῶν ποὺ ἐπεχειρήσαμεν.
§36Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Μακρῆς τὸ εἶπεν, κ. Πρόεδρε...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§37Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἔκαμε λάθος ὁ κ. Μακρῆς. (Θόρυβος).
§38Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ εἶπον τὸ ἑξῆς: ὅτι ἀποκλείεται ἀπολύτως μὲ τὰ τέσσαρα Κόμματα, ἴσως μὲ τὰ τρία Κόμματα νὰ ὑπάρχῃ ἀκραία περίπτωσις. Καὶ ἔκαμα τὴν ἐπιφύλαξιν διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν τριῶν Κομμάτων, διότι δὲν εἶχα τὸν ἀπαραίτητον χρόνον νὰ ἐλέγξω πλήρως τὴν πᾶσαν περίπτωσιν καὶ τὸ ἀπιθανώτερον ἀκόμη ἐνδεχόμενον τὰ τρία Κόμματα. Ἔγινε, ὅμως, ὁ ἀπολογισμὸς μὲ τρία ἀκόμη Κόμματα, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ μαθηματικῶς πλέον, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ τὰ ποσοστὰ ποὺ ἔθεσεν ὁ ἴδιος ὁ κ. Μητσοτάκης, εἶναι ἀδύνατος πλειοψηφία μὲ 37%, εἴτε μὲ τρία, εἴτε μὲ 4 Κόμματα. (Χειροκροτήματα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν ἐπιτρέπω καμμίαν διακοπήν. Οἱ ρήτορες θὰ ὁμιλήσουν μὲ τὴν σειράν του.
§40Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὅταν ἠγέρθην καὶ προέβην πρὸ ἡμερῶν εἰς τὴν δήλωσιν εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, περὶ ἐπανεξετάσεως τοῦ θέματος τῆς δευτέρας κατανομῆς, πρὸς ἀποφυγὴν ἑνὸς κτυπητοῦ δημοκρατικοῦ ἀτόπου, παρὰ τὸ γεγονὸς, ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄφει μου, ὅπως συνάγεται καθαρότατα ἀπὸ τὰ πρακτικά, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθην καὶ εἰς τὸν τύπον κατὰ λέξιν νὰ δώσω τὴν συγκεκριμένην ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Μητσοτάκη περὶ τεσσάρων Κομμάτων, εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν καὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἣν θὰ εἰσήρχοντο τρία ἢ μόνο δύο Κόμματα εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Διὰ τὰ τρία, κύριοι, χωρὶς νὰ ἔχω κάμῃ τοὺς ὑπολογισμούς, εἶπον πρὸ ἡμερῶν —φαίνεται, ὅτι καὶ ἐγὼ παρεσύρθην ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην καὶ ἐνόμιζα, ὅτι εἶχε δίκαιον— εἶπον, ὅτι εἶναι δυνατὸν θεωρητικῶς, ἀλλὰ εἰς ἀκραίας περιπτώσεις, νὰ συμβῇ ὅ,τι ἐπεσήμανεν, ἀλλὰ προσέθεσα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο διὰ λόγους οὐσιαστικούς, διότι κατ’ ἀνάγκην ἡ στάθμη τῶν δύο Κομμάτων, ἐὰν πέσῃ τὸ πρῶτον εἰς τὸ 37%, πρέπει, λογικῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων νὰ ἀνέβῃ οὐσιωδῶς. Ἀλλὰ ἂς πᾶμε καὶ εἰς τὰ δύο Κόμματα. Ὅταν εἰσέλθουν δύο εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν ὑπάρχει ἡ πιθανότης νὰ λάβῃ τὸ πρῶτον μὲ 37% ψῆφον ἀπόλυτον ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίαν, ὑπάρχει μαθηματικῶς ἡ πιθανότης αὐτή, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῶς συλληπτῆς πραγματικότητος, δὲν ὑπάρχει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῶς δυναμένης νὰ προβλεφθῇ πραγματικότητος. Ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἀπαντῶν πρὸ ἡμερῶν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι δὲν εἶναι πρακτικῶς δυνατόν, ἐνῷ μαθηματικῶς καὶ θεωρητικῶς εἶναι νὰ λάβῃ εἰς ἐκλογὰς μὲ πλειοψηφικὸν 25% τῶν ψήφων καὶ ἀπόλυτον ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίαν ἢ καὶ παμψηφίαν, ἔτσι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν δύο Κομμάτων εἰς τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν, ὅπως τὴν προβλέπομεν ἡμεῖς εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι δυνατὸν ὑπὸ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι λογικῶς ἀπίθανοι καὶ εἰς τὴν πραγματικότητα σχεδὸν ἀδύνατοι νὰ πέσῃ τὸ πρῶτον Κόμμα εἰς 37%, τὸ δεύτερον εἰς 21% καὶ νὰ εἰσέλθῃ τὸ πρῶτον μὲ πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν πέσῃ, ὅμως, τὸ πρῶτον εἰς τὰ 37% καὶ τὸ δεύτερον εἰς 21%, μετρεῖστε 37+21 = 58, τί θὰ γίνουν τὰ ὑπόλοιπα 42%; Θὰ ἔχουν τάχα δοθῆ εἰς 5–6 Κόμματα, ἐκ τῶν ὁποίων κανένα δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ πάρῃ τὸ 17%; Λοιπόν, αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀντιπαρερχόμεθα ὡς ἀνεπαρκῶς σοβαρά. Κύριοι, ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀπογραφήν, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνταποκρίνονται πλήρως. Ἡ Κυβέρνησις ἐμπράκτως ἀπέδειξε τὰς διαθέσεις της, διότι ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ διενεργήσῃ τὴν ἀπογραφὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ πᾶν τὸ δυνατόν, ὥστε ἐν τῷ πλαισίῳ, ὄχι τῶν μηχανῶν ἁπλῶς, ἀλλὰ τῆς λογικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς ἐπεξεργασίας τῶν στοιχείων, νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ διαδικασία καὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐγκύρων ἀποτελεσμάτων. Αἱ προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, εἶναι προβλέψεις αἱ ὁποῖαι ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν λογικὴν τῆς ἐπιστήμης καὶ τῶν πραγμάτων. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν καὶ κάπως ἐνωρίτερον νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ τερματισμὸς τῆς ὅλης διαδικασίας, ἀκόμη καλλίτερον. Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψῆφον τοῦ στρατοῦ, λυποῦμαι, διότι χωρὶς, ἔστω νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς ἐκφράσεις τὰς ὁποίας ἐχρησιμοποίησεν ὁ εἰσηγητὴς πρὸ ἡμερῶν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι εἰς τὸν τόπον μας ὑπάρχει κομματικὸν κράτος, ἐπεκτείνας μάλιστα, ὡς μὴ ὤφειλε, τὸ κομματικὸν κράτος καὶ εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Ὁ κ. εἰσηγητής, μάλιστα, τοῦ Κόμματός του, εἶχε φθάσει εἰς βαθυτέρας διατυπώσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἡγεσίαν τὴν σημερινὴν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Δὲν τὸν διέκοψα, πρῶτον, διότι δὲν τοῦ ἀρέσουν αἱ διακοπαί, δεύτερον, διότι δὲν ἀρέσουν καὶ εἰς ἐμὲ αἱ διακοπαί, ὅταν εἶναι ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Μητσοτάκης, μὴ γνωρίζων πῶς θὰ τὰς ὑποδεχθῇ, καὶ τρίτον, διότι δὲν ἐνόμιζα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀπαντήσω ὑπεραμυνόμενος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Τὰ γνωρίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πλευρᾶς). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀνέμενον, ὅτι ἔστω καὶ ὑπὸ ἁπαλωτέραν μορφήν, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, θὰ υἱοθέτει τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας εἶχε διατυπώσει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Κόμματός του. Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ μὲ ἐπιχειρήματα, μὲ λέξεις, μὲ φρασεολογικὰ δεδομένα, ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ὅτι Διοίκησις καὶ Ἔνοπλοι Δυνάμεις διέπονται ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ἀπὸ πλήρη ἀμεροληψίαν καὶ ἀπὸ ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς τὸ ἱερὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τοὺς ἀσκοῦντας, εἴτε τὴν διοίκησιν εἰς τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας, εἴτε τὴν διοίκησιν εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις καὶ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ζοῦμεν εἰς τὸν Ἄρην.
§42Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι, θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω, ἐὰν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου, φέρ’ εἰπεῖν, Πατρίδα, ἡ ὁποία συμπίπτει νὰ εἶναι καὶ ἰδιαιτέρα Πατρὶς —καὶ αὐτὸ εἶναι τιμὴ διὰ τὴν πόλιν καὶ τιμὴ διὰ τὸν Νομὸν— τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω, ἐὰν σημειοῦνται διώξεις, διότι ὡμίλησε περὶ καταδιώξεως ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἀπόψε καὶ εἶχεν ὁμιλήσει περὶ καταδιώξεων καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐὰν σημειοῦνται, ἐπαναλαμβάνω, διώξεις ἐναντίον τῶν φίλων του. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα. Γνωρίζει ὁ κ. Παπανδρέου τὶ γίνεται εἰς τὰς Πάτρας καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν Νομόν. Καὶ τὸ γνωρίζω καὶ ἐγώ. Καὶ γνωρίζει, ὅτι τοὐλάχιστον ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου εἶναι οἱ φίλοι του πρὸς τοὺς φίλους τοὺς ἰδικούς μου. Ἐξ ἴσου σεβαστοί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ.
§43Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Τῶν ἄλλων Κομμάτων, κ. Πρόεδρε.
§44Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Παρακαλῶ, δὲν δέχομαι καμμίαν διακοπήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν, ἀσκουμένην ὑφ’ οἱανδήποτε μορφήν, τὴν πολιτικὴν Διοίκησιν, εἶναι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζομαι, ἀκριβὲς —ἡ ὕπαρξις τινῶν ἐξαιρέσεων θὰ πρέπει νὰ καταγγέλλεται ἑκάστοτε διὰ νὰ λαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἀπαραίτητα μέτρα ἐναντίον τῶν ἐξερχομένων ἀπὸ τὸ πλαίσιον τῆς αὐστηρῶς νοουμένης διοικητικῆς των ἀποστολῆς— ἐὰν ἡ πολιτικὴ Διοίκησις διέπεται ὑπὸ ἀμεροληψίας, ἡ διοίκησις τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, ἡ ἡγεσία τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου βαθμοφόρου, διέπεται ἀπὸ πνεῦμα ἀπολύτου ἀμεροληψίας, πίστεως ἐπὶ τὴν πατρίδα, πίστεως, βεβαίως, ἀκραδάντου ἐπὶ τὸ Ἔθνος, πίστεως ἐπὶ τὰ ἰδανικά, τὰ ὁποῖα μᾶς διέπουν ὅλους, ὅσοι πιστεύομεν εἰς τὰς παραδόσεις, εἰς τὴν πραγματικὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν. Δὲν ὑπάρχει εἰς ἐμὲ γνωστὴ καμμία περίπτωσις οἱασδήποτε κομματικῆς ἐκδηλώσεως εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις.
§45Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραϋπάρχουν.
§46Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΙΣ. Ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε, καὶ τὴν ἔχω στὰ χέρια μου ἐγώ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρβανιτάκι, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ἢ, ἐὰν ὑπάρχῃ, θὰ ἔχῃ ἐπισημανθῇ, ἢ ἐὰν δὲν ἐπεσημάνθη, θὰ πρέπει νὰ ἐπισημανθῇ, διὰ νὰ λάβῃ ἡ ἀνωτάτη ἡγεσία τὰ μέτρα ἐναντίον τοῦ τυχὸν περιπεσόντος εἰς παράπτωμα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγγυηθῶ παρὰ μόνον, καθ’ ὃ μέτρον ἡ δήλωσίς μου ἀφορᾷ τὴν διαγωγὴν τῶν περισσοτέρων, τῆς μεγάλης πλειονότητος. Δὲν ὑπάρχει σῶμα ἀνθρώπων, δὲν ὑπάρχει ὅμιλος ἀνθρώπων, δὲν ὑπάρχει κοινωνία ἀνθρώπων εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μὴ σημειοῦνται καὶ ἐξαιρέσεις ἀντίθετοι πρὸς τὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος διέπει αὐτάς.
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§50Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἐζήτησε —καὶ ἐγένετο πλήρως σεβαστὴ ἡ ἐπιθυμία του— νὰ μὴ τὸν διακόψῃ κανείς, οὔτε, ἑπομένως, αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ διατυπώνω τὴν παράκλησιν νὰ μὴ μὲ διακόψῃ κανείς. Κύριοι, παρὰ ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἀμφιβολίαι, τὰς ὁποίας αὐτὴ μὲν δὲν συμμερίζεται, ἀλλὰ διὰ τὰς ὁποίας λυπεῖται, διότι ἐκφράζονται ἀπὸ ὡρισμένης πλευρᾶς, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφράζωνται, θὰ μελετήσῃ ὅλας τὰς λογικῶς δυνατὰς ἐγγυήσεις, οὐχί, βεβαίως, υἱοθετοῦσα ὅσα ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου προέτεινεν, ἀλλὰ ἀντιπροτείνουσα ὅ,τι καλλίτερον εἶναι δυνατὸν καὶ ὅ,τι λογικώτερον εἶναι δυνατόν. Δὲν νομίζει, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι ὀρθόν, συζητουμένου ἑνὸς νομοσχεδίου κατὰ τρόπον ἀπολύτως, ἀνοικτὸν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ σχηματισθῇ διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ὡς τὴν προέτεινεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἀλλ’ ἁπλούστατα πᾶσα σκέψις, πᾶσα πρότασις καὶ πᾶσα ἰδέα περὶ ἐγγυήσεων νὰ λεχθῇ ἀνοικτὰ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ νὰ κριθῇ. Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον θέμα. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε —καί, βεβαίως, ἦτο δικαίωμά του ὡς πολιτικοῦ ἀνδρὸς— νὰ θίξῃ τὸ ζήτημα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ διενεργήσῃ ἢ πρέπει νὰ διενεργῇ γενικῶς τὰς ἐκλογάς. Λυποῦμαι διὰ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε. Τὸ νὰ ὑπάρχουν ὑπηρεσιακαὶ Κυβερνήσεις ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, διότι μία ἔκτακτος ἀνάγκη ἢ περίστασις κρίνεται, ὅτι ἐπιβάλλει τὸν σχηματισμόν των, αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπῃ, χωρὶς νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ἀντίρρησιν, χωρὶς νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς δόγμα ἔναντι τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λάβῃ θέσιν. Ἀλλά, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου δὲν ἠρκέσθη εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς κρίσεως, εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς ἐπιθυμίας, ἀλλὰ εἶπε —καὶ εἰδικῶς αὐτὸ τὸ εἶπεν ὀρθῶς— ὅτι σχηματισμὸς ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων διὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν σημειοῦται εἰς οὐδεμίαν ἄλλην χώραν, ἀλλὰ πρέπει παρὰ ταῦτα νὰ σημειοῦται ἐν Ἑλλάδι. Καὶ δὲν ἐσημειοῦτο παρὰ σπανιώτατα κατ’ αὐτὸν τὸν 19ον αἰῶνα ἢ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 20οῦ καὶ πρέπει νὰ σημειοῦται τοῦ λοιποῦ, διακηρυσσομένης τῆς ἀρχῆς εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι εἴμεθα περισσότερον ὑπανάπτυκτοι ἀπ’ ὅ,τι πρὸ 50 ἢ 100 ἐτῶν. Ἡ θεωρία ἦτο ἀτυχὴς καὶ ἡ προβολὴ τοῦ δόγματος ἦτο προβολὴ δόγματος ἀπαραδέκτου. Ἡ Δημοκρατία καὶ τὸ Πολίτευμα, τὸ Σύνταγμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ Δημοκρατία, τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα δὲν προβλέπει ὑπηρεσιακὰς Κυβερνήσεις. Προβλέπει πολιτικὴν ζωήν, προβλέπει δρᾶσιν πολιτικὴν δρᾶσιν καὶ ἀντίδρασιν ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν καὶ εἰς οἱανδήποτε ἐποχὴν καὶ κατὰ τὸ χρονικὸν ἀκόμη μεταίχμιον μεταξὺ διαλύσεως καὶ διενεργείας νέων ἐκλογῶν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἀποκλείεται νὰ σχηματίζωνται ὑπηρεσιακαὶ Κυβερνήσεις πρὸς διενέργειαν ἐκλογῶν, εἴτε ἡ ἔννοια τῶν ὑπηρεσιακῶν αὐτῶν Κυβερνήσεων συμπίπτει πλήρως μὲ τὸ Σύνταγμα, εἴτε ὄχι, τὸ Σύνταγμα σιωπᾷ. Ἡ σιωπὴ δὲν σημαίνει, ὅτι τὸ ἐπιτρέπει. Πρέπει νὰ συνεννοούμεθα ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματολογικῆς. Δὲν ὑπάρχει τεκμήριον συνταγματικὸν ὑπὲρ τῶν περιπτώσεων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα. Τὸ τεκμήριον εἶναι τὸ ἀντίθετον. Εἰς τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν, δηλαδὴ ἀπὸ 100 περίπου ἐτῶν, ἰσχύει τὸ τεκμήριον τοῦ ἐπιτρεπτοῦ εἰς βάρος πάσης περιπτώσεως, περὶ ἧς σιωπᾷ τὸ Σύνταγμα. Πᾶν ὅ,τι δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα, σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Παρὰ ταῦτα, ἐδημιουργήθη κἄποια παράδοσις, εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων. Καὶ δὲν ἔχω, οὔτε δικαιοῦμαι νὰ ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὸ ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὑπηρεσιακαί, ὑπῆρξαν, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῶν παραδόσεων, τῶν ἐθίμων, ἰσχυραὶ καὶ νόμιμοι. Καὶ κάλλιστα εἶναι δυνατόν, εἴτε κάλλιστα, εἴτε κάκιστα — αὐτὸ εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ κανείς, ἐπὶ τῇ βάσει οὐσιαστικῶν σκέψεων — εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματισθοῦν ἐκ νέου λόγῳ ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ δὴ κατὰ τὴν περίοδον, ἡ ὁποία χωρίζει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν διενέργειαν νέων ἐκλογῶν ὑπηρεσιακαὶ Κυβερνήσεις. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ἔπρεπε αὐτὸ νὰ διακηρυχθῇ ὡς αἴτημα. Πρῶτον, τὰ αἰτήματα, ἐφ’ ὅσον ἀφοροῦν τὴν ἄσκησιν μιᾶς προνομίας, τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, πρέπει ἐπικαίρως νὰ διατυποῦνται, βεβαίως, φανερά, ἀνοικτὰ καὶ εὐθαρσῶς. Δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ κακίσω τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, διότι εὐθαρσῶς διεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτὴν τὴν ἄποψίν του, ἀλλὰ δὲν τὴν διετύπωσεν ἐπικαίρως. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προειδοποιῇ κανεὶς ἕνα ἔτος πρὸ τῶν ἐκλογῶν τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ὅτι, ὑφ’ οἱασδήποτε περιστάσεις, μετὰ ἓν ἔτος, δὲν πρέπει νὰ σκεφθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται κατ’ ἐξαίρεσιν. Αὐτὸ λέγεται 40 ἡμέρας 50 ἡμέρας πρίν. Ὁ κ. Παπανδρέου εἶπεν, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησις, ἡ ὁποία ἤνοιξε — καὶ τὴν ἤνοιξε, κατ’ ἐμέ, κακῶς — εἶναι ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου καὶ παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτὴ εἶναι ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου, ἐν τούτοις εἰσῆλθε πλησίστιος εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν κατενόησα τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε καλὰ καὶ σώνει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου ἀπόψε, νὰ διακηρύξῃ τὸ δόγμα, τὸ ὁποῖον διεκήρυξε, καὶ δὴ ὡς ἀπόλυτον δόγμα. Δὲν πρέπει αὐτὸ νὰ διακηρύσσεται ποτέ. Διότι ἡ πολιτική μας ζωὴ ἔχει προοδεύσει. Οἱ λειτουργοὶ τῆς διοικήσεως καὶ ὅλων τῶν τομέων τῆς κρατικῆς μηχανῆς εἶναι λειτουργοὶ ἀφιερωμένοι εἰς τὸ Ἔθνος, καὶ εἰς τὸ καθῆκον καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ δυσφήμησις ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, ὑπηρετούντων καὶ ὑπηρετουσῶν τὴν Πατρίδα κατὰ τρόπον εὔορκον. Τὸ δόγμα ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν ἀπόλυτον μὲ τὴν συνείδησιν αὐτῶν τούτων τῶν λειτουργῶν τοῦ Κράτους. Ὡς τοιοῦτον, λοιπόν, δὲν ἔπρεπε οὔτε ἀπόψε νὰ διακηρυχθῇ, οὔτε εἰς οἱανδήποτε περίστασιν, δηλαδὴ οὔτε ὅταν θὰ ἦτο τυχὸν ἐπίκαιρος ἡ λῆψις θέσεως ἀπέναντι τοῦ προβλήματος. Ἂς λάβῃ θέσιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, τὸ κάθε κόμμα καὶ ἂς εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ρυθμιστὴν τοῦ Πολιτεύματος καὶ δημοσίᾳ εὐθαρσῶς ὡς ὀφείλει νὰ πράττῃ οἱονδήποτε κόμμα μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς Δημοκρατίας, ὄχι ὅμως προβαῖνον εἰς μίαν διακήρυξιν δόγματος, δόγματος μειοῦντος τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὁ ὁποῖος ἔπαυσε, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ εἶναι ὑπανάπτυκτος ἢ μᾶλλον δὲν ὑπῆρξε κατ’ οὐσίαν ποτὲ διανοητικῶς καὶ ψυχικῶς ὑπανάπτυκτος, ἀλλὰ διατυποῦν μίαν μετρημένην, σεμνὴν εἰσήγησιν πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται καὶ δημοσίᾳ. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ εἶχον προχείρως νὰ εἴπω, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. (Χειροκροτήματα).
§51Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε...
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὶν ἀπὸ ὑμᾶς.
§53Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ δευτερολογήσετε, ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας συμπληρωματικὰ ἐρωτήματα, διὰ νὰ ἔχω ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἀπάντησίν σας.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ.
§55Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσ.). Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17ης Μαΐου, ὅτε καὶ ἀνέπτυξεν ὁ εἰσηγητὴς τὰς ἀπόψεις τοῦ κόμματός σας, ὑπεστηρίχθη ἀπὸ ὑμᾶς, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἢ μᾶλλον ὅτι εἶναι ἀσφαλές, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ὑπολογισμῶν, τὰ στοιχεῖα τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ κατατεθοῦν αὐθεσπερεὶ καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ συζητουμένου πάντοτε νομοσχεδίου νὰ ὑπάρξῃ δυνατότης ἀπολύτου πλειοψηφίας ὑπὲρ κόμματος, τὸ ὁποῖον θὰ συνεκέντρωνε μεταξὺ 35, 37 τοῖς ἑκατόν. Τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι, ὅτι οἱ ὑπευθύνως διατυπωθέντες ὑπολογισμοὶ ἀπὸ μέρους τοῦ κόμματός σας θὰ κατετίθεντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ὑποστοῦν τὸν στοιχειώδη ἔλεγχον. Ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις, κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ 37% ἀφεώρα τὰς διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καὶ ὄχι τυχαίου νομοσχεδίου ἢ ποσοστὰ ἄσχετα πρὸς τὸ συζητούμενον. Ἀπόδειξις δέ, ὅτι ἐδημιουργήθη αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις εἶναι, ὅτι τὰ Πρακτικὰ τοῦ τύπου τῆς Βουλῆς, οὐδαμοῦ ἀναφέρουν ποσοστὰ 37, 21, 13 καὶ 10 τοῖς ἑκατόν, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἑπομένης τὸ πρῶτον, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ὁ τύπος τῆς ἑπομένης Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως ὁμιλεῖ περὶ τεχνάσματος ἐπαπειλουμένου δῆθεν ἀπὸ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, καὶ ὄχι ἀπὸ ἄλλο νομοσχέδιον μὲ ἄλλας διατάξεις, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δεδομένων, ἦλθον τὴν ἑπομένην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι μὲ 4 κόμματα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ λογικῶς, διότι, ἐὰν λάβωμεν ὡς βάσιν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως προανέφερα καὶ ἀθροίσωμεν εἰς τὸ 37% ἄλλα τρία κόμματα μὲ 17% ἕκαστον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν λογικῶς εἰς παρόμοιον συμπέρασμα. Προκειμένου περὶ τριῶν κομμάτων, διὰ νὰ εἶμαι κατηγορηματικός, ἔπρεπε νὰ ἔχω πλήρεις ὑπολογισμοὺς μὲ κατανομὰς εἰς κἄθε ἐκλογικὴν περιφέρειαν τῆς χώρας, ἐπειδὴ ἐντὸς τῆς πρωΐας τῆς ἑπομένης ἦτο ἀδύνατον νὰ ἔχω αὐτοὺς καὶ ἐπεφυλάχθην κατὰ τὴν βραδυνὴν συνεδρίασιν καὶ εἶπον, ὅτι ἴσως μὲ δύο ἀκόμη κόμματα, εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, καὶ μὲ ἀκραίαν περίπτωσιν, νὰ ὑπάρχῃ ἐνδεχόμενον, τὸ ὁποῖον πρὸ τῶν ὑπευθύνων ὑπολογισμῶν δὲν δύναμαι νὰ ἀποκλείσω κατηγορηματικῶς. Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά, κ. Πρόεδρε; Πρῶτον, ὅτι τὰ ἔγγραφα καὶ οἱ ὑπολογισμοί, δὲν κατετέθησαν ὄχι μόνον αὐθεσπερεὶ ὅπως εἴχατε ὑποσχεθῆ, ἀλλὰ οὔτε τὴν ἑπομένην, οὔτε καὶ μέχρι σήμερον ἀκόμη. Δεύτερον, τὴν ἑπομένην τὸ κόμμα σας ὑπεστήριξε, πλέον, ἄλλα ποσοστά, συγκεκριμένως 37%, 21%, 13%, 12%, ἄσχετα τελείως μὲ ἐκεῖνα τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἀφοροῦν κἄν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐθαιρέτων αὐτῶν καὶ ξένων πρὸς τὸ νομοσχέδιον ποσοστῶν, γίνεται ὑπεύθυνος ὑπολογισμὸς διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ὅπως σᾶς ἀνέλυσεν ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι καὶ μὲ τὰ αὐθαίρετα αὐτὰ ποσοστά, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὡς βάσιν τὸ κόμμα σας, δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι κόμμα μὲ 37% καὶ μὲ συμμετοχὴν 4 ἢ καὶ τριῶν ἀκόμη κομμάτων εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν ἑδρῶν. Τί ἔχετε νὰ εἴπητε, κατόπιν τῶν μαθηματικῶν αὐτῶν ἀποκαλύψεων; Πέραν τούτων, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς πληροφορήσω ὑπευθύνως, ὅτι ἐνῷ δὲν κατετέθησαν οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς δευτέρας κατανομῆς, κατετέθησαν τρεῖς πίνακες, δῆθεν ἀναπροσαρμογῆς 1958 μὲ τὰ προϊσχύοντα ἐκλογικὰ συστήματα, οἱ ἀριθμοὶ τοῦ συνόλου, τῶν ὁποίων ἠλέγχθησαν διὰ νὰ ἀποδειχθοῦν κατὰ τὸ σύνολον ἀνακριβεῖς ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Κόμματος τῆς Ε.Ρ.Ε. Οὕτω, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰ πράγματα οἱ ἀριθμοὶ τοῦ συστήματος τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, δὲν ἀνταποκρίνονται οἱ ἀριθμοὶ τοῦ συστήματος τῆς ἐνισχυμένης 1951 καὶ τέλος δὲν ἀνταποκρίνονται οἱ ἀριθμοὶ τοῦ συστήματος τοῦ 1956. Ὁ μόνος ἀριθμός, ὁ ὁποῖος ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ἦτο ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ 1958 ἐφηρμόζετο, τυχόν, τὸ σύστημα τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς τοῦ 1951, τὸ μὲν Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐφ’ ὅσον θὰ εἰσήρχοντο δύο κόμματα εἰς τὴν βʹ κατανομήν, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ παρέμενεν ἀναλλοίωτον μὲ 36 βουλευτάς, θὰ ἠλαττοῦντο κατὰ δέκα οἱ βουλευταὶ τῆς Ε.Ρ.Ε. ὑπὲρ τῆς Ε.Δ.Α., ἡ ὁποία θὰ συνεκέντρωνεν 90 βουλευτάς. Καὶ τοῦτο, διότι θὰ καθιεροῦτο ἡ ἀναλογικὴ εἰς τὴν βʹ κατανομήν, κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον. Τὰ συμπεράσματα εἶναι, ὅτι παρὰ τὰς διαβεβαιώσεις, τὰς ὁποίας εἴχατε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς κάμετε, τὰ περιβόητα στοιχεῖα τῶν ὑπολογισμῶν οὐδέποτε κατετέθησαν καὶ οἱ πίνακες τῶν ἀποτελεσμάτων, οἱ ὁποῖοι ἀνεφέρθησαν κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ εἰσηγητοῦ σας ἀπεδείχθη, ὅτι περικλείουν ἀριθμοὺς ἀνακριβεῖς δυστυχῶς.
§56Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μητσοτάκη, δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν θέμα. Δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ ζητῆτε μετὰ ἀπὸ κάθε ρήτορα τὸν λόγον. Θὰ ἐγγραφῆτε, καί, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας, θὰ ὁμιλήσετε. Αὐτὸ σᾶς τὸ λέγω διὰ νὰ εἴμεθα ἐξηγημένοι καὶ διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν καθημερινῶς ἀντιδικίας, αἱ ὁποῖαι δὲν μοῦ εἶναι εὐχάριστοι. Ἠρέμως σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ λάβετε τὸν λόγον, παρὰ μόνον κατὰ τὴν σειρὰν ἐγγραφῆς σας. Ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρξῃ προσωπικὸν ζήτημα. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος τῆς διαδικασίας.
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διευκρινήσωμεν, πρῶτον, αὐτὸ τὸ θέμα τὸ ἐνδιάμεσον. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶσθε πολὺ στενὸς ἑρμηνευτὴς τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Τί θέλετε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, νὰ συμβῇ, ὅταν εἷς Ὑπουργὸς ἀπευθύνεται πρὸς ἕνα βουλευτήν; Ὁμιλεῖ ἐπὶ μακρόν, ἀπαντῶν εἰς τὸν λόγον τοῦ βουλευτοῦ...
§59Δ. ΜΑΚΡΗΣ. Εἰς τὸν ἰδικόν σας λόγον.
§60Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, θὰ ἐξηγήσω τὴν ἰδικήν μου θέσιν, εἰς τὸ θέμα. Καὶ ἐνῷ, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, τοῦ ἀπευθύνονται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐρωτήσεις, καὶ ἐπικρίσεις, σεῖς, ἐν ὀνόματι τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τοῦ ὑπενθυμίζετε, ὅτι πρόκειται νὰ δώσῃ ἀπάντησιν μετὰ μίαν ἑβδομάδα, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του εἰς τὸν κατάλογον. Εἶναι, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, τοῦτο σύμφωνον, πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ διαλόγου, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τὸ Κοινοβούλιον; Αὐτὸ δημιουργεῖ μονόλογον, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ ἑνὸς Κοινοβουλίου. Θὰ πρέπει νὰ εὕρητε, μὲ τὴν ἱκανότητα τῆς εὑρέσεως, ἡ ὁποία σᾶς χαρακτηρίζει, ἕνα τρόπον ἑρμηνείας διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸν βουλευτήν, πρὸς τὸν ὁποῖον οἱ Ὑπουργοὶ ἀπευθύνονται, νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπέτρεψα προχθές, ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα εἰς κάθε συνεδρίασιν νὰ τὸ κάμω. Εἶναι ἀπαράδεκτον.
§62Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀρνηθῆτε, εἰς τὴν συνείδησίν μου, ὅμως, δὲν εἶναι δικαία πρᾶξις.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε, κ. Πρόεδρε, θὰ εἶναι διάλογος καὶ ὄχι συζήτησις. Καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐπιτρέψω τὸν διάλογον, διότι δὲν ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τὸ δικαίωμα.
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, εἶναι ζήτημα περιστάσεων. Ἐὰν σήμερον ἐπιμείνετε, ἀρνούμενος, χωρὶς νὰ δώσητε τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην, θὰ εἶσθε ἄδικος. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι θὰ τοῦ δοθῇ ὁ λόγος. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ κ. Μητσοτάκης εἶχεν ὑποσχεθῆ, ὅτι θὰ κατέθετε στοιχεῖα καὶ ὅτι καὶ ἐγὼ τὸ ἐβεβαίωσα. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἡ ἔννοια τῆς βεβαιώσεώς μου ἦτο, ὅτι τὰ στοιχεῖα ὁ κ. Μητσοτάκης θὰ τὰ κατέθετε, ὁμιλῶν. Πρόκειται περὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὴν ὁμιλίαν του. Ἀπευθύνομαι τώρα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν ἀπησχολήθην ἐγὼ ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἀριθμῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἔλαβον θέσιν ἐπὶ δύο θεμάτων. Ἔλαβον θέσιν, πρῶτον, ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ 37% θὰ ἔδιδεν αὐτοδυναμίαν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἐνόμιζεν ἠθικῶς καὶ δημοκρατικῶς, ὅτι ἦτο θεμιτὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ἐξῆλθον ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κομμάτων τῆς δευτέρας κατανομῆς. Ἐγὼ ἔθεσα πολιτικὸν ἐρώτημα. Εἶπον: Πέραν καὶ ἀσχέτως ἀριθμοῦ συμμετεχόντων κομμάτων, ἐρωτῶ: Ἐπιτρέπετε εἰς μίαν Δημοκρατίαν τὸ 37%, περίπου τὸ ⅓ τοῦ ἐκλογικοῦ συνόλου, τόση μειοψηφία τοῦ Λαοῦ, νὰ γίνῃ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ Κυβέρνησις τῆς χώρας; Καὶ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παλλόμενος ἀπὸ δημοκρατικὸν αἴσθημα ἀπήντησεν αὐθορμήτως, ὅτι τοῦτο εἶναι δημοκρατικῶς ἄτοπον. Ἀνέγνωσα εἰς τὸν τύπον, ὅτι παλαιότερον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρει τὸ 40% ὅριον, κάτω τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται μειοψηφία τοῦ λαοῦ νὰ καταστῇ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ Κυβέρνησις. Κατόπιν αὐτῶν τῶν δηλώσεων τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν προέβην εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἀναμόρφωσιν. Διότι, ἐὰν διατηρηθοῦν αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν, συμφώνως πρὸς τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ. Ἔχει λεχθῆ, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας Δημοκρατίας μειοψηφία τοῦ λαοῦ καθίσταται πλειοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ὑπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά. Εἰς ἐκείνας τὰς Δημοκρατίας συμβαίνει ἐξ ἀπροσόπτου καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ σύμπτωσις μειοψηφία τοῦ λαοῦ νὰ γίνῃ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Τὸ ἰδικόν μας θέμα εἶναι διάφορον. Τὸ ἰδικόν μας θέμα εἶναι κατὰ πόσον ἐπιτρέπεται ἐκ τῶν προτέρων νὰ ὑπάρχῃ πρόθεσις, προμελέτη τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν ἐπίτευξιν τοιούτου ἀποτελέσματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεμελιώδης διαφορά. Καὶ αὐτὸ ἀρνούμεθα. Ἀρνούμεθα νὰ ἐγκρίνωμεν νόμον, τοῦ ὁποίου πρόθεσις, προμελέτη εἶναι νὰ κατασκευάσῃ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Καὶ ὑπῆρξε θέσις ἀπολύτου, καλῆς πίστεως, διότι ἐστηρίχθη ἐπὶ τῶν αὐθεντικῶν δηλώσεων καὶ τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ συγκεκριμένα ἀριθμητικὰ θέματα, παρακαλῶ νὰ τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Διότι, ἐὰν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν στενὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θὰ ἀποκομίσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι οὐσιαστικῶς ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νομίζω, ὅτι ἀπὸ σᾶς τὸν ἀρχαιότερον πάντων βουλευτὴν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λεχθῇ, ὅτι ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμόν, δὲν δίδει τὸν λόγον εἰς ἕνα βουλευτὴν πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ σειρά του, ἵνα ὁμιλήσῃ, ὅτι παραβιάζει τὸν Κανονισμόν. Κατόπιν αὐτοῦ, παρ’ ὅλον, ὅτι εἶχον τὴν πρόθεσιν κατά τινα διακοπήν, νὰ δώσω εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, σκέπτομαι, ἐὰν πρέπει νὰ τὸ κάμω, δεδομένου, ἄλλωστε, ὅτι καὶ τὸ Σῶμα δὲν συμφωνεῖ.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, μὲ λυπεῖ ὁ χειρισμὸς τὸν ὁποῖον ἐκάματε. Ἐξεκινήσατε ἀπὸ στενὴν ἑρμηνείαν καὶ ἡρμηνεύσατε τοὺς λόγους μου κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος σᾶς ὁδηγεῖ καὶ πάλιν εἰς ἐμμονὴν εἰς τὴν στενὴν ἑρμηνείαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται δι’ αὐτῆς τῆς στενῆς ἑρμηνείας, νὰ ἐμποδισθῇ ὁ ἀγὼν ἐπὶ τοῦ θέματος. Θὰ ὑπάρξῃ τὸ βῆμα, θὰ ὑπάρξουν καὶ αἱ στῆλαι τοῦ τύπου, αἱ ὁποῖαι, πληροφορῶ τὸν φίλον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς τὰς Δημοκρατίας προσφέρονται ἐπίσης, πρὸς διαφώτισιν τῆς δημοσίας γνώμης, παραλλήλως πρὸς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ὤφειλα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν φίλον Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι δὲν ἐχρειάζετο νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν θεωρητικὴν διαπίστωσιν, ὅτι σκοπὸς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος εἶναι ἡ γνησία καὶ ἀνόθευτος ἔκφρασις τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ εἶχα προσθέσει καὶ τὴν ἀνταπόκρισιν τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ μὲ τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλῆ θεωρητικὴ διατύπωσις, ἔχει τὰς πολιτικὰς ἐπιπτώσεις της. Εἰσῆλθεν, κατόπιν, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ θέμα, δόλος ἢ βία. Ἐξεδήλωσε τὴν συμπάθειάν του πρὸς τὸν δόλον (γέλωτες). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀρνηθῶ, καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, συμπάθειαν πρὸς τὸν δόλον. Ἄλλωστε, θεωρῶ τὴν ὕπαρξιν βίας μεγαλυτέραν ἐγγύησιν ἀνατροπῆς της ἀπὸ τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν προκαλεῖ, παρ’ ὅσον εἰς τὸν δόλον, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν διάβρωσιν, ἔχει ἱκανότητα διαρκείας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἀλλὰ ἡ ἔννοια ἡ βαθυτέρα, τῶν λόγων μου, δὲν ἦτο νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ δόλου καὶ βίας. Ἡ βαθυτέρα ἔννοια τοῦ λόγου μου ἦτο νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ δίλημμα, δόλου καὶ βίας. Νὰ ἐκτοπίσωμεν καὶ τὴν βίαν καὶ τὸν δόλον καὶ νὰ δημιουργήσωμεν τιμιότητα δημοσίου βίου. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ στοργὴ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν ὡδήγησεν εἰς τὴν εὕρεσιν τοῦ ποσοστοῦ 17%, καὶ ἤθροισεν ὅλας τὰς διασπάρτους δυνάμεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως 20%, 10% καὶ 3%, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος ἀπουσιάζει... (Γέλωτες).
§67Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Δὲν ἀπουσιάζω ἐγὼ ἀπὸ αὐτό, ἀλλὰ αὐτὸ ἦλθε μαζί μου.
§68Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τότε δικαιώνετε τὸν ἑαυτόν σας καὶ ἀδικεῖτε τοὺς ἀριθμούς σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Καὶ εἶπεν: Εἶναι τόση ἡ φιλοστοργία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὥστε ἐπεδόθη εἰς τὴν κατασκευὴν νόμου, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἑνωθῇ, τὰ αὐτοτελῆ κόμματα νὰ φθάσουν εἰς τὰ ὁριακὰ στάδια τοῦ 17% καὶ οἱ συνασπισμοὶ νὰ φθάσουν ἐπίσης εἰς τὰ ὁριακὰ στάδια τοῦ 30%. Ἤθελε νὰ ἐνθαρρύνῃ τὸ ἀθλητικὸν πνεῦμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως (γέλωτες). Δύσκολον εἶναι νὰ πεισθοῦν οἱ μελετηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι αὐτὴ ἡ στοργὴ ὑπῆρξεν ἡ πηγὴ τῆς ἐμπνεύσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, δὲν εἶναι τί πρόκειται νὰ πράξῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν εἶναι, τί πρόκειται νὰ πράξῃ ὁ νόμος. Καὶ ὁ νόμος πράττει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήγγειλα. Ὁ νόμος πριμοδοτεῖ ἀσφαλῶς τὴν ἄκραν ἀριστεράν. Διότι ἡ ἄκρα ἀριστερὰ ἔλαβεν εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς 24%. Ὅλα εἶναι δυνατὰ εἰς τὰς προσεχεῖς ἐκλογάς. Καὶ πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω. Ἀλλά, κατὰ λογικὴν πρόβλεψιν, ἡ ἄκρα ἀριστερὰ εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἔχῃ 17%. Καὶ καταλογίζω αὐτὴν τὴν εὐθύνην εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας, ἐκλογικὸν σύστημα, πριμοδοτεῖ ἀσφαλῶς τὴν ἄκραν ἀριστεράν. Ἐνῷ ἀποκλείει, ἐπίσης ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς μικρότερα ἐθνικὰ κόμματα. Καὶ τοῦτο συμβαίνει ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διακηρύσσει, ὅτι εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ὁ θεματοφύλαξ τοῦ Ἐθνικοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησε νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει κομματικὸν Κράτος. Μόνον, ὅταν ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἠμποροῦμεν νὰ ἐλπίσωμεν εἰς ἐξυγίανσιν. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχει κομματικὸν Κράτος. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι οἱ διορισμοὶ γίνονται κατ’ εὔνοιαν τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Καὶ τὸ γνωρίζομεν καὶ τὸ γνωρίζετε. (Χειροκροτήματα). Ἠμπορεῖτε νὰ διαμαρτύρεσθε ὅσο θέλετε. Ἀλλὰ ὅσα λέγω εἶναι ἀλήθεια. Καὶ τὸ μέγα αἴτημα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ κατάργησις τοῦ κομματικοῦ Κράτους, εἶναι ἡ δημιουργία Κράτους δικαίου.
§69Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Αὐτὸ γίνεται.
§70Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὸ πρέπει νὰ γίνεται.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ὄχι διακοπάς.
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅλοι γνωρίζουν, καὶ ὅσοι διακόπτουν καὶ ὅσοι ἀκούουν, ὅτι ἔχω δίκαιον. Παράδειγμα τοῦ κομματικοῦ Κράτους εἶναι τὸ ραδιόφωνον, τὸ ὁποῖον πράγματι παρέχει τὴν εἰκόνα ὁλοκληρωτικοῦ Κράτους. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φαινώμεθα ὑποανάπτυκτοι. Ὄχι, νὰ μὴ φαινώμεθα, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ εἴμεθα. Καὶ μόνον ὅταν καταργήσωμεν τὸ κομματικὸν Κράτος θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀναγέννησις τῆς Ἑλλάδος. Ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις ἕπεται. Πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἠθική, ἡ πνευματική, ἡ ψυχικὴ ἀναγέννησις. Τότε μόνον γίνεται μόνιμος ἡ οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις. Οἰκονομικὴ ἀνασυγκρότησις, χωρὶς τὸν παλμὸν τοῦ ἔθνους, χωρὶς τὸν παλμὸν τῆς νεότητος, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις καὶ εἰς τὸ Ἔθνος καὶ εἰς τὴν νεότητα, ὅτι ὑπάρχει Κράτος ἀρετῆς, ὅτι ὑπάρχει Διοίκησις ἀρετῆς, εἶναι χωρὶς ἀπόδοσιν. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι μακρὰν τῶν κομμάτων. Τὸ εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς. Τὸ παράδειγμα, ὅμως, τῆς ψηφοφορίας, ἡ ὁποία παλαιότερον ἐνεργήθη, διεπίστωσεν, ἀποτελέσματα, ἐκ τῶν ὁποίων διαπιστοῦται ὁ ἐπηρεασμὸς τοῦ φρονήματος. Καὶ ἔρχομαι, τέλος, εἰς τὸ θέμα τῆς Ὑπηρεσιακῆς. Ἀποτελεῖ, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, παλαιάν μου πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω διακηρύξει καὶ παλαιότερον, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πρέπει νὰ ἐνεργοῦνται εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν. Γνωρίζομεν ποία εἶναι ἡ κραιπάλη τῆς συναλλαγῆς ἀπὸ τὰς κομματικὰς Κυβερνήσεις εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν. Ὅλοι τὸ γνωρίζομεν. Ποία ἡ διασπάθισις τοῦ δημοσίου χρήματος. Πῶς θέλετε, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐὰν μεθαύριον γίνουν ἐκλογαί, καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἶναι ὑποψήφιος Θεσσαλονίκης καὶ ἐπισκεφθῇ ὡς Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τοὺς στρατῶνας, πῶς θέλετε νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι οἱ στρατῶνες θὰ μείνουν ἀνεπηρέαστοι καὶ ὅτι θὰ ὑπάρξουν αἱ συνθῆκαι ἀναμετρήσεως διὰ τοὺς ἀντιπάλους του; Καὶ διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὁ χρόνος τὸ ἐπιτρέπῃ, ἐὰν εἶναι, ὅπως εἶπον, αἱ τελευταῖαι συνεδριάσεις τῆς Συνόδου ἢ τελευταῖαι συνεδριάσεις τῆς περιόδου, ἐθεώρησα χρέος μου καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία, μὲ τὴν εὐθύνην μου ὡς δημοσίου ἀνδρὸς καὶ ὡς ἡγέτου τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, νὰ διακηρύξω καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ὅτι δὲν ζητοῦμεν εὔνοιαν, ἀλλ’ ἴσην μεταχείρισιν. Καί, ἐπαναλαμβάνω, εἴμεθα ἀπολύτως βέβαιοι, ὅπως τὴν εὕρωμεν, εἰς τὸ παρελθόν, νὰ τὴν εὕρωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§73Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Εἶναι πάντοτε εὐχάριστος ἡ μετὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου συζήτησις, ἀκόμη καὶ ὅταν προσλαμβάνῃ τὴν μορφὴν ἀντιδικίας, καὶ δὴ ἀντιδικίας, ὅπως ἐν προκειμένῳ, ἐντόνου. Οἱ ἀγῶνες οἱ πολιτικοὶ πρέπει νὰ ἔχουν τὸν χαρακτῆρα τῆς ἐντάσεως, διότι αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καταδεικνύει τὴν πίστιν, ἡ ὁποία διέπει τοὺς ὁμιλοῦντας καὶ ἀγωνιζομένους. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρῶτον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν πρὸ ἡμερῶν γενομένην δήλωσίν μου. Ἡ δήλωσίς μου, πράγματι καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, διότι τὴν συνεδύασε μὲ τὰ ἐνδόμυχα καὶ μάλιστα βαθύτατα θεμελιωμένα μέσα μου αἰσθήματα, ἦτο πράγματι ἀποτέλεσμα μιᾶς φυσικῆς καὶ ἀνεπιτηδεύτου ἀντιδράσεως εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἀκριβεῖς οἱ συλλογισμοὶ καὶ οἱ λογαριασμοὶ τοῦ κ. Μητσοτάκη. Ἀλλὰ ὅπως κατεδείχθη, οἱ συλλογισμοί του καὶ οἱ λογαριασμοί του δὲν εἶναι ἀκριβεῖς.
§74Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἀφήνετε νὰ ἀπαντήσῃ. Πῶς ἀπεδείχθη; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλει νὰ τὰ σκεπάσῃ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, μὰ τί ἐπάθαμε ἀπόψε; Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν εἶναι δυνατόν. Δὲν γίνεται αὐτό. Εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ποῦ στηρίζεσθε διὰ νὰ κάμετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀπόψε; Σᾶς ἐρωτῶ. Τί θέλετε;
§76Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὸ δικαίωμα νὰ διαφωτίσῃ τὸν λαόν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον δικαίωμα; Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λέγετε; Ἐπανάστασιν κάμετε, κ. Μπακόπουλε, ἐδῶ μέσα; Σέβομαι τὴν ἡλικίαν σας καὶ δὲν σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. (Κωδωνοκρουσίαι, θόρυβος).
§78Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σκεπάζονται. Θὰ βγοῦν ὅλα. (Κωδωνοκρουσίαι).
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Λυποῦμαι δι’ αὐτὴν τὴν διακοπήν, προερχομένην ἀπὸ ἀγαπητὸν παλαιὸν φίλον, τὸν ὁποῖον καὶ ἀγαπῶ καὶ σέβομαι, τὸν κ. Μπακόπουλον. Ἀπορῶ, πῶς διαμαρτύρεται ὁ κ. Μπακόπουλος, διότι ἐξέφρασα γνώμην περὶ τῆς ἀκριβείας, ἢ ἀνακριβείας μιᾶς ἀπόψεως, ἢ ἑνὸς λογαριασμοῦ. Δικαίωμα παντός...
§80Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην.
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.). Θὰ ἐπιτραπῇ ὅταν ὁ Κανονισμὸς τὸ ἐπιτρέψῃ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐφανταζόμην, ὅτι θὰ ἐσημειοῦτο, ὄχι τόσον ἀπὸ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὅσον ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, τόσον ἔντονος ἐκδήλωσις ἀγανακτήσεως, διότι δὲν ὡμίλησεν ὁ κ. Μητσοτάκης. Ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε, εἴπατε, ὅτι δὲν θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μητσοτάκης ἀπόψε. Καὶ ἐγένετο ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ κ. Παπανδρέου, κατ’ αὐτὸν τὸν τελείως ἀδικαιολόγητον τρόπον. Εἶπεν, ὅτι, ἐὰν δὲν τοῦ δοθῇ ἀμέσως ὁ λόγος, αὐτὸ σημαίνει κατάργησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Δι’ ὄνομα Θεοῦ, κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Ἐὰν ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μητσοτάκης αὔριον καὶ ὄχι σήμερον, καταπιέζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου; Ἐὰν τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ δὲν ὁμιλήσῃ τρεῖς φορὰς κάθε βράδυ, καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Πῶς διατυπώνετε αὐτὴν τὴν θεωρίαν; Καὶ πῶς ἐσκέφθητε νὰ ἐκτοξεύσετε αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, ὄχι μόνον ἐναντίον τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλὰ καὶ τοῦ πλειοψηφοῦντος κόμματος, ὅτι, ἐὰν δὲν ὁμιλήσῃ ἀπόψε ὁ κ. Μητσοτάκης, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι καταργοῦμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου; Ἐλευθερία λόγου ὑπάρχει καὶ ἀπόψε καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον. Θὰ ὁμιλήσῃ ὅσας φορὰς θέλετε ὁ εἰσηγητής σας κ. Μητσοτάκης καὶ αὔριον καὶ μεθαύριον. Δὲν ἐξαρτᾶται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἀπὸ τὸν χρόνον ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ὁμιλήσῃ ἕνας ἀγορητής. (Χειροκροτήματα). Λοιπόν, ἂς σταματήσουν αὐταὶ αἱ μεγάλαι λέξεις καὶ αὐταὶ αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλωστε, παρὰ νὰ προκαλέσουν τὴν ἀντίδρασιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ σκεφθῇ, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν λέγονται διαρκῶς μεγάλαι λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ πράγματα. (Χειροκροτήματα).
§82Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, πέραν ὅλων ὅσα ἐλέχθησαν, θέτω εἰς σᾶς τὸ ἐρώτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατήγγειλεν ὡρισμένας διαφορὰς ἀριθμῶν διὰ τὸν κ. Μητσοτάκην.
§83Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κατήγγειλα, ὅτι δὲν κατετέθησαν οἱ λογαριασμοί.
§84Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω.
§85Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θέλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας ἀντικειμενικῶς καὶ καλοπίστως τὸ ἐρώτημα. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἔρχεται ὁ εἰσηγητὴς καὶ παρακαλεῖ νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἀπαντήσῃ. Καὶ τὸ Προεδρεῖον τὸν ἀποκλείει. Καὶ τὸν μεταθέτει εἰς τὴν σειρὰν τῶν ρητόρων. Εἶναι αὐτὸ σωστό; Ἐρωτῶ τὴν συνείδησίν σας.
§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν διετυπώσατε τὴν ἐπιθυμίαν σας, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρ. Κέντρου, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐὰν ἦτο ὁ αὐτὸς καὶ προηγουμένως, θὰ ἔκαμνε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν παράκλησίν σας. Ἀλλὰ ὅταν φθάνετε εἰς τὴν καταγγελίαν, ὅτι καταργεῖται ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἡμᾶς ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, βεβαίως ἦτο φυσικὸν νὰ ἀντιδράσωμεν καὶ βεβαίως ἦτο φυσικὸν νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, ὅτι προβαίνομεν εἰς ὑπερβολάς, τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπουν τὰ πράγματα. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δ. Κ. ὡμίλησε περὶ τῆς δηλώσεως εἰς τὴν ὁποίαν εἶχον προβῆ. Εἶπον καὶ πρίν, ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα. Ἡ δήλωσις αὐτὴ προῆλθεν ἀπὸ πραγματικὴν πίστιν, ἡ ὁποία διέπει, ὄχι μόνον ἐμέ, ἀλλὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλους τοὺς κ. Ὑπουργούς, ὅλους τοὺς κ.κ. βουλευτὰς τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ τοὺς ὀπαδοὺς καὶ φίλους τῆς Ε.Ρ.Ε. ἐν Ἑλλάδι, διότι πιστεύομεν καὶ ἡ πίστις αὐτὴ εἶναι βαθυτάτη εἰς τὴν Δημοκρατίαν. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἀπόστασις μεταξὺ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δ. Κ. καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἰσχυρίσθην ἐγώ. Εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δ. Κ., ὅτι ὁ ἴδιος ἐξῆλθε —αὐτὴ εἶναι ἡ λέξις του— ἀπὸ τὰς περιπτώσεις καὶ ὑποθέσεις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τοῦ κόμματός του. Ὁ ἴδιος ἠμπορεῖ νὰ ἐξῆλθε. Ἀλλὰ δὲν ἐξῆλθον ἐγώ. Καὶ θὰ ἴδῃ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι τὸν διέκοψα, ὅταν ἐξῆλθε καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξέρχομαι. Δὲν ἠμπορεῖ λοιπόν, νὰ κανονίζῃ τὰς ἰδικάς μου ἐξόδους, σκέψεις καὶ δηλώσεις ὁ κ. Παπανδρέου. (Χειροκροτήματα). Ὅταν ὡμίλησε περὶ τριῶν κομμάτων, ἐγὼ ἀνεφώνησα καὶ τὸ ἔγραψαν οἱ ἀγαπητοὶ πρακτικογράφοι καὶ στενογράφοι, ὅτι ἐμμένω εἰς τὸ παράδειγμα τῶν τεσσάρων. Μὲ ἄλλα λόγια, ἐγὼ θὰ ρυθμίσω τὰς σκέψεις μου καὶ ὄχι ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δ. Κέντρου. Ἀλλὰ ἀσχέτως αὐτοῦ ἀπεδείχθη ἀπόψε, ὅτι καὶ τρία ἐὰν εἶναι τὰ κόμματα, δὲν βγαίνει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Μητσοτάκης. Εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δ. Κ., ὅτι εὑρέθη ἐνώπιον ὁμολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι μὲ 3 κόμματα εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τὸ πρῶτον εὐκολώτατα μὲ 37% ἀπόλυτον ἐν τῇ Βουλῇ πλειοψηφίαν. Αὐτὸ σήμερον ἀποδεικνύεται ἀδύνατον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐδῶ, δηλ. τὴν Πέμπτην — διότι τὴν Τετάρτην ὡμίλησεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου— προέβη εἰς τὴν σώφρονα —διότι δὲν εἶχεν ἀκόμη ὅλας τὰς περιπτώσεις πλήρως ἐλέγξει— δήλωσιν, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ἴσως εἰς ἀκραίας τινὰς περιπτώσεις νὰ ἰσχύσῃ αὐτό, καὶ νὰ εἶναι δυνατὸν εἰσερχομένων τριῶν κομμάτων εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν νὰ πάρῃ τὸ πρῶτον, ἂν καὶ θὰ ἔχῃ μόνον 37% τῶν ψήφων τοῦ λαοῦ, ἀπόλυτον πλειοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤδη καταδεικνύεται, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ εἶναι δυνατὸν μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν δύο κομμάτων ὑπὸ προϋπόθεσιν ὅμως πρακτικῶς σχεδὸν ἀδύνατον ὅπως ἀνεπτύχθη ἀπόψε.
§87Δ. ΚΩΣΤΗΣ. Τὸ ἀνακαλεῖτε δηλαδή;
§88Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Εὐχαριστῶ τὸν συνάδελφον κ. Κωστῆν, διότι μοῦ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῆς τάξεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀκολουθῆται ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ γενικῶς εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ἐκδηλώσεις μας. Τὸ ἐδιάβασα ἤδη εἰς ὡρισμένας ἐφημερίδας αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ὁ ἐκ Λαμίας ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κωστῆς, δηλαδή, ὅτι ἀνεκάλεσα τὴν δήλωσίν μου. Σήμερον μάλιστα, καὶ ἐφημερὶς ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ ἐχθρικὴ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει καὶ μίαν χαριτωμένην γελοιογραφίαν τοῦ κλασσικοῦ ἕλληνος γελοιογράφου τὴν ὁποίαν μάλιστα ἐχάρηκα καὶ ἐγώ, διότι καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς θίγει, πρέπει ὅταν εἶναι ἔξυπνα τοποθετημένον νὰ μᾶς κάμνῃ νὰ τὸ ἀπολαμβάνωμεν. Ἡ πρόθεσις βέβαια, δὲν ἦτο ἁπλῶς σατιρική, ἀλλὰ δὲν πειράζει. Ἄλλωστε εἰρήσθω ἐν παρόδῳ — θ’ ἀνοίξω τώρα καὶ μίαν παρένθεσιν κἄπως διασκεδαστικὴν— εἶναι περίεργον πῶς ὁ κλασσικὸς καὶ εὐφυέστατος αὐτὸς γελοιογράφος, ὁ ὁποῖος εἶναι πράγματι δαιμόνιος, πῶς μὲ συνδυάζει μὲ ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδέποτε μὲ ἐχαρακτήρισεν εἰς τὴν ζωήν μου, μὲ τὸ παπιγιὸν (γέλωτες). Οὐδέποτε εἰς τὴν ζωήν μου τὸ ἔχω χρησιμοποιήσει, ἴσως νὰ νομίζῃ, ὅτι ἀνταποκρίνεται τοῦτο εἰς τὴν ψυχολογίαν ἢ εἰς τὴν νοοτροπίαν μου. Δικαίωμά του νὰ τὸ νομίζῃ, ἀλλὰ δὲν ἀνταποκρίνεται πάντως εἰς τὴν φυσιολογίαν τῆς ἐνδυμασίας μου.
§89Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Εἶσθε τυχερώτερος ἀπὸ τὸν ἄλλον μὲ τὴν κότα.
§90Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Τυχερώτερος εἶναι ὁ ἄλλος μὲ τὴν κότα, ἡ ὁποία εἶναι μεγίστη διαφήμισις. Κύριοι, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται, ἔστω καὶ ἐὰν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα συμφέρῃ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἕνα κόμμα ἢ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, νὰ γίνεται, δὲ θέλω νὰ εἴπω ἡ πλήρης διαστροφή, ἡ ὁποία θὰ ἦτο κτυπητὴ καὶ ἐμφανὴς καὶ δὲν θὰ τὴν ἐπεχείρῃ κανένα σοβαρὸν κόμμα ἢ μᾶλλον κανένα κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλεγε κατὰ τρόπον σοβαρὸν τὰ μέσα τοῦ ἀγῶνος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ προσπάθεια δημιουργίας ἀσαφοῦς ἀτμοσφαίρας περὶ τὴν δήλωσιν μιᾶς Κυβερνήσεως, ὅπως δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ δημιουργῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις μίαν ἀσαφῆ ἀτμόσφαιραν περὶ τὴν δήλωσιν, τὴν ἀνακοίνωσιν ἑνὸς ἡγέτου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ οἱουδήποτε συναδέλφου ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἠθικῶς εἶναι ἰσότιμοι καὶ οἱ ἡγέται καὶ οἱ ὀπαδοί των. Ἐδῶ εἶπον καὶ ἐδήλωσα, ὅ,τι ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικά. Ἐὰν ὁ κ. Κωστῆς νομίζῃ, ὅτι ἀνακαλῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, λυποῦμαι διότι δὲν ἔκαμε τὸν κόπον νὰ διαβάσῃ τὰ πρακτικά. Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου, νομίζετε, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως —δὲν ἔχω ἀνάγκην ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ἀπευθυνθῶ εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς Κυβερνώσης παρατάξεως— νομίζετε, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τὰ ὁποῖα εἶναι μέχρι τοῦδε ἁπτὰ καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων βασιζόμεθα, διότι ἔχομεν καθημερινὴν ἐπαφὴν μετὰ τοῦ λαοῦ, ὅτι πρόκειται νὰ ἀρκεσθῶμεν καὶ εἰς τὸ 41%; (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Νομίζετε, ὅπως εἶπεν ἀπόψε ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅτι ἐλάβομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἕνα μέτρον σκοπίμως καὶ ὅτι δὲν πρόκειται ἁπλῶς ἀπρομελετήτως νὰ σημειωθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἰς πολλὰς δημοκρατίας σημειοῦται, νὰ ἔρχεται καὶ μία σχετικῶς μετρία μειοψηφία πλειοψηφοῦσα, ἐν τῇ Βουλῇ, νομίζετε, ὅτι ἐσκέφθημεν ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν σεῖς πλανώμενοι καὶ μὴ εὑρισκόμενοι εἰς ἐπαφὴν πραγματικὴν μετὰ τοῦ λαοῦ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβερνῶσα παράταξις νὰ περιέλθῃ; Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα, κύριοι, μόνον κόμμα, εἴμεθα παράταξις ἰσχυρά. Βασίζεται ἡ παράταξις αὐτὴ ἐπὶ τῆς πίστεως μιᾶς μεγάλης μερίδος τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ καὶ αὐτὸ τὸ 50%, (χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος), βασίζεται ἐπὶ τῆς πίστεως, ὅτι ὁ τόπος χρειάζεται σταθερότητα, ὅτι ὁ τόπος πρέπει νὰ ἀποφύγῃ τὰς περιπετείας εἰς τὰς ὁποίας ὁπωσδήποτε θὰ περιέλθῃ ἐὰν σπάσῃ αὐτὸ τὸ ἀραγὲς μέτωπον τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ πληροφορήσητε τὸ Σῶμα, πότε θὰ δυνηθῇ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου νὰ δώσῃ ἀπάντησιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος τέταρτος ὁ κ. Κοκκέβης τοῦ κόμματός σας. Ἠμπορεῖτε νὰ τὸν παρακαλέσητε νὰ δώσῃ τὴν θέσιν του εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην. Ὁ Κανονισμὸς εἶναι ρητός.
§93Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφαρμόσατε ὅπως θέλετε τὸν Κανονισμόν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου θέματος λαμβάνετε τὸν λόγον;
§95Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν διαλογικὴν συζήτησιν τὴν ὁποίαν εἴχατε μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, κατὰ συνέπειαν ἀποδέχομαι ὡς τετελεσμένον γεγονός, ὅ,τι προηγουμένως εἴπατε. Θέλω νὰ ἐλπίσω, ὅτι θὰ παραδεχθῇ τὸ Προεδρεῖον, ὅτι τοὐλάχιστον τὸ συγκεκριμένον θέμα, ἐὰν κατέθεσα ἢ δὲν κατέθεσα στοιχεῖα, ἀποτελεῖ θέμα προσωπικόν, θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσω, διὰ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ στοιχεῖα τὰ κατέθεσα, ὅτι τὸ γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος, διότι ἐζήτησα τὴν ἄδειάν του διὰ νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ὑπάρχει ἕνα πλῆρες σημείωμα ἀπὸ τρεῖς δακτυλογραφημένας σελίδας, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη τὴν ἑπομένην εἰς τὸν τύπον καὶ περιελήφθη εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§96Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπουργ. Ἐσωτερικῶν). Αὐτὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα;
§97Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Μάλιστα. Τὰ στοιχεῖα κατὰ συνέπειαν κατετέθησαν. Καὶ ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπανέλθω, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν ἀπόλυτον ἀκρίβειαν ὅλων τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἔδωσα.
§98Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Μητσοτάκης ἀποσαφηνίζει ἀπόψε, ὅτι τὰ στοιχεῖα περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ἀγορεύων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 17ης Μαΐου εἶναι οἱ 4 ἀριθμοὶ οἱ ὁποῖοι περιελήφθησαν εἰς τὰ πρακτικά.
§99Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§100Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Δὲν ὑπάρχουν ἄλλα στοιχεῖα;
§101Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἄλλο ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλα στοιχεῖα καὶ ἄλλο ἐὰν κατέθεσα στοιχεῖα. Ποῖα κατέθεσα, εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὰ πρακτικά.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ κατέθεσε.
§103Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μητσοτάκης. Ἀγορεύων ἀνέφερεν ὅσα στοιχεῖα περιελήφθησαν εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ εἶπεν, ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰ στοιχεῖα τῶν ὑπολογισμῶν οἱ ὁποῖοι ὡδηγοῦσαν δῆθεν εἰς τὰ αὐθαίρετα συμπεράσματά του. Σήμερα ὁμολογεῖ, ὅτι δὲν κατέθεσε ποτὲ αὐτά.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ κατέθεσε.
§105Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτ.). Κατετέθησαν τὰ αὐθαίρετα συμπεράσματα, χωρὶς τοὺς ὑπολογισμούς. (Χειροκροτήματα).
§106Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐδήλωσα ἀπόψε, ὅτι πλὴν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα περιελήφθησαν εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχα δώσει, μετὰ τὸν τερματισμὸν τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἐζήτησα τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον καὶ κατέθεσα εἰδικὸν σημείωμα περιλαμβάνον στοιχεῖα καὶ πίνακας, εἰδικὸν σημείωμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅλο τὸ κόλπο καὶ ὅλην τὴν ἀπάτην τοῦ νόμου. Καὶ αὐτὸ τὸ σημείωμα ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικά.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα. Κατεθέσατε αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατεθέσατε.
§108Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πέραν τούτου, βεβαίως, ὑπάρχουν ὅλοι οἱ ἀριθμητικοὶ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους δὲν κατέθεσα, διότι..... (δὲν ἠκούσθη).
§109Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Νὰ τοὺς καταθέσετε ἐπιτέλους. Γιατὶ τοὺς κρύβετε ἀφοῦ στηρίξατε ἐπ’ αὐτῶν συμπεράσματα.
§110Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Ὑπουργέ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τόσην προθυμίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγὼ τοῦ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὴν πρόκλησιν. Ἄν, ὄντως, ἐγώ, τοὐλάχιστον, κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὡμίλησα προεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν, ἂν μετὰ πέντε ἡμέρας ἡ Κυβέρνησις θέλῃ συζήτησιν ἐπὶ τῶν στοιχείων, νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἄνεσιν νὰ τὴν κάμωμεν. Διότι ἐπιθυμῶ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι ὁ μόνος ἀριθμός, τὸν ὁποῖον ἐπικαλεῖται, καὶ εἶναι ἀτύχημα —διὰ νὰ μὴ εἴπω κἄτι πάρα πάνω— διὰ τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀριθμὸς τῶν 152 ἑδρῶν.... (δὲν ἠκούσθη).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μητσοτάκη, δὲν εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ αὐτή. Τελειώνετε.
§112Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν).... (δὲν ἠκούσθη).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. Ἀρχηγοὺς νὰ λάβουν συντόμως τὸν λόγον. Ἀπόψε, βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατόν, ἀλλὰ τὴν προσεχῆ Τετάρτην πρέπει νὰ ὁμιλήσουν πλέον, οἱ κ.κ. Ἀρχηγοί, διὰ νὰ ξεκαθαρισθῇ ἡ ὑπόθεσις. Ὁ κ. Κ. Πυρομάγλου, ἔχει τὸν λόγον.
§114Κ. ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ ψηφίσεως ἐκλογικοῦ νόμου, ἔχομεν βασικὸν καθῆκον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν σοβαρῶς ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, πολιτικῆς καὶ τέλος βουλευτικῆς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, διότι κἄθε ἐκλογικὸς νόμος, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ, πρέπει εἰς τὰς βασικάς του ἀρχὰς καὶ λεπτομερείας νὰ διαγραφῇ λεπτομερῶς τὰ πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐκφράσῃ τὴν θέλησίν του. Καὶ διὰ νὰ δύναται ὁ λαὸς νὰ κρίνῃ, θὰ πρέπει νὰ τεθοῦν πρὸ αὐτοῦ ὅλα τὰ θέματα, ὅπως τὸ Κυπριακόν, τὸ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὴν Κοινὴν Ἀγοράν, τὰ σκάνδαλα Μέρτεν, ἀλουμινίου, ἐργατικά, ἀγροτικά, πολιτικά. Ἐὰν ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν περιέχῃ καὶ δὲν πληροῖ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις καὶ εἶναι περιοριστικός, δὲν εἶναι Δημοκρατία, εἶναι μεροληπτικός, αὐθαίρετος καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὴν Δικτατορίαν. Πρέπει, συνεπῶς, νὰ κρίνωμεν αὐτὸ τὸ ἐκλογικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν εὐρύτητα, τὴν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων τῆς Χώρας. Ἐὰν τὸ κρίνωμεν οὕτω, θὰ ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ, παρὰ ἕνα πολιτικὸν πραξικόπημα ποὺ ζητεῖ νὰ νομιμοποιήσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Καὶ τὸ πολιτικὸν πραξικόπημα εἶναι πολὺ καταστρεπτικώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ λέγεται στρατιωτικὸν πραξικόπημα. Διότι, ὅταν πρόκειται περὶ στρατιωτικοῦ πραξικοπήματος, οἱ διαπράττοντες τοῦτο τίθενται ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐνῷ, προκειμένου περὶ πολιτικοῦ πραξικοπήματος, νομοθετεῖ ἡ Βουλὴ αὐθαιρέτους πράξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιτύχῃ μίαν πλειοψηφίαν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν κανονικῶς δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ. Εἶναι, λοιπόν, τὸ πολιτικὸν πραξικόπημα ἐπικινδυνωδέστερον τοῦ στρατιωτικοῦ πραξικοπήματος καὶ ἐδῶ ὁ δόλος εἶναι πλέον ἐπικίνδυνος ἀπὸ μίαν ἀνοικτὴν Δικτατορίαν. Ἡ ψήφισις τοιούτου νόμου θὰ μᾶς σύρῃ σιγὰ–σιγὰ πρὸς τὴν δικτατορίαν καὶ τὴν εὐθύνην θὰ φέρουν ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τοῦ τελευταίου πολίτου, μέχρι τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Ἡ Κυβέρνησις πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐκλογικοῦ αὐτοῦ νόμου, ἐπεκαλέσθη τὴν θεωρίαν περὶ Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν θεωρίαν περὶ σταθερῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ αἱ σταθεραὶ Κυβερνήσεις δὲν προέρχονται ἀπὸ μεγάλα Κόμματα, ἀλλὰ ἀπὸ ἐνσυνείδητον συνεργασίαν ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς πολιτικῆς περισσοτέρων τοῦ ἑνὸς Κομμάτων. Μεγάλα Κόμματα καὶ πλειοψηφίαι συμβαίνει πολλάκις νὰ δημιουργοῦν ἀσταθεστάτας Κυβερνήσεις, ὅταν δὲν ζοῦν τὴν πραγματικότητα τῆς Χώρας. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἑπομένως, νὰ ὑπάρχῃ σταθερὰ Κυβέρνησις βασιζομένη ἐπὶ μιᾶς πλασματικῆς πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ θεωροῦνται ὡς ἕνα θερμόμετρον, τὸ ὁποῖον διαπιστώνει τὴν πολιτικὴν θερμοκρασίαν ἑνὸς λαοῦ, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογικὸν νομοσχέδιον, δὲν εἶναι θερμόμετρον, ἀλλὰ σφυρὶ ποὺ σπάζει καὶ κατασυντρίβει τὸ θερμόμετρον καὶ δημιουργεῖ αὐθαιρεσίαν. Δὲν εἶναι οὔτε ἐνισχυμένη ἀναλογική, ὡς ἐμφανίζεται, ὑπὲρ ἑνὸς ἢ δύο ἢ τριῶν Κομμάτων. Εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα πλειοψηφικὸν μὲ ἀπόλυτον ἀποτέλεσμα ὑπέρ τῆς Δεξιᾶς. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1950 εὐθὺς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐσωτερικῆς ἀνωμαλίας, ὅταν ἡ Δεξιὰ ἐξῆλθε νικητὴς τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς, ὑπέστη πανωλεθρίαν, ἐξῆλθε ἡττημένη ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς αὐτάς. Διατὶ ἦτο ἀπαράδεκτος διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἡ Δεξιὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς. Διὰ μίαν περίοδον ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν τὸ Κέντρον, ἀλλὰ ἡ Δεξιὰ προωθοῦσε τὰ σχέδιά της καὶ ἤρχισε νὰ διαγράφῃ τὴν τακτικήν της καὶ τὴν στρατηγικήν της. Τὸ 1952 ὑπῆρξε τὸ συμβόλαιον Θεσσαλονίκης τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη «λήθην», ἡ ὁποία, ὅμως, μετ’ ὀλίγον ἐλησμονήθη, ἀλλὰ καὶ διεστρεβλώθη καὶ ὁ μόνος ποὺ ἐλησμονήθη ἦτο ὁ Στρατάρχης Παπάγος. Τὸ 1956 ἐτέθη ὑπὸ τῆς Δεξιᾶς κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς Κύπρου. Τελικῶς, ὅμως, καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσις κατέληξεν, ὄχι εἰς τὴν αὐτοδιάθεσιν, ἀλλὰ εἰς τὴν ὑποδούλωσιν τῆς Κύπρου εἰς τοὺς Τούρκους. Κατὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα εὑρίσκεται ἡ Δεξιὰ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὡς στρατηγικήν, ἐδημιούργησε τὸν ἐθνικὸν διχασμόν. Ὅσοι ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας διαφωνοῦν μὲ τὴν Δεξιὰν εἶναι ἀπαράδεκτοι εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκογένειαν. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1950 ὁ Πλαστήρας ἀπεκαλεῖτο πράκτωρ τῆς Μόσχας. Ὁ Καρτάλης κατηγορεῖτο ὡς πράκτωρ τῆς Ἰντέλιντσες Σέρβις καὶ τῆς Μόσχας. Οἱ κ.κ. Βενιζέλος καὶ Μαρκεζίνης, ποὺ εἶχον ἐπισκεφθῆ τότε τὴν Μόσχαν, ὡς πράκτωρες τῆς Μόσχας. Ὁ κ. Παπανδρέου, διατὶ συνειργάσθη μὲ τὴν Ε.Δ.Α. τὸ 1956, ἦτο ὄργανον τοῦ Κομμουνισμοῦ. Ἐνθυμοῦμαι, κ. συνάδελφοι, ὅταν ὡς στρατιώτης εὑρισκόμην εἰς τὴν Μ. Ἀσίαν, τὸ ἄρθρον μιᾶς Δεξιᾶς ἐφημερίδος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέλυε τὴν ἐτυμολογίαν τῆς λέξεως «Βενιζέλος». Ἔλεγεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἑβραϊκοῦ ὀνόματος, τὸ ὁποῖον σημαίνει διάβολος καὶ ἑπομένως, προδότης. Αὐτὴν τὴν νοοτροπίαν, τὴν εἶδον καὶ πάλιν διατυπουμένην ἐν κυρίῳ ἄρθρῳ εἰς ἔγκυρον ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν θεωρίαν τῶν Ἰνδιῶν τῶν μὴ «θικτῶν» (INTOU-CHABLES). Λέγει, ὅτι ὡρισμένοι Ἕλληνες ψηφοφόροι εἶναι Ἕλληνες, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θεωροῦνται ψηφοφόροι, καὶ δὲν πρέπει νὰ τοὺς λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, διότι ὁ τρόπος αὑτῶν τοῦ σκέπτεσθαι ἐθνικῶς καὶ πολιτικῶς δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ αὐτὸν τῆς Δεξιᾶς. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ ἀνθελληνικόν. Ὅπως βλέπετε, ὁ ἐκλογικὸς νόμος, τείνει εἰς τὴν δημιουργίαν δύο Ἑλλάδων, εἰς τὴν δημιουργίαν δύο κατηγοριῶν Ἑλλήνων. Οἱ μὲν εἶναι Ἕλληνες, οἱ δὲ ὄχι. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, ὄχι κατὰ παράβασιν, ἀλλ’ ἁπλούστατα, ὅταν ὁ τάδε Ὑπουργὸς δὲν θέλει τὸν Πλαστῆρα, τὸν κηρύσσει μὴ Ἕλληνα. Ὁδηγούμεθα, δηλαδή, σιγὰ–σιγὰ καὶ μοιραίως εἰς τὴν δικτατορίαν. Εἰς τὴν ἀρχὴν ὑπῆρχεν ὁ Βενιζελισμός, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο προδοσία, μετὰ ὁ Βενιζελο–κομμουνισμός, μετὰ ὁ Πλαστηρο—κομμουνισμὸς καὶ τέλος θὰ ὑπάρξῃ καὶ ὁ κομμουνισμός. Αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν ἐπιδιώκει καὶ αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς ἐξυπηρετεῖ ἡ σύλληψις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ἑπομένως, τύποις λέγεται ἐνισχυμένη ἀναλογική. Εἰς τὴν πραγματικότητα, ὁ παρὼν νόμος, ἀποτελεῖ πλειοψηφικόν. Ὑπάρχει ἕνας μαγικὸς ἀριθμὸς τὸ 17%, τὸν ὁποῖον ἐξέλεξεν ἡ Ε.Ρ.Ε., τὸ ἐνέκρινε τὸ Δημοκρατικὸν Κέντρον, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἡ Κ.Ε.Α. Ἀλλὰ ποῖον Κόμμα τοῦ Κέντρου θὰ φθάσῃ τὸ 17%; Ὅλα, βέβαια, ἔχουν αἰσιοδόξους προβλέψεις, ἀλλὰ ἂν αἱ προβλέψεις αὗται στηριχθοῦν εἰς τὸ παρελθόν, τότε τὰ πράγματα ἀλλάζουν. Ἐγώ, προσωπικῶς, πιστεύω, διὰ τὰ 4 Κόμματα τοῦ Κέντρου, ὅτι δὲν θὰ φθάσουν τὸ 12%. Σκοπὸς δὲ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ἀκριβῶς, ἡ ἐξαφάνισις τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου, οὕτως ὥστε, μίαν ἡμέραν, ὅπως ἡ 4η Αὐγούστου τοῦ 1936, ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ: Ἰδού, κινδυνεύει ἡ Ἑλλάς. Αὐταὶ εἶναι ἐπιδιώξεις τοῦ νομοθετήματος, πλειοψηφικὸν καὶ πολωτικόν, ὑπὲρ τῆς Ε.Ρ.Ε. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεκίνει τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου νὰ ἑνωθοῦν, ἐγνώριζεν, ὅτι αὐτό, δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν λόγον, ἀκριβῶς, ὀφείλονται καὶ αἱ παραινέσεις του πρὸς Δημόνικον. (Θόρυβος). Πέραν αὐτοῦ ἡ κυβερνῶσα παράταξις, ἐνέπλεξε τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου εἰς μίαν ἑρμαφρόδιτον ἀντίληψιν περὶ ἐθνικοφροσύνης. «Προσέξατε, λέγει, διότι μία συνεργασία μὲ τὴν Ἀριστερὰν θὰ ἀπετέλει προδοσίαν». Εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ Ε.Ρ.Ε. τρέμει τὴν ἕνωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ἕνωσιν, εἴτε τῶν Κομμάτων τοῦ Κέντρου, εἴτε τὴν ἕνωσιν τῆς Ἀριστερᾶς μὲ τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου. Καὶ τὴν ἕνωσιν αὐτὴν προσπαθεῖ μὲ κάθε τρόπον νὰ τορπιλλίσῃ ἀνεξαρτήτως τῶν ὅσων κατὰ καιροὺς ἐπαναλαμβάνει. Ἡ κυβερνῶσα παράταξις, βαδίζει πρὸς μίαν «συνταγματικὴν δικτατορίαν» —ἂς ἐπιτραπῇ ἡ ὀξύμωρος αὐτὴ ἔκφρασις— ὥστε εἰς τὴν δεδομένην στιγμὴν ἡ Δεξιὰ μόνον νὰ εἶναι καὶ ἡ ἐθνικόφρων Ἑλλάς. Οἱ χαρακτηρισμοὶ αὐτοὶ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρόκειται νὰ μᾶς ἐπηρεάσουν. Θὰ ἀγωνισθῶμεν ὡς Ἕλληνες, ὅπως ἠγωνίσθημεν καὶ ὡς στρατιῶται καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἄκαπνοι καὶ οἱ δοσίλογοι νὰ μᾶς δώσουν μαθήματα. Ἀλλὰ καὶ ἡ ψῆφος τοῦ στρατοῦ ἐξωθεῖ εἰς τὴν συνταγματικὴν δικτατορίαν. Τὸ 1952, ὁ στρατός, ἐψήφισε κατὰ διμοιρίας καὶ λόχους. Τὸ 1956, ὡς πρόεδρος τῆς Διακ. Ἐπιτροπῆς τῆς Δ. Ε., περιῆλθον ὅλα τὰ στρατιωτικὰ τμήματα καὶ διεπίστωσα αὐτοπροσώπως, ὅτι ὁ στρατὸς ἐψήφισε κατὰ λόχους καὶ τετράδας, οἱ δὲ κομματιζόμενοι ἀξιωματικοὶ ἦσαν ἐπικεφαλῆς καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν Ἐκλογικῶν Τμημάτων. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ παροχῆς ψήφου εἰς τὸν στρατόν, δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὴν μείωσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου νὰ ψηφίζῃ. Ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν Μ. Ἀνατολὴν ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ στρατὸς βουλεύεται, ἄρα πολιτεύεται, Ἡμεῖς ζητοῦμεν ὁ στρατιώτης νὰ ψηφίζῃ καὶ ὁ στρατὸς νὰ μὴ πολιτεύεται, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συνταυτίζεται ἠθικῶς μὲ μίαν Κυβέρνησιν. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐψήφισαν οἱ στρατιῶται εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ μυστικὴ ψῆφος. Ὑπάρχουν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι κομματικῶς πολιτεύονται καὶ ἐμφανιζόμενοι μὲ πολιτικά, ψηφίζουν καὶ εἰς τὰ σωματεῖα. Ὡς πρὸς τὴν ἀπογραφὴν ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι εὐτυχῶς, ὑπάρχουν ἐνδείξεις, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1940. Ἐγένετο εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολέμου καὶ ἐκυρώθη τὸ 1946, ὅταν δηλαδή, εἶχε παύσει νὰ εἶναι πραγματικότης. Ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1961, αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ ἐμπαιγμὸν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πέραν αὐτοῦ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ διενέργεια τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλεται. Καὶ ἐπὶ πλέον ἐπιβάλλεται ὁ ἔλεγχος τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ ἀπὸ τῆς κορυφῆς τῆς πυραμίδος μέχρι τῆς βάσεως. Διότι, δυστυχῶς, ὅ,τι καὶ νὰ εἴπωμεν, τὸ ἀστυνομικόν, τὸ μονοκομματικὸν κράτος ὑπάρχει. Καὶ τὸ πλειοψηφικὸν ἀκόμη, ὁδηγεῖ εἰς τὴν διὰ νόμου ἐπιβολὴν τῆς Δεξιᾶς. Διότι, φαίνεται, ὅτι ἡ Ε.Ρ.Ε. θὰ ἔλθῃ τὸ πρῶτον Κόμμα, θὰ κληθῇ ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Ρ.Ε. νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν δὲν θὰ μπορέσῃ νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, θὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς διενεργείας νέων ἐκλογῶν μὲ τὸ πλειοψηφικόν. Ἰδού, λοιπόν, ἄλλος τρόπος ἐπιβολῆς τοῦ κομματικοῦ Κράτους. Ἐδῶ ὑπάρχει τὸ πονηρὸν τῆς διατάξεως αὐτῆς. Κύριοι, καθ’ ὃν τρόπον ἐμφανίζεται ὁ ἐκλογικὸς νόμος, εἶναι καθαρῶς νόμος πολωτικὸς ὑπὲρ τῆς Δεξιᾶς. Εἶναι νόμος πριμοδοτικὸς ὑπὲρ τῆς Δεξιᾶς, εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ εἰς τὴν δικτατορίαν, τὰς συνεπείας τῆς ὁποίας θὰ τὰς ἀντιληφθοῦν τὴν ἐπαύριον τῆς Δικτατορίας ποὺ θύματα θὰ εἶναι οἱ ἴδιοι. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ζάκκας, ἔχει τὸν λόγον.
§116Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε εἰς χεῖρας σας ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνόμιζα, κ. Κύρκο, ὅτι θὰ ὑπεβάλατε πρότασιν ἐνστάσεως ἀπαρτίας καὶ ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νομοσχεδίου.
§118Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Δὲν ἐνομίζατε, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ὑπεβάλαμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας, προκειμένου περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Τὸ ἐπράξαμεν αὐτό, διότι ἀπέναντι τῆς ἰδικῆς μας συγκαταβάσεως νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου παρετηρήσαμεν, ὅτι ἅμα τῷ πέρατι τῆς συζητήσεως μεταξὺ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου καὶ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, ἀπεχώρησαν ὅλοι οἱ κυβερνητικοὶ βουλευταί, ὥστε ἡμεῖς νὰ ὁμιλοῦμεν πλέον ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων.
§119Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Καὶ ἡ ἰδική σας παράταξις καὶ ἡ ἰδική μας, νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντιπροσωπεύονται εἰς τὴν αἴθουσαν ἀπὸ ἀρκετὸν ἀριθμὸν βουλευτῶν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐγὼ θὰ ἀναγνώσω τὴν πρότασιν ἐνστάσεως ἀπαρτίας, νομίζω, ὅμως, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι ἀρκετὸς διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§121Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ὑπεβάλαμεν τὴν πρότασιν διὰ νὰ ἐμφανίσῃ τὴν εἰκόνα ποὺ παρουσιάζει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ αἴθουσα τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ὑμεῖς ἐκωλυσιεργήσατε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως, διὰ νὰ πυκνώσετε τὰ ἑδώλια τῆς αἰθούσης.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ ὅτι ὡρισμένοι βουλευταί, ἐξέρχονται, πρὸς στιγμὴν τῆς αἰθούσης, δὲν εἶναι, νομίζω, λόγος σοβαρός, ὥστε νὰ ὑποβληθῇ ἀμέσως ἔνστασις ἀπαρτίας. Νομίζω, συνεπῶς, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐξ ἄλλου τὸ Προεδρεῖον συνήθως, ὅταν ἐφαρμόζεται τὸ τέταρτον δὲν ἐφαρμόζει αὐτὸ αὐστηρῶς.
§123Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὶν ἀρχίσω ἐκθέτων τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ὀφείλω νὰ εἴπω μίαν λέξιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ τετάρτου, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ τέταρτον, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τοὺς κ.κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων καὶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργούς, διότι οἱ βουλευταὶ δὲν ὡμίλησαν καθόλου, ὥστε νὰ διαπιστωθῇ ἐὰν αἱ ἀγορεύσεις των εἶναι μακραί. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι τὸ σοβαρώτερον τῶν νομοσχεδίων, διότι ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν τοῦ Κοινοβουλίου. Διὰ τοῦτο ὀφείλομεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θὰ τὸ πράξω, νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἔξω κομματικῶν κριτηρίων. Ὅλοι σας, νομίζω, ὅσοι ἔχετε γνῶσιν τοῦ Συντάγματος, γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ἐξετάζεται ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως, ἐὰν δηλαδή, φυλάσσωνται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. Ὅπως, λέγει τὸ ἄρθρον 66, ἡ Βουλὴ συντίθεται ἀπὸ βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται κατὰ νόμον κλπ. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 68 ὁρίζει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν προσδιορίζεται διὰ νόμου καὶ ὅτι ὁ νόμος ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Συγχρόνως δὲ ὁρίζεται, ὅτι ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν δὲν πρέπει νὰ εἶναι μικρότερος τῶν 150, οὔτε μεγαλύτερος τῶν 300. Μέχρι τὸ 1951, ἐδικαιολογοῦντο ὡρισμέναι παρεκκλίσεις ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Ἐγὼ καὶ τὸ 1951, εἶναι γνωστὸν ποίους ἀγῶνας ἔκαμα ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ὁ λαὸς νὰ ψηφίζῃ τὸν κ. Καλκάνη καὶ νὰ ἐκλέγεται βουλευτὴς ὁ κ. Ζάκκας. Αὐτὰ εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Σταθερὰ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει ὡρισμένον ἀριθμὸν βουλευτῶν, ἀλλὰ ἐκείνη ἡ ὁποία ἔχει σταθερὰν συγκρότησιν. Βέβαια δὲν ἀποκλείεται ἡ Κυβερνητικὴ σταθερότης νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς, ἀλλὰ ἐὰν κάμετε ἕνα λογαριασμόν, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ Ε.Ρ.Ε. θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε σήμερον περὶ τοὺς 145 βουλευτάς, καὶ ἔλαβεν ἄνω τῶν 170 ἑδρῶν. Ὅταν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἶναι συγκροτημένη ἡ Κυβέρνησις, δηλαδή, μὲ πλασματικὴν πλειοψηφίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀποδοτικὸν ἔργον.
§124Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Κύριε συνάδελφε, πράγματι, εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ 1951 ἐκάματε ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, ἀλλὰ ὅταν ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὴν ἐνισχυμένην, ὑπεστηρίξατε πρότασιν, ἡ ὁποία ὑπερβάλλει τὸν τρόπον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν β κατανομήν, τὸν ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος τοῦ 1958.
§125Α. ΖΑΚΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§126Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε. «..... (ἀναγινώσκει) .....». Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Μακκᾶ, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «..... (ἀναγινώσκει) .....».
§127Α. ΖΑΚΚΑΣ. Αὐτὸ ἔγινε κατόπιν τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς. Ὡς πρὸς τὴν κατανομὴν δὲν θὰ μείνετε κερδισμένος, ὅταν ἔλθω εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§128Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ζάκκα, τοιαῦτα τραγελαφικὰ συστήματα πρώτην φορὰν εἰσήχθησαν τότε. Εἶναι φυσικὸν οἱ βουλευταὶ μὴ γνωρίζοντες τὸν μηχανισμὸν αὐτῆς τῆς περιπεπλεγμένης ἀναλογίας, νὰ ἐπλανήθησαν καὶ νὰ ἔκαμαν τοιαύτας τροπολογίας.
§129Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος, οἱ βουλευταὶ πρέπει νὰ ἐκλέγωνται. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς κατασκευάζῃ ὁ νομοθέτης. Δὲν ἠμπορεῖ διὰ νόμου νὰ λέγωμεν, ὅτι μὴ τυχὸν τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν του, πρόσωπον ἠμπορεῖ νὰ ἐκλεγῇ βουλευτής. Ἐὰν ἐκλεγῇ ἀπὸ τὸν λαόν, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ βουλευτής. Ἐὰν δὲν ἐκλεγῇ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ παίρνῃ τὴν θέσιν ἄλλου καὶ μάλιστα ἀντιθέτου. Πῶς ἄλλως θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ ἐπιτύχωμεν νὰ ἐκφράζεται ἡ ἔννοια τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ὁ λαὸς καλεῖται εἰς τὰς κάλπας κάθε τετραετίαν. Τότε ποία ἡ ἀνάμιξις τοῦ πολίτου εἰς τὰ κοινά, ἐὰν δὲν δώσῃ τὴν ψῆφον του, ἡ δὲ βουλευτοποίησις δὲν εἶναι προϊὸν τῆς θελήσεως τοῦ πολίτου καὶ μάλιστα, ὅταν ἀλλοιώνεται τὸ ἀποτέλεσμα; Ὀφείλει νὰ ἐφαρμόζῃ ἕνα σύστημα πάντοτε ἡ Κυβέρνησις, διότι πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ νὰ φαίνεται, ὅτι πράγματι ἀπολαμβάνει καὶ τῆς πλειοψηφίας τοῦ Σώματος τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι ἀνέδειξαν τὴν Βουλήν. Θὰ μοῦ εἴπητε, παλαιότερα μὲ τὸ πλειοψηφικὸν συνέβη νὰ μὴ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀναλογία. Συνέβη νὰ ὑπάρχῃ πλειοψηφία εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι εἰς τὸ ἐκλογικὸν Σῶμα. Τοῦτο ἦτο συνήθεια τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἑδρῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐκλογικῶν περιφερειῶν. Ἐδώσαμεν εἰς ὡρισμένας περιφερείας θέσεις βουλευτῶν ποὺ δὲν ἐδικαιοῦντο καὶ ἐστερήσαμεν ἄλλας περιφερείας ἀριθμοῦ ἑδρῶν. Ἀλλά, ἠμποροῦσε νὰ συμβῇ καὶ τοῦτο: Νὰ εἶναι μία μικρὰ πλειοψηφία εἰς τὰ μεγάλα κέντρα καὶ νὰ ὑπάρχῃ μία μειοψηφία ἀσήμαντος, εἰς ἄλλας περιφερείας. Καὶ ὅπως συνέβη τὴν ἐποχὴν ἐκείνη, ἡ ἡνωμένη Ἀντιπολίτευσις ἐπῆρεν ὀλιγωτέρας ψήφους πολιτῶν ἐκλογέων καὶ ἐν τούτοις μεγαλύτερον ἀριθμὸν βουλευτῶν. Τώρα τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον, λέγει, ὅτι θὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν. Εἶναι μία ἐξεύρεσις παράδοξος καὶ καταδικαστέα. Εἶναι προϊὸν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ε.Ρ.Ε., ἡ ὁποία καὶ μὲ τὸν νόμον τοῦ 1953 καὶ μὲ τὸν νόμον τοῦ 1958, ἔχει δημιουργήσει ἕνα ἁμαρτωλὸν παρελθόν, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ σεβασμοῦ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Μὲ τὸν νόμον τοῦ 1955 ἐφήρμοσε τρία συστήματα, ἀναλόγως τῶν προβλέψεων ποὺ θὰ ἔκαμνον τὰ στελέχη τῆς Ε.Ρ.Ε. Ὅπου ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἠμποροῦσαν νὰ πάρουν ὅλας τὰς ἕδρας ἐφήρμοσαν τὸ πλειοψηφικόν. Ὅπου δὲν ἦτο πολὺ βέβαιον τὸ πρᾶγμα, ἄφησαν μίαν περιωρισμένην ἐκπροσώπησιν τῆς μειοψηφίας. Εἰς τὰ μεγάλα κέντρα ἐφήρμοσαν ἁπλῆν ἀναλογικήν, χωρὶς δευτέραν κατανομήν. Κατόπιν, εἰς τὸ 1958 ἐφευρίσκεται ἡ ηὐξημένη ἀναλογική, κατὰ τρόπον μάλιστα, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν σταθερότητα Κυβερνητικήν, δὲν ἐκύτταζε νὰ βασίσῃ τὴν σταθερότητα αὐτὴν ἐπὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας τῶν ἐκλογέων, ἀλλὰ ἐφρόντισε νὰ δημιουργήσῃ πλεονάσματα, ὥστε νὰ στηρίζεται ἐπὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας καὶ μόνον, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ σταθερότης ἡ Κυβερνητική, ἐὰν ἐξετασθῇ εἰς τὴν οὐσίαν της, εἶναι ἕνα γέννημα μεταπολεμικόν. Μετὰ τὸν δεύτερον πόλεμον παρετηρήσαμεν κἄτι, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰ ἴχνη του σαφῆ, ὅτι εἶναι κατάλοιπον τῶν δικτατορικῶν ἀντιλήψεων. Δικτατορικῶν, ἀπὸ ποίαν ἔννοιαν; Ἡ πρώτη κατανομὴ θὰ δώσῃ βουλευτὰς μὲ τὸ ἀκραιφνὲς σύστημα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Ἔρχεται ἡ δευτέρα κατανομή. Αὐτὴ εἶναι, ἀκριβῶς, ποὺ ξεβαφτίζει τὴν κατάστασιν ὅλην. Λέγει, ὅτι ἕνα μέρος τῶν ἐκλογέων, τὰ 35–40%, περίπου τῶν ἐκλογέων, τὸ μεταβάλλει εἰς ἓν εἶδος γνωμοδοτικοῦ Σώματος καὶ μάλιστα πολὺ παραδόξου Σώματος. Διότι θὰ γνωμοδοτήσῃ μὲν καὶ θὰ δώσῃ τὴν ψῆφον του, ἀλλὰ θὰ συμβῇ, ἀκριβῶς, τὸ ἀντίθετον. Θὰ ἔλθουν οἱ ἀντίθετοι καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγνωμοδότησε. Ὑπάρχει δικαίωμα διὰ νόμου νὰ μεταβάλλωνται τὰ Συνταγματικὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ ὁ τρόπος διακυβερνήσεως τῆς χώρας; Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νὰ χωρίσωμεν τὸν λαὸν εἰς δύο τμήματα, εἰς ἕνα κυρίαρχον καὶ εἰς ἄλλο, τὸ ὁποῖον μεταβάλλεται εἰς γνωμοδοτικὸν καὶ μεταβάλλει τὴν μειοψηφίαν εἰς πλειοψηφίαν; Καὶ αὐτὸ ἐν ὀνόματι τῆς κυβερνητικῆς σταθερότητος. Νομίζω, ὅτι καλὴ εἶναι ἡ κυβερνητικὴ σταθερότης, ἀλλὰ ὅπως εἶπον, πρέπει νὰ στηρίζεται πάντοτε ἐπὶ μιᾶς ἀντιστοίχου λαϊκῆς δυνάμεως καὶ ὄχι νὰ εἶναι πλάσμα τοῦ νόμου. Ἄλλοτε, εἰς τὰ παλαιὰ χρόνια, ὑπῆρχον οἱ τραμποῦκοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόθευον τὰς κάλπας, ἐμπέρδευαν τὰ σφαιρίδια κλπ. Αὐτὰ ἐγίνοντο τότε καὶ ἦσαν οἱ τραμποῦκοι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔκαμνον αὐτά. Αἱ Κυβερνήσεις προσεποιοῦντο, ὅτι τὰ ἀγνοοῦσαν. Τώρα ἡσυχάσαμεν ἀπὸ τοὺς τραμπούκους, κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος, ἀλλὰ κατωρθώσαμεν νὰ μεταβάλλεται εἰς τραμποῦκον ὁ νομοθέτης καὶ νὰ μεταβάλλῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Αὐτὸ εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον. Ἄλλως τε αὐτὸ ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν ἰσοπολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἐγγυᾶται τὸ Σύνταγμα, διὰ τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Δὲν εἶναι δυνατὸν Ἕλληνες πολῖται νὰ εἶναι ηὐξημένης ἐπιρροῆς εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ἄλλοι νὰ εἶναι ἀπολύτως μετρίας ἐπιρροῆς εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Αὐτὸ δὲν εἶναι πρᾶγμα σωστόν. Τώρα ἔρχεται τὸ σχέδιον τοῦ νομοθετήματος καὶ χειροτερεύει τὴν κατάστασιν. Τοῦτο ἀντίκειται πρὸς τὴν ἰσοπολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἐγγυᾶται τὸ Σύνταγμα δι’ ὅλους τοὺς Ἕλληνας πολίτας. Πέραν αὐτῶν, πέραν τῆς κακοποιήσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940. Τὸ 1958 δὲν ἐφήρμοσε τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1951, διότι ὑπῆρχον ἀσήμαντα τινὰ λάθη. Καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἐφήρμοσε τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940 μὲ ἐπακόλουθον, ἀντὶ νὰ γίνῃ λάθος, νὰ γίνουν πέντε λάθη. Τώρα πάλιν ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940, διότι ὡρισμέναι περιφέρειαι, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει μεγαλυτέραν ἐπιρροὴν εὐνοοῦνται ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμοῦ ἑδρῶν, ἐνῷ εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅπου δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπιρροὴ τῶν κρατικῶν ὀργάνων ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων θέλει νὰ παραμείνουν αἱ 25 ἕδραι, ἐνῷ πρέπει κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπογραφῆς νὰ εἶναι 37. Αὐτά, ὅμως, δὲν εἶναι παραδεκτά, καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα. Ἡ δευτέρα περιφέρεια Ἀθηνῶν, ἐμφανίζεται εἰς τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940, μὲ νόμιμον πληθυσμὸν 238.000 κατοίκων καὶ ἐγγεγραμμένους ἐκλογεῖς 263.000. Καὶ μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ ἐντρεπώμεθα, ὅταν λέγωμεν, ὅτι θέλομεν νὰ κάμωμεν ἐκλογὰς σεβόμενοι τὴν θέλησιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ. Ἐπίσης, τὸ θέμα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ. Διατί, θίγομεν τοὺς στρατιώτας, ὅταν τοὺς λέγωμεν, ὅτι θὰ ψηφίσουν ὑπὸ ἐγγύησιν. Δηλαδή, χωρὶς νὰ τοὺς ζητηθοῦν τὰ ψηφοδέλτια ποὺ δὲν ἐχρησιμοποίησαν; Τὸν ὑποτιμοῦμεν τὸν στρατιώτην, ὅταν τοῦ παρέχωμεν τὴν ἐγγύησιν νὰ ψηφίσῃ, χωρὶς ἔλεγχον; Καὶ δὲν τὸν ὑποτιμοῦμεν, ὅταν τοῦ λέγωμεν, ὅτι θὰ ψηφίσῃ κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ψηφίζῃ; Ἐδῶ ἔγινε πολλὴ συζήτησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν κατανομήν. Ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, τότε τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην, δὲν ἔχουν καμμίαν βάσιν. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Ε.Ρ.Ε. θὰ λάβῃ τὰ 37%, ἡ Ε.Δ.Α, τὰ 24%, τὸ Κ.Ε.Α. τὰ 14%, τὸ Δημοκρατικὸν Κόμμα τὰ 14%, οἱ Προοδευτικοὶ τὸ 6% καὶ ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις τὸ 5%. Δηλαδή, σύνολον 100%. Καὶ ἐδῶ ἐξηγοῦμαι. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοί, δὲν ἐκφράζουν προβλέψεις μου, ἁπλῶς τοὺς ἀνέφερα ὡς παράδειγμα. Βάσει, λοιπόν, αὐτῶν τῶν δεδομένων, ἡ Ε.Ρ.Ε. εἰς τὴν πρώτην κατανομὴν ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ ἀπὸ 85–105 βουλευτάς, ἀπὸ τὴν δευτέραν κατανομὴν θὰ πάρῃ 65 ἀκόμη ἕδρας. Δηλαδή, ἠμπορεῖ νὰ πάρῃ ἀπὸ 151–165 ἕδρας. Καὶ οὕτω νὰ ἐξαντλήσῃ ὁλόκληρον τὸ ἐνεργητικόν της εἰς ψήφους μὲ ἕδρας. Δηλαδή, χωρὶς νὰ κάμῃ τὴν νοθείαν τοῦ 1958 καὶ τὴν διαρπαγὴν ἀπὸ τὴν Ε.Δ.Α., ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ πάρῃ 93 ἕδρας ἀντὶ τῶν 79 ποὺ ἔλαβεν.
§130Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐπ’ αὐτοῦ μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐξήγησιν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ παρεξήγησις;
§131Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ὁρίστε, κ. Ὑπουργέ.
§132Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔδωσα καὶ εἰς τὸν τύπον, προκύπτει, ὅτι διὰ τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὴν β κατανομήν, ἡ συμμετοχή, δηλαδή, καὶ τῆς Ε.Ρ.Ε. καὶ τῆς Ε.Δ.Α. εἶναι μαθηματικῶς ἀνάλογος μὲ τὴν δύναμιν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου Κόμματος. Ἐπῆρε, δηλαδή, ἡ Ε.Δ.Α. κατά τι ἐπὶ πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ ποσοστοῦ τῆς Ε.Ρ.Ε., ὅπως κατά τι ἐπὶ πλέον τοῦ ἡμίσεος τοῦ ποσοστοῦ τῶν ψήφων εἶχε ὡς πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει θέμα ἐπ’ αὐτοῦ. Θέμα ὑπάρχει ἐπὶ τῶν 9 ἑδρῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τροπολογίαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐπρόκειτο νὰ περιέλθουν εἰς τὸ ἰσχυρότερον Κόμμα. Συνέβη ἡ Ε.Ρ.Ε. εἰς τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν ἐφετείων νὰ εἶναι ἰσχυροτέρα τῆς Ε.Δ.Α. καὶ κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐπῆρε τὰς 9 ἕδρας. Συνεπῶς, τὸ σύστημα τῆς β κατανομῆς ἐλειτούργησε κατὰ τρόπον μαθηματικῶς δίκαιον.
§133Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ.
§134Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα, οὕτως ἔχει. Λάβατε τοὺς ἀριθμοὺς καὶ θὰ τὸ ἴδητε.
§135Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐκάματε αὐτὴν τὴν ἐφεύρεσιν τὴν σατανικὴν—σεῖς νὰ τὴν εἴπητε ἀγγελικήν, δὲν ἔχει σημασίαν—εἰς μεγάλας περιφερείας. Τὸ ἁπλούστερον ὅλων εἶναι νὰ γίνῃ ἡ πρώτη κατανομὴ καὶ νὰ εἰσέλθωμεν, ἂς ὑποθέσωμεν, σεῖς καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν καὶ ἀθροιζομένων τῶν ἰδικῶν σας καὶ ἰδικῶν μας ψήφων κάμομεν τὴν ἀναλογίαν. Ἐὰν ἔχωμεν καὶ οἱ δύο 100 θὰ πάρω τόσας ἐγὼ καὶ τόσας σεῖς.
§136Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἡ παρατήρησις αὐτὴ εἶναι πρὸς συζήτησιν. Προσέξατε. Ὁ μὲν ὑπολογισμὸς γίνεται, ἀκριβῶς, ὡς ἀνεφέρατε. Ἀθροίζομεν τὰς ψήφους τῶν Κομμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσῆλθον εἰς τὴν βʹ κατανομὴν καὶ κατανέμομεν τὰς ἕδρας τῆς β κατανομῆς, ἀναλόγως τοῦ ποσοστοῦ, ὡς τὸ ἀνεφέρατε. Καὶ σεῖς ἠξεύρετε καλλίτερον ἐμοῦ, μὲ τὴν πεῖραν τὴν ἐκλογικήν, τὴν ὁποίαν ἔχετε....
§137Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ὄχι τὴν ἐκλογικήν. Τὴν μαθηματικήν, ναί.
§138Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἀκόμη καλλίτερον. Εἰς ἑκάστην ἐφετειακὴν περιφέρεια ἀπομένει ἀπὸ μία ἕδρα. Καὶ ἀνέκυψε τὸ θέμα, ποῖος θὰ πάρῃ τὴν μονὴν ἕδραν. Καὶ ἡμεῖς εἴπομεν, τὸ ἰσχυρότερον εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν Κόμμα. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἶπε, τὸ ἰσχυρότερον εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον Κόμμα καὶ ἀπεδέχθημεν τὸ ἰσχυρότερον εἰς ἕκαστον ἐφετεῖον. Διατὶ εἶναι διαβολικὴ ἡ διάταξις αὐτή;
§139Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἐὰν κάμνετε 9 μεγαλύτερες περιφέρειες, θὰ συμβῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§140Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὅλοι οἱ νόμοι λαμβάνουν ὡς βάσιν τὴν ἐφετειακὴν περιφέρειαν, αἱ ὁποῖαι εἶναι 9.
§141Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἐὰν κάμετε μίαν περιφέρειαν, θὰ γίνῃ καὶ δικαιοτέρα κατανομή. Εἶναι ἁπλούστατα πράγματα. Ἡ ἐφεύρεσίς σας εἶναι ἐφεύρεσις τερτίπι.
§142Γ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Ἐπὶ τῶν 9 ἡ Ε.Ρ.Ε. ἐδικαιοῦτο 5. Συνεπῶς, τὸ θέμα εἶναι διὰ τὰς 4.
§143Α. ΖΑΚΚΑΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι, κ. Σαμαρᾶ· Ἐὰν καθήσετε καὶ κάμνετε τὸν λογαριασμὸν μὲ τὸ μολύβι θὰ τὸ εὕρητε.
§144Γ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Ἦσαν 9 αἱ ἕδραι. Ἡ Ε.Ρ.Ε. μὲ τὸ 40% ἐδικαιοῦτο ὁπωσδήποτε τὰς 6 ἕδρας.
§145Α. ΖΑΚΚΑΣ. Λέγω, ὅτι ἐννέα πρὸς τέσσαρα εἶναι τὸ ἕνα τμῆμα τῆς λαφυραγωγίας. Τώρα τίθεται ἕνα ἐρώτημα. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει εἰς τὸ παθητικόν της τὸν ἐκλογικὸν νόμον τοῦ 1956, ὡς ἐπίσης καὶ τὸν νόμον τοῦ 1958 διὰ τῶν ὁποίων κατώρθωσε, καίτοι μειοψηφοῦσα εἰς ψήφους τοῦ λαοῦ, νὰ λάβῃ τὴν πλειοψηφίαν τῶν ἑδρῶν τῆς Βουλῆς καὶ νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν, μὲ ποῖον ἠθικὸν κῦρος ἔρχεται καὶ πάλιν καὶ ζητεῖ τὴν ψήφισιν ἑνὸς παρομοίου νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου μὲ 37% τῶν ψήφων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ ἀποκτήσῃ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς; Κύριοι, ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν τῶν 171 βουλευτῶν καὶ μὲ τινὰς προσχωρήσεις 173, καὶ συνεπῶς, δύνασθε νὰ καταστήσητε νόμον τοῦ Κράτους τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ μὲ ποῖον ἠθικὸν κῦρος θέλετε νὰ διαιωνίσετε αὐτὸ τὸ κακόν. Δὲν νομίζω, ὅτι μὲ τὴν κακοποίησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου θὰ θελήσητε καὶ πάλιν τὴν μειοψηφίαν τοῦ λαοῦ νὰ τὴν κάμετε πλειοψηφίαν. Μὴ νομίζετε, ὅτι θὰ χαθῇ ἡ χώρα ἂν παύσετε νὰ ἦσθε Κυβέρνησις. Μᾶς λέτε, κ. συνάδελφοι, «μὰ θὰ συμπράξετε μὲ τὴν Ε. Δ.Α.;», αὐτὸ εἶναι τρομερόν. Θὰ συντελέσητε οὕτω εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ κλπ. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, πῶς θὰ περιορισθῶσιν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ; Διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ Σύνταγμα. Καὶ διὰ νὰ τροποποιηθῇ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖται πλειοψηφία τῶν ⅔ τῶν βουλευτῶν.
§146Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἔχετε τὸ 60%, θὰ κάμετε Κυβέρνησιν;
§147Α. ΖΑΚΚΑΣ. Δὲν μᾶς ἀφίνετε μὲ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους φέρετε. Τὸ καλλίτερον θὰ ἦτο, κ. συνάδελφοι, νὰ ἀποσυρθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ νὰ καθιερωθῇ, ὅτι θὰ μετέχουν τῆς δευτέρας κατανομῆς ὅλα τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν κατ’ ἐλάχιστον 5 βουλευτάς. Ἰσχυρίζεσθε, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται νὰ ἔχῃ ἡ χώρα ἰσχυρὰν καὶ σταθερὰν Κυβέρνησιν. Φρονεῖτε, ὅτι τὸ πᾶν εἶναι ἰσχυρὰ καὶ σταθερὰ Κυβέρνησις; Ἐρωτᾶται, ὅμως, τὶ πρέπει νὰ κάμωμεν. Καθῆκον ὅλων μας εἶναι ἡ σύμπραξις ὅλων μας, ὥστε νὰ κατορθώσωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸ καθιερούμενον σύστημα εἰς ἁπλῆν ἀναλογικήν. Μποροῦμεν κάλλιστα νὰ ἑνωθῶμεν, εἶναι εὔκολος ἡ ἕνωσις. Καὶ ἀφοῦ ἑνωθῶμεν θὰ δυνηθῶμεν νὰ μεταβάλωμεν τό σύστημα εἰς ἁπλῆν ἀναλογικὴν καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν χώραν μίαν Κυβέρνησιν σταθεράν, ἡ ὁποία νὰ κυβερνήσῃ ἐπὶ μίαν 4ετίαν τοὐλάχιστον, διότι τόσον χρειάζεται ἡ χώρα διὰ νὰ ἀποτοξινωθῇ. Εἶναι καθῆκον ὅλων μας νὰ ἑνωθῶμεν καὶ νὰ δώσωμεν μίαν Κυβέρνησιν εἰς τὴν χώραν, ἡ ὁποία νὰ σέβεται τοὺς θεσμοὺς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον.
§149Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὥρα εἶναι ἀρκετὰ προχωρημένη καὶ ἀσφαλῶς τὸ Σῶμα θὰ εἶναι καταπεπονημένον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δὲν ἐπιθυμῆτε νὰ λάβητε τὸν λόγον τώρα, θὰ ἠδύνατο νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. Δ. Δαβάκην. Ὁρίστε, κ. Δαβάκη.
§151Δ. ΔΑΒΑΚΗΣ. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, κ. συνάδελφοι, διὰ νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου, ὅτι τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινόμενον πρὸς ψήφισιν ἐκλογικὸν σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διεξαχθοῦν αἱ προσεχεῖς καὶ μεταπροσεχεῖς ἐκλογαὶ μὲ εὑρίσκει ἀπολύτως σύμφωνον εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν γενικήν του γραμμὴν καὶ τὰς βασικὰς αὐτοῦ διατάξεις. Πιστεύω, ὅτι εἶναι τὸ καλλίτερον δυνατὸν ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προτείνῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας καὶ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, διότι εἶναι σύστημα κατὰ βάσιν ἀναλογικόν, ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ παρελθὸν προταθὲν παρ’ ἄλλης Κυβερνήσεως καὶ ψηφισθὲν παρ’ ἑτέρας Βουλῆς διαφόρου κομματικῆς συνθέσεως τῆς παρούσης, καὶ πρέπει κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἱκανοποιῇ ἐν τούτῳ τὸ ἔντονον αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκτὸς τούτου παρέχει καὶ τὴν βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι τὸ Κόμμα τῆς προτιμήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν βουλευτικῶν ἑδρῶν καὶ θὰ καταστῇ δυνατὸς οὕτω ὁ σχηματισμὸς σταθερᾶς καὶ ὁμογενοῦς μετεκλογικῆς Κυβερνήσεως, διατηρουμένης οὕτω τῆς κυβερνητικῆς σταθερότητος καὶ πολιτικῆς ὁμαλότητος τῆς ὁποίας τὰ ἐμφανῶς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀπολαμβάνει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἕτερον πλεονέκτημα εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καινοτομοῦσα, θεσπίζει διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου καὶ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ διενεργηθοῦν αἱ μεταπροσεχεῖς ἐκλογαί. Εἶναι γνωστόν, κ. βουλευταί, πόσον ταλαιπωρεῖται ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας μας μὲ τὸ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διεξαγάγῃ ἑκάστοτε τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς μὲ νέον κἄθε φορὰ σύστημα, καὶ μάλιστα θεσπίζομεν κατὰ τὰς παραμονὰς διενεργείας τούτων. Τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην, ἡ ὁποία, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ταλαιπωρεῖ, ὡς προαναφέρεται, ὅλους ἡμᾶς, δυσχεραίνει τοὺς πολιτικοὺς προσανατολισμοὺς καὶ ἀνασχηματισμοὺς τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, δημιουργεῖ ὀξείας ἀντιθέσεις καὶ παρεμποδίζει τὴν ὁμαλὴν πολιτικὴν ἐξέλιξιν τοῦ τόπου. Θεραπεύει ἔν τινι μέτρῳ τὸ προτεινόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως σύστημα τῶν μεταπροσεχῶν ἐκλογῶν. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐξάρω τὰ πλεονεκτήματα τοῦ προτεινομένου πρὸς ψήφισιν νομοσχεδίου, οὐδὲ νὰ ἀντικρούσω τὰς διατυπωθείσας παρὰ συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀτελείας του, διότι ἄλλοι ἁρμοδιώτεροι ἐμοῦ ἔπραξαν καὶ θὰ πράξουν τοῦτο ἐν συνεχείᾳ. Ἀνῆλθον κυρίως εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ διατυπώσω δύο προτάσεις. Κύριοι βουλευταί, θεωρῶ, ὅτι ἀποτελεῖ μειονέκτημα τὸ γεγονός, ὅτι τὸ προτεινόμενον ἐκλογικὸν σύστημα διατηρεῖ τὸν μέγα ἀριθμὸν τῶν 300 βουλευτικῶν ἑδρῶν. Πιστεύω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 300 βουλευτικῶν ἑδρῶν εἶναι διὰ τὴν χώραν μας ἀριθμὸς ὑπερβολικὸς καὶ νομίζω, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην χώραν ὑπάρχει τοιαύτη μεγάλη ἀναλογία βουλευτῶν, ἐν συγκρίσει μὲ τὸν πληθυσμόν. Θεωρῶ τὸν ἀριθμὸν τῶν 200 βουλευτικῶν ἑδρῶν ὡς ἀριθμὸν λογικὸν καὶ ἀπολύτως ἐπαρκῆ. Φρονῶ, ὅτι ἕνας ἐκ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ πολιτικοὶ εἴμεθα μειωμένοι ἀπέναντι μερίδος τῆς κοινῆς γνώμης, εἶναι καὶ ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν. Ἕτερον μειονέκτημα τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ἐκλογικοῦ νόμου εἶναι, τὸ ὅτι δὲν προβλέπεται ηὐξημένος ἀριθμὸς ὑποψηφίων κατὰ ἐκλογικὴν περιφέρειαν ἔναντι τῶν προβλεπομένων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν πληθυσμὸν ἑκάστης τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν. Πιστεύω, ὅτι ἐὰν εἰς ἕκαστον συνδυασμὸν καὶ ἐκλογικὴν περιφέρειαν περιλαμβάνεται ἐπὶ πλέον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν ποσοστὸν 40–50% ὑποψηφίων, τοῦτο θὰ συνετέλει εἰς μίαν φυσιολογικὴν ἀνανέωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Θὰ ἐδημιούργει μίαν πιθανὴν ἀλλαγὴν ἐντὸς αὐτῶν τούτων τῶν πολιτικῶν ὀργανισμῶν, καὶ θὰ ἐδημιούργει διέξοδον καὶ ἄνεσιν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς διὰ τῆς δυνατότητος ἐκλογῆς τῶν ἱκανωτέρων μεταξὺ περισσοτέρων ὑποψηφίων. Προτείνω, κατὰ συνέπειαν τῶν ἀνωτέρω: 1. Τὴν μείωσιν τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν εἰς 200 καὶ 2. Τὸν καθορισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποψηφίων κατ’ ἐκλογικὴν περιφέρειαν ηὐξημένον κατὰ 40–50% πλέον τῶν προβλεπομένων ἑδρῶν. Αἱ προτάσεις μου αὗται, κ. βουλευταί, ἀποτελοῦν καὶ προσωπικήν μου γνώμην καὶ διατυπούμεναι εἰς τροπολογίας, θὰ ἀχθῶσιν ἐνώπιον ὑμῶν πρὸς ψήφισιν κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου. Ἀπευθυνόμενος, κ. συνάδελφοι, πρὸς τὴν Βουλήν, τῆς ὁποίας κυρίως εἶναι ἔργον, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τοὺς Ἀρχηγοὺς Κομμάτων, παρακαλῶ ὅπως εὐαρεστηθῆτε καὶ ἀποδεχθῆτε τὰς ἀνωτέρω διατυπωθείσας προτάσεις μου μὲ πλήρη βεβαιότητα, ὅτι οὕτω πράττοντες, συντελοῦμεν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ κύρους ἡμῶν αὐτῶν ὡς πολιτικῶν, συντελοῦμεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῶν δημοκρατικῶν μας θεσμῶν καὶ προάγομεν γενικῶς τὸν κοινοβουλευτισμὸν εἰς τὸν τόπον μας.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος ἔχει τὸν λόγον.
§153Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρεχώρησα τὴν θέσιν μου εἰς τὸν κ. συνάδελφον διὰ νὰ ὁμιλήσῃ, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο, ὡς ἐδήλωσε, νὰ ἀπουσιάσῃ, καὶ μετὰ τὸν λόγον του θὰ ἐλύετο ἡ συνεδρίασις. Ἐθεώρησα τοῦτο τρόπον τινὰ ὡς μίαν σιωπηρὰν συμφωνίαν μεταξὺ τοῦ Προεδρείου καὶ ἐμοῦ. Τώρα, μὲ καλεῖτε νὰ ὁμιλήσω;
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κύρκο, ἐγὼ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Νὰ ὁμιλήσετε καὶ ἀκολούθως νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§155Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ ἐκλογικοῦ νόμου, νόμου δηλονότι, οὐσιώδους μετὰ τὸ Σύνταγμα. Συνεπῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθοῦν συζητήσεις ἐνώπιον κενῶν ἑδωλίων. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30 μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.00′ μ.μ.)