1960.12.12
4.038 στίχοι · 30.932 λέξεις · 191 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39η
Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 37)9–12.60 καὶ 38)10–12.60 συνεδριάσεις.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (Γραμμ.). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 37)9–12.60 καὶ 38)10–12.60 συνεδριάσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Φετὰ Ὀγλοῦ Νουρῆ ζητεῖ τὴν χορήγησιν διμήνου ἀδείας ἀπουσίας προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§6Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Σ. Ἡλιόπουλος, Ι. Δραγονέτης, Γ. Εὐαγγέλου, Ε. Μπενᾶ, Α. Μπριλλάκης, Δ. Σπυρίδης, Ε. Πρωϊμάκης, Ο. Ἀντώνογλου, Γ. Πρίφτης, Α. Λασκαρίδης, Δ. Γιαχνῆς, Κ. Κωνσταντάρας, Μ. Σβώλου, Γ. Ἀράπης, Ι. Σιαφλέκης, Α. Παπαθανασίου, Κ. Τσιγάρας καὶ Δ. Καρακουλουξῆς, καταθέτουσι συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 4104)1960 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς νομοθεσίας περὶ Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων καὶ ἄλλων τινῶν ὀργανωτικῶν καὶ διοικητικῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἡλιοῦ, Ι. Εὐαγγελίδης, Κ. Σωτηρίου, Μ. Σβώλου, Β. Ἐφραιμίδης, Γ. Πρίφτης, Α. Μπριλλάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Α. Χονδρονάσιος, Α. Παπαθανασόπουλος, Μ. Χριστογεῶργος, Θ. Κεραμιτσόγλου, Γ. Εὐαγγέλου, Κ. Τσιγάρας, Γ. Σπηλιόπουλος, Β. Θανασέκου, Ε. Μπενᾶ, Χ. Φιλίππου, Ε. Πρωϊμάκης, Ι. Κοντουδάκης, Ν. Καθαροσπόρης καὶ Π. Καπνίσης, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς ἐκπαιδευτικῆς καὶ ἐνοριακῆς εἰσφορᾶς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Κρῖκος, Δ. Μανέντης, Α. Παυλόπουλος καὶ Α. Κακαρᾶς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου δικαστικῶν λειτουργῶν, τροποποιήσεως τοῦ Κωδ. νόμου 3641)1957 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Πανελληνίου Ὀδοντιατρικοῦ Συλλόγου, αἰτουμένου, ὅπως περιληφθῇ καὶ ἡ ὀδοντιατρικὴ περίθαλψις εἰς τὸ Νομοσχέδιον Ἀγροτικῶν Ἀσφαλίσεων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ι. Κουτσοχέρα, Προέδρου Ἑταιρείας Μελέτης Ἑλληνικῶν αἰτημάτων ἐκθέτοντος ἀπόψεις του καὶ ὑποδείξεις του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου Ἀγροτικῶν Ἀσφαλίσεων. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Λ. Μπουρνιᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἐπαγγελματιῶν Μουσικῶν Χίου, αἰτουμένου τὴν ἵδρυσιν Ταμείου Συνταξιοδοτήσεως τῶν μελῶν του κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ε. Παπαδογιάννης, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ρεθύμνης, διαμαρτυρουμένης διὰ ληφθέντα μέτρα συμπιέσεως τιμῆς ἐλαιολάδου, ἥτις ἀποβαίνει πρὸς ὄφελος κερδοσκοπίας.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Κώδικος Φορολογικῆς Δικονομίας καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Φορολογικῶν Δικαστηρίων καὶ καθορισμοῦ τῶν τελῶν διαδικασίας».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.
§10Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, ἤθελον ἐξ ἀφορμῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ Φορολογικῶν Δικαστηρίων καὶ κυρώσεως τοῦ σχεδίου Κώδικος τῆς Φορολογικῆς Δικονομίας, νὰ διατυπώσω τὴν ἱκανοποίησίν μου διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὀργανώσῃ τὸ ταχύτερον καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐντὸς τοῦ πρώτου 6μήνου τοῦ προσεχοῦς ἔτους, τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας τῶν Φορολογικῶν Δικαστηρίων. Τὸ σχέδιον τῆς Φορολογικῆς Δικονομίας συνετάχθη ὑπὸ Ἐπιτροπῆς εἰδικῶν ἐπιστημόνων, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κ. Μερτικοπούλου. Πρόκειται περὶ ἀρτίου ἔργου, διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὅλους τοὺς ἐργάτας αὐτοῦ. Πρέπει νὰ ὑπομνησθῇ εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, ὅτι τὰ Πρωτοβάθμια Δικαστήρια θὰ λειτουργήσουν εἰς ὡρισμένας περιοχὰς τῆς Χώρας, ὅπου ὑπάρχει ὁ μεγαλύτερος ὄγκος τῶν φορολογικῶν διαφορῶν, τὰ δὲ Δευτεροβάθμια Δικαστήρια θὰ εἶναι καθολικά, εἰς τρόπον ὥστε πᾶσα φορολογικὴ διαφορὰ νὰ κρίνεται ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ἐξασφαλίζουν Δικαστήρια ἐξ ἰσοβίων ἀνεξαρτήτων δικαστῶν. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, θὰ συμπληρώσῃ τὴν κρίσιν τῶν ὑποψηφίων διὰ τὰς ἀνωτέρας θέσεις τῶν Φορολογικῶν Δικαστηρίων. Καθιστῶ γνωστόν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, ἔχει ρυθμίσει τὸ ζήτημα τῆς στεγάσεως τῶν Δικαστηρίων καὶ ἀκόμη ἔχει προβῆ καὶ εἰς τὴν προμήθειαν τῶν ἀπαιτουμένων ἐπίπλων, εἰς τρόπον ὥστε, ὅταν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δώσῃ τὰ ὀνόματα τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα θὰ πλαισιώσουν τὸν νέον θεσμόν, νὰ προχωρήσωμεν ἀμέσως εἰς τὴν ἐφαρμογήν του. (Χειροκροτήματα).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνταξιοδοτικῶν διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ἐθελουσίως ἐξερχομένους κ.λ.π., Δικαστικοὺς Λειτουργούς». Σχετικὸν εἶναι καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου Δικαστικῶν Λειτουργῶν, τροποποιήσεως τοῦ Κώδικος νόμου 3641)1957 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
§12Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ εὐχὴ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως αἱ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προβλεπόμεναι δύο θέσεις Εἰσαγγελέων, γίνουν 4, καταργουμένων ἰσαρίθμων θέσεων Ἀντισαγγελέων Πρωτοδικῶν.
§13Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ παράκλησίς μου εἶναι, ὅπως κατόπιν τῆς ὁμοφώνου ἀποδοχῆς ὑπὸ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν, τόσον τοῦ περὶ συνταξιοδοτήσεως ἐξερχομένων Δικαστικῶν Λειτουργῶν, ὅσον καὶ τοῦ περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου αὐτῶν κλπ., γίνουν ἀμφότερα δεκτὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἀδικαιολόγητος καθυστέρησις ψηφίσεως αὐτῶν ἐπὶ 2 περίπου μῆνας. Εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, ἀποδέχομαι καὶ τὴν διόρθωσιν τοῦ τυπογραφικοῦ λάθους, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τὴν αὔξησιν τῶν θέσεων τῶν Εἰσαγγελέων κατὰ τέσσαρα, ἀντὶ δύο, ὡς προτείνει καὶ πάλιν ἡ Ἐπιτροπὴ καταργουμένων ἰσαρίθμων θέσεων ἀντισαγγελέων. Εἰς τὴν περίπτωσιν δὲ τῆς Θεσσαλονίκης, κατόπιν τῆς προσθήκης μιᾶς θέσεως Εἰσαγγελέως, τὴν Διεύθυνσιν τῆς Εἰσαγγελίας θὰ ἔχῃ ὁ ἀρχαιότερος τῶν παρ’ αὐτῇ ὑπηρετούντων Εἰσαγγελέων.
§14Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν ἐθελουσίως ἐξερχομένων δικαστικῶν, ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν ἀναφερομένην εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Α. Ν. 362)1943, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀναθεωρῇ τὰς συντάξεις τῶν θυμάτων πολέμου.
§15Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἶναι γνωστόν, ὅτι μόνον διὰ νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ ρυθμισθοῦν αἱ συντάξεις. Δὲν παρέχει τὸ Σύνταγμα εὐχέρειαν ἐξουσιοδοτήσεως διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ ὕψους ἢ τῶν προϋποθέσεων τῆς συντάξεως.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὰ τὰ ὡς ἄνω σχέδια νόμων;
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά, δεκτά.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο δεκτὰ εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ σχέδια νόμων «περὶ συνταξιοδοτικῶν διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ἐθελουσίως ἐξερχομένους κ.λ.π., Δικαστικοὺς Λειτουργούς», καὶ «περὶ ἐθελουσίας ἐξόδου Δικαστικῶν Λειτουργῶν, τροποποιήσεως τοῦ Κώδικος νόμου 3641)1957 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰδικῶν Ταμείων καὶ Εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ Οἰκον. Ἔτος 1961». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Π. Γυιόκας, ἔχει τὸν λόγον.
§19Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, εἶναι σύνηθες, δεδομένου, ὅτι κατ’ ἔτος ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ ψηφίσῃ τοιαῦτα νομοσχέδια. Κατήντησεν ἔθιμον πλέον, ἐφαρμοζόμενον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, νὰ ψηφίζεται νόμος περὶ προσωρινῆς Διοικήσεως τῶν Ἐσόδων καὶ Ἐξόδων τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ τμήματα, δηλαδὴ κατὰ δωδεκατημόρια. Τὰ δωδεκατημόρια αὐτά, ἄλλοτε καθωρίζοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἄλλοτε ἐν μέρει μὲν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους καὶ ἐν μέρει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὁ κατατεθησόμενος προϋπολογισμός. Ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου αἰτουμένη ἔγκρισις ἐκτελέσεως δωδεκατημορίων ἀποτελεῖ καινοτομίαν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπαινετὴν ἐπιμέλειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Παπακωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους τοῦ ἑπομένου ἔτους πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς χρήσεως αὐτοῦ καὶ ζητεῖ τὴν ἔγκρισιν τῶν δωδεκατημορίων, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους, ὁ ὁποῖος κατετέθη. Περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐγκαίρου καταθέσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «... (ἀναγινώσκει) ....». Ὡς πρὸς τὴν εἰδικωτέραν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, πραγματεύεται τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. «..... (ἀναγινώσκει) .....». Ἐπιτακτικὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1933, διότι τότε διὰ τελευταίαν φορὰν κατέστη δυνατὸν νὰ κατατεθῇ ἐμπροθέσμως καὶ ψηφισθῇ ἐμπροθέσμως ὁ Κρατικὸς Προϋπολογισμός, ἀπὸ τοῦ ἔτους αὐτοῦ καὶ ἐντεῦθεν ἔχει καταστῆ ἔθιμον ἡ προσωρινὴ διοίκησις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, νὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικῆς διὰ νόμου ἐξουσιοδοτήσεως, κατὰ δωδεκατημόρια. Ἑπομένως, παρὰ τὴν συνήθειαν αὐτήν, εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν 12τημορίων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατατεθέντος ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου οἰκονομικοῦ ἔτους. Μετὰ τοὺς δύο παγκοσμίους πολέμους, δημιουργοῦνται πλεῖστα προσκόμματα εἰς τὴν ἔγκαιρον κατάστρωσιν καὶ κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι τὸ Κράτος κατέστη παρεμβατικὸν καὶ ἐπηρεάζει διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὄχι μόνον τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιωτικὴν τοιαύτην. Συνεπῶς, ἀξίζει κάθε ἔπαινον ὁ καταθέσας τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον νόμου, διότι ἐπιτρέπει τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, βάσει τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ. Ὡς σᾶς εἶναι γνωστόν, τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Ν. 1955)18 ποὺ ἐτροποποίησε τὸν νόμον ΣΙΒʹ «περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ τοῦ Κράτους», ὥριζεν, ὅτι ἡ κατὰ δωδεκατημόρια διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὴ δι’ εἰδικοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ προγενεστέρου ἔτους. Ἤδη, ὅμως, εἴμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ψηφίζωμεν ἐμμέσως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἡ τοιαύτη ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, μολονότι κατὰ τύπους ἀντιβαίνει εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, ἐν τούτοις, ἀπὸ ὅλους τοὺς συνταγματολόγους θεωρεῖται θεμιτὴ καὶ νόμιμος. Εἰδικῶς, ὁ Ν. Σαρίπολος θεωρεῖ ὡς νομίμως γενομένην τὴν τοιαύτην διαχείρισιν, δεδομένου, ὅτι ψηφίζεται εἰδικὸς τυπικὸς νόμος διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἀντιστοίχων δαπανῶν τοῦ Κράτους κατὰ δωδεκατημόρια, μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ τοιαύτη ψήφισις νόμου διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἀποτελεῖ φαινόμενον μόνον ἑλληνικόν. Τοῦτο εἶναι φαινόμενον ποὺ παρατηρεῖται εἰς πολλὰς χώρας λόγῳ, ἐπαναλαμβάνω, τῆς παρεμβατικῆς πολιτικῆς τοῦ συγχρόνου Κράτους. Ὡς γνωστόν, πρότερον, μέχρι τοῦ ἔτους 1918, ἴσχυεν ὡς οἰκονομικὸν ἔτος, τὸ ἡμερολογιακὸν ἔτος. Ἀργότερον τοῦτο μετεβλήθη καὶ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος ἤρχισε τὴν 1ην Ἀπριλίου, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1918 μέχρι τοῦ 1947, ἔκτοτε μετετέθη εἰς τὴν 1ην Ἰουλίου καὶ ἔληγε τὴν 30ὴν Ἰουνίου ἑκάστου ἔτους. Τελευταίως, ἤτοι ἀπὸ τοῦ ἔτους 1957, ἐπανήλθομεν καὶ πάλιν εἰς τὸ ἡμερολογιακὸν ἔτος, δηλαδὴ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος ταὐτίζεται μὲ τὸ ἡμερολογιακὸν ἔτος. Αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ἐδημιούργησε μίαν δυσχέρειαν διὰ τὴν ἐμπρόθεσμον κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἡ τακτικὴ σύνοδος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος, ἄρχεται τὴν 15ην Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους, δεδομένου δὲ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὴν εὐχέρειαν, κατὰ τὰ ἄρθρον 38 τοῦ Συντάγματος, ν’ ἀναστέλλῃ ἐπὶ 30 ἡμέρας τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, συχνὰ μετατίθεται ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν 15ην Νοεμβρίου. Τοῦτο ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ἀδυναμίαν τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων. Τὸ Σύνταγμα, λέγει: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Εἶναι μακροτάτη ἡ διαδικασία τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους καὶ δι’ αὐτὸ ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν δὲν τηρεῖται αὕτη, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας χώρας. Ἀναφέρω εἰδικῶς, τὸ ἑξῆς: Τὸ οἰκονομικὸν ἔτος εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν ἄρχεται τὴν 1ην Ἰανουαρίου. Σπανίως συζητεῖται εἰς τὰς χώρας αὐτὰς ὁ προϋπολογισμὸς ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν καὶ δι’ αὐτὸ ψηφίζονται καὶ ἐκεῖ νόμοι δωδεκατημορίων. Εἰς τὴν Γαλλίαν, μάλιστα, τὸ 1956 ἐξεδόθη εἰδικὸς νόμος, ποὺ ἐπιτρέπει τὴν ἔγκρισιν ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ Διατάγματος. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι εἶναι πολὺ δυσχερὴς ἡ συγκέντρωσις τῶν στοιχείων πρὸς ἔγκαιρον κατάστρωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ ψήφισις αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν τήρησιν τῆς συνταγματικῆς διαδικασίας. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατέθεσε τὸν προϋπολογισμὸν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους καὶ μᾶς ἔδωσε τὴν δυνατότητα νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ἐν ἐπιγνώσει τοῦ περιεχομένου τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ. Ὁ νέος προϋπολογισμός, ὅπως ἐξηγγέλθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, περιέχει στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μᾶς καταστήσουν προσεκτικούς. Πρῶτον στοιχεῖον. Ὅτι τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα κινεῖται κατὰ τρόπον σταθερῶς ἀνοδικόν· δεύτερον στοιχεῖον, ὅτι τὰ δημόσια ἔσοδα τῆς χώρας ἀκολουθοῦν τὴν φυσιολογικήν των αὔξησιν, παραλλήλως πρὸς τὴν ἄνοδον τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα εἰς σταθερὰς τιμὰς ἔχει κινηθῆ ἀπὸ τοῦ 1954 μέχρι τοῦ 1960, εἰς τὰ ἑξῆς περίπου πλαίσια. Τὸ 1954 εἰς τὰ 50 δισεκατομμύρια, τὸ 1955 εἰς τὰ 54 δισεκατομμύρια, τὸ 1956 εἰς τὰ 58 δισεκατ., τὸ 1957 εἰς τὰ 63 δισεκατ., τὸ 1958 εἰς τὰ 65 δισεκατ., τὸ 1959 67 δισεκ. καὶ τὸ 1960 ὑποθέτω, ὅτι ἔχει ὑπερβῆ τὰ 69 δισεκατομμύρια εἰς δραχμὰς σταθερὰς τοῦ 1954. Ἀνάλογος ὑπῆρξε καὶ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων. Τὰ ἔξοδα ἐπίσης τῶν προϋπολογισμῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν ἠκολούθησαν τὴν αὐτὴν σταθερὰν αὔξησιν τοῦ εἰσοδήματος καὶ συνέβαλον ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς διαβιώσεως τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ἀμοιβῆς των καὶ τῶν συντάξεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν σταθερὰν αὔξησιν τοῦ ὕψους τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων. Οἱ προϋπολογισμοὶ ἀπὸ τοῦ 1955 καὶ ἐντεῦθεν ὄχι μόνον ἦσαν ἰσοσκελισμένοι, ἀλλὰ εἶχον καὶ περισσεύματα ἐκ τῶν ὁποίων ἐπεδοτήθη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων. Τὸ ποσὸν τὸ προοριζόμενον διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν κεφαλαίων τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων τοῦ ἔτους 1960 εἶχε προσδιορισθῆ εἰς 600 ἑκατ. δραχμῶν. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου, ὄχι μόνον δὲν ἐμειώθη ἡ ἐπιδότησις, ἀλλ’ ηὐξήθη εἰς 850 ἑκατ., οὕτω δὲ καὶ διὰ τῆς ἀντλήσεως ἐκ τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας κεφαλαίων, κατέστη δυνατὸν τὸ 1960 νὰ ἐκτελεσθῇ προϋπολογισμὸς δημοσίων ἐπενδύσεων τοῦ ὕψους τῶν 4 περίπου δισεκατ. δραχμῶν. Ἡ πρόβλεψις τοῦ προϋπολογισμοῦ δημοσίων ἐπενδύσεων τοῦ 1960 ἦτο διὰ 5.280 ἑκατ. δραχμάς, μὲ ὁριστικὴν πρόβλεψιν ἐκτελέσεως 4.430 ἑκατ., παρὰ τὴν γνωστὴν ἀδυναμίαν τῆς ἐκτελέσεως προϋπολογισμῶν τοιούτου ὕψους καὶ μὲ τελειωτικὴν διενέργειαν πληρωμῶν, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν, 4.000 ἑκατ. δραχμῶν. Ἐν τούτοις, εἶναι γνωσταὶ αἱ τεχνικαὶ καὶ διαρθρωτικαὶ ἀδυναμίαι τῆς κρατικῆς τεχνικῆς διαρθρώσεως εἰς τὸ νὰ ἐκτελέσουν προϋπολογισμοὺς τόσου μεγάλου ὕψους. Καὶ ἀποτελεῖ τὸ τρέχον καὶ λῆγον οἰκονομικὸν ἔτος, ἓν ἔτος ἄνευ προηγουμένου μὲ τὸ ὕψος τῶν ἐκτελεσθέντων δημοσίων ἐπενδύσεων τῶν 4 δισεκατ. δραχμῶν. Τὸ ὅτι κατὰ τὸ τρέχον καὶ λῆγον ἤδη ἔτος, κατέστη δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς προγράμματος δημοσίων ἐπενδύσεων τοῦ ὕψους τῶν 4 δισεκατομμυρίων δραχμῶν, αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν σπουδαίαν, μίαν σημαντικὴν ἐπιτυχίαν τῆς Κυβερνήσεώς μας. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1961 προβλέπει μεγαλύτερον ὕψος δημοσίων ἐπενδύσεων. Ἐπίσης, προβλέπει καὶ χρηματοδότησιν, ἐπιδότησιν τρόπον τινὰ ἐκ μέρους τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὕψους τῆς τάξεως τῶν 700 ἑκατ. δραχμῶν. Ὁ προϋπολογισμός, δηλαδή, τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὁποίου θὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, ὄχι μόνον εἶναι πλήρως ἰσοσκελισμένος διὰ τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν κρατικῶν σκοπῶν, ἀλλὰ περιέχει καὶ μίαν ἀρκετὰ ἰσχυρὰν ἐπιδότησιν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων. Τὸ ὕψος τῶν ἐπενδύσεων τοῦ ἔτους 1961 προβλέπεται, ὅτι θὰ ὑπερβῇ τὰ 6 δισεκ. δραχμῶν, δηλαδή, θὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ 6.650.000.000. Ἐν τούτοις, ὅμως, λόγῳ τῶν ἀντικειμενικῶν ἀδυναμιῶν τῆς οἰκονομίας μας καὶ τῆς τεχνικῆς ἀνωριμότητος τῆς χώρας μας, προβλέπεται, ὅτι αἱ πραγματικαὶ δαπάναι δὲν θὰ ὑπερβοῦν τὰ 5.300.000.000 δραχ. Καὶ τὸ ὕψος αὐτὸ τῶν ἐπενδύσεων ἐὰν ἐκτελεσθῇ διὰ τὴν χώραν μας, θὰ ἀποτελέσῃ μίαν σημαντικὴν πρόοδον. Διότι θὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς ἀπασχολήσεως καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Δεδομένου δέ, ὅτι προβλέπεται διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἀποταμίευσιν, ἐξεφράσθησαν φόβοι ὑπὸ τοῦ ἡμερησίου καὶ περιοδικοῦ Τύπου, ἐὰν θὰ ἐξευρεθοῦν ἀκόμη καὶ τὰ περιθώρια ἐκεῖνα τῆς ἰδιωτικῆς ἀποταμιεύσεως, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψουν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1961 μὲ προσφυγὴν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἀποταμίευσιν διὰ ποσὸν ὑπερβαῖνον τὸ 1 δισεκατ. δραχμῶν. Φρονῶ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχουν ἐξασφαλισθῆ πλήρως τὰ λοιπὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων, καὶ προβλέπεται μία προσφυγὴ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἀποταμίευσιν πιστώσεων τοῦ ὕψους τοῦ 1.040.000.000, θὰ ἐξευρεθῇ εὐκόλως τὸ ποσὸν ἀπὸ τὰς αὐξανομένας καθημερινῶς καταθέσεις εἰς τὰ πιστωτικὰ Ἱδρύματα τῆς Χώρας. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ ταμειακὰ γραμμάτια τοῦ ἔτους 1960 ἐκαλύφθησαν κατὰ ἕνα σημαντικώτατον μέρος ὑπὸ τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν καταθέσεων τῶν ἰδιωτῶν, καὶ κατὰ ἕνα ἄλλο ἐπίσης σημαντικώτατον μέρος ἀπὸ τοὺς ἀσφαλιστικοὺς Ὀργανισμούς. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιτυχία τοῦ τελευταίου ἐσωτερικοῦ δανείου τῶν 750 ἑκατ. δραχ., ἡ συνεχὴς αὔξησις τῶν ἰδιωτικῶν καταθέσεων παρὰ Τραπέζαις καὶ λοιποῖς πιστωτικοῖς ἱδρύμασι, παρέχουν ὄχι μόνον τὴν πιθανότητα, ἀλλὰ καὶ τὴν πλήρη καὶ ἀκλόνητον βεβαιότητα, ὅτι θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἄντλησις τοῦ κονδυλίου αὐτοῦ ἀπὸ τὴν ἰδιωτικὴν ἀποταμίευσιν, διὰ τὴν πλήρη ἐξασφάλισιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐπενδύσεων τοῦ ὕψους τοῦ ὑπερβαίνοντος τὰ 5 ἑκατ. δραχ. κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος. Θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ἀκόμη δύο μόνον λέξεις διὰ τὸ θέμα τῶν δημοσίων ἐσόδων. Ὅπως εἶναι γνωστόν, εἰς τὸν κατατεθέντα προϋπολογισμόν, τὰ ἔσοδα τῆς ἀμέσου φορολογίας τοῦ Κράτους, ὑπελογίσθησαν εἰς 2.290.000.000 δραχ. Ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ προσδοκᾷ μετὰ βεβαιότητος, ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰς γενομένας φορολογικὰς δηλώσεις καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ δεδομένα τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1960, μᾶς εἶπεν, ὅτι προσδοκᾷ νὰ αὐξηθοῦν τὰ ἔσοδα αὐτὰ εἰς 2.872 ἑκατ. καὶ ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ πληροῖ ἕνα κενὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ κυμαινόμενον μεταξὺ τοῦ 19 καὶ 20%. Ἀλλά, κάμνων τὴν σύγκρισιν τῶν ἐσόδων τῆς ἀμέσου φορολογίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ξένων Κρατῶν, βλέπω μίαν μεγίστην δυσαναλογίαν. Βλέπω, δηλαδή, εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς ἄλλων Κρατῶν, ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία καλύπτει τὰ 70% τῶν ἐσόδων, ὅπως εἶναι εἰς τὰς ΗΠΑ. Εἰς ἄλλας χώρας καλύπτει τὰ 50–60% ἢ 40%. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἤθελα νὰ τονίσω τοῦτο. Ὅτι θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, πρῶτον, ὅτι εἰς τὰς ΗΠΑ καὶ εἰς ἄλλας πλουσίας χώρας ὑπάρχουν μεγάλα εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα φορολογούμενα δίδουν ἕνα μεγάλο ποσοστόν. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ μία ἀφορμὴ πλάνης, διότι εἰς τὰς χώρας αὐτὰς ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς ἀμέσου φορολογίας περιλαμβάνονται καὶ ἄλλαι πηγαὶ εἰσπράξεων καὶ δὴ αἱ εἰσφοραὶ τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν συμβαίνει εἰς τὴν χώραν μας. Ἡ ἐκ τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων ἐπιβάρυνσις εἰς ἄλλας χώρας, θεωρεῖται ὡς ἄμεσος φορολογία καὶ ὑπολογίζεται εἰς τοὺς διδομένους ἀριθμούς. Εἰς τὴν χώραν μας, ἡ ἐπιβάρυνσις διὰ τὰς Κοινωνικὰς Ἀσφαλίσεις ἀνέρχεται εἰς τεσσεράμισυ ἢ πέντε δισεκατ. δραχμῶν. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν καὶ τὸ ἔσοδον αὐτὸ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, τότε φθάνομεν εἰς ποσοστὸν τῶν ἀμέσων φόρων, ἐν συγκρίσει μὲ τὴν ὅλην φορολογίαν. Ταῦτα, κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν ἐπίκρισιν, ὅτι εἰς τὴν χώραν μας οἱ ἄμεσοι φόροι εὑρίσκονται εἰς χαμηλὸν ὕψος. Ἐπίσης, δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ τῶν ἐπενδυομένων κεφαλαίων στεροῦν τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ σημαντικοῦ κονδυλίου, ὑπολογιζομένου εἰς 1.500 ἑκατ. δραχ. Αἱ ἀπαλλαγαὶ ὅμως αὗται εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν προώθησιν τῶν ἰδιωτικῶν ἐπενδύσεων καὶ διὰ τὴν ἐνθάρυνσιν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, πρὸς ἀνάληψιν τῶν κινδύνων αὐτῆς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταπονήσω περαιτέρω τὴν Βουλὴν καὶ δι’ αὐτὸ θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ὅσα εἶπον. Τελειώνων, μόνον, θέλω νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ψηφίσωμεν 12μόρια, βάσει τοῦ κατατεθέντος νέου προϋπολογισμοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἐπιμελέστατος καὶ πάντα ἄξιος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, θὰ ἐπιτύχῃ νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν πρὸ τοῦ τελευταίου διμήνου τοῦ προσεχοῦς οἰκονομικοῦ ἔτους καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ καὶ θὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόν, ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τῶν καθοριζομένων ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος καὶ 64 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Δεξιᾶς). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ἀ. Καμβύσης).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§21Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον, περὶ προσωρινῆς διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους κατὰ τὸ ἑπόμενον οἰκονομικὸν ἔτος, εἶναι πράγματι τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον εἰσάγεται μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Βεβαίως, τοῦτο εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπισημάνωμεν, ἀλλὰ δὲν εἶμαι διατεθειμένος καὶ νὰ πανηγυρίσω δι’ αὐτό, ὅπως ἔκαμεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Ἡ οὐσία τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος περὶ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἔγκειται εἰς τὴν ἔγκαιρον αὐτοῦ κατάθεσιν, ἀλλὰ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ἐπικύρωσίν του πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Δύναμαι νὰ προβλέψω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1961, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, θὰ ἔχῃ τὴν τύχην τῶν προϋπολογισμῶν τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Δηλαδὴ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ἐπικυρωθῇ, διότι ὁ βίος αὐτῆς τῆς συνόδου δὲν προβλέπεται ἰδιαιτέρως μακρός. Καὶ ἂν ἀκόμη κατωρθοῦτο νὰ ἐκτυπωθοῦν αἱ εἰσηγήσεις καὶ νὰ συζητηθῇ ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἀμφίβολον ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν πρὸ τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1961, ὁπότε θὰ ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως ἀπολογισμοῦ. Σημειῶ ὅτι, ἡ εἰσήγησις διὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1960, τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ εἰσηγητὴς τοῦ παρόντος νομοθετήματος, κατετέθη μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἡ δὲ ἐκτύπωσις τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας δὲν ἔχει περατωθῆ ἀκόμη.
§22Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Ἐγὼ τὴν εἰσήγησίν μου, τὴν κατέθεσα κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον.
§23Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1961 καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Διότι ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν συζήτησίν του. Ἐγὼ δὲ πιστεύω, ὅτι ὁ κατατεθεὶς προϋπολογισμὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐνωρίτερον. Δὲν βλέπω τὶ στοιχεῖα ἐμεσολάβησαν, τὸ τελευταῖον 6μηνον, τὰ ὁποῖα ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1961 μόλις σήμερον. Παλαιότερον, ὡς ἐνθυμοῦμαι, ἐγένετο ἄτοπος ἐπίκλησις διὰ τὴν βραδύτητα τῆς ἀνάγκης τῆς γνώσεως τοῦ ὕψους τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας. Σήμερον, αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν γνωρίζω ποῖα ἐπιχειρήματα ἐπικαλεῖται διὰ τὴν βραδεῖαν ἀκόμη καὶ σήμερον, κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ Σύνταγμα, δὲν λέγει, ὅτι κατατίθεται ὁ προϋπολογισμὸς πρὸ δύο μηνῶν, ἀλλὰ λέγει, ὅτι κατατίθεται τοὐλάχιστον δύο μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἔχῃ συζήτησιν τῆς δημοσιονομικῆς της πολιτικῆς, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἔπρεπε νὰ κατετίθετο πρὸ τῶν θερινῶν διακοπῶν, ὥστε ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἔτους, νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν, ἀφοῦ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ θέρους θὰ ἔχουν περατωθῆ αἱ ἐκθέσεις τῶν εἰσηγητῶν. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσῃ 5ετῆ προγράμματα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, μέσα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν προβλέψεις σχεδίων δεκαετοῦς διαρκείας —τὸ τελευταῖον 5ετὲς πρόγραμμα περιέχει καὶ στοιχεῖα 10ετοῦς διαρκείας— πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑπολογίσῃ τὸ μέγεθος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἀρχομένου μετ’ ὀλίγους μῆνας, ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι οἰκονομικὰ προγράμματα ἀναπτύξεως χωρὶς γνῶσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν τῶν ἑπομένων ἐτῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνταχθοῦν καὶ νὰ ἐκτελεσθοῦν; Δηλαδή, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῶν πέντε ἐτῶν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ κατὰ προσέγγισιν γνῶσιν καὶ τῶν μεγεθῶν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν πέντε ἑπομένων ἐτῶν. Τοῦτο, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἀδύνατον. Ἂν παρακολουθῆτε τὴν ἐξέλιξιν τῶν προϋπολογισμῶν ἀπὸ τὸ 1950 μέχρι σήμερον, τῆς τελευταίας δηλαδὴ 10ετίας, θὰ ἴδητε, ὅτι ὑπάρχει πάντοτε μία ἀναλογία μεγεθῶν καὶ κονδυλίων τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα τῆς χώρας. Αὐτὴ ἡ ἀναλογία τηρεῖται περίπου, κατὰ προσέγγισιν, 1% ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, συνεπῶς ἦτο δυνατὸν ὄχι μόνον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1961 νὰ γνωρίζωμεν πρὸ 6 μηνῶν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, ἀλλὰ καὶ προϋπολογισμὸν τῶν ἑπομένων ἀκόμη ἐτῶν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, κύριοι βουλευταί, τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματός μας, ἡ ἔγκαιρος κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἔγκαιρος ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅτι κατατίθεται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔτους 1961, ὁδηγεῖ εἰς μείζονα ἀνωμαλίαν, τὴν ἑξῆς: Διότι παρέχει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν εὐχέρειαν νὰ ζητήσῃ μὲ τὰ δωδεκατημόρια ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους, δηλαδὴ 12 μηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν, ἐνῷ, ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶχε κατατεθῆ, ὅπως ἐνθυμῆσθε ἀπὸ προηγούμενα ἔτη, ὁ ὑπουργὸς ἐδέχετο περιορισμὸν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως διὰ 4 μῆνας ἢ καὶ δι’ ὀλιγωτέρους ἀκόμη. Νομίζω, πέρυσιν εἶχε δεχθῆ διὰ 3 μῆνας.
§24Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Διὰ 3 μῆνας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος καὶ διὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ μὴ κατατεθέντος, ἔχομεν δηλαδὴ σύνολον 12 μηνῶν.
§25Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, διερωτῶμαι, ἐὰν νομοθέτημα αὐτῆς τῆς φύσεως εἶναι συνταγματικὸν ἢ ὄχι, διερωτῶμαι, δηλαδή, ἐὰν ἔχῃ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐξουσιοδότησιν πρὸς ἐκτέλεσιν ὁλοκλήρου προϋπολογισμοῦ, ὡς κατετέθη, καὶ οὐχὶ ὡς ἐψηφίσθη καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν προσωπικήν μου γνώμην, αὐτὴ ἡ διαχείρισις τῶν 22 δισεκατ. χωρὶς γνῶσιν τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι συνταγματικὴ καὶ φοβοῦμαι, ὅτι κἄποιος ἐξ ἡμῶν κἄποτε θὰ κληθῇ νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὴν συστηματικὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος.
§26Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω ὅτι, ὅταν κατεθέσατε σεῖς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν εἴχατε τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν, διότι ἐζητήσατε 12 δωδεκατημόρια.
§27Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἀνεγνώσατε τὴν ἰδικήν μου ἔκθεσιν τὸ 1951 θὰ ἔχετε ἴδει, ὅτι κατετέθη ὑπὸ συνθήκας ἐντελῶς ἀνωμάλους.
§28Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν σᾶς κατηγορῶ, διότι καθυστερήσατε τὴν κατάθεσιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς ἔχετε πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦμεν.
§29Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κατετέθη ὑπὸ ἐντελῶς ἀνωμάλους συνθήκας μὲ ἕνα πελώριον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ἐκάλυπτεν ἐξ ὁλοκλήρου ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια. Ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ ἐρωτᾷ ἐὰν ἦτο συνταγματικὴ τότε ἡ ἐξουσιοδότησις καὶ δὲν εἶναι σήμερον. Ὑπενθυμίζω, εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἰσχύει ἀπὸ τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1952. Βεβαίως, προηγουμένως, ὁλόκληρος ἡ ζωή μας, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ὑπῆρξεν οὐσιαστικῶς ζωὴ ἐκτὸς Συντάγματος, διότι εἶχον ἀνασταλῆ ἐπανειλημμένως αἱ περισσότεραι διατάξεις, λόγῳ τῶν ἀνωμαλιῶν, καὶ τὸ Κράτος ἐκυβερνᾶτο οὐσιαστικῶς διὰ ψηφισμάτων. Δὲν θέλω μὲ τοῦτο, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐγένετο παραβίασις αὐτῶν τῶν διατάξεων πρὸ ὑμῶν, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις διαπράττει ἕνα σφάλμα, ὅταν τὴν διαιώνισιν ἀνωμαλιῶν δικαιολογεῖ καὶ στηρίζει πάντοτε εἰς ὅσα εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένοντο. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ 1960 νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὶ ἐγένετο τὸ 1948–1949– 1950–1951. Παλαιότερον, ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν ἐστήριζεν ἡ ἰδία πλειοψηφία, εἰς διάστημα 3–4 ἐτῶν δὲν εἶχε κἂν καταθέσει προϋπολογισμόν, διότι βεβαίως ὁ συμμοριτοπόλεμος δὲν ἐπέτρεπε τὸ καταστάλλαγμα εἰς κανένα οἰκονομικὸν μέγεθος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπαραίτητον διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κύριοι βουλευταί, σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνωμεν τὸν κατατεθέντα προϋπολογισμόν, μολονότι θὰ ἔπρεπε, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι δὲν τὸν γνωρίζομεν τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ κ. Γυιόκας προέβη εἰς ἀνάλυσιν διαφόρων κονδυλίων, ἐγὼ δὲν ἔχω λάβει γνῶσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ πέραν τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδῶ, τὸ τεῦχος μὲ τὰ στοιχεῖα δὲν ἔχει ἐκτυπωθῆ καὶ δὲν ἔχει δημοσιευθῆ ἀκόμη, συνεπῶς, ἐκτεταμένη συζήτησις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία θὰ ἐπεβάλλετο ἐὰν εἴχομεν τὸν καιρόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.
§30Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀκριβὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μαῦρος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀπόλυτον. Τὴν ἡμέραν τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ κατετέθη τὸ πρῶτον τεῦχος, τὴν ἑπομένην κατετέθησαν τὰ δύο ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν εἰς τὴν διάθεσίν μας, διότι ἐπρόκειτο περὶ τεύχους, τὸ ὁποῖον ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ χειροκίνητον πιεστήριον, ἔδωσα ἐντολὴν καὶ νομίζω, ὅτι θὰ εἰδοποιήθη προσωπικῶς ὁ κ. Μαῦρος εἰς τὸ γραφεῖον του, ὅτι, πλὴν τοῦ τεύχους, τὸ ὁποῖον κατετέθη ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἄλλα δύο ἀκόμη εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐπιθυμούντων νὰ τὰ συμβουλευθοῦν ἤδη εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Καὶ σήμερον ἀκόμη μᾶς ἔδωσε τὸ τυπογραφεῖον καὶ ἄλλα 40 σώματα.
§31Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἶναι πράγματι ἀληθές, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τὸ ἀντίτυπον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὸ εἶχον θὰ μοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ μελετήσω αὐτὰς τὰς 500–700 σελίδας καὶ θὰ μοῦ ἦτο ἀδύνατον νὰ κρίνω τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ εἶπον τοῦτο διὰ τὸν συνάδελφον τῆς πλειοψηφίας, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, πρὸ ὀλίγου, εἶπεν, ὅτι μὲ τὸ σημερινὸν νομοθέτημα περὶ δωδεκατημορίων, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν κατάθεσιν πρὸ 3 ἡμερῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πλησιάζομεν σχεδὸν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο εἶναι τελείως ἀνακριβές. Ὅταν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁμιλῶν διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διὰ μέρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν γνωρίζω ἐγὼ τὸν προϋπολογισμόν, δὲν βλέπω κατὰ τὶ πλησιάζομεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἔστω σχεδόν, τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ τονίζῃ ὡς κύριον ἐπίτευγμα καὶ θεμέλιον τῆς οἰκονομικῆς της πολιτικῆς τὴν λεγομένην νομισματικὴν σταθερότητα, τὴν αὔξησιν τῶν καταθέσεων εἰς τὰς Τραπέζας, τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἐμνημόνευσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφερόμενος προφανῶς εἰς τὰ πρὸ τῶν τελευταίων ἀνατιμήσεων δεδομένα καὶ εἰς ἄλλα γνωστὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν εἰσήγησιν τῶν προηγουμένων ἐτῶν. Θὰ θίξω μόνον ὀλίγα καίρια σημεῖα τῆς ἀκολουθουμένης οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσουν καὶ δὴ ἀποτελεσματικῶς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἑπομένου ἔτους. Κύριοι βουλευταί, εἶχα τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἄλλοτε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ νομισματικὴ σταθερότης, ἐφ’ ὅσον δι’ αὐτῆς νοεῖται ἡ διατήρησις τῆς ἰσοτιμίας δραχμῆς καὶ δολλαρίου, ἢ δραχμῆς καὶ χρυσῆς λίρας, εἶναι πράγματι ἀπό τινων ἐτῶν δεδομένη μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπικαλεσθῇ ταύτην ὑπὲρ αὐτῆς μόνον ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διότι οὐσιαστικῶς ἡ νομισματικὴ σταθερότης ὑπάρχει ἤδη ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔπαυσεν ἡ πώλησις χρυσῶν λιρῶν πρὸς συγκράτησιν τῆς τιμῆς της καὶ αὐτὴ ἀνάγεται ἤδη εἰς τὰς πρὸ τοῦ 1952 ἐποχάς. Ἐπίσης, ἡ Κυβέρνησις ἐπικαλεῖται ὡς ἕνα μέγα ἐπίτευγμα τὴν αὔξησιν τῶν καταθέσεων παρὰ ταῖς Τραπέζαις. Εἶπον, ἐπὶ τοῦ θέματος ἄλλοτε, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ τονίζῃ ἰδιαιτέρως τοῦτο, διότι εἶναι στοιχειώδης ἀρχὴ τῆς δημοσιονομικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὅτι, ὅταν αἱ καταθέσεις τῶν Τραπεζῶν αἱ συνεχῶς αὐξανόμεναι εἶναι καταθέσεις εἰς πρώτην ζήτησιν, ἢ διὰ νὰ μεταχειρισθῶ περισσότερον ἐπιστημονικὴν διατύπωσιν, ὅταν ἡ ἀποταμίευσις δὲν λαμβάνῃ τὴν μορφὴν ἐπενδύσεων, ἀλλὰ τὴν μορφὴν καταθέσεων εἰς πρώτην ζήτησιν, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ δεῖγμα εὐρωστίας τῆς οἰκονομίας, ἀποτελεῖ δεῖγμα νόσου τῆς οἰκονομίας, διότι αὐτὸ ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει δὲν εἶναι ἐὰν ἔχωμεν 16 δισεκατ. δραχμ. καταθέσεις εἰς πρώτην ζήτησιν, μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ λαϊκὴ ἀποταμίευσις νὰ μετατρέπεται εἰς ἐπενδύσεις, ὅπως συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς ὁμαλῶς λειτουργούσας οἰκονομίας τῆς χώρας. Κύριοι βουλευταί, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους εἶναι ὁ πρῶτον κατατιθέμενος ἐν μέσῳ μιᾶς γενικωτέρας ἀναταραχῆς τοῦ τιμαρίθμου. Αὐτὴ ἡ διατάραξις τῶν τιμῶν τῶν τελευταίων ἑβδομάδων ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις στερεῖται οὐσιαστικῶς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, καὶ ὅτι, ἐὰν μέχρι πρό τινος ὑπῆρξε μία οἱαδήποτε σταθερότης τιμῶν, τοῦτο φαίνεται, ὅτι ὑπῆρξε τυχαῖον. Εἰς τὴν πρώτην ἀνωμαλίαν ἡ Κυβέρνησις ἔχασε τὸν ἔλεγχον τῶν τιμῶν. Τοῦτο τὸ θέμα ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸν προϋπολογισμόν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1961, ὅπως καὶ ὁ προηγούμενος, στηρίζεται οὐσιαστικὰ εἰς τὰ ἐπίπεδα τιμῶν, τὰ ὁποῖα ἴσχυον πρὸ ἑνὸς ἔτους, δηλαδὴ ὄχι μόνον πρὸ τῶν τελευταίων αὐξήσεων, ἀλλὰ οὐσίᾳ καὶ πρὸ τῆς καθιερώσεως τοῦ κιλοῦ ἀντὶ τῆς ὀκᾶς. Ἐὰν αὐτὸς ὁ τιμάριθμος διαταραχθῇ, ὡς διεταράχθη, καὶ συνεπείᾳ τῶν διαταραχῶν δημιουργηθοῦν ἀνωμαλίαι ὡς ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας γνωρίζομεν, καὶ ὁδηγηθῶμεν εἰς αὔξησιν μισθῶν, ἡμερομισθίων πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῶν προσθέτων, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται οἱ πολῖται, τότε ἀνατρέπεται ὅλον τὸ οἰκονομικὸν κύκλωμα καὶ εἶναι προβληματικὴ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, θὰ ὁμιλήσω ὀλίγον περὶ τῶν τιμῶν καὶ περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται νὰ ληφθοῦν διὰ νὰ προληφθοῦν αἱ περαιτέρω διαταράξεις εἰς τὴν ἰσορροπίαν αὐτῶν. Πρὶν ἀρχίσω τὸν ἔλεγχον τῆς πολιτικῆς τῶν τιμῶν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ἀποδίδεται μικρὰ σημασία εἰς τὸν δημοσιευόμενον τιμάριθμον τῆς Ἐθνικῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας, ὄχι διότι γίνεται ἐκ προθέσεως σύνταξις τιμαρίθμου μὴ ἀνταποκρινομένου εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ διότι, κύριοι βουλευταί, αὐτοὶ οἱ τιμάριθμοι συντάσσονται κατὰ τρόπον περίεργον. Περιλαμβάνουν ἤδη δειγματοληψίας εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἐπικρατείας, ἐκεῖ ποὺ ἀκόμη δὲν ἔχουν ἐπέλθει οἱ ἀντίκτυποι τῶν ἀναταραχῶν τῶν τιμῶν. Δὲν μᾶς ἔδωσεν ἡ Κυβέρνησις τιμάριθμον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ τῶν μεγάλων πόλεων, διὰ νὰ γνωρίσωμεν ποία εἶναι ἡ κατάστασις. Βεβαίως, τὴν κατάστασιν τῶν τιμῶν τὴν γνωρίζουν ἀπολύτως αἱ οἰκοκυραί, αἱ ὁποῖαι ἀγοράζουν καθημερινῶς εἰς τὰς ἀγορὰς τρόφιμα καὶ αὐταὶ διαπιστώνουν, ὅτι ὁ τιμάριθμος τῶν εἰδῶν διατροφῆς ἔχει ἐπικινδύνως μετακινηθῆ πρὸς τὰ ἄνω, ὡς θὰ ἀποδείξω εὐθὺς ἐν συνεχείᾳ. Τὸ θέμα τῶν τιμῶν, κύριοι βουλευταί, ἔχει μίαν γενικωτέραν σημασίαν, ἀναφερομένην εἰς τὴν κοινωνικὴν γαλήνην αὐτῆς τῆς χώρας, ὡς ἀπέδειξαν τὰ τελευταῖα ἐπεισόδια κατὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν οἰκοδόμων. Ἐλπίζω νὰ ἔχῃ κατανοήσει ἤδη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ κοινωνικαὶ ἀναταραχαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθοῦν, οὔτε μὲ τὴν Ἀστυνομίαν, οὔτε μὲ τὰ δακρυγόνα, ἀλλὰ μὲ ἔγκαιρον πρόβλεψιν καὶ θεραπείαν τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα τὰς προεκάλεσαν. Καὶ εἰς τὸν τομέα αὐτὸν ἡ κυβερνητικὴ πολιτικὴ ἔδειξεν ἐπίσης πλήρη ἀπουσίαν. Γνωρίζουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ μισθωτοὶ ζητοῦν εὐλόγως ἤδη ἀναπροσαρμογὴν τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω περικοπὴν ἄρθρου κυβερνητικῆς ἐφημερίδος ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Ἡ «Καθημερινὴ» εἰς τὸ χθεσινὸν ἄρθρον γράφει τὰ ἑξῆς: «Οὐδεὶς ἀρνεῖται, ὅτι πλεῖστα τῶν προβαλλομένων αἰτημάτων ἔχουν ὑπὲρ ἑαυτῶν πολλὰ τὰ δικαιολογητικά. Ἡ ἄνοδος τῶν τιμῶν, ἰδίως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κιλοῦ ἀντὶ τῆς ὀκᾶς, ὁπότε ἡ δημιουργία συγχύσεως ηὐνόησε τὴν κερδοσκοπίαν, εἶναι ἕνα πραγματικὸν γεγονὸς καὶ αἱ ἀνατιμήσεις εἰς τὰ εὐπαθῆ εἰς διακυμάνσεις εἴδη, παρέσυραν τὰς τιμὰς καὶ τῶν ἄλλων εἰς ἀνώτερα ἐπίπεδα. Θὰ ἦτο ἔξω τῆς ἀληθείας οἱαδήποτε ἀντίθετος διαβεβαίωσις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῶν ἁρμοδίων, ὅταν ἡ ἀγορὰ παρέχῃ πρόχειρον τὴν εἰκόνα τῆς πραγματικότητος. Διὰ τὸν λόγον ἀκριβῶς αὐτὸν ἡ Κυβέρνησις ἐὰν κρίνῃ, ὅτι οἱαδήποτε μεταβολὴ τοῦ σήμερον κρατοῦντος μισθολογικοῦ καθεστῶτος θὰ μᾶς εἰσαγάγῃ εἰς φαῦλον κύκλον μὲ τελευταίαν συνέπειαν τὴν μετακίνησιν τῆς δραχμῆς ἀπὸ τὴν σημερινὴν ἰσχυράν της βάσιν, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπάνοδον τῶν τιμῶν εἰς τὰ κανονικά των ἐπίπεδα, δηλαδὴ εἰς τὰ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κιλοῦ, ὁπότε θὰ ἔχῃ στερεὰ ἠθικὰ ἐρείσματα, διὰ νὰ ἀντιτάσσεται εἰς τὰς ἐξ οἱασδήποτε πλευρᾶς προβαλλομένας ἀξιώσεις. Χρειάζεται ἴσως μία ἀναθεώρησις τοῦ συστήματος τῶν προστατευτικῶν δασμῶν καὶ μία ἐλαστικωτέρα πολιτικὴ ἀπέναντι τῶν εἰσαγωγῶν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, μέχρις ὅτου ἐπιτευχθῇ ἡ ἰσορρόπησις, ποὺ θὰ ἀναχαιτίσῃ καὶ τὰς ἀνοδικὰς τάσεις τοῦ τιμαρίθμου. Κύριοι βουλευταί, ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις τοῦ πόσον ἐξέφυγεν ὁ ἔλεγχος τῶν τιμῶν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἔλαιον, ὀξύτητος 3 βαθμῶν, τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1959 ἐπωλεῖτο 17,4 λιανικῶς καὶ τοῦ 1960, 22,10, μὲ αὔξησιν 27%. Τὸ τυρὶ πέρυσιν εἶχεν 20,3, ἡ φέτα, ἐφέτος 29,8, αὔξησις 22%. Τὸ μαγειρικὸν βούτυρον πέρυσι 47,7, ἐφέτος 59, αὔξησις 23%. Ὁ πράσινος σάπων πέρυσιν 8,9, ἐφέτος 11,6, 30% ἄνοδος. Καὶ ἡ ὄρυζα πέρυσι 5,6, ἐφέτος 7,65, αὔξησις 34%. Ὁ γενικὸς δείκτης τιμῶν καταναλωτοῦ, ὡς τὸν συντάσσει ἡ Ἐθνικὴ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία, σημειώνει μίαν αὔξησιν 5,8% μεταξὺ τοῦ Δεκεμβρίου 1959 καὶ Νοεμβρίου 1960. Ὁ δὲ τιμάριθμος χονδρικῆς πωλήσεως εἰδῶν διατροφῆς παρουσιάζει μίαν αὔξησιν 9,3% ἐφέτος, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἰδίαν ἡμερομηνίαν τοῦ παρελθόντος ἔτους.
§32Π. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ δὲν ἐπωφελήθησαν οἱ παραγωγοί;
§33Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Θὰ ἔλθω πάρα κάτω. Διὰ νὰ μὴ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς φαινομένου, τὸ ὁποῖον ἔχει παγκόσμιον ἐκδήλωσιν, δηλαδή, ὅ,τι συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλας χώρας, ἔχω νὰ παρατηρήσω —καὶ εἰς αὐτὸ δὲν διαφωνεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου— ὅτι εἰς ὅλας τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης ὁ τιμάριθμος παρουσιάζει μίαν στασιμότητα. Τὸ Βέλγιον εἶχε πέρυσι συντελεστὴν 110 καὶ ἐφέτος 110. Ἡ Γερμανία πέρυσι 112 καὶ ἐφέτος 114. Ἡ Ἀγγλία 120 καὶ ἐφέτος 121. Ἡ Γαλλία ἐπαρουσίασε μίαν αὔξησιν κατὰ 4,5% καὶ αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ ὁλοκλήρωσιν ἀκόμη τῶν συνεπειῶν τῆς νομισματικῆς ἀναπροσαρμογῆς τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησεν, ὡς γνωρίζετε, τὸ καθεστὼς τοῦ στρατηγοῦ Ντὲ Γκώλ. Κύριοι βουλευταί, τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης ἀνετιμήθησαν ἐκ λόγων ψυχολογικῶν, ὅταν καθιερώθη τὸ κιλὸν ἀντὶ τῆς ὀκᾶς. Ἀλλὰ ἡ ἄνοδος τῶν τιμῶν ὀφείλεται καὶ εἰς σειρὰν θετικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως, ὡς εἶναι δασμοὶ ἐπιβληθέντες ἐπὶ εἰδῶν πρώτης ἀνάγκης. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αἱ αὐξήσεις τῶν δασμῶν. Αὗται εἶναι συνδυασμέναι καὶ μὲ ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς ὡρισμένων εἰδῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησε καὶ ἐδῶ ὁ κατήφορος εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπλάκη ἡ Κυβέρνησις. Εἰδικῶς διὰ τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι βασικὸν εἶδος διατροφῆς, ἐπηρεάζον ὄχι μόνον τὸν τιμάριθμον τῆς διατροφῆς, ἀλλὰ ἐκ λόγων ἀντανακλαστικῶν τὸν γενικὸν τιμάριθμον τοῦ κόστους ζωῆς, εἰδικῶς προκειμένου περὶ τοῦ ἐλαίου, ἡ Κυβέρνησις διέπραξε τὴν ἐγκληματικὴν ἀπρονοησίαν νὰ προβῇ εἰς ἐκποίησιν τοῦ συνόλου τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων, εἰς μέσην τιμήν, δι’ ἔλαιον 5 βαθμῶν ὀξύτητος, 11,55, ἐνῷ γνωρίζει, ὅτι ἡ ἐσοδεία τοῦ ἔτους 1960–61 θὰ ἦτο πενιχρά, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἔτους ἀναλαδιᾶς. Καὶ ἔτσι εὑρέθη εἰς τὴν κρίσιμον στιγμὴν χωρὶς ἀποθέματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον τὴν ἀναγκάζει σήμερον νὰ ζητῇ ὅπου βρῇ καὶ εἰς πᾶσαν τιμὴν λάδι ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ ἐπέμβῃ καὶ συγκρατήσῃ τὴν ἄνοδον τῶν τιμῶν.
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα ἦσαν τὰ ἀποθέματα;
§35Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὰ ἀποθέματα ὑπερέβαινον τοὺς 10 χιλ. τόννους. Ἡ Κυβέρνησις ἐξεποίησε τὸ σύνολον τῶν ἀποθεμάτων, πλὴν μιᾶς μικρᾶς ποσότητος 800 τόννων.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐπωλήθησαν;
§37Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐπωλήθησαν μεταξὺ Ὀκτωβρίου 1959 καὶ Μαρτίου–Ἀπριλίου 1960. Τότε ἐγένετο ἡ τελευταία παράδοσις. Κύριοι βουλευταί, αἱ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως εἶναι βαρύταται, διότι ἄνευ οὐδενὸς ἀπολύτου λόγου, ἀφῆκε νὰ φθάσουν τὰ πράγματα εἰς τὸ σημερινὸν ἐπίπεδον, ἐνῷ ἠδύνατο μὲ ἔγκαιρον πρόβλεψιν καὶ κατάλληλον ἐπέμβασιν ὄχι μόνον νὰ διατηρήσῃ τὰς τιμὰς εἰς τὸ περυσινὸν ἐπίπεδον, ἀλλὰ καὶ νὰ προκαλέσῃ πτῶσιν αὐτῶν, ἐὰν αὐτὸ ἀπετέλει τὴν πολιτικήν της. Τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ἐπεμβαίνουν εἰς ὅλας τὰς χώρας αἱ Κυβερνήσεις διὰ τὴν συγκράτησιν τῶν τιμῶν, εἶναι γνωστὰ καὶ ἁπλᾶ. Ὅταν ὑπάρχῃ τάσις ἀνόδου τῆς τιμῆς ἑνὸς προϊόντος, ἐπεμβαίνει ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις, εἴτε διὰ τῆς μειώσεως τῶν δασμῶν, εἴτε διὰ τῆς χρηματοδοτήσεως τῶν εἰσαγωγῶν, εἴτε ἀκόμη καὶ διὰ κρατικῶν εἰσαγωγῶν καὶ ἐπιτυγχάνει τὴν πτῶσιν τῆς τιμῆς πρὶν ἀκόμη ἐπέλθῃ ἡ ἀνατίμησις. Αὐτὰ προϋποθέτουν μίαν ἀκριβῆ παρακολούθησιν τῆς πορείας τῶν τιμῶν εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ Κράτους, ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν ἀποθεμάτων, τόσον τῶν ἰδιωτικῶν, ὅσον καὶ τῶν κρατικῶν καὶ ἐπίσης ὀρθὴν μεταχείρισιν καὶ χρησιμοποίησιν τῶν στρατηγικῶν ἀποθεμάτων τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ χώρα. Εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἐπεκρίθη ἀπὸ τὸν Τύπον δι’ αὐτὴν τὴν ἀλλόφρονα, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ὅτι ἡ ἄνοδος τῶν τιμῶν, καὶ τὸ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, εἶναι ἀδικαιολόγητος καὶ περίπου ἄκυρος, διότι οὐδεὶς λόγος συντρέχει διὰ νὰ ἀνεβοῦν αἱ τιμαί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἐπεχείρησε νὰ κάμῃ φροντιστήριον οἰκονομικῆς ἐπιστήμης εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ ἀνέβουν αἱ τιμαί, πρέπει νὰ συντρέξουν τρεῖς προϋποθέσεις. Ἡ μία εἶναι νὰ ὑπάρξῃ σπάνις ἀγαθῶν εἰς τὴν διεθνῆ ἀγορὰν καὶ τοιαύτη δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει, ἀντιθέτως, πληθώρα καὶ ὑπερπαραγωγὴ καὶ μεγάλη προσφορὰ προϊόντων εἰς τὴν διεθνῆ ἀγοράν. Ἡ δευτέρα προϋπόθεσις εἶναι, ὅτι πρέπει τὸ ἐπίπεδον τῶν διεθνῶν τιμῶν νὰ εἶναι ὑψηλότερον τῶν ἐγχωρίων τιμῶν, ὁπότε ὑπάρχει τάσις πρὸς ἄνοδον καὶ τῶν ἐγχωρίων τιμῶν. Καὶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν συντρέχει, λέγει ὁ κ. ὑπουργός, διότι αἱ διεθνεῖς τιμαὶ εἶναι χαμηλότεραι. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ τρίτη προϋπόθεσις, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἔλλειψις συναλλαγματικῶν μέσων. Διότι, ἐὰν αἱ τιμαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἶναι χαμηλαὶ καὶ τὰ ἐμπορεύματα προσφέρονται ἀθρόως, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν συνάλλαγμα διὰ νὰ τὰ φέρωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, τότε τὸ ἐπίπεδον τῶν διεθνῶν τιμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς ἐσωτερικὰς τιμάς. Καὶ εἰς αὐτὸ ἀπαντᾷ, ὅτι, οὔτε αὐτὸ συντρέχει καὶ αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ὅτι τὰ συναλλαγματικὰ ἀποθέματα τῆς χώρας εἶναι ἀνεπαρκῆ, καὶ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ εἰς αὐτό, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν ζήτησιν ὄχι μόνον ὅση ἡ σημερινή, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ μεγαλυτέραν. Κύριοι βουλευταί, οὐδέποτε ἠννόησα διὰ τίνα λόγον ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα. Διότι αὐτὰ εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐγὼ καὶ νὰ τὸν ἐρωτήσω, πῶς συμβαίνει, ἐνῷ οὐδεμία τῶν προϋποθέσεων συντρέχει, ἐνῷ ὅλαι αἱ προϋποθέσεις συντρέχουν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν τιμῶν, πῶς τὸ κατάφερεν αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀναταραχὴ εἰς τὸν τιμάριθμον καὶ αὐτὸ τὸ κῦμα τῶν ἀπεργιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ ὁδηγήσῃ. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἐπεκρίθη ἀπὸ τὸν Τύπον διὰ τὴν ἀκολουθουμένην πολιτικὴν εἰς τὸ θέμα τῶν τιμῶν, ὁ γνωστὸς διὰ τὴν εὐπροσηγορίαν του ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἔσπευσε νὰ κάμῃ μίαν ἀνακοίνωσιν πρωτοφανοῦς προκλητικότητος, λέγων, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντεθνικοῦ σχεδίου ὑπονομεύσεως τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ τέρμα εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς προκλήσεις. Ὅταν τὸ λάδι ἀπὸ 15 δραχ. πηγαίνῃ 30 καὶ διαμαρτύρεται ὁ Τύπος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίζωνται αἱ διαμαρτυρίαι μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι εἶναι ἀντεθνικαί. Αὐταὶ εἶναι δηλώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἂν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπονομεύουν τὸ ἐθνικὸν νόμισμα καὶ οἱ ὁποῖοι δροῦν ἀντεθνικῶς, ἐννοεῖ καὶ τὴν «Καθημερινήν», ἡ ὁποία γράφει αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπα, εἰς χθεσινὸν κύριον ἄρθρον της. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αὐταὶ αἱ δηλώσεις τῶν δύο ὑπουργῶν, μὲ ἐμβάλλουν εἰς μίαν ἀνησυχίαν. Φοβοῦμαι, ὅτι κυβερνώμεθα ἀπὸ μίαν ὁμάδα ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν χάσει τὴν ἐπαφὴν μὲ τὴν πραγματικότητα. Ὅπως ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, τὸ τελευταῖον ἅλμα εἰς τὸν τιμάριθμον, ἔδωσεν ἡ θλιβερὰ διαχείρισις τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαίου. Ὅταν ἠλέγξαμε δι’ ἐρωτήσεώς μας καὶ δι’ ἐπερωτήσεως, τῆς ὁποίας τὴν πρόταξιν, δὲν ἔδειξε προθυμίαν νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, πῶς δικαιολογεῖ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἀπήντησεν, ὅτι ἡ ἐκποίησις τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαίου ἐπεβάλλετο ἀπὸ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι ἔπρεπε νὰ ἀπελευθερωθοῦν οἱ ἀποθηκευτικοὶ χῶροι καὶ δεύτερον, διότι τὸ ἔλαιον ὑπέκειτο εἰς ἀλλοίωσιν. Καὶ οἱ δύο ἰσχυρισμοὶ εἶναι ἀβάσιμοι. Ἐὰν ὑπέκειτο εἰς ἀλλοίωσιν, ἐννοεῖ τὴν κατὰ ἕνα βαθμὸν αὔξησιν τῆς ὀξύτητος τοῦ ἐλαίου, ὑπέκειτο μόνον τμῆμα τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων τὸ προερχόμενον ἀπὸ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ ἔτους 1956–57. Τὸ ἄλλο δὲν ὑπέκειτο εἰς οὐδεμίαν ἀλλοίωσιν. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὸ εἴπω, διότι τὸ γνωρίζετε οἱ περισσότεροι, ὅτι ἡ χώρα διαθέτει ἀποθήκας συγχρόνους, αἱ ὁποῖαι κατεσκευάσθησαν πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, μὲ αὐτόματον ἀερισμόν. Τὸ ἐκεῖ δὲ συγκεντρούμενον ἐλαιόλαδον τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων, δὲν ὑπόκειται εἰς ἀλλοιώσεις. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι κινδυνεύουν οἱ πέντε χιλιάδες τόννοι τοῦ 1956–57 δὲν θὰ εἴχομεν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ τὸ ἐκποιήσῃ καὶ ἐνωρίτερον ἀκόμη. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα εἶναι τὶ ἔκαμε μετὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ συνόλου. Εἶπεν, ὅτι τὸ ἔπραξε διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ τοὺς ἀποθηκευτικοὺς χώρους καὶ ἐρωτῶ, διὰ νὰ κάμῃ τὶ τοὺς ἀποθηκευτικοὺς χώρους, οἱ ὁποῖοι παραμένουν μέχρι σήμερον κενοί; Ὑπάρχουν οἱ ἰσχυριζόμενοι καὶ τὸ ἀνέγνωσα εἰς πρωϊνὴν ἐφημερίδα, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ἐλευθερώσεως τῶν χώρων δὲν συνέτρεχε, διότι καὶ χωρὶς ἐκποίησιν τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἀκόμη, εἶναι χῶροι διαθέσιμοι διὰ 10 χιλιάδες τόννους ἐλαιολάδου εἰς κρατικὰς ἀποθήκας. Εἶναι περιττὸν νὰ τονίσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ζημία, ἡ ὁποία θὰ βαρύνῃ τελικῶς τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ αὐτὴν τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐλαίου τῶν κρατικῶν ἀποθηκῶν θὰ ὑπερβῇ τὰ 60 ἑκατ. δραχμάς, διότι τὸ μέσον κόστος συγκεντρώσεως τῶν ἀποθεμάτων ὑπερέβη τὰς 17 καὶ 18 δραχμάς, ἐπωλήθη δὲ πρὸς 11,55 ἢ 12,30, ὅπως λέγει καὶ ὁ κ. ὑπουργός. Πάντως, ὑπάρχει μία διαφορὰ 6 δραχμῶν. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργόν, ὅταν ἐξεκένωσε τὰς ἀποθήκας ἐν μέσῳ τῆς μεγάλης ἐσοδείας 1959–60, ἐσοδείας 159 χιλιάδων τόννων, διατὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ ἀναπληρώσῃ ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1959–60 τὰ ἐκποιηθέντα κρατικὰ ἀποθέματα καὶ νὰ στηρίξῃ μάλιστα καὶ τὰς τιμάς, αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωρίζουν οἱ κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διεμορφοῦντο πέριξ τῶν 12,50–13 δραχμῶν κατὰ κιλόν; Δὲν τὸ ἔπραξεν αὐτὸ καὶ ἀποτελεῖ βαρεῖαν εὐθύνην του. Ἀπέμενε μία ἄλλη ὁδὸς πρὸς τὴν συγκράτησιν τῶν τιμῶν, ἡ εἰσαγωγὴ ἐλαιολάδου ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν. Διατὶ ἔπρεπε νὰ περιμένῃ νὰ πάῃ 30 δραχμὲς τὸ λάδι καὶ δὲν ἔσπευσε νὰ φέρῃ ἐλαιόλαδον ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν ἐνωρίτερον; Καταφέρατε νὰ πωλήσητε ἐλαιόλαδον εἰς τὴν χαμηλοτέραν τιμὴν καὶ νὰ τὸ ἀγοράσητε ἐν σπουδῇ εἰς τὴν ὑψηλοτέραν τιμήν. Κύριοι βουλευταί, ὅταν διεξάγωνται δημοπρασίαι διὰ τὴν προμήθειαν οἱουδήποτε εἴδους πρέπει νὰ δίδεται χρόνος μακρός, τόσον διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ διεθνοῦς διαγωνισμοῦ, ὥστε νὰ καθίσταται δυνατὴ ἡ συμμετοχὴ εἰς αὐτὸν περισσοτέρων πολιτῶν, οὕτω καὶ διὰ τὴν παράδοσιν. Ὅταν εὑρεθῆτε πρὸ μεγάλης ἀνάγκης καὶ προκηρύξητε διαγωνισμὸν σήμερον τὴν 12ην Δεκεμβρίου διὰ τὴν 15ην μὲ παράδοσιν καὶ φόρτωσιν τὴν 20ὴν Δεκεμβρίου εἶναι προφανές, ὅτι ἕνας ἢ δύο θὰ συμπέσῃ νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ μετάσχουν εἰς τὸν διαγωνισμὸν καὶ νὰ ἔχουν ἕτοιμον ἐλαιόλαδον πρὸς φόρτωσιν, τὸ δὲ Κράτος θὰ ὑποχρεωθῇ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ μόνον νὰ ἀγοράσῃ, δηλαδὴ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ὑπάρχει διεθνὴς διαγωνισμός, ἀλλὰ ἐκλογὴ ἐκ τῶν ὀλίγων, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ καὶ ἡ ἐπιλογή.
§38Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ἐὰν ἡ τελευταία δημοπρασία προεκάλεσεν ὕψωσιν τῆς τιμῆς τοῦ ἐλαίου καὶ ἐὰν αὕτη ἐγένετο μὲ τὰς τιμὰς ποὺ ὑπῆρχον πρὸ τῆς δημοπρασίας;
§39Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ ἐν συνόλῳ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα εἰς τὸ τέλος. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη εἰς δεινὴν θέσιν, ὀφειλομένην εἰς ἰδίαν αὐτῆς ὑπαιτιότητα, ἐρριψοκινδύνευσεν ἕνα ἰσχυρισμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἀπαράδεκτος καὶ προκλητικός. Εἶπεν ἡ Κυβέρνησις δι’ ἑνὸς ἐκ τῶν ὑπουργῶν της, ὅτι ἄφησε τὰς τιμὰς νὰ ἀνέβουν, διότι εἶχε σκοπὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς παραγωγούς. Πρόκειται περὶ πρωτοφανοῦς ἐμπαιγμοῦ. Οἱ παραγωγοὶ οὐδέποτε ἐπωφελοῦνται ἀπὸ ἁλματώδεις αὐξήσεις τιμῶν. Οἱ παραγωγοὶ προστατεύονται μόνον ἀπὸ σταθερὰς τιμὰς ἀσφαλείας καὶ ἀπὸ τὰς συγκεντρώσεις τῶν προϊόντων, ὅταν γίνωνται εἰς ἐποχὴν μεγάλης ἐσοδείας. Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπὲρ τὰς 300.000 ἐλαιοπαραγωγῶν εἰς μὲν τὴν ἐποχὴν τῆς «λαδιᾶς»—ὅπως λέγουν— τοῦ 2ετοῦς δηλαδὴ κύκλου παραγωγῆς τοῦ ἐλαιολάδου, παράγουν ἔλαιον, τὸ ὁποῖον ἀρκεῖ δι’ ἰδίαν αὐτῶν κατανάλωσιν καὶ ὀλίγον διὰ πώλησιν, εἰς δὲ τὴν ἐποχὴν τῆς μικρᾶς παραγωγῆς δὲν ἐπαρκεῖ τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον παράγουν, οὔτε διὰ τὴν συντήρησίν των καὶ ἀναγκάζονται νὰ ἀγοράζουν καὶ οἱ ἴδιοι. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι ἀπὸ τὰς τελευταίας ἁλματώδεις αὐξήσεις τῶν τιμῶν ἐπωφελήθη κανεὶς ἐκ τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν; Ἀσφαλῶς, ἐπωφελήθησαν οἱ κερδοσκόποι καὶ οἱ ἀποθεματισταί, ἴσως δὲ καὶ ἐλάχιστοι παραγωγοί, οἱ ὁποῖοι διετήρουν μεγάλα ἀποθέματα, ἀλλὰ οὐδέποτε οἱ μικροὶ ἢ μέσοι παραγωγοί. Ἐὰν ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προστατεύσῃ τοὺς παραγωγούς, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἐπέμβει εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ 1959–60, ὅταν ἐσχηματίζοντο τιμαὶ 12½ δραχμῶν κατὰ κιλὸν καὶ τότε νὰ ἀγοράσῃ 15.000 τόννους εἰς μεγαλυτέρας τιμὰς διὰ νὰ συγκρατήσῃ τὰς τιμάς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι, κύριοι, μόνον τὸ ἐλαιόλαδον τῶν 7.000 τόννων, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται, ἔχει προγραμματισθῆ ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἑτέρων 16.000 τόννων σπορελαίου. Φοβοῦμαι, ὅτι καὶ αἱ δύο αὐταὶ ποσότητες δὲν θὰ ἐπαρκέσουν διὰ νὰ συγκρατήσουν τὰς τιμὰς τῶν λιπαρῶν καὶ θὰ παραστῇ ἀνάγκη καὶ περαιτέρω εἰσαγωγῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν. Κύριοι βουλευταί, ὅταν αἱ τιμαὶ διαταραχθοῦν δὲν εἶναι εὐχερὲς πρᾶγμα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ προηγούμενον καθεστὼς ἡ σταθερότης τῶν τιμῶν, διότι αὕτη ἀποτελεῖ συνάρτησιν πολλῶν παραγόντων. Ὅταν διαταραχθοῦν αἱ τιμαὶ προκαλοῦνται γενικώτεραι διαταραχαὶ τῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ καὶ σήμερον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προληφθῇ περαιτέρω ἐπιδείνωσις τῆς καταστάσεως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανε τὰ κατάλληλα μέτρα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὸν χειρισμὸν τῶν δασμῶν, τὴν ἄρσιν ἀπαγορεύσεως εἰσαγωγῆς ὡρισμένων εἰδῶν, ὡς ὀρθῶς ἐπεσήμανε καὶ ἡ «Καθημερινή», ὁπότε μὲ τοιαῦτα μέτρα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσῃ τὴν περαιτέρω ἐπιδείνωσιν τῆς καταστάσεως. Ἕν ἄλλο θέμα, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ θίξω σήμερον, σχετικὸν πάντοτε μὲ τὸν κατατεθέντα προϋπολογισμόν, εἶναι τὸ θέμα τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ δαπάναι ἀμύνης ὑφίστανται μίαν σταθερὰν αὔξησιν κατ’ ἔτος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διακόπτων προχθὲς τὸν βουλευτὴν Ἠλείας κ. Γόντικαν, εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ὁ μῦθος αὐτὸς τῶν μεγάλων στρατιωτικῶν δαπανῶν τῆς χώρας, διότι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὀλιγωτέρας δαπάνας ἀπὸ τοὺς γείτονάς της καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὀλιγωτέρας δαπάνας ἀπὸ πολλὰς ἄλλας χώρας τῆς Δυτικῆς Συμμαχίας. Ἀνέφερεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς χαρακτηριστικῶς τὴν ἐπιβάρυνσιν μὲ δαπάνας ἀμύνης εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ συνέκρινεν αὐτὰς μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἰδίᾳ ἔλαβεν ὡς μέτρον συγκρίσεως τὴν ἐπιβάρυνσιν τῶν οἰκονομιῶν τῶν χωρῶν αὐτῶν κατὰ ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ἐθνικοῦ προϊόντος καὶ εἶπεν, ὅτι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι ἔχουν 11,2% ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ προϊόντος δαπάνας ἀμύνης, ἡ Μεγάλη Βρεταννία 7,9%, ἡ Γαλλία 8,5% καὶ ἡ Ἑλλὰς 5,8%. Κύριοι βουλευταί, ἡ σύγκρισις τὴν ὁποίαν ἐπεχείρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως στηρίζεται εἰς μίαν δεινὴν πλάνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξέλθῃ τὸ ταχύτερον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐπείσθησαν ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔδωκε προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν.
§40Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ. Εἶπεν ἐν συνεχείᾳ διὰ τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὰς λοιπὰς Βαλκανικὰς Χώρας.
§41Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ εἶπον αὐτό, ἀρχόμενος τοῦ σχετικοῦ θέματος. Εἶπον: Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δαπανᾷ ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰς γειτονικὰς χώρας. Δὲν εἶσθε ἐδῶ; Καὶ ἐν συνεχείᾳ προέβαλεν εἰς σύγκρισιν τὰς δαπάνας μεταξὺ διαφόρων χωρῶν τῆς Ἀτλαντικῆς συμμαχίας. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ὅτι ἡ σύγκρισις αὐτὴ στηρίζεται εἰς δεινὴν πλάνην, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ἐξέλθῃ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος πιστεύει εἰς τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ τὸ μέγεθος δαπανῶν ἀμύνης, εἴτε εἰς ἀπολύτους, εἴτε εἰς σχετικοὺς ἀριθμοὺς εἰς τὴν χώραν μας εἶναι ἀνάλογον μὲ τὰς δαπάνας ἄλλων χωρῶν τῆς Ἀτλαντικῆς Συμμαχίας καὶ θὰ εἴπω κατωτέρω διατὶ ἐπιμένω εἰς σύγκρισιν μὲ τὰς χώρας τοῦ ΝΑΤΟ. Εἶναι, κύριοι, ἄλλη ἡ ἐπιβάρυνσις μιᾶς οἰκονομίας μὲ πολὺ χαμηλὸν κατὰ κεφαλὴν εἰσόδημα καὶ ἄλλη ἡ ἐπιβάρυνσις μὲ πολὺ μεγάλο εἰσόδημα. Ἡ Ἀμερικὴ ἔχει 500 δισεκατομμύρια δολλάρια ἀκαθάριστον εἰσόδημα καὶ δαπανᾷ 55 δισεκατομμύρια διὰ τὴν ἄμυναν. Τὸ ποσοστὸν τοῦτο φαίνεται διπλάσιον τοῦ Ἑλληνικοῦ, ἀλλὰ εἰς τὴν πραγματικότητα εἶναι ἁπλῶς τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ. Καὶ ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ ὑψηλὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ Ἀμερικανικοῦ εἰσοδήματος μὲ δαπάνας ἀμύνης πιθανὸν νὰ στερῇ τὴν δυνατότητα εἰς τοὺς Ἀμερικανοὺς πολίτας νὰ ἀγοράσουν δεύτερον αὐτοκίνητον ἐντὸς τοῦ ἰδίου ἔτους, ἀλλὰ προκειμένου περὶ χαμηλοῦ εἰσοδήματος, ὅπως τὸ Ἑλληνικόν, τὸ ποσοστὸν 6% εἶναι τεράστιον, διότι συμπιέζει τὰς θερμίδας διατροφῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§42Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδή, ἄλλο εἶναι νὰ δώσῃς 10% ὅταν ἔχῃς εἰσόδημα 500 καὶ ἄλλο νὰ δώσῃς 6% ὅταν ἔχῃς εἰσόδημα πολὺ μικρότερον.
§43Κ. ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἁπλοῦν.
§44Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἁπλοῦν, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ καταλάβουν ὅλοι.
§45Π. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ τὴν Τουρκίαν ἔπρεπε νὰ γίνῃ σύγκρισις.
§46Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἐπίσης, ὅτι αἱ δαπάναι αὐταὶ ἀφοροῦν τὴν ἀσφάλειαν τὴν ἰδικήν μας. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, κύριοι βουλευταί. Ἀλλὰ εὐτυχῶς τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν συμμερίζονται οἱ σύμμαχοι, τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παίζουν πρωτεύοντα ρόλον εἰς τὴν κατανομὴν τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν χωρῶν τῆς Ἀτλαντικῆς Συμμαχίας. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἀναγνώσω μεταφράζων ἐπὶ λέξει τρεῖς σειρὰς ἀπὸ μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Κογκρέσσον τῶν ΗΠΑ, δηλαδὴ τὴν κοινὴν Συνέλευσιν Γερουσίας καὶ Βουλῆς τῶν ΗΠΑ ὁ Πρόεδρος Ἀϊζενχάουερ, κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1958. Εἰς τὴν σελίδα 26, λέγει ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Αἱ ἐκ τοῦ ΝΑΤΟ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑλλάδος εἶναι βαρεῖαι, ἐν σχέσει μὲ τὸν πληθυσμὸν καὶ τοὺς πόρους της. Ἡ χώρα αὐτὴ φέρει ἐκ τῶν μεγαλυτέρων δαπανῶν ἀμύνης ἀπὸ ὅλας τὰς χώρας τοῦ ἐλευθέρου κόσμου· Ντουάϊτ Ἀϊζενχάουερ». Κύριοι βουλευταί, εἶναι λυπηρόν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν ΗΠΑ, ὁ ὁποῖος προσπαθεῖ μὲ αὐτὸ τὸ κείμενον νὰ πείσῃ τὸ Κογκρέσσον ὅτι ὑπάρχει ἐπείγουσα ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν μέτρα ἀνακατανομῆς τῶν δαπανῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων χωρῶν τοῦ ΝΑΤΟ, εἶναι ἀτύχημα, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν ΗΠΑ δὲν κατώρθωσε νὰ πείσῃ περὶ αὐτοῦ καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§47Π. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ αὐτὸ κατεψηφίσθη.
§48Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν μεταβάλλῃ γνώμην καὶ δὲν ἀναγνωρίζῃ, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῶν δαπανῶν τῶν ἀμυντικῶν εἶναι ὑπερμέτρως μέγα, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ εὑρισκώμεθα εἰς αὐτὴν τὴν γεωγραφικὴν θέσιν, ὅπου ἀμυνόμεθα ὄχι μόνον δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ δι’ ὅλον τὸν Δυτικὸν κόσμον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωμεν τόσας μεγάλας δαπάνας ἀμύνης, ἐν σχέσει μὲ τὸν πληθυσμὸν καὶ τὸ ἀκαθάριστον ἑλληνικὸν προϊόν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν μεταβάλῃ γνώμην, καθιστᾷ δυσχερέστερον τὸ ἔργον ἐκείνων τῶν φίλων τῆς χώρας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ μειώσουν τὰ βάρη τῆς Ἑλλάδος καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ δυσχεράνει τὸ ἔργον τοῦ Προέδρου τῶν ΗΠΑ κ. Ἀϊζενχάουερ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου Προέδρου, ὁ ὁποῖος μὲ πολλὴν δυσκολίαν θὰ πείσῃ τὸ Κογκρέσσον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει βάρη δυσανάλογα μὲ τὸν πληθυσμόν της. Καὶ ὅταν οἱοσδήποτε θελήσῃ καὶ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν μείωσιν τῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ τοῦ ἀπαντήσουν, κ. Πρόεδρε, τὶ λέγετε; Ἐδῶ ἔχομεν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος λέγει ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον.
§49Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, γίνονται διὰ καθαρῶς ἀμυντικοὺς σκοπούς. Ἡ Ἑλλὰς δὲν τρέφει ἐπιθετικὰ σχέδια, οὔτε ἔθρεψε καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δηλαδὴ ἡ εἰς ποσοστὸν ἐπιβάρυνσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι μικροτέρα ἀπὸ τὴν ἐπιβάρυνσιν ἄλλων χωρῶν τοῦ ΝΑΤΟ, δὲν ἀντέχει εἰς ἔλεγχον σοβαρόν, διότι πρέπει τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας νὰ συγκριθῇ μὲ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα. Ἀλλὰ ποῖος εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγκριθῇ καὶ ποῖος δὲν καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, κατόπιν τῆς συγκρίσεως, ὅτι τὸ ὕψος τῶν δαπανῶν τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης διὰ τὴν Ἑλλάδα, εἶναι πιεστικὸν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ἀντιθέτως μάλιστα, εἶναι δυνατὸν καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, διότι δὲν ἀποτελεῖ μυστικόν, νὰ ἀνακοινωθῇ καὶ νὰ καταστῇ γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παραλείπει οἱανδήποτε εὐκαιρίαν νὰ ἐνημερώνῃ τοὺς συμμάχους, νὰ τοὺς κατατοπίζῃ καὶ νὰ ἐπισημαίνῃ τὴν ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως τῆς τακτικῆς των εἰς τὸ θέμα τῶν δαπανῶν τούτων. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Μαῦρος καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀπήχησιν εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ πλησίον τῶν συμμάχων, δὲν σημαίνει, ὅτι μέχρις ὅτου ἐξασφαλισθῇ οἱασδήποτε μορφῆς συμμετοχὴ τῶν συμμάχων εἰς τὸ στρατιωτικὸν βάρος τῆς χώρας, πρέπει ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἄμυνάν της. Βεβαίως, τὸ ὕψος τῆς δαπάνης διὰ τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν εἶναι σημαντικὸν καὶ καταθλιπτικόν, ἐὰν θέλετε, διὰ τὴν σημερινήν μας οἰκονομίαν. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι πιέζει περισσότερον τὸ εἰσόδημα τοῦ Ἕλληνος αὐτὸ τὸ 6% ἀπ’ ὅ,τι πιέζει τὸ 10% τοὺς Ἀμερικανοὺς ἢ τὸ 6% τοὺς Ἰταλούς. Πέραν ὅμως αὐτοῦ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λησμονῇ κανεὶς οὔτε νὰ παραβλέψῃ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ θέσις μας ἡ γεωγραφική, ὅπως ἐτόνισα καὶ ἡ ἱστορία τῶν τελευταίων ἐτῶν ἔχει προσδιορίσει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐθνικῆς μας ἀμύνης. Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ ἡ Κυβέρνησις, ἐν συνεννοήσει μὲ τοὺς ὑπευθύνους στρατιωτικούς της Συμβούλους νὰ κρατῇ τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ἀπαραίτητον διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Ἐλέχθη, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁλόκληρος ἡ χώρα δὲν τρέφει ἐπιθετικοὺς σκοπούς. Ἡ γεωγραφική της θέσις καὶ ἡ ἱστορία τῶν τελευταίων ἐτῶν τῆς ἐπιβάλλουν νὰ ἔχῃ εἰδικὴν μέριμναν διὰ τὴν ἐθνικήν της ἀσφάλειαν. Βεβαίως, εἶναι βαρεῖα ἡ ἐπίπτωσις, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα, εἰς ἀπολύτους ὅμως ἀριθμοὺς τὸ ὕψος τῆς δαπάνης εἶναι χαμηλότερον, ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλας χώρας καὶ κατὰ συνέπειαν, δὲν δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ παρὰ τὴν ἀμυντικὴν ἀσφάλειαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ βασισθῇ εἰς τὰς καταβαλλομένας δαπάνας. Καὶ αὗται εἶναι ἐπιβεβλημέναι καὶ ἀποτελοῦν, ὡς εἶπον εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν, τὸ ἀσφάλιστρον τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως).
§50Π. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἄλλα ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§51Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐὰν ἀποτελῇ μεταβολὴν τῆς κυβερνητικῆς θέσεως....
§52Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀποτελεῖ καθόλου μεταβολὴν τῆς κυβερνητικῆς θέσεως.
§53Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐὰν ἀποτελῇ μεταβολὴν τῆς κυβερνητικῆς θέσεως, χαίρομαι νὰ τὸ ἀκούω, καὶ ἀποδεικνύει πὼς ἡ κοινοβουλευτικὴ συζήτησις προάγει τὰ συζητούμενα θέματα. Ἐάν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, μᾶλλον βεβαιότητα, ἀποτελῇ μεταβολὴν τῆς κυβερνητικῆς θέσεως, ὅταν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθές, ὅταν διεκόπη παρ’ ἐμοῦ, διότι τοῦ ἔκαμον μίαν διακοπήν, διὰ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω τὸ κείμενον τοῦ κ. Ἀϊζενχάουερ, τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουν τὴν σχετικὴν διακοπήν, ὅτι εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι «αὐτὰ λέγει ὁ κ. Ἀϊζενχάουερ, διαφωνῶν πρὸς ὑμᾶς», μοῦ ἀπήντησεν ἐπὶ λέξει, «τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές». Εἶναι γραμμένα εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ διακόπτων ἐκ νέου τοῦ εἶπον «τὶ δὲν εἶναι ἀληθές, αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ, ἢ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ἀϊζενχάουερ»; Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν εἰς τὴν διακοπὴν εἶπεν «δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἡμεῖς ἔχομεν 5,8%, ἡ Ἀγγλία ἔχει 8%, ἡ Γαλλία ἔχει 9%, ἡ Ἀμερικὴ ἔχει 11%, ποῦ τὸ εὑρίσκετε αὐτό»; Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, ἐκόμισα σήμερον αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν θέτω ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν τὴν γνωρίζῃ, διὰ νὰ συστήσω, ὅτι, ὅταν γίνωνται δημόσιαι δηλώσεις ἐπὶ τοῦ ὕψους τῶν δαπανῶν, νὰ καταβάλλεται τὸ ὀλιγώτερον περισσοτέρα προσοχή, διότι αἱ προχθεσιναὶ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐτηλεγραφήθησαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν μὲ τὸ περιεχόμενον, ὅτι ὁ Ἕλλην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἰσχυρίσθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς Ἑλλάδος εἶναι μικρότεραι τῶν δαπανῶν τῶν ἄλλων χωρῶν τῆς Δυτικῆς Συμμαχίας. Αὐτὸ ἔρχεται εἰς διάψευσιν τοῦ Προέδρου κ. Ἀϊζενχάουερ, τὸν ὁποῖον φέρει εἰς δυσχερεστάτην θέσιν, ὅταν προσπαθῇ νὰ ἐπιτύχῃ ἐλάφρυνσιν τῶν δαπανῶν ἀμύνης τῆς Ἑλλάδος.
§54Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐλπίζω, ὅτι, οὔτε οἱ κύριοι συνάδελφοι, οὔτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ συμμερισθῇ τὰς ἀνησυχίας τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος κυρίου συναδέλφου καὶ θὰ αἰσθανθῇ ἀνησυχίαν, διότι ὁ Πρόεδρος Ἀϊζενχάουερ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε θέσει διὰ τοῦ ὑπομνήματός του πρὸς τὸ Κογκρέσσον. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκομένου ρήτορος αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας τοῦ ἀπέδωσε προηγουμένως. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι συνάδελφοι, διεξάγει καθημερινῶς ἀγῶνας δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ Ἑλλάς, ὅτι δηλαδὴ τὸ ὕψος τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἐν σχέσει μὲ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα, εἶναι βαρύ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπέκρουσεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοῦτο. Ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀναλάβει τὸ ὑψηλὸν βάρος ἐθνικῆς ἀμύνης πέραν τοῦ ἀναγκαίου ἤ, ὅτι ὑφίσταται βάρος διὰ τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν πέραν τοῦ ὁρίου τῶν δαπανῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλονται τὰ γειτονικά μας Κράτη. Καὶ ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, καταλήγῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ γείτονές μας ἔχουν αὐτὸ τὸ μεγάλον ὕψος τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς, εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπεύθυνος Κυβερνήτης τῆς Χώρας καὶ οἱ ὑπεύθυνοι σύμβουλοί του νὰ ἀδιαφορήσουν πρὸς τὴν δημιουργουμένην κατάστασιν καὶ νὰ ὀχυρωθοῦν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιβαρύνσεως, τὴν ὁποίαν συνεπάγεται ἕνα ὑψηλὸν ποσοστὸν κρατικῆς δαπάνης ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος διὰ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν ἱκανοποίησιν τῆς ἀνάγκης; Ὅλοι κατανοοῦμεν, αἰσθανόμεθα καὶ ὅλοι ὑφιστάμεθα καθημερινῶς τὰς συνεπείας, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν τὴν πραγματικότητα. Ἰσχυρὸν εἶναι τὸ βάρος, ἐν σχέσει μὲ τὸ ἐθνικόν μας εἰσόδημα. Τὸ ποσοστὸν εἶναι μικρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαθέτουν ἄλλαι χῶραι, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης θέλουν νὰ παρασκευάσουν τὴν ἄμυνάν των. Καὶ εἶναι μικρότερον τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας καταβάλλουν οἱ γείτονές μας.
§55Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἀπαντήσω εἰς τὴν τελευταίαν διακοπὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ, νὰ μὴ μοῦ γίνουν ἄλλαι διακοπαί. Μετ’ ὀλίγα λεπτὰ θὰ τελειώσω. Μεταξὺ ἡμῶν διαφωνία δὲν ὑπάρχει, κ. Ὑπουργέ. Διαφωνία ὑπάρχει μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δικαιολογήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἀπησχολημένος ὢν μὲ τὸν προϋπολογισμόν, δὲν ἦτο ἐδῶ εἰς τὴν συζήτησιν.
§56Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἤμην ἐδῶ.
§57Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τότε, λυποῦμαι περισσότερον, διότι ἀπορροφημένος ἀπὸ τὴν σκέψιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν εἴχατε προσέξει τὶ ἐλέχθη. Διότι ἰδοὺ τὶ ἐλέχθη, ὅπως ἀναγινώσκω ἀπὸ τὰ πρακτικά. «Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Θέλω νὰ ὑπενθυμίσω τοῦτο, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπε πρὸ ὀλίγου περὶ δαπανῶν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, τὸν παρελθόντα Μάρτιον εἰς ἔκθεσίν του πρὸς τὸ Κογκρέσσον εἶπεν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἐν σχέσει μὲ τὰς ἄλλας χώρας τοῦ ἐλευθέρου κόσμου φέρει τὸ μεγαλύτερον ποσοστὸν τῶν δαπανῶν ἀμύνης ἐν σχέσει μὲ τοὺς ἰδίους της πόρους. Εἶναι ἀκριβὲς αὐτό; Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Θλίβομαι ὅμως, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι προσφέρετε κακὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, ὅταν ἐνθαρρύνετε αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις». Δηλαδὴ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι προσφέρω κακὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον ὅταν λέγω εἰς τὴν Βουλὴν τὶ εἶπε περὶ τῶν δαπανῶν ἀμύνης μας ὁ Πρόεδρος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν.
§58Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Νομίζετε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχει γνῶσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Προέδρου τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν πρὸς τὸ Κογκρέσσον;
§59Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε;
§60Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ναί.
§61Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Διερωτῶμαι καὶ ἐγώ.
§62Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε εἰλικρινῶς. Πιστεύετε, ὅτι δὲν ἔχει συντελέσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ὑπόμνημα;
§63Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ εἶμαι ἀκροατὴς τῶν λεχθέντων ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ ἀναγνώστης τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα λέγουν πιστῶς τὶ ἐλέχθη. Ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ προϋπολογισμός, ὡς τοὐλάχιστον τὸν ἠκούσαμεν ἐδῶ, δὲν μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν ἑνὸς ὀργάνου μὲ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπηρεασθῇ ἡ οἰκονομία τῆς Χώρας κατὰ τὸ ἐρχόμενον ἔτος. Μᾶλλον, μὲ ἄφησε μὲ τὴν ἐντύπωσιν μιᾶς λογιστικῆς τακτοποιήσεως λογαριασμῶν Κρατικῶν. Δὲν ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ποία εἶναι ἡ ἐπίδρασις τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1 προβλήματος τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς ἀνεργίας καὶ τῆς ὑποαπασχολήσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχουν ἐπίσημα στοιχεῖα, παρὰ μόνον, συμπερασματικῶς, καταλήγομεν βάσει τῶν ὑπολογισμῶν τοὺς ὁποίους κάμνει ἡ Ἐθνικὴ Στατιστικὴ Ὑπηρεσία καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο δὲν συμβαίνει εἰς ἄλλας Χώρας. Εἰς τὰς ἄλλας Χώρας ἡ πορεία τῆς ἀνεργίας εἶναι γνωστὴ καθημερινῶς καὶ ἀναγγέλλεται εἰς τὸν τύπον, ὅπως ἀναγγέλλεται ἡ πορεία τοῦ πυρετοῦ ἀσθενοῦντος μεγάλου ἀσθενοῦς. Ἐδῶ τέτοια πράγματα δὲν ἔχομεν. Τὸ μόνον πραγματικὸν στοιχεῖον τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μηνῶν, εἶναι ἓν ἔγγραφον τῆς Κυβερνήσεως, γραμμένον εἰς γλῶσσαν Ἀγγλικήν, πρὸς τὸ Ν.Α.Τ. Ο., εἰς τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἓν ἑκατομμύριον ἀνέργους. Λέγεται, δηλαδὴ εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό, ὅτι διὰ νὰ καλυφθοῦν οἱ ἄνεργοι καὶ οἱ ὑποαπασχολούμενοι εἰς τὴν Χώραν, χρειάζεται ἡ δημιουργία ἑνὸς ἑκατομμυρίου νέων εὐκαιριῶν ἀποσχολήσεως. Τὸ ἓν ἑκατομμύριον ἀνέργων, δὲν ἀπαρτίζεται ἀπὸ καθαρῶς ἀνέργους εἰς τὴν Χώραν, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑποαπασχολούμενοι, ἀναγόμενοι εἰς ἀνέργους καὶ προστιθέμενοι εἰς τοὺς ἀνέργους, δίδουν τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Δηλαδή, δύο πολῖται, ἐργαζόμενοι ἓξ μῆνας τὸν χρόνον, ὑπολογίζονται ὡς εἷς ἄνεργος. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν λέγει τίποτε περὶ τῆς πορείας τῆς ἀνεργίας ἐν σχέσει μὲ τὰ προηγούμενα ἔτη καὶ ποία ἡ προοπτικὴ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἐξακολουθεῖ, περαιτέρω, νὰ πάσχῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἀπὸ τὴν ἀπαράδεκτον ἀπόστασιν μεταξὺ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων. Ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ἄμεσοι φόροι διὰ τὸ τρέχον ἔτος, θὰ καλύψουν τὰ 19% τῶν ἐσόδων ἐξ Ἑλληνικῶν πηγῶν. Εἴχομεν ἐπισημάνει τὴν σημασίαν αὐτῆς τῆς ἀναλογίας, εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, καὶ σήμερον ἀναγκαζόμεθα νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ὑψηλότερον ποσοστὸν τῶν ἀμέσων φόρων εἰς τὰ ἔσοδα ἐξ Ἑλληνικῶν πηγῶν ἐπραγματοποιήθη πρὸ 9 ἐτῶν, ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, ὅταν τοῦτο ἀνῆλθεν εἰς 24–25%. Εἰς τὸν τομέα τῆς Αὐτοδιοικήσεως, ὁ προϋπολογισμὸς παραμένει εἰς τὴν ἰδίαν γραμμήν, τὴν ὁποίαν καὶ οἱ προηγούμενοι ἠκολούθησαν. Δηλαδή, εἰς τὴν γραμμὴν διωγμοῦ τῶν Ὀργανισμῶν τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως. Οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια διὰ τὴν ἐνίσχυσίν των, συμφώνως δὲ μὲ τὴν ἀκολουθουμένην πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ θέματος, τὰ ὄργανα τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως καλοῦνται νὰ περιορίσουν τὴν φιλοδοξίαν των, εἰς τὴν ἀποκομιδὴν τῶν ἀπορριμμάτων, εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν. Διότι, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν τομέα, ἐγένετο ἀπόπειρα νὰ χώσῃ τὴν μύτην του πέρυσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅταν, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ λαοῦ Ἀθηναίων, διεπραγματεύετο τὴν ἀνάθεσιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἀπορριμμάτων εἰς ξένην Ἑταιρείαν. Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, τὸ πρόβλημα τῆς αὐτοδιοικήσεως εἶχεν ἀντιμετωπισθῆ, κατὰ τρόπον σοβαρόν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου τὸ 1951. Ὅταν ὁμιλοῦμεν ὅμως, περὶ Αὐτοδιοικήσεως, δὲν λέγομεν τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν κατανομὴν τῶν πόρων τοὺς ὁποίους ἀντλοῦμεν, ὑπὸ μορφὴν φόρων, ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα, μεταξὺ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως. Ἐὰν τὰ ὄργανα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως δὲν ἔχουν μέσα οἰκονομικά, αὐτοδιοίκησις δὲν ὑπάρχει. Τὸ 1951 εἴχομεν καταλήξει εἰς τὴν ἀπόφασιν ἡ ὁποία ἔλαβε καὶ μορφὴν νόμου, ὅπως ἐκχωρηθῇ εἰς τοὺς Δήμους τὸ ἥμισυ τοῦ πόρου ἀπὸ τὴν φορολογίαν καταναλώσεως καπνοῦ. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ ἐγγραφὲν διὰ πρώτην φορὰν κονδύλιον ἦτο 300 ἑκατομμύρια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δηλαδὴ 2 ἑκατομμύρια δολλάρια. Ἦτο τοῦτο τὸ ἥμισυ τοῦ ἐσόδου ἀπὸ τὸν φόρον καπνοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπελογίζετο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1951–1952, τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παρουσιάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς 600 ἑκατομμύρια. Ἐὰν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐτηρεῖτο, σήμερον οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες θὰ ἐλάμβανον ἀπὸ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμὸν ἓν κονδύλιον 900 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, διότι ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου καταναλώσεως ἔχει φθάσει εἰς τὸ ὕψος 1.800 ἑκατομμυρίων. Ἀντ’ αὐτοῦ τηρεῖται μία διακασία, ἡ ὁποία ἐκυρώθη καὶ διὰ νόμου τὸ 1958, διαδικασία κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ποσοστὸν τῆς συμμετοχῆς τῶν ὀργάνων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως εἰς τὰ ἔσοδα ἀπὸ τὴν φορολογίαν καταναλώσεως καπνοῦ ρυθμίζεται μὲ κοινὴν ἀπόφασιν τῶν Ὑπουργῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν. Βάσει αὐτῆς τῆς κοινῆς ἀποφάσεως ἔχει καθιερωθῆ παγίως ἡ συμμετοχὴ τῶν δήμων εἰς ἓν ἀπαραδέκτως χαμηλὸν ποσὸν τῶν 240 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται κατ’ ἔτος. Δηλαδὴ ἀντὶ πλέον τοῦ ἡμίσεος, οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες λαμβάνουν τὸ ⅙ ἢ τὸ ⅛ ἀπὸ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ. Κύριοι βουλευταί, αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις εἶχα νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τώρα ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τῶν δωδεκατημορίων. Δὲν δύναμαι δι’ οὓς λόγους εἶπον, νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀποδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, καὶ τὴν παροχὴν ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐκτελέσῃ ὁλόκληρον τὸν προϋπολογισμὸν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἐπὶ δώδεκα μῆνας, οὔτε εἶναι δυνατὸν εἰς παραμονὰς τοῦ τέλους τοῦ ἔτους νὰ ἀρνηθῶμεν παρόμοιον δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀρχίζει τὸ νέον οἰκονομικὸν ἔτος καὶ ἐὰν δὲν ψηφίσωμεν τὸν νόμον, θὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ διοίκησις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Προτείνω, συνεπῶς, νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰς 4 μῆνας μόνον, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἂς καταβάλωμεν προσπάθειαν διὰ νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τὸν κυρώσωμεν ἔστω καὶ εἰς τὸ τέλος τῶν πρώτων τεσσάρων μηνῶν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Κρῖκος).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ἔχει τὸν λόγον.
§65Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τῶν δωδεκατημορίων, εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσῃ τὴν μὴ προτιμηθεῖσαν, ὡς εἶπεν, ἐρώτησίν του ἐν σχέσει πρὸς τὰς τιμὰς καὶ τὰς ἐπιπτώσεις αὐτῶν ἐπὶ τοῦ κόστους τῆς ζωῆς. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὴν ἐπίκλησιν τῆς ἐξισώσεως τῆς τιμῆς τοῦ κιλοῦ πρὸς τὴν ὀκᾶν. Τοῦτο, δὲν εἶναι νέον. Ἡ προσπάθεια νὰ παρασυρθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ κιλοῦ εἶναι ἴση πρὸς τὴν τιμὴν τῆς ὀκᾶς, ἔχει τὴν ἀφετηρίαν της σχεδὸν εἰς τὸν χρόνον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ κιλοῦ. Ἡ καθιέρωσις τοῦ κιλοῦ, συνεζητήθη ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, καὶ καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, οὐδὲν τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀντετάχθη εἰς τὴν μεταρρύθμισιν αὐτήν. Ἀντιθέτως— ἂν ἐθυμοῦμαι καλῶς— τὸ σύνολον καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ἐτάχθησαν ὑπὲρ τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς καὶ ἐτόνισεν, ὅτι ἡ μεταρρύθμισις αὐτή, πραγματοποιεῖται μᾶλλον καθυστερημένως. Πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτοῦ τοῦ συστηματικοῦ ψιθύρου, ἐνετάθη ὁ Ἀγορανομικὸς ἔλεγχος καὶ συνεχῶς παρείχοντο πληροφορίαι διὰ τοῦ τύπου διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδεικνύετο, ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ κιλοῦ διετήρησαν τὴν ἐπὶ ἔλαττον ἀπόστασίν των ἀπὸ τὰς τιμὰς τῆς ὀκᾶς εἰς οἷα ἐπίπεδα εὑρίσκοντο αὗται κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1959, ὁπότε ἐγένετο ἡ μεταρρύθμισις τοῦ κιλοῦ. Περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου μία τῶν ἡμερησίων πρωϊνῶν ἐφημερίδων διὰ κυρίων ἄρθρων, ἐπεκαλέσθη τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν καὶ δὴ τὴν ἐξίσωσιν τῆς τιμῆς τοῦ κιλοῦ πρὸς τὴν τῆς ὀκᾶς. Ἀπαντῶν τότε, ἔθεσα ὑπ’ ὄψει τῆς ἐφημερίδος, πίνακα τιμῶν κιλοῦ καὶ ὀκᾶς, κατὰ τὰς ἡμερομηνίας 30.6.59, 20.8. 1959 καὶ 20.8.60 διὰ 50 εἴδη ἀμέσου βιοτικῆς ἀνάγκης καὶ κυρίως διατροφῆς καὶ τῶν σημειωθεισῶν μεταβολῶν κατὰ τὰς περιόδους αὐτάς. Εἶχον περιλάβει εἰς τὸν πίνακα ἐκεῖνον ὅλα τὰ βασικὰ εἴδη διατροφῆς, ὡς εἶναι τὰ λιπαρά, τὰ ὄσπρια, τὰ κρέατα, οἱ ἰχθεῖς καὶ τὰ λαχανικά. Ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν τιμῶν αὐτῶν, ἀπεδεικνύετο, ὅτι μόνον δι’ ἐλάχιστα εἴδη, κυρίως ἐποχικὰ καὶ δὴ τὰ καρπούζια, τὰ πεπόνια, τὰ ροδάκινα, τὰ ἀγγούρια καὶ τὰ κολοκύθια, ἐπῆλθεν αὔξησις μικροτέρα ἢ μεγαλυτέρα τοῦ 28%. Εἰς ἕτερα εἴδη ἡ διακύμανσις πρὸς τὰ ἄνω ἢ κάτω τῶν τιμῶν ἦτο πολὺ μικροτέρα. Εἰς ἀπάντησιν τῶν αὐτῶν ἀριθμῶν τελικῶς, παρετηρήθη, ὅτι αἱ πραγματικαὶ τιμαί, δὲν εἶναι αἱ σημειούμεναι ἀπὸ τὰ ἀγορανομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἐλέγχουν καὶ παρακολουθοῦν τὴν ἐξέλιξιν τῶν τιμῶν, ἀλλὰ αἱ πραγματικαὶ τιμαὶ εἶναι πολὺ διάφοραι τῶν ὅσων ἀνέφερον. Τοῦτο, ὁπωσδήποτε δὲν ἦτο καὶ δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι τὰ ἀγορανομικὰ ὄργανα, λαμβάνουν τὰς πραγματικὰς τιμὰς, οὐχὶ ἀπὸ μίαν πηγὴν μόνον. Ἐζήτησα, καὶ ἐπαναλαμβάνω, αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν παράκλησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπως οἱοσδήποτε δύσπιστος δύναται, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ἀκριβείας ἢ μὴ τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον τότε καὶ τοὺς ὁποίους θὰ ἐπικαλοῦμαι καὶ ἀπόψε. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τοὺς ἀριθμούς, διότι πλήρης πίναξ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον καὶ τῶν ὁποίων δὲν μετεβλήθη ἡ τιμή, ἐξαιρέσει μόνον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰδικῶς σᾶς ἐμνημόνευσα, πλήρης πίναξ, ἐπαναλαμβάνω, τῶν εἰδῶν αὑτῶν ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» τῆς 6.9. 1960 αὐτούσιος, ὡς τὸν εἶχον ἀποστείλει. Ἐν σχέσει πρὸς τὸν πίνακα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς τὰς 22 Νοεμβρίου τοῦ 1960, ἐγένετο ἐκ νέου σύγκρισις τιμῶν κιλοῦ καὶ ἀντιστοιχίας αὐτῶν πρὸς ὀκᾶν καὶ διεπιστώθη, ὅτι ἐσημειώθη αὔξησις τῶν τιμῶν εἰς τὸ νωπὸν καὶ τὸ μαγειρικὸν βούτυρον, εἰς τὸ τυρὶ φέτα Αʹ ποιότητος, καθὼς καὶ εἰς τὰ Αʹ ποιότητος κασέρι καὶ κεφαλοτύρι, τὸ ἔλαιον καὶ τὰ συνθετικὰ τούτου, τοὺς σάπωνας καὶ τὴν ὄρυζα. Ἡ αὔξησις αὐτή, ἡ ὁποία ἐσημειώθη κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1960, ἐξηλείφθη, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἔλαιον καὶ τὴν ὄρυζαν, ἐν τῷ συνόλῳ της, καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸ βούτυρον τὸ νωπὸν χῦμα, ἔχει ἐπὶ πλέον διαφορὰν κατὰ 1.50 δραχμάς. Δηλαδή, ἔναντι τῶν 44–45,60 δραχμῶν ποὺ εἶχεν εἰς τὰς 20 Αὐγούστου 1960, ἡ τιμὴ σήμερον κυμαίνεται ἀπὸ 45 ἕως 47 δραχμάς. Εἰς τὸ μαγειρικὸν βούτυρον— ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς τιμῆς τοῦ κιλοῦ—ἔναντι τῶν 50–54 δραχμῶν τοῦ Αὐγούστου 1960, ἔχομεν σήμερον τιμὰς 55–57 δραχμάς. Ὡς πρὸς τὴν φέτα, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ παραγωγὴ τοῦ εἴδους ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους καὶ τερματίζεται περίπου τὸν Μάϊον τοῦ ἑπομένου ἔτους. Καθ’ ὅλα τὰ ἔτη, καὶ τῆς ἐποχῆς τῶν διατιμήσεων ἀκόμη, τοὺς τελευταίους μῆνας δηλαδή, ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου καὶ ἐντεῦθεν, λόγῳ τῶν ηὐξημένων ψυκτικῶν, τῶν ἐξόδων ἀποθηκευτικῶν, φύρας κλπ., εἴχομεν πάντοτε μίαν αὔξησιν ἐκ δύο δραχμῶν, λόγῳ δικαιολογουμένων ἐξόδων. Συμπεριλαμβανομένων τῶν διαφορῶν αὐτῶν, ἡ ηὐξημένη τιμὴ τῆς φέτας περιωρίσθη εἰς μίαν δραχμὴν κατὰ κιλόν. Εἰς ἄλλα εἴδη, ὅπως οἱ ἀμνοὶ γάλακτος, τὰ πουλερικά, τὰ λαχανικὰ καὶ ἐν γένει τὰ φροῦτα, αἱ τιμαὶ εἶναι χαμηλότεραι. Βεβαίως, συζητοῦντες ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, εἶναι εὔκολον νὰ λέγωμεν, ὅτι αἱ τιμαὶ εἶναι ὑψηλότεραι ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι διεμορφοῦντο ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῆς ὀκᾶς καὶ ὅτι ἡ σημερινὴ τιμὴ τοῦ κιλοῦ εἶναι ἴση μὲ τὴν τιμὴν τῆς ὀκᾶς. Ἐν τούτοις αἱ οἰκοκυραὶ διὰ τὰς ὁποίας ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα, γνωρίζουν σαφῶς, ὅτι τὰ εἴδη, τὰ ὁποῖα προμηθεύονται ἐκ τῶν καταστημάτων δύνανται νὰ τὰ ἐλέγχουν μὲ τὰς ἀνηρτημένας πινακίδας τιμῶν— ὑπάρχει δὲ ὑποχρέωσις πρὸς τοῦτο ὅλων τῶν καταστημάτων — καὶ νὰ διαπιστώνουν, ὅτι προμηθεύονται τὰ εἴδη των εἰς τὰς τιμάς, τὰς ὁποίας ἀνέφερα. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ ζητοῦνται εὐθῦναι καὶ νὰ ἐλέγχεται ἡ Κυβέρνησις, ὅταν τινὲς τῶν καταναλωτῶν ἠθελημένως καὶ ἐπ’ ἀνταλλάγματι παροχῆς καλλιτέρας ποιότητος ἀποδέχονται καὶ πληρώνουν ἴσως μεγαλυτέρας τιμάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῆται ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἡ ἄνεσις τῆς ἐπιλογῆς τῆς ἐκλεκτοτέρας τῶν ἐκτιθεμένων ποιότητος, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην νὰ ἀναμένεται νὰ γνωρίζουν τὰ ὄργανα καὶ νὰ διώκουν τὴν μεσολαβήσασαν παράνομον συναλλαγὴν ἄνευ συμπράξεως τοῦ καταναλωτοῦ.
§66Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἄρα, ἀναγνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχει αὔξησις τιμῶν.
§67Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Ὄχι, κ. συνάδελφε, ἀναγνωρίζω τὸ ἑξῆς: ὅτι ὑπάρχει ἡ δυνατότης δι’ οἱονδήποτε, νὰ ὑποστῇ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ὅταν ἐπιδιώκῃ μὴ νόμιμον συναλλαγὴν μὲ τὸν ἔμπορον, διότι οὕτω προσφέρει ἠθελημένως τὸν ἑαυτόν του καὶ δὲν δυνάμεθα ἐκ τούτου νὰ τὸν προστατεύσωμεν. Καὶ εἶναι πλέον τῆς νομίμου συναλλαγῆς, διότι ἐπιδιώκει τὴν καλλιτέραν ποιότητα εἰς βάρος τῆς μεγαλυτέρας μάζης καταναλωτῶν. Ἀνεγνώρισα καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουν μεταξὺ τοῦ ἐμπορίου καὶ κερδοσκόποι. Οὐδεὶς ὅμως, εἶναι δυνατὸν νὰ προστατεύσῃ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὰ περιουσιακά του στοιχεῖα, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ τὰ προστατεύσῃ.
§68Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἄρα, κύριε Ὑπουργέ, ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν ἐλέγχετε τὰς τιμάς.
§69Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Λάθος, κύριε Κοθρῆ. Σεῖς ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἀντιληφθῆτε αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω. Καὶ δὲν θέλετε νὰ τὸ ἀντιληφθῆτε, διότι ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐξαγάγητε αὐθαίρετα συμπεράσματα ἀπὸ καταστάσεις, τὰς ὁποίας δημιουργοῦν καὶ καλλιεργοῦν ὡρισμένοι μόνον. Ἔναντι, συνεπῶς, τῶν σημειωθεισῶν αὐξήσεων κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1960, ὡς εἶπον διατηρεῖται μικρὸν μόνον μέρος τῆς αὐξήσεως διὰ τοὺς σάπωνας, τὰ τυριὰ καὶ τὰς ἐλαίας. Εἰς ὅλα τὰ ὑπόλοιπα εἴδη, συγκεκριμένως τὸ ἔλαιον καὶ ἡ ὄρυζα, αἱ τιμαὶ συνεπιέσθησαν εἰς τὰς τιμὰς τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1960 ἢ καὶ κατωτέρας αὐτῶν. Ἀνέφερεν ὁ κ. Μαῦρος καὶ συνέκρινε τὰς σημερινὰς τιμὰς ἐλαιολάδου μὲ τὰς τιμὰς τοῦ Δεκεμβρίου 1959. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Μαῦρος δὲν ἤλεγξε τὴν δυνατότητα τῶν τιμῶν καθ’ ὅλην τὴν περίοδον 1959–1960. Ἐλπίζω, ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψιν του καὶ ὅτι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1959 ἡ τιμὴ τοῦ ἐλαιολάδου ἦτο ἡ μικροτέρα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1957 μέχρι καὶ τοῦ Ὀκτωβρίου 1960. Συνεπῶς, ἀπὸ τὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του διὰ νὰ συγκρίνῃ τὰς σημερινὰς τιμὰς τοῦ ἐλαιολάδου, ἡ τιμὴ αὐτὴ εἶναι ἡ μικροτέρα κατὰ τὴν 3ετίαν ἀπὸ Αὐγούστου 1958 ἕως τοῦ Ὀκτωβρίου 1960. Μικροτέρα τιμὴ τοῦ Δεκεμβρίου 1959 εἰς τὰ παραγωγικὰ κέντρα καθ’ ὅλην τὴν τριετίαν δὲν ὑπάρχει. Ὑπῆρξε δὲ ἡ μικροτέρα, διότι πράγματι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1959 εἶναι ἡ κυρία συγκομιδή, ὁ ὄγκος τῆς μεγάλης ἐσοδείας καὶ κατὰ τοῦτο αἱ τιμαὶ ἦσαν μικρότεραι.
§70Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ δὲν τὰς ἐστήριξεν ἡ Κυβέρσις. Ἐὰν τὰς ἐστήριζε, θὰ ἦτο μικροτέρα.
§71Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς αὐτό. Τὸ ἴδιον πρᾶγμα τὸ συνεζητήσαμεν καὶ τὸν Μάρτιον τοῦ 1960 καὶ ὑπῆρχον διαφορετικαὶ τῶν σημερινῶν ἀπόψεις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, σημειώνω τοῦτο. Ὅτι ἡ σύγκρισις τοῦ κ. Μαύρου γίνεται ἐν σχέσει πρὸς τὰς σημερινὰς τιμὰς ἐλαιολάδου καὶ πρὸς τὴν σημειωθεῖσαν μικροτέραν τιμὴν ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1958 μέχρι καὶ τοῦ Ὀκτωβρίου 1960. Εἰς τὰς 25 Νοεμβρίου, διὰ τοῦ τύπου ἐδόθησαν ἀριθμοί, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπελογίζετο ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου ἐκ τῆς σημειωθείσης αὐξήσεως τῶν τιμῶν ὡρισμένων μόνον εἰδῶν. Ἡ αὔξησις αὐτὴ σήμερον ἢ ἔχει ἐξασφαλισθῆ ἢ περιορισθῆ εἰς πολὺ μικρότερα ποσὰ τῶν τῆς 22ας Νοεμβρίου 1960 ὡς ταῦτα ἀνεφέρθησαν εἰς τὰς 25 Νοεμβρίου 1960. Κατὰ τοῦτο, συνεπῶς, ὁ ἀσκηθεὶς ἔλεγχος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὕψος τῶν τιμῶν, δὲν βασίζεται εἰς πραγματικὰ περιστατικά. Ἔχω εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ κ. Μαύρου, ἐὰν ἐπιθυμῇ, πίνακας ἀπὸ τοῦ 1958 καὶ ἐντεῦθεν, διὰ νὰ κάμῃ τὴν σύγκρισιν καὶ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι αἱ τιμαὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κύριον ὄγκον τῶν εἰδῶν διατροφῆς, κυρίως, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνεφέρθην, δὲν ἔχουν μεταβληθῆ, παρὰ κατὰ τὰς περιωρισμένας περιπτώσεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα, ἤδη.
§72Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δηλαδή, ποῖα ποσοστά;
§73Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Ὄχι ποσοστὰ κατὰ τοὺς ἀριθμοὺς οὓς ἀνέφερα. Διὰ μὲν τὸ ἐλαιόλαδον, δὲν ὑπάρχει πλέον καμμία αὔξησις ἐν σχέσει πρὸς τὰς τιμὰς τοῦ Ὀκτωβρίου. Βεβαίως, ἐν σχέσει πρὸς τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1959, ὑπάρχει. Ἀλλὰ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1959, ἡ τιμὴ τοῦ ἐλαιολάδου ἦτο ἡ κατωτέρα τῆς τριετίας καὶ συνεπῶς, ἡ σύγκρισίς σας, νομίζω, εἶναι οὐχὶ ἡ ἐνδεδειγμένη.
§74Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Μήπως γνωρίζητε νὰ μᾶς εἴπητε, ποῖος εἶναι ὁ δείκτης καταναλώσεως μεταξὺ 1959 καὶ 1960;
§75Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Εἶναι μικροτέρα ἡ αὔξησις ἀπὸ ἐκείνην ποὺ ἐσημείωσε κατὰ τὴν ἀντίστοιχον περίοδον τοῦ 1959 ἐν σχέσει μὲ τὸ 1958. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸν ἔχω τὸν ἀριθμόν.
§76Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐκυκλοφόρησε σήμερον τὸ Δελτίον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ λέγει, ὅτι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1959 ὁ τιμάριθμος ἦτο 99,3 τῶν εἰδῶν διατροφῆς καὶ σήμερον εἶναι 104,5.
§77Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Δὲν τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ σημερινὸν Δελτίον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1960, προκειμένου νὰ διαπιστώσωμεν τὰς ἐπιπτώσεις ἐκ τῶν αὐξήσεων, ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν στατιστικὴν ὑπηρεσίαν ὡρισμένα στοιχεῖα καὶ ἔχω νὰ σημειώσω τὰ ἑξῆς: Τὸν Ὀκτώβριον 1960 ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Ὀκτώβριον 1959, ἡ αὔξησις τοῦ Γεν. τιμαρίθμου εἶναι 1,7 μὲ βάσιν 100 τὸν Ἰούνιον τοῦ 1959 καὶ τῶν εἰδῶν διατροφῆς ἡ αὔξησις εἶναι 2,7%. Τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1959, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1958, ἡ αὔξησις τοῦ γενικοῦ τιμαρίθμου, ἦτο 3,8% ἔναντι τοῦ 1,7%, τῶν δὲ εἰδῶν διατροφῆς ἦτο 3,9 ἔναντι 2,7%. Συνεπῶς, παρ’ ὅλα τὰ περὶ ἀνατιμήσεως λεγόμενα καὶ τὰ ἐπικαλούμενα ὑφ’ ὑμῶν ἐπιχειρήματα, ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου κατὰ τὸ συγκρινόμενον 10μηνον (Ἰανουαρίου– Ὀκτωβρίου 1959) πρὸς τὸ αὐτὸ διάστημα 1958 καὶ 1960, εἶναι μικροτέρα τῆς περυσινῆς.
§78Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἑπομένως, κατὰ τὸ συμπέρασμά σας, δὲν ὑπάρχει αὔξησις τῶν τιμῶν.
§79Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Ὑπάρχει εἰς ὡρισμένα εἴδη καὶ σᾶς εἶπα ποῖα εἶναι, εἰς ἄλλα ὑπάρχει μείωσις.
§80Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμά σας, διότι δὲν πρόκειται περὶ τῶν συγκεκριμένων εἰδῶν εἶναι, ὅτι ἡ μεσολαβήσασα αὔξησις τῶν τιμῶν ἀπὸ τοῦ 1959 ἕως τὸ 1960, εἶναι μικροτέρα ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τοῦ 1958 ἕως τὸ 1959.
§81Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Ἐμπορίου). Δηλαδή, ὁ γενικὸς μέσος ὅρος.
§82Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ τὸ εἴπητε ἄλλην μίαν φορὰν ἐπιγραμματικῶς διὰ νὰ τὸ διαβάσουν αὔριον αἱ νοικοκυραὶ τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ γελάσῃ, μὲ συγχωρῆτε διὰ τὴν ἔκφρασιν, τὸ παρδαλὸ κατσίκι. Διότι μόνον τὴν θυμηδίαν ἠμπορεῖ νὰ προκαλέσουν αὐταὶ αἱ διαβεβαιώσεις σας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν στατιστικὸν τέχνασμα.
§83Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Κύριε Κωστόπουλε, δὲν νομίζω, ὅτι ὅσα σᾶς λέγω ἀποτελοῦν στατιστικὸν τέχνασμα.
§84Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀείμνηστος καθηγητής μας Ἀφταλιὼν τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ἦτο τοῦτο, ὅτι ἡ στατιστικὴ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλύτερον τέχνασμα.
§85Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Ἐὰν πρόκειται νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν χρησιμότητα τῶν ἀριθμῶν καὶ τῶν στατιστικῶν στοιχείων, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἠμπορεῖ νὰ φθάσωμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶναι τεχνάσματα, διὰ νὰ δημιουργοῦμεν ἐντυπώσεις. Ἀλλά, αὐτὰς τὰς ἐντυπώσεις δὲν τὰς ἐπικαλούμεθα ἡμεῖς, διὰ νὰ ἀποκομίσωμεν ὠφέλη ἢ ἀποσπάσωμεν χειροκροτήματα, ἀλλὰ ὑμεῖς ἐλέγχοντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ λέγοντες, ὅτι ἀνετράπη ἡ οἰκονομία τῶν μισθοσυντηρήτων συνεπεία τῶν αὐξήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐμεσολάβησαν. Αὐτό, ἀκριβῶς, τὸ σημεῖον θέλουν νὰ διαφωτίσουν τὰ ὅσα στοιχεῖα ἔθεσα ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς. Τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου μὲ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα γίνεται, δὲν φαντάζομαι νὰ θέλετε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἡ στατιστικὴ ὑπηρεσία πέρυσιν εἶχεν ἄλλα στοιχεῖα καὶ ἄλλων εἰδῶν ἐλάμβανε τιμὰς καὶ δι’ ἄλλα εἴδη λαμβάνει τιμὰς ἐφέτος.
§86Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὑπάρχει τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§87Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Ὑπάρχει, ἀλλὰ ὁ τιμάριθμος τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας δὲν ἔχει τὴν ἀφετηρίαν του εἰς τὸ 1959 ποὺ ἐδημοσιεύθη. Ἡ σχετικὴ ἐργασία καὶ ἡ δειγματοληψία καὶ ἡ παρακολούθησις τοῦ νοικοκυριοῦ τῶν οἰκογενειῶν διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ τιμαρίθμου ἔχει προηγηθῆ κατὰ δύο ἢ τρία ἔτη ἀπὸ τὴν Στατιστικὴν Ὑπηρεσίαν καὶ συνεπῶς, κατὰ τοῦτο ὑπῆρχε μὲν ὁ τιμάριθμος τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ παραλλήλως ὑπάρχουν καὶ οἱ ἰδικοί της δεῖκται τῆς Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας κατὰ τὸν προδιαδραμόντα τῆς ἐκδόσεως τοῦ τιμαρίθμου τὸν Ἰούνιον τοῦ 1959 χρόνον. Καὶ αὐτὰ μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὰς τελευταίας αὐξήσεις τῶν τιμῶν καὶ τὰς ἐπιπτώσεις των καὶ δὴ τὴν ἀνάγκην ἢ μὴ τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἡμερομισθίων, συνεπεία τῆς αὐξήσεως ταύτης. Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς ἀναταραχῆς καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν ἐνίων εἰδῶν καὶ τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἡμερομισθίων πρέπει νὰ σημειώσωμεν, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Νοέμβριον 1960 προέβαλαν τὴν ἀνάγκην ἀναπροσαρμογῆς τῶν μισθῶν συνεπεία τῶν ἀνατιμήσεων, δὲν προβάλλουν πλέον τοῦτο συνεπεία τῆς συμπιέσεως τῶν τιμῶν εἰς τὰ πρὸ τῶν αὐξήσεων ἐπίπεδα καὶ ἐκ τούτου ἡ αὔξησις δὲν ὑφίσταται ὡς ἐπιχείρημα.
§88Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ ζητοῦν τώρα τὴν μείωσιν.
§89Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Ὄχι, κ. Μητσοτάκη. Δὲν εἶπα αὐτό. Οἱ μισθωτοὶ πάντοτε ζητοῦν αὔξησιν καὶ πάντοτε ἀγωνίζονται καὶ ἐπικαλοῦνται ὅσα ἐπιχειρήματα τοὺς εἶναι χρήσιμα διὰ νὰ δικαιολογήσουν καὶ ἐπιτύχουν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν αἰτημάτων των. Σήμερον δὲν ἐπικαλοῦνται τὰς αὐξήσεις, διότι αὗται συνεπιέσθησαν καὶ δὲν ὑφίστανται. Νῦν θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἀναφερθεῖσαν ἀπόψε πώλησιν τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαιολάδου κατὰ τὸν Αὔγουστον 1959. Καὶ διὰ τὸ θέμα τοῦτο ἐγένετο διὰ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων ἀνάλυσις καὶ τοποθέτησίς του καὶ τοῦτο, διότι ἐχρειάσθη νὰ δοθῇ ἀπάντησις εἰς σχόλια κλπ., πρωϊνῆς ἡμερησίας ἐφημερίδος. Ἐπίσης, ἐχρειάσθη νὰ γίνουν κατὰ τὴν 25ην Νοεμβρίου, ἀνακοινώσεις ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιχειρουμένην συσχέτισιν, τῆς πωλήσεως τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων κατὰ τὸ 1959 μὲ τὴν ἄνοδον τῶν τιμῶν τοῦ Νοεμβρίου 1960 καὶ ἐκ τούτου, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἄγνωστον τὸ θέμα. Ἂς ἀναφερθῶ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὑποβληθῆ.
§90Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὑποθέτω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐν παρόδῳ τὰ λέγετε αὐτά, διότι αἱ ἐπερωτήσεις θὰ ἔλθουν.
§91Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Οὐδεὶς πρόκειται νὰ τὰς ἐμποδίσῃ. Οὔτε δύναται, οὔτε πρόκειται νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ τὰς ἐμποδίσῃ. Ἀλλ’ ἐσεῖς εἰσήλθατε ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου τῶν δωδεκατημορίων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἐκ τούτου εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς παρακολουθήσω, δηλαδὴ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐλέχθη, ὅτι καθυστέρησεν ἡ λῆψις ἀποφάσεως διὰ τὴν πώλησιν τοῦ ἐλαιολάδου, καὶ ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἀπόφασις αὐτὴ νὰ ἔχῃ ληφθῆ κατ’ ἀρχὰς μὲν τὸν Μάρτιον τοῦ 1959, ἐν συνεχείᾳ δὲ ἐνωρίτερον τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπωλήθησαν. Ἔτσι δὲν εἶναι, κ. Μαῦρε;
§92Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι γίνεται μία σύγχυσις μεταξὺ αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἐγὼ εἶπον καὶ αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἔγραψαν ὡρισμέναι ἐφημερίδες, δηλαδὴ ἡ «Ἐλευθερία», διότι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἀνάγκης πωλήσεως κατὰ Μάρτιον ἢ βραδύτερον.
§93Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Σεῖς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρελθόντος Μαρτίου δὲν ὡμιλήσατε καθόλου. Συνεπῶς, σεῖς δὲν ἔχετε ἐκφράσει ἑτέραν γνώμην πλὴν τῆς ἀποψινῆς. Εἶχα τὴν ἀντίληψιν, ὅτι εἴπατε, ὅτι δὲν τὰ ἐπωλήσαμεν ἐγκαίρως.
§94Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἅπαξ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν μεγάλην ἐσοδείαν τῶν 150.000 τόννων τῶν ἐτῶν 1959– 1960, διατὶ δὲν ἐφροντίσατε νὰ ἀναπληρώσητε τὰ ἀποθέματα ἀπὸ τὴν ἄνω πλουσίαν ἐσοδείαν, διὰ νὰ τὰ ἔχετε σήμερον εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§95Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ αὐτὴ ἡ ἀπορία καὶ διὰ νὰ μὴ χρειασθῇ νὰ ἐπανέλθω εἰς ἐξηγήσεις, ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο: Δὲν ἀπεφασίσθη ἡ πώλησις τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαιολάδου τὸν Μάρτιον 1959 διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸν Μάρτιον τοῦ 1959 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ οὐδεμία θετικὴ πρόβλεψις διὰ τὸ ὕψος τῆς ἐσοδείας 1959–1960. Ἀπὸ τὴν ἀλληλουχίαν τῶν ἐτῶν ἐσοδείας καὶ ἀφορίας, ἀνεμένετο τὸ 1959 ὡς ἔτος ἐσοδείας. Τὸν Μάρτιον 1959 ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεβλέπετο ἦτο, ὅτι θὰ ἦτο ἔτος ἐσοδείας. Ἡ πρώτη ἐκτίμησις τοῦ ὕψους τῆς ἐσοδείας 1959–1960 (Ὀκτώβριον 1959 ἕως Ἰανουάριον 1960) ἦτο τὸν Ἰούνιον τοῦ 1959, τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, ἀνεβίβαζε δὲ τὴν ἐσοδείαν εἰς 174.000 τόννους. Τὸ δελτίον αὐτὸ εἶναι τοῦ Ἰουνίου, εἶναι βάσει τῆς καρποδέσεως, τὸν δὲ Ἰούλιον 1959 ἐκινήθη ἡ διαδικασία τῆς λήψεως ἀποφάσεως διὰ τὴν πώλησιν ἢ μὴ τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαιολάδου. Τὸν Αὔγουστον 1959 ἐδημοσιεύθη ἡ πρώτη προκήρυξις ἐνεργείας πλειοδοτικοῦ διαγωνισμοῦ διὰ τὴν ἐκποίησιν 5.000 τόννων κρατικοῦ ἐλαίου. Καὶ τοῦτο, διότι τότε μόνον (Αὔγουστος) εἶχε σταθεροποιηθῆ ἡ πρόβλεψις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὕψος τῆς νέας ἐσοδείας. Αἱ τιμαὶ αἱ ὁποῖαι προσεφέρθησαν εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς ἐκείνους δὲν ἐκρίθησαν συμφέρουσαι εἰμὴ διὰ μικροποσότητας καὶ ἐπανελήφθη ὁ διαγωνισμὸς, νομίζω, διαρκοῦντος τοῦ Σεπτεμβρίου, δὲν ἀπέδωσεν καὶ ὁ διαγωνισμὸς αὐτὸς εὐνοϊκὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐκ τούτου καθιερώθη σύστημα διενεργείας διαγωνισμοῦ καθ’ ἑβδομάδα ἑκάστην Τετάρτην, νομίζω, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Κρατικῶν Ἀγορῶν, διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν Κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαιολάδου. Ὁ τελευταῖος διαγωνισμὸς ἐκποιήσεως ἐλαιολάδου διενηργήθη τὴν 14.1.60 καὶ οὐχὶ τὸν Μάρτιον 1960, ὡς ἐλέχθη. Καὶ αὐτὸς ὁ τελευταῖος διαγωνισμὸς ἀνεφέρετο εἰς ποσότητα μικροτέραν τῶν 1.000 τόννων.
§96Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον περὶ διενεργείας διαγωνισμοῦ τὸν Μάρτιον.
§97Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Εἴπατε, ὅτι ἐξεποιήθη τὸ ἐλαιόλαδον τὸν Μάρτιον.
§98Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἶπον, ὅτι ἐκκενώθησαν αἱ ἀποθῆκαι. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἡ παράδοσις εἰς τὰ Κρατικὰ ἀποθέματα ἀνάγεται τὸν Μάρτιον ἢ Ἀπρίλιον.
§99Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). 1960 καὶ διὰ ποσότητα μικροτέραν τῶν 1.000 τόννων. Διὰ 860 τόννους περίπου ἐπρόκειτο. Αὐτὸς εἶναι ὁ τελευταῖος διαγωνισμός.
§100Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποίαν χώραν;
§101Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Εὐχαρίστως νὰ σᾶς τὸ εἴπω, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν ἐπερωτήσεων, διότι μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι θὰ γίνῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις αὐτὴ δὲν ἔχω ὅλα τὰ στοιχεῖα. Ἀλλὰ, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν. Σημασίαν ἔχει ἐὰν ἐπεβάλετο τότε ἡ πώλησις ἢ ὄχι εἰς οἱανδήποτε χώραν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸ εἰσαγάγῃ.
§102Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐννέα χιλιάδες τόννους εἰς τὴν Ἰταλίαν.
§103Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποίαν τιμήν;
§104Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Θὰ τὸ ἴδωμεν καὶ αὐτό, κ. συνάδελφε. Ἄς ἴδωμεν τώρα τὴν ἐξέλιξιν τῶν τιμῶν ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1959 μέχρι καὶ τοῦ Ἡ Ἐλαιουργικὴ ἀγοραστὴς Κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαιολάδου, νομίζω, ὅτι ἐξήγαγε τὴν τελευταίαν ποσότητα τὸν Μάϊον τοῦ 1960. Αὐτό, ὅμως, τὸ ὑπόλοιπον ἦτο εἰς χεῖρας τοῦ ἐξαγωγέως, καὶ τὸ εἶχεν εἰς χεῖρας του βάσει τοῦ διαγωνισμοῦ τῆς 14.1.60. Ἡ ποσότης αὕτη εἶχε παύσει νὰ εἶναι ἐλαιόλαδον κρατικὸν καὶ ἀνήκει εἰς τὸν ἐξαγωγέα, ὁ ὁποῖος κατέβαλε τὴν τιμήν. Ἄλλοι τὸ ἐπεξειργάσθησαν, ἄλλοι τὸ συνεσκεύασαν εἰς ἐπώνυμα δοχεῖα καὶ ἕως ὅτου συντελεσθῇ ἡ ἀπαιτουμένη προπαρασκευαστικὴ ἐργασία διὰ τὴν ἐξαγωγήν, πιθανὸν νὰ ἐμεσολάβησε τὸ χρονικὸν διάστημα ὃ ἀνεφέρθη, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμποδίσῃ τὰς ἐξαγωγὰς αὐτάς, δεδομένου, ὅτι διὰ διαγωνισμοῦ εἶχον ἀνακηρυχθῆ πλειοδόται καὶ τοὺς ἀνῆκε τὸ ἐλαιόλαδον. Ὁ τελευταῖος διαγωνισμός, ἡ τελευταία ἐκποίησις ἐλαιολάδου εἶναι εἰς τὰς 14.1. Νοεμβρίου 1960. Αἱ τιμαὶ διεκυμάνθησαν ἀπὸ 500–590 δολλάρια καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα, ἐξαιρέσει 3 μηνῶν, τοῦ Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου 1959 καὶ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1960, ὁπότε διεκυμάνθησαν ἀπὸ 480–495 δολλάρια, πάντοτε δι’ ἐλαιόλαδον τῶν 5 βαθμῶν. Αἱ τιμαὶ αὗται ἀντιστοιχοῦν εἰς τιμὰς εἰς ἀποθήκην, πλὴν τῶν ἐξόδων φόμπ, μεταφορᾶς κλπ., ἀπὸ 10.79 ποὺ εἶναι ἡ κατωτάτη τιμή, μέχρι 13,64 ποὺ εἶναι ἡ ἀνωτάτη. Ἡ μέση τιμὴ τὴν ὁποίαν ἐπέτυχον οἱ διαγωνισμοὶ κατὰ τὴν ἐκποίησιν τοῦ ἐλαιολάδου ἦτο 12.46 καὶ ὄχι 11.55. Μεμονωμέναι ἀγοραί, μὲ βάσιν τὸ πεντάρι, μὲ μικροτέραν τιμὴν πιθανὸν νὰ ἔγιναν, ὅπως ἔγιναν καὶ μὲ μεγαλυτέραν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν τὸ ἐπικαλοῦμαι ὡς στοιχεῖον, ὅτι ἡ πραγματικὴ τιμὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἐξεποιήθησαν τὰ κρατικὰ ἀποθέματα ἐλαιολάδου 4 ἕως 5 βαθμῶν, ἦτο 12,46 εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Δημοσίου ἀνωτέρας ἐπιβαρύνσεως καὶ οὐχὶ 11,55. Ἔναντι τῆς μέσης αὐτῆς τιμῆς ἐκποιήσεως τῶν Κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαιολάδου, ἀφαιρουμένων τῶν ἐξόδων φόμπ, προμηθείας, ἐμπόρου κλπ. τῶν ἐλαιολάδων ἅτινα ἐπρομηθεύθημεν, ἔχομεν τιμὴν κτήσεως ἐλαφρῶς ἀνωτέραν τῆς πραγματοποιηθείσης κατὰ τὴν ἐκποίησιν. Διότι θὰ πρέπει πρὸς ἐξεύρεσιν τῆς πραγματικῆς τιμῆς τοῦ ἐλαιολάδου ἀπὸ τὰ 518,60 δολλάρια ποὺ εἶναι ἡ ὑψηλοτέρα τιμὴ τῶν ἐπιτευχθεισῶν διὰ τὸ ἐλαιόλαδον ἑνὸς ἕως δύο βαθμῶν, νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἔξοδα, φόμπ καὶ τσίφ, ὅπως, ἐπίσης, νὰ ἐκπέσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ βαρελίου ὅπερ παρέχεται δωρεὰν καὶ τὰ ἔξοδα φόμπ, ὡς καὶ τὴν προμήθειαν τοῦ προμηθευτοῦ. Διότι τὰ 518,60 δολλάρια εἶναι τιμὴ παραδόσεως εἰς Ἑλληνικὸν λιμένα κόστ–φρέϊτ. Συνεπῶς, ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς τιμῆς ἐκποιήσεως τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαιολάδου δὲν πρόκειται νὰ εἶναι ἀξιόλογος. Αὐτὰ ὅλα τὰ λέγω βάσει τῆς τιμῆς τῶν 520 δολλαρίων δι’ ἐλαιόλαδα 1–2 βαθμῶν, ἡ ὁποία δίδει τιμὴν ἀποθήκης βάσει ἐλαιολάδου ὀξύτητος 5 βαθμῶν δραχμ. 13 περίπου κατὰ κιλόν. Ἔχει ὅμως, καί τινα ἔξοδα χειρισμοῦ, τὰ ὁποῖα δυνατὸν ν’ ἀναβιβάσουν ταύτην. Δὲν εἶναι ἀκριβές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν προσῆλθον ἀρκετοὶ πλειοδόται εἰς τὸν διαγωνισμόν, οὔτε ἐπίσης, εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὸ Δημόσιον ὑπέστη οἱανδήποτε ζημίαν ἐκ τῆς ταχείας ἐνεργείας τῶν διαγωνισμῶν προμηθείας ἐλαιολάδων καὶ σπορελαίων. Αἱ τιμαὶ αἱ ὁποῖαι ἐπετεύχθησαν κατὰ τοὺς διαγωνισμοὺς αὐτοὺς ὑπῆρξαν ἱκανοποιητικαὶ τόσον ὡς πρὸς τὸ σπορέλαιον, τὸ ὁποῖον δίδει ἕνα κόστος περίπου 10,50–11 δραχμὰς κατὰ κιλὸν εἰς τὰς ἀποθήκας μας, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὸ ἐλαιόλαδον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ δώσῃ κόστος ἄνω τῶν 13 δραχμῶν μὲ ἀναγωγὴν εἰς ἔλαιον ὀξύτητος 5 βαθμῶν.
§105Π. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ ἑταιρεῖαι;
§106Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Εἶναι πολλαὶ ἑταιρεῖαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Μποῦνκε, ἡ ὁποία σᾶς ἐνδιαφέρει.
§107Π. ΒΑΡΔΙΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἁπλῶς ἐρωτῶ, κύριε Ὑπουργέ. Δὲν νομίζω, νὰ θεωρῆτε τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι ἔχει οἱανδήποτε σχέσιν μὲ οἱανδήποτε ἑταιρείαν.
§108Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἦσαν καὶ ἄλλοι ὡς ὁ Κοπτόπουλος, ὁ ΑΣΕΟ διὰ 3.000, ἡ Μποῦνκε διὰ 3.500 καὶ εἷς ἕτερος, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§109Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἰς ποίαν τιμὴν θὰ φθάσῃ τὸ ἐλαιόλαδον, εἰς τὰς ἀποθήκας;
§110Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Ἐγγύς τῶν 13 δραχμῶν μὲ βάσιν τὸ 5 βαθμῶν.
§111Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἰς πόσα δολλάρια;
§112Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). 520 δολλάρια διὰ τὸ ἐλαιόλαδον 1 ἕως 2 βαθμῶν.
§113Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ σπορέλαιον;
§114Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Τὸ σπορέλαιον, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, εἶναι 326 δολλάρια τσίφ.
§115Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐὰν τὸ σπορέλαιον εἶναι 326 τσίφ καὶ τὸ ἐλαιόλαδον τῶν πέντε βαθμῶν 520 δολλάρια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διαφορὰν μιᾶς δραχμῆς κατὰ κιλόν.
§116Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Κἄποιο λάθος κάμετε. Ἔχομεν 2.5 δραχμὰς διαφοράν, 10,50 τὸ σπορέλαιον καὶ 13 τὸ ἐλαιόλαδον. Αὐτοὶ εἶναι ἀριθμοί, ἀπολύτως ἀκριβεῖς, ἀλλὰ κατὰ πρόχειρον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπολογισμόν, βάσει τῶν 520 δολλαρίων τοῦ ἐλαιολάδου καὶ τῶν 320 δολαρίων, ἐὰν δὲν κάμνω λάθος ὡς πρὸς τὴν τιμὴν διὰ τὸ σπορέλαιον.
§117Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ 320 δολλαρίων, δηλαδὴ 3 πρὸς 5, δὲν ἠμπορεῖ νὰ δίδῃ ἀποτέλεσμα 10,50 μὲ 12,50 ἢ 13.
§118Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Τὰ 520 δολλάρια, κύριε Μαῦρο, σᾶς διαφεύγει, ὅτι εἶναι δι’ ἐλαιόλαδον ἑνὸς ἢ δύο βαθμῶν. Ἐγὼ ἀνέφερα αὐτὴν τὴν τιμὴν ἐλαιόλαδον 5 βαθμῶν ὀξύτητος πρὸς ὃ ἔκαμα πρόχειρον ἐκτίμησιν καὶ ἀναγωγήν. Τοῦτο σᾶς δίδει τὴν διαφοράν.
§119Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι 4 λεπτὰ κατὰ δέκατα βαθμοῦ, κ. Ὑπουργέ, ἢ δὲν εἶσθε πρόχειρος;
§120Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν εἶμαι πρόχειρος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ σᾶς παρέσχον διὰ τῶν μέχρι τοῦδε πληροφορίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν καὶ τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ ζημίας τοῦ Δημοσίου, θὰ ἐπανέλθω, διὰ νὰ ἐκθέσω ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρέωσαν τὴν Κυβέρνησιν τὸ 1959, κατὰ τὸν Αὔγουστον καὶ ἐφεξῆς, νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐκποίησιν τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐλαιολάδου.
§121Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Καὶ νὰ μὴ δημιουργήσῃ νέα ἀποθέματα.
§122Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Τὸν Αὔγουστον τοῦ 1959, ὅταν ἀπεφασίσθη ἡ ἐκποίησις, οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν ἐκποίησιν, δὲν ἦσαν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Μαῦρος, μόνον ἡ ἔλλειψις ἀποθεματικῶν χώρων ἢ ὁ κίνδυνος τῆς καταστροφῆς, διότι περίπου τὴν ἀλλοίωσιν ὁ κ. Μαῦρος τὴν ἐξίσωσε πρὸς τὴν ἐκ τῆς μειώσεως τῆς ποιότητος τοῦ ἐλαιολάδου ἀλλοίωσιν τούτου εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ καθίσταται ἀκατάλληλον πρὸς βρῶσιν. Ὅταν λέγωμεν ἀλλοίωσιν, συμπεριλαμβάνομεν καὶ τὴν αὔξησιν τῆς ὀξύτητος, μὲ τὴν ἐκ διαφοροποιήσεως τῆς ποιότητος μείωσιν τῆς τιμῆς καὶ οὐχὶ μόνον τὴν συνεπείᾳ ἄλλων παρενεργειῶν, αἱ ὁποῖαι συνίστανται εἰς τὸ πρασίνισμα, τὸ τσάγγισμα κλπ. Ἡ αὔξησις τῆς ὀξύτητος εἶναι ἡ ἐλαφροτέρα μορφὴ τῆς ἀλλοιώσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐξετιμήθη ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος ἐνώπιον τῆς Εἰδικῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλαιολάδου, ἡ ὁποία δὲν συνεστήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ἔχει συσταθῆ ἀπὸ προηγούμενα ἔτη καὶ ἐχρησιμοποιήθη ὡς γνωμοδοτικὸν ὄργανον καὶ πρὸ τῆς ὑπουργίας μου, διὰ τὴν ἄσκησιν πολιτικῆς ἐπὶ τοῦ ἐλαιολάδου καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὡρισμένων μέτρων. Εἶπεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐλαιολάδου— ἐλπίζω ὡρισμένοι ἐξ ὑμῶν θὰ τὸ ἔχουν διαβάσει εἰς τὰ κατατεθέντα πρακτικὰ αὐτῆς— ὅτι ἅπαντα τὰ κρατικὰ ἀποθέματα ἐλαιολάδου ἐπέκειντο εἰς τὸν κίνδυνον τῆς ἀλλοιώσεως. Εἶναι ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἔχω καταθέσει. Κατὰ τὴν συνεδρίασίν της τῆς 25ης Ἰουνίου τοῦ 1959 εἶπεν ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι ἅπαντα τὰ κρατικὰ ἀποθέματα ἐν Ἑλλάδι ὑπόκεινται εἰς τὸν κίνδυνον τῆς ἀλλοιώσεως ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς ὀξύτητος καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων συνεπειῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ προσδιώρισε κατ’ ἀναλογίαν ἐὰν συμφέρῃ ἢ δὲν συμφέρῃ ἡ πώλησις καὶ ὑπελόγισε τὰ ἀποτελέσματα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιβαρύνσεως ἐκ τῆς παρατάσεως τῆς διαχειρίσεως ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων ἐν Ἑλλάδι καὶ ὑπελόγισε τὴν ζημίαν ὡς ἑξῆς: Ἐὰν διετηροῦντο τὰ ἀποθέματα ἐπὶ ἓν ἀκόμη ἔτος θὰ εἶχεν οἰκονομικὴν ζημίαν 018 ἕως 024, λόγῳ τῆς μεταβολῆς τῆς ὀξύτητος πλέον τῆς ἤδη σημειωθείσης δραχμ. 0.75 κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι δραχμ. 1 κατ’ ὀκᾶν, ἐὰν διετηροῦντο ἐπὶ ἓν ἔτος. Ἡ αὐτὴ Ἐπιτροπή, προκειμένου περὶ τῶν ἀποθηκευτικῶν χώρων καὶ τῆς ἀνάγκης ἀποσυμφορήσεως τῆς ἀγορᾶς ἐκ τῆς πιέσεως τῶν ἀποθεμάτων τούτων, εἰς ἕτερον πρακτικὸν —ὅλα τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μέχρι τοῦ Νοεμβρίου τοῦ 1960, ἔχουν ἤδη κατατεθῆ— ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους πρὸς στήριξιν τῶν τιμῶν καὶ ἐκ τούτου ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκποιήσεως τῶν κρατικῶν ἀποθεμάτων, διότι ἡ στενότης τῶν ἀποθηκευτικῶν χώρων θὰ ἐδημιούργει δυσχερείας εἰς τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν προστασίαν τῶν τιμῶν, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπολύτως ἀναγκαία διὰ τὴν περίοδον 1959–60. Τὸν Νοέμβριον τοῦ 1959 ἐθεωρήθη, κατὰ τὴν Ἐπιτροπήν, ὡς ἀναπόφευκτος διὰ τὸ ποσὸν τῶν 7–10 χιλιάδων τόννων. Οἱ ἀποθηκευτικοὶ χῶροι, οὓς διέθεσε τὸ Δημόσιον, εἶναι μόνον 9.750 τόννοι. Πέραν αὐτῶν, ὑπάρχουν καὶ ἰδιωτικοὶ ἀποθηκευτικοὶ χῶροι τῶν Συνεταιρισμῶν, 10.000 τόννων περίπου, οἵτινες κατὰ κανόνα χρησιμοποιοῦνται ὑπὸ τῶν Συνεταιρισμῶν διὰ τὰ ἐνέχυρα καὶ γενικώτερον τὴν παρέμβασιν διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς προστατευτικῆς ἐπὶ τῶν τιμῶν τοῦ ἐλαιολάδου εἰς τὰ παραγωγικὰ κέντρα, πολιτικῆς.
§123Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἂς σταθοῦμε εἰς τοὺς 20.
§124Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Πιθανὸν νὰ εἶναι καὶ ὀλιγώτεροι οἱ ἀποθηκευτικοὶ χῶροι τῶν συνεταιρισμῶν καὶ τῆς ΑΤΕ.
§125Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ ΑΤΕ δὲν εἶναι ἰδιώτης.
§126Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφυπουργ. Ἐμπορίου). Ἡ ΑΤΕ διὰ τοὺς χώρους αὐτούς, δέον νὰ θεωρηθῇ ὡς ἰδιώτης, διότι μετέχει αὐτῶν ἐν συμπράξει μὲ ἄλλους εἰς εἰδικὰς ἐλαιουργικὰς ἑταιρείας, κατὰ τοῦτο συνεπῶς, εἶναι ἰδιώτης. Ἔκρινεν ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ὁπωσδήποτε νὰ ἀπελευθερωθοῦν οἱ χῶροι καὶ πρὸς τὸ παρὸν τότε, νὰ πωληθοῦν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1959 5.000 τόννοι, διὰ νὰ παρασχεθῇ ἡ δυνατότης εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀποθηκεύσῃ τὴν συγκεντρωθησομένην ποσότητα καὶ νὰ ρευστοποιήσῃ καὶ ἀποσυμφορήσῃ τὴν ἀγορὰν ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν κρατικῶν τότε ἀποθεμάτων. Οἱ γεωργικοὶ συνεταιρισμοὶ καὶ αἱ Ἑνώσεις, ἐζήτουν τότε τὴν συγκέντρωσιν 30.000 τόννων κατὰ τὴν ἰδίαν ἐποχήν, διότι ὑπελογίζετο τότε τὸ πλεόνασμα εἰς 60.000 τοὐλάχιστον τόννους. Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1959 ἐξήγγειλε τὴν παρέμβασιν τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν συγκέντρωσιν ἐλαιολάδου καὶ μὲ σχετικὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπεφάσισε τὴν παρέμβασιν μὲ τὴν τιμὴν τῶν 12,50 δραχμῶν κατὰ κιλὸν διὰ ἔλαιον τῶν 5 βαθμῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ διεμόρφωσε κλίμακα καὶ τιμὰς ἀγορᾶς τῶν μικροβαθμῶν ἐλαιολάδων πολὺ μεγαλυτέρας τῆς κατὰ τὰ ἐμπορικὰ ἔθιμα διαμορφουμένης, διότι ἠθέλησε νὰ στηρίξῃ διὰ τὰ μικρόβαθμα, ἅτινα ἐπλεόναζον μεγαλυτέρας τιμὰς καὶ τὸ ἐπέτυχεν. Ἐν ὄψει λοιπὸν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς τῆς συγκεντρώσεως, καὶ ἐν ὄψει τῶν αἰτημάτων τῶν γεωργικῶν συνεταιριστικῶν Ὀργανώσεων, νὰ παρέμβῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ ποσότητα 30.000 τόννων, καὶ τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως νὰ συγκεντρωθοῦν οἱ 15 χιλ. τόννοι, ἀνετέθη δὲ ἡ παρέμβασις αὐτὴ εἰς τὴν Ἐλαιουργικὴν διὰ συμβάσεως, ἡ ὁποία συνεβλήθη μὲ τὰς γεωργικὰς συνεταιριστικὰς Ἑνώσεις καὶ ἐνήργησε τὴν παρέμβασιν. Ἐν ὄψει αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ἐχώρησε καὶ ἡ ἐκποίησις τῆς ὑπολοίπου ποσότητος διαρκοῦντος τοῦ Δεκεμβρίου καὶ μέχρι 14ης Ἰανουαρίου, συνεπῶς, τὸ ὅτι δὲν συνεκέντρωσεν ἐκ τῆς νέας ἐσοδείας ἡ Κυβέρνησις ἐλαιόλαδον, δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἠθέλησε ἢ διότι δὲν ἐμερίμνησε. Δὲν συνεκέντρωσε παρὰ μόνον τοὺς 850 περίπου τόννους, τοὺς ὁποίους ἔχει σήμερον ἀποθέματα καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν προέρχονται ἐξ ἀποθεμάτων παλαιῶν ἐσοδειῶν, προέρχονται ἀπὸ τὴν ἐσοδείαν 1959–60 καὶ μόνον. Κρατικὰ ἀποθέματα ἐλαιολάδου, δὲν ὑπῆρχον καὶ αὐτὰ εἶναι τῆς τρεχούσης ἐσοδείας. Δὲν παρέδωσαν ὅμως οἱ παραγωγοὶ μείζονα ποσότητα, διότι αἱ τιμαί, αἱ ὁποῖαι συνεπείᾳ τῆς παρεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως διεμορφώθησαν εἰς τὰ παραγωγικὰ κέντρα, ἦσαν κατὰ πολὺ ὑψηλότεραι τῶν διεθνῶν. Ὅλα αὐτά, εἶχον λεχθῆ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἰδίως κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1960 καὶ μὲ ὅλα αὐτά, ὑπετίθετο ὅτι, τοὐλάχιστον ἡ Ἀντιπολίτευσις, οἱ ἀγορηταὶ οἱ ὁποῖοι ἤλεγξαν, ἢ ἀκόμη ἂν θέλετε ὁ Τύπος, ὁ ὁποῖος κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1959, ἐξ ἀφορμῆς τῆς μεγάλης παραγωγῆς, συνιστοῦσε τὴν ἔντασιν τῆς προσπαθείας διὰ τὴν ἐξαγωγὴν μεγαλυτέρων ποσοτήτων, ὅλα αὐτὰ ἦσαν γνωστά, καὶ ὑπέθεσα ὅτι, κατὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου, θὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει, ὥστε ἡ κριτικὴ νὰ ἐγίνετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συγκεντρώσεως καὶ ὄχι μὲ ἐπίκλησιν στοιχείων, τὰ ὁποῖα πράγματι ἀποδεικνύονται δι’ ὅσα σᾶς ἐπεκαλέσθην πρόχειρα καὶ ὄχι ἀκριβῆ. (Χειροκροτήματα).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ἔχει τὸν λόγον.
§128Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἕνας καὶ ἕνας δὲν εἴπαμε, κύριε Ὑπουργέ; Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ σημειώσῃ, ὅτι, ὅταν ὁμιλήσουν τρεῖς ὧρες οἱ ὑπουργοὶ ἀπόψε θὰ πᾶμε καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἡμέραν.
§129Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Μητσοτάκης δὲν θὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀπειλήν του. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσῃ παρὰ μόνον ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη εἰς τὸ τέλος. Ὁ κ. Μαῦρος ἀνεκίνησεν ἕνα ζήτημα. Ὑποχρέωσις ἦτο τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἀπαντήσῃ. Πιστεύετε εἰλικρινῶς, ὅτι, μετὰ τὸ θέμα ποὺ ἤγειρεν ὁ κ. Μαῦρος δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀπάντησις;
§130Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ ὁ κ. Μαῦρος ὡμίλησεν 20 λεπτὰ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Μιάμιση ὥρα ἠγόρευσεν ὁ κ. ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ἄλλη μιάμιση ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ἑπομένως δι’ ἡμᾶς δὲν ἀπομένει χρόνος.
§131Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι σύντομος.
§132Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἐφ’ ὅσον ὡς εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας παρεχωρήσατε τὴν σειράν σας καὶ ὁ συνάδελφος ὁ ὁμιλήσας δὲν περιωρίσθη νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις του ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου τῶν δωδεκατημορίων, ἀλλὰ ἐπελήφθη τῆς εὐκαιρίας νὰ κάμῃ γενικὴν ἐπίκρισιν κατὰ τῆς οἰκονομικῆς καὶ νομισματικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ κάνῃ γενικὰς παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχομένως ἐὰν ἔμενον ἀναπάντητοι νὰ προκαλέσουν γενικωτέρας ἀνησυχίας εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωμεν μίαν ἀπάντησιν καὶ ταὐτοχρόνως νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι νομοσχέδιον τῆς περιωρισμένης μορφῆς, ὡς τὸ ὑπὸ κρίσιν, γίνεται ἀφορμὴ νὰ ἐξενεχθοῦν γενικώτεραι παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς καὶ νομισματικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐτέθησαν πράγματι ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον θέματα γενικὰ καὶ εἰδικά. Ἐπὶ τῶν εἰδικῶν θεμάτων, δηλαδὴ τῶν τιμῶν βασικῶν τινων εἰδῶν καταναλώσεως ἀπήντησεν ἤδη ὁ συνάδελφος ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου. Θὰ ἠδύνατο νὰ συνοψίσῃ κανεὶς τὸ εἰδικὸν θέμα τῶν τιμῶν, ὡς ἑξῆς: Πράγματι, ἐπῆλθε διαταραχὴ εἰς τὰς τιμάς. Πράγματι, αἱ τιμαὶ ἐπανῆλθον εἰς τὰς βάσεις των. Καὶ πράγματι, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ συμπιέσῃ περαιτέρω τὰς τιμάς. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐπ’ ὀλίγον θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν γενικὴν τοποθέτησιν τοῦ θέματος. Ποῖα εἶναι τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον καὶ ἐδημιούργησαν τὴν στιγμιαίαν ἀναταραχήν; Διότι ὀφείλομεν, πράγματι, μίαν ἀπάντησιν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐδημιουργήθη ἕνα διεθνὲς γεγονὸς τεραστίας σημασίας, τὸ ὁποῖον ἦτο φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ διεθνὲς πνεῦμα ἀσταθείας. Ἦτο τὸ θέμα τῆς σταθερότητος τοῦ δολλαρίου. Ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι, διὰ τὸ δολλάριον, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ἀκλόνητον, ἐδημιουργήθησαν ὡρισμέναι ἀμφιβολίαι, ὡς πρὸς τὴν σταθερότητά του καὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἦτο φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ καὶ νὰ δημιουργήσῃ μίαν γενικὴν ἀστάθειαν καὶ δὴ εἰς χώραν, ἥτις κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθὸν ἐδοκιμάσθη σκληρῶς, ἀπὸ ἀπόψεως νομισματικῆς. Θὰ ἔπρεπε, κύριοι συνάδελφοι, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς στιγμῆς ταύτης, νὰ ὑπενθυμίσω ἕνα γεγονός: Τὶ θὰ συνέβαινεν εἰς τὴν χώραν αὐτήν, μὲ τὴν γνωστὴν ὑπερευαισθησίαν εἰς τὸ νόμισμα, τὶ θὰ συνέβαινεν εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν δὲν ἐκυβέρνα ὁ Κωνσταντῖνος Καραμανλῆς, ἐὰν δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζω καὶ θὰ παρεκάλουν νὰ ἐρωτήσουν οἱ βουλευταὶ τοὺς ἑαυτούς των καὶ νὰ διερωτηθοῦν ὅλα τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὶ θὰ συνέβαινεν εἰς τὴν Χώραν αὐτήν, ποῖον κῦμα γενικῆς ἀσταθείας θὰ ἐξηπλοῦτο εἰς τὴν Χώραν αὐτήν, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἀρχήν, ἡ ὁποία ἐμπνέει τὴν ἐμπιστοσύνην, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ τὴν διατηρήσῃ. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα). Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἀκριβῶς οἱ πολιτικοὶ σχηματισμοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνυφασμένοι μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀστάθειαν, προσφέρονται νὰ μᾶς δώσουν συμβουλὰς διὰ τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα καὶ νὰ δώσουν συμβουλὰς πρὸς ἡμᾶς πῶς νὰ διατηρήσωμεν τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα καὶ πῶς θὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν πραγματικότητα. Κύριοι συνάδελφοι, συνέβη ἐπίσης καὶ ἐσωτερικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι προστεθὲν εἰς τὸ διεθνὲς ἐδημιούργησε τὰς προϋποθέσεις τῆς σημειωθείσης προσωρινῆς διαταραχῆς τῶν τιμῶν. Ἔκτακτοι καιρικαὶ συνθῆκαι προεκάλεσαν ἀπότομον πτῶσιν τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου καὶ γνωρίζομεν, ὅτι, δύο εἶναι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔδιδαν τὸν τόνον τῆς ἀσταθείας κατὰ τὸ παρελθόν. Τὸ δολλάριον καὶ τὸ ἔλαιον. Κατὰ σύμπτωσιν, διεθνὲς γεγονὸς ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, ἀπρόβλεπτα γεγονότα ἐσωτερικῶς ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν, ἐδημιούργησαν τὰς προϋποθέσεις τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῶν τιμῶν, διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἐπίθεσις ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ πάσης μορφῆς ἐγένετο κατὰ τῆς ὑφισταμένης γενικῆς σταθερότητος, ἤτοι τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς. Ἐγένετο προσπάθεια περαιτέρω δημιουργίας ὄχι ἁπλῶς οἰκονομικῆς ἀσταθείας, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικοῦ χάους, διὰ νὰ ὑπάρξουν γενικώτεραι πολιτικαὶ ἐπιπτώσεις εἰς τὴν χώραν αὐτήν. Ἐὰν τὸ ἔκτακτον γεγονός, τὸ ὁποῖον συνέβη, τῆς πτώσεως τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου, λόγῳ τῶν ἀπροβλέπτων καιρικῶν συνθηκῶν, δὲν ἐλάμβανε χώραν, τὸ ὅλον σύστημα τῶν τιμῶν, θὰ ἐπροχώρει ἀδιαταράκτως. Διότι ὑπῆρχεν ἡ πρόβλεψις τῆς εἰσαγωγῆς σπορελαίου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρχον ἐσωτερικὰ ἀποθέματα ἱκανὰ νὰ ἐφοδιάσουν τὴν ἐσωτερικὴν ἀγορὰν καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑπῆρχον διὰ κάθε ἄνθρωπον σκεπτόμενον καὶ δυνάμενον νὰ ἔχῃ πρόβλεψιν οἰκονομικήν, ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουν προϋποθέσεις τοῦ ἐλέγχου τῶν τιμῶν. Διότι καὶ διεθνῶς δὲν ἐσημειώθη ἔλλειψις ἀγαθῶν καὶ ἐσωτερικῶς αἱ τιμαὶ ἦσαν ὑψηλότεραι τῶν διεθνῶν καὶ συνάλλαγμα ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει, ὥστε νὰ παρέχῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱανδήποτε στιγμήν, νὰ συμπιέσῃ τὰς τιμάς. Ἐὰν ἦτο μία ἄλλη Κυβέρνησις, ἥτις ἐνδεχομένως δὲν θὰ διετήρει ἀπολύτως τὴν ψυχραιμίαν της, ἀμέσως θὰ ἤνοιγε τὰς θύρας τῶν εἰσαγωγῶν καὶ αὐτομάτως θὰ ἔπιπτον αἱ τιμαί. Τὰ συναλλαγματικὰ ἀποθέματα τὰ δυνάμενα νὰ προσφέρουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν δυνατότητα τῆς συμπιέσεως τῶν τιμῶν, ὑφίστανται. Κύριοι συνάδελφοι, πέραν αὐτοῦ τοῦ θέματος, ὑπῆρξε καὶ διάθεσις ἀμφισβητήσεως τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ νομισματικοῦ τομέως καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τοῦ χειρισμοῦ τῶν καταθέσεων καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει γενικῶς εἰς τοὺς πολίτας ἡ Κυβέρνησις. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτρεπτὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν σήμερον, ἔπειτα μάλιστα ἀπὸ τὰς διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν, διότι ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον, μὲ τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ γεγονὸς τῆς αὐξήσεως τῶν τραπεζικῶν καταθέσεων καὶ ἔτι περαιτέρω τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ γεγονός, ὅτι, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιξόους συνθήκας, ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη, ἀπευθυνθεῖσα εἰς τὸ κοινόν, νὰ συνάψῃ δάνειον μακροπρόθεσμον 750 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ ἀπόδειξιν τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὸ ἀποταμιεῦον κοινόν, ὅταν μάλιστα τὸ μέγα μέρος τοῦ δανείου, ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει —διότι δὲν εἶμαι πλήρως ἐνήμερος τῆς ποσοστιαίας συμμετοχῆς— μέγα μέρος τοῦ δανείου ἔχει ἀναληφθῆ ἀπὸ τὴν ἀγροτικὴν τάξιν καὶ τὰς μισθοβιώτους τάξεις. Ἐλέχθη, κύριοι, εἰδικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἐλαίου, διατὶ τἄχα ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ συνάδελφος κ. Χρυσανθόπουλος, ἐπώλησε τὸ ἔλαιον, διατὶ τἄχατε δὲν ἔσπευσε νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ πωληθὲν ποσὸν ἐκ τῆς νέας ἐσοδείας; Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς συγκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἀνωτέρα τῆς διεθνοῦς τοιαύτης καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῇ ὑψηλοτέρα τιμή, ὥστε νὰ προκαλέσῃ ἐνδεχομένως τὴν πώλησιν ἐλαίου εἰς τὰς τιμὰς τῆς συγκεντρώσεως ὑπὸ τῶν ἀγροτῶν μας. Αἱ τιμαί, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τοὺς παραγωγούς μας, ἦσαν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, τιμαὶ ἱκανοποιητικαὶ καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, αἰσθητῶς ἀνώτεραι τῆς διεθνοῦς τοιαύτης. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ξενίζῃ τὸ γεγονὸς ὅτι, παρ’ ὅλον ὅτι αἱ ὁρισθεῖσαι τιμαὶ ἦσαν ἀνώτεραι τῶν διεθνῶν, δὲν παρέδωσαν οἱ παραγωγοί μας τὸ προϊόν των. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντιμετωπίζομεν τὸ ἴδιον πρᾶγμα καὶ μὲ τὴν σουλτανίναν. Παρ’ ὅλον ὅτι αἱ ὁρισθεῖσαι τιμαὶ τῆς συγκεντρώσεως σουλτανίνας εἶναι ἀνώτεραι τῶν διεθνῶν, παρὰ ταῦτα, δὲν σημειοῦται παράδοσις τοῦ προϊόντος ὑπὸ τῶν παραγωγῶν. Ἐὰν διὰ νὰ ἐφοδιάσωμεν τὴν ἀγορὰν μὲ προϊόντα καὶ ἀγαθὰ ἐν γένει καταναλώσεως, κατηγορούμεθα σήμερον ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πρέπει νὰ τοὺς εἴπωμεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τοὺς ἀπαντήσωμεν, ὅτι τὸ γεγονὸς αὐτὸ συνέβη, διότι πράγματι ἐνσυνειδήτως ἡ Κυβέρνησις τηρεῖ μίαν πολιτικήν, τὴν πολιτικὴν τῆς προστασίας τῶν τιμῶν, τῶν ἐπιτοπίως παραγομένων προϊόντων. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ συνέβησαν τὰ ἔκτακτα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὰς προϋποθέσεις τῆς ἐκμεταλλεύσεώς των καὶ τῆς ἐκ ταύτης δημιουργίας προσωρινῆς ἀναταραχῆς εἰς τὰς τιμάς, δὲν πρέπει νὰ ἀχθῶμεν εἰς ἐσφαλμένας διαπιστώσεις. Ἐὰν ἀπομονώσωμεν τὰ ἔκτακτα καὶ ἀπρόβλεπτα γεγονότα, θὰ δεχθῶμεν ὅτι, ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν εἰδῶν, τῶν ἐπιτοπίως παραγομένων εἰδῶν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὰ προϊόντα αὐτά, παραγόμενα κατὰ μαζικὸν τρόπον εἰς ἄλλας χώρας, τυχὸν εἰσαγόμενα ἐλευθέρως, θὰ συνεπίεζον τὰς τιμάς, τὰς ὁποίας ἀπολαμβάνουν οἱ παραγωγοί μας εἰς βαθμὸν μὴ ἐπιτρεπόμενον. Τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ἐλεγχόμεθα ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν συχνότατα, ὅτι ἐφαρμόζοντες τὸ σύστημα τῆς ἐλευθερίας τῶν εἰσαγωγῶν, θυσιάζομεν τὸν Ἕλληνα παραγωγόν. Ἐλεγχόμεθα, δηλαδή, ὅτι ἐπιτρέπομεν τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῶν ξένων προϊόντων καὶ ὅτι οἱ παραγωγοί μας μὴ δυνάμενοι νὰ παράγουν ἐπὶ ἴσοις ὅροις μὲ τοὺς παραγωγοὺς τῶν μεγάλων Κρατῶν, καταδικάζονται ἀπὸ τὴν «ἄστοργον» Κυβέρνησιν εἰς τὴν δυστυχίαν. Ἰδού, τώρα, ὅτε πράγματι ἡ πολιτικὴ αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ ποὺ ἐξ αἰτίας της ἀπηγορεύσαμεν τὴν εἰσαγωγὴν ἐπιτοπίως παραγομένων γεωργικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν προϊόντων, διότι συνέβησαν ἀπρόβλεπτα γεγονότα καὶ διότι ἐγένετο προσπάθεια μεγαλοποιήσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν γεγονότων αὐτῶν, εὑρέθημεν ἐνώπιον τῆς ἀναταραχῆς τῶν τιμῶν, ἐλεγχόμεθα, διότι ἀπηγορεύσαμεν τὴν εἰσαγωγήν των καὶ κατὰ συνέπειαν ἐδημιουργήσαμεν τὰς προϋποθέσεις τῆς προσωρινῆς ἔστω ὑψώσεως τῶν τιμῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω αὐτὸ τὸ θέμα, διὰ νὰ ἔχωμεν πλήρη ἀντίληψιν τῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν πρὶν ἢ ἐπέλθῃ ἡ προσωρινὴ ἀναταραχὴ τῶν τιμῶν καὶ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐπιτοπίως παραγομένων ἀγαθῶν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κρατήσω τὸ βῆμα περισσότερον. Ἐν τούτοις, δὲν ἀντέχω εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ τονίσω ἕνα θέμα, νὰ ζητήσω μᾶλλον τὴν μνήμην σας, ὅσοι τυχὸν δὲν ἀπώλεσαν τὴν μνήμην των, ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, ὅτι ὑπάρχει μία περίοδος, ὄχι μακρά, ἀλλὰ πρόσφατος, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν Κρατῶν εὑρίσκετο εἰς μίαν κατάστασιν πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς σταθερότητος καὶ εἰς τὴν χώραν αὐτὴν τότε δὲν ὑπῆρχε Κυβέρνησις Καραμανλῆ, ἀλλὰ ὑπῆρχε πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀστάθεια πλήρης. Σήμερον εἰς τὴν χώραν αὐτήν, εὑρίσκεται Κυβέρνησις Καραμανλῆ καὶ ἔχομεν οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν σταθερότητα καὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἐπικρατεῖ καὶ πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ ἀστάθεια. Καταβάλλεται ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προσπάθεια, ἵνα καὶ εἰς τὴν χώραν αὐτὴν ἐπικρατήσῃ ἡ πολιτικὴ ἀστάθεια καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀστάθεια. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῶν τιμῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγινε προσπάθεια δημιουργίας ὅλων τῶν προϋποθέσεων, ὥστε ἡ χώρα νὰ πέσῃ ὄχι μόνον εἰς τὴν πολιτικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀστάθειαν. Ὁ συνάδελφος κ. Μαῦρος, κατηγόρησε τοὺς Οἰκονομικοὺς ὑπουργούς, καταλογίσας εἰς αὐτοὺς ἔλλειψιν ἐπαφῆς μετὰ τῆς πραγματικότητος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶναι εἰς θέσιν ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν καὶ τοῦτο, διότι πολὺ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ποτὲ ὁ κ. συνάδελφος εὑρέθη εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν πραγματικότητα. Πληροφορῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι, ἀσχέτως τῆς ἐπαφῆς ἢ μὴ ἐπαφῆς τῆς οἰκονομικῆς ἡγεσίας τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν πραγματικότητα, ὅσον ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ὁ παρὼν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ χώρα θὰ ἔχῃ πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν σταθερότητα. (Χειροκροτήματα).
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§134Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐκινδυνεύσαμεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λησμονήσωμεν ἀπόψε, ὅτι συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους» καί, κατ’ ἐπέκτασιν, τὸ θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁμολογῶ, ὅτι χρειάζεται προσπάθεια, μετὰ τὰ ὅσα περὶ πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς σταθερότητος ἠκούσαμεν, μετὰ τὴν ἐπίκλησιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κωνσταντίνου Καραμανλῆ νὰ μὴ συνεχίσῃ κανεὶς τὴν συζήτησιν εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν. Παρὰ ταῦτα, θὰ προσπαθήσω νὰ ἐπαναφέρω τὴν συζήτησιν εἰς τὸ θέμα, καὶ μόνον, καθ’ ὃν λόγον ἡ συζήτησις τὸ ἀπαιτεῖ, θὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ φίλος ἄλλωστε ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, κ. Δερτιλῆς. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὅπως ὁ κ. Μαῦρος προηγουμένως ἀνέφερεν, ἔχει μίαν ἰδιορρυθμίαν ἔναντι τῶν ἄλλων ἀναλόγων σχεδίων νόμων, τὰ ὁποῖα εἰς παρομοίας περιπτώσεις ἔχομεν συζητήσει, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ προσεχοῦς ἔτους ἔχει κατατεθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔχει λάβει χώραν ἡ προφορικὴ ἀνάπτυξις τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ τὸ σημειώσω καὶ πρέπει νὰ δηλώσω ὅτι, ἀδιαμφισβητήτως, ἀποτελεῖ πρόοδον τὸ ὅτι ἐφέτος κατετέθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους, προτοῦ ἀρχίσῃ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος, ἐνῷ, συνήθως, εἰς τὸ παρελθόν, ὁ προϋπολογισμὸς κατετίθετο μῆνας τινὰς μετὰ τὴν ἔναρξίν του. Τοῦτο θὰ καθίστα, ἂν μή τι ἄλλο, δυνατὴν καὶ χρήσιμον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατετέθη, ἐὰν ὑπῆρχε χρονικὸν διάστημα ἐπαρκὲς διὰ νὰ ἐνημερωθῶμεν ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ. Χωρὶς τοῦτο ποὺ θὰ εἴπω νὰ ἔχῃ καθόλου τὴν ἔννοιαν κατηγορίας διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διαπιστώνω δυστυχῶς, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτός, μόλις σήμερα τὸ πρωῒ διενεμήθη εἰς ὀλίγα ἀντίτυπα καὶ ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἦτο διαθέσιμος, ἦτο τελείως ἀνεπαρκὴς διὰ σοβαρὰν μελέτην του. Κατὰ συνέπειαν, οὔτε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὠφέλεια ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἐγκαίρως κατετέθη, ἐν ὄψει τῆς συγκεκριμένης συζητήσεως, ἡ ὁποία γίνεται. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἐπανειλημμένως, ὅπως καὶ οἱ πλεῖστοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θὰ παρελάσουν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔχομεν ἐκφράσει ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ἐν ὄψει τοῦ πραγματικοῦ περιστατικοῦ, ὅτι οἱ προϋπολογισμοί, ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐπέκεινα, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συζητηθοῦν καὶ νὰ ψηφισθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὑποστηρίζω καὶ πάλιν, ὅπως καὶ ἐπανειλημμένως εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑποστηρίξω εἰς τὸ παρελθὸν ὅτι, ἀδιαμφισβητήτως, ἡ τήρησις τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ ὁποῖον ταὐτοχρόνως παραπέμπει εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δι’ εἰδικωτέρας λεπτομερείας, εἶναι ὄντως ἐξαιρετικὰ δυσχερής. Καὶ δὲν εἶναι τυχαῖον τὸ γεγονός, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις μέχρι σήμερον κατέστη δυνατὸν νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμόν. Τοῦτο, ὅμως, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν ἐπιταγὴν τοῦ ἄρθρου 60. Τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, τὶ λέγει; Λέγει ἁπλούστατα, ὅτι ἐξουσιοδοτεῖται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαχειρισθῇ κατὰ τὴν ἰδικήν του κρίσιν, χωρὶς δέσμευσιν, τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους καὶ ὅτι ὁ κατατεθεὶς προϋπολογισμὸς ἀποτελεῖ οὐσιαστικῶς ἁπλῆν ἔνδειξιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς πορείας καὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα, δι’ ἀποφάσεών του, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπουν τὰ ἐπὶ μέρους ἄρθρα τοῦ νόμου, νὰ μεταβάλλῃ κατὰ τὴν ἑκάστοτε κρίσιν του καὶ σύμφωνα μὲ τὰς ἰδικάς του ἀντιλήψεις, τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὸ σύνολόν του καὶ ἀφοῦ τὰ δωδεκατημόρια, περὶ τῶν ὁποίων λαμβάνει τὴν ἐξουσιοδότησιν, εἶναι δώδεκα, δηλαδὴ καλύπτουν τὸ σύνολον τοῦ Κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὐσιαστικῶς τὶ ἀπέμεινε, κύριοι, ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν; Δὲν ἀπέμεινε τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ πρόβλεψις, ἡ δημοσίευσις περὶ τῶν προβλέψεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δέσμευσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει. Καὶ τοῦτο — ἡ δυνατότης προβλέψεως— συνδέεται περισσότερον μὲ τὸν τρόπον συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ κατατεθῇ καὶ οὔτε κἂν μετὰ τὴν κατάθεσίν του νὰ καταστῇ σαφὴς ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Διότι συχνότατα —δὲν ἀναφέρεται ἡ παρατήρησις αὐτὴ εἰς τὸν σημερινὸν προϋπολογισμὸν— ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἕνα ἄθροισμα ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι πολλὲς φορὲς δὲν ἐκφράζουν τίποτε. Εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναφερθῶ καὶ ἄλλοτε καὶ ὑπενθυμίζω καὶ τώρα εἰς ἕνα προϋπολογισμὸν τῆς Κυβερνήσεως Παπάγου, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει ἐπανάληψιν τῶν ἀριθμῶν τοῦ προηγουμένου προϋπολογισμοῦ καὶ εἶχεν ἕνα ὑπερτροφικὸν ἀποθεματικόν, τὸ ὁποῖον ἐκάλυπτεν ὅλας τὰς δυνατότητας, τὰς ὁποίας τοῦ ἔδιδε τὸ ἀνελαστικὸν τμῆμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἕνας τοιοῦτος προϋπολογισμὸς δὲν ἀποτελεῖ οὔτε κἂν βάσιν συζητήσεως, διότι ἀπομένει πλέον εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἡ δυνατότης νὰ ἀξιοποιήσῃ ὅπως νομίζει τὸ τεράστιον ἀποθεματικόν, δηλαδὴ ἀπομένει ἡ δυνατότης νὰ ἀσκήσῃ ὁποιανδήποτε οἰκονομικὴν πολιτικὴν θέλει, καὶ δὲν ἔχει οὔτε κἂν τὴν δέσμευσιν τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἐκ τῶν προτέρων ἀνακοίνωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πέραν τούτου, γνωρίζω ἄλλους προϋπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τεραστίαν ὑποεκτίμησιν τῶν ἐσόδων. Θὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλὴ τὰς σχετικὰς περιπτώσεις. Ὅταν, κύριοι, ἔχωμεν ἕνα προϋπολογισμὸν μὲ ὑποεκτίμησιν σχεδὸν τῆς τάξεως τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος δισεκατομμυρίου δραχμῶν, δὲν ὑπάρχει προϋπολογισμὸς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δίδει τὴν δυνατότητα συζητήσεως, διότι τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν, αὐτὰ ἀποτελοῦν τὰ περιθώρια τὰ ὁποῖα δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ χαράξῃ πολιτικὴν οἰκονομικὴν ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων. Κατὰ συνέπειαν, ἡ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ δύναται νὰ ἔχῃ ἀξίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν δέσμευσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ συζητούμενον σχέδιον νόμου οὐδεμίαν ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν δέσμευσιν ἀποτελεῖ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἔγκαιρος ὑποβολή του. Ἀντιθέτως, πάντοτε εἰς τὸ παρελθόν, ὅταν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Κυβερνήσεως, διετυπώθη ἀντίθετος ἄποψις εἶπον, ὅτι στερεῖται πάσης σημασίας τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ καθυστέρησις ἀναφέρεται εἰς τὴν μὴ ἔγκαιρον γνῶσιν τοῦ ὕψους τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας καὶ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δύναται νὰ καταρτίζεται καὶ νὰ κατατίθεται ἐγκαίρως καὶ πολὺ ἐνωρίτερον ἀπὸ ὅ,τι κατετέθη ἐφέτος. Εἶναι δυνατόν, νὰ κατατίθεται ἀπὸ τοῦ θέρους ἑκάστου ἔτους. Καὶ τοῦτο εἶναι αὐτονόητον εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν τόσον οὐσιώδη σημασίαν ἔχει ὁ γενικώτερος οἰκονομικὸς προγραμματισμὸς καὶ ἡ πρόβλεψις. Ὅταν ἔχωμεν πενταετῆ προγράμματα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ πρόβλεψιν διὰ τὴν προσεχῆ 10ετίαν, εἶναι δύσκολον νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἀπὸ τοῦ θέρους ἑκάστου ἔτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὰς προβλέψεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συνεπῶς, ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν περιθωρίων νὰ συντάσσηται καὶ νὰ κατατίθεται εἰς τὸ Σῶμα. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον διατηρῶ πολλὰς ἐπιφυλάξεις εἶναι, ἐὰν θὰ καταστῇ ποτὲ δυνατόν, κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ἐπιτάσσει τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός, νὰ ψηφισθῇ πλέον ὁ προϋπολογισμός. Εἶναι γνωστὴ ἡ δυσχέρεια μὲ τὴν ὁποίαν ἐργάζεται ἡ Βουλὴ ὡς νομοθετικὸν Σῶμα. Καὶ εἶναι δεδομένον διὰ πάντα ἀντικειμενικὸν παρατηρητήν, ὅτι ὁσηδήποτε καὶ ἂν καταβάλλεται προσπάθεια, κατὰ τὴν προβλεπομένην ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαδικασίαν, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἐξαιρετικὰ δύσκολον νὰ ψηφισθῇ ὁ ἔστω καὶ ἀπολύτως ἐγκαίρως κατατιθέμενος προϋπολογισμός. Ἄλλωστε, δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι καὶ πρὸ τῆς δικτατορίας τοῦ 1936, κατὰ τὴν 10ετίαν τοῦ ἐλευθέρου πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας, ἐψηφίσθησαν ἐγκαίρως οἱ προϋπολογισμοί. Ὀλίγαι εἶναι αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας συνεζητήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν ἐγκαίρως οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ πρὸ τοῦ 1940, ὅταν αἱ συνθῆκαι ἦσαν διάφοροι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τρόπου λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὸ Κοινοβούλιον ἦτο ἀποδοτικώτερον ἀπὸ ὅ,τι εἶναι σήμερον. Κατὰ συνέπειαν, δημιουργοῦνται ἀμφιβολίαι, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ τὰς σημερινὰς πραγματικὰς συνθήκας. Καὶ ἐξάγεται, κύριοι συνάδελφοι, ἐξ ὅλων αὐτῶν τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀποτελεῖ καθῆκον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας ἐν τῷ συνόλῳ του, ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος τούτου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ἀπεμπολήσῃ τὸ κύριον αὐτῆς ἔργον, τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε καὶ ἱστορικῶς τὴν ἀφορμὴν τῆς δημιουργίας τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, δηλαδή, τὸ ἔργον τῆς ὑπ’ αὐτῆς ψηφίσεως τῶν δαπανῶν καὶ ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ὅταν φθάνωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ συζητοῦμεν ἐπὶ ὥρας δι’ ἕνα οὐσιῶδες νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνεται ὁ προϋπολογισμὸς μὲ μίαν μικρὰν δαπάνην, ὅταν ἐπὶ ὥρας συζητοῦμεν δι’ ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ὡρισμένας θέσεις, ἐξ ὧν δημιουργοῦνται ὡρισμέναι δαπάναι, τὸ νὰ μὴ ἀπασχολούμεθα κἂν μὲ τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα καλύπτουν τὸ ⅓ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος σημαίνει, ἐν τῇ οὐσίᾳ, κατάργησιν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ δὲν πρέπει, χάριν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ τοῦ Πολιτεύματος, νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον καθιερώθη εἰς τὴν πρᾶξιν θὰ ἀποτελέσῃ καὶ μόνιμον καθεστὼς διὰ τὸ μέλλον, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι χρειάζεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Σώματος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς σημερινὰς συνθήκας. Τὸ πρᾶγμα κατέστη ἐμφανὲς κατὰ τὰς συζητήσεις εἰς τὴν ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1946 ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία εἶχε προβῆ εἰς ὡρισμένας προτάσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Δυστυχῶς ὅμως, δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν κατάρτισιν καὶ ψήφισιν τοῦ Συντάγματος καὶ σήμερον ἀνακύπτει πλέον ἐπιτακτικῶς ἡ ἀνάγκη αὕτη. Νομίζω, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ πρὶν διαλυθῇ, θὰ πρέπει, μὲ πρωτοβουλίαν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλων τῶν πολιτικῶν Κομμάτων, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα αὐτό, διὰ νὰ μὴ ἐμφανιζώμεθα ἑκάστοτε, ἐπαναλαμβάνοντες τὰ ἴδια πράγματα καὶ διὰ νὰ μὴ μεταβάλωμεν ἀντιλήψεις, μετατιθέμενοι ἐνδεχομένως ἡμεῖς μὲν εἰς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἢ νὰ μεταβάλῃ ἀντιλήψεις ἡ Κυβέρνησις μετατιθεμένη εἰς τὴν θέσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ συμπέρασμα τὸ σαφές, τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πραγματικότητα εἶναι, ὅτι ὁ μὲν προϋπολογισμὸς ἠμπορεῖ καὶ πρέπει ἐγκαίρως νὰ συντάσσεται καὶ νὰ κατατίθεται, ἀλλὰ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, εἶναι σχεδὸν ἀνέφικτος καὶ ὅτι πρέπει ἡ σχετικὴ διαδικασία τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ μεταβληθῇ.
§135Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν διακοπήν.
§136Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, ἐὰν δὲν ἔχετε ἀντίρρησιν, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ μακρηγορήσω, νὰ μὴ μὲ διακόψετε. Ἀνέφερον μίαν γενικὴν παρατήρησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ἂν θέλετε, ὅταν ἐν συνεχείᾳ ἀνέλθητε εἰς τὸ βῆμα, νὰ ἀπαντήσητε. Κατόπιν τῶν γενικῶν αὐτῶν παρατηρήσεων, ὅσον ἀφορᾷ τὸ σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, νομίζω, ὅτι παρέλκει εἰδικωτέρα ἀνάπτυξις τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον τίθεται. Νομίζω, δηλαδή, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατ’ ἀνάγκην θὰ πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι τὸ Κράτος πρέπει νὰ διοικηθῇ καὶ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει πολὺ ἀξίαν εἴτε δώσωμεν τὴν ἐξουσιοδότησιν διὰ τρεῖς μῆνας ἢ διὰ 4 ἢ διὰ 6 ἢ διὰ 12, ὅπως ζητεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ἀντιλαμβάνομαι σοβαρὰν πρόθεσιν ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν στηρίζεται εἰς πραγματικὰ δεδομένα. Φοβοῦμαι, ὅτι καὶ ἂν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν θέλῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἂν θέλῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, δὲν εἶναι καθόλου εὐχερὲς νὰ ψηφισθῇ κανεὶς προϋπολογισμός. Προκειμένου, λοιπόν, νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἄτοπον, οὐσία καταργεῖ τὸ Κοινοβούλιον καὶ προσβάλλει εἰς τὴν οὐσίαν τὸ Πολίτευμα, θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν μεταβολὴν περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα καὶ νὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον, ὥστε νὰ συζητῆται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νὰ ψηφίζεται κατὰ μίαν ταχεῖαν διαδικασίαν, χωρὶς τόσην εἰδίκευσιν κατὰ κεφάλαια. Ἀλλὰ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπεισέρχομαι. Τὸ θέμα τίθεται πρὸς συζήτησιν. Ἄλλως, οὔτε συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρόκειται νὰ γίνεται. Παράδειγμα ὁ σημερινὸς προϋπολογισμός. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ τὸν καταθέσῃ ἐγκαίρως. Σήμερον συζητοῦμεν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν δωδεκατημορίων καὶ ἀναπτύσσομεν γενικὰς παρατηρήσεις, χωρὶς νὰ τὸ ἔχωμεν κἂν διαβάσει, διότι δὲν ἔχει τεθῆ εἰς τὴν διάθεσίν μας. Συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ χωρίς, ὡς εἶπον, νὰ τὸν γνωρίζωμεν. Ἔτσι, ἴσως, ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἐκτροπὴ τῆς συζητήσεως, περὶ τῆς ὁποίας εἰς τὴν ἀρχὴν ὡμίλησα. Μετὰ τὰς διακοπὰς τῶν Χριστουγέννων καὶ τοῦ Νέου Ἔτους, ὅταν ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή, οὐδεὶς θὰ ἐνθυμῆται τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ οὐδεμία συζήτησις πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, ἐὰν ἀκόμη παραταθῇ ὁ βίος τῆς Βουλῆς καὶ εὐδοκήσει ὁ Ὕψιστος νὰ μακροημερεύσῃ ἡ περίφημος Κυβέρνησις Καραμανλῆ. Αὐτά, κ. συνάδελφοι, ἤθελον εἰς πολὺ γενικὰς γραμμὰς νὰ ἀναπτύξω ὡς πρὸς τὸ εἰδικώτερον θέμα τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἀπόψε. Πέραν τούτου, νομίζω, ὅμως, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ κάμω, ἐν συνεχείᾳ τῶν ὅσων ὁ κ. Μαῦρος προηγουμένως ἀνέφερεν, ὡρισμένας γενικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ θεμάτων βασικῶν τοῦ συζητουμένου προϋπολογισμοῦ. Ἡ πρώτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, κ. συνάδελφοι, εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὁποῖος κατετέθη, πάσχει ἀπὸ μίαν βασικὴν ἀδυναμίαν, ὅτι δηλαδὴ ἀγνοεῖ τὸ βασικώτερον νομοθέτημα περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται τὰς ἡμέρας αὐτὰς συζήτησις καὶ εἰς τὴν Βουλήν, τὸ νομοθέτημα δηλαδὴ περὶ κοινωνικῆς ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν. Εἶναι περίεργον πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις φαίνεται, ὅτι ἐπιδιώκει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ σχεδίου νόμου, περὶ ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων, πρὸ τῶν Χριστουγέννων ὑποβάλλων τὸν προϋπολογισμόν, ἀγνοεῖ τὸ θέμα. Ἁπλῶς καὶ μόνον ἀναφέρεται εἰς αὐτὸ τὸ θέμα διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀποτελεῖ ἐπίτευγμα κυβερνητικὸν τὸ ὁποῖον προδίδει καὶ ἀποδεικνύει στοργὴν πρὸς τὸν ἀγρότην. Ἀλλὰ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἀνάλυσιν τῶν προβλημάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀγνοεῖ παντελῶς. Καὶ ὅμως, κ. συνάδελφοι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνα νέον στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἀπασχολεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι αὐτὸ τὸ νομοθέτημα. Τὸ νομοθέτημα αὐτὸ δημιουργεῖ τὴν ἀνάγκην ἀναζητήσεως ἐσόδων τῆς τάξεως ἑνὸς δισ. τετρακοσίων ἑκατομμυρίων περίπου δραχμῶν. Δηλαδή, αὐξάνεται κατὰ 10% ἡ συνολικὴ ἐπιβάρυνσις ἐκ φόρων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦτο εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ ἀμέσους καὶ σοβαρὰς ἐπιπτώσεις, ὄχι μόνον δημοσιονομικάς, ἀλλὰ καὶ γενικωτέρας οἰκονομικὰς ἐπιπτώσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συντάσσων τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἀκόμη, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ εἰσφορά, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τοὺς ἀγρότας, εἶναι πάρα πολὺ ἀμφίβολον ἐὰν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται καὶ ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ τέλος, ἄνοιγμα τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι μία ἀλήθεια. Δὲν νομίζω, ὅτι κομίζω γλαῦκας εἰς Ἀθήνας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀσφαλῶς ἔχει σκεφθῆ καὶ ἔχει μελετήσει τὸ θέμα. Κατὰ συνέπειαν, ὁ προϋπολογισμὸς πάσχει, διότι ἀγνοεῖ τὸ βασικώτερον οἰκονομικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἐπηρεάσῃ καὶ συντάσσεται σὰν νὰ μὴ πρόκειται τὸ νομοθέτημα αὐτὸ νὰ ἔχῃ ἀμέσους ἐπιδράσεις ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς οἰκονομίας μας. Ἐκτὸς ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ τὴν πρόθεσιν νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ σχεδίου αὐτοῦ νόμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, βεβαίως, δὲν θέλω νὰ πιστεύω. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ παρατήρησις αὐτή, ὁδηγεῖ εἰς μίαν ἄλλην βασικήν. Ὅταν συνεζητεῖτο ὁ προηγούμενος προϋπολογισμός, εἴχομεν ἐπανειλημμένως ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν προτίθεται νὰ ἐπιβάλλῃ νέας φορολογίας. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο κατηγορηματικὴ καὶ εἴς τινας στιγμὰς ὀργίλη, διότι ἠθελήσαμεν νὰ κάμωμεν τόσον ἀδιάκριτον ἐρώτησιν καὶ εἴδαμε καὶ πάθαμε νὰ πάρωμεν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβληθοῦν νέαι φορολογίαι. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ἐπεβλήθησαν δύο ἢ τρεῖς φοραὶ φορολογίαι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, διότι φορολογίαι εἶναι καὶ αὐτὸ ποὺ ὠνομάσθη στρογγύλευμα...
§137Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μόνον αὐτό.
§138Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διότι πάντοτε ἀναζητοῦμεν κομψὲς ἐκφράσεις. Αὐτὸ εἶναι ἀδυναμία τῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ, ὅταν ἐπιβάλῃ φορολογίας νὰ ὁμιλῇ περὶ στρογγυλεύματος.
§139Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὅταν παρουσιάζῃ κανεὶς πράγματι ἔργον, δύναται νὰ φθάνῃ εἰς τὴν πολυτέλειαν τοῦ στρογγυλεύματος. Πέραν αὐτῆς, δὲν ὑπάρχει ἄλλη περίπτωσις.
§140Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Μὲ γειά σας μὲ χαρά σας. Κάμετε καὶ αὐτὸ τὸ στρογγύλευμα. Δὲν πρόκειται νὰ ξανασυζητήσω δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Οἱ κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἔχει πλήρως ἀντιληφθῆ, ὅτι πρόκειται περὶ νέας φορολογίας. Κύριοι συνάδελφοι, ποῖον εἶναι τὸ νόημα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ πρόβλεψις περὶ τῆς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς πορείας τοῦ Κράτους. Τὸ σημαντικώτερον γεγονός, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται, εἶναι ἡ ἐπιβολὴ νέας φορολογίας. Θὰ μοῦ πῆτε, βεβαίως, εἶναι ἐνδεχόμενον μέσα εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ 12μήνου, νὰ συμβοῦν ἀπρόοπτα περιστατικά, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλέψῃ μία Κυβέρνησις, ὅταν κατέθετε τὸν προϋπολογισμόν. Νὰ τὸ παραδεχθῶ αὐτό. Ἀλλὰ τὰ τελευταῖα χρόνια συνέβη ἐπανειλημμένως νὰ ἐπιβληθοῦν νέοι φόροι.
§141Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ νὰ μειωθοῦν.
§142Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ νὰ μειωθοῦν, ἐὰν θέλετε, κ. Ὑπουργέ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν θὰ σᾶς κάμω στενόκαρδον ἀντιπολίτευσιν. Οὐδέποτε ἀνεφέρθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ἐνδεχόμενον ἐπιβολῆς νέας φορολογίας καὶ ὅπου σήμερον ἐπιβάλλεται νέα φορολογία τῆς τάξεως αὐτῆς περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα— καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένη— τὴν ἀγνοεῖ ὁ προϋπολογισμός. Καὶ τότε τὶ νὰ τὸν κάμω αὐτὸν τὸν προϋπολογισμόν;
§143Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Πῶς τὴν ἀγνοεῖ, ὅταν ὁ εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν Ὑπουργὸς ἀναφέρεται ρητῶς εἰς αὐτήν; Προκειμένου νὰ ἐξιστορήσῃ τὴν θέσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ νέου ἔτους ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ὑπόμνησιν τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων. Καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁμιλῶ καὶ περὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ διὰ τὸν προϋπολογισμὸν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ καὶ κατά.
§144Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῶν συνεπειῶν καὶ δὲν συνάγει κανένα γενικὸν οἰκονομικὸν συμπέρασμα. Προχωρῶ περαιτέρω. Τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθην προηγουμένως— φορολογικὸν νομοσχέδιον— φέρει τὸν τίτλον τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς. Καλὸν θὰ ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς δώσῃ ὡρισμένα στοιχεῖα περὶ τῆς ἀποδόσεως τῆς προσπαθείας διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Αἱ πληροφορίαι θὰ εἶναι καὶ ἐπίκαιροι, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι συνέβη νὰ ἔχῃ κατατεθῆ καὶ πρόσφατος ἐρώτησις βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος ζητεῖ συμπληρωματικὰ στοιχεῖα.
§145Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ζητεῖ κανένα συμπληρωματικὸν στοιχεῖον. Ὁ κ. βουλευτής, ζητεῖ πληροφορίας ἐπὶ ἀνακοινώσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀείμνηστος προκάτοχός μου, καταγγείλας δημοσίᾳ τὸν Μάϊον τοῦ 1957 περιπτώσεις φοροδιαφυγῆς. Ὁ ἀείμνηστος Θηβαῖος κατήγγειλε διὰ τοῦ τύπου εἰς τὰς 27.3.57, 23 ἢ 24 περιπτώσεις φοροδιαφυγῆς καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι ὅλοι οἱ φάκελλοι ἐκεῖνοι διεβιβάσθησαν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῶν κυρώσεων. Ἡ ἐρώτησις δὲν ἀποκαλύπτει φοροδιαφυγὰς τώρα, ἀλλὰ περιορίζεται εἰς τὸ νὰ ζητῇ πληροφορίας τὶ ἔγινεν ἐπὶ τῆς πρωτοβουλίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναπτύξει τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, δηλαδὴ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀείμνηστος Θηβαῖος.
§146Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶπον, ὅτι ἀποκαλύπτει περιπτώσεις φοροδιαφυγῆς. Περιπτώσεις φοροδιαφυγῆς, ἐὰν κανεὶς ἀσχοληθῇ, ἠμπορεῖ φυσικὰ νὰ ἀνακαλύψῃ καὶ νὰ εὕρῃ— καὶ περιπτώσεις μεγάλης φοροδιαφυγῆς— ἀλλὰ δὲν εἶναι πρόθεσίς μου αὐτὴν τὴν στιγμήν. Περιπτώσεις φοροδιαφυγῆς ἠμπορεῖ νὰ ἐμφανίζωνται πάντοτε. Τὸ πρόβλημα εἶναι ἄλλο. Ἐὰν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐβοήθησαν εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς πρῶτον, καὶ δεύτερον, ὅπου ἔχει ἤδη ἀποκαλυφθῆ καὶ εἶναι βεβαία ἡ περίπτωσις τῆς φοροδιαφυγῆς τὶ ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ὑποθέτω, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀξίαν εἰς τὴν ἀπάντησιν θὰ ἔχῃ νὰ μᾶς εἴπητε αὐταὶ αἱ περιπτώσεις περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀείμνηστος Θηβαῖος πῶς ἀντιμετωπίσθησαν ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ποῖα μέτρα κυρώσεων ἐλήφθησαν.
§147Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς τρία διάφορα σημεῖα τῶν ἀνακοινώσεών μου ἔχω κάμει λόγον περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διώξεως τῆς φοροδιαφυγῆς. Καὶ εἰς τὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καταχωρηθῆ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς παρέχονται στοιχεῖα περὶ τῆς ἐξελίξεως τοῦ φορολογουμένου εἰσοδήματος κατ’ ἔτος. Καὶ ἐξ αὐτῶν προκύπτει ἄνοδος τοῦ φορολογητέου εἰσοδήματος, ἡ ὁποία δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν αὔξησιν μόνον τοῦ φορολογητέου εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ μέτρα διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς.
§148Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καὶ χωρὶς νὰ λεχθοῦν ὅλαι αἱ περιπτώσεις.
§149Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅλων τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἶχε καταγγείλει δημοσίᾳ ὁ προκάτοχός μου, ἐχώρησεν ἀπὸ τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἡ ἐπιβολὴ τῶν νομίμων κυρώσεων. Ὁ προκάτοχός μου εἶχε δηλώσει, ὅτι ἐσκόπει τὴν εἰσαγωγὴν νέου νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξῄρτα ἀπὸ τὴν ὑποτροπὴν τῆς παρατάσεως, τὴν ποινικὴν δίωξιν τῶν ὑποπιπτόντων εἰς τὴν παράβασιν τοῦ κώδικος περὶ φορολογικῶν στοιχείων ἢ παραβιαζόντων τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν συνέχειαν τὴν ποινικὴν κύρωσιν. Ἡ ἀντίληψις αὐτὴ δὲν ἐπεκράτησεν τελικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅπως θὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τὸν παρελθόντα Μάϊον τοῦ τρέχοντος, ἐνέμεινεν εἰς τὴν ἀρχικὴν γραμμὴν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας. Κατ’ αὑτὴν παραβάσεις βαρεῖαι, τελεσθεῖσαι ἐκ δόλου καὶ συνεπαγόμεναι τὴν ἀπόκρυψιν φορολογητέου εἰσοδήματος ἢ παραβάσεις οἱασδήποτε σημαντικῆς ὑποχρεώσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἄσκησιν ποινικῆς διώξεως. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ πάσης σχετικῆς παραβάσεως συνεπαγομένης ποινικὴν κύρωσιν ἔχει παράσχει ὁδηγίας ἀσκήσεως ποινικῆς διώξεως, ἔστω καὶ ἂν διὰ πρώτην φορὰν γίνεται ἡ παράβασις. Ἀντιμετωπίσαμεν δύο δυσχερείας εἰς τὴν ποινικὴν δίωξιν. Ἡ μία ὀφείλεται εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ποινικοῦ κώδικος, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ παραγραφῆς τοῦ ἀδικήματος, διωκομένου κατ’ ἔγκλησιν μετὰ πάροδον τριῶν μηνῶν. Καὶ λέγει ἡ νομοθεσία ἡ φορολογική, ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτὰ διώκονται κατ’ ἔγκλησιν τοῦ ἁρμοδίου ἐφόρου. Καὶ ἐθεωρήθη ἀπὸ τὰ ποινικὰ δικαστήρια καὶ ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν ἢ τῆς Θεσσαλονίκης, δὲν εἶμαι πρόχειρος αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη καθιέρου δίωξιν κατ’ ἔγκλησιν τοῦ ἀδικήματος καὶ κατὰ συνέπειαν μετὰ τρίμηνον ἐπήρχετο ἡ παραγραφή. Καὶ εἶναι φανερόν, ὅτι μέσα εἰς τρεῖς μῆνας δὲν καθίστατο δυνατὴ ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ ὑποβολὴ μηνύσεως διὰ νὰ διακοπῇ ἡ παραγραφή. Ἐζητήθη ἀναίρεσις τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος συνεφώνησε μὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀδικήματος διωκομένου κατ’ ἔγκλησιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀδικήματος διωκομένου αὐτεπαγγέλτως, πάντοτε ὅμως κατόπιν αἰτήσεως τῆς ἁρμοδίας οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἐσώθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τό θέμα καὶ ἐκρίθη ἀμετακλήτως ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀπόφασίς του θὰ ἀποτελέσῃ ὁδηγὸν καὶ τῶν ἄλλων δικαστηρίων διὰ πᾶσαν παρομοίαν περίπτωσιν καὶ οὕτω καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ τριμήνου θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἔγερσις τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς χωρὶς κίνδυνον παραγραφῆς τοῦ ποινικοῦ ἀδικήματος. Ἀντιμετωπίσαμεν, ἐπίσης, καθυστέρησιν ἀπέναντι τοῦ ποινικοῦ αὐτοῦ ἀδικήματος. Καὶ ὁμιλῶν αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρεκάλεσεν δι’ ἐγγράφου του τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαιοῦντα μέτρα διὰ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῶν φορολογικῶν διατάξεων περὶ ἐπιβολῆς ποινικῶν κυρώσεων κατὰ τῶν παραβατῶν. Ἐν συνεχεία δὲ ἐζητήθη ἀπὸ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἡ ὀργάνωσις εἰδικοῦ τμήματος παρακολουθήσεως τῶν ποινικῶν δικῶν διὰ παράβασιν τῶν φορολογικῶν νόμων.
§150Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καλὰ εἶναι ὅσα προηγουμένως ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ θέμα ἐσώθη νομικῶς, ὅπως μᾶς εἶπε μὲ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀπομένει νὰ ἐρευνηθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ πρόθεσις ποινικῆς διώξεως καὶ πότε ἠσκήθη ποινικὴ δίωξις ἐναντίον τῶν φοροκλεπτῶν.
§151Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας εὑρίσκομαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, σᾶς εἶπον, ὅτι ἠσκήθησαν ποινικαὶ διώξεις.
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ ἀποτελέσματα;
§153Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὰ ἀποτελέσματα θὰ σᾶς τὰ δώσουν τὰ δικαστήρια.
§154Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔχετε μίαν συγκεκριμένην ἐρώτησιν, ἡ ὁποία ἀναφέρει πολλὰς δεκάδας περιπτώσεων. Εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω καὶ ἀναμένω καὶ δὲν θέλω νὰ προχωρήσω ἀπόψε εἰς πόσας ἀπὸ τὰς περιπτώσεις διαφυγῆς, τὰς ὁποίας ἤδη ὁ προκάτοχος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν, δημοσίᾳ ἀνεκοίνωσε καὶ ἐστιγμάτισεν, εἶμαι περίεργος νὰ ἀκούσω διὰ πόσας ἐξ αὐτῶν ἠσκήθη ποινικὴ δίωξις.
§155Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶπον, ὅτι ὁ προκάτοχός μου δὲν ἤσκησε ποινικὰς διώξεις, διότι εἶχε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ὑποτροπὴ εἰς τὴν παράβασιν διὰ νὰ ἀσκηθῇ ποινικὴ δίωξις, εἶχε δὲ ἑτοιμάσει, ὡς περιλαμβάνεται εἰς τὰς δηλώσεις του, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὴν 27ην Μαρτίου 1957, καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθιέρωνε τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ δὲν ἐπεκράτησε κατόπιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἤδη ἀσκοῦνται ποινικαὶ διώξεις.
§156Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναδρομικῶς ἠδύνατο... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§157Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δυσχέρεια θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς παραγραφῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. ὑπουργός. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψῃ τοιαύτη δυσχέρεια. Ἀλλά, πρῶτον, ὁ Ἄρειος Πάγος ἔλυσε τὸ θέμα, ὡς ἠκούσατε, καὶ κατὰ συνέπειαν, ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχων διάφορον ἀντίληψιν περὶ ποινικῆς διώξεως τῶν φοροφυγάδων, ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ ποινικὰς διώξεις ἐκεῖ, ὅπου ὁ μακαρίτης Χ. Θηβαῖος δὲν ἤσκησε.
§158Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς αὐτὸ ὁ νόμος εἶναι μεταγενέστερος.
§159Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι μεταγενέστερος ὁ ποινικὸς νόμος. Ὅταν δὲν γνωρίζετε τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν, μὴ μὲ διακόπτετε. Ποινικὸν εἶναι τὸ ἀδίκημα ἔκτοτε καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ ποινικὴ δίωξις. Ἐγὼ τὸ εἶπον καὶ τότε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ θὰ τὸ ξαναπῶ καὶ τώρα ὡς γενικὴν παρατήρησιν διὰ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα περὶ φοροδιαφυγῆς, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐξήγγειλε καὶ τὰ ὁποῖα εἰς οὐδὲν ἀπέδωσαν, πέραν τοῦ ὅτι ἀπέδωσαν ὡρισμένα πρόσθετα ἔσοδα μὲ τὰ στρογγυλεύματα εἰς τὸν Κρατικὸν προϋπολογισμόν, δὲν πρόκειται εἰς τίποτε νὰ ἀποδώσουν, ἐὰν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ἀπρόσωπον, δὲν ὁμιλῶ συγκεκριμένως, δὲν δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶναι ἀποφασισμένον νὰ πατάξῃ ἀμειλίκτως τοὺς μεγάλους φοροφυγάδας καὶ αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν, λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔδωσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Κωνσταντίνου Καραμανλῆ καὶ εἶμαι ἕτοιμος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι δὲν θέλω, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ, νὰ διεξάγω τὴν συζήτησιν αὐτήν, ὅταν θὰ θελήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μετὰ τὰς διακοπὰς τοῦ νέου ἔτους, νὰ τὴν συζητήσωμεν. Δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον, διότι θέλω νὰ τερματίσω τὰς γενικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§160Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον θὰ δώσῃ τὰ στοιχεῖα.
§161Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως, θὰ ἀναμείνωμεν τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ καὶ προτοῦ λάβωμεν τὰ στοιχεῖα, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τὶ ἔγινε καὶ τὶ ἄνεμος πνέει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ συζητήσωμεν μετὰ τὰ στοιχεῖα. Πέραν τούτου, ἓν ἄλλο θέμα βασικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ὁ συζητούμενος προϋπολογισμός, εἶναι τὸ πρόβλημα τῶν ἐπενδύσεων. Ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὸν περασμένον χρόνον καὶ εἰς τὸν ἐφετεινόν, ἐξήγγειλεν ἕνα μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων ἐπενδύσεων, τὸ ὁποῖον κατὰ ἕνα μεγάλο ποσοστὸν ἐπραγματοποίησε. Νομίζω, ὅτι δύο παρατηρήσεις, ἐν προκειμένῳ, ἔχουν τὴν θέσιν των. Πρῶτον, ἡ πραγματοποίησις τοῦ προγράμματος. Ἀπὸ ἀπόψεως δυνατοτήτων τεχνικῶν καὶ ὀργανωτικῶν, ἀναμφισβητήτως ὑπελείφθη, ἐν συγκρίσει μὲ τὰς οἰκονομικὰς δυνατότητας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ χώρα. Ἠκούσαμεν, ὅτι ὁ τομεὺς ὁ τεχνικὸς τελεῖ ὑπὸ τὴν προσωπικὴν καθοδήγησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἀμφιβάλλομεν, ὅτι πράττει ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Καραμανλῆς. Πάντως, βέβαιον εἶναι, ὅτι ἀπόδοσις δὲν ὑπῆρξε— δὲν κρίνομεν μὲ οὐδένα ἀπόλυτον μέτρον καὶ κριτήριον— ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξεν ἀνάλογος πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνατότητας τῆς χώρας καὶ οὕτω εἴχομεν καὶ καθυστέρησιν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος ἐπενδύσεων καὶ ὅπερ καὶ τὸ χειρότερον ἄνισον καὶ ἐπιζήμιον διὰ τὸ σύνολον τῆς οἰκονομίας στροφὴν τῶν ἐπενδύσεων πρὸς τομεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ἀπόλυτον προτεραιότητα, ἴσως καὶ καθόλου προτεραιότητα, τομεῖς, ὅμως, οἱ ὁποῖοι καθίστων εὐκολώτερον τὴν διάθεσιν χρημάτων, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλους τομεῖς, λόγῳ τεχνικῶν ἀδυναμιῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπορροφηθοῦν. Ἡ δευτέρα παρατήρησις εἶναι, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἐπενδύσεων γενικώτερον, τοὐλάχιστον εἰς πολλὰς περιπτώσεις πρέπει νὰ γίνεται μετὰ προσοχῆς ἡ χρῆσις τοῦ δανεισμοῦ, τοῦ γενικωτέρου δανεισμοῦ, ἐσωτερικοῦ ἢ ἐξωτερικοῦ. Βεβαίως, ὅπου ὑπάρχει πλῆρες πρόγραμμα, μελετημένον καὶ σωστόν, ὁ δανεισμὸς ἀποτελεῖ μέσον πρόσφορον, κατὰ ἕνα ποσοστὸν πάντοτε, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἐπενδύσεων, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν παραγωγικῶν ἔργων. Ὅταν ὅμως συμβαίνῃ, ὅπως δυστυχῶς, συμβαίνει κατὰ μεγάλον ποσοστὸν εἰς τὴν χώραν μας, τὰ πράγματα νὰ εἶναι πρόχειρα καὶ βιαστικὰ καὶ ἡ στροφὴ πρὸς τὰς ἐπενδύσεις νὰ γίνεται συχνότατα μὲ κριτήρια τὴν εὐκολίαν διαθέσεως τῶν πιστώσεων διὰ νὰ ἐμφανίσωμεν μεγάλα ποσὰ εἰς τὸ τέλος, κινδυνεύει συχνὰ ἡ ὁδὸς τοῦ δανεισμοῦ νὰ ἀποδειχθῇ μὲ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου ἐπικίνδυνος. Αὐτὰς τὰς δύο βασικὰς παρατηρήσεις, ἤθελον νὰ κάμω ὡς πρὸς τὸν τομέα τῶν ἐπενδύσεων καὶ νὰ εἰσέλθω διὰ νὰ τερματίσω εἰς τὸ θέμα τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν τιμητικήν του ἀπόψε, τὸ θέμα τῶν τιμῶν. Βεβαίως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῶν τιμῶν ὀρθῶς ἐθίγη ἀπὸ τὸν κ. Μαῦρον, διότι ἄνευ σταθερότητος τῶν τιμῶν, ἄνευ νομισματικῆς σταθερότητος, προϋπολογισμὸς δὲν ὑπάρχει. Ὅλα τὰ μεγέθη τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐξαρτῶνται ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει ἀπὸ τὸν τιμάριθμον. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ὑπέστη, ἂν θέλετε, κατὰ τὸν παρελθόντα Νοέμβριον— διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἐπιεικεστέραν φράσιν— ἕνα ἀτύχημα, τῆς ξέφυγαν αἱ τιμαί. Συμβαίνει ἐνίοτε καὶ ὑπὸ τὸ καθεστὼς τοῦ Κων)νου Καραμανλῆ, νὰ φεύγουν αἱ τιμαί. Τὶ νὰ κάμωμεν; Τὸ ὅτι ἔφυγαν αἱ τιμαί, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ, οὔτε ἀπὸ τοὺς ἀριθμούς, οὔτε πρὸ παντός, ἀπὸ τὴν κοινὴν πεποίθησιν. Διὰ τὶς νοικοκυρὲς ὡμίλησαν ἐδῶ μέσα καὶ ἀπὸ πλευρᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ πλευρᾶς βουλευτῶν. Οἱ νοικοκυρές, γνωρίζουν καλύτερον ἀπὸ σᾶς καὶ ἀπὸ ἐμέ, ἐὰν ἀκρίβηνεν ἡ ζωή. Νομίζω, ὅτι μεταβάλλεται εἰς θέμα ἐπιθεωρήσεως ἡ ἐμμονὴ τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι ἔχομεν σταθερότητα τῶν τιμῶν, ὅταν ἡ κἄθε νοικοκυρὰ γνωρίζει, ὅτι περίπου τὸ κιλὸν ἔγινεν ἰσότιμον πρὸς τὴν ὀκᾶν καὶ ὅταν αἱ τελευταῖαι αὐξήσεις τῶν ἡμερῶν αὐτῶν, αἱ πρόσφατοι αὐξήσεις εἶναι δεδομέναι καὶ ἐπιβεβαιωμέναι καὶ ἀπὸ τοὺς ἐπισήμους τιμαρίθμους τοῦ Κράτους καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι ἄλλως τε, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν εἶναι ἀπολύτως χαρακτηριστικοί, δὲν ἀποδίδουν ἀπολύτως τὴν πραγματικότητα. Ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν, τὸ τελευταῖον δίμηνον, εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα κοινωνικὴν διαταραχήν. Ἡ Γενικὴ Συνομοσπονδία Ἐργατῶν Ἑλλάδος, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς διακειμένη ἐχθρικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἢ ὡς ὑπονομεύουσα τὸ Κράτος καὶ ἀπολύτου καὶ ἐγνωσμένης ἐθνικοφροσύνης, ἔκαμεν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν ὁποίαν εἶπεν, ὅτι ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου ἐξεμηδενίσθησαν αἱ πενιχραὶ αὐξήσεις τῶν ἐργαζομένων καὶ προέβαλε τὸ αἴτημα τῆς νέας αὐξήσεως. Ὁ προϋπολογισμός, ὡς τὸν ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀναφέρει τίποτε περὶ αὐξήσεως. Πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι οἱ μισθοὶ ἐν Ἑλλάδι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ 1961 καθηλώθησαν. Ἐφ’ ὅσον αἱ τιμαὶ δὲν κατέστη δυνατόν, οὐχὶ ἁπλῶς νὰ συγκρατηθοῦν, ἀλλὰ νὰ ἐπανέλθουν πίσω εἰς τὰ παλαιά των ἐπίπεδα, νομίζω, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ἀντίκτυποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑπάρξουν, θὰ εἶναι ἀδιαμφισβητήτως γενικώτεροι. Τώρα, κύριοι συνάδελφοι, τὶ προεκάλεσε τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν; Τὶ προεκάλεσεν αὐτὴν τὴν ἀστάθειαν, τὴν ἀνατιμητικὴν τάσιν, ἡ ὁποία αὐτὸν τὸν καιρὸν εἶναι ἔκδηλος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ἐπεκαλέσθη δύο πράγματα. Ἐπεκαλέσθη τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται περὶ τῆς διεθνοῦς τιμῆς τοῦ δολλαρίου ἀναφορικῶς πρὸς τὸν χρόνον καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν τιμὴν τοῦ λαδιοῦ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ἀτυχῆ, ἀτυχέστατα καὶ τὰ δύο παραδείγματα. Πρῶτον ὡς πρὸς τὸ δολλάριον. Συμβαίνει ὄντως, νὰ γίνεται λόγος περὶ δολλαρίου τοὺς τελευταίους μῆνας καὶ νὰ συζητῆται διεθνῶς ἐὰν πρόκειται ἢ δὲν πρόκειται νὰ ὑποτιμηθῇ τὸ δολλάριον ἔναντι τοῦ χρυσοῦ. Ἀλλὰ ἐὰν αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἀναλόγους ἐπιπτώσεις παγκοσμίως, εἰς παγκόσμιον κλίμακα, ἀφοῦ τὸ δολλάριον ἀποτελεῖ περίπου τὴν βάσιν τῶν νομισματικῶν συστημάτων ὅλου τοῦ ἐλευθέρου κόσμου; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς ὅλον τὸν κόσμον νὰ ἔχωμεν σταθερότητα τιμῶν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰς τελευταίας ἑβδομάδας νὰ ἔχωμεν ἕνα τρελλὸ σχεδὸν ἀνέβασμα τῶν τιμῶν καὶ μίαν κατάστασιν ἡ ὁποία ἐκφεύγει ἀπὸ τὸν ἔλεγχον. Ἔναντι τοῦ λαδιοῦ, ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία ὄντως ἔχει μίαν ηὐξημένην εὐαισθησίαν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ βαρύτερον ἀτύχημα διὰ μίαν Κυβέρνησιν εἶναι νὰ τῆς ξεφύγῃ ὁ ἔλεγχος τῆς τιμῆς τοῦ λαδιοῦ. Ἀκριβῶς, δι’ αὐτὸ διερωτᾶται κανείς, διατὶ ἄφησε καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ τῆς ξεφύγῃ ἡ τιμὴ τοῦ λαδιοῦ; Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν εὐθύνην τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διὰ μακρῶν μᾶς ἀνέπτυξε τὴν πολιτικήν του. Ὁμολογῶ, ὅτι παρ’ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν δὲν ἠμπόρεσα νὰ εὕρω βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ στηρίξῃ τὴν ἀκολουθηθεῖσαν πολιτικὴν διὰ τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ εὐθύνη πρέπει νὰ πέσῃ εἰς τοὺς ἰδικούς του ὤμους ἢ νὰ θεωρηθῇ γενικώτερον ὡς θέμα Κυβερνητικῆς εὐθύνης. Τὸ θέμα τοῦ λαδιοῦ ἔχομεν κουρασθῆ ἡμεῖς οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν νὰ τὸ ἀναπτύσσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν. Ἔχομεν κουρασθῆ νὰ ζητοῦμεν διὰ λογαριασμὸν τῶν ἀτυχῶν ἐλαιοπαραγωγῶν τῆς Ἑλλάδος τὴν ρυθμιστικὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους. Καὶ ἔχει μαλλιάσει ἡ γλῶσσα μας νὰ ὑποστηρίζωμεν, ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξασφαλίζομεν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς καταναλώσεως, διότι ἠμπορεῖ τὸ Κράτος διὰ τῆς μεθόδου τῆς συγκεντρώσεως καὶ τῶν ἀποθεμάτων νὰ κοντρολάρῃ πρὸς ὄφελος τοῦ συνόλου, τὰς τιμὰς τοῦ ἐλαιολάδου. Ἐνθυμεῖσθε ὅλοι σας, πόσας προσπαθείας ἔχουν κάμει οἱ βουλευταὶ τῶν ἐλαιοπαραγωγικῶν διαμερισμάτων, ἀσχέτως πολιτικῆς τοποθετήσεως διὰ νὰ ἀναπτύξουν εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις αὐτὴν τὴν θεωρίαν ἐπὶ 15 ἔτη. Ὅταν τὸ λάδι πηγαίνῃ πρὸς τὰ κάτω, ὅταν ἐξαθλιώνεται ὁ πτωχὸς παραγωγὸς τῆς Κερκύρας, τῆς Ζακύνμου, τῆς Κρήτης, ὅταν πουλάῃ τὸ λάδι του εἰς τὸν κερδοσκόπον τὴν ὥραν τῆς παραγωγῆς μὲ 11 δραχμὰς τὸ κιλὸ ἢ προπωλεῖ ἀκόμη φθηνότερον, τὸ κράτος τῶν Ἀθηνῶν δὲν συγκινεῖται. Διὰ τὸν κ. Χρυσανθόπουλον καὶ τοὺς κ. συναδέλφους του, ὅλα πᾶνε καλά. Πρέπει νὰ πῇ κανείς, ὅτι σχεδὸν μὲ χαιρεκακίαν οἱ ἐλαιοπαραγωγοὶ τῆς Ἑλλάδος βλέπουν τὸ πάθημα τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ διαφύγῃ τὸν ἔλεγχον, διότι συγκινεῖται ἡ Ἀθήνα, ὅταν βλέπῃ νὰ τῆς ξεφεύγουν αἱ τιμαὶ τοῦ λαδιοῦ καὶ κατ’ ἀντανάκλασιν τῶν ἄλλων εἰδῶν. Καὶ ὅμως αὐτὸ ποὺ ὤφειλε νὰ πράξῃ ἦτο ἁπλούστατον. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀπόθεμα περίπου 10.000 τόννων ἐλαιολάδου. Θὰ ὁμιλήσω μὲ στρογγυλοὺς ἀριθμούς. Εἶχε 10.000 τόννους ἀποθέματα λαδιοῦ πρὸ τῆς παραγωγῆς 1959–60. Ἡ παραγωγὴ ἀνεμένετο μεγάλη. Ἦταν ἔτος λαδιᾶς ὅπως λέγεται καὶ ἑπομένως ἠμποροῦσε νὰ φθάσῃ ἀπὸ 140–170 χιλ. τόννους ἡ παραγωγή. Ἡ Κυβέρνησις ἔναντι τῶν ἀποθεμάτων τῶν 10.000 τόννων εἶχε ἀποθεματικοὺς χώρους δι’ 25.000 τόννους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἀνέφερεν εἰς ἐπιστολήν του εἰς τὸν Τύπον, ὅτι ὁ ἀποθηκευτικὸς χῶρος ἦτο 10.000 τόννων. Σήμερον ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπῆρχαν ἄλλοι 10.000 τόννοι, ἀλλὰ ἦσαν οἱ τόννοι αὐτοὶ ἰδιωτικοί. Διατὶ εἶναι ἰδιωτικαὶ ἀποθῆκαι τῶν συνεταιρισμῶν καὶ τῆς ΑΤΕ θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ ὁ ἴδιος. Πάντως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχε 10.000 τόννους ἀπόθεμα, εἶχε καὶ ἀποθηκευτικοὺς χώρους δι’ ἄλλους 10–15 χιλιάδας τόννους καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ συγκεντρώσῃ νέον ἀπόθεμα περισσότερον τῶν 10.000 τόννων. Ἠδύνατο, ἐπίσης νὰ πωλήσῃ τοὺς 10.000 τόννους καὶ νὰ τοὺς ἀναπληρώσῃ ἀπὸ τὴν νέαν ἐσοδείαν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν ἐξελιπάρουν ὅλοι οἱ βουλευταὶ καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ στηρίξῃ ἔτσι καὶ τὰς τιμάς. Χρόνια τώρα γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις. Τοῦ ἐλέγομεν, ὅτι τὸ λάδι εἰς τὴν Κρήτην καὶ ἀλλοῦ ἦτο ἀζήτητον καὶ ὅτι δίδοντας μίαν δραχμὴν ἐπὶ πλέον ἠμποροῦσε νὰ πάρῃ ὅσο λάδι ἤθελεν. Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τὸν ἠνώχλει ἡ μία δραχμὴ ἐπὶ πλέον. Σήμερον ὅμως, δὲν τὸν ἐνοχλεῖ ἡ αὔξησις τῶν 10 δραχμῶν. Καὶ ἔτσι ἀπὸ ἀφροσύνην ἐπωλήθη τὸ ἀπόθεμα καὶ δὲν ἀντικατεστάθη καὶ ὅταν ἕνα ἀπρόοπτον γεγονὸς συνέβη ἐφέτος, ὄχι βεβαίως τόσον μέγα, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐλέγξῃ τὰς τιμὰς τοῦ λαδιοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ ἀπρόοπτον γεγονός. Εἶναι ἡ ξηρασία τῶν τελευταίων μηνῶν. Ἡ ἐφετεινὴ χρονιὰ δὲν εἶναι χρονιὰ λαδιᾶς. Τὸ γνωρίζουν τοῦτο ὅλοι. Καὶ ὅταν δὲν εἶναι χρονιὰ λαδιᾶς, δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ προσδιορίσῃ τὸ ὕψος τῆς παραγωγῆς λαδιοῦ, ἡ ὁποία πάντως κυμαίνεται εἰς χαμηλὰ ἐπίπεδα, ἀναλόγως τῶν καιρικῶν συνθηκῶν. Μὲ τὸ ἀπρόοπτον αὐτὸ γεγονός, λοιπόν, ἡ παραγωγὴ ἔπεσε χαμηλότερα ἀπ’ ὅ,τι ἀνεμένετο. Ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀνέτοιμος, ἄοπλος, εἶχε πουλήσει τὰ ἀποθέματά της εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς ἐξευτελιστικὰς τιμὰς καὶ κατεπειγόντως καὶ ἠναγκάσθη ἄρον–ἄρον νὰ ζητήσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ἐλαιολάδου, καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης βιαστικὰ καὶ ἐσπευσμένα. Εἰσάγει τὸ λάδι, δηλαδὴ ἔρχεται τὸ λάδι, τὸ ὁποῖον θὰ πουλήσῃ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ μόλις ἀρχίζει νὰ νομίζῃ, ὅτι μὲ τὸ ἀπόθεμα ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι μικρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ξεπούλησε, ἀρχίζει νὰ νομίζῃ, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐλέγχῃ τὰς τιμάς. Ἐνθυμεῖται, ὅτι ὁ παραγωγὸς δὲν πρέπει νὰ πάρῃ ὑψηλὴ τιμὴ καὶ ἀγωνίζεται νὰ συμπιέσῃ τὰς τιμὰς τοῦ ἐλαιολάδου. Αὐτὴ ἡ τακτικὴ ἀξίζει γιὰ ὀπερέττα. Εἶναι κωμικὴ πολιτική, ὡς πολιτικὴ κράτους. Τὸ κράτος πρέπει νὰ ξεκαθαρίσῃ ποίαν τιμὴν λαδιοῦ νομίζει εὔλογον καὶ δικαίαν, τόσον διὰ τὴν κατανάλωσιν, ὅσον καὶ διὰ τὸν ἐλαιοπαραγωγὸν καὶ νὰ συγκρατήσῃ τὴν τιμὴν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους, χωρὶς διακυμάνσεις. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ πολιτική μας πάντοτε. Καὶ ἐὰν σήμερον τὸ Κράτος εὑρίσκετο μὲ ἐλαιοδεξαμενὰς καὶ μὲ ἀποθηκευτικοὺς χώρους δι’ ἐλαιόλαδον τῆς τάξεως τῶν 20.000 τόννων, αὐτὸ εἶναι ἔργον ἰδικόν μας, ἰδικῶν μας προβλέψεων καὶ φροντίδων. Οὕτω τὸ Κράτος ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ κρατήσῃ ρυθμιστικῶς μὲ τὸ ἀπόθεμά του τὰς τιμάς, δεδομένου μάλιστα, ὅτι δὲν ὑπάρχουν νομισματικὲς δυσκολίες. Ἀπὸ τὴν περιπέτειαν δὲ αὐτὴν ὀφείλει νὰ προκύψῃ ὡς δίδαγμα, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐπὶ τοῦ λαδιοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ εἶναι σώφρων καὶ ἔγκαιρος καὶ νὰ διασφαλίζῃ τὰ συμφέροντα καὶ τῶν παραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν καταναλωτῶν καὶ ὅτι πρέπει τὸ λάδι νὰ παύσῃ νὰ εἶναι ὄργανον ἀσκήσεως κερδοσκοπίας, ὄχι τόσον ἀπὸ τὸ ἐπίσημον ἐλαιοεμπόριον, ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς ἀπιθάνους μεσάζοντας, οἱ ὁποῖοι παρεμβάλλονται εἰς τὴν διακίνησίν του ἀπὸ τὸν παραγωγὸν μέχρι τοῦ καταναλωτοῦ. Τώρα ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς ἄπειρα πράγματα νὰ συζητήσῃ, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι θέμα τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν, ἐλπίζω, ὅτι θὰ συζητήσῃ, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ νὰ τὴν προτάξῃ καὶ θὰ ἤθελα ἐπὶ τούτου μίαν δήλωσιν τῶν παρισταμένων κ. Ὑπουργῶν. Βεβαίως, ὅταν ἐξαφνικὰ ἐξέφυγαν αἱ τιμαί, ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ὅπως–ὅπως νὰ ἀγοράσῃ λάδι, ἔγιναν κατεπειγόντως οἱ διαγωνισμοὶ ἀγορᾶς. Βεβαίως, μέσα εἰς πέντε, ἕξ ἢ ἑπτὰ ἡμέρας δὲν ὑπάρχει ἡ δυνατότης νὰ εἰδοποιηθοῦν ἐγκαίρως ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι καὶ νὰ ἀποδώσῃ αὐτὸς ὁ διαγωνισμός. Βεβαίως ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς δὲν εἶναι περίεργον, ὅτι ἡ Μποῦνγκε, ἡ ὁποία ἔχει ἰδιαιτέρους δεσμοὺς μὲ τὴν Ἑλλάδα, εἰδοποιήθη, ἴσως, ἐγκαιρότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ὥστε νὰ πάρῃ, ὄχι τὸ ἥμισυ, ἀλλὰ τὸ 95% τῆς εἰσαγομένης ποσότητος, διότι Μποῦνγκε εἶναι ὁ κ. Ἄσεο, ὁ ὁποῖος εἶναι παλαιὸς διευθυντής της καὶ ὡς γνωρίζουν οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὰ θέματα αὐτά, διὰ λογαριασμὸν τῆς Μποῦνγκε ἢ συνεργαζόμενος πάντως μαζί της ἔκαμε τὴν προσφοράν. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς αὐτά, διότι ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὰ συζητήσω ἐν καιρῷ, ἐκεῖνο ποὺ εἶναι βέβαιον εἶναι, ὅτι αἱ τιμαὶ ἐξέφυγαν, ὅτι δὲν πταίει εἰς αὐτὸ τὸ δολλάριον, ὅτι δὲν πταίει τὸ λάδι τὸ ἀτυχές, πταίουν τὰ σφάλματα τῆς Κυβερνήσεως, πταίει ἡ ἔλλειψις προβλέψεως, πταίει τὸ ὅτι δὲν ἔχει μίαν πολιτικὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν νὰ ἀκολουθῇ μετὰ συνεπείας. Καὶ ὄντως σήμερον χωρὶς νὰ ἔχωμεν καμμίαν διάθεσιν νὰ ὑπονομεύσωμεν τὸ οἰκονομικὸν καθεστώς, ὅπως τόσον εὔκολα καὶ ὁ γλυκύτατος κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως συνηθίζουν νὰ λέγουν, ἀνησυχοῦμεν. Τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα, πονοῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐξ ἴσου τοὐλάχιστον, ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ἐνδείκνυται νὰ βλέπῃ κανεὶς κατὰ πρόσωπον τὴν πραγματικότητα. Μόνον δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ὅλα τὰ ἐλεύθερα Κράτη τοῦ κόσμου θεωρεῖται ἔγκλημα νὰ συζητῇ κανεὶς μίαν πραγματικότητα, ἡ ὁποία ὑπάρχει. Τὶ θέλετε, πολιτικὴν στρουθοκαμήλου νὰ ἀκολουθοῦμεν; Ὅταν ἀκριβαίνουν οἱ πατάτες εἰς τὴν Ἀγγλίαν συγκλονίζεται ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ ἐδῶ μᾶς ἐξέφυγαν πλήρως αἱ τιμαὶ καὶ μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου μένει μακάριος. Ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει, ὅτι ὑπάρχει μία γενικωτέρα οἰκονομικὴ ἀνησυχία. Δὲν ἐρωτῶμεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, οὔτε περὶ καταθέσεων, οὔτε περὶ χρυσῆς λίρας, ἀλλὰ βέβαιον εἶναι, ὅτι καὶ εἰς τοὺς τομεῖς αὐτοὺς τὰ πράγματα δὲν εἶναι τόσον καλά. Καὶ εἰς τὸν τομέα τῆς χρυσῆς λίρας καὶ εἰς τὸν τομέα τῶν καταθέσεων δικαιολογοῦνται ἀνησυχίαι. Δὲν προχωρῶ περισσότερον εἰς καμμίαν διατύπωσιν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἂς μὴ ἔρχεται, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητῇ τὰ ρέστα ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία δῆθεν τὴν ὑπονομεύει καὶ ἂς φροντίσῃ νὰ ἀποκτήσῃ ἕνα πρόγραμμα, νὰ συναγάγῃ συμπεράσματα, διότι εἶναι δυνατόν, κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, καὶ ὑπὸ τὸν κ. Κ. Καραμανλῆν νὰ τιναχθῇ εἰς τὸν ἀέρα καὶ ἡ δραχμὴ καὶ ὁ τιμάριθμος. Καλὸς καὶ ἅγιος ὁ πρωθυπουργός σας, ἀλλὰ ἡμεῖς δὲν κρίνομεν προσωπολατρικῶς, ὅπως κρίνετε σεῖς οἱ Ὑπουργοί του ἢ οἱ ὑποψήφιοι διάδοχοι Ὑπουργοί. Ἡμεῖς κρίνομεν τὰ γεγονότα βάσει τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν καὶ τοὺς ἀνθρώπους καθ’ ὃν λόγον ἀποτελοῦν γεννεσιουργὸν αἰτίαν τῶν γεγονότων. Κύριοι συνάδελφοι, ἐτερμάτισα. Ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ διατυπώσω τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας προηγουμένως ἠκούσατε. Νομίζω καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐφέτος θὰ ἀποτελέσῃ ἀφορμὴν διὰ μίαν γενικωτέραν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἤθελα νὰ συστήσω φιλικῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνδεχομένως, νὰ ἀναλάβῃ μίαν πρωτοβουλίαν διακομματικῆς συνεννοήσεως. Θὰ ἀποτελέσῃ κέρδος διὰ τὸν τόπον, ἐὰν εὑρεθῇ ἕνας τρόπος νὰ ἀποσοβηθῇ ἡ ἀδυναμία, ἡ ἀντισυνταγματικότης, ἡ ὁποία κινδυνεύει σήμερον νὰ μεταβληθῇ εἰς πάγιον καθεστώς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§163Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, διερωτῶμαι, ἐὰν ἔχωμεν τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Διότι, διηρεύνησα ὅλας τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ εἶδον, ὅτι δὲν μᾶς παρέχει, καὶ εἰδικῶς ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, τὴν εὐχέρειαν τῆς ἀνέτου ψηφίσεώς του. Τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ὁμιλεῖ περὶ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος καὶ 64 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ὁ λογαριασμὸς ποὺ κατατίθεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐγκαίρως ἢ παρακαίρως. Προϋπολογισμός, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὁ λογαριασμὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους ποὺ ψηφίζεται κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος καὶ 64 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατάξεις αὐταί, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ ψηφίσωμεν νόμον περὶ διαχειρίσεώς του, διότι αἱ δαπάναι αὗται πρέπει νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ποὺ ἐψηφίσθη νομοτύπως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ διὰ νὰ μὴ δίδωμεν τὸ κακὸ παράδειγμα εἰς τοὺς πολίτας, τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος, νομίζω, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι διάταξις θεμελιώδης, καὶ νὰ διατυπωθῇ ἄλλη διαδικασία, ταχεῖα καὶ ἄνετος, τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Σήμερον, δὲν ὑπάρχει προϋπολογισμός. Ὑπάρχει ἕνας λογαριασμός, διὰ τὸν ὁποῖον, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, παρέχει ἐξουσιοδότησιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μεταβάλῃ ἄρθρα καὶ κεφάλαια, νὰ ὑπερβαίνῃ δαπάνας, νὰ τροποποιῇ τὴν κατονομασίαν τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων κλπ. Δηλαδὴ, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, παρέχει εὐχέρειαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, αὐτὸν τὸν τυπικὸν λογαριασμὸν, τὸν ἀνασυντάσσῃ, τὸν μεταρρυθμίζῃ κατὰ τὸ δοκοῦν. Κατὰ συνέπειαν, ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, φαίνεται, ὅτι δὲν σεβόμεθα, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡμεῖς, τὴν ἔννοιαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ἀντὶ νὰ ὑποκρινώμεθα, θὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ριζικὴν ἀπόφασιν, τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος. Κατ’ οὐσίαν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αὐτὸν τὸν ἀτύπως κατατεθέντα προϋπολογισμὸν νὰ τὸν ἀναμορφώσῃ ὡς θέλει. Συζητοῦμεν σήμερον, κατ’ οὐσίαν, τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1961 καὶ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦτον, τοῦ ὁποίου τὸ περιεχόμενον δὲν γνωρίζομεν. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν σήμερον ποὺ συζητῶμεν τὸ ὕψος τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεως, τῆς παιδείας, τῆς προνοίας, τῆς ὑγιεινῆς, τῆς γεωργίας κλπ. Κατ’ ἀνάγκην, λοιπόν, προκειμένου νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, θὰ πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ χρησιμοποιήσωμεν χονδρικῶς, τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ μᾶς ἔδωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησίν του. Κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1960 ἀνῆλθον εἰς 15.040.000.000. Τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1961 προϋπολογίζονται εἰς 15 δισεκατομμύρια 946 ἑκατομμύρια (15.946.000.000), δηλαδὴ ηὐξημένα κατὰ 906 ἑκατομμύρια. Καὶ τὰ ἔσοδα αὐτὰ ἀναλύονται ὡς ἑξῆς: Ἄμεσοι φόροι 2.872.000.000, ἔμμεσοι 11.350.000.000. Τακτικὰ ἔσοδα 1.311.000.000 καὶ ἔκτακτα ἔσοδα 413.000.000. Ἔχομεν οὕτω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1961 μίαν αὔξησιν τακτικῶν ἐσόδων κατὰ 906 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα προέρχονται, κυρίως, ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων. Τὰ ἔξοδα τοῦ 1960 ἀνῆλθον εἰς 14 δισεκατομμύρια 190 ἑκατομμύρια, τὰ ἔξοδα τοῦ 1961 προϋπολογίζονται εἰς 15.246.000.000. Σημειοῦται, δηλαδὴ αὔξησις δαπανῶν κατὰ 1.056.000.000, χωρὶς ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, νὰ γνωρίσωμεν, ποῦ καὶ διὰ ποίας ἀνάγκας διατίθενται τὰ πρόσθετα ποσὰ ταῦτα. Ἐὰν εἰς τὰ ἔσοδα αὐτὰ τὰ ηὐξημένα κατὰ 906 ἑκατομμ. προσθέσωμεν καὶ τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα προκαλεῖ τὸ σχέδιον νόμου «περὶ γεωργικῶν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων», τὰ ὁποῖα ὑπολογίζονται εἰς ἓν δισεκατομμύριον ἐτησίως, βλέπομεν, ὅτι ἀπὸ πέρυσιν ἕως ἐφέτος ἡ Κυβέρνησις ηὔξησε τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων κατὰ 2 δισεκατομμύρια δραχμάς.
§164Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὑποπίπτετε εἰς σύγχυσιν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ηὔξησε τὸ βάρος. Τὰ ἔσοδα ηὐξήθησαν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλε τὴν κοινωνικὴν εἰσφορὰν καὶ τὴν ἀσφαλιστικὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων. Ἐκεῖ πρόκειται περὶ νέων πόρων. Ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ὀφείλεται εἰς νέους φόρους. Ὀφείλεται εἰς τὴν ηὐξημένην ἀπόδοσιν τῶν ὑφισταμένων πόρων, τῶν νομοθετημένων πόρων. Καὶ ὀφείλεται, ὅπως ἐξήγησα κατ’ ἐπανάληψιν, εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ μὲν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσοδήματος, εἰς τὴν τόνωσιν τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος, εἰς τὴν τόνωσιν τῶν συναλλαγῶν, τὸ δὲ εἰς τὴν δίωξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἐλαχίστη εἶναι ἡ ἀπόδοσις νέου ἐσόδου. Δὲν πρόκειται, ἑπομένως, περὶ νέας ἐπιβαρύνσεως, ἀλλὰ περὶ μεγαλυτέρας ἀποδόσεως τοῦ ὑφισταμένου βάρους.
§165Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ 1960, κ. Ὑπουργέ, ὑπεβλήθησαν νέοι φόροι καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὥστε νὰ μὴ μείνωμεν μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ αὔξησις προέρχεται μόνον ἐκ τῆς καλυτέρας ἀποδόσεως τῶν ὑφισταμένων φόρων. Ὁ προϋπολογισμὸς ζητεῖ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τὴν συντήρησίν του καὶ διὰ τακτικὰ ἔσοδα 15.946 ἑκατ. διὰ τὸ ἔτος 1961. Ἐὰν ὅμως ὑπολογίσωμεν τὰς περαιτέρω ἐπιβαρύνσεις τῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ λαοῦ, εἰς εἰσφορὰς καὶ τέλη πρὸς τοὺς Ὀργανισμοὺς τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς δύο ἑκατοντάδας περίπου, ἐὰν ὑπολογίσωμεν καὶ ὅλας τὰς ἄλλας εἰσφοράς, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπολογίζονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ τὰς ὑπολογίσωμεν χονδρικῶς εἰς 10 δισεκατ. δραχμάς, ἔχομεν μίαν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς οἰκονομίας μας ἐτησίως ἀπὸ 26 δισεκατομμύρια δραχμάς. Ἐὰν δεχθῶμεν ὡς ἀκριβὲς τὸ ποσὸν τοῦ κατὰ κεφαλὴν ἐθνικοῦ εἰσοδήματος τῶν 280 δολλαρίων κατ’ ἔτος, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι εἶναι μέσα εἰς τὴν πραγματικότητα, ἐὰν ὑπολογίσωμεν οὕτω τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα εἰς 67½ δισεκατ. δραχ., ἐξ αὐτῶν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους καὶ οἱ διάφοροι Ἀσφαλιστικοὶ Ὀργανισμοὶ ἀπορροφοῦν τὰ 26 δισεκατ. Ἔχομεν δηλαδὴ μίαν ἐπιβάρυνσιν 40% ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Διερωτῶμαι καὶ ἐρωτῶ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ μία οἰκονομία ἑνὸς τόπου πτωχοῦ, ὅταν ἔχῃ αὐτὴν τὴν βαρυτάτην ἐπιβάρυνσιν. Ὅταν τὸ 60% κατανέμεται ἀνίσως μεταξὺ τοῦ λαοῦ, ἀντιλαμβάνεσθε εἰς ποίαν οἰκονομικὴν ἀπαθλίωσιν εὑρίσκονται αἱ μεγάλαι μᾶζαι τοῦ λαοῦ. Σαράντα δισεκατ. δραχ. διὰ τὴν συντήρησιν 8.000.000 λαοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος!! Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Κύριοι βουλευταί, εἶναι καιρὸς νὰ ἀποκτήσωμεν ἐπίγνωσιν τῆς τρομερᾶς αὐτῆς πραγματικότητος. Καὶ ἀντὶ τοῦ πνεύματος τῆς πλαστῆς εὐφορίας, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ πνεῦμα τῆς πραγματικότητος, ὅτι δηλ. ὁ λαὸς ὑποφέρει καὶ ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὸν καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ λύσουν τὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα βαραίνουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὥστε οὗτος νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς πενίας εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Ὡς πρὸς τὸ πρόβλημα τῶν ἐπενδύσεων, οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ 1961, ἔχουν ὡς ἑξῆς: Ἔσοδα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ 800 ἑκατ., ἐκ τοῦ ΝΑΤΟ 900 ἑκατ., ἐκ βοηθείας καὶ πιστώσεων δραχ. 1.715 ἑκατ. Σύνολον δανείων καὶ ἐσόδων τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ δραχ. 19.361 ἑκατ. Ἔναντι αὐτῶν τῶν ἐσόδων ἔχομεν δαπάνας 21.146 ἑκατ. Ἔχομεν οὕτω ἕνα ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὀνομάζει ἄνοιγμα, 1.785 ἑκατ., τὸ ὁποῖον, κατὰ δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ καλυφθῇ ἀπὸ πᾶσαν μορφὴν δανεισμοῦ, περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων.
§166Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἔλλειμμα.
§167Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Δηλαδή, θὰ δανεισθῆτε 1.785 ἑκατ. διὰ νὰ καλύψετε αὐτὸ τὸ ἄνοιγμα. Ἡ Κυβέρνησις, ἰσχυρίζεται, διὰ νὰ καλύψῃ τὴν διαφορὰν καὶ διὰ νὰ δαπανήσῃ τὸ προβλεπόμενον ποσὸν τῶν 5 δισεκατ. δι’ ἐπενδύσεις, θὰ καταφύγῃ εἰς τὴν λαϊκὴν ἀποταμίευσιν. Εἶναι μία τακτική, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ἐτῶν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις. Συνήθισε, κατὰ ἕνα τρόπον, εἰς τὸν ἐσωτερικὸν δανεισμόν. Ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἀνεῦρον εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται σήμερον τὸ κυμαινόμενον χρέος, διὰ νὰ γνωρίσωμεν εἰς ποῖον ποσὸν θὰ φθάσῃ τοῦτο κατὰ τὸ 1961. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἀνέλθῃ τὸ κυμαινόμενον χρέος κατὰ τὸ νέον ἔτος.
§168Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὑπολογίζομεν, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θὰ διατεθοῦν μέχρι τέλους τοῦ 1960, θὰ φθάσουν εἰς ἕνα ὕψος 2.765 ἑκατομμυρίων.
§169Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Εἶναι μία χρήσιμος πληροφορία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι τὸ Κράτος σήμερον εἶναι χρεωμένον εἰς τὸ ἐσωτερικὸν μὲ 2.765 ἑκατομμύρια. Θὰ πρέπει καὶ ἡμεῖς, συνεπῶς, νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι τὸ ὅριον αὐτὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ δανεισμοῦ εὑρίσκεται εἰς ἕνα σημεῖον ἐπισφαλὲς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω. Ἐπίσης, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ ποῖον κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ πληρωθοῦν τὰ παλαιὰ χρέη τοῦ Δημοσίου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος (ἐκ πωλήσεως τοῦ σίτου, τοῦ ἐλαίου κλπ.) καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ἔχω μίαν ἀπάντησιν ἐπ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ἀνεῦρον εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τίποτε σχετικόν. Θὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ἐὰν θὰ παραμείνῃ τὸ χρέος αὐτὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἢ μήπως ὑπάρχει πρόβλεψις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1961, διὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ χρέους αὐτοῦ.
§170Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὑπεγράφησαν δύο συμβάσεις —καὶ τὸ εἶπον εἰς τὰς δηλώσεις μου— μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, διὰ τῶν ὁποίων διηυκρινίσθη ὁ τρόπος πληρωμῆς τοῦ κυμαινομένου χρέους τοῦ Δημοσίου Ταμείου πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ προβλέπεται ἔναρξις τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ 1962. Καὶ προβλέπεται ἐντὸς 14, ὑποθέτω, ἐτῶν ἡ ἐξόφλησις τοῦ χρέους πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, ἐκκρεμὴς ὑποχρέωσις, ἀλλὰ συμβατικὴ ρύθμισις τοῦ χρέους πρὸς τὴν Τράπεζαν, μὲ διακανονισμὸν τῆς πληρωμῆς. Κύριε συνάδελφε, βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει ἀπάντησις. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ συντομευθῇ ἡ συζήτησις, διότι, νομίζω, ὅτι αὐτὰ θὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§171Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι καλῶς ἔπραξα καὶ ἔθεσα τὸ ἐρώτημα ἐπὶ ἑνὸς σοβαρωτάτου σημείου, χαίρω δὲ διότι διηυκρινίσθη τὸ σημεῖον αὐτό, ὅτι τὸ χρέος πρὸς τὴν Τράπεζαν θὰ παραμείνῃ καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1961 καὶ θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐξόφλησίς του ἀπὸ τὸ ἔτος 1962. Νομίζω, ὅτι, ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ τῶν ἐκτεταμένων καὶ μεγαλοπνόων προγραμμάτων τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦνται διὰ δανείων, θὰ πρέπει νὰ καταστρώσῃ σεμνὰ προγράμματα ἐκτελούμενα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνατοτήτων αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβαίνωμεν εἰς μὴ παραγωγικὰς ἐπενδύσεις διὰ δανείων. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δὲν εἶδα διάθεσιν σημαντικῶν περιορισμῶν τῶν δαπανῶν τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν Ὑπουργείων, μολονότι εἶχε προβλεφθῆ, ὅτι θὰ ἐγένετο καὶ θὰ ἐτίθετο εἰς ἐφαρμογὴν ἡ κατάρτισις ὀρθολογικῶν Ὀργανισμῶν διὰ τὰ Ὑπουργεῖα. Φαίνεται, ὅμως, ὅτι οὐδὲν ἐγένετο καὶ προχωροῦμεν μοιραίως εἰς σπατάλας αὐξανομένας ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Θὰ πρέπει, νομίζω, τὸ Γενικὸν Λογιστήριον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ προπολεμικὸν καθεστὼς καὶ σὰν καλὸς νοικοκύρης νὰ ἀσκῇ αὐστηρὸν ἔλεγχον τῶν κρατικῶν δαπανῶν, διότι περαιτέρω πίεσις τοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν δαπανῶν αὐτῶν εἶναι ἀδύνατος, διότι οἱ Ἕλληνες φορολογούμενοι ὑπὸ τὰς σημερινὰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς συνθήκας ἔχουν φθάσει εἰς ἀπόγνωσιν. Ὡς ἐκ τούτου, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ προπολεμικὸν πνεῦμα οἰκονομικῶν. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν πρέπει νὰ κηδώμεθα οὐδεμιᾶς δαπάνης, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἄμυναν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας αὐτῆς, διότι πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἔχῃ πάντοτε τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας κατὰ πάσης ἐπιβουλῆς. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ ἄμυνα τῆς χώρας, δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ, ἔστω καὶ ἂν γίνουν περιορισμοὶ ὡρισμένων μὴ ἀπαραιτήτων δαπανῶν διοικήσεως. Μέχρι τοῦ ἔτους 1940 αἱ στρατιωτικαί μας δαπάναι ἠλέγχοντο ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὡς συνέπειαν εἶχεν ὁ ἔλεγχος αὐτός, τὴν ἐπικράτησιν ἑνὸς πνεύματος οἰκονομικῶν εἰς τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν, ὅλοι δὲ γνωρίζετε, ὅτι εἰς τὰς κρισίμους στιγμὰς καὶ ὁ Στρατὸς καὶ τὸ Ναυτικὸν καὶ ἡ Ἀεροπορία, εὑρέθησαν ἕτοιμοι νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν ἐπιτιθέμενον ἐχθρὸν καὶ νὰ τὸν κινήσουν. Ἀργότερον, ὅμως, ἀνεμίχθημεν μὲ συμμάχους στρατοὺς καὶ ἀπεκτήσαμεν τὸ πνεῦμα διαθέσεως τῶν δαπανῶν τῶν στρατῶν αὐτῶν, πνεῦμα πολυτελείας καὶ πολλάκις πνεῦμα σπατάλης. Ἡ συμμαχικὴ ὅμως αὐτὴ βοήθεια ἔπαυσε νὰ μᾶς παρέχεται τώρα καὶ συνεπῶς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ περιορίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς δαπάνας μας. Ἕνα παράδειγμα προπολεμικοῦ πνεύματος φειδοῦς εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δαπανῶν εἰς τὸν Στρατόν, εἶναι τοῦτο. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν ἐλειτούργησε μία διοικητική του ὑπηρεσία, ἀποτελουμένη ἀπὸ 8 ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς, ἡ ὁποία ἐπὶ 4 ἔτη ἠγωνίσθη νὰ διοργανώσῃ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ πολέμου καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτή, ὅταν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος ἐκινητοποίησε τὸ Βασ. Ναυτικὸν ἐγκαίρως καὶ ἀπέδωσεν ἔργον σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον. Σήμερον εἰς τὴν ἰδίαν ὑπηρεσίαν ὑπηρετοῦν 70 πρόσωπα, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἐπέκτασις τῶν προπολεμικῶν ἁρμοδιοτήτων. Ἰδού, λοιπόν, ἡ ἀνάγκη, διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν παλαιὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν διὰ τοῦ ἐλέγχου αὐτῶν ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ διοικήσωμεν τὸ Κράτος μὲ τὰ σημερινὰ ἔσοδα, χωρὶς τὴν ἀνάγκην ἐπιβολῆς νέων βαρῶν εἰς τὸν λαόν. Εἶναι συνεπῶς ἀπόλυτος ἀνάγκη τὸ πνεῦμα τῆς σπατάλης καὶ τῆς ἀμεριμνησίας νὰ ἐξαφανισθῇ καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παλαιὸν ἐπιμελημένον καθεστὼς τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲν ἀναθεωρήσωμεν τὰς ἀπόψεις μας καὶ τὴν τακτικὴν ἀντιμετωπίσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, νομίζω, ὅτι βαίνομεν εἰς τὴν κατάρρευσιν τοῦ καθεστῶτος, καὶ οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν κατάρρευσιν αὐτὴν δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐπιδιώκουν, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις, ποὺ δὲν μεριμνᾷ διὰ τὴν στερέωσίν του. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς ἐπιμελημένης διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τοῦ Κράτους θὰ ψηφίσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διότι ὁ τύπος τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ μᾶς ἀναγκάζει εἰς τοῦτο. Θεωροῦμεν ὅμως ὑποχρέωσιν νὰ κρούσωμεν τὸν κώδωνα, διὰ νὰ ἀφυπνισθῇ ἐγκαίρως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν μακαριότητα καὶ ἀμεριμνησίαν ἡ ὁποία τὴν χαρακτηρίζει. (Χειροκροτήματα).
§172Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δηλαδή, ὅτι δὲν κατετέθη 39 ἡμέρας ἐνωρίτερον.
§173Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πληροφορῶ τὸ Σῶμα, ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη κατετίθετο ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός, συμφώνως πρὸς τὰς συνταγματικὰς προθεσμίας, πάλιν δὲν θὰ καθίστατο δυνατὴ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐχὶ κυρίως λόγῳ τῆς δυσχεροῦς δικονομίας, τὴν ὁποίαν διαγράφει τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ εἰς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ ἐν συνεχείᾳ ἄρθρου 64 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἑξῆς κυρίως λόγους: Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ κατὰ τὸ 1959 ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς Προέδρου τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καθώρισα τότε γενικὸν μὲν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ὑμῶν. Τρεῖς δὲ γενικοὺς εἰσηγητὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἑτέρους ὡς εἰδικοὺς εἰσηγητὰς τῶν ἐπὶ μέρους εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι πλὴν ἐμοῦ, ὅστις συνέταξα καὶ κατέθεσα γενικὴν εἰσήγησιν, οὐδεὶς ἐκ τῶν κυρίων εἰσηγητῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατέθεσεν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν. Κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, καθώρισα 2 γενικοὺς εἰσηγητὰς καὶ 4 εἰδικοὺς εἰσηγητὰς τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν Ὑπουργείων. Ἐκ τούτων, ὁ μὲν γενικὸς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κατέθεσεν εἰσήγησιν διανεμηθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν. Οἱ εἰσηγηταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν κατέθεσαν τὴν εἰσήγησίν των. Ὁ κ. Ἠλιοῦ, μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι συνέταξε τὴν ἔκθεσίν του, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐξετυπώθη ἀκόμη. Δὲν δύναται ἑπομένως ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν συζητεῖται ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῆς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δὲν καταθέτουν τὰς εἰσηγήσεις των, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ἐν τούτοις συνταγματικὴν ἐπιταγήν, ἵνα συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μαῦρος, ἐπικρίνων γενικώτερον τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἔθιξεν ἰδιαιτέρως τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑφίσταται μεγάλον ἄνοιγμα μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ συμπιέσει τοὺς ἐμμέσους φόρους καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς ἀμέσους φόρους. Ὁμιλῶν, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ὅταν ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἰσηγούμην τὸ νέον δασμολόγιον, ἀνέπτυξα τότε, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ 19ου αἰῶνος, ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι δικαιότεροι καὶ ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀποδίδουν καὶ ὅτι οἱ ἔμμεσοι εἶναι ἄδικοι καὶ πρέπει νὰ συμπιέζωνται, ἐπληροφόρησα τὴν Βουλὴν καὶ ἀνέγνωσα σχετικὰς περικοπὰς ὑπὸ τὰ συγγράμματα τῶν διακεκριμένων Γάλλων καθηγητῶν τῶν Πανεπιστημίων AIX EN PROVENCE καὶ Παρισίων LOUIS TROTABAS καὶ DUVERGET οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι ἡ θεωρία τοῦ 19ου αἰῶνος, δὲν ἰσχύει πλέον οὔτε εἰς Γαλλίαν, οὔτε εἰς Ὁμοσπ. Γερμανίαν καὶ διαπιστώνουν μὲ ἀριθμούς, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι καλύπτουν τὰ 75% τῶν γενικῶν ἐσόδων καὶ οἱ ἄμεσοι τὰ 25%. Δὲν εὑρίσκεται καὶ ἐν τούτῳ ἐν δικαίῳ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μαῦρος. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πρίφτης, ἔχει τὸν λόγον.
§175Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπὶ τῶν κατατεθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη προϋπολογισμῶν ὑπῆρξαν βαθεῖαι διαφωνίαι ἐκ μέρους τῆς παρατάξεώς μας ὡς πρὸς τὴν κατανομὴν τῶν διαφόρων δαπανῶν, τὰς ἐπενδύσεις, ὡς πρὸς τὴν σχέσιν τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων, τὴν ἀντιμετώπισιν αἰτημάτων τῶν μισθωτῶν καὶ ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Καὶ σήμερον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1961 αἱ διαφωνίαι τῆς παρατάξεώς μας εἶναι πολὺ βαθύτεραι ἀπὸ ὅσον ὑπῆρξαν διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν προηγουμένων ἐτῶν καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὰς ἐπιβαρύνσεις ποὺ προσθέτει. Ἐν τούτοις, τοῦτο δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ θετικὸν σημεῖον: ὅτι κατετέθη μόνον 39 ἡμέρας μετὰ ἀπὸ τὴν ἀκραίαν χρονολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζει τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, χρονικὸν δηλαδὴ διάστημα ἀσήμαντον ἔναντι τῆς καθυστερήσεως καταθέσεως τῶν προϋπολογισμῶν τῶν προγενεστέρων ἐτῶν. Τὸ ἀναμφισβήτητον αὐτὸ θετικὸν σημεῖον θὰ ἀποκτήσῃ οὐσιαστικὴν σημασίαν ἂν ἐπιτευχθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ὁ κατατεθεὶς προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ σταματήσῃ αὐτὸ ποὺ γίνεται κατ’ ἔτος, δηλαδὴ εἰς τὰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων νὰ ψηφίζωμεν νομοσχέδιον περὶ δωδεκατημορίων. Τὸ θετικὸν ὅμως τοῦτο σημεῖον παραμένει ὑπὸ αἵρεσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Καὶ τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἐντὸς τοῦ πρώτου τριμήνου τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Ἡ πρακτικὴ αὕτη τοῦ σεβασμοῦ τῶν συναλλαγματικῶν ἐπιταγῶν, δι’ ἓν τῶν κυριωτέρων ἔργων τῆς Βουλῆς θὰ ἀποδείξῃ καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν διαθέσεων τῆς Κυβερνήσεως. Δηλαδή, τοῦ ἂν ἡ ἔγκαιρος ὑποβολὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς συμβολικὴ ἀλλὰ οὐσιαστική. Διετυπώθη ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ ἔγκαιρος ψήφισις τῶν προϋπολογισμῶν, λόγῳ τῆς καθυστερήσεως καταθέσεως τῶν ἐκθέσεων τῶν εἰσηγητῶν. Ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλωμεν τὴν γνώμην, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ συμφωνίας ὅλων τῶν Κομμάτων καὶ πρωτοβουλίαν τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς, νὰ συντομευθῇ ἡ διαδικασία, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῶν πρώτων τριῶν μηνῶν τοῦ 1961. Τὸ κατατεθὲν σχέδιον νόμου δὲν ἀφορᾷ περιωρισμένον χρόνον διὰ τὴν προσωρινὴν διοίκησιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καλύπτει ὁλόκληρον τὴν περίοδον τοῦ ἔτους 1961. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου, ἀποτελοῦν οὐσιαστικῶς πλήρη ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαχειρισθῇ αὐτὸ τὸ μεγάλον θέμα ἐν λευκῷ. Καὶ τοῦτο δικαιώνει τὴν ὑποψίαν, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις. Ἐὰν ὅμως δεχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δωδεκατημορίων εἰς 3 ἕως 4, τοῦτο ὄχι μόνον θὰ ἔδιδε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμός, ἀλλὰ θὰ ἀπετέλει καὶ ἐγγύησιν, ὅτι ἐπὶ τέλους ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιληφθῇ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ἔργου της. Ἐπὶ τῆς προτάσεως αὑτῆς θὰ ἐπανέλθωμεν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἤθελα νὰ ἐπεκταθῶ, ἀλλὰ ἐθίγησαν ὡρισμένα θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθουν ἀπαρατήρητα. Ἐθίγησαν τὰ θέματα τῶν τιμῶν, τῶν ἐπενδύσεων, τῶν νέων ἐπιβαρύνσεων καὶ εἰδικώτερον ὁ τρόπος ἀναζητήσεως τῶν πόρων διὰ τὰς ἀγροτικὰς ἀσφαλίσεις. Ἀκόμη, ἐπεκρίθη, καὶ πολὺ δικαίως, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ θέματα τῶν ἀποθεμάτων καὶ τῶν τιμῶν. Διότι καὶ εἰς τὰ δύο ἰδιαιτέρως αὐτὰ θέματα, δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγένετο, κατὰ περίστασιν, ὑπέρμετρος καὶ ἀλόγιστος ἐκμετάλλευσις τῶν διεθνῶν τιμῶν. Ὅταν, ἰδίᾳ οἱ ἀγρόται, ἐζήτουν δικαίαν τιμὴν διὰ τὰ προϊόντα των, ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουε ταύτην μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι αἱ διεθνεῖς τιμαὶ εἶναι χαμηλαί. Ὅταν δὲν συνέβαινεν αἱ διεθνεῖς τιμαὶ νὰ εἶναι ἀνώτεραι, τότε ἐπεκαλεῖτο τὴν ἐπίπτωσιν ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου. Ἠρνήθη νὰ προβαίνῃ εἰς ἐγκαίρους συγκεντρώσεις καὶ μὴ ἱκανοποιητικὰς τιμὰς ἀσφαλείας, ὥστε νὰ ἔχῃ ρυθμιστικὰ ἀποθέματα καὶ ἐγκαίρως νὰ παρεμβαίνῃ κατὰ πάσης κερδοσκοπικῆς ἀνατιμήσεως. Τοῦτο ἀκριβῶς, ἔγινε καὶ μὲ τὸ λάδι, ποὺ τόσην ἐπίδρασιν ἀσκεῖ ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀτερμάτιστος πολιτική, εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον, παρὰ τὰς 150.000 τόννους παραγωγὴν τοῦ 1959–60, οἱ παραγωγοὶ δὲν παρέδωσαν, παρὰ μόνον 800 τόννους λάδι καὶ εὑρέθημεν σήμερον χωρὶς τὰ ἀναγκαῖα ἀποθέματα διὰ τὴν ἐπιβαλλομένην ρυθμιστικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ γεννᾶται ἐπὶ τούτου τὸ ἐρώτημα: ἐφ’ ὅσον εἶναι δεδομένον, ὅτι ἡ ἐσωτερικὴ κατανάλωσις ἀπαιτεῖ μόνον 100 χιλ. τόννους ἐλαιολάδου, τὶ ἐγένετο τὸ περίσσευμα, ἀφοῦ οὔτε κατηναλώθη, οὔτε φαίνεται νὰ ἐξήχθη; Ὑπενθυμίζω, ὅτι, παρὰ τοὺς διατυπουμένους φόβους, ὅτι τὸ ἐλαιόλαδον χαλᾷ, τοῦτο μὲ τὸ χρυσάφι ἀποτελεῖ τὸ ἀσφαλέστερον μέσον ἀποθησαυρισμοῦ. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, τὸ Κράτος δὲν ἐφρόντισεν, ὥστε νὰ ἔχῃ τὰς ἀπαιτουμένας ποσότητας ἐλαίου διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν δέουσαν ρυθμιστικὴν πολιτικήν, ἡ ἀνάγκη τῆς ὁποίας, κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον, κατέστη ἔκδηλος. Σᾶς τονίζομεν: προσέξατε τὰς τιμάς. Ὅσα προανέφερα, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀσκηθεῖσαν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ χρυσοῦ, τείνουν νὰ κάμουν τὰς τιμὰς νὰ σᾶς ξεφύγουν. Δημιουργοῦν ψυχολογικοὺς παράγοντας καὶ προϋποθέσεις νέας ροπῆς ἀποθησαυρισμοῦ χρυσοῦ. Καὶ ὡς ἐκ τούτου, οἱ κίνδυνοι ὁλοκληρωτικῆς καταρρεύσεως τῆς οἰκονομίας μας πολλαπλασιάζονται. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι βουλευταί, τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου, διὰ τὴν πολιτικὴν καὶ νομισματικὴν σταθερότητα. Εἶναι ὅμως γενικὴ ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκονομίας, ὅτι ἡ πολιτικὴ σταθερότης δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρῆται διὰ τοῦ στενέματος τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς, διότι ὁδηγεῖ, ἀσφαλῶς, εἰς κινδύνους. Ὅσον δὲν ἐκτείνεται ἡ ἐσωτερικὴ ἀγορά, τόσον τὰ παραγόμενα προϊόντα ἐπιβαρύνονται, λόγῳ γενικῶν ἐξόδων. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι πλέον σταθερότης, ἀλλ’ ἀπόπνιξις τῆς οἰκονομίας. Τὸ προκεχωρημένον τῆς ὥρας, κύριοι βουλευταί, καὶ αἱ προηγηθεῖσαι ἀγορεύσεις τῶν κυρίων συναδέλφων, δὲν μοῦ ἐπιτρέπουν νὰ εἴπω περισσότερα πράγματα. Θὰ εἴπω μόνον δύο λόγια διὰ τὸ λάδι, τὸ κύριον προϊόν, δηλαδὴ τῆς ἰδιαιτέρας μου περιφερείας, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ, ὅπως εἶναι ἤδη, μίαν ἰδιαιτέραν εὐαισθησίαν εἰς τὴν κίνησιν τοῦ τιμαρίθμου. Πολλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθησαν διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἀποθεμάτων τῶν ἐτῶν 1958 –1959. Δυσκολεύομαι πολὺ νὰ δεχθῶ τὰς δικαιολογίας αὐτάς, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι πέρυσι, τὸν Φεβρουάριον, πολλοὶ βουλευταὶ τῶν ἐλαιοπαραγωγικῶν περιφερειῶν, μὲ ἀνησυχίαν εἴδομεν νὰ ὑπάρχῃ πρόβλεψις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἀγορὰν 15.000 τόννων σπορελαίου, κατὰ τὴν ἐποχὴν μάλιστα ποὺ τὸ πλούσιον εἰς ἔλαιον ἔτος 1958–59 εὑρίσκετο εἰς τὸ μέσον αὐτοῦ. Καὶ κατόπιν τούτου, ἐρωτᾶται: μήπως τὰ ἀποθέματα ἐξεποιήθησαν καὶ ἐξήχθησαν διὰ νὰ καταστῇ ἀναγκαία ἡ εἰσαγωγὴ σπορελαίου; Περαιτέρω, κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν πολεμικῶν δαπανῶν. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναφέρω ἀριθμούς. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματός μας, κ. Ἠλιοῦ, ἔδωσεν πρό τινος συγκριτικοὺς ἀριθμοὺς σὲ σχέσιν μὲ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας μας. Θέλω μόνον νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ πολεμικαὶ δαπάναι εἶναι πράγματι βαρεῖαι διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψει τοῦ εἰσοδήματος αὐτοῦ. Ὅταν ὅμως τοῦτο γίνεται δεκτόν, ὅτι τὸ ξαλάφρωμα ἀπὸ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ σὲ κάποιο ξανάσαμα τῆς οἰκονομίας καὶ νὰ βοηθήσῃ τὴν ἀνάπτυξίν της, διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπορρίπτει ἐπιμόνως πᾶσαν πρότασιν διαπραγματεύσεων, ποὺ ἐν περιπτώσει ἐπιτυχίας της θὰ ὡδήγει εἰς τὴν μείωσίν των; Εἶναι ἀληθές, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Ἐπανέρχομαι μόνον ἐπὶ τῆς προτάσεώς μας, νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσωμεν τὴν αἰτουμένην ἐξουσιοδότησιν διὰ 4 μόνον μῆνας, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλπίς, ὅτι θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τοιουτοτρόπως νὰ φθάσωμεν κἄποτε εἰς τὸ σημεῖον νὰ τηροῦνται αἱ συνταγματικαὶ ἐπιταγαὶ περὶ καταθέσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μπρακατσούλας, ἔχει τὸν λόγον.
§177Β. ΜΠΡΑΚΑΤΣΟΥΛΑΣ. Ὡς γνωστὸν, εἶναι ρητὴ, κ. Πρόεδρε, ἡ ἐπιταγὴ τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς ἐγκαίρου καταθέσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο δὲν εἶναι μόνον τύπος, ἀλλὰ καὶ οὐσία. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος πολλὰ ἀντικανονικὰ ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν εἰς τὴν πρόσφατον καὶ παλαιοτέραν ἱστορίαν. Μόνον κατὰ τὰ ἔτη 1929 –1933 κατετέθη ἐγκαίρως καὶ κατὰ τὰ δύο ἐξ αὐτῶν ἔτη 1929–30 καὶ 1930–31 ἐψηφίσθη ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός. Κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον ὁ προϋπολογισμὸς κατετίθετο πολὺ καθυστερημένα καὶ οὐδέποτε συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη. Παρὰ ταῦτα ἔκδηλος καθίσταται ἡ ἀνάγκη νὰ ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἕνα πλήρη ἔλεγχον καὶ ἕνα καθαρὸν καθρέπτη τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Λόγῳ τῆς μὴ ἐγκαίρου καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀγόμεθα καθ’ ἕκαστον ἔτος εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως νομοσχεδίου περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Πιστεύω, ὅμως, ὅτι πάντες θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, πὼς τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ πάγιον κανόνα. Μάλιστα ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ διετυπώθη καὶ εἰς τὰ νεώτερα συντάγματα χωρῶν τινων, ὅτι δηλαδὴ τὰ λεγόμενα δωδεκατημόρια μόνον δι’ ὡρισμένους μῆνας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθοῦν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς ζητεῖ νὰ τὸν ἐξουσιοδοτήσωμεν νὰ διοικῇ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους μὲ τὸ σύστημα τῶν δωδεκατημορίων, νὰ διαγράφῃ δαπάνας κλπ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι μία τοιαύτη ἐξουσιοδότησις κεῖται πέραν τῶν ἐπιτρεπομένων ὁρίων καὶ ἐκείνου ποὺ λέγομεν χρηστὴν διοίκησιν. Ὅταν, εἰς ἄλλα Κράτη καὶ παρ’ ἡμῖν ἀκόμη, ἔχῃ ἐπικρατήσει ἡ ἰδέα νὰ σχεδιοποιῆται ἡ οἰκονομία τῶν χωρῶν διὰ πολλὰ ἔτη καὶ νὰ προδιαγράφεται καὶ ἡ πλέον παραμικρὰ μεταβολὴ τῶν οἰκονομικῶν μεγεθῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐτησίαν σχεδιοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἑπομένως, πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ παγίαν ἐπιδίωξιν ἡ ἔγκαιρος κατάθεσις καὶ ἔγκαιρος ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς εἰσηγήσεώς του ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔδωσεν ὡρισμένα στοιχεῖα περὶ τῆς συνθέσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ προσεχοῦς ἔτους, καὶ τῆς πορείας του. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν στοιχείων αὐτῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεταβολὴ τοῦ προηγουμένου ἔτους. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ δὲν ἐπέρχονται μεταβολαὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν μας. Ὑπάρχει μία ὑπέρμετρος φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις τῶν πολιτῶν, οὐχὶ βεβαίως ἐξ αἰτίας τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἐκ νέων φορολογιῶν. Οὕτω τὸ 1956 ἔχομεν ποσοστὸν φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος 23%, τὸ 1957 23,8% καὶ τὸ 1958 24,35%. Μόνον τὸ 1956 εἰσεπράχθησαν 826 δισεκατ., ἐν συνεχείᾳ δὲ κατὰ τὰ ἔτη 1957 650 ἑκατ. δραχμ., 1958 300 ἑκατ. δραχμ. Ἐσχάτως δὲ τὸ 1960 1.400 ἑκατ. δραχμ. λόγῳ τῶν ἀγροτικῶν συντάξεων. Ἄλλη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω εἶναι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἀλλάσσει τὴν κατάστασιν ἐπὶ τὰ βελτίω, ἀλλὰ τοὐναντίον ἀλλάσσει τὴν κατάστασιν ἐπὶ τὰ χείρω. Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὀρθὴν τὴν σκέψιν μου εἶναι, ὅτι δὲν μεταβάλλεται τὸ ἄνοιγμα μεταξὺ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων. Ἡ σχέσις σήμερον εἶναι 85,6%. Ἔμμεσοι φόροι ἐκ 14,4% ἄμεσοι. Η.Π.Α. 86,2% ἄμεσοι 15,8% ἔμμεσοι. Σουηδία 61,5%, 38,5% καὶ Αὐστραλία 61,8% καὶ 38,2%. Ἡ παρατήρησις συναδέλφου, ὅτι ἡ σύγχρονος οἰκονομία καὶ ἡ σύγχρονος ἄποψις ἤλλαξε καὶ ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ πληθυσμοῦ μὲ ἐμμέσους φόρους βαρεῖς δὲν ἔχει σημασίαν, δὲν εὐσταθεῖ, διότι εἰς ἄλλας χώρας ἡ ἐπιβάρυνσις δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν καταναλισκομένων ἀγαθῶν, ὅπως συμβαίνει παρ’ ἡμῖν. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ κάμω, ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος. Ἔχει λεχθῆ ἀπὸ τὸν ἀείμνηστον Θηβαῖον, ὅτι ἐπὶ 5.000 δηλώσεων μόνον αἱ 4.450 τῶν μικρῶν εἰσοδηματιῶν ἐλέγχονται καὶ ἀπομένουν ἀνέλεγκτοι οἱ 150 ποὺ εἶναι τῶν μεγάλων εἰσοδηματιῶν. Ἀκολουθεῖται, δηλαδὴ καὶ ἐδῶ μία τακτικὴ ποὺ τὰ φορολογικὰ βάρη πίπτουν ἐπὶ τῶν μικρῶν εἰσοδημάτων. Νομίζομεν, ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς λειτουργίας τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ ἀνοίγματος ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων εἶναι τὰ μέτρα ποὺ θὰ βοηθήσουν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν γενικωτέραν ἐξυγίανσιν τῆς οἰκονομίας μας. Ἰδίως δὲ εἰς τὴν καταπολέμησιν τῆς φοροδιαφυγῆς ποὺ φθάνει σήμερον τὰ 31 ἑκατ. δίς. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ δύο θεμάτων. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι, τὸ θέμα τῆς παιδείας εἰς τὸ ὁποῖον δὲν προβλέπεται μεταβολὴ τῆς σχέσεως καὶ θὰ παραμείνωμεν πάλιν εἰς τὸ 8,5%, ὅταν ἄλλαι χῶραι δαπανοῦν πολὺ περισσότερα. Οὕτω τὸ Ἰρὰκ 14%, ἐπὶ τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, Τουρκία 11,5%, Αἴγυπτος 12,5%, Ἰσλανδία 15%, Πολωνία 23%, Βρεταννία 20%, Η.Π.Α. 16,5% καὶ ΕΣΣΔ 25%. Κατὰ κάτοικον δὲ, Ἑλλάς 2,7 δολλ., Ἀγγλία 23,4 δολλ., Δανία 27 δολλ., Η.Π.Α. 65,3 δολλ., καὶ ΕΣΣΔ 80 δολλ. Τὸ θέμα αὐτὸ εἶναι σημαντικόν, διότι ἡ παιδεία ἔχει πολὺ ἐκτεταμένας ἀνάγκας. Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι, τὸ θέμα τῆς ὑγιεινῆς καὶ προνοίας. Καὶ εἰς τὸ θέμα αὐτὸ παραμένομεν εἰς τὸ αὐτὸ ποσοστὸν ἔναντι τῶν ἄλλων χωρῶν. Προϋπολογισμὸς τοῦ 1960 συνολικὸν ὕψος δαπανῶν προνοίας–ὑγείας 985 ἑκατομμ. Ἐκ τῶν ὁποίων: δραχμ. 463,7 ἑκατομμ. διὰ δαπάνας διοικήσεως καὶ προσωπικοῦ καὶ 501 ἑκατ. διὰ τὴν ὑγείαν–πρόνοιαν. Δηλαδὴ ἔχομεν ποσοστὸν ἐπὶ τῶν δαπανῶν 6,8% ἔναντι 8,4% τοῦ 1956, 7,5% τοῦ 1957, 7,6% τοῦ 1958 καὶ 7,4% τοῦ 1959. Δηλαδὴ ἔχομεν ἐδῶ μίαν προϊοῦσαν μείωσιν τοῦ ποσοστοῦ ἐν σχέσει μὲ τὴν πρόνοιαν καὶ τὴν ὑγείαν τοῦ λαοῦ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις ἐκφράζω καὶ ἐγὼ τὴν ἄποψιν, ὅπως μὴ εἶναι εὐρεῖα ἡ ἐξουσιοδότησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ προσέξῃ περισσότερον τὰς δαπάνας παιδείας καὶ προνοίας καὶ ὑγιεινῆς εἰς βάρος ἄλλων δαπανῶν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§179Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ταλαιπωρήσω, ἐπαναλαμβάνων πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω εἴπει εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν δὶς κατὰ τὸ παρελθὸν, προκειμένου περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ προσωρινῆς διοικήσεως ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἐπαναλάβω καὶ τώρα, συμμεριζόμενος τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία διετυπώθη ἀπὸ ὅλους τοὺς συναδέλφους, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ προσαρμογὴ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Διότι, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ προσαρμογὴ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Διεπιστώθη ὅμως, μέχρι τοῦδε, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν εἶναι τόσον εὐχερὴς ὑπόθεσις. Σοβαροὶ ἀντικειμενικοὶ λόγοι ἐμποδίζουν τὴν ἔγκαιρον κατάθεσιν τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Εἰς περίοδον ταχείας οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, ὁ ἐτήσιος ρυθμὸς τῆς ὁποίας ἐπηρεάζει ἀναμφισβητήτως τὸν ρυθμὸν αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ βασικὰ οἰκονομικὰ μεγέθη παρουσιάζουν ρευστότητα. Λόγῳ τῆς συνεχῶς διευρυνομένης ἀποστολῆς τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς, ἡ κατὰ τὸ δυνατὸν ἔγκαιρος γνῶσις τῶν μεγεθῶν τούτων, ἢ ἔστω ἡ κατὰ προσέγγισιν ἐκτίμησίς των, ἀποτελεῖ βασικὴν προϋπόθεσιν, ἀσκήσεως ἀποτελεσματικῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς. Τοῦτο, διότι ὁ δημόσιος προϋπολογισμὸς ἔπαυσε νὰ εἶναι ἡ παθητικὴ συνισταμένη τῶν ἐξελίξεων τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Σήμερον προωθεῖ ἐνεργητικῶς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, κυρίως μὲν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων, δευτερευόντως δὲ διὰ τῶν δαπανῶν τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐπιτυχὴς προωθητικὴ παρέμβασις τῆς δημοσιονομικῆς πολιτικῆς προϋποθέτει ὁπωσδήποτε τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ρυθμοῦ τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος. Μόνον ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται τὰ στοιχεῖα ταῦτα δύναται ἡ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ νὰ ἀσκῇ τὸν ἐξισορροπητικὸν αὐτῆς ρόλον, ἄλλοτε μὲν αὐξητικόν, ἄλλοτε δὲ ἐπιβραδυντικόν. Δυστυχῶς, ὅμως, ἡ φύσις τῶν ἀπαραιτήτων στατιστικῶν στοιχείων, δηλαδὴ τῶν συνολικῶν μεγεθῶν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, εἶναι τοιαύτη, ὥστε μόνον μετὰ σημαντικὴν καθυστέρησιν νὰ διαμορφοῦνται ταῦτα κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα τὴν διατύπωσιν σχετικῶς ἀξιοπίστων προβλέψεων. Διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν στατιστικῶν ὑπηρεσιῶν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ταχυτέρα ἐκτίμησις τῶν συνολικῶν τούτων μεγεθῶν, οὕτως ὥστε νὰ περιορισθῇ, εἰς τὸ ἐλάχιστον ἡ ἐπιβραδυτικὴ αὐτῶν ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοιαῦτα προβλήματα ἀντιμετωπίζουν ὅλαι αἱ προηγμέναι χῶραι, ἀλλὰ εἰδικῶς αἱ καθυστερημένης ἀναπτύξεως, λόγῳ τῆς μὴ ἐπαρκοῦς ὀργανώσεως τῶν σχετικῶν ὑπηρεσιῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν κατέβαλε μίαν προσπάθειαν ἐφέτος καὶ κατωρθώθη ἡ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς χρήσεως, δύο μῆνας μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας ποὺ τάσσει τὸ Σύνταγμα. Δηλαδή, παρεβιάσθη ἡ προθεσμία, ἡ τασσομένη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, κατὰ 39 ἡμέρας. Ἀλλά, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ καθυστέρησις αὐτῶν τῶν 39 ἡμερῶν ἀποτελεῖ λόγον καθυστερήσεως τῆς, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ προσεχοῦς ἔτους, ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐλέχθη, ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελφον τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι ἀπὸ τὸν Φεβρουάριον 1960 κατετέθη ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ληγούσης χρήσεως. Μέχρι σήμερον, ὅταν ἔχουν συμπληρωθῆ 9–10 μῆνες, δὲν ἔχει καταστῆ δυνατὴ ἡ κατάθεσις τῶν ἐκθέσεων τῶν εἰσηγητῶν, πλήν, μόνον, τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειοψηφίας, ἡ ἔκθεσις τοῦ ὁποίου ἐξετυπώθη ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον καὶ ἐκυκλοφόρησε καὶ τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τῆς μειοψηφίας, τοῦ κ. Ἠλιοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις εὑρίσκεται εἰς τὸ Τυπογραφεῖον πρὸς ἐκτύπωσιν. Πρέπει δὲ νὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῶν εἰσηγητῶν, κατὰ ρητὴν ἐπιταγὴν τοῦ Συντάγματος καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή. Ἀντιλαμβάνεσθε, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ καθυστέρησις τῶν 30 ἡμερῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὑπεύθυνος τῆς καθυστερήσεως πλέον τῆς ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν ἔχωμεν τὸ προηγούμενον τῆς καθυστερήσεως ἐπὶ 10 μῆνας τῆς καταθέσεως τῶν ἐκθέσεων τῶν εἰσηγητῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1960. Καὶ καθυστερεῖ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ λόγου αὐτοῦ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅλα αὐτὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός. Ἐλέχθη ἐκ μέρους τοῦ κυρίου Μαύρου κατὰ τρόπον ἐντονώτερον, καὶ ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην κατὰ τρόπον ἀσθενέστερον, ὅτι πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς νὰ συντάσσεται ἀπὸ τὸ θέρος ἑκάστου ἔτους, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ψήφισίς του μέχρι τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ποτὲ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συντάσσεται ὁ προϋπολογισμὸς τὸν Μάϊον ἢ τὸν Ἰούνιον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸ τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς. Διότι, ἐὰν δὲν καταστῇ δυνατὴ ἡ σύνταξις καὶ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὸν Μάϊον ἢ τὸν Ἰούνιον, δηλαδὴ πρὸ τῶν θερινῶν διακοπῶν, τότε, ὡς γνωρίζετε, ἡ κατάθεσις πρέπει νὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς νέας περιόδου τὴν 15ην Ὀκτωβρίου, ἡ ὁποία ὅμως δύναται νὰ ἀνασταλῇ μέχρι τῆς 15ης Νοεμβρίου. Ἀντιλαμβάνεται κανεὶς ποία θὰ εἶναι καὶ πάλιν ἡ χρονικὴ περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὸ φαινόμενον δὲν εἶναι Ἑλληνικὸν εἶναι παγκόσμιον καὶ δὲν εἶναι μόνον μεταπολεμικόν, ὑπῆρχε καὶ πρὸ τοῦ πολέμου. Εἰς πολλὰς χώρας προεβλέπετο καὶ πρὸ τοῦ πολέμου ἡ προσωρινὴ διοίκησις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους. Τὸ αὐτὸ ἴσχυε καὶ εἰς τοὺς γείτονάς μας, εἰς τὴν Σλοβενίαν, Κροατίαν καὶ Σερβίαν τὸ 1921, καίτοι δύο μεταπολεμικὰ Συντάγματα προβλέπουν τὸν τρόπον προσωρινῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, διότι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅλα τὰ Κράτη διὰ τῆς νομοθεσίας των ἔχουν προβλέψει τὸν τρόπον τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ ἰδίως Κράτη, μεταπολεμικῶς εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Ὁμοσπονδιακὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν προβλέπεται καὶ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1931 ἡ προσωρινὴ διοίκησις ἂν ὄχι δι’ ὁλόκληρον τὴν χρῆσιν, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἥμισυ. Πάντως, προβλέπεται τὸ σύστημα τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Συνομολογῶ τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως ἐγκαίρως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ κανείς, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ἐγκαίρως ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ διαχείρισις γίνεται ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς. Διότι, κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐκτελέσεως, παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ψηφίσεώς του. Θὰ πρέπει ἀκόμη νὰ λεχθῇ, ὁ συντάσσων τὸν προϋπολογισμὸν δὲν ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ κινηθῇ ἐκεῖ ὅπου θέλει αὐτός. Τὰ ἔσοδα εἶναι περιοριστικῶς καθωρισμένα ἀπὸ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθοῦν νέα ἔσοδα εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἐὰν διὰ νόμου εἰδικοῦ προγενεστέρου δὲν ἔχουν προβλεφθῆ ὡς πόρος τοῦ Κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ σκέλος τῶν ἐσόδων νέον ἔσοδον, ἐὰν δὲν εἶναι εἰς γνῶσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα, ἐκεῖ βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ πρωτοβουλία τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν κατάστρωσιν τῶν δαπανῶν, ἐντὸς πάντοτε τῶν ὁρίων καὶ τῶν περιθωρίων, τὰ ὁποῖα τάσσει ἐπίσης ἡ νομοθεσία. Διότι καὶ ἐκεῖ διὰ τὸ σκέλος τῶν ἐσόδων, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ προβλέπῃ τὴν δαπάνην καὶ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ προβλέπῃ καὶ τὸ ὕψος της. Ὡς εἶναι δὲ γνωστόν, τὰ 55% τῶν δαπανῶν καλύπτονται ἀπὸ τοὺς μισθοὺς καὶ τὰς συντάξεις ἀπὸ δαπάνας, τῶν ὁποίων τὸ ὕψος εἶναι προσδιωρισμένον δι’ ἄλλης πράξεως. Βεβαίως, πρέπει νὰ συνομολογήσῃ κανείς, ὅτι εἰς τὸ σκέλος τῶν δαπανῶν ὑπάρχει μία εὐχέρεια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀναπτύσσει τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀρχὴν προβλέπονται εἰς τὴν νομοθεσίαν. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει κάνει καλὴν χρῆσιν τῆς εὐχερείας αὐτῆς καὶ αἰσθάνομαι ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν, διότι καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων καὶ γενικώτερον οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας, ἰδιαιτέρως μὲ τὰ δημοσιονομικά, ἔχουν παραδεχθῆ τὴν ἐπιμέλειαν τὴν ἰδιαιτέραν, μὲ τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις γενικώτερον παρακολουθεῖ καὶ συγκρατεῖ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν δαπανῶν. Ἐλέχθη, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αὐξάνονται αἱ δαπάναι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Βεβαίως, αὐξάνονται αἱ δαπάναι αὐταὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, διότι εἰς δυναμικὴν οἰκονομίαν αὐξάνονται συνεχῶς αἱ ποικίλαι ἀνάγκαι καὶ ἑπομένως αἱ δαπάναι διὰ τὴν ἱκανοποίησιν αὐτῶν. Σημασίαν ἔχει οὐχὶ ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, ἀλλ’ ἐν συσχετίσει πρὸς τὸν ρυθμὸν αὐξήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐκείνου τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Χαρακτηριστικὸν τῆς πραγματοποιηθείσης βελτιώσεως εἶναι ὁ βραδύτερος ρυθμὸς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ταχυτέραν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὕτω, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1955–59 τὰ ἔσοδα ἀνῆλθον κατὰ 29%, ἐνῷ αἱ δαπάναι ηὐξήθησαν κατὰ 20%. Ἐπίσης, ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν παρουσιάζει ὑστέρησιν, ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἐτησίαν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, διότι κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα, κατὰ προσωρινὰ στοιχεῖα, ηὐξήθη κατὰ 24% εἰς σταθερὰς τιμάς. Τοῦτο ἀποδεικνύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι καταβάλλεται δηλαδὴ ἰδιαιτέρα προσπάθεια διὰ τὴν συγκράτησιν τῆς αὐξητικῆς τάσεως τῶν καταναλωτικῶν δαπανῶν, χάριν τῆς μεγαλυτέρας δυνατῆς συμβολῆς τοῦ Κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὰς παραγωγικὰς ἐπενδύσεις τῆς χώρας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ διὰ τεχνικοὺς λόγους καθυστέρησις τῆς κυκλοφορίας τοῦ τεύχους τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν παρέσχε τὴν ἄνεσιν εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των, τὴν κατάστρωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν διάρθρωσιν αὐτοῦ διὰ νὰ ἀσκήσουν τὸν ἐπιβαλλόμενον ἔλεγχον, ἔστω καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἐδόθη ἡ ἐξήγησις, ὅτι ἡ πρόχειρος ἐκτύπωσις ἀπὸ τὸ χειροκίνητον πιεστήριον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ περισσότερα ἀντίτυπα πλέον τῶν 3, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ συμβουλευθοῦν τὰ Σώματα αὐτὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐφέτος κατέστη δυνατὴ ἡ πρὸ τῆς ἐνάρξεως χρήσεως κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς προσωρινῆς διοικήσεως, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόνος ἔτους, οὔτε ἐπὶ τῇ βάσει ἀγνώστου καὶ ἀβεβαίου προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ κατετίθετο μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ προσωρινῆς διοικήσεως, ἀλλὰ βάσει ἑνὸς προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς γενικάς του γραμμὰς τοὐλάχιστον, εἶναι ἤδη γνωστός. Ἐλέχθη, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὸ σύνολον τοῦ ἔτους, νὰ δοθοῦν δηλαδὴ 12 δωδεκατημόρια, διότι ἄλλοτε, εἰς τὸ παρελθόν, ἐδίδοντο ὀλιγώτερα. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι πάντοτε ἐδίδοντο τὰ 12 δωδεκατημόρια. Ἡ μόνη διαφορὰ εἰς βάρος τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως εἶναι τοῦτο: ὅτι ἄλλοτε ὡρισμένα δωδεκατημόρια ἐδίδοντο βάσει τοῦ παλαιοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι δὲν εἶχε κατατεθῆ ὁ νέος. Τὰ ὑπόλοιπα δέ, τὰ μισὰ ἢ ὀλιγώτερα, τὰ τελευταῖα χρόνια ἐδίδοντο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐντελῶς ἀγνώστου, μὴ ἐκτυπωθέντος καὶ μὴ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νέου προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη διαφορά, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ νέου νομοσχεδίου, τοῦ συζητουμένου ἀπόψε καὶ τῶν παλαιῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν αὐτὸν τύπον συντεταγμένα, ἐφέροντο πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν. Εἰς τὸν νέον προϋπολογισμὸν προβλέπονται τὰ ἔσοδα ηὐξημένα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων πόρων. Δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸ αὔξησιν τοῦ φορολογικοῦ βάρους. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ καλυτέρα βεβαίωσις καὶ ὁ ἔλεγχος, ἡ περιστολὴ τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ ἡ προσπάθεια εἰς τὸν τομέα αὐτόν, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀποδώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος φυσιολογικῶς ἀποδίδουν περισσότερα ἔσοδα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑφισταμένων φόρων. Αὐτὸ δὲν εἶναι αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ βάρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὰ ἀνωτέρω μέτρα ἀντιπροσωπεύουν φορολογικὴν δικαιοσύνην, ἐνῷ ἡ φυσιολογικὴ αὔξησις τῶν ἐσόδων, βάσει τῶν ὑφισταμένων φόρων, ἀποτελεῖ ἀδιάσειστον ἀπόδειξιν οἰκονομικῆς προόδου. Ἀλλοίμονον ἐὰν θὰ ἔπρεπε ἡ ἀπόδοσις τῶν ὑφισταμένων φόρων νὰ παραμείνῃ ἡ αὐτὴ μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Τοιαύτη ἐξέλιξις θὰ ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις τὰ ηὐξημένα ἔσοδα διοχετεύει εἰς αὔξοντα βαθμόν, ὑπὸ μορφὴν παραγωγικῶν ἐπενδύσεων. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι σᾶς εἶναι γνωστοὶ εἰς τὰς γενικάς των γραμμάς, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν τακτικῶν δαπανῶν, ὁ λεγόμενος καταναλωτικὸς προϋπολογισμός, ἀφίνει ἕνα περίσσευμα 700 ἑκατομμυρίων. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησίν μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι αἱ προβλέψεις ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων ἔγιναν ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχομεν κάθε λόγον νὰ τὰ θεωροῦμεν ὡς βάσιμα καὶ κατὰ τρόπον συντηρητικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιβεβαιωθῆ καὶ ἔχει διαπιστωθῆ ὡς ἀποδώσας σχετικὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν 3 τελευταίων ἐτῶν. Διότι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1958, καίτοι ὑπεβλήθη εἰς τὸ μέσον τῆς χρήσεως, οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ 1959 καὶ τοῦ 1960 εἰς τὰς γενικὰς των γραμμὰς ἐπεβεβαίωσαν τὰς προβλέψεις. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1959 ὑπελείφθη κατὰ ἕνα ποσοστὸν 3% ἢ 3,3%. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1960 ὑπερέβη τὰς προβλέψεις κατὰ ἕνα ποσοστὸν 2–2½%, δὲν ἔχω πρόχειρα τὰ ποσοστὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ πεῖρα τῶν τελευταίων ἐτῶν ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ προβλέψεις γίνονται κατὰ τρόπον συντηρητικόν, ὁ ὁποῖος ἐπιβεβαιοῦται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν πέρυσιν, ἀκριβῶς, εἰς τὰς 19 Δεκεμβρίου, ὅταν ἐψηφίζετο ὁ προϋπολογισμὸς τῆς ληγούσης χρήσεως νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ χρῆσις θὰ ἀφίσῃ περίσσευμα 650 ἑκατομμ. περίπου, τὰ ὁποῖα θὰ διατεθοῦν διὰ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐπενδύσεων. Μοῦ ἀντετάχθη ἀπὸ ἀξιότιμον συνάδελφον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὁμιλητὴν τῆς ἑσπέρας ταύτης, ὅτι ἐκ τῶν δεδομένων τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ἔπρεπε νὰ ἀναμένωμεν ἔλλειμμα καὶ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεφανίζετο περίσσευμα, ἐκεῖνος θὰ ἐχειροκρότει τὸ ἐπίτευγμα. Τὸ ἐπίτευγμα εἶναι, ὅτι ὄχι μόνον 650 ἑκατομμ., ὡς εἶχε προβλέψει ὁ κατατεθεὶς προϋπολογισμὸς θὰ ἀπομείνουν ὡς διαθέσιμον ποσὸν διὰ τὸ ἔργον τῶν ἐπενδύσεων, ἀλλὰ ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ αὐξηθῇ εἰς 850 ἑκατομμ. Δηλαδὴ θὰ αὐξηθῇ κατὰ 200 ἑκατομμ. Ἐφέτος, ἐπαναλαμβάνω, προεβλέψαμεν ἕνα περίσσευμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ 700 ἑκατομμ., τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ διὰ τὴν χρηματοδότησιν τοῦ προγράμματος τῶν ἐπενδύσεων. Τὸ ὕψος τῶν ἐπενδύσεων ἐφέτος προβλέπεται 6.650 ἑκατομμ., μὲ πρόβλεψιν πληρωμῶν 5 δισεκατομμ. Ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ πρὸ ἡμερῶν, ὅτι τὸ ἐφετεινὸν ὕψος πληρωμῶν, προβλέπεται, ὅτι θὰ εἶναι κατὰ ἓν δισεκατομμύριον ἀνώτερον τῶν πληρωμῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπελογίζετο, ὅτι θὰ πραγματοποιηθοῦν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως. Θὰ καλυφθῇ δὲ τὸ πρόγραμμα τῶν ἐπενδύσεων ἀπὸ ἐξωτερικὴν βοήθειαν, ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ Γερμανικοῦ δανείου, ἀπὸ ἄλλα ποσὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου, ἀπὸ εἰδικοὺς πόρους τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπενδύσεων, οἱ ὁποῖοι ὑπολογίζονται ἐφέτος εἰς 550 ἑκατομμύρια, 200 τόσα ἑκατομμύρια, τὸ ἔσοδον τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ διϋλιστηρίου πετρελαίου καὶ 350 ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐπενδύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀρχίσει νὰ ἀποδίδουν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Πέραν αὐτῶν τῶν πηγῶν εἰς τὴν χρηματοδότησιν τοῦ προγράμματος τῶν ἐπενδύσεων, συμβάλλει ὅπως εἶπον, ὁ προϋπολογισμὸς μὲ τὸ διαθέσιμον ποσὸν τῶν 750 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐπὶ πλέον ἐφέτος πρὶν ἢ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ Κράτος νὰ ἀναζητήσῃ ἄλλους πόρους ἢ δανεισμὸν ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ προγράμματος ἐπενδύσεων, ἔχομεν ἤδη ἐξησφαλισμένην καὶ κατατεθειμένην εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν ἀπόδοσιν τοῦ τελευταίου δανείου τοῦ παραγωγικοῦ τῶν 750 ἑκατομμυρίων. Ἀπομένει, ἑπομένως, πρὸς κάλυψιν ἕνα ποσὸν 1.000–1.035 ἑκατ. δραχμῶν. Ἐφέτος, ὁμοίως, εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλύψωμεν χίλια τόσα ἑκατομμύρια μὲ ἔντοκα γραμμάτια. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἢ διαφόρους ἄλλους συνδυασμοὺς θὰ καλυφθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἀνοίγματος τῶν 1.030 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δὲν πρέπει νὰ ξενίζουν οἱ ὅροι αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι κἂν οἰκονομικοί. Εἶναι ὅροι τῆς καθημερινῆς συνομιλίας. Ἄνοιγμα ὑπάρχει εἰς τὴν διαχείρισιν, διότι δὲν ἔχομεν πόρους εἰς τὸ ταμεῖον διαθεσίμους διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ὅλον πρόγραμμα τῶν ἐπενδύσεων. Δὲν ὑπάρχει ὅμως, ἐλλειμματικὸς προϋπολογισμὸς εἰς τὸ τέλος. Ἐλλειμματικὸς προϋπολογισμὸς ὑπάρχει, ὅταν αἱ πληρωμαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθοῦν διὰ τῶν εἰσπράξεων. Ὅταν ὅμως εἰς τοὺς ἄλλους πόρους τοῦ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ προστίθεται καὶ ἓν δάνειον, εἴτε ἐντόκων γραμματίων, εἴτε κατ’ ἄλλον τρόπον συναπτόμενον, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα, διότι ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸ ἔσοδον τοῦ Κράτους καὶ προστίθεται εἰς τὰ ὑπόλοιπα ἔσοδα διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν εἶναι ἐλλειμματικός. Ἐλλειμματικὸς εἶναι τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ὁ προϋπολογισμὸς μεγάλων κρατῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δυσκολεύονται, δὲν ὀρρωδοῦν νὰ φθάνουν εἰς ἐλλειμματικοὺς προϋπολογισμοὺς μὲ κάλυψιν ἐλλείμματος ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν οἰκονομικήν των ἀνάπτυξιν. Εἰς τὴν Χώραν μας δὲν πρόκειται νὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα διὰ τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον. Δὲν πρόκειται ὁπωσδήποτε νὰ γίνῃ προσφυγὴ εἰς τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον. Τὸ ἔλλειμμα θὰ καλυφθῇ δι’ ἄλλων πόρων. Καὶ τὸ δάνειον εἶναι πόρος ἀνεγνωρισμένος παγκοσμίως. Καὶ διὰ τῶν δανείων ἡ Κυβέρνησις κινητοποιεῖ τὴν λαϊκὴν ἀποταμίευσιν χάριν τῆς προωθήσεως τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας. Τοῦτο πράττουν ὅλαι αἱ χῶραι, προηγμέναι καὶ καθυστερημέναι. Ὁ ἐσωτερικὸς δανεισμὸς ἀποτελεῖ ἔμπρακτον ἀπόδειξιν τῆς λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι πραγματοποιεῖται διὰ καθαρῶς παραγωγικοὺς σκοποὺς ὑπὲρ αὐτοῦ τούτου τοῦ λαοῦ.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ρητόρων, κηρύσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου;
§181ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1ον. Ὁ κ. Γ. Πρίφτης, ἔχει τὸν λόγον.
§183Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς μας ὑπεβλήθη μία συγκεκριμένη πρότασις. Νὰ δοθῇ δηλαδὴ ἡ ἐξουσιοδότησις τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ πρῶτον τετράμηνον τῆς νέας χρήσεως καὶ διὰ συνεννοήσεως τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς μετὰ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων νὰ θεσπισθῇ ἡ διαδικασία διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, συντομευομένων καὶ τῶν οἰκονομικῶν τύπων, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ ἐντὸς τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ 1961. Τοῦτο θὰ ἀπετέλει καὶ μίαν ἐγγύησιν, ὅτι ὄντως θὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ διὰ τοῦτο ἐπιζητοῦμεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, μίαν καταφατικὴν ἢ ἀποφατικὴν ἀπάντησιν.
§184Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα τῆς ἐγκαίρου εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς ψήφισιν. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἐξουσιοδότησιν διαχειρίσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν καὶ εἶναι ἀποφασισμένη νὰ συμβάλλῃ καθ’ οἱονδήποτε δυνατὸν τρόπον διὰ νὰ ἀχθῇ τὸ ταχύτερον ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὸν συνάδελφον κ. Πρίφτην, ὅτι ἡ πρωτοβουλία πρέπει ν’ ἀνήκῃ περισσότερον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὸ θέμα αὐτό, καὶ κυρίως εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀκόμη περισσότερον εἰς τοὺς εἰσηγητάς, ἄνευ τῆς εἰσηγήσεως τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰσαγωγὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4 καὶ 5 ὡς ἔχουν;
§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά, δεκτά.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἄρθρα 1, 2, 3, 4 καὶ 5 ἐγένοντο δεκτὰ ὡς ἔχουν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφισθῇ τὸ παρὸν σχέδιον νόμου καὶ εἰς τὸ σύνολον;
§188ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «Περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰδικῶν Ταμείων καὶ Εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1961». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 1.00′ π. μ.)