1960.12.13
2.503 στίχοι · 19.057 λέξεις · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 40ὴ
Τρίτη 13 Δεκεμβρίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμμ.). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Γκίλλας ζητεῖ 20ήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ταξιδεύσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Πυρομάγλου ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν προκειμένου νὰ ταξιδεύσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Κ. Μακρῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§8Κ. ΜΑΚΡΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Βιομηχανίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. 3485)55 «περὶ προωθήσεως τοῦ ἐξηλεκτρισμοῦ τῶν νήσων καὶ παραμεθορίων περιοχῶν τῆς Χώρας», καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 150 τῆς 21.11.1959 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς KENNECOTT COPPER CORPORATION συναφθείσης συμβάσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου ΧΙΙ τῆς μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τῆς ὡς ἄνω Ἑταιρείας ὑπογραφείσης Συμβάσεως τὴν 11.7.1959 καὶ κυρωθείσης διὰ τοῦ Ν. Δ. 3592)1956». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Γ. Κατσίκη, Ε. Πάνου κλπ., ὀξοποιῶν βιοτεχνῶν παραγωγῆς ὄξους ἐξ ἠλλοιωμένων οἴνων, αἰτουμένων ἄρσιν τῆς καταβολῆς φόρου κύκλου ἐργασιῶν 6%, δοθέντος, ὅτι πρόκειται περὶ εἴδους ἐποχιακοῦ καὶ μικρᾶς καταναλώσεως. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν Συλλόγου Δημοτικῶν Ὑπαλλήλων Καλαμῶν–Μεσσηνίας, αἰτουμένου, ὅπως ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους Ὀργανισμῶν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως τὸ ἐκ 10% ποσοστὸν ἀνὰ τριετίαν, λόγῳ μὴ βαθμολογικῆς ἐξελίξεως, ἐπὶ τοῦ βασικοῦ των μισθοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ὑπαλλήλων Καφενείων, Ζαχαροπλαστείων, Γαλακτοπωλείων–Μπὰρ Οὐζερὶ καὶ Τεχνικοῦ Προσωπικοῦ «Ἡ Ἀνάστασις», αἰτουμένου, ὅπως τὰ μέλη του τύχωσι τῶν εὐεργετημάτων τῆς παρ. 5 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Ν. 4106)60 περὶ Ι.Κ.Α. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς, καταθέτει ἀναφορὰν Λεμβούχων Ὕδρας, αἰτουμένων ἀποζημίωσιν, λόγῳ παραγκωνισμοῦ ἐργασίας των. Ὁ κ. Ι. Δημόπουλος, διαμαρτύρεται διὰ τὸν ὑπὸ βουλευτῶν τῆς Ἀριστερᾶς χαρακτηρισμὸν τῆς Ὀργανώσεως Ἐθνικῆς Κοινωνικῆς Ἐξορμήσεως, ὡς νεοφασιστικῆς τοιαύτης. Ὁ Ἰατρικὸς Σύλλογος Πιερίας Κατερίνης, αἰτεῖ αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν μελῶν του κατὰ 100% καὶ βελτίωσιν τῆς ἐργασίας. Ἡ Ἐθνικὴ ἀδελφότης Νέων, διαμαρτύρεται διὰ τὸν ὑπὸ τῆς Ἀριστερᾶς χαρακτηρισμόν της ὡς φασιστικῆς Ὀργανώσεως. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Συντονιστικῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγῶνος Καταστηματαρχῶν καὶ Ὑπαλλήλων Κουρέων–Κομμωτῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένης τὴν ψήφισιν Νομοθ. Διατάγματος «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ λογαριασμοῦ ἐπιδοτήσεως καὶ ἀποζημιώσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ Καταστηματαρχῶν Κουρέων– Κομμωτῶν. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Γ. Μπακατσέλος, καταθέτει ἀναφορὰν ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Σαλαμῖνος, διαμαρτυρομένου, δι’ ἵδρυσιν νέου Ἐργατικοῦ Κέντρου ἐν Σαλαμῖνι, διάσπασιν ἑνότητος ἐργατικῆς τάξεως καὶ διακοπὴν χρηματοδοτήσεως νομίμως λειτουργοῦντος Ἐργατικοῦ Κέντρου ἀπὸ 1954 εἰς τὴν ὡς ἄνω πόλιν. Οἱ βουλευταί, κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ν. Κιτσίκης, Δ. Γιαχνῆς, Μ. Σβώλου, Σ. Ἡλιόπουλος καὶ Ι. Εὐαγγελίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Ἐξωραϊστικῶν Συλλόγων Περιστερίου, αἰτουμένων ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τῶν σχεδίων τῶν πόλεων κειμένων διατάξεων κλπ.». Ὁ κ. Ν. Σωτηρίου, Δήμαρχος Ἡρακλείας Σερρῶν, ὡς ἐκπρόσωπος Συνεδρίου Ἑνώσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἐκφράζει ἀποτροπιασμόν του δι’ ὀργανωθέντα καὶ προκληθέντα ἐπεισόδια παρὰ Κομμουνιστῶν εἰς συγκέντρωσιν οἰκοδόμων. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Τ. Κωστῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Παραρτήματος Στυλίδος καὶ Πανελληνίου Θρησκευτικῆς Ἐθνικῆς Ὀρθοδόξου Κοινωνίας, αἰτουμένου κατάργησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 45)1951 πράξεως Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Παπαθανασόπουλος, Κ. Σωτηρίου, Μ. Κανιάρης κοὶ Ε. Ρήγας, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Κεντρικοῦ Πτηνοτροφικοῦ Συνδέσμου καὶ τῆς Ἑνώσεως Πτηνοτροφικῶν Συνεταιρισμῶν Ἑλλάδος, αἰτουμένων τὴν μὴν ὑποβολὴν εἰς φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν ὑπὲρ τῶν Γεωργικῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων τῶν πτηνοτροφικῶν προϊόντων διὰ τὴν συμπερίληψιν εἰς αὐτὰς τοῦ κινδύνου ζημιῶν τῶν πτηνοτρόφων ἐξ ἐπιζωοτιῶν.
§9Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκεται, ὅτι ἀρχίσαμεν τόσον ἐνωρὶς διὰ νὰ καταναλώσωμεν ὅλην τὴν συνεδρίασιν εἰς τὰς ἀναφοράς;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγέ, πρέπει νὰ ξεύρετε, ὅτι πολλάκις ἔχει διατυπωθῆ πρὸς τὸ Προεδρεῖον τὸ παράπονον, διότι δὲν ἀνεκοινώθησαν αἱ ἀναφοραί. Ἔχομεν, ἑπομένως, τὴν δυσχέρειαν αὐτήν. Κύριοι βουλευταί, ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Ε.Δ.Α. κ. Πασαλίδη, ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν: Πρὸς Τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἐνταῦθα Κύριε Πρόεδρε, Νέοι δεινότατοι προπηλακισμοὶ καὶ περιΰβρισις τοῦ Κοινοβουλίου ἐκ μέρους ὀργάνων τῆς Διοικήσεως ἐσημειώθησαν κατὰ τὸ διαρρεῦσαν 24ωρον. 1. Ὁ Νομάρχης Λαρίσης ἐκοινοποίησε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κοινότητος Ἐλασσόνος, κ. Χρῆστον Βλαχοδῆμον, ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁποίας τοῦ ἐπιβάλλει τρίμηνον ἀργίαν, διότι κατὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1960, ἐκάλεσε τὸν βουλευτὴν τῆς περιφερείας του κ. Χρῆστον Παγώνην, ὅπως ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξέδραν τῶν ἐπισήμων. 2. Ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐν Θεσσαλονίκῃ ἐπεχείρησαν νὰ συλλάβουν καὶ νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸ Ἀστυνομικὸν Τμῆμα τὸν βουλευτὴν Χαλκιδικῆς κ. Ἐπαμεινώνδαν Ρήγαν. Μολονότι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναμένεται, ὅτι ὁ ἄνευ προηγουμένου ἐκτραχηλισμὸς αὐτὸς εἰς βάρος τοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου προεδρεύετε θὰ ὑπαγορεύσῃ εἰς Ὑμᾶς προσωπικῶς τὴν ἐκ τοῦ λειτουργήματός σας ἀπορρέουσαν πρωτοβουλίαν, τὸ Κόμμα τῆς ΕΔΑ προτίθεται κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ζητήσῃ σήμερον, πρὸ Ἡμερησίας Διατάξεως ἐξηγήσεις ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς καὶ ἀσκήσῃ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον. Παρακαλῶ ὅθεν, ὅπως ἐνημερωθῇ σχετικῶς ἡ Κυβέρνησις. Μετὰ τιμῆς Ὁ Πρόεδρος τῆς Ε.Δ.Α.
Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ
Κύριοι βουλευταί, ὡς εἶναι γνωστόν, τὸ ἔθιμον ἢ ἡ παράδοσις, τῆς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεως, ἐπιβάλλει τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἐν συνεννοήσει Ἀντιπολιτεύσεως ἢ τοῦ αἰτοῦντος, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον οὕτως εἰπεῖν, ἐπισφραγίζει μίαν συνεννόησιν μεταξὺ τῶν δύο παραγόντων, τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάγνωσις τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ΕΔΑ κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν θὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ θὰ ἀσκήσῃ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐνῷ ὑπάρχει ἡ ὁδὸς καὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἐπερωτήσεων, δημιουργεῖ μίαν κατάστασιν τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀποφύγω νὰ χαρακτηρίσω, ἀλλὰ εἶναι περίπου μίαν ἐπανάστασις, εἶναι ἕνα κίνημα, διότι εἶναι κατάργησις τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἔχει ἐπηυξημένην δύναμιν νόμου, ἔρχεται ἀμέσως μετὰ τὸ Σύνταγμα καὶ ἔχει ἐπηυξημένην ἰσχὺν ἀπὸ τοὺς νόμους. Θὰ ἤθελα, λοιπόν, νὰ σᾶς γνωρίσω, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ μολονότι, θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ ἀπαράδεκτον, καὶ νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πασαλίδης, ἴσως, ὑπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν του παρασυρθεὶς ὑπέγραψε τὸ ἔγγραφον αὐτό, χωρὶς νὰ τὸ μελετήσῃ. Πάντως τοιαῦτα ἔγγραφα ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ δέχεται, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, δέχεται διαταγὰς μόνον ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οὐδέποτε, ὅμως, ἀπὸ τὰ καθέκαστον Κόμματα. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§11Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγα λόγια. Κύριε Πρόεδρε, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὸν Κοινοβουλευτισμόν. (Θόρυβος). Σταθῆτε, σταθῆτε.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε τὸν ρήτορα νὰ συνεχίσῃ.
§13Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Βλέπετε, κύριοι, ἐπειδὴ ἔχουν τὴν πλειοψηφίαν ἐδῶ μέσα, νομίζουν, ὅτι θὰ καταπνίξουν τὴν ἰδικήν μας τὴν φωνήν. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἀποτεινώμεθα ἡμεῖς εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐννοοῦμεν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστηρίζῃ τοὺς βουλευτάς, ὥστε νὰ μὴ ἐξευτελισθῇ τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ ὡς ἀξίωμα καὶ ὄχι ὡς ἀτόμου. Ὅταν ὁ Νομάρχης παύῃ ἕνα Πρόεδρον τῆς Κοινότητος, διότι προσεκάλεσεν εἰς τὴν ἑορτὴν... (Θόρυβος).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πασαλίδη, σέβομαι τὴν ἡλικίαν σας, παρακαλῶ ὅμως νὰ σεβασθῆτε καὶ ὑμεῖς τὸν Κανονισμόν. Ἔχετε τὸν λόγον αὐτὴν τὴν στιγμήν, προκειμένου νὰ αἰτιολογήσητε τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἐγγράφου, οὐχὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἡ ἡλικία σας ἐπιβάλλει νὰ σᾶς σέβωμαι, ἀλλὰ σᾶς ἐπιβάλλει ἐπίσης νὰ σέβεσθε καὶ ὑμεῖς τὴν Βουλήν.
§15Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὐδέποτε παρεβίασα ἐγὼ τὸν Κανονισμόν, θὰ ξεύρετε σεῖς, εἶμαι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ὁμιλῶ ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι τύπος μόνον. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ θυσιάζωμεν τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξευτελίζεται, διότι ὁ Κανονισμὸς πρέπει νὰ τηρηθῇ, ποῖος Κανονισμός; Σεῖς, κ. Πρόεδρε, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τὸ πρῶτο σας καθῆκον ἦτο, ἅμα σᾶς ἐστείλαμεν αὐτὸ τὸ γράμμα, ἔπρεπε σεῖς νὰ ὑποστηρίξετε, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ Νομάρχης νὰ παύσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Κοινότητος, διότι ἐκάλεσεν εἰς τὴν ἑορτὴν ἕνα βουλευτήν. (Θόρυβος).
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πασαλίδη, σᾶς ἐδόθη ὁ λόγος, προκειμένου νὰ δικαιολογήσητε, διατὶ προέβητε εἰς τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀπαραδέκτου ἐπιστολῆς. Εἶναι ζήτημα κοινοβουλευτικῆς τάξεως δι’ ὑμᾶς νὰ μοῦ ἀπαντήσητε διὰ τὴν ἐπιστολὴν καὶ ὄχι νὰ λάβετε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ κειμένου. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα. Διότι μὲ προσεβάλατε ὡς Πρόεδρον τοῦ Σώματος καὶ μοῦ εἴπατε, ὅτι: «Ἐγὼ θὰ λάβω τὸν λόγον, θέλετε δὲν θέλετε, κ. Πρόεδρε». Ζητῶ, κύριοι βουλευταί, τὴν προστασίαν τοῦ Σώματος ἐπὶ τοῦ προκειμένου. (Θόρυβος). Ἠμπορεῖτε, κ. Πασαλίδη, νὰ ἀποσύρετε τὸ ἔγγραφον καὶ νὰ ὑποβάλετε ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν καὶ ἐγὼ θὰ μεσολαβήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ γίνῃ τὸ ταχύτερον ἡ συζήτησις. Δὲν θὰ ἀνεχθῶ, ὅμως, κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ παραβιάζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὁ Κανονισμός.
§17Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Σέβομαι τὸν Πρόεδρον, ἀλλὰ καὶ ὁ Πρόεδρος πρέπει νὰ σέβεται τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ, ὅταν τὸ ἐξευτελίζουν. Ἐγὼ τὸ ἔγγραφον δὲν τὸ ἀποσύρω καὶ ὅ,τι θέλετε κάμετε ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ἔχετε καὶ τὴν πλειοψηφίαν νὰ καταπατήσετε καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ὅπως τὰς καταπατῆτε κάθε ἡμέραν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θέλετε νὰ ἀφίσωμεν τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων;
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Τὸν λόγον ἔχει ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, κ. Σ. Βενιζέλος.
§21Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀφ’ ἧς ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος διὰ τὴν Γʹ Βουλευτικὴν Περίοδον, ὁλόκληρος ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος κατηναλώθη εἰς μίαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουν ὅλοι οἱ βουλευταί, ἀνεξαιρέτως ὅλοι, εἰς τὴν καθιέρωσιν ἑνὸς ἀδιαβλήτου ἐκλογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ τεθῇ ἕνα τέρμα εἰς τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ὑφίσταται κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίαν ἀνωμαλίαν;
§23Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπαντήσω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, σᾶς λέγω, ὅτι ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1956 καὶ ἔκτοτε ἔχομεν συνεχῶς Κυβερνήσεις μειοψηφίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία. Κύριοι βουλευταί, εἰς ὅλας τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης, κατὰ τὴν περίοδον μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων πολέμων, ἐπεκράτησε τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς, πλὴν τῆς Μ. Βρεταννίας, εἰς τὴν ὁποίαν λόγῳ εἰδικῶν συνθηκῶν ἔχει ἐπιβληθῆ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὸ πλειοψηφικόν. Σημειωτέον, ὅτι, καίτοι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν δύο μόνον Κόμματα, ἐν τούτοις τὸ τρίτον Κόμμα, τὸ Φιλελεύθερον, ἔχει τόσον σημαντικῶς περιωρισμένην τὴν στάθμην του, ὥστε παίζει μόνον δευτερεύοντα ρόλον εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας αὐτῆς. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν νὰ διατηρῇ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα. Μετὰ τὸν Βʹ παγκόσμιον πόλεμον, κατεβλήθη προσπάθεια εἰς πολλὰς χώρας τῆς Εὐρώπης καὶ ἰδίως ἐκεῖ, ὅπου ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ ἐνεφάνισε δύναμιν ἀνησυχαστικήν, κατεβλήθη προσπάθεια, ὅπως εὑρεθοῦν ἐκλογικὰ συστήματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ περιωρίζετο ἡ δύναμις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Τοιουτοτρόπως, εἰς τὴν Γαλλίαν ἐφηρμόσθη διὰ μίαν ἐκλογικὴν περίοδον τὸ σύστημα τῶν συγγενῶν Κομμάτων καὶ εἰσήγετο τὸ σύστημα τῶν δύο γύρων διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ βουλευτοῦ, σύστημα ἰσχῦσαν καὶ προπολεμικῶς, δι’ ἄλλους ὅμως λόγους, ἐν Γαλλίᾳ. Ἀλλά, κύριοι, πρέπει νὰ προσέξετε, ὅτι εἰς τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης ποὺ ἐπεδιώχθη τοῦτο, ἔγινε προσπάθεια νὰ περιορισθῇ ἡ δύναμις τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς διὰ τῆς πλειοψηφίας, διότι τόσον τὸ σύστημα τῶν συγγενῶν Κομμάτων, ὅσον καὶ τὸ σύστημα τῶν δύο γύρων, βασίζεται ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας. Ἐνῷ ἀντιθέτως, εἰς τὴν χώραν τὴν ἰδικήν μας ἐπεδιώχθη ἡ μείωσις τῆς δυνάμεως τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς διὰ τῆς συστηματικῆς καὶ προγραμματικῆς μετατροπῆς τῆς μειοψηφίας εἰς κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν. Αὐτός, κύριοι βουλευταί, εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος δημιουργεῖ τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν εἰς τὴν χώραν μας. Θὰ μοῦ εἴπητε, τὶ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ; Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐξετάσωμεν τὰ τρία συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐλειτούργησαν ἀπὸ μακροῦ εἰς τὴν χώραν μας, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖον εἶναι τὸ προσφορώτερον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ πραγματικῶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς μίαν πολιτικὴν ζωήν. Ἐν πρώτοις εἶναι τὸ πλειοψηφικόν. Ἀλλὰ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, αὐτὴν τὴν στιγμήν, νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ ἄκρα Ἀριστερά, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν τοῦ 1958, ἔχει φθάσει εἰς τὰ 25%, εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ πλειοψηφικὸν σύστημα; Θέλομεν ἡ Ἄκρα Ἀριστερὰ νὰ γίνῃ τοιουτοτρόπως ὁ ρυθμιστὴς τῆς πολιτικῆς ζωῆς εἰς τὴν Χώραν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν σκέπτεσθε σοβαρῶς νὰ ἐπιδιώξητε τὴν ἐπιβολὴν τοῦ πλειοψηφικοῦ. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν, ἡ ὁποία ἔχει κἄποιαν βάσιν καὶ ἡ ὁποία ἀπέβλεπε, ὅταν τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ 1951, εἰς τὸ νὰ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν πολλῶν Κομμάτων. Διότι ὄντως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰ Κόμματα εἰς τὴν Βουλὴν ἦσαν 8 ἢ 10, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, πάντως ἦσαν τόσον πολλά, ὥστε κατέστη ἀναγκαῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογική. Ἀλλά, δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ ποὺ ἐψηφίσθη τὸ 1958 ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀναλογικὴν τοῦ 1951, διότι ἡ τελευταία αὕτη ἀπέβλεπε νὰ ἐνισχύσῃ μόνον τὸ πρῶτον Κόμμα, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μειονέκτημα τοῦ συστήματος τοῦ ἐκλογικοῦ τοῦ 1958. Κύριοι βουλευταί, θὰ προκαλέσω, ἴσως, πάλιν τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν μὲ ὅσα πρόκειται νὰ εἴπω, διότι τὸ περίεργον, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὴν ἰδικήν μας χώραν, εἶναι, ὅτι κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εὑρίσκῃ ἐκλογικὰ συστήματα, μὲ τὰ ὁποῖα, ἐνῷ χάνει εἰς ἀριθμὸν ψήφων, κατορθώνει νὰ κερδίζῃ εἰς ἀριθμὸν ἑδρῶν. Αὐτό, κύριοι, εἶναι ἀπαράδεκτον, εἶναι καιρὸς νὰ σταματήσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ὡς κανών, ὅτι ἡ μειοψηφία θὰ μετατρέπεται συστηματικῶς εἰς πλειοψηφίαν, διότι —ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν— φοβοῦμαι, ὅτι τοῦτο θὰ ὁδηγήσῃ τὴν χώραν εἰς ἕνα νέον διχασμόν, διὰ τὸν ὁποῖον σεῖς πρῶτοι θὰ λυπηθῆτε. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλοὶ ἰσχυρίζονται, ὅτι διὰ τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς θὰ ἐπέλθῃ κατατεμαχισμὸς τῶν δυνάμεων, νομίζω, ὅτι ὡς ἔχει διαμορφωθῆ ἡ πολιτικὴ ζωὴ εἰς τὴν χώραν αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ μὲ τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν νὰ ὑπάρξουν πλέον τῶν τριῶν ἢ τὸ πολὺ τεσσάρων παρατάξεων. Καί, νομίζω, ὅτι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλετε σήμερον νὰ ψηφισθῇ, ὥστε νὰ γίνῃ ἕνας ἀπολογισμὸς τῶν δυνάμεων τῶν διαφόρων ρευμάτων καὶ παρατάξεων εἶναι ἡ ἁπλῆ ἀναλογική. Ἄν νομίζητε, ὅτι ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ τοῦ 1946 καὶ 1950, ἡ ὁποία ἐνεῖχεν ἐντὸς αὐτῆς καὶ τὸ στοιχεῖον τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, ἂν νομίζετε, ὅτι πρέπει κατά τι νὰ αὐξηθῇ, δὲν θὰ εἶχα καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ δι’ ὅλα τὰ Κόμματα τὸ 15%. Διότι ἂν ἕνα Κόμμα συγκεντρώσῃ 600.000 ψήφους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω, ὅτι δικαιοῦται νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν. Νομίζω, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ ἐκείνη ποία εἶναι ἡ γνώμη της. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις, κατὰ ἕνα γριφώδη τρόπον εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει ἐν ἰσχύϊ ἐκλογικὸν σύστημα. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὑπάρχει σύστημα. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν πρόκειται νὰ παραμείνῃ τὸ ἰσχῦον σύστημα. Ἡμεῖς θὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ δεχθῶμεν τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν. Ἄς μὴ τὴν ψηφίσωμεν τώρα, διὰ νὰ μὴ στενοχωρήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῆς ψηφίσεώς της εἶναι σὰν νὰ εἰσερχώμεθα εἰς προεκλογικὴν περίοδον, ἀλλ’ ἂς εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ ψηφισθῇ σύστημα ποὺ θὰ ἰσχύῃ καὶ εἰς τὸ διηνεκὲς καὶ νὰ εἶναι ἡ ἁπλῆ ἀναλογικὴ ἐνισχυμένη μὲ 10– 15%. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ ἕνα τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐγκυμονεῖ κινδύνους διὰ τὸν τόπον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§25Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις παρηκολούθησε μὲ πολλὴν προσοχὴν τὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν κατὰ τὰς μακρὰς καὶ πολλὰς συνεδριάσεις, τὰς ἀφιερωθείσας εἰς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, πρὶν ἀναπτύξω τὴν θέσιν, τὴν γνωστὴν ἤδη, τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπω, ὡς φορεὺς προσωπικῆς ἀντιλήψεως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν τόπον μας— δὲν γνωρίζω, ἂν εἶναι δυνατὸν καὶ εἰς ἄλλας χώρας, πλὴν τὴν Ἀγγλοσαξωνικὴν— νὰ ὑπάρξῃ, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, μόνιμον καὶ μάλιστα συνταγματικῶς κεκυρωμένον σύστημα ἐκλογικόν. Αἱ συνθῆκαι αἱ παγκόσμιοι καὶ αἱ ἐσωτερικαὶ εἶναι τόσον ρευσταί, οἱ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν τὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν τὴν ζωήν, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 20οῦ, εἶναι τόσον πολύπλοκοι, ὥστε δὲν νομίζω, ὅτι Κόμμα ἔχον συνείδησιν τῆς ἱστορικῆς εὐθύνης του, θὰ ἀνελάμβανε νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, μετατρεπομένην εἰς Ἀναθεωρητικήν, βάσει τῆς διαδικασίας τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ Σύνταγμα, τὴν κατοχύρωσιν ὡρισμένου ἐκλογικοῦ συστήματος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τονίσω, ὅτι σχεδὸν ἅπασαι αἱ μεταβολαὶ ἐκλογικῶν συστημάτων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1946 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ὑπηγορεύθησαν, παρὰ μόνον ἐλάχιστα, δὲν ἀποκλείω, βέβαια, καὶ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, δὲν ὑπηγορεύθησαν παρὰ μόνον ἐλάχιστα ἀπὸ καθαρῶς κομματικὴν σκοπιμότητα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, κυβερνῶντες, ἀπεδέχθησαν ἢ εἰσηγήθησαν ὡρισμένον ἐκλογικὸν σύστημα. Γενικώτεραι σκοπιμότητες, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, σκοπιμότητες καθαρῶς ἐθνικαί, συνδεόμεναι μὲ τὴν στερέωσιν τῆς Δημοκρατίας, μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ πλαισίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ Δημοκρατία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κινηθῇ καὶ νὰ λειτουργήσῃ καλῶς, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν ὀλίγον ἢ πολύ, νομίζω μάλιστα, πολὺ καὶ οὐχὶ ὀλίγον, τὰς σκέψεις, τὰς ἀποκρυσταλλωθείσας εἰς τὰς διαφόρους ἀπὸ τοῦ 1946 καὶ ἐντεῦθεν ἀποφάσεις περὶ ἐκλογικῶν συστημάτων. Ὡς φορεύς, ἐπίσης, προσωπικῆς ἀντιλήψεως ἔχω ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παλαιότερον ἀναπτύξει, καὶ κατὰ τὴν περίοδον 1946–50 καὶ μετὰ ταῦτα, τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄψογον θεωρητικῶς ἐκλογικὸν σύστημα, οὔτε τὸ πρακτικῶς ἄριστον. Τὸ αὐτὸ σύστημα εἶναι δυνατόν, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, νὰ ἀποδεικνύεται, ἄλλοτε ὀρθὸν καὶ ἄλλοτε ἡμαρτημένον. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ὑπάρχει τὸ μέγα γεγονός, μέγα ἀπὸ ἀπόψεως συνεπειῶν, τῆς ποικιλίας, ἀπὸ ἀπόψεως ἀριθμοῦ ψήφων τῶν διαφόρων περιφερειῶν, ποικιλίας ἐπηρεαζούσης τὸ ἀποτέλεσμα. Διάφοροι, λοιπόν, παράγοντες καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν διατύπωσιν ἀπολύτως σαφοῦς ἀντιλήψεως περὶ τοῦ πρακτέου, περὶ τοῦ ἀπολύτως ὀρθοῦ πρακτικῶς, προκειμένου περὶ ἐπιλογῆς ἑνὸς ἐκλογικοῦ συστήματος. Δὲν πρόκειται κἂν νὰ σᾶς εἴπω πόσον δύσκολον εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως θεωρητικῆς— δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ θεωρητικὴ ἄποψις, παρὰ τὴν προέλευσίν μου ἀπὸ τὴν θεωρίαν καὶ ἀπὸ τὴν πανεπιστημιακὴν ἕδραν — δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω πόσον δύσκολον ἢ μᾶλλον ἀδύνατον εἶναι νὰ θεμελιώσῃ τις κατὰ τρόπον ἀπόλυτον τὴν γνώμην, ὅτι τὸ τάδε σύστημα εἶναι τὸ θεωρητικῶς ἀπολύτως ἄψογον. Σᾶς παραπέμπω εἰς ὅλα τὰ συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν γραφῆ, καὶ εἰς ὅλας τὰς ἰδιαιτέρας πραγματείας, καὶ εἰς λόγους ἐκφωνηθέντας εἰς τὰς Βουλὰς ὅλου τοῦ κόσμου, περὶ ἐκλογικοῦ συστήματος. Σχεδὸν πάντες, ἔχουν ἀποφανθῆ, ὅπως ἀποφαίνομαι καὶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀκολουθῶν τὸ παράδειγμα ἐμπείρων ἐρευνητῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δυνατότης ἀπολύτου θεωρητικοῦ ἐντοπισμοῦ τῆς σκέψεώς μας εἰς ὡρισμένον σύστημα. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε θέσιν.— Καὶ ἔλαβε θέσιν ἀπὸ τῆς πρώτης συνεδριάσεως— Καὶ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρῶτον μὲν ὑπάρχει ἕνα δεδομένον ἐκλογικὸν σύστημα παραχθὲν καθ’ ὃν τρόπον παρήχθη. Δὲν θὰ μνημονεύσω τὰ ὅσα συνέβησαν κατὰ τὴν παραγωγήν του, Ἐλέχθησαν ὅλα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Εἶναι γνωστά. Παρήχθη πάντως τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἀδιάβλητον διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ε.Ρ.Ε., ἡ ὁποία μάλιστα εἶχε παύσει νὰ εἶναι Κυβέρνησις, ὅταν ἐψηφίζετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ ἄσχετα ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἐκλογικὸν σύστημα καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐκπρόσωπος τῆς πλειοψηφίας καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας, δὲν νομίζει, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα διὰ νὰ σκεφθῇ τὴν ἀνάγκην μεταβολῆς τοῦ ἰσχύοντος ἐκλογικοῦ συστήματος, ἡ πολιτικὴ σωφροσύνη ἐπιβάλλει νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τούτου καὶ ἐδηλώθη ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ σαφῶς, ὅτι ἐν καιρῷ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπικοινωνήσῃ μετὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων, δηλαδὴ ἐὰν νομίσῃ ἡ ἰδία, ὅτι πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀλλαγὴν τοῦ συστήματος, θὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην των, καὶ ἀφοῦ ζητήσῃ τὴν γνώμην των θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐνδεχομένην εἰσήγησιν περὶ μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ἐπίσης, καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σταθῶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐπ’ ὀλίγον, ὅτι σκοπὸς εἶναι νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν τετραετίαν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως). Ἡ φράσις αὐτή, προεκάλεσε κριτικήν, ἡ ὁποία ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, καὶ ἀπευθύνομαι εἰδικώτερον εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἤσκησαν, ὡς π.χ. ὁ κ. Κωστόπουλος, τὴν κριτικήν, δὲν ἦτο δεδικαιολογημένη. Οἱ ἀσκήσαντες τὴν κριτικήν, ἐνόμισαν, ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προβαίνουσα εἰς τοιαύτην δήλωσιν δὲν λογαριάζει τὸ Σύνταγμα. Κύριοι βουλευταί, γνωρίζουν ἄριστα οἱ κύριοι αὐτοί, ὅτι ὅταν μία Κυβέρνησις δηλοῖ κἄτι, δηλοῖ τοῦτο καὶ ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ δηλώσῃ κατηγορηματικώτατα, ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ Σύνταγμα. Αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις χάσῃ τὴν πλειοψηφίαν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ τὴν χάσῃ. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως). Εὐχαριστῶ, κ. συνάδελφοι, διὰ τὴν ἐπιβεβαίωσιν τῆς προβλέψεώς μου. Ἢ ἐὰν νομίσῃ ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ὅτι ὑπάρχει θέμα διαλύσεως τῆς Βουλῆς, εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις τὰς ὁποίας προβλέπει τὸ Σύνταγμα, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν προϋπόθεσιν τῆς λειτουργίας τοῦ Δημοκρατικοῦ Πολιτεύματος, ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἀνατρέπεται. Καὶ τὰς ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις τὰς περιπτώσεις αὐτάς. Δὲν ἔχει ἀνάγκη, ὅταν δηλοῖ ὑπευθύνως τὸ τὶ ἡ ἰδία πιστεύει, καὶ τὸ τὶ εἶναι ἀποφασισμένη ἡ ἰδία νὰ πράξῃ ἢ νὰ εἰσηγηθῇ, δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαναλαμβάνῃ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τῶν ὁποίων ἡ γνῶσις εἶναι αὐτονόητος ἐκ μέρους ὅλων τῶν κ. συναδέλφων, νὰ ἐπαναλαμβάνῃ, λέγω, τὰ ἄρθρα ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τῆς ἰσχύος τῶν ὁποίων ἰσχύει καὶ ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως.
§26Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§27Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Θὰ ἐπεθύμουν, κ. συνάδελφε, νὰ μὴ διακόψητε. Πάντως, δὲν θὰ δεχθῶ ἄλλας διακοπάς. Ἀλλά, ἀφοῦ ἐμνημόνευσα τὸ ὄνομά σας, ἂς γίνῃ μία ἐξαίρεσις.
§28Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω τοῦτο: Δι’ ἡμᾶς ἡ ἀποσαφηνιστικὴ αὐτὴ δήλωσις γίνεται μετ’ ἰδιαιτέρας εὐχαριστήσεως, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἡ δήλωσις τοῦ ὁμιλήσαντος κ. Ὑπουργοῦ, δὲν ὁμιλεῖ περὶ προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι προθέσεις βεβαίως ὑπόκεινται εἰς τὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐπιφυλάξεις, ἀλλὰ ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικά. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησε περὶ ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν τετραετίαν, καὶ ὄχι περὶ προθέσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ὑπῆρξε διαφωνία.
§29Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Κύριοι, λυποῦμαι, διότι ἐγένετο ἡ διακοπή. Ὄχι διότι κατ’ ἀρχὴν δὲν ἐπιθυμῶ διακοπὰς καὶ δὲν θὰ ἐπιτρέψω ἄλλας —ἔγινε μία ἐξαίρεσις— ἀλλὰ διότι ἐπωφελήθη τῆς ἐξαιρέσεως αὐτῆς ὁ κ. Κωστόπουλος, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι προέβην εἰς διασάφησιν τῆς παλαιοτέρας δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω νὰ μὴ ἑρμηνεύῃ τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἀναπτύσσουν ἀπὸ τοῦ βήματος κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἀντίληψιν πρὸς ὑποστήριξιν καὶ θεμελίωσιν τῆς ἀστηρίκτου κατηγορίας, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὸ ἡμερῶν ἀναπτύξει. Καὶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν τετραετίαν. (Χειροκροτήματα). Διότι, ἁπλούστατα, ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, βάσει ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, θὰ παύσῃ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ἀποφάσεις ἐν ὀνόματι τοῦ Ἔθνους, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δικαιοῦται νὰ λάβῃ δεσμευτικὰς διὰ τὴν χώραν ἀποφάσεις. Ἡ πλειοψηφία ἐν τῇ δημοκρατίᾳ δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ ἀπαφάσεις. Ἐὰν ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις καὶ μόνον τοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀρθῇ, εἴτε ὑπὸ τῶν κυρίων βουλευτῶν, εἴτε διὰ τῆς ἀσκήσεως τῆς εἰδικῆς ἐκείνης προνομίας τοῦ Στέμματος, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα, τότε, βεβαίως, ἡ ἀπόφασις παύει νὰ ἔχῃ δυνατότητα ἱστορικοῦ κύρους. Ἀλλὰ πολιτικὴν ἀξίαν ἔχει ἡ ἀπόφασις. Καὶ αἱ Κυβερνήσεις δὲν λέγουν τὶ πρόθεσιν ἔχουν, ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ ἀπόφασίς των. Κύριοι, ἐγένετο μακρὰ ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων συζήτησις. Ἔλαβον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἅπαντες οἱ κύριοι Ἀρχηγοὶ καὶ ἐκπρόσωποι τῶν Κομμάτων καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν. Καὶ πρέπει παρὰ ταῦτα νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν καὶ δὲν ἀνεμένετο νὰ προαχθῇ τὸ θέμα, ἕνα θέμα σχεδὸν αὐτονόητον. Ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν εἶναι πράγματα γνωστὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἶναι, νὰ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Χώρας καὶ βασιζομένη ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας της, ἐὰν καὶ πότε θὰ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ εἰσηγηθῇ τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Προέβη δὲ ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὴν δήλωσιν— τὴν ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν— ὅτι θὰ κατατοπίσῃ ἐγκαίρως καὶ θὰ συμβουλευθῇ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἐθνικοφρόνων, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, Κομμάτων. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ παραπέμψω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῶν «Ἐθνικοφρόνων Κομμάτων» εἰς τὴν σαφῆ ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι ἆραγε, διότι ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις ὡρισμένων ἐκ τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν ἢ βουλευτῶν, συνήχθη αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, εἶναι ἆραγε ὁ κύριος λόγος τῆς ἐλλειποῦς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ γενικώτερον τῆς Δημοκρατίας, εἶναι ἆραγε ὁ κύριος λόγος ἡ ἰσχὺς τοῦ τάδε καὶ ἡ ἀπουσία τοῦ δεῖνα ἐκλογικοῦ συστήματος; Εἶναι ἆραγε τόσον θαυματουργά, τὰ ἐκλογικὰ συστήματα; Κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ προβῶ εἰς ὡρισμένας παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν οὐχὶ ἔμμεσον, ἀλλὰ ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα. Κατέχομαι ἀπὸ μικτὰ αἰσθήματα καὶ κυρίως κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ἰδιαίτατα δὲ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Κατέχομαι ἀπὸ τὸ αἴσθημα μιᾶς ψυχικῆς ἀντιδράσεως καὶ ὀργῆς, ἀλλὰ κατέχομαι καὶ ἀπὸ τὸ αἴσθημα μιᾶς ἀνησυχίας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς καὶ τῶν θεσμῶν μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν ὡρισμένων μεθόδων εἰς τὴν πολιτικήν μας ζωήν, περὶ τῶν ὁποίων θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Καὶ ἐὰν ἀκόμη δὲν ὑπερισχύει συναισθηματικῶς, ὀφείλω διὰ τῆς σωφροσύνης νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸν ἑαυτόν μου νὰ ὑπερισχύσῃ μέσα του τὸ αἴσθημα τῆς ἀνησυχίας. Ἐὰν ὑπερίσχυε ἢ ἐὰν ἄφηνα νὰ ὑπερισχύσῃ τὸ αἴσθημα τῆς ὀργῆς, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω νὰ τὰ εἴπω ψυχραίμως καὶ μὲ ἤρεμον τόνον. Καὶ ὅταν κατέχεται κανεὶς ἀπὸ ἀνησυχίαν διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, διὰ τὸ μέλλον τῆς πολιτικῆς ζωῆς, τότε ὀφείλει παραμερίζων τὰ ἄλλα αἰσθήματα νὰ τονίσῃ τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν ἀνησυχίαν, μὲ μεγάλην ἠρεμίαν καὶ ψυχραιμίαν. Κύριοι βουλευταί, καλὰ εἶναι τὰ συστήματα, σχεδὸν ὅλα, καὶ σχεδὸν ὅλα ἢ μᾶλλον ἅπαντα χωρὶς ἐξαίρεσιν, ἔχουν καὶ τὰς ἀδυναμίας των, ἔχουν τρωτά. Δὲν ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ἀποτελεῖ τὴν μόνην προσδιοριστικὴν καὶ γενεσιουργὸν αἰτίαν τῆς καλῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὕπαρξις τοῦ αʹ ἢ βʹ ἐκλογικοῦ συστήματος. Οἱοδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι τὸ σύστημα— ἀρκεῖ, βέβαια, νὰ εἶναι δημοκρατικὸν καὶ νὰ συνοδεύεται μὲ τὴν ἐλευθέραν κάθοδον εἰς τὰς ἐκλογὰς πολλῶν Κομμάτων, μὲ τὸν ἐλεύθερον ἀνταγωνισμόν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει μόνον εἰς τὴν πραγματικὴν Δημοκρατίαν —οἱοδήποτε, λέγω, καὶ ἐὰν εἶναι τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐοδωθῇ πλήρως τὸ ἔργον τῶν Κοινοβουλίων, τὸ ἔργον τῶν Δημοκρατιῶν, ἐὰν παράλληλα μὲ τὰ οἱαδήποτε κατ’ ἀρχὴν καλὰ ἐκλογικὰ συστήματα, δὲν λειτουργοῦν καὶ δὴ αὐτομάτως, ὡρισμένοι βασικοὶ ἠθικοὶ κανόνες τῆς πολιτικῆς ζωῆς. Τὰ ἐκλογικὰ συστήματα γράφονται, ψηφίζονται, δημοσιεύονται, ἀναγιγνώσκονται εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰ ἐγχειρίδια τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Οἱ ἠθικοὶ κανόνες δὲν γράφονται, τηροῦνται, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι τεταγμένος νὰ τοὺς σεβασθῇ, τοὺς τηρεῖ. Οἱ ἠθικοὶ κανόνες ἰσχύουν ἢ δὲν ἰσχύουν βάσει ὡρισμένων δεδομένων, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορεῖ ὁ νόμος νὰ προσδιορίσῃ. Τὰ προσδιορίζει τὰ δεδομένα αὐτὰ ἡ παράδοσις, ἀλλὰ δὲν εἶναι πάντες, δυστυχῶς, πρόθυμοι ἢ ἱκανοὶ νὰ διδάσκωνται αὐτὰς τὰς παραδόσεις καὶ νὰ σέβωνται τὰς ἠθικὰς πολιτικὰς ἀρχάς, εἶμαι βέβαιος, ἀξιότιμοι, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἀντελήφθητε ἅπαντες πρὸς ποίαν κατεύθυνσιν στρέφεται ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν διετύπωσα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ Δημοκρατία ἀποτελεῖ συνάρτησιν τῆς ἐλευθερίας τῆς κριτικῆς, οὐχὶ μόνον τῆς κριτικῆς τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃ ὁ βουλευτής, ἀλλὰ ὁ οἱοσδήποτε πολίτης. Καὶ εἶναι, ἐπίσης, ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις εἶναι ἐκτεθειμένη διὰ τῶν πράξεών της, διότι δρᾶ καὶ δὲν ὁμιλεῖ ἁπλῶς, ὅπως ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἶναι ἐκτεθειμένη ἐνδεχομένως καὶ εἰς δεδικαιολογημένην κριτικήν. Πλῆθος πράξεων ἐπιτελεῖ μία Κυβέρνησις ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν, καὶ εἶναι φυσικὸν καὶ εἰς λάθη νὰ περιπέσῃ καὶ εἶναι φυσικὸν καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιληφθῇ, διότι εἶναι λαβύρινθος ἡ κρατικὴ μηχανή, νὰ κάμῃ καὶ λάθη, τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει ἐνδεχομένως καὶ ἠθικῶς νὰ κατακριθοῦν. Ποῖον εἶναι, ὅμως, τὸ χρέος παντὸς πολίτου, ἔτι δὲ μᾶλλον τοῦ βουλευτοῦ; Ὁσάκις διαπιστώνῃ τὴν ὕπαρξιν λαθῶν, ὁσάκις μάλιστα διαπιστώνῃ τὴν ὕπαρξιν ἁμαρτήματος, καθῆκον του εἶναι νὰ προβῇ εἰς τὴν συγκεκριμένην ἐπισήμανσιν τοῦ ἁμαρτήματος ἢ τοῦ λάθους. Διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τοῦ τόπου, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας καὶ εἰδικώτερον κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας, εἰσήχθη ἕνα σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ —καὶ ἐπικαλοῦμαι ὅλων σας τὴν προσοχήν— ὄχι ἁπλῶς εἰς τὸν προγραμματικὸν διασυρμὸν ὑπολήψεων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν κλονισμὸν τῶν βασικῶν θεσμῶν τῆς Δημοκρατίας. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἴχομεν συνηθίσει εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὑπῆρχον παραδόσεις καὶ διότι ἅπαντες, ἀκόμη, εἰς τὰς κρισιμωτέρας καὶ δραματικωτέρας στιγμὰς τῆς ἐθνικῆς καὶ πολιτικῆς μας ζωῆς, εἶχον σεβασθῆ τὰς ἀρχὰς τῆς παραδόσεως αὐτῆς, δὲν εἴχομεν συνηθίσει νὰ ἔρχωνται βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ ἐρωτοῦν κἄτι τὸ συγκεκριμένον, ἢ οἱ ὁποῖοι νὰ μὴ καταγγέλλουν δι’ ἐπερωτήσεως κἄτι τὸ συγκεκριμένον, ἀλλὰ νὰ διατυπώσουν ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεων κύρια ἄρθρα καὶ εἰς τὰ κύρια αὐτὰ ἄρθρα νὰ θέτουν πάντα τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἡ φαντασία των γεννᾶ, ἐρωτήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι κἂν ἀναγκαία. Διότι ἔπρεπε νὰ σέβωνται οἱ βουλευταὶ αὐτοὺς τοὺς ἠθικοὺς κανόνας, ὅταν διατυπώνουν τοιαῦτα ἀφηρημένα ἐρωτήματα. Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου, ἐὰν δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀπάντησις, εἶναι φυσικὸν— καὶ αὐτὸ ἐπιδιώκουν οἱ περὶ ὧν πρόκειται βουλευταί— εἶναι φυσικὸν νὰ προκαλοῦν ἀπορίας καὶ ὑποψίας εἰς ὡρισμένον ἀφελῆ τμῆμα τῆς κοινῆς γνώμης. Καὶ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι καὶ οἱ ἀφελεῖς Ἕλληνες εἶναι ἀγαπητοί, καὶ ἴσως, πλέον ἀξιαγάπητοι ἀπὸ τοὺς εὐφυεῖς. Φέρ εἰπεῖν ἐρωτῶνται οἱ Ὑπουργοὶ τὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 8, 10 ἢ 15 τελευταίων ἐτῶν ἔπραξαν εἰς τὴν ἰδιωτικήν των ζωήν— καὶ θὰ μνημονεύσω κατὰ σειρὰν τοὺς ἐνώπιον ἐμοῦ εὑρισκομένους— οἱ κ.κ. Πασαλίδης, Στεφανόπουλος, Μαρκεζίνης, Βενιζέλος καὶ Κωστόπουλος— τὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς τελευταίας δεκαετίας ἠγόρασαν καὶ τὶ ἐπώλησαν. Δικαίωμά των ἦτο καὶ ν’ ἀγοράσουν ἕνα ἐπανωφόριον καὶ δικαίωμά των ἦτο νὰ πωλήσουν ἕνα ἐμπόρευμα, ἐὰν τυχὸν δὲν εἶναι δικηγόροι ἢ ἰατροὶ καὶ εἶναι κτηματίαι ἢ ἐπαγγελματίαι. Πῶς νὰ ἀναμένῃ ἡ κοινὴ γνώμη τὴν ἀπάντησιν; Καὶ ἐὰν ἀκόμη πρέπει νὰ δοθῇ ἀπάντησις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀμφισβητῶ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς ἐρωτήσεις, μέχρις ὅτου δοθῇ αὕτη εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς μεθόδου τῆς σκανδαλοθηρικῆς ἐρωτήσεως, νὰ προκληθοῦν εἰς τὴν ψυχὴν ὡρισμένου τμήματος τοῦ λαοῦ μεγάλαι ἀμφιβολίαι καὶ ἀπορίαι. Μὲ ποῖον δικαίωμα ὁ βουλευτὴς καταχρώμενος τῆς ἐξουσίας του, προβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν ἐνέργειαν; Μὲ ποῖον δικαίωμα, ὅταν μάλιστα εἰς τὴν χθεσινὴν περίπτωσιν, τὰ ἔχῃ διαβάσει ὅλα εἰς τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον, τὰ ἔχῃ διαβάσει καὶ τὰ γνωρίζῃ, ζητεῖ διὰ τῆς ἐρωτήσεώς του, εἰδικώτερα σχετικῶς μὲ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ἄριστα; Ζητεῖ νὰ διαφωτισθῇ ἐπὶ σημείου τινός; Τὰ γνωρίζει ὅλα, δημόσια ἔγγραφα εἶναι καὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς καὶ τοῦ τελευταίου πολίτου, ὄχι τοῦ βουλευτοῦ ἁπλῶς. Θέλει ἁπλούστατα νὰ γεννήσῃ τὴν ἀμφιβολίαν, θέλει νὰ ρίψῃ μᾶλλον τὴν ἀφηρημένην ρετσινιάν. Εἶναι, τάχα, εἰς τὰς παραδόσεις τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς ζωῆς νὰ ρίπτωμεν ἀφηρημένες ρετσινιές; Κύριοι, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπὸ χθὲς τὸ βράδυ, ἀπὸ πολλὲς ἡμέρες, ἀπὸ ἑβδομάδες τὰ ἐσκεπτόμουν ὅλα αὐτά, ἀλλὰ χθὲς τὸ βράδυ εἰδικώτερον καὶ σήμερον τὸ πρωΐ εἶπον μέσα μου, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω τὰς σκέψεις αὐτὰς εἰς τοὺς συναδέλφους μου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνακοινῶν αὐτὰς πρὸς τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ συναδέλφους μου, νὰ τὰς ἀπευθύνω πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ νὰ εἴπω εἰς τὸν λαὸν ὅτι πρέπει, ὄχι ἁπλῶς νὰ προφυλάσσεται, ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἀντιδρᾷ. Ἐρωτῶ, κύριοι, εἶναι ἐπιτετραμμένον ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς ὁ βουλευτὴς καταχρώμενος τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν τοῦ παρέχει τὸ Σύνταγμα διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας δῆθεν τελεῖ ὡς βουλευτής, νὰ προβαίνῃ, μόλις διατυπώνει μίαν ἐρώτησιν, εἰς τὴν δημοσίευσιν τῆς ἐρωτήσεως, πρὶν ἀκόμη τὴν καταθέσῃ ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὰ διάφορα, ἢ εἰς ὡρισμένα φύλλα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Εἶναι μέσα εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ αὐτό, τὸ ὁποῖον πράττει ἢ μᾶλλον διαπράττει, παραβαίνων τοὺς ἠθικοὺς κανόνας καὶ τὰς παραδόσεις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ; Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ. Τὸ ἔδωσε τὸ κείμενον τῆς ἐρωτήσεως. Ἄς τὸ δώσῃ. Ἀλλὰ τὶ ζητοῦν οἱ βουλευταὶ —καὶ εἶναι ἐλάχιστοι εὐτυχῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ παρεξηγήσεως τοῦ προορισμοῦ των ἢ ὑποκινούμενοι ὑπό τινων καὶ πίπτοντες θύματα ὡρισμένων κλικῶν, τὸ πράττουν— τὶ ζητοῦν; Δικαίωμα ἔχουν νὰ ζητήσουν κἄτι τὸ συγκεκριμένον. Νὰ εἴπουν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὸν Ἀντιπρόεδρον ἢ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάθονται εἰς τὰ ἐδώλια τὰ ὑπουργικὰ καὶ οἱ ὁποῖοι τιμοῦν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ εἴπουν, ὅτι ὁ τάδε ἔκαμε τὸ συγκεκριμένον αὐτὸ ἁμάρτημα; Καὶ ἐγὼ εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχω διαπράξει ἁμάρτημα. Πᾶς τις εἶναι δυνατὸν εἴτε ἐξ ἀβλεψίας, εἴτε ἐξ ἐπιπολαιότητος νὰ ἁμαρτήσῃ. Διότι καὶ οἱ σώφρωνες εἶναι δυνατὸν εἰς ὡρισμένας στιγμὰς τοῦ βίου των, μὲ τὸν φόρτον τῆς ἐργασίας, τὸν ὁποῖον ἔχουν, νὰ καταστοῦν ἀπρόσιτοι. Καὶ οἱ ἔντιμοι εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὴν πίεσιν φίλων, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ξεφορτωθοῦν —γνωρίζετε ὅλοι τὶ σημαίνει ἡ πίεσις ὡρισμένων φίλων ἐπὶ τῶν βουλευτῶν ἢ τῶν ὑπουργῶν— καὶ οἱ ἔντιμοι, λέγω, εἶναι πιθανόν, χωρὶς νὰ σκεφθοῦν πλήρως τὰς συνεπείας, νὰ ἔχουν κάμει καὶ μίαν εὔνοιαν. Νὰ τὸ καταγγείλῃ ὁ οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν καὶ νὰ δώσῃ λόγον ὁ ὑπουργός, ἂν ἔχῃ διαπράξει τοιαῦτα σφάλματα, ἀλλὰ νὰ εἶναι συγκεκριμένον αὐτό, τὸ ὁποῖον ὁ βουλευτὴς καταγγέλλει. Νὰ εἶναι συγκεκριμένον ὄχι ἁπλῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καταγγέλλει, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐχὶ ὑπὸ μορφὴν ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ μορφὴν ἐρωτήσεως ἐπισημαίνει. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερον. Ἡ ἐπερώτησις, κύριοι συνάδελφοι, δυσκόλως, ἀπὸ ἀπόψεως σκοποῦ εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιασθῇ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ. Ἡ ἐρώτησις παραβιάζεται καὶ τὸ εἴδομεν αὐτὸ ἐπανειλημμένως κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας, κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας καὶ τὸ εἴδομεν κατὰ τρόπον σαφέστερον χθές. Νὰ ἔλθῃ ὁ οἱοσδήποτε κ. βουλευτής, ἅπαντες ἔχομεν τὰ αὐτὰ δικαιώματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ νὰ εἴπῃ διὰ μίαν ἐκ τῶν πράξεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας μνημονεύει εἰς ἕνα κατεβατὸν ἄρθρου καὶ οὐχὶ ἐρωτήσεως, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ συγκεκριμένη αὐτὴ πρᾶξις εἶναι παράνομος, ὅτι αὐτὸ ἐγένετο κακῶς, νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ὑπουργόν, διατὶ τὸ ἠνέχθη ἢ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ὑπουργὸν νὰ διαλύσῃ ἀμφιβολίας καὶ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ὄχι ὅμως νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐγκαινισθεῖσα τελευταίως τακτική. Διότι αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται τελευταίως προέρχεται ἢ ἀπὸ βαρεῖαν ἀμέλειαν καὶ ἐπιπολαιότητα τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι διαπράττουν αὐτὰ τὰ ἀτοπήματα ἢ ἀποτελεῖ συνάρτησιν μιᾶς ἐσκεμμένης προσπαθείας τινάγματος εἰς τὸν ἀέρα ὅλων τῶν θεσμῶν. Νὰ εἴπῃ συγκεκριμένως ὁ βουλευτὴς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο καὶ ὄχι νὰ ἔρχεται καὶ νὰ ἀραδιάζῃ πλῆθος θεμάτων καὶ νὰ ζητῇ νὰ εἴπῃ, φέρ’ εἰπεῖν ὁ κ. Καλκάνης ἢ ὁ κ. Δερδεμέζης —ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν συναδέλφων πίπτει τυχαίως τὸ βλέμμα μου— τὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 20 τελευταίων ἐτῶν ἠγόρασαν ἢ ποῦ κατοικοῦν καὶ τὶ ἔπραξαν. Ἐὰν ἀνακαλύψῃ ὁ κ. βουλευτὴς κἄτι τὸ μεμπτόν, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Δερδεμέζης ἢ ὁ κ. Καλκάνης, νὰ καταγγείλῃ τὸ συγκεκριμένον αὐτὸ μεμπτὸν καὶ ὄχι νὰ ζητῇ διὰ τῆς σκοπίμως σκανδαλοθηρικῆς ἐρωτήσεως νὰ ἀμφισβητῇ τὴν ἠθικὴν τοῦ προσώπου, κατὰ τοῦ ὁποίου στρέφεται καὶ νὰ λέγῃ νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Δερδεμέζης ἢ ὁ κ. Καλκάνης, τὶ ἔκαμαν κατὰ τὸ διάστημα τῶν δέκα τελευταίων ἐτῶν. Ὄχι, κύριοι. Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχουν ὁ κ. Δερδεμέζης ἢ ὁ κ. Καλκάνης νὰ δώσουν ἀπάντησιν ἢ καλούμενοι ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς, νὰ δώσουν τὰ στοιχεῖα, διὰ νὰ δώσουν οἱ ὑπουργοὶ τὴν ἀπάντησιν εἰς τοιούτου εἴδους ἐρώτησιν. Αἱ ἐρωτήσεις αὐταὶ εἶναι ζήτημα, ἐὰν καὶ τύποις θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθοῦν παραδεκταί. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ τυπικοῦ θέματος δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ἀμφισβήτησις, πρέπει νὰ εἴπω καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὅλοι ἢ οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἡμᾶς θὰ συμφωνήσετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας παραδεκταί. Ἐπισημαίνω, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τὸν κίνδυνον τὸν προερχόμενον ἀπὸ τὴν ἐφευρεθεῖσαν νέαν μέθοδον σπιλώσεως ὑπολήψεων καὶ κλονισμοῦ τῶν θεσμῶν. Καλοῦνται ἅπαντες οἱ κ.κ. συνάδελφοι ὅ,τι ἔχουν νὰ καταγγείλουν ἐναντίον μας, ἐναντίον μου, ἢ οἱουδήποτε ἄλλου, νὰ τὸ καταγγείλουν κατὰ τρόπον συγκεκριμένον. Δυνατὸν νὰ ἐπταίσαμεν, δυνατὸν νὰ ἔπταισα καὶ ἐγὼ καὶ νὰ μὴ τὸ γνωρίζω ἢ νὰ τὸ γνωρίζω καὶ νὰ τὸ ἀποκρύπτω. Ἀλλὰ νὰ τὸ εἴπουν οἱ συνάδελφοι κατὰ τρόπον συγκεκριμένον καὶ νὰ σταματήσῃ ἡ τακτικὴ τῆς σκανδαλοθηρικῆς ἐρωτήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς τὸ βάθος πολιτικῶς ἔντιμος τακτική. Ὑπερβαίνει τὰ ὅρια ὄχι μόνον τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων, ὑπερβαίνει καὶ ποδοπατεῖ τὰ συστήματα τῆς Δημοκρατικῆς Πολιτείας, ποδοπατεῖ αὐτὰς ταύτας τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐθνικοῦ πολιτικοῦ βίου. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ΕΔΑ κ. Ι. Πασαλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§31Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐκτὸς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὅπως ἔγινε μὲ τὸν τελευταῖον λόγον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, σχετικὰ μὲ τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ὡρισμένων βουλευτῶν. Ἐγὼ ἀνέβηκα εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ εἶμαι ἐντὸς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως: Διὰ τὸ ἐκλογικὸν δηλαδὴ σύστημα. Ἤκουσα μὲ προσοχὴν ὅλους. Καὶ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν Κομμάτων καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἤθελα, καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω σύντομα, ἀλλὰ μὲ σαφήνειαν, μὲ εἰλικρίνειαν. Δὲν θὰ κρύψω ἀπολύτως τίποτε. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σκέπτομαι καὶ πιστεύω, ἐκεῖνα καὶ θὰ εἴπω. Τὸ θέμα ποὺ συζητεῖται εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἀφορμὴν τὰς σχετικὰς ἐπερωτήσεις, εἶναι πολὺ σοβαρόν. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ὅλα τὰ ἐκλογικὰ συστήματα εἶναι καλὰ μὲ τὰ μειονεκτήματά τους. Δηλαδή, τίποτε δὲν μᾶς εἶπε, δηλαδή, δὲν θεωρεῖ, ὅτι εἶναι σοβαρὸν τὸ ζήτημα. Ἡμεῖς, ὅμως, θεωροῦμεν σοβαρὸν τὸ θέμα τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Διὰ ποίους λόγους; Ὅλοι μας πρέπει νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τὸ θέμα τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος εἶναι πολὺ σοβαρόν, διότι συνδέεται μὲ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν προϋποθέσεων νὰ ἐκφρασθῇ γνησίως ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον. Ἔτσι μόνον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ εἶναι οὐσιαστικῶς ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα ὅλων τῶν πολιτικῶν ρευμάτων καὶ τάσεων ποὺ ὑπάρχουν καὶ συγκρούονται μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν μας. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς κοινωνιολόγος, ἐὰν ἦτο ἐδῶ, θὰ ἔπρεπε νὰ συμφωνήσῃ μαζί μου. Ἀλλά, ὡς πολιτικός, δὲν ξεύρω τὶ θὰ ἔκαμεν. Ἡ Βουλή, εἶπα, πρέπει νὰ ἀντικατοπτρίζῃ τὰ ρεύματα ποὺ συγκρούονται μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν, τὴν σημερινήν. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω, ἁπλούστατα, τὶ σημαίνει αὐτό; Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι, ἀφοῦ μὲ τὴν σημερινὴν διάρθρωσιν τῆς σημερινῆς κοινωνίας ὑπάρχουν διάφορα ρεύματα πολιτικά, κοινωνικὰ ποὺ συγκρούονται μεταξύ των, αὐτὰ τὰ ρεύματα πρέπει νὰ ἐκπροσωποῦνται μέσα εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐδῶ νὰ συζητοῦνται αἱ ἀπόψεις των. Ὅταν εἰς τὰ παλαιὰ χρόνια κατεπνίγοντο τὰ κοινωνικὰ ρεύματα, τὰ ρεύματα αὐτὰ ὠργανοῦντο καὶ ἀνέτρεπον τὴν κοινωνίαν. Ἐκεῖ ποὺ καταπιέστηκαν αἱ τάσεις αἱ πολιτικαὶ καὶ δὲν ἀφέθησαν νὰ ἐκδηλωθοῦν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἔγιναν ἐπαναστάσεις. Ἡ ἱστορία αὐτὸ ἀποδεικνύει καὶ δὲν θὰ σᾶς φέρω παραδείγματα, διότι νομίζω, ὡς βουλευταί, πρέπει νὰ εἶσθε κατατοπισμένοι εἰς αὐτά. Ἐπιμένομεν μόνον καὶ σᾶς λέγομεν, ὅτι τὸ σύστημα πρέπει νὰ εἶναι Δημοκρατικόν, ἀντιπροσωπευτικόν. Συνδέεται, ὅμως, ἡ συζήτησις τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ μὲ ἕνα ἀπαράδεκτον φαινόμενον ποὺ παρουσιάζεται τελευταῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ τώρα ἀκόμη, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅταν θέλουν αὐτοί, ἡ ΕΡΕ, θὰ ψηφίσουν ὀλίγον πρὶν ἀπὸ τὶς ἐκλογές, ἐκλογικὸν σύστημα. Ἔτσι θέλουν νὰ συνεχίζεται τὸ φαινόμενον, τὰ καλπονοθευτικὰ συστήματα, τὰ κομμένα καὶ ραμμένα στὰ μέτρα τῆς δεξιᾶς παρατάξεως, αὐτὸ μᾶς εἶπεν πάλιν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ψηφίζωνται τὴν τελευταίαν στιγμήν. Συνδέεται, τέλος, καὶ μὲ ἕνα ἄλλο θέμα, ἡ συζήτησις περὶ ἐκλογικοῦ συστήματος: Μὲ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἐτόνισεν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ δὲν ἐπεξετάθη πολύ, μὲ τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποκατασταθῇ δημοκρατικὴ τάξις καὶ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότητα εἰς τὸν τόπον μας. Καὶ τὶ θὰ εἴπῃ δημοκρατικὴ τάξις; Δυστυχῶς, δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ὁ ὁποῖος πάντοτε μὲ τὴν εὐγλωττίαν του καλύπτει βεβαίως καὶ τὰ λάθη του —ἄλλο ζήτημα— καὶ ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι: Ἡ πλειοψηφία κυβερνᾷ καὶ ἡ μειοψηφία ἐλέγχει. Σήμερον, οὐσιαστικῶς, γίνεται τὸ ἀντίθετον. Κυβερνᾷ ἡ μειοψηφία καὶ ἡ πλειοψηφία δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἔλεγχον. Ἅμα κάμῃ ἔλεγχον ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀμέσως ἀρχίζει τὸ τροπάριον, ὅτι «κινδυνεύει τὸ καθεστώς». Ἅμα κἄτι θὰ εἴπῃ κανεὶς διὰ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑπουργῶν της, ἀμέσως μετατίθεται τὸ ζήτημα εἰς ζήτημα «κινδύνου» τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν.
§32Β. ΚΡΙΚΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§34Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὁμιλῶ χωρὶς νὰ θίξω κανένα καὶ θὰ εἶναι ὠφέλιμον νὰ μὲ ἀκούσετε ὡς τὸ τέλος, διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀπαράδεκτος τακτική, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη μέχρι σήμερον. Ἡ πραγματικότητα ὅμως εἶναι, ὅτι μὲ τὸ ὅ,τι σεῖς ἐκάνατε καὶ κάνετε ὑπονομεύετε τὸ κοινοβουλευτικὸν καθεστώς, τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς. Μὲ τὴν ἄρσιν π.χ. τῆς ἀσυλίας τῶν βουλευτῶν ποὺ ἀρχίσατε, μάλιστα σεῖς, ὑπονομεύετε τὸν κοινοβουλευτισμόν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τὸν βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὸ συνταγματικόν του δικαίωμα καὶ ἐλέγχει ἔξω καὶ μέσα εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποφασίζετε, ὅτι πρέπει νὰ αἴρεται ἡ ἀσυλία του. Αὐτὸ ποὺ ἀρχίσατε ἀποτελεῖ τορπίλλην, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐβάλατε κάτω ἀπὸ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ὄχι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἰλικρινὰ τὸ ὑποστηρίζομεν. Ἡ ΕΔΑ, ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς ἱδρύσεώς της, ἀπ’ ὅταν ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Βουλήν, μὲ ὅλας τὰς πράξεις της, μὲ ὅλην τὴν πολιτείαν της, ἀποδεικνύει, ὅτι ἀκολουθεῖ πολιτικὴν Δημοκρατικήν, ἐθνικήν, διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ λάβητε ὑπ’ ὄψιν. Σεῖς ὅμως δὲν ξεύρω ποῖα συμφέροντα ὑπηρετεῖτε. Λέτε, ὅτι ταυτίζετε τὸ Κόμμα τῆς ΕΡΕ μὲ τὸ Ἔθνος. Φαντασθῆτε, λοιπόν, ὅτι Ἔθνος εἶναι μόνον ἡ ΕΡΕ. Σεῖς, π.χ. τὸ Κέντρον, δὲν εἶσθε. Οὔτε ἡμεῖς, ἡ ΕΔΑ.
§35Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Προκαλεῖ, κ. Πρόεδρε.
§36Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία σας. Ἐγὼ ἐδήλωσα καὶ ἄλλην φορὰν ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἔρχονται καὶ παρέρχονται, τὰ καθεστῶτα ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ἀλλὰ τὰ Ἔθνη παραμένουν. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἡμεῖς σκεπτόμεθα πολὺ πιὸ ὥριμα, παρὰ σεῖς, ποὺ ταυτίζετε ὅλο τὸ Ἔθνος μὲ τὸ Κόμμα τῆς ΕΡΕ, μὲ τὴν Δεξιάν. Ὅλαι αἱ ἀγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐδῶ διὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, δὲν περιωρίσθησαν ἁπλῶς εἰς τὸ τὶ σκέπτονται τὰ Κόμματα γιὰ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, τὶ ἐκλογικὰ συστήματα προτιμοῦν. Ἐπεξετάθησαν καὶ εἰς τὰ ζωτικὰ προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸν πολιτικὸν βίον τῆς Χώρας. Κύριοι βουλευταί τῆς Συμπολιτεύσεως, μὴ νομίζετε, ὅτι ἔχετε τὴν πλειοψηφίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη εἴχατε τὴν πλειοψηφίαν, δὲν θὰ ἔπρεπεν ἔτσι νὰ φέρεσθε. Ἡ Κυβέρνησις κάμνει ἕνα ἀπαράδεκτον διαχωρισμὸν διὰ τὴν ΕΔΑ. Ὁ διαχωρισμὸς αὐτὸς γίνεται μὲ ἰδιοτελεῖς σκοπούς. Τὸ ἐκλογικὸν θέμα —εἶπε— συνδέεται μὲ «ὑψίστας ἀνάγκας τοῦ Ἔθνους». Καὶ πάρα κάτω ἐπικαλεῖται ἀνυπάρκτους κινδύνους γιὰ νὰ πῇ σὲ σᾶς, τοῦ Κέντρου: Μακρυὰ ἀπὸ τὴν Ἀριστεράν! Μὴ τυχὸν καὶ ἀτενίζετε πρὸς τὴν Ἀριστεράν! Νὰ ἔλθετε καὶ σεῖς μαζί μας, μὲ τὴν ΕΡΕ, διὰ νὰ εὕρωμεν ἕνα τέλειον ἐκλογικὸν σύστημα, ὥστε νὰ μειώσωμεν τὴν δύναμιν τῆς Ἀριστερᾶς. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον κινδυνεύουν νὰ πέσουν ἔξω καὶ οἱ ἡγέται τοῦ Κέντρου. Ἐὰν πιστέψουν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό. Κύριοι βουλευταί, ποῖον σύστημα εἶναι τὸ καλύτερον; Ἐκεῖνο τὸ σύστημα, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖον, ἐὰν γίνουν ἐλεύθεραι ἐκλογαί, θὰ ἀντιπροσωπευθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν ἰσοτίμως ὅλα τὰ Κόμματα, ὥστε νὰ γίνωνται ἐδῶ αἱ συζητήσεις καὶ ἀπὸ τὰς συζητήσεις αὐτὰς νὰ βγαίνῃ ἡ ἀλήθεια. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ Δημοκρατικοῦ συστήματος καὶ ἐλευθέρων ἐκλογῶν, ὅταν καταπνίγετε τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ καὶ παίρνετε τὴν πλειοψηφίαν μὲ τὸ σημερινόν σας κομματικὸν Κράτος, μὲ τὴν τρομοκρατίαν, μὲ τὴν βίαν, μὲ τὰς συλλήψεις. Ἡμεῖς, προτείνομεν εἰς τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ποὺ ἔθεσαν τὸ αἴτημα τῆς ἀναλογικῆς νὰ ἐπιμείνουν εἰς αὐτό. Νὰ ἀγωνισθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ, ὥστε νὰ ἀναγκάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ δεχθῇ.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὴν ἀναγκάσετε;
§38Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Μάλιστα, μὲ δημοκρατικὰ μέσα, διακηρύσσοντας, ὅτι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει πάλιν ἀπὸ κοινοῦ θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα. Ὅταν, ὅμως, εἰποῦν τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου, ὅτι μόνα τους θὰ κάμνουν τὸν ἀγῶνα, τότε θὰ κάμνουν αὐτὸ ποὺ θέλει ἡ Κυβέρνησις. Ὅταν σεῖς, οἱ ἡγέται τοῦ Κέντρου, κάμνετε τὸν ἀγῶνα μόνοι σας, τότε γίνεσθε, εἴτε τὸ θέλετε εἴτε ὄχι, οὐραγοὶ τῆς Κυβερνήσεως. Συντελεῖτε εἰς τὸ νὰ διαιωνίζεται ἡ παραμονή της εἰς τὴν ἐξουσίαν. Κι’ αὐτὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι, ἀφοῦ εἶναι καλύτερον τὸ ἀναλογικὸν σύστημα, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ δυνατὴ ἡ ἐπιβολή του μὲ τὸν ἀγῶνα ὅλων τῶν Κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ὅταν ὅλα τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προβάλουν αὐτὸ τὸ αἴτημα, θὰ τὸ ἐπιτύχουν. Ἀποτελοῦν τὰ Κόμματα αὐτὰ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει νὰ βρῇ τὰ μέσα νὰ ἐκφράσῃ τὴν θέλησίν του διὰ τὴν ἐθνικὴν Δημοκρατικὴν ἀλλαγήν. Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ σκεπτώμεθα κομματικά. Οὐδέποτε ἡ ΕΔΑ ἐσκέφθη κομματικά. Εἰς τὴν προπαγάνδαν τῆς ψυχώσεως καὶ τῆς ἀντικομμουνιστικῆς ὑστερίας ποὺ κάμνει ἡ κυβερνητικὴ παράταξις καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἀντιπαραθέτει τὴν ἀνάγκην τῆς ὁμαλότητος, τῆς ἑνότητος, τῆς πραγματικῆς ἀλλαγῆς. Ἐνθυμεῖσθε τὶ εἶπεν εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ὁ κ. Παπανδρέου, ὅταν ἀπετάνθη πρὸς τὴν Ἀριστερὰν καὶ ἀνέφερε, δῆθεν, κἄτι «νέα» καὶ «σπουδαῖα στοιχεῖα», σἂν νὰ τὰ εἶχε τότε μόνον ἀνακαλύψει!! Εἶπε τὶ εἶναι ὁ Κομμουνισμὸς μὲ τοιαύτας φράσεις, ὥστε θὰ ἐνόμιζε κανείς, ὅτι κἄποια «καταστροφὴ» πρόκειται νὰ γίνῃ. Μᾶς προκάλεσεν ὁ κ. Παπανδρέου, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτοῦ. Μόνον θέλω νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω, ὅτι τὰ ὅσα εἶπεν ἀναφέρονται ἀκόμα καὶ εἰς τὸ Κομμουνιστικὸν Μανιφέστο, ποὺ ἐδημοσιεύθη πρὸ ἑνὸς αἰῶνος καὶ πλέον. Ἐκεῖ προβλέπεται ὡς τελικὸς σκοπὸς τῶν κομμουνιστῶν ὁ μετασχηματισμὸς τῆς σημερινῆς ἀστικῆς κοινωνίας. Καὶ αὐτὸ ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ὥριμοι ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι. Αὐτὸ τὸ θεωρεῖ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων «κατάργησιν» τῆς Δημοκρατίας καὶ ἐπιβολὴν Δικτατορίας. Οἱ Μαρξισταί, ὅμως, τὶ λέγουν: Ὅτι εἰς τὸ σημερινὸν καθεστὼς κυβερνᾷ, κυριαρχεῖ τὸ κεφάλαιον καὶ οἱ πολιτικοί του ἐκπρόσωποι. Ἡ πραγματικότης αὐτὴ εἶναι. Πρόκειται οὐσιαστικὰ γιὰ δικτατορία τοῦ κεφαλαίου. Ὁ «ἐλεύθερος» κόσμος ὑπερασπίζει οὐσιαστικὰ τὴν δικτατορία τοῦ κεφαλαίου. Εἰς τὰς Σοσιαλιστικὰς Χώρας ὑπάρχει ἑνὸς ἄλλου τύπου Δημοκρατία. Ἐκεῖ κυριαρχεῖ ἡ ἐργασία, ἐκεῖ κυβερνοῦν οἱ ἐκπρόσωποί της. Αἱ Δημοκρατίαι ἐκεῖναι ἔχουν περιεχόμενον σύμφωνον μὲ τὰς νέας κοινωνικὰς συνθήκας, ποὺ δημιουργοῦνται εἰς ἐκεῖνα τὰ Κράτη. Ὥστε, δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως τῆς Δημοκρατίας, ὡς ἐλέχθη, ἀλλὰ περὶ μιᾶς νέας Δημοκρατίας ποὺ ἀντιστοιχεῖ εἰς νέον κοινωνικὸν σύστημα. Μπορεῖτε νὰ διαφωνῆτε μ’ αὐτήν. Δικαίωμά σας. Ὅμως, ἐρωτᾶται: Ὅταν τὸ 1956 συνειργάσθη μαζί μας τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ὁποίου ἦτο ὁ σημερινὸς Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων δὲν τὰ ἤξευρεν αὐτά; Τότε, τὸ πρόγραμμα τὸ κοινὸν εἶχεν ὡρισμένας θέσεις. Λέγαμε τότε ἀπὸ κοινοῦ, ὅτι κίνδυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ, ἡ Δεξιά. Καὶ ἀκόμη δὲν εἶχε παρὰ ὀλίγους μῆνας εἰς τὴν ἐξουσίαν. Αἱ θέσεις μας τότε αἱ κοιναὶ ἦσαν θέσεις ἀλλαγῆς. Πέρασαν πέντε χρόνια ἀπὸ τότε, κατὰ τὰ ὁποῖα κυβερνᾷ ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ. Μέσα εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα ὡλοκληρώθη ἡ ἀντιλαϊκὴ πολιτική της, ἀπεκαλύφθησαν εἰς τὴν Βουλὴν τόσα πράγματα. Εἶναι τόσα πολλά, ποὺ δὲν θὰ τὰ ἀναφέρω. Μερικὰ ὅμως σκάνδαλα ποὺ ἐγένοντο τόσον φανερά, τὰ ἔχετε ὅλοι ὑπ’ ὄψει σας, Ἐρωτῶ, λοιπόν, τώρα, ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι κίνδυνος ἡ ΕΡΕ ἀλλὰ ἡμεῖς; Τότε καὶ ὄχι τώρα εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ συνεργασία μαζί μας; Φαίνεται, ὅτι, τότε ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων εἶχεν ἄλλας ἐπιδιώξεις. Σήμερον ἤλλαξαν αἱ ἐπιδιώξεις του. Δὲν πιστεύω νὰ ἦτο ἀνήλικος τότε. (Γέλωτες). Δὲν ἤθελα νὰ τὰ εἴπω αὐτά, ἀλλὰ ἐκεῖνος μᾶς ἐπροκάλεσε.
§39Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ τὰ εἴπητε ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Παπανδρέου, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχετε καὶ τὴν ἀπάντησιν. Εἴχατε, ἄλλωστε, τὴν πρόθεσιν νὰ μὴ τὰ εἴπητε ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Παπανδρέου, καὶ ὀρθῶς εἴχατε σκεφθῆ.
§40Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Ὅταν εἶναι παρὼν ὁ κ. Παπανδρέου, τότε κλείνετε τὸ στόμα.
§41Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Δὲν φταῖμε ἡμεῖς ἐὰν ἀπουσιάζῃ. Φυσικά, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν ἀμέσως εἰς αὐτὴν τὴν τακτικήν, λόγῳ τῆς εὐγλωττίας του. Ἀλλὰ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ποὺ τὰ πάντα ἐκάλυπτεν ἡ εὐγλωττία ἐπέρασεν. Ἐδῶ αἱ πράξεις κρίνονται! Ὄχι νὰ διανθίζωμεν τοὺς λόγους μας μὲ διάφορα ρητορικὰ σχήματα διὰ νὰ κρύβωμεν τὴν ἀλήθειαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταὶ τοῦ Κέντρου, σᾶς παρασύρει εἰς τὴν παγίδα. Θέλει νὰ κάμῃ μέτωπον Συμπολιτεύσεως καὶ μέρος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δι’ ἐκλογικοῦ νόμου ἐναντίον τῆς ΕΔΑ. Δῆθεν, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ὠφεληθῇ τὸ Κέντρον. Στὴν πραγματικότητα ὅμως θὰ εἶναι καταστροφὴ διὰ τὸ Κέντρον, ἐὰν παρασυρθῇ πάλιν. Εἰς τὰ 1958 ἔκαμεν ὁ κ. Παπανδρέου, ὡς Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, συνωμοσίαν μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔκαμαν συνωμοσίαν ἐναντίον τίνος; Ἐναντίον τῆς ΕΔΑ. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντιπολιτευτικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς τάξεως, δὲν ἔπρεπε νὰ κάνετε αὐτὸ σεῖς οἱ Φιλελεύθεροι. Διότι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα Ἀντιπολίτευσις, τότε, μὲ 18 βουλευτάς. Ἀλλὰ τὶ ἐκάματε; Τὸ εἶπα ἀπὸ τότε ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς: Ἐσκάψατε λάκκον διὰ τὴν ΕΔΑ, διὰ νὰ πέσετε μέσα σεῖς. Ὅπως καὶ τὸ 1952. Ὅλα τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου, τότε, ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἀναλογικῆς. Ἐπεβλήθησαν ὅμως οἱ ξένοι, οἱ Ἀμερικανοί, καὶ ἐπέβαλαν τὸ πλειοψηφικόν. Διὰ νὰ μείνῃ ἡ ΕΔΑ ἔξω ἀπὸ τὴν Βουλήν. Τότε εἴμαστε 8. Καὶ εἶπα, τότε, εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς τὸ Κέντρον: «Θὰ κλάψετε»! Καὶ πράγματι, ἔκλαψαν τότε. Καὶ κλαῖνε τώρα γιὰ ὅ,τι ἔγινε τὸ 1958. Καὶ γυρεύει τὸ τότε μεγάλον Κόμμα τῆς ΕΠΕΚ ἀπὸ τότε κἄποια στέγη. Ὅπως οἱ Ἑβραῖοι, ὅταν ἔπεσεν ἡ Ἱερουσαλὴμ ἐπῆγαν στὴν ὄχθην καὶ ἔκλαιαν περιμένοντες τὸν «Μεσσίαν», ἔτσι καὶ τώρα, ἡ ΕΠΕΚ, ὅπως καὶ ἄλλοι, περιμένουν τὸν «Μεσσίαν» νὰ τοὺς σώσῃ. Ἀλλὰ ἐπέρασεν ἡ ἐποχὴ τῶν «Μεσσιῶν»! Δὲν εἴμεθα σοφοὶ διὰ νὰ προβλέπωμεν τὰς ἐξελίξεις. Εἴμεθα ἁπλῶς ρεαλισταί, πρακτικοὶ ἄνθρωποι καὶ ξεύρομεν ποῦ ὁδηγεῖ κἄθε φορὰν ἡ κατάστασις. Μολονότι, λοιπόν, τὸ 1952–56 δὲν εἴμεθα μέσα εἰς τὴν Βουλήν, ἐμεγάλωσε τὸ Κόμμα τῆς ΕΔΑ ὣς τὸ 1956. Μολονότι τὸ 1958 ἐπῆγαν νὰ τὸ περιορίσουν, βλέπετε τώρα πόσοι εἴμεθα μέσα εἰς τὴν Βουλήν. Σᾶς ἐνοχλοῦμεν, τὸ ξεύρομεν. Ἀλλὰ τὶ νὰ κάνωμεν; Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ πραγματικότης, αὐτὸ θέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Καὶ αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, πρέπει νὰ τὴν ἀντιμετωπίσετε ρεαλιστικά. Ὄχι μὲ ἄρνησιν, ἀλλὰ μὲ θέσιν. Ἐπιζητοῦμεν τὸν ἐλεύθερον πολιτικὸν ἀνταγωνισμόν. Μὲ πάλην θέσεων κι’ ὄχι ἀρνήσεων. Ἡ ἰδική μας Ἀντιπολίτευσις σήμερον εἶναι ἐποικοδομητική. Κριτικάρομεν, ἀλλὰ κάμνομεν καὶ προτάσεις. Κι’ ἐπιμένομεν. Πολλὲς φορὲς καθόμαστε ἕως τὸ πρωΐ. Κύριοι βουλευταὶ τοῦ Κέντρου, μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ ΕΔΑ ἀπὸ ἀδυναμίαν ἀποτείνεται εἰς τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου καὶ τοὺς ζητεῖ συνεργασίαν. Ὄχι! Τὸ κάμνομεν, διότι ἔτσι πιὸ γρήγορα θὰ γίνῃ ἡ ἀλλαγή. Ἐλᾶτε ὅλοι μαζὶ σᾶς λέμε καὶ μὲ δημοκρατικὰ μέσα νὰ ἐπιβάλωμεν τώρα τὴν ἁπλῆν ἀναλογικὴν καὶ ἐν συνεχείᾳ μίαν ἐθνικὴν δημοκρατικὴν ἀλλαγήν. Ὁ κ. Παπανδρέου, εἶπε καὶ ἕνα ἄλλο. Τὸ Κ.Κ. εἶναι Κόμμα Δικτατορίας τοῦ Προλεταριάτου καὶ τὸ «προσωπεῖον» του εἶναι ἡ ΕΔΑ. Τἄχα τότε, δὲν τὸ ἤξευρεν; Ἀλλὰ καὶ τὸ Κ.Κ. σήμερον δὲν θέτει ζήτημα ἀλλαγῆς τοῦ ἰσχύοντος καθεστῶτος. Πολὺ περισσότερον, δὲν θέτει ἡ Ε. Δ.Α., ποὺ σαφῶς ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς ἱδρύσεώς της ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι Κόμμα ἐθνικῆς δημοκρατικῆς ἀλλαγῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Καὶ αὐτὴν πρέπει μὲ ρεαλισμὸν νὰ ἴδουν τὰ Κόμματα τοῦ Κέντρου. Τελειώνοντας, τονίζω: Πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἁπλῆ ἀναλογική. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν φθάνει. Διὰ νὰ γίνουν ἐκλογὲς ἐλεύθερες καὶ γνήσιες, διὰ νὰ ἐκδηλωθοῦν γνησίως τὰ φρονήματα τοῦ λαοῦ, πρέπει νὰ ἀλλάξῃ τὸ ἀντιδημοκρατικὸν κλῖμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήσατε σεῖς, ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὸ ὁποῖον σκοπεῖτε νὰ τὸ ἐντείνετε περισσότερον. Μὲ αὐτὸ τὸ κλῖμα, ἐλεύθερες ἐκλογὲς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνουν. Ἡμεῖς δὲν φοβούμεθα τὰς δυσκολίας. Δὲν θὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸν ἀγῶνα μας, μέσα καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι μὲ αὐτὸ τὸ κλῖμα δὲν θὰ πᾶτε καλά. Δὲν εἶναι Κράτος αὐτό. Εἶναι κομματικὸν Κράτος, εἶναι Κράτος βίας καὶ τρομοκρατίας. Εἶναι, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, σχεδὸν φασιστικὸν Κράτος. Βεβαίως, μᾶς ἀφίνουν μέσα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁμιλοῦμεν. Ἀπὸ κάτω, ὅμως, διοχετεύονται διὰ τοῦ ὑφυπουργοῦ Ἀσφαλείας συνθήματα: «Νὰ τοὺς ἐμποδίζετε, νὰ τοὺς παρακολουθῆτε, νὰ τοὺς ἐξευτελίζετε. Νὰ στείλετε τοὺς ὀπαδοὺς καὶ τὰ στελέχη τους εἰς τὴν ἐξορίαν». Ὅλα αὐτά, ὅμως, εἶναι εἰς βάρος σας. Δὲν ἀποτελοῦν ἔνδειξιν δυνάμεως, ἀλλὰ ἀδυναμίας. Φοβᾶσθε τὸν λαόν! Ἡμεῖς, ὅπως πάντοτε, τείνομεν τὰ χέρια σὲ ὅλους διὰ νὰ ἐντείνωμεν τὸν ἀγῶνα μας, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐπικίνδυνον πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζει ἡ Δεξιά. Τὸ μόνον σύστημα ποὺ διευκολύνει νὰ ὑπάρξῃ ὁμαλότης καὶ ἀλλαγὴ νὰ γίνῃ γρήγορα καὶ ἀνώδυνα, εἶναι ἡ ἁπλῆ ἀναλογική. Αὐτὴν ὠνόμασα ἀπὸ τὸ βῆμα καὶ ἄλλοτε «ἄδολον» σύστημα. Ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα θὰ ἑτοιμάζῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ θὰ τὰ μαγειρεύσῃ ὡς τὸ τέλος εἰς τὸ μαγειρεῖον του, εἶναι «δόλια» συστήματα. Σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παρασύρῃ πρὸς τέτοια συστήματα καὶ μερικοὺς ἡγέτας τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου. Τοὺς προειδοποιοῦμεν, ὅτι θὰ «συμπλεύσουν» εἰς τὴν καταστροφήν! Δὲν τοὺς τὸ συμβουλεύω. Ἀντιθέτως, τοὺς προτείνω νὰ δώσωμεν τὰ χέρια καὶ ὅλοι μαζὶ ἂς ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν. Ἂς ἔλθουν ὅσοι θέλουν μαζί μας. Ἡμεῖς δὲν ἀγωνιζόμεθα διὰ νὰ ἀλλάξουν τὰ πρόσωπα. Ἀγωνιζόμεθα ν’ ἀλλάξῃ ἡ καταστρεπτικὴ πολιτικὴ ποὺ ἀσκεῖται. Ἀγωνιζόμεθα διὰ τὴν ἐθνικὴν δημοκρατικὴν ἀλλαγήν. Διότι αὐτὸ ζητεῖ ἐπιτακτικὰ ὁ λαός. Αὐτὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω καὶ πιστεύω, ὅτι σᾶς ἐκούρασα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§42Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι παρών, ὥστε νὰ διευκρινισθῇ πλήρως τὸ ζήτημα. Διότι μοῦ ἔδωσε, τοὐλάχιστον, τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μᾶλλον σκέπτεται ἐν καιρῷ νὰ συμβουλευθῇ τὰ ἐν τῇ Βουλῇ Κόμματα, διὰ τὴν ἐκλογὴν ἑνὸς ἐκλογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔφερε τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα εἰς τὴν Χώραν. Ἐὰν ἔθεσα ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κρίνω ἐπιβεβλημένον νὰ ληφθῇ ἀπὸ τοῦδε ἡ ἀπόφασις, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι, ὡς ὅλοι θὰ ἐνθυμῆσθε, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς τοῦ 1958, ἐπῆλθε μία αἰφνιδία ἀνατροπὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ὑπῆρχε πλέον ὁ χρόνος διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ὡς ἐκ τούτου, ἠναγκάσθημεν τότε νὰ δεχθῶμεν τὴν Ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐψήφισε τὸν νόμον. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, ὅτι ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν 4ετίαν. Ἴσως νὰ τὴν ἐξαντλήσῃ, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ συνεννόησις, διότι δὲν ἀποκλείεται καὶ μία βιαία ἀνατροπή...
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Συμπολιτεύσεως). Αἰφνιδία, ὄχι βιαία.
§44Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅταν λέγω βιαία, ἐννοῶ αἰφνιδία. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ὡς εἶπον προηγουμένως, δὲν ἀποκλείεται μία αἰφνιδία ἀνατροπὴ τῆς Κυβερνήσεως. (Θόρυβος ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἡ συμπαγής σας πλειοψηφία, ὀφείλεται εἰς τὴν νομὴν τῆς ἐξουσίας. Δὲν μᾶς ἐκπλήττει καθόλου ἡ στάσις σας. (Θόρυβος).
§45Θ. ΔΟΥΚΑΣ. Δὲν εἶναι σοβαρὰ.... δὲν ἔχετε δικαίωμα.... (ὁμιλεῖ ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν, μὴ ἀκουόμενος).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. συνάδελφοι, ἡσυχία.
§47Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀκαίρως παρενέβαλε καὶ τὰ θέματα ἠθικῆς τάξεως ποὺ συγκινοῦν ἀπὸ χθὲς τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν νομίζω, ὅτι τὴν στιγμὴν ποὺ συζητεῖται μία ἐπερώτησις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρεμβληθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ διατυπώσω τὸ παράπονον, ὅτι πρώτη ἡ Κυβέρνησις ἤρχισε χειρῶν ἀδίκων κατασπιλώνει τὰς ὑποδείξεις τῶν πολιτικῶν της ἀντιπάλων καὶ χρησιμοποιεῖ κάθε μέσον ποὺ ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της, ἀκόμη καὶ τὸν κρατικὸν μηχανισμόν. Καὶ διὰ τοῦ τύπου καὶ διὰ τοῦ ραδιοφώνου καὶ παντοιοτρόπως ἀποστέλλει εἰς τὰς ἐπαρχίας — τὸ θέμα εἶναι γνωστὸν — διαφόρους λιβέλλους, καθὼς καὶ γελοιογραφίας στρεφομένας ἐναντίον μου προσωπικῶς. Καὶ φέρομαι εἰς ὡρισμένας ἀπὸ αὐτάς, ὅτι ἐγὼ κατασπαράσσω τὰς σάρκας τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως, τὸν χαμηλὸν τόνον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας ἔχει δώσει ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσεται, ἂν τὸ παράδειγμά της εὗρε σήμερον μιμητάς. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§49Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὑπεστήριξεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε περὶ τὸ τέρμα τῆς συζητουμένης ἀπὸ ἑβδομάδος ἐπερωτήσεως ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, ἢ μᾶλλον νὰ ἐπιτευχθῇ συμφωνία μεταξὺ τῶν Κομμάτων, ἐπὶ τοῦ μελλοντικοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ πρόκειται νὰ καθιερωθῇ, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον μεταρρυθμισθῇ τὸ ὑφιστάμενον ἐκλογικὸν σύστημα. Νομίζω, κατ’ ἀρχήν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς, ὅτι συζητουμένης ἐπερωτήσεως ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἢ νὰ ἐπιδιωχθῇ συμφωνία καθιερώσεως οἱουδήποτε νέου ἐκλογικοῦ συστήματος. Ἀρχομένης τῆς συζητήσεως, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξα, ὅτι ἐφ’ ὅσον τεθῇ θέμα μεταρρυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀκούσῃ τὴν πρότασιν καὶ ἀπόψεις τῶν Ἀρχηγῶν τῶν ἐθνικοφρόνων Κομμάτων. Ἐὰν τεθῇ ἡ πρότασις αὐτή, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἤδη δεσμευμένη ἐκ τῆς δηλώσεως εἰς τὴν ὁποίαν προέβη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προϊστορίαν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ 1958, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐπετέθη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοὺς βήματος, νομίζω, ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἀδίκῳ. Εὑρίσκεται δὲ ἐν ἀδίκῳ, διότι ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἐκεῖνος, ἀσχέτως τοῦ ἐὰν ἦτο ὁ ἰδανικώτερος ἢ ὁ χειρότερος, ἦτο ὡς ἐτόνισα κατ’ ἐπανάληψιν, νόμος προταθεὶς εὐθέως ἀπὸ τὸ Κόμμα τοῦ ὁποίου διετέλει τότε συναρχηγός. Δεύτερον ἐψηφίσθη μὲν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ οὐδόλως ἀπεκρυσταλλώθη κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της. Πρὸ πάσης εἰσαγωγῆς του πρὸς ψήφισιν, ἀπὸ μέρους τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐκλογικὸς νόμος τοῦ 1958 εἶχεν προταθῆ ἀνεπιφυλάκτως ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἦτο τῆς ἐλευθέρας προτιμήσεώς του καὶ εἶχεν συμφωνηθῆ καὶ προσυπογραφῆ ὑπὸ τοῦ κ. Βενιζέλου, προσωπικῶς. Εἰς τρία κατὰ σειρὰν κείμενα ὁ κ. Βενιζέλος εἶχεν ἐκδηλώσει διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὴν προτίμησιν καὶ τὴν συμφωνίαν του ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου τοῦ 1958. Τὰ τρία κείμενα διατυπωθέντα ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ὑπογραφέντα μετὰ τὴν πτῶσιν μάλιστα τῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ. Ἐὰν τὸ σύστημα ἐκεῖνο ὑπῆρξε προϊὸν εὐτυχῶν ἢ ἀτυχῶν προβλέψεων, εἶναι ἄλλο θέμα. Πάντως δὲν εἶναι παραδεκτὸν νὰ διαβάλλεται ἐκ τῶν ὑστέρων, ἔστω καὶ ἂν ὁ κ. Βενιζέλος, διὰ λόγους ποὺ τὸν ἀφοροῦν, μετέβαλλε σήμερον ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ ἐνδεδειγμένου συστήματος. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν συντρέχει δικαίωμα, τοὐλάχιστον, ὑπὲρ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, νὰ μέμφεται καὶ διαβάλει τὸ ἰσχῦσαν κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958 σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε τῆς ἀνεπιφυλάκτου προτιμήσεως καὶ ἐγκρίσεώς του, ὡς ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων προκύπτει. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας διετύπωσε πρὸ ἐλαχίστου ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, νομίζω, ὅτι πλεῖσται ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐσφαλμέναι. Ὑπεστήριξε κατ’ ἀρχήν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τοῦ 1958 ὡδηγήθημεν εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς ἀρχῆς νὰ κυβερνᾷ ἡ μειοψηφία καὶ νὰ ἐλέγχῃ ἡ πλειοψηφία. Εἶναι γνωστόν, ὅτι σχεδὸν εἰς ὅλα τὰ συστήματα ἔχει καθιερωθῆ ἡ πλειοψηφία ἡ κοινοβουλευτικὴ καὶ ὄχι ἡ πλειοψηφία τῶν ψήφων. Εἶναι δὲ γνωστότερον εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ ὅ,τι εἰς ἐμέ, ὅτι ἀπὸ τριακονταετίας, ὅλα τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐκυβέρνησαν, δὲν συνεκέντρωσαν ποτέ ποσοστὸν πλέον τοῦ 40–45% καὶ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου δὲν συνεκέντρωσε ποτὲ πλέον τοῦ 28% καὶ παρὰ ταῦτα ὑπῆρξε κυβερνήτης τῆς Χώρας. Δεύτερον, προτείνει τὸ σύστημα τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς τοῦ 1951. Καὶ ἐρωτῶ, ἐκεῖ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἡ μειοψηφία τῶν ψήφων ὡς Κυβέρνησις; Ἀναμφισβητήτως ναί. Εἶναι δυνατὸν μὲ τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν τοῦ 1951 νὰ προέλθῃ, κατὰ τρόπον μαθηματικόν, Κυβέρνησις ἀπὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὸ 40 ἢ 45%. Διατί, λοιπόν, τὴν προτείνει ὡς σύστημα ἐνδεδειγμένον, ἀφοῦ τὸν ἐνδιαφέρει ἡ ἀπόλυτος μόνον πλειοψηφία; Τρίτον, τὰ περὶ Κυβερνήσεως μειοψηφίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προτείνωνται μὲ ἀξιώσεις σοβαρότητος ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀρχὴ τῆς πλειοψηφίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς, εἶναι διεθνῶς καθιερωμένη καὶ ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἀγνοηθῇ ἡ σημασία μιᾶς συμπαγοῦς ἐθνικῆς δυνάμεως 42%, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἄρχουσαν πολιτικὴν δύναμιν τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως ἤθελα νὰ ὑποστηρίξω, εἶναι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνεται καὶ νὰ κατακρίνηται ἐκ τῶν ὑστέρων τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιερώθη τῇ προτάσει ἑνὸς Κόμματος ἐκ τῶν δύο μεγαλυτέρων Κομμάτων τῆς Χώρας, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ἀπὸ τὰ 98% τῶν βουλευτῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἴσχυσε ψηφισθὲν ἀπὸ Κυβέρνησιν Ὑπηρεσιακήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ κ. Βενιζέλος παρετήρησεν, ὅτι δυνατὸν νὰ ἦτο βιαιοτέρα ἡ ἐπίθεσις ἑνὸς συναδέλφου, πάντως ὅμως προηγουμένας ἀφορμὰς εἶχε δώσει καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ παρομοίων θεμάτων. Κατ’ ἀρχὴν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ δηλώσω, ὅτι εἰς τοὺς κόλπους τῆς Κυβερνήσεως οὐδέποτε ὑπῆρξαν προθέσεις προσωπικῆς ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων. Θὰ πρέπει δὲ νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν μνήμην του, ὅτι κατὰ συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησεν, ὁ κύριος Βενιζέλος ἀποκατέστησεν ὁ ἴδιος τὰ πράγματα, ἀναγνωρίσας, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μεμονωμένης καὶ ἀνευθύνου ἰδίως ἐκδηλώσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀμέσως ἐξεδηλώθη Κυβερνητικὴ ἐπίθεσις καὶ ἀντίδρασις. Ἀσχέτως, ὅμως, οἱασδήποτε προϊστορίας καὶ οἱωνδήποτε προηγουμένων ἀφορμῶν, νομίζω, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς νέας ἀνάνδρου μεθόδου, ἡ ὁποία ἀπό τινων μηνῶν, εἰσήχθη εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς Χώρας, ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Βενιζέλου, ὡς ὀξείας ἁπλῶς ἐπιθέσεως, δὲν εἶναι ἐπιεικής, ἀλλὰ ἀπαράδεκτος. Ἀπὸ τριμήνου περίπου, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον πρωτοφανοῦς καὶ ὠργανωμένης συκοφαντίας τῆς ἀθλιωτέρας μορφῆς. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸν κανεὶς ἐκ τῶν κυρίων Κοινοβουλευτικῶν ἐκπροσώπων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Θὰ ἤθελα νὰ μὴ ἀποδειχθῇ ποτέ, ὅτι αἱ ἐγκληματικαὶ αὐταὶ ἀθλιότητες ὑποθάλπονται ἀπὸ ἐπίσημα Κόμματα τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εὑρισκόμεθα ἐνώπιον πολιτικῆς καταστάσεως αὐτόχρημα ἐκβιαστικῆς. Πάντως δὲν εἶναι παραδεκτὴ ἡ ἄνανδρος τακτικὴ καὶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ συκοφαντίαι νὰ χαρακτηρίζωνται ἁπλῶς ὡς «ὀξεῖα κριτική», ἑνὸς συναδέλφου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Βεβαίως δὲν εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ κ. Βενιζέλου νὰ χαρακτηρίσῃ τὰς πράξεις καὶ τὰς μεθόδους τοῦ συναδέλφου, πάντως ἐφ’ ὅσον ὁμιλῆται ἐπ’ αὐτῶν, δὲν δικαιοῦται νὰ χρησιμοποιῇ τὸν ἐπιεικῆ ὅρον τῆς ὀξείας ἐπιθέσεως διὰ νὰ τὰς χαρακτηρίσῃ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ Κόμματα ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἔχουν διασταυρωμένα κατ’ ἐπανάληψιν τὰ πολιτικά των ξίφη κατὰ τρόπον ὀξύτατον. Οὐδέποτε, ὅμως ἀπεφάσισαν νὰ μετέλθουν τὴν συκοφαντίαν κατ’ ἐπάγγελμα. Σήμερον ἡ συκοφαντία ἔχει ἀναχθῆ εἰς ἐπιστήμην καὶ τείνῃ νὰ καθιερωθῇ ὡς ἐπίσημος τακτικὴ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἀποδειχθῇ, ὅτι καὶ Κόμματα ἐπίσημα ὑποθάλπουν τὴν τακτικὴν αὐτήν, θὰ εἶναι ἄξια τῆς στάθμης καὶ τῆς ποιότητός των.
§50Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἤθελα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἴσως, νὰ ἀγνοῇ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ νόμος τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεώς μας καὶ αὐτὸ οὐδέποτε τὸ ἠρνήθημεν. Ἀλλά, ὁ κ. Ὑπουργός, πρέπει νὰ ἐνθυμῆται, ὅτι ὅταν ὑπεγράφη τὸ πρωτόκολλον μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Παπανδρέου, ὡς συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὸ Κόμμα ἐξεδηλώθη μία ἐξέγερσις, διότι δὲν ἐγνωρίζομεν τὰς λεπτομερείας τοῦ νόμου. Καὶ τότε, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπεδίωξε διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ τὸν παρακαλέσῃ νὰ θεωρήσῃ τὴν συμφωνίαν, ὡς μὴ συντελεσθεῖσαν ἀκόμη, διὰ νὰ συνέλθῃ ἡ κοινοβουλευτικὴ ὁμὰς τοῦ Κόμματος καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰς λεπτομερείας τοῦ νόμου. Δυστυχῶς, δὲν ἀνευρέθητε, κ. Ὑπουργέ, τὸ ἠξεύρετε. Δὲν λέγω, ὅτι ἐκρυφτήκατε.....
§51Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἔφυγα ἀπὸ τὸ σπίτι τοῦ κ. Παπανδρέου τὸ πρωΐ, κατὰ 9½–10, καὶ κατέβηκα διὰ νὰ ἴδω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκ τῶν ὑστέρων ἔμαθα, ὅτι ἀνεζητούμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§52Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἁπλῶς ἠθέλαμεν, νὰ ἀναστείλωμεν τὴν συμφωνίαν σας μετὰ τοῦ κ. Παπανδρέου, ἕως ὅτου ἐγκριθῇ αὕτη ἀπὸ τὴν κοινοβουλευτικὴν ὁμάδα. Κύριε Ὑπουργέ, μᾶς εἴπατε, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ 1958 ἐγένετο κατόπιν ἰδικῆς μας προτάσεως. Ὄχι. Ἡμεῖς δὲν εἴχαμεν δικαίωμα ἐπιλογῆς. Δὲν μᾶς τὸ ἐδώσατε ποτέ. Ἔπρεπε ἢ νὰ μείνωμεν εἰς τὸν ἀλλοπρόσαλλον νόμον τοῦ 1956 ἢ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικὴν καὶ ἐπροτιμήσαμεν τὴν ἐνισχυμένην ἀναλογικήν. Ἑπομένως, δὲν ἦτο ἰδική μας πρωτοβουλία. Ἦτο ἰδική σας. Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ἐκάματε νύξιν καὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ μειοψηφία τῆς Βουλῆς συμβαίνει νὰ εἶναι πλειοψηφία, σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὸ πράγματι συμβαίνει κἄποτε. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν συνέβη ἐπανειλημμένως ἕνα Κόμμα μὲ τὴν μειοψηφίαν τοῦ ἐκλογικοῦ Σώματος, μὲ μειοψηφίαν ὅμως ἡ ὁποία πλησιάζει τὸ 50%, νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχυριζόμεθα εἶναι, ὅτι αὐτὸ συμβαίνει συμπτωματικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ κανόνα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφευρίσκωνται διαρκῶς ἐκλογικὰ τεχνάσματα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ μειοψηφία νὰ μεταβάλλεται εἰς πλειοψηφίαν, οὔτε ἐκλογικὸν σύστημα, βάσει τοῦ ὁποίου ὅ,τι χάνεται εἰς ψήφους νὰ κερδίζεται εἰς ἕδρας. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο θέμα, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι κἄποτε, εἰς μίαν συνάντησιν, τὴν ὁποίαν εἴχαμεν, μοῦ εἴπατε —διότι ἐγὼ εἶχον ἀποφασίσει νὰ διαχωρίσω τὰς εὐθύνας μου ἀπὸ τὸν κ. Παπανδρέου— ὅτι τὴν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ὁ νόμος εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, τὴν εἴχατε καταστήσει γνωστὴν εἰς τὸν κ. Παπανδρέου. Ἑπομένως, ἐγὼ ὀρθῶς ὑπέγραψα τὸν νόμον, διότι ἔπρεπε νὰ εἶμαι ἀλληλέγγυος καὶ νὰ τιμήσω τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Παπανδρέου. Ἡμεῖς ἐπιστεύαμεν, ὅτι θὰ εἴμεθα τὸ πρῶτον Κόμμα καὶ θὰ ἐπαίρναμεν τὰς ἕδρας αὐτάς. Ἐὰν τὰς ἐκερδίσατε σεῖς, μὲ γειά σας, μὲ χαρά σας. Αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις ἐθεώρησα ἀναγκαίας νὰ δώσω, διότι ἐδηλώσατε, ὅτι ἦτο πρωτοβουλία ἰδική μας ὁ νόμος. Ὄχι. Ἁπλῶς δὲν ἠθέλαμεν τὸν νόμον τοῦ 1956 καὶ σεῖς ἐζητήσατε νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννόησιν, προτείναντες ἀντ’ αὐτοῦ τὸν νόμον τῆς ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, τὸν ὁποῖον ἠναγκάσθημεν νὰ δεχθῶμεν.
§53Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Πρὶν φθάσωμεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν κ. Παπανδρέου, ἐγένετο συζήτησις τοῦ κ. συναρχηγοῦ ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ παρουσίᾳ μου, καὶ κατόπιν ἔλαβα ἐγὼ τὴν ἐντολὴν νὰ συζητήσω ἁπλῶς τὰς λεπτομερείας. Ὄχι τὸ σύστημα. Ἡ πρότασις τοῦ Κόμματός σας πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὸ σύστημα, ἦτο σαφής, ὅπως ἐδήλωσε καὶ ὁ κ. Παπανδρέου. Ἦτο πρότασις ἐνισχυμένης ἀναλογικῆς, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐσυνέχισε δι’ ἐμοῦ ὡς ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τὰς συζητήσεις, πρὸς ἀποκρυστάλλωσιν τοῦ νομοθετήματος.
§54Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει θέμα. Ἐδημιουργήθη ζήτημα μεταξὺ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§56Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει θέμα. Ἀκούσατε, λοιπόν. Ὑπάρχει θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς βουλευτὴν τῆς Δ.Ε., ἀπόντα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν σημασίαν ἔχει αὐτό; Δὲν ὑπάρχει θέμα.
§58Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε...
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, διότι δὲν ὑπάρχει θέμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐγενικεύθη, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ οἱοσδήποτε βουλευτής. Ἐὰν ἦτο παρὼν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, κ. Τσιριμῶκος, βεβαιότατα θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον. Διατὶ μὲ φέρετε εἰς δύσκολον θέσιν;
§60Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζητήσατε τὸν λόγον, διὰ νὰ ὑπερασπισθῆτε ἐνδεχομένως τὸν ἀπόντα βουλευτὴν τῆς Δ.Ε., χωρὶς αἰτίαν. Τώρα, ζητεῖτε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Μὲ συγχωρῆτε, ἀποφεύγω νὰ τὸ χαρακτηρίσω αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνετε. Πάντως, γίνεται πρὸς ταλαιπωρίαν τοῦ Σώματος.
§62Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ζητῶ τὸν λόγον.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§64Μ. ΚΥΡΚΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος ἐν μέσῳ θορύβου καὶ κωδωνοκρουσιῶν).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§66Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ μιᾶς ἐμβολίμου, κατὰ τὴν ἐπικρατήσασαν συνήθειαν, ἀγορεύσεώς του, ἐπεχείρησε νὰ καλύψῃ δύο κενὰ σημεῖα τῆς ἐν γένει κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Τὸ πρῶτον, ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν καὶ τὴν βάσιν τῆς συζητουμένης ἐπερωτήσεως καὶ ἔχει σχέσιν μὲ τὰς διαφόρους διακυμάνσεις, τὰς ὁποίας ἐνεφάνισεν ἡ κυβερνητικὴ ἀντιμετώπισις τοῦ ζητήματος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι, ἀρχικῶς ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς διεκήρυξεν, ὅτι ὑπάρχει ἐκλογικὸν σύστημα καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν τετραετίαν, μὲ ἕνα ὕφος ἀποκλεῖον κἄθε ἐπιφύλαξιν ἔναντι τῶν κειμένων συνταγματικῶν διατάξεων. Μεταγενεστέρως, ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄφησε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι, βεβαίως ἐξ ἁβρότητος εἶναι ἀποφασισμένη νὰ μεταβάλλῃ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ἀλλὰ περιμένει τὴν πρωτοβουλίαν ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Σήμερον, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἄφησε καὶ αὐτὸς νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι θὰ περιμένῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκούσῃ τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ καὶ πάλιν, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπανῆλθεν ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς του θεωρίας, ὅτι ὑπάρχει ἐκλογικὸν σύστημα. Εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς διακυμάνσεις εἶναι βέβαιον, ὅτι προσεπάθησε νὰ δώσῃ ἕνα τέρμα ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πρῶτον μὲν ἐπεσήμανεν, ὀρθῶς κατὰ τὴν γνώμην μας, ὅτι καὶ αἱ δηλώσεις, περὶ προθέσεως ἢ ἀποφάσεως, ὅπως ἐξαντληθῇ ἡ τετραετία, ὑπόκεινται πάντοτε εἰς τοὺς συνταγματικοὺς ἐν προκειμένῳ περιορισμοὺς...
§67Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. ... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§68Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρω τὸν κοινοβουλευτικόν σας ζῆλον, ἀλλὰ οὐδεμία διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ σᾶς ὑποχρεώνει νὰ διακόπτετε.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Οἰκονομόπουλε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ διακόπτετε.
§70Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ πληροφορήσετε τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ ὁποία τὸν ὑποχρεώνει νὰ κάμῃ διακοπάς. Παραμερίζοντας, λοιπόν, τὰς διαφόρους δηλώσεις περὶ τετραετίας καὶ τὸν προκλητικὸν τόνον των, κρατοῦμεν μόνον τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἰσχύουν ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις τῶν διατάξεων, τῶν σχετικῶν τοῦ Συντάγματος. Τὸ δεύτερον σκέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν συζητουμένην ἐπερώτησιν. Ἀπέβλεψεν ὅμως καὶ αὐτὸ νὰ καλύψῃ ἕνα κενὸν τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως, διότι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν διακύμανσιν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐν γένει ζητήματος ἠθικῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ ἀπὸ χθὲς τὴν κοινὴν γνώμην. Διότι, ἐνῷ τὴν πρωΐαν εἴδομεν δηλώσεις διὰ τοῦ Τύπου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀπαξιοῖ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἐναντίον του, ὀρθῶς κατὰ μίαν ἀντίληψιν, ἀντιθέτως κακῶς κατὰ τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν, σήμερον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε δι’ ἐμβολίμου ἀγορεύσεως τὸ θέμα τοῦτο καὶ μάλιστα κατὰ δύο τρόπους. Πρῶτον μέν, διότι ἐνῷ ἡ ἐπίσημος ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐκδηλωθεῖσα διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι, ὅτι αἱ ἐρωτήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὸν βουλευτὴν Ἀθηνῶν, δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἐκτὸς τοῦ πνεύματος τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρόκειται νὰ τύχουν ἀπαντήσεως, ἀντιθέτως, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐμβόλιμον, ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην φοράν, ἀγόρευσίν του καὶ παραγνωρίζων τὸν πρωϊνὸν τόνον περιφρονήσεως ἢ τὸ ἐπιχείρημα περὶ ἀντιθέσεως πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἀντιμετώπισε κοινοβουλευτικῶς τὰς κατηγορίας αὐτάς, καταλήξας εἰς μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὰ ἄλλα Κόμματα. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι κοινοβουλευτικαὶ ἢ ἀντικοινοβουλευτικαὶ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐπερωτήσεις ἀπὸ τὸν κ. βουλευτὴν Ἀθηνῶν; Ἐὰν μὲν εἶναι κοινοβουλευτικαί, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὰς ἀντιμετωπίσῃ κοινοβουλευτικῶς δι’ ἀπαντήσεως τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ καὶ ὄχι διὰ τῆς ἀκαίρου ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν πάλιν δὲν εἶναι κοινοβουλευτικαί, πρὸς τὶ μᾶς ἀπευθύνει ἐκκλήσεις ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ἐξ ἄλλου, τὸν ἐν γένει κατάφωρον τόνον διεξαγωγῆς τῶν πολιτικῶν ἀγώνων ἔχει δώσει πρὸ καιροῦ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις. Ἐξέχασεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τὴν ἱστορίαν τοῦ Ὑπουργείου Τύπου, τὸ ὁποῖον ἠσχολεῖτο συστηματικῶς μὲ τὴν σύνταξιν λιβέλλων ἐναντίον Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, θίγον τὴν προσωπικὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν αὐτῶν καὶ παριστάνον αὐτοὺς ὡς φοροφυγάδας καὶ παραβάτας τῶν νόμων; Αὐτὰ συνέβησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ποὺ ἦτο Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Κανελλόπουλος, καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι τοῦτο ἔγινεν ἐν ἀγνοίᾳ του. Τὸ γεγονός, ὅτι μέσα εἰς τὴν ἐπίσημον ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Τύπου ἐστεγάζοντο τοιοῦτοι συγγραφεῖς λιβέλλων ἐναντίον Ἀρχηγῶν Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι χαρακτηριστικά. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν συνέβησαν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του, ἀλλὰ ὅταν οὗτος ἦτο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ὑπάρχει ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἀειμνήστου Καρτάλη, ἡ ὁποία ἦλθε κατὰ πρωτοφανῆ τρόπον, δι’ ἐπερωτήσεως κυβερνητικοῦ βουλευτοῦ πρὸς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν διὰ πράξεις γενομένας ἐπὶ προκατόχου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ὅλα αὐτὰ ἀπετέλεσαν συστήματα καὶ μεθόδους, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τὰς σημερινὰς μεθόδους καὶ ἡ καλυτέρα ἀντιμετώπισις τῆς καταστάσεως δὲν εἶναι ἡ περιφρόνησις, ἀλλὰ ἡ ἀπ’ εὐθείας ἀπάντησις εἰς τὰς κατηγορίας. Ἐδήλωσεν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΚΕΑ σήμερον, ὅτι δὲν συμμερίζεται, οὐδὲ δύναται νὰ ἐκφράσῃ γνώμην, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ σαφὴς ἀπάντησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέφυγε νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν...
§71Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἐκπρόσωπος τῆς ΚΕΑ, ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του εἶπε σαφῶς, ὅτι τὸν εὑρίσκει σύμφωνον ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηξίωσεν ἀπαντήσεως τὸν κ. Μπρεδήμαν. Τερματίζων ὅμως τὸν λόγον του, εἶπε, κατὰ τρόπον ἀνεξήγητον ὁμολογῶ, ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, ἤτοι, ὅτι θεωρεῖ παράλειψιν τὸ ὅτι δὲν ἐδόθη οὐσιαστικὴ ἀπάντησις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἐρωτήσεων. Ἡ πρώτη ἄποψις εἶναι προφανῶς θεμελιωμένη ἐπὶ τῆς ποιότητος τοῦ ἐρωτῶντος βουλευτοῦ καὶ τῆς ἀθλιότητος τοῦ περιεχομένου τῆς ἐρωτήσεως. Ἡ δευτέρα ἀντιφάσκουσα ἄποψις ποίαν ἔννοιαν ἔχει; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ ἡ διατύπωσις ἐντὸς πέντε λεπτῶν δύο γρονθοκοπουμένων ἀπόψεων;
§72Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τὸ ἔφερεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν πρωΐαν ὁ Ἀρχηγὸς τῆς ΚΕΑ εἶπεν, ὅτι, ἀρνούμεθα τὴν συζήτησιν πρὶν ἔχωμεν τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα τὸ ἔφερεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ νὰ ζητήσωμεν διασαφήσεις.
§73Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς συκοφαντικῆς ἐρωτήσεως, οἱ κύριοι ἡγέται τῆς ΚΕΑ καὶ μόνον αὐτοὶ ἐξ ὅλων τῶν πολιτικῶν Κομμάτων τῆς χώρας, ἔσπευσαν διὰ δηλώσεών των νὰ ἐπισημάνουν τὴν ὕπαρξιν θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀνέμενον κυβερνητικὰς ἐξηγήσεις. Ἄρα δὲν περιεφρόνησαν, ὡς θὰ ἔδει, τὴν συκοφαντικὴν ἐκδήλωσιν. Σεῖς, ἀπόψε, πρὸς τιμήν σας, τὴν περιφρονήσατε, ὑποστηρίζοντες, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος ὀρθῶς ἀπηξίωσεν ἀπαντήσεως τὸν κ. Μπρεδήμαν. Μετὰ ἀνεθεωρήσατε τὰς ἀπόψεις σας. Τέλος πάντων, ποία ἐξ ὅλων εἶναι θέσις τοῦ Κόμματός σας; Ὅσον ἀφορᾷ τὸν κύριον Ἀντιπρόεδρον, θὰ ἀντελήφθητε ὑποθέτω σαφῶς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων του, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπιδέχονται ἀλχημιστικὰς παρεμβάσεις. Ὁ κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲ ἠσχολήθη ποσῶς μὲ τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀντιπαρῆλθε μετὰ περιφρονήσεως. Ἀπηυθύνθη ἁπλῶς πρὸς τὸ Σῶμα καὶ δι’ αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ νὰ καταγγείλῃ τὴν νέαν καὶ πρωτοφανῆ εἰς τὰ πολιτικά μας χρονικὰ τακτικὴν τῆς ὠργανωμένης συκοφαντίας, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται διὰ τῆς μεθόδου τῆς καταχρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ ἀκαταδιώκτου τοῦ Συντάγματος. Ἐπεσήμανε, τέλος, τοὺς κινδύνους τοῦ Πολιτεύματος ἐκ τῆς ὑπονομεύσεως τῶν θεσμῶν καὶ τοῦ διασυρμοῦ τῶν ὑπολήψεων. Καὶ ὑπῆρξαν, ὅπως πάντοτε, τετραγωνικαὶ αἱ ἀπόψεις του. Ἀναλογίζεσθε, κ. συνάδελφε, ποῦ θὰ ἐφθάναμεν πολιτικῶς, ἂν καὶ οἱ 170 βουλευταὶ τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως ἐμιμοῦντο τὴν πολιτικὴν αὐτὴν διὰ νὰ πληροφορηθοῦν δῆθεν τὸ ποιὸν τοῦ κ. Κωστοπούλου ἢ οἱουδήποτε πολιτικοῦ των ἀντιπάλου; Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ εἴχατε λόγους νὰ ἀνησυχῆτε πάντως ὅμως, θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἡ ἔντεχνος διασπορὰ συκοφαντικῶν ἀμφιβολιῶν δὲν θὰ ἀπέβαινον ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας, ἔχει τὸν λόγον.
§75Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Ν.Π.Κ. αἰσθάνεται πολλὴν ἱκανοποίησιν, διότι ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἰδικῆς της ἐπερωτήσεως συζητεῖται τὸ θέμα τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος εὐρέως, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ διαφωτιστικῶς. Ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη, ὥστε νὰ λάβουν μέρος καὶ νὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Ἐπεξετάθη δὲ τόσον πολύ, ὥστε νὰ περιλάβῃ ὅλον τὸ πολιτικὸν πρόβλημα τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἐμφανίζεται τὴν παροῦσαν στιγμὴν ὑπὸ μορφὴν ὀξεῖαν. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, ἐὰν χρειασθῇ, νὰ διατυπώσω καὶ ἐγὼ τὰ συμπεράσματά μου. Σπεύδω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἡ συζήτησις ὑπῆρξεν ὠφέλιμος καὶ νομίζω ὅτι, παρὰ τὴν οὐχὶ ἀπολύτως σαφῆ καὶ ἐναρμονισμένην διατύπωσιν γνωμῶν τῶν διαφόρων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀκούω ὡρισμένα κακαρίσματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνεται, ὅτι τὸ ὠὸν ἔχει ἤδη τεχθῆ, ὅτι ἡ ἐκκόλαψις ἤρχισε καὶ ὅτι μετὰ τὰς διακοπὰς θὰ ἔχωμεν τὸν νεοσσὸν τοῦ νέου ἐκλογικοῦ νόμου. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, ὅτι ἀπόψε ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αἰφνιδίασε τὴν Βουλήν, θέσας ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄχι ἁπλῶς σημαντικόν, ἀλλὰ σπουδαιότατον. Καὶ εἶναι θέμα τοιαύτης φύσεως, ὥστε δὲν ἐπιδέχεται σύγχυσιν. Διότι ἢ ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον, θέμα ἠθικῆς τάξεως. Καθὼς εἶπε προηγουμένως καὶ ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς ΚΕΑ, ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε χθὲς διὰ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀπαξιοῖ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς κατατεθείσας ἐρωτήσεις, ἀλλὰ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπόψε ἔθεσε τὸ ζήτημα ὑπὸ γενικωτέραν θεωρητικὴν ἔννοιαν. Τοιαύτης φύσεως θέματα δὲν λύονται μὲ θεωρίας, οὔτε εἰσάγονται αἰφνιδιαστικῶς εἰς τὸ Σῶμα, ὅταν μάλιστα διὰ τὰ πλέον ἀσήμαντα θέματα ἔχῃ καθιερωθῆ νὰ προηγῆται συνεννόησις, ὥστε νὰ παρίστανται κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτῶν ὅλοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν πολιτικῶν Κομμάτων, καθὼς καὶ οἱ ἀνακινήσαντες ἕκαστον θέμα βουλευταί. Ὁ προτιμηθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως τρόπος οὔτε κοινοβουλευτικὸς εἶναι, οὔτε κἂν ἐξυπηρετικὸς τῆς οὐσίας τοῦ θέματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαῦτα θέματα νὰ παρεισάγωνται ὡς καρυκεύματα εἰς ἄλλην ἐπερώτησιν ἀφορῶσαν ἄλλα ἀντικείμενα. Ἀφ’ ἧς ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε τὸ θέμα καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ κ. ἐκπρόσωπος τῆς ΚΕΑ, εἶπον τὴν γνώμην των, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν μας γνώμην. Ἡ θέσις μας εἶναι, ὅτι εὑρισκόμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συμφωνήσωμεν καὶ μὲ τὰς δύο ἀκουσθείσας ἀπόψεις. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐν γενικεύσει δημιουργεῖται ἕνα τεράστιον θέμα ἠθικῆς τάξεως. Θεωρητικῶς τὸ ἔθεσε πολὺ ὀρθὰ καὶ οὐδεὶς θέλει ἢ δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἱερόν μας χρέος ὡς δημοκρατικῶν πολιτῶν νὰ σεβώμεθα τὴν παράδοσιν καὶ νὰ τηρῶμεν τοὺς ἠθικοὺς κανόνας. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις καὶ τῆς Κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Εἰς αὐτὴν τὴν βάσιν στηρίζεται ὁ κοινοβουλευτικὸς βίος. Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἀποδείξεις, πὼς σεβόμεθα τὴν παράδοσιν καὶ πὼς τηροῦμεν τοὺς ἠθικοὺς κανόνας εἴτε ἐν τῇ Κυβερνήσει, εἴτε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εἴμεθα. Ὀρθῶς ὑπεμνήσθη ἡ περίπτωσις τῆς ἀδίκου καὶ ἀνοικείου ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ ἀειμνήστου Καρτάλη, ὡς θὰ ὑπενθυμίσω καὶ ἄλλην περίπτωσιν ἐπὶ ἀειμνήστου Πλαστήρα. Ἐζητήθη τότε ἕνα δάνειον παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ γραφείου του κ. Μοάτσου διὰ τὴν ἀπόκτησιν μιᾶς στέγης, ὅπως τοῦτο συμβαίνει ἄλλωστε διὰ πλείστους ὅσους πολίτας. Ἡ αἴτησις ἐκείνη ἀπεσύρθη, εὐθὺς ὡς ἐσχολιάσθη δημοσίᾳ. Καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις ἠσκήθη δριμεῖα κριτική, ὡς μὴ ὤφειλεν. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐμφανίσεώς μας εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, ὑπέστημεν ἐπίθεσιν ἀπὸ ὄργανα τοῦ Κράτους, ἀπὸ ἐφημερίδας μὲ κατευθυνόμενα ἄρθρα καὶ σκίτσα, ἀπὸ τὸ ραδιόφωνον κλπ. καὶ κατεβλήθη κάθε προσπάθεια νὰ διαβληθῇ καὶ συντριβῇ ἡ προσπάθεια τῆς Νέας Πολιτικῆς Κινήσεως ἅμα τῇ ἐκδηλώσει της.
§76Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ δάνειον δὲν ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Στρατηγοῦ Πλαστήρα. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὸ ἐζήτησεν ὁ Ἰωάννης Μοάτσος, ἐν ἀγνοίᾳ του καὶ ὅταν τὸ ἐπληροφορήθη ὁ Στρατηγὸς τὸν ὑπετίμησε καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδέποτε ἐζήτησε καὶ πρόκειται νὰ ζητήσῃ δάνειον διὰ νὰ ἀποκτήσῃ στέγην.
§77Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Εἶμαι φίλος τῆς παραδόσεως καὶ νομίζω, ὅτι μὲ τὸν ἀγαπητὸν συνάδελφον κ. Κανελλόπουλον, εἴμεθα σύμφωνοι εἰς ὡρισμένας θεωρίας, ὡς ἡ θεωρία τοῦ ἱστορισμοῦ, ἥτις εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ δυσκολώτερα θέματα ἐθνικῆς καὶ πολιτικῆς ἀγωγῆς. Συμφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰς θεωρίας αὐτάς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι συμφωνοῦν αἱ θεωρίαι τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς πράξεις της. Διότι πλὴν αὐτῶν περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι πράξεις αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς τὸ ἐγγὺς παρελθόν. Δὲν ἀφοροῦν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἁπλῶς τὴν θεωροῦσαν ὡς συνέχειαν τῆς Κυβερνήσεως Παπάγου. Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι ὅταν ἔγινε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διετάχθη δικαστικὸς ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεώς σας ὡς ὑπουργῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Αὐτὸ ἦτο ἄηθες, αὐτὸ συνέτριβε τὴν Κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν. Τὸ χείριστον δὲ εἶναι, ὅτι ἐνῷ ἔγινε ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος τῶν Ὑπουργῶν μιᾶς Κυβερνήσεως, δὲν ἐδημοσιεύθη τὸ πόρισμα. Μάλιστα ὅταν ἐπανῆλθον τότε ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν ἐχρειάσθη νὰ ἴδω τὸν Στρατάρχην δι’ ὡρισμένον ἐθνικὸν ζήτημα καὶ διεμαρτυρήθην πρὸς αὐτὸν διὰ τὸ συμβάν. Καθὼς βλέπετε, ὅτι αἱ προσβολαὶ ἐναντίον τῆς πολιτικῆς παραδόσεως καὶ τῶν ἠθικῶν κανόνων ἔχουν βαρυτάτην προϊστορίαν καὶ δὲν προέρχονται ἀπὸ ἡμᾶς, τῆς πτέρυγος τοῦ Κέντρου. Νομίζω, ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἤγειρε τὸ θέμα τοῦτο ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν μίαν σοβαρὰν καὶ ἐμπεριστατωμένην συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Προτείνω, λοιπόν, εἰς τὸ Σῶμα, ὅπως δεχθῇ καὶ ὁρισθῇ ἡμέρα εἰδικῆς συζητήσεως τοῦ τεραστίου αὐτοῦ ἠθικοῦ θέματος, παρουσίᾳ ὅλων τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν. Μὴ νομίζητε, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ διαφόρων κοινοβουλευτικῶν τεχνασμάτων ρητορικῶν πυροτεχνημάτων νὰ λύωνται τοιαύτης φύσεως ζητήματα. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἔχει δημιουργηθῆ εἰς τὴν χώραν βαρεῖα πολιτικὴ ἀτμόσφαιρα σκανδαλισμοῦ καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀπαξιοῖ πλέον νὰ ἀπαντήσῃ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προτείνω, ὅπως τὸ Σῶμα ὁρίσῃ ἡμέραν ἵνα συζητηθῇ καὶ ξεκαθαρισθῇ τὸ θέμα. Διότι, ἐφ’ ὅσον ἐδημιουργήθη εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην τοιαύτη συγκίνησις θὰ ἀποβῇ ὀλέθριον διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον ἐὰν παραμείνῃ τὸ θέμα ἐκκρεμές, χωρὶς νὰ συζητηθῇ καὶ ἐκκαθαρισθῇ. Κάμνω ἔκκλησιν πατριωτικὴν ἰσχυροτέραν ἀπὸ ἐκείνην τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καθορισθῇ ἡμέρα εἰδικῆς καὶ ἐμπεριστατωμένης συζητήσεως τοῦ θέματος, παρόντων ὅλων τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ νὰ σώσωμεν τὴν κινδυνεύουσαν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα).
§78Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ ἀποσαφηνίσητε, κατὰ τρόπον συγκεκριμένον, ποία, ἀκριβῶς, εἶναι ἡ πρότασίς σας.
§79Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῆται ἀπὸ ἕνα οἱονδήποτε βουλευτὴν ἡ κατάθεσις ὡρισμένων ἐγγράφων καὶ αὐτὰ νὰ μὴ κατατίθενται;
§80Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἐνδιαφέρεσθε ἁπλῶς διὰ τὰ ἔγγραφα, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι οἱ ἁρμόριοι Ὑπουργοί, θὰ πράξουν τὸ καθῆκόν των. Ἐκάματε, ὅμως καὶ μίαν πρότασιν, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως. Ἐπὶ ποίου, ἀκριβῶς, θέματος;
§81Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§82Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθεσε, σαφῶς θέμα κινδύνου τῆς Δημοκρατίας, λόγῳ τῶν νέων μεθόδων συκοφαντήσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν προσφάτως.
§83Γ. ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ–ΝΟΒΑΣ. Μάλιστα. Συνομολογοῦμεν τὸν κίνδυνον τῆς Δημοκρατίας ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν περιπτώσεων καὶ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ συζητήσωμεν.
§84Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Τότε ἡ πρότασίς σας ἀπαλλασσομένη μετὰ τὴν διατύπωσιν καὶ ἀναγνώρισιν τῶν κινδύνων τοῦ πολιτεύματος ἐκ τῆς νέας ἀπαραδέκτου τακτικῆς, εἶναι καὶ ὀρθὴ καὶ ἐποικοδομητική.
§85Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κύρκο, τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς λέγει τὰ ἑξῆς: Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑπεβάλατε πρότασιν ὑπογεγραμμένην καὶ ὑπὸ ἑτέρου συναδέλφου, εἰς τὴν ὁποίαν λέγετε, ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν ζητεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Κύρκος, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἀναφέρετε ὅμως εἰς ποῖον σημεῖον παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἀναφέρετε τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός, καὶ τούτων μὴ ἀναφερομένων, ἡ πρότασίς σας εἶναι ἀόριστος καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν. Ὡς ἐκ τούτου, λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§87Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς σας εἶναι τύποις ἀπαράδεκτος.
§89Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κύρκο, σᾶς δίδω τὸν λόγον καὶ σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ὁμιλήσητε μόνον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν παρεκκλίνητε ἐκ τῆς γραμμῆς αὐτῆς, τότε θὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον.
§91Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε. Κύριε Πρόεδρε, ἔχετε εἰς τὸ Προεδρεῖον γραπτὴν δήλωσιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀόριστος.
§93Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τοῦ ἡγέτου τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ τούτου ἀπουσιάζοντος τὸν ἐκπροσωπῶ ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ δὲν μοῦ τὸν ἐδώσατε.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι γενικὴ ἐξουσιοδότησις, κύριε Κύρκο.
§95Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Εἶσθε, λοιπόν, καὶ τυπικῶς καὶ ἠθικῶς ἐν ἀταξίᾳ, κ. Πρόεδρε, ἀρνηθέντες εἰς βουλευτὴν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως νὰ εἴπῃ δύο λέξεις ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος διὰ βουλευτὴν τοῦ Κόμματος ἀπουσιάζοντα καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου ἄπειραι μομφαὶ ἐξεφράσθησαν. Ἀλλὰ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοὺς κ. Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, ἀποτελοῦν σκληρὰν καταδίκην τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει, ὁ κ. Θ. Λυμπερίδης.
§97Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς περασμένης Παρασκευῆς, ὁ ἡγέτης τῆς Κοινοβουλευτικῆς μας ὁμάδος, κ. Ἀλεξ. Μπαλτατζῆς, ἀνέπτυξε λεπτομερῶς τὰς ἀπόψεις τοῦ Κόμματός μας ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Συνεπῶς, δὲν κρίνω σκόπιμον νὰ ἀπασχολήσω καὶ ἐγὼ τὸ Σῶμα ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ὀφείλω κι’ ἐγὼ νὰ τονίσω ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ὅτι ἡμεῖς πιστεύομεν εἰς τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Εἶναι, κ. Πρόεδρε καὶ κ. συνάδελφοι, τὸ δημοκρατικώτερον, τὸ δικαιότερον, τὸ μὲ τὰ ὀλιγώτερα ἐν πάσῃ περιπτώσει μειονεκτήματα ἐκλογικὸν σύστημα, εἶναι τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐνδείκνυται νὰ καθιερωθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν, τοὐλάχιστον φάσιν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Καὶ πρὶν τελειώσω, κ. Πρόεδρε καὶ κ. συνάδελφοι, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τονίσω, ἐπίσης, μὲ τὴν μικράν μου κοινοβουλευτικὴν πεῖραν καὶ μὲ τὴν ὀλιγοχρόνιον θητείαν μου εἰς τὸν πολιτικὸν στῖβον τῆς χώρας, ὅτι ἐὰν εἰλικρινῶς ποθοῦμεν τὴν δημιουργίαν καὶ εἰς τὸν τόπον μας καὶ τὴν προκοπήν. Κομμάτων ἀρχῶν, Κομμάτων ἰδεολογικῶν, ἐὰν θέλωμεν νὰ σταματήσῃ, ἢ τοὐλάχιστον νὰ περιορισθῇ ὁ ἐνδοκομματικὸς τουρισμὸς τῶν βουλευτῶν καὶ τῶν πολιτευομένων γενικώτερον, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐξυγιανθῇ ὁ Κοινοβουλευτικός μας βίος καὶ νὰ ἑδραιωθῇ τὸ Κοινοβουλευτικόν μας καθεστώς, ἐὰν πιστεύωμεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξουδετερώνεται ἡ τάσις πρὸς νόθους κομματικὰς συμπράξεις καὶ συνεργασίας, πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ὡς ἐκλογικὸν σύστημα τὴν ἀναλογικήν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον.
§99Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἄχαρις ἡ θέσις τοῦ ἀνερχομένου τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ ἑνὸς τόσον μεγάλου ζητήματος, διότι καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀνέπτυξαν τὰς ἀπόψεις των κατὰ τρόπον διεξοδικόν. Οὐχ’ ἧττον ὑπάρχει καὶ ἕνα στοιχεῖον πλεονεκτικὸν καὶ τοῦτο συνίσταται εἰς τὴν προσπάθειαν ἐξαγωγῆς συμπερασμάτων ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως, οὐχὶ θεωρητικῶν συμπερασμάτων, ἀλλὰ πολιτικῶν. Πρὶν ἢ προβῶμεν, ὅμως, εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν συμπερασμάτων αὐτῶν, νομίζω, ὅτι θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν τοποθέτησιν γενικὴν τοῦ θέματος τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, εἰς τρόπον ὥστε τὰ συμπεράσματα αὐτὰ νὰ φανῇ, ὅτι βασίζονται καὶ εἰς θεωρητικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς πραγματικὴν ἀξιολόγησιν τῆς καταστάσεως. Κύριοι, ἐλέχθη, καὶ εἶναι, νομίζω, παγκοίνως ἀποδεκτόν, ὅτι ὁ βασικώτερος μετὰ τὸ Σύνταγμα νόμος εἰς μίαν δημοκρατικὴν πολιτείαν εἶναι ὁ ἐκλογικός, διότι δι’ αὐτοῦ, πράγματι ὑλοποιεῖται τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν τοῦ δημοκρατικοῦ συστήματος. Αὐτὸς καθορίζει τοὺς κανόνας διὰ τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ καὶ αὐτὸς ἐμμέσως καθορίζει τοὺς κανόνας, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δημιουργηθῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας. Οὐδέτερος ἐκλογικὸς νόμος, ἀσφαλῶς δὲν ὑπάρχει. Ἅπαντες ἐπηρεάζουν τόσον τὴν διαμόρφωσιν τῶν Κομμάτων, ὅσον καὶ τὴν μεταξὺ αὐτῶν κατανομὴν τῆς λαϊκῆς ψήφου, πολὺ δὲ περισσότερον ἐπηρεάζουν τὴν κατανομὴν τῶν βουλευτικῶν ἑδρῶν μεταξὺ τῶν διαφόρων κομματικῶν σχηματισμῶν, ἐπηρεάζουν δηλαδὴ τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ὅμως ἐξ ἴσου ὀρθὸν καὶ γενικῶς ἀποδεκτόν, ὅτι ὅλοι οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι, ἐφ’ ὅσον μονίμως ἀφαρμόζωνται, οὐδετεροποιοῦνται, τὰ ἀποτελέσματα αὐτῶν εἶναι πολὺ μικρότερα ἐπὶ τῆς πραγματικῆς πολιτικῆς συνθέσεως μιᾶς πολιτείας. Κύριοι, εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶναι ἄμεσος ἡ ἐπίδρασις τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἐπὶ τῆς κομματικῆς διαρθρώσεως ἐν μιᾷ χώρᾳ. Τὸ σύστημα τῶν δύο Κομμάτων, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν καὶ εἰς τὴν Ἀμερικήν, εἶναι βεβαίως ἀποτέλεσμα τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐπὶ δεκαετίας, ἢ μᾶλλον ἐπὶ ἑκατονταετίας ἔχομεν ἰσχῦον τὸ μονοεδρικὸν πλειοψηφικὸν σύστημα. Ἐὰν κατηργεῖτο τὸ σύστημα αὐτὸ τότε καὶ τὸ σύστημα τῶν δύο Κομμάτων θὰ κατέρρεε καὶ θὰ ἐβλέπατε δημιουργούμενα εἰς τὴν Ἀμερικὴν τέσσαρα Κόμματα καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἐπίσης, τρία ἢ τέσσαρα. Μόνον ἡ μόνιμος ἐφαρμογὴ ἑνὸς ἐκλογικοῦ συστήματος ἐπιτρέπει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τοὺς βαθυτέρους ἱστορικοὺς καὶ κοινωνικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι καθορίζουν τὴν διάκρισιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος εἰς πολιτικὰς καὶ ἰδεολογικὰς παρατάξεις νὰ ἐκδηλωθῇ καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ. Οὐδεὶς ἐκλογικὸς νόμος, οὐδὲν σύστημα ἐφαρμοσθὲν ἐπὶ δεκαετίας κατέληξεν εἰς πληθώραν Κομμάτων. Παντοῦ ἔχομεν 3, 4 ἢ 5 τὸ πολὺ Κόμματα, ἀλλὰ Κόμματα ὠργανωμένα, πραγματικὰς πολιτικὰς ὀργανώσεις, κύτταρα τῆς δημοκρατίας, ὅπως τὰ ὑποθέτει τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ὄχι προσωποπαγεῖς ἐφημέρους ἑνώσεις, αἱ ὁποῖαι διαπληκτίζονται διὰ τὴν ἰδιοποίησιν τῆς ἐξουσίας. Ἀπόδειξιν τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ μόνιμον ἐκλογικὸν σύστημα δὲν ὁδηγεῖ εἰς πολλὰ Κόμματα, ἀποτελεῖ ἡ παράδοσις τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Εἰς τὰς περισσοτέρας χώρας τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης ἔχομεν τὴν ἀναλογικὴν ἰσχύουσαν ἀπὸ πολλῶν δεκαετιῶν. Πόσα Κόμματα ἔχομεν, τρία ἢ τέσσαρα, σπανιώτατα πέντε. Δὲν χρειάζεται νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς χώρας, διότι εἶναι γνωσταί. Πρέπει, ἐπίσης, νὰ τονίσω, ὅτι τὸ μονοεδρικὸν τὸ κατ’ ἐξοχὴν πλειοψηφικόν, δηλαδή, ὅταν ὑπάρχουν εἰδικοὶ ἱστορικοὶ καὶ κοινωνικοὶ λόγοι, δὲν ὁδηγεῖ καὶ αὐτὸ εἰς δύο Κόμματα, ὁδηγεῖ εἰς τρία ἢ τέσσαρα, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν περίπτωσιν τοῦ Καναδᾶ, ὅπου τὸ σύστημα αὐτὸ ἰσχύει ἀφ’ ἧς συνεστήθη ὁ Καναδᾶς εἰς ξεχωριστὸν DO-MINIUM καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν σήμερον 4 Κόμματα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ἕνα, κύριοι, εἶναι γεγονός, ὅτι τὰ πολλὰ Κόμματα εἶναι προϊὸν τῆς συνεχοῦς μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἐπειδὴ δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα κατεστήσαμεν κανόνα τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, δι’ αὐτὸ κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀνυπαρξίαν Κομμάτων καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν ἐφημέρων προσωπικῶν ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι λέγονται Κόμματα καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὸ Κόμμα, ὅπως τὸ ἐννοεῖ ἡ συντεταγμένη κοινοβουλευτικὴ δημοκρατία. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, μὲ μίαν ἐξαίρεσιν, βεβαίως, τὸ Κόμμα τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς, ἡ ὁποία εἶναι δικαιολογημένη καὶ τὴν ὁποίαν δὲν χρειάζεται νὰ ἀναλύσω περισσότερον, δὲν ὑπάρχει Κόμμα ὑφ’ ἣν ἔννοιαν χρησιμοποιοῦν τὴν λέξιν εἰς ὅλον τὸν πολιτισμένον κόσμον, ὑπάρχουν καθεστῶτα, ὑπάρχουν προσωπικαὶ ἑνώσεις, αἱ ὁποῖαι βασίζονται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἰδιοφυΐαν τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ ἑνὸς μικροῦ ἀριθμοῦ ἐπιτελῶν του. Διὰ τοῦτο ἡ ἔννοια τῆς ὀργανώσεως εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος εἶναι κἄτι ἐντελῶς τὸ ξένον καὶ ἐὰν ἡ ὀργάνωσις ἀποτελῇ τὸ βασικὸν στοιχεῖον, τὸ θεμέλιον τῆς ὠργανωμένης κοινωνίας, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἔλλειψις Κομμάτων ἐν Ἑλλάδι ἀποτελεῖ τὴν κυριωτέραν ἐκδήλωσιν τοῦ ὑποαναπτύκτου τῆς Χώρας. Ὁμιλοῦμεν διὰ τὸν ὑποανάπτυκτον τῆς χώρας λαμβάνοντες διαφόρους ἐκδηλώσεις τοῦ κοινωνικοῦ μας βίου καὶ λησμονοῦμεν, ὅτι παραμένομεν ἀθεραπεύτως ὑποανάπτυκτοι εἰς τὸν πολιτικὸν τομέα, εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, διότι καὶ ἐκεῖ δὲν κατωρθώσαμεν ἀκόμη νὰ δημιουργήσωμεν τὸ κύτταρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ στηριχθῇ ἡ ὠργανωμένη πολιτικὴ δραστηριότης, τὸ Κόμμα τῶν ἀρχῶν. Κύριοι, ἡ μόνιμος ἐφαρμογὴ τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων ἀμβλύνει, ἐπίσης, τὴν ἐπιρροὴν των ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ καταμερισμοῦ τῆς λαϊκῆς ψήφου εἰς τὰ Κόμματα καὶ ἐπὶ τῆς σημασίας, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὰ διάφορα ποσοστά, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν τὰ Κόμματα διὰ τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνητικῆς πλειοψηφίας. Διατί; Διὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος εἶναι, ὅτι μὲ μεταβαλλόμενον τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἡ κοινὴ γνώμη γνωρίζει ποῖα εἶναι τὰ Κόμματα καὶ δύναται νὰ κάμῃ ἐπιλογήν, ἀλλὰ καὶ δύναται νὰ τὰ ἐπηρεάσῃ, διότι τὰ Κόμματα αὐτὰ συνδέονται μὲ τὴν βάσιν των, δὲν εἶναι κατασκευάσματα κορυφῆς, ποὺ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν βάσιν, τὸ πρῶτον στοιχεῖον εἶναι, ὅτι δύνανται νὰ ἐπηρεάσουν, νὰ κάμουν ἐπιλογὴν ἐλευθέραν, ὄχι βεβιασμένην τὴν τελευταίαν στιγμὴν καί, δεύτερον, διότι ἠμποροῦν νὰ ἐπηρεάσουν τὴν γραμμὴν τῶν Κομμάτων. Τὸ δεύτερον στοιχεῖον εἶναι— καὶ λυποῦμαι ποὺ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων— τὸ δεύτερον στοιχεῖον εἶναι, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν μεταβληθῇ τὸ σύστημα, τότε οὐδὲν παράπονον καὶ οὐδεμία ἀδικία ἠμπορεῖ νὰ διατυπωθῇ, κατὰ τοῦ ἀποτελέσματος, διότι τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἐντελῶς τυχαῖον. Ὀφείλεται εἰς τὸ παιγνίδι τοῦ συστήματος τῆς κατανομῆς τῆς πλειοψηφίας κατὰ περιφέρειαν. Διὰ τοῦτο, διὰ τοὺς δύο αὐτοὺς λόγους, εἰς χώρας ὅπου ἰσχύει τὸ μονοεδοικόν, τὸ κατ’ ἐξοχὴν πλειοψηφικὸν σύστημα, βλέπετε Κυβερνήσεις μειοψηφίας, χωρὶς αὐτὸ νὰ προκαλῇ τὴν κοινὴν γνώμην, χωρὶς νὰ δημιουργῆται ἠθικὸν θέμα, χωρὶς νὰ νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἄδικον τὸ σύστημα καὶ ἑπομένως, τὸ ἀποτέλεσμά του δὲν ἠμπορεῖ νὰ δεσμεύσῃ ἠθικῶς τὸν λαόν. Διατί; Διότι τὸ σύστημα δὲν ἐτέθη ὑπὲρ τοῦ Α Κόμματος, καὶ τὸ στατιστικὸν τυχαῖον γεγονὸς τῆς κατανομῆς τῆς πλειοψηφίας ἠμποροῦσε νὰ δουλέψῃ καὶ ὑπὲρ τοῦ ἀντιθέτου Κόμματος. Ἄλλως τε, εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ μονοεδρικοῦ, οὐδέποτε ἔχομεν Κυβέρνησιν μειοψηφίας κάτω τοῦ 48%. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀμέσου Κόμματος εἶναι ἐλαχίστη, ὀφειλομένη ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτὸ τὸ στατιστικὸν παιγνίδι τῆς κατανομῆς τῆς πλειοψηφίας κατὰ περιφέρειαν. Εἰς παράγοντα, δηλαδὴ ποὺ εἶναι ἐπάνω ἀπὸ τὴν δύναμιν τῶν ἀνθρωπίνων κατασκευασμάτων. Δὲν ἠμποροῦμεν ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ τὰ δαμάσωμεν. Ὑπάρχουν οἱ νόμοι τῶν πολλῶν ἀριθμῶν, ὑπάρχουν οἱ νόμοι, οἱ στατιστικοί, ποὺ εἶναι πάρα πάνω ἀπὸ τοὺς ἀνθρωπίνους θεσμούς. Κύριοι, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀλλάζομεν ἐκλογικὸν σύστημα, διατί: —Καὶ αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν —Ἀλλάζουν ἐκλογικὰ συστήματα, διὰ νὰ ἐπηρεάσωμεν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως, κανεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀδιάβλητος. Ἑπομένως, δικαίως ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν, θέτει ζήτημα τιμιότητος τῶν ἐκλογῶν. Οἱ ἀποροῦντες, ἑπομένως, ἀπὸ τὰ Κυβερνητικὰ ἑδώλια, διατὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν παραδέχεται τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἐπικρίνουν τὴν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ Κυβέρνησιν, ἁπλῶς θέλουν νὰ παίξουν ἕνα ρόλον ἀφελοῦς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι πολὺ ἐπιτυχημένος, θὰ ἔλεγα. Κύριοι, μέχρι τοῦ 1954, εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐγένετο ἡ ἀλλαγὴ τοῦ συστήματος, διὰ νὰ ἐνισχυθῇ ἕνα Κόμμα ἀπὸ τὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ κατὰ τρόπον κἄπως παραδεκτόν, ἐγυρίζαμεν εἰς ἤδη ὑπάρχοντα συστήματα, εἰς συστήματα, τῶν ὁποίων ὁ μηχανισμὸς ἦτο σαφῶς ἀμέσως κατανοητὸς ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ τὰ ἀποτελέσματά του σχεδὸν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθοῦν. Ἀπὸ τοῦ 1954 καὶ ἐντεῦθεν ἐδημιουργήθη μία σοβαρὰ ὑποτροπὴ καὶ τῆς ὑποτροπῆς αὐτῆς ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ εἰς τὰ 1954. Ἐψηφίσθη τότε ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ δώσῃ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω, καὶ τὴν μειοψηφίαν τοῦ λαοῦ εἰς πλειοψηφίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Αὐτὸν τὸν νέον θεσμὸν εἰσηγάγομεν τὸ 1954, ἀσχέτως ἂν ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐφηρμόσθη. Ἐφηρμόσθη τὸ 1956 καὶ τὸ 1958. Αὐτὰ τὰ κενὰ δαιμόνια εἰσηγάγομεν ἀπὸ τὸ 1954 καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλεται ἡ σημερινὴ πολιτικὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Εἶναι, δηλαδή, ἡ ἀρχὴ τοῦ ὅτι διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου θὰ γίνῃ μία ὡρισμένη μειοψηφία κοινοβουλευτικὴ πλειοψηφία. Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ ἀποτελεῖ ἐμπαιγμὸν τῆς ἐννοίας τῆς Δημοκρατίας. Διότι Δημοκρατία σημαίνει νὰ κυβερνᾷ πλειοψηφία καὶ νὰ ἐλέγχῃ ἡ μειοψηφία. Διὰ τῶν νόμων ὅμως αὐτῶν τὰ καταφέραμεν, ὥστε νὰ κυβερνᾷ ἡ μειοψηφία καὶ νὰ ἐλέγχῃ ἡ πλειοψηφία. Κύριοι, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ καινοτομία αὐτὴ νὰ ἰσχύσῃ εἰς τὸν τόπον μας, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν συνδρομὴν κἄποιας θεωρίας, ἡ ὁποία ἐκαλλιεργήθη ἀπὸ τοῦ 1952. Εἶναι ἡ θεωρία τῶν ἰσχυρῶν μονοκομματικῶν Κυβερνήσεων. Λέγουν οἱ ὀπαδοί, ὅτι μπροστὰ εἰς τὰ τόσα μεγάλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ἡ Ἑλλάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐπίλυσίν των εἰς ἀσθενεῖς Κυβερνήσεις. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις, διαθέτουσα μονοκομματικὴν πλειοψηφίαν. Κύριοι, καλῶς, ἂν ἡ μονοκομματικὴ πλειοψηφία προέρχεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ, διότι στραβὰ ἢ σωστὰ φαίνεται, ὅτι ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ ἀκολουθεῖ τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν θὰ χαράξῃ αὐτὴ ἡ ἰσχυρὰ πλειοψηφία. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις εἶναι ἀποτέλεσμα τεχνασμάτων ἐκλογικῶν καὶ ἡ ἰσχυρὰ Κυβέρνησις στηρίζεται ἐπὶ τῆς μειοψηφίας τοῦ λαοῦ, ἔχει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἠθικὸν κῦρος νὰ λύσῃ τὰ μεγάλα αὐτὰ προβλήματα, ἢ μήπως μεταβάλλεται εἰς τύραννον; Ἢ μήπως μεταβάλλεται εἰς ὀλετῆρα τοῦ Ἔθνους, ἢ μήπως μεταβάλλεται εἰς ἐμπρηστὴν τῆς ἑνότητος τοῦ Ἔθνους; Κύριοι, ἡ θεωρία τῶν ἰσχυρῶν μονοκομματικῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶναι εὕρημα ἑλληνικόν. Ὑπῆρξε καὶ διετυπώθη κατὰ τρόπον πολὺ καλλίτερον εἰς τὴν Εὐρώπην, μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον. Καὶ ἐπειδὴ ἔχω τὸ θλιβερὸν προνόμιον νὰ ἔχω ὑποστῆ τὰς συνεπείας αὐτῆς τῆς θεωρίας, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς εἴπω ποῖος ἦτο ὁ πρῶτος καὶ σπουδαιότερος θιασώτης αὐτοῦ. Ἦτο ὁ ἀείμνηστος Μπενίτο Μουσολίνι, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φασιστῶν, ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διετύπωσεν, ἀκριβῶς πρὸ τῶν τεραστίων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιμετώπιζεν ἡ Ἰταλία, τὴν ἀνάγκην τῆς ἰσχυρᾶς μονοκομματικῆς Κυβερνήσεως καὶ κατώρθωσε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θεωρίαν του, πῶς; Παρασύρας τὸ Ἰταλικὸν Κοινοβούλιον νὰ ψηφίσῃ, ἐν ἔτει 1924, τὸν περίφημον νόμον τοῦ Ἀτσέρμπο, ὁ ὁποῖος συνίστατο εἰς τὸ ἑξῆς: Ἔδιδεν εἰς τὸ Κόμμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπαιρνε τὰ 35% τῶν ψήφων, ὁλόκληρον τὴν δευτέραν κατανομήν. Ἡ ἐνισχυμένη τοῦ τρόπου τοῦ 1958 ἔχει τὸ προηγούμενόν της εἰς τὰ 1924. Ὁ Μουσολίνι ὅμως, συνεπὴς εἰς τὴν θεωρίαν του, ὅταν κατέλαβε δι’ αὐτοῦ τοῦ τεχνάσματος τὴν ἐξουσίαν, κατήργησε τὰς ἐκλογάς. Οἱ ἐπίγονοι σήμερον Ἕλληνες, ποὺ δὲν ἔχουν οὔτε τὸ θάρρος, οὔτε τὴν δύναμιν τοῦ προτύπου των, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἀκολουθήσουν ἄλλην ὁδόν: Τὴν ὁδὸν τῆς συνεχοῦς, πρὸ ἑκάστης ἐκλογῆς, μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Διὰ τοῦτο, τὸ 1956 ἔκαμαν ἕνα πρῶτον σύστημα, δι’ αὐτὸ τὸ 1958 ἔκαμαν ἕτερον σύστημα, διὰ τοῦτο εἰς τὰς νέας ἐκλογὰς εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εὕρουν νέα. Κύριοι, τὶ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς νέας αὐτῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐφήρμοσεν ἀπὸ τοῦ 1956 εἰς τὸν τόπον μας; Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι κατώρθωσε, πράγματι, νὰ διαλύσῃ τὰ προσωποπαγῆ Κόμματα, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐστρέφοντο τὰ τεχνάσματά της. Προσωπικὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ ἱστορίαν καὶ παραδόσεις καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐντελῶς ἐφήμερα κατώρθωσαν νὰ δώσουν εἰς τὴν χώραν Κυβερνήσεις μειοψηφίας καὶ ἀξιωματικὴν Ἀντιπολίτευσιν μὲ ἐπίσης μειοψηφίας. Βεβαίως, ἡ Ἀξιωματικὴ Ἀντιπολίτευσις θὰ εἶναι πάντοτε μειοψηφία, ἀλλὰ μειοψηφία σχετικῶς μικρὰ δι’ αὐτὸν τὸν ρόλον. Κατώρθωσαν δηλαδή, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νὰ ἐμφανίσουν πράγματι τὴν πόλωσιν ἐν ὅλῃ της τῇ στυγνότητι, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, ὅπως ξεύρετε, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τοὐλάχιστον τὸ ἓν τρίτον αὐτοῦ, δὲν δέχεται τὴν πόλωσιν. Ἐν τούτοις, διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου κατωρθώσαμεν νὰ ἔχωμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς τὴν πόλωσιν μὲ τὰς γνωστὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας κἄθε ἡμέραν καμαρώνομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τὰς ὁποίας κἄθε ἡμέραν πληρώνει ὁ δυστυχὴς Ἑλληνικὸς λαός. Κύριοι, τὸ σύστημα αὐτὸ συνετέλεσε καὶ εἰς ἕν ἄλλο: Συνετέλεσεν εἰς τὸν κατεξευτελισμὸν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διότι ὑπεχρέωσε καὶ τὰ Κόμματα καὶ τοὺς πολιτευομένους, τὴν τελευταίαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν στιγμὴν νὰ μεταναστεύουν ἢ νὰ δεχθοῦν συμμαχίας ἐντελῶς παρὰ φύσιν, ὥστε εἰς τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ μας, ἐδημιουργήθη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ὁ πολιτευόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνας τυχοδιώκτης, ὁ ὁποῖος δὲν δεσμεύεται ἀπὸ οὐδεμίαν ἰδεολογίαν, ἀλλὰ ἀποσκοπεῖ μόνον πῶς θὰ γίνῃ βουλευτής, καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀναιρέσῃ ὅλας τὰς ἀρχάς του, νὰ ἐγκαταλείψῃ ὅλον του τὸ παρελθόν, διὰ νὰ πάῃ εἰς τὸν ἰσχυρὸν, ὁ ὁποῖος θὰ τοῦ ἐξασφαλίσῃ μίαν θέσιν εἰς τὸ προσεχὲς Κοινοβούλιον. Ἀλλὰ περισσότερον ἀπ’ αὐτό, τὸ σύστημα ποὺ ἐνεκαινίασεν ἡ Κυβέρνησις, ὡδήγησεν εἰς τὴν ὑπόσκαψιν τῆς πίστεως τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Δημοκρατίαν, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει πλέον ὡς ἁπλῆν φενάκην. Ὅταν, κύριοι, εἰς μίαν ἐκλογήν, εἰς δύο ἐκλογάς, εἰς τρεῖς ἐκλογάς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πλειοψηφία νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ πάντοτε τὴν ἐξουσίαν θὰ τὴν νέμεται μία μικρὰ ἢ μεγάλη μειοψηφία τοῦ λαοῦ, τότε τὶ ἄλλο θέλετε νὰ συμπεράνῃ ὁ λαὸς παρὰ ὅτι τὸ σύστημα τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἕνας ἐμπαιγμός; Καὶ ἐν αὐτῷ, κύριοι, δίδετε τὴν δικαίωσιν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ἡ Ἄκρα Ἀριστερά. Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἐχρειάζοντο νὰ λεχθοῦν αἱ γενικαὶ αὐταὶ παρατηρήσεις, βιαστικὰ βεβαίως καὶ ἐν συνόψει, διὰ νὰ ἔλθω εἰς τὴν ἐπερώτησίν μας. Κύριοι, ἐπερωτήθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τρία πράγματα: Πρῶτον, διατὶ δὲν ἐζήτησεν ἐγκαίρως νὰ ψηφισθῇ νέος ἐκλογικὸς νόμος. Δεύτερον, ὁ νόμος αὐτὸς νὰ εἶναι ἔντιμος καί, τρίτον, ἀντιπολωτικός. Αὐτὴ ἦτο ἡ οὐσία τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ν.Π.Κ. ἐζήτησε νὰ συζητηθῇ καὶ ἐπέτυχε νὰ συζητηθῇ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Κύριοι, τὸ ἔγκαιρον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ ἐπερώτησις —διότι τὸ σημαντικώτερον στοιχεῖον τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι τὸ ἔγκαιρον, τὰ ἄλλα εἶναι δευτερεύοντα— προκύπτει ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι, εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1958 γενικὴ ἦτο ἡ πεποίθησις, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1958 δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ ἄλλας ἐκλογάς. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἡ συζήτησις τοῦ πῶς προέκυψεν ὁ νόμος τοῦ 1958. Ἕν εἶναι τὸ γεγονός. Ὅτι τὴν ἑπομένην τῶν ἐκλογῶν εἶχε καταδικασθῆ ἀπὸ ὅλους, ἐκτὸς τῆς ΕΡΕ, ἡ ὁποία διὰ τοὺς πολὺ εὐλόγως ἐννοουμένους λόγους ἐθαύμαζε τὰ πλεονεκτήματά του. Γενική, λοιπόν, ἦτο ἡ καταδίκη. Καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὅταν ὡμιλήσαμεν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀπηυθύναμεν τὴν ἐπίκρισιν, ὅτι εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρχε δήλωσις περὶ ἀμέσου ψηφίσεως νέου ἐκλογικοῦ νόμου. Διατὶ ἠθέλαμεν τὸν νέον ἐκλογικὸν νόμον ἀπὸ τότε; Διὰ νὰ δοθῇ ὁ καιρὸς εἰς τὰς πολιτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας νὰ συνταχθοῦν, διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς νὰ θεραπευθῇ ἡ πληγὴ τῆς καταστροφῆς ὅλων τῶν ὑφισταμένων ἐν τῇ χώρᾳ πολιτικῶν Κομμάτων, ἐκτὸς βεβαίως τοῦ κυβερνητικοῦ καὶ τῆς Ἄκρας Ἀριστερᾶς. Διότι ἐνομίζαμεν καὶ νομίζομεν, ὅτι ἡ ἀνασύστασις τῶν πολιτικῶν δυνάμεων δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀνασύστασις. Εἶναι διαπόμπευσις, εἶναι ἐθνικὴ καταστροφή, εἶναι ζημία τὴν ὁποίαν ἡ χώρα θὰ πληρώσῃ γενικώτερον, ἐὰν ἐπαναληφθῇ καὶ ἄλλην μίαν φοράν. Ἡμεῖς διὰ τῆς ἐπερωτήσεως ἐλέγχομεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν κατέθεσεν ἤδη, δὲν ἐψήφισεν ἤδη τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Ἤδη, εὑρίσκεται καθυστερημένη. Ὑπῆρξε, λόγῳ τῆς στάσεώς της, αἰτία μεγάλης ζημίας εἰς τὸ Ἔθνος. Ἐὰν ἐπιμείνῃ νὰ ἐφαρμόσῃ, ὅ,τι ἔκανε τὸ 1956 καὶ τὸ 1958, βεβαίως αἱ συνέπειαι ἴσως νὰ εἶναι ἀθεράπευτοι διὰ τὸ ζήτημα ὄχι πλέον τῆς προστασίας τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ἡσυχίας τῆς χώρας. Δι’ ἡμᾶς δὲν ὑπάρχει θέμα «ἐν καιρῷ», ὅπως λέγει ἡ Κυβέρνησις, συζητήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Πέρασεν ἡ ὥρα. Εἶσθε ἤδη ἐν καθυστερήσει. Δι’ αὐτὸ ἐλέγχεσθε, καὶ δι’ αὐτὸ, κατὰ τὴν ἐντύπωσίν μας, εἶσθε ὑπόλογοι ἔναντι τοῦ Ἔθνους. Τὸ ὅτι θὰ ἀλλάξετε τὸν νόμον δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία δι’ ἡμᾶς. Ἄλλωστε, ἀπὸ αὐτὰ ταῦτα τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων ὑπουργῶν, εἶναι τοῦτο προφανές. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον σᾶς ἐλέγχομεν εἶναι, νὰ μὴ χαθῇ πλέον οὔτε μία στιγμὴ πάρα πάνω. Τὸ δεύτερον στοιχεῖον τῆς ἐπερωτήσεως ἦτο ὁ νόμος νὰ εἶναι ἔντιμος. Καὶ ἐπειδὴ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, προσποιουμένη μίαν ἀφέλειαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει, μᾶς ἐρωτᾷ εἰς τὶ συνίσταται τὸ ἔντιμον, τῆς ἀπαντῶμεν: Τὸ ἔντιμον συνίσταται νὰ μὴ μεταβάλλωνται διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου αἱ μειοψηφίαι εἰς πλειοψηφίας. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, δικαίως τὰ διάφορα Κόμματα ὑπεστήριξαν, ὅτι ἔντιμα εἶναι ὅλα τὰ μέχρι τοῦ 1952 ἐκλογικὰ συστήματα, δηλαδὴ καὶ τὸ πλειοψηφικὸν καὶ τὸ ἀναλογικὸν καὶ αὐτὴ αὕτη ἀκόμη ἡ ἐνισχυμένη ἀναλογικὴ τοῦ 1951, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐν τούτοις, ἐγὼ θὰ ἔβαζα ἕν ἐρωτηματικόν. Τὸ τρίτον σκέλος τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι, ὁ νόμος νὰ εἶναι ἀντιπολωτικός. Δὲν χρειάζεται, κύριοι, καὶ ἐγὼ νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ὁ προσεχὴς νέος ἐκλογικὸς νόμος μὴ δημιουργήσῃ πόλωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ, καὶ ὑποχρεώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ δίλημμα τῆς πολώσεως καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς. Δὲν χρειάζεται πολὺ σκέψις, δὲν χρειάζεται πολὺ μυαλό. Μόνον τυφλοὶ θὰ ἠμποροῦσαν νὰ παρίδουν τὸν κίνδυνον διὰ τὸ Ἔθνος. Καὶ ἑπομένως, δὲν χρειάζεται οὔτε καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ ἐπιμείνω. Κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι σαφέστατον, ὅτι βαίνομεν πρὸς νέον ἐκλογικὸν νόμον. Καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους παρακατιὼν θὰ ἐκθέσω, θέλει νὰ συσκοτίσῃ τὴν μοιραίαν αὐτὴν ἐξέλιξιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται περισσότερον παντὸς ἄλλου τὴν ἀνάγκην τῆς ἀλλαγῆς τοῦ συστήματος καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀναζήτησιν νέου ἐκλογικοῦ νόμου. Ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ξέρει ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ γνωρίζουν σχεδὸν ὅλα τὰ πολιτισμένα Κράτη, εἶναι τὸ πλειοψηφικόν. Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκεται ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι αἱ προσεχεῖς ἐκλογαὶ θὰ γίνουν μὲ πλειοψηφικόν; Νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον μακρὰν τῆς πραγματικότητος, καὶ ἀπορῶ πῶς σπαταλᾶται χρόνος περὶ τὴν συζήτησιν αὐτήν, ὄχι διὰ τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ διὰ τὸ ἁπλούστατον γεγονός, ὅτι ἐθνικὸν μέτωπον δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ συνταχθοῦν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Τολμᾶτε νὰ κατέλθετε εἰς ἐκλογὰς μὲ δύο παρατάξεις, μὲ μίαν ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ μὲ μίαν ἀπὸ τὸ ἄλλο; Βεβαίως λέγεται, ὅτι αὐτὸ σᾶς ἀπασχολεῖ ὡς ἀπειλὴ ἢ ὡς προσπάθεια συγκρατήσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς σας πλειοψηφίας. Τὸν νόμον τοῦ 1958 ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ξαναεφαρμόσετε, κύριοι; Σᾶς προκαλοῦμεν, δοκιμάσατε τὸν νόμον τοῦ 1958. Εἰς τὸ 1958, ὅταν εὑρίσκεσθε εἰς τὸ ἄνθος τῆς δυνάμεως, ὅταν εἴχατε ὅλην τὴν κρατικὴν μηχανὴν εἰς τὰ χέρια σας, κατωρθώσατε νὰ πάρετε τὸ 41% τῆς λαϊκῆς ψήφου, καὶ μόλις ἐπετύχατε τὴν μονοκομματικήν σας πλειοψηφίαν. Δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκεται κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἔχασεν ἀπὸ τὸ 41% ἡ Κυβέρνησις μερικὰ ἑκατοστά. Καὶ 2–3 ἑκατοστὰ ἀκόμη ἐὰν ἔχασε, δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ἔχῃ κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν ἡ Κυβέρνησις. Ἑπομένως, καὶ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1958 εἶναι φιλολογικὴ συζήτησις, καὶ γίνεται ἁπλῶς, διὰ νὰ συγκρατηθῇ ἡ πλειοψηφία, ἢ διὰ νὰ φοβοῦνται ὅσοι θέλουν νὰ φοβοῦνται τὴν σκιάν των. Διὰ νὰ μὴ σᾶς ταλαιπωρήσω μὲ τὴν ἀπαρίθμησιν ὅλων τῶν συστημάτων, θὰ ἔλθω εἰς τὴν ἁπλῆν ἀναλογικήν, διότι καὶ ἡ ἀναλογικὴ τοῦ 1951 εἶναι ἕνα τεχνικὸν κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον δίδει πριμοδοτήσεις ἀδίκους εἰς ὡρισμένα Κόμματα, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν φαντάζομαι, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα τοῦ 1951, τὸ ὁποῖον θὰ πριμοδοτήσῃ περισσότερον παντὸς ἄλλου τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Μένει, ἑπομένως, τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς. Βεβαίως, τὸ σύστημα τῆς ἁπλῆς ἀναλογικῆς, ὅπως μᾶς λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὁδηγεῖ εἰς τὴν κατάτμησιν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων, ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀκυβερνησίαν. Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι, ἐὰν ἴσχυε τὸ ἀναλογικὸν σύστημα 4–5 ἐκλογάς, σήμερον δὲν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς αὐτὸν τὸν κίνδυνον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάτμησιν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ ἐπίσης κίνδυνον ἐπισημαινόμενον διὰ νὰ φοβηθοῦν οἱ ἀδαεῖς καὶ δειλοί, ὑπάρχει ἕνας τρόπος νὰ μὴ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν κατάτμησιν: Ἡ ἀναλογικὴ τοῦ 1946, μᾶς λέγει, ὅτι, διὰ νὰ εἰσέλθῃ ἕνα Κόμμα εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν, πρέπει νὰ πάρῃ τὸ 10% εἰς μίαν ἐφετειακὴν περιφέρειαν, νὰ τὸ κάμωμεν «πᾶν Κόμμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ πάρῃ 10% τῶν ψήφων εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν, δὲν μπαίνει εἰς τὴν δευτέραν κατανομήν». Αὐτὸ βεβαίως θὰ ἀποτελέσῃ ἀποκεφαλισμὸν τῶν μικρῶν Κομμάτων. Ἢ, ἐπὶ τέλους, ὅπως εἶπε, νομίζω, ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων κ. Βενιζέλος, νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσοστόν, τὸ πρόκριμα διὰ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν δευτέραν κατανομὴν εἰς 12%.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς 15%.
§101Ι. ΖΙΓΔΗΣ. 15% τὸ τονίζω πολύ, δὲν ξεφεύγομεν ἀπὸ τὴν φυσιολογικὴν λειτουργίαν τῆς ἀναλογικῆς, ἐὰν τὸ κάμωμεν 12% καὶ νὰ τὸ συνδυάσωμεν ἴσως καὶ μὲ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀνέλυσα προηγουμένως, τοῦ ποσοστοῦ καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν καὶ ὄχι κατὰ τὴν ἐφετειακὴν περιφέρειαν. Ἑπομένως, κύριοι, τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον ἐπείγει, ἔχει λύσιν ἁπλῆν καὶ σαφῆ, μόνον ὅσοι δὲν κινοῦνται ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρου συμφέροντος, ἀλλὰ εἶναι προσηλωμένοι εἰς τὸ κομματικόν τους συμφέρον δύνανται νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι, οὔτε ἐπείγει ἡ λύσις τοῦ προβλήματος, οὔτε ἡ λύσις εἶναι ἁπλῆ. Εἴμεθα ἤδη καθυστερημένοι, εἶναι ἀνάγκη ἀμέσου καταθέσεως τοῦ νέου ἐκλογικοῦ νόμου, πρῶτον, καὶ δεύτερον, νὰ κατατεθῇ ἐκλογικὸς νόμος ἁπλοῦς, ὡσὰν αὐτὸν τὸν ὁποῖον τὰ πράγματα μᾶς ἐπιβάλλουν νὰ καταθέσωμεν, καὶ ὄχι αὐτὰ τὰ μπλεξίματα καὶ λίαν ἔξυπνα, τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, καὶ θὰ ὁδηγήσουν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ χέρια πραγματικῶς τοῦ διαβόλου. Κύριοι, παρὰ τὴν κατεπείγουσαν ἐθνικὴν ἀνάγκην, ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ ἀναβάλῃ τὴν ρύθμισιν τοῦ θέματος μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν ἐκλογῶν, διότι ἔχει τὴν ψευδαίσθησιν, ὅτι ἠμπορεῖ δι’ ἑνὸς νέου ἐκλογικοῦ κατασκευάσματος, ἐπωφελουμένης μιᾶς εὐνοϊκῆς δι’ αὐτὴν συγκυρίας, νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν, μίαν νέαν κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν. Ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται οὕτω ὡς μία νέα Θεοδώρα, «καλὸν ἐπιτάφιον ἡ ἐξουσία». Μπροστὰ εἰς τοὺς κινδύνους, τὰ σήματα τοῦ κινδύνου ποὺ ἐκπέμπονται πανταχόθεν διὰ τὴν ἄμεσον ἀνάγκην ἐπιλύσεως τοῦ ἐπείγοντος αὐτοῦ θέματος, ἀναβάλλει ἡ Κυβέρνησις, μέχρις ὅτου ἡ μοῖρα νὰ τῆς παρουσιάσῃ κἄποιαν εὐνοϊκὴν συγκυρίαν διὰ νὰ ἐπιβιώσῃ, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰς συνεπείας, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰς δυνάμεις αἱ ὁποῖοι βράζουν ὅλην τὴν ὥραν, καὶ ἀπειλοῦν καὶ δημιουργοῦν ἐδῶ πέρα καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι καταστάσεις ἐθνικῆς συμφορᾶς. «Καλὸν ἐπιτάφιον ἡ ἐξουσία». Καὶ ἂς εἶναι ἐπιτάφιον, ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ὁμαλότητος εἰς τὴν χώραν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, ἡμεῖς ἐπανειλημμένως ὑπεγραμμίσαμεν, διότι δὲν εἶναι ἡ πρώτη ἐκδήλωσις αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλῆς κυβερνητικῆς στάσεως, τὴν ἀνάγκην ὅπως τὸ ταχύτερον ἀποκολληθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, καὶ θέλομεν νὰ μὴ ὁδηγηθῶμεν ταχύτερον εἰς ἐθνικὰς κρίσεις, τῶν ὁποίων μόνον τυφλοὶ δὲν δύνανται νὰ προΐδουν τὰ ἀποτελέσματά των. Κύριοι, αὐταὶ ἦσαν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ᾐσθάνθην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος τόσον ἀδικαιολογήτως ἀνέμιξεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἄλλο ἕνα θέμα, ἐντελῶς διαφορετικόν, ἕνα θέμα ἠθικῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον βεβαίως συνέχει, καὶ πρέπει νὰ συνέχῃ πάντοτε τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ εἰδικώτερον τὸν πολιτικὸν κόσμον. Εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι σκανδαλοθηρία καὶ εἶναι ἀνεπίτρεπτον νὰ ζητῆται ἢ ἀπὸ βουλευτάς, ἢ ἀπὸ πρόσωπα τῆς κοινῆς γνώμης ἀπολογισμὸς τοῦ ἔργου τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας. Διότι εἰς αὐτὰ τὰ πλαίσια ἐτοποθέτησε τὴν ὅλην ἀντίθεσίν του εἰς τὰς ἐρωτήσεις καὶ τὰς ἄλλας ἐκδηλώσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀδιάβλητον τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἔχω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν φιλοσοφοῦντα καὶ φιλολογοῦντα Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἑξῆς φράσιν τοῦ Ἀριστοτέλους, ἡ ὁποία ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Δημοκρατία καὶ ἀφ’ ἧς ὑπάρχει συντεταγμένη Πολιτεία, θεωρεῖται ὡς θεμελιώδης ἔννοια «τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ βίος αὐτῶν πολυπραγματεῖται καὶ παιδεία πᾶσι». Αὐτὰ εἶπεν ὁ Ἀριστοτέλης πρὶν ἀπὸ 2.000 χρόνια. Βλέπετε, οἱ ἐμφανιζόμενοι ὡς ἀκολουθοῦντες τὴν παράδοσιν τοῦ Ἀριστοτέλους τὴν δημοκρατικήν, πόσον ἀπέχουν ἀπὸ αὐτὴν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν. Ἐνῷ ἐκεῖνος ἐθεώρησεν, ὅτι ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ Πολιτεύματος εἶναι ἡ καθ’ ἡμέραν ὑπὸ τὸν φακὸν τῆς ἐρεύνης θέσις τοῦ βίου καὶ τῆς σοφίας τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἱ κύριοι τῆς Κυβερνήσεως μᾶς λέγουν, ὅτι αὐτὰ ἀποτελοῦν κακὰ δαιμόνια, αὐτὰ ἀποτελοῦν παραποίησιν τῆς Δημοκρατίας. Τοὺς παραδίδω ἑπομένως εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὄχι μόνον ὡς ὑπονομεύοντας ἐκ συστήματος τὸ Δημοκρατικὸν Πολίτευμα, ἀλλὰ καὶ ὡς στοιχειωδῶς ἀνιστορήτους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§103Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἔρχεται εἰς χρόνον λίαν ἐπίκαιρον. Ὅλοι γνωρίζομεν τὴν ἀπογοήτευσιν τὴν ὁποίαν προεκάλεσαν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὰ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν βάσει τοῦ ἰσχύοντος ἐκλογικοῦ νόμου, διότι ἐνόθευσαν τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν πληρεστέραν ἀπόδειξιν τῆς ὑφισταμένης πολιτικῆς ἀνωμαλίας, τὴν ὁποίαν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὅλαι αἱ παρατάξεις, ἐνδιαφέρει ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας ἡ ὑφισταμένη σήμερον κρίσις τῆς Δημοκρατίας. Τὸ πολιτικόν μας δίκαιον ἔχει βάσιν τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, διότι κατ’ αὐτὸ ὅλαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουν ἐκ τοῦ Ἔθνους. Τὸ δὲ κοινοβουλευτικὸν δίκαιον βασίζεται εἰς τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Κατ’ ἀκολουθίαν, τὸ Κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα λειτουργεῖ ὁμαλῶς, ὅταν τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ὄργανον ἀσκήσεως τῶν ὑπερτάτων ἐξουσιῶν, περιλαμβάνῃ ὅλας τὰς πολιτικὰς καὶ κοινωνικὰς τάσεις καὶ καθ’ ἣν ἀναλογίαν ὑφίστανται εἰς τὰς λαϊκὰς μάζας. Κατ’ ἀκολουθίαν, κάθε προσπάθεια ἀλλοιώσεως τῆς ὑφισταμένης ἐν τῇ Κοινωνίᾳ συνθέσεως ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν. Μέσα ἀλλοιώσεως ἀποτελοῦν αἱ ἐκλογαὶ καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος, βάσει τοῦ ὁποίου διεξάγονται. Διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ ἀλλοίωσις αὐτὴ πρέπει νὰ λειτουργῇ φυσιολογικὰ ἡ ἐκλογικὴ λειτουργία. Δι’ αὐτό, ὅπου ἐπαγιώθη ὁ βασικὸς θεσμός, ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ἐκεῖ ἤνθισεν ἡ Δημοκρατία. Εἰς τὴν χώραν μας ὅπου, κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, ὑφίσταται κακὴ κληρονομία, διότι ὁ ἐκλογικὸς νόμος οὐδέποτε ὑπῆρξε πάγιος θεσμός, ἔχομεν παγίαν τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν. Τοῦτο ὅμως δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα διὰ νὰ συντηρῶμεν τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, ἀλλ’ ἀντιθέτως νὰ συμβάλλωμεν εἰς τὴν ἄρσιν αὐτῆς κατὰ τρόπον ὁμαλόν. Ἐὰν τὸ Ἀνώτατον ὄργανον τῆς Πολιτείας, ἡ Βουλή, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἄρῃ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἀνωμαλίαν, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ ἀρθῇ, ἀλλὰ κατὰ τρόπον ἀνώμαλον. Ἡ ἀναταραχή, τὴν ὁποίαν θὰ προκαλέσῃ εἰς τὸν λαόν, θὰ ἀνατρέψῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Τὸ συμφέρον τῆς χώρας, συνεπῶς, ἐπιβάλλει νὰ ἀποφύγωμεν τοιαύτην ἀνωμαλίαν, καὶ ἡμεῖς προθύμως εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ συμβάλλωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν. Ὀφείλει ὅμως καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ τὸ ἴδιον, διότι ἄλλως θὰ φέρῃ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πολιτικὴ ὁμαλότης πρέπει νὰ διαπιστωθῇ ποῦ πράγματι ὀφείλεται αὕτη. Κατὰ τὰς διεξαχθείσας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν συζητήσεις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὑπῆρξε σχεδὸν ὁμοφωνία, ὅτι πράγματι ὑφίσταται πολιτικὴ ἀνωμαλία, ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1958 ὀφειλομένη εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπέτρεψε τὴν γνησίαν ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας. Τὸ ἀπεδέχθη καὶ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία συζητεῖ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δηλώσαντος, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ θέμα νέου ἐκλογικοῦ νόμου, ἐφ’ ὅσον ἡ πρωτοβουλία θὰ προήρχετο ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, ἡ πολιτικὴ ἀνωμαλία δὲν εἶναι πρόσφατος, ἀλλὰ ἀνάγεται ἀπὸ τὴν προπολεμικὴν περίοδον καὶ κυρίως εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς δικτατορίας τῆς 4ης Αὐγούστου. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ κρίνω τὴν πολιτικὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἄλλωστε ἡ ἱστορία θὰ ἀσχοληθῇ μίαν ἡμέραν μὲ τὸ θέμα αὐτό, ἁπλῶς προβαίνω εἰς μίαν διαπίστωσιν. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐσταμάτησεν ἡ ὁμαλὴ ἐξέλιξις τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας καὶ ὡδηγήθημεν εἰς τὴν δικτατορίαν. Ὅταν ὅμως ἀπεβίωσεν ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς, ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ὠργάνωσε τὴν δικτατορίαν ἐκείνην, ἐνθυμῆσθε εἰς ποίαν δύσκολον θέσιν εὑρέθη ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς Γεώργιος διὰ νὰ διορίσῃ νέον Πρωθυπουργόν. Εἰς τὴν κρίσιμον ἐκείνην ἐθνικὴν στιγμὴν, ἐπέτυχε νὰ διορίσῃ μίαν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Ἐμμ. Τσουδερόν, ἡ ὁποία ἐγκατεστάθη εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν, χωρὶς οὐδεμίαν οὐσιαστικὴν ἐπαφὴν μὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οὕτω, καθ’ ὅλην τὴν κατοχικὴν περίοδον, εἴχομεν τρεῖς διαφορετικὰς Κυβερνήσεις. Μίαν εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολὴν νόμιμον Κυβέρνησιν, ἑτέραν εἰς τὴν κατεχομένην Ἑλλάδα ὑπὸ τὴν γερμανικὴν ἐπίδρασιν καὶ τρίτην εἰς τὰ Βουνὰ ὑπὸ τὰς ἀπελευθερωτικὰς ὀργανώσεις. Ἐξ οὗ καὶ ἡ προκληθεῖσα σύγχυσις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἡ συνεχιζομένη καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἀνωμαλία. Ἐὰν ὑπῆρχεν, ὅμως, πολιτικὴ ὁμαλότης καὶ ἐλειτούργει, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ Κοινοβουλευτισμὸς καὶ διάδοχον Κυβέρνησιν τοῦ Ἰωάννου Μεταξᾶ, ἀξίαν τῶν περιστάσεων, θὰ διώριζεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ θὰ ἐξηκολούθει νὰ ὑφίσταται ὠργανωμένος πολιτικὸς βίος εἰς τὴν χώραν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέτρεπε τὴν σημερινὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, διότι ἐγκαίρως θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἡ ἐξυγίανσις τοῦ πολιτικοῦ βίου καὶ ἡ ἀνανέωσις τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας εἰς τὴν χώραν μας. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς κατοχῆς καὶ αἱ μεταπολεμικαὶ τοιαῦται εἰς τὴν χώραν μας, παρέβλεψαν, ἐπίσης, ἕνα σημαντικὸν γεγονὸς ἢ μᾶλλον δὲν ἀπέδωσαν τὴν δέουσαν εἰς αὐτὸ σημασίαν. Ὅτι ὁ τελευταῖος παγκόσμιος πόλεμος διεξήχθη καὶ ἐκερδήθη καὶ μὲ τὴν συμβολὴν τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἦτο φυσικὸν νὰ ἀναμένεται ἔντονος ἐκδήλωσις πολιτικῆς ἐπεμβάσεως τῆς χώρας αὐτῆς καὶ τῶν δορυφόρων της εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς. Ὤφειλε, κατ’ ἀκολουθίαν, ὁ πολιτικὸς κόσμος καὶ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἀπὸ τότε νὰ συμβάλλουν, ὥστε νὰ τεθοῦν ἰσχυραὶ καὶ ἀκλόνητοι βάσεις μιᾶς ἀληθινῆς κοινωνικῆς Δημοκρατίας. Ἐὰν αὐτὸ ἐπραγματοποιεῖτο, θὰ εἶχον ὀργανωθῆ αἱ προοδευτικαὶ δυνάμεις εἰς τὴν χώραν μας, κατὰ τρόπον, ὥστε οὔτε κίνδυνος κομμουνιστικῆς ἐπιβολῆς, οὔτε κίνδυνος πολώσεως τῶν πολιτικῶν δυνάμεων νὰ ὑφίσταται σήμερον. Τὸν Κομμουνισμὸν εὐνοεῖ ἡ ἔλλειψις ἀληθινῆς Δημοκρατίας, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φύσει ἀντιτίθεται πρὸς καθεστῶτα φασιστικὰ ἢ κομμουνιστικῆς μορφῆς. Τοῦτο ἄλλωστε ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι αὐτὸ τοῦτο τὸ Κόμμα τῆς ΕΔΑ ἐγκατέλειψε τὴν κομματικὴν γραμμὴν καὶ ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι σέβεται τὸ ὑφιστάμενον κοινωνικὸν καθεστώς. Ὥστε τὸ πρόβλημα εἶναι πῶς νὰ τὸ κατοχυρώσωμεν, ὥστε νὰ εὑρίσκεται συνεχῶς ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῶν ἀληθῶς δημοκρατικῶν καὶ προοδευτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Εἶναι ἀστεῖον νὰ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα νὰ ἀκολουθῇ ἐθνικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ πιστεύωμεν, ὅτι μὲ ἀστυνομικὰ μέτρα θὰ τὸ ἐκμηδενίσωμεν. Δι’ αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις, ἐπιδιώκουσα νὰ συγκρατήσῃ τὰς μετατοπιζομένας ἀπὸ αὐτὴν λαϊκὰς μάζας μὲ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ κομμουνιστικοῦ κινδύνου ὄχι μόνον συντηρεῖ τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν, ἀλλὰ καὶ δὲν προασπίζει ὡς ἔδει τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς καὶ κινδυνεύομεν ἐξ αἰτίας τῆς πολιτικῆς αὐτῆς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν σήμερον αὔξησιν τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος εἰς μίαν χώραν, ὅπου ὁ λαὸς κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἰδεολογίαν αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, ἐμφανίζει τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς ὑπὸ χρεωκοπίαν, διότι ἐξαθλιώνει ὅλας τὰς παραγωγικὰς τάξεις καὶ βοηθεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν ἀντικαθεστωτικῆς καὶ φιλοκομματικῆς ψυχολογίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ὀφείλει, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις α) νὰ εἰσηγηθῇ τὴν ψήφισιν ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἀποφανθῇ κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον καὶ νὰ ἐκλέξῃ νέαν Βουλὴν ἐκπροσωποῦσαν τὴν πραγματικήν του θέλησιν, ὥστε νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὁμαλότης εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, γεγονὸς ἀπαραίτητον διὰ τὴν σταθεροποίησιν τοῦ κοινωνικοῦ μας καθεστῶτος καὶ β) νὰ προβῇ εἰς τὴν νομιμοποίησιν τοῦ Κομμουνιστικοῦ Κόμματος, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναγκαία διαφοροποίησις τῶν προοδευτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Δύο εἶναι τὰ γνήσια καὶ ἀδιάβλητα ἐκλογικὰ συστήματα, πλειοψηφικὸν καὶ ἀναλογικόν. Τὸ ἀναλογικόν, διευκολύνει περισσότερον τὴν ἀντιπροσώπευσιν τῶν διαφόρων πολιτικῶν καὶ κοινωνικῶν τάσεων. Ἀλλὰ διευκολύνει καὶ τὴν ἐκλογὴν ἀνεξαρτήτων καὶ τὸν τεμαχισμὸν τῶν πολιτικῶν δυνάμεων. Ἐνῷ τὸ πλειοψηφικὸν χρειάζεται δι’ ἰσχυρὰς Κυβερνήσεις κατὰ κρισίμους στιγμάς. Εἰς τὴν χώραν μας, ὅπου δὲν ὑπάρχουν ταξικαὶ διαφοραὶ τοιαῦται, ὥστε νὰ δημιουργοῦν ἄξιον λόγου ταξικὸν ἀνταγωνισμὸν καὶ ἐπιβάλλεται κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἁρμονικὴ συνεργασία ὅλων τῶν παραγωγικῶν καὶ κοινωνικῶν τάξεων, εἶναι φυσικὸν σήμερα, ὡς ἔχει διαμορφωθῆ ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τῆς χώρας, νὰ ἐμφανίζῃ τρεῖς κυρίας τάσεις. Τὴν συντηρητικήν, τὴν προοδευτικὴν καὶ τὴν κομμουνιστικήν. Ἐὰν τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα ἀναγνωρισθῇ, εἶναι φυσικὸν νὰ ἀποτελῇ τὴν ἐσχάτην μειοψηφίαν, ὁπότε ὁμαλῶς θὰ διακινῆται ἡ πολιτικὴ ζωὴ μεταξὺ δύο μεγάλων ἀστικῶν Κομμάτων. Κατ’ ἀκολουθίαν καὶ τὸ ἁπλοῦν πλειοψηφικὸν δὲν θὰ ὁδηγήσῃ εἰς πόλωσιν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις κατέχεται ἀπὸ τὸν φόβον αὐτόν, ἂς ἐφαρμόσῃ τὸ ἁπλοῦν ἀναλογικόν. Κάθε ἄλλο σύστημα ὁδηγεῖ εἰς τὴν νόθευσιν τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας καὶ θὰ διατηρήσῃ τὴν πολιτικὴν ἀνωμαλίαν. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ ἰσχύων ἐκλογικὸς νόμος ἐψηφίσθη μὲ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μειώνει τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως καὶ εὐθύνεται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἐγνώριζεν, ὅτι θὰ ἤρχετο πρώτη ἡ Ἀριστερὰ καὶ εἰσηγήθη τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Μόνον ἡ Κυβέρνησις ἦτο εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὴν δύναμιν τῶν πολιτικῶν Κομμάτων κατ’ ἀκολουθίαν, ἐὰν διέβλεπεν, ὅτι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον εἰσηγεῖτο θὰ ἔφερεν αὐτὴν πρῶτον Κόμμα, ἀλλὰ τὴν Ἀριστερὰν δεύτερον, αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι της ἀπέναντι τῆς χώρας εἶναι τεράστιαι. Κατ’ ἀκολουθίαν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις διεπιστώθη, ὅτι εὑρίσκεται ἐν δυσαρμονίᾳ πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς πρὸς τὸ ἰσχῦον ἐκλογικὸν σύστημα, τὸ ταχύτερον πρέπει νὰ φέρῃ πρὸς ψήφισιν ἐκλογικὸν νόμον ἀδιάβλητον, ἐπιτρέποντα τὴν ἀντιπροσώπευσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅλων τῶν τάσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Νομίζω, ὅμως, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν θέσιν καὶ ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς καταδημαγωγήσεως τῆς κυβερνητικῆς ἡγεσίας. Πράγματι, πρόκειται περὶ μεγάλου ἠθικοῦ θέματος καὶ ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα συζητήσεώς του ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ θέματος τούτου. Ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται διασυρμὸς καὶ καταδημαγώγησις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ πολιτικὸς κόσμος ἑνιαίως, ἀνεξαρτήτως παρατάξεως, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα. Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ὑπομνησθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐκείνη ἤρξατο πρώτη χειρῶν ἀδίκων καὶ ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας μας δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ διασύρεται καὶ καταδημαγωγεῖται ὁ πολιτικὸς κόσμος. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ ὑπενθυμίσω τὴν περίπτωσιν Βενιζέλου–Γαλοπούλου. Ἀλλὰ καὶ τελευταῖον, ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέβαλε τὴν ἐνδεδειγμένην προσπάθειαν νὰ σταματήσῃ τὴν τακτικὴν αὐτὴν καὶ ἐνθυμῆσθε τὰς περιπτώσεις Σοφ. Βενιζέλου, Καρτάλη καὶ λοιπῶν πολιτικῶν, ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐξηνέχθησαν κατηγορίαι πολλάκις τῇ ἐπινεύσει τῆς Κυβερνήσεως δι’ ὀργάνων αὐτῆς. Θὰ ὑπενθυμίσω ἀκόμη, ὅτι κατεδημαγωγήθη ὁ κ. Παπανδρέου, μὲ τὸ θέμα τῶν ἀγροτικῶν συντάξεων, ὡς προέκυψεν ἐκ περικοπῆς τοῦ ἄρθρου, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἀνέγνωσεν ἐκ περιοδικοῦ, ἐκδιδομένου δαπάναις τοῦ Ὑφυπουργείου Τύπου. Αὐτὸ δὲν ἠμπόδισε τὴν Κυβέρνησιν, μετὰ πάροδον ὀλίγου χρόνου, τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. Παπανδρέου, νὰ τὰς υἱοθετήσῃ καὶ νὰ καταθέσῃ ἡ ἰδία τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῶν ἀσφαλίσεων. Κατ’ ἀκολουθίαν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αἰτιᾶται τοὺς ἄλλους, διότι ἡ ἰδία ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων καὶ ηὐνόησε τὴν τακτικὴν αὐτήν. Οὐδέποτε ἠσχολήθη, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν, νὰ ἐξυψώσῃ τὰ πολιτικὰ ἤθη καὶ νὰ ἐξυγιάνῃ τὴν πολιτικὴν ζωήν. Συζητουμένου τοῦ θέματος τούτου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθῇ ἡ στάσις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐνῷ προεκλογικῶς κατέκρινε καὶ σχεδὸν ὕβριζε τὸν νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κ. Καραμανλῆν, μετεκλογικῶς ἀποδέχεται νὰ γίνῃ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας προεδρεύει, μεταβάλλων οὕτω ἀντιλήψεις, χάριν τοῦ ἀξιώματος, εἰς ἕνα τόσον μέγα, ἀπὸ ἠθικῆς τάξεως, πολιτικὸν θέμα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τοῦ τόπου πρέπει νὰ δίδῃ τοιαῦτα παραδείγματα πολιτικῆς ἀσυνεπείας εἰς τὴν νέαν γενεάν. Καταλήγων, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω νὰ εἴπω τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς τὴν πολιτικὴν ζωήν, οἱ ἐπιδιώκοντες ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, πρέπει νὰ γνωρίζουν ὄχι μόνον πῶς νὰ ἀνέρχωνται εἰς αὐτά, ἀλλὰ καὶ πῶς νὰ τὰ ἐγκαταλείπουν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν, ὅτι ὁ κυρίαρχος λαὸς γνωρίζει τὸν τρόπον νὰ τοὺς ἐγκαταλείπῃ. (Χειροκροτήματα).
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.30′ μ.μ.)