1960.05.04
1.810 στίχοι · 13.098 λέξεις · 146 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 87η
Τετάρτη 4 Μαΐου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.35′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἀλλαμανῆς, ζητεῖ ὀκταήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Αὐγερινὸς ζητεῖ εἰκοσαήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Δρούλιας ζητεῖ ὀκταήμερον ἄδειαν προκειμένου νὰ ἀπουσιάσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Βολουδάκης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§10Γ. ΒΟΛΟΥΔΑΚΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Παπαρρηγόπουλος καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Γυιόκας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τῆς τελωνειακῆς καὶ δασμολογικῆς νομοθεσίας, κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀθανασίου καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παυλόπουλος, Γ. Οἰκονομόπουλος καὶ Ε. Ἀλιπράντης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Μιχαηλίδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀνδρεάδης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Πιπιλῆς, Β. Πανούσης, Ε. Ἀλιπράντης, Ι. Σπηλιόπουλος καὶ Α. Κοκκέβης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Πιπιλῆς, Α. Μίχας, Ε. Ἀλιπράντης, Ι. Σπηλιόπουλος καὶ Β. Πανούσης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ἀντιφυματικοῦ Ἀγῶνος». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)1959 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Δοδόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)1959 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Σπηλιόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)1959 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Βρανόπουλος καὶ Β. Βασιλικὸς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)1959 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Κακαγιάννης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)1959 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ὁμοσπονδίας Συνταξιούχων Ι.Κ. Α., παραπονουμένης διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Διοικήσεως τοῦ Ι. Κ.Α. ἀκολουθουμένην τακτικὴν μεταθέσεως τῆς ἡμερομηνίας καταβολῆς τῶν συντάξεων ἄνευ ἀποχρῶντος λόγου καὶ αἰτουμένης ἐπέμβασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ν. Ἰντζὲς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Εὐγενιάδη, κατοίκου Ἀλιστράτης–Σερρῶν, διεκτραγωδοῦντος τὸν ἐκ ναρκῶν θάνατον τῶν δύο ἀνηλίκων τέκνων του κατὰ τὸ ἔτος 1946 ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν Γερμανῶν καὶ αἰτουμένου, ὅπως εἰς τὸ κατατεθησόμενον νομοσχέδιον περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων Γερμανικῆς κατοχῆς, συμπεριληφθῇ διάταξις ἀποζημιώσεως καὶ τῶν οἰκογενειῶν, ὧν μέλη ἐφονεύθησαν εἰς ναρκοπέδια κατασκευασθέντα ὑπὸ τῶν Γερμανῶν κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Καρατζένης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν θυμάτων τῆς ὑπὸ τῶν Γερμανῶν ἀρωγῆς τοῦ Καμμένου– Ἄρτης, αἰτούντων τὴν ταχεῖαν καταβολὴν τῶν ἀποζημιώσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Φρόντζος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Συνδέσμου Ἀποστράτων Ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Ἠπείρου, αἰτοῦντος τὴν βελτίωσιν τῶν συντάξεων τῶν ἀποστράτων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Φρόντζος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Συνδέσμου Ἀποστράτων Ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Ἠπείρου, αἰτοῦντος τὴν στεγαστικήν των ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Φρόντζος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Ἰωαννίνοις Σωματείου Ὑπαιθρίων Στασίμων Φωτογράφων «Ὁ Ἥλιος», αἰτουμένου ἀποδέσμευσιν εἰσαγωγῆς αὐτομάτων μηχανημάτων φωτογραφικῆς τέχνης ἢ ἐν ἀδυναμίᾳ ταύτης δοθῇ ἀποζημίωσις. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Φρόντζος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς ἐν Ἰωαννίνοις Πανηπειρωτικῆς Ἐπιτροπῆς, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν δημοσιογραφικὴν τοποθέτησιν τῶν διεκδικήσεών μας ἐπὶ τῆς ἑνιαίας καὶ ἀδιαιρέτου Ἠπείρου καὶ διακηρυττούσης τὴν τελικὴν δικαίωσιν τῶν Ἑλλήνων, μὲ βάσιν τὰς διακηρυχθείσας ἀρχὰς τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν Λαῶν. Ὁ βουλευτὴς Σάμου κ. Μ. Κοτσώνης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Σάμου, αἰτουμένου αὔξησιν τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, ἀναδιοργάνωσιν κοινωνικῶν ἀσφαλίσεων, πιστὴν ἐφαρμογὴν ἐργατικῆς νομοθεσίας, λῆψιν θετικῶν μέτρων διὰ τὸν περιορισμὸν τῶν ἐργατικῶν ἀτυχημάτων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κοινότητος Στασιοῦ–Τριφυλίας περὶ προξενηθεισῶν σοβαρῶν ζημιῶν εἰς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν καὶ δενδροκομίαν τῆς περιοχῆς τῆς Κοινότητος ἐξ ἰσχυρᾶς ἀνεμοθυέλλης καὶ αἰτοῦντος τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεικνυομένων μέτρων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πληγέντων κατοίκων.
§11Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τίνος θέματος ζητεῖτε τὸν λόγον;
§13Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Περὶ τῆς νομίμου συγκροτήσεως τοῦ Σώματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέματος ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀπὸ τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς πρότασις.
§14Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Διὰ τοῦ κ. Ἀλλαμανῆ, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ, σᾶς ἀνεκοίνωσα, ὅτι τὸ θέμα θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς 2 ἢ 3 ἡμερῶν.
§15Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ποίαν ἡμέραν;
§16Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Αὔριον τὴν πρωΐαν θὰ σᾶς εἰδοποιήσω.
§17Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὶν δώσω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸν κ. Κύρκον, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ, ὅταν ζητῆται ὁ λόγος ἐπ’ αὐτοῦ. Διότι εἶναι πλέον κοινὴ ὁμολογία, ὅτι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ζητεῖτε εἰς κάθε στάσιν τῆς συζητήσεως, ἐνῷ συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Κανονισμοῦ διὰ νὰ ζητηθῇ ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν μὴ τήρησιν αὐτοῦ, θὰ πρέπει νὰ ζητηθῇ τοῦτο ἐγγράφως ὑπὸ δύο βουλευτῶν. Ἀλλὰ κατέστη τόσον σύνηθες νὰ ζητῆται ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε οὐδέποτε ἐτηρήθη ἡ διάταξις αὐτή. Παρακαλῶ τὸν κ. Κύρκον νὰ καθορίσῃ εἰς τί συνίσταται τὸ θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§19Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμείνετε νὰ ζητήσω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Διότι ἐγνωρίζατε ποῖον ἦτο τὸ καθῆκόν σας καὶ λυποῦμαι νὰ εἴπω, διότι δὲν ἐπετελέσατε τὸ καθῆκόν σας. Ὑπεβλήθη συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ μία πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 10 βουλευτῶν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἕνα ὡρισμένον θέμα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ δὲν μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ τὴν ἀναγνώσω.
§21Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Τὴν πρότασιν τὴν ἀνεγνώσατε καὶ μάλιστα σᾶς ἐδόθησαν ἐξηγήσεις ἀπὸ δύο συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν ἄμεσον συζήτησιν τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τὴν πρότασιν αὐτὴν οὔτε τὴν ἀνεγνώσατε οὔτε κἂν τὴν ἀνεκοινώσατε πρὸς τὴν Βουλήν. Δὲν ἔπρεπε νὰ σᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν διατὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσητε διατὶ δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τὸ ἄρθρον 17. Ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἐτέθη ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς οὔτε ὑπὸ τῶν προηγουμένων Βουλῶν. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι παναρχαία, ἐτέθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ 1909 καὶ γίνεται διάκρισις τῶν προτάσεων νομοθετικοῦ περιεχομένου, τῶν προτάσεων ἐλεγκτικοῦ περιεχομένου καὶ τῶν θεμάτων ποὺ ἀφοροῦν αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις δύναται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ φέρῃ ἕνα θέμα πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν τὸ λέγει βεβαίως αὐτὸ ὁ Κανονισμός, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν πλειοψηφίαν δύναται νὰ φέρῃ ἕν θέμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Οἱ βουλευταὶ δὲν δύνανται. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα ἔδωσεν ὁ Κανονισμὸς εἰς 10 βουλευτάς, ἀναφέρων ἐπὶ λέξει εἰς τὸ ἄρθρον 35 αὐτοῦ τὰ ἑξῆς: «... (ἀναγινώσκει).....». Οὕτω λοιπὸν ἔχοντος τοῦ ζητήματος τούτου, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ πολὺ νὰ ἀναγνώσητε τὴν πρότασιν καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διὰ τὴν διευκρίνισίν της.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθές, κύριοι βουλευταί, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡτοιμαζόμην νὰ ἔλθω διὰ νὰ κηρύξω τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κύρκος καὶ Ἐφραιμίδης προσῆλθον καὶ μοῦ ἔδωσαν μίαν ἔγγραφον πρότασιν τῆς ὁποίας μοὶ ἐξήγησαν τὸ περιεχόμενον μὲ δύο–τρεῖς μόνον λέξεις. Εἶπον εἰς τοὺς κ.κ. βουλευτάς, ὅτι ἡ πρότασις ἐκείνη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ἀμέσως ὡς ἐπεθύμουν, διότι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἐρώτησις καὶ ὡς τοιαύτη θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς συζητήσεως τῶν ἐρωτήσεων. Περὶ τοῦ ἰδίου θέματος μάλιστα οἱ κ.κ. Ζορμπᾶς καὶ Βαλοῦρδος ἀκολουθοῦντες τὴν ὀρθόδοξον τακτικὴν τῶν ἐρωτήσεων, κατέθεσαν ἐρώτησιν περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐρωτᾶται ἤδη, κύριοι βουλευταί, εἶναι δυνατὸν ἡ ἐν λόγῳ πρότασις νὰ συζητηθῇ εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὴν εἰσαγωγήν της; Κατὰ τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ ἡ συζήτησις τῶν θεμάτων ἔρχεται καθ’ ὡρισμένον τρόπον. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 43: «...(ἀναγινώσκει) .....». Ὁ Κανονισμὸς δηλαδὴ δὲν γνωρίζει ἄλλον τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον δύνανται νὰ ἔλθουν τὰ θέματα πρὸς συζήτησιν εἰς τὸ Σῶμα. Εἰς ἐξαιρετικὰς ὅμως περιπτώσεις ἐπεκράτησε νὰ δίδεται ὁ λόγος πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἔχει προηγηθῆ συνεννόησις μὲ τὸ Προεδρεῖον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ ἄλλα εἶναι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν. Εἶναι τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ νομοθετικὸν ἢ ἐλεγκτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς.
§23Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐσπεύσατε, κ. Πρόεδρε, νὰ δώσητε μίαν ἑρμηνείαν περὶ τῆς προτάσεως, χωρὶς νὰ ἀναγνώσητε προηγουμένως τὴν πρότασιν, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται. Ἐφ’ ὅσον, κ. Πρόεδρε, πρόκειται περὶ προτάσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀνάγεται οὔτε εἰς τὸ νομοθετικὸν οὔτε εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐγένοντο ὡρισμένα ἔκτροπα διὰ τὰ ὁποῖα οἱ διατυπώσαντες τὴν πρότασιν δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐλέγξουν τὸν κ. ὑπουργόν. Αὐτὸ τὸ θέμα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ.
§24Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὁ Κανονισμός, κ. Πρόεδρε, διαγράφει κατὰ ποῖον τρόπον ἔρχονται τὰ θέματα πρὸς συζήτησιν. Πέραν τῶν περιπτώσεων τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ Κανονισμός, ἔχει καθιερωθῆ καὶ ἡ ἀρχὴ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ δίδεται ὁ λόγος καὶ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ δὲν δύνανται ὡρισμένοι βουλευταὶ νὰ φέρουν ὁπωσδήποτε ἓν θέμα πρὸς συζήτησιν. Οἱ βουλευταὶ ἁπλῆν πρότασιν δύνανται νὰ κάμουν καὶ ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ δεχθῇ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος ἢ ὄχι. Αὐτὸ σημαίνει ἡ λέξις «δύναται», ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὸ ἄρθρον 35.
§25Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν διαφωνοῦμεν μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἑρμηνεύετε τὸν Κανονισμόν. Παρὰ ταῦτα ἡ ὅλη συζήτησις διεξάγεται καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Σῶμα τελεῖ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐρωτήματος. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφον, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ θέματος τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁποίου ἀγνοεῖ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀνακοινώσητε τὴν ἐπιστολὴν τῶν κ.κ. συναδέλφων.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιστολή, κύριοι συνάδελφοι, λέγει: «......(ἀναγινώσκει)........». Ἐπίσης ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Βαλούρδου λέγει: «...... (ἀναγινώσκει)......». (Θόρυβος).
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Δὲν ἀνεγνώσατε τὴν πρότασιν... Νὰ ἀναγνώσητε τὴν πρότασιν.
§28Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει κείμενον προτάσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγνώσατε.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «...(ἀναγινώσκει).....». Τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ἐζητήθη νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἐάν, κύριοι βουλευταί, εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν 10 βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως ὑποβάλλουν ἐπιστολὰς τοῦ αὐτοῦ περιεχομένου, τὸ δὲ Προεδρεῖον ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 35 κατ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τί μέλλει γενέσθαι μὲ τὰς ἐρωτήσεις, τὰς ἐπερωτήσεις καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον;
§30Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε. Ἐπειδὴ τὴν εὐθύνην τῶν συζητήσεων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τὴν φέρει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὅταν ἐτέθη ἐνώπιόν μου ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας, τὴν ἐχαρακτήρισα ὡς ἀποτελοῦσαν ἔλεγχον, δηλαδὴ ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν. Ἐπειδὴ δὲ ταὐτοχρόνως εἴχομεν καὶ δύο ἄλλας ἐρωτήσεις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἔδωσα ἐντολὴν νὰ ἀναγραφῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἐρωτήσεων καὶ νὰ ὁρισθοῦν διὰ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα αἱ ἐρωτήσεις τοῦ Ὑπουργείου Δημ. Ἀσφαλείας, εἰς τρόπον ὥστε αἱ ἐν λόγῳ τρεῖς αὐταί κατ’ ἐμὲ ἐρωτήσεις, νὰ ἔλθουν τὸ ταχύτερον ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διότι ἐὰν ὡρίζετο ὡς ἐπερώτησις θὰ ἐβράδυνε περισσότερον. Αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν εἶχον, κύριοι βουλευταί, περὶ τῶν εὐθυνῶν μου, ὡς Προέδρου, διὰ νὰ διευκολύνω ἀκριβῶς τὸν ἔλεγχον, τηρῶν ὅμως πάντοτε τὸν Κανονισμόν. Διότι, ἄλλως, τί θὰ γίνῃ ἐὰν τεθῇ ἡ ἀρχὴ αὕτη τὴν ὁποίαν ζητοῦν, οἱ κ.κ. συνάδελφοι τῆς ἀριστερᾶς. Ὁ κ. Κύρκος εἶπεν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1909. Ἀπὸ τοῦ 1909, ὅμως, δὲν ὑπῆρξεν οὐδεμία περίπτωσις ἐφαρμογῆς της καὶ οὐδὲν προηγούμενον ἠδυνήθη νὰ ἐπικαλεσθῇ.
§31Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Θὰ σᾶς τὴν ἀναφέρω, μὴ μὲ διακόπτετε παρακαλῶ.
§32Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Δὲν σᾶς διέκοψα. Ἀνέθεσα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐρευνήσῃ καὶ οὐδὲν προηγούμενον ἐλέγχου ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν εὗρεν. Ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς, κύριοι, ἐὰν καθιερωθῇ μία τοιαύτη τακτική, θὰ ἔχωμεν, τὰς ἡμέρας τοῦ ἐλέγχου, πιθανῶς, προτάξεις τοιούτων προτάσεων ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τὰς ἡμέρας νομοθετικῆς ἐργασίας ἀναλόγους προτάσεις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τί θὰ γίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ Ἡμερησία Διάταξις; Συνεπῶς, τὰ πάντα, κύριοι, ἐδῶ πρέπει νὰ συζητῶνται καὶ διέπωνται ὑπὸ τῆς Ἡμερησίας διατάξεως. Κατ’ ἀκολουθίαν, βάσει τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως θὰ γίνεται ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν, χωρὶς φανατισμόν. Ἴσως ὁ τόνος τῆς φωνῆς μου νὰ ἔχῃ παρεξηγηθῆ ἀλλ’ εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεννοηθῶμεν καί, εἰς παραμονὰς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργοῦμεν τοιαῦτα καινὰ δαιμόνια, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουν βεβαίως νὰ ἔχωμεν εὐοιώνους ἐλπίδας, ὅτι καὶ ὁ Κανονισμὸς θὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον ἡμῶν.
§33Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερν.). Κύριοι συνάδελφοι, μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν πῶς ἐδημιουργήθη τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν. Διετυπώθη ὑπὸ συναδέλφων ἕνα κείμενον τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἠκούσαμεν καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ, εἰς ὅλην του τὴν ἔκτασιν, αὐστηρὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ ὑπαγάγουν δὲ τὸν ἔλεγχον αὐτὸν ἤ, μᾶλλον, διὰ νὰ περιγράψουν, διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τὴν καθοριζομένην ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ διαδικασίαν διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου, ἐπικαλοῦνται εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ ἤσκησαν τὸν ἔλεγχον ὅλων τῶν ὀργάνων διὰ τὰ ὁποῖα ὑπεύθυνος εἶναι πολιτικῶς ἡ Κυβέρνησις, ἐπικαλοῦνται τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ, τελευταία παράγραφος, καὶ λέγουν, ὅτι ὑποβάλλουν πρότασιν. Βεβαίως, θὰ ηὔχοντο οἱ ὑποβαλόντες τὴν ἐπιστολὴν συνάδελφοι, νὰ μὴ ὡμίλει περὶ προτάσεως τὸ ἄρθρον 35, ἀλλὰ τὸ λέγει. Καὶ πρότασις δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ, παρὰ μία ὑποβολὴ συλλογισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἄγουν εἰς λῆψιν ἀποφάσεως. Ἐδῶ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, κ. Πρόεδρε, ὅπως τὸ ἀνεγνώσατε, δὲν περιέχει καμμίαν πρότασιν. Περιέχει ἁπλῶς ἀξίωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ συνομολογήσῃ τὸν γενόμενον ἔλεγχον ἡ Κυβέρνησις πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι περιεχόμενον παντὸς ἐλέγχου. Δὲν πρόκειται περὶ προτάσεως πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως. Πέραν τούτου λέγει τὸ ἄρθρον 35: «Δύναται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν περὶ τούτου», δηλαδὴ δύναται, ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἀναγνώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρότασιν, δύναται νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Τὸ δυνητικὸν αὐτὸ τί σημαίνει; Σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ περὶ αὐτῆς συζήτησις καὶ ἑπομένως τὸ παράπονον τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου τοῦ πρώτου ὁμιλήσαντος, ὅτι παρέβητε τὸν Κανονισμόν, διότι δὲν ἐσπεύσατε νὰ θέσετε τὸ θέμα αὐτὸ εἰς συζήτησιν, εἶναι ἀβάσιμον. Πέραν τούτου ἐρωτῶ ἂν ἀποδεχθῆτε σεῖς, ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, αὐτὴν τὴν ἐπιδεξίαν περιγραφὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀρχίσωμεν καὶ ἡ Συμπολίτευσις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις, βάσει αὐτῆς τῆς παραγράφου νὰ ὑποβάλλωμεν διὰ βουλευτῶν προτάσεις καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι αὐτὴ θὰ συζητηθῇ καὶ δὲν θὰ συζητηθῇ ὁ νόμος ἢ τὸ νομοσχέδιον ἢ δὲν θὰ συζητηθῇ αὐτὴ ἡ ἐπερώτησις, ποῦ πηγαίνομεν; Ἡ ἔννοια ἑπομένως τῆς παραγράφου αὐτῆς, δὲν εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀφορᾷ μόνον τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθοῦν εἴτε εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς συζητήσεως προτάσεως νόμου εἴτε εἰς τὸν ἔλεγχον ὑπὸ μορφὴν ἐπερωτήσεως ἢ ἐρωτήσεως. Ἐδῶ ἐν προκειμένῳ εἶναι σαφές, ὅτι ἔχομεν ὄχι ἐρώτησιν, ἀλλὰ ἐπερώτησιν καὶ ὀρθῶς δὲν τὴν ὑπεβάλατε πρὸς συζήτησιν, διότι σεῖς εἶσθε τεταγμένος νὰ προστατεύετε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ δὴ νὰ τὸν προστατεύετε ἀπὸ τὴν προσπάθειαν περιγραφῆς αὐτοῦ, νὰ παγιωθῇ μία τάξις, ἡ ὁποία ἀνατρέπει τὴν κανονικότητα τῶν συζητήσεων.
§34Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ διάταξις τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τὸ ὅλον κείμενον τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐπ’ αὐτῆς μεμονωμένως νὰ στηριχθῇ ἡ αἴτησις περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν. Κύριε Πρόεδρε, τοιαύτη προσπάθεια ὁμοιάζει μὲ τὸν παραλογισμόν, τὸν ὁποῖον ἐδιδασκόμεθα εἰς τὸ μάθημα τῆς Λογικῆς εἰς τὸ Γυμνάσιον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεζητεῖτο ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς φράσεως τοῦ Χριστοῦ «ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν Θεὸς...», ἐπιχειρουμένης τοιουτοτρόπως τῆς συναγωγῆς διαφόρου ἐννοίας διὰ τοῦ ἀποχωρισμοῦ τοῦ κειμένου. Ἀπεχωρίσθη μία φράσις ἐκ τοῦ ὅλου ἄρθρου 35 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ τρόπου συζητήσεως τῶν προτάσεων νομοθετικοῦ περιεχομένου. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν καθιερωθῇ ἡ ἐπιζητουμένη ἀρχή, τότε ὄχι μόνον περιγράφονται τὰ δικαιώματα τῶν μεμονωμένων βουλευτῶν, ἀλλὰ περιγράφονται καὶ τὰ δικαιώματα τῶν Κομμάτων τὰ ὁποῖα δὲν διαθέτουν 10 βουλευτάς. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει 10 βουλευταὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φέρουν πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς π.χ. παράπονα κατὰ τοῦ ἀστυνόμου τῆς περιφερείας, ἢ ἄλλης ἀναλόγου φύσεως θέματα. Ποῦ φθάνομεν κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον περιγράφομεν τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Πρέπει νὰ ἀνεύρωμεν τὴν βούλησιν τοῦ Νομοθέτου. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν προκειμένου νὰ ἐκφρασθῇ ἡ συμπάθεια τοῦ Σώματος διὰ τυχὸν ἐπισυμβᾶσαν καταστροφὴν π. χ. συνεπείᾳ σεισμοῦ εἰς μίαν χώραν κλπ. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὀρθῶς ἐκάματε νὰ ἀναγνώσητε τὴν πρότασιν. Νομίζω ὅμως, ὅτι πέραν τούτου ὀρθῶς τὸ Προεδρεῖον κρίνει, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἐκτὸς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ.
§35Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ βυζαντινολογοῦμεν. Κατηγγέλθη, ὅτι κατὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς 1ης Μαΐου, ἔλαβον χώραν ὡρισμένα γεγονότα. Ὑπεβλήθη μία πρότασις 10 βουλευτῶν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησαν ὅπως τὸ θέμα αὐτὸ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Τί τὸ φυσικώτερον θὰ ἦτο νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ δώσῃ ὡρισμένας ἐξηγήσεις ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός; Ἐδῶ συζητοῦμεν ἂν τὸ θέμα αὐτὸ ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 35, ἐὰν καλῶς ὑπεβλήθη ἡ πρότασις καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι πέραν τοῦ Κανονισμοῦ ὑπάρχει ἡ φύσις τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία κατὰ μίαν ὡρισμένην θεωρίαν ἀποτελεῖ καὶ αὐτὴ κανόνα δικαίου. Εἰς τὴν δύναμιν καὶ τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων πρέπει νὰ ἀποδοθῇ ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ τῶν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεων ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν ἐνημέρωσιν τοῦ Σώματος καὶ ἡ ὁποία φαντάζομαι ἐν τῇ πρακτικῇ θὰ εὕρῃ ρητὴν διατύπωσιν εἰς τὸν νέον Κανονισμὸν τοῦ Σώματος. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ θεμάτων ἐπικαίρων δημοσίου ἐνδιαφέροντος νὰ ἐξαρτᾶται ἡ ὑπὸ τοῦ Σώματος συζήτησις ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐδεχόμην οἱανδήποτε ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸ σύστημα τοῦ Κομματικοῦ Προέδρου, ὁ ὁποῖος πρὶν λάβῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν, ὀφείλει νὰ συμβουλευθῇ καὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεως. Καταλήγω εἰς τὸ ὅτι ὅλαι αἱ συζητήσεις περὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι περιτταί, ἐφ’ ὅσον ἔλαβε χώραν σημαντικὸν γεγονὸς κατὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς 1ης Μαΐου ὡς καταγγέλεται καὶ εἶχε καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ σπεύσῃ νὰ ἐνημερώσῃ τὸ Σῶμα.
§36Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐπρόλαβε πρῶτον ὁ κ. Μαῦρος εἰς τὸ θέμα τῆς οὐσίας. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι καὶ οἱ καλύτεροι καὶ οἱ αὐστηρότεροι Κανονισμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναιρέσουν τὸ ἔθιμον, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς ὅλας τὰς χώρας ὅπου ὑπάρχει Κοινοβούλιον, ὅτι γεγονότα προκαλοῦντα συγκίνησιν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην κατὰ τὸν αʹ ἢ βʹ τρόπον ἔρχονται ἐγκαίρως πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δίδει ἐξηγήσεις ἡ Κυβέρνησις. Ἡ διαδικασία τῶν πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως συζητήσεων εἶναι νομίζω, θεραπευτικὸν μέσον ἄριστον τῆς συνήθους ἀργοπορίας τῆς συζητήσεως τῶν κανονικῶν ἐπερωτήσεων. Προσεπάθησα νὰ τὴν μεταχειρισθῶ καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν οὕτως ὥστε, ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν σκηνῶν ποὺ ἔγιναν τὴν 1ην Μαΐου νὰ ὑπάρξῃ μία συζήτησις. Δυστυχῶς δὲν ἐκρίθη τοῦτο σκόπιμον. Καὶ δὲν εἶναι θέμα κἂν ἀποφάσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Πρόκειται πάντοτε περὶ συναινέσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπειδὴ τὸ ἐρώτημα «ποῦ θὰ φθάσωμεν» ἐτέθη πρὸ ὀλίγου ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ ποῦ φθάνομεν ὅταν ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ ἀρνῆται πάντοτε τὴν συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Ταῦτα ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ θὰ ἀνέμενα ἀπὸ τοὺς δοκίμους νομικοὺς οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, νὰ ἐδέχοντο τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν εἶναι τόσον σαφές. Τοὐλάχιστον αὐτό, διότι ναὶ μὲν δὲν δύναται νὰ ἀποκολληθῇ ἡ φράσις ἀπὸ τὸ ἄρθρον, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Μπακόπουλος, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀποκολληθῇ καὶ ἀπὸ τὸ κεφάλαιον εἰς τὸ ὁποῖον περιέχεται τὸ ἄρθρον. Καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο δὲν ὁμιλεῖ περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ περὶ «ὑποβολῆς», διανομῆς καὶ προπαρασκευῆς τῆς συζητήσεως τῶν προτάσεων ἐν γένει. Ἑπομένως ἤδη δὲν ὑπάρχει κανενὸς εἴδους ἐξάρτησις ἄμεσος ἀπὸ τὸ ὑπόλοιπον περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας. Ταῦτα πρῶτον. Δεύτερον, τὸ ἄρθρον αὐτό, ἡ παράγραφος αὐτή, ἐνῷ ἀποκλείει πλήρως πρότασιν νομοθετικοῦ περιεχομένου, δὲν ἀποκλείει καθόλου πρότασιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὸν ἔλεγχον. Λέγει, «πᾶσα ἄλλη πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου δύναται κ.ο.κ.». Λέγον τὸ ἄρθρον τοῦτο «μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου» καὶ μὴ λέγον «καὶ μὴ περιεχομένου ἐλέγχου», ἀφήνει ἀνοικτὴν τὴν θύραν πρὸς θέματα ἁπτόμενα τοῦ ἐλέγχου, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν διὰ συγκεκριμένης προτάσεως νὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν. Τρίτον σημεῖον, τὸ ὁποῖον, νομίζω, δὲν ἐπρόσεξαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, εἶναι, ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς παραγράφου αὐτῆς, δὲν εἶναι, ὅτι ἐφευρίσκει τρίτον εἶδος προτάσεως μεταξὺ τῆς προτάσεως τῆς νομοθετικοῦ περιεχομένου καὶ τῆς προτάσεως τοῦ περιεχομένου ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καθορίζει πότε μία πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου δύναται νὰ συζητηθῇ, ἅμα τῇ ὑποβολῇ της. Διότι κατὰ τὰ ἄλλα, τὸ πῶς αἱ προτάσεις ὑποβάλλονται, τὸ πῶς συζητοῦνται, τὸ πῶς ἐγγράφονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, τὸ πῶς ἔρχονται πρὸς συζήτησιν, δι’ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχουν τὰ σχετικὰ ἄρθρα. Ἐδῶ λέγει «πᾶσα ἄλλη πρότασις δύναται νὰ συζητηθῇ ἅμα τῇ ὑποβολῇ της ὑπὸ δέκα τοὐλάχιστον βουλευτῶν καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῇ. Καὶ ἐκεῖ, σημεῖον τέταρτον, ἀπορῶ διὰ τὴν ἀπορίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου, πῶς οἱ δέκα βουλευταὶ εἶναι περισσότεροι τοῦ ἑνὸς καὶ περιγράφουν διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τὰ δικαιώματα τῶν μεμονωμένων βουλευτῶν. Εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, ἀλλὰ ὁ νόμος τοῦ ἀριθμοῦ, δυστυχῶς, εἶναι νόμος τῆς Δημοκρατίας, καὶ μέσα εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἔχομεν ἀπείρους διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας μόνος ὁ βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ ἐνεργήσῃ, μετ’ ἄλλων 9 ὅμως δύναται νὰ ἐνεργήσῃ. Προτάσεις ἀναβολῆς, προτάσεις ἐνστάσεως ἀπαρτίας ἢ οἱασδήποτε ἄλλας προτάσεις, πάντοτε ὅταν 10 ἢ 25 βουλευταὶ δύνανται νὰ κάμουν, τὰς ὁποίας ὁ μεμονωμένος δὲν δύναται κατὰ τὸν Κανονισμόν. Δὲν εἶναι ἐξαιρετικὸν τοῦτο. Τὸ ἐξαιρετικὸν ἔγκειται μόνον ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως. Διότι, προσέξατε: «Ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος ἐκτυποῦται καὶ διανέμεται ὁ πίναξ τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων κλπ. Προτάσεις νόμων ἐγγράφονται εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν μέχρι 25 κατ’ ἀνώτατον ὅριον. Προτάσει τοῦ ἑνὸς ἕκτου τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν ἐγγράφονται εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν νομοθετικῆς ἐργασίας κλπ.». Καὶ ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγγραφῆς τῶν προτάσεων, λέγει εἰς τὸ τέλος: «Πᾶσα ἄλλη πρότασις, μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, δύναται νὰ συζητηθῇ ἅμα τῇ ὑποβολῇ της ὑπὸ δέκα τοὐλάχιστον βουλευτῶν». Νομίζω, ὅτι τὸ χαρακτηριστικὸν ἐδῶ, εἶναι ἡ ἐξαίρεσις ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι ἄμεσος εἰς ἣν περίπτωσιν ἡ πρότασις ὑποβληθῇ ὑπὸ δέκα βουλευτῶν. Ἐρωτᾶται τώρα, δὲν ὑπάρχει κενὸν ἐδῶ; Δὲν εἶναι περίεργον πῶς καὶ ἐδῶ ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρξῃ μία πρότασις ἁπτομένη τοῦ ἐλέγχου; Ὅταν θὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸν Κανονισμόν, νὰ προσπαθήσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν ποὺ δίδει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι παρέχει ἕνα δικαίωμα πέραν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὴν κάμωμεν σαφεστέραν. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ὅμως μὲ τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως εἶναι, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις νομίμως ὑπεβλήθη, διότι εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία καταλήγει εἰς ἕνα συμπέρασμα, ἔχει συγκεκριμένον περιεχόμενον καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ μίαν συγκεκριμένην ἀπόφασιν. Ὑποστηρίζω, λοιπόν, ὅτι βάσει τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ, ὡς εἶναι, ἡ πρότασις νομίμως ὑπεβλήθη. Τώρα ὡς πρὸς τὸ ἐρώτημα «ποῦ φθάνομεν», θὰ ἀπαντήσω, ὅτι πᾶσα κατάχρησις οἱουδήποτε δικαιώματος δύναται νὰ προκαλέσῃ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὸ ἐρώτημα. Καὶ ἡ κατάχρησις, τῆς πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως αἰτήσεως συζητήσεως καὶ ἡ κατάχρησις τῆς προτάξεως μιᾶς ἐπερωτήσεως καὶ ἡ κατάχρησις τῆς ὑποβολῆς προτάσεων νόμων ἀλλὰ καὶ ἡ κατάχρησις τῆς ἀρνήσεως τῆς συζητήσεως πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ τῆς ἐφευρέσεως πάντοτε θεμάτων, πάντοτε ζητημάτων, πάντοτε ἐπιχειρημάτων ἐναντίον τῆς ἐφαρμογῆς ὑπαρχόντων ἐκ πάλαι ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουν καὶ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀνὰ χεῖρας ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν βουλευτής. Λέγω, λοιπόν, ὅτι μὲ τὴν ἐπίκλησιν τῶν περιπτώσεων καταχρήσεως δικαιωμάτων, δὲν δικαιούμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ Κανονισμοῦ. Πᾶσα κατάχρησις εἶναι κακή. Εἶναι κατάχρησις καὶ ἡ ὑπερβολικὴ χρῆσις ἐκ μέρους τῶν ἀντιπολιτευομένων τῶν δικαιωμάτων ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ ἀκόμη μεγαλυτέραν κατάχρησιν ἀποτελεῖ ἡ ἄρνησις τῆς Κυβερνήσεως νὰ συζητήσῃ τὰ ζέοντα θέματα, τὴν ὥραν ποὺ εἶναι ἐπίκαιρα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. (Χειροκροτήματα).
§37Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ μοῦ ἀπεδόθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω δύο λέξεις. Γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν 10 βουλευτῶν καὶ τοῦ ἑνὸς βουλευτοῦ καὶ τοῦτο, ὅταν ἀφορᾷ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ὅταν, ὅμως, 10 βουλευταί, ἀποφασίσουν νὰ φέρουν ἐνώπιον τοῦ Σώματος θέματα οὐσίας, ἐνῷ ὁ εἷς δὲν δύναται νὰ φέρῃ, τότε ἀσφαλῶς περιγράφονται τὰ δικαιώματα τῶν μεμονωμένων βουλευτῶν. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Τσιριμῶκος ἔχει ἄδικον, δι’ ὅσα μοῦ ἀπέδωκεν.
§38Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ὑποστηρίζει ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 35, τελευταία παράγραφος, δὲν ἀποκλείει τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουν ἔλεγχον, ἀποκλείει μόνον τὰς προτάσεις νομοθετικοῦ περιεχομένου. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ ὅσα εἶπε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος καὶ νὰ τὸν ἀντικρούσω. Τὸ ὅλον ἄρθρ. 35 ὁμιλεῖ περὶ προτάσεων νόμων ἢ περὶ προτάσεων τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἀφοῦ ὁμιλῇ περὶ αὐτῶν τῶν προτάσεων, δηλαδὴ περὶ προτάσεων νομοθετικοῦ περιεχομένου, λέγει πάρα κάτω, ἐν τέλει: «Προτάσεις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου δύνανται κατ’ αὐτὴν τὴν διαδικασίαν νὰ ἰσχύσουν». Οὐδέποτε εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὴν πλευρὰν τοῦ ἐλέγχου, ἡ ὁποία δὲν συνάπτεται μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς προτάσεως, παρὰ μόνον σοφιστικῶς καὶ δικολαβικῶς, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω.
§39Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ τὸ εἴπητε.
§40Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Πρὸ παντὸς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται ὁ ἔλεγχος.
§41Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Ἐπειδὴ γίνεται λόγος πάντοτε περὶ κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας καὶ κυρίως τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, λέγω, ὅτι αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγεται. Ἐὰν εἶναι κακὸς ὁ συλλογισμὸς τοῦ ἀντιπάλου, τοῦτο εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δύναται ἐκ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐπιχειρημάτων νὰ συναγάγῃ ἡ Βουλή. Ἀλλὰ ἕκαστος χαρακτηρισμὸς ἄγει εἰς ἀντιχαρακτηρισμόν. Καὶ τὸν ἔχω πρόχειρον, δὲν τὸν λέγω ὅμως.
§42Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ὅταν τὸ περιεχόμενον τῆς προτάσεως εἶναι: «.... (ἀναγινώσκει ....». Αὐτὸ εἶναι κείμενον, περιέχον πρότασιν; Εἶναι σαφῶς κείμενον ἐλέγχου. Ἀλλά, πέραν αὐτοῦ, ἀμφισβητεῖ ὁ κ. Τσιριμῶκος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξε βασίμως ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο, παρὰ ἢ ἔλεγχος ἢ νομοθετικὴ ἐργασία, καὶ ἀφοῦ τὸ ἄρθρον αὐτὸ 35, τελευταία παράγραφος, ἀποκλείῃ τὰς νομοθετικοῦ περιεχομένου προτάσεις, δὲν ἀποκλείει κατὰ συμπερασματικὸν τὰς προτάσεις τὰς περιεχούσας ἔλεγχον. Ὄχι. Ἀκριβῶς, αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἀφορᾷ ἕνα τρίτον εἶδος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὔτε ἔλεγχος, οὔτε πρότασις νόμου. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον διαφωνοῦμεν, ἀπὸ ἀπόψεως ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§43Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ξεφυλλίζοντας ἁπλῶς τὸ ἄρθρον, θὰ ἰδῆτε, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀσχολεῖται μόνον μὲ προτάσεις νομοθετικοῦ περιεχομένου. Τὸ ἄρθρον 36, ἐν συνεχείᾳ, ὁμιλεῖ «περὶ ἀναβολῆς τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένων κλπ.», διότι ὅλο ἀναφέρεται εἰς τὴν ὑποβολήν, διανομήν, προπαρασκευὴν τῆς συζητήσεως τῶν προτάσεων πάσης φύσεως, καὶ ὄχι μόνον νομοθετικοῦ περιεχομένου.
§44Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμιλοῦμεν ἐπὶ ὥρας περὶ τοῦ τρόπου τῶν συζητήσεων τοῦ Σώματος, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ καὶ θέλομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ τάμωμεν ἀρχὰς συζητήσεως διὰ τὸ μέλλον. Ὁ Κανονισμός, κ. Πρόεδρε, εἶναι σοφὸς καὶ ρυθμίζει ὅλα τὰ θέματα, ποὺ ἀφοροῦν τὸν τρόπον ρυθμίσεως τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Τὸ ἄρθρον 48 τοῦ Κανονισμοῦ, εἰς τὴν τελευταίαν αὐτοῦ παράγραφον, ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νομίσει, ὅτι ἐρώτησίς τις ἔχει κατεπείγοντα χαρακτῆρα, δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν κατὰ προτίμησιν παντὸς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει θέματος ἀνακοίνωσιν αὐτῆς, διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως». Ἡ διάταξις αὐτή, κ. Πρόεδρε, εἶναι σαφεστάτη. Διευκολύνει τὰς συζητήσεις ἐπὶ παντὸς θέματος καὶ νομοθετικοῦ καὶ ἐλέγχου: Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εὑρισκόμεθα πρὸ συγκεκριμένου γεγονότος, εἴτε ἐμμέσως ὑποβαλλομένου ὑπὸ τῶν 10 βουλευτῶν, εἴτε εὐθέως διὰ τῆς ἐρωτήσεώς μου. Καὶ τώρα, ἐπαφιέμεθα εἰς τὴν εὐαισθησίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν γεγονότα, ὅπως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν τὴν 1ην Μαΐου, δὲν πρέπει νὰ ἔλθουν κατεπειγόντως πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔδωσεν ἐξηγήσεις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§46Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν περιωρίζετο εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ κατέφευγεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ παρεδέχετο τὰς ἀπόψεις τῶν κυρίων βουλευτῶν ὡς ὀρθὰς καὶ πρὸ πάσης συζητήσεως θὰ ἐδήλωνεν, ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ ἄμεσος συζήτησις καὶ ὅτι θὰ φέρῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν εἰς τακτὴν ἡμέραν. Ἐὰν οὕτω ἐξελίσσοντο τὰ πράγματα, δὲν θὰ ἐλάμβανε χώραν ἡ ἀποψινὴ μακρὰ συζήτησις, ποὺ δύναται νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ἐσφαλμένην ἑρμηνείαν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, βάσει τοῦ ἄρθρου 48 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δηλώσῃ πότε θὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐρωτήσεων διὰ τὰ γεγονότα ποὺ ἔλαβον χώραν εἰς Ἀθήνας, κατὰ τὸν ἑορτασμὸν ὑπὸ τῶν ἐργατῶν τῆς ἐργατικῆς Πρωτομαγιᾶς.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἔχει τὸν λόγον. Κύριε Κύρκο, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιορισθῆτε ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος τῶν ἐρωτήσεων.
§48Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ προηγουμένως νὰ ἐκκαθαρίσω τὴν θέσιν μου, ἐν σχέσει πρὸς τὸ Προεδρεῖον καὶ νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πῶς ἀκριβῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Διότι ἐπεχειρήθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ παρασταθοῦν διαφορετικὰ ἀπὸ ὅ,τι συνέβησαν, καὶ ἐπειδὴ ἐπέδειξεν ἰδιάζουσαν σημασίαν εἰς τὴν ἀκρίβειαν τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ συνομιλία μας αὐτή, θὰ σᾶς εἴπω, πρῶτον, περὶ τῆς ὥρας. Κύριοι βουλευταί, τὴν 7,5, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, προσῆλθον εἰς τὸ γραφεῖον μου οἱ τάδε βουλευταὶ καὶ μοῦ εἶπον τὰ ἑξῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἤμην ἕτοιμος νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν. Ἀλλὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ἀναφέρουν ὥραν ἐνάρξεως τὴν 7ην μ.μ. Ἐδῶ ἔχομεν τὴν πρώτην ἀνακρίβειαν. Διότι δὲν ἦτο 7,5 ὅταν προσήλθομεν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Προέδρου, ἀλλὰ 6,45 διὰ νὰ ἐπιδώσωμεν τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον. Δὲν μᾶς ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος καὶ διεβιβάσαμεν τὴν ἐπιστολὴν διὰ τοῦ ἰδιαιτέρου του γραμματέως. Οὕτω, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ προφορικῶς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τὸ θέμα. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἐξῆλθε τοῦ γραφείου τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Σώματος, κρατῶν τὴν ἐπιστολὴν ἀνὰ χεῖρας, καὶ μᾶς ἠρώτησε ποῖον ἦτο τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἠθέλομεν νὰ ἀναπτύξωμεν προφορικῶς εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ προσέθεσεν, ὅτι δὲν πιστεύω νὰ θέλετε νὰ ἔλθῃ αὐτὸ ἀπόψε πρὸς συζήτησιν, ἕνα τέταρτο πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως. Εἴπομεν εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον, ὅτι τὸ θέμα δύναται νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ ὅταν συνεδριάζῃ ἀκόμη ἡ Βουλή. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δεχόμεθα νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ ἀπόψε, ἀλλὰ αὔριον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτοῦ. Πάντως, δὲν ἀνεγνώσθη ἡ πρότασις καὶ ἔχομεν οὕτω διπλῆν παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ. Ὄχι μόνον παράβασιν τοῦ ἄρθρου 17, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: Ὁ Πρόεδρος, κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἀνακοινοῖ τὰς πρὸς τὸ Σῶμα ἀναφοράς... (ἀναγινώσκει)... Καὶ ἐὰν ἀκόμη ἐχαρακτηρίζετο ἡ πρότασις ἡμῶν ὡς ἁπλῆ ἀναφορά, ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τὴν ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὰς ἄλλας ἀναφοράς.
§49Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Κύριε Κύρκο, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν διὰ τὸ θέμα αὐτό; Δὲν εἶναι δυνατόν, μόλις παραδοθῇ ἓν ἔγγραφον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν μελετηθῇ προηγουμένως καὶ δὲν χαρακτηρισθῇ, νὰ ἀναγινώσκεται ἀμέσως ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ὀφείλει ἀμέσως νὰ τὸ διαβάσῃ ὁ Πρόεδρος, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ γίνῃ, διότι προηγοῦνται ἄλλαι ἀναφοραί, ἄλλαι αἰτήσεις κλπ. Ὑπάρχει πρωτόκολλον καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, μόλις φέρουν ἕνα χαρτὶ εἰς τὸν Πρόεδρον εἰς τὸν διάδρομον, νὰ τοῦ λέγουν, διαβάσετε καὶ αὐτό. Δὲν γίνεται, κ. Κύρκο, ἡ ἄσκησις τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου εἰς τὸν διάδρομον. Λυποῦμαι ποὺ σᾶς τὰ λέγω αὐτά, κ. Κύρκο, ἀλλ’ ὡς καὶ ἄλλοτε, σᾶς κάμνω καὶ πάλιν ἔκκλησιν νὰ σεβώμεθα καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸν Κοινοβουλευτισμὸν καὶ ὅλους ἐδῶ μέσα καὶ νὰ προσπαθῶμεν νὰ δίδωμεν λύσεις εἰς τὰ ζητήματα ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἤθη. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ συζήτησις αὐτή, ἡ ὁποία διαρκεῖ ἐπὶ δύο ὥρας, δὲν εἶναι ἀξία τῆς ἀποστολῆς μας.
§50Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον ἐγὼ διεκδικῶ δι’ ἐμὲ τὴν τιμὴν καὶ τὴν εὐθύνην νὰ σέβωμαι, νὰ τιμῶ τὸ Δημοκρατικόν μας Πολίτευμα, τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμὸν τοῦ Σώματος. Θητεύω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1923 καὶ δὲν ἔδωσα τὸ δικαίωμα εἰς οὐδένα, εἴτε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἴτε ἄλλον τινὰ νὰ μὲ παρατηρήσῃ δι’ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἡμεῖς ἐδέχθημεν νὰ μὴ ἀναγνωσθῇ χθὲς ἡ πρότασις, ὡς εἴχομεν δικαίωμα νὰ ἀξιώσωμεν. Ἐὰν ἐδέχθημεν νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ ἐπράξαμεν, διότι τὸ ἐζήτησεν ὁ κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Σώματος μὲ τὴν διαβεβαίωσίν του, ὅτι σήμερον θὰ ἀνεγινώσκετο ἡ πρότασις. Ἐπεχειρήθη ἀπὸ συναδέλφους νὰ ἐμφανισθοῦν οἱ συντάξαντες τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἀπὸ αἰῶνος περίπου, ὡς τρόπον τινὰ μὴ ἔχοντες συνείδησιν τὸ τὶ συντάσσουν καὶ τὸ τὶ ὑπογράφουν, ἐκθέτοντες οὕτω τὸ κῦρος των καὶ τὴν πολιτικήν των ὑπόστασιν. Κύριοι βουλευταί, ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς τοῦ 1909, ὁ ὁποῖος συνετάγη πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος εἰς σχετικὸν ἄρθρον, λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, εἶναι τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἔτους 1909. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τώρα ἴδιον ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τοῦ ἔτους 1911, μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ψηφισθέντος ἐπὶ προεδρίας τοῦ ἀειμνήστου πολιτευτοῦ Φθιώτιδος Ἰωάννου Τσιριμώκου. Διὰ τὸ ἄρθρον αὐτό, θὰ παρεκάλουν τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ ἀναγνώσουν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὴν εἰσήγησιν τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρὸς Ἰωάννου Τσιριμώκου, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι πιστεύω, ὅτι θὰ ἔχουν νὰ διδαχθοῦν πολλὰ ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν αὐτήν. Τὸ ἄρθρον αὐτό, λοιπόν, τοῦ 1911, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Συνέχειαν, λοιπόν, ὅλων τῶν προηγουμένων ἄρθρων τῶν Κανονισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, ἀποτελεῖ καὶ τὸ σημερινὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνοι, νομίζω, οἱ ὁποῖοι ἐθεσμοθέτησαν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀπέδωκαν μάλιστα ἰδιάζουσαν σημασίαν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, ἀπέβλεπαν εἰς τὸ νὰ παράσχουν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν διὰ προτάσεων θέματα ἔχοντα ὑψίστην σημασίαν καὶ ἀφορῶντα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι οἱ βουλευταὶ εἶναι ὑπεύθυνοι ἔναντι τοῦ λαοῦ καὶ ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ φέρουν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας θέματα, ἀφορῶντα ἀμέσως τὸν λαόν. Καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὑπεβλήθη ἀπὸ 10 βουλευτὰς μία ἐπιστολὴ–πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς Δημοκρατίας καὶ οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν αὐτὴν βουλευταί, ἠθέλησαν ἀκριβῶς νὰ διαδηλώσουν τὴν πίστιν των εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Δημοκρατίας. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, δημιουργεῖται θόρυβος). Ἀκούω κραυγὰς διαμαρτυρίας καὶ θόρυβον ἐκ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης. Μήπως οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς πτέρυγος αὐτῆς ἀμφισβητοῦν τὴν πίστιν των πρὸς τὴν Δημοκρατίαν;
§51Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ ἀμφισβητήσητε οὐδενὸς ἐκ τῶν συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως τὴν πίστιν εἰς τὴν Δημοκρατίαν, οὔτε τῆς Κυβερνήσεως.
§52Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠμφεσβήτησα.
§53Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Διατὶ δὲν συζητοῦμεν τὸ διαδικαστικὸν θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ πρόκειται; Ἔκαμε μίαν πρότασιν ὁ κ. Ζορμπᾶς. Ὁ κ. Ζορμπᾶς, ἐπεκαλέσθη τὸ ἄρθρον 48, καθ’ ὃ «αἱ ἐρωτήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς ἐχούσας κατεπείγοντα χαρακτῆρα, δύνανται νὰ συζητηθοῦν κατὰ τὴν ...... (ἀναγινώσκει) ......». Αὐτὴ εἶναι μία νόμιμος διαδικασία. Αὐτὴν τὴν διαδικασίαν τὴν δέχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶναι πρόθυμος τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν νὰ συζητήσῃ, ὅπως λέγει ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4 τὰς ἐρωτήσεις τῶν κ.κ. Ζορμπᾶ καὶ Βαλούρδου, κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης ἐρωτήσεως, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Κανονισμοῦ, δηλαδή, κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς συζητήσεως τῶν ἐρωτήσεων, ὁπότε θὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ οὐσία, διὰ τὴν ὁποίαν διαμαρτύρονται οἱ κ.κ. συνάδελφοι καὶ θὰ τηρηθῇ καὶ ὁ Κανονισμός. Διατί, ὅταν ἔχωμεν μίαν διέξοδον τῆς διαδικασίας, τὴν ὁποίαν προτείνουν οἱ κ.κ. συνάδελφοι, θέλετε νὰ εἰσέλθετε εἰς ὅλην τὴν ἑρμηνείαν;
§54Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, διεκδικῶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μοῦ δίδει ὁ Κανονισμὸς καὶ θὰ τὰ διεκδικῶ καὶ δὲν θὰ δεχθῶ νὰ παραχωρήσω ἓν ἰῶτα ἀπὸ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα μοῦ δίδει ὁ Κανονισμός. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§56Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Βεβαίως, θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή. Τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ πρότασίς μας, ἦτο τὸ θέμα τῆς Δημοκρατίας. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν συνάδελφον κύριον.....
§57Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Εἶναι ἐκτὸς θέματος ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν δύνασθε σήμερον νὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν οὐσίαν.
§58Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εὑρίσκομαι ἐντὸς τοῦ θέματος, διότι ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Συνεχίζων τὴν ὁμιλίαν μου, λέγω, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν εἶναι τυχαία καὶ ὅτι ἐτέθη ἀπὸ τοὺς ἀειμνήστους ἐκείνους ἄνδρας εἰς τὸν Κανονισμὸν ἐν βαθείᾳ συνειδήσει τοῦ τὶ ἤθελον νὰ ἐπιτελέσουν διὰ τῆς θεσπίσεως τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἐπεθύμουν, δηλονότι νὰ δώσουν τὴν δυνατότητα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητῇ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ εἰς πᾶσαν ὥραν θέματα ὑψίστης σημασίας, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ἄμεσα τὸν λαὸν καὶ νὰ συζητοῦνται θέματα ὄχι ἁρμοδιότητος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνητικῆς πλειοψηφίας, ὄχι θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι μόνον τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ θέματα ἐν γένει, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν ὁλόκληρον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀκριβῶς, ἐτέθη ἡ παράγραφος αὐτὴ παγίως, διὰ νὰ δίδῃ εἰς 10 βουλευτὰς τὸ δικαίωμα νὰ φέρουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὰ θέματα αὐτά. Καὶ ἀπέδωκαν οἱ ἀείμνηστοι αὐτοὶ ἄνδρες, ἐπαναλαμβάνω, τοιαύτην σημασίαν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ὥστε ἠθέλησαν νὰ κατοχυρώσουν τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ νὰ δώσουν ἄνεσιν, ὥστε αἱ συζητήσεις ἐπὶ τοιούτων θεμάτων νὰ διεξάγωνται ἄνευ χρονικοῦ περιορισμοῦ. Δι’ ὃ καὶ δὲν ἐθέσπισαν οὐδὲν χρονικὸν ὅριον ἀγορεύσεως, ὅπως συμβαίνει εἰς ἄλλας διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Πῶς θέλομεν, λοιπόν, ἡμεῖς σήμερον νὰ περιορίσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ νὰ παρερμηνεύσωμεν τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκαν οἱ νομοθετήσαντες τὴν διάταξιν αὐτὴν σοφοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες τοῦ παρελθόντος; Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν Προεδρίας Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι, δῆθεν, περιγράφοντες ἡμεῖς τὸν Κανονισμόν, πρόκειται διὰ τῆς προτάσεώς μας νὰ ἀσκήσωμεν ἔλεγχον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ δὲν ἔχομεν τοιοῦτον δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, πῶς καθορίζεται ἡ ὕπαρξις τοῦ ἐλέγχου; Μήπως τὴν ὕπαρξιν ἐλέγχου θὰ τὴν καθορίσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως ἢ ἄλλος τίς; Τὴν ὕπαρξιν ἢ μὴ ὕπαρξιν ἐλέγχου θὰ προσδιορίσῃ μόνον τὸ περιεχόμενον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ βουλευτοῦ. Κατὰ συνέπειαν, κ. Πρόεδρε, πῶς δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἀνεγνώσατε τὴν ἐπιστολὴν–πρότασίν μας πρὸς τὸ Σῶμα; Ἀλλὰ διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβής, τὴν ἀνεγνώσατε κατὰ τρόπον ἐνθυμίζοντα τὴν ἀνάγνωσιν Εὐαγγελίου εἰς γαμήλιον τελετὴν ὑπὸ χωρικοῦ ἱερέως. Διὰ νὰ γνωρίζῃ, ὅμως, ἡ Βουλὴ ποία ἡ συγκεκριμένη ἐπιστολὴ–πρότασίς μας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν ἀναγνώσω ἐγώ, ἐφ’ ὅσον σεῖς δὲν ἐπράξατε τοῦτο. Ἡ ἐπιστολή μας, κύριοι συνάδελφοι, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς:.... «...... (ἀναγινώσκει)...........».
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, κακῶς ἀναφέρετε, ὅτι δὲν ἀνεγνώσθη ἡ ἐπιστολή σας ὑπὸ τοῦ Προεδρείου καὶ ἐπίσης εἶναι ἀτυχὴς ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ χωρικοῦ ἱερέως, τὸν ὁποῖον ἐκάματε. Σᾶς πληροφορῶ, ὅμως, ὅτι ἡ ἐπιστολή σας αὐτὴ θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦ Σώματος καὶ θὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἡ ἐπιστολή, ἔχει ὡς ἑξῆς: Πρὸς Τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἐνταῦθα «Κύριε Πρόεδρε, Θὰ ἔχῃ περιέλθει ἀναμφιβόλως εἰς γνῶσιν καὶ ὑμῶν ὅτι, κατὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς 1ης Μαΐου εἰς τὸ Θέατρον «Κεντρικὸν» ὑπὸ τῶν ἐργατῶν τοῦ ΕΚΑ καὶ συγκεκριμένως, κατὰ τὸν χρόνον τῆς διαλύσεως τῆς ἐν ἄκρᾳ τάξει διεξαχθείσης συγκεντρώσεως, διεπράχθησαν ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων διάφορα ἕκτροπα, ἀκόμη δὲ καὶ βιαιοπραγίαι, μὴ δυνάμεναι νὰ δικαιολογηθοῦν ἐξ οὐδενὸς λόγου. Οὕτω, μεταξὺ ἄλλων, ἐδάρη ἀνηλεῶς, ὡς ἀνεγράφη εἰς τὸν Τύπον, ὁ Πρόεδρος τοῦ ΣΕΗ καὶ γνωστὸς ἠθοποιὸς κ. Β. Μεσολογγίτης. Ἐγένοντο συλλήψεις παράνομοι ἐργατῶν. Ἕλληνες φωτορεπόρτερς παρημποδίσθησαν νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργον των, παρὰ δὲ ξένου ἀνταποκριτοῦ ἀφηρέθη βιαίως φωτογραφικὴ ταινία, παριστῶσα τὴν διάλυσιν τῆς συγκεντρώσεως. Ἐξ ἄλλου, ἐνῷ συνεχίζεται ἡ δίωξις καὶ ἐκτόπισις στελεχῶν καὶ ὀπαδῶν, ἀνηκόντων εἰς τὸ μεγαλύτερον Κόμμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, χωρὶς καμμίαν συγκεκριμένην νόμου παράβασιν, ὁ ὑφυπουργὸς τῆς Ἀσφαλείας, ἐπιδεικνύων μοναδικὴν πρὸς τὸ Σῶμα περιφρόνησιν, ἀρνεῖται νὰ δεχθῇ βουλευτὰς εὐλόγως ἐπιζητοῦντας νὰ καταγγείλωσιν εἰς αὐτόν, ὡς ἁρμόδιον καὶ ὑπεύθυνον, τὰ συντελούμενα. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη τὴν χθὲς ὑποβληθεῖσαν ὑμῖν, κ. Πρόεδρε, αἴτησιν, ὅπως τὰ σοβαρώτατα ταῦτα θέματα ἀχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ συζητηθῶσι πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ ἐπειδὴ πιστεύομεν, ὅτι αἱ τοιούτου εἴδους ἀστυνομικαὶ αὐθαιρεσίαι, παραμένουσαι ἄνευ τοῦ προσήκοντος κολασμοῦ, ὡς δυστυχῶς συμβαίνει μέχρι τοῦδε, εἶναι καιρὸς νὰ παταχθοῦν, διὰ νὰ σταματήσουν, ἵνα μὴ διαταράσσουν τὴν μεταξὺ τοῦ λαοῦ ὁμόνοιαν καὶ ἑνότητα, ἀγαθὸν πολύτιμον διὰ πᾶσαν ἀνορθωτικὴν προσπάθειαν εἰς τὴν χώραν, ἐκθέτουν δὲ ἐπὶ πλέον αὐτήν, ἰδίᾳ ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας, πρὸ τῆς παγκοσμίου κοινῆς γνώμης, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν πρότασιν, ὅπως ἡ μὲν Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐκδηλώσῃ τὴν ἀποδοκιμασίαν αὐτῆς ἐπὶ τοῖς τελουμένοις, ἡ δὲ Κυβέρνησις παράσχῃ πρὸς αὐτὴν τὴν πλέον κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἐφεξῆς παρόμοιαι αὐθαιρεσίαι δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναληφθοῦν, τυχὸν δὲ σημειούμεναι θέλουσι τύχει τοῦ πλέον αὐστηροῦ κολασμοῦ. Ἐπὶ τοῖς λόγοις τούτοις, αἰτούμεθα, κ. Πρόεδρε, βάσει τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ἀνωτέρω πρότασις ἡμῶν ἀναγνωσθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Γραμματέως πρὸς τὸ Σῶμα καὶ συζητηθῇ ἀμέσως, συμφώνως πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζόμενα. Δεχθῆτε, κ. Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς πρὸς ὑμᾶς ἐξαιρέτου τιμῆς καὶ ὑπολήψεως, μεθ’ ὧν διατελοῦμεν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Μαΐου 1960 Οἱ προτείνοντες βουλευταὶ Η. Ἠλιοῦ, Μ. Κύρκος, Β. Ἐφραιμίδης, Κ. Ἀθανασιάδης, Ι. Εὐαγγελίδης, Η. Μπρεδήμας, Α. Μπριλλάκης, Γ. Βαλοῦρδος, Ι. Παπαδημητρίου, Α. Τσιάρας, Δ. Κελτεμλίδης, Μ. Σβώλου, Α. Λασκαρίδης, Κ. Πυρομάγλου».
§60Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῆς ἐπιστολῆς μας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἀπηυθύναμεν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἐζητούσαμεν νὰ διαδηλώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὴν πίστιν της εἰς τὰς Ἀρχὰς τῆς Δημοκρατίας καὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Τὸ προοίμιον τῆς προτάσεως ἦτο ἐπεξήγησις τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὤθησαν εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτῆς. Τὸ θέμα, κύριοι, τῆς Δημοκρατίας, δὲν εἶναι θέμα Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ εἶναι θέμα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει ἡ πατρίς του νὰ δυσφημῆται καὶ νὰ παραλληλίζεται εὐλόγως πρὸς τὴν Δημοκρατίαν τοῦ Σῆγκμαν Ρῆ ἢ τοῦ Μεντερές. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος... θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§61Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προκαλῆτε τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. (Θόρυβος — φωναὶ — κωδωνοκρουσίαι). Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλει ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος συνάδελφος, νὰ ἀνακαλέσῃ. (Θόρυβος — φωναὶ — κωδωνοκρουσίαι). Κύριε Πρόεδρε, ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ συζήτησις ἀποτελεῖ ἐσκεμμένην πρόκλησιν. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι — φωναί).
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Τῆς Ἀριστερᾶς). (Ὁμιλοῦν ἀπὸ τῆς θέσεώς των μὴ ἀκουόμενοι).
§63Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Ἡ Βουλή, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι ραδιόφωνον. (Φωναὶ — κωδωνοκρουσίαι).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπριλλάκη, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν καὶ διατάσσω νὰ καταχωρηθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.
§65Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ξένους εἰς τὰς συζητήσεις μας. Τοὐλάχιστον, νὰ ἔχωμεν τὴν σωφροσύνην.
§66Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ ἐπιτρέπωνται διακοπαὶ εἰς τὸν ρήτορα ἐκ μέρους τῶν κ.κ. ὑπουργῶν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ προκαλῇ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος κ. συνάδελφος.
§68Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶναι ἱερὸν καὶ ὁ ἐπ’ αὐτοῦ ἀγορεύων πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὸς καὶ νὰ μὴ διακόπτεται. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ ἐξάπτῃ τὰ πνεύματα, θὰ πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ πρὸς τὴν πλευρὰν τῆς θορυβούσης Συμπολιτεύσεως διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἡσυχίας.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅμως, ὅτι ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος κ. συνάδελφος, δὲν πρέπει νὰ προκαλῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§70Ι. ΠΑΣΑΛΙΔΗΣ. Οὐδέποτε ἡ Ἀριστερὰ ἐπροκάλεσε. (Γέλωτες ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἀπὸ τὴν πλευρὰν ἐκείνην ἐξεσφενδονήσθησαν καὶ ποτήρια. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κάνουν αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν εἶναι κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπέρμαχοι τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ καὶ πάντοτε εἴμεθα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν συνάδελφον κ. Κύρκον, νὰ μὴ προκαλῇ. Δὲν εἶναι ὁ μόνος ποὺ ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν Δημοκρατίαν. Ὅλοι εἴμεθα δημοκρατικοὶ ἄνδρες.
§72Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε τὸν ρήτορα νὰ αἰτιολογήσῃ τὴν πρότασίν μας.
§73Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποτελεῖ πρόκλησιν τὸ νὰ ὁμιλῇ κανεὶς περὶ τῆς Δημοκρατίας καὶ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας ἀπὸ τοῦ βήματος; Ἰδοὺ διατί, κύριοι συνάδελφοι, ἠθελήσαμεν νὰ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς τὴν Βουλήν, διότι τρέφομεν τὴν βεβαιότητα, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ἐξεδηλοῦτο ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας. Ἀλλά, πέραν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ τοῦ ἐλέγχου, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα θέματα ποὺ ρυθμίζονται ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Τόσον ἡ παροῦσα Βουλή, ὅσον καὶ αἱ προηγούμεναι, ἠσχολήθησαν μὲ τοιαῦτα θέματα. Ποίαν ἔννοια ἔχουν αἱ συζητήσεις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Ἀνεγνωρίσατε καὶ ὑμεῖς, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπάρχουν θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ ἔλθουν κατὰ τρόπον ἐπίκαιρον πρὸς συζήτησιν καὶ δι’ αὐτὸ ἐδέχθητε τὴν καθιέρωσιν τῆς πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως συζητήσεως θεμάτων. Ἐδέχθητε, ὅμως, τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων αὐτῶν μετὰ προηγουμένην συγκατάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ συζήτησις πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου, ὅμως, τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ, δύνανται νὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν καὶ θέματα ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδέποτε παρουσιάσθη τοιαύτη περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς ἐν λόγῳ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 35. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα συγκεκριμένον περιστατικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἐζήτησεν αὐτὸς οὗτος ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ἀείμνηστος Ζαβιτσιᾶνος. Ἠθέλησεν ἕνας βουλευτὴς τότε, τὸ 1913, νὰ φέρῃ ἕνα θέμα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν, τὸ ὁποῖον συνεκίνει βαθύτατα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν εἶχεν, ὅμως, τὴν δυνατότητα νὰ τὸ φέρῃ καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἠθέλησε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, νὰ πληροφορηθῇ, ποῖον εἶναι τὸ προσωπικὸν θέμα. Ὁ βουλευτὴς ἀνέφερε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ ἀναπτύξῃ. Τότε ὁ Πρόεδρος τοῦ ἀπαντᾷ, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ δὲν εἶναι προσωπικόν, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ, βάσει τοῦ ἄρθρου 43 τοῦ τότε Κανονισμοῦ, ἤδη παράγραφος τελευταία τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται πρότασις 10 βουλευτῶν. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχον 10 βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑποβάλουν σχετικὴν πρότασιν, ἐγείρεται ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, καὶ λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέτει αὐτὴ τὸ ζήτημα. Ἰδού, κύριοι συνάδελφοι, παράδειγμα εὐαισθησίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, ἐπειδὴ ὁμιλοῦμεν περὶ εὐαισθησίας, νὰ λάβετε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου Τσιριμώκου καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ ὠφεληθῆτε πολὺ περισσότερα, παρὰ νὰ ἀναγνώσητε καὶ 10 συγγράμματα. Ἰδοὺ διατί, κύριοι συνάδελφοι, ἠθέλησα νὰ φέρω τὸ θέμα ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἰδοὺ διατὶ πιστεύομεν, ὅτι ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, οὐχὶ ἁπλῶς ἐδικαιούμεθα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεούμεθα νὰ ἀπασχολήσωμεν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐπὶ τοῦ ἀφορῶντος σήμερον τὴν Ἑλλάδα σοβαρωτάτου θέματος τῆς Δημοκρατίας, διότι τοῦτο εἶναι συνυφασμένον πρὸς τὴν πρόοδον καὶ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον, κύριοι βουλευταί, μᾶς ἠρνήθησαν τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεώς μας; Μήπως ἦτο συντεταγμένη ἀπρεπῶς; Ὄχι. Ἦτο συντεταγμένη εὐπρεπέστατα καὶ ἀντικειμενικῶς. Ἡ πρότασίς μας περιεῖχε δύο μέρη. Τὸ πρῶτον μέρος περιελάμβανε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, πρὸς κατατοπισμὸν ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς προτάσεως. Τὸ δεύτερον μέρος περιλαμβάνει τὴν κυρίως πρότασιν πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ λάβῃ αὕτη ἀπόφασιν. Ὁ συνάδελφος κ. Μαῦρος, ὁμιλῶν, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰπών, ὅτι γεγονότα τοιαύτης σημασίας δὲν πρέπει νὰ ἀντιπαρέρχωνται καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα. Ἰδοὺ διατί, κύριοι συνάδελφοι, ζητοῦμεν καὶ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ὑπὸ τοῦ Σώματος. Κύριε Πρόεδρε, καταθέτομεν σχέδιον ἀποφάσεως. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Καμβύσης).
§74Λ. ΜΠΑΤΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§76Λ. ΜΠΑΤΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ συνάδελφος κ. Κύρκος, ὅστις εἴτε εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ βήματος, εἴτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης, λησμονεῖ νὰ ρίψῃ ἔστω καὶ μίαν ματιὰν εἰς τὰ ὡρολόγια, εἶπεν, ὅτι ὅταν μὲ συνήντησεν, τὸ ὡρολόγιον ἐσήμαινεν ἑπτὰ παρὰ πέντε. Ἠθέλησε, λοιπόν, νὰ ἐμφανίσῃ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ αὐτοῦ, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν, κατὰ διάφορον ἀπ’ ὅ,τι πράγματι συνέβησαν τρόπον. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα, ὅτι, ὄχι μόνον ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων μου, τὰ ὁποῖα τὸ Σῶμα μοῦ ἔχει ἐμπιστευθῆ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀνατροφῆς καὶ παραδόσεως, οὐδέποτε ἐδίστασα νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, ὅτι οὐδέποτε καὶ οὐδεμίαν ὑπόσχεσιν ἔδωσα εἰς τὸν κ. Κύρκον, ὅτι, κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν θ’ ἀνακοινωθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς του. Εἶπον εἰς τὸν κ. Κύρκον, εἰς τὰς 6.45′ χθὲς τὸ ἀπόγευμα ἢ 7 παρὰ πέντε, ἐὰν θέλῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς κειμένου, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ μελετήσω καὶ νὰ συμπεράνω ἐξ αὐτοῦ τὶ θὰ πράξω. Ὁ κ. Κύρκος μὲ ἐμέφθη κατὰ τρόπον εὔχαρι, ὅτι προέβην εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προτάσεως ἐν τάχει καὶ ὅτι οὐδέποτε αὐτὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπογράψῃ κείμενον μὴ εὐπρεπές. Λησμονεῖ ὁ κ. Κύρκος, ὅτι ὑπῆρξεν ἡ περίφημος πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ ἡ ὁποία ἦτο συντεταγμένη ἰδιοχείρως, περιεῖχε δὲ φράσεις καὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι μόνον τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ ἀναγινώσκοντος ἐπροκάλουν, καὶ ἠναγκάσθη νὰ τὴν ἀποσύρῃ μετ’ ὀλίγον, διότι ἦσαν κατὰ τρόπον ἀπρεπῆ συντεταγμέναι. Ἐλέγατε, κ. Κύρκο, εἰς τὴν ἰδικήν σας πρότασιν νόμου, νὰ μὴ ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἀλλὰ οἱ Γερμανοί, ὅταν πρόκειται περὶ συμβάσεων. Καὶ ἐλέγατε, ἐπίσης, ὅτι ὅλαι αἱ θέσεις δημοσίων ὑπαλλήλων θὰ πρέπει νὰ καταλαμβάνωνται ὄχι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τῶν νόμων προσόντα, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἔρευναν ἤθελον ἀποδειχθῆ, ὅτι εἶναι φίλοι τῆς ΕΡΕ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδεμίαν ὑπόσχεσιν ἔδωσα εἰς τὸν κ. Κύρκον, ὅτι σήμερον θὰ συζητηθῇ ἡ πρότασίς του καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω μίαν τοιαύτην ὑπόσχεσιν, ἐὰν προηγουμένως δὲν κατεγινόμην μὲ τὴν μελέτην τοῦ ἐγγράφου καὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, ὁ κ. Κύρκος, ἂς αἰτιᾶται ἑαυτὸν διὰ τὰς μεθόδους ποὺ ἑκάστοτε ἐφευρίσκει διὰ τὴν καταστρατήγησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μ. Κύρκος, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§78Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κύριος πρῶτος Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, πέραν τῶν φιλικῶν δεσμῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑπάρχουν μεταξύ μας ἢ καὶ ἄλλων, οὗτοι παραμερίζονται εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ συζητοῦνται ἀπροκαλύπτως τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ἐτάχθη ὑπὸ τοῦ λαοῦ νὰ φέρῃ καὶ νὰ συζητῇ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Δὲν ἦτο, συνεπῶς, φιλικὴ ἡ χθεσινή μας συνομιλία. Ἦτο συνομιλία ἀφορῶσα τὴν Βουλὴν καὶ ἐπειδὴ μοῦ εἴπατε, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, σᾶς εἶπον, ὅτι δέχομαι ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι αὔριον θὰ ἀνακοινωθῇ. Αὐτὴ ἦτο ἡ συμφωνία μας, συμφωνία βεβαίως ἄγραφος.
§79Δ. ΜΑΚΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Κύρκος διεβεβαίωσε τὸ Σῶμα, ὅτι ἐπῆλθε συμφωνία, καθ’ ἣν θὰ συνεζητεῖτο ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν. Ὁ κ. Αʹ Ἀντιπρόεδρος ἐβεβαίωσε τὸ ἀντίθετον. Ὁ συνάδελφος κ. Μιχαηλίδης, λέγει, ὅτι ἦτο παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κ. Κύρκου μὲ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον καὶ βεβαιώνει ἐπίσης τὰ ἀντίθετα ἀπ’ ὅ,τι μᾶς διεβεβαίωσεν ὁ κ. Κύρκος. Ἐὰν τοῦτο συμβαίνῃ, εἶναι βαρυτάτη ἡ εὐθύνη τοῦ κ. Κύρκου, διὰ τὴν πρόθεσιν νὰ δημιουργήσῃ θέμα καὶ ἀσχέτως σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ πρόθεσις αὕτη.
§80Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συνομιλία ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, ἐγένετο ὡς τὴν ἐξέθεσα. Ὁ κ. Μιχαηλίδης δὲν ἦτο παρὼν κατ’ αὐτήν, προσῆλθε μόνον περὶ τὸ τέλος.
§81Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τυχαίως εὑρέθην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου καὶ δὲν δικαιοῦσθε σεῖς, κ. Κύρκο, οὔτε κανεὶς ἄλλος νὰ μὲ διαψεύσῃ. Ἔχω συνέπειαν καὶ συνέχειαν, τῶν ὁποίων σεῖς στερεῖσθε.
§82Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ὁ κ. Μιχαηλίδης εἰσῆλθεν εἰς τὸν ἀντιθάλαμον τοῦ κ. Προέδρου ἡ συνομιλία ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου εἶχε τερματισθῆ. Κατὰ τὴν συνομιλίαν οὔτε ὁ κ. Μιχαηλίδης παρίστατο οὔτε κανεὶς ἄλλος, πλὴν τοῦ κ. Ἐφραιμίδη, διότι καὶ ἐκ τῆς πτέρυγος ἐκείνης εἶναι ὑπογεγραμμένη ἡ πρότασις. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον σημεῖον τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἱκανότητα ποὺ ἔχω περὶ τὴν περιγραφὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ὅτι ταύτης ποιοῦμαι συχνάκις χρῆσιν, δὲν πρόκειται νὰ ἀναφερθῶ. Διότι ἐάν, κ. Πρόεδρε, τὸ σημερινὸν περιστατικὸν ὡδήγησε τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν ἀπόψεών του αὐτῶν, δὲν τὸν βοηθεῖ διότι τὸ σημερινὸν περιστατικὸν εἶναι ἀκριβῶς, ὅ,τι ἐχρειάζετο διὰ νὰ ἀποδειχθῇ τὸ ἀντίθετον. Πράγματι ὑπέβαλα μίαν πρότασιν νόμου ποὺ ἐσατύριζα τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐργοστασίου ζακχάρεως καὶ ἔλεγα, ὅτι οἱ διοριζόμενοι θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὀπαδοὶ τῆς ΕΡΕ. Ἔλεγα δὲ τοῦτο διότι ὑπῆρχε διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία ἔλεγεν, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διορισθῇ ἐὰν δὲν ἔχῃ πιστοποιητικὸν τοῦ ἀστυνόμου περὶ τῶν κοινωνικῶν του φρονημάτων. (Θόρυβος, φωναὶ ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως). Καὶ γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε, εἰς ποίους οἱ ἀστυνόμοι δίδουν πιστοποιητικὸν κοινωνικῶν φρονημάτων.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τ. Μιχαηλίδης.
§84Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χθὲς τὴν ἑσπέραν ἠθέλησα νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τὸν προθάλαμον τοῦ γραφείου του εὗρον καθημένους τὸν κ. Μπατρῖνον καὶ τοὺς κ.κ. Κύρκον καὶ Ἐφραιμίδην συζητοῦντας. Τυχαίως ἤκουσα νὰ γίνεται λόγος διὰ κἄποιαν πρότασιν ποὺ ἤθελαν νὰ συζητηθῇ, ἐγὼ μάλιστα εἶπα ἀστειευόμενος εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον: «Φοβοῦ τοὺς Δαναοὺς καὶ δῶρα φέροντας». Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὑρέθην εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως. Τὸ τί προηγήθη δὲν γνωρίζω. Πάντως ἤκουσα σαφῶς τὸν κ. Μπατρῖνον νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν πρότασιν, διότι πρέπει προηγουμένως νὰ τὴν μελετήσῃ καὶ νὰ καθορίσῃ μετὰ ταῦτα ἡμέραν συζητήσεως. Σαφῶς λοιπὸν καταφαίνεται, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Κύρκος εἶναι ἀνακρίβειαι. Ἀλλὰ τί νὰ εἴπω. Δύο ὥρας ἐδῶ μᾶς ἐκακοποίησεν ὁμιλῶν περὶ Δημοκρατίας. Ἐλησμόνησεν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔλεγεν εἰς τὰ σχολεῖα, ὅτι περὶ τιμῆς ὁμιλοῦν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν καὶ περὶ Δημοκρατίας ὁμιλοῦν ἐκεῖνοι ποὺ κακοποιοῦν τὴν Δημοκρατίαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Συμπολιτεύσεως). Ἐπιβάλλεται λοιπόν, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ μεταφέρωνται τὰ καφενεῖα ὅπου γίνονται αἱ κακοποιήσεις αὐταί, εἰς τὸν ἱερὸν αὐτὸν χῶρον.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πλατῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§86Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἀντελήφθην, ὅτι ἡ παρερμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ ἐκ μέρους συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπῆρξεν ἀπίστευτος. Δηλαδὴ ὑπεστηρίχθη ὑπ’ αὐτῶν, ὅτι ἐὰν 10 βουλευταὶ ὑποβάλουν μίαν πρότασιν μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, πρέπει αὕτη νὰ συζητηθῇ. Παρεγνωρίσθη ἐντελῶς τὸ «δύναται», διότι ἡ διάταξις λέγει «δύναται νὰ συζητηθῇ» καὶ ὄχι «πρέπει νὰ συζητηθῇ». Θὰ πρέπει ἑπομένως νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ ἀνακοινώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐὰν εἶναι ἑτοίμη καὶ ἔχῃ τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα διὰ τὴν συζήτησιν. Θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ ἀναγνωσθῇ ὅπως καὶ ἀνεγνώσθη, νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην της ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἥτις καὶ θὰ ἀποφανθῇ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαδικασία καὶ ἡ ὁποία ἐτηρήθη. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ δίωρος ἀγόρευσις τοῦ κ. συναδέλφου, ὑπῆρξε μακρὰν τῆς πραγματικότητος. Πάντως αὐτὴ καὶ μόνον εἶναι ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 35.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιαννούσης, ἔχει τὸν λόγον.
§88Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ συνάδελφοι κ. κ. Κύρκος καὶ Μπατρῖνος ἐβεβαίωσαν τὴν Βουλὴν κατηγορηματικῶς ἐντελῶς ἀντίθετα πράγματα, ὥστε νὰ ἀποκλείεται παρεξήγησις. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἑπομένως νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι ὁ ἕνας ἐκ τῶν δύο εἶπεν ἀνακρίβειαν. Κατόπιν τῆς παρεμβάσεως τοῦ παρισταμένου κατὰ τὰς συζητήσεις συναδέλφου κ. Μιχαηλίδη διαβεβαιώσαντος πῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν λέγονται ἀνακρίβειαι, θὰ πρέπει νὰ γίνῃ σύστασις πρὸς τὸν κατὰ τὴν γνώμην σας εὑρισκόμενον ἐν ἀδίκῳ ὅπως ἐπανορθώσῃ τὰ πράγματα ὥστε νὰ μὴ μένῃ ἔκθετον τὸ Σῶμα. Δὲν ἠθέλησα νὰ εἶμαι σαφέστερος, ἀλλὰ ὑπῆρξα ἀρκετὰ σαφής.
§89Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁμιλῆτε σαφῶς ἢ ἀσαφῶς, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὡμιλήσατε....
§90Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔγινα ἀντιληπτὸς καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ ὑμᾶς.
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν ὑποστηρίζῃ, ὅτι αὐτὰ εἶπε καὶ 101 ἄλλοι ἂν ὑπάρξουν, οἱ ὁποῖοι νὰ εἴπουν τὸ ἀντίθετον, δικαίωμά του εἶναι νὰ ὑποστηρίζῃ μέχρι τέλους τὴν ἄποψίν του. Οὐδεμία ἐπίκλησις μαρτύρων εἶναι δυνατόν, εἰς ἄνθρωπον σεβόμενον ἑαυτὸν καὶ πιστεύοντα εἰς ὅσα λέγει, νὰ τὸν ὑποχρεώσῃ νὰ μεταβάλῃ γνώμην. Ὅταν ἀνακύπτουν θέματα ἠθικῆς τάξεως, ἕκαστος δίδει τὸ μέτρον τῆς ἀξιοπιστίας του καὶ ἡ Βουλὴ σχηματίζει γνώμην, ποῖος λέγει τὴν ἀλήθειαν.
§92Κ. ΓΙΑΝΝΟΥΣΗΣ. Οὐδεὶς διαφωνεῖ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπειδὴ ὅμως δέχομαι, κ. Πρόεδρε, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐνσυνειδήτως καὶ ἐκ προθέσεως ὁ οἱοσδήποτε κ. συνάδελφος νὰ εἴπῃ ἀνακριβῆ πράγματα μὲ τὰ ὁποῖα ἐβεβαίωσε τὸ Σῶμα, ἀλλὰ παρεσύρθη εἰς τοῦτο, νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον, ἔστω καὶ διὰ συμβουλευτικοῦ χαρακτῆρος, θὰ πρέπει νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ τρομερὸν ὀλίσθημα τοῦ κ. συναδέλφου. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ κ. συναδέλφου.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνεμίχθην μέχρι τοῦδε εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπιθυμῶ τώρα νὰ διατυπώσω τὸ προσωπικόν μου συμπέρασμα. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω προκαταβολικῶς, ὅτι ὅταν γίνεται λόγος περὶ Κανονισμοῦ —καὶ περὶ αὐτοῦ πρόκειται— πρέπει νὰ καταρρίπτωνται τὰ τείχη Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ καταβάλωμεν ὅλοι προσπάθειαν διὰ τὴν συναγωγὴν ἀντικειμενικῶν συμπερασμάτων. Ἄλλα εἶναι τὰ θέματα τῆς διαμάχης. Δὲν ἐπιτρέπεται ὁ Κανονισμὸς εἰς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα του νὰ εἶναι τὸ θέμα διαμάχης. Εἴμεθα Σῶμα πολιτικόν. Καὶ διὰ τοῦτο, μαζὶ μὲ τὴν γραμματικὴν καὶ τὴν λογικὴν ἑρμηνείαν, εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, προστίθεται καὶ ἡ πολιτικὴ ἑρμηνεία τῶν κειμένων διατάξεων. Συνέβησαν δύο πολιτικὰ λάθη κατὰ τὴν πορείαν τῆς συζητήσεως. Πρῶτον ἡ ἄρνησις τοῦ Προεδρείου τῆς Βουλῆς νὰ ἀναγνώσῃ τὸ κείμενον, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὁποίου, τελικῶς, ἐσύρθη....
§94Λ. ΜΠΑΤΡΙΝΟΣ. (Ἀντιπρ. Βουλῆς). Δέχομαι τὴν εὐθύνην αὐτὴν καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι ἦτο πράγματι παράλειψις.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἀμφέβαλον, ὅτι ἔχετε ἀποκτήσει ἐπίγνωσιν αὐτοῦ τοῦ σφάλματος καὶ σᾶς τιμᾷ ἡ ὁμολογία. Δεύτερον, ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἡμέρας δὲν ἐξεδήλωσε τὴν προθυμίαν τῆς συζητήσεως τοῦ θέματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν τούτοις, ἐκ τῶν ὑστέρων, κατὰ τὴν πορείαν τῆς συζητήσεως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσεν, ὅτι τὴν Τρίτην δέχεται ἡ Κυβέρνησις τὴν συζήτησιν. Καὶ ἐρωτῶ: Διατὶ ὅλη αὐτὴ ἡ περιπέτεια ἀπὸ τὴν ἄρνησιν τῆς ἀναγνώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐσύρθη τὸ Προεδρεῖον καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τελικῶς ἐσύρθη εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς συζητήσεως τὴν προσεχῆ Τρίτην;
§96Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Βεβαίως ἀπεδέχθη τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ δὲν ἐσύρθη ἡ Κυβέρνησις. Ἐφ’ ὅσον ἠξιοῦτο ἡ συζήτησις βάσει τοῦ ἄρθρου 35, ἡ Κυβέρνησις ἠρνεῖτο. Ὅταν ἠγέρθη καὶ ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Ζορμπᾶς καὶ ἐζήτησε τὴν συζήτησιν βάσει τοῦ ἄρθρου 48, εἴμεθα σύμφωνοι.
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἀλλά, διατὶ ἀνεμένατε τὸν κ. Ζορμπᾶν, διὰ νὰ προβῆτε εἰς τὴν δήλωσιν;
§98Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Ἐπεθύμουν νὰ κάμω μίαν ἀποσαφήνισιν, ἡ ὁποία ἴσως τερματίσῃ τὸ θέμα. Ἐπειδὴ φέρω καὶ ἐγὼ τὴν εὐθύνην τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὡς Πρόεδρος τοῦ Σώματος, σᾶς γνωρίζω τοῦτο, ὅτι συνηντήθην τὴν μεσημβρίαν μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως τὸν κ. Τσιριμῶκον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον, ὅτι αὐτὰ τὰ καινὰ δαιμόνια, δι’ ἐπιστολῶν, ἀνακοινώσεων κλπ. νὰ τροποποιῆται ἡ Ἡμερησία Διάταξις, δὲν τὰ θεωρῶ ὅτι στηρίζονται εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ ἐχαρακτήρισα τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν ὡς ἐρώτησιν καὶ τὴν παρέπεμψα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος θὰ ἔλθῃ ὡς ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὸ ἔκαμε τὸ Προεδρεῖον καὶ νομίζει, ὅτι οὕτω διηυκόλυνε καὶ τὸν ἔλεγχον καὶ ἔδωσε μίαν λύσιν πρακτικήν, ἢ ἂν θέλετε πολιτικήν. Νομίζω δέ, ὅτι ἐφ’ ὅσον τὴν μεσημβρίαν ἐδόθη αὐτὴ ἡ λύσις, δὲν ἐχρειάζετο νὰ γίνῃ ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§99Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἔλθῃ ὡς ἐπερώτησις ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος;
§100Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Βεβαίως εἶπον, ὅτι θὰ ἔλθῃ πρώτη καὶ μάλιστα εἶπον εἰς τὸν κ. Τσιριμῶκον νὰ φροντίσουν, ἂν προηγοῦνται 3–4 ἄλλαι ἐρωτήσεις, νὰ παραιτηθοῦν οἱ κ.κ. συνάδελφοι, διὰ νὰ συζητηθῇ αὕτη πρώτη. Ἔδωσα μίαν λύσιν πολιτικήν, συμβιβαστικήν. Τί ἄλλο νὰ ἔκαμον;
§101Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς.....
§102Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. (Πρόεδρος Βουλῆς). Σᾶς τὸ λέγω αὐτό, διότι ἐδόθη λύσις ἀπὸ τὴν μεσημβρίαν καὶ συνεπῶς νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἠμποροῦσε νὰ μὴ εἶχε γίνει.
§103Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἐὰν περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ἀπορῶ διατὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως δὲν ἔγινεν αὐτὴ ἡ δήλωσις, ὁπότε ἀσφαλῶς θὰ ἐτερματίζετο ἡ συζήτησις. Ἐὰν δὲν ἀνέμενεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀνακάλυψιν αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 48, διὰ νὰ προβῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν δήλωσιν, θὰ εἶχε προληφθῆ ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§104Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἐδήλωσε.
§105Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. Ζορμπᾶ, ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως δηλοῦντα, ὅτι ἀποδέχεται διὰ τὴν Τρίτην τὴν συζήτησιν. Καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐὰν τὸ Προεδρεῖον εἶχεν ἀναγνώσει τὴν ἐρώτησιν τῆς ἀριστερᾶς, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις εἶχε δηλώσει, ὅτι δέχεται τὴν συζήτησιν, διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην, ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ περιπέτεια τῆς συζητήσεως θὰ εἶχε προληφθῆ. Αὐτὰ διὰ τὸ πολιτικὸν θέμα. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ θέμα τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἀνακύπτει τὸ θέμα τῆς ἑρμηνείας αὐτῆς τῆς τελευταίας παραγράφου, τοῦ ἄρθρου 35. Καὶ ἑπομένως, εὔλογον ἦτο νὰ διεξαχθῇ συζήτησις διὰ τὴν ἀληθῆ της ἔννοιαν. Ὅτι εἶναι ἀσαφές εἶναι βέβαιον. Ἀκριβῶς ὅμως, διότι εἶναι ἀσαφής, καὶ διότι τὸ θέμα ἔρχεται διὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ἑρμηνεία της δὲν θὰ πρέπει νὰ ἀπόκειται εἰς τὸ Προεδρεῖον. Εὔλογον εἶναι νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἀληθῆ της ἔννοιαν.
§106Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἤθελον νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀξ)μον κ. Ἀρχηγὸν τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων. Τὸ προέχον θέμα, ἄλλως τε καὶ ὁ ἴδιος τὸ ἐτόνισε, κατὰ τὴν πρώτην φάσιν τῆς συζητήσεως, δὲν ἦτο τὸ θέμα τῆς οὐσίας, πότε θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν, ἦτο τὸ θέμα ἐὰν αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ τελευταία αὐτὴ παράγραφος θὰ ἀποτελέσῃ τρόπον περιγραφῆς τῶν ἄλλων διατάξεων αἱ ὁποῖαι καθορίζουν τοὺς κανόνας τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐδεχόμεθα ὡς ἐπορεύετο ἡ συζήτησις τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζον οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἡρμήνευσαν, ὡς τὴν ἡρμήνευσαν, θὰ εἶχον τὴν δυνατότητα, 10 βουλευταὶ οἱουδήποτε Κόμματος, ἀνὰ πᾶσαν ἡμέραν νὰ δημιουργοῦν θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ κατήρτιζον οὐσιαστικῶς τὴν πορείαν καὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν συζητήσεων. Αὐτὸ ἦτο τὸ κύριον θέμα καὶ εἰς αὐτὸ ὑπῆρξεν ἀπόλυτος ἄρνησις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος καὶ ἡ ἰδική σας ἄρνησις. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς προεβλήθη ἀπὸ τὸν κ. Ζορμπᾶν ἡ αἴτησις συζητήσεως κατὰ τὴν νόμιμον διαδικασίαν, ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν δεχόμεθα ἦτο ἄμεσος.
§107Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Εἶναι βέβαιον, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐὰν ὑπῆρχεν ὀλίγη ψυχραιμία δὲν θὰ ὑπῆρχον διαφωνίαι ὡς πρὸς τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ τοὐλάχιστον. Ἤκουσα ὁμιλοῦντα τὸν κ. Κύρκον καὶ διεπίστωσα, ὅτι ἐξέθεσε τὰ πράγματα ὅπως ἀκριβῶς συνέβησαν. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον, ὅπου χθὲς μετέβημεν μαζί, νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασίς μας πρὸς συζήτησιν κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν καιρὸν διὰ νὰ κατατοπισθῇ περὶ τῆς προτάσεώς μας. Τότε ὁ κ. Κύρκος ἐδέχθη νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις πρὸς συζήτησιν σήμερον, ἀφοῦ ἀναγνωσθῇ, καὶ τὸ Σῶμα ἐνήμερον τοῦ περιεχομένου της ἀποφανθῇ καὶ περὶ τῆς οὐσίας της. Ἀπορῶ διατὶ κατεβλήθη προσπάθεια νὰ ἐμφανισθῇ, ὅτι ὁ κ. Κύρκος διέστρεψε τὰ συζητηθέντα καὶ συμφωνηθέντα. Ἐξ ἄλλου περὶ τοῦ ὅτι δῆθεν καταβάλλεται προσπάθεια παρ’ ἡμῶν, προσπάθεια δηλαδὴ διαστροφῆς τῶν πραγμάτων καὶ περιγραφῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἰσχυρίσθη κατὰ τὴν παρέμβασίν του καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ὑπομνήσω, ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἐγένετο χρῆσις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 35 διὰ νὰ συζητηθῇ ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων ποὺ ἤθελαν νὰ τὸ συζητήσουν δὲν ἦτο οὔτε ἔλεγχος, οὔτε νομοθετικὴ ἐργασία. Πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς ἀποφάσεως ποὺ ἔλαβε τὸ Σῶμα σχετικῶς μὲ τὴν διαδήλωσιν τῆς πίστεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐμμένει εἰς τὴν αὐτοδιάθεσιν τῶν Κυπρίων. Τὴν πρότασιν εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ τότε δὲν ὑπῆρξεν ἄποψις, ὅτι ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις. Ἐνομίσαμεν, λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν ὡρισμένα γεγονότα ὅπως ὁ λαβὼν χώραν τὴν Πρωτομαγιὰν ξυλοδαρμὸς τῶν ἐργαζομένων καὶ τοῦ προέδρου τῶν Ἑλλήνων ἠθοποιῶν νὰ τὰ φέρωμε πρὸς συζήτησιν ἐπικαίρως διὰ νὰ λάβῃ ἀφορμὴν τὸ Σῶμα καὶ νὰ διαδηλώσῃ τὴν ἀντίθεσίν του πρὸς αὐτὰ τὰ γεγονότα καὶ τοὺς ὑπευθύνους. Ἐξ ἀφορμῆς αὐτῶν τῶν γεγονότων καὶ τῆς συλλήψεως στελεχῶν τῆς Ε. Δ.Α. ὑποβάλλομεν τὴν πρότασίν μας καὶ ἐπιμένομεν νὰ συζητηθῇ. Διότι κατὰ τὴν ἄποψίν μας καὶ νομίζομεν καὶ τῆς κοινῆς γνώμης.... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Δεξιᾶς).
§108Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Σοφιστεία, κ. Ἐφραιμίδη, εἶναι αὐτό, τὸ ὁποῖον κάμνετε αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐνῷ ὁμιλεῖτε περὶ τῆς διαδικασίας ποὺ θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιδιώκετε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§109Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιστολῆς. Δὲν ἀποτελεῖ τίποτε ἄλλο ἀπὸ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων ἢ ἐπερωτήσεων. Ἐξ ἄλλου ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων καὶ ὁ ἔγκριτος νομομαθὴς κ. Ν. Μπακόπουλος, ὡμίλησαν περὶ αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε, οὔτε κίνδυνος διὰ τὴν Δημοκρατίαν, οὔτε παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὁποίων κόπτεται δῆθεν ἡ ἀριστερά. Σκοπὸς τῆς ἀριστερᾶς εἶναι διαβάλλῃ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται ταῦτα νὰ ἀσκοῦν τὸ καθῆκον των. Πληροφορῶ ὅμως, τὴν ἀριστεράν, ὅτι τὰ Σώματα Ἀσφαλείας καὶ παρὰ ταῦτα θὰ ἐξακολουθήσουν εἰς τὸ ἀκέραιον νὰ ἐπιτελοῦν τὸ καθῆκόν των.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἐμπίπτει εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἠγέρθησαν οἱ ὀλιγώτεροι). Συνεπῶς τὸ Σῶμα παρεδέχθη, ὅτι ἡ ἐν λόγῳ πρότασις ἀποτελεῖ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, δεχθὲν οὕτω τὴν ἄποψιν τοῦ Προεδρείου καθ’ ἣν τοιούτου περιεχομένου ἔγγραφα ἀποτελοῦντα οὐσιαστικῶς ἔλεγχον δέον νὰ ἀκολουθῶσι τὴν περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου διαδικασίαν.
§111Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐπιστολή, κ. Πρόεδρε, θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐρώτησις καὶ θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων. Ἐρωτῶ μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συζητηθῇ τὴν προσεχῆ Τρίτην.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαρρυθμίσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ Τελωνειακοῦ Δασμολογίου Εἰσαγωγῆς». Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Π. Γυιόκας, ἔχει τὸν λόγον.
§113Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς τὰς φιλελευθέρας οἰκονομίας, τὸ δασμολόγιον ἀποτελεῖ ἕνα μέσον προστασίας τῆς οἰκονομίας ἔναντι τῆς εἰσβολῆς προϊόντων ξένων ἀγορῶν. Παρὰ ταῦτα, ἡ ὑπερβολὴ εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς δασμολογικῆς προστασίας δημιουργεῖ μίαν διεθνῆ δυσχέρειαν, ἥτις προκαλεῖ ἀνωμαλίας εἰς τὰς διεθνεῖς συναλλαγάς. Αἱ χῶραι αἱ ὁποῖαι ἐδοκιμάσθησαν ἀπὸ τὸν τελευταῖον πόλεμον καὶ ἰδίως ὅσαι ἐδοκιμάσθησαν ἀπὸ τὴν ξενικὴν κατοχήν, εἶχον ἀναγκασθῆ νὰ λάβουν περιοριστικὰ μέτρα τῶν εἰσαγωγῶν των. Εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν μελῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἰς Χαβάναν, ἀπεφασίσθη ἡ ἄρσις τῶν περιορισμῶν πρὸς διεκόλυνσιν τῶν συναλλαγῶν. Οὕτω ἐγένετο ἡ γνωστὴ σύμβασις περὶ δασμῶν καὶ ἐμπορίου ἡ ὁποία ἴσχυσεν ἀπὸ 1.1. 54. Ἡ ἐν λόγῳ σύμβασις παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς τὰς Κυβερνήσεις τῶν κρατῶν τὰ ὁποῖα ὑπέγραψαν ὅπως ἀνὰ 3ετίαν προβαίνουν εἰς ἀναθεωρήσεις τοῦ δασμολογίου, ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ τοῦ παρόντος Νομοθετήματος κάνει χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ὁποίου ἡ ἐν λόγῳ σύμβασις τῆς παρέχει. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως ὡρισμένων δασμῶν θὰ προστατευθῇ ἡ ἐγχώριος παραγωγή, ἐπίσης δὲ περιορίζονται ὡρισμένοι ἄλλοι ἀντισταθμιστικοὶ δασμοί. Αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἤδη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει περιληφθῆ εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον περὶ δασμολογίου καὶ αἱ διατάξεις του θέλουσι συζητηθῆ διὰ μακρῶν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§115Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀρθῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἶπεν, ὅτι τὰ φορολογικὰ μέτρα ἐκφράζουν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Κατέστη ὅμως συνήθεια τῆς Κυβερνήσεως παρόμοια νομοθετήματα νὰ συζητοῦμε μετὰ 2ετίαν ἀπὸ τὴν κατάθεσίν των καὶ φαίνεται ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἐθισθῆ ἀπὸ τὴν θεωρίαν ταύτην καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν συζητεῖται σήμερον τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ συζήτησις καὶ ἄχαρις εἶναι καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ὑπεβλήθη τὴν 4.7.1959.
§116Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, σήμερον μᾶς ἐταλαιπωρήσατε ἀσκόπως ἐπὶ 3 ὥρας. Προηγήθησαν ἄλλα νομοσχέδια.
§117Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Διότι ἡ Βουλὴ ἀσχολεῖται μὲ τὸν Μέρτεν. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ὑποστηρίζων τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶπεν ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα προβλέπει τὴν αὔξησιν ὡρισμένων δασμῶν πρὸς προστασίαν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Ἡ ὀρθὴ ἀρχὴ εἶναι ὅτι αἱ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις πρέπει νὰ ὑποστηρίζωνται ἐφ’ ὅσον ὑποβοηθοῦν τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ παρόντος νομοθετήματος ἀφίσταται αὐτῆς τῆς θεωρίας καὶ ἐπιχειρεῖ νὰ προστατεύσῃ βιομηχανίας μὴ βιωσίμους. Παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ βιομηχανία μαχαιρίων καὶ περονίων λαϊκῆς καταναλώσεως, ἡ ὁποία ὅτε ἱδρύθη εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της τὸ ὑφιστάμενον δασμολόγιον, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ἤδη ζητεῖ αὔξησι ἀπὸ 15% διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συναγωνισθῇ τὰς ξένας βιομηχανίας. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ὅταν ἤρχισε νὰ λειτουργῇ ἡ βιομηχανία αὐτή, τὸ δασμολογικὸν καθεστὼς ἦτο δεδομένον. Ἔπρεπε, λοιπόν, προτοῦ ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ ἡ βιομηχανία αὐτή, νὰ σταθμίσῃ καλῶς τὸ καθεστὼς τὸ δασμολογικόν, τὸ ὁποῖον ὑφίστατο. Περαιτέρω, ὑπάρχει βιομηχανία ὀπτικῶν, λειτουργοῦσα ἀπὸ 7ετίας. Καὶ τῆς βιομηχανίας αὐτῆς αἱ ἀξιώσεις υἱοθετοῦνται. Αἱ ἀξιώσεις αὐταὶ συνίστανται, πρῶτον, εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ δασμοῦ τῶν εἰσαγομένων διόπτρων καὶ δεύτερον, εἰς τὴν μείωσιν τοῦ δασμοῦ τῆς εἰσαγομένης πρώτης ὕλης. Καὶ ἂν ἡ βιομηχανία αὐτὴ ἠξίου τὴν μείωσιν τῆς πρώτης ὕλης, τὸ αἴτημά της θὰ ἦτο λογικόν. Ὑπάρχει, ἐπίσης καὶ ἡ βιομηχανία ψηκτρῶν στόματος.
§118Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, σεῖς ὁ ὁποῖος κατέχετε τὸ θέμα τοῦ δασμολογίου, ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε πόσον ἐπιβαρύνεται ἕκαστον ζεῦγος διόπτρων ἀξίας 200 δραχμῶν;
§119Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Μάλιστα. Δύο δραχμάς.
§120Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Συνεπῶς, ἐπὶ κόστους διακοσίων δραχμῶν, ἐπιβαρύνονται μὲ δύο δραχμάς. Δὲν ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν Ἑλληνικὴν παραγωγήν;
§121Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Βεβαίως, κ. Ὑπουργέ, ἐνδιαφέρομαι. Νὰ προστατεύεται ὅμως, ὄχι εἰς βάρος τοῦ καταναλωτικοῦ κοινοῦ. Ἐπίσης, διὰ τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν ψηκτρῶν ὀδόντων, ἡ βιομηχανία αὐτὴ ἔχει τὴν ἀπαίτησιν, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μὴ παρακολουθῇ τὴν πρόοδον τῆς τεχνικῆς καὶ νὰ δουλεύῃ μόνον δι’ αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῖ δεκαπλασιασμὸν τοῦ δασμοῦ διὰ νὰ ἀποκομίζῃ τεράστια κέρδη. Συγκεκριμένως αἱ ψῆκτραι ὀδόντων, ὑπήγοντο εἰς τὸν δασμὸν διὰ νὰ θησαυρίσῃ ἡ βιομηχανία αὐτή. Εἶναι λογικὸν αὐτά; Κύριοι συνάδελφοι, τοιούτου εἴδους διατάξεις ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι. Ἐπὶ πλέον, ὑπάρχουν διατάξεις αἱ ὁποῖαι θίγουν καὶ καταναλωτικὰ εἴδη, ὅπως αἱ τῶν ἐκχυλισμάτων τοῦ καφέ. Καὶ αὐτῶν ἡ δασμολογικὴ ἐπιβάρυνσις ἐδεκαπλασιάσθη. Συνεπῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι τόσον ἀθῶον καὶ ἐξυπηρετικὸν τῶν συμφερόντων τοῦ καταναλωτικοῦ κοινοῦ, ὅπως παρεστάθη. Νομίζω, λοιπόν, κ. συνάδελφοι, ὅτι θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις, ὅταν σκέπτεται νὰ φέρῃ τοιαῦτα νομοσχέδια, νὰ τὰ φέρῃ ἐγκαιρότερον πρὸς συζήτησιν καὶ ὄχι μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς των, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν, ἐφ’ ὅσον κριθῇ, ὅτι δὲν εἶναι ἐξυπηρετικά, νὰ τὰ τροποποιῇ ἢ καὶ νὰ τὰ ἀνατρέπῃ. Αὐτά, κ. συνάδελφοι, ἐπεθύμουν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τοῦ Σώματος.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§123Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐμελέτησα μετὰ προσοχῆς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ νομίζω, ὅτι εὗρον εἰς τὰς διατάξεις του εἱρμὸν καὶ λογικήν. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ διαπιστώσω, ὅτι Δασμολογικὸν νομοσχέδιον χαρακτηρίζεται ὑπὸ λογικῆς καὶ συνεπείας. Ἐπιβάλλει δασμοὺς ὅπου θέλει νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν καὶ μειώνει τοὺς δασμοὺς ὅπου τοῦτο εἶναι χρήσιμον. Μία μόνον παρατήτηρησιν ἔχω νὰ κάμω, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἤδη καὶ κατὰ τὸ 1954, ὅτε ἐψηφίζετο ἄλλο δασμολογικὸν νομοσχέδιον καὶ ἐπεβάλλετο δασμὸς ἐπὶ τῆς εἰσαγομένης ξυλείας διὰ τὰ κιβώτια ποὺ χρησιμοποιοῦνται πρὸς συσκευασίαν τῶν ἐξαγωγίμων γεωργικῶν μας προϊόντων. Ὁ δασμὸς οὗτος θέλει νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐγχώριον ξυλείαν, ἀλλὰ δὲν προστατεύει καὶ τὰ ἐγχώρια γεωργικὰ ἐξαγώγιμα προϊόντα, διότι οἱ παραγωγοὶ δὲν χρησιμοποιοῦν διὰ τὰ ξυλοκιβώτιά των ἐγχώριον ξυλείαν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκουν ἀκατάλληλον, ἀλλὰ εἰσάγουν ξένην καὶ μὲ τὸν ηὐξημένον δασμὸν ποὺ καταβάλλουν, αὐξάνουν τὸ κόστος τῶν γεωργικῶν προϊόντων καὶ δὲν δύνανται νὰ καταστήσουν ταῦτα συναγωνίσιμα τῶν ξένων τοιούτων.
§124Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν ξυλείαν, κ. συνάδελφε, ἐκ τοῦ δασμοῦ ἐπιστρέφομεν τὸ 50%
§125Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ τὸ πρόβλημα τῆς ἐξαγωγῆς τῶν γεωργικῶν προϊόντων εἶναι βασικὸν διὰ τὴν χώραν μας, δι’ αὐτὸ ἐπιμένω εἰς τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἐξέθεσα, διότι καὶ τὸ 50% τοῦ δασμοῦ ποὺ καταβάλλεται εἶναι βαρὺ καὶ ἐπιβαρύνει τὸ κόστος τῶν γεωργικῶν μας προϊόντων καὶ δυσχεραίνει τὴν ἐξαγωγήν των. Δεύτερον, παρετήρησα, ὅτι ἐπιβάλλεται δασμὸς εἰς τὰ καπνογόνα κηρία μικρὸς κατ’ ἀρχήν, ἐπειδὴ τὸ εἶδος τοῦτο δὲν περιελαμβάνετο εἰς τὸ δασμολόγιον καὶ ἕνεκα τούτου ἐδασμολογεῖτο ὑπερμέτρως. Ὀρθὴ ἡ διάταξις, θὰ ἤθελα ὅμως τὸν δασμὸν ἀκόμη μικρότερον, εἰς τὸ ἐλάχιστον σημεῖον, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ὑλικοῦ τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἀπαραίτητον διὰ τὴν καταπολέμησιν τῶν παγετώνων ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὑποφέρουν τὰ γεωργικά μας προϊόντα. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει καὶ ὁ δασμὸς οὗτος νὰ μειωθῇ ἵνα ἐνθαρρυνθοῦν οἱ παραγωγοί μας εἰς τὴν χρῆσιν τῶν καπνογόνων κηρίων, διὰ τὴν προστασίαν τῶν γεωργικῶν προϊόντων ἀπὸ τοὺς παγετῶνας.
§126Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο περιλαμβάνει διατάξεις, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων ἀφορῶσι δασμολογικὰς μεταβολὰς (ἄρθρα 1–7). Τινὲς διεσπαρμέναι μεταξὺ τῶν δασμολογικῶν μεταβολῶν ἀφορῶσι φόρον κύκλου ἐργασιῶν καὶ φόρον πολυτελείας ἐπὶ εἰσαγομένων εἰδῶν καὶ μία, ἡ τοῦ ἄρθρου 8, ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς ρητίνης. Τὸ ἄρθρον 9 ὁρίζει τὰ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ἄρθρον ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τῶν ἄρθρων 1, 4, 5 καὶ 6 ὡρίσθη ἀπὸ τῆς 4ης Ἰουλίου 1959 τῶν δὲ λοιπῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 2, 3 καὶ 7 δὲν ἴσχυσαν μέχρι τοῦδε, αἱ δι’ αὐτῶν δὲ ἐπερχόμεναι δασμολογικαὶ μεταβολαὶ ἔχουσιν ἐνταχθῆ εἰς τὸ νέον δασμολόγιον. Κατόπιν τούτου δέον νὰ διαγραφῶσι τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 καὶ αἱ παράγραφοι 1, 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 7, οὕτω δὲ τὰ τέως ἄρθρα 4, 5 καὶ 6 λαμβάνουσιν ἀντιστοίχως ἀριθμοὺς 2, 3 καὶ 4, αἱ μὴ διαγραφόμεναι διατάξεις (παράγρ. 4 καὶ 5) τοῦ ἄρθρου 7 θὰ παραμείνωσιν ὡς ἄρθρον 5 καὶ τὰ ἄρθρα 8 καὶ 9 θὰ λάβωσι ἀριθ. 6 καὶ 7. Αἱ διὰ τῶν ἄρθρων 1, 4, 5 καὶ 6 ἐπελθοῦσαι δασμολογικαὶ μεταβολαὶ ἐνετάχθησαν εἰς τὸ νέον δασμολόγιον, δι’ ὃ καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν δέον νὰ παύσῃ τὴν προηγουμένην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νέου Δασμολογίου, ἤτοι τὴν 26ην Ἀπριλίου 1960. Αἱ διατάξεις ὅμως τῶν αὐτῶν ἄρθρων αἱ ἀφορῶσαι φόρον κύκλου ἐργασιῶν καὶ φόρον πολυτελείας δέον νὰ διατηρηθῶσιν ἐν ἰσχύϊ. Αὗται εἶναι 1) τὸ δεύτερον ἐδάφιον τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 4 (νῦν 2), ἀφορῶν τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ὠῶν ἀπὸ τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν, 2) ἡ παράγραφος 5 τοῦ ἄρθρου 5 (νῦν 3), ἀφορῶσα τὴν ἐπιβολὴν φόρου πολυτελείας ἐπὶ τῶν ἐπιμεταλλωμένων δερμάτων, 3) ἡ παράγραφος 15 τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ἀφορῶσα τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν διὰ γεωργικοὺς σκοποὺς καὶ τῶν ἀντιπαγετικῶν καπνογόνων κηρίων, 4) αἱ παράγραφοι 3, 6 καὶ 8 τοῦ ἄρθρου 6 (νῦν 4) ἀφορῶσα τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου κύκλου ἐργασιῶν ὡρισμένων ἐκ τῶν μὴ συνεχῶν τεχνητῶν ἰνῶν, τῶν ἀναγεννημένων ἐρίων καὶ τῶν ρακῶν ὑφασμάτων. Ἐπίσης αἱ διατάξεις τῶν παραγράφων 4 καὶ 5 τοῦ ἄρθρου 7 (νῦν 5) δέον νὰ διατηρηθῶσιν ἐν ἰσχύϊ. Τὸ τελικὸν ἄρθρον 7 δέον ὅθεν νὰ διαρρυθμισθῇ ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 7. Ἡ ἰσχὺς τῶν ἄρθρων 1, 2, 3 καὶ 4 ἄρχεται τὴν 4ην Ἰουλίου 1959 καὶ λήγει τὴν 26ην Ἀπριλίου 1960, πλὴν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 2, τῶν παραγράφων 5 καὶ 15 τοῦ ἄρθρου 3 καὶ τῶν παραγράφων 3, 6 καὶ 8 τοῦ ἄρθρου 4, αἵτινες ἐξακολουθοῦσιν ἰσχύουσαι. Ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου 5 ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ δὲ ἄρθρου 6 ὡς ἐν αὐτῷ ὁρίζεται.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὡς ἄνω σχέδιον Ν. Δ. κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον;
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ σχέδιον Ν. Δ. «περὶ διαρρυθμίσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ Τελωνειακοῦ Δασμολογίου Εἰσαγωγῆς». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς τελωνειακῆς καὶ δασμολογικῆς νομοθεσίας, κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κλπ.». Ὁ κ. Σ. Κωτιάδης, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§130Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι συναφὲς πρὸς τὸ προηγούμενον καὶ ἀφορᾷ εἰς τὴν διαρρύθμισιν καὶ τροποποίησιν ὡρισμένων δασμολογικῶν διατάξεων διὰ νὰ προσαρμοσθοῦν πρὸς τὴν πραγματικότητα. Καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἡ κατευθυντήριος γραμμὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἡ ἐνίσχυσις τῆς γεωργικῆς μας παραγωγῆς, διὰ τὴν ὁποίαν τόσον ἐνδιαφέρεται ἡ Κυβέρνησις. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ὑπεισέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ περιβάλῃ διὰ τῆς ψήφου της.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Εὐαγγελίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§132Ι. ΕΥΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ρυθμίζει ὡρισμένα θέματα διοικητικῆς φύσεως, δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν παρατηρήσεις. Μόνον διὰ τὸ ἄρθρον 4 τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν κύρωσιν εἰκοσάδος πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχομεν νὰ κάμωμεν ὡρισμένας παρατηρήσεις. Εἴχομεν, κ. Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε εἴπει, ὅτι ἡ μέθοδος αὐτή, διὰ τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νομοθετήσεως πρέπει νὰ σταματήσῃ, ἐν τούτοις ὑπάρχουν ἀπὸ τοῦ 1958 καὶ 1959 πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου αἱ ὁποῖαι ἔχουν νομοθετικὸν περιεχόμενον. Δὲν εἶναι ὀρθὸν διὰ θέματα ἀτομικῆς φύσεως νὰ ἀσχολῆται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ τὰ ρυθμίζῃ διὰ πράξεών του. Ἐάν, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἰσαχθοῦν ἔξωθεν ὡρισμένα ἐργαλεῖα διὰ τὰ Νοσοκομεῖα ἀτελῶς, τοῦτο πρέπει νὰ ἰσχύσῃ δι’ ὅλα τὰ Νοσοκομεῖα καὶ ὄχι μόνον δι’ ὡρισμένα ἐξ αὐτῶν. Εἰδικῶς, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα τῶν ἀτελειῶν δὲν πρέπει νὰ ρυθμίζεται διὰ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§134Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου παρέχονται εἰς εὐρεῖαν κλίμακα δασμολογικαὶ ἀτέλειαι εἰς ἱδρύματα, εἰς κατηγορίας ὑπαλλήλων, εἰς μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους κλπ. Πλήττεται ὅμως, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἡ γεωργική μας παραγωγή, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖται ἡ ἀτέλεια τῶν ψεκαστήρων καὶ θειοτήρων. Τὰ χρήσιμα αὐτὰ διὰ τὴν προστασίαν τῶν γεωργικῶν μας προϊόντων ἐργαλεῖα, ἔδει νὰ ἦσαν προσιτὰ εἰς τοὺς παραγωγούς μας, διότι ἔχουν εὐρεῖαν ἀνὰ τὴν χώραν χρῆσιν. Δυστυχῶς τὰ ἐγχώρια ὁμοειδῆ ἐργαλεῖα, δὲν ἔχουν φθάσει ἀκόμη εἰς τὸ σημεῖον τῆς τελειότητος. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἔδει ἀκόμη νὰ διατηρηθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ δασμολογική των ἀτέλεια ἵνα οἱ παραγωγοί μας ἐφωδιάζωνται μὲ τὰ καλύτερα ἐργαλεῖα πρὸς προστασίαν τῶν καρπῶν των. Μὲ αὐτὴν τὴν παρατήρησιν μόνον, δηλῶ, ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Θὰ ἤθελα ὅμως ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νομοσχεδίου δι’ οὓς λόγους ἀνέφερον.
§135Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ζορμπᾶν, ὅτι πράγματι, ἡ ἀνησυχία ἦτο καὶ ἰδική μας διὰ τοὺς ψεκαστῆρας. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Βιομηχανίας μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι οἱ ψεκαστῆρες οἱ ὁποῖοι κατασκευάζονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐφάμιλλοι τῶν Εὐρωπαϊκῶν.
§136Θ. ΔΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχει ἕνας τύπος ψεκαστῆρος ποὺ δὲν παράγεται εἰς τὴν Ἑλλάδα, νομίζω, ὅτι αὐτὸν τὸν τύπον πρέπει νὰ τὸν προσέξητε καὶ νὰ ἐξαιρεθῇ τοῦ δασμολογίου.
§137Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκον). Δι’ αὐτοὺς τοὺς ψεκαστῆρας προβλέπεται χαμηλὸς δασμός.
§138Θ. ΔΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀπαλλαγοῦν τελείως, κ. Ὑπουργέ.
§139Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκον.). Κύριε συνάδελφε, εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει τὰς εἰσηγήσεις τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργείων τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς θὰ ἐξήτασαν καὶ τὴν περίπτωσιν ταύτην.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ὡς ἄνω σχέδιον Ν. Δ. κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ σχέδιον Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς τελωνειακῆς καὶ δασμολογικῆς νομοθεσίας, κυρώσεως πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κλπ.». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκον. ἔτη 1948– 1949 μέχρι 1958 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου». Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε μίαν τροπολογίαν, ἀλλὰ παραιτεῖται αὐτῆς καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ εἰς τὸ σύνολον.
§143ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκον. ἔτη 1948– 1949 μέχρι 1958 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.30′ μ. μ.)