1960.03.03
3,301 rows · 24,276 words · 174 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55η
Πέμπτη 3 Μαρτίου 1960
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.00′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Λ. Μπατρῖνος). Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς).... (ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Παυλόπουλος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Πανούσης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν νόμων καὶ μέτρων ἀφορώντων τὰς χερσαίας μεταφοράς». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Θεοδοσιάδης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων φορολογικῶν νόμων καὶ μέτρων ἀφορώντων τὰς χερσαίας μεταφοράς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Σπαθάρης, Γ. Σαμαρᾶς, Α. Παυλόπουλος, Κ. Μακρῆς, Π. Ξενοδοχειάρης καὶ Α. Ἀηδονᾶς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Δ. τῆς 14 Νοεμβρίου 1956 «περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν ἰσολογισμῶν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν» καὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 46652)2997 τῆς 3.12.1956 κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορίου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Βρανόπουλος, Π. Σταυρόπουλος, Ι. Ἰντζές, Α. Θεοδοσιάδης, Π. Οἰκονομίδης, Α. Ταλιαδοῦρος, Α. Φράγκος καὶ Θ. Δούκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Ταχυδρομικὴν Ὑπηρεσίαν». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Μυριδάκης, Ι. Χατζηδῆμος, Χ. Πιπιλῆς, Α. Ἀηδονᾶς, Ι. Σπαθάρης, Α. Βογιατζῆς, Γ. Παπαευθυμίου, Ι. Ἰντζές, Δ. Ρώμας, Α. Θεοδοσιάδης, Α. Παπαχρήστου, Σ. Μαυρουκάκης, Δ. Βρανόπουλος καὶ Π. Γυιόκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 162)1959 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ρυθμίσεως τρόπου ἐξοφλήσεως καθυστερουμένων ἀσφαλιστικῶν εἰσφορῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Θανασέκου, Α. Κακογιάννης καὶ Γ. Κατσίμπας, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κόμματος Φθιώτιδος, αἰτουμένων τὴν ἀπόλυσιν ἐκ τῶν φυλακῶν, βάσει τῷ Ν. 2058)52 περὶ μέτρων εἰρηνεύσεως, τοῦ συμπατριώτου των Κων)νου Πουρνάρα. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Θανασέκου, Γ. Κατσίμπας καὶ Α. Κακογιάννης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Καστανιᾶς Φθιώτιδος, αἰτουμένων τὴν ἀποφυλάκισιν τοῦ συμπατριώτου των Περικλῆ Δ. Φούρλα καὶ τὴν χορήγησιν γενικῆς ἀμνηστίας. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Σβώλου, Β. Θανασέκου καὶ Ε. Μπενᾶ, καταθέτουν ἀναφορὰν ἐξορίστων ἐν Σπάρτῃ γυναικῶν Αὐγῆς Χαραλαμπίδου, Βασιλ. Θεριάδου, αἰτουμένων τὴν ἀπόλυσίν των ἢ τοὐλάχιστον τὴν χορήγησιν τοῦ ἐπιδόματος διατροφῆς, ἐξόδων στεγάσεως καὶ ἰατροφαρμακευτικῆς των περιθάλψεως. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Θανασέκου, Γ. Σπηλιόπουλος καὶ Κ. Χιωτάκης, καταθέτουν ἀναφορὰν πολιτικῶν ἐξορίστων Ἁγίου Εὐστρατίου, αἰτουμένων λῆψιν ἰατροφαρμακευτικῶν καὶ νοσοκομειακῶν ὑπὲρ ἀσθενῶν μέτρων, κατάργησιν μετεκτοπίσεων καὶ στρατοπέδων συγκεντρώσεως (Ἅγιος Εὐστράτιος, Ἀντικύθυρα, Σπάρτη, Τρίπολις). Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Γιαχνῆς, Σ. Ἡλιόπουλος, Μ. Σβώλου καὶ Γ. Αὐγερόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἁγίου Κωνσταντίνου Αἰγάλεω, αἰτουμένων διάθεσιν ἀριθμοῦ λεωφορείων διὰ τὴν συγκοινωνιακὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συνοικίας των. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Χριστογεῶργος, Δ. Κελτεμλίδης, Γ. Πρίφτης καὶ Β. Θανασέκου, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργικοῦ Συνεταιρισμοῦ Ἐγκλουβῆς–Λευκάδος, αἰτουμένου τὴν συνταξιοδότησιν τῶν ἀγροτῶν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Μεσολογγίου καὶ τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἀγρινίου, διὰ τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ μὴ κατάργησις τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου Κρυονερίου– Μεσολογγίου–Ἀγρινίου. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν πεντήκοντα ἐργατῶν Μεσολογγίου κατόχων ἐργατικῶν κατοικιῶν, αἰτουμένων τὴν μείωσιν τοῦ ποσοῦ ἀξίας τῶν ἐν λόγῳ κατοικιῶν ἀπὸ 84.000 εἰς 50.000–60.000. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Ι. Πωλιουδάκης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἡρακλείου, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἵδρυσιν αὐτοτελοῦς Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου ἐν Ἀθήναις. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐπαγγελματικῆς Ἑνώσεως Λεμβούχων Πειραιῶς «Ὁ Προφήτης Ἠλίας», αἰτουμένης τὴν ἀπορρόφησιν τῶν μελῶν της ὑπὸ τοῦ Ο.Λ.Π. εἰς τὸ ἐργατικὸν προσωπικὸν αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Ἀγρινίου, Ἀμφιλοχίας, Περιχώρων, αἰτουμένου τὴν ἀποστολὴν 500.000 δραχ. διὰ συνέχισιν ἔργων καὶ ἀπασχόλησιν ἀνέργων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Εὐαγγέλου, Δ. Κελτεμλίδης, Β. Ἐφραιμίδης καὶ Δ. Σπυρίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἐθν. Ἑνώσεως Φυματικῶν Θεσσαλονίκης καὶ Περιχώρων, αἰτουμένης τὴν χορήγησιν ἐπιδόματος ἐκ δραχ. 300 μηνιαίως εἰς τοὺς νοσηλευομένους φυματικοὺς ἀνασφαλίστους ἀπόρους. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐργατοτεχνιτῶν καὶ ὑπαλλήλων Ναυστάθμου, αἰτουμένων τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου χαρακτηρίζοντος τὴν σχέσιν ἐργασίας των, ὡς σχέσιν Ἰδιωτικοῦ Δικαίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Η. Ἠλιοῦ καὶ Π. Γλιγλῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν πατατοπαραγωγῶν Ἐρεσσοῦ, αἰτουμένων ἄμεσον παραλαβὴν τῶν γεωμήλων συγκεντρώσεως, παράτασιν τῆς προθεσμίας συγκεντρώσεως μέχρι τῆς 15ης Μαρτίου καὶ διπλασιασμὸν τῆς συγκεντρωθησομένης ποσότητος, λόγῳ τῆς ηὐξημένης παραγωγῆς. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Η. Ἠλιοῦ, Β. Θανασέκου καὶ Γ. Σπηλιόπουλος, καταθέτουν ἀναφορὰν πολιτικῶν ἐξορίστων Ἁγίου Εὐστρατίου, αἰτουμένων ἀπόλυσιν ἢ μεταγωγὴν τοὐλάχιστον βαρέως ἀσθενῶν εἰς Νοσοκομεῖα Ἀθηνῶν, διάλυσιν στρατοπέδων κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Ὀργανώσεων Φαρσάλων, ζητούντων τὴν διατήρησιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Βόλου–Καλαμπάκας. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Σ. Χούτας, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου, τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Μεσολογγίου κλπ., αἰτουμένων τὴν μὴ κατάργησιν τοῦ Σιδηροδρομικοῦ Δικτύου Σ.Β.Δ.Ε. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν 18 ἐπιτυχόντων εἰς διαγωνισμὸν ἀμίσθων Δικαστ. Κλητήρων, αἰτουμένων τὴν δημοσίευσιν διορισμοῦ των βάσει τοῦ πίνακος ἐπιτυχόντων. Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Γραμματίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Ν. Λαρίσης, αἰτούντων τὴν ἀποκατάστασίν των διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Ν. 1854)51 καὶ τοῦ ἀπὸ 13.6.1957 Β. Δ. «περὶ Ἐπικουρικοῦ Ταμείου Χωροφυλακῆς». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Ὀπωρολαχανεμπόρων, αἰτουμένης τὴν κατάργησιν τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ μέτρων προστασίας τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Σ. Ἠλιόπουλος, Κ. Κωνσταντάρας καὶ Γ. Κατσίμπας, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Ἀποστράτων Ἀξιωματικῶν Βασ. Ναυτικοῦ, αἰτουμένου ὅπως ἀρθῇ ἡ ἐκκρεμότης ἡ προκληθεῖσα ἀπὸ τὴν μὴ εἰσέτι ὑπὸ τῆς Βουλῆς κύρωσιν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀφορωσῶν συνταξιοδοτικὰ ζητήματα τῶν μελῶν τοῦ ἐν λόγῳ συνδέσμου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας Γκαζοχωρίου (Βοτανικοῦ), αἰτουμένων τὴν κατασκευὴν ἀποχετευτικοῦ ἀγωγού ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Εὐμολπιδῶν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Ι. Ἰντζές, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Κοινότητος Ἁγίου Δημητρίου Ναυπακτίας, αἰτουμένης πίστωσιν δι’ ἐπισκευὴν τοῦ σχολείου, ὅπερ κινδυνεύει νὰ καταρρεύσῃ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν τῆς Βιομηχανίας Ἐλαστικοῦ «ΕΘΕΛ» Α. Ε., αἰτουμένων τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐργοστασίου τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας διὰ χρηματοδοτήσεως ὑπὸ τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ε. Ν. Σοφρᾶ κατοίκου Ἀθηνῶν, αἰτουμένου, ὅπως ἀγροτεμάχιόν του κείμενον εἰς Καραγιαννέϊκα Γαλατσίου, μετατραπῇ εἰς οἰκοδομικὸν τετράγωνον καὶ ὄχι εἰς χῶρον διὰ πράσινον.
§5Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῆς ἐξαγγελίας τῶν Κυβερνητικῶν μέτρων διὰ τὰ καπνά, ἡ παράταξίς μας διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐκθέτει εἰς ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν καταθέτει χωρὶς νὰ τὴν διαβάζωμεν, νομίζει, ὅτι ὄχι μόνον δὲν παρέλκει, ἀλλὰ ἴσα–ἴσα ἐπιβάλλεται ἐπιτακτικῶς ἡ κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν συζήτησις τοῦ θέματος αὐτοῦ, τῆς δυσχερείας περὶ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν καπνῶν καὶ παρακαλεῖ τὸ Προεδρεῖον νὰ προέλθῃ εἰς τὰς δεούσας συνεννοήσεις, ὥστε ὅπως ἐλέχθη μέχρι τῆς αὔριον νὰ εἰδοποιηθοῦν ὅλα τὰ κόμματα ὥστε νὰ εἶναι ὅλοι οἱ παράγοντες τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας σύμφωνοι, διὰ νὰ διεξαχθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Καταθέτω ἐπιστολὴν ἵνα καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικά: 1) Τὴν κατάκτησιν τῶν ἀγορῶν ἀπὸ τὸ Τουρκικὸν καὶ Ἀμερικανικὸν Ντάμπιγκ (διὰ τῶν ἐπιδοτήσεων ἐκ μέρους ἀμφοτέρων τῶν χωρῶν καὶ ἐπὶ πλέον διὰ τῶν ἀπιστεύτων πιστωτικῶν εὐκολιῶν ἐκ μέρους τῆς δευτέρας) φαίνεται ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχομένη ἀμαχητὶ ὡς γεγονὸς τετελεσμένον καὶ μελετᾷ τὴν διὰ πυρὸς καταστροφὴν τοῦ ἐκτοπισθέντος ἀπὸ τὰς ἀγορὰς ἐκείνας ἐθνικοῦ προϊόντος μας, ὥστε νὰ μείνουν εἰς τὴν διάθεσιν Τούρκων καὶ Ἀμερικανῶν. 2) Διὰ νὰ ἀντισταθμίσῃ τὰς ἐπιδοτήσεις τῶν ἀνταγωνιστῶν μας προγραμματίζεται τὴν καταβολὴν τιμῶν κάτω τῶν ἐξαγωγικῶν τοιούτων εἰς ὡρισμένας ἐκλεκτὰς ποικιλίας. 3) Ἐγκαταλείπει τὰς παλαιοτέρας καὶ διαψευσθείσας ἐπαγγελίας της διὰ τὴν ἐξόρμησιν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἐξαγωγῶν καπνῶν. Δὲν φαίνεται νὰ ἀντιμετωπίζῃ καθόλου τὴν ἀναπόδραστον ἐν τούτοις ἀνάγκην τῆς συνδέσεως τῶν εἰσαγωγῶν πρὸς τὰς ἐξαγωγάς, εἰς τρόπον ὥστε αἱ ξέναι οἰκονομίαι ποὺ κερδίζουν ἀπὸ τὴν τοποθέτησιν τῶν προϊόντων των εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὡς μέσον πληρωμῆς ἔχομεν τὰ ἐξαγώγιμα προϊόντα μας καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὰ καπνά μας. 4) Παραγνωρίζει τὰς μεγίστας δυνατότητας ἀναπτύξεως διμερῶν ἀνταλλαγῶν καὶ ἑπομένως ἐξαγωγῶν καπνῶν πρὸς τὰς ἀνατολικὰς χώρας. 5) Βαδίζει ὁλοταχῶς ὑπὸ τὸ σύνθημα τῆς «Ἀναδιαρθρώσεως τῶν καλλιεργειῶν» πρὸς μίαν πολιτικὴν παραγωγικοῦ Μαλθουσιανισμοῦ ποὺ δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἀντικαταστήσῃ ὡρισμένας καλλιεργείας μὲ πολλὰς ἐξησφαλισμένας ἀποδοτικωτέρας ἀλλ’ ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ προσαρμόσῃ τὸ ὕψος τῆς παραγωγῆς τῶν ἐξαγωγίμων προϊόντων μας πρὸς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ ἡμερῶν διαδηλωθείσας ἀπόψεις περὶ ἀνεπιθυμήτου τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἀνταλλαγῶν μὲ τὰς ἀνατολικὰς χώρας. 6) Προσδιορίζει ἔτσι τὴν περαιτέρω πτῶσιν τοῦ ἀπαραδέκτως χαμηλοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν διακοσίων χιλιάδων (200.000) οἰκογενειῶν καπνοπαραγωγῶν, τὴν εὐκολωτέραν δήμευσιν ἀπὸ τὸ καπνεμπόριον τοῦ προϊόντος τοῦ μόχθου των εἰς εὐτελεῖς τιμὰς καὶ τελικὰ δι’ ὅσα καπνὰ θὰ ἔμεναν ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς ἀζήτητα, τὴν προσφορὰν των ὡς ἀξίας κάτω τῶν ὀκτὼ δραχμῶν πρὸς καταστροφὴν διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοὐλάχιστον ἡ μετατροπή των εἰς χρῆμα, εἰς πολὺ ὀλίγον χρῆμα. 7) Ἀγνοεῖ ὅλα τὰ αἰτήματα τῶν καπνοπαραγωγῶν ἰδίως δὲ τὴν ἐνέργειαν συγκεντρώσεως μέσῳ τῶν Συνεταιριστικῶν Ὀργανώσεων καὶ τὴν ἐπιδότησιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 3619)1956 περὶ συστάσεως καὶ ὀργανώσεως Ἑνώσεως Ἰδιοκτητῶν Ἡμερησίων Ἐπαρχιακῶν Ἐφημερίδων» τοῦ νόμου 3505)1956, ὡς καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων σχετικῶν πρὸς τὸν Τύπον». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§7Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Ὑπάρχει μία διαφορά, κ. Πρόεδρε, μεταξὺ τοῦ διανεμηθέντος σήμερον νομοσχεδίου καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐδέχθη τὴν τροποποίησιν ὅπως εἰς τὸν ἐπαρχιακὸν τύπον ὑπαχθοῦν αἱ ἐφημερίδες τοῦ Πειραιῶς ἐφ’ ὅσον ἔχουν ὡρισμένην κυκλοφορίαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε δηλώσει κατηγορηματικῶς κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι θὰ ἐξαιρεθοῦν αἱ ἐφημερίδες τοῦ Πειραιῶς. Παρὰ ταῦτα εἰς τὸ διανεμηθὲν ὑπὸ τὸν τίτλον «ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς», ὑπάρχει αὐτὴ ἡ τροπολογία δυνάμει τῆς ὁποίας ἐφημερίδες τοῦ Πειραιῶς, αἱ ὁποῖαι ἔχουν μέχρι 3.000 φύλλων κυκλοφορίαν, ὑπάγονται εἰς τὸν ἐπαρχιακὸν τύπον. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ διορθωθῇ.
§8Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὸ μὲν ἐλέχθη, κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὅταν ὅμως ἔγινεν ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἄρθρου, ἔθεσα ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὴν τροπολογίαν, ὡς τὴν εἶχον διανείμει, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἐφημερίδες τοῦ Πειραιῶς ὑπὸ τὴν περιωρισμένην κυκλοφορίαν, μέχρι 3.000 φύλλων, θὰ συμπεριλαμβάνωνται. Αὐτὸ εἶχε λεχθῆ, κ. συνάδελφε, κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὄντως εἶχον εἴπει, εἰς διαλογικὴν συζήτησιν, ὅτι ἐάν, ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, συνάδελφοι ἐπιμένουν δι’ ἄλλας περιοχάς, τότε δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀπαλείψω τὴν διάταξιν τοῦ Πειραιῶς. Ἐν τῇ προόδῳ τῆς συζητήσεως, ὅμως, δὲν ὑπῆρξε πλέον λόγος νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὴν σκέψιν μου ἐκείνην καὶ εἶπον ἀντιθέτως, ὅπως ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 παραμείνῃ ὡς αὕτη εἶχε διανεμηθῆ.
§9Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν ρηταὶ δηλώσεις τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς 18ης Φεβρουαρίου. Εἰς τὴν σελίδα ὀκτὼ λέγει ὁ κ. ὑφυπουργός: «Κύριε συνάδελφε, μὴ προχωρῆτε. Ὁ Πειραιεὺς θὰ ἐξαιρεθῇ». Αὐτὰ ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. ὑφυπουργοῦ, εἰς διακοπὴν τὴν ὁποίαν μοῦ ἔκαμε τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέπτυσσα μίαν τροπολογίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεστήριζον τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξαιρέσεως τῶν ἐφημερίδων τοῦ Πειραιῶς.
§10Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, σᾶς ἐξήγησα τί ἐλέχθη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην.
§11Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ παραποιήσεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Νομίζω, δέ, ὅτι ὁ κ. ὑφυπουργὸς ἀντὶ νὰ ἐκνευρίζεται θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε διανείμει τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι ὑπὸ διαφορετικὴν διατύπωσιν καὶ νόημα. Περαιτέρω ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς τὴν σελίδα 9 κάμνει τὴν ἑξῆς δήλωσιν: «Δι’ αὐτὸ προτιμῶ νὰ ἀπαλείψω τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις τοῦ νόμου 3619». Δίς, κ. Ὑπουργέ, ἐπαναλαμβάνετε, τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ ἀπαλείψετε τὴν διάταξιν αὐτήν. Ἐὰν κυττάξετε τὰ πρακτικὰ θὰ ἴδητε, ὅτι ὑπάρχουν αἱ ὡς ἄνω δύο δηλώσεις σας καὶ ὁ Πειραιεὺς πρόκειται νὰ ἐξαιρεθῇ.
§12Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, καὶ προηγουμένως εἶπον εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ἀναφορικῶς μὲ τὰς ἐφημερίδας τοῦ Πειραιῶς. Τότε συνεζητεῖτο τὸ θέμα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν μέτρων καὶ διὰ τὰς ἐφημερίδας τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ὄντως εἶπον, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν φρασεολογίαν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην τότε, εἶπον λέγω, ὅτι προκειμένου νὰ γίνῃ συζήτησις, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ παραταθῇ ἐπὶ πολὺ ἀναφορικῶς μὲ τὰ ὑποστηριζόμενα ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐπεκτάσεως τῶν μέτρων καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς Θεσσαλονίκης, αὐτὸ τὸ ἐθεώρησα κἄπως ἀθεμελίωτον, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἐπαναλαμβάνω, τὴν φρασεολογίαν ἐκείνην, εἶπον, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπαχθοῦν καὶ αἱ ἐφημερίδες τοῦ Πειραιῶς. Θὰ ὑπενθυμίσω καὶ κἄτι ἄλλο: Εἶχον ὑποστηρίξει, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις τῶν πόλεων, ἀλλὰ ἐξαιρέσεις τῶν περιοχῶν τέως Δήμων Πειραιῶς καὶ Θεσσαλονίκης. Παρὰ ταῦτα, ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ ὁ ἴδιος εἶχον ὑποβάλει σχετικὴν τροπολογίαν, 5 ἡμέρας πρὸ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως. Συνεπῶς δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ δεκτὸν καθ’ ὅσον δὲν εὐσταθεῖ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. συνάδελφος περὶ παραποιήσεως τῶν ὅσων ψηφίζει ἡ Βουλή. Ἡ ἔννοια τῶν ὅσων ὁ κ. συνάδελφος ὑποστηρίζει νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ τὴν καλυτέραν πρὸς αὐτὸν ἀπάντησιν.
§13Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν τίθεται θέμα μνήμης ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν πρακτικά. Τὰ ὅσα ἰσχυρίζεται ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ πρέπει νὰ ὑπάρχουν κἄπου εἰς τὰ πρακτικά.
§14Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὴν τὴν στιγμὴν, κ. συνάδελφε, θέτετε θέμα οὐσίας ἢ θέμα ἀρχῆς;
§15Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Καὶ τὰ δύο, κ. Ὑπουργέ.
§16Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Παρ’ ὅλον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἐπιμένει εἰς τὰς ἀπόψεις του, διὰ νὰ μὴ ἐξαντλήσωμεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὸν Πειραιᾶ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§18Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀρθῶς ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι ὄντως τὸ ἄρθρον ἐψηφίσθη ἄνευ αὐτῆς. Ἡ Ἱστορία ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ διαγράψῃ τὰς ἐφημερίδας τοῦ Πειραιῶς, χωρὶς νὰ τοῦ ζητηθῇ τοῦτο. Ὅταν δὲ τὸ Προεδρεῖον ἔθεσεν εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον εἶπεν, ὅτι ψηφίζεται ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ. Συνεπῶς φρονῶ, ὅτι διὰ τὴν τάξιν ἡ διάταξις αὐτή, πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§20Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σημερινὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησις εἶναι ἡ δευτέρα. Ἐξ ὅσων δ’ ἐνθυμοῦμαι ἀναφορικῶς πρὸς τὸ θέμα τῶν ἐφημερίδων Πειραιῶς ὑπῆρξαν πολλαὶ διαφωνίαι καὶ ἐδημιουργήθη μέγας σάλος κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ καὶ συνεπῶς νὰ μὴ εἶναι παράδοξον τὸ ὅτι δὲν ἀνεγράφησαν ἐπακριβῶς εἰς τὰ πρακτικὰ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν. Ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι ὁ κ. ὑπουργὸς εἶχε προβῆ εἰς δύο διαφόρους δηλώσεις. Εἰς μίαν, ὅτι διαγράφεται ἡ σχετικὴ διάταξις καὶ εἰς ἄλλην, ὅτι κατόπιν ἀντιρρήσεων διαφόρων συναδέλφων προβαίνει εἰς τὴν διόρθωσιν τῆς προτάσεώς του περὶ ἀπαλείψεως τῆς σχετικῆς διατάξεως. Ἐν προκειμένῳ ἐκφράζων τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἐκ τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία διεξήχθη, φρονῶ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξε, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τόσος θόρυβος διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀνωμαλία εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν πρακτικογράφων ἡ ἀκριβὴς ἔννοια τῶν λέξεων τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθήσῃ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου περὶ παραποιήσεως τῶν ὅσων ψηφίζει ἡ Βουλή. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ δευτέρας συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὁ καθεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις τοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσων ἐλέχθησαν καὶ τότε καὶ σήμερον καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς ὁριστικὴν γνώμην καὶ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ζήτημα οὔτε μομφῆς κατὰ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ, οὔτε ἀπασχολήσεως ἐπὶ πολὺ τῆς Βουλῆς νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς κ. Ὑπουργέ, θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν θέλῃ νὰ ἀπαλειφθῇ ἢ ὄχι ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὰς ἐν Πειραιεῖ ἐκδιδομένας ἐφημερίδας κλπ.
§22Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο: Ὅτι μὲ τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα 3834, ἐφ’ ὅσον θὰ γίνῃ ἀπάλειψις τῆς διατάξεως αὐτῆς αἱ ἐφημερίδες τοῦ Πειραιῶς συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸν Ἐπαρχιακὸν τύπον. Ἔχω κάμει μίαν εἰδικὴν διάταξιν καὶ ἐξήγησα τότε εἰς τὶ ἀποβλέπει αὕτη. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐπαρκῶς ἐφωτίσθη ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐπὶ τῶν ὅσων ἐλέχθησαν θὰ πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται τὸ ἄρθρον ὡς εἶναι διετυπωμένον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται τὸ ἄρθρον 1 ὡς εἶναι διετυπωμένον.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Εἶναι θέμα ψηφοφορίας; Ἐδῶ δὲν ὑπεβάλαμεν νέαν τροπολογίαν. Ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνο ἐλύθη.
§27Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ὑποβληθοῦν καὶ νὰ γίνουν δεκταὶ τροπολογίαι;
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν ὑποβάλλονται πρὸς ψήφισιν τροπολογίαι.
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν διάφορον συνεδρίασιν. Τὸ ὅτι συζητεῖται τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν διάφορον συνεδρίασιν αὐτὸν τὸν λόγον ἔχει, νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τῶν πρώτων.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται κατ’ ἄρθρον συζήτησις, ἑπομένως καὶ ἐπὶ τροπολογιῶν. Συνεπῶς γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 1;
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 γίνεται δεκτὸν ὡς ἔχει. (Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3). Ἄρθρον 4. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§33Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἤθελον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, μίαν διευκρίνησιν. Εἰς τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 4 λέγετε, ὅτι ἡ εἰσφορὰ δύναται νὰ ἀναπροσαρμόζεται, ὡς πρὸς τὸ ὕψος αὐτῆς δι’ ἀποφάσεων τοῦ ἁρμοδίου διὰ τὰ ζητήματα τοῦ τύπου Ὑπουργοῦ. Ὅταν λέγῃ «εἰσφοράν», ἐννοεῖ τὸν πρῶτον φόρον τοῦ λογαριασμοῦ, τὸν ὁποῖον καθιερώνει τὸ ἄρθρον 4, δηλαδή, τὴν εἰδικὴν εἰσφοράν;
§34Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Ἀφορᾷ τὴν εἰσφορὰν τῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ κιλόν.
§35Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ εἴπητε τῆς εἰδικῆς εἰσφορᾶς.
§36Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβερνήσεως). Περὶ τῆς εἰσφορᾶς τῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ κιλόν, περὶ ἧς ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἰδίου ἄρθρου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4;
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν. (Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12 καὶ 13). Ἄρθρον 14. Ὁ κ. Δ. Γιαχνῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§40Δ. ΓΙΑΧΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 14 τὸ ὁποῖον προσετέθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῆς παρατάξεώς μας, ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀνακατανομὴν τοῦ ποσοστοῦ 15% ἐπὶ τοῦ ἀγγελιοσήμου. Τὸ ἀγγελιόσημον ἦτο κατανεμημένον κατὰ 10% ὑπὲρ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐφημερίδων Ἀθηνῶν, 3% ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως Ἐργατῶν Τύπου καὶ 2% ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων Ἀθηνῶν. Κατόπιν κοινῆς συμφωνίας τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων καὶ τῆς Ἑνώσεως Ἐργατῶν Τύπου, ἡ πρώτη ἐξ αὐτῶν ἐδέχθη ὅπως τὸ ὑπὲρ αὐτῆς ποσοστὸν 2% δοθῇ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἐργατῶν Τύπου. Μεταγενεστέρως ὅμως ἠθέτησε τὴν συμφωνίαν καὶ ἡ Ἕνωσις Ἰδιοκτητῶν Ἐφημερίδων διὰ συλλογικῆς συμβάσεως ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν τήρησιν τῆς συμφωνίας. Δεδομένου, ὅτι τὸ Ταμεῖον Ἐργατῶν Τύπου ἔχει ἀνάγκην ἀπόλυτον ἐνισχύσεώς του, διότι πλέον τῶν ⅔ ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ εἶναι δικαιοδόχοι τὰ δὲ ἀποθεματικά του χρόνον μὲ χρόνον μειώνονται λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ τυπογράφοι καὶ γενικῶς οἱ ἐργάται Τύπου προσβάλλονται λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματός των ὑπὸ σοβαρῶν ἀσθενειῶν, δίκαιον εἶναι νὰ μὴ περιληφθοῦν διατάξεις αἱ ὁποῖαι μειώνουν τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὸ 3% ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῶν Ἐργατῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ δεκτὴν τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην, διότι δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον οὔτε ἠθικὸν κανονικὸς πόρος ὅπως τὸ 15% ἐπὶ τοῦ ἀγγελιοσήμου νὰ διατίθεται ἔστω καὶ εἰς ποσοστὸν ὑπὲρ τῶν ἐργοδοτῶν καὶ παραλλήλως νὰ στερῆται πόρων τὸ Ταμεῖον Ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐργαζόμενοι σκληρότατα ἔχουν ἀνάγκην προστασίας.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§42Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 14 ὡς διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ 2%, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἡ Ἕνωσις Συντακτῶν Ἀθηναϊκῶν Ἐφημερίδων, θὰ τὸ στερηθῇ. Εἶναι ἕνας πόρος ἀρκετὰ σημαντικὸς καὶ ὅλως ἀναγκαῖος νὰ τὸν παίρνουν τὰ μέλη τῆς Ἑνώσεως, τὰ ὁποῖα ἐνῷ πρὸ διετίας ἦσαν μόλις 250 ἤδη ὑπερβαίνουν τοὺς 450. Ἐπίσης θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ θέμα τῶν ἐργατῶν τύπου, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ πάρουν. Νὰ ψηφίσετε τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, πλὴν ἐκείνου τοῦ 3%, τὸ ὁποῖον ἔπαιρναν δυνάμει τῆς παλαιᾶς διατάξεως τῆς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσης καὶ δι’ αὐτὸ τὸ δικαιότερον θὰ ἦτο αὐτὸ τὸ 2% νὰ μὴ τὸ παίρνουν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ νὰ παίρνῃ τὸ 1% ἡ Ἕνωσις Συντακτῶν Ἀθηναϊκῶν Ἐφημερίδων καὶ τὸ 1% οἱ ἐργάται τοῦ τύπου.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§44Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 14 εἶναι τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς Συνεδριάσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον. Ὑπῆρξε μάλιστα ἐκ τῆς τρασέλιδος διότι ἀκριβῶς λόγῳ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ὑπῆρξε μία ἀντίδρασις τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸν τύπον, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ βασίμως νὰ ἔχῃ γνώμην ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὸν χρόνον νὰ μελετήσῃ περὶ τίνος πρόκειται, εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέμενε, καὶ ἐδημιουργήθη, κατὰ τὴν ἄποψίν μας, μία ἀνωμαλία ὄχι μόνον τυπικὴ εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγονται καὶ ψηφίζονται τροπολογίαι, ἀλλὰ καὶ μία ἀνωμαλία γενικωτέρα καὶ οὐσιαστικωτέρα, ἡ ὁποία ἐστοίχισεν καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν τύπον, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη μόνον τετρασέλιδος διότι ἀκριβῶς τῆς τροπολογίας αὐτῆς ὑπῆρξε μία ἀντίδρασις τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸν τύπον, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς ὀλιγόωρον στάσιν ἐργασίας διότι εἶχον χρέος νὰ ὑπερασπίσουν ἀπαράγραπτα δικαιώματά των. Εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος, τὸ ἀγγελιόσημον ἀνεγνωρίσθη, ὅτι εἶναι πόρος κοινωνικὸς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι τελικῶς ἡ πληρωμὴ του ἐπιπίπτει εἰς βάρος τῆς καταναλώσεως, εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταναλίσκουν τὰ διαφημιζόμενα διὰ τοῦ τύπου ἐμπορεύματα ἢ ἄλλα εἴδη χρήσεως. Ἑπομένως πόρος κοινωνικὸς δικαιολογεῖται κατὰ τὴν ἀνεγνωρισμένην ἀρχὴν μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ καλυφθοῦν κοινωνικαὶ ἀνάγκαι καὶ ἐν προκειμένῳ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ἀσφαλιστικῶν ταμείων, ἀπέναντι γενικῶς τῶν ἐργαζομένων. Εἰς καμμίαν περίπτωσιν μέχρι τῆς στιγμῆς τοὐλάχιστον καὶ ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις εἰς τὸν τόπον αὐτὸν δὲν ἐδέχθη καὶ δὲν ἐπεχείρησε νὰ ἐπιβάλῃ πόρον κοινωνικὸν ὑπὲρ ἐργοδοτῶν. Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, κ. Πρόεδρε, αὐτὸς ὁ κοινωνικὸς πόρος τοῦ ἀγγελιοσήμου πρόκειται κατὰ ἕνα ποσοστὸν 4% νὰ διατεθῇ ὑπὲρ μιᾶς μερίδος ἐργοδοτῶν, συγκεκριμένως δεκατριῶν ἐκδοτῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων Ἀθηνῶν. Λέγων ταῦτα, κ. Πρόεδρε, δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ μερὶς αὐτὴ τῶν ἐργοδοτῶν δὲν πρέπει καὶ αὐτὴ νὰ ἔχῃ ὡρισμένα προνόμια, ὡρισμένα πλεονεκτήματα, ἐφ’ ὅσον ἀσχολεῖται μὲ ἕνα λειτούργημα κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὸν ὡς εἶναι ὁ τύπος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μία ἀπαρχή, νὰ θραυσθῇ ἡ ἀρχή, ὅτι κοινωνικοὶ πόροι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιέρχωνται εἰς τοὺς ἐργοδότας. Ἑπομένως ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἀποσύρῃ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 14 κυρίως εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ποσοστὰ ὡς τοῦ ἀγγελιοσήμου θὰ περιέρχωνται εἰς τὴν κοινοπραξίαν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων Ἀθηνῶν. Θὰ εἶναι λογικὸν τὸ ἀγγελιόσημον ὡς κοινωνικὸς πόρος νὰ ἀποβαίνῃ μόνον ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸν τύπον, δηλαδὴ, τῶν ἐργατῶν τύπου, τῶν διαχειριστῶν τῶν ἐφημερίδων καὶ τῶν συντακτῶν. Ἀλλὰ οἱ συντάκται βάσει προηγουμένων συμφωνιῶν τὰς ὁποίας ἔχουν κάμει μὲ τοὺς ἐργάτας τύπου ἐδέχθησαν νὰ παραχωρήσουν αὐτὸ τὸ 2% ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τύπου. Εἰς τὴν συμφωνίαν αὐτήν, κ. Ὑπουργέ, τὸ γνωρίζετε καλῶς, εἶχε προχωρήσει καὶ ἡ ἕνωσις τῶν ἰδιοκτητῶν, ἡ ὁποία μάλιστα διεκήρυξεν, ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ τὸ αἴτημα τῶν ἐργατῶν τύπου, ὥστε τὸ ποσοστὸν 2% νὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν ἐργατῶν τύπου. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν παρὰ τὰς συμφωνίας αὐτὰς καὶ παρὰ τὴν γενικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία ἰσχύει ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν πόρων νὰ δεχθῶμεν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν τώρα ἕνα 4% ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ πόρου νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν ἕνωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν ἐφημερίδων;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§46Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν, κ. Πρόεδρε, τοῦ ἄρθρου 14 παρεισέφρησεν μία ἀδικία εἰς βάρος τῶν ἐργατῶν τύπου, διότι ἡ κατανομὴ τοῦ κοινωνικοῦ πόρου τοῦ 15% δὲν ὑπῆρξεν ἀνάλογος πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ τὴν βασικὴν ἐπιδίωξιν τῆς ἐπιβολῆς αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ πόρου. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἀδικία αὐτὴ καὶ ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία παρεισέφρησεν εἰς τὸ ἄρθρον 14, πρέπει νὰ ἀποκατασταθῇ διότι ἐγένετο εἰς βάρος μιᾶς τάξεως ἐργαζομένων διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὁποίων καθιερώθη ἀρχικῶς ὁ κοινωνικὸς αὐτὸς πόρος τοῦ ἀγγελιοσήμου. Πλέον τούτου, ὑπῆρχε, κ. Πρόεδρε, ἕνα ἠθικὸν δικαίωμα κεκτημένον ἐπὶ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ 2% τοῦ κοινωνικοῦ πόρου, κεκτημένον κατόπιν συμβάσεως μεταξὺ τῆς ἑνώσεως συντακτῶν προσωπικοῦ ἐφημερίδων καὶ ἐργατῶν τύπου, δυνάμει τῆς ὁποίας παρεχωρήθη ποσοστὸν 2% ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ πόρου εἰς τὸ ταμεῖον ἐργατῶν τύπου. Καὶ μάλιστα κατὰ τὴν συμφωνίαν ἐκείνην ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὰς 25 Ἰανουαρίου 1950 καὶ ἡ ἕνωσις ἰδιοκτητῶν τῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων Ἀθηνῶν ἀνέλαβε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ αἴτημα τοῦτο ὥστε τὸ 2% τοῦ κοινωνικοῦ πόρου, τὸ ὁποῖον ἀπελάμβανεν ἡ ἕνωσις Συντακτῶν Ἀθηνῶν, νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν ἕνωσιν ἐργατῶν τύπου. Εἰς τὴν σύμβασιν δὲ τὴν συλλογικὴν, ἡ ὁποία ὑπεγράφη τότε, περιελαμβάνετο ρητῶς ἡ ὑποχρέωσις ὅπως ἀναγνωρισθῇ, ὅτι τὸ 2% ἀνήκει εἰς τὴν ἕνωσιν ἐργατῶν τύπου, τὸ 2%, τὸ ὁποῖον μέχρι τότε παρεκρατεῖτο ἀπὸ τὴν ἕνωσιν συντακτῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων. Παρ’ ὅλα ταῦτα, κ. Ὑπουργέ, ἐνῷ ἔτσι εἶχον τὰ πράγματα πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου καὶ θὰ ἀνέμενέ τις εὐλόγως νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἑνώσεως ἐργατῶν τύπου, διὰ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, παραδόξως ἐμφανίζεται ἡ ἕνωσις ἰδιοκτητῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων, ὡς δικαιουμένη νὰ κρατήσῃ τὸ 4% τοῦ κοινωνικοῦ πόρου ἐνῷ οὐδαμοῦ ἀναγράφεται καὶ πουθενὰ δὲν πιστεύεται, ὅτι κοινωνικὸς πόρος τίθεται, διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἐργοδοτῶν. Ὅλοι γνωρίζομεν καὶ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, ὅτι ὁ κοινωνικὸς πόρος τίθεται διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἐργαζομένων κατὰ βάσιν. Νομίζω, ὅτι ἐὰν δεχθῆτε, κ. Ὑπουργέ, νὰ αὐξήσητε τὸ 3% εἰς 5% ἐκ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ 15% τοῦ ἀγγελιοσήμου ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τύπου θὰ ἀποκαταστήσετε τὴν δικαιοσύνην καὶ θὰ δώσετε τὰ μέσα προστασίας εἰς μίαν τάξιν ἐργαζομένων, ἡ ὁποία ἐργάζεται, ὅπως γνωρίζετε καὶ ὅπως γνωρίζομεν ὅλοι, ὑπὸ συνθήκας σκληρὰς καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τῆς σκληρᾶς αὐτῆς ἐργασίας εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑποφέρει μετὰ μακρὰν ἐργασίαν εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν ἀπὸ ἀσθενείας βαρυτάτας, ὅπως ὁ καρκίνος, ἡ φυματίωσις, ἡ μολυβδίασις κλπ. καὶ ἔχει ἀνάγκην εἰδικωτέρων μέτρων προστασίας, καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει κ. Ὑπουργέ, αὐτὸ τὸ μέτρον νὰ τὸ ἐγκρίνετε πρὸς ἀποκατάστασιν στοιχειώδους δικαιοσύνης.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Στεφανίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§48Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πράγματι προσγίγνεται ἀδικία βαρεῖα εἰς τοὺς ἐργάτας τύπου διὰ τῆς θεσπιζομένης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 14, δυνάμει τῆς ὁποίας παραχωρεῖται ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ πόρου αὐτοῦ 15%, ποσοστὸν 4% ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ἰδιοκτητῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων καὶ 3% ὑπὲρ τοῦ ταμείου ἀσφαλίσεως ἐργατῶν τύπου. Μὲ ἄλλας λέξεις δίδονται περισσότερα εἰς τοὺς ἐργοδότας ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ πόρου καὶ ὀλιγώτερα εἰς τοὺς ἐργάτας. Πέραν αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν διατυπωθεῖσαν ἐκ μέρους προλαλησάντων συναδέλφων ἄποψιν, ὅτι οἱ κοινωνικοὶ πόροι θεσπίζονται ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων καὶ μόνον ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς συνιστῶμεν καὶ προτείνομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑφυπουργὸν Τύπου νὰ ἀπαλείψῃ αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν δηλαδὴ μὲ τὴν παραχώρησιν κοινωνικοῦ πόρου πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ἡμερησίων ἐφημερίδων καὶ νὰ ἐπαυξήσῃ τὸ ποσοστὸν ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων.
§49Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὑφ. Πρ. Κυβ)ήσεως). Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον ἤθελα νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ δώσω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους συναδέλφους ἕνα στοιχεῖον τὸ ὁποῖον, φαίνεται, διέφυγε τῆς προσοχῆς των. Ἐλέχθη, ὅτι ὑπάρχει κεκτημένον δικαίωμα διὰ τὸ 2% τὸ ὁποῖον εἶχε προταθῆ, ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν Συντακτῶν, νὰ δοθῇ, κατὰ τὸ 1950, εἰς τὴν Ἕνωσιν Ἐργατῶν Τύπου. Ἀλλὰ οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 14 παρέλειψαν ἐπίσης νὰ ἀναφέρουν, ὅτι τὸ 1950, ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις διὰ τὸ 2%, τὸ ποσοστὸν ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως Ἐργατῶν Τύπου ἦτο 1%. Μετὰ ἕνα ἔτος τὸ ποσοστὸν ἀπὸ 1% ἔγινε 3% δι’ εἰδικοῦ νομοθετικοῦ μέτρου. Συνεπῶς εἶναι στοιχεῖον ἀρκετὰ ἐνδιαφέρον, ὅτι ὅταν συνεζητεῖτο τὸ 2% νὰ παραχωρηθῇ ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν Συντακτῶν εἰς τὴν Ἕνωσιν τῶν Ἐργατῶν Τύπου, ἡ Ἕνωσις Ἐργατῶν Τύπου ἐδικαιοῦτο ποσοστοῦ 1% ἐπὶ τοῦ ἀγγελιοσήμου, μετὰ δὲ ἓν ἔτος τὸ 1% ηὐξήθη εἰς 3%. Πέραν τοῦ συγκεκριμένου αὐτοῦ σημείου θὰ ἤθελα νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους συναδέλφους τὰ ἑξῆς: Τὸ θέμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομονωθῇ. Τὸ θέμα συνδυάζεται μὲ τὸ ὅλον θέμα τοῦ τύπου. Ποῖον θέμα τύπου; Εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ἡμᾶς, ὅτι αἱ ἐφημερίδες διέρχονται κρίσιν λόγῳ μὴ εὐμενῶν ὅρων ἐκδόσεώς των. Αὐτὸ συνεζητήθη πολλάκις καὶ ἀπετέλεσεν ἄλλωστε ἀντικείμενον μακρῶν συζητήσεων καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν Διακομματικὴν τοῦ Τύπου, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ πρὸ καιροῦ. Ἀνεγνωρίσθη δὲ καὶ ἀπὸ ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1959 ἐξ ἀφορμῆς ἐπερωτήσεως ποὺ εἶχε κατατεθῆ καὶ εἶχε συζητηθῆ εἰς πολλὰς συνεδριάσεις. Ὑπῆρχεν ἕνας τρόπος ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως ποὺ διέρχονται αἱ ἐφημερίδες, νὰ αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ αὐτὸς δὲν προεκρίθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διότι ἤδη —καὶ εἶναι ἐπίσης καὶ αὐτὸ γνωστὸν— ἡ τιμὴ ἡ σημερινὴ καὶ αὐτὴ ἀκόμη εἶναι ὑψηλή. Ἠκολουθήθη ἡ μέθοδος διὰ θετικῶν καὶ ἀρνητικῶν μέτρων νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ κατάστασις. Ἀρνητικὰ μέτρα εἶναι ἡ ρύθμισις τῶν ὀφειλῶν τῶν ἐφημερίδων. Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν θετικῶν μέτρων συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 14. Εἰς τί ἀποβλέπει ἡ διάταξις; Ἡ διάταξις ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ δημιουργηθῇ ἕνα ἔσοδον ὕψους 1.500.000 δρχ. ἐτησίως, τὸ ὁποῖον ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον θὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν αὔξησιν τῶν διαφημίσεων εἰς τὸν τύπον, εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους κ.κ. συναδέλφους, ὅτι ἡ διαφήμισις ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικὸν πόρον τῶν ἐφημερίδων. Δὲν ἦτο δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα. Ἐπειδὴ δὲ πιστεύομεν, ὅτι ἔχει μεγάλην σημασίαν τὸ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ τύπος νὰ ξεπεράσῃ τὴν οἰκονομικὴν αὐτὴν κρίσιν, διότι δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζεται, ὅτι κατ’ ἔτος καταβάλλονται 17.500.000 δρχ. εἰς τὰ διάφορα ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸν τύπον. Καὶ δὲν πρέπει νὰ νομίζωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐὰν δὲν ληφθοῦν ὡρισμένα μέτρα, νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ χρυσοτόκος ὄρνις. Κἄποτε, ἂν δὲν ὑπάρξῃ δυνατότης νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις εἶναι φυσικόν, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ μείωσις τῶν ὅσων δίδονται εἰς διαφόρους ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμούς. Εἰς τὸν ἀριθμὸν τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσα διὰ τοὺς ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τὸ Ι.Κ.Α. τῶν εἰς τὸν Τύπον ἐργαζομένων, συμπεριλαμβάνεται καὶ ἕνα ποσὸν 1.580.000 περίπου, εἰς τὸ Ταμεῖον τῶν ἐφημεριδοπωλῶν, τοῦ ἔτους 1959, 17.500.000. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ συνδυασθοῦν ὅλα αὐτά; Πρέπει νὰ βοηθήσωμεν ἔστω ὄχι μὲ τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα ζητοῦν οἱ ἐκδόται τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ μὲ ὡρισμένα μέσα μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς δημιουργήσωμεν εὐνοϊκωτέρους ὅρους ἐκδόσεως. Καὶ εἰς τὸ θέμα τῶν διαφημίσεων οἱ ἐκδόται τῶν ἐφημερίδων προσδοκοῦν, ὅτι θὰ ἔχουν μίαν αὔξησιν τῶν πόρων. Εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀποβλέπει τὸ ἄρθρον 14. Περιττόν, κ. συνάδελφοι, νὰ τονίσω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἐγὼ φυσικά, τρέφομεν αἰσθήματα ὄχι ἁπλῶς συμπαθείας, ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἑνώσεως Συντακτῶν καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς Ἑνώσεως Ἐργατῶν Τύπου. Ἀλλὰ ἀντιμετωπίζομεν ἕνα θέμα τὸ ὁποῖον νομίζομεν, ὅτι ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει ὠφελεῖ ὄχι μόνον τὰς ἐφημερίδας ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐργαζομένους ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν εἰς τὸν Τύπον. Κατόπιν τούτων θέλω νὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. συναδέλφους νὰ δεχθοῦν τὸ ἄρθρον 14 ὡς ἔχει διατυπωθῆ.
§50Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14, πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἐντύπωσις τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαλειφθῇ τοῦτο. Ὁ κ. ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι εἰσήγαγε τὸ ἄρθρον 14 καὶ τὸ θεωρεῖ ὡς μέτρον ἐνισχύσεως τοῦ Τύπου. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι προκειμένου νὰ ἐνισχυθῇ ὁ Τύπος, τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸν Τύπον καὶ συγκεκριμένως τῶν ἐργατῶν Τύπου ἢ τοῦ ἄλλου προσωπικοῦ τῶν ἐφημερίδων; Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἐφθάναμεν εἰς αὐτὸν τὸν παραλογισμόν, περὶ ποίου ποσοῦ πρόκειται; Τὸ 4% ἐτησίως θὰ ἀποδώσῃ περίπου 1.200.000 δραχμῶν. Ἑπομένως, διὰ 13 ἐφημερίδας ἡμηρεσίας Ἀθηναϊκὰς θὰ ἀναλογῇ αὐτὸ τὸ ποσοστὸν ἀπὸ 100.000 δραχμῶν ἐτησίως. Ἄν ὁ κ. ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ὁ Τύπος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῇ καὶ ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἄλλος τρόπος παρὰ μόνον αἱ 100.000 δραχμαὶ διὰ κάθε ἐφημερίδα ἀπὸ τὸν πόρον τὸν κοινωνικόν, τοῦ ἀγγελιοσήμου, τότε θὰ ἔπρεπε ὅλοι νὰ συμφωνήσωμεν μαζύ του, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον 14. Ἀλλὰ εἶναι φυσικόν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῇ εἰς αὐτὸν τὸν παραλογισμὸν ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τοῦ Τύπου. Ἄν ὁ κ. ὑπουργὸς θέλῃ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν Τύπον ὑπάρχουν ἄλλα μέσα καὶ μέτρα τὰ ὁποῖα κατ’ ἐπανάληψιν ἔχουν ὑποδειχθῆ καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἔχουν ὑποβληθῆ καὶ ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων ὑπὸ τύπον ὑπομνημάτων κλπ., εἰς τὸν ὑπουργὸν Τύπου, ἀλλὰ ὡς ἐνθυμοῦμαι καὶ εἰς τὴν διακομματικὴν Ἐπιτροπὴν Τύπου, ἡ ὁποία εἶχε συσταθῆ ἀπὸ τὴν προηγουμένην Βουλήν. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι μεταξὺ τῶν δύο λύσεων αἱ ὁποῖαι ἔχουν προταθῆ, εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς μίαν μέσην λύσιν. Ἡ μία λύσις τὴν ὁποίαν προτείνουν αἱ Ἑνώσεις τῶν Ἐργατῶν Τύπου ζητεῖ τὴν ἀνακατανομὴν τοῦ ἀγγελιοσήμου, ζητεῖ δηλαδὴ ἀντὶ τοῦ 3% τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη, νὰ λαμβάνῃ 5%. Ἡ ἄλλη λύσις, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι νὰ περιορίσωμεν τὸ ποσοστὸν τῶν ἐργατῶν τύπου εἰς τὸ 3% καὶ νὰ λάβῃ ἡ Ἕνωσις Ἰδιοκτητῶν τὸ 4%. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν δύο λύσεων, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία τρίτη λύσις, δηλαδὴ ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 14 καὶ τὸ θέμα τοῦ τὶ θὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ ποσοστὸν τοῦ 2%, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀνήκει εἰς τοὺς συντάκτας, νὰ εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ρυθμίσουν μεταξὺ των αἱ Ἑνώσεις καὶ νὰ μὴ ὑπάρξῃ αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ παρέμβασις, ἡ ὁποία θὰ χαρίσῃ κοινωνικοὺς πόρους εἰς τοὺς ἐργοδότας. Ἡ λύσις αὐτὴ θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ὁμαλότητα καὶ εἰς τὸν Τύπον καὶ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν Ἑνώσεων Τύπου καὶ θὰ ἀπαλλάξῃ καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν κατηγορίαν, ὅτι παρεμβαίνουσα διὰ νομοθετικῆς διατάξεως, χαρίζει κοινωνικοὺς πόρους εἰς ἐργοδότας.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γιαχνῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§52Δ. ΓΙΑΧΝΗΣ. Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν ἂν γνωρίζῃ, ὅτι ἀπὸ τὸ 10% τοῦ ἀγγελιοσήμου τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν ἐθεσπίσθη τὸ 1941 ὑπὲρ τῆς Ἑνώσεως προσωπικοῦ Ἡμερησίων Ἐφημερίδων Ἀθηνῶν, ἡ Ἕνωσις αὐτὴ ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ Ταμεῖον Ἀσφαλίσεως καὶ Περιθάλψεως, διότι δὲν εἶναι ἠσφαλισμένα τὰ μέλη τῆς Ἑνώσεως οὔτε εἰς τὸ Ι.Κ.Α., οὔτε εἰς ἄλλους ἀσφαλιστικοὺς ὀργανισμοὺς διὰ περίθαλψιν. Σήμερον ἐρχόμεθα ἀπὸ αὐτὸ τὸ 10% νὰ πάρωμεν τὸ 2% καὶ νὰ τὸ ἀποδώσωμεν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν ἡμερησίων ἐφημερίδων. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον στεροῦμεν τὴν δυνατότητα ἀπὸ τὴν Ἕνωσιν προσωπικοῦ Ἡμερησίων Ἐφημερίδων ἀπὸ τὸ νὰ βελτιώσῃ ἢ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἀσφάλισιν εἰς τὰ μέλη της. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 14, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14 ὡς ἔχει;
§54ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 14 ἐγένετο δεκτόν. (Ἀκολούθως γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 15 καὶ 16). Τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου ἐγένετο δεκτὸν εἰς β συζήτησιν κατ’ ἄρθρον. Δοθέντος, ὅτι δὲν ἔγινε καμμία τροπολογία δεκτὸν τοῦτο καὶ εἰς τὸ σύνολον;
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 3619)1959 «περὶ συστάσεως καὶ ὀργανώσεως Ἑνώσεως Ἰδιοκτητῶν Ἐπαρχιακῶν Ἐφημερίδων» τοῦ νόμου 3505)1956 ὡς καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων σχετικῶν πρὸς τὸν τύπον». Α συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων Φορολογικῶν Νόμων καὶ μέτρων, ἀφορώντων τὰς Χερσαίας Μεταφοράς». Νομίζω, ὅτι οἱ κ. συνάδελφοι, ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των τὸ κείμενον ὡς τοῦτο ἀνεμορφώθη μετὰ τὴν συζήτησιν ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀναμόρφωσις ὡρισμένων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου μὲ ὑποχρεώνει νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ συγχωρήσουν οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. εἰσηγηταὶ τὴν ἄνοδον εἰς τὸ Βῆμα. Τὴν ἀναμόρφωσιν ὡρισμένων ἐκ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἐπέβαλεν ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀνταπεκρίνετο πλήρως εἰς τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται καὶ θὰ ἱκανοποίει τὰς ἐκδηλωθείσας πρὸς τοῦτο ἀντιλήψεις. Ὁμιλοῦμεν εἰς τὸν τόπον μας περὶ φοροδιαφυγῆς ὅταν εἰσάγωνται φορολογικὰ νομοσχέδια καὶ τὸ συζητούμενον δὲν εἶναι φορολογικόν, ἀλλ’ ἀποσκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ὁμιλοῦμεν συνεχῶς περὶ φοροδιαφυγῆς ὁσάκις συζητοῦνται φορολογικὰ νομοσχέδια ἢ ὁσάκις κατατίθεται ὁ προϋπολογισμὸς, ἢ εἰς πᾶσαν ἄλλην εὐκαιρίαν συζητήσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας μας. Καὶ ἐπαναλαμβάνεται πάντοτε ὡς ἐπωδὸς ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξασφαλίσεως τοῦ τρόπου τῆς πατάξεως ἢ τῆς περιστολῆς τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ ἀκούει ἐπικρίσεις ἡ Κυβέρνησις διότι δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ὁποίαν ἐπισημαίνει ἡ κοινὴ γνώμη. Καὶ δικαίως ἔχει ἐπισημανθῆ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἡ ἀνάγκη τῆς περιστολῆς τῆς φοροδιαφυγῆς, διότι, ὅπως ἔχει διαπιστωθῆ, ἡ φοροδιαφυγὴ δὲν ἀποτελεῖ μόνον ἀδίκημα τὸ ὁποῖον προσβάλλει τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν τάξιν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἀποτελεῖ καὶ ἀδίκημα ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦν μετ’ εἰλικρινείας τὰς φορολογικὰς των ὑποχρεώσεις, ἀποτελεῖ ἀδίκημα κατὰ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, διότι δὲν παρέχει εἰς τὸν κρατικὸν προϋπολογισμὸν τὰ μέσα ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ηὐξημένας ὑποχρεώσεις εἰς τὴν περίοδον μάλιστα τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Καὶ δὲν παρέχει ἐπὶ πλέον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἄλλα αἰτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπρεπε ν’ ἀποβοῦν ἀντικείμενον συζητήσεως, ἐὰν εἶχε ἐξασφαλισθῆ ἡ πλήρης ἀπόδοσις τῆς φορολογίας. Πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως περὶ διαρρυθμίσεως τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν. Εὐλόγως, λοιπόν, συγκινεῖ τὴν κοινὴν γνώμην τὸ θέμα τῆς φοροδιαφυγῆς. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ εἰς τὴν γενικὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ ἐπιλύσῃ τὸ θέμα τῆς φοροδιαφυγῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην ἡ μόρφωσις φορολογικῆς συνειδήσεως καὶ ἡ μεταβολὴ τῶν συνηθειῶν περιωρισμένου ἀριθμοῦ φορολογουμένων. Εἶναι, ὅμως, δυνατὸν νὰ ἐξοπλίσῃ τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα μὲ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα χρειάζονται διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ φορολογικὴ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἰσότης ἔναντι τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν παραβιάζουν ὅσοι κατορθώνουν ν’ ἀποφύγουν τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς φορολογικῆς των ὑποχρεώσεως. Πόσον εἶναι τὸ μέγεθος τῆς φοροδιαφυγῆς; Ἔχουν γίνει, κύριοι συνάδελφοι, ἀπόπειραι πολλαὶ ὑπολογισμῶν καὶ ἐκτιμήσεων. Πιστεύω, ὅτι οὐδεμία τῶν μεθόδων καὶ οὐδεὶς τῶν ἀκολουθουμένων τρόπων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν. Διότι μέγα μέρος τοῦ εἰσοδήματος, λόγῳ τῆς κατηγορίας του, ὅπως τὸ ἀγροτικόν, δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἄμεσον φορολογίαν καὶ σημαντικὸν μέρος, λόγῳ τοῦ μικροῦ μεγέθους τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον πραγματοποιοῦν ὡρισμέναι τάξεις, αἱ ὁποῖαι διαφεύγουν νομίμως καὶ κατὰ παραχώρησιν τοῦ νόμου τὴν φορολογίαν. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπάρχει φοροδιαφυγὴ τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἐκτιμοῦν εἰς 500 ἑκατομμύρια καὶ ἄλλοι τὴν ἐκτείνουν μέχρι τοῦ ποσοῦ τοῦ 1.500.000.000 δραχμῶν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος. Πρόκειται, ἑπομένως, περὶ θέματος οὐσιώδους, τὸ ὁποῖον, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικόν, θὰ ἔδιδε τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν, ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως. Νὰ ἀνταποκριθῇ τουτέστιν εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν ηὐξημένων ἀναγκῶν λόγῳ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος τῶν ἐπενδύσεων. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὁμιλῶμεν ὅλοι περὶ φοροδιαφυγῆς καὶ νὰ διατυπώνωμεν ἐπικρίσεις διότι δὲν λαμβάνονται μέτρα κατ’ αὐτῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ συντελέσωμεν καὶ θετικῶς εἰς τὴν ἄρσιν, εἰς τὸν περιορισμὸν ἔστω τοῦ κακοῦ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλω νὰ τὸ μνημονεύσω, ὁμοθύμως, ἐνέκρινε κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ πρῶτον του μέρος, δηλαδὴ εἰς τὸ κεφάλαιον, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν φοροδιαφυγήν. Ἡ Κυβέρνησις εὐλόγως ἀνέμενεν, ὅτι ἡ ὁμόφωνος ἀναγνώρισις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἶχεν ἀνταπόκρισιν καὶ πέραν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ πέραν τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς. Ἀντὶ τούτου, τὰς ἡμέρας αὐτὰς καταβάλλεται προσπάθεια δημιουργίας θορύβου ἐντελῶς ἀδικαιολογήτου κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπιβάλλει φόρους διὰ τὴν περιστολὴν τῆς φοροδιαφυγῆς. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐπαυξάνει τὸ φορολογικὸν βάρος, ἀλλὰ ἐπιδιώκει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σύλληψιν τῆς φορολογητέας ὕλης καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας. Δὲν ἐπισείει κυρώσεις καὶ δὲν ἀπειλεῖ τοὺς εἰλικρινεῖς φορολογουμένους, τοὺς συμμορφωμένους μὲ τὰς ὑποχρεώσεις των. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιζητεῖ νὰ δώσῃ τὰ μέσα καὶ νὰ ἐπηρεάσῃ διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς ποινῆς τὴν συνείδησιν τῶν κακῶν φορολογουμένων. Καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν πρέπει νὰ εἶναι περιωρισμένος. Καὶ εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν δὲν γίνεται διάκρισις ἐπαγγέλματος φορολογουμένου ἢ πηγῆς ἐκ τῆς ὁποίας προέρχεται τὸ εἰσόδημα. Καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν εἶναι ἀδιάφορος ἡ ἰδιότης, τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἡ πηγὴ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ ἱκανοποίησις τοῦ κοινοῦ αἰτήματος. Ἐὰν θίγεται, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἔντιμος πολίτης ἀπὸ ὅλας τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, ἀπειλοῦσαι ποινὰς δι’ ὅλα τὰ φοβερὰ ἐγκλήματα καὶ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαπράξῃ ὁ παρανομῶν πολίτης, ἄλλο τόσο θὰ πρέπει νὰ θίγεται ὁ εἰλικρινὴς καὶ ἔντιμος φορολογούμενος διὰ τὰς ποινάς, αἱ ὁποῖαι ἀπειλοῦνται ὄχι κατὰ τοῦ ἐντίμου καὶ εἰλικρινοῦς φορολογουμένου ἀλλὰ ἐναντίον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του. Εἶναι ματαία, βεβαίως, ἡ προσπάθεια νὰ παρασταθῇ τὸ νομοσχέδιον στρεφόμενον ἐναντίον τῶν ἐντίμων φορολογουμένων. Ὁ εἰλικρινὴς φορολογούμενος, ὄχι μόνον δὲν ἔχει λόγους νὰ φοβῆται τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὴν ἐπιψήφισίν του, ἀλλὰ τοὐναντίον ἔχει κάθε συμφέρον νὰ ἐπιζητῇ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τὴν μεταβολήν του εἰς νόμον διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθοῦν ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα προηγουμένως. Ἔλεγον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὴν διαμόρφωσιν εἰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τὴν κατέστησεν ἀπαραίτητον ἡ συζήτησις τῶν ἡμερῶν τούτων. Διατυποῦται ἀπὸ πολλὰς πλευρὰς ἡ ἀντίληψις, ὅτι τὸ ἰσχυρότερον ὅπλον διώξεως καὶ περιστολῆς τῆς φοροδιαφυγῆς εἶναι ἡ δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν καταλόγων. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἡ νομοθεσία γνωρίζει δύο συστήματα δημοσιότητος. Κατὰ τὸ πρῶτον, εἰς τὸν κατάλογον ἐγγράφονται πάντες οἱ φορολογούμενοι, ἐνῷ κατὰ τὸ δεύτερον περιλαμβάνονται φορολογούμενοι ἐλεγχθέντες τελεσιδίκως ὡς φοροφυγάδες. Ἡ πρώτη διάταξις ἐνομοθετήθη παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ 1957. Ἡ δευτέρα τῆς δημοσιεύσεως τῶν καταλόγων τῶν φοροφυγάδων περιλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον 3323 περὶ φορολογίας εἰσοδήματος φυσικῶν προσώπων. Καὶ εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε θέσει ὑπὸ μελέτην τὸ ζήτημα ἐὰν ἦτο ἐνδεδειγμένη ἡ καθολικὴ δημοσίευσις τοῦ καταλόγου τῶν φορολογουμένων ἢ ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ δημοσίευσις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβιάζουν τὰς φορολογικὰς ὑποχρεώσεις. Καὶ εἶχον ἐπίσης εἴπει, ὅτι καὶ εἰς τὰς ἄλλας χώρας εἶναι γνωστὰ τὰ δύο συστήματα. Καὶ εἰς ὡρισμένας μὲν χώρας ἐφαρμόζεται τὸ πρῶτον, εἰς ἄλλας δὲ τὸ δεύτερον σύστημα. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς ὡρισμένας χώρας ἔχει ἀποκλεισθῆ ἡ δημοσίευσις τοῦ καταλόγου τῶν ἐκπληρούντων εἰλικρινῶς καὶ εὐσυνειδήτως τὰς ὑποχρεώσεις των μὲ τὴν ἁπλῆν αἰτιολογίαν, ὅτι φορολογούμενος, ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ εἰλικρινῶς τὰς ὑποχρεώσεις του δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑφίσταται τὴν περιωρισμένην ταύτην κύρωσιν, δηλαδὴ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ὀνόματός του καὶ τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποίησεν ἐργαζόμενος ἐντίμως καὶ συμβάλλων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἀρχικῶς κατετέθη, προέβλεπε διαμόρφωσιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 3323 ὅσον ἀφορᾶ τὸν κατάλογον τῶν φοροκλεπτῶν. Προέβλεπεν, ὅτι θὰ ἐδημοσιεύετο κατάλογος ὁ ὁποῖος θὰ περιελάμβανε τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τελεσιδίκως ἠλέγχθησαν ὡς ἀποκρύψαντες τὰ 50% τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ ἀπομακρύνεται τῆς ἀρχῆς τοῦ νόμου 3323, περιώριζε τὸ ποσοστὸν εἰς 25%. Καὶ περιέλαβεν ἐπὶ πλέον διάταξιν, ἡ ὁποία προέβλεπε τὴν δυνατότητα ρυθμίσεως τοῦ θέματος τῆς γενικῆς δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ μὲ τὴν προταθεῖσαν ἐξουσιοδότησιν ἐζητεῖτο ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου 3765, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει ὡς κανόνα τὴν δημοσίευσιν τοῦ καταλόγου τῶν φορολογουμένων. Ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς καθολικῆς δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων καὶ ἐν τῇ ἀναμετρήσει τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἰς βάρος τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας ἡ δημοσίευσις τοῦ ὀνόματος τῶν φορολογουμένων, ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς δημοσιεύσεως εἰς ἑκάστην οἰκονομικὴν ἐφορίαν καταλόγου, περιλαμβάνοντος τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν φορολογουμένων μὲ ἐνδείξεις τοῦ καθαροῦ φορολογητέου εἰσοδήματος εἰς κλιμάκια. Ἠκολούθησεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει υἱοθετηθῆ ἀπὸ τὸν σήμερον ἰσχύοντα γαλλικὸν νόμον. Ὁ Γαλλικὸς κῶδιξ τῆς φορολογίας, προβλέπει δημοσίευσιν εἰς τὸν δημαρχιακὸν κατάλογον τῶν ὀνομάτων τῶν φορολογουμένων ἄνευ οἱασδήποτε μνείας περὶ τοῦ φορολογητέου ποσοῦ καὶ τοῦ καταβαλλομένου φόρου. Ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1959 ἡ γενομένη μεταρρύθμισις περιέλαβεν εἰς τὴν δημοσίευσιν καὶ τὴν ἐγγραφὴν τοῦ φορολογητέου εἰσοδήματος. Διετήρησεν ὅμως ἀπόλυτον τὴν ἀπαγόρευσιν καὶ ἠπείλησεν αὐστηρὰς ποινὰς κατὰ πάσης προσπαθείας ὅπως ἡ δημοσιότης τοῦ καταλόγου ἀποτελέσῃ μέσον ἄλλων ἐπιδιώξεων. Καὶ ἀπηγόρευσεν πᾶσαν ἄλλην δημοσίευσιν τοῦ καταλόγου, πέραν τῆς ἀναρτήσεως αὐτοῦ εἰς τὸ Δημαρχεῖον. Συμφωνοῦντες πρὸς τὴν γραμμὴν ταύτην, ἐδέχθημεν κατὰ τὴν τελικὴν διαμόρφωσιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν δημοσίευσιν πίνακος περιλαμβάνοντος τὰ ὀνόματα ὅλων τῶν φορολογουμένων τῆς οἰκονομικῆς ἐφορίας. Καὶ προεβλέψαμεν περαιτέρω τὴν δυνατότητα συγκεντρώσεως τῶν φορολογικῶν πινάκων τῶν φορολογουμένων εὐρυτέρων περιοχῶν εἰς μίαν κεντρικὴν ἐφορίαν τὴν ὁποίαν θὰ καθορίσῃ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν ἀνάρτησιν συγκεντρωτικοῦ πίνακος περιλαμβάνοντος τοὺς φορολογουμένους μιᾶς πόλεως ἢ περιοχῆς μὲ μνείαν τοῦ φορολογουμένου εἰσοδήματος καὶ ἐγγραφὴν ἐνδεχομένως τῶν φορολογουμένων ἀναλόγως τοῦ ἐπαγγέλματος. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον θὰ διευκολύνεται ἡ ἔρευνα τοῦ πίνακος ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ λαμβάνουν γνῶσιν τῆς φορολογίας εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθησαν οἱ ὁμότεχνοί των. Περιελήφθη εἰς τὸ νομοσχέδιον διάταξις, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὴν διὰ τοῦ τύπου καθ’ οἱονδήποτε τρόπον δημοσίευσιν πληροφοριῶν περὶ τῶν ὀνομάτων καὶ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει ὁ κατάλογος. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἠκολούθησε ξένα πρότυπα. Ἀπεδέχθημεν τὴν εὐχέρειαν τῆς καθολικῆς δημοσιεύσεως τοῦ πίνακος, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἡ δημοσίευσις ἑνὸς ἀποσπάσματος ἢ ἑνὸς ὀνόματος νὰ ἀποβῇ ὅπλον ἐκβιασμοῦ, ἢ οἱασδήποτε ἄλλης πιέσεως, ἐναντίον οἱουδήποτε προσώπου, ἐναντίον παντὸς φορολογουμένου. Ἀντιθέτως ἡ καθολικὴ δημοσίευσις τοῦ πίνακος εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τοὺς φορολογουμένους νὰ διαπιστώσουν τὸ ὕψος τῆς φορολογικῆς ὑποχρεώσεως ἄλλου φορολογουμένου.
§59Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δημοσίευσις θὰ γίνηται πρωτοβουλίᾳ τῆς ἐφημερίδος;
§60Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἡ μὲν δημοσίευσις εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐφορίαν καὶ εἰς τὴν κεντρικὴν ἐφορίαν θὰ γίνηται ὑπηρεσιακῶς καὶ ὑποχρεωτικῶς. Ἡ διὰ τοῦ τύπου δημοσίευσις πρέπει νὰ εἶναι καθολική. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ δημοσιευθῇ ὁ κατάλογος ὁλοκλήρου τῆς πόλεως, ἀλλὰ νὰ δημοσιευθῇ τοὐλάχιστον ὁ κατάλογος τῆς ἐφορίας διὰ νὰ διαπιστωθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἡ δημοσίευσις ἀποβλέπει εἰς τὸν σκοπὸν αὐτόν, τῆς περιστολῆς δηλαδὴ τῆς φοροδιαφυγῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει καὶ ἡ δημοσίευσις τοῦ καταλόγου.
§61Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δαπάνῃ τῆς ἐφημερίδος;
§62Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Τῆς ἐφημερίδος.
§63Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ διασάφησις ἦτο ἀναγκαία.
§64Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὑπενθυμίζω, ὅτι κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ δημοσίευσις εἴτε μέρους εἴτε τοῦ ὅλου πίνακος. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, κ. συνάδελφοι, ἱκανοποιεῖται τὸ αἴτημα, τὸ ὁποῖον προβάλλεται ἐκ διαφόρων πλευρῶν, ὅτι ἡ δημοσιότης τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου θὰ ἀποτελέσῃ ἰσχυρὸν ὅπλον περιστολῆς τῆς φοροδιαφυγῆς, καὶ ἐπὶ πλέον διασφαλίζονται ὅλαι αἱ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ συντρέξουν, ἰδιὰ νὰ μὴ ἀποβῇ ἓν μέτρον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον προσδοκῶμεν τόσας ὠφελείας καὶ τόσα πλεονεκτήματα, ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ τῶν ὀργάνων τοῦ τύπου τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐπίγνωσιν τῆς ἀποστολῆς των, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιοῦν τὴν δημοσίευσιν τῶν πληροφοριῶν τοῦ πίνακος τῶν φορολογουμένων δι’ ἄλλους σκοπούς. Καὶ δὲν ἀντιβαίνει εἰς τὴν Συνταγματικὴν προστασίαν τῆς ἐλευθεροτυπίας, τοῦ ἄρθρου 14, ἡ ἀπαγόρευσις ἢ ὁ περιορισμὸς τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δημοσιεύσῃ τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν ὅμως τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὁρίζει τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος, ἀλλὰ ὀφείλει νὰ τηρῇ τὰς ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ἐκ τοῦ νόμου. Καὶ μόνον ἕνα περιορισμὸν ἔχει ἐπιβάλει τὸ Σύνταγμα. Τὴν ἀπαγόρευσιν προληπτικῶν μέτρων, καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς κατασχέσεως, ἡ ὁποία κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπιτρέπεται εἰς τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ Συντάγματος μνημονευομένας περιπτώσεις. Εἶναι λοιπὸν καὶ συνταγματικῶς δυνατή, καὶ ἔχει ἀναγνωρισθῆ καὶ ἀπὸ τὴν καθόλου μας Συνταγματικὴν ζωήν, καὶ ἀπὸ τὴν νομολογίαν, καὶ ἀπὸ τοὺς συγγραφεῖς μας, ἡ εὐχέρεια τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ καθορίσῃ τοὺς ὅρους καὶ τὰς προϋποθέσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ γίνηται ἡ ἄσκησις τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει καὶ προστατεύει τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος. Αἱ διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ εἰσήγησις θὰ δοθῇ ἐντὸς ὀλίγου ἀπὸ τοὺς κ. συναδέλφους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκριθοῦν μὲ τὸ ὕψος τῶν ποινῶν καὶ μὲ τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἄλλαι νομοθεσίαι, κύριοι συνάδελφοι, ἀπειλοῦν κατὰ τῶν φοροκλεπτῶν καὶ τῶν φοροφυγάδων. Καὶ ἡ διαπίστωσις τοῦ γεγονότος τούτου μὲ ὑποχρεώνει νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πρόθυμος νὰ συζητήσῃ πᾶσαν πρότασιν σοβαρῶς ὑποβαλλομένην ἐκ μέρους τῶν κ. συναδέλφων, διὰ τῆς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῇ πλέον ἐπιτυχῶς ὁ σκοπός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν οἱ κύριοι συνάδελφοι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποδείξουν μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπηρετήσουν μετὰ μεγαλυτέρας ἀποτελεσματικότητος τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, δύναμαι νὰ παράσχω ἀπὸ τοῦδε τὴν διαβεβαίωσιν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ γίνῃ μετὰ πάσης εὐμενοῦς διαθέσεως, ἡ συζήτησις τῶν προτάσεων. Διότι ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν διατύπωσιν ὡρισμένων μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ βοηθήσουν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος. Τὰ εἰσαγόμενα μέτρα, κύριοι συνάδελφοι, γνωρίζει κατὰ βάσιν ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία. Ὡρισμέναι παρεκκλίσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἡ αὔξησις τοῦ ποσοστοῦ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ καταλόγου τῶν φοροκλεπτῶν ἀπὸ τοῦ 10% εἰς τὸ 25% ἢ ὡρισμέναι ἄλλαι διαρρυθμίσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδώσουν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὴν ἔνοιαν, ὅτι ἀνατρέπει βασικῶς τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν. Ἀλλὰ ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι μονομερὴς καὶ δὲν περιορίζεται εἰς τὴν ἀπειλὴν κυρώσεων. Ἐπιθυμεῖ τὴν συνεργασίαν τῶν φορολογουμένων καὶ ἀπευθύνεται πρὸς τὴν συνείδησίν των. Παραλλήλως πρὸς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῶν τακτικῶν φορολογικῶν δικαστηρίων ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρασχεθῇ καὶ ἡ εὐχέρεια διαγραφῆς ἑνὸς κακοῦ παρελθόντος πρὸς ὄφελος τοῦ φορολογουμένου. Καὶ πρὸς τοῦτο προβλέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ δυνατότης τοῦ φορολογουμένου νὰ προσαρμόσῃ τὴν φορολογικήν του κατάστασιν πρὸς τὸν νόμον καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του. Παρέχεται δηλαδὴ ἡ εὐχέρεια τῆς διορθώσεως τῶν βιβλίων, τῆς διορθώσεως τῶν δηλώσεων ἀπὸ τοῦ 1954 μέχρι τοῦ 1959 καὶ ἐξασφαλίζεται εἰς τὸν φορολογούμενον ἡ εὐχέρεια νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὰς νομίμους ὑποχρεώσεις του μὲ καταβολὴν μόνον προσαυξήσεως 25% ἐπὶ τοῦ φόρου, ἄνευ οἱασδήποτε ἄλλης ἐπιζημίου συνεπείας καὶ ἄνευ ποινικῶν καὶ ἀγορανομικῶν συνεπειῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγουσα σήμερον τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται τρόπος θεραπείας τοῦ κοινῶς ἀναγνωριζομένου καὶ ὁμολογουμένου καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς κακοῦ, παρέχει συγχρόνως εἰς τὸν φορολογούμενον τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐπανέλθῃ, ἐὰν ἐπιτρέπεται ἡ διατύπωσις, εἰς τὴν ὁδὸν τῆς νομιμότητος. Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ τὸ ἐνδεχόμενον νὰ ἐπωφεληθοῦν τῆς διατάξεως αὐτῆς ὅσοι θὰ ἐπεθύμουν νὰ τακτοποιήσουν τὴν θέσιν των μέχρι σήμερον διὰ νὰ ἐπανέλθουν αὔριον εἰς τὴν ἀταξίαν, ὁρίζεται, ὅτι ὁ ὑποβάλλων τὴν εἰλικρινῆ δήλωσιν καὶ βελτιώνων τὰ στοιχεῖα του, θὰ πρέπει καὶ κατὰ τὸ 1960 καὶ 1961 νὰ εἶναι ἐπίσης εἰλικρινής, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὰ παρεχόμενα πλεονεκτήματα. Καὶ ὁρίζει ἐπίσης τὸ κείμενον τῆς διατάξεως, ὅτι ἡ εὐεργετικὴ διάταξις δὲν παρέχεται εἰς τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἤρξατο ὁ ἔλεγχος τῆς οἰκονομικῆς ἐφορίας, κατὰ τοῦ φορολογουμένου δι’ οἱανδήποτε παράβασιν. Θὰ ἠδύνατο, ἑπομένως, ὁ ἀναζητῶν ἀναλογίαν πρὸς τὰ κρατοῦντα εἰς ἄλλους κλάδους τοῦ δικαίου, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξομοιώσῃ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κἂν καινοφανὲς οὔτε εἰς τὴν ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, μὲ τὴν γνωστὴν ἔμπρακτον μετάνοιαν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Παρέχεται ὡς γνωστὸν πρὸ πάσης ἀνακρίσεως καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν τῆς πλήρους ἱκανοποιήσεως τοῦ ζημιωθέντος. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἡ ἱκανοποίησις περιορίζεται εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου καὶ προσαυξήσεως 25%, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὀφειλομένην ἱκανοποίησιν τοῦ εἰλικρινοῦς φορολογουμένου, ὁ ὁποῖος συνεμορφώθη ἐγκαίρως πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ κατέβαλε τὸν φόρον, καθ’ ὃν χρόνον ὁ φοροφυγάς, ἐκαρποῦτο τὸν ἀποκρυβέντα φόρον. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἀνεμορφώθη, καὶ ὅπως εἰσάγεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Δὲν ἀρκεῖ —ἐπαναλαμβάνω —ἡ γενικὴ ἀναγνώρισις, ὅτι πρέπει νὰ κτυπηθῇ ἡ φοροκλοπή. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναζητηθοῦν μετὰ σοβαρότητος καὶ μετὰ περισκέψεως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσουν τὴν προσπάθειαν ταύτην. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ συζητήσῃ μετὰ προθυμίας πᾶσαν ὑπόδειξιν, ἡ ὁποία θὰ ἐξησφάλιζεν ἀποτελεσματικώτερον τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει πρόθεσιν καὶ δὲν ἔχει λόγον νὰ προστατεύσῃ ἢ νὰ διαφυλάξῃ τὴν θέσιν οἱουδήποτε φορολογουμένου, οἱασδήποτε κατηγορίας, οἱασδήποτε θέσεως, οἱουδήποτε ἐπαγγέλματος. Καὶ ἐλευθέρα ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀδέσμευτος ἀπέναντι παντὸς θέλει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅπως θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Καὶ παρακαλεῖ τοὺς κ. συναδέλφους, νὰ ἀποδώσουν τὴν ὀφειλομένην σημασίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ βοηθήσουν τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι δὲν πρόκειται περὶ προσπαθείας, ἡ ὁποία ἀφορᾷ μόνον τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, δὲν πρόκειται περὶ προσπαθείας, ἡ ὁποία θὰ βοηθήσῃ ἀποτελεσματικῶς μόνον κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἀσκεῖ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Πρόκειται περὶ προσπαθείας, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα πρέπει νὰ εἶναι μόνιμα καὶ τοὺς καρποὺς τῆς ὁποίας θὰ ἀπολαύσουν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναλάβουν εἰς τὸ μέλλον τὴν εὐθύνην τῆς διακυβερνήσεως τοῦ τόπου. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται εἰς ἓν ἀπὸ τὰ γενικὰ μέτρα —ἀπὸ τὸ σύνολον τῶν μέτρων— τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ διὰ τὸ πρόβλημα τοῦ σιδηροδρόμου. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν καὶ κατὰ τὴν 30ὴν Νοεμβρίου, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ Πολιτικὸν θέμα καὶ κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δικτύων, ἔφθασε τὰ 500 ἑκατομμύρια ἐτησίως. Καὶ ἔλεγον καὶ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1959 καὶ τὴν 19ην Φεβρουαρίου, ὅταν κατετέθη ὁ προϋπολογισμός, ὅτι τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ ἀδιάφορον τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσῃ ἀδιάφορον καὶ οἱονδήποτε ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἔλεγον ἀκόμη, ὅτι πρέπει νὰ ληφθοῦν μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίζουν κατά τινα τρόπον τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀνοίγματος, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ καταβάλλῃ τὸ κοινωνικὸν σύνολον διὰ τοῦ Κρατικοῦ Προϋ)σμοῦ, εἰς βάρος τῆς μονίμου ἐπιδιώξεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Πολιτείας, τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου. Καὶ ἐπεσήμανα ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ θέματος καὶ κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολ)σμοῦ διὰ τῶν δηλώσεών μου, τὸ θέμα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλαμβάνοντο διὰ τὴν θέσιν τῶν σιδηροδρόμων καὶ εἶχον εἴπει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ζητήσῃ αὔξησιν τοῦ φορολογικοῦ βάρους. Ἄλλωστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὔξησις φορολογικοῦ βάρους, ἄνευ καταθέσεως νομοσχεδίου. Εἶπον ὅμως, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ξένον πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ φορολογικοῦ βάρους τὸ θέμα τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ προβλήματος τοῦ ἀνοίγματος τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων. Καὶ προσέθεσα, ὅτι ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἔχει μελετήσει τὸ ὅλον θέμα, γίνεται ἡ τεχνικὴ ἐπεξεργασία τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ληφθοῦν καὶ θὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῶν ἀποφάσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιζητεῖται ὁ περιορισμὸς τοῦ κακοῦ. Διότι πρόκειται περὶ πραγματικοῦ κακοῦ, 500 ἑκατομμύρια ὑπολογίζεται διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν. Εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸν τρόπον τῆς ὀργανώσεως τῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων καὶ τῶν μεταφορῶν τῶν χερσαίων, διὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν μεταφορῶν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν αὐτοκινήτων. Ἔλαβεν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν ὡρισμένα τμήματα τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων, κατέληξε εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ καυσίμου, τὸ ὁποῖον κατὰ κανόνα χρησιμοποιοῦν τὰ μεταφορικὰ μέσα. Καὶ εἶναι δεδομένον, ὅτι ἡ θέσις τούτων καθημερινῶς βελτιοῦται, προάγονται αἱ συνθῆκαι τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διὰ τῆς βελτιώσεως καὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐθνικοῦ δικτύου, διὰ τὸ ὁποῖον τόσα δαπανᾷ τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Καὶ ἐνῷ διὰ τῶν ἔργων αὐτῶν, διὰ τῆς ἐπεκτάσεως καὶ διὰ τῆς βελτιώσεως τοῦ ὁδικοῦ δικτύου, ἡ κυκλοφορία τοῦ αὐτοκινήτου διευκολύνεται, ἀντιθέτως δυσχεραίνεται ἡ θέσις τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπωμισθῆ καὶ τὸ βάρος τῆς συντηρήσεως τῆς ὁδοῦ τὴν ὁποίαν χρησιμοποιεῖ καὶ χάνει καθημερινῶς ἔργον. Ἀλλὰ περὶ αὐτῶν θὰ γίνῃ εἰδικὴ συζήτησις, ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν οἰκείων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κ. συνάδελφοι, ὅτι σταθερῶς περιστέλλεται ἡ φοροδιαφυγή. Ἔδωσα ὡρισμένους ἀριθμούς, κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος. Διὰ τῶν ἀριθμῶν ἀποδεικνύεται, ὅτι καὶ τὸ δηλούμενον εἰσόδημα αὐξάνεται κατ’ ἔτος καὶ μάλιστα εἰς ποσοστὸν πολὺ ἀνώτερον τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἔλεγχος προσθέτει εἰς τὸ δηλούμενον εἰσόδημα ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων. Παρὰ ταῦτα ὑπάρχει φοροδιαφυγή. Διὰ τὴν σύλληψιν τῆς διαφευγούσης φορολογητέας ὕλης δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιορίζεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου. Ἡ προσπάθεια εἶναι συνδυασμένη. Ἐπιζητεῖται τρόπος παρακολουθήσεως καὶ ἐλέγχου τῆς διακινήσεως τῶν ἀγαθῶν. Εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος τοῦ ἐλέγχου τῶν μεταφορῶν. Πυκνοῦνται τὰ φυλάκια τοῦ ἐλέγχου καὶ εἰς τὴν Πρωτεύουσαν καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ εἰς ἄλλας μεγαλουπόλεις τῆς Ἐπικρατείας καὶ λαμβάνονται ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβάλλουν εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον λέγεται φοροδιαφυγή. Τοῦτο ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ἐναντίον αὐτοῦ ὅλοι ὁμιλοῦμεν, τὸ ὁποῖον ὅλοι καταδικάζομεν καὶ τὸ ὁποῖον —ἀτυχῶς— ἀποκτᾷ προστάστας, ὅταν εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ ἔκτασίς του τοὐλάχιστον, διότι περὶ ὁριστικῆς καὶ πλήρους περιστολῆς τῆς φοροδιαφυγῆς δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος ἀκόμη. Μὲ τὰς λέξεις αὐτὰς καὶ μὲ τὴν ὑπόμνησιν, ὅτι ἰδιαιτέρως προκειμένου περὶ αὐξήσεως τῶν καταναλωτικῶν φόρων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται προαναγγελία μετὰ τυμπάνων καὶ χορδῶν πρὸ τῆς καταθέσεως τῶν νομοσχεδίων, διὰ τὰ ὁποῖα μάλιστα καὶ τὸ Σύνταγμα ἔχει προβλέψει δυνατότητα ἀμέσου ἰσχύος καὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. συναδέλφους νὰ ὑποβοηθήσουν τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει νὰ περιστείλῃ τὸ κακὸν καὶ ἐπιθυμεῖ ὁ ἔλεγχος νὰ στραφῇ πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, πρὸς πᾶσαν πηγὴν εἰσοδήματος, ἡ ὁποία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τῆς φορολογίας. (Χειροκροτήματα).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§66Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐψήφισε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος. Ὀφείλω νὰ διευκρινίσω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν πραγματικότητα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐδήλωσα καὶ ὑποθέτω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα ὅλων τῶν συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι εἴμεθα μὲν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ περὶ αὐτοῦ οὐδεμία συζήτησις εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Κατεψηφίσαμεν ὅμως τὴν ἀρχὴν τοῦ συγκεκριμένου νομοσχεδίου, διότι τὸ ἐθεωρήσαμεν ἀπρόσφορον εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ σκοποῦ του. Ἔκαμα σαφῶς τὴν διευκρίνισιν, τὴν ὁποίαν ἔχω χρέος νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἀπόψε καὶ ἐπιθυμῶ νὰ προσθέσω, ὅτι ἕνα θέμα ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐθέσαμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζητήσαμεν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν εἶναι ἡ δημοσίευσις γενικῶς τῶν καταλόγων, οἵαν περίπου τὴν δέχεται ἀπόψε ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ἡ ὁποία ἀπέβη εἰς βάρος τῆς προτάσεώς μας, διότι οἱ κυβερνητικοὶ συνάδελφοι, σχεδὸν εἰς τὸ σύνολόν των, ἐψήφισαν ἐναντίον. Αὐτά, κ. Πρόεδρε, ἁπλῶς καὶ μόνον πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἰδικῆς μας θέσεως.
§67Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἔγινε ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι βέβαιον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ παραστάντες συνάδελφοι κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς δύνανται νὰ ἐπιβεβαιώσουν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ πρῶτον μέρος, τὸ ἀφορῶν τὴν δίωξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, ἐγένετο ὁμοφώνως δεκτὸν μὲ τὴν δήλωσιν μόνην, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλα μέτρα, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός.
§68Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ ἰδική μου δήλωσις εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὰ πρακτικά, ἐζήτησα δὲ νὰ ἀναγραφῇ εἰδικῶς, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον διαφωνῶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἔθεσα δὲ πέραν τούτου καὶ εἰς ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν καὶ ἄλλα ἄρθρα πλὴν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§69Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ, ἐὰν δύναται, τὴν Βουλήν, διότι συνάπτεται ἡ ἐρώτησίς μου μὲ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, περὶ τοῦ ἑξῆς θέματος: Βεβαίως ἔκαμε μίαν συνοπτικὴν, κατ’ ἀνάγκην, ἔκθεσιν περὶ τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, δημοσιευθεῖσαν. Ἐν τῷ μεταξὺ διενεμήθη ἡ IN EXTENSO ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία, ὅμως μετ’ ὀλίγον, τὴν ἑπομένην ἀπεσύρθη, διότι εἶχον παρεισφρήσει τὴν ἐν ἐκτάσει αὐτὴν ἔκθεσιν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν τὰ στοιχεῖα τὰ σχετικὰ μὲ τὰς συγκοινωνίας καὶ τὰ ἐλλείμματα, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, προβλέπεται, ὅτι αὐτὴ ἡ ἔκθεσις νὰ δημοσιευθῇ ἐγκαίρως;
§70Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἴσως καὶ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε τὴν Δευτέραν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας κ. Ι. Σπηλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§72Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν μέσῳ τεταμένης ἀτμοσφαίρας καὶ συγχύσεως πνευμάτων, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἀδικαιολογήτως. Πράγματι ἀφ’ ἧς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον εἶδε τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος ἐντονωτάτη ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίδρασις ὡρισμένων, εὐτυχῶς ὀλίγων, ἐκπροσώπων διαφόρων ἐπαγγελματικῶν καὶ παραγωγικῶν τάξεων οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ πλήττονται δῆθεν αἱ παραγωγικαὶ τάξεις τῆς Χώρας καὶ ζητοῦν ὅπως ἀποσυρθῇ τοῦτο. Ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπέτεινεν ἔτι περισσότερον τὴν σύγχυσιν ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἔλλειψις ὁμοιομορφίας καὶ ταὐτότητος τῶν διαφόρων ἐπικρίσεων ἐναντίον αὐτοῦ. Ἕκαστος ἐπικριτὴς ἀπὸ τῆς σκοπιᾶς τῆς παρατάξεώς του βάλλει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀναλόγως τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαγγελματικῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ. Ἐσταχυολόγησα ὡρισμένας τῶν ἐπικρίσεων αὐτῶν. Οὕτως ἐλέγχθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πλήττει τὸν ἐμπορικὸν καὶ ἐπαγγελματικὸν κόσμον. Ὑπὸ ἄλλων ἐτονίσθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ δημιουργήσῃ περαιτέρω ἐπιβαρύνσεις τῶν ἤδη μεγάλως ἐπιβαρυνομένων μικρῶν εἰσοδημάτων. Ἄλλοι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρεῖται ἡ ἀπομύζησις τῶν ἐπιχειρήσεων. Ἄλλοι ἔδωσαν τὸν χαρακτηρισμὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τοῦτο ἀποβλέπει εἰς ταμιακοὺς σκοποὺς ὡς καὶ τὴν ἐξόντωσιν τῶν μικροεπιχειρήσεων. Τέλος ἄλλοι ἰσχυρίσθησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει προσθέτους φορολογίας εἰς τοὺς ἐμφανεῖς φορολογουμένους καὶ ὅτι θὰ διαφύγουν αὐτοῦ οἱ ἀφανεῖς φορολογούμενοι. Νομίζω, ὅτι αἱ διατυπούμεναι αἰτιάσεις εἶναι ἀδικαιολόγητοι. Μολονότι διαισθάνομαι ὅτι ὁ ἀδικαιολόγητος αὐτὸς θόρυβος ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ἔχει φθάσει καὶ ἐντὸς αὐτῆς αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ δηλώσω, ὅτι τὰ διατυπούμενα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου παράπονα εἶναι ἄτοπα ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως ὅσον καὶ ἀβάσιμα. Καὶ λέγω ἄτοπα ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς, διότι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἔντονον ἀξίωσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἐξ ἄλλου τὴν ἀναγκαιότητα καὶ χρησιμότητα τῶν εἰσαγομένων θεσμῶν εἶχον ἀναγνωρίσει αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐπικριταὶ του σήμερον. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἑπομένως αὐτῆς εἶναι ἀπαράδεκτα τὰ παράπονά των. Ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας θεωρῶ τὰ παράπονά των ἀβάσιμα, διότι ἐκ τῆς μελέτης τὴν ὁποίαν ἔκαμα διεπίστωσα, ὅτι αἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγόμεναι διατάξεις δὲν εἶναι καινοφανεῖς καὶ ἄγνωστοι. Ἀντιθέτως ὑπάρχουν προϊσχύουσαι διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἔχουν θεσπίσει καταθλιπτικώτερα μέτρα ἀπὸ τὰ θεσπιζόμενα διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Πέραν αὐτῶν τῶν σκέψεων δὲν βλέπω διατὶ αὐτὸς ὁ ἀδικαιολόγητος θόρυβος καὶ αὐτὴ ἡ παρατηρουμένη ὑστερία. Αἱ διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου δὲν στρέφονται κατὰ τῶν εὐσυνειδήτων καὶ καλῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ κατὰ τῶν κακῶν καὶ ἀσυνειδήτων. Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ οἱ ἐκπρόσωποι τῶν τάξεων αὐτῶν, καὶ λέγω οἱ ἐκπρόσωποι, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὰ μέλη τῶν τάξεων αὐτῶν δὲν συμφωνοῦν πρὸς τοὺς ἐκπροσώπους των, θεωροῦν, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου πλήττονται αἱ τάξεις τὰς ὁποίας ἐκπροσωποῦν, ὅταν αἱ διατάξεις αὗται στρέφωνται ὄχι κατὰ τῶν εὐσυνειδήτων φορολογουμένων, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἀσυνειδήτων καὶ κακῶν. Κατὰ τὴν λογικὴν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ γενικὴ διαμαρτυρία καὶ κατακραυγὴ κατὰ τῶν αὐστηρῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ νόμου αἱ ὁποῖαι στρέφονται μόνον κατὰ τῶν ἐγκληματιῶν. Ἀλλὰ πέραν τούτου, πόθεν καὶ πῶς ἐξάγουν οἱ σημερινοὶ ἐπικριταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τοῦτο στρέφεται κατὰ τῶν μικρῶν καὶ μεσαίων ἐπιχειρήσεων, καὶ ὅτι πλήττει τοὺς ἐμφανεῖς φορολογουμένους καὶ ὅτι διολισθαίνουν οἱ ἀφανεῖς; Κατέβαλλον ἰδιάζουσαν ἐπιμέλειαν διὰ νὰ ἀνεύρω βάσιν τινὰ τῶν ἐπικρίσεων καὶ διεπίστωσα, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ πλήξῃ τοὺς κακοὺς φορολογουμένους καὶ νὰ ἀποθαρρύνῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν διὰ διαφόρων μέσων νὰ διαφύγουν τῆς φορολογίας. Διετυπώθη ἡ ἀντίληψις, ὅτι τὰ μέτρα αὐτὰ πρέπει νὰ συνδυάζωνται καὶ μὲ τὴν μείωσιν τῶν φορολογικῶν συντελεστῶν, διότι οἱ φορολογικοὶ συντελεσταὶ εἶναι ἐπαχθεῖς. Πράγματι ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐφηρμόσθη ὁ κῶδιξ περὶ φορολογικῶν στοιχείων, τὸ παράπονον αὐτὸ ἀκούεται συχνὰ καὶ τοῦτο διότι κατέστη δυνατὸν ἔκτοτε νὰ ἀνευρίσκωνται ὡρισμένα εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα ὠλίσθαινον κατὰ τὸ παρελθὸν τῆς φορολογίας. Περαιτέρω διὰ τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς παρακολουθήσεως ἐπῆλθεν αὔξησις τῆς ἀποδόσεως τῆς φορολογίας καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι οἱ πρότερον φορολογικῶς ἀσύδοτοι αἰσθάνονται ἤδη τὸ βάρος της καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὁμιλοῦν περὶ ἐπαχθοῦς φορολογίας. Παρὰ ταῦτα εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ ἄνοδος τοῦ ἐκ τῆς φορολογίας εἰσοδήματος ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ εἰς χαμηλὰ ἐπίπεδα καὶ τοῦτο διότι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ φοροδιαφυγὴ καὶ μάλιστα εἰς μεγίστην κλίμακα. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτων πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ κυρία πηγὴ τῶν ἐσόδων αὐτοῦ ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι οἱ ἔμμεσοι φόροι καὶ ὅτι ἡ σχέσις μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐξακολουθεῖ νὰ μὴ εἶναι ἱκανοποιητική. Πράγματι, ἡ σχέσις αὕτη εὑρίσκεται εἰς λίαν χαμηλὸν ποσοστὸν ἀνερχόμενον μόλις εἰς 19%. Τοῦτο συμβαίνει κατὰ παραβίασιν τῆς παγίως ἰσχυούσης ἐν τῇ οἰκονομίᾳ ἀρχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑγιὴς καὶ ὀρθὴ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ πρέπει νὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν ἄντλησιν ἐσόδων ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων, ἂν ὄχι κατὰ τὸ μέγιστον ποσοστὸν τοὐλάχιστον κατ’ ἰσομοιρίαν πρὸς τοὺς ἐμμέσους. Αὐτὸ κυρίως, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν αὔξησιν τοῦ κατὰ κεφαλὴν ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὅπου τὸ Ἐθνικὸν εἰσόδημα εὑρίσκεται εἰς ὑψηλὸν ἐπίπεδον ἡ σχέσις αὕτη ἀντιστοιχεῖ πρὸς 75– 80%. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ Γερμανίαν 50%. Εἶναι ἀληθές, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ ἄνοδος τῶν ἀμέσων φόρων παρουσιάζεται ηὐξημένη ἀπὸ τῆς προπολεμικῆς ἐποχῆς, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ἡ φορολογικὴ ἐπιβάρυνσις τοῦ εἰσοδήματος δὲν παρουσιάζει διαφορὰς ἐν σχέσει μὲ τὴν προπολεμικήν. Ἡ σχέσις ἐσόδων ἐκ φορολογίας πρὸς τὸ Ἐθνικὸν εἰσόδημα ἐκφράζεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἑξῆς: Χρῆσις 1956–57 (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς σελίδος 13–14). Περαιτέρω ἡ σχέσις τοῦ συνολικοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ἐκφράζεται ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει ἐκ τῆς σελίδος 9).
§73Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ποία εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων;
§74Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. 19% διὰ τὸ ἔτος 1959.
§75Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Ἡ σύγκρισις πρέπει νὰ γίνῃ μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ μᾶς δίδει ἀναλογίαν 18,3%, ποσοστὸν τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ χαμηλότερον εἰς τὸ ὁποῖον εἴχομεν φθάσει ποτέ.
§76Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Προπολεμικῶς εἴχομεν ποσοτὸν 15% καὶ 16%.
§77Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, δὲν ἀπέχετε πολύ. Σεῖς ἀνεφέρατε 19% καὶ ὁ κ. συνάδελφος ὡμίλησε περὶ ποσοστοῦ 18,3%. Ἡ ἀπόστασις εἶναι μικροτέρα τῆς μονάδος. Ἐὰν εἶναι 18,3 ἢ 19 καὶ κάτι, δύνανται νὰ διαπιστωθῇ ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν ποσῶν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ διαπιστωθῇ, ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι ἀσήμαντος καὶ πρέπει νὰ ἐπισημανθῇ, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῆς ἀμέσου φορολογίας εἶναι μικρὸν καὶ ἑπομένως ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ εἴσπραξις τῆς ὑφισταμένης φορολογίας, διὰ νὰ μὴ φθίνῃ ἡ συμβολὴ τῆς ἀμέσου φορολογίας εἰς τοὺς ἐγχωρίους πόρους. Διότι καὶ αὐτὴ ἡ ἀντινομία ἐμφανίζεται. Ὁμιλοῦμεν συνεχῶς περὶ ἐπιδεινώσεως τῆς σχέσεως μεταξὺ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας, ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν φορολογικῶν ὀργάνων καὶ συγχρόνως καθιστῶμεν ἀδύνατον τὴν προσπάθειαν ταύτην. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ κατηγορούμεθα, ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῆς ἀμέσου φορολογίας δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ καὶ νὰ μὴ παρέχωμεν τὴν συνδρομήν μας διὰ νὰ παταχθῇ τὸ κακόν.
§78Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ καταλήξω εἰς μίαν βασικὴν διαπίστωσιν. Παρὰ τὴν σημειωθεῖσαν αὔξησιν τῆς ἀποδόσεως τῶν ἀμέσων φόρων, τὴν ὀφειλομένην εἰς τὰς προσπαθείας καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις ἡ ἀντιστοιχία τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων ἐξ ἀμέσων φόρων καὶ τοῦ εἰσοδήματος, παραμένει δυσαναλόγως μικρά. Τοῦτο ὀφείλεται κατὰ κύριον λόγον εἰς τὸ ὅτι ἕνα μέγα μέρος φορολογητέου εἰσοδήματος ἐξακολουθεῖ νὰ διολισθαίνῃ ἐκ μέρους ὡρισμένων ἀσυνειδήτων φορολογουμένων. Πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου θὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόσπασμα μιᾶς δειγματοληπτικῆς ἐκθέσεως, ἥτις ἐπεξειργάσθη ἀριθμὸν δηλώσεων φόρου εἰσοδήματος διὰ τὸ ἔτος 1957. Ἡ ἔκθεσις αὕτη συνετάγη ὑπὸ τῶν στατιστικῶν ὑπηρεσιῶν ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν ἁρμοδίαν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. (Ἀναγινώσκει). Περαιτέρω ἔκαμε καὶ τὴν ἑξῆς ἑτέραν ἐπεξεργασίαν. Ἠθέλησε νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ δηλωθὲν εἰσόδημα κατὰ πηγὴν προελεύσεως καὶ δίδει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα (ἀναγινώσκει)... Διὰ τὴν περιφέρειαν πρωτευούσης ὑπάρχει ἡ ἑξῆς ἀναλογία... (ἀναγινώσκει)... Δηλαδὴ εἰς τὴν τέως Διοίκησιν Πρωτευούσης τὸ δηλωθὲν εἰσόδημα καὶ ὁ ἀντιστοιχῶν φόρος διὰ τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις ἀνέρχεται εἰς τὸ 34% ἐνῷ ὁ φόρος ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν ἀνέρχεται εἰς 37,8%. Τοῦτο συμβαίνει διότι τὸ εἰσόδημα ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ. Ἐξ αὐτοῦ ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τάξεις, αἱ ὁποῖαι γενναίως εἰσφέρουν εἰς τὰ φορολογικὰ βάρη.
§79Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως, κ. συνάδελφε, ἐρωτήσατε ἐὰν ὑπάρχουν δειγματοληπτικοὶ πίνακες ἀναφερόμενοι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ κατὰ κατηγορίαν εἰσοδήματος; Νομίζω, ὅτι αὐτοὶ οἱ πίνακες, ἐὰν ὑπάρχουν πρέπει νὰ κατατεθοῦν καὶ νὰ γίνουν κτῆμα ὅλων ἡμῶν. Ἐξ αὐτῶν θὰ διαπιστωθῇ ἐὰν ὑπάρχουν μεγάλα εἰσοδήματα τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦνται καὶ διὰ τὴν φορολόγησιν τῶν ὁποίων προβάλλεται ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς χώρας γενικὸν αἴτημα.
§80Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑφ. Οἰκονομικῶν). Τὰ στοιχεῖα αὐτά, κ. συνάδελφε, παρακολουθοῦνται καὶ μάλιστα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἔτους 1957 ἴσως καί τινα τοῦ ἔτους 1958 ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα περιοδικὰ ἔχουν δημοσιευθῆ καὶ εἰς τὴν εἰδικὴν ἔκθεσιν τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως Φορολογίας, τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ὑπάρχουν στοιχεῖα τῆς κατὰ τόπον, κατανομῆς τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι πάντα ταῦτα, ὅσα βεβαίως ὑπάρχουν, δύνανται νὰ κατατεθοῦν διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή.
§81Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς ἴδωμεν τώρα, κύριοι βουλευταί, ποῖον τμῆμα τοῦ δηλωθέντος εἰσοδήματος ἐφορολογήθη καὶ ποῖον ἔμεινεν ἀφορολόγητον ὑπαχθὲν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν γνωστῶν ἐκπτώσεων. Ἐπὶ τοῦ συνολικοῦ εἰσοδήματος τῶν 10 ἑκατομμυρίων, τὰ 5 ἑκατομμύρια ὑπήχθησαν εἰς τὰς ἐκπτώσεις καὶ δὲν ἐφορολογήθησαν. Ἐφορολογήθησαν μόνον τὰ ὑπόλοιπα 5 μὲ ποσοστὸν φόρου 9,5%. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ εἶναι χαρακτηριστικοὶ καὶ ἀποδεικνύουν ἀναντιρρήτως τὴν βασιμότητα τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου, ὅτι παρὰ τὰς τελευταίως σημειωθείσας αὐξήσεις εἰς τὸν τομέα τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἡ φορολογία αὐτὴ ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῆται εἰς χαμηλὰ ἐπίπεδα. Ὁ δημιουργηθεὶς λοιπὸν θόρυβος, εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἄλλως τε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου δὲν εἶναι νέα καὶ εἶναι κατὰ πολὺ ἁπαλωτέρα τῶν ὁμοίων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ληφθῆ διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς εἰς ἄλλας χώρας. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἀλ Καπόνε εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὁ ὁποῖος δὲν συνελήφθη διὰ τὴν ἐγκληματικήν του δρᾶσιν, κ. συνάδελφοι, ἀλλὰ συνελήφθη ὡς φοροδιαφυγὰς καὶ ἐκλείσθη εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ἔλεγον λοιπόν, ὅτι ὁ θόρυβος καὶ αἱ διαμαρτυρίαι ὡρισμένων εὐαρίθμων εὐτυχῶς ἐκπροσώπων ὡρισμένων τάξεων, εἶναι καὶ ἀβάσιμος καὶ ἀδικαιολόγητος. Ἀλλὰ ὅπως προανέφερον, μήπως αὐταὶ αἱ διατάξεις αἱ εἰσαγόμεναι διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἶναι νέαι, δὲν ὑπῆρχον προηγουμένως εἰς τὴν νομοθεσίαν μας; Ἔχω ἐδῶ, κ. συνάδελφοι, ἕνα κατάλογον τῶν διαφόρων διατάξεων τῶν ἰσχυουσῶν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλονται ποινικαὶ καὶ ἠθικαὶ κυρώσεις ἐν πολλοῖς πολὺ βαρύτεραι τῶν σημερινῶν. Εἶναι πρῶτον τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Κώδικος «περὶ φορολογικῶν στοιχείων, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὰς γνωστὰς ποινάς, εἶναι τὰ ἄρθρα 67, 73, 74 «περὶ φορολογίας εἰσοδήματος» εἶναι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Ν. Δ. 3765, εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Ν. 3848, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ μίαν διάταξιν τοῦ πάλαι ποτὲ ἰσχύσαντος Α. Ν. 1211 ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ περὶ φοροκλεπτῶν. Λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθήσουν τὰ παράπονα καὶ αἱ αἰτιάσεις ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι βάλλουν σήμερον ἠθελημένως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, ποίας διατάξεις νέας περιέχει τὸ νομοσχέδιον; Μόνον τὰς 3 πρώτας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι προληπτικοῦ καθαρῶς χαρακτῆρος. Εἶναι ἡ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται ἡ ἀρχή, ὅτι τὰ ἀντίγραφα ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἑταιρείας καὶ τὰς μεταξὺ τῶν συνεταίρων σχέσεις, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ μισθωτήρια διὰ τὰς μισθώσεις καταστημάτων καὶ κατοικιῶν ἄνω τῶν 5 κυρίων δωματίων, δὲν ἔχουν πλέον τοῦ λοιποῦ ἀποδεικτικὴν ἰσχύιν. Δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται νὰ προληφθῇ, νὰ ἀσκηθῇ μία ψυχολογικὴ τρόπον τινὰ πίεσις ἐπὶ τῶν συμβαλλομένων εἴτε ὑπὸ μορφὴν συνεταιρισμοῦ, εἴτε ὑπὸ μορφὴν μισθώσεως, νὰ μὴ προβαίνουν εἰς καταστρατήγησιν τῶν φορολογικῶν νόμων, διότι προκειμένου περὶ ἑταιρείας, κ. συνάδελφοι, ὅσοι ἐξ ἡμῶν εἶναι δικηγόροι, γνωρίζουν, ὅτι παρατηρεῖται μία τάσις διασπάσεως τοῦ εἰσοδήματος λόγῳ τῆς προοδευτικότητος τῆς φορολογίας μας διὰ τῆς προσλήψεως συγγενικῶν συνεταίρων, περαιτέρω προκειμένου περὶ συμβάσεως ἐργασίας παρατηρεῖται ἐπίσης τὸ φαινόμενον νὰ προσλαμβάνωνται ὡς ὑπάλληλοι τοῦ φορολογουμένου, πρόσωπα συνδεόμενα διὰ στενωτάτου συγγενικοῦ δεσμοῦ.
§82Η. ΗΛΙΟΥ. Ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Ἑλλὰς γίνεται αὐτό.
§83Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ἡλιοῦ τὸν προσλαμβάνουν ὑπὸ μορφὴν ὑπαλλήλου καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ πολὺ ὀρθῶς κατὰ τὸ δυνατόν, διότι βεβαίως πάντοτε θὰ εὑρεθοῦν καταστρατηγήσεις, κ. Ἡλιοῦ, διότι πάντοτε θὰ προσφύγουν εἰς δικηγόρους οἱ συμβαλλόμενοι, διὰ νὰ καταστρατηγήσουν τὰς διατάξεις τοῦ φορολογικοῦ νόμου.
§84Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, ἀνέκαθεν, καὶ κατὰ τρόπον τιμητικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅταν κἄποιος εἶχε μίαν εὐδοκιμοῦσαν ἐπιχείρησιν, ἐφρόντιζε πρῶτον νὰ προσλάβῃ τοὺς συγγενεῖς του καὶ εἶναι ἀξιέπαινος δι’ αὐτό.
§85Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κ. Ἡλιοῦ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θέλει νὰ προλάβῃ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν τῆς καταστρατηγήσεως τῶν φορολογικῶν νόμων, καὶ ἐπιβάλλει εἰς τὸν φορολογούμενον, ὅταν προσλαμβάνῃ πρόσωπα διὰ τοιούτου δεσμοῦ συνδεόμενα μετ’ αὐτοῦ, ὅπως καταβάλῃ ὅλας τὰς εἰσφορὰς πρὸς τὰ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα ὅπως διὰ τοὺς πραγματικοὺς ὑπαλλήλους, διότι κατὰ τὸ μέγιστον μέρος μέχρι σήμερον δὲν καταβάλλεται λόγῳ τοῦ συγγενικοῦ δεσμοῦ, διότι δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον ὁ φορολογούμενος νὰ προσαχθῇ εἰς τὸ Ι.Κ.Α. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι αὐταὶ αἱ 3 διατάξεις, εἶναι διατάξεις πράγματι νέαι. Ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀποτελοῦν τίποτε ἄλλο, παρὰ μίαν ἀναδιάρθρωσιν τῶν ὑφισταμένων μέχρι σήμερον καὶ ἰσχυουσῶν διατάξεων. Ὅπως δὲ σᾶς ἀνέπτυξε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσιότητα τῶν φορολογικῶν καταλόγων, γίνεται νέα διατύπωσις καὶ νέα ἀναδιάρθρωσις τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἱκανοποιῆται τὸ ἔμμονον αἴτημα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπιμένουν, ὅτι μόνον ἡ δημοσιότης ἀποτελεῖ ἕνα σοβαρὸν ἠθικὸν κῦρος ἔναντι τῶν εὐσυνειδήτων φορολογουμένων.
§86Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ ἄρθρον 6, δὲν θὰ εἴπητε τίποτε, κ. συνάδελφε;
§87Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, διότι καὶ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν τὸ ἐπανέλαβα αὐτό, ὅτι πράγματι διὰ τοῦ ἄρθρου 6 μετατίθεται τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις εἶναι εἰς τοὺς ὤμους τοῦ ἐφόρου, μετατοπίζεται εἰς τοὺς ὤμους τοῦ φορολογουμένου.
§88Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ τὸ ὁποῖον εἴπατε. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ φοροδιαφυγὴ διαπιστοῦται εἰς ὅλους τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ εἰς ὅλα τὰ εἰσοδήματα. Καὶ εἰς τὰς οἰκοδομάς, καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους, βιοτέχνας, βιομηχάνους καὶ εἰς τοὺς ἀσκοῦντας ἐλεύθερα ἐπαγγέλματα. Ἔχω τὸ προνόμιον, εἰς τὴν περιφέρειάν μου νὰ περιβάλλωμαι ἀπὸ τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν ἐκτίμησιν μεγάλου ποσοστοῦ τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν. Αὐτὸ ὅμως δὲν μὲ ἐμποδίζει ἀπὸ τὴν γενικὴν διαπίστωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἀποφασισθῆ ἡ δημοσίευσις τῶν φορολογικῶν καταλόγων, εἶμαι ὑποχρεωμένος μὲ λύπην εἰλικρινῆ νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τοὺς ἀσκοῦντας τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, εἰς τὰς μεγάλας κυρίως πόλεις, ὑπάρχει φοροδιαφυγὴ εἰς μέγα ποσοστόν. Εἴτε μᾶς ἀρέσει, κύριοι συνάδελφοι, εἴτε ὄχι, εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ μισθωτός, οὐσιαστικῶς δὲν διαφεύγει τὴν φορολογικὴν ὑποχρέωσιν. Καταβάλλει τὸν φόρον, διότι παρακρατεῖται. Ὁ ἔχων εἰσόδημα ἐξ οἰκοδομῶν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ὑποβάλλεται εἰς τὴν φορολογίαν. Ὁ ἀσκῶν ἐλεύθερον ἐπάγγελμα εὐσυνείδητος φορολογούμενος καταβάλλει τὴν ὑποχρέωσίν του. Ὑπάρχει ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, μέγα ποσοστὸν τῶν ἀσκούντων ἐλευθέρια, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ εἶναι ὑπερήφανοι ἐὰν ἐγένετο κοινῶς γνωστὸν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐδήλωσαν ὡς ἔσοδον ἐκ τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη μου ἀντίδρασις ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαπιστώνω ὡς ὑπεύθυνος ὑπουργός. Τί πρέπει νὰ γίνῃ; Εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνωμεν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας καὶ ἀδιάφοροι πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῆς; Ὀρθὸν εἶναι βεβαίως νὰ συζητῶμεν περὶ τῆς σημασίας καὶ τῆς ἰδιαζούσης θέσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ παροχὴ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρίσωμεν καὶ τὴν ἰσότητα ἔναντι τοῦ νόμου. Καὶ ὅπως ἀξιοῦμεν ἀπὸ τὸν τελευταῖον ἐπαγγελματίαν τῆς συνοικίας, ἢ τοῦ χωριοῦ, αὐστηρὰν συμμόρφωσιν πρὸς τὰς φορολογικάς του ὑποχρεώσεις, τὴν αὐτὴν ἀξίωσιν ὑποχρεούμεθα νὰ προβάλωμεν καὶ ἔναντι τοῦ ἀσκοῦντος τὸ ἐλευθέριον ἐπάγγελμα. Καὶ ὁ μὲν φορολογούμενος τῆς ἄλλης κατηγορίας εἶναι δυνατὸν νὰ συλληφθῇ καὶ ὡς φοροκλέπτης ἀπὸ τὰ φορολογικὰ ὄργανα, διὰ τῆς διασταυρώσεως τῶν διαφόρων στοιχείων. Ἀντιθέτως, ὁ ἀσκῶν τὸ ἐλευθέριον ἐπάγγελμα, πλὴν τοῦ δικηγόρου, τοῦ ὁποίου καταγράφονται αἱ παραστάσεις εἰς τὰ δικαστήρια, δὲν εἶναι ὅμως γνωσταὶ αἱ ἄλλαι ἀπασχολήσεις, πλὴν τοῦ μηχανικοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβάλῃ τὴν μελέτην του εἰς τὸ Σχέδιον Πόλεως διὰ νὰ ἐκδοθῇ ἡ ἄδεια τῆς οἰκοδομῆς ἢ θὰ εἰσπράξῃ τὴν ἀμοιβὴν ἀπὸ τὴν μελέτην δημοσίου ἔργου.....
§89Α. ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ. Ὄχι, κ. Ὑπουργέ. Δὲν εἶναι ἔτσι.
§90Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου. Διαμαρτύρεσθε διότι ὡρισμένοι συνάδελφοί σας δὲν ἐκπληροῦν τὰς ὑποχρεώσεις των. Προσωπικῶς, δὲν θεωρῶ, ὅτι θίγεται τὸ ἐπάγγελμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ ἐγὼ θητεύσει ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ τὸ ὁποῖον ἤσκησα ὡς μόνον βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι μὲ ἐμποδίζει αὐτὸ νὰ ἀποκαλύψω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι ὑπάρχουν εἰλικρινεῖς καὶ τίμιοι φορολογούμενοι δικηγόροι, ὅπως ὑπάρχουν δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι κρύπτουν τὸ φορολογητέον εἰσόδημα. Καὶ ὑπάρχουν μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦν τὰς ὑποχρεώσεις των, ὅπως ὑπάρχουν μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκπληροῦν τὰς ὑποχρεώσεις των. Καὶ ὑπάρχουν ἰατροί, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦν τὰς φορολογικὰς ὑποχρεώσεις των, ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι δὲν τὰς ἐκπληροῦν. Σημαίνει ἡ διαπίστωσις τοῦ γεγονότος τούτου, ὅτι διατυποῦται προσβολὴ ἐναντίον τῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦν εὐσυνειδήτως καὶ τιμίως τὰς φορολογικάς των ὑποχρεώσεις; Ἔλεγα, λοιπόν, κ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς φοροτεχνικῆς ὑπηρεσίας, προκειμένου περὶ τῶν ἀσκούντων τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, τὰ μέσα τῆς ἐξακριβώσεως τοῦ εἰσοδήματος. Διότι δὲν ὑπάρχουν οὔτε φορτωτικά, οὔτε τιμολόγια. Ὑπάρχει ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἐκδόσεως ἀποδείξεως ἀπὸ τὸν ἰατρὸν ἢ τὸν δικηγόρον εἰς τὸν πελάτην του διὰ τὴν ἀμοιβήν, τὴν ὁποίαν εἰσέπραξεν ἀπὸ τὴν συμβουλὴν ἢ τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ ἀσθενοῦς. Πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης ἀνεζητήθη τρόπος ἀμύνης καὶ χαίρω διότι μοῦ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ ὑποδείξω ἀκριβῶς μίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία ὄχι μόνον δὲν εἰσάγει ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν ἀσκούντων τὰ λεγόμενα ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα, ἀλλὰ τοὐναντίον εἰσάγει κάτι τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει προκειμένου περὶ τῶν ἀσκούντων τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα. Διότι οἱ ἄλλοι, ἐφόσον ἔχουν εἰλικρινῆ βιβλία, δύνανται νὰ βασίζωνται εἰς τὴν τήρησιν τῶν βιβλίων των. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ βιβλία ὡρισμένων ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν —κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ διακηρύξωμεν αὐτὸ ὅπου καὶ ἂν εὑρεθῶμεν— ἐπειδὴ τὰ βιβλία πολλῶν ἀσκούντων ἐλευθέριον ἐπάγγελμα εἶναι, διὰ τὴν κρίσιν παντὸς ἐντίμου ἀνθρώπου, ἀνειλικρινῆ, ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἀμύνης. Καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τρόπος ἀμύνης τοῦ Κράτους διὰ νὰ δοθῇ καὶ ἡ εἰκὼν τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τοῦ μικροῦ μανάβη τῆς γειτονιᾶς καὶ τοῦ ἀσκοῦντος τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καθηγητοῦ οἱασδήποτε εἰδικότητος εἰς τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν ἢ Θεσ)νίκης. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμένῃ ἀσύδοτος μόνον καὶ μόνον διότι εἶναι καθηγητής. Τί ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ γίνῃ ἐφόσον δὲν δύναται νὰ διαπιστωθῇ ἡ ἀνειλικρίνεια τῶν βιβλίων καὶ ἐφόσον ἐκ τῆς δηλώσεως τοῦ μικροῦ ἰατροῦ καὶ τοῦ καθηγητοῦ διαπιστοῦται, ὅτι ὑπάρχει φοροκλοπή; Διότι δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ἔχων τὴν ἕδραν τῆς οἱασδήποτε εἰδικότητος, νὰ ἔχῃ εἰσόδημα μικρότερον ἀπὸ τὸν ἀσκοῦντα τὴν ἰδίαν εἰδικότητα εἰς μίαν συνοικίαν τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ὑπάρχουν τοιαῦτα παραδείγματα, κύριοι συνάδελφοι. Ὑπάρχουν περιπτώσεις καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι δηλώνουν εἰσόδημα πολὺ μικρότερον ἀπὸ τὸ εἰσόδημα τὸ ὁποῖον δηλώνουν συνοικιακοὶ ἰατροὶ τῶν Ἀθηνῶν. Τί ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ γίνῃ; Ἔπρεπε νὰ γίνῃ σύγκρισις, ἐπὶ τέλους, ἐνώπιον μιᾶς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μετέχῃ καὶ ἐκπρόσωπος τοῦ ἐπαγγέλματος, διὰ νὰ λεχθῇ εἰς τὸν καθηγητὴν ἢ τὸν φήμης δικηγόρον: Εἶναι δυνατὸν ὁ συνάδελφός σου, ὁ πενόμενος καὶ μετὰ βίας ἀντιμετωπίζων τὰς βιοτικάς του ἀνάγκας, νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν, νὰ ἐμφανίζεσαι δὲ σὺ, ὅτι ἀντιμετωπίζεις τὰς βιοτικάς σου ἀνάγκας μὲ τὸ δηλωθὲν εἰσόδημα; Καὶ εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ προκαλῇ τὴν ὀργὴν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν παντὸς τιμίου ἀνθρώπου τὸ γεγονὸς αὐτό, τὸ φαινόμενον ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι καταλεγόμενοι εἰς τὴν ἡγέτιδα τάξιν, θέλουν παραλλήλως, νὰ μὴ ἐκπληρώνουν τὰς ὑποχρεώσεις των; Εἶναι λογικὴ ἡ ἀξίωσις νὰ εἶναι ὁ μικρὸς ἐπαγγελματίας, ὁ ἰατρὸς τῆς συνοικίας, ὁ πρῶτος φορολογούμενος τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ ὄχι ὁ καθηγητής;
§91Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ συγχωρεῖτε ἐπ’ αὐτοῦ μίαν παρατήρησιν; Σωστά, πολὺ σωστά, αὐτὰ ποὺ λέγετε, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 6, ἂν ὀρθῶς ἀντελήφθην ἀπὸ τὴν διατύπωσίν του, καταργεῖτε τὴν προσπάθειαν τοῦ συμβιβασμοῦ.
§92Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κ. συνάδελφε.
§93Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέτω ὑπ’ ὄψει σας καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν κατ’ ἄρθρον.
§94Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἔχω οὔτε πρόθεσιν, οὔτε δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσω τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε. Δὲν γνωρίζω ποῖοι εἶναι οἱ ἐπιστήμονες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δίδουν ἀνειλικρινεῖς δηλώσεις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, εἶναι, ὅτι ὑπάρχει μεγάλος πληθωρισμὸς δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι λιμώττουν. Ἐκ τῶν 9.000, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου οἱ 6.500 ἐργάζονται ἐν Ἀθήναις καὶ νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ τεθῇ ἕνας φραγμὸς εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ὅσον ἀφορᾷ τὴν κρίσιν του διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῶν βιβλίων. Διότι δυστυχῶς αἱ περισσότεραι ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῶν δικηγόρων λόγῳ πολλῶν αἰτίων ἐμειώθησαν. Πρέπει νὰ θεσπισθῇ φραγμὸς εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐφόρου, νὰ ἀπορρίπτῃ τὰ βιβλία μὲ αἰτιολογικόν. Μεθ’ ὅσα, κύριοι συνάδελφοι, ἐξέθεσα εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τονισθῇ, ὅτι ἡ θέσπισις τῶν προβλεπομένων μέτρων πρὸς περιστολὴν τῆς φοροδιαφυγῆς πέραν τῆς διασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, προσφέρει καὶ μίαν ἄλλην μεγίστην ὑπηρεσίαν. Ἱκανοποιεῖ τὸ δημόσιον αἴσθημα τὸ ὁποῖον ἀξιοῖ τὴν φορολογικὴν ἰσότητα, διότι μόνον ὑπὸ καθεστὼς φορολογικῆς ἰσότητος εἶναι δυνατὸν οἱ φορολογούμενοι νὰ ἀποκτήσουν φορολογικὴν συνείδησιν. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, πέραν τοῦ ὑποκειμενικοῦ παράγοντος ὑπάρχουν καὶ ἀντικειμενικοὶ παράγοντες συντελοῦντες εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς φορολογίας καὶ εἰς τὴν ἐπικράτησιν ἀληθοῦς φορολογικῆς δικαιοσύνης. Ἐπιθυμῶ ἐπίσης νὰ τονίσω, ὅτι τὴν φορολογικὴν δικαιοσύνην ἐγγυῶνται τὰ φορολογικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα συγκροτούμενα ἀπὸ δικαστὰς θὰ ἀποτελέσουν ἕνα φραγμὸν εἰς τὰς ὑπερβασίας τῶν φορολογικῶν ὀργάνων καὶ θὰ παράσχουν ἀσφαλῆ ἐχέγγυα φορολογικῆς δικαιοσύνης. Χαίρω διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι πρόκειται νὰ καταθέσῃ σχετικὸν νομοθέτημα.
§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κατετέθη ἤδη, κ. συνάδελφε.
§96Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μὲ τὴν σύστασιν τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων καὶ ἂν ὑπάρχῃ οἱοσδήποτε φόβος, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου θὰ ἀδικηθοῦν οἱ φορολογούμενοι, ὁ φόβος αὐτὸς ἐκλείπει παντελῶς. Ταῦτα, κύριοι βουλευταί, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τιτλοφορεῖται «περὶ λήψεως μέτρων ἀφορώντων τὰς χερσαίας μεταφοράς». Θὰ γεννηθῇ ἀσφαλῶς ἀμφιβολία ποίαν σημασίαν ἔχουν αἱ χερσαῖαι μεταφοραὶ μὲ τὸ θέμα τῆς καταναλώσεως βενζίνης καὶ τοῦ κομίστρου τῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων δημοσίας χρήσεως. Κύριοι συνάδελφοι, ὅπως θὰ ἴδητε διὰ τοῦ ἄρθρου 14 ἐπιβάλλεται μία μικρὰ αὔξησις ἐπὶ τῆς βενζίνης καὶ τοῦ πετρελαίου. Ἐπιβάλλεται αὔξησις 66 λεπτῶν ἐπὶ τῆς βενζίνης καὶ 90 λεπτῶν ἐπὶ τοῦ πετρελαίου. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 15, ἐπιβάλλεται μικρὰ εἰσφορὰ ἐπὶ τῶν κομίστρων τῶν μεταφερομένων ἀγαθῶν διὰ φορτηγῶν αὐτοκινήτων δημοσίας χρήσεως. Ἐκ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως προβλέπεται αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 113.300.000 δραχμάς. Ἐκ τῆς εἰσφορᾶς τῶν κομίστρων 11.000.000 ἐτησίως. Διετυπώθη ἡ ἄποψις εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ διατυπωθῇ καὶ ἐνταῦθα ἀπὸ τοὺς ἀγορητὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχει καθαρῶς ταμιευτικὸν χαρακτῆρα. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑποτιμῶν τὴν νοημοσύνην τῶν συναδέλφων θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν ἐπιτυγχάνεται αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι αὐτὸς ὁ σκοπὸς εἶναι ἁπλῶς συντρέχων σκοπός. Καὶ, ὅτι ταμιευτικὸς χαρακτὴρ τῆς διατάξεως αὐτῆς εἶναι δευτερεύων καὶ ὅτι ὁ κύριος σκοπὸς εἶναι ὁ ἀναφερόμενος εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι οἱ Ἑλληνικοὶ σιδηρόδρομοι φθίνουν συνεχῶς. Εἶναι τεράστιον τὸ ἄνοιγμα, τὸ ὁποῖον ἀφήνουν κατ’ ἔτος. Ἔχω ἐνώπιόν μου ἕνα πίνακα, ὁ ὁποῖος εἶναι τρομακτικὸς διὰ τὰ ἀνοίγματα, τὰ ὁποῖα ἀφήνουν κατ’ ἔτος οἱ σιδηρόδρομοι. Διὰ τὴν χρῆσιν 1954–55 οἱ σιδηρόδρομοι εἶχον ἔλλειμμα 201.000.000, τὸ 1955–56 εἶχον 455.000.000, τὸ 1956 –57 εἶχον 340.000.000, τὸ 1957–58 εἶχον 389.000.000, τὸ 1959 εἶχον 457.000.000 καὶ διὰ τὸ 1960 προβλέπεται ἔλλειμμα περίπου 487.000.000 δραχμῶν. Ποῖα τὰ αἴτια αὐτοῦ τοῦ φαινομένου; Τὰ αἴτια εἶναι, διότι τὸ αὐτοκίνητον ἀσκεῖ ἕνα ἀθέμιτον συναγωνισμόν. Ἀναλαμβάνει τὴν μεταφορὰν τῶν ἀγαθῶν κάτω τοῦ νομίμου κομίστρου, τὸ ὁποῖον ἔχει καθορισθῆ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν. Εἰσπράττουν τὰ αὐτοκίνητα ὡς κόμιστρον 60 λεπτὰ κατὰ τόννον τοῦ νομίμου κομίστρου. Δηλαδὴ χαρίζουν 40–60 λεπτά. Ἀλλ’ αὐτὴν ὅμως τὴν διαφορὰν δὲν τὴν ἀποκερδαίνει τὸ καταναλωτικὸν κοινόν, ἀλλὰ οἱ διάφοροι πράκτορες, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζουν τιμολόγιον μὲ 1,10. Ἀλλὰ ὁ ἀνταγωνισμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖται ὑπὸ τῶν φορτηγῶν αὐτοκινήτων κατὰ τῶν σιδηροδρόμων, ἀσκεῖται ἐπίσης καὶ μεταξὺ των, διότι οἱ αὐτοκινητισταὶ διὰ νὰ ἀντεπεξέλθουν εἰς τὰς δαπάνας ἀναγκάζονται νὰ προβαίνουν εἰς ὑπερφορτώσεις, μὲ τὰ γνωστὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν φθορὰν τῶν αὐτοκινήτων. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, λοιπόν, ἐπέρχονται τὰ τεράστια ἐλλείμματα εἰς τοὺς σιδηροδρόμους καὶ ἐπίσης καὶ εἰς τοὺς αὐτοκινητιστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦν τὸν ὀλισθηρὸν δρόμον τοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ ὑπάρχῃ τὸ τεράστιον ἄνοιγμα τῶν ἐλλειμμάτων εἰς τοὺς σιδηροοδρόμους, ἰδιὰ τὸν λόγον, ὅτι οἱ σιδηρόδρομοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναγωνισθοῦν τὰ αὐτοκίνητα εἰς τὸ θέμα τοῦ κομίστρου, διότι τὸ Κράτος ἐκ λόγων κοινωνικῆς ἀνάγκης ἐμποδίζει τὴν αὔξησιν τοῦ κομίστρου εἰς τοὺς σιδηροδρόμους. Οἱ σιδηρόδρομοι ὑποβάλλονται εἰς τεραστίας δαπάνας διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ τροχαίου ἐν γένει ὑλικοῦ καὶ τῆς ἀλλαγῆς τῶν γραμμῶν, πρᾶγμα ποὺ δὲν συμβαίνει μὲ τὰ αὐτοκίνητα, διότι αὐτὰ κυκλοφοροῦν εἰς τοὺς δρόμους, τοὺς ὁποίους κατασκευάζει καὶ συντηρεῖ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος. Τέλος, τὸ σοβαρὸν ἔλλειμμα τῶν σιδηροδρόμων ὀφείλεται κατὰ μέγιστον ποσοστὸν εἰς τὴν καταβολὴν εἰσφορῶν καὶ συντάξεων διὰ τοὺς ἐργαζομένους εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ἐπιβάρυνσις ἡ ὁποία δὲν συμβαίνει καὶ εἰς τὸ αὐτοκίνητον.
§97Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὰ 500 ἑκατομμύρια τοῦ ἐλλείμματος τῶν σιδηροδρόμων ἐμφανίζουν τὸ ἄνοιγμα αὐτὸ κυρίως λόγῳ τῶν καταβαλλομένων συντάξεων, τὰς ὁποίας εἴτε ὑπῆρχεν, εἴτε δὲν ὑπῆρχε τὸ Κράτος, οἱ σιδηρόδρομοι ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλλουν.
§98Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν προέρχεται κυρίως τὸ ἔλλειμμα ἐκ τῆς καταβολῆς συντάξεως, ὡς εἴπατε, ὀφείλεται βεβαίως κατὰ ἕνα μέρος τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ καὶ εἰς τὴν καταβολὴν τῶν συντάξεων.
§99Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερον προηγουμένως περὶ συναγωνισμοῦ μεταξὺ σιδηροδρόμων καὶ αὐτοκινήτων, ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη μιᾶς ἐξισορροπήσεως τῶν χερσαίων μεταφορῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπεβλήθη ἡ εἰσφορὰ τοῦ 1% ἐπὶ τῶν κομίστρων τῶν ἐνεργουμένων μεταφορῶν δι’ αὐτοκινήτων δημοσίας χρήσεως. Καὶ μολονότι ἡ ἐπιβαλλομένη ἐπιβάρυνσις εἶναι ἀνεπαίσθητος, ἐν τούτοις, δύναται νὰ ἐπέλθῃ μία ἀνάσχεσις εἰς τὰς τιμὰς τῶν κομίστρων τῶν αὐτοκινήτων διὰ νὰ ἐκλείψῃ καὶ ὁ ἀνταγωνισμὸς τόσον μεταξὺ τῶν σιδηροδρόμων, ὅσον καὶ μεταξὺ τῶν ἰδίων φορτηγῶν μεταφορικῶν αὐτοκινήτων. Βεβαίως, δὲν ὑποστηρίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ μέτρον εἶναι τὸ μοναδικὸν τῆς ἐξυγιάνσεως τῶν σιδηροδρόμων. Ὁ ἰσχυρισμός μου αὐτὸς ἰσχύει, ἐν συναρτήσει πρὸς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως διὰ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Συγκοινωνιῶν, ὅτι πρόκειται νὰ ληφθοῦν μέτρα ἐξυγιαντικὰ τῶν σιδηροδρόμων. Λέγω, λοιπόν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μολονότι αἱ διατάξεις αὐταὶ φέρουν χαρακτῆρα ταμιευτικόν, ἐν τούτοις δὲν ἔχουν ὡς ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Εἶναι ἁπλῶς συντρέχων ὁ σκοπὸς αὐτός. Κύριος σκοπὸς τῶν διατάξεων αὐτῶν εἶναι νὰ ἐπιφέρῃ μίαν ἰσορροπίαν εἰς τὰς χερσαίας μεταφοράς. Λέγω, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιβάρυνσις μεγάλη, ἔχω ἐδῶ καὶ εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς συναδέλφου τοὺς σχετικοὺς ἀριθμοὺς διὰ νὰ ἰδῆτε, ποῖαι εἶναι αἱ ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῆς γεωργικῆς, βιομηχανικῆς παραγωγῆς κλπ. Αἱ ἐπιπτώσεις αὗται εἶναι ἀνεπαίσθητοι. Τὸ σημείωμα αὐτὸ θὰ τὸ καταθέσω εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ δύναται πᾶς συνάδελφος νὰ λάβῃ γνῶσιν. Βλέπω ἐδῶ, ὅτι αἱ ἐπιπτώσεις ἐπὶ τοῦ κόστους τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ἐπὶ 12.000.000 στρεμμάτων ἀρδευομένων ἢ καλλιεργουμένων διὰ μηχανικῶν μέσων, ὅπου χρησιμοποιοῦνται καύσιμα εἶναι βάσει τῆς ἀναλογίας, ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῶν στοιχείων καὶ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, εἶναι 1‰ ἐτησίως κατὰ στρέμμα. Ἐπίσης, ἔχομεν εἰδικὰς περιπτώσεις καλλιεργουμένων κηπευτικῶν, ὅπου εἶναι ὑψηλότερον τὸ ἐπίπεδον. Ἐκεῖ ἔχομεν 2,9‰ ἐπίπτωσιν, συνεπείᾳ τῆς γενομένης αὐξήσεως. Ἐπίσης, προκειμένου περὶ τῶν μεταφορῶν, τὸ κόστος διὰ τὰ φορτηγὰ δημοσίας χρήσεως εἶναι 2,5 λεπτὰ αὔξησις κατὰ χιλιόμετρον, δηλαδὴ εἰς τὰς 3 δραχμὰς ποὺ παίρνει τὸ ταξὶ προστίθενται 2,5 λεπτά. Ἐπίσης, εἰς τὰ φορτηγὰ δημοσίας χρήσεως βενζινοκίνητα μέχρι 3,5 τόννων ἡ αὔξησις εἶναι 4 λεπτὰ ἀνὰ χιλιόμετρον τὸ αὐτοκίνητον. Ἐπίσης διὰ τὰ ἐπιβατικὰ δημοσίας χρήσεως εἶναι 2,5 λεπτὰ ἀνὰ χιλιόμετρον, καὶ ἡ αὔξησις αὐτὴ ἀνέρχεται εἰς 1,7 λεπτὰ ἀνὰ χιλιόμετρον διὰ τὰ λεωφορεῖα. Αὐτὰ τὰ καταθέτω, διότι ἔχουν πλήρη ἀνάλυσιν τῆς ἐξευρέσεως αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐτελείωσα, καὶ δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περαιτέρω. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δικαιοῦται, νομίζω, μιᾶς ἀναγνωρίσεως, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της ηὐξήθη οὐσιωδῶς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα, χάρις εἰς τὴν ἀσκηθεῖσαν ὑπ’ αὐτῆς ὑγιᾶ δημοσιονομικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἔλαβε καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐπιτευγμάτων, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως. Βεβαίως καὶ τὸ νομοθέτημα αὐτό, ὡς ἀνθρώπινον ἔργον, δὲν εἶναι τέλειον. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκάλεσε πάντα συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ συμβάλλῃ θετικῶς εἰς τὴν διαμόρφωσιν ἑνὸς τελειοτέρου νομοθετήματος, λέγω, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς συναδέλφους νὰ συμβάλλουν εἰς τὴν διαμόρφωσιν ἑνὸς τελειοτέρου νομοσχεδίου, ἔχει ἐπίγνωσιν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ὡς ἀνθρώπινον ἔργον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τέλειον. Ἀλλὰ δι’ αὐτὸ γίνεται ἡ συζήτησις, ἵνα ἐξέλθῃ ἐκ τῆς αἰθούσης αὐτῆς, μὲ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας ἀτελείας καὶ ὀλιγώτερα σφάλματα. Καταλήγων, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι πρὸ ἑνάμισυ ἔτους εἰσηγούμενος ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τῆς διαρθρώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων, εἶχον τότε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μὲ διαδεχθοῦν εἰς τὸ βῆμα θὰ ἐπικρίνουν ἢ ὄχι τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω εἰς τοὺς τυχὸν ἐπικριτάς, εἶναι, ὅτι ἡ ἐπίκρισις εἶναι εὔκολος, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι δύσκολον, εἶναι ἡ δημιουργία καὶ εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχής, ὅτι τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν ἐπανέλαβεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ὁ πρύτανις τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Δημοκρατικῶν Φιλελευθέρων, ἐν τῇ προασπίσει τοῦ δημιουργήματός του, τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου περὶ συντάξεως τῶν ἀγροτῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ διότι θεωρῶ, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον συμβάλλει θετικῶς εἰς τὴν πάταξιν μιᾶς πληγῆς, ἡ ὁποία ἀπὸ μακροῦ χρόνου ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κύριοι συνάδελφοι, εἰσηγοῦμαι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας κ. Σ. Ἡλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§101Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σχέδιον νόμου, ἔχει δύο τμήματα. Διὰ τοῦ μὲν ἑνὸς ἐπιδιώκεται ἡ πάταξις τῆς φοροδιαφυγῆς, διὰ δὲ τοῦ ἑτέρου ἐπιβάλλονται ὡρισμέναι φορολογίαι πρὸς κάλυψιν, ὡς λέγεται, ἐλλείμματος τῶν σιδηροδρόμων. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ μεγάλη σημασία τοῦ μέτρου αὐτοῦ καὶ ἡ ἐπιθυμία ὅλων μας, ὅπως ἐπιδιωχθῇ τοῦτο. Ἐξεφράσαμεν δὲ τὴν εὐχὴν τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς, ἐδηλώσαμεν ὅμως εὐθὺς ἐν συνεχείᾳ, ὅτι τὰ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ λαμβανόμενα μέτρα διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁδηγήσουν εἰς τὸ ποθητὸν ἀποτέλεσμα, διότι αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τοῦτο διατάξεις, ὄχι μόνον καθίστων ἀδύνατον τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ἀλλ’ ἀντιθέτως, προξενοῦν μᾶλλον κακόν. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, παρὰ τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο ὁμοφώνως δεκτόν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δηλώσωμεν καὶ τώρα, ὅτι ὄχι μόνον δὲν συμφωνοῦμεν εἰς τὰς καθ’ ἕκαστον διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ, ὡς τοῦτο ἐμφανίζεται διὰ τῶν συγκεκριμένων αὐτῶν διατάξεων. Βεβαίως, ἐπιθυμία ὅλων εἶναι ἡ πάταξις τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ οὐδεμία ἀντίθετος γνώμη εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Τοῦτο, ὅμως, καθ’ ἡμᾶς, δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Σχετικῶς μὲ τὴν φοροδιαφυγήν, ὑπάρχουν διατάξεις ἐξ ἀντικειμένου θεσπίζουσαι μέτρα, χωρὶς νὰ ὁρίζεται συγκεκριμένος φορολογούμενος. Τὸ ἄλλο ἀναφέρεται εἰς τὴν λῆψιν σκληρῶν μέτρων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν κειμένων διατάξεων τῶν φορολογικῶν νόμων. Νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἄλλο, τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀποτύχει. Καθορίζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀκυρότητας δι’ ὡρισμένα ἰδιωτικὰ ἔγγραφα. Τὰ μισθωτήρια καὶ τὰ ἀντίγραφα, τὰ ὁποῖα κηρύσσονται ἄκυρα, ἀλλὰ τὸ μέτρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ κανένα ἀποτέλεσμα. Διότι, ὡς εἶπον καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, προκειμένου περὶ ἑταιρειῶν, ἐκεῖναι ποὺ ἔχουν συμφέροντα νὰ τροποποιήσουν τὰς καταστατικάς των διατάξεις διὰ ἰδιωτικοῦ συμφώνου, θὰ εὕρουν τὴν εὐκαιρίαν καὶ τὸν τρόπον νὰ τὸ πράξουν. Προκειμένου, ἐξ ἄλλου, περὶ μισθωτηρίων, ἐκεῖ τὰ πράγματα εἶναι ἀκόμη χειρότερα. Συνεπῶς, κηρυσσομένων αὐτῶν ὡς ἀκύρων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἐπιδιώκει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, μ’ ἕνα φορολογικὸν νομοσχέδιον τροποποιεῖται καὶ ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ καὶ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία καὶ ὁ Ἐμπορικὸς Νόμος. Δὲν νομίζω, ὅτι ὡς ἀρχὴ εἶναι σωστὸν νὰ γίνεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νὰ τροποποιοῦνται δηλαδὴ γενικαὶ διατάξεις μ’ ἕνα φορολογικὸν νόμον. Αἱ διατάξεις ὅμως, διὰ τὰς ὁποίας περισσότερον θὰ πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, εἶναι αἱ διατάξεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὴν λῆψιν αὐστηρῶν, ἐξοντωτικῶν μέτρων, διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς κειμένης νομοθεσίας. Τοιαῦται εἶναι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 5, 6 κλπ. Δὲν νομίζω, ὅτι μὲ τὰ μέτρα αὐτά, θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, πλὴν ἑνός, τοῦ μέτρου τῆς δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων, δυναμένου ἀλλὰ μόνον αὐτοῦ νὰ ἐπηρεάσῃ ἐναντίον ἐκείνων, ποὺ θέλουν νὰ ἀποφύγουν τὴν δήλωσιν τοῦ πραγματικοῦ των εἰσοδήματος. Ὅλαι αἱ ἄλλαι διατάξεις εἶναι αὐστηραὶ καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πλήξουν τοὺς εἰλικρινεῖς φορολογουμένους, οἱ ὁποῖοι κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν καὶ μὲ τὰ μέχρι σήμερον δεδομένα, πάντοτε πληρώνουν τὰ σπασμένα κάθε φορολογικοῦ μέτρου. Ἐὰν ἦτο ἀντικειμενικῶς δυνατὸν νὰ εὑρεθοῦν στοιχεῖα ποὺ θεμελιώνουν φορολογικὴν δικαιοσύνην, δὲν θὰ εἶχε κανεὶς ἀντίρρησιν νὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ μάλιστα αὐστηρότερα μέτρα. Ἀλλὰ ποία, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ πραγματικὴ κατάστασις ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς δικαιοσύνης εἰς τὴν χώραν μας; Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει πρωτίστως νὰ τονισθῇ καὶ νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν ὅλων μας, εἶναι ὅτι πρῶτον τὸ Κράτος δὲν ἔχει ἀποκτήσει συνείδησιν φορολογικῆς δικαιοσύνης, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν δημιουργίαν φορολογικῆς συνειδήσεως καὶ εἰς τὸν λαόν. Εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, κύριοι συνάδελφοι, αἱ αὐθαιρεσίαι εἰς τὴν ἐπιβολὴν φορολογιῶν εἰς τοὺς φορολογουμένους, εἶναι τόσαι πολλαὶ καὶ μεγάλαι, ὥστε ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ δημιουργῆται γενικωτέρα ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸν λαόν, ὅτι εἶναι ἀνόητος ἐκεῖνος ποὺ θὰ ὑπέβαλεν εἰλικρινῆ δήλωσιν. Διότι, καὶ ἂν ὑποβάλῃ εἰλικρινῆ δήλωσιν, ὁ Ἔφορος θὰ προχωρήσῃ καὶ θὰ καθορίσῃ ἀνώτερον ἐπίπεδον εἰσοδήματος ἀπὸ τὸ δηλωθέν. Ὅταν, λοιπόν, ἔχωμεν αὐτὸ ὡς δεδομένον, εἶναι δυνατόν, κ. συνάδελφοι, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν κυρώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἐξοντωτικαὶ ἐναντίον καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφάνησαν εἰλικρινεῖς; Εἶναι δυνατὸν μὲ αὐτὴν τὴν νοοτροπίαν νὰ φθάσωμεν εἰς μίαν φορολογικὴν δικαιοσύνην; Εἶπα καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ἐὰν ψηφισθοῦν αἱ διατάξεις αὐταί, πάντως νὰ μὴ ἐφαρμοσθοῦν ἀμέσως καὶ πρὶν λειτουργήσουν τὰ φορολογικὰ Δικαστήρια. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἤθελα ἰδιαιτέρως νὰ σταματήσω δι’ ὀλίγον εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τοὺς ἀσκοῦντας ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα. Βέβαια, ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν, ὅτι ὑπάρχουν ἰατροί, δικηγόροι καὶ ἐνδεχομένως μηχανικοὶ μὲ ὑψηλὰ εἰσοδήματα καὶ εἰς τὰς δηλώσεις των ἐμφανίζουν πολὺ χαμηλά. Δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ τονίσω, ὅτι τὸ πλῆθος τῶν ἰατρῶν καὶ δικηγόρων καὶ ἄλλων, ἀσκούντων ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα ἀντιμετωπίζουν δυσχερὲς οἰκονομικὸν πρόβλημα, ὅπως τὸ μέγα πλῆθος τοῦ λαοῦ.
§102Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τὸ λέγετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, κ. συνάδελφε, διότι ζητοῦμεν ἰατροὺς μὲ 7.000 δραχ. τὸν μῆνα διὰ τὴν ἐπαρχίαν καὶ δὲν πηγαίνει κανείς.
§103Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο αὐτό, κ. συνάδελφε, καὶ ἄλλο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ λέγω. Ὅταν ὑπάρχουν εἰς Ἀθήνας βοηθοὶ κλινικῶν, οἱ ὁποῖοι παίρνουν 1.500 δραχ. μισθὸν τὸν μῆνα, καὶ ὅταν ὑπάρχουν ἐπιμεληταὶ μὲ 2.500– 3.000 δραχ. τὸν μῆνα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλῶ, ὡς ὡμίλησα.
§104Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ποία ἡ ἀνησυχία διὰ τὸν βοηθὸν ἰατρὸν τῶν 1.500 δραχμῶν; Εἶναι μισθωτὸς καὶ θὰ γίνεται ἡ παρακράτησις τοῦ φόρου ἀπὸ τὸν μισθόν. Δὲν πρόκειται συνεπῶς περὶ τοῦ βοηθοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἀσκοῦντος, τὸ ἐπάγγελμα καὶ τοῦ ἀποκρύπτοντος τὰ εἰσοδήματά του. Εἶπα, λοιπόν, ὅτι ὑπάρχουν ἰατροὶ καὶ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχομένως πένονται, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποκλείσῃ τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχουν ἰατροὶ πλουτοῦντες καὶ δικηγόροι ποὺ ἀποκρύπτουν τὰ εἰσοδήματά των.
§105Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, αὐτὸ τὸ ἀπεδέχθην καὶ προκαταβολικῶς, ἀλλὰ ἤθελα νὰ τονίσω, ὅτι αὐτὸς ὁ βοηθὸς θὰ κάμῃ καὶ μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὴν γειτονιά, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἐπίσκεψιν τὸν παραδίδετε εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον. Τὸ ἴδιον καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέγα πλῆθος τῶν δικηγόρων πένονται. Βέβαια, ὑπάρχουν δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι κερδίζουν πολλά. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ τὸ γεγονὸς νὰ παραδώσωμεν ὁλόκληρον τὸν δικηγορικὸν κόσμον εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον καὶ χωρὶς νὰ δεσμεύεται ἀπὸ κανένα κριτήριον. Διατί, λοιπόν, ἐρωτῶ νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ἰσχῦον καθεστώς, μέχρις ὅτου λειτουργήσουν τὰ φορολογικὰ Δικαστήρια τοὐλάχιστον; Ἐφ’ ὅσον σήμερον ὑπάρχει ἕνα καθεστὼς καὶ εὑρισκόμεθα ἐν ἀναμονῇ τῆς λειτουργίας τῶν φορολογικῶν Δικαστηρίων, αἱ διατάξεις αὐταὶ δὲν ἐξυπηρετοῦν καμμίαν σκοπιμότητα. Θὰ πρέπει νὰ δεχθῇ ὁ κ. ὑπουργός, ἐὰν τελικῶς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, αἱ διατάξεις αὗται νὰ ἰσχύσουν ἀφ’ ἧς θὰ τεθοῦν ἐν λειτουργίᾳ τὰ φορολογικὰ δικαστήρια. Περαιτέρω, θὰ πρέπει νὰ τροποποιηθοῦν ὡρισμέναι αὐστηρόταται διατάξεις, διότι δὲν νομίζω, ὅτι θὰ συμβάλλουν εἰς τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Τοὐναντίον ἀντὶ δημιουργίας φορολογικῆς συνειδήσεως, θὰ δημιουργήσουν ἀδικίας καὶ παράπονα εἰς τὰς τάξεις τῶν φορολογουμένων. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὰς καθ’ ἕκαστα διατάξεις, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἐπιβολὴν φορολογιῶν. Διὰ τῶν εἰσηγουμένων διατάξεων παρουσιάζεται μία ἀντινομία εἰς τὴν ἀσκουμένην πολιτικὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀντινομία σύγκειται εἰς τὸ τὶ πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν καὶ εἰς ὅ,τι εἰς τὴν πρᾶξιν ἐφαρμόζομεν. Ὑπεστηρίχθη καὶ ἀνεφέρθη ἀπὸ ὅλους καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ συναγωνιστικότητα εἰς τὰ πάσης φύσεως προϊόντα της, διότι ὅλα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὸ κόστος εἶναι ὑψηλά. Καὶ ἐνῷ ἡ στάσις μας θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι πρὸς τὴν μείωσιν ὅλων τῶν στοιχείων τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ κόστος, τοὐναντίον, ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τὴν πρᾶξιν ἀγνοοῦμεν τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καὶ ἐπιβαρύνομεν τὸ κόστος. Ἐρχόμεθα τώρα νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν φορολογίαν εἰς βάρος τῶν καυσίμων, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται καὶ διὰ τὴν κίνησιν καὶ διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ διὰ τὴν γεωργίαν. Ἑπομένως, ἔχει ἀντίκτυπον καὶ διὰ τὸ κόμιστρον καὶ διὰ τὸ κόστος τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας καὶ διὰ τὸ κόστος τῶν ἀγροτικῶν προϊόντων. Δὲν ἔχει σημασίαν ἐὰν τὸ κόστος, εἶναι κατὰ τὸ ποσοστὸν μονάδος μικρὸν ἢ μεγάλον. Ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι δημιουργεῖται ἐπιβάρυνσις, ἐνῷ ἡ προσπάθεια θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι νὰ μειώνεται, ὅσον εἶναι δυνατόν, ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν προϊόντων. Καὶ ἐὰν τὸ ἴδωμεν συλλογικῶς, ὑπολογίζεται, ὅτι θὰ εἶναι περίπου 130 ἑκατ. δραχ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ κόστους δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐπιδεινώνῃ τὸ βασικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζομεν σήμερον, τῆς ἐλλείψεως δηλαδή, συναγωνιστικότητος τῶν προϊόντων. Ἐνῷ, λοιπόν, θὰ ἔπρεπε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν κατεύθυνσιν τῆς μειώσεως, ἀντιθέτως, δημιουργοῦμεν νέας ἐπιπτώσεις, νέα βάρη. Θὰ ἔπρεπε, ἑπομένως, ἀλλοῦ νὰ στραφῶμεν, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσπραχθοῦν ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν ποσά, μικρὰ ἢ μεγάλα—δὲν ἔχει σημασίαν—καὶ ὄχι εἰς τὴν μορφὴν τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία τελικῶς δὲν εἶναι παρὰ φάγωμα τῶν σαρκῶν μας, καὶ καταστροφὴ τῆς προσπαθείας ποὺ γίνεται νὰ δημιουργήσωμεν, καὶ βιομηχανίαν καὶ γεωργίαν, εἰς ἀνώτερον συναγωνιστικὸν ἐπίπεδον, ὥστε πράγματι νὰ ἠμπορέσῃ νὰ σταθῇ εἰς τὰ πόδια της. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν εἴμεθα βασικῶς ἀντίθετοι μὲ τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας, καὶ φυσικὰ καὶ τῆς φορολογίας τοῦ κομίστρου, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἐπιπίπτῃ εἰς τὰ προϊόντα. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἔχει προσδιορισθῆ τὸ νόμιμον κόμιστρον εἰς δραχ. 1,10, νομίζω. Εἰς τὴν πραγματικότητα, ὅμως, εἶναι 60 καὶ 80 λεπτά. Καὶ ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ χαιρώμεθα διὰ αὐτό, διότι δηλαδὴ πέραν ἀπὸ τὸν καθορισμὸν ἑνὸς νομίμου κομίστρου, ὁ συναγωνισμὸς μεταξὺ τῶν ἀσκούντων τὴν μεταφορὰν ἔφερε τὸ κόμιστρον σχεδὸν εἰς τὸ ἥμισυ, ἀντὶ αὐτὸ νὰ μᾶς κάμῃ πράγματι νὰ χαιρώμεθα, ἡμεῖς ἐρχόμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν νέαν ὕψωσιν τοῦ κομίστρου, διὰ νὰ μὴ δημιουργήσωμεν συναγωνισμὸν μὲ τοὺς σιδηροδρόμους, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ σταθοῦν εἰς τὰ πόδια των οἱ σιδηρόδρομοι. Τὸ ἴδιον εἶχε γίνει τὸ 1958, τὸ καλοκαίρι, μεταξὺ τῶν αὐτοκινήτων ποὺ ἐκινοῦντο μὲ βενζίνην καὶ τῶν αὐτοκινήτων ποὺ ἐκινοῦντο μὲ πετρέλαιον. Ἐπεβλήθη φορολογία ἐπὶ τῶν πετρελαιοκινήτων αὐτοκινήτων διὰ νὰ ἀνέβῃ τὸ κόμιστρον εἰς τὸ ἐπίπεδον ποὺ ἦτο τὸ κόμιστρον τῶν αὐτοκινήτων τῶν βενζινοκινήτων. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ πολιτικὴ ποὺ ἀσκεῖται. Ἐνῷ ὅλοι θεωρητικῶς δεχόμεθα, ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον νὰ μειώσωμεν τὰ μεταφορικά, ποὺ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ στοιχεῖα διὰ τὴν σύνθεσιν τοῦ κόστους, ἐνῷ ὅλοι τὸ δεχόμεθα, ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τὴν πρᾶξιν, ὅταν χρειάζεται νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν φορολογίαν, νὰ ἐκταμιεύσωμεν ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἕν ποσόν, στρεφόμεθα ἀκριβῶς ἐναντίον ἐκείνων τῶν σημείων τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἀντιθέτως θὰ ἔπρεπε νὰ φροντίσωμεν νὰ μειώνωμεν καὶ νὰ χαμηλώνωμεν, ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον. Νομίζω, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δὲν πρέπει νὰ ψηφισθοῦν, καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀποσυρθοῦν, καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπορριφθοῦν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις, λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς γενικὴν μὲν ἐπιδίωξιν τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς, ἔχει ἀποστολὴν πράγματι ἀξιέπαινον. Εἰς τὸν καθορισμὸν ὅμως τῶν μέτρων διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς, νομίζω, ὅτι ἔχει ἀποτύχει. Θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ συστηματικωτέρα ἡ μελέτη, διὰ νὰ ἀνευρεθοῦν οἱ φοροφυγάδες, τοὺς ὁποίους οὐδεὶς δύναται νὰ προσδιορίσῃ σήμερον, οὔτε πόσοι εἶναι, οὔτε πόσον ποσὸν διαφεύγει τῆς φορολογίας. Πάντως ὅμως εἶναι διάχυτος ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἀρκετὰ σημαντικὰ ποσὰ διαφεύγουν ἀπὸ τὴν φορολογίαν. Ἀντί, λοιπόν, τῆς θεσπίσεως μέτρων, τὰ ὁποῖα οὔτε ἀποτελεσματικὰ εἶναι, ἐνῷ ὑπάρχει κίνδυνος δημιουργίας ἀναταραχῆς, θὰ ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ, νὰ ἀνευρεθοῦν, νὰ ἀναζητηθοῦν ἄλλα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἀποτελεσματικώτερον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πληγῇ ἡ πληγὴ αὐτὴ τῆς φοροδιαφυγῆς. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἐπιβολὴν τῶν νέων φόρων, εἴμεθα ἀπολύτως ἀντίθετοι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Προεδρεύων κ. Α. Καμβύσης).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας κ. Π. Γυιόκας, ἔχει τὸν λόγον.
§107Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ εἶχον νὰ κάνω τὴν ἑξῆς πρότασιν. Ἐπειδὴ τὸ θέμα, ἀπὸ πλευρᾶς Κυβερνητικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλευρᾶς γενικωτέρας, ἔχει ἀρκετὰ διαλευκανθῆ, θὰ ἦτο δυνατὸν οἱ δεύτεροι δύο εἰσηγηταὶ νὰ παραιτηθοῦν τοῦ λόγου, διὰ νὰ ψηφισθῇ ὅσον εἶναι δυνατὸν συντομώτερον τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ξεύρω, ἐὰν ὁ κ. Μητσοτάκης δέχεται αὐτό.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν σας, κ. συνάδελφε, ἔχετε δικαίωμα νὰ παραιτηθῆτε. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν αὐτὸ εἰς τοὺς ἄλλους εἰσηγητάς.
§109Π. ΓΥΙΟΚΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κ. Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου. Ἐὰν χρειασθῇ, κατὰ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως νὰ εἴπω τὰς ἀπόψεις μου, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα.
§110Μ. ΚΥΡΚΟΣ. Νὰ διευκρινίσωμεν τοῦτο, κ. Πρόεδρε. Ὁ κ. συνάδελφος εἶναι εἰσηγητής. Ἑπομένως, ἔχει τὴν σειράν του καὶ ἐὰν θέλῃ ἠμπορεῖ νὰ ὁμιλήσῃ. Ἐὰν ὅμως παραιτηθῇ τῆς σειρᾶς του καὶ θελήσῃ κατόπιν νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ἐκ νέου.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε, θὰ ἐγγραφῇ ἐκ νέου. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς μειοψηφίας, κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§112Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐθεώρησε καλόν, κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐκθέσῃ τὴν Κυβερνητικὴν ἄποψιν καὶ νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς ὅλους μας νὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν προσπάθειάν της, διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἐξέφρασε δὲ τὴν ἀδιάλλακτον ἀπόφασιν αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐφαρμόσῃ δι’ ὅλους τοὺς νόμους, χάριν τῆς ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, ἔναντι τῶν φορολογουμένων Ἑλλήνων πολιτῶν. Θὰ εἶχε τις τὴν ἐντύπωσιν, ἀκούων ὅλα αὐτά, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνέλαβε μόλις χθὲς τὴν ἐξουσίαν καὶ εἰσέβαλεν εἰς τὸν στίβον τῆς πολιτικῆς διὰ νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα. Θὰ ὑπενθυμίσω, ὅμως, ὅτι ἡ ΕΡΕ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ 4 καὶ πλέον ἐτῶν καὶ ὁ Συναγερμός, τοῦ ὁποίου ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἶναι συνέχεια, κυβερνᾷ τὴν Χώραν ἀπὸ τοῦ 1952. Ὀκτὼ ἔτη συνεπληρώθησαν, ἀφ’ ἧς ἡ σημερινὴ κυβερνητικὴ πλειοψηφία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ δίδει κυβερνήσεις εἰς τὴν Χώραν μας. Καὶ εἶναι ἐκπληκτικὸν νὰ ἀκούῃ τὶς σήμερον διατυπουμένας αὐτὰς τὰς ἀπόψεις, ὡσὰν νὰ ἐγκαινιάζεται νέα περίοδος μὲ νέους ἀνθρώπους. Ἡ κατάστασις αὐτὴ ὑπῆρχεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐνεθυμήθησαν τὸ θέμα τοῦτο ἐνωρίτερα. Ὄντως, κύριοι τὸ πρόβλημα τῆς φοροδιαφυγῆς ἀποτελεῖ μέγιστον πρόβλημα. Ἀποτελεῖ ἕνα τῶν βασικωτέρων προβλημάτων μὲ ἐπιπτώσεις καὶ ἀντικτύπους ὄχι μόνον εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ κοινωνικὸν αὐτῆς καθεστώς. Διότι ἡ ὕπαρξις μιᾶς φοροδιαφυγῆς, τὴν ὁποίαν κάνει ἡ ἰθύνουσα τάξις, ὄντως κλονίζει τὰ θεμέλια τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ προσωπικῶς θὰ ἐχειροκρότουν μίαν ὑγιᾶ καὶ ἀποφασιστικὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἀλλὰ ἐπανέρχομαι εἰς μίαν δήλωσίν μου, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εὐθὺς μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ θεωρῶ ἐπαρκὲς πρὸς πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπει καὶ δὲν ἐκφράζει τὴν ἀδιάλλακτον ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πατάξῃ τὴν φοροδιαφυγήν. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ τονισθῇ, ὅτι εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεώς του εἰς τὴν Βουλὴν μέχρι σήμερον ἔχει ὑποστῆ σημαντικὰς βελτιώσεις, ἀπὸ τὴν πίεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν παραγωγικῶν τάξεων.
§113Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Ὅπως ἐδήλωσε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι εὐπρόσδεκτος ἡ ἐκδήλωσις αὐτή. Διότι δὲν εἶναι πίεσις, εἶναι βοήθεια. Πᾶσα πρότασις, τὴν ὁποίαν θὰ κάμετε καὶ τὴν ὁποίαν θὰ κρίνουν οἱ ἄλλοι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία θὰ εἶναι θεμελιωμένη καὶ θὰ κριθῇ ὡς δυναμένη νὰ βελτιώσῃ τὸ παρὸν σχέδιον νόμου, πᾶσα τοιαύτη πρότασις, εὐχαρίστως θὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπως καὶ εἰς τόσας ἄλλας περιπτώσεις, κατ’ ἐξοχὴν ὅμως εἰς αὐτήν, εἶναι ἡ Κυβέρνησις πρόθυμος νὰ τύχῃ τῆς οἱασδήποτε βοηθείας τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συναδέλφων. Ἑπομένως, ἡ βελτίωσις, ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι σήμερον καὶ τὴν ὁποίαν διεπιστώσατε μόνος, ἀποτελεῖ συνάρτησιν καὶ τῆς μελέτης εἰς τὴν ὁποίαν προέβημεν καὶ τῶν ὑποδείξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἀποτελεῖ δὲ ἐπίσης καὶ ἠθικὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι πᾶσα ὑγιὴς πρότασις, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸς ἔτι μεγαλυτέραν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ συζητηθῇ, καὶ ἐὰν ἀποδειχθῇ ἐφαρμόσιμος, ὀρθὴ καὶ ὑγιής, θὰ υἱοθετηθῇ.
§114Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν ρήτορα νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἐμὲ διακοπήν. Ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω, πρῶτον, ὅσα ὑπέμνησα, ὅσα ὑπεδήλωσα κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν ἐπεφύλασσον εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τῆς νέας διατυπώσεως καὶ τῆς ἀναμορφώσεως τῶν κειμένων τοῦ νομοσχεδίου, ἀνεξαρτήτως τῶν παρατηρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω καὶ ἀνακοίνωσίν μου, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς 23ης Φεβρουαρίου, δηλαδὴ τὴν μεθεπομένην τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ νομοσχεδίου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐλέγετο: «Ἐὰν ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν ἀποδείξῃ, ὅτι τὰ σχεδιασθέντα μέτρα χρήζουν συμπληρώσεως πρὸς οἱανδήποτε πλευράν, δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια πραγματοποιήσεως ταύτης». Ἑπομένως, ὄχι μόνον σήμερον, οὔτε χθές, οὔτε προχθές, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐλέχθησαν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀκούετε σήμερον.
§115Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πάντως, εἶναι ἀληθές, ὅτι μὲ τὴν πίεσιν τῶν παραγωγικῶν τάξεων καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπῆλθε βελτίωσις εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἀναφέρομαι εἰδικῶς εἰς τὸ θέμα τῆς δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων. Ἡμεῖς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, δὲν ἐπαύσαμεν νὰ ὑποστηρίζωμεν τὴν ἀνάγκην τῆς δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων ἀπὸ τὸ 1952 καὶ τὸ ἐθεσπίσαμεν ὡς Κυβέρνησις ἐπὶ ὑπουργίας τοῦ κ. Εὐελπίδη. Κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ φορολογίας εἰσοδήματος, τῇ ἐπιμονῇ μας, περιελήφθη διάταξις περὶ δημοσιεύσεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων. Πλὴν ὅμως, ἡ διάταξις αὐτή, οὐδέποτε ἐφηρμόσθη. Ὁσάκις τὴν ἐπεκαλέσθημεν, ἐλαμβάναμεν τὴν ἀπάντησιν, ὅτι θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Ἡ διάταξις αὕτη θεσμοθετεῖται ἤδη, ὡς δυνητική. Τοῦτο μᾶς ἀναγκάζει νὰ εἴπωμεν, πῶς θέλετε νὰ ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς, δυνητικῶς θεσπιζομένης τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε διάταξις ὑποχρεωτική, καὶ δὲν ἐφηρμόσθη; Ἡ ἰδέα τῆς πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς, γίνεται ἀποδεκτὴ ἀπὸ ὅλους. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲν μέλος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατυπώσῃ ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς ἰδέας αὐτῆς. Πέραν αὐτοῦ, ὅμως, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς; Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δώσει μέχρι σήμερον δείγματα, ὅτι εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἐπιδιώξῃ μὲ κἄθε μέσον τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, παρὰ τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀπρόσφορον πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς φοροδιαφυγῆς, κύριοι συνάδελφοι; Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἕνα ὑπολογισμόν του ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ φοροδιαφυγὴ καλύπτει ἕνα περιθώριον 500 ἑκατομμυρίων μέχρι 1.500 ἑκατομμυρίων. Ἡ ἰδική μου ἐκτίμησις εἶναι, ὅτι ὁ δεύτερος ἀριθμὸς ἀνταποκρίνεται περισσότερον πρὸς τὴν πραγματικότητα. Ὑπάρχουν πλεῖστοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι δὲν πληρώνουν τὸν ἀνάλογον πρὸς τὰ εἰσοδήματά των φόρον, δημιουργοῦντες οὕτω ἀνίσους ὅρους μεταχειρίσεως τῶν φορολογουμένων, ὥστε νὰ καταλήγῃ, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πληρώνουν τοὺς ἀναλογοῦντας φόρους νὰ εἶναι οἱ κουτοί. Ἀπὸ τὰ στατιστικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχω, προκύπτει ἐναργὴς ἡ εἰκὼν τῆς πραγματικῆς καταστάσεως. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι δηλώνουν εἰσόδημα 200.000 δραχμῶν, ἀνέρχονται εἰς 2.500 περίπου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι δηλώνουν 900.000 δραχμῶν, εἶναι κάτω τῶν 100. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα δὲ τῶν δηλώσεων τῶν ἐπαγγελματιῶν, προκύπτει μία κατάστασις ἀπαράδεκτος. Ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονας εἰς ὅλην τὴν χώραν, ὑπάρχουν μόνον 6, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν εἰσόδημα 500.000. Ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, μία φοροδιαφυγὴ εἰς μέγιστον βαθμὸν καὶ οἱ φοροφυγάδες εὑρίσκονται εἰς τὴν κορυφὴν τῆς πυραμίδος τῶν φορολογουμένων. Θὰ ἀναφέρω στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς κατατεθέντας προϋπολογισμούς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναλογίαν τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κριτήριον τῆς ἀσκήσεως ὑγιοῦς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ὁ συνάδελφος, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἀνέφερεν ἄλλας χώρας. Ἐγὼ περιορίζομαι μόνον εἰς τὴν χώραν μας. Εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τὸ 1960, τὸ ποσοστὸν τῶν ἐμμέσων φόρων ἦτο μικρότερον τῶν ἀμέσων. Κατὰ τὸ 1957, τὸ ποσοστὸν τῶν ἀμέσων φόρων ἦτο 20%. Τὸ 1958 ἐμειώθη εἰς 19,1% καὶ τὸ 1959 κατῆλθεν εἰς τὸ ποσοστὸν 18,3%.
§116Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἔπρεπε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας, διὰ νὰ εἶναι ἀντικειμενικὴ ἡ ἔκθεσις πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ ἐκτιμήσητε καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ ἔχουν ἄμεσον ἀντίκτυπον ἐπὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ὅταν γίνεται σύγκρισις ἑνὸς ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ προείσπραξις ἀνέρχεται εἰς 75% καὶ ἄλλου ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ προείσπραξις ἐμειώθη εἰς 62,5%, δηλαδὴ κατὰ τὸ ἓν ἕκτον, θὰ ἦτο παράλογον νὰ ἀναμένωμεν νὰ εἶναι ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀμέσου φορολογίας ἡ αὐτὴ καὶ κατὰ τὸ ἕνα καὶ κατὰ τὸ ἄλλο ἔτος, ἰδίᾳ μάλιστα, ὅταν κατὰ τὸ ἓν ἔτος ἔχωμεν ἔκτακτα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται οὐσιαστικῶς εἰς τὸ παρελθόν, ἐνῷ εἰς τὴν ἄλλην συγκρινομένην περίοδον δὲν ὑπάρχουν τὰ ἔκτακτα ταῦτα ἔσοδα, ἀλλὰ μόνον τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα ἀσφαλῆ περὶ τῆς σχέσεως μεταξὺ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας. Καὶ θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ἐκτιμηθῇ τὶ θὰ γίνῃ αὔριον, ὅταν ἡ προείσπραξις μειωθῇ εἰς τὸ 50%, θὰ συμπληροῦται ὅμως μὲ τὸ μὴ προεισπραχθὲν ὑπόλοιπον τοῦ προηγουμένου ἔτους, θὰ δίδῃ δηλαδὴ τὸ 100% τῆς φορολογίας, καὶ ὄχι τὰ 87,5%, τὸ ὁποῖον παρέχει σήμερον. Ὅλα αὐτὰ ἐπηρεάζουν προσκαίρως τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν παρέχουν βάσιν ἀσφαλοῦς κρίσεως περὶ τῆς ἐξελίξεως τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ὑποστηρίζεται τὸ ὅτι ἡ ἀπόδοσις ταύτης εὑρίσκεται εἰς ἀνιοῦσαν πορείαν, ὅπως ἀπεδείχθη ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν μου κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διότι ποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας; Τὸ εἰσόδημα καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὁ φόρος. Διότι ὁ φόρος ἐπηρεάζεται ἀπὸ ἄλλους παράγοντας, ἀπὸ τὸν συντελεστὴν τὸν ὁποῖον μειώνει τὸ Κράτος, ἀπὸ τὸ ποσοστὸν τῆς προεισπράξεως, τὸ ὁποῖον μειώνει ἐπίσης ὁ νόμος. Ποῖον εἶναι τὸ σταθερὸν στοιχεῖον; Τὸ φορολογούμενον εἰσόδημα. Καὶ ἀπεδείχθη, κύριοι συνάδελφοι, καὶ διεπιστώθη ἀπολύτως, ὅτι τὸ φορολογούμενον εἰσόδημα τοῦ 1959, ἦτο μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ εἰσόδημα τοῦ 1958. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπόν, νὰ λέγωμεν, ὅτι βαίνει φθίνουσα ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἀφοῦ τὰ ἐκτεθέντα μέτρα τὴν ἔχουν ἐπηρεάσει προσκαίρως, ἀναμένομεν δὲ τὴν πλήρη ἀπόδοσιν εἰς τὸ προσεχὲς ἔτος;
§117Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, τὰ γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ δι’ αὐτὸ ἐδήλωσα, ὅτι ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀναλογίαν μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Σᾶς δίδω ἀριθμοὺς ἀπολύτως ἠλεγμένους. Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ μᾶς δίδουν τὸ ποσοστὸν 18,3% διὰ τὸ 1959 τῶν ἀμέσων φόρων. Νομίζω δέ, ὅτι ἔχω χρέος νὰ ἀναφέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅτι ἡ ἀναλογία αὕτη ἐπὶ τῶν ἰδικῶν μας Κυβερνήσεων εἶχεν ἐγγίσει τὸ 25%. Ἐξ ἄλλου ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργός, πάντα ταῦτα ἀνέφερεν ὡς ἐνισχυτικὰ τῆς ἀποφάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τόσον ὀψίμως ἤχθη διὰ νὰ πατάξῃ τὴν φοροδιαφυγήν.
§118Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι προβαίνετε εἰς ὠφελίμους διαπιστώσεις καὶ πολὺ περισσότερον ἐγώ, δὲν θὰ εἶχον διάθεσιν νὰ ἀμφισβητήσω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Εἶχα ὅμως τὴν ἀνάλογον ἀξίωσιν, ἀφοῦ μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ χρησιμοποιήσητε στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶχα παράσχει διὰ τῆς ὁμιλίας μου κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν ἀξίωσιν, δηλαδή, νὰ μὴ περικόπτετε τόσον ἀγρίως τὰς ὑπευθύνους δηλώσεις μου. Διότι, ὅταν ἔδωσα τὰ στοιχεῖα, παρέσχον καὶ τὴν ἐξήγησιν. Εἶπον δηλαδή, εἶναι μειωμένη ἡ ἀπόδοσις τοῦ λήξαντος ἔτους καὶ προσέθεσα, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1956 σταθερῶς ἡ ἀπόδοσις τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ τὸ φορολογούμενον ποσὸν τοῦ εἰσοδήματος βαίνει αὐξανόμενον καὶ ἀπέδειξα τοῦτο καὶ ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φορολογουμένου εἰσοδήματος καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου.
§119Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Αἱ διαπιστώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβην νομίζω, ὅτι συμπίπτουν μὲ αὐτὰς εἰς τὰς ὁποίας καταλήγει καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐσημειώθη αὔξησις τοῦ φορολογικοῦ εἰσοδήματος. Ἀναμφισβητήτως δὲν προυτίθεμαι νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι πράγματι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν ἐσημειώθη μικρά τις πρόοδος. Ἐν τούτοις αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τονίσω, ὅτι ἡ σύγκρισις μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων παρέχει εἰκόνα ἀπολύτως ἀπογοητευτικήν, μᾶς ὁδηγεῖ εἰς θλιβερὰς σκέψεις καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ μετὰ 4 ὁλόκληρα ἔτη ἀνεκάλυψεν ὅτι ὑφίσταται πρόβλημα φοροδιαφυγῆς τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ πατάξῃ.
§120Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δικαιολογημένος ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι διὰ τῆς παραβολῆς μὲ τὴν Ἀμερικὴν ..... (θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§121Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ παραβολῆς μὲ ἄλλας χώρας. Ὅ,τι εἶπον θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω μὲ ἁπλούστερα λόγια. Οἱ ἔμμεσοι φόροι πληρώνονται ἀπὸ ἔχοντας μεγάλα εἰσοδήματα. Χρέος τῶν Κυβερνήσεων εἶναι τὰ μεγάλα βάρη νὰ ἐπιπίπτουν ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ἰσχυρῶν καὶ οὐχὶ τῶν ἀσθενεστέρων. Τὸ πρόβλημα ὅπως τὸ ἔθεσα ἔγκειται εἰς τὸ κατὰ ποῖον τρόπον, τὴν ἀπαράδεκτον αὐτὴν σχέσιν τὴν ὑφισταμένην μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιλύσωμεν, διότι ἀναμφισβητήτως οὐδεὶς σήμερον ἱκανοποιεῖται διαπιστώνων, ὅτι μετὰ τὴν παρέλευσιν 10 ἐτῶν ἡ ἀναλογία αὕτη θὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς φοροδιαφυγῆς ἀποτελεῖ πρόβλημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ ψυχραιμίαν, ἔξω πάσης πολιτικῆς ἀντιδικίας. Ἀποτελεῖ κοινὸν χρέος ὅλων νὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτὴν τὴν γάγγραιναν. Ἐπανειλημένως εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιχειρεῖται ὁσάκις ἐπ’ εὐκαιρίᾳ ἐπιχειρεῖται ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος ὑπῆρξε τρόπος βιαστικός, τρόπος πρόχειρος, ὑπῆρξεν ὁ εὔκολος τρόπος. Δὲν πιστεύω εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀστυνομικῶν μέτρων καὶ τῶν ἀπειλῶν. Δὲν πιστεύω κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω καὶ εἰδικώτερον, ὅτι διὰ τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν εἶναι δυνατὸν ποτὲ ν’ ἀποδώσουν καρπούς. Ὁ τρόπος εἶναι εἷς καὶ μόνον: Ἡ σύλληψις τῆς φορολογητέας ὕλης, ἡ σύλληψις τῶν συναλλαγῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο πρέπει νὰ ὑφίστανται αἱ ἑξῆς δύο προϋποθέσεις: 1) Συνεπὴς καὶ μακρᾶς πνοῆς φορολογικὴ πολιτικὴ καὶ 2) ἡ ὕπαρξις καταλλήλων φοροτεχνικῶν ὀργάνων, διότι μάχη χωρὶς στρατὸν δὲν γίνεται καὶ δὲν κερδίζεται. Τὴν φορολογητέαν ὕλην, δυνάμεθα νὰ συλλάβωμεν ἀρχίζοντες πρῶτον ἀπὸ τὰς εἰσαγωγάς. Πράγματι λόγῳ τῆς παρεμβολῆς τῶν Τελωνείων ἡ φορολογητέα ὕλη εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐλέγχεται. Ἀλλὰ τόσον εἰς τὰς εἰσαγωγὰς ὅσον καὶ εἰς τὰς ἐξαγωγὰς ὑπάρχει τὸ φαινόμενον τῶν ὑπερτιμολογήσεων ἢ ὑποτιμολογήσεων μὲ ἀποτέλεσμα τὴν διαφυγὴν τοῦ φόρου καὶ τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος. Καὶ ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ ἔλεγχος εἶναι σχεδὸν ἀνύπαρκτος. Οἱ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐμπορικοὶ ἀκόλουθοι, πέραν τῆς ἀσχολίας των διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ μισθοῦ των, θὰ ἠδύναντο νὰ ἐποπτεύσουν ὅπως ἐπίσης θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν καὶ μὲ τὰ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εὑρισκόμενα Ἐπιμελητήρια, οὕτως ὥστε νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πάταξιν αὐτοῦ τοῦ φαινομένου. Ἐν συνεχείᾳ, δεύτερος οὐσιώδης παράγων, εἶναι ἡ διακίνησις τῶν ἀγαθῶν. Εἶναι διαπιστωμένον, ὅτι ὅπου ὑπάρχουν νησιά, παρουσιάζονται ἀγαθὰ διακινούμενα, ἐνῷ ἀντιθέτως, δὲν παρουσιάζεται διακίνησις ἀγαθῶν ἐκ τῶν χερσαίων μεταφορῶν. Ἀλλὰ ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἔλεγχος τῆς φορολογητέας ὕλης. Εἰς τὸ σημεῖον, μάλιστα, τοῦτο, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν παρέμβασιν. Ἡ ὀργάνωσις τῶν μεταφορῶν δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, ἀλλὰ ἀφορᾷ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ τοῦτο, διότι ἐνῷ ἀποτελεῖ βασικὴν προϋπόθεσιν ἡ σύλληψις τῆς φορολογητέας ὕλης, ἐν τούτοις, ὁ ἔλεγχος δὲν γίνεται κατὰ τὸν ἁρμόζοντα τρόπον. Εἶχον ἐγκατασταθῆ δύο πλάστιγγες, μία εἰς τὴν Ἐλευσῖνα καὶ μία εἰς τὴν Πάτρα διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ὑπερφορτώσεως τῶν αὐτοκινήτων. Σήμερον, ὅμως, λειτουργεῖ μόνον μία, καὶ μάλιστα λειτουργεῖ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται σοβαρῶς νὰ διαπιστώσῃ παράβασιν τῆς ὑπερφορτώσεως. Ἀλλ’ ὅταν δὲν δυνάμεθα νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ὑπερφόρτωσιν τῶν αὐτοκινήτων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀσκήσεως μακρᾶς πνοῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ περὶ πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς.
§122Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς δώσω ἕνα πλήρη πίνακα τῶν φυλακίων....
§123Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὡμίλησα περὶ πλαστίγγων.
§124Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ περὶ πλαστίγγων θὰ σᾶς ὁμιλήσω. Εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀττικῆς... (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ πίνακος τὰς ὑπαρχούσας πλάστιγγας).... Εἶναι δὲ ὑπὸ κατασκευήν... (ἀναγινώσκει)...
§125Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Αὐτὸν τὸν μῆνα ἀφηρέθησαν δέκα ἄδειαι δι’ ὑπερφόρτωσιν.
§126Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὅταν ὁμιλοῦμεν διὰ τὸ ἄλφα τῆς φορολογικῆς πολιτικῆς, πρέπει νὰ ἐννοοῦμεν καὶ τὸ ἄλφα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητοῦμεν σήμερα περὶ τῶν ὑπὸ κατασκευὴν πλαστίγγων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε πίνακα τῶν πλαστίγγων, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται κυρίως εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ἠμφισβήτησε τὰ ὅσα ἀνέφερον περὶ πλαστίγγων Ἐλευσῖνος καὶ Πατρῶν. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, χαρακτηριστικὸν τοῦ πνεύματος τῆς διοικήσεως, εἶναι, ὅτι ἐνῷ συλλαμβάνονται ὑπερφορτωμένα αὐτοκίνησα καὶ ἐπιβάλλονται ποιναί, ἐν τούτοις, ἐκ τῶν 1.300 ποινῶν ποὺ ἐπεβλήθησαν, οὐδεμία ἐξ αὐτῶν ἐξετελέσθη, παρεμβάσει τῶν βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ.
§127Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ. (Ὑφ. Συγκοινωνιῶν). Κύριε συνάδελφε, εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς μετεδόθη καὶ τὸ ὁποῖον μεταδίδετε εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδή, ὅτι οὐδεμία ἐπεβλήθη ποινή. Ἐπιλαμβάνομαι προσωπικῶς τῶν ἐπιβληθεισῶν ποινῶν καὶ εἶναι ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός μου νὰ ἀποφανθῶ περὶ ἐλαφρύνσεως τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς. Ἀλλὰ εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές, ὅτι οὐδεμία ποινὴ ἐπεβλήθη μέχρι σήμερον.
§128Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς δώσω ἐπισήμους ἀριθμοὺς καὶ τῶν πράξεων καὶ τῶν ἀποφάσεων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῆτε νὰ διαπιστώσητε, ὅτι 10.000 παραβάσεων ἔφθασαν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς.
§129Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἀφήσετε καὶ ἐμὲ νὰ ὁμιλῶ ὀλίγον, ὥστε νὰ δύναμαι τοὐλάχιστον νὰ δίδω ἀπαντήσεις. Ὅταν μὲ διακόπτετε συνεχῶς μὲ τὸν Συνάδελφόν σας ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντῶ καὶ σὲ δύο μαζί. Ἤθελα λοιπὸν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῶν Συγκοινωνιῶν, ὅτι πράγματι ἐπεβλήθησαν ποιναὶ στερήσεως τῆς ἀδείας κυκλοφορίας διὰ 15–20 ἡμέρας, ἀλλὰ ἀληθὲς εἶναι ἐπίσης, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ ποιναὶ ἐμειώθησαν εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ, τῇ παρεμβάσει βουλευτῶν τῆς ΕΡΕ. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι αὐτὸ ἔργον μὲ τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ ἀσχολῆται ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν;
§130Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὡμιλήσατε, κύριε συνάδελφε, περὶ παρεμβάσεων ἀναγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν. Ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς δώσω στοιχεῖα ἐπὶ παραβάσεων τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, εἶμαι εἰς τὴν διάθεσίν σας.
§131Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ ἔλθω, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἐκεῖ ἐν συνεχείᾳ. Ἔλεγα λοιπόν, ὅτι διὰ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς χρειάζεται μία συνεχὴς πολιτικὴ μακρᾶς πνοῆς, ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ καταστῇ κοινὴ συνείδησις ὅλων μας καὶ πρὸ πάντων τῆς Κυβερνήσεως. Μία τοιαύτη πολιτικὴ ἤρχισεν ἐφαρμοζομένη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ συμμοριτοπολέμου ὑπὸ τοῦ κ. Χέλμη, ὁ ὁποῖος ἀπεφάσισε καὶ ἐπέβαλε τὸ ἀντιδημοτικὸν μέτρον τῆς τηρήσεως τῶν φορολογικῶν βιβλίων.
§132Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Καὶ ὡς ἐκ τούτου προεκάλεσε τὴν αὐτὴν ἀντίδρασιν, ἡ ὁποία προεκλήθη καὶ ἐκ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχεδίου.
§133Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ αὐτὴ πολιτικὴ συνεχίσθη καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1950–52, μετὰ ταῦτα ὅμως καὶ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἄλλο θετικὸν βῆμα ἐγένετο πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Τοὐναντίον μάλιστα εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἐγένοντο ὀπισθοδρομήσεις. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸν δεύτερον παράγοντα, τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων. Ὑποθέτω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ συμφωνῆτε μαζὶ μου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποκρύπτωμεν ἀπὸ τοὺς ἑαυτούς μας τὴν πραγματικότητα. Θὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ ποιοτικὴ στάθμη μιᾶς μερίδος τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων ἔχει πέσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε σήμερον τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα νὰ μὴ ἐμπνέουν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν φορολογουμένων. Τὰ κρούσματα κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐπληθύνθησαν καὶ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις εἰς τὸ κοινόν, ὅτι αὐτοὶ οἱ κακοὶ ὑπάλληλοι, ἀποτελοῦν τὸν κανόνα καὶ οἱ ἄλλοι τὴν ἐξαίρεσιν. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ λάβῃ γενναῖα μέτρα. Ἐὰν δὲν ληφθῶσι μέτρα πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν, κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι τὰ παράπονα τῶν διαμαρτυρομένων κατὰ τοῦ σχεδίου, εἶναι βάσιμα, διότι καὶ ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐμπιστευθῶ τὸν φορολογούμενον εἰς τὰς χεῖρας τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ δημιουργηθοῦν προηγουμένως τὰ φορολογικὰ δικαστήρια. Πολλοὶ εἶναι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων περιήλθομεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν. Κατ’ ἀρχὴν ὁ νόμος 2500, ἡ φοβερὰ αὐτὴ ἔμπνευσις τοῦ φίλου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν, ἔπληξε καιρίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τὸ ἐστέρησεν ἀπὸ πολλοὺς ἱκανοὺς ὑπαλλήλους καὶ ταὐτοχρόνως ἐμείωσε τὸν ζῆλον τῶν ἐναπομεινάντων ὑπαλλήλων του. Ἐὰν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἀποκτήσῃ ὁ τόπος αὐτὸς φορολογικὴν συνείδησιν καὶ ἐπιθυμοῦμεν νὰ πατάξωμεν τὴν φοροδιαφυγήν, θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ φοροτεχνικὰ ὄργανα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος θὰ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ λάβῃ γενναίας ἀποφάσεις, ὥστε νὰ πεισθοῦν οἱ πάντες, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ ἐγένετο κάτι νέον τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὴν μέχρι τοῦδε κρατοῦσαν κατάστασιν. Τὰ τελευταῖα ἔτη κατήντησε κανὼν νὰ μὴ μετατίθενται οἱ φοροτεχνικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἐὰν συμβῇ καμμία φορὰ νὰ ἀποφασισθῇ ἡ μετάθεσις τινὸς ἐξ αὐτῶν ἀπὸ τῆς μιᾶς Ἐφορίας τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὴν ἄλλην, οἱ πάντες ἐπιστρατεύονται διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς μεταθέσεως αὐτῆς καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ἐπιτευχθῇ, φθάνομεν καὶ μέχρι παραιτήσεως τοῦ φοροτεχνικοῦ ὑπαλλήλου. Αὐτά, κύριοι βουλευταί, εἶναι φαινόμενα ἀνησυχατικά, τὰ ὁποῖα θὰ πρέπει νὰ σταματήσουν. Περαιτέρω εἶναι ἀνάγκη νὰ προχωρήσωμεν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κοινοῦ διὰ τῆς λειτουργίας τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ τομέως ἡ Κυβέρνησις ἐβράδυνε πάρα πολύ. Τὸ πρῶτον σχέδιον περὶ φορολογικῶν δικαστηρίων κατετέθη τὸ ἔτος 1951 καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἔτος 1960 καὶ ἀκόμη συζητοῦμεν περὶ τοῦ χρόνου ἐνάρξεως λειτουργίας τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ φορολογικὰ δικαστήρια θὰ ἀρχίσουν λειτουργοῦντα ἐντὸς τοῦ ἔτους 1960. Εὔχομαι ἡ δήλωσις αὐτὴ νὰ ἐπαληθεύσῃ, διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἀποτελεῖ πρωταρχικὸν αἴτημα τῶν φορολογουμένων νὰ ἱδρυθοῦν τὰ φορολογικὰ δικαστήρια καὶ μετὰ νὰ ἀρχίσῃ ἰσχύων ὁ ὑπὸ κρίσιν νόμος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἀρχῇ ἐπεδίωκε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νόμου ἅμα τῇ ψηφίσει αὐτοῦ. Μετὰ ταῦτα ἔκαμε δηλώσεις, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου θὰ ἀρχίσῃ μετὰ τὴν ἔναρξιν λειτουργίας τῶν φορολογικῶν δικαστηρίων. Εἰς σχετικὴν ἐρώτησίν μου εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠρνήθη νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο. Σήμερον βλέπω πρὸ τῆς γενικῆς πιέσεως νὰ ἀποδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ δίκαιον τοῦτο αἴτημα τῶν παραγωγικῶν τάξεων. Αὐτὸ δηλοῖ, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τῶν ἐνδιαφερομένων εἶναι εἰς θέσιν νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν περὶ πραγμάτων διὰ τὰ ὁποῖα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν δὲν ἔχει πεισθῆ.
§134Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἔπρεπε, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. συνάδελφος, περὶ τῶν φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων, νὰ ὑπομνησθῇ, ὅτι πλέον τῶν 100 τοιούτων ὑπαλλήλων μετετέθησαν ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τῶν Ἀθηνῶν, χωρὶς νὰ προκληθῇ καμμία ἀναστάτωσις. Δὲν εἶναι συνεπῶς ἀληθὲς τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ μεταθέσῃ τοὺς ὑπαλλήλους του.
§135Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεβεβαίωσε τοῦ λόγου μου τὸ ἀσφαλές, διότι ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν τελευταίων ἐτῶν. Πράγματι, τελευταίως διετάχθη ἡ μετάθεσις 100–120 φοροτεχνικῶν ὑπαλλήλων. Πολὺ φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι αἱ περισσότεραι τῶν μεταθέσεων αὐτῶν θὰ ματαιωθοῦν.
§136Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Πλέον τῶν 100 ὑπαλλήλων ἔφθασαν ἤδη εἰς τὰς νέας των θέσεις.
§137Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐξ ἄλλου δὲν εἶναι τὸ μόνον μέτρον τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ κῦρος τῶν φοροτεχνικῶν ὀργάνων. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, γίνῃ μία ἔρευνα κατὰ κατηγορίας φορολουμένων θὰ διαπιστωθῇ, ὅτι οἱ πρῶτοι φορολογούμενοι εἶναι οἱ μισθωτοί. Δευτέρα τάξις φορολουμένων εἶναι οἱ ἐμποροβιοτέχναι καὶ βιομήχανοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἤρχισαν νὰ συνεισφέρουν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Ἐν ἀντιθέσει μὲ τὰς τάξεις αὐτάς, ἡ τάξις τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν καθυστερεῖ πάρα πολὺ καὶ συνεπῶς εἰς τὴν τάξιν ταύτην ἔχομεν φοροδιαφυγήν. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου ποὺ φθάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ πᾶσαν περίπτωσιν. Ἐὰν δὲν τηροῦνται βιβλία θὰ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ὁ φορολογούμενος εἰς τὴν τριμελῆ Ἐπιτροπὴ διὰ τὸν προσδιορισμὸν τῆς φορολογητέας ὕλης. Ἐὰν ὅμως τηρῇ βιβλία νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ὁ φορολογούμενος αὐτὸς νὰ παραπεφθῇ εἰς τὴν ἐν λόγῳ Ἐπιτροπήν. Αὐτὸ τὸ θεωρῶ ἀπαράδεκτον. Κύριοι συνάδελφοι, πέραν ὅλων αὐτῶν ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον μας καὶ μία κατηγορία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουν τὴν φορολογίαν ἐξ ὁλοκλήρου. Αὐτοὺς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσωμεν καὶ νὰ ἀνεύρωμεν. Ἐὰν θελήσῃ νὰ προχωρήσῃ κανεὶς εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξοντώσεως καὶ τοῦ παραδειγματισμοῦ, θὰ τὸ ἐδεχόμην ἐφ’ ὅσον θὰ ἀρχίζαμεν ἐκ τῶν ἄνω. Παραδειγματισμὸς θὰ εἶναι ὅταν θὰ κτυπηθοῦν τὰ κεφάλια τῆς ἀρχούσης τάξεως ἐφ’ ὅσον ἤθελε πιστοποιηθῆ περίπτωσις φοροδιαφυγῆς καὶ ὄχι νὰ κυνηγοῦμε τοὺς μικροεπαγγελματίας τῆς Καισαριανῆς ἢ τοῦ Δουργουτιοῦ. Ἐπίσης, θὰ ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἕνας φραγμὸς εἰς τὴν κρίσιν τῶν φορολογικῶν ὀργάνων τὰ ὁποῖα ἐλέγχουν τὰς δηλώσεις. Κατὰ τὴν ἐκτίμησίν μου τὰ βιβλία τῆς αʹ, βʹ καὶ γʹ κατηγορίας — δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν τετάρτην — κατὰ τὰ 80% κρίνονται ὡς ἀνειλικρινῆ καὶ ἀπορρίπτονται.
§138Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὄχι, κύριε συνάδελφε, αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Τὰ βιβλία κατὰ τὰ 70%, κρίνονται ὡς εἰλικρινῆ καὶ δὲν ἀπορρίπτονται, καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον 30% γίνεται ἐμπεριστατωμένος ἔλεγχος.
§139Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἠρώτησα τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι μοῦ εἶπον, ὅτι τὰ βιβλία ἀπορρίπτονται κατὰ τὰ 65%.
§140Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Καὶ παρενέβην καὶ ἐγὼ καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ βιβλία κατὰ τὰ 70% κρίνονται ὡς εἰλικρινῆ. (Ἀναγινώσκει).
§141Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν βιβλίων τῆς δʹ κατηγορίας. Ἀνέφερα διὰ τὰ βιβλία τῆς αʹ, βʹ καὶ γʹ κατηγορίας, τὰ ὁποῖα κατὰ μεγάλην πλειοψηφίαν ἀπορρίπτονται. Γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι σπανίως χαρακτηρίζεται ὁ μικρὸς ἐπαγγελματίας, ὅτι ὑποβάλλει εἰλικρινῆ βιβλία.
§142Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε Μητσοτάκη, δύναμαι νὰ σᾶς δώσω στοιχεῖα καὶ διὰ τὴν γʹ κατηγορίαν. Ἀνεφέρατε τὴν αʹ κατηγορίαν. Ποῖον βιβλίον τῆς κατηγορίας αὐτῆς ἀπορρίπτεται; Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει βιβλίον ἄλλο πλὴν τοῦ βιβλίου ἀγορῶν.
§143Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ διάταξις ποὺ περιελάβατε εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀποτελεῖ Δαμόκλειον σπάθην διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας, διότι ἐφεξῆς αὐτοὶ θὰ εἶναι εἰς τὸ ἔλεος τῶν φορολογικῶν ὀργάνων. Ἐὰν ἐλέγατε, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ θὰ ἰσχύσῃ διὰ τοὺς οἰκονομικῶς ἰσχυρούς, θὰ τὸ ἠννόουν. Νὰ θεσπίζωνται ὅμως τοιαῦται διατάξεις διὰ τοὺς μικροὺς φορολογουμένους, αὐτὸ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Ἐγὼ προσωπικῶς εἶμαι ἀντίθετος πρὸς αὐτὰς τὰς ἀστυνομικοῦ εἴδους διατάξεις. Συχνὰ δὲ παρατηρεῖται τὸ φαινόμενον νὰ ψηφίζωμεν ἐδῶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ τέλος, δὲν τηροῦνται. Καὶ ὑπάρχει τὸ προηγούμενον τῆς θεσπίσεως ἠπίων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν τώρα νὰ ἐφαρμοσθοῦν αὐστηρότεραι διατάξεις; Δημιουργεῖται λοιπὸν ἡ ὑπόνοια, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ θεσπιζόμενα ἐδῶ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ ἐφαρμοσθοῦν, καὶ ἐὰν ἐφαρμοσθοῦν, θὰ ἐφαρμοσθοῦν μόνον διὰ τοὺς μικρούς. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω τὴν περίπτωσιν τῆς θεσπίσεως τῆς διατάξεως δι’ ἧς ὁρίζεται, ὅτι οἱ μὴ τηροῦντες βιβλία θὰ ὑφίστανται τὴν ποινὴν τοῦ κλεισίματος τοῦ καταστήματός των μέχρις ὅτου ἀρχίσουν νὰ τηροῦν βιβλία. Ἡ διάταξις αὕτη οὐδέποτε ἐφηρμόσθη.
§144Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 παράγρ. 3 τοῦ Κώδικος περὶ φορολογικῶν στοιχείων ἡ ἰσχύουσα, ὥριζεν, ὅτι ἐπιτρέπεται τὸ κλείσιμον τοῦ καταστήματος διὰ τὴν μὴ τήρησιν τῶν φορολογικῶν στοιχείων καὶ φορολογικῶν βιβλίων μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀρχίσῃ ἡ τήρησις αὐτῶν. Ἐὰν δὲν ἐγένετο χρῆσις τῆς διατάξεως αὐτῆς, τοῦτο ὀφείλεται, εἰς τὸ ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν διαπιστώσεως ἐκ μέρους τῆς οἰκονομικῆς ἀρχῆς, περιπτώσεως μὴ τηρήσεως τῶν φορολογικῶν στοιχείων καὶ τῶν φορολογικῶν βιβλίων, ὁ φορολογούμενος ἔσπευδε νὰ ἐμφανίσῃ συμμόρφωσιν πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του. Οὕτω δὲν παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὰς φορολογικὰς ὑπηρεσίας νὰ προσφύγουν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ἐκείνης, διότι ἐπακολουθεῖ ἡ ἔναρξις τηρήσεως βιβλίων. Διὰ τὸν μικρὸν φορολογούμενον ὁ ὁποῖος τηρεῖ τὰ βιβλία τῆς Α καὶ Β κατηγορίας ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου προκειμένου περὶ τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸν πίνακα τῶν φοροκλεπτῶν, διατηρεῖ τὴν παλαιὰν ἀρχήν, ζητεῖ ἀπόκρυψιν 50% διὰ ν’ ἀνακύψῃ περίπτωσις ἐγγραφῆς. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν τηρούντων βιβλία Γ καὶ Δ κατηγορίας, ἀρκεῖ ἡ ἀνειλικρίνεια κατὰ 25% τοῦ εἰσοδήματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάκρισις καὶ ἡ διάφορος μεταχείρισις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τοὺς μεγάλους. Καὶ ὑπενθυμίζω, ὅτι διὰ τοῦ νόμου 3848 τοῦ Αὐγούστου 1958 καθορίζεται ἐπὶ πλέον σταθερότης τῆς φορολογικῆς βεβαιώσεως τοῦ εἰσοδήματος τῶν μικρῶν φορολογουμένων, τῶν τηρούντων βιβλία Γ καὶ Δ κατηγορίας τῶν ὁποίων τὰ πραγματοποιούμενα ἔσοδα φθάνουν μέχρι 60.000 δραχμῶν, ἐπὶ τριετίαν ὑπολογιζομένου δὲ καὶ τοῦ χρόνου τῆς βεβαιώσεως ἐπὶ τετραετίαν. Συνεπῶς, δὲν εἶναι ὀρθόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ὅλη φορολογικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως προστατεύει τὸν μεγάλον φορολογούμενον καὶ ἀφήνει ἔκθετον τὸν μικρόν. Ἀντιθέτως, τὸν μικρὸν φορολογούμενον προστατεύει καὶ ζητεῖ ἀπόλυτον συμμόρφωσιν πρὸς τὸν νόμον τοῦ μεγάλου φορολογουμένου τὸν ὁποῖον θέλει νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσίαν ἐπίκρισιν ὅταν ἡ ἀνειλικρίνεια περιορίζεται εἰς τὸ 25%, ἐνῷ διὰ τὸν μικρὸν ζητεῖ τὰ 50%.
§145Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνο ποὺ ἐπιθυμῶ ἰδιαιτέρως νὰ τονίσω, εἶναι, ὅτι δὲν πιστεύω εἰς τὴν χρησιμότητα τῶν ἀστυνομικῶν μέτρων. Πιστεύω, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἀποφασισθοῦν τοιαῦτα μέτρα, πρέπει νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς μεγάλους. Εἴδατε τὶ συνέβη μὲ τὴν περίπτωσιν τῆς φοροδιαφυγῆς εἰς τὴν Ἰταλίαν, μὲ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐψήφισεν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις. Διεπομπεύθησαν μεγάλοι φοροφυγάδες, ὅπως ὁ πρίγκηψ Πατσέλι, ἀνεψιὸς τοῦ ἀποθανόντος Πάππα, μεγάλοι ἀστέρες τοῦ κινηματογράφου καὶ ὄχι πτωχοὶ μικροεπαγγελματίαι. Ὄχι μόνον δὲν εἴδομεν κανένα μεγάλον φοροφυγάδα νὰ διαπομπεύεται ἀλλ’ ἀντιθέτως τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀρνῆται νὰ δημοσιεύσῃ οἱονδήποτε κατάλογον φορολογικῶν δηλώσεων. Κύριοι συνάδελφοι, πέραν τοῦ θέματος τούτου ὑπάρχει ἕνα ἄλλο θέμα τὸ ὁποῖον αἱ παραγωγικαὶ τάξεις ἔθεσαν καὶ θέλουν νὰ τακτοποιηθῇ. Εἶναι τὸ θέμα τῶν φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν καὶ ἐξαιρέσεων. Τὸ θέμα δὲν εἶναι νέον. Ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἀπασχολεῖ τὴν χώραν μας. Προσωπικῶς πιστεύω, ὅτι αἱ πάμπολλαι φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ δὲν καλύπτουν παρὰ ὀλίγας περιπτώσεις ποὺ χρειάζονται οὐσιαστικῆς ἀντιμετωπίσεως. Διότι αἱ περισσότεραι εἶναι περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν εἰς τὸ Κράτος ἢ εἰς Ἱδρύματα Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κλπ. Ὑπάρχουν ἐπίσης συμβατικαὶ ἀπαλλαγαί. Συνιστῶμεν ἐν τούτοις εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ θέμα αὐτὸ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ἐπειγόντως διότι ὑπάρχουν ἀπαλλαγαί, αἱ ὁποῖαι προσβάλλουν τὸ δημόσιον αἴσθημα. Τελευταίως ἀπετέλεσε κανόνα εἰς κάθε σύμβασιν μὲ ξένην ἑταιρείαν νὰ δίδεται φορολογικὴ ἀπαλλαγή. Ἐκ τῆς φορολογικῆς ὅμως αὐτῆς ἀπαλλαγῆς ὁ ἀντισυμβαλλόμενος δὲν ὠφελεῖται καὶ συνεπῶς, οὔτε καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι ἡ ξένη ἑταιρεία θὰ φορολογηθῇ εἰς τὴν πατρίδα της. Κατ’ οὐσίαν, συνεπῶς, τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ χαρίζομεν εἰς τὴν ξένην χώραν. Τὸ θέμα τῆς φορολογικῆς ἀπαλλαγῆς, κ. συνάδελφοι, πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ὁ τόνος καὶ νὰ δοθῇ τὸ παράδειγμα ἐκ τῶν ἄνω. Πρέπει νὰ σεισθῇ κἄτι μέσα εἰς τὸ τέλμα εἰς τὸ ὁποῖον κινεῖται τὸ Κράτος. Διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ φορολογουμένου πολίτου ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ πατάξῃ τὴν φοροδιαφυγήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν ἰθύνουσαν τάξιν τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Παραλλήλως δὲ νὰ φθάσῃ μέχρι τῆς φορολογίας τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως καὶ τῆς βασιλικῆς χορηγίας. Τοῦτο ἀσχέτως πρὸς τὸ ὕψος τῆς βασιλικῆς χορηγίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ προσδιορισθῇ ἢ ἄρσις τῆς ἀνάγκης περιφρουρήσεως τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ θεσμοῦ τοῦ πολιτεύματος διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νομίμως, ἔστω, νὰ ἀποφύγῃ τὰς φορολογικάς του ὑποχρεώσεις, καὶ διὰ νὰ δοθῇ ἐκ τῶν ἄνω τὸ παράδειγμα. Ἄλλωστε τοῦτο, προκειμένου περὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος ἰσχύει εἰς ὅλας τὰς ἐλευθέρας δημοκρατίας. Ὡμιλήσαμεν περὶ τῶν ἐλευθέρων ἐπαγγελματιῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουν κατὰ μέγα μέρος τὴν φορολογίαν. Δὲν εἶναι, κ. συνάδελφοι, μόνον αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγουν τὴν φορολογίαν. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ἔκαμε μία δειγματοληψίαν εἰς τὴν ἰθύνουσαν τάξιν θὰ συναντήσῃ παντοῦ εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τὴν φορολογικὴν ἀταξίαν ἡ ὁποία ὑπάρχει. Καὶ θὰ διεπίστωνεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν κορυφὴν τῆς πυραμίδος. Τότε θὰ ἠδυνάμεθα νὰ πείσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ πατάξωμεν τὴν φοροδιαφυγήν. Κύριοι συνάδελφοι, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Κατὰ τὰς συζητήσεις εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαλείψῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον λέγων, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία, ἡ ὁποία μαστίζει τὰς ἄλλας περιφερείας τοῦ Κράτους νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Ὁ κ. Κωτιάδης εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπρότεινε νὰ κλιμακωθῇ ἡ ἐπέκτασις τῶν μέτρων καὶ εἰς τὴν Δωδεκάνησον εἰς μίαν πενταετίαν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδέχθη τοῦτο. Πιστεύω, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ λάθος ψυχολογικὸν καὶ δικαίως διαμαρτύρονται οἱ Δωδεκανήσιοι.
§146Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ ἔγινε λόγος περὶ συναδέλφου, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἀπών, θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὁ κ. Κωτιάδης, κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διεπίστωσε πρῶτον, ὅτι τὸ εἰδικὸν δασμολογικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς τὴν Δωδεκάνησον καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν φόρον κύκλου ἐργασιῶν, ἔχει δημιουργήσει συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἀποβαίνουν εἰς ὄφελος τοῦ πληθυσμοῦ τῶν νήσων καὶ τοῦ μονίμως ἐκεῖ διαβιοῦντος καὶ τῶν τουριστῶν. Καὶ διεδήλωσε τὴν προσωπικήν του ἀντίληψιν περὶ τῆς ἀνάγκης διατηρήσεως ἐπὶ τοῦ παρόντος τοῦ προσωρινοῦ αὐτοῦ καθεστῶτος. Προκειμένου περὶ τῆς ἀμέσου φορολογίας, ὁ κ. Κωτιάδης, ἐπικαλούμενος τὴν διαμορφωθεῖσαν κατάστασιν, ὑπέδειξεν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο σκόπιμος ἡ ἄμεσος ἀνατροπὴ αὐτῆς. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀφορᾷ τὸ εἰδικὸν δασμολόγιον τῶν νήσων, οὔτε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ κύκλου ἐργασιῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τὸν φόρον τοῦ συγκεκριμένου ἐπιτηδευματίου, ὁ ὁποῖος πραγματοποιεῖ εἰσόδημα καὶ ὁ ὁποῖος φορολογεῖται μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον πληρώνει ὁ ἐπιτηδευματίας τῆς Κονίτσης π. χ., ὁ ἐπιτηδευματίας τοῦ Καρπενησίου, ὁ ἐπιτηδευματίας τῆς Καστοριᾶς ἢ ἄλλης περιοχῆς τῆς χώρας, χωρὶς ἡ ἀπαλλαγὴ αὐτὴ τοῦ πραγματοποιοῦντος τὸ εἰσόδημα βιομηχάνου τῶν Δωδεκανήσων, τοῦ ἐμπόρου, τοῦ μεγαλοεπαγγελματίου, νὰ ἀποβαίνῃ εἰς ὄφελος τῆς καταναλώσεως, εἰς ὄφελος τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ εἰδικοῦ δασμολογίου, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Φ.Κ.Ε., ὁ ὁποῖος ἐπιπίπτει εἰς τὸ τέλος εἰς βάρος τῆς καταναλώσεως, θὰ ὑπῆρχεν ἡ δικαιολογία τῆς εἰδικῆς μεταχειρίσεως. Ἐδῶ ὅμως πρόκειται περὶ φόρου εἰσοδήματος, τὸν ὁποῖον μάλιστα δὲν πληρώνει εἰς τὸ ἀκέραιον ὁ φορολογούμενος ἐπιτηδευματίας μόνον, διότι εἶναι κάτοικος μιᾶς τῶν νήσων, ἔστω καὶ ἂν τὸ εἰσόδημα πραγματοποιῆται ἐκτὸς τῶν Δωδεκανήσων. Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ὁ ἐπαγγελματίας ἔχει καὶ μίαν ἄλλην ἐπιχείρησιν εἰς ἄλλην περιοχὴν τῆς χώρας καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἔχει οἰκοδομὰς εἰς ἄλλην περιοχὴν τῆς ἐπικρατείας καὶ πραγματοποιεῖ εἰσόδημα ἐκ τῶν πηγῶν τούτων, ὑποβάλλεται εἰς φορολογίαν μειωμένην εἰς τὸ ἥμισυ, μόνον καὶ μόνον, διότι εἶναι ἐγκατεστημένος εἰς τὰ Δωδεκάνησα. Ἐρωτῶ ὑμᾶς ἰδιαιτέρως, ἀποβαίνει τοῦτο εἰς ὄφελος τῶν Δωδεκανήσων, εἰς ὄφελος τοῦ καταναλωτοῦ, τοῦ πληθυσμοῦ τῶν νήσων;
§147Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Βεβαίως ἀποβαίνει.
§148Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἀποβαίνει πρὸς ὄφελος τοῦ φορολογουμένου.
§149Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐν ἐσχάτῃ ἀναλύσει ἀποβαίνει εἰς ὄφελος τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, ἐπαναλαμβάνω τὸ τὶ συνέβη καὶ διετύπωσα μίαν ἄποψιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιμένω.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον.
§151Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νομίζετε, ὅτι ἀπὸ ἐλεημοσύνην ἐθεσπίσθη ἡ εἰδικὴ φορολογικὴ μεταχείρισις τῶν Δωδεκανήσων. Ἀσφαλῶς ἐθεσπίσθη διὰ βασικοὺς οἰκονομικοὺς λόγους, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ Δωδεκάνησος, ἡ ὁποία ἐξεκίνησε μὲ ἀνύπαρκτον οἰκονομίαν, σήμερον νὰ ἀρχίζῃ νὰ στέκεται εἰς τὰ πόδια της. Ἀπόδειξιν τούτου ἀποτελεῖ ὁ εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τῆς Δωδεκανήσου. Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὰς ὑπηρεσίας, ἐὰν ἐστάθμισαν τὴν πρὸς ὑμᾶς εἰσήγησίν των περὶ καταργήσεως αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοῦ εἰδικοῦ φορολογικοῦ καθεστῶτος, ἐὰν ὑπεβλήθησαν εἰς στοιχειώδη ἔστω προσπάθειαν ζυγίσματος τῶν εἰδικῶν συνθηκῶν τῆς Δωδεκανήσου καὶ τῶν συνεπειῶν, τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως Δωδεκανήσου, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως προϋπολογισμοῦ, αὐτὴ ἡ ἀπότομος ἀνατροπὴ τοῦ εἰδικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἐξέθρεψε τὴν δωδεκανησιακὴν οἰκονομίαν. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα μου θὰ ὁμιλήσω λεπτομερῶς. Τώρα θὰ ἀρκεσθῶ εἰς τὸ ἑξῆς: Τὸ νομοσχέδιόν σας αὐτὸ πρόκειται νὰ μειώσῃ ἐκτὸς τῶν ἄλλων, τὴν εἰσροὴν τῶν τεραστίων δωδεκανησιακῶν κεφαλαίων τοῦ Κογκό, τῆς Αἰθιοπίας, τῆς Αἰγύπτου κλπ. Ὑπάρχει μάλιστα ὁ κίνδυνος νὰ τὴν ἀνακόψῃ ὁλοσχερῶς. Καὶ εἶναι τοῦτο πρὸς ὄφελος τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας; Ὁμιλοῦμεν συχνὰ περὶ τῆς ἀνάγκης δημιουργίας ἐλευθέρων ζωνῶν εἰς διαφόρους περιοχὰς τῆς χώρας, ἵνα ἡ οἰκονομία ἀποκομίσῃ τὰ σημαντικὰ ἐκ τούτων ὀφέλη, καὶ παρέχομεν εἰς ἰδιώτας εἰδικὰς φορολογικὰς διευκολύνσεις —κίνητρα— διὰ νὰ τοὺς ὠθήσωμεν εἰς ὡρισμένης κατηγορίας παραγωγικὰς δραστηριότητας. Διατὶ γίνεται ἡ διάφορος αὐτὴ μεταχείρισις Ἑλλήνων; Διότι τὰ ὀφέλη διὰ τὴν ὅλην οἰκονομίαν εἶναι προφανῆ. Ἡ Δωδεκάνησος ἀποτελεῖ μίαν τοιαύτην ἐλευθέραν ζώνην οὕτως εἰπεῖν καὶ ἀπὸ τὴν Δωδεκάνησον εἰσπράττετε, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς διαφόρου μεταχειρίσεως, τεράστια ποσὰ συναλλάγματος. Ἠξεύρετε, ὅτι σήμερον ὁ τουρίστας, ὁ Σουηδός, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν Ρόδον, κάμνει δύο ἢ τρεῖς φορεσιὲς καὶ ἀπασχολεῖ ἐργατικὸν προσωπικόν, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ εἰδικοῦ καθεστῶτος.
§152Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Δὲν ἐννοῶ, διατὶ δὲν θὰ κάμῃ τὶς φορεσιές, ἐὰν τὸ μὲν ὕφασμα θὰ ἀγοράσῃ εὐθηνότερον, λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ εἰδικοῦ δασμολογίου, τὴν δὲ ἐργασίαν θὰ ἐπλήρωνεν εὐθηνότερα, λόγῳ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ Φ.Κ.Ε. Ἐὰν ὁ ράπτης τῆς Δωδεκανήσου ἐπλήρωνε τὸν φόρον, ὅπως τὸν πληρώνει καὶ ὁ ράπτης τῆς Κονίτσης, θὰ ἐμποδισθῇ ὁ ἐπισκέπτης τῶν νήσων νὰ κάμῃ τὶς φορεσιές;
§153Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Θὰ ἔχετε τότε τόσους τουρίστας εἰς τὴν Δωδεκάνησον, ὅσους εἰς τὴν Κόνιτσαν.
§154Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὁ τουρίστας δὲν εἰσπράττει λεπτὰ ἀπὸ τὴν τσέπην τοῦ ἐπαγγελματία. Ὁ τουρίστας ἐπωφελεῖται τῆς ἀγορᾶς καὶ ἀγοράζει ὕφασμα εὐθηνότερον καὶ ράβει εὐθηνότερον.
§155Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνῃ ὁ ράπτης θὰ καθορίσῃ καὶ τὰς τιμάς του. Θέλω νὰ ἐρωτήσω, κ. Ὑπουργέ, ποία σοφὴ κεφαλὴ ἐσκέφθη αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐν περιόδῳ γενικῆς ὑφέσεως, τὴν ἀνατροπὴν ἑνὸς καθεστῶτος;
§156Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ἐκτιμῶ ἀπολύτως τὴν εὐαισθησίαν τοῦ ὁμιλήσαντος συναδέλφου, προκειμένου περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἰδιαιτέραν του περιφέρειαν. Θέλω ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι, μετὰ τοὺς σεισμοὺς τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Μαγνησίας εἰδικώτερον, παρεσχέθησαν φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ ἐπὶ τριετίαν καὶ μετὰ ταύτην αἱ περιοχαὶ ἐκεῖναι, ὑπεβλήθησαν εἰς πλήρη φορολογίαν. Καὶ μετὰ τοὺς πολέμους τοῦ 1912–13 αἱ νέαι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, εἰς συντομώτατον χρονικὸν διάστημα ἐξωμοιώθησαν ἀπολύτως μὲ τὸ φορολογικὸν καθεστὼς τῆς ὑπολοίπου Ἑλλάδος. Τὸ ἴδιον συνέβη καὶ διὰ τὴν Θράκην τὸ 1920, μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Νεϊγύ.
§157Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Καὶ διὰ τὰ Καλάβρυτα.
§158Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Δὲν ἐννοῶ, διατὶ εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, τὸ Κράτος ἔκρινεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ φορολογικὴ ἐξομοίωσις ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ὅσον ἀπῃτεῖτο, διὰ νὰ προσαρμοσθῇ ἡ οἰκονομία τῶν περιοχῶν αὐτῶν μὲ τὴν οἰκονομίαν τῆς ὑπολοίπου Ἐπικρατείας, καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἰσχύσῃ ἡ αὐτὴ ἀρχὴ καὶ δι’ ἄλλην περιοχήν, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως —καὶ πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν ὅλοι— συμβάλλει εἰς τὴν δημιουργίαν ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τοὺς συναλλαγματικοὺς πόρους τῆς χώρας, ἀλλὰ ἀναμφισβητήτως ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβληθῇ, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς μὲ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται πολλὰ διαμερίσματα τῆς λεγομένης παλαιᾶς ἢ παλαιοτάτης Ἑλλάδος. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ πρόσωπα καὶ ὄχι ἡ περιοχή, νὰ διατηροῦν εἰδικὸν φορολογικὸν καθεστώς; Διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς δημιουργίας ἑνὸς ἰδιαιτέρου χώρου, ὅπου ἡ ἐπιχειρηματικὴ δραστηριότης θὰ ἐκαλεῖτο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἄλλας ἀπαιτήσεις, θὰ ἦτο δυνατὴ συζήτησις καθιερώσεως ἰδιαιτέρου καθεστῶτος, διὰ τὴν παραγωγὴν ὅμως τῶν ἀγαθῶν. Καὶ διὰ τὰ Δωδεκάνησα ἔχει καθιερωθῆ ἀνάλογος ἀρχή. Διατηρεῖται τὸ εἰδικὸν δασμολογικὸν καθεστὼς καὶ παραμένει ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὸν Φ. Κ.Ε. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας τοῦ ἐπιτηδευματίου, ὁ ὁποῖος πραγματοποιεῖ εἰσόδημα καὶ ἐκτὸς τῆς περιφερείας, μάλιστα, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικεῖ. Δι’ αὐτὴν τὴν περίφημον ἐξομοίωσιν τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, παρέχομεν ἄλλην μίαν ἑξαετίαν.
§159Μ. ΜΥΡΙΔΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἡ Ζάκυνθος κατεστράφη σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ ὅμως, μετὰ τὴν οἰκοδόμησίν της καταβάλλει τὴν φορολογίαν τὴν ἰσχύουσαν εἰς ὅλην τὴν χώραν.
§160Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν, νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἄλλη διακοπή, τόσον ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν, ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς κυρίους συναδέλφους, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ τερματίσω τὴν ὁμιλίαν μου. Ἔλεγον, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, προτοῦ τελειώσω τὸ πρῶτον κεφάλαιον, ἐπιθυμῶ νὰ κάμω δύο παρατηρήσεις, ἡ μία ἤδη ἐγένετο καὶ ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς Δωδεκανήσου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἐπιμένω, μὴ συμφωνῶν πρὸς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι πρέπει νὰ παρέχωνται φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ εἰς τὴν περιοχὴν καὶ ὄχι εἰς τὰ πρόσωπα τῆς περιοχῆς αὐτῆς. Ἡ τελευταία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω τώρα εἶναι νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν μὲ εὑρίσκει καθόλου σύμφωνον ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ διατύπωσις τῆς δημοσιεύσεως τοῦ καταλόγου τῶν ὀνομάτων. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, θὰ ἀναπτύξω εὐρύτερον τὰς ἀπόψεις μου εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τελειώνω τὸ πρῶτον κεφάλαιον διὰ νὰ καταλήξω, ὅτι, ἐν ὄψει τῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν, χρειάζονται ριζικώτερα μέτρα, τὰ μέτρα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητᾷ ὁ λαὸς καὶ τοῦ ὁποίου αἱ γνῶμαι ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναγνώσω ἓν χρονογράφημα, δημοσιευθὲν εἰς ἔγκριτον φύλλον Ἀθηναϊκῆς ἐφημερίδος. Εἰς τὸ χρονογράφημα αὐτὸ ἕνας Ἕλλην πολίτης διατυπώνει τὰς σκέψεις του, ὅπως αὐτὸς ἀντιλαμβάνεται τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος καὶ ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἡ διατύπωσις τοῦ χρονογραφήματος αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τοιαύτη, ὥστε θὰ ὑπέθετέ τις, ὅτι ἐγράφη τουλάχιστον ἀπὸ τὴν Ἄκραν Ἀριστεράν. Καὶ ὅμως, σᾶς ἀνέγνωσα τὴν ζωντανὴν στήλην μιᾶς ἐκ τῶν σοβαρωτέρων καὶ ἐγκυροτέρων τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων ἀδιαμφισβητήτου κύρους, τῆς «Καθημερινῆς». Αὐτὸ εἶναι σήμερον τὸ κοινὸν αἴσθημα. Τὸ ἐκ τῶν ἄνω παράδειγμα ζητεῖ ὁ λαός. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου κεφαλαίου, ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐθεώρησε χρέος του ἀπόψε προκαταβολικῶς νὰ ἀπολογηθῇ ἐπὶ τῆς κατηγορίας, ὅτι, παρὰ τὴν ρητὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει πρὸς τὸ Σῶμα, ἐπιβάλλει νέους φόρους. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρελθόντος Νοεμβρίου, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν ἔκφρασιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐξέφρασα τὰς ἀνησυχίας μου, ὅτι διὰ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ θὰ καθίστατο ἀναγκαῖον νὰ προσφύγῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς νέους φόρους. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, κατηγορηματικῶς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ οὐδεμία νέα φορολογία. Καὶ τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν ἔδωσε διὰ τοῦ κατατεθέντος νέου προϋπολογισμοῦ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ τελευταῖον καιρὸν ἐσυνηθίσαμεν νὰ ἐφευρίσκωμεν κομψοὺς τρόπους ἐπιβολῆς νέων φορολογιῶν, χωρὶς νὰ τὸ ὁμολογοῦμεν εὐθέως. Διότι, βεβαίως, οὐδένα πρόκειται νὰ πείσῃ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι χάριν τῶν σιδηροδρόμων ἐπιβάλλονται οἱ σημερινοὶ φόροι. Διὰ μὲν τὴν βενζίνην βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις οὐδόλως ἀφορᾷ τοὺς σιδηροδρόμους, ἀφοῦ σχεδὸν κανένα φορτηγὸν αὐτοκίνητον δὲν χρησιμοποιεῖ πλέον βενζίνην. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ πετρέλαια, χάριν τῆς Κυβερνήσεως, ἀρνοῦμαι νὰ ἀποδεχθῶ τὸν ἐξωφρενικὸν παραλογισμόν, ὅτι θὰ ἐξισώσῃ τὸ κόστος πρὸς τὰ ἄνω καὶ θὰ ἐπιβάλῃ νέας ἐπιβαρύνσεις εἰς τὴν ἑλληνικὴν οἰκονομίαν, ἡ ὁποία προετοιμάζεται νὰ καταστῇ διεθνῶς συναγωνιστικὴ εἰς τὸ εὐρύτερον πεδίον τῆς Κοινῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς. Πρόκειται περὶ καθαρᾶς φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πέραν τούτου, βέβαιον εἶναι, ὅτι ὑπάρχει συγκοινωνιακὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον χρήζει ἀμέσου ἀντιμετωπίσεως. Ἐπὶ ἔτη ἀκούομεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπόσχεται, ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα καὶ δὲν τὰ βλέπομεν. Ὄντως, πρέπει νὰ γίνῃ συντονισμὸς τῶν χερσαίων μεταφορῶν διὰ συγκοινωνιακοὺς λόγους καί, ὡς ἐκ τούτου, εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὸ σύστημα καταργήσεως τῶν ἀκραίων γραμμῶν, διότι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ μειοῦμεν τὸ μεταφορικὸν ἔργον τῶν κυρίων γραμμῶν μὲ ἀμφίβολα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα καὶ μὲ κίνδυνον νὰ ὑποχρεωθῶμεν ἐν συνεχείᾳ νὰ καταργήσωμεν τὸν προηγούμενον σταθμόν, ὁ ὁποῖος θὰ καταστῇ ἀκραῖος καὶ φθάσωμεν οὕτω εἰς ἀδιέξοδον. Καὶ ἔτσι οὐσιαστικῶς θὰ πρέπει, ψαλιδίζοντας τὴν ἄκρη τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς νὰ φθάσωμεν τελικὰ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ σιδηροδρόμου. Πέραν αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρόβλημα τοῦ σιδηροδρόμου, ἐν σχέσει μὲ τὸ αὐτοκίνητον, δὲν ἀντιμετωπίσθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τρόπον συστηματικόν. Ὁμιλοῦμεν, καὶ ὡμίλησε καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐλλείμματος τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλά, τὶ ἐννοεῖ ὁ κ. ὑπουργός, ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἐλλείμματος; Ἀσφαλῶς ἐννοεῖ τὴν ἀφαίρεσιν χρημάτων ἀπὸ τὸν κρατικὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος. Εἶχε μετακληθῆ, κύριοι συνάδελφοι, εἰδικὸς ἐκ Γερμανίας, ὁ ὁποῖος ἔκανε μίαν ἔκθεσιν λίαν χρησιμωτάτην καὶ ἡ ὁποία ἔμεινεν εἰς τὰ χρονοντούλαπα τοῦ Ὑπουργείου. Σήμερον, διὰ νὰ καταστοῦν οἱ σιδηρόδρομοι οἰκονομικῶς συναγωνίσιμοι τοῦ αὐτοκινήτου, χρειάζονται ἀνακαίνισιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ ὑλικοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τοὺς ἀτμηλάτους σιδηροδρόμους νὰ συναγωνισθῇ τὸ αὐτοκίνητον. Μία προσπάθεια προμηθείας συγχρόνου σιδηροδρομικοῦ ὑλικοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταβληθῇ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν τῶν Ἀνατολικῶν Χωρῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια νὰ προμηθευθῶμεν σιδηροδρομικὸν ὑλικόν, ἐπ’ ἀνταλλαγῇ ἑλληνικῶν προϊόντων, τὰ ὁποῖα σήπονται. Διατί, λοιπόν, ἐφ’ ὅσον εἶναι οἰκονομικῶς συμφέρουσα ἡ ἐπένδυσις αὐτή, δὲν προχωρεῖ ἡ Κυβέρνησις; Ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θιγῇ, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅταν συζητοῦμεν περὶ συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς, λησμονοῦμεν τὸ θέμα τοῦ φορτηγοῦ αὐτοκινήτου ἰδιωτικῆς χρήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι χρήσιμον ὡς ὄργανον ἀσκήσεως ἐπαγγέλματος. Ἀλλά, ἐὰν ἐξετάσῃ κανεὶς τὶ συνέβη τὰ τελευταῖα χρόνια θὰ διαπιστώσῃ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἠσκήθη καμμία πολιτική, ἀλλὰ τοὐναντίον ὁ κομματισμὸς συνέτριψε καὶ τὰ τελευταῖα ἐρείσματα τῆς πολιτικῆς τοῦ αὐτοκινήτου ἰδιωτικῆς χρήσεως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, κύριοι συνάδελφοι, μερικοὺς ἀριθμοὺς διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε τὴν ἔκτασιν τῆς κομματικῆς παρεμβάσεως. Μέχρι τῆς 30 Ἀπριλίου 1958 εἶχον δοθῆ 11.375 ἄδειαι φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως. Σήμερον ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἔχει ἀνέλθει εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 18.475. Ἄρα ἐντὸς 21 μηνῶν ἐδόθησαν 6.900 νέαι ἄδειαι φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως. Ἐξ αὑτῶν αἱ 3.500 ἐδόθησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον καὶ αἱ 3.400 ἀπὸ τοὺς Νομάρχας, καὶ τοῦτο, διότι τὸ Ὑπουργεῖον ἀφῄρεσεν ἀπὸ αὐτοὺς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς χορηγήσεως τοιούτων ἀδειῶν διὰ νὰ ἔχῃ αὐτὸ ἀποκλειστικῶς τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καλλίτερον τὰς κομματικὰς ἀπαιτήσεις. Καὶ τὰ πλεῖστα τῶν αὐτοκινήτων αὐτῶν, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὰς ἰδικάς μου πληροφορίας, εἶναι αὐτοκίνητα μεγάλα ποὺ ἔχουν τὴν ἄδειαν νὰ γυρίζουν ὁλόκληρον τὴν ὕπαιθρον καὶ νὰ κάνουν λαθρεμπόριον, χωρὶς κανεὶς νὰ εἶναι εἰς θέσιν, καὶ καμμία φοροτεχνικὴ ὑπηρεσία νὰ τὰ ἐλέγξῃ. Ὅταν, λοιπόν, εἰς διάστημα 21 μηνῶν χορηγοῦνται 6.900 ἄδειαι φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως, ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ συγκοινωνιακῆς πολιτικῆς; Εἶναι καὶ αὐτὸ μία πρόσθετος ἀπόδειξις, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε πραγματικὴ συγκοινωνιακὴ πολιτικὴ καὶ ἔτσι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ποὺ ὁ κ. Παπακωνσταντίνου νὰ τραβᾷ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς του, διὰ τὸ ἔλλειμμα τῶν κρατικῶν σιδηροδρόμων.
§161Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, τὸ αὐτοκίνητον ἰδιωτικῆς χρήσεως ἐλέγχεται, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μεταφορικὰ μέσα.
§162Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ αὐτοκίνητα ἰδιωτικῆς χρήσεως περιέρχονται ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα καὶ κάνουν λαθρεμπόριον καὶ σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει δυνατότης νὰ ἐλεγχθῇ φορολογικῶς, διότι καὶ σεῖς γνωρίζετε κατὰ ποῖον τρόπον γίνεται τὸ λαθρεμπόριον αὐτό.
§163Θ. ΚΟΝΙΤΣΑΣ. (Ὑφυπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Κύριε Μητσοτάκη, δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τοὺς ἀριθμούς. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅμως, εἰς τὴν ἑπομένην συζήτησιν νὰ τοὺς θέσω ὑπ’ ὄψει σας. Ἐπιθυμῶ, ὅμως, νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι οὐδέποτε ἐχορηγήθησαν ἄδειαι φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως μὲ κομματικὰ κριτήρια. Αἱ ἄδειαι αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, ἐδόθησαν μετὰ ἔρευναν τῶν ἁρμοδίων Ἐπιτροπῶν καὶ κατόπιν προσωπικῆς μου διαπιστώσεως. Οὐδεμία ἐξ ἄλλου ἄδεια ἐχορηγήθη δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἐπικράτειαν, πλὴν ὡρισμένων περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν ἑταιρείας. Μὴ λησμονῆτε, ἐπίσης, ὅτι ἡ οἰκονομία τοῦ τόπου ἔχει λάβει τοιαύτην ἀνάπτυξιν, ὥστε ἔχει ἀνάγκην συγχρόνων μέσων, καὶ ἕνα ἀπὸ τὰ μέσα αὐτὰ εἶναι καὶ τὸ αὐτοκίνητον. Πάντως σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι αἱ ἄδειαι φορτηγῶν αὐτοκινήτων ἰδιωτικῆς χρήσεως δίδονται κατόπιν λεπτομεροῦς ἐλέγχου καὶ τὰ αὐτοκίνητα αὐτὰ συνοδεύονται ἀπὸ ἡμερολόγιον καὶ ἀσκεῖται ἐπ’ αὐτῶν πλήρης οἰκονομικὸς ἔλεγχος. Πέραν αὐτοῦ, κ. συνάδελφε, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν κάμνει καμμίαν διάκρισιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν τοῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ καὶ εὑρίσκεται ἤδη εἰς ἐπαφὴν μὲ πολλὰς χώρας τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ, διὰ τὴν προμήθειαν σιδηροδρομικοῦ ὑλικοῦ. Ἐπιτροπὴ δὲ ὑπὸ τὸν Γεν. Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου θὰ μεταβῇ εἰς τὰς χώρας τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ Ρουμανίαν, Πολωνίαν κλπ., διὰ νὰ διαπιστώσῃ ἐπὶ τόπου τὴν καταλληλότητα τοῦ ὑλικοῦ διὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς σιδηροδρόμους.
§164Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὅτι τὸ αὐτοκίνητον ἰδιωτικῆς χρήσεως εἶναι σύγχρονον μέσον, δὲν τὸ ἠμφισβητήσαμεν. Τὸ ἴδιον, ὅμως, εἶναι καὶ τὸ φορτηγὸν αὐτοκίνητον δημοσίας χρήσεως. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι ἐκεῖ, ἐὰν δηλαδή, ἡ χορήγησις τῶν ἀδειῶν ἔγινε μὲ κομματικὰ κριτήρια ἢ ὄχι. Τὸ πρόβλημα εἶναι, καὶ αὐτὸ μὲ ἐνδιαφέρει, ὅτι μέσα σὲ 21 μῆνες ἐδώσατε 6.900 νέας ἀδείας αὐτοκινήτων φορτηγῶν ἰδιωτικῆς χρήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ ὑλικοῦ, θὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν, πότε τέλος πάντων ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εὑρίσκεται εἰς τὸν ὁρίζοντα; Ὅταν κάμνωμεν μίαν παρατήρησιν ἐμφανίζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγει, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν συζητεῖ ἤ, ὅτι στέλνει Ἐπιτροπὴν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι σημερινὴ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§165Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, σιδηροδρομικὸν ὑλικὸν τὸ Κράτος ἐπρομηθεύετο καθ’ ὅλα τὰ ἔτη καὶ ἀπὸ τὰ Κράτη τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ.
§166Π. ΚΑΠΝΙΣΗΣ. Καὶ μηχανὰς Μπρέντα, αἱ ὁποῖαι ἀπεδείχθησαν ἄχρηστοι.
§167Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αὐτά, κ. συνάδελφε, νὰ τὰ εἴπητε εἰς ἐκείνους ποὺ ἔκαμαν τὴν προμήθειαν. Ἐγὼ εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Κράτος ἐπρομηθεύετο πάντοτε σιδηροδρομικὸν ὑλικόν.
§168Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πράγματι, κύριοι συνάδελφοι τὸ Κράτος, κατὰ τρόπον σταγονομετρικὸν ἐπρομηθεύετο κατὰ καιροὺς σιδηροδρομικὸν ὑλικόν. Γεγονὸς πάντως εἶναι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς σιδηρόδρομος, κινούμενος μὲ ἀτμομηχανὰς δὲν εἶναι εἰς θέσιν οἰκονομικῶς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ αὐτοκίνητον. Καὶ ὁ συναγωνισμὸς τοῦ ὑλικοῦ, αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ μειώσῃ τὸ ἔλλειμμα, καὶ ὅτι, ὅπως εἶπα καὶ εἰς ἄλλην παρατήρησίν μου, τὸ θέμα αὐτὸ δύναται νὰ τοποθετηθῇ μέσα εἰς τὰ πλαίσια τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τῆς πολιτικῆς τῶν ἀνταλλαγῶν.
§169Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριε συνάδελφε, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸ τείνει νὰ ἐξασφαλίσῃ, δηλαδή, τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ πέραν τῶν ἀνταλλαγῶν μας. Μέχρι τώρα, ὡς γνωρίζετε, ἡ προμήθεια τοῦ ὑλικοῦ γίνεται, βάσει τῶν διμερῶν συμφωνιῶν. Ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν πέραν αὐτῶν.
§170Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐγώ, πάντως, κ. Ὑπουργέ, αὐτὴν τὴν στιγμὴν διαπιστώνω, ὅτι ὑπάρχει ἡ δυνατότης τῆς προμηθείας σιδηροδρομικοῦ ὑλικοῦ, μὲ ἀνταλλαγὴν ἑλληνικῶν προϊόντων. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεχρεώθην εἰς μίαν συζήτησιν νὰ ἐξαντλήσω δύο μεγάλα θέματα. Βεβαίως, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἤρχοντο κεχωρισμένως. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ τὰ φέρῃ μαζί, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ ἀμφοτέρων, καίτοι δὲν συνδέονται, παρὰ ἐλάχιστα μεταξύ των. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελα νὰ παρατηρήσω, εἶναι, ὅτι καὶ πάλιν ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ, ἔπειτα ἀπὸ 4 χρόνια, ὅπου εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀρχήν, ἠθέλησε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς φοροδιαφυγῆς, λαμβάνουσα μέτρα ἐμφανίζοντα ἀδυναμίαν νὰ δώσουν λύσιν εἰς τὸ σοβαρὸν τοῦτο πρόβλημα. Εἶμαι ὑποχρεωμένος δὲ νὰ διαπιστώσω μετὰ λύπης, ὅτι δὲν κατώρθωσε νὰ φθάσῃ ἔπειτα ἀπὸ 4 ἔτη οὔτε ἐκεῖ, ὅπου τὸν πρῶτον μῆνα θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε φθάσει.
§171Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω καὶ ἄλλην μίαν περικοπὴν ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν μου, κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶπον, ὅτι διεπιστώθη, κατὰ τὴν τελευταίαν 4ετίαν αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἀνερχομένη εἰς 30%, ἐνῷ ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων ἀπὸ τὴν ἄμεσον φορολογίαν ἔχει ἀνέλθει εἰς ποσοστὸν πολὺ ὑψηλότερον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέλειψε νὰ λάβῃ τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα, πρὸς πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§173ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 0,45′ π.μ.)