1959.01.28
3,892 rows · 28,981 words · 314 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41η
Τετάρτη 28 Ἰανουαρίου 1959
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Καλαντζάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις διὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως;
§4Κ. ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν προχθεσινήν μου ὁμιλίαν, ἀνέφερον, ὅτι εἰς τὴν Γερμανίαν κυκλοφοροῦν ἄρθρα μὲ τὸν τίτλον «Καραμανλῆς–Μέρτεν». Ἀντιθέτως, εἰς τὸν τύπον τὸν πρωϊνὸν τῆς χθὲς ἀναφέρονται, ὅτι εἶπον, ἐγώ, ὅτι ὑπάρχουν συνομιλίαι Καραμανλῆ–Μέρτεν. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν τὸ εἶπον, οὔτε καὶ ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικά. Παρακαλῶ, ὅθεν, νὰ σημειωθῇ. Πέραν αὐτοῦ, ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, αὐτὴν τὴν πληροφορίαν....
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικά, ὅπως μοῦ λέγει ἡ Ὑπηρεσία, διότι, βεβαίως, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθῇ τὰ πάντα, ἡ περικοπὴ περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε κατεχωρήθη ληφθεῖσα ἀπὸ τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ καὶ ὄντως δὲν περιλαμβάνονται αὐτά. Συνεπῶς, σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ Δελτίου Τύπου, τὸ ὁποῖον συντάσσεται προχείρως, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρὸς ἐπικύρωσιν.
§6Κ. ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὴν προχθεσινὴν του ὁμιλίαν, ἀπεκάλεσε τὴν δήλωσίν μου αὐτὴν «λόγια τῶν τριόδων καὶ ἐλαφρά», καταθέτω σήμερον...
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πυρομάγλου, κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν, συζήτησις γίνεται μόνον ἐὰν κατεχωρήθησαν ἢ ὄχι τὰ ὅσα ἐλέχθησαν. Δὲν ἠμπορεῖτε, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ὁμιλοῦντες, νὰ ἀπαντᾶτε εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ νὰ ζητῆτε νὰ καταχωρηθοῦν αἱ ἀπαντήσεις αὑταὶ εἰς τὰ ἐπικυρούμενα πρακτικά.
§8Κ. ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ. .... ἐδήλωσα, ὅτι θὰ καταθέσω φωτοτυπία....
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, τώρα, κ. Πυρομάγλου, νὰ ὁμιλῆτε ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ εὕρετε τὴν εὐκαιρίαν, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, νὰ εἴπητε καὶ νὰ καταθέσετε ὅ,τι θέλετε—ἐλεύθεροι εἶσθε—ἀλλὰ ὅτε καὶ ὅπως ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει καὶ ὄχι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν πρακτικῶν τὰ ὁποῖα ἄλλως τε ἐπεκυρώθησαν χθές. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§10Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ ὑπουργὸς Ἐμπορίου, ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησίν μου, κατωνόμασε, ὅτι ὁ Δῆμος Ροδίων καὶ τὸ Ἐμποροβιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον...
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τί εἶπεν ὁ ὑπουργὸς εἶναι κατεχωρημένον.
§12Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὄχι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μά, κ. συνάδελφε...
§14Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἀφήσατέ με, κ. Πρόεδρε. Ἔχει ὑψίστην σημασίαν διὰ τὸν τόπον μου, ὅτι ὁ Δήμαρχος Ροδίων καὶ τὸ Ἐμποροβιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον...
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ πάλιν παραβιάζεται ὁ Κανονισμός. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι κατεχωρημένον. Εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς τοῦ κόσμου, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν γίνεται, περὶ τοῦ ἐὰν ὅσα γράφωνται ἐν αὐταῖς, ἐλέχθησαν. Τίποτε ἄλλο δὲν γίνεται. Ἐπιτρέπονται διορθώσεις, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀπαντήσεις.
§16Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε. Πρέπει ὁ κἄθε ἕνας νὰ πάρῃ τὰς εὐθύνας του, ὅταν λέγῃ κἄτι τι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ καὶ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§18Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ κ.κ. Λ. Δερτιλῆς (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου), Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) καὶ Κ. Καλλίας (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3562)1956». Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της α) ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1955 –1956 οἰκον. ἔτη πραγματοποιηθεισῶν ἄνευ ἀντιστοίχων πιστώσεων δαπανῶν, ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐμπορίου, καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν Ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὡς καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν Ἐξόδων τοῦ Εἰδικοῦ Λογαριασμοῦ «Κεφάλαια Διαχειρίσεως Καταναλωτικῶν Ἀγαθῶν» καὶ β) ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν.Δ. ὑπ’ ἀριθ. 3838) 1958 «περὶ ἐλέγχου πωλήσεων ἐπὶ πιστώσει». Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Κρῖκος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑνιαίας προελεύσεως σταδιοδρομίας Ἀξιωματικῶν Τεχνικοῦ Κλάδου Β. Ναυτικοῦ καὶ τροποποιήσεως τῶν σχετικῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κακαρᾶς καὶ Ν. Σπεντζάρης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑνιαίας προελεύσεως καὶ σταδιοδρομίας Ἀξιωματικῶν Τεχνικοῦ Κλάδου Β. Ναυτικοῦ καὶ τροποποιήσεως τῶν σχετικῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Λύχνος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ δημοτικοῦ καὶ κοινοτικοῦ κώδικος κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Μπουρνιᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ δημοτικοῦ καὶ κοινοτικοῦ κώδικος κ.λ.π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ὁριστικῶν παραχωρητηρίων τῶν κλήρων διατάξεων τῆς Ἐποικιστικῆς Νομοθεσίας, κυρώσεως πράξεών τινων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Δημοτῶν Βουλιαγμένης διαμαρτυρομένων διὰ τὸν τρόπον ἀξιοποιήσεως τῆς περιοχῆς Βουλιαγμένης Καβουρίου καὶ αἰτούντων ἀξιοποίησιν ἐπ’ ὠφελείᾳ κοινοῦ πρωτευούσης καὶ Δημοτῶν Βουλιαγμένης. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Συνταξιούχων Ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Νομοῦ Λαρίσης, αἰτοῦντος ἰατροφαρμακευτικὴν περίθαλψιν καὶ εἰς τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν των καὶ τακτοποίησιν τοῦ Κώδικος περὶ πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συνταξιούχων. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Θ. Παπαπαναγιώτου καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κάτω Νευροκοπίου προερχομένων ἐκ τῶν μὴ ἐπαναπατρισθέντων χωρίων Καταχλώρου, Ἀγριοκερασιᾶς καὶ Μυλοπέτρας, αἰτούντων νὰ καταταγοῦν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν παλαιῶν Γεωργῶν κληρούχων κατοίκων Κάτω Νευροκοπίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ὁμοσπονδίας Συνταξιούχων ΤΕΒΕ, αἰτούσης αὔξησιν τῶν συντάξεων. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Καρακολουξῆς, Ε. Μπενᾶ, Ι. Παπαδημητρίου, Α. Μπριλλάκης καὶ Ι. Εὐαγγελίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Νικαίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν ἐφέτος τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς τοπικῆς ἐπετείου τῆς 17ης Αὐγούστου καὶ εἰς ἀνάμνησιν διαδραματισθέντων ἐκεῖ γεγονότων τὴν 17 Αὐγούστου 1944, αἰτοῦντος νὰ διασφαλισθῇ εἰς τὸ μέλλον τὸ ἀπαραβίαστον τῆς τελέσεως τῆς ἐν λόγῳ ἑορτῆς. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Γιαρένης, Β. Ἐφραιμίδης, καὶ Δ. Κελτεμλίδης, διὰ τηλεγραφήματός των, διαμαρτύρονται διὰ τὰς συνεχιζομένας αὐθαιρεσίας ἀστυνομικῶν ὀργάνων Θεσσαλονίκης εἰς βάρος ὀπαδῶν καὶ στελεχῶν Ε.Δ.Α. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Ἐφραιμίδης, Δ. Κελτεμλίδης, Ε. Γιαρένης, Κ. Τσιγάρας, Σ. Καρασάββας καὶ Γ. Εὐαγγέλου καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον αὔξησιν τῶν εἰσιτηρίων τῶν λεωφορείων καὶ αἰτοῦντος ἀκύρωσιν τῆς αὐξήσεως. Οἱ βουλευταὶ Ἠλείας, κ.κ. Σ. Στεφανόπουλος καὶ Ν. Κοντογιαννόπουλος, καταθέτουσι τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν καὶ διαμαρτυρίαν παροχθίων ποταμοῦ Ἀλφειοῦ Ἠλείας, Κοινότητος Πλουτοχωρίου Ἠλείας, αἰτουμένων, ὅπως ληφθῶσιν ἄμεσα μέτρα προστασίας ἐσπαρμένων διὰ σίτου ἀγρῶν των, καθ’ ὅσον ἐκ τῶν πλημμυρῶν κατεστράφησαν ἑκατοντάδες στρεμμάτων καὶ ἀπειλοῦνται χιλιάδες τοιούτων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Γ. Πρίφτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς θανατοποινιτῶν πολιτικῶν κρατουμένων φυλακῶν Κερκύρας, αἰτούντων κατάργησιν Α. Ν. 375, μείωσιν θανατικῶν ποινῶν κλπ.
§20Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἐμπίμπτει εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς μόλις ληξάσης συζητήσεως περὶ μέτρων εἰρηνεύσεως. Πάντως, αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ὑπάρχει χρόνος διὰ νὰ ὑποβάλλωμεν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν παράκλησιν, νὰ λήξῃ ἡ ἐκκρεμότης αὐτή, τόσον ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ Α.Ν. 375) 36, ὅσον πρὸ παντός, ὅτι ὕστερα ἀπὸ τὴν πάροδον τόσου χρόνου, θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθοῦν μέτρα διὰ τὴν μεταβολὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς εἰς ἰσόβια δεσμὰ δι’ ὅσους εὑρίσκονται ἀκόμη εἰς τὰς φυλακάς.
§21Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπόμνημα τῶν θανατοποινιτῶν ἔχει δύο σκέλη. Τὸ πρῶτον ἀναφέρεται εἰς τοὺς καταδίκους τῆς Ἀντιστάσεως καὶ τὸ δεύτερον ἀναφέρεται εἰς τοὺς καταδίκους τοῦ Α.Ν. 375. Ὡς πρὸς τὸν νόμον 375 ἐλέχθησαν πάρα πολλά διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητά του. Θὰ ἤθελον ἐπιγραμματικῶς μόνον νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, εἶναι ἄδικος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι στερεῖ τοὺς πολίτας ἀπὸ τοὺς φυσικούς των Δικαστάς, δηλαδὴ τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνουν κατὰ τρόπον νηφάλιον ἑκάστην περίπτωσιν. Δεύτερον, παρουσιάζει τὴν χώραν ὡς ἀναρχουμένην, ἢ ἐν καταστάσει ἐμφυλίου πολέμου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνακριβές. Τρίτον, ὁ νόμος 375 εἶναι καὶ κοινωνικῶς ἀσύμφορος καὶ πολιτικῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Κοινωνικῶς ἀσύμφορος εἶναι, ἀκριβῶς διότι ἐπιτείνει ἕνα κλῖμα διχασμοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις καλλιεργεῖ ἀπὸ 6μήνου, ἐνῷ τὸ κλῖμα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει. Ὁ λαὸς εἶναι ἡνωμένος παρ’ ὅλα ὅσα λέγονται ἢ γράφονται. Ὅσοι βλέπουν τὰς μεγάλας μάζας τοῦ λαοῦ θὰ τὸ διαπιστώσουν αὐτό. Ὡς πρὸς τὸ ὑπόμνημα τῶν θανατοποινιτῶν, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἐκτὸς ὅλων τῶν ἄλλων οἱ ἄνθρωποι στεροῦνται τοῦ νομίμου δικαιώματος νὰ καταφύγουν εἰς τὰ Ἀνώτατα Δικαστήρια, διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ποινῆς των καὶ ἐπὶ χρόνια ὁλόκληρα εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἀπειλὴν τῆς ἐκτελέσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκατανόητον, ἐὰν μὴ τί ἄλλο, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταδίκους τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιστάσεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπὶ 14 χρόνια εἰς τὴν φυλακήν, ἐπῆγαν νέα παιδιὰ καὶ σήμερα εἶναι μὲ ἄσπρα μαλλιά. Νομίζω, ὅτι ἡ στοιχειώδης δικαιοσύνη, ὅταν μάλιστα συζητῆται καὶ πρόκειται νὰ συζητηθῇ καὶ σήμερον, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν τῆς ποινῆς καὶ νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον αἴσχη κατὰ τὸν καιρὸν τῆς κατοχῆς εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, στοιχειώδης, λοιπόν, δικαιοσύνη ἐπιβάλλει καὶ εἶναι καιρὸς πλέον, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ τύχουν ἀμνηστεύσεως.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγονέτης, ὡς ἀπών, διαγράφεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§23Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, πράγματι ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προσφάτως ληξάσης ἐπερωτήσεως, διὰ τὸν νόμον 375 καὶ ἀπεδείχθη, ὅτι ὁ νόμος 375 ἰσχύει ἀπὸ 22 ἐτῶν, μὲ ἀνανέωσιν τῆς ἰσχύος του ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου. Ἀπεδείχθη ἐπίσης, ὅτι εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός, δι’ οὓς λόγους ἐλέχθη, ὅταν ἐγένετο ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως. Ὁμοίως, ἐτονίσθη διὰ ποίους οὐσιαστικοὺς λόγους δικαιολογεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ αἴτημα τῶν θανατοποινιτῶν νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ὠφελεῖ διόλου. Ἀποτελεῖ πραγματικὴν κατάστασιν τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἐκτελοῦνται δικαστικαὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐπιβάλει τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, παρὰ τὸ ὅτι ἔχει λήξει ἡ διαδικασία τῆς χάριτος. Εἰς τί θέλετε νὰ ὠφελήσῃ ἡ συζήτησις; Τί δύναται νὰ προκύψῃ ἀπὸ αὐτήν; Τὸ πραγματικὸν γεγονὸς εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀνέφερα. Νομικῶς, ἡ πραγματικὴ κατάστασις αὐτή, ὅταν παραταθῇ ἐπὶ 5ετίαν, κατὰ τὸν νόμον 3861, συνεπάγεται τὴν μετατροπὴν τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου εἰς ἰσόβια δεσμά. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης, ἐπὶ τῶν καταδίκων εἰς θάνατον, αἱ ὁποῖαι ἔχουν γίνει μέχρι σήμερον καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἐκτελοῦνται ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1955. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω καὶ εἴς τινα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐρωτήσεως. Πρῶτον, δὲν ὑπάρχουν εἰς τὰς φυλακὰς κατάδικοι μόνον διὰ τὸ ἔγκλημα τοῦ φόνου. Ὁμιλῶ διὰ τὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς φυλάκισιν 13–14 ἐτῶν. Κατὰ συνέπειαν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιδιώκεται ἡ δημιουργία ἐντυπώσεων. Δεύτερον, οὐδεὶς πρόκειται, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Νομοσχεδίου ποὺ θὰ συζητηθῇ μετ’ ὀλίγον, νὰ λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ἀντιθέτως, ὁ εἷς ὑπάρχων ἐδῶ, θὰ δικασθῇ. Κατὰ συνέπειαν, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀνακρίβειαν. Τὸ ἐπιστρατευθὲν ἀτυχὲς ἐπιχείρημα διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς προηγουμένης σκέψεως, ἦταν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ ἐξάψῃ τὸν λαόν. Ἐξάψεις οὐδέποτε ἔχει λόγον νὰ δημιουργῇ ἡ Κυβερνητικὴ παράταξις. Εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων ἐτῶν ἡ ἀφορμὴ ἐξάψεως καὶ τὰ ἐγκλήματα ἀνήκουν εἰς τὴν πλευρὰν ἡ ὁποία ἔχει κάμει τὴν ἐρώτησιν. (Χειροκροτήματα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Αὐγερόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς φυματικῶν κρατουμένων τοῦ Σανατορίου «Σωτηρία» αἰτουμένων τὴν ἀποφυλάκισίν των κλπ.
§25Γ. ΑΥΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπισύρω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τοῦ δράματος τῶν φυματικῶν πολιτικῶν κρατουμένων εἰς τὸ Σανατόριον «Σωτηρία». Οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εὑρίσκονται ἐκεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1945 διανύοντες οὕτω τὸ 14ον ἔτος. Ἡ ὑγεία των ἔχει κλονισθῆ ἀνεπανορθώτως. Τριάκοντα πέντε ἀπὸ τοὺς φυματικοὺς αὐτοὺς κρατουμένους εἶναι μὲ ἀνοικτὰς καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι πυορροοῦν καὶ αἱμορροοῦν καθημερινῶς, ἄλλων μὲ πλαστικὰς ἐγχειρήσεις ἀφῃρέθησαν 8 καὶ 10 πλευραὶ ἢ καὶ ὁλόκληροι ἀκόμη πνευμονιακοὶ λοβοί. Χαρακτηριστικῶς ἀναφέρω τούς: —Ζαφειρόπουλον Χρῆστον καὶ Παπαδημητρίου Δημήτριον μὲ ἀμφιπλεύρους σπηλαιώδεις καταστάσεις, βρογχεκτασίας καὶ διατρήσεις πνευμονικὰς ποὺ τοὺς κρατοῦν καθηλωμένους ἐπὶ ἔτη στὰς κλίνας τους, ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς Βασίλειον Κολάρον, Δημήτριον Ντούκαν, Νικόλαον Παπαβασιλείου, Βασίλειον Μπρακόπουλον, Γρηγόριον Γάσκον, Ἀντώνιον Τσιρεβάβαν καὶ ἄλλους. Ἐκτὸς ὅμως τῶν σχετικῶν μὲ τὴν φυματίωσιν, οἱ ἐκεῖ κρατούμενοι μαστίζονται καὶ ἀπὸ ὁλόκληρον σειρὰν ἄλλων ἀσθενειῶν. Ἀναφέρων τούς: Ἀθαν. Ἰντζέν, ὁ ὁποῖος ὑποφέρει ἀπὸ συχνοτάτην μετατραυματικὴν ἐπιληψίαν, τὸν Ἀνδρέαν Ἀντωνᾶτον καὶ Εὐάγγελον Καντέλιαν, οἱ ὁποῖοι ἀντιμετωπίζουν κατάστασιν βεβαίας τυφλώσεως λόγῳ προκεχωρημένου γλαυκώματος, τὸν Νικόλαον Παπαβασιλείου, ὁ ὁποῖος μαστίζεται καθημερινῶς ἀπὸ βαρυτάτην νεφροπάθειαν. Πέραν ὅμως αὐτῶν καὶ νόσοι παρασιτικοί, ἐκζέματα κλπ., ἀσκοῦν τὸ βασανιστικόν των ἔργον ἐπὶ τῶν κατερειπωμένων ἀπὸ τὴν φυματίωσιν καὶ πολυχρόνιον κάθειρξιν. Δὲν εἶναι ὀλίγοι ἐκεῖνοι ποὺ ὡδηγήθησαν εἰς τὸν τάφον. Αὐτὰ εἶναι μόνον μία πολὺ ἀμυδρὰ εἰκὼν τῆς τραγικῆς καταστάσεως τῶν φυματικῶν κρατουμένων. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐνδιαφερθῇ, ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος καὶ εἰσηγηθῇ εἰδικὸν νομοθετικὸν μέτρον, προβλέπον τὴν ἀπόλυσιν τῶν φυματικῶν αὐτῶν κρατουμένων. Καὶ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ ἔχω εὐμενῆ τὴν ἀπάντησιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ κ. Μ. Σβώλου ἔχει τὸν λόγον.
§27Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, πρὸ ὀλίγου, ὄχι μόνον τὰ ἐπικυρώνω, ἀλλὰ ὅπως γνωρίζῃ ὁ κ. ὑπουργός, εἶναι τὸ πολλοστημόριον ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συμβαίνουν εἰς τὰς φυλακὰς μὲ τοὺς ἀρρώστους καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς φυματικούς. Οἱ φυματικοὶ αὐτοὶ ἔχουν βαρείας καταστάσεις, σπηλαιώδεις καταστάσεις καὶ ὅλοι εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς ἄνω τῆς δεκαετίας, περὶ τὰ 13 ἢ τὰ 14 χρόνια. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ κατεδικάσθησαν διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀντίστασιν. Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ ἦτο εἰς ἔκφρασιν τόσο βαρύ, δὲν διακρίνεται ἄλλωστε ὁ κ. ὑπουργὸς διὰ τοιαύτας ἐκφράσεις, ὅτι ἡ παράταξις αὐτὴ ἔχει ἐγκληματίας, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ἐγκληματίαι. Ἡ ἐθνικὴ ἀντίστασις εἶναι τιμὴ τοῦ Ἔθνους καὶ εἶναι τιμὴ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ πρέπει....
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κυρία Σβώλου, ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως.
§29Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Ὀφείλω νὰ τὰ εἴπω διότι δὲν ἐπρόλαβε.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§31Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ τὴν ἐρώτησιν, διότι πέραν οἱουδήποτε ἄλλου λόγου, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πλέον εἶναι σωματικῶς ἀνάπηροι κυριολεκτικῶς, θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ἕνα μέτρον.
§32Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διὰ τὰ λεχθέντα, διότι δὲν ὑπάρχουν διὰ πράξεις πρὸ τοῦ 1944 κατάδικοι εἰς τὰς φυλακάς, παρὰ μόνον δι’ ἀνθρωποκτονίαν καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ, πῶς δύναται νὰ ἀμφισβητῆται τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ὑπεστηρίχθη τῶν ἀσθενῶν τοῦ Σανατορίου, ἔχω νὰ ἀπαντήσω τὰ ἀκόλουθα: α) Οἱ ἐν λόγῳ εὑρίσκονται εἰς τὸ Σανατόριον, κατὰ συνέπειαν τυγχάνουν τῆς περιθάλψεως τῆς ὁποίας τυγχάνουν ὅλοι οἱ ἀσθενεῖς. β) Εἶναι 27 οἱ ἐν λόγῳ, καὶ γ) Τόσον κατὰ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀπονομῆς τῆς χάριτος, ὅσον καὶ κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν μέτρων εἰρηνεύσεως λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ βαρύτης τῆς καταστάσεως τῶν κρινομένων. Πρὸς τὸν σκοπὸν μάλιστα αὐτόν, ἔχω δώσει ἐντολήν, ὅπως συνοδεύεται πάντοτε ἡ ὑποβολὴ τῶν αἰτήσεων χάριτος ἀπὸ μίαν πλήρην ἔκθεσιν περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας τῶν κρινομένων.
§33Μ. ΣΒΩΛΟΥ. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ καταπονήσω τὴν Βουλήν. Δύο μόνον λόγια θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι τὸ καθεστὼς τῆς φυλακῆς–Σανατορίου εἶναι καθεστὼς φυλακῆς μᾶλλον, παρὰ Σανατορίου καὶ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ τὸ διαπιστώσῃ καὶ ὁ ἴδιος. Οἱ ἀσθενεῖς αὐτοὶ οὔτε τὴν θεραπείαν ἠμποροῦν νὰ κάμνουν ὅπως οἱ ἄλλοι, οὔτε τὰς ἐγχειρήσεις των ἠμποροῦν νὰ κάμνουν. Μένουν κλεισμένοι εἰς τὸ κελλί πολλὲς ὧρες, ἐνῷ πρέπει νὰ εἶναι ἐλεύθεροι διὰ νὰ κάμνουν ὡρισμένας διαδικασίας ποὺ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κάμνουν, ὅπως οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς. Αὐτὰ θὰ τὰ διαπιστώσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ἐὰν πάῃ μία ἕως δύο φορὰς εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Σανατορίου Σωτηρία.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεως δι’ ἧς ζητῇ νὰ πληροφορηθῇ εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν Θεσσαλονίκης ἐκκρεμοῦσα ἀπὸ μηνὸς Μαΐου 1958 ὑπόθεσις ὑπεξαιρέσεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ πλαστογραφίας καὶ ἀπάτης, ἀδικημάτων, διαπραχθέντων ὑπὸ ὑπαλλήλων τοῦ Ο.Λ.Δ. Λ. τοῦ γραφείου εὑρέσεως ἐργασίας καὶ τοῦ Ι.Κ.Α.
§35Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία πράγματι συνεκίνησε τοὺς ἐργαζομένους Θεσσαλονίκης καὶ πρὸ πάσης συζητήσεως ἢ ἀναπτύξεως, θὰ ἠθέλαμε νὰ ὑπάρξῃ μία ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ποῦ εὑρίσκεται τὸ θέμα αὐτὴν τὴν στιγμήν.
§36Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔχει περαιωθῆ ἡ ἐν λόγῳ ἀνάκρισις, εἶναι διότι, πρόκειται περὶ ὑποθέσεως εἰς τὴν ὁποίαν οἱ μάρτυρες εἶναι περίπου 500. Ὁ εἰσαγγελεὺς Θεσσαλονίκης, ὁ ὁποῖος ἔδωκε πληροφορίας, εὐθὺς ὡς ἐζητήθησαν, ἀνέφερεν, ὅτι ἡ περὶ ἧς πρόκειται ὑπόθεσις εἶναι σοβαρὰ καὶ ὅτι εἶναι πρὸς ἐξέτασιν μάρτυρες ἄνω τῶν 500.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4 ἐρωτήσεώς του διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ νὰ πληροφορηθῇ, ἐὰν θὰ ληφθῇ πρόνοια ἄρσεως τῆς ὑφισταμένης ἀνισότητος ὡς πρὸς τὰς ἀποδοχὰς μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων Γραμματείας Δικαστηρίων καὶ τῶν ἰσοβίων ὑπαλλήλων τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν.
§38Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει τὸ παράπονον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων, ὅτι ἀμείβονται κατώτερα ἀπὸ τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἰσοβαθμίων των ἄλλων δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ δικαίως παραπονοῦνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀναλίσκουν ὅλην τὴν ἡμέραν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Θὰ ἤθελον ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν, ὡς φυσικόν των προστάτην, νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν λῆψιν μέτρων, τοὐλάχιστον νὰ ἐξομοιωθοῦν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν πρὸς τοὺς ἰσοβάθμους τῶν ἄλλων κατηγοριῶν.
§39Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ἡ κατηγορία τῶν ὑπαλλήλων τῆς Γραματείας τῶν Δικαστηρίων εἶναι λίαν συμπαθὴς δι’ ὁλόκληρον τὸν νομικὸν κόσμον τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους ἐλήφθησαν ὡρισμένα μέτρα, ὅπως τὸ 1951 ἐγένετο μισθολογικὴ ἐξίσωσις, βραδύτερον ἔγινε βαθμολογικὴ ἐξίσωσις. Προσφάτως δέ, δι’ ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν μόλις προχθὲς ὑπέγραψα, ἐγένετο ἡ ἔνταξις ὑπεροκτακοσίων ὑπαλλήλων τῆς Γραμματείας τῶν Δικαστηρίων. Ἐλπίζω, ἐπίσης, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν τριετιῶν θὰ εἶναι ἐπωφελὴς διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Γραμματείας διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν παραμένουν ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἰς ὡρισμένους βαθμούς. Πέραν τούτου, πρὸς τὸ παρόν, δύναται νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα τῶν πραγματικῶν ὑπερωριῶν ἐὰν τοῦτο δὲν προκαλῇ δυσχερείας πρὸς τὸ παρόν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας ἀναφορῶν καὶ
ἐρωτήσεων εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς διώξεως ἐγκληματιῶν πολέμου».
§41Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐπείσθησαν, ὅτι κατεβλήθη μία ἔντονος προσπάθεια ὅπως δημιουργηθοῦν πεπλανημέναι ἐντυπώσεις καὶ ὅπως τὸ θέμα μὴ ἐμφανισθῇ ὑπὸ τὴν πραγματικὴν του μορφήν. Ὁμολογῶ, ὅτι ὅταν προχθὲς ἦλθον διὰ νὰ συμμετάσχω εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν δὲν ἐγνώριζον, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ ἔπαιρνε αὐτὴν τὴν μορφὴν καὶ δὲν εἶχον φροντίσει νὰ συγκεντρώσω στοιχεῖα περισσότερα. Ἐν τῷ μεταξύ, ὅμως, ἐπειδὴ ἀντελήφθην τὴν ἐσκεμμένην προσπάθειαν, ἡ ὁποία καταβάλλεται, τηλεγράφησα πρὸς τὰς Πρεσβείας μας εἰς διαφόρους χώρας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάλογον πρόβλημα μὲ αὐτὸ καὶ ἐζήτησα νὰ ἐνημερωθῶ, τί συμβαίνει εἰς τὰς χώρας αὐτὰς μὲ τοὺς Γερμανοὺς ἐγκληματίας πολέμου. Προκειμένου, λοιπόν, νὰ προβῶ εἰς μερικὰς διευκρινίσεις, νομίζω, ὅτι πρὶν ἀπ’ ὅλα, πρέπει νὰ σᾶς ἐνημερώσω ἐπὶ τῶν ἀπαντήσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον περὶ τοῦ τί γίνεται εἰς πέντε χώρας ἐκ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἀπαντήσεις. Εἰς τὴν Νορβηγίαν, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν συνελήφθησαν ὡρισμένοι Γερμανοὶ ἐγκληματίαι πολέμου, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο ἐν Νορβηγίᾳ. Ἐδικάσθησαν καὶ ἄλλοι κατεδικάσθησαν, ἄλλοι ἠθωώθησαν. Οὐδὲ εἷς ἐζητήθη ὑπὸ τῆς Νορβηγίας ἀπὸ τοὺς εὑρισκομένους ἐν Γερμανίᾳ. Τὸ ζήτημα θεωρεῖται πλέον ἐν Νορβηγίᾳ κλειστόν. Ἔληξε καὶ ἀπὸ ἐτῶν, δὲν ἐζητήθη οὐδὲ εἷς.
§42ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. .... (δὲν ἠκούσθη).
§43Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, ἐξακολουθεῖτε νὰ ἀρέσκεσθε εἰς τὴν σκιαμαχίαν; Ἐφ’ ὅσον οὐδὲ εἷς ἐζητήθη νὰ δικασθῇ ὑπὸ τῆς Νορβηγίας καὶ σήμερον μᾶς δηλοῦται, ὅτι τὸ ζήτημα θεωρεῖται κλειστόν, δὲν νομίζω ὅτι χρειάζεται νὰ κάμω δεύτερον τηλεγράφημα διὰ νὰ γνωρίζω, ἐὰν καὶ νομοθετικῶς ἔληξε, ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ πράξει δὲν ὑφίσταται θέμα.
§44ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸ βλέπετε ὑμεῖς.
§45Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Μετὰ θὰ ἔλθω εἰς τὸ πῶς τὸ βλέπομεν ἡμεῖς. Εἰς τὴν Δανίαν ἐξεδικάσθησαν, λέγει τὸ τηλεγράφημα, ὀλίγαι ὑποθέσεις, ἐπαναλαμβάνω ὀλίγαι ὑποθέσεις, κατὰ τὰ ἔτη 1948–49. Ἔκτοτε, οὐδεμία δίκη ἔγινε καὶ τὸ ζήτημα θεωρεῖται καὶ ἐκεῖ κλειστόν. Ἐν Γαλλίᾳ, ὁ Γαλλικὸς νόμος προβλέπει δεκαετῆ παραγραφήν. Συνεπῶς, ἔχει ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ἐκ Κρήτης καὶ τὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι καὶ νομικῶς ἔχει κλείσει ἐν Γαλλίᾳ. Εἰδικῶς εἰς τὴν Γαλλίαν μέχρι τοῦ 1954, αἱ Γαλλικαὶ κατοχικαὶ ἀρχαὶ τῆς Γερμανίας συνελάμβανον ἐν Γερμανίᾳ ἐγκληματίας πολέμου. Τὸ 1954, μὲ τὴν ἀπόληψιν ὑπὸ τῆς Γερμανίας ὅλων τῶν κυριαρχικῶν της δικαιωμάτων, ἐσταμάτησαν αἱ συλλήψεις καὶ δι’ αὐτὸ δὲν συνελήφθη καὶ ὁ στρατηγός, ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὴν σφαγὴν τὴν καθολικὴν τοῦ ΟΡΑΝΤΟΥΡ. Μία δίκη ἔγινεν ἐν Γαλλίᾳ τελευταίως, ἡ ὁποία εἶχε γίνει ἐρήμην, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπεν ὁ Γαλλικὸς νόμος, καὶ ἐπανελήφθη πρὸ ὀλίγων μηνῶν κατ’ ἀντιμωλίαν.
§46Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν ἦτο παραγεγραμμένη;
§47Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὄχι, διότι εἶχεν ἐκδικασθῆ αὐτή, ὁ κατηγορούμενος ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσῃ ποινὴν καὶ ὁ Γαλλικὸς νόμος ἐπέτρεπε νὰ γίνῃ ἡ δίκη κατ’ ἀντιμωλίαν. Ἔρχομαι εἰς ἄλλην χώραν. Εἰς τὸ Βέλγιον, κρατοῦνται ἀπὸ τὸ 1949, δύο γερμανοί, καταδικασθέντες εἰς θάνατον. Καὶ πλέον αὐτοῦ. Κατεδικάσθησαν εἰς θάνατον πρὸ 10 ἐτῶν καὶ ἁπλῶς κρατοῦνται. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι ἐὰν Γερμανὸς ἐγκληματίας πολέμου ἐμφανισθῇ εἰς Βέλγιον, ἡ Βελγικὴ Κυβέρνησις θὰ τὸν συλλάβῃ καὶ θὰ τὸν παραδώσῃ εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἐκείνη, τί θὰ πράξῃ. Εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, κρατοῦνται 15 κατάδικοι ἐν συνόλῳ. Οὐδεμία δίκη ἐκκρεμεῖ καὶ εἶμαι, ἐπίσης, εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι οὐδεμία διάθεσις ὑπάρχει διὰ νὰ ἀνοίξῃ οἱανδήποτε δίκη.
§48Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἐπῆραν ἀποζημίωσιν... (δὲν ἠκούσθη).
§49Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἤλπιζα, μὲ τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἀνεφέρατε, κύριε συνάδελφε, ὅτι δι’ ὑμᾶς ἡ δίωξις δὲν ἀποτελεῖ ζήτημα χρημάτων. Περιέργως, αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐβεβαιώσατε τὸ ἀντίθετον. Προχθές, ἀνεφέρθητε εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς καὶ εἴπατε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος νὰ παύσῃ ἡ δίωξις.
§50Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Διὰ τὴν Ὁλλανδίαν, ὄχι διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§51Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Αὐτά, κύριοι, ἔκαμον αἱ ἄλλαι χῶραι καὶ ὅσοι ἐκόπησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ ὅσοι προσεπάθησαν νὰ δώσουν μαθήματα ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, δὲν πιστεύω νὰ ἀμφισβητοῦν, ὅτι αἱ 5 αὐταὶ χῶραι ἔχουν καὶ αὐταὶ καὶ λαοὺς καὶ κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι κατέχονται ἀπὸ βαθὺ αἴσθημα ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Ἡμεῖς, κατ’ ἀντίθεσιν ἀπὸ τὰς χώρας αὐτάς, διατηροῦμεν ἀνοικτὸν τὸ θέμα. Ἔχομεν θέμα. Πρόκειται ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ κάμωμεν μίαν δίκην, τὴν ὁποίαν αἱ χῶραι ἐκεῖναι δὲν κάμνουν. Διατηροῦμεν ἀνοικτὸν θέμα, πολὺ περισσοτέρων διώξεων, ἔστω καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα, νὰ εὕρωμεν τοὺς ἐγκληματίας πολέμου, διὰ νὰ τοὺς δικάσωμεν καὶ ἁπλῶς δημιουργῶμεν ζητήματα εἰς τὴν χώραν. Δημιουργοῦμεν δὲ ζητήματα, ὑπὸ δύο μορφάς. Ἡ μία εἶναι δευτερεύουσα καὶ ἀφορᾷ συγκεκριμένα οἰκονομικὰ συμφέροντα. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι, κατὰ τοὺς πλέον ἀπροσδοκήτους τρόπους, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἐξακολουθοῦμεν νὰ κάμνωμεν δίωξιν, ἔχομεν δυσαρέστους οἰκονομικὰς συνεπείας. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα, ἀπὸ τὰ περιεργότερα παραδείγματα. Τὸ 1957, συνελήφθησαν δύο Γερμανοὶ τουρίσται, καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1958 εἷς, μόνον καὶ μόνον λόγῳ συνωνυμίας. Οὗτοι ἐνεκλείσθησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἀργότερον ἀπελύθησαν, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἦσαν αὐτοὶ οἱ κατηγορούμενοι. Καὶ τὸ θέμα τοῦτο, προεκάλεσε τοιοῦτον θόρυβον εἰς τὸν Γερμανικὸν τύπον, ὥστε ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τοῦ Γερμανικοῦ τουρισμοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρξεν ἄμεσος, δεδομένου, ὅτι πλεῖστοι ἐφοβήθησαν, ὅτι καὶ ἐξ ἁπλῆς συνωνυμίας δύνανται νὰ διωχθοῦν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ κατάστασις. Ἀλλὰ ἐχαρακτήρισα αὐτὸ ὡς δευτερεῦον, διότι ἔχει μόνον οἰκονομικὴν σημασίαν. Βλέπω συναδέλφους τῆς ἀριστερᾶς, νὰ χαμογελοῦν. Γνωρίζω, ὅτι ἡ ἀξία τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα βελτιώνουν τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν τοὺς ἐνδιαφέρει καθόλου, ὅταν πρόκειται νὰ ζημιώσουν τὴν πολιτικήν των. Ἀλλ’ εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκτὸς αὐτῆς τῆς συνεπείας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρῶτος ἐδέχθην νὰ χαρακτηρίσω ὡς δευτερεύουσαν, ὑπάρχουν πλεῖσται ἄλλαι, διότι ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ἴσως ἡ μόνη χώρα, ἐκ τῶν ἐμπολέμων μὲ τὴν Ναζιστικὴν Γερμανίαν, ἡ ὁποία διατηρεῖ αὐτὸν τὸν μηχανισμὸν ἐνεργόν, δίδομεν ἀφορμάς, ὥστε κἄθε ἕνα–δύο ἢ τρεῖς μῆνας εἰς τὸν Γερμανικὸν τύπον νὰ γράφωνται ἄρθρα, ὅτι ἡμεῖς συλλαμβάνομεν μὲ συνωνυμίαν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦμεν νὰ διώκωμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς τὴν σύγχρονον Γερμανίαν, ὅτι καὶ ἐκείνη ἡ ἰδία εἶναι ἐχθρὰ τοῦ Ναζισμοῦ. Καὶ τοῦτο, ἐπαναλαμβανόμενον συνεχῶς, δὲν ἔχει μὲν ἄμεσον καὶ συγκεκριμένην οἰκονομικὴν σημασίαν, ἀλλὰ ἔχει μεγαλυτέραν καὶ οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν σημασίαν. Διότι δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἐν Γερμανίᾳ ἐντυπώσεις δυσμενεῖς, ἐνῷ ἡμεῖς, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, θέλει καλὰς σχέσεις μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν ὄψει τοῦ τί ἔκαμον ἅπασαι αἱ ἄλλαι χῶραι, ἐν ὄψει τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος παρῆλθε καὶ ἐν ὄψει τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα. Καὶ πῶς τὸ ἐρρύθμισεν, κύριοι; Δὲν τὸ ἐρρύθμισε διὰ μιᾶς ἀμνηστεύσεως, δὲν τὸ ἐρρύθμισε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ πρὸς τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ὑπέστημεν. Τὸ ἐρρύθμισε, λέγουσα: Ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἀνευρίσκω ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ μοῦ δηλώνει ἡ Γερμανία, ὅτι θὰ τοὺς διώξῃ ἐκείνη, θὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι δύναται νὰ τοὺς δικάσῃ ἡ ἰδία ἡ Γερμανία. Τί τὸ ἐπιλήψιμον ἔχει αὐτό; Τί ἔχει τὸ ἐπιλήψιμον ἡ ἀξιοπρεπὴς διόρθωσις μιᾶς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ χῶραι διώρθωσαν καὶ ἡ ὁποία πολιτικῶς ζημιώνει τὴν χώραν; Πῶς εἶναι δυνατὸν μία πολιτική, ἡ ὁποία, ὅπως εἴδατε καὶ προχθές, ὀρθῶς ἠκολουθήθη καὶ ἀπὸ τὴν πτέρυγα τῆς πισινῆς ἀπὸ τὸ 1951 καὶ συνεχίσθη ἔκτοτε, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὴ ἡ πολιτικὴ νὰ μὴ πρέπει κἄποτε νὰ ὁλοκληρωθῇ, διὰ νὰ ἀποκατασταθοῦν πλήρως αἱ σχέσεις μὲ τὴν μεγάλην αὐτὴν δημοκρατικὴν χώραν τῆς Εὐρώπης; Ἔκρινε, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς ψήφισιν τὸν νόμον αὐτόν. Γνωρίζομεν, ὅτι συμφέρει ὡρισμένην πτέρυγα νὰ ἐμφανίζῃ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, λέγω τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, ὄχι τὴν Ἀνατολικήν, νὰ ἐμφανίζῃ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, ὡς χώραν μὴ δημοκρατικήν, ὡς χώραν ἀκόμη ζῶσαν ὑπὸ τὴν βαρεῖαν σκιὰν τοῦ ναζισμοῦ. Εἶναι προφανὲς τὸ συμφέρον αὐτό, ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν καὶ ὡρισμένα ἄλλα διεθνῆ μεγάλα θέματα, τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζετε ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας. Γνωρίζομεν ὅλοι, ὅτι συμφέρει ἡ ἐμφάνισις τῆς Δυτικῆς Γερμανίας ὑπὸ αὐτὴν τὴν μορφὴν καὶ συμφέρει καὶ ἡ διατάραξις τῶν ἀγαθωτάτων σχέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναπτύξει ἡ Ἑλλὰς εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς μὲ τὴν δημοκρατικὴν αὐτὴν χώραν. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ἐπίσης καὶ γνωρίζομεν ἀκόμη καλλίτερον, ὅτι ἡ Γερμανία, ἀφοῦ ἐπέρασεν ἀπὸ τὸ φοβερὸν καὶ αἱματηρὸν λουτρὸν τοῦ ναζισμοῦ, ἀνέβασεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ὑπέφερον καὶ ἐθυσιάσθησαν καὶ ἠγωνίσθησαν ἐναντίον τοῦ ναζισμοῦ, ἄνδρας, τοὺς ὁποίους σέβεται ὁλόκληρος ὁ ἐλεύθερος κόσμος, ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦν τὴν Γερμανίαν καὶ πάλιν εἰς τὸν δρόμον τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς προόδου. Πρέπει νὰ προσθέσω, εἰς τὸν δρόμον τῆς προόδου καὶ τῆς μεγάλης ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς δημιουργίας, πνευματικῆς καὶ ὑλικῆς δημιουργίας τὴν ὁποίαν, οἱοσδήποτε ἐπισκέπτεται τὴν Γερμανίαν, θαυμάζει καὶ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ὁ ἐλεύθερος κόσμος ἀναγνωρίζει καὶ χαιρετίζει. Τὴν δημοκρατικὴν αὐτὴν χώραν, ἡ Ἑλλάς, μεταπολεμικῶς καὶ ἰδίως κατὰ τὰ ἐντελῶς τελευταῖα ἔτη, τὴν εὗρε συμπαραστάτην εἰς ὅλα της τὰ θέματα. Εἶναι ἡ μεγαλυτέρα πελάτις μας διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν καπνῶν μας, τὰ ὁποῖα δυσκολευόμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν, εἶναι συμπαραστάτης μας εἰς ὅλα τὰ πολιτικά μας θέματα, εἰς τὸ θέμα τῆς κοινῆς ἀγορᾶς ἐπίσης καὶ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία μᾶς ἔκαμεν οἰκονομικὴν συμφωνίαν, ἀπὸ τὰς πλέον ἐνδιαφερούσας. Γνωρίζομεν, ὅτι ὅλα αὐτὰ θυσιάζονται ἀπὸ ὡρισμένην πτέρυγα τῆς αἰθούσης αὐτῆς, διότι ὑπάρχει ἐπιτακτικὸν συμφέρον νὰ ἐμφανισθῇ ἡ Δυτικὴ Γερμανία ὡς μὴ βοηθοῦσα τὴν Ἑλλάδα καὶ ὡς μὴ οὖσα δημοκρατική. Δὲν θὰ ἐπηρεασθῶμεν ἀπὸ τὸ συμφέρον ἐκείνης τῆς πτέρυγος. Θὰ ἐπηρεασθῶμεν μόνον καὶ μόνον ἀπὸ τὸ συμφέρον ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, ἐφ’ ὅσον τὸ συμφέρον αὐτὸ συμβιβάζεται μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν μας. Συμβιβάζεται δὲ ἡ στάσις αὐτὴ καὶ μὲ τὰς ἀρχάς μας καὶ μὲ τὴν ἀξιοπρέπειάν μας, ἐφ’ ὅσον τὸ ἴδιον ἔπραξαν ὅλαι αἱ χῶραι καὶ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς, ἀντιθέτως πρὸς ὡρισμένας ἄλλας χώρας, δὲν δηλοῦμεν, ὅτι κλείομεν τὸ θέμα, ἀλλὰ δηλοῦμεν, ὅτι δὲν ἐπιθυμοῦμεν σκιαμαχοῦντες καὶ μὴ ἔχοντες κατηγορουμένους ἁπλῶς νὰ δημιουργοῦμεν ζητήματα, καὶ ὅτι προτιμῶμεν νὰ δικάσουν οἱ ἴδιοι οἱ Γερμανοί. Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶχε τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, θὰ ἠδύνατο νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ δημοκοπικὰ καὶ ἄνευ περιεχομένου συνθήματα. Ἡμεῖς εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἐνεργοῦντες ὅπως ἐνεργοῦμεν, ἐνεργοῦμεν ἐξυπηρετοῦντες τὰ βασικὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, σύμφωνα μὲ τὴν ἐμπρέπουσαν καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς ἄλλους λαοὺς ἀξιοπρέπειαν καὶ σύμφωνα μὲ τὴν θέλησιν τῆς μεγάλης πλειονότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πλευρᾶς).
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Τσιριμῶκος, ὡς Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, ἔχει τὸν λόγον, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 6 τοῦ Κανονισμοῦ.
§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, καὶ εἰς ἐμὲ νὰ δοθῇ ὁ λόγος ὡς ἀντιλέγοντα.
§54Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὥστε θὰ παραβιασθῇ ὁ Κανονισμός, κ. Πρόεδρε;
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Λέγει: Ὁ λόγος δίδεται εἰς ἕνα βουλευτὴν καὶ εἰς τὸν ἀντιλέγοντα ἐναλλάξ. Ὁ κ. συνάδελφος δηλοῖ, ὅτι εἶναι ἀντιλέγων. Δικαίωμά του εἶναι.
§56Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὁ ἀντίλογος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς γενικεύσεως τῆς συζητήσεως.
§57Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, πρῶτον διότι ἕνα θέμα δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κατεπεῖγον, ἀλλὰ δὲν καθίσταται διὰ τοῦτο ἀσήμαντον. Καὶ νομίζω, ὅτι θέματα ὡς τὸ συζητούμενον σήμερον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ἐν γένει διεθνεῖς σχέσεις τῆς χώρας, ὅπως πᾶν παρόμοιον θέμα, εἶναι καθ’ ἑαυτὸ σημαντικόν. Δεύτερον, διότι ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μὲ ξένην χώραν, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἀφήσω εἰς τὴν σκιὰν οὐδεμίαν πτυχὴν τῶν ἀπόψεων τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγοῦμαι, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τρίτον, διότι τὸ παρὸν νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἕνα σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται διὰ νὰ ρυθμίσῃ μίαν κατάστασιν, ἀλλὰ ἀποτελεῖ μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐπιθυμῶ, ἁπλῶς νὰ ἐκφράσω τὰς ἀπόψεις μου, ἀλλὰ ἔλαβον τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς διὰ νὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κακῶς ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς ταύτην καὶ ὅτι θὰ ἦτο συμφέρον νὰ ἀποστῇ τῆς περαιτέρω ἐπιμονῆς της, ἀκριβῶς χάριν εὐοδώσεως τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον λέγει, ὅτι ἐξυπηρετεῖ διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Διότι πράγματι, νομίζω, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς θεμελιώσεως καλῶν σχέσεων μετὰ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, ὅπως καὶ μετὰ πολλῶν ἄλλων χωρῶν εἶναι ὀρθός, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου —ἐὰν ψηφισθῇ— δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς αὐτός, ἀλλ’ ἀντιθέτως εἰς τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν θὰ παρεμβληθῇ ἕνας παράγων, ὁ ὁποῖος θὰ δηλητηριάζῃ τὰς σχέσεις αὐτάς. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι τελικῶς θὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ αὐτοῦ, διότι παρ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλε καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ ἐν προκειμένῳ πρέπει νὰ συζητήσωμεν ὡς παρατάξεις ἀντιτιθέμεναι μεταξύ μας, καὶ ὅτι πρέπει ἀναλόγως τῆς πολιτικῆς ἢ τῆς κοινωνικῆς τοποθετήσεως ἑκάστου νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα, ἡ Βουλὴ θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα, ὅπως ἐπιχειρῶ νὰ πράξω καὶ ἐγώ, ἐν πνεύματι ἀπολύτου ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ μὲ μόνον σκοπὸν τὴν ἐξυπηρέτησιν καὶ τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος καὶ τοῦ συμφέροντος τῆς ἀναπτύξεως τῶν διεθνῶν σχέσεων τῆς χώρας. Πράγματι, κύριοι, εἶναι βέβαιον, ὅτι διὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς μεταξὺ μας ἔχομεν βαθείας διαφωνίας ὡς πρὸς ὡρισμένας ἐκδηλώσεις ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Ἐκεῖ ὅμως ὅπου δὲν διαφωνοῦμεν εἶναι, ὅτι ἡ χώρα ὑπέστη μίαν ἀπρόκλητον ἐπίθεσιν καὶ ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη ζημίας καὶ θυσίας καὶ καταστροφὰς παρομοίας τῶν ὁποίων καμμία ἀπὸ τὰς χώρας ποὺ ἀνέφερε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἔχει ὑποστῆ. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διαφωνίας, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν διαφωνίας παρὰ μόνον ὡς πρὸς ἐκείνους, ποὺ θεωροῦμεν καλοὺς ἢ κακοὺς ἐργάτας τοῦ ἀγῶνος κατὰ τῶν κατακτητῶν εἰς τὴν κατοχήν. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἔχωμεν διαφωνίας, ὡς πρὸς τοὺς μάρτυρας τῆς κατοχῆς, διότι οἱ Γερμανοί, ὡς ὀρθῶς ἐτονίσθη προχθὲς ἀπὸ ἕνα ἀξιότιμον συνάδελφον τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως, δὲν ἐζήτουν πιστοποιητικὰ κοινωνικῶν φρονημάτων, προκειμένου νὰ ἐκτελέσουν ἢ νὰ σφάξουν. Καὶ τὰ θύματα τὰ ἀθῶα, εἴτε τῶν Καλαβρύτων, εἴτε τοῦ Δοξάτου, εἴτε τῆς Κοκκινιᾶς, τὰ θύματα αὐτὰ δὲν εἶχαν εἰς τὴν τσέπη των πιστοποιητικὸν ἢ ἐπὶ τοῦ μετώπου των τὴν σφραγῖδα ὅτι εἶναι δεξιοὶ ἢ ἀριστεροί. Εἴτε δεξιοί, εἴτε ἀριστεροί, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἐξετελέσθησαν καὶ ἐσφάγησαν. Καὶ ἂν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τιμήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ τοὺς ἥρωας τῆς Ἀντιστάσεως, δυνάμεθα, τοὐλάχιστον, τοὺς μάρτυρας νὰ τοὺς τιμήσωμεν ὁμοφώνως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι σκόπιμον νὰ τὰ ὑπενθυμίσωμεν ἐν ὄψει τῆς συζητήσεως, ὅπως ἀκριβῶς, ἄλλωστε, ἐθεώρησε σκόπιμον καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν, νὰ ἀρχίσῃ μὲ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν 14ετίαν ποὺ ἐπέρασε, διότι γνωρίζει, ὅτι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ συζητήσωμεν, εἶναι θέμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ζήσει τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἢ καὶ ἂν δὲν τὴν ἔζησαν, θέλουν νὰ λέγωνται Ἕλληνες καὶ νὰ σέβωνται τὴν ἱστορίαν. Ἀλλά, πέραν τούτου, θὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οἱ λαοί, ὅπως εἶπεν, οἱ ὁποῖοι μάχονται γενναίως, δὲν ἔχουν κατ’ ἀνάγκην μνησικακίας. Εἶμαι σύμφωνος ἀπολύτως. Ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς λαοὺς ὁλοκλήρους καὶ διὰ τὰ ἄτομα. Θὰ ἤθελα νὰ πιστεύσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι οὔτε ἐπιθυμῶ νὰ προκαλέσω ἢ νὰ ἀναρριπίσω τὸ μῖσος κατὰ τῶν Γερμανῶν, οὔτε μῖσος κατ’ αὐτῶν μὲ ἐμπνέει. Ἐὰν θέλετε μάλιστα, θὰ ἔλεγα, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν κατὰ τῶν Γερμανῶν, μὲ περισσότερον πεῖσμα, εἴτε ἐκ καθήκοντος, εἴτε διότι ἐπίστευσαν, ὅτι πρέπει αὐτὸ νὰ πράξουν καὶ ὅταν δὲν τοὺς ἐκάλει κανεὶς εἰς αὐτὸ τὸ καθῆκον, ἴσως μὲ τὴν πάροδον τοῦ χρόνου, ὡς ἄτομα, ὄχι μόνον δὲν αἰσθάνονται μῖσος, ἀλλ’ αἰσθάνονται ἴσως, ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, καὶ ἕνα εἶδος εὐγνωμοσύνης, διότι χάρις εἰς τοὺς Γερμανοὺς καὶ τὴν κατοχήν των τοὺς ἔκαμαν νὰ ζήσουν μίαν μεγάλην ἐποχήν, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐσκαρφάλωσεν, εἴτε κατὰ τὸν Ἑλληνοϊταλικὸν πόλεμον, εἴτε κατὰ τὴν κατοχήν, εἰς τὶς πλέον ἀπρόσιτες κορυφὲς τῆς δόξης. Καὶ τοὺς ἔκαμεν ἀκόμη, ὡς ἄτομα, νὰ ἀλλάξουν οἱ ἴδιοι ἱεραρχίαν ἀξιῶν. Πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἐντόνως τὴν ἐποχὴν τῆς κατοχῆς, πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶδον αὐτὸ τὸ θαῦμα τῆς αὐτοθυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῆς εἰδικῆς των θέσεων, ζοῦν ἀκόμη σήμερον ὡς ἐφιάλτην, βλέπουν ἀκόμη ὡς ἐφιάλτην σήμερον εἰς τὸν ὕπνον των τὸν ἦχον τῆς μπότας Γερμανῶν στρατιωτῶν μέσα εἰς τὴν ἡσυχίαν τῆς νύκτας, τὴν ἐποχὴν ποὺ δὲν ἐγνώριζον, ἐὰν αὐτὸς ὁ ἦχος σημαίνῃ τὸ πέρασμα διαβατῶν, στρατιωτῶν ἢ ἐντεταλμένων νὰ τὸν συλλάβουν, διὰ νὰ τὸν τυφεκίσουν, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εὐγνωμονοῦν σήμερον τοὺς Γερμανούς, διότι μέχρι τοῦ πολέμου ἤξεραν μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ὠνόμαζον πατριωτισμόν, αὐτοθυσίαν, ἀνάτασιν ψυχικήν, γενναιότητα καὶ ἤξεραν τὴν χαρὰν τῆς ζωῆς, ἀλλὰ χάρις εἰς τοὺς Γερμανοὺς ἔμαθαν μέχρι ποίου σημείου ἠμπορεῖ νὰ ἀνοίξῃ μία ψυχὴ καὶ πόσον ὑψηλὰ ἠμπορεῖ νὰ ἀνέβῃ μέχρι ποίου σημείου ἕνας ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται τὴν ζωήν, ἠμπορεῖ νὰ περιφρονήσῃ τὸν θάνατον, ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὴν πατρίδα, ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι δὲν εἶναι τὸ μῖσος ποὺ μᾶς ἐμπνέει, ἀλλὰ ὅταν αὐτὰ τὰ ἔχωμεν δεδομένα, θὰ πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον καὶ δι’ αὐτῶν καὶ πρὸς τοὺς ξένους φίλους μας, ὅτι αὐταὶ ὅλαι αἱ θυσίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι τόσον ἔχουν παραγνωρισθῆ, ἀποτελοῦν, ὅπως καὶ τὸ Δίστομον καὶ τὸ Δοξάτον καὶ τὰ Καλάβρυτα —καὶ κάμνω μίαν παρένθεσιν, διότι προχθὲς ἀνεφέρθη τὸ Δοξάτον— οἱ Γερμανοὶ ἔχουν πρόσθετον εὐθύνην, ὅτι ἄνοιξαν τὰς πύλας εἰς τοὺς Βουλγάρους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ τζαμπατζῆδες τοῦ πολέμου καὶ ἄνευ πολέμου εἰσῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔκαμαν τὰ ὄργια, τὰ ὁποῖα ἔκαμαν εἰς τὴν Μακεδονίαν. Δὲν εἶναι ἀθῶοι οἱ Γερμανοὶ καὶ διὰ τὰ ὄργια τῶν Βουλγάρων κατακτητῶν. Λέγω, πάντα ταῦτα, ἀποτελοῦν σελίδα τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατόν, οὔτε νὰ ξεσχίσωμεν, οὔτε νὰ λησμονήσωμεν, οὔτε νὰ σβήσωμεν, μολονότι μὲ τὴν νέαν Γερμανίαν θέλομεν καλὰς σχέσεις καὶ θὰ διατηρήσωμεν καλὰς σχέσεις, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἑορτάζωμεν καὶ τὴν ἐπέτειον τῶν Καλαβρύτων καὶ τὴν ἐπέτειον τοῦ Διστόμου καὶ δὲν θὰ ἀπαγορεύωμεν εἰς τὸ μέλλον νὰ γίνωνται μνημόσυνα διὰ τὰ θύματα τῶν μπλὸκ τῆς Κοκκινιᾶς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος). Ἄλλως τε, ἡ θέσπισις τῶν ἐγκλημάτων πολέμου καὶ τῆς τιμωρίας τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, δὲν ἀπετέλεσε μόνον πρόοδον εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῶν διεθνῶν σχέσεων, δὲν ἀπετέλεσε μόνον πολιτικῶς σκόπιμον πρᾶξιν καὶ λόγῳ τοῦ παρελθόντος καὶ ἐν ὄψει τοῦ μέλλοντος, ἀπετέλεσε πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι εἰς ὄφελος τῆς Γερμανίας. Αὐτὸς ὁ βίαιος, ὁ ἀπότομος χωρισμός, ὁ ὁποῖος ἔγινε μεταξὺ τῆς Ναζιστικῆς Γερμανίας καὶ τῆς νέας Γερμανίας, ὁ ἀπότομος χωρισμός, ὁ ὁποῖος ἔγινε διὰ τῆς δίκης τῆς Νυρεμβέργης καὶ τῶν ἐκτελέσεων ἐκείνων, ἐναντίον τῶν ὁποίων, ἀπὸ νομικῆς ἢ ἠθικῆς ἀπόψεως, πολλὰ ἔχουν λεχθῇ ἢ θὰ ἠδύναντο νὰ λεχθοῦν. Ὁ χωρισμὸς ὅμως αὐτός, ὠφέλησε τὴν νέαν Γερμανίαν. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγίνετο, θὰ παρήρχοντο γενεαὶ γενεῶν, χωρὶς καμμία χώρα ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπέστησαν τὴν Γερμανικὴν εἰσβολὴν καὶ τὴν κατοχὴν νὰ δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς σχέσιν οὐδεμίαν μὲ τὴν Γερμανίαν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, θὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν, ὅτι ὅταν λέγωμεν τὰ περὶ τουρισμοῦ καὶ τῶν καλῶν σχέσεων μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, θὰ πρέπει νὰ διηρωτώμεθα ποίαν σχέσιν ἔχουν αὐτὰ καὶ αἱ τωριναὶ καὶ μελλοντικαὶ σχέσεις μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, μὲ τὴν καταδίκην τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἡ ἰδία ἡ Δυτικὴ Γερμανία, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθάνεται οὔτε ἴχνος ἀλληλεγγύης πρὸς αὐτοὺς τοὺς ὁποίους διώκομεν ἡμεῖς, διότι ἡμεῖς δεχόμεθα ἐδῶ τοὺς ὑπουργοὺς τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς τιμῶμεν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι συγχέομεν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν μὲ τὴν θέσιν τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἂν ἐκεῖνοι τὰς συγχέουν, δὲν εἶναι εἰς βάρος ἰδικόν μας, εἶναι εἰς βάρος ἰδικόν των. Κύριοι βουλευταί, προκειμένου νὰ φθάσωμεν, κατὰ λογικὴν σειράν, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, θέλω νὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος τοῦ ἐγκλήματος πολέμου καὶ τῆς σκοπιμότητος ἐν γένει τῆς τιμωρίας αὐτῶν. Ἂν εἶναι ὀρθὸς ὁ ὁρισμὸς πολέμου, ὁ πασίγνωστος ἄλλως τε, τὸν ὁποῖον ἔχει δώσει ὁ Κλαούζεβιτς, ὅτι εἶναι ἕνα σύνολον πράξεων βίας, μὲ τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐμπόλεμος προσπαθεῖ νὰ ὑποτάξῃ τὸν ἄλλον εἰς τὰς θελήσεις του, νομίζω, ὅτι ὁ τελευταῖος πόλεμος ἐδικαιολόγησεν ἀπολύτως τὸ ὄνομά του. Οὐδέποτε εἰς τὴν ἱστορίαν, τόσος ἀριθμὸς καὶ τόσα εἴδη πράξεων βίας δὲν ἔχουν σημειωθῆ εἰς ἕνα καὶ μόνον πόλεμον. Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ κἂν ἡ εὐθύνη, ἂν ὑπάρχῃ ἀποκλειστικὴ εὐθύνη τῆς Γερμανίας, διὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ πολέμου. Ἡ ἐξέτασις, ἄλλως τε, τοῦ θέματος, θὰ μᾶς ὡδήγει πολὺ μακράν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, πάντως, ὀφείλει κανεὶς νὰ σημειώσῃ, εἶναι αὐτὸ τὸ εἶδος, τὸ κῦμα τοῦ σαδισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξαπελύθη εἰς τὰς κατεχομένας χώρας, διὰ πρώτην φοράν. Αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν στρατοπέδων συγκεντρώσεως, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὸ ποσοστὸν τῶν ζώντων ποὺ ἐξῆλθον, ἦτο τόσον μικρόν, καὶ ἀπὸ τὴν δίωξιν τὴν ἀπάνθρωπον κατὰ τῶν Ἰσραηλιτῶν, ποὺ ὄχι μόνον συνεφιλίωσε διὰ παντὸς τὸ Ἰσραὴλ μὲ ὅλον τὸν πολιτισμένον κόσμον, ἀλλὰ ἔκανε, πάντα σεβόμενον ἑαυτὸν ἄνθρωπον, νὰ ἐντρέπεται, ἐὰν τυχὸν εἰς τὸ παρελθὸν δὲν εἶχεν ἀπόλυτον σύμπνοιαν ἢ ἀπόλυτον συμπάθειαν πρὸς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τοὺς ἑτεροδόξους. Ἀλλὰ ἐγὼ προσάπτω, πρὸς τοὺς Γερμανοὺς Ναζιστάς, καὶ ὅτι πλέον τούτου τὴν ἐξαγρίωσιν ποὺ προεκάλεσαν εἰς τοὺς πληθυσμούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπῆγεν ἡ κατοχή των. Κύριοι βουλευταί, τὸ πάθος συνήθως πρυτανεύει, ὅταν συζητοῦμεν διὰ μερικὰ θέματα, ἀφορῶντα τὴν κατοχήν. Δὲν ἔχομεν ἀκόμη, ἴσως, φιλοσοφήσει ἀρκετὰ ὡς ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν εἰς τὴν κατοχήν, ἔχουν ἔλθει ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἢ ἀπὸ ἄλλον πλανήτην. Ἑλληνόπουλα ἦσαν ὅλοι, χωριατόπουλα, ἀγροτόπαιδα. Τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔκαναν, ὥστε αὐτὸς ὁ ἀγὼν νὰ πάρῃ αὐτὴν τὴν ὀξύτητα; Ἦταν ἡ μέθοδος, ἡ ὁποία ἐνέπνεε τοὺς Γερμανοὺς καὶ τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν οἱ Γερμανοί, τὰ βασανιστήρια, ὁ τρόπος τῶν σφαγῶν, ὁ τρόπος τῆς ἐξοντώσεως ἢ ἡ ὁμηρία, τὰ ὁποῖα κάμνουν τὸν ἄνθρωπον νὰ φεύγῃ ἀπὸ τὰ ροῦχα του, πράγματα ποὺ ἔκαμαν μίαν ἐξαγρίωσιν, ἡ ὁποία παρετηρήθη εἰς τὰ ἤθη ὅλων τῶν λαῶν, ἀπὸ ὅπου πέρασε Γερμανικὴ κατοχή. Καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ προσάψωμεν, διότι αὐτὸ ἄφησεν ἴχνη, τὰ ὁποῖα σιγὰ– σιγὰ μόνον θὰ ἠμπορέσουν νὰ ἐξαλειφθοῦν. Ἀλλά, κύριοι, βέβαια, πράξεις βίας περιέχει ὁ πόλεμος, ἀλλὰ εἶναι παμπαλαία ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξουν κανόνες, διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν πολέμων αὐτῶν. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναλύσω ὅλον τὸ ἱστορικὸν τοῦ δικαίου τοῦ πολέμου, ἀπὸ τότε, ποὺ ἡ ἐκκλησία ἐπῆρε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ θεσπίσῃ τὴν ὀνομασθεῖσαν «Εἰρήνην τοῦ Θεοῦ» καὶ τὴν «ἀνακωχὴν τοῦ Θεοῦ», μὲ κύρωσιν τὸν ἀφορισμόν, μέχρι τοῦ τελευταίου πολέμου. Ἀλλὰ οὐδεὶς πρέπει νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν πλάνην, ὅτι ἦτο ἀπολύτως πρωτοφανὴς ἡ πρόβλεψις τῆς τιμωρίας τῶν ἐγκλημάτων πολέμου, ποὺ ἔγιναν κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Ὁλόκληρος ὁ 19ος αἰὼν εἶναι γεμᾶτος ἀπὸ τὰς συζητήσεις, ὄχι μόνον περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἐγκλήματος πολέμου, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ἀτομικῆς εὐθύνης, προκειμένου περὶ ἐγκλημάτων πολέμου. Ἐὰν τὴν φορὰν αὐτὴν ὑπῆρξε καλυτέρα ἡ νέα, ἐν πολλοῖς, τοποθέτησις τοῦ προβλήματος, ποὺ ἔκαμαν οἱ μεγάλοι σύμμαχοι, τοῦτο ἔγινε, πλὴν ἄλλων, καὶ διότι ὑπῆρχε μία ἐμπειρία ἐκ τοῦ παρελθόντος καὶ τὸ παρελθὸν ἦτο ὁ πόλεμος τοῦ 1914. Κύριοι, κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου 1914–19, ἐκυριάρχει τὸ σύνθημα τοῦ LOYD GEORGE, «πρέπει νὰ κρεμασθῇ ὁ Κάϊζερ» καὶ ἐκυριάρχει ἡ ἄποψις, τὴν ὁποίαν τὸ Συμβούλιον τῶν Νομικῶν Συμβούλων τοῦ Βρεταννικοῦ Θρόνου εἶχε διατυπώσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ ὑπήκοοι τῆς Γερμανίας, εἶναι ὑπεύθυνοι ἀτομικῶς διὰ τὴν παραβίασιν τῶν νόμων τοῦ πολέμου. Καὶ μετὰ τὴν προεργασίαν μιᾶς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς προπαρασκευαστικῆς συνδιασκέψεως τῆς εἰρήνης τοῦ 1919, ἔγινεν ἕνας κατάλογος τῶν ἐγκλημάτων, ποὺ πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐνθυμίζουν πολὺ αὐτά, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦμεν τοὺς γερμανοὺς ἐγκληματίας, δηλαδὴ σφαγαὶ ἀμάχων, ὁμηρίαι, βασανιστήρια, ἐκτοπίσεις, ἀπάνθρωποι ὅροι φυλακίσεως καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Καὶ εἰς τὴν συνθήκην τῶν Βερσαλλιῶν, τῆς 28.6.1919, προεβλέφθη καὶ ἡ δίκη τοῦ Κάϊζερ καὶ ἡ παράδοσις ὑπὸ τῶν γερμανῶν τῶν κατηγορηθησομένων ὡς ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἔκτοτε, δηλαδὴ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσουν, προκειμένου περὶ ἐγκλημάτων πολέμου, οἱ συνήθεις κανόνες τῆς ἐκδόσεως, εἶχεν ἐγκαταλειφθῆ. Ποία εἶναι ἡ πεῖρα; Ἡ πεῖρα εἶναι, ὅτι, ὅ,τι ἀντεῖπεν ἡ Γερμανία, κατὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης, ἐξετελέσθη κατὰ γράμμα καὶ πάντοτε μὲ τὸ ἴδιον ἐπιχείρημα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τραυματισθῇ τὸ γόητρον τοῦ νέου καθεστῶτος ἐν Γερμανίᾳ. Ἡ Γερμανία εἶχεν εἴπει, ὅτι διὰ τὰ ἐγκλήματα πολέμου μόνη εὐθύνη ποὺ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, εἶναι ἡ εὐθύνη τοῦ Κράτους καὶ ὄχι τῶν ἀτόμων, ὅτι ἁρμόδια πρέπει νὰ εἶναι τὰ δικαστήρια ἑκάστου τόπου, διότι ὁ γερμανικὸς νόμος δὲν δέχεται τὴν ἔκδοσιν τῶν ὑπηκόων τῆς χώρας αὐτῆς καὶ ὅτι, ἐπὶ τέλους, δὲν ὑπάρχουν μόνον ὑπεύθυνοι ἐγκλημάτων πολέμου εἰς τὴν γερμανικὴν πλευράν, ἀλλὰ ὑπάρχουν ὑπεύθυνοι δι’ ἐγκλήματα πολέμου καὶ εἰς τὴν ἄλλην καὶ εἶναι μονόπλευρος ἡ πρόβλεψις τιμωρίας. Πρακτικῶς, ἐνῷ εἰς τὴν ἀρχὴν εἶχον ζητήσει οἱ Σύμμαχοι, νὰ δικάσουν καὶ τὸν Χίντεμπουργκ καὶ τὸν Λούντεντορφ καὶ τὸν Φὸν Μάκενζεν, παρεδόθησαν ἐλάχιστοι, οἱ ὁποῖοι ἐδικάσθησαν ἀπὸ ἕνα στρατοδικεῖον τῆς Λίλλης. Τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια εἶχαν ἀναλάβει νὰ δικάσουν μερικοὺς ἄλλους, ἐδίκασαν ἐν ὅλῳ 16 ὑποθέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἕξη κατέληξαν εἰς καταδίκην. Τέσσαρες κατεδικάσθησαν εἰς τετραετῆ φυλάκισιν, διὰ τὸν ἄθλιον τορπιλλισμὸν τοῦ ἀγγλικοῦ πλοίου–νοσοκομείου Λαντόβερυ Κάσλ. Δύο ἄλλοι διὰ τὸν τορπιλλισμὸν τοῦ νοσοκομείου Ντόβερ Κάσλ. Ὅταν κατεδικάσθησαν οἱ πρῶτοι, ὅλαι αἱ γερμανικαὶ ἐφημερίδες ἔγραψαν, ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς φυλακὰς ἥρωες τοῦ πολέμου. Μεθ’ ὅ, μία ἐπιτροπὴ συμμαχικὴ ἀπεφάνθη, ὅτι εἶναι περιττὸν πλέον νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰ γερμανικὰ δικαστήρια ἐγκληματίαι πολέμου καὶ ἐτερματίσθη ἡ ὑπόθεσις. Ταῦτα πάντα, ἦσαν ὑπ’ ὄψει τῶν συμμάχων καὶ μετ’ ἀνταλλαγὴν πολλῶν διακηρύξεων, δηλώσεων καὶ ἐπιστολῶν, κατέληξαν εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Μόσχας τοῦ Ὀκτωβρίου 1943, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ἡ ὁποία προβλέπει τὴν ἀποστολὴν τῶν ἐγκληματιῶν «ὀπίσω εἰς τοὺς τόπους, ὅπου εἶχον διαπράξει τὰ ἐγκλήματά των καὶ τὴν δίκην των ἐπὶ τόπου ἀπὸ τοὺς λαούς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤσκησαν τὴν βίαν». Καὶ ἐδῶ πάλιν οἱ κανόνες τῆς ἐκδόσεως δὲν ἰσχύουν. Ἡ διακήρυξις, ὡδήγησεν εἰς τὴν συμφωνίαν τοῦ Λονδίνου, διὰ τῆς ὁποίας προσδιωρίσθησαν καὶ τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ ἐγκλήματα πολέμου, δηλαδὴ ἡ παραβίασις τῶν νόμων καὶ τοῦ δικαίου τοῦ πολέμου καὶ τὰ ἐγκλήματα, κατὰ τῆς ἀνθρωπότητος μερικὰ τῶν ὁποίων ἀπηρίθμησα πρίν. Ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πρὸ τῆς συνάψεως αὐτῆς τῆς συνθήκης καὶ δὴ κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1942, κατὰ μίαν συνδιάσκεψιν, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὸ ἀνάκτορον τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Λονδίνου, μεταξὺ τῶν ἐξορίστων Κυβερνήσεων τῶν χωρῶν, ὑπέγραψεν, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν, μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας χώρας, νὰ ἐργασθῇ, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ τιμωρία τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἤδη, ἀπὸ τοῦ 1942. Πρέπει δέ, μάλιστα, νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν συνδιάσκεψιν αὐτὴν ἔλαβε τὸν λόγον ὁ μακαρίτης Τσουδερός, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξεν ἐπιτυχῶς τὴν ἄποψιν, ὅτι προκειμένου περὶ ἐγκληματιῶν πολέμου, πρέπει στενώτατα νὰ ἑρμηνεύεται ἡ ἔννοια τῆς προσταγῆς ἐν τῷ ποινικῷ δικαίῳ καὶ ἡ ἄποψίς του ἀναφέρεται εἰς ὅλας τὰς σχετικὰς μελέτας, διότι ἄλλως τε, ἐπεκράτησε. Διὰ τὸ τί ἔγινε μὲ τὰς ἄλλας χώρας, πρᾶγμα ποὺ εἰδικῶς ἀπησχόλησε τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ εἴπω, μετ’ ὀλίγον, ὀλίγας γνώμας. Πρὸς τὸ παρὸν ὅμως, θὰ εἴπω τί ἔγινε μὲ τὴν Ἑλλάδα, ποὺ ἑτοιμάζεται ἀπὸ τὸ 1942 διὰ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Καὶ γνωρίζετε τί ἔγινε. Σᾶς ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοὺς κυρίους ὑπουργούς. Καὶ παραλείπω, ὅτι οὐδὲ λέξις ἐλέχθη περὶ τοῦ τορπιλλισμοῦ τῆς «Ἕλλης», ἡ ὁποία ἀναφέρεται ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς ἐπιστήμονας, ὡς τυπικὸν παράδειγμα ἐγκλήματος πολέμου. Ἀλλ’ ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι καὶ εἰς τὰς ἄλλας χώρας, δηλαδὴ αὐτὰς τὰς πέντε, ποὺ ὠνόμασε, ὀλίγοι ἐδικάσθησαν. Ἀλλ’ ἂν ἐδικάσθησαν ὀλίγοι, εἶναι διότι ὀλίγοι ἐζητήθησαν, διότι ὀλίγοι ἔπταισαν, εἰς δὲ τὴν Γαλλίαν μοναδικὴ ὁμαδικὴ σφαγὴ εἶναι αὐτή, ποὺ εἴπατε, τοῦ Ὀραντούρ. Δὲν ὑπάρχουν παραδείγματα ἐξοντώσεως, ὅπως ἐν Ἑλλάδι. Μόνον εἰς τὴν Πολωνίαν ὑπάρχουν ἀνάλογοι περιπτώσεις, ἀνάλογος ἀριθμὸς θυμάτων. Πόσοι πάρα πάνω νὰ δικασθοῦν εἰς τὴν Νορβηγίαν ἢ τὴν Δανίαν καὶ πόσοι πάρα πάνω εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, ἀπὸ 15; Καὶ φαντάζομαι, ὅτι θὰ ἐζητήθησαν μόνον οἱ ἐπὶ κεφαλῆς, οἱ ὁποῖοι διέτασσον τὰς ἐκτελέσεις.
§58Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Νομίζετε, πράγματι, ὅτι εἰς τὸ Βέλγιον, μετὰ ἑπταετῆ κατοχήν, μόνον δύο ἐγκλημάτησαν;
§59Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι! Δὲν εἶπον αὐτό, διότι δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐὰν ὅμως μὲ πείσετε, ὅτι ἐγκλημάτησαν καὶ ἐκεῖ πολὺ περισσότεροι, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐκεῖ αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι ἔκαμον, ὥστε τὸ Βέλγιον νὰ ὑποχωρήσῃ, πρὸ τῆς ἐπιμονῆς τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, τότε θὰ εἶμαι ἔτι ὀξύτερος εἰς τὸ περαιτέρω τμῆμα τοῦ λόγου μου.
§60Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Νομίζετε, δηλαδή, ὅτι ἐδῶ ὑποχωροῦμεν, λόγῳ τῆς ὀξύτητος τῆς Δυτικῆς Γερμανίας;
§61Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, κύριε ὑπουργέ. Ἡ ὀξύτης θὰ εἶναι ἰδική μου, ὄχι τῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Δὲν χρειάζεται, δυστυχῶς, μεγάλη ὀξύτης, διὰ νὰ πεισθῆτε σεῖς. Ἐὰν εἶχε χρειασθῆ μεγάλη ὀξύτης, διὰ νὰ πεισθῆτε, θὰ ἤμην εὐτυχής. Κύριοι βουλευταί, ἀνέφερον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1952 ὑπάρχει μία ρηματικὴ διακοίνωσις τῆς Ἑλληνικῆς Βασιλικῆς Πρεσβείας τῆς Βόννης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρόκειται νὰ ἀποσβέσῃ πάσας τὰς σχετικὰς δικογραφίας. Αὐτὴ ἡ νομικὴ διατύπωσις, ἀφήνει νὰ ὑπονοηθῇ ἀρκετὰ σαφῶς, περὶ τίνος πρόκειται.
§62Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν;
§63Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1952. Καὶ τοῦτο, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς παλαιᾶς πατροπαραδότου φιλίας μὲ τὴν Γερμανίαν. Ἂς ἀφήσωμεν αὐτὴν τὴν πατροπαράδοτον φιλίαν, εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασίαν. Καὶ τί συμβαίνει ἀπὸ τὸ 1952 μέχρι τὸ 1956; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ προσέξετε. Τότε, κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, μεταβαίνει εἰς τὴν Γερμανίαν ὁ ἁρμόδιος δικαστικός, ὁ Ἐφέτης τότε καὶ νῦν Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου κ. Τούσης, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1952, εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου 2058, καταθέτει 220 περίπου μηνύσεις κατὰ Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Μετὰ 4 ἔτη, τὸ 1956, κατόπιν συνεννοήσεως Ἑλληνικῆς καὶ Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὁ αὐτὸς ἀνώτατος δικαστικὸς ὑπάλληλος, ὑποβάλλει ἑτέρας 650 μηνύσεις. Ὥστε ἢ ὁ νόμος 2058 δὲν εἶχε τὸ νόημα, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ἐδῶ ὅτι ἔχει, ἢ ὁ νόμος 2058 προέβλεπε κἄποιαν ἔναρξιν διαδικασίας, εἰς τὴν Γερμανίαν, ἡ ὁποία καὶ δὲν ἔγινεν, ἢ ἡ Κυβέρνησις εἶδεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ἦτο ἀνεφάρμοστος ἢ μετέβαλε τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Πάντως, μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1952–58, ὑποβάλλονται μηνύσεις. Ἀλλὰ τί γίνεται ἐπὶ τῶν μηνύσεων αὐτῶν; Τίποτε. Καὶ ὁ νόμος 2058 καὶ αἱ ρηματικαὶ διακοινώσεις περιφρονοῦνται, διότι οὐδεμία ἔναρξις δικαστικῆς διώξεως γίνεται, ἐπὶ τῶν 900 αὐτῶν μηνύσεων. Εἷς φαίνεται ὅτι ἐδικάσθη, ὁ τοῦ Διστόμου Ζάμπελ, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπηλλάγη. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης, ἀπὸ τὸ 1952–1958. Καὶ αἰφνιδίως, ἔρχεται τὸ παρὸν σχέδιον νόμου, μὲ πρώτην δικαιολογίαν, ὅτι ἐμπιστευόμεθα τὴν νέαν Γερμανίαν. Τὴν ἐμπιστευόμεθα καὶ τώρα, ἀφοῦ τὴν ἐμπιστευόμεθα ἀπὸ τὸ 1952 καὶ δὲν γίνεται τίποτα.
§64Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κύριε συνάδελφε; Εἶπον προχθὲς ποῦ ὀφείλεται ἡ διαφορὰ τῆς ἀκολουθηθείσης πολιτικῆς, παρὰ τὰς ρηματικὰς διακοινώσεις καὶ τὰ τηλεγραφήματα τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου κ. Βενιζέλου. Ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ Γραφείου ἐγκληματιῶν πολέμου, μετέβη εἰς Γερμανίαν καὶ προσεπάθησε νὰ πείσῃ —καὶ ἦτο εὐχερὲς νὰ πείσῃ νομικῶς— ὅτι ὁ νόμος αὐτός, δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν τόσον εὐρεῖαν ἔννοιαν, ἡ δὲ ὑπόσχεσις περὶ μέλλοντος νόμου δὲν ἐδέσμευσεν οὔτε τὸ Γραφεῖον ἐγκληματιῶν πολέμου, οὔτε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Μάλιστα, ὄχι μόνον ἐπεδόθησαν τότε μηνύσεις, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Καραμανλῆ συνελήφθη εἰς τὴν Ἑλλάδα εἷς καὶ δικάζεται ἐντὸς τῶν ἡμερῶν.
§65Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὥστε συμφωνεῖτε μαζί μου, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1952 καὶ μετὰ τὸν νόμον 2058, ὑποβάλλονται μηνύσεις, διότι ἢ ὁ νόμος 2058 δὲν εἶχε τὴν σημασίαν ποὺ ἐλέχθη ἐδῶ, ἢ ἡ Κυβέρνησις μετέβαλε πολιτικήν.
§66Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀνέφερα τὰς ρηματικὰς διακοινώσεις καὶ τὰ τηλεγραφήματα, διὰ νὰ ἀποδείξω τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ χαράξῃ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Τοῦ νόμου τὸ περιεχόμενον, εἶναι σαφὲς καὶ τὸ ἀνεγνώσατε.
§67Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε ὑπουργέ, ἀναφέρω τὰ ὑπόλοιπα, διὰ νὰ τονίσω, ὅτι ἔγιναν αἱ ρηματικαὶ διακοινώσεις, χωρὶς νὰ δεσμεύουν, καὶ διὰ νὰ ἐξετάσω τὴν πολιτικὴν ποὺ ἠσκήθη μέχρι τοῦ 1958, παρὰ τὰς ρηματικὰς διακοινώσεις καὶ ἰδίως τὴν σημερινὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὴν νέαν Γερμανίαν, κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγωνται αἱ ὑπερβολαί. Εἶναι ὑπερβολὴ νὰ λέγεται, ὅτι ἡ σημερινὴ Γερμανία εἶναι ἡ χώρα τῶν φιλοσόφων καὶ τοῦ δικαίου, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποφευχθῇ. Αἱ χῶραι δὲν εἶναι μόνον, δυστυχῶς, χῶραι τῶν φιλοσόφων καὶ τοῦ δικαίου, εἶναι χῶραι καὶ τῶν τραπεζιτῶν καὶ τῶν κεφαλαιούχων καὶ τῶν συμφερόντων καὶ τοῦ μιλιταρισμοῦ καὶ παντὸς παρομοίου πράγματος. Ἐὰν διὰ μέσου τῶν φιλοσόφων της βλέπετε τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Γερμανίαν, λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι κατηράσθη ὁ Θεὸς τὴν πατρίδα μας, ὅπως ἔλεγεν ὁ μακαρίτης Κουλουμβάκης. Ἐκτὸς ἐὰν μᾶς πείσετε τελικῶς, ὅτι τὴν κάθοδον τῶν Γερμανῶν πρὸς τὴν Μεσόγειον, προεκάλεσε μία ρωμαντικὴ διάθεσις, ἐμπνευσθεῖσα ἀπὸ τοὺς στίχους τοῦ Γκαῖτε: «Ξέρεις τὴ Χώρα ὅπου ἀνθεῖ ἡ λεμονέα;». Καὶ ἦλθον οἱ Γερμανοὶ ἐδῶ, διὰ νὰ δοκιμάσουν τὰ ἑσπεριδοειδῆ ποὺ ἔχομεν πρὸς ἐξαγωγήν. Ἐλπίζω δέ, νὰ μὴ βλέπετε καὶ τὸ Κυπριακὸν διὰ μέσου τῶν στίχων τοῦ Σαίξπηρ, ὁ ὁποῖος, εἰς μίαν τραγῳδίαν, τὴν ἔχει ὡς πλαίσιον, τὴν Κύπρον. Θὰ σᾶς συνιστοῦσα, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, μᾶλλον ὅταν χάσετε τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ διαβάσετε, πρὸς παρηγορίαν σας, τὸν «Χαμένον Παράδεισον» τοῦ Μίλτωνος. Ἀλλ’ ὅταν εἶσθε ὑπουργός, νὰ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὑπάρχουν τὰ γερμανικὰ συμφέροντα, ἔναντι τῶν ὁποίων νὰ ὑποστηρίξετε τὰ ἑλληνικά. Δὲν εἶναι ἡ πίστις πρὸς τὴν νέαν Γερμανίαν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ καὶ σᾶς καὶ κάθε χώρα πρὸς αὐτήν. Εἶναι αἱ νέαι διεθνεῖς συνθῆκαι. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι μέσα εἰς τὴν Γερμανίαν αὐτήν, ἡ εἰδυλλιακὴ ἀποναζιστικοποίησις δὲν ἔγινε. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερε προχθὲς ὁ κ. Πυρομάγλου. Θὰ ἀναφέρω δήλωσιν τοῦ Γερμανοῦ Καγκελλαρίου, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ οὗτος, εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς Βόννης, προχθές, 23ην τρέχοντος, καὶ ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς ἀνταπόκρισιν τῆς «Μὸντ» εἰς τὰς 24 τοῦ ἰδίου μηνὸς καὶ νὰ μὴ μοῦ εἴπητε, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπαρχιακῆς ἐφημερίδος, ἡ ὁποία γράφει φήμας τῶν τριόδων. Λέγει, λοιπόν, ἡ ἀνταπόκρισις: «Ὅλα τὰ κόμματα ὁμοφώνως ἐπεκρότησαν τὸν Καγκελλάριον Ἀντενάουερ, ὁ ὁποῖος κατεδίκασε τὰ ἐγκλήματα τοῦ παρελθόντος καὶ τοὺς συνειδητοὺς ἢ ἀσυνειδήτους ὑπερασπιστάς, τοὺς ὁποίους εὑρίσκουν ἀκόμη σήμερον ἐν τῷ προσώπῳ ὡρισμένων δικαστῶν καὶ ἐνόρκων, οἱ ὁποῖοι δεικνύουν μίαν ἐπιείκειαν, ἡ ὁποία φθάνει εἰς συνεργασίαν». Αὐτό, τὸ ὅτι ἠναγκάσθη ὁ ἴδιος ὁ Καγκελλάριος νὰ καταδικάσῃ αὐτὴν τὴν τακτικήν, προέρχεται ἀπὸ κατάθεσιν ἐπερωτήσεως τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, διότι πράγματι ἡ δημιουργηθεῖσα ἀτμόσφαιρα ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀναγκασθῇ τὸ Σοσιαλιστικὸν Κόμμα νὰ καταθέσῃ αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν, διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐπάνοδος εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὸ πνεῦμα καὶ εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν ἐπιείκειαν πρὸς τὸ παρελθόν, εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον δυσφημεῖ τὴν χώραν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Μὴ μοῦ εἴπητε, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὅτι ὁ Καγκελλάριος Ἀντενάουερ, ὡς Πρωθυπουργός, καταδικάζει τὰς κακὰς αὐτὰς ἐκδηλώσεις. Αὐτὸ εἶναι ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸ ἀναγνωρίζω. Ἀλλὰ δὲν σημαίνει τοῦτο, ὅτι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος ἀναγκάζεται νὰ καταδικάσῃ, δὲν εἶναι αὐτή, ἡ ὁποία περιγράφεται εἰς τὴν ἐπερώτησιν, ἔναντι τῆς ὁποίας ἀμύνεται. Καὶ δὲν ἀμύνεται, ὡς ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, δι’ ὕβρεων, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ κάμνῃ ὁ Γερμανὸς Καγκελλάριος ἔναντι τοῦ Γερμανικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἀμύνεται δι’ ἐξηγήσεων, ἔναντι τῶν ἐπερωτήσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ὀφείλει νὰ κάμνῃ κάθε Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα).
§68Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἱκανοποίησίν μου, διότι καὶ ἀπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Γερμανίας, ἐπικροτούμενος ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα, κατεδίκασε τὰς ἐξαιρέσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δείχνουν πνεῦμα ἐπιεικείας κατὰ τοῦ Ναζισμοῦ.
§69Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, λυποῦμαι πολύ. Θὰ ἤμην ὁ ἀδεξιώτερος τῶν ἀνθρώπων, ἐὰν πράγματι ἔφερα αὐτὴν τὴν συζήτησιν, χωρὶς νὰ προβλέπω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσητε αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν. Ὡμολογήσατε ὅμως, ὅτι εἶναι ἀπάντησις, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς καλόπιστον συζήτησιν, οἵαν τὴν κάμνω ἐγώ. Ἐπαναλαμβάνω, ἡ δήλωσις τοῦ Καγκελλαρίου, ὁ ὁποῖος ἐκφράζει τὴν ἐπίσημον Γερμανίαν, εἶναι ὑποχρεωτικὴ εἰς τὴν Βουλήν, ὅταν τοιαύτη ἐπερώτησις ὑποβάλλεται, ἡ κατάστασις ὅμως, ἡ περιγραφομένη, εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. Πυρομάγλου καὶ τὴν ὁποίαν διαψεύδετε, λέγοντες, ὅτι ἡ νέα Γερμανία, εἶναι ἡ Γερμανία τῶν φιλοσόφων καὶ τοῦ δικαίου. Δὲν πρόκειται περὶ ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, εἶναι, δυστυχῶς, πολὺ γενικωτέρα ἡ ἐπιείκεια καὶ ἡ ἀνοχὴ τῶν Ναζιστῶν. Ἔχει καταγγελθῆ διεθνῶς. Τί ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις; Δὲν ἠμπορεῖ, βεβαίως, νὰ ἐξαφανίσῃ ὅλους τοὺς ναζιστάς. Ἀλλά, ὅταν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν πλήρη καὶ σαφῆ εἰκόνα τῆς νέας Γερμανίας, καλὸν εἶναι, νὰ μὴ καταφεύγωμεν εἰς ὑπερβολὰς καὶ νὰ λέγωμεν, ὅταν παραδίδωμεν τοὺς ἐγκληματίας πολέμου εἰς τοὺς Γερμανούς, ὅτι ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι δὲν τοὺς ἀμνηστεύομεν. Εἶναι καλλίτερον νὰ εἴπωμεν εὐθαρσῶς, ὅτι τοὺς ἀμνηστεύομεν. Ἀλλά, πέραν τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν νέαν Γερμανίαν, εἶπε προχθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι «ἀκριβῶς, διότι τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο εἶναι θλιβερόν, εἶναι ἐπιζημία ἡ ἀνακίνησις διὰ τὰς σημερινὰς σχέσεις μας. Διότι ἡ ἀναδρομὴ καὶ ἡ ὑπενθύμισις τῆς θλιβερᾶς ἐκείνης περιόδου, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλῇ μίαν ψυχρότητα». Κύριοι, ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐδῶ ἡ θεωρία τῆς δηλητηριάσεως τῶν σχέσεώς μας μὲ τὰς ξένας χώρας, τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν καὶ προχθές, ὅταν ἀνεγνώσθη τὸ γνωστὸν μνημόνιον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ Κύπρου. Διότι καὶ τὸ Κυπριακόν, κατὰ τὸν συντάκτην του, δηλητηριάζει τὰς σχέσεις μας μὲ τοὺς Δυτικοὺς συμμάχους. Πράγματι, αἱ σχέσεις αὗται δηλητηριάζονται, ἀλλὰ οἱ ἔνοχοι τοῦ ἐγκλήματος τῆς φαρμακείας κατὰ τῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὰς Δυτικὰς Δυνάμεις, δὲν εἶναι βεβαίως οἱ Ἕλληνες, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἱκανοποιοῦν τὸ δίκαιον αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἐδῶ, ἐπιχειρεῖται, ἐκ προοιμίου, πρὶν ἀκόμη ἀποκατασταθοῦν αἱ σχέσεις μὲ τὴν Γερμανίαν, ἐπὶ ἑδραίας βάσεως, ἐπιχειρεῖται δηλητηρίασις τῶν σχέσεων αὐτῶν καὶ ἀπὸ ἄστοχα διαβήματα τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸ ἄστοχον νομοσχέδιον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν, ἐπανειλημμένως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ἀνέλαβε καμμίαν ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλλὰς ἔναντι τῶν Γερμανῶν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο δὲν συνδέεται μὲ τὰς συμφωνίας τῆς Βόννης. Τότε, ἰδοὺ ἡ Ρόδος, ἰδοὺ καὶ τὸ πήδημα. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, μετεχειρίσθητε τὰς ρηματικὰς διακοινώσεις τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, ὅπως εὐστόχως παρετήρησε προχθὲς ὁ κ. Μητσοτάκης, ἀλλὰ ἡμεῖς τὸν φάκελλον τῶν ἰδικῶν σας διαπραγματεύσεων, προκειμένου περὶ τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης, δὲν τὸν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ἑπομένως δὲν γνωρίζομεν ἂν ὑπάρχουν καὶ ρηματικαὶ διακοινώσεις. Καὶ ὅταν ἐγένετο συζήτησις τὸ 1951–1952 περὶ ἐγκληματιῶν πολέμου, οὐδεὶς ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ρηματικὰς ἐκείνας διακοινώσεις. Σήμερον τὰς ἀναφέρετε. Δὲν θὰ ἀναμείνωμεν ἐπὶ 4 ἔτη, διὰ νὰ μάθωμεν τὴν νέαν ἀλήθειαν, ἀλλὰ θὰ εἴπωμεν, ἵνα μὴ εἴπωμεν, ὅτι γνωρίζομεν, ὅτι ὑπάρχουν ρηματικαὶ διακοινώσεις, θὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐνεργεῖται ὡς ἐὰν ἡ ἀπαλλαγὴ ἢ ἡ ἀμνήστευσις τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου ἀποτελοῦν ὅρον τῆς συμφωνίας τῆς Βόννης. Τὸ εἰσάγετε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ μετὰ τὰς διαπραγματεύσεις, ἔγραψεν ὁ γερμανικὸς καὶ ἑλληνικὸς τύπος, ὅτι τὸ θέμα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου θὰ ρυθμισθῇ. Προχθὲς ποὺ ἠγόρευεν ὁ κ. Πυρομάγλου, ἀνέφερεν ἕνα ἄρθρον γερμανικῆς ἐφημερίδος. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἄρθρου ποὺ ἔχω εἰς χεῖρας μου, ἀλλὰ ὁ Ἑλληνικὸς τύπος ἀνέφερεν ἐν περιλήψει πολὺ περισσότερα. Πρόκειται περὶ τῆς ἐφημερίδος «ΤΑΓΚΕΣΠΙΓΚΕΛ», τῆς 11ης Νοεμβρίου 1958. Ἔχω τὴν μετάφρασιν. Ἀφοῦ ἐκθέτῃ ἐκτενῶς τί πηγαίνει νὰ κάμῃ εἰς Βόννην ὁ κ. Καραμανλῆς, λέγει εἰς τὸ τέλος: «Ἐλέχθη, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Καραμανλῆς, ἐν τῷ συμφέροντι τῶν Ἑλληνογερμανικῶν διαπραγματεύσεων, θὰ ἐπροτίμα τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχεῖαν παράδοσιν τοῦ Μέρτεν εἰς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην. Καὶ μόνον ὁ ἀντίκτυπος τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς καταστάσεως ἀνέβαλε μέχρι τοῦδε τὴν τοιαύτην παράδοσιν. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀνωτέρω καὶ ἀδιαφόρως τοῦ ἐὰν ὁ κ. Καραμανλῆς προσπαθῇ νὰ ἔχῃ ὡς «ἀτού», διὰ τὰς ἐν Βόννῃ διαπραγματεύσεις, τὴν περίπτωσιν Μέρτεν, ἡ κατάστασις τῆς ὁμηρίας πρέπει νὰ τελειώσῃ. Τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια, ἀπεφάνθησαν τελευταίως, ὅτι τὰ ἐγκλήματα αὐτὰ δὲν παρεγράφησαν εἰσέτι. Ἐάν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Καραμανλῆς χθές, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναγνωρίζῃ τὸν ρόλον τῆς Γερμανίας εἰς τὴν Εὐρωπαϊκὴν Κοινότητα, δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ διστάζων, διὰ τὴν ὑπαγωγὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ Μέρτεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Γερμανικῆς Δικαιοσύνης». Θὰ μοῦ πῆτε, κύριε ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίσημον τὸ δημοσίευμα αὐτό.
§70Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Διατί, κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ κρίνετε τὰς προθέσεις τοῦ κ. Καραμανλῆ, βασίζεσθε εἰς τὸ τί λέγει ἕνα ἄρθρον μιᾶς γερμανικῆς ἐφημερίδος καὶ δὲν βασίζεσθε εἰς τὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἐν τῇ πράξει ἠσκήθη εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν; Ἐπειδὴ δὲ ἐθίξατε καὶ ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον, ἴσως, νὰ δημιουργῇ πεπλανημένας ἐντυπώσεις εἰς ὅσους δὲν παρηκολούθησαν τὸ ζήτημα ἐκ τοῦ πλησίον, θὰ παρετήρουν, ὅτι ἀμφισβητεῖτε ἐὰν ὑπάρχῃ παραγραφή, λέγων πρὸ ὀλίγου, περίπου, ὅτι διὰ τὰ θέματα τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου δὲν ὑπάρχει παραγραφὴ ἐν Γερμανίᾳ. Ἀλλ’ αἱ ἐσωτερικαὶ νομοθεσίαι, ἔχουν παραγραφὴν καὶ δή, παραγραφὰς διαφόρους. Ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία, προβλέπει, κατὰ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον αὐτὴν τὴν στιγμήν, 10ετῆ παραγραφήν, ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀντιμωλίαν δίκας τῶν ἐρήμην δικασθέντων. Ἡ δὲ Ἑλληνικὴ νομοθεσία, προβλέπει 20ετῆ παραγραφήν. Ἡ Γερμανικὴ πιθανόν, νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν παραγράφονται.
§71Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ μὴ μετατοπισθῇ τὸ θέμα. Ἐὰν ἀνέφερα τὰ ἄρθρα τῶν ἐφημερίδων αὐτῶν — καὶ θὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας, ἴσως, ἰδιαιτέρως καὶ ἕνα ἄλλον ἄρθρον— θὰ σᾶς εἴπω διατί. Διότι πιστεύω, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν, ἡ πίεσις, ἡ ὁποία ἠσκήθη, ἔφθασε μέχρι βαθμοῦ ἀπαραδέκτου, ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῶν γερμανικῶν ἐφημερίδων. Διότι ὑπῆρξαν γερμανικαὶ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι μόλις συνελήφθη ὁ Μέρτεν, ἤρχισαν τὴν ἐκβιαστικὴν πολιτικὴν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἔγραφαν, οὕτως, ὅτι ὁ Μέρτεν ἦτο προσωπικὸς φίλος Ἕλληνος ὑπουργοῦ ἀπὸ τὸ 1942 καὶ ὅτι, ἐνῷ εἶχε κληθῆ τὴν παραμονὴν τῆς συλλήψεώς του εἰς ἕνα γκάρντεν πάρτυ, ἀπὸ ἕνα ὑπουργόν, τὴν ἑπομένην συνελήφθη. Ἐγὼ δὲν τὸ πιστεύω. Δὲν τὸ θεωρῶ ἀκριβές. Τὸ θεωρῶ ἐκβιαστικόν. Καὶ θεωρῶ, ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸ ἕνα μέρος τῶν πιέσεων, ποὺ ἤσκησεν ὁ γερμανικὸς τύπος ἕνα μέρος τῶν πιέσεων πού, μαζὺ μὲ τὰ ἐπίσημα διαβήματα, ὡδήγησαν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§72Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον θὰ μοῦ διαβάσητε «ἰδιαιτέρως»; Ἐγώ, ὅταν μοῦ τὸ διαβάσετε ἰδιαιτέρως, ἀφοῦ ἤδη ἔλαβα γνῶσιν δημοσίως, θὰ σᾶς δείξω ἰδιαιτέρως τὸν φάκελλον τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης.
§73Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν μοῦ χρειάζεται ὁ φάκελλος τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης. Λέγω, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ μετατοπισθῇ τὸ θέμα. Τὸ πρόβλημα εἶναι, ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἐνεργῇ, ὡς ἐάν, ἐν σχέσει μὲ τὰς συμφωνίας τῆς Βόννης, προῆλθεν εἰς συμφωνίαν ἢ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ ἀνέφερα τὸν γερμανικὸν τύπον, διὰ νὰ εἴπω ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν ὀργάνων τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Γερμανίας. Διότι ἐγώ, δὲν ἔχω κρυφὰ κείμενα. Ἔχω μόνον τὰ δημόσια κείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὸν συλλογισμόν μου. Πέραν τούτου, ὅταν ἐγὼ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἐὰν συνεφωνήθη ἢ ὄχι ἡ ἀπόλυσις τοῦ Μέρτεν, ἀπήντησεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ συζητηθῇ πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Καὶ τὴν ἑπομένην, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἀπήντησε διὰ δηλώσεων εἰς τὸν τύπον, ὅτι τὸ πρόβλημα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου θὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐντὸς τοῦ πνεύματος τῶν νέων σχέσεων μὲ τὴν Γερμανίαν. Ταῦτα ἐν συνεχείᾳ τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνεργεῖ, ὡς ἐὰν ὑπῆρξεν, ὄχι ὅρος τις συμφωνίας ἐγγράφου, ἀλλὰ ἀπαραίτητος προϋπόθεσις ἡ λύσις τοῦ θέματος τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου διὰ νὰ ὑπογραφῇ ἡ σύμβασις τῆς Βόννης. Ἐὰν ἐξ ἀδεξιότητος τὸ ἔπραξε, τόσον τὸ χειρότερον. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀδεξιότης. Πέραν τούτου, χθὲς ἠρωτήθημεν, διατὶ σκιαμαχοῦμεν. Μᾶς ἐλέχθη, ὅτι ὅλοι οἱ ἐγκληματίαι πολέμου εἶνε εἰς τὰς χεῖρας τῆς Γερμ. Δικαιοσύνης καὶ μόνον ἕνας εὑρίσκεται ἐδῶ. Καὶ αὐτὸν τὸν ἕνα τὸν ἐξῃρέσαμεν. Πιστεύομεν, ὅτι τοῦτο εἶναι οὐσιῶδες, καὶ εἶναι πράγματι οὐσιῶδες. Διατὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐξαίρεσιν αὐτήν; Ἀλλ’ ἐὰν οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα, τίς ἡ βία; Ἐφ’ ὅσον οἱ ἐγκληματίαι πολέμου εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τῶν Γερμανῶν καὶ ὄχι ἐδῶ, ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς πρόκειται νὰ πάθῃ, διατὶ κατεπειγόντως νὰ λυθῇ τὸ πρόβλημα αὐτό, ἀπὸ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς κινδυνεύει αὐτὴν τὴν στιγμήν;
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Τουρισμός.
§75Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸν τουρισμόν, κ. συνάδελφε.
§76Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἶναι ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσε καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης. Καὶ ἐπειδὴ σέβομαι τὴν καλήν σας πίστιν, ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ χθές, ὅτι δὲν χρειάζεται καθόλου ἡ ἀναζήτησις αὐτὴ μυστηριωδῶν αἰτίων καὶ μυστικῶν πιέσεων διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης. Ἡ κατάστασις εἶναι πάρα πολὺ ἁπλῆ. Εἰς ὅλας τὰς χώρας ἔχει σταματήσει ἡ δίωξις τῶν Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Εἴμεθα ἡ μόνη χώρα, οἱ ὁποῖοι τὴν διατηροῦμεν ἐνεργὸν καὶ λόγῳ αὐτοῦ ἀκριβῶς, μᾶς δημιουργοῦνται συνεχῶς ζητήματα, λόγῳ αὐτοῦ ἔχομεν δημιουργίαν ζητημάτων εἰς τὸν Γερμανικὸν τύπον, ὅπως ἀκριβῶς ἀνεφέρατε, δημιουργίαν ζητημάτων μὲ μίαν Κυβέρνησιν δημοκρατικήν, ἡ ὁποία εἰς ὅλα τὰ θέματα τὰ ἑλληνικά, λαμβάνει θέσιν ἐξυπηρετικὴν τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων. Καὶ δι’ αὐτὸ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ λήξῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Ὁποτεδήποτε θὰ ἤρχετο ἡ ὥρα αὐτή, θὰ ἐλέγατε: Διατὶ σπεύδομεν. Σπεύδομεν, διότι κάποτε πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ νὰ προσαρμοσθῇ εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἤσκησαν ὅλαι αἱ χῶραι, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καὶ αὐταὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς.
§77Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχουν μυστηριώδη αἴτια. Δι’ ἐμὲ εἶναι φανερά. Ἐγὼ δὲν δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔχω κρυφοὺς φακέλλους. Δικαιοῦμαι ὅμως νὰ παρακολουθῶ τὰ πράγματα. Ἐὰν ἡ σκιαμαχία γίνεται σήμερον, γίνεται ἐκ λάθους. Ὁ σκοπὸς δὲν ἦτο νὰ λήξῃ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς ἦτο νὰ παραδοθῇ ὁ Μέρτεν. Καθ’ ὁδὸν ὑπῆρξαν δυσχέρειαι εἰς τὴν παράδοσιν τοῦ Μέρτεν, λόγῳ ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης.
§78Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ περίπτωσις παραδόσεως ματαιωθείσης λόγῳ ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς γνώμης. Καθημερινῶς ὑπεβάλλετο ὑπὸ τῶν δημοσιογράφων τὸ ἐρώτημα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἐὰν θὰ παραδοθῇ ὁ Μέρτεν καὶ οὐδέποτε ἀφέθη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πρόκειται νὰ συμβῇ τοῦτο.
§79Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἀφέθη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι συνεζητεῖτο, εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους τοὐλάχιστον. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἰσραηλιτῶν, ἡ ὁποία ἐπεσκέφθη τὸν Ὑπουργὸν Δικαιοσύνης ἀφέθη ἡ ἐντύπωσις, ὅτι συνεζητεῖτο. Ἀλλὰ πέραν τούτου, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσα λέγω δὲν ἀφοροῦν τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τῶν Ἐξωτερικῶν. Θὰ σᾶς ἀφεώρα, ἐὰν πράγματι, συνεζητούσαμεν ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου ἐπὶ τῆς αἰτιολογηθείσης ἐκθέσεως. Δηλαδή, ἂν ἐπειδὴ παρῆλθε 14ετία καὶ ὑπῆρχον ἀρκετοὶ ὑπόδικοι ἢ κατάδικοι εἰς τὰς φυλακὰς, τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἐσκέπτετο νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα. Τότε θὰ σᾶς ἀφεώρα. Καὶ ὀρθῶς ἀνεγράψατε τὴν 14ετίαν καὶ ὑπενθυμίσατε, ὅτι εἰς τὸ Ποινικὸν Δίκαιον ἡ παρέλευσις τοῦ χρόνου παίζει μεγάλον ρόλον. Παίζει, πράγματι καὶ διὰ τὴν παραγραφὴν καὶ τὴν ἀμνηστίαν. Θὰ ἔλθῃ ὥρα ποὺ θὰ σᾶς τὰ ὑπενθυμίσω ὅλα αὐτά. Ἀλλὰ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν ἐμπορικὴν πολιτικήν. Καὶ λέγω. Ἀφοῦ ὁ Μέρτεν ἐξῃρέθη, διατὶ ἡ σπουδή; Προτείνετε διάταξιν ματαίαν. Τί κακὸν ὑπάρχει; Τὸ μόνον κακὸν εἰς τὴν σημερινὴν κατάστασιν εἶναι, ὅτι 1.000 Γερμανοὶ δὲν θὰ ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ τοὺς 1.000 αὐτοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν καταγγείλει δὲν φαντάζομαι νὰ τοὺς στείλουν ἐδῶ διὰ νὰ συσφίγξουν τὰς σχέσεις τῆς Γερμανίας μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν αὐτοὶ πρόκειται νὰ ἔλθουν ἐδῶ, ἔστω καὶ ἂν σεῖς τοὺς ἀμνηστεύσητε, πάλιν κακὴ πρᾶξις θὰ εἶναι ἐκ μέρους τῆς Γερμανίας, διότι καὶ ὁ ἀμνηστευθεὶς πρέπει νὰ προσέχῃ ποῦ πηγαίνει καὶ διατὶ πηγαίνει Κύριοι βουλευταί, ὑποθέτω, ὅτι τὸ θέμα ἔχει ἐξηγηθῆ πλήρως ἀπὸ τὴν ἄποψιν τῶν αἰτίων καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, δηλαδὴ τῶν νομοσχεδίων. Λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχει συζητήσει μὲ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Τὴν καλῶ νὰ συζητήσῃ τώρα ἐπὶ τῆς ἑξῆς βάσεως: Δυνάμεθα πρῶτον νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κατανοοῦμεν ἀπολύτως τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἤθελε νὰ λήξῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Γνωρίζομεν, ὅτι θὰ ἤθελεν ἐνδεχομένως νὰ μὴ γίνῃ οὔτε ἡ δίκη τοῦ Μέρτεν. Διότι, πράγματι ἡ συζήτησις περὶ ἐγκλημάτων πολέμου ὑπὸ Γερμανῶν προκαλεῖ δυσαρέστους ἐντυπώσεις ὄχι μόνον διὰ τὴν Ναζιστικὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ ἴσως διὰ τὴν Γερμανίαν γενικῶς. Ἀντιλαμβανόμεθα, δεύτερον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν καὶ Γερμανοὶ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὴν φυλακὴν ἢ γενικῶς δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι καταγγέλλονται ἐπὶ τόσα ἔτη καὶ ἐπέρασε 14ετία καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπαλλαγοῦν. Εἶναι ἀνθρώπινον αὐτό. Τὸ ἀντιλαμβανόμεθα καὶ σεβόμεθα. Ἀντιλαμβανόμεθα ἐπίσης, ὅτι ὄπισθεν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ὑπάρχει κυρίως ἡ ἐθνικὴ ὑπερηφάνεια τῶν Γερμανῶν, τὴν ὁποίαν τιμῶμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τιμήσωμεν τὴν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν παντὸς ἔθνους. Καὶ δὲν μοῦ χρειάζεται νὰ μάθω τί συνεζητήθη εἰς τὴν Βόννην διὰ νὰ τὴν γνωρίζω. Γνωρίζω, ὅτι τὸ 1947, ἐπῆγα εἰς τὴν πρώτην διάσκεψιν τῶν Σοσιαλιστικῶν Κομμάτων τῆς Εὐρώπης, ὅπου οἱ περισσότεροι ἦσαν ἐκπρόσωποι χωρῶν καθημαγμένων ἀπὸ τὰς ναζιστικὰς ἐπιδρομάς. Ἐπήγαμε διὰ νὰ συζητήσωμεν ἂν ἔπρεπε ἡ Γερμανικὴ Σοσιαλδημοκρατία νὰ μετάσχῃ τῆς Σοσιαλιστικῆς Διεθνοῦς ἀμέσως ἢ ἀργότερον. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ διάθεσίς μου ἦτο ὑπὲρ, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἓν ἱστορικὸν σοσιαλιστικὸν κόμμα νὰ μείνῃ ἔξω ἀπὸ τὴν οἰκογένειαν τῶν Σοσιαλιστικῶν Κομμάτων. Καὶ εἶδα ἐκεῖ μίαν φυσιογνωμίαν πράγματι ἀξίαν πάσης τιμῆς, τὸν Σουμάχερ, ὁ ὁποῖος ἦτο γνωστὸν πόσα ἔπαθεν ὁ ἴδιος ἀπὸ τοὺς Ναζί, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ἦτο εἰς στρατόπεδον συγκεντρώσεως. Ὡμίλησε περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς χωρὶς νὰ προφέρῃ οὐδεμίαν λέξιν εἴτε διὰ τοὺς Πολωνοὺς εἴτε διὰ τοὺς Ἕλληνας, θύματα τῶν ἐγκλημάτων τῶν Ναζί. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ συμπαθέστατος Γάλλος ἀντιπρόσωπος, ὁ Σολομὼν Γκρουμπάκ, Ἑβραῖος ὁ ἴδιος, μοῦ εἶπε: «Τί νὰ κάνωμε, πρέπει νὰ μποῦν οἱ Γερμανοὶ εἰς τὴν Διεθνῆ» Τοῦ ἀπήντησα: «Ἀγαπητὲ φίλε, θὰ ἤθελα πολὺ νὰ ψηφίσω ὑπέρ, ἀλλὰ θ’ ἀπόσχω, μετὰ τὸν λόγον τοῦ Σουμάχερ». «Τί νὰ σοῦ πῶ, φίλε μου, εἶπε ὁ Γκρουμπάκ, Γερμανὸς εἶναι καὶ αὐτός». Τιμῶμεν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν, ἀλλὰ πρέπει καὶ ἐκεῖνοι νὰ ἀντιληφθοῦν, ὅτι καὶ αἱ ἄλλαι χῶραι διαθέτουν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν. Καὶ ἡ ἐθνικὴ ὑπερηφάνεια διὰ τὰς μικρὰς αὐτὰς χώρας εἶναι ἀκριβώτερον περιουσιακὸν στοιχεῖον ἀπὸ ὅτι εἶναι διὰ τὰς μεγάλας Ἡ ἐθνικὴ ὑπερηφάνεια τῶν Γερμανῶν ἡ ὁποία ἔκαμνεν οὔτε τὸ 1919 οὔτε τώρα ν’ ἀνέχωνται νὰ δικάζωνται οἱ Γερμανοὶ πολῖται ἀπὸ ξένους, αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ὑπερηφάνεια διὰ τὰς μικρὰς αὐτὰς χώρας εἶναι ἀκριβότερον ὑποθέσεως. Νὰ τὴν σεβασθῶμεν, ἀλλὰ νὰ ἀπαντήσωμεν. Καλῶς ἢ κακῶς πρόκειται ἡ Γερμανικὴ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὰς Συμφωνίας τῆς Βόννης. Καλῶς ἢ κακῶς πρόκειται μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ δικασθῇ ἕνας Γερμανὸς ἐγκληματίας πολέμου ἐν Ἑλλάδι. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν ἐντύπωσιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη ν’ ἀνεχθῇ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἡ λύσις τοῦ προβλήματος αὐτοῦ τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ποὺ ἴσως εἶναι ὀρθή, ἀπετέλεσεν ὅρον τῆς Συμφωνίας τῆς Βόννης. Ὅτι ἡ λύσις δίδεται κατεπειγόντως ὀλίγας ἡμέρας πρὶν ἀρχίσῃ ἡ δίκη τοῦ Μέρτεν, διὰ νὰ διεξαχθῇ ἡ δίκη αὐτὴ ἐν μέσῳ τῆς ἀτμοσφαίρας, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ πιστεύει, ὅτι ἐτερματίσθη πλέον τὸ ζήτημα αὐτό.
§80Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Ἡ ἑρμηνεία ἡ ὁποία δίδεται ἀπὸ τοὺς πολεμίους τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ξένη πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκείνη εἶναι ποὺ δημιουργεῖ αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν, διότι τὸ νομοσχέδιον καὶ δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἀφορᾷ δὲν λέγει τίποτε ἄλλο παρὰ ὅτι ἀναστέλλεται ἡ δίωξις.
§81Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προχωρῶ. Καλῶς ἢ κακῶς ἀπὸ τὸ 1952 ἕως τὸ 1958 οὐδεμία ἔναρξις δίκης ἔγινεν εἰς τὴν Γερμανίαν παρὰ τὰς μηνύσεις ποὺ ὑπεβάλαμεν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ Νόμου 2058. Καλῶς ἢ κακῶς δύνασθε σεῖς νὰ κραυγάζετε, ὅτι λέγομεν ὅτι ἡ δίκη ἀναστέλλεται. Ἀλλὰ κατοικεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους καμμιὰ φορὰ ὀξυθύμους, καμμιὰ φορὰ ἀπὸ ἀφελεῖς, ἀλλὰ ὄχι ἠλιθίους καὶ γνωρίζει τί σημαίνει ἡ λέξις «ἀναστέλλεται». Σημαίνει ἀμνήστευσιν. Ἐφ’ ὅσον πάντα ταῦτα καλῶς ἢ κακῶς συμβαίνουν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ λύσῃ τὸ θέμα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου σήμερα. Θὰ τὸ λύσῃ ἀφοῦ ἐγκριθοῦν αἱ συμφωνίαι τῆς Βόννης ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσις Μέρτεν, ἀφοῦ δοθῇ ἔστω μία βεβαίωσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπὶ ὅλων τῶν μηνύσεων τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ἀρχίσει κἄποια διαδικασία. Καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ζητῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὰς σκέψεις αὐτάς, ζητῶ ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ζητῶ νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς φίλους μας Γερμανούς, ὅτι δι’ ὃν λόγον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀκριβῶς ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἀρνεῖται νὰ τὸ ψηφίσῃ. (Χειροκροτήματα).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ.
§83Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι σαφὲς ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία, ὡς αὐτὴν τὴν στιγμὴν διεξήχθη καὶ ἀπὸ ὅσα ἐξετέθησαν στοιχεῖα τόσον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀντιτιθεμένων πρὸς τὸ νομοσχέδιον βουλευτῶν, εἶναι προφανές, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ φέρει τρία χαρακτηριστικὰ καὶ γεννᾷ τρία ἐρωτήματα. Τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι, πρῶτον, ἓν εἶδος ἀτολμίας νὰ εἴπῃ τὸ πραγματικὸν ὄνομά του. Εἶναι μία ἀμνήστευσις, μία ἄφεσις ἁμαρτιῶν, εἶναι ἕνα σφουγγάρι ποὺ περνᾷ ἐπάνω ἀπὸ τὰς πράξεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτηρίσθησαν καὶ διώκονται, ὡς ἐγκλήματα πολέμου, χωρὶς νὰ τολμᾷ νὰ τὸ διακηρύξῃ. Καίτοι ἀνωμολογήθη ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τὴν ἰδίαν, καίτοι δὲν ἐδίστασαν εἰς τὰ ἐπιχειρήματά των καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀναγνωρίσουν, ὅτι τελικὴ ἐπιδίωξις καὶ τελικὸς σκοπὸς εἶναι αὐτός, ὑπάρχει τοῦτο τὸ ὑποκριτικὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον: Ὅτι λέγουν «ἀρξαμένης διώξεως ἀναστέλλεται ἄνευ ὅρου», καὶ ἑπομένως νομίζω, ὅτι παύει, διότι ἅπαξ ἀναστέλλεται ἄνευ ὅρου δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ, παύει ἡ καταδίκη, ἀρξαμένης διώξεως ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἐπικαλεῖται, βέβαια, μίαν 14ετίαν, ἡ ὁποία, ἀναγνωρίζω, ὅτι εἶναι σοβαρώτατος λόγος. Θὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτό. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐρεύνης ἄξιον, εἶναι: Ἡ 14ετία αὐτὴ ἐχρησιμοποιήθη, τάχα, διὰ νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς διώξεως ἑνός, ἔστω, ἐγκληματίου πολέμου εἰς τὴν Γερμανίαν ἕως τώρα; Ἑπομένως, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἡ δημοκρατικὴ τῶν φιλοσόφων δὲν εἶχε ποτὲ σπουδαίαν πρόθεσιν νὰ διώξῃ ἔστω καὶ ἕνα ἐκ τῶν αἱμοσταγῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Θὰ ἦτο πράγματι ἔνδειξις τῶν διαθέσεων τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν ἐὰν κατὰ τὴν διαρρεύσασαν 14ετίαν ἔστω καὶ εἷς ἐγκληματίας εἶχε διωχθῆ. Διὰ νὰ θολώσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ νερὰ ἢ μᾶλλον διὰ νὰ χρυσώσῃ τὸ χάπι ὑποδεικνύομεν ἤδη εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν νὰ διώξῃ ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς τοὺς ἐγκληματίας πολέμου δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου διὰ νὰ παύσῃ ἡ ἐδῶ δίωξίς των. Τοῦτο σημαίνει εἰς τὴν πραγματικότητα πλήρη ἀμνήστευσιν ὅλων τῶν πράξεων. Διατὶ ὅμως αὐτὸ νὰ μὴ τὸ εἴπωμεν καθαρά; Διατὶ νὰ μὴ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουν σοβαροὶ λόγοι νὰ παραιτηθῶμεν πάσης διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Διατὶ νὰ φοβώμεθα νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν; Διατὶ νὰ ὑποκρινώμεθα; Χαρακτηριστικὸν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἐνδοτικότης τῆς Κυβερνήσεως ἔναντι πάσης σχέσεως τοῦ Δυτικοῦ κόσμου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἡ παράταξις ἡμῶν ἀπὸ διετίας ἐπεσήμανε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν δεινῶν ποὺ θὰ ἐπέλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Κοινῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς καὶ ἐκ τῆς εἰσόδου τῆς χώρας μας εἰς αὐτήν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη ποὺ ἠδιαφόρησε διὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἐφ’ ὅσον μοναδικὸν γνώμονα τῆς πολιτικῆς της ἔχει τὴν πρόσδεσιν τῆς χώρας καὶ τὴν ὑποτέλειαν αὐτῆς εἰς τὸ Δυτικὸν στρατόπεδον καὶ μόνον χθὲς ἀκόμη ἦλθεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ δρᾶμα τῶν παραγωγῶν ἑνὸς εἴδους σπουδαιοτάτου τῶν ἑσπεριδοειδῶν καὶ εἴπομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ἔχετε ἀνοικτὴν τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ εἰσάγωνται παντὸς εἴδους ἐμπορεύματα ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀγοράζουν Ἑλληνικὰ ἐμπορεύματα. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ σώσῃ τὰ Ἑλληνικὰ ἐμπορεύματα καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ διμερεῖς συμφωνίας μὲ ὅλας τὰς χώρας ἤτοι νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ εἰσάγωνται ἐμπορεύματα ἀπὸ χώρας ποὺ δὲν εἰσάγουν Ἑλληνικὰ προϊόντα. Βεβαίως ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς λέγει μᾶς δίδουν 47 ἑκ. δολλάρια ὑπὸ τοὺς βαρυτάτους ὅρους τῆς Βόννης βάσει τῶν συμφωνιῶν αὐτῆς. Σᾶς λέγω ὅμως, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἡ Γερμανία μᾶς πουλᾷ 80 ἑκ. δολλάρια καὶ ἀγοράζει ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα μόνον 40 ἑκ. δολλ. Ἐὰν ἐκάμναμεν διμερῆ συμφωνίαν μὲ τὴν Γερμανίαν κάθε 13 μῆνες θὰ εἰσπράτταμε 80 ἑκατομμύρια καὶ αὐτὰ ὄχι ὡς δάνειον ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐξαγωγὴν Ἑλληνικῶν προϊόντων καὶ αὐτὸ θὰ ἐγίνετο ὄχι ἅπαξ ἀλλὰ κατ’ ἔτος. Ἔναντι ὅμως αὐτῆς τῆς ὀρθῆς ὁδοῦ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προτιμᾷ τὸν δρόμον τῆς ὑποτελείας πρὸς τὸν Δυτικὸν κόσμον.
§84Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, κάμνετε μίαν ἁπλοποίησιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν κατάρτισίν σας καὶ τὴν γενικήν σας μόρφωσιν. Ἴσως γνωρίζετε, ὅτι μὲ ἄλλας χώρας τὸ ἰσοζύγιόν μας εἶναι περισσότερον παθητικόν, φθάνει 1 πρὸς 6. Μὲ τὴν Γερμανίαν ἔχομεν καλὸν ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἄποψίν σας θὰ σκιαμαχήσωμεν.
§85Η. ΗΛΙΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, ὅταν ἐγὼ δὲν ἤμην βουλευτής, διεχειρίσθη οἰκονομικὰ Ὑπουργεῖα πλὴν ὅμως ἤδη λόγῳ τῶν πολλαπλῶν ἀσχολιῶν του εἰς τὸν τομέα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς μόλις προχθὲς φαίνεται, ὅτι ἀντελήφθη τὸ οἰκονομικὸν δρᾶμα τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Κοινῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἀγορᾶς. Εἶναι πρὸς τιμήν του, ὅτι ἐδήλωσεν, ὅτι πράγματι διὰ τὴν Ἑλλάδα εἶναι συμφορὰ ἡ κοινὴ ἀγορά. Ἡμεῖς ἀπὸ τὸ 1956 ἐπεσημάναμεν τὸν κίνδυνον τοῦτον. Τὸ ἐπεσήμανεν ἰδιαιτέρως ὁ ἀείμνηστος Καρτάλης καὶ ὁ καθηγητὴς Στεφανίδης. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριε ὑπουργέ, ὅτι ἔλλειμμα δὲν ἔχομεν παρὰ μὲ τὰς χώρας τῆς Δύσεως, τὰς ὁποίας ἀφίνομεν νὰ εἰσαγάγουν, ὅ,τι θέλουν χωρὶς νὰ ἀγοράζουν Ἑλληνικὰ προϊόντα. Δὲν ἀναφέρω τὰς Ἀνατολικὰς χώρας διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ. Σᾶς ἐρωτῶ μὲ τὴν Ἱσπανίαν, τὴν Φινλανδίαν, τὴν Γιουγκοσλαυΐαν ἔχομεν ἔλλειμμα; Ὄχι, ἀντιθέτως αἱ ἐξαγωγαί μας αὐξάνονται διαρκῶς, διότι αὐταὶ αἱ χῶραι ἀγοράζουν Ἑλληνικὰ ἐμπορεύματα διὰ νὰ τοποθετοῦν τὰ ἰδικά τους. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δεχθῆ τὴν ὑποτέλειαν εἰς τὸν Δυτικὸν κόσμον καὶ ἔχει ἀνοίξει διάπλατα τὰς θύρας, ὥστε αἱ χῶραι αὐταὶ νὰ εἰσάγουν ὅ,τι θέλουν χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ παίρνουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἰσάξια ἐμπορεύματα. Καὶ ὅταν σήμερον ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις μᾶς ὀφείλῃ 6 ἑκατομ. δολλάρια, διατί; Διότι δὲν ἔχει νὰ μᾶς πληρώσῃ; Διότι δὲν ἔχει εἴδη τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ μᾶς παράσχουν πολὺ εὐθηνότερον, ἀπὸ ὅ,τι μᾶς τὰ παρέχουν οἱ δυτικοί; Ὄχι. Διότι δὲν θέλομεν. Διότι κάμνομε διὰ χρημάτων, διὰ φορολογίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διϋλιστήρια, διὰ νὰ τὰ δίδωμεν εἰς τὴν μονοπωλήσασαν ἀνὰ τὴν ὑφήλιον, τὰ πετρέλαια, Ἑταιρείαν Σόκονυ, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ εἰσαχθοῦν πετρέλαια ἐκεῖθεν. Δὲν ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ἀλλὰ θέλω μόνον νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι ὅταν μᾶς λέγουν, ὅτι ἡμεῖς εἰς κἄθε μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐβελτίωνε τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας μας εἴμεθα ἀδιάφοροι, πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικοί, διότι ἀποδεικνύομεν, ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων στοιχείων καὶ ὄχι δι’ ἀορίστου προπαγανδιστικοῦ συστήματος, ἐπὶ τῇ βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, ἀποδεικνύομεν, ὅτι ἡμεῖς ἐπεσύραμεν τὴν προσοχήν, ἀπὸ διετίας καὶ ἀπὸ τριετίας ἐφωνάξαμεν, ἀλλὰ ἐν ὀνόματι τῆς μὴ διαταράξεως τῆς μετὰ τῶν Δυτικῶν συμμαχίας, ἡ ὁποία μόνον βρόγχος εἰς τὸν λαιμόν μας εἶναι. Ἡ Κυβέρνησις ὅλα αὐτὰ τὰ παρέλειψεν.
§86Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὑποχρεοῦμαι νὰ προβῶ εἰς μίαν ἀκόμη διακοπήν, διότι ἐκάματε εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐγκληματιῶν πολέμου, μίαν ὁλόκληρον ἀγόρευσιν οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Δὲν αἰσθάνομαι, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὴν ἀπίστευτον ἁπλούστευσιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐκάματε νὰ τὴν παρακολουθήσω πλήρως. Ἀλλὰ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὅτι δύο σημεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων προσεπαθήσατε νὰ δημιουργήσετε ἐντυπώσεις, ὡμιλήσατε ἐντελῶς ἔξω τῆς πραγματικότητος. Ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἡ κοινὴ ἀγορὰ θὰ εἶναι συμφορὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Οὐδεὶς ὀξύτερον καὶ περισσότερον ἐμοῦ ἐπολέμησεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ κοινὴ ἀγορά, ἔναντι ὄχι μόνον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι ἔχω σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὑπάρχει ἐπαρκὴς κατανόησις ὥστε ἡ κοινὴ ἀγορὰ νὰ ἀποβῇ ἐπωφελὴς δι’ ὅλας τὰς χώρας τῆς Εὐρώπης. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω τί θὰ γίνῃ, ἀλλὰ μεταδίδω εἰς τὸ Σῶμα, ἐπειδὴ ὡμιλήσατε περὶ συμφορᾶς, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ κοινὴ ἀγορὰ θὰ εἶναι τελικῶς, ἐπαναλαμβάνω, τελικῶς, ἕνα ὄργανον ἑνώσεως οἰκονομικῆς τῆς Εὐρώπης καὶ ἀνόδου τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου ὅλων τῶν λαῶν της. Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο σημεῖον, τὸ ὁποῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θίξω, διότι ὁ κ. συνάδελφος οὔτε ὀλίγον οὔτε πολὺ μᾶς παρουσίασεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία κατὰ κἄποιον τρόπον καταρρέει λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς αὐτὸ ἀπαντοῦν οἱ ἀριθμοί, ἀπαντᾷ ἡ σταθερότης, ἀπαντᾷ ἡ σύγκρισις μὲ τὰς ἄλλας χώρας, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδεμία ἐκ τῶν οἰκονομιῶν δύναται νὰ θεωρηθῇ σταθερωτέρα, ἰσχυροτέρα καὶ πλέον προοδευτικὴ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικήν. Ἐνώπιον αὐτῶν τῶν συγκεκριμένων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζονται ἀπὸ ὅλους τοὺς λοιποὺς πολιτικοὺς καὶ ἐμπειρογνώμονας, αἱ ἀκροβασίαι περὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τοῦ κ. συναδέλφου, εὑρίσκουν τὴν καλλιτέραν ἀπάντησιν.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἰσοζύγιον πληρωμῶν;
§88Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Τὸ ἰσοζύγιον πληρωμῶν, εἶναι τοιοῦτον ὥστε ἡ δραχμὴ νὰ εἶναι ἐκ τῶν σταθερωτέρων νομισμάτων τῆς Εὐρώπης.
§89Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ χρήσιμον νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐλαιοπαραγωγούς, εἰς τοὺς καπνοπαραγωγούς καὶ εἰς τοὺς πορτοκαλοπαραγωγούς, ἐὰν μᾶς ἀφίνῃ τὸ ἀστυνομικὸν Κράτος, νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ εἶσθε εὐτυχεῖς, διότι ἐὰν κἄποτε ὁ εἷς ἐκέρδιζε 10 χιλ. καὶ οἱ ἄλλοι δύο ἐκέρδιζον ἀπὸ 1.000 καὶ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἦτο 12 χιλ., σήμερον ὁ εἷς κερδίζει 20 χιλ. καὶ οἱ ἄλλοι κερδίζουν 2 χιλ. καὶ τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα εἶναι 216 χιλ. Αὐτὸ δὲν εἶναι βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ εἶναι βελτίωσις τῶν συνθηκῶν ἐκμεταλλεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ μίαν ὀλιγαρχίαν οἰκονομικήν. Τὸ τρίτον χαρακτηριστικὸν τοῦ νομοσχεδίου, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἶναι τοῦτο, ὅτι ἀποπνέει τὸ πνεῦμα τῆς συναλλαγῆς, τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνταλλάγματος. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τί συνέβη εἰς τὴν Νορβηγίαν, τί συνέβη εἰς τὴν Γαλλίαν, ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω θλιβεροὺς παραλληλισμούς, δὲν θέλω, ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν Νορβηγίαν νὰ ὑπενθυμίσω πῶς οἱ Γερμανοὶ ἐγκληματίαι πολέμου ἔδωσαν λόγον τῶν πράξεών των καὶ πῶς ὁ συνεργάτης των Κουΐσλιγκ ἔδωσε τὸν λόγον τῶν πράξεών των καὶ ἀπηγχονίσθη. Δὲν θέλω νὰ ὑπενθυμίσω πόσοι ἔδωσαν λόγον τῶν πράξεών των εἰς τὸ Βέλγιον, εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Ὁλλανδίαν. Ὑπογραμμίζω μόνον τοῦτο, ὅτι οἱαδήποτε μέτρα —καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατόν, ὅτι πάντοτε ὑπάρχει περίπτωσις, ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς παρόδου τοῦ χρόνου ὅλα νὰ ἀμβλύνωνται— οἱαδήποτε μέτρα καὶ ἂν ἐλήφθησαν ἀπὸ τὰ κυρίαρχα κράτη, ἐλήφθησαν ὡς ἄσκησις τῆς πολιτικῆς αὐτῶν καὶ ὄχι κατόπιν οἰκονομικῶν συμφωνιῶν, ὡς ἐγένετο ἐν προκειμένῳ, ὅπου, μετὰ τὴν ἐπάνοδον ἐκ Βόννης τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδηλώθη, ὅτι θὰ τερματισθῇ τέλος πάντων αὐτὸ τὸ ζήτημα. Αὐτὰ εἶναι τὰ τρία χαρακτηριστικὰ τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι συνάδελφοι, πέραν αὐτοῦ, τὸ νομοσχέδιον μοῦ γεννᾷ τρία ἐρωτηματικά. Τὸ πρῶτον ἐρωτηματικὸν εἶναι, ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον. Ἐνῷ ἀποβλέπει εἰς ἀμνήστευσιν, οὐσιαστικῶς, καθιερώνει μίαν ἑτεροδικίαν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς αὐτὸν τὸν τόπον παρεβίασαν τὸν Διεθνῆ Νόμον τοῦ Πολέμου καὶ ἐγκλημάτησαν, πρέπει νὰ δικασθοῦν ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῆς Πατρίδος των.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀναδρομικὴν ἑτεροδικίαν.
§91Η. ΗΛΙΟΥ. Δικονομικὸς νόμος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀναδρομικῶς. Νομίζω, ὅτι ἡ καθιερωθεῖσα ἀρχή, ὅτι οἱ ἐγκληματίαι πολέμου θὰ δώσουν λόγον τῶν πράξεών των, ἐκεῖ ὅπου ἐγκλημάτησαν, δὲν εἶναι ἀρχὴ ἁπλῶς παραδειγματισμοῦ καὶ ἀρχὴ ἱκανοποιήσεως καὶ κορεσμοῦ τυχὸν πάθους, ἀλλὰ εἶναι ἡ μόνη παρέχουσα τὸ ἐνδεχόμενον νὰ προβληθοῦν αἱ τυχὸν πολιτικαὶ ἀποζημιώσεις πρὸς ἱκανοποίησιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ σοβαρῶς, ὅτι δύναται νὰ διεξαχθῇ δίκη ἐγκληματίου πολέμου ἐν Γερμανίᾳ, μεταφερομένων εἰς Βόννην, ἢ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἄλλο μέρος τῆς Γερμανίαν τῶν μαρτύρων καὶ τῶν κληρονόμων καὶ τῶν ὀρφανῶν καὶ τῶν χηρῶν. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν γίνονται. Ἀλλὰ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὅταν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1955 ἐσχηματίσθη ἡ πρώτη Κυβέρνησις Καραμανλῆ ὡς πρῶτον ἔργον, τὸ ὁποῖον προέβαλεν, ἔργον χειραφετήσεως, ἀπὸ ὑπερβολικὴν ἐξάρτησιν, ἦτο, ὅτι ἐπέτυχε τὴν κατάργησιν τῆς ἑτεροδικίας καὶ βεβαίως, ἤλθατε καὶ πέρυσιν ἐνώπιον τῆς προηγουμένης Βουλῆς, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς καὶ ὁ τότε συνάδελφός σας ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἡ σύμβασις ἐκείνη ἡ λεγομένη περὶ καταργήσεως τῆς ἑτεροδικίας αἴρει αὐτὸ τὸ στίγμα τὸ μειῶνον τὴν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν. Ἀπεδείχθη, ὅμως, ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι δὲν συνέβη τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Διότι, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ μὲν Γερμανία νὰ ἔχῃ τὴν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν νὰ λέγῃ, ὅτι αὐτὴ θὰ τοὺς διώξῃ, ἐνῷ πράγματι, δὲν ἐπεχείρησεν ἐπὶ 14 ἔτη νὰ τοὺς διώξῃ καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ὑπερηφάνειαν αὐτὴν καὶ νὰ χαρακτηρισθῶμεν ὡς μειωμένης ἐθνικῆς ὑπερηφανείας. Τὸ δεύτερον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μοῦ γεννᾷ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, εἶναι, ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα, ποία ἡ πολιτικὴ ἰδέα, ποὺ διέπει τὸ νομοθέτημα αὐτό; Τάχα ἡ λήθη; Κύριοι συνάδελφοι, βέβαια, ἀρχίζει ἡ παρέλευσις 14ετίας «...... (ἀναγινώσκει) ......». Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ παρέλευσις 14ετίας δημιουργεῖ κατάστασιν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐναποδείκτου τῶν ἐγκλημάτων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κοινοῦ δικαίου, ὡς πρὸς τὴν συνέχισιν τῆς διεξαγωγῆς τῆς δίκης. Ἀλλ’ ὅταν θὰ δεθῇ, ὁ τόμος τῶν πρακτικῶν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι δύο συναπτὰ φύλλα, εἶναι τῆς συνεδριάσεως τῆς Παρασκευῆς καὶ τῆς συνεδριάσεως τῆς Δευτέρας. Εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Παρασκευῆς, λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔχει παρὰ νὰ ὑπενθυμίζῃ τὸ κακὸ παρελθόν, δὲν ἔχει παρὰ νὰ ὑποδαυλίζῃ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος μισαλλοδοξίαν, φανατισμόν, μὴ ἔχουσα τίποτε τὸ νεώτερον νὰ προσθέσῃ, τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογῇ τὸ καθεστὼς τὸ διατηρηθὲν μετεκλογικῶς, τοῦ ὁποίου ἀπολογητὴς χθὲς ὑπῆρξεν ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως. Ἐδῶ, λέγει, ὅτι ἀποφεύγεται ἡ κατ’ ἐξακολούθησιν ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθόν. Ἑπομένως, δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς λήθης αὐτό, τὸ ὁποῖον ὑποκριτικὰ ἐμφανίζεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἰδίαν τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ τοῦ σχεδίου Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ληστρικὴ ἐπίθεσις τῶν δύο δυνάμεων τοῦ ἄξονος καὶ τῶν συμμάχων του ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ ἰδίως ἡ παρ’ αὐτῶν παράβασις τῶν νόμων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, τῶν νόμων τοῦ πολέμου καὶ τῆς εἰρήνης, ἡ ἐκτέλεσις πράξεων μὴ ἐπιτρεπομένων ἀπὸ τὸ διεθνὲς δίκαιον, ἡ ἀντίστασις τοῦ λαοῦ καὶ ἡ συνεργασία ἐλαχίστων, ἐδημιούργησαν τὸ κλῖμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγεννήθη ἡ μεταγενεστέρα ἀνωμαλία. Ἔχομεν, λοιπόν, μίαν μονόπλευρον ἀντίληψιν, χορηγοῦσαν τὴν λήθην καὶ τὸ εὐεργέτημα τῆς παρόδου τῆς 14ετίας εἰς τοὺς θύτας καὶ διατηροῦσα εἰς τὴν φυλακὴν τοὺς ἀγωνιστὰς ἐναντίον τοῦ κατακτητοῦ. Μάλιστα, ἐλέχθη, καὶ κἄτι ἀπαράδεκτον ἀπὸ τὸν κ. Εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα τρόπον νὰ μείνῃ ἄνευ ἀπαντήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅτι διὰ τὰς σφαγὰς τῶν Καλαβρύτων ὑπεύθυνος ὑπῆρξεν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντίστασις. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδάσκεται ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό, ὅτι λαοὶ ὑποδουλωμένοι, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξεγείρωνται κατὰ τοῦ ὑποδουλώσαντος αὐτοὺς κατακτητοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι εἶναι κακὸς ὁ ἀγὼν διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ νὰ δικαιολογῆται ὡς παράβασις τῶν διεθνῶν νόμων, διὰ νὰ καταστέλλεται μία ἐξέγερσις. Καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ πάλιν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐνοχλεῖ, λόγῳ τοποθετήσεώς του, τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργόν, ποὺ μοῦ κάμνει τὴν τιμὴν νὰ παρακολουθῇ τὴν ὁμιλίαν μου, θὰ ὑπενθυμίσω τὴν γνωστὴν φράσιν τοῦ Τσῶρτσιλ, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει πρωταρχικὸν δίκαιον νὰ παλεύῃ καὶ νὰ ἐπιτίθεται διὰ νὰ προασπίζῃ ἢ διεκδικῇ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Πατρίδος, τὸ Διεθνὲς Δίκαιον. Ἔχω ἐδῶ τὸ βιβλίον τοῦ Λόρδου Ράσσελ, ἀπὸ τὴν δίκην τοῦ Ντύσσελντορφ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ λέγει: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Καὶ ἤδη, ἀπὸ τὸν 17ον αἰῶνα, ὁ ἱδρυτὴς τοῦ δικαίου τοῦ πολέμου, ὁ νομομαθὴς Γκρόκες, εἰς τὸ βιβλίον του ........ λέγει «οἱ ὅμηροι δὲν πρέπει... «...... (ἀναγινώσκει) ......». Τοῦτ’ αὐτὸ καθιερώθη καὶ μὲ τὸ ἄρθρον 50 τῆς Συμβάσεως τῆς Χάγης, ὅπου ἀναφέρεται: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἑπομένως, κύριοι Βουλευταί, εἶναι κἄτι ἀπαράδεκτον καὶ ἀπαράδεκτον τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον θὰ ἦτο ἕνα εὐπρόσδεκτον ἐπιχείρημα —δὲν ξεύρω ἐὰν αὐτὸ σκοπῆται— θὰ ἦτο ἕνα εὐπρόσδεκτον ἐπιχείρημα τῶν Ἄγγλων διὰ τοὺς βανδαλισμοὺς εἰς τὴν Κύπρον καὶ τῆς Τουρκίας τοῦ Μεντερὲς διὰ τὰς σκηνὰς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι δικαιολογημένοι ὑπῆρξαν, διότι ὑπῆρξαν μερικοί, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον ἀντίστασιν. Ἀλλὰ τὸ πρόσχημα εἶναι, ὅτι θὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς διώξεως ἐν Γερμανίᾳ. Ἡ ἰδία ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις λέγει «ἡ ἐξομάλυνσις τῶν σχέσεων τῆς Ὁμοσπόνδου Δυτικῆς Γερμανίας εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει νὰ χαρίσωμεν τὴν τιμωρίαν τῶν ἐγκληματιῶν τοῦ πολέμου». Καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἶπεν «ἡ ἀνάγκη ἐξομαλύνσεως τῶν σχέσεών μας μὲ τὴν τόσον ἐχθρικὴν χώραν»... Αὐτὰ μαρτυροῦν, ὅτι ἡ Δημοκρατικὴ Κυβέρνησις Ἀντενάουερ, θεωρεῖ, ὅτι δυσχεραίνεται αὐτὴ ἡ ἐξομάλυνσις τῶν σχέσεων ἀπὸ τὴν δίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου καὶ νομίζει, ὅτι ἡ ἀπαλλαγή των εἶναι προϋπόθεσις τῆς ἐξομαλύνσεως. Ἀλλὰ ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι νοητὴ καμμία ἐξομάλυνσις σχέσεων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς Βόννης αἰσθάνεται ἑαυτὴν ἀλληλέγγυον πρὸς τοὺς ἐγκληματίας πολέμου, θὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις τῶν Δημοκρατῶν καὶ τῶν Φιλοσόφων, ἐκτὸς ἐὰν εἶναι τῶν φιλοσόφων τύπου Ρόζεμπεργκ, ἢ Σπέγκλερ, τοῦ ὁποίου τὰ διδάγματα ἐπανέφερε χθὲς βράδυ καὶ ἐνεφάνισεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως. Αὐτὰ καὶ μόνον θὰ ἀπετέλουν μίαν σαφὴν ἔνδειξιν, ὅτι ἡ Γερμανία, οὔτε τῶν κοσμοκρατορικῶν ἐπιδιώξεών της παρῃτήθη, οὔτε τῶν ἀπανθρώπων καὶ τῶν ἀποδοκιμαζομένων μέσων θέλει νὰ παραιτηθῇ, προστατεύει δὲ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τοὺς ἐγκληματίας πολέμου. Αὐτὸ ὅμως πείθει, ὅτι εἶναι ὑπὸ ἐκκόλαψιν μία ἐπιθετικὴ δύναμις, ἡ ὁποία δύο φορὰς προεκάλεσεν, μέσα εἰς τὴν γενεάν μας δύο παγκοσμίους πολέμους. Θὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν, μήπως διὰ τῆς θεσπίσεως αὐτῶν τῶν νόμων, τὴν ἐνθαρρύνωμεν καὶ δημιουργηθῇ ἔθιμον, διότι ἡ οὐσία εἶναι αὐτή. Ἐὰν δηλ. διὰ τῆς πράξεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δημιουργῆται ἕνα ἔθιμον δίκαιον, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὀργιάζῃ κανεὶς καὶ κατόπιν ἐν ὀνόματι τῶν 47 ἑκατομ. δολλαρίων, τὰ ὁποῖα μᾶς δίδουν ὡς δάνειον, διότι αὐτὰ ἐνεφάνισεν ὁ κ. ὑπουργός... Ἔρχομαι τώρα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, πῶς ἐψήφισεν ἡ Δυτικὴν Γερμανία εἰς τὸν ΟΗΕ, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ Κυπριακὸν θέμα.
§92Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἴπατε πρίν, ὅτι αἱ οἰκονομικαί σας ἀντιλήψεις εἶναι κατώτεραι τῆς κρίσεώς σας. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ τώρα, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον μόλις πρὸ ὀλίγου εἴπατε εἶναι κατώτερον τῆς μορφώσεως καὶ τῆς προσοχῆς μὲ τὴν ὁποίαν παρακολουθεῖτε τὰ θέματα. Ἡ Γερμανία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσῃ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, διότι δὲν εἶναι ἀκόμη πλήρως μέλος αὐτῶν.
§93ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ ΝΑΤΟ;
§94Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ ΝΑΤΟ ἡ Γερμανία ἐπέδειξε πάντοτε συμπάθειαν διὰ τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν.
§95ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Τί ἐψήφισε;
§96Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει ψηφοφορία εἰς τὸ ΝΑΤΟ, κύριοι. Δὲν ἀρνοῦμαι ποσῶς, ὅτι ἐπιθυμεῖτε νὰ παρουσιάσετε τὴν Γερμανίαν ὑπὸ ἕνα ἐντελῶς ἄλλο φῶς ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὴν φωτίζει, ὅτι ἐπιθυμεῖτε ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἔχῃ καλὰς σχέσεις μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν. Αὐτὸ εἶναι ἐντὸς τῆς πολιτικῆς σας. Εἶσθε συνεπεῖς καὶ χρησιμοποιεῖτε ὅλα τὰ δυνατὰ ἐπιχειρήματα πρὸς τοῦτο.
§97Η. ΗΛΙΟΥ. Ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, νομίζομεν, ὅτι πραγματικῶς εἶναι δυνατὸν μὲ ὅλους τοὺς λαοὺς νὰ ὑπάρχῃ φιλία καὶ θέλομεν νὰ ὑπενθυμίσωμεν καὶ τοῦτο. Ὅτι ὅταν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, μίαν ἡμέραν ἀπαγχονισμῶν ἐν Κύπρῳ, εὑρέθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τουρίσται ξανθοί, οἱ ἐξ αὐτῶν Γερμανοὶ ἔβαλαν εἰς τὸ χέρι τους ἕνα περιβραχιόνιον μὲ τὴν ἐπιγραφήν: Εἶμαι Γερμανός, μὴ μὲ πειράζετε. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀποδίδει συλλογικὴν εὐθύνην, εἰς ὅλους τοὺς Γερμανούς, διότι ὑπῆρξαν Γερμανοὶ ἐγκληματίαι πολέμου, δὲν ἔχει τὴν νοοτροπίαν ἐγκληματιῶν πολέμου, νοοτροπίαν ἐχθρότητος πρὸς ὁλόκληρον τὸν Γερμανικὸν λαόν. Αὐτὸ τὸ ἐξήραμεν ἔκτοτε. Ἐὰν τονίζωμεν, σήμερον, ὅτι εἶναι ἐθνικῶς ἀπαράδεκτος ἡ ὑπὸ μορφὴν συναλλαγῆς ὑποχώρησις εἰς ἀξίωσιν διατυπουμένην ἐν ὀνόματι ἀλληλεγγύης μιᾶς Κυβερνήσεως πρὸς ἐγκληματίας πολέμου, δὲν νομίζομεν, ὅτι στρεφόμεθα ἐναντίον τῆς φιλίας μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, ἀλλὰ ἀκριβῶς θέτομεν τὰ θεμέλια, τὰ σταθερὰ θεμέλια ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἑδράζεται ἡ φιλία τῶν λαῶν, μία φιλία ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἐὰν ἡ Γερμανία αἰσθάνεται ἑαυτὴν, ὅτι εἶναι ἀλληλέγγυος μὲ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου καὶ αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ δικάσῃ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου, ἄλλως τὸ θεωρεῖ ὡς ἐχθρικὴν πρᾶξιν καὶ ὡς πρᾶξιν παρεμποδίζουσαν τὴν ἐξομάλυνσιν τῶν σχέσεων. Πρὶν προχωρήσω εἰς τὸ τρίτον καὶ τελευταῖον ἐρώτημα ἤθελα νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς εἰδικῆς περιπτώσεως Μέρτεν. Ἡ εἰδικὴ περίπτωσις Μέρτεν οὔτε αὐτὴ κἂν καλύπτεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Διότι, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἀφήνει καὶ εἰς τὴν μοναδικὴν περίπτωσιν Μέρτεν, τὸ περιθώριον τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 22 καὶ 23 τοῦ νόμου 2058. Τὰ δύο αὐτὰ ἄρθρα προβλέπουν τὴν δυνατότητα, πρὸ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς δίκης, ἢ καὶ μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, τῆς παραδόσεως τοῦ Μέρτεν εἰς τὴν Γερμανίαν. Ὑπηνίχθη ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως ἐκβιαστικὰς πιέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦνται πρὸς ὄφελος τοῦ Μέρτεν. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθὲς καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀποκρύπτωμεν. Νομίζω ὅτι καὶ μία κλήτευσις συγκεκριμένης μάρτυρος ὑπερασπίσεως τοῦ Μέρτεν εἶναι κλήτευσις, ἡ ὁποία ἔχει τὸν ἴδιον ἐκβιαστικὸν χαρακτῆρα.
§98Κ. ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ. Τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα διὰ τὸν Μέρτεν ἐξεδόθη τὸν Μάρτιον τοῦ 1958 καὶ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν δίκην ἔγινε μόλις προχθές. Δὲν εἶναι περίεργον αὐτό;
§99Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν θέλω νὰ προχωρήσω εἰς τὸν ἐντοπισμὸν τοῦ θέματος εἰς μίαν περίπτωσιν.
§100Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶχεν ἐν τῷ μεταξὺ ἀσκηθῆ ἀνακοπὴ ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐγένετο παραίτησις πρὸ 2 ἢ τριῶν μηνῶν περίπου. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι συνάδελφοι, τὴν κλήτευσιν ἢ μὴ μάρτυρος, θὰ παρεκάλουν ὅπως αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα προφανῶς δὲν ἔχουν βασιμότητα μὴ λέγωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ ἀκόμη δὲν ἔγινεν ἡ δίκη, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ποῖοι θὰ προσέλθουν ὡς μάρτυρες ὑπερασπίσεως;
§101Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐκοινοποιήθη ἤδη κλῆσις εἰς σύζυγον μέλους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα γίνεται πρὸς ἐκβιασμόν.
§102Α. ΛΑΣΚΑΡΙΔΗΣ. Τί συζητοῦμεν ὅταν σύζυγοι Ὑπουργῶν προσέρχωνται ὡς μάρτυρες ὑπερασπίσεως;
§103Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Λυποῦμαι βαθύτατα, διότι ἡ ἐπισημοτάτη αὐτὴ αἴθουσα μεταβάλλεται εἰς ἄντρον, εἰς τὸ ὁποῖον φέρομεν τὰς φήμας τῶν τριόδων, ὅπως ἐγένετο προχθές. Εἶναι θλιβερὸν τὸ κατάντημα μιᾶς τόσον σοβαρᾶς συζητήσεως.
§104Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ. Οὐδεμία σύζυγος Ἕλληνος Ὑπουργοῦ ἐκλήθη μάρτυς ὑπερασπίσεως εἰς τὴν δίκην τοῦ Μέρτεν. Συνεπῶς, ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ἠλιοῦ δὲν εἶχε θέσιν πολλῷ μᾶλλον τοῦ συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ θεωρήσῃ ὅτι κινδυνεύει ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινε.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, κύριοι βουλευταί, ἐκπροσωπῶν ἐν τούτῳ, ὡς πιστεύω, τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐδῶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωνται πράγματα ἀνεξακρίβωτα, τὰ ὁποῖα περίπου ἔχουν τὴν μορφὴν τῆς δυσφημίσεως. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως ἐπὶ ζητημάτων τόσον λεπτῶν, προσέχωμεν πολύ, κηδόμενοι τὰς ἀπόψεις ὅλων ἡμῶν ὡς ἀτόμων καὶ ὡς συνόλου, ἀλλὰ καὶ τρίτων ἀπόντων.
§106Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐπερίμενα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς δυσφημιστικὴν μίαν βεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐν ἐπιγνώσει εὐθύνης παρέχω, ὅτι ἐκοινοποιήθη τοιαύτη κλῆσις. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸ δύναται ν’ ἀποτελῇ δυσφήμισιν τοῦ κληθέντος προσώπου, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, ἀποτελεῖ ἐκβιαστικὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐγκληματίου πολέμου Μέρτεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, προχωρῶ εἰς τὸ τρίτον καὶ τελευταῖον ἐρώτημα. Ποία εἶναι ἡ σκοπιμότης τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Κῶδιξ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ποὺ ἔχει γενικὴν ἐφαρμογὴν διὰ πᾶσαν δίωξιν, εἰς τὸ ἄρθρον 30 παράγρ. 2 ὁρίζει, ὅτι ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μετὰ σύμφωνον ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβούλου, νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἔναρξιν ἵνα ἀναστείλῃ τὴν ἀρξαμένην ποινικὴν δίκην, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ὡς καὶ ἐκείνων, ἐξ ὧν δύνανται νὰ διαταραχθοῦν αἱ διεθνεῖς σχέσεις τοῦ Κράτους καί, ὅτι ἡ ἀναστολὴ δύναται νὰ γίνῃ τὸ βραδύτερον μέχρι τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζητήσεως. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπάρχει ἐξοπλισμὸς τῆς Κυβερνήσεως μὲ ἐξουσιοδότησιν, ἀσκούσης ἐν διακριτικῇ εὐχερείᾳ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, δυναμένης νὰ κρίνῃ ὑπευθύνως καὶ ἐκτεθειμένης εἰς τὸν ἔλεγχον διὰ τὴν τυχὸν κακὴν ἄσκησιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, νὰ κρίνῃ αὐτὴ ἐκεῖνα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουν τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς χώρας. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐξωπλισμένη ἀπὸ τὴν παγίαν νομοθεσίαν μας πρὸς τοῦτο. Διατὶ λοιπόν, ζητεῖ νὰ θεσπίσῃ ἕνα μέτρον ἐξόχως ἀντιφερόμενον πρὸς τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ἕνα μέτρον, τὸ ὁποῖον ὡς πρᾶξις θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ ἐνθαρρύνσεις καὶ δεσμεύσεις διὰ τὸ μέλλον. Ὁ διὰ νόμου τερματισμὸς τοῦ θέματος, δημιουργεῖ κινδύνους ἀσυδοσίας, ποὺ θὰ εἶναι εἰς βάρος καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔχει τὴν ἐξουσιοδότησιν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν κειμένην Νομοθεσίαν. Ἂς τολμήσῃ νὰ προχωρήσῃ βάσει αὐτῆς τῆς Νομοθεσίας, ἥτις ἐθεσπίσθη εἰς ἀνύποπτον χρόνον καὶ ἂς μὴ ἔχῃ τὴν πολιτικὴν δειλίαν νὰ θέλῃ νὰ φορτώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἁρμοδία καὶ ὑπεύθυνος εἶναι αὐτὴ ἡ ἰδία.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου;
§108Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ λάβητε τὸν λόγον τώρα, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Κανονισμοῦ, ἄλλως θὰ ὁμιλήσητε μὲ τὴν σειράν σας.
§110Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐντύπωσίς μου ἐπὶ τῆς συζητήσεως, εἶναι, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετράπη ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Δὲν εἶναι οὔτε θέμα οἰκονομικῆς συζητήσεως τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, οὔτε θέμα γενικωτέρας ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ νὰ ἀναπτύξω τὰς προσωπικάς μου γνώμας, ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου, τόσον ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἀνάγκης. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις ἀσκεῖ πολιτικὴν Κυβερνητικήν, ὄχι πολιτικὴν κομματικήν. Δὲν ἔχει κομματικὴν χροιὰν τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι ἀντιπολιτευόμενος ἐγώ, μὴ εὑρίσκων κομματικὴν χροιάν, οὐδὲ πόρρωθεν, εἰς τὸ νομοσχέδιον, νομίζω, ὅτι ἔχω ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, νὰ ταχθῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ θεωρῶ ὀρθὸν καὶ σκόπιμον. Καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Αἱ ἀντιρρήσεις, κ. βουλευταί, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τρεῖς. Ἐπεκαλέσθησαν οἱ ἀντιφρονοῦντες τὸν συναισθηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λέγοντες, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ λησμονήσῃ τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὑπὸ τῶν Γερμανικῶν ἀρχῶν κατοχῆς καὶ νὰ δεχθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ψήφισιν, νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, παραιτεῖται, ἀδιάφορον ὑπὸ ποίαν μορφήν, τῆς διώξεως τῶν λεγομένων ἐγκληματιῶν πολέμου, καὶ λέγουν κατὰ δεύτερον λόγον, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου θὰ προσβάλῃ τὴν ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν. Καὶ ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος, ἀγαπητὸς καὶ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἡλιοῦ, ἔθεσε καὶ τρίτον θέμα, ἀντιθέσεως πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τάχα δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ Ἑλλάς, ἂς εἴπω τὸν χαρακτηρισμόν, ἡ μικρὰ Ἑλλάς, ἡ ὁποία εἶναι παθοῦσα ἐκ τῶν ἀρχῶν κατοχῆς, νὰ κάμῃ τὴν ἀρχὴν δημιουργίας οἱουδήποτε ἐθίμου διεθνοῦς δικαίου, θεσπίζοντος τὴν ἀσυδοσίαν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, γενικῶς. Κύριοι βουλευταί, καὶ αἱ τρεῖς αὐταὶ αἰτιάσεις, δὲν μὲ εὑρίσκουν σύμφωνον. Ἐξ ὅσων θὰ εἴπω δὲν θέλω νὰ θίξω κανένα, δὲν θέλω νὰ ἀναξέσω πληγὰς τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἰδίως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ συναισθηματισμοῦ, ἐπὶ ὅλων τῶν λαβόντων χώραν ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖον πρέπει νὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ τοῦ συναισθηματισμοῦ καὶ ποῖοι πρέπει νὰ τὸ ἐπικαλοῦνται, ποῖοι δικαιοῦνται νὰ τὸ ἐπικαλοῦνται.
§111ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πᾶς Ἕλλην.
§112Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη, κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη ἀπρόκλητον ἐπίθεσιν καὶ ζημίας, οἰκονομικάς, τεραστίας ἀπὸ τὴν ναζιστικὴν Γερμανίαν. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’ ὅταν θέλωμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς προσφάτου ἱστορίας, νὰ ἐπικαλούμεθα τὸν συναισθηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δέν πρέπει νὰ λησμονοῦμε, διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν γεγονότων, τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἱστορικῶν γεγονότων. Αἱ Ἀρχαὶ κατοχῆς ἐδημιούργησαν τὴν ἠθικὴν κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ πενία, ἥτις κατέτρυχε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν κατὰ τὴν κατοχήν, ἦτο πρόσφορος εἰς ἐκδηλώσεις ἠθικῆς καταπτώσεως. Ἀλλὰ μετὰ τὴν κατοχήν, ἡ Ἑλλάς, ὡς Κράτος, ὑπέστη ἄλλην ἀπρόκλητον ἐπίθεσιν, ἀπὸ Ἕλληνας. Οἱ ἐπικαλούμενοι τὸν συναισθηματισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ λησμονοῦν τὸν συμμοριτοπόλεμον, ὅστις συνετέλεσε καὶ αὐτὸς εἰς τὴν ἠθικὴν κατάπτωσιν καὶ ἐπέφερε τεραστίας ζημίας καὶ καταστροφὰς καὶ εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ συναισθηματισμοῦ πρέπει νὰ ἀναλογίζωνται οἱ ἐπικαλούμενοι καὶ τὰς ἰδικάς των εὐθύνας. Συνεπῶς, ὁ συναισθηματισμὸς ἔχει αὐτὰς τὰς δύο βάσεις Καὶ σημειώνω αὐτό, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διὰ νὰ ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται τὸν συναισθηματισμὸν καὶ λησμονοῦν τὰς καταστροφάς, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ συμμοριτοπόλεμος, εἶναι οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλοῦνται τὴν λήθην τοῦ παρελθόντος. Αἱ ζημίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον ἐκ τοῦ συμμοριτοπολέμου, δὲν ἦσαν βαρεῖαι διὰ τὴν Ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ δὲν ἦσαν ἐν συγκρίσει μὲ τὰς ζημίας τοῦ κατακτητοῦ, ἔτι μᾶλλον ἀδικαιολόγητοι; Πῶς λοιπὸν θέλομεν, ἐπικαλούμενοι τὸν συναισθηματισμόν, νὰ ἔχωμεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά; Ἐλέχθη, ἐπίσης, διὰ τὸν συναισθηματισμόν, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, θὰ λησμονήσῃ τὰ θύματα; Θὰ ξεχάσῃ τὰ Καλάβρυτα, τὸ Δίστομον καὶ θὰ ξεχάσῃ ἀκόμη ὅτι οἱ Γερμανοὶ δὲν ἔκαμον ἐκλογὴν τῶν θυμάτων των, ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν των φρονημάτων; Ἀλλὰ μήπως θὰ ξεχάσῃ ὁ λαός, κύριοι, τὰς σφαγὰς τοῦ Μελιγαλᾶ, τὰς λεηλασίας καὶ τὰς ὁμηρίας;
§113Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συμψηφισμὸν ζητεῖτε;
§114Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συμψηφισμὸν ὄχι, ἀλλὰ ὅταν θέλετε σεῖς συμψηφισμόν, νὰ μὴ καταδικάζετε τὸ νομοσχέδιον.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς ζητεῖτε τὸν συμψηφισμόν.
§116Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ συμψηφισμοῦ. Ἐπεκαλέσθην ὡρισμένα γεγονότα, διὰ νὰ κακίσω τοὺς ἐπικαλουμένους τὸν συναισθηματισμόν, ὅτι λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν των μονομερῶς ἓν μέρος τῆς ἱστορίας καὶ ἀγνοοῦν τὸ ἄλλο. Εἶπον ἐπίσης, ὅτι δὲν θὰ λησμονήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἡ μπότα τῶν Γερμανῶν, ἦτο ἀπειλὴ κατὰ παντὸς Ἕλληνος, συνισταμένη εἰς ἀπρόοπτον εἰσαγωγὴν εἰς τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον ὅλων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Ἀλλὰ μεταγενεστέρως ὑπῆρξαν ἄλλα. Ὁ κίνδυνος εἰσβολῆς εἰς τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον τοῦ πρώτου ἀντάρτου, ἡ σφαγή, ἡ ὁμηρία. Διατὶ μόνον τὸ ἓν μέρος τῆς ἱστορίας ἐπικαλούμεθα καὶ λησμονοῦμεν τὸ ἄλλο; Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα τοῦ συναισθηματισμοῦ ἦτο ἐκδήλωσις μονομερὴς καὶ ἑπομένως ἄδικος, καὶ διὰ τοῦτο, ἂς τὸ εἴπω νομικῶς, ἀπαράδεκτος.
§117Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Ὁ ἰδικός σας συναισθηματισμὸς τί λέγει, ὡς Ἕλληνος; Ὄχι νὰ ἐρωτᾶτε τοὺς ἄλλους, δὲν ἐνδιαφέρει ὁ συναισθηματισμὸς τῶν κομμουνιστῶν.
§118Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀντιστρέψω τὸ ἐρώτημα, καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ποῖος εἶναι ὁ ἰδικός σας συναισθηματισμός, ὡς πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκαμαν οἱ ἀντάρται;
§119Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Εἶμαι θῦμα καὶ τοῦ κομμουνισμοῦ καὶ τῶν Γερμανῶν, καὶ ἑπομένως καταδικάζω καὶ τὰ ἐγκλήματα τῶν Γερμανῶν καὶ τῶν κομμουνιστῶν.
§120Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἄλλο λέγω;
§121Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Μὴ κόπτεσθε τότε διὰ τοὺς Γερμανούς καὶ ὁμιλεῖτε διὰ τοὺς κομμουνιστάς;
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐξετράπη ἡ συζήτησις. Παρακαλῶ, ἀφήσατε τὸν κ. Μπακόπουλο, νὰ συνεχίσῃ.
§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, δὲν ὑπεστήριξα τὰ ἀδικήματα τῶν Γερμανῶν. Εἶπον, ὅτι κρίνομεν μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν πρέπει νὰ κρίνωμεν μονομερῶς τὰ πράγματα. Λυποῦμαι δέ, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος, μέχρι χθὲς ἦτο εἰς τὸν Συναγερμόν, ὁ μεγαλύτερος διώκτης τοῦ κομμουνισμοῦ, σήμερον ἐμφανίζεται προστάτης του.
§124Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Λάθος κάμνετε. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἤμουν εἰς τὴν ΕΡΕ, καὶ δὲν ἀρνοῦμαι καὶ σήμερον, ὅτι ἡ ψυχή μου, εἶναι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἑλλάδα. Θὰ ὑποστηρίξω τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν κομματίζομαι ὅπως σεῖς ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἄλλοτε ὑπὲρ τῶν Γερμανῶν καὶ ἄλλοτε ὑπὲρ τῶν κομμουνιστῶν, ὅπως εἰς τὴν Βάρκιζαν. Διότι, ὁ λαὸς σκοτώθηκε, διότι φέρετε σεῖς διάφορα νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα λέγετε ἔτσι νὰ θεραπεύσωμεν τὰ μὲν καὶ ἔτσι νὰ θεραπεύσωμεν τὸ δέ, καὶ ἀφήνετε τὸν λαὸν νὰ σκοτώνεται. Θὰ λάβω τὸν λόγον καὶ θὰ ὁμιλήσω.
§125Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἀντιθέτως, εἶπον, ὅτι δὲν ζητῶ τώρα ἀπάντησιν, διότι θὰ ἔχετε τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῆτε καὶ νὰ δώσετε καλλιτέραν ἀπάντησιν.
§126Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐννοεῖ ἐπὶ ἐθνικῶν θεμάτων, νὰ εὐφυολογῇ, ὅπως ἐσυνήθιζε καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, πλὴν ὅμως τοῦ ἀπαντῶ τὸ ἑξῆς, Ὅτι καὶ τότε, ἐπὶ τοῦ Συναγερμοῦ, δὲν ἐγνώριζα —καὶ μάρτυς μου ὁ Θεός— ὅπως καὶ σήμερον πολλοὶ βουλευταὶ τῆς Ε.Ρ.Ε., δὲν γνωρίζουν, καὶ οὔτε εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Διότι, ἀλλοίμονον, (διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Συμπολιτεύσεως), ἀλλοίμονον, ἂν βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀντεμετώπισαν πραγματικὰ τοὺς Γερμανούς, ὅπως καὶ τοὺς κομμουνιστάς, ἂν σήμερον, δίδουν συγχωροχάρτι.
§127Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. συνάδελφος, ἑρμηνεύει τὴν γνώμην τῶν βουλευτῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., καὶ ἀποδίδει εἰς ὁλόκληρον τὴν Ε.Ρ.Ε. τὴν κατηγορίαν, ὅτι ψηφίζει παρὰ τὰς πεποιθήσεις της. Οἱ γέλωτες ὅμως, τῶν βουλευτῶν τῆς Ε.Ρ.Ε., ἀποδεικνύουν πόσον τὸ ἔλαβον αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν των.
§128Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε......
§129Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, διὰ τὰ ἀμιγῆ καὶ φανατικὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα, τοῦ κυρίου ἐξ Ἰωαννίνων συναδέλφου. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ ἐρωτήσω......
§130Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον.
§131Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, ἂν αὐτὴν τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται σήμερον, διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὴν ᾐσθάνθη καὶ ὡς μέλος τοῦ Συναγερμοῦ, ὅταν ὁ Συναγερμός, παρέδιδε τὸν Τζάμπελ, τὸν σφαγέα τοῦ Διστόμου, εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Διεμαρτυρήθη, τότε;
§132Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§133Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Δερδεμέζη, νὰ ἀπαντήσετε ἀργότερα. Εἴπατε ὅτι θὰ ὁμιλήσετε.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ ὁ ρήτωρ.
§135Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐζήτησε νὰ ἀπαντήσω τώρα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ, τὸν ρήτορα νὰ συνεχίσῃ.
§137Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§138Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Σεῖς εἶσθε σύμφωνος.
§139Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Νὰ προσέχετε καὶ τί λέγω καὶ τί λέγετε. Καὶ λέγω εἰς τὸν κύριον Μπριλλάκην, ὅτι πρὶν διακόψῃ νὰ προσέχῃ, τί λέγει καὶ τί λέγω.
§140Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι σεῖς εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§141Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον, ἀλλὰ δὲν εἶπον, ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ ὅταν λέγω, ὅτι γνωρίζω, ὅτι ὅλοι δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, ἀποδέχομαι, ὅτι πολλοὶ συνάδελφοι, ἢ ὀλίγοι συνάδελφοι, ἡ ψηφοφορία θὰ τὸ δείξῃ, δὲν εἶναι σύμφωνοι μὲ τὸ νομοσχέδιον. Ἐγώ, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸ νομοσχέδιον. Προσεπάθησα, κ. συνάδελφοι, καὶ θὰ προσπαθήσω νὰ ἀναπτύξω, ἐντελῶς ἀντικειμενικῶς, τὰς γνώμας μου καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὅσοι ἀντικειμενικὰ κρίνουν τὰ ὅσα εἶπον μέχρι σήμερον, διότι δὲν εὑρέθη κανεὶς σας νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι μεροληπτικῶς ὁμιλῶ, ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἀπόψεως. Ἐπιστοποίησα ὡρισμένα γεγονότα ἱστορικά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα συνήγαγα τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα περὶ συναισθηματισμοῦ εἶναι μονομερές, ἄδικον καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἀπορριπτέον. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Ἐλέχθη τοῦτο ἀπὸ ἔγκυρα μέλη, ὅτι εἶναι προσβολὴ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, τὸ νὰ ζητῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ νὰ ψηφίσῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προτοῦ ἡ Βουλὴ τῆς Μπόν, ψηφίσῃ τὰς Ἑλληνο–Γερμανικὰς οἰκονομικὰς συμφωνίας. Δὲν θὰ ἦτο ὅμως προσβολὴ τῆς Ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας ἐὰν προηγεῖτο εἰς τὴν Γερμανίαν ἡ ψήφισις τῶν Ἑλληνο–Γερμανικῶν οἰκονομικῶν συμφωνιῶν καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ὑποβολὴ καὶ ψήφισις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ, ὅτι τὴν διάθεσιν αὐτὴν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσβολὴν καὶ ἀντιστρόφως τὴν προφύλαξιν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω. Τοὐναντίον, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλάς, εἶναι μικρὰ καὶ ἡ Δυτικὴ Γερμανία, ἂς εἴπω τὴν λέξιν, ἡ ἀντισυμβαλλομένη εἰς τὰς οἰκονομικὰς συμφωνίας, εἶναι μεγάλη, ἐξυπηρετικὸν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, εἶναι ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, τὴν προγενεστέραν ψήφισιν τῶν Ἑλληνο–Γερμανικῶν συμφωνιῶν. Ἐὰν αὐτὸ ἔκαμε ἡ Ἑλλάς, τότε θὰ ἀπεδεικνύετο ἐξ ἐπισήμου ἐνεργείας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὄντως, δίδει τὴν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς τοὺς Γερμανοὺς ἐγκληματίας, χάριν τῶν οἰκονομικῶν συμφωνιῶν. Ἐνῷ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐμφανίζεται ὡς γενναιόφρων, παρέχουσα ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, νομίζω, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ καὶ βοηθητικὴ εἶναι, καὶ ἐξυπηρετικὴ τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Κύριοι βουλευταί, ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου; Ἠκούσατε, ὅτι εἰς τὰ 1952 —καὶ τοῦτο ὑπῆρξεν ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα ἐπιχειρήματα, τῶν ἀντιφρονούντων— ὅτι εἰς τὰ 1952, ἡ Ἑλλὰς ὑπέβαλε μηνύσεις. Αἱ μηνύσεις αὐταὶ, ἀνῆλθον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 1000 εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ ἐζήτει τὴν δίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν.
§142Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὴν δίωξιν ζητοῦν. Ἐκτὸς τῆς διώξεως, εἶχε ζητηθῆ καὶ ἡ παράδοσις εἰς διάφορα χρονικὰ διαστήματα.
§143Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Ταὐτοχρόνως καὶ δίωξις καὶ παράδοσις εἶχε ζητηθῆ. Παρέστην καὶ γνωρίζω τὴν ἱστορίαν τοῦ πράγματος.
§144Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐντὸς τοῦ 1952, ἔγιναν μηνύσεις, ὄχι ὅμως τόσον πολλαί.
§145Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περὶ τὰς 250.
§146Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐλέχθη, διατὶ μολονότι ἐζητήθη δίωξις, ἡ Γερμανία δὲν ἔκαμε τίποτε; Καὶ θέλετε νὰ ἐμπιστευθῆτε καὶ τώρα, εἰς τὴν Γερμανίαν, νὰ κάμῃ τὴν δίωξιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τοῦ 1952, ποὺ τῆς ἐζητήθη μέχρι τὸ 1959 δὲν ἔκαμε τίποτε; Νομίζω, ὅτι διὰ τὴν εὐθύνην τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν, οὔτε εἰς τὸ 1952, οὔτε εἰς οἱανδήποτε προγενεστέραν ἐποχήν. Ἡ εὐθύνη τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι σημερινή. Ἀντιμετωπίζει τὴν σημερινὴν κατάστασιν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς δυνατότητος διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου καὶ ἑπομένως, ἐξυπηρετήσεως καὶ τοῦ συναισθηματισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν διεθνῆ θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Σήμερον, τὴν διεθνῆ θέσιν τῶν Ἑλληνικῶν ζητημάτων, καὶ δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, ὄχι μόνον τὴν διεθνῆ θέσιν τῶν πολιτικῶν ζητημάτων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὴν διεθνῆ θέσιν τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων τῆς Ἑλλάδος. Ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι χάριν ἐξυπηρετήσεως οἰκονομικῶν συμφερόντων, προβαίνει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀπαντῶ. Πρῶτον, οὐδαμοῦ λέγεται τοῦτο. Ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν οὐδαμόθεν πιστοποιεῖται τοῦτο. Ἐκ τοῦ συνόλου, τῶν ὅσων γνωρίζομεν, δημοσιογραφικῶς, ἐρχόμεθα εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ συμπέρασμα. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐξ ὅσων γνωρίζω, δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τοῦτο. Δὲν διστάζω, νὰ εἴπω, ὅτι καὶ μόνον εἰς τοῦτο ἐὰν ἦτο, ἐγὼ θὰ τὸ ἐψήφιζα. Διότι, κύριοι, ὅταν ἔχωμεν ἀνάγκην χρημάτων ἐξωτερικῶν διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀνασυγκρότησιν, θὰ τὰ ἀναζητήσωμεν παντοῦ, ὅπου δυνάμεθα νὰ τὰ εὕρωμεν. Ἐλέχθη, ὅτι οἱ ὅροι εἶναι βαρεῖς. Εὕρετε εὐθηνότερον χρῆμα. Ποία Κυβ)νησις δὲν θὰ τὸ δεχθῇ; Ὅταν θὰ ἔλθουν αἱ οἰκονομικαὶ συμφωνίαι, τότε θὰ συζητηθοῦν καὶ οἱ ὅροι. Τὸ θέμα εἶναι, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων καὶ θὰ τὰ πάρωμεν ἀπ’ ὅπου εὕρομεν. Δὲν βλέπετε τί γίνεται εἰς τὸν διεθνῆ ἀνταγωνισμόν; Ἡ Ρωσία ἀπὸ τὴν μία μεριὰ καὶ ἡ Δύσις ἀπὸ τὴν ἄλλην προσπαθοῦν νὰ κερδίσουν τὴν Μέσην Ἀνατολήν, δι’ οἰκονομικῶν παροχῶν καὶ θὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι μόνον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει της τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα; Εἶπον, ὅμως καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οὐδαμοῦ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοιοῦτόν τι προκύπτει, ἀλλὰ ἀτομικῶς καὶ ὡς Ἕλλην πολίτης καὶ ὡς Ἕλλην βουλευτής, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ μόνον αὐτὸ ἐὰν ἦτο, ἐγὼ θὰ τὸ ἐψήφιζα τὸ νομοσχέδιον. Διατί; Κύριοι βουλευταί, ὅλα τὰ πράγματα εἰς τὴν ζωὴν καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ἐθνῶν εἶναι σχετικά. Ἀπόλυτον, δὲν ὑπάρχει τίποτε. Ἡ θεωρία τῆς σχετικότητος διέπει τὰ πάντα εἰς τὸν κόσμον καὶ εἰς τὸν ἀτομικὸν βίον καὶ εἰς τὸν Κρατικὸν βίον καὶ εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις. Τί δίδομεν, τί παίρνομεν. Δίδομεν τὸ μηδὲν καὶ ἔχομεν ἐλπίδα νὰ λάβωμεν. Τί νὰ λάβωμεν;
§147ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια.....
§148Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατέ με, μὴ ὁμιλῆτε περὶ ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας, διὰ νὰ μὴ ὀξύνεται ἡ συζήτησις. Τί δίδομεν λοιπόν; Τίποτε, διατί τίποτε; Διότι τοὺς ἐγκληματίας αὐτοὺς δὲν μᾶς τοὺς ἐκδίδει ἡ Γερμανία. Ἐπομένως, μὲ τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι παραιτούμεθα τῆς διώξεως, δὲν προσφέρομεν τίποτε, ἀντιθέτως ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν διεθνῆ συμπαράστασιν τῆς Γερμανίας εἰς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα, καὶ τὴν οἰκονομικὴν βοήθειαν. Τὸ νομοσχέδιον, κ. βουλευταί, τί λέγει; Ἐὰν ἀρχίσουν ἐν Γερμανίᾳ διώξεις τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, καὶ περὶ τούτου εἰδοποιήθη ἡ Ἑλλὰς αὐτομάτως ἄνευ ἑτέρας διαδικασίας παύει ἡ περαιτέρω δίωξις αὐτῶν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ἐὰν ἡ Γερμανία δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἴτε νομικόν, εἴτε λόγῳ πολιτικῆς σκοπιμότητος, ἀπαντήσῃ εἰς τὴν αἴτησιν ἐκδόσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, δὲν τὸν ἐκδίδω, διότι δὲν εὑρίσκω βάσιμον τὸν λόγον τῆς ποινικῆς διώξεως ἐκερδίσαμε τίποτε; Δι’ ὄνομα Θεοῦ, θίγεται μὲ τὸ νομοσχέδιον ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια; Ἐὰν εἴπουν οἱ Γερμανοὶ ἐγὼ δὲν εὑρίσκω λόγον διώξεως, κερδίζομεν τίποτε; Ἐὰν ἡ Γερμανία δὲν μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐπιλαμβάνομαι ἐγὼ τῆς διώξεως, δὲν χωρεῖ ἀναστολὴ καὶ ἀπομένει ἡ ἔκδοσις ἡ ὁποία δὲν πραγματοποιεῖται ἢ ἡ σύλληψίς του ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ δὲν ἔρχεται εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§149Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ ἔλθουν ὅλοι.....
§150Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφίεμαι εἰς τὸν κατήφορον τῆς διακοπῆς, παραμένω εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον συζητοῦμεν καὶ αὐτὸ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν. Ἐὰν ἡ Γερμανία, μοῦ εἴπῃ, ὅτι ἐπιλαμβάνεται τῆς διώξεως, τότε ἡ Ἑλλὰς παραιτεῖται τῆς περαιτέρω διώξεως. Ἐὰν δὲν μοῦ τὸ εἴπῃ, τότε ἡ Ἑλλὰς ἐπιφυλάσσεται νὰ προβῇ εἰς τὴν δίωξιν. Δὲν δίδω, ὅθεν οὐσιαστικῶς τίποτε. Ἠθέλησαν ἀστόχως, καὶ ὄχι σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν, νὰ κάμουν συνδυασμὸν τοῦ τρόπου διεξαγωγῆς τῆς δίκης Μέρτεν μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὑπόθεσις Μέρτεν, ἐξαιρεῖται ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Διατηρεῖται ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τῆς διεξαγωγῆς τῆς δίκης. Νομίζω, ὅτι εἶναι τολμηρόν, νὰ γίνεται συζήτησις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ νὰ ἐκφράζεται φόβος περὶ τοῦ μέλλοντος τρόπου διεξαγωγῆς τῆς δίκης. Δὲν εἶναι ὀρθόν, οὔτε πολιτικῶς ἐπιτετραμμένον, οὔτε Ἐθνικῶς, οὔτε Νομικῶς ἐπιτετραμμένον. Ἡ κρίσις τῶν δικαστηρίων, πρέπει νὰ εἶναι ἀνεπηρέαστος. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἡ ἀσκοῦσα τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς ὅλης πολιτικῆς ζωῆς τοῦ τόπου, ἐπὶ τῆς ὅλης δράσεως τῶν Κυβερνήσεων, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀσκῇ, τρόπον τινά, ἔλεγχον ἐπὶ τῆς μελλοντικῆς διεξαγωγῆς τῆς δίκης. Ἐπανέρχομαι δι’ ὀλίγων, διὰ νὰ τερματίσω τὸ θέμα τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας. Δὲν εἶναι ἀξιοπρεπές, ἐλέχθη, διὰ τὴν Ἑλλάδα, νὰ δίδῃ πρώτη αὐτὴ τὸ παράδειγμα, διὰ τὴν ἀμνήστευσιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου; Πρὸ ὀλίγου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐδήλωσεν ὑπευθύνως καὶ ἐπὶ τῇ βάσει στοιχείων τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ὅτι παρόμοιος Νόμος, ὑπάρχει εἰς τὴν Γαλλίαν.
§151Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶπον τέτοιο πρᾶγμα. Εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὑπάρχει Νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου παραγράφονται τὰ ἀδικήματα ταῦτα μετὰ 10 ἔτη. Ὁ ἰδικός μας Νόμος ἀπαιτεῖ 20 ἔτη.
§152Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ παίζομε, κ. βουλευταί, μὲ τὰς λέξις. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει ἡ 10ετὴς παραγραφή, δηλοῖ, ὅτι σήμερον ἐδόθη ἀμνηστία εἰς τοὺς ἐγκληματίας πολέμου, διότι ἔχει ἤδη παρέλθει ἡ δεκαετία. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν κρίσιν κανενὸς ἀνθρώπου, ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ καὶ διεθνῶς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ οἱονδήποτε ἄνθρωπον ὁπουδήποτε τῆς γῆς εὑρισκόμενον, ὅτι τὸ Γαλλικὸν Κράτος, διὰ τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς πράξεώς του, κατεδίκασε τὴν Γαλλίαν εἰς ἀναξιοπρέπειαν; Ὅταν αὐτὸ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ διὰ μεγαλύτερα δημοκρατικὰ Κράτη ἀπὸ ἡμᾶς, διατὶ θὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν μόνον δι’ ἡμᾶς; Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐδήλωσε ὅτι καὶ ἄλλα Κράτη, παθόντα καὶ αὐτά, ἀπὸ τοὺς Ναζιστάς, ἐτερμάτισαν τὸ θέμα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ὄχι μόνον νομοθετικῶς, ἀλλὰ καὶ διὰ διοικητικῶν πράξεων ἀκόμη. Καὶ ἐρωτῶ, ποῖον εἶναι ἀνδρικώτερον, ἠθικώτερον καὶ ἐθνικῶς ἀξιοπρεπέστερον, ἀπὸ τοῦ νὰ ἔλθῃ τὸ Κράτος καὶ νὰ εἴπῃ εὐθέως, ὅτι διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ τερματίζομεν τὸ ζήτημα αὐτό, ἢ τὸ ἀφήνω ἐκκρεμὲς διὰ νὰ ὑπάρχῃ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καὶ καθ’ ἑκάστην περίοδον ἀναβρασμός, χωρὶς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα; Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀξιοπρεπείας εἰς τὴν Διεθνῆ κοινωνίαν, θέμα δὲν ὑφίσταται. Καὶ ἄλλα Κράτη, ἐξ ἴσου πολιτισμένα μὲ ἡμᾶς καὶ ὑποστάντα καὶ αὐτὰ ζημίας ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ἐτερμάτισαν τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, χωρὶς νὰ θεωροῦνται εἰς τὴν Διεθνῆ κοινωνίαν, ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπῆ. Οὐδεὶς ποτὲ ἐσκέφθη, ὅτι δύναται νὰ τοὺς προσάψῃ τὴν μομφὴν τῆς Ἐθνικῆς ἀναξιοπρεπείας. Διατί, λοιπόν, καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ βαδίσωμεν πρὸς μίαν παράλληλον πολιτικήν, ὅταν μάλιστα, προβάλλουν ζωτικὰ ἡμῶν συμφέροντα ὑπαγορεύοντα τοῦτο; Δὲν πρέπει, κ. βουλευταί, νὰ λησμονοῦμεν καὶ τὴν ἄλλην ἄποψιν τοῦ θέματος, τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος δηλονότι εἰς τὴν Διεθνῆ κοινωνίαν. Ὡς γνωστόν, καταβάλλεται κάθε προσπάθεια εἰς τὸν διεθνῆ ἀνταγωνισμόν, διὰ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν θέσιν μας εἰς τὸ πλαίσιον τῶν Δυτικῶν Κρατῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ Δυτικὴ Γερμανία, ἡ ὁποία ὁσημέραι ἀνορθοῦται καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει βάσιμος ἐλπίς, ὅτι εἰς τὸ ἐγγὺς μέλλον, θὰ καταστῇ ὁ ρυθμιστὴς τῶν Εὐρωπαϊκῶν πραγμάτων. Τοὐναντίον, ἡ Ρωσία ἐξυπηρετοῦσα τοὺς ἰδικούς της κοινωνικοὺς καὶ πολιτικοὺς σκοπούς, ἔχει πάντα λόγον, διὰ παντὸς μέσου εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν σύνδεσιν ἡμῶν μὲ τὴν Γερμανίαν, ὄχι μόνον ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων Κρατῶν μετὰ τῆς Γερμανίας. Καὶ μὲ αὐτὴν τὴν σκέψιν, κ. βουλευταί, ἐγὼ δὲν προτίθεμαι νὰ γίνω ὄργανον τῆς Ρωσικῆς πολιτικῆς, καταψηφίζων τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον. Ὅσον ἀφορᾷ τέλος, τὴν κατηγορίαν, ὅτι διὰ τῶν μέτρων δημιουργεῖται ἕνα κλῖμα ἀσυδοσίας, πρᾶγμα ἐπικίνδυνον διὰ τὴν περίπτωσιν μέλλοντος πολέμου, ἔχω ν’ ἀπαντήσω ὅτι τοιοῦτον κίνδυνον δὲν φοβοῦμαι, διότι οἱ ἀτομικὲς βόμβες ἐξασφαλίζουν τὴν εἰρηνικὴν διαβίωσιν τῶν λαῶν. Ὅποιος τολμᾷ ἂς δοκιμάσῃ πόλεμον. Βεβαίως ἀπειλαὶ θὰ ὑπάρχουν καὶ ὅποιος ξεγελάσῃ τὸν ἄλλον. Περίπτωσις κηρύξεως νέου παγκοσμίου πολέμου, δὲν θὰ ὑπάρξῃ, κ. βουλευταί. Ἐὰν ὅμως γίνῃ νέος πόλεμος, ἂς μὴ ἀπατώμεθα, δὲν θὰ ἐπιζήσουν οὔτε ἐγκληματίαι πολέμου, οὔτε κατήγοροι αὐτῶν. Τὰ πάντα θὰ ἰσοπεδωθοῦν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ σκέψις μου αὐτὴ δὲν ἦτο ὀρθὴ καὶ ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ πόλεμος καὶ νὰ ὑπάρξουν ἐγκληματίαι πολέμου καὶ οἱ πρωτοετεῖς φοιτηταὶ τῆς Νομικῆς γνωρίζουν, ὅτι ἔθιμον δὲν δημιουργεῖται ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει Νόμος. Ἔθιμον θὰ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ δημιουργηθῇ, ἐὰν διὰ διοικητικῶν πράξεων ἐρρυθμίζετο τὸ θέμα τοῦτο. Κατόπιν τούτων, κ. βουλευταί, νομίζω, ὅτι πᾶσαι αἱ ὑποστηριχθεῖσαι ἀπόψεις ἐναντίον τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, στεροῦνται βάσεως. Ἡ γενναιόφρων αὐτὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, συμφωνοῦσα μὲ τὰ αἰσθήματα τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ, ὡς ταῦτα ἐκφράζονται διὰ τοῦ Γερμανικοῦ τύπου, εἶναι ἐξυπηρετικὴ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. (χειροκροτήματα).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ πρέπει, κ. βουλευταί, νὰ συντομεύσωμεν τὰς ἀγορεύσεις, διότι εἶναι ἐγγεγραμμένοι 15 ἀκόμη ρήτορες. Κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἐξεφράσθη ἡ εὐχὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τετάρτου. Δὲν τὸ εἰσάγω βέβαια, πλὴν ὅμως, νομίζω, ὅτι μόνοι μας δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν τὰς ἀγορεύσεις.
§154Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι, ἀνέπτυξαν διεξοδικώτατα τοὺς ἐθνικούς, νομικούς, ἠθικοὺς καὶ πολιτικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἠνάγκασαν νὰ κηρυχθοῦν κατὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρξεν ὁ ἀντίλογος καὶ προεβλήθησαν ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Μάλιστα ὑπῆρξε ρητὴ διαβεβαίωσις, τῶν κ.κ. ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης, ὅτι αἱ συνομιλίαι τῆς Βόννης, δὲν συνεδυάσθησαν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, μὲ τὸ θέμα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ὅτι «τὸ παρὸν δὲν ἀποτελεῖ ἀντάλλαγμα», «ὅτι σήμερον ἔχομεν ἔναντι ἡμῶν τὴν Γερμανίαν τῶν φιλοσόφων καὶ τοῦ Δικαίου καὶ αὐτὴ ἀναζητεῖ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου διὰ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ» καὶ ὅτι «ἔχομεν λόγους νὰ ἐκτιμῶμεν καὶ νὰ ἐμπιστευώμεθα τὴ σημερινὴν Δημοκρατικὴν Γερμανίαν». Ἔγινε δὲ ἔντονη ὑπογράμμισις διὰ τὴν «καλὴ πίστι» ποὺ ὑπέδειξε στὸ ζήτημα ἡ Δυτικὴ Γερμανία. Ἔγινε δὲ καὶ ἀναφορὰ στὸν Γερμανικὸ Τύπο. Μὲ ἀπόλυτον εἰλικρίνειαν, κύριοι συνάδελφοι, δηλῶ, ὅτι θὰ ἤθελα, αἱ διαβεβαιώσεις αὗται τῶν κυρίων ὑπουργῶν, νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πείσουν. Ἔτσι θὰ καθίστατο ἀδιάβλητη ἡ σκοπιμότης τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ὅμως ὑπάρχει καὶ ἀπὸ Γερμανικῆς πλευρᾶς, ἡ ἱστορία τοῦ ὅλου ζητήματος. Βεβαίως, μᾶς λείπουν τὰ ἐπίσημα κείμενα, τῶν ὁποίων τὴν ἀναγκαιότητα ὀρθῶς ἐτόνισε καὶ εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μητσοτάκης. Ὑπάρχουν ὅμως δημοσιεύματα τοῦ Γερμαν. τύπου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναφερθῶ εἰς αὐτά, ἐφ’ ὅσον εἰς δημοσιεύματα τοῦ Γερμανικοῦ τύπου ἀνεφέρθησαν καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως. Ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν Γερμανικὸν Τύπον εἶναι ἐνδιαφέρουσα, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ φορέας καὶ διαμορφωτὴς τῆς Γερμανικῆς κοινῆς γνώμης, καὶ ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα θὰ μπορέσωμε νὰ ἐξαγάγωμε συμπεράσματα ἐπὶ τοῦ πῶς βλέπει ἡ Γερμανικὴ κοινὴ γνώμη τὸ ὅλον ζήτημα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Καὶ μαθαίνουμε κατὰ τρόπον κατηγορηματικὸν πὼς ἀπὸ χρόνια τὸ θέμα τοῦτο συνδυάζεται μὲ ἄλλα ἐκκρεμῆ ποὺ ὑφίστανται μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Δ. Γερμανίας. Ἡ πρώτη ἐκδήλωσις τοῦ Γερμανικοῦ τύπου ἐγένετο ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συλλήψεως τοῦ Μέρτεν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1957. Ἔκαμα μίαν ἐπιλογὴν τῶν δημοσιευμάτων ἀπὸ ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ἀντιναζιστικαί, δημοκρατικαί. Μὲ τὴν σύλληψιν τοῦ Μέρτεν ἠσχολήθη εὐρύτατα ὁ Γερμανικὸς τύπος καὶ συνεδύασε τὴν σύλληψιν αὐτὴν μὲ ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ὑφίστανται μεταξὺ τῆς χώρας μας καὶ τῆς Μπόν. Ἔγραφε τότε ὡρισμένη γερμανικὴ ἐφημερίς. «Ὁ Μέρτεν ποὺ ἀπὸ τῆς 26ης Ἀπριλίου 1957 κρατεῖται ἐν ἀπομονώσει σὲ ἕνα κελλὶ Ἀθηναϊκῶν φυλακῶν, εἶναι τὸ πρῶτο θῦμα μιᾶς διαμάχης κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ὁποίας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κατὰ τρόπον γνησίως βαλκανικόν, ἐπιχειρεῖ νὰ ἀσκήσῃ πίεσιν ἐπὶ τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας τῆς Δυτικῆς Γερμανίας καὶ νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ σὲ πολεμικὲς ἐπανορθώσεις ἔξω ἀπὸ κάθε ἀνειλημμένην ὑποχρέωσιν».
§155Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ δημοσίευμα τὸ ὁποῖον ἀνεφέρατε. Μοῦ κάμνει ὅμως κατάπληξιν τὸ γεγονός, ὅτι ἀναφέρει, ὅτι ἡμεῖς ἀπὸ πλευρᾶς κυβερνητικῆς ἐπιχειροῦμεν νὰ ἐκβιάσωμεν τὴν Γερμανικὴν Δημοκρατίαν. Ὄχι μόνον οὐδένα ἐκβιασμὸν κάμνομεν, ἀλλ’ ἀντιθέτως διεγράφην ἀπὸ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου διὰ νὰ μὴ παριστάμεθα καὶ τοὺς ἐνοχλοῦμεν. Τόσον πολὺ ἐκβιάζομεν.
§156Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Σημειώσατε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ Μέρτεν ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ παραστῇ ὡς αὐτόκλητος μάρτυς ὑπερασπίσεως τοῦ διερμηνέως του καὶ συνεργάτου του Μάϊσνερ, φυγάδος στὸ Φέρθ τῆς Δυτ. Γερμανίας καὶ καταφυγόντος στὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια γιὰ τὴν ἄρσι κατασχέσεως ἐπὶ τῆς περιουσίας του στὴν Ἀθήνα. Ἡ γνωστὴ καὶ παγκοσμίου κύρους Ἐπιθεώρησις τοῦ Ἀμβούργου ΣΠΙΓΓΚΕΛ, εἰς φύλλον τῆς 22.5.57 ἔγραφε τὰ ἑξῆς σχετικῶς: «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχε δηλώσει, ὅτι ἦταν πρόθυμος νὰ παραδώσῃ τοὺς φακέλλους 700 περίπου Γερμανῶν κατηγορουμένων ὡς ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἡ μόνη ὑποχρέωσις ποὺ ἀνέλαβεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἦταν νὰ παραπέμψῃ τὶς ἐκκρεμεῖς αὐτὲς ὑποθέσεις σὲ τακτικὰ Γερμανικὰ δικαστήρια, χωρὶς ὅμως γι’ αὐτὸ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀνεγνώριζε προκαταβολικὰ τὸ βάσιμον τῶν κατηγοριῶν καὶ τὴν ὑπαιτιότητα τῶν κατηγορουμένων. Κατόπιν αὐτοῦ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ διέκοπτεν ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς κάθε περαιτέρω δίωξιν τῶν ἐν λόγῳ Γερμανῶν. Οἱ δικογραφίες, σύμφωνα μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ παρέδωσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀφοροῦσαν μόνον τὰ βαρύτερα ὁπωσδήποτε ἀδικήματα. Γιὰ ὅλες τὶς ἄλλες ἐκκρεμεῖς ἀπὸ τὴ Γερμανικὴ κατοχὴ ὑποθέσεις κατὰ Γερμανῶν — ἔτσι ἐδήλωσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις — θὰ ἐχορηγεῖτο γενικὴ ἀμνηστία εὐθὺς ὡς θὰ ἐξεκαθαρίζοντο ἀπὸ τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια οἱ «σοβαρώτερες» περιπτώσεις ποὺ εἶχαν παραπεμφθῆ στὴ δικαιοδοσία τους. Δυνάμει τῆς συμφωνίας αὐτῆς, οὐδεὶς πλέον Γερμανὸς ἐπρόκειτο ἐφεξῆς νὰ διωχθῇ ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς διὰ τὰ λεγόμενα ἐγκλήματα πολέμου». Τοιούτου εἴδους δημοσιεύματα ἀποδεικνύουν, ὅτι καὶ μακρόταται διαπραγματεύσεις ἐγένοντο καὶ συσχέτισις τοῦ θέματος τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου μὲ ἄλλα ζητήματα. Ἀποδεικνύουν ἐπίσης τὰ δημοσιεύματα αὐτὰ τὴν νοοτροπίαν τῶν συγχρόνων Γερμανῶν διὰ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου ποὺ οὔτε τὸν ὅρον «ἐγκληματίας πολέμου» δὲν θέλουν νὰ μεταχειρισθοῦν καὶ κλονίζουν προκαταβολικὰ κἄθε ἴχνος ἐμπιστοσύνης γιὰ τὶς δίκες — ἂν ποτὲ γίνουν — στὴ Γερμανία.
§157Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ποὺ λέγετε, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουν οἱ Γερμανοὶ τὸ ἔγκλημα πολέμου, πρέπει νὰ ἠξεύρετε, ὅτι ἔχει μακρὰν ἱστορίαν. Ἡ ἀνωτάτη διοίκησις τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ, τοῦ χιτλερικοῦ, εἶχεν ὑποβάλει ὑπόμνημα εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγεν, ὅτι αἱ περὶ πολέμου διατάξεις τῆς Συνθήκης τῆς Χάγης διὰ τοὺς συγχρόνους ἐγκληματίας πολέμου δὲν ἔχουν ἰσχύν, δὲν ἀναγνωρίζονται. Ἑπομένως, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰς παραβιάζουν καὶ κάμνουν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔκαμναν οἱ Γερμανοί, δὲν εἶναι ἐγκληματίαι πολέμου. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐπιφυλάξεις ποὺ βλέπετε ἐκεῖ.
§158Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Τοιαῦτα δημοσιεύματα, κύριοι συνάδελφοι, ἀντικρούουν μέχρις ἐξουθενώσεως τὰς δηλώσεις τῶν κυρίων ὑπουργῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Δικαιοσύνης, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ τῶν ἐπικριτῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχει, προσέτι, καὶ ἕνα ἄλλο δημοσίευμα. Καὶ αὐτὸ δικαιώνει, λογικὰ καὶ βάσιμα, ὅσα ἐλέχθησαν κατ’ αὐτοῦ. Ἰδού: «Δυσκολίες προέκυψαν διὰ τὴν παραπομπὴν εἰς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια μόνον κατὰ τοῦτο. Ἀφ’ ἑνὸς ἦταν δύσκολο νὰ ἐξευρεθοῦν ὅλα τὰ ἐνδιαφερόμενα πρόσωπα, δεδομένου, ὅτι κανένας δὲν ἠμπορεῖ νὰ ξεύρῃ ποῦ βρίσκονται σήμερα. Καὶ ἀφ’ ἑτέρου, προέκυψεν ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια ποὺ θὰ ἦσαν ἁρμόδια ἐπὶ τοῦ προκειμένου». Δηλαδή, δικαιούμεθα ἐξ αὐτοῦ νὰ συμπεράνωμεν, ὅτι οἱ διωκόμενοι εἶχαν προκαταβολικῶς ἐξασφαλίσει τὴν γενικὴν ἀμνηστίαν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ἠμποροῦσαν ἥσυχοι νὰ κάθωνται καὶ νὰ καυχῶνται δι’ ὅσα ἔκαμον. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἄφιξις ἐδῶ τοῦ Μέρτεν, ἵνα παραστῇ, ὡς αὐτόκλητος μάρτυς ὑπερασπίσεως τοῦ διερμηνέως καὶ συνεργάτου του. Κι’ αὐτὲς οἱ διασφαλίσεις πρόκειται νὰ τοὺς δοθοῦν μ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὁριστικά. Θέλετε ἀκόμη νὰ ἴδητε πῶς βλέπουν οἱ σύγχρονοι Γερμανοὶ τοὺς Ναζὶ ἐγκληματίας; Νά, τὸ βεβαιώνει ἡ ἑξῆς περικοπή: «Εἶναι ὅμως ἀμφίβολον — γράφει ἡ ἰδία ἐπιθεώρησις — κατὰ πόσον ἡ περίπτωσις τοῦ Μέρτεν ὑπάγεται στὴν κατηγορία τῶν «βαρέων» ἐγκλημάτων πολέμου διὰ τὰ ὁποῖα καὶ μόνον δυνάμει τῆς συμφωνίας εἰς τὴν ὁποίαν εἶχαν καταλήξει οἱ δύο ἐνδιαφερόμενες κυβερνήσεις, χωρεῖ ἀκόμη δίωξις. Ὁ Μέρτεν μπορεῖ νὰ θεωρηθῇ «ἐγκληματίας πολέμου» κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς σχετικῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Μπόν;». Καὶ ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸν Μέρτεν, ποὺ ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ παραπεμπτικοῦ βουλεύματος γι’ αὐτὸν προκαλεῖ τὴν φρίκην καὶ τὸ δέος διὰ τὰ ἀνήκουστα ἐγκλήματά του, εἶναι αὐτὴ ἡ γνώμη τῶν Γερμανῶν, ποιὰ θἆναι ἡ γνώμη τους γιὰ ἄλλα λιγώτερο αἱματηρὰ καὶ φρικαλέα ἐγκλήματα; Μὲ τέτοιου εἴδους ἐγγυήσεις ἀπετόλμησεν ὁ Μέρτεν νὰ κατεβῇ στὴν Ἑλλάδα.
§159Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ποῖαι ἐνισχύσεις τοῦ παρεσχέθησαν, κύριε συνάδελφε, τοῦ ταξιδίου του εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§160Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Τὰς ἀνέφερα πάρα πάνω.
§161Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τοῦ εἶχον παρασχεθῆ ἐγγυήσεις καὶ δι’ αὐτὸ κρατεῖται ἐπὶ 20μηνον εἰς τὰς φυλακάς;
§162Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, τὸ ὅτι ἐτόλμησε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα δίδει βασιμότητα εἰς ὅσα λέγω.
§163Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἀποτελεῖ ἀπάντησιν ἡ πραγματικότης;
§164Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Ἡ συνέχεια τῆς πραγματικότητος θὰ εἶναι ἡ καλλιτέρα ἀπάντησις, κύριε ὑπουργέ, μετὰ τὴν δίκην.
§165Κ. ΠΥΡΟΜΑΓΛΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἤθελα νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς, εἰς ὅσα λέγει ὁ κ. συνάδελφος. Ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς τῆς Στουτγάρδης, Ἐρσοῦλε, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὸ γραφεῖον ἀναζητήσεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, βοηθεῖ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου νὰ μὴ παραδίδωνται. Παλαιότερον, τὸ γραφεῖον ἀναζητήσεως τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως κατώρθωσε νὰ διαφυλάξῃ τὸν στρατηγὸν Ἔρσελ Ρὰν Φίλντε.
§166Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διαψεύδω κατηγορηματικῶς τὴν ὕπαρξιν οἱασδήποτε συμφωνίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§167Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Ποίαν ἀξίαν, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἔχουν πλέον αἱ διαβεβαιώσεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν περαιτέρω «καλήν της πίστιν»; Θὰ ἐδεχόμεθα αὐτὰς καὶ θὰ ἀποκαλυπτώμεθα, ἐὰν εἰς τὸ μεταξὺ εἶχε παραδώσει ἔστω καὶ ἕνα τῶν πλέον εἰδεχθῶν δημίων διὰ νὰ δικασθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ θέμα, κύριοι συνάδελφοι, ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον μακροτάτων διαπραγματεύσεων καὶ μάλιστα πάρα πολὺ πιεστικῶν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πλευράν. Θὰ ἀποτολμοῦσα μάλιστα τὴν ἔκφρασιν τελεσιγραφικῶν πιέσεων. Καὶ μάλιστα, ὄχι τὴν ἐποχὴν ποὺ ἐπικαλεῖται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς συλλήψεως τοῦ Μέρτεν. Ἀπὸ δημοσιεύματα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης προκύπτει, ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ἐξ ἀφορμῆς τῆς συλλήψεως τοῦ Μέρτεν, ἐφέρετο ἀποφασισμένη νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς Γερμανοὺς τουρίστας ποὺ θὰ ἤθελον νὰ ἐπισκεφθοῦν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀλλάξουν πρόγραμμα. Ἦταν μία ἀπειλὴ. Θανάσιμη γιὰ τὸν Ἑλληνικὸ Τουρισμό, μετὰ τὴν ποταπὴ βρεταννικὴ συκοφαντικὴ ἐκστρατεία τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1956. Καὶ δὲν ἐδίστασε ἡ Γερμανία τῶν Φιλοσόφων καὶ τοῦ Δικαίου νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀκόμη δὲν θὰ διέφυγε τῆς προσοχῆς σας, ὅτι μία Ἀθηναϊκὴ ἐφημερίς, ἡ ἐφημερὶς «Νέα» εἰς τὰ φύλλα τῆς 27, 29, 30 καὶ 31.5.1957 ἐστέγασε τὸ σχετικὸν ρεπορτὰζ ὑπὸ τὸν τίτλον «Γερμανικὸν τελεσίγραφον». Ἀλλὰ ὑπάρχει πέραν αὐτῶν καὶ περαιτέρω περιπλοκὴ τῶν ζητημάτων, ὅπως ἀποκαλύπτει ὁ Γερμανικὸς τύπος μὲ τρίπτυχον: «Ἐπανορθώσεις, Τουρισμὸς καὶ Ἐγκληματίαι Πολέμου». Διὰ τὸ θέμα τῶν ἐπανορθώσεων ἠσχολήθη καὶ ὁ συνάδελφος κ. Σαββόπουλος. Ὡς γνωστόν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διὰ διακοινώσεώς της πρὸς τὴν Γερμανικήν, μετὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ προηγουμένῃ Βουλῇ διὰ τοὺς πολεμοπαθεῖς, ἐζήτησε τὴν ἔναρξιν διαπραγματεύσεων δι’ ἀποζημιώσεις, τὸ ποσὸν τῶν ὁποίων θὰ καθωρίζετο διὰ κοινῆς συμφωνίας μεταξὺ τῶν δύο μερῶν. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπέρριψε τὴν διακοίνωσιν αὐτὴν καὶ ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπανῆλθεν ἐκ νέου, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις πάλιν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πίεσιν τῆς Ἑλλάδος.
§168Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὲ συγχωρεῖτε, διὰ ποίας διακοινώσεις ὁμιλεῖτε;
§169Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Διὰ τὴν διακοίνωσιν τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1957.
§170Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τέτοιο πρᾶγμα. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι πέρυσι τὸ καλοκαῖρι, τὸ 1957, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε πεισθῆ περὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος καὶ εἶχε κάμει δύο διαβήματα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, γραπτὰ διαβήματα, διὰ τῶν ὁποίων συνιστοῦσε τὸ ἀπαραίτητον τῆς μεταβάσεώς μου εἰς Γερμανίαν καὶ Αὐστρίαν πρὸς διακανονισμὸν τῶν θεμάτων αὐτῶν. Παραδόξως, μετὰ τὸ δεύτερον διάβημα καὶ τῇ ἐπιμονῇ τῆς οἰκονομικῆς πλευρᾶς τοῦ οἰκονομικοῦ τομέως τότε, ἀνεκλήθη ἡ ἐντολὴ μεταβάσεώς μου εἰς Γερμανίαν καὶ περιωρίσθη εἰς ἐντολὴν μεταβάσεώς μου μόνον εἰς Αὐστρίαν, ὅπου καὶ κατώρθωσα νὰ ἐπιτύχω τὴν ἀποδέσμευσιν τῶν χρημάτων ἀπὸ τὴν Αὐστριακὴν Κυβέρνησιν. Εἰς τὴν Γερμανίαν μοῦ ἀπέκλεισαν νὰ πάω τότε. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι ἐν συνεχείᾳ μὲ ἀπέκλεισαν καὶ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Εὐρώπης, ὥστε νὰ μὴ ἔχω τὴν εὐχέρειαν μεταβάσεως ἐκεῖ. Εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν κ. Ἀβέρωφ, τὰ δύο αὐτὰ γραπτὰ διαβήματα.
§171Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Καὶ τότε, κύριοι συνάδελφοι, ὁ Γερμανικὸς τύπος συνεδύασε τὸ ζήτημα καὶ ἐκατηγόρησε ἀσύστατα τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι συνδυάζει ἐκ νέου τὸ θέμα τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου μὲ τὴν περίπτωσιν Μέρτεν διὰ νὰ ἀσκήσῃ ἐκβιασμόν. Καὶ κατέληγον τὰ σχετικὰ δημοσιεύματα ὡς ἑξῆς: «... πείσμων πρόθεσις τῶν Ἑλλήνων νὰ ἐπιβάλουν εἰς τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν τὰς ἀξιώσεις των περὶ ἐπανορθώσεων, ὤθησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μπὸν εἰς ἐντονωτάτην διαμαρτυρίαν καὶ νὰ εἰδοποιήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐὰν δὲν ξεκαθαρίσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θὰ ὑποδείξῃ ἀπεριφράστως εἰς τοὺς ὑπηκόους της νὰ παύσουν νὰ ἐπισκέπτωνται τὴν Ἑλλάδα». Ὡς βλέπετε, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ἡ φιλοσοφία καὶ τὸ δίκαιον δὲν ἐμποδίζει τὸν ἐκβιασμὸν τῆς οἰκονομικῶς ἰσχυρᾶς Γερμανίας ἀπέναντι τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος. Ποῖον γεγονὸς ἐμεσολάβησεν, ὥστε τελικῶς, νὰ ἐπικρατήσουν αἱ γερμανικαὶ ἀπόψεις καὶ νὰ καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν ἕνα σχέδιον νόμου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ οὐσιαστικὴν ἀμνήστευσιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου; Πέραν ὅμως τούτου, ἀνακύπτει καὶ ἕνα ἄλλο ἐρώτημα ἐξ ἴσου σοβαρὸν καὶ σπουδαίας σημασίας, διὰ τὰς ἑλληνικὰς ἐκκρεμότητας. Μέσα εἰς τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἐκκρεμοῦν μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Βόννης ἆρα τὸ πιὸ σπουδαῖο καὶ τὸ πιὸ σοβαρὸν ἦτο τὸ θέμα τῆς ἀναστολῆς τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου καὶ ἀπὸ τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν καὶ ὄχι νὰ ἀρχίσωμεν τὰς προσπαθείας μας διὰ τὴν ἐπίλυσιν ἄλλων θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι κεφαλαιώδη καὶ μερικὰ τὰ ὁποῖα κρατοῦν 50.000 Ἕλληνας, θύματα τῆς γερμανικῆς κατοχῆς τῶν βαρβαροτήτων εἰς ἀγωνίαν; Θὰ ἀναφέρω μερικά, μὲ ὅλην τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι. Ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι μετεφέρθησαν ὡς ὅμηροι εἰς τὴν Γερμανίαν ἢ ἐκλείσθησαν ὡς ὅμηροι εἰς Ἑλληνικὰ στρατόπεδα ἢ ἐξετελέσθησαν ἐπὶ τόπου. Ἡ ἀποζημίωσίς των εἶναι γνωστόν, ὅτι ἔχει συνδυασθῆ μὲ τὴν ἀνάληψιν ὑποχρεώσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἱ ὁποῖοι ἔμεναν εἰς τὴν Γερμανίαν μονίμως. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὀκτὼ Εὐρωπαϊκὰ κράτη ἐνδιαφέρονται δι’ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, Ἐκ τῶν ὑστέρων, ὅμως, ἡ Κυβέρνησις τῆς Δυτικῆς Γερμανίας ἔκαμε διαχωρισμὸν μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἔμεναν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τῶν ὁμήρων, καὶ τὸ θέμα παραμένει μέχρι τῆς στιγμῆς ἄνευ λύσεως. Εἶναι ἔτσι ἢ ὄχι;
§172Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἀκριβῶς, κ. συνάδελφε. Νομίζω, ὅτι εἰς αὐτὸ δὲν ἔχετε ἀπολύτως δίκαιον. Ἔχει προωθηθῆ τὸ θέμα. Τώρα ὑπάρχει μία τελευταία διακοίνωσις καὶ ἔχω εἰς χεῖρας μου κείμενον καὶ ἐκ μέρους τῆς διεθνοῦς Ὁμοσπονδίας τῆς ἑδρευούσης εἰς τὸ Παρίσι, ἡ ὁποία πράγματι, μᾶς δίδει ἐλπίδας πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§173Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Δίδει ἐλπίδας, σύμφωνοι...
§174Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Βασίμους ἐλπίδας.
§175Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Σαββόπουλε, αὐτὸ εἶναι ὄργανον, δὲν εἶναι Κυβέρνησις. Γίνεται μία προσπάθεια δι’ αὐτοῦ.
§176Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤλλαξε μορφὴν καὶ τώρα τίθεται ζήτημα καταμερισμοῦ τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ ἀνὰ χώραν. Ἡ διαφωνία μας ἔγκειται εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§177Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Ἡ διαφωνία ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἐδόθησαν 100.000 μάρκα ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἀντὶ τοῦ αἰτηθέντος ποσοῦ.
§178Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς Ἕλληνας ὁμήρους. Ἀφορᾷ ὅλους τοὺς ὁμήρους, οἱ ὁποῖοι ἐσύρθησαν εἰς τὴν Γερμανίαν.
§179Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Τὸ εἶπον.
§180Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς τὸ προσδιωρίσατε, ἀφήσατε τὴν Βουλὴν μὲ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τάχα μόνον εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων γίνεται αὐτὴ ἡ μεταχείρισις. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι σύμφωνα μὲ προηγούμενον νόμον, ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις λέγει, ὅτι δὲν ὀφείλει ἀποζημίωσιν διὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐντὸς τῆς Γερμανίας. Πέραν αὐτοῦ ὑπάρχει πολιτικὸν θέμα. Ἡ αἴτησις τὴν ὁποίαν ἀναφέρατε ἀφορᾷ ὀκτὼ χώρας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν.
§181Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Παρενοήσατε, ἐγὼ τὸ ἀνέφερα ὡς ἐκκρεμότητα ὑφισταμένη μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Βόννης.
§182Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἐκκρεμότης μεταξὺ Δυτικῆς Γερμανίας καὶ Ἑλλάδος. Εἶναι ἐκκρεμότης μεταξὺ Γερμανίας καὶ ὅλων τῶν ἄλλων χωρῶν.
§183Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Τὸ ἐτόνισα καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν.
§184Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ πολὺ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§186Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει καὶ ἕτερον σοβαρὸν θέμα τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ κεντρήσῃ τὸ ἐνδιαφέρον πολλῶν συναδέλφων, εἶναι τὸ θέμα τῶν ἀπαιτήσεων τῶν Ἑλλήνων ἰδιωτῶν δι’ ἐμπορεύματα παραγγελθέντα καὶ πληρωθέντα εἰς τὴν Γερμανικὴν ἀγορὰν τὰ ὁποῖα ποτὲ δὲν ἔφθασαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀνέρχονται δὲ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 30 ἑκατ. δολλαρίων συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀσφαλίσεων.
§187Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εὑρίσκετε, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ὑφίστανται ζημίαν ἐκ τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου;
§188Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ὑπεστήριξα εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ ὑποστηρίζω καὶ τώρα, ἐξ αἰτίας τῆς διακοπῆς σας, ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ τὰ θεωρῶ ἀπεριορίστως σπουδαιότερα τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου καὶ θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν ἀρχίζαμεν ἀπὸ αὐτά, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ὑπάρχει ἡ ἀποστολὴ Κατσούλη ὅπου ἐπέτυχε νὰ καταβληθοῦν 487.000 μάρκα διὰ φύλακτρα καὶ κατόπιν ἄλλα 200.000 μάρκα. Ὑπάρχει, πέραν τούτων, τὸ θέμα τῶν ἐπανορθώσεων, τὸ ὁποῖον....
§189Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν ἀποζημιώσεων. Εἶναι τελείως ἄσχετον τὸ θέμα τῶν ἐπανορθώσεων μὲ τὸ θέμα τῶν ἀποζημιώσεων.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιορισθῆτε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§191Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Ὀρθῶς. Ἐπρόκειτο διὰ παραδρομήν. Εἶναι τὸ θέμα τῶν ἁρπαγέντων ἀγαθῶν. Καὶ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ βιβλιογραφία ἀναφέρεται εἰς αὐτὸ τὸ θέμα. Συμποσοῦνται εἰς 140.000.000. Δυνάμει δὲ συμφωνίας, ἡ ὁποία ἐτηρήθη μυστική, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθοῦν ἀπαιτήσεις ἄλλων ἐνδιαφερομένων χωρῶν, μεταξὺ Μπὸν καὶ Γιουγκοσλαβίας ἔναντι ἀπαιτήσεως 420.000.000 μάρκων ἡ Γιουγκοσλαβία ἔλαβε 300.000.000 ἀποζημιώσεις, ἐκ τῶν ὁποίων 60.000.000 εἰς μετρητά.
§192Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Πόσα ἐπήραμεν ἡμεῖς;
§193Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Τίποτε.
§194Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐζητήσαμεν ἐπισήμως.
§195Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζετε, ὅτι εἶναι κανονικὸν νὰ συζητῆτε αἰφνιαδιστικῶς τὸ θέμα τοῦ συνόλου τῶν ἐπανορθώσεων καὶ τῶν ἀποζημιώσεων καὶ μάλιστα ἀπόντος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τὸ χειρίζεται; Εἶναι δυνατόν, ἐξ ἀφορμῆς οἱουδήποτε νομοσχεδίου νὰ ἄγεται ἓν ἄλλο θέμα ἁπλῶς, διότι ἔχομεν σχέσιν; Μόνον ἐὰν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἐβλάπτετο ὅ,τιδήποτε ἐξ ὅλων τῶν ζητημάτων αὐτῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ.
§196Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει συνδυασμός. Ὑπάρχει ἀναφορὰ εἰς κεφαλαιώδη θέματα.
§197Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ συνεδύασα διὰ νὰ μὴ θίξω τὰ ὑπάρχοντα δικαιώματα.
§198Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Τὸ θέμα τοῦτο ἐπανειλημμένως ἀπησχόλησε κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§199Ε. ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Παρίστατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός σας, κ. Μάρτης, ὁ ὁποῖος κατέχει τὸ θέμα καὶ δὲν ἐγένετο συζήτησις ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ.
§200Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἦλθε διὰ πέντε λεπτὰ εἰς τὴν αἴθουσαν ὁ κ. Μάρτης. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ νομοσχέδιον.
§201Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Ἐπίσης, ὑπάρχει τὸ τεράστιον θέμα τῶν γερμανικῶν πιστώσεων. Τὰ ποσὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦντο ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν διατροφὴν τῶν Γερμανικῶν καὶ Ἰταλικῶν στρατευμάτων εἰς τὴν Β. Ἀφρικὴν πέραν τῶν ἐξόδων κατοχῆς καὶ ὑπεχρεοῦντο αἱ χῶραι αὗται, βάσει τῶν συμφωνιῶν τῆς Ρώμης τὴν 14–3–1942, νὰ ἀποδώσουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκβάσεως τοῦ πολέμου. Καὶ διὰ τὴν Γερμανίαν εἶναι 168 ἑκατ. δολλάρια. Ὑπέμνησα, κύριοι συνάδελφοι, τὰς περιπτώσεις αὐτὰς διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι ὅταν ὑπάρχουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ τεράστιαι ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολῇ τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἦτο τὸ θέμα τῆς ρυθμίσεως τῶν ἀπαιτήσεων αὐτῶν καὶ ὄχι τῆς ἀμνηστεύσεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Κατηγορήθη ἐπίσης ἡ πτέρυξ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω, ὅτι ἐπιδιώκει προστριβὰς μεταξὺ τῆς χώρας μας καὶ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, λόγῳ τοῦ ρόλου της εἰς τὴν διάρθωσιν τοῦ ΝΑΤΟ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ πτέρυξ μου, ἔχει τὴν ἀρχὴν νὰ ἐξομαλύνῃ κἄθε εἴδους προστριβὴν μὲ οἱανδήποτε χώραν, μὲ κριτήρια τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἰσοτιμίαν, γιατὶ ἔτσι δημιουργοῦνται αἱ βάσεις γιὰ νὰ ἑδραιωθῇ ἡ παγκόσμιος εἰρήνη. Τὰς ὑπομνήσεις μου αὐτάς, τὰς ὁποίας ἴσως ἔκαμα, καὶ εἰς ὕφος ἀσυνήθως ἔντονον, τὰς ἔκαμα, κύριοι συνάδελφοι, διότι ἠθέλησα νὰ καταλήξω μὲ ἀντικειμενικὴν κρίσιν εἰς ὀρθὰ συμπεράσματα. Καὶ ταῦτα εἶναι: Πρῶτον ἡ ἀναστολὴ τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου —στὴν οὐσία ἡ ἀμνήστευσίς των— δὲν εἶναι τὸ πιὸ ἐπεῖγον καὶ φλέγον καὶ σπουδαῖο θέμα, ὅταν τὰ θύματά τους οὔτε κἄν ἀπεζημιώθησαν. Δεύτερον, ὅτι ἡ προαγωγὴ τοῦ θέματος τούτου μέχρι καὶ τῆς νομοθετικῆς ρυθμίσεως, ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα μακρῶν διαπραγματεύσεων στὶς ὁποῖες κατόπιν ἐκβιαστικῶν πιέσεων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδειξεν ἀδικαιολόγητον ὑποχωρητικότητα, ὅταν ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ρύθμισιν ἄλλων σπουδαιοτέρων θεμάτων. Καὶ τρίτον, τὸ ὅτι τὸ παρὸν ἄγεται ἐν σπουδῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς ψήφισιν πρὸ τῆς κυρώσεως τῶν προσφάτων συμφωνιῶν τῆς Μπὸν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Γερμανικῆς Βουλῆς, δικαιολογεῖ πᾶσαν ἐπιφύλαξιν ὡς πρὸς τὸν συσχετισμὸν των, ἐμφανῆ ἢ παρασκηνιακόν. Καὶ ἔτσι, πέραν τῶν ὅσων οἱ ἄλλοι ρήτορες ὑπεστήριξαν, καὶ διὰ τοὺς ἀνωτέρω λόγους, ὄχι μόνον κηρυσσόμεθα κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ παρακαλῶ καὶ συνιστῶ καὶ ἐγὼ εἰς τοὺς κ. ὑπουργοὺς νὰ ἀποσύρουν τοῦτο. Ὑπάρχουν ἄλλα, ὡς εἶπα, θέματα ἀξιοῦντα τὸ προβάδισμα. Καὶ αὐτὰ ἄς προωθήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισίν του θὰ ἀρνηθῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ τὸ ψηφίσωμεν διὰ λόγους ἐθνικοὺς καὶ λόγους σεβασμοῦ τῶν θυμάτων τῆς χιτλερικῆς κατοχῆς, τῶν ὁποίων συνεχίζεται τὸ δρᾶμα. (Χειροκροτήματα).
§202Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, κατεπονήθη τὸ Σῶμα, νὰ διακόψωμεν.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴχομεν συμφωνήσει, νὰ ὁρισθῇ τὸ τέταρτον δυστυχῶς, ὅμως, δὲν ὡρίσθη. Θὰ παρεκάλουν νὰ ὁρισθῇ τὸ τέταρτον καὶ νὰ συνεχίσωμεν.
§204Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνεχίσωμεν, διότι ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως εἶναι ἀρκετὰ ἐπιβεβαρημένη.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 15 ἀγορηταὶ ἀκόμη. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ τέταρτον καὶ νὰ συνεχίσωμεν ἀπόψε, διότι αὔριον θὰ συζητηθῇ τὸ περὶ Δημοτικῶν ἐκλογῶν.
§206Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶχεν ἀποφασισθῆ τὸ τέταρτον τῆς ὥρας διὰ τοὺς ἀγορητάς. Νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ τετάρτου τῶν ὁμιλητῶν καὶ νὰ διακόψωμεν.
§207Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δι’ αὔριον.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ συνεδρίασις διεξάγεται τῶν βουλευτῶν καθημένων.
§209Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν ἔχετε κύριοι βουλευταὶ τῆς ΕΔΑ, τὸ δικαίωμα νὰ ζητῆτε τὴν διακοπὴν τῆς συνεδριάσεως.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις ἀπὸ τὰς 11 μ.μ. Τόσον καταπεπονημένοι εἴμεθα μὲ 4 ὥρας ἐργασίας τὴν ἡμέραν;
§211Α. ΜΠΡΙΛΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σεῖς ἔχετε εἴπει, εἰς τὰς 11 μ.μ. νὰ διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ὅλα τὰ κοινοβούλια τοῦ κόσμου ἡ συνεδρίασις διαρκεῖ ὡς ἀργὰ τὴν νύκτα. Θέλετε νὰ ὁρίσωμεν τὸ τέταρτον;
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (τῆς ΕΔΑ). Ὄχι, ὄχι.
§214Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνω νὰ διακόψωμεν τώρα καὶ δι’ αὔριον νὰ καθιερωθῇ τὸ τέταρτον. Ἐὰν γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις αὐτή, νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι διακόπτομεν τώρα καὶ ὁρίζομεν τὸ τέταρτον τῆς ὥρας δι’ αὔριον. Ἡ συνεδρίασις θὰ συνεχισθῇ. Ὁ κ. Σ. Μερκούρης ἔχει τὸν λόγον.
§216Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ἐπέρασεν ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ τεσσάρων χρόνων κατοχήν, μοῦ προξενεῖ πραγματικὴν λύπην, ὅτι σήμερον, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ συζητεῖ ἕνα νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου οὐσιαστικῶς ἀμνηστεύομεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταμάτωσαν, ἐκρεούργησαν, ἐβίασαν ἔκλεψαν καὶ ἀτίμασαν τὰς ἑλληνίδας γυναίκας. Λέγω μοῦ προξενεῖ λύπην, διότι δὲν ἐφανταζόμην ποτὲ ὅτι ἕνα τέτοιο νομοσχέδιον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο μία προσπάθεια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀντικρούσῃ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου βουλευτῶν, ὅτι εἶναι ἕνα νομοσχέδιον καθαρῶς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ὁ πολιτικὸς παράγων, οὔτε αἱ σχέσεις μας μετὰ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Ἀλλ’ ἡ παρουσία ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν συζητήσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος τυπικῶς εἶναι ξένος τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιβεβαιώνει τὸ ἀντίθετον, δηλαδὴ εἶναι μία ἐκδήλωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ πολιτικοῦ καὶ διπλωματικοῦ ἐνδιαφέροντος τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ὅσοι θὰ παρακολουθήσωμεν ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμὴν τὴν συζήτησιν, θὰ εἴδωμεν, ὅτι περισσότερον ἐπενέβη εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἔχει ὑποστηρίξει τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παρὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ παρουσιάζων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον.
§217Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παρευρίσκετο καὶ διέκοπτε, διότι συνεχῶς, οἱ ἀντικρούοντες τὸ νομοσχέδιον, ἠγνόουν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀνεφέροντο εἰς δῆθεν συμφωνίαν, ἡ ὁποία εἶχε συναφθῆ παρ’ ἐκείνου καὶ τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Γερμανικῆς Δημοκρατίας; Πῶς θέλατε νὰ ἀπαντήσῃ, ὄχι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων καὶ ὄχι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε ποῖαι συμφωνίαι ἔγιναν; Δι’ αὐτὸ παρίσταται.
§218Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, καὶ μὲ τὴν φιλίαν καὶ μὲ τὸν σεβασμὸν καὶ μὲ τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ἠγνόουν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριζαν ὅ,τι ὑπεστήριξαν. Διότι εἰς τὸ μόνον, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦν νὰ κατηγορηθοῦν οἱ προλαλήσαντες ἐμοῦ συνάδελφοι εἶναι, ὅτι ἐγνώριζαν τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλά, ἰδίᾳ τοῦ ἐπεῖγον τοῦ πράγματος, ἡ παρουσία τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ποὺ δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ ἡ ἄγνοια, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπικαλεῖσθε, ἐπέτρεψεν εἰς ὅλους τοὺς συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, νὰ ὑποστηρίξουν, ὅπως θὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει περισσότερον χαρακτῆρα πολιτικὸν καὶ διπλωματικόν, παρὰ εἶναι ἕνα ἁπλοῦν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τὸν Α ἢ Β λόγον, παρουσιάζει.
§219Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Ἡ διατύπωσις, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνετε, δὲν ἀντιφάσκει πρὸς τὴν πραγματικότητα, πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Πράγματι, ἔχει πολιτικόν, πράγματι ἔχει γενικώτερον ἐνδιαφέρον τὸ νομοσχέδιον. Βεβαίως, τὸ νομοσχέδιον σχετίζεται τύποις καὶ ἐν πολλοῖς κατ’ οὐσίαν μὲ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἔχει καὶ γενικωτέραν σημασίαν, ἀπὸ ἀπόψεως σχέσεων τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν ἀναδημιουργουμένην Γερμανίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀντικείμενον βαθυτάτου σεβασμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἐλευθέρου κόσμου. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι δυνατόν, ἐξ αὐτοῦ νὰ συναχθῇ διόλου, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ συναχθῇ, τὸ συμπέρασμα, ὅτι διὰ νὰ ἀναμιχθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὴν συζήτησιν, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἐγένοντο συνεννοήσεις ἐν Βόννῃ.
§220Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον ἐγώ.
§221Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Ἀλλὰ ἐπρόκειτο, συνεχίζοντες, νὰ τὸ εἴπητε καὶ προλαμβάνων, παρακαλῶ νὰ μὴ τὸ εἴπητε. Διότι, πρῶτον, θὰ ἐπαναλάβητε ὅσα, κατὰ τρόπον περιττόν, εἶπον ἄλλοι προλαλήσαντες καί, δεύτερον, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται αὐτὸ εἰς τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀλήθειαν. Ὅ,τι καὶ νὰ ὑποθέσητε, ὅ,τι καὶ νὰ εἴπητε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψητε αὐτὴν τὴν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπευθύνως προβαίνει ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς συνεννοήσεις ἐν Βόννῃ, δὲν ἔθεσε τοιοῦτον ζήτημα. Ἦτο ζήτημα καθαρῶς ἑλληνικόν, ἑλληνικὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν οὐχὶ μόνον τὴν ἐσωτερικήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Γερμανίαν. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, συνελήφθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀπόφασις καὶ διετυπώθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ.
§222Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐπιβεβαιώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἐγὼ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει καθαρῶς πολιτικὸν καὶ διπλωματικὸν χαρακτῆρα. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰς συνεννοήσεις τῆς Βόννης, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην, ὁ ὁποῖος, ὁμιλῶν προχθές, εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ πεισθῇ, ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος τῶν συνεννοήσεων τῆς Βόννης. Ἐγὼ δὲν ἀνέφερα Μπόν, οὔτε ἐπρόκειτο νὰ ἀναφέρω Μπόν, οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω διὰ τὰς συνεννοήσεις τῆς Βόννης, ὅταν ὁ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος, ἀνέγνωσεν ἄρθρον ἐφημερίδος ἀπὸ τὸ 1955 –1958, διὰ τοῦ ὁποίου λέγεται, ὅ,τι λέγεται. Δὲν τὸ γνωρίζω. Σεῖς τὸ γνωρίζετε, ἡ Κυβέρνησις τὸ γνωρίζει. Λέγεται, ὅτι πάντοτε, δι’ οἱανδήποτε συνεννόησιν, προσφέρεται ἡ Δυτικὴ Γερμανία, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀντικρύζω μετὰ θαυμασμοῦ καὶ μετὰ προσοχῆς καὶ ἐλπίζω, ὅτι τὸ δεύτερον πλῆγμα τὸ ὁποῖον ὑπέστη ὁ Γερμανικὸς λαὸς δὲν θὰ τὸ ἐπαναλάβῃ διὰ τρίτην φοράν, πρᾶγμα ποὺ αἱ τελευταῖαι ἐκδηλώσεις μὲ κάμνουν νὰ ἀνησυχῶ, ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀνθρωπότητα, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν Γερμανικὸν λαόν.
§223Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Μήπως θὰ ἦτο χρήσιμον, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάθεσις, ὅτι πράγματι ὑπῆρξε συνεννόησις καὶ συμφωνία, νὰ συνεσχετίζετο τὸ θέμα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου μὲ τὰς συμφωνίας τῆς Μπόν; Μήπως θὰ ἦτο χρήσιμον, διὰ νὰ διαλυθῇ ἡ διάθεσις αὐτὴ καὶ νὰ πεισθῇ πᾶς τις, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελεν, ἐνδεχομένως, νὰ κακοπιστῇ, νὰ ἀμφισβητῇ, νὰ κατατεθοῦν οἱ φάκελλοι καὶ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα περιέχουν ὅλας τὰς σχετικὰς συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις ἐπὶ οἰκονομικοῦ, πολιτικοῦ ἐπιπέδου, ὥστε νὰ ἔληγεν αὐτὴ ἡ ἀμφισβήτησις, ἡ ὁποία, κατ’ ἀνάγκην, ὑπάρχει καὶ δηλητηριάζει τὴν συζήτησιν.
§224Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Ἄν ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν τακτικήν, ἢ μᾶλλον ἂν ἀνταποκριθῶμεν εἰς ὅλας τὰς αἰτήσεις καταθέσεως τῶν φακέλλων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἰδικώτερον τῆς πτέρυγος, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύετε, θὰ ἔπρεπεν ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μεταφερθῇ, ἀπὸ ἀπόψεως φακέλλων, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Οὐδέποτε, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, κατατίθεται, ἢ μᾶλλον ζητεῖται σοβαρῶς ἡ κατάθεσις φακέλλου. Ἀρκεῖται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὑπεύθυνον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νομίζω, ὅτι ἔχετε καθῆκον καὶ σεῖς ν’ ἀρκεσθῆτε εἰς αὐτό.
§225Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Δύο σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὅσων εἴπατε: Δὲν ἠξεύρω, ἂν ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου σας, τὸ πιστεύετε, ὅτι κάμνετε μίαν ἐξαίρεσιν, ὅταν αἱ αἰτήσεις περὶ καταθέσεως στοιχείων καὶ φακέλλων προέρχωνται ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι σεῖς, τοὐλάχιστον, δὲν θὰ θελήσετε νὰ καθιερώσητε μίαν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε μὲ τρόπον λίαν ἀνεπιτυχῆ νὰ ὑποστηρίξῃ, κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, ὁ συνάδελφός σας ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως. Δεύτερον, ἐπὶ ἕνα ἔτος τώρα, εἶναι ζήτημα, ἂν εἰς 3 ἢ 4 περιπτώσεις τὸ σύνολον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐζήτησε κατάθεσιν στοιχείων ἢ φακέλλων καί, ἑπομένως, ὄχι μόνον δὲν ἔκαμαν κατάχρησιν, ἀλλ’ οὔτε ἔκαμαν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδει καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς. Καί, τρίτον, τὸ συγκεκριμένον θέμα, εἶναι πράγματι σημαντικὸν καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν ἅπτεται θεμάτων ἀπορρήτων ἀπὸ οἱανδήποτε πλευρὰν καὶ ἂν ἐξετασθῇ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀδικαιολόγητος ἐκ τῶν πραγμάτων, ἡ αἴτησις καταθέσεως τῶν φακέλλων.
§226Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὑπεστήριξεν, ὅτι καὶ ἄλλα Κράτη τὰ ὁποῖα ἔπαθον, εἶχον τὴν ἀτυχίαν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ αὐτὰ ἔδωσαν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς τοὺς ἐγκληματίας. Νομίζω, ὅτι ὑποπίπτομεν εἰς σφάλμα. Ὁ βασικὸς Γαλλικὸς νόμος, εἶχε τὸ ὅριον τῆς 10ετίας, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐλησμόνησεν, ὅτι ἡ Γαλλία ὑπῆρξε μία ἐκ τῶν 4 δυνάμεων κατοχῆς τῆς Γερμανίας καὶ συνεπῶς, τῆς ἐδόθη δυνατότης καὶ εἰς τὸν τομέα, τὸν ὁποῖον κατεῖχε, τῆς Γερμανίας, νὰ συλλάβῃ τοὺς ἐγκληματίας πολέμου καὶ παραδειγματικὰ νὰ τοὺς τιμωρήσῃ καὶ ὡς μεγάλη δύναμις ἔλαβε τὴν συνδρομὴν καὶ τῶν ἄλλων τριῶν μεγάλων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι κατεῖχον καὶ κατέχουν ἀκόμη τὴν Γερμανίαν, νὰ τοὺς παραδίδουν τοὺς ἐγκληματίας πολέμου. Συνεπῶς, ἴσως, ἡ 10ετία ἦτο καὶ ὑπερβολική. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν Δανίαν, ἐκείνη εἶναι μία ἡρωϊκὴ τοπικὴ ἀντίστασις κατὰ τὴν πρώτην εἰσβολήν, ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εἰς τὴν Δανίαν δὲν ἔγιναν τερατουργήματα καὶ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦτο εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι θέλουν νὰ λησμονήσουν τὴν ἀντίστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, δι’ ὅσους θέλουν νὰ ἀμαυρώσουν τὴν ἀντίστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, λέγω, ὅτι ἡ ἀντίστασις, ἦτο ὁλοκληρωτικὴ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀδιαφόρως πολιτικῶν ἢ ἰδεολογικῶν συγκρούσεων, τὰς ὁποίας ἠμποροῦσε νὰ ἔχῃ, ἡ ἀντίστασις, ἦτο ὁλοκληρωτική.
§227Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων ἀδικημάτων ποὺ ἔγιναν εἰς τὰς ἄλλας χώρας, διωγμοὶ Ἑβραίων ἔλαβον χώραν καὶ εἰς τὴν Νορβηγίαν.
§228Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι, κύριε Ράλλη. Μὲ διακόπτετε καὶ ἔχετε ἀτυχίαν εἰς τὴν διακοπήν σας.
§229Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν Ὁλλανδίαν;
§230Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἰς τὴν Ὁλλανδίαν, ἐλάχιστοι. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω, ὅτι δὲν εὐσταθοῦν. Ὁ βασικὸς Ἑλληνικὸς νόμος, ὁμιλεῖ περὶ 20ετίας καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουν περάσει τὰ 14 χρόνια, θὰ ἠμπορῇ νὰ παραμείνῃ τυπικῶς, ἔστω, ὁ νόμος αὐτὸς ἐν ἰσχύϊ καὶ μετὰ μίαν ἑξαετίαν, θὰ ἔληγε καὶ δὲν θὰ ἐγεννᾶτο θέμα, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμήν, μὲ τὴν συζήτησιν ποὺ ἔχετε, θὰ γεννήσῃ μίαν ψυχρότητα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ λαοῦ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν γνώμην μου, ἠτύχησε καὶ εἰς ἕνα ἄλλο ἐπιχείρημά του. Εἶπεν, ὅτι —ἂν δὲν ἀπατῶμαι διακόπτων τὸν κ. Κοθρῆν— «κανένα ἐγκληματίαν δὲν ἔχομεν εἰς τὰ χέρια μας, εὑρίσκονται ὅλοι εἰς τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, ποῦ νὰ τοὺς εὕρωμεν ἡμεῖς; Πῶς θὰ τοὺς συλλάβωμεν; Τί μέσα ἔχομεν νὰ τοὺς συλλάβωμεν; Ἡ Γαλλία, ἡ Ἀγγλία, ἡ Ρωσία, ἔχουν τὴν δυνατότητα, διότι κατέχουν τὴν Γερμανίαν». Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ καὶ ἐγὼ τὸ πιστεύω, ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας καὶ ὀρθῶς ἐλέχθη, ὅτι ἡ προσπάθεια τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, τῆς Κυβερνήσεως τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, εἶναι ἡ καταδίκη τοῦ Ναζισμοῦ ὁριστικῶς καὶ ἡ ἀπόκτησις φιλικῶν σχέσεων μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐρωτῶ, διατὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γενναιοψυχίαν νὰ κάνωμεν αὐτὸν τὸν νόμον καὶ ἀντιθέτως δὲν θὰ εἶχε καθῆκον ἡ Δυτικὴ Γερμανία νὰ ἀνεύρῃ καὶ νὰ παραδώσῃ τοὺς ἐγκληματίας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ ἀποπλύνῃ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν καὶ νὰ τιμωρηθοῦν, ὅπως ἐτιμωρήθησαν ἀπὸ ὅλα τὰ Κράτη; Νομίζω, ὅτι ἀτυχῶς καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημά του, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ὡμίλησε. Μᾶς ὡμίλησε περὶ τῶν φιλοσόφων καὶ τοῦ δικαίου. Νομίζω, ὅτι κάθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν σχετικὴν μόρφωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζῃ καὶ νὰ μὴ θαυμάζῃ τὴν γερμανικὴν φιλοσοφίαν καὶ τὴν γερμανικὴν φιλολογίαν καὶ τὴν γερμανικὴν μυθολογίαν. Ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ αἰσθάνεται ἀπέχθειαν πρὸς τὴν ψυχολογίαν, πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Πρωσσισμοῦ, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι ἐμποτισμένος ὁλόκληρος ὁ Γερμανικὸς λαός, μὲ πρῶτον, ἴσως, θῦμα αὐτὸν τὸν Γερμανικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος πάντοτε, ὅταν εὑρίσκεται ἕνας Φύρερ, τὸν ἀκολουθεῖ εἰς τὸν δρόμον τοῦ ἐγκλήματος καὶ τοῦ αἵματος. Ἀλλά, διατὶ νὰ κάμωμεν κρίσεις ἡμεῖς; Θὰ ἀναφερθῶ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ὁ περίφημος Ἄξων εὑρίσκετο εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης του, δόξης, βεβαίως, ἀπὸ ἀπόψεως δυνάμεως, ἀπὸ ἀπόψεως στρατιωτικῆς, εἰς μίαν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἡ φιλία Χίτλερ καὶ Μουσολίνι εὑρίσκετο εἰς τὸ ζενὶθ καὶ θὰ σᾶς διαβάσω μίαν παράγραφον ἀπὸ τὰ Ἀπομνημονεύματα τοῦ κόμητος Τσιάνο. Εἶναι ἡ 30ὴ Αὐγούστου 1942, εἶναι τὸ ἡμερολόγιον τὸ πολιτικὸν τοῦ Τσιάνο: «Ὁ Γκίζι —εἶναι ὁ γκαουλάϊτερ εἰς τὴν Ἑλλάδα — ἀποστέλλει ἀπεγνωσμένον τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα: «Οἱ Γερμανοὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἐπιμένουν διὰ νὰ ἀπορροφήσουν τὸ χρῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις — ἡ δῆθεν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δηλαδή— μᾶς ἀπειλεῖ ὅτι θὰ παραιτηθῇ καὶ ὅτι πρόκειται νὰ γίνουν ταραχαί. Συνιστῶμεν εἰς τὸν Μουσολίνι νὰ πάρῃ μίαν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ ὑποσχεθῇ εἰς τοὺς Ἕλληνας νὰ παρέμβῃ παρὰ τῷ Χίτλερ». Πράγματι, ἀπευθύνει μίαν ἐπιστολήν, ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις ἦτο ἀρνητική. «Δὲν νομίζω, λέγει, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν ἕνα δεύτερον διάβημα, λόγῳ τῆς ἀξιοπρεπείας μας». Ἀλλὰ τὰ γεγονότα ἔφερον τὸν Μουσολίνι νὰ ἐπιμένῃ, παρὰ τὴν ἀξιοπρέπειάν του, νὰ κάμῃ τὸ διάβημα αὐτό. Ἀλλ’ εἶναι καὶ μία ἄλλη παράγραφος, ἕνας ἄλλος χαρακτηρισμός, τὸν ὁποῖον κάμνει ἐδῶ, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει ὁ ἴδιος ὁ Μουσολίνι πρὸς τὸν Τσιάνο, πάλιν συζητῶντας διὰ τὴν Ἑλλάδα: «Ὅτι, τί τὰ θέλετε, ἡ ψυχολογία τοῦ Γερμανικοῦ λαοῦ εἶναι νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ ὅλων τῶν λαῶν καὶ εἰς περίπτωσιν ἥττης νὰ παρασύρῃ εἰς τὸν θάνατον ὅλους». Αὐτὸ τὸ λέγει ὁ Μουσολίνι, ὁ σύμμαχος καὶ φίλος τοῦ Χίτλερ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, εἰς τὸ λεχθὲν περὶ φιλοσόφων καὶ δικαίου διὰ τὴν Γερμανίαν. Αὐτή, δυστυχῶς, εἶναι ἡ ψυχολογία, ἡ ὁποία διέπει τὸν Γερμανικὸν λαόν, ὅταν ὑπάρχουν κακοὶ Κυβερνῆται. Οὐδείς, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἡ πτέρυξ αὐτή, ἡ ὁποία συνήθως κατηγορεῖται καὶ οὐδεὶς ἐνταῦθα ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ μειώσῃ ἢ νὰ δυσχεράνῃ τὰς σχέσεις μας μετὰ τοῦ λαοῦ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας καὶ μὲ ὅλους τοὺς λαούς. Ἐγὼ δέ, ὁ ὁποῖος ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι τὴν τελευταίαν ὀκταετίαν ἔζησα μέσα εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς προσπαθείας, εἶδα ὅτι ἐὰν ἠσκεῖτο μία πλέον εἰλικρινὴς πολιτικὴ καὶ ἐὰν δὲν ἔμπαιναν μέσα διάφορα οἰκονομικὰ συμφέροντα, ἴσως θὰ ἐφθάναμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠλπίζαμε νὰ φθάσωμεν τὸ 1951, δηλαδὴ εἰς μίαν συνεννόησιν παγκόσμιον, εἰς μίαν συνύπαρξιν ὅλων τῶν λαῶν.
§231ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. ... (Διακόπτει, μὴ ἀκουσθείς).
§232Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἀποκλείετε μίαν συνεννόησιν τῶν λαῶν καὶ μίαν συνύπαρξιν καὶ προτιμᾶτε τὶς «μπόμπες»; Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐξυπηρετεῖ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ ὅτι προωθεῖ τὴν φιλίαν μὲ τὴν Δυτικὴν Γερμανίαν, διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι «ἡμεῖς δὲν ἀμνηστεύομεν, δὲν ἀναστέλλομεν κἄν, στέλλομεν τὰς δικογραφίας εἰς τὴν Γερμανίαν, θὰ συλληφθοῦν ἐκεῖ οἱ ἔνοχοι καὶ θὰ δικασθοῦν». Ἐγὼ δὲν ἐκφράζω καμμίαν ἀμφιβολίαν καὶ πιστεύω, ὅτι θὰ δικασθοῦν. Ἀλλὰ μὲ ποῖα ἔνδικα μέσα; θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι δὲν ἐγένετο καμμία συζήτησις, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ μοῦ ἀρνηθῇ, ὅτι θὰ ἐγένετο συζήτησις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γερμανικῆς ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ θέλω νὰ ἐρωτήσω, ἐλάβατε τὴν πρόνοιαν νὰ παράσχετε τὰ ἔνδικα μέσα, τὰ στοιχεῖα διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν δικῶν αὐτῶν; Π.χ. τὰ ἔξοδα τῶν μαρτύρων, οἱ ὁποῖοι θὰ κλητευθοῦν, θὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς ἢ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως; Πῶς θὰ γίνουν αἱ δίκαι αὐταί; Ἐγὼ δέχομαι τὴν καλὴν πίστιν τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, δέχομαι ὅτι θὰ συλλάβῃ καὶ θὰ ὁδηγήσῃ ἐνώπιον τῆς Γερμανικῆς δικαιοσύνης τοὺς ἐγκληματίας αὐτούς. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ, διότι, νομίζω, ὅτι τὸ ἐρώτημά μου προκαλεῖ τὸ ἐνδιαφέρον ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§233Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε συνάδελφε, ὅσα μέτρα δύνανται νὰ ληφθοῦν δι’ ἐσωτερικοῦ νόμου, λαμβάνονται, διότι προβλέπεται νὰ σταλοῦν εἰς Γερμανίαν ἀντίγραφα τῶν δικογραφιῶν μὲ ὅλας τὰς πράξεις τῆς προδικασίας, ἡ ὁποία ἔχει γίνει μέχρι τοῦδε εἰς τὴν Ἑλλάδα, μαρτυρικὰς καταθέσεις κλπ. Θὰ ἤθελα δέ, νὰ σημειώσητε καὶ δύο ἀκόμη δεδομένα, ὡς πρὸς τὰς ὑποθέσεις αὐτάς, ὅτι εἰς τὰ τελευταῖα 15 ἔτη δὲν εἶχε ἐπιτευχθῇ τίποτε καὶ ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς, ὁ ὁποῖος δι’ ἄλλας περιπτώσεις εἶναι 20 ἔτη καὶ δι’ ἄλλας 15, ἔτρεχε. Μία δὲ περίπτωσις, ποὺ ἦτο δυνατὸν νὰ δικασθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐκρατήθη.
§234Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Λυποῦμαι, κύριε ὑπουργέ, διότι δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὸ ἐρώτημά μου. Ἀπὸ ὅ,τι ἤκουσα, ὅλαι αὐταὶ αἱ δικογραφίαι εἶναι περίπου χίλιαι.
§235Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι 1200.
§236Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ποῖος εἶναι ὁ ἀκριβὴς ἀριθμός, ἀλλ’ ἐρωτῶ, θὰ διαβιβάσετε εἰς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην ὅλας αὐτὰς τὰς δικογραφίας καὶ θὰ μεταφρασθοῦν εἰς τὴν Γερμανικὴν ὅλα τὰ ὑπάρχοντα ἀποδεικτικὰ μέσα, διὰ νὰ διεξαχθοῦν αἱ δίκαι;
§237Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἐρώτημά σας ἀποδεικνύει, ὅτι θὰ εἴχατε πολὺ μεγάλην ἱκανοποίησιν, ἐὰν αἱ δικογραφίαι αὐταὶ παρέμεναν εἰς τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Γραφείου Ἐγκληματιῶν Πολέμου. Κατ’ οὐσίαν, ἐκεῖ καταλήγετε.
§238Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐγώ, δὲν εἶπον αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ πάλιν, ἡ δικογραφία π.χ., τῶν Καλαβρύτων, ἡ ὁποία ἔχει 600 ἴσως καὶ περισσότερες καταθέσεις μαρτύρων, θὰ μεταφρασθῇ εἰς τὴν Γερμανικήν;
§239Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπῃ αὐτὸ ὁ νόμος, διότι ὁ νόμος θέτει μίαν γενικὴν ἀρχήν.
§240Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐζήτησα νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν νόμον. Ἐρωτῶ, ἐὰν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἀντιμετωπίσθη αὐτὸ τὸ θέμα.
§241Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχουν διαπραγματεύσεις, διὰ τοιαῦτα θέματα. Ἡ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, εἶναι ἕωλος.
§242Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δηλαδὴ πιστεύετε, ὅτι μίαν ὡραίαν πρωΐαν ἐξύπνησεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ ἦλθεν ἡ ἰδέα νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον; Νὰ εἴμεθα κἄπως σοβαρώτεροι, εἰς τὴν συζήτησιν.
§243Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ σύστημα τῆς ἀποστολῆς τῶν δικογραφιῶν, ἀρχίζει ἀπὸ τὸ ἔτος 1952. Τὸ νὰ ἐπιμένετε εἰς τὴν δυσκολίαν τῆς μεταφράσεως, εἶναι πρᾶγμα ἀκατανόητον, διότι καὶ ἐδῶ ἡ διαδικασία χρειάζεται μετάφρασιν καὶ ἐκεῖ θὰ ἀπαιτήσῃ μετάφρασιν.
§244Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι, κύριε ὑπουργέ, δὲν ἔχετε δίκαιον. Εἰς τὴν δίκην τοῦ Μέρτεν, θὰ ἐμφανισθοῦν, ὡς μάρτυρες, τὰ ὑπόλοιπα τῶν 65.000 Ἑβραίων, τοὺς ὁποίους ἔκαψαν καὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἐλήστευσεν ὁ Μέρτεν. Ποῦ θὰ εὑρεθοῦν εἰς τὴν Γερμανίαν οἱ μάρτυρες;
§245Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Ἐλπίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ σᾶς δώσω, θὰ ἱκανοποιηθῆτε, ἐὰν ὄχι οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι θὰ εἶναι ἀπολύτως σαφὴς ἡ θέσις τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀπεφάσισε νὰ ἐμπιστευθῇ ὅλας αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις, εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς ἀναδημιουργηθείσης Γερμανίας.
§246Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐνεφανίζετο ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ ἔλεγεν εὐθέως, ὅτι, διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην αὐτοῦ τοῦ μέτρου καὶ δίδει ἀμνηστίαν. Αὐτὴ θὰ ἦτο γενναιοτέρα πρᾶξις.
§247Ν. ΖΑΡΝΤΙΝΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις σήμερον, ἐμπιστεύεται εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς Γερμανικῆς Δημοκρατίας. Κάποτε, ὅμως, μία ἄλλη χώρα, πρὸς τὴν ὁποίαν πρόσκειται ἡ παράταξις εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε, ἔτεινε τὴν χεῖρας της εἰς τοὺς ναζιστὰς καὶ τοὺς φασίστας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Γερμανίας.
§248Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μοῦ ἔδωσε μίαν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία δὲν μὲ ἱκανοποίησεν.
§249Γ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθῶς ἐθέσατε τὴν βάσιν, ὅτι εἶναι πολιτικὴ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως. Τί εἰσέρχεσθε εἰς λεπτομερείας;
§250Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Μόνον ἀπόψε ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ θέμα εἶναι περισσότερον πολιτικόν. Εἶμαι διὰ τοῦτο ὑποχρεωμένος, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην, ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, θὰ τιμωρηθοῦν οἱ ἐγκληματίαι πολέμου, νὰ δεχθῶ τὴν θέσιν.
§251Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἀναλαμβάνει καμμίαν εὐθύνην, παρὰ μόνον δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ ἰδία πράττει καὶ ἀποφασίζει. Εὐθύνην ἀναλαμβάνει μόνον, ὡς πρὸς τὸ ἑξῆς σημεῖον. Ὅτι αἱ ὑποθέσεις αὗται, παύουν ἀπασχολοῦσαι τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην καὶ παραπέμπονται εἰς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην. Εἶναι τοιοῦτος ὁ σεβασμὸς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τῆς ἀναδημιουργηθείσης Γερμανίας, ὥστε αὐτὸ ἀρκεῖ.
§252Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὁ σεβασμὸς δηλαδὴ καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πρὸς τὴν Γερμανικὴν Δικαιοσύνην, σᾶς κάμνει νὰ πιστεύετε, ὅτι πράγματι θὰ τιμωρηθοῦν οἱ ἐγκληματίαι πολέμου;
§253Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Ἐρμηνεύετε τὰ λόγια μου, ὅπως θέλετε.
§254Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Μεταξὺ τῶν 1200 Γερμανῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ἐναντίον τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν μηνύσεις εἰς τὴν Γερμανίαν, περιλαμβάνεται καὶ ὁ Μέρτεν.
§255Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὑποθέτω, ὅτι περιλαμβάνεται, ἐφ’ ὅσον μόλις ἔφθασεν εἰς τὴν Ἑλλάδα συνελήφθη.
§256Γ. ΒΑΛΟΥΡΔΟΣ. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, εἶχε μηνυθῆ ἀπὸ τὸ 1952 ἢ τὸ 1956, πῶς δικαιολογεῖτε σεῖς τὴν συμπεριφορὰν τῆς Γερμανικῆς Δικαιοσύνης —εἰς τὴν ὁποίαν τόσην ἐμπιστοσύνην ἔχει ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος— ἡ ὁποία δὲν συνέλαβε τὸν Μέρτεν καὶ τοῦ ἔδωσε διαβατήριον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§257Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πάντως, κατὰ τοῦ Μέρτεν, ὑπάρχει ἔνταλμα συλλήψεως εἰς τὴν Γερμανίαν.
§258Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοῦ δίδει μία ἐλπίδα, εἶναι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν καὶ εἰς τὸ τέλος, ἀναφέρεται ἐμμέσως εἰς τὴν λήθην τοῦ παρελθόντος, διὰ νὰ αἰτιολογήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ εἴχομεν μίαν μακροτάτην συζήτησιν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐκφράζω τὴν εὐχήν, ὅπως μὲ τὴν αὐτὴν μεγαλοψυχίαν ποὺ ἀντικρύζει τοὺς Γερμανοὺς ἐγκληματίας πολέμου, νὰ ἀντικρύσῃ καὶ τοὺς Ἕλληνας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέσα εἰς τὴν παγκόσμιον θύελλαν παρεσύρθησαν καὶ διέπραξαν ὡρισμένα ἀδικήματα, πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὸ παρὸν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἡνωμένοι, διότι, ἴσως, θὰ χρειασθῶμεν ὅλοι πάλιν, διὰ νέους ἀγῶνας. (Χειροκροτήματα).
§259Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Ἡ Κυβέρνησις, παρακαλεῖ, κύριε Πρόεδρε, τοὺς συναδέλφους ὅλων τῶν πτερύγων, ὅπως καταβάλλουν κάθε προσπάθειαν, διὰ νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, συντομεύοντες τὰς ἀγορεύσεις, διότι καὶ πάντα τὰ ἐπιχειρήματα ἀνεπτύχθησαν καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ αὔριον νὰ ἀρχίσῃ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν».
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ Προεδρεῖον, κύριε Πρόεδρε, ἔχει τὴν ἰδίαν γνώμην. Καὶ παρακαλεῖ τοὺς κυρίους βουλευτάς, ὅπως δεχθοῦν τὴν ἐπιβολὴν τοῦ τετάρτου, μετὰ τὸν κ. Δεσποτόπουλον, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήσῃ πρῶτος.
§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§262Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πρὸ ἐμοῦ διελθόντες ἐκ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κύριοι βουλευταί, ἀνέπτυξαν τὰ πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα εἶχον σκεφθῆ νὰ ἐπικαλεσθῶ, διὰ τὴν ἀπόκρουσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἐπανέλθω εἰς τὰ ἴδια, θὰ ὁμιλήσω δι’ ὀλίγων, ἀναφερόμενος μόνον εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε δὲν ἀνεπτύχθησαν. Καὶ ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδεικνύει μίαν ἀτολμίαν, διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος, διότι, ἀντὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐπέλεξεν διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα τῆς παρέχει ἡ κειμένη νομοθεσία, καταφεύγει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ζητεῖ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δικαιολογῶν τὴν ἐνέργειαν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τοῦτο ἀπὸ εὐθιξίαν. Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος. Ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, ποὺ ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὁ ὑπάρχων νόμος 2058, εἰς τὸ ἄρθρον 22 αὐτοῦ, λέγει, ὅτι ἀρξαμένης τῆς διώξεως παρὰ τῆς ἀλλοδαπῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, δύναται, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου ἐγκληματιῶν πολέμου, νὰ ἀνασταλῇ ἡ πρόοδος τῆς διαδικασίας ἢ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐκδόσεως τελεσιδίκου ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου τῆς ἰθαγενείας τοῦ κατηγορουμένου. Ἑπομένως, καὶ μὲ τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ Κυβέρνησις, ἐρχομένη εἰς κἄποιαν συνεννόησιν μὲ τὸ Συμβούλιον ἐγκληματιῶν πολέμου, ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς διώξεως, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμεῖ. Ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις, ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 30 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον τῆς παρέχει τοιαύτας δυνατότητας. Ἀντὶ τούτων, ἡ Κυβέρνησις προέκρινε νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου. Διὰ νὰ γίνῃ ἀντιληπτὸς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, θὰ πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Γερμανῶν, κατὰ τὸ ἔτος 1952. Τότε, ὁ Ἕλλην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐμφανίζεται προσφέρων μίαν συγκεκαλυμμένην λύσιν, διὰ τὸν τερματισμὸν τοῦ θέματος τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, φαίνεται κατ’ ἀρχὴν εὐχαριστημένη, παρὰ ταῦτα δὲν προχωρεῖ. Διότι, προφανῶς, ἐπιθυμεῖ τὴν τακτοποίησιν τοῦ θέματος, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Συμβούλιον ἐγκληματιῶν πολέμου. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σήμερον, μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἰς τὴν Βόννην δὲν ἐγένοντο ἐπίσημοι συνομιλίαι διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Αὐτὸ εἶναι πιθανόν. Δυνατόν, ἐπίσημοι συνομιλίαι, νὰ μὴ ἐγένοντο. Φρονῶ, ὅμως, ὅτι θὰ ἐδόθη ἀπὸ μέρους τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως νὰ καταλάβῃ ἡ Ἑλληνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅτι ἔπρεπε νὰ τερματίσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου κατ’ ἄλλον τρόπον καὶ οὐχὶ νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ οἱανδήποτε ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συμβουλίου ἐγκληματιῶν πολέμου.
§263Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αἱ ρηματικαὶ διακοινώσεις, κύριε συνάδελφε, ἐγένοντο τὸν Ἀπρίλιον καὶ τὸν Μαΐον τοῦ 1952, ὁ δὲ νόμος 2219 ἐψηφίσθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1952, εἰς τὴν παρ. δὲ 2 λέγει τὰ ἑξῆς: «Οἱ ὑπουργοὶ Δικαιοσύνης καὶ Ἐξωτερικῶν δικαιοῦνται, μετὰ σύμφωνον ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ ἀναστείλωσιν ὑπὸ ὅρον τὴν ἀρξαμένην ποινικὴν δίωξιν κατὰ τῶν ὑπηκόων ὡς καὶ κρατῶν, ἐπὶ οἱῳδήποτε ἀδικήματι, τελεσθέντι μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς τοιαύτης διώξεως δύνανται νὰ διαταραχθῶσιν αἱ διεθνεῖς σχέσεις τοῦ Κράτους». Ἐπίσης, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νόμου 2918, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν νόμον 2219, λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει)........».
§264Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχε μία δυνατότης.
§265Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἄρα ἡ εὐθιξία ὑπάρχει. Προκειμένου ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφασίσῃ κἄτι τὸ γενικώτερον, ἔπρεπε ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀποφανθῇ.
§266Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε αὐτὸ ὅμως ἐγένετο.
§267Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἄλλο ζήτημα ἐὰν ἐγένετο καὶ ἄλλο ζήτημα ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης νὰ γίνῃ.
§268Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελεν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, νὰ μὴ ἐξαρτᾶται οὔτε ὑπὸ ὅρον ἡ ἀναστολή, δηλαδὴ ἀπὸ ἀπόφασιν ἢ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου ἐγκληματιῶν πολέμου. Αὐτὸ ἦτο τὸ ζήτημα.
§269Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἀπῃτεῖτο κἂν ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ἐγκληματιῶν πολέμου, κατὰ τὸν νόμον 2219.
§270Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε εἰς τὴν μίαν, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν, τῆς ἤρεσε καὶ δι’ αὐτὸ ἐβάλατε παράγραφον 2 εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία λέγει: «...... (ἀναγινώσκει)........».
§271Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κατὰ τὸν νόμον 2219, δὲν ἀπῃτεῖτο κἂν ἡ ἔναρξις διώξεως ἐν Γερμανίᾳ, ἐνῷ τώρα ἀπαιτεῖται.
§272Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναστολὴ ὅμως τότε, θὰ ἦτο ὑπὸ ὅρον.
§273Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος 2219, ἄφηνε τὰ πάντα εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως.
§274Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλατε, οὔτε σεῖς νὰ ἀσκήσητε, οὔτε ἡ Γερμανία νὰ δεχθῇ. Ἀφοῦ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ ἀρχίσῃ τυπικῶς ἔστω τὴν δίωξιν, διὰ νὰ τερματισθῇ τὸ ζήτημα, διατὶ δὲν τὸ ἔκαμνε; Δὲν τὸ ἔκαμε, διότι δὲν ἤθελεν, εἴτε ἀπὸ ὑπερηφάνειαν, διὰ νὰ μὴ τελῇ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν ἑνὸς δικαστικοῦ συμβουλίου, Ἑλληνικοῦ, εἴτε διότι δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὸ ἔκαμε μέχρι τοῦδε ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις. Λέτε εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας, ὅτι: «Ἀρξαμένης τῆς διώξεως Γερμανῶν ὑπηκόων, τότε ἀναστέλλεται ἡ δίωξις ἐν Ἑλλάδι». Ὅλην αὐτὴν τὴν πολιτικήν, κύριε ὑπουργέ, τοῦ κλεισίματος αὐτοῦ τοῦ Γερμανικοῦ ζητήματος τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ὅλην αὐτὴν τὴν πολιτικήν, τὴν ἐστηρίξατε εἰς μίαν ἔκφρασίν σας, ὅτι ἀποτελεῖ σύγχρονον πολιτικὴν πρᾶξιν. Αὐτὰ εἴπατε εἰς τὸν λόγον σας καὶ εἴπατε, ὅτι εἶναι πολιτικὴ πρᾶξις ρεαλιστική, ὑπαγορευομένη ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ Γερμανία ἐνετάχθη εἰς τὸ ΝΑΤΟ καί, ἑπομένως, κατέστη σύμμαχος καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι ἡ χώρα μας προῆλθεν εἰς σχέσεις οἰκονομικὰς καὶ πολιτικὰς μετὰ τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, ὡς ἐπίσης ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναξέεται τὸ παρελθόν. Ἐπικουρικῶς, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπεκαλέσθη τὴν πάροδον μακροῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἀφ’ ἧς ἔλαβον χώραν, τὰ περὶ ὧν πρόκειται ἐγκλήματα. Ἀλλὰ ἐρωτᾶται, διατὶ τότε δὲν φέρει εὐθέως ἡ Κυβέρνησις τὸ θέμα τοῦ σβησίματος τῆς ὑποθέσεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, ἄνευ περιστροφῶν καὶ συγκαλύψεων;
§275Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι τόσον ὑμᾶς, ὅσον κοὶ τοὺς λοιποὺς ἐπικριτὰς τοῦ νομοσχεδίου, ἐκ τῆς παρατάξεώς σας, ἐνοχλεῖ κυρίως τὸ γεγονός, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄτρωτον, διότι, ἀφ’ ἑνὸς ἐξαιρεῖ τὴν ὑπόθεσιν Μέρτεν, ὡς πρὸς τὰς ὑπολοίπους δὲ περιπτώσεις, προβλέπει ἀναστολὴν διώξεως καὶ ὄχι ἀμνηστίαν.
§276Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον μᾶς δικαιολογῇ καὶ μᾶς πείθῃ, ὅτι ὑμεῖς προχωρεῖτε εἰς ἀξιώσεις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς οὕτω φρονοῦμεν, ὅτι συμβαίνει ἐν τῇ πραγματικότητι. Εἴπατε, ἐπίσης, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀναξέεται ἕνα θλιβερὸν παρελθόν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τί πρόκειται νὰ συμβῇ; Ἐὰν ἐπιληφθοῦν τὰ Γερμανικὰ δικαστήρια, τότε δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἀνάξεσις τοῦ παρελθόντος; Ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν ἐπιληφθοῦν, τότε παραμένει ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν καὶ οὕτως, εἰς πᾶσαν στιγμήν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναξεσθῇ τὸ παρελθόν. Κατ’ ἀνάγκην, λέγω, λοιπόν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβαίνῃ παρὰ τὸ ἑξῆς: Θὰ ἀρχίσῃ τυπικῶς ἡ δίωξις ἐν Γερμανίᾳ, διὰ νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ ἁρμοδιότης τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων, καὶ ἀφοῦ γίνῃ αὐτό, τότε θὰ ἐπέλθῃ τὸ κλείσιμον τῆς ὑποθέσεως. Αὐτὸ ἐπιδιώκει ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις.
§277Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος 2219, ἦτο ὁ ἀσφαλέστερος τρόπος, ἐὰν πράγματι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐπεδίωκε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἐδέχετο αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπατε.
§278Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κύριε ὑπουργέ. Διὰ τὴν μοναδικὴν περίπτωσιν τοῦ Μέρτεν, θὰ συμβῇ τοῦτο: Θὰ δικασθῇ, βεβαίως, ὁ Μέρτεν, ἀλλὰ δὲν θὰ πάθῃ τίποτε. Καὶ τοῦτο, προκύπτει ἐκ τῆς διατάξεως τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ ἄρθρα 22 καὶ 24 τοῦ νόμου 2058.
§279Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰ ἄρθρα αὐτά, κύριε συνάδελφε, ἔχουν ὁπωσδήποτε ἐφαρμογήν.
§280Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, τὰ διελάβατε ρητῶς εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας, διότι ἠθέλατε δι’ αὐτῶν νὰ καθησυχάσητε τὸν Μέρτεν, ὅτι, ἐν προκειμένῳ, θὰ ἐφαρμοσθοῦν τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα.
§281Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, κύριε συνάδελφε, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι τὰ ἄρθρα αὐτὰ προβλέπουν τὴν μεσολάβησιν τοῦ Συμβουλίου ἐγκληματιῶν πολέμου.
§282Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν προσαρμογὴν τοῦ ἐδαφίου 2, δὲν θὰ ἀπαιτηθῇ πλέον ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ εὐθέως καὶ δικαίως θὰ ἀπολυθῇ.
§283Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὄχι. Ἡ παράγραφος 2, ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν ποὺ δὲν ἐξαιρεῖται ρητῶς καὶ ἐπαναλαμβάνω ὡς ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἄρθρων 22–23 προϋποθέτει ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου ἐγκληματιῶν πολέμου.
§284Κ. ΔΕΣΠΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε ὑπουργέ, διὰ τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία θὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά, διότι ἡ διατύπωσις τοῦ νόμου, δὲν ἐπιτρέπει αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν. Πέραν αὐτοῦ, ὑπάρχει ἕνα γενικώτερον ζήτημα. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, θέλοντες νὰ δικαιολογήσουν ἀκόμη περισσότερον αὐτὴν τὴν χειρονομίαν των ἀπέναντι τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, ἐξέφρασαν τὴν πεποίθησίν των, ὅτι εὑρισκόμεθα πλέον ἐνώπιον μιᾶς νέας Γερμανίας, δημοκρατικῆς Γερμανίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, ἡ ὁποία θὰ ἐκτελέσῃ τὰ δημοκρατικά της καθήκοντα. Ἡ ἰδία Γερμανία, ὑπῆρξεν, ὄχι μόνον τώρα, ἀλλὰ καὶ παλαιότερον καὶ τὸ 1952, ὁπότε τῆς ἐδόθη ἡ δυνατότης νὰ προβῇ εἰς διώξεις ἐγκληματιῶν πολέμου, οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν ἐν Ἑλλάδι. Παρὰ ταῦτα, ὅμως, ἡ Δημοκρατία ἡ Γερμανική, δὲν τὸ ἔπραξε καὶ πέραν αὐτοῦ δὲν τὸ ἔπραξεν ἡ Δυτικὴ Γερμανία, μ’ ὅλον ὅτι εἶχεν εἰς τὰ χέρια της ὅλους τοὺς ἐγκληματίας, ὅπως εἶχε καὶ τὸν Μέρτεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Πέραν αὐτοῦ, κύριε ὑπουργέ, μὲ κάμνετε νὰ σκεφθῶ, ὅτι πρὸ τῆς Δημοκρατίας τοῦ Ἀντενάουερ, ὑπῆρχε ἡ Δημοκρατία τῆς Βαϊμάρης καὶ ἐκείνη εἶχε καὶ ζωὴν μακρὰν καὶ ἰδέας δημοκρατικάς, παρὰ πολὺ μάλιστα προοδευτικωτέρας, ἀπὸ ἐκείνας ποὺ ἔχει ἡ σημερινὴ Γερμανία, καὶ μολονότι ἐκρατεῖτο καὶ ἐκείνη εἰς τοὺς φιλοσόφους της καὶ τοὺς ποιητάς της, ἐκείνη ἡ Γερμανία κατήντησεν εἰς τὴν Γερμανίαν τοῦ Χίτλερ. Διατὶ ἡμεῖς σήμερον, τόσον εὔκολα, εἴμεθα πεπεισμένοι, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ νέας Γερμανίας καὶ διατὶ τὸ διατυμπανίζομεν αὐτὸ τόσον πολύ; Κύριοι, εἴμεθα ἕνα μικρὸν καὶ ἀδύνατον Κράτος καὶ βεβαίως εἴμεθα πάντοτε πρόθυμοι, ὅταν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιβάλουν, νὰ τείνωμεν χεῖραν συμφιλιώσεως πρὸς τοὺς τέως ἐχθρούς μας, ἀλλὰ ἄλλο χέρι συμφιλιώσεως καὶ ἄλλο νὰ πίπτωμεν εἰς τὰς ἀγκάλας ἀπρόσεκτα, νὰ πίπτωμεν εἰς τὰς ἀνοικτὰς ἀγκάλας μιᾶς μεγαλυτέρας δυνάμεως, μὲ τὸ παρελθὸν τῆς Γερμανίας. Χρειάζεται ἐπιφυλακτικότης, χρειάζεται προσοχή, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτέ, ἐν ὀνόματι τοῦ ΝΑΤΟ καὶ ποτὲ ἐν ὀνόματι ἀναπτύξεως οἰκονομικῶν σχέσεων, νὰ ἀποβάλωμεν βαθμιαίως καὶ αὐτὰ τὰ ὀλίγα ἴχνη ἀνεξαρτησίας, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔχουν μείνει καὶ νὰ γίνωμεν ἕρμαιοι πότε ἰσχυρῶν οἰκονομικῶν συγκροτημάτων καὶ πότε ἄλλων δυνάμεων, εἰς τρόπον ὥστε, εἰς τὸ τέλος, νὰ ξεχάσωμεν αὐτὸ ποὺ εἴμεθα, δηλαδὴ ἕνα κυρίαρχον Κράτος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἡμεῖς, δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νομοσχέδιόν της καὶ θὰ τὸ καταψηφίσωμεν, ἐὰν ἐπιμείνῃ νὰ τὸ κρατήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισίν του.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα πρότασιν, ὑποβληθεῖσαν πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἐκ μέρους 20 συναδέλφων ζητούντων τὴν διαδικασίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Δέχονται, ὅμως, οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν αὐτήν, ὅπως λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ συνεχίσωμεν εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§286Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἤθελον νὰ ἀκούσω, ποῖον εἶναι τὸ αἴτημα τῶν κυρίων συναδέλφων.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν πρότασιν. «Πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς....... (ἀναγινώσκει).......».
§288Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, ὄχι. Ἐὰν ἡ πρότασις ἔχῃ ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ κανονικοῦ ἀριθμοῦ καὶ συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ἐὰν εἶναι παρόντες, τότε ἡ διαδικασία αὕτη εἶναι ὑποχρεωτική. Θὰ παρακαλέσω, ὅμως, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, διὰ νὰ λήξῃ ἡ αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεσθε νὰ ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις;
§290ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν διακόψωμεν, θὰ τὴν ἀποσύρωμεν.
§291Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὴ ἡ συμφωνία δὲν εἶναι δυνατή, διότι δὲν ὑπάρχει τρόπος ἐξασφαλίσεως, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ βραδύτερον ἡ ἰδία πρότασις.
§292Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, οἱ ὑπογράψαντες τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἔχει ὑποχρεωτικὸν χαρακτῆρα, ἢ μᾶλλον ἔχει ὑποχρεωτικὰς συνεπείας δι’ ἡμᾶς, ἐπικαλοῦνται τὸ μεσονύκτιον τῆς δευτέρας συνεδριάσεως, ἡ ὁποία ἔχει ἀφιερωθῆ εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον λόγους τοὺς ὁποίους ἐδικαιοῦντο νὰ ἐπικαλεσθοῦν μόνον ἐν ἀρχῇ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, αἱ συνέπειαι εἶναι δεδομέναι, ὁμιλῶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ ὑπογράψαντες, νὰ προβάλουν τοὺς λόγους καὶ νὰ ζητοῦν τὴν τακτικὴν διαδικασίαν, διὰ τοὺς λόγους ποὺ ἐπικαλοῦνται, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐζήτησαν τὴν τακτικὴν διαδικασίαν ἐξ ἀρχῆς, ἐπικαλούμενοι τοὺς λόγους αὐτούς. Προβαίνω εἰς τὴν ἐπισήμανσιν αὐτοῦ τοῦ ἠθικῶς περιέργου συμπτώματος, τὸ ὁποῖον καταδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Καλλίας, ὅτι οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν, ὅτι δὲν θὰ προβληθῇ τὸ αὐτὸ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην, μετὰ ταύτην, δυσχέρειαν εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ συνεχίσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον, συζητοῦντες αὐτὸ καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον.
§293Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐκπλήττει, ἐὰν καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ μὲ ἐκπλήττῃ, κατόπιν τῶν χθεσινῶν ἀπόψεων τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, μὲ ἐκπλήττει πῶς δικαίωμα καὶ ἐξουσία, παρεχομένη εἰς τὸ Σῶμα καὶ δυναμένη νὰ ἀσκηθῇ ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως μέχρι τοῦ τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως, δηλαδὴ μέχρι καὶ τοῦ τελευταίου ρήτορος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίζεται ἡ ἄσκησις αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ὡς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀντιτιθεμένη πρὸς οἱανδήποτε ἠθικὴν τάξιν ἢ πολιτικὴν τάξιν. Εἶναι σαφὲς τὸ πρᾶγμα, ἠθελήσαμεν πάντοτε καὶ θέλομεν πάντοτε νὰ διευκολύνωμεν τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἀνοίξωμεν τὰ πρακτικὰ ὅλων τῶν προηγουμένων Βουλῶν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι εἴτε ἡ μία πτέρυξ, εἴτε ἡ ἄλλη, ἐκυβέρνα, αἱ ἐνστάσεις ἀπαρτίας, αἱ αἰτήσεις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ὑπεβάλλοντο συνεχῶς, ἢ αἰτήσεις γενικεύσεως, ὅταν, ὅμως, αὔριον πρέπει νὰ συζητηθῇ ὁ δημοτικὸς Κῶδιξ, ὅταν διὰ πρώτην φορὰν αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικὴ στοργὴ διὰ τὴν ταχεῖαν ἀμνηστίαν τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου μᾶς κρατῇ καθηλωμένους ἐπὶ ἓξ ὥρας ἐν συνεδριάσει καὶ ὑπάρχουν 12 ἐγγεγραμμένοι ὁμιληταί, μὴ ἀνήκοντες κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν παράταξίν μας, εἶναι φανερόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις, ἀλλὰ παρωδία συζητήσεως, διότι, μετὰ μίαν ἢ δύο ὥρας, οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ προσέχῃ ἐκεῖνο ποὺ θὰ λέγεται. Ἑπομένως, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ζήτημα στοιχειώδους προστασίας, προασπίσεως τῶν δικαιωμάτων τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Δὲν πρέπει νὰ ἐμφανίζεται εἰκονικῶς ἐξαντλούμενος ὁ κατάλογος τῶν ἐγγεγραμμένων...
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι αὐθαίρετα συμπεράσματα αὐτά.
§295Η. ΗΛΙΟΥ. ... καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι βέβαιον, ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ αὔριον συζήτησις ἐπὶ σοβαροῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ἐπὶ μακρόν. Ἡ αἴτησις δὲν ἐγένετο, οὔτε πρὸς τὸν σκοπὸν παρακωλύσεως τῆς συζητήσεως, οὔτε οἱασδήποτε πιέσεως, ἀλλ’ ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ, ἐὰν εἶναι ὁμαλὸς ὁ τρόπος αὐτὸς συνεχίσεως τῆς συζητήσεως, πέραν τῶν ὁρίων ἀντοχῆς τοῦ Σώματος.
§296Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶμαι μεταξὺ τῶν ὑπογραψάντων τὴν αἴτησιν, τῶν ὁποίων, ἄλλως τε, τὰς ἀπόψεις ἐξέφρασε πολὺ ὡραῖα ὁ κ. Ἡλιοῦ. Θὰ ἤθελα μόνον, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις, ἐν συνδυασμῷ μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι τὰ ἄρθρα καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, περιλαμβάνουν ὅλας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δύνανται νὰ χρησιμοποιηθοῦν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ μομφὴ κατὰ τοῦ χρησιμοποιοῦντος, ἐφ’ ὅσον ἐντὸς τῶν ὁρίων, τῶν ἐπιτρεπομένων ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἐνεργεῖ. Ἄλλως τε, θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀπίθανον νὰ νοηθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἀνήθικον χρησιμοποίησίν του. Διατὶ ὁ Κανονισμὸς δὲν προσδιορίζει, ὅτι τὴν διαδικασίαν αὐτὴν πρέπει νὰ τὴν ζητήσῃ κανεὶς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς συζητήσεως; Διότι θέλει νὰ ἀφήσῃ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις καὶ νὰ κρίνουν οἱ βουλευταί, κατὰ πόσον πρέπει ἢ ὄχι, νὰ ὑποβάλουν τὴν αἴτησιν αὐτήν. Εὐθέως, ὅμως, θὰ ἔλεγα, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ὅπως εἴπατε, ἐξηντλημένη. Ἀλλ’ ἔχει κἄποιον ὅριον, διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀρχή, εἶναι καὶ τὰ ἄρθρα καὶ θὰ ἀντελήφθητε, ὅτι ἐπὶ τῶν ἄρθρων θὰ ὑπάρξῃ συζήτησις. Ἡ ὥρα εἶναι 12.30′ καὶ αὔριον τὸ ἀπόγευμα ἔχομεν, ἐπίσης, συζήτησιν ἐπὶ σπουδαιοτάτου νομοθετήματος. Ὅταν, λοιπόν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ συζήτησις παρατείνεται καὶ πρέπει νὰ πᾶμε μέχρι πρωΐας, διὰ νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἑπομένη συζήτησις ὑπὸ κατεπονημένων βουλευτῶν, νομίζω, ὅτι δικαίως ὑπεβλήθη ἡ αἴτησις αὐτή, διότι, τοὐλάχιστον, θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἵνα γίνῃ νέα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§297Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις.
§298Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐφ’ ὅσον ὑπεβλήθη ἡ αἴτησις, εἶναι πλέον δεδομένη καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὴν συζητήσωμεν. Ἀλλὰ κάμνω τὴν ἑξῆς πρακτικὴν πρότασιν: Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἕνα ἄρθρον, ἡ συζήτησις διήρκεσεν ἐπὶ τόσον χρόνον καὶ παραμένουν εἰσέτι 12 ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν. Νὰ ψηφίσωμεν, λοιπόν, εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τώρα ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον καὶ οἱ ὑπόλοιποι ρήτορες, νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρότασιν αὐτήν, κάμνει καὶ τὸ Προεδρεῖον.
§300Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Τοιουτοτρόπως, γίνεται αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ συγχρόνως ἐξαφανίζεται ἡ ὑπόνοια τῆς προσπαθείας ἐπιμηκύνσεως τῆς συζητήσεως, πέραν τοῦ δέοντος.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὸ Σῶμα, ἐὰν θέλετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§302ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ΕΔΑ). Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§303Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι ρήτορες, θὰ ἔπρεπε ν’ ἀποδεχθοῦν οἱ ρήτορες τὴν ἄποψιν αὐτήν.
§304Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Βεβαίως, κύριε συνάδελφε.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπομεν, ὅτι εἰς τὴν βʹ συζήτησιν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλήσουν.
§306Η. ΗΛΙΟΥ. Δὲν τίθεται τὸ ζήτημα, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἐὰν θὰ ὁμιλήσουν τώρα ἢ μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασίαν εἶναι, ὅτι ἡ πτέρυξ αὐτὴ καὶ νομίζω καὶ μεγάλος ἀριθμὸς ἄλλων συναδέλφων, εἶναι ἐναντίον καὶ καταψηφίζει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως, ἐὰν θέλετε νὰ γίνῃ ἡ οἰκονομία αὐτὴ χρόνου, τοῦτο θὰ γίνῃ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ διεξαχθῇ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν ψηφίζεται ἢ ὄχι, τὸ νομοσχέδιον. Ζήτημα ἀπαρτίας δὲν τίθεται, διότι, ὅπως βλέπω, ὑπάρχει ἀπαρτία.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἶναι τοῦτο καταπόνησις τοῦ Σώματος, ἄνευ πρακτικοῦ ἀποτελέσματος. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τοὺς ἐγγεγραμμένους νὰ ὁμιλήσουν ρήτορας, νὰ δεχθοῦν νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐρωτῶ τὸ Σῶμα, ἐὰν δέχεται τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ Προεδρείου.
§308Η. ΗΛΙΟΥ. Δεχόμεθα, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία, διὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§309Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντιπρόεδρ. Κυβερν.). Ἐὰν ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ὀνομαστικὴν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ διὰ νὰ ὁμιλήσουν τινὲς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὁμιλήσουν, διὰ νὰ προχωρήσωμεν πρακτικώτερον εἰς τὸ ἔργον μας.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§311Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, θίγει ἕνα θέμα βασικῆς σημασίας, τὸ ὁποῖον συγκινεῖ κατ’ εὐθεῖαν τὴν καρδίαν καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ Ἔθνους. Ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις κατέθεσε τὸ νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον, διαπιστώνω, καὶ τοῦτο μὲ ἱκανοποίησιν, ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀντιμέτωπος μιᾶς ἀντιθέτου πραγματικότητος. Συνεκρούσθη πρὸς τὴν ἄρνησιν τοῦ Σώματος, νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς συντόμου διαδικασίας τοῦ κατεπείγοντος, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διεπιστώθη, ὅτι περιέχει τὸ βασικώτερον ἠθικὸν πρόβλημα τῆς χώρας, τὸ πρόβλημα τοῦ ποία εἶναι ἡ στάσις ἡμῶν, ὅλων ἡμῶν, ἔναντι τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον, ἐδημιουργήθη μία νέα ἠθικὴ συνείδησις εἰς τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ ἠθικὴ συνείδησις, ἡ μεταπολεμική, κατεδίκασε τὰ ἐγκλήματα τοῦ πολέμου καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, μετὰ τὸν πόλεμον, κατεδίκασε, ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, τὰ ἐγκλήματα τῶν Ναζιστῶν ἐπιδρομέων εἰς τὴν χώραν μας. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, τοῦ βασικοῦ, δὲν ἐπεριμέναμεν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία εἰς τὸ Σῶμα. Ἤμουν διατεθειμένος νὰ ἀκούσω καὶ ἐπερίμενα, νὰ ἀκούσω, ἀσφαλῶς, πολλῶν εἰδῶν διαφωνίας. Διαφωνίας, ἀναφερομένας εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν πολιτικὴν γενικώτερον τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς τῆς χώρας, ὅμως δὲν ἀνέμενον, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Σῶμα νὰ διαφωνήσῃ ἐπὶ τοῦ βασικοῦ θέματος, ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ στάσις μας ἔναντι τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα ἅπτεται τῆς ἠθικῆς συνειδήσεως τοῦ Ἔθνους. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ παραβιάσωμεν αὐτὴν τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἐκκινοῦντες ἐκ κομματικῶν κριτηρίων καὶ κομματικῶν τοποθετήσεων. Πρέπει νὰ τὴν διασφαλίσωμεν, ὄχι μόνον διὰ τὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους, διότι ἡ ἀπόφασίς μας, ἡ ψῆφός μας, ἡ γνώμη μας, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θὰ εἶναι ἱστορική. Θὰ εἶναι ἱστορικὴ καὶ θὰ ἐπηρεάσῃ τὰς ἐπερχομένας γενεάς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στάσιν μας ἀπέναντι τοῦ βασικοῦ τούτου ἠθικοῦ προβλήματος. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι τὸ ἠθικὸν τοῦτο πρόβλημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ μὲ τὰ κοινὰ κριτήρια τῆς πολιτικῆς, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ ἀντιμετωπίζει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, καθὼς καὶ αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις. Ἡ λύσις τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἠθικῆς συνειδήσεως, ἡ ὁποία διεμορφώθη μετὰ τὸν δεύτερον παγκόσμιον πόλεμον καὶ ἡ ὁποία κατεδίκασε τελεσιδίκως τὰ ἐγκλήματα τοῦ πολέμου αὐτοῦ, θὰ πρέπει νὰ ἐγγραφῇ ὡς παρακαταθήκη τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ ἀποκλεισθῇ παντὸς πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ χειρισμοῦ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Ποῦ ὀφείλεται, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀκαμψία, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ; Δὲν εἶναι, κύριοι, ἀκαμψία ἰδική μου προσωπικῶς, εἶναι ἀκαμψία τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου καὶ πρέπει νὰ τὸ ἐπισημάνωμεν καὶ νὰ τὸ λάβωμεν σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν αὐτό. Δὲν εἶναι δυνατόν, τοιαῦτα θέματα βασικῆς σημασίας, νὰ τὰ ἀντιπαρερχώμεθα μὲ τὰ προσωρινὰ κριτήρια τῆς ἑκάστοτε πολιτικῆς, ἢ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀπαράδεκτον ἐθνικῶς, νὰ συνδυάζεται τὸ θέμα τῶν κυρώσεων κατὰ τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, μὲ θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, μὲ θέματα οἰκονομικῆς πολιτικῆς, εἶναι θέμα, ἐκτὸς πάσης κοινῆς συναλλαγῆς. Δυστυχῶς, ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀντιμετώπισεν ὑπ’ αὐτὸ τὸ πρῖσμα τὸ πρόβλημα ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ. Τὸ εἶδεν ὅπως καὶ αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, τὸ εἶδεν ὡς ἕνα θέμα, ὡς ἕνα πρόβλημα κοινόν, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε χρήσιμον καὶ ὠφέλιμον νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ μὲ τὰ κοινὰ καὶ ἀπαράδεκτα μέτρα τῆς τρεχούσης πολιτικῆς. Δὲν μᾶς πείθει, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις, χειριζομένη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ θέμα, δὲν θὰ μᾶς πείσῃ ποτέ, ὄχι ἡμᾶς, ὄχι τὸν ὁμιλοῦντα, ἀλλὰ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον. Ἠμπορεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ διαφωνοῦμεν ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ αὐτό, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε, διαφωνοῦμεν, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, ποὺ αἱ ἐπερχόμεναι γενεαὶ θὰ ἐλεεινολογοῦν τὸ Σῶμα τοῦτο, διὰ τὴν διαφωνίαν του ἐπὶ τοῦ βασικοῦ τούτου θέματος. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέδειξεν, ὄχι ἁπλῶς ἐλαστικότητα ἀπέναντι τοῦ θέματος, ἀλλὰ μίαν ἐξοργιστικὴν ἀτολμίαν, παλινδρομίας καὶ σύμπτυξιν, ἡ ὁποία προσβάλλει τὴν ἠθικὴν φιλοτιμίαν τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Καὶ ἄλλην φοράν, πρὸ ὀλίγου καιροῦ, ὑπῆρξε Κυβέρνησις, ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τοὺς δασκάλους, ὅταν ὁμιλοῦν εἰς τὰ παιδιὰ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν τοῦ 1821, νὰ μὴ μεταχειρίζωνται λόγια σκληρά, τὰ ὁποῖα θίγουν τοὺς φίλους καὶ συμμάχους μας Τούρκους. Εἶναι πολλὰ τὰ κρούσματα, εἶναι πολλὰ τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα δεικνύουν μίαν εὐλυγισίαν ἔναντι θεμάτων βασικῆς ἐθνικῆς σημασίας ἐκ μέρους τῶν τελευταίων Κυβερνήσεων. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ὡμίλησε καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι δὲν ἀμνηστεύομεν τοὺς Γερμανοὺς ἐγκληματίας, ἁπλῶς ἀναστέλλομεν τὴν δίωξίν των ἐν Ἑλλάδι. Δὲν πείθει ὁ ἰσχυρισμός της. Δὲν πείθει, οὔτε αὐτὸ τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου νόμου. Καὶ δὲν πείθει, διότι διὰ τοῦ σχεδίου νόμου οἱ Γερμανοὶ ἐγκληματίαι παραδίδονται εἰς τὴν Γερμανίαν. Καὶ ἐρωτῶ: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν τιμωρίαν ἢ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν μιᾶς δίκης ἀπὸ τὰ Γερμανικὰ Δικαστήρια; Πῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔξοχος νομικός, δὲν συνέλαβεν ἐν νῷ, θεωρητικῶς τοὐλάχιστον τὴν διεξαγωγὴν μιᾶς δίκης ἐν Γερμανίᾳ; Γνωρίζομεν πολὺ καλά, ὅτι μίαν δίκην τὴν συγκροτοῦν πολλοὶ παράγοντες. Τὴν συγκροτοῦν μάρτυρες, τὴν συγκροτοῦν πραγματογνώμονες, τὴν συγκροτοῦν τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως. Εἶναι δυνατόν, ἐρωτῶ, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μεταφερθοῦν ὅλα αὐτὰ εἰς τὴν Γερμανίαν; Ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἀποδεικτικὸν ὑλικόν; Καὶ ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφερθῇ εἰς τὴν Γερμανίαν τὸ ἀποδεικτικὸν ὑλικὸν τῶν ἐγκληματιῶν αὐτῶν τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἡ Κυβ)σις, οὐδεμίαν δίκην Γερμανοῦ ἐγκληματίου ἐμελέτησε, διότι εἶνε γεγονός, ὅτι δὲν ἀναστέλλει, ἀλλὰ ἀμνηστεύει τοὺς ἐγκληματίας αὐτούς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ μᾶς καθησυχάσῃ, ἀνεφέρθη εἰς τὴν Γερμανίαν τοῦ δικαίου καὶ τῶν φιλοσόφων. Ὑπάρχουν φιλόσοφοι, τοὺς ὁποίους ἐμπιστευόμεθα. Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ φιλόσοφοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν ἐμπιστοσύνην. Νομίζω, συνεπῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ τὰς διεξαχθείσας οἰκονομικὰς συζητήσεις εἰς τὴν Γερμανίαν, ἔπρεπε νὰ ἀπομακρύνῃ τὸ θέμα τῆς διώξεως τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, διότι εἶναι ἠθικῶς ἀνεπίτρεπτον, εἰς μίαν οἰκονομικὴν συμφωνίαν, νὰ παρεμβάλλεται τὸ θέμα τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐδῶ, ὄχι μόνον ὡς κατακτηταί, ἀλλὰ διὰ νὰ ξεθεμελιώσουν τὸ πᾶν καὶ διὰ νὰ ἐξοντώσουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἦλθον ἐδῶ ὡς λησταὶ καὶ ἐπιδρομεῖς, διὰ νὰ ληστεύσουν τὸν πλοῦτον τῆς χώρας καὶ τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον μετέφερον εἰς τὴν Γερμανίαν. Καὶ ὅμως, ἔπειτα ἀπ’ ὅλα αὐτά, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ διαπραγματευώμεθα διὰ δάνειον 57 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ποὺ ἀντιπροσωπεύει ἀπειροελάχιστον τοῦ πλούτου, τὸν ὁποῖον διήρπασαν ἀπὸ τὴν χώραν μας καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπενδυθῆ σήμερον εἰς Γερμανικὰς ἐπιχειρήσεις ἐν Γερμανίᾳ, ὑπὸ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐγκληματιῶν, οἱ ὁποῖοι κατέχουν σημαντικὰς θέσεις εἰς τὴν νέαν Γερμανικὴν Διοίκησιν καὶ οἰκονομίαν. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω μόνον, ὅτι διήρπασαν μόνον ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους τῆς Θεσσαλονίκης 1,5 ἑκατομ. χρυσᾶς λίρας. Καὶ ἤδη, μὲ τὸν νόμον αὐτόν, ἀντιμετωπίζομεν τὸ ἀσφαλὲς τραγικὸν ἐνδεχόμενον, οἱ ἀμνηστευόμενοι αὐτοὶ ἐγκληματίαι, νὰ ἐπιστρέψουν ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς ἐπιχειρηματίαι καὶ κεφαλαιοῦχοι πιστωταὶ τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ἢ ὡς ἐμπειρογνώμονες ἢ τεχνικοί, ἐποπτεύοντες τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Βιομηχανίας! Θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅτι ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ θέμα, διὰ λόγους ἀξιοπρεπείας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ αὐτοὶ θὰ ἔκαμνον. Κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς θὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι πιστεύομεν, ὅτι, ὡς ἐθνικὴ παράταξις, ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν ψυχὴν τῶν παθόντων Ἑλλήνων καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τῆς τιμωρίας τῶν ἐγκληματιῶν πολέμου εἰς ἄλλην χώραν. Τὸ δικαίωμα αὐτό, ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, θὰ τὸ διαφυλάξωμεν διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι μόνον αὐτὴ γνωρίζει, ἐὰν πρέπει καὶ εἰς ποῖον βαθμὸν πρέπει, νὰ τιμωρηθοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐβεβήλωσαν τὰ ἱερὰ αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις, σπεύδει νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Τοῦτο, ὅμως, καθ’ ἡμᾶς εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ ἀντικανονικόν. Ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, θὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομοθέτημα, διότι δὲν ἔχομεν τὴν διάθεσιν νὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τὰς μελλοντικὰς γενεὰς τὸ ἀρχαῖον ρῆμα «αἰδὼς ἀργεῖοι».
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§313ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 01.10′ π.μ.).