1958.12.13
6,144 rows · 47,029 words · 201 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30η
Σάββατον 13 Δεκεμβρίου 1958
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
Ὥρα 10.40′ π.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§2Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐν γνώσει τοῦ κ. Παπανδρέου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λόγια, ἐξ ἀφορμῆς χθεσινῆς μου διακοπῆς πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κ. Π. Κανελλόπουλον, σχέσιν ἔχουσαν μὲ θέμα ἐν μέρει προσωπικόν. Καθ’ ἣν στιγμὴν χθὲς ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κ. Κανελλόπουλος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν διέκοψεν, ἀνακινῶν τὸ ζήτημα τοῦ ρόλου καὶ τῆς στάσεως τῶν Ἀμερικανῶν, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Παρένεβην καὶ ἐγὼ τότε, εἰς τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ὑπομνήσω ὡρισμένα γεγονότα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους 1954. Μεταξὺ τῶν ὅσων ὑπέμνησα, ἀνεφέρθην καὶ εἰς δύο τηλεγραφήματα, ἕνα τηλεγράφημα τοῦ κ. Κανελλοπούλου πρὸς τὸν Στρατάρχην Παπάγον εἰς τὴν Μαδρίτην, καὶ ἕνα, ἀπάντησιν τοῦ Στρατάρχου πρὸς τὸν κ. Κανελλόπουλον. Ὁ κ. Κανελλόπουλος, τὰ ἠμφισβήτησε, λέγων, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχουν ἀντίγραφα ἀνυπάρκτων κειμένων. Τὰ ἀντίγραφα αὐτὰ ἔχω ἐνώπιόν μου, τὰ ἐπέδειξα εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ πρωτίστως εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον. Δὲν δύναμαι, βεβαίως, νὰ τὰ ἀνακοινώσω καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας.
§3Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πράγματι, εἶχον λησμονήσει χθὲς καί, ἑπομένως, εἶχεν, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτό, δίκαιον ὁ ἀξιότιμος καὶ φίλος Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, εἶχον λησμονήσει συνάντησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ τὸν κ. Κάννον, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1954, συνάντησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Κάννον, μοῦ εἶχεν εἴπει, ἤδη, τότε, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἰσχυρίσθην χθές, ὅτι μοῦ εἶπε τὸ 1955. Ἡ γλῶσσα, ἑπομένως, τοῦ Ἀμερικανοῦ Πρεσβευτοῦ, ἄρα τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἀπὸ τοῦ 1954, οἵα ἰσχυρίσθην χθές.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§5Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὸ Κυπριακὸν θέμα, ἔχει συζητηθῆ ἐπανειλημμένως ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Διὰ τελευταίαν φοράν, εἶχε συζητηθῆ τὴν 24ην Ἰουνίου. Καὶ εἶχον τότε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκθέσω γενικώτερον τὰς ἀπόψεις μου. Σήμερον, δὲν πρόκειται νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ παρελθόν. Σήμερον, πρόκειται νὰ ἐξετάσω τὴν πορείαν τοῦ θέματος, κατὰ τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον. Καὶ εἶναι πράγματι, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, θλιβερὸν ἑξάμηνον. Θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπωνομασθῇ, ἑξάμηνον πανικοῦ, τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσε τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν. Θὰ ἠδύνατο πράγματι νὰ λεχθῇ, ὅτι σπανίως εἰς τόσον ὀλίγον χρόνον, ἔγιναν τόσον πολλὰ καὶ τόσα μεγάλα σφάλματα. Θὰ ἀρχίσω, ὅπως εἶναι πρέπον, ἀπὸ τὸν φίλον μου, ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅταν ἀνεκοινώθη τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι εἶχεν ἐξαπατηθῆ ἀπὸ τοὺς Βρεταννούς. Τὸν τιμᾷ τὸ θάρρος τῆς εἰλικρινείας. Ἔπρεπεν ὅμως, ταὐτοχρόνως, νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ὅταν συμβαίνῃ, ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διαχειριζόμενος, ὄχι ἰδίας προσωπικὰς ὑποθέσεις, ἀλλὰ ἐθνικὰς ὑποθέσεις, νὰ ἐξαπατᾶται ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους του, πληρώνει διὰ τὸ πάθημά του. Εἶχεν εἴπει τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς: «Ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἀπέκρυψε τὰς προθέσεις της καὶ ὄχι μόνον τὰς ἀπέκρυψεν ἐπιμελῶς, ἀλλὰ ἀντιθέτως, δι’ ἐπισήμων, ἡμιεπισήμων, ἢ καὶ ἀνεπισήμων μέσων πρὸς διαφόρους κατευθύνσεις, ἄφησε νὰ διαφανῇ, ὅτι ἄλλαι ἦσαν αἱ προθέσεις, τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο νὰ ἐκδηλώσῃ, χρησιμοποιήσασα, κατὰ τρόπον χονδροειδῆ, ἀνακριβείας εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις. Δὲν ἀνεμένομεν, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεταννία, θὰ παρουσίαζε τοιοῦτον σχέδιον». Ἔρχεται κατόπιν τὸ σφάλμα τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Βρεταννοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς Ἀθήνας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἄριστα εἶχε θέσει τὸ θέμα, ὅταν τὸ πρῶτον ὁ Βρεταννὸς Πρωθυπουργὸς ἐζήτησε συνάντησιν μετ’ αὐτοῦ. Εἶχεν εἴπει: «Εἶμαι πρόθυμος διὰ τὴν συνάντησιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ προπαρασκευασθῇ διπλωματικῶς, διότι μία συνάντησις, ἀποτυγχάνουσα, βλάπτει, ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ». Ὁ Βρεταννὸς Πρωθυπουργὸς δὲν εἰσήκουσε τὴν σύστασιν τοῦ Ἕλληνος συναδέλφου του καὶ τὸν αἰφνιδίασε μὲ τὴν ἄφιξίν του εἰς τὰς Ἀθήνας. Γνωρίζω, ὅτι ἦτο δύσκολον εἰς τὸν Ἕλληνα Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐμποδίσῃ μίαν ἄφιξιν, τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισεν αἰφνιδιαστικῶς ὁ Βρεταννὸς Πρωθυπουργός. Μέχρι αὐτοῦ, ἑπομένως, τοῦ σημείου, εὑρίσκετο ἐν τάξει. Ἐκεῖ ὅπου ἀνακύπτει τὸ σφάλμα, εἶναι τὸ κοινὸν ἀνακοινωθέν, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη. Ἁβρότητα ἀπετέλει ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἐπισκέψεως. Δὲν ἀπετέλει ἁβρότητα ἡ ἔκδοσις τοῦ ἀνακοινωθέντος. Ἀπετέλει βαρεῖαν πολιτικὴν πρᾶξιν, διότι τὸ ἀνακοινωθὲν ἄφηνε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι κατὰ βάσιν ἐπῆλθεν ἡ συμφωνία εἰς τρόπον ὥστε, βραδύτερον, αἱ διαφωνίαι νὰ ἐμφανίζωνται εἰς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην καὶ πρὸ παντὸς εἰς τὴν Βρεταννικὴν κοινὴν γνώμην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπελόγιζεν ὁ κ. Μὰκ Μίλλαν, ὡς ὑπαναχώρησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ τὸ κείμενον: 10 Αὐγούστου, κοινὸν ἀνακοινωθέν: «Οἱ δύο Πρωθυπουργοί, προέβησαν εἰς πλήρη καὶ εἰλικρινῆ ἀνταλλαγὴν ἀπόψεων καὶ ἔμειναν σύμφωνοι, ὅτι αἱ συνομιλίαι των ὑπῆρξαν λίαν χρήσιμοι, μολονότι δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι αἱ ἀπόψεις των συνέπεσαν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν». Ἑπομένως, συνέπεσαν κατὰ μέγα μέρος. Δὲν εἶχον συμπέσει καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Τὸ κοινὸν ἀνακοινωθὲν ἀπετέλει λάθος. Ἐν τῷ μεταξύ, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Αὐγούστου καὶ μετὰ τὴν ἀπειλὴν τῆς ἐφαρμογῆς ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου τοῦ Βρεταννικοῦ σχεδίου, τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ καὶ ἡ Κυπριακὴ Ἡγεσία, διετήρουν ἀκόμη τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ὁ Μακάριος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Φούτ, τὴν 17ην Αὐγούστου, ἔγραφε: «Ὁ Κυπριακὸς λαὸς οὐδεμίαν αὐθαίρετον καὶ μονόπλευρον ἀπόφασιν θὰ ἀποδεχθῇ καὶ εἶναι τώρα περισσότερον ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην φορὰν ἀποφασισμένος νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν διεκδίκησιν τοῦ δικαιώματός του πρὸς αὐτοδιάθεσιν καὶ ἀπόκτησιν τῆς ἐλευθερίας του». Τὸν Αὔγουστον, ἑπομένως, ἡ σημαία τῆς αὐτοδιαθέσεως κυματίζει. Δὲν ἔχει ὑποσταλεῖ. Ἐπίσης, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπαντῶν πρὸς τὸν κ. Μὰκ Μίλλαν, ἔλεγεν: «Διεκδικοῦμεν ὑπὲρ τῶν Κυπρίων τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἐνώπιον ὅμως τῶν τελευταίων περιπλοκῶν, ἡ Ἑλλὰς ἐδέχθη νὰ παραμερίσῃ προσωρινῶς τὸ θέμα τοῦτο καὶ νὰ συζητήσῃ μίαν μεταβατικὴν λύσιν, ἡ ὁποία θὰ ἄφηνε τὸ θέμα τῆς ὁριστικῆς τοῦ Κυπριακοῦ τελείως ἀνοικτόν». Δὲν διεξεδίκει ἀμέσως τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔχει ἐπίσης ἀποκλείσει. Καὶ ἔρχεται ἡ 27η Σεπτεμβρίου. Ἔρχεται ἡ συνέντευξις Μακαρίου πρὸς τὴν Μπάρμπαρα Κάσλ, τὴν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος. Ὁ Ἐθνάρχης Κύπρου, δηλοῖ τὰ ἀκόλουθα: «Εἰσηγοῦμαι ὅπως, μετὰ ἀπὸ μίαν καθορισθησομένην περίοδον αὐτοκυβερνήσεως, ἡ Κύπρος καταστῇ μία ἀνεξάρτητος Χώρα, μὴ συνδεομένη μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Τουρκίαν. Θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ καθεστὼς τῆς ἀνεξαρτησίας διὰ τὴν Κύπρον, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο δὲν θὰ μεταβληθῇ εἴτε δι’ ἑνώσεως μὲ τὴν Ἑλλάδα, εἴτε διὰ διαμελισμοῦ, εἴτε δι’ ἄλλου τρόπου, ἐκτὸς ἐὰν τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐγκρίνουν τοιαύτην μεταβολήν. Τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη θὰ ἐγγυηθοῦν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου. Ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν Κοινοπολιτείαν, δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον προτείνομεν». Διὰ πρώτην φοράν, ἑπομένως, πέραν τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸ διετίας, εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, διὰ πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται τὸ αἴτημα τῆς ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας. Ἀλλὰ θὰ πρέπει, πρῶτον, νὰ κυριολεκτήσωμεν: Εἶναι ἀπαράδεκτος ὁ ὅρος «ἠγγυημένη ἀνεξαρτησία», διότι ἡ ἐντύπωσις τῆς «ἠγγυημένης» εἶναι, ὅτι προσφέρεται ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν προσφέρεται ἐγγύησις ἐναντίον τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἐμποδίζεται ἡ ἀνεξάρτητος χώρα ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν της καὶ διὰ τοῦτο ὁ κυριολεκτικὸς ὅρος εἶναι «τῆς δεσμευμένης ἀνεξαρτησίας». Ἡ πρώτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐπὶ τῆς συνεντεύξεως αὐτῆς, εἶναι πρῶτον, ὅτι ἐδόθη εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως, τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα —καὶ θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ ἐπαναλάβω, κατὰ τὴν πορείαν τοῦ λόγου μου— ὑπῆρξε καὶ εἶναι ἀνεκτίμητος συμπαραστάτης τῶν ἰδεωδῶν τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος, ἀπὸ ἀπόψεως ὅμως τακτικῆς —εἴμεθα ὅλοι κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες καὶ τὸ γνωρίζομεν— ὅταν δίδῃ κανεὶς εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν τὴν λύσιν ἑνὸς προβλήματος, δυσχεραίνει τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν ἀποδεχθῇ, διότι ἀποτελεῖ νίκην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, ἐνώπιον ἐκλογῶν. Ἀποτελεῖ, ἑπομένως, βαρύτατον σφάλμα τακτικῆς, ὅτι προετιμήθη τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα, διὰ νὰ δεχθῇ καὶ ν’ ἀνακοινώσῃ αὐτὴν τὴν λύσιν. Δεύτερον, ἀπετέλεσε βαρύτατον σφάλμα τὸ γεγονός, ὅτι ἀπεφασίσθη τόσον ἀξιοσημείωτος ὑποχώρησις, χωρὶς προκαταβολικὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀποδοχῆς. Ποῖος θὰ ἦτο ὁ πρέπων τρόπος; Ν’ ἀφήσῃ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ νοηθῇ, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη λύσις προσεφέρετο, θὰ ἠδύνατο ν’ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν καὶ θὰ ἤλπιζεν, ὅτι θὰ κατώρθωνε νὰ τὴν ἐπιβάλῃ. Ἡ λύσις αὐτὴ —ἐφ’ ὅσον θὰ ἐκρίνετο, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας θὰ ἐπανέλθω— ἡ λύσις αὐτὴ οὐδέποτε ἐπετρέπετο νὰ προσφερθῇ αἰφνιδιαστικῶς καὶ ἄνευ προκαταβολικῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀποδοχῆς της. Διότι, τοιουτοτρόπως, ἔβλαπτε θανασίμως τὸ μέλλον, χωρὶς οὐδόλως νὰ βελτιώνῃ τὸ παρόν. Παρεῖχε τὰ ὅπλα εἰς τὸν ἀντίπαλον καὶ ἔκτακτα ὀφέλη νὰ διαπραγματευθῇ πλέον πρὸς ἄλλας ὑποχωρήσεις ἀπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἀπὸ τοῦ σημείου τῆς προσφορᾶς ἀνεξαρτησίας. Μετὰ πέντε ἡμέρας, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδήλου, ὅτι συμφωνεῖ πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ Μακαρίου. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἀνακύπτει ἄλλο σφάλμα, ἄλλη βαρεῖα εὐθύνη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Εὐθύνη ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Εἶχεν ἐπανειλημμένως δηλώσει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβάλουν πολιτικήν, ὡς πρὸς τὸ Κυπριακὸν θέμα, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ μεταβληθῇ ἡ πολιτικὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως, πρῶτον, θὰ ἤρχετο ἡ μεταβολὴ πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ κατόπιν θὰ ἐπιδιώκετο. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, δὲν ὑπῆρχεν ἁπλῶς ξένη πρότασις, ἡ ὁποία νὰ πρόκειται νὰ γίνῃ δεκτή. Ὑπῆρξεν αὐθόρμητος μεταβολὴ τῆς Ἑλληνικῆς προτάσεως. Ἐπεβάλλετο, ἑπομένως, κατὰ μείζονα λόγον, νὰ τηρηθῇ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος εἶχε δοθῆ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἰδοὺ τὰ σχετικὰ κείμενα. Τὴν 24ην Ἰουλίου, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, λέγει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς: «Τελικὸς σκοπὸς τῆς προσπαθείας μας, παραμένει ἡ αὐτοδιάθεσις τῶν Κυπρίων, εἰς τὸν ταχύτερον δυνατὸν χρόνον. Καὶ σήμερον δηλοῦμεν, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική μας. Ἡ πολιτική μας, οὐδέποτε ὑπῆρξε πολιτικὴ συμβιβασμοῦ. Πάντα προταθέντα συμβιβασμόν, δὲν τὸν ἐδέχθημεν». Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανέλαβε τὴν 24ην Ἰουνίου εἰς τὴν Βουλήν: «Θέλω νὰ διαβεβαιώσω τὸ Σῶμα, ὅτι ἐὰν ὑπάρξῃ πρότασις, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀπετέλει λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὑπάρχει πρότασις, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ μάλιστα πρότασις αὐτοπροαίρετος, πρὶν ἢ τὴν ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἤρχετο εἰς τὸ Σῶμα καὶ ἔθετε πολιτικὸν ζήτημα. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ θέσω τὸ Σῶμα πρὸ τετελεσμένου γεγονότος». Ἰδοὺ ἡ κατηγορηματικὴ δήλωσις καὶ ἰδοὺ ἡ προφανὴς παραβίασις τοῦ δοθέντος λόγου ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἔχομεν, λοιπόν, κατόπιν καὶ νέαν δήλωσιν τοῦ Ἐθνάρχου τῆς Κύπρου, ἡ ὁποία μεταβάλλει, ἐπιδεινώνει τὴν ἀρχικὴν δήλωσιν πρὸς τὴν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος. Ἔχομεν τὴν δήλωσιν πρὸς τὰ «Νέα Χρονικὰ» τῆς 21ης Ὀκτωβρίου. Εἶπεν ὁ Μακάριος: «Τὸ καθεστὼς τῆς ἀνεξαρτησίας, θὰ ἀναγνωρισθῇ ἐπισήμως ὑπὸ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Τουρκία, θὰ παραιτηθοῦν ἐπισήμως καὶ διὰ παντὸς ἐνώπιον τῶν Η. Ε. τῶν ἐδαφικῶν των διεκδικήσεων ἐπὶ τῆς νήσου. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος θὰ ἀποδεχθῇ ἐπισήμως, ἐξ ὀνόματος τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, τὸ σχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ περιλαμβάνῃ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ αἰτήματος τῆς ἑνώσεως, ἐνῷ ἡ Τουρκία θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἀξίωσιν τῆς διχοτομήσεως». Καὶ ὅτι μὲν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἐδαφικὰς ἀξιώσεις, εἶναι δεδομένον καὶ τελευταίως διεκηρύχθη ἀπὸ τὸν Ἐθνάρχην Μακάριον. Τὸ ὅτι ὁ Ἐθνάρχης διὰ λογαριασμὸν τῆς Κύπρου θὰ ἀποδεχθῇ τὸ αἴτημα, ὅτι διὰ παντὸς θὰ ἀποκλείεται ἡ Ἕνωσις, αὐτὸ ἦτο τὸ νέον. Καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀτυχοῦς διατυπώσεως, ἐθεώρησα χρέος νὰ διαμαρτυρηθῶ. Καὶ ὅπως διεπιστώθη ἐκ τῶν ὑστέρων, τοῦτο ἀπετέλει ἀτυχῆ διατύπωσιν, ἡ ὁποία ἀμέσως ἐπανωρθώθη ὑπὸ τοῦ Ἐθνάρχου. Τὴν 20ην Νοεμβρίου, ὁ Ἐθνάρχης ἔκαμε τὴν ἑξῆς δήλωσιν: «Ἡ Ἑλλὰς ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδεμίαν ἐδαφικὴν ἀξίωσιν ἔχει ἐπὶ τῆς Κύπρου, εἴτε κατὰ τὸ παρὸν εἴτε εἰς τὸ μέλλον. Ποῖον θὰ εἶναι τὸ μέλλον μιᾶς ἀνεξαρτήτου Κύπρου, ἀφορᾷ τὸν Κυπριακὸν λαόν». Καὶ μὲ τὴν διατύπωσιν αὐτήν, ὑπῆρξα ἀπολύτως σύμφωνος. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν κριτικὴν τῆς οὐσίας τῆς νέας πολιτικῆς. Θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί συνέβη, ὅταν ὁ Ἐθνάρχης τῆς Κύπρου ἔδωσε αὐτὴν τὴν συνέντευξιν. Ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἐνήμερος; Ἐβεβαίωσεν ἡ Κυβέρνησις ὑπευθύνως τὸ Σῶμα, ὅτι οὐδὲν ἐγνώριζεν, ὅτι τὸ ἐπληροφορήθη ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς —καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ δεχθῶμεν ὡς ἀκριβές, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ὑπευθύνως τὸ διαβεβαιώνει ἐνώπιον τοῦ Σώματος— ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, τότε ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης, τῆς ἐνδεχομένης εὐθύνης. Μὲ τὴν μετάθεσιν εἰς τὸν Μακάριον, ἡ εὐθύνη γίνεται βαρυτέρα. Διότι διαπιστώνεται, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, διαπιστώνεται, ὅτι ὑπάρχει διχοτόμησις εἰς τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀγῶνος, μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἐθνάρχου. Τὸ γεγονός, ὅτι ἠμπορεῖ ὁ Ἐθνάρχης νὰ εἶναι εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ προβῇ εἰς μίαν δήλωσιν ἱστορικῆς σημασίας διὰ τὴν Κύπρον, ἡ ὁποία μετέβαλε τὸν θεμελιώδη σκοπὸν τοῦ ἀγῶνος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου ἐπὶ ἔτη προσφέρονται αἱ θυσίαι τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ τὸ ὅτι ἡ δήλωσις αὐτὴ γίνεται ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν γνώμην μου, βαρυτάτην εὐθύνην καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἐθνάρχου τῆς Κύπρου. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ τόση ἔλλειψις ἑνότητος εἰς τὰς κρισιμωτάτας ὥρας τῆς γραμμῆς πορείας διὰ τὸ μέλλον. Διότι, ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διχοτόμησις εἰς τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀγῶνος, θὰ φθάσωμεν, δυστυχῶς, εἰς τὴν διχοτόμησιν τῆς Κύπρου. Ἡ ἑνότης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθναρχίας, εἶναι προϋπόθεσις ἀπαραίτητος διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἀγῶνος. Καὶ ὅταν εἰς τὴν κρισιμωτάτην ὥραν διαπιστοῦται πλήρης διάστασις εἰς τὴν χάραξιν ἑνιαίας γραμμῆς, ἐντελῶς διαφόρου ἀπὸ τὴν ἄλλην, ἐπιβεβαιώνεται ἕνα βασικὸν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ βαρυτάτην εὐθύνην καὶ ἐμπνέει βαρυτάτας ἀνησυχίας διὰ τὸ μέλλον. Ἀνέκυψεν, ὅμως, ἐπίσης, τὸ θέμα τοῦ φορέως. Ποῖος θὰ πρέπει νὰ εἶναι ὁ φορεὺς τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος. Ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦ φορέως, κατὰ τὰ διάφορα στάδια τῆς συνθέσεώς της, ἠκολούθησε ταλάντευσιν. Κατὰ τὸ πρῶτον στάδιον, θεωρεῖ φορέα τὸν Μακάριον καὶ ὅτι ἡ ἰδία εἶναι συμπαραστάτης αὐτοῦ. Ὅταν ἀνέλαβεν ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διεκήρυξεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ πολιτική, ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἑλληνισμοῦ, χαράσσεται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Τὸ εἶχον διακηρύξει πρὶν ἀπὸ τὴν ἰδικήν του δήλωσιν. Προχθές, προέβη εἰς μίαν νέαν περίεργον διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἀκόμη δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω. Εἶπε προχθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν: «Ἡ γραμμὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι αὐτὴ καθορίζει τὰ μέσα τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος, καθορίζει ἐπίσης ποίαν θέσιν καὶ ποίαν μορφὴν ἔχει ἡ μεγάλη ἐθνική μας ὑπόθεσις. Ἀλλὰ τὰς ἐπιδιώξεις τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ τὰς καθορίζουν οἱ ἴδιοι οἱ Κύπριοι». Ὁμολογῶ, ὅτι δυσκολεύομαι νὰ ἐννοήσω: Τὰ μέσα καθορίζει ἡ Κυβέρνησις, τὴν θέσιν καθορίζει ἡ Κυβέρνησις, τὴν μορφὴν καθορίζει ἡ Κυβέρνησις. Τὰς ἐπιδιώξεις καθορίζουν οἱ Κύπριοι!! Δυσκολεύομαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ προτεραιότητα ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἕπεται ἡ πρωτοβουλία τῶν τμημάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ἐνεργοῦν, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὡς τμήματα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διότι ἐὰν πρόκειται νὰ κινοῦνται ἐξ ἰδίων, ἀλλὰ πρὸς ἰδίους σκοποὺς τὸ θέμα τῆς διαστάσεως τῆς αὐτονόμου πορείας δὲν θὰ ἐτίθετο ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Ἀλλὰ ὅταν ἀφετηρία τοῦ μεγάλου ἀγῶνος εἶναι τὸ δημοψήφισμα τοῦ 1950, τὸ ὁποῖον σημαίνει ἕνωσιν καὶ ὅταν μὲ τὴν σημαίαν τῆς ἑνώσεως διεξάγεται ὁ ἀγών, εἶναι δεδομένη ἡ προτεραιότης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν. Ἀλλὰ βεβαίως ὅταν ἀναγνωρίσωμεν τὴν προτεραιότητα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φαντασθῶμεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ λαμβάνῃ μέτρα ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος ἑνὸς τμήματος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, χωρὶς νὰ εἶναι εἰς ἀπόλυτον ἁρμονίαν μὲ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀγῶνος καὶ εἰς ἁρμονίαν μὲ τὸ τμῆμα αὐτὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἁρμονία ὀφείλει νὰ εἶναι ἀπόλυτος. Τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν εἶναι, ποῖος ἑκάστοτε θὰ ἐμφανίζεται φορεύς, διότι ἐνδέχεται τὸ εἶδος τοῦ ἀγῶνος νὰ ἐπιβάλῃ λόγῳ ἐξαιρετικῆς μορφῆς, ὡς φορέα, ἄλλοτε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ ἄλλοτε τὸν ἡγέτην τῆς Κύπρου. Αὐτὸ εἶναι θέμα τακτικῆς, ποῖος ἑκάστοτε θὰ ἐμφανίζεται φορεύς. Εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ ἡγεσία ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλὰ χρέος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶναι ἡ ἁρμονία. Διὰ τοῦτο ἀρνοῦμαι νὰ προβῶ εἰς διαχωρισμὸν τῆς ἐκπροσωπήσεως, ἀρνοῦμαι νὰ ὁρίσω τὸν φορέα μεταξὺ τῶν δύο καταστάσεων. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναζητοῦμεν προσδιορισμὸν τοῦ φορέως καθιερώσαμεν τὴν διάστασιν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς τὴν συμφοράν. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ φορέως, ὑπάρχει ἐθνικὴ οἰκογένεια, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ γονεῖς καὶ τὰ τέκνα ἐναρμονίζουν τὰς προσπαθείας των διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ κοινοῦ μας ἀγῶνος. Ἀρνοῦμαι ἑπομένως νὰ εἰσέλθω τελικῶς εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ φορέως. Καὶ οἱ δύο εἶναι φορεῖς —ἕκαστος εἰς τὸν ρόλον του— καὶ οἱ δύο ὀφείλουν νὰ ἔχουν ἑνότητα εἰς τὸν ἀγῶνα, διότι ἂν δὲν ἔχουν, καμμία νομικὴ διεκδίκησις καὶ νομιμοποίησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποσοβήσῃ τὴν καταστροφήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνδεχομένη διάστασις ἀσφαλῶς θὰ ὁδηγήσῃ. Ἀλλὰ χθές, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, προσέθεσε καὶ ἄλλην ἄποψιν ὑπὲρ τῆς δεσμευμένης ἀνεξαρτησίας. Καὶ ἡ ἄποψις αὐτὴ ἐπανελήφθη κατόπιν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Εἶπεν: Δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν ἰδιαιτέραν ἡ αὐτοδιάθεσις καὶ ἑπομένως ἡ Ἕνωσις. Σημασία ἔχει μόνον ἡ ἐλευθερία. Τὸ κείμενον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Υἱοθετήσαμεν τὴν πρότασιν τῆς «ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας» καὶ δι’ ἄλλον βασικὸν λόγον. Ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ θέμα τῆς Κύπρου, οὐδεμίαν ἐδαφικὴν διεκδίκησιν ἔχει. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἐπεκτατικὰς βλέψεις. Εἰς τὸ θέμα τῆς Κύπρου, ἡ Ἑλλὰς ἐκπληρώνει ἕνα ἠθικὸν καθῆκον, μίαν ἱστορικὴν ἀποστολήν, ἐκείνην τῆς ἐλευθερίας τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας, ὁ σκοπὸς οὗτος ἐκπληροῦται πλήρως». Ὄχι, κύριε Ἕλλην ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἐκπληροῦται πλήρως. Τὸ αἴτημα τῆς ἐλευθερίας εἶναι τὸ πρῶτον καὶ τὸ μέγα αἴτημα, ἀλλὰ ὁλοκληρώνεται τὸ αἴτημα τῆς ἐλευθερίας μόνον μὲ τὴν ἐνσωμάτωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἂν δὲν ἀπετέλει αὐτὸ βαθεῖαν πεποίθησιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, δὲν θὰ εἶχε κηρυχθῆ εἰς τὴν Κυπριακὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὁμοφώνως, ὡς αἴτημα, ἡ Ἕνωσις. Καὶ ἂν ἤρκει ἡ ἐλευθερία, ἡ Κρήτη δὲν θὰ ἀπεδύετο εἰς τοὺς σκληρούς της ἀγῶνας, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν Ἕνωσιν μὲ τὴν μητέρα πατρίδα. Πρῶτον στάδιον εἶναι ἡ ἐλευθερία, τελικὸν στάδιον εἶναι ἡ ἑνότης τῆς ἐθνικῆς μας οἰκογενείας. Ἀλλὰ διετυπώθη ἀκόμη, χθές, ἀπὸ τὸν φίλον Πρόεδρον, τὸν κ. Κανελλόπουλον, διετυπώθη καὶ ἡ ἄποψις, ὅτι δὲν δικαιούμεθα ἡμεῖς, εἰς τὴν ἐλευθέραν Πατρίδα, εὑρισκόμενοι ἐκτὸς τῶν ἀγώνων καὶ τῶν σκληρῶν θυσιῶν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, νὰ ὑποστηρίζωμεν λύσεις ἀδιαλλάκτους. «Ὀφείλομεν ἡμεῖς, εἶπε, νὰ εἴμεθα νουνεχεῖς καὶ ὄχι γενναῖοι. Οἱ γενναῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν Κύπρον». Ἀρνούμεθα τὴν γνώμην αὐτήν. Ἄν αὐτὴ ἡ γνώμη ἦτο βάσιμος, τότε θὰ ἔπρεπε ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῶν πολέμων νὰ ἀποφασίζουν τὰ μέτωπα καὶ ὄχι αἱ Κυβερνήσεις, διότι αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἄμαχοι, οἱ στρατοὶ μάχονται. Ποῖος εἶπεν, ὅτι ἡμεῖς, κρίνοντας τὴν κατάστασιν εἰς τὴν Κύπρον, ἐμπνεόμεθα ἀπὸ τὴν ἄνεσιν τῆς ἰδιωτικῆς μας ζωῆς; Ἀρνούμεθα νὰ ἐμπλακῶμεν εἰς τὸ δίλημμα τῶν νουνεχῶν καὶ τῶν γενναίων. Εἴμεθα ἁπλῶς δημόσιοι ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι κρίνομεν τὰ ἐθνικὰ ζητήματα μὲ ὑψηλὸν αἴσθημα εὐθύνης καὶ ἑκάστοτε ὑποστηρίζομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κρίνομεν, ὅτι ὑπηρετεῖ καὶ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ εἰδικώτερα συμφέροντα καὶ τὰ ἰδεώδη τῶν μαχομένων τμημάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἄλλωστε θὰ ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος, ἂν ἀφήνετο αὐτὴ ἡ θέσις ἀναπάντητος, θὰ ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡμεῖς παρακινοῦμεν τοὺς Κυπρίους εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ ἡ ἐντύπωσις θὰ ἦτο ἄδικος. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς πηγὰς τοῦ σημερινοῦ ἀγῶνος τῆς Κύπρου, διὰ νὰ ἀνανεώσωμεν ὅλοι, ἐντὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τὸν θαυμασμόν μας πρὸς τὴν ἀγωνιστικὴν διάθεσιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία βραδύτερον ἐξεδηλώθη μὲ τὸ θαῦμα τῆς ΕΟΚΑ. Θὰ ἀναγνώσω τὰς σχετικὰς περικοπάς. Γνωρίζω, ὅτι αἱ ἀναγνώσεις εἶναι ἀχάριστοι, καὶ διὰ τὸν ὁμιλητὴν καὶ διὰ τοὺς ἀκροατάς, ἀλλὰ διὰ μίαν περίπτωσιν, ἂς μοῦ συγχωρηθῇ. Ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος, τὸν Μάϊον τοῦ 1952, εἰς ραδιοφωνικὸν λόγον του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, κατήγγειλε τὴν Ἑλληνικὴν πολιτικὴν ἡγεσίαν δι’ ἔλλειψιν θάρρους ἔναντι τοῦ Κυπριακοῦ. Θὰ ἐνόμιζεν, ἴσως, ἡ Συμπολίτευσις, ὅτι ἡ καταγγελία ἀφεώρα μόνον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου. Θὰ ἐξέλθητε ἀπὸ τὴν πλάνην σας. Εἶναι ἐξ ἴσου βαρεῖα, τότε καὶ μεταγενεστέρως, καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου καὶ διὰ τὴν Ἀντιπολίτευσιν τοῦ Συναγερμοῦ. Ἀπὸ κοινοῦ ἔχομεν συμμερισθῆ τὴν βαρεῖαν ἐπίκρισιν. Εἶπε, λοιπόν, τότε, ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος: «Ποία εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ τὸν χειρισμὸν τοῦ ἐθνικοῦ μας ζητήματος; Εἶναι γνωστή. Εἶναι ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, (τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ Κυπριακὸς λαὸς διὰ τοῦ Ἐθνάρχου του, ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1952). Ἀκολουθεῖ, ὅμως, ἡ ἡγεσία πολυδαίδαλον δρόμον, ὑψηλῆς διπλωματίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὁμιλήσω τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας καὶ νὰ σᾶς καταγγείλω καὶ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν τοῦ Συναγερμοῦ». Καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἶναι εἰς τὸ κείμενον. «Κυβέρνησις καὶ Ἀντιπολίτευσις, δὲν ἤρθησαν εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων, δὲν ἔδειξαν οὔτε τόλμην, οὔτε θάρρος εἰς τὴν ἀξίωσιν τοῦ Ἔθνους περὶ προσφυγῆς, ἀπήντησαν μὲ δισταγμὸν καὶ νυσταγμόν, ὅτι παρακολουθοῦν τὸ ζήτημα ἀγρύπνως». Καὶ μετὰ ἕνα ἔτος, ἐπὶ Κυβερνήσεως Συναγερμοῦ, ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος ἐπανέρχεται δριμύτερος ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει, ὁμιλῶν εἰς τὸν ναὸν τῆς Φανερωμένης τῆς Λευκωσίας τὴν 28ην Ἰουνίου 1953: «Ἀξιοῦμεν, μετὰ τοῦ Πανελληνίου, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως εὐτόλμως καὶ ἀποφασιστικῶς χειρισθῇ τὸ ζήτημα. Αἱ ἑκάστοτε δηλώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, σαφεῖς ἢ συγκεχυμέναι, δὲν ἱκανοποιοῦν, οὔτε τοὺς ἐλευθέρους Ἕλληνας, οὔτε τοὺς δούλους Κυπρίους ἀδελφοὺς αὐτῶν. Διὰ δηλώσεων, δὲν λύεται τὸ ζήτημα, ἀλλὰ διὰ μέτρων ἀποφασιστικῶν, ὡς ἡ ἐθνικὴ ἀξιοπρέπεια ὑπαγορεύει. Εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, συμμορφουμένη πρὸς τὴν πανεθνικὴν ἀξίωσιν, πρὸ πολλοῦ νὰ ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν πρὸς συζήτησιν καὶ λύσιν. Δὲν κατώρθωσεν ὅμως νὰ νικήσῃ τὴν ἐπιφυλακτικότητα, τὴν διστακτικότητά της. Ἀλλὰ εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διστάζει νὰ προβῇ, θὰ προβῶμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, στηριζόμενοι εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1952, περὶ αὐτοδιαθέσεως. Θὰ ἀπευθυνθῶμεν πρὸς αὐτά, ζητοῦντες ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ ἐπὶ τῆς Κύπρου. Ἄλλωστε — ἀκούσατε — οὔτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐξ ὁλοκλήρου στηριζόμεθα, οὔτε εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, κατὰ πάντα βασιζόμεθα. Στηριζόμεθα, πρὸ παντός, εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις καὶ βασιζόμεθα ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος εἰς τὸ ἐσωτερικόν». Ἰδοὺ ἡ πρωτοβουλία, ἡ ἐπίμονος, ἡ μαχητική, ἡ ἀνένδοτος πρωτοβουλία τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἡγέτου του, διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Καὶ πράγματι, ὀφείλομεν νὰ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς τὸν Ἐθνάρχην Μακάριον, βασιζόμενος εἰς τὸν ἐσωτερικὸν ἀγῶνα, ἐδικαιώθη ἀπὸ τὸ θαῦμα τῆς ΕΟΚΑ, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἀπευθύνομεν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν καὶ ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην. (Χειροκροτήματα). Καὶ ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος, προσέφυγε μόνος τότε εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη εἰς τὰ 1953 καὶ ὁ Ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἠρνήθη νὰ υἱοθετήσῃ τὴν προσφυγὴν τοῦ Μακαρίου, λέγων, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἀκόμη προσπαθείας διπλωματικῆς ὁδοῦ. Καὶ ἡ προσφυγὴ ἐγκατελείφθη, διότι ἀκριβῶς δὲν ὑπεστηρίχθη ἀπὸ οὐδὲν Κράτος–Μέλος τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία, αἱ πηγαὶ τοῦ ἀγῶνος. Καὶ αὐτὴ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀκόμη καὶ σήμερον ἡ ἔμπνευσις καὶ ἡ φάσις τοῦ ἀγῶνος εἰς τὴν Κύπρον. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο ἀκόμη. Καὶ ἂν ἀκόμη ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ συμβιβασμός, καὶ ἂν ἀκόμη ἐπρόκειτο νὰ ἐκδηλοῦται ἐκεῖθεν τοιαύτη ἐπιθυμία, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει — διότι τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας εὑρίσκεις ἀνθρώπους κουρασμένους ἀπὸ τὸ Κυπριακόν, εἰς τὴν Κύπρον δὲν εὑρίσκεις (χειροκροτήματα) καὶ αὐτὸ εἶναι ἀπόδειξις— ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἐπρόκειτο νὰ ἐπιδιωχθῇ συμβιβασμός, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, ἐπετρέπετο, διὰ νὰ ἐπιδιωχθῇ ὁ συμβιβασμός, νὰ κηρύσσεται ἡ ἡττοπάθεια καὶ ὁ πανικός; Μόνον ὑπὸ τὴν ἀτμοσφαῖραν τῆς πίστεως εἰς τὸν ἀγῶνα, τῆς αὐτοπεποιθήσεως, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιχειρηθῇ καὶ νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἀξιοπρεπὴς καὶ εὐπρόσδεκτος συμβιβασμός. Ἂν παρασχεθῇ εἰς τοὺς ἀντιπάλους μας ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐπῆλθε κόπωσις, ὅτι θέλομεν κατὰ πάντα τρόπον νὰ κλείσωμεν τὸ Κυπριακόν, φαντάζεσθε, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἱαδήποτε ἀνταπόκρισις; Θὰ γίνουν περισσότερον ἀνένδοτοι, περισσότερον ἀμείλικτοι διὰ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν, εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν καὶ τὴν καταισχύνην. Ἰδοὺ διατί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐν γένει καὶ εἰς τὸν Τύπον καὶ εἰς τὴν δημοσίαν μας γνώμην καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἀπὸ τὰς τάξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἡγέτιδος τάξεως, πρέπει νὰ ἐκπορεύεται τὸ κήρυγμα, τὸ πνεῦμα τῆς αἰσιοδοξίας, τῆς αὐτοπεποιθήσεως τοῦ ἀγῶνος. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ στάδιον ὑποχωρήσεως καὶ συμβιβασμοῦ, θὰ εἶναι στάδιον διαχειρίσεως τῶν ὑπευθύνων ἀνθρώπων, ὄχι τῆς δημοσίας γνώμης, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐξυπηρέτει, θὰ ὑπενόμευε καὶ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον κεφάλαιον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, κατὰ τὸ ἑξάμηνον. Εἶναι τὸ κεφάλαιον τῶν διαπραγματεύσεων. Ὑπάρχουν ἀκόμη δύο κεφάλαια πρὸς ἐξέτασιν: Τὸ ΝΑΤΟ καὶ ὁ ΟΗΕ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχεν ἐπανειλημμένως καὶ ἐπιμόνως δηλώσει εἰς τὸ παρελθόν, ὅτι οὐδέποτε θὰ φέρῃ τὸ Κυπριακὸν εἰς τὸ ΝΑΤΟ, διότι θεωρεῖ ἐπικίνδυνον τὴν συζήτησιν. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν ἡ Κυβέρνησις τὴν παρέβη. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, μ’ ὅλα ταῦτα, ἀπεφάσισε νὰ μεταβῇ εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως; Τοὐλάχιστον, ἔπρεπε νὰ εἶχε θέσει ἕνα ἀπόρθητον ὅριον, τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν. Θὰ ἠδύνατο καὶ θὰ ὤφειλε νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς Συμμάχους: Θέλετε, ἐπὶ τέλους, μίαν συζήτησιν ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Συμμαχίας; Ἄς ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου καὶ ἐρχόμεθα πρὸς συζήτησιν. Ἀλλὰ ὁ Μὰκ Μίλλαν, ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις, ἐφήρμοσε τὸ σχέδιον. Καὶ ἡ ἰδική μας Κυβέρνησις καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογήν, ἐσύρθη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ΝΑΤΟ. Ἰδοὺ νέον βαρύτατον πολιτικὸν λάθος. Ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ἡ διεξαγωγὴ εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ὑπῆρξεν ἀτύχημα. Καὶ ὁ τρόπος τοῦ τερματισμοῦ, ὑπῆρξεν ἐπίσης ἀτύχημα. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ εἰσέλθω εἰς εὐρυτάτην ἀνάπτυξιν τῶν συζητήσεων. Θὰ παρακαλέσω μόνον, νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάγνωσις ὀλίγων γραμμῶν, ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ Ἕλληνος ἀντιπροσώπου εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ὁδηγουμένου προφανῶς ἀπὸ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐκτιμήσητε μὲ ποῖα ἐπιχειρήματα καὶ μὲ ποῖον πνεῦμα ἡ Ἑλλὰς ὑπερήσπισε τὴν ἁγίαν ὑπόθεσιν, ἐντὸς τῶν κόλπων τοῦ ΝΑΤΟ. Τὸ ἔχω παραλάβει ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Λευκὴν Βίβλον. Εἶπε, λοιπόν, ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος: «Κατόπιν τῆς μεγάλης παραχωρήσεως, τῆς γενομένης ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων Κυπρίων, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις — ἐδῶ ἀρχίζουν μερικαὶ περικοπαί, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν εἰς τὴν Λευκὴν Βίβλον, ἀλλὰ εἶχον διαγραφῆ εἰς τὴν δημοσιευθεῖσαν κυβερνητικὴν ἀνακοίνωσιν— δὲν εἶναι πλέον δεσμευμένη ἀπὸ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ τῆς εἶχε θέσει, νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν πλήρη ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος αὐτοδιαθέσεως τῶν Κυπρίων. Κατὰ συνέπειαν, ἡ Κυβέρνησίς μου — ἕως ἐδῶ εἶχε διαγραφῆ— φρονεῖ, ὅτι παρουσιάζεται μία εὐκαιρία, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ρύθμισιν τῆς ὑποθέσεως καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν». Ἀκούσατε τώρα. «Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν Τουρκίαν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἡ παροῦσα ἄρνησις τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, νὰ ζητήσουν τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα δὲν θὰ ἰσχύῃ ἀπεριορίστως, ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτή. Ἀκόμη καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ σημερινή, διετήρουν ἐπὶ ἑπταετίαν, τὴν προσφοράν των, ὁ κόσμος ἐξελίσσεται τόσον ταχέως πρὸς τὴν πλευρὰν ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος τῶν λαῶν πρὸς αὐτοδιάθεσιν, ὥστε νὰ εἶναι ἄκρως πιθανόν, ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι ἐν Ἀθήναις καὶ Κύπρῳ, μετὰ 7 ἔτη θὰ εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον συμβιβαστικοὶ καὶ θὰ ὑποστηρίζωνται περισσότερον ἀπὸ τὴν παγκόσμιον κοινὴν γνώμην». Ἰδού, λοιπόν, «τιμαὶ εὐκαιρίας»!! Σπεύσατε. Εἶναι δυνατὸν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κλίματος, μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, μὲ αὐτὸν τὸν ἰδεολογικὸν ἐξοπλισμόν, νὰ ὑποστηρίζεται καὶ νὰ εὐοδωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ ὑπόθεσις; Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸν ΟΗΕ. Ἐλέχθη χθές, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δεκτὴ ἡ ἄποψις, ὅτι θὰ ἔπρεπε ὑπὸ οἱασδήποτε δυσμενεῖς συνθήκας, νὰ μὴ προσφύγωμεν εἰς τὸν ΟΗΕ. Καὶ εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος. Ἡ προσφυγή μας εἰς τὸν ΟΗΕ, δὲν εἶναι ἐξηρτημένη κἂν ἀπὸ τὴν πρόβλεψιν τῆς ἐπιτυχίας. Εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς τοῦ ἀγῶνος. Ἀκόμη καὶ μὲ συνεχεῖς ἀποτυχίας. Ἡ ὑπεράσπισις τοῦ ἰδεώδους τῆς ἐλευθερίας, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ μὲ τὸν χρόνον νὰ ἀποδώσῃ. Ἄλλως τε εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς τοῦ ἀγῶνος, τὴν ὁποίαν διαθέτομεν. Καὶ διὰ τοῦτο, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προσφύγῃ. Ἀλλὰ ποῖον ὑπῆρξεν ἐφέτος τὸ ἀποτέλεσμα τῆς προσφυγῆς; Ὑπῆρξεν, ἀσφαλῶς, πολὺ χειρότερον ἀπὸ τὸ περυσινόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι, ὁποιονδήποτε καὶ ἐὰν ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ τὸ ἐπέκρινε. Τὸ ἐπέκρινε καὶ πρόπερσυ τὸ ἐπέκρινε καὶ πέρυσι, τὸ ἐπικρίνει καὶ ἐφέτος. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Πράγματι, τὸ ἐπεκρίναμεν. Ἡ κλίμαξ τῆς ἐπικρίσεως εἶναι διάφορος. Διότι ἡ κλίμαξ τῆς ἀποτυχίας, εἶναι διάφορος. (Χειροκροτήματα). Πέρυσιν εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ αὐτοδιάθεσις, ἐπωνύμως, τοὐλάχιστον, ἔλαβε πλειοψηφίαν. Ἐφέτος εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐψηφίσθη τὸ σχέδιον τοῦ Μεξικοῦ. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, ἐὰν γίνῃ ἡ σύγκρισις τῆς περυσινῆς μὲ τὴν ἐφετεινὴν ἀπόφασιν τῆς Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἀποτελεῖ βαρυτάτην, δυσμενεστάτην ὀπισθοχώρησιν τοῦ θέματος. Ἄλλως τε, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁμιλῶν, προχθὲς καὶ ἑρμηνεύων τὸ πνεῦμα τῆς τελικῆς ἀποφάσεως τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, εἶπεν, ὅτι εἶναι ἄχρους καὶ οὐδετέρα. Καὶ μολονότι ἔχει πλέον ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸ πλέγμα τῶν θριάμβων, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος, μ’ ὅλα ταῦτα, εἶπεν, ὅτι ἀπεκόμισε διπλοῦν κέρδος. Καὶ ποῦ συνίσταται αὐτὸ τὸ διπλοῦν κέρδος; Πρῶτον, ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐξεδήλωσαν ἐνδιαφέρον. Ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ 1958, ἔπειτα ἀπὸ συνεχεῖς ἀγῶνας, νὰ τίθεται ζήτημα, ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἐνδιεφέρθησαν διὰ τὸ Κυπριακόν; Θεωρεῖται τοῦτο κατάκτησις, ἔπειτα ἀπὸ τὰ ἔτη ἀγῶνος τῶν δημοσίων συζητήσεων, τοῦ Κυπριακοῦ θέματος; Καί, δεύτερον, εἶπεν, ὅτι ἐπείσθη ὁ κ. Μὰκ Μίλλαν, ὅτι τὸ σχέδιόν του, δὲν ἐνεκρίθη. Εἰς αὐτὴν τὴν διατύπωσιν, ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, θὰ ἐπιμείνω. Διότι ἀποκαλύπτει τὸ ψυχικὸν πλέγμα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐφέτος, εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, δὲν ἦτο κατήγορος. Ἐφέτος ἠσθάνετο κατηγορούμενος καὶ ἀμυνόμενος θὰ ἐμακάριζε τὴν ὥραν, ποὺ δὲν ἐξεδόθη ἐναντίον του, καταδικαστικὴ ἀπόφασις. Τοιουτοτρόπως ἐξηγεῖται, ὁλόκληρος ἡ ἐξιστόρησις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη. Εἶπεν, ὅτι ὁ Κρίσνα Μένον ἐξησφάλισε τὴν δεκάδα καὶ ἐδημιουργεῖτο ἡ ἐντύπωσις, ὅτι θὰ εἶχεν ἀπήχησιν. Καὶ ὅτι θὰ ἐψηφίζετο. Καὶ τότε, οἱ ἀντίπαλοί μας, οἱ Ἄγγλοι, κατέβαλον ὅλας τὰς προσπαθείας των καὶ ἐπέφερον μεταβολήν. Εἶναι δυνατόν, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐκπλήσσεται καὶ νὰ καταγγέλῃ, ὅτι οἱ ἀντίπαλοί μας ἐνώπιον τῶν ἰδικῶν μας προσπαθειῶν κατέβαλον ὅλας τὰς προσπαθείας των καὶ κατώρθωσαν, τελικῶς, νὰ ἐπικρατήσουν; Ἐὰν ὁ Ἄγγλος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ἔλεγεν, ὅτι τὰ πράγματα ἔβαινον αἰσίως, ἀλλὰ ὅτι ἔφθασεν ὁ Ἕλλην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὅτι ἀντελήφθη, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν προχωρήσει εἰς τὰς προσπαθείας μας, καὶ ἀναπτύσσων μίαν μεγάλην δραστηριότητα κατώρθωσε νὰ κατακτήσῃ ἐκεῖνος τὴν πλειοψηφίαν, φαντάζεσθε, ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνθέξῃ ἐπὶ τοῦ βήματος; Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἐξιστόρησις, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, ὁ φίλος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνώπιον τῆς ἰδικῆς μας Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ τώρα, θὰ κρίνωμεν τὴν γραμμὴν πορείας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐχάραξε διὰ τὸ μέλλον. Εἶπε χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν: Συζητοῦμεν ὁριστικὴν ρύθμισιν, ἀλλὰ ἐὰν δὲν γίνῃ ὁριστικὴ ρύθμισις, θὰ ἀρκεσθῶμεν καὶ εἰς προσωρινήν, φθάνει νὰ εἶναι δικαία, δημοκρατικὴ καὶ νὰ μὴ προδικάζῃ τὸ μέλλον. Καὶ εἶπεν, ἐπίσης, δεχόμεθα καὶ τριμερεῖς διαπραγματεύσεις. Καὶ ἀπηύθυνε παραίνεσιν, ἔκκλησιν πρὸς τὴν Τουρκίαν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κρίνω, τὴν οὐσίαν αὐτῶν τῶν προτάσεων διὰ τὸ μέλλον. Διαπιστώνω, ὅμως, μὲ ἔκπληξιν, ὅτι εἶναι ἀντίθετοι μὲ τοὺς δύο μοναδικοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δώσει εἰς τὸ ΝΑΤΟ, διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν διάσκεψιν. Ἀκριβῶς, αὐτοὶ ἦσαν οἱ δύο ὅροι. Ὁ πρῶτος ὅρος, πρὸς συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος ἦτο, ὅτι θὰ ἐτίθετο ὡς βάσις καὶ ἡ συζήτησις τοῦ ὁριστικοῦ μέλλοντος. Καὶ ὁ δεύτερος, ὅτι θὰ ἀπεκλείοντο αἱ τριμερεῖς διαπραγματεύσεις. Καὶ ἐν τούτοις, καὶ ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν θεμελιωδῶν θέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέμεινεν, ὅτι ἀσφαλῶς θὰ συντελέσουν εἰς τὴν εὐόδωσιν τῆς ὑπάρξεως τῆς διασκέψεως καὶ αἱ δύο μεταβάλλονται ἐντὸς ὀλίγων ἑβδομάδων. Τώρα καὶ τὸ προσωρινὸν σχέδιον, μόνον, ἀρκεῖ, καὶ αἱ τριμερεῖς διαπραγματεύσεις, γίνονται εὐπρόσδεκτοι. Ἰδοὺ ἡ συνέπεια, ἰδοὺ ἡ γραμμὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἐντὸς ὀλίγων ἑβδομάδων, ἀλλαγὴ γραμμῆς πορείας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ θέμα τῶν τριμερῶν διαπραγματεύσεων ἐπιθυμῶ νὰ ἐκφράσω ἐπὶ τῆς οὐσίας τὴν γνώμην μου. Εἶμαι, ἀπολύτως σύμφωνος, μὲ ὅσα ἐλέχθησαν, χθές, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δογματικὴ ἄρνησις, οἱουδήποτε τύπου, διαπραγματεύσεων καὶ διασκέψεων. Ὅ,τι ἑκάστοτε ἐνδιαφέρει, εἶναι ἡ πρόβλεψις, ἐὰν ἡ διάσκεψις θὰ εὐοδωθῇ ἢ θὰ ἀποτύχῃ. Καὶ ἐὰν μέχρι τοῦδε εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι αἱ τριμερεῖς διαπραγματεύσεις ναυαγοῦν, δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν τὰς ἠρνήθημεν, διότι δογματικῶς, ἀρνούμεθα τὴν ὕπαρξίν των. Τὰς ἀρνούμεθα διότι ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐβεβαιώθημεν, ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῆς Τουρκίας ὁδηγεῖ εἰς ναυάγιον, ταυτοχρόνως, δέ, ἐπιβεβαιώνει τὸ τουρκικὸν ἐνδιαφέρον καὶ ἐπαυξάνει τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς διεκδικήσεις τῆς Τουρκίας εἰς τὴν Κύπρον. Ἐάν, ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις, ὁποτεδήποτε κρίνῃ, ὅτι μία διάσκεψις οἱαδήποτε θὰ εὐοδωθῇ καὶ ὅτι θὰ πρέπει νὰ μετάσχῃ εἰς αὐτήν, θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἡ εὐθύνη της, θὰ εἶναι πολλαπλασία. Διότι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε προβλέψει, ὅτι ἡ συμμετοχὴ τῆς Τουρκίας ἐπαυξάνει τοὺς τίτλους αὐτῆς ἐπὶ τῆς νήσου, καὶ προδικάζει μεγαλειτέρας διαστάσεις καὶ μεγαλειτέρους κινδύνους, διὰ τὴν ἐθνικήν μας ὑπόθεσιν. Καὶ τώρα, ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς μίαν γενικὴν ἀνακεφαλαίωσιν τῆς κριτικῆς διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ, ὅπως πάντοτε, νὰ εἶμαι ἀντικειμενικός, δίκαιος καὶ καλόπιστος εἰς τὴν κριτικήν μου καὶ φρονῶ, ὅτι δικαία κριτικὴ τῶν Κυβερνήσεων εἶναι, ὅταν χρησιμοποιοῦνται δύο κριτήρια. Πρῶτον, ἡ σχέσις τῶν ἐπαγγελιῶν πρὸς τὰς πραγματοποιήσεις καί, δεύτερον, ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν παρέλαβε, συγκρινομένη πρὸς τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν παραδίδει, καὶ τὴν ὁποίαν ὡδήγησε. Θὰ χρησιμοποιήσω καὶ τὰ δύο ἀντικειμενικά, καλόπιστα, κριτήρια, διὰ νὰ συναχθοῦν συμπεράσματα, διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖαι ἦσαν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἡ αὐτοδιάθεσις καὶ ἡ αὐτοκυβέρνησις. Καὶ ποῦ ἐφθάσαμεν; Εἰς τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἐφθάσαμεν, ἐπίσης, ἐὰν συγκρίνωμεν τὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν παρέλαβε, πρὸς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἐφθάσαμεν ἀπὸ τὰς προτάσεις Χάρτινγκ, τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1955, εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διχοτομήσεως τῆς Κύπρου. Διότι σήμερον εἰς τὴν Κύπρον, ἐφαρμόζεται ἡ διχοτόμησις. Ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, εὑρίσκεται, ἤδη, παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ Βρεταννοῦ Κυβερνήτου καὶ ὀργανοῦνται αἱ χωρισταὶ ἐκλογαὶ τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων. Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα: Ὑπάρχει ἄνθρωπος καλόπιστος, θέτων ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ὅτι, ἐὰν συγκριθοῦν αἱ ἐπαγγελίαι πρὸς τὰς πραγματοποιήσεις, καθίσταται σαφές, ὅτι αἱ ἐπαγγελίαι διεψεύσθησαν ἀπὸ τὰς πραγματοποιήσεις; Καὶ ὑπάρχει, ἐπίσης, ἄνθρωπος, καλόπιστος, ἀμφισβητῶν, ἀρνούμενος, ὅτι ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις παρέλαβε τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1955, μὲ τὸν Χάρτινγκ προσφέροντα ἕνα εἶδος αὐτοκυβερνήσεως, μὲ ἀποκλεισμὸν πάσης ἰδέας διχοτομήσεως, μὲ τὴν αὐτοδιάθεσιν κατ’ ἀρχὴν ἀναγνωριζομένην διὰ τὸ μέλλον καὶ μὲ τοὺς Τούρκους καταδίκους εἰς τὴν διεθνῆ συνείδησιν, κατόπιν τῶν βανδαλισμῶν τῆς 6ης Σεπτεμβρίου 1955, ὑπάρχει ἄνθρωπος καλόπιστος, δυνάμενος νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ἐν συγκρίσει πρὸς ἐκείνην τὴν κατάστασιν, ἡ σημερινὴ εἶναι ἀπείρως δεινοτέρα; Ἰδοὺ διατὶ ἡ καλόπιστος σύγκρισις τῶν πραγματοποιήσεων πρὸς τὰς ἐπαγγελίας, τῆς σημερινῆς καταστάσεως πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ φθινοπώρου τοῦ 1955, ἀποδεικνύει πόσον βαρεῖα εἶναι ἡ ἐπιδείνωσις τῆς καταστάσεως καί, ἑπομένως, πόσον βαρεῖαι εἶναι αἱ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τώρα, ἀγαπητοί μου φίλοι, ἔπειτα ἀπὸ τὴν κριτικήν, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἄρνησιν, θὰ ἔλθω εἰς τὴν θέσιν. Θὰ ἀναλάβω καὶ ἐγὼ τὰς ἰδικάς μου εὐθύνας. Ποῖαι ἔπρεπε, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ εἶναι ἀνέκαθεν καὶ ποῖαι πρέπει νὰ εἶναι αἱ βάσεις τῆς πολιτικῆς τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἀποτελεῖ τὸ δυσχερέστατον θέμα, ἀπὸ ὅσα ὑπῆρξαν ἐνώπιον τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀναγνώρισιν, τὴν ὀφείλομεν καλοπίστως πρὸς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Διότι εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν συμμαχιῶν, καὶ παλαίομεν ἐντὸς τῶν συμμαχιῶν ἐναντίον συμμάχων. Ἡ δυσχέρεια εἶναι ἄπειρος, ἀλλὰ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἡ κατανόησις τοῦ θέματος, ἡ ὀρθὴ τοποθέτησις καὶ ἡ ἄγρυπνος παρακολούθησις, ἀποτελοῦν ὑψηλὰς εὐθύνας τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων. Τίθεται τὸ θέμα, πῶς ἠμπορεῖ νὰ συμβιβασθῇ ἡ διεκδίκησις τῆς ἐλευθερίας τῆς Κύπρου μὲ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ἡ σχέσις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ ΝΑΤΟ εἶναι κρίσιμος, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Κυπριακόν. Καὶ ἔχει ἐπανειλημμένως ἀκουσθῆ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης, ὅτι τὸ Κυπριακόν, ἢ θὰ πρέπει, ἢ χωρὶς νὰ πρέπει, θὰ συμβῇ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἔξοδον ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Εἰς τὸ θέμα θὰ ἀναπτύξω ὑπευθύνως τὴν γνώμην μου. Κύριοι βουλευταί, διατὶ ἐπήγαμεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ; Μᾶς ἐκάλεσε κανείς, ἢ παρεκαλέσαμεν καὶ μετέσχομεν; Διατὶ μετέσχομεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ; Μετέσχομεν μιᾶς ἀτλαντικῆς ἀμυντικῆς συμμαχίας, διὰ νὰ μὴ εἴμεθα μόνοι, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἀπὸ κοινοῦ ἐνδεχόμενον, ὑποτιθέμενον μείζονα κίνδυνον, τὸν ὁποῖον μόνη ἡ Ἑλλάς, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ἐτέθη ποτὲ θέμα Κύπρου, ὅταν ἡ Ἑλλὰς μετέσχεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ; Οὐδέποτε. Ἀνήκει εἰς τὸ ΝΑΤΟ ἡ μέριμνα, τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν ἀποικιακῶν λαῶν; Ὄχι. Εἶναι μία στρατιωτικὴ συμμαχία ἀμυντική. Πότε, ἑπομένως, θὰ ἐπετρέπετο νὰ ἐξετάζεται τὸ θέμα τῆς συμμετοχῆς ἢ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς Ἑλλάδος; Ἐὰν ὁ λόγος τῆς συμμετοχῆς μας ἐτίθετο ὑπὸ ἀμφισβήτησιν, ἐὰν ἐκρίναμεν ὅτι αἱ ἐγγυήσεις τῆς ἀμύνης, χάριν τῆς ὁποίας μετέσχομεν, ἔχουν κλονισθῆ, τότε θὰ ὠφείλαμεν νὰ ἐπανεξετάσωμεν τὸ θέμα τῆς συμμετοχῆς μας. Ἀλλὰ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἀμφισβήτησις δὲν ἔχει τεθῆ. Ποῖος, λοιπόν, ὑπάρχει εἱρμὸς μεταξὺ τῆς συμμετοχῆς μας εἰς μίαν ἀμυντικήν, ἀτλαντικὴν συμμαχίαν, προορισμὸς τῆς ὁποίας εἶναι ἡ ἀμυντικὴ ὑπεράσπισις τῆς ἐθνικῆς μας ἀκεραιότητος, ποῖος δεσμὸς μὲ τὸ Κυπριακὸν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν ὑστέρων ἐγεννήθη καὶ ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ΝΑΤΟ; Ἰδοὺ διατί, ἀνέκαθεν ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ θέμα τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ΝΑΤΟ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν καὶ οὔτε νὰ συσχετισθῇ μὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου. Ἀλλὰ καὶ πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ συσχέτισις δὲν ἐπιτρέπεται, ὄχι μόνον χάριν τῆς ἀσφαλείας τῆς ἐλευθέρας Πατρίδος, ἀλλὰ καὶ χάριν ἐπίσης τῆς Κύπρου, διότι εἰσάγομεν τὸ θέμα πρὸς κρίσιν ἐνώπιον ἀντιπάλων. Ἀκόμη, ἑπομένως, καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κύπρου, ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κυπριακοῦ θέματος ἐντὸς τοῦ ΝΑΤΟ, ἀποτελεῖ λάθος, ἀποτελεῖ κίνδυνον καὶ διὰ τὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Ἐπίσης εἶναι προφανές, ὅτι θὰ ἀπετέλει βλάβην καὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἐνδεχομένη ἔξοδος ἀπὸ τὸ Ν.Α. Τ.Ο., διότι, τότε, ὅλαι αἱ χῶραι τοῦ Δυτικοῦ Κόσμου, φοβούμεναι, ὅτι ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κύπρου θὰ προσθέσῃ δυνάμεις εἰς τὸν Ἀνατολικὸν Συνασπισμόν, ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου πλέον θὰ παραβλέψουν τὸ αἴτημα τῆς ἐλευθερίας τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ θὰ τεθοῦν ἀντιμέτωποι πρὸς προστασίαν τῆς ἰδικῆς των ἀσφαλείας. Ἰδοὺ διατὶ ἀνέκαθεν ἡ Ἑλληνικὴ πολιτικὴ ἡγεσία ἔπρεπε κατηγορηματικῶς νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συσχέτισιν Κυπριακοῦ καὶ ΝΑΤΟ. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ἠδυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἐντὸς μιᾶς συμμαχίας, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέχουν ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Τουρκία, δύο ἐχθροὶ μιᾶς ἐθνικῆς ὑποθέσεως; Ἐὰν κρίνωμεν, ὅτι τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς ἀμύνης μας ὑπαγορεύουν τὴν συμμετοχήν μας, ὁ δισταγμὸς εἶναι ἀβάσιμος. Ἐνθυμηθεῖτε τὸν μεγάλον πόλεμον. Ἡ Ἀμερική, ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, ἦσαν σύμμαχοι ἐνώπιον μείζονος κινδύνου, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκοντο εἰς καμμίαν πραγματικὴν ἁρμονίαν μεταξὺ ἀλλήλων καὶ ἦσαν οἱ ὑποψήφιοι ἀντίπαλοι τοῦ μέλλοντος.
§6Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μόνον ὑποψήφιοι, ὅμως.
§7Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἰδοὺ διατί, μοναδικὸν κριτήριον τῆς σχέσεως τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ ΝΑΤΟ, εἶναι ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀμύνης τῆς ἐλευθέρας πατρίδος. Ἐὰν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, τότε καὶ μόνον θὰ πρέπει νὰ συναχθῇ τὸ συμπέρασμα ἐξόδου ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Ὅταν, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, διατηρῆται ἡ πεποίθησις, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ παραμονή, ἀποτελεῖ βαρύτατον λάθος οἱαδήποτε συσχέτισις, καὶ τὴν εὐθύνην τῆς συσχετίσεως καταλογίζω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, πράγματι, κανεὶς δὲν ἔχει συστήσει ἔξοδον ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Ὁ Πρόεδρος τῆς ΕΔΑ εἶπεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς ΕΔΑ, βεβαίως, εἶναι ἡ ἔξοδος. Καὶ θὰ ἐξήρχετο, βεβαίως, ἐὰν ἐκυβέρνα. Ἀλλὰ προσέθεσεν, ὅτι σήμερον δὲν συνιστᾶ τὴν ἔξοδον. Ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως εἶπεν, ἐπίσης, ὅτι δὲν συνιστᾶ τὴν ἔξοδον. Ἡμεῖς ὅλοι οἱ ἄλλοι, διεκηρύξαμεν πάντοτε, ὅτι δὲν συνιστῶμεν τὴν ἔξοδον. Περιέργως, ἡ μόνη εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ἡ ὁποία εἰσηγήθη τὴν ἔξοδον, εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία καὶ θὰ ἀναγνώσω τὰς σχετικὰς περικοπάς. Τὴν 9ην Σεπτεμβρίου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεύθυνε διακήρυξιν πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα τοῦ ΝΑΤΟ. «Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Βρεταννικοῦ σχεδίου, συνεπάγεται κινδύνους γενικωτέρους διὰ τὴν συνοχὴν τῶν συμμαχιῶν». Εἶπεν, ἐπίσης, τὴν 20ὴν Σεπτεμβρίου, πρὸς τὸν Γραμματέα τοῦ ΝΑΤΟ: «Ἡ ἐπιμονή, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὴν μονομερῆ ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου της, θὰ καταστήσῃ προβληματικὴν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, εἰς τοὺς κόλπους τῆς συμμαχίας. Καὶ εἶπεν, ἐπίσης, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν κ. Σπάακ, τὴν 4ην Ὀκτωβρίου: «Θὰ ἦτο ἀκατανόητον, διὰ νὰ μὴ εἴπωμεν παιδαριῶδες, νὰ βασίσωμεν μίαν συμμαχίαν ἐπὶ τῆς ἀδικίας». Κύριοι βουλευταί, τὸ νὰ εἴμεθα εἰς τὸ ΝΑΤΟ εἶναι μία πολιτική. Τὸ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, εἶναι μία πολιτική. Τὸ νὰ εἴμεθα εἰς τὰ ΝΑΤΟ, νὰ ἀπειλοῦμεν τὴν ἔξοδον καὶ πάλιν νὰ μένωμεν, δὲν εἶναι πολιτική, εἶναι κλονισμὸς σοβαρώτατος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πρώτη, ἑπομένως, βάσις μιᾶς θεμελιώδους μακροπροθέσμου πολιτικῆς τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, εἶναι ἡ πλήρης διάκρισις τοῦ Κυπριακοῦ, ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Καὶ τότε θὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα, πῶς θὰ ὑποστηριχθῇ τὸ Κυπριακόν. Ἀκριβῶς, τότε, θὰ ὑποστηριχθῇ, διότι μὴ περισπώμενοι ἀπὸ τὰς παρεξηγήσεις τῶν συμμαχιῶν, θὰ δυνάμεθα μὲ ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας, νὰ στραφῶμεν ἀπαρεξηγήτως πρὸς ὅλους τοὺς λαοὺς καὶ τότε νὰ διακηρύξωμεν τὴν παγκόσμιον διαφώτισιν, τὸν παγκόσμιον ἀγῶνα καὶ ἡ ὁδὸς τοῦ ΟΗΕ εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ὁποία ἄγει εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας. Διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἐλευθέρας πατρίδος, ὑπάρχει τὸ ΝΑΤΟ. Διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κύπρου, ὑπάρχει ὁ ἀγών, ἀλλὰ Κύπρον εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ἐντὸς τοῦ ΟΗΕ. Αὐτὴ ἡ θεμελιώδης διάκρισις, θὰ καταστήσῃ δυνατὴν καὶ τὴν στερέωσιν τῆς συμμαχικῆς ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία μᾶς εἶναι ἀπαραίτητος καὶ διὰ τὸ Κυπριακόν, διὰ νὰ μὴ τὴν μονοπωλῇ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ στραφῶμεν καὶ πρὸς τὰς Ἀνατολικὰς χώρας καὶ πρὸς ὅλον τὸν κόσμον καὶ τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς, διὰ νὰ κηρύξωμεν τὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐλευθερίας, τὴν πολιτικὴν τῆς ἐλευθερίας τῆς Κύπρου, διότι οὐδεὶς θὰ δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι μὲ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἐδημιουργήσαμεν παρεξηγήσεις καὶ κλονισμὸν τῶν συμμαχιῶν. Θὰ τοὺς ἀπαντούσαμεν, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς συμμαχίας, τὸ θέμα δὲν τίθεται ὑπὸ συζήτησιν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕνα ἱερὸν θέμα ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου θὰ ἀγωνισθῶμεν ὅλοι, μέχρις ἑνός, μέχρι τῆς τελικῆς εὐοδώσεως. Καὶ ὑπάρχει καὶ δεύτερον θέμα. Ποία θὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστηρίξωμεν. Ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἡ γνώμη μου εἶναι ἀνένδοτος. Ἡ αὐτοδιάθεσις μόνον ἐπιτρέπεται καί, εἶναι Ἑλληνικὴ πολιτική, μόνον ἡ αὐτοδιάθεσις. Καὶ πότε ἐπιτρέπεται νὰ ὑποσταλῇ ἡ σημαία τῆς αὐτοδιαθέσεως; Οὐδέποτε ὡς προσφορά. Μόνον ὅταν ὑπάρξῃ ἐνδεχόμενον ἐκ μέρους τῶν ἀντιπάλων θετικῶν προτάσεων, ὑπηρετουσῶν τὴν Κυπριακὴν ἐλευθερίαν, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τῶν Κυβερνήσεων τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ τῶν ἐκπροσώπων, τῶν ὑπευθύνων, τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Μόνον ἐνώπιον προσφορᾶς λύσεως εἶναι δυνατὸν ἡ σημαία τῆς αὐτοδιαθέσεως νὰ ὑποσταλῇ, διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ ἄλλη μορφὴ ἐλευθερίας τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ μέχρις ἐκείνης τῆς ὥρας, μέχρι τῆς προσφορᾶς ἐκ τῶν ἄλλων μιᾶς λύσεως, οἱαδήποτε ὑποστολὴ τῆς σημαίας ἀποτελεῖ ὄχι μόνον βλασφημίαν, ἀποτελεῖ βαρύτατον πολιτικὸν λάθος, διότι ἀπὸ βυθὸν πέφτει εἰς βυθόν, ὅπως λέγει ὁ ποιητής, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀπὸ κατολίσθησιν εἰς κατολίσθησιν καὶ τελικῶς θὰ ἔχῃ ἀφοπλισθῆ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ γίνῃ ἕρμαιον τῆς θαλάσσης, τῆς αὐθαιρέτου βίας τῶν ἀντιπάλων. Δύο, ἑπομένως, εἶναι, κατ’ ἐμέ, αἱ θεμελιώδεις βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων μακροπροθέσμως πρέπει νὰ στηριχθῇ ἡ Κυπριακὴ πολιτική. Ἡ πλήρης διάκρισις ΝΑΤΟ καὶ Κυπριακοῦ θέματος. Εἰς τὸ ΝΑΤΟ ὑπάρχει ἡ ἐλευθέρα πατρίς, διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἀμύνης της. Εἰς τὸν ΟΗΕ ἀποβλέπει ἡ ἐλευθέρα πατρίς, ὡς συμπαραστάτην τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ πιστεύσῃ εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ θὰ διεξαγάγῃ τὸν ἀγῶνα μὲ πάθος. Καὶ ὀρθότατα χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεστηρίχθη, ὅτι ὁ ἀγὼν τῆς παγκοσμίου διαφωτίσεως ἔχει, πράγματι, ἐγκαταλειφθῆ. Ὄχι μόνον αἱ βιαιότητες, αἱ βρεταννικαί, δὲν ἔχουν διακηρυχθῆ εἰς τὸν κόσμον, ἀλλὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι ἂν ἔλλειπεν ἡ δόξα τοῦ Διγενῆ, αἱ πράξεις τοῦ ὁποίου φωτίζουν τὴν παγκόσμιον συνείδησιν, ἂν ἔλλειπεν ἡ δόξα καὶ οἱ ἀγῶνες τοῦ Διγενῆ καὶ εἴμεθα ἐξηρτημένοι ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς διαφωτίσεως τῆς Κυβερνήσεως, τὸ θέμα θὰ ἦτο, ἀσφαλῶς, παγκοσμίως ἄγνωστον. Ἰδοὺ ἡ πραγματικὴ πορεία τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἐπὶ τῶν βάσεων αὐτῶν, ὅτι θὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς εὐόδωσιν τοῦ ἀγῶνος; Ἀγαπητοί μου φίλοι, δυνάμεθα καὶ ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα αἰσιόδοξοι. Καὶ ὑπάρχουν δύο αἱ ἐγγυήσεις τῆς ἐλευθερίας. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ΕΟΚΑ, τὸ θαῦμα τῆς ΕΟΚΑ. Ἐπίστευε κανείς, ὅτι ἐπὶ τρία ἔτη θὰ ἐξηκολούθει αὐτὸς ὁ ἀνένδοτος, ὁ ἡρωϊκός, ὁ ἀπίστευτος ἀγών; Καὶ θὰ ἐπίστευε κανεὶς προτοῦ νὰ ἐπιβεβαιωθῇ, ὅτι ἡ νεότης τῆς Κύπρου, ἐνώπιον τῶν ὅπλων τῶν ἐχθρῶν, θὰ ἐζητωκραύγαζε τὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς Ἑλλάδος; Ὅ,τι συνέβη εἰς τὴν κατοχὴν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὰς ἄλλας πόλεις τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν νεότητα, ζητωκραυγάζουσαν τὴν Ἑλλάδα ἐνώπιον τῶν πυροβόλων τῶν ἐχθρῶν κατὰ τὴν κατοχήν, τὸ ἴδιον συμβαίνει σήμερον εἰς τὴν Κύπρον. Ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸ ἀγωνιστικὸν πνεῦμα, εἶναι ἡ μία βάσιμος ἀκτὶς φωτός. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη. Ὑπάρχει ἡ παγκόσμιος κοινὴ γνώμη. Ὑπάρχει ἡ βρεταννικὴ κοινὴ γνώμη. Ὑπάρχει τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα τῆς Μεγάλης Βρεταννίας. Ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, δὲν ἐπιθυμῶ καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς τὸν ἑαυτόν μου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ὡς πολιτικὴν εὐνοίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Θὰ ὕβριζον τοὺς εὐγενεῖς ἡγέτας τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἂν ἡρμήνευον τὴν πολιτικήν της, ὡς πολιτικὴν εὐνοίας πρὸς οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος, ἐκτὸς τῆς ἰδικῆς των πατρίδος. Ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, εἶναι πολιτικὴ ἐξυπηρετήσεως τῶν ἰδικῶν της, τῶν βρεταννικῶν συμφερόντων καὶ εἶναι ταὐτοχρόνως ἐπιβεβαίωσις, ὅτι, ὡς Δημοκρατία, πιστεύουν πράγματι εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον τιμοῦν τὴν πατρίδα, τὴν ὁποίαν ἐκφράζουν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω περικοπὰς ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς τελευταίας ὁμιλίας τοῦ Μπέβαν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Εἶναι πράγματι κείμενον, τὸ ὁποῖον ἀναπαύει τὰς ψυχὰς τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων καὶ τὸ ὁποῖον ἐμπνέει θάρρος καὶ ἐλπίδας, διὰ τὴν τύχην τῆς ἀνθρωπότητος. Ἐγένετο εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων βιαιοτάτη ἐπίκρισις ἐναντίον τῆς ΕΟΚΑ καὶ ὁ Μπέβαν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ἀναλαμβάνει τὴν ὑπεράσπισιν, τὸν ὕμνον τῆς ΕΟΚΑ. Λέγει, εἰς τὰς 30 Ὀκτωβρίου: «Προσφέρεται εἰς τὴν Κύπρον ἀνακωχὴ ἐπὶ ἀνακωχῆς, δι’ αὐτὸ κατηγοροῦμεν τὴν Κυβέρνησιν· ὅταν δὲν ὑπάρχῃ βία, ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐνεργήσῃ. Ὅταν ἡ βία ἐπακολουθῇ, δὲν ἐνεργεῖ μὲ τὴν πρόφασιν τῆς βίας, ἀλλὰ ἀποφεύγουσα νὰ ἐνεργήσῃ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ βία, ὠθεῖ πρὸς τὴν βίαν. Ἐδῶ, εἰς αὐτὴν τὴν Βουλήν, εἴμεθα ὅλοι δημοκράται, ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, δὲν ὑπάρχει ἠθικὸν ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς βίας, ὅταν κανεὶς ἀρνῆται εἰς ἕνα λαὸν τὴν ἐλευθερίαν. (Χειροκροτήματα). Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ἀρνούμεθα νὰ δεχθῶμεν τοιοῦτον ἐπιχείρημα, ὅταν ἕνας λαὸς ζητῇ τὴν ἐλευθερίαν του καὶ τὴν ἐθνικήν του ἀνεξαρτησίαν, ὅταν εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν νὰ ρυθμίσῃ τὰς ὑποθέσεις του, κατὰ τὴν θέλησίν του καὶ ἐλευθέρως. Τότε δὲν ὑπάρχει ἠθικὸν ἐπιχείρημα ἐναντίον τῆς βίας. Ἡ διακήρυξις τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, χωρεῖ μάλιστα ἀπώτερον. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν θέλωμεν νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν βίαν, ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ δημιουργήσωμεν συνθήκας, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν εἰς τὸν Κυπριακὸν λαὸν νὰ ζήσῃ τὴν ἰδικήν του ἐλευθέραν ζωήν». Ἰδοὺ κείμενον, ἄξιον ὑπερτάτης τιμῆς. Ἰδοὺ διατί, εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, διατηρῶ ἐμπιστοσύνην. Ὄχι διότι θὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ μίαν ξένην χώραν. Διότι θὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὰ πραγματικὰ συμφέροντα καὶ διὰ τὴν ἀληθῆ τιμὴν τῆς ἰδικῆς του πατρίδος, τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ διότι θὰ δικαιώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην ὅλων τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων εἰς τὸ μέλλον τοῦ κόσμου, ὅταν βλέπουν ὅτι ὑπάρχουν ἡγέται, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ θάρρος νὰ κηρύσσουν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰς ἰδικάς των Βουλάς. Ἀλλὰ πρέπει, τοὐλάχιστον, ἐφ’ ὅσον μὲ τόσην ἐμπιστοσύνην ἀποβλέπομεν εἰς τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα, ὄχι νὰ βοηθήσωμεν ἡμεῖς, διότι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ βοηθήσωμεν καὶ δὲν μᾶς ἀνήκει νὰ βοηθήσωμεν, ἀλλά, τοὐλάχιστον, μὲ τὰ ἔργα μας νὰ μὴ βοηθῶμεν τὴν Συντηρητικὴν Κυβέρνησιν ἐναντίον των. Καὶ εἶπε χθὲς συνάδελφός μου, ἀπὸ τοῦ βήματος: Ὅλοι ἔχουν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, ὅτι ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἔβλαψε τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα καὶ διηυκόλυνε τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Συντηρητικῆς Κυβερνήσεως. Ἀγαπητοί μου συνάδελφοι, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις, τὴν ὁποίαν λαμβάνω ἀπέναντι τοῦ Κυπριακοῦ. Δύο εἶναι αἱ βάσεις. Ἡ διάκρισις ΝΑΤΟ καὶ ΟΗΕ. Τὸ ΝΑΤΟ εἶναι ἡ ἄμυνα, ὁ ΟΗΕ εἶναι ἡ ἐλευθερία. Καί, δεύτερον: Νὰ κυματίζῃ ἡ σημαία τῆς αὐτοδιαθέσεως ὑψηλά, ἄνευ ὑποστολῆς. Μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἢ θὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ τὸ εὐχόμεθα, καὶ τὸ θεωροῦμεν δυνατόν, ἢ θὰ ὑπάρξῃ ἄλλος τύπος προσφορᾶς ἐλευθερίας ἀμέσως πραγματοποιουμένης, ὥστε, ἐν ὄψει τῆς πραγματοποιήσεως ἄλλης λύσεως, νὰ ὑποσταλῇ πρὸς τὸ παρὸν ἡ ἕνωσις–αὐτοδιάθεσις. Αὐτὴ κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ μακροπρόθεσμος ἐφαρμογὴ τῆς Κυπριακῆς πολιτικῆς. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ; Θὰ τὸ ηὐχόμεθα. Διότι, πράγματι, στηρίζεται εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ εἰς αὐτὴν ἀνήκει νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ. Φοβοῦμαι, ὅτι τὰ ὀλισθήματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν μέχρι τοῦδε, τὴν στεροῦν ἀπὸ τὴν δυνατότητα νὰ ἐφαρμόσῃ πολιτικὴν ἐπ’ αὐτῶν τῶν βάσεων. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐκφράζω τὴν βαθυτάτην ἀνησυχίαν μου. Καὶ διὰ τοῦτο, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τονίσω: Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, αἱ Κυβερνήσεις δὲν ἔχουν εὐθύνας μόνον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἔχουν εὐθύνας καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους καὶ ἀπέναντι τῆς ἱστορίας. Ἀναμετρήσατε καὶ αὐτὰς τὰς εὐθύνας σας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κ. Κ. Καραμανλῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§9Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβ.). Κύριοι βουλευταί, εἶχον τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ τονίσω, ὅτι αἱ συζητήσεις ἐπὶ θεμάτων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καί, πρὸ παντός, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, πρέπει νὰ διεξάγωνται μὲ ἰδιάζουσαν προσοχήν. Καὶ τοῦτο διότι πάντα ὅσα λέγονται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἀφοροῦν θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἔχουν τοὺς ἀντικτύπους των εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀντικτύπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδράσουν ἐπιβλαβῶς ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν μας ζητημάτων. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, δυστυχῶς, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἀποτελεῖ κοινὴν παράδοσιν εἰς τὸν τόπον μας, τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς νὰ γίνωνται συνήθως θέματα κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Εἰς τὴν κοινὴν αὐτὴν παράδοσιν, κυρίως, ὀφείλεται τὸ γεγονός, ὅτι κατὰ τὸ παρελθόν, βασικά, καίρια, σπουδαῖα ἐθνικὰ ζητήματα ὑπέστησαν τεραστίαν ζημίαν. Εἰς αὐτήν, κυρίως, ὀφείλεται τὸ γεγονός, ὅτι προεκλήθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν διχασμοὶ καὶ ὄχι, ὅπως ἰσχυρίσθη χθεσινὸς ὁμιλητής, εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς διπλωματικῆς μας πολιτικῆς. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις μειονεκτεῖ, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ μειονεκτῇ, ὅταν προκαλῆται συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ἔχουσα ἐπηυξημένας εὐθύνας καὶ γνωρίζουσα, ὅτι ἐκεῖνα ποὺ θὰ εἴπῃ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς νὰ ἐπιδράσουν ἐπιζημίως ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις καὶ ὅταν ἀκόμη βαρύτατα θίγεται, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀποφεύγῃ νὰ χρησιμοποιῇ στοιχεῖα καὶ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν μὲν νὰ ἀνακουφίσουν τὴν θέσιν της, ἀλλὰ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βλάψουν τὴν ὑπόθεσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ μὲν Ἀντιπολίτευσις, ὁμιλοῦσα κάπως ἀνευθύνως ἢ μὲ εὐθύνας ὀλιγωτέρας ἐκείνων τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἔχει μίαν ἄνεσιν, ὑποστηρίζουσα μὲ πλούσια ἐπιχειρήματα τὰς ἰδέας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι συγκινοῦν πᾶσαν ἑλληνικὴν ψυχήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ψυχὴν παντὸς ἐλευθέρου ἀνθρώπου. Εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχῃ ἄνεσιν νὰ ἀσκῇ τὴν πολιτικήν της, ὅταν μάλιστα, ὑποστηρίζῃ θέσεις συμπαθεῖς, αἱ ὁποῖαι ἑδραιώνονται ἐπάνω εἰς θεωρητικὰ ἐπιχειρήματα. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιῇ ἐλευθέρως τὰ θεωρητικὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζονται αἱ ἰδέαι τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ χρησιμοποιῇ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπονται καὶ καθορίζονται ἀπὸ τὰς δυνατότητας τῆς χώρας μας διὰ τὴν προώθησιν τοῦ θέματος καὶ γενικῶς διὰ τὴν λῆψιν θετικῶν μέτρων πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς της. Θὰ παρακολουθήσω ἐν ἀρχῇ τὰς σκέψεις τοῦ ἄρτι κατελθόντος τοῦ βήματος Προέδρου κ. Παπανδρέου. Εἶναι γενικῶς ἀνεγνωρισμένη ἡ ρητορικὴ δεινότης τοῦ κ. Παπανδρέου, προσωπικῶς, μάλιστα, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὴν ἱκανότητά του αὐτὴν τὴν ἀναπτύσσει εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς μειονέκτημα.
§10Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶμαι σύμφωνος.
§11Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Παρασυρόμενος ἀπὸ τὴν ἱκανότητα αὐτήν, ὁμιλεῖ κατὰ τρόπον ἀποβλέποντα εἰς τὴν δημιουργίαν ἐντυπώσεων, ὥστε πολλάκις νὰ μὴ ἔχῃ τὴν δυνατότητα τῆς πρακτικῆς ἀντιμετωπίσεως ὡρισμένων πολιτικῶν θεμάτων. Θὰ παρακολουθήσω τὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν του, καὶ συγχρόνως θὰ ἐκθέσω τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεώς μου, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν. Εἰς τοῦτο ἀκριβῶς μὲ διευκολύνει ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐξέθεσε τὰς ἀπόψεις του ὁ κ. Παπανδρέου. Διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἔθιξεν ὅλα τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα, πράγματι, συνιστοῦν τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ὁ κ. Παπανδρέου ἀνέτρεξεν εἰς τὴν πηγὴν τοῦ θέματος. Ἀνεφέρθη εἰς τὸ δημοψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔγινε τὸ 1950, ἀνεφέρθη εἰς μίαν ὁμιλίαν τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου, παραπονουμένου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1952, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι ἠρνήθησαν νὰ υἱοθετήσουν τὸ αἴτημα τῶν Κυπρίων καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίξουν ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Αὐτό, κ. συνάδελφοι, μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι χρησιμοποιεῖ, εἰς τὴν κριτικήν της ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Ὁσάκις ἡ Ἀντιπολίτευσις εὑρεθῇ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἔχει διάφορον τρόπον διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ Κυπριακοῦ ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχει τώρα ὡς Ἀντιπολίτευσις. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἀντιλαμβανομένη τὰς μεγάλας δυσκολίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ πρόβλημα, ἀπέφυγε νὰ υἱοθετήσῃ τὸ αἴτημα τῶν Κυπρίων καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὸ πρόβλημα τῆς ἀπελευθερώσεώς των. Αὐτὸ εἶναι ὡμολογημένον καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ἐπεβεβαιώθη καὶ σήμερον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσε τὴν ὁμιλίαν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, παραπονουμένου καὶ κατακρίνοντος τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δι’ ἔλλειψιν θάρρους καὶ ἐνδιαφέροντος διὰ τὸν ἀγῶνα τῶν Κυπρίων. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι, κ. βουλευταί, πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν ἕνα κόμμα εὑρίσκεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐκτιμᾷ κατὰ τρόπον διάφορον τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἕνα ἐθνικὸν θέμα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δυσκολιῶν αὐτῶν νὰ καθορίζῃ τὴν θέσιν του, καὶ ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ θεωρῇ τὸ θέμα αὐτὸ τόσον εὔκολον, ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ πολλῶν Κυβερνήσεων, ἐπὶ πολλῶν χωρῶν, ἵνα ὁδηγηθῇ τὸ πρόβλημα εἰς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ἡ Ἑλλάς. Ἐὰν ἡ Ἀντιπολίτευσις, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, δὲν εἶχεν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ μίαν ἱστορίαν, θὰ ἐδικαιοῦτο ἴσως κατὰ τρόπον περισσότερον ἐλεύθερον νὰ διατυπώνῃ τὰς ἐπικρίσεις της καὶ νὰ ἀσκῇ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πέραν τούτου ὅταν τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔλαβον ὡς Κυβέρνησις θέσιν ὑπεύθυνον ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνεται σύγκρισις τῆς πολιτικῆς των, ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ μὲ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὑφίστανται κριτικὴν τῶν πράξεών των, ἐπροτίμησαν νὰ μὴ ἀναλάβουν τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἀγῶνος τῶν Κυπρίων. Καὶ οἱ ἡγέται τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀρνηθέντες οἱ ἴδιοι νὰ ἐμπλακοῦν εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτόν, εὑρίσκονται τώρα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν, νὰ διατυπώνουν κρίσεις καὶ νὰ ἐλέγχουν τὰς ἰδικάς μας πράξεις. (Χειροκροτήματα). Ὁ ἀξιότιμος κ. Παπανδρέου, ὁμολογεῖ σήμερον, ὅτι πράγματι τὸ Κυπριακὸν εἶναι τὸ δυσκολώτερον πρόβλημα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον ἀντεμετώπισε ποτὲ ἡ χώρα μας. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἀγνοεῖ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, τὰς τεραστίας δυσκολίας καὶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους περικλείει τὸ Κυπριακὸν θέμα. Τὰ γνωρίζει αὐτὰ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ τὰ συνομολογεῖ εἰς τὰς κατ’ ἰδίαν συνομιλίας της. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος μετὰ λύπης μου νὰ κάμω τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνομολογεῖ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τὰ ἀπαρνεῖται, ὅταν πρόκειται νὰ λάβῃ δημοσίᾳ θέσιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις πολλάκις ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἰς μὲν τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐπὶ μειοδοσίᾳ, ἐκτὸς δὲ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐπὶ πλειοδοσίᾳ! Μᾶς κατηγοροῦν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι δὲν ἐκλείσαμεν τὸ Κυπριακὸν καὶ μᾶς κατηγοροῦν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, διότι ἔχομεν τὴν πρόθεσιν νὰ κλείσωμεν τὸ Κυπριακόν!
§12Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁμιλεῖτε δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ δὲν δέχομαι τὴν μομφήν.
§13Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν ἀναφέρομαι εἰς ὡρισμένα ὀνόματα.
§14Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δηλῶ, ὅτι δὲν μὲ ἀφορᾷ.
§15Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ ἐγινόμην βαρύτατα δυσάρεστος καὶ ἐνδεχομένως θὰ ἐπροξένουν ζημίας, ἐὰν εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ ἀναφερθῶ εἰς συγκεκριμένα περιστατικὰ καὶ εἰς ὀνόματα. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μνημονεύσω οὔτε ὀνόματα, οὔτε περιστατικά. Ὅλοι οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην γνωρίζουν τὴν ἀλήθειαν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι, ὅταν ἡ κριτικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀσκῆται κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ πείσῃ τὸν λαόν, ὅτι ἀσκεῖ καλόπιστον κριτικὴν καὶ ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ πολλοὺς ἐκ τῶν ὁμιλητῶν παρετηρήθη, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ἐνεφάνισεν ἀνακολουθίας. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει δίκαιον νὰ ἐπικρίνῃ ἐπὶ ἀνακολουθίᾳ τὴν Κυβέρνησιν. Πρῶτον, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὰς εὐθύνας τῆς διαχειρίσεως τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἠκολούθησε μίαν σταθερὰν γραμμήν. Πρέπει ὅμως νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θέμα δὲν ἐλέγχεται μόνον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν —διὰ νὰ μὴ εἴπω, ὅτι ἐλέγχεται κατὰ ἕνα μικρὸν μόνον ποσοστὸν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν— καὶ τότε θὰ εἶναι εὔκολον νὰ ἀντιληφθῆτε, διατὶ πολλάκις εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶσθε ὑποχρεωμένοι —ἐὰν θέλετε νὰ εἶσθε ρεαλισταὶ καὶ ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε ὠφέλιμον διὰ τὸ θέμα πολιτικὴν —νὰ προσαρμόζεσθε εἰς τὰς καταστάσεις τὰς δημιουργουμένας ἀπὸ τοὺς παράγοντας τοὺς ἐπηρεάζοντας τὸ θέμα. Θὰ ἦτο πολὺ ἄνετον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀναλάβῃ κατὰ τρόπον στερεότυπον μίαν θέσιν, ἀρνουμένη νὰ συζητήσῃ μὲ οἱονδήποτε, οἱανδήποτε ἄλλην λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ. Θὰ ἦτο εὔκολον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀποφύγῃ τὰς ἐπικρίσεις, τὰς περιπετείας, τὰς πλεκτάνας, ἐὰν ἀπεφάσιζεν, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ θέματος, νὰ λάβῃ μίαν ἀμετακίνητον θέσιν, ὅπως ἡ θέσις τῆς αὐτοδιαθέσεως.
§16Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Δὲν θὰ παρεμένατε εἰς τὴν ἐξουσίαν τότε.
§17Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶχεν εὔκολον ἔργον, ἐάν, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ καὶ μὴ ἀποβλέπουσα εἰς τὸν δίκαιον καὶ ταχὺν τερματισμόν του, ἐλάμβανε θεωρητικῶς καὶ ἀμετακινήτως μίαν θέσιν, ὅπως ἡ θέσις τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀλλὰ χρέος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν λύσιν τοῦ θέματος. Διότι δὲν δύνασθε νὰ λάβετε θέσιν πολιτικήν, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὸ ἐὰν ἡ θέσις αὐτὴ ἐξυπηρετῇ ἢ βλάπτῃ τὸ θέμα. Διότι, ἐὰν λάβετε θέσιν τινά, καὶ αὕτη ἀποδειχθῇ ἀνέφικτος, καὶ ἐὰν κινδυνεύῃ νὰ βλάψῃ τὸ θέμα, τότε εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ προσαρμόσετε τὴν πολιτικήν σας, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ θέματος. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω, διότι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἶναι παλαιότεροι καὶ περισσότερον ἔμπειροι, ὅτι ἡ πολιτικὴ καὶ πρὸ παντὸς ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ εἶναι ρεαλισμός, δεδομένου, ὅτι τὰ ἐξωτερικὰ θέματα δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς βουλήσεις μιᾶς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐλέγχονται ἀπὸ πολλὰς Κυβερνήσεις καὶ πολλάκις ἀπὸ συνασπισμοὺς Κυβερνήσεων. Εἶναι λοιπόν, ἀνάγκη, εἰς τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, νὰ ἐπιδιώκεται ἐν ἑκάστῃ συγκεκριμένῃ περιπτώσει τὸ ἐφικτόν. Ἀλλὰ τὸ ἐφικτὸν τὸ προσδιορίζουν ὅλοι οἱ παράγοντες, τοὺς ὁποίους ἐν συνεχείᾳ θὰ μνημονεύσω. Αἱ δυνατότητες τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἰσχὺς καὶ τὰ μέσα τῶν ἀντιπάλων. Εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διαμορφώνεται ὁ ἀνταγωνισμὸς ὡρισμένων διεθνῶν συνασπισμῶν ἐπηρεάζει καὶ τὰ ἰδικά μας θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Αὐτοὶ εἶναι οἱ εἰδικώτεροι παράγοντες, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν τὴν συνισταμένην, ἡ ὁποία σᾶς δίδει ἐν ἑκάστῃ συγκεκριμένῃ περιπτώσει τὸ μέτρον τοῦ ἐφικτοῦ. Τὸ λέγω αὐτὸ διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον χθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὔτε καὶ εἰς περιπετείας θὰ ἐσύρετο, οὔτε δοκιμασίας ἡ ἰδία θὰ ὑφίστατο, ἀλλὰ οὔτε καὶ θὰ ἐγίνετο στόχος εὐκόλου κριτικῆς ἐὰν ἀπεφάσιζεν, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὰς ἀληθείας αὐτάς, νὰ κρατήσῃ μίαν γραμμήν, ἡ ὁποία θὰ ἀνεκούφιζεν αὐτὴν τὴν ἰδίαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ δὲν θὰ προώθει καὶ ἐνδεχομένως θὰ ἔβλαπτε τὸ θέμα. Παλαιότερον ὁ κ. Παπανδρέου, ἐκτιμῶν τὰς δυσκολίας αὐτοῦ τοῦ θέματος, ἐτόνιζεν, ὅτι θὰ ἦτο μέγα σφάλμα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν ὑφισταμένην διεθνῆ κατάστασιν νὰ υἱοθετήσῃ τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Η. Ε.
§18Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ σεῖς, ὄχι μόνον ἡμεῖς. Καὶ σεῖς εἴχατε τὴν ἰδίαν γνώμην, καὶ τὴν εἴχατε τρία χρόνια ἔπειτα ἀπὸ ἡμᾶς, δηλαδὴ ὅταν ἀπεμακρύνθημεν πλέον τοῦ συμμοριτοπολέμου τέσσαρα χρόνια, ἐνῷ ἡμεῖς τὴν εἴχομεν ἕνα ἔτος μετὰ τὸν συμμοριτοπόλεμον.
§19Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ ἴδετε, ὅτι δὲν σᾶς ἐπικρίνω δι’ αὐτό. Λέγω, ὅτι αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ὄχι μόνον ἀντελαμβάνεσθο τὰς μεγίστας δυσχερείας τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, ἀλλὰ καὶ τὰς προεβλέψατε καὶ ἐδικαιώθητε ἀπὸ τὰς προβλέψεις σας. Εἴπατε, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐμπλακῇ εἰς ἕνα δραματικὸν ἀγῶνα, ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο ἡ ἀντίθεσις μὲ τοὺς συμμάχους της καὶ ἐπὶ πλέον θὰ δώσῃ μίαν εὐκαιρίαν εἰς τὸ Ἀνατολικὸν μπλὸκ νὰ δημοκοπῇ εἰς βάρος τοῦ ἐθνικοῦ θέματος.
§20Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἴπομεν νὰ μὴ γίνῃ τότε προσφυγή. Δὲν εἴπομεν νὰ μὴ γίνῃ ποτέ. Εἰς τὰ 1950 εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος. Ἐξ αὐτοῦ δὲν συνάγεται, ὅτι δὲν ἦτο ποτὲ ἐπιθυμητή.
§21Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κατὰ τὸ 1955 ἐπεσημάνατε τὸ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ σπεύσῃ νὰ καταθέσῃ τὴν προσφυγὴν χωρὶς νὰ τὴν ἔχῃ προετοιμάσει.
§22Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὸ πάντοτε τὸ ὑποστηρίζω.
§23Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Αὐτὰ τὰ ἐπικαλοῦμαι διὰ νὰ δείξω, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγνωρίζατε τὰς δυσχερείας καὶ τοὺς κινδύνους καὶ προειδοποιήσατε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, σήμερον ἐμφανίζεσθε ἀσκοῦντες τὴν κριτικήν σας ὡς ἐὰν νὰ μὴ ὑπῆρχον αὐταὶ αἱ τεράστιαι δυσκολίαι καὶ οἱ τρομεροὶ κίνδυνοι.
§24Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ τοὺς ἐτόνισα, κ. Πρόεδρε.
§25Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπεκρίθη τὸ 1955 καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Βενιζέλον ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ διότι ἔφερε τὴν προσφυγὴν ἐνώπιον τῶν Η. Ε., γνωρίζουσα —ἢ ὀφείλουσα νὰ γνωρίζῃ— ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προωθήσῃ τὸ θέμα πρὸς ἐπιτυχῆ λύσιν, ἀλλὰ ἀντιθέτως νὰ δημιουργήσῃ ὅλας αὐτὰς τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ ἰδική μου Κυβέρνησις. Ὁ κ. Βενιζέλος ὑπεστήριξε —καί, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, μὲ εἰλικρίνειαν καὶ θάρρος— κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν, τὰς ἀπόψεις του, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς συνέπειαν μὲ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε παλαιότερον ἀσκῶν κριτικὴν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ὄχι μόνον ἐναντίον τῆς ἰδικῆς μου Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ὡμολόγησεν, ὅτι κατὰ τὸ 1950–52, ἔχων δεδομένην τὴν ἄρνησιν τῆς Ἀμερικῆς νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἑλληνικὴν αἴτησιν, ἠρνήθη νὰ υἱοθετήσῃ τὸ αἴτημα τῶν Κυπρίων περὶ προσφυγῆς εἰς τὰ Η. Ε. καὶ περὶ αὐτοῦ προειδοποίησε τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν.
§26Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ εἴπω, ὅτι ἀντέστην εἰς τὴν πίεσιν τοῦ Μακαρίου, διότι ἤξευρα τὴν ἀντίδρασιν, τὴν ὁποίαν θὰ εὕρισκα ἐκ μέρους τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ 1952 κατὰ μίαν ἐπίσκεψιν τοῦ Μακαρίου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ ἠπείλησεν, ὅτι θὰ μὲ κατήγγελεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἐγὼ ματαιώνω τὴν προσφυγήν. Τοῦ εἶπον: Τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τὴν διαχειριζόμεθα ἡμεῖς καὶ ὄχι σεῖς. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ἔδωσα.
§27Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι εἶσθε συνεπὴς πρὸς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ἐλάβατε παλαιότερον. Ἐπίσης ἐδήλωσα, ὅτι πρὸ δύο ἐτῶν διὰ νὰ προωθηθῇ κατὰ τρόπον ἀνώδυνον διὰ τὴν Ἐλευθέραν Ἑλλάδα, ὑπεστηρίξατε, ὅτι ἐὰν ἡ λύσις τῆς αὐτοδιαθέσεως εἶναι ἀδύνατος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ λύσις τῆς ἀνεξαρτησίας. Ὑπεστηρίξατε δὲ παλαιότερα, μετὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὰ Η. Ε. κατὰ τὸ 1955, ἐκ νέου τὴν ἄποψιν, ὅτι κακῶς καὶ ἀκαίρως ἤχθη ἡ προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Ὀργανισμοῦ δεδομένου, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναμένῃ κανεὶς ἀπὸ τὰ Η. Ε., —πολιτικὸν καὶ ὄχι δικαστικὸν σῶμα— νὰ δώσουν ἀπόφασιν ἡ ὁποία θὰ ἱκανοποίει τὸ αἴτημα τῶν Κυπρίων. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσω τὰ σχετικὰ κείμενα διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι κατὰ καιροὺς ἐξεφράσθησαν διάφοροι ἀντιλήψεις, ὅσον ἀφορᾷ τὰς δυνατότητας τοῦ ΟΗΕ. Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παλαιότερον ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ προσφυγή μας εἰς τὰ Η. Ε. δὲν ἀποβλέπει εἰς ἄμεσον οὐσιαστικὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος διότι αὐτὸ εἶναι ἀνέφικτον. Ἡ προσφυγή μας εἶναι χρήσιμος διότι μόνον διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ διεθνῶς ἠθικὴ πίεσις ἐπὶ τῆς κατεχούσης δυνάμεως ὥστε αὕτη νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν εἰς τὸ δίκαιον αἴτημα τῶν Κυπρίων. Ὅταν λοιπόν, ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς τὰ Η. Ε. δὲν εἶναι δικαστήριον ἀλλὰ πολιτικὸν σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων χωρῶν, διάφορα τῶν ἰδικῶν μας, καὶ ὅτι ἀφ’ ἑτέρου διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις χρειάζεται πλειοψηφία τῶν ⅔, ἀντιλαμβάνεσθε πόσον εὔκολος εἶναι ἡ κριτική. Ἐφέτος, ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσίας τῆς ἀποφάσεως, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη εἶναι, ὅτι ἀπησχολήθη ὁ Διεθνὴς Ὀργανισμὸς ἐπὶ 15 ἡμέρας καὶ συνεπῶς ἡ παγκόσμιος κοινὴ γνώμη μὲ τὸ Κυπριακὸν θέμα. Διότι τὸ Κυπριακὸν θέμα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἑλλάδος δύναται νὰ προωθηθῇ μόνον διὰ τῆς ἐνημερώσεως τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, μόνον διὰ τῆς ἀσκήσεως ἠθικῆς πιέσεως ἐπὶ τῆς κατεχούσης δυνάμεως, διὰ νὰ δώσῃ αὕτη λύσιν εἰς τὸ Κυπριακόν. Ἐάν, λοιπόν, δεχθῶμεν, ὅτι τὰ διαδικαστικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦμεν ἐνώπιον τῶν Διεθνῶν Ὀργανισμῶν, αὐτὸν εἶχον ὡς σκοπὸν καὶ αὐτὸ δύνανται νὰ ἔχουν τὸ ἀποτέλεσμα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους τρεῖς μῆνας, τόσον ἡ διαδικασία, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὰ πλαίσια τοῦ ΝΑΤΟ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν, τῆς ὁποίας ἀπησχολήθησαν δέκα πέντε συμμαχικαὶ Κυβερνήσεις μὲ τὸ θέμα τὸ Κυπριακόν, ὅσον καὶ ἡ συζήτησις τοῦ Κυπριακοῦ εἰς τὸν ΟΗΕ, ἡ ὁποία ἀπησχόλησεν ἐπὶ 15 ἡμέρας τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὑπῆρξεν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὠφέλιμος. Ὑπεστηρίχθη καὶ ἡ ἄποψις, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ προσφύγωμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν αἰσιόδοξος προοπτική. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀνάγκη κάποτε νὰ ἀντιληφθῶμεν ὅλοι μας, ὅτι τὸ θέμα τὸ Κυπριακόν, τὰς δυσκολίας, τοῦ ὁποίου ὅλοι ἀντιλαμβάνεσθε, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ κατὰ τρεῖς τρόπους: Ἢ θὰ πρέπει νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν δυναμικὰ—καὶ ὅταν λέγω δυναμικὰ ἐννοῶ νὰ καταλάβωμεν τὴν Κύπρον—ἢ θὰ πρέπει νὰ τὸ διαπραγματευθῶμεν μὲ τὴν κατέχουσαν δύναμιν, ἡ ὁποία ὅμως θὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν διάθεσιν νὰ μᾶς ἱκανοποιήσῃ, ἢ θὰ πρέπει νὰ προσφύγωμεν εἰς τοὺς διεθνεῖς ὀργανισμοὺς καὶ δι’ αὐτῶν, ἀσκοῦντες πίεσιν ἐπὶ τῆς κατεχούσης δυνάμεως νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν λύσιν. Βεβαίως ὡς πρὸς τὴν πρώτην περίπτωσιν δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει Ἕλλην, πολλῷ μᾶλλον συνάδελφος, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν δυνατότητα τῆς ἀσκήσεως αὐτῆς τῆς πολιτικῆς. Ἀπομένουν οἱ δύο ἄλλοι δρόμοι: Ὁ τῶν ἀπ’ εὐθείας συζητήσεων μὲ τὴν κατέχουσαν δύναμιν καὶ ὁ τῆς προσφυγῆς μας εἰς διαφόρους διεθνεῖς ὀργανισμούς, διὰ νὰ ἀναγκάσωμεν τὴν κατέχουσαν δύναμιν νὰ συζητήσῃ μαζί μας καὶ νὰ δώσῃ λύσιν εἰς τὸ Κυπριακὸν θέμα. Αἱ διαπραγματεύσεις ὁσάκις ἐγένοντο, ἐγένοντο κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ δώσουν εὐτυχὲς ἀποτέλεσμα. Αὐτὸς δὲ ὑπῆρξε καὶ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τελευταίαν ὁδὸν χρησιμοποιοῦσα τοὺς διεθνεῖς ὀργανισμοὺς ἐνώπιον, τῶν ὁποίων ἡ προβολὴ τοῦ θέματος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ προωθήσῃ. Δὲν ὑπῆρξε περίπτωσις ποὺ νὰ παρείχετο μία εὐκαιρία ἐπωφελοῦς προβολῆς τοῦ Κυπριακοῦ θέματος εἰς οἱονδήποτε Διεθνὲς Σῶμα, τῆς ὁποίας νὰ μὴ ἐχρησιμοποιοῦσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ὅπως γνωρίζετε, κατ’ ἐπανάληψιν προσεφύγομεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ὅπως γνωρίζετε, ἀπησχολήσαμε τὸ ΝΑΤΟ· ὅπως γνωρίζετε, ἤχθη τὸ θέμα ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου, ἐνώπιον παντὸς Διεθνοῦς Ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδιδε τὴν εὐκαιρίαν νὰ προβάλωμεν τὸ Κυπριακὸν θέμα. Ἐὰν ἡ κατέχουσα δύναμις, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐπεδείκνυεν εἰλικρινῆ ἐπιθυμίαν διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἀναμφισβητήτως ὁ δεύτερος δρόμος τῶν ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων, θὰ ἦτο ὁ καλλίτερος. Ἀλλὰ γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ποτὲ δὲν ἐξεδήλωσε κατὰ τρόπον θετικὸν καὶ εἰλικρινῆ αὐτὴν τὴν πρόθεσίν της. Ὁσάκις προέβη εἰς προτάσεις διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ, διετύπωσε προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπαράδεκτοι ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς. Ἐπιθυμῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν ὑπῆρχε μία λογικὴ καὶ ἔντιμος πρότασις ἀπὸ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τοῦ κλεισίματος τοῦ Κυπριακοῦ. (Χειροκροτήματα). Δυστυχῶς οὐδέποτε ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐπρότεινε λύσιν, ἡ ὁποία νὰ περιέχῃ τὰ στοιχεῖα αὐτά, τοῦ ἐντίμου καὶ δικαίου διακανονισμοῦ. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνῃ κανεὶς ἀποτέλεσμα, ἔπρεπε, χωρὶς νὰ ἀποκλείῃ τὴν περίπτωσιν τῆς λύσεως διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ τελευταίου μέσου, τοῦ μέσου τοῦ νὰ προβάλῃ διεθνῶς τὸ Κυπριακὸν θέμα, διὰ νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν δευτέραν λύσιν, δηλαδὴ τὴν συζήτησιν τοῦ Κυπριακοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας. Διετυπώθη ἀπὸ ἕνα τῶν ὁμιλητῶν ἡ κατηγορία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον δὲν ἠξιοποίησεν ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ θέματος τὴν πίστιν καὶ τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλά, ὅτι δὲν ἐπέδειξε καὶ ἀρκετὴν προθυμίαν νὰ διαφωτίσῃ τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην. Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὸ συλλαλητήριον τῆς 9ης Μαΐου, τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ὁποίου γνωρίζετε, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Ἑλλάδος—διότι, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ συνεχίσῃ τὸν ἀγῶνα ἦτο ἀνάγκη νὰ προστατεύσῃ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τὴν τάξιν, τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας—εὑρέθη, λέγω, ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπαγορεύσῃ ὡρισμένας ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντὶ νὰ ὠφελήσουν, ἦτο δυνατὸν νὰ βλάψουν τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀντιπολίτευσις ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι κατεβλήθη περίπου συνειδητὴ προσπάθεια μειώσεως τοῦ τόνου τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἀγῶνος, δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἔχῃ συμπαραστάτας, νὰ ἔχῃ στηρίγματα, νὰ ἔχῃ ἐνθάρρυνσιν, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ πρέπει νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, βεβαρημένη μὲ τὰς εὐθύνας τῆς ἀντιμετωπίσεως ἑνὸς δραματικῶς δυσκόλου προβλήματος, ἐπίστευεν, ὅτι αἱ ἐκδηλώσεις αὐτῆς τῆς μορφῆς θὰ τὴν διηυκόλυναν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἀγῶνος, διατί νὰ τὰς ἀποφύγῃ καὶ νὰ τὰς ἀποτρέψῃ; Ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν καὶ αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὑπάρχει ἡ ἐπιπρόσθετος δικαιολογία, ὅτι ὅταν ἐπετρέψαμεν αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἐκδηλώσεις, ἐσημειώθησαν τὰ γνωστὰ ἐπεισόδια καὶ ἦτο πράγματι κίνδυνος, ἐὰν ὑπῆρχεν ἐπανάληψις τῶν ἐπεισοδίων, νὰ δημιουργηθῇ ἔξω ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀναρχεῖται. Καὶ πρέπει νὰ πιστεύσητε, κύριοι, ὅτι ἐὰν εἰς τὴν μικρὰν αὐτὴν χώραν ἔχωμεν ὡρισμένας—περιωρισμένας φυσικὰ—δυνατότητας εἰς τὸν διεθνῆ στίβον, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι κρατεῖ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχει μίαν πολιτικὴν καὶ οἰκονομικὴν σταθερότητα καὶ ὁμαλότητα. Ἐὰν ἀφήναμεν νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀναρχεῖται, τοῦτο ἀκριβῶς, θὰ τὴν καθίστα ἀνίκανον νὰ συνεχίσῃ τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα. Τὸ 1952, ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὑπῆρξε καὶ μία ἄλλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐν Ἑλλάδι Κυπρίων καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ Κύπριοι ἠθέλησαν νὰ συγκροτηθῇ συλλαλητήριον καὶ ἡ Κυβέρνησις τότε, τὸ ἀπηγόρευσεν.
§28Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀρθῶς, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ συλλαλητηρίου, ἐπρόκειτο περὶ ἀπεργίας, τὴν ὁποίαν ἐζητοῦσαν.
§29Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὑπάρχει ἀνακοίνωσις Κυβερνητική, ἡ ὁποία ἀπηγόρευε τὸ συλλαλητήριον. Εἶναι ἀνακοίνωσις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
§30Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ ἀπεργίας ἐπρόκειτο τότε.
§31Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, δὲν τὸ χρησιμοποιῶ αὐτὸ διὰ νὰ σᾶς ἐπικρίνω. Ὅταν ὅμως μὲ ἐπικρίνουν, διότι δὲν ἐπιτρέπω συλλαλητήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ βλάψουν καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ Κυπριακὸν θέμα —δὲν τὸ λέγω δι’ ὑμᾶς, — τὸ λέγω δι’ ὡρισμένους ἄλλους ὁμιλητάς, οἱ ὁποῖοι συνέβη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ ἀνήκουν εἰς τὸ Κέντρον—εἶναι φυσικὸν νὰ ἀναφέρω, ὅτι εἰς ἐποχήν, περίπου ἀκίνδυνον διὰ τὸ Κυπριακὸν θέμα, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἡ σημερινὴ ὀξύτης, ἡ τότε Κυβέρνησις ἔκρινε σκόπιμον νὰ ἀπαγορεύσῃ τὰ συλλαλητήρια. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀναφερθῶ ἀκόμη εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου: Ὅταν, τὸ 1931, ἐγένετο προσπάθεια νὰ συγκροτηθοῦν συλλαλητήρια καὶ νὰ γίνουν ὡρισμένα μνημόσυνα, διὰ τοὺς πεσόντας τοῦ 1931 ἐν Κύπρῳ, ὁ Ἐλ. Βενιζέλος ἀπηγόρευσεν αὐστηρῶς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἐκδηλώσεις καὶ ἐπέτρεψε μόνον ἐκτὸς τῆς πόλεως νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐκκλησία, ἐὰν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ μνημόσυνον. Τὸ λέγω αὐτό, διότι δὲν ἠμπορεῖ σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ προσπαθείᾳ της νὰ καταπνίξῃ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ λαοῦ διὰ τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα, ἀπηγόρευσε λαϊκὰς ἐκδηλώσεις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἦτο ἠλιθία ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἀγῶνος ἐάν, πιστεύουσα τυχόν, ὅτι αἱ ἐκδηλώσεις αὐταὶ θὰ ἐνίσχυον τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα, δὲν ἔκαμνε χρῆσιν τοῦ μέσου αὐτῶν. Δὲν ἔκαμεν ὅμως χρῆσιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπίστευε καὶ πιστεύει, ὅτι αἱ ἐκδηλώσεις αὐταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφελήσουν τὸ θέμα. Ἀντιθέτως, μάλιστα, ἠμποροῦν νὰ τὸ βλάψουν. Ὑπεστηρίχθη ἐν συνεχείᾳ ἡ ἄποψις, ὅτι δὲν κατεβλήθη ἐπαρκὴς προσπάθεια διὰ τὴν διαφώτισιν τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπίκρισις αὐτὴ εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει σας τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτομεν, θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἐπράξαμεν τὸ μάξιμουμ διὰ νὰ κινητοποιήσωμεν τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην. Ἀπασχολεῖται καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ πολλὰ μέλη αὐτῆς πολλὰς ὥρας καθημερινῶς μὲ τὸ Κυπριακὸν θέμα. Ἀπασχολεῖται ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπασχολεῖ πολλὰς ἄλλας Κυβερνήσεις. Μετεκαλέσαμεν ξένους διὰ νὰ τοὺς προδιαθέσωμεν εὐνοϊκῶς διὰ τὸ θέμα τῆς Κύπρου. Ἀπεστείλαμεν, κατὰ τὸ παρελθόν, προσωπικοὺς ἀπεσταλμένους εἰς διαφόρους Κυβερνήσεις διὰ νὰ τοὺς ἐνημερώσωμεν. Δὲν ὑπάρχει διεθνὴς συγκέντρωσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔκαμεν ἐπίμονον προσπάθειαν, πολλάκις μέχρι προκλήσεως ἐπικινδύνου διὰ τὴν προβολὴν τοῦ Κυπριακοῦ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατυπώνουν αὐτὰς τὰς ἐπικρίσεις νὰ εἴπουν κατὰ τρόπον περισσότερον συγκεκριμένον, τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδυνάμην νὰ πράξω καὶ τὸ παρέλειψα; Διότι εἶναι εὔκολον, ὅταν ὑποστηρίζετε μάλιστα τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, εἶναι εὔκολον νὰ εὑρίσκετε πάντοτε ἐπιχειρήματα καὶ ἐπικρίσεις. Εἶναι εὔκολον νὰ ἐπικρίνετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπευθύνως διεχειρίζονται τὰ θέματα αὐτά. Διότι, ὁσονδήποτε ἐπιτυχὴς καὶ ἂν εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ μία Κυβέρνησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἰδανικόν, εἰς τὸ ὁποῖον φθάνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅταν ὑποστηρίζῃ ἐλευθέρως καὶ ἀνευθύνως τὰς ἀρχὰς αὐτάς. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ ἐβοήθει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ἐάν, ὅταν διατυπώνῃ τὰς ἐπικρίσεις της, ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ὑποδείξῃ καὶ τὰ συγκεκριμένα μέτρα, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἐφηρμόζετο ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι δὲν ἐπράξατε αὐτὸ ἢ ὅτι ἐπράξατε ἐκεῖνο. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν δὲν ἦτο ἡ ἐνδεδειγμένη, χωρὶς νὰ ἐκτιμῶμεν καὶ τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας συνηντήσαμεν, ἀλλὰ καὶ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ὑπεχρέωσαν νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτὴν τὴν πολιτικήν. Πρέπει νὰ ὑποδείξωμεν ἄλλην πολιτικήν, ἐὰν ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ὑπάρχῃ. Κατὰ τοῦτο, ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναι ἄδικος ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως καὶ νομίζω, ὅτι τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ αὐτὴν τὴν κριτικήν της, δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ βλάπτει τὸ θέμα. Θετικός, ἐποικοδομητικὸς τρόπος πολιτικῆς θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὴν πολιτικήν μας ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἰδικήν της. Νὰ ὑποστηρίζῃ μίαν πολιτικήν, ἀλλὰ νὰ προσδιορίσῃ καὶ τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ πολιτικὴ αὐτή. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἀρκετόν, νὰ λέγωμεν κατὰ τρόπον ἀόριστον, ὅτι πταίει ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν κατέστη ἱκανὴ νὰ καταβάλῃ τὴν Ἀγγλίαν, πταίει ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν κατώρθωσε νὰ μεταβάλῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἀμερικῆς, πταίει ἡ Κυβέρνησις, διότι δὲν ἐπέτυχε νὰ πειθαναγκάσῃ 85 ἔθνη, μὲ διάφορα συμφέροντα, μὲ διάφορον νοοτροπίαν, νὰ συνταχθοῦν μὲ τὰς ἀπόψεις μας. Βεβαίως, ἀναμφισβήτητον εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι, ὅταν μία Κυβέρνησις δὲν κατορθώνῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, τοῦτο εἶναι εἰς βάρος της. Ἀλλὰ θὰ πρέπει καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπῆρχε τρόπος νὰ τὰ ἐπιτύχῃ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὑπῆρχον πρὸς τοῦτο μέσα, τὰ ὁποῖα νὰ προσδιορίσῃ. Δι’ αὐτό, ἐπανέρχομαι εἰς τὴν πρώτην μου σκέψιν. Ὑπάρχει μία μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τὸ θέμα τὸ Κυπριακόν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἔχει τὴν ἐλευθερίαν, χωρὶς νὰ ἐκτιμᾷ ὅλας αὐτὰς τὰς δυσχερείας, νὰ κάμνῃ τὴν κριτικήν της, διότι ἐπιδίωξις, ἐπιθυμία καὶ συμφέρον της εἶναι νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐπετεύχθη αὐτό, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἀνεπάρκειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν: Ἐὰν αὐτὴ ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε ἡ Κυβέρνησις, ὑπῆρξε πολιτικὴ ἀτυχής, ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην σας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκολουθηθῇ, διὰ νὰ προωθηθῇ τὸ Κυπριακὸν θέμα; Ὑπάρχει τρόπος, ὑπάρχουν μέσα εὐρυτέρας προβολῆς τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ὑπάρχουν μέσα διὰ νὰ κάμψωμεν τὴν ἀντίστασιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρεμποδίζουν τὴν προώθησιν τοῦ θέματος; Νομίζω, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ εἶχε καθῆκον, χάριν αὐτῆς τῆς ἰδίας, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν καλήν της πίστιν, ἀλλὰ καὶ χάριν τοῦ θέματος, νὰ προσδιορίσῃ τὰ μέσα αὐτά. Αὐτή, εἶναι λοιπόν, ἡ δυσάρεστος θέσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ἐκτὸς τῆς βεβαιώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη πρὸ ὀλίγου, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ὅτι εἶναι πράγματι τὸ δυσχερέστερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἀντιμετώπισεν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὸν καιρόν, ποὺ ὑπάρχει ὡς ἐλευθέρα χώρα, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ὅταν παλαιότερον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔχω μίαν συνομιλίαν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, μὲ τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον κ. Παπανδρέου, μοῦ ἐτόνισεν, ὅτι οὔτε ὁ Ε. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος ἀντεμετώπισε κρίσιμα ἐθνικὰ προβλήματα, ὁ ὁποῖος διεδραμάτισεν εἰς θέματα ἐξωτερικὰ καὶ θέματα διπλωματικὰ ρόλον σημαίνοντα, ἀντιμετώπισε τόσον δραματικὸν καὶ δύσκολον θέμα. Καὶ τοῦτο, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶχε τὴν εὐχέρειαν τῆς ἐκλογῆς. Ἐκαλούμεθα, κατὰ τὸ παρελθόν, νὰ ἐκλέξωμεν μεταξὺ Κεντρικῶν καὶ Δυτικῶν Δυνάμεων, καὶ ὁ καθείς, ἐκτιμῶν, κατὰ τὸν τρόπον του, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, προσδιώριζε τὴν πολιτικήν του. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Κύπρου, δὲν ἔχομεν τὴν δυνατότητα τῆς ἐπιλογῆς. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, διατηροῦντες τὰς συμμαχίας μας, χάριν τοῦ γενικωτέρου συμφέροντος τοῦ Ἔθνους, νὰ διεξαγάγωμεν τὸν ἀγῶνα ἐντὸς τῶν συμμαχιῶν αὐτῶν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεπίστωσε κατὰ τρόπον ἀπολύτως ρεαλιστικὸν καὶ χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἰούνιον, ὅτε συνεζητήθη πάλιν τὸ Κυπριακόν, ὁ κ. Τσιριμῶκος, λέγων: «Διερωτῶμαι, πῶς ἐσκέπτετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν ἀπεφάσισεν νὰ θέσῃ τὸ Κυπριακόν!! Πράγματι, ὁ ἀγὼν αὐτός, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἀνάγκην τῆς διαφυλάξεως τῶν συμμαχιῶν μας, ἐδημιούργησε μίαν δραματικὴν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία καθίστα τὴν διαχείρισιν τοῦ θέματος, ἄκρως δυσχερῆ. Ὅταν, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅλοι οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, γνωρίζωμεν αὐτὴν τὴν δυσκολίαν, εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν νὰ διατυπώνωμεν ἐπικρίσεις μὲ τόσον ἐλαφρὰν καρδίαν, ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας περίπου ἐκ συνηθείας διατυπώνωμεν; Διότι, ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, μόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὑφίστατο αὐτὴν τὴν πολεμικήν, τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν θεωρήσω ὡς οὐχὶ καλόπιστον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῶ νὰ διερωτηθῶ, μήπως πράγματι, ἡ Κυβέρνησις, συμβαίνει νὰ πολιτεύεται ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀποτελῇ παρέκκλισιν, τόσον ἀπὸ τὰ γενικά, καθολικὰ αἰσθήματα τοῦ Ἔθνους, ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν ὀρθήν, λογικὴν ἐκείνην πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἀσκῇ μία Κυβέρνησις. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ἀνεμίχθη εἰς τὸ Κυπριακὸν καὶ ὅστις νὰ μὴ κατηγορήθη ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς στερούμενος ἐθνικῆς ὑπερηφανείας καὶ ὡς μειοδότης. Τὰς Κυβερνήσεις τοῦ 1950–52, τὰς ἐκατηγόρησαν οἱ Κύπριοι ἐπὶ μειοδοσίᾳ. Τὰς κατηγόρησαν περίπου ἐπὶ ἐθνικῇ ἀναξιότητι, τὰς κατηγόρησαν ὡς δουλοπρεπεῖς ἀπέναντι τῶν Ἄγγλων. Ὑπάρχουν κείμενα. Δὲν λέγω, ὅτι οἱ κατηγορήσαντες ἔχουν δίκαιον. Θέλω ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ὅσοι εἶχον τὴν τιμήν, ἀλλὰ καὶ τὴν τραγικὴν τύχην, νὰ φέρουν κἄποτε τὰς εὐθύνας τοῦ Κυπριακοῦ, ὅλοι κατὰ σειρὰν κατηγορήθησαν, ὡς μειοδόται, ὡς ἀσκοῦντες μίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία, ὄχι μόνον δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὰ προδίδει. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Παπανδρέου, προηγουμένως, ὁμιλίαν τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου. Ἐὰν διαβάσετε τὰς παρακάτω παραγράφους, θὰ ἰδῆτε, ἄλλας, πολὺ βαρείας ἐκφράσεις. Δὲν τὰς συμμερίζομαι, ἀλλὰ λέγω ταῦτα, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦν ποία ὑπῆρξεν ἡ τύχη ὅλων ὅσοι προηγήθησαν ἐμοῦ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Κατηγορήθητε, ὅλοι σας, Κύριοι, βαρύτερα ἀπ’ ὅ,τι μὲ κατηγορήσατε. Διότι, ὅταν ὑπευθύνως διαχειρίζεται κανεὶς ἕνα τόσον σοβαρὸν καὶ δύσκολον θέμα, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σκέπτεται καὶ νὰ ἐνεργῇ κατὰ τρόπον τελείως διαφορετικόν, ἀπὸ ἐκεῖνον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖ, ὅταν εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Θὰ ἐνθυμῆσθε, πόσον βαρείας ἐπικρίσεις εἶχε διατυπώσει ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ καὶ συγκεκριμένως ἐναντίον τοῦ τότε ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νῦν ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, λησμονεῖ, ὅτι τὰς ἐπικρίσεις τὰς ὁποίας διατυπώνει ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεώς μου, τὰς ὑπέστη κατὰ τρόπον ὄχι βαρύτερον, ἀλλὰ κατὰ τρόπον βάναυσον θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, κατὰ τὸ 1955, ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει συναδέλφους του, λησμονεῖ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν καὶ χρησιμοποιεῖ ἐναντίον μου, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιοῦσαν οἱ τότε ἀντίπαλοί του ἐναντίον του. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Κυβερνητικῆς).
§32Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἦσαν ὑποκειμενικαὶ κρίσεις, τώρα εἶναι γεγονότα.
§33Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Σᾶς κατηγόρησαν ὡς ἐθνικὸν μειοδότην, ἐζήτησαν τὴν παραίτησίν σας ἐπὶ ἐθνικῇ ἀναξιότητι καὶ σᾶς κατηγόρησαν ὡς καταπροδόσαντα τὸ Κυπριακὸν θέμα, οἱ παρακαθήμενοι ἐδῶ, εἰς τὴν πρώτην σειράν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος).
§34Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ἐθνικῇ ἀναξιότητι, πρὸς Θεοῦ, δὲν ἐλέχθη τοιοῦτον πρᾶγμα.
§35Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Μειοδοσία, ἐθνικὴ ἀναξιότης, εἶναι ὅροι ποὺ ἐχρησιμοποιήθησαν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ἰδικήν μου. Διὰ τὸ Κυπριακὸν θέμα, ἔχουν χρησιμοποιηθῆ κατὰ καιροὺς αὐταὶ αἱ στερεότυποι ἐκφράσεις καὶ ἀνατρέχω εἰς τὸ παρελθόν, διὰ νὰ διαπιστώσω, ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ Κυβέρνησίς μου, ἡ ὁποία ὑφίσταται τὴν ἄδικον αὐτὴν κριτικήν. Συνεπῶς, δὲν εἶναι ἡ ἀτυχὴς πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἐκείνη ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς τὸ νὰ τὴν ἐπικρίνῃ καὶ νὰ τὴν ἐγκαλῇ, ἀλλὰ εἶναι μία κακὴ συνήθεια, ἡ ὁποία τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς κατέστησε θέματα κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, ἐπέκρινε τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸ παντὸς τὸν σημερινὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι εἰς τὸν ΟΗΕ, δὲν διεχειρίσθη μὲ θάρρος τὴν ὑπόθεσιν.
§36Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον πρᾶγμα.
§37Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐκρίνατε, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ ἀποτέλεσμα, — δὲν θὰ ἤθελον νὰ γίνω συνήγορος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν — ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑμεῖς, συζητουμένης τῆς πρώτης προσφυγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, τὸ 1954, ἐταξιδεύατε εἰς τὴν Πορτογαλίαν καὶ Ἱσπανίαν....
§38Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος κάμνετε. Συμμετείχατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, καὶ λυποῦμαι, ὅτι ἀγνοεῖτε αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι εὑρισκόμην εἰς τὸ Παρίσι, εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ εἰς οὐδεμίαν Πορτογαλίαν. Σεῖς τὴν ἐποχὴν αὐτὴν ἠσχολεῖσθε μὲ ἄλλα πράγματα καὶ ὄχι μὲ αὐτό.
§39Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Μὴ ἐξάπτεσθε. Νὰ συνηθίσετε νὰ ἀκοῦτε τὴν ἀλήθειαν, ὅπως τὴν ἀκούομεν καὶ ἡμεῖς. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ διότι μὲ προκαλεῖτε, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνας ἄνθρωπος εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀσκῇ κριτικήν, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, αὐτὸς εἶσθε σεῖς.
§40Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγετε σεῖς ὁ ὁποῖος ἐνεκρίνατε ὅσα ἔκαμα. Σεῖς ἔχετε βάλει τὴν ὑπογραφήν σας. Διαφωνήσατε τὴν ἐποχὴν αὐτήν; Εἴπατέ το δημοσίᾳ. Ὅλα τὰ ἐνεκρίνατε, ὅλα τὰ ἠνέχθητε.
§41Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ σᾶς εἴπω. Ὁμιλοῦντες λοιπόν, διὰ τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ, τὴν κατηγορήσατε ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ καὶ ὅτι ἡ ὅλη διαχείρισις ὑπῆρξεν ἀτυχὴς καὶ δι’ αὐτὸ ὑπῆρξεν ἀτυχὲς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐλεγχόμενος ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τὸ 1955, τὸν Φεβρουάριον, διότι διεχειρίσθητε καθ’ ὃν τρόπον διεχειρίσθητε τὸ Κυπριακὸν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἐλέγατε, ἐπικαλούμενος ἐλαφρυντικὰ καὶ μὲ τὸ δίκαιόν σας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύετε, ὅτι ἐκάμαμεν τὴν προσφυγήν, διότι ἠλπίζαμεν, ὅτι θὰ εἴχομεν ἀποτέλεσμα. Ἐγνωρίζαμεν, ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, εἶναι ἕνας ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ οὐσίαν νὰ δικαιώσῃ κανένα αἴτημα, ἀλλὰ προσεφύγαμεν ἐκεῖ ἐν γνώσει μας, ὅτι θὰ ἀποτύχωμεν, μόνον καὶ μόνον, διότι ἐπεδιώκαμεν τὴν προβολὴν τοῦ θέματος. Πῶς εἶναι δυνατόν, ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφανόπουλος, ἔχων αὐτὴν τὴν γνώμην περὶ τῆς συνθέσεως καὶ τῶν δυνατοτήτων τοῦ Διεθνοῦς Ὀργανισμοῦ, ὑποστηρίζων μάλιστα τότε, ὅτι τὰ διεθνῆ συμφέροντα, πολλάκις ὑποχρεώνουν πολλὰς χώρας, νὰ ψηφίζουν καὶ νὰ λαμβάνουν θέσιν παρὰ τὴν συνείδησίν των, διὰ τὸν λόγον, ὅπως ἐτόνιζε τότε, ὅτι εἰς τὰς διεθνεῖς σχέσεις καὶ ἰδίᾳ τὴν ἐποχήν μας, δὲν εἶναι ἐπικρατεστέρα ἡ ἀρχὴ τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ δικαίου ἀπὸ τὰ συμφέροντα ἑκάστης χώρας. Πῶς, λοιπόν, ἀφοῦ ὑπῆρχον τότε ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσχέρειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὸν κ. Στεφανόπουλον νὰ ἐπιβάλῃ εἰς 80 χώρας τὰς ἀπόψεις τῆς Ἑλλάδος, πῶς δὲν ἀναγνωρίζει...
§42Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦσαν 60 τότε.
§43Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). ...ὅτι αἱ ἴδιαι δυσχέρειαι ποὺ ὑπῆρχον τότε, ὑπάρχουν καὶ τώρα.
§44Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰσῆλθον ἔκτοτε, ἀντιαποικιακὰ Κράτη.
§45Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δυσχέρειαι μάλιστα, αἱ ὁποῖαι ὑποχρεώνουν πολλάκις πολλὰς χώρας, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, νὰ μεταβάλουν θέσιν. Χθὲς τὴν ἑσπέραν, ἠλέγχετο ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ συγκρατήσῃ ὅλας τὰς Ἀραβικὰς Χώρας, ὡσὰν ἐπρόκειτο περὶ χωρῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑποτακτικαὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ Χωρῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουν οἱανδήποτε πολιτικὴν ἢ οἰκονομικὴν ἐξάρτησιν ἀπὸ ἡμᾶς. Τονίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, αἱ ἴδιαι Χῶραι νὰ μεταβάλουν πολιτικήν, ἀναλόγως τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐν τῷ μεταξὺ ἐμεσολάβησαν καὶ τὰ ὁποῖα τοὺς ἀναγκάζουν κατὰ τρόπον διάφορον νὰ ἐκτιμοῦν ἐφέτος τὰ συμφέροντά των, ἀπὸ ὅ,τι τὰ ἐξετίμουν πέρυσιν. Ὁμιλοῦμεν ἐδῶ συχνά, ὡς ἂν αἱ Ἀθῆναι νὰ ἀποτελοῦν τὸν ὀμφαλὸν τῆς γῆς, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἔχῃ τόσας δυνατότητας, ὥστε νὰ ἀποτελῇ τραγικὴν ἀποτυχίαν τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ἐπέβαλλεν ἐφ’ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος καὶ πρὸ παντὸς ἐπὶ τῶν ἀντιπάλων της, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολλαπλῶς ἰσχυρότεροι, τὰς ἀπόψεις της. Κύριοι συνάδελφοι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπισημάνω τὰς δυσχερείας, χωρὶς νὰ τονίζω τὸ περιωρισμένον τῶν δυνατοτήτων μας, χωρὶς νὰ θέλω, λέγω, ἐπικαλούμενος τὰ γεγονότα αὐτά, νὰ μειώσω τὸν ζῆλον καὶ τὴν μαχητικότητα ὅλων ἡμῶν, διὰ τὴν προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι πολλάκις ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ὁμιλεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις, δημιουργεῖ τοιαύτας ψευδαισθήσεις. Καί, βεβαίως, προκειμένου περὶ ἀνθρώπων, στερουμένων πείρας, αὐτὸ δὲν θὰ ἦτο σοβαρόν, διότι θὰ ὑπῆρχε τὸ ἐλαφρυντικόν, ὅτι ὁμιλοῦντες πῶς διαμορφοῦνται αἱ διεθνεῖς σχέσεις, πῶς διαμορφοῦνται αἱ διεθνεῖς καταστάσεις καὶ πῶς καθορίζονται τὰ καθέκαστα τῶν Χωρῶν, ἑνὸς διεθνοῦς συνασπισμοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοοῦν καὶ νὰ πιστεύουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἔχῃ τὰς δυνατότητας νὰ ἐπιβληθῇ ἐφ’ ὅλων αὐτῶν τῶν παραγόντων. Ἀλλὰ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πεῖραν πολιτικὴν καὶ διεχειρίσθησαν τὰ θέματα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὸ νὰ πιστεύουν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλλάδος, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιβάλῃ τὰς ἀπόψεις της καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν τὰς ἐπέβαλλεν ἀπέτυχεν, αὐτὸ —νὰ μὲ συγχωρῆτε δι’ αὐτὸ ποὺ λέγω— εἶναι δημοκοπία. (Χειροκροτήματα).
§46Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Δηλαδή, τὸ νὰ κρίνῃ τὴν ἱκανότητα μιᾶς ἡγεσίας ἀγῶνος, εἶναι δημοκοπία;
§47Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν θὰ ἤθελον νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν, ὅτι διαπράττετε βαρύτατον σφάλμα, νὰ μονοπωλῆτε εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν τὸν πατριωτισμόν. Ἐγώ, οὐδενὸς ποτὲ τὸν πατριωτισμὸν ἠμφισβήτησα. Ὁ κ. Στεφανόπουλος, κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἀναξιοπιστίαν.
§48Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν κατηγόρησα, πρῶτον, ὅτι προέβη εἰς παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἐγκρίνω κατ’ ἀρχήν, χωρὶς προηγουμένως νὰ τὰς διαπραγματευθῇ καὶ νὰ τὰς ἀξιοποιήσῃ. Αὐτὸ ἦτο τὸ βασικὸν θέμα. Ἀπαντήσατε ἐπ’ αὐτοῦ;
§49Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν.
§50Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἄλλα, εἶναι δευτερεύοντα.
§51Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Σεῖς περιήχθητε, ἐρωτώμενος σχετικῶς κατὰ τὸ παρελθόν, εἰς δυσχερῆ θέσιν. Ἐγώ, ὅμως, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ δώσω ἀπάντησιν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι κατηγόρησεν ὁ κ. Στεφανόπουλος τὴν Κυβέρνησιν, δι’ ἀναξιοπιστίαν. Μόλις χθὲς τὴν ἑσπέραν διεπιστώθη, ἀπὸ ἕνα διάλογον μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κανελλοπούλου καὶ τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὅτι ἡ ἀναξιοπιστία, τὴν ὁποίαν καταλογίζει, διὰ νὰ ἐπικρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ ἰδιότης, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀνταποδώσω εἰς αὐτόν.
§52Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συγκεκριμένως.
§53Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐκπλήσσεται καὶ διερωτᾶται, πότε μετεβλήθη ἡ Ἀμερικανικὴ πολιτική. «Ἐὰν εἶχον τοὺς φακέλλους, θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς εἴπω, πότε μετεβλήθη».
§54Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸ 1955.
§55Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Πρῶτον, ὑπάρχει δήλωσίς σας ἐπώνυμος, δι’ ἧς λέγετε, ὅτι οὐδέποτε μετεβλήθη. Διερωτᾶσθο ὅμως χθὲς τὸ βράδυ, ἀμφισβητοῦντες τὰ λεγόμενα τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ἂν καὶ πότε μετεβλήθη ἡ Ἀμερικανικὴ πολιτική. Θὰ ἐπικαλεσθῶ δηλώσεις σας ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε. Εἰς αὐτὰς λέγετε, ὅτι πάντοτε ὑπῆρξε σταθερῶς ἀρνητικὴ ἡ θέσις τῆς Ἀμερικῆς. Δεύτερον, ἀνεφέρατε, ὅτι, ὅταν ὁ Στρατάρχης Παπάγος, διὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Η.Π.Α. κ. Ντάλλες, ἀπηύθυνε μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὸν Ἀϊζενχάουερ, ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξε κατηγορηματική. Καὶ ἀπήντησεν ὁ Ἀϊζενχάουερ, ὅτι, λυποῦμαι, εἰλικρινῶς, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν θὰ εἴμεθα εὐνοϊκοὶ πρὸς οἱανδήποτε λύσιν ἢ ἀπόφασιν οὐσίας. Ἔχετε δύο κείμενα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἐχρησιμοποιήσατε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῶν ὁποίων βεβαιώνετε, ὅτι ὑπῆρξε σταθερῶς ἀρνητικὴ ἡ θέσις τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διηρωτᾶσθο χθὲς τὸ βράδυ, ἐνῷ εἴχατε εἰς τὴν τσέπην σας τὴν οὐδετερότητα τῆς Ἀμερικῆς, πότε μετεβλήθη εἰς βάρος μας ἡ Ἀμερικανικὴ πολιτική! Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐντεῦθεν ἡ ἀναξιοπιστία ἢ ὑπάρχῃ ἐκεῖθεν ἡ ἀμνησία ἢ ἡ ἀναξιοπιστία, μὲ τὸν σκοπὸν δημιουργίας ἐντυπώσεων.
§56Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναξιοπιστία ὑπάρχει ἐκεῖ, ὅπου ἀποκρύπτονται οἱ φάκελλοι. Ἡμεῖς ἐθέσαμεν πάντοτε εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοὺς φακέλλους. Δὲν δύνασθε νὰ μᾶς κατηγορήσητε δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δι’ ἀναξιοπιστίαν σᾶς κατηγοροῦμεν ἡμεῖς, διότι ἀποκρύπτετε τοὺς φακέλλους. Εἶναι ἐδῶ οἱ Ἀρχηγοὶ καὶ δύνασθε νὰ τοὺς ἐρωτήσητε.
§57Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὡμιλήσατε χθὲς κατὰ τρόπον δριμύτατον καὶ δὲν σᾶς διέκοψα. Διατὶ ἐκνευρίζεσθε;
§58Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἀποδίδετε εὐθύνας.
§59Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐκνευρίζεσθε, διότι ἔχετε τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος μοῦ παρέδωσε τὰς ἁμαρτίας του. (Ζωηρότατα χειροκροτήματα).
§60Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ προηγουμένως, δι’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ...... (φωναί, θόρυβος, δὲν ἀκούγεται) ........, ὁ ὁποῖος ἐδέχθη εὐχαρίστως νὰ ἀναλάβῃ τὰς ἁμαρτίας μας, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξὺ ἐμηχανορράφησε καὶ ἐβυσσοδόμησε, (Φωναί, διαμαρτυρίαι, θόρυβος), Εἶπον ὅτι ἐδέχθη νὰ ἀναλάβῃ τὰς ἁμαρτίας καὶ δι’ αὐτὸ μηχανορράφησε καὶ ἐβυσσοδόμησε. (Διαμαρτυρίαι, φωναί).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης τὸ ἔχετε, ὄχι ὅμως καὶ τῶν διακοπῶν.
§62Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μοῦ ἀπευθύνουν κατηγορίας, ἔχω τὸ δικαίωμα.
§63Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἀπήντησα εἰς τὰς χθεσινὰς ἐπικρίσεις. Ἤρξασθο χειρῶν ἀδίκων καὶ θὰ λάβετε ἀπάντησιν. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μολονότι ἐγνώριζον, ὅτι ἀδικεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, σᾶς ἤκουσα μὲ ὑπομονὴν καὶ θὰ πρέπει τώρα νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ σεῖς. Ἐγὼ δὲν ἐπικαλοῦμαι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθόν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ τὰ ἐνθυμοῦμαι. Αὐτὰ ποὺ ἐπικαλοῦμαι, ἔλαβον χώραν χθὲς τὸ ἑσπέρας. Εἴπατε, ὅταν ἐλέχθη, ὅτι ἡ στάσις τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἀρνητικὴ εἰς τὸ Κυπριακόν, εἴπατε, ὅτι τὸ 1954, σεῖς εἴχατε ἐξασφαλίσει τὴν οὐδετερότητά της, καὶ παρεμβαίνει ὁ κ. Ζίγδης, καὶ λέγετε, ὅτι οὔτε τότε ὑπῆρξεν οὐδετερότης. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἡ δήλωσίς σας πρὸς τὴν Βουλήν, τὸ 1955, τὸν Φεβρουάριον. Μάλιστα, ὁ Πρόεδρος κ. Βενιζέλος, διετύπωσε τὴν ὀρθήν, ἀλλὰ σκληρὰν παρατήρησιν, πῶς, ἐφ’ ὅσον εἴχατε δεδομένην τὴν ἄρνησιν τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐνισχύσῃ τὸ αἴτημά σας, πῶς προσφύγατε εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη; Εἴπατε τότε καὶ ὀρθῶς, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, ὅτι «ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον δὲν εἴχατε σεῖς, νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν ΟΗΕ, παρὰ τὴν ἄρνησιν τῆς Ἀμερικῆς. Καί, ἐβεβαιώνατε, ἐπροχωρήσαμεν, παρὰ τὴν ἀντίρρησιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, μὲ ἐπιμονὴν εἰς τὴν στάσιν αὐτήν».
§64Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἦτο ἀνεπίκαιρος ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν.
§65Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§66Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μνημόνιον, σᾶς παρακαλῶ, ἀφοῦ κάμνετε διαλογικὴν συζήτησιν ἐδῶ πέρα εἰς τὴν Βουλήν, τὸ μνημόνιον...
§67Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχετε μνήμην καὶ ἡ πολιτικὴ καὶ ὁ ἀγὼν ὁ Κυπριακὸς εἶναι μία συνέχεια, δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ νομίζετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρίνεται ἐν τῷ συνόλῳ του, ὁ ἀγὼν αὐτός. Συνεπῶς, ἠσκήσατε μίαν κριτικήν. Ἡ κριτικὴ τὴν ὁποίαν ἠσκήσατε, μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ μᾶς δημιουργεῖ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ εἴπωμεν ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν ἰδικήν σας πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ.
§68Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε, ἐπερωτώμεθα ἡμεῖς σήμερον;
§69Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὅταν χθὲς τὴν ἑσπέραν, διετυπώνατε τὴν κατηγορίαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεώς μου ἐπὶ ἀναξιοπιστίᾳ, λέγω, ὅτι δὲν εἴχατε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέγατε ἦσαν ἀναληθῆ καὶ ἐπιβεβαιώνονται ἀπὸ τὰ κείμενα, διότι ἐπιχειρήσατε νὰ δημιουργήσητε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ἡ Ἀμερικὴ ἦτο ὑπὲρ ἡμῶν.
§70Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε, ἐπαναλαμβάνω.
§71Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὅταν διερωτᾶσθε καὶ λέγετε, ὅτι δὲν γνωρίζω, διότι δὲν ἔχω τοὺς φακέλλους, πότε μετεβλήθη ἡ στάσις τῆς Ἀμερικῆς καὶ ὅταν μετεβλήθη, σεῖς εἶσθε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§72Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε, διότι ἐκάναμεν ἱστορίαν χθὲς τὸ ἑσπέρας, εἶπον, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὅταν ἀπεφασίσαμεν νὰ θέσωμεν τὸ θέμα, μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἀνεπίκαιρος ἡ θέσις ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, καὶ ἐπροχωρήσαμεν, ὅτε μετέβημεν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ τότε ἐνεφανίσθη μία σχετικὴ οὐδετερότης, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται καὶ ἀπὸ τὸ μνημόνιον τοῦ τότε διευθύνοντος τὴν Πρεσβείαν ἐν Οὐασιγκτῶνι. Ἀπόδειξις, ὅτι ἐπετεύχθη ἡ ἐγγραφὴ καὶ ἐφευρέθη ἕνας τύπος. Μετὰ ταῦτα, ἐπανῆλθον. Κατόπιν τὸ 1955, ὅτε σεῖς παρελάβετε, ἦτο ἐχθρικῶς διατεθειμένη. Πότε ἀκριβῶς χρονικῶς, ὄχι διὰ τὴν ἐπίκρισιν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἱστορίαν, δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς εἴπω, διότι ἐξεδόθη μετὰ τὸ μνημόνιον Καβαλλιεράτου, πότε ἀκριβῶς μετεβλήθη ἡ στάσις τῆς Ἀμερικῆς. Μετεβλήθη, πάντως, εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ τοῦ 1955 καὶ ὅταν σεῖς ἀνελάβατε, εἶχε βεβαίως μεταβληθῆ.
§73Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Φαίνεται, ὅτι ἔχετε μὲν καλὴν πίστιν, ἀλλὰ δὲν ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἔχω τὰ κείμενα. Δὲν εἶναι εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ 1955, διότι τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1955 διεξήγετο ἐδῶ ἡ συζήτησις διὰ τὴν προσφυγὴν τοῦ 1954 καὶ εἶχε κατ’ ἐπανάληψιν δηλωθῆ τότε, ὅτι εἴχομεν προειδοποιηθῆ. Συνεπῶς, οὔτε καὶ τὸ 1954, ἴσχυσεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπεβεβαιώθη χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἀπὸ ὅλους τοὺς λαβόντας τὸν λόγον, ὅτι ὑπῆρξε σταθερῶς ἐχθρικὴ ἔκτοτε ἡ στάσις τῆς Ἀμερικῆς, πλὴν τῆς περυσινῆς ἀποχῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐτήρησεν οὐδετερότητα. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν τὸ ἐπικαλοῦμαι εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἦτο δυνατόν, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, τὰ συμφέροντά των ἢ αἱ πιέσεις τῶν ἀντιδίκων μας νὰ μὴ ὑπῆρξαν τόσον ἰσχυραί. Λοιπόν, πλὴν τῆς περυσινῆς περιπτώσεως, ποὺ ἐπέδειξεν οὐδετερότητα, διὰ τῆς ἀποχῆς της, πάντοτε ἡ στάσις τῆς Ἀμερικῆς ὑπῆρξε σταθερῶς ἐχθρική. Δὲν τὰ μνημονεύω αὐτά, διὰ νὰ κάμω πολιτικὴν ἐπὶ τῆς στάσεως τῆς Ἀμερικῆς ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Μετὰ τὰς ἐπικρίσεις σας διὰ τὴν ἀναξιοπιστίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγκάζομαι νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἂν ἐνθυμῆσθε, ἐκατηγορεῖτο διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἡ τότε Κυβέρνησις. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς προσωπικῶς. Θὰ ἐνθυμῆσθε τὴν περίπτωσιν, ποὺ ὁ παρακαθήμενός σας κ. Ἀρχηγὸς τῶν Προοδευτικῶν, εἶχε φέρει τὸ θέμα τοῦ ἀπολεσθέντος τηλεγραφήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ ἐνημερωθῇ ὁ κ. Παλαμᾶς. Τότε, ἐπαναλαμβάνω, σᾶς ἐκατηγόρησεν ἡ Βουλὴ ἀκριβῶς δι’ ἀναξιοπιστίαν. Καὶ ἦτο φανερόν, ὅτι κατὰ τρόπον ἀδικαιολόγητον, ἀλλὰ καὶ ἀβάσιμον, ἐκαλεῖτο ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ ἀπολογηθῇ ἐπὶ ἀναξιοπιστίᾳ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφερθῶ καὶ εἰς ἄλλα τινὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου. Εἶπεν ὡρισμένας ἀληθείας, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀλήθειαι, ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν καὶ ἀναιροῦν τὰς κατηγορίας ποὺ διετύπωσεν ὁ ἴδιος χθές, κατηγορῶν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι καλλιεργεῖ τὸ πνεῦμα τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ καὶ ὅτι ἠπείλησεν, ὅτι θὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἀλλὰ δὲν ἐπραγματοποίησε τὴν ἀπειλήν της. Πρῶτον, ὅπως εἶπον, ἀπαντῶν καὶ εἰς χθεσινὸν ὁμιλητήν, ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε διετύπωσε τὴν ἀπειλὴν αὐτήν. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεγνώσθη ἐδῶ τὸ κείμενον, κείμενον τὸ ὁποῖον τὸ ἔγραψα καὶ τὸ ὑπέγραψα ἐγὼ καὶ εἶμαι εἰς θέσιν καλλίτερον παντὸς ἄλλου νὰ τὸ ἑρμηνεύσω, διότι αὐτὸ τὸ κείμενον εἶναι συνέχεια ἄλλων κειμένων, τὰ ὁποῖα ἀπηυθύναμεν εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τοῦ ΝΑΤΟ, κειμένων, διὰ τῶν ὁποίων ἐνημερώναμεν τὰς Κυβερνήσεις αὐτὰς ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ Κυπριακοῦ καὶ ἐξιστορούσαμεν τὴν προσοχὴν ὅλων. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ὁ κ. Παπανδρέου διετύπωσεν ἄνευ δισταγμοῦ τὴν ἄποψιν, ἢ μᾶλλον ἔκαμεν ὑπεύθυνα τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ψυχικῶς εὑρίσκεται μακρὰν καὶ ἐναντίον τοῦ ΝΑΤΟ. Δὲν θέλω νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὸ παρελθόν, διὰ νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς, ὅτι ἐπὶ 3 χρόνια καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ προεκλογικῶς καὶ μετεκλογικῶς, πάντοτε ἡ Ε.Ρ.Ε. διεκήρυξεν, ὅτι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι μὲ τὴν Δύσιν καὶ εἰς τὸ ΝΑΤΟ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ ἴδιον ἰσχύῃ καὶ διὰ τὰ ἄλλα Κόμματα. Διὰ τὴν ἄκραν ἀριστεράν, δὲν ὑπάρχει θέμα συνεπείας. Διότι, ὡς συμπέρασμα τῆς κριτικῆς της, διὰ τὴν ἀτυχῆ ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ, ἐξάγεται, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ εἴμεθα εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ὅλα τὰ ἄλλα Κόμματα, ἂν δὲν ἐνθαρρύνουν τὴν σκέψιν τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, πάντως δὲν ὑπῆρξαν τόσον κατηγορηματικά, ὅσον ἡ Κυβερνητικὴ παράταξις, ἐν σχέσει μὲ τὸν προσανατολισμὸν τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Συνεπῶς, εἶναι ἀναληθὲς καὶ εἶναι ἀσφαλῶς ἄδικον, τὸ νὰ λέγετε, ὅτι, κανεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν ὑπηνίχθη ποτὲ ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν σκέψιν τῆς ἐξόδου ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ καὶ ὅτι μόνον ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐπρότεινε. Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν εἰς μίαν διαπίστωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον προηγουμένως: Ὅτι δηλαδή, ἔχων μίαν πράγματι καταπληκτικὴν εὐστροφίαν, προσπαθῆτε —καὶ πολλάκις τὸ ἐπιτυγχάνετε— νὰ παρουσιάζετε πράγματα, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀναληθῆ, πράγματα μὴ ἀνταποκρινόμενα εἰς τὴν πραγματικότητα, νὰ τὰ παρουσιάζετε κατὰ τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶναι χρήσιμος. Αὐτὸ ἐπεχειρήσατε νὰ κάμετε καὶ σήμερον, μολονότι ἀπευθύνεσθε πρὸς 300 ἀνθρώπους, ζῶντας ἐν Ἑλλάδι καὶ καθημένους εἰς αὐτὰ τὰ ἑδώλια, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὴν τελευταίαν τριετίαν, ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ ἐπὶ ἑκάστου θέματος τοῦ ἐξωτερικοῦ μας προσανατολισμοῦ. (Χειροκροτήματα). Ἐπεχειρήσατε νὰ δημιουργήσητε μίαν ἄδικον ἐντύπωσιν εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐχειρίσθη τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ὑπῆρξεν ἀτυχής. Θὰ συνεχίσω, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, πῶς ἤχθη τὸ θέμα εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ἀλλὰ πρὸ αὐτοῦ, θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς συνήθεις ἐπικρίσεις, τὰς ὁποίας διατυπώνετε, διὰ τὴν δῆθεν ἀσυνέπειαν ἢ διὰ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν πολλάκις παρουσιάζουν ὡρισμέναι ἐνέργειαι. Γνωρίζετε, καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι, ὅταν ἀσκῆτε ἐξωτερικὴν πολιτικήν, θὰ ἦτο τοὐλάχιστον ἀφελές, νὰ ἀπευθύνεσθε μὲ ἀνοικτὰ χαρτιὰ πρὸς τὸν ἀντίπαλόν σας. Πολλάκις εἶναι σκόπιμον καὶ ἀναγκαῖον, διότι ἐπιδιώκετε διὰ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνετε, νὰ καθορίσητε ἢ νὰ κατευθύνετε τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπάλου σας — τὸ ἐπιδιώκετε, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐπετυγχάνετε— εἶναι ἀναγκαῖον ὡρισμένας φορὰς νὰ λέγετε ἢ νὰ κάμνετε πράγματα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην σας, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσουν, κατ’ αὐτὸν ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, τὴν θέσιν τοῦ ἀντιδίκου σας. Αὐτό, λοιπόν, εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν πολιτικοὶ ἡγέται, πολιτικοὶ ἄνδρες, μὲ τὴν πεῖραν ὅλων ὑμῶν, νὰ τὸ ἀγνοοῦν, δεδομένου, μάλιστα, ὅτι τοῦτο συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς διεθνεῖς σχέσεις καὶ εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ φέρῃ τὸ Κυπριακὸν θέμα ἐνώπιον τοῦ ΝΑΤΟ, ὅταν πρὸ ἑξαμήνου ἐδέχθημεν νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ συμμαχία μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, τοῦτο δὲν ἐγένετο κατόπιν αἰτήσεως ἰδικῆς μας. Ἀπεδέχθημεν τὴν πρότασιν αὐτήν, διότι, ὡς ἐδήλωσε κατ’ ἐπανάληψιν ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἦτο μωρά, ἐὰν ἐπίστευεν, ὅτι ὑπάρχει εἷς τρόπος διαδικασίας, ὅτι ὑπάρχει ἕνα ὄργανον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προωθήσῃ ἐπιτυχῶς τὸ Κυπριακὸν θέμα καὶ μόνον ἐκ προκαταλήψεως δὲν τὸ ἐχρησιμοποίει. Καὶ ὅταν λέγῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι οὐδέποτε θὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ΝΑΤΟ, τὸ λέγει, διότι ἔχει μίαν σκοπιμότητα νὰ ὑπηρετήσῃ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαπιστώσῃ, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τοῦ ΝΑΤΟ, θὰ ἦτο δυνατόν, κατὰ κάποιον τρόπον, ἂν ὄχι νὰ ἐπιλύσῃ τὸ θέμα, ἀλλὰ νὰ τὸ προαγάγῃ, θὰ εἶχε πάντα λόγον, συμφέρον καὶ καθῆκον, νὰ ἀπασχολήσῃ τὸ ΝΑΤΟ μὲ τὸ Κυπριακὸν θέμα. Ὅπως ἀνέφερον χθὲς τὴν ἑσπέραν, ἡ Ἑλλὰς δὲν προσέφυγεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Δὲν τὸ λέγω αὐτό, διὰ νὰ ἀποσείσω τὴν «κατηγορίαν», ὅτι ἐπῆγε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ΝΑΤΟ, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐὰν ἐπιστῇ ἡ στιγμὴ ἢ πιστεύσῃ κἄποτε, ὅτι εἶναι χρήσιμον, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ διότι αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης. Ἡ Ἑλλάς, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῶν μελῶν τῆς Ἀτλαντικῆς Συμμαχίας ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ βρεταννικοῦ σχεδίου, διότι θὰ εἶχε δυσαρέστους συνεπείας. Αὐτὸ καὶ δικαίωμα καὶ καθῆκον εἶχε νὰ τὸ πράξῃ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, διατηρῆτε τὴν ἐλπίδα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καλοπιάσητε, νὰ προκαλέσητε τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεώς σας ὡρισμένων Κυβερνήσεων, εἰς τὰς ὁποίας θὰ εἴπητε, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἀπαράδεκτον σχέδιόν της, θὰ ἔχῃ συνεπείας —διότι, ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξαν ἄπειροι περιπτώσεις κλονισμοῦ τῶν συμμαχιῶν καὶ ἐὰν ἡ συμμαχία δὲν ἦτο χρήσιμος, δὲν θὰ ἐγίνετο, ἀφοῦ ὅμως ἐγένετο, σημαίνει, ὅτι ἀπὸ ἑλληνικῆς πλευρᾶς ἐκρίθη χρήσιμος καὶ ὅμως ἐνεκρώθη— τὸ νὰ θέλετε, λοιπόν, νὰ ὑποκινήσητε, νὰ ὑποδαυλίσητε, νὰ προκαλέσητε τὸ ἐνδιαφέρον, τὴν προσοχὴν καὶ τὴν παρέμβασιν, ἐνδεχομένως, τῶν φιλικῶν Κυβερνήσεων, διὰ νὰ ἀποκρύψητε τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἀγγλικοῦ σχεδίου, ἦτο καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, λοιπόν, ἐκπληροῦσα αὐτὸ τὸ καθῆκον, ἐπροκάλεσε τὴν παρέμβασιν, τὴν προσοχὴν τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ ΝΑΤΟ. Ἡ Κυβέρνησις, οὔτε προσφυγὴν ἔκαμεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ, οὔτε ἡ ἰδία ἐκάλεσεν ἐδῶ τὸν κ. Σπάακ. Ἁπλῶς ἐπέσυρε τὴν προσοχήν του. Καὶ εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κάμῃ, διότι, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐνθυμῆσθε παλαιότερα συμβάντα, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ νέα ἀνάλογα συμβάντα, τὰ ὁποῖα νὰ ὁδηγήσουν εἰς ἀπροβλέπτους συνεπείας. Συνεπῶς, ὅταν προειδοποιοῦσαμεν τὴν Ἀτλαντικὴν Συμμαχίαν, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου της, νὰ δημιουργηθῇ κλονισμὸς εἰς τὰς συμμαχικὰς σχέσεις, ὑπῆρχε πράγματι τὸ καθῆκον αὐτό. Διότι ἦτο δυνατόν, ἐὰν ἐπανελαμβάνοντο γεγονότα, ὅπως τοῦ Σεπτεμβρίου 1955 ἢ ὅπως τοῦ παρελθόντος Ἰουνίου ἐν Κύπρῳ, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν δραματικαὶ ἐξελίξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατόν, ὄχι μόνον νὰ ὁδηγήσουν εἰς κλονισμὸν τῶν Συμμαχιῶν μας, ἀλλὰ εἰς ἀνοικτὴν ρῆξιν. Ὅταν, λοιπόν, ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ ἐνδεχόμενον, δὲν εἴχατε τὸ δικαίωμα καὶ ταὐτοχρόνως τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ παρακαλέσετε ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετέχουν τῆς Συμμαχίας, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸ θέμα, νὰ παρέμβουν; Αὐτὸ ἔπραξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅπως ἐδικαιοῦτο. Ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Συμμαχίας, ἔλαβε τότε τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἠρώτησε τὴν Κυβέρνησιν —ἐμὲ προσωπικῶς— τί θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ ὁ Ὀργανισμός, ἡ Συμμαχία, διὰ νὰ βοηθήσῃ τὴν κατάστασιν, διότι, ὡς μοῦ εἶπε, καὶ ὁ ἴδιος καὶ ὅλα τὰ μέλη τῆς Συμμαχίας, ᾐσθάνοντο ζωηρὰν ἀνησυχίαν ἐξ αἰτίας τοῦ Κυπριακοῦ. Καὶ μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι συμμερίζονται ἀπολύτως καὶ τὰς ἰδικάς μας ἀνησυχίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον —μοῦ εἶπεν— ἐπῆρα τὴν πρωτοβουλίαν νὰ ἔλθω, διὰ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ὑπάρχῃ ἡ δυνατότης νὰ βοηθήσω τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὰς τὰς ἐξελίξεις. Ἡ Κυβέρνησις, ἀπήντησε τότε: «Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχετε νὰ κάμετε, εἶναι νὰ συστήσητε εἰς ὅλους, ὅτι τὸ ἀγγλικὸν σχέδιον, ἐφαρμοζόμενον, θὰ δημιουργήσῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ θὰ προκαλέσῃ αὐτοὺς τοὺς κινδύνους καὶ νὰ συστήσητε εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ». Ὁ κ. Σπάακ, μοῦ εἶπεν, ὅτι: «Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν, θὰ τὸ πράξω, ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα. Θὰ πρέπει κἄτι ἄλλο νὰ ἀντιπροτείνετε. Διότι δὲν πρέπει νὰ συστήσω εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγκαταλείψῃ ἕνα σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλε καὶ διεφήμισεν ὡς πανάκειαν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, χωρὶς νὰ ἔχῃ κἄτι ἄλλο». Εἶπον εἰς τὸν κ. Σπάακ: «Εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς σας, ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, εἶναι νὰ ἐγκαταλειφθῇ, νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπὶ ἄλλης φάσεως νὰ διεξαχθοῦν συζητήσεις». Ὁ κ. Σπάακ ἀπήντησεν, ὅτι ἐκτιμᾷ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐπανελθὼν εἰς Παρισίους, συνεκάλεσε τὸ Συμβούλιον τοῦ ΝΑΤΟ. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας ἦλθεν ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου. Ἦλθε μὲ ἰδικήν του πρωτοβουλίαν. Καὶ πρέπει αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἴπω, πρὸς τιμήν του, ὅτι ἔκαμε πᾶν τὸ ἀνθρωπίνως δυνατὸν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ προκαλέσῃ ζωηράν, ἔντονον ἀντίδρασιν τῶν ἀντιδίκων εἰς τὸ Κυπριακόν. Πράγματι, εἰσηγήθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι πιστεύει, ὡς ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Ἀλλὰ διότι, ὡς εἶπον καὶ χθὲς τὴν ἑσπέραν, εἰς τὴν Συμμαχίαν αὐτὴν ὑπάρχει ἡ ἰδιότυπος, ἀλλὰ δημοκρατικὴ καὶ φιλελευθέρα ἀρχή, ὅτι δι’ οὐδένα, ἐὰν δὲν συμφωνῇ, εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον εἶπον, ὅτι δὲν δέχονται τὰς συστάσεις καὶ τὰς εἰσηγήσεις τοῦ Συμβουλίου ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία ἄλλη. Ὡς γνωρίζετε, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πρὸ 5, 6 μηνῶν, ὅταν τὸ πρῶτον ἀνεκοίνωσε τὸ σχέδιόν της, κατώρθωσε μὲ τὰ ἄπειρα μέσα, προπαγάνδας καὶ διαφωτίσεως, τὰ ὁποῖα διαθέτει, νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ ἦτο μία ἰδανικὴ λύσις καὶ ἀντιμετώπισις τοῦ Κυπριακοῦ. Καὶ πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι πράγματι πλὴν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τί κρύπτει τὸ σχέδιον αὐτὸ καὶ ποῦ θὰ ὁδηγήσῃ, αἱ πλεῖσται τῶν Κυβερνήσεων καὶ ὁ διεθνὴς τύπος προσέβλεπον τὸ σχέδιον αὐτὸ μὲ συμπάθειαν. Διότι ἔλεγον, κατὰ τρόπον ἀπολύτως πειστικόν, διὰ πάντα μὴ ἐνδιαφερόμενον καὶ μὴ θιγόμενον, ὅτι, κύριοι, ἐδῶ ὑπάρχει μία διένεξις, ὑπάρχει μία ἀντίθεσις μεταξὺ δύο Κοινοτήτων, μεταξὺ τριῶν Κυβερνήσεων. Εἰς μίαν ἐποχὴν ποὺ αἱ ἤπειροι ἑνώνονται, ποὺ τὰ ἔθνη συνασπίζονται, εἰς μίαν ἐποχὴν ποὺ αἱ ἀνάγκαι συνεργασίας ὑπερβαίνουν, ξεπερνοῦν πλέον τὰ ἐθνικὰ ὅρια, τί ὡραιότερον, ἀπὸ τοῦ νὰ μαζευθοῦνε ὅλοι καὶ αἱ δύο Κοινότητες καὶ αἱ τρεῖς Κυβερνήσεις νὰ ὁμονοήσουν καὶ νὰ λύσουν τὰς διαφοράς των. Αὐτὸ εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον καθίστα συμπαθὲς τὸ σχέδιον διὰ πάντα τρίτον καί, ἔλεγον, ὅτι ἐφ’ ὅσον δημιουργοῦνται αἱ προϋποθέσεις μιᾶς εἰρηνικῆς λύσεως, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσῃ ὅλα τὰ μέλη καί, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος καὶ μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέρας συνεργασίας μεταξὺ τῶν διαφόρων λαῶν, δὲν ἀντιλαμβανόμεθα διατί ἡ Ἑλλὰς τὸ ἀποκρούει. Ἐφ’ ὅσον ἐδημιουργήθη λοιπόν, ἡ ἐντύπωσις, ὅτι αὐτὸ τὸ σχέδιον ἀποτελεῖ τὴν μοναδικὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ, ἔπρεπε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σκληρὰ νὰ ἀγωνισθῇ, διὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἐντύπωσιν αὐτήν. Δυνάμεθα, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπετύχαμεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν λύσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἐθεώρει ὡς ὀρθὴν καὶ δικαίαν. Ἀλλὰ δυνάμεθα εἰλικρινῶς νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι ἡ ἀντίδρασίς μας, τόσον διὰ τῶν ἀνακοινώσεων, τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν δημοσίως, ὅσον καὶ διὰ τῶν ἀπαντητικῶν ἐπιστολῶν μας, ὅσον καὶ διὰ τῆς διαδικασίας, εἰς τὸ ΝΑΤΟ, διέλυσε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι τὸ ἰδανικὸν σχέδιον. Δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐὰν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ, εἴτε ἐκ λόγων γοήτρου, εἴτε ἐνδεχομένως λόγῳ δεσμεύσεων ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ διεθνῶς ἐκλονίσθη, χάριν εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ ΝΑΤΟ καὶ τοῦ ΟΗΕ, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐπιμόνου προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπέτυχε νὰ πείσῃ τοὺς ἀφελεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ εἶναι ἰδανικόν, ὅτι εἶναι ἀντιθέτως σχέδιον σατανικόν. Ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἰς ἕνα ἀγῶνα ἔχετε τὴν δυνατότητα νὰ ἀσκήσετε ἐπιθετικὴν πολιτικήν, ἀλλὰ ὑπάρχουν περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ κάμνετε πολιτικὴν ἀμύνης, διότι εἶναι ἀνάγκη, ὅταν ὑπάρχῃ ἕνας κίνδυνος, κίνδυνος, ὁ ὁποῖος δὲν προέρχεται ἀπὸ πράξεις ἰδικάς σας, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν αὐθαιρεσίαν ἰσχυροῦ ἀντιπάλου, ὀφείλετε νὰ ἀποτρέψετε πρῶτον τὸν κίνδυνον αὐτόν, διὰ νὰ μεταπηδήσετε ἔπειτα ἐνδεχομένως εἰς τὴν θέσιν τῆς ἐπιθέσεως. Ὅταν, λοιπόν, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, κατὰ τρόπον αὐθαίρετον ἀλλὰ καὶ κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δύναται μὲν ἠθικῶς νὰ ἀμφισβητήσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν πολιτικῶς νὰ καταπολεμήσῃ, ἔχουσα τὴν κυριαρχίαν τῆς νήσου, ἀπεφάσισεν αὐθαιρέτως νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτό, τὸ σχέδιον, ἔπρεπε ἡ σκέψις, ἡ προσπάθεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐθναρχίας, κυρίως νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἀποτροπήν, εἰς τὴν ματαίωσιν τῆς ἐφαρμογῆς. Ἐάν, λοιπόν, θέλετε δικαίως, ἐὰν θέλετε τιμίως νὰ κρίνετε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ποὺ ἐξηγγέλθη τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν κρίνετε ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ κριτηρίου. Διότι, πρέπει νὰ πάρωμεν ὡς δεδομένον, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως —διότι ἐὰν θεωρῆτε εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἐγονάτισε, δὲν ἐνίκησε τὴν Ἀγγλίαν, τότε θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι παραλογίζεσθε— χωρὶς τὴν εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀπεφάσισεν, αὐθαιρέτως, νὰ ἐφαρμόσῃ ἕνα σχέδιον, σχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει συμφοράν, ὄχι μόνον διὰ τὸν λαὸν τῆς Κύπρου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἡμᾶς, καὶ διότι, ὅπως ἐτόνισα εἰς τὴν ἀπάντησίν μου πρὸς τὴν ἐπιστολὴν Μὰκ Μίλλαν, θὰ ὤξυνεν, ὄχι μόνον τὰς σχέσεις τῶν δύο κοινοτήτων, ἀλλὰ θὰ καθίστα ἐντονώτερον τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν δύο Κυβερνήσεων. Ὅπως ἐδήλωσα εἰς τοὺς Ἄγγλους, ὄχι διότι διεκδικῶ ὀλιγώτερα ἢ περισσότερα, ἀλλὰ διότι πιστεύω, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ ἐφαρμοζόμενον θὰ ὁδηγήσῃ εἰς συμφοράν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ἀποκρούσω, ἀνεξαρτήτως συνεπειῶν. Ἔπρεπε λοιπόν, ἐφ’ ὅσον ἔχετε δεδομένον, ὅτι χωρὶς εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπεφάσισεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις —καὶ δὲν ἐξετάζω διατὶ εἴτε διότι ἔχει συμφέρον, εἴτε διότι ἔπρεπε δι’ αὐτοῦ νὰ ἐξασκήσῃ μίαν ἠθικὴν πίεσιν ἐπὶ τῆς ἀντιστάσεως τῶν Κυπρίων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως — ἐπαναλαμβάνω ἀπεφάσισεν αὐθαιρέτως νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σχέδιον, ποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ ἔπρεπε, ἀδιαφοροῦσα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου καὶ τῶν συνεπειῶν του, νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὰς ἀρχικὰς θέσεις; Ἀλλὰ τί θὰ ἐπετύγχανε, ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ αἱ συμφοραὶ ἐπήρχοντο; Θὰ ἐμένατε μὲ τὴν ἱκανοποίησιν, ὅτι ἐμμείνατε εἰς τὰς ἀρχικάς σας θέσεις. (Χειροκροτήματα). Ἔπρεπε νὰ ἀποτρέψωμεν τὸ σχέδιον αὐτό. Ἐὰν δὲν τὸ ἐπιτύχωμεν δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ὑπεύθυνοι. Εἰς κάθε ἐνέργειαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ πρὸ παντὸς εἰς κάθε πολιτικὴν ἐνέργειαν, ὑπάρχουν δύο στάδια. Εἶναι τὸ στάδιον τῆς προσπαθείας καὶ τὸ στάδιον τοῦ ἀποτελέσματος. Τὸ στάδιον τῆς προσπαθείας τὸ ἐλέγχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ ἐνεργεῖ καὶ εἶναι ὑπεύθυνος δι’ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ στάδιον τῶν ἀποτελεσμάτων δὲν τὸ ἐξουσιάζει. Ἰδίως εἰς θέματα, τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζομεν ἡμεῖς κατὰ 10% καὶ κατὰ 90%, ἐπηρεάζονται ἀπὸ ξένους παράγοντας καὶ ξένας δυνάμεις. Ἡ Κυβέρνησις ἠγωνίσθη καὶ νομίζω, ὅτι ἐπιτυχῶς ἠγωνίσθη, διὰ νὰ ἀποτρέψῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀγγλικοῦ σχεδίου. Διότι ἐὰν ὡς προκύπτει ἀπὸ τὰς τελευταίας εἰδήσεις καὶ λυποῦμαι εἰλικρινῶς κάμνων τὴν διαπίστωσιν αὐτήν, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις παρὰ ταῦτα ἐμμένει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου της, δύναμαι νὰ ἰσχυρίζωμαι, ὅτι μὲ τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἐκάμαμεν διὰ νὰ πείσωμεν τόσον τοὺς Ἄγγλους ὅσον καὶ τοὺς ἄλλους συμμάχους, ἀλλὰ καὶ τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ ἐπικίνδυνον, ἐπετύχομεν τοὐλάχιστον διεθνῶς νὰ τὸ ἀπομονώσωμεν, εἰς τρόπον ὥστε ἂν θελήσῃ ἡ Ἀγγλία νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐφαρμογήν του, θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ ὑπὸ ἰδίαν της εὐθύνην, ἀποδοκιμαζόμενον ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον. Βλέπομεν λοιπόν, ὅτι ἡ διαδικασία τοῦ ΝΑΤΟ ὠφέλησε τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν, πρῶτον διότι ἐκινητοποίησε 15 Κυβερνήσεις, δεύτερον διότι ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἐξετάσουν αὗται γενικώτερον τὸ θέμα, νὰ ἀκούσουν τὰς Ἑλληνικὰς ἀπόψεις καὶ νὰ τὰς ἐκτιμήσουν. Καὶ ἐὰν δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐπιβάλουν αὗται τὰς θελήσεις των, ἐδέχθησαν ὅλαι, ὅτι τὸ ἀγγλικὸν σχέδιον εἶναι ἀμφιβόλου τοὐλάχιστον ἀξίας. Αὐτὸ λοιπόν, ὑπῆρξε μία ὠφέλεια ἂν δεχθῶμεν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν νὰ κάμωμεν μετὰ τὴν ἐξαγγελίαν τοῦ ἀγγλικοῦ σχεδίου, ἦτο νὰ ἀποτρέψωμεν τὴν ἐφαρμογήν του καὶ νὰ τὸ ὑποσκάψωμεν τοὐλάχιστον ἠθικῶς. Αὐτὰ εἰδικῶς διὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ΝΑΤΟ, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Παπανδρέου ἐπέκρινε τὴν Κυβέρνησιν πρῶτον ἐπὶ ἀσυνεπείᾳ, διότι ἐδήλωσε κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι δὲν θὰ φέρῃ τὸ θέμα εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ δεύτερον διότι ἠκολούθησε τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἔβλαψεν ἀντὶ νὰ ὠφελήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Ὑποστηρίζω, ὅτι ἀσυνέπεια δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν ἀποκλείει ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων νὰ ἐπιβάλῃ νὰ πράξετε αὔριον κἄτι, τὸ ὁποῖον χθὲς δὲν ἐνεδείκνυετο καὶ δεύτερον, ὅτι δὲν ἔβλαψεν ἡ συζήτησις αὐτὴ ἀλλὰ ὠφέλησεν ὑπὸ τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν, τὸ Κυπριακόν. Διὰ νὰ εἴμεθα σαφεῖς καὶ συγκεκριμένοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν μετὰ τὸν Ἰούνιον, ἦτο, πρὸ παντός, νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ σχεδίου καὶ νὰ μειώσωμεν τὸ κῦρος του. Ἀνεφέρθη κατὰ τὴν χθεσινὴν ἑσπέραν καὶ τὸ θέμα τοῦ ρόλου τῶν δύο παραγόντων τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος. Δηλαδὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθναρχίας. Πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑπεστήριξε καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀντιφατικὰς θέσεις. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξεδήλωνε τὴν πρόθεσιν νὰ ἔχῃ μίαν ἐπαφήν, μίαν συνομιλίαν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, ἠλέγχετο διότι ἀνελάμβανεν αὐτὴν τὴν πρωτοβουλίαν ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν Κυπρίων. Λέγω λοιπόν, ἀφοῦ κάμω τὴν παρατήρησιν αὐτήν, ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ κατὰ καιροὺς ὑπεστήριξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντιφατικὰς θέσεις —ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, θὰ ἠδυνάμην νὰ κάμω μίαν ἐξαίρεσιν διὰ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν— καὶ ἐπικρίνει τώρα τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ὑπέταξε τὸν Μακάριον, δὲν τὸν ἠγνόησεν εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία ἐθεώρει ὡς ὀρθήν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ Κυπριακὸν ἐξασθενίζει, ἐξ αἰτίας τοῦ γεγονότος, ὅτι οἱ φορεῖς εἶναι δύο. Ἔχομεν ὅλοι μας τὴν πεῖραν τῶν ἐπιβαλλομένων ἀμοιβαίων συνεννοήσεων εἰς τὴν διαχείρισιν πολιτικῶν θεμάτων. Εἶναι τοῦτο πράγματι, μία ἀδυναμία, εἶναι καὶ ἐν ταὐτῷ καὶ δύναμις. Διότι ἠμπορεῖ νὰ χρειάζεται προσπάθεια διὰ νὰ εὐθυγραμμίσετε τὰς ἀπόψεις καὶ τὰς ἐπιδιώξεις τῶν δύο παραγόντων ἀλλὰ ὅταν τὸ ἐξασφαλίσετε αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ἀποτελεῖ δύναμιν. Τὸ ὅτι τὸ Κυπριακὸν ἔχει δύο φορεῖς εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω ἐπεβλήθη ἀπὸ τὰ πράγματα. Ἐὰν ἡ Κύπρος ἦτο τμῆμα τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ διαχείρισις τοῦ θέματος ὑπευθύνως ἀπὸ μόνην τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ ἡ Κύπρος εἶναι ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἡ Κύπρος ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα εἰς μίαν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς ἦτο ἀπρόθυμος νὰ τὴν βοηθήσῃ. Ἀντιλαμβάνεσθε ποία ἡ σημασία τῶν διαπιστώσεων αὐτῶν. Ὅταν δηλαδή, μέχρι τοῦ 1953 αἱ ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, καλῶς ἢ κακῶς, καὶ αἱ μὲν καὶ αἱ δέ, ἐκτιμῶσαι τὴν κατάστασιν ὡς τὴν ἐξετίμων, δὲν προσεφέροντο νὰ προωθήσουν ὑπευθύνως τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν καὶ οἱ Κύπριοι μὲ ἰδικήν των πρωτοβουλίαν καὶ παρὰ τὰς ἐπιφυλάξεις ἡμῶν τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα, δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἰσχυριζώμεθα, ὅτι ἀποτελεῖ ἀνευλάβειαν ἡ ὕπαρξις δύο φορέων εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δύο εἶναι οἱ ρόλοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐκ τῶν πραγμάτων ἦτο ἐπιβεβλημένη ἡ ὕπαρξις αὐτῶν τῶν δύο φορέων. Ἡ Κυβέρνησίς μου ἔκαμεν, ὅ,τι ἠδύνατο εἰς τρόπον ὥστε νὰ διατηρήσῃ τὴν ἑνότητα τοῦ ἀγῶνος παρὰ τὰς δυσχερείας καὶ τὰς ἀδυναμίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ φύσις τοῦ διπλοῦ φορέως. Καὶ πρέπει νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ἐπέτυχε καὶ τὸ ἐπέτυχε μὲ τὸν ἰδικόν της ἀγῶνα. Διότι εἰς μίαν διένεξιν εἰς ἕνα ἀνταγωνισμὸν περὶ τοῦ ποῖος ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν, εἰς αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ὁ υἱοθετῶν μίαν ρῆξιν μεταξὺ τῶν δύο φορέων, θὰ ἐτραυμάτιζε θανασίμως τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν. Διότι οἱ ἀντίπαλοί μας δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ ἀναμένουν καλλιτέραν εὐκαιρίαν ἀπὸ τὴν ἐκδήλωσιν μιᾶς τοιαύτης πράξεως. Βεβαίως ἡ ρῆξις ἐπιβάλλεται ὅταν ὑπάρχουν διαφωνίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσουν ἢ τὰ συμφέροντα τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως ἢ τὰ ἄλλα ἐθνικὰ συμφέροντα. Τότε ἡ ρῆξις ἀνεξαρτήτως συνεπειῶν εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἀλλά, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ἡ ἐκδήλωσις ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ τῶν δύο παραγόντων, ἡ ὁποία θὰ ὡδήγει εἰς τὴν διάσπασιν τοῦ ἀγῶνος δὲν θὰ ἐξυπηρέτει παρὰ μόνον τοὺς ἀντιπάλους. Ἡ Κυβέρνησίς μου ἐπέτυχεν ὥστε ἡ ἑνότης αὕτη νὰ διατηρηθῇ. Θέλω νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ γίνω περισσότερον σαφής, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιλαμβάνομαι τὰς σχέσεις τῶν δύο παραγόντων. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προσεφέρθη νὰ δώσῃ τὴν συμπαράστασίν της εἰς τοὺς Κυπρίους ἀγωνιζομένους διὰ τὴν ἐλευθερίαν των. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀρχῆθεν αὐτὴ ἦτο ἡ τοποθέτησις τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ὡς εἶπον καὶ χθὲς θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ μίαν συνέντευξιν τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ὁ ὁποῖος κάμνει αὐτὴν τὴν διαπίστωσιν. Ἦτο φυσικόν, ἐφ’ ὅσον οἱ Κύπριοι προηγήθησαν ἡμῶν εἰς τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος καὶ ἡμεῖς τοὺς ἠκολουθήσαμεν, ἦτο φυσικὸν νὰ ἐμφανισθῇ ἡ προσπάθεια τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ὡς προσπάθεια συμπαραστάσεως εἰς τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα. Ἡ Ἑλλάς, λοιπόν, παρέχει εἰς τοὺς Κυπρίους τὴν συμπαράστασίν της, τὸν τρόπον ὅμως καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτῆς τῆς συμπαραστάσεως τὸν προσδιορίζει ὑπ’ εὐθύνην της ἡ Κυβέρνησις ἐκτιμῶσα τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλῃ ἐπὶ τῶν Κυπρίων μίαν λύσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐθεώρουν οὗτοι ἀπαράδεκτον ἀλλ’ οὔτε καὶ δύναται. Ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα, ἐὰν τὴν λύσιν αὐτὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, τὴν θεωρῇ δικαίαν καὶ λογικήν, τὴν ἀποκρούουν ὅμως οἱ Κύπριοι, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ τὴν συμπαράστασιν κατὰ τρόπον διάφορον. Αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ αὐτὰ τὰ δικαιώματα τῶν Κυπρίων. Εἶναι εὔκολον νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ μίαν λύσιν ἐπὶ τῶν Κυπρίων. Αὐτὰ κἄποτε μοῦ εἶπε καὶ εἷς Ἄγγλος ἐπίσημος, καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι ἐὰν υἱοθετήσωμεν τὴν θεωρίαν αὐτὴν θὰ ἀπαιτηθῇ νὰ συμπράξωμεν μαζί σας διὰ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀστυνομίας, διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν λύσιν αὐτὴν ἐπὶ τῶν Κυπρίων. Ἐὰν οἱ Κύπριοι, εἴπουν, ὅτι ἡ λύσις αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος, κατὰ ποίαν λογικὴν καὶ μὲ ποῖον τρόπον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν; Συνεπῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ τῶν Κυπρίων, λύσεις, ἐὰν αὗται εἶναι δι’ αὐτοὺς ἀνεπιθύμητοι. Ὅταν πιστεύω, ὅτι μία λύσις εἶναι ἡ μόνη δυνατή, τότε δύναμαι νὰ τοὺς συμβουλεύσω νὰ τὴν ἀποδεχθοῦν. Ἐὰν ὅμως δὲν τὴν ἀποδεχθοῦν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι ἐκτιμῶν τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν περίπτωσιν, ὑπ’ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν μορφήν, δὲν δύναμαι νὰ συνεχίσω τὴν συμπαράστασίν μου. Τὸ λέγω αὐτό, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ διευκρινήσω τὴν σχέσιν τῶν δύο παραγόντων αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται αἱ παρεξηγήσεις αὐταί, ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Διότι καὶ ἐξωτερικῶς, ὑπάρχει ἡ ἐντύπωσις καὶ ὑποστηρίζεται ἡ ἄποψις, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἶχεν ὀλίγον θάρρος καὶ προσεφέρετο νὰ συμφωνήσῃ μὲ τοὺς ἄλλους, θὰ ἦτο δυνατόν, οἱ Κύπριοι νὰ ὑποταχθοῦν. Διὰ δύο λόγους ὅμως δὲν τὸ ἔπραξεν: Πρῶτον, διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, ὅτι, δηλαδή, δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβάλω λύσιν τὴν ὁποίαν θεωροῦν ἀπαράδεκτον καί, δεύτερον, διὰ λόγους ἐθνικῆς φιλοτιμίας. Διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρξε μέχρι τῆς στιγμῆς πρότασις, ἡ ὁποία νὰ ὁδηγῇ εἰς λύσιν, τὴν ὁποίαν νὰ θεωροῦμεν ἐθνικῶς ἀξιοπρεπῆ καὶ δικαίαν διὰ τοὺς Κυπρίους, δὲν εἶχον λόγους καὶ παρὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα, νὰ συμπράξω μὲ τοὺς ἀντιπάλους μου, μὲ τοὺς ἀντιδίκους μου, διὰ νὰ ἐπιβάλω λύσιν. Εἶπον, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ἔθιξεν ὅλα τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνθέτουν τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν, εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ μολονότι ἡ πρόθεσίς μου ἦτο νὰ ὁμιλήσω, ἀναφερόμενος εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν τὸ 1955, ἐπροτίμησα νὰ ἀκολουθήσω τὴν σειρὰν τῶν συλλογισμῶν του, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν, ὑπῆρξεν ἄδικος. Καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς ὡρισμένας ἐκκρήξεις εἰλικρινείας, ἔκαμε διαπιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀναιροῦν τὰς κατηγορίας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνεφέρθη ὁ ἀξιότιμος κ. Παπανδρέου καὶ εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν. Δὲν δύναμαι τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ τὸ ἀφήσω, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθοῦν ψευδεῖς ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ βλάψουν τὸ θέμα. Θὰ ἦτο ἀπὸ μέρους μου παράλειψις, ἐὰν δὲν ἔλεγον, ὅτι ὁ Ἀρχιεπίσκοπος προέβη εἰς τὴν δήλωσιν, συμφωνούσης καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Βέβαια, ὄχι διὰ τὸν τρόπον καὶ διὰ τὸν χρόνον. Πράγματι, ἡ ἀνακοίνωσις ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρξε διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω αὐτό, διότι θὰ ἦτο ἐκ μέρους μου ἄνανδρον καὶ ἀνέντιμον, ἐὰν ἡ λύσις αὐτὴ ἐπικρίνεται ἢ ἐὰν ἡ λύσις αὐτὴ δὲν ἐπέτυχε, νὰ ἀφήσω νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι τὴν εὐθύνην τὴν φέρει ὁ Ἀρχιεπίσκοπος. Ἡ εὐθύνη εἶναι κοινή, καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Μακαρίου. Τὸ ἐὰν ἡ πρότασις ἐκείνη ἐγένετο τυχὸν ἀκαίρως καὶ κατὰ τρόπον οὐχὶ ἐνδεδειγμένον, εἶναι κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ σχολιάσω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Διότι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξουν ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς πρωτοβουλίας αὐτῆς, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξουν καὶ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ αὐτῆς. Λυποῦμαι πολύ, κύριοι συνάδελφοι, διότι δὲν δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἀπολύτως ἐλευθέρως καὶ ἐπαναλαμβάνω, δι’ ἄλλην μίαν φοράν, ὅτι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοῦτο εἶναι μειονεκτική, ὅτι καὶ ὅταν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡρισμένα περιστατικά, τὰ ὁποῖα θὰ τῆς ἐπέτρεπον ἀνέτως ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐπικρίσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν δύναται νὰ τὸ πράξῃ, λόγῳ τοῦ κινδύνου νὰ βλάψῃ τὴν ὑπόθεσιν. Εἶναι καὶ αὐτὴ μία τοιαύτη περίπτωσις. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ τονίσω, διὰ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις, ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἐχρησιμοποιήθη διὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς μεταβολῆς αὐτῆς, εἶναι, ὅτι τόσον οἱ Κύπριοι, ὅσον καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, κατέχονται ἀπὸ τὴν ἔμμονον πεποίθησιν, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει, εἶναι ἡ ἀποτροπὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγγλικοῦ σχεδίου. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπῆρχεν ὁ κίνδυνος, ὄχι νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σχέδιον αὐτό, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ χειροκροτούσης καὶ τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἐφαρμοζόμενον νὰ ἀνατραπῇ. Ἐάν, λοιπόν, λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπηρέαζε τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθναρχίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἦτο κυρίως νὰ ἀποτραπῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἀγγλικοῦ σχεδίου, θὰ ἀντιληφθῆτε καὶ θὰ ἐξηγήσητε, διατὶ εἰς τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ἄκαιρος, ἀκατάληλος, ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἀνακοίνωσις. Τὸ λέγω αὐτό, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐφ’ ὅσον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος συμβαίνει νὰ μὴ παρίσταται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος ὄχι νὰ γίνω συνήγορός του, ἀλλὰ νὰ δώσω τὰς ἐνδεχομένας, τὰς δυνατὰς ἐξηγήσεις αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνέπτυξε προχθὲς τὴν ἑσπέραν εἰς τὴν Βουλήν, τόσον τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον, ὅσον καὶ τὰς κατευθύνσεις τῆς προσπαθείας, τὴν ὁποίαν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις ἐν συνεχείᾳ νὰ καταβάλῃ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀφήσω παρεξηγήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τὴν θέσιν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου. Τὸ ἐὰν ἐγένοντο ὡρισμέναι ἀντιφατικαὶ δηλώσεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, δὲν σημαίνει, ὅτι ἠμπορεῖ καὶ ἐπιτρέπεται νὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ παρεξήγησις. Ἡ Ἐθναρχία εἰλικρινῶς ἐπρότεινε τὴν «δεσμευμένην» —ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου— ἀνεξαρτησίαν καὶ ἡ Κυβέρνησίς μου εἰλικρινῶς τὴν υἱοθέτησε καὶ εἰλικρινῶς τὴν ὑποστηρίζει...
§74Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν μάχην τῆς ὁρολογίας, τὴν ἐκέρδισεν ὁ κ. Παπανδρέου, διότι υἱοθετήσατε τὰς λέξεις του.
§75Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐπωφελήθην τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Παπανδρέου καὶ ἤθελον εἰς τὴν ὁμιλίαν μου νὰ κάμω χρῆσιν αὐτῶν τῶν ὅρων. Ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν περαιτέρω παρεξηγήσεις, ποὺ δημιουργοῦν πολλάκις ἀδυναμίαν νὰ ὑποστηριχθοῦν τὰ ἑλληνικὰ αἰτήματα ἀπὸ φίλας Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι, μὴ ἔχουσαι ἄμεσον συμφέρον ἢ ἀνάμιξιν εἰς τὸ Κυπριακὸν καὶ ἔχουσαι κἄποιαν ἀνεξαρτησίαν καὶ οὐδετερότητα, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι χρήσιμοι. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, τόσον ἡ Ἐθναρχία, ὅσον καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἰλικρινῶς ὑποστηρίζει ὡς λύσιν, τὴν λύσιν τῆς «δεσμευμένης» ἀνεξαρτησίας. Γνωρίζετε δέ, ὅτι τὴν δέσμευσιν τὴν ἀντιλαμβανόμεθα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν θὰ δύναται νὰ μεταβληθῇ τὸ καθεστὼς τῆς ἀνεξαρτησίας, ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ΟΗΕ. Θὰ μοῦ εἴπητε, διατί αὐτό; Θὰ σᾶς εἴπω διατί. Θὰ πρέπει νὰ εἴμεθα ἀφελεῖς, διὰ νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐξαπατήσωμεν τοὺς ἄλλους, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἡ αὐτοδιάθεσις δὲν εἶναι συνώνυμος τῆς ἑνώσεως. Θεωρητικῶς, ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι, ἀλλὰ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τῆς Κύπρου εἶναι. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ πλεῖσται χῶραι πιστεύουν, ὅτι θέματα τοιαῦτα εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν διεθνεῖς περιπλοκὰς καὶ διεθνεῖς συγκρούσεις ἐνδεχομένως. Συνεπῶς, ὑπάρχει μία προδιάθεσις ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, ἐναντίον τῆς προσαρτήσεως ἐδαφῶν ὑπὸ μορφὴν ἑνώσεως. Ὅταν λέγωμεν, λοιπόν, αὐτοδιάθεσιν, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὴν ἕνωσιν. Πιστεύομεν καὶ ἐκλαμβάνομεν, δηλαδή, ὅλους τοὺς ἄλλους ὡς «κουτόφραγκους», ὅπως εἶπε κἄποιος χθὲς καὶ ἐπιδιώκομεν νὰ τοὺς γελάσωμεν. Συνεπῶς, ἡ αὐτοδιάθεσις εἶναι ἕνωσις καὶ δεδομένου, ὅτι ἡ ἕνωσις ἀποκρούεται, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναζητήσητε λύσιν, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν ἔξοδον ἀπὸ τὴν σημερινὴν ὀξύτητα καὶ ἀπὸ τὸ παρὸν ἀδιέξοδον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ, θὰ δώσῃ εἰς τοὺς Κυπρίους τὴν ἐλευθερίαν των. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους προεβλήθη ἡ λύσις τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιμένομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθναρχία εἰλικρινῶς ὑποστηρίζουν τὴν λύσιν τῆς ἀνεξαρτησίας. Ἀλλὰ καὶ ἂν συμβῇ, ἀντίδικον μέρος, καὶ τὴν λύσιν αὐτὴν νὰ τὴν ἀποκρούσῃ, διότι ἔχει τὸν φόβον, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν ἕνωσιν, ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι εἴμεθα εἰλικρινεῖς εἰς τὴν πρότασίν μας. Διότι, ἂν δὲν πείσωμεν τοὺς ἀντιδίκους μας, τοὐλάχιστον ὀφείλομεν νὰ πείσωμεν ὅλους ἐκείνους, τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντες θέσιν καὶ μὴ ἔχοντες συμφέρον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς ὑποστηρίξουν. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἔδωσα, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀπαντήσεις, εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν αἱ ἐπικρίσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ δημιουργήσουν. Καὶ τὸ ἐπεδίωξα αὐτό, διότι εἶναι ἀνάγκη ὅλοι μας νὰ ἔχωμεν σαφῆ συνείδησιν, τόσον τῆς φύσεως τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ὅσον καὶ τῶν δυσκολιῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει. Εἶναι ἐπίσης ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν συνείδησιν τῶν δυνατοτήτων, τὰς ὁποίας διαθέτομεν, διὰ νὰ τὸ προωθήσωμεν. Διότι ἂν μᾶς λείψῃ, κύριοι συνάδελφοι, ἡ συνείδησις αὐτῶν τῶν ἀληθειῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσωμεν τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα. Ἢ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ τὸν συνεχίσωμεν, κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ βλάψωμεν θανασίμως ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς, διὰ νὰ δώσω τὴν μορφὴν τοῦ προβλήματος, νὰ ἐπισημάνω τὰς δυσκολίας του καὶ νὰ προσδιορίσω τὰς δυνατότητας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν διεθνῆ στίβον, ὅπως ὑποστηρίξῃ πολιτικῶς καὶ διπλωματικῶς τὸ Κυπριακὸν θέμα. Εἰς ὅλας τὰς χώρας τοῦ κόσμου, μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ὑπάρχει διαφωνία καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ κανόνα. Ὑπάρχουν ὅμως περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην, ἂν ὄχι νὰ βοηθήσῃ, τοὐλάχιστον νὰ μὴ παρεμποδίσῃ τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως. Μία τοιαύτη περίπτωσις, κατ’ ἐξοχὴν χαρακτηριστικήν, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, λόγῳ τῶν δυσκολιῶν καὶ τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους ἔχει, εἶναι ἡ Κυπριακὴ ὑπόθεσις. Λυποῦμαι δέ, ἀναγκαζόμενος νὰ εἴπω, ὅτι ἐδῶ, οὔτε ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἀπετέλεσεν ἐξαίρεσιν εἰς τὸν κανόνα τῶν διαφωνιῶν Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀντιθέτως, ἐπελέγη ἡ Κυπριακὴ ὑπόθεσις, ὡς τὸ μοναδικὸν θέμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ φθαρῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις, ἀγωνίζεται ἀγῶνα σκληρόν. Καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζουν ὅλοι οἱ παριστάμενοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ πρὸ παντὸς οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐπεσήμαναν τὰς δυσκολίας καὶ τοὺς κινδύνους τῆς ἀνακινήσεως τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Παρὰ ταῦτα, ἡ Ἀντιπολίτευσις, μολονότι γνωρίζει τὸν σκληρὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξάγει ἡ Κυβέρνησις μιᾶς μικρᾶς χώρας, ὑποχρεωμένη νὰ προστατεύσῃ διὰ τῶν συμμαχιῶν της τὴν ἀσφάλειάν της καὶ συγχρόνως, συγκρουομένη μὲ ἰσχυροὺς ἀντιπάλους ἐντὸς τῶν συμμαχιῶν της, νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν, μολονότι γνωρίζει τὸν σκληρόν, τὸν δραματικὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξάγομεν, διὰ νὰ συνδυάσωμεν τὰ δύο αὐτά, παραφυλάττει καχυπόπτως καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, κακεντρεχῶς, τὴν Κυβέρνησιν ἀνὰ πᾶσαν γωνίαν, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, διὰ νὰ διαβάλῃ τὰς ἐνεργείας της καὶ νὰ παρεμποδίσῃ τὸν ἀγῶνα. Προαναγγέλλει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ κάμῃ προσφυγήν, ὅτι ὑπέστη πίεσιν καὶ δὲν θὰ κάμῃ προσφυγὴν ἐπὶ 4 χρόνια. Καὶ παρὰ ταῦτα, ἡ Κυβέρνησις κάμνει προσφυγήν. Μετὰ μίαν ἑβδομάδα, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀναγγέλλει εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποσύρῃ τὴν προσφυγήν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποσύρει τὴν προσφυγήν. Ἐν συνεχείᾳ διαδίδει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ὑποστηρίξῃ μὲν τὴν προσφυγήν, ἀλλὰ θὰ τὴν ὑποστηρίξῃ εἰκονικῶς μόνον. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν ὑποστηρίζει μὲ τὴν ψυχήν της, ἀπασχολοῦσα τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη ἐπὶ 10, 15, 18 ἡμέρας. Ἀναγγέλλεται, καὶ πολλάκις ἀνευθύνως, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ἢ οἱονδήποτε μέλος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ συναντηθῇ μὲ οἱονδήποτε ξένον πολιτικὸν παράγοντα καὶ ἀμέσως προειδοποιεῖται ὁ λαός, ὅτι ὑπάρχει «προδοσία». Ἀκόμη, συνεχῶς εἰδοποιοῦνται οἱ ἀντίπαλοί μας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ στραγγαλίσῃ τὸ Κυπριακόν, ἀλλὰ ...ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν τὸ ἐπιτρέπει! Μὲ τὴν θέσιν αὐτὴν ποὺ λαμβάνει ἡ Ἀντιπολίτευσις, συμπίπτει πολλάκις νὰ ἐξασθενίζῃ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ἀντιπάλων της. Ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἀντὶ νὰ συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, προσεπάθησε πάντοτε, μὲ τὴν προσδοκίαν, ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ ἐπιτύχῃ τὴν φθοράν της, νὰ λάβῃ θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδυσχέραιναν—τὸ λέγω μὲ λύπην—ἐδυσχέραινον τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατέστησαν ἀκόμη δυσκολώτερον τὸν δραματικόν, κατ’ ἀρχήν, ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξάγομεν ὡς Ἔθνος καὶ ὡς Κυβέρνησις, ἐπὶ τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως. Ἐπιθυμῶ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ὁ λαὸς κρίνει, βεβαίως, τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κρίνει καὶ τὰ ἔργα, τοὺς λόγους καὶ τὴν τακτικὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποδοκιμάζει, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἶναι ἡ τακτικὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπορρίπτω, πρῶτον, τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὅσον μὲ ἀφορᾷ, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ πνεῦμα καὶ τὸ κείμενον τοῦ λόγου μου νὰ εἶναι δημοκοπικὸν καὶ κακόπιστον. Ἀπορρίπτω αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμόν. Ὁ λόγος μου, ὅπως πάντοτε, καὶ σήμερον ἦτο καὶ ἐθνικὸς καὶ δημιουργικὸς καὶ καλόπιστος καὶ μὲ τὸ αἴσθημα ὑψηλῆς εὐθύνης, ὁμιλῶ πάντοτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀρνοῦμαι τὴν ἀπόδοσιν τοιούτου χαρακτηρισμοῦ. Ἔρχομαι εἰς ὡρισμένα συγκεκριμένα θέματα, τὰ ὁποῖα ἐτόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπανέρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς πᾶσαν ὁμιλίαν, εἰς τὸ γεγονός, ὅτι τὸ Κέντρον, ἀπὸ τὰ 1950 ἕως τὰ 1951, δὲν ἐδέχθη νὰ κάμῃ προσφυγὴν καὶ προσθέτει, ὅτι δὲν ἀναφέρει τὸ γεγονὸς διὰ νὰ ἀποδώσῃ μομφήν, ἁπλῶς διὰ νὰ τὸ διαπιστώσῃ. Θέλει ὅμως νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ Κέντρον εἰς τὰ 1950 καὶ τὰ 51, ἔκρινεν ἀνεπίκαιρον τὴν προσφυγὴν καὶ δὲν τὴν ἐπεχείρησαν ἔκτοτε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Κέντρου, ὀφείλουν νὰ συναγάγουν τὸ συμπέρασμα, ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι πλέον τὴν προσφυγὴν εἶναι ἀπυρόβλητοι ἀπὸ τὰς ἰδικάς των ἐπικρίσεις. Ὁ συλλογισμὸς εἶναι παράλογος. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Κέντρου καὶ εἰς τὰ 1950 καὶ εἰς τὰ 51, δὲν ἐδέχθησαν τὴν προσφυγήν, ὅπως γεγονὸς εἶναι, ὅτι προέβησαν εἰς ἐνεργείας διπλωματικὰς καὶ εἰς τὰ 1950 καὶ εἰς τὰ 51 πρὸς τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν. Προέβησαν, διότι ἔκρινον, ὅτι ὑπὸ ἐκείνας τὰς συνθήκας τοῦ 1950–51, ἐπεβάλλοντο αἱ διπλωματικαὶ ἐνέργειαι ἐντὸς τῆς συμμαχικῆς οἰκογενείας, ἀλλ’ ἦτο ἀνεπίκαιρος ἡ προσφυγή. Ἐὰν ἐπὶ τῆς στάσεως αὐτῆς τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κέντρου, ὑπάρχῃ ἐπίκρισις, εἴτε ἐκ μέρους τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκ μέρους Κυπριακῶν παραγόντων, εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἐπίκρισιν. Καὶ ἀπαντῶμεν, ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μας, ἡ ἐπίκρισις εἶναι ἀβάσιμος καὶ τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν, ὅτι ἔχομεν δίκαιον. Κλείει ὁ λογαριασμὸς τοῦ 1950–51. Ἐρχόμεθα εἰς τὰ 1952–53. Κυβέρνησις–Ἀντιπολίτευσις Συναγερμοῦ εἰς τὰ 1952. Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ εἰς τὰ 1953. Καὶ εἰς τὰ 1952, ὡς ἀντιπολίτευσις ὁ Συναγερμός, εἰς τὸν ὁποῖον μετεῖχεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τὰ 1953 ὡς Κυβέρνησις, ὁ Συναγερμὸς ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τοῦ Κέντρου. Ἀρνεῖται τὴν προσφυγήν, προβαίνει μόνον εἰς διπλωματικὰς διαπραγματεύσεις καὶ τὴν ἀρνεῖται, μάλιστα εἰς τόσον βαθμόν, ὅπως ἀνεφέρθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ὥστε προσφυγὴν τοῦ Μακαρίου εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη τὸν Σεπτέμβριον 1953, ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ ἀρνεῖται νὰ υἱοθετήσῃ, λέγων, ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη στάδιον διπλωματικῶν προσπαθειῶν. Καὶ τότε, ἐκείνη ἡ προσφυγὴ ἐγκαταλείπεται, διότι δὲν υἱοθετήθη ἀπὸ κανένα Κράτος–μέλος. Καὶ θέτω τὸ ἐρώτημα: Ὅταν ὁ Συναγερμός, ἑπομένως ὁ σημερινὸς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰ 1952 καὶ εἰς τὰ 1953, ἠκολούθησε τὴν ἰδικήν μας πολιτικήν, μὲ ποῖον δικαίωμα διαρκῶς ἐπικαλεῖται τὴν πολιτικήν μας τοῦ 1950–51 διὰ νὰ ἀντλήσῃ ἐκεῖθεν δικαίωμα ἐπικρίσεων καὶ συγχρόνως νὰ μᾶς ἀπαγορεύῃ πλέον, ἐν ὀνόματι ἐκείνης τῆς πολιτικῆς μας, οἱανδήποτε κριτικὴν τῆς πολιτικῆς τῶν ἑπομένων ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἠσκήθη πράγματι ἡ προσφυγή; Ἰδού, διατὶ θεωρῶ ἐντελῶς ἄτοπον τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἄγεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ προσφυγή, δημιουργεῖται διὰ τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὴν Κύπρον, νέα κατάστασις. Κατὰ διάφορον τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα, πρὸ τῆς προσφυγῆς καὶ κατὰ διάφορον ἀφ’ ὅτου ἤρχισεν ὁ ἀγών. Καὶ ἀφ’ ὅτου ἀρχίσῃ ὁ ἀγών, καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων εἶναι νὰ παλαίουν ἐναντίον τῶν δυσχερειῶν, καθῆκον τῶν δημοκρατικῶν ἀντιπολιτεύσεων εἶναι νὰ ἐπαγρυπνοῦν καὶ νὰ ἐπισημαίνουν τὰ σημεῖα, ὅπου φρονοῦν, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις προσκόπτουν ἢ αἱ Κυβερνήσεις σφάλλονται. Δὲν καθίστανται ἀπυρόβλητοι ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι διαχειρίζονται δυσχερὲς θέμα. Δὲν ἀχρηστεύεται ἡ δημοκρατικὴ ἀντιπολίτευσις ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι, πράγματι, εἶναι δυσχερὲς τὸ θέμα. Ἀναγνωρίζομεν τὴν δυσχέρειαν, ἀλλὰ δὲν ἀποστερούμεθα τοῦ δικαιώματος νὰ ἐπισημάνωμεν τὰς εὐθύνας, νὰ ἐπισημάνωμεν τὰ σφάλματα, νὰ ἀνησυχῶμεν διὰ τὴν πορείαν τοῦ μέλλοντος. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον θέμα. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: Δὲν γνωρίζετε, λοιπόν, ὅτι εἰς τὸν ΟΗΕ δὲν ἐκδίδονται δικαστικαὶ ἀποφάσεις; Εὐκαιρία εἶναι διεθνοῦς προβολῆς τοῦ θέματος. Μᾶς ἠδίκησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν εἶναι ἐξαίρετος ἡ μόρφωσίς μας, ἀλλὰ τόσα γνωρίζομεν. Βεβαίως γνωρίζομεν, ὅτι ὁ ΟΗΕ εἶναι παγκόσμιον βῆμα. Ἀλλὰ γνωρίζομεν, ἐπίσης, ὅτι αἱ ἑκάστοτε ἀποφάσεις του ἀποτιμῶνται καὶ πολιτικῶς. Καὶ ἀποτιμῶνται κατ’ ἐξοχὴν ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἕκαστον ἔτος. Μετὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ ΟΗΕ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ πανηγυρίζει διὰ τὸν θρίαμβον. Διατί, λοιπόν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδῃ αὐτὴν τὴν μεγάλην ἠθικὴν καὶ πολιτικὴν σημασίαν εἰς τὰς ἀποφάσεις τοῦ ΟΗΕ, διατὶ ἀποστερεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀπὸ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἐπίσης καὶ νὰ ἐλέγχῃ; Καὶ διατὶ τὴν ἀποστερεῖ ἀπὸ τὸ δικαίωμα νὰ συγκρίνῃ τὴν περυσινὴν μὲ τὴν ἐφετεινὴν ἀπόφασιν; Ἰδοὺ διατὶ καὶ εἰς αὐτὸ ὑπῆρξεν ἄδικος ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι ἡμεῖς. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὠργίσθη, διότι ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν. Ἀλλ’ ἡ ἀντίφασις εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπεβεβαιώθη. Ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅτι πράγματι ἡ Κυβέρνησις παλαιότερον ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδέποτε θὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ΝΑΤΟ, διότι τὸ θεωρεῖ ἐπικίνδυνον. Καὶ κατόπιν ἡ Κυβέρνησις, κρίνασα, ὅτι θὰ ἦτο ὠφέλιμος ἡ ἔκθεσις τοῦ θέματος εἰς τὸ ΝΑΤΟ, τὸ ἀπεφάσισεν. Ὅταν, λοιπόν, ἡμεῖς ὑποστηρίζωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις, λέγομεν τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἀπέκειτο εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ ἰδικοῦ μας ἰσχυρισμοῦ, ἀλλὰ νὰ δώσῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας τὴν ἐξήγησιν τῆς ἀνακολουθίας. Νὰ ἐξηγήσῃ διατὶ ἔκρινεν, ὅτι πράγματι ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ΝΑΤΟ. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκβασιν τῶν συζητήσεων τοῦ ΝΑΤΟ, ἡμεῖς, κρίνοντες μόνον ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα, διότι στερούμεθα ἄλλων στοιχείων —τὰ φυλάττει φιλαργύρως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν—κρίνοντες μόνον ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα, συνεπεραίναμεν, ὅτι ἠτύχησεν ἡ εἴσοδος τοῦ θέματος εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Πῶς εἶναι δυνατόν, λοιπόν, ὅταν κρίνωμεν ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ μόνον στοιχεῖον ποὺ ἀσφαλῶς διαθέτομεν, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐναντίον ἡμῶν νὰ διατυποῦται ἐπίκρισις καὶ νὰ μὴ ἐπιβεβαιώνεται ἡ ἀπόλυτος καλὴ πίστις μας; Εἶπεν, ἐπίσης, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως: «Ἐζητήσατε ἀπὸ ἡμᾶς νὰ νικήσωμεν τὴν Ἀγγλίαν». Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν ἀκόμη θὰ ἤθελε νὰ χαριτολογήσῃ, θὰ ἐξέλεγε καλλίτερον εὐφυολόγημα. Εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐζητήσαμεν αὐτὸν τὸν παραλογισμόν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς κρίνομεν, εἶναι τοῦτο. Ὅτι μετὰ τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, ὑπάρχει μία περίοδος νευρικότητος, ἀπωλείας ψυχραιμίας, ἀντιφάσεων, τὰς ὁποίας ἐπεσημάναμεν. Δὲν ἐζητήσαμεν ποτὲ νὰ νικηθῇ ἡ Ἀγγλία ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῶν σχέσεων, μὲ τὸν Μακάριον. Εἴμεθα ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐδημιουργήσαμεν τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις, ἡ βαρυσήμαντος, τοῦ Μακαρίου, ἔγινεν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως; Ἐκεῖθεν, ἀπὸ σᾶς προῆλθεν ἡ βεβαίωσις, ὅτι ὁ Μακάριος προέβη εἰς τὴν συνέντευξιν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχομεν ἄλλας πληροφορίας. Καὶ ὅταν ἠκούσαμεν αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, συνηγάγομεν καλοπίστως, ἐθνικοφρόνως, τὸ συμπέρασμα, ὅτι αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποτελεῖ δυστύχημα. Διότι, ἐὰν ἐπὶ τόσον μεγάλου θέματος, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ χωριστὴ πολιτικὴ τοῦ Μακαρίου, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, βαρύταται εἶναι αἱ εὐθῦναι ἀμφοτέρων καὶ μέγιστοι οἱ κίνδυνοι τοῦ μέλλοντος. Ἰδοὺ ἡ ἀπόλυτος ἰδική μας καλὴ πίστις. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μεγαλυτέραν ἔκτασιν εἰς τὴν σύντομον αὐτὴν ἀπάντησίν μου. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ ἐπιβεβαιώσω καὶ πάλιν εἰς συμπέρασμα: Ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἐξοικειωθῇ μὲ τὴν κοινοβουλευτικὴν ζωὴν τῆς ἀσκήσεως τοῦ καλοπίστου ἐλέγχου, ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἐκτιμῶμεν τὰς δυσχερείας, ἐναντίον τῶν ὁποίων παλαίει. Ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ ἀποστερηθῶμεν τοῦ δικαιώματος νὰ ἐλέγχωμεν καλοπίστως, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἀσκοῦντες ἐθνικόν, δημοκρατικὸν καὶ καλόπιστον ἔλεγχον, ὑπηρετοῦμεν τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος, κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§78Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν προχθὲς ἤρχισεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, διὰ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ, ὅλοι εἴχομεν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ συζήτησις θὰ περιωρίζετο αὐστηρῶς ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ παρελθὸν πεντάμηνον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν ἐλειτούργησε καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον, ἀφ’ ἑνὸς ἐσιώπησεν ἡ Βουλὴ καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐπῆλθε ριζικὴ μεταβολὴ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐνῷ περιωρίσθην αὐστηρῶς, βάσει γεγονότων καὶ βάσει λόγων τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διατυπώσω τὴν ἐπίκρισίν μου, παρὰ ταῦτα, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρεθεὶς ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἀντικρούσῃ τὰ ἀδιάψευστα γεγονότα, ἐπροτίμησε νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθόν. Ὅπως γνωρίζετε, ἄλλοτε, ἐγὼ εἶχον ζητήσει, ὅπως γίνῃ μία εὐρεῖα δημοσία συζήτησις ἐφ’ ὁλοκλήρου τοῦ θέματος τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ ἐζήτησα πρὸς τοῦτο νὰ κατατεθοῦν οἱ σχετικοὶ φάκελλοι, διότι καθ’ ὃν τρόπον ἀνεχώρησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν παρέλαβον μετ’ ἐμοῦ οὐδὲν ἀπολύτως ἔγγραφον. Δὲν εἶχον ἄλλωστε, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κανένα λόγον νὰ παραλάβω ἀντίγραφα ἐγγράφων, διότι, τότε τοὐλάχιστον, δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤσκουν ἕνα λειτούργημα εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς Χώρας, ἦσαν πάντοτε, οἱ φάκελλοι ἀνοικτοὶ καὶ προσιτοί. Ἂς ἔλθῃ εἷς ἐκ τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων νὰ εἴπῃ, ἐὰν ποτὲ ἀπεκρύβη καὶ ἓν ἔγγραφον. Κατὰ συνέπειαν, δὲν νομίζω, ὅτι τελεῖ ἐν καλῇ πίστει, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔρχεται νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ παρελθόν, αὐτὸς μὲν ἔχων ὅσα ἔγγραφα τὸν συμφέρει, ἐμὲ δέ, νὰ ἀποστερῇ τῶν ἐγγράφων καὶ νὰ μὲ κατηγορῇ ἐπὶ ἀναξιοπιστίᾳ.
§79Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐπεκαλέσθην δηλώσεις εἰς τὴν Βουλήν. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθην, εἶναι τμήματα τῆς ὁμιλίας σας.
§80Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαταβολικῶς λέγω, ὅτι τίποτε ἐκ τοῦ παρελθόντος δὲν ἔμαθε καὶ τίποτε δὲν ἔχει παρακολουθήσει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἀρχῶν τοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις, ἐκλήθη μεταγενεστέρως νὰ χειρισθῇ. Δὲν εἶναι λοιπόν, οἱ λόγοι μου, τοὺς ὁποίους ἐξεφώνησα τὸν Φεβρουάριον, σχετικῶς μὲ τὴν θέσιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Χθὲς δὲν εἶχον πρόσφατα τὰ στοιχεῖα, μοῦ ἐδόθη ὅμως ἡ εὐκαιρία νὰ ρίψω ἓν βλέμμα εἰς ὡρισμένας σημειώσεις. Ἰδού, πῶς ἔχει τὸ ζήτημα, σχετικῶς μὲ τὴν στάσιν τῆς Ἀμερικῆς καὶ ἂς μοῦ εἴπῃ ἡ Βουλή, ἐὰν ἠμπορῇ νὰ μὲ κατηγορήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἀναξιοπιστίᾳ. Τοιαύτην κατηγορίαν δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν ἀποδεχθῶ. Τὴν ἀπορρίπτω, διότι ἡμεῖς πάντοτε εἴχομεν ἐλεύθερα τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ κανεὶς δὲν μᾶς ἐκατηγόρησε διά τοῦτο, ἐνῷ ἐκεῖνοι τὰ κρατοῦν κλειστά, ἐκεῖνοι θέλουν νὰ τὰ ἀποκρύψουν, διότι θέλουν, ἄλλα νὰ λέγουν καὶ ἄλλα νὰ πράττουν. Αἱ πράξεις των εἶναι διαφορετικαὶ τῶν λόγων των. Καὶ τοῦτο διὰ τῶν ἐγγράφων θὰ ἀποδειχθῇ. Ἰδού, λοιπόν, πῶς ἔχει τὸ θέμα τῆς Ἀμερικῆς. Εἶπον χθές, ὅτι ἡ Ἀμερική, εἰς μίαν ὡρισμένην στιγμήν, μᾶς ἐδήλωσεν οὐδετερότητα, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ διὰ τοῦτο ἐπετύχομεν τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπήν, μετὰ ταῦτα ὅμως, μᾶς ἐγκατέλιπον.
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Γενικὴν Ἐπιτροπήν.
§82Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνοι, εἰς τὴν Γενικὴν Ἐπιτροπήν. Λοιπόν, εἰς τὰς 16 Σεπτεμβρίου 1954, ἐὰν ἀναζητήσῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀνεύρῃ σημείωμα τοῦ διπλωματικοῦ μας ἀντιπροσώπου, κατόπιν συνομιλίας μὲ τὸν κ. Μπάξτερ, ἁρμόδιον Δ)ντὴν τοῦ Στέητ Ντηπάρτμεν, διὰ τοῦ ὁποίου, ἐπεβεβαίωνε προηγουμένας συνομιλίας τῆς 16ης Αὐγούστου ἐν Ἀθήναις, δηλώνων, ὅτι συμφωνεῖ ἀπολύτως εἰς τὴν στάσιν τῆς οὐδετερότητος. Δὲν ἐζητούσαμεν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν τότε, ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ μόνον οὐδετερότητα καὶ μᾶς τὴν ὑπεσχέθη. Μετὰ ταῦτα, μετέβαλον γνώμην. Εἶπον χθές, ὅτι δὲν εἶχον τὰς ἡμερομηνίας. Σᾶς λέγω, ὅτι τὴν 12ην Δεκεμβρίου ἐξεδηλώθη ἡ μεταβολὴ τῆς Ἀμερικανικῆς πολιτικῆς καὶ δι’ αὐτὸ ἀπωλέσαμεν τὸ θέμα εἰς τὴν Συνέλευσιν. Κύριοι, ἠμπορεῖτε ἐπάνω εἰς τὰς πληροφορίας ποὺ σᾶς δίδω νὰ μοῦ διατυπώσητε ἐπὶ ἀναξιοπιστίᾳ δῆθεν κατηγορίαν; Ἐγώ, τὴν διατυπώνω μὲ ἀδιάσειστα γεγονότα ἐναντίον σας καὶ δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσετε. Ἀνεδράματε, ὅμως, εἰς τὸ παρελθόν, ἐνῷ δὲν εἴχατε δικαίωμα νὰ τὸ κάμετε, ἐὰν θέλετε μίαν καλόπιστον συζήτησιν, καὶ ἐάν, προηγουμένως δὲν παράσχητε πλήρη στοιχεῖα ἐκ τῶν φακέλλων. Μὲ αὐτὸ ποὺ κάμνετε, ἀποδεικνύετε, ὅτι δὲν ἔχετε μεγάλην ἐμπιστοσύνην δι’ ὅσα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐλέγατε καὶ ἐπράττατε. Κύριοι συνάδελφοι, ἀπὸ μνήμης θὰ σᾶς εἴπω μερικά. Θὰ σᾶς εἴπω, ποῖα εἶναι τὰ σφάλματά μου καὶ ποῖα τὰ ἁμαρτήματά μου. Δύο εἶναι αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι μὲ βαρύνουν: Πρῶτον, ὅτι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν Τριμερῆ Διάσκεψιν καὶ δεύτερον, ὅτι ἀπετύχομεν κατόπιν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Ὁμιλῶ, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ μνήμης καὶ ἐὰν εἰς ὡρισμένας ἡμερομηνίας ἢ ἀριθμοὺς πλανηθῶ, τοῦτο δὲν θὰ ὀφείλεται εἰς ἐμέ, ἀλλὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω, ὅτι τὴν 30ὴν Ἰουνίου, ὅταν διεβιβάσθη εἰς Ἀθήνας ἡ πρόσκλησις τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν τριμερῆ, εὑρισκόμην εἰς Παρισίους, εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ ΝΑΤΟ καὶ ἔσπευσα νὰ δηλώσω εἰς τὸν τύπον, ὅτι εἶναι ἐνδιαφέρουσα ἡ πρόσκλησις εἰς τριμερῆ διάσκεψιν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἐν τούτοις, ὅμως, τὸ θέμα θὰ κριθῇ ἐν Ἀθήναις. Τὴν ἑπομένην ἢ μεθεπομένην, ἔλαβον τηλεγράφημα τοῦ κ. Κανελλοπούλου, ὁ ὁποῖος μοῦ ἔλεγεν, ὅτι ὁ Στρατάρχης Παπάγος καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀπεφάσισε νὰ συμμετάσχωμεν εἰς τὴν Διάσκεψιν. Ἐδέχθην τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε καὶ ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἠτυχήσαμεν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅπως κατόπιν καὶ εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὅπου, κατόπιν τῆς ἀντιδράσεως τῆς Ἀμερικῆς, δὲν ἐπετύχομεν οὔτε τὴν ἐγγραφήν. Ἀλλά, ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἡ προσφυγή μας εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη δὲν ἐπρόκειτο οὔτε τὸ πρῶτον, οὔτε τὸ δεύτερον, οὔτε τὸ ἕκτον ἔτος νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα. Ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς συνεχοῦς προβολῆς τοῦ θέματος ἐνώπιον τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπιμένομεν εἰς αὐτήν, ἐν συνεχείᾳ θὰ εἴχομεν κἄποτε καλὰ ἀποτελέσματα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὀπαδὸς καθυστερημένος ἴσως, ρομαντικός, τοῦ ὀρθοδόξου κοινοβουλευτισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἀτυχήσαντα νὰ παραιτῆται. Αὐτὸ μοῦ ἐκατηγόρει ἡ Ἀντιπολίτευσις, βασιζομένη εἰς ὑποκειμενικὰ κριτήρια καὶ ὄχι εἰς ἀντικειμενικά. Δὲν δικαιοῦται ὅμως νὰ τὸ πράττῃ ἡ Κυβέρνησις. Διότι δὲν παρέλαβεν ἐν ὑποστολῇ, ἀλλὰ παρέλαβεν ὑψηλὰ τὸ αἴτημα τῆς διεκδικήσεως τῆς Κύπρου καὶ ἐν τούτοις αὐτὴ τὸ κατήντησεν, ἐκεῖ ὅπου τὸ κατήντησεν. Λοιπόν, ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶ. Ἐὰν δὲν ἔπραξα τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, οὔτε τοῦ τότε συναδέλφου μου κ. Κανελλοπούλου, ἀλλὰ διότι εἰδοποιήθην, ὅτι τοιαύτη ἐνέργειά μου θὰ εἶχεν ἄμεσον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀειμνήστου Στρατάρχου. Καὶ εὑρέθην μεταξὺ δύο καθηκόντων. Ἐπροτίμησα τὸ περισσότερον ἄχαρι. Πιστεύω, φυσικά, ὡς ὀρθόδοξος κοινοβουλευτικὸς ἀνήρ, ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀτυχεῖ, ἔστω ἄνευ ἰδίας ὑπαιτιότητος, ὀφείλει νὰ παραιτῆται. Καὶ ἔπρεπε νὰ πράξω τοῦτο. Ἡ δικαιολογία ὅμως, εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν εἶπον. Ἄς κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἂν ἔπραξα καλῶς. Ἡ ἀντιπολίτευσις τότε, ἐπετέθη ἐναντίον μου καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι ἠτύχησα διότι ἔπρεπε νὰ παραιτηθῶ. Ἐὰν ὅμως ἠτύχησα ἐγώ, σεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δικαιοῦσθε νὰ λέγετε, ὅτι παρελάβατε ἁμαρτίας, τὰς ὁποίας ἐσπεύσατε εὐκόλως καὶ εὐχαρίστως νὰ ἀποδεχθῆτε, διὰ λόγους, βέβαια, ἐθνικοῦ συμφέροντος. Σεῖς δὲν δύνασθε νὰ λέγετε, ὅτι παρελάβατε ἁμαρτίας, διότι εἰς τὴν διάσκεψιν τοῦ Λονδίνου, ἐὰν ρίξετε μία ματιὰν εἰς τὰ πρακτικά, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐκεῖ μᾶς παρεσχέθη ἡ αὐτοκυβέρνησις, ἀφήνετο δὲ ἀνοικτὸ τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας κ. Ζουρλοῦ, διακόπτων, εἶπε περίπου πρὸς τὸν Μὰκ Μίλλαν, Ὑπουργὸν τότε τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Μεγ. Βρεταννίας: εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τὴν αὐτοκυβέρνησιν, ἐὰν προηγουμένως μᾶς δηλώσητε, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐννοεῖτε νὰ ἐπιτρέψητε τὴν αὐτοδιάθεσιν καὶ συνεπῶς τὴν Ἕνωσιν μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ἡ ἑξῆς: εἶναι περίεργος ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. ἀντιπροσώπου τῆς Τουρκίας. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διαβεβαιώσω ἐγὼ εἰς ἕνα κόσμον καὶ μάλιστα πυρηνικόν, διαρκῶς μεταβαλλόμενον, ὅτι τὰ πράγματα θὰ μείνουν ἀμετακίνητα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν εἰς ἀντιπροσώπους Χωρῶν τῆς Μεσογείου, εἰς τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζομεν πόσον συνεχῶς μεταβάλλονται τὰ πράγματα. Ἔπειτα, δὲν εἶναι δυνατόν, προσέθεσε, νὰ δεσμεύσω καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ μὲ διαδεχθοῦν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι σήμερον, ὅπως βλέπω ἐγὼ τὰ πράγματα, εἶναι, ὅτι δι’ ἡμᾶς, δὲν τίθεται ζήτημα αὐτοδιαθέσεως. Δηλαδή, ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ θέματος, ἐξάγεται, ὅτι ἡ μόνη διαφορὰ ἥτις ὑφίσταται, εἶναι ἡ τακτὴ καὶ εὔλογος προθεσμία διὰ τὸ ζήτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Καὶ θὰ ἠδυνάμην, νὰ σᾶς φέρω ἔγγραφα καὶ σημειώσεις, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι μᾶς διεμήνουν ἐμμέσως ἐπὶ τῆς ἐποχῆς μου, ὅτι θὰ ἐδέχοντο καὶ τὴν αὐτοδιάθεσιν μετὰ μίαν 15ετίαν ἢ 20ετίαν. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῆτε, ὅτι τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τὸ εἶχεν ἀποδεχθῆ ἡ Μεγάλη Βρεταννία, τὸ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις καὶ ναὶ μὲν τὸ ἀπέρριπτε πάντοτε, ἄφηνε ὅμως ἀνοικτὸν τὸ μέλλον τῆς Νήσου. Σεῖς, ἀντὶ νὰ ἐκμεταλλευθῆτε αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τὴν ἠγνοήσατε καὶ ἐγκατελείψατε τὰς δυνατότητάς σας καὶ ἐφθάσατε, ἀπὸ ὑποχωρήσεως εἰς ὑποχώρησιν, τὴν ὁποίαν μάλιστα, ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀναφέρετε εἰς τὴν Βουλὴν ὡς προώθησιν τοῦ θέματος. Καὶ αὐτὸ τὸ ψεῦδος, πραγματικῶς, ἀπὸ ὑποχωρήσεως εἰς ὑποχώρησιν μᾶς καταντήσατε ἐκεῖ ποὺ μᾶς καταντήσατε. Εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνετε εἰς παραχωρήσεις— κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως— καὶ δὲν σᾶς κατηγορῶ διὰ τοῦτο. Καὶ ἐγὼ εἶχον εἴπει εἰς τὸν ἀείμνηστον Στρατάρχην, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδυθῶμεν εἰς πόλεμον μὲ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Ἀλλὰ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, ἦτο ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀσκήσωμεν κατ’ αὐτῆς μίαν ἠθικὴν πίεσιν διὰ τοῦ Ο.Η.Ε., καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ διαπραγματευώμεθα. Σεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, βαίνοντες ἀπὸ ὑποχωρήσεως εἰς ὑποχώρησιν, χωρὶς προπαρασκευήν, χωρὶς διαπραγμάτευσιν, κατελήξατε εἰς τὰ τελευταῖα χαρακώματα. Καὶ τώρα, θέλετε, ἀπὸ τοῦ τελευταίου χαρακώματος, νὰ ἐπιβάλλετε ὅρους εἰς τοὺς ἀντιπάλους, ἐνῷ δὲν σᾶς μένει τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον ἡ παράδοσις. Ἡ ἐποχὴ τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσα, ἀποδεικνύεται διὰ στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδυνάμην νὰ προσκομίσω, ἐὰν μοῦ ἐδίδοντο τὰ ἔγγραφα. Δὲν ἤθελα νὰ ἀναδράμω σήμερον εἰς τὸ παρελθόν, διότι τὸ θέμα εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν ἐξελίξει. Πάντως, λέγω, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἀναδρομή σας εἰς τὸ παρελθὸν ἦτο ἄστοχος. Καὶ ζητεῖτε ἁπλῶς νὰ ἀποφύγητε νὰ δώσητε ἀπάντησιν εἰς ὅσα χθὲς σᾶς κατηγόρησα καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύνασθε νὰ δώσητε ἀπάντησιν. Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναφερθῆτε εἰς τὸ παρελθὸν κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν σᾶς τιμᾶ, διότι ἐγὼ μὲν δὲν δύναμαι νὰ προσκομίσω τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἀποδείξουν ὅτι δὲν λέγετε τὴν ἀλήθειαν. Ὡς παλαιὸς κοινοβουλευτικός, ὅταν ὁμιλῶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν λέγω τὴν ἀλήθειαν, λέγω ὅ,τι πιστεύω. Καὶ δι’ αὐτὸ χθές, ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς στάσεως τῆς Ἀμερικῆς, οὐδόλως ἀπέκρυψα τὴν ἀλήθειαν. Ἐὰν δὲν ἐνθυμούμην ὡρισμένας ἡμερομηνίας, τοῦτο ὀφείλεται εἰς δικαιολογημένην ἐξασθένησιν τῆς μνήμης. Σήμερον σᾶς δίδω τοὺς ἀριθμοὺς καὶ τὰς ἡμερομηνίας. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ζητήσητε τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ βεβαιωθῆτε, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔλεγα ἀνακριβείας, ἀλλὰ σεῖς, εἴχατε ἄγνοιαν τῶν στοιχείων. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐλάμβανε γνῶσιν τῶν ὅσων συνέβαινον καὶ ὅλα τὰ ἐπεδοκίμαζε, καὶ ὅλα τὰ ἀπεδέχετο. Μόνον μίαν φορὰν εἶχεν ἀντίρρησιν σχετικὴν ὡς πρὸς τὸ ἐπίκαιρον τῆς προβολῆς τοῦ ζητήματος τῆς Κύπρου. Τοῦτο ἦτο δικαίωμά του. Ἀλλὰ ὁ Στρατάρχης Παπάγος, εἶχε θέσει ὡς βάσιν τῆς πολιτικῆς του, τὴν προβολὴν τοῦ ζητήματος τῆς Κύπρου. Συνεπῶς ἢ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποδεχθῇ ἢ ἔπρεπε νὰ μὴ προσχωρήσῃ εἰς τὸν Στρατάρχην Παπάγον. Εἴχατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δικαίωμα νὰ πράξητε τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο. Εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητῆτε τὸν κακὸν χειρισμόν. Δὲν εἴχατε ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητῆτε τὴν προβολὴν αὐτοῦ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔπρεπε ν’ ἀποτελῆτε μέλος τοῦ Ε. Σ. ἢ ἔπρεπε νὰ τὸν ἐγκαταλείψετε. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ καλὴ πίστις. Ἐκ προσωπικῶν μου ὑπομνημάτων πρὸς τὸν Στρατάρχην, ἠμπορεῖτε νὰ ἴδητε, ὅτι πολλάκις ὑπῆρχον θέματα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν συνεφώνουν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον εἶχα δώσει τὸν λόγον μου εἰς τὸν Στρατάρχην, ὅστις διηύθυνε τὸ Κυπριακόν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀσθενείας του θὰ πειθαρχῶ, ἐθεώρησα χρέος μου νὰ ἀναλάβω δημοσίως τὰς εὐθύνας καὶ ἐκείνων ἀκόμη τὰ ὁποῖα δὲν ἐπίστευον καὶ αὐτὰ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν, πολλὰς ἀληθείας καὶ διὰ γεγονότα, καὶ διὰ πρόσωπα, πολλὰ τῶν ὁποίων ἔπαιζαν σημαντικὸν ρόλον εἰς τὴν πολιτικήν μας. Πολλοὶ ἀπὸ σᾶς κύριοι συνάδελφοι, εἴσασθε μέλη τοῦ Ε. Σ. καὶ ἐχειροκροτούσατε τὴν πολιτικήν μου. Οὐδεὶς τότε διεφώνησε δι’ ἐκείνην. Σήμερον, ὅμως, εἶδον νὰ χειροκροτῆτε τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη τὰς εὐθύνας του ποὺ ἀπέρρεον ἐκ τῆς συμμετοχῆς του εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ε. Σ. Νομίζω, ὅτι ἡ συνείδησίς σας θὰ σᾶς τύπτῃ δι’ αὐτό. Καὶ θὰ εὑρεθῇ κἄποιος ἐκλογεύς σας νὰ σᾶς ἐρωτήσῃ; Πῶς ἀποδοκιμάζετε σήμερον τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἐπιδοκιμάζετε. Καὶ τὸ αὐτὸ δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν συμμετείχετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην. Μὴ μοῦ παριστάνετε, λοιπὸν τὸν ἰσχυρὸν ἄνδρα, ἀρνούμενος τὴν εὐθύνην σας διὰ τὰ παλαιότερα γεγονότα. Δὲν εἶναι τοῦτο ἴδιον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Δώσατέ μου τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα σεῖς ἔχετε διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Καὶ εἰς αὐτὰ ἡ εὐθύνη σας εἶναι πλήρης. Ἡμεῖς δὲν ἐνθυμούμεθα σήμερον εὐκρινῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπράξαμεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Διατὶ δὲν μᾶς δίδετε, λοιπόν, τοὺς φακέλλους, διατὶ δὲν μᾶς δίδετε τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ἤντεν καὶ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ἤντεν;
§83Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Τὰ λέγομεν φανερά.
§84Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποπτευόμεθα, λοιπόν, διότι συστηματικῶς ἀποκρύπτετε τοὺς φακέλλους, ὅτι ἄλλα λέγετε καὶ ἄλλα πράττετε;
§85Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποπτεύεσθε.
§86Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε ἐσεῖς νὰ μοῦ κλονίσητε τὴν πεποίθησίν μου. Ἀπὸ τότε, ποὺ ἐσεῖς εἴπατε εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, πρὸ τῶν ἐκλογῶν, ὅτι εἴχατε ἐπιτύχει καὶ τὴν αὐτοδιάθεσιν καὶ τὴν αὐτοκυβέρνησιν, καὶ ἐν τούτοις, μετὰ ταῦτα ἀπεδείχθη, ὅτι τίποτε ἐξ αὐτῶν δὲν εἴχατε ἐπιτύχει, πῶς θέλετε νὰ σᾶς πιστεύσωμεν; Αὐτὰ σᾶς εἴπομεν καὶ χθές.
§87Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Προέκυψαν ἀπὸ τὰς δηλώσεις τοῦ Μακαρίου.
§88Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατηγορία τὴν ὁποίαν διετυπώσαμεν, συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι βεβαίως, ἐφ’ ὅσον διαπραγματεύεσθε, θὰ προβῆτε εἰς παραχωρήσεις καὶ ὑποχωρήσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διαφορετικὰ μὲ τὴν Ἀγγλίαν. Ἐφ’ ὅσον διαπραγματεύεσθε, πρέπει κἄτι νὰ παραχωρήσετε. Σεῖς ὅμως, τὰ παρεχωρήσατε ὅλα, χωρὶς νὰ τὰ διαπραγματευθῆτε, χωρὶς νὰ ἀξιοποιήσητε. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατηγορία μας. Πέραν αὐτοῦ σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον διαπραγματεύεσθε τὸ θέμα, δὲν μᾶς ἐμπνέει ἐμπιστοσύνην. Θέλετε νὰ σᾶς βοηθήσωμεν; Εἴμεθα πρόθυμοι, ἀλλὰ δώσατέ μας ὅμως τὰ ἔγγραφα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ σᾶς βοηθήσωμεν. Ἀλλὰ σήμερον τί ἠκούσαμεν; Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέστρεψε τὰ πράγματα καὶ τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἀπηυθύναμεν, ὅτι ἡμεῖς, δῆθεν, δὲν θέλομεν νὰ τὸν βοηθήσωμεν. Ἀντὶ ἐκεῖνος νὰ μᾶς δώσῃ τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ καθορίσωμεν μίαν ἑνιαίαν ἐθνικὴν πολιτικήν, ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει σήμερον, δὲν βοηθεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἀντιθέτως δημαγωγεῖτε. Ἀποδείξατέ μας, ὅτι ζητεῖτε μίαν ἐθνικὴν πολιτικήν. Καὶ ἀναλάβατε τὴν πρωτοβουλίαν ταύτης, ἀφοῦ τοιαῦτα πράγματα λέγετε εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Σᾶς διαβεβαιῶ, καὶ νομίζω, ὅτι ἀντιπροσωπεύω καὶ τὸ αἴσθημα τῆς λοιπῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἂν μᾶς ἀποδείξετε τί ἐπράξατε καὶ τί σκέπτεσθε νὰ πράξητε, θὰ εἴμεθα εἰς τὸ πλευρόν σας. Ἀλλὰ δὲν τὸ πράττετε, ἀντιθέτως διαστρέφετε ἡμερομηνίας καὶ ἀριθμούς, ὅπως διαστρέφετε καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἀντιπολιτεύσεως! Καὶ παίρνετε τὴν θέσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἀπευθύνετε εὐκόλους κατ’ αὐτῆς κατηγορίας. Αὐτὰς τὰς κατηγορίας ἔπρεπε νὰ τὰς ἀπευθύνετε κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ σας. Ὄταν ὁμιλῆτε περὶ ἀνάγκης κοινῆς πολιτικῆς, σεῖς τὴν ματαιώνετε, σεῖς τὴν ἀποφεύγετε, μὲ τὴν μονόπλευρον καὶ μυστικὴν πολιτικήν σας καὶ ζητεῖτε εὐθύνας, διὰ τοῦτο, ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἀλλά, κύριοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος εἰς τὸ τέλος νὰ εἴπω τοῦτο συγκρίνων, διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀνάγκην συγκρίσεων, συγκρίνων τὰς δῆθεν ἁμαρτίας τὰς ὁποίας τοῦ ἐκληροδοτήσαμεν καὶ τὰς ὁποίας ἀπεδέχθη εὐχαρίστως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χάριν βεβαίως τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, συγκρίνων τὰς ἁμαρτίας τὰς ὁποίας τοῦ παρεδώσαμεν καὶ σᾶς ὡμίλησα περὶ ποίων ἁμαρτιῶν ἐπρόκειτο, μὲ τὰς ἁμαρτίας ἐκείνας τὰς ὁποίας θὰ παραδώσῃ αὐτὸς εἰς τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν καὶ εἰς τοὺς ἐπιγόνους του, βλέπω, ὅτι ἡμεῖς τοῦ παρεδώσαμεν τὴν σημαίαν τῆς Αὐτοδιαθέσεως ὑψηλὰ καὶ μὲ σαφῆ δήλωσιν τῶν Ἄγγλων ὅτι ἦσαν διατεθειμένοι, ἐὰν ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὸ αἴτημα τῆς εὐλόγου καὶ τακτῆς προθεσμίας, νὰ ἱκανοποιήσουν τὰ αἰτήματά μας. Σεῖς τί θὰ παραδώσητε αὔριον κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τοὺς διαδόχους σας; Τί θὰ παραδώσητε, πλὴν τοῦ κατρακυλίσματος τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τὴν ἠγγυημένην ἀνεξαρτησίαν, τῆς ὁποίας ἀκόμη τὴν οὐσίαν οὔτε ἐγὼ οὔτε οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν κατενοήσαμεν; Αὐτὸ τὸ κατάντημα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς καταδικάσῃ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ πληρωθῇ μίαν ἡμέραν, διότι πάντοτε αἱ τραγῳδίαι ἔχουν μίαν κάθαρσιν καὶ ἡ Κυπριακὴ τραγῳδία θὰ ἔχῃ τὴν ἰδικήν της κάθαρσιν. Σεῖς εἶσθε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐγκαταλείψατε τὰ χαρακώματά μας, προκαταβολικῶς καὶ ἄνευ ἀνταλλάγματος, διὰ νὰ καταλήξετε εἰς τὸ τελευταῖον χαράκωμα τῆς δῆθεν ἀνεξαρτησίας. Σεῖς παρεδώσατε καὶ ἐγκαταλείψατε τὸν Κυπριακὸν λαὸν εἰς τὴν διχοτόμησιν. Καὶ ὁμιλεῖτε σήμερον περὶ κινδύνου διχοτομήσεως, ὡς ἐὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ κινδύνου μὴ ὑπάρχοντος καὶ μελλοντικοῦ. Ἀλλὰ εἶναι πραγματικὸς καὶ ὑπαρκτὸς ὁ κίνδυνος τῆς διχοτομήσεως καὶ ἀπὸ τριμήνου ἐφαρμόζεται καὶ συνεχίζεται. Εἶσθε, πλέον, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς διχοτομήσεως. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ θὰ παραδώσητε εἰς τοὺς ἐπιγενομένους. Ἔτσι θὰ ἀναφέρεσθε εἰς τὴν Ἱστορίαν.
§89Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, θὰ εἶμαι σύντομος, δὲν θὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθόν, ἂν καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἁμαρτίαι τὰς ὁποίας παρελάβομεν, εἶναι κλείσιμον τῶν θυρῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ἐρείπια καὶ φλόγες εἰς τὴν Κων)πολιν. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ θὰ κάμω μίαν γενικὴν παρατήρησιν πρὸς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν διὰ μακρῶν τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν τὴν διαυγῆ τοποθέτησιν τῆς Κυβερνήσεως καθοριζομένην ἀπὸ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς. Τὸ χαρακτηριστικὸν εἶναι ἕν, ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν σφοδρὰν ἐπίθεσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεὶς ἤκουσε τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ προωθηθῇ ὁ ἀγών, οὐδεὶς ἤκουσε πραγματικῶς ἀποτελεσματικὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ φέρωμεν ταχέως εἰς αἴσιον πέρας τὸν ἀγῶνα. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν τρανωτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις κατηγορεῖ, μόνον, διὰ νὰ κατηγορῇ. Ἐὰν δὲ ὑπάρχουν τρία στοιχεῖα, εἰς ὅσα εἶπεν ἡ Ἀντιπολίτευσις, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ ἠδύναντο νὰ θεωρηθοῦν ὡς μέσα ἀγῶνος, θὰ ἀποδείξω, ὅτι τὰ μέσα αὐτὰ τὰ ἐχρησιμοποιήσαμεν πλήρως. Ἀνέφερεν ἡ Ἀντιπολίτευσις διὰ μακρῶν, ὅτι δὲν διεφωτίσαμεν ἐπαρκῶς τὴν παγκόσμιον κοινὴν γνώμην. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι σπανίως χώρα, ἐπέτυχε τοιαύτην διαφώτισιν, ὅπως ἐπέτυχεν ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Βιβλία διαφωτιστικὰ ἐτυπώθησαν εἰς 19 διαφόρους γλώσσας καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποδεκτῶν, διότι προτιμῶ νὰ μὴ εἶναι γνωστός, ὁ τεράστιος ἀριθμὸς τῶν ἀποδεκτῶν τῶν βιβλίων αὐτῶν εἰς 19 γλώσσας ἀνὰ τὸν κόσμον ὁλόκληρον. Δημοσιογράφοι ἐκλήθησαν ἀπὸ ὅλας τὰς χώρας καὶ παρέμειναν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐφθάσαμεν εἰς σημεῖον ἐνημερότητος τοιοῦτον καὶ ὀργανώσεως τοιαύτης, ὥστε ἐφέτος εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ὅταν τὴν τρίτην ἡμέραν τῆς συζητήσεως αἰφνιδιαστικῶς οἱ Τοῦρκοι ἀντιπρόσωποι ἐκυκλοφόρησαν βιβλιάριον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεστήριζον, ὅτι τυραννοῦνται οἱ Τοῦρκοι τῆς Θράκης, ἡμεῖς ἐντὸς 48 ὡρῶν νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ δημοσιεύσωμεν βιβλιάριον, ἀντικροῦον τὰς κατηγορίας αὐτὰς καὶ ἀπεδείξαμεν τὰ ἀντίθετα. Ἐφέτος, εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, πλὴν τῶν λευκῶν βιβλίων, ἐκυκλοφορήσαμεν τρία βιβλία, τόσον ἄρτια γραμμένα—καὶ θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν διήρχεσθε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἴδετε τὰ βιβλία αὐτὰ—ὥστε μαζὶ μὲ τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον εἴχομεν σκορπίσει, πλεῖστοι ἀντιπρόσωποι νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμουν τὰς λαμπρὰς καὶ μεστὰς ἐπιχειρημάτων ἀγορεύσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι σπανίως χώρα ἔκαμε τὴν προσπάθειαν τῆς διαφωτίσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἑλλάς. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Τσιριμῶκος περὶ τῶν βασανιστηρίων. Θὰ τὸν ἐρωτήσω, ἐὰν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, αὐταὶ αἱ 500 ἀποδείξεις τῶν βασανιστηρίων, αἱ ὁποῖαι ἐξῆλθον ἀπὸ στρατόπεδα συγκεντρώσεως καὶ ἀπὸ φυλακάς, μὲ πόσους κινδύνους καὶ μὲ πόσην τέχνην περιῆλθον εἰς χεῖρας μας; Ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ποία προσπάθεια ἐχρειάσθη καὶ ἀπὸ ποίους κατεβλήθη, διὰ νὰ ὑπάρξῃ δυνατότης χρησιμοποιήσεως τῶν καταθέσεων τῶν παθόντων καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ κατώρθωσε μέσα ἀπὸ τὰς φυλακὰς τῆς Κύπρου καὶ μέσα ἀπὸ τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως νὰ βγάλῃ αὐτὰς τὰς καταθέσεις καὶ νὰ τὰς φέρῃ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην. Καὶ εἰς τὴν Ν. Ὑόρκην μᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν καὶ ὅτι ἀπεσύρθησαν. Πράγματι, κατὰ τὴν πρώτην προσφυγήν, κατετέθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Γραμματείαν καὶ ἀπεσύρθησαν, διότι εἴχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἠμπορούσαμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ ἐπιτύχωμεν περισσότερα ἐξ αὐτῶν, τὰ δὲ χαρακτηριστικώτερα 50 ἐτυπώθησαν ἀπὸ τὴν Ἐθναρχίαν εἰς βιβλιάριον, τὸ ὁποῖον ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀμερικῆς. Τί ἄλλην ἐκμετάλλευσιν θέλετε τῶν βασανιστηρίων, τῶν ὁποίων τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα ἡμεῖς μὲ πίστιν καὶ μὲ τέχνην κατωρθώσαμεν νὰ μεταφέρωμεν ἐδῶ; Καὶ ἡ προσφυγή, τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος; Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια μέσα τοῦ ἀγῶνος, ἡ διαφώτισις, ἐγένετο εἰς βαθμόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἠλπίζαμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι θὰ φθάσωμεν. Θὰ παρακαλέσω, ὅσοι ἐδιάβασαν τὰ πρακτικά, καὶ ὁ κ. Τσιριμῶκος ἀντελήφθην, ὅτι τὰ ἐδιάβασε μὲ μεγενθυντικὸν φακόν, νὰ κυττάξουν παρέμβασιν τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Βενεζουέλας καὶ τοῦ Ἀντιπροσώπου τῆς Χιλῆς, χωρῶν, αἱ ὁποῖαι μέχρι τώρα σταθερῶς μᾶς ἐπολεμοῦσαν καὶ νὰ ἴδουν μὲ πόσα ἐπιχειρήματα μᾶς ὑπεστήριξαν, μὲ πόσην πίστιν, νὰ ἴδουν, εἰς μίαν ἀπὸ τὰς ψηφοφορίας μιᾶς τροπολογίας, τὸν Ἀντιπρόσωπον τῆς Χιλῆς νὰ λέγῃ: Θέλω νὰ γνωρίζω, ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς ρυθμίζω τὴν ψῆφόν μου, καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει πόσην ἐργασίαν διαφωτίσεως εἴχομεν κάμνει. Αὐτά, ὡς πρὸς τὸ ἕνα μέρος τοῦ ἀγῶνος, τὴν διαφώτισιν. Τὸ δεύτερον μέρος, νομίζω, ὅτι δὲν χρειάζεται κἂν νὰ τὸ ἀντικρούσω. Ἔχει κανεὶς σχηματίσει γνώμην. Ὁ πρώην συναρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ κ. Παπανδρέου, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ψυχικοῦ πλέγματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐτέλουν, ὑποστηρίζων τὴν προσφυγήν. Νομίζω, ὅτι εἶναι κοινὴ συνείδησις, ὅτι τὸ ψυχικὸν πλέγμα, ἦτο ἕνα πλέγμα μαχητικότητος, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄφησεν ἀναπάντητον, τὸ ὁποῖον ἄνευ ὑποτιμήσεως, δι’ ὅσων δευτερολογιῶν ἀντέκρουον τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἤλλαζον ἀμέσως τὴν ἀτμόσφαιραν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργουν οἱ ἀντίπαλοι. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐπειδή, κύριοι, ὑπέστητε ἐπὶ ὥραν, παλαιὰ καὶ ἄχρηστα κείμενα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Παπανδρέου, νομίζω, ὅτι θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω καὶ ἐγὼ νὰ ὑποστῆτε, ἢ μᾶλλον δὲν θὰ εἶναι κἄτι τὸ ὁποῖον θὰ ὑποστῆτε, τὸ κείμενον μιᾶς δευτερολογίας, διὰ τὴν οὐσίαν τῆς ὁποίας καὶ ἐπίσης ἐκατηγορήθην ἐδῶ, διότι σχεδὸν ἐλέχθη, ὅτι τὴν ΕΟΚΑ τὴν ὑπερασπίζεται ὁ κ. Μπέβαν καὶ ὁ Ἕλλην ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀποδοκιμάσῃ. Ἰδού, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ἄγγλου καὶ τοῦ Τούρκου ἀντιπροσώπου, οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν δριμύτατα τὴν ΕΟΚΑ, ἀφοῦ ἀντέκρουσα καὶ τὰς διαφόρους ἄλλας κατηγορίας, τί εἶπον δι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Ἐπὶ λέξει μετάφρασις, ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν: «Τόσον ὁ κ. NOBLE, σήμερον τὴν πρωΐαν, ὅσον καὶ ὁ κ. Ζορλοῦ, σήμερον τὸ ἀπόγευμα, ἐπετέθησαν κατὰ τῆς ΕΟΚΑ ἐν Κύπρῳ, ἀφίνοντες νὰ πιστευθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ συμμορίας δολοφόνων, ἐστερημένης ἰδεωδῶν. Ὁ κ. NOBLE ἔφθασε μάλιστα εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ τοὺς παραβάλῃ μὲ τοὺς γκάγκστερς τῶν μεγάλων πόλεων. Ἀγνοῶ ποῖα εἶναι τὰ ἰδεώδη τῶν γκάγκστερς τοῦ Λονδίνου. Εἶναι πιθανὸν νὰ εἶναι λίαν ἰδιόρρυθμα, ἀλλ’ ἀσφαλῶς οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὸ ἰδεῶδες τῆς ἐλευθερίας. Ἐξ ἄλλου εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ἀσυνήθεις δι’ ἄγγλον ἀξιωματικόν, τοὺς ὁποίους ἐχρησιμοποίησεν ὁ Στρατηγὸς DARLING, ὁ ὁποῖος πολεμᾶ τὴν ΕΟΚΑ ἐπὶ κεφαλῆς 35.000 ἀνδρῶν καὶ συγχρόνου πολεμικοῦ ὑλικοῦ, θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω μὲ ὀλίγας λέξεις τοῦ μεγαλυτέρου ἐν ζωῇ Βρεταννοῦ, ἐκείνου τὸν ὁποῖον ὅλοι ἐχειροκροτήσαμεν, ἠκολουθήσαμεν καὶ ἀνεγνωρίσαμεν ἄλλοτε ὡς τὸν ἡγέτην μας· ὁ καθεὶς ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἐννοῶ τὸν WINSTON CHURCHILL. Ἰδοὺ τί, μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, ἔγραψεν εἰς τὴν σελίδα 21 τοῦ Αʹ τόμου τῆς Ἱστορίας του τῶν Ἀγγλοφώνων Λαῶν: «Εἶναι στοιχειῶδες δικαίωμα τῶν ἀνθρώπων νὰ φονεύωνται καὶ νὰ φονεύουν πρὸς χάριν τῆς γῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ζοῦν, καὶ νὰ τιμωροῦν μὲ ἐξαιρετικὴν αὐστηρότητα ὅλους τοὺς ὁμοφύλους των, οἱ ὁποῖοι ἐθέρμαναν τὰς χεῖρας των εἰς τὴν ἑστίαν τοῦ εἰσβολέως». Στρατηγὲ DARLING, ὁ μικρὸς αὐτὸς λαός, τὸν ὁποῖον πολεμᾶτε σήμερον ἐπὶ κεφαλῆς ὁλοκλήρου στρατιᾶς, ὁ μικρὸς αὐτὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησε δὶς ὑπὸ τὰς σημαίας σας, προετίμησεν, ἀντὶ νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς συμβουλάς σας, νὰ ἀκολουθήσῃ ἐκείνας τοῦ μεγαλυτέρου τῶν συγχρόνων Βρεταννῶν. Ἄλλωστε ὁ κ. CHURCHILL, δὲν ἔγραφε τὰς γραμμὰς ταύτας ἀπὸ ἰδιοτροπίαν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς διότι ἡ ἔννοιά των ἀνταποκρίνεται εἰς ὁλόκληρον θεωρίαν καὶ εἰς ὁλόκληρον πρακτικήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν θεωρίαν, θὰ περιορισθῶ εἰς μίαν φράσιν, ἡ ὁποία ἄλλωστε δὲν μοῦ ἀνήκει· χρονολογεῖται ἀπὸ 2.000 περίπου ἐτῶν καὶ ἀνήκει εἰς τὸν Κικέρωνα: «VI VIM REPELLERE OMNES LEGES OMNIAQUE JURA PERMITTUNT». Τοῦθ’ ὅπερ κατ’ ἐλευθέραν, ἀλλ’ ἀκριβῆ ἑρμηνείαν, σημαίνει «ἡ διὰ τῆς βίας ἀπόκρουσις τῆς βίας, ἐπιτρέπεται ἀπὸ ὅλους τοὺς νόμους καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ δίκαια». Ὁ Κικέρων εἶχεν, ἴσως, ἄδικον γενικεύων οὕτω, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ, ὅτι οἱ Ἰνδοὶ φίλοι μας θὰ κατώρθωναν αὐτοὶ νὰ νικήσουν τὴν βίαν διὰ τῆς εἰρήνης καὶ διὰ τῆς πίστεως. Ἀλλ’ εἶχεν ἁπλῶς ἄδικον, νὰ μὴ ἀφίσῃ χῶρον διὰ τὴν ἐξαίρεσιν, διότι, ἄλλως, κύριοι, πόσοι ἐξ ἡμῶν δὲν ἀντιπροσωπεύουν Ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἀπηλευθερώθησαν, ἀποκρούοντα τὴν βίαν διὰ τῆς βίας; Πόσοι λαοὶ τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας, τῆς Εὐρώπης καὶ τῶν δύο Ἀμερικῶν δὲν ἐχρησιμοποίησαν βίαν, οἵαν βίαν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσουν, ἵνα ἀποκτήσουν τὴν ἐλευθερίαν των; Ἦσαν δολοφόνοι καὶ τρομοκράται, ἄνευ συνειδήσεως καὶ τιμῆς; Μήπως ἐξεπλήρουν καθῆκον; Διακρίνω εἰς τὸ βάθος τῆς αἰθούσης τοὺς φίλους μου τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀντισταθῶ εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ ἀναγνώσω δι’ αὐτούς, δύο μικρὰς παραγράφους τῆς περιφήμου διακηρύξεως ἀνεξαρτησίας, τὴν ὁποίαν οἱ πρόγονοί των διετύπωσαν τὸ 1776. «Ὅταν μακρὰ σειρὰ καταχρήσεων καὶ καταπατήσεων ἀποβλέπει σταθερῶς πρὸς τὸν αὐτὸν ἀντικειμενικὸν σκοπὸν καὶ εἰς τὸ νὰ καθυποτάξῃ τὰ θύματά της ὑπὸ ἀπόλυτον δεσποτισμόν, ἀποτελεῖ δικαίωμα καὶ καθῆκον τῶν θυμάτων τούτων νὰ ἀνατρέψουν τοιαύτην Κυβέρνησιν». Διατὶ θέλουν σήμερον νὰ ἀρνηθοῦν εἰς τὸν μικρὸν αὐτὸν καὶ ἀπὸ τόσων χιλιάδων ἐτῶν πεπολιτισμένον λαόν, τὸν εὑρισκόμενον εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῆς «μακρᾶς σειρᾶς καταχρήσεων καὶ καταπατήσεων», αὐτὸ ποὺ δι’ ἄλλους ἀπετέλει δικαίωμα καὶ καθῆκον; Διατὶ θέλουν νὰ τὸν δυσφημοῦν;» (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐσυνέχισα ἐπὶ περισσοτέραν ἀκόμη ὥραν, τὴν ἀπολογίαν τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία λαμβάνει χώραν εἰς τὴν Κύπρον, διὰ νὰ λεχθῇ μόνον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ὅτι κατέχομαι ἀπὸ πνεῦμα κατωτερότητος καὶ ὅτι δὲν τολμῶ νὰ ὑπερασπίσω τὰ Ἑλληνικὰ δίκαια. Ἔχω τὴν συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι τὰ ἑλληνικὰ δίκαια ὑπεστήριξα μὲ ἑλληνικὴν πίστιν καὶ μὲ ἑλληνικὴν ὑπερηφάνειαν. (Χειροκροτήματα). Καὶ δύναμαι δι’ αὐτὸ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ τὸ δεύτερον αὐτὸ ὅπλον τῆς ἐπηυξημένης μαχητικότητος, δυσχερῶς θὰ ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ περισσότερον. Καὶ ἀπέμεινε τὸ τρίτον ὅπλον, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπον καὶ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐτόνισε μὲ τόσην γλαφυρότητα, μὲ τόσην, θὰ ἔλεγον, μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου, μειονεκτικὴν γλαφυρότητα ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου, ὅτι εἴχομεν ἀμφιταλαντεύσεις καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐζημιώσαμεν τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλά, ἐν πρώτοις, θὰ παρατηρήσω, ὅτι χθὲς ὁ κ. Βενιζέλος, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, μᾶς ἀπεκάλυψε κἄτι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἤθελον νὰ ἀποκαλύψω, ὅτι πρὸς τὸν Ἀμερικανὸν Πρεσβευτὴν κ. Ἄλλεν, πρὸ δύο ἐτῶν, εἶχεν εἴπει, ὅτι ἡ μόνη λύσις, εἶναι ἡ λύσις τῆς ἀνεξαρτησίας. Ποῦ εὑρίσκονται, λοιπόν, αἱ ἀμφιταλαντεύσεις πρὸς τὴν πτέρυγα αὐτὴν ἢ πρὸς τὴν πτέρυγα ἐκείνην; Ἐγώ, μὴ ἐπιθυμῶν καὶ λόγῳ φιλίας καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸ πρόσωπον καὶ διὰ τὸν πολιτικὸν ἄνδρα καὶ διὰ τὴν ὑπόθεσιν, δὲν εἶχον ἀποκαλύψει, ὅτι καθ’ ἣν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἔλεγε καὶ ἡ Κυβέρνησις ἰδίως ἔλεγεν αὐτοδιάθεσιν, ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔλεγε πρὸς σημαίνοντα ξένον Πρεσβευτὴν ἀνεξαρτησίαν.
§90Κ. ΜΑΡΗΣ. Μεταξὺ πλήρους ἀνεξαρτησίας καὶ αὐτοδιαθέσεως, δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορά.
§91Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Μὴ θέλετε νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι δὲν ἠθέλησα καὶ εἰς τὸ παρελθόν, δὲν θέλω καὶ τώρα. Αἱ λεπτομέρειαι μὲ μάρτυρας τρεῖς Πρεσβευτὰς ξένους, δὲν θὰ εἶναι εἰς ὄφελός σας.
§92Κ. ΜΑΡΗΣ. Ἐὰν ἐπικαλεσθῆτε μάρτυρας, δὲν θὰ εἶναι πρὸς ἰδικόν σας ὄφελος.
§93Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἶναι γνωσταὶ αἱ ἀμφιταλαντεύσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ποῦ ὑπάρχουν ἀμφιταλαντεύσεις τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως; Πότε, εἰς ποίαν περίπτωσιν ἡ Κυβέρνησις ἐπεδίωξεν πάντα συμβιβασμόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἦτο ἐπιβαρυντικός, διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ; Αὐτὸ ἔχει σημασίαν. Κατὰ βάσιν, δὲν ἐμείναμεν πιστοί, ἀπολύτως πιστοί, εἰς τὴν γραμμὴν τῆς τελικῆς, πλήρους ἐλευθερίας τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ἀναμφισβητήτως, ναί. Τὸ ὅτι ἐκάμαμεν διαπραγματεύσεις, τὸ ὅτι ἐκάμαμεν ἐπαφάς, εἶναι ἀπολύτως φυσικόν, διότι μόνον ἔτσι διὰ διαπραγματεύσεων καὶ συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ παρουσιάζουν διακυμάνσεις, μόνον ἔτσι θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ λύσις τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Ἀλλὰ πάντως, κατὰ βάσιν, δὲν ὑπάρχει μία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι ἡμεῖς ἐγκαταλείψαμε τὴν βασικὴν γραμμήν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχει πίστιν, ὅτι οὕτως ἐπολιτεύθημεν καὶ ὅτι ἔχει πίστιν, ὅτι οὕτω θὰ πολιτευώμεθα. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς γνωρίζετε, ἐγένετο συμφωνία τοῦ Προεδρείου μετὰ τῶν τριῶν μεγαλυτέρων κομμάτων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς (σελὶς 11 τῶν χθεσινῶν Πρακτικῶν), ὅτι θὰ ὁμιλήσουν περὶ τοὺς ἓξ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατόπιν ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία θὰ ὑποβληθῇ καὶ θὰ προταχθῇ, συναινούσης τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπερώτησις ὑπεβλήθη. Οἱ ἐπερωτῶντες βουλευταί, εἶναι ἐκ μέρους τῆς Ε.Δ.Α. οἱ κ.κ. Ἠλιοῦ, Μερκούρης, Κύρκος καὶ Ζάκκας, οἱ ὁποῖοι καλύπτουν τὴν Ε.Δ.Α. καὶ τὸ Κόμμα τοῦ κ. Τσιριμώκου. Ἐκ μέρους τῶν Φιλελευθέρων οἱ κ.κ. Ζαννῆς καὶ Κοθρῆς. Ὁ κ. Λύχνος, εἶχεν ὑποβάλει ἐπερώτησιν εἰς τὰς 11 Δεκεμβρίου. Ἐπίσης ὑπέβαλον ἐπερώτησιν καὶ οἱ κ.κ. Ζορμπᾶς καὶ Μητσοτάκης, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν εἰς τὴν συμφωνίαν, ἀλλὰ προτείνω νὰ γίνουν δεκτοί.
§95Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, μὲ τὴν προϋπόθεσιν ὅμως, ὅτι θὰ ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος, διὰ νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις ἀπόψε, διότι ἐὰν πρόκειται νὰ πᾶμε εἰς τὴν Δευτέραν, δὲν τὸ δέχομαι. Δηλαδή, προκειμένου νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν, θὰ πρέπει νὰ τελειώσωμεν ὁπωσδήποτε ἀπόψε.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει γίνει συμφωνία, ὅτι θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις ἀπόψε.
§97Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ποία ἡ θέσις μας εἰς τὴν Βουλήν, κύριε Πρόεδρε;
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκλήθητε χθὲς νὰ λάβητε τὸν λόγον, ἀλλὰ εἴχατε φύγει. Ἐκάλεσα, κατόπιν τούτου, τὸν κ. Παπαπαναγιώτου καὶ τὸν παρεκάλεσα νὰ σᾶς εἰδοποιήσῃ, ἀλλὰ δὲν ἤλθατε. Ἀνεμείνατε τὴν κατάλληλον στιγμὴν, διὰ νὰ προλάβετε τὸν τύπον. Συνεπῶς, δὲν δύναται αὐτὸ νὰ εἶναι εἰς βάρος τοῦ κ. Ἠλιοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον δίδεται ὁ λόγος τώρα.
§99Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε Κόμμα. Ὁ Κανονισμὸς δὲν σᾶς βοηθεῖ. Καλλίτερον δι’ ὑμᾶς εἶναι, νὰ μὴ τὸν ἐπικαλῆσθε.
§101Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἄλλως, κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποχωρήσω καὶ θέλω νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀποχώρησίν μου. Μοῦ λέγετε, ὅτι ἀναφέρατε τὸ ὄνομά μου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε συνήθως, ὅταν ἀπουσιάζω. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶ μὲ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλετε, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ προηγηθῶ τῶν ἄλλων ὁμιλητῶν, καὶ ἦτο φυσικὸν νὰ ἀπουσιάζω. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀκολουθήσω ἄλλην σειράν, παρὰ τὴν σειράν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν ὁμάδα, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπῶ. Πέραν τούτου, μᾶς δίδετε τὸ δικαίωμα, ἄλλοτε νὰ ὁμιλῶμεν καὶ ἄλλοτε μᾶς τὸ ἀρνεῖσθε.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ λάβετε τὸν λόγον, κ. Μπαλτατζῆ, ἀλλὰ τώρα θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἠλιοῦ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ τὸν καταβιβάσωμεν ἀπὸ τὸ βῆμα.
§103Α. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ἄδικον μεταχείρισιν τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκτιμᾶ τὸν τόσον προσηλωμένον πρὸς τὴν τάξιν καὶ τὸν τύπον Κανονισμὸν τοῦ Σώματος.
§104Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὁ κ. Μπαλτατζῆς, θὰ ὁμιλήσῃ ἢ δὲν θὰ ὁμιλήσῃ, καὶ εἰς ποίαν σειράν;
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ, εὐθὺς κατόπιν.
§106Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριε συνάδελφε, σᾶς ἀνεζητήσαμεν χθὲς τὸ βράδυ, ἀλλὰ ἀπουσιάζατε.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ τηλεφώνησα εἰς τὸ σπίτι του, κύριε Πρόεδρε.
§108Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Τὸ γεγονός, κύριε συνάδελφε, ὅτι θὰ λάβητε τὸν λόγον, χωρὶς νὰ ὑπογράψητε τὴν ἐπερώτησιν, αὐτὸ καὶ μόνον, σημαίνει, ὅτι γίνεται μία εἰδικὴ μεταχείρισις δι’ ὑμᾶς. Τώρα, ἐφ’ ὅσον ὁ κύριος συνάδελφος εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ βήματος, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀλλάξῃ ἡ σειρά.
§109Η. ΗΛΙΟΥ. Θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ παραχωρήσω τὴν θέσιν μου, ἀλλὰ ὁ κύριος συνάδελφος, θὰ ὁμιλήσῃ πολύ.
§110Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ παρακαλέσω νὰ εἶσθε σύντομος, κύριε συνάδελφε, χάριν τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θὰ διαδεχθοῦν ὑμᾶς. Θὰ παρακαλέσω, συνεπῶς, νὰ εἶσθε σύντομος.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§112Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, μὲ κἄθε δυνατὴν ἀντικειμενικότητα, συνεκτιμῶν ὅσα ἐλέχθησαν καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τόσον μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶχε τὴν εὐστροφίαν νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον κατ’ ἄλλων κομμάτων καὶ νὰ γίνῃ ἐπερωτῶν ἀπὸ ἐλεγχόμενος, νομίζω, ὅτι δικαίωμα ἔχω, νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυπριακὴ ὑπόθεσις, κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπεστέρησεν ἡ Κυβέρνησις τὴν Βουλὴν τοῦ δικαιώματος νὰ ἀσκήσῃ κριτικὴν ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἐπεδεινώθη σοβαρῶς. Δὲν εἶναι σήμερον εἰς σημεῖον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως, οὔτε πρὸς τὸ ἀγωνιστικὸν πνεῦμα τῶν μαρτύρων καὶ ἡρώων τῆς Κύπρου, οὔτε πρὸς τὰς ἐπὶ τρία χρόνια ρητὰς διαβεβαιώσεις καὶ ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο ποὺ χαρακτηρίζει σήμερον τὴν κατάστασιν εἶναι ἡ ἐφαρμογή του, τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, εἶναι ἡ ἀνάπτυξις τῆς διαδικασίας διχοτομήσεως. Ὑπάρχει μία ἀφόρητος κατάστασις βασανιστηρίων καὶ ὠμοτήτων κατὰ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Κύπρου, ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς Ἀγγλικῆς πλευρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς Τουρκικῆς ἐνισχυομένης ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους. Καὶ τέλος μετὰ 80 χρόνια ἐπανεγκατεστάθη εἰς Κύπρον ὁ Τοῦρκος. Ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως σήμερον διὰ πρώτην φορὰν ἀπὸ τοῦ 1954 εὑρισκόμεθα ἄνευ διεκδικήσεων. Σήμερον διὰ πρώτην φορὰν εἴμεθα ἀμυνόμενοι. Τὰς διεκδικήσεις ἀντικατέστησεν ἡ ἄμυνα ἐναντίον τῆς διχοτομήσεως. Διακινδυνεύω τὴν πρόβλεψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πανηγυρίσῃ ὡς νίκην ἐὰν παραμείνῃ ἡ κατάστασις ὅπως ἦτο μέχρι τοῦ 1954 δηλαδὴ ὑπὸ ἀποικιακὸν καθεστώς, χωρὶς σύνταγμα. Βεβαίως δημιουργοῦνται προϋποθέσεις ἐλέγχου διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ θὰ ἦτο σωστὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι πταίουν πρόσωπα λ.χ. ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις; Βεβαίως καὶ λάθη ὑπῆρξαν καὶ παραλείψεις ἐκ μέρους των ἐγένοντο, ἀλλὰ πέραν τῶν προσώπων, ἡ κριτικὴ πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς ἐπανεξέτασιν ὁλοκλήρου τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Χώρας. Ὅλα τὰ κόμματα, ἀναλογιζόμενα τὰς εὐθύνας των ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὀφείλουν νὰ ξεκαθαρίσουν τὴν θέσιν των. Ὄντως, ἁπλουστεύομεν ὑπερβολικὰ τὰ πράγματα, διὰ νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὴν διαλεκτικὴν σκέψιν νὰ ἐρευνήσῃ καὶ νὰ κρίνῃ τὰς συνεχῶς μεταβαλλομένας καταστάσεις, ὅταν λέγωμεν συνθήματα ἁπλῶς, λ.χ., ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὸν ἐλεύθερον κόσμον ἢ ὅτι ἐμμένομεν εἰς τὴν συμμαχίαν τοῦ ΝΑΤΟ. Ἔχομεν χρέος νὰ ἴδωμεν βαθύτερα. Ὅπως τὰ διεθνῆ πράγματα συνεχῶς μεταβάλλονται, ἠμποροῦμεν ἀνέτως νὰ διατηρήσωμεν τὰς παλαιάς μας ἀντιλήψεις ὡς πρὸς τὴν ἀξιολόγησιν τοῦ παρελθόντος, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν νὰ τὰς ἀποβάλωμεν. Ἠμποροῦμεν, πρὸ τῶν νέων καταστάσεων, νὰ ἐπανεξετάσωμεν τὴν πορείαν μας εἰς τὸ μέλλον. Τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐὰν βγοῦμε ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ εἰσερχόμεθα εἰς τὸ παραπέτασμα, εἰς τὸ σύμφωνον Βαρσοβίας, εἶναι ὑπερβολικὴ ἁπλοποίησις. Ἐν τῷ μεταξὺ ὀγκώνεται, ἔφθασε εἰς τὸ ¼ τοῦ κόσμου, ἡ χορεία τῶν οὐδετεροφίλων Χωρῶν, Ἰνδία, Ἰνδονησία, Αἴγυπτος, Ἰράκ, Σουηδία, Αὐστρία, Φινλανδία, Ἑλβετία, τόσαι χῶραι τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς. Ἔχει ἀποδειχθῆ εἰς τὴν πρᾶξιν, ὅτι ἡ ἀσφάλειά των δὲν κινδυνεύει. Εἶναι λοιπὸν καὶ ἡ οὐδετερότης ἕνας τρίτος δρόμος. Κύριοι συνάδελφοι, πάντοτε, ἰδίως ὅμως ἀπὸ τῶν τελευταίων ἐκλογῶν, συχνότερον ἔναντι τῆς ΕΔΑ, σήμερον ὅμως καὶ ἐναντίον ἄλλων κομμάτων, κάθε ἔλεγχον ἢ παρατήρησιν ποὺ τὸν ἐνοχλεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χαρακτηρίζει ὡς δημαγωγίαν. Δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπος μία ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν 17–12–1956 διὰ νὰ ἴδωμεν πόσον εἶναι δημαγωγός, εἶπεν εἰς προεκλογικόν του λόγον, ὅτι ἐξησφάλισε τὴν αὐτοκυβέρνησιν ἀμέσως καὶ τὴν αὐτοδιάθεσιν κατ’ ἀρχήν. Ἡ δήλωσις αὐτὴ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸν προσεταιρισμὸν χιλιάδων ψήφων εἰς τὰς μετὰ διήμερον ἐνεργηθείσας ἐκλογάς. Ποῖος δὲν ἐνθυμεῖται τὸν κομπασμὸν τοῦ κ. Ἀβέρωφ κατὰ τὸ 1957, ὅταν ἐνεφανίσθη ὡς θριαμβευτὴς ἐδῶ καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπέτυχεν αὐτοδιάθεσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς προθεσμίας, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐζήτησεν ἐντὸς τακτῆς καὶ εὐλόγου προθεσμίας;. Ἐπίσης, τὸ παραπλανητικὸν ἀνακοινωθὲν τῆς συναντήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸν κ. Μὰκ Μίλλαν, ὅτι αἱ συνεννοήσεις ὑπῆρξαν χρήσιμοι, μολονότι δὲν δύναται ἀκόμη νὰ λεχθῇ, ὅτι αἱ ἀπόψεις των συνέπεσαν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Ἠμποροῦσε κανεὶς ἀναγινώσκων τὸ εἰδυλλιακὸν αὐτὸ ἔγγραφον νὰ προΐδῃ, ὅτι προανήγγειλε τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν; Ἐπίσης, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἐξησφαλισμένην μεγάλην πλειοψηφίαν ὑπὲρ τοῦ Ἰνδικοῦ σχεδίου εἰς τὸν Ο.Η.Ε. καὶ ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμήν, οἱ ἀντίδικοι, ἀναπτύξαντες ἔκτακτον δραστηριότητα καὶ ἐπιστρατεύσαντες ὅλας τὰς δυνάμεις των, κατώρθωσαν νὰ στρέψουν τὴν πλειοψηφίαν κατὰ τοῦ Ἰνδικοῦ σχεδίου καὶ ὑπὲρ τοῦ Περσικοῦ. Ἀπὸ μακροῦ διελαλεῖτο, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ δὲν διέκειτο εὐμενῶς εἰς τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Δηλαδή, ἡ ἡγέτις τοῦ «ἐλευθέρου κόσμου» ἀδιαφοροῦσε διὰ τὴν ἐλευθερίαν 500.000 Κυπρίων. Αἱ 500.000 τῶν Ἑλλήνων εἶχαν γίνει κατὰ τὴν προσφυγὴν τοῦ 1954 ἀντικείμενον συναλλαγῆς μεταξὺ Ἀμερικανῶν καὶ Ἄγγλων. Ἡ μὲν Ἀγγλία ἀπεδέχθη τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὴν Φορμόζαν, ἡ δὲ Ἀμερικὴ ἀπεδέχθη τὴν πολιτικὴν τῆς Ἀγγλίας διὰ τὴν Κύπρον. Τὸ ἴδιον ἐπανελήφθη καὶ προχθές, ὡς ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Ἀβέρωφ. Κανονικὸν δουλεμπόριον μεταξὺ τῶν δύο ἡγετίδων δυνάμεων τοῦ «ἐλευθέρου κόσμου». Ἡ Ἀμερική, κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν εἶναι ἐσωτερικὸν ζήτημα τῆς Μεγάλης Βρεταννίας. Αὐτὸς οὗτος ὁ Ἀμερικανὸς πρεσβευτής, μᾶς εἶπεν, ὅτι πέραν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως, ὑπάρχει καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς καλῆς γειτονίας, ἐν ὀνόματι τῆς ὁποίας δὲν πρέπει, διεκδικοῦντες τὴν αὐτοδιάθεσιν τῶν Κυπρίων Ἑλλήνων, νὰ τὰ χαλάσωμεν μὲ τοὺς Τούρκους. Προχθές, ὁ κ. Ἀβέρωφ, λέγων, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ ἀντιτίθεται εἰς τὸ δικαίωμα καὶ τὰς ἐπιδιώξεις τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ἀνέφερεν, ὅτι ἡ δραστηριότης τῆς Ἀμερικῆς ἐναντίον μας, ὀφείλεται εἰς βοήθειαν τῆς Ἀγγλίας πρὸς τὰς ΗΠΑ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κίνας. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἐλέγοντο, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διεκήρυξεν ἐπανερχόμενος ἐκ τῆς Ν. Ὑόρκης, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1957 εὑρῆκε πλήρη καὶ ἀπόλυτον κατανόησιν τοῦ Προέδρου Ἀϊζενχάουερ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὸ αἴτημα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παραπλανᾶ ἡ Κυβέρνησις τὴν δημοσίαν γνώμην, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ μᾶς βοηθεῖ, διότι εἶναι τὸ σκεῦος ἐκλογῆς τῆς Ἀμερικανικῆς πολιτικῆς ἐν Ἑλλάδι, ὡς προκύπτει ἀπὸ τὸ γνωστὸν εὔσημον τοῦ προσωπικοῦ ἀπεσταλμένου τοῦ Προέδρου Ἀϊζενχάουερ, Μόρφυ. Πρέπει ἑπομένως, νὰ διαφυλάττῃ τὴν δημοτικότητα τῶν Ἀμερικανῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ κρύπτῃ ὅσον μπορῇ τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν 30ὴν Νοεμβρίου 1956 ἔλεγεν, ὅτι προσφυγαὶ εἰς τὸν ΟΗΕ ἔρχονται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς συμμαχίας. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐμμένομεν εἰς αὐτὰς μὲ ἀπρόθυμον τρόπον, διεξήγομεν τὸν ἀγῶνα καὶ κατελήξαμεν ἐκεῖ ποὺ καταλήξαμεν. Διεκήρυξεν ἐπίσης, ὅτι ἐμμένει εἰς τὰ πλαίσια τῶν συμμαχιῶν τοῦ ΝΑΤΟ, ὥστε ὅ,τι καὶ νὰ γίνῃ εἰς τὴν Κύπρον, δὲν ἔχουν νὰ φοβοῦνται οἱ λεγόμενοι σύμμαχοί μας, νὰ διασαλευθῇ ἡ ὑποτέλεια τῆς χώρας μας μέσα εἰς τὸν συνασπισμὸν τῶν ἀποικιοκρατικῶν δυνάμεων. Ἔδωσε, κατ’ ἐπανάληψιν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς Ἀμερικανούς, Ἄγγλους καὶ Τούρκους, ὅτι δὲν ἔχουν τίποτε νὰ φοβηθοῦν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ὄχι, ὅμως βεβαίως, καὶ ἀπὸ τὸν λαόν, διότι ὁ λαὸς ἔδωσε γνώμην ἀντίθετον. Παρὰ τοὺς ἀντιθέτους ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ λαὸς ἔχει φύγει ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Θεόκλητος, τὴν 17ην Σεπτεμβρίου, ἐδήλωνε τὰ ἑξῆς: «Δηλοῦμεν, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸς ὅλους τὴν γλῶσσαν τῆς ἀληθείας: Διερμηνεύοντες τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα διακατέχουν τὴν ψυχὴν καὶ τοῦ τελευταίου Ἕλληνος, διακηρύττομεν, ὅτι ὁ Ἑλληνισμός, ὡς Κράτος καὶ ὡς Ἔθνος, δὲν θὰ συγκρατήσῃ πλέον τὸν ἑαυτόν του. Ὑπεράνω τῶν φιλιῶν, ὑπεράνω τῶν συμμαχιῶν, ὑπεράνω παντὸς συμφέροντος, ὑπάρχει ἡ Κύπρος. Καὶ διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κύπρου, οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες, καὶ πρῶτον τὸ Κράτος, θὰ προχωρήσουν, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς λεγομένας συμμαχίας καὶ ἄλλας κενὰς νοήματος λέξεις, διότι οἱ «σύμμαχοί» μας, ὡς εἷς ἄνθρωπος τάσσονται εἰς πᾶσαν διδομένην εὐκαιρίαν, παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ δυνάστου. Εἶναι καιρὸς πλέον, νὰ διδάξωμεν, ὅτι τὰ ἐθνικὰ ζητήματα δὲν προδίδονται πρὸς χάριν τῶν λεγομένων ἰδεολογικῶν συμφερόντων ἢ κοινωνικῶν συστημάτων». Προχθὲς πάλιν, ἀπὸ τὴν Νεάπολιν τοῦ Λασηθίου, ἀπεστάλη ψήφισμα διαμαρτυρίας, ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτου, ὑπὸ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, ὑπὸ τοῦ Προέδρου Ἐπαγγελματιῶν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν κατάστασιν ἐν Κύπρῳ καὶ ζητεῖ νὰ διενεργηθῇ δημοψήφισμα διὰ τὴν ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ.
§113Σ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ποίαν χρονολογίαν ἔχει ἡ διαμαρτυρία; Δὲν εἶναι προχθεσινή, ἀλλὰ ἐγένετο πρὸ 3ετίας, ὁπότε σύσσωμος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέβαλε τοιαῦτα ψηφίσματα.
§114Η. ΗΛΙΟΥ. Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι περιῆλθε διὰ τοῦ ταχυδρομείου εἰς τὸν ὑποφαινόμενον πρὸ 10 ἡμερῶν καὶ τὴν 3ην Δεκεμβρίου ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Αὐγήν».
§115Σ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἐγένετο πρὸ τριετίας.
§116Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Μετὰ τὰ γεγονότα τῆς Κων)πόλεως.
§117Σ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως.
§118Η. ΗΛΙΟΥ. Τὸ κείμενον αὐτὸ προχθὲς κατετέθη ὡς ὑπόμνημα καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§119Σ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πάντως πρέπει νὰ ἐξακριβώσετε τὴν χρονολογίαν του. Κατὰ τὴν πρόσφατον συζήτησιν τοῦ Κυπριακοῦ εἰς τὸ ΝΑΤΟ κατεδείχθη πλήρως ἡ ἔλλειψις καλῆς θελήσεως, τόσον ἀπὸ βρεταννικῆς ὅσον καὶ ἀπὸ τουρκικῆς πλευρᾶς. Διὰ τὸν ἀγωνιζόμενον ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας του Κυπριακὸν λαόν, αἱ ἰδεολογικαὶ πεποιθήσεις δὲν εἶναι κριτήριον διὰ νὰ χαρακτηρίζῃ ἄλλους ὡς «φίλους» καὶ ἄλλους ὡς «ἐχθρούς». Ζητεῖ τὴν ὑποστήριξιν ὅλων τῶν κρατῶν–μελῶν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ θεωρεῖ φίλους τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ὑπόθεσίν του.
§120Η. ΗΛΙΟΥ. Νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι περιττὴ ἐπ’ αὐτοῦ. Δυστυχῶς ἐκ τοῦ κειμένου δὲν διαφαίνεται πότε συνετάγη τοῦτο. Μεταγενεστέρως ὅμως, τὴν 3ην Δεκεμβρίου 1958 ἐδόθησαν εἰς τὸν δημοσιογράφον Νικολόπουλον ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, δηλώσεις τοῦ Μακαρίου ἔχουσαι ὡς ἑξῆς: «.... (ἀναγινώσκει) ....». Ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας, κύριοι βουλευταὶ ὁ μὲν λαὸς συνεχῶς ἀποξενοῦται ἀπὸ τὴν συμμαχίαν αὐτὴν καὶ ὁ χῶρος τῆς Ἑλλάδος, ποὺ τὴν περιμένει ὑδρογονικὸς ὄλεθρος καὶ μόνον τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα προορίζονται νὰ θυσιασθοῦν διὰ τὰ ξένα συμφέροντα εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἐνδιαφέρουν τὴν ἡγέτιδα δύναμιν τοῦ δυτικοῦ κόσμου. Ἡ Κυβέρνησις δυστυχῶς δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ ὅσην προπαγάνδαν θὰ ἔπρεπε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ προασπίσῃ τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν μὲ ὅλας της τὰς δυνάμεις. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς συμπληρῶν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν μᾶς ἔδωσε μερικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐσημείωσα. Ὅτι δὲν διαθέτομεν ἄφθονα μέσα. Πόσο χρῆμα ἐξοδεύεται ὅμως διὰ τὴν προπαγάνδισιν τοῦ ἐθνικοῦ διχασμοῦ καὶ τοῦ μίσους μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς παρέστησε γραφικώτατα, ὅτι ὅταν ἐγένετο τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν ἔκαμε καλὴν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ξένους. Αὐτό, κύριοι βουλευταί, ἀποδεικνύει τὸ ἐλλιπέστατον τῆς προπαγάνδας μας. Εἶπεν ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐκυκλοφόρησε σχετικὸν ἔντυπον εἰς 17 γλώσσας. Ἐρωτᾶται ὅμως ποῖον ἦτο τὸ περιεχόμενον τοῦ βιβλίου αὐτοῦ; Περιελήφθη εἰς αὐτὸ τί τὸ σημαντικόν, κατηγγέλθησαν οἱ βανδαλισμοὶ Ἄγγλων καὶ Τούρκων; Εἶπεν ἀκόμη, ὅτι ἐκλήθησαν πολλοὶ δημοσιογράφοι ξένοι. Διὰ τίνα σκοπὸν ὅμως; Διὰ νὰ γράφουν περὶ Κυπριακοῦ, ἢ διὰ νὰ διαφημίζουν τὰς ὑπουργικὰς ἐπιτυχίας;
§121Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Σᾶς πληροφορῶ κατ’ ἀρχήν, κ. συνάδελφε, ὅτι οὐδὲν μυστικὸν κονδύλιον διετέθη διὰ τοὺς δημοσιογράφους. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔντυπα, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφορήσαμεν σᾶς πληροφορῶ, ὅτι εἶναι πάρα πολλὰ καὶ ἑκατοντάδες ἄρθρων ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς περισσοτέρας ἐφημερίδας τοῦ κόσμου.
§122Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακολουθῶ, κ. ὑπουργέ, τὸν διεθνῆ τύπον καὶ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδέποτε εἶδον τοιοῦτόν τι. Ἔπειτα μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τὴν Χιλήν, τῆς ὁποίας ἡ ψῆφος μετεστράφη ὑπὲρ ἡμῶν, παρέλειψεν ὅμως νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν 15 ἄλλων κρατῶν ποὺ μετεστράφησαν ἐναντίον μας ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ προπαγάνδα μας ἔχει παθητικὸν ὑπόλοιπον. Ὁ κ. Τσιριμῶκος, κύριοι βουλευταί, ὑπενθύμισε σειρὰν 500 περιστατικῶν παραβιάσεως τῶν ἀρχῶν τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων. Μετὰ ταῦτα συνέβησαν καὶ ἄλλα τρομερὰ ἐγκλήματα εἰς βάρος τῶν Κυπρίων. Ἡ Ἑλλὰς ὅμως διὰ νὰ μὴ χαλάσῃ τὸ χατῆρι τῶν συμμάχων της δυνάμεων παρέλειψεν ἀπὸ τὸν τίτλον τῆς προσφυγῆς καὶ τὴν περικοπὴν τὴν ἀναφερομένην εἰς τὰ βασανιστήρια, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ περυσινὸς τίτλος.
§123Γ. ΣΑΜΑΡΑΣ. Εἴπατε, κ. συνάδελφε, ὅτι δὲν ἐτόλμησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ χαλάσῃ τὸ χατῆρι τῶν συμμάχων της δυνάμεων. Ἐὰν ἀνεγινώσκατε τὰ πρακτικὰ τοῦ ΟΗΕ θὰ ἐβλέπατε, ὅτι κατὰ τὰς συζητήσεις εἰς τὴν πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν ἡ Ἑλλὰς κατήγγειλε τοὺς συμμάχους της μὲ τὰς βαρυτέρας τῶν φράσεων.
§124Η. ΗΛΙΟΥ. Μὲ προλάβατε, κ. συνάδελφε, σχετικῶς μὲ τὰ πρακτικά. Εἰς τὰ πρακτικὰ θὰ ἴδητε, ὅτι ὅπου καταγγέλλονται ὠμότητες οὐδαμοῦ ἀναφέρεται ἡ λέξις «Ἄγγλοι» ἢ «Τοῦρκοι», ἀλλ’ ἡ λέξις «ἄλλοι». Ἐκ συστήματος συνεκαλύφθησαν τὰ ἐγκλήματα καὶ ἐχάθη τοιουτοτρόπως τὸ σοβαρώτατον αὐτὸ ὅπλον τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως. Χαρακτηριστικῶς, ἐνῷ εἰς τὰς 12 Μαρτίου 1957, ὁ κ. ὑπουργὸς παρεδέχθη, ὅτι ἂν ἐφέραμεν ἐνώπιον τοῦ διεθνοῦς βήματος τοὺς καννιβαλισμοὺς τοῦ Σεπτεμβρίου 1955, δὲν θὰ ἠδύναντο οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Τοῦρκοι ἀποτελεσματικῶς νὰ ἀντιδράσουν κατὰ τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἐπροτίμησεν, ἀπὸ καθωσπρεπισμόν, τὴν φράσιν «ἔχομεν ἀρίστας Ἑλληνοτουρκικὰς σχέσεις».
§125Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, κ. συνάδελφε, ὅταν λέγετε αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι γνωρίζω, ὅτι εἶσθε ἀντικειμενικός. Δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὰ πρακτικὰ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐπανειλημμένως εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἀνεφέρθησαν ὄχι μόνον οἱ «Ἄγγλοι ἢ οἱ Τοῦρκοι», ἀλλὰ καὶ συγκεκριμένα περιστατικά.
§126Η. ΗΛΙΟΥ. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ὅλα αὐτὰ παρέλειψεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προασπίσῃ καὶ τοὺς ἀγωνιστὰς τῆς Κύπρου, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, καλοῦνται ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους τρομοκράται καὶ παριστάνονται ὡς οἱ χείριστοι τῶν ἐγκληματιῶν. Βεβαίως, κατανοῶ τὴν δυσχέρειαν τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς σύγκρουσιν μὲ τοὺς λεγομένους συμμάχους της. Ἔφθασε, μάλιστα, ἡ Ἑλλάς, νὰ κατατάσσῃ εἰς ἴσην μοῖραν τοὺς ἀγωνιστὰς τῆς Κύπρου μὲ τοὺς διαπράξαντας τὰ ἀκατανόμαστα βασανιστήρια εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων Κυπρίων, διότι ὁ κ. Ἀβέρωφ, εἰς τὸ τεῦχος 996 τῆς 25 Νοεμβρίου 1958, τῶν πρακτικῶν τῆς Πολιτ. Ἐπιτροπῆς, σελ. 11 ἀποδοκιμάζει τὴν βίαν καὶ τῶν πατριωτῶν καὶ τῶν Ἄγγλων, τὴν τρομοκρατίαν καὶ τῶν πατριωτῶν καὶ τῶν Ἄγγλων.
§127Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἔχω, κ. συνάδελφε, τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ὑπαινίσσεσθε. Ἰδοὺ τί λέγει: .... «ἀναγινώσκει».... Καὶ προσθέτω τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν ἔχουν συμφέρον οἱ Ἕλληνες νὰ φονεύουν γυναῖκας καὶ ζητῶ ἐν συνεχείᾳ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐν τέλει προσθέτω τὸ ἑξῆς: .... «ἀναγινώσκει» .... Θεωρεῖτε αὐτὴν τὴν περικοπὴν ὡς ἀποδοκιμασίαν ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν;
§128Η. ΗΛΙΟΥ. Ἀρνοῦμαι, κ. Ὑπουργὲ τὸ κείμενον. Αὐτὸ εἶναι Ἑλληνικὸν ἀνεπίσημον, ἴσως ἐξ ἄλλης περικοπῆς. Ἐγὼ τὸ ἐπῆρα ἀπὸ τὰ παρ’ ὑμῶν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν κομμάτων τεθέντα πρακτικά, εἰς τὴν Ἀγγλικήν, τὰ ὁποῖα ἐμελέτησα, ὅσα ἐπρόφθασα χθές, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ἀλλὰ τί ἐρίζομεν, κ. συνάδελφοι, τὰ ἴδια ἔγιναν καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Ὅταν πέρυσι ἐψηφίσθη ἡ πρότασις Μένον ποὺ συνίστα εἰρηνικὴν λύσιν, μόλις ἔληξεν ἡ ψηφοφορία ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν Ἄγγλων ἐδήλωσε τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἀπόφασις ἐκφράζει τὴν εὐχὴν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ λύσιν ἐντὸς εἰρηνικῆς ἀτμοσφαίρας. Ἡ ἐπίτευξις τῆς εἰρηνικῆς ἀτμοσφαίρας εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον σταθερὰ ἐπεδίωξεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Α.Μ. καὶ ὅλα τὰ μέτρα ποὺ ἐλάβομεν εἰς τὴν Κύπρον ἔτεινον εἰς αὐτό». Δηλαδή, αἱ ἀγχόναι, αἱ μαστιγώσεις, τὰ ὁμαδικὰ πρόστιμα, τὰ στρατόπεδα, ἡ ἐξορία, ἡ δῄωσις καὶ καταστροφὴ πεφυτευμένου καὶ δασικοῦ πλούτου, ἔτεινον εἰς τὴν εἰρηνικὴν ἀτμόσφαιραν εἰς τὴν «ἐπιβολὴν τῆς τάξεως καὶ τοῦ νόμου» κατὰ τὸν κ. Νόουμπλ, ὁ ὁποῖος συνεχίζων, λέγει: «Ἡ τρομοκρατία θὰ ἐξαφανισθῇ. Ἡ ἐξαφάνισίς της, εἶναι προϋπόθεσις τῆς εἰρηνικῆς λύσεως». Ἑρμηνεία εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῇ τὸ ἕτερον μέρος. Ὁ κ. Ἀβέρωφ ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἰδοὺ τί εἶπεν: «Εὐχαριστῶ διὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς παλαιᾶς φίλης Μ. Βρεταννίας διὰ τὰς προσπαθείας τὰς ὁποίας θὰ καταβάλῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβ)σις διὰ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι εἰρηνικαὶ συνθῆκαι θὰ εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς λύσιν».
§129Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, ὅ,τι λέγομεν ἡμεῖς τὸ λέγομεν ὑψηλοφώνως, ἀλλὰ ὑπάρχει βιβλίον τῆς ΕΟΚΑ τὸ ὁποῖον ὑψηλοφώνως ὁμιλεῖ καὶ διὰ τὴν παράταξίν σας.
§130Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ βιβλίον αὐτὸ εἶναι ὕποπτον, ἐξεδόθη ἐδῶ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μὲ τὰ χρήματα τῶν μυστικῶν κονδυλίων, ποὺ θὰ ἦτο ὠφελιμώτερον νὰ διετίθεντο διὰ διαφώτισιν ὑπὲρ τοῦ Κυπριακοῦ καὶ οὐδέποτε ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὴν Κύπρον. Εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι τόσον ὁ Διγενὴς ὅσον καὶ ὁ Μακάριος, λέγουν, ὅτι πλήρης ἑνότης ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ, ἔναντι τοῦ σχεδίου Μὰκ–Μίλλαν καὶ πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτοῦ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι τὸ βιβλίον αὐτὸ εἶναι ὕποπτο.
§131Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἐκτιμῶ τὴν ἐχεμύθειαν τοῦ συναδέλφου, θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μου διὰ νὰ τοῦ ἐπιδείξω τὰ στοιχεῖα ποὺ συνοδεύουν τὸ ἔγγραφον, ὁπότε εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ παύσῃ νὰ ὁμιλῇ περὶ ὑπόπτου βιβλίου.
§132Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐπὶ πλέον, κ. συνάδελφοι, ἐνῷ ἔχομεν τὴν συμπαράστασιν τοῦ Τουρκικοῦ Λαοῦ πρὸς τὴν Τουρκικὴν ἐν Κύπρῳ μειονότητα εἰς πᾶσαν ἐνέργειάν της, ἀντιθέτως καμμία συμπαράστασις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρασχεθῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ὅταν οὗτος ἐν τῇ ἀγανακτήσει του πρόκειται νὰ διαδηλώσῃ δημοσίᾳ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ. Ἀντιθέτως, ἔχομεν τὰς ἀπαγορεύσεις τῶν συγκεντρώσεων ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὸ αἰτιολογικὸν ἐπιχείρημα τῆς διασαλεύσεως τῆς Τάξεως καὶ ὅμως, ὑπάρχει τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι εἰς ὅλας τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἐκλογῶν, δηλαδή, ὅτε ὑπῆρχε χωρισμὸς τοῦ λαοῦ καὶ φανατισμὸς τῶν κομμάτων, μολονότι μεγάλαι συγκεντρώσεις λαοῦ ἐγένοντο, οὐδεμία ἀναταραχὴ καὶ διασάλευσις τῆς τάξεως ἐπῆλθε. Πῶς θὰ ἐγένοντο ταραχαὶ ἐπὶ θέματος ποὺ ἑνώνει καὶ δὲν χωρίζει τὸν Λαόν. Ὅλα, ἐπίσης τὰ κόμματα ἀνελάμβανον τὴν ὑποχρέωσιν ἔναντι τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ διασαλευθῇ ἡ τάξις προκειμένου ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῶν τυράννων καὶ νὰ ἐμφανισθῇ συμπαραστάτης τοῦ καταπιεζομένου Κυπριακοῦ Λαοῦ. Τί τὰ θέλετε, ὅμως κ.κ. συνάδελφοι, ὑπῆρξεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἠθελημένη φίμωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅπως καὶ ἀργία τῆς Βουλῆς καὶ ἡ μὴ ἀνακοίνωσις τῶν μυστικῶν φακέλλων, ἐνῷ οἱ ἐχθροὶ τῆς Κυπριακῆς ἐλευθερίας τὰ γνωρίζουν ὅλα. Ὅταν δὲ τὰ πράγματα ἔφθασαν εἰς τὸ ἐφετεινὸν ἀδιέξοδον, τότε τὴν τακτικὴν τῆς παραπλανήσεως τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ Κυβέρνησις ἔθεσε, κατὰ μέρος, ἐπανικοβλήθη, ὑπέπεσεν εἰς μυρίας ἀντιφατικὰς καὶ ἀλλοπροσάλλους ἐνεργείας, ἐγκατέλειψε, τὸ ἕνα ὕστερα ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἐπιπόλαια, χωρὶς ἀνάγκην, ὅλα τὰ σημεῖα ὑποχωρήσεως, ἐστένευσεν ἄνευ ἀνταλλάγματος, τὰς δυνατότητας καὶ περιθώρια διαπραγματεύσεων. Κύριοι συνάδελφοι, ἠρωτήθην ὑπὸ συναδέλφου τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τί ἔχω νὰ προτείνω ἢ τί θὰ ἔκαμνα ἐγὼ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ πάλιν ἐκεῖνο, ποὺ κατὰ κόρον πολλοὶ συνάδελφοι τῆς συμπολιτεύσεως προβάλλουν, «θέλετε νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ καὶ νὰ πᾶμε εἰς τὸ παραπέτασμα»; Ἐγὼ ἔχω νὰ δώσω, τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν: Ἐὰν ἡ Κύπρος δὲν εὑρίσκετο, ἐκεῖ ποὺ εὑρίσκεται σήμερον, ἀλλὰ χιλιάδας μίλλια μακρὰν τῆς περιοχῆς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, δὲν ὑπῆρχον οἰκονομικὰ πλεονεκτήματα διὰ τὴν Βρεταννικὴν αὐτοκρατορίαν ἢ ἔστω, ἐὰν ἀκόμη ὑπῆρχον, τὰ πλεονεκτήματα αὐτὰ θὰ ἦσαν ἀσήμαντα διὰ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, ἐναντίον τοῦ τρομεροῦ διασυρμοῦ ποὺ ὑφίσταται διεθνῶς, ἀρνουμένη νὰ παράσχῃ τὴν αὐτοδιάθεσιν, τότε οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ὅτι θὰ εἶχεν ἐγκαταλείψει τὴν νῆσον πρὸ πολλοῦ καὶ θὰ εἶχε λυθῇ τὸ Κυπριακόν. Ἑπομένως, δὲν εἶναι οἰκονομικὰ συμφέροντα ἐκμεταλλεύσεως τῆς νήσου, ἀλλὰ ἀποικιοκρατικὰ μιᾶς αὐτοκρατορίας φθινούσης, ἡ ὁποία διὰ παντὸς τρόπου καταβάλλει προσπάθειαν ἀπεγνωσμένην νὰ συγκρατηθῇ: Ὁ Ἤντεν, τότε πρωθυπουργός, ὁμιλῶν εἰς Νόργουϊτς τὸν Ἰούλιον 1956, εἶπε τὰ ἑξῆς: «Τὸ ζωτικόν μας ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Κύπρον, δὲν περιορίζεται εἰς τὴν σημασίαν της διὰ τὸ ΝΑΤΟ. Ἡ βιομηχανία τῆς χώρας μας καὶ τῆς Δ. Εὐρώπης θὰ ἐξακολουθῇ ἐπὶ ἔτη νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ πετρέλαια τῆς Μ. Ἀνατολῆς. Ἄν αἱ πηγαὶ αὐταὶ ἐκινδύνευαν θὰ ἔπρεπε νὰ τὰς προασπίσωμεν. Μέρος τῆς ἀμύνης των εἶναι αἱ βάσεις μας εἰς τὴν Κύπρον». Τὸ τρίτον σημεῖον τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν, προβλέπει τὴν διατήρησιν Ἀγγλικῶν βάσεων εἰς τὴν Κύπρον. Ὁ κ. Νόουμπλ, ὁμιλῶν εἰς τὰς 20 Ὀκτωβρίου, δηλώνει ὅτι: «εἶναι σύμφωνοι, Ἑλλὰς καὶ Τουρκία, νὰ διατηρηθοῦν αἱ βάσεις εἰς τὴν Κύπρον». Ὁ δὲ υἱὸς Τσῶρτσιλ εἰς προσφάτως ἐκδοθὲν πολύκροτον βιβλίον του, ἀναφέρει ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος τῆς βάσεως τῆς Κύπρου, τὰ ἑξῆς: Ἡ νέα ἀεροπορικὴ βάσις τῆς Κύπρου, ἡ ὁποία ὑπετίθετο, ὅτι θὰ ἀντικαθιστοῦσε τὰς βάσεις τῆς περιοχῆς τοῦ Σουέζ, ἦτο ἀκόμη ἀσυμπλήρωτη καὶ ἀνέτοιμη κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑποθέσεως τῆς Ἰορδανίας, πρὸ πέντε μηνῶν. Τὸ ἀεροδρόμιον εἰς τὸ Ἀκρωτήρι δὲν ἔχει περατωθῆ καὶ ἡ ταχυκίνητος στρατηγικὴ ἐφεδρεία δὲν εἶχε συγκροτηθῆ. Χωρὶς αὐτά, ἡ Κύπρος θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι μόνον ὅμηρος τῆς τύχης, ἀντὶ νὰ εἶναι ὀχυρὸν καὶ ὁρμητήριον. Τουρκικαὶ ἐφημερίδες πάλιν, γράφουν, ὅτι πρόκειται νὰ γίνουν αἱ βάσεις τοῦ ΝΑΤΟ εἰς τὴν Κύπρον ἐναντίον τῆς Αἰγύπτου, λόγῳ μὴ φιλοδυτικῆς πολιτικῆς. Ἑπομένως κ. συνάδελφοι, ὅλα αὐτὰ φανερώνουν, ὅτι μεγάλα ἰμπεριαλιστικὰ συμφέροντα μονοπωλίων πετρελαίου ὑπαγορεύουν τὴν διατήρησιν τοῦ καθεστῶτος δουλείας εἰς τὴν Κύπρον. Ἡ Σοβιετικὴ ὅμως Κυβέρνησις, ἀπέδειξε πάντοτε, ὅτι ὁπουδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ, εἴτε εἰς τὴν Ἀνατολήν, εἴτε εἰς τὴν Δύσιν ἢ τὴν Ἀφρικὴν ἢ τὴν Ἀσίαν ζήτημα αὐτοδιαθέσεως πάντοτε ψηφίζει ὑπέρ αὐτῆς. Ἀτόπως, λοιπόν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε μὲ δυσφορίαν, ὅτι εἰς τὸν ΟΗΕ δίδεται εὐκαιρία εἰς τὸ Σοβιετικὸν Μπλὸκ νὰ δημαγωγῇ. Δὲν δημαγωγεῖ, ἐφαρμόζει ἀρχὰς καὶ ἀπελευθερώνει λαούς. Εἴμεθα ἐναντίον τῆς ἐντάξεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ἀπὸ τὸ 1952, ἀπὸ τὴν ἀρχήν. Δὲν προβαίνομεν ἐν τούτοις εἰς τὴν ἔξοδον ἐξ αὐτοῦ. Πιστεύομεν, ὅμως, ὅτι πρέπει, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθῶμεν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ ΝΑΤΟ, πρέπει, ἐντὸς αὐτοῦ νὰ κρατῶμεν ἀνεξάρτητον ἑλληνικὴν πολιτικὴν σεβόμενοι τὰς ρητὰς μόνον συμφωνίας καὶ ἐπιδιώκοντες τὸ καλύτερον διὰ τὰ ἰδιαίτερα ἐθνικά μας ζητήματα καὶ συμφέροντα, ὅπως εἶναι τὸ Κυπριακόν, χωρὶς νὰ δείχνωμεν ὑποτέλειαν ἔναντι τῶν μεγαλυτέρων συμμάχων καὶ χωρὶς νὰ ἀποκλείωμεν, ἂν τὸ ἐθνικὸν συμφέρον τὸ καλέσῃ, νὰ ἀποχωρήσωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν ὅλοι, ὅτι ἡ Κύπρος χρειάζεται ὡς βάσις τῶν ἀποικιοκρατῶν, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς τὴν δώσουν. Ἄν ὅμως ἐντάξωμεν τὸν κυπριακὸν ἀγῶνα μέσα εἰς τὸ κίνημα χειραφετήσεως τοῦ ἀποικιακοῦ καὶ ἰδίως τοῦ Ἀραβικοῦ κόσμου, εὐκολύνομεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κύπρου. Εἴδομεν, ὅτι ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Δυτ. Εὐρώπη, ἀνησυχεῖ μήπως χάσῃ τὰ πετρέλαια τῆς Μ. Ἀνατολῆς. Εἶναι ὅμως γνωστόν, ὅτι καὶ αἱ Χῶραι τῆς Μ. Ἀνατολῆς χρειάζονται ἐξ ἴσου τὰς ἀγορὰς τῆς Ἀγγλίας καὶ Δ. Εὐρώπης διὰ νὰ διαθέσουν τὰ πετρέλαιά των. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἑξῆς διαφορά. Οἱ ἀποικιοκράται συνηθίζουν νὰ κατακτοῦν καὶ ἐλέγχουν μὲ βάσεις τὰς χώρας ποὺ παράγουν πολύτιμα εἴδη καὶ νὰ ἁρπάζουν ληστρικὰ τὰ προϊόντα των. Ὅταν αἱ ἀποικίαι ἀπελευθερώνωνται, αἱ συναλλαγαὶ γίνονται μὲ τὰ ἐμπορικὰ κανονικὰ συστήματα, μὲ βάσιν τὴν ἰσοτιμίαν. Εἶναι φανερόν, λοιπόν, ὅτι ὅσον περισσότεραι ἀποικίαι χειραφετοῦνται, τόσον χάνει ἡ Κύπρος τὴν σημασίαν της σὰν βάσις. Οἰκονομικὴν σημασίαν, εἴπαμε, δὲν ἔχει. Κάθε κρῖκος ποὺ χαλαρώνεται ἀπὸ τὴν ἀποικιοκρατικὴν διείσδυσιν εἰς τὴν Μ. Ἀνατολήν, εἶναι καὶ σὰν κρῖκος ποὺ θραύεται ἀπὸ τὰς ἁλύσεις τῆς Κύπρου. Ἡμεῖς, ὅμως, ἐντασσόμενοι εἰς τὸ ἀποικιοκρατικὸν ΝΑΤΟ, σφυρηλατοῦμεν, δὲν σπάζομεν τὰς ἁλύσεις τῆς Κύπρου. Εἰς ἕνα χειραφετημένον χῶρον εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μεσόγειον, καὶ ἡ Τουρκία περικυκλωμένη ἀπὸ οὐδέτερα κράτη, θὰ προσανατολισθῇ καὶ αὐτὴ πρὸς φιλειρηνικὴν οὐδετερότητα, καὶ αὐτὸ συμφέρει καὶ εἰς τὸν Τουρκικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ ἰσχυρὰν πίεσιν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν. Εἰς μίαν εἰρηνικὴν καὶ ἐλευθέραν Μέσην Ἀνατολὴν τὸ Κυπριακὸν γίνεται ὥριμον πρὸς δικαίαν λύσιν αὐτοδιαθέσεως. Ἡ φιλικὴ συμβίωσις Ἑλλήνων καὶ Τούρκων εἰς τὴν Κύπρον, θὰ ἀποκατασταθῇ κάτω ἀπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς. Διατὶ λέγομεν, ὅτι βοηθοῦμεν τὸν ἀγῶνα τῆς Κύπρου, ὅταν συμμαχοῦντες μὲ τοὺς ἀποικιοκράτας, τὸν καταβαραθρώνωμεν; Προσέξατε τὴν προσφώνησιν τοῦ Νάσερ πρὸς τὸν Μακάριον εἰς τὸ Κάϊρον, τὰς 4 Ἰουνίου 1958. «Τίποτε δὲν θὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ ὑποστηρίξωμεν τοὺς Κυπρίους. Τοὺς ὑποστηρίζομεν, διότι ὑποστηρίζομεν τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀλλὰ καὶ διότι μία ὑπόδουλος Κύπρος θὰ ἀπετέλει ἀπειλὴν ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἡνωμένης Ἀραβικῆς Δημοκρατίας. Ἡ Κύπρος ἐχρησίμευσεν ὡς βάσις ἐναντίον μας. Ἡ Κύπρος μᾶς ἐνθυμίζει τὴν ἐπίθεσιν αὐτήν. Ἡ παράτασις τῆς κατοχῆς τῆς ἀφαιρεῖ κἄθε ἐγγύησιν διὰ τὴν ἰδικήν μας ἀσφάλειαν καὶ ἀνεξαρτησίαν. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποκτήσῃ ἡ νῆσος τὴν ἀνεξαρτησίαν της. Εἶναι ἀνάγκη δι’ ἡμᾶς. Εἶναι τόσον πλησίον μας, ὥστε ὁ φόβος αὐτὸς νὰ εἶναι δικαιολογημένος».
§133Α. ΛΙΑΚΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ σᾶς συγχαρῶ ἐπὶ τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν ἐλάβατε διὰ τὸ Κυπριακὸν θέμα, διότι ἡ στάσις σας αὐτὴ ἀκολουθεῖ μίαν γραμμὴν μὲ συνέπειαν. Αὐτὸ ὅμως τὸ ὁποῖον λέγετε, ἴσως νὰ ἱκανοποιῇ τὴν πτέρυγα εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκετε, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἱκανοποιῇ τὴν ὑπόλοιπον Βουλήν. Ἐὰν πρόκειται νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, τότε ἀσφαλῶς θὰ ριχθῶμεν εἰς ἕνα βοῦρκον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον διὰ τὸ Ἔθνος.
§134Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι μία ἄποψις αὐτὴ τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπικαλεῖσθε καὶ ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀπήχησίν της εἰς ὡρισμένους. Ἐάν, ὅμως, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, προέβαινεν εἰς ἕνα δημοψήφισμα μὲ τὸ ἐρώτημα αὐτό, τότε θὰ ἐβλέπατε ποῖοι θὰ ἦσαν μὲ τὸ ΝΑΤΟ καὶ ποῖοι ἐναντίον αὐτοῦ καὶ θὰ διεψεύδοντο οἱ ὑπολογισμοί σας, ὑποθέτω. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τόσον ὑποτιμᾷ τὴν ὑπόθεσιν τῆς αὐτοδιαθέσεως, τῆς Κύπρου, ὥστε εἶπεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἐπιτροπὴν τὰ ἀκόλουθα: «Ἐσκέφθην αὐτὰς τὰς ἡμέρας καὶ τοῦτο τὸ σπουδαῖον καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ προσέξητε: Ἄν δὲν ἀναγνωρισθῇ διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Ἡνωμ. Ἐθνῶν κἄποιο δικαίωμα ἐπὶ μελλοντικῆς ἀνεξαρτησίας, ὑπάρχει κίνδυνος τὰ 80% τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν ἐξτρεμιστικὴν ἀξίωσιν τῆς Αὐτοδιαθέσεως καὶ Ἑνώσεως!... Ἑπόμενον εἶναι, ὅταν οἱ Τοῦρκοι ζητοῦν τὴν ἄκραν λύσιν τῆς διχοτομήσεως, οἱ ἄλλοι Κύπριοι νὰ φθάσουν εἰς τὴν ἄλλην λύσιν τῶν ἄκρων—τὴν Αὐτοδιάθεσιν». Ἐπίσης, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ΝΑ-ΤὉ κ. Μελᾶς, καλεῖ εἰς ἀγόρευσίν του τοὺς ἐχθροὺς τῆς αὐτοδιαθέσεως νὰ σπεύσουν νὰ ἐπωφεληθοῦν τῶν σημερινῶν δυσχερειῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου μὲ τὴν ἑξῆς φράσιν: «Ὑπάρχει κίνδυνος μετὰ 7 ἔτη, οἱ τότε ὑπεύθυνοι Ἕλληνες ἀρχηγοὶ νὰ εἶναι ὀλιγώτερον συμβιβαστικοὶ καὶ νὰ ἔχουν μεγαλυτέραν ὑποστήριξιν ἀπὸ μέρους τῆς παγκοσμίου κοινῆς γνώμης... Ἐπίσης δέ, καὶ ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ, ὅτι ὡς ἐξελίσσονται τὰ πράγματα εἰς τὴν Μ. Ἀνατολήν, θὰ τῆς εἶναι δύσκολον μετὰ 7 ἔτη νὰ συζητήσῃ τὰ τῶν στρατιωτικῶν της βάσεων ἐν Κύπρῳ ἐντὸς τοῦ ἰδίου στενοῦ κύκλου καὶ μὲ τὴν ἰδίαν ἄνεσιν ὡς σήμερον, μεταξύ μας». Ἀκόμη, ὁ κ. ὑπουργός, ἀδιαφορῶν δι’ οὐσιαστικὴν ἐπιτυχίαν τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως, ἀγωνίζεται νὰ ἐπιτύχῃ μίαν φραστικὴν ἱκανοποίησιν, δηλῶν εἰς τοὺς δημοσιογράφους ἐν Ν. Ὑόρκῃ, τὴν 24 Νοεμβρίου, τὰ ἀκόλουθα: «Ἐὰν ἀνεγνωρίζετο —εἶπεν— ἡ ἀρχὴ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Κύπρου, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ ἡμερομηνία διὰ τὴν ἐπίτευξίν της. Ἐὰν παρείχετο εἰς τοὺς Κυπρίους ἡ ὑπόσχεσις περὶ ἀνεξαρτησίας, ἔστω καὶ χωρὶς καθορισμὸν ἡμερομηνίας, τοῦτο καὶ μόνον θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἄμεσον ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης εἰς τὴν νῆσον». Ὁ ἴδιος κ. Μελᾶς χαρακτηρίζει ἐνώπιον τοῦ ΝΑΤΟ τὸ Κυπριακόν, ὡς ἐνοχλητικόν. «Τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου... ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ συγκεντρωθῇ ἐπὶ πολυαρίθμων ἐσωτερικῶν προβλημάτων, ἐπειγούσης φύσεως». Ἀλλὰ μήπως τὴν ἰδίαν νοοτροπίαν δὲν μαρτυρεῖ ἡ πρὸ ὀλίγου ὀργίλη ἀποστροφὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος «μᾶς ἐκληροδοτήσατε τὰς ἁμαρτίας σας». Δύο ἠχηρὰ συνθήματα χωρὶς κανένα περιεχόμενον κυκλοφοροῦν διὰ νὰ ναρκώνουν τὴν σκέψιν. Τὸ πρῶτον «Ἀνήκομεν εἰς τὸν ἐλεύθερον κόσμον». Ἐλεύθερος κόσμος εἶναι καὶ αἱ ἀγχόναι καὶ τὰ στρατόπεδα τῆς Κύπρου, καὶ αἱ σφαγαὶ τῆς Ἀλγερίας καὶ τῆς Μαδαγασκάρης καὶ τὰ αἴσχη τῆς Γουατεμάλας καὶ ἄλλα ποὺ συνεζητήθησαν πρὸ ἑβδομάδος μὲ τὴν ἐπερώτησίν μας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὡς εἶναι κατάδηλον ἡ φράσις ἐλεύθερος κόσμος εἶναι ἁπλῶς ἕνα πολιτικὸν σύνθημα, ποὺ δηλώνει ἓν κοινωνικὸν καθεστώς, ὅπου ὑπάρχουν προνομιοῦχοι τάξεις. Τὸ δεύτερον: «Ἐμμένομεν εἰς τὰς συμμαχίας μας», Ἐμμένετε; Νὰ ἐμμένετε. Ἐρωτήσατε ὅμως πρῶτα τοὺς ἑαυτούς σας. Ἔχετε πράγματι συμμάχους εἰς τοὺς ὁποίους ἐμμένετε; Διότι, ἀλλέως, εἰς τί πρᾶγμα ἐμμένετε; Ἔχομεν πρῶτον τὴν Ἀγγλίαν. Ὁ στρατηγὸς Ντάρλιγκ εἰς Κύπρον λέγει «ἐνδιαφέρομαι μόνον διὰ τοὺς σκοτωμένους τρομοκράτας». Ἐκτὸς τῶν ὠμοτήτων τῶν Βρεταννῶν εἰς τὴν Κύπρον ἔχομεν ὑποβολὴν ἐκ μέρους των εἰς τοὺς Τούρκους νὰ μᾶς ἐπιτεθοῦν. Ἰδοὺ αἱ φράσεις τοῦ ἀντιπροσώπου των εἰς τὸν ΟΗΕ κ. Νόουμπλ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς 1 Δεκεμβρίου. «Θὰ παρεκάλουν, τοὺς μεθ’ ἡμῶν συμφωνοῦντας, ἐὰν εἶναι ἐπιθυμητὴ ἡ ἀκεραιότης, νὰ ζυγίσουν αὐτοὶ προσεκτικὰ τὸν κίνδυνον, ὅτι, ἐπιμένοντες ρητῶς ἐπ’ αὐτῆς τώρα, εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ πράξει νὰ προκαλέσωμεν τοὺς ἀντιπάλους αὐτῆς νὰ ἀντιδράσουν δι’ ἐμφυλίου πολέμου ἢ ἀκόμη δι’ εὐρυτέρας συρράξεως». Ὁ κ. Ἀβέρωφ διαμαρτύρεται: «Δέκα ἐννέα ἀντιπροσωπεῖαι συνεφώνησαν σταθερῶς ἐπὶ ἑνὸς σημείου. Κατεδίκαζον τὴν διανομὴν τῆς νήσου». Τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὁ κ. Νόουμπλ ἦλθε νὰ ἀπειλήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν μὲ ἐμφύλιον πόλεμον ἢ ἁπλῶς πόλεμον, ἵνα διαφυλάξῃ ὑπὲρ τῆς Τουρκίας τὴν λύσιν τῆς διανομῆς. Ἠπείλησε τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἐὰν ἐτόλμουν ν’ ἀποφασίσουν κατὰ τὴν ἐλευθέραν των κρίσιν. Ἵνα προλάβῃ ἀπόφασιν αὐτῶν, ἀπειλεῖ πόλεμον. Ἀποτελεῖ πρόκλησιν εἰς τὴν βίαν. Ὁ Βρεταννὸς ἀντιπρόσωπος ὑποκινεῖ σιωπηρῶς τοὺς Τούρκους τῆς Κύπρου εἰς σφαγὴν τῶν Ἑλλήνων συμπατριωτῶν των καὶ τὴν Τουρκίαν εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Ἑλλάδος, εἰς ἣν περίπτωσιν τὰ Ἡνωμ. Ἔθνη θὰ ὑπερημύνοντο τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀκεραιότητος τῆς Κύπρου. Ἐπίσης ἔχομεν καὶ τὴν ὁμιλίαν τοῦ πλέον ἐγκαρδίου καὶ πραγματικοῦ σας φίλου, τοῦ Ἀμερικανοῦ ἀντιπροσώπου ὁ ὁποῖος κατεπολέμησε τὴν πρότασιν Μένον ποὺ τοὐλάχιστον κατωχύρωνε τὴν ἀκεραιότητα τῆς Κύπρου. Ἐπέτυχε νὰ δημιουργήσῃ ρεῦμα κατ’ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ Περσικοῦ σχεδίου. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι δὲν ἔχετε οὔτε πρὸς αὐτὴν τὴν πλευρὰν συμμάχους. Ἀλλά, βεβαίως, ἔχομεν ἄλλους συμμάχους. Ἔχομεν σύμμαχον τὴν Τουρκίαν μὲ τὰς σφαγὰς τῆς Σμύρνης, τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Κύπρου, τὰς διώξεις καὶ τὰς ὠμότητας. Ἰδοὺ τί λέγει εἰς τὸ Λονδῖνον τὸν Ἀπρίλιον 1958 ὁ κ. Ρεφτίκ Κοραλτάν, Πρόεδρος τῆς Μεγάλης Ἐθνοσυνελεύσεως τῆς Ἀγκύρας: «Καταβάλλομεν μεγάλας προσπαθείας διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν παγκόσμιον εἰρήνην. Ὁπωσδήποτε, ἂν ἐδίδετο εἰς τὸ Κυπριακὸν λύσις ἄλλη ἀπὸ τὴν διχοτόμησιν, δὲν θὰ παραλείψωμεν νὰ καταλάβωμεν τὴν νῆσον καὶ ἂς σκεφθοῦν τὰ ἄλλα κράτη πῶς θὰ περισώσουν τὴν παγκόσμιον Εἰρήνην». Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας Τζελὰλ Μπαγιὰρ εἰς τὸ Γεν. Στρατηγεῖον ΙΙ Σώματος Στρατοῦ εἰς Ἰκόνιον τὸν Ἰούνιον 1958: «Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς λύσεως τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος σύμφωνα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας μας δὲν θὰ ἀφήσωμεν ἐν εἰρήνῃ τοὺς ἀντιπάλους μας». Καὶ ὁ Τουρκοκύπριος ἡγέτης Ντεκτές: «Πάρτε τὰ ὅπλα. Κανεὶς δὲν θὰ ἐμποδίσῃ τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ εἰς βοήθειάν μας». Αὐτοί, εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, οἱ χαριτωμένοι μας σύμμαχοι. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχομεν συμμάχους. Ἡ μόνη ὑπαρκτὴ ἀπειλὴ ἐναντίον τῆς Χώρας μας προέρχεται ἀπὸ τὴν Τουρκίαν, ὑποδαυλίζεται ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἐνδεχομένως ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν. Ἀλλὰ διερωτᾶται κανείς, καλύπτει τὸ ΝΑΤΟ τὴν ἀπειλήν, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ Χώρας τοῦ ΝΑΤΟ; Καὶ ἂν συμβῇ ἕνα τοιοῦτον ἐνδεχόμενον, ποῖος θὰ μᾶς σώσῃ; Δὲν θὰ εὕρωμεν συνδρομήν, παρὰ μόνον εἰς τὴν μεγάλην ἐκείνην φιλειρηνικὴν χώραν, ἡ ὁποία, διὰ μόνης τῆς προειδοποιήσεώς της συνέβαλεν εἰς τὴν διακοπὴν τῆς ληστρικῆς ἐπιδρομῆς, τῶν Ἄγγλων, Γάλλων καὶ Ἰσραηλιτῶν κατὰ τοῦ Σουὲζ καὶ ἔσωσε τὴν κατάστασιν εἰς τὴν Συρίαν, εἰς τὸν Λίβανον, εἰς τὸ Ἰρὰκ κλπ. Ὁ Πρόεδρος κ. Παπανδρέου εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει, ἀναμφισβητήτως, ἡ ἔννοια τῆς ἀμύνης εἰς τοὺς σκοποὺς τοῦ ΝΑΤΟ. Ἀλλὰ ἐὰν ἡ ἀπειλὴ προέρχεται ἀπὸ χώρας τοῦ ΝΑΤΟ, θὰ παράσχῃ ἀποτελεσματικὴν βοήθειαν; Εἶπεν, ἐπίσης, ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι καὶ τὸ Κυπριακὸν θὰ χαθῇ, ἂν ἐξέλθωμεν τοῦ ΝΑΤΟ, διότι ὅλοι οἱ ἄλλοι, διὰ νὰ μὴ ἐνισχύσουν τὸν Ἀνατολικὸν Συνασπισμόν, θὰ μᾶς καταψηφίσουν. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ ἄλλοι; Αἱ χῶραι τοῦ Ν.Α. Τ.Ο., μᾶς καταψηφίζουν. Αἱ Ἀνατολικαὶ θὰ ἔχουν ἕνα λόγον παραπάνω νὰ μᾶς ψηφίζουν. Ἀλλὰ καὶ αἱ οὐδέτεραι θὰ ἔχουν τὴν ἰδικήν των πεῖραν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εὑρεθῇ κανεὶς καὶ καλὰ εἰς τὸ σύμφωνον τῆς Βαρσοβίας, ὅταν φύγῃ ἀπὸ τὸ σύμφωνον τοῦ ΝΑΤΟ. Βεβαίως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀσχοληθῶμεν διὰ μακρῶν, ἀπαντῶντες εἰς τὴν σημερινὴν Πρωθυπουργικὴν ἀγόρευσιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ; ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνησυχεῖ, πέραν τῶν ὅσων μέχρι τοῦδε ἔγιναν, εἶναι τὸ ποῦ πᾶμε ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἐμπρός. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν γριφώδη ἀγόρευσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀβέρωφ, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐπανάληψιν ἐπανέλαβεν, ὅτι ἡ λύσις πρέπει νὰ εἶναι δημοκρατικὴ καὶ δικαία καὶ νὰ μὴ προδικάζῃ τὸ μέλλον. Ἡ διατύπωσις αὐτὴ τοῦ κ. ὑπουργοῦ δείχνει, ὅτι καὶ αὐτὸς ἀνησυχεῖ, ὅτι ἐνδεχομένως νὰ προταθῇ ἀπαράδεκτος λύσις, προδικάζουσα τὸ μέλλον, δηλαδὴ ἡ διχοτόμησις. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται, πηγαίνοντες εἰς τὸ ΝΑΤΟ, νὰ καταλήξωμεν εἰς λύσιν, προάγουσαν τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν. Χρέος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, νὰ διακόψῃ τὴν συνεργασίαν της μὲ τὸ ΝΑΤΟ, νὰ συντονίσῃ τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς Κύπρου μὲ τὰς ἀντιαποικιακὰς χώρας, νὰ κινητοποιήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μὲ πᾶν μέσον, ἀποκαθιστῶσα τὴν ἑνότητα, ἀπαραίτητον τόσον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅσον καὶ εἰς τὴν Κύπρον καὶ νὰ δώσῃ ὅλον τὸ βάρος της εἰς τὴν κατάπαυσιν τῶν ἀγγλικῶν βιαιοτήτων, εἰς τὸν ἀποκλεισμὸν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν καί, τέλος, οὐδέποτε καὶ εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν νὰ δεχθῇ λύσιν ποὺ νὰ ἀποκλείῃ τὴν τελικὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως. Καὶ τέλος, νὰ ἑδραιώσῃ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας, συνάπτουσα δεσμοὺς φιλίας καὶ ἀμοιβαίας βοηθείας μὲ τὰς Ἀραβικὰς καὶ τὰς γειτονικὰς Βαλκανικὰς χώρας. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὅμως, χειρισθεῖσα ὅπως ἐχειρίσθη τὸ Κυπριακόν, ἀπεδείχθη ἀκατάλληλος πρὸς ἄσκησιν τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς πολιτικῆς. Δυνάμεις ὑπάρχουν εἰς ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς, ποὺ συναισθάνονται τὸ πατριωτικὸν καθῆκον ὅλων μας, ἐμπρὸς εἰς τὴν δημιουργηθεῖσαν σοβαρωτάτην κατάστασιν καὶ ἠμποροῦν μὲ ἑνότητα νὰ ἀσκήσουν τὴν νέαν πολιτικήν. Καὶ ἐνῷ φαίνεται, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς κρίσιμον σημεῖον, μία ἐθνικὴ ἀνάτασις μὲ ἕνα συντονισμὸν ἐνεργειῶν, μὲ θαρραλέαν ἐξόρμησιν καὶ κινητοποίησιν ὅλων τῶν παραγόντων τῆς πνευματικῆς, κοινωνικῆς, οἰκονομικῆς, συνδικαλιστικῆς, ἐπαγγελματικῆς ζωῆς, τῶν Πανεπιστημίων, τῆς Ἀκαδημίας, τῶν Σωματείων, τῶν ἐκπολιτιστικῶν ἱδρυμάτων, διὰ τὴν διαφώτισιν τῆς παγκοσμίου κοινῆς γνώμης, μὲ μίαν θαρραλέαν καταγγελίαν τῶν ὠμοτήτων, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναστηλωθῇ ἡ ὑπόθεσις τῆς ἐλευθερίας τῆς Κύπρου πολὺ ὑψηλά, νὰ φουντώσῃ καὶ νὰ ξεπηδήσῃ μία φλόγα, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κύπρου.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λύχνος, ἔχει τὸν λόγον.
§136Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τελευταία φορὰ ποὺ εἶχον ἀσχοληθῆ μὲ τὸ θέμα αὐτό, μὲ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ἦτο, νομίζω, πρὸ δύο ἐτῶν, εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν. Ἔκτοτε δὲν ἐδόθη εἰς τοὺς μὴ ἀρχηγοὺς βουλευτὰς ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσουν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος. Τότε εἶχον ζητήσει τὴν ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω μερικὰς ἀληθείας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπίστευον καί, δυστυχῶς, μετὰ δύο ἔτη, ἔχω τὸ θλιβερὸν προνόμιον νὰ διαπιστώσω, ὅτι αἱ προβλέψεις αὐταὶ ἐπαλήθευσαν. Τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ὄχι μόνον δὲν ἐλύθη κατὰ τὴν διετίαν αὐτήν, ἀλλὰ οὔτε καὶ προώδευσε. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, νομίζω, ὅτι οὐδεὶς εἶναι ἀντίθετος εἰς τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα παρουσίασε, μάλιστα, μίαν ὀπισθοδρόμησιν κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα. Ἠμποροῦν νὰ διαφωνοῦν πολλοί, ἠμποροῦμεν νὰ διαφωνοῦμεν μεταξύ μας, ὡς πρὸς τὰ αἴτια καὶ τοὺς ὑπευθύνους τῆς ὀπισθοδρομήσεως, τὸ γεγονὸς ὅμως αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἠμποροῦν μερικοὶ νὰ λέγουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ πταίει, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἱκανὴ καὶ ἀρκετὰ ἐπιδεξία, ὥστε νὰ διαχειρισθῇ καλῶς τὸ θέμα καὶ νὰ τὸ λύσῃ. Ἐγὼ πιστεύω, κύριοι βουλευταί, ὅτι οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἐὰν ἦτο εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Καραμανλῆ, ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀνελήφθη τὸ Κυπριακὸν καὶ διεξάγεται ἡ μακρὰ αὐτὴ μάχη, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε καλλίτερον ἀποτέλεσμα. Εἶπον τότε καὶ ἐπιμένω καὶ σήμερον, ἄλλωστε πολλοὶ τὸ ἐπαναλαμβάνουν ἔκτοτε, ὅτι τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα θὰ ἠμποροῦσε νὰ λυθῇ κατὰ δύο τρόπους. Ὁ πρῶτος ἦτο ὁ πόλεμος, ἡ δυναμικὴ λύσις. Ὁ ἄλλος τρόπος θὰ ἦτο ἡ συνεννόησις. Τὴν δυναμικὴν λύσιν, τὸν πόλεμον, τὸν ἀποκλείουν αἱ δυνατότητες τῆς Ἑλλάδος καὶ αἱ συνθῆκαι μέσα εἰς τὰς ὁποίας ζοῦμε, ἡ σημερινὴ δηλαδὴ διεθνὴς κατάστασις. Τὰς συνεννοήσεις τὰς ἐπιτρέπουν τὰ πάντα. Ἀλλά, ἐνῷ τὰς συνεννοήσεις τὰς ἐπιτρέπουν τὰ πάντα, πολλοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν τὰς ἤθελον. Καὶ ἐνῷ τὸν πόλεμον καμμία λογικὴ καὶ καμμία περίστασις δὲν τὸν ἐπιτρέπει, ὅλοι σχεδὸν ὁμιλοῦν περὶ δυναμικῆς πολιτικῆς, περὶ ἀναπετάσεως σημαιῶν καὶ δὲν ἠξεύρω ποίων ἄλλων πραγμάτων, μὲ τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δῆθεν δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ. Οἱ ὑπέρμαχοι τῆς δυναμικῆς πολιτικῆς, ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι οὐδέποτε ἀνέπτυξαν ἕνα θετικόν, συνοπτικὸν καὶ λογικὸν πρόγραμμα χρησιμοποιήσεως τῶν μεθόδων, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύουν, ἢ μᾶλλον ἄφηναν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι θὰ ἦσαν αἱ ἐνδεδειγμέναι διὰ νὰ κερδίσωμεν τὸν ἀγῶνα τῆς Κύπρου. Κύριοι, ἀπὸ τὸν καιρὸν ποὺ ἐλέχθησαν αὐτὰ τὰ πράγματα, αἱ περιστάσεις ἔχουν μεταβληθῆ εἰς βάρος τοῦ ἀγῶνος. Ὁ χρόνος δὲν ἐλειτούργησεν ὑπὲρ ἡμῶν, ἐλειτούργησεν ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων μας. Ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἐφάνη, πρὸς στιγμήν, νὰ συζητῇ μὲ τὸν ἑαυτόν της τὸ θέμα τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς Κύπρου ἢ νὰ μείνῃ εἰς αὐτήν. Μετὰ τὴν ἧτταν της εἰς τὸ Σουέζ, πολλοὶ ὑπέθεσαν —καὶ ἐγὼ ἤμην μεταξὺ αὐτῶν— ὅτι ἡ Ἀγγλία θὰ ὑποχωροῦσε. Συνέβη, ὅμως, τὸ ἀντίθετον. Μὲ τὴν μεταβολὴν τῆς στρατηγικῆς πολιτικῆς τῆς Ἀγγλίας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Μὰκ Μίλλαν, ὁ Ἀγγλικὸς λαός, τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἐπείσθησαν, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ παραιτηθοῦν τῆς πολυτελείας μεγάλων στρατιωτικῶν δαπανῶν καὶ νὰ παραιτηθοῦν τῶν μεγάλων στρατῶν, ἐὰν διετήρουν ὡρισμένας ἀεροπορικὰς δυνάμεις, δυναμένας νὰ μεταφέρουν καὶ ἀτομικὰ ὅπλα, εἰς μερικὰ κεντρικὰ σημεῖα τῆς αὐτοκρατορίας καὶ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ σημεῖα ἦτο καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἡ Κύπρος. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία πρὸς στιγμὴν ἐνομίσθη, ὅτι θὰ ἐγκατέλειπεν ἢ ὅτι θὰ ἐπεδίωκε νὰ παζαρεύσῃ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Κύπρου, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν παλαιάν της αὐτοκρατορικὴν πολιτικήν, ἐν σχέσει μὲ τὴν Κύπρον. Θὰ εἴπετε, ὅτι ἡμεῖς πάντοτε προσεφέρθημεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ στρατηγικὰ συμφέροντα τῆς Μ. Βρεταννίας εἰς τὴν Κύπρον, νομίζω καὶ ὁ Ἐθνάρχης, μετὰ τὴν Ἑλλ. Κυβέρνησιν, κατ’ ἐπανάληψιν ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν θὰ ἠρνεῖτο εἰς μίαν ἐλευθέραν Κύπρον τὰς ἀγγλικὰς στρατηγικὰς βάσεις. Ἀλλὰ διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἤθελε, θέλει καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ προφανῶς νὰ θέλῃ, ὅπως αἱ βάσεις αὐταὶ εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν της ἀπὸ πρῶτο χέρι, εἴτε διότι δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰδικῶς εἰς ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, εἴτε γενικῶς ἐπειδὴ δὲν ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν μεσολάβησιν τρίτων λαῶν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν βάσεων. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι αἱ προσφοραί μας αὐταὶ δὲν ἔγιναν πιστευταί. Ἕνας δεύτερον παράγων, ἐπιβαρυντικὸς κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν, ὑπῆρξεν ἡ ἐνεργοτέρα ἀνάμιξις τῆς Τουρκίας εἰς τὴν πορείαν καὶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Ἤκουσα καὶ ἐγνώριζα, ὅτι παλαιότερα ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἐπιδείξει ἢ μᾶλλον δὲν ἤθελε νὰ φανῇ, ὅτι ἐπεδείκνυε ζωηρὸν ἐνδιαφέρον διὰ τὴν τύχην τῆς Κύπρου. Ἡ ἀδιαφορία ἐκείνη, ἡ ὁποία κατόπιν παρεμερίσθη, ἠμπορεῖ νὰ ἦτο καὶ ἕνα τέχνασμα, διὰ νὰ ὠθήσῃ τὴν Ἑλλάδα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Κυπριακὴν παγίδα, μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Τουρκία θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἐπωφεληθῇ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ τί συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ Τουρκικὴ μειονότης εἰς τὴν Κύπρον ἐνεφάνισε ζωηροτάτην ζωτικότητα. Ἐπέδειξε καὶ ὑπέβαλε τὴν παρουσίαν της εἰς τὸν διεθνῆ κόσμον μὲ τὰ γεγονότα καὶ τὴν ἐξέγερσιν καὶ τὴν αἱματηρὰν ἐκείνην ἐκστρατείαν κατὰ τῶν Ἑλλήνων τῆς Κύπρου, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη τὸν παρελθόντα Ἰούνιον. Βεβαίως, αὐτὸ ἦτο ἕνα γεγονὸς πολὺ δυσάρεστον. Ἦτο ἕνα γεγονὸς ὅμως, τὸ ὁποῖον καμμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ προλάβῃ· ἦτο ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον πιθανώτατα προεκάλεσεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις· γεγονὸς πάντως τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐπιρριφθῇ ὡς εὐθύνη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, οἱαδήποτε καὶ ἐὰν ἦτο εἰς τὴν ἀρχήν. Διὰ τῆς ἐξεγέρσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν, εἴτε ἡ Ἀγγλία, εἴτε ἡ Ἄγκυρα, εἴτε ἄλλη πηγὴ ὑπηγόρευσεν, ἡ Τουρκία ἔκαμε τὴν καλλιτέραν δυνατὴν προπαγάνδαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεδίωξε νὰ πείσῃ καὶ ἴσως ἔπεισε πολλοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν κόσμον, ὅτι συμβίωσις εἰς τὴν Κύπρον, μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων, εἶναι δυσχερής, ἂν ὄχι ἀδύνατος. Τοῦτο πρέπει νὰ εἶναι ἕνα τέχνασμα. Εἶχεν ἤδη τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἡ λύσις τῆς διχοτομήσεως καὶ ἡ Τουρκία ἐφάνη αἴφνης, ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἀπειλὴν αὐτὴν μὲ τὸ δραστικὸν ἐπιχείρημα τῆς ἐξεγέρσεως. Δὲν θὰ εἰσέλθω βαθύτερα εἰς τοὺς λόγους καὶ τὰ αἴτια καὶ τοὺς σκοποὺς αὐτῆς τῆς τακτικῆς. Τὸ γεγονὸς εἶναι ἕνα, εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε ὄχι, ἡ Τουρκικὴ μειονότης εἰς τὴν Κύπρον ἔχει ἐπιβάλει τὴν παρουσίαν της διεθνῶς. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν, παρουσιάσθησαν ἀπὸ μέρους τῆς Ἀγγλίας, ἀλλεπάλληλα σχέδια λύσεως τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Τὸ πρῶτον, ἦτο τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη ἀπὸ τὸν Χάρτινγκ εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπῆλθε συμφωνία καὶ ἠκολούθησεν ἡ ἐξορία τοῦ Μακαρίου καὶ τῶν συντρόφων του. Κατόπιν ἦλθε τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, τὸ σχέδιον Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οἱ Ἄγγλοι καὶ πάλιν παρουσίασαν ὡς ἕνα διαλλακτικὸν σχέδιον συμβιβαστικῆς λύσεως τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Ἡ Ἑλλὰς τὸ ἀπέκρουσε. Τὸ σχέδιον Ράντκλιφ, ἦτο πρότασις λύσεως πολὺ χειροτέρα ἀπὸ ἐκείνην τῶν προτάσεων Χάρτινγκ. Ἐντὸς ἑνὸς ἔτους κατήλθομεν ἕνα σκαλὶ χαμηλότερον, μὲ τὴν δευτέραν ἀγγλικὴν προσφοράν, καὶ ταυτοχρόνως ἐδώσαμεν εἰς τοὺς ἀντιπάλους τὴν εὐκαιρίαν νὰ κατηγορήσουν τὴν Ἑλλάδα, ὅτι αὐτὴ ἀποκρούει τὰς ἀγγλικὰς προτάσεις καί, ἑπομένως, εὑρίσκετο εἰς πλήρη ἀδιαλλαξίαν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης κατεδικάσθη. Μετὰ τὸ σχέδιον Ράντκλιφ, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, τὸ ὁποῖον ἀπεκρούσαμεν ἐπίσης. Διατὶ κατηγορεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις τὴν Κυβέρνησιν; Ἐζήτησεν ἡ Ἀντιπολίτευσις κανένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ σχέδια νὰ γίνῃ δεκτὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις παρήκουσε τὴν συμβουλήν της; Ὄχι. Ἐκεῖνο ποὺ συνέβη ἦτο, ὅτι, ἐνῷ ἀλληλοδιαδόχως ἀγγλικαὶ προτάσεις ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα, μὲ τὸν σκοπὸν νὰ τὴν ἐκθέσουν εἰς τὴν ἐντύπωσιν τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, ὡς ἀδιάλλακτον, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ Ἑλληνική, συνεβούλευε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μείνῃ ἀμετακίνητος καὶ ἀμετάπιστος εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς αὐτοδιαθέσεως ἐντὸς εὐλόγου τακτῆς προθεσμίας. Εἶναι, κύριοι, μία θέσις, ἡ ὁποία δὲν ἐγκατελείφθη κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν. Δυστυχῶς, ἀπὸ μέρους τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πολλοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν τῶν δύο τελευταίων ἡμερῶν τὴν ὑπεστήριξαν, ἴσως, ὄχι μὲ τόσην ἐπιμονὴν πλέον εἰς τὴν τακτὴν καὶ εὔλογον προθεσμίαν, ἀλλὰ πάντως μὲ ἐπιμονὴν εἰς τὴν αὐτοδιάθεσιν. Εἷς ἐκ τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν, νομίζω ὁ κ. Μαρκεζίνης, προσέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν συνεργασίαν μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως. Τώρα ἡ Κυβέρνησις κατηγορεῖται, ἀπὸ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι αὐτὴ ἔχει τὴν εὐθύνην τῶν δυσχερειῶν, εἰς τὰς ὁποίας περιέστη τὸ Κυπριακὸν θέμα, ἐνῷ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔδωσε καμμίαν συμβουλήν, δὲν ἔδωσε καμμίαν συνταγήν, ἡ ὁποία θὰ ἠμποροῦσε νὰ βελτιώσῃ τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα. Ἡ Κυβ)σις, ἔκαμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμνε καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἢ μᾶλλον συνεμορφώθη μὲ ὅλας τὰς συστάσεις καὶ μὲ τὸ νόημα ὅλων τῶν ἐπιθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Παρέμεινε σταθερὰ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, εἰς τὸ δόγμα τῆς αὐτοδιαθέσεως ἐντὸς τακτῆς καὶ εὐλόγου προθεσμίας. Δὲν εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία πταίει, διότι τὸ πρόβλημά μας δὲν προήχθη καὶ διότι εἰσῆλθεν εἰς μίαν πορείαν, ἡ ὁποία εἶναι δυσκολωτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν νομίζομεν, ὅτι θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀκολουθήσῃ προηγουμένως. Εἶναι ἡ πραγματικότης, εἶναι ἡ διεθνὴς καὶ ἡ τοπικὴ πραγματικότης, ἡ ὁποία ἐπέβαλε καὶ ἐπιβάλλει αὐτὴν τὴν χειροτέρευσιν καὶ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀποκλείσῃ καὶ νὰ ἀποσοβήσῃ. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε, δυστυχῶς, τὴν δυναμικότητα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, ἡ Ἑλλὰς εἶχε μόνην διέξοδον νὰ διαπραγματευθῇ μίαν συμβιβαστικὴν λύσιν καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ συμβιβαστικῆς λύσεως τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, φυσικὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι θὰ εἶναι μία λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ δέχεται ὁ Κυπριακὸς λαός, ἡ ὁποία θὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς τὸν Κυπριακὸν λαὸν τὴν ἐλευθερίαν του καὶ θὰ ἀποκαθιστᾶ εἰς τὰ πράγματα τῆς Μεσογείου καὶ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα, τὰς συμμαχίας ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων γνωρίζομεν, ὅτι ἀποτελοῦν τὴν μόνην δυνατὴν καὶ διὰ τὴν γεωγραφικήν μας περιφέρειαν καὶ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους ἀσφάλειαν. Κύριοι, εἰς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην, εἴμεθα αὐτὴν τὴν ὥραν κατηγορούμενοι ἐπὶ ἀδιαλλαξία, ὅτι ἡμεῖς, διὰ τῆς ἐπιμονῆς μας εἰς ὡρισμένας λύσεις ἀμεταθέτως, ἠμποδίσαμεν κάθε διαλλακτικὴν πρότασιν τῶν ἀντιπάλων μας. Κατηγορήθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν ἔκαμεν ἀρκετὴν προπαγάνδαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἔκαμε τὸ καθῆκόν της, ἀλλὰ τὰ ἑλληνικὰ μέσα προπαγάνδας εἶναι σταγὼν εἰς τὸν ὠκεανόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἔπρεπε μία ἑλληνικὴ προπαγάνδα, διὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματική, νὰ πληρώσῃ ἐξ ὁλοκλήρου. Ποῦ εἶναι τὰ χρήματα, ποῦ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, ποῦ εἶναι τὰ μέσα, οἱ κινηματογράφοι, τὰ θέατρα, τὰ ραδιόφωνα, ἡ τηλεόρασις καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται, διὰ νὰ διαδώσῃ κανεὶς εἰς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην τὰς ἰδικάς του ἀντιλήψεις;
§137Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν λεπτομέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν ἀναμιχθῆ, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή. Εἰς τὸ Παρίσι, παίζεται ἀπὸ τριμήνου ἔργον, ἐκ τῶν καλλιτέρων ἔργων τῶν Παρισίων, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπόθεσιν τὴν δρᾶσιν τῆς ΕΟΚΑ. Πληροφορῶ δέ, ἐπίσης, ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ μελετᾶται αὐτὴν τὴν στιγμὴν τόσον ἀπὸ Γάλλους παραγωγούς, ὅσον καὶ ἀπὸ Ἀμερικανοὺς παραγωγούς, νὰ τὸ γυρίσουν σὲ φίλμ.
§138Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Εἶμαι πολὺ εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδετε, ἀλλὰ καὶ ὡς πολιτικὸς καὶ ὡς δημοσιογράφος, γνωρίζω ποῖαι ἦσαν καὶ ποῖαι ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι αἱ δυσκολίαι τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου νὰ ἐπιτύχῃ τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος διὰ μόνης τῆς προπαγάνδας. Τέτοιο πρᾶγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, οὔτε εἰς τὰς ἐκθέσεις τῶν Ἑλληνικῶν δικαιωμάτων, οὔτε διὰ τῆς ἐκθέσεως τῶν ὠμοτήτων καὶ τῶν ἀγριοτήτων τῶν ἀντιπάλων μας. Ἤμην καὶ ἐγὼ ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν τουρκικῶν ὠμοτήτων, μετὰ τὴν τριμερῆ διάσκεψιν καὶ ἀπεκαρδιώθην ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἐξελιπαρούσαμεν τὸν Ἀγγλικὸν καὶ τὸν Ἀμερικανικὸν Τύπον νὰ δημοσιεύσῃ ἐλαχίστας πληροφορίας ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα καὶ δὲν τὸ ἔπραττον. Τί συμβαίνει; Πολλοὶ θὰ εἴπουν, ὅτι ἦτο ἐντολὴ τοῦ Φόρεϊν Ὄφφις ἢ τοῦ Στέϊτ Ντηπάρτμεν. Κύριοι, εἰς τὰς Δημοκρατικὰς Χώρας, αὐτὰ δὲν συμβαίνουν. Ἠμπορεῖ τὸ Στέϊτ Ντηπάρτμεν ἢ τὸ Φόρεϊν Ὄφφις νὰ ἐπηρεάζῃ μία ἢ δύο ἀγγλικὰς ἢ ἀμερικανικὰς ἐφημερίδας, ἀλλὰ τὸν ἀμερικανικὸν τύπον καὶ μάλιστα τὸν ἐπαρχιακόν, βεβαίως δὲν τὸν ἐπηρεάζει τὸ Στέϊτ Ντηπάρτμεν. Ἀλλὰ ὁ ἀμερικανικὸς τύπος, δὲν εἶχεν ἐνδιαφέρον δι’ αὐτὰς τὰς ὠμότητας. Καί, κύριοι, νὰ εἴμεθα λογικοί, ἔπειτα ἀπὸ τὰς χιτλερικὰς ὠμότητας, ἔπειτα ἀπὸ τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως τοῦ μεγάλου πολέμου, ἔπειτα ἀπὸ τὰς σφαγὰς καὶ τὴν μετατροπὴν εἰς λίπος καὶ σάπωνα τῶν ἀνθρώπων, ἔπειτα ἀπὸ τὰς μεγάλας σφαγὰς τοῦ δάσους τοῦ Κατὶν ἀπὸ τοὺς σοβιετικούς, ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἐκκαθαρίσεις τοῦ Στάλιν καὶ τὴν καταστολὴν τῆς Οὐγγρικῆς ἐπαναστάσεως, ποία ἁρπαγή, ποῖος φόνος, ποῖος τραυματισμὸς εἶναι δυνατὸν νὰ κάμνῃ ἐντύπωσιν εἰς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην; Καλὸν εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν, αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ τὰ καταστήσωμεν γνωστά, καλὸν εἶναι νὰ ἐπιδιώξωμεν, πάσῃ δυνάμει καὶ πάσῃ θυσίᾳ καὶ ἀναλόγως πρὸς τὰς δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος, νὰ τὰ διαδώσωμεν, ἀλλά, κύριοι, δὲν ἠμποροῦμεν καὶ εἰς κανένα νὰ τὰ ἐπιβάλωμεν. Ἐκδίδει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἕνα βιβλιάριον, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀγγλικὰς ὠμότητας ἢ πρὸς τὰς διώξεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν Τουρκίᾳ καὶ τὰ ἀποστέλλει εἰς χιλιάδας ἀποδέκτας. Εἶσθε βέβαιοι, ὅτι οἱ ἀποδέκται, ὡς πρώτην ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμουν, μόλις λάβουν αὐτὸ τὸ ταχυδρομικὸν δέμα, θὰ εἶναι νὰ καθίσουν νὰ τὸ διαβάσουν καὶ νὰ διαφωτισθοῦν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος; Καὶ μᾶλλον εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν τὰ προσέχει κανείς. Εἰς αὐτὰς τὰς ἰδίας προσωπικότητας, εἰς αὐτὰς τὰς ἰδίας ἐφημερίδας, εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους Ὀργανισμούς, καταφθάνουν καθημερινῶς ἀπ’ ὅλον τὸν κόσμον δεκάδες καὶ ἑκατοντάδες ὁμοίων βιβλιαρίων, μὲ τὸ αὐτὸ περίπου περιεχόμενον, καὶ μᾶλλον εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν τὰ προσέχει κανείς. Μετὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν, τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη, μετὰ τὰς συνεννοήσεις εἰς τὸ ΝΑΤΟ πρὸς σύγκλησιν διασκέψεως, πρὸς λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, αἱ ὁποῖαι καὶ πάλιν ἐναυάγησαν, λόγῳ δισταγμῶν, ἂν ὄχι ἀρνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐφθάσαμεν εἰς τὰς προτάσεις ἀνεξαρτησίας τοῦ Μακαρίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσεν, ὅτι τῆς προτάσεως αὐτῆς ἦτο ἐν γνώσει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὅτι κατ’ οὐσίαν τὴν ἐνέκρινεν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐὰν ἐπῆλθεν ἢ δὲν ἐπῆλθε πλήρης συνεννόησις, ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὸν χρόνον τῆς ἀνακοινώσεως. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἐξέφρασε καὶ πάλιν ἀντίθεσιν, ἐκτὸς τοῦ κ. Βενιζέλου, ὁ ὁποῖος διεξεδίκησε τὴν πατρότητα τῆς ἰδέας, πρὸς τιμήν του, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι κατήγγειλαν τὴν παραχώρησιν αὐτὴν ὡς γενομένην ἄνευ σκοποῦ, ὡς γενομένη ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ κεντρικοῦ αἰτήματος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, δηλαδὴ τῆς ἐλευθερίας του, ὡς γενομένη, τέλος, ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἐὰν ὅμως εἰς τὴν πρότασιν αὐτήν, τὴν πρωτοβουλίαν, εἶχεν ἡ Κύπρος, διὰ τοῦ Ἀρχιεπισκόπου, καὶ γνῶσιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔδωσε τὴν συγκατάθεσίν της, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἀνεξαρτησίας ἀνταποκρίνεται, τοὐλάχιστον τὴν ὥραν αὐτήν, εἰς τὰ αἰτήματα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ τοῦ τμήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον μάχεται καὶ τοῦ ἄλλου τμήματος, τὸ ὁποῖον κρατεῖ καὶ στηρίζει τὴν μαχομένην μερίδα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἡμεῖς δὲν τὴν ἐδέχθημεν, δηλαδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τέλος πάντων, πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ἐὰν τὸ πρόβλημα δὲν λύεται διὰ τῆς ἐπιβολῆς, ἐὰν τὸ πρόβλημα δὲν λύεται διὰ τῆς δυνάμεως, ἐὰν τὸ πρόβλημα πρόκειται νὰ λυθῇ διὰ συνεννοήσεων, δηλαδὴ πολιτικῶς καὶ διπλωματικῶς, πρέπει κἄπου, τέλος πάντων, νὰ σταθῶμεν, κἄπως πρέπει νὰ δείξωμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἔχομεν κατανόησιν τῆς ἀνάγκης τῆς συνεννοήσεως καὶ τῆς συμβιβαστικῆς λύσεως. Καὶ ἂν τὴν ἀπόλυτον αὐτὴν ἄρνησιν τὴν προβάλλῃ τὸ Κόμμα τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς, ἢ τὰ Κόμματα, τὰ ὁποῖα πλησιάζουν πρὸς αὐτήν, τὸ πρᾶγμα δι’ ἐμὲ εἶναι εὐεξήγητον. Δὲν ἀρνούμεθα τὸν πατριωτισμὸν τῆς ἀριστερᾶς, δὲν ἀρνούμεθα τὸν πατριωτισμὸν τῆς ΕΔΑ καὶ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαλλαγῶ τῆς ὑποψίας, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων μέσων προπαγάνδας, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιεῖ διὰ νὰ διαδώσῃ τὴν ἰδεολογίαν της καὶ νὰ στηρίξῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐπιρροῆς της, εἶναι καὶ τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα. Ἐὰν ὁ σκοπὸς τῆς ΕΔΑ εἶναι νὰ φύγῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ καὶ νὰ πάῃ εἰς τὸ Σύμφωνον τῆς Βαρσοβίας, βεβαίως ἡ ἀντίθεσις τῶν Συμμάχων τῆς Ἑλλάδος ἐντὸς τοῦ ΝΑΤΟ, πρὸς τὸ δίκαιον τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν Κύπρον, τῆς παρέχει μία πολὺ μεγάλην καὶ μία πολὺ καλὴν εὐκαιρίαν. Ἀμφισβητῶ τὸ λεχθέν, ὅτι ὁ κ. Πασαλίδης, ἢ ὁ κ. Ἠλιοῦ, δὲν ἐζήτησαν καθαρὰ τὸ νὰ φύγῃ ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ καὶ νὰ ὑπάγῃ μὲ τὰς «ἄλλας ἐκείνας δυνάμεις», ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πασαλίδης, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προστατεύσουν τὸ Κυπριακὸν δίκαιον. Κύριοι, τὰ ἄλλα Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τῆς λεγομένης ἐθνικόφρονος, τί πράττουν; Κατηγοροῦν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐξασθενίζει τὸ ΝΑΤΟ, διότι δὲν ἐπιτυγχάνει τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος καὶ διότι ἀντίπαλοί μας εἰς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα εἶναι οἱ σύμμαχοί μας. Αὐτὸ εἶναι μία πραγματικότης, εἶναι ὅμως μία πραγματικότης, ἡ ὁποία διὰ νὰ γίνῃ ἀντιληπτή, ἀπὸ τὸν λαόν μας καὶ ἀπὸ τοὺς ξένους λαούς, οἱ ὁποῖοι περιορίζονται εἰς τὴν κεντρικὴν γραμμὴν τοῦ προβλήματος, θέλει μίαν ἐξήγησιν. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριοι, τῆς ἐθνικόφρονος ἀντιπολιτεύσεως, νὰ κατηγορῆτε τὴν Ἀμερικήν, διότι δὲν μᾶς δίδει ἢ διότι δὲν ἀναγκάζει τὴν Ἀγγλίαν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν Κύπρον καὶ ταὐτοχρόνως νὰ μὴ ἐξηγῆτε, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Ἀγγλίαν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν Κύπρον, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀναγκάσῃ τὴν Ἀγγλίαν νὰ μᾶς δώσῃ τὴν Κύπρον, ἐνῷ ἡ Ἀμερικὴ μᾶς ἔδωσε ἕνα δισεκατομμύριον δολλάρια, διὰ νὰ ἀνασυγκροτηθοῦμε, ἐνῷ ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν ἔχομεν καὶ τὸ τελευταῖον ὅπλον καὶ τὸ τελευταῖον τηλεβόλον, καὶ τὸ τελευταῖον ἀεροπλάνον, τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα διὰ τὴν ἐθνικήν μας ἀσφάλειαν. Ἠμπορεῖ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου νὰ διαφωνῶμεν, ἠμπορεῖ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἡ Ἀμερικὴ νὰ μᾶς βοηθήσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν καθαρὰ καὶ σαφῶς, ὅτι χωρὶς τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν, Ἑλληνικὴ ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει καὶ χωρὶς τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν Ἑλληνικὴ ἐλευθερία καὶ Ἑλληνικὴ εἰρήνη, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ συμμοριτοπολέμου, δὲν θὰ ὑπῆρχε. Κύριοι, τὸ ΝΑΤΟ τὸ κατηγοροῦμεν, ὅτι εἶναι ὕποπτον εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου καὶ πολλοὶ ὑποστηρίζουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτό. Πολλοὶ κατηγοροῦν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ τὴν μεσολάβησιν τοῦ κ. Σπάακ. Νὰ τὸ ἀποκλείσωμεν, ἀλλὰ τί περαιτέρω, θὰ κάμωμεν; Ἢ θὰ διαπραγματευθῶμεν ἀπ’ εὐθείας, πρόσωπον μὲ πρόσωπον, μὲ τοὺς ἀντιπάλους μας εἰς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, δηλαδὴ μὲ τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Τουρκίαν, ἢ θὰ καταφύγωμεν εἰς τὸν ΟΗΕ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν. Ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καταφεύγομεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, μὲ τὴν βεβαιότητα, τὴν ἐπανειλημμένως ἐπαναληφθεῖσαν καὶ δηλωθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη δὲν πρόκειται νὰ λύσουν τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ διαφωτίσωμεν μέσῳ αὐτῶν τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην καὶ τὰς ξένας Ἀντιπροσωπείας, ἐπὶ τῶν δικαίων τοῦ Κυπριακοῦ πληθυσμοῦ, διὰ τὴν ἐλευθερίαν του. Ὅμως καὶ ἀπ’ ἐκεῖ τὰ μηνύματα εἶναι τώρα περισσότερον σκοτεινά. Ἐφέτος ὁ κ. Ἀβέρωφ, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἐὰν εἴμεθα ἄνθρωποι εἰλικρινεῖς καὶ ἔντιμοι καὶ γενναῖοι, ὅτι, ἔδωσε μίαν μάχην εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς Ἕλλην Ἀντιπρόσωπος εἶχε δώσει ποτὲ οὐδὲ καὶ ξένος, δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦν τὰ διεθνῆ προβλήματα. Ὡμίλησε μετὰ θάρρους, μετὰ εὐστροφίας, μετὰ πολιτικότητος. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε διαφορετικὸν ἀπὸ τὸ καλλίτερον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν τὰ προηγούμενα ἔτη. Διατί; Τὸ πρᾶγμα εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοηθῇ. Ἐν πρώτοις, διότι εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, ἔχει ἤδη διατυπωθῆ καὶ διαδοθῆ ἡ κατηγορία τῆς ἀδιαλλαξίας. Ὅ,τι καὶ νὰ μᾶς εἴπουν οἱ ἄλλοι λαοί, ἡ Ἀγγλία οἱανδήποτε πρότασιν καὶ ἂν μᾶς κάμῃ, ἡμεῖς λέγομεν, ὄχι. Αὐτὸ εἶναι μία ἐπιβάρυνσις. Δεύτερον, εἶναι διότι τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν αὐτὴν τὴν φοράν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρουσιάσθηκε εἰς τὸν διεθνῆ κόσμον ὡς ἕνα μαγικὸν βότανον ἐπιλύσεως τοῦ προβλήματος διὰ τῆς καλλιτέρας μεθόδου συνεργασίας καὶ συνεννοήσεως. Ἐνῷ συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Δὲν ἔχει σημασίαν, ἂν συμβαίνῃ τὸ ἀντίθετον, σημασίαν ἔχει τὸ γεγονός, ὅτι ἡ διεθνὴς κοινὴ γνώμη ἔχει προκαταληφθῆ μὲ αὐτὸ τὸ σχέδιον, ὡς ἀποτελοῦν μία ἀπὸ μέρους τῶν Ἄγγλων παραχώρησιν, διότι λέγουν: Τί, θέλετε νὰ ἐξοντώσωμεν τοὺς Τούρκους, ἀπὸ τὴν Κύπρον; Δὲν ἠμποροῦμεν. Καλοῦμεν τοὺς Ἕλληνας καὶ τοὺς Τούρκους εἰς συγκυριαρχίαν μαζὶ μας εἰς τὴν Κύπρον, διὰ νὰ ζήσῃ ὁ λαὸς αὐτὸς ἐλεύθερος καὶ ἥσυχος. Ἡμεῖς ὑποπτευόμεθα τὴν διχοτόμησιν καὶ ἡ συζήτησις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀβέρωφ εἶχεν εἰς τὸν ΟΗΕ μὲ τὸν Ἄγγλον ἀντιπρόσωπον, ἐπιβεβαιώνει αὐτὰς τὰς ὑποψίας. Διότι, ἐνῷ ὁ Ἄγγλος ἀντιπρόσωπος εἶχεν ὁμιλήσει καὶ εἶχεν εἴπει, ὅτι ἡ διχοτόμησις δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Κύπρον, εἰς τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν του, κληθεὶς νὰ ἀποκλείσῃ τὴν διχοτόμησιν ὡς λύσιν, δὲν ἔπραξε τοῦτο. Κύριοι συνάδελφοι, πιστεύω, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ διχοτομήσῃ τὴν Κύπρον, διότι πιστεύω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ πολλοὺς λόγους, ἀλλὰ προβάλλει τὸ Ἀγγλικὸν σχέδιον ἵνα, διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς διχοτομήσεως, ἐκβιάσῃ ἄλλην λύσιν. Πιστεύω, ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ τὴν διχοτόμησιν, οὔτε ὁ Τουρκικὸς Κυπριακὸς λαὸς τὴν θέλει. Μόνον ἡ Ἄγκυρα, νομίζω, ὅτι ἐπιζητεῖ τὴν διχοτόμησιν, διὰ νὰ πατήσῃ τὸ πόδι της ἐκεῖ. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε, ἐὰν εἴχατε τὴν εὐθύνην τῆς διαχειρίσεως τοῦ θέματος, θὰ ἐπροχωρούσατε εἰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν ἀπειλὴν τῆς διχοτομήσεως; Θὰ ἤμην διστακτικός. Θὰ προσεπάθουν νὰ εὕρω κἄποιον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποκλεισθῇ. Ἡ διχοτόμησις, ὅπως εἶπον, εἶναι ἕνα μέσον ἐκβιασμοῦ, διὰ νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς ἄλλα σημεῖα. Ὅλοι, κύριοι, διερωτώμεθα, αὐτὰ ἕως ἐδῶ, τώρα ὅμως τί γίνεται; Τὴν τελευταίαν ἀπόφασιν τοῦ ΟΗΕ, τὰ ἐνδιαφερόμενα μέρη τὴν ἑρμηνεύουν κατὰ διάφορον τρόπον. Εἶπον οἱ ἀντίδικοί μας, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ ΟΗΕ συνιστᾷ διαπραγματεύσεις. Καὶ ὁ Ἄγγλος Πρωθυπουργὸς προχθὲς ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὰς προσεχεῖς συζητήσεις τοῦ ΝΑΤΟ, ὁ Ἄγγλος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀνακινήσῃ τὰς συνομιλίας, διὰ λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, μὲ τὸν Ἕλληνα καὶ τὸν Τοῦρκον ὑπουργόν. Κύριοι, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ Ε.Ρ.Ε., ὡς Κυβέρνησις, εἰς τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα, ἔκαμεν ἕνα σημαντικὸν λάθος. Ἐξέλαβε τὴν βουὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς βουὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι ὑπὲρ τῆς διαιωνίσεως τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος.
§139Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Εἰλικρινῶς σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, θὰ ἐπεθύμει νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος φιλικοῦ διακανονισμοῦ τῆς Κυπριακῆς διαφορᾶς. Αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην καὶ τῆς εἰρηνεύσεως τῆς νήσου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν φιλικῶν συμμαχικῶν μας δεσμῶν, τόσον μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ὅσον καὶ μὲ τὴν Τουρκίαν. Ἂν ὑπάρχῃ καὶ ἐκ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἡ αὐτὴ ἐπιθυμία, θὰ πρέπει νὰ ἐπιδειχθῇ καὶ ἐκεῖθεν ἡ ἀνάλογη κατανόησις. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐξετάσωμεν μὲ καλὴν πίστιν τὴν θέσιν των καὶ τὰ συμφέροντά των, ἀρκεῖ νὰ μὴ ζητοῦν ἀπὸ ἡμᾶς λύσεις, ἐθνικῶς ἀναξιοπρεπεῖς καὶ ἀδίκους διὰ τοὺς Κυπρίους.
§140Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτάς. Εἶχον, ἐξ ἄλλου, τὴν εὐκαιρίαν, κατὰ τὴν ἀπουσίαν σας, νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴν ὡραιοτάτην ἀγόρευσίν σας. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα δὲν δύναται νὰ λυθῇ παρὰ μὲ συνεννόησιν, πρέπει πάντοτε νὰ ἐπιδιώκωμεν τὰς συνομιλίας. Πρέπει νὰ ὑποκλινώμεθα μὲ σεβασμὸν ἄπειρον ἐνώπιον τῆς ΕΟΚΑ, τοῦ ἀρχηγοῦ, τῶν ἀνδρῶν της καὶ τῶν θυμάτων τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος. Ἀλλὰ τὰ θαύματα δὲν διαιωνίζονται, τὰ θαύματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἀπεριορίστως εἰς ὅλους τοὺς καιρούς. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὁ ἀγγλικὸς στρατός, μὲ ἀεροπλάνα, μὲ ἑλικόπτερα, μὲ περιπόλους καὶ δὲν ἠξεύρω μὲ ποῖα ἄλλα μέσα ξεψαχνίζει τὰ σπίτια κἄθε χωριοῦ καὶ κἄθε πολιτείας, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ πάρῃ τὰ ὅπλα τῆς ΕΟΚΑ, νὰ πάρῃ τοὺς ἀγωνιστὰς καὶ ἐὰν εἶναι δυνατὸν τὸν Διγενῆ. Βεβαίως, οἱ μὲν ἡρωϊκοὶ ἀγωνισταὶ τοῦ Διγενῆ ἔχουν ὅλην τὴν ἀντοχὴν καὶ ὅλο τὸ θάρρος νὰ συνεχίσουν τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ ἀμφιβάλλω, ἐὰν ἔχουν πάντοτε καὶ τὰ μέσα.
§141Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Τί εἶναι αὐτὰ ποὺ λέγετε; Κηρύσσετε τὸ αἴσθημα τῆς ἡττοπαθείας;
§142Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔλαβον καμμίαν βοήθειαν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ λαμβάνουν, χωρὶς πόλεμον. Ἀπὸ ποὺ λαμβάνουν βοήθειαν, μόνον αὐτοὶ τὸ γνωρίζουν, ἀλλὰ ἡ βοήθεια αὐτὴ εἶναι μικρὰ καὶ ὁ Κυπριακὸς πληθυσμὸς ἔχει ὑποβληθῆ ἀπὸ μιᾶς τριετίας εἰς μίαν δοκιμασίαν, ἡ ὁποία ψυχολογικῶς καὶ οἰκονομικῶς τὸν ἔχει σχεδὸν ἐξαντλήσει. Ἐὰν θαυμάζωμεν τὴν ΕΟΚΑ, ἐὰν ἀγαπῶμεν τὸν Κυπριακὸν λαόν, ὀφείλομεν νὰ φροντίσωμεν νὰ τοῦ δώσωμεν τὴν δυνατὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν ὅσο τὸ δυνατὸν μικρότερον καὶ συντομώτερον χρόνον. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπως εἶπε πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Κανελλόπουλος, ἡμεῖς νὰ κάμνωμεν τοὺς γενναίους ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτό, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἴμεθα σώφρωνες. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμβουλή, τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ διετίας ἔδωσα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Εἶναι ἡ σύστασις, τὴν ὁποίαν κάμνω καὶ σήμερον, νὰ μὴ παραδώσωμεν τίποτε ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ δὲν πρέπει νὰ παραδώσωμεν. Νὰ προσπαθήσωμεν νὰ συνεννοηθῶμεν καὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν Κύπρον νῆσον ἐλευθέραν, νῆσον εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ νῆσον συνδέσμου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὲ τοὺς παλαιοὺς καὶ νέους συμμάχους του. Ἡ Κύπρος ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἐχώρισεν. Εἶμαι ὅμως βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἀκολουθηθῇ ἡ τακτικὴ ποὺ πρέπει νὰ ἀκολουθηθῇ, ἠμπορεῖ καὶ πάλιν νὰ μᾶς ἑνώσῃ μὲ τοὺς συμμάχους μας. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὸν ἐπίλογόν του, ἔκαμε μίαν θετικὴν πρότασιν περὶ προσπαθείας ἀνανεώσεως τῆς συνεργασίας μας, μὲ τὴν Τουρκίαν. Ἐπικροτῶ ἀπολύτως τὴν πρότασιν καὶ τὴν ἐπεκτείνω καὶ πρὸς τὴν Ἀγγλίαν. Δὲν εἶναι ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς ἐκεῖνος, ποὺ μᾶς ἐπολέμησε καὶ μᾶς πολεμᾶ. Μᾶς πολεμᾶ μία Κυβέρνησις, ποὺ ἔχει μίαν ὡρισμένην ἀντίληψιν καὶ ὡρισμένα συμφέροντα νὰ κρατῇ τὴν Κύπρον. Τὸν Ἀγγλικὸν λαὸν μὲ ὡρισμένα λάθη μας, τὸν ἐπικράναμε τὸν τελευταῖον καιρόν.
§143Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Αὐτοὶ μᾶς ἐπίκραναν.
§144Γ. ΛΥΧΝΟΣ. Νὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὰς φιλίας μας μὲ ὅλους τοὺς φίλους μας καὶ μὲ ὅλα τὰ Ἔθνη, μὲ τὰ ὁποῖα ὑπήρξαμεν ἀνέκαθεν φίλοι καὶ μὲ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ξαναγίνωμεν, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ξαναγίνωμεν σύμμαχοι. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Μερκούρης, ἔχει τὸν λόγον.
§146Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι σύντομος. Θὰ εἶμαι τόσο σύντομος, ὅσον θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω, καὶ ὅσον τὸ ζήτημα, τὸ τόσον σημαντικόν, μοῦ τὸ ἐπιτρέπει. Ὁ κ. Λύχνος, εἶπε κἄτι πολὺ ὀρθόν. Εἶναι πολὺ ἄχαρες τὸ ἔργον τῶν κοινῶν βουλευτῶν, ὅταν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπάρχη μία δεκὰς περίπου ἀρχηγῶν Κομμάτων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον εἰς τὸν λόγον του, εἶπεν, ὅτι εἶναι, ἴσως, ἐπικίνδυνον νὰ γίνεται μία συζήτησις τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, εἰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ τοῦτο, διότι αἱ συνεδριάσεις εἶναι δημόσιαι καὶ εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς δημοσίας αὐτῆς συζητήσεως νὰ προκύψουν σφάλματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν ἀντίκτυπον εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἐθνικήν. Λέγω, ὅτι συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀλλὰ θέλω νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἄλλοι θὰ ἐνθυμῶνται καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι τῆς αὐτῆς ἀρχῆς ἦτο ὁ μεγάλος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀλλὰ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀφοσιωμένος εἰς τὴν ἰδέαν τὴν Κοινοβουλευτικήν, εὗρε τὸν τρόπον, ὥστε νὰ χαράσσεται ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Χώρας μὲ μίαν εἰ δυνατὸν ὁμοφωνίαν ὅλων τῶν Κομμάτων. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, ἡμεῖς οἱ παλαιότεροι τὸ ἐνθυμούμεθα, διότι τὸ ἐζήσαμεν, ἐθέσπισε τὸ Συμβούλιον τῶν ἀρχηγῶν, εἰς τὸ ὁποῖον συμμετεῖχον καὶ ὅλοι οἱ διατελέσαντες πρώην ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπληροφοροῦντο οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων τὸ ὅλον θέμα καὶ ἐχάρασσον μίαν κοινὴν ἐθνικὴν πολιτικὴν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε μεγάλων ἐθνικῶν ζητημάτων καὶ οὕτω ἀπεφεύγοντο αἱ δημόσιαι συζητήσεις εἰς τὸ Κοινοβούλιον Εὔχομαι ὅπως ἐφόσον εἶναι τῆς αὐτῆς ἀρχῆς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τὴν συμπληρώσῃ καὶ νὰ τὴν ὁλοκληρώσῃ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ γίνωνται συζητήσεις ἐπὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ζητημάτων καὶ νὰ ἐπιτυγχάνεται ἡ χάραξις μιᾶς κοινῆς ἐθνικῆς γραμμῆς. Χθὲς κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κ. Τσιριμώκου, ἠθέλησα νὰ κάμω μίαν διακοπὴν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ εἶπεν ὅτι ὑπῆρξα ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης. Κύριοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος, διότι πολλοὺς ὑπαινιγμοὺς ἔχω ἀκούσει ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ προσωπικῶς νὰ εἴπω. Εὑρισκόμενος ἀπὸ τὸ 1950 εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Εὐρώπης, ὅταν ἐπέστρεψα τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1955, ἐπεσκέφθην τὸν τότε ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ὑπέδειξα καὶ τοῦ ἐξήγησα πόσον ἀναγκαία θὰ ἦτο ἡ προσφυγή μας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Ἀνθρωπίνων Δικαιωμάτων τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης καθὼς θὰ γνωρίζητε, συνεστήθη διὰ μιᾶς συμβάσεως ἥτις ὑπεγράφη καὶ ὡλοκληρώθη. Ὑπεγράφη εἰς τὴν Ρώμην τὸ 1950 τὴν 4ην Ὀκτωβρίου ἡ σύμβασις καὶ φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου καὶ νῦν ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε ὡς ὑφυπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ἀβέρωφ. Ὀνομάζεται Σύμβασις τῆς Ρώμης καὶ τὸ 1953 ἐπεκυρώθη ἀπὸ τὰς Βουλὰς καὶ ἔκτοτε ἰσχύει. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Δικ. τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης ἔχει τὸ ἑξῆς προσόν, τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ ἄλλοι Διεθνεῖς Ὀργανισμοὶ στεροῦνται. Εἶναι καθαρῶς Ἐπιτροπὴ Δικαστική, ἀποτελεῖται ἀπὸ προσωπικότητας δικαστικὰς καὶ ὅπως θὰ ἐπληροφορήθητε πρὸ τετραμήνου ὡλοκληρώθη ἡ Σύμβασις διὰ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Συνεπῶς ὁ πολιτικὸς παράγων καὶ αἱ πολιτικαὶ ἐπιρροαί, ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπομακρύνονται ὁλοκληρωτικῶς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιβάλλουν τὰς λόγῳ τῶν πολιτικῶν ἐπιρροῶν, λόγῳ τῶν πολιτικῶν συμφερόντων, ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου. Λέγω λοιπόν, ὅτι ἐπισκεφθεὶς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1955 ἐπιστρέψας ἀπὸ τὸ Στρασβοῦργον, τοῦ ἐξέθεσα καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι μόνον γνώμη ἰδική μου, ἀλλὰ εἶναι γνώμη πολλῶν διακεκριμένων προσωπικοτήτων τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι μᾶς συμβουλεύουν αὐτὸ καὶ ἐπίσης, ὅτι ἐξησφάλισα τότε ἂν τυχὸν προσφύγῃ ἡ Ἑλλὰς ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἡ Ἑλλὰς τὸ δεχθῇ, νὰ ἀναλάβῃ νομικὴν ὑποστήριξιν τοῦ θέματος ὁ γερουσιαστὴς καὶ Καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἀλλὰ καὶ πατὴρ τῆς Συμβάσεως, διότι ὑπῆρξεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς Συμβάσεως κ. Ἀνρὺ Ρολλέν. Δυστυχῶς παρῆλθε καιρός, οὐδεμία προσφυγὴ ἐγένετο καὶ τὴν 5ην Ἀπριλίου γράφοντας εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἐπάνω εἰς μίαν γενικὴν ἐπιστολὴν τὸ πῶς θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἐνέργεια εἰς τὴν Δυτικὴν Εὐρώπην τοῦ ἔγραφα: «.... Κρίνω ἐπίσης σκόπιμον νὰ σᾶς γνωρίσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοήσωμεν τὴν δυνατότητα τῆς προσφυγῆς εἴτε ὡς Κράτους μέλους τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης εἴτε ὡς ὁμάδος ἀτόμων, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης. Ἡ σκέψις αὕτη δὲν εἶναι μόνον ἰδική μου ἀλλὰ καὶ ὑπόδειξις τοῦ κ. Ρολλὲν καὶ ἄλλων, ἐὰν δὲ τοῦτο ἀντιμετωπισθῇ αὕτη θὰ πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὸ τέλος τῆς πρώτης συνόδου τῆς συνελεύσεως, δηλαδὴ περὶ τὰς 20–25 Ἀπριλίου, διὰ νὰ συγχρονισθῇ ἡ συζήτησις μετὰ τοῦ ὅλου θέματος τῆς Κύπρου, ἥτις θέλει λάβει χώραν κατὰ τὴν 2αν Σύνοδον τῆς Συνελεύσεως τὸν Ὀκτώβριον». Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ἐπιστολή μου αὐτὴ ἐπηρέασε τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πάντως τὴν 19ην Ἀπριλίου ἐγένετο ἡ προσφυγή, καὶ ὁ κ. Ρολλὲν ἀνέλαβε τὴν ὑποστήριξιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ νομικοῦ μέρους. Τὸν Ἰούνιον ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρός μας κ. Ροδόπουλος, μὲ ἐκάλεσε καὶ μοῦ εἶπεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ πάω εἰς τὸ Στρασβοῦργον ὅπου πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ ἀποδοχὴ τῆς προσφυγῆς. Τοῦ εἶπον, ὅτι ἀσχέτως πολιτικῶν σχέσεων, κομματικῶν κλπ. προκειμένου περὶ τοῦ Κυπριακοῦ εἶμαι ἀπολύτως εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Μὲ παρεκάλεσε δὲ νὰ παρακαλέσω καὶ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος ἂν ἤθελε νὰ ἡγηθῇ καὶ νὰ ἔλθῃ μαζί μας. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοινωνικοῦ Κόμματος εἶχεν ἄλλας ἀπασχολήσεις καὶ ἀνεχώρησα ἐγὼ καὶ μετὰ ταῦτα ἦλθον οἱ κ.κ. Λουλακάκης καὶ Λουϊζίδης. Ἐπετύχομεν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ προσφυγὴ παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν Ἄγγλων, οἱ ὁποῖοι ἐστηρίζοντο διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προσφυγῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 τῆς Συμβάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅταν συνεζητήθη ἡ ἐπερώτησις καὶ θὰ λάβῃ τὴν ἀπάντησίν μας ἂν δὲν κλείσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπερώτησις. Ἐπετύχομεν τὴν ἀποδοχὴν τῆς προσφυγῆς. Τὸν Αὔγουστον μὲ ἐκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοῦ ἀναθέσῃ νὰ παραστῶ οὐχὶ ὡς Κυβερνητικὸς ἀντιπρόσωπος, διότι Κυβερνητικὸς ἀντιπρόσωπος εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Δικαιωμάτων τοῦ Ἀνθρώπου εἶναι ὁ μόνιμος ἀντιπρόσωπός μας παρὰ τῷ Συμβουλίῳ τῆς Εὐρώπης ἀλλὰ ὡς πολιτικὸς Σύμβουλος. Συνεπὴς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχον εἴπει, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ Κυπριακοῦ εἶμαι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεδέχθην. Συγχρόνως ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μὲ ἐτίμησε καὶ μὲ μίαν ἄλλην ἀποστολὴν καὶ μὲ μίαν εἰδικὴν ἀποστολὴν λόγῳ τοῦ ὅτι κατὰ τύχην εἶχον ἀναπτύξει σχέσεις μὲ πολλὰς διεθνεῖς προσωπικότητας. Πράγματι, κύριοι, ἀνεχώρησα τὸν Σεπτέμβριον. Ἐδῶ θὰ ὁμιλήσωμεν ὀλίγον περὶ ΝΑΤΟ. Γνωρίζετε ὅτι ὁ Σεπτέμβριος 1955 ἦτο μὴν κρίσιμος διὰ τὴν παγκόσμιον Εἰρήνην. Συνέβη τότε ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς Αἰγύπτου. Ἡ προετοιμασία τῆς ἐπιθέσεως ἐκείνης, εἶχεν ἐξεγείρει ὅλον τὸν Δυτικὸν κόσμον ἐναντίον τῆς Μεγ. Βρεταννίας. Ἡ ἐξέγερσις ἦτο τόσον μεγάλη, ὥστε πολλοὶ ἐφοβοῦντο καὶ διὰ τὴν διάσπασιν τῆς Ἀτλαντικῆς Συμμαχίας. Τὰ Σκανδιναυϊκὰ Κράτη εἶχον λάβει σαφῆ θέσιν ἐναντίον τῆς μελετωμένης ἐπιθέσεως. Τότε, διεθνεῖς προσωπικότητες, αἱ ὁποῖαι διηύθυνον τὴν τύχην μεγάλων δυνάμεων, μᾶς συνέστησαν νὰ φέρωμεν τὸ Κυπριακὸν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τοῦ ΝΑΤΟ. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχει ἀσφαλῶς τὰ τηλεγραφήματά μου περὶ τούτου, καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν ἀνωτέρω. Ἐὰν τότε ἐφέραμεν τὸ Κυπριακὸν εἰς τὸ ΝΑΤΟ, θὰ εἴχομεν ἴσως ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Εἷς ἐκ τῶν κυριωτέρων παραγόντων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μᾶς συνεβούλευσεν, ὁμιλῶν μάλιστα ἐκ μέρους καὶ ἄλλων τεσσάρων Κρατῶν νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ἐπίστευεν οὗτος καὶ εἶχε δίκαιον, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἀνωτάτων ἰδικῶν μας ὑπαλλήλων, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἡ προσφυγὴ ἐκείνη, χωρὶς νὰ μᾶς ἐμποδίζῃ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. Ἐὰν ἡ Ἑλλάς, εἶχεν ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα εἰς τὸ ΝΑΤΟ, θὰ παρῃτεῖτο τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν ΟΗΕ. Ἐὰν δὲν εἶχε, τότε θὰ εἴχομεν τὸ μέγα πλεονέκτημα, ὅτι ὁ Ἕλλην Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ εἶχεν ἐκπεφρασμένην τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων του καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ ἀποτελεσματικώτερον τὴν Ἑλληνικὴν θέσιν. Εἰς τὸν Ὀργανισμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Εὐρώπης, εἴχομεν ἀλλεπάλληλα στάδια διὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα τῆς Μ. Βρεταννίας, διὰ τὰ ὁποῖα, βέβαια, τότε δὲν ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν δημοσιότητα καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Μεγ. Βρεταννία ἡττήθη εἰς ὅλα τὰ σημεῖα. Σήμερον, παρῆλθον αἱ προθεσμίαι καὶ τὸ δίμηνον ἀκόμη καὶ δυνάμεθα νὰ φέρωμεν εἰς δημοσιότητα τὰ λαβόντα χώραν εἰς τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο. Ἐκεῖ, λοιπόν, ἡ Μεγ. Βρεταννία κατεδικάσθη καὶ διὰ τὴν ποινὴν τῆς μαστιγώσεως καὶ διὰ τὰς ὁμαδικὰς ποινὰς καὶ εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ἐρχόμεθα, μετὰ ταῦτα, εἰς τὰ βασανιστήρια. Τὸ ἔργον μας διὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα ἐτελείωσεν. Ἐπετύχομεν, κύριοι βουλευταί, νὰ δεχθῇ ἡ Μεγ. Βρεταννία ἐπιτροπὴν ἐρεύνης ἐν Κύπρῳ, τὸ πόρισμα τῆς ὁποίας εἶναι γνωστόν. Τὸν Ἰούνιον 1957, ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ καὶ νέαν προσφυγὴν διὰ τὰ βασανιστήρια. Μᾶς ἐδόθησαν, τότε, 49 περιπτώσεις. Ἐξ αὐτῶν ἀνεγνωρίσθησαν αἱ 29. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐξελίσσεται εἰσέτι ἡ ὑπόθεσις. Ἐγὼ ἀπεχώρησα ἐκεῖθεν, θέλω ὅμως νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος τῆς Μεγ. Βρεταννίας. Ἔρχομαι, τώρα, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ κύριον θέμα. Πράγματι, ἡ Ἑλλάς, εἶναι πτωχὴ χώρα. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅμως, παρ’ ὅσα ὑπεστήριξεν ὁ κ. Λύχνος μὲ τὴν δημοσιογραφικὴν πεῖραν ποὺ ἔχει, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κάμωμεν μίαν ἀποτελεσματικὴν προπαγάνδαν. Ἡ προπαγάνδα δὲν γίνεται μόνον μὲ τὰς ἐφημερίδας. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα μέσα. Καὶ ὁ τύπος ὅμως, εἶναι πρόσφορος. Ἀναφέρω, π.χ., ὅτι μέχρι πρὸ ἔτους, αἱ Γαλλικαὶ ἐφημερίδες καθημερινῶς σχεδόν, εἶχον φωτογραφίας καὶ ἀνταποκρίσεις ἀπὸ τὴν Κύπρον. Εἴχομεν, συνεπῶς, ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν κίνησιν ποὺ χρειαζόμεθα διὰ τὸν Κυπριακὸν ἀγῶνα. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, τὴν κόπωσίν σας καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν ὑπόσχεσίν μου, ὅτι θὰ εἶμαι βραχύς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὅμως, νὰ ἀναφερθῶ εἰς ὡρισμένα γεγονότα, διότι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν σχεδὸν ἀνεμίχθην μὲ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Τὸν Αὔγουστον 1952 μὲ ἐκάλεσεν ὁ ἀείμνηστος Παπάγος εἰς τὴν Ἑκάλην καὶ μοῦ ἀνέθεσε νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βρεταννικὴν Πρεσβείαν, εἶχεν ἀρχίσει τότε ἡ συζήτησις περὶ πτώσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ περὶ ἐκλογῶν, ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θὰ τοῦ ἀνετίθετο ἡ διακυβέρνησις τῆς Χώρας θὰ ἀνεκίνει δύο ζητήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔθιγον τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν Κωπαΐδα καὶ τὸ δεύτερον τὴν Κύπρον. Ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Μεγ. Βρεταννίας, μακαρίτης Πὴκ εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσα τὰς σκέψεις τοῦ ἀειμνήστου Παπάγου, δὲν ἠθέλησε νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τὰ λεγόμενά μου. Ὅταν ἀνέφερον τοῦτο εἰς τὸν Στρατάρχην, μὲ τὸ ἀπότομον ὕφος ποὺ εἶχε, παρεκάλεσε τὸν κ. Μαρκεζίνην νὰ δώσῃ γεῦμα εἰς τὴν οἰκίαν του, διὰ νὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν νὰ ἀνακοινώσῃ ὁ ἴδιος αὐτὸ τὸ θέμα. Τοῦτο πράγματι ἐγένετο καὶ εἰς τὸ γεῦμα ἐκεῖνο παρεκαθήσαμεν μεταξὺ τῶν ἄλλων, ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης, ἐγὼ καὶ ὁ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐπαφῶν ἐκπρόσωπος τῆς Βρεταννικῆς Πρεσβείας. Ἐκεῖ ὁ Στρατάρχης, αὐτοπροσώπως ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Βρεταννικῆς Πρεσβείας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον, ὅτι διεμήνυσε δι’ ἐμοῦ. Ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἡμέρας, κ. συνάδελφοι, ἀρχίζει τὸ Κυπριακὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διότι εἶχε προηγηθῆ τὸ 1950 δημοψήφισμα ἐν Κύπρῳ καὶ διὰ διαγγέλματος τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου ἤρχισεν ὁ ἀγών. Καὶ δὲν εἶναι σωστὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Παπανδρέου, ὅτι ὁ Στρατάρχης Παπάγος δὲν ἔκαμε τὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη τὸ 1953, ἀλλὰ τὸ 1954. Δὲν ἔκαμε τὴν προσφυγὴν διότι ἤρχισε τὰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ καί, διότι, ἔκαμε τὸ σφάλμα, νὰ πιστεύσῃ εἰς τὰς ὑποσχέσεις καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν συντηρητικῶν οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν ἀκόμη νὰ κατευθύνουν τὴν Ἀγγλικὴν πολιτικήν. Ἐπακολουθοῦν ἐν συνεχείᾳ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα προσφυγὴ τῆς τριμεροῦς.
§147Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Παπανδρέου ἔκαμε μάλιστα καὶ τὸ λάθος νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ 1952 καὶ 1953, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ δὲν ἔφερε τὸ ζήτημα. Τὸ 1952 δὲν ἦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν. Τὸ 1950, 51 καὶ 52 εἶναι τρία ἔτη συνδεόμενα μὲ τὴν εὐθύνην τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κέντρου. Τὸ 1953 μόνον συνδέεται μὲ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ.
§148Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ὀρθῶς, κ. Πρόεδρε. Τί ὅμως συμβαίνει, κ.κ. συνάδελφοι, μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1955. Ἀπὸ τοῦ Στρατάρχου μέχρι τοῦ τελευταίου πολίτου ὁ ὁποῖος ἤρχετο εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς ξένους ἕνα σύνθημα ἐκυριάρχει: Αὐτοδιάθεσις. Κανένας ὅρος, κανεὶς συμβιβασμός, ἀλλὰ μόνον αὐτοδιάθεσις. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κοιν. Κόμματος τὴν ἐποχὴν ἐκείνην μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ παρακαλέσῃ νὰ μεταβῶ εἰς τὴν τριμερῆ διάσκεψιν τοῦ Λονδίνου, ὅπου πράγματι, ἐκεῖ ὑπῆρξε μία ἐπιτυχία. Δὲν ἀμφισβητῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχουν Ἕλληνες ἀγωνιζόμενοι διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κύπρου. Ἕκαστος ὅμως κατὰ τὸν ἰδικόν του τρόπον. Εἰς τὴν διάσκεψιν αὐτὴν ἐπιστοποιήσαμεν τὰς διαθέσεις τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Ὁ κ. Ἀλέξ. Ρόμπενς, ἐπιφορτισμένος μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος, μὲ ἐπεσκέφθη εἰς τὸ ξενοδοχεῖον μου, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Φιλίππου Νόελ Μπαῖκερ καὶ ἐνώπιον τοῦ Γραμματέως τῆς πρεσβείας μας κ. Καμβύση μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς καὶ τῶν ὁποίων ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν... «.... (ἀναγινώσκει)....». α) Χορήγησις Συντάγματος πλήρους αὐτοδιοικήσεως (ἐξαιρέσει ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἀμύνης) διὰ μίαν πενταετίαν. β) Ἀπὸ τοῦδε ἀναγνώρισις ἀρχῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀποκτηθησομένης ἐντὸς 5–10 ἐτῶν. γ) Ἐξασφάλισις τῶν δικαιωμάτων τῆς Τουρκικῆς μειονότητος (τονίσας ἰδιαιτέρως τὴν κατοχύρωσιν τοῦ δικαιώματος, ὅπως Τοῦρκοι συμμετέχουν εἰς τὴν Διοίκησιν ὡς ὑπάλληλοι κ.λ.π.). Ἔκτοτε, κύριοι, τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα τῆς Ἀγγλίας δὲν ἀπεμακρύνετο οὔτε κατὰ κεραίαν ἀπὸ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τὸν Κυπριακὸν λαόν. Γνωρίζει κάλλιστα, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰς ἐπαφὰς καὶ μὲ τὸν ἀρχηγὸν καὶ μὲ τοὺς ἐπιτελεῖς τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος τῆς Ἀγγλίας. Τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1957 εἶναι κατηγορηματικοὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως. Πρόκειται περὶ τοῦ κ. Γκέϊτσκελ, Προέδρου τοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος. Εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ Κυπριακὸν εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Εἰς τὰς 18 Ἰουλίου 1957 ἦλθον εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Γκέϊτσκελ, Κάλαγκαν κλπ. Ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ θέματος, ὁ ἀρχηγὸς τῶν Ἐργατικῶν μοῦ ἐπανέλαβε, ὅτι τοῦτο ἀντιμετωπίζεται ὡς ἑξῆς: «Πενταετὴς περίοδος αὐτοκυβερνήσεως, μὲ συνταγματικὴν κατοχύρωσιν τῶν δικαιωμάτων τῆς μειονότητος: «....(ἀναγινώσκει).....».
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μερκούρη, δὲν συντομεύετε σᾶς παρακαλῶ; Ὑπάρχουν ἀκόμη 6 ρήτορες, προεδρεύω δὲ ἀπὸ τὰς 10.30 τὸ πρωΐ. Ἀφήσατε τὰ πεπραγμένα σας.
§150Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριε Πρόεδρε, περὶ πεπραγμένων ἰδικῶν μου, δὲν θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν οὔτε ἐπὶ ἓν λεπτόν. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως δηλαδή, ὅτι τὸ Ἐργατικὸν Κόμμα τῆς Ἀγγλίας εἶναι συνεπὲς εἰς τὴν αὐτοδιάθεσιν, ἐνῷ ἡμεῖς ἐκάμφθημεν εἰς τὸ αἴτημα αὐτὸ τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Ἀλλά, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δυστυχῶς κατὰ τὸν Ἰούλιον........
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ, κύριε συνάδελφε, προστατεύεται καὶ τὸ βῆμα καὶ οἱ ἀναμένοντες νὰ ἀνέλθουν εἰς αὐτό. Συνεπῶς, εἰς ὑμᾶς ἐναπόκειται νὰ τελειώσετε.
§152Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἕνα σημεῖον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πρέπει νὰ τὸ γνωρίσῃ, θὰ πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἶπεν, ὅτι αἰφνιδιάσθη μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Μὰκ Μίλλαν, ἐξηπατήθη, διότι διὰ πρώτην φορὰν ἤκουσε τὴν ἰδέαν τῆς διχοτομήσεως ἢ τῆς τριπλῆς συγκυριαρχίας. Ἔχει ὑπ’ ὄψιν του ἕνα τηλεγράφημά μου ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπὸ τὸ Λονδῖνον.
§153Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, εἰς τὰ προσωπικά σας ἀναφέρεσθε; Ὑπάρχει, πραγματικά, καὶ ἕνα τηλεγράφημα, εἰς τὸ ὁποῖον προαναγγέλλετε τὴν ἰδέαν τοῦ «κοντομίνιουμ». Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μᾶς εἶχε ἔλθει τὸ «κοντομίνιουμ». Πάντως δὲν εἶσθε ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος μᾶς εἴχατε προειδοποιήσει περὶ αὐτοῦ καὶ συνεπῶς εἰς τὰ προσωπικά σας πεπραγμένα, καλὸν θὰ ἦτο, νὰ ἔλλειπε καὶ αὐτό, διότι εἴδατε οἱ κ. συνάδελφοι διαμαρτύρονται, διότι ἀρκετὰ ὡμιλήσατε.
§154Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐλπίζω, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας ἔχετε εἰς ὅλα τὰ κράτη, νὰ σᾶς ἔχουν πληροφορήσει. Πάντως ὁ πρεσβευτὴς μας ἐν Λονδίνῳ, ὅταν τοῦ εἶπα, ὅτι οἱ Ἄγγλοι ἔχουν ἀποφασίσει, ἐπρόκειτο δὲ περὶ Ἄγγλου τοῦ ὁποίου ἐὰν θέλετε, λέγετε τὸ ὄνομα, ὅτι ἀπεφάσισαν οἱ Ἄγγλοι τὴν τριπλῆν συγκυριαρχίαν τῆς Κύπρου, ὁ κ. πρεσβευτής μας εἶπεν, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν τὸ ἤκουε καὶ ὅτι θὰ κυττάξῃ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφήν. Πάντως, σεῖς, ἐδηλώσατε εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ πέντε μηνῶν, ὅτι αἰφνιδιάσθητε ἀπὸ τὰς προτάσεις Μὰκ Μίλλαν καὶ ὅτι διὰ πρώτην φορὰν σᾶς ἐξηπάτησεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις καὶ διὰ πρώτην φορὰν παρουσιάζει τὸ αἴτημα τῆς τριπλῆς συγκυριαρχίας ἐν Κύπρῳ. Ἔτσι ἔχουν τὰ πρακτικά. Ἰδού, κύριοι, πῶς φθάνομεν εἰς τὴν κάμψιν τοῦ Κυπριακοῦ. Ἀπληροφόρητοι ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων διὰ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Κυπριακοῦ, χωρὶς κἂν νὰ γίνεται καμμία κατατόπισις, παρὰ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του σήμερα τὸ πρωΐ, δὲν ἠκολούθησε μέχρι τέλους τὴν παράδοσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Ἐλ. Βενιζέλος, ὅταν ἐκάλει τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς καὶ συνεζήτει. Ἀλλά, κύριοι, ἀρκετά, οἱ λόγοι ὅλων μας ἦσαν ἐπιμνημόσυνοι, λόγῳ τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Τί πρέπει νὰ κάμωμεν τώρα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν νὰ πέσῃ μὲ τέτοιαν κατάπτωσιν ὅλος ὁ ἀγὼν ὁ Κυπριακός, ὅλα τὰ δίκαιά μας, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀναγνωρισθῆ καὶ ἀπὸ χάρτας Ἀτλαντικοὺς καὶ ἀπὸ τὸ καταστατικὸν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ κυρίως ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὰ μεγάλα αὐτὰ δόγματα τῆς ἐλευθερίας τῆς Δημοκρατίας; Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἕνα ἄλλο σημεῖον. Βλέπομεν σήμερον μίαν κάμψιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τῶν Ἀραβικῶν Χωρῶν. Μήπως ἡ κάμψις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πηγαίνομεν εἰς μίαν ἀνεξαρτησίαν ἐντὸς τῆς Κοινοπολιτείας καὶ ἐντὸς τοῦ ΝΑΤΟ; Ὑπῆρξε μία δυσπιστία τῶν Ἀραβικῶν χωρῶν, ὅτι διὰ τρίτην φορὰν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ Κύπρος διὰ μίαν ἰμπεριαλιστικὴν καὶ μίαν κατακτητικὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον τοῦ ἀναγεννωμένου σήμερον Ἀραβικοῦ κόσμου. Μήπως ἐκεῖ ὀφείλομεν τὴν καταψήφισιν ἐκ μέρους τῶν Ἀραβικῶν Χωρῶν; Καὶ ἐρωτῶ: σύμμαχοι, ἡμεῖς ὑπήρξαμεν πάντοτε πιστοὶ εἰς τὰς συμμαχίας μας καὶ παρεδόθημεν ὁλοκαύτωμα καὶ εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς τὴν ἀντίστασιν. Ἀλλὰ ζητοῦμεν ἕνα σεβασμὸν καὶ ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπογράφουν τὰ δόγματα τῆς Δημοκρατίας καὶ τῆς Ἐλευθερίας. Ὑπάρχουν πολλαὶ θῦραι νὰ ἀνοιγοῦν καὶ νὰ εὕρωμεν συμμάχους παντοῦ. Βεβαίως, ἔχομεν καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν μετὰ προσοχῆς νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἴδωμεν μήπως ἐκεῖ εἶναι ὁ δρόμος τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ἀκεραιότητά της καὶ τὰς δημοκρατικάς της ἐλευθερίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. ΖΑΝΝΗΣ ἔχει τὸν λόγον.
§156Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἶμαι ἀπολύτως σύντομος διότι, νομίζω, ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη. Ἐλέχθη, κατὰ κόρον, ὅτι ἡ ἀνακίνησις τοῦ Κυπριακοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Στρατάρχου Παπάγου. Δὲν τὸ πιστεύω προσωπικῶς. Ἡ ἀνακίνησις τοῦ Κυπριακοῦ ὀφείλεται, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν. Ὅταν τὴν παραμονὴν τοῦ πολέμου, ἡ Μεγάλη Βρεταννία εὑρίσκετο εἰς δεινὴν θέσιν, ἐστράφη πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας Κυπρίους καὶ τοὺς ἐκάλεσε νὰ καταταγοῦν εἰς τὰς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ ὑπέσχετο, τότε, τὴν ἐλευθερίαν τῆς Κύπρου. Ἐὰν οἱ ἐκπρόσωποι τῶν Κυπρίων δὲν ἔθεσαν, εὐθὺς μετὰ τὸ τέρμα τοῦ πολέμου τὸ θέμα εἰς τὴν διάσκεψιν τῆς εἰρήνης, εἶναι, διότι ἦτο ὑπόθεσις μεταξὺ συμμάχων, ἡ Ἑλλὰς ἦτο σύμμαχος τῆς Ἀγγλίας, διότι ἡ Ἑλλὰς ἐξήρχετο ἀπὸ ἕνα ἐμφύλιον σπαραγμὸν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνακινηθῇ καὶ νὰ προστεθοῦν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νέαι δυσχέρειαι. Ἑπομένως, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ ἀνακίνησις ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν Παπάγου. Ἀνήκει εἰς τὴν Μεγ. Βρεταννίαν, ἀνήκει εἰς τὸν Κυπριακὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐζήτησεν ἀμέσως, ὡς αἱ συνθῆκαι τὸ ἐπέτρεπον, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐχαρίσθη εἰς ὅλους τοὺς ποικιλωνύμους λαοὺς τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ἀσίας. Ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις δὲν ἐγένετο ἐπειδὴ κἄποτε ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐκάλεσε τὸ γενικὸν συμβούλιον. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ὑπῆρξε τὸ ἄναμμα τῆς θρυαλλίδος, ἡ ὁποία ἦτο ἕτοιμη ν’ ἀνάψῃ. Συνέβη μὲ τὴν Κύπρον, ὅτι μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1931, διὰ πυρὸς καὶ σιδήρου κατεπνίγη ἡ ἐπιθυμία τῶν Κυπρίων νὰ ἑνωθοῦν μὲ τὴν Ἑλλάδα. Οἱ Κύπριοι συνέχισαν τὸν ἀγῶνα καὶ ὅταν ἐξερράγη ὁ πόλεμος καὶ ἡ Ἀγγλία τοὺς ὑπεσχέθη τὴν ἐλευθερίαν των κατετάγησαν εἰς ὅλα τὰ συμμαχικὰ μέτωπα. Μὲ αὐτάς, λοιπόν, τὰς περγαμηνὰς ὁ Κυπριακὸς λαὸς ἐζήτησε τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὑπερτάτου ἀγαθοῦ, τῆς ἐλευθερίας του. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν ἀνακίνησιν πῶς ἐξεκινήσαμεν; Πρῶτον, μετέβημεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη πάνοπλοι, διότι εἴχομεν τὸ δίκαιον μαζί μας. Δεύτερον, εἴχομεν τὸν σεβασμόν, ὅτι ἐζητούσαμεν νὰ δοθῇ δίκαιον εἰς μίαν δικαιοτάτην ὑπόθεσιν καὶ τρίτον, τὸν σεβασμὸν τῶν συνθηκῶν. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἀναφερθῶ δι’ ὀλίγων, διότι τὸ Κυπριακὸν εἶναι ἕνα ζήτημα, παράλληλον μὲ τὸ Δωδεκανησιακόν. Θὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν συνθήκην τῆς Λωζάννης. Ἐκεῖ, ὁριστικῶς, ἐλύθη τὸ Κυπριακόν. Ἐκεῖ εἶχε λυθῆ καὶ τὸ Δωδεκανησιακόν. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος Ἐλευθ. Βενιζέλος, μὴ δυνάμενος πῶς ἄλλως νὰ πράξῃ ἀπεχώρησεν, ὅταν ἡ Δωδεκάνησος παρεχωρεῖτο εἰς τὴν Ἰταλίαν. Δὲν ἔπραξεν ὅμως αὐτὸ διὰ τὴν Κύπρον, διότι ἐπίστευεν, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεταννία θ’ ἀπέδιδε δικαιοσύνην εἰς τοὺς ἀδελφούς μας Κυπρίους. Σεβασμός, λοιπόν, πρὸς τὰς συνθήκας, ἀλλὰ σεβασμὸς πρὸς τὴν διαθήκην τοῦ Κεμὰλ Ἀτατούρκ. Τί ἄφησεν ὡς παρακαταθήκην του εἰς τὸν Τουρκικὸν λαόν; Οὔτε σπιθαμὴν ἐδάφους ἀπὸ τὰ ὅρια ποὺ εἶχεν ἡ Τουρκία ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῆς συνθήκης τῆς Λωζάννης. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Τουρκίας τὸ πρόβλημα εἶχε λυθῆ. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἑλλάδος, ἡ Κύπρος εὑρίσκετο εἰς φιλικὰ χέρια καὶ ἤλπιζεν ἡ Ἑλλάς, ὅτι κἄποτε θὰ ἐλευθερωθῇ. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Δωδεκανήσου ἀνεμένομεν καὶ ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἡ Δωδεκάνησος ἀπεδόθη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κύριοι βουλευταί, κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν κίνδυνον τοῦ κομμουνισμοῦ, τὸν ὁποῖον πάντοτε ἐπικαλεῖται. Βεβαίως, ὑπάρχει ἡ ἀνάμνησις εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ὑπέστημεν ἀπὸ τὴν ἀνταρσίαν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἓν Κράτος νὰ μεταφέρῃ τὰ ἐσωτερικά του εἰς τὰς ἐξωτερικάς του σχέσεις. Θὰ σᾶς εἴπω, ἂν ἡ ὑπερτάτη μας προσπάθεια ἦτο ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κύπρου, θὰ ἔπρεπε πᾶσα μας πρᾶξις εἰς τὸν ἐξωτερικὸν τομέα νὰ καθοδηγῆται μὲ τὸ πῶς θὰ φθάσωμεν, τὸ ταχύτερον, εἰς τὴν ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, πῶς ἀπεδόθη ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Ἕνα πρωϊνό, ἐνῷ συνωμίλουν ὁ Μπέρνς καὶ ὁ Μολότωφ, ὁ Μπέρνς εἶπεν: «Μὰ ἐπὶ τέλους, δὲν θὰ κάμωμεν κάτι σήμερον;» Ὁ Μολότωφ ἀπήντησεν: «Ἐπροτείνατε τί ἔχετε νὰ προτείνετε. Νὰ δώσωμεν τὴν Δωδεκάνησον εἰς τὴν Ἑλλάδα». Καὶ ἔδωσαν τὰ χέρια καὶ ὁ Μπέρνς ἠναγκάσθη νὰ συνομολογήσῃ καὶ ἔτσι ἀπηλευθερώθη ἡ Δωδεκάνησος, ἡ ὁποία θὰ παρέμενεν εἰς χεῖρας τῶν Ἄγγλων ἀκόμη, ἂν δὲν ἐγένετο αὐτὴ ἡ συμφωνία. Ἑπομένως, ὅταν ἔχωμεν ὑπέρτατα ἐθνικὰ ζητήματα, δὲν θὰ ἔπρεπε ν’ ἀποκρούωμεν τὴν προσφορὰν οὐδενός. Συνεπῶς, ἡ Κυβέρνησις ἠγνόησεν ὅλους τοὺς λαοὺς πέραν τοῦ παραπετάσματος καὶ πέραν τῆς Ἀσίας, τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε νὰ παραγκωνίσωμεν, ὥστε, ὅταν θὰ ἤρχετο ἡ ὥρα νὰ τοὺς ἔχωμεν συμμάχους μας. Τὸ δεύτερον πρᾶγμα, διὰ τὸ ὁποῖον κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὁ φόβος της, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατέχεται, μὴ θεωρηθῶμεν ταραξίαι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ διὰ ποῖον λόγον μόνον ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔπρεπε νὰ φοβούμεθα νὰ μὴ μᾶς ἀποκαλέσουν ταραξίας καὶ δὲν ἰσχύει αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς Τούρκους; Θὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ Τουρκία κατώρθωσε νὰ θεωρῆται ὡς ἀσφαλὴς σύμμαχος καὶ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν. Τὸ ἐπιτρέψαμεν αὐτό, διότι παρεγνωρίσαμεν τὴν διαφώτισιν ὅλων τῶν λαῶν καὶ οὕτω ἀνενόχλητος ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία κάτι γνωρίζει περισσότερον ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἐπέτυχε νὰ πιστευθῇ παρὰ πάντων, παρ’ ὅλων τῶν συμμάχων μας, ὅτι εἶναι ὁ ἀσφαλὴς καὶ ἰσχυρὸς σύμμαχος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ βασίζεται ἡ Ἀτλαντικὴ συμμαχία εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν. Ἰδού διατὶ ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν. Πάντως, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ ξεκίνημα. Ἐξεκινήσαμεν κἄποτε, ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος διὰ τὸν Ὀργανισμὸν Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ ὑπῆρξε σφάλμα ἡ πρώτη προσφυγὴ δι’ αὐτοδιάθεσιν.
§157Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν προσφυγὴν μὲ τὴν ἕνωσιν. Διότι τὸ ἄρθρον 1, ὅπως γνωρίζετε, τοῦ Καταστατικοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν προβλέπει μόνον τὴν αὐτοδιάθεσιν. Διὰ τίνα λόγον θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἑνώσεως; Ἐπεκρίθημεν ἀπὸ μερικὰς ἐφημερίδας, διότι δὲν ἐτολμήσαμεν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη νὰ ἀναφέρωμεν τὴν Ἕνωσιν. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις Ἑνώσεως. Ὑπάρχει περίπτωσις αὐτοδιαθέσεως καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα διεξεδικήσαμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς.
§158Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην, ὑπῆρχεν ἡ ἀντίληψις, ὅτι οἱ Κύπριοι ἐζήτουν τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Αἱ συνθῆκαι, τὰς ὁποίας ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Κανελλόπουλος ἰσχύουν διὰ τὴν ἕνωσιν καὶ ὄχι διὰ τὴν αὐτοδιάθεσιν ἡ ὁποία μετὰ τὸν πόλεμον ἀπετέλει τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Μετέβημεν ἐπὶ πλέον ἐκεῖ σεβόμενοι τὰς συνθήκας καὶ ἑπομένως εἴμεθα πάνοπλοι καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ καταγάγωμεν νίκας ἠθικάς, διότι οὐδείς, φαντάζομαι, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, πιστεύει, ὅτι ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κύπρου θὰ γίνῃ δι’ ἀποφάσεως τοῦ ΟΗΕ. Ἡ Κύπρος θὰ ἐλευθερωθῇ, ὅταν ἡ Ἀγγλία ἀναγκασθῇ νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ. Διότι, οὐδέποτε ἐθελουσίως, ἡ Ἀγγλία ἐγκατέλειψε μία τῶν ἀποικιῶν της. Πάντως, ὅμως, μία ἠθικὴ νίκη θὰ μᾶς ἔδιδε τὸ δικαίωμα νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν ἀπελευθέρωσιν. Κύριοι βουλευταί, τὴν πρώτην προσφυγὴν ἠκολούθησε δευτέρα καὶ τρίτη καὶ τετάρτη. Καὶ εἰς κάθε προσφυγήν μας ἠλλάσαμεν τακτικήν. Εἰς τὴν πρώτην, αὐτοδιάθεσις, ἔπειτα ἀνεξαρτησία, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν τελευταίαν προσφυγὴν νὰ ζητήσωμεν αὐτοκυβέρνησιν ἠγγυημένην. Ἐπισημαίνω τοὺς κινδύνους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διότι σήμερον ἀπεκαλύφθησαν οἱ σκοποὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπὲρ τῆς ἠγγυημένης ἀνεξαρτησίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλάς, μαζὺ μὲ ὅλας τὰς Χώρας, μέλη τοῦ ΟΗΕ, θὰ ἐγγυηθῇ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου. Τοῦτο σημαίνει ἐπίσης, ὅτι εἰς τὸ διηνεκές, ἡ Κύπρος θὰ εἶναι Κράτος δῆθεν ἀνεξάρτητον καὶ ἐντὸς τῆς Κοινοπολιτείας ἢ ὑπὸ τὴν ἀναμφισβήτητον ἐπιρροὴν τῆς Ἀγγλίας. Τοῦτο, εἶναι συμφορὰ καὶ σᾶς τὸ λέγω ὑπευθύνως. Εἰς μίαν διακοπὴν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν, σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ ἀδελφοί μας οἱ Κύπριοι, ὅταν θὰ ἴδουν, ὅτι δὲν πραγματοποιοῦνται οἱ πόθοι των, θὰ κάμουν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἔκαμον καὶ οἱ Δωδεκανήσιοι, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ὁ πόλεμος τὸ 40–41 διὰ νὰ τοὺς ἀποδοθῇ ἡ ἐλευθερία. Κύριοι βουλευταί, μᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐδέχθη μηνύματα ἀπὸ Κυπρίους, οἱ ὁποῖοι τὸν προτρέπουν, ὅπως, κατὰ κάποιον τρόπον, δώσῃ μίαν λύσιν εἰς τὸ Κυπριακόν. Ἐλπίζω, ὅτι διὰ τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κύπρου, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν τὰ μηνύματα νὰ εἶναι ἐλάχιστοι. Καὶ θὰ εἶναι ἀσφαλῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, βλέποντες, ὅτι ὀλισθαίνει ἡ ὑπόθεσίς μας, προτρέχουν, διὰ νὰ εἶναι οἱ πρῶτοι αὔριον οἱ ὁποῖοι θὰ καταλάβουν τὰς θέσεις εἰς τὸ δῆθεν ἀνεξάρτητον Κυπριακὸν Κράτος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ ἀνακούφισιν ἐδέχθη τὰ μηνύματα αὐτά: Μήπως δὲν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα μηνύματα τὰ ὁποῖα προέρχονται ἀπὸ τοὺς τάφους τοῦ Μάτση καὶ τοῦ Αὐξεντίου καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀγωνιστὰς τῆς ΕΟΚΑ;
§159Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Τὸ τί ἤθελον ὁ Μάτσης καὶ ὁ Αὐξεντίου καὶ οἱ ἄλλοι θυσιασθέντες ἥρωες, ἠμπορῶ νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὸ ξεύρω ἐγὼ πολὺ καλλίτερον ἀπὸ σᾶς.
§160Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἐγώ, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω διὰ τὸν Μάτσην καὶ τὸν Αὐξεντίου, εἶναι, ὅτι ἐβάδισαν πρὸς τὸν θάνατον διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Πατρίδος των. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, χιλιάδες Κυπρίων εὑρίσκονται εἰς τὰ στρατόπεδα συγκεντρώσεως καὶ χιλιάδες ἀγωνισταὶ μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας πολεμοῦν διὰ νὰ ἀνακτήσουν τὴν ἐλευθερίαν των.
§161Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζω, καλλίτερον ἀπὸ σᾶς.
§162Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Τελειώνων, κύριοι συνάδελφοι, ἐπισημαίνω τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους διατρέχει ἡ ὑπερτάτη ἐθνικὴ ὑπόθεσις τῆς Κύπρου. Δι’ αὐτό, καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἀπευθύνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Συμπολίτευσιν, ὅπως ἀποκατασταθῇ ἡ ἑνότης καὶ ὅπως ἀποκαταστήσωμεν τὰ πράγματα ὡς εἶχον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Παπάγου, δηλαδή, κοινὴν πολιτικὴν δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα. Ἄλλως τὰς εὐθύνας θὰ τὰς ἔχῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαιτέρως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται τοὺς ὤμους του ἱκανοὺς νὰ σηκώσουν τὰ μηνύματα τῶν ἡττοπαθῶν καὶ ὄχι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ ἀποθάνουν διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Πατρίδος των.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον. Κύριε Ζορμπᾶ, σᾶς κάμνω ἔκκλησιν, ὅπως καὶ εἰς τοὺς ὑπολοίπους ρήτορας, καὶ σᾶς παρακαλῶ ἰδιαιτέρως, νὰ συντομεύσετε, διότι ὑπάρχει αἴτησις περιορισμοῦ τῶν ἀγορεύσεων εἰς τὸ τέταρτον. Παρακαλῶ λοιπόν, συντομίαν διὰ νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι.
§164Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα καὶ αἱ δραματικαὶ φάσεις τῆς ἐξελίξεώς του ἀπὸ τοῦ 1950 καὶ ἐντεῦθεν, συγκινοῦν βαθύτατα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ σήμερον ποὺ πράγματι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς δραματικῆς φάσεως τῆς ἐξελίξεώς του, ὀφείλομεν ὅλοι νὰ τὸ συζητήσωμεν μὲ σοβαρότητα καὶ μὲ σεβασμόν, ἀλλὰ καὶ μὲ θάρρος καὶ αἰσιοδοξίαν. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ προβλήματος καὶ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις τοῦ κόμματός μου, ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγα διὰ λογαριασμὸν ἑνὸς ἀπόντος ἐθνικοῦ ἀνδρὸς τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν παροῦσαν διήμερον συζήτησιν ἀνεφέρθη εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην: Διὰ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ΕΠΕΚ Στρατηγὸν Νικόλαον Πλαστήραν, ὁ ὁποῖος ὡς Πρόεδρος τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Κέντρου τὸ 1950, 51, 52, διεχειρίσθη μὲ τοὺς συνεργάτας του τὸ ἐθνικὸν πρόβλημα τῆς Κύπρου. Καὶ ἐπειδὴ ἀνεφέρθη τὸ μήνυμα τοῦ Μαΐου 1952 τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἀπὸ τὸν ἐθνικὸν ἐκεῖνον ἄνδρα, τὸν Νικόλαον Πλαστήραν, ἔλλειπε τὸ θάρρος νὰ ἀγωνισθῇ διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Κύπρου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὡρισμένα πράγματα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς μνήμης τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Ὁ Νικόλαος Πλαστήρας, ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τὸ 1950 κατόπιν μιᾶς τραγικῆς διὰ τὴν Χώραν περιόδου καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὸ χάος τοῦ συμμοριτοπολέμου καὶ τῶν καταστροφῶν τῆς Κατοχῆς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τότε, εὑρίσκετο εἰς ἀναταραχὴν καὶ κατείχετο ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς ἀνασφαλείας. Καὶ ὁ Κυβερνήτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐφρόντισε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐσωτερικὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον καὶ νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν λαὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας. Καὶ σήμερον δυνάμεθα νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι καὶ τὰς δύο αὐτὰς ἐπιδιώξεις τὰς ἐπραγματοποίησεν. Μὲ τὰ μέτρα εἰρηνεύσεως ἐπέφερε τὴν γαλήνην εἰς τὸν τόπον. Μὲ τὴν προσχώρησιν τῆς χώρας εἰς τὸ ΝΑΤΟ, εἰς τὸ ὁποῖον προσεχώρησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀβιάστως, διότι ἐξετίμησε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ μὲ τὴν ἀναζωογόνησιν τῆς Βαλκανικῆς συμμαχίας, νομίζομεν, ὅτι ἐνέπνευσαν, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔλειπεν ἀπὸ τὰς 10ετεῖς περιπετείας. Τὴν ὥραν λοιπὸν ποὺ ὁ ἐθνικὸς ἐκεῖνος ἀνὴρ ἠγωνίζετο τοὺς δύο αὐτοὺς μεγάλους ἀγῶνας, διὰ νὰ φέρῃ τὰ δύο αὐτὰ μεγάλα ἐπιτεύγματα εἰς τὸν τόπον, ἦλθεν ἀπὸ τὴν ἡρωϊκὴν Κύπρον τὸ μήνυμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδηλώθη, τὸ μήνυμα τῆς Ἑνώσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ μὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι μὲ ποίαν συγκίνησιν ἐδέχθημεν τὰς βίβλους, αἱ ὁποῖαι ἀπεστάλησαν ἀπὸ τὴν Κύπρον πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Ἐφλέγετο ἡ ψυχὴ τοῦ Ν. Πλαστήρα καὶ ἡ καρδία του ἀπὸ τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, διότι εἶχε συνηθίσει νὰ ἀγωνίζεται πάντοτε διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ. Καὶ δὲν ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ ἀγῶνα στρατιωτικόν. Ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ ἀγῶνα πολιτικόν, ἀγῶνα διπλωματικὸν καὶ ὤφειλε νὰ εἶναι προσεκτικός, διότι ἦτο πεπειραμένος, διότι ἦτο πολυπαθής. Ἀνέθεσε λοιπόν, ὅπως ἀνέφερε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος κ. Βενιζέλος, ἀνέθεσεν εἰς τὸ ἁρμοδιώτερον πρόσωπον τῆς Κυβερνήσεώς του, εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ διευκρινήσῃ τὰς προθέσεις τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, τί δηλαδὴ θὰ ἔκαμνεν ἡ Ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ τὸ θέμα αὐτὸ εἰς τὸν ΟΗΕ, ὅπως ἠξίουν τότε οἱ Κύπριοι καὶ ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος. Ἡ ἀπάντησις τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἀρνητική. Καὶ τότε ὁ φρόνιμος καὶ συνετὸς Κυβερνήτης εἶπε: Μὲ ἐχθρὰν τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν καὶ ὅλους τοὺς φίλους καὶ συμμάχους της καὶ ἀδιάφορον τὴν Ἀμερικὴν ἢ καὶ ἀντίθετόν μας, διότι εἰς τὴν συνείδησίν της θὰ κρίνῃ, ποῖον θὰ ὑποστηρίξῃ, τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν Κύπρον, ἢ τὴν Μ. Βρεταννίαν, πῶς θὰ πᾶμε τὸ πρόβλημα εἰς τὸν ΟΗΕ; Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ὑποβάλῃ τὴν προσφυγὴν εἰς τὸν ΟΗΕ, συνίστα ὅμως εἰς τοὺς Κυπρίους καὶ τὸν Ἐθνάρχην ὑπομονὴν δι’ εὐθετώτερον χρόνον, ἀλλὰ ὀργάνωσιν τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ των ἀγῶνος ἐν Κύπρῳ καὶ τοὺς ἔλεγε τότε, ὅπως γνωρίζωμεν: Δὲν ἐχύθη ἀκόμη εἰς τὴν Κύπρον οὐδὲ σταγὼν αἵματος. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσετε ἐλευθερίαν χωρὶς αἷμα; Μὲ τὸ αἷμα ποτίζεται τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας. Καταλάβατέ το. Χύσατε τὸ αἷμα σας καὶ μετὰ θὰ ἔλθωμεν νὰ βοηθήσωμεν. Ἐκεῖ ἦτο ἡ θέσις τοῦ προβλήματος τοῦ 1952 καὶ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν ἀφῆκε τὸ πρόβλημα ὁ ἀείμνηστος Στρατηγὸς Πλαστήρας, τοῦ ὁποίου τὴν μνήμην δὲν πρέπει νὰ παρεξηγῶμεν, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ διὰ τῶν ἐπισημοτέρων ὀργάνων τοὺς πόθους τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ ἱστορία τῶν ἐτῶν ποὺ παρῆλθον, ἐδικαίωσαν τὴν φρόνιμον πολιτικήν, ἡ ὁποία τότε ἠσκήθη. Νομίζω, ὅτι, ὅταν τὸν περασμένον Σεπτέμβριον ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος, μετὰ δραματικὴν πάλην μὲ τὴν συνείδησίν του, μίαν νύκτα ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν θέσιν τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀνεξαρτησίας, νομίζω, ὅτι τὴν νύκταν ἐκείνην ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος θὰ ἐνεθυμήθη τὰ λόγια τοῦ Ν. Πλαστήρα, θὰ ἐνεθυμήθη τὰ λόγια τοῦ Ἕλληνος ἐκείνου καὶ θὰ ἀντελήφθη, ὅτι τὸν ἠδίκησε μὲ τὸ ραδιοφωνικόν του μήνυμα τῆς 22 Μαΐου 1952. Κύριοι βουλευταί, ἡ ὅλη ἐξέλιξις τοῦ προβλήματος, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ποὺ ἀνεκινήθη μέχρι σήμερον, μᾶς ὑποχρεώνει νὰ κάμωμεν μερικὰς διαπιστώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι χρήσιμοι διὰ τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τοῦ προβλήματος καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐκ τῆς ἀνακινήσεως τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ προβλήματος καὶ ἐκ τῆς προβολῆς του εἰς τοὺς Διεθνεῖς Ὀργανισμούς, ἀπεκτήσαμεν δύο κέρδη σοβαρά. Ἕνα κέρδος, διότι τὸ πρόβλημα ἔγινε παγκοσμίως γνωστὸν καὶ προεβλήθη εἰς τὴν παγκόσμιον κοινὴν γνώμην καὶ δεύτερον κέρδος, διότι ἔγινεν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Πλαστήρας εἰς τοὺς Κυπρίους τὸ 1951–52: Ἐχύθη αἷμα εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἐποτίσθη καὶ ποτίζεται τὸ δένδρον τῆς ἐλευθερίας τῆς Κύπρου, μὲ τὸ αἷμα, τὸν ἱδρῶτα καὶ τὰ δάκρυα τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Καὶ τὸ δένδρον αὐτὸ θὰ ἀποδώσῃ ἀργὰ ἢ γρήγορα τοὺς καρπούς του. Οἱ Κρῆτες ἐπανεστάτησαν τὸ 1866 καὶ ἡ Κρήτη ἐγέμισεν ἀπὸ φλόγας τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δὲν ἀπεθαρρύνθησαν ὅμως. Ὑπέμειναν καὶ ἦλθεν ἡ μεγάλη ἡμέρα τῆς Ἑνώσεως. Εἶναι ἱστορικῶς βέβαιον, ὅτι πάντοτε, κἄποια ἡμέρα, ἀργὰ ἢ γρήγορα, θὰ ἀνατείλῃ καὶ ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν Κύπρον καὶ θὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρπούς του τὸ δένδρον, τὸ ὁποῖον σήμερον ποτίζεται μὲ αἷμα καὶ δάκρυα. Αὐτὰ εἶναι τὰ κέρδη ἐκ τῆς ἀνακινήσεως τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ἐκ τῆς ὅλης ὅμως διαχειρίσεως αὐτοῦ ὀφείλομεν νὰ διαπιστώσωμεν, ὅτι ἀκόμη δὲν ἔχομεν διπλωματίαν ἱκανήν, διπλωματίαν, δυναμικήν, διπλωματίαν μὲ φαντασίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὸ πρῶτον ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα καὶ ἡ διπλωματία μας ἔκαμον ἕνα βασικὸν λάθος. Δὲν ἐξετίμησαν τὰς ἱκανότητας τοῦ ἀντιπάλου. Παρεσύρθησαν ἴσως ἀπὸ τὸν πόθον τῶν Κυπρίων, ἀπὸ τοὺς παιᾶνας, οἱ ὁποῖοι ἀπηγγέλοντο εἰς τὴν μαρτυρικὴν νῆσον καὶ προσέφυγον εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, χωρὶς νὰ ὑπολογίσουν, ὅτι εἶχον νὰ κάμουν μὲ ἕνα ἀντίπαλον σοβαρόν, μὲ ἕνα ἀντίπαλον πεπειραμένον, μὲ ἕνα ἀντίπαλον, τὸν ὁποῖον συνοδεύουν 300 ἐτῶν πεῖρα κοσμοκρατορίας καὶ ὅτι ὁ ἀντίπαλος αὐτὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιδράσῃ ἐναντίον τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ διότι καὶ αὐτὸς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιδράσῃ, διὰ τὸν ἑαυτόν του. Δὲν ἐξετίμησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ διπλωματία μας καὶ δὲν ἐφρόντισαν νὰ λάβουν τὰ κατάλληλα μέτρα, διότι ἡ Κύπρος διὰ τὴν Μ. Βρεταννίαν εἶναι θύρα, εἶναι σκοπιὰ τῆς Μεσογείου καὶ εἶναι ἡ σκοπιὰ ἐκείνη, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπιβλέπει τὰ συμφέροντά της εἰς τὴν Μέσην Ἀνατολήν. Ἐκ τῆς ὑποθέσεως, ὅμως, ταύτης καὶ τῆς διαχειρίσεως, προκύπτουν καὶ τὰ ἑξῆς ζητήματα: Ἡ Κυβέρνησις, ποὺ τὸ πρῶτον ἀνεκίνησε τὸ ζήτημα, ἀπεδύθη εἰς τὸν ἀγῶνα ἐσπευσμένως, χωρὶς προπαρασκευήν, χωρὶς μελέτην, χωρὶς ἐκτίμησιν τῶν ἱκανοτήτων καὶ ἀντιδράσεων τοῦ ἀντιπάλου. Ἴσως νὰ μὴ ἐβοηθήθη ἐπαρκῶς ἀπὸ τὴν ἀδύναμον διπλωματίαν μας, ἥτις δὲν διαθέτει οὔτε φαντασίαν, οὔτε ἱκανότητα νὰ διαφωτίζῃ καὶ νὰ προβλέπῃ. Ἡ Κυβέρνησις, ἐπίσης, ἐνῷ αἰφνιδίασε τὸν ἀντίπαλον μὲ τὴν πρᾶξιν τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν ΟΗΕ, δὲν ἐξεμεταλλεύθη ἐπαρκῶς τὸν αἰφνιδιασμὸν ἐκεῖνον, τότε ποὺ ἀκόμη ὁ ἀντίπαλος δὲν εἶχεν ὀργανώσει τὴν ἄμυνάν του. Δὲν ἐχρησιμοποίησεν ὅλας τὰς ἠθικὰς δυνάμεις ποὺ διέθετε καί, πρῶτον ὅλων, τὸν Πρόεδρον καὶ ἀρχηγόν της, τὸν Στρατάρχην Παπάγον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀποστείλει εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἵνα ὑπερασπίσῃ αὐτοπροσώπως τὴν μεγάλην ὑπόθεσιν. Ἀντὶ ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης, τὴν ὥρα ποὺ συνεζητεῖτο τὸ πρόβλημα εἰς τὸν ΟΗΕ νὰ περιδιαβάζῃ εἰς τὴν Ἰβηρικὴν Χερσόνησον, ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ΟΗΕ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τὰ Ἔθνη, ὅτι ἀγωνίζεται διὰ τὴν ἱερὰν ὑπόθεσιν τῆς ἀπελευθερώσεως 500.000 ἀνθρώπων, αὐτὸς ὁ νικητὴς δύο μεγάλων πολέμων. Καὶ νὰ ἀποθέσῃ εἰς τὸ Προεδρεῖον τοῦ Ὀργανισμοῦ τὰ διάσημα τοῦ βαθμοῦ του μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν θὰ τὰ ἀναλάβῃ, ἂν δὲν ἀποδοθῇ ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν Κύπρον. Θὰ συνεκίνει τότε τὸν Λαόν. Θὰ αἰφνιδίαζε τὸν ἀντίπαλον καὶ ὑπῆρχε πιθανότης νὰ κερδίσῃ τὴν πρώτην φάσιν τοῦ ἀγῶνος. Μὴ πράξασα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1954, ἐτοποθέτησε τὸ πρόβλημα ἐπὶ ἀσταθοῦς βάσεως, χωρὶς νὰ προβλέψῃ τὰς περαιτέρω ἐξελίξεις, ὡς ὤφειλε. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ἐθεμελιώθη στερεῶς τὸ πρόβλημα εἰς τὴν διεθνῆ προβολήν του. Αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα ποὺ βαραίνει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ 1954 καὶ ἡ κληρονομία της. Εἶπον, ὅτι ἀπὸ τὴν διπλωματίαν μας ἐλλείπει ἡ φαντασία καὶ ἡ δύναμις τῆς συλλήψεως τῶν προβλημάτων τῆς χώρας μας. Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἱκανότης αὐτή, ἔπρεπε καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἡ διπλωματία μας, νὰ εἶχον ἐγκαίρως ἀντιληφθῆ τὰς ἀντιδράσεις τῆς ἀντιδίκου Δυνάμεως, τῆς Μ. Βρεταννίας καὶ τὰ συμφέροντά της, ποὺ τὴν συνδέουν μὲ τὴν Κύπρον καὶ μετὰ τὴν πρώτην ἀποτυχίαν εἰς τὸν ΟΗΕ, νὰ χαράξουν ἄλλην πολιτικήν, πλέον ρεαλιστικὴν καὶ δυναμένην νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1955, παρωθουμένη, ἴσως, ἀπὸ τὰς ἐν Κύπρῳ ἰαχὰς καὶ τοὺς παιᾶνας καὶ ἀπὸ τὰς πιέσεις τῶν ἐνταῦθα Κυπρίων, συνέχισε τὴν ἰδίαν πορείαν, χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ προβλέψῃ τὰ μετέπειτα γεγονότα καὶ νὰ ἀντιδράσῃ ἀναλόγως. Τὰ τραγικὰ γεγονότα τῆς 6 Σεπτεμβρίου 1955, ποὺ εἰσήγαγον θορυβῶς τὴν Τουρκίαν καὶ τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα ὡς ἰσότιμον συνεταῖρον, ἔδει νὰ εἶχον καταστήσει προσεκτικὴν τὴν Κυβέρνησίν μας εἰς τοὺς χειρισμοὺς καὶ νὰ καθοδηγήσῃ τὸν ἀγῶνα εἰς ἀσφαλέστερον δρόμον. Πάντως, ἐνῷ μέχρι τοῦ 1955 ἐκυριάρχει τὸ σύνθημα τῆς ἑνώσεως, τὸ 1955 ἀντικατεστάθη τοῦτο ὑπὸ τοῦ συνθήματος τῆς αὐτοδιαθέσεως ποὺ εἰς ἔκτασιν καὶ ἔννοιαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλλάδα, ἔχει ἄλλην στενοτέραν σημασίαν. Τὸ 1956, μᾶς προσεφέρθησαν αἱ προτάσεις Χάρντιγκ καὶ τὸ σχέδιον Συντάγματος τοῦ λόρδου Ράντκλιφ. Τὸ σχέδιον τοῦτο, παρεῖχεν αὐτοκυβέρνησιν εἰς τὴν Κύπρον, διετήρει διὰ τὴν κατέχουσαν δύναμιν τὰ θέματα ἀμύνης καὶ ἐξωτερικῶν σχέσεων καὶ ἔδιδεν εἰς τὸν Κυπριακὸν λαὸν κἄποιαν ἐλευθερίαν, μὲ κυρίαρχον εἰς τὴν Κύπρον τὸ ἑλληνικὸν στοιχεῖον. Ἐκ τῶν 36 βουλευτῶν, οἱ 24 θὰ ἦσαν Ἕλληνες, οἱ 6 Τοῦρκοι καὶ 6 θὰ ἦσαν διωρισμένοι μεταξὺ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεκλείετο νὰ ὑπῆρχον καὶ φιλέλληνες. Διὰ τοὺς Τούρκους, προεβλέπετο ἕνα μόνον Ὑπουργεῖον, Τουρκικῶν ὑποθέσεων. Καὶ τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἡ θέσις τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐπεφυλάσσοντο διὰ τοὺς Ἕλληνας. Τὸ Σύνταγμα τοῦτο, δὲν ἐγένετο δεκτόν. Ἡ ἱστορία θὰ διακρίνῃ, ἐὰν ἦτο σφάλμα ἡ ἄρνησις ἐκείνη. Τὰ μετέπειτα, πάντως, γεγονότα καὶ αἱ δύο ἀποφάσεις τοῦ ΟΗΕ ποὺ ἐπηκολούθησαν κατὰ τὸ 1957 καὶ 1958 καὶ ἡ σημερινὴ θέσις τοῦ προβλήματος, δεικνύουν, ὅτι τὸ Σύνταγμα Ράντκλιφ, ἐν σχέσει μὲ τὸ σημερινὸν σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, δὲν συγκρίνονται. Ὑπὸ τὰς ἀναφερθείσας συνθήκας, κατὰ τοὺς παρελθόντας μῆνας, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀλλάξῃ θέσιν, ἀπὸ τὴν αὐτοδιάθεσιν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν. Ἡ αἰτουμένη σήμερον, παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου, «ἠγγυημένη» ἢ δεσμευμένη ἀνεξαρτησία, εἶναι ἐκείνη ποὺ μᾶς προσεφέρετο τὸ 1956 διὰ τοῦ Συντάγματος Ράντκλιφ καὶ τὴν ὁποίαν τότε ἀπεκρούσαμεν καὶ δὲν εἴχομεν τὴν ἱκανότητα νὰ ἀξιοποιήσωμεν. Ἐὰν εἴχομεν ἱκανότητας προβλέψεως καὶ διπλωματίαν ἰσχυράν, τὸ 1956 θὰ ἐκερδίζαμεν ἐκεῖνο ποὺ σήμερον ἐκλιπαροῦμεν, χωρὶς νὰ διαταράξωμεν ἔκτοτε οὔτε τὰς συμμαχίας μας, οὔτε τὴν θέσιν μας ἔναντι αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ἱστορικὴ εὐθύνη διὰ τὰ γεγονότα τῆς περιόδου αὐτῆς, βαρύνει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις καὶ δὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κατηγορεῖται δι’ ἔλλειψιν σαφηνείας καὶ ἔλλειψιν σταθερότητος εἰς τὴν πολιτικήν του γραμμήν, κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Εἰς τὸν ΟΗΕ καὶ τὸ 1957 καὶ τὸ 1958, ὑπεστήριξε τὰς θέσεις τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Τὸ 1957, τὴν αὐτοδιάθεσιν. Τὸ 1958, τὴν ἀνεξαρτησίαν. Μετὰ ὅμως τὴν συζήτησιν ὑπεχώρει συνήθως, καὶ τῆς προτάσεως ἄλλοτε τῶν Ἰνδιῶν, ἄλλοτε τοῦ Μεξικοῦ καὶ ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς φίλους τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος ἀσταθείας καὶ ἀβεβαιότητος. Καὶ διὰ τοῦτο παρουσιάσθη ἡ μεταβολὴ τῶν ψήφων ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ προβλήματός μας, ἀπὸ ψηφοφορίας εἰς ψηφοφορίαν. Ἔπρεπε νὰ εἶχε στάσιν σταθερὰν καὶ νὰ χάσῃ. Προτιμοτέρα μία ἔντιμος ἧττα, ἀπὸ τὴν ὑποχώρησιν. Τοῦτο ἔβλαψε τὸν ἀγῶνα μας εἰς τὸν ΟΗΕ, ἀπεγοήτευσε πολλοὺς φίλους μας καὶ ὀπισθοδρόμησε τὸ πρόβλημα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπόρεσε νὰ συνδέσῃ τὴν θέσιν μας ἐντὸς τοῦ ΝΑΤΟ, μὲ τὰς ἐκ τῆς συμμαχίας ταύτας ὑποχρεώσεις μας καὶ τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ. Ἡ ὑποστήριξις τοῦ Κυπριακοῦ, εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ἀρχῶν τοῦ ΟΗΕ καὶ ἐντὸς τοῦ ΝΑΤΟ καὶ ἔπρεπε νὰ πεισθοῦν οἱ σύμμαχοί μας, ὅτι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνοῦνται εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς Κύπρου, ἐν ὀνόματι σκοπιμοτήτων ἀμφιβόλου ἀξίας των, τὴν ἐφαρμογὴν τῶν βασικῶν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται ὁ Δυτικὸς Κόσμος καὶ αἱ ἀμυντικαί του ὀργανώσεις καὶ ἡμεῖς νὰ ἀπεμπολῶμεν τὰ ἐθνικά μας δίκαια ἢ νὰ κλείνωμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας τῶν Κυπρίων. Ὅταν ἀπὸ τὰς συμμαχίας ἐλλείπῃ τὸ στοιχεῖον τῆς ἀμοιβαιότητος καὶ ὁ εἷς σύμμαχος, κατὰ τρόπον βάναυσον, ἐπιβάλλει τὰς ἀπόψεις του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποκληθῇ ἀξιοπρεπὴς θέσις ἐντὸς τοῦ πλέγματος τῶν συμμαχιῶν. Θὰ παραμείνωμεν εἰς τὸ ΝΑΤΟ, θὰ ἀγωνισθῶμεν, ὅμως, νὰ πείσωμεν ὅλους τοὺς ἐκεῖ συμμάχους, ὅτι τὸ στοιχεῖον τῆς ἀμοιβαιότητος εἶναι ἀπαραίτητον, διὰ νὰ σταθῇ ἡ συμμαχία αὕτη. Ἡ Κυβέρνησις ἑτοιμάζεται —ὡς ἐδήλωσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν— νὰ διαπραγματευθῇ τὸ πρόβλημα. Ἐὰν προηγουμένως δὲν ἀγωνισθῇ νὰ πείσῃ τοὺς συνομιλητάς της περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς τηρήσεως τοῦ στοιχείου τῆς ἀμοιβαιότητος, πολὺ φοβούμεθα, ὅτι καὶ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται δὲν θὰ καταλήξουν εἰς ἐπωφελῆ διὰ τὴν Κύπρον συμπεράσματα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα πλήγματα θὰ κατενεχθοῦν κατὰ τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως. Ἐπὶ τοῦ στοιχείου τῆς ἀμοιβαιότητος, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ καταβάλῃ ἰδιαιτέρας προσπαθείας, διότι τοῦτο θὰ ἐπιτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς περαιτέρω διαχειρίσεως τοῦ προβλήματος. Ἡ Κυβέρνησις φαίνεται, ὅτι κατέχεται ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζωογονήσῃ τὴν μετὰ τῆς Τουρκίας φιλίαν καὶ ἐντὸς τῶν πλαισίων αὐτῆς τῆς προσπαθείας νὰ πείσῃ τὴν Τουρκίαν νὰ στέρξῃ μίαν δικαίαν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ. Νομίζομεν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου σφάλλει ἡ Κυβέρνησις. Εἰς τίποτε δὲν θὰ τὴν βοηθήσῃ, ἡ ἐπίκλησις τοῦ πνεύματος τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου καὶ τοῦ Ἀττατούρκ. Ἄλλαι ὅμως ἐποχαὶ τότε, ἄλλα προβλήματα, ἄλλαι δυνάμεις, αἱ ρυθμίζουσαι τὰς τύχας τοῦ κόσμου καὶ ἄλλαι τώρα. Προσοχή, λοιπόν, χρειάζεται εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ τοῦ προβλήματος τῆς ἀναζωογονήσεως τῆς ἑλληνοτουρκικῆς φιλίας, ποὺ εἶναι πράγματι ἀπαραίτητος καὶ διὰ τοὺς δύο λαούς, ἂν ὅμως εἶναι ἀμοιβαία. Καὶ ἄλλοτε τὸ Κόμμα μας ἐτόνισεν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν εἶναι ὑπεράνω τῶν δυνάμεων τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι θέμα πανεθνικὸν καὶ ἔχει ἀνάγκην τῆς πανεθνικῆς πολιτικῆς. Ἡ Κυβέρνησις, θὰ πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα της, εἰς τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, ὑπὸ τοῦ Ἔθνους, ὑπὸ ὅλων τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀναζήσῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς ἣν μετέχουν οἱ διατελέσαντες Πρωθυπουργοὶ καὶ ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Μὲ τὴν βοήθειαν τῆς εἰδικῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ χαράσσεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐξωτερική μας πολιτικὴ καὶ θὰ ἐνισχύεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος. Οὕτως ἐνισχυομένη καὶ συμπαρασταμένη ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω μὲ θάρρος καὶ αἰσιοδοξίαν, διὰ μίαν δικαίαν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, ὅπως τὸ θέλῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ Κύπρος. (Χειροκροτήματα).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Βενιζέλος, ἔχει τὸν λόγον.
§166Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας μου, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεφέρθη εἰς συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ τὸν Πρέσβυν τῆς Ἀμερικῆς κ. Ἄλλεν, περὶ τῆς ὁποίας, ἄλλωστε, ἔκαμον λόγον εἰς τὴν χθεσινήν μου ὁμιλίαν. Πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας, θὰ μεταφέρω ἐπὶ λέξει πῶς διημείφθη ἡ συνομιλία αὕτη. Πρῶτος, ἤρχισε νὰ μὲ ἐρωτᾷ ὁ Ἀμερικανὸς Πρέσβυς, ποία εἶναι ἡ γνώμη μου περὶ διχοτομήσεως. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἐναντίον σας, ἂν καὶ σᾶς κατηγοροῦν, ὅτι ἡ ἰδέα αὐτὴ εἶναι ἰδική σας ἐμπνεύσεως. Δὲν τὸ ἐπικαλοῦμαι ἐγώ. Μὲ ἠρώτησε, ποία εἶναι ἡ ἰδέα σας, διὰ τὴν διχοτόμησιν. Τοῦ ἀπήντησα, ὅτι, ἐὰν θέλετε νὰ ἴδητε τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας ἐπιτραχυνομένας ἔτι περαιτέρω, προχωρήσατε εἰς τὴν διχοτόμησιν. Πρὸς ἀποφυγὴν τοιούτου ἐνδεχομένου, ἐγὼ σᾶς ἀντιπροτείνω, διατὶ δὲν πᾶτε εἰς μίαν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου. Τοῦ προσέθεσα, ὅτι τὸ χειρότερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβῇ εἰς ἡμᾶς, θὰ εἶναι οἱ Κύπριοι νὰ εἶναι εὐχαριστημένοι ὡς ἀνεξάρτητον Κράτος καὶ νὰ προχωρήσωμεν ἔτσι, ὁπότε ἡμεῖς θὰ ἀρκεσθῶμεν νὰ ἔχωμεν μίαν δευτέραν Ἑλλάδα εἰς τὴν Κύπρον. Μοῦ ἀνταπήντησεν, ὅτι, ἐὰν ὅμως τὸ ἀνεξάρτητον αὐτὸ Κράτος, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, ζητήσῃ τὴν ἕνωσιν, θὰ εἶχε τότε τὸ δικαίωμα ἡ Τουρκία νὰ ζητήσῃ τὴν διχοτόμησιν; Τοῦ ἀπήντησα: Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μὴ ὁμιλοῦμεν περὶ ἀνεξαρτήτου. Αὐτὰ ἀκριβῶς ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ Πρεσβευτοῦ καὶ ἐμοῦ. Καὶ μόνον, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶχε μικρόφωνον εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Πρεσβείαν καὶ ἤκουσε τὴν συνομιλίαν, θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ἄποψιν, ὡς αὕτη τοῦ μετεδόθη. Θὰ παρακαλέσω νὰ πιστεύσῃ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἐκδοχή.
§167Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Ἀφοῦ τὸ λέγετε, καὶ μικρόφωνον ἐὰν εἶχον, θὰ παραδεχόμουν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς. Περιορίζομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν τὰ μετέδωσεν ἔτσι ὁ Ἀμερικανὸς Πρεσβευτής. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ λέγετε σεῖς, ἔτσι θὰ εἶναι. Ὅσον διὰ τὸ ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον δὲν θελήσατε νὰ χρησιμοποιήσητε ἐναντίον μου, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι καὶ ἐφέτος, ἐνῷ κατεπολέμησα, ἰδίως τὴν διχοτόμησιν, καὶ συνεκέντρωσα τοῦ κόσμου τὰ ἐπιχειρήματα ἐναντίον της, δὲν ἐτόλμησεν οὐδὲ ὁ Τοῦρκος ἀντιπρόσωπος νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ ἐναντίον μου. Ἐπὶ πλέον, δὲν ἐτόλμησε νὰ παρουσιάσῃ, ὅταν προεκλήθη ἀπὸ ἐμέ, ἄλλην ἀπόδειξιν, πλὴν τῆς βεβαιώσεως τοῦ ἰδικοῦ της Πρεσβευτοῦ. Πάντως, ἐὰν θέλετε νὰ τὸ χρησιμοποιήσητε, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§168Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι δὲν τὸ δέχομαι.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ζάκκας, ἔχει τὸν λόγον.
§170Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, φαίνεται νὰ εἶμαι ὁ τελευταῖος ἢ ὁ προτελευταῖος τῶν ὁμιλητῶν καὶ ἔχω συναίσθησιν τοῦ ὅτι ἀρκετὰ ἔχετε ταλαιπωρηθῆ. Δι’ αὐτὸ θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι σύντομος. Πρὸς τοῦτο, θὰ ἀποφύγω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα ἠκούσθησαν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ὡρισμένα θέματα. Φαίνεται, ὅτι εἶναι ἡ μοῖρα τῶν μεγαλονήσων τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀποκτοῦν τὴν ἐλευθερίαν τους μὲ πολὺ κόπον καὶ μὲ πολὺ αἷμα. Πρῶτα τῆς Κρήτης εἶναι ἕνα τέτοιο παράδειγμα καὶ τώρα ἔρχεται ἡ Κύπρος. Ἡ Κύπρος ζητᾶ τὴν ἀπελευθέρωσίν της, τὴν αὐτοδιάθεσιν ἀπὸ ἕνα καθεστὼς παγκόσμιον διεθνῶς, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη, ὅτι θὰ εἶναι πάντοτε συμπαθῶς διατεθειμένον καὶ ἀποφασισμένον νὰ δίδῃ τὴν αὐτοδιάθεσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατελοῦν ὑπὸ καθεστὼς ἐξαρτήσεως κηδεμονίας, ἐφ’ ὅσον τὸ ζητήσουν. Ὑπὸ ἕνα καθεστώς, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ τὸν 2ον παγκόσμιον πόλεμον, θὰ ἦτο περιττὸν τὸ αἷμα. Εἰς τὴν Κύπρον, ἔχομεν τὴν αἱματοχυσίαν αὐξανομένην καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ βλέπομεν νὰ διαπράττωνται καὶ ὠμότητες φρικταὶ εἰς βάρος τοῦ πληθυσμοῦ. Βέβαια, πάντοτε ἡ συμπαράστασις τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψῃ, εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητος. Εἰς τὴν Κρήτην ἐδόθη ἡ συμπαράστασις αὐτὴ καὶ δὲν ἐνεφανίσθη τὸ Κράτος διατεθειμένον νὰ βοηθήσῃ τοὺς Κυπρίους νὰ ἀποκτήσουν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἀλλὰ τὸ ἐξεταστέον θέμα εἶναι τοῦτο: Μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ ἡ σκέψις, ὅτι οἱοσδήποτε ἄλλος κυβερνῶν ἢ πολιτικὸς εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀπεμπολήσῃ ἱερὰ ἐθνικὰ δικαιώματα, κἄθε ἄλλο. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι, ἂν ἀντελήφθημεν ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, ὁ σωστός, ὁ προσήκων καὶ ἀποτελεσματικός, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν δικαίωσιν τοῦ αἰτήματος τῶν Κυπρίων, ἡ πατρὶς τῶν ὁποίων τώρα εἶναι αἱματοβαμένη καὶ θὰ αἱματοβάφεται περισσότερον. Κύριοι, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ αἷμα τὸ ὁποῖον χύνεται ἀπὸ ἕνα λαὸν διὰ τὴν ἐλευθερίαν του, εἶναι αἷμα ἱερὸν καὶ ἄξιον παντὸς σεβασμοῦ. Τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον χύνεται ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους Κράτους, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ κρατήσῃ ἐν δουλείᾳ ἕνα λαόν, αὐτὸ τὸ αἷμα, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ὅσον ἠμπορεῖ περισσότερον, πρέπει νὰ χύνεται, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ὁ λαὸς ὁ ὑπόδουλος, νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του. Ἔχω τὴν ἰδιότητα τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Διεθνῆ ὕφεσιν καὶ Εἰρήνην καὶ θὰ διερωτηθῆτε, πῶς λέγω τοιαῦτα πράγματα. Ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι διὰ τὴν Διεθνῆ ὕφεσιν καὶ εἰρήνην, ἀλλὰ τὴν δικαίαν εἰρήνην. Καὶ δικαία εἰρήνη ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τοῦ ΟΗΕ καί, ἐν ἀντιθέτῳ περιπτώσει, δι’ οἱουδήποτε ἄλλου τρόπου. Ἂν ὁ ΟΗΕ ἀποδειχθῇ ἀνίκανος νὰ τὴν δώσῃ καὶ ἡ ἀθλία αὐτὴ κατάστασις ἐξακολουθεῖ, τότε δὲν εἶναι σωστὸν καὶ σκόπιμον νὰ ἀφήσωμεν τὰ κακῶς κείμενα ὅπως ἔχουν, διότι εἴμεθα φιλειρηνικοί. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς δικαίας εἰρήνης, ἐπαναλαμβάνω, ἔτσι πρέπει νὰ εἴμεθα καὶ ἔτσι ἐννοοῦμεν τὰ καθήκοντά μας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν Διεθνῆ ὕφεσιν καὶ εἰρήνην. Λοιπόν, τὸ ἐξεταστέον θέμα εἶναι τώρα, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸν λαὸν τῆς Κύπρου, τὸν αἱματοκυλιόμενον, καὶ ἕνα ἄξιον θαυμασμοῦ ἀγῶνα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συντελέσωμεν εἰς τὸ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν δικαίωσιν τῶν πόθων του; Ἤκουσα ὅλους νὰ συζητοῦν καὶ νὰ ἐξετάζουν τὸ τί ἔπραξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Βεβαίως, ἠμπορεῖ ὡρισμένα ζητήματα νὰ τὰ ἐχειρίσθη ἢ νὰ μὴ τὰ ἐχειρίσθη καλῶς, ἢ εἰς τὴν μία ἢ τὴν ἄλλην ἐπαφὴν νὰ μὴ ὑπῆρξε σταθερὸς κλπ. Αὐτὰ ἐγὼ δὲν τὰ ἐξετάζω, διότι ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν κάμνῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ φέρουν ἀποτέλεσμα. Καὶ μὴ αὐταπατώμεθα, δὲν εἶναι ζήτημα ἱκανότητος προσωπικῆς τὸ νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἀπόσπασιν ἐδάφους καὶ λαοῦ ἀπὸ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν ἢ ἀπὸ τὰ συμφέροντα οἱασδήποτε Μεγάλης Δυνάμεως, ἂν δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ πείσωμεν τὴν δύναμιν αὐτὴν τί κακὸν ἠμποροῦμεν νὰ τῆς κάμωμεν ἢ τί ἔχει νὰ χάσῃ ἐπιμένουσα εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ. Ἤκουσα τὸν Πρόεδρον κ. Παπανδρέου, μὲ τὰς ὡραίας φράσεις ποὺ τὸν διακρίνουν, νὰ λέγῃ ὅτι τὸ ΝΑΤΟ εἶναι μία ἀμυντικὴ συμμαχία, ὁ ΟΗΕ εἶναι ἕνας ἄλλος Ὀργανισμός, πρὸ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἄγωνται τὰ ζητήματα καὶ ἐκεῖ νὰ δίδεται ἡ μάχη. Καὶ ἔκτοτε ἀπὸ πολλὰς πλευρὰς καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἤκουσα, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα ρεαλισταί. Διὰ νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸν τὸν ρεαλισμόν: Τί εἶναι ρεαλισμός, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει; Διότι, βεβαίως, μὲ ρεαλισμὸν πρέπει νὰ συμπεριφερθῶμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ ἀντίληψιν τοῦ περιεχομένου τοῦ ρεαλισμοῦ. Ρεαλισμὸς δὲν σημαίνει, ὅπως φαίνεται μέχρι τοῦδε νὰ ἐσήμαινε, τί θέλετε νὰ κάμωμεν, ἀφοῦ ἐπιμένει ἡ Μεγάλη Βρεταννία καὶ εἶναι κοντά της καὶ ἡ Ἀμερικὴ καὶ εἴμεθα καὶ σύμμαχοί της εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ἑπομένως, τίθεται τὸ δίλημμα, ἢ πρέπει νὰ εἴμεθα εἰς τὸ ΝΑΤΟ, τὸ ὁποῖον τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Κύπρου δὲν τὴν δίδει, διότι δὲν τὴν δίδει ἡ Μεγάλη Βρεταννία, ἂν δὲν βοηθήσουν αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖται, διὰ νὰ ἔλθῃ μία πίεσις ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Καὶ τότε φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ εἴπωμεν, ἔχει ὁ καλὸς Θεὸς καὶ ἂς ἀφίσωμεν τὰ πράγματα νὰ σέρνωνται. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ σέρνωνται, σημαίνει, ὅτι ἕνας λαὸς αἱμορραγεῖ καὶ συγχρόνως μία βουλιμία ὑπερεπαναστατικὴ ἀρχίζει νὰ ἀναπτύσσεται πολὺ κοντά μας καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ Τουρκικὴ βουλιμία. Διότι ἀνεφέρθητε, βεβαίως, εἰς τὰς συνεννοήσεις μεταξὺ Ἀτατοὺρκ καὶ ἀειμνήστου Βενιζέλου καὶ ἀνεφέρθητε, ἐπίσης, εἰς τὰ κατόπιν γενόμενα καὶ λεχθέντα κλπ. Ἀλλὰ αἱ συνθῆκαι ἦσαν ἄλλαι τότε. Τότε ὑπῆρχεν εἰς τὴν Τουρκίαν ἕνας Κυβερνήτης μεγαλόπνοος καὶ μεταρρυθμιστής, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἡ Τουρκία πρέπει νὰ εἶναι αὐτή. Ἐδῶ 80.000 Τοῦρκοι εἶναι εἰς τὴν Κύπρον καὶ προσπαθοῦν πῶς θὰ κατορθώσουν νὰ ἁρπάσουν καὶ τὰς 400.000 Ἕλληνας, ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἁρπάσουν καὶ τὸ μισὸ νησί. Ἔτσι ἐξεδηλώθησαν καὶ αἱ φρικταὶ σκηναὶ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων καὶ ἀρχίζει νὰ γίνεται καὶ κἄποιος ψίθυρος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς ὑπονοίας, ὅτι εἰς τὴν Ρόδον πρέπει νὰ προσέξωμεν καὶ τοὺς Τούρκους καὶ ὅτι ὑπάρχει τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ, ὅτι ἔχομεν νὰ κάμωμεν μὲ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συνεχῶς ζητεῖ, συνεχῶς λαμβάνει καὶ δὲν ἔχει ἄλλην διέξοδον, παρὰ τὸ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν ἔκτασίν της, διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ δικαιολογῆται ἐνώπιον τοῦ Τουρκικοῦ λαοῦ, λέγουσα, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι ἠμπορεῖ νὰ διατηροῦνται αἱ αὐταί, ἀλλὰ ἰδού, ἐγὼ σηκώνω ἐπάνω τὸ γόητρον τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἔτσι, ὁ κ. Μεντερές, ἠμπορεῖ νὰ ἀποκοιμίζῃ τοὺς Τούρκους. Λοιπόν, λέγω, κύριοι, ὅτι, ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τὸ Ν.Α. Τ.Ο., ἡ Ρωσία δὲν ἦτο ἡ δύναμις, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον. Σήμερον, οἱαδήποτε χώρα τοῦ ΝΑΤΟ, εἶναι ἐκτεθειμένη εἰς θανάσιμον κίνδυνον καὶ μὲ τὰς παραχωρήσεις βάσεων ποὺ γίνονται, γίνεται περισσότερον θανάσιμος ὁ κίνδυνος αὐτός. Πῶς δεχόμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς μίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ ἐκθέσῃ τὴν χώραν μας εἰς ἕνα θανάσιμον κίνδυνον; Ὅταν πῆγεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ ΝΑΤΟ, δὲν ἦτο τὸ μονοπώλιον τῆς ἀτομικῆς βόμβας. Εἶχε καὶ ἡ Ρωσία βόμβας, ἀλλὰ ὄχι ὅπως σήμερον. Δὲν ἦτο τόσο μεγάλη ἡ ἀνάγκη, νὰ γίνουν βάσεις πέριξ τῆς Ρωσίας. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ 1953, ποὺ ἀρχίζει νὰ ἐμφανίζεται ἡ ἀπειλὴ τῆς Ρωσικῆς δυνάμεως καὶ χωρὶς νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει Κύπρος, προβαίνωμεν εἰς παραχωρήσεις. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἔθεσεν ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος, διότι οἱ Κύπριοι ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν συμπαράστασιν. Πῶς ἄλλως ἠδύνατο νὰ παρασχεθῇ ἡ συμπαράστασις αὕτη, παρὰ μὲ τὴν προβολὴν τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ; Λύσατε τὸ Κυπριακόν, διὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς συζήτησιν βάσεων. Τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτά. Κάμνομεν, κύριοι, ὅ,τι θὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ ΝΑΤΟ. Προβαίνομεν ἀπὸ παραχώρησιν εἰς παραχώρησιν, ἄνευ ἀνταλλάγματος. Ἐκεῖ εἶναι ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ. Ἐκεῖ ὀφείλονται αἱ ἀλλεπάλληλοι ἀποτυχίαι, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις εὐθύνονται ἐπ’ αὐτοῦ. Ὄχι μόνον ἡ σημερινή. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, ἔχουν εὐθύνην, διότι τὰς παραχωρήσεις τὰς ἔκαμον πρὸς τοὺς συμμάχους μὲ μεγάλον κίνδυνον τῆς χώρας, χωρὶς ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἀσκήσουν πίεσιν διὰ τὴν προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ κατ’ ἀρχὴν εἰς κινδύνους, ἀλλά, ἐὰν ἀποφασισθῇ νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κίνδυνον, ὀφείλετε, κύριοι, νὰ τὴν ἱκανοποιήσητε εἰς τὸ δίκαιον αἴτημά της, τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ.
§171Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δηλαδή, δὲν εἶσθε ἀντίθετος εἰς τὸ νὰ διατρέξῃ ἡ Ἑλλὰς τοὺς πυρηνικοὺς κινδύνους, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ ὡς ἀντάλλαγμα τὴν Κύπρον.
§172Α. ΖΑΚΚΑΣ. Αὐτὰ ποὺ εἶπον, τὰ εἶπον διὰ λογαριασμὸν ἀνθρώπων, ποὺ σκέπτονται ὅπως σεῖς καὶ οἱ προκάτοχοί σας.
§173ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σεῖς, τί θὰ ἐκάμνατε;
§174Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἐγὼ ποτὲ δὲν θὰ ἐξέθετα τὴν χώραν εἰς κινδύνους. Θὰ ἠρκούμην εἰς τὸ ἑξῆς: Θὰ ἔλεγον, κύριοι σύμμαχοι τοῦ ΝΑΤΟ, ἐρχόμεθα εἰς τὴν συμμαχίαν σας, διότι δὲν θέλομεν νὰ ὑποστῶμεν τὸν ἐκ τοῦ Βορρᾶ κίνδυνον, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω, ἀλλὰ ὁ κίνδυνος αὐτός, ὁ μῦθος αὐτός, καλλιεργεῖται ἐκεῖθεν καὶ δὲν θὰ κάμω σήμερον κριτικήν. Θὰ ἔλεγον, λοιπόν: Δὲν φεύγω ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἀλλὰ αἱ βάσεις νὰ φύγουν, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶμαι διατεθειμένος νὰ σᾶς ἐξασφαλίσω, εἶναι τὸ νὰ μὴ ἔλθουν ἄλλοι νὰ καθήσουν ἐδῶ. Ἡ διάσκεψις τῆς Τεχεράνης τὸ 1943, καθώρισε τὴν Ἑλλάδα μεταξὺ τῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν σφαῖραν ἐπιρροῆς τῶν Δυτικῶν συμμάχων, καὶ κανεὶς δὲν ἐζήτησε νὰ ὑπαχθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς σφαῖραν ἐπιρροῆς ἄλλων. Αὐτὴ ἦτο ὑπόθεσις τῶν Ἄγγλων καὶ τῶν Ἀμερικανῶν, διότι ἤξευρον ποίαν σημασίαν εἶχεν ὁ χῶρος αὐτός. Καὶ ὁ Στάλιν ἐσταμάτησε πρὸ αὐτοῦ, διὰ νὰ φανῇ εὐάρεστος εἰς αὐτούς, ὥστε νὰ τοὺς χρησιμοποιήσῃ εἰς ἄλλην περίπτωσιν. Ἀπὸ τότε ἐμφανίζεται τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Δυτικῶν διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὰ Δεκεμβριανά, ὅταν ἦλθον οἱ Ἄγγλοι, τὸ ἔκαμαν διότι ἤθελον νὰ κρατήσουν ὡς Πρωθυπουργὸν τὸν κ. Παπανδρέου; Ὄχι. Τὸ ἔκαμον, διότι εἶχον συμφέρον καὶ τὸ συμφέρον ἦτο ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμον τὸ πᾶν, διὰ νὰ μὴ ἔλθουν οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἡ Ἑλλάς, διὰ νὰ κερδίσῃ κἄτι ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, καὶ αὐτὸ τὸ κἄτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ ἐλευθερία τῶν Κυπρίων. Τὰ συμφέροντα, κύριοι, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύουν τὴν ἑκάστοτε πολιτικὴν καὶ ὄχι τὸ μειδίαμα τοῦ Α ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ τοῦ Β Πρωθυπουργοῦ. Ἔλλειψεν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας Κυβερνήτας τὸ θάρρος, νὰ ζητήσουν ἐκεῖνα ποὺ ἔπρεπε νὰ ζητήσουν, διὰ νὰ δώσουν τὰ ὅσα ἔδωσαν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μᾶς ἀνέφερεν τὰς συζητήσεις ποὺ εἶχε μὲ τοὺς διαφόρους μεγαλοσταύρους τῆς Νοτίου Ἀμερικῆς, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ παρίστανται εἰς τὰ γεύματα καὶ ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς ψηφοφορίας σᾶς λέγουν, ἄλλο αἱ συζητήσεις καὶ ἄλλο ἡ ψῆφος. Ἦλθε, λοιπόν, ὁ καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν τὴν θέσιν μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Εἰς τὸ ΝΑΤΟ θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τὸ Κυπριακὸν δι’ ἕνα ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Τὸ ΝΑΤΟ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν. Ἐὰν δὲν πεισθοῦν, ὅτι, ἐπιδιώκοντες τὴν διατήρησιν τῆς Κύπρου ὑπὸ τὴν ἀγγλικὸν ζυγόν, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χάσουν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ σύμμαχον, δὲν θὰ ἀλλάξουν γνώμην. Θὰ ἀλλάξουν γνώμην, ὅταν πεισθοῦν ὅτι ἡ χώρα κυβερνᾶται ἀπὸ κυβερνήτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀποφασισμένοι νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν Ἑλλήνων Κυπρίων, βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν.
§175ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἡ Βόρειος Ἤπειρος;
§176Α. ΖΑΚΚΑΣ. Τότε εἰσερχόμεθα εἰς τὴν διχοτόμησιν. Εἶναι τρεῖς φορὲς ἀνόητον, ὅταν λέγεται ἐδῶ μέσα...
§177Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δηλαδή, κύριε Ζάκκα, ἀντιτάσσεσθε εἰς τὴν διεκδίκησιν τῆς Βορείου Ἠπείρου, διότι, ὡς ἰσχυρίζεσθε, διὰ νὰ σώσωμε τὴν Κύπρον, δὲν πρέπει νὰ διεκδικήσωμεν τὴν Βόρειον Ἤπειρον.
§178Α. ΖΑΚΚΑΣ. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀπάντησις αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. Μὴ προσπαθεῖτε νὰ μεταθέσετε τὸ ζήτημα. Ἀνέμενον αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν καὶ ἀποροῦσα, διατὶ δὲν τὴν ἤκουσα. Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ λέγετε, ὅπου ὑπάρχουν Ἕλληνες νὰ παραμείνουν καὶ ὅπου ὑπάρχουν Τοῦρκοι...
§179Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐγείρω, οὔτε ἤγειρα θέμα Βορείου Ἠπείρου. Ἐπισημαίνω, ὅτι ὁ κ. Ζάκκας, ἐν ὀνόματι τῆς μὴ διχοτομήσεως τῆς Κύπρου, ἐπιθυμεῖ διχοτόμησιν τῆς Ἀλβανίας.
§180Α. ΖΑΚΚΑΣ. Εἰς τὴν Κύπρον ὑπάρχουν 400.000 Ἕλληνες. Εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον εἶναι 40.000...
§181ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκεῖνοι δὲν εἶναι Ἕλληνες;
§182Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἔχομεν καιρὸν νὰ τὸ συζητήσωμεν... Τότε μόνον θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διεκδικήσωμεν τὴν αὐτοδιάθεσιν τῆς Κύπρου, ὅταν διὰ κάθε παραχώρησιν ζητοῦμεν ἀντάλλαγμα καὶ ὄχι ὅταν ἐμφανιζώμεθα μὲ μειδιάματα, ζητοῦντες ἀναγνώρισιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον. Ἔπρεπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ παραδειγματισθῇ ἀπὸ τὴν Ἰσλανδίαν, ἡ ὁποία τὰ ἔβαλε μὲ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν καὶ κατώρθωσε νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ζήτημα, μὲ τὴν ἀπειλὴν ὅτι πρόκειται νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ Ν.Α. Τ.Ο. Μόλις ἠκούετο, ὅτι θὰ φεύγαμε, θὰ ἔληγεν ἡ ὑπόθεσις. Ὀφείλομεν νὰ συνέλθωμεν, κύριοι συνάδελφοι. Δὲν ἠθέλησα, κύριοι, νὰ ὑποστηρίξω τὴν πολιτικὴν τῆς ἀριστερᾶς. Ἐκεῖνο ποὺ μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, εἶναι ὁ πόθος νὰ ἴδωμεν, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ τόπος αὐτός, τοῦ ὁποίου ὁ λαὸς μάχεται καὶ αἱματοκυλίεται, νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν χώραν μας.
§183Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Θέλω νὰ ἐπισημάνω καὶ νὰ διορθώσω —καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ διορθώσῃ καὶ ὁ ἴδιος— μίαν φράσιν τοῦ κ. Ζάκκα, τὴν ὁποίαν, ἀσφαλῶς, ἐκ παραδρομῆς εἶπεν. Ἔκαμεν ὡρισμένους χαρακτηρισμοὺς διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι εἰς ὅσα Διεθνῆ Συνέδρια μετέσχον, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς, ὄχι μόνον δὲν ἦσαν, ὡς ἠθέλησε νὰ τοὺς παραστήσῃ ὁ κ. Ζάκκας, ἀλλὰ πάντοτε διεκρίθησαν καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι εἰς τὴν εὐγενῆ αὐτὴν Ἤπειρον ὑπάρχει μία παράδοσις Διεθνοῦς Δικαίου καὶ ἔχουν ἐξέλθει ἀπὸ τὰς χώρας τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς οἱ μεγαλύτεροι Διεθνολόγοι τοῦ Κόσμου. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ζάκκας, ἐκ παραδρομῆς εἶπεν αὐτὰ καὶ ὅτι θὰ εἶναι πρόθυμος νὰ τὰ διορθώσῃ. Διότι ἐγὼ διεπίστωσα, ἀπὸ συζητήσεις τὰς ὁποίας εἶχον μὲ διαφόρους συναδέλφους, ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς εἶναι διάφορος.
§184Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, ὁ ἴδιος εἴπατε, ὅτι κἄποιος ἐκπρόσωπος τῆς Λατινικῆς Ἀμερικῆς ἔμεινεν ἐνθουσιασμένος ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀπόψεων καὶ ὅμως, κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀντίθετον παράταξιν. Ἐὰν αὐτὸ ἀφεώρα ἡ παρατήρησίς σας, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§186Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γεγονός, ὅτι ἡ σημερινὴ συνεδρίασις εἶναι ἡ μακροτέρα ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῆς τρεχούσης συνόδου. Ἀλλά, ὅταν συζητῆται θέμα τοιαύτης σημασίας, ὀφείλομεν νὰ τὸ συζητῶμεν χωρὶς νὰ φειδώμεθα κόπων. Μάλιστα, ὅταν πρόκειται περὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς παρέσχε τὴν εὐχέρειαν νὰ ὁμιλήσωμεν πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀπηγόρευσεν ἐπίσης εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, μὲ τὸ ἐπιχείρημα νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ δημοσία τάξις, νὰ ἐκφράσῃ τὴν συμπαράστασίν του πρὸς τοὺς Κυπρίους, διὰ συλλαλητηρίων. Ἐδῶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχέρειαν νὰ ὁμιλήσωμεν ἀνέτως καὶ νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πολιτικήν της, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τῶν κ.κ. Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι καὶ σαφεῖς ὑπῆρξαν καὶ ἀντικειμενικαί, διεφωτίσθη πλήρως καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη. Πιστεύω μάλιστα, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη εἶχε διαφωτισθῆ ἔτι πρότερον, ἀπὸ ὅλας τὰς φανερὰς καὶ δημοσίας ἐκδηλώσεις τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Συνεπλήρωσεν ἁπλῶς τὴν δημιουργηθεῖσαν πεποίθησίν της διὰ τὴν κυβερνητικὴν πολιτικήν, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν κ. ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐπείσθη πλέον, ὅτι ὅλη ἡ προσπάθεια τῆς Κυβερνήσεως συνίσταται εἰς τὸ πῶς θὰ ἀντλήσῃ θάρρος περισσότερον διὰ τὸν ἐπίσημον ἐνταφιασμὸν τοῦ Κυπριακοῦ, διότι τί ἄλλο αἱ ἀγορεύσεις των, παρὰ μία ἐντυπωσιακὴ συγκάλυψις, τὴν ἑπομένην μιᾶς διπλωματικῆς ἥττης, μιᾶς μεγάλης ἐθνικῆς κρίσεως. Στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν τεχνικὴν πλειοψηφίαν της, δὲν ἀνησυχεῖ διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς της, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἄμεσον ἐπίδρασιν εἰς τὸ μέλλον τῆς χώρας μας. Μία τριετὴς πολιτικὴ συνεχῶς ἀποτυχιῶν, κατὰ τὴν διαχείρισιν ἑνὸς μεγάλου ἐθνικοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐκάλυψεν ὅλον τὸ χῶρον τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, ὄχι διότι τοῦτο μόνον ἀποτελεῖ τὴν ἐξωτερικὴν ἐπιδίωξιν τῆς χώρας, ἀλλὰ διότι ἀποτελεῖ τὴν συνισταμένην τῶν ἐθνικῶν μας ἐπιδιώξεων, εἰς ἄλλην ἐποχὴν θὰ προεκάλει πτῶσιν κυβερνήσεων, ἐθνικὴν ἐπανάστασιν. Ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματά της διαπιστώνομεν, ὅτι οἱ ἀγῶνες καὶ αἱ τεράστιαι θυσίαι τοῦ Ἔθνους, κατὰ τὸν τελευταῖον παγκόσμιον πόλεμον, θυσίαι εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ὄχι διὰ νὰ ἀποκομίσῃ ἐδαφικὰ κέρδη, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς συμμάχους μας, εἰς ἐποχὴν ποὺ ἐκρίνοντο ἀποφασιστικὰ αἱ παγκόσμιοι ἐλευθερίαι, δὲν ἀπέδωσαν, ὅ,τι τὸ Ἔθνος ἀνέμενε καὶ ἀπέβησαν ἐπὶ ματαίῳ. Ὀρθῶς, κατ’ ἀκολουθίαν, ἐζητήθη ἄνεσις συζητήσεως. Τοῦτο θ’ ἀπετέλει μίαν διέξοδον διὰ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς γενικῆς ἀγανακτήσεως, διὰ τὴν δυσμενῆ ἐξέλιξιν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Ἡ διένεξίς μας μὲ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν, δὲν εἶναι θέμα μεταξὺ τῶν δύο ἐνδιαφερομένων χωρῶν, ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὴν παγκόσμιον κοινὴν γνώμην. Ἀποτελεῖ ἐπιταγὴν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου ἡ αὐτοδιάθεσις τῶν λαῶν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ κατάργησις τῆς ἀποικιοκρατίας. Ἀποτελεῖ θεμελιῶδες ἄρθρον τοῦ Καταστατικοῦ τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ δι’ αὐτὸ ἠγωνίσθημεν, κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον. Εἶναι φυσικὸν ἡ Μεγάλη Βρεταννία νὰ ἀμύνεται διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ἀποικιοκρατίας, διότι εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς αὐτοκρατορίας της. Ποία εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ ποῦ τὴν ἐντοπίζομεν; Ἡ εὐθύνη της συνίσταται εἰς τὸ ὅτι, δὲν ἐφήρμοσε συνεπῆ πολιτικήν. Μεταξὺ δύο δρόμων, ἔπρεπε νὰ ἐκλέξῃ ἢ ἐκεῖνον ποὺ ἐπιβάλλει τὴν μαχητικὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ θέματος ἢ ἐκεῖνον ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὸν ὁλοκληρωτικὸν συμβιβασμόν. Ἡ Κυβέρνησις, οὔτε τὸν ἕνα ἠκολούθησεν, οὔτε τὸν ἄλλον. Πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διεκήρυξεν, ὅτι ἐλπίζει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν αὐτοδιάθεσιν, ἐνῷ ταὐτοχρόνως ὅλαι αἱ ἐνέργειαί της ἐνεφάνιζον πολιτικὴν συμβιβασμοῦ. Δι’ αὐτὸ εὑρισκόμεθα πρὸ θεάματος, νὰ ἔχουν ἀσκηθῆ μέχρι σήμερον πέντε προσφυγαὶ εἰς τὸν ΟΗΕ καὶ κάθε μεταγενεστέρα ἀπόφασις τοῦ ΟΗΕ, νὰ εἶναι δυσμενεστέρα τῆς προηγουμένης, ὥστε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν τελευταίαν, ἡ ὁποία συνιστᾶ συνομιλίας μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων δυνάμεων. Ἡ τελευταία ἀπόφασις ἐξεδόθη ἔπειτα ἀπὸ συνεχεῖς ὑποχωρήσεις. Οὔτε ἕνωσιν, οὔτε αὐτοδιάθεσιν πλέον ἐπιδιώκομεν. Ἠρκέσθημεν εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ αὐτὴν περιωρισμένην ἐντὸς τῆς Κοινοπολιτείας, καὶ μὲ ὑποχρεωτικὴν ἔνταξιν εἰς τὸ ΝΑΤΟ. Ἐκλιπαροῦμεν μίαν οἱανδήποτε λύσιν, ἀρκεῖ νὰ μὴ καταλήξωμεν εἰς τὴν διχοτόμησιν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἠρνήθημεν νὰ μετάσχωμεν εἰς τὴν τριμερῆ Διάσκεψιν, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ τοῦτο ὡς ντεφάκτο ἀναγνώρισις τῆς Τουρκικῆς ἀξιώσεως, διὰ τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ρύθμισιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος. Σήμερον εὑρέθημεν εἰς τὴν Πολιτικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸ ἐννέα προτάσεων, αἱ ὁποῖαι καταλήγουν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, δηλαδὴ συνιστοῦν συνομιλίας τῶν τριῶν ἐνδιαφερομένων δυνάμεων (Ἀγγλίας, Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος). Ἐκεῖνο ποὺ ἠρνούμεθα εἰς τὴν Τουρκίαν μέχρι σήμερον, τὸ ἀποκτᾷ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ο.Η.Ε., συναινούσης καὶ τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὸ εἶναι τὸ κατάντημα τῆς ἀσκηθείσης ἐπὶ τριετίαν ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ὡδήγησεν ὁ ὑποχωρητικὸς πανικὸς τῆς ἐπισήμου Ἑλλάδος. Ἡ μάχη, τὴν ὁποίαν διεξήγαγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν Ο.Η.Ε., ἦτο ἀποδιωργανωμένη καὶ ἀσύστατος καὶ κατέληξεν εἰς μίαν ἀποτυχίαν, ἡ ὁποία διευκολύνει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σχεδίου Μὰκ Μίλλαν, δηλαδὴ τῆς πολιτικῆς τῆς διχοτομήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν σταθερὰ ἐμμένει ἡ Μεγάλη Βρεταννία. Ἡ πολιτικὴ τῆς διχοτομήσεως, ἦτο καὶ εἶναι σταθερὰ πολιτικὴ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως.
§187Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Σᾶς παρέσυρεν ἡ ἀκατάσχετος εὐγλωττία σας καὶ εἴπατε, ὅτι ἡ τελευταία ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἶναι ἀπόφασις διχοτομήσεως.
§188Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὄχι! Δὲν εἶπον αὐτό.
§189Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Σᾶς βεβαιώνω, ὅτι αὐτὸ εἴπατε.
§190Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἡ τελευταία ἀπόφασις τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, εἶναι μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν διχοτόμησιν. Διότι δὲν εὐνοεῖ τὴν λύσιν τῆς ἀνεξαρτησίας.
§191Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἶναι ἀπόφασις, διὰ τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν ὅλοι, ὅτι ἀποφεύγει νὰ θίξῃ οὐσίαν. Ἀποφεύγει μάλιστα νὰ εἴπῃ καὶ «διαπραγματεύσεις». Λέγει «προσπαθείας».
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, σᾶς παρακαλῶ, εἰσέλθετε εἰς ἄλλον τομέα, διότι ὁ τομεὺς αὐτὸς εἶναι ἄκρως ὀλισθηρὸς καὶ φοβοῦμαι, ὅτι, δι’ ὅσων λέγετε, ἐξυπηρετεῖτε ἀθελήτως τὰ συμφέροντα τῶν ἀντιπάλων μας.
§193Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Εἷς ἀκόμη λόγος, ὅστις μὲ ἠνάγκασε νὰ διακόψω, δὲν εἶναι διὰ νὰ κάμω χιοῦμορ, ἀλλὰ διότι διακεκριμένος συνάδελφος καὶ ρήτωρ τόσον ἱκανός, δίδει τοιαύτην ἑρμηνείαν, ἐθνικῶς ἐπιζημίαν.
§194Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀπόφασις ἡ τελευταία τοῦ ΟΗΕ, παραπέμπει εἰς ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεις.
§195Ε. ΑΒΕΡΩΦ–ΤΟΣΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργ. Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐδῶ κάμνετε λάθος. Δὲν παραπέμπει εἰς διαπραγματεύσεις, ἀλλὰ συνιστᾶ ἵνα καταβληθῇ προσπάθεια πρὸς ἐξεύρεσιν λύσεως. Πῶς, ἀπὸ αὐτὴν τὴν προσπάθειαν δι’ ἐξεύρεσιν λύσεως, συμφώνως πρὸς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην, συνάγετε σεῖς, ὅτι εἶναι διχοτόμησις;
§196Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ σχέδιον Μὰκ Μίλλαν, δηλαδὴ ἡ διχοτόμησις, ἐφαρμόζεται κατ’ οὐσίαν εἰς τὴν Κύπρον ἀπὸ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου ἐ.ἔ., ὁ δὲ ΟΗΕ δὲν ἐξέδωσεν ἀπόφασιν δυσμενῆ διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας, ἢ διὰ ἀναστολὴν ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀναγνωρίζει ὁ ΟΗΕ πρωτεύοντα ρόλον εἰς τὸν Τουρκικὸν παράγοντα, διότι ἡ Τουρκία θεωρεῖται πλέον ὡς χώρα ἀμέσως ἐνδιαφερομένη. Τοῦτο ἀποτελεῖ πλήρη χρεωκοπίαν τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ νίκην περιφανῆ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὀλισθηρὸν αὐτὸ τὸ ἐπίπεδον τῆς συζητήσεως καὶ δὲν ἐξυπηρετεῖ τὴν Κυπριακὴν ὑπόθεσιν.
§198Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει νὰ γνωρίζῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ παρασύρεται μὲ ἀπατηλὰ γεγονότα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν της καὶ οὔτε διεφώτισε καταλλήλως τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην. Θὰ σᾶς ἐπικαλεσθῶ δημοσιεύματα αὐτοῦ τοῦ κυβερνητικοῦ τύπου. Ἐπικαλοῦμαι τὰ δημοσιεύματα τῆς κυβερνητικῆς ἐφημερίδος «Καθημερινή», ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν φορέα τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Λέγει τὴν 25)8 τὰ ἑξῆς: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Ἐν συνεχείᾳ, τὴν 20)8 γράφει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Λοϊζίδης, δημοσιεύει τὴν 24)8 εἰς τὴν «Καθημερινήν». Δηλαδὴ ὁμολογεῖ, δημοσιεύει ἐνυπόγραφον ἄρθρον εἰς τὴν «Καθημερινὴν» τῆς 24 Αὐγούστου, διὰ τοῦ ὁποίου μεταξὺ τῶν ἄλλων λέγει: «...Πρέπει ἐγκαίρως, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, νὰ καταστήσωμεν εὐρύτερον γνωστὰ ὄχι μόνον τὰ ἐθνολογικά, ἱστορικὰ καὶ νομικὰ στοιχεῖα τοῦ Κυπριακοῦ, ἀλλὰ κυρίως τὰ ἐλατήρια καὶ τοὺς σκοποὺς τῶν ἀγγλοτουρκικῶν σχεδίων...». Καὶ συνεχίζει: «Πέραν, ὅμως τούτου, ἐπειγόντως ἐπιβάλλεται καὶ συστηματικὴ διαφώτισις ἐπὶ τῆς νέας ἐν Κύπρῳ καταστάσεως, κατόπιν τῶν ἐκδηλώσεων τῆς Ἀγγλοτουρκικῆς συνωμοσίας...». Δηλαδή, πανταχόθεν διαπιστοῦται, ὅτι εἰς τὰς παραμονὰς τῆς συζητήσεως τῆς Ἑλληνικῆς προσφυγῆς εἰς τὸν ΟΗΕ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἀξιόλογον προσπάθειαν εἶχε καταβάλει διὰ τὴν διαφώτισιν τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης. Τοῦτο εὐλόγως δημιουργεῖ ὑπονοίας, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῆς ἀναγκαίας διαφωτίσεως, ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠκολούθει πολιτικήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐπίστευε. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαύτης γενικῆς σημασίας προβλήματα, ὅπως τὸ Κυπριακόν, ν’ ἀντιμετωπίζωνται μὲ τὴν κυβερνητικὴν αὐτὴν τακτικήν, δηλαδὴ μὲ χαλαρότητα καὶ ἀτολμίαν. Ὡμολόγησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἐνίσχυσιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Γνωρίζομεν, ὅτι αἱ Η.Π.Α. ἀποτελοῦν τὴν κυριωτέραν δύναμιν, εἰς τὴν ὁποίαν σήμερον στηρίζομεν τὴν ἐθνικήν μας ἀσφάλειαν καὶ ἡ ὁποία κατευθύνει μεγάλον ἀριθμὸν μελῶν τοῦ ΟΗΕ. Ἐνῷ δὲ αὐτὸ ὁμολογεῖ ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔλαβεν οὐδόλως ὑπ’ ὄψει, κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπολογίζῃ ἐπὶ τῆς βοηθείας της καὶ ἐπροχώρησεν εἰς τὸν ἀγῶνα, στηριζομένη μόνον ἐπὶ τῶν δυνάμεών της. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι ἡ διαχείρισις τοῦ Κυπριακοῦ θέματος ἀποτελεῖ οἰκογενειακήν της ὑπόθεσιν καὶ χωρὶς νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν ἐτέθη παρὰ τὸ πλευρόν της, διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ ἀγῶνος, ὑποστηρίζει ἑκάστοτε διαφορετικὰς λύσεις. Ἐγκατέλειψε τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ ἐδέχθη ἀνεξαρτησίαν οἱασδήποτε μορφῆς, οἱανδήποτε λύσιν μὴ ὁδηγοῦσαν εἰς διχοτόμησιν. Ἀποτέλεσμα, ἡ τελευταία ἀπόφασις τοῦ ΟΗΕ, ἡ ὁποία καὶ εἶπον, ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν διπλωματικὴν ἧτταν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀδιαφιλονίκητον νίκην τῶν Ἀγγλοτούρκων, μὴ ἀποκλείουσαν τὴν λύσιν τῆς διχοτομήσεως. Ἐπικρίνομεν, λοιπόν, τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ἀφ’ ἧς ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, δὲν συνέλαβε πλήρως τὸ ἐθνικὸν πρόβλημα καὶ δὲν προέβλεψεν, ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική της θὰ ὁδηγοῦσεν εἰς τὸν σημερινὸν ἐθνικὸν ἐξευτελισμόν. Καθ’ ἡμᾶς ἡ εὐνοϊκωτέρα περίοδος διὰ τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ, ἦτο, ὅταν ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1955, ὅτε, ὡς γνωστόν, προσεφέρετο ἡ λύσις τῆς ἀνεξαρτησίας. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχε συλλάβει τὸ νόημα τοῦ προβλήματος, ἐφ’ ὅσον ἐγνώριζεν, ὅτι τὸ Κυπριακὸν ἦτο ἐκεῖνο, ποὺ κυρίως τὴν ἔφερεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, νὰ μὴ παρασυρθῇ εἰς δημαγωγίαν, ἀφοῦ, ἄλλως τε, ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἐπίστευεν εἰς μαχητικὸν ἀγῶνα, καὶ νὰ δώσῃ ἀμέσως τὴν λύσιν, δεχομένη τὴν ἀνεξαρτησίαν. Οὕτω θ’ ἀπεφεύγετο ὁ κίνδυνος τῆς διχοτομήσεως, ὅστις μεταγενεστέρως ἀνεφάνη. Πιστεύω, ὅτι ἡ Μεγάλη Βρεταννία, οὐδέποτε θὰ ἐδέχετο νὰ προσφέρῃ καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν προσέφερεν ὅταν ἐγνώριζεν, ὅτι δὲν θὰ τὴν δεχθῶμεν. Ἀλλὰ ἐδῶ ἀκριβῶς συνίσταται ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀπεδέχθη τὴν λύσιν τότε. Σήμερον ἡ Μεγάλη Βρεταννία εἶναι ἕτοιμη πρὸς ἀντεπίθεσιν καὶ προπαρασκευασμένη νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἡμᾶς τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἐκείνη θέλει καὶ ἡ ὁποία τὴν συμφέρει. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τριετοῦς διαχειρίσεως τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἐθνικοῦ θέματος, ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ὀφείλει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ θέματος, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν μεγαλυτέραν ἐθνικὴν καταστροφήν. Δὲν δύναται νὰ στηρίζεται εἰς τὴν κοινοβουλευτικήν της πλειοψηφίαν, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀντίθετον εἰς τὴν πολιτικήν της αὐτήν, τὴν μεγάλην πλειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου νὰ ὁμιλήσῃ, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Δέχεται ἡ Βουλή, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§200ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 8 μ.μ.).