| 2649 | Ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς 1958 προ- | |||
| 2650 | βλέπει σύνολον ἐσόδων ἐξ ἑλληνικῶν πη- | |||
| 2651 | γῶν (πλὴν τῶν εἰδικῶν ἐσόδων ἐξ ἐπεν- | |||
| 2652 | δύσεων) | Δρχ. | 13.856.000.000 | |
| 2653 | καὶ σύνολον πληρωμῶν, μετὰ τὴν ἀφαίρε- | |||
| 2654 | σιν τῶν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἐνα- | |||
| 2655 | πομενόντων ἀδιαθέτων ὑπολοίπων τῶν | |||
| 2656 | πιστώσεων | Δρχ. | 13.006.000.000 | |
| 2657 | ἤτοι καταλείπει διαθέσιμον ποσὸν | Δρχ. | 850.000.000 |
1958.12.15
2.810 στίχοι · 20.666 λέξεις · 1 πίνακας · 139 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31η
Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 1958
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται προσωρινῶς ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν τῶν προηγουμένων συνεδριάσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Κιτσίκης, ζητεῖ 20ήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλή, ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Καλαντζάκος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Λαυρεντίδης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 971)1949 «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς Ὁμάδας κλπ. ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Μπίστης, Π. Κάβδας καὶ Ε. Ἀλιπράντης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς νοσοκομειακῆς καὶ ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους τοῦ Δημοσίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Ἀθανασάκος καὶ Φ. Πιτούλης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς νοσοκομειακῆς καὶ ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους τοῦ Δημοσίου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Σβώλου, Ι. Εὐαγγελίδης, Γ. Πρίφτης καὶ Χ. Παγώνης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς νοσοκομειακῆς καὶ ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους τοῦ Δημοσίου». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σχινᾶς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων περὶ Κορινθιακῆς Σταφίδος καὶ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων περὶ Κορινθιακῆς Σταφίδος καὶ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἀνωτάτης Πανελληνίου Συνομοσπονδίας Πολυτέκνων διαμαρτυρομένης διὰ περιορισμὸν πολυτεκνικῶν εἰσιτηρίων εἰς τὰς ὑπεραστικὰς συγκοινωνίας ἀπὸ 4 εἰς 2 κλπ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Σκυλλάκος, Α. Χονδρονάσιος καὶ Χ. Παγώνης καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Δημοδιδασκάλων Βʹ Περιφερείας Λαρίσης, αἰτοῦντος ἐπίσπευσιν τῆς καταβολῆς τοῦ ἐπιδόματος σεισμοπληξίας εἰς τοὺς δικαιούχους τῶν συμπληρωματικῶν καταστάσεων. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Δ. Γόντικας, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν τυρεμπόρων Πύργου καὶ Ἀμαλιάδος, διαμαρτυρομένων διὰ τὸ διὰ νόμου κλείσιμον τῶν ἐντὸς τῶν ὡς ἄνω πόλεων τυροκομικῶν ἐγκαταστάσεων καὶ αἰτούντων τὴν παράτασιν τοῦ χρόνου λειτουργίας αὐτῶν ἐπὶ μίαν πενταετίαν. Οἱ βουλευταὶ Ἠλείας κ.κ. Σ. Πολυζωγόπουλος καὶ Χ. Πιπιλῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Κοινοτήτων Βαρθολομιοῦ καὶ Μυρσίνης, τοῦ Προέδρου Ἐμπορικοῦ Συλλόγου κλπ. αἰτούντων τὴν ἄμεσον ἠλεκτροδότησιν παρὰ τῆς ΔΕΗ τῆς ἐν λόγῳ κοινότητος. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ν. Κιτσίκης, Ι. Εὐαγγελίδης, Μ. Σβώλου, Σ. Ἠλιόπουλος καὶ Δ. Γιαχνῆς, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητος Ἀθηνῶν, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ἄνευ δίκης μελετωμένην ἀπόλυσιν τοῦ Μὰξ Μέρτεν, Γερμανοῦ ἐγκληματίου πολέμου. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν βαμβακοπαραγωγῶν Πενταλόφου, αἰτούντων τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος των εἰς τιμὰς ἱκανοποιητικάς. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Τ. Κολαμπᾶς, διὰ τηλεγραφήματός του διαμαρτύρεται διὰ συκοφαντικὸν κατὰ τῆς ΕΔΑ δημοσίευμα ἐφημερίδος «Ἀκροπόλεως». Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Π. Σταυρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ματαράγκας διαμαρτυρομένου διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ βαθμολογία καπνῶν παρὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ Καπνοῦ καὶ αἰτεῖ τὴν ἀντικατάστασιν τῆς ἡγεσίας αὐτοῦ. Ὁ βουλευτὴς Ρόδου κ. Ε. Ζαννῆς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Β. Ζησιμοπούλου διαμαρτυρομένου διὰ ἐντάλματα καὶ ἀπειλὰς ΑΤΕ, διότι ἀδυνατεῖ νὰ καταβάλῃ τὰς δόσεις δι’ ἐξόφλησιν ἁλιευτικοῦ δανείου καὶ αἰτεῖ ὅπως τοῦ κατακρατήσουν τὴν λέμβον του ἥτις εὑρίσκεται εἰς ἀρίστην κατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἐργατῶν Ἐπεξεργασίας Ξηρῶν Καρπῶν Μεσσηνίας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν δυνάμει τοῦ Ν. 3755)57 παρακράτησιν ἑνὸς ἡμερομισθίου ἐκ τοῦ δώρου Χριστουγέννων ὡς εἰσφορὰ ὑπὲρ τῆς Ἐργατ. Ἑστίας καὶ αἰτεῖ ὅπως γίνῃ τροποποίησις τοῦ Ν. 3755)57. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Θανασέκου καὶ Π. Καπνίσης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κοινότητος Ξυλικῶν Λοκρίδος, αἰτοῦντος τὴν ἄμεσον ἐπισκευὴν τῆς ἐκεῖ γεφύρας τοῦ Κηφισσοῦ. Ὁ βουλευτὴς Λέσβου κ. Π. Ξενοδοχειάρης, καταθέτει ἀναφορὰν Προέδρων Κοινοτήτων καὶ Γεωργ. Συνεταιρισμῶν περιφερείας τέως Δήμου Πολυχνίτου Λέσβου διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ εἰσέτι λῆψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρων προστασίας τοῦ ἐλαίου. Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Ι. Τριανταφυλλίδης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τοῦ Συλλόγου Γονέων καὶ Κηδεμόνων τῶν μαθητῶν Γυμνασίου Φερρῶν Ἕβρου, αἰτοῦντος τὴν συμπλήρωσιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐν λόγῳ Γυμνασίου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Παπαδημητρίου, Ε. Μπενᾶ, Δ. Καρακουλουξῆς, Α. Μπριλλάκης καὶ Ι. Εὐαγγελίδης, καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Δραπετσώνας, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἐπιβληθεῖσαν τρίμηνον ἀργίαν εἰς Δήμαρχον Δραπετσώνας καὶ αἰτοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς ποινῆς. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Βαλοῦρδος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς προσφυγικῆς ὀργανώσεως Πολυγώνου Ἀθηνῶν, αἰτούσης τὴν τοποθέτησιν τεσσάρων Κοινοχρήστων Κρουνῶν ἐντὸς τοῦ ρεύματος Πολυγώνου. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Χονδρονάσιος καὶ Χ. Παγώνης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς Ὁμοσπονδίας ἐργατοτεχνιτῶν καὶ ἐκτάκτων ὑπαλλήλων Δήμων καὶ Κοινοτήτων αἰτούντων χορήγησιν ἐπιδόματος ἀνθυγιεινῆς ἐργασίας κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Ἀρβανιτάκης, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητος Χαλκίδος, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ἄνευ δίκης φημολογουμένην ἀπόλυσιν τοῦ Μὰξ Μέρτεν, Γερμανοῦ ἐγκληματίου πολέμου. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Β. Ἐφραιμίδης, Δ. Κελτεμλίδης καὶ Ε. Γιαρένης, καταθέτουν ἀναφορὰν ἁλιευτικῶν συνεταιρισμῶν καὶ ὀργανώσεων Θεσσαλονίκης αἰτούντων τὸν διακανονισμὸν τῶν ὀφειλῶν τῶν μελῶν των ἐκ δανείων τοῦ σχεδίου Μάρσαλ ἐπὶ τῷ τέλει τῆς διαγραφῆς των.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ὑπουργείων καὶ τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ Ὑπουργείων καὶ τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας».
§10Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκ.). Θὰ παρεκάλουν νὰ συζητηθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 ποὺ ἔχει ἐπιφυλάξεις ὁ κ. Μιχαηλίδης, διότι πρόκειται νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ὑφυπουργέ, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἐπεῖγον καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ. Ὅταν θὰ μποῦμε εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4 δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σταματήσωμεν πλέον. Ἂν ἀρχίσωμεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2, ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔλθῃ ὁ κ. ὑπουργός. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ περάσῃ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Κ. Κορόζος, ἔχει τὸν λόγον.
§12Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν ξεύρω ἐὰν ὁ κ. ὑφυπουργὸς θὰ τὸ συζητήσῃ, διότι θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡρισμένη συζήτησις δι’ ὡρισμένα ἄρθρα, ἰδίως εἰς τὸ 3. Ἴσως πρέπει νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπὸ πλευρᾶς εἰσηγήσεως ἂν θέλετε νὰ ἀρχίσωμεν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω νὰ ἀρχίσουν οἱ εἰσηγηταί, ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔλθῃ ὁ κ. ὑπουργός, διότι ἐὰν μποῦμε εἰς ἄλλο νομοσχέδιον πιθανὸν νὰ παραταθῇ καὶ ἔπειτα νὰ μὴ ἔχωμεν ἀπαρτίαν καὶ εἶναι δωδεκατημόρια αὐτά. Δὲν μπορῶ νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην ἐγώ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 4. Κρατεῖται τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεών τινων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ διαρρυθμίσεως τῶν τιμῶν πωλήσεως τῶν σιγαρέτων καὶ τοῦ ἐπ’ αὐτῶν φόρου καταναλώσεως καὶ ρυθμίσεως ἑτέρων τινῶν καπνικῶν ζητημάτων». Ἄρθρον 1. Ὁ κ. Τ. Μιχαηλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§14Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἀνεπτύξαμεν τὰς ἀπόψεις μας ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς τετραδράχμου φορολογίας ἐπὶ τῶν σιγαρέττων, τὸ ὁποῖον εἰσπραττόμενον κατατίθεται εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν. Τὸ προϊὸν τῆς φορολογίας αὐτῆς, ἀνέρχεται εἰς 45 ἑκατομμύρια περίπου ἐτησίως, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ διατεθῇ διὰ τὴν λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τῶν εὐγενῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Καπνὰ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως δὲν ὑπάρχουν κατ’ ἐμέ, διότι ἁπλῶς ἐπλάσθη εἷς μῦθος, διὰ νὰ ἐνισχυθῇ μία ὡρισμένη κατηγορία καπνοπαραγωγῶν. Κατὰ τὰ ἄλλα, ὅλα τὰ καπνὰ εἶναι ἐξαγώγιμα ἐφόσον προσφέρονται εἰς τοὺς ἀγοραστὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰς τιμὰς ἀναλόγους τῶν διεθνῶν τιμῶν. Ἡ ἐσωτερικὴ κατανάλωσις, κατὰ τὸ 1939 ἀπερρόφησε 5.839.000 ὀκάδας καπνῶν. Συνεπῶς διὰ τὴν ποσότητα αὑτήν, μέγα μέρος τῆς ὁποίας προήρχετο ἀπὸ ἐξαγώγιμα καπνά, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προβληθῇ ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι εἶναι καπνὰ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Ἐδῶ προβάλλεται σήμερον ἀξίωσις λήψεως μέτρων ὑπὲρ παραγωγῆς 18 ἑκατ. ὀκάδων καπνῶν, ἐὰν τὰ καπνὰ αὐτὰ δὲν ἔχουν ζήτησιν ἢ ἐὰν οἱ παραγωγοί των προβάλλουν ὑπερμέτρους ἀξιώσεις καὶ δὲν τοὺς συμφέρουν αἱ ἀναλογοῦσαι τιμαὶ τοῦ διεθνοῦς ἐμπορίου, δύνανται νὰ στραφοῦν πρὸς ἄλλας καλλιεργείας καὶ ὄχι νὰ ζητοῦν νὰ ἐπιβαρύνουν τὸν Ἑλλην. λαὸν κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον μὲ φορολογίας ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς των. Τοῦτο σημαίνει ἐπαναφορὰν τοῦ θεσμοῦ τῆς πριμοδοτήσεων. Ἔχομεν περιοχάς, αἱ ὁποῖαι προσφέρονται δι’ οἱανδήποτε καλλιέργειαν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται μεταπολεμικῶς, ὡς καπνικαί, διότι ἐπιτυγχάνουν τὰς χαριστικὰς αὐτὰς διακρίσεις ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς των. Ἀντιθέτως ἔχομεν τὴν ὀρεινὴν παραμεθόριον περιοχὴν τῆς Ξάνθης, εἰς τὴν ἰδίαν δὲ κατηγορίαν πρὸς αὐτὴν ὑπάγονται καὶ αἱ ὀρειναὶ περιοχαὶ Καβάλας καὶ Δράμας καὶ ἡ ὀρεινὴ περιοχὴ Ζίχνης τῶν Σερρῶν, αἱ ὁποῖαι περιοχαὶ παράγουν τὰ εὐγενέστερα καπνὰ τοῦ κόσμου, τὰ ὀνομαζόμενα κλασσικὰ καπνά. Οἱ παραγωγοὶ τούτων δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀνταποκριθοῦν οὔτε εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας ὑποχρεώσεις συντηρήσεώς των καὶ θὰ ἦτο δικαιολογημένον νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ὑπὲρ αὐτῶν εἰδικὰ μέτρα. Τὰ μέτρα αὐτὰ δὲν ἐπιβάλλονται ἁπλῶς διὰ κοινωνικοὺς λόγους ἀλλὰ κυρίως διὰ λόγους καθαρῶς καπνικούς, διότι ταῦτα θὰ ἀσκήσουν εὐμενῆ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν τιμῶν, γενικῶς τοῦ Ἑλληνικοῦ καπνοῦ. Ἐὰν αἱ καλαὶ ποιότητες τῶν καπνῶν μας κατορθωθῇ νὰ ἀπολαμβάνουν τιμὰς ὑψηλοτέρας, αὐτομάτως θὰ ἐπηρεάσῃ τοῦτο καὶ τὰς τιμὰς τῶν λοιπῶν ποικιλιῶν καπνῶν. Συνεπῶς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπικαλούμεθα δὲν ἐπιβάλλονται ἁπλῶς μόνον διὰ λόγους κοινωνικούς, ἀλλὰ διὰ λόγους γενικῆς καπνικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας μας. Ἔχομεν χωρία, τὰ ὁποῖα εἶχον 200 καὶ 250 σπίτια καὶ σήμερον δὲν ἔχουν οὔτε 15 σπίτια, εἰς ἄλλα δὲ ἐξέλιπε τελείως ἡ ζωή, διότι δὲν ἠμποροῦν μὲ 25–30 ὀκάδες στρεμματικὴν ἀπόδοσιν καπνῶν καὶ μὲ κλῆρον 5–7 στρεμμάτων μόνον νὰ ζήσουν τὰς οἰκογενείας των. Ἐγκαταλείπουν ὡς ἐκ τούτου τὰ χωρία των καὶ συσσωρεύονται εἰς τὰς πόλεις. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι θέμα ἐθνικόν, διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων κακῶν, διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἀπογυμνοῦται καὶ χαλαροῦται ἡ φρούρησις τῶν ἐθνικῶν συνόρων. Ἐπὶ πλέον, εἰς τὰ χωριὰ τῶν κλασσικῶν περιοχῶν, ἔχομεν μείωσιν τῆς παραγωγῆς των κατὰ 55%, ἐνῷ ἀντιστοίχως αὔξησιν τῆς παραγωγῆς τῶν κατωτέρων ποικιλιῶν καπνῶν, τοῦτο δὲ σημαίνει εἰς τὴν καπνικὴν γλῶσσαν, πτῶσιν ποιοτικὴν τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν καὶ ἐπιβάλλεται μὲ κᾶθε τρόπον νὰ αὐξήσωμεν τὴν παραγωγὴν τῶν εὐγενῶν ποικιλιῶν εἰς ἐπίπεδον πολὺ ὑψηλότερον τῶν προπολεμικῶν. Παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους κ.κ. ὑπουργοὺς Ἐμπορίου, Γεωργίας καὶ Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνουν νὰ προσφέρουν ἕνα τόσον πικρὸν χάπι εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς τῶν ἀνωτέρω περιοχῶν, διαθέτοντες τὴν 4δραχμον φορολογίαν ὑπὲρ τῶν καπνοπαραγωγῶν διὰ τοὺς ὁποίους διαλαλοῦν αἱ ἐφημερίδες, ὅτι δὲν ἐπώλησαν τὰ καπνά των διὰ νὰ παραλάβουν τὰ κοστούμια των, διότι οἱ καπνοπαραγωγοί, διὰ τοὺς ὁποίους σᾶς ὁμιλῶ ἀγωνίζονται νὰ ἐξεύρουν ψωμὶ διὰ τὰ παιδιά των καὶ ὄχι κοστούμια ποὺ παρήγγειλαν ἄλλοι. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ θελήσουν οἱ κ.κ. ὑπουργοὶ νὰ λάβουν μέτρον ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ δοῦν καλύτερες ἡμέρες, διότι εἶναι ἄξιοι καλυτέρας τύχης. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Δούκας, ἔχει τὸν λόγον.
§16Θ. ΔΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴχομεν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Μιχαηλίδη, ὑποβάλει τροπολογίαν, σκοποῦσαν ὅπως τὸ δημιουργούμενον ἔσοδον ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεως κατὰ 4 δραχμὰς ἑκάστου χιλιογράμμου καταναλισκομένου σιγαρέττου, ὅπως διατεθῇ κυρίως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν εὐγενῶν καπνῶν Εἴχομεν δὲ ὑποβάλει τὴν τροπολογίαν αὐτήν, διότι αἱ μὲν διατάξεις, ὡς διατυποῦνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι, βεβαίως, γενικαὶ καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς εἴπῃ τις, ὅτι ὁ νόμος, ἀφ’ ἧς ἐξέρχεται τῶν χειρῶν τοῦ νομοθέτου, ἀποκτᾷ αὐτοτέλειαν καὶ αὐθυπαρξίαν. Ἐν τούτοις, ὅμως, σκέψεις, διατυπούμεναι εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, μᾶς ὑπεχρέωσαν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Διότι εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, κατὰ τρόπον σαφῆ, λέγετε, ὅτι τὸ ἔσοδον αὐτὸ προορίζεται νὰ διατεθῇ πρὸς ἀπορρόφησιν τῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Ἦτο, λοιπόν, ὁ λόγος αὐτὸς αἰτία νὰ ἀνησυχήσωμεν, ὄχι διότι τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργηθῇ ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεως, θὰ λύσῃ τὸ καπνικὸν ζήτημα, ἀλλὰ διότι ἡ προτεραιότης αὐτή, ἡ ὁποία ἐδίδετο ἐκ μέρους τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἐπρόκειτο τὸ ἁρμόδιον ὄργανον νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπηρεασθῇ κατὰ ἕνα τρόπον ἐκ τῶν σκέψεων τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ἀλλὰ διότι αἱ σκέψεις αὗται ἀνέτρεπον τὸν κανόνα τοῦ ἐπιβαλλομένου ἴσου ἐνδιαφέροντος, διὰ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι, ὅταν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὁρίζεται κατὰ τρόπον σαφῆ, ὅτι δημιουργεῖται ἔστω ἕνα ἐλάχιστον ἔσοδον ὑπὲρ τῶν καπνοπαραγωγῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἀποτελεῖ τοῦτο μίαν σαφῆ ἐκδήλωσιν προτεραιότητος, διδομένης ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων πρὸς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Κύριε Πρόεδρε, ὁ λόγος αὐτὸς μᾶς ἠνάγκασε νὰ λάβωμεν καὶ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ καπνοπαραγωγοὶ τῶν κλασσικῶν περιοχῶν, αὐτοὶ δηλαδὴ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παράγουν τὰ εὐγενῆ καπνά, προσφέρουν ἕνα λειτούργημα, ἀποτελοῦν τὸν ἀποκλειστικὸν παράγοντα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ πανελλήνιον βασίζει τὰς προσδοκίας του καὶ τὰς ἐλπίδας του εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐπιδιώξεων τῶν ἐξαγωγικῶν ἐπιδιώξεων τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ. Προσφέρουν, λοιπόν, μίαν ὑπηρεσίαν οἱ καπνοπαραγωγοὶ τῶν κλασσικῶν περιφερειῶν, ἡ ὁποία ὑπηρεσία λειτουργεῖ ὡς μέσον διαφημίσεως τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν εἰς τὴν διεθνῆ καπναγοράν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι, ὅταν εἰς τὴν διεθνῆ καπναγορὰν ὁμιλοῦν περὶ ἑλληνικῶν καπνῶν, δὲν ἐννοοῦν τὰ καπνὰ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ στρεφόμεθα πρὸς ἐκείνους τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι παράγουν τὰ ἐκλεκτὰ αὐτὰ καπνά. Ἐὰν σήμερον, ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τῆς κάμψεως τοῦ ἐξαγωγικοῦ μας ἐμπορίου, συντρέχουν γενικώτεροι λόγοι, νὰ δοθῇ μία ἐνίσχυσις εἰς τοὺς παραγωγοὺς ἐκείνους, διότι οἱ παραγωγοὶ τῶν κλασσικῶν περιφερειῶν, ἐὰν τίποτε ἄλλο δὲν προσφέρουν ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας, συντελοῦν εἰς τὸ νὰ διατηρηθῇ ἡ φήμη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν. Ἡ φήμη αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ὑπάρχῃ κατ’ ἄλλον τρόπον. Ἐπιμένομεν, ὅπως τὴν προτεραιότητα, εἰς πᾶσαν ἐκδήλωσιν, τὴν ἔχουν οἱ καπνοπαραγωγοὶ τῶν κλασσικῶν περιφερειῶν. Διότι, ἐὰν παύσωμεν νὰ ἀγοράζωμεν ἐκλεκτὰ καπνά, δὲν δύναται νὰ γίνεται λόγος περὶ κλασσικῶν καπνῶν. Δὲν ἀξιοῦμεν τὴν προτεραιότητα ὡς λόγον κοινωνικῆς προνοίας. Ἀντιθέτως, νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδηλωθῇ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν αὐτῶν, διότι αὐτοὶ στηρίζουν τὴν παραγωγὴν των εἰς τὴν παγκόσμιον καπνικὴν ἀγοράν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει, ὁ κ. ὑπουργὸς Ἐμπορίου.
§18Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ θέματος τούτου, ἀπὸ ἕνα ἔγγραφον, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ συναδέλφου μου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἠρώτησε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, ἐὰν εἶναι σύμφωνον, ἢ ὄχι, μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι γίνεται κἄποια σύγχυσις σκοπῶν καὶ μέσων. Ἐδῶ, διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ φορολογίαν καταναλώσεως, δὲν πρόκειται νὰ ἐνισχύσωμεν καμμίαν κατηγορίαν παραγωγῶν. Ἄλλωστε, δὲν ὑφίσταται εἰς τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, ἐνίσχυσις παραγωγῶν οἱασδήποτε μορφῆς καὶ οἱουδήποτε τύπου, δὲν ὑφίσταται οὔτε κἂν θέμα πριμοδοτήσεως. Ἡ σκέψις τοῦ νομοθέτου, ὄχι τοῦ σημερινοῦ, τοῦ νομοθέτου, ὁ ὁποῖος ἐνεπνεύσθη τὴν φορολογίαν, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐπιβάλλει μίαν εἰδικὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, τὴν ὁποίαν καταβάλλουν οἱ καπνισταὶ τῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, μὲ τὸν σκοπόν, ὅπως σχηματισθῇ εἰδικὸν κεφάλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου εἰδικοῦ κεφαλαίου, θὰ γίνεται ἡ συγκέντρωσις τῆς κατηγορίας αὐτῆς τῶν καπνῶν. Κατὰ συνέπειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συσχετισμὸς τῆς εἰδικῆς αὐτῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν —ἐπαναλαμβάνω— καταβάλλουν οἱ καπνισταὶ τῶν καπνῶν τῆς κατηγορίας αὐτῆς, μὲ τὴν ἄσκησιν οἱασδήποτε μορφῆς καπνικῆς πολιτικῆς. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τὴν τροπολογίαν, νὰ μὴ πιστέψουν, ὅτι πράγματι ἡ εἰδικὴ αὐτὴ φορολογία ἔχει σκοπὸν νὰ εὐνοήσῃ τὴν κατηγορίαν τῶν καλλιεργητῶν τοῦ καπνοῦ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καὶ δῆθεν ὅτι δι’ αὐτοῦ ἐκφράζεται ὁ νομοθέτης χαριστικῶς ὑπὲρ τῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Ἀντιθέτως, φορολογεῖ τὰ καπνὰ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, διὰ νὰ συγκεντρώσῃ —ἐπαναλαμβάνω— εἰδικὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει τὴν διευκόλυνσιν τῆς συγκεντρώσεως καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Πότε θὰ ἦτο εὔνοια; Ἐὰν πράγματι ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή, θὰ ἀπετέλει εὔνοιαν, ὅπως θὰ ἀπετέλει εὔνοιαν διὰ τὸν καπνὸν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἐὰν ἐπεβάλετο μία γενικὴ φορολογία, ὑπὲρ ὅλων τῶν καπνῶν τῶν παραγομένων μὲ τὸν σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσουν ἕνα οἱονδήποτε σκοπόν, ἔστω καὶ κρατικόν, ὅπως ἐν προκειμένῳ ἡ συγκέντρωσις τῶν καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Θὰ ἀπετέλει δὲ εὔνοιαν, πράγματι, καὶ πολιτικὴν μείωσιν, ἐὰν ἐφορολογούσαμεν τὰ καπνὰ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, διὰ νὰ εὐνοήσωμεν τὰ εὐγενῆ καπνά. Ἐὰν ποτὲ ἡ Κυβέρνησις ἤγετο εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτήν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ φορολογήσῃ τὰ καπνὰ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Θὰ ἤσκει τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ συνέπειαν, θὰ παρακαλέσω εἰλικρινῶς τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ μὴ ἐπιμείνουν ἐπὶ τῆς τροπολογίας των.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Μιχαηλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§20Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Λυποῦμαι πολύ, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου, ὅτι ἡ φορολογία αὐτὴ δὲν πρόκειται τώρα, μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλὰ ἔχει ἐπιβληθῆ ἀπὸ τοῦ 1954 καὶ ἤδη παρουσιάζει, παρὰ τῇ Ἀγροτικῇ Τραπέζῃ, ἕνα ποσὸν ἀνώτερον —ὑποθέτω— τῶν 150.000.000 δραχμῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργός, ἰσχυρίσθη, ὅτι τὴν φορολογίαν αὐτὴν τὴν πληρώνουν οἱ παραγωγοὶ καπνῶν ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, ἀπέδειξα ὅτι τὴν φορολογίαν τὴν πληρώνουν ἐξ ἴσου καὶ οἱ ἰδικοί μας παραγωγοί. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον, ἠμφισβήτησα τὴν ὕπαρξιν εἰς τὴν χώραν μας καπνῶν μὴ ἐξαγωγίμων, ἀλλὰ μόνον ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, κύριε ὑπουργέ, ἂν ἐπιμένετε, ὅτι ὑπάρχουν καπνὰ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως, θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ βαπτίσωμεν καὶ τὰ καπνὰ τοῦ τόπου μας ὡς καπνὰ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Τὰ καπνά μας ἐπωλοῦντο πρὸς 250 δραχ. τὴν ὀκᾶν τὸ 1939 καὶ σήμερον δὲν πιάνουν οὔτε 40 δραχ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ρίψωμεν τὸ σύνθημα, νὰ ἀξιώσουν καὶ οἱ ἰδικοί μας παραγωγοὶ τὰς 250 δραχ., ποὺ ἔπαιρνον προπολεμικῶς, καὶ ἂν μείνουν ἀπώλητα τὰ καπνά των, διὰ νὰ διοχετευθοῦν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ, περὶ ἧς ἡ συζήτησις, τετράδραχμος φορολογία, δὲν εἰσπράττεται ἀπὸ τοὺς παραγωγούς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ καπνιστικὸν κοινὸν καὶ καπνιστικὸν κοινὸν ἀποτελοῦν καὶ οἱ ἰδικοί μας παραγωγοί, διότι δὲν ὑπάρχει καμμία ἔνδειξις, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Βορείου Ἑλλάδος ἀπέχει ἀπὸ τὸ κάπνισμα. Καπνίζει ὁ λαός μας καὶ ἐν ἀναλογίᾳ περισσότερον ἀπὸ κἄθε ἄλλον λαόν. Ἄρα, ὑποκείμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν, καὶ ἔχομεν, βάσει ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία καταργεῖ τὰ προνόμια ὑπὲρ ὡρισμένων Ἑλλήνων, ἔχομεν ἀπόλυτον δικαίωμα, νὰ ἀξιώσωμεν τοὐλάχιστον τ’ ἀναλογοῦντα εἰς ἡμᾶς εὐεργετήματα. Κύριε ὑπουργέ, εἶναι θέμα τάξεως, ἀξιοπρεπείας καὶ ἴσης μεταχειρίσεως, νὰ δώσητε μίαν λύσιν, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ θέμα πρὸς συζήτησιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος ὑπουργός; Τίποτε. Ἄρθρον 1. Δεκτόν;
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1, ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. (Ἀκολούθως ἐγένοντο δεκτὰ ὡς ἔχουν, τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. Ὁ κ. Μ. Στεφανίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§25Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, εἰς τὸ ἄρθρον 5, ὁρίζετε 20ήμερον προθεσμίαν ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως. Διὰ ποῖον λόγον, ὑπάρχει ἡ προθεσμία αὐτή;
§26Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ. (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους. Θὰ τεθῇ «ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως».
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5, δεκτόν;
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 ἐγένετο δεκτόν. Συνεπῶς ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως πράξεών τινων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ διαρρυθμίσεως τῶν τιμῶν πωλήσεως τῶν σιγαρέττων καὶ τοῦ ἐπ’ αὐτῶν φόρου καταναλώσεως καὶ ρυθμίσεως ἑτέρων τινῶν καπνικῶν ζητημάτων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰδικῶν ταμείων καὶ εἰδικῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκον. ἔτος 1959». Ὁ κ. Κ. Κορόζος, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§30Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἰσάγεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰδικῶν Ταμείων καὶ εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν, κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1959». Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἐμοῦ καὶ ὡς εἰσηγητοῦ, ἐψήφισε κατ’ ἀρχὴν τοῦτο, διετυπώθησαν ὅμως, ὅπως θὰ ἴδητε, ὑπὸ τῆς μειοψηφίας, ἐπιφυλάξεις τινές, σχετικῶς μὲ τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 3, ἡ ὁποία ἀναφέρει: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἐπίσης, διετυπώθη ἡ εὐχή, ἐὰν ἦτο δυνατὸν τὰ 6 δωδεκατημόρια νὰ περιορισθοῦν εἰς 3, ἡ διατύπωσις δὲ τῆς ἐπιφυλάξεως ταύτης ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι δὲν κατετέθη ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι περιωρισμένη ἡ παροχὴ τῶν δωδεκατημορίων. Ἀλλὰ ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διοίκησις τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χώρας, δὲν εἶναι τί τὸ πρωτοφανές, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀσκεῖται ἡ διοίκησις αὐτῶν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ τοὐλάχιστον συνεχῶς μεταπολεμικῶς, διότι οὐδέποτε κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν. Ἐὰν μάλιστα αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀσφαλεῖς, κατὰ τὰ τελευταῖα 100 ἔτη εἶναι ζήτημα, ἐὰν θὰ ἔχῃ ψηφισθῆ ἄνω ἀπὸ 20 φορὰς ἐμπροθέσμως ὁ προϋπολογισμός. Κατετίθετο, ἀλλὰ οὐδέποτε ἐψηφίσθη καὶ πάντοτε μεταπολεμικῶς διωκήθησαν τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ὑποθέτω, ὅτι ἐξαίρεσιν ἀπετέλεσεν ἡ ἐκ μέρους τοῦ κ. Μαύρου ἔγκαιρος κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν ἐψηφίσθη. Συνεπῶς, δὲν δημιουργεῖ τί τὸ ἔκτακτον ἡ κατὰ τὴν ἐφετεινὴν περίοδον αἴτησις πρὸς παρομοίαν νομοθετικὴν ρύθμισιν, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ διοίκησις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον. Ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἀνέφερε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχει ὑπ’ ὄψει της νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάθεσιν τὸ ταχύτερον, τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1959, τοῦ ὁποίου, ἡ κατάθεσις, ὡς ἐπληροφορήθην, καθυστερεῖ ἐκ λόγων σχετικῶν μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν. Νομίζομεν, ὅτι θὰ εἶναι εἰς θέσιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μᾶς εἴπῃ, πότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμός. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§32Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρόν. Θέλω ἁπλῶς νὰ τονίσω τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀποκτᾶ νομοθέτημα τοιούτου εἴδους, ἐπαναλαμβανόμενον κατ’ ἔτος. Τὸ ἐφετεινὸν νομοθέτημα, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸ περυσινόν, οὔτε κἂν κατὰ τὴν ἡμερομηνίαν καταθέσεως. Ὁ ἀείμνηστος Θηβαῖος, κατέθεσε πέρυσιν ἐπὶ λέξει τὸ ἴδιον νομοθέτημα, εἰς τὰς 5 Ὀκτωβρίου. Ἐφέτος εἰς τὰς 5 Δεκεμβρίου 1958, κατατίθεται τὸ ἴδιον νομοθέτημα καὶ ζητεῖται ἡ ἔγκρισίς του ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἡ συνεχὴς ἐπανάληψις κατὰ Δεκέμβριον ἑκάστου ἔτους αὐτῆς τῆς κυβερνητικῆς τακτικῆς, δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ θέματος καθαρᾶς ρουτίνας, ὅπως ἀκριβῶς ἐπεχείρησε νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας. Πρόκειται, ἀντιθέτως, περὶ θέματος σπουδαιοτάτου. Ὁ τίτλος του εἶναι ἀπατηλός. Ὁμιλεῖ περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ 1959. Δὲν πρόκειται, ἐν τούτοις, περὶ αὐτοῦ. Οὔτε κἂν περὶ προσωρινῆς διοικήσεως. Ἐγὼ θὰ ἔβαζον ἄλλον τίτλον καὶ θὰ ἔλεγον: Περὶ ἀναθέσεως εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνεξελέγκτου διαχειρίσεως 18.000.000.000 δραχμῶν τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀντιστοίχων ποσῶν τῶν προϋπολογισμῶν τῶν Εἰδικῶν Ταμείων. Διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Προσωπικῶς ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ σχετικὰ νομοθετήματα, εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικά. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ κατατίθεται εἰς τὴν Βουλὴν δύο μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου. Δηλαδή, ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ τὸν Ὀκτώβριον καὶ νὰ ἔχῃ ἤδη ψηφισθῇ. Βεβαίως, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ἔκτακτοι συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐπιβάλλουν τὴν διὰ δωδεκατημορίων διαχείρισιν. Αὐτὸ εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατὸν καὶ τότε ἔρχεται ὁ νόμος καὶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαχειρισθῇ 1, 2, 3 δωδεκατημόρια. Δυστυχῶς, ὅπως κατήντησαν τὰ νομοθετήματα αὐτά, οὐσιαστικῶς πρόκειται περὶ χορηγήσεως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν διὰ δώδεκα δωδεκατημορίων, δηλαδὴ μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1959. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ διαχειρισθῇ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους, ὅπως τὰ διεχειρίσθη τὸ 1958 καὶ τὸ 1957, χωρὶς γνῶσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ κραυγάζουσα ἀντισυνταγματικότης. Καὶ διερωτῶμαι: Μήπως ὑπάρξῃ περίπτωσις διώξεως ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, βάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Διότι, ἐὰν ψηφίσητε οὐσιαστικῶς ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος δίδει δώδεκα δωδεκατημόρια εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός. Δὲν ἔχετε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλοτριώσητε, ὑπὲρ ἑνὸς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν —δὲν λέγω διὰ τὸν σημερινὸν φίλον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πόσον τὸν ἐκτιμῶ— δὲν ἔχετε, λέγω, ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαλλοτριώσητε τὰ δικαιώματά σας ὑπὲρ ἑνὸς οἱουδήποτε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δι’ αὐτὸ πρέπει, ἴσως καὶ διὰ τὴν προστασίαν τὴν ἰδικήν μας καὶ διὰ τὴν προστασίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰ δημόσια οἰκονομικά, νὰ μὴ ἐγκρίνητε τὸ σημερινὸν σχέδιον νόμου, ἀλλὰ νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν πρότασιν τῆς μειοψηφίας εἰς τρία μόνον δωδεκατημόρια, διότι ἡ ἔγκαιρος κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ὁποία γίνεται εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ Κράτη τοῦ κόσμου, πλὴν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀπολύτως δυνατή, ἀρκεῖ νὰ τὸ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις. Κύριοι βουλευταί, ἔχω καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ ὑπάρχῃ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι τοῦτο ἀκατόρθωτον πρᾶγμα, ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Διότι, ἐὰν εἶναι δι’ ἡμᾶς ἀκατόρθωτον ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἴδωμεν πῶς κατορθώνουν τὰ ἄλλα Κράτη νὰ ἔχουν ἐγκαίρως κατατεθειμένον προϋπολογισμόν. Συνέπεσεν ὁ ἴδιος νὰ ἔχω συντάξει προϋπολογισμόν. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1951, ὁ ὁποῖος συνετάγη ὑπὸ συνθήκας μεγίστης ἐξαρτήσεως τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας ἀπὸ τὴν ξένην βοήθειαν, —αἱ ὁποῖαι δὲν κρατοῦν σήμερον—, καὶ ἐκεῖνος ὁ προϋπολογισμὸς κατετέθη, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Κορόζος, ἐγγὺς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν. Βεβαίως δὲν ἐψηφίσθη τότε, διότι ἀνετράπη ἡ Κυβέρνησις τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ οὗτος.
§33Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι καὶ τὸ 1952 κατετέθη ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός.
§34Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὄχι μόνον τοῦ 1951, ἀλλὰ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τῆς δευτέρας Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, κατετέθη τὸν Ἰούλιον τοῦ 1952, ἀλλὰ καὶ πάλιν, λόγῳ τῶν ἐκλογῶν, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ. Ἐνῷ τὸ 1951 καὶ τὸ 1952 ἡ ξένη βοήθεια ἐκάλυπτε ἑκατοντάδας ἑκατομμύρια ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογιμοῦ καὶ ἦτο ἐκ τῶν πραγμάτων ἀδύνατον νὰ κάμνετε προϋπολογισμόν, χωρὶς ἐκ προοιμίου νὰ ἔχετε γνῶσιν τῆς ξένης βοηθείας, σήμερον ἡ σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ὑπόθεσις ἐργασίας καὶ μάλιστα οὐχὶ ἐντατικῆς, ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τριῶν ἑβδομάδων. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ τεχνικὴ τῆς συντάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κύριοι βουλευταί, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀρχίζει ἀπὸ τὸν ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων. Τὰ ἔσοδα ὑπολογίζονται εἰς τὸ κτίριον τῆς ὁδοῦ Καραγεώργη τῆς Σερβίας, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν Φορολογίας. Ὁ ὑπολογισμὸς τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι πρᾶγμα ἀδύνατον, εἶναι μάλιστα πολὺ εὐχερές, ἐὰν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε μεθόδους εἰλικρινοῦς ἐκτιμήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπω μὲ ἀκρίβειαν 50–100.000.000, ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους 1959. Τοῦτο τὸ ἀπεδείξαμεν ἤδη, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου τοῦ προηγουμένου ἔτους, ὅτε οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐκαθωρίσαμεν, βάσει στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἔχομεν μὲ ἀκρίβειαν ἑκατομμυρίου, τὰ ἔσοδα τοῦ ἔτους 1957. Καὶ παρὰ τὴν διαφωνίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀπολογισμὸς τῶν ἐσόδων, τὸν ὁποῖον τώρα κυκλοφορεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύει, ὅτι ὅσα ἡμεῖς εἴπομεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, ἐπηλήθευσαν μὲ ἀκρίβειαν περίπου ὀλίγων ἑκατομμυρίων. Ἄρα, δὲν εἶναι δυσχερές, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ ἔσοδα τοῦ 1958 καὶ 1957 νὰ ὑπολογίσητε τὰ ἔσοδα τοῦ 1959, διότι ὑπάρχει μία σταθερὰ ἀναλογία ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ ἐσόδων τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ἔχῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καθορίσει τὸ ὕψος τῶν ἐσόδων, εἶναι πολὺ εὔκολος ἡ ἐργασία τῆς καταστρώσεως τοῦ σκέλους τῶν ἐξόδων. Καλεῖ τοὺς ὑπουργοὺς ἀνὰ δύο τὴν ἡμέραν, τοῦ ἀναπτύσσουν τὰ αἰτήματά των καὶ ὅταν τελειώσῃ μετὰ 10 ἡμέρας ἡ ἀνάπτυξις τῶν αἰτημάτων ὅλων τῶν ὑπουργῶν, ὁ ὑπουργὸς ἀποσύρεται μόνος εἰς ἕνα ἰδιαίτερον γραφεῖον καὶ ἀρχίζει τὰς περικοπάς, αἱ δὲ περικοπαὶ καὶ ἡ κατανομὴ τῶν διαφόρων δαπανῶν εἶναι ἡ ἀπεικόνισις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ τὸ ἔργον εἶναι, ἐπίσης, εὐχερές, διότι, ὅταν ἔχετε 18 δισεκατομμύρια ἔσοδα καὶ καλεῖσθε νὰ τὰ δαπανήσητε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοῆτε, πρὸ πολλοῦ χρόνου ἤδη, ποῖον εἶναι τὸ μέγεθος τῶν δαπανῶν, διότι αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν πολιτικήν σας. Πρέπει νὰ ἠξεύρετε τί ποσὰ θὰ πᾶνε εἰς τὰς ἐπενδύσεις, τί ποσὰ θὰ πᾶνε εἰς τὰς κοινωνικὰς δαπάνας, εἰς τὴν Παιδείαν, εἰς τοὺς μισθούς, εἰς τὰς συντάξεις. Αὐτὰ δὲν εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀποφασίζονται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς καταρτίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὰ εἶναι ἀπὸ πολὺ πρὶν γνωστά. Δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, ὁ ρόλος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν καταρτίζεται προϋπολογισμὸς εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, δὲν εἶναι ρόλος πολιτικός, εἶναι μόνον ὑπηρεσιακός. Δι’ αὐτὸ εἰς πολλὰς χώρας τῆς Εὐρώπης, ὑπηρεσιακὰ πρόσωπα καταρτίζουν τὸν προϋπολογισμόν, βάσει τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει καθορίσει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὴν διοίκησιν τῆς χώρας. Ἔχω σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ προτιμᾷ νὰ διαχειρίζεται ἐκ τῶν ἐνόντων 18 δισεκατομμύρια δραχμῶν, διότι τὴν ἐνοχλεῖ καὶ ἡ συζήτησις καὶ ἡ δέσμευσις τὴν ὁποίαν τῆς δημιουργεῖ μία συζήτησις καὶ ἔγκρισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἄνευ τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐκ τῶν προτέρων γνησίως, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἐκφραζομένη ἔγκρισις τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, δημιουργεῖ ἄπειρα προβλήματα. Εἰς μῆνα Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον καὶ Νοέμβριον, εἶναι δυνατὸν νὰ μετακινήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χιλιάδες ἑκατομ. ἀπὸ τὸ ἕνα κονδύλιον εἰς τὸ ἄλλο, χωρὶς νὰ ἔχετε σεῖς καμμίαν γνῶσιν. Εἶναι δυνατὸν ἡ πολιτικὴ τοῦ Κράτους νὰ μεταβάλλεται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἐν ἀγνοίᾳ ἡμῶν, διὰ μιᾶς μόνον ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν ὁποίαν ἐκδίδει, ἀντλῶν τὴν σχετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καλεῖσθε νὰ κάμετε νόμον τοῦ Κράτους. Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐνδιαφέρει πολλαπλῶς τὸν δημόσιον βίον τῆς χώρας, διότι φέρει εἰς φῶς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖται ἡ καθολικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὠφελεῖ καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πολλὰ νὰ διδαχθῇ ἀπὸ μίαν δημοσίαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς περασμένα ἔτη, ἡμεῖς ἠμφισβητήσαμεν τὴν δυνατότητα ἐκτελέσεως τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, ὡς πρὸς ὡρισμένα σημεῖα ἐξαγγελθέντα. Εἴχομεν εἴπει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν ἐπενδύσεις εἰς οἷον ὕψος προεβλέπετο ἑκάστοτε καὶ εἴμεθα μοναδικὸν φαινόμενον χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ πρόγραμμα ἐπενδύσεων ἐξετελέσθη κατά τινα ἔτη κατὰ 40–60%. Ὅταν λέγωμεν, κύριοι βουλευταί, ἐκτέλεσιν ἐπενδύσεων, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν ἔννοιαν πραγματικῶν ἐπενδύσεων τῶν σχετικῶν κονδυλίων καὶ τὴν τοποθέτησίν των εἰς τὰ ἔργα, διότι ὑπάρχει ἕνας περίεργος μηχανισμός, ὁ ὁποῖος τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν ἑκάστοτε τὸν Δεκέμβριον. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἴδῃ, ὅτι ἕνας προϋπολογισμὸς 2000 ἑκατομμυρίων ἐπενδύσεων ἔχει ἀπορροφήσει μόνον 1.100 ἑκατομμύρια, σπεύδει διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν κριτικὴν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ μεταφέρῃ εἰς πίστωσιν τῶν διαφόρων φορέων 500 ἢ 600 ἑκατ. δραχμάς, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι τὸ πρόγραμμα ἐξετελέσθη. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἐκτέλεσιν προγράμματος. Ἐκτέλεσις προγράμματος σημαίνει ἡ πραγματικὴ ἀπορρόφησις καὶ ὄχι ἡ λογιστικὴ μεταφορὰ τῶν κονδυλίων εἰς πίστωσιν τῶν φορέων. Ἐὰν τοῦτο ἐσήμαινε πραγματικὴν ἀπορρόφησιν, θὰ ἦτο δυνατὸν τὴν 1ην Δεκεμβρίου ἑκάστου ἔτους καὶ ἐπὶ τῇ προσεχεῖ ἐνάρξει τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, νὰ γίνεται ἡ μεταφορὰ ὅλων τῶν πιστώσεων εἰς τοὺς φορεῖς καὶ τότε θὰ ἔχωμεν ἐκτέλεσιν ὁλοκλήρου τοῦ προγράμματος. Ποῖα εἶναι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουν ἀπὸ αὐτὴν τὴν τακτικήν, θὰ τὰ εἴπωμεν. Ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια τὸ 1957, ἦτο 1.400 ἑκατομ. διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Κατηγγείλαμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορροφηθῶσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐβεβαίωσεν, ὅτι θὰ ἀπορροφηθοῦν. Λογιστικῶς ὑπάρχει μία ἐγγραφή, ἡ ὁποία μαρτυρεῖ ἀπορρόφησιν ἑνὸς μεγάλου τμήματος, περίπου 1.200 ἑκατομ., εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν εἶναι οὔτε 1.000 ἑκατομ., ἀλλὰ εἶναι ἁπλῶς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τὸν Δεκέμβριον καὶ τῶν ὁποίων τὰ χρήματα ὑπάρχουν ἀκόμη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἔχουν ἀπορροφηθῆ ἔκτοτε πολλὰ κονδύλια. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια, ἀπὸ 1.400 ἑκατομμύρια τοῦ προηγουμένου ἔτους, κατὰ τὸ 1958 εἶναι μόνον 780 ἑκατομμύρια, διότι διεπιστώθη ἡ ἀδυναμία τῆς οἰκονομίας νὰ ἀπορροφήσῃ εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων ὁλόκληρον τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν καὶ καθορίζεται εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς των, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορροφηθῇ. Ἐπίσης, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1957, ὑπάρχει ἕνα κονδύλιον δανείων ἀπὸ νομικὰ πρόσωπα, τοῦ ὁποίου δὲν ἐγένετο εἰσέτι χρῆσις. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1958 ὑπάρχει πάλιν ἕνα κονδύλιον μεγάλο, 750.000.000 δάνεια ἐσωτερικά, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω μέχρι σήμερον, ἐὰν καὶ εἰς ποίαν ἔκτασιν ἔχῃ χρησιμοποιηθῆ, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχω, τῶν δέκα μηνῶν, φαίνεται, ὅτι οὐδὲ δραχμὴ ἔχει χρησιμοποιηθῆ. Ἄρα καὶ ἐφέτος τὸ πρόγραμμα τῶν 2.800 ἑκατομμυρίων ἐπενδύσεων, κατὰ μέρος μόνον θὰ ἐκτελεσθῇ πραγματικά. Καὶ δικαιοῦται κανεὶς νὰ διερωτηθῇ; Τί ἔννοιαν ἔχουν αἱ πιστώσεις τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἡ ἀναζήτησις κονδυλίων διὰ τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως, ὅταν, κύριοι βουλευταί, δὲν κατορθώνωμεν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ ὑφιστάμενα εἰς τὴν χώραν χρήματα, εἴτε ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἐγχωρίους πόρους, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπορίαν αὐτήν, θὰ σᾶς δώσῃ καὶ ἡ τακτικὴ κατὰ τὰς τελευταίας διαπραγματεύσεις τῶν γερμανικῶν πιστώσεων. Ὅταν ἐπετεύχθη ἕνα ποσὸν δανεισμοῦ ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν δι’ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως καὶ μόλις ἐνεκρίθη αὐτὸ τὸ δάνειον, ταὐτοχρόνως σχεδὸν ἐζητεῖτο ἡ παράτασις τῶν προθεσμιῶν ἀπορροφήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐφοβήθη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπορροφηθῇ ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, ποὺ εἶχον θέσει, ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν γερμανικῶν δανείων. Κύριοι βουλευταί, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἔχομεν παρεκκλίνει τοῦ κυρίου μας προορισμοῦ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 καὶ θὰ ἔλεγον τὸ πρῶτον καὶ τελευταῖον πρόβλημα, μὲ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀσχολῆται μία Βουλή, εἶναι ὁ προϋπολογισμός, ὄχι μόνον, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιταγὴ τοῦ Συντάγματος, μολονότι καὶ αὐτὸ θὰ ἤρκει, διὰ νὰ εἴμεθα νομοταγεῖς, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος τῆς Πολιτείας. Ὅλα τὰ προβλήματα τοῦ Κράτους ἐκεῖ μέσα εὑρίσκουν τὴν ἐκδήλωσίν των. Καὶ ἡ Βουλή μας ἀσχολεῖται μὲ ὅλα τὰ προβλήματα, σπουδαῖα καὶ δευτερεύοντα, πλὴν ἐκείνου, διὰ τὸ ὁποῖον ἔγιναν αἱ Βουλαί. Ὅταν τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα καθιερώθη εἰς τὰς ἄλλας χώρας, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καθιερώθη. Ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ προϋπολογισμοὺς καὶ τὸ μετέφερεν εἰς τὸν λαόν. Ἡμεῖς μὲ τὴν ἀνοχήν, τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύομεν καὶ μὲ τὴν εὐκολίαν, μὲ τὴν ὁποίαν παρέχομεν τὴν ἐξουσίαν διαχειρίσεως δισεκατομμυρίων τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ δωδεκατημορίων, παραδίδομεν τὸ δικαίωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον μετὰ ἐπαναστάσεις ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐδόθη εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστρέφωμεν, δηλαδὴ μὲ τὴν ψῆφόν μας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Διότι — μὴ πλανᾶσθε — δὲν πρόκειται περὶ ἀναθέσεως τῆς προσωρινῆς διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ ἀναθέσεως τῆς ὁριστικῆς διαχειρίσεως —καὶ μὲ ἄλλην διατύπωσιν— περὶ ἀναθέσεως τῆς ἀνεξελέγκτου διαχειρίσεως 18 δισεκατομμυρίων εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Κύριοι βουλευταί, ἰδιαιτέρως ἀνησύχησα ἀπὸ μίαν φράσιν τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ἡ ὁποία δὲν ὁμοιάζει μὲ τὴν προηγουμένην. Ὁ κ. ὑπουργός, λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι, ὅταν ἡ οἰκονομία μας καταστῇ αὐτόνομος, ἐλπίζει, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν προϋπολογισμοί. Αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του, τὸν συντάξαντα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1957. Εἶχεν ἐπικαλεσθῆ τότε ἕνα ἐπιχείρημα τελείως ἀβάσιμον καὶ ἀναληθές, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω. Ἐπεκαλέσθη, ὅτι δὲν εἶχε καθορισθῆ ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια. Τοῦτο εἶναι ἀβάσιμον, διότι ἦτο γνωστὴ ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια καὶ ἐὰν δὲν ἦτο γνωστή, αἱ διακυμάνσεις της ἦσαν πέριξ τῶν 5.000.000 δολλαρίων, πρᾶγμα, ποὺ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅλα αὐτὰ μὲ πείθουν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ τὴν μὴ συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ αὐτὸ εἰσηγοῦμαι τὴν ἀπόρριψιν τοῦ σχεδίου νόμου, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δεχθῇ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως εἰς τρία μόνον δωδεκατημόρια καὶ μᾶς ἐξαγγείλῃ τακτὴν προθεσμίαν καταθέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει, ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος.
§36Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος ἀγαπητὸν συνάδελφον καὶ φίλον βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σαφῆ ἀντισυνταγματικότητα καὶ τὴν σαφῆ παράβασιν ὅλων τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων, τὰς ὁποίας δημιουργεῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος παραλλήλως πρὸς τὴν ἀρίστην ἐπίδοσιν πρὸς τὰ οἰκονομικά, θεωρεῖται καὶ διακεκριμένος νομικὸς καὶ ὁ ὁποῖος συγκεντρώνει ὅλων τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἐκτίμησίν μας, δὲν πρόκειται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀντισυνταγματικότητα. Ἐλπίζω, ἐπίσης, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ προκάτοχοί του ἐπεκαλέσθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ὁ πρὸ ὀλίγου ἀξιότιμος κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας ἀνέφερε καὶ συγκεκριμένως, ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν δὲν κατωρθώθη νὰ κατατεθῇ ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν. Διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ μοιρολατρικὸν συμπέρασμα, ὅτι δὲν παρίσταται ἀνάγκη οὔτε νὰ κατατίθεται, οὔτε νὰ ψηφίζεται προϋπολογισμός. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, πράγματι ὑπάρχῃ μία παραγραφὴ τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, λόγῳ μὴ ἐφαρμογῆς των, τότε ὑπάρχει μία σοβαρὰ εὐθύνη καὶ ἡμῶν, ὡς μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἡγέτιδος τῆς πλειοψηφίας, διότι εὐθέως καὶ εὐθαρσῶς δὲν θέτομεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τὸ ζήτημα τῆς τροποποιήσεως ἢ καὶ πλήρους καταργήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν τὴν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ παύσῃ ἡ διαρκὴς παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Εἶναι, ὅμως, προφανές, ὅτι αἱ διατάξεις αὐταί, δὲν εἶναι κἂν νοητόν, ὅτι δύνανται νὰ καταργηθοῦν, διότι, ὡς εὐστόχως ἀνεφέρθη ὑπὸ τοῦ κ. Μαύρου, αὐταὶ εἶναι αἱ διατάξεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἐδημιουργήθη καὶ ἐκ τῶν ὁποίων κατάγεται τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ τὸ ἰσχῦον ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν ἱστορίαν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ πρῶτον Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἔγινε πρό τινων αἰώνων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐδημιουργήθη χάρις ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῶν τότε φορολογουμένων, ὅπως κάμουν ἕνα ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ τρόπου διαθέσεώς των. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίζεται τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν κατέστη δυνατή, λόγῳ ἐκτάκτων συνθηκῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων αὐτῶν, εἶναι δικαιολογημένη ἡ περαιτέρω ἄγνοια αὐτῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὄχι μόνον ὁ ἀγαπητὸς καὶ συμπαθὴς κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων τῶν οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ καὶ οἱ δύο εἶναι παλαιοὶ κοινοβουλευτικοί, θὰ συμφωνήσουν μαζί μου, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ὅλοι νὰ καταβάλωμεν προσπαθείας, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μπῇ μία τάξις εἰς τὸ βασικὸν αὐτὸ καὶ θεμελιῶδες ζήτημα, τῆς, κατὰ τὸ Σύνταγμα, διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Διότι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μαῦρος, δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ κάμωμεν ἕνα νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐξουσιοδοτῆται ὁ ἑκάστοτε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διαχειρίζεται ἐν λευκῷ ὅλα τὰ δισεκατομμύρια τοῦ Δημοσίου Προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν διαφόρων Νομικῶν Προσώπων. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἐπαναλάβω, ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐξέθεσεν ὁ κ. Μαῦρος, διὰ νὰ μὴ σᾶς καταπονήσω. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ ὡρισμένων σημείων τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἴδητε μέχρι ποίου σημείου ἔχει φθάσει ἡ ἄμβλυνσις οἱασδήποτε Συνταγματικῆς καὶ Κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διότι αὐτὸ συμβαίνει ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν κάμνω ἀντιπολίτευσιν, διαπιστώνω ὡρισμένα γεγονότα καὶ ζητῶ τὴν συνδρομὴν ὅλων τῶν πτερύγων, καὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, συστηματικὴ παραβίασις τῶν βασικῶν αὐτῶν Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ βασικῶν Κοινοβουλευτικῶν κανόνων. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ μίαν παρατήρησιν, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἐμβάλλει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἑξῆς φράσιν: «Λόγῳ τῶν διεξαγομένων ἔτι συνεννοήσεων ἐπὶ θεμάτων τινῶν, ἡ ρύθμισις τῶν ὁποίων εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ ἐκτελεσθησομένου οἰκον. προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ νέον οἰκονομικὸν ἔτος 1959, δὲν τυγχάνει δυνατὴ ἡ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1959 κατάθεσις εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους τούτου». Ἡ ἀνάγνωσις τῆς φράσεως αὐτῆς, μὲ ἐνέβαλεν ἐν ἀρχῇ εἰς τὴν ὑποψίαν, ὅτι προπαρασκευάζεται νέα μετάθεσις τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, διότι ἡ δήλωσις αὐτή, περίπου αὐτολεξεὶ περιέχεται εἰς νομοσχέδιον, ψηφισθὲν ἀπὸ τὴν προηγουμένην Βουλὴν καὶ βάσει τοῦ ὁποίου μετετέθη ὁ χρόνος ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ἀπὸ τὴν 1ην Ἰουλίου εἰς τὴν 1ην Ἰανουαρίου. Καὶ τότε μᾶς διεβεβαίωσεν ὁ ὑπευθύνως χειριζόμενος τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ὑπουργός, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ἡ μετάθεσις εἰς τὴν 1ην Ἰανουαρίου. Διότι, λόγῳ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξάγονται αἱ σχετικαὶ διαπραγματεύσεις διὰ τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν καὶ λόγῳ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ἐργάζεται ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ συντάξῃ τὸ ἑκάστοτε ἐφαρμοζόμενον πρόγραμμα ἐπενδύσεων, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ μετάθεσις εἰς τὴν 1ην Ἰανουαρίου. Μετὰ διετῆ ἐφαρμογὴν τῆς μεταθέσεως, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ μετάθεσις ματαίως ἐγένετο καὶ ἴσως θὰ χρειασθῇ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν Ἰούλιον. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν πρόκειται κἂν περὶ αὐτοῦ, πρόκειται, κύριοι βουλευταί, περὶ τοῦ φαινομένου τῆς ἐλλείψεως παντὸς προγραμματισμοῦ εἰς τὸν τόπον μας. Αὐτὸ δὲν ἀπευθύνεται πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἰδίως πρὸς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Μία ἄλλη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν θὰ ἤθελον νὰ κάμω, διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, μέχρι ποίου σημείου ἔχομεν ξεφύγει ἀπὸ τὴν πλέον στοιχειώδη ἔννοιαν τῆς συνταγματικότητος καὶ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, ἀφορᾷ τὴν παράγραφον 1 τοῦ ἄρθρου 1, ἡ ὁποία λέγει: «Μέχρι τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν εἰδικῶν Ταμείων τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1959, ἡ προσωρινὴ διοίκησις αὐτῶν διὰ τὸ ἔτος τοῦτο, ἐνεργεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1958, ὡς αὗται θέλουσι διαμορφωθῆ μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1958, κατὰ τὰ εἰδικώτερον κατωτέρω ὁριζόμενα». Τὸ νομοσχέδιον κατατίθεται τὴν 5.12.58 καὶ ὁ ἐφαρμοζόμενος προϋπολογισμὸς δὲν ἔχει λάβει τὴν τελικήν του, ἀκόμη, μορφήν, διότι καὶ τὸ νομοσχέδιον προβλέπει, ὅτι θὰ ἰσχύσουν τὰ δωδεκατημόρια, ὑφ’ ἣν μορφὴν ἔχει ἐμφανισθῆ διὰ τῶν διαδοχικῶν τροποποιήσεων μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, δηλαδὴ μετὰ 26 ἡμέρας, ἀπὸ τῆς καταθέσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Κύριοι βουλευταί, θὰ συνομολογήσητε ὅλοι μαζὶ μου, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ὁμολογίαν ἀπεριγράπτου χρεωκοπίας κᾶθε ἐννοίας προγραμματισμοῦ, τὸ νὰ ζητοῦμεν τὴν 5 Δεκεμβρίου, δηλαδὴ 26 μόλις ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως, τὸ δικαίωμα, ὅπως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο τροποποιοῦμεν τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ. Ἡ διάταξις αὐτὴ μᾶς ὁδηγεῖ καὶ εἰς μίαν ἄλλην μελαγχολικὴν σκέψιν. Ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Μαῦρος, δὲν εἶναι νοητὴ ἡ χορήγησις 12 δωδεκατημορίων. Ἡ ἔννοια τοῦ δωδεκατημορίου, εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προσωρινῆς διοικήσεως δι’ 1, 2, 3, 4 μῆνας, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ὁ νέος προϋπολογισμός, διότι εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὑπὸ κανονικάς, ἀκόμη, συνθήκας, παρετηρήθη, βέβαια, μία βραδύτης εἰς τὴν κατάθεσιν καὶ ἰδίως εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἡ πρακτικὴ ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ξένας χώρας, ὡδήγησεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ νὰ ἐπιτρέπεται ἡ διοίκησις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους βάσει ὄχι εἰδικοῦ νόμου, ἀλλὰ βάσει τοῦ ἤδη ψηφισμένου προϋπολογισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἔτους. Εἶναι, λοιπόν, πράγματι νοητὴ προσωρινὴ καὶ ὄχι ἐνιαυσία διοίκησις ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, βάσει τοῦ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἀλλὰ —καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ βασικὴ διαφορὰ — διοίκησις διὰ δωδεκατημορίων, βάσει προϋπολογισμοῦ, οὐδέποτε ψηφισθέντος, εἶναι ἔννοια τελείως ἀκατανόητος. Διότι, κύριοι βουλευταί, αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς ζητεῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Μᾶς ζητεῖ δηλαδὴ νὰ δώσωμεν ἐξουσίαν νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος μὲ δωδεκατημόρια, βάσει προϋπολογισμοῦ οὐδέποτε ψηφισθέντος. Θὰ μοῦ εἴπητε: Τί θέλετε νὰ γίνῃ;
§37Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Καὶ εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐγένετο.
§38Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀπέκρυψα. Πράγματι ὁ τελευταῖος ψηφισθεὶς προϋπολογισμός...
§39Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Τοῦ 1952, εἶναι ὁ τελευταῖος.
§40Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐγένετο κατὰ κόρον χρῆσις αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος, θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν σημαίνει, ἐπειδὴ συνέβη ἕνα ἄτοπον εἰς τὸ παρελθόν, ὅτι εἶναι δυνατόν, στηριζόμενοι ἐκεῖ, νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνωμεν διαρκῶς. Τὸ 1951, λέγει, ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐψηφίσθη, καί, συνεπῶς, αὐτὸ εἶναι ἕνα ἄτοπον, ποὺ βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου. Τὸ 1951, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου, ἐξετέλεσε πρόγραμμα ἐπενδύσεων 4.000.000 σημερινῶν δραχμῶν. Μιμηθῆτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκαμε τότε καὶ ὄχι τὴν μὴ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§41Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ὑπῆρξα σαφής. Ἐδήλωσα δύο πράγματα. Πρῶτον, μέν, ὅτι ὁμιλῶν, ὡς ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν κάμνω οἱανδήποτε ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ ὡρισμένας διαπιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν ὅλας τὰς παρατάξεις καὶ μακρὰν ἀπὸ ἐμὲ ἡ ὑπόνοια, ὅτι κάμνω εὐθηνὴν ἀντιπολίτευσιν. Δεύτερον, ἐδήλωσα, ὅτι, ἐὰν θεωρήσωμεν ὡς παραγραφὴν πλέον τοῦ Συντάγματος τὴν μὴ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ εἰς τὸ παρελθόν, καιρὸς εἶναι νὰ ζητήσωμεν τὴν κατάργησιν αὐτῶν τῶν διατάξεων. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε, πῶς εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, νὰ ὀνομάζωμεν τὸ Πολίτευμά μας Δημοκρατικόν; Τὸ νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ τί συνέβη εἰς τὸ παρελθόν, δὲν διευκολύνει τὴν θέσιν ἡμῶν, τὴν σημερινήν. Ἄλλωστε, ἐὰν θέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρχον ἀνωμαλίαι, ὑπῆρχεν ἀνταρσία, ὑπῆρχε τὸ γεγονός, ὅτι ὁλόκληρος ὁ προϋπολογισμὸς ἐστηρίζετο εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν, ὅλα ὅμως αὐτὰ σήμερον δὲν ὑπάρχουν καὶ κἄποια στοιχειώδης τάξις ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐπικρατήσει. Ἀλλά, δὲν σᾶς ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, οὔτε κακίζω τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἐπικρίνω ἁπλῶς ἐφαρμοζόμενον σύστημα. Ἕνα ἄλλο ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τί ψηφίζει, εἶναι ἡ διάταξις Βʹ καὶ ἡ παράγραφος 2 τοῦ ἄρθρου 2. Βάσει τῆς διατάξεως Βʹ, θὰ ἐγκρίνωνται πιστώσεις ἴσαι πρὸς τὰ 6 δωδεκατημόρια τῶν ἀντιστοίχων πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1958 ἢ πρὸς τὸ σύνολον τῶν τοιούτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1959, ἀπὸ τῆς καταθέσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνεπτύχθη προηγουμένως, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ νομίζω, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἶναι σύμφωνος εἰς αὐτό, διότι μᾶς ὡμίλησε περὶ περιορισμοῦ...
§42Κ. ΚΟΡΟΖΟΣ. Πιθανῶς.
§43Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. ... ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς ἐγκρίσεως δώδεκα δωδεκατημορίων. Πάντως, τὸ γεγονὸς ὅτι χορηγοῦνται δωδεκατημόρια δι’ ἕνα ὁλόκληρον ἔτος, εἶναι...
§44Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἐξοργιστικόν.
§45Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. ... εἶναι ἐξοργιστικῶς ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικόν, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται καμμία σοβαρὰ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις. Ἐκεῖνο ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελον νὰ ὑπάρξῃ κἄποια διευκρίνισις, εἶναι ἡ παράγραφος 2. Βάσει αὐτῆς καὶ ἐνῷ εἰς τὴν προηγουμένην παράγραφον χορηγεῖται εὐρυτάτη ἐξουσία διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐπὶ 12 μῆνας, ὡς νὰ μὴ ἤρκουν ὅλα αὐτά, βάσει τῆς παραγράφου 2 ἐπιτρέπεται ὑπέρβασις τῶν πιστώσεων, κατόπιν εἰδικῶν, δι’ ἑκάστην, περίπτωσιν ἀποφάσεων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ὧν ὁρίζονται συγχρόνως καὶ τὰ ὅρια τῶν ὑπὸ πραγματοποίησιν δαπανῶν. Δηλαδή, δὲν φθάνει, κύριοι βουλευταί, ὅτι θὰ διοικούμεθα βάσει μὴ ψηφισθέντος προϋπολογισμοῦ ἐπί τινας μῆνας, ἀλλὰ περαιτέρω δίδομεν ἐξουσιοδότησιν ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν φθάνει, δηλαδή, ὅτι ἐξουσιοδοτοῦμεν νὰ διοικούμεθα βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοὺς ὑπολοίπους μῆνας, ἀλλὰ ἐξουσιοδοτοῦμεν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ καὶ ὑπέρβασιν τῶν δαπανῶν τοῦ νέου προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται, ὅτι θὰ ἔχῃ πλήρεις καὶ ἀκριβεῖς προβλέψεις, δεδομένου, ὅτι ἡ δικαιολογία τῆς ἐγκρίσεως τῶν δωδεκατημορίων, φέρεται ἡ ἀνάγκη ἑνὸς ἐπιμελοῦς προγραμματισμοῦ. Εἶναι, λοιπόν, φυσικὸν νὰ διερωτᾶται κανείς. Ἐὰν πρόκειται νὰ εἶναι ἐπιμελὴς ὁ νέος προϋπολογισμός, πρὸς τί ἡ αἰτουμένη ἐξουσιοδότησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀναγράφῃ νέας δαπάνας εἰς τὸν μέλλοντα νὰ κατατεθῇ προϋπολογισμόν. Ἄλλως, διατὶ δὲν κατατίθεται ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς τὸ συντομώτερον καὶ διατὶ ἡ καθυστέρησις; Εἰς τὰς ἰδίας μελαγχολικὰς σκέψεις, μᾶς ὁδηγεῖ καὶ τὸ ἄρθρον 3, ἰδίως εἰς τὴν παράγραφον αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας «Δι’ ἀποφάσεων, ἐπίσης, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγράφονται αἱ ἀπαιτούμεναι πιστώσεις πρὸς πληρωμὴν δαπανῶν, περὶ ὧν δὲν προβλέπει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1958 ἢ 1959». Πρόκειται, δηλαδή, περὶ μιᾶς ἐν λευκῷ, ἢ μᾶλλον ἐν τυφλῷ, ἐξουσιοδοτήσεως. Ἐν τυφλῷ δέ, ὅσον ἀφορᾷ, ὄχι μόνον τὸ Κοινοβούλιον, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιον τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ἀγνοῶν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ὑπερβάσεις τοῦ 1958 διὰ τὰς ὑπολειπομένας 16 ἡμέρας τῆς χρήσεως, ἢ αἱ ὑπερβάσεις τοῦ 1959. Γνωρίζετε δέ, τί λέγει τὸ Σύνταγμα περὶ αὐτοῦ. Λέγει, ὅτι: «Τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ σημειώνωνται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἀπολογισμόν». Δὲν εἶναι νοητὴ ἡ προσθήκη δαπανῶν, ἐκ τῶν ὑστέρων. Καὶ λέγει περαιτέρω: «Ψηφίζεται ἅπαξ κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα». Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, θὰ ἤθελον, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει μία διαφορά, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ὁμιλεῖ περὶ ψηφίσεως μόνον κατὰ κεφάλαια. Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας κατὰ τὴν μέλλουσαν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, διότι ὑπάρχει κἄποια ἀντινομία. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι νοητὸς ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι διοικούμεθα κατὰ τρόπον δημοκρατικόν, δεδομένου ὅτι ἔχομεν στερήσει τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν παντὸς δικαιώματος ἐλέγχου ἐπὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Εἰς τὴν παράγραφον 3 περιέχεται καὶ ἡ σταγών, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ξεχειλίζει τὸ ποτήριον τῶν ἀντισυνταγματικῶν διατάξεων. Εἰς τὴν παράγραφον 3, δίδεται ἡ ἑξῆς ἐξουσιοδότησις: «Δι’ ὁμοίων ἀποφάσεων, ἐπιτρέπεται ἡ συγχώνευσις κεφαλαίων καὶ ἄρθρων, ἡ ἐπέκτασις αὐτῶν εἰς πλείονα τοιαῦτα καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῆς σειρᾶς αὐτῶν, ἐπιτρεπομένης καὶ τῆς αὐξομειώσεως τῶν ὁρίων τῶν πιστώσεων». Κύριοι βουλευταί, ἠθέλησα νὰ σᾶς ἀναφέρω τὰς ὀλίγας αὐτὰς παρατηρήσεις, ὄχι διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἔχω νὰ σᾶς προτείνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν κανένα ἄμεσον τρόπον θεραπείας τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τί ψηφίζετε. Χωρὶς νὰ φθάσω εἰς τὴν ἄκραν λύσιν, τὴν ὁποίαν μέχρις ἑνὸς σημείου ἐπρότεινεν ὁ κ. Μαῦρος, περὶ καταψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἤθελον νὰ προτείνω μίαν λύσιν, ἡ ὁποία θὰ ἔδιδεν εἰς ὅλους μας τὴν δυνατότητα νὰ ἀναμετρήσωμεν τὸ ὕψος τῶν εὐθυνῶν μας. Θὰ ἐπρότεινον, δηλαδή, εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐκφρασθῇ ἡ εὐχὴ τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία, ἐν προκειμένῳ, εἶναι ἐπιταγὴ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργόν, παρὰ τῷ ὁποίῳ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ εὕρῃ πλήρη ἀνταπόκρισιν, ὅπως καταθέσῃ τὸ συντομώτερον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1959, εἰς τρόπον, ὥστε οὗτος νὰ ψηφισθῇ μετὰ τρεῖς, τέσσαρας, ἔστω, καὶ πέντε, μῆνας, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Δυνάμεθα νὰ τὸν διαβεβαιώσωμεν, ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν συνδρομὴν ὅλων μας, πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δικαιούμεθα καὶ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου αὐτοῦ, νὰ καυχηθῶμεν, ὅτι τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας ἐδημιουργήθη μία ἀρχὴ τάξεως εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικά μας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν τῆς συνεδριάσεως τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς, ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεμία, οὐδεμία.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Εὐστρατιάδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς 12.12.1958.
§49Σ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς 12.12.58. Ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§51Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν προηγουμένως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπάρχει μία ἀντισυνταγματικότης, μία ἀντιδημοκρατικότης, καὶ μία ἀντικοινοβουλευτικότης, ἐπὶ πλέον, διότι στεροῦμεν τὴν Βουλὴν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων. Ὑπάρχει μία ἀταξία ἀναμφισβητήτως. Τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ τόσων ἐτῶν λαμβάνει χώραν ἡ ἐν λόγῳ ἀταξία, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογία διὰ νὰ συνεχισθῇ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν εἶναι ἡ διόρθωσις, τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις βλέπω ἐπὶ τοῦ παρόντος σχεδὸν ἀδύνατον. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαύρου δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον, διότι νομίζω, ὅτι ἡ λέξις «δωδεκατημόρια» ἄλλοτε ἐσήμαινεν, ὅτι παρέχεται ἐξουσιοδότησις εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπειδὴ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἔχει ἀκόμη ψηφισθῆ, νὰ ἐνεργῇ βάσει τοῦ προηγουμένου ἐψηφισμένου προϋπολογισμοῦ. Δὲν βλέπω συνεπῶς δυνατότητα διορθώσεως βάσει τούτου. Θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ νὰ ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν, ὅπως σταματήσῃ ἐπὶ τέλους τὸ κακὸν καὶ ἀποκατασταθῇ μία τάξις, διότι δὲν δικαιούμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐθέσαμεν τάξιν εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἐφ’ ὅσον ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ψηφίζεται συμφώνως πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Νομίζω, ὅτι ἴσως δὲν εἶναι δύσκολος ἡ τακτοποίησις βάσει ἑτέρας ὁδοῦ. Διεπράξαμεν ἄλλοτε αὐτὸ τὸ σφάλμα, νὰ παρατείνωμεν ἐπὶ ἑξάμηνον τὸ οἰκονομικὸν ἔτος διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πρώτην Ἰανουαρίου ὡς ἡμερομηνίαν ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι αὐτό, δηλ. μιὰ νέα μεταβολὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ, διότι μία νέα μεταβολὴ εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἔτος —ὡς μοῦ λέγει καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Μαῦρος— δὲν θὰ ἦτο ὀρθή. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μίαν νέαν μεταβολὴν εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἔτος, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἶναι ἡ τελευταία καὶ νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν ὁριστικὴν τακτοποίησιν τοῦ θέματος τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ τὴν ἀπέκρουον. Νὰ φθάσωμεν δηλ. εἰς τὴν πρώτην Ἀπριλίου, ὡς ἀφετηρίαν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους ὡς ἦτο πάντοτε. Ὅταν μᾶς ἐπεβλήθη ἡ πρώτη Ἰουλίου, ὁ ὑποφαινόμενος ἦτο ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Τότε ὑπέβαλον καὶ ὑπόμνημα εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν, ἡ ὁποία βεβαίως τότε μᾶς ἐκάλυπτε διὰ μιᾶς γενναίας βοηθείας τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ διὰ ἐπιχειρημάτων ἀπέδειξα, ὅτι τὸ ἰδικόν μας σύστημα εἶναι τὸ ὀρθότερον τῶν συστημάτων καὶ παρεκάλεσα, ὅπως μὴ μᾶς στερήσουν αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Ἡ Ἀμερικανικὴ ὅμως ἀποστολὴ ἐπέμεινε, διὰ τὴν 1ην Ἰουλίου διὰ νὰ συμπίπτῃ μὲ τὴν ἔναρξιν τοῦ Ἀμερικανικοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐψηφίζετο καὶ ἡ βοήθεια. Κατ’ ἐμὲ τὸ παλαιὸν σύστημα τοῦ Ἀπριλίου εἶναι τὸ ὀρθότερον. Ἐάν, λοιπόν, διὰ μίαν τελευταίαν φορὰν προεβαίνομεν εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς ἐνάρξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους διὰ τὸν Ἀπρίλιον καὶ μετὰ ταῦτα ὅλα τὰ κόμματα συνεφωνούσαμεν —διότι δὲν ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ θέμα Συμπολιτεύσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως— ὅπως μετὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν μεταβολήν, ἐφεξῆς νὰ παρασκευάζεται ἐγκαίρως ὥστε νὰ κατατίθεται καὶ νὰ ψηφίζεται ὁ προϋπολογισμὸς σύμφωνα μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, θὰ ἐπράττομεν ἔργον χρήσιμον. Ἐὰν λοιπόν, ἐπρόκειτο ἡ ἐν λόγῳ μεταβολὴ νὰ εἶναι ἡ τελευταία, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἴσως ἡ μόνη δυνατὴ διόρθωσις. Πέραν αὐτῆς οὐδεμίαν ἄλλην βλέπω. Ἡ εὐχὴ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Κωστοπούλου, ὡς εὐχὴ τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα. Καὶ τὰ δωδεκατημόρια δὲν λύουν καὶ αὐτὰ τὸ θέμα.
§52Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡμίλησα περὶ εὐχῆς, ἡ ὁποία εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιταγῆς.
§53Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ὀρθοτέρα λύσις θὰ ἦτο νὰ θελήσωμεν νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ θέμα, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὰ περισσότερα πλεονεκτήματα καὶ κατόπιν νὰ προχωρήσωμεν ὅλοι ἀπὸ συμφώνου πρὸς ἐπάνοδον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς συνταγματικότητος καὶ τῆς τάξεως.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἠλιόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§55Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε προβῆ εἰς τὰς ἑξῆς δηλώσεις κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ 1958 κατ’ Ἰούλιον 1958, ἐκφράζων τὴν λύπην του διὰ τὴν καθυστέρησιν περὶ τὴν κατάθεσιν: «... ....(Ἀναγινώσκει).....» Μετὰ ἀπὸ αὐτὰς τὰς δηλώσεις, εὐλόγως κάθε Ἕλλην πολίτης θὰ ἤλπιζεν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ μᾶς ἀπήλλασσεν αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας ἀπὸ τοῦ 1959. Δυστυχῶς ὅμως, τὸ κατατεθὲν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, δημιουργεῖ μίαν ἀπογοήτευσιν, ὄχι μόνον διότι δὲν τερματίζεται ἡ ἀνωμαλία, ἀλλὰ καὶ διότι παρουσιάζεται συνεχιζομένη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ μέλλον, καθ’ ὅσον δὲν ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μία παραχώρησις ἐλευθέρας διαχειρίσεως εὔλογος, ἀλλὰ ζητεῖται ἐλευθερία διαχειρίσεως ἀνεξελέγκτως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, αὐτὸ τοῦτο ἡ παραίτησις τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσίν της καὶ τὸ δικαίωμά της νὰ καθορίζῃ τὰς δαπάνας τῶν δημοσίων χρημάτων. Τὸ θέμα ἀνεπτύχθη ἐπαρκῶς ἀπὸ τοὺς ὁμιλήσαντας πρὸ ἐμοῦ κ. συναδέλφους καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐγώ θὰ περιορισθῶ εἰς ὡρισμένας παρατηρήσεις. Τὸ ἐδάφιον β, τῆς παραγράφου 1, τοῦ ἄρθρου 2, τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχεδίου νόμου, λέγει: «.... (ἀναγινώσκει). .....». Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ζητεῖται ἐξουσιοδότησις διὰ τὴν διαχείρισιν πιστώσεων 6 δωδεκατημορίων, βάσει ἀνυπάρκτου προϋπολογισμοῦ, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Κωστόπουλος. Ζητεῖται δηλαδὴ νὰ ἐγκριθῇ ὡς ὑπαρκτὸς καὶ ὑφιστάμενος ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1958, ὁ ὁποῖος πράγματι δὲν ὑπάρχει. Ἐξ ἄλλου, αὐτὴ ἡ διατύπωσις χρησιμοποιήσεως 6 δωδεκατημορίων, προκαλεῖ τὴν βεβαιότητα ἢ τὸ ἐνδεχόμενον, ὅτι δὲν προβλέπεται, ὅτι πρὸ τῆς παρόδου 6μήνου, θὰ ἔχῃ κατατεθῆ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1959 εἰς τὴν Βουλήν. Διότι, ἂν συνέβαινε τὸ ἀντίθετον, θὰ ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξουσιοδότησις καὶ νὰ προεβλέπετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι περαιτέρω θὰ χωρήσουν αἱ δαπάναι, βάσει τοῦ κατατεθησομένου προϋπολογισμοῦ. Ἑπομένως δὲν προβλέπεται κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρὸ τῆς παρόδου 6μήνου. Ζητεῖται, ἐξ ἄλλου, διὰ τοῦ νομοσχεδίου πλήρης ἐξουσιοδότησις εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ διαχειρισθῇ ἐλευθέρως τὸν κατατεθησόμενον, ἄγνωστον ἤδη εἰς τὴν Βουλήν, Προϋπολογισμὸν τοῦ 1959 καὶ νὰ τροποποιῇ καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1958 καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν 1959, κατὰ τὴν κρίσιν του. Θὰ δύναται οὕτω ἐλευθέρως νὰ διαχειρίζεται τὰ δημόσια οἰκονομικά. Αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος εἶναι ρηταί. Θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τοῦτο: Θὰ ἐπετρέπετο ἐξουσιοδότησις, βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ φόρον εἰς τοὺς πολίτας ἔστω καὶ μιᾶς δραχμῆς; Καὶ τοῦτο προβλέπεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἀπαγορεύεται. Ἀλλὰ διατὶ δὲν ἐζητήθη ποτὲ τοιαύτη ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία συνταγματικῶς θὰ προσέκρουεν εἰς τὴν αὐτὴν ἀπαγόρευσιν, ὡς καὶ ἡ ἐξουσιοδότησις διὰ τὰς δαπάνας; Διότι θὰ προσεβάλλετο ὑπὸ παντὸς πολίτου εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ θὰ ἀνετρέπετο ἡ ἀπόφασις, ἡ ἐπιβάλλουσα φορολογίαν ἀντισυνταγματικῶς. Ἐδῶ ὅμως πρόκειται περὶ δαπανῶν καὶ δὲν ὑπάρχει ἐνδιαφερόμενος διὰ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Σ.Ε, διότι οἱ λαμβάνοντες χρήματα μέσῳ παρανόμων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου ἔχουν συμφέρον καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ δὲν παρουσιάσθη εἰς τὰ Δικαστήρια τοιαύτη περίπτωσις. Εἶναι ὅθεν, φανερόν, ὅτι τοιαύτη ἐξουσιοδότησις εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ δημιουργεῖ εὐθύνας διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, τῆς ὁποίας εἶναι καθῆκον ὁ καθορισμὸς τῶν δαπανῶν καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα παραχωρήσεως τῆς ὑποχρεώσεώς της αὐτῆς εἰς τὸν Ὑπουργόν. Τὸ ὅτι, τὸ αὐτὸ ἐγένετο κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸ παρελθὸν, δὲν εἶναι δικαιολογία καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν παρανομίαν. Καίτοι τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔχει διαπιστωθῆ καὶ ἔχει καταδικασθῆ ἀπὸ ὅλας τὰς μερίδας ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν τούτοις ἀντὶ κάθε χρόνο νὰ καταβάλλεται προσπάθεια περιστολῆς τῆς παρανομίας, ἐν τούτοις ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος παρατηρεῖται ἐπίτασις τοῦ κακοῦ. Τὸ 1949–50 ἐζητήθη ἡ ἔγκρισις 5 δωδεκατημορίων, τὸ 1950–51 5 δωδεκατημορίων, τὸ 1951–52 6 δωδεκατημορίων καὶ τὸ οἰκον. ἔτος 1952–53 ὑπῆρξεν ὁλοκληρωτικὴ ἡ παρανομία, διότι παρεσχέθη τῷ 1953 ἐξουσιοδότησις καὶ διὰ τοὺς 12 μῆνας. Τὸ 1954–55 ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ προηγούμενον καθεστὼς τῶν 6 δωδεκατημορίων, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ πάλιν τὸ 1956 εἰς τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἡ ὁποία καὶ συνεχίζεται καὶ μέχρι σήμερον. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κ. συνάδελφοι, κατὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ μαρτυροῦν τὴν πρόβλεψιν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἦτο δυνατὴ καὶ θὰ κατεβάλλετο προσπάθεια διὰ τὴν ἔγκαιρον κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λόγῳ τῆς συγκροτήσεώς του, τῆς φιλοπονίας του, εἶναι δυνατὸν μὲ ὀλίγην ἔστω καθυστέρησιν νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν μὴ ἔγκαιρον κατάθεσιν. Ἀντικειμενικῶς ὅμως, δὲν ὑπάρχει δυσκολία καταθέσεως ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ μὴ ἔγκαιρος κατάθεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἔχει συνέπειαν μόνον ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποξενοῦται τοῦ δικαιώματος νὰ ψηφίζῃ τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ ἡ ἀπασχόλησις τῆς Βουλῆς μὲ τὸ θέμα τῆς ἐρεύνης τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν δαπανῶν ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸν καθῆκον της. Διὰ τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας γίνεται δυνατὸς ὁ ἔλεγχος ὅλης τῆς οἰκονομικῆς ἀλλὰ καὶ τῆς γενικωτέρας πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ οὐσιαστικὴ αὕτη ἀπασχόλησις τῆς Βουλῆς, ἡ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι οὕτως οὐσιώδης, διότι ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 θέμα τοῦ Κράτους, δεδομένου, ὅτι ἀφορᾷ τὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας ποὺ ἀποτελεῖ ἀντιστοίχως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 πρόβλημα. Ἐδόθησαν εἰς τὸ παρελθὸν διάφοροι ἐξουσιοδοτήσεις πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων ἔργων, ὅπως ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὸν Τουρισμόν, τὴν Γεωργίαν, τὴν Παιδείαν κλπ. Εἰς τὸν προϋπολογισμόν, κ.κ. συνάδελφοι, ἀναφέρεται ἕνα κονδύλιον 825 ἑκατομμυρίων διὰ δαπάνας ἔργων τοῦ ΝΑΤΟ, ἐνῷ εἰς τὸν προηγούμενον προϋπολογισμὸν τὸ κονδύλιον αὐτὸ ἀνήρχετο εἰς 300 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§56Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἔχει καὶ ἀντίστοιχον ἔσοδον, περίπου ἰσόποσον, ἀπὸ εἰσφορὰς τῶν Κρατῶν τοῦ ΝΑΤΟ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κεφαλαίου ποὺ σχηματίζεται, ἐκτελοῦνται τὰ ἔργα καὶ τὰ 825 αὐτὰ ἑκατομμύρια δὲν προέρχονται ἀπὸ πόρους Ἑλληνικούς, ἀλλὰ ἀπὸ εἰσφορὰς τῶν Κρατῶν τοῦ ΝΑΤΟ.
§57Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, αὐτὸ δὲν ἐνδιαφέρει. Δὲν μὲ παρακολουθεῖτε ποῦ τὸ τοποθετῶ τὸ ζήτημα. Νομίζω, ὅτι πέραν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐνδιαφέροντος ποὺ ἔχει, ἡ ἀπασχόλησις τῆς Βουλῆς διὰ τὰ προβλήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως.
§58Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω, ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη καθίστατο δυνατὸν νὰ συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς ἐγκαίρως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πίναξ τῶν ἔργων τοῦ ΝΑΤΟ.
§59Σ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πίναξ ὄχι, ἀλλὰ μία γενικὴ ἐξήγησις περὶ τίνος πρόκειται. Ἐπὶ πλέον γίνονται τελευταίως σοβαραὶ συζητήσεις διὰ τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ χορηγηθοῦν ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ ἔχει πλήρη ἄγνοιαν. Ἐὰν ὁ προϋπολογισμὸς κατετίθετο ἐγκαίρως, ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα θὰ συνεζητοῦντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κύριοι συνάδελφοι, λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ, ὅτι θέλω νὰ θεωρηθῇ ἀπὸ κανένα συνάδελφον, ὅτι κάμνομεν πολιτικὴν ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ὅπως ἐλέχθη, τὸ πρόβλημα εἶναι γενικόν, ἡ καθυστέρησις ἔγινε γενικῶς ἀπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος, αἱ ὁποῖαι ὅλαι ἔχουν ἁμαρτήσει ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι ὅλαι αἱ πολιτικαὶ μερίδες ἔχουν καταδικάσει αὐτὴν τὴν καθυστέρησιν. Ἤδη ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἠκούσθη ἡ καταδίκη αὐτῆς τῆς τακτικῆς. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν Κυβερνητικὴν πλευρὰν ὁ ἴδιος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κατεδίκασε μὲ τὰς δηλώσεις του. Ἀλλὰ ὑπάρχει ἀκόμη καὶ ἡ φωνὴ τοῦ ἐγκυροτέρου ἴσως προσώπου τῆς κυβερνώσης παρατάξεως τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ὁ ὁποῖος τὸ 1952, ὅταν κατετέθη ὁ προϋπολογισμὸς μὲ καθυστέρησιν εἶχεν εἴπει: «.... (ἀναγινώσκει) ........». Αὐτὰ λέγει ὁ Στρατάρχης Παπάγος. Συνεπῶς, δὲν ὑπάρχει καμμία μερὶς εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει λάβει θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἄποψιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ ἀταξία, αὐτὴ ἡ παρανομία. Κἄποτε πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸν Κοινοβουλευτικὸν δρόμον, διότι ἐὰν ἀπεμπολήσωμεν αὐτὰ τὰ βασικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὸ δικαίωμα, δηλαδή, νὰ κατευθύνῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ χρήματος τοῦ Δημοσίου, δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ σοβαρωτέρα ἀπασχόλησις τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι νομίζω, καθῆκον ὅλων τῶν συναδέλφων νὰ βοηθήσουν νὰ φύγωμε ἀπὸ αὐτὸν τὸν δρόμον τῆς παρανομίας καὶ δι’ αὐτὸ θὰ προτείνω καὶ ἐγώ, αὐτὴ ἡ πρότασις, περὶ παραχωρήσεως τριμήνου ἐξουσιοδοτήσεως, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι πάρα πάνω, ἂς γίνῃ πάρα πάνω, ἀλλὰ νὰ εἶναι, ὅμως, καθωρισμένη, νὰ μὴ εἶναι ἀπεριόριστος ἐξουσιοδότησις καὶ νὰ διατυπωθῇ ἡ εὐχή, ὑπὸ μορφὴν ἐντολῆς, ὅπως τὸ ταχύτερον κατατεθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§61Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσα λέγονται κατ’ ἔτος καὶ ἐλέχθησαν καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ Συνταγματικοῦ προβλήματα εἶναι σοβαρά, δὲν ἀποτελοῦν τύπον, ἀποτελοῦν οὐσίαν. Φοβοῦμαι, ὅτι ὑπάρχει λόγος συνεχοῦς παραβάσεως ὡρισμένων κανόνων. Ὑπάρχει ἕνα εἶδος μιθριδατισμοῦ. Μιὰ συνήθεια εἰς τὸ Κοινοβούλιον, τῆς βαθμιαίας ἐγκαταλείψεως ὅλων ἐκείνων τῶν διατάξεων τῶν θεμελιωδῶν καὶ μή, ποὺ κατοχυρώνουν τὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ, τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Φοβοῦμαι, ὅτι ὁ μιθριδατισμὸς αὐτὸς ἔχει γίνει πλέον μία κατάστασις νοσηρά, εἰς τὸ Πολιτικὸν Σῶμα τῆς Ἑλλάδος. Συμμερίζομαι, τὰ ἐξαντληθέντα ἄλλωστε, ἀπὸ τοὺς προηγουμένους ρήτορας θέματα, τὰ σχετιζόμενα εἰς τὸ ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν, αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητεῖται νὰ ψηφίσωμεν. Θὰ ἤθελον, ὅμως, νὰ ἐπισημάνω ἐπὶ οὐσιαστικῶν τινων σημείων, τοὺς λόγους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατ’ ἐξοχὴν ἐπιβάλλουν ἐφέτος νὰ γίνῃ μία ἔναρξις ἐπανόδου βαθμηδὸν εἰς τὴν Συνταγματικὴν ὁμαλότητα, ἀπὸ ἀπόψεως προϋπολογισμοῦ, ὅπως ἄλλως τε καὶ ἀπὸ πάσης ἄλλης ἀπόψεως. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι σήμερον, ὁπότε διατρέχομεν κινδύνους ἐθνικοῦ ἀφανισμοῦ, ἐὰν ὅλαι αἱ δυνάμεις τοῦ Ἔθνους δὲν συγκλίνουν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προσπαθείας διὰ τὴν ἄνοδον τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ τὴν δικαιοτέραν κατανομήν του, ὁ κίνδυνος διὰ τὴν Χώραν εἶναι μέγας. Παραγνωρίζεται, κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ χαρακτηρίσω, ὁ ρόλος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς ἐκτελεστοῦ τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς Χώρας. Ἀπορροφᾷ ὁ προϋπολογισμὸς τὸ ⅕ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, κύριοι συνάδελφοι, ἀπορροφᾷ 15 δισεκατ. δραχμῶν. Ἀφαιρεῖ ἀντίστοιχον ἀγοραστικὴν ἱκανότητα ἀπὸ ὡρισμένα στρώματα. Ἀπὸ ποῖα τὸ ἀφαιρεῖ; Τὸ ἀφαιρεῖ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ εἶναι δίκαιον νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ; Τὸ ἀφαιρεῖ ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ εἶναι δι’ ἄλλους λόγους συμφερώτερον; Συμβαίνει τὸ ἀντίθετον. Εἶναι ἀποδεδειγμένον ἀπὸ τὴν μελέτην τῶν ἐπισήμων οἰκονομολόγων μας, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι βαρύνουν τὰς πρώτας 2–3 χιλιάδας δραχμάς, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ δαπανήσῃ ἡ οἰκογένεια. Δηλαδή, βαρύνουν τὰ εἴδη πρώτης ἀνάγκης κατὰ 43% καὶ περιορίζουν ἀντιστοίχως τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἀγοραστικὴν κίνησιν τῶν πτωχῶν καὶ τῶν ἐχόντων μικρὰ καὶ μέτρια εἰσοδήματα. Πέρυσιν, ἐκ μιᾶς ὑπερβολικῆς εὐφορίας καὶ τῆς κρίσεως τοῦ Σουέζ, ποὺ ἐπηρέασε τὰς τιμὰς τοῦ βάμβακος, εἴχομεν μίαν ἄμβλυνσιν τῶν χρηματικῶν εἰσοδημάτων τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου κατὰ 11%. Αὐτὸ ἀπετέλεσε ρόλον πολλαπλασιαστοῦ καὶ δραστηριοποιήσεως τῶν βιομηχανιῶν μας, διότι δύο δισεκατομμύρια περίπου δραχμὲς ἐρρίφθησαν εἰς τὴν κατανάλωσιν. Καὶ ἐνῷ ὑπῆρχε κάμψις πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου καὶ μετὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, εἰς ὡρισμένας βιομηχανίας εἴχομεν ἀντίστοιχον ἄνοδον τῆς βιομηχανικῆς παραγωγῆς, ἀπότοκον τῆς εὐρύνσεως τῆς ἐσωτερικῆς ἀγορᾶς διὰ τῆς συμπληρωματικῆς καὶ ὄχι ὀργανικῆς αὐξήσεως τοῦ ἀγροτικοῦ εἰσοδήματος. Ἑπομένως, βλέπετε, ὅτι εἶναι προβλήματα τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν συζητοῦνται, ὅταν συζητῆται ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν τώρα νὰ ψηφίσωμεν δωδεκατημόρια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο ἡ ἐξαίρεσις τότε, ποὺ ὁ προϋπολογισμὸς ἅπαξ ψηφισθεὶς ἦτο σταθερός. Μόνον ἐὰν συνέβαινεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ εἶναι ἕτοιμος νὰ καταθέσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἑπομένους ἔτους ἐγκαίρως, τότε ἐζήτει τὴν ψήφισιν ἑνός, δύο, τριῶν δωδεκατημορίων, δηλαδὴ τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει κανόνων σαφῶς καὶ αὐστηρῶς περιγεγραμμένων. Σήμερον τὰ πράγματα εἶναι πολὺ διαφορετικὰ καὶ ὀρθῶς ἀνέπτυξε τὸ θέμα ὁ κ. Κωστόπουλος καὶ ὁ κ. Μαῦρος. Θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ὑπῆρχεν ἕνα μόνον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιοῦται νὰ κάμνῃ ὅ,τι θέλει εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους. Σήμερον, ὡς ἔχουν τὰ πράγματα, εἶναι ὡσὰν νὰ ψηφίζωμεν ἕνα προϋπολογισμὸν ὡς «χοῖρον ἐντὸς σάκκου» χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί θὰ γίνῃ. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅμως, τὸν ψηφίζομεν καὶ ἐπιτρέπεται κάθε ὑπέρβασις. Δὲν μένει κανένα πλαίσιον πέραν τοῦ ὁποίου κινούμενος ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παραβιάζει τὴν ἐξουσιοδότησίν μας. Ὁ προϋπολογισμὸς πλέον, ἔχασε τὴν ἔννοιάν του. Εἶναι μία ἁπλῆ ἔκθεσις ἀπολογιστική. Ὁ προϋπολογισμὸς ὡς κατετέθη τὸ 1958, πάσχει ἀπὸ ἀνακριβείας θεμελιώδεις. Ἀφήνει ἕνα τομέα δοσοληψιῶν τοῦ δημοσίου ἐκτὸς ἐλέγχου. Ὁ τομεὺς αὐτὸς εἶναι ὁ λογαριασμὸς ἐφοδίων. Ὁ λογαριασμὸς ἐφοδίων τοῦ 1955–56 εἶχεν ἔλλειμμα 1 δισ. 860 ἑκατομμύρια. Εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1957 εἶχεν ἔλλειμμα 951 ἑκατομμύρια καὶ εἰς τὴν ἐφετεινὴν ἐντὸς 10 μηνῶν 893 ἑκατομμύρια. Σύνολον περίπου 4 δισ. δραχμῶν. Καὶ δημιουργεῖται τὸ ἐρώτημα: ποῦ δίδονται τὰ χρήματα αὐτά, τί συμβαίνει; Αὐτὰ τὰ χρήματα μένουν ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμούς, βαρύνουν ὅμως τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν. Πέρυσιν εἶχαν σημειωθῆ ὑπερέσοδα, ἐφέτος ἔχομεν διόγκωσιν τῶν κονδυλίων ἐπενδύσεως. Τὸ κονδύλιον ἐπενδύσεων διασπᾶται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ μικρὰ κοινωφελῆ ἔργα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ διατίθεται διὰ τὴν δημιουργίαν μεγάλων ἔργων οἰκονομικῆς ὑποδομῆς. Ἔχομεν ἕνα τρίτον προϋπολογισμὸν ἄδηλον καὶ κρύφιον καὶ αὐτὸν προϋπολογισμόν. Ἔχομεν σειρὰν ἐσόδων καὶ εἰσφορῶν ἐκ δημοσίων λειτουργιῶν ἀσκουμένων ἀνελέγκτως, περίπου παρακυβερνητικῶς ἀπὸ πρόσωπα ἐνδεχομένως ἀξιόλογα εὑρισκόμενα πέριξ τῆς Βασιλικῆς Αὐλῆς. Βασιλικὸν Ἵδρυμα, μέριμνα καὶ διάφορα ἄλλα. Τὰ κονδύλια αὐτὰ δὲν ἀναγράφονται πουθενά, ὁ νόμος Δημοσίου Λογιστικοῦ δὲν τηρεῖται, ὡς πρὸς τὴν διάθεσίν των. Τί γίνεται; Ἀφήνουν περιθώρια συζητήσεων καὶ προχθὲς ὑπῆρξε μία καταπληκτικὴ ὁμιλία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδημοσιεύθη πρόγραμμα, περίπου ἀχρηστεύσεως τῶν ὀργανισμῶν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ξεύρω διατί, ἐπειδὴ προέχονται ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ ἐκλέγονται ἀπὸ τὸν λαὸν τὰ ὄργανά των, ἐνοχλοῦν—καὶ ἀναθέσεως δραστηριοτήτων εἰς κάθε δῆμον καὶ εἰς κάθε κοινότητα εἰς πρόσωπα ὑπὸ τοιούτους παρακυβερνητικοὺς ὀργανισμοὺς τελοῦντα. Ἐκεῖ πάει νὰ γίνῃ καὶ μία προσπάθεια γενικωτέρου προγραμματισμοῦ τῆς οἰκονομίας καὶ εἶναι ἐπικίνδυνον ἡ οἰκονομία νὰ δέχεται τὸν προγραμματισμὸν ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα συνδέονται καὶ μὲ ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις καὶ μὲ ἰδιωτικὰ κεφάλαια. Ὅλα αὐτὰ συνδέονται μὲ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δι’ αὐτὸ δὲν ἀναζητεῖται. Δὲν ἀναζητεῖται, διότι ὑπάρχουν οὐσιαστικοὶ λόγοι. Ὑπάρχει ἡ ὀργάνωσις τοῦ προγραμματισμοῦ. Ἀναφέρονται πράγματα περί τινος ἱεροκρυφίως ἐνεργουμένου προγραμματισμοῦ. Εἰς ἀπάντησιν διακηρύξεως ἑταιρείας τινος ἐπιστημόνων ὅτι θὰ ἐπιχειρήσουν νὰ βοηθήσουν τὸ ἔργον τοῦ προγραμματισμοῦ τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας, ἐδημοσιεύθη μία ἀνακοίνωσις τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἔχομεν 200– 250 ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἀθορύβως προχωροῦν εἰς ἀπογραφὰς κλπ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία παραγνώρισις τοῦ ρόλου τοῦ σχεδίου καὶ τοῦ προγραμματισμοῦ. Τὸ σχέδιον καὶ τὸ πρόγραμμα δὲν εἶναι οὔτε εὐχολόγια, οὔτε χαρτιὰ δακτυλογραμμένα, κλεισμένα καὶ μυστικὰ ὀλίγων ἐπαϊόντων. Τὸ πρόγραμμα καὶ τὸ σχέδιον εἶναι καὶ ἠμπορεῖ καὶ πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ διὰ τὸν τόπον μας τὴν νέαν, τὴν πραγματικήν, τὴν ὀρθὴν μεγάλην ἰδέαν. Νὰ δείξῃ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι αὐτὸ θὰ γίνῃ μὲ αὐτὰ τὰ μέσα καὶ θὰ φέρῃ τὴν βελτίωσιν καὶ τὴν ἀπασχόλησιν καὶ νὰ δῆτε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ προθυμία πρὸς θυσίας καὶ προθυμία πρὸς ἀποδοχὴν περιορισμοῦ τῶν ἀξιώσεων τῶν ἐργαζομένων ἀρκεῖ νὰ βλέπουν, ὅτι ὅ,τι στεροῦνται, ὅ,τι ὑποφέρουν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀνάλογος καὶ σύμμετρος συνεισφορὰ ὅλων τῶν ἄλλων κοινωνικῶν ὁμάδων ἔχει ἀνταπόκρισιν καὶ θὰ ἠμποροῦν νὰ βλέπουν μετὰ πίστεως, ὅτι πηγαίνει νὰ πραγματώσῃ ἔργα, τὰ ὁποῖα παγίως, μονίμως, ὀργανωτικῶς, διαρθρωτικῶς θὰ ἀλλάσσουν τὴν μορφὴν τῆς Ἑλλάδος, θὰ τὴν κάμουν ὅπως γίνεται σήμερα εἰς ὅλον περίπου τὸν κόσμον, ἐκτὸς ἀπὸ ἐλάχιστα μέρη, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν κατάραν τῆς ὑποαναπτύξεως. Ὁμιλοῦμεν ὕστερα εἰς τὸν τομέα τῶν δαπανῶν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἕνα τομέα δαπανῶν καὶ τὸν βαρύνομεν, δὲν τὸ λέγω, δὲν τὸ εἶπα, ἀλλὰ μίαν φορὰν τὸν βαρύνομεν μὲ πολλὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἀνεβάζομεν τὴν ἄμυναν τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν τὴν ἀνεβάζομεν τὴν ἄμυναν τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἄμυναν τῆς Ἑλλάδος μὲ αὐτὰς τὰς σπατάλας τὴν περιορίζομεν. Ἐδιάβαζα εἰς οἰκονομικὸν περιοδικὸν τὴν ἑξῆς σύγκρισιν: Ὅτι ἡ Βουλγαρία ἐξεκίνησε ἀπὸ τὰ ἴδια ἐπίπεδα μὲ ἡμᾶς μεταπολεμικῶς καὶ ἔχει ὀκταπλασιάσει τὴν παραγωγήν της, ἐνῷ ἡμεῖς, μόλις πλησιάζομεν εἰς τὸ διπλάσιον. Ὅτι ἐνῷ εἶχεν 75% εἰς τὸν ἀγροτικὸν τομέα καὶ 25% εἰς τὸν βιομηχανικὸν τὸ 1939, σήμερα ἔχει 32% εἰς τὸν ἀγροτικὸν τομέα καὶ 68% εἰς τὸν βιομηχανικόν. Ἔχει ἠλεκτρικὴν ἐνέργειαν 70% ἐπὶ πλέον τῆς Ἑλληνικῆς καὶ βαμβακουργίαν σὲ μέτρα κατὰ κεφαλὴν 18,70 μέτρα, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἔχει 6,4%. Ἀφίσατε τὴν σιδηρουργίαν, χαλυβουργίαν, ποὺ δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅταν ἡμεῖς τὰ ἐξοδεύωμεν εἰς στρατιωτικὰς δαπάνας καὶ οἱ ἄλλοι κάμνουν σχεδιασμένην ἀνοικοδόμησιν, νομίζω, ὅτι συγκριτικῶς, ἡ ἰσχὺς τῆς χώρας, ὅσα καὶ ἐὰν ἐξοδεύωμεν εἰς στρατιωτικὰς δαπάνας, ἡ ἰσχὺς τῆς χώρας πέφτει. Ἔπειτα, ποῦ εἶναι αἱ κοινωνικαὶ δαπάναι, ποὺ ζητεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ψηφίσωμεν τὰ δωδεκατημόρια, ποῦ εἶναι ἡ πρόβλεψις διὰ λαϊκὴν στέγην, διὰ νοσηλείαν καὶ διὰ παιδείαν; Ὑπάρχουν ἐπίσημοι ὁμολογίαι καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τῆς Ὁμοσπονδίας Λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ὁμολογίαι ἐπίσημοι περὶ τοῦ ὕψους τῶν ἀναγκῶν τῆς παιδείας καὶ περὶ τῶν γλίσχρων μέσων καὶ τοῦ καταντήματος εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἀπὸ ἀπόψεως διδακτηρίων καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐποπτικῶν μέσων καὶ διδακτικοῦ προσωπικοῦ ἡ ἑλληνικὴ παιδεία. Ὡς πρὸς τὰς κοινωνικὰς δαπάνας, ὑπῆρξε πράγματι μία σοφὴ μεταρρύθμισις. Μὲ νομικὰς καὶ διοικητικὰς μεθόδους, ἐμειώσαμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπόρων, ὄχι διότι οἱ ἄλλοι ἔγιναν πλουσιώτεροι, ἀλλὰ διότι τώρα, δὲν τοὺς ἀριθμοῦμεν ὡς ἀπόρους καὶ ἔτσι εἶναι ἀκόμη πιὸ περιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων ποὺ δικαιοῦνται τῆς στοιχειώδους αὐτῆς παρεχομένης νοσηλευτικῆς προστασίας. Ἀπὸ ποῦ προέρχονται αἱ δαπάναι; Προέρχονται ἀπὸ ἔμμεσον φορολογίαν, σύμφωνα μὲ τὴν κατάστασιν αὐτοῦ τοῦ μηνός τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, ποὺ ἔφθασε εἰς ποσοστὰ ποὺ δὲν τὰ εἶχε φθάσει ποτέ, οὔτε πέρυσι, οὔτε προπέρυσι οὔτε ποτέ. Εἰσεπράχθησαν τοὺς πρώτους 10 μῆνας 9 δισεκατομμύρια 672 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ φόρων καὶ ἀπὸ αὐτὰ μόνον 1514 ἑκατομμύρια δραχμαὶ εἶναι οἱ ἄμεσοι φόροι, δηλαδὴ κάπου τὸ 1951–52 εἶχε φθάσει τὸ 27%–28% καὶ ἔκτοτε ἐπῆρε τὴν κατιοῦσαν, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔφθασε τόσον χαμηλά. Σπεύδομεν εἰς ἄλλην μορφὴν τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία θὰ συνεζητεῖτο, σπεύδομεν πρὸς τὴν κοινὴν ἀγοράν. Ἡ ΕΖΕΣ ὅμως ἀπεβίωσεν, ἢ πνέει τὰ λοίσθια καὶ ἐὰν τελικῶς ἡ ἀγγλικὴ ἀντίθεσις, ἡ ὁποία εἶναι ὀξυτάτη καὶ ἡ ὁποία χθὲς καὶ σήμερον ἀπησχόλησε τὴν διάσκεψιν τῶν ὑπουργῶν περισσότερον, παρὰ ἡ κρίσις τοῦ Βερολίνου, ὁ οἰκονομικὸς πόλεμος μεταξὺ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῶν Σκανδιναυϊκῶν Χωρῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ μεταξὺ τῆς ὁμάδος τῆς Γαλλίας, Γερμανίας, Ἰταλίας καὶ Μπενελοὺξ, εἶναι σήμερον τὸ ὀξύτατον σημεῖον τῶν διεθνῶν ἐξωτερικῶν προβλημάτων, αὐτὸς ὁ οἰκονομικὸς πόλεμος, παρ’ ὅλον ὅτι ἀναφέρεται μέχρι τῆς στιγμῆς ἡ ΕΖΕΣ ὡς νεκρά. Ἂς ἀναστηθῇ, εἴτε εἰς τὴν ΕΖΕΣ, εἴτε εἰς τὴν κοινὴν ἀγορὰν ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ περιμένωμεν, ὅτι θὰ πλημμυρίσουν ξένα προϊόντα τὴν ἑλληνικὴν ἀγοράν, ὅταν παράγωνται ἀπὸ χώρας μὲ ἐκσυγχρονισμένον τεχνικὸν ἐξοπλισμόν, μὲ δυνατότητα χαμηλοῦ κόστους, χωρὶς νὰ ἐξασφαλίζωμεν, ὅτι τὰ προϊόντα μας θὰ εἶναι δεκτὰ ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἔχομεν αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν, ἀλλὰ ἡ προϋπόθεσις αὐτὴ θὰ ἔχῃ κἄποιο καλὸ ἀποτέλεσμα. Κύριοι, συνάδελφοι. Ἐφέτος, εἰς τοὺς 10 πρώτους μῆνας τὰ εἰσοδήματα ἀπὸ δασμοὺς εἶναι 2924 ἑκατομμύρια. Τοὺς 10 πρώτους μῆνας, αἱ εἰσπράξεις δηλ. 3.500 ἑκατομμύρια τὸν χρόνον. Ἀρχίζει ἡ κατάργησις αὐτῆς τῆς πηγῆς. Αὐτὴν τὴν πηγὴν θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ κἄποιος νὰ τὴν ἀναπληρώσῃ καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς περιορισμός. Ἠμπορεῖ καὶ ὅλα ὅσα θὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ ὅλα ὅσα θὰ κατοχυρωθοῦν εἰς τὸν γνωστὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1959, ὅλα αὐτὰ ἠμπορεῖ ἐλευθέρως καὶ ἀδεσμεύτως, νὰ τὰ μεταφέρῃ καὶ νὰ τὰ αὐξομειώνῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτὴ ἡ τακτικὴ δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ὠφελήσῃ κανένα, οὔτε τὸν λαόν. Ἡ συζήτησις, ἡ διαφώτισις ἐπὶ τῶν προβλημάτων αὐτῶν, αἱ ὑποδείξεις γνωμῶν, εἶχον σημειώσει διὰ νὰ θίξω καὶ ἄλλα προβλήματα, καίρια, τί νὰ τὰ κάμωμεν τώρα, εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα εἶναι δωδεκατημόρια, θὰ δοθοῦν ἔτσι ἢ ἀλλοιῶς. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δεχθῆτε τὴν πρότασιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δεχθῆτε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν διετυπώσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Νὰ δώσωμεν δωδεκατημόρια 3 μηνῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γνωστοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1958 καὶ καταθέτοντες ἐγκαίρως τὸν προϋπολογισμόν, δὲν θὰ ἔχετε νὰ ζημιώσητε. Ἡ γνωριμία τῶν προβλημάτων ἀπὸ τὸν λαὸν τὸν ἐνθουσιάζει, τὸν πείθει καὶ συναινεῖ συνειδητῶς εἰς πραγματικὰ ὠφελίμους θυσίας. Ὅταν μένῃ εἰς τὸ σκότος καὶ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, ὅταν μάλιστα ὑπῆρξε τόσον σημαντικὴ ἀποτυχία εἰς διαφόρους κλάδους, γεννᾷ τὴν ὑποψίαν, γεννᾷ τὴν ἀντίδρασιν. Εἶναι, χρέος, νομίζω, τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δεχθῇ νὰ τροποποιηθῇ, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ διοικηθοῦν τὰ οἰκονομικὰ τῶν τριῶν πρώτων μηνῶν τοῦ προσεχοῦς ἔτους μὲ τρία δωδεκατημόρια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1958. Ἂν τοῦτο δὲν ἤθελε γίνει δεκτόν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ζητήσωμεν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν.
§62Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τοῦτο, ἴσως, νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ διετυπώθησαν μερικαὶ ἀνησυχίαι, ὡς πρὸς τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προγράμματος τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων, ἤθελον νὰ δώσω μερικοὺς ἀριθμούς. Διετυπώθη ἡ ἀνησυχία, ὅτι τὸ πρόγραμμα θὰ ἐκτελεσθῇ ἐφέτος κατὰ 40, 50 ἢ 60%, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἢ ὅτι θὰ ὑπολειφθῇ κατὰ 40%. Οἱ ἀριθμοὶ ὅμως, λέγουν τὰ ἑξῆς: Αἱ πληρωμαί, αἱ πραγματικαὶ πληρωμαί, θὰ ἀνέλθουν μέχρι τέλους τοῦ τρέχοντος ἔτους εἰς 2.500.000.000. Θὰ μείνουν ὑπόλοιπα ἀπὸ τὰς πιστώσεις ποὺ ἔχουν τεθῆ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Ὑπουργείων, ἤδη, 164 ἑκατομμύρια καὶ ἐπίσης ἀπὸ συνεισφοράς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπραγματοποιήθησαν, περίπου 50. Δηλαδή, ἀπὸ τὸ συνολικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τμῆμα, τὸ ἐκτελούμενον ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα εἰς 2560, καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἔργα τοῦ Στρατοῦ εἰς 154, ἤτοι σύνολον εἰς 2714, θὰ μείνουν ἀπλήρωτα — ὁμιλῶ περὶ πραγματικῶν πάντοτε πληρωμῶν — περίπου 214 ἑκατομμύρια, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι τὸ πρόγραμμα ἐπενδύσεων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θὰ ἐκτελεσθῇ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δηλαδὴ τῆς ἐνεργείας πραγματικῶν πληρωμῶν, κατὰ τὰ 92% καὶ συνεπῶς, αἱ διατυπωθεῖσαι ἀνησυχίαι, ὅτι θὰ εἶναι 40, 50 ἢ 60%, ἀποδεικνύονται, εὐτυχῶς, ἀβάσιμοι. Σημειωτέον, ὅτι πέραν αὐτῶν ἐπληρώθησαν καὶ ἐκ τῶν ὑπολοίπων τοῦ 1957, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 182 ἑκατομμύρια, ἄλλα 140 ἑκατομμύρια. Ἐξ ἄλλου, αἱ πραγματικαὶ πληρωμαὶ κατὰ τὸ δωδεκάμηνον τοῦ 1956, ἀνῆλθον εἰς 1266 ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ 1957 ἀνῆλθον εἰς 1900 ἑκατομμύρια καὶ ἐφέτος εἰς 2500 ἑκατομμύρια. Βλέπετε, λοιπόν, κύριε Πρόεδρε καὶ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐφέτος ἔχομεν μίαν σαφῆ καὶ οὐσιώδη βελτίωσιν. Ἐὰν καλῶς ἤκουσα τὸν κ. Μαῦρον, ἀνέφερεν, ὅτι τὸ 1951 ἐξετελέσθη πρόγραμμα 4 δισεκατομμυρίων. Αὐτὸς εἶναι ἕνας πίναξ, τὸν ὁποῖον εἶχον ζητήσει ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν μου πρὸ καιροῦ. Ἔχω τοὺς ἑξῆς ἀριθμοὺς καὶ τοὺς ἔχω καὶ εἰς τρεχούσας τιμὰς καὶ εἰς σταθερὰς τιμὰς τοῦ 1954.
§63Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ 1950–1951, ἐννοοῦσα.
§64Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Οἱ ἀριθμοὶ αὐτοί, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω τώρα, εἶναι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς γνωστούς, εἰς τρεχούσας τιμάς, μεγαλύτεροι διὰ τὰ παλαιότερα ἔτη, διότι, ὡς γνωστόν, ἐν τῷ μεταξὺ ηὐξήθησαν αἱ τιμαὶ εἰς τὸ νόμισμά μας καὶ συνεπῶς, ἂν λάβωμεν τὰς σταθερὰς τιμάς, ἀναφέρομεν ηὐξημένον ἀπόλυτον ἀριθμὸν τῶν γενομένων πληρωμῶν...
§65Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὸν ἴδιον παρονομαστήν.
§66Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω, εἶναι ὑπὲρ τῶν πληρωμῶν ποὺ ἔγιναν παλαιότερον. Διὰ τὸ 1951, αἱ δημόσιαι ἐπενδύσεις ἀνῆλθον εἰς 2508 ἑκατομμύρια.
§67Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ 1951, ἡμερολογιακὸν ἔτος;
§68Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Μάλιστα, ἂν θέλετε τὴν πηγήν, εἶναι ἡ Ὑπηρεσία Ἐθνικῶν Λογαριασμῶν.
§69Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τιμαὶ 1954 εἶναι αὐταί;
§70Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Μάλιστα. Κατὰ δὲ τὸ 1957 μὲ τὰς σταθερὰς τιμὰς τοῦ 1954 πάλιν, ἀνῆλθον εἰς 2879 ἑκατομ. Σημειωτέον, ὅτι εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ποὺ ἀνέφερα τῶν προηγουμένων ἐτῶν ὄχι τοῦ 1958, ἀλλὰ τοῦ 1957 καὶ προηγουμένων, περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἐπενδύσεις ΔΕΗ, ΟΧΟΑ, ΑΤΕ καὶ ΟΤΕ, οἱ ὁποῖοι ἀριθμοὶ δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὰς πληρωμὰς ποὺ ἀνέφερα διὰ τὸ 1958, διότι ἀκόμη δὲν τὰς ἔχω. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, διότι πιστεύω, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερα παρέχουν βάσιν διὰ νὰ εἴμεθα ἀπολύτως αἰσιόδοξοι, κύριοι βουλευταί, καὶ νὰ μὴ ἀνησυχῶμεν, ὅπως μερικοὶ ἐξ ὑμῶν ἀνησυχοῦν. Μεταξὺ ἄλλων, ἀνεφέρθη καὶ τὸ θέμα τοῦ οἰκονομικοῦ προγραμματισμοῦ. Δὲν ὑπάρχει νομίζω, Κυβέρνησις καί, συνεπῶς, οὔτε καὶ ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀποδίδῃ τὴν οἵαν πρέπει νὰ ἀποδίδῃ σημασίαν εἰς τὸν οἰκονομικὸν προγραμματισμόν. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μειώσω καθόλου τὴν ἀξίαν ποὺ ἔχουν τὰ οἰκονομικὰ προγράμματα, τὰ προγράμματα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως εἰς χώρας ποὺ ἔγιναν παλαιότερον, ἀπεδείχθησαν ἐν μέρει χρήσιμα, ἀλλὰ κατὰ τὰ λοιπὰ ὡς μὴ πλήρως ἀνταποκρινόμενα εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Φυσικὸν ἦτο τοῦτο, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἡ συλλογὴ τῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων. Ἤδη εἶναι περίπου 14 μῆνες κατὰ τοὺς ὁποίους ἐργάζεται ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐρεύνης καὶ Ὀργανώσεως οἰκονομικοῦ προγραμματισμοῦ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν μετέχουν περίπου 250 μέλη καὶ ἄλλοι χίλιοι περίπου συνεργάται. Ἔχει γίνει μία ἐργασία ἀξιόλογος, ἡ ὁποία ἐλπίζεται νὰ περατωθῇ ἴσως περὶ τὰ τέλη Ἰανουαρίου καὶ ἡ ὁποία οὐδαμῶς πρόκειται νὰ μείνῃ μυστική. Θὰ δημοσιευθῇ ὁλόκληρος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπομεν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους αὐτοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι συνεκρότησαν τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν οἰκονομικοῦ προγραμματισμοῦ ἦτο τοῦτο: Ὅτι πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἰδιωτικὸς ὀργανισμὸς νὰ διαθέτῃ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος καὶ τὰ ὁποῖα διέθεσε διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ποὺ θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὸ τέλος Ἰανουαρίου. Εἰς οὐδένα ἠρνήθημεν, οὔτε νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωμεν συλλέξει, οὔτε καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του. Καὶ αὐτὸ ἐτονίσθη εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβημεν τότε. Μόνον, λοιπόν, ἐφόσον ὑπάρχει πραγματικὴ καὶ λεπτομερὴς γνῶσις τῆς ὑπαρχούσης καταστάσεως καὶ τῶν ἀναγκῶν, τότε μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἕνα πρόγραμμα σταθερόν. Ἐν τῷ μεταξύ, βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαδίσωμεν χωρὶς κανένα γνώμονα. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, μέχρις ὅτου ὑπάρξῃ ὁ γνώμων ὁ σταθερὸς καὶ καλῶς θεμελιωμένος, νὰ ἔχωμεν καὶ ἕνα γνώμονα τοὐλάχιστον προσωρινόν. Καὶ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ προσωρινοῦ αὐτοῦ γνώμονος συνετέλεσαν τὰ μέχρι τοῦδε διαμορφωθέντα 7 ἂν δὲν ἀπατῶμαι προγράμματα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας. Συνεπῶς, δὲν ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ταῦτα ἀνταποκρίνονται εἰς ἕνα οἰκονομικὸν προγραμματισμόν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἔγινεν, ἦτο ἐργασία, ἡ ὁποία ἐπῆγε χαμένη. Ὄχι. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἠλιοῦ, κατὰ τὴν συνήθειαν ποὺ ἔχει πάντοτε —διότι πολὺ συχνὰ μετὰ προσοχῆς παρακολουθῶ τὰς ἀγορεύσεις του— ἐστράφη, ὅπως ἦτο φυσικόν, βάσει τῶν θεωριῶν τοῦ Κόμματός του, καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν πλευρὰν ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων. Μὲ τέχνην, βεβαίως, διότι εἶναι καλὸς τεχνίτης τοῦ λόγου, δὲν τὰ ἐνεφάνισεν εὐθέως. Κἄτι εἶπε, περὶ πολεμικῶν δαπανῶν, κἄτι περὶ Οὐγγαρίας, κἄτι ἐναντίον τῆς προσπαθείας ποὺ καταβάλλεται διὰ τὴν οἰκονομικὴν οἱονεὶ ἑνοποίησιν τῆς Εὐρώπης. Μᾶς ἠπείλησε, μᾶς ἐπέστησε ὅλην τὴν προσοχήν μας, ὅτι θὰ μᾶς πλημμυρίσουν τὰ προϊόντα τῶν περισσότερον ἀνεπτυγμένων βιομηχανικῶν χωρῶν καὶ διάφορα τοιαῦτα. Περὶ τοῦ ὅτι, κύριε Πρόεδρε, αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι ἔχουν περιορισθῆ εἰς τὸ ἐλάχιστον δυνατόν, ἠμπορῶ νὰ βεβαιώσω, νομίζω, ἐγὼ τὴν Βουλὴν περισσότερον ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλον, διότι ὑπῆρξα καὶ ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Περὶ δὲ τῆς σημασίας, διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, ποὺ ἔχει τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, ποὺ ἐμπνέει ἡ ὕπαρξις τῶν οἵων ἔχομεν ἐνόπλων δυνάμεων, νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραγνωρισθῇ ἀπὸ κανένα. Εἶναι προϋπόθεσις πάσης προσπαθείας διὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἑνὸς τόπου, νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀσφάλεια καὶ νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐπίγνωσις εἰς τὸν λαόν, ὅτι ὑπάρχει ἀσφάλεια. Καὶ ἀκόμη, κύριε Πρόεδρε, ἕνας σπουδαῖος συντελεστὴς διὰ τὴν δημιουργίαν τῆς ψυχολογίας οἰκονομικῆς προόδου, εἶναι ἀκριβῶς ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ σταθερότης, ἡ ὁποία, ἀπό τινων ἐτῶν, εἶναι καλῶς ἑδραιωμένη εἰς τὸν τόπον μας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φόβους, ποὺ διετύπωσεν ὁ κ. Ἡλιοῦ περὶ τῆς Ε.Ζ.Ε.Σ., περὶ τοῦ ἂν δηλαδή, καταβάλλεται ἡ δέουσα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προσπάθεια καὶ αἱ ἐπιβαλλόμεναι ἐνέργειαι εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀπομονωθῇ ἡ Ἑλλὰς ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως νὰ ληφθοῦν δεόντως ὑπ’ ὄψει καὶ αἱ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν καὶ οἱ ὅροι οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τοῦ τόπου μας, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι, βεβαίως, ὁ ἀγὼν εἶναι σκληρός, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἐξέλειπε τὸ πνεῦμα τῆς ἀνάγκης μιᾶς εὐρωπαϊκῆς ἑνότητος. Θὰ ἦτο πολὺ λυπηρόν, ἐὰν συνέβαινε τοιοῦτόν τι. Καὶ ἐλπίζω, ὅτι τὰ περιστατικά, τὰ γεγονότα, θὰ ἀποδείξουν, ὅτι καὶ οἱ πλούσιοι τῆς Εὐρώπης ἔχουν ἐπίγνωσιν τῆς ἀνάγκης μιᾶς εὐρωπαϊκῆς ἑνότητος. Τώρα, κύριε Πρόεδρε, μὲ τὴν συνήθειάν του πάλιν ὁ κ. Ἡλιοῦ, ἔστρεψε τὴν προσοχήν μας πρὸς τὸ γεγονός, ὅτι τοὺς ἐμμέσους φόρους τοὺς πληρώνουν, κυρίως, οἱ πτωχοί. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ θέματος. Ἀλλὰ ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ μόνος τρόπος διὰ νὰ πολεμηθῇ ἡ φτώχεια, εἶναι ἀκριβῶς νὰ ὑπάρχῃ πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ σταθερότης, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὸ κλῖμα τὸ ἀπαραίτητον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου. Καὶ νομίζω, ὅτι αἴσθημα πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς σταθερότητος, ὅπως ὑπάρχῃ σήμερον καί, συνεπῶς, ἐλπὶς διὰ τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τοῦ τόπου, δὲν ὑπῆρχεν ἄλλοτε. Μόνον ἔτσι, κ. Πρόεδρε, μόνον, δηλαδή, ἐὰν δημιουργηθοῦν αἱ ἀπαραίτητοι εὐκαιρίαι ἀπασχολήσεως, μόνον ἔτσι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰδανικὸν τοῦ νὰ μὴ παρακαλῇ ὁ ἐργάτης νὰ εὕρῃ ἐργασίαν, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ὁ ἐργάτης παρακαλετός. Καὶ εἰς αὐτὸ κατατείνει ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεώς μας.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαῦρος, ἔχει τὸν λόγον.
§72Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς ἀνεφέρθη εἰς τὸ ἐφετεινὸν πρόγραμμα, ἔχω νὰ ἀνακοινώσω, ὅτι στηρίζω τοὺς δισταγμούς μου εἰς τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος κατετέθη τὸν παρελθόντα Ἰούλιον, τὸ συνολικὸν ποσὸν τῶν κρατικῶν ἐπενδύσεων ἀνέρχεται εἰς 2827 ἑκατομ. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα δὲ μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ τῶν 10 πρώτων μηνῶν, προκύπτει, ὅτι ἔχουν γίνει πράγματι πληρωμαὶ τῶν 10 μηνῶν 1282 ἑκατομμυρίων εἰς δραχμὰς καὶ εἰς συνάλλαγμα 207 ἑκατομ.
§73Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Σᾶς ἔδωσα στοιχεῖα μέχρι τέλους τοῦ ἔτους. Δέχεσθε, ὅτι εἶναι ἀκριβῆ;
§74Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὑπολείπονται δύο μῆνες κατὰ τοὺς ὁποίους ἰσχυρίζεται ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι θὰ γίνῃ κάλυψις τοῦ ποσοῦ τῶν 2500 ἑκατομ. Γνωρίζω, ὅτι πρόκειται νὰ γίνουν ὁμαδικαὶ παραγγελίαι μηχανημάτων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἀλλ’ ὅταν αἱ παραγγελίαι τοποθετοῦνται εἰς τοὺς δύο τελευταίους μῆνας, οὐσιαστικῶς πρόκειται περὶ λογιστικῆς τακτοποιήσεως. Ὁ κ. ὑπουργός, ἠμφισβήτησε τὸν ἰσχυρισμὸν περὶ ὕψους ποσοστοῦ ἐπενδύσεων κατὰ τὸ 1951–52 καὶ ὅμως, ἐκεῖνο τὸ ἔτος, ἐγένοντο αἱ ὑψηλότεραι ἐπενδύσεις. Καὶ μὲ τὴν ἀναγωγὴν ποὺ ἔδωσεν ὁ κ. ὑπουργός, εἰς σταθερὰς τιμὰς τοῦ 1951, προκύπτει, ὅτι τὸ 1951 αἱ κρατικαὶ ἐπενδύσεις ἀνῆλθον εἰς τὰ ὑψηλότερα ἐπίπεδα. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβὲς καὶ προκύπτει ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῶν Ἐθνικῶν Λογαριασμῶν. Γίνεται συνήθως ἀναγωγὴ τῶν διαφόρων μονάδων εἰς σταθερὰς τιμὰς τοῦ 1954, διὰ νὰ εὕρωμεν τρόπον συγκρίσεως, ἐνῷ αὐτὴ ἡ σύγκρισις δὲν δίδει ἀκριβῆ εἰκόνα τῆς καταστάσεως τῶν Δημοσίων Οἰκονομικῶν, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπενδύσεων, διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρίνητε τὸ 1951 μὲ τὸ 1957. Μεταξὺ τῶν δύο χρονικῶν αὐτῶν σημείων, μεσολαβοῦν 6 ὁλόκληρα χρόνια καὶ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας κατὰ 500 καὶ πλέον χιλιάδας. Ἐὰν θελήσητε, π.χ., νὰ κάμετε σύγκρισιν τῶν κρατικῶν ἐπενδύσεων μεταξὺ 1957 καὶ 1951, θὰ πρέπει νὰ εὕρητε ἄλλην ἀναλογίαν, διότι ὁ πληθυσμὸς τότε ἦτο 5½ ἑκατομμύρια. Τὸ ποσοστὸν τῶν ἐπενδύσεων δὲν εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ ποσοστὸν τῶν ὑφισταμένων ἀναγκῶν, διότι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ κατὰ 500.000 κατοίκους, ἐντὸς ἑξαετίας, αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὁ ἐνταχθεὶς εἰς τὸν ἐνεργὸν πληθυσμὸν τῆς χώρας, τὸν δικαιούμενον νὰ εὕρῃ ἐργασίαν — πληθυσμὸς πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ— καὶ μὲ αὐτὸν τὸν ὑπολογισμὸν νὰ εὑρεθῇ τί ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κάλυψιν τῶν αὐξανομένων ἀναγκῶν τοῦ πληθυσμοῦ. Ἤκουσα τὸν κ. Γυιόκαν νὰ ψιθυρίζῃ περὶ τῆς βοηθείας τῶν ἐτῶν 1951–57. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο περιόδων, εἶναι ἐπίσης σημαντική. Σημασίαν ἔχει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν προγράμματος κρατικῶν ἐπενδύσεων, τὸ τί δυνατότητας ἀπορροφήσεως ἔχει ἡ οἰκονομία καὶ τί μέσα διαθέτει, ἀνεξαρτήτως προελεύσεως αὐτῶν. Ἐὰν τὰ διαθέσιμα τοῦ 1952, λόγῳ μικρᾶς παραγωγῆς σίτου, ἦσαν ὀλιγώτερα καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῶμεν τότε αὐτὴν τὴν ξένην βοήθειαν, αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι εὑρισκόμεθα τότε εἰς καλυτέραν μοῖραν ἀπὸ σήμερον, ὅταν ἔχωμεν τὰ συναλλαγματικὰ μέσα εἰς τὴν διάθεσίν μας ἐξ ἰδίων πόρων. Τὸ ὅτι δὲ τὸ πρόβλημα εἶναι πρόβλημα δυνατότητος ἀπορροφήσεως τῆς οἰκονομίας, ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὸ ὅτι τὸ 1957 κατέστη ἀδύνατον ν’ ἀπορροφηθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους ὁλόκληρος ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια —ἀπὸ τὰ 1400 ἑκατ. περιωρίσθημεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 780 ἑκατομ.—, διότι τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπερροφήθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, εἰς τὸν τομέα τῶν ἐπενδύσεων. Χρειάζεται ἄλλο ἐπιχείρημα ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι ἐζητήθη παράτασις προθεσμιῶν διὰ τὴν ἀπορρόφησιν τῶν γερμανικῶν πιστώσεων; Ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία δὲν πάσχει ἀπὸ ἔλλειψιν μέσων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀνασυγκροτήσεως, ἀλλὰ πάσχει ἀπὸ ἔλλειψιν προγραμματισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνέργων καὶ θὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποαπασχολουμένων.
§75Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Θὰ ἤθελον νὰ ἀναφέρω καὶ τοὺς ἀριθμοὺς εἰς τρεχούσας τιμὰς τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων 1951 καὶ 1957, διότι προηγουμένως ἀνέφερον τοὺς ἀριθμούς, βάσει σταθερῶν τιμῶν...
§76Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Αἱ τρέχουσαι τιμαὶ δὲν εἶναι ἀντικείμενον συγκρίσεως, ἀλλὰ εἴπατέ μας καὶ τὸ 1950.
§77Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Δὲν σᾶς διέκοψα. Τὸ 1951, δημόσιαι ἐπενδύσεις 1673 ἑκατομμύρια.
§78Γ. ΜΑΥΡΟΣ. 110 ἑκατομμύρια δολλάρια.
§79Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Τὸ 1957, δημόσιαι ἐπενδύσεις, 3374 ἑκατομμύρια.
§80Γ. ΜΑΥΡΟΣ. 160 ἑκατομμύρια δολλάρια.
§81Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἀξιοπρόσεχτον εἶναι, ὅτι, ἐκτὸς ἀπὸ τὰς Δημοσίας ἐπενδύσεις, ἔχομεν καὶ τὰς ἰδιωτικὰς ἐπενδύσεις. Αἱ δὲ ἰδιωτικαὶ ἐπενδύσεις, εἰς σταθερὰς τιμὰς τοῦ 1954, ἀνῆλθον εἰς τοὺς ἑξῆς ἀριθμούς: Τὸ 1951 4376 ἑκατομμύρια. Τὸ 1957 7938 ἑκατομμύρια. Πρόκειται, δηλαδή, περὶ διπλασιασμοῦ. Εἶναι καὶ αὐτὸ χαρακτηριστικὸν τῆς συνεχῶς περισσότερον ἑδραιουμένης ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§82Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι καὶ σεῖς, κύριε ὑπουργέ, δὲν εἶσθε ἕτοιμος διὰ τοιαύτην συζήτησιν, περὶ τῶν ἐπενδύσεων —καλλίτερον θὰ ἦτο, νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἄλλην ἡμέραν— διότι ἀναφέρετε ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν ἀμέσως. Δὲν λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς οἱ ἀριθμοί, ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις, εἰς τὴν κατανομὴν τῶν ἐπενδύσεων. Διότι, ἐὰν εἴχατε πρόχειρον τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος, θὰ ἐβλέπατε, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῶν παραγωγικῶν ἐπενδύσεων, αὐτῆς τῆς περιόδου, εἶναι χαμηλότερον ἀπὸ τοῦ 1947. Καὶ ἐπεσημαίνει τὸν κίνδυνον αὐτόν, ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Θὰ ὑποβάλω, λοιπόν, τὴν παράκλησιν, νὰ μὴ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἄνευ στοιχείων. Ἐὰν θέλετε, αὔριον ἢ μεθαύριον τὸ ἀπόγευμα, νὰ φέρωμεν τὰ χαρτιά μας καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν μὲ ἀριθμούς.
§83Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Ἐὰν ὡμίλησα περὶ τῶν ἐπενδύσεων, ἠναγκάσθην νὰ τὸ πράξω, διότι διετύπωσεν ὡρισμένας ἀνησυχίας ὁ κύριος Μαῦρος. Τώρα ἔρχεται ὁ κ. Μαῦρος καὶ λέγει, νὰ μὴ συζητήσωμεν διὰ τὰς ἐπενδύσεις. Νὰ μὴ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητεῖται.
§84Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὑπεστήριξα νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις σήμερον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν ἐπενδύσεων, ἀλλὰ ἄλλην ἡμέραν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἡλιοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§86Η. ΗΛΙΟΥ. Ὁ κ. Μαῦρος ἀνέφερεν, ὅτι τὸ πρῶτον ἑξάμηνον δὲν ἐξετελέσθη παρὰ τὸ 55–60% ἐκείνου ποὺ ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀπὸ ἀπόψεως προγράμματος ἐπενδύσεων. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργός, ἢ δὲν μὲ ἐτίμησε μὲ τὴν προσοχήν του, ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ ἀκριβῶς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέφερον, σχετικῶς μὲ τὴν φορολογίαν, μὲ τὴν μεγάλην ἐπιβάρυνσιν τῶν μικρῶν καὶ τῶν μεσαίων στρωμάτων. Διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφέρετε, ὄχι μόνον τοὺς ἐμμέσους, ἀλλὰ καὶ σωρείαν ἄλλων φορολογιῶν ἐναντίον τῶν ἀσθενεστέρων τάξεων καὶ ἀπαλλαγὰς τῶν ἀνωτέρων οἰκονομικῶν στρωμάτων. Δι’ αὐτὸ τὸ θέμα αὐτό, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπανασυζητηθῇ, διὰ νὰ καταδειχθῇ, ἐὰν ἡμεῖς, μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἀναφέραμεν, εἴμεθα ἀκριβεῖς ἢ σεῖς ἀναφέρετε ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πραγματικότητα. Θέλω νὰ τονίσω, ἐπιπροσθέτως, ὡρισμένα ἄλλα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς φορολογικὰς ἀπαλλαγάς, ὡς εἶναι ἡ φορολογικὴ ἀπαλλαγὴ τῶν ρητρῶν εἰς δολλάρια, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ νόμου ἔκαμεν. Ὑπενθυμίζω καὶ τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν πετρελαιοκινήτων αὐτοκινήτων, καθὼς καὶ τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν διοδίων. Ἀναφέρω, ἐπίσης, τὸ κονδύλιον, τὸ ὁποῖον προεβλέπετο καὶ διετέθη ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο προσωρινὴ ἐπιβάρυνσις, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν ἀκόμη αὐτὸ τὸ ἐμονιμοποιήσατε, ἐνῷ συγχρόνως ζητεῖτε ἀπὸ τοὺς σεισμοπλήκτους νὰ ἐπιστρέψουν ὅσα ὑπὲρ αὐτῶν ἐδαπανήθησαν ἐκ τῆς προθύμου συνεισφορᾶς τοῦ λαοῦ. Ἐάν, λοιπόν, ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἐπιχειρῇ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰ ὅσα ἡμεῖς λέγομεν, καὶ ἐπιμένει πρὸς τοῦτο, νομίζομεν, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ ἐξέλθῃ ζημιωμένος.
§87Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Διατὶ θὰ εἶμαι ζημιωμένος;
§88Η. ΗΛΙΟΥ. Ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι φορεὺς αὐτῆς τῆς πολιτικῆς. Τὸ νὰ ἀποκαλύπτεται ποία εἶναι ἡ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως χρησιμοποίησις τοῦ δημοσιονομικοῦ μέσου διὰ τὴν ἐπανακατανομὴν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἀσθενεστέρων, τὸ νὰ ἀποκαλύπτεται, ὅτι ὅλαι αἱ φορολογίαι βαρύνουν ἰδίως τὰ πτωχὰ καὶ τὰ μεσαῖα στρώματα καὶ ὅλαι αἱ ἀπαλλαγαὶ δίδονται διὰ τὰ μεγάλα μονοπώλια, αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἐὰν θέλετε νὰ τὸ δικαιολογήσητε ὡς πολιτικὸν ὄφελος, χαλάλι σας, σᾶς τὸ χαρίζομεν.
§89Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργ. Συντονισμοῦ). Τὸ θέμα εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἀπὸ ὅ,τι εἴπητε σεῖς, γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἔχει μίαν κομματικὴν καὶ πολιτικὴν κατεύθυνσιν καὶ ἀναλόγως ἐκτιμῶνται αἱ διαπιστώσεις σας. Δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι δὲν μᾶς κάμνετε ζημίαν.
§90Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγώ, κύριε ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι αὐτὸ ποὺ κάμνετε σεῖς, οἱ φόροι τοὺς ὁποίους βάζετε, αὐτὸ ἔχει πολιτικόν, καὶ μάλιστα ταξικόν, σκοπόν. Ἡμεῖς δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τοῦ νὰ πιστοποιοῦμεν τὰ ἔργα σας.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§92Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰσῆλθεν, ἤδη, εἰς τὴν συζήτησιν βασικῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὸν τόπον μας, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὡς ἐπιτάσσει τὸ Σύνταγμα, ἔχει τεραστίαν σημασίαν. Διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἡ διαχείρισις τοῦ Κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἐπαφίεται εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἤθελον, λοιπόν, εἰς ὅσα ἀνεπτύχθησαν, νὰ προσθέσω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάστρωσιν τοῦ ἀναγκαίου προγράμματος, διότι ἄνευ τοιούτου προγράμματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ εὐημερία τοῦ λαοῦ καὶ ἡ νομισματικὴ σταθερότης. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις πιστεύει εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ βοηθήσῃ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἐκ παραλλήλου νὰ μὴ θέλῃ νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χώρας, ἐξωθεῖ τὴν ἰδιωτικὴν αὐτὴν πρωτοβουλίαν εἰς ἐπιχειρήσεις, ποὺ δὲν ἔχουν ὑγιᾶ οἰκονομικὴν βάσιν. Αὐτὸ εἶναι διαπίστωσις κοινή, διότι εἰς τὸν τόπον μας, ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δὲν εἶναι προσηρμοσμένη εἰς τὸν δρόμον τῆς βελτιώσεως τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τοῦ λαοῦ καὶ τῆς γενικωτέρας οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, ἀλλὰ κινεῖται κατὰ τρόπον, ποὺ βλάπτει τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Δὲν πρέπει, λοιπόν, νὰ ἐνθαρρύνωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἀποκρύπτοντες, δηλαδή, ἀπὸ τὸν λαόν, ποὺ θέλει νὰ μάθῃ πῶς διατίθενται τὰ ἔσοδα ἐκ τῶν φόρων, ποῖα ἔργα περιλαμβάνονται εἰς τὰς ἐπενδύσεις καὶ ποῖον εἶναι τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐρωτᾶται, λοιπόν, ποίαν πολιτικὴν θὰ πρέπει νὰ ἐκφράσῃ ὁ προϋπολογισμός, ποίαν πολιτικὴν θὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πρόγραμμα ποὺ νὰ καλύπτῃ τὸ σύνολον τῶν οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καὶ ἐκπολιτιστικῶν προβλημάτων τῆς χώρας. Αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, ὅμως, δὲν τὸ ἔχει καταστρώσει ἡ Κυβέρνησις, περιορισθεῖσα ἁπλῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι συνεστήθη μία ἐπιτροπή, διὰ νὰ καταστρώσῃ τὸ πρόγραμμα αὐτό. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν χώραν μας, ἔγιναν πολλαὶ ἐπιτροπαί, χωρὶς νὰ φέρουν κανένα ἀποτέλεσμα. Τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμά της, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὸ καταστρώσῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ θέλει, διότι δὲν θέλει νὰ ἐμφανίσῃ τέτοιο πρόγραμμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ. Τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως συνθλίβεται ὑπὸ τὸ βάρος τῶν συμφερόντων τῆς οἰκονομικῆς ὀλιγαρχίας καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐξαρτήσεως τῆς χώρας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον ἀγόμεθα εἰς μίαν συζήτησιν, ἀφορῶσαν τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἐκπληροῦντες ἔστω καὶ ἐν μέρει τὸ καθῆκόν μας, νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ τοῦ 1958. Ἐκεῖ ὁμιλεῖ, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ βραχυχρονίων καὶ μακροχρονίων ἐπιδιώξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς μία τοιαύτη ἐπιδίωξις, ἀναφέρεται ἡ νομισματικὴ σταθερότης. Ὅταν κανεὶς διαβάζῃ αὐτὸ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, νομίζει, ὅτι ἔχομεν νομισματικὴν σταθερότητα εἰς τὴν Χώραν μας. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐννοῇ τὰ μεγάλα εἰσοδήματα, τότε ἔχει δίκαιον. Αὐτά, ὁμολογουμένως, ἔχουν σταθεροποιηθῆ καλῶς. Πρέπει, ὅμως, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ ἡμερομίσθια, τοὺς μισθοὺς καὶ τὰς συντάξεις, ἐὰν καὶ αὐτὰ ἐξασφαλίζουν τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα τῶν ἐργαζομένων καὶ συνταξιούχων τῆς Χώρας. Δυστυχῶς, ὅμως, μὲ ἡμερομίσθια καὶ συντάξεις πείνης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ νομισματικῆς σταθερότητος. Κατὰ συνέπειαν, πλήρης νομισματικὴ σταθερότης δὲν ὑπάρχει. Μία ἐξ ἄλλου ἀπὸ τὰς μακροχρονίους ἐπιδιώξεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ ἐκτέλεσις ἔργων ὑποδομῆς καὶ βασικῶν βιομηχανιῶν. Καὶ εἰς τὰ ἔργα ὑποδομῆς παραθέτει κατάλογον ἔργων, ὅπως τὸ διϋλιστήριον πετρελαίου, τὸ ἐργοστάσιον ἐξηλεκτρισμοῦ τοῦ Μέγδοβα, τὸ ἐργοστάσιον ζακχάρεως καὶ τὸ ἐργοστάσιον ἀζώτου. Αὐτὸ ὅμως, ἀποτελεῖ μίαν ἁπλῆν παράθεσιν ἔργου ποὺ δὲν ἔχει ὀργανικὴν ἑνότητα, οὔτε τὴν μακροχρόνιον ἐπιδίωξιν ἐπιλύσεως τοῦ βασικοῦ προβλήματος, δηλαδὴ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κατὰ κεφαλὴν εἰσοδήματος καὶ τὴν δημιουργίαν εὐκαιρίας ἀπασχολήσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου ὑποαπασχολουμένων καὶ ἀνέργων. Καὶ διὰ νὰ μὴ ἀνησυχήσωμεν, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὴν ἔλλειψιν ἑνὸς τοιούτου προγράμματος, σπεύδει ἡ Κυβέρνησις, ἐν συνεχείᾳ, νὰ δώσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατάρτισιν ἑνὸς ἐθνικοῦ, οἰκονομικοῦ προγράμματος, ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης ὅλων τῶν τομέων τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος. Ἀλλὰ πέραν τῆς φραστικῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὑπόσχεσις αὐτή, δὲν νομίζω, ὅτι αὕτη ἔχει οὐσιαστικὸν περιεχόμενον. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τονισθῇ, ἄλλην μίαν φοράν, πόσον ἀπαραίτητος εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εὑρισκόμεθα εἰς ἐποχὰς σκοτεινὰς καὶ ἀνωμάλους, εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἐποχὴν ὅπου ὁ ἀγὼν γίνεται σκληρὸς διὰ τὴν διασφάλισιν τῆς Δημοκρατίας. Συνεπῶς, δικαίωμα, ὄχι μόνον τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ καὶ παντὸς φορολογουμένου πολίτου εἶναι, νὰ γνωρίζῃ πῶς θὰ διατεθοῦν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους.
§93Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀναμένω μετ’ ἀγωνίας νὰ ἀκούσω, ἂν θὰ μᾶς εἴπητε κἄτι τὸ νέον, ἀτυχῶς αὐτὸ δὲν τὸ ἤκουσα καὶ ἡ ἀγωνία μου συνεχίζεται.
§94Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Μὴ ἀνυπομονεῖτε, κύριε συνάδελφε, θὰ τὸ ἀκούσητε. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν της, συνεκέντρωσε στοιχεῖα ἀπὸ κἄθε περιφέρειαν, διὰ τὰ ἀπαραίτητα πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργα εἰς αὐτάς. Αὐτὰ τὰ στοιχεῖα συσσωρεύονται εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἡ Κυβέρνησις δύναται εὐκόλως νὰ ἐμφανίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἂν θέλῃ. Ἂν θέλετε, σᾶς ἀναφέρω καὶ προϋπολογισμοὺς ἔργων τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι εὑρίσκεσθε ἐκτὸς θέματος.
§96Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ προεργασίας, τὴν ὁποίαν ἔχει κάμει ἡ Κυβέρνησις, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον θὰ τῆς ἐπέτρεπε νὰ καταρτίσῃ ἐγκαίρως τὸν προϋπολογισμόν της, ἂν σοβαρῶς τὸ ἐπεδίωκε.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐξακολουθεῖτε νὰ εὑρίσκεσθε ἐκτὸς θέματος καὶ θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὸ ὑψηλὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκρατήθη μέχρι τοῦδε ἡ συζήτησις. Δὲν πρόκειται καὶ δὲν συζητοῦμεν περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ Νομοῦ Μαγνησίας.
§98Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ προϋπολογισμοῦ τῶν Νομαρχιακῶν Ταμείων, ποὺ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ συζητούμενον θέμα καὶ τὸν προϋπολογισμόν.
§99Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὴ ἐνδιαφέρωνται οἱ σεισμόπληκτοι, τί κονδύλια θὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ἀποκατάστασίν των. Ἡ Κυβέρνησις, λέγει, ὅτι ἐξώφλησε μὲ τοὺς σεισμοπλήκτους.
§100Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένη πίστωσις διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν ὑπολειπομένων σεισμοπλήκτων; Θὰ εἴμεθα ἀχάριστοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν εἴπωμεν, ὅτι ἐμειώθη ὁ ρυθμὸς τῆς ἀνοικοδομήσεως, ὡς πρὸς τὴν Μαγνησίαν. Ἄλλο πρᾶγμα, ἂν ἔχῃ γίνει τὸ 80 ἕως 85% τοῦ ἔργου καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ ὀργασμός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε μέχρι σήμερον.
§101Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπάρχουν ἀκόμη 5.000 οἰκοδομαί, ποὺ πρέπει νὰ οἰκοδομηθοῦν καὶ χρειάζονται 200 ἑκατομμύρια. Πρέπει νὰ τὸ γνωρίζουν οἱ σεισμόπληκτοι Μαγνησίας, διότι ἐπὶ 4 ἔτη ὑπάρχουν ἀκόμη ἄστεγοι.
§102Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Δὲν τὰ γνωρίζετε τὰ πράγματα καλά, κύριε συνάδελφε. Οἱ σεισμόπληκτοι, τὸ 1955 καὶ 1956, ἀπεκατεστάθησαν κατὰ 100%, εἰς δὲ τοὺς σεισμοπλήκτους τοῦ 1957 ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις ἀρωγὸς καὶ ἐτερματίσθη καὶ αὐτὴ ἡ ἀνοικοδόμησις καὶ οἱ κάτοικοι εὐγνωμονοῦν τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν παρασχεθεῖσαν εἰς αὐτοὺς ἀρωγήν, ἡ ὁποία τοὺς ἐξησφάλισε τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν οἰκοδομῶν των.
§103Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Γνωρίζω πολὺ καλὰ τὸ θέμα, κύριε συνάδελφε, καὶ σᾶς πληροφορῶ, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀλλάξῃ τακτικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, καταργοῦσα τὴν 190 Πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ ὑπάρχουν ἐρείπια εἰς τὸν Βόλον ἐσαεί, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν δικαιοῦχοι. Περαίνων, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω, ὅτι μὲ ἱκανοποίησε τὸ γεγονός, ὅτι τὰ πλαίσια τῆς συζητήσεως, διέσπασαν τοὺς φραγμοὺς ποὺ εἶχε θέσει ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰσήλθομεν εἰς συζήτησιν οὐσιωδῶν θεμάτων καὶ οὕτως ἐπίστευσαν ἅπαντες, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ ψηφίζεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι νὰ γίνεται ἡ διαχείρισις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν δωδεκατημορίων, ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν, ἀνεξελέγκτως κατὰ τὴν κρίσιν του.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μέρος, ἔχει τὸν λόγον.
§105Α. ΜΕΡΟΣ. Ὁ κάθε Κρατικὸς Προϋπολογισμός, μᾶς δίδει τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ κρίνωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν τρόπον ἀντιμετωπίσεως παρ’ αὐτῆς τῶν κοινωνικῶν ἀπαιτήσεων. Ἐν προκειμένῳ, δὲν ὑπάρχει κατατεθειμένος προϋπολογισμός, ἀλλ’ ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ καὶ νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι οὗτος εἶναι ἕνα ἀντίγραφον τοῦ προγενεστέρου προϋπολογισμοῦ καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν τὰ δεδομένα, διὰ νὰ κρίνωμεν εἰς γενικὰς γραμμὰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1959. Οὕτω καὶ ὁ νέος προϋπολογισμὸς στηρίζεται, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔσοδα, εἰς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐπαχθὴς διὰ τὰ λαϊκὰ στρώματα, διότι τυγχάνει βαρυτάτη. Ἂς ἀναφέρωμεν μερικὰ εἴδη εὐρείας λαϊκῆς καταναλώσεως. Ἡ ζάκχαρις, λ.χ., ἐπιβαρύνεται μὲ φόρον 8 δραχ. κατ’ ὀκᾶν, τὰ δὲ σιγαρέττα μὲ 3,50 δραχ. κατὰ κυτίον. Ἐκ τούτων καὶ ἐκ τῆς ὅλης φορολογίας ἐπὶ τῶν λαϊκῆς καταναλώσεως εἰδῶν, ἐξάγεται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἔμμεσος φορολογία, ἡ πλήττουσα τὰ λαϊκὰ στρώματα, εἶναι καταθλιπτικὴ καὶ δυσβάστακτος. Τελευταίως ηὐξήθη κατά τι, ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν προερχομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰδῶν πολυτελείας. Ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως, ἔτυχε τῆς ἐπιδοκιμασίας ἐκ μέρους τῶν λαϊκῶν μαζῶν, διότι διενεργεῖτο εἰς μεγάλην κλίμακα εἰσαγωγὴ εἰδῶν πολυτελείας, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν διαρροὴν συναλλάγματος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Πάντως, ἡ κυριωτέρα πηγὴ τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἶναι ἡ ἔμμεσος φορολογία, διότι εἶναι εὔκολος ὁ τρόπος τῆς ἐπιβολῆς της καὶ ἄμεσος ἡ ἀπόδοσίς της.
§106Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἐπιτρέπεται βουλευτής, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ν’ ἀναφέρῃ ἐσκεμμένως πράγματα ἀναληθῆ, διότι εἶναι ἀναληθές, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι ἐπεβλήθησαν φορολογίαι εἰς τὰ λιπάσματα, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπιχορηγοῦνται ταῦτα μὲ τεράστια ποσὰ ἀπὸ τὸ Κράτος.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον, εἶναι εἰς θέσιν νὰ διευθύνῃ τὴν συζήτησιν.
§108Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Ὡς βουλευτής, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω τὰς ἀνακριβείας, αἱ ὁποῖαι λέγονται.
§109Α. ΜΕΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ ἔμμεσος φορολογία εἶναι βαρυτάτη. Ὑπὸ ὅλας της τὰς μορφάς, ἀποδίδει περὶ τὰ 10 δισεκατομμύρια δραχμῶν ἐτησίως, ἐνῷ ἀπὸ ἀμέσους φόρους εἰσπράττονται κατ’ ἔτος μόνον δύο δισεκατομμύρια καὶ κἄτι. Τί δὲ σημαίνει ἡ διογκωμένη αὐτὴ ἔμμεσος φορολογία; Σημαίνει, ὅτι οἱ πλούσιοι δὲν φορολογοῦνται, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἐπισήμως ἔχει διαπιστωθῆ. Καὶ πῶς συμβαίνει αὐτό; Συμβαίνει ἢ διότι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πλουσίους δὲν ἔχουν φορολογικὴν συνείδησιν καὶ ἑπομένως δὲν δηλώνουν τὸ καθαρόν των εἰσόδημα, ἢ διότι αἱ φοροτεχνικαί μας ὑπηρεσίαι δὲν εἶναι εἰς τὸ πρέπον ὕψος των. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω σχετικῶς τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργόν, ὅπως δοθῇ μεγαλυτέρα προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα, εἰς τρόπον ὥστε ἡ καθαρὰ πρόσοδος νὰ φορολογῆται δικαίως καὶ ν’ ἀποδίδῃ περισσότερα, διὰ νὰ καταστῇ τοιουτοτρόπως δυνατὴ ἡ ἐλάττωσις τῆς ἐμμέσου φορολογίας, διὰ νὰ ἀνακουφισθῇ μέχρις ἑνὸς σημείου ὁ πολὺς λαός. Θέμα περὶ ἀνάγκης κρατικῶν οἰκονομιῶν, δὲν ἐθίγη. Ὑπάρχουν ὅμως πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται, ὅτι εἶναι δυνατὸς ὁ περιορισμὸς ἀρκετῶν ἀπὸ τὰς κρατικὰς δαπάνας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος αὐτά. Κάμνετε ἔλεγχον.
§111Α. ΜΕΡΟΣ. Ὄχι, εἰς ὑποδείξεις ἀρκοῦμαι.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμμορφωθεῖτε, παρακαλῶ, πρὸς τὸν Κανονισμόν.
§113Α. ΜΕΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐπιδιώξῃ καὶ τὴν πάταξιν τῆς φοροδιαφυγῆς καὶ ὅπως καταγίνῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν κρατικῶν οἰκονομιῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινωνικὴν πολιτικήν, πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι...
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προγραμματικὰς δηλώσεις κάμνετε;
§115Α. ΜΕΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ παρεμβάλετε ἐμπόδια εἰς τὸ νὰ ὁμιλήσω.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προκαλεῖτε τὴν δυσφορίαν, τῶν κυρίων συναδέλφων.
§117Α. ΜΕΡΟΣ. Οὐδεὶς συνάδελφος δυσφορεῖ· μόνον σεῖς δυσφορεῖτε, κύριε Πρόεδρε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, τελειώνετε.
§119Α. ΜΕΡΟΣ. Προκειμένου περὶ κοινωνικῆς πολιτικῆς, ἤθελον νὰ τονίσω, ὅτι καὶ ὡς πρὸς αὐτὴν τὸ Κράτος καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑστεροῦν. Ἀπόδειξις ὅτι, οὔτε εἰς τὸ Ι.Κ.Α. τὸ Κράτος, παρέχει οὔτε μίαν δραχμήν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Θὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον.
§121Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν παραβιάζει κανένα Κανονισμόν· ὁμιλεῖ ἐντὸς τοῦ θέματος.
§122Α. ΜΕΡΟΣ. Ἀναφορικῶς μὲ τὴν κοινωνικὴν τοῦ Κράτους πολιτικήν, τονίζω πάλιν, ὅτι αὕτη εἶναι καθυστερημένη, μὴ παρεχομένης οὐδὲ δραχμῆς εἰς αὐτὸ τὸ ΙΚΑ, τὸ ὁποῖον προστατεύει τοὺς ἀδυνάτους. Σχετικῶς, θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τὰ τεσσαράμισυ καὶ πλέον ἑκατομμύρια τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἐντελῶς ἀνασφάλιστα. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἄδικον καὶ ἀπαράδεκτον. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Ἐκτὸς αὐτοῦ καὶ ἡ Παιδεία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ βασικὸν παράγοντα διὰ τὴν πρόοδον τοῦ Ἔθνους, εἶναι καὶ αὐτὴ ἀρκούντως ἐγκαταλελειμμένη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι ὑποχρεωμένη ν’ ἀσχοληθῇ σοβαρῶς μὲ τὰ κύρια αὐτὰ θέματα, ἔχω δὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι οἱ λόγοι μου εὑρίσκουν ἀπήχησιν εἰς τὴν σκέψιν τῶν κυρίων βουλευτῶν καὶ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἐκ μέρους αὐτοῦ τοῦ κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ τύχουν τῆς δεούσης προσοχῆς.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§124Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, τὸ βαρύνει ἕνα ἁμάρτημα, ἀναγόμενον εἰς τὸ βάθος πολλῶν χρόνων, διότι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, οὔτε συνεζητήθη ποτὲ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι καὶ τὰ τυπικὰ καὶ τὰ οὐσιαστικὰ καὶ τὰ συνταγματικά. Εἶναι ὅμως νομοσχέδιον ἀνάγκης, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀνάγκην θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφεθῇ ἐκτεθειμένος, οὔτε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ περιβληθῇ τοὐλάχιστον ἀπὸ αὐτὸν τὸν διαφανέστατον κοινοβουλευτικὸν τύπον, τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Πρέπει ὅμως ἡ συζήτησις ποὺ προεκλήθη, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μᾶς κάμῃ ὅλους προσεκτικούς, καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ συναισθανθῶμεν, ὅτι ἡ συνεχὴς παραβίασις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ Συντάγματος, μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸν κατήφορον καὶ εἰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι θὰ βλάψουν καὶ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας γενικώτερον. Βαδίζομεν τυφλὰ εἰς τὸν δρόμον τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους μας. Οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι, ἐσημείωσαν μερικὰ σημεῖα καὶ μερικὰς ἀτελείας τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ θὰ ἤθελον μίαν παρατήρησιν νὰ κάμω, διὰ νὰ προκαλέσω μίαν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 1, μὲ ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίας καὶ πιθανὸν νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἀνησυχίας καὶ ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἑτοιμάζεται νὰ ἐπιβάλῃ νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν καὶ δι’ αὐτὸ προετοιμάζει, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, τὴν κατάλληλον ἀναγραφὴν τῶν νέων αὐτῶν ἐσόδων εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Μία δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 παράγραφος 1, θὰ καθησυχάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην, ὥστε νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἐντύπωσις, ὅτι ἑτοιμάζονται πάλιν νέα βάρη εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Καὶ θὰ τελειώσω καὶ ἐγὼ μὲ τὴν σύστασιν καὶ τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταθέσῃ ταχύτατα τὸν προϋπολογισμόν, διότι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ θέλει νὰ τὸν ἀκούσῃ νὰ ἀναπτύσσῃ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ θέλει μετὰ ζήλου νὰ ἐπιδοθῇ εἰς τὴν μελέτην τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διότι αὐτὸ αἰσθάνεται, ὅτι εἶναι τὸ κυριώτερον καθῆκόν της καὶ ἡ μεγαλυτέρα ἐπιταγὴ ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§126Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδημιουργήθη ἀπόψε, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου νόμου περὶ δωδεκατημορίων, ἡ ἐντύπωσις, ὅτι περίπου πρόκειται περὶ ὑπηρεσιακοῦ καὶ ἐπείγοντος νομοθετήματος, ἐστερουμένου οἱασδήποτε πολιτικῆς σημασίας. Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ πλάνης καὶ πλάνης βαρείας, ἀπαντῶ δὲ καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Σώματος καὶ εἰς τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν διὰ διακοπῶν, αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνετε λάθος, κύριε συνάδελφε.
§128Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ὁμιλήσω. Γνωρίζετε καλά, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως, τοὐλάχιστον, καὶ ἐπέκεινα, οὐδέποτε συνεζήτησε προϋπολογισμὸν καὶ γνωρίζετε καλά, ὅτι συνέβη συχνότατα καὶ δὴ κατὰ τὰ ἔτη τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ λαμβάνῃ μόνον περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους γνῶσιν τοῦ κατατεθειμένου προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος περίπου εἰς ἣν ἐποχὴν κατατίθεται, οὐσιαστικῶς ἔχει τὴν ἔννοιαν ἀπολογισμοῦ καὶ ὄχι προϋπολογισμοῦ. Κατὰ συνέπειαν, οὐσιαστικῶς εὐκαιρίαν νὰ συζητήσωμεν θέματα προϋπολογισμοῦ, δὲν εἴχομεν, κύριε Πρόεδρε καὶ κύριοι συνάδελφοι, μέχρι σήμερον καὶ δὲν πρόκειται, δυστυχῶς, νὰ ἔχωμεν, σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ φαινόμενα καὶ ὅλας τὰς πιθανὰς προβλέψεις. Ὁ φίλος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐπιμελέστατος ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ πράξῃ ὅ,τι τοῦ εἶναι δυνατόν, διὰ νὰ καταθέσῃ τὸ ταχύτερον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ μὲ πᾶσαν δυνατὴν αἰσιοδοξίαν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι πρὶν παρέλθῃ τὸ ἑξάμηνον τοῦ ἑπομένου ἔτους, πιθανῶς νὰ κατατεθῇ ὁ προϋπολογισμός. Θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσωμεν μίαν λαμπρὰν εἰσήγησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν συνεχείᾳ θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τοὐτέστιν εἰς τὰς ἑλληνικὰς καλένδας, διὰ νὰ μὴ ξαναενθυμηθῶμεν ποτὲ πλέον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ μὴ τὸν συζητήσωμεν καὶ τὰ οἰκονομικὰ θέματα, τὰ συνδεόμενα μὲ τὸν προϋπολογισμόν, τὸ πολὺ πολὺ νὰ γίνουν ἀντικείμενον καμμιᾶς ἐπερωτήσεως κατὰ τὸ 1959. Ἀποτελεῖ τοῦτο πολιτικήν, ἡ ὁποία συμβιβάζεται καὶ πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος καὶ πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτάσσει τὴν κατάθεσιν καὶ ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ; Εἶχον καὶ ἄλλοτε, κύριοι συνάδελφοι, τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον βεβαίως δὲν δύναται ἴσως νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐφαρμόζεται πλήρως τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ ψηφίζῃ τὸν προϋπολογισμὸν ἐγκαίρως κατατιθέμενον εἰς τὸ σύνολόν του, εἰς τὰ κεφάλαιά του, εἰς τὰ ἄρθρα καὶ τὰ ὑπεδάφια. Αὐτὸ βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μὲ κἄποιαν καθυστέρησιν, ἀλλὰ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ διαχείρισις τοῦ συνόλου τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους νὰ γίνεται ἐρήμην τῆς Βουλῆς ἐπάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια ὅλων μας —καὶ δὲν ἐννοῶ μόνον τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀλλὰ καὶ τοὺς βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως— αὐτὸ πλέον εἶναι ἀπὸ τὰ ἄγραφα. Καὶ ὅταν ἔρχεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει ἀκριβῶς τὴν κατάθεσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁπόταν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀποφύγῃ αὕτη οἱανδήποτε οὐσιαστικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων καὶ τότε περίπου δίδεται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι εἶναι ὑπηρεσιακόν, αὐτό, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπὸ τὰ ἄγραφα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ διανοηθῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ. Ἀναμφισβητήτως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σοβαρὸν νομοσχέδιον καὶ ἐγὼ θὰ ἀνέμενα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον παριστάμενον φίλον κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τοὐλάχιστον ἐπὶ ὡρισμένων γενικῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1959, τὸν ὁποῖον ἤρχισε νὰ συντάσσῃ, νὰ παράσχῃ, ἂν μή τι ἄλλο, πληροφορίας εἰς τὸ Σῶμα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι περίπου δεδομένον τὸ ὕψος τῶν ἐσόδων τοῦ ἑπομένου ἔτους καὶ εἶναι περίπου δεδομένα καὶ τὰ ἐξ ἄλλων πηγῶν ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Κατὰ συνέπειαν ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ γνωρίζῃ περίπου — καὶ ὑποθέτω, ὅτι τὸ γνωρίζει—ποία θὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃ κατὰ τὸ ἔτος 1959 μὲ βάσιν τὰ δεδομένα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ. Διότι δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀρκεσθῇ ἁπλῶς εἰς τὸ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐκ νέου τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1958 καὶ ὅτι τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκήσῃ ἐν ὄψει τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εἰς ὅσα περιθώρια ἐπιτρέπει ὁ προϋπολογισμός, θὰ τὴν ἀσκήσῃ ἁπλῶς διὰ τροποποιήσεως ἐπὶ μέρους καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1958. Ὁ τόπος μας προοδεύει, μὲ τὴν πάροδον τῶν ἐτῶν τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα αὐξάνει, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους αὐξάνουν καὶ αἱ δυνατότητες, τὰς ὁποίας κάθε χρόνο ἔχομεν εἶναι ηὐξημένες ἔναντι ἐκείνων ποὺ εἴχομεν τὸν παρελθόντα χρόνον. Κατὰ συνέπειαν ἐπαυξάνουν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Κράτους καὶ φυσικὰ ἐπαυξάνουν καὶ αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἕως πότε θὰ ἔχωμεν προϋπολογισμὸν διὰ νὰ καλύπτῃ μόνον τὰς δαπάνας τῆς ἐθνικῆς ἀμύνης, διὰ νὰ καλύπτῃ μόνον δαπάνας μισθῶν καὶ συντάξεων καὶ διὰ νὰ καλύπτῃ μόνον λογιστικὰς δαπάνας εἰς τὸν κοινωνικὸν τομέα καὶ εἰς τὸν τομέα τῆς παιδείας; Τὸ θέμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως δὲν τὸ συνδέω αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ἀποτελεῖ μέγα θέμα. Κύριε ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι ἐν ὄψει τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ συντάξετε, ὀφείλετε νὰ ἀντιμετωπίσετε σοβαρῶς τὸ πρόβλημα τῶν δαπανῶν διὰ τὴν παιδείαν καὶ διὰ τὴν κοινωνικὴν πρόνοιαν, τὰς ὁποίας ὀρθότατα ὁ προλαλήσας συνάδελφος κ. Μέρος ἀνέφερε, παρὰ τὴν ἀγανάκτησιν, ἡ ὁποία ἐσημειώθη μεταξὺ τῶν κυβερνητικῶν συναδέλφων. Ποῖα περιθώρια καὶ πῶς σκέπτεται ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ περιθώρια αὐτά, νομίζω, ὅτι δικαιοῦται ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ τὸ γνωρίζῃ πρίν, αὐτὰ ἀποτελοῦν τετελεσμένα γεγονότα. Καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ἀπευθυνόμενος πρὸς σᾶς ὡς ἐκπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅταν ὁ συνάδελφός σας ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κάμνῃ τοιαύτην δραματικὴν ἔκκλησιν ὅσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας τῆς Παιδείας, ἔκκλησιν, ἡ ὁποία κατέστη κοινὸν κτῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν τύπον, νομίζω, ὅτι ἔχω χρέος καὶ ἐλπίζω, διερμηνεύων τὰς ἀπόψεις ὅλων τῶν κ. συναδέλφων, νὰ διερμηνεύσω τὸ αἴτημα ὅπως καταστῇ δυνατὸν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1959 νὰ δώσετε οὐσιαστικώτερον περιεχόμενον εἰς τὰς δαπάνας διὰ τὴν ἐθνικὴν παιδείαν. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑπεισέλθω εἰς ἀριθμοὺς καὶ εἰς συγκεκριμένας παρατηρήσεις, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι θὰ συμφωνήσῃ καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐὰν ἀποφασίσετε νὰ χαράξετε αὐτὴν τὴν πολιτικήν, τὰ περιθώρια ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ κινηθῆτε ἀσφαλῶς θὰ τὰ εὕρετε καὶ ἐὰν δὲν κατορθώσετε νὰ ἐφαρμόσετε εἰς ἕνα χρόνον τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ συνάδελφός σας τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας, ὀφείλετε νὰ τὸ κλιμακώσετε εἰς ὀλίγα ἔτη, ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἕνα πρόγραμμα διὰ τὴν παιδείαν θὰ ἐφαρμοσθῇ μέσα εἰς ἕνα λογικὸν χρονικὸν διάστημα. Καὶ ὀφείλω ἀκόμη, κ. ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κύριοι συνάδελφοι, νὰ τονίσω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς δαπάνας διὰ τὴν κοινωνικὴν πρόνοιαν, ἐπ’ ἄπειρον, νὰ μὴ ἀντιμετωπίζωνται οὐσιαστικῶς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος. Παρῆλθον πάνω ἀπὸ δέκα χρόνια περίπου ἀπὸ τότε ποὺ τελείωσε ὁ ἀνταρτοπόλεμος. Ὁ τόπος μας εἰσῆλθεν εἰς μίαν περίοδον ὁμαλήν. Ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία σταθερῶς βαδίζει πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ Κρατικοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐξάνουν. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελῇ αἴτημα ἐπίμονον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ αὐξήσῃ κατὰ τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ τὰς δαπάνας εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφέρω, ὅλως ἐνδεικτικῶς, τὰ δύο αὐτὰ θέματα, τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει χρέος νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, τελειώνοντας, ὅτι ἀσχέτως τῶν λεπτομερειῶν τοῦ τυπικοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε νὰ εὕρῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ κατατοπίσῃ τὸ θέμα ἐπὶ τῶν προθέσεών της, ἐν ὄψει τοῦ ὑπὸ σύνταξιν προϋπολογισμοῦ καὶ θὰ ἔπρεπε ἂν θὰ ἤθελε — καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν ἀπευθύνω αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν — νὰ ἀποδεχθῇ καὶ μίαν δημοσίαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον. Θέλει ἐπερώτησιν ἢ ἄλλον τινά, ὥστε κάποτε, ἐπὶ τέλους, καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ ἀρχίσῃ ἀπασχολούμενον μὲ τὰ οὐσιαστικὰ θέματα πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ μόνα, κατὰ κύριον λόγον, τὰ προβλήματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θέλω νὰ ἐλπίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν πρότασιν θὰ πρέπει νὰ τὴν ἀποδεχθῇ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὐτὰ τὰ θέματα ἐρχόμενα πρὸς συζήτησιν, θὰ δώσουν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκφρασθῇ ἡ θέλησις ἡμῶν τῶν ἁπλῶν βουλευτῶν, ὅλων ἡμῶν κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παρακαθήμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐντολοδόχοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀσφαλῶς θὰ προκύψῃ καλλίτερος προϋπολογισμὸς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους σήμερον συντάσσωμεν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§130Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. (Ὑπ. Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι εἰς ὅλους γνωστὴ ἡ σημασία τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς μίαν ἐλευθέραν δημοκρατικὴν χώραν. Εἶναι δὲ ἐπίσης γνωσταὶ καὶ αἱ σχετικαὶ συνταγματικαὶ διατάξεις, ὅπως εἶναι δεδομένον, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται δὲν τηροῦνται αὐστηρῶς, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Καὶ πρέπει νὰ συνομολογηθῇ, ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐπαρκῆ δικαιολογίαν διὰ τὴν συνέχισιν τῆς καταστάσεως καὶ εἰς τὸ μέλλον. Οὔτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβουν ὅ,τι ἔγινεν εἰς τὸ παρελθόν, δύνανται νὰ φαντασθοῦν ἑαυτοὺς ὑπερηφάνους, διότι μιμοῦνται τακτικὴν τὴν ὁποίαν καὶ οἱ ἴδιοι καταδικάζουν. Πέραν αὐτῶν, ἡ πρᾶξις ἔχει ἀποδείξει, τοὐλάχιστον εἰς τὴν χώραν μας, ἐπὶ 100 περίπου χρόνια, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς τὸν νόμον τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας εἶναι ἀναπόφευκτος. Φαίνεται δέ, καὶ αὐτὸ ὄχι βεβαίως πρὸς παρηγορίαν τῶν βουλευτῶν τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅτι ὁμοία κατάστασις ἔχει δημιουργηθῆ καὶ εἰς τὰς ἄλλας χώρας καὶ ὅτι εἴς τινας αὐτῶν, παρέστη ἀνάγκη καὶ συνταγματικῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα, τὸ δημοκρατικόν, τὸ μεταπολεμικόν, ἔχει περιλάβει διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὴ ἡ προσωρινὴ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους ἐπὶ 6μηνον, καθ’ ὃν τρόπον λεπτομερέστερον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα τῆς Δυτικῆς Γερμανικῆς Ὁμοσπονδίας, προβλέπει ἐπίσης, διὰ ρητῆς διατάξεως, τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, βάσει νόμου, καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν χρῆσιν. Περιττεύει νὰ προσθέσω, ὅτι καὶ τὸ τελευταῖον Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ὁ Γαλλικὸς λαός, διὰ δημοψηφίσματος, περιλαμβάνει ἐπίσης διάταξιν, δυνάμει τῆς ὁποίας, ἡ Κυβέρνησις, θὰ δύναται δι’ ὁλόκληρον τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, νὰ προβῇ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται εἰδικῶς διὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν δυνηθῇ νὰ ψηφίσῃ ἐγκαίρως τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ κατάστασις αὐτὴ εἰς τὴν χώραν μας ἔχει δημιουργηθῆ ἀπὸ πολλὰ ἔτη. Τοῦτο, βεβαίως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημαίνῃ διὰ τὴν κρίσιν οὐδενός, ὅτι ἡ διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους γίνεται ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, διότι καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δημοσιεύεται καὶ ὁ ἀπολογισμὸς ἐπίσης τῆς διαχειρίσεως δημοσιεύεται. Βεβαίως, ἡ διαχείρισις δὲν γίνεται κατὰ τὸν ὀρθόδοξον συνταγματικὸν τρόπον, ἀλλὰ δὲν γίνεται καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἐθν. Ἀντιπροσωπείας. Ἐπίσης, ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις τελοῦν καὶ αἱ ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ, βασικαὶ κρατικαὶ διαχειρίσεις, ὅπως ἡ διαχείρισις τῶν καταναλωτικῶν ἀγαθῶν, τῶν ἐθνικῶν κληροδοτημάτων, τῶν Κρατικῶν Λαχείων, τοῦ λογαριασμοῦ τῆς Ἀγροφυλακῆς, τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ὁδοποιΐας, τοῦ Ταμείου Ἐποικισμοῦ κλπ. Καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τούτων, δημοσιεύονται εἰς τὸν κατατιθέμενον προϋπολογισμὸν τῶν δαπανῶν καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Προκειμένου, εἰδικῶς περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς διαχειρίσεως τῶν καταναλωτικῶν ἀγαθῶν, πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι τὸ ἄνοιγμα τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως δὲν ἀποτελεῖ καὶ πραγματικὸν ἔλλειμμα, διότι ἀντικρύζεται μὲ τὴν ἀξίαν τῶν εἰς τὰς ἀποθήκας ἀγαθῶν. Ἔπειτα θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπομνησθῇ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐκτελοῦσα τὸν προϋπολογισμόν, περιορίζεται καὶ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἡ ἰδία καταθέτει καὶ ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει τὴν εἴσπραξιν φόρων ἢ τὴν ἐπιβολὴν ὑποχρεώσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν προβλέπονται διὰ νόμου. Ἀκόμη, εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορίσῃ ὑπαλλήλους, πέραν ἐκείνων τοὺς ὁποίους προβλέπουν οἱ νόμοι, διότι κατὰ συνταγματικὴν ἐπιταγήν, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν δημιουργεῖ αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν ἔσοδα ἢ δαπάνας, οὔτε ἐπιβάλλει νέας ἐπὶ τῶν πολιτῶν ὑποχρεώσεις. Ἀποτελεῖ τὴν ἀπεικόνισιν τῆς ὑφισταμένης νομοθεσίας καὶ συνιστᾷ τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐντὸς τῶν ὑφισταμένων πλαισίων διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ πρέπει νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος νὰ ἐξέλθωμεν τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν. Προσωπικῶς δὲν ἀνησυχῶ, ὅτι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διοικοῦνται τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἶναι ἀντιδημοκρατικός. Δὲν εἶναι ὁ ὀρθόδοξος τρόπος, τὸν ὁποῖον ὅλοι μας θὰ ἠθέλαμεν. Καὶ ἀπὸ πλευρᾶς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ ἐμὲ προσωπικῶς θὰ καταβληθῇ κάθε προσπάθεια, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1959 νὰ κατατεθῇ τὸ ταχύτερον. Θὰ ἦτο εὐχὴ καὶ ἰδική μου καὶ ὑποθέτω καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, νὰ τερματισθῇ ἡ ἀνωμαλία καὶ νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον τῆς προσαρμογῆς πρὸς τὴν ὀρθόδοξον ἀρχὴν τοῦ Συντάγματός μας. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν χρειάζεται νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τοὐλάχιστον, κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν ἔχει ἀποκατασταθῆ ἡ πολιτική, ἀλλὰ κυρίως καὶ ἡ οἰκονομικὴ σταθερότης εἰς τὸν τόπον μας, ἡ ὁποία ἐκδηλοῦται καὶ διὰ τῆς σταθερότητος τῆς ἀξίας τοῦ ἐθν. νομίσματος, τῆς σταθερότητος κατὰ συνέπειαν καὶ τῆς ἀξίας τοῦ ξένου συναλλάγματος. Δεῖγμα ἡ σημερινὴ τιμὴ τῆς χρυσῆς λίρας. Ἔχει ἐξασφαλισθῆ ἐπίσης καὶ ἡ σταθερότης τῶν τιμῶν καὶ ἐμφανίζει ἡ Ἑλλάς, κατὰ μοναδικὴν περίπτωσιν, μεταξὺ ὅλων τῶν ἐλευθέρων λαῶν, τὸ μικρότερον ποσοστὸν αὐξήσεως τῶν τιμῶν, καθ’ ἣν περίοδον, ἄλλαι χῶραι ἔχουν ὕψωσιν τῶν τιμῶν κατὰ ποσοστὸν σημαντικῶς μεγαλύτερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη εἰς τὴν χώραν μας. Τὰ ἐπιτεύγματα αὐτὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς τελευταίας τριετίας, εἶχον ὡς συνέπειαν, ὅπως εἶναι γνωστόν, τὴν αὔξησιν τῶν καταθέσεων, τὴν χρηματοδότησιν ὅλων τῶν παραγωγικῶν κλάδων καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, αὔξησις ἡ ὁποία παρατηρεῖται σταθερὰ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Ὁ δημοσιονομικὸς τομεὺς προσπαθεῖ νὰ διευκολύνῃ τὴν ἄνοδον τῆς οἰκονομίας. Καὶ ἀπὸ τοῦ 1956 καὶ ἀπὸ τοῦ 1957 ἐξησφαλίσθη ἡ πραγματοποίησις τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ δημοσιονομικοῦ τομέως. Ἐξησφαλίσθη ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων ἐσόδων, ἄνευ τῆς ἐπιβολῆς νέας φορολογίας. Καὶ αὐτό, νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπομνησθῇ εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, ὡμίλησαν περὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρων, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν περίοδον φόροι δὲν ὑπεβλήθησαν. Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσθησαν τὸν παρελθόντα Αὔγουστον καὶ ἐψηφίσθησαν τὸν Σεπτέμβριον διὰ τὴν ἐπιβολὴν ἐπιβαρύνσεων ἐπὶ ὡρισμένων εἰδῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀπαραίτητα εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, δὲν εἶχον ὡς ἐπιδίωξιν τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀκριβῶς μάλιστα, προσδοκία τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπιδίωξις ἦτο νὰ μὴ αὐξηθοῦν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, διότι μόνον τότε θὰ εἶχον ἐπιτύχει τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Διότι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν δὲν ἐπεδίωξε ταμιευτικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ ἀνάσχεσιν τοῦ ρυθμοῦ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσαγωγῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἀντιθέτως, κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, ἐσημειώθησαν μειώσεις τῆς φορολογίας. Κατὰ τὸ 1957, δὶς ἐμειώθη ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἡ μείωσις αὐτή, βάσει τῶν ἐπισήμων στοιχείων, ὑπελογίσθη μὲ τὰ τότε δεδομένα εἰς 300 ἑκατ. Ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ὁλοκληρώθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1958. Κατὰ τὸ 1958, καθ’ ὃν χρόνον ἐπεζητήθη διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως ὡρισμένων εἰδῶν ἡ ἀνάσχεσις τῶν εἰσαγωγῶν, μὲ ἐνδεχομένην μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἔγινε καὶ ἄλλη μείωσις φορολογική. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίζω καὶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν φυσικῶν καὶ νομικῶν Προσώπων. Μὲ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τῶν φυσικῶν προσώπων ἀπὸ τοῦ 1959 θὰ ἔχωμεν σημαντικὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων, διότι περιορίζεται τὸ ποσὸν τῆς κακῶς λεγομένης προεισπράξεως. Ἔγινε μείωσις τῆς φορολογίας κληρονομιῶν, δωρεῶν καὶ προικῶν. Ἐλήφθησαν ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης, συνετέλεσαν εἰς τὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δίκαιον καὶ λογικόν, εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς μείωσιν τῶν φόρων καὶ εἰς μείωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ γίνεται λόγος περὶ ἐπιβολῆς, δῆθεν, φόρων καὶ περὶ αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ βάρους. Δὲν νομίζω, ἀκόμη, ὅτι ἀντέχει εἰς οἱανδήποτε συζήτησιν τὸ λεχθὲν περὶ δασμολογικῆς δῆθεν ἐπιβαρύνσεως τῶν λιπασμάτων, ἐνῷ ἀντιθέτως, ἡ Κυβέρνησις τῆς Ε.Ρ.Ε., ἐπεβάρυνε τὸν προϋπολογισμὸν χάριν τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς ἐπιδοτήσεως τῶν λιπασμάτων. Ἀντιθέτως, κατὰ τὴν αὐτὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν μειοῦνται οἱ φόροι καὶ ἐλαττοῦνται τὰ ἔσοδα, ἐξασφαλίζεται μεγαλυτέρα ἀπόδοσις, λόγῳ τῆς καλυτέρας παρακολουθήσεως τῆς εἰσπράξεως καὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων, λόγῳ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ἡ ὁποία μοιραίως ἔχει ἀντίκτυπον καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, λόγῳ τῆς περιστολῆς τῆς φοροδιαφυγῆς. Καὶ ἐξασφαλίζεται, κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, ἡ δυνατότης τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ διαθέσῃ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1956 μέχρι σήμερον καὶ μὲ τὴν πρόβλεψιν τῆς ὁλοκληρώσεως τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν τὸν παρελθόντα Ν)βριον μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1959, 1.660 περίπου ἑκατομ. δραχμῶν διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν μισθῶν καὶ τῶν συντάξεων. Διότι 920 περίπου ἑκατ. εἶχον δοθῆ κατὰ τὰ ἔτη 1956–1957, 220 ἑκατ. ἐδόθησαν ἀπὸ τὴν Ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ ἔτος 1958, καὶ 520 ἑκατ. ὡς νέα αὔξησις μισθῶν καὶ συντάξεων. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ αὔξησις αὐτὴ ἀναλυομένη εἰς ἀριθμούς, ἀπολύτους, δι’ ἕνα ἕκαστον ἐργαζόμενον ὑπάλληλον ἢ συνταξιοῦχον, ἀποδίδει μικρὰν πραγματικὴν αὔξησιν. Παραλείπουν, ὅμως, οἱ ἐπικριταὶ νὰ συλλογισθοῦν τὸν συντελεστὴν ἐπὶ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ πολλαπλασιασθῇ αὐτὴ ἡ λεγομένη μικρὰ αὔξησις τοῦ μισθοῦ καὶ τῆς συντάξεως. Διότι, ἂν ὑπελογίζετο ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν μισθωτῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν συνταξιούχων, θὰ ἐπείθετο πᾶς τις, ὅτι αὐτὴ ἡ μικρὰ κατ’ ἄτομον αὔξησις ἔχει μεγάλην καὶ ὀδυνηρὰν συνέπειαν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1955–56 εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς οἰκονομικῆς καὶ δημοσιονομικῆς δραστηριότητος τῆς Χώρας, ἐσυνεχίσθησαν μὲ τὸν ἴδιον ρυθμὸν καὶ εἰς μεγαλυτέραν ἔκτασιν καὶ κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1957. Ὡς προϋπόθεσις τῆς καταρτίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἐτάχθη ἡ πλήρης ἰσοσκέλισις αὐτοῦ εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ διάθεσις κεφαλαίων διὰ τὴν χρηματοδότησιν τοῦ προγράμματος τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων κατὰ ποσὸν ἴσον πρὸς τὴν χορηγηθησομένην τότε στρατιωτικὴν βοήθειαν καὶ ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ ὅλου δημοσιονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, κύρια χαρακτηριστικὰ τοῦ ὁποίου εἶναι περιορισμὸς τοῦ φορολογικοῦ βάρους, ἰδίᾳ τῶν μικρῶν καὶ μεσαίων εἰσοδημάτων, ἡ ἐξασφάλισις φορολογικῆς δικαιοσύνης, ἡ περιστολὴ τῆς φοροδιαφυγῆς. Ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1957 διαπιστοῦται, ὅτι ἡ αὐστηρὰ ἐφαρμογὴ τοῦ προγράμματος τούτου εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως αὔξησιν τῶν ἐσόδων, ἥτις ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πλὴν ἄλλων διαρρυθμίσεων, τὴν μείωσιν τῶν ἐσόδων κατὰ 300 ἑκατ. περίπου ἐτησίως ἀπὸ τοῦ οἰκον. ἔτους 1958, ὡς λεπτομερῶς ἐξέθεσα καὶ εἰς δηλώσεις μου κατὰ τήν, κατὰ μῆνα Ἰούλιον, γενομένην κατάθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους 1958. Πλήρη ἀπόδειξιν τῶν ἀνωτέρω παρέχει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χρήσεως 1957, ἥτις ἀφοῦ ἀνταπεκρίθη εἰς ὅλους τοὺς προκαθορισθέντας σκοπούς, ἀφῆκε τελικῶς τὸ περίσσευμα τῶν 8 ἑκατομ. δραχμῶν. Βάσιν τῶν προβλεπομένων ἐπὶ τῶν ἐσόδων τοῦ ἐκτελουμένου προϋπολογισμοῦ τοῦ οἰκον. ἔτους 1958 ἀπετέλεσεν ἡ ἀπόδοσις τῶν ἐσόδων τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐν συναρτήσει βεβαίως καὶ πρὸς τοὺς λοιποὺς προσδιοριστικοὺς τῶν ἐσόδων παράγοντας, ὡς εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, ὁ ρυθμὸς τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητος, ἡ γενομένη τὸ 1957 καὶ ἀπὸ τοῦ 1958 ἀρξαμένη, μείωσις τῶν συντελεστῶν τῆς φορολογίας, ὡς καὶ αἱ γενόμεναι κατὰ τὸ 1958 φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις. Τὸ ὕψος τῶν δαπανῶν καθωρίσθη ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῶν πραγματοποιηθησομένων ἐσόδων, τῶν πραγματικῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῶν ἐπιτρεπομένων ὁρίων, ἅτινα, κατὰ τὸ δημοσιονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως θὰ καταστήσουν δυνατὴν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ διὰ τὸ 1958 ηὐξημένου προγράμματος τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων.
| Ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς 1958 προ- | ||
| βλέπει σύνολον ἐσόδων ἐξ ἑλληνικῶν πη- | ||
| γῶν (πλὴν τῶν εἰδικῶν ἐσόδων ἐξ ἐπεν- | ||
| δύσεων) | Δρχ. | 13.856.000.000 |
| καὶ σύνολον πληρωμῶν, μετὰ τὴν ἀφαίρε- | ||
| σιν τῶν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως ἐνα- | ||
| πομενόντων ἀδιαθέτων ὑπολοίπων τῶν | ||
| πιστώσεων | Δρχ. | 13.006.000.000 |
| ἤτοι καταλείπει διαθέσιμον ποσὸν | Δρχ. | 850.000.000 |
Τὸ προβλεπόμενον τοῦτο διαθέσιμον ποσὸν θέλει ἀφιερωθῆ ἐξ ὁλοκλήρου διὰ τὴν χρηματοδότησιν τοῦ κατὰ τὸ 1958 προγράμματος δημοσίων ἐπενδύσεων, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὁποίου προβλέπεται εἰς τὸ ὕψος τῶν δραχμῶν 2.560 ἑκατομ. Ἐν συμπεράσματι, ἡ κατὰ τὸ οἰκον. ἔτος 1958 ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ, χάρις εἰς τὰ ληφθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα καὶ τὴν προσπάθειαν πατάξεως τῆς φοροδιαφυγῆς μετὰ τῆς ἐντονωτέρας ἐπιδιώξεως τῆς εἰσπράξεως, παρὰ τὴν καὶ κατὰ τὸ οἰκον. τοῦτο ἔτος νέαν διαρρύθμισιν τῶν φορολογιῶν καὶ τὴν ἐντεῦθεν μείωσιν τῶν ἐσόδων, προδικάζει τὴν κάλυψιν τοῦ κατὰ τὴν κατάρτισίν του ἐξαγγελθέντος δημοσιονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ κατατιθεμένου εἰς τὴν Βουλὴν πίνακος μεταβολῶν τῶν πιστώσεων, ἐνῷ οὐδεμία οὐσιώδης ἀλλαγὴ ἐπέρχεται εἰς τὸ ἀρχικῶς σχεδιασθὲν πρόγραμμα, ἐπιδιώκεται ἡ ὁμαλωτέρα λειτουργία τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τοῦ δημοσιονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἐσωτερικῆς διαρρυθμίσεως τῶν πιστώσεων τῶν Ὑπουργείων, ἢ ἐνισχύσεως τῶν ἐν τῇ πράξει καταδειχθεισῶν ὡς ἀνεπαρκῶν καὶ τὴν κάλυψιν ἐκτάκτων τινῶν ἀναγκῶν διὰ τῆς διαθέσεως μέρους τῶν ἀποθεματικῶν. Ἡ πρόοδος τῆς ἀναπτυσσομένης ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ὅπως ἦτο φυσικόν, ἔσχε τὴν ἐκδήλωσιν αὐτῆς καὶ ἐπὶ τοῦ δημοσιονομικοῦ τομέως κατὰ τὸ λῆγον ἔτος 1958. Αἱ προβλεφθεῖσαι ἐν τῷ συνόλῳ των ἐξ ἑλληνικῆς πηγῆς εἰσπράξεις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπραγματοποιήθησαν ἐν τῷ συνόλῳ. Τὰ κατὰ τὸν παρελθόντα Αὔγουστον ἐγκριθέντα προστατευτικὰ τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος μέτρα μικρὰν ἔσχον εἰς βάρος τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων ἐπίδρασιν καὶ τοῦτο διότι αἱ ἀπὸ τοῦ μηνὸς τούτου εἰσαγωγαὶ ἐκινήθησαν βάσει τῶν πρὸ αὐτοῦ ἀνοιγεισῶν πιστώσεων. Ταύτην ἐξουδετέρωσεν ἡ ἀπρόβλεπτος καὶ πέραν τῆς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη πραγματοποιηθείσης, εἰσαγωγὴ ζακχάρεως. Ἡ ἐπιτυχὴς διαχείρισις τῶν δημοσίων δαπανῶν κατέστησε δυνατὴν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διὰ δευτέραν φορὰν ἐντὸς τοῦ 1958, νέαν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου βελτίωσιν τῶν ἀποδοχῶν καὶ συντάξεων ὁλοκληρωθησομένην, ὡς γνωστόν, ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1959, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν κατὰ 200 περίπου ἑκατομ., πέραν τῆς ἐξ 850 ἑκατομμ., ἀρχικῶς προβλεφθείσης, χρηματοδότησιν ἐξ ἑλληνικῶν πόρων τοῦ προγράμματος τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων. Σημαντικὴ χρηματοδότησις τοῦ προγράμματος τούτου τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀντιμετωπίζεται καὶ διὰ τὸ ἀρχόμενον νέον οἰκονομικὸν ἔτος 1959, παρὰ τὴν ἐπιβάρυνσιν αὐτοῦ διὰ τῆς ἐκ 400 ἑκατομ. δαπάνης ἐκ τῆς βελτιώσεως τῶν ἀποδοχῶν καὶ συντάξεων καὶ παρὰ τὴν ἀπώλειαν ἐσόδων 300 ἑκατ. περίπου ἐκ τῆς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεώς του ἐφαρμοζομένης νέας διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κληρονομιῶν, ἰδίᾳ δὲ τῆς μειώσεως τοῦ ποσοστοῦ τοῦ προκαταβαλλομένου φόρου εἰσοδήματος τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς προεισπράξεως. Ἡ μείωσις αὕτη διὰ τὸ μὲν 1959 κατέρχεται ὡς γνωστὸν ἀπὸ 75% εἰς 62,5%, ἀπὸ δὲ τοῦ 1960 εἰς 50% τοῦ φόρου διὰ τὰ ἐντὸς τοῦ ἔτους κτώμενα εἰσοδήματα. Τὰς δυνατότητας ταύτας θὰ διαθέσῃ ὁ νέος Προϋπολογισμὸς καὶ διὰ τῆς συνεχίσεως τοῦ περιορισμοῦ τῶν καταναλωτικῶν δαπανῶν του, ὅπου οὗτος εἶναι δυνατὸς καὶ δικαιολογημένος καὶ ἐκ τῶν πόρων τῆς ἐτησίας προοδευτικῆς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὁποίας κατευθύνεται ἡ γενικὴ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας θεμελιοῦν τὴν σταθερότητα τοῦ νομίσματος, τῶν τιμῶν καὶ τὴν ἐπιδιωκομένην σὺν τῷ χρόνῳ δημοσιονομικὴν αὐτάρκειαν. Ταύτην τὴν ἐπιδίωξιν ὑπηρετοῦσα ἡ Κυβέρνησις, δὲν παραλείπει παραλλήλως τῶν ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ὑφισταμένων δυνατοτήτων ἱκανοποίησιν καὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν τῆς πολιτείας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, τὴν ἀσφάλισιν τῆς ὑγείας τοῦ ὁποίου τὸ πρῶτον καθιέρωσεν ἡ Κυβέρνησις τῆς ΕΡΕ. Νομίζω, ὅτι μόνον αὐτὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν τὴν δικαιολογίαν ὅλων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐμπιστευθοῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προσωρινήν, κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Διότι εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὰ μεταπολεμικὰ ἔτη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζεται ἡ συμμετοχὴ τῶν Ἑλληνικῶν πηγῶν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τόσον σημαντικοῦ ποσοῦ 1.100 περίπου ἑκατομμυρίων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος ἐπενδύσεων. Τὸ πρόγραμμα ἐπενδύσεων τοῦ 1959 ὄχι μόνον δὲν θὰ ὑπολείπεται ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖται καὶ πραγματοποιεῖται κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὅπως ἀπέδειξαν οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἔδωσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, προηγουμένως, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀλλὰ θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ εἶναι εὐρύτερον ἀπὸ τὸ συμπληρούμενον κατὰ τὸ ἔτος 1958 καὶ τοῦτο, χωρὶς νὰ συνυπολογισθῇ ἡ δυνατότης, τὴν ὁποίαν μᾶς παρέχει ἡ συμφωνία μετὰ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Αὐταὶ εἶναι αἱ διαπιστώσεις τῆς δημοσιονομικῆς διαχειρίσεως μέχρι σήμερον καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ προοπτικὴ τῆς δημοσιονομικῆς διαχειρίσεως, διὰ τὸ ἐπερχόμενον ἔτος 1959. Θὰ παρακαλέσω, κ. συνάδελφοι, νὰ δεχθῆτε τὸ Νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη μὲ διόρθωσιν εἰς τὸ στοιχεῖον βʹ τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀποδεχόμενος τὴν εὐχὴν τῆς μειοψηφίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δεχθῶ τὸν περιορισμὸν τῶν δωδεκατημορίων, βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ 1958, εἰς 4. Νομίζω, ὅμως, ὅτι καὶ ἡ μειοψηφία δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητος διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κινηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ νὰ γίνῃ διαχείρισις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Φόροι, νέα βάρη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθοῦν, ἐὰν δὲν λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, βεβαίως, ὅτι εἰς τὴν διάρθρωσιν τοῦ σκέλους τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἔχει εὐχέρειαν. Εἰς τὰ ἔξοδα ὑπάρχει τὸ περιθώριον τῆς κατανομῆς καὶ τῆς προτάξεως τῶν διαφόρων δαπανῶν. Προκειμένου ὅμως, περὶ τῶν ἐσόδων δὲν εἶναι δυνατὴ οὐδεμία ὑπέρβασις ἐκείνου, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι οἱ ἰσχύοντες ἔχουν καθιερώσει. Οὔτε ὀλιγώτερα, οὔτε περισσότερα, ἐκείνων τὰ ὁποῖα προβλέπει ἡ νομοθεσία εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξουν αἱ Ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Μὲ τὰς σκέψεις ταύτας παρακαλῶ νὰ υἱοθετήσετε τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου;
§132ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1959». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1.
§134ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. (Ἀκολούθως ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀντικατασταθεισῶν τῶν λέξεων «ἕξ (6)» διὰ τῶν λέξεων «τέσσαρα (4)», ὡς ἐπίσης ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3, 4 καὶ 5 ὡς ἔχουν). Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ὡς ἄνω σχέδιον νόμου καὶ εἰς τὸ σύνολον;
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη τὸ σχέδιον «περὶ προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1959». Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30 μ.μ. μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.05′ μ.μ.)