1958.12.08
2.322 στίχοι · 16.765 λέξεις · 84 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25η
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 1958
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ βουλευτὴς κ. Τ. Δρούλιας, ζητεῖ 7ήμερον ἄδειαν ἀπουσίας, προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν, τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Εὐστρατιάδης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Σ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου (Ὑπ. Οἰκονομικῶν), καταθέτει α) μεταβολὰς ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος τὴν 26.7.1958 Προϋπολογισμοῦ ἔτους 1958 γενομένας ἀπὸ τῆς καταθέσεώς του μέχρι τῆς 30 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. καὶ β) σχέδιον νόμου «περὶ παροχῆς νοσοκομειακῆς καὶ ἰατροφαρμακευτικῆς περιθάλψεως εἰς τοὺς πολιτικοὺς συνταξιούχους τοῦ Δημοσίου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Ζίγδης, Ν. Ἔξαρχος, Ν. Μπακόπουλος, Ι. Τούμπας, Θ. Δεσύλλας, Δ. Κωστῆς, Σ. Κωστόπουλος, Ι. Γιαννόπουλος, Ν. Ζορμπᾶς, Δ. Παπαμιχαλόπουλος, Σ. Ἀλλαμανῆς, Μ. Στεφανίδης, Κ. Ταλιαδούρης, Α. Δερδεμέζης, Θ. Δοδόπουλος, Κ. Μητσοτάκης, Ι. Ὀρφανός, Γ. Μαῦρος καὶ Ε. Κοθρῆς, καταθέτουσι, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος, πρότασιν νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἄρθρου 19 τοῦ Ν. Δ. 3913)1958 «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ὁρίου ἡλικίας διατάξεων τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὀργανισμῶν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως καὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως συνταξιοδοτικῶν τινῶν διατάξεων καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ὑπουργείων καὶ τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Κάβδας, Θ. Μπάρμπας, Ν. Ρηγόπουλος, Ι. Σπηλιόπουλος, Κ. Βενέτης, Μ. Μυριδάκης, Σ. Μακρόπουλος, Χ. Πιπιλῆς, Π. Κλῆς καὶ Π. Λιαροῦτσος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 971)1949 «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς Ὁμάδας κλπ.», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Κάβδας, Ι. Λαυρεντίδης, Α. Μητακίδης, Θ. Δούκας, Θ. Μπάρμπας, Τ. Μιχαηλίδης, Ι. Πωλιουδάκης καὶ Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 971)1949 «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς Ὁμάδας κλπ.», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Κάβδας, Θ. Δούκας, Θ. Μπάρμπας, Τ. Μιχαηλίδης, Ι. Πωλιουδάκης καὶ Θ. Παπαπαναγιώτου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 971)1949 «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς Ὁμάδας κλπ.», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Παπαδογιάννης καὶ Π. Βαρδινογιάννης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 971)1949 «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς Ὁμάδας κλπ.», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Λιαροῦτσος, Α. Μίχας καὶ Ν. Ρηγόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 971)1949 «περὶ ἀπονομῆς ἠθικῶν ἀμοιβῶν εἰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς Ὁμάδας κλπ.», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη μεταγενεστέρως». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων ἀφορωσῶν τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Δρούλιας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων περὶ Κορινθιακῆς Σταφίδος καὶ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σπηλιόπουλος, Α. Κολουμπᾶς, καὶ Δ. Παπαθανασόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων περὶ Κορινθιακῆς Σταφίδος καὶ Αὐτονόμου Σταφιδικοῦ Ὀργανισμοῦ». Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Γ. Βαλοῦρδος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Νέων Λιοσίων, αἰτούντων τὸν διορισμὸν δημοδιδασκάλων εἰς τὸ Δημοτικὸν Σχολεῖον των. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Κοκκέβης, καταθέτει ἀναφορὰν χιλίων πορτοκαλλοπαραγωγῶν Καλαμῶν, αἰτούντων τὴν πριμοδότησιν πορτοκαλλίων, τὴν κατάργησιν Κοινοτικοῦ φόρου 3% ἐπὶ τῶν πορτοκαλλίων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἰσραηλιτικῆς Κοινότητος Ἀθηνῶν, διαμαρτυρομένης διὰ μελετωμένην ἀπόλυσιν τοῦ ἐγκληματίου πολέμου Μὰξ Μέρτεν καὶ αἰτούσης ἄμεσον παραπομπὴν τούτου εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐφημερίδος «ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΥΠΟΣ», διαμαρτυρομένης δι’ ἀδικαιολόγητον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου πολεμικὴν εἰς βάρος αὐτῆς, ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως ἀποκλείσῃ ταύτην ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἰσολογισμῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐξωραϊστικοῦ Συλλόγου Σεπολίων «ἡ Ἀναγέννησις», αἰτοῦντος τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐργοστασίου «ΑΤΛΑΣ» ἐκ τῆς περιφερείας του. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Λασκαρίδης, Κ. Κωνσταντάρας, Ν. Σκοπούλης καὶ Μ. Χριστογιώργος, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Ἰσραηλιτικῶν Κοινοτήτων Καβάλας καὶ Ἰωαννίνων, διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην ἀπόλυσιν Μὰξ Μέρτεν ἐγκληματίου πολέμου καὶ αἰτούντων ἄμεσον παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως Περιπτεριούχων, διαμαρτυρομένης δι’ ἀποφασισθεῖσαν ἀπομάκρυνσιν περιπτέρων ἐξ ὡρισμένων θέσεων τῆς περιφερείας τοῦ Δήμου Ἀθηναίων διὰ λόγους ἐξωραϊστικοὺς καὶ κυκλοφοριακοὺς καὶ αἰτούσης ὅπως ὑποχρεωθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀνεγειρομένων οἰκοδομῶν, ὧν ἔμπροσθεν ὑπάρχουν περίπτερα νὰ ἐγκαταστήσωσιν ταῦτα ἐντὸς καὶ εἰς ἓν ἄκρον τῶν προσόψεων τῶν ἐν λόγῳ οἰκοδομῶν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Χιωτάκης καὶ Ι. Κοντουδάκης, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων πόλεως Χανίων, αἰτούντων λήθην διὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατάπαυσιν διωγμῶν ἐναντίον πολιτικῶν ἀντιπάλων Κυβερνήσεως. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Δ. Βρανόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Βομβοπλήκτων Πατρῶν, αἰτούσης τὴν ψήφισιν νόμου περὶ ἀποζημιώσεως βομβοπλήκτων. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Η. Τσιριμῶκος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐπαγγελματιῶν Ὑποδηματοποιῶν Δομοκοῦ– Φθιώτιδος, αἰτούντων τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐμπορίας τῶν ὑποδημάτων — ἐλαστικῶν καὶ ἑτοίμων ὑπὸ τῶν μεγαλεμπόρων. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Καλλιδόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀγελαδοτροφικῶν Συνεταιρισμῶν Θεσσαλονίκης «Ὁ Ἅγιος Μόδεστος», αἰτούσης τὴν ψήφισιν νόμου θεσπίζοντος τὴν ὑποχρεωτικὴν διάθεσιν παστεριωμένου γάλακτος.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Δεκτὸς εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν καὶ ψήφισιν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς χρήσεως 1959;
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτός, δεκτός.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸς εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν καὶ ψήφισιν ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς χρήσεως 1959. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁρίου ἡλικίας τοῦ προσωπικοῦ ΥΠΑ».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ὁρίου ἡλικίας τοῦ προσωπικοῦ ΥΠΑ». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1621)1.8.1955 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1621)1.8.1955 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ὑπουργείων καὶ τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν». Ὁ ἐκ τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας κ. Π. Λιαροῦτσος, ἔχει τὸν λόγον.
§12Π. ΛΙΑΡΟΥΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις ἐπισημαίνουσα τὰ ἐπίμαχα θέματα τοῦ κρατικοῦ Ὀργανισμοῦ ἔλαβε μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία τὴν τιμᾷ, καὶ ἔρχεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου νὰ θεμελιώσῃ μίαν νέαν κατάστασιν εἰς τὸν κρατικὸν ὀργανισμόν. Οὐδενὸς διαφεύγει τὴν προσοχὴν τὸ εὖρος καὶ τὸ πολυσχιδὲς καὶ πολυποίκιλον τοῦ ἔργου τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν ἐποχήν μας. Τὸ Κράτος δίδει συνεχῶς τὸ παρὸν εἰς πᾶσαν σχέσιν τοῦ πολίτου ἀπὸ τῆς γεννήσεώς του μέχρι τοῦ ἐνταφιασμοῦ του, ἀλλὰ καὶ πέραν τοῦ τάφου. Παρεμβαίνει καὶ εἰς σχέσεις ἰδιωτῶν πρὸς τὸ Κράτος καὶ εἰς πράξεις ἀναγομένας εἰς τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι ρυθμίζουν τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας εἰς τὸ μέλλον. Ἡ Παιδεία, αἱ Τέχναι, ἡ Ἐκκλησία, ἡ Γεωργία, ἡ Βιομηχανία ἀποτελοῦν ἀντικείμενα μελέτης ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ ρυθμίσεως τῶν ἐξ αὐτῶν δημιουργουμένων σχέσεων. Ἀτυχῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα ἱκανοποιημένοι συλλήβδην καὶ οἱ πολῖται καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι πλησιάζομεν περισσότερον, ἔχομεν μεγαλυτέραν ἐπαφὴν μὲ τὸν κρατικὸν μηχανισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα ἱκανοποιημένοι μὲ τὸν ρυθμόν, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργάζεται, μὲ τὸν ὁποῖον κινεῖται καὶ ἀποδίδει. Καὶ τοῦτο, διότι αἱ ἐξουσίαι εἶναι συγκεντρωμέναι εἰς τὸ κέντρον καὶ παρίσταται ἀνάγκη, πολλάκις, λεπτομερειακὰ θέματα, ἀσήμαντα ἴσως θέματα, νὰ ἔρχωνται εἰς τὸ κέντρον πρὸς ρύθμισιν καὶ πρὸς λύσιν καὶ ἑπομένως ὄχι μόνον νὰ μεσολαβῇ ἱκανὸς χρόνος, ἀλλὰ καὶ ταλαιπωρία τοῦ πολίτου καὶ πολλάκις καὶ ἔλλειψις κατανοήσεως, ἔλλειψις ἀμέσου ἐπαφῆς καὶ ἀντιλήψεως τοῦ θέματος. Τοῦτο τὸ γεγονός, ἡ ἀνάγκη δηλαδὴ τῆς ἀποκεντρώσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ἀνάγκη τῆς στροφῆς τῆς προσοχῆς τῆς πολιτείας εἰς τὴν περιφέρειαν, ὅπως εἴπομεν, ἔχει ἀπὸ μακροῦ ἐπισημανθῆ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐξηγγέλθη ἀπὸ διαφόρους Κυβερνήσεις. Τὸ πρῶτον, ὅμως, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπιχειρεῖ αὐτὸ τὸ τολμηρὸν βῆμα καὶ προητοίμασε καταλλήλως τὸ ἔδαφος, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημερινὸν σχέδιον νόμου, ποὺ ἀποτελεῖ πλαίσιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ρυθμισθοῦν τὰ ἐπὶ μέρους μεγάλα αἰτήματα τῆς διαρθρώσεως τῆς κρατικῆς μας μηχανῆς. Οὕτως, ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου, κατήρτισεν ἡ Κυβέρνησις μίαν ἐπιτροπήν, ἀπαρτισθεῖσαν ἀπὸ ἀνωτάτους κρατικοὺς λειτουργούς, ἀπὸ διακεκριμένους ἐπιστήμονας δημοσιολόγους, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ ΑΣΔΥ, ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς ΑΔΕΔΥ, ἡ ὁποία ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη τοῦ ὅλου θέματος τῆς ἀναμορφώσεως τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ καὶ κατέληξεν εἰς ὡρισμένα γενικὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα, ὑπὸ τὴν μορφὴν γενικῶν ἀρχῶν, πλαισιώνουν τὸ παρὸν σχέδιον νόμου. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν αὐτὸ σχέδιον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον πρέπει πολλὰ νὰ προσδοκῶμεν, ὅταν θὰ λάβῃ τὴν μορφὴν τοῦ νόμου, προβλέπει κατὰ πρῶτον λόγον τὴν διάρθρωσιν, τὴν πλήρη ἀναμόρφωσιν τῶν δημοσίων πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδοθοῦν ἐφ’ ἅπαξ καθ’ Ὑπουργεῖον ἢ ἀκόμη καὶ καθ’ ὑπηρεσίαν ἑνὸς Ὑπουργείου, ἐὰν αὐτὸ ἔχῃ ἐκτεταμένον πεδίον δράσεως. Ὁ σκοπὸς εἶναι, ὅπως ἐπιτευχθῇ ὀρθολογιστικὴ διάρθρωσις τῆς λειτουργίας τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ὥστε νὰ ἀνταποκριθῇ ταχύτερον καὶ δικαιότερον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ. Διὰ τῶν Βασιλικῶν αὐτῶν Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ καταρτισθοῦν ἐφ’ ἅπαξ καὶ ἕκαστον τῶν ὁποίων θὰ ἀφορᾷ τὸν ὀργανισμὸν ἑνὸς ἑκάστου Ὑπουργείου, θὰ ἐπιδιωχθῇ, ὥστε εἰς τὸ Κέντρον νὰ παραμείνῃ μόνον ἡ ἐπιτελικὴ ἐργασία. Τὸ Κέντρον θὰ ἀσχολῆται τοῦ λοιποῦ μόνον μὲ τὴν κατάρτισιν ἑνὸς προγραμματισμοῦ καὶ μὲ τὴν παρακολούθησιν τῆς καλῆς ἐκτελέσεώς του ἀπὸ τὰ περιφερειακὰ ὄργανα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν πλέον λεπτομερειακὰ θέματα μεμονωμένα, τῶν ὁποίων ἡ ἐπίλυσις θὰ ἦτο ἐφικτὴ εἰς τὰς ἐπαρχίας, νὰ ἔρχωνται πρὸς λύσιν εἰς τὸ Κέντρον καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ταλαιπωρῆται ὁ πολίτης ἢ ὁμάδες πολιτῶν. Παραλλήλως, διὰ τῶν αὐτῶν διαταγμάτων, θὰ γίνῃ μία ἀναδιάρθρωσις τῶν ὑπηρεσιῶν, ὥστε νὰ καταργηθοῦν περιτταὶ ὑπηρεσίαι ἢ νὰ συγχωνευθοῦν ὁμοειδεῖς ὑπηρεσίαι ἢ νὰ ἀνασυσταθοῦν ὑπηρεσίαι ἀνταποκρινόμεναι πληρέστερον εἰς τὰ ἐπὶ μέρους θέματα. Ἐπίσης ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὸ ὅτι, ἕνα συγκεκριμένον θέμα νὰ μὴ ἅπτεται πολλῶν Ὑπουργείων, δηλαδὴ ἕνα Ὑπουργεῖον καὶ μόνον νὰ εἶναι ἁρμόδιον διὰ τὴν ἐπίλυσιν ἑνὸς θέματος, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ παρατηρῆται τὸ περίεργον φαινόμενον, 2 καὶ 3 Ὑπουργεῖα νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὸ αὐτὸ θέμα καὶ νὰ ἀπαιτῆται ἡ παρέμβασις καὶ τῶν 3 Ὑπουργείων διὰ τὴν ἐπίλυσίν του. Ἐπίσης, σκοπεῖται ἡ κατάργησις τῶν ποικιλωνύμων καὶ πολυαρίθμων συμβουλίων καὶ ἐπιτροπῶν, τὰ ὁποῖα θὰ διατηρηθοῦν μόνον ἐκεῖ ὅπου πράγματι αἱ ἀνάγκαι ἀπαιτοῦν τὴν ρύθμισιν ἑνὸς θέματος ἀπὸ συλλογικὸν ὄργανον, ἐξαιρουμένων, βεβαίως, τῶν ὑπηρεσιακῶν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα θὰ διατηρηθοῦν. Παραλλήλως, θὰ γίνῃ μία ἐκλογίκευσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὰς ἀνάγκας μιᾶς συγκεκριμένης ὑπηρεσίας, ὥστε οἱ ὑπεράριθμοι θὰ ἀπορροφηθοῦν ἀπὸ ἄλλας ὑπηρεσίας, ἢ ἐὰν τυχὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων μιᾶς ὑπηρεσίας εἶναι ἀνεπαρκής, νὰ συμπληρωθῇ ἀπὸ ὑπαλλήλους ἄλλης ὑπηρεσίας, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ὁ λελογισμένος ἀριθμὸς ὑπαλλήλων δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τοιουτοτρόπως θὰ ἀνταποκρίνεται καλλίτερον εἰς τὴν ἀποστολήν της. Ἐπίσης, θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἑνοποίησις τῶν κλάδων τοῦ προσωπικοῦ, ὅπου εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ. Τὰ διατάγματα αὐτά, ὅπως εἶπον καὶ ἐν ἀρχῇ, ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδόμενα, θὰ ἀφοροῦν ἕνα ἕκαστον τῶν Ὑπουργείων. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἕνα Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγαλυτέραν εὐρύτητα καὶ σημασίαν καὶ θὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ καταρτισθῇ χωριστὸς Ὀργανισμὸς διὰ μίαν ὑπηρεσίαν, πέραν τοῦ Γενικοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τότε θὰ συντάσσεται καὶ θὰ καταρτίζεται καὶ τοιοῦτος Ὀργανισμός. Λαμβάνεται ὅμως πρόνοια, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὥστε ἡ ἀναμόρφωσις τῶν ὑπηρεσιῶν, ἡ κατάργησις συμβουλίων καὶ ἐπιτροπῶν νὰ μὴ ἐπιφέρῃ μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, οὔτε ἀκόμη καὶ ὑποβιβασμὸν αὐτῶν, ἀλλὰ οὔτε καὶ προαγωγάς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ προκύψουν δαπάναι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου αὐτοῦ συστήματος διαρθρώσεως τῆς Κρατικῆς Μηχανῆς. Διὰ τοῦ αὐτοῦ σχεδίου νόμου, προβλέπεται ἡ ἵδρυσις μιᾶς κεντρικῆς ἐπιτροπῆς ἀναδιοργανώσεως δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἡ ὁποία θὰ ἑδρεύῃ παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ὁποία θὰ ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀνωτάτους δημοσίους λειτουργοὺς ἢ καθηγητὰς Πανεπιστημίου, δημοσιολόγους, καὶ ἡ ὁποία θὰ καταρτίσῃ τὴν γενικὴν ἐπιτελικὴν μελέτην τῆς ὅλης ἀναμορφώσεως τοῦ κεντρικοῦ μηχανισμοῦ. Παραλλήλως, θὰ ἱδρυθοῦν τριμελεῖς ἐπιτροπαὶ ἀνὰ Ὑπουργεῖον, αἱ ὁποῖαι ὑποχρεωτικῶς θὰ ἔχουν ὡς μέλη ἕνα ἐκ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἕνα ἀνώτατον ὑπάλληλον, εἰς τρόπον ὥστε, ὁ ἐκ τῆς Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς προερχόμενος, νὰ εἶναι ὁ φορεὺς τοῦ πνεύματος τοῦ κρατοῦντος εἰς τὴν Κεντρικὴν Ἐπιτροπήν, ὁ δὲ ἀνώτατος δημόσιος λειτουργὸς νὰ εἶναι ὁ φορεὺς τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν αἰτημάτων καὶ τῶν ἀπαιτήσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἔχουν αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει. Ἐπίσης, θὰ ἀποβλέψῃ ἡ ἀναδιάρθρωσις αὐτὴ εἰς τὴν ἑνοποίησιν τῶν ἐπὶ μέρους ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν εἰς τὸ αὐτὸ ζήτημα, διὰ τῆς μεταφορᾶς ὁλοκλήρου τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Ὑπουργείου εἰς τὸ ἄλλο καὶ συγχρόνως καὶ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι συναπαρτίζουν τὸ ὄργανον αὐτό, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελε κριθῇ, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ὑπερβολικός, θὰ μειωθῇ, χωρὶς οἱ ὑπάλληλοι νὰ χάσουν τὴν θέσιν των. Περὶ αὐτοῦ, καθορίζεται ρητῶς ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ νόμου. Παραλλήλως, διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, θὰ δύνανται τοῦ λοιποῦ νὰ συγχωνεύωνται, νὰ ἱδρύωνται, νὰ συνίστανται ἢ νὰ καταργοῦνται ὑπηρεσίαι, τῶν ὁποίων ἐκρίθη ὅτι τὸ ἔργον εἶναι βεβαρυμένον ἢ ὅτι ἔπαυσε ὑπάρχον, χωρὶς τοῦτο νὰ θίγῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων. Τέλος, διὰ τοῦ αὐτοῦ σχεδίου νόμου, προβλέπεται ὁ διαχωρισμὸς τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων εἰς δύο Ὑπουργεῖα. Τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, μὲ ἀντιστοίχους δύο θέσεις ὑφυπουργῶν, διότι, ὄντως, οἱ τομεῖς καὶ τὰ ἀντικείμενα, μὲ τὰ ὁποῖα ἀσχολεῖται τὸ νῦν ὑπάρχον Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων, εἶναι τόσον ἐκτεταμένοι, ὥστε νὰ χρήζουν —κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν υἱοθετῶ καὶ ἐγὼ— ἑνὸς ἐπιμερισμοῦ. Ὡσαύτως, παρέχεται ἡ δυνατότης εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ μεταβιβάζῃ ὡρισμένας ἁρμοδιότητας ποὺ ἔχει εἰς ἑτέρους ὑπουργοὺς ἢ ὑφυπουργούς, καὶ νὰ ρυθμίζῃ ὡρισμένα θέματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν διαμόρφωσιν καὶ τὴν σύνθεσιν τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, δημιουργεῖται μία δαπάνη, λόγῳ ἱδρύσεως 10 νέων θέσεων, πρὸς κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου. Τὸ παρὸν σχέδιον νόμου, ὅπως εἶπον, ἀποτελεῖ ἕνα πλαίσιον βασικῶν ἀρχῶν, βάσει τῶν ὁποίων θὰ κινηθῇ καὶ θὰ λειτουργήσῃ ἡ Κεντρικὴ Ἐπιτροπὴ ἀναδιοργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, καθὼς καὶ αἱ ἐπὶ μέρους Ἐπιτροπαί, αἱ τριμελεῖς καθ’ Ὑπουργεῖα. Ἐπ’ αὐτοῦ ἠγέρθησαν ὡρισμέναι ἀντιρρήσεις, ἰδίως εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, περὶ τοῦ ὅτι, ἐνδεχομένως, θὰ ἔπρεπε, πρῶτον, νὰ μελετηθοῦν οἱ Ὀργανισμοὶ καὶ κατόπιν νὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν καὶ ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν, διότι, οὕτως, ἐκρίθη, ὅτι θὰ ἦτο μία παραχώρησις, ἐκ μέρους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, μέρους τῶν ἐξουσιῶν της εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ὑποστηριχθὲν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπό τινων συναδέλφων, θεωρεῖται ἀκριβές. Διότι, ὅταν παρέχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν δυνατότητα νὰ ρυθμίζῃ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας καὶ τὰς σχέσεις μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ νὰ ρυθμίζῃ βασικὰ θέματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ οἰκονομικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἅπτονται τοῦ μέλλοντος αὐτοῦ τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναμόρφωσιν τοῦ Κρατικοῦ Μηχανισμοῦ, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ οὗτος εἰς τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας καὶ ἀπαιτήσεις τῆς ζωῆς. Κύριοι συνάδελφοι, αὐτὰ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ σημασία εἶναι τεραστία, διότι σκοπεῖται πράγματι ἡ ἀναμόρφωσις τοῦ Κρατικοῦ Μηχανισμοῦ μας, διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως, ὥστε, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ ἐπέλθῃ κἄποια διευκόλυνσις τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους μετὰ τῶν πολιτῶν, διότι πολλάκις ταλαιπωροῦνται οἱ πολῖται καὶ ἀπευθύνονται εἰς τὸ Κέντρον, διὰ νὰ λύσουν τὰ ζητήματά των. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὀρθῶς προβλέπεται ἡ εἰς τὸ κέντρον ἀνάθεσις τοῦ ἐπιτελικοῦ καὶ μόνον ἔργου, ἐνῷ ἡ ἄσκησις τῆς διοικήσεως μεταβιβάζεται εἰς τὰ περιφερειακὰ ὄργανα. Εἶναι ἀπαραίτητον, ὅμως, διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ καλῶς, πρέπει τὰ περιφερειακὰ ὄργανα νὰ πλαισιωθοῦν μὲ τὸν κατάλληλον ἀριθμὸν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ ἡ ἀπόκτησις ἑνὸς Κράτους συγχρονισμένου, μιᾶς κρατικῆς συγχρονισμένης μηχανῆς καλῶς λειτουργούσης, οὐδενὸς διαφεύγει τὴν προσοχήν, ὅτι εἶναι προϋπόθεσις τῆς εὐρύθμου λειτουργίας πάσης πολιτείας, ἰδιαιτέρως δὲ τῆς Δημοκρατίας. Διότι, ἐὰν ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς εἶναι ἀτελὴς καὶ ταλαιπωρεῖ τὸν πολίτην καὶ καθιστᾶ τὰς σχέσεις τοῦ πολίτου καὶ τοῦ Κράτους οὐχὶ ὁμαλάς. Αὐτὸ εἰς ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα, εἰς καθεστῶτα δικτατορικά, λίγο διαφέρει, διότι ἐκεῖ τὸ Κράτος ἐπιβάλλεται διὰ τῆς βίας. Ἀλλὰ εἰς τὴν Δημοκρατίαν, ἡ ὁποία δίδει συνεχῶς τὴν μάχην τῆς ἐπιβιώσεώς της, ἡ δημοκρατία κατ’ ἐξοχὴν χρειάζεται μίαν εὔρυθμον λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον, δὲν εἶναι θέμα μόνον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἀφορᾷ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλὴν καὶ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, φρονῶ, ὅτι λυσιτελῶς ἀντιμετωπίζεται ἡ ἀναδιάρθρωσις τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ὥστε αὕτη νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς συγχρόνου ἐποχῆς καὶ νὰ ἀρθῇ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει εἰς τὴν πορείαν της ἡ Δημοκρατία. Τὸ Κράτος, δὲν θὰ εἶναι πλέον διαβλητὸν καὶ ἀντικείμενον ἀγανακτήσεως καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν θὰ δυσφημῆται ἡ Δημοκρατία. Κάθε τι, τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τὴν προώθησιν τῆς Δημοκρατίας, πρέπει νὰ εὑρίσκῃ ὅλους μας συμφώνους, δι’ ὃ καὶ συνιστῶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ βασικοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πρίφτης, εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§14Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρῶτον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, εἶναι ποία ἡ ἀρχὴ τούτου καί, δεύτερον, ποῖα τὰ πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐπιδιώκει τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν του. Ἀρχή του, λοιπόν, ἡ ἀναδιάρθρωσις τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, μὲ σκοπὸν τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν των καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν ἤδη ἀκολουθημένων μεθόδων ἐργασίας καὶ φυσικὰ ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ συμπαρομαρτοῦντος θέματος τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον πλαισιώνει καθ’ ὑπηρεσίαν. Εἰς τὴν πραγματικότητα, ὑφίσταται, ἀληθῶς, τέτοιο θέμα καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον ζέοντα Καὶ ἀφορᾶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν — κάθε Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὀρθῶς πρέπει νὰ διαθέτῃ εὐκίνητον καὶ ἀποδοτικὸν κρατικὸν μηχανισμόν. Ἀφορᾶ εἰς τὸ σύνολον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, βεβαίως, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιζητεῖ τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν καλυτέραν ἐξυπηρέτησιν αὐτοῦ, καὶ ἀκόμη ἀφορᾶ καὶ ἡμᾶς τοὺς βουλευτάς, ποὺ δεχόμεθα τὰ παράπονα καὶ ὑφιστάμεθα τὴν κατακραυγὴν καὶ ἔχομεν τὴν πεῖραν, ὅτι χρειάζεται πολλὲς φορὲς ἡ προσωπική μας παρέμβασις, διὰ τὴν διεκπεραίωσιν ἁπλουστάτων ζητημάτων. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, ποὺ νοιώθει ὁ πολίτης νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸν βουλευτήν, διὰ τὴν λύσιν ἁπλουστάτων ζητημάτων, εἶναι μία ἐκδήλωσις ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, πολλαὶ τῶν ὁποίων ἔχουν ἀπηρχαιωμένους Ὀργανισμοὺς καὶ εἰς πλείστας περιπτώσεις κατατρύχονται ἀπὸ σύγχυσιν ἁρμοδιοτήτων. Ὑπάρχει, λοιπόν, τὸ θέμα καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἀντιμετώπισίς του. Ὅπως ὑπάρχει καὶ τὸ θέμα (καὶ τοῦτο εἶναι θετικὸν σημεῖον τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου) τῆς ἐπιτελικῆς συγκροτήσεως τῶν Κεντρικῶν Ὑπηρεσιῶν, διὰ νὰ παίξουν τὸν σωστὸν ρόλον εἰς τὰ πλαίσια ἑνὸς γενικωτέρου σχεδιασμοῦ καὶ προγραμματισμοῦ. Χρειάζεται ἀπαραιτήτως ὁ ἐκσυγχρονισμὸς καὶ ὁ συντονισμὸς τῆς δραστηριότητος τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ὁ καταμερισμὸς τῶν ἁρμοδιοτήτων. Αἱ ἑνοποιήσεις καὶ καταργήσεις. Ἡ παροχὴ περιεχομένου δραστηριότητος τῶν Περιφερειακῶν Ὑπηρεσιῶν, πολλαὶ τῶν ὁποίων ἔχουν γίνει διαβιβαστικὰ ὄργανα. Ἔτσι θὰ ἀποκτήσωμεν εὐκίνητον κρατικὸν μηχανισμόν, ἱκανὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις μιᾶς συγχρονισμένης πολιτείας. Ἡ ἀναγνώρισις ὅμως αὕτη, ἡ ὁποία ἀνάγεται εἰς τὴν γενικὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ πλαίσια ποὺ τὴν καθορίζουν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ἀποτρέψῃ ἀπὸ μερικὰς παρατηρήσεις, οὐσιώδους χαρακτῆρος. Καί, πρῶτον, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἐπιτρέπει νὰ κάμωμεν ὡρισμένας παρατηρήσεις. Κύριοι βουλευταί, τὴν Παρασκευὴν τὸ βράδυ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως, μᾶς διενεμήθη τὸ σχέδιον τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, μὲ μίαν πρόσκλησιν, ποὺ ἐκαλοῦντο τὰ μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς σύσκεψιν, διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ, τὴν ἑπομένην, Σάββατον, ὥραν 11 π.μ. Ἦτο φυσικόν, ἡ τόση ἐπίσπευσις τῆς συζητήσεως τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, νὰ μὴ μᾶς δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ τὸ μελετήσωμεν, ὅσον θὰ ἔπρεπε. Δεύτερον, τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται πρὸς ψήφισιν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος εἰς μίαν μόνην συζήτησιν, ἐνῷ ἔχει τόσον σημαντικὸν χαρακτῆρα, ὥστε ἀπαιτεῖται ἡ μελέτη αὐτοῦ πλήρως, ὅπως καὶ ἡ διεξοδικὴ συζήτησις. Τρίτον, δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ἔκθεσιν τοῦ Α.Σ.Δ.Τ., τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ἀπαραίτητον, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου τροποποιοῦνται τὰ ἄρθρα 21 καὶ 97 τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος. Κατὰ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ συναγωγὴ τῶν ἀπαραιτήτων συμπερασμάτων, ὅπως ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν βραχυτάτην ἔκθεσιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ποὺ δὲν ἦτο χρονικῶς δυνατὸν νὰ εἶναι διεξοδικωτέρα. Ἡ ὅλη συζήτησις, δυστυχῶς, ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ αἰφνιδιασμοῦ καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετος καὶ ἡ εἰδησεογραφία μερικῶν κυβερνητικῶν ἐφημερίδων, διὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, συναντόμενον μὲ τὸν προβαλλόμενον καὶ διαψευδόμενον ἀνασχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τούτου, προβλέπεται, ὅτι ὅλη ἡ διαδικασία, διὰ τὴν ἀναδιάρθρωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ γίνῃ μέσα εἰς δύο ἔτη. Ἀφοῦ, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἐντὸς διετίας τὸ μάξιμουμ προβλέπεται ἡ ἀναδιάρθρωσις τῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ καὶ ἡ ἀναγκαία πίστωσις χρόνου, διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς, δοθέντος, ὅτι τὸ θέμα αὐτό, εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν Πολιτείαν. Ἔτσι ἐδημιουργήθη ἡ ὑποψία τοῦ συσχετισμοῦ τοῦ θέματος, μὲ τὸν ἀνασχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Δηλαδή, διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ὑπουργείων καὶ Ὑφυπουργείων, νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις πιθανὰς δυσχερείας της, ἐν περιπτώσει ἀνασχηματισμοῦ. Βεβαίως, ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς χθεσινὰς ἐφημερίδας κυβερνητικὴ διάψευσις, διὰ τὸν ἀνασχηματισμόν, καὶ ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἐκρίθη σκόπιμον νὰ παρασχεθῇ ἐξουσιοδότησις, ὅπως εἰς τὸ μέλον ἐνδεχομένως, δύναται διὰ διατάγματος, ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον συντρέξῃ πρὸς τοῦτο ἀνάγκη, ἱδρύσῃ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερόμενα Ὑπουργεῖα κλπ.». Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅμως, παραμένει τὸ ἐρώτημα: Ποῖον ἐκ τῶν δύο, εἶναι πλέον ἐπεῖγον; Ἡ ἀναδιάρθρωσις τῶν Ὑπηρεσιῶν, ὅπως τὸ ἐμφανίζῃ ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἡ αὔξησις τῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐσωτερικάς της δυσχερείας, ἐπικειμένου ἑνὸς ἀνασχηματισμοῦ αὐτῆς; Πέραν αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἀνακύπτει καὶ ἕνα ἄλλο θέμα. Ποῖα, δηλαδή, εἶναι τὰ συμπεράσματα καὶ αἱ εἰσηγήσεις τῆς συσταθείσης, κατὰ τὸν παρελθόντα Φεβρουάριον, εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὸς μελέτην τοῦ θέματος τῆς ἀναδιαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Τὰ συμπεράσματα αὐτά, κύριοι βουλευταί, αἱ κρίσεις καὶ αἱ προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι ἄγνωστα. Ἐλέχθη, ὅτι ταῦτα περιλαμβάνονται εἰς ἄλλα ὑπὸ κατάθεσιν νομοθετήματα, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐὰν αὐτὰ ἦσαν ἐν γνώσει τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, θὰ ἐπέτρεπον βελτιώσεις, καὶ πλήρη ἐνημέρωσιν, ὥστε νὰ μορφώσωμεν ἀσφαλῆ κρίσιν. Βεβαίως, ὑπάρχει ἀνοικτὸν τὸ θέμα τῆς ἀναδιαρθρώσεως τῶν Ὀργανισμῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Ἀλλὰ αὐτοὶ οἱ νέοι Ὀργανισμοί, δημιουργοῦν αὐτόχρημα νέας καταστατικὰς διατάξεις διὰ κάθε ὑπηρεσίαν. Καὶ οἱ Ὀργανισμοὶ τῶν Ὑπουργείων, ὅσον καὶ ἂν δὲν πρέπει νὰ εἶναι πάγιοι, πρέπει νὰ ἐξασφαλίζουν μίαν χρονικὴν διάρκειαν, ἄλλως, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ πραγματοποιήσουν τοὺς σκοπούς των. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πολλοὶ Ὀργανισμοὶ εἶναι ἀπηρχαιωμένοι σήμερον καὶ μὲ τὰς κατὰ καιροὺς ἐμβαλωματικὰς τροποποιήσεις, ἔχουν δημιουργήσει μία πολὺ περίπλοκον κατάστασιν καὶ σύγχυσιν ἁρμοδιοτήτων. Ἀκριβῶς, διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, οἱ νέοι Ὀργανισμοὶ θὰ πρέπει νὰ ἔχουν πληρότητα καὶ διάρκειαν. Ἔχομεν, λοιπόν, τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σύνταξις τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Ὑπουργείων, ἐπιβάλλει περισσοτέραν μελέτην καὶ γενικωτέραν ἀντιμετώπισιν. Διὰ τοῦτο, νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτρεπτὴ ἡ παρεχομένη εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν ἀποκλειστικὴν ἄσκησιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ καὶ τὴν καθιέρωσιν τοῦ διὰ Β. Διατάγματος, δηλαδὴ ἐρήμην τοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς κρίσεως τῆς Βουλῆς. Εἰδικώτερον, κατὰ τὸ γράμμα τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀναδιοργάνωσις ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν ὑπηρεσιῶν, τὴν δημιουργίαν νέων κλπ. «....... (ἀναγινώσκει) .......». Καὶ ἀκόμη, κύριοι συνάδελφοι, παραμένει τὸ σημαντικώτερον σημεῖον, ἡ ἀντιμετώπισις δηλαδὴ τῆς ἐπιτελικῆς συγκροτήσεως τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἡ κυρία ἀπασχόλησίς της μὲ τὸν σχεδιασμὸν καὶ προγραμματισμόν, ποὺ ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀναγκαῖοι. Ὅμως, ἀπὸ ἀνάλογα νομοθετήματα, περὶ ἑνοποιήσεως ἢ συγχωνεύσεως ὑπηρεσιῶν, ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν, ὅτι πολλάκις καταλήγουν εἰς σκοπούς, ἀντιθέτους ἀπὸ τοὺς σκοποὺς ἐκείνους, ποὺ προβλέπουν αἱ εἰσηγητικαὶ ἐκθέσεις. Παράδειγμα, ἐπαναλαμβάνω, τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, περὶ ἐγγείων βελτιώσεων. Δι’ αὐτοῦ ἐπῆλθε μὲν ἡ ἑνότης τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ ἀμφιβάλλω ἐὰν ἐπῆλθε καὶ ἡ πληρότης. Ἐπίσης, κατὰ τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 5, ἡ ἀναδιάρθρωσις θὰ γίνῃ ἄνευ διαταράξεως τοῦ ὑπάρχοντος σήμερον ἀριθμοῦ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς ἱεραρχίας τῶν ὑφισταμένων θέσεων. Ὅμως ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς διατάξεως, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ Ὀργανισμοὶ αὐτοί, νὰ ἀνταποκριθοῦν καὶ νὰ ἐπιτελέσουν τὸν προορισμόν των; Καὶ κατὰ τί θὰ βελτιωθοῦν αἱ ὑπηρεσίαι, ἀφοῦ ἐλλείπει ὡμολογουμένως προσωπικόν, ὅπως εἰς τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν, τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν, τὴν Ταχυδρομικὴν Ὑπηρεσίαν κλπ., μὲ μόνον τὸ ὑπάρχον ἐλλειπὲς προσωπικόν; Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οἱ Ὀργανισμοὶ τῶν ὑπηρεσιῶν εἶναι συνάρτησις: 1) Τοῦ ἐπιδιωκομένου δι’ αὐτῶν σκοποῦ, 2) τῶν μέσων ποὺ διατίθενται διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ καὶ 3) τοῦ προσωπικοῦ ποὺ τοὺς πλαισιώνει, εἰς μίαν ὀρθολογιστικὴν σύνθεσιν, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ τὸ μάξιμουμ τῆς ἀποδόσεως ἑνὸς προγράμματος. Κατὰ συνέπειαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑπηρεσίας ποὺ ἐμνημόνευσα, τοὐλάχιστον τὸ νομοσχέδιον ἀναιρεῖ τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν. Ἐξ ἄλλου ἡ εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις, ποὺ παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβαίνῃ εἰς τὴν ἀναδιάρθωσιν τῶν Ὀργανισμῶν διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ εἰς τὸ διηνεκές, ὁδηγεῖ μοιραίως εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχει ἐκ προοιμίων ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πληρότητα τῶν Ὀργανισμῶν ποὺ θὰ συνταχθοῦν. Δι’ αὐτὸ καὶ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 7, θέλει νὰ ἔχῃ ἀπολύτως τὰς χεῖρας ἐλευθέρας, διὰ νὰ κάμνῃ τὰς ἀναδιαρθρώσεις διὰ Β. Διαταγμάτων καὶ διὰ σκοπούς, ποὺ ἡ ἰδία κατ’ ἀποκλειστικότητα θὰ ἤθελε, κατὰ κρίσιν κομματικὴν καὶ ἄνευ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Πέραν τούτου, ὑπάρχει μία ἀπόλυτος ἐξουσία εἰς τὸ θέμα τῆς καταργήσεως τῶν διαφόρων Ἐπιτροπῶν καὶ Συμβουλίων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξηρέθησαν εὐτυχῶς τὰ Ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια. Καὶ ἐρωτᾶται, μήπως, ἀντὶ τῆς ἀναγκαίας ἀποκεντρώσεως, δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν ὁδηγούμεθα εἰς ἕνα συγκεντρωτισμόν, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὑπουργοῦ; Καὶ κἄτι ἀκόμη σπουδαιότερον, μήπως ἡ μεταβίβασις ἁρμοδιοτήτων εἰς Ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου, δὲν θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἁρμοδιοτήτων τοῦ Κράτους; Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀναφερθῶ εἰς μίαν περικοπὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Προοδευτικῶν κυρίου Μαρκεζίνη, κατὰ τὴν συνταγματικὴν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1951. Διαβάζω τὴν περικοπὴν ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς 18.12.1951: «Οἱ Αὐτόνομοι Ὀργανισμοί, λέγει ὁ κ. Μαρκεζίνης, εἶναι σπουδαῖα στοιχεῖα τοῦ Δημοσίου μας Δικαίου, σπουδαῖα διὰ τὸν λόγον, ὅτι εἴθισται νὰ λέγεται ἐπανειλημμένως, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει Κράτος, ἐνῷ θὰ εἴμεθα ἀκριβέστεροι, ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι ὑπάρχουν πάρα πολλὰ κράτη ἐν κράτει, διότι ὅλους τοὺς Ὀργανισμοὺς αὐτούς, οὔτε δικαιοσύνη δύναται νὰ τοὺς πλησιάσῃ, οὔτε κἂν αὐτὴ ἡ Βουλή». Μήπως, κύριοι συνάδελφοι, αὐτὴ ἡ διάταξις ποὺ προανέφερον, ἔρχεται νὰ δημιουργήσῃ καὶ ἄλλα κράτη ἐν τῷ κράτει, πρὸς ἐξυπηρέτησιν κομματικῶν κατὰ κύριον λόγον σκοπιμοτήτων; Ἀναμφισβητήτως, κύριοι βουλευταί, θὰ ἦσαν ὀλιγώτερα τὰ ἐρωτήματα, ἐὰν εἴχομεν ἐπαρκῶς διαφωτισθῆ, ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου αὐτοῦ θέματος. Ἐὰν εἰσήγετο τὸ θέμα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ αὕτη τὸ ἐπεξειργάζετο, οὐχὶ ἐπιτροχάδην, ὑποβάλλουσα μίαν βραχυτάτην ἔκθεσιν, ἀλλὰ μὲ μίαν λεπτομερῆ εἰς περιεχόμενον, ποὺ θὰ περιεῖχε τὰς ὑπευθύνους γνώμας, θὰ ἐφοδίαζε τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν μὲ τὰ μέσα, πρὸς διεξοδικωτέραν συζήτησιν τοῦ θέματος.
§15Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἤθελον νὰ κάμω τὴν ἐρώτησιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τὰ πορίσματα τῆς συσταθείσης, πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν, Ἐπιτροπῆς.
§16Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Τὸ εἶπον, κύριε συνάδελφε, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω. Ὄχι.
§17Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ ἠδύνατο, ἴσως, ἡ Κυβέρνησις, νὰ θέση ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰ πορίσματα αὐτά, διότι τὰ θεωρῶ χρήσιμα διὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἐφ’ ὅσον, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, δὲν εἶναι ἀπόρρητα.
§18Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν περιέχουν λεπτομερείας, εἶναι συνοπτικώτατα. Ἐκεῖνο ὅμως, ποὺ δύναμαι νὰ εἴπω, εἶναι, ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις, πλὴν τῆς περὶ διαιρέσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τῆς ἱδρύσεως Ὑφυπουργείων καὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου, εἶναι ὑποδείξεις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§19Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Αὐτό, δὲν δύναται νὰ καλύψῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§20Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Ὡς ἐτόνισα καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἀναγνωρίζω ἀπολύτως τὴν ἀνάγκην ἀναδιαρθρώσεως τῶν Πολιτικῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν ἐπιτελικὴν ἀνασυγκρότησιν τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ τὸν ἐκσυγχρονισμὸν τῆς Πολιτείας μας. Ὅμως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τονίσωμεν, ὅτι λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ νομοθετήματος, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐλλείψεως στοιχείων, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταψηφίσωμεν τοῦτο καὶ κατ’ ἀρχήν, ἐὰν τοὐλάχιστον δὲν ἀκολουθηθῇ ἡ τακτικὴ διαδικασία ἐπιψηφίσεώς του καὶ δὲν περιορισθῇ ἡ εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς γνωρίζω, ὅτι ἔχει κατατεθῆ πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος, νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν. Ἀναμένω νὰ περατώσητε τὴν ἀγόρευσίν σας, διὰ νὰ τὴν ἀνακοινώσω εἰς τὸ Σῶμα.
§22Γ. ΠΡΙΦΤΗΣ. Πέραν αὐτῶν, τροποποιοῦντα δύο ἄρθρα τοῦ ὑπαλληλικοῦ κώδικος, τὰ 21 καὶ 97, τὰ ὁποῖα θεωρῶ βασικά, καθ’ ὅσον δι’ αὐτῶν καθορίζονται προσόντα ὡς καὶ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔδει νὰ γίνουν μετατάξεις καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἔκθεσις τοῦ Α.Σ.Δ.Υ., ἥτις πρέπει νὰ μᾶς δοθῇ, ἔστω καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τονίσωμεν, ἀκόμη μίαν φοράν, τὸν ἀπαράδεκτον αἰφνιδιαστικὸν τρόπον, καθ’ ὃν εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον πρὸς ψήφισιν καὶ νὰ ὑπογραμμίσωμεν, ὅτι ἡ εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις, ἡ ὁποία ἐπιζητεῖται εἰς τὸ διηνεκές, ἐγκυμονεῖ ἐκδήλους κινδύνους, διότι θὰ εἶναι δυνατὸν μὲ κακὸν χειρισμὸν τοῦ θέματος, νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς ἕνα ἀτέρμονα χορὸν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὸν ὁποῖον θὰ ρυθμίζῃ μία κομματικὴ ὀρχήστρα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπεβλήθη πρὸς τὸ Προεδρεῖον ἡ ἑξῆς πρότασις: «Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος καὶ 35 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶμεν, ὅπως τὸ σχέδιον νόμου «περὶ Ὑπουργείων καὶ τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν» συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ κατὰ τὴν τακτικήν, ὑπὸ τοῦ Συντάγματος διαγραφομένην διαδικασίαν, καὶ οὐχὶ εἰς μόνην ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου συζήτησιν, ὑπογραφομένη ὑπὸ τῶν ἑξῆς κ.κ. βουλευτῶν: Α. Ζάκκα, Γ. Αὐγεροπούλου, Μ. Σβώλου, Σ. Διβάρη, Κ. Δεσποτοπούλου, Ἰ. Σιαφλέκη, Γ. Σπηλιοπούλου, Α. Τσιάντου, Ν. Ζορμπᾶ, Δ. Λεονάρδου, Δ. Κωστῆ, Σ. Μερκούρη, Ε. Ζαννῆ, Γ. Πρίφτη, Κ. Ἀθανασιάδου, Α. Τσιάρα, Ε. Κοθρῆ, Κ. Μητσοτάκη, Δ. Παινέζη, Σ. Ἡλιοπούλου, Δ. Καρακουλουξῆ καὶ Η. Ἠλιοῦ». Ὑπογράφεται ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ ἑπομένως τὸ σχέδιον νόμου, θὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ κατὰ τὴν τακτικὴν διαδικασίαν, εἰς δύο δηλαδὴ συζητήσεις. Θὰ ἤθελον νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ σχέδιον νόμου, ὥστε τὴν προσεχῆ Πέμπτην νὰ συζητηθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Ἀπόψε, δύναται νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ τὴν Πέμπτην εἰς βʹ συζήτησιν, νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκίλλας, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§24Α. ΓΚΙΛΛΑΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§25Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔχω μερικὰς διορθώσεις ἁπλᾶς, τὰς ὁποίας καὶ δίδω εἰς τὴν Γραμματείαν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς πλειοψηφίας, κ. Α. Μίχας, ἔχει τὸν λόγον.
§27Α. ΜΙΧΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὴν ἐμπεριστατωμένην ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Λιαρούτσου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ὡρισμένων γενικῶν σκέψεων, ἐπιφυλασσόμενος εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ ὡρισμένων ἐπὶ μέρους σημείων. Τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν σχέδιον νόμου, θὰ ἀναγνωρισθῇ ἀπὸ ὅλους, ὅτι εἶναι σπουδαιότατον. Εἶναι εἰς πάντας ἔκδηλον καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ εἰς πάντα πολίτην, ὅτι ἡ διοίκησις εἶναι χαλαρά. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἰδίως ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ καὶ ἐντεῦθεν, προσεπάθησαν νὰ διορθώσουν τὸ κακὸ αὐτὸ καὶ νὰ βελτιώσουν τὴν διοίκησιν. Ἐν τούτοις, ὀφείλομεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ διοίκησις χωλαίνει εἰσέτι. Ἀπὸ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς, τὸ σχέδιον νόμου κάμνει τὸ πρῶτον μέγα βῆμα διὰ τὴν ἀναδιάρθρωσίν της καὶ θέτει τὰς κατευθυντηρίους γραμμάς, τὸ πλαίσιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου, διὰ τῶν ἐκδοθησομένων διαταγμάτων, θὰ κινηθοῦν οἱ ὑπουργοί, διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν. Τὸ σχέδιον νόμου, δύναται νὰ χωρισθῇ εἰς δύο κεφάλαια: Τὸ ἕνα ἀποτελοῦν τὰ ἄρθρα 2, 3, 9 καὶ 10 καὶ τὸ δεύτερον κεφάλαιον ἀποτελοῦν τὰ ἄρθρα 1, 4, 5, 6, 7 καὶ 8. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 παράγραφος 2, καθορίζεται, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, ὁ σκοπὸς τοῦ σχεδίου νόμου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, θὰ ἤθελον νὰ ἀναφερθῶ εἰς μίαν σκέψιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε εἶχον ἀναπτύξει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35. Πρόκειται περὶ τοῦ θέματος τῆς κατὰ βάσιν ὀργανώσεως τῶν κεντρικῶν καὶ περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν. Ἡ πλήρης ὀργάνωσις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, δύναται, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων εἰς ὁλόκληρον τὴν Χώραν, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς ὑπουργοὺς–Γενικοὺς Διοικητάς, προερχομένους ἐκ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, δηλαδὴ Γενικοὺς Διοικητὰς κοινοβουλευτικούς. Διατελέσας ἐπὶ ἕνα καὶ ἥμισυ ἔτος Γενικὸς Διοικητής, εἶδον πόσον ἐπωφελὴς εἶναι ὁ θεσμὸς διὰ τὸν πολίτην. Αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις, φέρουν τὸν πολίτην πλησιέστερον πρὸς τὸ Κράτος. Ὁ πολίτης θέλει νὰ εἴπῃ τὸ παράπονόν του σὲ κάποιον, ποὺ δὲν θὰ εἶναι ὑπάλληλος ἢ ἔστω καὶ Νομάρχης. Θέλει νὰ εἴπῃ τὸ παράπονόν του εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχει ἐκλέξει. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, εἰς τὴν Κομοτινήν, ὅτι εὑρέθησαν πολῖται, οἱ ὁποῖοι μοῦ εἶπον, ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε πρώτη Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Στρατάρχου Παπάγου, δὲν κατωρθώσῃ νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα καὶ ἐπιτύχῃ εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν, θὰ ἔχῃ προσφέρῃ μία μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν χώραν. Ἀντιλαμβάνεσθε, ἑπομένως, τί σημασίαν ἀποδίδει ὁ λαὸς εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν. Θὰ λεχθῇ, ἴσως, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δημιουργηθοῦν 9–10 νέα Ὑπουργεῖα, ἀλλὰ ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, ὁπότε θὰ γίνῃ ἀποκέντρωσις, θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ κέντρον νὰ παραμείνῃ ἀνὰ εἷς ὑπουργὸς διὰ κάθε Ὑπουργεῖον, καταργουμένων ὅλων τῶν θέσεων τῶν ὑφυπουργῶν. Μόνον μὲ τὸν θεσμὸν τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, ἐξ ἄλλου, θὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ἀποκέντρωσις, διότι ὁ πολιτικὸς ὑπουργὸς –Γενικὸς Διοικητής, ὡς ἔχων πολιτικὴν εὐθύνην, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ζωὴν καὶ παλμὸν εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν. Ὁ πολιτικὸς ἔχει τὴν ἔφεσιν νὰ δημιουργήσῃ, ἐνῷ ὁ Νομάρχης, εἴτε πολιτικὸς εἶναι εἴτε ὑπηρεσιακός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ κατὰ κανόνα παλμόν. Καὶ ἂν μὲν εἶναι ὑπηρεσιακός, εἶναι σχεδὸν βέβαιον, ὅτι δὲν θὰ εἶναι παρὰ γραφειοκράτης. Ἂν ἀντιθέτως εἶναι πολιτικός, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος νὰ μὴ εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς τῶν ἐκλεκτῶν. Ἐνῷ διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν θὰ ἔχωμεν ὡς Γενικὸν Διοικητὴν πολιτικὸν πρόσωπον καὶ Νομάρχην Ὑπηρεσιακόν. Ἡ πραγματικὴ ἀποκέντρωσις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ μόνον διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν. Πέραν αὐτοῦ θὰ ἔχωμεν ἀποκέντρωσιν —ἂν συγχωρῆται ἡ ἔκφρασις— καὶ εἰς τὸν πνευματικὸν τομέα, διότι θὰ ὑπάρξῃ ἅμιλλα μεταξὺ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν διὰ τὴν πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τῆς περιφερείας ἑνὸς ἑκάστου. Θὰ γίνουν αἱ ἐπαρχιακαὶ πόλεις — ἕδραι τῶν Γενικῶν Διοικητῶν — κέντρον γενικωτέρας ἀκτινοβολίας, πληττομένου δι’ ἑνὸς καθαρῶς πρακτικοῦ μέσου τοῦ ὑδροκεφαλισμοῦ τῆς Πρωτευούσης. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μελετήσῃ σοβαρῶς τὸ θέμα αὐτὸ καὶ νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἀσχολουμένην μὲ τὰ θέματα τῆς διοικήσεως ἐξ εἰδικῶν, Ἐπιτροπήν, πρὸς μελέτην. Πάντως ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν εἶναι συντεταγμένη σήμερον ἡ Πολιτεία, εἶναι ὀρθὴ ἡ προβλεπομένη ὑπὸ τοῦ σχεδίου νόμου νέα διάρθρωσις τῶν Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν. Οὕτω, ὀρθῶς προβλέπεται ἡ διαίρεσις τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων. Ἡ προβλεπομένη τοποθέτησις Ὑφυπουργοῦ Ἐξωτερικῶν καὶ Ὑφυπουργοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὰ ἀντίστοιχα Ὑπουργεῖα εἶναι ἐπίσης δικαιολογημένη. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἤθελα νὰ πληροφορηθῶ ἐὰν διὰ τοῦ διορισμοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Ὑφυπουργοῦ θὰ διατηρηθῇ καὶ ὁ ὑπηρεσιακὸς Ὑφυπουργός. Πάντως δὲν προστίθενται νέαι θέσεις Ὑφυπουργείων εἰς τὰς ἤδη ὑφισταμένας, διότι ὑπάρχουν τρεῖς θέσεις Ὑφυπουργῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι συμπληρωμέναι καὶ αἱ ὁποῖαι ἤδη καταργοῦνται. Δυσφορία ἐξεφράσθη διὰ τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τοῦ Ὑφυπουργοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Βορείου Ἑλλάδος. Νομίζω, ὅτι ἡ δυσφορία αὐτὴ δὲν εἶναι δικαιολογημένη, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ τηρηθῇ ἡ ἰσότης μεταξὺ ὅλων τῶν περιφερειῶν τῆς Χώρας. Οὕτω, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῆς τοιαύτης ἀναπροσαρμογῆς τῶν Ὑπουργείων δὲν ἐπέρχεται οὐδεμία μεταβολὴ εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν Ὑφυπουργείων. Ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς δημιουργίας θέσεως Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Παιδείας. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἱδρύθη τὸ νέον Ἑλληνικὸν Κράτος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ 1821, ἓξ ἦσαν τὰ Ὑπουργεῖα. Ἓν ἐξ αὐτῶν ἦτο καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας. Ἀπὸ αὐτὰ τὰ Ὑπουργεῖα ἐξεπήγασαν ὅλα τὰ ἄλλα ἐν συνεχείᾳ. Ἐν τούτοις, τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας, τοῦ ὁποίου αἱ ἁρμοδιότητες ἀπὸ τοῦ 1835 ἔχουν ὑποστῆ τεραστίαν αὔξησιν καὶ ἐξέλιξιν, ἔμεινεν ἀδιαίρετον. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ μόνον, ὅτι εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ ὑπάγονται 20 χιλιάδες δημοδιδάσκαλοι καὶ 6.000 καθηγηταί. Νομίζω, ὅτι αἱ τεράστιαι ἁρμοδιότητες, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιμετωπισθοῦν ἀπὸ ἕναν ἄνθρωπον. Διὰ τοῦτο, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς δημιουργίας θέσεως ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Παιδείας, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν ἄλλων ἁρμοδιοτήτων νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ἐξωσχολικοῦ ἀθλητισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, προσωρινῶς — ἐλπίζω — ὑπήχθη εἰς ἄλλην ἁρμοδιότητα. Τέλος, θὰ πρέπει νὰ μελετηθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ θέμα τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑφυπουργῶν, εἰς ἃ Ὑπουργεῖα ὑπάρχει ὑπουργὸς καὶ ὑφυπουργός, διότι ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, ἐὰν ἐκ τῶν προτέρων δὲν ἔχουν καθορισθῆ αἱ ἁρμοδιότητες, εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλῶνται ζητήματα μὴ πλήρους καὶ ἀποδοτικῆς συνεργασίας, τὰ ὁποῖα δὲν συντελοῦν, βεβαίως, εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Ἐπίσης διὰ τοῦ νομοσχεδίου (ἄρθρον 9) προβλέπεται, ὅπως ὡρισμέναι ἁρμοδιότητες τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνατίθενται εἰς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ αὐτὸ νομίζω εἶναι ὀρθόν, διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀσχολῆται μὲ γενικώτερα ζητήματα. Καὶ εἰσέρχομαι, ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, τῆς ἀναδιαρθρώσεως τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1, σκοπεῖται ἡ ὀρθολογιστικωτέρα, οἰκονομικωτέρα καὶ ἀποδοτικωτέρα ὀργάνωσις τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν. Καὶ αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ διαταγμάτων, ἐφ’ ἅπαξ ἐκδοθησομένων. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ὁρίζεται, ὅτι διὰ διατάγματος, τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο Ὑπουργεῖα. Εἰς Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων καὶ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν. Διὰ τοῦ ἰδίου διατάγματος, θὰ καθορισθοῦν καὶ αἱ ἁρμοδιότητες τῶν δύο αὐτῶν Ὑπουργείων καὶ προβλέπονται θέσεις δύο ὑφυπουργῶν. Διὰ τῶν ἄρθρων 4, 5 καὶ 7 προβλέπεται ἡ ἔκδοσις Βασ. Διαταγμάτων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ συντελεσθῇ ἡ ἀναδιάρθρωσις τῶν Ὑπουργείων. Καὶ τὰ μὲν διατάγματα τοῦ ἄρθρου 4 καὶ τὰ πλεῖστα τοῦ ἄρθρου 5, εἶναι διατάγματα «ἐφ’ ἅπαξ» ἐκδοθησόμενα, διὰ τὰ γενικωτέρας σημασίας θέματα. Ἀντιθέτως, τὰ τοῦ ἄρθρου 7 διατάγματα, εἶναι διατάγματα ἑκάστοτε ἐκδιδόμενα, βάσει τῶν ἐμφανιζομένων ἑκάστοτε ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν καὶ ἀναφερόμενα εἰς δευτερευούσης, σχετικῶς, σημασίας θέματα. Ἐλέχθη, ὅτι εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκφέρῃ γνώμην καὶ τὸ ΑΣΔΥ. Νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀπαραίτητον, διότι τὸ ΑΣΔΥ κυρίως ἀσχολεῖται μὲ θέματα, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ, ἀλλὰ θέματα προσωπικοῦ δὲν θίγονται διὰ τοῦ νόμου καί, συνεπῶς, οὔτε διὰ τῶν διαταγμάτων. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, εἶναι, ὅτι μία ὑπηρεσία, διὰ διατάγματος, δύναται νὰ ὑπαχθῇ ἀπὸ ἕνα Ὑπουργεῖον εἰς ἄλλο, ἢ ἀπὸ κεντρικὴ νὰ γίνῃ περιφερειακή, ὄχι δὲ καὶ ἀντιστρόφως. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι θέμα κυβερνητικὸν καὶ ὄχι τοῦ ΑΣΔΥ. Ἄλλωστε, ὁ Πρόεδρος τοῦ ΑΣΔΥ, μετέσχε καὶ μετέχει τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὀρθῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἐπισημαίνεται, ὅτι κυριώτερος σκοπὸς τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὰς ταλαιπωρίας. Αὐτὴ ἡ ταλαιπωρία, μεταξὺ τῶν πολιτῶν, ὑπάρχει τόσον ἐδῶ, ὅσον καὶ εἰς τὰς Νομαρχίας, ὅπου ἐπεξετάθη προσφάτως, δηλαδὴ ἀφ’ ἧς ἐπεξετάθησαν διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως αἱ ἁρμοδιότητες τῶν Νομαρχῶν, διότι ὁ νόμος δὲν προέβλεψε καὶ τὴν ἀποστολὴν ὑπαλλήλων ἐκ τοῦ Κέντρου εἰς τὰς Περιφερείας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ἡ ταλαιπωρία τῶν πολιτῶν καὶ ἡ ταλαιπωρία, ἐν συνεχείᾳ, ἔχει μεταβληθῆ εἰς δυσφορίαν. Αὐτὴν τὴν δυσφορίαν τῶν πολιτῶν, θέλει νὰ θεραπεύσῃ τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσον τὸ ταχύτερον ἐκδοθοῦν τὰ διατάγματα αὐτά, τόσον ὁ ταλαίπωρος Ἕλλην πολίτης θ’ ἀνακουφισθῇ. Θὰ εἶναι δυνατὸν οἱ πολῖται νὰ ἐπιλύουν τὰ προβλήματά των, ἀπὸ τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους τῶν ὑπηρεσιῶν.
§28Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τί θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἀναγράφεται πουθενά. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ ὁποία προβλέπεται, θὰ εἶναι ἡ ἀσφάλεια;
§29Α. ΜΙΧΑΣ. Καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, θὰ πράξουν τὸ καθῆκόν των καὶ πλεῖστα ζητήματα θὰ διορθωθοῦν. Ἐπισημαίνω ὡρισμένας βασικὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου: 1) θὰ καταργηθοῦν αἱ περιτταὶ ὑπηρεσίαι, 2) θὰ ἁπλουστευθῇ ἡ διάρθρωσις τῶν ὑπηρεσιῶν, διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν ἐξ αὐτῶν ὁμοειδῶν, 3) ἡ κατὰ τόπον ἁρμοδιότης τῶν περιφερειακῶν ἀρχῶν θὰ καθορισθῇ συμπίπτουσα, κατὰ τὸ δυνατόν, πρὸς τὰ ὅρια τῶν Νομῶν, 4) θὰ περιορισθῇ ἡ λειτουργία τῶν συμβουλίων καὶ ἐπιτροπῶν.—Αὕτη εἶναι μία ἐκ τῶν σοβαρωτέρων διατάξεων, διότι, ὡς γνωστόν, τὰ διάφορα συμβούλια καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἀποτελοῦν τροχοπέδην,— 5) αἱ εἰς προσωπικὸν ἀνάγκαι ἑκάστης ὑπηρεσίας θὰ ἐκτιμηθοῦν κατὰ συστηματικὸν τρόπον καὶ θὰ καθορισθῇ ἀναλόγως τῆς ἐκτάσεως καὶ τοῦ εἴδους τῶν ἐργασιῶν της ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναγκαιούντων ὑπαλλήλων καὶ 6) θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἑνοποίησις τῶν κεντρικῶν καὶ περιφερειακῶν κλάδων προσωπικοῦ. Ὅλα αὐτὰ θὰ τὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ τὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ ἐπιτροπή, διὰ τῆς ἐκδόσεως διαταγμάτων. Ἐξ ἄλλου, ἡ κατοχύρωσις τῶν ὑπαλλήλων εἶναι πλήρης, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται οὐδεμία ἀνησυχία, ἐφ’ ὅσον ρητῶς προβλέπεται, ὅτι οὐδεμία μεταβολὴ τῆς καταστάσεως τοῦ προσωπικοῦ θὰ γίνῃ. Ἐὰν ἐξαιρεθῇ ὁ κίνδυνος αὐτός, τὸν ὁποῖον φοβοῦνται αἱ ἑκάστοτε ἀντιπολιτεύσεις, ὅταν εἰσάγωνται πρὸς ψήφισιν νομοσχέδια, ἀφορῶντα κρατικὰς ὑπηρεσίας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ μὴ θεωρηθῇ χρήσιμον διὰ τὴν ἀναδιάρθρωσιν τῆς διοικήσεως τῆς Χώρας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, συντόμως θὰ ἀσχοληθῇ καὶ μὲ ἄλλα νομοσχέδια, σχετικὰ μὲ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Διοικήσεως. Τότε θὰ ἴδωμεν καὶ ἐλπίζω θὰ πεισθῶμεν ὅλοι, ὅτι, ἐπὶ τέλους, κἄτι σοβαρὸν γίνεται εἰς τὸν τομέα τῆς Διοικήσεως. Πάντως, καλὸν εἶναι, αἱ ἀπόψεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ αἱ σκέψεις νὰ δημοσιευθοῦν, ἔστω κατὰ κεφάλαια καὶ κατὰ τμήματα, ὥστε ὅλοι νὰ γνωρίζουν τὸ τί πρόκειται νὰ γίνῃ, διὰ νὰ εἰσφέρῃ ἕκαστος ὅ,τι δύναται, διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς προσπαθείας ἀναμορφώσεως τῆς διοικήσεως, τῆς τόσον ἀπαραιτήτου. Κύριοι συνάδελφοι, τελευτῶν, συνιστῶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου καὶ ἂς εὐχηθῶμεν, ὅπως τὸ ἔργον προχωρήσῃ, διότι εἶναι γεγονός, ὅτι ὅλοι θέλομεν τὴν διοίκησιν ἀρτίως λειτουργοῦσαν. Ἂς βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, διότι τότε θὰ προσφέρωμεν ὑπηρεσίαν εἰς ὁλόκληρον τὴν Χώραν καὶ εἰς ἕνα ἕκαστον πολίτην, ἰδιαιτέρως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, θὰ δύναται ὁ πολίτης νὰ ἐπιλύῃ τὰς ὑποθέσεις του, χωρὶς τὴν ἀνάγκην παρεμβάσεως τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι —καὶ τὸ γνωρίζομεν, ἀτυχῶς, ὅλοι— ταλαιπωρούμεθα ὡσαύτως, διὰ ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν δικαίαν ἀπαίτησιν τῶν συμπολιτῶν μας, νὰ ἐπιλύωνται τὰ εὔλογα καὶ νόμιμα αἰτήματά των, παραμελοῦντες οὕτω κατ’ ἀνάγκην τὰ γενικώτερα καθήκοντά μας. (Χειροκροτήματα). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Κοντοβράκης).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τῆς μειοψηφίας κ. Ε. Κοθρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§31Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκφράζω τὴν χαράν μου, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἔπειτα ἀπὸ τρία ἔτη διακυβερνήσεως, προσεκόμισε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν δημοσίων πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος τούτου, ἀποτελεῖ ἐθνικὸν αἴτημα. Ὅταν γνωρίζωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἱστορικὴν καμπὴν καὶ ὅτι ἡ πλημμελὴς λειτουργία τῆς Διοικήσεως ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ κυριώτερα ἐμπόδια, διὰ τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν πρόοδον τῆς Χώρας, ἢ καὶ διὰ τὴν καλὴν καὶ ἀποδοτικὴν διαχείρισιν τῆς χορηγουμένης ἔξωθεν οἰκονομικῆς βοηθείας, δὲν ἀποτελεῖ ὑπερβολήν, ὅτι χαρακτηρίζεται ὡς ἐθνικὴ ἐπιταγὴ ἡ ταχυτέρα λύσις τοῦ προβλήματος τούτου. Μὲ τὸ προκείμενον θέμα, ἀπησχολήθησαν ὅλαι αἱ μεταπολεμικαὶ κυβερνήσεις καὶ ἐψήφισαν νόμους, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεχειρήθη συστηματικὴ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος τούτου. Ἡ περίοδος τῆς κατοχῆς, ἦτο φυσικόν, νὰ ἐξαρθρώσῃ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς τὸν κρατικὸν μηχανισμὸν καὶ νὰ καταστήσῃ δυσχερὲς τὸ ἔργον τῶν μεταπολεμικῶν Κυβερνήσεων διὰ τὴν ἀνασυγκρότησίν του. Τὴν ἀνωμαλίαν αὐτήν, ἐνίσχυσε καὶ ἡ μετὰ τὴν ἀπελυθέρωσιν ἐπακολουθήσασα περίοδος τοῦ ἀνταρτοπολέμου, κατὰ τὴν ὁποίαν συνεπληρώθη ἡ ἐξάρθρωσις τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Πολλὰ νομοθετήματα ἐξεδόθησαν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον, ἄλλα διὰ ν’ ἀποκαταστήσουν τὰς γενομένας ἐπὶ κατοχῆς ἀνωμαλίας, ἄλλα διὰ νὰ ἐκκαθαρίσουν τὸν κρατικὸν μηχανισμὸν ἀπὸ ἀνεπιθύμητα στοιχεῖα, ἄλλα διὰ νὰ ἀποκαταστήσουν προσωπικὰς ἀδικίας καὶ ἄλλα διὰ νὰ προσθέσουν ὡρισμένας τάξεις ὑπαλλήλων πρὸς πληρεστέραν ἐξυπηρέτησιν τοῦ κρατικοῦ ἔργου. Οὐδὲν ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων ἀντιμετώπισε ὡλοκληρωμένα τὸ ὅλον θέμα τῆς ὀργανώσεως τῶν πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν. Διὰ νὰ δυνηθῆτε νὰ κρίνητε, ἐὰν τὸ παρὸν νομοθέτημα συμπληρώνει τὸ ἔργον τῶν παλαιοτέρων Κυβερνήσεων ἢ προτείνεται δι’ αὐτοῦ νέα ὀργάνωσις τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν, βάσει ὀρθολογικῶς συντεταγμένης μελέτης, ἐπιβάλλεται νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τί συνετελέσθη μέχρι σήμερον ἀπὸ νομοθετικῆς πλευρᾶς καὶ τί προέτεινε μία μεγάλη καὶ διεθνοῦς κύρους οἰκονομολογικὴ φυσιογνωμία, ὁ Κ. Βαρβαρέσσος, διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κέντρου τὸ 1952. «Καίτοι πιστεύω, γράφει ὁ Βαρβαρέσσος εἰς τὴν ἔκθεσίν του, ὅτι ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας ἐπιβάλλεται, δὲν ὑποδεικνύω μέτρα κρατικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, οὔτε ἀνάμιξιν τοῦ Κράτους εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν κυκλοφορίαν τῶν ἀγαθῶν, διότι δὲν διαθέτομεν τὰ κατάλληλα ὄργανα διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἄσκησιν τῆς παρεμβάσεως ταύτης». Καὶ συνεχίζει «ἡ κρατικὴ μηχανὴ εἶναι κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν τόσον πλημμελής, ὥστε δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιτελέσῃ κατὰ τρόπον ἱκανοποιητικὸν οὐδὲ τὰς πλέον στοιχειώδεις κρατικὰς λειτουργίας. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον οὐδεμία πραγματικὴ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας θὰ καταστῇ δυνατὴ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιμετωπίζεται τὸ βασικὸν πρόβλημα τῆς πλημμελοῦς λειτουργίας τῆς διοικητικῆς μηχανῆς» καὶ καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι παρὰ τὰ περὶ τοῦ ἀντιθέτου λεγόμενα εἶναι δυνατὴ ἡ ἀντιμετώπισις τοῦ προβλήματος τούτου ὑπὸ δύο βασικὰς προϋποθέσεις ὅτι θὰ εἶναι ὑπερκομματικὴ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον αὐτὸ διὰ νὰ κατοχυρωθῇ ἀπὸ κάθε κομματικὴ ἐπιβολὴ καὶ νὰ συνδυασθῇ μὲ αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία νὰ τοὺς ἐπιτρέπῃ νὰ καλύψουν τὰς βασικάς των ἀνάγκας. Ἐν συνεχείᾳ καθορίζει τὴν ἔννοιαν τῆς παρεμβατικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους καὶ ἀναφέρει, ὅτι αὕτη «δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ τὴν μορφὴν παροχῆς ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τὴν Διοίκησιν, ὅπως ρυθμίζῃ ἐλευθέρως τὰ διάφορα θέματα, ἀλλὰ νὰ θέτῃ γενικοὺς κανόνας καὶ ἐγγυήσεις, ὥστε ν’ ἀποφεύγωνται αἱ χαριστικαὶ πράξεις καὶ ἐνέργειαι» Ἐξεταστέον, ἐὰν ἡ μνημειώδης αὐτὴ ἔκθεσις ἀπὸ ἀδιάβλητον πολιτικὴν προσωπικότητα, ἐλήφθη τὴν ὑστάτην ὥραν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Πρὶν ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ ὑπενθυμίσωμεν καὶ τὸ ἔργον τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων καὶ ἰδίως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου. Ὀφείλομεν νὰ διαιρέσωμεν εἰς δύο στάδια τὴν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον περίοδον. Τὸ πρῶτον μέχρι τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, ἡ ὁποία ἐξέδωκε τὸν βασικὸν νόμον 1671)51 περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργείων καὶ ἡ δευτέρα ἀπὸ τῆς ἡμερομηνίας ταύτης μέχρι τῆς καταθέσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναμένωμεν ὁλοκληρωτικὴν καὶ ὁριστικὴν λύσιν τοῦ προβλήματος τούτου. Μόνον προπαρασκευὴν καὶ προσωρινὴν ρύθμισιν τῶν ἀνωμαλιῶν εἰς τὴν διοίκησιν λόγῳ τῆς κατοχῆς καὶ ἐν συνεχείᾳ τοῦ ἀνταρτοπολέμου. Πράγματι αἱ Συντακτικαὶ Πράξεις 24 καὶ 59 τοῦ 1945 εἰς αὐτὸ ἀπέβλεψαν. Μόνον ὁ νόμος 342)1947 προέβλεψε τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν σύνταξιν σχεδίου περὶ καταστάσεως Δημοσίων ὑπαλλήλων. Κατὰ τὸ δεύτερον στάδιον ἀπὸ τοῦ ἔτους 1951 ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου ἐκδίδεται ὁ ἀναγκ. νόμος 1671 περὶ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργείων καὶ ὁ νόμος 1811 περὶ Κώδικος Δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν πράγματι σταθμὸν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος ἀναδιοργανώσεως τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου 1671 θὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν διαφέρει εἰς τὰς ἐπιδιώξεις τῆς σημερινῆς. Ἀναφέρει, ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀποτελεῖ ἀπαρχὴν τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ ληφθοῦν διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ ὅλου ζητήματος καὶ ὅτι κατεβλήθη προσπάθεια ν’ ἀποτελέσῃ κάθε Ὑπουργεῖον ἑνιαῖον φορέα ἑνὸς μονίμου σκοποῦ τῆς Κυβερνητικῆς δραστηριότητος. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου αὐτοῦ παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξουσιοδότησιν, ὅπως διὰ Β. Δ)των ἐγκρίνωνται συγχωνεύσεις ὑπηρεσιῶν, ἵδρυσις νέων τοιούτων κλπ., καθ’ ὃν τρόπον περίπου καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον προβλέπει. Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὐτὴ ἐκρίθη ἤδη δι’ ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὡς ἀντισυνταγματικὴ καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου συνετάχθησαν παρὰ Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν μετέχουν μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. (Ἀναγινώσκει ἀπόσπασμα σχετικῆς ἀποφάσεως Συμβουλίου Ἐπικρατείας). Ἄς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τοῦτο ἔρχεται πρὸς ψήφισιν μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τὸν Φεβρουάριον 1958 διὰ τῶν ὁποίων ἐξήγγειλε τὰ ἑξῆς: «Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἐκ πάσης πλευρᾶς διεκηρύχθη ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν Κρατικῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ τοῦ Κρατικοῦ μηχανισμοῦ γενικῶς, καὶ ἀξιόλογοι προσπάθειαι κατεβλήθησαν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν, τ’ ἀποτελέσματα ὅμως τῶν προσπαθειῶν αὐτῶν δὲν ὑπῆρξαν ἱκανοποιητικὰ καὶ τοῦτο διότι αὗται δὲν ἐβασίσθησαν ἐπὶ ἑνὸς προγράμματος τοποθετοῦντος τὸ θέμα εἰς τὸ πρέπον ἐπίπεδον καὶ διαγράφοντος σαφεῖς κατευθύνσεις καὶ ἀρχάς. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι πρέπει ἤδη ν’ ἀντιμετωπίσῃ κατὰ τρόπον συστηματικὸν καὶ τὸ γενικὸν τοῦτο θέμα τῆς Διοικήσεως καὶ ν’ ἀποκρυσταλλώσῃ ἓν ἄρτιον πρόγραμμα ἀναδιοργανώσεως αὐτῆς». Ἔλεγε λοιπὸν πρὸ δέκα μηνῶν ἡ Κυβέρνησις δύο πράγματα: 1. Αἱ προσπάθειαι ἀναδιοργανώσεως ἀπέτυχον λόγῳ ἐλλείψεως προγράμματος εἰς τὸ πρέπον ἐπίπεδον καὶ διαγράφοντος σαφεῖς κατευθύνσεις καὶ ἀρχάς. 2. Ὅτι θ’ ἀποκρυσταλλώσῃ ἓν ἄρτιον πρόγραμμα ἀναδιοργανώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Δημοσίας Διοικήσεως. Καὶ ἐρωτῶμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως 10 μῆνας μετὰ τὴν ἀπόφασίν του ἀναδιοργανώσεως: Ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ ἄρτιον πρόγραμμα, μὲ τὸ πρέπον ἐπίπεδον καὶ μὲ τὰς σαφεῖς κατευθύνσεις καὶ ἀρχάς; Ἀντ’ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος, ἀντὶ αὐτοῦ τοῦ συστηματικοῦ τρόπου ἀντιμετωπίσεως τοῦ διοικητικοῦ προβλήματος τῆς χώρας ἔχομεν ἐνώπιόν μας μίαν συστηματικὴν προσπάθειαν διαλύσεως τῆς Δημοσίας Διοικήσεως δι’ ἀχρηστεύσεως τῆς Βουλῆς, μέσῳ τῶν πρωτοφανῶν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν δημόσιον βίον νομοθετικῶν ἐξουσιοδοτήσεων, εἰς τοιοῦτον μάλιστα σημεῖον, ὥστε ἡ Ἐκτελεστικὴ Λειτουργία νὰ μεταβάλλεται εἰς Νομοθετικὴν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν τῶν θελήσεων τῶν Ὑπουργῶν. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγομεν ἡμεῖς, τὸ ἀναφέρουν αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ποῦ ἀνέφερα καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ὁ σύμβουλος αὐτοῦ κ. Ψαρρὸς εἰς τὸ Ἀρχεῖον Νομολογίας Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Θέλετε νὰ ἴδητε πῶς ὑπονομεύεται τὸ Δημοκρατικόν μας πολίτευμα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν; Ἀναγνώσατε τὴν ἀθώαν ἐκ πρώτης ὄψεως διάταξιν τῆς παραγράφου ζʹ τοῦ ἄρθρου 7 καθ’ ἥν: «Ἐπιτρέπεται διὰ Βασ. Διαταγμάτων ἑκάστοτε ἐκδιδομένων νὰ ρυθμίζωνται κατὰ τροποποίησιν τῶν κειμένων διατάξεων καὶ οἱαδήποτε ἄλλα θέματα οὐσιαστικοῦ διοικητικοῦ περιεχομένου ἀφορῶντα εἰς τὴν ὀργάνωσιν ἐν γένει τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν, μὴ ρυθμιζόμενα διὰ τοῦ παρόντος νόμου». Εἶναι μία ἀπὸ τὰς πολλὰς ἀντισυνταγματικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι καταργοῦν τὰς βάσεις τοῦ Πολιτεύματος καὶ τὸν ρόλον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἄν δὲν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὑπ’ ὄψει της τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐκθέσεως Βαρβαρέσσου, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰ πορίσματα τῶν ἐπιτροπῶν αἱ ὁποῖαι κατὰ διαφόρους ἐποχὰς συνεστήθησαν, ἂς ἐπληροφορεῖτο τοὐλάχιστον πῶς ἡ σύμμαχος Ἀμερικὴ ἀντιμετώπισε τὸ θέμα αὐτὸ εἰς τὴν χώραν της.
§32Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐφ’ ὅσον εἴπατε, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὐτὴ τοῦ Βαρβαρέσσου, ἦτο ὀρθή, διατὶ τότε δὲν τὴν ἐφηρμόσατε σεῖς ἐπὶ Κυβερνήσεως Κέντρου;
§33Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, πρῶτον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐλέγχετε μίαν Κυβέρνησιν μὴ ὑφισταμένην καὶ δεύτερον, δὲν μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μὲ παρακολουθήσετε τί εἶπον διὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν ὁπότε θὰ εἴχατε ἀντιληφθῆ, ὅτι εὐθὺς ἀμέσως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ 1952, ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ. Καὶ ἕνα θέμα τόσον σοβαρὸν ὡς ἦτο ἡ διάρθρωσις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιλυθῇ ἐντὸς ἑνὸς ἢ δύο μηνῶν ὅταν μάλιστα ἔχωμεν τὸ προηγούμενον, ὅτι σεῖς ἀπὸ τὸ 1952 μέχρι σήμερον, ὄχι μόνον δὲν κατωρθώσατε νὰ ἐπιλύσετε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ οὔτε κἂν νὰ φέρετε ἕνα νομοθέτημα ἄρτιον. Προπολεμικῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὁ Ροῦζβελτ ἐψήφισε κατὰ τὸ ἔτος 1936 νόμον διὰ τοῦ ὁποίου συνεστήθη τριμελὴς ἐπιτροπὴ διὰ τὴν μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν τοῦ ὅλου θέματος. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ ἐντὸς ἐννέα μηνῶν ὑπέβαλεν εἰς τὸ Κογκρέσσον γενικὴν ἔκθεσιν διὰ τὸ ὅλον θέμα συνοδευομένην ἀπὸ εἰδικὰς ἐκθέσεις δι’ ἑκατὸν ἐπὶ μέρους προβλημάτων ἀναδιοργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὥστε τὸ Κογκρέσσον νὰ ἔχῃ διαφωτισθῆ πλήρως κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Μεταπολεμικῶς ὁ Τρούμαν ἐψήφισε τὸν νόμον 162 τοῦ 1947 διὰ τοῦ ὁποίου συνέστησε 12μελῆ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Χοῦβερ, ἐμελέτησε τὴν δομὴν καὶ λειτουργίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὴν ὀργάνωσιν καὶ βελτίωσιν αὐτῆς. Καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν εἰδικὰς ἐκθέσεις διὰ κάθε εἰδικὴν κατηγορίαν θεμάτων (γενικῶν ἁρμοδιοτήτων, εἰδικῶν ἁρμοδιοτήτων, προσωπικοῦ, προϋπολογισμοῦ, πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν κλπ.). Οὕτω τὸ Κογκρέσσον καὶ πάλιν διεφωτίσθη πλήρως ἐπὶ τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ ἐψήφισε τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Διὰ νὰ εἶμαι σαφέστερος θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ συμπληρώσω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους, δὲν ἀποδέχομαι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν. Ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἔχῃ καθορίσει τοὺς σκοποὺς ἑκάστης ὑπηρεσίας καὶ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς πρέπει νὰ τηρηθῇ ἐνήμερος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἄλλως ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀκόμη καταλήξει ποίαν πολιτικὴν θὰ ἐφαρμόσῃ, ὁπότε ὀργάνωσις χωρὶς σκοπόν τινα εἶναι ὀργάνωσις διὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ δὲν ἔχει νόημα. Πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ, ἐὰν οἱ ὑφιστάμενοι ὀργανισμοὶ ἐξυπηρετοῦν ὑποθετικούς, ἔστω, σκοποὺς τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἐδῶ, ὀφείλω νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐσφαλμένως διακρίνει τὸν προγραμματισμὸν ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν. Δὲν ὑπάρχουν ὑπηρεσίαι προγραμματισμοῦ καὶ ὑπηρεσίαι ἐκτελέσεως ἀλλὰ μόνον ὑπηρεσίαι προγραμματίζουσαι καὶ ἐκτελοῦσαι. Κεντρικαὶ ὑπηρεσίαι προγραμματίζουσαι καὶ περιφερειακαὶ ἐκτελοῦσαι, εἶναι σχῆμα συγκεντρωτισμοῦ ἀκριβῶς ἀντίθετον μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποκεντρώσεως ἡ ὁποία καθιεροῦται ὡς δευτέρα ἀρχή. Διότι, ὅταν τὸ Κέντρον διατάσσει καὶ ἡ περιφέρεια ἐκτελῇ, σημαίνει τὸ Κέντρον διατάσσει καὶ ἡ περιφέρεια ἐκτελεῖ. Δηλαδὴ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἴσχυεν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀποκέντρωσις σημαίνει ἡ περιφέρεια νὰ προγραμματίζῃ καὶ νὰ ἐκτελῇ. Θέλω ἐπίσης νὰ τονίσω, ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωσις δὲν γίνεται μὲ ἀρχάς, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκοπῶν ἑκάστης Ὑπηρεσίας. Καὶ αὐτοὺς τοὺς σκοποὺς δὲν τοὺς ἔχει καθορίσει ἡ Κυβέρνησις. Δι’ αὐτὸ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσιοδότησις τὴν ὁποίαν ζητεῖ, ἰσοδυναμεῖ μὲ κατάργησιν τῆς Βουλῆς καὶ διάλυσιν τῆς Διοικήσεως. Ἐν συμπεράσματι, λοιπόν, τὸ πρῶτον ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἔπρεπε νὰ εἶναι, ὄχι ἡ ἀναθεώρησις τῶν Ὀργανισμῶν, ἀλλὰ ὁ καθορισμὸς τῶν σκοπῶν ἑκάστης Ὑπηρεσίας καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἐὰν ἡ ἐκτελουμένη σήμερον ὑφ’ ἑκάστης Ὑπηρεσίας ἐργασία εἶναι σύμφωνος ἢ ὄχι μὲ τὸν σκοπὸν ἢ τοὺς σκοπούς. Εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον μὲ τὴν προβλεπομένην διαδικασίαν τῆς διαλύσεως, συγχωνεύσεως καὶ μετατάξεως ὑπηρεσιῶν, ἡ Κυβέρνησις ἐκτελεῖ τὸ ἔργον τῆς «Κουρελοῦς», ἡ ὁποία κόβει καὶ ράβει χωρὶς κανένα συγκεκριμένον σκοπόν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δύο ἀκόμη γενικῆς φύσεως παρατηρήσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης ἀντιμετωπίζει τὴν ἀναδιοργάνωσιν μόνον τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν ἐν στενῇ ἐννοίᾳ θέτει τὴν χεῖρα καὶ εἰς τὸν τομέα τῆς διὰ νομικῶν προσώπων Δημ. Δικαίου ὀργανώσεως, χωρὶς νὰ τὸν ρυθμίζῃ συστηματικῶς. Οὕτω ἡ παράγραφος στʹ τοῦ ἄρθρου 5 ἐπιτρέπει τὴν μεταβίβασιν ἁρμοδιοτήτων Ὑπουργείων εἰς νομικὰ πρόσωπα καὶ ἁρμοδιοτήτων Νομικῶν προσώπων εἰς Ὑπουργεῖα. Ἀλλὰ μὲ ποῖα κριτήρια μὲ ποίαν βάσιν; Ἐπίσης δὲν προβλέπεται τὸ ζήτημα τῆς καταλλήλου δι’ ἕκαστον ἔργον μορφῆς ὀργανώσεως. Ὡς γνωστόν, τὸ σύγχρονον Κράτος, διαθέτει σήμερον τὰς κάτωθι πέντε μορφὰς ὀργανώσεως: Τὴν Δημοσίαν Ὑπηρεσίαν, τὸ Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, τὴν Δημοσίαν Ἐπιχείρησιν, τὴν Παραχωρηθεῖσαν Δημ. Ὑπηρεσίαν καὶ τέλος τὸν Δημόσιον Ὀργανισμὸν Ἰδιωτ. Δικαίου ὡς π.χ. τὸ Κέντρον Παραγωγικότητος. Αὐτὸ τὸ κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα, τὸ ἀγνοεῖ ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ οἱαδήποτε προσπάθεια ἀναδιοργανώσεως ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡς δεύτερον ἀντικείμενον, μετὰ τὸν καθορισμὸν τῶν σκοπῶν, τὸν καθορισμὸν τῆς καταλληλοτέρας δι’ ἕκαστον σκοπὸν μορφῆς ὀργανώσεως. Οὕτω διὰ τὸν ἐξηλεκτρισμὸν θὰ προεκρίνετο ἐπὶ παραδείγματι ἡ Δημοσία Ἐπιχείρησις, διὰ τὴν Ραδιοφωνίαν ἐπίσης, διὰ τὴν Ἐθνικὴν διαφώτισιν κάτι ἄλλο. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω, συνάγεται εὐχερῶς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ διοικητικοῦ προβλήματος, περιοριζομένη εἰς ἀντιγραφὰς ἀορίστων καὶ μὴ ἰσχυουσῶν ἀρχῶν καὶ φράσεων. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπ. Προεδρίας Κυβερνήσεως). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ὁμιλίας τῶν κ. κ. εἰσηγητῶν, θὰ ἤθελον ἁπλῶς νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινάς, διὰ νὰ ἀρθοῦν μερικαὶ ἐνδεχομένως πλάναι, εἰς τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ ἐμπέσουν οἱ ἑπόμενοι ρήτορες. Ὡς γνωρίζετε, ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὸ διετύπωσαν, ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην τῆς μελέτης τῆς ὅλης ἀναδιοργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ κατήρτισεν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο ἀπὸ πρόσωπα ὑπηρεσιακὰ καὶ ἀδιάβλητα, Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, ὡς οἱ κ.κ. Μαραγκόπουλος καὶ Καρβελᾶς, καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅπως ὁ κ. Κυριακόπουλος, καὶ ἀνώτατοι δημόσιοι λειτουργοί, ὅπως ὁ κ. Ζαριφόπουλος καὶ ὁ κ. Σωφρονόπουλος. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, εἰργάσθη μὲ κἄποιαν διακοπήν, κατὰ τὸ διάστημα τῆς Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξεπόνησεν ὁλόκληρον πρόγραμμα, διαιρέσασα τὸ ὅλον ἔργον της εἰς κεφάλαια. Τὸ παρὸν νομοθέτημα, δὲν ἀποτελεῖ ἔκφρασιν τῆς ὅλης σκέψεως τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀποτελεῖ μικρὸν τμῆμα τῆς ὅλης ἐργασίας, μίαν δέ, ἠδυνάμην νὰ εἴπω, προεισαγωγήν, εἰς νομοθέτημα ἐξουσιοδοτικόν, εἰς τρόπον ὥστε ἔπειτα ἡ ἴδια Ἐπιτροπή, πλαισιουμένη δι’ εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν, ἑδρευουσῶν εἰς τὰ καθέκαστον Ὑπουργεῖα, νὰ δύναται νὰ χωρήσῃ περαιτέρω εἰς τὴν μελέτην τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Τὸ κύριον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους εἰσηγητὰς διετυπώθη, ἡ κυριωτέρα ἀνησυχία εἶναι ἡ εὐρύτης τῆς διδομένης ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν νὰ ἀκούω αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς ἄλλας χώρας, οἱ Ὀργανισμοὶ τῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ εἶναι ἀκριβῶς ἡ Διοίκησις πλέον εὐέλικτος, πλέον ταχεῖα εἰς τὰς προσαρμογάς της, εἰς τὰς οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς ἀνάγκας, δὲν διαμορφώνονται βάσει κανόνων δικαίου νομοθετικῶν, ἀλλὰ διὰ πράξεως τῆς Διοικήσεως. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, παλαιόθεν, ἠκολουθήσαμεν μίαν ἀντίθετον πολιτικήν, ὄχι διότι εἶναι ὀρθὴ ἡ πολιτικὴ αὐτή, ἀλλὰ διότι βασιλεύει παρ’ ἡμῖν πάντοτε μία μεγαλυτέρα δυσπιστία τῆς νομοθετικῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀγομένη τῶν δικαιωμάτων της, ὅσον τὸ δυνατὸν περιορίζει τὴν ἐξουσιοδότησιν καὶ γενικῶς αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην, πᾶς κανὼν δικαίου, νὰ περιέχεται εἰς τὸν νόμον καὶ νὰ μὴ περιέχωνται κανόνες δικαίου γενικοῦ, τοὐλάχιστον, περιεχομένου, εἰς πράξεις διοικήσεως, διατάγματα ἢ ὑπουργικὰς ἀποφάσεις. Ἐναντίον αὐτῆς τῆς πολιτικῆς, θὰ ἔπρεπε ὁλόκληρον τὸ Σῶμα καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ πολεμήσῃ, ἐὰν θέλῃ, πράγματι, νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς Διοικήσεως, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἀντιμετωπίσωμεν σήμερον ἕνα σύγχρονον Κράτος μὲ διατάξεις παγωμένας, δυσκινήτους, δυσμεταβλήτους, τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ρέουν τὰ γεγονότα καὶ ἐπιβάλλουν ἑκάστοτε ἀναπροσαρμογάς. Θὰ ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν — καὶ ἐλπίζω ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία μελετᾷ τὸ ζήτημα, νὰ εὕρῃ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ ὑπάρξῃ ἡ ζητουμένη κατοχύρωσις, χωρὶς ὅμως τοῦτο νὰ ἐπάγεται καὶ τὴν ἀκαμψίαν τῆς ἰδικῆς μας νομοθεσίας, τὴν ἀκαμψίαν, ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἕνα ἄλλο κακόν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον πληρώνομεν ἡμεῖς ἐδῶ οἱ βουλευταί. Δοθέντος, ὅτι τὰ πάντα ρυθμίζονται διὰ νόμων εἰς τὴν Ἑλλάδα, κάθε φορὰ ποὺ θέλομεν νὰ ἀλλάξωμεν κἄτι, κάμνομεν ἄλλον νόμον καὶ οὕτω συνεχίζεται ἐπ’ ἄπειρον ἡ πολυνομία. Ἡ πολυνομία εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρώτην πηγὴν ἔχει τὴν πρόθεσιν καὶ τὴν βούλησιν γενικὰ τῆς Πολιτείας, νὰ ρυθμίζῃ τὰ πάντα διὰ νόμων, ὄχι διότι ὑπάρχει πρὸς τοῦτο οἱαδήποτε θεωρητικὴ ἢ πρακτικὴ σκοπιμότης, ἀλλὰ διότι βασιλεύει παρ’ ἡμῖν, ὡς πρῶτον κριτήριον, ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.
§36Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶναι ἄδικος;
§37Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Εἶναι πάντως κἄτι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ κριτήριον ὀρθολογιστικῆς διαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ ὑπεστηρίχθη καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἔκαμε μία ἀξιέπαινον προσπάθειαν διὰ τοῦ νόμου 1671, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσεν ἀφετηρίαν διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἄλλωστε, ἀκόμη, ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τοῦ νόμου, μὲ ὡρισμένας τροπολογίας, ζῶμεν. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, ἔχει εὐρυτάτην ἐξουσιοδότησιν. Ἡ πολιτικὴ τοῦ Κέντρου, ἦτο τότε πολιτικὴ ὀρθή, τῆς παραχωρήσεως εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εὐρυτάτης ἐξουσιοδοτήσεως. Πῶς σήμερον, ἡ ἰδία πολιτική, γινομένη μὲ πολὺ πλέον περιωρισμένην ἐξουσιοδότησιν, θεωρεῖται πολιτικὴ οὐχὶ ὀρθή;
§38Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Προηγήθη ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, τὸ 1932.
§39Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Γνωρίζετε, ἐὰν ἔχῃ κριθῆ αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 17, ἀντισυνταγματική;
§40Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐξετάζω, ποία ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ Κόμματος, ποὺ ἐψήφισε τὸν νόμον. Καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτή, ἦτο πολιτικὴ εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ὑπεστήριξε τὴν πολιτικὴν αὐτήν. Ἡ ἀπορία εἶναι, διατὶ σήμερον δὲν ὑποστηρίζει τὴν ἰδίαν πολιτικήν.
§41Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἡ διάταξις, ἐκρίθη ἀντισυνταγματική.
§42Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐκρίθη ἀντισυνταγματική, διότι ἦτο πολὺ γενικωτέρα ἀπὸ αὐτήν, τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν ἡμεῖς. Οἱ μετέχοντες τῆς Ἐπιτροπῆς Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, κ.κ. Μαραγκόπουλος καὶ Καρβελᾶς, ἠρεύνησαν τὸ ζήτημα, εἰδικῶς ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, καὶ ἐφρόντισαν, ὥστε νὰ εἶναι εἰδικὴ ἑκάστοτε ἡ ἐξουσιοδότησις, ὥστε ἀκριβῶς νὰ μὴ θίγεται ἀπὸ τὴν γνωστὴν νομολογίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἤθελον, ἐπίσης, νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν. Ὁ κ. Βαρβαρέσσος, ὁ εἰσηγητὴς καὶ γενικὸς διευθυντὴς τῆς Γʹ Διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, ἔκαμεν εἰσήγησιν, ἡ ὁποία ἀποκρυσταλλοῦται εἰς αὐτὸ τὸ νομοθέτημα. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίφασις, μεταξὺ τῆς εἰσηγήσεως καὶ τοῦ νομοθετήματος. Διαφορὰ ὑπάρχει μὲ τὴν εἰσήγησιν τοῦ ἀειμνήστου Βαρβαρέσσου, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν ἀναδιάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀπόλυσιν ὑπαλλήλων καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν ἀντιμετώπιζεν ἐνδεχόμενον μισθολογικῆς ἀναπροσαρμογῆς. Ὡς πρὸς τὰ θέματα τῶν Νομικῶν Προσώπων, τὰ ὁποῖα πολὺ ὀρθῶς ὑπηνίχθητε, διότι δὲν τὰ βλέπεται εἰς τὸ παρὸν σχέδιον, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι εἰδικὸν νομοθέτημα τῆς ἰδίας Ἐπιτροπῆς, θὰ κατατεθῇ κατὰ τοὺς προσεχεῖς μῆνας εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἡ πολυμορφία των τοιαύτη, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸν Ἰανουάριον ἢ τὸν Φεβρουάριον θὰ φέρωμεν ἕνα τοιοῦτον νομοθέτημα.
§43Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τότε, διατὶ περιελήφθη ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὸ νομοθέτημα, διὰ τῆς ὁποίας ὑπηρεσίαι Ν.Π.Δ.Δ. δύνανται νὰ ἐνταχθοῦν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἀντιθέτως;
§44Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἐν γνώσει της ἡ Ἐπιτροπή, ἔθεσε τὴν διάταξιν. Καὶ πρέπει νὰ δηλώσω, ὅτι ὁλόκληρον τὸ νομοθέτημα, πλὴν τῶν ἄρθρων ποὺ ἀφοροῦν τὰ καταργούμενα Ὑφυπουργεῖα καὶ Ὑπουργεῖα, εἶναι αὐτολεξεὶ ἡ εἰσήγησις τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας τὰ πρακτικὰ δὲν ἔχουν ἀκόμη ὑπογραφῆ, συντομώτατα, ἄλλωστε, θὰ εἶναι. Πάντως, εἶναι κείμενον, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη ὁμοφώνως ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν. Δὲν ὑπάρχει κανένα ἄρθρον, πλὴν αὐτῶν ποὺ σᾶς εἶπον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε διαφοράν. Αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις εἶχον νὰ σᾶς δώσω, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχουν περιτταὶ συζητήσεις, ἐπὶ τῶν θεμάτων τοὐλάχιστον, τὰ ὁποῖα οὕτω ἀποσαφηνίζονται.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τούμπας, ἔχει τὸν λόγον.
§46Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ ἀγορεύσεις τῶν συναδέλφων εἰσηγητῶν καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω, ὅτι σᾶς ἔχουν φωτίσει ἀρκετά, ὅσον ἀφορᾷ τὸ περιεχόμενον καὶ τὰς λεπτομερείας τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Δὲν πρόκειται, ἑπομένως, νὰ σᾶς ταλαιπωρήσω εἰς ἀνάπτυξιν καὶ ἀνάλυσιν λεπτομερῆ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἀσχοληθῶ ὅμως μὲ δύο περιπτώσεις, μία γενικῆς καὶ μία εἰδικῆς μορφῆς. Ἐν πρώτοις, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι εἶμαι εὐτυχής, διότι τὸ νομοσχέδιον κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι μία ἀπαρχὴ ὀρθῆς διαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει, ὅτι διὰ λόγους ὀρθολογιστικωτέρας, οἰκονομικωτέρας καὶ ἀποδοτικωτέρας διαρθρώσεως τοῦ Κράτους, πρέπει ν’ ἀκολουθηθοῦν τὰ ὅσα προτείνει ἡ ἐπὶ τούτῳ συσταθεῖσα Ἐπιτροπή. Καὶ ὡς βάσιν τῆς ἀρχῆς, θέτει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, πρῶτον, τὴν ἐπιτελικὴν ὀργάνωσιν καὶ ὡς δεύτερον σκοπὸν τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν. Ἡ ἐπιτελικὴ ὀργάνωσις καὶ ἡ διοικητικὴ ἀποκέντρωσις, ἔχουν μίαν κἄποιαν σχέσιν μεταξύ των, τὴν ὁποίαν δὲν βλέπω εἰς τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐξηγοῦμαι τί θέλω νὰ εἴπω. Ὅταν λέγωμεν, ὅτι ὀργανώνομεν ἐπιτελικῶς μίαν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐκχωροῦμεν τὰς ἐκτελεστικὰς ἁρμοδιότητας εἰς κἄποιαν ἄλλην καὶ ἡ ἐκχώρησις τῶν ἁρμοδιοτήτων γίνεται βάσει τοῦ κειμένου νόμου. Τὸ ἄρθρον 4 σχετικῶς, προβλέπει ἐκχώρησιν ἁρμοδιοτήτων ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀνακατανομῆς τῶν ἁρμοδιοτήτων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, δὲν γίνεται ἐκχώρησις ἐκτελεστικῶν ἁρμοδιοτήτων, ὅπως θέλῃ νὰ λέγῃ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν μᾶς λέγει ὅμως, τίνι τρόπῳ θὰ ἐκχωρηθοῦν αἱ ἐκτελεστικαὶ ἁρμοδιότητες καὶ εἰς ποῖα ὄργανα. Αὐτὸ συνδέεται μὲ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον θέτει τὸ νομοσχέδιον, τὸ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως καὶ περὶ ὀργανικοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Καλὰ ἕως ἐδῶ. Ἀλλὰ ἡ διοικητικὴ ἀποκέντρωσις, βάσει ποίας ἀρχῆς γίνεται; Δὲν ρυθμίζεται ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀποκέντρωσις θὰ ἐπιληφθῇ καὶ ὡρισμένων ἐκτελεστικῶν ἁρμοδιοτήτων, τῶν ὁποίων τὰ Ὑπουργεῖα θὰ ἀπαλλαγοῦν, λόγῳ τοῦ ὅτι θὰ καταστοῦν ταῦτα μόνον ἐπιτελικαὶ ὑπηρεσίαι. Ἐν τῇ οὐσίᾳ συνδέεται ἀπόλυτα μὲ τὴν ἀποκέντρωσιν, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Θὰ ἔπρεπε συγχρόνως ἢ καὶ παραλλήλως νὰ μελετηθῇ καὶ τὸ θέμα, ποῖαι ἐκτελεστικαὶ ἐξουσίαι θὰ δοθοῦν εἰς τὴν περιφέρειαν, δηλαδὴ ἕνα τμῆμα τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἀφοῦ ἔχομεν διαλευκάνει αὐτὸ τὸ θέμα, τότε θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ ὀργανώσωμεν ἀκλόνητα τὴν διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν καὶ νὰ εἴπωμεν τόσαι ὑπηρεσίαι μᾶς χρειάζονται καὶ τόσον προσωπικὸν εἰς ἑκάστην περιφερειακὴν ὑπηρεσίαν, βάσει τῶν ἁρμοδιοτήτων, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ, ἔτσι ὅπως γίνεται τώρα.
§47Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπειδὴ εἶσθε στρατιωτικὸς καὶ δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ τὸ γνωρίζετε, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ αὐτοδιοικήσεως, ἐννοοῦμεν τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας. Αὐτὸ ποὺ θέλετε νὰ ἐκθέσητε σεῖς, τὸ λέγομεν ἀποκέντρωσιν.
§48Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Εἶπον, ὅτι ἔν τινι μέτρῳ, ἅπτεται τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ Νομαρχία τί εἶναι; Δὲν εἶναι ἀποκέντρωσις καὶ αὐτή;
§49Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀποκέντρωσις.
§50Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Σύμφωνοι, λοιπόν. Ἑπομένως, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, ὁμιλεῖ περὶ διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως, χωρὶς ἐκ τῶν προτέρων νὰ λέγῃ, ποῖαι ἐκτελεστικαὶ ἐξουσίαι θὰ ἀνατεθοῦν εἰς τὴν περιφέρειαν. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν συνέστησεν ἡ Κυβέρνησις, ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ ἐπιληφθῆ τοῦ θέματος, διότι εἶναι σοβαρώτατον τὸ θέμα. Κύριοι βουλευταί, ἔρχομαι τώρα εἰς ἕνα ἄλλο σημεῖον. Τὸ ἄρθρον 3, τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, ὁμιλεῖ περὶ διαχωρισμοῦ ὡρισμένων Ὑπουργείων καὶ καταργήσεως ἄλλων. Νομίζω, ὅτι ἡ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3, τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου, ἡ ὁποία προβλέπει μόνον μίαν θέσιν ὑφυπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἶναι ἐπιζημία διὰ τὸ Ἔθνος. Ἐξετάζω τὴν περίπτωσιν κεχωρισμένως τῶν ὑπουργῶν καὶ ὑφυπουργῶν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ κατατοπισθοῦν οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὰ ἐπὶ μέρους ζητήματα, ἑκάστου Ὑπουργείου. Δὲν εἶναι δυνατόν, π.χ., ὁ ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ ἐπαρκέσῃ, διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα νὰ ὑπογράφῃ τὰ ἔγγραφα, ποὺ ἀφοροῦν τεχούσης φύσεως ζητήματα, ἀλλὰ κυρίως πρέπει οὗτος νὰ συνδεθῇ μὲ τὰ διάφορα Γενικὰ Ἐπιτελεῖα καὶ νὰ συντονίζῃ τὴν προσπάθειάν των, ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας ἑκάστου κλάδου. Νομίζω, ἐπίσης, ὅτι αὐτὸ εἶναι καὶ ἀντιοικονομικὸν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ κατάργησις ἑνὸς ὑφυπουργοῦ δὲν ἀποβλέπει, παρὰ μόνον εἰς τὴν κατάργησιν ἑνὸς αὐτοκινήτου καὶ ἄλλων μικρῶν τινῶν δαπανῶν.
§51Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἔχετε ἀπολύτως δίκαιον καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ εἰδικοῦ ἄρθρου, ν’ ἀποδεχθῇ τροπολογίαν, ὅπως αὐξηθοῦν αἱ θέσεις τῶν ὑφυπουργῶν, διότι, ὡς βουλευτής, ἐπισκέπτομαι πολλάκις τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι σπανίως δύναμαι νὰ συναντήσω τὸν κ. ὑφυπουργὸν τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων, διότι δὲν ἐπαρκῆ ὁ ἄνθρωπος, παρ’ ὅλην τὴν προθυμίαν ποὺ ἔχει, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου.
§52Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Εὐχαριστῶ, διὰ τὴν διακοπήν. Τί συμβαίνει, λοιπόν; Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, ὁ ὁποῖος εἰσηγεῖται τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τῶν 3 Ἐπιτελείων, δὲν ἔχει ἰδέαν προσωπικῶς, ποῖαι εἶναι αἱ ἀπαραίτητοι ἢ αἱ μὴ ἀπαραίτητοι δαπάναι, τὰς ὁποίας τοῦ εἰσηγοῦνται οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Ἐπιτελείων. Εἰς τὰ παλαιὰ χρόνια, ἦτο μαρτύριον δι’ ἡμᾶς ἡ περίοδος ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἤρχετο ὁ ὑπουργός, ὁ ὁποῖος διΰλιζε τὸ κάθε ἄρθρον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ δὲν τὸ διΰλιζε, βεβαίως, μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς γκρίνιας, ἀλλὰ διότι εἶχε πλήρως ἰδίαν γνώμην, διότι εἶχε παρακολουθήσει τὰ ζητήματα καὶ ἐγνώριζε ποῖα ἀπὸ ὅσα ἐζητούσαμεν ἦσαν ἀπαραίτητα καὶ ποῖα εἶχον τὴν προτεραιότητα καὶ ποῖαι ἦσαν περιτταὶ δαπάναι, διέγραφε δὲ ὅσα ἐνόμιζε περιττά, πολλάκις δὲ μᾶς ἀπεστόμωνε, διότι δὲν εἴχομεν ἐπιχειρήματα νὰ τοῦ ἀπαντήσωμεν. Σήμερον, εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἡ ἐκπόνησις τοῦ προϋπολογισμοῦ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἔχομεν περιπτώσεις, ποὺ δαπάναι ὡρισμένων Γενικῶν Ἐπιτελείων εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἔχουν ἐγγραφῆ εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι εἶναι δαπάναι περιτταί, διὰ τὰς ὁποίας πταίει τὸ Ὑπουργεῖον ποὺ ἔχει τὴν πολιτικὴν εὐθύνην. Δὲν ἀδικῶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Γενικῶν Ἐπιτελείων. Εἶναι φυσικὸν νὰ ζητοῦν, ὅσα ἠμποροῦν περισσότερα. Πρέπει, ὅμως, νὰ ἐλέγχῃ ὁ ὑπουργός. Πρόκειται περὶ δαπανῶν καὶ σπατάλης ὑπερβολικῆς, ἡ ὁποία βασίμως πιστεύω, ὅτι θὰ ἀνεκούφιζε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ νομίζω, ὅτι διὰ νὰ ἐξοικονομηθοῦν τὰ 2 αὐτοκίνητα ποὺ εἶπον, εἶναι κρῖμα νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ δαπάνη. Πιστεύω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν ὑφυπουργοὶ εἰς τὰ τρία πολεμικὰ Ὑφυπουργεῖα. Ὅμως, δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ πλευρὰ τοῦ ζητήματος. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πλευρά, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν διοικητικὴν πλευρὰν καὶ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους ὑπουργοὺς νὰ προσέξουν, διότι εἶναι μία πλευρὰ σημαντικὴ καὶ ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ δημιουργήσῃ, ὅπως φοβοῦμαι, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις εἰς ἕνα ἐκ τῶν Γενικῶν Ἐπιτελείων, νὰ δημιουργήσῃ κινδύνους πτώσεως τοῦ ἠθικοῦ τοῦ Σώματος. Καὶ ἐξηγοῦμαι, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ χρόνον ὁ ὑφυπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ κατατοπίζεται πλήρως μὲ τὰ ζητήματα τῶν 3 κλάδων, ἐν τῇ οὐσίᾳ ἡ διοίκησις τῶν πολεμικῶν ὑφυπουργείων ἔχει περιέλθει ἀπολύτως εἰς τὰς χεῖρας τῶν Ἀρχηγῶν τῶν Γεν. Ἐπιτελείων, μὲ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ πάρα πολὺ ἐπικίνδυνον, νὰ ἀποξενώνεται ἡ πολιτικὴ ἡγεσία τῶν εὐθυνῶν της. Καὶ ὁ κίνδυνος ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι, εἰς τὰ διοικητικὰ ζητήματα τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, οἱ στρατιωτικοὶ βλέπουν τὰ πράγματα κατὰ τρόπον στρατιωτικὸν καὶ εἶναι ἀποξενωμένοι τῆς πολιτικῆς εὐθύνης. Νομίζω, ὅτι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὸ θέμα αὐτό, δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, διότι θέτω ὑπ’ ὄψει σας ὅτι, βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, εἶναι καὶ ὁ διοικητὴς προϊστάμενος, ἐνῷ πρὸ 5 ἐτῶν τὴν ἀνωτάτην διοίκησιν δὲν τὴν ἤσκει ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, διότι ἦτο PRIMUS INTERPARTES καὶ δὲν ἤσκει διοικητικὰ καθήκοντα, διότι συμμετεῖχον καὶ οἱ διάφοροι διευθυνταὶ τῶν διαφόρων κλάδων καὶ ἡ διοίκησις ἠσκεῖτο συλλογικῶς. Σήμερον, διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, δημιουργεῖται μία συγκέντρωσις δυνάμεων ὑπερβολική. Ἐγώ, προσωπικῶς, δὲν συμφωνῶ μὲ αὐτὴν τὴν συγκέντρωσιν. Ἐὰν δὲ εἰς αὐτὸ προσθέσετε καὶ τὴν ἔλλειψιν τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, ἀντιλαμβάνεσθε τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Συγκεκριμένως, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου παραδείγματα ἀπὸ μίαν μελετωμένην ἀλλαγὴν τῆς διαρθρώσεως τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, βάσει τῆς ὁποίας καταργεῖται ὁ στόλος. Τὸ θέμα αὐτό, προτίθεμαι νὰ τὸ φέρω εἰς τὴν Βουλήν. Βάσει δὲ τῆς καταργήσεως αὐτῆς τοῦ στόλου, ἔχει ἀρχίσει μία τρομερὰ πίεσις ἐκ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπάνδρωσις τῆς νέας διαρθρώσεως. Οἱ ἀμερικανοί, εἶπον εἰς ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ Συμβούλια, ὅτι Κύριοι, ἐξετάσετε τὴν νέαν διάρθρωσιν ποὺ προτείνετε καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Δὲν πρέπει, ἐν καιρῷ εἰρήνης, νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὰ ἄτομα, ὅ,τι ζητεῖτε ἐν καιρῷ πολέμου. Ἐν καιρῷ πολέμου, ὅλα τὰ ἄτομα πρέπει νὰ εἶναι ἕτοιμα νὰ ἀποδώσουν εἰς τὴν μεγίστην ἔντασιν τῶν προσπαθειῶν των ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ συνεχῶς. Ἐν καιρῷ, ὅμως, εἰρήνης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτῶμεν ἕνα τοιοῦτον πρᾶγμα. Μὲ μίαν νέαν διάρθρωσιν, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἔχει προφθάσει νὰ μελετήσῃ καὶ νὰ ἀντιληφθῇ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, οὐσιαστικῶς δημιουργεῖται μία πτῶσις τοῦ ἠθικοῦ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, διότι τοὺς δημιουργεῖ κατάστασιν ἐντάσεως τῆς ἀποδόσεώς των καὶ καταστάσεων, ἰδίως, αἱ ὁποῖαι τὰς θίγουν οἰκονομικῶς, καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἔχουν δημιουργηθῆ καὶ καθιερωθῆ. Σήμερον, ἀνατρέπονται, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρχῃ ἕνα κῦμα τάσεως παραιτήσεων εἰς τὸ ναυτικόν. Αὐτὰ τὰ λέγω παρεμπιπτόντως, διότι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, θὰ τὰ ἀναπτύξω λεπτομερῶς καὶ πιθανῶς νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ τελικῶς αὐτὴ ἡ διάρθρωσις.
§53Α. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς κάμνουν ἐντύπωσιν, αὐτὰ ποὺ μᾶς λέγετε.
§54Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, τὰ λέγω αὐτὰ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἡγεσία δὲν πρέπει νὰ ἀποξενωθῇ τῶν εὐθυνῶν της. Ἡ πολιτικὴ ἡγεσία ἔχει τὴν εὐθύνην νὰ τηρῇ ὑψηλὸν τὸ ἠθικὸν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Εἶναι ἰδική μας εὐθύνη καὶ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι εὐθύνη τῶν ἀξιωματικῶν. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, διὰ μίαν διαφαινομένην οἰκονομίαν, ἐνῷ εἰς τὴν οὐσίαν πρόκειται περὶ σπατάλης, ἔχομεν μίαν ἀλλαγὴν τῆς διαρθρώσεως. Εἰσηγοῦμαι ἐνθέρμως, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ παράγραφος 3 τοῦ ἄρθρου 3 καὶ παραμείνῃ ἡ κατάστασις τῶν 3 Ὑφυπουργείων καὶ μάλιστα καὶ κἄτι ἄλλο θὰ ἤθελον νὰ ἔχωμεν, ὄχι διότι ὁ σημερινὸς ὑφυπουργὸς δὲν ἐπαρκεῖ, ἀντιστρόφως, εἶπον προηγουμένως καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι εἶναι πραγματικὸν εὐτύχημα, τὸ ὅτι ὁ κ. Θεμελῆς εἶναι ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι ἠμπορεῖ καὶ κάμνει ὅ,τι εἶναι ἀνθρωπίνως δυνατόν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σπεύσῃ τὸ ταχύτερον νὰ συμπληρώσῃ καὶ τὰ 3 Ὑφυπουργεῖα τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων.
§55Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος, ὅτι τὸ Ὑφυπουργεῖον Στρατιωτικῶν, Ναυτικῶν καὶ Ἀεροπορίας, κατηργήθη τὸ 1951 ἀπὸ τὸν 1671 νόμον, ὄχι μὲ τὸν σκοπὸν τῆς οἰκονομίας, σᾶς τὸ λέγω, διότι τότε μετεῖχον τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔκαμε τὸν 1671, ἀλλὰ διότι ἐπρυτάνευσεν ἡ ἰδέα τῆς ἑνότητος τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Μετά, ἐπὶ Συναγερμοῦ, ἐπανιδρύθησαν, ὄχι τὰ κατὰ μέρος Ὑπουργεῖα, ἀλλὰ ἐπανιδρύθησαν τρία Ὑφυπουργεῖα τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ διεκρίθησαν τότε οἱ κ.κ. Γυαλίστρας καὶ Γεωργούλης. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς, δηλαδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν νόμον 1671, εἰς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελεν οὔτε ὁ Συναγερμός, ὁ ὁποῖος ἔκαμε περισσότερα Ὑφυπουργεῖα, νὰ διασπάσῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἑνότητος τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Δεύτερον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου, ποὺ ἔκαμε τὸν νόμον 1671, εἶχε χωρήσει εἰς τὴν κατάργησιν τῶν τριῶν Ὑφυπουργείων καὶ εἰς τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς Ὑφυπουργείου, ὅπως ἔχει σήμερον. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, ἤθελον νὰ δώσω.
§56Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, πρέπει νὰ μείνῃ ἡ κατάστασις ὡς ἔχει σήμερον καὶ νὰ συμπληρωθοῦν τὰ Ὑφυπουργεῖα.
§57Ι. ΤΟΥΜΠΑΣ. Θέλω νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι δὲν κάμνω ἀντιπολίτευσιν καί, ἑπομένως, ἐὰν ἔχῃ θεσπισθῆ ἡ διάταξις αὐτὴ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ Κέντρου, τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1951, μοῦ εἶναι ἀδιάφορον. Προσέξατε, ὅμως τοῦτο. Μήπως ἡ ἐπιζητουμένη ἑνοποίησις τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, ἐπιφέρει διάλυσιν, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ Δυτικοῦ Κόσμου ὑπάρχουν οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοί. Εἰς οὐδένα Κράτος δὲν εἶναι ἐξηρτημένοι οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Ἐπιτελείων ἀπὸ ἕνα, ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Γ.ΕΘ.Α. Προσέξατέ το αὐτό, διότι εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ζάκκας, ἔχει τὸν λόγον.
§59Α. ΖΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, διεξῆλθον μὲ προσοχὴν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου καὶ ἤκουσα, ἐπίσης, μετὰ τῆς αὐτῆς προσοχῆς, ὅσα οἱ προλαλήσαντες κύριοι συνάδελφοι καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας, εἶπον. Δὲν πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ, διατὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ διατὶ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Τὸ ἄρθρον 102 τοῦ Συντάγματος, λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ὅπερ σημαίνει, ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ μετέχουν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, πρέπει νὰ κατέχουν θέσιν νομοθετημένην, δηλαδὴ θέσιν, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθῆ μὲ τὴν σύμπραξιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§60Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως). Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτήν, κύριε συνάδελφε; Χρειάζεται, κατὰ τὴν γνώμην σας, ἰδιαίτερος νόμος;
§61Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ὅταν, κύριε ὑπουργέ, ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἀναφέρει «νομοθετημένη θέσις», σημαίνει, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ τὰ ἀντικείμενα, ποὺ θὰ ἐπιλαμβάνεται ἡ ὑπηρεσία αὐτή. Ἔρχεται, ὅμως, τὸ νομοσχέδιόν σας καὶ λέγει, ὅτι ὅλα αὐτά, ἐγὼ τὰ ἀφίνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰ κάμῃ. Κατάργησις, λοιπόν, θέσεων, ἵδρυσις νέων, συγχώνευσις ὑπηρεσιῶν, μετάθεσις ὑπαλλήλων ἀπὸ τὸ Κέντρον εἰς τὴν Περιφέρειαν καὶ τόσα ἄλλα, ἀφίνονται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπὸ τὰς νέας συνθήκας τῆς ταχείας οἰκονομικῆς ἐξελίξεως, τὰ Κράτη ἔχουν ἀνάγκην νὰ προχωροῦν μὲ εὐελιξίαν, καὶ αὐτὸ ζητεῖ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή, παραμένει εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ 3 ἔτη, ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθη τὴν πραγματικότητα. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἀνέλαβε τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας τὸ 1910 καὶ τὸ 1912 διεξήγαγε νικηφόρον πόλεμον, συγχρόνως δὲ ὡργάνωσε τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, πρᾶγμα ποὺ ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Αὐτὸ ἐγένετο, διότι οἱ ὑπουργοί του δὲν ἀνέμενον ἀπὸ ἄλλους νὰ τοὺς δώσουν κατευθύνσεις, ἀλλὰ ἐσχημάτιζον μόνοι των ἰδίαν γνώμην. Ἐνθυμοῦμαι τὸν Μιχαλακόπουλον, ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ποὺ εἰσήγαγε τὴν κοινωνικὴν νομοθεσίαν. Βεβαίως, εἶχε κύκλον προσώπων, μετὰ τῶν ὁποίων συνειργάζετο, ἀλλὰ οὐδέποτε προσέφευγεν εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην ποὺ εἶχε σχηματίσει ὁ ἴδιος. Μόνον ἐὰν ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι σκοπεύει νὰ ἀλλάξῃ τὸ κοινωνικὸν καθεστὼς τῆς χώρας, ὅτι ἐγκαταλείπει τὴν πολιτικὴν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ στρέφεται πρὸς τὸν σοσιαλισμόν, θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ταχείας καὶ ἀπεριορίστου ἀναδιοργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, γίνεται δι’ ἄλλους σκοπούς. Διατηροῦσα τὴν προσήλωσίν της εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας, διατηροῦσα τὰ πάντα ὡς ἔχουν, ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀναστάτωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διὰ νὰ τελοῦν οἱ ὑπάλληλοι εἰς συνεχῆ ἀγωνίαν, ζητεῖ τὴν εὐρυτάτην ἐξουσιοδότησιν νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα ὀργανώσεως ὅλων τῶν Ὑπουργείων, διὰ νὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν, ἐὰν δὲν ἀρέσῃ ἕνας ὑπάλληλος, ἐὰν δὲν ὑπηρετῇ πιστῶς τὸ Κόμμα, νὰ μετατίθεται ἀπὸ τὰς Ἀθήνας εἰς τὴν περιφέρειαν. Τοῦτο εἶναι ἕνας τρόπος ἄρσεως τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, διότι διὰ τῆς μεταθέσεως, θὰ ἐξαναγκάζωνται συνήθως εἰς παραίτησιν, ἢ θὰ ἐξαναγκάζωνται νὰ καταστοῦν κομματικὰ ὄργανα. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως). Κυβερνᾶτε ὡς Κόμμα καὶ τίποτε ἄλλο δὲν βλέπετε πρὸ ὑμῶν, παρὰ μόνον τὸ Κόμμα. (Θόρυβος). Καὶ προσπαθεῖτε νὰ καθιερώσητε νέαν τακτικὴν τοῦ νομοθετεῖν, ἱκανὴν νὰ σᾶς ὑπηρετῇ κομματικά. Παρατηρεῖται τὸ φαινόμενον, κυβερνητικοὶ βουλευταὶ νὰ μὴ ἔχουν τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίξουν τὰς ὀρθὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑποβάλλουν οἱ ἴδιοι ἢ αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται ἀπὸ ἀντιπολιτευομένους. (Θόρυβος, διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως).
§62Α. ΜΙΧΑΣ. Οἱ κυβερνητικοὶ βουλευταί, κάμνουν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχετε σεῖς τὸ θάρρος νὰ κάμνετε. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§63Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἡ διακοπή σας, μαρτυρεῖ θάρρος ἀγνοίας. Ὅταν εἴχατε ἀνάγκην τῶν φώτων ἀπὸ ξένας Ἐπιτροπάς, ὀφείλατε.... (Οἱ βουλευταὶ τῆς πτέρυγος τῆς Συμπολιτεύσεως, ἐξακολουθοῦν διαμαρτυρόμενοι, διὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κυρίου Ζάκκα).
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζάκκα, παρακαλῶ, κάμετε μία διευκρίνισιν, ὅτι δὲν ἠθέλατε νὰ κρίνετε κανέναν.
§65Α. ΖΑΚΚΑΣ. Ἐγὼ κρίνω τακτικὴν καὶ ὄχι πρόσωπα. Λέγω, λοιπόν, ἐὰν εἴχατε ἀνάγκην ἀπὸ φῶτα ξένων, ὑπῆρχεν ὁ τρόπος νὰ ἑτοιμάσητε νόμους–πλαίσια διὰ κἄθε Ὑπουργεῖον καὶ νὰ μᾶς τὰ φέρετε, νὰ τὰ συζητήσωμεν. Νὰ μᾶς πείσετε, ὅτι ἐπιδιώκετε τοῦτο, ἢ ἐκεῖνο τὸ συγκεκριμένον εἰς τὸ κάθε Ὑπουργεῖον. Ἠμποροῦσαν δὲ νὰ ὑπάρξουν καὶ ἐλαφραὶ τροπολογίαι, χρήσιμοι. Ὅταν ἑτοίμασα τὸν πρῶτον νόμον περὶ Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, τοῦ ὁποίου τὸ κείμενον κατελάμβανεν 60 σελίδας τυπωμένας, τὸν κατέθεσεν ἡ τότε Κυβέρνησις Σ. Βενιζέλου εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅπου συνεζητήθη ἐπὶ 25–30 ἡμέρας, καθ’ ἡμέραν 5 ὥρας. Κατόπιν ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ τὸν ἐψήφισε μὲ τινὰς τροπολογίας. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς συγκεκριμένου θεσμοῦ. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ μᾶς ζητεῖτε νὰ δεχθῶμεν νὰ διαχειρίζεσθε, διὰ διαταγμάτων τὸ κείμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὅλα τὰ θέματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν σύνθεσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ τὰ τῆς καταστάσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, αὐτὸ δὲν συγχωρεῖται. Αὐτὰ θὰ ἠμπορούσατε νὰ τὰ κάμνετε, ἐὰν εἶσθε οὐσιαστικὴ πλειοψηφία, μὲ ἐντολὴν νὰ ἀλλάξετε τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ κοινωνικόν μας καθεστώς. Ὁπότε δικαιολογούμενοι, θὰ ἐθέλατε νὰ σᾶς ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἀναδιάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, χάριν τῶν μεγάλων αὐτῶν σκοπῶν. Χωρὶς νὰ ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ προϋποθέσεις, πῶς θέλετε νὰ στέρξωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ οὐσιαστικῶς εἰς τὸ νὰ ἀναστατωθοῦν ἐπὶ 3 ἔτη αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι; Ἀπευθύνομαι ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς συναδέλφους τῆς Συμπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεξήγησαν εἰς ὅσα εἶπον. Δὲν ἐστράφην ἐναντίον των, ἀλλὰ ἐναντίον τῆς τακτικῆς ποὺ ἐγκαινιάζεται διὰ τοῦ παρόντος νομοθετήματος. Ἐὰν διὰ τῆς πλειοψηφίας σας ψηφίσητε τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, αἱ εὐθῦναι σας θὰ εἶναι βαρεῖαι. Λέγει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν θὰ ἀπολυθοῦν ὑπάλληλοι καὶ ὅτι ἐὰν μία ὑπηρεσία κριθῇ ὡς περιττὴ καὶ διαλυθῇ, οἱ ὑπάλληλοι θὰ παραμείνουν καὶ θὰ ἀπασχοληθοῦν εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Μὲ ποῖον δικαίωμα ἠμπορεῖτε νὰ κάμνετε αὐτὰ τὰ πράγματα, εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ἐὰν ὑπάρχουν περιτταὶ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διαλυθοῦν, νὰ μᾶς εἴπῃ σαφῶς ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν τὰς χρειάζεται, διὰ νὰ τὸ γνωρίζῃ καὶ ὁ Λαὸς καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν σχετικῶν βαρῶν ὁ προϋπολογισμός. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ διὰ μίαν Κυβέρνησιν σχετικῶς ἱκανὴν ἦτο τελείως περιττόν. Ὁ κάθε ὑπουργός, γνωρίζων τί θὰ ἐπιδιώξῃ ὡς καὶ τὰ τρωτὰ καὶ τὰς ἐλλείψεις τοῦ Ὑπουργείου του θὰ μᾶς παρουσίαζε τὸ σχετικὸν νομοθέτημα νὰ τὸ ψηφίσωμεν, μετὰ συζήτησιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις ἔφερε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ χωρὶς νὰ ὑποστῇ τοῦτο τὴν ἀπαιτουμένην ἐνδελεχῆ ἐπεξεργασίαν, ζητεῖ τὴν ψήφισίν του. Ἐγὼ οὐδέποτε καὶ ἐὰν ἀνῆκον εἰς τὴν κυβερνητικὴν πτέρυγαν θὰ ἐδεχόμην νὰ τὸ ψηφίσω. Οἱοσδήποτε δέ, ἔστω καὶ Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας ἐὰν ὑπεστήριζεν, ὅτι αὐτὴ ἡ κυβερνητικὴ τακτικὴ εἶναι ὀρθὴ καὶ συνταγματική, θὰ εἶχον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τοῦ ἐζητήθη ἡ συνδρομή του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ αὐτὸ ἔχει αὐτὴν τὴν γνώμην.
§66Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ δύο Σύμβουλοι ποὺ μετέχουν τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἀδάμαντες τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης. Δὲν νομίζω, ὅτι τὰ πιστεύετε.....
§67Α. ΖΑΚΚΑΣ. Δὲν ἔχω πρόθεσιν νὰ θίξω πρόσωπα, ἄλλωστε μὴ ἀναφερόμενα εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§68Κ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τοὺς κ.κ. Καρβελᾶν καὶ Μαραγκόπουλον νὰ λέγετε, ὅτι τοὺς τὰ εἶπεν ἡ Κυβέρνησις.
§69Α. ΖΑΚΚΑΣ. Δυνατὸν νὰ δικαιολογῆται ἡ γνώμη σας, ὅτι ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου μου ὑπῆρξα ὑπερβολικὸς ἔναντι ἀγνώστων, πάντως, ἀλλὰ μὲ ξενίζει πολὺ τὸ πῶς ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα ἐν λευκῷ νὰ διαχειρίζεται τὸ ζήτημα τῆς διαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Καὶ δὲν νομίζω, ὅτι Σύμβουλός τις τῆς Ἐπικρατείας θὰ ὑπέγραφε τοιοῦτον νομοσχέδιον μὲ τὸ Σύνταγμα ὡς ἔχει σήμερον. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον. Ὑπάρχουν πολλαὶ μικρολεπτομέρειαι ἀφορῶσαι κυρίως εἰς δημιουργίαν περιέργων θέσεων. Τὸ κύριον ὅμως θέμα εἶναι, ὅτι ζητεῖται ἀπαραδέκτου ἐκτάσεως καὶ ἀντισυνταγματικὴ ἐξουσιοδότησις. Καὶ εἰς αὐτὸ ἐνετώπισα τὴν κριτικήν μου.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§71Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον εἶναι βαρυσήμαντον καὶ ὀφείλει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς, διότι πράγματι θίγει καὶ τὴν ὑφὴν καὶ τὴν σύνθεσιν καὶ τὴν ζωὴν τοῦ Κράτους μας. Ὅταν ἐδιάβασα τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὶν ἀρχίσω νὰ διατυπώνω τὰς σκέψεις μου καὶ νὰ τὸ μελετῶ κατὰ βάθος, μοῦ ἦλθον εἰς τὴν μνήμην μου δύο ἄλλα παλαιότερα νομοσχέδια εἰς τῶν ὁποίων τὴν συζήτησιν ηὐτύχησα νὰ μετέχω εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Εἶναι ὁ νόμος 1811)1951 καὶ ὁ περίφημος νόμος 2500)53. Ὄχι διότι τὸν Ν. 1811)1951 τὸν εἰσηγεῖτο τότε φίλος ὑπουργός, ἀλλὰ διότι ἡ διατύπωσις τῶν διατάξεών του, ὁ εἱρμὸς τῶν σκέψεών του, ἡ λογική του, τὰ συμπεράσματά του, ἠμπόρεσαν πράγματι νὰ πείσουν τὸν νομοθέτην τῆς τότε ἐποχῆς, ὅτι κἄτι σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον ἐπεδιώκετο διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου. Καὶ εἰς τὴν κρίσιν αὐτὴν εὐτυχῶς δὲν διεψεύσθημεν ἔκτοτε παρ’ ὅλον, ὅτι ὁ νόμος 1811 ἐπλαγιοβλήθη ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἀπὸ τὸ Κράτος καὶ ἀπὸ ὅλους μας πολλὲς φορές. Ἐν τούτοις ἠμπόρεσε καὶ νὰ ἐπιζήσῃ καὶ νὰ ἀποδώσῃ θετικὸν ἔργον εἰς τὸν τόπον μας. Διὰ τὸν Ν. 2500)1953, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, μόλις ἤρχισεν ἡ συζήτησις εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν διετέθην δυσμενῶς, καὶ τὸν κατεπολέμησα καὶ τὸν κατεψήφισα καὶ ἐν συνειδήσει σᾶς ἐξομολογοῦμαι, ὅτι δὲν μετενόησα διὰ τὴν ἀρνητικὴν ψῆφον ποὺ ἔδωσα τότε ἐναντίον τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὑπεστηρίξαμεν τότε, ὅτι ὁ Ν. 2500 δὲν ἐπεδίωκε νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς καλοὺς νὰ φύγουν καὶ νὰ μείνουν οἱ ἄλλοι. Δὲν ἐπεδίωκε νὰ βοηθήσῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν γενικωτέρων σκοπῶν του. Καί, νομίζω, ὅτι οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν, οἱασδήποτε κομματικῆς τοποθετήσεως καὶ ἰδιοτελείας ἀκόμη κομματικῆς, πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι αἱ σκέψεις μου αὐταὶ περὶ τῆς ἀποδόσεως τοῦ νόμου τούτου, δὲν ἦσαν ἐσφαλμέναι. Ἔρχομαι σήμερον νὰ κρίνω, μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν καὶ μὲ ὅλην τὴν εὔνοιαν πρὸς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἔρχομαι νὰ τὸ κρίνω καὶ νὰ εἴπω τὰς ἀπόψεις μου, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ βοηθήσω, κατὰ τὴν ἐμὴν δύναμιν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὥστε νὰ ψηφίσωμεν ἕνα τέλειον νόμον, ὅπως πρέπει νὰ εἶναι ὁ νόμος αὐτός, ποὺ εἶναι νόμος, ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, Συνταγματικός, καταστατικὸς τοῦ Κράτους μας. Τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, κάμνει μίαν βαρυσήμαντον διακήρυξιν. Λέγει, ὅτι διὰ τῶν ἐκδοθησομένων Βασ. διαταγμάτων θὰ ἐπιδιώκεται ἡ ὀρθολογιστικωτέρα, οἰκονομικωτέρα καὶ ἀποδοτικωτέρα ὀργάνωσις τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν. Τί σπουδαιότερον ἔργον καὶ ποίαν μεγαλυτέραν φιλοδοξίαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις τοῦ τόπου αὐτοῦ, νὰ ὀργανώσῃ μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ μὲ αὐτὴν τὴν πνοὴν τὸ Κράτος μας καὶ τὰς Κρατικὰς Ὑπηρεσίας; Ἂν ἠμποροῦσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὀργανώσῃ τὸ Κράτος ἐπάνω εἰς αὐτὰς τὰς ἀρχάς, τότε ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ ἐπιτελέσῃ θεάρεστον, ἱστορικὸν ἔργον διὰ τὸν τόπον. Διότι, ὅπως προελέχθη καὶ ὅπως τὸ διαπιστώνωμεν εἰς πᾶσαν περίστασιν, τὸ Κράτος μας χωλαίνει, δὲν εἶναι ὠργανωμένον.
§72Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ἴδιον θέμα ἔθιξε καὶ ὁ κ. Ζάκκας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι τὸ 1932, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, βεβαιωθεὶς ὅτι εἶχεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὑποπέσει εἰς ἀδράνειαν, ἐπεχείρησε, μὲ μίαν μνημειώδη ἀγόρευσίν του εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησε νὰ τονωθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ ἡ Διοίκησις νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις. Αὐτὸ ἐζήτησε τότε, ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, νὰ τὸ κάμῃ διὰ διατάγματος. Ἤδη, γίνεται, κατὰ τρόπον ἀσφαλέστερον. Διότι μία Ἐπιτροπή, ἀπὸ ἐξόχους δικαστικούς, θὰ κάμῃ μίαν εἰσήγησιν. Καὶ τὴν εἰσήγησιν αὐτήν, διὰ διατάγματος, θὰ τὴν ἀποκρυσταλλώσῃ εἰς νόμον. Δηλαδὴ σήμερον, ἐπιχειρεῖται κἄτι, τὸ πλέον κατωχυρωμένον καὶ τὸ πλέον διασφαλισμένον, ὅταν πλέον καὶ αἱ συνθῆκαι τῆς χώρας ρέουν ζωηρότερον καὶ ταχύτερον ἀπὸ τότε. Νομίζω, ὅτι ἂν θέλωμεν ἡ Διοίκησις νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις της, πρέπει νὰ τὴν ἐνισχύσωμεν καὶ ὄχι νὰ τὴν ἐξουδετερώσωμεν, νὰ τὴν μειώσωμεν καὶ νὰ τὴν ἀμβλύνωμεν.
§73Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ διατυπώσω τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἀπόψεις μου, διὰ νὰ ἴδετε ποῦ θὰ καταλήξω. Δὲν διαφωνῶ, καὶ δὲν θὰ διαφωνήσω εἰς τὴν τεχνικὴν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Ἠμπορεῖ ἕνα ὡραῖον ἔργον νὰ γίνῃ διὰ νόμου, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ διὰ διατάγματος, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δι’ ὑπουργικῆς ἀποφάσεως, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ δι’ οἱασδήποτε κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας, δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό, φθάνει νὰ εἶναι σπουδαῖον, ἀποδοτικὸν καὶ ὠφέλιμον. Ἐδῶ συζητοῦμεν ἂν ἡ φιλοδοξία, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν τόπον αὐτὴν τὴν ὀργάνωσιν, στερεώνεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἂν πεισθῶμεν ὅτι στερεώνεται, κατὰ συνείδησιν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφον μας καὶ τὴν ἐξουσιοδότησίν μας, ὥστε νὰ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐλευθέραν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της. Ἂν ἔχωμεν ἐπιφυλάξεις, ὀφείλομεν νὰ τὰς εἴπωμεν, διὰ νὰ τὰς ἀκούσῃ ἡ Κυβέρνησις. Διακηρύσσει τὸ νομοσχέδιον 4 ἀρχάς: Τὴν οἰκονομικωτέραν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους γενικώτερον, τὴν τόνωσιν τῆς ἀποκεντρώσεως, τὴν ὀρθολογιστικὴν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν ὅλου αὐτοῦ τοῦ νέου διοικητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλεται. Διὰ τὸ τελευταῖον, ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀμφιβάλλωμεν καὶ ὀφείλομεν νὰ πιστεύσωμεν, διότι πρέπει νὰ ὁμιλῶμεν ὡς ὑπεύθυνοι ἄνδρες εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ θεωροῦμεν ὑπόπτους τοὺς ἀντιπάλους μας. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὴν καλὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην τῆς διακυβερνήσεως τοῦ τόπου. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει ὑπόπτους σκοπούς, ἐπιθυμοῦσα τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἡ προεργασία, ἡ ὁποία ἔχει γίνει διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἡ μελέτη τοῦ ὅλου θέματος, ὅπως ἐκφράζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶναι στοιχεῖα ἱκανά, ποὺ θὰ βοηθήσουν τὴν Κυβέρνησιν ὥστε νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διακήρυξιν τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου; Καὶ ἐδῶ θὰ μὲ εὕρετε, κύριοι συνάδελφοι, ἀντίθετον πρὸς τὴν διάταξιν. Διακηρύσσει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θέλει νὰ τονώσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν. Αὐτὸ ἐπιζητοῦμεν, αὐτὸ θέλομεν, αὐτὸ διακηρύσσουν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ὅλοι οἱ δημοσιολόγοι τῆς χώρας μας, ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ αἰῶνος. Ἀλλὰ ἔρχεται μὲ μία διάταξιν, τὴν ὁποίαν περιλαμβάνει εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἡ ὁποία κἂν δὲν ἐχρειάζετο, ἀλλὰ ἀποτελεῖ ὅμως ἔνδειξιν καὶ δημιουργεῖ φόβον, ὅτι δὲν θὰ προχωρήσῃ μὲ γοργὸν βῆμα καὶ μὲ ταχὺν ρυθμὸν εἰς τὴν τόνωσιν τῆς ἀποκεντρώσεως. Καταργεῖ τὴν θέσιν τοῦ ὑφυπουργοῦ τῆς Ἠπείρου. Τοῦτο ἔχει σημασίαν, ἀπὸ ἀπόψεως γραμμῆς καὶ συνεπείας τοῦ νομοσχεδίου. Διακηρύσσεται ἀπὸ τῆς μιᾶς πλευρᾶς, ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ τόνωσις τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς καταργεῖται ἡ θέσις ἑνὸς ὑφυπουργοῦ — περιφερειακοῦ, ἐνῷ ἀντὶ ἑνὸς ὑφυπουργοῦ ἢ Γενικοῦ Διοικητοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ προβλεφθῇ ἡ σύστασις πολλῶν κατὰ περιφερείας Ὑφυπουργείων ἢ Γενικῶν Διοικήσεων. Τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ τόνωσις τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀλλὰ ἡ χαλάρωσίς της. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ἀκόμη, ὅτι ἐπιδιώκει τὴν οἰκονομικωτέραν ὀργάνωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις, περιλαμβάνει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν νέας δαπάνας. Εἶναι καὶ αὐτὸ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ οἰκονομικωτέρα ὀργάνωσις τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀφοῦ δι’ αὐτοῦ δημιουργοῦνται δαπάναι, ἀλλὰ ἡ ἱκανοποίησις ὡρισμένων προσωπικῶν φίλων. Τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅτι ἀποβλέπει εἰς τὴν δημιουργίαν ὀρθολογιστικωτέρας ὀργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Μεγάλη ἐπιδίωξις. Ἀλλὰ αἱ διατάξεις, ὡς εἶναι διατυπωμέναι, δὲν βοηθοῦν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐπίτευξίν της. Ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι θὰ χωρισθῶσιν αἱ Κρατικαὶ Ὑπηρεσίαι εἰς ἐπιτελικὰς καὶ ἐκτελεστικάς, ἐν τούτοις, δὲν προβλέπεται, βάσει ποίων κριτηρίων θὰ γίνῃ ὁ διαχωρισμὸς οὗτος. Οἱ ὑπάλληλοι ποὺ θὰ ἔχουν τὴν εὔνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἐπιτελικοί, διὰ νὰ μείνουν εἰς τὸ Κέντρον. Οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν τὴν εὔνοιαν, θὰ χαρακτηρισθοῦν ἐκτελεστικοὶ καὶ θὰ μεταβοῦν εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Δὲν ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, βάσει ποίων κριτηρίων θὰ γίνῃ ἡ διάκρισις αὐτὴ καὶ κατὰ τοῦτο χωλαίνει σοβαρῶς καὶ πρόκειται νὰ προκαλέσῃ ζητήματα ἀφαντάστου ἐντάσεως, ποὺ θὰ κλονίσουν καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κράτους καὶ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν τὴν συγκρότησιν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, θὰ πληγῇ ἐκ νέου καὶ ὁ θεσμὸς τῆς ἀποκεντρώσεως, ὃν, ἐν τούτοις, λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἐπιδιώκει νὰ τονώσῃ. Δὲν εἶναι ὀρθολογιστικὴ ἡ διάταξις, καθ’ ἣν δύνανται νὰ μεταβιβάζωνται εἰς ὑπουργούς, ἁρμοδιότητες ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ θὰ ἀφαιροῦνται πάλιν ἐκ τούτων καὶ θὰ διαφαίνεται συνεχῶς μία διελκυνστίνδα μεταξὺ ὑπουργῶν καὶ Πολιτικοῦ Γραφείου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ Πολιτικὸν Γραφεῖον τοῦ Προέδρου Κυβερνήσεως θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἁπλοῦν ἐποπτικὸν ὄργανον ποὺ θὰ ἀσκῇ γενικὴν ἐποπτείαν χωρὶς εἰδικὰς διοικητικὰς ἁρμοδιότητας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθολογιστικὴ ὀργάνωσις τοῦ Γραφείου τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ὄχι ἡ ἐπιδιωκομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ὀρθολογιστικὴ ὀργάνωσις τοῦ Γραφείου τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ὄχι ἡ ἐπιδιωκομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ὀρθολογιστικὴν ὀργάνωσιν καλεῖται νὰ κάμῃ καὶ ἡ διάταξις, βάσει τῆς ὁποίας νεώτεροι ὑπάλληλοι θὰ καταλαμβάνουν θέσεις ἀνωτέρων!! Ἡ διάταξις αὐτή, εἶναι μία θρυαλλὶς εἰς τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους. Θὰ ἀναπτύξῃ τὸ πνεῦμα τοῦ φαβοριτισμοῦ καὶ τῆς σπουδαρχίας μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Φαντάζεσθε, κύριοι συνάδελφοι, τί θὰ γίνῃ, ἐὰν θὰ εἶναι δυνατὸν ἕνας γραφεύς, χωρὶς πεῖραν καὶ χωρὶς προσόντα τυπικὰ καὶ οὐσιαστικά, νὰ ἐκτελῇ χρέη τμηματάρχου. Ὄχι ὀρθολογιστικῶς, ἀλλὰ παραλογιστικῶς, θὰ λειτουργήσῃ τὸ Κράτος μας. Τὸ πνεῦμα τοῦ φαβοριτισμοῦ εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὸν κοινωνικὸν στίβον, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διευκολυνθῇ ἐπίσης ἡ ἀνάπτυξίς του μεταξὺ τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ διαλύσωμεν τὸ Κράτος μας. Ἑτέρα διάταξις ὁρίζει, ὅτι αἱ περιτταὶ ὑπηρεσίαι θὰ διατηρηθοῦν μέχρις ἐξαντλήσεως τῶν ὑπηρετούντων εἰς αὐτάς. Ἐὰν ὑπάρχουν πράγματι περιτταὶ ὑπηρεσίαι εἰς τὸ Κράτος, ὀφείλουν νὰ καταργηθοῦν τὸ ταχύτερον, διὰ νὰ ἀναπνεύσῃ ἀπὸ τὸν βραχνάν των τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηροῦνται περιτταὶ ὑπηρεσίαι, ποὺ παρεμποδίζουν τὸ Κράτος εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἀπόδοσίν του. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὀρθολογιστικὴ ἡ διάταξις ποὺ προβλέπει τὴν διατήρησιν τοιούτων ὑπηρεσιῶν. Εἶναι ὅμως ὅλως παράλογος καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 7, καθ’ ἣν προβλέπεται ἡ κατάργησις καὶ τροποποίησις τῶν διαταγμάτων, ποὺ θὰ ἐκδοθοῦν κατόπιν μελέτης τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, δι’ ἄλλων διαταγμάτων, προκαλουμένων ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν. Ἡ διάταξις αὕτη θὰ διατηρῇ ἐν ἀγωνίᾳ συνεχῶς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀντιστρατεύεται δὲ εὐθέως ἡ διάταξις αὕτη, πρὸς τὸ ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος, διότι θὰ ἀπολύωνται δημόσιοι ὑπάλληλοι, λόγῳ καταργήσεως τῆς θέσεώς των, ἄνευ κρίσεως τῶν ἁρμοδίων Συμβουλίων. Ἡ φιλόδοξος ἐπιδίωξις τοῦ ἄρθρου 1, περὶ ὀρθολογικωτέρας καὶ ἀποδοτικωτέρας διαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, δὲν ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Τὸ πρόβλημα ποὺ θίγει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι σοβαρόν. Κάμνω, ἕνεκα τούτου, τὴν πρότασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐπείγεται νὰ θεσπίσῃ διάταξιν περὶ χωρισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων Ἔργων καὶ Συγκοινωνιῶν, περὶ ἱδρύσεως ὡρισμένων Ὑφυπουργείων, καὶ τονώσεως τοῦ Πολιτικοῦ Γραφείου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂς τὰ ἐνσωματώσῃ εἰς ἕνα εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ψηφίσωμεν. Τὰς ἄλλας δὲ διατάξεις ἂς τὰς ἀφαιρέσῃ, διὰ νὰ τὰς μελετήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπισταμένως. Νὰ διατυπώσῃ τὰ συμπεράσματα τῆς μελέτης της καὶ νὰ τυπωθοῦν, διὰ νὰ γνωρίζωμεν τί ἀκριβῶς ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ εἰσαγομένου συστήματος Διοικήσεως. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑποβοηθεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν χαράσσει τὸ ἄρθρον 1. Ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἡ Κυβέρνησις θὰ νομίσῃ, ὅτι ἀπέκτησε νόμον διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς καλυτέρας ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς θὰ νομίσωμεν, ὅτι ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκον μας. Ἐν τούτοις, θὰ ψηφισθῇ ἕνας νόμος κολοβός, ποὺ προώρισται νὰ ζημιώσῃ τὸ Κράτος καὶ ἀντὶ ὀρθολογιστικῆς ὀργανώσεως, θὰ ἐπιβάλῃ τὴν διάλυσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἂς δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρότασίν μου, ἵνα μὴ παρασυρθῇ εἰς μίαν περιπέτειαν, ποὺ θὰ βλάψῃ τὴν χώραν καὶ ἵνα μὴ γίνῃ πρόξενος ζημιῶν εἰς τὸ Κράτος. Συμφωνῶ μὲ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ συναδέλφου κ. Τούμπα, ὅσον ἀφορᾷ τὰ Ὑφυπουργεῖα Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς ὅλα τὰ συμμαχικὰ Κράτη ὑπάρχει ἑνότης διοικήσεως τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Τὸ ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἶναι τεράστιον. Εἰς ὅλα τὰ συμμαχικὰ κράτη, ὑπάρχουν εἰδικοὶ ὑφυπουργοί, οἱ ὁποῖοι βοηθοῦν κατὰ κλάδους τὸν ὑπουργὸν καὶ συντονίζουν τὸ πνεῦμα τῆς ἑνότητος τῆς διοικήσεως καὶ τῶν τριῶν Κλάδων τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Προπολεμικῶς, ὑπῆρχον τρία διάφορα Ὑπουργεῖα τῶν Ἐνόπλων Δυνάμεων. Τώρα λόγῳ τοῦ πνεύματος τῆς ἑνότητος διοικήσεως καὶ τῶν συγχρόνων ἀναγκῶν, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἕνα Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ νὰ τοποθετοῦνται τρεῖς ὑφυπουργοί, μὲ ἁρμοδιότητα κατὰ Κλάδους. Εἶναι ἀναγκαῖον, κάτω ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ 3 κατὰ Κλάδους ὑφυπουργοί, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται νὰ βοηθήσουν καὶ εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ καλλιτέρου ἔργου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διατήρησιν αὐτοῦ τοῦ ἑνιαίου πνεύματος τῆς διοικήσεως. Μὲ αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ, διότι θὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους μας καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ μήπως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον περὶ ἐπανεξετάσεως τοῦ ὅλου ζητήματος καὶ μελέτης τοῦ ὅλου προβλήματος, εἶναι ὠφέλιμα, χάριν αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου καὶ χάριν τῶν φιλοδοξιῶν, τὰς ὁποίας καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ Κυβέρνησις διακηρύσσει διὰ τοῦ ἄρθρου 1.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σιαφλέκης, ἔχει τὸν λόγον.
§75Ι. ΣΙΑΦΛΕΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλομεν μὲ ἐξαιρετικὴν σοβαρότητα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, διότι τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον αὐτὸ τοῦτο ἀντιμετωπίζει εἶναι ἐξόχως σοβαρόν, τὸ πρόβλημα τῆς ἀναδιαρθρώσεως τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ τῆς χώρας. Αὐτὸ εἶναι ἕνα αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τεθὲν ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς μέχρι σήμερον δὲν ἔχει ἱκανοποιηθῆ. Ἡ Κυβέρνησις, ὀρθῶς διεπίστωσε τὰς τραγικὰς ἐλλείψεις, τὴν ἔλλειψιν συντονισμοῦ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, τὴν ὕπαρξιν περιττῶν ὑπηρεσιῶν, τὴν σύγχυσιν ἁρμοδιοτήτων, τὸν πλεονάζοντα καὶ ὑπερβολικὸν ἀριθμὸν συμβουλίων, τὴν διασπορὰν ὁμοιογενῶν ὑπηρεσιῶν εἰς διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ ἀπεφάσισε νὰ εἰσηγηθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου. Καὶ ἐνῷ συμφωνοῦμεν κατ’ ἀρχὴν μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς διαπιστώσεις, διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέθοδον καὶ τὴν διαδικασίαν, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ἡ Κυβέρνησις, ἔχει ἐπανειλημμένως ἐκδηλώσει τὴν προτίμησίν της ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 11ης Μαΐου καὶ ἐντεῦθεν, εἰς μίαν διαδικασίαν καὶ εἰς μίαν μέθοδον ψηφίσεως νόμων, ἡ ὁποία ἀπέχει μακρὰν τῆς κοινοβουλευτικῆς μεθόδου. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου, κύριοι βουλευταί, περιέχει ἁπλῶς τὰς διακηρύξεις τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἀναδιαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, καὶ τίποτε περισσότερον. Προσθέτω, ὅτι περιέχει καὶ τὸν αἰτιολογικὸν λόγον τῆς ἀναδιαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ ζητεῖ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, νὰ τῆς ἐκχωρήσωμεν τὴν εὐρυτάτην νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν, ἵνα διὰ διαταγμάτων προχωρήσῃ εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀποφάσεών της, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζομεν. Ἡ μέθοδος αὐτή, κύριοι βουλευταί, ὀφείλει νὰ μᾶς ἀνησυχῇ σοβαρῶς, διότι ἀφιστάμεθα οὐσιωδῶς αὐτοῦ τούτου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ θεσμοῦ τῆς χώρας καὶ ἀπόψε, νομίζω, ὅτι τὸ βασικώτερον θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Βουλή, εἶναι ἀκριβῶς ἡ διαδικασία, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἐξουσιοδότησις, ἡ εὐρυτάτη ἐξουσιοδότησις τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν χρέος νὰ ἀμυνθῶμεν ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἐκχωρήσεως καὶ τῆς ἀποξενώσεως τῶν δικαιωμάτων μας, προκειμένου νὰ γίνῃ ἡ ἀναδιάρθρωσις τῆς κρατικῆς μηχανῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ καὶ κατὰ τὴν Κυβέρνησιν τὸ βασικὸν θέμα διὰ τὴν ὑπόστασιν, ἀνασυγκρότησιν καὶ πρόοδον τοῦ Κράτους. Δὲν βλέπω, διατὶ ἕνα τόσον βασικὸν θέμα, ἀφορῶν τὴν ὑπόστασιν καὶ ἀνασυγκρότησιν τοῦ κράτους, δὲν πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, δὲν πρέπει νὰ τὸ ψηφίσῃ ἡ Βουλή. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησε, θεωρητικῶς, νὰ καλύψῃ τὴν μέθοδον αὐτήν, ἰσχυρισθείς, ὅτι ὑπάρχει μία κρίσις ἐμπιστοσύνης τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀντιστρέφω τὸ ἐπιχείρημα, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ὑπάρχει κρίσις, πράγματι, ἐμπιστοσύνης, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἡμεῖς ἔχομεν, ἐκ τοῦ Συντάγματος, τὰ θεμελιώδη δικαιώματα τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων καὶ οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις. Συνεπῶς, ἡ κρίσις τῆς ἐμπιστοσύνης πράγματι ὑφίσταται, ἀλλὰ ὑφίσταται ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπέναντι τῆς νομοθετικῆς. Ἐπισημαίνω, κύριοι συνάδελφοι, τὸν διαγραφόμενον κίνδυνον μὲ τὴν πορείαν αὐτὴν ποὺ ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν συναινέσωμεν ἀπόψε εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω, ὅτι θὰ ἔχωμεν κατ’ ἀρχὴν ἐκφρασθῆ ὑπὲρ τῆς ἀποξενώσεως τῶν δικαιωμάτων μας καὶ θὰ χαράξωμεν τὴν σαφῆ ὁδὸν καὶ ἀμετάκλητον, ἴσως, τὴν ὁποίαν θὰ ἠμπορεῖ νὰ ἀκολουθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ βασικῶν καὶ σπουδαίων θεμάτων τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ λαοῦ, νὰ ζητῇ πάντοτε εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεις διὰ τὴν ρύθμισίν των. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἀπορρίψωμεν τὸ νομοσχέδιον, νομίζω, ὅτι ἡ ψῆφός μας πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὑπεραμυνόμεθα τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, ἔναντι τῆς ἁρπακτικότητος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν πράγματι, ὡς ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς Προεδρίας Κυβερνήσεως, ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις πιστεύῃ, ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμή, ἡ χώρα αὐτὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν βασικῶν οἰκονομικῶν καὶ τεχνικῶν προβλημάτων τῆς χώρας καὶ ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ προσανατολισθῇ ἡ οἰκονομία τῆς χώρας πρὸς τὰ ἁλματώδη βήματα τῆς τεχνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὅπως ἐξελίσσεται σήμερον, θὰ εἶχεν ὑποχρέωσιν, πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παρόντος σχεδίου νόμου, νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόγραμμά της, τὸ πρόγραμμα τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας. Διότι, πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ κρατικὸς μηχανισμὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ μέσον καὶ τὸ ὄργανον τῆς πραγματοποιήσεως τῆς οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς, ἐκπολιτιστικῆς ἀνασυγκροτήσεως μιᾶς χώρας. Συνεπῶς, ἡ φυσιολογικὴ σειρὰ τῶν πραγμάτων, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ προϋπάρξῃ τὸ πρόγραμμα τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ εἰσαχθῇ ἡ ἀναδιάρθρωσις τοῦ κρατικοῦ μηχανισμοῦ, ἡ ἀνάλογος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ εὐρυτάτου προγράμματος τῆς οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως. Τοῦτο, ὅμως, δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ πρωθυστέρως εἰσάγει ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν διοικητικὴν ἀναδιάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, κατὰ τρόπον ἀσαφῆ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τί θέλει, ποὺ κατευθύνεται, διὰ ποίους λόγους, διὰ ποίους σκοποὺς θὰ πρέπει νὰ ἀναδιαρθρωθῇ ἡ κρατικὴ μηχανή, βάσει αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι παρωνυχίς, δὲν εἶναι λεπτομέρεια τοῦ μεγάλου θέματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σήμερον τὸ Ἔθνος. Ἐάν, σοβαρῶς, σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἀναδιάρθρωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἕνα τοιοῦτον πρόγραμμα, εὐχαρίστως νὰ τὴν χειροκροτήσωμεν, ἀφοῦ προηγουμένως ἀκούσωμεν ἐδῶ εἰς τὴν Βουλήν, αὐτὸ τὸ πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλά, δυστυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ πραγματικότης εἶναι ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πραγματικότης εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις στερεῖται τοιούτου προγράμματος. Ἡ ὅλη οἰκονομικὴ πολιτική της, εἶναι πολιτικὴ ἐμβαλωματική. Δὲν τὸ λέγω ἐγὼ αὐτό, κύριοι συνάδελφοι. Τὸ λέγουν κορυφαῖοι οἰκονομολογικοὶ κύκλοι τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι χθὲς μόλις διεκήρυξαν, ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ «Βήματος», τὴν ἵδρυσιν Ἑταιρείας Προγραμματισμοῦ καὶ διαπιστώνουν, ὅτι ἡ χώρα στερεῖται τοιούτου προγραμματισμοῦ καὶ πρέπει νὰ τὸν ἀποκτήσῃ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπιβιώσῃ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ περιεχόμενον τῆς ἀποψινῆς συζητήσεως, εἶναι τοῦτο: Ἐνῷ συμφωνοῦμεν εἰς βασικὰς ἀρχάς, εἰς βασικὰς διαπιστώσεις μὲ τὴν Κυβέρνησιν, διαφωνοῦμεν εἰς τὴν μέθοδον καὶ τὰς διαδικασίας. Τοῦτο, διότι ἀποφεύγει ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ἐξαιρετικῆς σημασίας θέμα, τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, διότι στερεῖται καὶ σχεδίου ἀνασυγκροτήσεως, προγραμματισμοῦ ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας, ἀλλὰ διότι στερεῖται ἀκόμη καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ σχεδίου ἀναδιαρθρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἔτσι, εὑρισκόμεθα, κύριοι συνάδελφοι, πρὸ ἑνὸς κενοῦ, τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ καλύψωμεν δι’ ἑνὸς νόμου, ὡς ὁ παρών. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι ὁ ρόλος τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι πολὺ οὐσιωδέστερος ἀπὸ αὐτὸν τὸν ὁποῖον μᾶς ζητεῖται. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀπορρίψωμεν τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ γίνῃ ἀφορμὴ παραδειγματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ αὕτη τοῦτο κατὰ τρόπον αὐθαίρετον καὶ ἀνεξέλεγκτον, δεδομένου ὅτι διὰ τῆς εὐρείας ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν ζητεῖ νὰ κάμνῃ ἀναδιοργάνωσιν, εἰς τὴν οὐσίαν θὰ ἰσχύσουν πολιτικὰ κριτήρια. Δὲν θὰ πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν κόσμον νὰ τὸν χρησιμοποιήσῃ αὕτη πρὸς ἰδίαν κομματικὴν ὠφέλειαν καὶ ἐξυπηρέτησιν. Θὰ πρέπει ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος νὰ ἀναμένῃ ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον τὴν προστασίαν, ἡ ὁποία τοῦ ἁρμόζει, βάσει τοῦ Συντάγματος. Μόνον διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ κατοχυρωθῇ ὁ δημοσιοϋπαλληλικὸς κόσμος καὶ ὄχι διὰ διαταγμάτων. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἔργον προστασίας διὰ τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν κόσμον, ἐὰν ζητήσω τὴν ἀπόρριψιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τ. Μιχαηλίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§77Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συγχαίρω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔφερε πρὸς συζήτησιν. Δι’ αὐτοῦ κάμνει ἕνα σημαντικὸν βῆμα, πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ πλέον ζωτικοῦ προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὸν τόπον μας, τοῦ θέματος τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ εἰδικώτερον ἡ ἄκρα ἀριστερά, ἐπετέθη κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει ὡρισμένας πρωτοβουλίας, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἐπιτεθῶ καὶ ἐγὼ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ πρωτοβουλίαι τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶναι ἀρκεταὶ διὰ νὰ καλύψουν τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας φέρει αὕτη, ἐξ ὁλοκλήρου, δι’ οἱονδήποτε ἀστόχημα καὶ δι’ οἱανδήποτε ἀποτυχίαν ἢ παράλειψιν τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν. Συνεπῶς, ὡς ὑπεύθυνος, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀντιστοίχως τὸ δικαίωμα, μὲ ἰδικόν της τρόπον, μὲ ἰδικήν της σκέψιν νὰ ρυθμίζῃ καὶ τὸν τρόπον ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν. Καὶ ἄλλοτε μοῦ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ τὸ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ Θράκη εἶναι ἡ πλέον ἀπομεμακρυσμένη περιοχὴ τῆς χώρας μας. Εἶναι ἡ πλέον δυσπραγοῦσα οἰκονομικῶς περιοχὴ καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ μεγάλη ἀπόστασις ἀπὸ τὰ κέντρα καταναλώσεως, δημιουργεῖ εἰς αὐτὴν μεγάλας ἐπιβαρύνσεις μεταφορᾶς τῶν παραγομένων εἰδῶν της, ὡς καὶ εἰς τὰ καταναλισκόμενα παρ’ αὐτῆς εἴδη προελεύσεως ἄλλων περιοχῶν τοῦ Κράτους. Ἡ σύνθεσις τοῦ πληθυσμοῦ καὶ διάφορα ἄλλα θέματα, καθιστοῦν ἐπιτακτικὴν τὴν ὕπαρξιν ἐπιτοπίως ἑνὸς κυβερνητικοῦ ὀφθαλμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως, ἔλαβε μέριμναν διὰ διάφορα ζητήματα σημαντικώτατα, τὰ ὁποῖα ἀναφύονται, τὴν ἐπίλυσιν τῶν ὁποίων δὲν παρεῖδεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιλύσουν οἱ τοπικοὶ Νομάρχαι. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι συνηγοροῦν, ὅπως, ἔστω καὶ κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐπανασυσταθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις Θράκης. Τοῦτο δὲν προϋποθέτει τὴν δημιουργίαν προσθέτων δαπανῶν, διότι καὶ ἄλλοτε, ὑπαρχούσης Γενικῆς Διοικήσεως, εἶχε καταργηθῆ ἡ θέσις τοῦ Νομάρχου καὶ ἔτσι τὸ ὑπηρεσιακὸν πρόσωπον εἶχεν ἀντικατασταθῆ διὰ πολιτικοῦ, ἀσκοῦντος καθήκοντα Γενικοῦ Διοικητοῦ καὶ Νομάρχου, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐτέλει ἐν γνώσει τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλουν τὴν ἀπομεμακρυσμένην περιοχὴν ταύτην. Θὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως, νὰ μελετηθῇ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ νὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ πόθος οὗτος τοῦ Θρακικοῦ λαοῦ, διότι ἐπιβάλλεται τοῦτο καὶ διὰ σοβαροὺς ἐθνικοὺς λόγους.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Ἠλιοῦ. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Β. Ἐφραιμίδης, ἔχει τὸν λόγον.
§79Β. ΕΦΡΑΙΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διεπίστωσα ἐκεῖ, ὅτι ὑπῆρξε μία διαδικασία ἐξαιρετικὰ συνοπτική. Οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοθετήματος δὲν ἐπρόφθασαν οὔτε νὰ διεξέλθουν αὐτὸ διὰ μιᾶς ἁπλῆς ἀναγνώσεως, πολὺ δὲ περισσότερον, κατὰ ἰδικήν των ὁμολογίαν, νὰ τὸ μελετήσουν. Βλέπω κατὰ τὴν ἀποψινὴν συζήτησιν, ὅτι ἀκολουθεῖται ἡ αὐτὴ τακτική. Τὸ Σάββατον, προχθές, ἐντὸς μιᾶς ὥρας, τὸ πρωΐ, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἀφοῦ συνεζήτησε πολὺ ἐλάχιστα, πλὴν τῶν εἰσηγητῶν, παρέπεμψεν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος τὸ νομοθέτημα καὶ σήμερον Δευτέραν συζητοῦμεν ἐπὶ σπουδαιοτάτου νομοθετήματος κατὰ τὸν συνοπτικὸν αὐτὸν τρόπον. Ἡ παρατήρησις αὐτή, κύριε Πρόεδρε, γίνεται ἀπὸ τὴν ἀντίληψίν μου, ὅτι ἢ τὸ νομοθέτημα εἶναι πράγματι σπουδαῖον καὶ ἑπομένως πρέπει ἡ συζήτησις καὶ ἡ διαδικασία τῆς ψηφίσεώς του νὰ εἶναι ἀνάλογος, ἢ ὅταν διακηρύσσωμεν, ὅτι τὸ νομοθέτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ σκοπεῖ νὰ λύσῃ σπουδαῖον θέμα διὰ τὴν δημοσίαν ζωήν, σημαίνει, ὅτι δὲν τὸ πιστεύομεν καὶ δι’ αὐτὸ ἀκολουθοῦμεν μίαν διαδικασίαν τόσον σύντομον. Ἐξ ἄλλου, κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε μία εὐαισθησία τοῦ Σώματος ὅταν ὑπεγραμμίσθη, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ κατατείνομεν εἰς τὸ νὰ ἀπαλλοτριώσωμεν ἐξουσίας τῆς Βουλῆς καὶ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀρύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, δικαιώματα καὶ ἐξουσίας, τὰς ὁποίας διὰ νὰ κατακτήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐχρειάσθησαν πολυχρόνιοι ἀγῶνες τῶν λαῶν, καὶ εἰς τὴν Χώραν αὐτὴν καὶ εἰς τὰς ἄλλας Χώρας. Ἐπιστρέφομεν, δηλαδή, εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἦτο κυρίαρχος καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἢ ἦτο λίαν περιωρισμένη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Κατόπιν αὐτῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ νὰ μὴ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος τούτου ἀπόψε, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἡ δυνατότης μὲ πραγματικὴν ἀπαρτίαν τοῦ Σώματος νὰ ἀκουσθοῦν ὅλαι αἱ ἀπόψεις καὶ αἱ ὑπεύθυνοι καὶ ἔγκυροι γνῶμαι ὅλων τῶν Κομμάτων, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ὁποίων ἀπόψε ἀπουσιάζουν, ὥστε, ὅταν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοθέτημα, νὰ ἔχῃ τρόπον τινὰ τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος καὶ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιλύσῃ τὰ προβλήματα ποὺ ἡ Κυβέρνησις διακηρύσσει ὅτι θέλει νὰ ἐπιλύσῃ δι’ αὐτοῦ. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Βασιλικός).
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ρητόρων, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Δεκτὸν τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον, κατ’ ἀρχήν;
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἄρθρον, εἰς αʹ συζήτησιν, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ Ὑπουργείων καὶ τῶν Ὀργανισμῶν τῶν Δημοσίων Πολιτικῶν Ὑπηρεσιῶν». Δέχεται ἡ Βουλή, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.15′ μ.μ.).