Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Δ · Session Γ› Sitting 35

1957.12.09

3,814 rows · 27,214 words · 6 tables · 269 turns

Date
1957.12.09
Presidency
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
Period
Δ
Session
Γ
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1958)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35η

ΔΕΥΤΕΡΑ 9 Δεκεμβρίου 1957

Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ

(Ὥρα 6.55′ μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν ἐπὶ ἡμίωρον ἵνα λάβωσι γνῶσιν οἱ κ. κ. βουλευταί. Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀποσκίτης ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.

§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Κύριοι βουλευταί, καταθέτω τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς, χρήσεως 1958 μετὰ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Λαντζούνης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.

§4Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Δ. Ἀλιπράντης (Ὑφυπ. Οἰκονομ.) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς νομοθεσίας περὶ ἐχθρικῶν περιουσιῶν». Ὁ κ. Τ. Τριανταφυλλάκος (Ὑφυπ. Οἰκισμοῦ) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ περιπτώσεως ἀναστολῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ΚΗʹ Ψηφίσματος. Ὁ κ. Κ. Ἀδαμόπουλος (Ὑπ. Γεωργίας) καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκκοκκίσεως βάμβακος». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Πλατῆς, Ι. Λύρας καὶ Α. Γκελεστάθης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων «περὶ ἰαματικῶν πηγῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Βρανόπουλος καὶ Δ. Παπαδημητρίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεών τινων περὶ ἰαματικῶν πηγῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Παπασπύρου καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Ψαρρός, Δ. Δερτιλῆς, Π. Οἰκονομίδης, Θ. Χαβίνης, Δ. Παπασπύρου, Γ. Μαῦρος καὶ Ν. Κρασαδάκης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Λαντζούνης, Β. Κρῖκος, Χ. Σκουτέρης, Δ. Καρατζένης, Α. Παυλόπουλος, Θ. Μπάρμπας, Μ. Σκουλᾶς, Ι. Λαμπρόπουλος, Τ. Κολοκυθᾶς, Σ. Ἀθανασάκος, Α. Παπαχρήστου, Ε. Κοθρῆς, Ε. Γαλενιανός, Β. Φιλοσοφόπουλος, Η. Παπαηλιοῦ, Α. Κοκκέβης, Π. Οἰκονομίδης, Ι. Λύρας, Π. Γαστερᾶτος, Α. Ἀηδονᾶς, Α. Λιάκος, Ε. Σαββόπουλος, Π. Κηπουρός, Α. Λαδᾶς, Π. Κάβδας, Β. Ἀλεξᾶτος, Γ. Παλλάσκας, Μ. Χλουβεράκης, Ι. Γιαννιδάκης, Ν. Ἔξαρχος, Ν. Μαλλιάκας, Κ. Μητσοτάκης, Η. Ἡλιοῦ, Ν. Ἰντζὲς καὶ Ε. Κεφαλογιάννης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Λιαροῦτσος καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ» καὶ 2) «περὶ ἐπιβολῆς τέλους χρήσεως λιμένος πρὸς ἐκτέλεσιν λιμενικῶν ἔργων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Γιαννόπουλος, Β. Φιλοσοφόπουλος, Σ. Τσιαπάρας καὶ Γ. Ἀναγνωστόπουλος καταθέτουσι τροπολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ» καὶ 2) «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων προσωπικοῦ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἀθηνῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Γιαννόπουλος καὶ Β. Φιλοσοφόπουλος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κίνιας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3026)54 «περὶ τοῦ Κώδικος τῶν Δικηγόρων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Πανούσης, Α. Κοκκέβης, Κ. Χριστόπουλος, Ε. Σαββόπουλος καὶ Δ. Λαντζούνης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων καὶ θεσπίσεως ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μεταξᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων καὶ θεσπίσεως ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Παπασταύρου καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως δανείων ὑπὸ τοῦ Ταμείου Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἢ διασκευὴν ξενοδοχείων κ. λ. π.». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ρηγόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς τέλους χρήσεως λιμένος πρὸς ἐκτέλεσιν λιμενικῶν ἔργων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Παπαστεργίου καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ κατασκευῆς καταφυγίων Πολιτικῆς Ἀμύνης κειμένων διατάξεων». Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 129463) 3.12.1957 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κυρίου Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Τζαννετάκη ποινικῆς δικογραφίας, ζητοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν). Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἑλλάδος, ζητούσης ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Γρίβας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σωματείου Ἐργατοτεχνιτῶν Οἰκοδόμων Δράμας «ἡ Ἐλευθερία», ζητοῦντος περιφρούρησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν μελῶν του διὰ τῆς καθιερώσεως ἐπαγγελματικοῦ βιβλιαρίου, μείωσιν τοῦ πρὸς συνταξιοδότησιν ὁρίου ἡλικίας εἰς τὸ 55ον ἔτος κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Σχολικῆς Ἐφορείας τοῦ 48ου Δημοτικοῦ Σχολείου Ἀθηνῶν, ζητούσης παραχώρησιν τοῦ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σαρρῆ 8 οἰκοπέδου εἰς τὴν ἐν λόγῳ Σχολικὴν Ἐφορείαν πρὸς ἀνέγερσιν Δημοτικοῦ Σχολείου καὶ ἐκλογὴν καταλληλοτέρου τοιούτου διὰ τὴν ἵδρυσιν Σταθμοῦ Πυροσβεστικῆς Ὑπηρεσίας, μὴ ἐξυπηρετουμένης ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ οἰκοπέδου, λόγῳ τῆς στενότητος τῶν ὁδῶν τῆς συνοικίας Ψυρρῆ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ὁμίλου Ἐπαγγελματιῶν Τεχνοψυχαγωγικῶν Παιγνίων καὶ Ἐπιχειρήσεως Σφαιριστηρίων, ζητοῦντος ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων τῶν μελῶν του, ἤτοι ἄδειαν εἰσόδου εἰς τὰς αἰθούσας Τεχνικῶν Παιγνίων νέων ἀπὸ τοῦ 16ου ἔτους τῆς ἡλικίας των, ἀπαλλαγὴν τῶν ἐπιχειρηματιῶν ἀπὸ τὴν εὐθύνην ἐλέγχου τῶν δελτίων ταὐτότητος τῶν εἰσερχομένων κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφορὰν μονίμων ὑπαλλήλων Ταμείων Γεωργίας, Κτηνοτροφίας καὶ Δασῶν Διευθύνσεως Γεωργίας Ν. Λασηθίου, ζητούντων μονιμοποίησιν αὐτῶν ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Δράμας, ζητοῦντος ὅπως ἡ ΔΕΗ ἐφαρμόσῃ τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις της χρηματοδοτήσεως τῶν δαπανῶν ἀλλαγῆς τῶν ἐσωτερικῶν ἐγκαταστάσεων τῶν καταναλωτῶν τῆς πόλεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφορὰν γονέων καὶ κηδεμόνων ὑποψηφίων φοιτητῶν Φιλοσοφικῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ζητούντων τὴν καθ’ ὑπέρβασιν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ἐν λόγῳ Σχολὴν τῶν συγκεντρωσάντων βαθμολογίαν 24. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος καὶ Β. Θανασέκου καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων Τιθορέας Φθιώτιδος, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι ἐπυρπολήθησαν ὑπὸ τῶν Ἰταλικῶν στρατευμάτων κατοχῆς καὶ οἵτινες παραμένουν ἄστεγοι ἀπὸ τοῦ 1943 ἐπὶ δεκαπενταετίαν, ζητούντων τὴν λῆψιν μέτρων στεγάσεώς των. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ε. Πρωϊμάκης καὶ Α. Μπριλάκης καταθέτουσιν ἀναφορὰν τοῦ πολιτικοῦ κρατουμένου τῶν φυλακῶν Μυτιλήνης Δημητρίου Οἰκονομοπούλου ἀναπήρου τοῦ Ἑλληνοϊταλικοῦ πολέμου, αἰτοῦντος τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν ἀναπήρων πολιτικῶν κρατουμένων τοῦ ἀλβανικοῦ μετώπου βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας (ν. 2058, βασιλικὴ χάρις, ἄρθρον 555–560 τῆς Π. Δ. περὶ ἀνηκέστου βλάβης κλπ.) καὶ τὴν χορήγησιν τῶν πολεμικῶν συντάξεων αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Εἰσπρακτόρων περιοχῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ζητούσης πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ἐπιμελητῶν εἰσπράξεως τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν τοιούτων Ταμ. Παρακαταθηκῶν καὶ Δανείων καὶ Υ.Ε.Φ.Α., διὰ τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Εἰσπρακτόρων. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ε. Πρωϊμάκης καὶ Α. Μπριλλάκης καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν πολιτικῶν κρατουμένων Ἁγίου Εὐστρατίου, ζητούντων αὔξησιν τοῦ ἡμερησίου ἐπιδόματος κατὰ 5 δραχ., ἀντικατάστασιν τοῦ ἰατροῦ Ἀλεξανδρῆ, χορήγησιν ἐπαρκοῦς ποσότητος φαρμάκων, μεταγωγὴν τῶν βαρέως ἀσθενῶν εἰς νοσοκομεῖα τῶν Ἀθηνῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν συνταξιούχων Ἀστυνομικῶν καὶ προσθέτων Ἀστυφυλάκων ὑπηρετούντων παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ Ἱπποδρομιῶν, ζητούντων χορήγησιν συντάξεως παρὰ τοῦ Ταμείου Προσωπικοῦ Ἱπποδρομιῶν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 65ου ἔτους τῆς ἡλικίας των καὶ 3.600 ἡμερομισθίων, ἄλλοι ἐπιστροφὴν τῶν καταβληθεισῶν εἰσφορῶν κλπ. Ἀπαντήσεις τῶν ἑξῆς Ὑπουργείων ἐπὶ σχετικῶν ἐρωτήσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν. Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλλάκη καὶ Ε. Πρωϊμάκη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτέρω ἐγγράφου ὑμῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἁρμοδία ἡμετέρα ὑπηρεσία κατὰ τὴν σύναψιν ἢ ἀνανέωσιν τῶν ἐμπορικῶν συμφωνιῶν μετὰ τῶν διαφόρων χωρῶν μεριμνᾷ διὰ τὴν ἀναγραφὴν πιστώσεων διὰ τὴν ἐξαγωγὴν κίτρων ἐφ’ ὅσον εἰς τὰς ἐν λόγῳ χώρας ὑφίστανται ποσοτικοὶ περιορισμοὶ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ εἴδους τούτου. Εἰδικῶς ὡς πρὸς τὰς Ἀνατολικὰς Χώρας ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως διευκολυνθῇ ἡ διάθεσις τῶν ὑπαρχόντων ἀποθεμάτων κίτρων προήλθομεν εἰς ἐνεργείας πλησίον τῶν ἐμπορικῶν Συμβούλων τῶν ἐνταῦθα Πρεσβειῶν τῶν χωρῶν τούτων πρὸς τοὺς ὁποίους διετυπώθη ἡμετέρα παράκλησις περὶ εἰσαγωγῆς ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ὀργανώσεων τῶν χωρῶν των ποσοτήτων τινῶν Ἑλληνικῶν κίτρων ὡς ἀκολούθως:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Τσεχ)κίατόνν.50—100
Ρωσία τόνν. 200
Ρουμανίατόνν. 50
Πολωνία τόνν.50—100
Οὐγγαρίατόνν. 50

Εἰδικώτερον διὰ τὴν Ἀνατολικὴν Γερμανίαν ἐζητήσαμεν παρὰ τοῦ ἐνταῦθα ἐκπροσώπου τοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου Ἀνατολικοῦ Βερολίνου ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συνάψεως ἐκ μέρους τῆς ἁρμοδίας Ὀργανώσεως τῆς Χώρας τοῦ Συμβουλίου περὶ προμηθείας 200 τόνν. κίτρων εἰς ἐκτέλεσιν σχετικῆς ὑποσχέσεως παρασχεθείσης ἀπὸ Γερμανικῆς πλευρᾶς εἰς τὴν Ἕνωσιν Κιτροπαραγωγῶν κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Λειψίας. Ἐπὶ τούτοις γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου τῆς Ἰταλίας ἀνταπεκρίθη εἰς ἡμετέραν πρότασιν ὅπως οἱ Ἕλληνες ἐξαγωγεῖς κίτρων ἔλθωσιν εἰς ἐπαφὴν καὶ συνεργασθῶσι μετὰ τῶν Ἰταλῶν ἐξαγωγέων διὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπισιν τῶν δυσχερειῶν διαθέσεως τοῦ ἐν λόγῳ προϊόντος εἰς τὴν Διεθνῆ ἀγοράν. Τοῦτο ἀνεκοινώθη ἤδη εἰς τὴν Ἕνωσιν Κιτροπαραγωγῶν Κρήτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ αἴτημα περὶ καθιερώσεως τιμῆς ἀσφαλείας ἐπὶ τῶν κίτρων ὡς ἐκ τῆς ἀκολουθουμένης Κυβερνητικῆς πολιτικῆς δὲν δύναται νὰ θεσπισθῇ τοιοῦτον μέτρον. Ἐπὶ τοῦ θέματος χορηγήσεως ἀτελείας ζακχάρεως διὰ τὴν παρασκευὴν μαρμελάδων ἐκ κίτρων πρὸς κατανάλωσιν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἡ ἀπάντησις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν εἶναι ἀρνητικὴ καθ’ ὅσον λόγῳ τοῦ ὑψηλοῦ ταμιευτικοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως, οὗ ἕνεκεν πραγματοποιεῖται σημαντικώτατον πάγιον ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀκολουθεῖται ἡ τακτικὴ τῆς μὴ παροχῆς οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως εἰσαγωγῆς ζακχάρεως ἄνευ καταβολῆς δασμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν περίπτωσιν τῆς παρασκευῆς μαρμελάδων πρὸς ἐξαγωγὴν εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ Ν. 2861)54 ἐπιστρέφεται ὁ ἀναλογῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως δασμὸς τῶν ἐξαγομένων σακχαροπήκτων προϊόντων. Ἐπὶ τοῦ τετάρτου θέματος τῆς ἐρωτήσεως ἐγένετο παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου Γεωργίας σύστασις πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἵνα ἐξετάσῃ τοῦτο. Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Νοεμβρίου 1957

Ὁ Ὑπουργὸς

Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ

ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Τούμπα καὶ Ε. Σαββοπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὕπερθεν ὑμετέρων, δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 133 καὶ 156 ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Τούμπα καὶ Ε. Σαββοπούλου νὰ γνωρίσωμεν ἡμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1) Τὸ ΤΑΒΝ, ἱδρυθὲν ὡς καὶ τὰ λοιπὰ Ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας ἀπὸ τοῦ 1926 καὶ συγχωνευθὲν διὰ τοῦ νόμου 1738)51 μὲ τὸ ΤΑΥΒΝ διείπετο καὶ διέπεται ὑπὸ σειρᾶς νόμων, ἐξ ὧν οἱ σπουδαιότεροι εἶναι ὁ 5042)31, ὁ 1738)51 καὶ ὁ 3106)54. 2) Συμφώνως τῇ Νομοθεσίᾳ ταύτῃ τὸ ὑπὸ τοῦ ΤΑΒΝ παρεχόμενον βοήθημα καθορίζεται ὑπὸ διαφόρων παραγόντων, ἐξ ὧν οἱ σπουδαιότεροι εἶναι: α) ἓν βασικὸν πάγιον ποσὸν ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐξερχομένου Ἀξιωματικοῦ (συντελεστής) καὶ β) τὰ ἔτη συμμετοχῆς τοῦ Ἀξιωματικοῦ εἰς τὸ Ταμεῖον. 3) Κατὰ τ’ ἀνωτέρω δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα τὸ ἐν τῇ ἐρωτήσει τοῦ κ. Ι. Τούμπα ἀναγραφόμενον, ὅτι ὁ Ἀντιναύαρχος ἀποστρατευθεὶς τὸ 1954 ἔλαβε μικρότερον βοήθημα ἐκείνου, ὅπερ λαμβάνει σήμερον ὁ δίοπος. Διότι μία τοιαύτη σύγκρισις εἶναι τελείως θεωρητικὴ ἢ μᾶλλον ἀδύνατος. Καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὰς ἰσχυούσας στρατολογικὰς διατάξεις ἡ ἐθελοντικὴ ὑπηρεσία εἶναι δυνατὴ ἀπὸ τοῦ 18ου μέχρι τοῦ 33ου μόνον ἔτους τῆς ἡλικίας καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ δυνατότης συμμετοχῆς εἰς τὸ ΤΑΒΝ ἑνὸς ἐθελοντοῦ ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ ἀνωτέρου ὁρίου μιᾶς 15ετίας, μετὰ τὴν πάροδον τῆς ὁποίας τρία τινὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβοῦν. α) Ἢ ἐθελοντὴς νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Β. Ν. ὁπότε δὲν θὰ λάβῃ βοήθημα (ὡς μὴ ἔχων συμπληρώσει τὸ ἐλάχιστον ὅριον συνταξίμου χρόνου τῶν 25 ἐτῶν), ἀλλὰ θὰ λάβῃ ἐπιστρεφομένας αὐτῷ τὰς καταβληθείσας ὑπ’ αὐτοῦ κρατήσεις τὸ σύνολον τῶν ὁποίων ἐξ ὅλων τῶν μέχρι σήμερον περιπτώσεων ἅπαξ μόνον ἀνῆλθεν εἰς 1.238 δραχμάς, συνήθως δὲ κυμαίνεται περὶ τὰς 750 δραχμάς. β) Ἢ μετὰ 7–8ετῆ ὑπηρεσίαν, θὰ μονιμοποιηθῇ εἰς τὰ στελέχη τῶν Ὑπαξιωματικῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ μετὰ τὴν ἀποστρατείαν του, ὡς ἀξιωματικοῦ συνήθως, θὰ λάβῃ τὸ βοήθημα τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὸν βαθμόν του καὶ τὰ ἔτη ὑπηρεσίας του, καὶ γ) ἐνῷ αἱ ἀνωτέρω δύο ἐξελίξεις εἶναι αἱ συνηθέσταται καὶ καθημερινῶς ἀπαντώμεναι, ὑπάρχει καὶ μία τρίτη, ὅλως θεωρητικὴ καὶ οὐδέποτε παρουσιασθεῖσα, ἡ ἑξῆς: Ὁ ἔχων ὑπηρεσίαν ἐθελοντὴς δίοπος κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος 15ον τῆς ὑπηρεσίας του νὰ πάθῃ ἐν ὑπηρεσίᾳ καὶ ἕνεκα ταύτης καὶ συνεπῶς νὰ δικαιωθῇ συντάξεως, ἄρα καὶ βοηθήματος τοῦ ΤΑΒΝ. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτη τὸ παρ’ αὐτοῦ ληφθησόμενον ἐπίδομα (ὅρα σχετικὸν πίνακα), θ’ ἀνέλθῃ εἰς τὸ μέγιστον τῶν 19.035 δραχμῶν σήμερον, ἐνῷ ὁ Ἀντιναύαρχος ὁ ἐξελθὼν τὸ 1954 μὲ 29 ἔτη συμμετοχῆς εἰς τὸ ΤΑΒΝ (μὲ ἀφετηρίαν τὸ 1926, ἔτος ἱδρύσεως τοῦ Ταμείου) ἔλαβε, συμφώνως τῇ τότε ἰσχυούσῃ νομοθεσία δρχ. 33.060. Ἀποδεικνύεται δηλαδή, ὅτι καὶ εἰς τὴν ὅλως θεωρητικὴν ταύτην καὶ οὐδέποτε ἐν τῇ πράξει παρουσιασθεῖσαν περίπτωσιν, ἡ σύγκρισις τῶν βοηθημάτων μεταξὺ Ἀντιναυάρχου ἐξελθόντος τὸ 1954 καὶ διόπου σήμερον ἐξερχομένου, ὡς παθόντος ἐν ὑπηρεσίᾳ καὶ ἕνεκα ταύτης, πόρρω ἀπέχει νὰ ἔχῃ, ὡς παρουσιάζει ταύτην ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Τούμπας ἐν τῇ ἐρωτήσει του. 4) Τὸ ὅλον φαινόμενον τῶν ηὐξημένων σημερινῶν βοηθημάτων ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοιαῦτα τῶν πρώτων μεταπολεμικῶν ἐτῶν, παρουσιασθὲν εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς αὐτασφαλιστικοὺς ὀργανισμούς, ἔχει εἰδικώτερον διὰ τὸ ΤΑΒΝ ὡρισμένα φυσικὰ αἴτια καὶ ὡρισμένας ἐξηγήσεις. Τὰ αἴτια ταῦτα εἶναι: α) Βασικὸς καὶ κυρίως ὁ ἐκμηδενισμὸς τῆς περιουσίας τοῦ Ταμείου κατὰ τὸν πόλεμον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν βελτιωμένην σημερινὴν καὶ ὁσημέραι βελτιουμένην οἰκονομικήν του κατάστασιν. β) Τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μέχρι τοῦ 1947 οὐδεμία κράτησις κατεβάλλετο ὑπὸ τῶν μελῶν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου. Κρατήσεις ἤρξαντο ἀπὸ τοῦ 1947 ἔκτοτε δ’ αὗται ηὐξήθησαν σημαντικώτατα διὰ τῶν μετέπειτα ἐκδοθέντων σχετικῶν νόμων (ὅρα συνημμένον σχετικὸν πίνακα). γ) Τὸ γεγονὸς ὅτι μόνον διὰ τοῦ νόμου 1738)51 παρεσχέθη εἰς τὸ ΤΑΒΝ ὁ σημαντικὸς πόρος τοῦ 2% ἐπὶ τῶν προμηθειῶν τοῦ Β.Ν., ὅστις εἰς τὸ ΤΑΑΣ εἶχε παρασχεθῆ 4 ἔτη ἐνωρίτερον διὰ τοῦ Ν. Δ. 303)47. Εἶναι προφανές, ὅτι διὰ τὴν καθυστέρησιν ταύτην δὲν εὐθύνεται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅπως ἐπίσης εἶναι προφανές, ὅτι οὐδὲν πρὸς ἐπανόρθωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, καὶ δ) τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ΤΑΒΝ ὑπεχρεώθη διὰ τῶν ν. 1738)51 καὶ 1931)51 νὰ χορηγήσῃ χαριστικῶς συμπληρωματικὸν βοήθημα εἰς ἑκατοντάδα καὶ πλέον τῶν μελῶν του, προώρως καὶ ἀνωμάλως ἐξελθόντων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Β. Ναυτικοῦ. 5) Ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν μεγέθους τῶν βοηθημάτων δέον ἐπίσης νὰ σημειωθῇ ὅτι αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐκτιμᾶται κατ’ ἀπολύτους ἀριθμούς, ἀλλὰ πάντοτε ἐν συσχετισμῷ μὲ τὴν ἑκάστοτε ἀγοραστικὴν ἀξίαν τοῦ χρήματος. 6) Ὡς πρὸς τὴν διαφορετικὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους μεταχείρισιν τῶν διαφόρων Ταμείων Ἀλληλοβοηθείας, αὕτη ὑπάρξασα ἴσως εἰς τὸ παρελθὸν καὶ συνισταμένη κυρίως εἰς τὸν διάφορον χρόνον λήψεως τῶν σχετικῶν νομοθετικῶν μέτρων, τείνει νὰ ἐκλείψῃ σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου καὶ διὰ τοῦ συντονισμοῦ τῆς σχετικῆς νομοθεσίας. 7) Εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς τῆς διαθέσεως 23.000.000 δρχ. εἰς τὸ ΤΑΑΣ εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναφέρεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχετικοῦ Νομοσχεδίου, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο προήρχετο ἐκ τῆς ὑπερεισπράξεως τῆς ὑπὲρ τοῦ ΤΑΑΣ κρατήσεως 2% τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τῆς παραγράφου β τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ἀπὸ 17.2.55 Β. Δ)τος «περὶ Κωδικοποιήσεως τῶν περὶ ΤΑΑΣ ἰσχυουσῶν διατάξεων. Τοιαύτη περίπτωσις, ὡς γνωστόν, δὲν συντρέχει προκειμένου περὶ τοῦ ΤΑΒΝ. 8) Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ τυγχάνει ἀπαράδεκτον ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐρωτήσει τοῦ κυρίου Τούμπα ἀναφερομένων εἶναι ὁ εἰς δύο σημεῖα αὐτῆς ὑπάρχων ὑπαινιγμὸς εἰς βάρος τῆς ἡγεσίας τοῦ Β. Ν. καὶ τῆς εὐθύνης αὐτῆς ὡς πρὸς τὸ θέμα. Διότι εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι διά. τὰ δι’ οἱονδήποτε θέμα λαμβανόμενα μέτρα τὴν πολιτικὴν εὐθύνην φέρει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ θεσπίσασα ταῦτα Βουλή, ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει ἡ ἡγεσία οἱασδήποτε ὑπηρεσίας. 9) Ἐπισυνάπτονται δύο πίνακες, ὁ μὲν πρῶτος ἐμφαίνων, τὰς ἑκάστοτε ἀπὸ τοῦ 1947 μέχρι σήμερον καταβαλλομένας κρατήσεις ὑπὸ τῶν μελῶν τοῦ ΤΑΒΝ, ὁ δὲ δεύτερος ἐμφαίνων τὰ βασικὰ κατὰ βαθμὸν ποσὰ (συντελεστάς). Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1957

Ὁ Ὑπουργὸς

Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

ΠΙΝΑΞ II

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΤ’ ΕΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΒΑΘΜΟΝ

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
1951–5429.12.541.10.5524.9.561.9.57
Ἀπὸ Ἀπὸ Ἀπὸ Ἀπὸ Ἀπὸ
Ἀντιναύαρχος Ἀρχ. 1.868 3.736 4.857 7.480
Ἀντιναύαρχος 1.140 1.638 3.276 4.259 2.659
Ὑποναύαρχος 996 1.414 2.828 3.676 5.661
Πλοίαρχος 840 1.242 2.484 3.229 4.973
Ἀντιπλοίαρχος 780 1.121 2.242 2.915 4.489
Πλωτάρχης 720 1.017 2.034 2.644 4.072
Ὑποπλοίαρχος 636 862 1.724 2.241 4.451
Ἀνθυποπλοίαρχος 576 690 1.380 1.794 2.763
Σημαιοφόρος 540 603 1.206 1.568 2.415
Ἀρχικελευστής 492 565 1.130 1.368 2.262
Κελευστής 456 526 1.052 1.368 2.107
Ὑποκελευστής Αʹ. 396 455 910 1.183 1.822
Ὑποκελευστής Βʹ. 372 427 854 1.110 1.709
Δίοπος 276 317 634 824 1.269
Ναύτης 192 220 440 572 881

Τὸ Γραφεῖον Ὑπουργοῦ Ε. Α.

ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Λοχαγὸς Πεζικοῦ

ΓΕΝΙΚΟΝ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΝ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΞ ΜΗΝΙΑΙΩΝ ΚΡΑΤΗΣΕΩΝ Τ.Α.Β.Ν. ΕΚ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Ἀπὸ 1947 5% Ἀπὸ 1950Ἀπὸ 1952 αὔ-Ἀπὸ 1954 αὔ- Ἀπὸ 1955 αὔ-Ἀπὸ 1957 αὔ-
ἐπὶ βασικοῦ μι- 3% ἐπὶ βασι-ξησις μισθῶνξησις μισθῶν ξησις μισθῶνξησις μισθῶν
σθοῦ ἀποφ. Ὑ.κοῦ μισθ. κοινὴ 3% ἐπὶ βα-3% ἐπὶ βασι- 4% ἐπὶ συν-4% ἐπὶ συνό-
Ὑ. Οἰκ. 71673σικοῦ μισθοῦ κοῦ μισθοῦόλου ἀποδοχῶνλου ἀποδοχῶν
Ν. 1738)50 Ν. 1592)50
ΒΑΘΜΟΙ Παλαιαὶ Δραχμαὶ Νέαι δραχμαὶ
Ἀντιναύαρχος (Α) Γ.Ε.Ν.) 20.000 120.000 144 161 318 344
Ἀντιναύαρχος 20.000 105.000 126 143 283 286
Ὑποναύαρχος 18.000 98.000 118 134 239 252
Πλοίαρχος 17.000 72.000 86 104 219 235
Ἀντιπλοίαρχος 15.000 60.000 72 89 172 186
Πλωτάρχης 14.000 51.000 61 75 151 162
Ὑποπλοίαρχος 12.000 42.000 51 62 120 143
Ἀνθυποπλοίαρχος 11.000 37.000 45 56 105 116
Σημαιοφόρος 10.000 32.000 37 47 97 90

ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
4% βασικοῦ 2% βασι- 2% βασι- 2% βασι- 3% βασι- 3% βασι-
μισθοῦκοῦ μισθοῦ κοῦ μισθοῦκοῦ μισθοῦκοῦ μισθοῦκοῦ μισθοῦ
Ἀρχικελευστής 9.000 18.000 22 27 64 69
Κελευστής 6.000 15.000 20 26 55 60
Ὑποκελευστής Αʹ 5.000 13.000 18 23 45 50
Ὑποκελευστής Βʹ 4.000 8.000 16 20 37 37
Δίοπος 3.000 5.000 11 14 25 23
Ν. Πρότακτος 2.000 4.000 7 9 15 15

Σημείωσις: Ἀπὸ Μαΐου 1941 μέχρι Ἀπριλίου 1947 δὲν κατεβάλλοντο κρατήσεις ὑπὲρ τῶν Μετόχων. Ἀκριβὲς Ἀντίγραφον Τὸ Γραφεῖον Ὑπουργοῦ Ε. Α.

ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ

Λοχαγὸς Πεζικοῦ β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπούτου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 277 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπούτου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι πρόνοια ἀφορῶσα τὴν χορήγησιν μερίσματος τοῦ Μ.Τ.Β.Α. εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν φονευομένων μετόχων αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον αὗται ἀπολαύουν συντάξεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ν. 3618) 1956, ἔχει ληφθῆ διὰ σχετικῆς διατάξεως περιλαμβανομένης εἰς τὸ ὑπὸ κατάρτισιν τελοῦν νομοσχέδιον. Ἀθῆναι τῇ 3 Δεκεμβρίου 1957

Ὁ Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης

ΔΗΜ. ΔΑΒΑΚΗΣ

γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πετροπουλάκη καὶ Γ. Αὐγεροπούλου. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέρου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 259 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Πετροπουλάκη καὶ Γ. Αὐγεροπούλου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα: α) Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης (ΓΕΣ) ἔχον ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὰς ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸ δίκαιον τῆς τακτοποιήσεως τῶν μονίμων καὶ ἐκτάκτων ὑπαλλήλων αὐτοῦ, ἀπὸ μακροῦ κατήρτισε σχέδιον νόμου, ἐπιλύοντος τὸ ζήτημα. β) Τὸ σχέδιον τοῦτο, διαβιβασθὲν εἰς Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, συμφώνως τῷ Συντάγματι, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκκρεμῇ παρ’ αὐτῷ λόγῳ τῆς μεγάλης ἀπαιτουμένης δαπάνης, ἀνερχομένης εἰς 10 καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἐτησίως. γ) Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν ἔχει ἐγκαταλείψει τὸ θέμα, ἀλλὰ συνεχίζει τὰς ἐπ’ αὐτοῦ προσπαθείας του. Ἀθῆναι τῇ 3 Δεκεμβρίου 1957

Ὁ Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης

ΔΗΜ. ΔΑΒΑΚΗΣ

ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Τσιαπάρα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11483) 19.11.57 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 439 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Τσιαπάρα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐχορηγήθησαν εἰς τὸ Ὑποκατάστημα ΑΤΕ Λαγκαδᾶ, διὰ τὴν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τούτου χορήγησιν μεσοπροθέσμων δανείων εἰς παραγωγοὺς τῆς περιφερείας του, αἱ κάτωθι πιστώσεις, ἤτοι:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Δραχ.
α) Δι’ ἀγορὰν ἀροτριώντων καὶ μετα-
γωγικῶν ζώων 350.000
β) Δι’ ἀγορὰν παραγ. ζώων 450.000
γ) Διὰ κατασκευὴν ἀποθηκῶν σταύλων,
ποιμνιοστασίων 300.000
δ) Διὰ κατασκευὴν καπναποθηκῶν 50.000
ε) Διὰ δενδροκομίαν 200.000
στ)Δι’ ἐκχερσώσεις, ἐκθαμνώσεις 303.000
ζ) Δι’ ἀμπελουργίαν 890.000
η) Δι’ ἀρδεύσεις 1.000.000
θ) Δι’ ἀντλητικὰ συγκροτήματα 186.000
ι) Διὰ μηχανήματα, ἐργαλεῖα, ἐφόδια 89.000
ια)Διὰ μελισσοκομίαν 17.000
ιβ)Δι’ ἀγορὰν καπνοπάνων 150.000
ιγ)Διὰ θερμοκήπια - θερμοσπορεῖα 180.000
ιδ)Διὰ βαμβακοσπορεῖς 30.000
4.195.000

Ἐπὶ πλέον τῶν ἀνωτέρω διετέθησαν προσφάτως καὶ αἱ ἑξῆς πιστώσεις:

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Δραχμαὶ
α)Δι’ ἀγορὰν ἀροτριώντων ζώων κλπ.100.000
β)Δι’ ἀγορὰν παραγωγῶν ζώων 100.000
200.000

Ἤτοι γενικὸν σύνολον διατεθεισῶν εἰς τὸ ἐν λόγῳ Ὑπ) μα πιστώσεων κατὰ τὸ 1957 δραχ. 4.395.000. Διὰ τῶν ἀνωτέρω πιστώσεων τὸ ποσὸν τῶν ὁποίων δύναται νὰ θεωρηθῇ ἱκανοποιητικὸν ἀντιμετωπίζονται αἱ ἐπιτακτικώτεραι ἀνάγκαι τῶν παραγωγῶν τῆς περιφερείας Λαγκαδᾶ, συνεστήθη δὲ τῆς ΑΤΕ, ἵνα ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὰς ὑπολοίπους ἀνάγκας διὰ τὴν ἐν καιρῷ ἀνάλογον ἱκανοποίησιν καὶ τούτων ἐκ τῶν νέων κεφαλαίων τοῦ προγράμματος πιστοδοτήσεώς της κατὰ τὸ ἔτος 1958. Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Νοεμβρίου 1957

Ὁ Ὑπουργὸς

Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

IV) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μπακατσέλου, Ι. Παπαηλιάκη, Μ. Τοσουνίδη, Α. Ἀνωγειανάκη, Χ. Παπαδοπούλου καὶ Ν. Ἰντζέ. Σχετικῶς μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11080 ἐ.ἔ. ἔγγραφον ὑμῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἀντίγραφον κατατεθείσης ὑμῖν ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μπακατσέλου, Ι. Παπαηλιάκη κλπ. ἀναφορικῶς μὲ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὸ ὅλον θέμα τῆς αὐξήσεως τῶν μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1955 ὅτε ἐδημοσιεύθη τὸ Ν. Δ. 3392 δυνάμει τοῦ ὁποίου, οἱ καλούμενοι πρὸς μαρτυρίαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, δικαιοῦνται εἰσιτηρίου ταξειδίου ἐπιστροφῆς, ἐφ’ ὅσον ἐκδοθῶσιν αἱ προβλεπόμεναι κοιναὶ ἀποφάσεις τῶν Ὑπουργῶν Δικαιοσύνης καὶ Οἰκονομικῶν, αἵτινες θὰ καθορίζουν τόσον τὸ ὕψος τῆς αὐξήσεως τῶν δικαιωμάτων ἡμεραργίας καὶ διαμονῆς, ὅσον καὶ τὴν διαδικασίαν ἐκδόσεως τῶν ἐν λόγῳ εἰσιτηρίων. Ἡ ἔκδοσις ὅμως τῶν ἀνωτέρω ἀποφάσεων, διατυπωθεῖσαι ἤδη, προϋποθέτει ἐγγραφὴν πιστώσεως οὐχὶ μικροτέρας τῶν δραχμῶν 20.000.000, ἥτις ἐζητήθη καὶ εἰς βάρος τοῦ παρελθόντος οἰκονομικοῦ ἔτους τοῦ τρέχοντος καὶ τοῦ νέου 1958. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1957

Ὁ Ὑπουργὸς

Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Παλάσκα, Δ. Κρόκου, Α. Μπαρότση, Μ. Σκουλᾶ, Ι. Ὀρφανοῦ, Μ. Πίσπα, Κ. Βουδούρη καὶ Π. Τζαννετάκη. Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 11541) 20.11.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπαρότση, Μ. Σκουλᾶ κλπ. νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς: Τὸ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας παρεχόμενον εἰς τοὺς κρατουμένους ἐν ταῖς φυλακαῖς συσσίτιον, εἶναι λιτὸν μέν, ἀλλὰ ἐπαρκὲς διὰ τὴν συντήρησίν των. Σχετικῶς δὲ ἐπιδιώκεται ἡ αὔξησις τῆς ἡμερησίας μερίδος τοῦ ἄρτου εἰς 200 δράμια ὁπότε θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 2.400 θερμίδας. Εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, ἢ ἔχοντας ἀνάγκην ὑπερσιτισμοῦ κρατουμένους, χορηγεῖται εἰδικὴ δίαιτα, καθοριζομένη δι’ ἑκάστην περίπτωσιν ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ τῆς φυλακῆς, προβλεπομένης πάντοτε τῆς χορηγήσεως ἡμισείας ὀκᾶς γάλακτος καὶ ἑνὸς κυπέλλου γιαούρτης. Ἡ δίαιτα αὕτη κατ’ οὐδὲν ὑστερεῖ τῆς παρεχομένης εἰς τὰ δημόσια νοσηλευτικὰ ἱδρύματα τροφῆς, εἰς τοὺς ἐν αὐτοῖς νοσηλευομένους. Ἐπὶ συνόλου σήμερον 347 κρατουμένων τῶν φυλακῶν Κερκύρας οἱ 80 εἶναι εἰς δίαιταν. Ἡ κατὰ τὸν κανονισμὸν παρεχομένη εὐχέρεια εἰς τοὺς κρατουμένους ὅπως προμηθεύωνται, ἰδίαις αὑτῶν δαπάναις, εἴδη τροφίμων μὴ ἐχόντων ἀνάγκην ἑψήσεως, ἐρρυθμίσθη κατὰ τὸν εὐρύτερον δυνατὸν τρόπον, ὡς τοῦτο συνάγεται ἐκ τῶν διατάξεων τῆς ὑπ’ ἀριθ. 57)28.8.1957 ἐγκυκλίου, ἧς ἀντίτυπον ἀποστέλλομεν ἐγκλείστως. Διὰ τῆς συμπληρωματικῆς ἐξ ἄλλου ἐγκυκλίου, ἧς ἀντίτυπον συναποστέλλομεν, διευκρινίσθη ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ παντὸς εἴδους ξηρᾶς τροφῆς καὶ ξηρῶν καρπῶν, ὡς καὶ νωπῶν λαχανικῶν καταναλισκομένων ἄνευ ἑψήσεως. Ὡς εἰκός, διὰ λόγους τάξεως καὶ ἀσφαλείας τῶν φυλακῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ὑπὸ τῶν κρατουμένων ἕψησις διαφόρων τροφίμων, εἴτε ἐν τοῖς θαλάμοις, εἴτε ἐν τοῖς προαυλίοις οὐδ’ εἶναι ἐξ ἄλλου δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰς χρῆμα συνεισφορὰ τῶν κρατουμένων πρὸς βελτίωσιν τοῦ συσσιτίου, διότι τοῦτο θὰ ἐδημιούργει συναλλαγὰς μετὰ τῶν κρατουμένων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπιτρεπταὶ εἰς κατάστημα σωφρονιστικόν. Ἡ πληρωμὴ τῶν ὑπὸ τῶν κρατουμένων ἀγοραζομένων τροφίμων καὶ ἄλλων εἰδῶν ἐνεργεῖται διὰ χρεώσεως τοῦ ἀτομικοῦ λογαριασμοῦ καταθέσεών των εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς φυλακῆς. Συνεπῶς ἡ ἀνάληψις ὑπὸ τῶν κρατουμένων ποσοῦ δραχμῶν ὀγδοήκοντα κατὰ 10ήμερον εἶναι ἐπαρκής, διότι ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισιν μόνον τῶν μικροδαπανῶν των, ὡς ἡ ἀγορὰ σιγαρέττων, γραφικῆς ὕλης, γραμματοσήμων, ἐφημερίδων κλπ. Προηγουμένως ἐπετρέπετο ἡ ἀνάληψις ποσοῦ δραχμῶν εἴκοσι πέντε καθ’ ἑβδομάδα (94186) 21.8.1954 διαταγὴ Ὑπουργείου) καὶ οὐχὶ δραχμῶν ἑκατὸν ὡς ἐν τῇ ἐρωτήσει διαλαμβάνεται. Τέλος διὰ τῆς 130782)73 ἐγκυκλίου ἀπὸ 6 Νοεμβρίου ἐ.ἔ. ἐπετράπη ἡ χορήγησις εἰς τοὺς κρατουμένους δύο κυπέλλων καφὲ ἡμερησίως εἰς τιμὴν κόστους. Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Νοεμβρίου 1957

Ὁ Ὑπουργὸς

Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

I) Τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Θανασέκου, Γ. Σπηλιοπούλου, καὶ Β. Ἐφραιμίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11398)57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 426 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Θανασέκου, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Β. Ἐφραιμίδη, περὶ ἐνισχύσεως πληγέντων παραπηγματούχων τοῦ Συνοικισμοῦ «Περικλέους» ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι οὔτε παρὰ ὑπηρεσίας τινὸς οὔτε παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιαύτη περίπτωσις. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Δεκεμβρίου 1957

Ἡ Ὑπουργὸς

ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ

β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Στρατῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11988) 27.11.57 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δημητρίου Στρατῆ, δι’ ἧς ἐρωτᾶται διατί μέχρι σήμερον δὲν κατεβλήθη τὸ ὑπερωριακὸν ἐπίδομα εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων τῆς Χώρας, ὡς ἡ ὑπ’ ἀριθ. 72141) 18.3.57 ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. ΟΥΒ 3061) 7.5.57 ἐγγράφου, ᾐτήσατο ἀπὸ τὴν Γεν. Δ)νσιν Δημοσίου Λογιστικοῦ τὴν ἐγγραφὴν πιστώσεως δραχ. 14.000.000 πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἐν συνεχεία τοῦ ἐγγράφου τούτου καὶ πρὸς προώθησιν τοῦ ζητήματος ἐπανήλθομεν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. ΟΥΒ3490) 5.10.1957 ἡμετέρου ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου ὡς καὶ τοῦ προηγουμένου ἀντίγραφα ἐπισυνάπτομεν. Καθ’ ἃς δὲ ἔχομεν πληροφορίας, τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν μετ’ εὐμενίας ἐξετάζει τὸ ὅλον θέμα, εὐθὺς δὲ ὡς ἤθελον ἐπιτρέψει τοῦτο αἱ δυνατότητες τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ χορηγηθῇ ἡ ἀπαιτουμένη πίστωσις διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιδόματος. Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Δεκεμβρίου 1957

Ἡ Ὑπουργὸς

ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ

Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Μαΐου 1957 Ἀριθ. Πρωτ. ΟΥΒ3061 Πρὸς Τὴν Γεν. Δ)νσιν Δ. Λογιστικοῦ Δ)νσιν Ι. Τμῆμα Αʹ (Διὰ τῆς Ὑπηρ. Ἐντελλ. Ἐξόδων) Ἐνταῦθα Θέμα: Ζητεῖται ἡ ἐγγραφὴ πιστώσεων δραχμῶν 14.000.000 δι’ ὑπερωριακὸν ἐπίδομα Προσωπικοῦ Νοσοκομείων. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 72141 ΡΟΝΕΟ 67) 18. 3.1957 ἀποφάσεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, περὶ τῆς κατ’ ἀποκοπὴν ἀποζημιώσεως διὰ τὴν κατὰ τὰς μὴ ἐργασίμους ὥρας ἀπασχόλησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων Ν.Π.Δ.Δ. ἁρμοδιότητος τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ἀπαιτεῖται συνολικὸν ποσὸν 14.000.000 καὶ διὰ τὸ ἀπὸ 1–4) 31.12.57 χρονικὸν διάστημα. Ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν προεβλέφθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου χρήσεως 1957, ἡ δὲ ἀναγραφεῖσα πίστωσις διὰ νοσήλεια ἀπόρων δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς ὡς ἄνω ἐκτάκτου δαπάνης, οὔτε ἐπίσης εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπισθῇ ἡ δαπάνη αὕτη ὑπὸ τῶν Νοσοκομείων, δεδομένου ὅτι αἱ δαπάναι τούτων ὡς γνωστὸν καλύπτονται ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ τῆς Κρατικῆς ἐπιχορηγήσεως, διὰ ταῦτα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσωμεν ὅπως ἐν τῇ ἁρμοδιότητι ὑμῶν προβῆτε εἰς τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως τοῦ κεφ. 33) 1 κατὰ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 14.000.000 παράσχητε δὲ καὶ τὴν ὑμετέραν ἔγκρισιν διὰ τὴν ἀνάληψιν καὶ διάθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τούτου διὰ τὴν ὡς ἀνωτέρω ἐξετέθη αἰτίαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρακαλοῦμεν ὅπως τὴν ὑμετέραν ἀπόφασιν ἔχωμεν τὸ ταχύτερον δυνατόν. Κοιν. 1. Δ. Οἰκ. Ὑπηρ. 2. Δ. Ν. Ἱδρυμάτων 3. Ὑπ. Ἐντελ. Ἐξόδων

Ἡ Ὑπουργὸς

ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ

VI) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Πετροπουλάκη καὶ Α. Μπριλλάκη. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 405)12.11.57 ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Πετροπουλάκη καὶ Α. Μπριλλάκη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: 1. Ὡς εἶναι γνωστὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δεχθὲν προσφυγὴν τῆς Α. Ε. «Ἑλληνικαὶ Μεσογειακαὶ Γραμμαὶ» ἠκύρωσε, δι’ ἀποφάσεώς του, τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τῶν ὁποίων τὰ ὡς ἄνω πλοῖα κατεκυροῦντο ὑπὲρ τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας, συνεπεία τυπικῶν ἐλλείψεων. 2. Κατόπιν τούτου τὸ Δημόσιον προσέφυγεν εἰς τὰ Δικαστήρια, ἐκδοθείσης τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2851)1956 ἀποφάσεως Πρωτοδικείου Πειραιῶς, δι’ ἧς ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀγωγὴ τοῦ Δημοσίου, ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς κυριότητος αὐτοῦ ἐπὶ τῶν πλοίων. 3. Παραλλήλως, ὅμως, τὸ Δικαστήριον διέταξεν ἀποδείξεις ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλοίων καὶ τὰς προβληθείσας ἀνταπαιτήσεις τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας, ἐδέξατο δὲ αἴτησιν τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας, περὶ ἐπισχέσεως παρ’ αὐτῆς τῶν πλοίων, πρὸς ἀσφάλειάν της διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ ὅπερ ἤθελεν ἐπιδικασθῇ αὐτῇ ἔναντι τῶν ὡς εἴρηται ἀνταπαιτήσεών της. 4. Ὡς ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει, ἀνεγνωρίσθη μὲν ὅτι ἡ κυριότης τῶν πλοίων ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, τὰ πλοῖα ὅμως παραμένουν εἰς χεῖρας τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας μέχρις ἐπιλύσεως τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλοίων κλπ. 5. Εὐνόητον, ὅθεν, τυγχάνει ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν δύναται μονομερῶς, νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἐκκίνησιν καὶ ἐκ νέου δρομολόγησιν τῶν δύο πλοίων. 6. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπιδιώκεται νῦν ἡ ταχεῖα καὶ ὁριστικὴ λῆψις ἀποφάσεως πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ θέματος καὶ ἐκ νέου ἐκκίνησιν τῶν πλοίων. Ἐν Πειραιεῖ τῇ 30 Νοεμβρίου 1957

Ὁ Ὑπουργὸς

ΣΤ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ

VII) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανίδη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10125)8262 ὑμετέρου ἐγγράφου καὶ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 169 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κυρίου Μιχ. Στεφανίδη, σχετικῶς μὲ τὴν ἐπέκτασιν τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 1254)49 καὶ εἰς τὸ Βασιλικὸν Χαλκίδος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐργασίας εἰς τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ ἀφ’ ἑνὸς διὰ τὴν συγκέντρωσιν πληρεστέρων στοιχείων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ Συμβουλίου Ἐργασίας μετεβιβάσθησαν προσφάτως εἰς τὸ Ἐθνικὸν Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον συμφώνως πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3755) 57 Ν. Δ)γμα, ὅπερ δὲν ἀνεσυνεκροτήθη εἰσέτι εἰς Σῶμα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1957

Ὁ Ὑπουργὸς

Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ

VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων. α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Στρατῆ. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐν θέματι ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 538 ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κυρίου Δημ. Στρατῆ, περὶ μειώσεως τιμῆς εἰσιτηρίου λεωφορειακῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Πετρουπόλεως, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι τὰ κόμιστρα τῶν λεωφορείων τῆς ἀστικῆς περιοχῆς Ἀθηνῶν–Πειραιῶς δὲν καθορίζονται βάσει τῆς χιλιομετρικῆς ἀποστάσεως ἑκάστης γραμμῆς ἐντεταγμένης εἰς ΚΤΕΛ, ἀλλὰ βάσει τῆς γενικῆς εἰσπράξεως ἀνὰ χιλιόμετρον ὁλοκλήρου τοῦ ΚΤΕΛ καὶ τῶν λοιπῶν συνθηκῶν ἐκμεταλλεύσεως. Ἡ εἴσπραξις αὕτη δέον νὰ καλύπτῃ τὸ χιλιομετρικὸν κόστος. Συγκρινομένων τῶν δύο μεγεθῶν, ἤτοι τοῦ κόστους ἀνὰ χιλιόμετρον καὶ τῆς εἰσπράξεως ἀνὰ χιλιόμετρον, ἀποφασίζεται ἡ αὔξησις ἢ μὴ τοῦ κομίστρου κατὰ ποσοστὸν ἐπὶ τῆς προηγουμένως ἰσχυούσης τιμῆς. Τὸ ποσοστὸν δὲ τοῦτο ἀφορᾶ γενικῶς ὁλόκληρον τὸ ΚΤΕΛ καὶ πάσας τὰς γραμμὰς αὐτοῦ ἀδιακρίτως. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω καθίσταται φανερόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπενεχθῇ μείωσις τῆς τιμῆς τοῦ εἰσιτηρίου ἐπὶ μιᾶς γραμμῆς, καθ’ ὅσον αὕτη θὰ ἔχῃ δυσμενῆ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν εἰσπράξεων ὁλοκλήρου τοῦ ΚΤΕΛ καὶ διασάλευσιν τῶν συνθηκῶν ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ. Παρὰ ταῦτα εἰς ἐνδεχομένην ἀναπροσαρμογὴν τοῦ κομίστρου καὶ εἰδικῶς διὰ τὴν Γραμμὴν Πετρουπόλεως θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς τιμῆς τοῦ εἰσιτηρίου τῆς ὡς ἄνω γραμμῆς, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἥ τε ἐπιβατικὴ κίνησις καὶ τὸ χιλιομετρικὸν κόστος, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν συνολικὴν εἴσπραξιν ὁλοκλήρου τοῦ ΚΤΕΛ, ἤθελον ἐπιτρέψει τοῦτο. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1957

Ὁ Ὑφυπουργὸς

ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ

§5Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὰ ἑξῆς: Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς παράσχητε τὴν πληροφορίαν, διατί εὑρίσκεται στρατὸς ἔνοπλος ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου. Ἔχομεν μίαν ἀπορίαν.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἔλθετε εἰς τὸ γραφεῖον μου νὰ τὸ μάθετε. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀντικείμενον συζητήσεως πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.

§7Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συμβαίνῃ κἄτι καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν λάβει γνῶσιν.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε μίαν τάσιν νὰ μὴ προσέχετε καθόλου τὸν Κανονισμόν.

§9Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ ἔρχεσθε, ὅταν πρόκειται νὰ ζητήσητε τὸν λόγον ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ὁπότε θὰ κρίνῃ ὁ Πρόεδρος.

§11Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις, διατί νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον σας; Εἶναι πολὺ φυσικὸν ὅταν ὑπάρχῃ στρατὸς μὲ πολυβόλα, νὰ ἐρωτήσῃ.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, πρὸς ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος ἐλάβατε τὸν λόγον σύμφωνα μὲ τὰ ἔθιμα, βεβαίως θὰ δοθῇ ἀπάντησις, ὅπως καὶ εἰς τὸν κύριον βουλευτὴν θὰ ἐδίδετο ἀπάντησις. Ἀλλὰ ἔχω πολλάκις δηλώσει καὶ ἔχω παρακαλέσει καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ πρακτικά, ὁσάκις βουλευτής τις θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ διέρχεται ἐκ τοῦ γραφείου μου καὶ νὰ μοῦ λέγῃ ποῖον εἶναι τὸ θέμα. Ὁ Κανονισμὸς ὡς γνωστόν, δὲν προβλέπει συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως διὰ θέματα μὴ περιλαμβανόμενα εἰς αὐτήν.

§13Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν γεννᾶται τὸ θέμα.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς σᾶς, ὁ ὁποῖος ἔχετε ὡς Ἀρχηγὸς τὸ δικαίωμα νὰ λάβετε τὸν λόγον, ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς: Καὶ ἐγὼ ἠρώτησα — διότι δὲν ἐγνώριζον περισσότερα, ὅταν ἠρχόμην — διατί ὑπάρχει δύναμις στρατοῦ, καὶ μοῦ ἀπήντησαν ὅτι ἐγένετο συγκέντρωσις πολιτῶν εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου, ἄσχετος μὲ τὸ Βουλευτήριον, καὶ ἐλήφθησαν μέτρα δι’ ὅλα τα Δημόσια Γραφεῖα κλπ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ συλλαλητήριον με τὸ Βουλευτήριον, ἐκ προνοίας ὅμως μὴ τυχὸν μετὰ τὸ συλλαλητήριον ἡ συγκέντρωσις ἐκχυθῇ πρὸς κατευθύνσεις εἴτε πρὸς τὰ ἐδῶ, εἴτε ὀλίγον τι ἀνατολικώτερον, ἐλήφθησαν τὰ παρατηρηθέντα μέτρα ἀσφαλείας. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις εἶναι ἱκανοποιητική. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Π. Κηπουρὸς ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§15Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)

§16Α. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Εἰς τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν ἐκεῖ ποὺ λέγει «μίαν περίπτωσιν» νὰ γίνῃ «μίαν διαπίστωσιν».

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ «περίπτωσις» γίνεται «διαπίστωσις». Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Α. Παπαχρήστου.

Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν

ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ

ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Ψήφισις σχεδίου νόμου «Περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 613) 1948 καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προσωπικοῦ τῶν Εἰδικῶν Ἐμμίσθων Ληξιαρχείων κειμένων διατάξεων καὶ Ὑποθηκοφυλακείων κειμένων διατάξεων».

§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 613)1948 καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Εἰδικῶν Ἐμμίσθων Ληξιαρχείων κειμένων διατάξεων καὶ Ὑποθηκοφυλακείων κειμένων διατάξεων».

§20Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3026)54 «περὶ τοῦ κώδικος τῶν Δικηγόρων», ἀναβάλλεται.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεων τῶν προθεσμιῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὑπὸ τῶν Ν. Δ. 3379)55 καὶ 3362)56 προβλεπομένων διαταγμάτων».

§22Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐντελῶς τυπικὸν καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ἔχετε ἀντίρρησιν διὰ τὴν ψήφισίν του. Δι’ αὐτοῦ μοῦ δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῶ ἀποσπάσεις πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τῆς Στοιχειώδους καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε καὶ τὰς ἑξῆς προσθήκας: 1. Νὰ μὴ παρατείνεται ἡ ἀπόσπασις πέραν τοῦ ἔτους καὶ 2) Νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀπόσπασις ἐπὶ μία αν τριετίαν. Ἡ σχετικὴ προσθήκη ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὴν παράγραφον 2 τοῦ ἄρθρου 3 προστίθεται τὸ ἑξῆς. «Ἡ διάρκεια τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος ἐνεργουμένων ἀποσπάσεων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ σχολικὸν ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν ἡ ἀπόσπασις. Ἐκπαιδευτικὸς λειτουργὸς διατελέσας ἐν ἀποσπάσει μακρὰν τῆς ὀργανικῆς του θέσεως ἐπὶ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ἔτους, δὲν ἀποσπᾶται ἐξ αὐτῆς ἐντὸς τῆς αὐτῆς 3ετίας.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ σχέδιον νόμου;

§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τὸ σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὑπὸ τῶν Ν. Δ. 3379)55 καὶ 3362)56 προβλεπομένων Διαταγμάτων». Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ἐνώπιον αὐτοῦ διαδικασίας ἐπὶ τῶν πολιτικῶν δικῶν». Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ὡς ἔχουν.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.

§27Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ἄρθρον 3 προτείνεται ὡρισμένη τροπολογία. Ὡς γνωστὸν καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως θὰ δικάζεται ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν περιλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς ταύτης, εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον περιελήφθη καὶ ἑτέρα οὐσιώδης διάταξις. Δι’ αὐτῆς καθιεροῦται ἡ ἔγγραφος εἰσήγησις τοῦ ἀρεοπαγίτου Εἰσηγητοῦ ἐπὶ τῆς κρινομένης ὑποθέσεως. Καὶ ὁ μὲν Ἄρειος Πάγος θὰ δικάζῃ καὶ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἡ ἀρχὴ παραμένει. Εἰς τὸ ἀρχικὸν κείμενον ἡ προβαλλομένη τροπολογία ἐπιφέρει τὴν ἀκόλουθον μεταβολήν. Τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀναιρουμένης τῆς ἀποφάσεως, δὲν θὰ δικάσῃ ὑποχρεωτικῶς τὸ ἀκυρωτικὸν τμῆμα, ἐπιτρεπομένης τῆς εἰσαγωγῆς εἰς ἕτερον Τμῆμα. Ἐν συνεχείᾳ πρὸς τοῦτο διατηρεῖται ἡ ἀρχὴ τῆς διαφωνίας τῶν τμημάτων, πρὸς ἄρσιν τῆς ὁποίας εἰσάγεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 προσθέτει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ὁλομελείας καὶ τὴν ἄρσιν τῆς μεταξὺ τῶν τμημάτων διαφωνίας. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ τροπολογία περιορίζεται εἰς φραστικὴν μᾶλλον μεταβολὴν τοῦ κειμένου τοῦ κατατεθέντος νομοσχεδίου. Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 3 διαμορφοῦται ὡς ἀκολούθως: «1. Εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπάγονται α) αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νόμου, β) αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατ’ ἀποφάσεων τῶν πολιτικῶν ἢ ποινικῶν δικαστηρίων ἢ τῶν ποινικῶν βουλευμάτων, αἱ παραπεμπόμεναι πρὸς ἐκδίκασιν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν διὰ κοινοῦ πρακτικοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ Προέδρου τοῦ οἰκείου τμήματος αὐτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, συντασσομένου πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως, ἢ διὰ πρακτικοῦ τοῦ δικάζοντος τὴν ὑπόθεσιν τμήματος καὶ γ) ἡ ἄρσις διαφωνίας, ἂν τὸ κληθὲν νὰ ἀποφασίσῃ μετ’ ἀναίρεσιν τμῆμα κατὰ τὰ ἐν παραγρ. 2 τοῦ ἄρθρου 834 Πολ. Δικονομίας, ἔχῃ διαφέρουσαν γνώμην τῆς ἐν τῇ ἀναιρετικῇ ἀποφάσει. 2. Ἡ παραπομπὴ τῆς ἐκδικάσεως εἰς τὴν Ὁλομέλειαν δύναται νὰ γίνῃ πρὸς πάντας ἢ τινὰς μόνον τῶν λόγων ἀναιρέσεως ἐάν, καθ’ ἑτέρα τῶν περιπτώσεων, κριθῇ ὅτι γεννῶνται ζητήματα γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, ἰδίᾳ συνταγματικότητος νόμου, ἢ ἑνότητος τῆς νομολογίας. 3. Τὸ δικάζον τμῆμα ὑποχρεοῦται νὰ παραπέμψῃ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ἐὰν ἡ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως ἀπόφασις αὐτοῦ (ἀναιρετικὴ ἢ ἀπορριπτικὴ) λαμβάνεται διὰ πλειοψηφίας μιᾶς ψήφου, ἢ ἐὰν ἀρνῆται τὴν ἐφαρμογὴν νόμου, κρινομένου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ δύναται δὲ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τὴν ἐκδίκασιν ὅταν κρίνῃ ταύτην ἐπιβεβλημένην λόγῳ ἀντιθέτου γνώμης αὐτοῦ ἐπὶ κρινομένου νομικοῦ ζητήματος πρὸς προγενεστέραν ἀπόφασιν τῆς Ὁλομελείας ἢ Τμήματος. 4. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν τμημάτων δεσμεύουν τὰ ἐπιλαμβανόμενα τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως δικαστήρια ὡς πρὸς τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐπιλυθέντα νομικὰ ζητήματα, πλὴν τῆς ἐν ἄρθρῳ 834 παρ. 2 Πολιτικῆς Δικονομίας περιπτώσεως». Ἡ παράγραφος 1 διαγράφει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ὁλομελείας. Ἡ παράγραφος 2 διαμορφοῦται ὡς ἑξῆς: «Ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν κλπ..... (ἀναγινώσκει) ...... Ἡ παραπομπὴ ὑπὸ τοῦ τμήματος εἶναι δυνητικὴ εἰς ὡρισμένας δὲ περιπτώσεις ὑποχρεωτική. Πρόκειται περὶ τῆς δυνατότητος παραπομπῆς τῆς ὑποθέσεως ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ὁλομέλειαν. Κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα, ὡς γνωστόν, ἀναιρουμένης τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Αʹ τμήματος ἡ ὑπόθεσις εἰσάγεται πρὸς διάγνωσιν εἰς τὸ Βʹ τμῆμα καὶ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν διαφωνίας μεταξὺ Αʹ καὶ Βʹ τμήματος ἡ ὑπόθεσις παραπέμπεται εἰς τὴν Ὁλομέλειαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ὁλομέλεια οὐδέποτε ἀκούεται ἐπὶ ζητημάτων λυομένων ὑπὸ τῶν ἀπορριπτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Αʹ τμήματος τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ ἀπορριπτικαὶ ἀποφάσεις καλύπτουν τὰ ⅘ περίπου τῶν κατ’ ἔτος ἐκδιδομένων ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ πλεονέκτημα νὰ ἀκουσθῇ τελικῶς καὶ ἡ γνώμη τῆς Ὁλομελείας περιορίζεται εἰς τὸ πέμπτον ἢ τὸ τέταρτον περίπου τῶν κρινομένων ὑποθέσεων. Βάσει τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη ταύτης χωρὶς νὰ προηγηθῇ καὶ ἐκδίκασις εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα. Ἀντιθέτως, κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα, ἐκ τῶν 10 περίπου ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας ἐκδίδει ἡ Ὁλομέλεια κατ’ ἔτος αἱ 5 ἢ 6 μόνον ἀσχολοῦνται μὲ τὴν διάγνωσιν τῆς παραβάσεως τοῦ οὐσιαστικοῦ νόμου. Αἱ ὑπόλοιποι ἀποφάσεις ἀφοροῦν ἀναιρέσεις δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ἢ ὑπὲρ τοῦ νόμου. Εἰς τὸ καθεστὼς τοῦτο ἐπέρχεται σημαντικὴ μεταβολή. Παρέχεται νῦν ἡ εὐχέρεια ἀμέσου παραπομπῆς ὑποθέσεώς τινος εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ὅταν παρουσιάζωνται ζητήματα γενικωτέρας σημασίας ἢ ὅταν ἡ προσβαλλομένη ἀπόφασις ἠρνήθη τὴν ἐφαρμογὴν νόμου κριθέντος ὡς ἀντισυνταγματικοῦ. Εἰδικώτερον περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ὑπὸ τοῦ τμήματος ὁμιλεῖ ἡ παράγραφος 3 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ........ (ἀναγινώσκει) ...... Ὑποχρεοῦται δηλαδὴ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν, ὅταν ἡ ἀπόφασις ὀφείλεται εἰς τὴν διαφορὰν μιᾶς ψήφου. Περαιτέρω, τὸ τμῆμα δικαιοῦται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ὅταν ἔχῃ γνώμην διάφορον ἐπὶ κριθέντος ζητήματος πρὸς περιληφθεῖσαν ἀπόφασιν κλπ....... (ἀναγινώσκει)... Ἡ παράγραφος 4 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς ...... (ἀναγιγνώσκει) ...... Ἡ ἀπόφασις, ἑπομένως τῆς Ὁλομελείας ἢ τοῦ τμήματος δεσμεύει τὰ ἐπιλαμβανόμενα τῆς ἰδίας ὑποθέσεως δικαστήρια. Ἡ ἐξαίρεσις ἀναφέρεται εἰς τὴν παραπομπὴν τῆς ἐκδικάσεως τῆς οὐσίας εἰς τὸ Βʹ τμῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν δεσμεύεται ἀπὸ τὸ ἀκυρωτικὸν εἰς ὡρισμένας ὅμως περιπτώσεις.

§28Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προσδίδεται μεγαλύτερον κῦρος εἰς τὴν νομολογίαν τοῦ ἀκυρωτικοῦ, ὡς ἀφετηρίας γραμμῶν, διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου.

§29Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Μάλιστα. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα σημασία τῆς διατάξεως.

§30Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου.

§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. Ὁ κύριος Η. Ἠλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.

§32Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πρῶτον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ τροπολογήσῃ ὁ ἴδιος σχέδιον νόμου, προπαρασκευασθὲν ἀπὸ Ἐπιτροπὴν Συντάξεως τοῦ Κώδικος τῆς Πολ. Δικ., ἀναθεωρηθὲν ἀπὸ τὴν ἀναθεωρητικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ αὐτοῦ κώδικος, τυχὸν ἐπεξεργασίας καὶ γνωμοδοτήσεως ἐκ τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων, τοὐλάχιστον τῶν σπουδαιοτέρων καὶ τὸ ὁποῖον ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ἤρχετο καὶ νὰ συνεζητεῖτο καὶ νὰ ἐψηφίζετο ὁμοῦ μετὰ τοῦ σχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τοῦ νέου κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν κωδίκων. Πράγματι ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, καθιεροῦσα ὅλας τὰς διαδικαστικὰς προϋποθέσεις, θεσμοὺς καὶ ἐγγυήσεις τῆς προδικασίας τῆς διαδικασίας, τῶν ἐνδίκων μέσων καὶ τῆς ἐκτελέσεως, ἀποτελεῖ ἕνα πολυσύνθετον καὶ ἐν στενῇ ἀλληλουχίᾳ διατάξεων πρὸς διατάξεις συναπαρτιζομένου συνόλου, ὥστε νὰ εἶναι δυσχερὲς—δυσχερέστατον—χωρὶς νὰ ἔχῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ συνόλῳ τὰς διατυπουμένας διατάξεις, νὰ τροποποιήσῃ τὴν α ἢ β διάταξιν. Δυστυχῶς ἀπουσίαζον καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, θὰ ἔλεγον ὅμως, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν 170 περίπου εἰδικὰς διαδικασίας, ἄλλας Συνταγματικάς, ἄλλας ἐξώσεων, ἄλλας ἀμοιβῶν δικηγόρων, ἄλλας ἐλέγχου τίτλων κλπ., καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπάρχουν διαδικασίαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκδίδονται 250 –300 ἀποφάσεις καὶ εἶναι σαφές, ὅτι ἀπαιτεῖται κἄποια ἑνοποίησις, θὰ ἔλεγον, ὅτι ἦτο κἄτι τὸ ἀπρόβλεπτον εἰς μίαν ἀριστοκρατικὴν ἀντίληψιν περὶ δικαίου, τὸ νὰ ἐνδιαφερώμεθα ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς δικονομίας, τὸ ὁποῖον πρόκειται μετὰ 1½ περίπου αἰῶνα νὰ τροποποιηθῇ ἐπὶ τὸ τελειότερον, ἵνα καταστῇ ἀρτιωτέρα ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, τὸ νὰ ἀποσπάσωμεν μόνον τὴν περίπτωσιν τῶν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τέλους δύνανται νὰ ἀκολουθήσουν μίαν διαδικασίαν ἐγκλείουσαν μόνον βραδύτητα τινά, ἀλλὰ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐθισθῆ καὶ ὁ Δικαστὴς καὶ ὁ νομικὸς ὁ Ἕλλην. Τούτου μὴ ἀκολουθηθέντος, ἐφ’ ὅσον ἐνόμισεν ὁ κύριος Ὑπουργός, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποσπάσῃ τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τροπολογηθῇ ἔστω καὶ ἐὰν ἦτο εὐχὴ καὶ ἀξίωσις τοῦ δικηγορικοῦ καὶ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ἵνα, ὅταν ἔλθῃ ὁ κῶδιξ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, μὴ ἔχωμεν τὴν ἔλλειψιν ἂς εἴπωμεν συνοχῆς μεταξὺ τῶν διατάξεων ἐκείνων καὶ τῶν ψηφισθησομένων σήμερον. Τῆς παρακλήσεως τὴν ὁποίαν διατυπώνω μὴ γενομένης δεκτῆς ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιβάλλεται νομίζω, νὰ ἀναβληθῇ τοὐλάχιστον ἡ δευτέρα συζήτησις, ὥστε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον. Εἶναι, κύριε Ὑπουργέ, παρὰ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι αἱ νομοτεχνικαὶ ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι τυχὸν ὑπηγόρευσαν, ἢ συνειργάσθησαν μαζί σας εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν, εἶναι ἐπὶ τόσον λεπτῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ἐστερημένα πολιτικῆς σημασίας, ἀνάγονται καθαρῶς εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἀφάνταστον νὰ συζητοῦμε, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας κείμενα. Ἐγὼ προσεπάθησα νὰ κρατήσω ὅσα προτείνονται εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας ἐν τῷ σχεδίῳ ἀλλὰ δὲν εἶμαι βέβαιος, ἐὰν καλῶς τὰ συνεκράτησα. Διατί δηλ. — ποῖον εἶναι τὸ θέμα τὸ κατεπεῖγον —καὶ ἐνῷ σύρεται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπὶ 1½ ἔτος καὶ δὲν ψηφίζεται, ἐπιβάλλεται σήμερον, εἰς αὐτὴν τὴν συνεδρίασιν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ κείμενον τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἀναφέρετε, νὰ τὸ ψηφίσωμε; Μήπως πρόκειται νὰ ψηφίσωμε κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ αὔριον ἢ μεθαύριον νὰ τροποποιηθῇ εὐκόλως, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι προχείρως ἐψηφίσθη καὶ δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀλληλουχίαν καὶ εἰς συνάρτησιν συνεπῆ μὲ ἄλλας διατάξεις; Ὄχι. Ὅσα ἀφοροῦν τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν εἶναι πάγια νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κρατοῦν 1–2 αἰῶνας. Διὰ τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ κείμενο — νὰ διανεμηθοῦν—καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν νομοθετικῆς ἐργασίας, τὸ ψηφίζομε. Ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν δεχθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἀσάφειαι, πότε εἶναι δυνητικὴ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν καὶ πότε ὑποχρεωτική.

§33Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Αὐτὸ καθορίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, κύριε συνάδελφε.

§34Η. ΗΛΙΟΥ. Ἄλλα πράγματα, ὅμως, μᾶς εἴπατε σήμερον. Τὸ θέμα τὸ Συνταγματικὸν τὸ ἐθέσατε σεῖς ἄλλως πως. Ὑπάρχει θέμα, ὁσάκις τὸ ἐφετεῖον τὸ κρίνῃ ἀντισυνταγματικὸν ἐὰν δὲν τὸ κρίνῃ, ἀλλὰ ὁ Ἄρειος Πάγος πρόκειται νὰ κρίνῃ ἐπὶ ἐνστάσεως ἀντισυνταγματικότητος καὶ πάλιν συμβαίνῃ τοῦτο;

§35Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς ἐπὶ κηρύξεως ἀντισυνταγματικότητος, προβλέπεται παραπομπὴ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν.

§36Η. ΗΛΙΟΥ. Λέγετε, ὅτι τότε ὑποχρεωτικῶς. Ἔπειτα ὑπάρχει ἡ τρομερὰ διάταξις τῆς παραγράφου 4, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀποφάσεις τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν τμημάτων, δεσμεύουν τὰ ἐπιλαμβανόμενα Δικαστήρια, ὡς πρὸς τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐπιλυθέντα θέματα. Νομίζω, ὅτι εἶναι μία διάταξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει πολὺ νὰ σκεφθῇ τὸ Σῶμα διὰ νὰ ἀποφασίσῃ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἀναστείλωμε — νὰ παγιώσωμε — τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ δικαίου. Γνωρίζομε παρὰ πολὺ ὅλοι, ὅτι ἡ ἑκάστοτε ἑρμηνεία τῶν κειμένων διατάξεων, ἀναλόγως τῶν Κοινωνικῶν ἐξελίξεων, ἀναλόγως τῶν διαφόρων ἀντιλήψεων, ἀναλόγως τῶν πεποιθήσεων, ἀναλόγως τῶν συμφερόντων, ἑρμηνεύονται ἄλλως ἑκάστοτε. Ὑπάρχει μία δικαιοπλαστικὴ ἐξουσία τοῦ δικαστοῦ τῆς οὐσίας, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται διὰ τῆς προσδόσεως εἰς τὸ περιεχόμενον νομικῆς διατάξεως ἐννοίας διαφορετικῆς, ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πολλάκις — ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν — ἐδέχοντο τὰ Δικαστήρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλλοιωτικὴ ἑρμηνεία, ἡ μεταβολὴ τοῦ περιεχομένου τοῦ δικαίου ἄνευ μεταβολῆς τοῦ κειμένου τῶν γραπτῶν νόμων. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἅπαξ ἡ Ὁλομέλεια ἢ τὸ τμῆμα ἀποφασίσῃ ἐπί τινος νομικοῦ θέματος, δὲν χωρεῖ περαιτέρω ἐπεξεργασία νομολογιακή, νομίζω ὅτι δημιουργεῖται κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον πρὸς αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων καὶ δὲν θὰ ἀντεῖχεν εἰς τὴν πραγματικότητα. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν αἴτησιν, καθ’ ἣν ἐφόσον πρόκειται περὶ τμήματος ἑνὸς κώδικος καὶ περὶ τμήματος ἔχοντος συνοχὴν μὲ ἄλλα μέρη τοῦ ἑτέρου κώδικος, νὰ μὴ γίνῃ ἡ τροπολογία τῶν παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Ὑπουργοῦ προταθεισῶν διατάξεων καὶ ἂν γίνῃ νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει γραπτοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν μετὰ προσοχῆς καὶ ἀναλόγως νὰ ἀποδεχθῶμεν ἢ νὰ ἀπορρίψωμεν.

§37Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ὁ ὁμιλήσας συνάδελφος ἐπανέφερε τὴν συζήτησιν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν εἶχε παρακολουθήσει ὁ κύριος Ἠλιοῦ τὴν συζήτησιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης θὰ εἶχε λάβει γνῶσιν ὅτι ἤδη ὑπάρχει νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προωθήθη μέχρι τῆς Γραμματείας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν ἑνοποίησιν ὅλων τῶν εἰδικῶν διαδικασιῶν. Θὰ εἶχεν ἐπίσης ἀκούσει τὸ λεχθὲν προχθὲς ὅτι τὸ τμῆμα περὶ ἀναιρέσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτοτελῶς, ὅτι ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς δικαστῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ νέον σύστημα, ὅπως εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι, ἐπὶ πλέον, εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος, διότι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐπιλύουν ἁπλῶς τὰ νομικὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀναφύονται, ἀλλὰ ἀποτελοῦν καὶ τὸν ὁδηγὸν τῶν κατωτέρων δικαστηρίων εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἄγονται ἐνώπιον αὐτῶν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς προεκρίθη ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις τοῦ τμήματος περὶ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ἀναιρετικῆς διαδικασίας, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ κριθῇ καὶ ἡ ἀξία τοῦ θεσμοῦ καὶ ἡ σημασία τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔχει κάμει ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ νέου σχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Προσέθεσα μάλιστα προχθὲς ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νέου σχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὴν ἄμεσον ἐφαρμογήν, διότι τοῦτο προϋποθέτει πολλὰς αἰθούσας, εἰσηγητὴν δικαστήν, ὁ ὁποῖος θὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν μέχρι τῆς ὡριμάνσεως αὐτῆς, αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, τῶν ὑπαλλήλων κλπ., πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν τώρα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ συμφωνούσης καὶ τῆς Συντακτικῆς Ἐπιτροπῆς προεκρίθη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ τμήματος περὶ τῆς ἀναιρετικῆς διαδικασίας. Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον δύο κεφάλαια ἀποτελοῦν τὴν ὕλην. Τὸ ἕνα εἶναι τῆς ὀργανώσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸ δεύτερον ἡ ἀναιρετικὴ διαδικασία ἐπὶ τῶν πολιτικῶν διαφορῶν. Παρενόησεν ἀσφαλῶς ὁ κ. Ἠλιοῦ τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 3. Οὐδεὶς ἠθέλησεν νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐξέλιξιν τῆς νομολογίας, τὴν δικαιοπλαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαίου. Δὲν πρόκειται τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐπαναλάβῃ ὅ,τι ἔγινεν εἰς τὸ Βυζάντιον, νὰ ἀπαγορεύσῃ δηλαδὴ τὴν ἔκδοσιν νέου νόμου. Ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 4 ὁμιλεῖ περιοριστικῶς περὶ δεσμεύσεως τῶν δικαστῶν τῶν ἐπιλαμβανομένων τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας ἢ τοῦ τμήματος. Ποτὲ δὲν ἠθέλησεν ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαστοῦ. Τοῦτο θὰ ἦτο ἀκατανόητον. Ἔχει τὴν εὐχέρειαν ὁ δικαστὴς νὰ κρίνῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς πᾶσαν ἄλλην ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία θὰ ἔλθῃ ἐνώπιόν του.

§38Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ μὲν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐθίγη καὶ σήμερον, συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τοὺς φόβους οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας εἰσάγετε καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ καταλήξουν ἀναντιρρήτως εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ ρόλου, τὸν ὁποῖον τόσον ἐπιτυχῶς ἔχει παίξει ἡ ὑφισταμένη Δικαιοσύνη. Ἀλλὰ διὰ τὴν τροπολογίαν εἰδικῶς, νομίζω ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ πρόοδον, διότι, τὸ ὀλιγώτερον, ἐπιταχύνει, συντέμνει τὸν χρόνον τῆς παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ διαδικασίας. Ἐὰν εἶμαι ἐναντίον τῆς τροπολογίας τὸ κάμνω διὰ λόγους ἀρχῆς. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Ὑπουργέ, θέματα τοιαύτης σπουδαιότητος καὶ μονίμου χαρακτῆρος, ὅπως εἶναι ἡ μεταρρύθμισις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ ἡ ρύθμισις θεμάτων τῆς παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ διαδικασίας, νὰ ἔρχωνται ὑπὸ μορφὴν τροπολογιῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ὀλιγώτερον παράδοξον καὶ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ νομοθέτημα δὲν ἦτο ἕτοιμον ὅταν τὸ ἐφέρατε πρὸ πενθημέρου, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶσθε ἐπαρκῶς παρασκευασμένος. Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐγνωμάτευσεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς καὶ ἐὰν ἔχετε νὰ μᾶς ἀνακοινώσητε τὰς ἀπόψεις της. Θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην τῆς ὁλομελείας τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει τὸν νόμον αὐτόν. Ἐπίσης νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Ἡλιοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐν ὄψει τοῦ ἀποδεικνυομένου σήμερον ἀπαρασκεύου, ἐπρότεινε τὴν ἐπανεξέτασιν τοῦ ὅλου θέματος μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς νέας Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ ὁποία ὅσον καὶ νὰ βραδύνῃ νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ, δὲν νομίζω ὅτι θὰ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἤδη ἐπὶ ἕνα αἰῶνα ἐργαζόμεθα μὲ τὴν ὑπάρχουσαν Δικονομίαν. Δὲν βλάπτει τίποτε ἐὰν περιμένωμεν ἀκόμη ἕνα χρόνο διὰ τὴν ὁριστικὴν ρύθμισιν τῶν δικονομικῶν πραγμάτων.

§39Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγεται μὲ τὴν διαδικασίαν τῆς ψηφίσεως τῶν κωδίκων καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἐπὶ τῆς διατυπώσεως ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι, χωρὶς τοῦτο νὰ ἐμποδίζῃ, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ πλήρη ἐποπτείαν τῶν διατάξεων καὶ νὰ προνοήσῃ, ὥστε νὰ μὴ περιληφθοῦν διατάξεις ἀντιφατικαὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω δὲ ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος θὰ συνομολογήσῃ ὅτι αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἀπεδέχθην δὲν μεταβάλλουν τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ πλέον δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσουν ἀντιφάσεις εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτοῦ. Ἠρώτησεν ὁ κύριος Μαῦρος ἐὰν ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχῃ ἐκφέρει γνώμην ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὸ Σῶμα ὅτι ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ μεγίστης πλειοψηφίας εἶχεν ἀποκρούσει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶχε διατυπωθῆ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Καὶ σήμερον θὰ προσθέσω ὅτι τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Ἀνωτάτου δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καί, ἐπὶ πλέον, οἱ δύο Ἀντιπρόεδροι καὶ οἱ δύο ἐκ τῶν Ἐπιθεωρητῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶναι σύμφωνοι μὲ τὴν διατύπωσιν ἡ ὁποία ἔγινε. Δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ νομισθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ—διότι κινδυνεύει νὰ δημιουργηθῇ παρεξήγησις ἐξ ἀφορμῆς ἄλλου νομοσχεδίου — ὅτι ἀποτελεῖ συμφωνίαν μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ Ἀρείου Πάγου. Τὴν εὐθύνην τοῦ νομοσχεδίου ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ἔχῃ καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον. Καὶ εἶμαι εὐτυχής, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως διεπιστώθη ταυτότης, σύμπτωσις ἀντιλήψεων. Λέγω λοιπόν, ὅτι συνεζήτησα καὶ μὲ τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἀνέφερα, καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἀναγνωρίζουν ὅτι αἱ προσθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιφέρονται εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀρχικῶς κατατεθέν, ἐξασφαλίζουν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, καὶ δὲν δημιουργοῦν ἀντιφάσεις καὶ δὲν καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Δὲν ἐπέρχονται σημαντικαὶ μεταβολαὶ εἰς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, παραμένει ὡς ἀρχή, ὅτι μετὰ τὴν ἀναίρεσιν ἡ ὑπόθεσις θὰ κρίνεται κατ’ οὐσίαν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέχρι τοῦδε, αἱ ἀναιρούμεναι ἀποφάσεις διακρίνονται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὰς ἀναιρουμένας διὰ παράβασιν δικονομικῶν διατάξεων καὶ εἰς τὰς ἀναιρουμένας διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου. Τὰ ⅚ τῶν ἀναιρουμένων ἀποφάσεων ἀναφέρονται εἰς παράβασιν δικονομικῶν διατάξεων. Διὰ τὰς τοιαύτας μέχρι σήμερον, εἶναι ἁρμόδια τὰ ὁμοιόβαθμα δικαστήρια πρὸς τὸ ἐκδοῦν τὴν ἀναιρουμένην ἀπόφασιν, μόνον ἐὰν ἀναίρεσις ἀπηγγέλθη διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου, ἡ ἐκδίκασις τῆς ὑποθέσεως παραπέμπεται εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀναφέρεται ἡ μεταβολὴ τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ὑπόθεσις θὰ κριθῇ ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἀναγνωρίζεται εἰς τὸ τμῆμα τὸ κατὰ παραπομπὴν δικάζον δικαίωμα διαφωνίας μόνον ἐὰν ἡ ἀναίρεσις ἀπηγγέλθη διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου. Κατὰ συνέπειαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωνήσῃ τὸ δεύτερον τμῆμα καὶ νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Ὁλομέλεια πρὸς λύσιν διαφωνίας ἐπὶ δικονομικῶν παραβάσεων πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο μέχρι σήμερον. Ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων οἱ ὁποῖοι δὲν παρακολουθοῦν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅτι ἀπὸ ὅλον τὸν ὄγκον τῶν ὑποθέσεων αἱ ὁποῖαι φέρονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον περίπου τὰ ⅘ δὲν προχωροῦν, διότι ἐκδίδονται κατὰ κανόνα ἀπορριπτικαὶ ἀποφάσεις. Τὸ ⅕ τῶν ὑποθέσεων ἢ ἀναπέμπεται εἰς τὸ ἐκδοῦν τὴν ἀπόφασιν δικαστήριον, ἢ εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς οὐσίας. Τὸ δεύτερον τμῆμα κατὰ κανόνα συμφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην τὴν ἐπηνεχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ πρώτου τμήματος. Καὶ μόνον πέντε ἕως ὀκτὼ ὑποθέσεις κατ’ ἔτος φθάνουν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς λύσιν τῆς διαφωνίας. Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ παραμένει καὶ μετὰ τὰς τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Δηλαδὴ ὅταν θὰ ἐπέρχεται διαφωνία διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου, τότε ἡ διαφωνία θὰ ἔρχεται εἰς τὴν Ὁλομέλειαν καὶ ἡ ὑπόθεσις μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας θὰ ἐπανέρχεται εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδίδῃ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν εἰς τρόπον ὥστε δὲν θὰ εἶναι νοητὴ ἡ παραπομπὴ τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθοῦν εὐνοϊκαὶ προβλέψεις τὰς ὁποίας ἔχει κάμει ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐνώπιον ὑμῶν.

§40Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, νομίζω ὅτι ἔχει παρανοήσει τὰς παρατηρήσεις τὰς ἰδικάς μου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τροπολογίαι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθοῦν διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγεται κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν κωδίκων. Τοιοῦτόν τι, δὲν εἶπον ἐγώ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει παγίας διατάξεις, καὶ δὲν εἶναι ὅπως τὸ ἐνοικιοστάσιον τὸ ὁποῖον μετά τινα χρόνον ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἐπιτύχῃ ἢ ὄχι θὰ ἐπανέλθῃ πρὸς ρύθμισιν. Τὸ γεγονὸς ὅτι πρόκειται περὶ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ δεκαετηρίδας ἀποδεικνύει τὴν βασιμότητα τῆς παρατηρήσεώς μου ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τροπολογιῶν νὰ λύωνται καταστατικὰ προβλήματα, ὅπως εἶναι ἡ λειτουργία τῶν δύο τμημάτων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ νομοθετήματος ἀνήκει εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ὄχι εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Τὴν εὐθύνην ἑκάστου νομοθετήματος τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν ἀκόμη εἰσάγῃ τὸ νομοθέτημα ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν κωδίκων καὶ τότε τὴν εὐθύνην τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ἁπλῶς ἠρώτησα, κύριοι συνάδελφοι, τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἐὰν ἐζήτησε τὴν γνώμην τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκανε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν τροποποιήσεων αὐτοῦ ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καλοῦνται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν τόσην ἁρμοδιότητα ἐπὶ τοῦ θέματος ὅσην καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι συζητοῦμεν ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Φιλοσοφόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§42Β. ΦΙΛΟΣΟΦΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πῶς σήμερον ἀρχίζομεν τροποποιήσεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας μας δι’ ἁπλῶν τροπολογιῶν. Πῶς, δηλαδή, ἀρχίζομεν πρῶτον ἀπὸ τὸ κεφάλι καὶ παραλείπομεν τὰ πόδια. Ὑπάρχει μία Ἐπιτροπὴ συντάξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἁρμοδία εἰς τὸ νὰ εἰσηγηθῇ τὰς δεούσας τροποποιήσεις καὶ νὰ τὰς φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Βεβαίως εἶναι διάχυτος ἡ ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ τρόπος βελτιώσεως τῆς διαδικασίας διὰ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰς ἀπηρχαιωμένας διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ψηφισθῆ κατ’ ἀρχήν, δὲν δεσμεύεται ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀρχικὴν συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα σεῖς ὑποβάλλετε τροπολογίαν ἐπὶ τῶν βασικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγώ, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ὑπεστήριξεν ὁ συνάδελφος κ. Μαῦρος, καὶ προσθέτω ὅτι ἐφ’ ὅσον δημιουργεῖται ἀντίθεσις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τῆς τροπολογίας.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται τὸ ἄρθρον 3;

§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 4. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§46Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «.... (ἀναγινώσκει)....». Αὐταὶ αἱ διατάξεις τῶν τεσσάρων ἄρθρων ἀναφέρονται εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Ἐξαντλεῖται τὸ πρῶτον κεφάλαιον καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, πρὸς διάκρισιν τῆς ὕλης τῆς ἀκολουθηθείσης πρέπει νὰ τεθῇ ἐπικεφαλίς «Κεφάλαιον Βʹ.».

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 δεκτόν;

§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν. Δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 5;

§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 6. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§52Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετ’ ἄλλων νομικῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται περισσότερον μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, μετὰ τῶν κ. κ. Θ. Τσάτσου, Τσουκαλᾶ, Μπακατσέλου, Παπαηλιάκη καὶ Μαλλιάκα ἔχομεν ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν, τὴν ἑξῆς: Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἰσάγεται καὶ εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅ,τι ἰσχύει καὶ διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ αὐτό, ὅπως εἴπομεν εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, ἀποτελεῖ μίαν ἐπαινετὴν καινοτομίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκδηλώνει, δηλαδή, τὴν σύγχρονον περὶ Δικαίου ἀντίληψιν, ὄχι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρακτικότητα τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία τηρεῖται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς τὸ ὅτι ἑνοποιεῖ τὴν διαδικασίαν τῶν δύο ἀκυρωτικῶν δικαστηρίων, διότι δὲν θὰ ἦτο σύμφωνον μὲ τὴν σύγχρονον περὶ Δικαίου ἀντίληψιν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πρακτικότητα τῆς ἐξασφαλίσεως μιᾶς ἑνιαίας κατευθύνσεως εἰς ὅλην τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τόσον εἰς τὰ Διοικητικὰ Δικαστήρια, ὅσον καὶ εἰς τὰ Τακτικὰ Δικαστήρια, τῆς οὐσίας, ἡ ὑπάρχουσα διαφορὰ διαδικασίας. Μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν εἴχομεν ὑποβάλει τὴν ὑπὸ κρίσιν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Ὑπάρχει μία διαφορὰ εἰς τὴν νομολογίαν τῶν δύο ἀκυρωτικῶν δικαστηρίων τοῦ τόπου, τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀφ’ ἑτέρου. Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δέχεται ὡς λόγον ἀκυρώσεως, ὄχι μόνον τὴν παράβασιν τοῦ γραπτοῦ δικαίου, ἀλλὰ καὶ τὴν παράβασιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν δέχεται ὡς λόγον ἀκυρώσεως τὴν παράβασιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον διορθώνει τὸ πρᾶγμα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 6 «ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας ἐκτίμησις πραγματικῶν γεγονότων καὶ ἰδίᾳ τοῦ περιεχομένου ἐγγράφων, θὰ ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἀρείου Πάγου». Δηλαδὴ ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν κρίνει ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν καὶ ἡ κοινὴ κρίσις τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαστηρίου περὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀκυρώσεως, ὀρθῶς ἕως ἐδῶ. Προχωρεῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ λέγει: «Μόνον ἐὰν ἡ ἐκτίμησις δὲν ἀνάγεται καθαρῶς εἰς πραγματικὰ γεγονότα, ἀλλὰ προσβάλλονται δι’ αὐτῆς κανόνες δικαίου, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν, ὑπόκεινται αὗται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἀρείου Πάγου». Δηλαδή, εἰσάγει κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6, ὅτι καὶ ἡ παράβασις τῶν κανόνων τοῦ δικαίου ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ὅμως ὁμιλεῖ περὶ ἑρμηνευτικῶν κανόνων τοῦ δικαίου καὶ ἐνῷ τὸ κείμενον τοῦ νόμου ὁμιλεῖ γενικὰ περὶ κανόνων δικαίου, θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ Ἄρειος Πάγος χρησιμοποιῶν πλέον ὡς ἑρμηνευτικὸν βοήθημα τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, νὰ ἑρμηνεύσῃ σαφῶς, σαφέστατα τὴν φράσιν «κανόνες δικαίου» καὶ νὰ εἴπῃ, αὐτὸ ἀφορᾷ μόνον τοὺς κανόνας δικαίου τοὺς ἑρμηνευτικούς. Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν μετὰ τῶν ἄλλων κ.κ. συναδέλφων ἔχω ὑποβάλει, λέγει: τὸ «κανόνες δικαίου» νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῶν λέξεων «γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου». Διότι, ἐὰν μὲν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νόμου εἶναι ὅτι αἱ λέξεις «κανόνες δικαίου» ἐννοοῦν τὸ γραπτὸν δίκαιον, εἶναι περιττὴ ἡ μνημόνευσις, ὅπως γίνεται εἰς τὸ σχέδιον νόμου, διότι ἡ παράβασις γραπτῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἀποτελεῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει λόγον ἀναιρέσεως. Ἐάν, ἐξ ἀντιθέτου, ἐννοῇ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου ὡς γενικὰς καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἑρμηνευτικοὺς κανόνας, ὀρθὸν εἶναι νὰ τὸ διασαφηνίσωμεν, ὄχι μόνον διὰ νὰ βοηθήσωμεν τὸν ἑρμηνευτὴν τοῦ νόμου εἰς τὴν ὀρθὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ συντονίσωμεν τὴν νομολογίαν τῶν δύο ἀνωτάτων δικαστηρίων. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ὁ πολίτης, ἔχων μίαν ὑπόθεσιν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ προσφεύγων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ εὑρίσκῃ δίκαιον ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ διοίκησις παρέβη ὄχι μόνον γραπτὸν κανόνα δικαίου, ἀλλὰ καὶ γενικὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, καὶ ὁ ἴδιος πολίτης, ἔχων νὰ διεκδικήσῃ οὐσιαστικὸν δίκαιον ἐπὶ διαφορᾶς μεταξὺ ἀνόμων ἢ μεταξὺ ἀνόμων καὶ Δημοσίου, τοῦ Δημοσίου λαμβανομένου ὡς Φίσκους, νὰ εὑρίσκῃ τὰς θύρας κλειστάς, ἐὰν πρόκειται περὶ παραβάσεως γενικῶν κανόνων δικαίου δηλαδὴ γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅλοι οἱ συνάδελφοι εἶπον ἐκεῖ: Τί κανόνες δικαίου καὶ τί γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, τὸ ἴδιον εἶναι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ στενῶς, βασιζόμενον εἰς τὴν σχετικὴν περικοπὴν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ θελήσῃ νὰ τὴν κάμῃ δεκτήν. Δὲν θέλω νὰ κρίνω ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ Ἄρειος Πάγος θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, ὁ Ἄρειος Πάγος νομολογεῖ, δὲν νομοθετεῖ, ἡμεῖς νομοθετοῦμεν. Καὶ δεύτερον, ὁ Ἄρειος Πάγος, ὡς Σῶμα, ἢ τινὲς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶναι εὔλογον νὰ εἴπουν: Ὄχι, διότι αὐτὴ ἡ λύσις εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν μέχρι τοῦδε τακτικὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς νομικῆς ἐπιστήμης, εἶναι ὀρθὴ ἡ τροπολογία μας καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὴν κάμῃ δεκτήν. Ἐπίσης συμπληροῦντες τὴν τροπολογίαν μας, λέγομεν: Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μας νὰ ἰσχύσῃ αὕτη καὶ διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐφ’ ὅσον δικάζει κατ’ ἀναίρεσιν, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀκολουθεῖ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπεκταθῇ δι’ ὅλα τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν ἑνιαίαν νομολογίαν, προστατεύουσαν τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, προσφευγόντων εἰς οἱονδήποτε δικαστήριον τοῦ τόπου. Ἔχω δὲ τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ τὸ Κόμμα εἶναι σύμφωνον πρὸς αὐτὴν τὴν λύσιν.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος κ. Π. Κανελλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§54Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμερίζομαι, κύριοι συνάδελφοι, τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ ἀγαπητὸς καὶ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος καὶ συμμερίζομαι τὰς ἀπόψεις αὐτάς, δι’ οὓς λόγους ἀκριβῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἴδιος. Ἡ ἑνότης εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀνωτάτης δικαιοσύνης εἶναι ἀπαραίτητος. Ἐφ’ ὅσον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας προκειμένου νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, τὴν λαμβάνῃ μὲ κριτήριον τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ φυσικὰ καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον θὰ πρέπει νὰ λαμβάνῃ, ἐφ’ ὅσον κατ’ ἀναίρεσιν λαμβάνεται ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπόφασις, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον λαμβάνει καὶ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι κατ’ ἀναίρεσιν, ἐφ’ ὅσον κατ’ ἀναίρεσιν λαμβάνονται, θὰ πρέπει νὰ βασίζωνται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κριτηρίου. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς χρησιμοποιεῖ εἰς τὸ σχέδιον νόμου, συμπίπτει, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσίας, μὲ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Μπακόπουλος χρησιμοποιεῖ εἰς τὴν τροπολογίαν του. Ἄλλος λόγος, εἶναι, νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ λεκτικὴ σαφήνεια καὶ ἡ σύμπτωσις καὶ εἰς τὰς λύσεις μεταξὺ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἔχει δώσει αὐτὴν τὴν ἔκτασιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητά του καὶ δεύτερον, νομίζω, ὅτι ἀσχέτως τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἀντικατασταθοῦν αἱ λέξεις «κανόνες δικαίου» μὲ τὰς λέξεις «γενικαὶ ἀρχαὶ δικαίου», ὑπάρχει εἰς τὴν φρασεολογίαν τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6 καὶ μία διατύπωσις, δυναμένη νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Ἀρεοπαγίτην εἰς σύγχυσιν. Ὅταν γράφῃ τὸ ἄρθρον 6: «Προσβάλλονται δι’ αὐτῆς κανόνες δικαίου, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», πρὶν διαβάσῃ, πρὶν διαβάσω ἐγώ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», ἐνόμισα ὅτι ἡ ἔννοια «προσβάλλονται δι’ αὐτῆς κανόνες δικαίου» εἶναι τόσον εὐρεῖα, ὥστε ἅπαντες συμπεριλαμβάνονται οἱ ἑρμηνευτικοὶ κανόνες δικαίου. Οἱ ἑρμηνευτικοὶ κανόνες δικαίου εἶναι ἔννοια στενωτέρα τῆς εὐρυτάτης ἐννοίας τῶν κανόνων δικαίου. Ὁ ἀνώτατος δικαστής, ὁ Ἀρεοπαγίτης, θὰ διερωτηθῇ τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ κ. Μπακόπουλος, μήπως πρόκειται μόνον περὶ τῶν γραπτῶν κανόνων; Διότι, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν γραπτῶν κανόνων καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον περὶ πάντων τῶν κανόνων δικαίου, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ προστεθῇ «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν». Ὅταν λέγῃ ὁ νομοθέτης «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ ὅτι ἡ προηγουμένη ἔννοια εἶναι πολὺ στενὴ καὶ προσθέτω τὸ «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», διὰ νὰ τὴν εὐρύνω, ἐνῷ ἡ προηγουμένη ἔννοια πρέπει νὰ ἐλεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπὸ μορφὴν ἀπολύτως εὐρεῖαν. Νομίζω, ὅτι εἶναι μᾶλλον ὀρθότερον, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Μπακοπούλου ὑποστηριχθεῖσα τροπολογία. «Προσβάλλονται δι’ αὐτῆς γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου» ἢ «γενικαὶ ἀρχαὶ δικαίου», ὅπως ἔχει διατυπωθῆ εἰς τὴν τροπολογίαν, ἢ «προσβάλλονται δι’ αὐτῆς κανόνες δικαίου ἐν γένει», χωρὶς νὰ προστεθῇ «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον, καὶ τονιζομένης ἐδῶ, ἰδιαιτέρως τῆς ἐκτάσεως, κυρίως ὑφ’ ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ, τῆς ἐκτάσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἔννοια τῶν κανόνων δικαίου, ὅτι δηλαδὴ οἱ κανόνες δικαίου δὲν θὰ εἶναι μόνον οἱ γραπτοί, ἀλλὰ ἅπαντες, ὅπως ἰσχύουν ἀνέκαθεν εἰς τὴν ἐπιστήμην. Ὅταν ἡ ἐπιστήμη ὁμιλῇ περὶ κανόνων δικαίου, δὲν ὁμιλεῖ περὶ κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποκρυσταλλωθῆ εἰς γράμματα, περιεχόμενον εἰς νόμους. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως δεχθῇ ἢ τὴν τροπολογίαν, ὅπως τὴν ἔχει διατυπώσει ὁ κ. Μπακόπουλος ἢ τοὐλάχιστον τὴν προσθήκην αὐτῶν τῶν δύο λέξεων «κανόνες δικαίου ἐν γένει».

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§56Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 1, τοῦ ἄρθρου 6, ἀναμφισβητήτως, πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ πρόοδον, ἐν σχέσει μὲ τὸ σημερινὸν καθεστὼς εἰς τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν. Εἶναι γνωστόν, ἰδίως εἰς τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὴν διαδικασίαν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, μετὰ πόσης στενότητος ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκτιμᾷ λόγους, ἀναγομένους ἰδίᾳ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν διαδικαστικῶν ἐγγράφων τῆς δικαιοσύνης. Ἡ δευτέρα περίοδος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6, παρέχει τὴν εὐχέρειαν τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως λόγῳ παραμορφώσεως τοῦ διαδικαστικοῦ ἐγγράφου καὶ τῆς παρερμηνείας, ὅταν παραβιάζεται καὶ ὁ ἑρμηνευτικὸς κανών. Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ παράδειγμα τῶν φοιτητικῶν φροντιστηρίων. Ὑπάρχει ὁ κανών, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον, πᾶσα ρήτρα συμβάσεως ἑρμηνεύεται εἰς βάρος ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὴν ρήτρα, ὁ ὁποῖος διετύπωσε τὸ ἔγγραφον. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἑρμηνευτικὸν κανόνα. Ἕως τώρα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἑρμηνευτικὸς κανὼν κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐγγράφου. Ἤδη, διὰ τῆς προσθήκης, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ δικαστήριον νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἔγγραφον σύμφωνα μὲ τὸν ἑρμηνευτικὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ κανόνα δικαίου. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω περαιτέρω εἰς τὴν ἄποψιν τῶν κυρίων συναδέλφων. Ὑπάρχει μία διαφορὰ μεταξὺ τῶν κανόνων δικαίου καὶ γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Κανόνες δικαίου εἶναι ὁ νόμος καὶ τὸ ἔθιμον. Γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι διαμορφοῦνται ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν νομολογίαν βάσει τῆς ἑκάστοτε κρατούσης, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν, κοινωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν, περὶ δικαίου ἀντιλήψεων. Ἑπομένως εἶναι πάντοτε ἐν ἐξελίξει καὶ δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσουν ἀσφαλῆ γνώμονα ἐλέγχου τῶν ἀποφάσεων τῶν κατωτέρων δικαστηρίων. Ἀναμφισβητήτως, ἡ Διοίκησις, ἐκτελοῦσα τὸ καθῆκον της, ἐκδίδουσα τὰς διοικητικὰς πράξεις, εἶναι εἰς θέσιν νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ὅπως διεμορφώθησαν καὶ καθ’ ὃν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ διαμορφωθοῦν ἑκάστοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διδαγμάτων τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομολογίας. Δὲν εἶναι, ὅμως, δυνατόν, νὰ προσχωρήσω εἰς τὴν ἄποψιν καθιερώσεως ὡς λόγου ἀναίρεσιν τῶν ἀποφάσεων ἕνεκα τῆς παραβιάσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, δηλαδὴ ἀρχῶν τὸ περιεχόμενον τῶν ὁποίων εἶναι ἀβέβαιον καὶ ἡ διαμόρφωσις τῶν ὁποίων ἐπηρεάζεται ἐξ ἀσταθμήτων παραγόντων. Ἂν αἱ περὶ δικαίου ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐκράτουν ὅταν ἐθεσπίσθη ὁ κανὼν δικαίου, ἔχουν ἤδη μεταβληθῇ, ἔχει τὴν εὐχέρειαν ὁ Ἄρειος Πάγος εἴτε ὑπὸ τὴν σύνθεσιν τοῦ Τμήματος, εἴτε ὑπὸ τὴν σύνθεσιν τῆς Ὁλομελείας, νὰ ἐμφυσήσῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου νέαν πνοὴν καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτὸν ἱκανὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἑκάστοτε συναλλαγάς. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Τὸ Γαλλικὸν ἀκυρωτικὸν ἐπέτυχε νὰ καθιστᾷ τὸν Ναπολεόντειον Κώδικα, ἤτοι νομοθέτημα καταρτισθὲν πρὸ ἑκατὸν πεντήκοντα ἐτῶν, ἱκανὸν νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς σημερινῆς ζωῆς. Λόγῳ τῆς ἐξελίξεως τῆς κοινῆς περὶ δικαίου ἀντιλήψεως εἶναι δυνατὸν ἄλλαι νὰ κρατῶσιν ἀρχαὶ ὅταν κατηρτίσθη μία συναλλαγή, ἄλλαι ὅταν δικάζεται ἡ ὑπόθεσις ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας καὶ ἄλλαι ὅταν αὕτη φέρεται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ προκύψῃ, ὅμως, τότε, τὸ ἐρώτημα ποίας γενικὰς ἀρχὰς δικαίου θὰ ἐφαρμόσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος; Πέραν τούτου, λόγῳ τοῦ ἀορίστου αὐτῶν, δὲν θὰ δύναται ὁ δικαστὴς νὰ κρίνῃ μετ’ ἀσφαλείας ποία πρέπει νὰ γίνεται δεκτὴ ὡς κρατοῦσα γενικὴ ἀρχὴ τοῦ δικαίου καὶ νὰ περιάγεται εἰς δυσχερείας. Ἀναντιρρήτως, αἱ κρατοῦσαι ἑκάστοτε ἀντιλήψεις περὶ καλῆς πίστεως κ.λ.π., πρέπει νὰ ἀσκοῦν τὴν εὐεργετικήν των ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ νομοθέτου πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν συναλλακτικῶν ἀναγκῶν καὶ διὰ θετῆς διατάξεως κανόνος δικαίου καὶ νὰ χρησιμεύουν ὡς μέσον ἀνανεώσεως τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου διὰ τῆς νομολογίας, ὅπου ἡ γραμματικὴ αὐτοῦ διατύπωσις τὸ ἐπιτρέπει. Ἀλλὰ νὰ θεσπισθῇ ὅτι θὰ δικαιοῦται ὁ διάδικος νὰ στηρίξῃ λόγον ἀναιρέσεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκ τοῦ ὅτι παρεβιάσθη ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας γενικὴ ἀρχὴ τοῦ δικαίου, τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον. Διότι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, θὰ καταστήσωμεν ἐντελῶς ἄγνωστον εἰς τοὺς δικαζομένους καὶ τοὺς συναλλασσομένους πολίτας τὸ ἐφαρμοζόμενον δίκαιον. Διότι ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τοὺς πολίτας καὶ τοὺς νομικοὺς νὰ γνωρίζουν τὸ κρατοῦν ἐν τέλει δίκαιον ὑπὸ τὴν εὐρυτάτην αὐτοῦ ἔννοιαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν νὰ εἶναι ἐν γνώσει καὶ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐλέχθη, ἀναπτύσσονται καὶ ἐξελίσσονται ἀναλόγως τῶν κρατουσῶν ἑκάστοτε ἀντιλήψεων ὑπὸ τῆς νομολογίας καὶ τῆς ἐπιστήμης, ἰδίᾳ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν τοῦτο ἀπὸ τὸν κοινὸν συναλλασσόμενον πολίτην. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ εἶναι γνωστὸν τὸ τιθέμενον δίκαιον, ὡς καὶ τὸ διαμορφωθὲν ἐθιμικὸν δίκαιον, καὶ τοῦτο ὑποχρεοῦνται νὰ γνωρίζουν οἱ πολῖται διὰ νὰ τὸ ἔχωσιν ὁδηγὸν εἰς τὰς καθ’ ἡμέραν συναλλαγάς. Ὁ μὲν δικαστὴς θὰ δύναται νὰ συμβουλεύεται τὴν νομολογίαν καὶ νὰ ἀνατρέχῃ εἰς τοὺς συγγραφεῖς διὰ νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τῆς ἰσχυούσης γενικῆς ἀρχῆς τοῦ δικαίου. Ὁ ἁπλοῦς ὅμως, συναλλασσόμενος πολίτης ποῦ θὰ καταφύγῃ; Αὐτὸς μόνον τὸ γραπτὸν καὶ τὸ ἐθιμικὸν δίκαιον καθὼς καὶ τὰς κρατούσας συνηθείας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς ἔχει ὑπ’ ὄψει του καὶ βάσει αὐτῶν συναλλάσσεται. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἀφῃρημένης ἐννοίας τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου; Δὲν φρονεῖτε ὅτι παρομοία διάταξις θὰ στήνῃ παγίδας εἰς τοὺς συναλλασσομένους; Ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει ἐρωτᾶται: Ποῖον τότε θὰ εἶναι τὸ ἀδιάβλητον κριτήριον τοῦ ὅτι ἡ προβαλλομένη ὡς γενικὴ ἀρχὴ δικαίου εἶναι ὄντως τοιαύτη καὶ δὲν εἶναι ἡ ἄλλη; Αὐτομάτως θὰ προέβαλε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὸ πρόβλημα τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος εἰς τὸν δικαστὴν τῆς συμπληρώσεως ἢ ἐλευθέρας ἑρμηνείας τοῦ δικαίου, ἐὰν ἀναγνωρισθῇ ὡς λόγος ἀναιρέσεως ἡ παράβασις τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Τὸ ζήτημα συνέχεται μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναγνωρίσεως εἰς τὸν δικαστὴν τῆς ἐξουσίας συμπληρώσεως τοῦ κενοῦ τοῦ νόμου, ἤτοι μὲ πρόβλημα ἰδιὰ τὸ ὁποῖον πολλαὶ ἔχουν γίνει συζητήσεις. Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος τὰς ἐργασίας τῆς ὁποίας παρηκολούθησεν αὐτοπροσώπως ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὅπως καὶ ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπή, ἠσχολήθησαν μὲ τὸ θέμα τοῦτο. Ἐὰν θὰ ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἀρχὴ τοῦ Ἑλβετικοῦ Κώδικος συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ δικαστὴς ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐπὶ οἱασδήποτε σχέσεως διάταξις δικαίου, εἴτε εἰς τὸν γραπτὸν νόμον, εἴτε ἐξ ἐθίμου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαμορφώνῃ δίκαιον ὡς ἐὰν ἦτο νομοθέτης ἐπὶ τῆς κρινομένης περιπτώσεως. Πλήν, ὅπως εἶναι γνωστόν, δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοιαύτης ριζοσπαστικῆς ἀρχῆς οὔτε εἰς τὸν τότε παρασκευαζόμενον Κώδικα, οὔτε εἰς τὸν βραδύτερον καταρτισθέντα καὶ ἰσχύοντα ἤδη. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς βιοτικάς, κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς συνθήκας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀποκρουσθεῖσα, τότε, ἀρχὴ διὰ τῆς καθιερώσεως λόγου ἀναιρέσεως ἕνεκα παραβάσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι τὸ θέμα ἀπησχόλησε καὶ τὴν Συντακτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἀντιμετωπίσθη δηλαδὴ ὑπὸ ταύτης τὸ ζήτημα ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ λόγον ἀναιρέσεως ἡ παράβασις ἀρχῆς τινος παραδεδεγμένης, εἴτε ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, εἴτε ὑπὸ τῆς νομολογίας, μὴ διαμορφωθείσης, ὅμως, εἴτε ἐμμέσως, εἴτε ἀμέσως, εἰς γραπτὸν κανόνα νόμου ἢ εἰς ἔθιμον. Ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς λόγος ἀναιρέσεως ἡ παράβασις τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἔχει ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς. Πλὴν τό γε νῦν ἔχον πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ ἀπασχόλησις εἰς τοὺς κοινωνιολόγους καὶ εἰς τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὴν θεωρίαν νομικούς. Δὲν πρέπει ὅθεν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀποκρουσθεῖσα τροπολογία. Λυποῦμαι δὲ διότι ἐφ’ ὅσον βάσει τῶν ἀνωτέρω πρέπει νὰ διασφαλίσωμεν τὰς συναλλαγὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιήσω τὴν περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἐπιθυμίαν τῶν κ. κ. συναδέλφων, οὔτε τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§58Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ, περὶ ἐπιθυμίας μου.

§59Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅσα εἶπον, δὲν εἶχον τὴν ἔννοιαν τῆς προσωπικῆς ἐπιθυμίας.

§60Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀπροσώπου καὶ γενικῆς πεποιθήσεως, ἥτις δὲν κλονίζεται, ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δικάζει τὰς διαφορὰς μεταξὺ πολιτῶν καὶ διοικήσεως καὶ ἑπομένως, ὀρθὸν εἶναι διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ δικαίου. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι βαθέως ἐμπεποτισμένος, πρὸς τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι πατὴρ τοῦ πολίτου καὶ διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν πολιτῶν, ὡς πρὸς δὲ τὰς σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ πολιτῶν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἑνιαία ἀντίληψις μεταξὺ αὐτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαίου εἰς τὰς σχέσεις πολιτῶν καὶ διοικήσεως καὶ εἰς τὰς σχέσεις πολιτῶν πρὸς πολίτας ἢ πρὸς τὸ Κράτος; Δὲν εἶναι ὀρθὸν μὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν σήμερον ἀντίληψιν περὶ δικαίου, νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ διαχωρισμός; Ὁ κ. Ὑπουργός, εἶπεν ἐπίσης, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουν οἱ πολῖται, τὰς γενικὰς ἀρχὰς δικαίου. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουν ποῖοι εἶναι οἱ ἰσχύοντες νόμοι, ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς οἱ δικηγόροι δὲν τὰς γνωρίζομεν εἰς πολλὰς περιπτώσεις; Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὡς δικηγόρος, ὅταν πρόκειται περὶ προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, λέγω εἰς τὸν πελάτην νὰ μοῦ φέρῃ καὶ τὸν νόμον. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπικαλῇ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο; Ὑπάρχει τὸ ἀξίωμα «ἄγνοια τοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται». Δὲν ἐπιτρέπεται δηλ. ἄγνοια τῶν ὑπαρχόντων χιλιάδων νόμων, αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ δὲν εἶναι πολλαί, καὶ οἱ νόμοι, εἶναι ἄπειροι. Θὰ παρεκάλουν, ἑπομένως, τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄρνησίν του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἀνεκοίνωσε τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπροσωπευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ὅμως, δὲν ἔχει ἀποτελεσματικὴν σημασίαν, διότι ἡμεῖς θὰ ἐρωτήσωμεν ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν. Νομίζω, ὅτι εὐσταθεῖ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἡ τροπολογία, καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἐφαρμόζονται αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ διοικητικοῦ δικαίου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν εἶναι διοικητικὸν δικαστήριον; Καὶ ὅμως τοῦτο δικάζει, βάσει τῶν τιθεμένων κανόνων δικαίου;

§61Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα, παρὰ τοῦτο ἐζήτησα ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Πράγματι ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ὁμοφώνως ἀπεφάνθη κατὰ τῆς θεσπίσεως τοιαύτης διατάξεως. Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, νὰ ἀναβληθῇ, προσωρινῶς.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§63Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 8 ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται εἰς τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως. Εἰς τὴν παράγραφον 1, ὁμιλεῖ περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναιρέσεως, κατὰ τῶν ἀνεκκλήτως ἀπηγγελμένων ὁριστικῶν ἀποφάσεων. Ἡ παράγραφος 2 ὁρίζει ὅτι δὲν χωρεῖ ἀναίρεσις κατ’ ἀποφάσεως, ἐν μέρει ὁριστικῆς καί, ἐν μέρει μὴ ὁριστικῆς. Καὶ λέγει, ὅτι δὲν χωρεῖ ἀναίρεσις, οὔτε κατὰ τῶν ὁριστικῶν διατάξεων τῆς ἀποφάσεως, πρὸ τῆς ἐκδόσεως ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς ὅλης δίκης. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 171 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, διότι ἔχει δημιουργήσει ζητήματα μὲ τὸ «ἀναμένεται τὸ πέρας τῆς δίκης» διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀναιρέσεως ἐπὶ ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ δικαστήρια ἔχουν ἀποφασίσει ὁριστικῶς. Δὲν ἐνόμισα, ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν εἰς τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, διὰ νομοσχεδίου περιοριζομένου εἰς τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν. Διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως τροποποιηθῇ ἡ παράγραφος 2 ὡς ἀκολούθως: «.... (ἀναγινώσκει)....».

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8;

§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10 ὡς ἔχουν). Ἄρθρον 11. Ὁ κ. Α. Αὐγερινός, ἔχει τὸν λόγον.

§67Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11, ὁρίζετε τὴν προθεσμίαν ἀναιρέσεως, διὰ τὰς περιπτώσεις τῶν εἰς ἀλλοδαπὴν διαμενόντων ἢ ἀγνώστου διαμονῆς εἰς 90 ἡμέρας, ἀρχομένης ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως.

§68Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως, ἐφ’ ὅσον κατὰ τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως δὲν χωρεῖ ἕτερον ἔνδικον μέσον.

§69Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μία καινοτομία, διότι ἡ προθεσμία τῆς ἀναιρέσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας τῆς ἀποφάσεως.

§70Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως.

§71Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τὸ διευκρινίσωμεν.

§72Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κατὰ τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἐπιτρέπεται ἀναίρεσις.

§73Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ κοινοποιηθῇ ἀνέκκλητος ἀπόφασις, ὁπότε πάλιν θὰ θεωρῆται καὶ αὐτὴ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως;

§74Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀνέκκλητος, δὲν ὑπάρχει προθεσμία.

§75Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν δύο θέματα, ἐὰν ὁ διάδικος ἠμπορῇ νὰ κάμῃ καὶ τὴν ἀναίρεσιν...

§76Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἠμπορεῖ νὰ ἀσκηθῇ ἡ ἀναίρεσις καὶ πρὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως.

§77Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἂν μία ἀπόφασις ἐκδοθῇ ἐρήμην, κατὰ ἀγνώστου διαμονῆς, καὶ τῆς ὁποίας οὗτος δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὰ ἔνδικα μέσα, τῆς ἀνακοπῆς, μετὰ ταῦτα τῆς ἐφέσεως καὶ κατόπιν τῆς ἀναιρέσεως, λέγετε ὅτι ἡ προθεσμία τῆς ἀναιρέσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως.

§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὰ τὰ θέματα ἔχουν λυθῆ.

§79Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Θὰ δημιουργηθοῦν ζητήματα.

§80Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ κανένα ζήτημα. Ἡ ἀναίρεσις καὶ κἄθε ἔνδικον μέσον ἀσκεῖται καὶ πρὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Πρέπει νὰ ἀσκῆται ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἔκπτωσις τοῦ δικαιώματος. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἀπόφασις θὰ εἶναι ἀνέκκλητος, δὲν χωρεῖ κἄν ἔφεσις. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ὁριστικὴ ἀπόφασις, δὲν χωρεῖ ἀναίρεσις, διότι κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν, ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, χωρεῖ ἀναίρεσις. Ὅταν παρέλθῃ ἡ προθεσμία τῆς ἀνακοπῆς, θὰ γίνῃ ὁριστικὴ καὶ ὅταν παρέλθῃ ἡ προθεσμία τῆς ἐφέσεως θὰ γίνῃ τελεσίδικος καὶ ἔκτοτε θὰ ἀρχίσῃ ἡ προθεσμία τῆς ἀναιρέσεως. Δὲν δημιουργεῖ κανένα ζήτημα ἡ διατύπωσις.

§81Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ποίας ἀποφάσεως;

§82Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐκείνης, κατὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀσκηθῇ ἡ ἀναίρεσις.

§83Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Θὰ ἤθελον καὶ τὸ ἑξῆς: Πολλάκις συμβαίνει, ὁσάκις εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς, νὰ ἀναμένωμεν τὴν παρέλευσιν 140 ἡμερῶν, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀμετάκλητον ἀπόφασιν, ὁπότε ἐπέρχεται μία καθυστέρησις. Νομίζω ὅτι αἱ 90 ἡμέραι μὲ τὰ σημερινὰ μέσα ἐπικοινωνίας εἶναι ὑπερβολική. Δὲν νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ μία προθεσμία 30 ἡμερῶν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀσκήσεως τῆς ἀναιρέσεως καὶ ὅτι ἡ προθεσμία τῶν 90 ἡμερῶν εἶναι μεγάλη;

§84Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 195 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὁμιλεῖ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἀναλόγως τοῦ τόπου εἰς ὃν διατρίβει ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις. Αἱ διατάξεις αὐταὶ ἐτέθησαν μὲ γνώμονα τὰ παλαιὰ μέσα ἐπικοινωνίας καὶ μὲ γνώμονα τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸν πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις, ὁ ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς διαδικαστικῆς πράξεως χρόνος. Ἤδη αἱ ἀποστάσεις καθημερινῶς ἐκμηδενίζονται καὶ αἱ νέαι καταστάσεις τῆς ἐπιστήμης διευκολύνουν τὴν μεταξὺ ἠπείρων ἐπικοινωνίαν. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐσχάτου μέσου τῆς ἀναιρέσεως θὰ πρέπει νὰ συντομευθῇ ἐπὶ πλέον ἡ προθεσμία. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ χωρῶν, ἀναλόγως τῶν ἀποστάσεων καὶ τῶν συγκοινωνιακῶν μέσων. Δὲν εἶναι δυνατόν, φερ’ εἰπεῖν, νὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ προθεσμία διὰ τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Αὐστραλίαν, ὅταν πρόκειται ὁ καθορισμὸς αὐτῆς νὰ τελῇ ἐν ἀπολύτῳ συναρτήσει πρὸς τὴν ἀπόσπασιν, χωρὶς νὰ συνεκτιμηθῇ οἱοσδήποτε ἕτερος παράγων.

§85Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον 30 καὶ ἄλλες 30 ἡ παρέκτασις.

§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα ὅτι χρειάζεται χρόνος, διὰ νὰ γίνῃ ἡ κοινοποίησις, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἐνεργείας, διότι εὑρίσκεται εἰς ἕνα τόπον εἰς τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ δικηγόρον Ἕλληνα. Ἐπίσης, ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ ἴδιος.

§87Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δημιουργεῖται καθημερινῶς δυσχέρεια, ἰδίως εἰς τὰ διαζύγια.

§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 11 δεκτόν;

§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 11 ἐγένετο δεκτόν. (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13). Ἄρθρον 14. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§91Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 14 ἀναφέρεται εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς συζητήσεως τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποχρεωτικῆς συντάξεως γραπτῆς εἰσηγήσεως ἀπὸ τὸν εἰσηγητήν. Ἠρώτησεν ὁ κ. Μαῦρος ἐὰν ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου εἶναι σύμφωνος ἡ γνώμη τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ μεγίστη πλειοψηφία τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐμμένει ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἀπολύτως εἰς τὰς ἀρχικὰς ἀντιρρήσεις της. Ὑπὲρ τῆς καθιερουμένης ἀρχῆς ἔχουν ταχθῆ εἷς ἢ δύο Ἀρεοπαγῖται, ἔγκριτοι νομικοὶ καὶ ὁ ἀρχαιότερος ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἤθελον νὰ παράσχω τὴν διευκρίνισιν ταύτην διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐγκατέλιπε τὰς ἀρχικάς του ἀντιρρήσεις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται ὅτι τὰ ἀναφερόμενα εἰς τοὺς λόγους ἀναιρέσεως ἔγγραφα πρέπει νὰ κατατεθοῦν ἐγκαίρως καὶ νὰ τεθοῦν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Εἰσηγητοῦ πρὸς σύνταξιν τῆς ἐγγράφου εἰσηγήσεως αὐτοῦ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κατατεθῇ ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως. Παραλλήλως, ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατοπισθῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον συμμετέχει ἐνεργῶς διὰ τῶν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἐρωτήσεών του πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὴν πλήρη τῆς ὑποθέσεως διερεύνησιν. Πρέπει ἐπίσης νὰ λάβῃ ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, ἡ ἀποστολὴ τοῦ ὁποίου παραμένει ἀμείωτος. Εἶναι ἀνάγκη, ἑπομένως, νὰ σχηματισθοῦν πλείονες φάκελλοι, καὶ τοῦτο θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκρίθη, ὅμως, προτιμότερον νὰ ὁρισθῇ διὰ ρητῆς διατάξεως τοῦ νόμου ὅτι ὁ ἐπισπεύδων τὴν συζήτησιν ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ τὰ μνημονευόμενα ἔγγραφα εἰς τριπλοῦν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια παραλλήλου ἐπὶ τῆς διαφορᾶς ἐνασχολήσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Εἰσηγητοῦ.

§92Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τὴν ἀναίρεσιν καὶ τὸ ὑπόμνημα. Ὄχι καὶ τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα.

§93Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ καταθέσῃ τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὴν παράγραφον 1 τοῦ συζητουμένου ἄρθρου.

§94Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως γίνεται καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας.

§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μάλιστα θὰ ἰσχύῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅ,τι συμβαίνει καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὅ,τι γίνεται εἰς τὴν πρᾶξιν ὑπὸ πολλῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι φροντίζουν νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν προτάσεών των ὅλοι οἱ μετέχοντες εἰς τὴν σύνθεσιν Ἀρεοπαγῖται. Εἰς τὴν παράγραφον 2 εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἑξῆς φραστικὴ διόρθωσις «.... (ἀναγινώσκει)....». Αἱ παράγραφοι 3 καὶ 4 μένουν ὡς ἔχουν.

§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 14 δεκτόν;

§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν. Ἄρθρον 15. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§98Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει προσθήκη, ἀφορῶσα τὰ ἑξῆς ζητήματα: Ἐλέχθη ὅτι ὁ ἐπισπεύδων τὴν συζήτησιν ὑποβάλλει τρία ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων τῶν διαλαμβανομένων εἰς τὴν παράγραφον αʹ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου. Εἶναι δυνατόν, ὅμως, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ὑποβολὴ προσθέτων λόγων, ὁπότε ἐνδέχεται νὰ ἀνακύψῃ ἡ ἀνάγκη ὑποβολῆς καὶ ἄλλων ἐγγράφων. Καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὅπως καὶ οἱ πρόσθετοι λόγοι, θὰ πρέπει νὰ κατατεθοῦν εἰς τριπλοῦν. Πρὸς τοῦτο προστίθεται παράγραφος 4 διὰ τῆς ὁποίας ρητῶς καθορίζεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἐπισπεύδοντος.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 15 δεκτόν;

§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 15 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 16. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§102Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 16, κύριοι βουλευταί, ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τηρητέαν διαδικασίαν. Ἡ παράγρ. 2 τοῦ ἄρθρου τούτου, ὁμιλεῖ περὶ ὑποβολῆς νέων ἰσχυρισμῶν τῶν διαδίκων. Κατὰ βάσιν διατηρεῖται ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικάζον τμῆμα κρατεῖ τὴν ὑπόθεσιν καὶ δικάζει ἐπ’ αὐτῆς κατ’ οὐσίαν. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ, ὅμως, ἀμφισβήτησις τὶς θὰ πρέπει ἡ παράγραφος 2 νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς: «.... (ἀναγινώσκει)....».

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16;

§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 16 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ ἄρθρον 17 δεκτόν;

§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 17 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 18 ἀναβάλλεται ὡς καὶ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 21, ἵνα γίνῃ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρ. 7 δοθέντος ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν διανεμηθεῖσαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, ἡ συζήτησις τοῦ ὁποίου ἀνεβλήθη. (Ἐν συνεχείᾳ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 19, 20, 22 καὶ 23, ὡς ἔχουν). Ἄρθρον 24. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§108Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἰς τὰ ἄρθρα 24 καὶ 25, κύριοι βουλευταί, ἐπέρχονται ὡρισμέναι μεταβολαί, ἀναφερόμεναι ἰδίᾳ εἰς τὴν διάρθρωσιν τῆς ὕλης, τῆς περιλαμβανομένης εἰς τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα. Ὡς ἐλέχθη, ἀναγνωρίζεται εἰς τὸ Βʹ Τμῆμα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ δικαίωμα νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὴν ἀναιρετικὴν ἀπόφασιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζητήματος ἀναγομένου εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οὐσιαστικοῦ νόμου. Ἡ μεταβολὴ κατέστησε ἀναγκαίαν τὴν διαμόρφωσιν καὶ τῶν δύο τούτων ἄρθρων ὡς ἔχουν ἀκριβῶς αἱ διανεμηθεῖσαι τροπολογίαι. Διὰ τοῦ ἄρθρου 24 ἀναγνωρίζεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχύει κατ’ ἀρχήν. Προστίθεται μόνον ὅτι ὁ ἡττώμενος διάδικος καταδικάζεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, ἐφ’ ἧς ἡ ἀναιρεθεῖσα ἀπόφασις. Πρόκειται, δηλαδή, περὶ ἐπαναλήψεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων, μὲ ἐλαφρὰν συμπλήρωσιν.

§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24;

§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 24 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη. Ἄρθρον 25. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§112Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ ἄρθρον 25 τὸ ὁποῖον ἀντικαθιστᾷ τὸ ἄρθρον 834 περιλαμβάνει τὰ ἑξῆς: Ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἴτε διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου, εἴτε διὰ δικονομικὴν παράβασιν, ἐπὶ ἀναρμοδιότητι καὶ ὑπέρβασιν ἐξουσίας, τὸ δικάζον τμῆμα δύναται νὰ κρατήσῃ τὴν ὑπόθεσιν... (ἀναγινώσκει).... Ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἐπανάληψιν τῆς διατυπώσεως ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον ΒΧΗʹ, περὶ ἐκδικάσεως τῶν διαφορῶν μισθωτῶν καὶ ἐκμισθωτῶν. Διότι, καὶ ἐκεῖ ἀναγνωρίζεται, ὅτι τὸ δικάζον τμῆμα τὴν ἀναίρεσιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν χρῄζει περαιτέρω διευκρινίσεως, νὰ τὴν κρατήσῃ καὶ νὰ δικάσῃ κατ’ οὐσίαν. Ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἴσχυε μόνον ἐπὶ διαφορῶν τοῦ νόμου ΒΧΗʹ καὶ τῶν ὀργανικῶν διαφορῶν καὶ ἡ ὁποία σήμερον ἰσχύει διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τοῦ ν. 1323 κατὰ τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐντὸς κατοχῆς γενομένων ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων, ἐπεκτείνεται ἐπὶ πάσης δικαιοπραξίας. Θὰ ἔχῃ δικαίωμα ὁ Ἄρειος Πάγος, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ κρίνῃ καὶ τὴν οὐσίαν εἰς τὸ Αʹ Τμῆμα, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις δὲν χρῄζει περαιτέρω διευκρινίσεων. Ἐὰν κρίνῃ ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐκδίκασιν, παραπέμπει.... (ἀναγινώσκει).... Παράγραφος βʹ. Τὸ Τμῆμα εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις... (ἀναγινώσκει).... Παράγραφος γʹ..... (ἀναγινώσκει).... Εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ ἐπισπεύδων τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Βʹ Τμῆμα, ἢ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπίδοσις τῆς προηγηθείσης ἀποφάσεως τοῦ Τμήματος, ἢ τῆς Ὁλομελείας, ἄλλως ἡ συζήτησις εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἤδη ρητὴ διάταξις ὁρίζει, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐπίδοσις τῆς προεκδοθείσης ἀποφάσεως. Περαιτέρω ἡ παράγραφος 5 ἀναφέρεται εἰς καθαρῶς διαδικαστικὰς λεπτομερείας: «.... (ἀναγινώσκει)....». Ὁρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 14 ὅτι ὁ ἀναιρεσίων, ὅταν ὁ ἴδιος ἐπισπεύδῃ τὴν συζήτησιν, ὀφείλει νὰ κοινοποιήσῃ κλῆσιν, διὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν ἀντίδικον νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἀναιρέσεως. Ἅπαξ, ὅμως, ἔλαβε γνῶσιν ὁ ἀντίδικός του διὰ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ ἀναιρετηρίου, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὑπερβολικὴ ἐπιβάρυνσις νὰ ἀξιώσωμεν νέαν ἐπίδοσιν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 820.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 25 γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;

§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 25 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη. Ἄρθρον 26.

§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 26 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἄρθρον 27.

§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 27 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἄρθρον 28.

§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 28 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει. Ἄρθρον 29. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ διὰ τὸ ἄρθρον 29 ἔχει ὑποβληθῆ πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων 7, 18 καὶ 21.

§122Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29 θὰ θελήσουν νὰ μὲ ἀκούσουν μετὰ τῆς προσοχῆς ποὺ θὰ τοὺς ἀκούσω καὶ ἐγὼ ἀναπτύσσοντας τὴν τροπολογίαν των καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ προχωρήσωμεν εἰς ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, διότι θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συνεννοηθῶμεν. Ἡ διάρθρωσις, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τῆς χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον μεγάλης συζητήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, νὰ συμβουλευθῇ ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νέον θεσμόν. Καὶ ἐγὼ δὲν παρέλειψα τὸ καθῆκον αὐτό. Ἐπεκοινώνησα καὶ μὲ τὸν Πρόεδρον καὶ μὲ τοὺς δύο Ἀντιπροέδρους, διότι ὁ τρίτος εἶναι ἀσθενής, ἐπεκοινώνησα μὲ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶδον καὶ συνομίλησα μὲ τοὺς Ἀρεοπαγίτας–Ἐπιθεωρητὰς καὶ ἔχω ἀποκρυσταλλώσει ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ μεταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν καί, ἂν ἡ Βουλὴ συμφωνήσῃ μὲ τὰς ἀπόψεις τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ λόγος νὰ προχωρήσωμεν εἰς ψηφοφορίαν.

§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε....

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 29.

§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ποὺ ὑπεστηρίξαμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν μας νομικὴν καὶ πολιτικὴν πεποίθησιν. Καὶ ἡ πεποίθησίς μας εἶναι ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ καὶ νὰ ἀποδώσῃ καρποὺς τὸ νομοσχέδιον, ἂν δὲν αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἡ πεῖρα μας εἶναι ὅτι χωλαίνει ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διότι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς δικαστῶν.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, κύριε συνάδελφε.

§127Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ τακτικὴ αὐτή, νὰ ἔλθῃ ἔπειτα τὸ ἄρθρον 29 μὲ τρεῖς βουλευτὰς ἐδῶ. Δι’ ἡμᾶς ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὡς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι τὰ κεφαλαιωδέστερα ζητήματα διὰ τὸν θεσμόν. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τόσον τὸ ἄρθρον 7, ὅσον τὸ ἄρθρον 29.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ θὰ γίνῃ ψηφοφορία εἰς τὸ ἄρθρον 29 καὶ θὰ ἀργήσῃ, ἂς συζητήσωμεν τὰ ἄρθρα ποὺ ἔμειναν ἐκκρεμῆ.

§129Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ 29, δὲν θὰ εἶναι κανεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὀνομαστικὴ ψηφοφορία θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.

§131Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅπως ἔχουν διατυπωθῆ αἱ τρεῖς πρῶται παράγραφοι τοῦ ἄρθρου 7, δὲν ἐπέρχεται μεταβολή τις διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὰ ἄρθρα καὶ σήμερον κρατοῦνται περὶ τοῦ παραδεκτοῦ τῶν λόγων ἀναιρέσεως. Ἐπὶ πλέον, ἤδη, διὰ τῆς παραγράφου 4 ὁρίζονται αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ Ἄρειος Πάγος ὑποχρεοῦται νὰ ἐξετάζῃ αὐτεπαγγέλτως ὡρισμένους λόγους ἀναιρέσεως ἐκ τῶν ἐν ἄρθρῳ 807 διαλαμβανομένων.

§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὴν γενίκευσιν τῆς παραβάσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν δὲν δέχεσθε, μὴ μνημονεύετε ἐμέ, διότι εὑρισκόμεθα εἰς βασικὴν διαφωνίαν καί, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιμονήν σας, ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι ἐσφάλατε.

§133Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ἄρθρον 7 προστίθεται παράγραφος τετάρτη. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δικάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων ἀναιρέσεως, τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸ ἀναιρετήριον καὶ τοὺς προσθέτους λόγους. Ἡ παράγραφος 4 ὁρίζει ὅτι «κατ’ ἐξαίρεσιν ἐξετάζει ἐξ ἐπαγγέλματος, μετὰ τὴν πρότασιν ὅμως τοῦ Εἰσηγητοῦ Ἀρεοπαγίτου, παραληφθεῖσαν εἰς τὴν ἔγγραφον εἰσήγησιν αὐτοῦ, λόγον ἀναιρέσεως ἐκ τοῦ ἐν τοῖς ἐδαφίοις 3, 11, 14, 15, 16, 17 καὶ 19 τοῦ ἄρθρου 807 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τὸ ἐδάφιον 3: «Ἐὰν τὸ δικαστήριον ὑπερέβη τὰ καθήκοντα αὐτοῦ.... (ἀναγινώσκει)....». Τὸ ἐδάφιον 11: «Ἐὰν τὸ δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον .... (ἀναγινώσκει)....». Τὸ ἐδ. 14: «Ἐὰν πλείονες ἀντιφάσκουσι πρὸς ἀλλήλας διὰ τὴν αὐτὴν διαφορὰν.... (ἀναγινώσκει)....». Τὸ ἐδ. 15: «Ἐὰν ἡ ἀπόφασις εἶναι ἐλλιπὴς κατὰ τὸ διατακτικὸν καὶ ὁ διάδικος δὲν φροντίσῃ νὰ περιλάβῃ λόγον ἀναιρέσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ τοὺς προσθέτους λόγους, ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον δικαίωμα αὐτεπαγγέλτου ἐξετάσεως, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀποφάσεως». Τὸ ἐδ. 16: «Ἐὰν ἡ σύνταξις τῆς ἀποφάσεως εἶναι τοσοῦτον ἐλλιπὴς.... (ἀναγινώσκει)....». Τὸ ἐδ. 17 καὶ ἡ παρ. 19, ἡ ποία προσετέθη ἀπόψε εἰς τὸ ἄρθρον 5: «Ἐὰν ἡ ἀπόφασις στερῆται νομίμου βάσεως .... (ἀναγινώσκει)....». Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς περιοριστικῶς καὶ εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς μνημονευομένας εἰς τὸ ἄρθρον 807 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ποῖον ἀναφέρεται εἰς τοὺς λόγους ἀναιρέσεως, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξετάζει ἐξ ἐπαγγέλματος τὴν συνδρομὴν τοῦ λόγου ἀναιρέσεως. Συναφὲς πρὸς τὴν προσθήκην αὐτὴν εἰς τὸ ἄρθρον 7 εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προστίθεται εἰς τὸ ἄρθρον 18.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7;

§135Η. ΗΛΙΟΥ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Τὸν λόγον.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ἠλιοῦ.

§137Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ καινοτομία, ἡ ὁποία εἰσάγεται τώρα ἄνευ τῆς προπαρασκευῆς τῆς καθιερωμένης διὰ τὴν δικονομίαν, ἀνατρέπει ὅ,τι ἴσχυσεν, ὅ,τι ἰσχύει καὶ ὅ,τι διδάσκεται ἐν σχέσει πρὸς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων ἐν γένει καὶ τοῦ ἀκυρωτικοῦ καὶ τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας, εἴτε παρ’ ἡμῖν, εἴτε εἰς ἄλλας χώρας, αἱ ὁποῖαι διέπονται ἀπὸ τὸ αὐτὸ δικονομικὸν σύστημα. Ἡ δικαιοδοσία τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων πρὸς λύσιν διαφορᾶς ἀστικῆς, ἔξω βέβαια ἑνὸς περιωρισμένου ἀριθμοῦ ὑποθέσεων στρεφομένων περὶ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν ἀνηλίκων, περὶ τὸν γάμον καί τινας ἄλλας ἀντιστοίχως ὑποθέσεις, θεμέλιον ἔχει τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ τῶν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων, τὴν ἀρχὴν ὅτι ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἰδιωτικόν, νὰ ἔχῃ λαμβάνειν, νὰ δικαιοῦται λαμβάνειν, νὰ δικαιοῦται νὰ πάρῃ ὀπίσω ἓν ἀκίνητον τὸ ὁποῖον τοῦ κατακρατοῦν καὶ νὰ μὴ τὸ ζητήσῃ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας εἰς τὸ δικονομικὸν δίκαιον ὑπάρχει καθιερωμένη ἡ ἀρχὴ τοῦ judex ne procedit ex officio νὰ μὴ δύναται νὰ κάμνῃ αὐτεπαγγέλτως ὁ δικαστὴς περὶ τοῦ ποῖος ἔχει ἢ ποῖος δὲν ἔχει δίκαιον, ἀλλὰ νὰ κρίνῃ secundum legata et probata ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῶν διαδίκων. Ἐδῶ ἔχομεν τὸ ἑξῆς περίεργον φαινόμενον. Ὅτι ἐνῷ δικαιοῦται ὁ διάδικος νὰ μὴ ἀσκήσῃ παντάπασι τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως, ἐνῷ δικαιοῦται ὁ διάδικος νὰ παραιτηθῇ, ἔρχεται ὁ Εἰσηγητὴς δικαστὴς καὶ ἀναλαμβάνει ὅπου θέλει, δύναται ὄχι ὀφείλει. Δὲν εἶναι φυσικὰ νοητὴ ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως καὶ τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ «ὀφείλει», διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ἄλλος δικαστὴς ὁ ὁποῖος νὰ ἐξετάσῃ ὡς πρόκριμα τὴν ὕπαρξιν λόγων ἐκ τῶν κατ’ ἐπάγγελμα ληπτέων ὑποθέσεων τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ προτείνῃ Εἰσηγητὴς δικαστής. Δύναται, ἑπομένως, νὰ παρουσιάσῃ (δὲν ἠκούσθη) εἰς τοὺς διαδίκους, ἐμφανίζων ὅλους τοὺς λόγους. Διότι ὁ λόγος τοῦ ἐδαφίου 17 τοῦ ἄρθρου 807 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἶναι ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἠμπορεῖ αὐτεπαγγέλτως νὰ προτείνῃ ὁ Εἰσηγητὴς δικαστής. Ἑπομένως περίπου εἰς τὸ σύνολον τῶν περιπτώσεων δύναται ὁ Εἰσηγητὴς δικαστὴς νὰ πλάσῃ λόγους ἀναιρέσεως. Εἶναι μία ἄποψις ἡ ὁποία νομίζω ὅτι γρονθοκοπεῖται μὲ ὅλον τὸ σύστημα καὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ καὶ τοῦ δικονομικοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ἐσκέφθη, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων διδασκαλιῶν, τίνος δικονομίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπόψεων τίνων δικονομολόγων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλα κατ’ οὐσίαν διδάσκοντος ἢ εἰσηγουμένου ταῦτα, τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐμφανίζεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ δοθῇ ὁ καιρὸς νὰ μελετηθῇ. Αὐτὰ τὰ πράγματα μελετῶνται εἰς τὰ σοβαρά. Δὲν εἶναι δυνατὸν θεσμὸς τοιαύτης δικαιοδοσίας αἰφνιδιαστικῶς νὰ καθιεροῦται καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον πρωτότυπον καὶ μὴ ἰσχύοντα οὐδαμοῦ, ἐξ ὅσων γνωρίζω, τοῦ κόσμου. Δὲν ἠξεύρω τίνος ἦτο ἡ ἔμπνευσις, ὅτι εἰδικὰ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ἂν δὲν τὸ ζητῇ ὁ διάδικος καὶ ὑπάρχει ἡ ἀναγνώρισις τοῦ θεσμοῦ τῶν ἀπαλλοτριωτῶν δικαιωμάτων, ὅμως ἠμπορεῖ ξαφνικὰ νὰ παρουσιάσῃ ἕνα αἰφνιδιασμὸν ὁ Εἰσηγητής, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, λόγῳ τῆς δυνητικῆς εὐχερείας, θὰ συνεπάγεται καὶ τοῦτο τὸ ἄτοπον: ὅτι εἰς ἄλλην παρομοίαν ὑπόθεσιν, ἄλλος Εἰσηγητὴς δικαστὴς εἴτε νωχελής, εἴτε ἄλλως κρίνων, δὲν θὰ παρουσιάσῃ παρόμοιον λόγον αὐτεπαγγέλτου ἀναιρέσεως. Καὶ ἀκόμη περισσότερον ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἕνας Εἰσηγητὴς δικαστὴς ἀπὸ ἀγχίνοιαν, ἀπὸ προσπάθειαν ἐπιδείξεως πνεύματος νεωτεριστικοῦ, ἀλλὰ — διατὶ ὄχι—ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ θίξω κανένα ἐκ τῶν ὑπαρχόντων σήμερον δικαστῶν—ἀλλὰ διατὶ ὄχι, ἕνας δικαστής, διότι ὁ νόμος θὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ μακρόν, ἐκ κακῆς προθέσεως, ἐκ προθέσεως δυσμενοῦς νὰ πλάσῃ αἰφνιδιαστικῶς ἕνα λόγον ἀναιρέσεως, ὁ ὁποῖος μὴ προβλεπόμενος ἀπὸ τὸν διάδικον, μὴ ἔχων εἰς βάρος αὐτοῦ τὸ τεκμήριον ὅτι ἐξ ἰδίου συμφέροντος κινούμενος τὸ ὑποστηρίζει ὁ διάδικος, ἀλλὰ ἔχων ὑπὲρ αὑτοῦ τὴν αἴγλην ὅτι ἕνας Εἰσηγητὴς δικαστής, ἄνευ προτάσεως τοῦ διαδίκου τὸν ἀνεκάλυψεν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συντρίβῃ ἢ νὰ καθιερώνῃ δικαιώματα περὶ τῶν ὁποίων διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ λόγος ἀναιρέσεως, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ θὰ ἔλεγον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔπρεπε πολὺ νὰ σκεφθῇ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ τὸ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν.

§138Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἡ προστιθεμένη διάταξις δὲν διαπλάσσει νέους λόγους ἀναιρέσεως.

§139Η. ΗΛΙΟΥ. Εἶπον τέτοιο πρᾶγμα;

§140Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Βεβαίως, ἐπὶ λέξει εἴπατε ὅτι πλάσσει λόγους ἀναιρέσεως. Ἄν θέλετε θὰ τὸ ἴδητε καὶ εἰς τὰ πρακτικά.

§141Η. ΗΛΙΟΥ. Μὲ συγχωρῆτε, κύριε Ὑπουργέ.

§142Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν σᾶς θίγει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.

§143Η. ΗΛΙΟΥ. Συμφωνῶ ὅτι ἔκαμα χρῆσιν αὐτῆς τῆς φράσεως, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι προστίθενται ἄλλοι λόγοι ἀναιρέσεως. Διὰ νὰ συνεννοούμεθα, ἤθελον νὰ διευκρινίσω τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεώς μου.

§144Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔλεγον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν προστίθενται νέοι λόγοι ἀναιρέσεως, ἀλλὰ παρέχεται εἰς τὸν δικαστὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ παραβάσεις ἐνυπαρχούσας εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ εἰς τὸ ἄρθρον 807 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ ἄλλα δικαστήρια κρίνοντα τὴν διαφορὰν καὶ τῆς εὐχερείας ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ἀναμιγνύεται ἡ θεωρία τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ τῶν δικαιωμάτων. Ἀσκηθέντος τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως π. χ., τὸ δικάζον τὴν ἔφεσιν Ἐφετεῖον ἐπιλαμβάνεται ἀπολύτως παντὸς κεφαλαίου τῆς ἀποφάσεως ἐκκληθέντος καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέγξῃ τὴν νομιμότητα καὶ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀποφάσεως κατὰ τὸ κεφάλαιον τὸ προσβαλλόμενον, βεβαίως διὰ πάντα λόγον ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, εἴτε εἰς τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῆς ὑποθέσεως. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς περιορισμὸς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου ἐκτιμῶντος τὴν ἔφεσιν ἐπὶ κεφαλαίου ἀχθέντος, πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Ἀντιθέτως, νομίζω ὅτι εἶναι πρᾶγμα ἐντελῶς γνωστόν, ἐπὶ ἀναιρέσεως, ὁ Ἄρειος Πάγος περιορίζει τὴν ἐξέτασίν του μόνον ἐπὶ τῶν λόγων ἀναιρέσεως τῶν περιληφθέντων εἰς τὴν δικογραφίαν τῆς ἀναιρέσεως, εἰς τοὺς προσθέτους λόγους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρωνται παρὰ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 807 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Εἶναι, λοιπόν, πάρα πολὺ περιωρισμένη ἡ ἐξουσία τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀναιρέσεως. Τί ἐπιζητεῖ ἡ προσθήκη; Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ποίαν δυσχέρειαν περιέρχεται συχνὰ τὸ ἀκυρωτικὸν τὸ ὁποῖον διαβλέπει τὴν πλάνην εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει περιπέσει ἡ ἀπόφασις, ἡ προσβληθεῖσα δι’ ἀναιρέσεως. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρ’ ὅτι τὸ δίκαιον, τὸ κατ’ οὐσίαν, κραυγάζει— καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ἠλιοῦ λαμβάνει θέσιν ἀντίθετον—παρὰ τὸ ὅτι βλέπει ὁ δικαστὴς τὸ δίκαιον ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ἐναντίον τῆς λύσεως τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ ἀπόφασις, ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν, διότι ὁ δικηγόρος ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ ἀναιρετήριον δὲν ἐφρόντισε νὰ περιλάβῃ λόγους ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἔδιδον τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, ὄχι ἐπὶ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει τὸν διάδικον καὶ ὁ ὁποῖος τὸ ἀπηλλοτρίωσεν καὶ τὸ ἐγκατέλειψε, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κεφαλαίου τῶν διαφορῶν αἱ ὁποῖαι φθάνουν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ ὁποῖος, ὅμως, δεσμεύεται ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἄρθρου 807 καὶ ὡς πρὸς τοὺς λόγους ἀναιρέσεως καὶ ὡς πρὸς τὴν εὐχέρειαν νὰ κρίνῃ μόνον ἐπὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προεβλήθησαν εἰς τὸ ἀναιρετήριον. Αὐτὸ ἐπιζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τῆς προσθήκης πλησιάζει πρὸς τὸ λεγόμενον διαδικαστικὸν σύστημα καὶ ἐγκαταλείπει τὸ συζητητικόν, τὸ σύστημα τοῦ ὁποίου ὅλοι ἐπιζητοῦμεν τὴν ἐγκατάλειψιν καὶ τὸ ὁποῖον ἐγκαταλείπει τὸ σχέδιον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τῶν διαφορῶν. Νομίζω ὅτι παρέχεται ἡ εὐχέρεια τοὐλάχιστον εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναιρέσεως νὰ γίνῃ ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ καταδικαζομένου ὁμοφώνως συζητητικοῦ συστήματος καὶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἐξετάσῃ αὐτεπαγγέλτως λόγους ἀναιρέσεως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τὸ ὁποῖον ἤχθη εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἐπιθυμοῦντα ἕνα καὶ μόνον, τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς προσβληθείσης διὰ τῆς ἀναιρέσεως. Διότι δὲν νομίζω ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσφεύγει εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀναμένει καὶ ἐπιζητεῖ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει διὰ τῶν λόγων τοῦ ἀναιρετηρίου καὶ τῶν προσθέτων λόγων. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρεοπαγίτου νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Εἶναι δυνατόν, ὅμως, νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ ἀτελὴς διάδικος, ὁ ὁποῖος ἔφθασε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ τῆς αὐτεπαγγέλτου ἐξετάσεως ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ἐπίσης παρεβίασε ἡ ἀπόφασις, ἀλλὰ τῶν ὁποίων δὲν ἔγινε ἐπίκλησις εἰς τὸ ἀναιρετήριον. Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὐτὴ συμπληροῦται εἰς τὸ ἄρθρον 18, ὅπου ὁρίζεται ὅτι ὁ Εἰσηγητὴς Ἀρεοπαγίτης εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσῃ 8 ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως, νὰ διαλάβῃ περὶ τῶν λόγων ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως, τοὺς ὁποίους εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσῃ αὐτεπαγγέλτως καὶ κατὰ συνέπειαν 8 ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως πάντες οἱ διάδικοι ἔχουν πληροφορηθῆ τὴν ὕπαρξιν λόγων ἀναιρέσεως ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξεταστέων, τοὺς ὁποίους δὲν περιέλαβε τὸ ἀναιρετήριον. Καὶ δὲν εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαστήρια λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν καὶ πράγματα αὐτεπαγγέλτως, χωρὶς νὰ τὰ λαμβάνουν ἀπὸ τοὺς διαδίκους. Πληροφοροῦνται, λοιπόν, οἱ διάδικοι 8 ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως ὅτι ὁ Ἀρεοπαγίτης εἰσηγητὴς διαπιστώνει ὅτι ἡ ἀπόφασις πάσχει καὶ κατ’ αὐτὰ τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθοῦν αὐτεπαγγέλτως. Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζήτησις ἀναπτύσσει ὁ εἰσηγητὴς τὴν γνώμην του, ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἀπόψεων τῶν διαδίκων, ὁμιλεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς ἐὰν παρίσταται ἀνάγκη καὶ τὸ δικάζον Τμῆμα ἢ ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφασιν διὰ λόγους ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξεταστέους μόνον ἐὰν οἱ λόγοι αὐτοὶ περιελήφθησαν καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Εἰσηγητοῦ καὶ ἑπομένως κατέστησαν γνωστοὶ ἐγκαίρως εἰς τοὺς διαδίκους καὶ κατέστησαν καὶ ἀντικείμενον τῆς προφορικῆς συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Συνεπῶς δὲν καταλαμβάνονται ἐξ ἀπίνης οἱ διάδικοι, οὔτε πληροφοροῦνται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν του λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ διάδικοι δὲν ὑποπτεύθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀναιρέσεως. Νομίζω ὅτι εἰδικῶς ἡ προσθήκη αὐτὴ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἰδιαιτέρως, καὶ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς μείωσις ἢ ὡς μομφὴ οἱουδήποτε, πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἰδιαιτέρως ὑποθέσεις τῶν ὁποίων τὰ ἀναιρετήρια διατυποῦνται ἀπὸ δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰθισμένοι εἰς τὴν ἀκυρωτικὴν διαδικασίαν. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ μομφὴν ἐναντίον οἱουδήποτε δικηγόρου. Ἡ ἀκυρωτικὴ διαδικασία ἔχει μίαν ἰδιομορφίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυσχερὴς καὶ διὰ τὸν δικηγόρον καὶ διὰ τὸν δικαστὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἀκυρωτικὴν αὐτὴν διαδικασίαν διὰ νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ χρήσιμον μέρος διὰ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ἀκυρωτικοῦ. Ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προστίθεται εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ σχεδίου καὶ συμπληροῦται εἰς τὰ ἄρθρα 18 καὶ 21.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Αὐγερινός, ἔχει τὸν λόγον.

§146Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον πρὶν ἀκόμη ὁλοκληρώσῃ τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Ὑπουργός, διότι θὰ ἤθελον νὰ εἴπω αὐτὸ διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωσεν ἐξηγήσεις. Θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος καὶ ἀπαράδεκτος ἡ διάταξις ἐὰν δὲν εἰσήγετο τὸ σύστημα τῶν γραπτῶν εἰσηγήσεων καὶ μάλιστα πρὸ ὡρισμένης προθεσμίας, ὁπότε θὰ λαμβάνουν γνῶσιν ἀμφότερα τὰ διάδικα μέρη, διότι ἐὰν ἕνας Ἀρεοπαγίτης μόνος του κρίνῃ διὰ λόγον ἀναιρέσεως, τὸν ὁποῖον δὲν εἶχεν εὐκαιρίαν νὰ ἀντικρούσῃ ὁ ἀντίδικος. Ἑπομένως ὀρθῶς συμπληρώνεται πλέον τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀρεοπαγίτου καὶ εἰσάγεται αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία διευκολύνει τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Εἶναι πλέον ἀπαράδεκτον ὁ Ἀρεοπαγίτης νὰ ἀνευρίσκῃ λόγους ἀναιρέσεως καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ δίκαιον, ὅταν οἱ Ἐπιθεωρηταὶ Ἀρεοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι ἀναγινώσκουν τὰς ἀποφάσεις εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, εὑρίσκουν μόνοι των ὅτι πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἐσφαλμέναι καὶ κάμνουν τὰς παρατηρήσεις των. Φαντασθῆτε, ἐὰν ἔχῃ ἀσκηθῆ μία ἀναίρεσις κατὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ δὲν ἔχει συμπεριληφθῆ λόγος ἀναιρέσεως ἀσφαλῶς λόγῳ ἐλλείψεως πείρας εἰς τοὺς δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὸ λειτούργημά των εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια. Εἶναι ζήτημα πείρας καὶ μιᾶς συνηθείας εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν ἀναιρέσεων. Ὅταν ὑπάρχουν κώδικες, ὅπως ὁ Ἑλβετικός, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὸ δικαίωμα δημιουργίας κανόνων δικαίου, ὅταν ἀντιλαμβάνωνται ὅτι τὸ δίκαιον δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν νομίζομεν ὅτι ἡμεῖς δημιουργοῦντες νέον σύστημα δικονομίας θὰ ἐμποδίσωμεν τὸν δικαστὴν νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον βάσει καὶ μιᾶς ἰδικῆς του ἐρεύνης καὶ ἐργασίας.

§147Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ διάδικος θέλῃ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἀναίρεσίν του, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους ἀναιρέσεως. Ἡ προσθήκη θὰ εἶναι χρήσιμος ὅταν ὁ διάδικος θὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ δικαίου.

§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§149Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὰ θιγέντα ζητήματα, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραποῦν δύο λέξεις. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο ὁ Εἰσηγητὴς Ἀρεοπαγίτης νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οἱ κ. κ. Ἀρεοπαγῖται δὲν τὸ δέχονται, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον. Δεχόμεθα τὸ νομοσχέδιον ἀκριβῶς διότι θεσπίζει ὑποχρέωσιν τοῦ Εἰσηγητοῦ Ἀρεοπαγίτου νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν, ὡς γίνεται καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τὸ δεύτερον, ἐὰν εἶναι ὀρθὸν ὁ Ἀρεοπαγίτης ἢ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ ἀνεύρῃ καὶ αὐτὸς λόγους ἀναιρέσεως μὴ περιλαμβανομένους εἰς τὸ ἀναιρετήριον, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ καινοτομία εἶναι ὀρθὴ καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ γίνεται ἀντιγραφὴ ἐκείνου τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπου ἐὰν ὑπάρχῃ προσβολὴ τῆς πράξεως τῆς διοικήσεως διὰ παράβασιν ὡρισμένου νόμου ὑπάρχει, ὅμως, παράβασις ἄλλου νόμου, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπικαλεῖται ἡ προσφυγή, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας λέγει ὅτι ἀκυροῦται καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Ὡς πρὸς τὸ τρίτον, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ κ. Αὐγερινός, ὅτι εἰς τὴν Ἑλβετίαν θεωρεῖται ἀπὸ ἀπόψεως κωδίκων νομοθεσίας προωδευμένος τόπος, εἶπεν ὅτι ἐκεῖ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δικαστὴν καὶ δημιουργεῖ ἔν τινι μέτρῳ δίκαιον κατὰ τὴν ἀναλογίαν τοῦ πραίτορος τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Ἐκεῖ, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ σημερινοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς σημερινῆς Βουλῆς, ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι εἶναι καθυστερημένοι, δὲν ἠξεύρουν τί κάμνουν, διότι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ παραχωρήσουν δικαιώματα πραίτορος εἰς τὸν δικαστήν, ἐζητήσαμεν ὅ,τι γίνεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ γίνεται καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, νὰ θεωρῆται ἀκυρωτικὸς λόγος ἡ παράβασις ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ἡμεῖς εἴμεθα καθυστερημένοι, εἴμεθα πλέον σοφοὶ ἀπὸ τοὺς Ἑλβετοὺς καὶ δὲν τὸ ἐδέχθημεν. Ἐπαναλαμβάνω, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν ὀρθὴν ὁδὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ τὴν συμβουλὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ δὲν δέχεται τὴν πρότασίν μας. Καὶ λέγω ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ψηφισθῇ ὁλοκληρωτικῶς τὸ σχέδιον νόμου, ὀρθὸν θὰ ἦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς του καὶ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μας. Τὸ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ἀντίθετος, εἶναι εὔλογον, εἶναι εὐεξήγητον. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη του, διότι ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου μέχρι σήμερον δὲν παραδέχεται τὴν παράβασιν ὡρισμένων ἀρχῶν τοῦ δικαίου ὡς λόγον ἀκυρώσεως καὶ εὐλόγως ἐρωτώμενοι οἱ Ἀρεοπαγῖται θὰ εἴπουν ὄχι. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ἐθίγη τὸ ζήτημα καὶ τῆς Ἑλβετικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία καθιερώνει πολὺ εὐρύτερα δικαιώματα εἰς τὸν δικαστὴν τὸν Ἑλβετόν, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς του καὶ ἔν τινι μέτρῳ νὰ βαδίσῃ τὴν ὀρθὴν ὁδόν, ὅπως αὕτη ἐκδηλώνεται μὲ τὴν νομοθεσίαν τῶν συγχρόνων καὶ προωδευμένων ἀπὸ ἀπόψεως κωδίκων νομοθεσίας χωρῶν, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλβετία.

§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου, ἔχει τὸν λόγον.

§151Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελον, εἰδικώτερον, νὰ ὁμιλήσω εἰς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ τὸ συζητούμενον ἄρθρον 7 εὑρίσκεται ἐν συναρτήσει πρὸς τὸ 18. Ἔγινε μεγάλη συζήτησις, καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν καὶ ἀπόψε, διὰ τὸ θέμα τοῦ θεσμοῦ τῆς εἰσηγήσεως. Εἶναι εἷς καινοφανὴς θεσμός, ὁ ὁποῖος, τὸ πρῶτον εἰσάγεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον.

§152Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσηγητοῦ ἔχει γίνει δεκτὸς καὶ εἰς τὸ 14 καὶ εἰς τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα. Τώρα γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς προσθήκης εἰς τὸ 18. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Λαυρεντίδης).

§153Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ ἄρθρον 18 λέγει: «Συντάσσεται ἐμπεριστατωμένη ἔκθεσις». Ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχω ἀντίρρησιν. Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον, ἐτέθη ὑπ’ ὄψει μας ἓν ἀντίγραφον ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰδικώτερον ἀναφέρονται εἰς τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ θέμα τοῦ θεσμοῦ τῆς εἰσηγήσεως. Βλέπω ἐν τέλει τῆς πρώτης περιόδου τοῦ ἐγγράφου, ὅτι τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν διατυπώνουν ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ἀπεδέχθη ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ ψήφων 19 κατὰ 3. Τὸ πρᾶγμα ἔχει κἄποιαν σοβαρότητα.

§154Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς, ἔχει σοβαρότητα, ὄχι ἐκείνην τὴν ὁποίαν λέγουν.

§155Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἀκούσατε τὴν ἐπιχειρηματολογίαν.

§156Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε τὴν ἀνοικτὴν ἐπιχειρηματολογίαν. Τὴν κρυφὴν ἐπιχειρηματολογίαν.

§157Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἀναφέρει ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου...

§158Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δι’ αὐτὸ εἶπον: «Διὰ μεγίστης πλειοψηφίας».

§159Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Εἶσθε ἐν ἀπολύτῳ ἀκριβείᾳ καὶ μάλιστα, κατὰ κόρον, ἐτονίσατε, ὅτι εἶναι ἀντίθετον, τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, μὲ τὸν θεσμόν, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἤθελον ὅμως, κάπως ἀναλυτικώτερον νὰ σημειώσητε — ἐδῶ ἐπιστημονικὴ συζήτησις γίνεται, δὲν ὑπάρχει πολιτικὴ διχογνωμία ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ — ὀρθὸν θὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου, καὶ δι’ αὐτό, ἐζήτησα τὸν λόγον, νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ ἰδιαιτέρως τῶν κ.κ. συναδέλφων, τῶν προερχομένων ἀπὸ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα. Ἀναφέρει ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι «διὰ τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως οὐδεμία ὠφέλεια θὰ προκύψῃ διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀναιρέσεως.... (ἀναγινώσκει)....». Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ ἐπιχειρηματολογία, τὴν ὁποίαν τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον εἰς τὸ ἔγγραφόν του πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης σημειοῖ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ταῦτα, πάντα, ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει μας εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐγὼ ἐθεώρησα σκόπιμον, ἀφοῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ σοβαρωτάτη ἄποψις ἐκ μέρους τῆς μεγίστης, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πλειοψηφίας τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, νὰ τὸ θέσω ὑπ’ ὄψει σας καὶ νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ πᾶμε εἰς μίαν μέσην λύσιν: Νὰ ὑπάρξῃ ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσηγητοῦ, νὰ ἐνταλθῇ, νὰ κάμῃ ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένος, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ συντάσσῃ τὴν λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσιν. Νομίζω, ὅτι ἔχει μίαν ὀρθότητα ἡ ἄποψις. Ἂς βαδίσωμεν, κύριε Ὑπουργέ, μὲ μίαν περίσκεψιν. Εἶπεν ὁ κ. Μαῦρος, ὅτι δημιουργοῦμεν ἕνα θεσμὸν ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ καθορίσῃ, ἐπὶ δεκαετίας, τὴν ζωὴν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Διατὶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν μὲ μίαν περίσκεψιν καὶ νὰ παραγνωρίσωμεν μίαν ἐπιστημονικὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν, οἱ ἴδιοι οἱ ἀσκοῦντες τὴν ἀκυρωτικὴν διαδικασίαν, τὴν ὑπέδειξαν; Ἂς ἠκούσατε ὅτι διὰ μίαν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου ἠρώτησαν τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δημιουργοῦμεν τὴν ἀχρήστευσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ἂν συνδέσωμεν μὲ τὴν παράδοσιν τῆς δικαιοσύνης εἰς αὐτὴν τὴν χώραν, ἀπὸ ἐκεῖ προῆλθον οἱ Τζιβανόπουλοι, Χατζάκοι. Αὐτὴν τὴν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Εἰσαγγελία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐν τῇ οὐσίᾳ, καταλύεται, διότι ὁ θεσμός, μὲ τὴν δημιουργίαν τοῦ Εἰσηγητοῦ, καταλύεται. Πιστεύω, λοιπόν, ὅτι θὰ ἔπρεπε μὲ κἄποιαν περίσκεψιν, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, νὰ προχωρήσωμεν. Νὰ διορίζεται ὁ Εἰσηγητής, νὰ καθορίζῃ ὅλας τὰς διαδικασίας, ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συντάσσῃ τὴν λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσιν. Ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι ἐξ ἀντιπολιτευτικῆς διαθέσεως, διότι εἰς τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει οὔτε Ἀντιπολίτευσις, οὔτε Συμπολίτευσις. Ὑπάρχει ὁ πόθος νὰ ὀργανώσωμεν τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον. Πιστεύω, ὅτι τὰ πράγματα πρέπει μὲ κἄποιαν σοβαρότητα νὰ ἀντιμετωπισθοῦν καὶ ἐλπίζω ὅτι μὲ τὴν ἀγάπην τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὰ δικαστικὰ θέματα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἀποδώσῃ τὴν δέουσαν σοβαρότητα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου.

§160Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, πρῶτον θὰ ἤθελον νὰ δοθῇ μία σαφὴς ἐξήγησις εἰς κἄτι, τὸ ὁποῖον, ὄχι βεβαίως ἐκ προθέσεως λογοπαικτικῆς, ἀλλὰ πάντως λογοπαικτικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνήγαγεν ἐξ ὅσων εἶπεν. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐδημιούργησεν ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς 17 γνωστοὺς παλαιοὺς λόγους καὶ τοὺς δύο ἄλλους τοὺς προστιθεμένους, διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου. Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι πέραν τῶν 19 τούτων λόγων ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἐξ ἀντικειμένου λόγοι ἀναιρέσεως, ἀλλὰ ὅτι εἰς τὴν συγκεκριμένην ὑπόθεσιν παρέχεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανισθοῦν καὶ ἄλλοι, ἐκτὸς τῶν διαδίκων, ἐκτὸς τῶν προταθέντων ὑπὸ τοῦ ἀναιρεσείοντος λόγοι ἀναιρέσεως, ἐμπίπτοντες βεβαίως μέσα εἰς τοὺς 19 λόγους. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀντιδικοῦμεν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον νομικῶς εἶναι τελείως καθωρισμένον. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὀρθὴν τὴν ὑποστήριξιν καὶ τὴν τοποθέτησιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὑπάρχουν δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ἀποτολμοῦν, ἄπειροι ὄντες, νὰ συντάξουν ἕνα ἀναιρετήριον, εἴτε ἀκόμη περιωρισμένοι εἰς ἐπαρχίας, ὅπου δὲν ὑπάρχουν ἐμπειρότεροι, ἀναγκάζωνται νὰ συντάξουν ἕνα ἀναιρετήριον λάθος. Ὑπάρχει ὅμως, πέραν τούτου, ἡ εὔλογος προθεσμία τῶν 20 ἡμερῶν διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν προσθέτων λόγων, οἱ ὁποῖοι θὰ κατατεθοῦν, ἀπὸ τὸν παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰδικευμένον δικηγόρον, ποὺ πρόκειται νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ἀναίρεσιν.

§161Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ δικηγόρων ἐν Ἀθήναις;

§162Η. ΗΛΙΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι εἶναι πραγματικὰ ηὐξημένος ὁ ἀριθμός. Ἔχω ἐπίσης ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι εἶναι ἐλάχιστος, ἢ πάντως πολὺ περιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν πράγματι δικηγορούντων παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ.

§163Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τῶν δικηγορούντων, ἀλλὰ τῶν δυναμένων νὰ δικηγοροῦν. Ὅπως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπου γίνεται ἀγορά.

§164Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι βεβαρημένοι ἀπὸ τὸν φόρτον τῆς ἐργασίας καὶ βαδίζοντες πρὸς τὸ τέρμα μιᾶς μακρᾶς καὶ ἐντίμου ἀσκήσεως τοῦ λειτουργήματός των, οἱ Ἀρεοπαγῖται, δὲν θὰ εἶναι τόσοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ γίνουν διὰ τρίτην φορὰν δικηγόροι τοῦ ἀναιρεσείοντος καὶ θὰ εὕρουν παραπροσθέτους λόγους ἀναιρέσεως. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ καὶ πίεσις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἰσχυρὰν ἐπιρροήν. Θὰ ὑπάρχουν ἐπεμβάσεις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, τὴν τελευταίαν στιγμήν, θὰ σοφισθοῦν κἄτι τί ἐκ τῶν προτάσεων τῶν δικηγόρων. Τὸ φοβοῦμαι πολὺ αὐτὸ καὶ δι’ αὐτὸ ἀντιλέγω, ὅτι τοῦτο θὰ ἀγάγῃ εἰς τὸ νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις ὡς ἓν προνόμιον τῶν συμφερόντων τῶν μεγάλων. Δι’ αὐτό, καθ’ ὅσον γνωρίζω, εἰς καμμίαν νομοθεσίαν, παράλληλα πρὸς τὴν ἰδικήν μας, δὲν ὑπάρχει ἡ διάταξις αὐτή, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ γίνεται ἡ διαδικασία, ὅπως καὶ νὰ μὴ παρέχωνται τὰ δικαιώματα, ἄνευ αἰτήσεως τῶν διαδίκων, διὰ τῆς αὐτεπαγγέλτου ἐκ μέρους τοῦ δικαστοῦ αὐτονομίας. Δὲν ἔχουν δὲ καμμίαν σχέσιν, ὅσα ὁ Ἑλβετικὸς Ἀστικὸς Κῶδιξ προσδιορίζει, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζεται ἡ ὕπαρξις καινοῦ δικαίου καὶ ἐκεῖ ὅπου ὁ δικαστὴς δὲν εὑρίσκει διάταξιν (δὲν ἠκούσθη) νὰ κρίνῃ ὁ δικαστής, ὡς ἐὰν αὐτὸς εἶναι νομοθέτης. Οὔτε ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ λεχθέν, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀκυροῖ, ἢ ἀναιρεῖ, διὰ λόγους ἐξ ἐπαγγέλματος, παρ’ αὐτῷ ἐπινοουμένους καὶ μὴ προταθέντας ἀπὸ τοὺς διαδίκους. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐμμένω εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον διὰ μιᾶς τροπολογίας νὰ καινοτομήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον εἰς καμμίαν γνωστὴν νομοθεσίαν δὲν ἔχει καθιερωθῆ, ὡς θέλει νὰ μᾶς τὸ καθιερώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ὡς πρὸς τὴν περαιτέρω ἄποψιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. συναδέλφου, τοῦ στρεφομένου ἐναντίον τῆς διατυπώσεως ἐμπεριστατωμένης ἐκθέσεως ἐκ μέρους τοῦ Εἰσηγητοῦ δικαστηρίου, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. συνάδελφος. Εἶναι ἀρχὴ Δημοκρατίας καὶ αὐτὸ διδάσκουν οἱ ἐγκυρότεροι, ἡ ὅσον ἔνεστι εὐρυτέρα δημοσιότης, πραγματικὴ δημοσιότης τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία συνάπτεται καὶ μὲ τὸ νὰ ἐκφέρῃ τοὐλάχιστον ὁ εἰσηγούμενος ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου δικαστής, τὰς ἀπόψεις του δημοσίᾳ καὶ νὰ τὰς καταστήσῃ ἀντικείμενον ἐλέγχου τοῦ ἀκροατηρίου. Εἰς τὸ Βέλγιον καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καὶ εἰς τὰς Νοτιοαμερικανικὰς Δημοκρατίας, ἔχουν προχωρήσει περαιτέρω, μέχρι καθιερώσεως ἐπὶ ὡρισμένων ἀποφάσεων τῆς ἀρχῆς τῆς δημοσίας διασκέψεως. Καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας πόσον κακὸν ἔγινε μέχρι τώρα καὶ πόσαι ἀποφάσεις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀχθεῖσαι, κατεστράφησαν ἀπὸ τὴν παρερμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ μιᾶς νομολογίας ἐφαρμοζομένης ἐπὶ 80 χρόνια, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ πάντοτε ὁ Εἰσαγγελεὺς τελευταῖος τὸν λόγον, ὅπως δύναται ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ δικαστηρίου νὰ ἔχῃ τὸν λόγον τελευταῖος ὁ κατηγορούμενος, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ συνεχίσῃ εἰς ἀναίρεσιν τῶν ἐπιχειρημάτων των, ὁ θεσμὸς ὁ καθιερούμενος διὰ τοῦ ἄρθρου 18 τῆς ἐμπεριστατωμένης δηλαδὴ ἐκθέσεως τοῦ Εἰσηγητοῦ, ἡ ὁποία θὰ προετοιμάζῃ τοὺς δικαιούχους, διὰ καλυτέραν τοποθέτησιν τῶν ἐπιχειρημάτων των καὶ τῶν ἀπόψεών των, εἶναι ἕνας θεσμὸς πραγματικὰ ὠφέλιμος, πραγματικὰ δημοκρατικός.

§165Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ διάταξις ἀπησχόλησε καὶ τὴν Ἐπιτροπήν, τὴν ἐπεξεργασθεῖσαν τὸ σχέδιον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἠσχολήθη ἐπίσης ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ παμψηφεὶ σχεδόν, ἐξαιρέσει τριῶν ψήφων, ἀπέκρουσε τὴν ἀρχὴν τῆς καθιερώσεως τῆς ἐγγράφου εἰσηγήσεως. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὅτι ἡ ἔγγραφος εἰσήγησις θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου καὶ εἰς τὴν καλυτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἡ ἐπιτυχία τῆς εἰσηγήσεως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι τὴν αὐτὴν ἐπιτυχίαν καὶ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα πρόκειται νὰ ἔχῃ καὶ εἰς τὴν παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ διαδικασίαν. Ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς καινοτομίας ταύτης κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐξέθηκα τὰς γενικωτέρας σκέψεις, ἐφ’ ὧν ἐβασίσθη ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς τῆς ἐγγράφου εἰσηγήσεως, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀρχίζῃ ἡ ἐπὶ τῆς ἀναιρέσεως συζήτησις. Φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ καταπονήσω ἀσκόπως τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη ἐξαντληθῆ ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς. Ἐπειδὴ συνάδελφος ἐπεκαλέσθη καὶ ἀνέγνωσεν ὡρισμένας ἀπόψεις, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκτεθείσας ἀπόψεις διαπρεποῦς δικαστικοῦ, τοῦ ἀρχαιοτέρου Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ Ἀντεισαγγελεὺς κ. Κόλλιας προέτεινεν: Ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσηγητοῦ, ὑποχρέου νὰ ἐκφράζῃ γνώμην ἐπὶ τῶν λόγων ἀναιρέσεως, ὅστις εὐδοκίμως λειτουργεῖ ἀλλαχοῦ, δέον νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν. Διότι ναὶ μὲν θὰ συνεπιφέρῃ ἴσως, τὴν μείωσιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Εἰσηγητῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὅταν ἡ ἔκθεσίς του θὰ ὑφίσταται τὸν δίκαιον ἔλεγχον τῶν παραγόντων τῆς δίκης ἐπ’ ἀκροατηρίῳ, οὐχ’ ἧττον, ὅμως, θὰ ἀνυψώσῃ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τοῦ δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι θὰ προλαμβάνωνται τοιουτοτρόπως πλάναι ἢ παραδρομαί. Εἶναι προτιμότερον νὰ ἐλέγχηται ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ὁ Εἰσηγητής, παρὰ ὁλόκληρον τὸ δικαστήριον, μετὰ τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἐκδήλως ἐσφαλμένης ἀποφάσεως. Ἡ ὀρθοτέρα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἀξίζει περισσότερον τῶν μικροφιλοτιμιῶν. Ἡ ἐκ προοιμίου ἔκφρασις γνώμης οὐδὲν τὸ ἄτοπον ἐνέχει, διότι ὑποτίθεται, ὅτι δὲν εἶναι ἡ τελική, ἔργον δὲ τιμίων καὶ ἀνωτέρων ἀνθρώπων, οἷοι οἱ Ἀρεοπαγῖται, εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τῆς πλάνης... Νομίζω, κατὰ συνέπειαν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ θέμα δὲν χρήζει περαιτέρω ἀναπτύξεως καὶ παρακαλῶ ὅπως γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον.

§166Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ τονίσω αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ ἡ τόσον εὔγλωττος ἀνάπτυξις τοῦ θέματος ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια. Μόνον δύο λέξεις ἤθελον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Παπασπύρου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι τάχα ἡ εἰσήγησις νεκρώνει τὸν θεσμὸν Εἰσαγγελέως. Ὄχι μόνον δὲν τὸν νεκρώνει, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὸν ἐνισχύει. Ὁ Εἰσαγγελεὺς ὡς ἐκπρόσωπος πλέον τῆς Πολιτείας, καὶ ἔξω τῶν ἀπόψεων τῶν διαδίκων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιθανὸν ὑποσυνειδήτως νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ πελάτου, θὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐντελῶς ἀντικειμενικῶς, ὡς ἐκπρόσωπος τῆς ἀφηρημένης ἐννοίας τῆς Πολιτείας. Ὁ θεσμὸς τῆς εἰσηγήσεως ἀναδεικνύει τὰς ἱκανότητας καὶ ἐνῷ διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Εἰσαγγελέως ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία μόνον εἰς τὸν κατέχοντα τὴν Εἰσαγγελικὴν ἕδραν, νὰ ἀναπτύξῃ δημοσίᾳ τὰς νομικάς του γνώμας, τὰς νομικάς του κρίσεις καὶ ἢ νὰ ἀναδειχθῇ εἰς τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν τοῦ νομικοῦ κόσμου ἐὰν ὀρθῶς ἔκρινε, ἐὰν ἐπιστημονικῶς ἐργάζεται, ἢ νὰ καταπέσῃ εἰς τὴν κοινὴν κρίσιν, ἐὰν ἡ ἐργασία του ἦτο ἀξία καταδίκης, κατὰ μείζονα λόγον, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν μὲ τὰς εἰσηγήσεις τὰς ὁποίας θὰ κάμνουν δημοσίᾳ, δὲν παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς ὅλους αὐτοὺς ἢ νὰ ἀναδειχθοῦν, ἢ νὰ ὑποχρεωθοῦν, μειωμένοι πλέον ἐν τῇ ἐκτιμήσει καὶ τῶν συναδέλφων των καὶ τοῦ λοιποῦ νομικοῦ κόσμου νὰ ἀφήσουν τὴν θέσιν των ἐλευθέραν διὰ τὴν ἀνάδειξιν νεωτέρων, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ ζημίαν ἐκ τούτου ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ ζημίαν ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ ζημίαν ἡ κοινωνία, διὰ τῆς ὀρθοτέρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἔχωμεν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ὄφελος. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐτόνισεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις ὅτι οἱ Ἀρεοπαγῖται δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμνουν τὴν εἰσήγησίν των.

§167Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ποῖος τὴν ὑπεστήριξεν;

§168Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ποὺ ἐδιαβάσατε προηγουμένως. Νομίζω, ὅτι ὅλοι θὰ εἶναι εἰς θέσιν. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἱκανότητος ἑνὸς συλλογικοῦ ὀργάνου, ἀποτελουμένου ἀπὸ δεκάδας προσώπων, δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν μεμονωμένην περίπτωσιν, ὅτι λόγῳ ἡλικίας ἢ ἄλλων λόγων, ἕνα μέλος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τόσα, ὅσα ἀπαιτεῖ ἡ ὑψηλὴ θέσις τὴν ὁποίαν κατέχει, τὸν θεσμόν, ὡς θεσμὸν θὰ κρίνωμεν καὶ τὴν εὐρυτέραν ἀπόδοσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἀναμένει ἀπὸ τὸν θεσμόν. Εἰς ἐκεῖνα θὰ ἀποβλέπωμεν. Νομίζω, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἐπωφελέστερος. Δὲν εἶναι μειωτικὸν διὰ τὸν Εἰσηγητήν, ἐὰν ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀντίθετος. Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι καὶ αὐτὸ ἰσότιμον πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐν τῇ ἁρμοδιότητί του, Ἀκυρωτικὸν δικαστήριον δι’ ὡρισμένας κατηγορίας, διοικητικῶν διαφορῶν τὸ πρῶτον Ἀκυρωτικὸν Δικαστήριον ὡς πρὸς ὡρισμένας διαφορὰς τὸ δεύτερον. Πολλάκις ἔχομεν παρατηρήσει ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας νὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν εἰσήγησιν, εἴτε διότι ὁ Εἰσηγητὴς εἰσηγεῖται παραδοχὴν τῆς προσφυγῆς ἢ τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως, καὶ ἡ ἀπόφασις εἶναι, ἀπορριπτική, ἢ τοὐναντίον, ὁ Εἰσηγητὴς προτείνει τὴν ἀπόρριψιν καὶ ἡ ἀπόφασις δέχεται. Οὐδενὸς εἰς τὴν σκέψιν ἐθεωρήθη ποτὲ ὅτι μειοῦται ὁ Εἰσηγητὴς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἡ ἀπόφασις ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν εἰσήγησίν του. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, ἔχομεν σωρείαν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀσκεῖ ἀναίρεσιν, χάριν τοῦ νόμου. Αὐτὸ δὲν θίγει τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν. Διότι, ἐπὶ τέλους, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, εἰς τὰ νομικὰ ζητήματα, θὰ ἦτο περίεργον νὰ συμφωνοῦν ὅλοι οἱ νομικοί. Ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων ὑπάρχει ἡ διαφορὰ ἀπόψεων. Καὶ ἡ προσπάθεια ὅλων εἶναι πῶς θὰ εὑρεθῇ ἐκείνη ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία, ὄχι θὰ εἶναι ἀληθής, ἀλλὰ κατὰ τὸ λατινικὸν γνωμικὸν «.... (ἀναγινώσκει)....» τὸ δεδικασμένον δὴ ἀληθείας ἔχεται. Δὲν ὑπάρχει, λοιπόν, κίνδυνος νεκρώσεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως, οὔτε κίνδυνος μειώσεως τοῦ ἄλφα ἢ τοῦ βῆτα Εἰσηγητοῦ ἐὰν τυχὸν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν εἰσήγησίν του. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσηγούμην τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Εὔχομαι (ὁμιλεῖ εἰς τόνον χαρίεντα) εἰς ἄλλο νομοθέτημα νὰ μοῦ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ τὸν ἐπικρίνω μὲ ἴσην αὐστηρότητα πρὸς τὴν διάθεσιν μὲ τὴν ὁποίαν τὸν ἐπαινῶ σήμερον.

§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κηπουρὸς, ἔχει τὸν λόγον.

§170Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διὰ τῆς εἰσαχθείσης παρ’ ὑμῶν τροπολογίας λέγετε ὅτι δύναται ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ λόγους ἀναιρέσεως, ἔστω καὶ ἐὰν δὲν ἐπροτάθησαν ἀπὸ τὸν ἀναιρεσείοντα. Ἔκαμε μίαν ἑρμηνείαν τῆς λέξεως «δύναται» ὁ κ. Ἡλιοῦ ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἀπηντήσατε.

§171Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον «δύναται» ἐγώ.

§172Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Νομίζω.

§173Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κατ’ ἐξαίρεσιν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξετάζει. Ὄχι δύναται.

§174Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Διατὶ νὰ δύναται ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀναιρέσεως ὅταν τοὺς διαβλέπῃ καὶ νὰ μὴ τοὺς λαμβάνῃ ὅταν δὲν τοὺς διαβλέπῃ. Θὰ ἤθελον, περαιτέρω, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ μιᾶς ἀντιγνωμίας, ἡ ὁποία δημιουργεῖται μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 7 καὶ τοῦ ἄρθρου 15. Εἰς τὸ ἄρθρον 15 καθορίζονται αἱ προθεσμίαι μέχρι τῶν ὁποίων δύνανται οἱ διάδικοι νὰ ὑποβάλουν προσθέτους λόγους ἀναιρέσεως; Εἴπατε ὅτι ὁ Εἰσηγητὴς θὰ καταθέσῃ τὴν εἰσήγησίν του πρὸ 8 ἡμερῶν καὶ ἑπομένως οἱ διάδικοι θὰ εἶναι εἰς θέσιν εἰς τὸ διάστημα τῶν 8 ἡμερῶν νὰ ἀποκρούσουν τοὺς λόγους ἀναιρέσεως, τοὺς ὁποίους ὁ Εἰσηγητὴς περιλαμβάνει εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Καθίστανται πλέον δημοσίας τάξεως οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀναιρέσεως ἐφ’ ὅσον τὸ δικαστήριον εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς εἰσαγάγῃ αὐτεπαγγέλτως. Εἰς τὸν ἀναιρασείοντα, ὅμως, τίθεται προθεσμία μεγαλυτέρα. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει μία νομικὴ διάστασις, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ. Θὰ ἔπρεπε ἢ νὰ θέσωμεν ὡρισμένην προθεσμίαν ἢ νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς διαδίκους τὴν εὐχέρειαν νὰ ὑποβάλουν τοὺς προσθέτους λόγους ἀναιρέσεως, ὅταν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους λαμβάνῃ αὐτεπαγγέλτως ὑπ’ ὄψιν ὁ Ἄρειος Πάγος, μέχρι τῆς προθεσμίας καθ’ ἣν ὁ Εἰσηγητὴς θὰ καταθέσῃ τὴν εἰσήγησίν του. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομοτεχνικῆς καὶ δικαιωμάτων, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὀρθόν. Διὰ τίνα λόγον νὰ παρέχωμεν εἰς τὸν Εἰσηγητὴν τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν καὶ νὰ μὴ τὴν παρέχωμεν εἰς τὸν διάδικον, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβάλλῃ τοὺς λόγους ἀναιρέσεως ἐκ τῶν λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν αὐτεπαγγέλτως ἀπὸ τὸ δικαστήριον. Καὶ νομοτεχνικῶς δὲν στέκει τὸ θέμα καὶ θὰ ἤθελον νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος ἐναρμονισμοῦ τῶν ἄρθρων 7 καὶ 15.

§175Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι ἐνδιαφέρον τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐχειρίσθη ὁ κ. συνάδελφος. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ δικαστηρίου νὰ ἐξετάζῃ αὐτεπαγγέλτως τὰ νομικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐξετάζῃ, πάντοτε ἕπεται χρονικῶς τῆς προθεσμίας ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει ὁ διάδικος νὰ ὑποβάλῃ τοὺς λόγους. Σημειωτέον, ὅμως, ὅτι ὁ διάδικος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπρόλαβε νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως τοὺς λόγους ἀναιρέσεως, ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Εἰσηγητοῦ διὰ τῶν προτάσεών του καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισημάνῃ τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἐντοπίζονται οἱ λόγοι οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξεταστέοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἔθιξε διὰ τοῦ δικογράφου του τῶν προσθέτων λόγων. Ἡ διάταξις λέγει ὅτι ἡ τελευταία στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαστήριον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ταῦτα, εἶναι ἡ κατάθεσις τῆς εἰσηγήσεως, δηλαδὴ ἡ 8ήμερος προθεσμία. Ἐὰν δὲν ἔχῃ περιληφθῇ λόγος ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξεταστέος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν οὔτε ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον.

§176Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Νὰ παράσχωμεν τὴν εὐχέρειαν καὶ εἰς τοὺς διαδίκους. Οὐδαμοῦ εἰς τὴν νομοθεσίαν μας ὑπάρχει ἡ ἀντινομία αὐτή.

§177Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου, καθ’ ἣν θὰ πρέπει καὶ ὁ διάδικος νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως, βέβαια, τοὺς λόγους, ὥστε νὰ τοὺς ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ ὁ Εἰσηγητής. Ὅταν ὑποχρεώνωμεν τὸν Εἰσηγητὴν νὰ καταθέσῃ τὴν εἰσήγησίν του ἔγγραφον πρὸ 8 ἡμερῶν, ὑποτίθεται ὅτι καὶ ὁ διάδικος πρέπει νὰ θέση ὑπ’ ὄψει τοῦ Εἰσηγητοῦ τοὺς ἰσχυρισμούς του πρὸ μεταγενεστέρας προθεσμίας.

§178Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Πρέπει τὸ δικαστήριον νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τοὺς προσθέτους λόγους. Τὴν ἀπόφασιν θὰ τὴν ἐκδώσῃ τὸ δικαστήριον καὶ ὁ ἀναιρεσείων δικηγόρος τὰς ἐνστάσεις αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς ὑποβάλῃ. Νὰ μὴ τοῦ στερήσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτό. Τὸ θέμα εἶναι κατὰ ποῖον τρόπον θὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ἀντίδικος τῶν προσθέτων αὐτῶν λόγων.

§179Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ εἶναι προπαρασκευασμένος ὁ Εἰσηγητὴς ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον. Διατυποῦνται φόβοι ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ ὁ Εἰσηγητὴς εἰς τὸ θέμα αὐτό. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῦμεν ὑποβολὴν πλήρους εἰσηγήσεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ δοθῇ ὁ χρόνος καὶ ἡ εὐκαιρία νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ Εἰσηγητὴς τῶν λόγων αὐτῶν;

§180Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τί θὰ βλάψῃ ἐὰν τὸν πρόσθετον λόγον ἀναιρέσεως τὸν ὑπὸ τοῦ διαδίκου προβαλλόμενον μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του δὲν τὸν ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ Εἰσηγητής. Τὸ δικαστήριον θὰ κρίνῃ ἐὰν αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι βάσιμος ἢ ὄχι. Εἴτε ὁ εἰσηγητὴς τὸν προτείνει, εἴτε ὁ διάδικος, τὸ δικαστήριον θὰ κρίνῃ.

§181Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ. Ἡ προθεσμία τῆς καταθέσεως ἔπρεπε νὰ εἶναι 15 ἡμέραι διὰ νὰ μελετήσουν καὶ τοὺς προσθέτους λόγους.

§182Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ ἡ προθεσμία τῶν 8 ἡμερῶν δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἀλλὰ πάντως εἶναι μία προθεσμία διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὴν εἰσήγησίν του ὁ Εἰσηγητής.

§183Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συμμερισθῶ τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ συνάδελφος κ. Παπασπύρου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τοῦ Εἰσηγητοῦ. Ὁ κ. Μπακόπουλος, ἔκαμε μίαν ἐξήγησιν, καὶ εἶπεν ὅτι καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσηγητοῦ. Βεβαίως, ἀλλὰ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ὑπάρχει Εἰσαγγελεύς, κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει θιγόμενον πρόσωπον. Ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σημειώσω ὡρισμένους φόβους, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φημίζεται διὰ τὸ ἦθος του καὶ διὰ τὴν ἀγάπην ποὺ τρέφει πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο μία προσπάθεια μειώσεως τοῦ κύρους τοῦ σημερινοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπίσης, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι κατὰ τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης ἐκ μέρους τοῦ Εἰσηγητοῦ μήπως δημιουργηθῇ μία σοβαρὰ ἀντιδικία μεταξὺ Εἰσαγγελέως καὶ Εἰσηγητοῦ. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ τάσσομαι ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐγγράφου εἰσηγήσεως.

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας, ἔχει τὸν λόγον.

§185Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος. Τὸ γεγονὸς εἶναι ἕνα, ὅτι οἱ δικαστικοί μας ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς των καὶ ὅλοι ἐργάζονται πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὀρθὸν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν θέλω ποτὲ νὰ πιστεύσω ὅτι εἶναι δυνατὸν Ἕλληνες δικασταὶ ἰσόβιοι νὰ συγκρουσθοῦν εἰς τὴν διατύπωσιν γνώμης καὶ νὰ φθάσουν εἰς τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος.

§186Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδέεται οἱονδήποτε νομοθέτημα μὲ τὰ πρόσωπα δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ ἀστόχως ὑπεμνήσθη σήμερον ὅτι ἐπειδὴ τὸ 1954 ἐψηφίσθη ἕνα νομοσχέδιον ἀποκλεῖον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον συμπληρώνει τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Εἰσαγγελέως.

§187Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο προσπάθεια μειώσεως τοῦ προσώπου τοῦ σημερινοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου.

§188Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν ἐκτίμησίν μου πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ἐξεδήλωσα ἐμπράκτως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον καὶ ἐπανέφερον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.

§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σεργάκης, ἔχει τὸν λόγον.

§190Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου, εἶναι ὀρθὴ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ σχετικὴ τροπολογία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀναιρεσείων θὰ δύναται νὰ καταθέσῃ προσθέτους λόγους ἀναιρέσεως, μόνον διὰ τοὺς ἐν τῇ παραγράφῳ 4, τοῦ ἄρθρου 7 λόγους, μέχρι τῆς προθεσμίας δηλαδὴ πρὸ 8 ἡμερῶν, καθ’ ἣν καὶ ὁ εἰσηγητὴς δύναται νὰ διατυπώσῃ τούτους ἐξ ἐπαγγέλματος. Τοῦτο ἐπιβάλλεται, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς λέξεως «ἐξετάζει» καθιεροῦται ἐπιταγὴ καὶ ὑποχρέωσις τοῦ Εἰσηγητοῦ νὰ ἀναφέρῃ τοὺς λόγους ἐξ ἐπαγγέλματος. Ἐὰν παραβιασθῇ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις δὲν ὑπάρχει στάδιον ἐξετάσεως τοῦ λόγου ἀναιρέσεως. Δέον, συνεπῶς, παραλλήλως ὁ διάδικος ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας νὰ καταθέσῃ προσθέτους λόγους διὰ τοὺς ἐν τῇ παραγράφῳ 4 τοῦ ἄρθρου 7, ἐφ’ ὅσον ὁ εἰσηγητὴς θὰ παρέλειπε ἐκ νομικῆς ἀντιρρήσεως καὶ οὕτω ἀποκλείεται ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἐξέτασις ἀπὸ τὸ δικαστήριον.

§191Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μόνον δύο λέξεις, διότι ἤθελον νὰ καθησυχάσω τὸν ἄρτι ἀσχοληθέντα κ. συνάδελφον, ἐκ τοῦ ἰδίου διαμερίσματος καὶ νὰ δηλώσω ὅτι πᾶν ὅ,τι ἀνέφερον δὲν τὸ ἀνέφερον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπετεύχθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἀντιτιθέμενος εἰς ἐμὲ, ἔσπευσε νὰ ψηφίσῃ τὴν διάταξιν. Ὑπῆρξε μία πρακτικὴ ὠφέλεια.

§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 18 καὶ 21;

§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά, δεκτά.

§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 18 καὶ 21. Ἄρθρον 29. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§195Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν.

§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.

§197Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 7. Ὑπέθεσα, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 7, εἴπατε 8, ἀντὶ 18.

§198Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ἐλείψατε ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία εἶχε προηγηθῆ, δὲν ἔχετε κατατοπισθῆ. Ἐψηφίσθησαν ὅλα τὰ ἄρθρα, μέχρι καὶ τοῦ 28. Εἶχον παραμείνει ἐκκρεμῆ τὰ ἄρθρα 7, 18 καὶ 21, διότι αὐτὰ εἶχον συναφεῖς προσθήκας αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν εἰς τὸ διανεμηθὲν κείμενον. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπηκολούθησεν ἡ ἐπιψήφισις ὅλων τῶν ἄλλων ἄρθρων καὶ ἡ συζήτησις ἔγινεν ἑνιαία καὶ διὰ τὰ τρία αὐτὰ ἄρθρα. Σεῖς εὐλόγως παρεξηγήσατε τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπισπεύδεται ἡ συζήτησις, ἀλλὰ ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστατευθῇ μὲ τὴν καθυστέρησιν τὴν ἰδικήν σας.

§199Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἤμην βουλευτὴς ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ἄρθρου 18 ἤμην μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐψηφίζατε τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἑπόμενον τοῦ ἄρθρου 7, καὶ αὐτὸς ὁ λόγος ὑπῆρξε διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα τὸν λόγον. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8.

§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐψηφίσθη. Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.

§201Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ὑπάρχῃ μία δημοσία ὑπηρεσία διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ὑπερηφανευόμεθα, ἀναμφισβητήτως ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ κανονικὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, πρέπει νὰ ἔχωμεν τοὺς καλοὺς δικαστάς, καὶ διὰ νὰ ὑπάρχουν ἐπίσης καλοὶ δικασταί, ἐκτὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας, ἡ ὁποία ἐζητήθη ἀπὸ ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς Βουλῆς, μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, πρέπει νὰ ἔχουν οἱ δικασταί μας καὶ καλὴν ἐπαγγελματικὴν ἐξέλιξιν. Θὰ ἀναπτύξω, κύριε Πρόεδρε, μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργός, τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρακαλῶ καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, διότι εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν κανονικὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ΧΜΖ)1877, τοὐτέστιν πρὸ 80 ἀκριβῶς ἐτῶν, ἀπὸ σήμερον, ἱδρύθη ὁ Ἄρειος Πάγος. Τότε ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἕνα Πρόεδρον, ἕνα Ἀντιπρόεδρον, ἀπὸ ἕνα Ἀντεισαγγελέα, καὶ ἀπὸ δεκατρεῖς Ἀρεοπαγίτας. Τότε τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκοντο εἰς τὸν Δομοκὸν τῆς Λαμίας, ὁ δὲ πληθυσμὸς ἦτο τὸ ¼ τοῦ σημερινοῦ. Σήμερον τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἔχουν ὑπερτριπλασιασθῆ. Ὁ νομοθέτης ἔλαβε πρόνοιαν νὰ αὐξηθοῦν αἱ θέσεις τῶν Ἀντιπροέδρων τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ εἷς ἐγένοντο τρεῖς, οἱ Ἀντεισαγγελεῖς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπὸ εἷς ἐγένοντο τέσσαρες, οἱ Ἀρεοπαγῖται ἀπὸ δεκατρεῖς, κατὰ τὸ 1877, ἔγιναν εἴκοσι δύο. Ὡς γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ Ἀνώτατον Ἀκυρωτικὸν Δικαστήριον ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο τμήματα. Τὸ ἕνα δικάζει τὰς αἰτήσεις ἀναιρέσεως τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων τῶν οὐσιαστικῶν δικαστηρίων, δηλαδὴ Εἰρηνοδικείων, Πρωτοδικείων, Ἐφετείων, καὶ τὸ ἕτερον δικάζει τὰς αἰτήσεις ἀναιρέσεως τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, καὶ τῶν βουλευμάτων. Διὰ τοῦ ἄρθρου 24 θεσμοθετεῖται καὶ κἄτι καινούργιο. Ὅταν μία ὑπόθεσις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πραγματικὸν αὐτῆς μέρος, εἶναι ὥριμος, θὰ τὴν κρατῇ ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ νὰ τὴν συζητήσῃ ὁ ἴδιος καὶ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν. Συνάδελφος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἀνέφερεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι εἶχε μίαν ὑπόθεσιν ἀπὸ τὸ 1924 καὶ τὴν ἐξεδίκασε τὸ 1953. Ἐγὼ προσωπικῶς, κύριε Πρόεδρε, εἶχον προσωπικὴν ὑπόθεσιν δικαστικῆς ἀγωγῆς κυριότητος ἀπὸ τὸ 1933. Δὶς ἀνῃρέθη, δὶς ἐστάλη εἰς ἕτερον Ἐφετεῖον, καὶ ἐξεδικάσθη τὸ 1945.

§202Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω πεῖραν, ἀπὸ περίπτωσιν προσωπικήν, ἐπὶ δίκης νομῆς. Τὸ 1899 εἰσήχθη εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου ἀγωγὴ περὶ νομῆς, ὅταν δὲν εἶχε συσταθῆ ἀκόμη τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου. Ἡ ὑπόθεσις ἤχθη ἐν συνεχείᾳ δὶς εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, ἔφθασεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀνεπέμφθη εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε δύο ἀποφάσεις, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς ἐπὶ τῆς διαφορᾶς ζῶντος ἀκόμη τοῦ ἀρχικοῦ διαδίκου. Ἡ ταλαιπωρία ἐπιταθεῖσα ἀπὸ θεσπισθέντα ἑκάστοτε δικαιοστάσια καὶ ἄλλους εἰδικοὺς καὶ γενικοὺς λόγους, μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1956, ὅτε προσεχώρησα ὡς δικαιοδόχος εἰς ἐπαχθῆ συμβιβασμὸν διότι ἄλλως ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἡ δίκη ἐκκρεμὴς μέχρις ἀποβολῆς τῆς ἰδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.

§203Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι δι’ ὅσων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἡ ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ βαθμοῦ των καθίσταται ἔτι μᾶλλον ἐπιτακτική, διότι οὕτω ἐπὶ πλέον παρέχομεν καὶ κἄποιαν διέξοδον εἰς τὴν σημερινὴν ἀσφυκτικὴν ἱεραρχικὴν ἐξέλιξιν τῶν δικαστῶν τῆς ὑπολοίπου δικαστικῆς ἱεραρχίας. Διότι οὕτως αὐτομάτως αὐξάνομεν καὶ αὐτῶν τὰς θέσεις. Δὲν νομίζω, ὅτι προσκομίζω τι νέον εἰς τοὺς ἐξ ὑμῶν δικηγόρους, ἀναφέρων, ὅτι ὑπάρχουν Πρωτοδῖκαι, οἱ ὁποῖοι παραμένουν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ἐπὶ 20ετίαν περίπου, καίτοι εἶναι ἄριστοι δικασταὶ καὶ ἔχουν ἐκθέσεις προαγωγῆς κατ’ ἐκλογήν, ἐλλείψει ὀργανικῶν θέσεων ἀνωτέρων βαθμῶν. Φρονῶ, ὅτι παρόμοιον γεγονὸς δὲν ἔχει διαπιστωθῆ εἰς ἄλλον κλάδον τῆς Κρατικῆς μηχανῆς. Διὰ τοῦτο, κ. κ. συνάδελφοι, ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου τὰς 3 θέσεις, νὰ τὰς αὐξήσωμεν εἰς 7, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἀποβῇ τελικῶς ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς Πατρίδος.

§204Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναφερόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 29, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν διὰ τὴν μικρὰν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἡ προσθήκη, ὅμως, τριῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, ἀποβαίνει εἰς βάρος τῶν Ἐφετείων, διότι μειοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν. Γνωρίζετε δέ, ὅτι πέντε Ἐφετεῖα, Κερκύρας, Αἰγαίου, Θράκης κ.λ.π. ἔχουν μειωμένον ἀριθμὸν Ἐφετῶν. Ὅταν, συνεπῶς, ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ συμπληρώσωμεν αὐτὰς τὰς κενὰς θέσεις τῶν Ἐφετείων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μειώσωμεν περαιτέρω τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐφετῶν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει, νομίζω, εἶναι νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ θέμα τῆς συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων τῶν Ἐφετείων, θαρραλέως διὰ προσθήκης 5 νέων Ἐφετῶν. Σημειώσατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τοὺς Ἐφέτας τοὺς λαμβάνετε μὲ τὸ συζητούμενον ἄρθρον, ἀπὸ τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαρημένον καὶ ἔχει ἀνάγκην καὶ ἄλλων Ἐφετῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν νὰ ἀναθεωρήσητε τὴν σκέψιν σας αὐτὴν τῆς καταργήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐφετῶν κατὰ 3, νὰ διαγράψητε τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ προσθέσητε νέαν, διὰ 5 νέους Ἐφέτας, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν Ἐφετείων τῶν ἐπαρχιῶν.

§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου, ἔχει τὸν λόγον.

§206Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἡ ἀμετακίνητος καὶ ἐπίμονος ἄποψίς μου διὰ τὴν προσθήκην 7 θέσεων Ἀρεοπαγιτῶν, δὲν προέρχεται ἀπὸ διάθεσιν παραχωρήσεως πρὸς τὸ δικαστικὸν Σῶμα. Δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἡ θεσπιζομένη νέα ἀκυρωτικὴ διαδικασία, ἂν δὲν δημιουργηθῇ νέον Τμῆμα παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ ἐξ ἑπτὰ Ἀρεοπαγιτῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ὁ τότε Πρόεδρος καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Ἀδαμόπουλος, πρῶτος εἰσηγήθη τὴν προσθήκην τῶν ἑπτὰ θέσεων Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως, ἀπεδέχθη τοῦτο. Ἤδη εἶναι ἔκδηλος ἡ ἄποψις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ τὴν προσθήκην ἑπτὰ θέσεων Ἀρεοπαγιτῶν, χωρὶς περικοπὴν ἰσαρίθμων θέσεων Ἐφετῶν, διότι καὶ τὰ Ἐφετεῖα, ἰδίᾳ τὰ μεγάλα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ περικοποῦν αἱ θέσεις στενάζουν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος σκληρᾶς ἐργασίας. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι πάντοτε συμβιβαστικός, θὰ ἠμποροῦσα καὶ θὰ παρακαλοῦσα καὶ ὅλους τοὺς κ.κ. συναδέλφους, νὰ πᾶμε εἰς μίαν ἠπιωτέραν λύσιν. Δὲν θέλετε τοὺς 7, νὰ πᾶμε εἰς τοὺς 6, δὲν θέλετε τοὺς 6, νὰ σταματήσωμεν εἰς τοὺς 5, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν κάτω τῶν 5, διότι, καὶ ὡς μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, θὰ αἰσθανθῶ μίαν μείωσιν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ συνάδελφοι. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τοὺς 5, χωρὶς ἰσάριθμον κατάργησιν θέσεων Ἐφετῶν. Τὰ τελευταῖα αὐτὰ χρόνια παντοῦ ηὐξήθησαν αἱ θέσεις, ὁ μόνος κλάδος ὁ ὁποῖος ἔμεινε κλειστὸς ἦτο ὁ δικαστικός. Ποῦ νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι τὴν δουλειὰ τοῦ Πρωτοδικείου τὴν βγάζουν 10 Πρωτοδίκαι. Εἶναι ἕνας ἄθλος ἄνευ προηγουμένου. Βλέπετε ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι ὁμόθυμος ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Ἂς προχωρήσωμεν εἰς μίαν μέσην λύσιν διὰ νὰ τελειώσωμεν. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ παραγνωρίσητε τὴν ἔκδηλον διάθεσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ αἰσθήματά σας, ἀλλὰ καὶ τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον δείχνετε πρὸς τὰς ἀπόψεις τῶν βουλευτῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ κάμητε δεκτὴν τὴν τροπολογίαν διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.

§207Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἐλπίζω νὰ ἔχῃ προσέξει καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὴν προγενεστέραν, ὁπότε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, μὲ πόσον ἐνθουσιασμόν, ἐγὼ προσωπικῶς ὑπεστήριξα τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐξέθεσα ὅτι ἐκ τῆς καινοτομίας, ἡ ὁποία εἰσάγεται καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἀναμένομεν ὅλοι, καὶ ἐγὼ προσωπικῶς, τὴν ὀρθοτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ὅλη ἡ ὀρθότης τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς ἐκδοθησομένης ἀποφάσεως, οὔτε εἰς τὴν πληρεστέραν μελέτην τῶν λεπτομερειῶν τῆς ὑποθέσεως, πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Ἡ ὀρθὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἔγκειται καὶ εἰς τὴν ταχύτητα δηλαδὴ τῆς ἐκδόσεως τῆς τεμνούσης τὴν δίκην ἀποφάσεως. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου αὐξάνεται σημαντικῶς ἡ ἐργασία τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Μέχρι τοῦδε ὑπῆρχε μία παρωδία εἰσηγήσεως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διότι ἡ εἰσήγησις ἦτο ζήτημα μισῆς ὥρας. Τώρα, ὅμως, ὁ Εἰσηγητὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνατάμῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν δικηγόρων. Διὰ νὰ κάμῃ ἔγγραφον εἰσήγησιν χρειάζεται χρόνος καὶ κόπος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθουν οἱ Ἀρεοπαγῖται μὲ τὸν περιωρισμένον ἀριθμόν, εἰς τὸν ὄγκον τῆς προστιθεμένης ἐργασίας; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐὰν οὕτως ἡ Πολιτεία ἀποβλέπῃ εὐσυνειδήτως εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναμένομεν ἀπὸ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ὀφείλομεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἄλλως κτίζομεν εἰς τὴν ἄμμον. Κύριε Πρόεδρε, δὲν μὲ ἐπηρεάζει τὸ ἐπιχείρημα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βρανοπούλου, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν Ἀρεοπαγιτῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρύσωμεν τρίτον Τμῆμα. Εἶμαι φανατικὸς ἀντίπαλος τῶν τριῶν τμημάτων καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Βλάπτουν τοὺς θεσμοὺς οἱ πολλοὶ Πρόεδροι. Ἐξυπηρετοῦν πρόσωπα. Δὲν χρειάζονται πολλοὶ Πρόεδροι, χρειάζονται πολλὰ μέλη τῶν δικαστηρίων, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν πλείονος συνεδριάσεις, καὶ μὲ ὀλιγωτέρους Προέδρους. Βλάπτουν οἱ Πρόεδροι, διότι δὲν γίνονται Εἰσηγηταί. Διὰ τῆς ἀναδείξεως ἑνὸς Προέδρου, ἐπὶ πλέον, μειοῦται κατὰ ἕνα ὁ ἀριθμὸς τῶν Εἰσηγητῶν. Ἢ, λοιπόν, σοβαρῶς ἀποβλέπομεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἢ δὲν ἀποβλέπομεν σοβαρῶς. Μὲ ἐνθουσιασμὸν ὑπεστήριξα τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ὅταν βλέπω τὸ τελευταῖον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου μόνον ψιχία δίδονται εἰς τοὺς Ἀρεοπαγίτας, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐνθουσιασμός μου καταπίπτει, θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι φθάνω καὶ μέχρις ἀπελπισίας ὅταν βλέπω ὅτι αὐξάνωμεν τοὺς Ἀρεοπαγίτας μὲ ἀντίστοιχον μείωσιν τῶν Ἐφετῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Κοινὴ συνείδησις εἶναι ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἰς τὰ οὐσιαστικὰ δικαστήρια, εἰς τὰ Ἐφετεῖα καθυστερεῖ, θὰ κάμωμεν 5 Ἐφέτας, ἀπὸ ποῦ; Νομίζω, λοιπόν, διὰ νὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρποὺς τὸ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ αὐξηθοῦν οἱ Ἀρεοπαγῖται, τῶν δὲ Ἐφετῶν αἱ θέσεις, ἂν δὲν αὐξηθοῦν νὰ παραμείνουν τοὐλάχιστον ὅσαι εἶναι σήμερον. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, δὲν δέχομαι τὸν συμβιβασμόν, τῶν 5, ἐδέχθην τὴν πρότασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 7 ὡς ἐλάχιστον ὅριον καὶ ὄχι μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτὸ θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ἀποδώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐλπίζομεν. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐνῷ ἀποφεύγω κατὰ σύστημα νὰ ὑπογράψω προτάσεις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ὑπέγραψα πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας διὰ τὸ προκείμενον ζήτημα, λόγῳ τῆς ὑψίστης σημασίας τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς τὴν πρότασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς δαπάνης, δὲν νομίζω ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ κατὰ 7 ἀκόμη Ἀρεοπαγίτας, εἶναι τόσον σημαντική, ὥστε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ κολοβώσωμεν τὸν θεσμόν, τὸν ὁποῖον μὲ τόσον ἐνθουσιασμὸν ψηφίζομεν.

§208Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, κύριε Πρόεδρε, ἄφευκτος εἶχεν ἀνακύψει ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἡ ἀνάγκη αὐτὴ καθίσταται ἔτι ἐπιτακτικωτέρα σήμερον μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας τοῦ Ἀρείου Πάγου αὐξάνεται κατὰ πολύ. Ἴσως ὁ προταθεὶς ἀριθμὸς τῶν 7 θέσεων νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς μικρός, ἐν σχέσει μὲ τὸν ὄγκον τῶν ὑποθέσεων ἡ ἐπίλυσις τῶν ὁποίων ἀνατίθεται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Τέλος, φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνήκουστον καὶ οὐχὶ ἐποικοδομητικὸν τῆς δικαιοσύνης ἡ ἰσάριθμος κατάργησις θέσεων Ἐφετῶν. Καὶ οἱ Ἐφέται καλοῦνται νὰ ἐπιτελέσουν μέγα ἔργον καὶ θὰ εἶναι πρὸς βλάβην τῆς ἀπονομῆς τῆς οὐσιαστικῆς δικαιοσύνης, ἐὰν περικόψωμεν τὰς θέσεις των.

§209Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, θερμὸς ὑποστηρικτὴς τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βρανόπουλος. Ὁ λόγος δὲ ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑπερθεματίσω ὑπὲρ τῆς τροπολογίας ταύτης δὲν εἶναι μόνον τὸ γεγονὸς ὅτι τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἐπεξετάθησαν καὶ συνεπῶς ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ αἱ ὑποθέσεις τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ ἐπιλύσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι σήμερον εἰς τοὺς δικαστὰς ἔχομεν προσθέσει καὶ ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μὲν ἔργα καθαρῶς δικαστικά, συνδέονται, ὅμως, τὰ μέγιστα μὲ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τοὺς δικαστὰς σήμερον τοὺς καλοῦμεν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰς φορολογικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ εἰς πλῆθος ἄλλων Ἐπιτροπῶν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰ καθαρῶς δικαστικά των ἔργα. Πρό τινων ἐτῶν εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ὑπηρέτουν τρεῖς Πρωτοδίκαι καὶ ἦσαν ὑπεραρκετοί. Σήμερον ὑπηρετοῦν 6 καὶ δὲν ἐπαρκοῦν.

§210Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Μοῦ ἔλεγεν εἷς Ἐφέτης ὅτι συμμετέχει εἰς 17 Ἐπιτροπάς.

§211Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μάλιστα, εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Ἐκτός, λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἐπέκτασιν τῶν συνόρων εἶναι καὶ αὐτὸς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων τῶν δικαστῶν. Εἶναι συνεπῶς ἀνάγκη, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀριθμὸς τῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν νὰ αὐξηθῇ τοὐλάχιστον κατὰ 7, γιγνομένης δεκτῆς τῆς τροπολογίας τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Βρανοπούλου.

§212Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ κριθῇ μὲ ἐντελῶς ἐπιστημονικὰ κριτήρια, μὲ ἐλευθέραν τὴν σκέψιν καὶ τὴν συνείδησιν ἀπηλλαγμένην ἀπὸ κομματικοὺς ὑπολογισμούς. Ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων κ. κ. συναδέλφων, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν πραγματικότητα. Ὅλοι ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἐγὼ κρίνων τὰ πράγματα τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπὸ μακροῦ διακονῶ, νομίζω, ὅτι ηὐξήθησαν αἱ ἐργασίαι τῶν Ἐφετῶν, ὅπως ηὐξήθησαν καὶ αἱ ἐργασίαι τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου προστίθενται καὶ ἕτερα καθήκοντα. Ἐὰν αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ μειώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐφετῶν φοβοῦμαι μήπως διαπράξωμεν σφάλμα. Φρονῶ, ὅτι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ πρέπει, ἐνστερνιζόμενος τὸ θέμα, νὰ προσπαθήσῃ, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν λύσιν. Διότι, ἐὰν σήμερον αὐξήσῃ τὰς θέσεις φοβοῦμαι μὴ τυχὸν δὲν δύναται νὰ τὰς πληρώσῃ. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ ἁρμόζουσα λύσις.

§213Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἰς ὅσα, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ, ἀνεπτύχθησαν ἐπιχειρήματα, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ ἕνα ἀκόμη, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐνταθῇ κατά τινα τρόπον ἡ ἐπιθεώρησις τῶν κατωτέρων δικαστηρίων. Διότι, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ρεαλισταὶ πρέπει νὰ συνομολογήσωμεν ὅτι παρὰ τὴν ἀναμφισβήτητον εὐσυνειδησίαν τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν, ἡ δικαιοσύνη ὑφίσταται κρίσιν καὶ θὰ ὑφίσταται κρίσιν, κύριε Ὑπουργέ. Ἂς μὴ πλανώμεθα, μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θελήσουν νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι οἱ δικασταὶ νὰ ἀμείβωνται καθ’ ὃν τρόπον ἀμείβονται εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ θὰ γίνῃ κατανοητόν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι κἄτι διάφορον ἀπὸ τὴν συνήθη ὑπαλληλικὴν ἱεραρχίαν, καὶ θὰ γίνῃ ἐκεῖνο ποὺ γίνεται εἰς ἄλλας χώρας, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ εἶσθε 25 χρόνια σπουδαῖος δικηγόρος διὰ νὰ γίνετε Πρωτοδίκης. Μέχρις ὅτου καταστῇ συνείδησις τοῦτο εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, ἡ δικαιοσύνη θὰ ὑφίσταται κρίσιν. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς Παρέδρων δὲν προσέρχονται δικηγόροι, δεδομένου ὅτι ἔχουν ὑπ’ ὄψει των τὸν γλίσχρον μισθὸν τοῦ δικαστοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ δύνανται εὐχερῶς νὰ ἀποκτήσουν διὰ τῆς ἀσκήσεως τῆς δικηγορίας. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κρίσεως. Παραλληλίσατε τοὺς σημερινοὺς δικαστὰς πρὸς τοὺς Τζιβανόπουλον, Χατζᾶκον, Ζηλήμονα. Εἶμαι βέβαιος, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶσθε σύμφωνος εἰς τὴν βάσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ συμφωνῇ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πρέπει νὰ ἀνυψωθῇ τὸ βιοτικὸν ἐπίπεδον τῶν δικαστῶν. Μέχρις ὅτου καταστῇ τοῦτο δυνατὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ ἐπιθεώρησις τῶν κατωτέρων δικαστηρίων, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἀσκήσεως ἐλέγχου, ἀλλὰ τῆς καθοδηγήσεως τούτων. Μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα καὶ μὲ τὰ ἄλλα τὰ ὀρθότατα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι εἰς βάρος τῶν Ἐφετῶν, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ καθοδήγησις τῶν κατωτέρων δικαστῶν. Μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ ἀπὸ ὅλους ἀντιληπτὸν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἐξυψωθῇ, ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους, διότι ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος της, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως ποιοτικῆς, ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως καὶ αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθῇ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποὺ ἀνεπτύχθησαν πρὸ παντὸς διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν δικαστῶν. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποὺ ἀνεπτύχθησαν, νομίζω ὅτι θὰ σᾶς πείσῃ, νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν προτεινομένην λύσιν.

§214Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα τῆς αὐξήσεως τῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν πρέπει νὰ κριθῇ, ὄχι μόνον μὲ βάσιν τὰ ὅσα πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξαν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ἀλλὰ μὲ βάσιν τὸ γενικὸν ὑπαλληλικὸν θέμα. Ὅπως γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατώρθωσαν νὰ αὐξήσουν τὰς ἀνωτέρας θέσεις των. Ὅπως δὲ εἶπον κατὰ τὴν ψήφισιν ἄλλου νομοσχεδίου αὐτὴ ἡ προσπάθεια τῆς αὐξήσεως ἐγένετο, ὄχι μόνον διότι αἱ ἐργασίαι ὅλων τῶν κλάδων ηὐξήθησαν, καὶ συνεπεία τούτου ἦτο ἀναγκαία ἡ αὔξησις τῶν ἀνωτέρων θέσεων, ἀλλὰ ὅπως γνωρίζετε αἱ ἀνώτεραι θέσεις εἶναι τὰ ἰδανικὰ τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι. Ἐὰν πάρωμεν τὸ μέτρον τῆς ἀναλογίας τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἔγινε τοιαύτη αὔξησις εἰς τὰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀνειρευθοῦν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Κατὰ συνέπειαν, νομίζω ὅτι ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ γεγονότος τούτου, ὅτι δὲν πρέπει οἱ δικαστικοὶ ἐπειδὴ δὲν ἀπεργοῦν, ἐπειδὴ δὲν συνδικαλίζονται, ἐπειδὴ δὲν ἐνοχλοῦν νὰ μὴ εὕρουν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν τους, τὴν κατανόησιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ. Εἰς τὸ παρελθόν, ὅτε ὡς Πρόεδρος τῆς Α.Δ.Ε.Δ.Υ. διεξῆγον ἀγῶνας πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καίτοι οἱ δικαστικοὶ δὲν μετεῖχον εἰς τὴν Α.Δ.Ε.Δ.Υ., πάντοτε ἐφροντίζαμε διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν τυχὸν εὐεργετημάτων καὶ εἰς τοὺς δικαστικούς. Καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι πάντοτε διεκήρυξαν καὶ εἶπον ὅτι οἱ δικαστικοὶ πρέπει νὰ ἀμείβωνται διὰ τὸ καλὸν τοῦ Ἔθνους. Κατὰ συνέπειαν ἀφοῦ καὶ ὁμόθυμος θέλησις ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι, ὅτι πρέπει οἱ δικασταὶ νὰ τύχωσιν ἰδιαιτέρας μεταχειρίσεως, λόγῳ τοῦ εἰδικοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦν, εἰς τὴν χώραν καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀφοῦ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἱκανοποιήσητε τὸ αἴτημα τῆς οἰκονομικῆς των ἐξυψώσεως, τοὐλάχιστον νὰ αὐξήσητε τὰς θέσεις των. Ἄλλωστε πρόκειται περὶ μικροῦ ἀριθμοῦ θέσεων.

§215Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων.

§216Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον ἡ δικαιοσύνη νὰ ἵσταται πολὺ ὑψηλά, ἵσταται ὑψηλά, ἀλλὰ πρέπει πολὺ ὑψηλὰ καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει, ὅπως εἶπε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Τσουκαλᾶς, οἱ δικασταὶ νὰ ἀμείβωνται ἐπαρκῶς. Διότι, ὅταν τὸν δικαστὴν τὸν πιέζουν αἱ βιοτικαί του καὶ οἰκογενειακαί του ἀνάγκαι δὲν θὰ εἶναι ἀπερίσπαστος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἐπαυξάνονται. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ὁ μὴ νομικὸς πιστεύω ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶναι ἀπαραίτητος, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐλαττώσητε ἀνάλογον ἀριθμὸν Ἐφετῶν. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ δεχθῇ τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Δὲν φαντάζομαι νὰ εὑρίσκεται καὶ εἷς βουλευτὴς ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν μικρὰν θυσίαν νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐφετῶν.

§217Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ καταστῇ πλέον ἔκδηλος ἡ ὁμόθυμος θέλησις τοῦ Σώματος, ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἐζήτησα τὸν λόγον ἰδίᾳ νὰ συνηγορήσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως. Μελετήσατε τὸν τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ λειτουργήσῃ, ὅπως ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βρανόπουλος καὶ τὸ Γʹ Τμῆμα, διὰ τὴν ταχεῖαν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀναλώμασι τῶν Ἐφετῶν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὰ Ἐφετεῖα ὑπάρχουν πάρα πολλαὶ κεναὶ θέσεις καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ Ἐφετεῖον Ροδόπης, ὅπου ὑπάρχουν μόνον τρεῖς Ἐφέται, μέχρι δὲ πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὑπῆρχεν εἷς καὶ μόνον. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, παραλλήλως μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, πρέπει νὰ αὐξηθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λόγον.

§219Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεπτύχθησαν ἐπαρκῶς οἱ λόγοι διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς συνηγοροῦμεν. Δὲν φαντάζομαι ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ λόγους ἰσχυροτέρους νὰ μᾶς πείσῃ περὶ τοῦ ἀντιθέτου, ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ νὰ μὴ μειωθοῦν αἱ θέσεις τῶν Ἐφετῶν, νὰ αὐξηθοῦν.

§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.

§221Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον καὶ προηγουμένως ὁμιλῶν, ὅτι τὸ συζητούμενον νομοθέτημα δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ καθορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑλλάδος, διότι τοῦτο περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Ἄρειον Πάγον. Δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι εἰς τὰ δικαστήρια οἱ Ἕλληνες δικασταὶ μὲ τὴν μεγάλην ἀποστολήν, τὸν τεράστιον φόρτον καὶ τὰς γνωστὰς ἀμοιβάς, ἀνταποκρίνονται κατὰ τὸν πλέον ἱκανοποιητικὸν τρόπον εἰς τὴν μεγάλην ἀποστολήν των καὶ συντελοῦν καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, θεμελίου τῆς Κρατικῆς μας ὑποστάσεως. Ἀπὸ δὲ τὰς ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν εἰσαγγελέων ἐφετῶν, συνάγεται τὸ παρήγορον συμπέρασμα ὅτι οἱ δικασταὶ ἐπιτελοῦν πλήρως καὶ εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ καθῆκον των μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἀναγράφεται εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι δικαιολογεῖται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Δικαιοσύνη διάγει τὴν χρυσῆν περίοδον ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς ἐγκρατείας καὶ καταρτίσεως τῶν δικαστῶν καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δικαστικοῦ ἤθους καὶ ἀκεραιότητος. Καὶ τὸ συμπέρασμα τοῦτο, κατὰ τὴν ἰδίαν ἔκθεσιν, δὲν ἐπηρεάζεται τὸ παράπαν ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν δικαστῶν τινων ὑστερούντων ἴσως εἰς ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν, ἐξωπλισμένων ὅμως εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν μὲ δικαστικὴν συνείδησιν καὶ ἀκεραιότητα. Ὑπάρχουν ἀκόμη κεναὶ ὀργανικαὶ θέσεις εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἐπιδιώκει τὴν ταχεῖαν συμπλήρωσιν ὅλων τῶν κενῶν ἀποτόκων τῶν ἀπὸ κατοχῆς καὶ ἐντεῦθεν περιπετειῶν. Εἶχα τὴν εὐκαιρίαν πρὸ ἡμερῶν ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν δικαστικῶν θέσεων, νὰ δηλώσω, ὅτι ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1955, διωρίσθησαν 51 νέοι δικασταὶ καὶ 110 εἰρηνοδίκαι. Προσθέτω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀναμένεται ἡ ἔγκρισις τῆς πιστώσεως διὰ τὴν πρόσληψιν 20 παρέδρων ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν καὶ ὅτι ἐπιπροσθέτως θὰ προκηρυχθῇ νέος διαγωνισμὸς διὰ τὴν κάλυψιν τῶν κενῶν. Φυσικὰ δὲν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ κάλυψις ἐν συνόλῳ τῶν ὑφισταμένων κενῶν μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ νέου διαγωνισμοῦ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ διαφεύγῃ τὴν ἀντίληψίν μας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργοῦνται ἐπαρκεῖς δικασταὶ ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην ἡμέραν. Εἶναι ἐπίσης παρήγορον τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς προσέρχονται νέοι μὲ ἀρίστην ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἀρείου Πάγου δικαιολογεῖ τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ οἱ νέοι δικασταί, παρὰ τὰς δυσχερείας καὶ τὰς βιοτικὰς ἀντιξοότητας, θὰ συνεχίσουν τὴν παράδοσιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν δικαστηρίων ἐν τῷ συνόλῳ, θὰ περιορισθῶ ἀναγκαστικῶς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν θὰ ἐτίμα τὴν Δικαιοσύνην ἂν πολλοὶ διάδικοι ἔσπευδον εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον διὰ νὰ ζητήσουν δικαίωσιν τοῦ προσβληθέντος ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας δικαίου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδέεται μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ ἢ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων τῆς Ἐπικρατείας. Αἱ διαφοραὶ κρίνονται καὶ τερματίζονται εἰς τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας, μικρὸς δὲ ἀριθμὸς ὑποθέσεων προωθεῖται εἰς τὸ ἀκυρωτικόν. Τὸ ἀντίθετον θὰ ἀπεδείκνυεν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας. Ἡ ἐμπιστοσύνη ὅμως ὑπάρχει καὶ διὰ τοῦτο, προστιθεμένης καὶ τῆς ἀπαιτουμένης δικαστικῆς δαπάνης, ὀλίγαι μόνον ὑποθέσεις φθάνουν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὁ σημερινὸς ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Μοῦ ἐδόθη ὑπεύθυνος πληροφορία σήμερον ἀπὸ τὴν Γραμματείαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι εἶναι σήμερον λευκὰ τὰ πινάκια τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ μηνὸς Μαΐου τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Ἀντιθέτως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀπὸ διμήνου ὡς μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ Πρόεδρος εἶχον κλεισθῆ τὰ πινάκια καὶ τῶν Συνεδριάσεων τοῦ Μαΐου, ἦτο δὲ ὑποχρεωμένος νὰ προσδιορίσῃ συζητήσεις ὑποθέσεων διὰ τὸν Ὀκτώβριον ἀκόμη τοῦ 1958. Σήμερον ἀσφαλῶς αἱ εἰσαχθεῖσαι νέαι ὑποθέσεις θὰ ἔχουν καλύψει τὰ πινάκια τοῦ Δεκεμβρίου 1958. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον προβλέπονται τρεῖς Ἀντιπρόεδροι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των διὰ νὰ λειτουργήσουν κάλλιστα τρία τμήματα. Τὸ νέον σύστημα δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλῃ οὐσιαστικῶς τὸν ὄγκον τῆς ἐργασίας. Καὶ μὲ τὸ ἐγκαταλειπόμενον σύστημα ὁ Εἰσηγητὴς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἐξονυχίσῃ τὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ εἰσηγηθῇ προφορικῶς εἰς τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ κλειστὸν γραφεῖον τῆς διασκέψεως, νὰ διατυπώσῃ δὲ παραλλήλως ἐγγράφως καὶ τὴν ἀπόφασιν. Μὲ τὸ νέον σύστημα πρέπει νὰ γίνῃ περίπου ἡ αὐτὴ ἐργασία. Ἀντιστρέφεται ὅμως ἡ σειρὰ τῆς ἐργασίας. Ἤδη, ὁ Εἰσηγητὴς θὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν πρὸ τῆς δικασίμου καὶ θὰ διατυπώσῃ ἔγγραφον εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξῃ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ. Ἡ αὐτοσυντελεσθεῖσα ἐργασία διευκολύνει ἔπειτα τὴν διάσκεψιν καὶ τὴν ἔγγραφον διατύπωσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων τούτων φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπηρετούντων Ἀρεοπαγιτῶν, ὥστε νὰ παρέλκῃ προσθήκη νέων Ἀρεοπαγιτῶν. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τοὺς κ. κ. συναδέλφους, νὰ πεισθοῦν, ὅτι καὶ ἐγὼ διαπνέομαι ἀπὸ τὸν ἴδιον πόνον διὰ τὴν ὑπηρεσιακὴν ἐξέλιξιν τῶν δικαστῶν, νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν πλέον τῶν θέσεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι καλύπτουν τὰς ἀνάγκας. Τὸ ὅλον θέμα τῶν δικαστῶν, βεβαίως, θὰ ἀντιμετωπισθῇ εἰς προσεχὲς νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ συντόμως καὶ θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν τόσον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐντίμους κατὰ πάντα δικαστάς, δὲν πρόκειται ὅμως νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὴν Δικαιοσύνην.

§222Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι καὶ τόσον εἰδυλλιακὴ ἐνημερότης, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον ἕως τὸν Ἀπρίλιον!

§223Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ κριθῇ ἡ ἐνημερότης ἀπὸ τὰ πινάκια, κύριε Τσουκαλᾶ; Ἀπὸ ποῦ, ἀλλοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἡ ἐνημερότης τοῦ δικαστηρίου; Ἀντιθέτως, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπὸ διμήνου περίπου μὲ ἐπληροφόρησε δι’ ἐγγράφου του ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου ὅτι εἶχον κλείσει αἱ δικάσιμοι, τὰ πινάκια καὶ τοῦ Ἰουνίου, μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν δικαστικῶν διακοπῶν, καὶ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ προσδιορίζῃ — πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ δὲν ἔκαμεν, ἐκράτησε χωρὶς προσδιορισμὸν τὰς ὑποθέσεις — ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ προσδιορίζῃ συζήτησιν ὑποθέσεων διὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1958.

§224Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει τὰ ὅσα λέγετε, διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας.

§225Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει ἰδιαιτέραν ἀποστροφὴν πρὸς ἕνα ἀριθμὸν συμβολικὸν καὶ διὰ τὴν πίστιν μας. Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἐν πάσει περιπτώσει, σήμερον ὑπάρχουν τρεῖς Ἀντιπρόεδροι καί, κατὰ συνέπειαν, δύνανται νὰ λειτουργήσουν κάλλιστα τρία πλήρη Τμήματα, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχουν τρία Τμήματα. Τί ἐργασία, κύριοι συνάδελφοι, προστίθεται κατὰ τὸ νέον σύστημα, διὰ νὰ κριθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν; Διότι, βεβαίως, συμμερίζομαι ἀπολύτως ὅλα τὰ ἐκτεθέντα περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ δοθῇ μία εὐχέρεια ἐξελίξεως εἰς τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταθλίβωνται ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τῆς εἰσόδου περισσοτέρων δικαστῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητοι ἀπολύτως διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ποῖος, λοιπόν, ὁ ὄγκος ἐργασίας, ὁ προστιθέμενος μὲ τὸ νέον σύστημα; Ἐὰν ἀποβλέψῃ κανεὶς εἰς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1956, ἐπὶ 160 ἀναιρετικῶν ἀποφάσεων, αἱ 35 ἀνῄρεσαν διὰ παράβασιν δικονομικῶν διατάξεων — καί, κατὰ συνέπειαν, παρέπεμψαν τὰς ὑποθέσεις εἰς τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας — αἱ ὑπόλοιποι δὲ ἀποφάσεις, αἱ 135, ἀνῄρεσαν διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου καί, κατὰ συνέπειαν, ἤνοιξαν τὸν δρόμον πρὸς τὸ Βʹ Τμῆμα ἤ, ἐνδεχομένως, πρὸς τὴν Ὁλομέλειαν. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν τὰ συμπεράσματα καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1956 — ἀλλὰ καὶ τοῦ 1955 εἶναι περίπου ὅμοια — καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, κατὰ μέσον ὅρον, προστίθενται εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου 40 περίπου ὑποθέσεις ἐτησίως ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ἀναιρουμένης τῆς ἀποφάσεως διὰ λόγους δικονομικούς, παραπέμπονται εἰς τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας, ὑπολογιζομένων δὲ 10 ἐργασίμων μηνῶν, ἀναφαίνεται ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις ἀνέρχεται εἰς 4 ὑποθέσεις κατὰ μῆνα δικάσιμον, δι’ ὅλους τοὺς Ἀρεοπαγίτας. Αὐξάνει ὅμως ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποθέσεων, ὁ ὄγκος τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν καλεῖται ὁ Εἰσηγητὴς καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ καταβάλλουν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ τονισθῇ καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὅτι τὸ νέον σύστημα, δὲν πρόκειται οὐσιαστικῶς νὰ μεταβάλῃ τὴν κρατοῦσαν κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως ἐργασίας καὶ ἀπασχολήσεως, διότι ὁ εἰσηγητὴς ὁ ὁποῖος μέχρι σήμερον δὲν ἠκούετο εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος ἐδέχετο τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν Πρόεδρον εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἵνα μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ τὴν εἰσηγηθῇ κατὰ τὴν διάσκεψιν τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μελετήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ὑπόθεσιν καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διατυπώσῃ ἐγγράφως τὴν ἄποψίν του, ἡ ὁποία εἶναι πιθανὸν νὰ ἀποτελῇ καὶ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας τοῦ δικάζοντος Δικαστηρίου. Θὰ γίνῃ ἑπομένως ἡ ἐργασία ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτηθῇ καὶ τώρα κατὰ τὴν εἰσήγησιν. Τὸ πλεονέκτημα τοῦτο τοῦ νέου συστήματος εἶναι ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἀρεοπαγίτου, θὰ ἔχῃ γίνει πρὸ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ θὰ ἀκουσθῇ εἰς τὸ ἀκροατήριον, διὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ τοὺς ἄλλους παράγοντας τῆς δίκης νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των καὶ θὰ ἐπιταχύνῃ καὶ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι μόνον 40–50 ὑποθέσεις θὰ προστεθοῦν κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ νέου συστήματος δὲν διαφέρει κατὰ πολὺ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν ἡ ὁποία μέχρι σήμερον καταβάλλεται ἀπὸ τὸν Ἀρεοπαγίτην, πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῆς προσθήκης τριῶν νέων Ἀρεοπαγιτῶν ἱκανοποιεῖ τὰς ἀνάγκας τὰς δημιουργουμένας. Καὶ ὡς Ὑπουργός, ὑπεύθυνος, παρέχω τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ οἱ ἁρμόδιοι, ὅπως εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ οἱ Ἀντιπρόεδροι τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ἔχουν οἱανδήποτε ἄποψιν ἀντίθετον ἢ σύμφωνον μὲ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ βασικῶν θεσμῶν, ὅπως εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἐπιδίκασις τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, εἶναι ὅμως πρόσωπα ποὺ περισσότερον παντὸς ἄλλου εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας θὰ δημιουργήσῃ τὸ νέον σύστημα, διότι αὐτοὶ θὰ φέρουν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου συστήματος καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν θὰ ἤθελον νὰ ὑπάρχῃ μεγάλος ἀριθμὸς ὁμοιοβάθμων των Ἀρεοπαγιτῶν καὶ νὰ ἀντιτίθενται εἰς τὴν μεγαλυτέραν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Εἶναι καὶ αὐτοὶ σύμφωνοι ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 3, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν νέαν ἐργασίαν ἡ ὁποία προστίθεται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ πεισθοῦν ὅτι καὶ ἐγὼ διαπνέομαι ἀπὸ τὸν ἴδιον πόνον διὰ τοὺς δικαστικοὺς καὶ τὴν σταδιοδρομίαν αὐτῶν καὶ ἔχω κατηγορηθῆ δι’ ὑπέρμετρον προστασίαν τῶν Δικαστῶν. Εἰς ἄλλο νομοσχέδιον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ συμπάθεια ποὺ ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ τοὺς δικαστικούς. Ἀλλὰ σήμερον, προκειμένου περὶ τῆς κρίσεως πόσοι Ἀρεοπαγῖται χρειάζονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ ἄλλας σκέψεις ὅπως π.χ. ἡ ἀνάγκη τῆς δημιουργίας διεξόδου τῆς ἐξελίξεως διὰ τοὺς Ἀρεοπαγίτας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν διατάξεως, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ τὴν φιλοδοξίαν ἐντίμων Δικαστῶν, δὲν πρόκειται ὅμως νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς Δικαιοσύνης. Δέχομαι νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις περὶ ἀντιστοίχου μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐφετῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύριον συνάδελφον, νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν λύσιν αὐτήν, δηλαδὴ τῆς προσθήκης τριῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἄνευ τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐφετῶν.

§226Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Διατί βάζετε διὰ διατάγματος; Εἰπῆτε ὅτι προστίθενται 3 θέσεις.

§227Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Βάζω διὰ διατάγματος, διότι ὅπως θὰ ἴδετε εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 30, δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως ὁ θεσμός. Βεβαίως καὶ ἐγὼ συμπαθῶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν δημιουργίαν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν πρὶν ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη.

§228Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Καλὸν εἶναι νὰ πᾶνε ἀπὸ τώρα νὰ μάθουν τὴν διαδικασίαν.

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Ὑπουργός, οἱ ὑποβάλλοντες τὴν πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπιμένουν;

§230Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀποσύρω τὴν ὑπογραφήν μου. (Ἐπακολουθεῖ ὁμοία δήλωσις καὶ τῶν ὑπολοίπων καὶ ἡ πρότασις θεωρεῖται ὡς ἀποσυρθεῖσα).

§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ;

§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 29 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ. Ὁ κύριος Χ. Παπασταύρου ἔχει τὸν λόγον.

§234Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι πάρα πολὺ ὅτι δὲν παριστάμην ὅταν ἐψηφίζοντο αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἴσως τὴν υἱοθετήσετε ὡς ἴδιον ἄρθρον, ἐκτὸς πλέον ἂν ὑπάρχῃ εὐχέρεια νὰ τὴν προσθέσετε εἰς τὸ ἄρθρον 14. Ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 14 ὁρίζει ὅτι ὁ διάδικος, ὁ ἐπισπεύδων διάδικος, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὴν αἴτησιν ἀναιρέσεως καὶ τὰ ἀντίγραφα ὅλων τῶν διαδικαστικῶν πράξεων ποὺ προηγήθησαν, ἐπισήμως μαζὶ μὲ τὴν αἴτησιν. Τί γίνεται μετὰ τὴν κατάθεσιν; Ὁλόκληρον τὸν φάκελλον αὐτόν, ὡς κατετέθη, θὰ τὸν πάρῃ ὁ Εἰσηγητής, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ τὸν καταθέσῃ, 8 ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν γραμματείαν.

§235Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Μὴ προχωρῆτε, κύριε Παπασταύρου, ἤδη ἔχει ἀντιμετωπισθῆ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ὁ ἐπισπεύδων τὴν συζήτησιν βάσει τροπολογίας ἡ ὁποία ἔγινε δεκτὴ θὰ καταθέσῃ τρεῖς σειρὰς τῶν δικογράφων, τὴν μίαν χαρτοσημασμένην καὶ τὰς ἄλλας δύο ἀτελῶς, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς διὰ νὰ εἶναι προητοιμασμένοι διὰ τὴν συζήτησιν.

§236Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Καὶ ἄλλο ἕνα σημεῖον ἤθελα νὰ παρατηρήσω. Λέγομεν εἰς τὸ ἄρθρον 18, ὅτι ὁ Εἰσηγητὴς θὰ διατυπώνῃ τὴν ἔκθεσίν του, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ καταθέτῃ ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 18, ἀλλὰ ἡ εἰσήγησις θὰ ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ παραπέμπεται εἰς τὸ ἕνα, εἰς τὰ δύο τμήματα, καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας; Δὲν νομίζετε πολὺ παράτολμον τὴν καινοτομίαν αὐτήν; Ἡ εἰσήγησις θὰ περιορίζεται μόνον εἰς τὸ νομικὸν μέρος, ὁσάκις συζητεῖται ἡ οὐσία νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰσήγησις, ἀλλὰ νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ὁ Εἰσηγητής.

§237Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ὑπενθύμισε συνάδελφος, προηγουμένως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀναίρεσις κατ’ ἀποφάσεων περὶ προσωρινῶν μέτρων. Δὲν ξεύρω εἰς ποίαν διάταξιν στηρίζεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.

§238Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Εἶναι ὁ νόμος ΓΩΚΖ τοῦ Δημητρακοπούλου τοῦ 1911.

§239Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ξέρετε πολὺ καλὰ ὅτι πολλαὶ διαφοραὶ λύονται διὰ προσωρινῶν μέτρων. Νὰ βάλετε μίαν διάταξιν νὰ ἐπιτρέπεται ἡ ἀναίρεσις κατὰ ἀποφάσεων περὶ προσωρινῶν μέτρων.

§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30;

§241ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 30 ἐγένετο δεκτόν. Δεκτὸν καὶ τὸ σχέδιον νόμου;

§243ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.

§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ἐνώπιον αὐτοῦ διαδικασίας ἐπὶ τῶν πολικῶν δικῶν». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων σχετιζομένων πρὸς τὰ μονοπωλιακὰ εἴδη».

§245Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν μὲ δύο τροπολογίας.

§246Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπιθυμῶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν κατ’ ἀρχὴν ἀπόψε νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι πρέπει νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους πρὸ τοῦ τέλους τοῦ μηνὸς διὰ νὰ ὑπογραφῇ ἡ ἀνανέωσις τῆς συμβάσεως, ἄλλως δημιουργοῦνται πολλὰ προβλήματα. Ἑπομένως ἐπιθυμῶ κατ’ ἀρχὴν ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀποδεχθῇ καὶ τὴν προσεχῆ Πέμπτην νὰ τὸ ψηφίσῃ εἰς τὸ σύνολον.

§247Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρόεδρε, ἐντὸς 10 λεπτῶν τῆς ὥρας νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον τόσον σοβαρόν.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τζαννετάκη, ἔχετε τὴν εὐχέρειαν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξετε τὰς ἀπόψεις σας.

§249Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις διὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.

§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.

§251Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τὸ συζητούμενον ἔχει εἰσηγητάς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κληθοῦν πρῶτοι νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των.

§252Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό.

§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπάλλας, ὡς εἰσηγητής, ἀπουσιάζει. Ὁ κύριος Μαρῆς ἔχει τὸν λόγον.

§254Κ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἑταιρεία Ὑπεγγύων Προσόδων εἶναι μία ἑταιρεία ἡ ὁποία ἱδρύθη πρὸ πολλῶν δεκαετηρίδων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπεβλήθη μᾶλλον τότε ὑπὸ τοῦ διεθνοῦς οἰκονομικοῦ ἐλέγχου διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἔλεγχος τῆς διαχειρίσεως ὡρισμένων εἰδῶν μονοπωλιακῶν ἀποκληθέντων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατεβάλλοντο τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὰ δάνεια τοῦ ἐξωτερικοῦ ποσά. Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ ἔφερε τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς κεφάλαιά της τὸ ποσὸν τῶν 200 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγκων, ἤτοι περίπου ποσὸν ἀντιστοιχοῦν πρὸς 80 ἑκατομμύρια δολλάρια σημερινά. Τὰ σημερινὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρείας αὐτῆς μόλις καὶ μετὰ βίας ἀνέρχοντα εἰς 50–60 χιλιάδες δολλάρια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἡ ἑταιρεία αὐτὴ εἰς τὸν τόπον μας δὲν εὐδοκίμησε, ἔχασε τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν κεφαλαίων της. Σήμερον ἡ ἑταιρία, μετὰ τὴν κατοχήν, ὅπου ἔπαθε τὰς μεγαλυτέρας ζημίας, δυνάμει τῆς συμβάσεως ἀπὸ τοῦ 1950 καὶ ἐντεῦθεν εἰσπράττει τὸ ποσὸν τοῦ 1.200.000 ἐτησίως διὰ νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας της εἰς τὸ δημόσιον διαχειριζομένη τὰ μονοπωλιακὰ λεγόμενα εἴδη καὶ διὰ τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἔχει ἔναντι τοῦ δημοσίου διὰ πᾶσαν τυχὸν ζημίαν αὐτοῦ. Ἡ πραγματικὴ ἀμοιβὴ τῆς ἑταιρίας ἀνέρχεται μόνον εἰς 570.000. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι καταπεπονημένον.

§255Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ποῖον Σῶμα εἶναι καταπεπονημένον. Ὑπάρχει Σῶμα ἐδῶ;

§256Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Πρὸ ὀλίγου συνεζητούσατε νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης.

§257Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ λέγω δι’ ἡμᾶς. Δὲν ὑπάρχει Σῶμα, κύριε Ὑπουργέ.

§258Κ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἀπαρτία. Πάντως ἡ Βουλὴ εἰσῆλθε εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι ἠμποροῦμε νὰ διακόψωμεν τώρα καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν μεθαύριον.

§259Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Νὰ τὸ ψηφίσωμεν τώρα εἰς πρώτην συζήτησιν.

§260Κ. ΜΑΡΗΣ. Ἂς διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, διότι νομίζω ὅτι ἀπᾴδει πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου νὰ διεξάγεται συζήτησις ἐνώπιον 13 βουλευτῶν.

§261Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.

§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ἔχετε ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον;

§263Κ. ΜΑΡΗΣ. Θέλω νὰ συνεχίσω, κύριε Πρόεδρε, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δι’ αὐτὸ δέχομαι νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τώρα καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν προσεχῆ Πέμπτην.

§264Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ἕνα ἄρθρον ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν μεθαύριον, ἀφοῦ γίνῃ σήμερα δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν κατ’ ἀρχήν;

§266Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.

§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;

§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 6.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 11.45′ μ. μ.).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35η
2ΔΕΥΤΕΡΑ 9 Δεκεμβρίου 1957
3Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
4(Ὥρα 6.55′ μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ
6θεωρεῖα.
7Ἀναβάλλεται ἡ ἐπικύρωσις τῶν πρακτικῶν ἐπὶ ἡμίω-
8ρον ἵνα λάβωσι γνῶσιν οἱ κ. κ. βουλευταί.
9Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀποσκίτης ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀ-
10πουσίας προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
11§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
12§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς
13αἰτουμένης ἀδείας.
14Κύριοι βουλευταί, καταθέτω τὸν Προϋπολο-
15γισμὸν τῆς Βουλῆς, χρήσεως 1958 με-
16τὰ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ
17τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς Κοινο-
18βουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
19Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Λαντζούνης ὅπως
20ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
21§4Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
22Ὁ κ. Δ. Ἀλιπράντης (Ὑφυπ. Οἰκονομ.)
23καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως
24διατάξεων τῆς νομοθεσίας περὶ ἐχθρι-
25κῶν περιουσιῶν».
26Ὁ κ. Τ. Τριανταφυλλάκος (Ὑφυπ. Οἰ-
27κισμοῦ) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ περιπτώ-
28σεως ἀναστολῆς ἐφαρμογῆς τῶν δια-
29τάξεων τοῦ ΚΗʹ Ψηφίσματος.
30Ὁ κ. Κ. Ἀδαμόπουλος (Ὑπ. Γεωργίας)
31καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
32ἐκκοκκίσεως βάμβακος».
33Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Πλατῆς, Ι. Λύρας
34καὶ Α. Γκελεστάθης, καταθέτουσι τροπολογίαν
35ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως,
36συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως δι-
37ατάξεών τινων «περὶ ἰαματικῶν πη-
38γῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
39Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Βρανόπουλος καὶ Δ.
40Παπαδημητρίου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ
41τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως,
42συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως δι-
43ατάξεών τινων περὶ ἰαματικῶν πη-
44γῶν καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων».
45Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Παπασπύρου καταθέτει
46τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροπο-
47ποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατά-
48ξεών τινων περὶ Ἑλληνικοῦ Ὀργα-
49νισμοῦ Τουρισμοῦ».
50Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Χ. Ψαρρός, Δ. Δερτι-
51λῆς, Π. Οἰκονομίδης, Θ. Χαβίνης, Δ.
52Παπασπύρου, Γ. Μαῦρος καὶ Ν. Κρασα-
53δάκης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νό-
54μου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπλη-
55ρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλ-
56ληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ».
57Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Λαντζούνης, Β. Κρῖ-
58κος, Χ. Σκουτέρης, Δ. Καρατζένης, Α.
59Παυλόπουλος, Θ. Μπάρμπας, Μ. Σκου-
60λᾶς, Ι. Λαμπρόπουλος, Τ. Κολοκυθᾶς,
61Σ. Ἀθανασάκος, Α. Παπαχρήστου, Ε.
62Κοθρῆς, Ε. Γαλενιανός, Β. Φιλοσοφό-
63πουλος, Η. Παπαηλιοῦ, Α. Κοκκέβης,
64Π. Οἰκονομίδης, Ι. Λύρας, Π. Γαστε-
65ρᾶτος, Α. Ἀηδονᾶς, Α. Λιάκος, Ε. Σαβ-
66βόπουλος, Π. Κηπουρός, Α. Λαδᾶς, Π.
67Κάβδας, Β. Ἀλεξᾶτος, Γ. Παλλάσκας,
68Μ. Χλουβεράκης, Ι. Γιαννιδάκης, Ν.
69Ἔξαρχος, Ν. Μαλλιάκας, Κ. Μητσοτά-
70κης, Η. Ἡλιοῦ, Ν. Ἰντζὲς καὶ Ε. Κεφα-
71λογιάννης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου
72νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπλη-
73ρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλλη-
74νικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ».
75Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Λιαροῦτσος καταθέτει τρο-
76πολογίας ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων:
771) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμ-
78πληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλ-
79ληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ» καὶ
802) «περὶ ἐπιβολῆς τέλους χρήσε-
81ως λιμένος πρὸς ἐκτέλεσιν λιμενικῶν
82ἔργων».
83Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Γιαννόπουλος, Β.
84Φιλοσοφόπουλος, Σ. Τσιαπάρας καὶ Γ.
85Ἀναγνωστόπουλος καταθέτουσι τροπολογίας ἐ-
86πὶ τῶν σχεδίων νόμων:
871) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμ-
88πληρώσεως διατάξεών τινων περὶ Ἑλ-
89ληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ» καὶ
902) «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων προ-
91σωπικοῦ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλ-
92λάδος καὶ Ἀθηνῶν».
93Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Γιαννόπουλος καὶ Β.
94Φιλοσοφόπουλος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ
95τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ
96συμπληρώσεως διατάξεών τινων περὶ
97Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ».
98Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Κίνιας, καταθέτει τροπολογί-
99αν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως
100τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3026)54 «περὶ
101τοῦ Κώδικος τῶν Δικηγόρων».
102Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Πανούσης, Α. Κοκ-
103κέβης, Κ. Χριστόπουλος, Ε. Σαββόπου-
104λος καὶ Δ. Λαντζούνης καταθέτουσι τροπολο-
105γίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσε-
106ως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξε-
107ων περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσό-
108δων καὶ θεσπίσεως ἄλλων τινῶν δι-
109ατάξεων».
110Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Μεταξᾶς καταθέτει τροπο-
111λογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιή-
112σεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατά-
113ξεων περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσό-
114δων καὶ θεσπίσεως ἄλλων τινῶν δια-
115τάξεων».
116Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Παπασταύρου καταθέ-
117τει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορη-
118γήσεως δανείων ὑπὸ τοῦ Ταμείου Πα-
119ρακαταθηκῶν καὶ Δανείων διὰ τὴν
120ἀνέγερσιν ἢ διασκευὴν ξενοδοχείων
121κ. λ. π.».
122Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ρηγόπουλος καταθέτει
123τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς
124τέλους χρήσεως λιμένος πρὸς ἐκτέλε-
125σιν λιμενικῶν ἔργων».
126Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Παπαστεργίου καταθέτει
127τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροπο-
128ποιήσεως τῶν περὶ κατασκευῆς κατα-
129φυγίων Πολιτικῆς Ἀμύνης κειμένων
130διατάξεων».
131Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 129463)
1323.12.1957 ἐγγράφου του διαβιβάζει ἀναφορὰν τοῦ κυρίου Εἰ-
133σαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ τῆς σχετικῆς κατὰ τοῦ
134βουλευτοῦ κ. Π. Τζαννετάκη ποινικῆς δικογραφίας, ζητοῦν-
135τος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας αὐτοῦ, συμφώνως τῷ
136ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος.
137(Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβου-
138λευτικὴν Ἐπιτροπήν).
139Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει
140ἀναφορὰν τῆς Γενικῆς Συνομοσπονδίας Ἐργατῶν Ἑλλάδος,
141ζητούσης ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τῶν ἁμαξοκαρραγωγέων.
142Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Γρίβας καταθέτει ἀναφορὰν
143τοῦ Σωματείου Ἐργατοτεχνιτῶν Οἰκοδόμων Δράμας «ἡ Ἐ-
144λευθερία», ζητοῦντος περιφρούρησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν
145μελῶν του διὰ τῆς καθιερώσεως ἐπαγγελματικοῦ βιβλιαρίου,
146μείωσιν τοῦ πρὸς συνταξιοδότησιν ὁρίου ἡλικίας εἰς τὸ 55ον
147ἔτος κλπ.
148Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει
149ἀναφορὰν τῆς Σχολικῆς Ἐφορείας τοῦ 48ου Δημοτικοῦ Σχο-
150λείου Ἀθηνῶν, ζητούσης παραχώρησιν τοῦ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ
151Σαρρῆ 8 οἰκοπέδου εἰς τὴν ἐν λόγῳ Σχολικὴν Ἐφορείαν πρὸς
152ἀνέγερσιν Δημοτικοῦ Σχολείου καὶ ἐκλογὴν καταλληλοτέρου
153τοιούτου διὰ τὴν ἵδρυσιν Σταθμοῦ Πυροσβεστικῆς Ὑπηρεσί-
154ας, μὴ ἐξυπηρετουμένης ὑπὸ τοῦ ἐν λόγῳ οἰκοπέδου, λόγῳ
155τῆς στενότητος τῶν ὁδῶν τῆς συνοικίας Ψυρρῆ.
156Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει
157ἀναφορὰν τοῦ Ὁμίλου Ἐπαγγελματιῶν Τεχνοψυχαγωγικῶν
158Παιγνίων καὶ Ἐπιχειρήσεως Σφαιριστηρίων, ζητοῦντος ἐπί-
159λυσιν τῶν αἰτημάτων τῶν μελῶν του, ἤτοι ἄδειαν εἰσόδου
160εἰς τὰς αἰθούσας Τεχνικῶν Παιγνίων νέων ἀπὸ τοῦ 16ου ἔ-
161τους τῆς ἡλικίας των, ἀπαλλαγὴν τῶν ἐπιχειρηματιῶν ἀπὸ
162τὴν εὐθύνην ἐλέγχου τῶν δελτίων ταὐτότητος τῶν εἰσερχο-
163μένων κλπ.
164Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφορὰν
165μονίμων ὑπαλλήλων Ταμείων Γεωργίας, Κτηνοτροφίας καὶ
166Δασῶν Διευθύνσεως Γεωργίας Ν. Λασηθίου, ζητούντων μο-
167νιμοποίησιν αὐτῶν ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ.
168Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας καταθέτει
169ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Δράμας, ζητοῦντος ὅπως ἡ ΔΕΗ
170ἐφαρμόσῃ τὰς ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεώσεις της χρηματοδοτή-
171σεως τῶν δαπανῶν ἀλλαγῆς τῶν ἐσωτερικῶν ἐγκαταστάσε-
172ων τῶν καταναλωτῶν τῆς πόλεως κλπ.
173Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφο-
174ρὰν γονέων καὶ κηδεμόνων ὑποψηφίων φοιτητῶν Φιλοσοφι-
175κῆς Σχολῆς Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ζητούντων τὴν καθ’ ὑ-
176πέρβασιν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν ἐν λόγῳ Σχολὴν τῶν συγκεν-
177τρωσάντων βαθμολογίαν 24.
178Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος καὶ
179Β. Θανασέκου καταθέτουν ἀναφορὰν κατοίκων Τι-
180θορέας Φθιώτιδος, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι ἐπυρπολήθησαν ὑπὸ
181τῶν Ἰταλικῶν στρατευμάτων κατοχῆς καὶ οἵτινες παραμέ-
182νουν ἄστεγοι ἀπὸ τοῦ 1943 ἐπὶ δεκαπενταετίαν, ζητούντων
183τὴν λῆψιν μέτρων στεγάσεώς των.
184Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ε.
185Πρωϊμάκης καὶ Α. Μπριλάκης καταθέτου-
186σιν ἀναφορὰν τοῦ πολιτικοῦ κρατουμένου τῶν φυλακῶν Μυ-
187τιλήνης Δημητρίου Οἰκονομοπούλου ἀναπήρου τοῦ Ἑλλη-
188νοϊταλικοῦ πολέμου, αἰτοῦντος τὴν ἀποφυλάκισιν τῶν ἀνα-
189πήρων πολιτικῶν κρατουμένων τοῦ ἀλβανικοῦ μετώπου βά-
190σει τῆς κειμένης νομοθεσίας (ν. 2058, βασιλικὴ χάρις, ἄρ-
191θρον 555–560 τῆς Π. Δ. περὶ ἀνηκέστου βλάβης κλπ.) καὶ
192τὴν χορήγησιν τῶν πολεμικῶν συντάξεων αὐτῶν.
193Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφορὰν
194τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν
195Εἰσπρακτόρων περιοχῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ζη-
196τούσης πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων ἐπιμελητῶν εἰσπράξε-
197ως τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν τοιούτων Ταμ. Παρακαταθηκῶν
198καὶ Δανείων καὶ Υ.Ε.Φ.Α., διὰ τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτι-
199κῶν Εἰσπρακτόρων.
200Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Αὐγερόπουλος, Ε.
201Πρωϊμάκης καὶ Α. Μπριλλάκης καταθέ-
202τουν ἀναφορὰν τῶν πολιτικῶν κρατουμένων Ἁγίου Εὐστρα-
203τίου, ζητούντων αὔξησιν τοῦ ἡμερησίου ἐπιδόματος κατὰ 5
204δραχ., ἀντικατάστασιν τοῦ ἰατροῦ Ἀλεξανδρῆ, χορήγησιν ἐ-
205παρκοῦς ποσότητος φαρμάκων, μεταγωγὴν τῶν βαρέως ἀσθε-
206νῶν εἰς νοσοκομεῖα τῶν Ἀθηνῶν κλπ.
207Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρανόπουλος καταθέτει
208ἀναφορὰν συνταξιούχων Ἀστυνομικῶν καὶ προσθέτων Ἀ-
209στυφυλάκων ὑπηρετούντων παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ Ἱπποδρομιῶν,
210ζητούντων χορήγησιν συντάξεως παρὰ τοῦ Ταμείου Προσω-
211πικοῦ Ἱπποδρομιῶν μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ 65ου ἔτους
212τῆς ἡλικίας των καὶ 3.600 ἡμερομισθίων, ἄλλοι ἐπιστροφὴν
213τῶν καταβληθεισῶν εἰσφορῶν κλπ.
214Ἀπαντήσεις τῶν ἑξῆς Ὑπουργείων ἐπὶ σχετικῶν ἐρω-
215τήσεων τῶν κ. κ. βουλευτῶν.
216Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου.
217Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπριλ-
218λάκη καὶ Ε. Πρωϊμάκη.
219Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀνωτέρω ἐγγράφου ὑμῶν, ἔχομεν τὴν
220τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ ἁρμοδία ἡμετέρα ὑπηρεσία
221κατὰ τὴν σύναψιν ἢ ἀνανέωσιν τῶν ἐμπορικῶν συμφωνιῶν
222μετὰ τῶν διαφόρων χωρῶν μεριμνᾷ διὰ τὴν ἀναγραφὴν πι-
223στώσεων διὰ τὴν ἐξαγωγὴν κίτρων ἐφ’ ὅσον εἰς τὰς ἐν λόγῳ
224χώρας ὑφίστανται ποσοτικοὶ περιορισμοὶ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν
225τοῦ εἴδους τούτου.
226Εἰδικῶς ὡς πρὸς τὰς Ἀνατολικὰς Χώρας ἐπὶ τῷ σκο-
227πῷ ὅπως διευκολυνθῇ ἡ διάθεσις τῶν ὑπαρχόντων ἀποθεμά-
228των κίτρων προήλθομεν εἰς ἐνεργείας πλησίον τῶν ἐμπορι-
229κῶν Συμβούλων τῶν ἐνταῦθα Πρεσβειῶν τῶν χωρῶν τούτων
230πρὸς τοὺς ὁποίους διετυπώθη ἡμετέρα παράκλησις περὶ εἰ-
231σαγωγῆς ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ὀργανώσεων τῶν χωρῶν
232των ποσοτήτων τινῶν Ἑλληνικῶν κίτρων ὡς ἀκολούθως:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
233Τσεχ)κίατόνν.50—100
234Ρωσία τόνν. 200
235Ρουμανίατόνν. 50
236Πολωνία τόνν.50—100
237Οὐγγαρίατόνν. 50
238Εἰδικώτερον διὰ τὴν Ἀνατολικὴν Γερμανίαν ἐζητήσα-
239μεν παρὰ τοῦ ἐνταῦθα ἐκπροσώπου τοῦ Ἐπιμελητηρίου Ἐ-
240ξωτερικοῦ Ἐμπορίου Ἀνατολικοῦ Βερολίνου ὅπως μεριμνή-
241σῃ διὰ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς συνάψεως ἐκ μέρους τῆς ἁρμο-
242δίας Ὀργανώσεως τῆς Χώρας τοῦ Συμβουλίου περὶ προμη-
243θείας 200 τόνν. κίτρων εἰς ἐκτέλεσιν σχετικῆς ὑποσχέσεως
244παρασχεθείσης ἀπὸ Γερμανικῆς πλευρᾶς εἰς τὴν Ἕνωσιν Κι-
245τροπαραγωγῶν κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Λειψίας.
246Ἐπὶ τούτοις γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία
247τοῦ Ἰνστιτούτου Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου τῆς Ἰταλίας ἀντα-
248πεκρίθη εἰς ἡμετέραν πρότασιν ὅπως οἱ Ἕλληνες ἐξαγωγεῖς
249κίτρων ἔλθωσιν εἰς ἐπαφὴν καὶ συνεργασθῶσι μετὰ τῶν Ἰ-
250ταλῶν ἐξαγωγέων διὰ τὴν ἀπὸ κοινοῦ ἀντιμετώπισιν τῶν
251δυσχερειῶν διαθέσεως τοῦ ἐν λόγῳ προϊόντος εἰς τὴν Διεθνῆ
252ἀγοράν. Τοῦτο ἀνεκοινώθη ἤδη εἰς τὴν Ἕνωσιν Κιτροπαρα-
253γωγῶν Κρήτης.
254Ὅσον ἀφορᾷ τὸ αἴτημα περὶ καθιερώσεως τιμῆς ἀ-
255σφαλείας ἐπὶ τῶν κίτρων ὡς ἐκ τῆς ἀκολουθουμένης Κυβερ-
256νητικῆς πολιτικῆς δὲν δύναται νὰ θεσπισθῇ τοιοῦτον μέ-
257τρον.
258Ἐπὶ τοῦ θέματος χορηγήσεως ἀτελείας ζακχάρεως διὰ
259τὴν παρασκευὴν μαρμελάδων ἐκ κίτρων πρὸς κατανάλωσιν
260ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἡ ἀπάντησις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου Οἰ-
261κονομικῶν εἶναι ἀρνητικὴ καθ’ ὅσον λόγῳ τοῦ ὑψηλοῦ ταμι-
262ευτικοῦ δασμοῦ τῆς ζακχάρεως, οὗ ἕνεκεν πραγματοποιεῖται
263σημαντικώτατον πάγιον ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀκολου-
264θεῖται ἡ τακτικὴ τῆς μὴ παροχῆς οὐδεμιᾶς ἐξαιρέσεως εἰσα-
265γωγῆς ζακχάρεως ἄνευ καταβολῆς δασμοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ
266τὴν περίπτωσιν τῆς παρασκευῆς μαρμελάδων πρὸς ἐξαγω-
267γὴν εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ Ν. 2861)54
268ἐπιστρέφεται ὁ ἀναλογῶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως δασμὸς τῶν ἐ-
269ξαγομένων σακχαροπήκτων προϊόντων.
270Ἐπὶ τοῦ τετάρτου θέματος τῆς ἐρωτήσεως ἐγένετο πα-
271ρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου Γεωργίας σύστασις πρὸς τὴν
272Ἀγροτικὴν Τράπεζαν ἵνα ἐξετάσῃ τοῦτο.
273Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Νοεμβρίου 1957
274Ὁ Ὑπουργὸς
275Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ
276ΙΙ. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύ-
277νης.
278α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Τού-
279μπα καὶ Ε. Σαββοπούλου.
280Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὕπερθεν ὑμετέ-
281ρων, δι’ ὧν διεβιβάσθησαν ἡμῖν αἱ ὑπ’ ἀριθ. 133 καὶ 156
282ἐρωτήσεις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ι. Τούμπα καὶ Ε. Σαββοπού-
283λου νὰ γνωρίσωμεν ἡμῖν τὰ ἀκόλουθα:
2841) Τὸ ΤΑΒΝ, ἱδρυθὲν ὡς καὶ τὰ λοιπὰ Ταμεῖα ἀλ-
285ληλοβοηθείας ἀπὸ τοῦ 1926 καὶ συγχωνευθὲν διὰ τοῦ νόμου
2861738)51 μὲ τὸ ΤΑΥΒΝ διείπετο καὶ διέπεται ὑπὸ σειρᾶς νό-
287μων, ἐξ ὧν οἱ σπουδαιότεροι εἶναι ὁ 5042)31, ὁ 1738)51
288καὶ ὁ 3106)54.
2892) Συμφώνως τῇ Νομοθεσίᾳ ταύτῃ τὸ ὑπὸ τοῦ ΤΑΒΝ
290παρεχόμενον βοήθημα καθορίζεται ὑπὸ διαφόρων παραγόν-
291των, ἐξ ὧν οἱ σπουδαιότεροι εἶναι: α) ἓν βασικὸν πάγιον
292ποσὸν ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ ἐξερχομένου Ἀξιω-
293ματικοῦ (συντελεστής) καὶ β) τὰ ἔτη συμμετοχῆς τοῦ Ἀ-
294ξιωματικοῦ εἰς τὸ Ταμεῖον.
2953) Κατὰ τ’ ἀνωτέρω δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πρά-
296γματα τὸ ἐν τῇ ἐρωτήσει τοῦ κ. Ι. Τούμπα ἀναγραφόμενον,
297ὅτι ὁ Ἀντιναύαρχος ἀποστρατευθεὶς τὸ 1954 ἔλαβε μικρό-
298τερον βοήθημα ἐκείνου, ὅπερ λαμβάνει σήμερον ὁ δίοπος. Δι-
299ότι μία τοιαύτη σύγκρισις εἶναι τελείως θεωρητικὴ ἢ μᾶλλον
300ἀδύνατος. Καὶ τοῦτο, διότι κατὰ τὰς ἰσχυούσας στρατολογι-
301κὰς διατάξεις ἡ ἐθελοντικὴ ὑπηρεσία εἶναι δυνατὴ ἀπὸ τοῦ
30218ου μέχρι τοῦ 33ου μόνον ἔτους τῆς ἡλικίας καὶ κατὰ συ-
303νέπειαν ἡ δυνατότης συμμετοχῆς εἰς τὸ ΤΑΒΝ ἑνὸς ἐθελον-
304τοῦ ἐξικνεῖται μέχρι τοῦ ἀνωτέρου ὁρίου μιᾶς 15ετίας, μετὰ
305τὴν πάροδον τῆς ὁποίας τρία τινὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβοῦν.
306α) Ἢ ἐθελοντὴς νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Β. Ν. ὁπότε δὲν θὰ
307λάβῃ βοήθημα (ὡς μὴ ἔχων συμπληρώσει τὸ ἐλάχιστον ὅ-
308ριον συνταξίμου χρόνου τῶν 25 ἐτῶν), ἀλλὰ θὰ λάβῃ ἐπι-
309στρεφομένας αὐτῷ τὰς καταβληθείσας ὑπ’ αὐτοῦ κρατήσεις
310τὸ σύνολον τῶν ὁποίων ἐξ ὅλων τῶν μέχρι σήμερον περιπτώ-
311σεων ἅπαξ μόνον ἀνῆλθεν εἰς 1.238 δραχμάς, συνήθως δὲ
312κυμαίνεται περὶ τὰς 750 δραχμάς.
313β) Ἢ μετὰ 7–8ετῆ ὑπηρεσίαν, θὰ μονιμοποιηθῇ εἰς
314τὰ στελέχη τῶν Ὑπαξιωματικῶν καὶ ἐν συνεχείᾳ μετὰ τὴν
315ἀποστρατείαν του, ὡς ἀξιωματικοῦ συνήθως, θὰ λάβῃ τὸ βο-
316ήθημα τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὸν βαθμόν του καὶ τὰ ἔτη ὑπη-
317ρεσίας του, καὶ
318γ) ἐνῷ αἱ ἀνωτέρω δύο ἐξελίξεις εἶναι αἱ συνηθέστα-
319ται καὶ καθημερινῶς ἀπαντώμεναι, ὑπάρχει καὶ μία τρίτη,
320ὅλως θεωρητικὴ καὶ οὐδέποτε παρουσιασθεῖσα, ἡ ἑξῆς:
321Ὁ ἔχων ὑπηρεσίαν ἐθελοντὴς δίοπος κατὰ τὸ τελευταῖ-
322ον ἔτος 15ον τῆς ὑπηρεσίας του νὰ πάθῃ ἐν ὑπηρεσίᾳ καὶ
323ἕνεκα ταύτης καὶ συνεπῶς νὰ δικαιωθῇ συντάξεως, ἄρα καὶ
324βοηθήματος τοῦ ΤΑΒΝ. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτη τὸ παρ’
325αὐτοῦ ληφθησόμενον ἐπίδομα (ὅρα σχετικὸν πίνακα), θ’ ἀ-
326νέλθῃ εἰς τὸ μέγιστον τῶν 19.035 δραχμῶν σήμερον, ἐνῷ ὁ
327Ἀντιναύαρχος ὁ ἐξελθὼν τὸ 1954 μὲ 29 ἔτη συμμετοχῆς εἰς
328τὸ ΤΑΒΝ (μὲ ἀφετηρίαν τὸ 1926, ἔτος ἱδρύσεως τοῦ Τα-
329μείου) ἔλαβε, συμφώνως τῇ τότε ἰσχυούσῃ νομοθεσία δρχ.
33033.060.
331Ἀποδεικνύεται δηλαδή, ὅτι καὶ εἰς τὴν ὅλως θεωρητι-
332κὴν ταύτην καὶ οὐδέποτε ἐν τῇ πράξει παρουσιασθεῖσαν πε-
333ρίπτωσιν, ἡ σύγκρισις τῶν βοηθημάτων μεταξὺ Ἀντιναυάρ-
334χου ἐξελθόντος τὸ 1954 καὶ διόπου σήμερον ἐξερχομένου, ὡς
335παθόντος ἐν ὑπηρεσίᾳ καὶ ἕνεκα ταύτης, πόρρω ἀπέχει νὰ
336ἔχῃ, ὡς παρουσιάζει ταύτην ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Τούμπας ἐν
337τῇ ἐρωτήσει του.
3384) Τὸ ὅλον φαινόμενον τῶν ηὐξημένων σημερινῶν βοη-
339θημάτων ἐν σχέσει πρὸς τὰ τοιαῦτα τῶν πρώτων μεταπολε-
340μικῶν ἐτῶν, παρουσιασθὲν εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς αὐ-
341τασφαλιστικοὺς ὀργανισμούς, ἔχει εἰδικώτερον διὰ τὸ ΤΑΒΝ
342ὡρισμένα φυσικὰ αἴτια καὶ ὡρισμένας ἐξηγήσεις. Τὰ αἴτια
343ταῦτα εἶναι:
344α) Βασικὸς καὶ κυρίως ὁ ἐκμηδενισμὸς τῆς περιουσίας
345τοῦ Ταμείου κατὰ τὸν πόλεμον, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν βελ-
346τιωμένην σημερινὴν καὶ ὁσημέραι βελτιουμένην οἰκονομικήν
347του κατάστασιν.
348β) Τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον καὶ μέχρι τοῦ
3491947 οὐδεμία κράτησις κατεβάλλετο ὑπὸ τῶν μελῶν ὑπὲρ
350τοῦ Ταμείου. Κρατήσεις ἤρξαντο ἀπὸ τοῦ 1947 ἔκτοτε δ’
351αὗται ηὐξήθησαν σημαντικώτατα διὰ τῶν μετέπειτα ἐκδο-
352θέντων σχετικῶν νόμων (ὅρα συνημμένον σχετικὸν πίνακα).
353γ) Τὸ γεγονὸς ὅτι μόνον διὰ τοῦ νόμου 1738)51 πα-
354ρεσχέθη εἰς τὸ ΤΑΒΝ ὁ σημαντικὸς πόρος τοῦ 2% ἐπὶ τῶν
355προμηθειῶν τοῦ Β.Ν., ὅστις εἰς τὸ ΤΑΑΣ εἶχε παρασχεθῆ
3564 ἔτη ἐνωρίτερον διὰ τοῦ Ν. Δ. 303)47. Εἶναι προφανές,
357ὅτι διὰ τὴν καθυστέρησιν ταύτην δὲν εὐθύνεται ἡ παροῦσα
358Κυβέρνησις, ὅπως ἐπίσης εἶναι προφανές, ὅτι οὐδὲν πρὸς ἐ-
359πανόρθωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, καὶ
360δ) τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ΤΑΒΝ ὑπεχρεώθη διὰ τῶν ν.
3611738)51 καὶ 1931)51 νὰ χορηγήσῃ χαριστικῶς συμπληρω-
362ματικὸν βοήθημα εἰς ἑκατοντάδα καὶ πλέον τῶν μελῶν του,
363προώρως καὶ ἀνωμάλως ἐξελθόντων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Β.
364Ναυτικοῦ.
3655) Ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν μεγέθους τῶν βοηθημάτων
366δέον ἐπίσης νὰ σημειωθῇ ὅτι αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐκτιμᾶται
367κατ’ ἀπολύτους ἀριθμούς, ἀλλὰ πάντοτε ἐν συσχετισμῷ μὲ
368τὴν ἑκάστοτε ἀγοραστικὴν ἀξίαν τοῦ χρήματος.
3696) Ὡς πρὸς τὴν διαφορετικὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους
370μεταχείρισιν τῶν διαφόρων Ταμείων Ἀλληλοβοηθείας, αὕ-
371τη ὑπάρξασα ἴσως εἰς τὸ παρελθὸν καὶ συνισταμένη κυρίως
372εἰς τὸν διάφορον χρόνον λήψεως τῶν σχετικῶν νομοθετικῶν
373μέτρων, τείνει νὰ ἐκλείψῃ σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου καὶ
374διὰ τοῦ συντονισμοῦ τῆς σχετικῆς νομοθεσίας.
3757) Εἰδικώτερον ὡς πρὸς τὸ γεγονὸς τῆς διαθέσεως 23.
376000.000 δρχ. εἰς τὸ ΤΑΑΣ εἶναι γνωστὸν καὶ ἀναφέρεται
377εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχετικοῦ Νομοσχεδίου, ὅτι
378τὸ ποσὸν τοῦτο προήρχετο ἐκ τῆς ὑπερεισπράξεως τῆς ὑπὲρ
379τοῦ ΤΑΑΣ κρατήσεως 2% τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τῆς πα-
380ραγράφου β τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ἀπὸ 17.2.55 Β. Δ)τος «περὶ
381Κωδικοποιήσεως τῶν περὶ ΤΑΑΣ ἰσχυουσῶν διατάξεων. Τοι-
382αύτη περίπτωσις, ὡς γνωστόν, δὲν συντρέχει προκειμένου πε-
383ρὶ τοῦ ΤΑΒΝ.
3848) Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος.
385Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ τυγχάνει ἀπαράδεκτον ἐκ τῶν ἐν τῇ ἐ-
386ρωτήσει τοῦ κυρίου Τούμπα ἀναφερομένων εἶναι ὁ εἰς δύο
387σημεῖα αὐτῆς ὑπάρχων ὑπαινιγμὸς εἰς βάρος τῆς ἡγεσίας
388τοῦ Β. Ν. καὶ τῆς εὐθύνης αὐτῆς ὡς πρὸς τὸ θέμα. Διότι
389εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι διά. τὰ δι’ οἱονδήπο-
390τε θέμα λαμβανόμενα μέτρα τὴν πολιτικὴν εὐθύνην φέρει
391ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ θεσπίσασα ταῦτα Βουλή, ἐν οὐδεμιᾷ
392δὲ περιπτώσει ἡ ἡγεσία οἱασδήποτε ὑπηρεσίας.
3939) Ἐπισυνάπτονται δύο πίνακες, ὁ μὲν πρῶτος ἐμφαί-
394νων, τὰς ἑκάστοτε ἀπὸ τοῦ 1947 μέχρι σήμερον καταβαλ-
395λομένας κρατήσεις ὑπὸ τῶν μελῶν τοῦ ΤΑΒΝ, ὁ δὲ δεύτε-
396ρος ἐμφαίνων τὰ βασικὰ κατὰ βαθμὸν ποσὰ (συντελεστάς).
397Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1957
398Ὁ Ὑπουργὸς
399Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ
400ΤΑΜΕΙΟΝ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ
401ΒΑΣΙΛΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ
402ΠΙΝΑΞ II
403ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΒΟΗΘΗΜΑΤΩΝ ΚΑΤ’ ΕΤΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΒΑΘΜΟΝ
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
404 1951–5429.12.541.10.5524.9.561.9.57
405 Ἀπὸ Ἀπὸ Ἀπὸ Ἀπὸ Ἀπὸ
406
407Ἀντιναύαρχος Ἀρχ. 1.868 3.736 4.857 7.480
408Ἀντιναύαρχος 1.140 1.638 3.276 4.259 2.659
409Ὑποναύαρχος 996 1.414 2.828 3.676 5.661
410Πλοίαρχος 840 1.242 2.484 3.229 4.973
411Ἀντιπλοίαρχος 780 1.121 2.242 2.915 4.489
412Πλωτάρχης 720 1.017 2.034 2.644 4.072
413Ὑποπλοίαρχος 636 862 1.724 2.241 4.451
414Ἀνθυποπλοίαρχος 576 690 1.380 1.794 2.763
415Σημαιοφόρος 540 603 1.206 1.568 2.415
416Ἀρχικελευστής 492 565 1.130 1.368 2.262
417Κελευστής 456 526 1.052 1.368 2.107
418Ὑποκελευστής Αʹ. 396 455 910 1.183 1.822
419Ὑποκελευστής Βʹ. 372 427 854 1.110 1.709
420Δίοπος 276 317 634 824 1.269
421Ναύτης 192 220 440 572 881
422Τὸ
423Γραφεῖον Ὑπουργοῦ Ε. Α.
424ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ
425Λοχαγὸς Πεζικοῦ
426ΓΕΝΙΚΟΝ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟΝ ΝΑΥΤΙΚΟΥ
427ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΞ ΜΗΝΙΑΙΩΝ ΚΡΑΤΗΣΕΩΝ Τ.Α.Β.Ν. ΕΚ ΜΙΣΘΟΔΟΣΙΑΣ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
428 Ἀπὸ 1947 5% Ἀπὸ 1950Ἀπὸ 1952 αὔ-Ἀπὸ 1954 αὔ- Ἀπὸ 1955 αὔ-Ἀπὸ 1957 αὔ-
429 ἐπὶ βασικοῦ μι- 3% ἐπὶ βασι-ξησις μισθῶνξησις μισθῶν ξησις μισθῶνξησις μισθῶν
430 σθοῦ ἀποφ. Ὑ.κοῦ μισθ. κοινὴ 3% ἐπὶ βα-3% ἐπὶ βασι- 4% ἐπὶ συν-4% ἐπὶ συνό-
431 Ὑ. Οἰκ. 71673σικοῦ μισθοῦ κοῦ μισθοῦόλου ἀποδοχῶνλου ἀποδοχῶν
432 Ν. 1738)50 Ν. 1592)50
433ΒΑΘΜΟΙ Παλαιαὶ Δραχμαὶ Νέαι δραχμαὶ
434
435Ἀντιναύαρχος (Α) Γ.Ε.Ν.) 20.000 120.000 144 161 318 344
436Ἀντιναύαρχος 20.000 105.000 126 143 283 286
437Ὑποναύαρχος 18.000 98.000 118 134 239 252
438Πλοίαρχος 17.000 72.000 86 104 219 235
439Ἀντιπλοίαρχος 15.000 60.000 72 89 172 186
440Πλωτάρχης 14.000 51.000 61 75 151 162
441Ὑποπλοίαρχος 12.000 42.000 51 62 120 143
442Ἀνθυποπλοίαρχος 11.000 37.000 45 56 105 116
443Σημαιοφόρος 10.000 32.000 37 47 97 90
444ΥΠΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
445 4% βασικοῦ 2% βασι- 2% βασι- 2% βασι- 3% βασι- 3% βασι-
446 μισθοῦκοῦ μισθοῦ κοῦ μισθοῦκοῦ μισθοῦκοῦ μισθοῦκοῦ μισθοῦ
447
448Ἀρχικελευστής 9.000 18.000 22 27 64 69
449Κελευστής 6.000 15.000 20 26 55 60
450Ὑποκελευστής Αʹ 5.000 13.000 18 23 45 50
451Ὑποκελευστής Βʹ 4.000 8.000 16 20 37 37
452Δίοπος 3.000 5.000 11 14 25 23
453Ν. Πρότακτος 2.000 4.000 7 9 15 15
454Σημείωσις: Ἀπὸ Μαΐου 1941 μέχρι Ἀπριλίου 1947 δὲν κατεβάλλοντο κρατήσεις ὑπὲρ τῶν Μετόχων.
455Ἀκριβὲς Ἀντίγραφον
456Τὸ Γραφεῖον Ὑπουργοῦ Ε. Α.
457ΠΡΟΜΠΟΝΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑΣ
458Λοχαγὸς Πεζικοῦ
459β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπούτου.
460Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέ-
461ρου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 277 ἐρώτησις τοῦ
462βουλευτοῦ κ. Ι. Μπούτου, νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι πρόνοια
463ἀφορῶσα τὴν χορήγησιν μερίσματος τοῦ Μ.Τ.Β.Α. εἰς τὰς
464οἰκογενείας τῶν φονευομένων μετόχων αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον αὗ-
465ται ἀπολαύουν συντάξεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ν. 3618)
4661956, ἔχει ληφθῆ διὰ σχετικῆς διατάξεως περιλαμβανομέ-
467νης εἰς τὸ ὑπὸ κατάρτισιν τελοῦν νομοσχέδιον.
468Ἀθῆναι τῇ 3 Δεκεμβρίου 1957
469Ὁ Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης
470ΔΗΜ. ΔΑΒΑΚΗΣ
471γ) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Πετρο-
472πουλάκη καὶ Γ. Αὐγεροπούλου.
473Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὕπερθεν ὑμετέ-
474ρου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 259 ἐρώτησις τῶν
475βουλευτῶν κ. κ. Πετροπουλάκη καὶ Γ. Αὐγεροπούλου, νὰ
476γνωρίσωμεν ὑμῖν τ’ ἀκόλουθα:
477α) Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης (ΓΕΣ) ἔχον
478ὑπ’ ὄψιν ἀφ’ ἑνὸς τὰς ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας καὶ ἀφ’ ἑτέρου
479τὸ δίκαιον τῆς τακτοποιήσεως τῶν μονίμων καὶ ἐκτάκτων ὑ-
480παλλήλων αὐτοῦ, ἀπὸ μακροῦ κατήρτισε σχέδιον νόμου, ἐ-
481πιλύοντος τὸ ζήτημα.
482β) Τὸ σχέδιον τοῦτο, διαβιβασθὲν εἰς Ὑπουργεῖον Οἰ-
483κονομικῶν, συμφώνως τῷ Συντάγματι, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐκ-
484κρεμῇ παρ’ αὐτῷ λόγῳ τῆς μεγάλης ἀπαιτουμένης δαπά-
485νης, ἀνερχομένης εἰς 10 καὶ πλέον ἑκατομμύρια ἐτησίως.
486γ) Τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης δὲν ἔχει ἐγκα-
487ταλείψει τὸ θέμα, ἀλλὰ συνεχίζει τὰς ἐπ’ αὐτοῦ προσπαθεί-
488ας του.
489Ἀθῆναι τῇ 3 Δεκεμβρίου 1957
490Ὁ Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης
491ΔΗΜ. ΔΑΒΑΚΗΣ
492ΙΙΙ) Τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας.
493Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Τσιαπάρα.
494Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11483) 19.11.57 ὑμετέ-
495ρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 439 ἐρώ-
496τησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Τσιαπάρα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ
497γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐχορηγήθησαν
498εἰς τὸ Ὑποκατάστημα ΑΤΕ Λαγκαδᾶ, διὰ τὴν ἀπ’ εὐθείας
499παρὰ τούτου χορήγησιν μεσοπροθέσμων δανείων εἰς παρα-
500γωγοὺς τῆς περιφερείας του, αἱ κάτωθι πιστώσεις, ἤτοι:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
501 Δραχ.
502
503α) Δι’ ἀγορὰν ἀροτριώντων καὶ μετα-
504 γωγικῶν ζώων 350.000
505β) Δι’ ἀγορὰν παραγ. ζώων 450.000
506γ) Διὰ κατασκευὴν ἀποθηκῶν σταύλων,
507 ποιμνιοστασίων 300.000
508δ) Διὰ κατασκευὴν καπναποθηκῶν 50.000
509ε) Διὰ δενδροκομίαν 200.000
510στ)Δι’ ἐκχερσώσεις, ἐκθαμνώσεις 303.000
511ζ) Δι’ ἀμπελουργίαν 890.000
512η) Δι’ ἀρδεύσεις 1.000.000
513θ) Δι’ ἀντλητικὰ συγκροτήματα 186.000
514ι) Διὰ μηχανήματα, ἐργαλεῖα, ἐφόδια 89.000
515ια)Διὰ μελισσοκομίαν 17.000
516ιβ)Δι’ ἀγορὰν καπνοπάνων 150.000
517ιγ)Διὰ θερμοκήπια - θερμοσπορεῖα 180.000
518ιδ)Διὰ βαμβακοσπορεῖς 30.000
519 4.195.000
520Ἐπὶ πλέον τῶν ἀνωτέρω διετέθησαν προσφάτως καὶ
521αἱ ἑξῆς πιστώσεις:
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
522 Δραχμαὶ
523
524α)Δι’ ἀγορὰν ἀροτριώντων ζώων κλπ.100.000
525β)Δι’ ἀγορὰν παραγωγῶν ζώων 100.000
526 200.000
527Ἤτοι γενικὸν σύνολον διατεθεισῶν εἰς τὸ ἐν λόγῳ Ὑπ)
528μα πιστώσεων κατὰ τὸ 1957 δραχ. 4.395.000.
529Διὰ τῶν ἀνωτέρω πιστώσεων τὸ ποσὸν τῶν ὁποίων
530δύναται νὰ θεωρηθῇ ἱκανοποιητικὸν ἀντιμετωπίζονται αἱ
531ἐπιτακτικώτεραι ἀνάγκαι τῶν παραγωγῶν τῆς περιφερεί-
532ας Λαγκαδᾶ, συνεστήθη δὲ τῆς ΑΤΕ, ἵνα ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της
533καὶ τὰς ὑπολοίπους ἀνάγκας διὰ τὴν ἐν καιρῷ ἀνάλογον
534ἱκανοποίησιν καὶ τούτων ἐκ τῶν νέων κεφαλαίων τοῦ προ-
535γράμματος πιστοδοτήσεώς της κατὰ τὸ ἔτος 1958.
536Ἐν Ἀθήναις τῇ 5 Νοεμβρίου 1957
537Ὁ Ὑπουργὸς
538Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
539IV) Τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύ-
540νης.
541α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μπα-
542κατσέλου, Ι. Παπαηλιάκη, Μ. Τοσου-
543νίδη, Α. Ἀνωγειανάκη, Χ. Παπαδο-
544πούλου καὶ Ν. Ἰντζέ.
545Σχετικῶς μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 11080 ἐ.ἔ. ἔγγραφον ὑ-
546μῶν, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἀντίγραφον κατατεθείσης ὑ-
547μῖν ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Μπακατσέλου, Ι.
548Παπαηλιάκη κλπ. ἀναφορικῶς μὲ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν
549μαρτυρικῶν δικαιωμάτων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω-
550μεν ὑμῖν τὰ κάτωθι:
551Τὸ ὅλον θέμα τῆς αὐξήσεως τῶν μαρτυρικῶν δικαιω-
552μάτων, ἀντιμετωπίζεται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1955 ὅτε ἐδημο-
553σιεύθη τὸ Ν. Δ. 3392 δυνάμει τοῦ ὁποίου, οἱ καλούμενοι
554πρὸς μαρτυρίαν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, δικαιοῦνται εἰ-
555σιτηρίου ταξειδίου ἐπιστροφῆς, ἐφ’ ὅσον ἐκδοθῶσιν αἱ προ-
556βλεπόμεναι κοιναὶ ἀποφάσεις τῶν Ὑπουργῶν Δικαιοσύνης
557καὶ Οἰκονομικῶν, αἵτινες θὰ καθορίζουν τόσον τὸ ὕψος τῆς
558αὐξήσεως τῶν δικαιωμάτων ἡμεραργίας καὶ διαμονῆς, ὅ-
559σον καὶ τὴν διαδικασίαν ἐκδόσεως τῶν ἐν λόγῳ εἰσιτηρί-
560ων. Ἡ ἔκδοσις ὅμως τῶν ἀνωτέρω ἀποφάσεων, διατυπω-
561θεῖσαι ἤδη, προϋποθέτει ἐγγραφὴν πιστώσεως οὐχὶ μικρο-
562τέρας τῶν δραχμῶν 20.000.000, ἥτις ἐζητήθη καὶ εἰς βά-
563ρος τοῦ παρελθόντος οἰκονομικοῦ ἔτους τοῦ τρέχοντος καὶ
564τοῦ νέου 1958.
565Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1957
566Ὁ Ὑπουργὸς
567Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
568β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Παλά-
569σκα, Δ. Κρόκου, Α. Μπαρότση, Μ.
570Σκουλᾶ, Ι. Ὀρφανοῦ, Μ. Πίσπα, Κ.
571Βουδούρη καὶ Π. Τζαννετάκη.
572Ἔχομεν τὴν τιμήν, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν
57311541) 20.11.1957 ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη
574ἡμῖν ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ.κ. Α. Μπαρότση, Μ. Σκου-
575λᾶ κλπ. νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς:
576Τὸ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας παρεχόμενον εἰς τοὺς κρατου-
577μένους ἐν ταῖς φυλακαῖς συσσίτιον, εἶναι λιτὸν μέν, ἀλλὰ
578ἐπαρκὲς διὰ τὴν συντήρησίν των. Σχετικῶς δὲ ἐπιδιώκεται
579ἡ αὔξησις τῆς ἡμερησίας μερίδος τοῦ ἄρτου εἰς 200 δρά-
580μια ὁπότε θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 2.400 θερμίδας.
581Εἰς τοὺς ἀσθενεῖς, ἢ ἔχοντας ἀνάγκην ὑπερσιτισμοῦ
582κρατουμένους, χορηγεῖται εἰδικὴ δίαιτα, καθοριζομένη δι’
583ἑκάστην περίπτωσιν ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ τῆς φυλακῆς, προβλε-
584πομένης πάντοτε τῆς χορηγήσεως ἡμισείας ὀκᾶς γάλακτος
585καὶ ἑνὸς κυπέλλου γιαούρτης. Ἡ δίαιτα αὕτη κατ’ οὐδὲν
586ὑστερεῖ τῆς παρεχομένης εἰς τὰ δημόσια νοσηλευτικὰ ἱ-
587δρύματα τροφῆς, εἰς τοὺς ἐν αὐτοῖς νοσηλευομένους. Ἐπὶ
588συνόλου σήμερον 347 κρατουμένων τῶν φυλακῶν Κερκύ-
589ρας οἱ 80 εἶναι εἰς δίαιταν.
590Ἡ κατὰ τὸν κανονισμὸν παρεχομένη εὐχέρεια εἰς τοὺς
591κρατουμένους ὅπως προμηθεύωνται, ἰδίαις αὑτῶν δαπά-
592ναις, εἴδη τροφίμων μὴ ἐχόντων ἀνάγκην ἑψήσεως, ἐρρυθ-
593μίσθη κατὰ τὸν εὐρύτερον δυνατὸν τρόπον, ὡς τοῦτο συνά-
594γεται ἐκ τῶν διατάξεων τῆς ὑπ’ ἀριθ. 57)28.8.1957 ἐγ-
595κυκλίου, ἧς ἀντίτυπον ἀποστέλλομεν ἐγκλείστως.
596Διὰ τῆς συμπληρωματικῆς ἐξ ἄλλου ἐγκυκλίου, ἧς ἀν-
597τίτυπον συναποστέλλομεν, διευκρινίσθη ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ
598εἰσαγωγὴ παντὸς εἴδους ξηρᾶς τροφῆς καὶ ξηρῶν καρπῶν,
599ὡς καὶ νωπῶν λαχανικῶν καταναλισκομένων ἄνευ ἑψή-
600σεως.
601Ὡς εἰκός, διὰ λόγους τάξεως καὶ ἀσφαλείας τῶν φυ-
602λακῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ὑπὸ τῶν κρατου-
603μένων ἕψησις διαφόρων τροφίμων, εἴτε ἐν τοῖς θαλάμοις,
604εἴτε ἐν τοῖς προαυλίοις οὐδ’ εἶναι ἐξ ἄλλου δυνατὸν νὰ ἐ-
605πιτραπῇ ἡ εἰς χρῆμα συνεισφορὰ τῶν κρατουμένων πρὸς
606βελτίωσιν τοῦ συσσιτίου, διότι τοῦτο θὰ ἐδημιούργει συναλ-
607λαγὰς μετὰ τῶν κρατουμένων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπιτρε-
608πταὶ εἰς κατάστημα σωφρονιστικόν.
609Ἡ πληρωμὴ τῶν ὑπὸ τῶν κρατουμένων ἀγοραζομέ-
610νων τροφίμων καὶ ἄλλων εἰδῶν ἐνεργεῖται διὰ χρεώσεως
611τοῦ ἀτομικοῦ λογαριασμοῦ καταθέσεών των εἰς τὴν δια-
612χείρισιν τῆς φυλακῆς. Συνεπῶς ἡ ἀνάληψις ὑπὸ τῶν κρα-
613τουμένων ποσοῦ δραχμῶν ὀγδοήκοντα κατὰ 10ήμερον εἶ-
614ναι ἐπαρκής, διότι ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισιν μόνον τῶν
615μικροδαπανῶν των, ὡς ἡ ἀγορὰ σιγαρέττων, γραφικῆς ὕλης,
616γραμματοσήμων, ἐφημερίδων κλπ.
617Προηγουμένως ἐπετρέπετο ἡ ἀνάληψις ποσοῦ δραχμῶν
618εἴκοσι πέντε καθ’ ἑβδομάδα (94186) 21.8.1954 διαταγὴ Ὑ-
619πουργείου) καὶ οὐχὶ δραχμῶν ἑκατὸν ὡς ἐν τῇ ἐρωτήσει
620διαλαμβάνεται.
621Τέλος διὰ τῆς 130782)73 ἐγκυκλίου ἀπὸ 6 Νοεμβρίου
622ἐ.ἔ. ἐπετράπη ἡ χορήγησις εἰς τοὺς κρατουμένους δύο κυ-
623πέλλων καφὲ ἡμερησίως εἰς τιμὴν κόστους.
624Ἐν Ἀθήναις τῇ 28 Νοεμβρίου 1957
625Ὁ Ὑπουργὸς
626Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
627I) Τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς
628Προνοίας.
629α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Θανα-
630σέκου, Γ. Σπηλιοπούλου, καὶ Β. Ἐφραι-
631μίδη.
632Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11398)57 ὑμετέρου ἐγ-
633γράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 426 ἐρώτησις
634τῶν βουλευτῶν κ. κ. Β. Θανασέκου, Γ. Σπηλιοπούλου καὶ Β.
635Ἐφραιμίδη, περὶ ἐνισχύσεως πληγέντων παραπηγματούχων
636τοῦ Συνοικισμοῦ «Περικλέους» ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρί-
637σωμεν ὑμῖν ὅτι οὔτε παρὰ ὑπηρεσίας τινὸς οὔτε παρὰ τῶν
638ἐνδιαφερομένων ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιαύτη πε-
639ρίπτωσις.
640Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Δεκεμβρίου 1957
641Ἡ Ὑπουργὸς
642ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ
643β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Στρατῆ.
644Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 11988) 27.11.57 ὑμετέ-
645ρου ἐγγράφου, δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βου-
646λὴν ἐρώτησις τοῦ βουλευτοῦ κ. Δημητρίου Στρατῆ, δι’ ἧς
647ἐρωτᾶται διατί μέχρι σήμερον δὲν κατεβλήθη τὸ ὑπερωρια-
648κὸν ἐπίδομα εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμά-
649των τῆς Χώρας, ὡς ἡ ὑπ’ ἀριθ. 72141) 18.3.57 ἀπόφασις
650τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ
651γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι:
652Τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. ΟΥΒ
6533061) 7.5.57 ἐγγράφου, ᾐτήσατο ἀπὸ τὴν Γεν. Δ)νσιν Δη-
654μοσίου Λογιστικοῦ τὴν ἐγγραφὴν πιστώσεως δραχ. 14.000.
655000 πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
656Ἐν συνεχεία τοῦ ἐγγράφου τούτου καὶ πρὸς προώθησιν
657τοῦ ζητήματος ἐπανήλθομεν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. ΟΥΒ3490)
6585.10.1957 ἡμετέρου ἐγγράφου, τοῦ ὁποίου ὡς καὶ τοῦ προ-
659ηγουμένου ἀντίγραφα ἐπισυνάπτομεν. Καθ’ ἃς δὲ ἔχομεν
660πληροφορίας, τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν μετ’ εὐμενίας ἐ-
661ξετάζει τὸ ὅλον θέμα, εὐθὺς δὲ ὡς ἤθελον ἐπιτρέψει τοῦτο
662αἱ δυνατότητες τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ χορηγηθῇ ἡ ἀπαι-
663τουμένη πίστωσις διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιδόμα-
664τος.
665Ἐν Ἀθήναις τῇ 4 Δεκεμβρίου 1957
666Ἡ Ὑπουργὸς
667ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ
668ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ
669Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Μαΐου 1957
670Ἀριθ. Πρωτ. ΟΥΒ3061
671Πρὸς
672Τὴν Γεν. Δ)νσιν Δ. Λογιστικοῦ
673Δ)νσιν Ι. Τμῆμα Αʹ
674(Διὰ τῆς Ὑπηρ. Ἐντελλ. Ἐξόδων)
675Ἐνταῦθα
676Θέμα: Ζητεῖται ἡ ἐγγραφὴ πιστώσεων δραχμῶν
67714.000.000 δι’ ὑπερωριακὸν ἐπίδομα Προσωπικοῦ Νοσοκο-
678μείων.
679Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι διὰ τὴν
680ἐφαρμογὴν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 72141 ΡΟΝΕΟ 67) 18.
6813.1957 ἀποφάσεως τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
682νομικῶν, περὶ τῆς κατ’ ἀποκοπὴν ἀποζημιώσεως διὰ
683τὴν κατὰ τὰς μὴ ἐργασίμους ὥρας ἀπασχόλησιν τοῦ προ-
684σωπικοῦ τῶν Νοσηλευτικῶν Ἱδρυμάτων Ν.Π.Δ.Δ. ἁρμοδιό-
685τητος τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου ἀπαιτεῖται συνολικὸν πο-
686σὸν 14.000.000 καὶ διὰ τὸ ἀπὸ 1–4) 31.12.57 χρονικὸν δι-
687άστημα.
688Ἐπειδὴ τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν προεβλέφθη εἰς τὸν προ-
689ϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργείου χρή-
690σεως 1957, ἡ δὲ ἀναγραφεῖσα πίστωσις διὰ νοσήλεια ἀπό-
691ρων δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς ὡς ἄνω ἐκτά-
692κτου δαπάνης, οὔτε ἐπίσης εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπισθῇ
693ἡ δαπάνη αὕτη ὑπὸ τῶν Νοσοκομείων, δεδομένου ὅτι αἱ δα-
694πάναι τούτων ὡς γνωστὸν καλύπτονται ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ τῆς
695Κρατικῆς ἐπιχορηγήσεως, διὰ ταῦτα ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ
696παρακαλέσωμεν ὅπως ἐν τῇ ἁρμοδιότητι ὑμῶν προβῆτε εἰς
697τὴν αὔξησιν τῆς πιστώσεως τοῦ κεφ. 33) 1 κατὰ τὸ ποσὸν
698τῶν δραχμῶν 14.000.000 παράσχητε δὲ καὶ τὴν ὑμετέραν
699ἔγκρισιν διὰ τὴν ἀνάληψιν καὶ διάθεσιν ὁλοκλήρου τοῦ πο-
700σοῦ τούτου διὰ τὴν ὡς ἀνωτέρω ἐξετέθη αἰτίαν.
701Ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρακαλοῦμεν ὅπως τὴν ὑμετέ-
702ραν ἀπόφασιν ἔχωμεν τὸ ταχύτερον δυνατόν.
703Κοιν. 1. Δ. Οἰκ. Ὑπηρ.
7042. Δ. Ν. Ἱδρυμάτων
7053. Ὑπ. Ἐντελ. Ἐξόδων
706Ἡ Ὑπουργὸς
707ΛΙΝΑ Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗ
708VI) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς
709Ναυτιλίας.
710Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Πετρο-
711πουλάκη καὶ Α. Μπριλλάκη.
712Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 405)12.11.57 ἐρώτη-
713σιν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Πετροπουλάκη καὶ Α. Μπριλ-
714λάκη, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα:
7151. Ὡς εἶναι γνωστὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατεί-
716ας, δεχθὲν προσφυγὴν τῆς Α. Ε. «Ἑλληνικαὶ Μεσογειακαὶ
717Γραμμαὶ» ἠκύρωσε, δι’ ἀποφάσεώς του, τὰς πράξεις τοῦ Ὑ-
718πουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τῶν ὁποίων τὰ ὡς ἄνω πλοῖα κα-
719τεκυροῦντο ὑπὲρ τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας, συνεπεία τυ-
720πικῶν ἐλλείψεων.
7212. Κατόπιν τούτου τὸ Δημόσιον προσέφυγεν εἰς τὰ Δι-
722καστήρια, ἐκδοθείσης τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2851)1956 ἀποφάσε-
723ως Πρωτοδικείου Πειραιῶς, δι’ ἧς ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀγωγὴ
724τοῦ Δημοσίου, ὡς πρὸς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς κυριότητος αὐ-
725τοῦ ἐπὶ τῶν πλοίων.
7263. Παραλλήλως, ὅμως, τὸ Δικαστήριον διέταξεν ἀπο-
727δείξεις ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἐκ-
728μεταλλεύσεως τῶν πλοίων καὶ τὰς προβληθείσας ἀνταπαι-
729τήσεις τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας, ἐδέξατο δὲ αἴτη-
730σιν τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας, περὶ ἐπισχέσεως παρ’
731αὐτῆς τῶν πλοίων, πρὸς ἀσφάλειάν της διὰ τὴν πληρωμὴν
732τοῦ ποσοῦ ὅπερ ἤθελεν ἐπιδικασθῇ αὐτῇ ἔναντι τῶν ὡς εἴ-
733ρηται ἀνταπαιτήσεών της.
7344. Ὡς ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει, ἀνεγνωρίσθη μὲν ὅ-
735τι ἡ κυριότης τῶν πλοίων ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, τὰ πλοῖα
736ὅμως παραμένουν εἰς χεῖρας τῆς Θηραϊκῆς Ἀτμοπλοΐας μέ-
737χρις ἐπιλύσεως τῶν οἰκονομικῶν θεμάτων τῶν ἀπορρεόντων
738ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πλοίων κλπ.
7395. Εὐνόητον, ὅθεν, τυγχάνει ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν δύ-
740ναται μονομερῶς, νὰ ἀποφασίσῃ τὴν ἐκκίνησιν καὶ ἐκ νέου
741δρομολόγησιν τῶν δύο πλοίων.
7426. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπιδιώκεται νῦν ἡ ταχεῖα καὶ
743ὁριστικὴ λῆψις ἀποφάσεως πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ θέματος
744καὶ ἐκ νέου ἐκκίνησιν τῶν πλοίων.
745Ἐν Πειραιεῖ τῇ 30 Νοεμβρίου 1957
746Ὁ Ὑπουργὸς
747ΣΤ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ
748VII) Τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας
749Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Στεφανί-
750δη.
751Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 10125)8262 ὑμετέρου ἐγ-
752γράφου καὶ τῆς δι’ αὐτοῦ διαβιβασθείσης ὑμῖν ὑπ’ ἀριθ. 169
753ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κυρίου Μιχ. Στεφανίδη, σχετικῶς
754μὲ τὴν ἐπέκτασιν τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 1254)49 καὶ εἰς
755τὸ Βασιλικὸν Χαλκίδος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑ-
756μῖν ὅτι τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐργασίας εἰς
757τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ ἀφ’ ἑνὸς διὰ τὴν συγκέντρωσιν πληρε-
758στέρων στοιχείων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι αἱ ἁρμοδιότητες τοῦ
759Συμβουλίου Ἐργασίας μετεβιβάσθησαν προσφάτως εἰς τὸ Ἐ-
760θνικὸν Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον συμφώνως πρὸς τὸ ὑπ’ ἀ-
761ριθ. 3755) 57 Ν. Δ)γμα, ὅπερ δὲν ἀνεσυνεκροτήθη εἰσέτι εἰς
762Σῶμα.
763Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1957
764Ὁ Ὑπουργὸς
765Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ
766VIII) Τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινω-
767νιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων.
768α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Στρατῆ.
769Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐν θέματι ὑμετέρου ἐγγράφου, δι’
770οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 538 ἐρώτησις τοῦ βουλευ-
771τοῦ κυρίου Δημ. Στρατῆ, περὶ μειώσεως τιμῆς εἰσιτηρίου
772λεωφορειακῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Πετρουπόλεως, ἔχομεν
773τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι τὰ κόμιστρα τῶν λεωφορεί-
774ων τῆς ἀστικῆς περιοχῆς Ἀθηνῶν–Πειραιῶς δὲν καθο-
775ρίζονται βάσει τῆς χιλιομετρικῆς ἀποστάσεως ἑκάστης γραμ-
776μῆς ἐντεταγμένης εἰς ΚΤΕΛ, ἀλλὰ βάσει τῆς γενικῆς εἰσ-
777πράξεως ἀνὰ χιλιόμετρον ὁλοκλήρου τοῦ ΚΤΕΛ καὶ τῶν
778λοιπῶν συνθηκῶν ἐκμεταλλεύσεως.
779Ἡ εἴσπραξις αὕτη δέον νὰ καλύπτῃ τὸ χιλιομετρικὸν
780κόστος. Συγκρινομένων τῶν δύο μεγεθῶν, ἤτοι τοῦ κόστους
781ἀνὰ χιλιόμετρον καὶ τῆς εἰσπράξεως ἀνὰ χιλιόμετρον, ἀ-
782ποφασίζεται ἡ αὔξησις ἢ μὴ τοῦ κομίστρου κατὰ ποσοστὸν
783ἐπὶ τῆς προηγουμένως ἰσχυούσης τιμῆς. Τὸ ποσοστὸν δὲ
784τοῦτο ἀφορᾶ γενικῶς ὁλόκληρον τὸ ΚΤΕΛ καὶ πάσας τὰς
785γραμμὰς αὐτοῦ ἀδιακρίτως.
786Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω καθίσταται φανερόν, ὅτι δὲν
787δύναται νὰ ἐπενεχθῇ μείωσις τῆς τιμῆς τοῦ εἰσιτηρίου ἐπὶ
788μιᾶς γραμμῆς, καθ’ ὅσον αὕτη θὰ ἔχῃ δυσμενῆ ἐπίδρασιν ἐ-
789πὶ τῶν εἰσπράξεων ὁλοκλήρου τοῦ ΚΤΕΛ καὶ διασάλευσιν
790τῶν συνθηκῶν ἐκμεταλλεύσεως αὐτοῦ.
791Παρὰ ταῦτα εἰς ἐνδεχομένην ἀναπροσαρμογὴν τοῦ κο-
792μίστρου καὶ εἰδικῶς διὰ τὴν Γραμμὴν Πετρουπόλεως θὰ ἔχω-
793μεν ὑπ’ ὄψιν τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων περὶ ἀναθεωρήσε-
794ως τῆς τιμῆς τοῦ εἰσιτηρίου τῆς ὡς ἄνω γραμμῆς, ἐ-
795ὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἥ τε ἐπιβατικὴ κίνησις καὶ τὸ χιλιομετρι-
796κὸν κόστος, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν συνολικὴν εἴσπραξιν
797ὁλοκλήρου τοῦ ΚΤΕΛ, ἤθελον ἐπιτρέψει τοῦτο.
798Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Δεκεμβρίου 1957
799Ὁ Ὑφυπουργὸς
800ΧΡ. ΚΑΡΑΠΙΠΕΡΗΣ
801§5Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα νὰ
802παρακαλέσω τὰ ἑξῆς: Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς παράσχη-
803τε τὴν πληροφορίαν, διατί εὑρίσκεται στρατὸς ἔνοπλος ἔξω
804τοῦ Βουλευτηρίου. Ἔχομεν μίαν ἀπορίαν.
805§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἔλθετε
806εἰς τὸ γραφεῖον μου νὰ τὸ μάθετε. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀν-
807τικείμενον συζητήσεως πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
808§7Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ συμβαίνῃ κἄτι
809καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν λάβει γνῶσιν.
810§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε μίαν τάσιν νὰ μὴ προσέχετε κα-
811θόλου τὸν Κανονισμόν.
812§9Ι. ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ Κανονισμὸς
813λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἐρχώμεθα εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Προέ-
814δρου τῆς Βουλῆς.
815§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως θὰ ἔρχεσθε, ὅταν πρόκειται νὰ
816ζητήσητε τὸν λόγον ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ὁπότε θὰ κρίνῃ
817ὁ Πρόεδρος.
818§11Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι πρέπει
819νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις, διατί νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον σας;
820Εἶναι πολὺ φυσικὸν ὅταν ὑπάρχῃ στρατὸς μὲ πολυβόλα, νὰ
821ἐρωτήσῃ.
822§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρχηγὲ τῶν Φιλελευθέρων, πρὸς
823ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος ἐλάβατε τὸν λόγον σύμφωνα μὲ τὰ ἔθιμα,
824βεβαίως θὰ δοθῇ ἀπάντησις, ὅπως καὶ εἰς τὸν κύριον βου-
825λευτὴν θὰ ἐδίδετο ἀπάντησις. Ἀλλὰ ἔχω πολλάκις δηλώσει
826καὶ ἔχω παρακαλέσει καὶ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ πρα-
827κτικά, ὁσάκις βουλευτής τις θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον πρὸ
828τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ διέρχεται ἐκ τοῦ γραφείου
829μου καὶ νὰ μοῦ λέγῃ ποῖον εἶναι τὸ θέμα. Ὁ Κανονισμὸς
830ὡς γνωστόν, δὲν προβλέπει συζήτησιν πρὸ τῆς Ἡμερησίας
831Διατάξεως διὰ θέματα μὴ περιλαμβανόμενα εἰς αὐτήν.
832§13Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν γεννᾶται τὸ θέ-
833μα.
834§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς σᾶς, ὁ ὁποῖος ἔχετε ὡς Ἀρχηγὸς
835τὸ δικαίωμα νὰ λάβετε τὸν λόγον, ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς: Καὶ
836ἐγὼ ἠρώτησα — διότι δὲν ἐγνώριζον περισσότερα, ὅταν ἠρ-
837χόμην — διατί ὑπάρχει δύναμις στρατοῦ, καὶ μοῦ ἀπήντη-
838σαν ὅτι ἐγένετο συγκέντρωσις πολιτῶν εἰς τὴν ὁδὸν Πανε-
839πιστημίου, ἄσχετος μὲ τὸ Βουλευτήριον, καὶ ἐλήφθησαν μέ-
840τρα δι’ ὅλα τα Δημόσια Γραφεῖα κλπ. Δὲν ἔχει καμμίαν
841σχέσιν τὸ συλλαλητήριον με τὸ Βουλευτήριον, ἐκ προνοίας
842ὅμως μὴ τυχὸν μετὰ τὸ συλλαλητήριον ἡ συγκέντρωσις ἐκ-
843χυθῇ πρὸς κατευθύνσεις εἴτε πρὸς τὰ ἐδῶ, εἴτε ὀλίγον τι
844ἀνατολικώτερον, ἐλήφθησαν τὰ παρατηρηθέντα μέτρα ἀσφα-
845λείας. Ἐλπίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις εἶναι ἱκανοποιητική.
846Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Π. Κηπουρὸς ὅπως ἀ-
847ναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
848§15Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει).
849(Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
850§16Α. ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν παρατή-
851ρησιν ἔχω νὰ κάμω. Εἰς τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν ἐκεῖ
852ποὺ λέγει «μίαν περίπτωσιν» νὰ γίνῃ «μίαν διαπίστωσιν».
853§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ «περίπτωσις» γίνεται «διαπίστωσις».
854Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδρι-
855άσεως ὡς φραστικῶς διωρθώθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Α. Παπαχρή-
856στου.
857Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
858ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
859ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
860Ψήφισις σχεδίου νόμου «Περὶ παρατάσεως
861τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 613)
8621948 καὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ προ-
863σωπικοῦ τῶν Εἰδικῶν Ἐμμίσθων Λη-
864ξιαρχείων κειμένων διατάξεων καὶ
865Ὑποθηκοφυλακείων κειμένων διατά-
866ξεων».
867§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
868§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέ-
869διον νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ
870ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 613)1948 καὶ τρο-
871ποποιήσεως τῶν περὶ τοῦ προσωπι-
872κοῦ τῶν Εἰδικῶν Ἐμμίσθων Ληξιαρ-
873χείων κειμένων διατάξεων καὶ Ὑπο-
874θηκοφυλακείων κειμένων διατάξεων».
875§20Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
876Τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν
877διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3026)54 «περὶ τοῦ
878κώδικος τῶν Δικηγόρων», ἀναβάλλεται.
879§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν
880ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεων
881τῶν προθεσμιῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν
882ὑπὸ τῶν Ν. Δ. 3379)55 καὶ 3362)56 προ-
883βλεπομένων διαταγμάτων».
884§22Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας).
885Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἐντελῶς τυπι-
886κὸν καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ἔχετε ἀντίρρησιν διὰ τὴν
887ψήφισίν του.
888Δι’ αὐτοῦ μοῦ δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῶ ἀποσπά-
889σεις πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τῆς Στοιχειώδους καὶ
890Μέσης Ἐκπαιδεύσεως.
891Παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε καὶ τὰς ἑξῆς προσθήκας:
8921. Νὰ μὴ παρατείνεται ἡ ἀπόσπασις πέραν τοῦ ἔτους
893καὶ
8942) Νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀπόσπασις ἐπὶ μία
895αν τριετίαν.
896Ἡ σχετικὴ προσθήκη ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὴν παράγρα-
897φον 2 τοῦ ἄρθρου 3 προστίθεται τὸ ἑξῆς. «Ἡ διάρκεια τῶν
898κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος ἐνεργουμένων ἀποσπάσε-
899ων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ σχολικὸν ἔτος κατὰ τὸ ὁποῖ-
900ον λαμβάνει χώραν ἡ ἀπόσπασις. Ἐκπαιδευτικὸς λειτουργὸς
901διατελέσας ἐν ἀποσπάσει μακρὰν τῆς ὀργανικῆς του θέσεως
902ἐπὶ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς ἔτους, δὲν ἀποσπᾶται ἐξ αὐτῆς
903ἐντὸς τῆς αὐτῆς 3ετίας.
904§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ σχέδιον νόμου;
905§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
906§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’
907ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινο-
908βουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τὸ σχέ-
909διον νόμου «περὶ παρατάσεως τῶν προθε-
910σμιῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὑπὸ τῶν
911Ν. Δ. 3379)55 καὶ 3362)56 προβλεπομένων
912Διαταγμάτων».
913Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ
914σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ Δικαστηρίου τοῦ
915Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ἐνώπιον αὐτοῦ
916διαδικασίας ἐπὶ τῶν πολιτικῶν δι-
917κῶν».
918Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ὡς ἔχουν.
919§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δι-
920καιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
921§27Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
922Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ἄρθρον 3 προτείνεται ὡρισμένη
923τροπολογία.
924Ὡς γνωστὸν καὶ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως θὰ δικάζεται
925ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν περιλαμβάνει
926τὸ νομοσχέδιον.
927Ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς ταύτης, εἰς τὸ νέον νομοσχέδιον πε-
928ριελήφθη καὶ ἑτέρα οὐσιώδης διάταξις. Δι’ αὐτῆς καθιεροῦ-
929ται ἡ ἔγγραφος εἰσήγησις τοῦ ἀρεοπαγίτου Εἰσηγητοῦ ἐπὶ
930τῆς κρινομένης ὑποθέσεως.
931Καὶ ὁ μὲν Ἄρειος Πάγος θὰ δικάζῃ καὶ τὴν οὐσίαν
932τῆς ὑποθέσεως. Ἡ ἀρχὴ παραμένει. Εἰς τὸ ἀρχικὸν κείμε-
933νον ἡ προβαλλομένη τροπολογία ἐπιφέρει τὴν ἀκόλουθον με-
934ταβολήν. Τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀναιρουμένης τῆς ἀ-
935ποφάσεως, δὲν θὰ δικάσῃ ὑποχρεωτικῶς τὸ ἀκυρωτικὸν τμῆ-
936μα, ἐπιτρεπομένης τῆς εἰσαγωγῆς εἰς ἕτερον Τμῆμα. Ἐν
937συνεχείᾳ πρὸς τοῦτο διατηρεῖται ἡ ἀρχὴ τῆς διαφωνίας τῶν
938τμημάτων, πρὸς ἄρσιν τῆς ὁποίας εἰσάγεται ἡ ὑπόθεσις εἰς
939τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
940Ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 προσθέτει εἰς τὴν ἁρ-
941μοδιότητα τῆς Ὁλομελείας καὶ τὴν ἄρσιν τῆς μεταξὺ τῶν
942τμημάτων διαφωνίας. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ τροπολογία περιο-
943ρίζεται εἰς φραστικὴν μᾶλλον μεταβολὴν τοῦ κειμένου τοῦ
944κατατεθέντος νομοσχεδίου.
945Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 3 διαμορφοῦται ὡς ἀκολού-
946θως:
947«1. Εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου
948Πάγου ὑπάγονται α) αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως ὑπὲρ τοῦ νό-
949μου, β) αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατ’ ἀποφάσεων τῶν πολι-
950τικῶν ἢ ποινικῶν δικαστηρίων ἢ τῶν ποινικῶν βουλευμά-
951των, αἱ παραπεμπόμεναι πρὸς ἐκδίκασιν εἰς τὴν Ὁλομέλει-
952αν διὰ κοινοῦ πρακτικοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου
953ἢ τοῦ Προέδρου τοῦ οἰκείου τμήματος αὐτοῦ καὶ τοῦ Εἰσαγ-
954γελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, συντασσομένου πρὸ τῆς ἡμέρας
955τῆς συζητήσεως, ἢ διὰ πρακτικοῦ τοῦ δικάζοντος τὴν ὑπό-
956θεσιν τμήματος καὶ γ) ἡ ἄρσις διαφωνίας, ἂν τὸ κληθὲν νὰ
957ἀποφασίσῃ μετ’ ἀναίρεσιν τμῆμα κατὰ τὰ ἐν παραγρ. 2
958τοῦ ἄρθρου 834 Πολ. Δικονομίας, ἔχῃ διαφέρουσαν γνώμην
959τῆς ἐν τῇ ἀναιρετικῇ ἀποφάσει.
9602. Ἡ παραπομπὴ τῆς ἐκδικάσεως εἰς τὴν Ὁλομέλει-
961αν δύναται νὰ γίνῃ πρὸς πάντας ἢ τινὰς μόνον τῶν λόγων
962ἀναιρέσεως ἐάν, καθ’ ἑτέρα τῶν περιπτώσεων, κριθῇ ὅτι
963γεννῶνται ζητήματα γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, ἰδίᾳ συν-
964ταγματικότητος νόμου, ἢ ἑνότητος τῆς νομολογίας.
9653. Τὸ δικάζον τμῆμα ὑποχρεοῦται νὰ παραπέμψῃ τὴν
966ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ἐὰν ἡ ἐπὶ
967τῆς αἰτήσεως ἀπόφασις αὐτοῦ (ἀναιρετικὴ ἢ ἀπορριπτικὴ)
968λαμβάνεται διὰ πλειοψηφίας μιᾶς ψήφου, ἢ ἐὰν ἀρνῆται
969τὴν ἐφαρμογὴν νόμου, κρινομένου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ δύ-
970ναται δὲ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τὴν ἐκδίκασιν
971ὅταν κρίνῃ ταύτην ἐπιβεβλημένην λόγῳ ἀντιθέτου γνώμης
972αὐτοῦ ἐπὶ κρινομένου νομικοῦ ζητήματος πρὸς προγενεστέ-
973ραν ἀπόφασιν τῆς Ὁλομελείας ἢ Τμήματος.
9744. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου
975καὶ τῶν τμημάτων δεσμεύουν τὰ ἐπιλαμβανόμενα τῆς αὐ-
976τῆς ὑποθέσεως δικαστήρια ὡς πρὸς τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐπιλυθέν-
977τα νομικὰ ζητήματα, πλὴν τῆς ἐν ἄρθρῳ 834 παρ. 2 Πολιτι-
978κῆς Δικονομίας περιπτώσεως».
979Ἡ παράγραφος 1 διαγράφει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Ὁ-
980λομελείας.
981Ἡ παράγραφος 2 διαμορφοῦται ὡς ἑξῆς:
982«Ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν κλπ..... (ἀνα-
983γινώσκει) ...... Ἡ παραπομπὴ ὑπὸ τοῦ τμήματος εἶναι
984δυνητικὴ εἰς ὡρισμένας δὲ περιπτώσεις ὑποχρεωτική. Πρό-
985κειται περὶ τῆς δυνατότητος παραπομπῆς τῆς ὑποθέσεως
986ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Ὁλομέλειαν.
987Κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα, ὡς γνωστόν, ἀναιρουμένης
988τῆς ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Αʹ τμήματος ἡ ὑπόθεσις εἰσάγεται
989πρὸς διάγνωσιν εἰς τὸ Βʹ τμῆμα καὶ μόνον εἰς τὴν πε-
990ρίπτωσιν διαφωνίας μεταξὺ Αʹ καὶ Βʹ τμήματος ἡ ὑπόθε-
991σις παραπέμπεται εἰς τὴν Ὁλομέλειαν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρό-
992πον ἡ Ὁλομέλεια οὐδέποτε ἀκούεται ἐπὶ ζητημάτων λυο-
993μένων ὑπὸ τῶν ἀπορριπτικῶν ἀποφάσεων τοῦ Αʹ τμήματος
994τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐὰν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ ἀπορρι-
995πτικαὶ ἀποφάσεις καλύπτουν τὰ ⅘ περίπου τῶν κατ’ ἔ-
996τος ἐκδιδομένων ἀποφάσεων τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι φα-
997νερὸν ὅτι τὸ πλεονέκτημα νὰ ἀκουσθῇ τελικῶς καὶ ἡ γνώμη
998τῆς Ὁλομελείας περιορίζεται εἰς τὸ πέμπτον ἢ τὸ τέταρτον
999περίπου τῶν κρινομένων ὑποθέσεων.
1000Βάσει τῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου δύναται ὁ Πρό-
1001εδρος νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ
1002Ἀρείου Πάγου διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη ταύτης χωρὶς νὰ
1003προηγηθῇ καὶ ἐκδίκασις εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα. Ἀντιθέ-
1004τως, κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα, ἐκ τῶν 10 περίπου ἀποφάσε-
1005ων, τὰς ὁποίας ἐκδίδει ἡ Ὁλομέλεια κατ’ ἔτος αἱ 5 ἢ 6 μό-
1006νον ἀσχολοῦνται μὲ τὴν διάγνωσιν τῆς παραβάσεως τοῦ οὐ-
1007σιαστικοῦ νόμου. Αἱ ὑπόλοιποι ἀποφάσεις ἀφοροῦν ἀναιρέ-
1008σεις δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ἢ ὑπὲρ τοῦ νόμου.
1009Εἰς τὸ καθεστὼς τοῦτο ἐπέρχεται σημαντικὴ μεταβο-
1010λή. Παρέχεται νῦν ἡ εὐχέρεια ἀμέσου παραπομπῆς ὑποθέσε-
1011ώς τινος εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ὅταν παρουσιάζωνται ζητήμα-
1012τα γενικωτέρας σημασίας ἢ ὅταν ἡ προσβαλλομένη ἀπόφα-
1013σις ἠρνήθη τὴν ἐφαρμογὴν νόμου κριθέντος ὡς ἀντισυνταγ-
1014ματικοῦ.
1015Εἰδικώτερον περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν Ὁλομέλειαν ὑ-
1016πὸ τοῦ τμήματος ὁμιλεῖ ἡ παράγραφος 3 τοῦ συζητουμένου
1017ἄρθρου ........ (ἀναγινώσκει) ...... Ὑποχρεοῦται δη-
1018λαδὴ νὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Ὁλομέλειαν εἰς
1019τὴν μίαν περίπτωσιν, ὅταν ἡ ἀπόφασις ὀφείλεται εἰς τὴν
1020διαφορὰν μιᾶς ψήφου.
1021Περαιτέρω, τὸ τμῆμα δικαιοῦται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν
1022Ὁλομέλειαν ὅταν ἔχῃ γνώμην διάφορον ἐπὶ κριθέντος ζη-
1023τήματος πρὸς περιληφθεῖσαν ἀπόφασιν κλπ....... (ἀνα-
1024γινώσκει)...
1025Ἡ παράγραφος 4 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς ...... (ἀνα-
1026γιγνώσκει) ......
1027Ἡ ἀπόφασις, ἑπομένως τῆς Ὁλομελείας ἢ τοῦ τμήμα-
1028τος δεσμεύει τὰ ἐπιλαμβανόμενα τῆς ἰδίας ὑποθέσεως δικα-
1029στήρια. Ἡ ἐξαίρεσις ἀναφέρεται εἰς τὴν παραπομπὴν τῆς
1030ἐκδικάσεως τῆς οὐσίας εἰς τὸ Βʹ τμῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν δε-
1031σμεύεται ἀπὸ τὸ ἀκυρωτικὸν εἰς ὡρισμένας ὅμως περιπτώ-
1032σεις.
1033§28Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προσδί-
1034δεται μεγαλύτερον κῦρος εἰς τὴν νομολογίαν τοῦ ἀκυρωτι-
1035κοῦ, ὡς ἀφετηρίας γραμμῶν, διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου.
1036§29Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
1037Μάλιστα. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα σημασία τῆς δια-
1038τάξεως.
1039§30Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ
1040νομοσχεδίου.
1041§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3.
1042Ὁ κύριος Η. Ἠλιοῦ ἔχει τὸν λόγον.
1043§32Η. ΗΛΙΟΥ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δι-
1044καιοσύνης, πρῶτον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ τροπολογήσῃ ὁ ἴδιος
1045σχέδιον νόμου, προπαρασκευασθὲν ἀπὸ Ἐπιτροπὴν Συντά-
1046ξεως τοῦ Κώδικος τῆς Πολ. Δικ., ἀναθεωρηθὲν ἀπὸ τὴν ἀναθε-
1047ωρητικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ αὐτοῦ κώδικος, τυχὸν ἐπεξεργασίας
1048καὶ γνωμοδοτήσεως ἐκ τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου
1049καὶ τῶν Δικηγορικῶν Συλλόγων, τοὐλάχιστον τῶν σπουδαι-
1050οτέρων καὶ τὸ ὁποῖον ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ἤρχετο καὶ νὰ συνε-
1051ζητεῖτο καὶ νὰ ἐψηφίζετο ὁμοῦ μετὰ τοῦ σχεδίου τῆς Πο-
1052λιτικῆς Δικονομίας τοῦ νέου κατὰ τὴν διαδικασίαν τῶν
1053κωδίκων.
1054Πράγματι ἡ Πολιτικὴ Δικονομία, καθιεροῦσα ὅλας τὰς
1055διαδικαστικὰς προϋποθέσεις, θεσμοὺς καὶ ἐγγυήσεις τῆς προ-
1056δικασίας τῆς διαδικασίας, τῶν ἐνδίκων μέσων καὶ τῆς ἐκ-
1057τελέσεως, ἀποτελεῖ ἕνα πολυσύνθετον καὶ ἐν στενῇ ἀλλη-
1058λουχίᾳ διατάξεων πρὸς διατάξεις συναπαρτιζομένου συνό-
1059λου, ὥστε νὰ εἶναι δυσχερὲς—δυσχερέστατον—χωρὶς νὰ ἔ-
1060χῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ συνόλῳ τὰς διατυπουμένας διατά-
1061ξεις, νὰ τροποποιήσῃ τὴν α ἢ β διάταξιν.
1062Δυστυχῶς ἀπουσίαζον καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω μέ-
1063ρος εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, θὰ ἔλεγον ὅμως, ὅτι καθ’
1064ἣν στιγμὴν ἔχομεν 170 περίπου εἰδικὰς διαδικασίας, ἄλ-
1065λας Συνταγματικάς, ἄλλας ἐξώσεων, ἄλλας ἀμοιβῶν δικη-
1066γόρων, ἄλλας ἐλέγχου τίτλων κλπ., καθ’ ἣν στιγμὴν
1067ὑπάρχουν διαδικασίαι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκδίδονται 250
1068–300 ἀποφάσεις καὶ εἶναι σαφές, ὅτι ἀπαιτεῖται κἄ-
1069ποια ἑνοποίησις, θὰ ἔλεγον, ὅτι ἦτο κἄτι τὸ ἀπρόβλεπτον εἰς
1070μίαν ἀριστοκρατικὴν ἀντίληψιν περὶ δικαίου, τὸ νὰ ἐνδια-
1071φερώμεθα ἀπὸ τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς δικονομίας, τὸ ὁ-
1072ποῖον πρόκειται μετὰ 1½ περίπου αἰῶνα νὰ τροποποιηθῇ
1073ἐπὶ τὸ τελειότερον, ἵνα καταστῇ ἀρτιωτέρα ἡ ἀπονομὴ τῆς
1074δικαιοσύνης, τὸ νὰ ἀποσπάσωμεν μόνον τὴν περίπτωσιν τῶν
1075ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀναιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τέ-
1076λους δύνανται νὰ ἀκολουθήσουν μίαν διαδικασίαν ἐγκλεί-
1077ουσαν μόνον βραδύτητα τινά, ἀλλὰ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐθι-
1078σθῆ καὶ ὁ Δικαστὴς καὶ ὁ νομικὸς ὁ Ἕλλην.
1079Τούτου μὴ ἀκολουθηθέντος, ἐφ’ ὅσον ἐνόμισεν ὁ κύριος
1080Ὑπουργός, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποσπάσῃ τὰ ἄρθρα τὰ ἀφορῶντα
1081τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ
1082τροπολογηθῇ ἔστω καὶ ἐὰν ἦτο εὐχὴ καὶ ἀξίωσις τοῦ δι-
1083κηγορικοῦ καὶ τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ἵνα, ὅταν ἔλθῃ ὁ
1084κῶδιξ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, μὴ ἔχωμεν τὴν ἔλλειψιν
1085ἂς εἴπωμεν συνοχῆς μεταξὺ τῶν διατάξεων ἐκείνων καὶ τῶν
1086ψηφισθησομένων σήμερον.
1087Τῆς παρακλήσεως τὴν ὁποίαν διατυπώνω μὴ γενομέ-
1088νης δεκτῆς ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐ-
1089πιβάλλεται νομίζω, νὰ ἀναβληθῇ τοὐλάχιστον ἡ δευτέρα συ-
1090ζήτησις, ὥστε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον.
1091Εἶναι, κύριε Ὑπουργέ, παρὰ τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύ-
1092νην τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὅτι αἱ νομοτεχνικαὶ ὑπηρεσίαι, αἱ
1093ὁποῖαι τυχὸν ὑπηγόρευσαν, ἢ συνειργάσθησαν μαζί σας εἰς
1094τὴν διατύπωσιν αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν, εἶναι ἐπὶ τόσον
1095λεπτῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε εἶναι ἐστερημένα πολι-
1096τικῆς σημασίας, ἀνάγονται καθαρῶς εἰς τὴν ἀπονομὴν
1097τῆς δικαιοσύνης, εἶναι ἀφάνταστον νὰ συζητοῦμε, χωρὶς
1098νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας κείμενα.
1099Ἐγὼ προσεπάθησα νὰ κρατήσω ὅσα προτείνονται εἰς
1100ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας
1101ἐν τῷ σχεδίῳ ἀλλὰ δὲν εἶμαι βέβαιος, ἐὰν καλῶς τὰ συνε-
1102κράτησα. Διατί δηλ. — ποῖον εἶναι τὸ θέμα τὸ κατεπεῖγον
1103—καὶ ἐνῷ σύρεται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπὶ 1½ ἔτος καὶ
1104δὲν ψηφίζεται, ἐπιβάλλεται σήμερον, εἰς αὐτὴν τὴν συνε-
1105δρίασιν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ κείμενον τῶν
1106τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἀναφέρετε, νὰ τὸ ψηφίσωμε;
1107Μήπως πρόκειται νὰ ψηφίσωμε κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἠμ-
1108πορεῖ αὔριον ἢ μεθαύριον νὰ τροποποιηθῇ εὐκόλως, ἐὰν
1109ἀποδειχθῇ, ὅτι προχείρως ἐψηφίσθη καὶ δὲν εὑρίσκεται εἰς
1110ἀλληλουχίαν καὶ εἰς συνάρτησιν συνεπῆ μὲ ἄλλας διατά-
1111ξεις; Ὄχι. Ὅσα ἀφοροῦν τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν εἶ-
1112ναι πάγια νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα κρατοῦν 1–2 αἰῶνας.
1113Διὰ τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ κείμενο —
1114νὰ διανεμηθοῦν—καὶ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν νομοθε-
1115τικῆς ἐργασίας, τὸ ψηφίζομε.
1116Ἐὰν καὶ τοῦτο δὲν δεχθῇ ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐγὼ νο-
1117μίζω, ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἀσάφειαι, πότε εἶναι δυνη-
1118τικὴ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν καὶ πότε ὑποχρεω-
1119τική.
1120§33Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
1121Αὐτὸ καθορίζεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, κύριε συνάδελφε.
1122§34Η. ΗΛΙΟΥ. Ἄλλα πράγματα, ὅμως, μᾶς εἴπατε σή-
1123μερον. Τὸ θέμα τὸ Συνταγματικὸν τὸ ἐθέσατε σεῖς ἄλλως
1124πως. Ὑπάρχει θέμα, ὁσάκις τὸ ἐφετεῖον τὸ κρίνῃ ἀντισυν-
1125ταγματικὸν ἐὰν δὲν τὸ κρίνῃ, ἀλλὰ ὁ Ἄρειος Πάγος πρό-
1126κειται νὰ κρίνῃ ἐπὶ ἐνστάσεως ἀντισυνταγματικότητος καὶ
1127πάλιν συμβαίνῃ τοῦτο;
1128§35Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
1129Ἀκριβῶς ἐπὶ κηρύξεως ἀντισυνταγματικότητος, προβλέπε-
1130ται παραπομπὴ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν.
1131§36Η. ΗΛΙΟΥ. Λέγετε, ὅτι τότε ὑποχρεωτικῶς.
1132Ἔπειτα ὑπάρχει ἡ τρομερὰ διάταξις τῆς παραγράφου
11334, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ἀποφάσεις τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀ-
1134ρείου Πάγου καὶ τῶν τμημάτων, δεσμεύουν τὰ ἐπιλαμβανό-
1135μενα Δικαστήρια, ὡς πρὸς τὰ ὑπ’ αὐτῶν ἐπιλυθέντα θέμα-
1136τα. Νομίζω, ὅτι εἶναι μία διάταξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει
1137πολὺ νὰ σκεφθῇ τὸ Σῶμα διὰ νὰ ἀποφασίσῃ.
1138Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον
1139νὰ ἀναστείλωμε — νὰ παγιώσωμε — τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ
1140δικαίου. Γνωρίζομε παρὰ πολὺ ὅλοι, ὅτι ἡ ἑκάστοτε ἑρμη-
1141νεία τῶν κειμένων διατάξεων, ἀναλόγως τῶν Κοινωνικῶν ἐ-
1142ξελίξεων, ἀναλόγως τῶν διαφόρων ἀντιλήψεων, ἀναλόγως
1143τῶν πεποιθήσεων, ἀναλόγως τῶν συμφερόντων, ἑρμηνεύον-
1144ται ἄλλως ἑκάστοτε. Ὑπάρχει μία δικαιοπλαστικὴ ἐξουσία
1145τοῦ δικαστοῦ τῆς οὐσίας, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται διὰ τῆς προσ-
1146δόσεως εἰς τὸ περιεχόμενον νομικῆς διατάξεως ἐννοίας δια-
1147φορετικῆς, ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πολλάκις — ἐπὶ σειρὰν
1148ἐτῶν — ἐδέχοντο τὰ Δικαστήρια.
1149Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλλοιωτικὴ ἑρμηνεία, ἡ μεταβολὴ τοῦ
1150περιεχομένου τοῦ δικαίου ἄνευ μεταβολῆς τοῦ κειμένου τῶν
1151γραπτῶν νόμων. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἅπαξ ἡ Ὁλομέλεια ἢ τὸ
1152τμῆμα ἀποφασίσῃ ἐπί τινος νομικοῦ θέματος, δὲν χωρεῖ πε-
1153ραιτέρω ἐπεξεργασία νομολογιακή, νομίζω ὅτι δημιουργεῖ-
1154ται κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον πρὸς αὐτὴν τὴν φύ-
1155σιν τῶν πραγμάτων καὶ δὲν θὰ ἀντεῖχεν εἰς τὴν πραγματι-
1156κότητα. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν
1157αἴτησιν, καθ’ ἣν ἐφόσον πρόκειται περὶ τμήματος ἑνὸς
1158κώδικος καὶ περὶ τμήματος ἔχοντος συνοχὴν μὲ ἄλλα μέρη
1159τοῦ ἑτέρου κώδικος, νὰ μὴ γίνῃ ἡ τροπολογία τῶν παρ’
1160αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Ὑπουργοῦ προταθεισῶν διατάξεων καὶ
1161ἂν γίνῃ νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει γραπτοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖον
1162νὰ δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν μετὰ προσοχῆς καὶ ἀναλό-
1163γως νὰ ἀποδεχθῶμεν ἢ νὰ ἀπορρίψωμεν.
1164§37Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
1165Ὁ ὁμιλήσας συνάδελφος ἐπανέφερε τὴν συζήτησιν εἰς τὴν
1166ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν εἶχε παρακολουθήσει ὁ κύριος
1167Ἠλιοῦ τὴν συζήτησιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης θὰ εἶχε
1168λάβει γνῶσιν ὅτι ἤδη ὑπάρχει νομοσχέδιον τὸ ὁ-
1169ποῖον προωθήθη μέχρι τῆς Γραμματείας τοῦ Ὑπουρ-
1170γικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ ὁποῖον προβλέπει τὴν ἑ-
1171νοποίησιν ὅλων τῶν εἰδικῶν διαδικασιῶν. Θὰ εἶ-
1172χεν ἐπίσης ἀκούσει τὸ λεχθὲν προχθὲς ὅτι τὸ τμῆμα περὶ
1173ἀναιρέσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτοτελῶς, ὅτι ὑ-
1174πάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς δικαστῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν
1175νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ νέον σύστημα, ὅπως εἰσάγεται διὰ
1176τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι, ἐπὶ πλέον, εἶναι ἐπείγουσα
1177ἀνάγκη ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος, διότι αἱ ἀποφάσεις τοῦ
1178Ἀρείου Πάγου δὲν ἐπιλύουν ἁπλῶς τὰ νομικὰ ζητήματα τὰ
1179ὁποῖα ἀναφύονται, ἀλλὰ ἀποτελοῦν καὶ τὸν ὁδηγὸν τῶν κα-
1180τωτέρων δικαστηρίων εἰς τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν, αἱ
1181ὁποῖαι ἄγονται ἐνώπιον αὐτῶν.
1182Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς προεκρίθη ἡ ταχεῖα ἐπιψήφι-
1183σις τοῦ τμήματος περὶ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ἀναιρετικῆς
1184διαδικασίας, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ κριθῇ
1185καὶ ἡ ἀξία τοῦ θεσμοῦ καὶ ἡ σημασία τῆς ἐργασίας, τὴν
1186ὁποίαν ἔχει κάμει ἡ Συντακτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ νέου σχε-
1187δίου τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Προσέθεσα μάλιστα προ-
1188χθὲς ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νέου σχεδίου τῆς Πολιτικῆς Δι-
1189κονομίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδυασθῇ καὶ μὲ τὴν ἄμε-
1190σον ἐφαρμογήν, διότι τοῦτο προϋποθέτει πολλὰς αἰθούσας,
1191εἰσηγητὴν δικαστήν, ὁ ὁποῖος θὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπό-
1192θεσιν μέχρι τῆς ὡριμάνσεως αὐτῆς, αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ
1193τῶν δικαστῶν, τῶν ὑπαλλήλων κλπ., πράγματα, τὰ ὁποῖα
1194δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν τώρα.
1195Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους καὶ συμφωνούσης καὶ τῆς Συντα-
1196κτικῆς Ἐπιτροπῆς προεκρίθη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ τμήματος πε-
1197ρὶ τῆς ἀναιρετικῆς διαδικασίας. Ὅπως προκύπτει ἀπὸ τὸ
1198νομοσχέδιον δύο κεφάλαια ἀποτελοῦν τὴν ὕλην.
1199Τὸ ἕνα εἶναι τῆς ὀργανώσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ
1200τὸ δεύτερον ἡ ἀναιρετικὴ διαδικασία ἐπὶ τῶν πολιτικῶν
1201διαφορῶν.
1202Παρενόησεν ἀσφαλῶς ὁ κ. Ἠλιοῦ τὴν παράγραφον 4
1203τοῦ ἄρθρου 3. Οὐδεὶς ἠθέλησεν νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐξέλιξιν
1204τῆς νομολογίας, τὴν δικαιοπλαστικὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαίου.
1205Δὲν πρόκειται τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐπαναλάβῃ ὅ,τι ἔγινεν εἰς
1206τὸ Βυζάντιον, νὰ ἀπαγορεύσῃ δηλαδὴ τὴν ἔκδοσιν νέου
1207νόμου.
1208Ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 4 ὁμιλεῖ περιοριστικῶς
1209περὶ δεσμεύσεως τῶν δικαστῶν τῶν ἐπιλαμβανομένων τῆς
1210αὐτῆς ὑποθέσεως, μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁ-
1211λομελείας ἢ τοῦ τμήματος. Ποτὲ δὲν ἠθέλησεν ἡ διάταξις
1212αὐτὴ νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαστοῦ. Τοῦτο θὰ ἦτο
1213ἀκατανόητον. Ἔχει τὴν εὐχέρειαν ὁ δικαστὴς νὰ κρίνῃ
1214καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰς πᾶσαν ἄλλην ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία
1215θὰ ἔλθῃ ἐνώπιόν του.
1216§38Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ μὲν τοῦ θέματος, τὸ
1217ὁποῖον ἐθίγη καὶ σήμερον, συμμερίζομαι καὶ ἐγὼ τοὺς φό-
1218βους οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρί-
1219ασιν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας εἰ-
1220σάγετε καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ καταλήξουν ἀναντιρρήτως εἰς τὴν
1221ἐξαφάνισιν τοῦ ρόλου, τὸν ὁποῖον τόσον ἐπιτυχῶς ἔχει παί-
1222ξει ἡ ὑφισταμένη Δικαιοσύνη.
1223Ἀλλὰ διὰ τὴν τροπολογίαν εἰδικῶς, νομίζω ὅτι αὕτη
1224ἀποτελεῖ πρόοδον, διότι, τὸ ὀλιγώτερον, ἐπιταχύνει, συν-
1225τέμνει τὸν χρόνον τῆς παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ διαδικασίας.
1226Ἐὰν εἶμαι ἐναντίον τῆς τροπολογίας τὸ κάμνω διὰ λό-
1227γους ἀρχῆς.
1228Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Ὑπουργέ, θέματα τοιαύτης
1229σπουδαιότητος καὶ μονίμου χαρακτῆρος, ὅπως εἶναι ἡ με-
1230ταρρύθμισις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ ἡ ρύθμισις θε-
1231μάτων τῆς παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ διαδικασίας, νὰ ἔρχωνται ὑ-
1232πὸ μορφὴν τροπολογιῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ὀλιγώτερον παράδοξον
1233καὶ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ νομοθέτημα δὲν ἦτο ἕτοιμον ὅταν
1234τὸ ἐφέρατε πρὸ πενθημέρου, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶσθε ἐπαρ-
1235κῶς παρασκευασμένος.
1236Θὰ ἤθελα ἐπίσης νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ἡ Ὁλομέλεια τοῦ
1237Ἀρείου Πάγου ἐγνωμάτευσεν ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς καὶ
1238ἐὰν ἔχετε νὰ μᾶς ἀνακοινώσητε τὰς ἀπόψεις της. Θὰ ἦτο
1239σκόπιμον νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην τῆς ὁλομελεί-
1240ας τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει τὸν νό-
1241μον αὐτόν.
1242Ἐπίσης νομίζω ὅτι ἔχει δίκαιον ὁ κύριος Ἡλιοῦ, ὁ
1243ὁποῖος, ἐν ὄψει τοῦ ἀποδεικνυομένου σήμερον ἀπαρασκεύου,
1244ἐπρότεινε τὴν ἐπανεξέτασιν τοῦ ὅλου θέματος μέσα εἰς τὸ
1245πλαίσιον τῆς νέας Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ ὁποία ὅσον καὶ νὰ
1246βραδύνῃ νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ, δὲν νομίζω ὅτι θὰ βραδύνῃ νὰ
1247ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
1248Ἤδη ἐπὶ ἕνα αἰῶνα ἐργαζόμεθα μὲ τὴν ὑπάρχουσαν
1249Δικονομίαν. Δὲν βλάπτει τίποτε ἐὰν περιμένωμεν ἀκόμη
1250ἕνα χρόνο διὰ τὴν ὁριστικὴν ρύθμισιν τῶν δικονομικῶν πρα-
1251γμάτων.
1252§39Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
1253Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγεται μὲ τὴν διαδικασίαν τῆς ψη-
1254φίσεως τῶν κωδίκων καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι δυνατὸν νὰ
1255προκαλέσῃ συζήτησιν ἐπὶ τῆς διατυπώσεως ἑνὸς ἑκάστου
1256ἄρθρου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθοῦν τροπολογίαι, χω-
1257ρὶς τοῦτο νὰ ἐμποδίζῃ, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην
1258τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔχῃ πλήρη ἐποπτείαν τῶν
1259διατάξεων καὶ νὰ προνοήσῃ, ὥστε νὰ μὴ περιληφθοῦν δια-
1260τάξεις ἀντιφατικαὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον.
1261Νομίζω δὲ ὅτι ὁ κύριος συνάδελφος θὰ συνομολογήσῃ ὅτι
1262αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἀπεδέχθην δὲν μεταβάλλουν τὴν
1263βάσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ πλέον δὲν πρόκειται νὰ δη-
1264μιουργήσουν ἀντιφάσεις εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτοῦ.
1265Ἠρώτησεν ὁ κύριος Μαῦρος ἐὰν ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀ-
1266ρείου Πάγου ἔχῃ ἐκφέρει γνώμην ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.
1267Εἶχον τὴν εὐκαιρίαν τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην νὰ κα-
1268ταστήσω γνωστὸν εἰς τὸ Σῶμα ὅτι ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου
1269Πάγου διὰ μεγίστης πλειοψηφίας εἶχεν ἀποκρούσει τὸ νο-
1270μοσχέδιον, ὅπως εἶχε διατυπωθῆ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς
1271Πολιτικῆς Δικονομίας.
1272Καὶ σήμερον θὰ προσθέσω ὅτι τὰ μόνιμα μέλη τοῦ Ἀ-
1273νωτάτου δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ
1274Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καί, ἐπὶ πλέον, οἱ δύο Ἀν-
1275τιπρόεδροι καὶ οἱ δύο ἐκ τῶν Ἐπιθεωρητῶν Ἀρεοπαγιτῶν
1276εἶναι σύμφωνοι μὲ τὴν διατύπωσιν ἡ ὁποία ἔγινε. Δὲν θὰ
1277ἔπρεπε νὰ νομισθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ—διότι κιν-
1278δυνεύει νὰ δημιουργηθῇ παρεξήγησις ἐξ ἀφορμῆς ἄλλου νο-
1279μοσχεδίου — ὅτι ἀποτελεῖ συμφωνίαν μεταξὺ Ὑπουργείου
1280καὶ Ἀρείου Πάγου.
1281Τὴν εὐθύνην τοῦ νομοσχεδίου ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον Δι-
1282καιοσύνης. Ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ἔχῃ καὶ τὴν γνώμην ἐκείνων
1283οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον. Καὶ εἶμαι
1284εὐτυχής, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως διεπιστώθη ταυτότης,
1285σύμπτωσις ἀντιλήψεων.
1286Λέγω λοιπόν, ὅτι συνεζήτησα καὶ μὲ τοὺς ἀξιοτίμους
1287κυρίους τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἀνέφερα, καὶ δύναμαι
1288νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἀναγνωρίζουν ὅτι αἱ προσθῆκαι, αἱ
1289ὁποῖαι ἐπιφέρονται εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀρχικῶς κατατε-
1290θέν, ἐξασφαλίζουν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, καὶ δὲν δημι-
1291ουργοῦν ἀντιφάσεις καὶ δὲν καθιστοῦν ἀδύνατον τὴν ἐφαρμο-
1292γὴν τοῦ νόμου.
1293Δὲν ἐπέρχονται σημαντικαὶ μεταβολαὶ εἰς τὴν βάσιν
1294τοῦ νομοσχεδίου, παραμένει ὡς ἀρχή, ὅτι μετὰ τὴν ἀναί-
1295ρεσιν ἡ ὑπόθεσις θὰ κρίνεται κατ’ οὐσίαν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου
1296Πάγου.
1297Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέχρι τοῦδε, αἱ ἀναιρούμεναι ἀπο-
1298φάσεις διακρίνονται εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὰς ἀναιρουμέ-
1299νας διὰ παράβασιν δικονομικῶν διατάξεων καὶ εἰς τὰς ἀναι-
1300ρουμένας διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου.
1301Τὰ ⅚ τῶν ἀναιρουμένων ἀποφάσεων ἀναφέρονται εἰς
1302παράβασιν δικονομικῶν διατάξεων. Διὰ τὰς τοιαύτας μέ-
1303χρι σήμερον, εἶναι ἁρμόδια τὰ ὁμοιόβαθμα δικαστήρια πρὸς
1304τὸ ἐκδοῦν τὴν ἀναιρουμένην ἀπόφασιν, μόνον ἐὰν ἀναίρεσις
1305ἀπηγγέλθη διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου, ἡ ἐκδίκασις
1306τῆς ὑποθέσεως παραπέμπεται εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ Ἀ-
1307ρείου Πάγου, εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀναφέρεται ἡ με-
1308ταβολὴ τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐν πάσῃ πε-
1309ριπτώσει ἡ ὑπόθεσις θὰ κριθῇ ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἀ-
1310ναγνωρίζεται εἰς τὸ τμῆμα τὸ κατὰ παραπομπὴν δικάζον
1311δικαίωμα διαφωνίας μόνον ἐὰν ἡ ἀναίρεσις ἀπηγγέλθη διὰ
1312παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου. Κατὰ συνέπειαν, δὲν εἶναι
1313δυνατὸν νὰ διαφωνήσῃ τὸ δεύτερον τμῆμα καὶ νὰ ἀπασχο-
1314ληθῇ ἡ Ὁλομέλεια πρὸς λύσιν διαφωνίας ἐπὶ δικονομικῶν
1315παραβάσεων πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο μέχρι σήμερον.
1316Ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων
1317οἱ ὁποῖοι δὲν παρακολουθοῦν τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης
1318εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅτι ἀπὸ ὅλον τὸν ὄγκον τῶν ὑποθέ-
1319σεων αἱ ὁποῖαι φέρονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον περίπου τὰ
1320⅘ δὲν προχωροῦν, διότι ἐκδίδονται κατὰ κανόνα ἀπορρι-
1321πτικαὶ ἀποφάσεις. Τὸ ⅕ τῶν ὑποθέσεων ἢ ἀναπέμπεται εἰς
1322τὸ ἐκδοῦν τὴν ἀπόφασιν δικαστήριον, ἢ εἰς τὸ δεύτερον τμῆ-
1323μα τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς οὐσίας.
1324Τὸ δεύτερον τμῆμα κατὰ κανόνα συμφωνεῖ πρὸς τὴν
1325γνώμην τὴν ἐπηνεχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ πρώτου τμήματος. Καὶ
1326μόνον πέντε ἕως ὀκτὼ ὑποθέσεις κατ’ ἔτος φθάνουν εἰς τὴν
1327Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς λύσιν τῆς διαφωνίας.
1328Αὐτὴ ἡ ἀρχὴ παραμένει καὶ μετὰ τὰς τροποποιήσεις
1329αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Δηλαδὴ ὅταν θὰ ἐ-
1330πέρχεται διαφωνία διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου, τότε
1331ἡ διαφωνία θὰ ἔρχεται εἰς τὴν Ὁλομέλειαν καὶ ἡ ὑπόθεσις
1332μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς διαφωνίας θὰ ἐπανέρχεται εἰς τὸ ἁρ-
1333μόδιον τμῆμα τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδίδῃ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν
1334εἰς τρόπον ὥστε δὲν θὰ εἶναι νοητὴ ἡ παραπομπὴ τῆς ὑ-
1335ποθέσεως εἰς τὸ δικαστήριον τῆς οὐσίας. Νομίζω λοιπόν, ὅ-
1336τι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθοῦν εὐνοϊκαὶ προβλέψεις τὰς
1337ὁποίας ἔχει κάμει ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας
1338καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν
1339νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐνώπιον ὑμῶν.
1340§40Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ, νο-
1341μίζω ὅτι ἔχει παρανοήσει τὰς παρατηρήσεις τὰς ἰδικάς μου.
1342Ὁ κύριος Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τροπολογίαι εἶναι δυνατὸν
1343νὰ ὑποβληθοῦν διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγεται κατὰ τὴν
1344διαδικασίαν τῶν κωδίκων. Τοιοῦτόν τι, δὲν εἶπον ἐγώ. Ἐ-
1345γὼ εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει παγίας διατάξεις, καὶ
1346δὲν εἶναι ὅπως τὸ ἐνοικιοστάσιον τὸ ὁποῖον μετά τινα χρό-
1347νον ἀνεξαρτήτως ἐὰν ἐπιτύχῃ ἢ ὄχι θὰ ἐπανέλθῃ πρὸς ρύθ-
1348μισιν.
1349Τὸ γεγονὸς ὅτι πρόκειται περὶ νομοθετήματος τὸ ὁποῖ-
1350ον πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ δεκαετηρίδας ἀποδεικνύει τὴν
1351βασιμότητα τῆς παρατηρήσεώς μου ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν
1352διὰ τροπολογιῶν νὰ λύωνται καταστατικὰ προβλήματα, ὅ-
1353πως εἶναι ἡ λειτουργία τῶν δύο τμημάτων τοῦ Ἀρείου Πά-
1354γου καὶ τῆς ὁλομελείας αὐτοῦ. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἡ εὐθύνη
1355τοῦ νομοθετήματος ἀνήκει εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ὄχι
1356εἰς τὸν κύριον Ὑπουργόν. Τὴν εὐθύνην ἑκάστου νομοθετήμα-
1357τος τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν ἀκόμη εἰσάγῃ τὸ νο-
1358μοθέτημα ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν κωδίκων καὶ τότε τὴν εὐ-
1359θύνην τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ ἁπλῶς ἠρώτησα, κύ-
1360ριοι συνάδελφοι, τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἐὰν ἐζήτησε τὴν
1361γνώμην τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ νὰ πληρο-
1362φορηθῇ ἡ Βουλὴ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκανε ἐπὶ
1363τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν τροποποιήσεων αὐτοῦ ἐκ μέρους
1364ἐκείνων οἱ ὁποῖοι καλοῦνται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου
1365καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν τόσην ἁρμοδιότητα ἐπὶ τοῦ θέματος ὅ-
1366σην καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι συζητοῦμεν ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγ-
1367μήν.
1368§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Φιλοσοφόπουλος, ἔχει τὸν λό-
1369γον.
1370§42Β. ΦΙΛΟΣΟΦΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ
1371ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, πῶς σήμερον
1372ἀρχίζομεν τροποποιήσεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας μας δι’
1373ἁπλῶν τροπολογιῶν. Πῶς, δηλαδή, ἀρχίζομεν πρῶτον ἀπὸ τὸ
1374κεφάλι καὶ παραλείπομεν τὰ πόδια. Ὑπάρχει μία Ἐπιτρο-
1375πὴ συντάξεως τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία εἶναι καὶ
1376ἁρμοδία εἰς τὸ νὰ εἰσηγηθῇ τὰς δεούσας τροποποιήσεις καὶ
1377νὰ τὰς φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Βεβαίως εἶναι διάχυτος ἡ
1378ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ εἰς τὸ νὰ εὑρεθῇ τρόπος βελτιώσεως τῆς
1379διαδικασίας διὰ νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὰς ἀπηρχαιωμέ-
1380νας διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
1381Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ψηφισθῆ
1382κατ’ ἀρχήν, δὲν δεσμεύεται ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ ἐπανέλθῃ
1383εἰς τὴν ἀρχικὴν συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα σεῖς ὑποβάλ-
1384λετε τροπολογίαν ἐπὶ τῶν βασικῶν διατάξεων τοῦ νομοσχε-
1385δίου.
1386Ἐγώ, συμφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας
1387ὑπεστήριξεν ὁ συνάδελφος κ. Μαῦρος, καὶ προσθέτω ὅτι ἐφ’
1388ὅσον δημιουργεῖται ἀντίθεσις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναβλη-
1389θῇ ἡ ψήφισις τῆς τροπολογίας.
1390§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται τὸ ἄρ-
1391θρον 3;
1392§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1393§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτόν.
1394Ἄρθρον 4.
1395Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
1396§46Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1397Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «.... (ἀνα-
1398γινώσκει)....».
1399Αὐταὶ αἱ διατάξεις τῶν τεσσάρων ἄρθρων ἀναφέρον-
1400ται εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἀρείου Πά-
1401γου ἐπὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων. Ἐξαν-
1402τλεῖται τὸ πρῶτον κεφάλαιον καὶ κατὰ συνέπειαν εἰς τὸ
1403σημεῖον αὐτό, πρὸς διάκρισιν τῆς ὕλης τῆς ἀκολουθηθείσης
1404πρέπει νὰ τεθῇ ἐπικεφαλίς «Κεφάλαιον Βʹ.».
1405§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 δεκτόν;
1406§48ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1407§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτόν.
1408Δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 5;
1409§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1410§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 ἐγένετο δεκτόν.
1411Ἄρθρον 6.
1412Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
1413§52Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετ’ ἄλλων νο-
1414μικῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται περισσότερον μὲ
1415τὴν διαδικασίαν τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, μετὰ τῶν κ. κ. Θ. Τσά-
1416τσου, Τσουκαλᾶ, Μπακατσέλου, Παπαηλιάκη καὶ Μαλλιάκα
1417ἔχομεν ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν, τὴν ἑξῆς:
1418Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἰσάγεται καὶ εἰς τὴν
1419διαδικασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅ,τι ἰσχύει καὶ διὰ τὸ Συμ-
1420βούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ αὐτό, ὅπως εἴπομεν εἰς τὴν
1421κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν, ἀποτελεῖ μίαν ἐπαινετὴν καινοτο-
1422μίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκδηλώνει, δηλα-
1423δή, τὴν σύγχρονον περὶ Δικαίου ἀντίληψιν, ὄχι μόνον καθ’
1424ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρακτικότητα τῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία τη-
1425ρεῖται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ πρὸ παν-
1426τὸς εἰς τὸ ὅτι ἑνοποιεῖ τὴν διαδικασίαν τῶν δύο ἀκυρωτικῶν
1427δικαστηρίων, διότι δὲν θὰ ἦτο σύμφωνον μὲ τὴν σύγχρονον
1428περὶ Δικαίου ἀντίληψιν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν πρακτικότητα
1429τῆς ἐξασφαλίσεως μιᾶς ἑνιαίας κατευθύνσεως εἰς ὅλην τὴν
1430ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, τόσον εἰς τὰ Διοικητικὰ Δικα-
1431στήρια, ὅσον καὶ εἰς τὰ Τακτικὰ Δικαστήρια, τῆς οὐσίας,
1432ἡ ὑπάρχουσα διαφορὰ διαδικασίας. Μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν
1433εἴχομεν ὑποβάλει τὴν ὑπὸ κρίσιν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν
1434θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλήν. Πρόκειται
1435περὶ τοῦ ἑξῆς: Ὑπάρχει μία διαφορὰ εἰς τὴν νομολογίαν
1436τῶν δύο ἀκυρωτικῶν δικαστηρίων τοῦ τόπου, τοῦ Συμβουλί-
1437ου Ἐπικρατείας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀφ’ ἑτέρου.
1438Τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας δέχεται ὡς λόγον ἀκυρώ-
1439σεως, ὄχι μόνον τὴν παράβασιν τοῦ γραπτοῦ δικαίου, ἀλλὰ
1440καὶ τὴν παράβασιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ὁ Ἄ-
1441ρειος Πάγος δὲν δέχεται ὡς λόγον ἀκυρώσεως τὴν παρά-
1442βασιν τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομο-
1443σχέδιον διορθώνει τὸ πρᾶγμα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἄρειον
1444Πάγον καὶ λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 6 «ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῆς
1445οὐσίας ἐκτίμησις πραγματικῶν γεγονότων καὶ ἰδίᾳ τοῦ πε-
1446ριεχομένου ἐγγράφων, θὰ ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ
1447Ἀρείου Πάγου». Δηλαδὴ ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν κρίνει ἐπὶ
1448τῆς οὐσίας τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν καὶ ἡ κοινὴ κρί-
1449σις τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαστηρίου περὶ τῶν πραγματικῶν γε-
1450γονότων δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἀκυρώσεως, ὀρθῶς ἕως ἐδῶ.
1451Προχωρεῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον καὶ λέγει: «Μόνον ἐ-
1452ὰν ἡ ἐκτίμησις δὲν ἀνάγεται καθαρῶς εἰς πραγματικὰ γε-
1453γονότα, ἀλλὰ προσβάλλονται δι’ αὐτῆς κανόνες δικαίου, συμ-
1454περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν, ὑπόκεινται αὗται
1455εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἀρείου Πάγου».
1456Δηλαδή, εἰσάγει κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῆς
1457διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6, ὅτι καὶ ἡ παράβασις τῶν κανόνων
1458τοῦ δικαίου ἀποτελεῖ λόγον ἀναιρέσεως. Εἰς τὴν εἰσηγητι-
1459κὴν ἔκθεσιν ὅμως ὁμιλεῖ περὶ ἑρμηνευτικῶν κανόνων τοῦ δι-
1460καίου καὶ ἐνῷ τὸ κείμενον τοῦ νόμου ὁμιλεῖ γενικὰ περὶ κα-
1461νόνων δικαίου, θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ Ἄρειος Πάγος χρησιμο-
1462ποιῶν πλέον ὡς ἑρμηνευτικὸν βοήθημα τὴν εἰσηγητικὴν ἔκ-
1463θεσιν, νὰ ἑρμηνεύσῃ σαφῶς, σαφέστατα τὴν φράσιν «κανό-
1464νες δικαίου» καὶ νὰ εἴπῃ, αὐτὸ ἀφορᾷ μόνον τοὺς κανόνας
1465δικαίου τοὺς ἑρμηνευτικούς.
1466Ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν μετὰ τῶν ἄλλων κ.κ. συν-
1467αδέλφων ἔχω ὑποβάλει, λέγει: τὸ «κανόνες δικαίου» νὰ ἀν-
1468τικατασταθῇ διὰ τῶν λέξεων «γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου».
1469Διότι, ἐὰν μὲν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νόμου εἶναι ὅτι αἱ λέξεις
1470«κανόνες δικαίου» ἐννοοῦν τὸ γραπτὸν δίκαιον, εἶναι περιττὴ
1471ἡ μνημόνευσις, ὅπως γίνεται εἰς τὸ σχέδιον νόμου, διότι ἡ
1472παράβασις γραπτῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἀποτελεῖ ἐν πάσῃ
1473περιπτώσει λόγον ἀναιρέσεως. Ἐάν, ἐξ ἀντιθέτου, ἐννοῇ τὰς
1474γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου ὡς γενικὰς καὶ ὄχι μόνον τοὺς
1475ἑρμηνευτικοὺς κανόνας, ὀρθὸν εἶναι νὰ τὸ διασαφηνίσωμεν,
1476ὄχι μόνον διὰ νὰ βοηθήσωμεν τὸν ἑρμηνευτὴν τοῦ νόμου εἰς
1477τὴν ὀρθὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ νόμου, ἀλ-
1478λὰ καὶ διὰ νὰ συντονίσωμεν τὴν νομολογίαν τῶν δύο ἀνωτά-
1479των δικαστηρίων. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ὁ πολίτης, ἔχων μίαν
1480ὑπόθεσιν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ προσφεύγων εἰς
1481τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ εὑρίσκῃ δίκαιον ἐὰν καὶ
1482ἐφ’ ὅσον ἡ διοίκησις παρέβη ὄχι μόνον γραπτὸν κανόνα δι-
1483καίου, ἀλλὰ καὶ γενικὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, καὶ ὁ ἴδιος πο-
1484λίτης, ἔχων νὰ διεκδικήσῃ οὐσιαστικὸν δίκαιον ἐπὶ διαφο-
1485ρᾶς μεταξὺ ἀνόμων ἢ μεταξὺ ἀνόμων καὶ Δημοσίου, τοῦ Δη-
1486μοσίου λαμβανομένου ὡς Φίσκους, νὰ εὑρίσκῃ τὰς θύρας
1487κλειστάς, ἐὰν πρόκειται περὶ παραβάσεως γενικῶν κανόνων
1488δικαίου δηλαδὴ γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου.
1489Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω
1490καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης,
1491καὶ ὅλοι οἱ συνάδελφοι εἶπον ἐκεῖ: Τί κανόνες δικαίου καὶ
1492τί γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, τὸ ἴδιον εἶναι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ
1493εἶναι δυνατὸν ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ στενῶς, βα-
1494σιζόμενον εἰς τὴν σχετικὴν περικοπὴν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκ-
1495θέσεως, ὑποστηρίζω αὐτὴν τὴν τροπολογίαν καὶ ἐλπίζω ὅτι
1496ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ θελήσῃ νὰ τὴν κάμῃ
1497δεκτήν. Δὲν θέλω νὰ κρίνω ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ Ἄρειος
1498Πάγος θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν διὰ δύο
1499λόγους. Πρῶτον, ὁ Ἄρειος Πάγος νομολογεῖ, δὲν νομοθετεῖ,
1500ἡμεῖς νομοθετοῦμεν. Καὶ δεύτερον, ὁ Ἄρειος Πάγος, ὡς Σῶ-
1501μα, ἢ τινὲς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶναι εὔλογον νὰ εἴπουν: Ὄ-
1502χι, διότι αὐτὴ ἡ λύσις εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν μέχρι τοῦδε
1503τακτικὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
1504Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, ἀπὸ ἀπόψεως
1505καθαρῶς νομικῆς ἐπιστήμης, εἶναι ὀρθὴ ἡ τροπολογία μας
1506καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τὴν κάμῃ
1507δεκτήν. Ἐπίσης συμπληροῦντες τὴν τροπολογίαν μας, λέ-
1508γομεν: Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ δε-
1509χθῇ τὴν τροπολογίαν μας νὰ ἰσχύσῃ αὕτη καὶ διὰ τὸ Ἐλεγ-
1510κτικὸν Συνέδριον, ἐφ’ ὅσον δικάζει κατ’ ἀναίρεσιν, διότι τὸ
1511Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀκολουθεῖ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀ-
1512κολουθεῖ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπεκταθῇ δι’
1513ὅλα τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ἔχωμεν μίαν ἑνιαίαν νομολογίαν,
1514προστατεύουσαν τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, προσφευγόν-
1515των εἰς οἱονδήποτε δικαστήριον τοῦ τόπου. Ἔχω δὲ τὴν
1516ἐντολὴν ἀπὸ τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέ-
1517ρων νὰ δηλώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλήν, ὅτι
1518καὶ τὸ Κόμμα εἶναι σύμφωνον πρὸς αὐτὴν τὴν λύσιν.
1519§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος κ. Π. Κανελλόπουλος, ἔ-
1520χει τὸν λόγον.
1521§54Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμμερίζομαι, κύριοι συνά-
1522δελφοι, τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξεν ὁ ἀ-
1523γαπητὸς καὶ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπακόπουλος καὶ
1524συμμερίζομαι τὰς ἀπόψεις αὐτάς, δι’ οὓς λόγους ἀκριβῶς
1525ἀνέπτυξεν ὁ ἴδιος. Ἡ ἑνότης εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀνωτά-
1526της δικαιοσύνης εἶναι ἀπαραίτητος. Ἐφ’ ὅσον τὸ Συμβού-
1527λιον τῆς Ἐπικρατείας προκειμένου νὰ λάβῃ ἀπόφασιν, τὴν
1528λαμβάνῃ μὲ κριτήριον τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ
1529ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ φυσικὰ καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
1530θὰ πρέπει νὰ λαμβάνῃ, ἐφ’ ὅσον κατ’ ἀναίρεσιν λαμβάνεται
1531ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπόφασις, διότι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδρι-
1532ον λαμβάνει καὶ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι κατ’ ἀναίρε-
1533σιν, ἐφ’ ὅσον κατ’ ἀναίρεσιν λαμβάνονται, θὰ πρέπει νὰ βα-
1534σίζωνται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κριτηρίου.
1535Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ὁ κ.
1536Ὑπουργὸς χρησιμοποιεῖ εἰς τὸ σχέδιον νόμου, συμπίπτει, ἀ-
1537πὸ ἀπόψεως οὐσίας, μὲ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ.
1538Μπακόπουλος χρησιμοποιεῖ εἰς τὴν τροπολογίαν του. Ἄλλος
1539λόγος, εἶναι, νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ λεκτικὴ σαφήνεια καὶ ἡ σύμ-
1540πτωσις καὶ εἰς τὰς λύσεις μεταξὺ Συμβουλίου Ἐπικρατείας,
1541τὸ ὁποῖον ἔχει δώσει αὐτὴν τὴν ἔκτασιν εἰς τὴν ἁρμοδιότη-
1542τά του καὶ δεύτερον, νομίζω, ὅτι ἀσχέτως τῆς ἀνάγκης, ὅ-
1543πως ἀντικατασταθοῦν αἱ λέξεις «κανόνες δικαίου» μὲ τὰς
1544λέξεις «γενικαὶ ἀρχαὶ δικαίου», ὑπάρχει εἰς τὴν φρασεολογίαν
1545τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6 καὶ μία διατύπωσις,
1546δυναμένη νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Ἀρεοπαγίτην εἰς σύγχυσιν. Ὅ-
1547ταν γράφῃ τὸ ἄρθρον 6: «Προσβάλλονται δι’ αὐτῆς κανόνες
1548δικαίου, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», πρὶν
1549διαβάσῃ, πρὶν διαβάσω ἐγώ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ «συμ-
1550περιλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», ἐνόμισα ὅτι ἡ
1551ἔννοια «προσβάλλονται δι’ αὐτῆς κανόνες δικαίου» εἶναι τό-
1552σον εὐρεῖα, ὥστε ἅπαντες συμπεριλαμβάνονται οἱ ἑρμηνευ-
1553τικοὶ κανόνες δικαίου. Οἱ ἑρμηνευτικοὶ κανόνες δικαίου εἶ-
1554ναι ἔννοια στενωτέρα τῆς εὐρυτάτης ἐννοίας τῶν κανόνων
1555δικαίου. Ὁ ἀνώτατος δικαστής, ὁ Ἀρεοπαγίτης, θὰ διερω-
1556τηθῇ τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν
1557γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν ὁ κ. Μπακόπουλος, μή-
1558πως πρόκειται μόνον περὶ τῶν γραπτῶν κανόνων; Διότι, ἐ-
1559ὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν γραπτῶν κανόνων καὶ ἐὰν ἐπρό-
1560κειτο μόνον περὶ πάντων τῶν κανόνων δικαίου, δὲν θὰ ἦτο
1561ἀνάγκη νὰ προστεθῇ «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἑρμη-
1562νευτικῶν». Ὅταν λέγῃ ὁ νομοθέτης «συμπεριλαμβανομένων
1563καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ ὅτι ἡ προηγου-
1564μένη ἔννοια εἶναι πολὺ στενὴ καὶ προσθέτω τὸ «συμπεριλαμ-
1565βανομένων καὶ τῶν ἑρμηνευτικῶν», διὰ νὰ τὴν εὐρύνω, ἐνῷ
1566ἡ προηγουμένη ἔννοια πρέπει νὰ ἐλεγχθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου
1567Πάγου ὑπὸ μορφὴν ἀπολύτως εὐρεῖαν.
1568Νομίζω, ὅτι εἶναι μᾶλλον ὀρθότερον, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ
1569ὑπὸ τοῦ κ. Μπακοπούλου ὑποστηριχθεῖσα τροπολογία.
1570«Προσβάλλονται δι’ αὐτῆς γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου» ἢ
1571«γενικαὶ ἀρχαὶ δικαίου», ὅπως ἔχει διατυπωθῆ εἰς τὴν τρο-
1572πολογίαν, ἢ «προσβάλλονται δι’ αὐτῆς κανόνες δικαίου ἐν
1573γένει», χωρὶς νὰ προστεθῇ «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν
1574ἑρμηνευτικῶν», αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον, καὶ τονιζομένης ἐδῶ,
1575ἰδιαιτέρως τῆς ἐκτάσεως, κυρίως ὑφ’ ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ,
1576τῆς ἐκτάσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἔννοια τῶν κανόνων δικαί-
1577ου, ὅτι δηλαδὴ οἱ κανόνες δικαίου δὲν θὰ εἶναι μόνον οἱ
1578γραπτοί, ἀλλὰ ἅπαντες, ὅπως ἰσχύουν ἀνέκαθεν εἰς τὴν ἐπι-
1579στήμην. Ὅταν ἡ ἐπιστήμη ὁμιλῇ περὶ κανόνων δικαίου,
1580δὲν ὁμιλεῖ περὶ κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποκρυσταλλωθῆ
1581εἰς γράμματα, περιεχόμενον εἰς νόμους.
1582Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως δεχθῇ ἢ τὴν τροπο-
1583λογίαν, ὅπως τὴν ἔχει διατυπώσει ὁ κ. Μπακόπουλος ἢ τοὐ-
1584λάχιστον τὴν προσθήκην αὐτῶν τῶν δύο λέξεων «κανόνες
1585δικαίου ἐν γένει».
1586§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει
1587τὸν λόγον.
1588§56Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1589Ἡ διάταξις τῆς παραγράφου 1, τοῦ ἄρθρου 6, ἀναμφισβη-
1590τήτως, πρέπει νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ πρόοδον, ἐν σχέσει
1591μὲ τὸ σημερινὸν καθεστὼς εἰς τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν.
1592Εἶναι γνωστόν, ἰδίως εἰς τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὴν διαδι-
1593κασίαν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, μετὰ πόσης στενότητος
1594ὁ Ἄρειος Πάγος ἐκτιμᾷ λόγους, ἀναγομένους ἰδίᾳ εἰς τὴν
1595ἐκτίμησιν τῶν διαδικαστικῶν ἐγγράφων τῆς δικαιοσύνης.
1596Ἡ δευτέρα περίοδος τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6,
1597παρέχει τὴν εὐχέρειαν τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως λό-
1598γῳ παραμορφώσεως τοῦ διαδικαστικοῦ ἐγγράφου καὶ τῆς
1599παρερμηνείας, ὅταν παραβιάζεται καὶ ὁ ἑρμηνευτικὸς κανών.
1600Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ παράδειγμα τῶν φοιτητικῶν
1601φροντιστηρίων. Ὑπάρχει ὁ κανών, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον,
1602πᾶσα ρήτρα συμβάσεως ἑρμηνεύεται εἰς βάρος ἐκείνου ὁ ὁ-
1603ποῖος ἔθεσε τὴν ρήτρα, ὁ ὁποῖος διετύπωσε τὸ ἔγγραφον. Αὐ-
1604τὸ ἀποτελεῖ ἑρμηνευτικὸν κανόνα. Ἕως τώρα δὲν ἦτο δυνα-
1605τὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἑρμηνευτικὸς κανὼν κατὰ τὴν ἐκ-
1606τίμησιν τοῦ ἐγγράφου. Ἤδη, διὰ τῆς προσθήκης, θὰ εἶναι
1607ὑποχρεωμένον τὸ δικαστήριον νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἔγγραφον
1608σύμφωνα μὲ τὸν ἑρμηνευτικὸν κανόνα, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ κα-
1609νόνα δικαίου.
1610Κύριοι συνάδελφοι, δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω περαι-
1611τέρω εἰς τὴν ἄποψιν τῶν κυρίων συναδέλφων. Ὑπάρχει μία
1612διαφορὰ μεταξὺ τῶν κανόνων δικαίου καὶ γενικῶν ἀρχῶν
1613τοῦ δικαίου.
1614Κανόνες δικαίου εἶναι ὁ νόμος καὶ τὸ ἔθιμον.
1615Γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δια-
1616μορφοῦνται ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν νομολογίαν βάσει
1617τῆς ἑκάστοτε κρατούσης, ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν, κοι-
1618νωνικῶν καὶ πολιτικῶν συνθηκῶν, περὶ δικαίου ἀντιλήψε-
1619ων. Ἑπομένως εἶναι πάντοτε ἐν ἐξελίξει καὶ δὲν δύνανται
1620ν’ ἀποτελέσουν ἀσφαλῆ γνώμονα ἐλέγχου τῶν ἀποφάσεων
1621τῶν κατωτέρων δικαστηρίων.
1622Ἀναμφισβητήτως, ἡ Διοίκησις, ἐκτελοῦσα τὸ καθῆκον
1623της, ἐκδίδουσα τὰς διοικητικὰς πράξεις, εἶναι εἰς θέσιν νὰ
1624λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου, ὅπως
1625διεμορφώθησαν καὶ καθ’ ὃν τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ δια-
1626μορφωθοῦν ἑκάστοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διδαγμάτων τῆς ἐπι-
1627στήμης καὶ τῆς νομολογίας. Δὲν εἶναι, ὅμως, δυνατόν, νὰ
1628προσχωρήσω εἰς τὴν ἄποψιν καθιερώσεως ὡς λόγου ἀναί-
1629ρεσιν τῶν ἀποφάσεων ἕνεκα τῆς παραβιάσεως τῶν γενικῶν
1630ἀρχῶν τοῦ δικαίου, δηλαδὴ ἀρχῶν τὸ περιεχόμενον τῶν ὁ-
1631ποίων εἶναι ἀβέβαιον καὶ ἡ διαμόρφωσις τῶν ὁποίων ἐπη-
1632ρεάζεται ἐξ ἀσταθμήτων παραγόντων.
1633Ἂν αἱ περὶ δικαίου ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐκράτουν ὅ-
1634ταν ἐθεσπίσθη ὁ κανὼν δικαίου, ἔχουν ἤδη μεταβληθῇ, ἔχει
1635τὴν εὐχέρειαν ὁ Ἄρειος Πάγος εἴτε ὑπὸ τὴν σύνθεσιν τοῦ
1636Τμήματος, εἴτε ὑπὸ τὴν σύνθεσιν τῆς Ὁλομελείας, νὰ ἐμ-
1637φυσήσῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου νέαν πνοὴν καὶ νὰ κα-
1638ταστήσῃ αὐτὸν ἱκανὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἑκάστοτε συν-
1639αλλαγάς. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον. Τὸ
1640Γαλλικὸν ἀκυρωτικὸν ἐπέτυχε νὰ καθιστᾷ τὸν Ναπολεόντει-
1641ον Κώδικα, ἤτοι νομοθέτημα καταρτισθὲν πρὸ ἑκατὸν πεντή-
1642κοντα ἐτῶν, ἱκανὸν νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς
1643σημερινῆς ζωῆς.
1644Λόγῳ τῆς ἐξελίξεως τῆς κοινῆς περὶ δικαίου ἀντιλή-
1645ψεως εἶναι δυνατὸν ἄλλαι νὰ κρατῶσιν ἀρχαὶ ὅταν κατηρ-
1646τίσθη μία συναλλαγή, ἄλλαι ὅταν δικάζεται ἡ ὑπόθεσις ὑπὸ
1647τῶν δικαστηρίων τῆς οὐσίας καὶ ἄλλαι ὅταν αὕτη φέρεται
1648ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ προκύψῃ, ὅμως, τότε, τὸ ἐ-
1649ρώτημα ποίας γενικὰς ἀρχὰς δικαίου θὰ ἐφαρμόσῃ ὁ Ἄ-
1650ρειος Πάγος; Πέραν τούτου, λόγῳ τοῦ ἀορίστου αὐτῶν, δὲν
1651θὰ δύναται ὁ δικαστὴς νὰ κρίνῃ μετ’ ἀσφαλείας ποία πρέ-
1652πει νὰ γίνεται δεκτὴ ὡς κρατοῦσα γενικὴ ἀρχὴ τοῦ δικαίου
1653καὶ νὰ περιάγεται εἰς δυσχερείας. Ἀναντιρρήτως, αἱ κρα-
1654τοῦσαι ἑκάστοτε ἀντιλήψεις περὶ καλῆς πίστεως κ.λ.π., πρέ-
1655πει νὰ ἀσκοῦν τὴν εὐεργετικήν των ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ νομο-
1656θέτου πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν συναλλακτικῶν ἀναγκῶν καὶ
1657διὰ θετῆς διατάξεως κανόνος δικαίου καὶ νὰ χρησιμεύουν
1658ὡς μέσον ἀνανεώσεως τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου διὰ τῆς νομο-
1659λογίας, ὅπου ἡ γραμματικὴ αὐτοῦ διατύπωσις τὸ ἐπιτρέπει.
1660Ἀλλὰ νὰ θεσπισθῇ ὅτι θὰ δικαιοῦται ὁ διάδικος νὰ στη-
1661ρίξῃ λόγον ἀναιρέσεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως ἐκ τοῦ ὅτι πα-
1662ρεβιάσθη ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου τῆς οὐσίας γενικὴ ἀρχὴ τοῦ
1663δικαίου, τοῦτο εἶναι ἐπικίνδυνον. Διότι, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώ-
1664σει, θὰ καταστήσωμεν ἐντελῶς ἄγνωστον εἰς τοὺς δικαζομέ-
1665νους καὶ τοὺς συναλλασσομένους πολίτας τὸ ἐφαρμοζόμενον
1666δίκαιον. Διότι ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τοὺς
1667πολίτας καὶ τοὺς νομικοὺς νὰ γνωρίζουν τὸ κρατοῦν ἐν τέ-
1668λει δίκαιον ὑπὸ τὴν εὐρυτάτην αὐτοῦ ἔννοιαν, ἀλλὰ δὲν εἶ-
1669ναι δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν νὰ εἶναι ἐν γνώσει καὶ τῶν γενι-
1670κῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐλέχθη, ἀναπτύσσον-
1671ται καὶ ἐξελίσσονται ἀναλόγως τῶν κρατουσῶν ἑκάστοτε ἀν-
1672τιλήψεων ὑπὸ τῆς νομολογίας καὶ τῆς ἐπιστήμης, ἰδίᾳ δὲ
1673δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν τοῦτο ἀπὸ τὸν κοινὸν συν-
1674αλλασσόμενον πολίτην. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι πρέπει νὰ εἶ-
1675ναι γνωστὸν τὸ τιθέμενον δίκαιον, ὡς καὶ τὸ διαμορφωθὲν
1676ἐθιμικὸν δίκαιον, καὶ τοῦτο ὑποχρεοῦνται νὰ γνωρίζουν οἱ
1677πολῖται διὰ νὰ τὸ ἔχωσιν ὁδηγὸν εἰς τὰς καθ’ ἡμέραν συν-
1678αλλαγάς.
1679Ὁ μὲν δικαστὴς θὰ δύναται νὰ συμβουλεύεται τὴν νο-
1680μολογίαν καὶ νὰ ἀνατρέχῃ εἰς τοὺς συγγραφεῖς διὰ νὰ σχη-
1681ματίσῃ γνώμην περὶ τῆς ἰσχυούσης γενικῆς ἀρχῆς τοῦ δι-
1682καίου. Ὁ ἁπλοῦς ὅμως, συναλλασσόμενος πολίτης ποῦ θὰ κα-
1683ταφύγῃ; Αὐτὸς μόνον τὸ γραπτὸν καὶ τὸ ἐθιμικὸν δίκαιον
1684καθὼς καὶ τὰς κρατούσας συνηθείας ἐν ταῖς συναλλαγαῖς ἔ-
1685χει ὑπ’ ὄψει του καὶ βάσει αὐτῶν συναλλάσσεται. Πῶς εἶναι
1686δυνατὸν νὰ ἀξιώσωμεν νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἀφῃρημένης ἐννοί-
1687ας τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου; Δὲν φρονεῖτε ὅτι παρομοία διά-
1688ταξις θὰ στήνῃ παγίδας εἰς τοὺς συναλλασσομένους; Ἐν τε-
1689λευταίᾳ ἀναλύσει ἐρωτᾶται: Ποῖον τότε θὰ εἶναι τὸ ἀδιά-
1690βλητον κριτήριον τοῦ ὅτι ἡ προβαλλομένη ὡς γενικὴ ἀρχὴ
1691δικαίου εἶναι ὄντως τοιαύτη καὶ δὲν εἶναι ἡ ἄλλη;
1692Αὐτομάτως θὰ προέβαλε, κύριοι συνάδελφοι, καὶ τὸ
1693πρόβλημα τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος εἰς τὸν δικα-
1694στὴν τῆς συμπληρώσεως ἢ ἐλευθέρας ἑρμηνείας τοῦ δικαίου,
1695ἐὰν ἀναγνωρισθῇ ὡς λόγος ἀναιρέσεως ἡ παράβασις τῶν
1696γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου.
1697Τὸ ζήτημα συνέχεται μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναγνωρίσεως
1698εἰς τὸν δικαστὴν τῆς ἐξουσίας συμπληρώσεως τοῦ κενοῦ τοῦ
1699νόμου, ἤτοι μὲ πρόβλημα ἰδιὰ τὸ ὁποῖον πολλαὶ ἔχουν γίνει
1700συζητήσεις.
1701Ὅπως εἶναι γνωστόν, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς
1702Συντάξεως τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος τὰς ἐργασίας τῆς ὁποίας
1703παρηκολούθησεν αὐτοπροσώπως ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὁ
1704ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὅπως καὶ ἡ Συντακτικὴ
1705Ἐπιτροπή, ἠσχολήθησαν μὲ τὸ θέμα τοῦτο. Ἐὰν θὰ ἔπρεπε
1706δηλαδὴ νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἀρχὴ τοῦ Ἑλβε-
1707τικοῦ Κώδικος συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν ὁ δικαστὴς ἐὰν
1708δὲν ὑπάρχῃ ἐπὶ οἱασδήποτε σχέσεως διάταξις δικαίου, εἴτε
1709εἰς τὸν γραπτὸν νόμον, εἴτε ἐξ ἐθίμου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1710διαμορφώνῃ δίκαιον ὡς ἐὰν ἦτο νομοθέτης ἐπὶ τῆς κρινο-
1711μένης περιπτώσεως. Πλήν, ὅπως εἶναι γνωστόν, δὲν ἐγένε-
1712το δεκτὴ ἡ εἰσαγωγὴ τοιαύτης ριζοσπαστικῆς ἀρχῆς οὔτε
1713εἰς τὸν τότε παρασκευαζόμενον Κώδικα, οὔτε εἰς τὸν βρα-
1714δύτερον καταρτισθέντα καὶ ἰσχύοντα ἤδη.
1715Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι ὑπὸ τὰς σημερινὰς βιοτικάς, κοι-
1716νωνικὰς καὶ πολιτικὰς συνθήκας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ
1717δεκτὴ ἡ ἀποκρουσθεῖσα, τότε, ἀρχὴ διὰ τῆς καθιερώσεως λό-
1718γου ἀναιρέσεως ἕνεκα παραβάσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ
1719δικαίου. Πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι τὸ θέμα ἀπησχόλησε καὶ
1720τὴν Συντακτικὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
1721Ἀντιμετωπίσθη δηλαδὴ ὑπὸ ταύτης τὸ ζήτημα ἐὰν θὰ ἔ-
1722πρεπε νὰ ἀποτελέσῃ λόγον ἀναιρέσεως ἡ παράβασις ἀρχῆς
1723τινος παραδεδεγμένης, εἴτε ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, εἴτε ὑπὸ τῆς
1724νομολογίας, μὴ διαμορφωθείσης, ὅμως, εἴτε ἐμμέσως, εἴτε
1725ἀμέσως, εἰς γραπτὸν κανόνα νόμου ἢ εἰς ἔθιμον. Ἡ Συντα-
1726κτικὴ Ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅτι δὲν ἔπρε-
1727πε νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς λόγος ἀναιρέσεως ἡ παράβασις τῶν
1728γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου.
1729Βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἔχει ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον ἀπὸ
1730ἀπόψεως κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς. Πλὴν τό γε νῦν ἔχον
1731πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ ἀπασχόλησις εἰς τοὺς κοινωνιολόγους καὶ
1732εἰς τοὺς ἀσχολουμένους μὲ τὴν θεωρίαν νομικούς. Δὲν πρέπει
1733ὅθεν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀποκρουσθεῖσα τροπολογία.
1734Λυποῦμαι δὲ διότι ἐφ’ ὅσον βάσει τῶν ἀνωτέρω πρέ-
1735πει νὰ διασφαλίσωμεν τὰς συναλλαγὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
1736ἱκανοποιήσω τὴν περὶ τοῦ ἀντιθέτου ἐπιθυμίαν τῶν κ. κ.
1737συναδέλφων, οὔτε τοῦ ἀξιοτίμου κ. συναρχηγοῦ τῶν Φιλε-
1738λευθέρων.
1739§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
1740§58Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριε Ὑπουργέ,
1741περὶ ἐπιθυμίας μου.
1742§59Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1743Ὅσα εἶπον, δὲν εἶχον τὴν ἔννοιαν τῆς προσωπικῆς ἐπιθυ-
1744μίας.
1745§60Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς ἀπροσώ-
1746που καὶ γενικῆς πεποιθήσεως, ἥτις δὲν κλονίζεται, ἐξ ὅσων
1747εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ Συμβού-
1748λιον Ἐπικρατείας δικάζει τὰς διαφορὰς μεταξὺ πολιτῶν καὶ
1749διοικήσεως καὶ ἑπομένως, ὀρθὸν εἶναι διὰ τὴν ἀπονομὴν
1750τοῦ δικαίου, νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ δι-
1751καίου. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι βαθέως ἐμπεποτισμένος, πρὸς
1752τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι πατὴρ τοῦ πολίτου καὶ
1753διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν πολι-
1754τῶν, ὡς πρὸς δὲ τὰς σχέσεις μεταξὺ Κράτους καὶ πολιτῶν
1755πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἑνιαία ἀντίληψις μεταξὺ αὐτῶν.
1756Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ δι-
1757καίου εἰς τὰς σχέσεις πολιτῶν καὶ διοικήσεως καὶ εἰς τὰς
1758σχέσεις πολιτῶν πρὸς πολίτας ἢ πρὸς τὸ Κράτος; Δὲν εἶναι
1759ὀρθὸν μὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν σήμερον ἀντίληψιν περὶ δικαίου,
1760νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ διαχωρισμός; Ὁ κ. Ὑπουργός, εἶπεν ἐπί-
1761σης, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζουν οἱ πολῖται, τὰς γε-
1762νικὰς ἀρχὰς δικαίου. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρί-
1763ζουν ποῖοι εἶναι οἱ ἰσχύοντες νόμοι, ἀφοῦ καὶ ἡμεῖς οἱ δικη-
1764γόροι δὲν τὰς γνωρίζομεν εἰς πολλὰς περιπτώσεις; Ἐγὼ ὁ
1765ἴδιος, ὡς δικηγόρος, ὅταν πρόκειται περὶ προσφυγῆς εἰς τὸ
1766Συμβούλιον Ἐπικρατείας, λέγω εἰς τὸν πελάτην νὰ μοῦ φέ-
1767ρῃ καὶ τὸν νόμον. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ
1768ἐπικαλῇ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο; Ὑπάρχει τὸ ἀξίωμα «ἄ-
1769γνοια τοῦ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται». Δὲν ἐπιτρέπεται δηλ. ἄ-
1770γνοια τῶν ὑπαρχόντων χιλιάδων νόμων, αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ
1771δὲν εἶναι πολλαί, καὶ οἱ νόμοι, εἶναι ἄπειροι. Θὰ παρεκά-
1772λουν, ἑπομένως, τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐπι-
1773μείνῃ εἰς τὴν ἄρνησίν του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἀνεκοίνωσε
1774τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπροσωπευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία,
1775ὅμως, δὲν ἔχει ἀποτελεσματικὴν σημασίαν, διότι ἡμεῖς θὰ
1776ἐρωτήσωμεν ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν. Νομίζω, ὅτι εὐσταθεῖ ἀπὸ
1777πάσης ἀπόψεως ἡ τροπολογία, καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ
1778τὴν ἀποδεχθῇ. Εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι εἰς τὰ Ἑλληνικὰ
1779δικαστήρια ἐφαρμόζονται αἱ γενικαὶ ἀρχαὶ τοῦ διοικητικοῦ
1780δικαίου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν εἶναι διοικητικὸν
1781δικαστήριον; Καὶ ὅμως τοῦτο δικάζει, βάσει τῶν τιθεμένων
1782κανόνων δικαίου;
1783§61Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1784Διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα, παρὰ
1785τοῦτο ἐζήτησα ἀπὸ τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομι-
1786κῶν, νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
1787Πράγματι ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ
1788ὁποῖον ὁμοφώνως ἀπεφάνθη κατὰ τῆς θεσπίσεως τοιαύτης
1789διατάξεως.
1790Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον.
1791Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
17927, νὰ ἀναβληθῇ, προσωρινῶς.
1793§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8.
1794Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
1795§63Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1796Τὸ ἄρθρον 8 ὁμιλεῖ περὶ ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται
1797εἰς τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως. Εἰς τὴν παράγραφον
17981, ὁμιλεῖ περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναιρέσεως,
1799κατὰ τῶν ἀνεκκλήτως ἀπηγγελμένων ὁριστικῶν ἀποφάσε-
1800ων. Ἡ παράγραφος 2 ὁρίζει ὅτι δὲν χωρεῖ ἀναίρεσις κατ’
1801ἀποφάσεως, ἐν μέρει ὁριστικῆς καί, ἐν μέρει μὴ ὁριστικῆς.
1802Καὶ λέγει, ὅτι δὲν χωρεῖ ἀναίρεσις, οὔτε κατὰ τῶν ὁριστι-
1803κῶν διατάξεων τῆς ἀποφάσεως, πρὸ τῆς ἐκδόσεως ὁριστι-
1804κῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς ὅλης δίκης. Νομίζω
1805ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 171 τῆς Πολιτικῆς
1806Δικονομίας, διότι ἔχει δημιουργήσει ζητήματα μὲ τὸ «ἀνα-
1807μένεται τὸ πέρας τῆς δίκης» διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἀναιρέσε-
1808ως ἐπὶ ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων τὰ δικαστήρια ἔχουν
1809ἀποφασίσει ὁριστικῶς. Δὲν ἐνόμισα, ὅμως, ὅτι ἔπρεπε νὰ
1810σπεύσωμεν εἰς τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, διὰ νομο-
1811σχεδίου περιοριζομένου εἰς τὴν ἀναιρετικὴν διαδικασίαν.
1812Διὰ τοῦτο προτείνω ὅπως τροποποιηθῇ ἡ παράγραφος 2 ὡς
1813ἀκολούθως: «.... (ἀναγινώσκει)....».
1814§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8;
1815§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1816§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροπο-
1817ποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
1818(Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10 ὡς ἔ-
1819χουν).
1820Ἄρθρον 11.
1821Ὁ κ. Α. Αὐγερινός, ἔχει τὸν λόγον.
1822§67Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11,
1823ὁρίζετε τὴν προθεσμίαν ἀναιρέσεως, διὰ τὰς περιπτώσεις
1824τῶν εἰς ἀλλοδαπὴν διαμενόντων ἢ ἀγνώστου διαμονῆς εἰς
182590 ἡμέρας, ἀρχομένης ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως.
1826§68Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1827Ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως, ἐφ’ ὅσον
1828κατὰ τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως δὲν χωρεῖ ἕτερον ἔνδικον
1829μέσον.
1830§69Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι μία καινοτομία, διότι ἡ
1831προθεσμία τῆς ἀναιρέσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς τελεσιδικίας τῆς
1832ἀποφάσεως.
1833§70Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1834Ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως.
1835§71Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ τὸ διευκρινίσω-
1836μεν.
1837§72Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1838Κατὰ τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἐπιτρέπεται ἀναίρεσις.
1839§73Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ὅπου εἶναι
1840δυνατὸν νὰ κοινοποιηθῇ ἀνέκκλητος ἀπόφασις, ὁπότε πάλιν
1841θὰ θεωρῆται καὶ αὐτὴ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως;
1842§74Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1843Ἐὰν ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀνέκκλητος, δὲν ὑπάρχει προθεσμία.
1844§75Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν δύο θέματα, ἐὰν ὁ δι-
1845άδικος ἠμπορῇ νὰ κάμῃ καὶ τὴν ἀναίρεσιν...
1846§76Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1847Ἠμπορεῖ νὰ ἀσκηθῇ ἡ ἀναίρεσις καὶ πρὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς
1848ἀποφάσεως.
1849§77Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἂν μία ἀπόφασις ἐκδοθῇ ἐρήμην,
1850κατὰ ἀγνώστου διαμονῆς, καὶ τῆς ὁποίας οὗτος δύναται νὰ
1851ἀσκήσῃ τὰ ἔνδικα μέσα, τῆς ἀνακοπῆς, μετὰ ταῦτα τῆς ἐφέ-
1852σεως καὶ κατόπιν τῆς ἀναιρέσεως, λέγετε ὅτι ἡ προθεσμία
1853τῆς ἀναιρέσεως ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφά-
1854σεως.
1855§78Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1856Αὐτὰ τὰ θέματα ἔχουν λυθῆ.
1857§79Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Θὰ δημιουργηθοῦν ζητήματα.
1858§80Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1859Δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῇ κανένα ζήτημα. Ἡ ἀναίρε-
1860σις καὶ κἄθε ἔνδικον μέσον ἀσκεῖται καὶ πρὸ τῆς ἐπιδόσεως
1861τῆς ἀποφάσεως. Πρέπει νὰ ἀσκῆται ἐντὸς ὡρισμένης προθε-
1862σμίας ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἔκπτωσις τοῦ
1863δικαιώματος. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἀπόφασις θὰ εἶναι ἀνέκκλητος, δὲν
1864χωρεῖ κἄν ἔφεσις. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ὁριστικὴ ἀπόφασις,
1865δὲν χωρεῖ ἀναίρεσις, διότι κατὰ τὴν ὁριστικὴν ἀπόφασιν,
1866ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, χωρεῖ ἀναίρεσις. Ὅταν παρ-
1867έλθῃ ἡ προθεσμία τῆς ἀνακοπῆς, θὰ γίνῃ ὁριστικὴ καὶ ὅταν
1868παρέλθῃ ἡ προθεσμία τῆς ἐφέσεως θὰ γίνῃ τελεσίδικος καὶ
1869ἔκτοτε θὰ ἀρχίσῃ ἡ προθεσμία τῆς ἀναιρέσεως. Δὲν δημι-
1870ουργεῖ κανένα ζήτημα ἡ διατύπωσις.
1871§81Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ποίας ἀποφάσεως;
1872§82Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1873Ἐκείνης, κατὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀσκηθῇ ἡ ἀναίρεσις.
1874§83Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Θὰ ἤθελον καὶ τὸ ἑξῆς: Πολλάκις
1875συμβαίνει, ὁσάκις εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς, νὰ ἀναμένωμεν
1876τὴν παρέλευσιν 140 ἡμερῶν, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν
1877ἀμετάκλητον ἀπόφασιν, ὁπότε ἐπέρχεται μία καθυστέρησις.
1878Νομίζω ὅτι αἱ 90 ἡμέραι μὲ τὰ σημερινὰ μέσα ἐπικοινωνίας
1879εἶναι ὑπερβολική. Δὲν νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ μία προθεσμία 30
1880ἡμερῶν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀσκήσεως τῆς ἀ-
1881ναιρέσεως καὶ ὅτι ἡ προθεσμία τῶν 90 ἡμερῶν εἶναι με-
1882γάλη;
1883§84Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1884Τὸ ἄρθρον 195 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὁμιλεῖ περὶ πα-
1885ρατάσεως τῆς προθεσμίας ἀναλόγως τοῦ τόπου εἰς ὃν διατρί-
1886βει ὁ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις. Αἱ διατάξεις αὐταὶ ἐτέθησαν μὲ
1887γνώμονα τὰ παλαιὰ μέσα ἐπικοινωνίας καὶ μὲ γνώμονα τὴν
1888ἀντίληψιν ὅτι πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸν πρὸς ὃν ἡ ἐπί-
1889δοσις, ὁ ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς διαδικαστικῆς
1890πράξεως χρόνος.
1891Ἤδη αἱ ἀποστάσεις καθημερινῶς ἐκμηδενίζονται καὶ
1892αἱ νέαι καταστάσεις τῆς ἐπιστήμης διευκολύνουν τὴν μετα-
1893ξὺ ἠπείρων ἐπικοινωνίαν. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐ-
1894σχάτου μέσου τῆς ἀναιρέσεως θὰ πρέπει νὰ συντομευθῇ ἐπὶ
1895πλέον ἡ προθεσμία. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν θὰ ἔπρεπε νὰ
1896γίνῃ διάκρισις μεταξὺ χωρῶν, ἀναλόγως τῶν ἀποστάσεων
1897καὶ τῶν συγκοινωνιακῶν μέσων. Δὲν εἶναι δυνατόν, φερ’ εἰ-
1898πεῖν, νὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ προθεσμία διὰ τὴν Εὐρώπην καὶ
1899τὴν Αὐστραλίαν, ὅταν πρόκειται ὁ καθορισμὸς αὐτῆς νὰ τε-
1900λῇ ἐν ἀπολύτῳ συναρτήσει πρὸς τὴν ἀπόσπασιν, χωρὶς νὰ
1901συνεκτιμηθῇ οἱοσδήποτε ἕτερος παράγων.
1902§85Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον 30 καὶ ἄλλες 30
1903ἡ παρέκτασις.
1904§86Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα
1905ὅτι χρειάζεται χρόνος, διὰ νὰ γίνῃ ἡ κοινοποίησις, ἀλλὰ θὰ
1906πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἐνεργείας, διότι εὑρίσκεται εἰς ἕνα τό-
1907πον εἰς τὸν ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσῃ
1908δικηγόρον Ἕλληνα. Ἐπίσης, ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ καὶ ὁ ἴδιος.
1909§87Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Δημιουργεῖται καθημερινῶς δυσχέ-
1910ρεια, ἰδίως εἰς τὰ διαζύγια.
1911§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 11 δεκτόν;
1912§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1913§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 11 ἐγένετο δεκτόν.
1914(Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13).
1915Ἄρθρον 14.
1916Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
1917§91Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1918Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 14 ἀναφέρεται εἰς τὴν διαδι-
1919κασίαν τῆς συζητήσεως τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως ἐνώπιον
1920τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καθιεροῦται ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποχρεωτικῆς
1921συντάξεως γραπτῆς εἰσηγήσεως ἀπὸ τὸν εἰσηγητήν. Ἠρώτη-
1922σεν ὁ κ. Μαῦρος ἐὰν ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχε-
1923δίου εἶναι σύμφωνος ἡ γνώμη τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου.
1924Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ μεγίστη πλειοψηφία τοῦ Ἀρείου
1925Πάγου ἐμμένει ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἀπολύτως εἰς τὰς ἀρ-
1926χικὰς ἀντιρρήσεις της. Ὑπὲρ τῆς καθιερουμένης ἀρχῆς ἔ-
1927χουν ταχθῆ εἷς ἢ δύο Ἀρεοπαγῖται, ἔγκριτοι νομικοὶ καὶ
1928ὁ ἀρχαιότερος ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου.
1929Ἤθελον νὰ παράσχω τὴν διευκρίνισιν ταύτην διὰ νὰ
1930μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἐγκατέλι-
1931πε τὰς ἀρχικάς του ἀντιρρήσεις.
1932Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται ὅτι τὰ ἀναφερόμενα εἰς
1933τοὺς λόγους ἀναιρέσεως ἔγγραφα πρέπει νὰ κατατεθοῦν ἐγ-
1934καίρως καὶ νὰ τεθοῦν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Εἰσηγητοῦ πρὸς
1935σύνταξιν τῆς ἐγγράφου εἰσηγήσεως αὐτοῦ, ἡ ὁποία πρέπει
1936νὰ κατατεθῇ ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως. Παραλλή-
1937λως, ὅμως, εἶναι ἀνάγκη νὰ κατατοπισθῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσε-
1938ως καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος καὶ σήμε-
1939ρον συμμετέχει ἐνεργῶς διὰ τῶν ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἐρωτήσεών
1940του πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὴν πλήρη τῆς ὑποθέσεως
1941διερεύνησιν. Πρέπει ἐπίσης νὰ λάβῃ ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς
1942ὑποθέσεως καὶ ὁ Εἰσαγγελεύς, ἡ ἀποστολὴ τοῦ ὁποίου πα-
1943ραμένει ἀμείωτος.
1944Εἶναι ἀνάγκη, ἑπομένως, νὰ σχηματισθοῦν πλείονες
1945φάκελλοι, καὶ τοῦτο θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ διὰ
1946τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκρίθη, ὅμως, προτιμό-
1947τερον νὰ ὁρισθῇ διὰ ρητῆς διατάξεως τοῦ νόμου ὅτι ὁ ἐπι-
1948σπεύδων τὴν συζήτησιν ὑποχρεοῦται νὰ καταθέσῃ τὰ μνη-
1949μονευόμενα ἔγγραφα εἰς τριπλοῦν, διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέ-
1950ρεια παραλλήλου ἐπὶ τῆς διαφορᾶς ἐνασχολήσεως τοῦ Προ-
1951έδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τοῦ Εἰση-
1952γητοῦ.
1953§92Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ τὴν ἀναίρεσιν καὶ τὸ
1954ὑπόμνημα. Ὄχι καὶ τὰ ἀποδεικτικὰ στοιχεῖα.
1955§93Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1956Θὰ καταθέσῃ τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὴν παράγραφον 1
1957τοῦ συζητουμένου ἄρθρου.
1958§94Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως γίνεται καὶ εἰς τὸ Συμ-
1959βούλιον Ἐπικρατείας.
1960§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1961Μάλιστα θὰ ἰσχύῃ καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅ,τι συμβαίνει
1962καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὅ,τι γίνεται εἰς
1963τὴν πρᾶξιν ὑπὸ πολλῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι φροντίζουν νὰ
1964λάβουν γνῶσιν τῶν προτάσεών των ὅλοι οἱ μετέχοντες εἰς
1965τὴν σύνθεσιν Ἀρεοπαγῖται. Εἰς τὴν παράγραφον 2 εἶναι ἀ-
1966νάγκη νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἑξῆς φραστικὴ διόρθωσις «.... (ἀναγι-
1967νώσκει)....». Αἱ παράγραφοι 3 καὶ 4 μένουν ὡς ἔχουν.
1968§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 14 δεκτόν;
1969§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1970Ἄρθρον 15.
1971Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
1972§98Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1973Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει προσθήκη,
1974ἀφορῶσα τὰ ἑξῆς ζητήματα: Ἐλέχθη ὅτι ὁ ἐπισπεύδων τὴν
1975συζήτησιν ὑποβάλλει τρία ἀντίγραφα τῶν ἐγγράφων τῶν
1976διαλαμβανομένων εἰς τὴν παράγραφον αʹ τοῦ προηγουμένου
1977ἄρθρου. Εἶναι δυνατόν, ὅμως, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ὑποβολὴ
1978προσθέτων λόγων, ὁπότε ἐνδέχεται νὰ ἀνακύψῃ ἡ ἀνάγκη
1979ὑποβολῆς καὶ ἄλλων ἐγγράφων. Καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, ὅ-
1980πως καὶ οἱ πρόσθετοι λόγοι, θὰ πρέπει νὰ κατατεθοῦν εἰς
1981τριπλοῦν. Πρὸς τοῦτο προστίθεται παράγραφος 4 διὰ τῆς
1982ὁποίας ρητῶς καθορίζεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ ἐπισπεύδον-
1983τος.
1984§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 15 δεκτόν;
1985§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
1986§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 15 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτρο-
1987ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
1988Ἄρθρον 16.
1989Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
1990§102Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
1991Τὸ ἄρθρον 16, κύριοι βουλευταί, ἀναφέρεται εἰς τὴν ἐνώ-
1992πιον τοῦ Ἀρείου Πάγου τηρητέαν διαδικασίαν. Ἡ παράγρ.
19932 τοῦ ἄρθρου τούτου, ὁμιλεῖ περὶ ὑποβολῆς νέων ἰσχυρισμῶν
1994τῶν διαδίκων. Κατὰ βάσιν διατηρεῖται ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν
1995ὁποίαν τὸ δικάζον τμῆμα κρατεῖ τὴν ὑπόθεσιν καὶ δικάζει
1996ἐπ’ αὐτῆς κατ’ οὐσίαν. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ, ὅμως, ἀμφισβήτη-
1997σις τὶς θὰ πρέπει ἡ παράγραφος 2 νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς:
1998«.... (ἀναγινώσκει)....».
1999§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 16;
2000§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2001§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 16 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτρο-
2002ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
2003Τὸ ἄρθρον 17 δεκτόν;
2004§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2005§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 17 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει.
2006Ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 18 ἀναβάλλεται ὡς καὶ ἡ
2007συζήτησις τοῦ ἄρθρου 21, ἵνα γίνῃ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
2008ἄρθρ. 7 δοθέντος ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν
2009διανεμηθεῖσαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, ἡ συζήτησις
2010τοῦ ὁποίου ἀνεβλήθη.
2011(Ἐν συνεχείᾳ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 19, 20, 22
2012καὶ 23, ὡς ἔχουν).
2013Ἄρθρον 24.
2014Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
2015§108Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2016Εἰς τὰ ἄρθρα 24 καὶ 25, κύριοι βουλευταί, ἐπέρχονται ὡρι-
2017σμέναι μεταβολαί, ἀναφερόμεναι ἰδίᾳ εἰς τὴν διάρθρωσιν
2018τῆς ὕλης, τῆς περιλαμβανομένης εἰς τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα.
2019Ὡς ἐλέχθη, ἀναγνωρίζεται εἰς τὸ Βʹ Τμῆμα τοῦ Ἀρείου
2020Πάγου, τὸ δικαίωμα νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὴν ἀναιρετικὴν
2021ἀπόφασιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζητήματος ἀναγομένου
2022εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ οὐσιαστικοῦ νόμου. Ἡ μεταβολὴ κατέ-
2023στησε ἀναγκαίαν τὴν διαμόρφωσιν καὶ τῶν δύο τούτων ἄρ-
2024θρων ὡς ἔχουν ἀκριβῶς αἱ διανεμηθεῖσαι τροπολογίαι. Διὰ
2025τοῦ ἄρθρου 24 ἀναγνωρίζεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰσχύει κατ’
2026ἀρχήν. Προστίθεται μόνον ὅτι ὁ ἡττώμενος διάδικος κατα-
2027δικάζεται εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, ἐφ’ ἧς ἡ ἀναιρεθεῖσα
2028ἀπόφασις. Πρόκειται, δηλαδή, περὶ ἐπαναλήψεως τῶν ἰσχυ-
2029ουσῶν διατάξεων, μὲ ἐλαφρὰν συμπλήρωσιν.
2030§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 24;
2031§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2032§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 24 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτρο-
2033ποποιήθη.
2034Ἄρθρον 25.
2035Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
2036§112Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2037Τὸ ἄρθρον 25 τὸ ὁποῖον ἀντικαθιστᾷ τὸ ἄρθρον 834 περι-
2038λαμβάνει τὰ ἑξῆς: Ἐὰν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀναιρέσῃ τὴν ἀπό-
2039φασιν, δι’ οἱονδήποτε λόγον, εἴτε διὰ παράβασιν οὐσιαστι-
2040κοῦ νόμου, εἴτε διὰ δικονομικὴν παράβασιν, ἐπὶ ἀναρμοδιό-
2041τητι καὶ ὑπέρβασιν ἐξουσίας, τὸ δικάζον τμῆμα δύναται νὰ
2042κρατήσῃ τὴν ὑπόθεσιν... (ἀναγινώσκει)....
2043Ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἐπανά-
2044ληψιν τῆς διατυπώσεως ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὸν νό-
2045μον ΒΧΗʹ, περὶ ἐκδικάσεως τῶν διαφορῶν μισθωτῶν καὶ
2046ἐκμισθωτῶν.
2047Διότι, καὶ ἐκεῖ ἀναγνωρίζεται, ὅτι τὸ δικάζον τμῆμα
2048τὴν ἀναίρεσιν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἡ ὑπόθε-
2049σις δὲν χρῄζει περαιτέρω διευκρινίσεως, νὰ τὴν κρατήσῃ
2050καὶ νὰ δικάσῃ κατ’ οὐσίαν. Ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἴσχυε μό-
2051νον ἐπὶ διαφορῶν τοῦ νόμου ΒΧΗʹ καὶ τῶν ὀργανικῶν δια-
2052φορῶν καὶ ἡ ὁποία σήμερον ἰσχύει διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν δια-
2053φορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τοῦ ν. 1323 κατὰ τὴν
2054ἀκύρωσιν τῶν ἐντὸς κατοχῆς γενομένων ἀγοραπωλησιῶν ἀ-
2055κινήτων, ἐπεκτείνεται ἐπὶ πάσης δικαιοπραξίας. Θὰ ἔχῃ δι-
2056καίωμα ὁ Ἄρειος Πάγος, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ κρίνῃ
2057καὶ τὴν οὐσίαν εἰς τὸ Αʹ Τμῆμα, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις δὲν
2058χρῄζει περαιτέρω διευκρινίσεων. Ἐὰν κρίνῃ ὅτι δὲν ἠμπο-
2059ρεῖ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐκδίκασιν, παραπέμ-
2060πει.... (ἀναγινώσκει)....
2061Παράγραφος βʹ. Τὸ Τμῆμα εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμ-
2062φθη ἡ ὑπόθεσις... (ἀναγινώσκει)....
2063Παράγραφος γʹ..... (ἀναγινώσκει)....
2064Εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ ἐπισπεύδων τὴν
2065συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ Βʹ Τμῆμα, ἢ εἰς τὴν Ὁλο-
2066μέλειαν, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπίδοσις τῆς προηγηθείσης
2067ἀποφάσεως τοῦ Τμήματος, ἢ τῆς Ὁλομελείας, ἄλλως ἡ συ-
2068ζήτησις εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἤδη ρητὴ διάταξις ὁρίζει, ὅτι
2069δὲν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐπίδοσις τῆς προεκδοθείσης ἀποφά-
2070σεως. Περαιτέρω ἡ παράγραφος 5 ἀναφέρεται εἰς καθαρῶς
2071διαδικαστικὰς λεπτομερείας: «.... (ἀναγινώσκει)....».
2072Ὁρίζεται εἰς τὸ ἄρθρον 14 ὅτι ὁ ἀναιρεσίων, ὅταν ὁ ἴ-
2073διος ἐπισπεύδῃ τὴν συζήτησιν, ὀφείλει νὰ κοινοποιήσῃ κλῆ-
2074σιν, διὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν ἀντίδικον νὰ λάβῃ
2075γνῶσιν τῆς ἀναιρέσεως.
2076Ἅπαξ, ὅμως, ἔλαβε γνῶσιν ὁ ἀντίδικός του διὰ τῆς
2077κοινοποιήσεως τοῦ ἀναιρετηρίου, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὑπερβο-
2078λικὴ ἐπιβάρυνσις νὰ ἀξιώσωμεν νέαν ἐπίδοσιν αὐτοῦ, τὴν ὁ-
2079ποίαν προβλέπει ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 820.
2080§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 25 γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτρο-
2081ποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
2082§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2083§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 25 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτρο-
2084ποποιήθη.
2085Ἄρθρον 26.
2086§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2087§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 26 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει.
2088Ἄρθρον 27.
2089§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2090§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 27 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει.
2091Ἄρθρον 28.
2092§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
2093§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 28 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἔχει.
2094Ἄρθρον 29.
2095Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ διὰ τὸ ἄρθρον 29 ἔχει ὑποβλη-
2096θῆ πρότασις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, θὰ παρακαλέσω νὰ
2097ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων 7, 18 καὶ 21.
2098§122Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2099Νομίζω ὅτι οἱ κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπο-
2100λογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 29 θὰ θελήσουν νὰ μὲ ἀκούσουν με-
2101τὰ τῆς προσοχῆς ποὺ θὰ τοὺς ἀκούσω καὶ ἐγὼ ἀναπτύσσον-
2102τας τὴν τροπολογίαν των καὶ ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ παραστῇ
2103ἀνάγκη νὰ προχωρήσωμεν εἰς ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν, δι-
2104ότι θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ συνεννοηθῶμεν.
2105Ἡ διάρθρωσις, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ ἀνωτάτου δικα-
2106στηρίου τῆς χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικεί-
2107μενον μεγάλης συζητήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Εἶναι
2108ὑποχρεωμένος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἰδίᾳ ἐπὶ τοῦ
2109σημείου αὐτοῦ, νὰ συμβουλευθῇ ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ τὴν
2110γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νέ-
2111ον θεσμόν. Καὶ ἐγὼ δὲν παρέλειψα τὸ καθῆκον αὐτό. Ἐπε-
2112κοινώνησα καὶ μὲ τὸν Πρόεδρον καὶ μὲ τοὺς δύο Ἀντιπροέ-
2113δρους, διότι ὁ τρίτος εἶναι ἀσθενής, ἐπεκοινώνησα μὲ τὸν
2114Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶδον καὶ συνομίλησα μὲ
2115τοὺς Ἀρεοπαγίτας–Ἐπιθεωρητὰς καὶ ἔχω ἀποκρυσταλ-
2116λώσει ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ με-
2117ταδώσω εἰς τὴν Βουλὴν καί, ἂν ἡ Βουλὴ συμφωνήσῃ μὲ
2118τὰς ἀπόψεις τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ
2119λόγος νὰ προχωρήσωμεν εἰς ψηφοφορίαν.
2120§123Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε....
2121§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπακόπουλε, δὲν εἰσήλθομεν εἰς
2122τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 29.
2123§125Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ.
2124Ὑπουργόν, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ποὺ ὑπεστηρίξαμεν κατ’ ἀρχὴν τὸ
2125νομοσχέδιον, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν μας νομικὴν καὶ
2126πολιτικὴν πεποίθησιν. Καὶ ἡ πεποίθησίς μας εἶναι ὅτι δὲν
2127ἠμπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ καὶ νὰ ἀποδώσῃ καρποὺς τὸ νομο-
2128σχέδιον, ἂν δὲν αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἡ
2129πεῖρα μας εἶναι ὅτι χωλαίνει ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης
2130καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπι-
2131κρατείας διότι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς δικαστῶν.
2132§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7, κύριε συν-
2133άδελφε.
2134§127Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ὀρθὴ
2135ἡ τακτικὴ αὐτή, νὰ ἔλθῃ ἔπειτα τὸ ἄρθρον 29 μὲ τρεῖς βου-
2136λευτὰς ἐδῶ. Δι’ ἡμᾶς ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγι-
2137τῶν, ὡς καὶ ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Συμβούλων τῆς
2138Ἐπικρατείας, εἶναι τὰ κεφαλαιωδέστερα ζητήματα διὰ τὸν
2139θεσμόν. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τόσον τὸ ἄρθρον 7, ὅσον τὸ ἄρ-
2140θρον 29.
2141§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ θὰ γίνῃ ψηφοφορία εἰς τὸ ἄρ-
2142θρον 29 καὶ θὰ ἀργήσῃ, ἂς συζητήσωμεν τὰ ἄρθρα ποὺ ἔμει-
2143ναν ἐκκρεμῆ.
2144§129Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε, ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συ-
2145ζήτησιν τὸ 29, δὲν θὰ εἶναι κανεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν. Ἐν πάσῃ
2146περιπτώσει, ὀνομαστικὴ ψηφοφορία θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
214729.
2148§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7.
2149Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον.
2150§131Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2151Ὅπως ἔχουν διατυπωθῆ αἱ τρεῖς πρῶται παράγραφοι τοῦ
2152ἄρθρου 7, δὲν ἐπέρχεται μεταβολή τις διὰ τοῦ νομοσχεδίου
2153εἰς τὰ ἄρθρα καὶ σήμερον κρατοῦνται περὶ τοῦ παραδεκτοῦ
2154τῶν λόγων ἀναιρέσεως. Ἐπὶ πλέον, ἤδη, διὰ τῆς παραγρά-
2155φου 4 ὁρίζονται αἱ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ Ἄρειος Πάγος
2156ὑποχρεοῦται νὰ ἐξετάζῃ αὐτεπαγγέλτως ὡρισμένους λόγους
2157ἀναιρέσεως ἐκ τῶν ἐν ἄρθρῳ 807 διαλαμβανομένων.
2158§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὴν γενίκευσιν τῆς πα-
2159ραβάσεως τῶν γενικῶν ἀρχῶν δὲν δέχεσθε, μὴ μνημονεύετε
2160ἐμέ, διότι εὑρισκόμεθα εἰς βασικὴν διαφωνίαν καί, παρ’ ὅλην
2161τὴν ἐπιμονήν σας, ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι ἐσφάλατε.
2162§133Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2163Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ἄρθρον 7 προστίθεται παράγρα-
2164φος τετάρτη. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ὑπο-
2165χρεωμένος νὰ δικάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων ἀναιρέσεως,
2166τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸ ἀναιρετήριον καὶ τοὺς προσθέ-
2167τους λόγους. Ἡ παράγραφος 4 ὁρίζει ὅτι «κατ’ ἐξαίρεσιν ἐ-
2168ξετάζει ἐξ ἐπαγγέλματος, μετὰ τὴν πρότασιν ὅμως τοῦ Εἰ-
2169σηγητοῦ Ἀρεοπαγίτου, παραληφθεῖσαν εἰς τὴν ἔγγραφον
2170εἰσήγησιν αὐτοῦ, λόγον ἀναιρέσεως ἐκ τοῦ ἐν τοῖς ἐδαφίοις
21713, 11, 14, 15, 16, 17 καὶ 19 τοῦ ἄρθρου 807 τῆς Πολιτικῆς
2172Δικονομίας.
2173Τὸ ἐδάφιον 3: «Ἐὰν τὸ δικαστήριον ὑπερέβη τὰ κα-
2174θήκοντα αὐτοῦ.... (ἀναγινώσκει)....».
2175Τὸ ἐδάφιον 11: «Ἐὰν τὸ δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον
2176.... (ἀναγινώσκει)....».
2177Τὸ ἐδ. 14: «Ἐὰν πλείονες ἀντιφάσκουσι πρὸς ἀλλήλας
2178διὰ τὴν αὐτὴν διαφορὰν.... (ἀναγινώσκει)....».
2179Τὸ ἐδ. 15: «Ἐὰν ἡ ἀπόφασις εἶναι ἐλλιπὴς κατὰ τὸ
2180διατακτικὸν καὶ ὁ διάδικος δὲν φροντίσῃ νὰ περιλάβῃ λό-
2181γον ἀναιρέσεως εἰς τὸ ἀκροατήριον καὶ τοὺς προσθέτους λό-
2182γους, ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον δικαίωμα αὐ-
2183τεπαγγέλτου ἐξετάσεως, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀναίρεσιν τῆς
2184ἀποφάσεως».
2185Τὸ ἐδ. 16: «Ἐὰν ἡ σύνταξις τῆς ἀποφάσεως εἶναι το-
2186σοῦτον ἐλλιπὴς.... (ἀναγινώσκει)....».
2187Τὸ ἐδ. 17 καὶ ἡ παρ. 19, ἡ ποία προσετέθη ἀπόψε εἰς
2188τὸ ἄρθρον 5: «Ἐὰν ἡ ἀπόφασις στερῆται νομίμου βάσεως
2189.... (ἀναγινώσκει)....».
2190Εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτὰς περιοριστικῶς καὶ εἰς ὅλας
2191τὰς περιπτώσεις, τὰς μνημονευομένας εἰς τὸ ἄρθρον 807
2192τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ποῖον ἀναφέρεται εἰς τοὺς λό-
2193γους ἀναιρέσεως, ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξετάζει ἐξ ἐπαγγέλματος
2194τὴν συνδρομὴν τοῦ λόγου ἀναιρέσεως.
2195Συναφὲς πρὸς τὴν προσθήκην αὐτὴν εἰς τὸ ἄρθρον 7
2196εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προστίθεται εἰς τὸ ἄρθρον 18.
2197§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7;
2198§135Η. ΗΛΙΟΥ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε. Τὸν λόγον.
2199§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Ἠλιοῦ.
2200§137Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ
2201καινοτομία, ἡ ὁποία εἰσάγεται τώρα ἄνευ τῆς προπαρασκευ-
2202ῆς τῆς καθιερωμένης διὰ τὴν δικονομίαν, ἀνατρέπει ὅ,τι ἴ-
2203σχυσεν, ὅ,τι ἰσχύει καὶ ὅ,τι διδάσκεται ἐν σχέσει πρὸς τὴν
2204δικαιοδοσίαν τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, τῶν πολιτικῶν
2205δικαστηρίων ἐν γένει καὶ τοῦ ἀκυρωτικοῦ καὶ τῶν δικα-
2206στηρίων τῆς οὐσίας, εἴτε παρ’ ἡμῖν, εἴτε εἰς ἄλλας χώρας, αἱ
2207ὁποῖαι διέπονται ἀπὸ τὸ αὐτὸ δικονομικὸν σύστημα. Ἡ δι-
2208καιοδοσία τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων πρὸς λύσιν διαφορᾶς
2209ἀστικῆς, ἔξω βέβαια ἑνὸς περιωρισμένου ἀριθμοῦ ὑποθέσεων
2210στρεφομένων περὶ τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῶν ἀ-
2211νηλίκων, περὶ τὸν γάμον καί τινας ἄλλας ἀντιστοίχως ὑπο-
2212θέσεις, θεμέλιον ἔχει τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ τῶν
2213ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων, τὴν ἀρχὴν ὅτι ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ
2214ἔχῃ δικαίωμα ἰδιωτικόν, νὰ ἔχῃ λαμβάνειν, νὰ δικαιοῦται
2215λαμβάνειν, νὰ δικαιοῦται νὰ πάρῃ ὀπίσω ἓν ἀκίνητον τὸ ὁ-
2216ποῖον τοῦ κατακρατοῦν καὶ νὰ μὴ τὸ ζητήσῃ, ἐπὶ τῇ βάσει
2217τῆς ὁποίας εἰς τὸ δικονομικὸν δίκαιον ὑπάρχει καθιερωμένη
2218ἡ ἀρχὴ τοῦ judex ne procedit ex officio νὰ μὴ δύναται νὰ
2219κάμνῃ αὐτεπαγγέλτως ὁ δικαστὴς περὶ τοῦ ποῖος ἔχει ἢ
2220ποῖος δὲν ἔχει δίκαιον, ἀλλὰ νὰ κρίνῃ secundum legata
2221et probata ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προτεινομένων ὑπὸ τῶν διαδί-
2222κων.
2223Ἐδῶ ἔχομεν τὸ ἑξῆς περίεργον φαινόμενον. Ὅτι ἐνῷ
2224δικαιοῦται ὁ διάδικος νὰ μὴ ἀσκήσῃ παντάπασι τὸ ἔνδικον
2225μέσον τῆς ἀναιρέσεως, ἐνῷ δικαιοῦται ὁ διάδικος νὰ παραι-
2226τηθῇ, ἔρχεται ὁ Εἰσηγητὴς δικαστὴς καὶ ἀναλαμβάνει ὅπου
2227θέλει, δύναται ὄχι ὀφείλει. Δὲν εἶναι φυσικὰ νοητὴ ἡ δια-
2228τύπωσις τῆς διατάξεως καὶ τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ
2229«ὀφείλει», διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ἄλλος δικαστὴς ὁ ὁποῖος
2230νὰ ἐξετάσῃ ὡς πρόκριμα τὴν ὕπαρξιν λόγων ἐκ τῶν κατ’ ἐ-
2231πάγγελμα ληπτέων ὑποθέσεων τῶν ὁποίων ὀφείλει νὰ προ-
2232τείνῃ Εἰσηγητὴς δικαστής.
2233Δύναται, ἑπομένως, νὰ παρουσιάσῃ (δὲν ἠκούσθη)
2234εἰς τοὺς διαδίκους, ἐμφανίζων ὅλους τοὺς λόγους. Διότι ὁ
2235λόγος τοῦ ἐδαφίου 17 τοῦ ἄρθρου 807 τῆς Πολιτικῆς Δικο-
2236νομίας, εἶναι ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἠμπορεῖ αὐτεπαγγέλ-
2237τως νὰ προτείνῃ ὁ Εἰσηγητὴς δικαστής. Ἑπομένως περί-
2238που εἰς τὸ σύνολον τῶν περιπτώσεων δύναται ὁ Εἰσηγητὴς
2239δικαστὴς νὰ πλάσῃ λόγους ἀναιρέσεως. Εἶναι μία ἄποψις ἡ
2240ὁποία νομίζω ὅτι γρονθοκοπεῖται μὲ ὅλον τὸ σύστημα καὶ
2241τοῦ οὐσιαστικοῦ καὶ τοῦ δικονομικοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Δὲν
2242ἠξεύρω διατὶ ἐσκέφθη, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων διδασκαλιῶν, τί-
2243νος δικονομίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀπόψεων τίνων δικονομολό-
2244γων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλα κατ’ οὐσίαν διδάσκοντος ἢ εἰση-
2245γουμένου ταῦτα, τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐμφανίζεται ὁ κ.
2246Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ δοθῇ ὁ καιρὸς νὰ με-
2247λετηθῇ. Αὐτὰ τὰ πράγματα μελετῶνται εἰς τὰ σοβαρά. Δὲν
2248εἶναι δυνατὸν θεσμὸς τοιαύτης δικαιοδοσίας αἰφνιδιαστικῶς
2249νὰ καθιεροῦται καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον πρωτότυπον καὶ μὴ
2250ἰσχύοντα οὐδαμοῦ, ἐξ ὅσων γνωρίζω, τοῦ κόσμου. Δὲν ἠξεύ-
2251ρω τίνος ἦτο ἡ ἔμπνευσις, ὅτι εἰδικὰ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον
2252καὶ ἂν δὲν τὸ ζητῇ ὁ διάδικος καὶ ὑπάρχει ἡ ἀναγνώρισις
2253τοῦ θεσμοῦ τῶν ἀπαλλοτριωτῶν δικαιωμάτων, ὅμως ἠμπο-
2254ρεῖ ξαφνικὰ νὰ παρουσιάσῃ ἕνα αἰφνιδιασμὸν ὁ Εἰσηγη-
2255τής, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, λόγῳ τῆς δυνητικῆς εὐχερείας, θὰ
2256συνεπάγεται καὶ τοῦτο τὸ ἄτοπον: ὅτι εἰς ἄλλην παρομοί-
2257αν ὑπόθεσιν, ἄλλος Εἰσηγητὴς δικαστὴς εἴτε νωχελής, εἴτε
2258ἄλλως κρίνων, δὲν θὰ παρουσιάσῃ παρόμοιον λόγον αὐτεπαγ-
2259γέλτου ἀναιρέσεως. Καὶ ἀκόμη περισσότερον ὅτι εἶναι ἐνδε-
2260χόμενον ἕνας Εἰσηγητὴς δικαστὴς ἀπὸ ἀγχίνοιαν, ἀπὸ προ-
2261σπάθειαν ἐπιδείξεως πνεύματος νεωτεριστικοῦ, ἀλλὰ — διατὶ
2262ὄχι—ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ θίξω κανένα ἐκ τῶν ὑπαρχόντων σή-
2263μερον δικαστῶν—ἀλλὰ διατὶ ὄχι, ἕνας δικαστής, διότι ὁ νό-
2264μος θὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ μακρόν, ἐκ κακῆς προθέσεως, ἐκ προθέσε-
2265ως δυσμενοῦς νὰ πλάσῃ αἰφνιδιαστικῶς ἕνα λόγον ἀναιρέσε-
2266ως, ὁ ὁποῖος μὴ προβλεπόμενος ἀπὸ τὸν διάδικον, μὴ ἔχων
2267εἰς βάρος αὐτοῦ τὸ τεκμήριον ὅτι ἐξ ἰδίου συμφέροντος κι-
2268νούμενος τὸ ὑποστηρίζει ὁ διάδικος, ἀλλὰ ἔχων ὑπὲρ αὑτοῦ
2269τὴν αἴγλην ὅτι ἕνας Εἰσηγητὴς δικαστής, ἄνευ προτάσεως
2270τοῦ διαδίκου τὸν ἀνεκάλυψεν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συντρίβῃ
2271ἢ νὰ καθιερώνῃ δικαιώματα περὶ τῶν ὁποίων διὰ νὰ μὴ ὑ-
2272πάρχῃ λόγος ἀναιρέσεως, θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφισβή-
2273τησις. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγὼ θὰ ἔλεγον ὅτι ὁ κ. Ὑπουρ-
2274γὸς θὰ ἔπρεπε πολὺ νὰ σκεφθῇ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ
2275τὸ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
2276§138Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2277Ἡ προστιθεμένη διάταξις δὲν διαπλάσσει νέους λόγους ἀναι-
2278ρέσεως.
2279§139Η. ΗΛΙΟΥ. Εἶπον τέτοιο πρᾶγμα;
2280§140Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2281Βεβαίως, ἐπὶ λέξει εἴπατε ὅτι πλάσσει λόγους ἀναιρέσεως.
2282Ἄν θέλετε θὰ τὸ ἴδητε καὶ εἰς τὰ πρακτικά.
2283§141Η. ΗΛΙΟΥ. Μὲ συγχωρῆτε, κύριε Ὑπουργέ.
2284§142Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2285Δὲν σᾶς θίγει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
2286§143Η. ΗΛΙΟΥ. Συμφωνῶ ὅτι ἔκαμα χρῆσιν αὐτῆς τῆς
2287φράσεως, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι προστίθενται ἄλλοι λόγοι
2288ἀναιρέσεως. Διὰ νὰ συνεννοούμεθα, ἤθελον νὰ διευκρινίσω
2289τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεώς μου.
2290§144Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2291Ἔλεγον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν προστίθενται νέοι λό-
2292γοι ἀναιρέσεως, ἀλλὰ παρέχεται εἰς τὸν δικαστὴν τὸ δικαί-
2293ωμα νὰ ἐξετάσῃ παραβάσεις ἐνυπαρχούσας εἰς τὴν ὑπόθε-
2294σιν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστοὶ εἰς τὸ
2295ἄρθρον 807 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς
2296τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου.
2297Ἐπαναλαμβάνω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ
2298τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν ἔχουν τὰ ἄλλα δικαστήρια κρίνον-
2299τα τὴν διαφορὰν καὶ τῆς εὐχερείας ἡ ὁποία παρέχεται εἰς
2300τὸν Ἄρειον Πάγον. Δὲν ἠξεύρω διατὶ ἀναμιγνύεται ἡ θεω-
2301ρία τοῦ ἀπαλλοτριωτοῦ τῶν δικαιωμάτων. Ἀσκηθέντος τοῦ
2302ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως π. χ., τὸ δικάζον τὴν ἔφεσιν Ἐ-
2303φετεῖον ἐπιλαμβάνεται ἀπολύτως παντὸς κεφαλαίου τῆς ἀ-
2304ποφάσεως ἐκκληθέντος καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλέγξῃ τὴν νο-
2305μιμότητα καὶ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀποφάσεως κατὰ τὸ κεφά-
2306λαιον τὸ προσβαλλόμενον, βεβαίως διὰ πάντα λόγον ἀνα-
2307γόμενον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, εἴτε εἰς τὴν ὀρθὴν
2308ἐκτίμησιν τῆς ὑποθέσεως. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς περιορισμὸς
2309εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐφετείου ἐκτιμῶντος τὴν ἔφεσιν
2310ἐπὶ κεφαλαίου ἀχθέντος, πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ Ἐ-
2311φετείου. Ἀντιθέτως, νομίζω ὅτι εἶναι πρᾶγμα ἐντελῶς γνω-
2312στόν, ἐπὶ ἀναιρέσεως, ὁ Ἄρειος Πάγος περιορίζει τὴν ἐξέ-
2313τασίν του μόνον ἐπὶ τῶν λόγων ἀναιρέσεως τῶν περιληφθέν-
2314των εἰς τὴν δικογραφίαν τῆς ἀναιρέσεως, εἰς τοὺς προσθέ-
2315τους λόγους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφέρωνται πα-
2316ρὰ μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 807 τῆς Πολιτικῆς
2317Δικονομίας. Εἶναι, λοιπόν, πάρα πολὺ περιωρισμένη ἡ ἐξου-
2318σία τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀναιρέσεως.
2319Τί ἐπιζητεῖ ἡ προσθήκη; Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι,
2320εἰς ποίαν δυσχέρειαν περιέρχεται συχνὰ τὸ ἀκυρωτικὸν τὸ
2321ὁποῖον διαβλέπει τὴν πλάνην εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει περιπέσει
2322ἡ ἀπόφασις, ἡ προσβληθεῖσα δι’ ἀναιρέσεως. Καὶ δὲν εἶναι
2323δυνατὸν παρ’ ὅτι τὸ δίκαιον, τὸ κατ’ οὐσίαν, κραυγάζει—
2324καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ἠλιοῦ λαμβάνει θέσιν ἀντίθετον—πα-
2325ρὰ τὸ ὅτι βλέπει ὁ δικαστὴς τὸ δίκαιον ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι
2326ἐναντίον τῆς λύσεως τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ ἀπόφασις, ὁ Ἄ-
2327ρειος Πάγος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναιρέσῃ τὴν ἀπόφα-
2328σιν, διότι ὁ δικηγόρος ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ ἀναιρετήριον δὲν
2329ἐφρόντισε νὰ περιλάβῃ λόγους ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ ἔδι-
2330δον τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ ἀναιρέσῃ τὴν
2331ἀπόφασιν διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, ὄχι ἐπὶ κεφαλαίου τὸ
2332ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει τὸν διάδικον καὶ ὁ ὁποῖος τὸ ἀπηλλο-
2333τρίωσεν καὶ τὸ ἐγκατέλειψε, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κεφαλαίου τῶν
2334διαφορῶν αἱ ὁποῖαι φθάνουν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ ὁ-
2335ποῖος, ὅμως, δεσμεύεται ἀπὸ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ ἄρθρου
2336807 καὶ ὡς πρὸς τοὺς λόγους ἀναιρέσεως καὶ ὡς πρὸς τὴν
2337εὐχέρειαν νὰ κρίνῃ μόνον ἐπὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προεβλήθη-
2338σαν εἰς τὸ ἀναιρετήριον. Αὐτὸ ἐπιζητεῖ νὰ θεραπεύσῃ.
2339Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ ὁποῖον καθιεροῦται διὰ τῆς προσθήκης
2340πλησιάζει πρὸς τὸ λεγόμενον διαδικαστικὸν σύστημα καὶ ἐγ-
2341καταλείπει τὸ συζητητικόν, τὸ σύστημα τοῦ ὁποίου ὅλοι ἐ-
2342πιζητοῦμεν τὴν ἐγκατάλειψιν καὶ τὸ ὁποῖον ἐγκαταλείπει
2343τὸ σχέδιον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν
2344συζήτησιν τῶν διαφορῶν. Νομίζω ὅτι παρέχεται ἡ εὐχέρεια
2345τοὐλάχιστον εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς ἀναιρέσεως νὰ γίνῃ
2346ἡ παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ καταδικαζομένου ὁμοφώνως συζη-
2347τητικοῦ συστήματος καὶ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον
2348νὰ ἐξετάσῃ αὐτεπαγγέλτως λόγους ἀναιρέσεως ἐπὶ τοῦ κε-
2349φαλαίου τὸ ὁποῖον ἤχθη εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἐπιθυμοῦν-
2350τα ἕνα καὶ μόνον, τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς προσ-
2351βληθείσης διὰ τῆς ἀναιρέσεως. Διότι δὲν νομίζω ὅτι ἐκεῖνος
2352ὁ ὁποῖος προσφεύγει εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀναμένει καὶ
2353ἐπιζητεῖ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως
2354τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει διὰ τῶν λόγων τοῦ ἀναιρετηρίου καὶ
2355τῶν προσθέτων λόγων.
2356Δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρεοπαγίτου
2357νὰ ἐπιτύχῃ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Εἶναι δυνατόν, ὅμως, νὰ
2358ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀναιρέσεως τῆς ἀποφάσεως,
2359τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ ἀτελὴς διάδικος, ὁ ὁποῖος ἔφθασε
2360εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, διὰ τῆς αὐτεπαγγέλτου ἐξετάσεως
2361ἄλλων λόγων, τοὺς ὁποίους ἐπίσης παρεβίασε ἡ ἀπόφασις,
2362ἀλλὰ τῶν ὁποίων δὲν ἔγινε ἐπίκλησις εἰς τὸ ἀναιρετήριον.
2363Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὐτὴ συμπληροῦται εἰς τὸ ἄρθρον 18, ὅ-
2364που ὁρίζεται ὅτι ὁ Εἰσηγητὴς Ἀρεοπαγίτης εἶναι ὑποχρεω-
2365μένος εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσῃ 8 ἡμέρας
2366πρὸ τῆς συζητήσεως, νὰ διαλάβῃ περὶ τῶν λόγων ἀναιρέ-
2367σεως τῆς ἀποφάσεως, τοὺς ὁποίους εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ
2368ἐξετάσῃ αὐτεπαγγέλτως καὶ κατὰ συνέπειαν 8 ἡμέρας πρὸ
2369τῆς συζητήσεως πάντες οἱ διάδικοι ἔχουν πληροφορηθῆ τὴν
2370ὕπαρξιν λόγων ἀναιρέσεως ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξεταστέων,
2371τοὺς ὁποίους δὲν περιέλαβε τὸ ἀναιρετήριον. Καὶ δὲν εἶναι
2372ἡ μόνη περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαστήρια λαμβά-
2373νουν ὑπ’ ὄψιν καὶ πράγματα αὐτεπαγγέλτως, χωρὶς νὰ τὰ
2374λαμβάνουν ἀπὸ τοὺς διαδίκους. Πληροφοροῦνται, λοιπόν, οἱ
2375διάδικοι 8 ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως ὅτι ὁ Ἀρεοπαγίτης
2376εἰσηγητὴς διαπιστώνει ὅτι ἡ ἀπόφασις πάσχει καὶ κατ’ αὐ-
2377τὰ τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθοῦν αὐτε-
2378παγγέλτως. Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζήτησις
2379ἀναπτύσσει ὁ εἰσηγητὴς τὴν γνώμην του, ἀκολουθεῖ ἡ ἀνά-
2380πτυξις τῶν ἀπόψεων τῶν διαδίκων, ὁμιλεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς
2381ἐὰν παρίσταται ἀνάγκη καὶ τὸ δικάζον Τμῆμα ἢ ἡ Ὁλομέ-
2382λεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναιρέσῃ τὴν
2383ἀπόφασιν διὰ λόγους ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξεταστέους μόνον
2384ἐὰν οἱ λόγοι αὐτοὶ περιελήφθησαν καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ
2385Εἰσηγητοῦ καὶ ἑπομένως κατέστησαν γνωστοὶ ἐγκαίρως
2386εἰς τοὺς διαδίκους καὶ κατέστησαν καὶ ἀντικείμενον τῆς
2387προφορικῆς συζητήσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου. Συνε-
2388πῶς δὲν καταλαμβάνονται ἐξ ἀπίνης οἱ διάδικοι, οὔτε πλη-
2389ροφοροῦνται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσε-
2390ως ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος ἔλαβε ὑπ’ ὄψιν του λόγους, τοὺς ὁ-
2391ποίους οἱ διάδικοι δὲν ὑποπτεύθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς
2392ἀναιρέσεως. Νομίζω ὅτι εἰδικῶς ἡ προσθήκη αὐτὴ πρόκει-
2393ται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἰδιαιτέρως, καὶ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ
2394θεωρηθῇ ὡς μείωσις ἢ ὡς μομφὴ οἱουδήποτε, πρόκειται νὰ
2395ἐξυπηρετήσῃ ἰδιαιτέρως ὑποθέσεις τῶν ὁποίων τὰ ἀναιρε-
2396τήρια διατυποῦνται ἀπὸ δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰ-
2397θισμένοι εἰς τὴν ἀκυρωτικὴν διαδικασίαν. Αὐτὸ δὲν ἀποτε-
2398λεῖ μομφὴν ἐναντίον οἱουδήποτε δικηγόρου. Ἡ ἀκυρωτικὴ
2399διαδικασία ἔχει μίαν ἰδιομορφίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυσχερὴς
2400καὶ διὰ τὸν δικηγόρον καὶ διὰ τὸν δικαστὴν τοῦ Ἀρείου Πά-
2401γου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἀκυρωτικὴν
2402αὐτὴν διαδικασίαν διὰ νὰ λεχθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπο-
2403βῇ χρήσιμον μέρος διὰ τὴν ἐκδίκασιν τοῦ ἀκυρωτικοῦ. Ἀκρι-
2404βῶς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ διάταξις, ἡ ὁ-
2405ποία προστίθεται εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ σχεδίου καὶ συμπλη-
2406ροῦται εἰς τὰ ἄρθρα 18 καὶ 21.
2407§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Αὐγερινός, ἔχει τὸν λόγον.
2408§146Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον
2409πρὶν ἀκόμη ὁλοκληρώσῃ τὴν ὁμιλίαν του ὁ κ. Ὑπουργός,
2410διότι θὰ ἤθελον νὰ εἴπω αὐτὸ διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς
2411ἔδωσεν ἐξηγήσεις. Θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος καὶ ἀπαράδεκτος ἡ
2412διάταξις ἐὰν δὲν εἰσήγετο τὸ σύστημα τῶν γραπτῶν εἰσηγή-
2413σεων καὶ μάλιστα πρὸ ὡρισμένης προθεσμίας, ὁπότε θὰ λαμ-
2414βάνουν γνῶσιν ἀμφότερα τὰ διάδικα μέρη, διότι ἐὰν ἕνας
2415Ἀρεοπαγίτης μόνος του κρίνῃ διὰ λόγον ἀναιρέσεως, τὸν
2416ὁποῖον δὲν εἶχεν εὐκαιρίαν νὰ ἀντικρούσῃ ὁ ἀντίδικος. Ἑ-
2417πομένως ὀρθῶς συμπληρώνεται πλέον τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀ-
2418ρεοπαγίτου καὶ εἰσάγεται αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία διευ-
2419κολύνει τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Εἶναι πλέον ἀπαράδεκτον
2420ὁ Ἀρεοπαγίτης νὰ ἀνευρίσκῃ λόγους ἀναιρέσεως καὶ νὰ μὴ
2421δύναται νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ δίκαιον,
2422ὅταν οἱ Ἐπιθεωρηταὶ Ἀρεοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι ἀναγινώσκουν
2423τὰς ἀποφάσεις εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα, εὑρίσκουν μόνοι των ὅτι
2424πολλαὶ ἀπὸ αὐτὰς εἶναι ἐσφαλμέναι καὶ κάμνουν τὰς παρα-
2425τηρήσεις των. Φαντασθῆτε, ἐὰν ἔχῃ ἀσκηθῆ μία ἀναίρεσις
2426κατὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ δὲν ἔχει συμπεριληφθῆ λό-
2427γος ἀναιρέσεως ἀσφαλῶς λόγῳ ἐλλείψεως πείρας εἰς τοὺς
2428δικηγόρους, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν τὸ λειτούργημά των εἰς τὰ
2429κατώτερα δικαστήρια. Εἶναι ζήτημα πείρας καὶ μιᾶς συ-
2430νηθείας εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν ἀναιρέσεων. Ὅταν ὑπάρχουν
2431κώδικες, ὅπως ὁ Ἑλβετικός, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὸ δικαίωμα
2432δημιουργίας κανόνων δικαίου, ὅταν ἀντιλαμβάνωνται ὅτι τὸ
2433δίκαιον δὲν εἶναι πλῆρες, δὲν νομίζομεν ὅτι ἡμεῖς δημιουρ-
2434γοῦντες νέον σύστημα δικονομίας θὰ ἐμποδίσωμεν τὸν δικα-
2435στὴν νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον βάσει καὶ μιᾶς ἰδικῆς του ἐρεύ-
2436νης καὶ ἐργασίας.
2437§147Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2438Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ διάδικος θέλῃ νὰ ἐγκαταλείψῃ
2439τὴν ἀναίρεσίν του, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Ἄρειος Πάγος
2440νὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους ἀναιρέσεως. Ἡ προσθήκη θὰ εἶναι
2441χρήσιμος ὅταν ὁ διάδικος θὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς ἱ-
2442κανοποιήσεως τοῦ δικαίου.
2443§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
2444§149Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὰ θι-
2445γέντα ζητήματα, παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτραποῦν δύο λέξεις.
2446Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο ὁ Εἰσηγητὴς Ἀρεοπαγίτης νὰ συντάξῃ
2447ἔκθεσιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οἱ κ. κ. Ἀρεοπαγῖται δὲν τὸ δέ-
2448χονται, τότε δὲν θὰ ὑπῆρχε κανεὶς λόγος νὰ δεχθῶμεν τὸ
2449νομοσχέδιον. Δεχόμεθα τὸ νομοσχέδιον ἀκριβῶς διότι θεσπί-
2450ζει ὑποχρέωσιν τοῦ Εἰσηγητοῦ Ἀρεοπαγίτου νὰ ὑποβάλῃ
2451τὴν ἔκθεσιν, ὡς γίνεται καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
2452τείας. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τὸ δεύτερον, ἐὰν εἶναι ὀρθὸν ὁ Ἀ-
2453ρεοπαγίτης ἢ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ ἀνεύρῃ καὶ αὐτὸς λόγους
2454ἀναιρέσεως μὴ περιλαμβανομένους εἰς τὸ ἀναιρετήριον, νο-
2455μίζω ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ καινοτομία εἶναι ὀρθὴ καὶ ὡς πρὸς αὐ-
2456τὸ γίνεται ἀντιγραφὴ ἐκείνου τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ Συμ-
2457βούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπου ἐὰν ὑπάρχῃ προσβολὴ τῆς
2458πράξεως τῆς διοικήσεως διὰ παράβασιν ὡρισμένου νόμου ὑ-
2459πάρχει, ὅμως, παράβασις ἄλλου νόμου, τὸν ὁποῖον δὲν ἐπι-
2460καλεῖται ἡ προσφυγή, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας λέγει
2461ὅτι ἀκυροῦται καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Ὡς πρὸς τὸ τρίτον, τὸ
2462ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ κ. Αὐγερινός, ὅτι εἰς τὴν Ἑλβετίαν θεω-
2463ρεῖται ἀπὸ ἀπόψεως κωδίκων νομοθεσίας προωδευμένος τό-
2464πος, εἶπεν ὅτι ἐκεῖ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν δικαστὴν
2465καὶ δημιουργεῖ ἔν τινι μέτρῳ δίκαιον κατὰ τὴν ἀναλογίαν
2466τοῦ πραίτορος τοῦ Ρωμαϊκοῦ δικαίου. Ἐκεῖ, κατὰ τὴν ἀντί-
2467ληψιν τοῦ σημερινοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς
2468σημερινῆς Βουλῆς, ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι εἶναι καθυστερημένοι,
2469δὲν ἠξεύρουν τί κάμνουν, διότι ἐγὼ δὲν ἐζήτησα νὰ παρα-
2470χωρήσουν δικαιώματα πραίτορος εἰς τὸν δικαστήν, ἐζητήσα-
2471μεν ὅ,τι γίνεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ γί-
2472νεται καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, νὰ θεωρῆται ἀκυρωτικὸς
2473λόγος ἡ παράβασις ἀρχῶν τοῦ δικαίου. Ἡμεῖς εἴμεθα καθυ-
2474στερημένοι, εἴμεθα πλέον σοφοὶ ἀπὸ τοὺς Ἑλβετοὺς καὶ δὲν
2475τὸ ἐδέχθημεν. Ἐπαναλαμβάνω, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εὑρίσκε-
2476ται εἰς τὴν ὀρθὴν ὁδὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁ-
2477ποῖος ἀκολουθεῖ τὴν συμβουλὴν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ δὲν
2478δέχεται τὴν πρότασίν μας. Καὶ λέγω ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν ψηφι-
2479σθῇ ὁλοκληρωτικῶς τὸ σχέδιον νόμου, ὀρθὸν θὰ ἦτο ὁ κ. Ὑ-
2480πουργὸς νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς του καὶ νὰ δεχθῇ
2481τὴν τροπολογίαν μας. Τὸ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ἀντίθε-
2482τος, εἶναι εὔλογον, εἶναι εὐεξήγητον. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη
2483του, διότι ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου μέχρι σήμερον
2484δὲν παραδέχεται τὴν παράβασιν ὡρισμένων ἀρχῶν τοῦ δι-
2485καίου ὡς λόγον ἀκυρώσεως καὶ εὐλόγως ἐρωτώμενοι οἱ Ἀ-
2486ρεοπαγῖται θὰ εἴπουν ὄχι. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ἐθίγη τὸ
2487ζήτημα καὶ τῆς Ἑλβετικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία καθιερώνει
2488πολὺ εὐρύτερα δικαιώματα εἰς τὸν δικαστὴν τὸν Ἑλβετόν, νο-
2489μίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπανέλθῃ ἐπὶ
2490τῆς ἀποφάσεώς του καὶ ἔν τινι μέτρῳ νὰ βαδίσῃ τὴν ὀρθὴν
2491ὁδόν, ὅπως αὕτη ἐκδηλώνεται μὲ τὴν νομοθεσίαν τῶν συγχρό-
2492νων καὶ προωδευμένων ἀπὸ ἀπόψεως κωδίκων νομοθεσίας
2493χωρῶν, ὅπως εἶναι ἡ Ἑλβετία.
2494§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου, ἔχει τὸν λόγον.
2495§151Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἤθελον,
2496εἰδικώτερον, νὰ ὁμιλήσω εἰς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου,
2497ἀλλὰ καὶ τὸ συζητούμενον ἄρθρον 7 εὑρίσκεται ἐν συναρτή-
2498σει πρὸς τὸ 18. Ἔγινε μεγάλη συζήτησις, καὶ κατὰ τὴν προ-
2499χθεσινὴν συνεδρίασιν καὶ ἀπόψε, διὰ τὸ θέμα τοῦ θεσμοῦ
2500τῆς εἰσηγήσεως. Εἶναι εἷς καινοφανὴς θεσμός, ὁ ὁποῖος, τὸ
2501πρῶτον εἰσάγεται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον.
2502§152Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2503Ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσηγητοῦ ἔχει γίνει δεκτὸς καὶ εἰς τὸ 14
2504καὶ εἰς τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα. Τώρα γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῆς
2505προσθήκης εἰς τὸ 18.
2506(Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμ-
2507βάνει ὁ Βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Λαυρεντίδης).
2508§153Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ ἄρθρον 18 λέγει: «Συντάσσε-
2509ται ἐμπεριστατωμένη ἔκθεσις». Ἐπ’ αὐτοῦ, ἔχω ἀντίρρησιν.
2510Εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν συνεζη-
2511τήθη τὸ νομοσχέδιον, ἐτέθη ὑπ’ ὄψει μας ἓν ἀντίγραφον ἐγ-
2512γράφου, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πά-
2513γου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς τὸν Ὑ-
2514πουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰδικώτερον ἀναφέρονται εἰς
2515τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ θέμα τοῦ θεσμοῦ τῆς εἰσηγήσεως. Βλέ-
2516πω ἐν τέλει τῆς πρώτης περιόδου τοῦ ἐγγράφου, ὅτι τὴν ἄ-
2517ποψιν, τὴν ὁποίαν διατυπώνουν ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγε-
2518λεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ἀπεδέχθη ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀ-
2519ρείου Πάγου διὰ ψήφων 19 κατὰ 3. Τὸ πρᾶγμα ἔχει κἄ-
2520ποιαν σοβαρότητα.
2521§154Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς, ἔχει σοβαρότητα,
2522ὄχι ἐκείνην τὴν ὁποίαν λέγουν.
2523§155Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἀκούσατε τὴν ἐπιχειρηματολο-
2524γίαν.
2525§156Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε τὴν ἀνοικτὴν ἐπιχει-
2526ρηματολογίαν. Τὴν κρυφὴν ἐπιχειρηματολογίαν.
2527§157Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἀναφέρει ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀ-
2528ρείου Πάγου...
2529§158Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2530Δι’ αὐτὸ εἶπον: «Διὰ μεγίστης πλειοψηφίας».
2531§159Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Εἶσθε ἐν ἀπολύτῳ ἀκριβείᾳ καὶ
2532μάλιστα, κατὰ κόρον, ἐτονίσατε, ὅτι εἶναι ἀντίθετον, τὸ Ἀ-
2533νώτατον Δικαστήριον, μὲ τὸν θεσμόν, ὁ ὁποῖος εἰσάγεται διὰ
2534τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἤθελον ὅμως, κάπως ἀναλυτικώτερον
2535νὰ σημειώσητε — ἐδῶ ἐπιστημονικὴ συζήτησις γίνεται, δὲν
2536ὑπάρχει πολιτικὴ διχογνωμία ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ — ὀρ-
2537θὸν θὰ εἶναι τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου, καὶ δι’ αὐτό,
2538ἐζήτησα τὸν λόγον, νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ ἰδιαιτέρως
2539τῶν κ.κ. συναδέλφων, τῶν προερχομένων ἀπὸ τὸ δικηγορι-
2540κὸν ἐπάγγελμα. Ἀναφέρει ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς
2541τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι «διὰ τῆς τοιαύτης μεταρρυθμίσεως
2542οὐδεμία ὠφέλεια θὰ προκύψῃ διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ἀναιρέ-
2543σεως.... (ἀναγινώσκει)....».
2544Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ ἐπιχειρηματολογία,
2545τὴν ὁποίαν τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον εἰς τὸ ἔγγραφόν του
2546πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης σημειοῖ ἐπὶ τοῦ θέ-
2547ματος αὐτοῦ.
2548Ταῦτα, πάντα, ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψει μας εἰς τὴν Κοινο-
2549βουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ἐγὼ ἐθεώρησα σκόπιμον, ἀφοῦ ὑ-
2550πάρχει αὐτὴ ἡ σοβαρωτάτη ἄποψις ἐκ μέρους τῆς μεγίστης,
2551ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πλειοψηφίας
2552τῶν μελῶν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου, νὰ τὸ θέσω ὑπ’ ὄψει
2553σας καὶ νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ πᾶμε εἰς
2554μίαν μέσην λύσιν: Νὰ ὑπάρξῃ ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσηγητοῦ, νὰ
2555ἐνταλθῇ, νὰ κάμῃ ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, ἀλλὰ νὰ μὴ
2556εἶναι ὑποχρεωμένος, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφε-
2557ρεν ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ συντάσσῃ τὴν λε-
2558πτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσιν. Νομίζω, ὅτι ἔχει
2559μίαν ὀρθότητα ἡ ἄποψις. Ἂς βαδίσωμεν, κύριε Ὑπουργέ,
2560μὲ μίαν περίσκεψιν.
2561Εἶπεν ὁ κ. Μαῦρος, ὅτι δημιουργοῦμεν ἕνα θεσμὸν ὁ ὁ-
2562ποῖος πρόκειται νὰ καθορίσῃ, ἐπὶ δεκαετίας, τὴν ζωὴν τοῦ
2563Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Διατὶ νὰ μὴ προχωρήσωμεν μὲ μί-
2564αν περίσκεψιν καὶ νὰ παραγνωρίσωμεν μίαν ἐπιστημονικὴν
2565γνώμην, τὴν ὁποίαν, οἱ ἴδιοι οἱ ἀσκοῦντες τὴν ἀκυρωτικὴν
2566διαδικασίαν, τὴν ὑπέδειξαν; Ἂς ἠκούσατε ὅτι διὰ μίαν
2567τροπολογίαν τοῦ κ. Μπακοπούλου ἠρώτησαν τὴν Ὁλομέλει-
2568αν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δημιουργοῦμεν τὴν ἀχρήστευσιν τοῦ
2569θεσμοῦ τῆς Εἰσαγγελίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ ἂν συνδέ-
2570σωμεν μὲ τὴν παράδοσιν τῆς δικαιοσύνης εἰς αὐτὴν τὴν χώ-
2571ραν, ἀπὸ ἐκεῖ προῆλθον οἱ Τζιβανόπουλοι, Χατζάκοι. Αὐτὴν
2572τὴν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Εἰσαγγελία τοῦ Ἀρείου
2573Πάγου, ἐν τῇ οὐσίᾳ, καταλύεται, διότι ὁ θεσμός, μὲ τὴν δη-
2574μιουργίαν τοῦ Εἰσηγητοῦ, καταλύεται. Πιστεύω, λοιπόν, ὅ-
2575τι θὰ ἔπρεπε μὲ κἄποιαν περίσκεψιν, εἰς τὴν προκειμένην
2576περίπτωσιν, νὰ προχωρήσωμεν. Νὰ διορίζεται ὁ Εἰσηγη-
2577τής, νὰ καθορίζῃ ὅλας τὰς διαδικασίας, ἀλλὰ νὰ μὴ εἶναι
2578ὑποχρεωμένος νὰ συντάσσῃ τὴν λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστα-
2579τωμένην ἔκθεσιν.
2580Ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ὄχι ἐξ ἀντιπολιτευτικῆς δι-
2581αθέσεως, διότι εἰς τὸ θέμα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει οὔτε Ἀντιπο-
2582λίτευσις, οὔτε Συμπολίτευσις. Ὑπάρχει ὁ πόθος νὰ ὀργανώ-
2583σωμεν τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον, κατὰ τὸν καλλίτερον τρό-
2584πον. Πιστεύω, ὅτι τὰ πράγματα πρέπει μὲ κἄποιαν σοβαρό-
2585τητα νὰ ἀντιμετωπισθοῦν καὶ ἐλπίζω ὅτι μὲ τὴν ἀγάπην
2586τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τὰ δικαστικὰ θέματα ὁ κ. Ὑπουργὸς
2587τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἀποδώσῃ τὴν δέουσαν σοβαρότητα εἰς
2588τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου.
2589§160Η. ΗΛΙΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, πρῶτον θὰ ἤθελον νὰ
2590δοθῇ μία σαφὴς ἐξήγησις εἰς κἄτι, τὸ ὁποῖον, ὄχι βεβαίως
2591ἐκ προθέσεως λογοπαικτικῆς, ἀλλὰ πάντως λογοπαικτικῶς
2592ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνήγαγεν ἐξ ὅσων εἶπεν.
2593Δὲν ἰσχυρίσθην, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐδημιούργησεν ἐκτὸς ἀ-
2594πὸ τοὺς 17 γνωστοὺς παλαιοὺς λόγους καὶ τοὺς δύο ἄλλους
2595τοὺς προστιθεμένους, διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νόμου. Δὲν ἰσχυ-
2596ρίσθην, ὅτι πέραν τῶν 19 τούτων λόγων ὑπάρχουν καὶ ἄλ-
2597λοι ἐξ ἀντικειμένου λόγοι ἀναιρέσεως, ἀλλὰ ὅτι εἰς τὴν συγ-
2598κεκριμένην ὑπόθεσιν παρέχεται τὸ δικαίωμα νὰ ἐμφανισθοῦν
2599καὶ ἄλλοι, ἐκτὸς τῶν διαδίκων, ἐκτὸς τῶν προταθέντων ὑπὸ
2600τοῦ ἀναιρεσείοντος λόγοι ἀναιρέσεως, ἐμπίπτοντες βεβαίως
2601μέσα εἰς τοὺς 19 λόγους. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ
2602ἀντιδικοῦμεν ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον νομικῶς εἶναι τελείως
2603καθωρισμένον. Δὲν νομίζω, ὅμως, ὀρθὴν τὴν ὑποστήριξιν
2604καὶ τὴν τοποθέτησιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὑπάρχουν δικη-
2605γόροι, οἱ ὁποῖοι, εἴτε ἀποτολμοῦν, ἄπειροι ὄντες, νὰ συντά-
2606ξουν ἕνα ἀναιρετήριον, εἴτε ἀκόμη περιωρισμένοι εἰς ἐπαρ-
2607χίας, ὅπου δὲν ὑπάρχουν ἐμπειρότεροι, ἀναγκάζωνται νὰ συν-
2608τάξουν ἕνα ἀναιρετήριον λάθος. Ὑπάρχει ὅμως, πέραν τούτου,
2609ἡ εὔλογος προθεσμία τῶν 20 ἡμερῶν διὰ τὴν κατάθεσιν τῶν
2610προσθέτων λόγων, οἱ ὁποῖοι θὰ κατατεθοῦν, ἀπὸ τὸν παρ’
2611Ἀρείῳ Πάγῳ εἰδικευμένον δικηγόρον, ποὺ πρόκειται νὰ ὑ-
2612περασπίσῃ τὴν ἀναίρεσιν.
2613§161Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2614Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ Ἀρείῳ
2615Πάγῳ δικηγόρων ἐν Ἀθήναις;
2616§162Η. ΗΛΙΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι εἶναι πραγματικὰ
2617ηὐξημένος ὁ ἀριθμός. Ἔχω ἐπίσης ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι εἶναι
2618ἐλάχιστος, ἢ πάντως πολὺ περιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν πρά-
2619γματι δικηγορούντων παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ.
2620§163Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τῶν δικηγορούντων, ἀλλὰ
2621τῶν δυναμένων νὰ δικηγοροῦν. Ὅπως εἰς τὸ Συμβούλιον
2622τῆς Ἐπικρατείας, ὅπου γίνεται ἀγορά.
2623§164Η. ΗΛΙΟΥ. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι βεβαρημένοι ἀπὸ τὸν
2624φόρτον τῆς ἐργασίας καὶ βαδίζοντες πρὸς τὸ τέρμα μιᾶς
2625μακρᾶς καὶ ἐντίμου ἀσκήσεως τοῦ λειτουργήματός των, οἱ
2626Ἀρεοπαγῖται, δὲν θὰ εἶναι τόσοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ γί-
2627νουν διὰ τρίτην φορὰν δικηγόροι τοῦ ἀναιρεσείοντος καὶ θὰ
2628εὕρουν παραπροσθέτους λόγους ἀναιρέσεως. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρ-
2629χῃ καὶ πίεσις τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων ποὺ ἔχουν ἰσχυρὰν ἐ-
2630πιρροήν. Θὰ ὑπάρχουν ἐπεμβάσεις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, τὴν
2631τελευταίαν στιγμήν, θὰ σοφισθοῦν κἄτι τί ἐκ τῶν προτάσε-
2632ων τῶν δικηγόρων. Τὸ φοβοῦμαι πολὺ αὐτὸ καὶ δι’ αὐτὸ ἀν-
2633τιλέγω, ὅτι τοῦτο θὰ ἀγάγῃ εἰς τὸ νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ
2634αὐτὴ ἡ διάταξις ὡς ἓν προνόμιον τῶν συμφερόντων τῶν με-
2635γάλων. Δι’ αὐτό, καθ’ ὅσον γνωρίζω, εἰς καμμίαν νομοθεσί-
2636αν, παράλληλα πρὸς τὴν ἰδικήν μας, δὲν ὑπάρχει ἡ διάτα-
2637ξις αὐτή, ἡ ὁποία ἀντιστρατεύεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ μὴ
2638γίνεται ἡ διαδικασία, ὅπως καὶ νὰ μὴ παρέχωνται τὰ δι-
2639καιώματα, ἄνευ αἰτήσεως τῶν διαδίκων, διὰ τῆς αὐτεπαγ-
2640γέλτου ἐκ μέρους τοῦ δικαστοῦ αὐτονομίας. Δὲν ἔχουν δὲ
2641καμμίαν σχέσιν, ὅσα ὁ Ἑλβετικὸς Ἀστικὸς Κῶδιξ προσδιο-
2642ρίζει, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζεται ἡ ὕπαρξις καινοῦ δικαίου καὶ
2643ἐκεῖ ὅπου ὁ δικαστὴς δὲν εὑρίσκει διάταξιν (δὲν ἠκούσθη)
2644νὰ κρίνῃ ὁ δικαστής, ὡς ἐὰν αὐτὸς εἶναι νομοθέτης. Οὔτε
2645ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ λεχθέν, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρα-
2646τείας ἀκυροῖ, ἢ ἀναιρεῖ, διὰ λόγους ἐξ ἐπαγγέλματος, παρ’
2647αὐτῷ ἐπινοουμένους καὶ μὴ προταθέντας ἀπὸ τοὺς διαδίκους.
2648Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἐμμένω εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι θὰ ἦτο
2649σκόπιμον διὰ μιᾶς τροπολογίας νὰ καινοτομήσῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
2650γὸς ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον εἰς καμμίαν γνωστὴν νομοθε-
2651σίαν δὲν ἔχει καθιερωθῆ, ὡς θέλει νὰ μᾶς τὸ καθιερώσῃ ὁ κ.
2652Ὑπουργός. Ὡς πρὸς τὴν περαιτέρω ἄποψιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς
2653κ. συναδέλφου, τοῦ στρεφομένου ἐναντίον τῆς διατυπώσεως
2654ἐμπεριστατωμένης ἐκθέσεως ἐκ μέρους τοῦ Εἰσηγητοῦ δικα-
2655στηρίου, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. συνά-
2656δελφος. Εἶναι ἀρχὴ Δημοκρατίας καὶ αὐτὸ διδάσκουν οἱ
2657ἐγκυρότεροι, ἡ ὅσον ἔνεστι εὐρυτέρα δημοσιότης, πραγμα-
2658τικὴ δημοσιότης τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία συνάπτεται καὶ
2659μὲ τὸ νὰ ἐκφέρῃ τοὐλάχιστον ὁ εἰσηγούμενος ἐνώπιον τοῦ
2660δικαστηρίου δικαστής, τὰς ἀπόψεις του δημοσίᾳ καὶ νὰ τὰς
2661καταστήσῃ ἀντικείμενον ἐλέγχου τοῦ ἀκροατηρίου. Εἰς τὸ
2662Βέλγιον καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καὶ εἰς τὰς Νοτιο-
2663αμερικανικὰς Δημοκρατίας, ἔχουν προχωρήσει περαιτέρω,
2664μέχρι καθιερώσεως ἐπὶ ὡρισμένων ἀποφάσεων τῆς ἀρχῆς
2665τῆς δημοσίας διασκέψεως. Καὶ ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας
2666πόσον κακὸν ἔγινε μέχρι τώρα καὶ πόσαι ἀποφάσεις ἐνώ-
2667πιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀχθεῖσαι, κατεστράφησαν ἀπὸ τὴν
2668παρερμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ μιᾶς νομολογίας ἐφαρμο-
2669ζομένης ἐπὶ 80 χρόνια, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ πάντοτε ὁ Εἰ-
2670σαγγελεὺς τελευταῖος τὸν λόγον, ὅπως δύναται ἐνώπιον τοῦ
2671κοινοῦ δικαστηρίου νὰ ἔχῃ τὸν λόγον τελευταῖος ὁ κατηγο-
2672ρούμενος, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ, ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ συ-
2673νεχίσῃ εἰς ἀναίρεσιν τῶν ἐπιχειρημάτων των, ὁ θεσμὸς ὁ
2674καθιερούμενος διὰ τοῦ ἄρθρου 18 τῆς ἐμπεριστατωμένης δη-
2675λαδὴ ἐκθέσεως τοῦ Εἰσηγητοῦ, ἡ ὁποία θὰ προετοιμάζῃ τοὺς
2676δικαιούχους, διὰ καλυτέραν τοποθέτησιν τῶν ἐπιχειρημά-
2677των των καὶ τῶν ἀπόψεών των, εἶναι ἕνας θεσμὸς πραγμα-
2678τικὰ ὠφέλιμος, πραγματικὰ δημοκρατικός.
2679§165Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2680Κύριοι συνάδελφοι, ἡ διάταξις ἀπησχόλησε καὶ τὴν Ἐπι-
2681τροπήν, τὴν ἐπεξεργασθεῖσαν τὸ σχέδιον τῆς Πολιτικῆς Δι-
2682κονομίας καὶ τὸν συντάκτην τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ Ὁλομέλεια
2683τοῦ Ἀρείου Πάγου ἠσχολήθη ἐπίσης ἐπὶ τοῦ προκειμένου
2684καὶ παμψηφεὶ σχεδόν, ἐξαιρέσει τριῶν ψήφων, ἀπέκρουσε
2685τὴν ἀρχὴν τῆς καθιερώσεως τῆς ἐγγράφου εἰσηγήσεως. Συμ-
2686φωνῶ μὲ τὸν κ. Μπακόπουλον, ὅτι ἡ ἔγγραφος εἰσήγησις
2687θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου καὶ εἰς
2688τὴν καλυτέραν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἡ ἐπιτυχία τῆς εἰ-
2689σηγήσεως εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μᾶς δίδει τὸ
2690δικαίωμα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι τὴν αὐτὴν ἐπιτυχίαν καὶ τὰ
2691αὐτὰ ἀποτελέσματα πρόκειται νὰ ἔχῃ καὶ εἰς τὴν παρ’ Ἀ-
2692ρείῳ Πάγῳ διαδικασίαν. Ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς καινοτομίας ταύ-
2693της κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐ-
2694ξέθηκα τὰς γενικωτέρας σκέψεις, ἐφ’ ὧν ἐβασίσθη ἡ καθιέ-
2695ρωσις τῆς ἀρχῆς τῆς ἐγγράφου εἰσηγήσεως, διὰ τῆς ὁποίας
2696θὰ ἀρχίζῃ ἡ ἐπὶ τῆς ἀναιρέσεως συζήτησις. Φρονῶ, ὅτι δὲν
2697ἔχω δικαίωμα νὰ καταπονήσω ἀσκόπως τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζη-
2698τήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἤδη ἐξαντληθῆ ἀπὸ ὅλας τὰς πλευ-
2699ράς.
2700Ἐπειδὴ συνάδελφος ἐπεκαλέσθη καὶ ἀνέγνωσεν ὡρι-
2701σμένας ἀπόψεις, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς
2702εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐκτεθείσας ἀπόψεις
2703διαπρεποῦς δικαστικοῦ, τοῦ ἀρχαιοτέρου Ἀντεισαγγελέως
2704τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ Ἀντεισαγγελεὺς κ. Κόλλιας προέτει-
2705νεν: Ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσηγητοῦ, ὑποχρέου νὰ ἐκφράζῃ γνώ-
2706μην ἐπὶ τῶν λόγων ἀναιρέσεως, ὅστις εὐδοκίμως λειτουργεῖ
2707ἀλλαχοῦ, δέον νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν. Διότι ναὶ μὲν θὰ
2708συνεπιφέρῃ ἴσως, τὴν μείωσιν ἑνὸς ἑκάστου τῶν Εἰσηγητῶν
2709Ἀρεοπαγιτῶν, ὅταν ἡ ἔκθεσίς του θὰ ὑφίσταται τὸν δίκαι-
2710ον ἔλεγχον τῶν παραγόντων τῆς δίκης ἐπ’ ἀκροατηρίῳ, οὐχ’
2711ἧττον, ὅμως, θὰ ἀνυψώσῃ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τοῦ δικα-
2712στηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι θὰ προλαμβάνωνται τοιου-
2713τοτρόπως πλάναι ἢ παραδρομαί. Εἶναι προτιμότερον νὰ ἐ-
2714λέγχηται ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ὁ Εἰσηγητής, παρὰ ὁλόκληρον τὸ
2715δικαστήριον, μετὰ τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἐκδήλως ἐσφαλμένης
2716ἀποφάσεως. Ἡ ὀρθοτέρα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἀξίζει
2717περισσότερον τῶν μικροφιλοτιμιῶν. Ἡ ἐκ προοιμίου ἔκφρα-
2718σις γνώμης οὐδὲν τὸ ἄτοπον ἐνέχει, διότι ὑποτίθεται, ὅτι
2719δὲν εἶναι ἡ τελική, ἔργον δὲ τιμίων καὶ ἀνωτέρων ἀνθρώ-
2720πων, οἷοι οἱ Ἀρεοπαγῖται, εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τῆς πλά-
2721νης...
2722Νομίζω, κατὰ συνέπειαν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ θέ-
2723μα δὲν χρήζει περαιτέρω ἀναπτύξεως καὶ παρακαλῶ ὅπως
2724γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον.
2725§166Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ
2726τονίσω αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐτόνισεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ ἡ τό-
2727σον εὔγλωττος ἀνάπτυξις τοῦ θέματος ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουρ-
2728γόν, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐπαναλάβω τὰ ἴδια. Μόνον δύο λέ-
2729ξεις ἤθελον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτί-
2730μου συναδέλφου κ. Παπασπύρου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι τάχα ἡ
2731εἰσήγησις νεκρώνει τὸν θεσμὸν Εἰσαγγελέως. Ὄχι μόνον
2732δὲν τὸν νεκρώνει, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὸν ἐνισχύει. Ὁ Εἰσαγγε-
2733λεὺς ὡς ἐκπρόσωπος πλέον τῆς Πολιτείας, καὶ ἔξω τῶν ἀπό-
2734ψεων τῶν διαδίκων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πιθανὸν ὑποσυνειδήτως
2735νὰ ἐπηρεάζωνται ἀπὸ τὰ συμφέροντα τοῦ πελάτου, θὰ εἴπῃ
2736τὴν γνώμην του ἐντελῶς ἀντικειμενικῶς, ὡς ἐκπρόσωπος
2737τῆς ἀφηρημένης ἐννοίας τῆς Πολιτείας. Ὁ θεσμὸς τῆς εἰ-
2738σηγήσεως ἀναδεικνύει τὰς ἱκανότητας καὶ ἐνῷ διὰ τῆς ἀγο-
2739ρεύσεως τοῦ Εἰσαγγελέως ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία μόνον εἰς τὸν
2740κατέχοντα τὴν Εἰσαγγελικὴν ἕδραν, νὰ ἀναπτύξῃ δημοσίᾳ
2741τὰς νομικάς του γνώμας, τὰς νομικάς του κρίσεις καὶ ἢ νὰ
2742ἀναδειχθῇ εἰς τὴν κοινὴν ἐκτίμησιν τοῦ νομικοῦ κόσμου ἐὰν
2743ὀρθῶς ἔκρινε, ἐὰν ἐπιστημονικῶς ἐργάζεται, ἢ νὰ καταπέ-
2744σῃ εἰς τὴν κοινὴν κρίσιν, ἐὰν ἡ ἐργασία του ἦτο ἀξία κατα-
2745δίκης, κατὰ μείζονα λόγον, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγι-
2746τῶν μὲ τὰς εἰσηγήσεις τὰς ὁποίας θὰ κάμνουν δημοσίᾳ, δὲν
2747παρέχει τὴν εὐχέρειαν εἰς ὅλους αὐτοὺς ἢ νὰ ἀναδειχθοῦν, ἢ
2748νὰ ὑποχρεωθοῦν, μειωμένοι πλέον ἐν τῇ ἐκτιμήσει καὶ τῶν
2749συναδέλφων των καὶ τοῦ λοιποῦ νομικοῦ κόσμου νὰ ἀφήσουν
2750τὴν θέσιν των ἐλευθέραν διὰ τὴν ἀνάδειξιν νεωτέρων, ὄχι
2751μόνον δὲν θὰ ἔχῃ ζημίαν ἐκ τούτου ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης,
2752ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ ζημίαν ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου,
2753ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ ζημίαν ἡ κοινωνία, διὰ τῆς ὀρθοτέ-
2754ρας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἔχωμεν
2755ἀπὸ πάσης πλευρᾶς ὄφελος.
2756Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐτόνισεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις
2757ὅτι οἱ Ἀρεοπαγῖται δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμνουν τὴν εἰσή-
2758γησίν των.
2759§167Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2760Ποῖος τὴν ὑπεστήριξεν;
2761§168Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ποὺ ἐδιαβάσατε προηγου-
2762μένως.
2763Νομίζω, ὅτι ὅλοι θὰ εἶναι εἰς θέσιν. Ἀλλά, κύριε Πρόε-
2764δρε, ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἱκανότητος ἑνὸς
2765συλλογικοῦ ὀργάνου, ἀποτελουμένου ἀπὸ δεκάδας προσώπων,
2766δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν μεμονωμένην περίπτω-
2767σιν, ὅτι λόγῳ ἡλικίας ἢ ἄλλων λόγων, ἕνα μέλος δὲν εἶναι
2768δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ τόσα, ὅσα ἀπαιτεῖ ἡ ὑψηλὴ θέσις τὴν
2769ὁποίαν κατέχει, τὸν θεσμόν, ὡς θεσμὸν θὰ κρίνωμεν καὶ τὴν
2770εὐρυτέραν ἀπόδοσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἀναμένει
2771ἀπὸ τὸν θεσμόν. Εἰς ἐκεῖνα θὰ ἀποβλέπωμεν. Νομίζω, ὅτι ὁ
2772θεσμὸς αὐτὸς εἶναι ἐπωφελέστερος. Δὲν εἶναι μειωτικὸν διὰ
2773τὸν Εἰσηγητήν, ἐὰν ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀντίθετος.
2774Κύριε Πρόεδρε, καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας
2775εἶναι καὶ αὐτὸ ἰσότιμον πρὸς τὸν Ἄρειον Πάγον ἐν τῇ ἁρμο-
2776διότητί του, Ἀκυρωτικὸν δικαστήριον δι’ ὡρισμένας κατη-
2777γορίας, διοικητικῶν διαφορῶν τὸ πρῶτον Ἀκυρωτικὸν Δικα-
2778στήριον ὡς πρὸς ὡρισμένας διαφορὰς τὸ δεύτερον.
2779Πολλάκις ἔχομεν παρατηρήσει ἀποφάσεις τοῦ Συμβου-
2780λίου Ἐπικρατείας νὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν εἰσήγησιν,
2781εἴτε διότι ὁ Εἰσηγητὴς εἰσηγεῖται παραδοχὴν τῆς προσφυ-
2782γῆς ἢ τῆς αἰτήσεως ἀναιρέσεως, καὶ ἡ ἀπόφασις εἶναι, ἀ-
2783πορριπτική, ἢ τοὐναντίον, ὁ Εἰσηγητὴς προτείνει τὴν ἀ-
2784πόρριψιν καὶ ἡ ἀπόφασις δέχεται. Οὐδενὸς εἰς τὴν σκέψιν
2785ἐθεωρήθη ποτὲ ὅτι μειοῦται ὁ Εἰσηγητὴς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἡ
2786ἀπόφασις ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν εἰσήγησίν του. Ἀλλὰ καὶ
2787πέραν αὐτοῦ, ἔχομεν σωρείαν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποί-
2788ας ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀσκεῖ ἀναίρεσιν, χά-
2789ριν τοῦ νόμου. Αὐτὸ δὲν θίγει τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐ-
2790ξέδωκε τὴν ἀπόφασιν.
2791Διότι, ἐπὶ τέλους, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, εἰς
2792τὰ νομικὰ ζητήματα, θὰ ἦτο περίεργον νὰ συμφωνοῦν ὅλοι
2793οἱ νομικοί. Ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων ὑπάρχει ἡ διαφο-
2794ρὰ ἀπόψεων. Καὶ ἡ προσπάθεια ὅλων εἶναι πῶς θὰ εὑρεθῇ
2795ἐκείνη ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία, ὄχι θὰ εἶναι ἀληθής, ἀλλὰ κατὰ
2796τὸ λατινικὸν γνωμικὸν «.... (ἀναγινώσκει)....» τὸ δε-
2797δικασμένον δὴ ἀληθείας ἔχεται.
2798Δὲν ὑπάρχει, λοιπόν, κίνδυνος νεκρώσεως τοῦ θεσμοῦ
2799τοῦ Εἰσαγγελέως, οὔτε κίνδυνος μειώσεως τοῦ ἄλφα ἢ τοῦ
2800βῆτα Εἰσηγητοῦ ἐὰν τυχὸν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δι-
2801καστηρίου εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν εἰσήγησίν του.
2802Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ Ὑ-
2803πουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἰσηγούμην τὸ νομοθέτημα
2804τοῦτο. Εὔχομαι (ὁμιλεῖ εἰς τόνον χαρίεντα) εἰς ἄλλο νομο-
2805θέτημα νὰ μοῦ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ τὸν ἐπικρίνω μὲ ἴσην αὐ-
2806στηρότητα πρὸς τὴν διάθεσιν μὲ τὴν ὁποίαν τὸν ἐπαινῶ σή-
2807μερον.
2808§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κηπουρὸς, ἔχει τὸν λόγον.
2809§170Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διὰ τῆς εἰσαχθεί-
2810σης παρ’ ὑμῶν τροπολογίας λέγετε ὅτι δύναται ὁ Ἄρειος
2811Πάγος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ λόγους ἀναιρέσεως, ἔστω καὶ
2812ἐὰν δὲν ἐπροτάθησαν ἀπὸ τὸν ἀναιρεσείοντα. Ἔκαμε μίαν
2813ἑρμηνείαν τῆς λέξεως «δύναται» ὁ κ. Ἡλιοῦ ἐπὶ τῆς ὁποίας
2814δὲν ἀπηντήσατε.
2815§171Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2816Δὲν εἶπον «δύναται» ἐγώ.
2817§172Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Νομίζω.
2818§173Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2819Κατ’ ἐξαίρεσιν ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξετάζει. Ὄχι δύναται.
2820§174Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Διατὶ νὰ δύναται ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ
2821λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀναιρέσεως ὅταν τοὺς
2822διαβλέπῃ καὶ νὰ μὴ τοὺς λαμβάνῃ ὅταν δὲν τοὺς διαβλέπῃ.
2823Θὰ ἤθελον, περαιτέρω, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας,
2824κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ μιᾶς ἀντιγνωμίας, ἡ ὁποία δημιουργεῖ-
2825ται μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 7 καὶ τοῦ ἄρθρου 15. Εἰς τὸ ἄρθρον
282615 καθορίζονται αἱ προθεσμίαι μέχρι τῶν ὁποίων δύνανται
2827οἱ διάδικοι νὰ ὑποβάλουν προσθέτους λόγους ἀναιρέσεως; Εἴ-
2828πατε ὅτι ὁ Εἰσηγητὴς θὰ καταθέσῃ τὴν εἰσήγησίν του πρὸ 8
2829ἡμερῶν καὶ ἑπομένως οἱ διάδικοι θὰ εἶναι εἰς θέσιν εἰς τὸ
2830διάστημα τῶν 8 ἡμερῶν νὰ ἀποκρούσουν τοὺς λόγους ἀναι-
2831ρέσεως, τοὺς ὁποίους ὁ Εἰσηγητὴς περιλαμβάνει εἰς τὴν ἔκ-
2832θεσίν του. Καθίστανται πλέον δημοσίας τάξεως οἱ λόγοι αὐ-
2833τοὶ ἀναιρέσεως ἐφ’ ὅσον τὸ δικαστήριον εἶναι δυνατὸν νὰ
2834τοὺς εἰσαγάγῃ αὐτεπαγγέλτως. Εἰς τὸν ἀναιρασείοντα, ὅ-
2835μως, τίθεται προθεσμία μεγαλυτέρα. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει
2836μία νομικὴ διάστασις, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ παραμείνῃ. Θὰ
2837ἔπρεπε ἢ νὰ θέσωμεν ὡρισμένην προθεσμίαν ἢ νὰ παράσχω-
2838μεν εἰς τοὺς διαδίκους τὴν εὐχέρειαν νὰ ὑποβάλουν τοὺς
2839προσθέτους λόγους ἀναιρέσεως, ὅταν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τοὺς
2840ὁποίους λαμβάνῃ αὐτεπαγγέλτως ὑπ’ ὄψιν ὁ Ἄρειος Πάγος,
2841μέχρι τῆς προθεσμίας καθ’ ἣν ὁ Εἰσηγητὴς θὰ καταθέσῃ
2842τὴν εἰσήγησίν του. Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως νομοτεχνικῆς καὶ δι-
2843καιωμάτων, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ὀρθόν. Διὰ τίνα λόγον νὰ
2844παρέχωμεν εἰς τὸν Εἰσηγητὴν τὴν εὐχέρειαν αὐτὴν καὶ νὰ
2845μὴ τὴν παρέχωμεν εἰς τὸν διάδικον, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβάλλῃ
2846τοὺς λόγους ἀναιρέσεως ἐκ τῶν λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν αὐ-
2847τεπαγγέλτως ἀπὸ τὸ δικαστήριον. Καὶ νομοτεχνικῶς δὲν
2848στέκει τὸ θέμα καὶ θὰ ἤθελον νὰ εὑρεθῇ ἕνας τρόπος ἐναρμο-
2849νισμοῦ τῶν ἄρθρων 7 καὶ 15.
2850§175Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2851Εἶναι ἐνδιαφέρον τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐχειρίσθη ὁ κ. συνάδελ-
2852φος. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ δικαστηρίου νὰ ἐξετάζῃ αὐτε-
2853παγγέλτως τὰ νομικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα ἐκ
2854τοῦ νόμου νὰ ἐξετάζῃ, πάντοτε ἕπεται χρονικῶς τῆς προθε-
2855σμίας ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει ὁ διάδικος νὰ ὑποβάλῃ τοὺς
2856λόγους.
2857Σημειωτέον, ὅμως, ὅτι ὁ διάδικος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπρόλαβε
2858νὰ ὑποβάλῃ ἐγκαίρως τοὺς λόγους ἀναιρέσεως, ἔχει τὴν εὐ-
2859χέρειαν νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ Εἰσηγητοῦ διὰ τῶν
2860προτάσεών του καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπι-
2861σημάνῃ τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἐντοπίζονται οἱ λόγοι οἱ ἐξ
2862ἐπαγγέλματος ἐξεταστέοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἔθιξε διὰ τοῦ
2863δικογράφου του τῶν προσθέτων λόγων. Ἡ διάταξις λέγει ὅτι
2864ἡ τελευταία στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαστήριον θὰ εἶ-
2865ναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ταῦτα, εἶναι ἡ κατάθεσις τῆς
2866εἰσηγήσεως, δηλαδὴ ἡ 8ήμερος προθεσμία. Ἐὰν δὲν ἔχῃ πε-
2867ριληφθῇ λόγος ἐξ ἐπαγγέλματος ἐξεταστέος, δὲν εἶναι δυ-
2868νατὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν οὔτε ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον.
2869§176Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Νὰ παράσχωμεν τὴν εὐχέρειαν καὶ
2870εἰς τοὺς διαδίκους. Οὐδαμοῦ εἰς τὴν νομοθεσίαν μας ὑπάρχει
2871ἡ ἀντινομία αὐτή.
2872§177Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2873Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἀποδεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ.
2874συναδέλφου, καθ’ ἣν θὰ πρέπει καὶ ὁ διάδικος νὰ ὑποβάλῃ
2875ἐγκαίρως, βέβαια, τοὺς λόγους, ὥστε νὰ τοὺς ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν
2876του καὶ ὁ Εἰσηγητής. Ὅταν ὑποχρεώνωμεν τὸν Εἰσηγητὴν
2877νὰ καταθέσῃ τὴν εἰσήγησίν του ἔγγραφον πρὸ 8 ἡμερῶν, ὑ-
2878ποτίθεται ὅτι καὶ ὁ διάδικος πρέπει νὰ θέση ὑπ’ ὄψει τοῦ
2879Εἰσηγητοῦ τοὺς ἰσχυρισμούς του πρὸ μεταγενεστέρας προ-
2880θεσμίας.
2881§178Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. Πρέπει τὸ δικαστήριον νὰ ἔχῃ ὑπ’
2882ὄψει του τοὺς προσθέτους λόγους. Τὴν ἀπόφασιν θὰ τὴν ἐκ-
2883δώσῃ τὸ δικαστήριον καὶ ὁ ἀναιρεσείων δικηγόρος τὰς ἐν-
2884στάσεις αὐτὰς πρέπει νὰ τὰς ὑποβάλῃ. Νὰ μὴ τοῦ στερή-
2885σωμεν τὸ δικαίωμα αὐτό. Τὸ θέμα εἶναι κατὰ ποῖον τρόπον
2886θὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ ἀντίδικος τῶν προσθέτων αὐτῶν λόγων.
2887§179Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2888Θὰ εἶναι προπαρασκευασμένος ὁ Εἰσηγητὴς ἐπὶ ὅλων τῶν
2889θεμάτων τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμε-
2890νον διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον. Διατυποῦνται φόβοι ὅτι δὲν θὰ
2891εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ ὁ Εἰσηγητὴς εἰς τὸ θέμα αὐ-
2892τό. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῦμεν ὑποβολὴν πλήρους εἰσηγή-
2893σεως, χωρὶς νὰ ἔχῃ δοθῇ ὁ χρόνος καὶ ἡ εὐκαιρία νὰ λάβῃ
2894γνῶσιν ὁ Εἰσηγητὴς τῶν λόγων αὐτῶν;
2895§180Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τί θὰ βλάψῃ ἐὰν τὸν πρόσθετον
2896λόγον ἀναιρέσεως τὸν ὑπὸ τοῦ διαδίκου προβαλλόμενον μέ-
2897χρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν
2898του δὲν τὸν ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ Εἰσηγητής. Τὸ δικαστήριον
2899θὰ κρίνῃ ἐὰν αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι βάσιμος ἢ ὄχι. Εἴτε ὁ εἰ-
2900σηγητὴς τὸν προτείνει, εἴτε ὁ διάδικος, τὸ δικαστήριον θὰ
2901κρίνῃ.
2902§181Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ. Ἡ προθεσμία τῆς καταθέσεως ἔπρεπε νὰ
2903εἶναι 15 ἡμέραι διὰ νὰ μελετήσουν καὶ τοὺς προσθέτους λό-
2904γους.
2905§182Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2906Καὶ ἡ προθεσμία τῶν 8 ἡμερῶν δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἀλλὰ
2907πάντως εἶναι μία προθεσμία διὰ νὰ παρασκευάσῃ τὴν εἰσή-
2908γησίν του ὁ Εἰσηγητής.
2909§183Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ
2910συμμερισθῶ τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ συνάδελφος
2911κ. Παπασπύρου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τοῦ Εἰσηγητοῦ. Ὁ
2912κ. Μπακόπουλος, ἔκαμε μίαν ἐξήγησιν, καὶ εἶπεν ὅτι καὶ εἰς
2913τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπάρχει ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰ-
2914σηγητοῦ. Βεβαίως, ἀλλὰ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατεί-
2915ας δὲν ὑπάρχει Εἰσαγγελεύς, κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάρχει
2916θιγόμενον πρόσωπον. Ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου, εἶμαι ὑπο-
2917χρεωμένος νὰ σημειώσω ὡρισμένους φόβους, παρὰ τὸ γεγο-
2918νὸς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης φημίζεται διὰ τὸ
2919ἦθος του καὶ διὰ τὴν ἀγάπην ποὺ τρέφει πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς
2920δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο μία
2921προσπάθεια μειώσεως τοῦ κύρους τοῦ σημερινοῦ Εἰσαγγελέ-
2922ως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπίσης, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι κατὰ
2923τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης ἐκ μέρους τοῦ Εἰσηγητοῦ μή-
2924πως δημιουργηθῇ μία σοβαρὰ ἀντιδικία μεταξὺ Εἰσαγγελέ-
2925ως καὶ Εἰσηγητοῦ. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ τάσσομαι ἐναντίον τοῦ θε-
2926σμοῦ τῆς ἐγγράφου εἰσηγήσεως.
2927§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας, ἔχει τὸν λόγον.
2928§185Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ τῆς πλευ-
2929ρᾶς αὐτῆς δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς πραγματικότητος. Τὸ
2930γεγονὸς εἶναι ἕνα, ὅτι οἱ δικαστικοί μας ἵστανται εἰς τὸ ὕ-
2931ψος τῆς ἀποστολῆς των καὶ ὅλοι ἐργάζονται πρὸς ἀπονο-
2932μὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι
2933ὀρθὸν καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ.
2934Δὲν θέλω ποτὲ νὰ πιστεύσω ὅτι εἶναι δυνατὸν Ἕλληνες δι-
2935κασταὶ ἰσόβιοι νὰ συγκρουσθοῦν εἰς τὴν διατύπωσιν γνώμης
2936καὶ νὰ φθάσουν εἰς τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. συν-
2937άδελφος.
2938§186Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2939Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδέεται οἱονδήποτε νο-
2940μοθέτημα μὲ τὰ πρόσωπα δικαστικῶν λειτουργῶν. Καὶ ἀ-
2941στόχως ὑπεμνήσθη σήμερον ὅτι ἐπειδὴ τὸ 1954 ἐψηφίσθη ἕ-
2942να νομοσχέδιον ἀποκλεῖον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμ-
2943βουλίου τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ σημερινὸν
2944νομοσχέδιον συμπληρώνει τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Εἰ-
2945σαγγελέως.
2946§187Ν. ΙΝΤΖΕΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ παρελθὸν ἐγένετο
2947προσπάθεια μειώσεως τοῦ προσώπου τοῦ σημερινοῦ Εἰσαγ-
2948γελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
2949§188Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2950Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὑπεν-
2951θυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν ἐκτίμησίν μου πρὸς τὸ πρό-
2952σωπον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ἐξεδήλωσα
2953ἐμπράκτως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἰσήγαγον καὶ ἐ-
2954πανέφερον εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον τὸν Εἰ-
2955σαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
2956§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Σεργάκης, ἔχει τὸν λόγον.
2957§190Ι. ΣΕΡΓΑΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου, εἶ-
2958ναι ὀρθὴ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ σχετικὴ τροπολογία, κα-
2959τὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἀναιρεσείων θὰ δύναται νὰ καταθέσῃ προσ-
2960θέτους λόγους ἀναιρέσεως, μόνον διὰ τοὺς ἐν τῇ παραγράφῳ
29614, τοῦ ἄρθρου 7 λόγους, μέχρι τῆς προθεσμίας δηλαδὴ πρὸ
29628 ἡμερῶν, καθ’ ἣν καὶ ὁ εἰσηγητὴς δύναται νὰ διατυπώσῃ
2963τούτους ἐξ ἐπαγγέλματος. Τοῦτο ἐπιβάλλεται, ἐφ’ ὅσον διὰ
2964τῆς λέξεως «ἐξετάζει» καθιεροῦται ἐπιταγὴ καὶ ὑποχρέω-
2965σις τοῦ Εἰσηγητοῦ νὰ ἀναφέρῃ τοὺς λόγους ἐξ ἐπαγγέλμα-
2966τος.
2967Ἐὰν παραβιασθῇ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις δὲν ὑπάρχει στά-
2968διον ἐξετάσεως τοῦ λόγου ἀναιρέσεως.
2969Δέον, συνεπῶς, παραλλήλως ὁ διάδικος ἐντὸς τῆς αὐ-
2970τῆς προθεσμίας νὰ καταθέσῃ προσθέτους λόγους διὰ τοὺς ἐν
2971τῇ παραγράφῳ 4 τοῦ ἄρθρου 7, ἐφ’ ὅσον ὁ εἰσηγητὴς θὰ πα-
2972ρέλειπε ἐκ νομικῆς ἀντιρρήσεως καὶ οὕτω ἀποκλείεται ὁ ἔ-
2973λεγχος καὶ ἡ ἐξέτασις ἀπὸ τὸ δικαστήριον.
2974§191Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μόνον δύο λέ-
2975ξεις, διότι ἤθελον νὰ καθησυχάσω τὸν ἄρτι ἀσχοληθέντα κ.
2976συνάδελφον, ἐκ τοῦ ἰδίου διαμερίσματος καὶ νὰ δηλώσω ὅτι
2977πᾶν ὅ,τι ἀνέφερον δὲν τὸ ἀνέφερον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως.
2978Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπετεύχθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Εἶ-
2979πεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἀντιτιθέμενος εἰς ἐμὲ, ἔσπευσε νὰ
2980ψηφίσῃ τὴν διάταξιν. Ὑπῆρξε μία πρακτικὴ ὠφέλεια.
2981§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 18 καὶ 21;
2982§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτά, δεκτά.
2983§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένοντο δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7, 18 καὶ
298421.
2985Ἄρθρον 29.
2986Ὁ κ. Δ. Βρανόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
2987§195Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 θὰ μοῦ ἐπι-
2988τρέψητε νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν.
2989§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη.
2990§197Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, παρακα-
2991λῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 7. Ὑ-
2992πέθεσα, ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 7, εἴπατε 8, ἀντὶ
299318.
2994§198Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
2995Ἐπειδὴ ἐλείψατε ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία εἶχε προηγη-
2996θῆ, δὲν ἔχετε κατατοπισθῆ. Ἐψηφίσθησαν ὅλα τὰ ἄρθρα,
2997μέχρι καὶ τοῦ 28. Εἶχον παραμείνει ἐκκρεμῆ τὰ ἄρθρα 7,
299818 καὶ 21, διότι αὐτὰ εἶχον συναφεῖς προσθήκας αἱ ὁποῖαι
2999περιελήφθησαν εἰς τὸ διανεμηθὲν κείμενον. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐ-
3000πηκολούθησεν ἡ ἐπιψήφισις ὅλων τῶν ἄλλων ἄρθρων καὶ ἡ
3001συζήτησις ἔγινεν ἑνιαία καὶ διὰ τὰ τρία αὐτὰ ἄρθρα. Σεῖς
3002εὐλόγως παρεξηγήσατε τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπισπεύ-
3003δεται ἡ συζήτησις, ἀλλὰ ὁ Κανονισμὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
3004προστατευθῇ μὲ τὴν καθυστέρησιν τὴν ἰδικήν σας.
3005§199Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω νὰ
3006παρατηρήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἤμην βουλευτὴς ὁ ὁποῖος εἰς τὴν
3007ἐκφώνησιν τοῦ ἄρθρου 18 ἤμην μὲ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐψη-
3008φίζατε τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἑπόμενον τοῦ ἄρθρου 7, καὶ αὐτὸς
3009ὁ λόγος ὑπῆρξε διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα τὸν λόγον. Θὰ πα-
3010ρακαλέσω νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8.
3011§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 8 ἐψηφίσθη. Ὁ κ. Δ. Βρα-
3012νόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
3013§201Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν ὑπάρχῃ μία
3014δημοσία ὑπηρεσία διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ὑπερηφανευόμεθα, ἀ-
3015ναμφισβητήτως ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιο-
3016σύνη. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ κανονικὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύ-
3017νης, πρέπει νὰ ἔχωμεν τοὺς καλοὺς δικαστάς, καὶ διὰ νὰ
3018ὑπάρχουν ἐπίσης καλοὶ δικασταί, ἐκτὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀ-
3019νεξαρτησίας, ἡ ὁποία ἐζητήθη ἀπὸ ὅλας τὰς πτέρυγας τῆς
3020Βουλῆς, μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, πρέπει νὰ ἔχουν οἱ δι-
3021κασταί μας καὶ καλὴν ἐπαγγελματικὴν ἐξέλιξιν. Θὰ ἀναπτύ-
3022ξω, κύριε Πρόεδρε, μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρακα-
3023λῶ νὰ προσέξῃ ὁ κ. Ὑπουργός, τῆς Δικαιοσύνης, καὶ παρα-
3024καλῶ καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, διότι εἶναι θέμα τὸ ὁ-
3025ποῖον ἀφορᾷ τὴν κανονικὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Εἶ-
3026ναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ΧΜΖ)1877,
3027τοὐτέστιν πρὸ 80 ἀκριβῶς ἐτῶν, ἀπὸ σήμερον, ἱδρύθη ὁ Ἄ-
3028ρειος Πάγος. Τότε ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπετελεῖτο ἀπὸ ἕνα
3029Πρόεδρον, ἕνα Ἀντιπρόεδρον, ἀπὸ ἕνα Ἀντεισαγγελέα, καὶ
3030ἀπὸ δεκατρεῖς Ἀρεοπαγίτας. Τότε τὰ σύνορα τῆς Ἑλλά-
3031δος εὑρίσκοντο εἰς τὸν Δομοκὸν τῆς Λαμίας, ὁ δὲ πληθυσμὸς
3032ἦτο τὸ ¼ τοῦ σημερινοῦ. Σήμερον τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἔ-
3033χουν ὑπερτριπλασιασθῆ. Ὁ νομοθέτης ἔλαβε πρόνοιαν νὰ
3034αὐξηθοῦν αἱ θέσεις τῶν Ἀντιπροέδρων τοῦ Ἀρείου Πάγου,
3035οἱ ὁποῖοι ἀπὸ εἷς ἐγένοντο τρεῖς, οἱ Ἀντεισαγγελεῖς τοῦ Ἀ-
3036ρείου Πάγου ἀπὸ εἷς ἐγένοντο τέσσαρες, οἱ Ἀρεοπαγῖται
3037ἀπὸ δεκατρεῖς, κατὰ τὸ 1877, ἔγιναν εἴκοσι δύο. Ὡς γνω-
3038στόν, κύριοι συνάδελφοι, τὸ Ἀνώτατον Ἀκυρωτικὸν Δικα-
3039στήριον ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο τμήματα. Τὸ ἕνα δικάζει τὰς
3040αἰτήσεις ἀναιρέσεως τῶν πολιτικῶν ἀποφάσεων τῶν οὐσια-
3041στικῶν δικαστηρίων, δηλαδὴ Εἰρηνοδικείων, Πρωτοδικείων,
3042Ἐφετείων, καὶ τὸ ἕτερον δικάζει τὰς αἰτήσεις ἀναιρέσεως
3043τῶν ποινικῶν δικαστηρίων, καὶ τῶν βουλευμάτων. Διὰ τοῦ
3044ἄρθρου 24 θεσμοθετεῖται καὶ κἄτι καινούργιο. Ὅταν μία
3045ὑπόθεσις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πραγματικὸν αὐτῆς μέρος, εἶναι ὥ-
3046ριμος, θὰ τὴν κρατῇ ὁ Ἄρειος Πάγος διὰ νὰ τὴν συζητή-
3047σῃ ὁ ἴδιος καὶ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν. Συνάδελφος ἐν τῇ αἰθού-
3048σῃ ταύτῃ πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἀνέφερεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν
3049τῆς Δικαιοσύνης ὅτι εἶχε μίαν ὑπόθεσιν ἀπὸ τὸ 1924 καὶ
3050τὴν ἐξεδίκασε τὸ 1953. Ἐγὼ προσωπικῶς, κύριε Πρόεδρε,
3051εἶχον προσωπικὴν ὑπόθεσιν δικαστικῆς ἀγωγῆς κυριότητος
3052ἀπὸ τὸ 1933. Δὶς ἀνῃρέθη, δὶς ἐστάλη εἰς ἕτερον Ἐφετεῖ-
3053ον, καὶ ἐξεδικάσθη τὸ 1945.
3054§202Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
3055Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω πεῖραν, ἀπὸ περίπτωσιν προσωπι-
3056κήν, ἐπὶ δίκης νομῆς. Τὸ 1899 εἰσήχθη εἰς τὸ Πρωτοδικεῖ-
3057ον Ναυπλίου ἀγωγὴ περὶ νομῆς, ὅταν δὲν εἶχε συσταθῆ ἀ-
3058κόμη τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου. Ἡ ὑπόθεσις ἤχθη ἐν συ-
3059νεχείᾳ δὶς εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου, ἔφθασεν εἰς τὸν Ἄ-
3060ρειον Πάγον, ἀνεπέμφθη εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν, τὸ ὁποῖ-
3061ον ἐξέδωκε δύο ἀποφάσεις, χωρὶς νὰ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς ἐ-
3062πὶ τῆς διαφορᾶς ζῶντος ἀκόμη τοῦ ἀρχικοῦ διαδίκου. Ἡ
3063ταλαιπωρία ἐπιταθεῖσα ἀπὸ θεσπισθέντα ἑκάστοτε δικαιο-
3064στάσια καὶ ἄλλους εἰδικοὺς καὶ γενικοὺς λόγους, μέχρι τοῦ
3065Μαρτίου τοῦ 1956, ὅτε προσεχώρησα ὡς δικαιοδόχος εἰς ἐ-
3066παχθῆ συμβιβασμὸν διότι ἄλλως ἔπρεπε νὰ παραμείνῃ ἡ δί-
3067κη ἐκκρεμὴς μέχρις ἀποβολῆς τῆς ἰδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ
3068τῆς Δικαιοσύνης.
3069§203Δ. ΒΡΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι δι’ ὅσων ὁ κ.
3070Ὑπουργὸς ἀνέφερεν, ἐπιβεβαιοῖ τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως
3071τῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἡ ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ βα-
3072θμοῦ των καθίσταται ἔτι μᾶλλον ἐπιτακτική, διότι οὕτω ἐ-
3073πὶ πλέον παρέχομεν καὶ κἄποιαν διέξοδον εἰς τὴν σημερι-
3074νὴν ἀσφυκτικὴν ἱεραρχικὴν ἐξέλιξιν τῶν δικαστῶν τῆς ὑπο-
3075λοίπου δικαστικῆς ἱεραρχίας. Διότι οὕτως αὐτομάτως αὐ-
3076ξάνομεν καὶ αὐτῶν τὰς θέσεις. Δὲν νομίζω, ὅτι προσκομίζω
3077τι νέον εἰς τοὺς ἐξ ὑμῶν δικηγόρους, ἀναφέρων, ὅτι ὑπάρ-
3078χουν Πρωτοδῖκαι, οἱ ὁποῖοι παραμένουν εἰς τὸν αὐτὸν βα-
3079θμὸν ἐπὶ 20ετίαν περίπου, καίτοι εἶναι ἄριστοι δικασταὶ καὶ
3080ἔχουν ἐκθέσεις προαγωγῆς κατ’ ἐκλογήν, ἐλλείψει ὀργανι-
3081κῶν θέσεων ἀνωτέρων βαθμῶν. Φρονῶ, ὅτι παρόμοιον γεγο-
3082νὸς δὲν ἔχει διαπιστωθῆ εἰς ἄλλον κλάδον τῆς Κρατικῆς μη-
3083χανῆς. Διὰ τοῦτο, κ. κ. συνάδελφοι, ἐπιμένω εἰς τὴν πρότα-
3084σίν μου τὰς 3 θέσεις, νὰ τὰς αὐξήσωμεν εἰς 7, πρᾶγμα τὸ ὁ-
3085ποῖον θὰ ἀποβῇ τελικῶς ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τῆς δικαιοσύνης
3086καὶ τῆς Πατρίδος.
3087§204Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναφερόμενος
3088εἰς τὸ ἄρθρον 29, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Δὲν ἔχω ἀν-
3089τίρρησιν διὰ τὴν μικρὰν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπα-
3090γιτῶν. Ἡ προσθήκη, ὅμως, τριῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ὡς ἔχει ἡ
3091διάταξις, ἀποβαίνει εἰς βάρος τῶν Ἐφετείων, διότι μειοῦ-
3092ται ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν. Γνωρίζετε δέ, ὅτι πέντε Ἐφε-
3093τεῖα, Κερκύρας, Αἰγαίου, Θράκης κ.λ.π. ἔχουν μειωμένον
3094ἀριθμὸν Ἐφετῶν. Ὅταν, συνεπῶς, ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ συμ-
3095πληρώσωμεν αὐτὰς τὰς κενὰς θέσεις τῶν Ἐφετείων, πῶς
3096εἶναι δυνατὸν νὰ μειώσωμεν περαιτέρω τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐ-
3097φετῶν; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέχει, νομίζω, εἶναι νὰ ἀντι-
3098μετωπίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ θέμα τῆς συμπληρώσεως τῶν
3099κενῶν θέσεων τῶν Ἐφετείων, θαρραλέως διὰ προσθήκης 5
3100νέων Ἐφετῶν. Σημειώσατε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τοὺς Ἐφέ-
3101τας τοὺς λαμβάνετε μὲ τὸ συζητούμενον ἄρθρον, ἀπὸ τὸ Ἐ-
3102φετεῖον Ἀθηνῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι βεβαρημένον καὶ ἔχει ἀ-
3103νάγκην καὶ ἄλλων Ἐφετῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν νὰ ἀ-
3104ναθεωρήσητε τὴν σκέψιν σας αὐτὴν τῆς καταργήσεως τοῦ
3105ἀριθμοῦ τῶν Ἐφετῶν κατὰ 3, νὰ διαγράψητε τὴν διάταξιν
3106αὐτὴν καὶ νὰ προσθέσητε νέαν, διὰ 5 νέους Ἐφέτας, πρὸς
3107ἐνίσχυσιν τῶν Ἐφετείων τῶν ἐπαρχιῶν.
3108§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπασπύρου, ἔχει τὸν λόγον.
3109§206Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ἡ ἀμετακίνητος καὶ ἐπίμονος ἄ-
3110ποψίς μου διὰ τὴν προσθήκην 7 θέσεων Ἀρεοπαγιτῶν, δὲν
3111προέρχεται ἀπὸ διάθεσιν παραχωρήσεως πρὸς τὸ δικαστικὸν
3112Σῶμα. Δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ, ἡ θεσπιζομένη νέα ἀκυρω-
3113τικὴ διαδικασία, ἂν δὲν δημιουργηθῇ νέον Τμῆμα παρὰ τῷ
3114Ἀρείῳ Πάγῳ ἐξ ἑπτὰ Ἀρεοπαγιτῶν. Κατὰ τὴν συζήτησιν
3115τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ
3116Ὑπουργείου Δικαιοσύνης, ὁ τότε Πρόεδρος καὶ νῦν Ὑπουρ-
3117γὸς τῆς Γεωργίας κ. Ἀδαμόπουλος, πρῶτος εἰσηγήθη τὴν
3118προσθήκην τῶν ἑπτὰ θέσεων Ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἡ Ἐπιτρο-
3119πὴ ὁμοφώνως, ἀπεδέχθη τοῦτο. Ἤδη εἶναι ἔκδηλος ἡ ἄπο-
3120ψις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ τὴν προσθήκην ἑπτὰ
3121θέσεων Ἀρεοπαγιτῶν, χωρὶς περικοπὴν ἰσαρίθμων θέσεων
3122Ἐφετῶν, διότι καὶ τὰ Ἐφετεῖα, ἰδίᾳ τὰ μεγάλα, ἀπὸ τὰ ὁ-
3123ποῖα πρόκειται νὰ περικοποῦν αἱ θέσεις στενάζουν κάτω ἀπὸ
3124τὸ βάρος σκληρᾶς ἐργασίας.
3125Κύριε Ὑπουργέ, ἐπειδὴ ἐγὼ εἶμαι πάντοτε συμβιβαστι-
3126κός, θὰ ἠμποροῦσα καὶ θὰ παρακαλοῦσα καὶ ὅλους τοὺς κ.κ.
3127συναδέλφους, νὰ πᾶμε εἰς μίαν ἠπιωτέραν λύσιν. Δὲν θέλετε
3128τοὺς 7, νὰ πᾶμε εἰς τοὺς 6, δὲν θέλετε τοὺς 6, νὰ σταματή-
3129σωμεν εἰς τοὺς 5, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν
3130κάτω τῶν 5, διότι, καὶ ὡς μέλος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐ-
3131πιτροπῆς, θὰ αἰσθανθῶ μίαν μείωσιν, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ συν-
3132άδελφοι. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τοὺς 5, χωρὶς ἰσάριθμον κα-
3133τάργησιν θέσεων Ἐφετῶν.
3134Τὰ τελευταῖα αὐτὰ χρόνια παντοῦ ηὐξήθησαν αἱ θέ-
3135σεις, ὁ μόνος κλάδος ὁ ὁποῖος ἔμεινε κλειστὸς ἦτο ὁ δικαστι-
3136κός. Ποῦ νὰ φαντασθῇ κανεὶς ὅτι τὴν δουλειὰ τοῦ Πρωτο-
3137δικείου τὴν βγάζουν 10 Πρωτοδίκαι. Εἶναι ἕνας ἄθλος ἄνευ
3138προηγουμένου.
3139Βλέπετε ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι ὁμόθυμος ἡ γνώμη
3140τῆς Βουλῆς. Ἂς προχωρήσωμεν εἰς μίαν μέσην λύσιν διὰ
3141νὰ τελειώσωμεν.
3142Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ παραγνωρίσητε τὴν ἔκδηλον διάθε-
3143σιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ αἰ-
3144σθήματά σας, ἀλλὰ καὶ τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον δείχνετε
3145πρὸς τὰς ἀπόψεις τῶν βουλευτῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ
3146κάμητε δεκτὴν τὴν τροπολογίαν διὰ νὰ τερματισθῇ ἡ συ-
3147ζήτησις κατὰ τὸν καλύτερον τρόπον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
3148§207Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἐλπί-
3149ζω νὰ ἔχῃ προσέξει καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν
3150καὶ κατὰ τὴν προγενεστέραν, ὁπότε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐ-
3151πὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, μὲ πόσον ἐνθουσιασμόν, ἐ-
3152γὼ προσωπικῶς ὑπεστήριξα τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐξέθεσα
3153ὅτι ἐκ τῆς καινοτομίας, ἡ ὁποία εἰσάγεται καὶ εἰς τὸν Ἄ-
3154ρειον Πάγον, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἀναμένομεν
3155ὅλοι, καὶ ἐγὼ προσωπικῶς, τὴν ὀρθοτέραν ἀπονομὴν τῆς δι-
3156καιοσύνης. Ὅλη ἡ ὀρθότης τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης
3157δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς ἐκδοθησομένης ἀ-
3158ποφάσεως, οὔτε εἰς τὴν πληρεστέραν μελέτην τῶν λεπτο-
3159μερειῶν τῆς ὑποθέσεως, πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως.
3160Ἡ ὀρθὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἔγκειται καὶ εἰς τὴν τα-
3161χύτητα δηλαδὴ τῆς ἐκδόσεως τῆς τεμνούσης τὴν δίκην ἀπο-
3162φάσεως.
3163Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου αὐξά-
3164νεται σημαντικῶς ἡ ἐργασία τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Μέχρι τοῦ-
3165δε ὑπῆρχε μία παρωδία εἰσηγήσεως εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον,
3166διότι ἡ εἰσήγησις ἦτο ζήτημα μισῆς ὥρας. Τώρα, ὅμως, ὁ
3167Εἰσηγητὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνατάμῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀ-
3168πὸ πάσης πλευρᾶς καὶ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν δικηγόρων. Διὰ
3169νὰ κάμῃ ἔγγραφον εἰσήγησιν χρειάζεται χρόνος καὶ κόπος.
3170Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθουν οἱ Ἀρεοπαγῖται μὲ
3171τὸν περιωρισμένον ἀριθμόν, εἰς τὸν ὄγκον τῆς προστιθεμένης
3172ἐργασίας;
3173Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐὰν οὕτως ἡ Πολιτεία ἀποβλέπῃ
3174εὐσυνειδήτως εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναμένομεν ἀ-
3175πὸ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ὀφείλομεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν
3176ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἄλλως κτίζομεν εἰς τὴν ἄμμον.
3177Κύριε Πρόεδρε, δὲν μὲ ἐπηρεάζει τὸ ἐπιχείρημα τοῦ
3178ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Βρανοπούλου, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως
3179τῶν Ἀρεοπαγιτῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἱδρύσωμεν τρίτον
3180Τμῆμα. Εἶμαι φανατικὸς ἀντίπαλος τῶν τριῶν τμημάτων καὶ
3181εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
3182τείας. Βλάπτουν τοὺς θεσμοὺς οἱ πολλοὶ Πρόεδροι. Ἐξυπηρε-
3183τοῦν πρόσωπα. Δὲν χρειάζονται πολλοὶ Πρόεδροι, χρειάζον-
3184ται πολλὰ μέλη τῶν δικαστηρίων, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν
3185πλείονος συνεδριάσεις, καὶ μὲ ὀλιγωτέρους Προέδρους. Βλά-
3186πτουν οἱ Πρόεδροι, διότι δὲν γίνονται Εἰσηγηταί. Διὰ τῆς
3187ἀναδείξεως ἑνὸς Προέδρου, ἐπὶ πλέον, μειοῦται κατὰ ἕνα
3188ὁ ἀριθμὸς τῶν Εἰσηγητῶν.
3189Ἢ, λοιπόν, σοβαρῶς ἀποβλέπομεν εἰς τὸ νομοσχέδι-
3190ον, ἢ δὲν ἀποβλέπομεν σοβαρῶς. Μὲ ἐνθουσιασμὸν ὑπεστή-
3191ριξα τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ ὅταν βλέπω τὸ τελευταῖον ἄρ-
3192θρον, διὰ τοῦ ὁποίου μόνον ψιχία δίδονται εἰς τοὺς Ἀρεοπα-
3193γίτας, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἐνθουσιασμός μου καταπίπτει, θὰ
3194ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι φθάνω καὶ μέχρις ἀπελπισίας ὅταν
3195βλέπω ὅτι αὐξάνωμεν τοὺς Ἀρεοπαγίτας μὲ ἀντίστοιχον μεί-
3196ωσιν τῶν Ἐφετῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
3197Κοινὴ συνείδησις εἶναι ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης εἰς
3198τὰ οὐσιαστικὰ δικαστήρια, εἰς τὰ Ἐφετεῖα καθυστερεῖ, θὰ
3199κάμωμεν 5 Ἐφέτας, ἀπὸ ποῦ;
3200Νομίζω, λοιπόν, διὰ νὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρποὺς τὸ νο-
3201μοσχέδιον, πρέπει νὰ αὐξηθοῦν οἱ Ἀρεοπαγῖται, τῶν δὲ Ἐ-
3202φετῶν αἱ θέσεις, ἂν δὲν αὐξηθοῦν νὰ παραμείνουν τοὐλάχι-
3203στον ὅσαι εἶναι σήμερον.
3204Ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, δὲν δέχομαι τὸν συμβιβασμόν, τῶν
32055, ἐδέχθην τὴν πρότασιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 7 ὡς ἐλάχιστον ὅ-
3206ριον καὶ ὄχι μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτὸ θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ
3207νὰ ἀποδώσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐλπίζομεν.
3208Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐνῷ ἀποφεύγω κατὰ σύστη-
3209μα νὰ ὑπογράψω προτάσεις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ὑπέ-
3210γραψα πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας διὰ τὸ προκείμε-
3211νον ζήτημα, λόγῳ τῆς ὑψίστης σημασίας τὴν ὁποίαν ἀποδί-
3212δω εἰς τὴν πρότασιν περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεο-
3213παγιτῶν.
3214Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς δαπάνης, δὲν νομίζω ὅτι ἡ
3215δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀρι-
3216θμοῦ κατὰ 7 ἀκόμη Ἀρεοπαγίτας, εἶναι τόσον σημαντική,
3217ὥστε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ κολοβώσωμεν τὸν θεσμόν, τὸν ὁποῖον
3218μὲ τόσον ἐνθουσιασμὸν ψηφίζομεν.
3219§208Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρί-
3220σιν σχεδίου, κύριε Πρόεδρε, ἄφευκτος εἶχεν ἀνακύψει ἡ ἀ-
3221νάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Ἡ ἀ-
3222νάγκη αὐτὴ καθίσταται ἔτι ἐπιτακτικωτέρα σήμερον μὲ τὴν
3223ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ κοι-
3224νὴν ὁμολογίαν ὁ φόρτος τῆς ἐργασίας τοῦ Ἀρείου Πάγου
3225αὐξάνεται κατὰ πολύ. Ἴσως ὁ προταθεὶς ἀριθμὸς τῶν 7 θέ-
3226σεων νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς μικρός, ἐν σχέσει μὲ τὸν ὄγκον τῶν
3227ὑποθέσεων ἡ ἐπίλυσις τῶν ὁποίων ἀνατίθεται εἰς τὸν Ἄ-
3228ρειον Πάγον. Τέλος, φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνήκουστον καὶ οὐχὶ
3229ἐποικοδομητικὸν τῆς δικαιοσύνης ἡ ἰσάριθμος κατάργησις
3230θέσεων Ἐφετῶν. Καὶ οἱ Ἐφέται καλοῦνται νὰ ἐπιτελέσουν
3231μέγα ἔργον καὶ θὰ εἶναι πρὸς βλάβην τῆς ἀπονομῆς τῆς οὐ-
3232σιαστικῆς δικαιοσύνης, ἐὰν περικόψωμεν τὰς θέσεις των.
3233§209Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Εἶμαι, κύριε Πρόεδρε, θερμὸς ὑπο-
3234στηρικτὴς τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βρα-
3235νόπουλος. Ὁ λόγος δὲ ὁ ὁποῖος μὲ ἀναγκάζει νὰ ὑπερθεμα-
3236τίσω ὑπὲρ τῆς τροπολογίας ταύτης δὲν εἶναι μόνον τὸ γε-
3237γονὸς ὅτι τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἐπεξετάθησαν καὶ συνεπῶς
3238ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ αἱ ὑποθέσεις τὰς ὁποίας καλεῖται
3239νὰ ἐπιλύσῃ ὁ Ἄρειος Πάγος, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι σήμε-
3240ρον εἰς τοὺς δικαστὰς ἔχομεν προσθέσει καὶ ἄλλα ἔργα, τὰ
3241ὁποῖα δὲν εἶναι μὲν ἔργα καθαρῶς δικαστικά, συνδέονται, ὅ-
3242μως, τὰ μέγιστα μὲ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Τοὺς δι-
3243καστὰς σήμερον τοὺς καλοῦμεν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰς φο-
3244ρολογικὰς Ἐπιτροπὰς καὶ εἰς πλῆθος ἄλλων Ἐπιτροπῶν,
3245εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς
3246τὰ καθαρῶς δικαστικά των ἔργα. Πρό τινων ἐτῶν εἰς τὴν
3247Κεφαλληνίαν ὑπηρέτουν τρεῖς Πρωτοδίκαι καὶ ἦσαν ὑπερ-
3248αρκετοί. Σήμερον ὑπηρετοῦν 6 καὶ δὲν ἐπαρκοῦν.
3249§210Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Μοῦ ἔλεγεν εἷς Ἐφέτης ὅτι συμ-
3250μετέχει εἰς 17 Ἐπιτροπάς.
3251§211Β. ΑΛΕΞΑΤΟΣ. Μάλιστα, εἶναι ἀληθὲς αὐτό. Ἐκτός,
3252λοιπόν, ἀπὸ τὴν ἐπέκτασιν τῶν συνόρων εἶναι καὶ αὐτὸς ὁ
3253λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν
3254θέσεων τῶν δικαστῶν. Εἶναι συνεπῶς ἀνάγκη, κύριε Πρόε-
3255δρε, ὁ ἀριθμὸς τῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν νὰ αὐξηθῇ τοὐ-
3256λάχιστον κατὰ 7, γιγνομένης δεκτῆς τῆς τροπολογίας τῆς ὑ-
3257ποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Βρανοπούλου.
3258§212Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα, κύριοι βουλευταί,
3259πρέπει νὰ κριθῇ μὲ ἐντελῶς ἐπιστημονικὰ κριτήρια, μὲ ἐ-
3260λευθέραν τὴν σκέψιν καὶ τὴν συνείδησιν ἀπηλλαγμένην ἀπὸ
3261κομματικοὺς ὑπολογισμούς. Ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προ-
3262λαλησάντων κ. κ. συναδέλφων, ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν
3263πραγματικότητα. Ὅλοι ἐζήτησαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν
3264τῆς Δικαιοσύνης τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγι-
3265τῶν. Ἐγὼ κρίνων τὰ πράγματα τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁ-
3266ποίαν ἀπὸ μακροῦ διακονῶ, νομίζω, ὅτι ηὐξήθησαν αἱ ἐρ-
3267γασίαι τῶν Ἐφετῶν, ὅπως ηὐξήθησαν καὶ αἱ ἐργασίαι τῶν
3268Ἀρεοπαγιτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχε-
3269δίου προστίθενται καὶ ἕτερα καθήκοντα. Ἐὰν αὐξήσωμεν τὸν
3270ἀριθμὸν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ μειώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν
3271Ἐφετῶν φοβοῦμαι μήπως διαπράξωμεν σφάλμα. Φρονῶ, ὅ-
3272τι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ πρέπει, ἐνστερνιζό-
3273μενος τὸ θέμα, νὰ προσπαθήσῃ, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ κ.
3274Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν λύ-
3275σιν. Διότι, ἐὰν σήμερον αὐξήσῃ τὰς θέσεις φοβοῦμαι μὴ τυ-
3276χὸν δὲν δύναται νὰ τὰς πληρώσῃ. Δι’ αὐτό, ἐπαναλαμβάνω,
3277θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ
3278τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
3279Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ δοθῇ ἡ ἁρμόζουσα λύσις.
3280§213Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἰς ὅσα, ἀξιότιμε κύριε Ὑπουργέ,
3281ἀνεπτύχθησαν ἐπιχειρήματα, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ
3282ἕνα ἀκόμη, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶ-
3283ναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐνταθῇ κατά τινα τρό-
3284πον ἡ ἐπιθεώρησις τῶν κατωτέρων δικαστηρίων. Διότι, ἐὰν
3285θέλωμεν νὰ εἴμεθα ρεαλισταὶ πρέπει νὰ συνομολογήσωμεν ὅτι
3286παρὰ τὴν ἀναμφισβήτητον εὐσυνειδησίαν τῶν Ἑλλήνων δι-
3287καστῶν, ἡ δικαιοσύνη ὑφίσταται κρίσιν καὶ θὰ ὑφίσταται
3288κρίσιν, κύριε Ὑπουργέ. Ἂς μὴ πλανώμεθα, μέχρι τῆς στιγμῆς
3289κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ Ὑ-
3290πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θελήσουν νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι
3291οἱ δικασταὶ νὰ ἀμείβωνται καθ’ ὃν τρόπον ἀμείβονται εἰς τὸν
3292τόπον αὐτόν. Καὶ θὰ γίνῃ κατανοητόν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶ-
3293ναι κἄτι διάφορον ἀπὸ τὴν συνήθη ὑπαλληλικὴν ἱεραρχίαν,
3294καὶ θὰ γίνῃ ἐκεῖνο ποὺ γίνεται εἰς ἄλλας χώρας, εἰς τὰς
3295ὁποίας πρέπει νὰ εἶσθε 25 χρόνια σπουδαῖος δικηγόρος διὰ
3296νὰ γίνετε Πρωτοδίκης. Μέχρις ὅτου καταστῇ συνείδησις
3297τοῦτο εἰς τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, ἡ δικαιοσύνη θὰ ὑφί-
3298σταται κρίσιν. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τοὺς διαγωνισμοὺς
3299Παρέδρων δὲν προσέρχονται δικηγόροι, δεδομένου ὅτι ἔ-
3300χουν ὑπ’ ὄψει των τὸν γλίσχρον μισθὸν τοῦ δικαστοῦ, τὸν ὁ-
3301ποῖον θὰ δύνανται εὐχερῶς νὰ ἀποκτήσουν διὰ τῆς ἀσκή-
3302σεως τῆς δικηγορίας.
3303Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κρίσεως. Παραλλη-
3304λίσατε τοὺς σημερινοὺς δικαστὰς πρὸς τοὺς Τζιβανόπουλον,
3305Χατζᾶκον, Ζηλήμονα. Εἶμαι βέβαιος, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι
3306εἶσθε σύμφωνος εἰς τὴν βάσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ συμφωνῇ καὶ
3307ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πρέπει νὰ ἀνυψωθῇ τὸ
3308βιοτικὸν ἐπίπεδον τῶν δικαστῶν. Μέχρις ὅτου καταστῇ τοῦτο
3309δυνατὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ ἐπιθεώρησις τῶν κατω-
3310τέρων δικαστηρίων, ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ἀσκήσεως ἐλέγχου,
3311ἀλλὰ τῆς καθοδηγήσεως τούτων. Μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα καὶ
3312μὲ τὰ ἄλλα τὰ ὀρθότατα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν οἱ κ. κ. συν-
3313άδελφοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς
3314τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, χωρὶς αὐτὸ νὰ εἶναι εἰς βάρος τῶν Ἐφε-
3315τῶν, διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ καθοδήγησις τῶν κατωτέρων
3316δικαστῶν. Μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ ἀ-
3317πὸ ὅλους ἀντιληπτὸν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη
3318πρέπει νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἐξυψωθῇ, ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως ἤ-
3319θους, διότι ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος της,
3320ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως ποιοτικῆς, ἐπιστημονικῆς καταρτίσεως
3321καὶ αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθῇ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποὺ ἀνεπτύχθησαν
3322πρὸ παντὸς διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσε-
3323ως τῶν δικαστῶν. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, κύριε Ὑπουργέ,
3324ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποὺ ἀνεπτύχθησαν, νομίζω ὅτι θὰ σᾶς πεί-
3325σῃ, νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν προτεινομένην λύσιν.
3326§214Β. ΑΝΑΣΤΑΣΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα τῆς αὐξή-
3327σεως τῶν θέσεων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν πρέπει νὰ κριθῇ, ὄχι
3328μόνον μὲ βάσιν τὰ ὅσα πολὺ ὀρθῶς ἀνέπτυξαν οἱ κ. κ. συν-
3329άδελφοι, ἀλλὰ μὲ βάσιν τὸ γενικὸν ὑπαλληλικὸν θέμα. Ὅ-
3330πως γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
3331κῶν, ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατώρθω-
3332σαν νὰ αὐξήσουν τὰς ἀνωτέρας θέσεις των. Ὅπως δὲ εἶπον
3333κατὰ τὴν ψήφισιν ἄλλου νομοσχεδίου αὐτὴ ἡ προσπάθεια
3334τῆς αὐξήσεως ἐγένετο, ὄχι μόνον διότι αἱ ἐργασίαι ὅλων
3335τῶν κλάδων ηὐξήθησαν, καὶ συνεπεία τούτου ἦτο ἀναγκαία
3336ἡ αὔξησις τῶν ἀνωτέρων θέσεων, ἀλλὰ ὅπως γνωρίζετε αἱ
3337ἀνώτεραι θέσεις εἶναι τὰ ἰδανικὰ τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκουν ὅλοι
3338οἱ ὑπάλληλοι. Ἐὰν πάρωμεν τὸ μέτρον τῆς ἀναλογίας τῶν
3339διοικητικῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἔγινε τοιαύτη αὔξη-
3340σις εἰς τὰς διοικητικὰς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυ-
3341νατὸν νὰ ὀνειρευθοῦν οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Κατὰ συνέ-
3342πειαν, νομίζω ὅτι ὑπὸ τὸ πρῖσμα τοῦ γεγονότος τούτου, ὅτι
3343δὲν πρέπει οἱ δικαστικοὶ ἐπειδὴ δὲν ἀπεργοῦν, ἐπειδὴ δὲν
3344συνδικαλίζονται, ἐπειδὴ δὲν ἐνοχλοῦν νὰ μὴ εὕρουν ἀπὸ τὴν
3345Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν τους, τὴν κατανόησιν, ἡ ὁ-
3346ποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ. Εἰς τὸ
3347παρελθόν, ὅτε ὡς Πρόεδρος τῆς Α.Δ.Ε.Δ.Υ. διεξῆγον ἀγῶ-
3348νας πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων,
3349καίτοι οἱ δικαστικοὶ δὲν μετεῖχον εἰς τὴν Α.Δ.Ε.Δ.Υ., πάν-
3350τοτε ἐφροντίζαμε διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν τυχὸν εὐεργετη-
3351μάτων καὶ εἰς τοὺς δικαστικούς. Καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι
3352πάντοτε διεκήρυξαν καὶ εἶπον ὅτι οἱ δικαστικοὶ πρέπει νὰ
3353ἀμείβωνται διὰ τὸ καλὸν τοῦ Ἔθνους. Κατὰ συνέπειαν ἀφοῦ
3354καὶ ὁμόθυμος θέλησις ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἶναι,
3355ὅτι πρέπει οἱ δικασταὶ νὰ τύχωσιν ἰδιαιτέρας μεταχειρίσε-
3356ως, λόγῳ τοῦ εἰδικοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦν, εἰς τὴν
3357χώραν καὶ ἰδίᾳ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀφοῦ
3358αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἱκανοποιήσητε τὸ αἴ-
3359τημα τῆς οἰκονομικῆς των ἐξυψώσεως, τοὐλάχιστον νὰ αὐ-
3360ξήσητε τὰς θέσεις των. Ἄλλωστε πρόκειται περὶ μικροῦ ἀ-
3361ριθμοῦ θέσεων.
3362§215Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπ. Δικαιοσύνης).
3363Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν δικα-
3364στικῶν πραγμάτων.
3365§216Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον ἡ δικαιοσύνη νὰ ἵ-
3366σταται πολὺ ὑψηλά, ἵσταται ὑψηλά, ἀλλὰ πρέπει πολὺ ὑ-
3367ψηλὰ καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει, ὅπως εἶπε καὶ ὁ συνάδελφος κ.
3368Τσουκαλᾶς, οἱ δικασταὶ νὰ ἀμείβωνται ἐπαρκῶς. Διότι, ὅταν
3369τὸν δικαστὴν τὸν πιέζουν αἱ βιοτικαί του καὶ οἰκογενειακαί
3370του ἀνάγκαι δὲν θὰ εἶναι ἀπερίσπαστος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν
3371τῶν καθηκόντων του τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχε-
3372δίου ἐπαυξάνονται. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ ὁ μὴ νομικὸς πι-
3373στεύω ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶναι ἀ-
3374παραίτητος, χωρὶς βεβαίως νὰ ἐλαττώσητε ἀνάλογον ἀρι-
3375θμὸν Ἐφετῶν. Παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ δεχθῇ
3376τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁλόκληρος ἡ Βου-
3377λή. Δὲν φαντάζομαι νὰ εὑρίσκεται καὶ εἷς βουλευτὴς ὁ ὁ-
3378ποῖος νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην. Πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ
3379κάμῃ αὐτὴν τὴν μικρὰν θυσίαν νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν
3380Ἀρεοπαγιτῶν, χωρὶς νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν Ἐφε-
3381τῶν.
3382§217Θ. ΛΥΜΠΕΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ καταστῇ
3383πλέον ἔκδηλος ἡ ὁμόθυμος θέλησις τοῦ Σώματος, ἐπὶ τῆς ἀ-
3384νάγκης τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, ἐζή-
3385τησα τὸν λόγον ἰδίᾳ νὰ συνηγορήσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς αὐ-
3386ξήσεως. Μελετήσατε τὸν τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ λει-
3387τουργήσῃ, ὅπως ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βρα-
3388νόπουλος καὶ τὸ Γʹ Τμῆμα, διὰ τὴν ταχεῖαν λειτουργίαν τῆς
3389δικαιοσύνης.
3390Δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀναλώμασι τῶν Ἐφετῶν, διότι εἶ-
3391ναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὰ Ἐφετεῖα ὑπάρχουν πάρα πολλαὶ κεναὶ
3392θέσεις καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ Ἐφετεῖον Ροδόπης, ὅπου ὑ-
3393πάρχουν μόνον τρεῖς Ἐφέται, μέχρι δὲ πρὸ ὀλίγων μηνῶν
3394ὑπῆρχεν εἷς καὶ μόνον. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι, παραλλήλως μὲ
3395τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν, πρέπει νὰ
3396αὐξηθῇ καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἐφετῶν διὰ τὴν ταχεῖαν ἀπονο-
3397μὴν τῆς δικαιοσύνης.
3398§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαδημητρίου, ἔχει τὸν λό-
3399γον.
3400§219Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀνεπτύχθη-
3401σαν ἐπαρκῶς οἱ λόγοι διὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς τροπολογίας
3402διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς συνηγοροῦμεν. Δὲν φαντάζομαι ὁ
3403κ. Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ λόγους ἰσχυροτέρους νὰ μᾶς πείσῃ πε-
3404ρὶ τοῦ ἀντιθέτου, ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ νὰ μὴ μειωθοῦν αἱ θέσεις
3405τῶν Ἐφετῶν, νὰ αὐξηθοῦν.
3406§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει
3407τὸν λόγον.
3408§221Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
3409Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον καὶ προηγουμένως ὁμιλῶν, ὅτι
3410τὸ συζητούμενον νομοθέτημα δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ καθορίσῃ
3411τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστῶν τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑλλάδος,
3412διότι τοῦτο περιορίζεται μόνον εἰς τὸ ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Ἄρειον
3413Πάγον. Δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι εἰς τὰ δικαστή-
3414ρια οἱ Ἕλληνες δικασταὶ μὲ τὴν μεγάλην ἀποστολήν, τὸν
3415τεράστιον φόρτον καὶ τὰς γνωστὰς ἀμοιβάς, ἀνταποκρίνον-
3416ται κατὰ τὸν πλέον ἱκανοποιητικὸν τρόπον εἰς τὴν μεγά-
3417λην ἀποστολήν των καὶ συντελοῦν καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν
3418διατήρησιν τοῦ γοήτρου τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, θεμε-
3419λίου τῆς Κρατικῆς μας ὑποστάσεως. Ἀπὸ δὲ τὰς ἐκθέσεις
3420τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀρεοπαγιτῶν καὶ ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν
3421εἰσαγγελέων ἐφετῶν, συνάγεται τὸ παρήγορον συμπέρασμα
3422ὅτι οἱ δικασταὶ ἐπιτελοῦν πλήρως καὶ εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ
3423καθῆκον των μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ἀναγράφεται εἰς
3424τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρεί-
3425ου Πάγου, ὅτι δικαιολογεῖται τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ Δικαι-
3426οσύνη διάγει τὴν χρυσῆν περίοδον ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημο-
3427νικῆς ἐγκρατείας καὶ καταρτίσεως τῶν δικαστῶν καὶ ἀπὸ
3428τῆς ἀπόψεως δικαστικοῦ ἤθους καὶ ἀκεραιότητος. Καὶ τὸ
3429συμπέρασμα τοῦτο, κατὰ τὴν ἰδίαν ἔκθεσιν, δὲν ἐπηρεάζε-
3430ται τὸ παράπαν ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν δικαστῶν τινων ὑστερούν-
3431των ἴσως εἰς ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν, ἐξωπλισμένων ὅ-
3432μως εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν μὲ δικαστικὴν συνείδησιν καὶ ἀ-
3433κεραιότητα. Ὑπάρχουν ἀκόμη κεναὶ ὀργανικαὶ θέσεις εἰς
3434τὰ Πρωτοδικεῖα. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἐπιδιώκει τὴν
3435ταχεῖαν συμπλήρωσιν ὅλων τῶν κενῶν ἀποτόκων τῶν ἀπὸ
3436κατοχῆς καὶ ἐντεῦθεν περιπετειῶν.
3437Εἶχα τὴν εὐκαιρίαν πρὸ ἡμερῶν ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ θέμα-
3438τος τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν δικαστικῶν θέσεων, νὰ δη-
3439λώσω, ὅτι ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1955, διωρίσθησαν 51 νέοι
3440δικασταὶ καὶ 110 εἰρηνοδίκαι. Προσθέτω σήμερον εἰς τὴν
3441Βουλὴν ὅτι ἀναμένεται ἡ ἔγκρισις τῆς πιστώσεως διὰ τὴν
3442πρόσληψιν 20 παρέδρων ἐκ τῶν ἐπιτυχόντων εἰς τὸν τελευ-
3443ταῖον διαγωνισμὸν καὶ ὅτι ἐπιπροσθέτως θὰ προκηρυχθῇ νέ-
3444ος διαγωνισμὸς διὰ τὴν κάλυψιν τῶν κενῶν.
3445Φυσικὰ δὲν θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ κάλυψις ἐν συνόλῳ
3446τῶν ὑφισταμένων κενῶν μὲ τὴν ἐνέργειαν τοῦ νέου διαγω-
3447νισμοῦ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ διαφεύγῃ τὴν ἀντίληψίν μας,
3448ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργοῦνται ἐπαρκεῖς δικασταὶ
3449ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην ἡμέραν.
3450Εἶναι ἐπίσης παρήγορον τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τοὺς δια-
3451γωνισμοὺς προσέρχονται νέοι μὲ ἀρίστην ἐπιστημονικὴν κα-
3452τάρτισιν ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ
3453Ἀρείου Πάγου δικαιολογεῖ τὴν ἐλπίδα, ὅτι καὶ οἱ νέοι δικα-
3454σταί, παρὰ τὰς δυσχερείας καὶ τὰς βιοτικὰς ἀντιξοότητας,
3455θὰ συνεχίσουν τὴν παράδοσιν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
3456Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις τὴν
3457ἑσπέραν ταύτην ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν δικαστηρίων ἐν τῷ
3458συνόλῳ, θὰ περιορισθῶ ἀναγκαστικῶς εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ συ-
3459ζητούμενον νομοσχέδιον.
3460Νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δὲν θὰ
3461ἐτίμα τὴν Δικαιοσύνην ἂν πολλοὶ διάδικοι ἔσπευδον εἰς τὸν
3462Ἄρειον Πάγον διὰ νὰ ζητήσουν δικαίωσιν τοῦ προσβλη-
3463θέντος ἀπὸ τὰ δικαστήρια τῆς οὐσίας δικαίου. Ὁ ἀριθμὸς
3464τῶν Ἀρεοπαγιτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνδέεται μὲ τὴν
3465αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ ἢ τὴν ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων τῆς Ἐ-
3466πικρατείας.
3467Αἱ διαφοραὶ κρίνονται καὶ τερματίζονται εἰς τὰ δικα-
3468στήρια τῆς οὐσίας, μικρὸς δὲ ἀριθμὸς ὑποθέσεων προωθεῖ-
3469ται εἰς τὸ ἀκυρωτικόν. Τὸ ἀντίθετον θὰ ἀπεδείκνυεν ἔλ-
3470λειψιν ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν ἐπάρκειαν τῶν δικαστηρίων τῆς
3471οὐσίας. Ἡ ἐμπιστοσύνη ὅμως ὑπάρχει καὶ διὰ τοῦτο, προσ-
3472τιθεμένης καὶ τῆς ἀπαιτουμένης δικαστικῆς δαπάνης, ὀλί-
3473γαι μόνον ὑποθέσεις φθάνουν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον.
3474Ὁ σημερινὸς ἀριθμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν εἶναι ἐπαρ-
3475κὴς διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν βάσει τοῦ κρα-
3476τοῦντος συστήματος. Μοῦ ἐδόθη ὑπεύθυνος πληροφορία σή-
3477μερον ἀπὸ τὴν Γραμματείαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι εἶναι
3478σήμερον λευκὰ τὰ πινάκια τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ μηνὸς
3479Μαΐου τοῦ προσεχοῦς ἔτους. Ἀντιθέτως εἰς τὸ Συμβούλιον
3480τῆς Ἐπικρατείας, ἀπὸ διμήνου ὡς μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ Πρό-
3481εδρος εἶχον κλεισθῆ τὰ πινάκια καὶ τῶν Συνεδριάσεων τοῦ
3482Μαΐου, ἦτο δὲ ὑποχρεωμένος νὰ προσδιορίσῃ συζητήσεις
3483ὑποθέσεων διὰ τὸν Ὀκτώβριον ἀκόμη τοῦ 1958. Σήμερον
3484ἀσφαλῶς αἱ εἰσαχθεῖσαι νέαι ὑποθέσεις θὰ ἔχουν καλύψει
3485τὰ πινάκια τοῦ Δεκεμβρίου 1958.
3486Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον προβλέπονται τρεῖς Ἀντιπρό-
3487εδροι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των
3488διὰ νὰ λειτουργήσουν κάλλιστα τρία τμήματα. Τὸ νέον σύ-
3489στημα δὲν πρόκειται νὰ μεταβάλῃ οὐσιαστικῶς τὸν ὄγκον
3490τῆς ἐργασίας.
3491Καὶ μὲ τὸ ἐγκαταλειπόμενον σύστημα ὁ Εἰσηγητὴς
3492ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἐξονυχίσῃ τὴν ὑπόθεσιν διὰ νὰ εἰση-
3493γηθῇ προφορικῶς εἰς τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ κλειστὸν γρα-
3494φεῖον τῆς διασκέψεως, νὰ διατυπώσῃ δὲ παραλλήλως ἐγ-
3495γράφως καὶ τὴν ἀπόφασιν. Μὲ τὸ νέον σύστημα πρέπει νὰ
3496γίνῃ περίπου ἡ αὐτὴ ἐργασία. Ἀντιστρέφεται ὅμως ἡ σει-
3497ρὰ τῆς ἐργασίας.
3498Ἤδη, ὁ Εἰσηγητὴς θὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν πρὸ τῆς
3499δικασίμου καὶ θὰ διατυπώσῃ ἔγγραφον εἰσήγησιν, τὴν ὁ-
3500ποίαν θὰ ἀναπτύξῃ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ. Ἡ αὐτοσυντελεσθεῖσα
3501ἐργασία διευκολύνει ἔπειτα τὴν διάσκεψιν καὶ τὴν ἔγγρα-
3502φον διατύπωσιν τῆς ἀποφάσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψε-
3503ων τούτων φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀ-
3504ριθμὸς τῶν ὑπηρετούντων Ἀρεοπαγιτῶν, ὥστε νὰ παρέλκῃ
3505προσθήκη νέων Ἀρεοπαγιτῶν.
3506Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τοὺς κ. κ. συναδέλφους, νὰ
3507πεισθοῦν, ὅτι καὶ ἐγὼ διαπνέομαι ἀπὸ τὸν ἴδιον πόνον διὰ
3508τὴν ὑπηρεσιακὴν ἐξέλιξιν τῶν δικαστῶν, νομίζω, ὅμως, ὅτι δὲν
3509δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν πλέον τῶν θέσεων ἐκείνων αἱ
3510ὁποῖαι καλύπτουν τὰς ἀνάγκας.
3511Τὸ ὅλον θέμα τῶν δικαστῶν, βεβαίως, θὰ ἀντιμετωπι-
3512σθῇ εἰς προσεχὲς νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ συντόμως
3513καὶ θὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
3514Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν
3515μου πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν τόσον
3516εἰς τὴν ἐπιψήφισιν μιᾶς διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν
3517νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐντίμους κατὰ πάντα δικαστάς, δὲν πρό-
3518κειται ὅμως νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὴν Δικαιοσύνην.
3519§222Α. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι καὶ τόσον εἰδυλλιακὴ ἐ-
3520νημερότης, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον ἕως τὸν Ἀ-
3521πρίλιον!
3522§223Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
3523Δὲν θὰ κριθῇ ἡ ἐνημερότης ἀπὸ τὰ πινάκια, κύριε Τσου-
3524καλᾶ; Ἀπὸ ποῦ, ἀλλοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἡ ἐνημερό-
3525της τοῦ δικαστηρίου;
3526Ἀντιθέτως, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπὸ
3527διμήνου περίπου μὲ ἐπληροφόρησε δι’ ἐγγράφου του ὁ Πρό-
3528εδρος τοῦ Συμβουλίου ὅτι εἶχον κλείσει αἱ δικάσιμοι, τὰ
3529πινάκια καὶ τοῦ Ἰουνίου, μέχρι τῆς ἡμέρας τῶν δικαστι-
3530κῶν διακοπῶν, καὶ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ προσδιορίζῃ —
3531πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καὶ δὲν ἔκαμεν, ἐκράτησε χωρὶς προσ-
3532διορισμὸν τὰς ὑποθέσεις — ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ προσδιο-
3533ρίζῃ συζήτησιν ὑποθέσεων διὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1958.
3534§224Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει τὰ ὅσα
3535λέγετε, διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ
3536Συμβουλίου Ἐπικρατείας.
3537§225Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
3538Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον ὁ κύριος Μπακόπουλος ἔχει
3539ἰδιαιτέραν ἀποστροφὴν πρὸς ἕνα ἀριθμὸν συμβολικὸν καὶ
3540διὰ τὴν πίστιν μας.
3541Εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἐν πάσει περιπτώσει, σήμερον
3542ὑπάρχουν τρεῖς Ἀντιπρόεδροι καί, κατὰ συνέπειαν, δύναν-
3543ται νὰ λειτουργήσουν κάλλιστα τρία πλήρη Τμήματα, ἐὰν
3544παραστῇ ἀνάγκη νὰ ὑπάρχουν τρία Τμήματα.
3545Τί ἐργασία, κύριοι συνάδελφοι, προστίθεται κατὰ τὸ
3546νέον σύστημα, διὰ νὰ κριθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη αὐξήσεως
3547τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν; Διότι, βεβαίως, συμμερίζο-
3548μαι ἀπολύτως ὅλα τὰ ἐκτεθέντα περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ δο-
3549θῇ μία εὐχέρεια ἐξελίξεως εἰς τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι δὲν
3550εἶναι δυνατὸν νὰ καταθλίβωνται ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰς τὸν αὐ-
3551τὸν βαθμόν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ τῆς
3552εἰσόδου περισσοτέρων δικαστῶν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ἀπὸ
3553ἐκείνους, ποὺ εἶναι ἀπαραίτητοι ἀπολύτως διὰ τὴν ἀπονο-
3554μὴν τῆς δικαιοσύνης.
3555Ποῖος, λοιπόν, ὁ ὄγκος ἐργασίας, ὁ προστιθέμενος μὲ
3556τὸ νέον σύστημα; Ἐὰν ἀποβλέψῃ κανεὶς εἰς τὰ ἀποτελέ-
3557σματα τοῦ 1956, ἐπὶ 160 ἀναιρετικῶν ἀποφάσεων, αἱ 35
3558ἀνῄρεσαν διὰ παράβασιν δικονομικῶν διατάξεων — καί,
3559κατὰ συνέπειαν, παρέπεμψαν τὰς ὑποθέσεις εἰς τὰ δικαστή-
3560ρια τῆς οὐσίας — αἱ ὑπόλοιποι δὲ ἀποφάσεις, αἱ 135, ἀνῄ-
3561ρεσαν διὰ παράβασιν οὐσιαστικοῦ νόμου καί, κατὰ συνέπει-
3562αν, ἤνοιξαν τὸν δρόμον πρὸς τὸ Βʹ Τμῆμα ἤ, ἐνδεχομένως,
3563πρὸς τὴν Ὁλομέλειαν.
3564Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ὡς βάσιν τὰ
3565συμπεράσματα καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1956 — ἀλλὰ καὶ
3566τοῦ 1955 εἶναι περίπου ὅμοια — καταλήγομεν εἰς τὸ συμ-
3567πέρασμα, ὅτι, κατὰ μέσον ὅρον, προστίθενται εἰς τὴν ἐργα-
3568σίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου 40 περίπου ὑποθέσεις ἐτησίως ἐξ
3569ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ἀναιρουμένης τῆς ἀποφάσεως διὰ λό-
3570γους δικονομικούς, παραπέμπονται εἰς τὰ δικαστήρια τῆς
3571οὐσίας, ὑπολογιζομένων δὲ 10 ἐργασίμων μηνῶν, ἀναφαίνε-
3572ται ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις ἀνέρχεται εἰς 4 ὑποθέσεις κατὰ μῆνα
3573δικάσιμον, δι’ ὅλους τοὺς Ἀρεοπαγίτας.
3574Αὐξάνει ὅμως ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποθέσε-
3575ων, ὁ ὄγκος τῆς ἐργασίας τὴν ὁποίαν καλεῖται ὁ Εἰσηγητὴς
3576καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος νὰ καταβάλλουν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν
3577τοῦ νέου συστήματος.
3578Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ τονισθῇ καὶ εἰς τὸ ση-
3579μεῖον αὐτὸ ὅτι τὸ νέον σύστημα, δὲν πρόκειται οὐσιαστικῶς
3580νὰ μεταβάλῃ τὴν κρατοῦσαν κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως ἐρ-
3581γασίας καὶ ἀπασχολήσεως, διότι ὁ εἰσηγητὴς ὁ ὁποῖος μέ-
3582χρι σήμερον δὲν ἠκούετο εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἀλλὰ ὁ
3583ὁποῖος ἐδέχετο τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ τὸν
3584Πρόεδρον εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἵνα μελετήσῃ τὴν δικογραφί-
3585αν καὶ τὴν εἰσηγηθῇ κατὰ τὴν διάσκεψιν τοῦ Δικαστηρίου,
3586εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μελετήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ὑπόθε-
3587σιν καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ διατυπώσῃ ἐγγράφως τὴν ἄ-
3588ποψίν του, ἡ ὁποία εἶναι πιθανὸν νὰ ἀποτελῇ καὶ τὴν γνώ-
3589μην τῆς πλειοψηφίας τοῦ δικάζοντος Δικαστηρίου. Θὰ γίνῃ
3590ἑπομένως ἡ ἐργασία ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτηθῇ καὶ τώρα κατὰ
3591τὴν εἰσήγησιν.
3592Τὸ πλεονέκτημα τοῦτο τοῦ νέου συστήματος εἶναι ὅτι ἡ
3593ἐργασία ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἀρεοπαγίτου,
3594θὰ ἔχῃ γίνει πρὸ τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ θὰ ἀκου-
3595σθῇ εἰς τὸ ἀκροατήριον, διὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν εἰς τὸ
3596Δικαστήριον καὶ τοὺς ἄλλους παράγοντας τῆς δίκης νὰ ἐκ-
3597θέσουν τὰς ἀπόψεις των καὶ θὰ ἐπιταχύνῃ καὶ τὴν ἔκδοσιν
3598τῆς ἀποφάσεως.
3599Ἂν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι μόνον 40–50 ὑποθέσεις θὰ
3600προστεθοῦν κατ’ ἔτος εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου
3601καὶ ὅτι τὸ εἶδος τῆς ἐργασίας μετὰ τὴν καθιέρωσιν τοῦ νέ-
3602ου συστήματος δὲν διαφέρει κατὰ πολὺ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν
3603ἡ ὁποία μέχρι σήμερον καταβάλλεται ἀπὸ τὸν Ἀρεοπαγί-
3604την, πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ ἀ-
3605ριθμὸς τῆς προσθήκης τριῶν νέων Ἀρεοπαγιτῶν ἱκανοποιεῖ
3606τὰς ἀνάγκας τὰς δημιουργουμένας.
3607Καὶ ὡς Ὑπουργός, ὑπεύθυνος, παρέχω τὴν πλη-
3608ροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ οἱ ἁρμόδιοι, ὅπως
3609εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ Πρόεδρος τοῦ
3610Ἀρείου Πάγου καὶ οἱ Ἀντιπρόεδροι τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ
3611ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ἔχουν οἱανδήποτε ἄποψιν ἀντίθετον ἢ
3612σύμφωνον μὲ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ βασικῶν θεσμῶν, ὅπως εἶ-
3613ναι ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἐπιδίκασις τῆς οὐσίας ἀπὸ τὸν Ἄρειον
3614Πάγον, εἶναι ὅμως πρόσωπα ποὺ περισσότερον παντὸς ἄλλου
3615εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζουν τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας θὰ δη-
3616μιουργήσῃ τὸ νέον σύστημα, διότι αὐτοὶ θὰ φέρουν καὶ τὴν
3617εὐθύνην τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου συστήματος καὶ δὲν θὰ
3618εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ
3619Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν θὰ ἤθελον νὰ ὑπάρχῃ με-
3620γάλος ἀριθμὸς ὁμοιοβάθμων των Ἀρεοπαγιτῶν καὶ νὰ ἀντι-
3621τίθενται εἰς τὴν μεγαλυτέραν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἀ-
3622ρεοπαγιτῶν. Εἶναι καὶ αὐτοὶ σύμφωνοι ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 3,
3623εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν νέαν ἐργασίαν
3624ἡ ὁποία προστίθεται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον.
3625Θὰ παρεκάλουν ἑπομένως τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ
3626πεισθοῦν ὅτι καὶ ἐγὼ διαπνέομαι ἀπὸ τὸν ἴδιον πόνον διὰ
3627τοὺς δικαστικοὺς καὶ τὴν σταδιοδρομίαν αὐτῶν καὶ ἔχω
3628κατηγορηθῆ δι’ ὑπέρμετρον προστασίαν τῶν Δικαστῶν. Εἰς
3629ἄλλο νομοσχέδιον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῇ ἡ συμ-
3630πάθεια ποὺ ἔχει ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία διὰ τοὺς δικα-
3631στικούς.
3632Ἀλλὰ σήμερον, προκειμένου περὶ τῆς κρίσεως πόσοι
3633Ἀρεοπαγῖται χρειάζονται εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, δὲν εἶ-
3634ναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ ἄλλας σκέψεις ὅπως π.χ.
3635ἡ ἀνάγκη τῆς δημιουργίας διεξόδου τῆς ἐξελίξεως διὰ τοὺς
3636Ἀρεοπαγίτας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπαναλαμβάνω τὴν πα-
3637ράκλησίν μου εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν
3638ψήφισιν διατάξεως, ἡ ὁποία ἱκανοποιεῖ τὴν φιλοδοξίαν ἐν-
3639τίμων Δικαστῶν, δὲν πρόκειται ὅμως νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς
3640ἀνάγκας τῆς Δικαιοσύνης.
3641Δέχομαι νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις περὶ ἀντιστοίχου μει-
3642ώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐφετῶν, καὶ παρακαλῶ τὸν κύρι-
3643ον συνάδελφον, νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν λύσιν αὐτήν, δη-
3644λαδὴ τῆς προσθήκης τριῶν Ἀρεοπαγιτῶν ἄνευ τῆς μειώ-
3645σεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Ἐφετῶν.
3646§226Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Διατί βάζετε διὰ διατάγματος;
3647Εἰπῆτε ὅτι προστίθενται 3 θέσεις.
3648§227Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
3649Βάζω διὰ διατάγματος, διότι ὅπως θὰ ἴδετε εἰς τὴν διάτα-
3650ξιν τοῦ ἄρθρου 30, δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀμέσως ὁ
3651θεσμός. Βεβαίως καὶ ἐγὼ συμπαθῶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν Ἐφε-
3652τῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν εἰς
3653τὴν δημιουργίαν τῶν Ἀρεοπαγιτῶν πρὶν ἐπιστῇ ἡ ἀνάγκη.
3654§228Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Καλὸν εἶναι νὰ πᾶνε ἀπὸ τώρα
3655νὰ μάθουν τὴν διαδικασίαν.
3656§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὴν δήλωσιν,
3657τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κύριος Ὑπουργός, οἱ ὑποβάλλοντες τὴν
3658πρότασιν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐπιμένουν;
3659§230Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐγὼ κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων
3660τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀποσύρω τὴν ὑπογραφήν
3661μου.
3662(Ἐπακολουθεῖ ὁμοία δήλωσις καὶ τῶν ὑπολοίπων καὶ
3663ἡ πρότασις θεωρεῖται ὡς ἀποσυρθεῖσα).
3664§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 29 ὡς ἐτροπολογήθη
3665ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ;
3666§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
3667§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 29 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροπο-
3668ποιήθη ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
3669Ὁ κύριος Χ. Παπασταύρου ἔχει τὸν λόγον.
3670§234Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι πά-
3671ρα πολὺ ὅτι δὲν παριστάμην ὅταν ἐψηφίζοντο αἱ σχετικαὶ δι-
3672ατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μί-
3673αν πρότασιν τὴν ὁποίαν ἴσως τὴν υἱοθετήσετε ὡς ἴδιον ἄρ-
3674θρον, ἐκτὸς πλέον ἂν ὑπάρχῃ εὐχέρεια νὰ τὴν προσθέσετε
3675εἰς τὸ ἄρθρον 14.
3676Ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 14 ὁρίζει ὅτι ὁ διάδικος, ὁ
3677ἐπισπεύδων διάδικος, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὴν αἴτησιν ἀ-
3678ναιρέσεως καὶ τὰ ἀντίγραφα ὅλων τῶν διαδικαστικῶν πράξεων
3679ποὺ προηγήθησαν, ἐπισήμως μαζὶ μὲ τὴν αἴτησιν. Τί γίνε-
3680ται μετὰ τὴν κατάθεσιν;
3681Ὁλόκληρον τὸν φάκελλον αὐτόν, ὡς κατετέθη, θὰ τὸν
3682πάρῃ ὁ Εἰσηγητής, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ τὸν καταθέσῃ, 8 ἡμέ-
3683ρας πρὸ τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν γραμματείαν.
3684§235Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
3685Μὴ προχωρῆτε, κύριε Παπασταύρου, ἤδη ἔχει ἀντιμετωπι-
3686σθῆ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ὁ ἐπισπεύδων τὴν συζήτησιν βάσει τρο-
3687πολογίας ἡ ὁποία ἔγινε δεκτὴ θὰ καταθέσῃ τρεῖς σειρὰς
3688τῶν δικογράφων, τὴν μίαν χαρτοσημασμένην καὶ τὰς ἄλλας
3689δύο ἀτελῶς, διὰ νὰ ἔχῃ καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς
3690διὰ νὰ εἶναι προητοιμασμένοι διὰ τὴν συζήτησιν.
3691§236Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Καὶ ἄλλο ἕνα σημεῖον ἤθελα νὰ
3692παρατηρήσω. Λέγομεν εἰς τὸ ἄρθρον 18, ὅτι ὁ Εἰσηγητὴς
3693θὰ διατυπώνῃ τὴν ἔκθεσίν του, τὴν ὁποίαν καὶ θὰ καταθέτῃ
3694ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 18, ἀλλὰ ἡ εἰσήγησις θὰ ἀναφέρεται
3695καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ποὺ παραπέμπεται εἰς τὸ ἕνα, εἰς
3696τὰ δύο τμήματα, καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας;
3697Δὲν νομίζετε πολὺ παράτολμον τὴν καινοτομίαν αὐτήν;
3698Ἡ εἰσήγησις θὰ περιορίζεται μόνον εἰς τὸ νομικὸν μέρος,
3699ὁσάκις συζητεῖται ἡ οὐσία νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰσήγησις, ἀλλὰ
3700νὰ ἀναφέρεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ὁ Εἰσηγη-
3701τής.
3702§237Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μοῦ ὑπενθύμισε
3703συνάδελφος, προηγουμένως, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀναίρεσις
3704κατ’ ἀποφάσεων περὶ προσωρινῶν μέτρων. Δὲν ξεύρω εἰς
3705ποίαν διάταξιν στηρίζεται αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
3706§238Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης).
3707Εἶναι ὁ νόμος ΓΩΚΖ τοῦ Δημητρακοπούλου τοῦ 1911.
3708§239Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ξέρετε πολὺ καλὰ ὅτι πολλαὶ δι-
3709αφοραὶ λύονται διὰ προσωρινῶν μέτρων.
3710Νὰ βάλετε μίαν διάταξιν νὰ ἐπιτρέπεται ἡ ἀναίρεσις
3711κατὰ ἀποφάσεων περὶ προσωρινῶν μέτρων.
3712§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 30;
3713§241ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
3714§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 30 ἐγένετο δεκτόν.
3715Δεκτὸν καὶ τὸ σχέδιον νόμου;
3716§243ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
3717§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’
3718ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ
3719συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ Δικαστη-
3720ρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῆς ἐνώ-
3721πιον αὐτοῦ διαδικασίας ἐπὶ τῶν πολι-
3722κῶν δικῶν».
3723Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχε-
3724δίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων
3725σχετιζομένων πρὸς τὰ μονοπωλιακὰ
3726εἴδη».
3727§245Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον
3728αὐτὸ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν μὲ δύο τροπολογίας.
3729§246Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ἐπιθυ-
3730μῶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν κατ’ ἀρχὴν ἀπόψε νὰ συ-
3731ζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι πρέπει νὰ καταστῇ νό-
3732μος τοῦ Κράτους πρὸ τοῦ τέλους τοῦ μηνὸς διὰ νὰ ὑπογρα-
3733φῇ ἡ ἀνανέωσις τῆς συμβάσεως, ἄλλως δημιουργοῦνται πολ-
3734λὰ προβλήματα. Ἑπομένως ἐπιθυμῶ κατ’ ἀρχὴν ἡ Βουλὴ
3735νὰ τὸ ἀποδεχθῇ καὶ τὴν προσεχῆ Πέμπτην νὰ τὸ ψηφίσῃ
3736εἰς τὸ σύνολον.
3737§247Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Πρό-
3738εδρε, ἐντὸς 10 λεπτῶν τῆς ὥρας νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον
3739τόσον σοβαρόν.
3740§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τζαννετάκη, ἔχετε τὴν εὐχέρειαν
3741κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξετε τὰς ἀπόψεις
3742σας.
3743§249Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτη-
3744σιν, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις διὰ τὴν κατ’
3745ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
3746§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ εἰς τὴν συζήτησιν
3747τοῦ νομοσχεδίου.
3748§251Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον
3749τὸ συζητούμενον ἔχει εἰσηγητάς, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ κλη-
3750θοῦν πρῶτοι νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των.
3751§252Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν αὐτό.
3752§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μπάλλας, ὡς εἰσηγητής, ἀ-
3753πουσιάζει. Ὁ κύριος Μαρῆς ἔχει τὸν λόγον.
3754§254Κ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἑταιρεία Ὑπεγγύων
3755Προσόδων εἶναι μία ἑταιρεία ἡ ὁποία ἱδρύθη πρὸ πολλῶν
3756δεκαετηρίδων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπεβλήθη μᾶλλον τότε ὑπὸ
3757τοῦ διεθνοῦς οἰκονομικοῦ ἐλέγχου διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἔλεγχος
3758τῆς διαχειρίσεως ὡρισμένων εἰδῶν μονοπωλιακῶν ἀποκληθέν-
3759των, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κατεβάλλοντο τὰ ὀφειλόμενα πρὸς τὰ δά-
3760νεια τοῦ ἐξωτερικοῦ ποσά.
3761Ἡ ἑταιρεία αὐτὴ ἔφερε τότε εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς κε-
3762φάλαιά της τὸ ποσὸν τῶν 200 ἑκατομμυρίων χρυσῶν φράγ-
3763κων, ἤτοι περίπου ποσὸν ἀντιστοιχοῦν πρὸς 80 ἑκατομμύρια
3764δολλάρια σημερινά.
3765Τὰ σημερινὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρείας αὐτῆς μόλις καὶ
3766μετὰ βίας ἀνέρχοντα εἰς 50–60 χιλιάδες δολλάρια, πρᾶγ-
3767μα τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι ἡ ἑταιρεία αὐτὴ εἰς τὸν τόπον
3768μας δὲν εὐδοκίμησε, ἔχασε τὸ σύνολον σχεδὸν τῶν κεφαλαί-
3769ων της. Σήμερον ἡ ἑταιρία, μετὰ τὴν κατοχήν, ὅπου ἔπαθε
3770τὰς μεγαλυτέρας ζημίας, δυνάμει τῆς συμβάσεως ἀπὸ τοῦ 1950
3771καὶ ἐντεῦθεν εἰσπράττει τὸ ποσὸν τοῦ 1.200.000 ἐτησίως
3772διὰ νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας της εἰς τὸ δημόσιον διαχει-
3773ριζομένη τὰ μονοπωλιακὰ λεγόμενα εἴδη καὶ διὰ τὴν εὐθύ-
3774νην τὴν ὁποίαν ἔχει ἔναντι τοῦ δημοσίου διὰ πᾶσαν τυχὸν
3775ζημίαν αὐτοῦ. Ἡ πραγματικὴ ἀμοιβὴ τῆς ἑταιρίας ἀνέρχεται
3776μόνον εἰς 570.000.
3777Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι καταπεπο-
3778νημένον.
3779§255Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Ποῖον Σῶμα εἶναι καταπεπονημέ-
3780νον. Ὑπάρχει Σῶμα ἐδῶ;
3781§256Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Πρὸ ὀ-
3782λίγου συνεζητούσατε νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Δικαι-
3783οσύνης.
3784§257Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Τὸ λέγω δι’ ἡμᾶς. Δὲν ὑπάρχει
3785Σῶμα, κύριε Ὑπουργέ.
3786§258Κ. ΜΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει
3787πλέον ἀπαρτία. Πάντως ἡ Βουλὴ εἰσῆλθε εἰς τὴν συζήτη-
3788σιν τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι ἠμποροῦμε νὰ διακόψωμεν
3789τώρα καὶ νὰ ἐξακολουθήσωμεν μεθαύριον.
3790§259Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Νὰ τὸ ψηφίσωμεν τώρα εἰς πρώ-
3791την συζήτησιν.
3792§260Κ. ΜΑΡΗΣ. Ἂς διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε, διότι νο-
3793μίζω ὅτι ἀπᾴδει πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου
3794νὰ διεξάγεται συζήτησις ἐνώπιον 13 βουλευτῶν.
3795§261Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Νὰ γίνῃ
3796δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.
3797§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ἔχετε ἀντίρρησιν
3798νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον;
3799§263Κ. ΜΑΡΗΣ. Θέλω νὰ συνεχίσω, κύριε Πρόεδρε, τὴν
3800συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ δι’ αὐτὸ
3801δέχομαι νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις τώρα καὶ νὰ ἐξακολουθή-
3802σῃ τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
3803§264Δ. ΑΛΙΠΡΑΝΤΗΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομικῶν). Ἕνα ἄρ-
3804θρον ἔχει τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν
3805μεθαύριον, ἀφοῦ γίνῃ σήμερα δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.
3806§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν κατ’ ἀρχήν;
3807§266Π. ΤΖΑΝΝΕΤΑΚΗΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
3808§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνε-
3809δρίασιν;
3810§268ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3811§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν
38126.30′ μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτή-
3813σεις καὶ ἐπερωτήσεις.
3814(Ὥρα 11.45′ μ. μ.).