| 1171 | 1951—52 | ἄμεσοι φόροι | 20,6% | |
| 1172 | ἔμμεσοι φόροι | 67,6% | ||
| 1173 | 1952—53 | ἄμεσοι φόροι | 18,4% | |
| 1174 | ἔμμεσοι φόροι | 66,2% | ||
| 1175 | 1953—54 | ἄμεσοι φόροι | 18,7% | |
| 1176 | ἔμμεσοι φόροι | 69,6% | ||
| 1177 | 1954—55 | ἄμεσοι φόροι | 19,3% | |
| 1178 | ἔμμεσοι φόροι | 68,2% | ||
| 1179 | Ὀκτάμηνον 1955—56 | ἄμεσοι φόροι | 14,9% | |
| 1180 | ἔμμεσοι φόροι | 78,4% |
1956.04.05
3,547 rows · 26,954 words · 1 table · 80 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4η
Πέμπτη 5 Ἀπριλίου 1956
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Π. Κηπουρὸς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Π. ΚΗΠΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Φιλελευθέρας Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως κ. Σ. Βενιζέλος, ἔχει τὸν λόγον.
§4Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία προέκυψεν ἐκ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ἐνώπιον ἡμῶν διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον μας, ἀποτελεῖ μίαν νέαν ἔκδοσιν τῶν Κυβερνήσεων τῆς τετραετίας τοῦ Συναγερμοῦ. Κατὰ μεγάλο ποσοστὸν τὰ ἴδια πρόσωπα συνθέτουν καὶ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἰδία νοοτροπία καὶ τὰ ἴδια συστήματα ἐφηρμόσθησαν πρὸς κατάκτησιν τῆς ἐξουσίας. Δὲν διατυπώνω μομφήν, διότι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ἀνετέθη ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν σημερινὸν Πρόεδρόν της. Οὔτε κἄν, διότι χάρις εἰς τὴν Βασιλικὴν προτίμησιν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνηγορεύθη εἰς ἀρχηγὸν κόμματος. Εἶναι ἐσωτερικὴ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει. Κατηγορῶ μόνον τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπιμόνως ἐκράτησε τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐχρησιμοποίησε τὴν Κυβερνητικὴν μηχανήν, διὰ νὰ δημιουργήσῃ μίαν πλασματικὴν πλειοψηφίαν. Νομίζω, ὅτι ἦτο χρέος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, τὸν σχηματισμὸν ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν ἐπιμόνως ὅλα τὰ κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν πρέπει ἄλλωστε νὰ λησμονῆται τὸ γεγονός, ὅτι ἀξιώσει τοῦ Συναγερμοῦ κατὰ τὸ 1952 ἐσχηματίσθη ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις καὶ τῆς ὁποίας ἐπίλεκτον μέλος ἀπετέλει ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ ἐπακολουθήσαντα ἀποτελέσματα ἀπέδειξαν πόσον δικαιολογημένον ἦτο τὸ αἴτημά μας, διότι ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργοῦντο ἀπὸ ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχετε σήμερον. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα). Πρέπει νὰ σημειωθῇ καὶ τοῦτο τὸ γεγονός. Ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἀσκηθεῖσαν ψυχολογικὴν βίαν, παρ’ ὅλας τὰς Κυβερνητικὰς πιέσεις, ἡ ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἦτο ἀποδοκιμαστική, διότι εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐψήφισε τοὺς συνδυασμοὺς τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ μόνον χάριν εἰς τὸ ἐφευρεθὲν ἐκλογικὸν σύστημα ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχε μίαν μικρὰν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν ἦλθον νὰ ἐνισχύσουν ὀλίγαι χιλιάδες ψήφων ἀλλοεθνῶν. Ἀλλὰ δὲν ἤρκεσε τοῦτο μόνον. Ἡ Κυβέρνησις ἐχρησιμοποίησε καὶ τὴν ψῆφον τοῦ Στρατοῦ, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν θέσιν της. Διότι, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ἐγώ, ὅτι εἰς μίαν περιφέρειαν, ὅπου ἡ Δημοκρατικὴ Ἕνωσις ἔλαβε τὰ 60% εἰς τὰ πολιτικὰ τμήματα, ἡ Κυβέρνησις ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν ἔλαβε τὰ 90%. Ἐπίστευα πάντοτε, ὅτι ὁ Στρατὸς ἔπρεπε νὰ μένῃ μακρὰν τῆς πολιτικῆς διαμάχης καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἐτήρησα ἀπαρεγκλίτως καθ’ ὅλην τὴν σταδιοδρομίαν μου. Τὰ πράγματα μᾶς ἐδικαίωσαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶ, ὅτι θὰ διεπράττετο ἓν τοιοῦτον ἐκλογικὸν ἀνοσιούργημα καὶ τοιαύτης ἐκτάσεως πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις ἀπὸ τοὺς ἐντεταλμένους νὰ ἐξασφαλίζουν τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Δὲν ἔμεινε τίποτα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἐχρησιμοποιήθη, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐκλογικὴ νίκη τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ψηφοφορία εἰς τὰ στρατιωτικὰ τμήματα ὑπενθυμίζει τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐνεργοῦνται αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὸ παραπέτασμα. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§5Δ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Κύριε,..... (Θόρυβος ἐκ τῆς ἀριστερᾶς, κωδωνοκρουσίαι).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀφήσατε τὸν Πρόεδρον νὰ διευθύνῃ τὴν συνεδρίασιν. Τί θόρυβος εἶναι αὐτός. Εἷς συνάδελφος ἀγνοῶν ἀκόμη τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν ἠγέρθη νὰ διακόψῃ ἀρχηγὸν ἀγορεύοντα. Ὁ Πρόεδρος ἦτο ἕτοιμος νὰ κάμῃ τὸ καθῆκον του, ἡ ἐπέλασίς σας ἦτο ἄτοπος. Ἀφήσατέ με νὰ διευθύνω τὴν συνεδρίασιν, μὴ ἀναλαμβάνετε καθήκοντα Προέδρου, διότι κατόπιν θὰ γίνῃ καὶ τὸ ἀντίθετον. Ἀφήσατέ με νὰ διευθύνω καὶ ἐὰν τυχὸν ἔχετε παράπονα κατόπιν νὰ τὰ διατυπώσητε.
§7Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε δύο λέξεις...... (Θόρυβος).
§8Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλατε τὴν τάξιν παρακαλῶ. Νομίζω ὅτι ἀδικαιολογήτως ἐδημιουργήθη ὁ ἐρεθισμὸς αὐτός. Ὁ κ. συνάδελφος ἐνόμισεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ. Τοῦ ἐγένετο ἀμέσως ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου ἡ σύστασις νὰ ἀποφύγῃ τὴν διακοπήν. Δὲν συνέτρεχε λόγος τῆς ἀγανακτήσεως αὐτῆς.
§9Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸ ἤξευρεν ἐγκαίρως.
§10Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Οὐδεμίαν λέξιν θὰ εἴπω περὶ τῆς οὐσίας τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Φ.Δ.Ε., ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. συνάδελφοι, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων φαίνεται δὲν γνωρίζουν τὸν Κανονισμὸν καὶ τὰς παραδόσεις τῆς Βουλῆς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ θὰ μοῦ μοῦ ἐπιτρέψῃ κατ’ ἐξοχὴν ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκόμενος ἀξιότιμος συνάδελφος ἀρχηγὸς τῆς Φ.Δ.Ε. νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ ἔγερσις βουλευτοῦ καὶ δὴ σεβαστοῦ καὶ ἀξιολόγου.....
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι εἶναι ἀξιόλογοι.
§12Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. ..... ὅτι ἡ ἔγερσις οἱουδήποτε βουλευτοῦ μὲ πρόθεσιν διακοπῆς τοῦ ρήτορος θὰ ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν παρέμβασιν εἴτε τοῦ ἀξ. κ. Προέδρου εἴτε τοῦ ἀξ. ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκομένου ἀρχηγοῦ. Καὶ δὲν ἐπετρέπετο... (Φωναὶ ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως) Μαθήματα θὰ μᾶς κάμετε;). .... δὲν ἐπετρέπετο νὰ σημειωθῇ τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη...... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιβάλετε τὴν τάξιν. Εἶναι κακὴ ἀρχὴ διὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὸ ἀποψινὸν φαινόμενον. Λάβετε ἐγκαίρως τὰ μέτρα σας. Σᾶς προειδοποιῶ. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Ὁ βουλευτὴς κ. Παπαδόπουλος ὁμιλεῖ χειρονομῶν ἀπὸ τῆς θέσεώς του πρὸς βουλευτὴν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μὴ ἀκουόμενος).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Παπαδόπουλε, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§14Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. (Ὁμιλεῖ ὄρθιος ἀπὸ τῆς θέσεώς του ἐν μέσῳ θορύβου μὴ ἀκουόμενος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ταλιαδούρη, παρακαλῶ, ἀφήσατε τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Φ.Δ.Ε. νὰ ὁμιλήσῃ. Ὁρίστε, κ. ἀρχηγὲ τῆς Φ.Δ.Ε.
§16Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι ἡ διακοπὴ τοῦ κ. βουλευτοῦ, προεκάλεσε τὴν ἀναταραχὴν αὐτήν. Ἴσως ὁ κ. Ἰατρίδης δὲν γνωρίζει ὅτι ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπονται αἱ διακοπαί. Προκειμένου δὲ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ διακοπάς, ὅπως, νομίζω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡμίλησε χθὲς ἄνευ διακοπῶν. Δὲν διστάζω, κύριοι, νὰ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ ψηφοφορία, ὡς διεξήχθη εἰς τὸ στράτευμα, ἀποτελεῖ πρόκλησιν ἄνευ προηγουμένου δι’ ἕνα ἐλεύθερον καὶ ὑπερήφανον λαὸν προσενεγκόντα τοσαύτας θυσίας ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Θὰ μοῦ ἀντιταχθῇ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως ὅτι ἡ ἀθρόα ψῆφος τῶν στρατιωτῶν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς συνεργασίας μας μὲ τὴν ἄκραν ἀριστεράν, ἀλλά, κ. βουλευταί, οἱ παλαιότεροι θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ ἔκτοτε, καθ’ ὅλας τὰς ἑκάστοτε ἐκλογάς, πάντοτε διετυποῦτο, μονίμως καὶ σταθερῶς, ἡ κατηγορία τοῦ συνοδοιπόρου καὶ τοῦ «πουλημένου». Συνεπῶς καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο καταρρίπτεται. Καὶ θὰ εἴπω, διὰ νὰ κάμω περισσότερον ἀνάγλυφον τὸν ἰσχυρισμόν μου, ὅτι κατὰ τὸ 1951, ὁπότε ὁ Στρατάρχης Παπάγος, κατῆλθε διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὰς ἐκλογάς, παρ’ ὅλον τὸ τεράστιον κῦρος τὸ ὁποῖον διέθετεν εἰς τὸν στρατευόμενον κόσμον τῆς Ἑλλάδος, δὲν κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὰ στρατιωτικὰ τμήματα ποσοστὸν πέραν τοῦ 62%. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν συνείδησιν τὴν ἰδικήν μας, ἕδραι αἱ ὁποῖαι κατεκτήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως χάρις εἰς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διεξήχθη ἡ ψηφοφορία εἰς τὰ στρατιωτικὰ τμήματα, δὲν ὑφίστανται. Δὲν θὰ δεχθῶμεν ποτὲ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ καὶ θὰ ἀποτελῇ μίαν συνεχῆ προστριβήν, ἡ ὁποία θὰ δηλητηριάζῃ τὰς σχέσεις Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ Κυπριακόν. Δὲν πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶ μὲ ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὰς Κυβερνήσεις τοῦ Στρατάρχου Παπάγου. Τοῦτο μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐν σχέσει μὲ τὴν διαδοχὴν τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Στρατάρχου Παπάγου. Ὅτι κατὰ τὴν πρώτην προσφυγὴν εἰς τὸν ΟΗΕ τὸ Κυπριακὸν ζήτημα ἐθεωρήθη ὡς ἐσωτερικὴ ὑπόθεσις τῆς Μ. Βρεταννίας. Ἐπετεύχθη κατὰ τὴν ... (δὲν ἠκούσθη) .... προσφυγὴν νὰ τηρηθῇ ὡς ζήτημα διεθνοῦς προβολῆς. Καὶ τὸ πρᾶγμα τοῦτο εἶχε κάποιαν μεγαλυτέραν σημασίαν. Δυστυχῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠξεύρω κατὰ ποῖον τρόπον, κατώρθωσε νὰ τὸ μετατρέψῃ καὶ πάλιν ὡς ἐσωτερικὸν ζήτημα τῆς Μ. Βρεταννίας. Καὶ ἀφοῦ ἐγκατέλειψε τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀνέθεσεν ἀπόλυτον πρωτοβουλίαν εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον ὑπὸ ἰδίαν εὐθύνην νὰ χειρισθῇ τὸ θέμα. Ἡ ἐντύπωσις τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει ἡ Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν πρώτην της περίοδον, ὅπως εἶχα τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸν Ὀκτώβριον 1955, εἶναι ὅτι δὲν ἠξεύρει τί ζητεῖ. Κατ’ ἀρχὴν εἴχομεν ὅλοι νομίσει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔβαινε πρὸς μίαν τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος. Κατόπιν, ἴσως ἐπηρεασθεῖσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν αἱ ὁποῖαι ἐπέκειντο, ἐτήρησε στάσιν ἀδιάλλακτον. Ἐνῷ ἰσχυρίζεται καὶ τὸ πιστεύω ὅτι θὰ εἶναι ἀκριβές, ὅτι ὑποστηρίζει τὸν ἀγῶνα τῶν Κυπρίων, ἀκολουθεῖ ἀλλοπρόσαλλον πολιτικήν, πλειοδοτοῦσα ἐσωτερικῶς καὶ μειοδοτοῦσα ἐξωτερικῶς. (Χειροκροτήματα). Ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις; Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν καταλάβω. Ἀποστέργει τὴν προσφυγὴν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας, ἰσχυριζομένη ὅτι τοῦτο εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ βλάψῃ τὴν μελλοντικὴν προσφυγὴν εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη καὶ κατέθεσε τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτὴ μᾶς φαίνεται ὡς μία δικλεὶς ἐξατμίσεως τῆς λαϊκῆς ἀγανακτήσεως, ὡς μία ἐνέργεια, ἡ ὁποία περισσότερον ἀποβλέπει εἰς τό νὰ κερδίσῃ χρόνον, μὲ τὴν ἐνδόμυχον μοιρολατρικὴν σκέψιν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ποὺ κατετέθη ἡ προσφυγὴ μέχρι τῆς συζητήσεως, θὰ μεσολαβήσῃ ἡ ἐξ ὕψους σωτηρία. Ὁ Κυβερνητικὸς τύπος, ὁ κατευθυνόμενος, ἐδημιούργησε πρὸς στιγμὴν μίαν ἐλπίδα ἐκ τῆς μεσολαβήσεως τῆς Ἀμερικῆς. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐξητμίσθη ἐντὸς δύο ἡμερῶν. Καὶ τὸ μόνον ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ θλιβερὰ διαπίστωσις, ὅτι αἱ ἀμερικανικαὶ ἀπόψεις ἐταυτίζοντο ἀπολύτως μὲ τὴν στάσιν τῆς Μ. Βρεταννίας. Σήμερον ἡ ἐθνικὴ αὐτὴ ὑπόθεσις εὑρίσκεται εἰς τὸ κενόν. Καὶ ἡ ἀνησυχία ἡ ὁποία μᾶς συνέχει εἶναι ἐκ τοῦ ὅτι φοβούμεθα τὴν διπλωματικὴν ἀπομόνωσιν εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ χώρα μας. Πρὸς ἐπίρρωσιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν τὴν ἑσπέραν τῆς 16ης Φεβρουαρίου. «Ὅτε ἐκλήθημεν πρὸ τετραμήνου εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας εἴχομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ὀξύτατα ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ προβλήματα. Ἐκλήθημεν νὰ διαχειρισθῶμεν τὸ Κυπριακὸν εἰς τὴν ὀξυτέραν του φάσιν καὶ παρελάβομεν τὸ θέμα τοῦτο προσωρινῶς κλειστόν, τὴν ἐπαύριον τῆς ἀποτυχίας τῆς Τριμεροῦς Διασκέψεως τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς ἀπορρίψεως τῆς προσφυγῆς μας ἀπὸ τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη. Παρελάβομεν τὴν ἁγίαν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου εἰς μίαν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀδέξιοι πολιτικοὶ χειρισμοὶ μᾶς εἶχον φέρει εἰς τραγικὸν ἀδιέξοδον. Μᾶς ἐπαγίδευον εἰς τὸ Λονδῖνον, μᾶς ἀπέπεμπον ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ μᾶς ἐμαστίγωναν εἰς Κων)πολιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθην νὰ ἀναλάβω τὰς εὐθύνας τοῦ Κυπριακοῦ. Ἠγωνίσθημεν τότε καὶ ἐπετύχομεν νὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ συζητήσεις, μεταβαλλόμεναι πλέον ἀπὸ τριμερεῖς εἰς διμερεῖς. Ἠγωνίσθημεν καὶ ἐπετύχομεν ἡ ἀδιαφορία τῆς Ἀμερικῆς νὰ μεταβληθῇ εἰς ἔντονον καὶ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς ἐπιλύσεως τοῦ Κυπριακοῦ καὶ κατωρθώσαμεν τὴν ἀκαμψίαν καὶ τὴν ἀμετακίνητον στάσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως νὰ τὴν ἀντικαστήσῃ ἡ προσφορὰ ὄχι μόνον τῆς αὐτοκυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως κατ’ ἀρχήν. Ἐὰν λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι παρομοίας φύσεως θέματα διερχόμενα ἀπὸ στάδια πολλά, ἀπαιτοῦν διὰ τὴν πλήρη ἐπίλυσίν των χρόνον μακρόν, δὲν δύνασθε παρὰ νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν ἐντὸς τριμήνου εἶναι ἐπιτεύγματα τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν εἰς τὴν Κυβέρνησίν μας νὰ εἶναι ὑπερήφανος». Παραλλήλως ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν 17.2. 1956 εἰς Κέρκυραν ἔλεγε τὰ ἑξῆς: «Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις προώθησε τόσον ἀποτελεσματικῶς τὸ Κυπριακὸν ὥστε ἡ Μ. Βρεταννία νὰ ἀναγνωρίζῃ ἤδη ἀνεπιφυλάκτως τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως». Αὐτὰ ἐδήλουν τόσον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ παριστάθεμα εἰς τὸ πρωτοφανὲς γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἐνθυμίζει ἄλλας ἐποχάς, τὴν σύλληψιν καὶ τὴν ἐκτόπισιν τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου.
§17Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. Αἶσχος.
§18Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς ΕΡΕ ἡ ἱερὰ ὑπόθεσις τῆς Κύπρου ἀφέθη πλέον εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν αὐτοθυσίαν τῶν ἀγωνιστῶν Κυπρίων. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸν χθεσινόν του λόγον ἔθιξεν ἀκροθιγῶς καὶ τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκω ὅτι ἐπολιτεύθη κατὰ τρόπον ἄξιον πρὸς ἕνα λαὸν ὅπως εἶναι ὁ Ἑλληνικός. Παρὰ τοὺς ἐξευτελισμοὺς τοὺς ὁποίους ὑπέστημεν, παρὰ τὰς δηλώσεις τὰς ἐπανειλημμένας τῶν ἰθυνόντων τὴν Τουρκίαν, ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε διὰ τοῦ στόματος τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι αἱ συνθῆκαι δὲν εἶναι μόνιμοι καὶ ὅτι ὑπόκεινται πάντοτε εἰς ἀναθεωρήσεις. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ στρέφεται ἐναντίον μας, διότι ἡ συνθήκη τῶν Σεβρῶν κατοχυρώνει ἀπολύτως τὸ Κυπριακὸν ζήτημα καὶ νομίζω ὅτι ὑπάρχει ὅρος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ Τουρκία παραιτεῖται παντὸς δικαιώματος ἐπὶ τῆς Κύπρου καὶ ὡς πρὸς τὸ καθεστὼς τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν νῆσον. Δὲν βλέπω λοιπὸν διὰ ποῖον λόγον ἡ Κυβέρνησις ἢ μᾶλλον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν, ὅτι καὶ αἱ συνθῆκαι ὑπόκεινται εἰς ἀναθεώρησιν. Εἶναι ἀσυγχώρητος ἐν πάσῃ περιπτώσει δι’ αὐτό. Θὰ ἤθελον νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν, ὅτι εἰς τὸν χθεσινὸν λόγον, οὐδὲ νύξις ἐγένετο περὶ τῶν Ἀραβικῶν Κρατῶν μὲ τὰ ὁποῖα ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν μᾶς συνδέουν κοινὰ συμφέροντα καὶ τὰ ὁποῖα Ἀραβικὰ Κράτη πάντοτε ἐξεδήλωσαν εἰς κάθε περίπτωσιν τὴν ἀλληλεγγύην των πρὸς ἡμᾶς. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπίσης ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Βεβαίως εἰς τὴν βασικὴν γραμμὴν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, δὲν ἐγκρίνομεν ὅμως, τὰ μέσα καὶ τὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας μεταχειρίζεται ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προβλήματος τῆς χώρας. Δύο εἶναι οἱ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι ἐπηρεάζουν τὴν οἰκονομίαν. Ἡ οἰκονομικὴ σταθερότης καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις. Τὴν οἰκονομικὴν σταθερότητα συνθέτει, μᾶλλον ἐπηρεάζει, ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ τιμάριθμος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ κινῆται κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἐντὸς σταθερῶν ἐπιπέδων καὶ τὸ ἄνοιγμα τοῦ ἰσοζυγίου τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ βαίνῃ κενούμενον. Ἡ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις ἡ κοινῶς λεγομένη πολιτικὴ τῶν ἐπενδύσεων προϋποθέτει πλῆρες καὶ μελετημένον πρόγραμμα, προϋποθέτει τὴν χορήγησιν μακροπροθέσμων εὐθηνῶν δανείων διὰ τὴν κατασκευὴν ἔργων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ αὐξηθῇ ἡ παραγωγικότης τῆς χώρας, νὰ αὐξηθῇ τὸ πενιχρὸν ἐθνικὸν εἰσόδημα, ὥστε νὰ χρησιμοποιηθῇ τοῦτο πρὸς ἄνοδον τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῆς εὐρείας λαϊκῆς μάζης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οἰκονομικὴ ἀνάπτυξις, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ οἰκονομικὴ σταθερότης καὶ θὰ ἦτο σφάλμα τεράστιον ἡ εἰς εὐρεῖαν κλίμακα ἐφαρμογὴ τῆς πολιτικῆς τῶν ἐπενδύσεων, ἄνευ ἰσοσκελίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐκ τῶν τριῶν ὅρων οἱ ὁποῖοι διαγράφουν τὴν πολιτικὴν σταθερότητα, ὁ τρίτος φαίνεται ὅτι ἐπιτυγχάνεται μέχρι σήμερον. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι τὸ συναλλαγματικόν μας ἀπόθεμα ηὐξήθη σημαντικῶς. Ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀκριβεῖς, ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος σήμερον διαθέτει ὑπὲρ τὰ 200 ἑκατομ. δολλάρια. Οἱ δύο ὅμως ἄλλοι παράγοντες, δηλαδὴ ὁ τιμάριθμος καὶ ἡ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ, παρουσιάζουν ἐξαιρετικῶς δυσμενῆ εἰκόνα. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ φαίνεται ὡς ὑπερδιπλάσιον τοῦ ὑπολογισθέντος καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ παρατείνῃ ἐπὶ ἓν ἑξάμηνον τὸ οἰκονομικὸν ἔτος ἐλπίζουσα ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ δὲ κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος διὰ τῶν Ἀμερικανικῶν πιστώσεων, φοβούμεθα ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ καλυφθοῦν ἰσόποσα, ἀπὸ τὴν συστολὴν τῆς κυκλοφορίας, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος προβαίνει εἰς εὐρεῖαν κλίμακα ἀγορῶν δολλαρίων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ πληθωρισμόν. Ἐὰν λοιπὸν εἰς τὸν πληθωρισμὸν ὁ ὁποῖος δημιουργεῖται διὰ τῆς ἀγορᾶς δολλαρίων προσθέσωμεν τὸν πληθωρισμόν, ὁ ὁποῖος προέρχεται ἀπὸ τὴν μὴ ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι θὰ ἔχωμεν καθημερινῶς μίαν συνεχῆ διόγκωσιν τῆς κυκλοφορίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα εἰς τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέγνωσε χθὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προσπαθήσῃ νὰ συγχωνεύσῃ ὁμοειδεῖς βιομηχανίας καὶ ὅτι θὰ ἀφήσῃ νὰ πέσουν αἱ βιομηχανίαι αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι βιώσιμοι. Εἶναι μία πολιτικὴ ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὶ θὰ γίνῃ τὸ ἐργατικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖται εἰς αὐτὰς τὰς βιομηχανίας. Ἄλλωστε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διερωτῶμαι ἐὰν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα βιώσιμος βιομηχανία. Διότι ἡ βιομηχανία ἡ ὁποία καλύπτει τὸ 42% νομίζω τοῦ συνόλου τῶν βιομηχανιῶν, ἡ Κλωστοϋφαντουργία αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατὰ τὰς πληροφορίας μας δὲν εἶναι βιώσιμος λόγῳ τῆς ἀκράτου πολιτικῆς ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται εἰς τὰς εἰσαγωγάς. Ἐὰν λοιπὸν μία βιομηχανία, ἡ ὁποία διαθέτει καὶ εὑρίσκει τὴν πρώτην ὕλην εἰς τὸν τόπον μας δὲν εἶναι βιώσιμος, δὲν βλέπω, ποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι βιομηχανίαι αἱ ὁποῖαι εἶναι βιώσιμοι. Μᾶς εἶπεν ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ προβῇ προοδευτικῶς εἰς τὴν ἀπορρόφησιν τῶν ἐπαρχιακῶν ἠλεκτρικῶν ἑταιρειῶν. Εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν της, διότι δυστυχῶς αἱ ἐπιχειρήσεις αὐταὶ θὰ περιέλθουν πάλιν εἰς τὸ Κράτος καὶ νομίζω ὅτι τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον μᾶς ἔδωσεν ὁ Κρατικὸς παρεμβατισμὸς δὲν εἶναι καὶ τόσον ἐνθαρυντικά. Ἐὰν εἰς ὅλα αὐτὰ προσθέσητε ὅτι ὁ τιμάριθμος ἀνέρχεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς 51,7 ἀντιλαμβάνεσθε πόσον τραγικὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν δραχμοβιότων. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐδιαβάσατε τελευταίως εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι, σὺν Θεῷ, οἱ ἄποροι τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχονται εἰς 3 ἑκατομμύρια!! Καὶ τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι τὸ τεχνικὸν προσωπικόν μας, τὸ ὁποῖον μὲ τόσους κόπους καὶ τόσας φροντίδας ἐδημιουργήσαμεν, τὸ χάνομεν καθημερινῶς, διότι ξενητεύονται κατὰ κύριον λόγον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι τεχνῖται. Κύριοι βουλευταί, ἡ ζοφερὰ εἰκὼν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐνεφάνισεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τόσον ἀπὸ ἐξωτερικῆς ὅσον καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως μᾶς ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίας. Ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐκείνην νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι αἱ ἀνησυχίαι μας δὲν εἶναι βάσιμοι. Τὰ δείγματα τὰ ὁποῖα ὅμως μᾶς ἔδωσε κατὰ τὸ ἑξάμηνον κατὰ τὸ ὁποῖον διεκυβέρνησε τὴν χώραν, δὲν εἶναι ἐνθαρρυντικὰ καὶ δὲν ἐπιτρέπουν εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον, νὰ ἐλπίζωμεν. Διὰ τοῦτο θὰ καταψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς ὅπως ἐμπιστεύωνται εἰς τὸν Πρόεδρον τὴν τήρησιν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἐὰν βλέπουν ὅτι ὁ Πρόεδρος σφάλλει ἤ ὅτι παραβιάζει τὸν Κανονισμόν, τότε νὰ ἐπεμβαίνουν.
§20Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἠκούσαμεν τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Περιέχουν ἐπαγγελίας διὰ τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις οὐσιαστικῶς δὲν εἶναι νέα Κυβέρνησις. Ὡς συνέχεια τοῦ Συναγερμοῦ διανύει τὸ τέταρτον ἔτος καὶ ὡς μεταμφίεσις τοῦ Συναγερμοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπὶ ἥμισυ ἔτος. Δικαιότερον, ἑπομένως, εἶναι νὰ τὴν κρίνωμεν ὄχι ἀπὸ τὰς ἐπαγγελίας διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ ἀπὸ τὰς πράξεις εἰς τὸ παρελθόν.
§21ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἔκρινεν ὁ λαός. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ὄχι διακοπάς.
§23Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὅσοι ἀναφέρονται εἰς τὸν λαόν, ἐκθέτουν εἰς κίνδυνον τὴν ὕπαρξιν τῆς πλειοψηφίας των. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Δὲν πρόκειται νὰ ἀσχοληθῶμεν σήμερον καὶ πάλιν μὲ τὴν βίβλον γενέσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ὑπεστηρίξαμεν, ὅταν τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐσχηματίσθη, ἀποτελεῖ παραβίασιν τῶν κοινοβουλευτικῶν μας θεσμῶν, ὅπως ἰσχύουν εἰς τὴν χώραν μας, καὶ διατηροῦμεν πάντοτε αὐτὴν τὴν γνώμην. (Χειροκροτήματα). Διεφωνήσαμεν κατόπιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Κύριοι βουλευταί, δὲν ὑπάρχει προηγούμενον εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἐφαρμοσθῆ εἰς μίαν ἐκλογὴν τρισυπόστατον ἐκλογικὸν σύστημα. Εἰς τὰς περιφερείας, αἱ ὁποῖαι ἐκλέγουν μέχρι τριῶν βουλευτῶν ἴσχυσε τὸ πλειοψηφικόν. Εἰς τὰς περιφερείας, αἱ ὁποῖαι ἐκλέγουν μέχρι 10 βουλευτῶν ἴσχυσε τὸ μικτόν, ἡ περιωρισμένη ἐκπροσώπησις τῆς μειοψηφίας. Καὶ εἰς περιφερείας, ἄνω τῶν 11 βουλευτῶν, ἴσχυσεν ἡ πλήρης ἀναλογική. Καὶ δὲν ὑπῆρξεν, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἀθώα θεωρητικὴ πλάνη ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἀποτελεῖ ἡ καθιέρωσις τοῦ τρισυποστάτου ἐκλογικοῦ συστήματος. Διότι, βεβαίως, ἡ καθιέρωσις τριῶν ἐκλογικῶν συστημάτων ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ἀποτελεῖ παραβίασιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἰσότητος, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα. Δὲν ὑπῆρξεν ἀθώα θεωρητικὴ πλάνη τοῦ νομοθέτου. Ὑπῆρξε σοφὴ κομματικὴ ὑστεροβουλία. Ἦτο γνωστὸν ὅτι εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα ἐπλειοψήφει ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καθωρίσθη εἰς αὐτὰ ἡ πλήρης ἀναλογική. Καὶ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν τὸ πλειοψηφικὸν διὰ τὰς περιφερείας, ὅπου ἠλπίζετο ὅτι θὰ ἐπλειοψήφει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὴν πονηρίαν τοῦ νομοθέτου. Τοιουτοτρόπως, κατωρθώθη μὲ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ τρισυποστάτου ἐκλογικοῦ συστήματος, ἡ μειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ν’ ἀποτελέσῃ πλειοψηφίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ μελέτη τῶν ἀποτελεσμάτων ὁδηγεῖ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι μὲ οἱανδήποτε ἐφαρμογὴν ἐκλογικοῦ συστήματος, εἴτε τοῦ πλειοψηφικοῦ, εἴτε τοῦ μικτοῦ, εἴτε τοῦ ἀναλογικοῦ — φθάνει μόνον νὰ ἐφηρμόζετο γενικῶς καὶ ὁμοιομόρφως — ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ θὰ εἶχε καταστῇ καὶ πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου. Μόνον μὲ τὴν ἐφεύρεσιν αὐτοῦ τοῦ εὑρήματος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως κατέστη δυνατὸν ἡ μειοψηφία τοῦ λαοῦ νὰ εἶναι σήμερον πλειοψηφία τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ αὐτὴν τὴν βαρεῖαν κατηγορίαν ἀπευθύνομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι παρεβίασε τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος, τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ Σύνταγμα, μὲ τὸ ἐκλογικόν της σύστημα καὶ τοιουτοτρόπως ἐσφετερίσθη τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Θέμα διαφωνίας πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ὑπῆρξεν ἐπίσης καὶ ἡ ψῆφος τοῦ Στρατοῦ. Ὑπεστηρίξαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι τὸ γενικώτερον ἐθνικὸν συμφέρον, τὸ συμφέρον τὸ ἠθικὸν τοῦ Στρατοῦ, ἐπέβαλε νὰ τὸν κρατήσωμεν μακρὰν ἀπὸ τὴν κομματικὴν διαμάχην, ὅπως εἶχε κρατηθῆ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ αἰῶνος τῆς ἐλευθερίας. Ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθημεν καὶ τὰ πράγματα δυστυχῶς ἐδικαίωσαν τὰς ἀνησυχίας μας. Ἄλλοι συνάδελφοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θὰ ἐκθέσουν περιστατικά, τὰ ὁποῖα θὰ βεβαιώσουν εἰς ποῖον βαθμὸν ἡ ψῆφος τοῦ Στρατοῦ δὲν ὑπῆρξεν ἐλευθέρα ἐκδήλωσις θελήσεως, ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα διαταγῆς, ἐπιβολῆς. Ἀλλά, πέραν τῶν περιστατικῶν τὰ ὁποῖα βεβαιώνουν, ἀρκοῦν καὶ μόνον οἱ ἀριθμοί, διὰ νὰ παράσχουν πλήρη ἀπόδειξιν. Ὅταν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εἰς τὰ πολιτικὰ τμήματα ἔλαβε κατὰ μέσον ὅρον 44% καὶ εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἔλαβεν 80%, ποίαν χρείαν ἔχομεν ἄλλων μαρτυριῶν; Ὁ Στρατὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν ἀποτελεῖ χωριστὴν κοινωνικὴν τάξιν, εἶναι τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εὐλόγως συμμεριζόμενα τὰ αἰσθήματα τῶν οἰκείων των. (Χειροκροτήματα). Καὶ εἶναι βέβαιον ὅτι ἂν ἀφίνοντο ἐλεύθερα, θὰ ἐψήφιζον ὅπως καὶ οἱ ἰδικοί των. Εἶναι λοιπὸν ἀποτέλεσμα ἐπιβολῆς, διαταγῆς, ἡ δοθεῖσα ψῆφος καὶ εἶναι ἠθικῶς ἀπαράδεκτον νὰ ὑπάρχουν νόμοι, νὰ παρέχωνται εὐκαιρίαι, ὥστε ὁ Στρατός, τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, νὰ τίθενται ἀντιμέτωπα τῶν ἰδικῶν των, τῶν οἰκείων των, τοῦ λαοῦ, καὶ νὰ ματαιώνουν τὴν γενικωτέραν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὑπάρχει ὁ Στρατὸς τῆς Ἑλλάδος, διὰ νὰ ὑπερασπίζεται τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ὄχι διὰ νὰ παραβιάζει τὴν θέλησίν του. (Χειροκροτήματα). Καὶ εἴχομεν κατόπιν καὶ ἄλλην διαφωνίαν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπεστηρίξαμεν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθοῦν ἀπὸ ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν εἰσηκούσθημεν. Καὶ ἡ πορεία τῶν πραγμάτων ἐδικαίωσε τὰς προβλέψεις μας. Οὐδέποτε εἰς τὸ πρόσφατον παρελθὸν ἐσημειώθη τόσον φαυλοκρατικὸν ὄργιον εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν. Ὑπουργοὶ περιοδεύοντες ὑπέγραφον ἐπὶ τόπου διορισμοὺς καὶ χορηγήσεις ἀδειῶν αὐτοκινήτων. Τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν ἐξεδόθη διαταγὴ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἀσφαλείας, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν διετάσσοντο διὰ σήματος αἱ Διοικήσεις τῆς Χωροφυλακῆς νὰ ἀνακοινώσουν εἰς τοὺς ἄνδρας ὅτι χορηγεῖται κοινωνικὸν ἐπίδομα εἰς τοὺς ἄνδρας τῆς Ἀσφαλείας. Καὶ ἡ μὲν καταβολὴ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ μετὰ πολλὰς ἑβδομάδας. Διετάσσοντο ὅμως ἐπειγόντως, αὐθημερόν, νὰ ἀνακοινώσουν τὴν ἀπόφασιν εἰς τὸ Σῶμα. Διατί, κύριοι ἐκπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ ἔπρεπε ἐπειγόντως, αὐθημερόν, τὸ Σάββατον, τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν, νὰ τὸ πληροφορηθοῦν, ἀφοῦ ἐπρόκειτο ἡ καταβολὴ νὰ βραδύνῃ ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας; Ἡ πορεία τῶν πραγμάτων ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν ὡδήγησεν εἰς τὴν παραμόρφωσιν τοῦ ἀποτελέσματος εἰς τὴν παραβίασιν τῆς ἀληθοῦς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη, ἐπίσης βαρεῖα εὐθύνη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἄλλη ἐπίσης παραβίασις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ λόγους κομματικῆς ὑστεροβουλίας. Τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν καθορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ. Ἔπρεπε ἑπομένως νὰ χρησιμοποιηθῇ ἡ τελευταία ἀπογραφὴ τοῦ πληθυσμοῦ, ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1951. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐχρησιμοποίησε τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1940. Τοιουτοτρόπως ἐδολιεύθη τὸ Σύνταγμα. Ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1951 δὲν εἶχε δημοσιευθῆ εἶναι ἀσύστατος. Πρῶτον διότι εἶχε δημοσιευθῆ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ πραγματικοῦ πληθυσμοῦ, τῶν κατοίκων. Καὶ εἶχεν ἐπίσης ἐκτυπωθῆ καὶ ἡ ἀπογραφὴ τοῦ νομίμου πληθυσμοῦ, τῶν δημοτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐκυκλοφόρησεν ἡ ἀπογραφὴ τῶν δημοτῶν καὶ πάλιν ἀπὸ κομματικὴν ὑστεροβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ηὔξανε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμειοψήφει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἠλάττωνε τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν εἰς ἄλλας περιφερείας εἰς τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἐπλειοψήφει. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ δολίευσις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία συνέβαλεν ἐπίσης ὥστε ἡ μειοψηφία τοῦ λαοῦ νὰ καταστῇ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Καὶ τώρα ἠμποροῦμεν νὰ συναγάγωμεν συμπεράσματα ἀπὸ τὰς πράξεις αὐτὰς τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Τὸ πρῶτον συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ συνέχεια αὐτῶν τῶν πράξεων ἀποτελεῖ μίαν μελανὴν σελίδα εἰς τὴν σύγχρονον πολιτικὴν ἱστορίαν, τὴν εὐθύνην τῆς ὁποίας ἔχει ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Τὸ ἑπόμενον συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διαθέτει σήμερον τυπικὴν νομιμότητα, μέχρι, πάντως, τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐκλογοδικείου, ἀλλὰ δὲν διαθέτει οὐσιαστικὴν νομιμότητα, τὴν ὁποίαν παρέχει μόνον ἡ ἀληθὴς πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Καὶ δυνάμεθα ἐπίσης νὰ συναγάγωμεν καὶ γενικώτερα συμπεράσματα διὰ τὸ μέλλον. Εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ σημερινὸν ἐκλογικὸν σύστημα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατηρηθῇ. Τὰ πράγματα ἀπέδειξαν ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀναλογικῆς, (χειροκροτήματα), ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μοναδικὴν ἐγγύησιν, ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας. Θὰ πρέπει νὰ καταστῇ εἰς ὅλους σαφές, ὅτι ἐνδημικὴ νόσος τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου βίου εἶναι ὁ διχασμός. Καὶ πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ διχασμοῦ, ἡ ὑποτροπὴ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπειληθῇ, ἐπιβάλλεται ἡ παγίωσις τοῦ ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου, ὁ ὁποῖος παγιώνεται μὲ τὴν ἀναλογικὴν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς ἕκαστον κόμμα, νὰ ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, μὲ τὴν ἰδικήν του σημαίαν καὶ μὲ τὰς ἰδικάς του δυνάμεις. Καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ καθιερωθῇ μόνον νομοθετικῶς. Ἐπιβάλλεται ἐπίσης νὰ κατοχυρωθῇ καὶ Συνταγματικῶς, διὰ νὰ ὑπάρξῃ σχετικὴ σταθερότης ἐφαρμογῆς. Εὐτυχὴς ὑπῆρξεν ἡ σκέψις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1948, ἡ ὁποία ἐπρότεινεν, ὅπως εἰς τὸ Σύνταγμα εἰσαχθῇ διάταξις, συμφώνως πρὸς τὴν ὁποίαν, πᾶσα μεταβολὴ ἐκλογικοῦ συστήματος ἰσχύει, ὄχι διὰ τὰς ἑπομένας, ἀλλὰ διὰ τὰς μεθεπομένας ἐκλογάς. Μόνον τοιουτοτρόπως ἐξασφαλίζεται σχετικὴ σταθερότης ἐκλογικοῦ συστήματος. Δοκιμάζω, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, μίαν βαθυτάτην ἀπορίαν: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ προφανὴς αὐτὴ ἀλήθεια, ὅτι ἡ συνεχὴς μεταβολὴ τοῦ ἐκλογικοῦ μας συστήματος, ἀνὰ πᾶσαν ἐκλογήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μοναδικὸν φαινόμενον τῆς Ἑλληνικῆς Δημοκρατίας, καὶ δὲν ἐμφανίζεται εἰς οὐδεμίαν ἄλλην Δημοκρατίαν τοῦ κόσμου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀκόμη μεταβληθῇ εἰς κοινὴν συνείδησιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ὥστε, συνεργαζόμενοι, νὰ εὕρωμεν, ἐπὶ τέλους, ἕνα τρόπον σταθεροποιήσεως ἑνὸς ἐκλογικοῦ συστήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηριχθῇ ἡ ὁριστικὴ διαμόρφωσις τοῦ πολιτικοῦ βίου μας; Ἀπηύθυνα ἔκκλησιν πρὸς τὸ σημερινὸν Σῶμα, ἀσχέτως παρατάξεων, νὰ συναντηθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν. Εἰς τὴν καθιέρωσιν τῆς σχετικῆς αὐτῆς σταθερότητος τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ, ἐπίσης, θεμέλια, σταθερότητος καὶ τοῦ πολιτικοῦ βίου τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ἀλλά, θὰ πρέπει, ἐπίσης, νὰ καταστῇ κοινὴ συνείδησις, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ πρέπει νὰ ἐνεργοῦνται, πάντοτε ὑπὸ ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν ἀπὸ τὰς προσφάτους ἐκλογάς, ἀποτελεῖ δίδαγμα. Καὶ ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἀπεκτήσαμεν, ἀπὸ τὰς δύο ὑπηρεσιακὰς Κυβερνήσεις τοῦ 1950 καὶ τοῦ 1952, πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πράγματι, ὑπὸ τὰς Ἑλληνικὰς πολιτικὰς συνθήκας αἱ ὑπηρεσιακαὶ Κυβερνήσεις, ἀποτελοῦν τὴν μεγίστην δυνατὴν ἐγγύησιν γνησίας ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ. Καὶ προφυλάσσουν ἐπίσης καὶ τὸ δημόσιον χρῆμα, ἀπὸ ἐπικίνδυνον διασπάθισιν. Ἀλλά, θὰ πρέπει ἐπίσης νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ γενικώτερον συμπέρασμα. Ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον, νὰ ἀναμιγνύωμεν τὸν Στρατόν, εἰς τὴν κομματικὴν διαμάχην. Θὰ πρέπει νὰ ἐξισώσωμεν τοὺς στρατιώτας μὲ τοὺς πολίτας καὶ νὰ ὁρίσωμεν, ὅτι ὅσοι στρατιῶται καθὼς καὶ πολῖται, εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐκλογικήν των περιφέρειαν ἔχουν δικαίωμα ψήφου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ τῶν βιβλιαρίων. Καὶ ὅσοι ἀπουσιάζουν, εἴτε ὡς πολῖται εἴτε ὡς στρατιῶται, δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐκλογικοῦ των καθήκοντος. Μόνον ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἥσυχον τὴν συνείδησίν μας, ὅτι ὁ Στρατός συγκεντρώνεται εἰς τὸ μέγα ἐθνικὸν ἔργον του, τῆς προστασίας τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας. Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτοῦ τοῦ θέματος, τῆς ψήφου τοῦ Στρατοῦ, ἐπιθυμῶ ἐπίσης δι’ ὀλίγων νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς ἕν ἄλλο μέγα θέμα, τὸ ὁποῖον διαταράσσει τὸν ὁμαλὸν βίον τοῦ Στρατεύματος εἰς τὸ θέμα τοῦ ΙΔΕΑ. Εἰς τὸ παρελθὸν, πανθομολογουμένως, ὑπῆρξεν ἡ ὀργάνωσις τοῦ ΙΔΕΑ καὶ ἐνεπνεύσθη τότε πράγματι, ἀπὸ πατριωτικὴν ἀνησυχίαν, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς ἀνωμαλίας. Σήμερον τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ὑπάρχει ἀκόμη ἢ ἔχει ἐκλείψει; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς μίαν ἀπάντησιν ἐδήλωσεν, ὅτι ἔπαυσε νὰ ὑπάρχῃ. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ συμμερισθῶμεν τὴν γνώμην του. Ἀλλὰ ἡμεῖς, ἐξ ὅσων γνωρίζομεν, ἐμπεδούμεθα εἰς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ εἰς περίοδον ὁμαλήν, ἡ ὕπαρξις παραστρατιωτικῆς ὀργανώσεως ἀποτελεῖ παραβίασιν τῆς Δημοκρατίας, ἀποτελεῖ ὑπονόμευσιν τοῦ Στρατεύματος, ἀποτελεῖ κίνδυνον διὰ τὸ Ἔθνος. Διὰ τοῦτο ἀποτελεῖ, πρέπει νὰ ἀποτελῇ γενικώτερον αἴτημα ὁλοκλήρου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ὄχι ἁπλῶς αἴτημα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μιᾶς μόνον μερίδος τοῦ Κοινοβουλίου πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ καθολικὸν αἴτημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου ὅτι ὁ Στρατὸς ὀφείλει νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἀπὸ πᾶσαν παραστρατιωτικὴν ὀργάνωσιν νὰ μείνῃ μόνον καὶ ἀποκλειστικῶς, Στρατὸς Ἐθνικός, ἀνήκων εἰς τὴν Πατρίδα ὑπακούων μόνον εἰς τὰς διαταγὰς τῆς νομίμου Κυβερνήσεως τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Καὶ ὑπάρχει ἐπίσης καὶ ἄλλο θέμα, τοῦ ὁποίου τὴν ἀναλυτικὴν συζήτησιν θὰ ἐπιδιώξωμεν εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν. Ὑπάρχει τὸ θέμα τῶν ΤΕΑ. Ἐθνικὸς ὑπῆρξεν ὁ σκοπὸς τῆς συγκροτήσεώς των. Ἀλλὰ εἶναι μέγα τὸ θέμα τοῦ τρόπου καὶ τοῦ χρόνου τῆς λειτουργίας του. Μόνον ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι θὰ πρόκειται νὰ λειτουργήσουν εἰς τὸν κατάλληλον τόπον καὶ χρόνον δύνανται νὰ εἶναι ὠφέλιμα. Ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ καταστοῦν μάστιγες καὶ τῆς ἀσφαλείας καὶ τοῦ λαοῦ.
§24Η. ΜΠΡΕΔΗΜΑΣ. Ἔχουν ἤδη καταντήσει.
§25Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Αὐτὰ εἶναι τὰ γενικώτερα συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀγόμεθα ἐξετάζοντες τὴν πολιτείαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸ μέγα θέμα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἀνέπτυξεν, χθές, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὰς ἀπόψεις του, ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ νομίζω ὅτι ἐκφράζω καὶ τὸ αἴσθημα τῆς ἰδικῆς του πλειοψηφίας, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ἱκανοποιήσεως ἀναλόγου πρὸς τὰς προσδοκίας του. Ἀπεκόμισα τὴν ἐντύπωσιν —καὶ ὄχι μόνον ἐγώ— ὅτι ὑπῆρξεν καὶ ἀσαφὴς καὶ ἄτονος, εἰς τὴν χάραξιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Κυβερνητικὸς τύπος, ἐπανειλημμένως ἔχει προκαλέσει τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ χαράξῃ τὴν ἰδικήν του ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ παύσῃ νὰ εἶναι ἄρνησις. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν, ὅτι συμφώνως, πρὸς τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμοὺς, αἱ Κυβερνήσεις χαράσσουν πολιτικήν. Αἱ Ἀντιπολιτεύσεις ἀσκοῦν ἔλεγχον. Ἀλλὰ δὲν δεχόμεθα νὰ ὀχυρωθῶμεν ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἰδικήν μας ἐξωτερικὴν γραμμήν. Δὲν ἔχομεν καμμίαν φιλοδοξίαν νὰ εἴμεθα ἄρνησις. Φιλοδοξοῦμεν, ὅπως ὑπήρξαμεν πάντοτε, νὰ εἴμεθα θέσις. Ἄλλωστε, ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἰδικῆς μας θέσεως, δὲν ἀποτελεῖ οὐδεμίαν δυσχέρειαν, διότι προσδιωρίσαμεν τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, εἰς τὴν διακήρυξιν, τὴν ὁποίαν ἀπηυθύναμεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν, πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διεκηρύξαμεν, τότε, τὰς ἀκολούθους θεμελιώδεις ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὰ πλαίσια τοῦ προγράμματος τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου διὰ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος: «1. Ἄσκησις συνεποῦς Ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς, δηλαδὴ πολιτικῆς ὑπαγορευομένης ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε ρεαλιστικὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπέκτησεν ὀδυνηρὰν πεῖραν τῶν συνεπειῶν τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ παραμέλησις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἐκ μέρους τῶν κυβερνητῶν του κατὰ τὴν τελευταίαν ἰδίᾳ τριετίαν. 2. Ὑπεράσπισις τῆς ἐθνικῆς ὁμοτιμίας καὶ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς τὰς σχέσεις του μὲ τὰ ἄλλα κράτη μὲ τὰ ὁποῖα συνεργάζεται καὶ προστασία τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας ἀπὸ κάθε μείωσιν. 3. Ἀνένδοτος ὑποστήριξις τοῦ δικαιώματος ἀμέσου Αὐτοδιαθέσεως τῆς Κύπρου. Ὁ ἡρωϊκὸς ἀγών, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ἀποδυθῇ ὁ Κυπριακὸς Λαὸς διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς ἐλευθερίας του, ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς ὑψηλοτέρας ἀνατάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ πρέπει νὰ στεφθῇ ὑπὸ ὁλοκληρωτικῆς ἐπιτυχίας». Καὶ τώρα τίθεται τὸ ἐρώτημα: Εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος εἰς ἁρμονίαν ἢ εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν; Ὑπάρχει πρῶτον θέμα γραμμῆς καὶ δεύτερον θέμα χειρισμοῦ. Ἐρωτᾶται πρῶτον: Εἰς τὸ θέμα τῆς γραμμῆς συμπίπτει ἡ γραμμὴ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ γραμμὴ ἡ ἰδική μας; Καὶ τὸ κύριον θέμα τίθεται, προφανῶς, ἐπὶ τῆς γραμμῆς τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία σήμερον, πάλλεται εἰς τὴν καρδίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς γραμμῆς ἔχει προκύψει διαφορὰ γνώμης. Μέχρις ἐσχάτων, ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος εἶχε χαράξει τὴν γραμμήν, ὅτι ἐπιδιώκομεν τὴν αὐτοδιάθεσιν τῆς Κύπρου, ἀμέσως ἢ ἐντὸς εὐλόγου τακτῆς προθεσμίας. Κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, ἡ γραμμὴ μετεβλήθη. Καὶ ἠκούσαμεν ὅτι ἐπεδιώκετο ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀλλὰ ἡ προθεσμία εἶχε ἐγκαταλειφθῆ. Ὑπάρχει ἑπομένως διαφορὰ γραμμῆς. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον θὰ διατυπώσωμεν μίαν παρατήρησιν διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἀρχὴν εἶχε διακηρύξει ὅτι ἡ Κυβέρνησις «ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ τετελεσμένα γεγονότα. Τοὐναντίον ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ της ὅπως συμβάλλῃ εἰς τὴν συνοχὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐπὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς προτίθεται ἑκάστοτε νὰ ἐνημερώνῃ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων ἐπὶ τῆς πορείας αὐτῶν». Καὶ ἐν τούτοις ἐβάδιζεν, ὅπως ἀπεδείχθη, πρὸς δημιουργίαν τετελεσμένου γεγονότος καὶ δὲν εἶχε καλέσει σύμφωνα πρὸς τὴν ὑπόσχεσίν του, τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς διὰ τὴν ἐνημέρωσιν ἐπὶ τῆς πορείας τοῦ θέματος. Καὶ ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς διαφωνίας ἐπὶ τοῦ χειρισμοῦ τοῦ ζητήματος. Καταλογίζομεν, πρῶτον, εἰς τὴν Κυβέρνησιν βαρεῖαν εὐθύνην ὅτι ἀναλαβοῦσα τὴν ἀρχὴν ἕνα μῆνα μετὰ τοὺς βανδαλισμοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Σμύρνης δὲν ἐμερίμνησεν ὅπως ὤφειλεν, διὰ μίαν παγκόσμιον σταυροφορίαν πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας, πρὸς πρόκλησιν τῆς διεθνοῦς συγκινήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀνεκτίμητος συμπαραστάτης τῶν δικαίων τοῦ Ἔθνους. Δὲν ἐξέδωκε τὴν Μαύρην Βίβλον, ἡ ὁποία ἦτο ἀπαραίτητος καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἦτο ἀκόμη τότε καιρός, νὰ ἐκδοθῇ. Ἐπίσης, σφάλμα χειρισμοῦ, θεωροῦμεν ὅτι ἔσπευσε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ ΝΑΤΟ ἀρκεσθεῖσα εἰς ὑποσχέσεις τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Ἔπρεπε νὰ θέσῃ ὡς ὅρον ὅτι θὰ προηγηθῇ ἡ καταβολὴ τῶν ἀποζημιώσεων εἰς τὰ θύματα τῶν τουρκικῶν βανδαλισμῶν καὶ κατόπιν νὰ συνεζήτει τὴν ἐπάνοδον. Καὶ μὲ τὴν ἄμεσον τότε ἐπάνοδον ἐφθάσαμεν σήμερον, ἔπειτα ἀπὸ τόσους μῆνας, ὥστε εἰς τοὺς Ἕλληνας τῆς Κωνσταντινουπόλεως νὰ μὴ ἔχῃ μέχρι τοῦδε καταβληθῇ ἐκ τῶν 60 ἑκατομμ. λιρῶν αἱ ὁποῖαι προβλέπονται ἀπὸ τὸν τελευταῖον νόμον, νὰ μὴ ἔχῃ γίνει οὐδεμία καταβολή. Καὶ δὲν γνωρίζω τί πρόκειται νὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, ἔπειτα ἀπὸ τὴν νέαν στροφήν, τὴν ἐπιθετικήν, τὴν ὑβριστικήν, τῆς τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος. Μόνον ὑπὸ τὴν ἀτμόσφαιραν τῶν βανδαλισμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταστήσει τὴν Τουρκίαν ἠθικῶς ὑπόδικον εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ κόσμου ἦτο ἀσφαλέστερον δυνατὴ ἡ ἐπίτευξις ὅλων τῶν ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων, διότι ὁ χρόνος καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν εἶναι πανδαμάτωρ. Καταλογίζομεν εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν καὶ ἄλλην εὐθύνην χειρισμοῦ: Τὴν εὐθύνην χειρισμοῦ τῆς ὑποθέσεως διὰ τὴν ἐπίθεσιν εἰς τὸ τουρκικὸν Προξενεῖον Θεσσαλονίκης. Ὑπῆρξε τόσον ἀτυχὴς ὁ χειρισμός, ὥστε, σήμερον, εἰς μὲν τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἔχῃ δημιουργήσει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι συγκαλύπτει τὴν ἄτιμον ἀπόπειραν, εἰς δὲ τὴν τουρκικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτρέπῃ διαμαρτυρίας ὅτι δῆθεν ἡ Ἑλλὰς ἐσκευώρησε συκοφαντίαν ἐναντίον της. Καταλογίζομεν, ἐπίσης, εὐθύνας, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν προεκλογικὴν βεβαίωσιν τὴν ὁποίαν παρέσχε ἐνώπιον τοῦ Λαοῦ. Ἀνέγνωσε προηγουμένως ἀπὸ τοῦ βήματος, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Φ.Δ.Ε. τὰ κείμενα τῶν λόγων καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Παρέσχον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, πλήρη βεβαίωσιν ὅτι καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως ἔχει ἀνεπιφυλάκτως ἀναγνωρισθῆ καὶ ἡ πλήρης αὐτοκυβέρνησις. Καί, ἔπειτα ἀπὸ ὀλίγας ἡμέρας, ὑπέστησαν τὴν ἐντροπὴν νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ ἀεροδρόμιον καὶ ἐκεῖ νὰ πληροφορηθοῦν τὴν ἐξορίαν τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου. (Χειροκροτήματα). Ἔχομεν ἑπομένως τὸ δικαίωμα σήμερον ἀπευθυνόμενοι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐρωτήσωμεν: Τί συνέβαινε ἐκ τῶν δύο: Ἐπλανᾶτο ἡ Κυβέρνησις ἢ ἐπεδίωκε νὰ παραπλανήσῃ τὸν λαὸν εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν; Οἱ ἴδιοι θὰ ἐκλέξουν τὴν ἀπάντησιν. Ὁποιαδήποτε, ὅμως καὶ ἂν εἶναι ἀποτελεῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει βαρεῖαν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ὑφισταμένη σήμερον διαφωνία μὲ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ θέματος. Εἶναι ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας. Ὑπεστηρίξαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ ὑποστηρίζωμεν ὅτι ἀποτελεῖ καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας. Ἕνα εἶναι τὸ ὅπλον τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος, τὸ δίκαιον τοῦ ἀγῶνος, ἡ σημαία τῆς ἐλευθερίας. Καὶ διὰ τοῦτο, δὲν ἐπετρέπετο νὰ στερηθῶμεν καμμιᾶς εὐκαιρίας κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὴ ἡ διακήρυξις αὐτοῦ τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸς ὁ κυματισμὸς τῆς σημαίας τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Ἐλευθερίας. Ἀγόμεθα, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν τοῦ χειρισμοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀγόμεθα εἰς τὸ τελικὸν συμπέρασμα, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν κατέχεται ἀπὸ πίστιν εἰς τὸν ἀγῶνα. Δὲν πρόκειται νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὸν πατριωτισμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικῇ μονοπώλησιν πατριωτισμοῦ. Πολιτικὴν συζητοῦμεν. Ὁ πατριωτισμὸς εἶναι ὅμοιος εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἐλέγχομεν, δὲν εὑρίσκει τὴν ἔγκρισίν της. Ἡ Κυβέρνησις παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν κατέχεται ἀπὸ πίστιν εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος, εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιτεύξεως τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, διὰ τῆς κινητοποιήσεως ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ διακηρυχθῇ, ἡ ὥρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται νὰ διακηρυχθῇ ὅτι, μὲ ὀλιγοπιστίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὐοδωθῇ ὁ ἱερὸς ἀγὼν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Μόνον μὲ πίστιν ἡ ὁποία θὰ καταλάβῃ τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων, μόνον μὲ κινητοποίησιν ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ἠθικῶν καί ὑλικῶν δυνάμεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, μόνον ὅταν καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς ἐπανερχομένη εἰς τὴν ἱστορικήν της πορείαν, καταστῇ σταυροφόρος τῆς ἰδέας, σταυροφόρος τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀγωνισθῇ μέχρις ἐσχάτων, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ὁδηγήσῃ τὸ ἱερὸν αἴτημα τῆς Κύπρου εἰς πλήρη δικαίωσιν. (Χειροκροτήματα). Μόνον ἡ πίστις ἠμπορεῖ νὰ κινήσῃ τὰ ὄρη τῶν ἀντιστάσεων. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν ἀναλάβωμεν μίαν καθολικὴν σταυροφορίαν, ἐὰν ἀγωνισθῶμεν, πρῶτον, διὰ νὰ μεταπείσωμεν τὰς Κυβερνήσεις, καί, ἂν αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἀμετάπεισται, ἐὰν ἀγωνισθῶμεν νὰ κατακτήσωμεν τὰς ἀντιπολιτεύσεις καί, πέραν κυβερνήσεων καὶ ἀντιπολιτεύσεων, ἐὰν ἀγωνισθῶμεν νὰ κατακτήσωμεν τὴν καρδίαν τῶν λαῶν, ἡ ὁποία πάλλεται πάντοτε, —διότι εἶναι καρδία τῶν λαῶν,— διὰ τὰ ἰδεώδη τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι εἰς τὰς Δημοκρατίας, ὅπου τελικῶς ἐπιβάλλεται ἡ θέλησις τῶν λαῶν, θὰ ἐπιβληθῇ ἡ θέλησίς των καὶ θὰ ἀποδοθῇ ἡ δικαιοσύνη. (Χειροκροτήματα). Ἰδοὺ ἡ πορεία τῆς νίκης τοῦ Κυπριακοῦ θέματος: Ἡ παγκόσμιος σταυροφορία πρὸς κινητοποίησιν τοῦ αἰσθήματος δικαίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τὰς καρδίας τῶν λαῶν. Ἀλλὰ δὲν παρέχει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐντύπωσιν ὅτι κινεῖται, ὅτι κατελήφθη ἀπὸ τὸ ἅγιον αὐτὸ πάθος καὶ ὅτι ἀπεφάσισε νὰ κινητοποιήσῃ ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς δυνάμεις διὰ τὴν ἐπίτευξιν αὐτοῦ τοῦ ἀποτελέσματος. Καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐμπνέει λύπην καὶ μᾶς κλονίζει τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἀνέγνωσα ἐπανειλημμένως τὸ κεφάλαιον τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω γραμμὴν οἰκονομικοῦ προγράμματος. Ἀνεῦρον μόνον γενικὰς κοινοτύπους διαπιστώσεις. Διεκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι σκοπὸς τῆς οἰκονομικῆς της πολιτικῆς εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος καὶ ἡ δικαία διανομή του. Εἶναι ὁ κοινὸς τύπος ὅλων τῶν προγραμματικῶν ἀνακοινώσεων. Διεκήρυξεν ἐπίσης ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ νομισματικὴ σταθερότης καὶ ἡ ἀποφυγὴ τοῦ πληθωρισμοῦ, μὲ τὴν προσθήκην ὅτι δὲν τὴν κατέχει ἡ φοβία τοῦ πληθωρισμοῦ. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀναφερθῶ, εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ ὑπομνήματος τοῦ διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κ. Ζολώτα. Ἀπετέλει καθῆκον τοῦ κ. Ζολώτα νὰ ἐκθέσῃ εἰλικρινῶς τὰς ἀπόψεις του πρὸς τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπήν. Καὶ ἐκφράζω εἰλικρινῆ ἀπορίαν διατί ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπεδίωξε μίαν ἑρμηνείαν τοῦ ὑπομνήματός του. Τὸ ὑπόμνημα εἶναι σαφὲς καὶ κινδυνεύει ἡ ἀληθής του ἔννοια ἀπὸ τὰς ἑρμηνείας ἐκ τῶν ὑστέρων. Καὶ ἐπίσης ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρέχεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὠχλήθη ἀπὸ τὸ ὑπόμνημα. Ἐὰν ὠχλήθη ἀπὸ τὴν δημοσίευσιν ἴσως νὰ εἶχε δίκαιον, ἀλλὰ τὸ ὑπόμνημα, ἡ ὑποβολὴ τοῦ ὑπομνήματος, ἀποτελεῖ καθῆκον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ ἦτο περίεργον ἐὰν προὐκαλεῖτο δυσμένεια ἀπὸ τὴν ἐπιτέλεσιν καθήκοντος ἐκ μέρους ἀνωτάτου λειτουργοῦ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον περιῆλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα τὸ ὑπόμνημα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, περίπου ἀπαλλασσόμεθα ἡμεῖς ἀπὸ τὸν κόπον τῆς μακρᾶς ἀναλύσεως. Ἀνέλαβε τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸ κῦρος του, μὲ τὴν εἰδικότητά του, μὲ τὴν καλήν του πίστιν, ὁ κ. Ζολώτας. Προσέθεσεν ἐπίσης, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ διατηρήσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῶν εἰσαγωγῶν, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως θὰ προστατεύσῃ καὶ τὴν ἐγχώριον παραγωγήν. Ὡμίλησεν ἐπίσης διὰ τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Τραπεζιτικοῦ συστήματος, ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ μὲ τὴν ἁπλῆν ἐξαγγελίαν, ἀλλὰ μόνον ὅταν ὑπὸ τὴν μορφὴν νομοσχεδίου ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ ἴδιον θὰ συμβῇ μὲ τὰ νέα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλε, μὲ τὰ ἐργοστάσια τοῦ ἀζώτου καὶ τῆς σακχάρεως καὶ τὴν δημιουργίαν νέου ὀργανισμοῦ καπνοῦ. Ὅλα ὅσα ἐξήγγειλεν εἶναι εὐχάριστα, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ κριθοῦν προτοῦ ἔλθουν ὑπὸ συγκεκριμένην μορφὴν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κριθῇ τότε ἐὰν ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς των ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον. Ἐκεῖνο, μόνον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως σαφὲς εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κεφαλαίου, εἶναι πράγματι ἡ τύχη τῶν ἐργαζομένων ἀνθρώπων τῆς Ἑλλάδος. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξεν ἀπολύτως σαφής. Οἱ ἐργάται τότε θὰ ἴδουν βελτιωμένην τὴν οἰκονομικήν των κατάστασιν, ὅταν συντελεσθῇ αὔξησις τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς παραγωγικότητος. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους εἶχον παρασχεθῆ ὑποσχέσεις πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἀνηγγέλθη καὶ πάλιν ἡ μελέτη τοῦ θέματος τῆς αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε ἐφ’ ὅσον τότε, πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἶχε δοθῆ ἡ ὑπόσχεσις νὰ ἔχῃ μεσολαβήσει ἡ μελέτη διὰ νὰ μὴ χρειάζεται πάλιν ἡ παρέλκυσις διὰ τὰ θύματα αὐτῆς τῆς πραγματικῆς ἀστοργίας τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ θὰ εἶναι δίκαιον, κ. βουλευταί, ἐὰν εἰς τὸ κεφάλαιον τὸ οἰκονομικόν, ὅπως εἰς τὰ ἄλλα κεφάλαια, ἡ Κυβέρνησις κριθῇ, ὄχι ἀπὸ τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ ἀπὸ τὰς πράξεις της, ἐὰν κριθῇ ἐπίσης ἀπὸ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἰδικοῦ της ἑξαμήνου. Θὰ εἴμεθα τότε περισσότερον δίκαιοι ἀπέναντι τοῦ ἔργου της. Εἶχεν ἐπαγγελθῆ ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἀρχήν, τὴν πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν, τὴν ἀνακοπὴν περαιτέρω ἀνόδου τοῦ τιμαρίθμου, τὴν ἐξυγίανσιν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας, τὴν ἐπίλυσιν τοῦ πιστωτικοῦ προβλήματος, τὴν δικαίαν ἀνακατανομὴν τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον χορηγηθῆ. Ἐν τούτοις αἱ ἐπαγγελίαι διεψεύσθησαν. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ 1955 –56 ἐνῷ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος ὑπελογίζετο εἰς 508 ἑκατ. νέων δραχμῶν ἀνῆλθε κατὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον εἰς 530 ἑκατομ. Καὶ ηὐξήθη ἀκόμη περισσότερον κατὰ τοὺς τρεῖς πρώτους μῆνας τοῦ 1956. Ηὐξήθησαν οἱ ἔμμεσοι φόροι οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνουν τὰς λαϊκὰς τάξεις. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ φορολογικὴ δικαιοσύνη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνῷ κατὰ τὸ ἑπτάμηνον Ἰουλίου 1954 — Ἰανουαρίου 1955, ἡ ἀπόδοσις ἐξ ἐμμέσων φόρων ἦτο 3204 ἑκατομμ. νέων δραχμῶν, κατὰ τὸ ἑπτάμηνον Ἰουλίου 1955 — Ἰανουαρίου 1956 ἀνῆλθεν εἰς 4096 ἑκατομμ. νέων δραχμῶν, ἤτοι ἐπὶ πλέον 892 ἑκατομμ. νέων δραχμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐμμέσων φόρων, ἡ φορολογικὴ δικαιοσύνη τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἀντιθέτως, ἡ ἀπόδοσις ἐξ ἀμέσων φόρων, ἐνῷ διὰ τὸ ἑπτάμηνον Ἰουλίου 1954 — Ἰανουαρίου 1955 ἦτο 742 ἑκατομμ. νέων δραχμῶν, διὰ τὸ ἀντίστοιχον ἑπτάμηνον Ἰουλίου 1955 — Ἰανουαρίου 1956 κατῆλθεν εἰς 669 ἑκατομμ. νέων δραχμῶν. Καὶ ἰσχύει τὸ ἴδιον διὰ τὸ πρόγραμμα τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων. Προέβλεπε συνολικὴν δαπάνην 1270 ἑκατομμ. εἰς δραχμὰς καὶ 200 ἑκατομμ. εἰς ξένον συνάλλαγμα, ποσὰ καὶ αὐτὰ ἀνεπαρκῆ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν ἱκανοποιητικοῦ ρυθμοῦ οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Ἐν τούτοις κατὰ τὸ πρῶτον ἑπτάμηνον Ἰουλίου 1955 — Ἰανουαρίου 1956 ἐπραγματοποιήθησαν συνολικαὶ δαπάναι διὰ δημοσίας ἐπενδύσεις 455 ἑκατομμ. ἤτοι ὀλιγώτερον τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν προβλέψεων δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ ὑπόμνημα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ οἱ κίνδυνοι τοῦ πληθωρισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν τὴν οἰκονομίαν μας. Τὸ συμπέρασμα, κ. βουλευταί, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ κεφάλαιον τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος εἶναι ὅτι καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ μέλλον πρόκειται περὶ κοινοτύπων ἐπαγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ πρέπει νὰ κριθοῦν καὶ ἀπὸ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἔλθουν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὰς πραγματοποιήσεις τοῦ μέλλοντος. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ ἐμπνευσθῶμεν εἰς τὰς κρίσεις μας ἀπὸ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ ἑξαμήνου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, πᾶσα δυσπιστία δικαιολογεῖται διὰ τὴν ἐπίτευξιν, διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐπαγγελιῶν της. Ἀλλὰ ὑπάρχει εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ μία ἄλλη ἐπαγγελία. Ὑπάρχει ἡ ἐπαγγελία ἡ ἀφορῶσα τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας. Ὁμόθυμος ἔχει ἐκδηλωθῆ ἡ θέλησις καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ὅπως ἡ Ἑλλὰς συμμετέχῃ – διότι εἶναι ὑπερήφανος λαὸς καὶ δὲν δέχεται καμμίαν μειωτικὴν μεταχείρισιν–συμμετέχῃ εἰς τὰ βάρη τῆς ἀμύνης, ἀλλὰ συμμετέχει κατὰ τὸ μέτρον τῆς πραγματικῆς ἀντοχῆς της. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι πράγματι ἀπαράδεκτον, εἶναι ὅπως ἡ Ἑλλάς, ἐνῷ ἔχει τὸ χαμηλότερον βιοτικὸν ἐπίπεδον, ἐνῷ ἔχει τὸ μεγαλύτερον φορολογικὸν βάρος, νὰ ἔχῃ ταυτοχρόνως καὶ τὸ μεγαλύτερον βάρος στρατιωτικῶν δαπανῶν. (Χειροκροτήματα). Ἀρνούμεθα αὐτὴν τὴν ἀνισότητα. Χαίρομεν διὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ πρόσθετος συμμαχικὴ βοήθεια θὰ ἐλαττωθοῦν κατὰ τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἰσότητος, τῆς ἀντοχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀναμένομεν τὴν πραγματοποίησιν. Ἀλλὰ ὑπάρχει, μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς συζητήσεως αὐτοῦ τοῦ θέματος καὶ μία ἄλλη παλαιὰ ὑπόθεσις, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐπανειλημμένως εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν ἔχει γίνει λόγος διὰ τὴν κατάργησιν τῆς ἑτεροδικίας, ἡ ὁποία θίγει τὴν φιλοτιμίαν τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἀρχήν, ἐξήγγειλεν ὅτι ἐπέτυχε τὴν κατάργησίν της. Καὶ ὅλοι ἐχειροκροτήσαμεν. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἔκτοτε τί ἔχει συμβῆ. Ἔχει πράγματι καταργηθῆ ἢ ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ; Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ διαφωτίσῃ τὸ Σῶμα. Διότι ἐὰν πράγματι ἐξακολουθῇ νὰ ἰσχύῃ, τότε εἰς τὴν παλαιὰν εὐθύνην, ὅτι ὑφίστατο ἡ ἑτεροδικία, προσετέθη καὶ ὁ ἐμπαιγμὸς τῆς ὑποσχέσεως ἡ ὁποία δὲν ἐπραγματοποιήθη.... (Χειροκροτήματα). Ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν ἐπίσης λόγον καὶ περὶ τῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν κρίνωμεν ἀπὸ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη τὴν Διοίκησιν κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, ὁπότε τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως μετεβλήθησαν εἰς ὄργανα τῆς φατρίας διὰ νὰ ὑπηρετήσουν τὰ ἐκλογικὰ συμφέροντα τοῦ κυβερνῶντος κόμματος, τότε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωμεν καμμίαν ἐλπίδα εἰς ἀναγέννησιν τῆς Διοικήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἠκούσαμεν κανένα λόγον διὰ τὴν μέριμναν ὑπὲρ τῆς Αὐτοδιοικήσεως, ὑπὲρ τῶν Δήμων, οἱ ὁποῖοι πράγματι στεροῦνται πόρων. Ἐὰν εἰλικρινῶς θέλωμεν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Αὐτοδιοίκησιν, πρέπει νὰ τὴν ἐνισχύσωμεν ἐπαναδίδοντες εἰς τοὺς Δήμους τοὺς πόρους, οἱ ὁποῖοι πράγματι τοὺς ἀνήκουν. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν ἀναλυτικῶν συζητήσεων ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν σήμερον. Τὸ γενικώτερον συμπέρασμα, ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν σήμερον νὰ ἀχθῶμεν, εἶναι ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, πρῶτον, εἶναι Κυβέρνησις μειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔχει τίτλους τυπικῆς νομιμότητος, στερεῖται ὅμως οὐσιαστικῆς νομιμότητος. Καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, διότι παραβιάζει τὴν ἀληθῆ θέλησιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡμεῖς θὰ τὴν καταψηφίσωμεν. Καὶ θὰ τὴν καταψηφίσωμεν, ἐπίσης, διότι αἱ μὲν ἐπαγγελίαι διὰ τὸ μέλλον εἶναι ἀνεπαρκεῖς, αἱ δὲ πραγματοποιήσεις εἰς τὸ παρελθὸν ἀποτελοῦν πλήρη διάψευσιν τῶν ἰδικῶν της ἐπαγγελιῶν. Καὶ ἀκόμη περισσότερον, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, θὰ τὴν καταψηφίσωμεν διότι μᾶς παρέχει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν ὁδηγεῖται τὸ μέγα θέμα τοῦ Κυπριακοῦ ἀγῶνος ἀπὸ τὴν πίστιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐμπνέῃ μίαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν ἱερὰν αὐτὴν ὑπόθεσιν εἰς πλήρη καὶ ταχεῖαν εὐόδωσιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τοῦ κέντρου καὶ τῆς ἀριστερᾶς).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος Ἐργαζομένου Λαοῦ, κ. Γ. Καρτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§27Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐὰν διεξέλθῃ τις μετὰ προσοχῆς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ θέματος, τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον θὰ θέσῃ εἶναι: Ποίαν πολιτικὴν θέλει βασικῶς νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις, τὴν κλασσικὴν καὶ ὀρθόδοξον πολιτικὴν τῆς νομισματικῆς σταθερότητος ἢ τὴν πλέον ρηξικέλευθον πολιτικὴν τοῦ κατευθυνομένου πληθωρισμοῦ; Τὸ δίλημμα ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις εἶναι εὔλογον. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εὑρίσκεται εἰς τὸ μεταίχμιον ἑνὸς πληθωριστικοῦ κατακλυσμοῦ. Ἀπόδειξις τοῦ γεγονότος τούτου εἶναι ἡ συνεχὴς αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερμέτρου διογκώσεως τῆς κυκλοφορίας. Πέραν τούτου καὶ ἡ ὅλη ψυχολογία χρηματικῆς στενότητος παρὰ τὴν ἐξ ἀντικειμένου ρευστότητα ὀφείλεται εἰς μίαν ὑψωτικὴν καὶ κερδοσκοπικὴν ἀτμόσφαιραν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ προοίμιον καὶ τὴν ἀσφαλῆ ἐκδήλωσιν μιᾶς νομισματικῆς κατολισθήσεως. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ περιγράψῃ τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ὡς οἰκονομίαν λιμνάζουσαν εἰς πληθωριστικὰ ὕδατα. Πόθεν προῆλθεν ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι εὔκολον νὰ διαπιστωθῇ. Τὸ ἄνοιγμα ὅλων τῶν λογαριασμῶν τοῦ Δημοσίου ἀνῆλθε κατὰ τὸ 1955 εἰς 2000 ἑκατομμύρια ἡ δὲ κυκλοφορία ηὐξήθη κατὰ τὸ 1955 κατὰ 1064 ἑκατομ. δραχμῶν, ἤτοι κατὰ 33.6%. Ἔναντι αὐτῆς τῆς αὐξήσεως κυκλοφορίας τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ηὐξήθη μόλις κατὰ 5%. Τὰ ἀνοίγματα αὐτὰ τοῦ Λογαριασμοῦ τοῦ Δημοσίου παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος ὀφείλονται σὺν τοῖς ἄλλοις, εἰς τὸ ταμειακὸν ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἶναι πλέον παγία ἡ τακτικὴ τῶν Συναγερμικῶν καὶ τῆς νεοσυναγερμικῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ δημοσιεύουν στοιχεῖα τῶν δημοσίων δαπανῶν. Κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν ἐδημοσιεύθη ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφαίνεται ὅτι τὸ ταμειακὸν ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1955, εἶναι τῆς τάξεως μεγέθους τῶν 600 ἑκατομ. δραχμῶν, τὸ δὲ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1955–1956 περὶ τὰ 350 ἑκατομμύρια. Ἐὰν ἐκτελεσθῇ ὁ προϋπολογισμὸς βάσει τῶν προβλέψεων καὶ μὲ μίαν μικρὰν παράτασιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ θὰ ἀνέλθῃ εὐχερῶς εἰς τὰ 700–800 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Θὰ ἦτο εὔκολος ἡ κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος αὐτοῦ καὶ ἀναμφισβητήτως θὰ ἐπιχειρηθῇ ἡ λογιστικὴ ἐμφάνισις τοῦ ἰσοσκελισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ, διὰ τῆς μεταφορᾶς εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου δραχμῶν τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας. Δυστυχῶς ὅμως ἡ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πραγματικὴ κάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ οὐχὶ ἡ ἁπλῆ των λογιστικὴ τακτοποίησις, ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὴν πορείαν τοῦ ἰσοζυγίου πληρωμῶν. Διότι πᾶσα χρησιμοποίησις πέραν τοῦ τρέχοντος ἐλλείμματος τοῦ ἰσοζυγίου ἐξωτερικῶν πληρωμῶν, ἰσοδυναμεῖ πρὸς δημιουργίαν πληθωριστικῆς προσθέτου ἀγοραστικῆς δυνάμεως. Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταστάσεως δύο ἀνοίγονται δρόμοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ πρῶτος καὶ κλασσικὸς τῆς ἀπολύτου ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τῆς νομισματικῆς σταθερότητος, δρόμος δύσκολος, ὁ ὁποῖος δὲν συμβαδίζει μὲ τὰς συναγερμικὰς καί Κυβερνητικὰς συνηθείας. Ὁ δρόμος αὐτὸς συνεπάγεται τὴν ἀπόλυτον ἰσοσκέλισιν τῶν τρεχουσῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν διατήρησιν τῆς πιστοδοτήσεως εἰς τὸ περυσινὸν ὕψος καὶ τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν βάσει προβλέψεων τοῦ ἰσοζυγίου ἐξωτερικῶν πληρωμῶν. Ὁ ἀντίκτυπος μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς ἐπὶ τῶν ἐπενδύσεων τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναφέρει ἀφθόνους, πρὸς τὸ τέλος τῶν προγραμματικῶν του δηλώσεων θὰ ἦτο ὁ ἑξῆς: Διὰ μόνον τὸ τρέχον ἔτος τὸ σύνολον τῶν εἰς δραχμὰς κρατικῶν ἐπενδύσεων θὰ ἀνήρχετο εἰς 900 περίπου ἑκατομμ. δραχμῶν ἔναντι 1270 προγραμματισθεισῶν. Ὀφείλομεν, ἵνα κατανοήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς ποῖον σημεῖον μειώθησαν αἱ ἐπενδύσεις ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου νὰ ἀναφέρωμεν μερικοὺς ἀριθμοὺς. Κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ οἰκον. ἔτους 1951–52 ἐδαπανήθησαν εἰς σταθερὰς δραχμὰς (1951) 979 ἑκατομμύρια, τὸ 1952–53 664 ἑκατομμύρια, τὸ 1953–54 677 ἑκατομμύρια, τὸ 1954–1955 730 ἑκατομμύρια καὶ διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον 1955–1956 δραχμαὶ 275 ἑκατομμύρια, αἱ ὁποῖαι ἀντιστοιχοῦν εἰς τὰς πραγματικῶς ἀπὸ τὸ ἑξάμηνον τοῦτο δαπανηθείσας 384 ἑκατομμύρια δραχμῶν σημερινῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως. Ἡ σύγκρισις αὕτη ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐπενδυτικὴ δραστηριότης τοῦ Κράτους ἐμειώθη σταθερῶς κατὰ τὰ τρία ἔτη τῆς συναγερμικῆς διακυβερνήσεως, δὲν εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ἀντιληφθῇ τις ὅτι ἡ μείωσις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν αὔξουσαν ἀπορροφητικότητα τῶν καθαρῶς καταναλωτικῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν ἀνάλυσιν τῶν προγραμματικῶν του δηλώσεων περιέγραψε τὴν Ἑλλάδα ὡς μίαν χώραν τὴν ὁποίαν μαστίζει ἡ ἀνεργία, ἡ ὑποαπασχόλησις, τὸ χαμηλὸν βιοτικὸν ἐπίπεδον καὶ ἡ ἄνισος κατανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Θὰ ἦτο περιεκτικωτέρα ἡ περιγραφὴ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἀπεκάλει τὴν Ἑλλάδα χώραν ὑποανεπτυγμένην καὶ τότε θὰ ἠδύναντο εὐκολώτερον οἱ σύμβουλοι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἀνεύρουν εἰς τὴν σχετικὴν βιβλιογραφίαν τὴν κλασσικὴν συνταγὴν διὰ τὴν ἄντλησιν ἐγχωρίων νομισματικῶν πόρων, πρὸς χρηματοδότησιν τῶν ἐπενδύσεων. Ἡ χρηματοδότησις τῶν ἐπενδύσεων ὀφείλει νὰ γίνεται εἰς ὑποανεπτυγμένας χώρας ἐκ πλεονασμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰδικώτερον δὲ ὅταν ἡ χώρα αὕτη ἔχῃ δοκιμασθῆ ἀπὸ σειρὰν νομισματικῶν καταστροφῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι, πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, δύσκολος ἂν ὄχι ἀνέφικτος ἡ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναφερθεῖσα βαθμιαία στροφὴ ἀποταμιεύσεως πρὸς τὰς παραγωγικὰς ἐπενδύσεις. Ἵνα ἐπιτευχθῇ ὅμως τοῦτο, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ κατανοήσῃ ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ὅπως προτείνει, διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς ξένης ἀρωγῆς, ἥτις, ὑπὸ τὰς σημερινὰς τοὐλάχιστον συνθήκας, μόνον πληθωριστικὰ θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα. Τοῦτο δὲ διότι, ἐπαναλαμβάνομεν ἡ χρησιμοποίησις τοῦ προϊόντος τῆς βοηθείας πέραν τοῦ τρέχοντος ἐλλείμματος τοῦ ἰσοζυγίου πληρωμῶν, ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἐκδήλωσιν πληθωριστικῶν πιέσεων. Μείωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς ριζικῆς μεταβολῆς τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν βαρέων σχηματισμῶν καὶ τῆς ριζικῆς μειώσεως τῆς μονίμου καὶ ἐφεδρικῆς στελεχώσεως. Τὰ ἐκ τῆς μειώσεως τῶν δαπανῶν αὐτῶν πλεονάσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ δώσουν κατὰ μέγα ποσοστὸν τὰς ἀπαιτουμένας δραχμὰς διὰ τὴν χρηματοδότησιν τῶν ἐπενδύσεων. Ὡς πρὸς τὸ συνάλλαγμα προφανῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ κεκτημένης καὶ μόνον ταχύτητος ὁμιλεῖ περὶ δανεισμοῦ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ διότι πραγματικῶς εἶναι ὀξύμωρον σχῆμα νὰ δανείζεται ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία, καθ’ ἥν στιγμὴν ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της ἄνω τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Μᾶς εἶναι, ἐν παρενθέσει, ὡς ἐκ τούτου ἀκατανόητον διατὶ προκειμένου νὰ δημοπρατηθῇ τὸ θερμικὸν ἐργοστάσιον Πτολεμαΐδος, ἡ προκήρυξις δὲν ἐγένετο μὲ ὅρους πληρωμῆς τοῖς μετρητοῖς ἀντὶ ἐπὶ πιστώσει ἐννέα ἐτῶν, ὁπότε θὰ ἀπεφεύγετο ἡ πληρωμὴ τόκων καὶ λοιπαὶ ἐπιβαρύνσεις. Ὁ δεύτερος δρόμος τὸν ὁποῖον ὑπαινίσσεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ δρόμος τοῦ κατευθυνομένου ἢ μὴ πληθωρισμοῦ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου του μᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν κατέχεται ἀπὸ τὴν φοβίαν τοῦ πληθωρισμοῦ, διότι πιστεύει ὅτι εἶναι δυνατὴ ἡ συγκράτησις τῶν τιμῶν, παραλλήλως πρὸς τὸν ὁμαλὸν ἐφοδιασμὸν τῆς οἰκονομίας διὰ χρηματικῶν μέσων ὑπὸ τὴν τριπλῆν προϋπόθεσιν τῆς ὀργανικῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ παραγωγικοῦ κόστους, τῆς αὐξήσεως τοῦ ὄγκου τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ἐλευθερίας τῶν εἰσαγωγῶν. Ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι πολὺ σαφής, ἀλλὰ θέλομεν νὰ τονίσωμεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι ἡ τακτικὴ τοῦ διευθυνομένου πληθωρισμοῦ εἶναι πράγματι ἐφικτή, ἀλλὰ ἀπαιτεῖ σειρὰν ἐλέγχων, τόσον διοικητικῶν, ὅσον καὶ οἰκονομικῶν, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ διαθέτῃ μία συναγερμικὴ Κυβέρνησις. Δὲν θὰ τὸν ἀκολουθήσωμεν, ὡς ἐκ τούτου, νοερῶς εἰς τὴν ὁδὸν ταύτην, φοβούμεθα ὅμως ὅτι παρὰ τὴν θέλησίν του, λόγῳ τῆς ἀδυναμίας του, θὰ ὠθηθῇ ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία πρὸς τὸν ὁδὸν τοῦ ἀνοικτοῦ πληθωρισμοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν σκέπτεται νὰ ἐπιβάλῃ νέας φορολογίας, ἀλλὰ ὅτι θὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς καθολικῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὑπαρχόντων νόμων. Διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ πῶς κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη ἀσκεῖται ἡ φορολογικὴ πολιτική, θὰ ἀρκέσῃ μία ἀναδρομὴ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας. Αἱ σχέσεις μεταξὺ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας, ὡς πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων, ἐξειλίχθησαν ὡς ἑξῆς
| 1951—52 | ἄμεσοι φόροι | 20,6% |
| ἔμμεσοι φόροι | 67,6% | |
| 1952—53 | ἄμεσοι φόροι | 18,4% |
| ἔμμεσοι φόροι | 66,2% | |
| 1953—54 | ἄμεσοι φόροι | 18,7% |
| ἔμμεσοι φόροι | 69,6% | |
| 1954—55 | ἄμεσοι φόροι | 19,3% |
| ἔμμεσοι φόροι | 68,2% | |
| Ὀκτάμηνον 1955—56 | ἄμεσοι φόροι | 14,9% |
| ἔμμεσοι φόροι | 78,4% |
Εἰδικώτερον δὲ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ ἑνιαίου φόρου, ἡ ἀπόδοσίς του κατὰ τὸ πρῶτον ὀκτάμηνον τοῦ τρέχοντος οἰκον. ἔτους ἔναντι τῶν ἀντιστοίχων ἀναλυτικῶν κατηγοριῶν, ἀνέρχεται εἰς 738,8 ἔναντι 870,7 ἑκατομμυρίων δραχμῶν τοῦ 1954–55. Ἀλλ’ ἔτι χειρότερον: Ἡ ἔμμεσος φορολογία ἀντιπροσωπεύει συνεχῶς αὖξον ποσοστὸν πρὸς τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος ἐκ τῆς ἀμέσου φορολογίας βαίνει μειουμένη. Αἱ σχέσεις αὗται ἀποδεικνύουν, σαφῶς τὴν ἀπολύτως ἀντιλαϊκὴν νοοτροπίαν τῆς Κυβερνήσεως, δοθέντος ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι βαρύνουν πολὺ περισσότερον τοὺς ἀπόρους παρὰ τοὺς εὐπόρους. Ἡ Κυβέρνησις ὑπογραμμίζει τὴν πίστιν της εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν εἰσαγωγῶν. Προφανῶς θὰ πρέπει νὰ ἀντιλαμβάνεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῶν εἰσαγωγῶν δημιουργεῖ ἄλυτα προβλήματα διὰ πολλοὺς κλάδους τῆς βιομηχανικῆς καὶ ἀγρατικῆς παραγωγῆς. Αἱ ἀθρόαι εἰσαγωγαί, τὸ σύνολον τῶν ὁποίων θὰ φθάσῃ κατὰ τὸ τρέχον οἰκον. ἔτος εἰς 400 ἑκατομμύρια δολλάρια, ἔχουν ὡς ἀποτέλεσμα τὸν σοβαρώτατον ἀνταγωνισμὸν τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς μὲ δείκτην τὴν κάμψιν κατὰ τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἀντίστοιχον περίοδον τοῦ προηγουμένου ἔτους; ὁλοκλήρου τῆς κλωστοϋφαντουργικῆς δραστηριότητος κατὰ 12% καὶ τοῦ γενικοῦ δείκτου παραγωγῆς κατὰ 4%. Προτείνων τὸ μέτρον τῆς δασμολογικῆς προστασίας, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀγνοεῖ προφανῶς τὰς πολλαπλᾶς μας ἐκ τοῦ ΓΚΑΤΤ δεσμεύσεις. Κατὰ πόσον ἡ ἐλευθερία εἰσαγωγῶν ἁρμόζει εἰς ὑποανεπτυγμένην χώραν εἶναι ἐρώτημα εἰς τὸ ὁποῖον ἡ ἀπάντησις ὀφείλει νὰ δοθῇ ἐν ἀναφορᾷ καὶ μὲ τὸ ποσὸν τοῦ συναλλάγματος τὸ ὁποῖον διέρρευσε κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν τῆς ἐφαρμογῆς της. Κατὰ πόσον δὲ ἡ ἐλευθερία εἰσαγωγῶν δὲν ἀφαιρεῖ ἐγχωρίους πόρους ἀπὸ τὴν χρησιμοποίησίν των εἰς ἐπενδύσεις καὶ ἀντίστοιχον συνάλλαγμα διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῆς χώρας, εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως θὰ ἠδύνατο μὲ ἥσυχον συνείδησιν νὰ προβάλῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐν ἔτει 1952 ἀντεμετωπίσαμεν τὸ πρῶτον τὰς λεγομένας παγωμένας πιστώσεις, καὶ ὀφείλω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐντὸς σχετικῶς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος αἱ τότε παγωμέναι πιστώσεις ἐμειώθησαν σημαντικῶς. Ἔκτοτε δὲ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις καὶ εἰς τὰς προγραμματικάς των δηλώσεις καὶ κατὰ τὴν πορείαν τῆς διακυβερνήσεως, ὑπέσχοντο ταχεῖαν λύσιν τοῦ προβλήματος καὶ ὁ σημερινὸς ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἐπέτυχε τὴν ψήφισιν νόμου προβλέποντος τὴν ρήτραν δολλαρίου διὰ τὰς ληξιπροθέσμους ὀφειλάς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν προέβη εἰς ἀνακοίνωσιν ἀκριβῶν στοιχείων ὡς πρὸς τὸ ὕψος τῶν παγωμένων πιστώσεων. Εἶμαι βέβαιος ὅμως ὅτι αὐταὶ ἀνέρχονται εἰς 600 ἑκατομμύρια περίπου. Φοβούμεθα ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ διακήρυξις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν μὲ τὰς κατὰ τὸ παρελθὸν γενομένας. Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν γεωργίαν παρουσιάζεται μᾶλλον ὄψιμον, καὶ τοῦτο, διότι, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς παγωμένας πιστώσεις τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἡ ρευστότης τῶν πιστώσεων τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης ἐγγίζει πρὸς τὸ 97%. Συμφώνως πρὸς τὴν προχθεσινὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Διοικητοῦ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, αἱ ἐπενδύσεις εἰς τὸν ἀγροτικὸν τομέα ἐμειώθησαν κατὰ τὸ 1955 ἐν σχέσει πρὸς τὸ 1954, κατὰ 20%. Ἐμειώθη ταυτοχρόνως καὶ ἡ πιστοδότησις τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης διὰ μεσοπροθέσμων δανείων κατὰ τὸ 1955, ἐν συγκρίσει μὲ τὰς χορηγήσεις τοῦ 1954. Ἀλλὰ τὸ πλέον ἀξιόλογον γεγονὸς διὰ τὴν πιστοδότησιν τῆς ἀγροτικῆς μας οἰκονομίας ἀποτελεῖ ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Διοικητοῦ διαπίστωσις ὅτι αἱ βραχυπρόθεσμοι χορηγήσεις καλύπτουν μόλις τὸ 27% τῶν ἀγροτικῶν ἀναγκῶν διὰ τὴν παραγωγικὴν διαδικασίαν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπόσχεται ἐνίσχυσιν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ πόσας φορὰς δὲν ὡμίλησαν, ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ προκάτοχοί της περὶ προικοδοτήσεως τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης; Εἶναι πραγματικῶς ἀξιοθαύμαστος ἡ ὑπομονὴ τῶν ἀγροτῶν, ὅταν ἀναλογισθῇ κανεὶς ὅτι τὸ σύνολον τῶν χορηγήσεων τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης κυμαίνεται πέριξ τῶν 1800 ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα ἐπιστρέφονται ἐξ ὁλοκλήρου σχεδὸν καὶ δὲν παγώνουν εἰς χεῖρας τῶν παραγωγῶν, ἐνῷ 600 ἑκατομμύρια δραχμῶν εὑρίσκονται ὡς παγωμέναι πιστώσεις εἰς χεῖρας ἐσκεμμένων χρεωκόπων τῆς βιομηχανίας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλεῖ περὶ μονίμου κρατικοῦ ὀργανισμοῦ παρεμβαίνοντος μεταξὺ προσφορᾶς καὶ ζητήσεως τῶν καπνῶν, πρὸς ἀποφυγὴν ἐκμεταλλεύσεως τοῦ παραγωγοῦ. Εἶναι ἀξιέπαινος ἡ πρωτοβουλία αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἀνέλυσε πῶς εἰς μίαν τοιαύτην στενότητα κεφαλαίων θὰ εὕρῃ τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια διὰ τὴν χρηματοδότησιν τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω δὲν μᾶς ἐξήγησε πῶς θὰ καλύψῃ ἡ διεθνὴς ζήτησις τὴν ἁλματώδη, ὅπως λέγει, αὔξησιν τῆς καπνικῆς μας παραγωγῆς. Δὲν θὰ ἦτο ἴσως σκοπιμώτερον διὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σκεφθῇ εὐρύτερον ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ πλεονάζοντα ἐξαγώγιμα ἀγροτικά μας προϊόντα νὰ χρησιμοποιηθοῦν διὰ τὴν ἀποπληρωμὴν ὡρισμένων ἐπενδύσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἦσαν πρόθυμοι νὰ κάμουν αἱ χῶραι τοῦ ἀνατολικοῦ συνασπισμοῦ; Τὰ πρόσφατα παραδείγματα τῶν Ἀσιατικῶν χωρῶν (Βιρμανία, Ἰνδίαι, Ἀφγανιστὰν) μᾶς δεικνύουν ἕνα δρόμον τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἀφόβως νὰ ἀκολουθήσῃ. Ἡ τοιαύτη χρηματοδότησις τῶν ἐπενδύσεων θὰ εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν διεύρυνσιν καὶ τὴν κατάκτησιν νέων ἀγορῶν παρὰ τῶν ἀγροτικῶν μας προϊόντων. Ὁ νόμος περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλίσεως ἀποτελεῖ φενάκην. Αὐτὸς ὁ τίτλος του δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ περιεχόμενόν του, διότι ὁ τίτλος ὁμιλεῖ «περὶ ἀσφαλίσεως τῶν ἀγροτῶν» εἰς τὴν πραγματικότητα πρόκειται περὶ προνοίας. Ὄντως ἡ πραγματοποίησις δωρεὰν τῶν παροχῶν τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ ἀγρότου, τὴν ὁποίαν κρίνει κατὰ τρόπον ἀνεξέλεγκτον ὡρισμένη Ἐπιτροπή, ἐνῷ γνώρισμα τῆς ἀσφαλίσεως εἶναι ἀκριβῶς «σταθερὸν δικαίωμα» τοῦ ἠσφαλισμένου εἰς τὴν παροχήν, δικαίωμα ἀγώγιμον. Ἐν τῇ οὐσίᾳ οὐδεὶς πόρος προβλέπεται διὰ τὴν πρόνοιαν ταύτην. Διότι ἡ μὲν ἐπιχορήγησις τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν ἄλλων ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ οὗτος νὰ καλύψῃ, ἡ δὲ εἰσφορὰ τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων «5% ἐπὶ τῶν ἐσόδων των» ἐλάχιστα ἀπέδωσε μέχρι σήμερον, διότι ἁπλούστατα οἱ πλεῖστοι Δῆμοι καὶ Κοινότητες εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ καταβάλουν ταύτην. Οὕτω ὁ νόμος ἐδημιούργησεν ἕνα εἰδικὸν λογαριασμὸν χωρὶς ἀντιστοίχους ἀσφαλεῖς πόρους. Εἶναι ἀξιέπαινος ἡ σκέψις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἱδρύσῃ Ὀργανισμὸν διανομῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, ἀλλ’ εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πρόγραμμα ἐξηλεκτρισμοῦ τῆς χώρας, ἄνευ τῆς ἐξαγορᾶς τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας Ἀθηνῶν Πειραιῶς. Μόνον ἐὰν συμπεριληφθοῦν καὶ αἱ Ἀθῆναι εἰς ἑνιαῖον σχέδιον ἐξηλεκτρισμοῦ θὰ εἶναι δυνατὴ ὀρθολογιστικὴ τιμολογιακὴ πολιτικὴ ἐπὶ τῆς ἠλεκτρικῆς ἐνεργείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε περὶ καθηλώσεως τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, δικαιολογῶν τὴν καθήλωσιν ταύτην ὡς μέτρον ὀρθολογιστικόν, διότι ὡς λέγει, ἀκολουθεῖ ἀναποτρέπτως τὴν δημοκοπίαν ἡ οὐσιαστικὴ ἐκμηδένισις τῶν χορηγηθέντων καὶ ὁ πληθωρισμός. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν, ὅλαι αἱ αὐξήσεις μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων ἐδόθησαν μετὰ τὴν ἄνοδον τοῦ τιμαρίθμου καὶ «ἵνα προσαρμόσουν τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἡμερομίσθια πρὸς τὰς ἑκάστοτε τιμαριθμικὰς αὐξήσεις». Ἡ μόνη ἐξαίρεσις ὑπῆρξεν ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Κέντρου δοθεῖσα αὔξησις κατὰ 10% κατὰ Σεπτέμβριον 1952, ἐνῷ ὁ τιμάριθμος ἐσημείωνε σταθερὰν πτῶσιν. Ἀλλὰ καὶ αἱ τελευταῖαι αὐξήσεις τοῦ Ἰανουαρίου 1955, τῶν ὁποίων ὁ ἐκλογικὸς χαρακτὴρ εἶναι σαφής, δὲν ἔχουν εὐθυγραμμίσει τὰ ἡμερομίσθια, διότι, ἐὰν ἡ αὔξησις μεταξὺ 1952 καὶ 1956, ἐν σχέσει μὲ τὴν αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου ἑνὸς ἐργάτου εἶναι 19% ἡ αὔξησις συμφώνως πρὸς τὰ δεδομένα τοῦ Συνδέσμου Βιομηχάνων, τῆς παραγωγικότητος εἶναι 37% καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν κλωστοϋφαντουργίαν 42%. Ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν δεδομένων πραγματικῶν μισθῶν καὶ παραγωγικότητος, προκύπτει ὅτι ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν καὶ τῶν ἡμερομισθίων ὑπελείφθη τῆς αὐξήσεως παραγωγικότητος καὶ ὅτι ἡ σχέσις ἀμοιβῆς τῶν συντελεστῶν τῆς παραγωγῆς ἔχει μεταβληθῆ κατὰ τὴν τελευταίαν τετραετίαν καὶ μετεβλήθη εἰς βάρος τῶν μισθωτῶν, ἡ βασικὴ διεκδίκησις τῶν ὁποίων διὰ τὴν τιμαριθμικὴν προσαρμογὴν τῶν ἀποδοχῶν των παραμένει ἀνικανοποίητος. Ἐξ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις οὐσιαστικῶς ἀπορρίπτει τὸ αἴτημα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν μισθῶν των καὶ ἐγκαταλείπει εἰς τὴν δραματικήν της θέσιν τὴν τάξιν τῶν συνταξιούχων. Ἀποτελοῦν αἱ διαπιστώσεις αὗται περαιτέρω ἀποδείξεις τῆς δυσμενοῦς μεταχειρίσεως τῶν ἐργαζομένων καὶ ἀσθενεστέρων οἰκονομικῶς Ἑλλήνων, ἐκ μέρους τῆς παρατάξεως ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἐνῷ, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ὅλαι σχεδὸν αἱ πολιτισμέναι χῶραι τοῦ κόσμου ἀνεμόρφωσαν τὸ ἐκπαιδευτικὸν των σύστημα διὰ νὰ τὸ προσαρμόσουν εἰς τὰς νέας, μετὰ τὸν πόλεμον, συνθήκας τῆς ζωῆς, μία πανίσχυρος κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, οὐδὲν σοβαρὸν νομοθετικὸν μέτρον ἔλαβε διὰ τὴν ἀνασύνταξιν τῆς Ἑλληνικῆς παιδείας. Ὁ ἀριθμὸς τῶν δημοδιδασκάλων, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ μέγεθος τοῦ μαθητικοῦ πληθυσμοῦ τῶν σχολείων τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀπιστεύτως μικρὸς (ἀναλογεῖ εἷς διδάσκαλος πρὸς 60 καὶ 65 μαθητάς). Ὁ τομεὺς τῆς τεχνικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔχει ἐγκαταλειφθῆ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, καὶ εἰς μίαν χώραν, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἔχουσαν ἀνάγκην ἐξειδικευμένων τεχνιτῶν διὰ νὰ προωθηθῇ, ὄχι μόνον βιομηχανικῶς, ἀλλὰ καὶ γεωργικῶς, ἡ κατωτέρα καὶ μέση τεχνικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι σχεδὸν ἀνύπαρκτος. Ἐσημειώσαμεν εὐχαρίστως τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του ἀντιμετωπίζει βαθεῖαν στροφὴν πρὸς τὴν τεχνικήν μας ἐκπαίδευσιν καὶ συγχρονισμὸν τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ μας συστήματος. Εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ διαπιστώσωμεν συγχρόνως ὅτι ἀντὶ ἀληθινὰ μορφωτικῆς ἐργασίας, τὸ Κράτος, κατὰ τὴν περίοδον τοῦ Συναγερμοῦ, ἀνέπτυξεν, εἰς τὸν τομέα τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἄλλου εἴδους δραστηριότητα. Ἐτροποποίησε τὸν Ὀργανισμὸν τῆς Κεντρικῆς Διοικήσεως, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ ἀνεπιθύμητα πρόσωπα, ἀπέλυσε, διὰ λόγους δῆθεν οἰκονομίας, ἐκπαιδευτικοὺς συμβούλους διὰ νὰ μεταβάλῃ τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον εἰς κομματικόν του ὄργανον καὶ ἀναψηλαφήσασα ὅλας τὰς ὑποθέσεις διώξεως ὑπαλλήλων, διὰ λόγους νομιμοφροσύνης, κατετρομοκράτησε τὸν ἐκπαιδευτικὸν κόσμον καὶ ἐμάρανε τὸν ζῆλον πρὸς γόνιμον ἐργασίαν. Οὐδέποτε ὁ κομματισμὸς καὶ ὁ φαβοριτισμὸς ἔφθασε τὰ σημερινὰ ἐπίπεδα εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ὁμιλῶν περὶ τοῦ Στρατοῦ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸν ἐχαρακτήρισεν «ὡς ὑπηρετοῦντα ταὐτοχρόνως καὶ τὴν παγκόσμιον ὑπόθεσιν τῆς Δημοκρατίας». Προφανῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠρεύνησεν εἰσέτι ἐπὶ ποίων βασικῶν ἀρχῶν στηρίζεται ἡ δημοκρατία τὴν ὁποίαν θέλει νὰ προασπίσῃ. Στηρίζεται, δυστυχῶς δι’ αὐτόν, εἰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας συστηματικῶς παρεβίασεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ τὰς ὁποίας δὲν ὑπόσχεται νὰ ἑδραιώσῃ οὔτε εἰς τὸ μέλλον. Αἱ ἀρχαὶ αὐταί, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας, εἶναι ἁπλαῖ. Πρώτη ἀρχὴ εἶναι ὅτι, οὐδεὶς πολίτης στερεῖται τῆς ἐλευθερίας του ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Παρὰ ταῦτα, καὶ προσφάτως ἀκόμη, ἡ Κυβέρνησις δι’ ἀποφάσεως τῶν λεγομένων Ἐπιτροπῶν Ἀσφαλείας ἐξετόπισεν ἐπ’ ἀόριστον εἰς Ἅγιον Εὐστράτιον, πολίτας διὰ τὸν λόγον καὶ μόνον ὅτι οὗτοι ἦσαν ὕποπτοι εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Δὲν ὑπόσχεται ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι θὰ καταργήσῃ τὸ ἀνελεύθερον τοῦτο μέτρον, τὸ ἄκρως ἀντίθετον πρὸς πᾶσαν ἀρχὴν τοῦ πολιτισμένου κόσμου. Δευτέρα ἀρχὴ τῆς Δημοκρατίας εἶναι ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ ἡ ἰσότης αὐτὴ παραβιάζεται ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀντὶ νὰ διακηρύξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν κατάργησιν τῶν πιστοποιητικῶν κοινωνικῶν φρονημάτων, περιορίζεται ἁπλῶς εἰς τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀτομικῶν φακέλλων θὰ μειωθῇ. Καὶ θὰ ἐξακολουθῇ οὕτω ἐν Ἑλλάδι, ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας, νὰ διαιροῦνται οἱ πολῖται εἰς πρώτης καὶ δευτέρας ποιότητος, ἀναλόγως τοῦ ἐὰν αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ συμφωνοῦν μὲ τὰ φρονήματά των ἢ ὄχι. Οἱ δὲ πολῖται δευτέρας ποιότητος θὰ στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐργασίας διότι καὶ εἰς τὰς Δημοσίας Ὑπηρεσίας ἀλλὰ καὶ εἰς πλείστας ὅσας ἰδιωτικάς, ἡ προσκόμισις πιστοποιητικοῦ κοινωνικῶν φρονημάτων εἶναι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς προσλήψεώς των. Τρίτη ἀρχὴ εἶναι ἡ τῆς ἐλευθεροτυπίας. Οὐδεμίαν βελτίωσιν τοῦ Κρατικοῦ καὶ ἀστυνομικοῦ ἐλέγχου τῆς ἀδείας ἐκδόσεως ἐφημερίδων ὑπεσχέθη ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ οὕτω θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἡ ἄδεια ἐκδόσεως ἐφημερίδος νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀνεξέλεγκτον κρίσιν μιᾶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Προεδρίας ἑδρευούσης Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τελευταίαν ἀνάλυσιν τοῦ ἐκπροσώπου εἰς ταύτην τῆς Γενικῆς Ἀσφαλείας. Τέταρτον. Βάσιν ἐπίσης τῆς Δημοκρατίας ἀποτελεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀλλ’ αἱ συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι, ἔχουν καταντήσει φενάκη, διότι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐλευθέρα λειτουργία τοῦ συνδικαλισμοῦ στραγγαλίζεται. Τὰ ὄργανα Ἀσφαλείας ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν Ἐργατῶν Ἑλλάδος, τὸ «συνδικαλιστικὸν παράρτημα τῆς Κυβερνήσεως» παρεμποδίζουν κάθε συνδικαλιστικὴν πρωτοβουλίαν καὶ διαφθείρουν ἐργατικὰς συνειδήσεις, διὰ τῶν χρημάτων τῆς Ἐργατικῆς Ἑστίας. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλο σημεῖον, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν, ὑπῆρξε βωβὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἐτόλμησε κἂν νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν εἰρήνευσιν. Δὲν ἐχρησιμοποίησε κἂν τὰς λέξεις «λήθη τοῦ παρελθόντος», ἐνῷ εἶναι φυσικὸν ὅτι, ἑπτὰ ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, εἶναι ἀδύνατον νὰ σήπωνται εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων τὸ μόνον ἔγκλημα ὑπῆρξεν ἡ συμμετοχὴ εἰς αὐτόν. Ἄς μὴ λησμονῶμεν ὅτι οἱ ἐμφύλιοι πόλεμοι, καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὰς ἄλλας Δημοκρατίας, ἔληξαν πάντοτε μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως διὰ τῆς παροχῆς γενικῆς ἀμνηστίας. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ τῆς στρουθοκαμήλου ἢ τοῦ κομματικοῦ ὑπολογισμοῦ ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῶν πολιτικῶν δυνάμεων τῆς Χώρας. Διότι, ἐνῷ εἰς ὅλας τὰς Δημοκρατίας, τὰς ἐλευθέρας, τῶν ὁποίων διατείνεται ὅτι θέλει νὰ προασπίσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, λειτουργεῖ ὁμαλῶς καὶ νομίμως τὸ Κομμουνιστικὸν Κόμμα, εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ δρᾶσις του διώκεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς κατασκοπείας καὶ τοῦτο ἐν περιόδῳ διεθνοῦς ὑφέσεως. Ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ἀναγνώρισις τοῦ Κ.Κ.Ε. καὶ ἡ κατάργησις τῶν ἀνελευθέρων καὶ ἐκτάκτων μέτρων. Ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη περαιτέρω χρηστὴν διοίκησιν καὶ ὀργάνωσιν αὐτῆς ἐπὶ ὀρθολογιστικῶν βάσεων. Ἀλλὰ μὲ τοιαύτας δῆθεν προθέσεις προσπάθεια ἐγένετο καὶ κατὰ τὴν συναγερμικὴν τριετίαν μὲ βάσιν τὸν περίφημον νόμον 2500 καὶ ἀποτέλεσμα: ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ἀπειράριθμα θύματα μεταξὺ τῶν καλυτέρων στελεχῶν τῆς δημοσιοϋπαλληλικῆς οἰκογενείας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν πλήρη παράλυσιν καὶ ἐκφαύλισιν τῆς κρατικῆς μηχανῆς. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι προεκλογικῶς ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξήγγειλεν, ὑπὸ τὴν ἰσχυρὰν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου 2500, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε νὰ ἄρῃ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὰς ὀλεθρίας συνεπείας αὐτοῦ καὶ ἄλλων ἐκκαθαριστικῶν νόμων. Τέλος, ὁ πρωτοφανὴς ἐκτραχηλισμὸς τῶν κρατικῶν ὀργάνων πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀνόμων ἐκλογικῶν συμφερόντων τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἀποτελεῖ βεβαίως, ἐλπιδοφόρον ἔνδειξιν διὰ τὴν τήρησιν τῆς κυβερνητικῆς ἐπαγγελίας περὶ χρηστῆς διοικήσεως. Εἰς τὰς περὶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως προγραμματικὰς δηλώσεις, διακρίνονται δύο βασικαὶ ἀρχαί: Ἡ πρώτη ἐκφρασθεῖσα διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος λέγει: «ἡ Ἑλλὰς ἀντιμετωπίζει πάντα τὸ Βορειοατλαντικὸν Σύμφωνον ὡς κυριωτέραν ἐγγύησιν τῆς ἐθνικῆς ἀσφαλείας». Ἡ οὐσία τῆς δηλώσεως αὐτῆς ἐπαναλαμβάνεται καὶ εἰς τὰς κυβερνητικὰς δηλώσεις. Ταὐτοχρόνως ὅμως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι θὰ χρησιμοποιήσῃ πᾶν πρόσφορον πολιτικὸν καὶ διαδικαστικὸν μέσον πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Φοβούμεθα, ὅτι τὰ γεγονότα ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ ἀπόλυτος προσήλωσις εἰς τὴν Βορειοατλαντικὴν Συμμαχίαν δὲν συμβιβάζεται μὲ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν Κυπρίων. Καὶ τοῦτο εἶναι εὔλογον. Αἱ κυριώτεραι Ἠπειρωτικαὶ Δυνάμεις τοῦ Βορειοατλαντικοῦ Συμφώνου εἶναι ἀποικιακαὶ Δυνάμεις. Ἐπιπροσθέτως ἐδόθη ὑπὸ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας εἰς τὴν Τουρκίαν, διὰ τοῦ Συμφώνου τῆς Βαγδάτης, ὁ ρόλος συνδέσμου μεταξὺ Βορειοατλαντικῆς Συμμαχίας καὶ τῆς Νοτιοασιατικῆς τοιαύτης. Ἡ Ἑλλάς, ἔχουσα ὡς κύριον ἄξονα τῆς ἐξωτερικῆς της πολιτικῆς τὴν μονόπλευρον προσήλωσιν πρὸς τὴν Δυτικὴν συμμαχίαν, ἀναζητεῖ ματαίως ἐντὸς κλοιοῦ πολὺ ἰσχυροτέρων συμφερόντων, τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐθνικῶν της δικαίων. Ἡ λογικὴ συνέπεια τῆς διαπιστώσεως αὐτῆς εἶναι, ὅτι ὁ ἐξωτερικὸς προσανατολισμὸς ὀφείλει τοὐλάχιστον νὰ συμπληρωθῇ. Αἱ κατευθύνσεις, πρὸς τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ζητήσῃ ἡ Χώρα μας τὴν ἀντιστάθμισιν τῆς μονοπλεύρου αὐτῆς πολιτικῆς εἶναι σαφεῖς. Ἡ Ἑλλὰς ἀνήκει γεωπολιτικῶς εἰς τὰς Χώρας τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου καὶ ὡς ἐκ τούτου συνδέεται αὐτομάτως μὲ ὅμορα κράτη της. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἑλλὰς εἶναι Βαλκανικὴ Χώρα καὶ ὡς τοιαύτη ὀφείλει νὰ ἐπιζητήσῃ στενωτέρας σχέσεις μὲ τὰς Βαλκανικὰς Δυνάμεις καὶ τὰς ἐπηρεαζούσας τὴν Βαλκανικὴν πολιτικὴν Μεγάλας Δυνάμεις. Ἐν τῷ πλαισίῳ αὐτῷ εἶναι εὐχάριστον ὅτι αἱ σχέσεις μας μὲ τὴν Γιουγκοσλαβίαν γίνονται ὁλονὲν καὶ στενώτεραι. Τὸ αὐτὸ δὲν δύναται νὰ λεχθῇ καὶ διὰ τὰς σχέσεις μας μὲ τὰς ἄλλας Βαλκανικὰς χώρας ἀλλ’ οὔτε καὶ μὲ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν. Τοὐναντίον, ἡ πολιτικὴ καὶ τῆς Κυβερνήσεως Παπάγου καὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως παρεῖχε δείγματα σαφοῦς ψυχρότητος ἔναντι τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, ψυχρότητος ὀφειλομένης εἰς δουλόφρονα ἑρμηνείαν τῶν συμμαχικῶν μας ὑποχρεώσεων. Οὕτως ἐνῷ τὸ Ἀνώτατον Σοβιέτ ἐκάλεσεν ἐπισήμως ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς νὰ ἐπισκεφθοῦν τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀπήντησεν εἰσέτι εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτὴν. Σημειωτέον ὅτι τὰ Κοινοβούλια ὅλων τῶν ἄλλων Δυτικῶν Κρατῶν ἐδέχθησαν καὶ ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὴν πρόσκλησιν αὐτὴν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα κράτη μὴ ἔχοντα κἂν διπλωματικὰς σχέσεις μὲ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν, ὡς ἡ Ἰαπωνία, ἀπεδέχθησαν τὴν πρόσκλησιν. Ἀκόμη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠρνήθη νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ὑπ’ ἐμοῦ κληθέντα Δήμαρχον τοῦ Ροστὸβ νὰ ἐπισκεφθῇ τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀνταπόδοσιν τῆς ἐπισκέψεώς μου εἰς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν. Κύριοι βουλευταί. Ἡ ἐξωτερικὴ μας πολιτική, ὅπως κάθε ἐξωτερικὴ πολιτική, στηρίζεται εἰς τὴν συσχέτισιν τῶν δυνάμεων καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλλὰς παραμένει μόνη εἰς τὴν διεκδίκησιν, ἄνευ συμμάχων, τῆς αὐτοδιαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, δὲν θὰ ἐπιτύχῃ ποτὲ τὴν πραγματοποίησιν τῶν ἐθνικῶν της πόθων. Ὁ βρεταννικὸς ἰμπεριαλισμὸς στηρίζεται εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μεσόγειον ἐπὶ δύο βάσεων. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπὶ τῆς κατοχῆς τῆς Κύπρου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ τοῦ Συμφώνου τῆς Βαγδάτης. Ὡς ἐκ τούτου θὰ ἦτο φυσικόν, ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐπιζητήσῃ μὲ βάσιν τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ βρεττανικοῦ ἰμπεριαλισμοῦ, τὴν συμμαχίαν τῶν Ἀραβικῶν κρατῶν. Κοινότης συμφερόντων καὶ κοινότης ἐπιδιώξεων ὑφίσταται. Τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς Ἀραβικὰς χώρας ἀνέκαθεν ἦτο καὶ εἶναι μεγάλον. Ἡ ἐπιδίωξις αὐτὴ κοινῆς ἀσφαλείας μεταξὺ τῶν Ἀραβικῶν κρατῶν πέραν τῶν ὑποχρεώσεών μας καὶ τῶν ἐγγυήσεων ἐκ τῆς Βορειοατλαντικῆς συμμαχίας δὲν θὰ ἦτο παρὰ μία φυσικὴ προέκτασις πρὸς Νότον τῶν φιλικῶν μας σχέσεων πρὸς τὴν Γιουγκοσλαβίαν. Ὁ ἄξων αὐτὸς θὰ ἦτο περαιτέρω μία ἐπιπρόσθετος ἐγγύησις διὰ τὴν εἰρήνην. Ὀφείλει ἄρα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ προετοιμάσῃ τὸ ταχύτερον τὴν προσέγγυσίν μας πρὸς τὸν Ἀραβικὸν σύνδεσμον καὶ ταυτοχρόνως νὰ βελτιώσῃ τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν διὰ τῆς ἐνάρξεως ἀμέσως οἰκονομικῶν διαπραγματεύσεων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Χώρας διὰ τῆς ὑποκινήσεως ἐπενδυτικοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως ἐν Ἑλλάδι. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν ἀκολουθοῦσα ἡ Ἑλλὰς τὸν δρόμον τῆς Γιουγκοσλαβίας, τῆς Αἰγύπτου, τῶν Ἰνδιῶν καὶ τῆς Βιρμανίας, θὰ ἠδύνατο καὶ νὰ ἐξέλθῃ τῆς διπλωματικῆς ἀπομονώσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται σήμερον, νὰ πραγματοποιήσῃ ἕνα μέρος τοῦ προγράμματος ἐπενδύσεων καὶ ταυτοχρόνως νὰ διευρύνῃ καὶ νὰ κατακτήσῃ διὰ τῆς ἀποπληρωμῆς τῶν ἐπενδύσεων αὐτῶν νέας ἀγορὰς δι’ ἐξαγώγιμα ἀγροτικὰ προϊόντα καὶ προϊόντα τῆς ἐλαφρᾶς βιομηχανίας μας. Μόνον διὰ τῆς ἀποκτήσεως ἰσχυρῶν φίλων καὶ συμμάχων θὰ δυνηθῇ ἡ Χώρα μας νὰ ἀντισταθμίσῃ τὴν ἐχθρικὴν στάσιν τῶν δυνάμεων τῆς Βορειοατλαντικῆς συμμαχίας, ἐξαιρέσει τῆς Ἰσλανδίας. Ἔχουσα οὕτω προετοιμάσει καὶ τὸν δεύτερον ἄξονα τῆς ἐξωτερικῆς της πολιτικῆς ἡ Ἑλλάς, θὰ εἶναι πλέον εἰς θέσιν νὰ μεταβάλῃ τὴν ἀδράνειάν της, ἀδράνειαν τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ ἀπὸ τοῦδε εἰς τὸ ΝΑΤΟ, εἰς πραγματικὴν ἀπειλήν. Μόνον εἰς ἕνα τοιοῦτον προσανατολισμὸν καὶ τὸ Κυπριακὸν θὰ εὕρῃ τὴν λύσιν του. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιδιώκει τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ. Παρέλαβε τὸ Κυπριακὸν ζήτημα μετὰ τὸ ναυάγιον τῆς διασκέψεως τοῦ Λονδίνου καὶ μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς αἰτήσεώς μας ἐκ μέρους τοῦ Ο.Η.Ε. Ἔκτοτε ἀπεσύρθη τῶν διαπραγματεύσεων, μετέβαλε, διὰ τῆς προβολῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, τὸ Κυπριακὸν ἀπὸ φλέγον διεθνὲς ζήτημα, εἰς ζήτημα καθαρῶς ἐσωτερικὸν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ περιωρίσθη εἰς μίαν ὑπόκωφον συμπαράστασιν πρὸς τὸν Ἐθνάρχην. Παρεπλάνησε περεταίρω τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῆς δηλώσεως τῆς 16ης Φεβρουαρίου, ὅτι ἐπέτυχε τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ τὴν αὐτοκυβέρνησιν τῆς νήσου, ἐξαναγκάσασα τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν εἰς ὑποχώρησιν. Ἡ Κυβέρνησις Καραμανλῆ, ἀντ’ αὐτοῦ μετέβαλε τὸ Κυπριακὸν ζήτημα ἀπὸ αἴτημα «αὐτοδιαθέσεως ἐντὸς τακτῆς καὶ εὐλόγου προθεσμίας» εἰς αἴτημα πλατωνικῆς ἀναγνωρίσεως τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ χορηγήσεως ἀποικιακοῦ Συντάγματος εἰς τοὺς Κυπρίους. Βαυκαλίζεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ τὴν συμπαράστασιν τῆς Κυβερνήσεων τῶν Η.Π.Α. ἐνῷ ἡ στάσις τῶν Η.Π.Α. ἔχει σαφῶς καθορισθῆ ὡς ἀγγλόφιλος εἰς τὸ Κυπριακὸν ζήτημα, Ὡς ἐκ τούτου, θὰ ἦτο πλέον συνεπὲς διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τιμιώτερον ἐκ μέρους της ἔναντι τῆς κοινῆς γνώμης, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν ἀξιολόγησιν τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς θεωρεῖ τὴν μονόπλευρον προσήλωσιν πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς, ὡς βασικὴν ἀρχὴν τῆς ἐξωτερικῆς της πολιτικῆς νὰ προσπαθήσῃ νὰ κλείσῃ τὸ Κυπριακόν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει τὸ θάρρος αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις δι’ ἓν λόγον καὶ ἐνῷ ἐκλιπαρεῖ τὴν συμπαράστασιν ἐν τῇ διπλωματικῇ της ἀπομονώσει σαφῶς ἐκδηλωθεισῶν ἐχθρικῶς εἰς τὸ αἴτημά μας δυνάμεων, ὡς αἱ Η.Π.Α., ὑποκινεῖ καὶ καλεῖ ταυτοχρόνως συλλαλητήρια διαμαρτυρίας, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὰ ὁποῖα ἀπαγορεύει ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ λύσῃ τὸ Κυπριακόν, ὀφείλει νὰ ἀρνηθῇ συμμετοχὴν εἰς τὰς ἀσκήσεις τοῦ ΝΑΤΟ ἐφ’ ὅσον αἱ δυνάμεις τοῦ ΝΑΤΟ δὲν τροποποιήσουν τὴν στάσιν των ἔναντι τοῦ ἐθνικοῦ αἰτήματός μας. Ὀφείλει δεύτερον νὰ προσφύγῃ ἀμέσως εἰς τὸ Συμβούλιον ἀσφαλείας, ἵνα διατηρήσῃ τὴν παγκόσμιον κοινὴν γνώμην ἐν ἐπιφυλακῇ καὶ ἀκόμη νὰ ἀποδυθῇ εἰς μίαν ἐκστρατείαν συστηματικῆς διαφωτίσεως αὐτῆς καὶ εἰδικώτερον ἐν ὄψει τῆς προεκλογικῆς περιόδου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἀμερικῆς. Ὀφείλει, τρίτον, νὰ δημιουργήσῃ καὶ νέον ἄξονα προσανατολισμοῦ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἡ σημερινὴ πολιτικὴ ὁδηγεῖ διὰ τοῦ ἐκφυλισμοῦ του εἰς τὸν ἐνταφιασμὸν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. Μετὰ τὰ γεγονότα τῆς 6ης Σεπτεμβρίου ἠτόνισεν οὐσιαστικῶς καὶ ἡ Ἑλληνοτουρκικὴ συμμαχία καὶ φιλία ἀλλὰ καὶ τὸ Ἑλληνοτουρκικὸν σκέλος τοῦ Βαλκανικοῦ Συμφώνου. Ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ὀφείλει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ συναγάγῃ τὰ συμπεράσματά της, συμπεράσματα σαφῆ, ἀλλὰ δυσκόλως ἐφαρμόσιμα ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως διέπεται, ὅπως καὶ εἰς τὸ Κυπριακόν, ἀπὸ δύο ἀντιφατικὰς ροπάς. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν συνίσταται εἰς ἐπίδειξιν καθαρῶς ὅμως φραστικῆς δυνάμεως καὶ ἀποφασιστικότητος, προοριζομένη δι’ ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διέπεται ἀπὸ τὸν ἔκδηλον φόβον τοῦ διωγμοῦ τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ τὸν φόβον τοῦτον ἔχουν ἀντιληφθῆ ἀπολύτως οἱ Τοῦρκοι καὶ τὸν ἐκμεταλλεύονται ἐκβιαστικῶς. Διὰ τὸν γνωρίζοντα τὴν τουρκικὴν νοοτροπίαν, ὁ φόβος αὐτὸς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ τὸν χειρότερον κίνδυνον διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει βεβαίως, νὰ ζητήσῃ τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων ὁμογενῶν ἐκ τῶν γεγονότων τῆς 6ης Σεπτεμβρίου. Πρὸ πάντων ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταστήσῃ ἀπολύτως ἔκδηλον εἰς τοὺς γείτονάς μας ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ ὑφίσταται τὸν ἐκβιασμὸν τῆς ἀπειλῆς διωγμῶν κατὰ τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὅσον βέβαιον εἶναι ὅτι μεταβολὴ τοῦ καθεστῶτος τῆς Κύπρου οὐδεμίαν ἀπολύτως παραβίασιν τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ, ἄλλο τόσον ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι κατάφωρον ἀπεναντίας παραβίασιν τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης θὰ ἀπετέλει οἱαδήποτε ἐνέργεια Τουρκικὴ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχουσα ἐν προκειμένῳ σύσσωμον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὄπισθέν της, ὀφείλει νὰ διακηρύξῃ πρὸς ὅλους, ὅτι θὰ ἀντιδράσῃ δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐναντίον μιᾶς τοιαύτης παραβιάσεως τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης. Ἡ σταθερὰ αὐτὴ στάσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι, πιστεύω ἀκραδάντως, τὸ κατάλληλον μέσον πρὸς ἐπανοικοδόμησιν τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν σχέσεων ἐπὶ ρεαλιστικῆς βάσεως. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, ζητεῖ νὰ ἐκφράσητε τὴν πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνην σας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μὴ ἐνθυμηθῶμεν τὸν ἀνώμαλον διὰ τῆς ἄνωθεν εὐνοίας τρόπον, καθ’ ὃν ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν ὁ σημερινὸς Πρωθυπουργός. Καὶ ἀκόμη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρασιωπηθῇ ὁ ἁμαρτωλὸς νόμος καὶ αἱ συνθῆκαι σαφοῦς νοθεύσεως τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος ὑφ’ ἃς διεξήχθησαν αἱ πρόσφατοι ἐκλογαὶ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ σημειωθῇ κοινοβουλευτικὴ πλειοψηφία ἀντιπροσωπεύουσα τὴν μειοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἰδοὺ διατὶ πέραν τῆς σαφοῦς ἀντιθέσεώς μας πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς εὐλόγου δυσπιστίας μας πρὸς τὰς Πρωθυπουργικὰς ἐπαγγελίας, τὸ Δημοκρατικὸν Κόμα θὰ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Καὶ μαζὶ μὲ ἡμᾶς πιστεύομεν ἀκραδάντως, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐν τῇ ὁλότητί του σχεδὸν εὔχεται καὶ ἐλπίζει τὴν ταχεῖαν ἀπομάκρυνσίν της ἐκ τῆς ἐξουσίας, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἑνιαίας Δημοκρατικῆς Ἀριστερᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§29ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριοι συνάδελφοι. Ἄλλως τε, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ ὑποβάλετε σχετικὴν πρότασιν. Ἔχομεν δύο ὥρας καὶ ἡμίσειαν ποὺ ἐργαζόμεθα. Νομίζω ὅτι εἶναι ἡ πρώτη οὐσιαστικὴ συνεδρίασις τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ἐὰν εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἐκουράσθημεν μὲ 2½ ὥρας ἐργασίαν, δὲν στέκει. Ἐλᾶτε, κύριε Πασσαλίδη.
§31Ι. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ συνήθεια κοινοβουλευτικὴ, τὸ κόμμα τῆς ΕΔΑ μελέτησε τὶς προγραμματικὲς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Παρ’ ὅλη τὴν ἀντίθεσίν μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὀφείλουμε νὰ δηλώσουμε ὅτι σωστὰ ἡ Κυβέρνησις, διεπίστωσε ὅτι ἡ Χώρα μας, ἀπὸ ἐτῶν, βαρύνεται ἀπὸ μιὰ γενικωτέρα κρίση, ἡ ὁποία ἔχει τοὺς ἀντικτύπους της εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας. Κι’ ἔτσι, γιὰ πρώτη φορὰ ὕστερα ἀπὸ πολλὰ ἔτη καλεῖται νὰ λάβῃ κρισίμους ἀποφάσεις ἐπὶ θεμάτων ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν συμφωνοῦμε εἶναι, ὅτι ἐνῷ θέτει τὸ ζήτημα, οἱ Κυβερνητικὲς δηλώσεις δὲν ἀπαντοῦν καὶ δὲν προσφέρουν λύσεις εἰς αὐτό. Ἡ ΕΔΑ ἀναγνωρίζει τὴν κρισιμότητα τῶν στιγμῶν. Εἰλικρινὰ δὲν ἐπιδιώκουμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ συμβάλουμε καὶ ἐμεῖς στὴν ἀντιμετώπιση καὶ τὴν ἐπίλυση τῶν προβλημάτων ποὺ ἀπασχολοῦν τὸ Λαὸ καὶ τὴν Χώρα. Καὶ θὰ θεωρήσουμε ὅτι ἐκπληρώνουμε ὑπηρεσίας πρὸς τὴ Χώραν, τὸ νὰ συμβάλουμε στὴν παραδοχὴ μέτρων ἀπαραιτήτων γιὰ νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδο ὅπου φθάσαμε καὶ νὰ συντελέσουμε στὴ διαμόρφωση μιᾶς ἑνιαίας καὶ κοινὰ ἀποδεκτῆς πολιτικῆς, γύρω ἀπὸ τὴν ὁποία νὰ ἠμπορῇ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ἡ πολιτική του ἡγεσία νὰ θεμελιώσουν μιὰ Ἐθνικὴ ἑνότητα. Γιὰ νὰ βρεθοῦν ὅμως τὰ ἀποτελεσματικὰ αὐτὰ μέτρα, δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ διαπίστωσις τῆς κρίσιμης καταστάσεως. Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καὶ τὸ θάρρος νὰ ἀναζητηθοῦν οἱ αἰτίες τῆς κρίσεως καὶ νὰ καταπολεμηθοῦν ριζικά. Καὶ δὲν γίνεται αὐτὸ ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει σὲ μίαν πολιτικὴν ποὺ ἐβάρυνε τὰ τελευταῖα χρόνια τὴν μοῖρα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὅταν ἐπιμένῃ στὸ μονόπλευρο προσανατολισμὸ τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, ποὺ κατὰ τὴν γνώμη μας, ἀποτελεῖ καὶ τὸ μοναδικὸ αἴτιο τῆς ἐσωτερικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς κακοδαιμονίας, τῆς γενικωτάτης κρίσεως ποὺ διαπιστώνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι βουλευταί, πρὶν ὅμως προχωρήσω στὴν ἐπὶ μέρους ἐξέτασιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ἔχω νὰ σημειώσω καί κάτι. Ὅτι ὁ βαρύθυμος καὶ μελαγχολικὸς τόνος τῶν δηλώσεων αὐτῶν, δὲν ὀφείλεται ἀποκλειστικὰ στὴν κρισιμότητα τῆς καταστάσεως. Ὀφείλεται ἀκόμη καὶ σὲ κάποια συναίσθησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι χωρὶς νὰ στηρίζεται στὴν πραγματικὴ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐπωμίζεται τὸ βάρος γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῆς κρισίμου καταστάσεως. Πραγματικὰ ἡ κατασκευὴ ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου ἀντιδημοκρατικοῦ καὶ ἀντισυνταγματικοῦ, ἀπετέλεσε τὸ ξεκίνημα. Παραπέρα ἡ ἀσυγχώρητη εὔνοια, τὸ προνόμιο νὰ διεξαχθοῦν ἀπὸ τὴ διωρισμένη Κυβέρνησή του, οἱ ἐκλογές, παρὰ τὴν ὁμόθυμη ἀξίωση τοῦ πολιτικοῦ κόσμου νὰ ἀνατεθῇ τὸ ἔργο αὐτὸ σὲ ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνηση. Τέλος, ἀδίστακτη νοθεία, ἰδίως στὰ στρατιωτικὰ τμήματα, ἡ καλλιέργεια κλίματος φοβίας, οἱ ἀσυγχώρητες παροχὲς, παράνομοι διορισμοί, διασπάθηση δημοσίου χρήματος. Ὅλα αὐτὰ ἀποτέλεσαν τοὺς ὅρους γιὰ νὰ ἀναδειχθῇ ἡ πλασματικὴ κοινοβουλευτικὴ πλειοψηφία, στὴν ὁποία στηρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, γιὰ νὰ προΐσταται σήμερα μιᾶς Κυβερνήσεως μειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἔτσι ὅμως, στὶς ἀντικειμενικὲς δυσχέρειες μιᾶς κρισίμου καταστάσεως προστίθεται καὶ τὸ γεγονὸς, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσῃ ἔγκυρα καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ θαρραλέα ὅ,τι σήμερα εἶναι ἀπαραίτητο γιὰ ν’ ἀντιμετωπισθοῦν οἱ ἀνάγκες τοῦ Λαοῦ καὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Κύριοι βουλευταί, οἱ προγραμματικὲς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ Κυπριακό. Εἶναι ἀλήθεια, ὅπως τονίζεται καὶ στὶς προγραμματικὲς δηλώσεις, ὅτι οἱ σκέψεις ὅλων τῶν Ἑλλήνων κατευθύνονται κατὰ πρῶτον λόγον πρὸς τὸ μέγιστον ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου. Εἶναι ἀλήθεια ἐπίσης ὅτι καὶ οἱ σκέψεις καὶ οἱ φροντίδες τῆς Κυβερνήσεως στρέφονται πρὸς τὸ ἴδιον πρόβλημα. Δὲν μποροῦσε νὰ κάνῃ διαφορετικὰ ἡ Κυβέρνηση, εἴτε τὸ ἤθελε εἴτε ὄχι. Τὸ θέμα ὅμως εἶναι ἂν οἱ φροντίδες τῆς Κυβερνήσεως ἂν οἱ σκέψεις της σχετικὰ μὲ τὸ Κυπριακὸ εἶναι οἱ σωστὲς ἂν συμβάλλουν στὴν προώθησή του, ἂν ἐξυπηρετοῦν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ διαπιστώσουμε καὶ ἀπὸ τὰ γεγονότα τῶν τελευταίων μηνῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ κείμενο τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ φροντίδες καὶ οἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον δὲν προωθοῦν τὸ Κυπριακόν, ἀλλ’ ἀντίθετα προδιαγράφουν τὸ χαντάκωμά του, ὅπως προδιαγράφουν τὸ χαντάκωμα τῶν γενικωτέρων ἐθνικῶν συμφερόντων. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν τριμερῆ τοῦ Λονδίνου καὶ μὲ τὶς συνομιλίες Μακαρίου–Χάρτιγκ, ἡ σημερινὴ Κυβέρνηση καὶ ἡ προκάτοχή της ἔκαναν ἀποδεκτά: 1) Νὰ μεταβληθῇ τὸ Κυπριακὸ ἀπὸ θέμα διεθνὲς, σέ θέμα ποὺ ἀφορᾶ τὴν Ἑλλάδα, τὴν Ἀγγλία, τὴν Τουρκία καὶ τὸ ΝΑΤΟ, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ναυαγήσουν τελικὰ αἱ σχετικαὶ συζητήσεις καὶ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, ἀνυπεράσπιστος, νὰ πάρῃ τὸ δρόμο τῆς ἐξορίας καί, 2) Νὰ ἐγκαταλειφθῇ οὐσιαστικὰ τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ νὰ γίνῃ θέμα καλῆς θελήσεως τῶν Ἄγγλων ἀποικιστῶν, ποὺ ἐκτὸς τῶν ἄλλων, θέλουν νὰ κρατοῦν τὴν Κύπρον ὡς βάσιν ἐπιτηρήσεως τῶν ἀποικιακῶν των συμφερόντων στὴ Μέση Ἀνατολή. Αὐτὴ ἡ τακτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, μαζὶ μὲ ὅσα προέβλεπε προεκλογικὰ γιὰ τὴ λύση τοῦ Κυπριακοῦ, δείχνει ὅτι μέχρι σήμερα ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνο δὲν προώθησε, ἀλλὰ ἔβλαψε τὴν ὑπόθεση τοῦ Κυπριακοῦ. Ἐμεῖς θὰ εἴχαμε ὅλη τὴν εὐθύνη ν’ ἀγνοήσουμε τὸ παρελθὸν αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν σήμερα ἔδειχνε ὅτι θέλει ν’ ἀλλάξῃ τακτικὴ στὸ Κυπριακό. Οἱ προγραμματικές της ὅμως δηλώσεις μᾶς ἀπογοητεύουν καὶ δείχνουν, ὅτι ἐπιμένει στὴν ἴδια τακτική. Ὅταν οἱ Ἄγγλοι ἔχουν ἐκτραπεῖ σὲ ὄργιο τρομοκρατίας στὴν Κύπρο, οἱ Τοῦρκοι μᾶς ὑβρίζουν καὶ μᾶς ἀπειλοῦν καὶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ ΝΑΤΟ, μ’ ἐπικεφαλῆς τὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες, ἀνέχονται ἢ εὐλογοῦν αὐτὴν τὴν κατάσταση, εἶναι ἀπαραίτητο ἡ Κυβέρνηση νὰ δηλώσῃ ἀπεριόριστη πίστη στὶς συμμαχίες της καὶ στὴ φιλία μ’ αὐτὲς τὶς χῶρες. Γιατὶ κι’ ἂν ἀκόμα ὑπῆρχε δυνατότητα ἐπιλύσεως τοῦ Κυπριακοῦ μέσα στὰ πλαίσια τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ποὺ ἀσκεῖ ἡ Κυβέρνηση, χρειάζεται ἀλλαγὴ στάσεως τῆς Ἀγγλίας, Τουρκίας καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν τοῦ ΝΑΤΟ. Ἡ ἀλλαγὴ ὅμως αὐτὴ προϋποθέτει πίεση. Καὶ δὲν ὑπάρχει πίεση ὅταν αὐτὲς οἱ χῶρες ξέρουν πὼς σὲ κάθε περίπτωση ἐμεῖς θὰ παραμένουμε τυφλὰ προσκολλημένοι στὶς συμμαχίες τους καὶ στὴ «φιλία» τους, ἀνεξάρτητα ἂν αὐτὴ εἶναι οὐσιαστικὰ ἐχθρότης. Αὐτὰ ὅλα σημαίνουν τοὐλάχιστον «μυωπία» τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὄχι τῆς Ἀγγλικῆς διπλωματίας, ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἡ Ἀγγλικὴ διπλωματία, κάθε ἄλλο, παρὰ ἀπὸ μυωπία πάσχει. Ξέρει ἀπὸ πολὺ μεγάλη πεῖρα ποὺ ἔχει, νὰ χειρίζεται τὶς ἀποικιακές της ὑποθέσεις, καὶ νὰ ὑποχωρῇ ἢ νὰ ἐπιμένῃ, ἀνάλογα μὲ τὴν ἀντίσταση ποὺ συναντᾷ. Κύριοι βουλευταί, ἐδῶ πρέπει νὰ μιλήσουμε τίμια καὶ εἰλικρινά. Ἂν ἡ Κυβέρνηση ἤθελε νὰ βρίσκεται σύμφωνη μὲ τοὺς πόθους τοῦ Κυπριακοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ νὰ κερδίσῃ μιὰ παραδεκτὴ λύση, ἔπρεπε νἄχῃ καταλάβει, ὅτι αὐτὴ δὲν συμβιβάζεται μὲ πολιτικὴ τυφλῆς προσηλώσεως πρὸς τὸ ΝΑΤΟ καὶ τὴν Ἀγγλοτουρκικὴ φιλία. Γιατὶ ἡ πολιτικὴ αὐτὴ δὲν ἐπιτρέπει οὔτε νὰ τοποθετηθῇ τὸ Κυπριακὸ στὴ σωστή του βάση, οὔτε νὰ χρησιμοποιηθοῦν ἀποτελεσματικὰ μέσα γιὰ τὴν ἐπίλυσή του. Ὅσο δὲν γίνεται ἀντιληπτὸ αὐτό, θὰ ὑπάρχῃ ἀδιέξοδο, τὸ ὁποῖο ὅμως συνδέεται μὲ ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανεὶς νὰ παρατείνῃ καὶ νὰ ὀξύνῃ αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδο. Κύριοι βουλευταί, ἐμεῖς πιστεύουμε ὅτι πραγματικὰ Ἐθνικὴ πολιτικὴ γιὰ τὸ Κυπριακὸ σημαίνει: α) ἐπίσημη, σαφῆ ἐπανατοποθέτησή του στὴ βάση, ἄμεση καὶ χωρὶς ὅρους αὐτοδιάθεση, β) Τοποθέτησή του, ὡς προβλήματος διεθνοῦς ποὺ ἔχει σχέση μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν Λαῶν καὶ μὲ τὴν διατάραξη τῆς Εἰρήνης σ’ ἕνα μέρος τῆς γῆς, καὶ γ) Χρησιμοποίηση, χωρὶς καμμιὰ δέσμευση, καὶ χωρὶς καμμιὰ προκαταβολικὴ πιστὴ προσήλωση στὸ ΝΑΤΟ, ὅλων τῶν προσφόρων καὶ ἀποτελεσματικῶν μέσων. Κατὰ τὴν γνώμη μας, μερικὰ ἀπὸ τὰ μέσα αὐτὰ εἶναι: α) ἡ ἄμεση προσφυγὴ στὸ Συμβούλιο Ἀσφαλείας, β) ἡ καταγγελία σ’ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ Κράτη, τῶν ἰμπεριαλιστικῶν μεθόδων τῶν Ἄγγλων στὴν Κύπρο. Ἡ διαφώτηση καὶ κινητοποίηση τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, γιὰ συμπαράσταση στὸ δοκιμαζόμενο Κυπριακὸ Λαό, στὴν ἱκανοποίηση τοῦ ἱεροῦ του αἰτήματος, στὴν ἀποκατάσταση τῶν στοιχειωδῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἴδιου καὶ τῶν ἡγετῶν του, γ) προετοιμασία, μέσῳ αὐτῆς τῆς διεθνοῦς διαφωτίσεως καὶ κινητοποιήσεως, τῆς ἐπιτυχοῦς ὑποστηρίξεως τῆς προσφυγῆς μας πρὸς τὸν Ο.Η.Ε. Πρὸς τὸν σκοπὸ αὐτὸ προώθηση τῶν φιλικῶν σχέσεων μὲ τὶς Ἀραβικὲς καὶ ἀνατολικὲς χῶρες, ποὺ διαθέτουν ἀρκετὸ ἀριθμὸ ψήφων στὸν Ο.Η.Ε. Οἱ προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἐπιτυχῆ χρησιμοποίηση τῶν μέσων αὐτῶν εἶναι ἡ χάραξις ἀνεξάρτητης Ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἡ ἀποκατάσταση τῆς ἐθνικῆς μας ἑνότητος καὶ ἡ πανελλήνιος κινητοποίησις γιὰ τὴν συμπαράσταση στὸν ἀγῶνα τοῦ Κυπριακοῦ Λαοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πολιτεύεται ἔτσι ἡ χώρα μας, ποὺ ἔχασε ὁλοτελῶς τὴν ἀνεξαρτησία της, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς κάθε τμῆμα τοῦ Δημοσίου μας βίου νὰ ὑπάρχῃ τὸ «ναί» ἢ τὸ «ὄχι» τῶν συμμάχων μας Ἀμερικανῶν, διότι ἐκεῖνοι ὑπαγορεύουν τὸ ὕψος τῶν στρατιωτικῶν μας δαπανῶν. Ἐκεῖνοι οὐσιαστικῶς βλέπουν τὴν Ἑλλάδα ὡς χώραν ποὺ μπορεῖ νὰ δώσῃ μεραρχίες. Καὶ ἐρωτᾶται: Καταλαβαίνουμε ἐμεῖς ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ χαμηλὸν ἐπίπεδον ποὺ ἔφεραν τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὸ διεθνὲς σκάκι, ἡ Ἑλλὰς ἔγινε σὰν πιόνι χάρις εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς ὑποτελείας; Εἰς αὐτὸ πρῶτον καὶ κυριώτερον, ἄν θέλωμεν νὰ ὑπολογίσωμεν πραγματικὰ διὰ τὴν διάσωσιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, πρέπει συνάμα νὰ θέσωμε καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς μας ἀξιοπρεπείας. Κύριοι βουλευταί, αὐτὲς εἶναι καθαρὰ καὶ εἰλικρινὰ αἱ ἀπόψεις μας γιὰ τὸ Κυπριακό. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὸ Κυπριακὸ ὑπάρχει τὸ πρόβλημα τῆς γενικώτερης ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἡ μέχρι σήμερα ἐπίσημη ἐξωτερικὴ πολιτικὴ καθὼς καὶ αὐτὴ ποὺ διαγράφουν οἱ προγραμματικὲς δηλώσεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἶναι πολιτική, μονόπλευρη, τυφλῆς προσηλώσεως πρὸς τὸ ΝΑΤΟ καὶ τῆς Ἡνωμένες Πολιτεῖες. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ὑποστηρίζεται μὲ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι ὑπηρετεῖ τὰ ἐθνικὰ καὶ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς χώρας καὶ ἐξασφαλίζει τὴν ἀσφάλειάν της ἀπὸ κάθε κίνδυνο. Ἐμεῖς νομίζουμε, πὼς ἡ πολιτικὴ αὐτὴ δὲν ἐξυπηρετεῖ τοὺς σκοποὺς αὐτούς. Πρῶτα–πρῶτα γιατὶ μᾶς ἐπιβάλλει ὡς συμμάχους χῶρες ὅπως ἡ Ἀγγλία–Τουρκία, μὲ τὶς ὁποῖες μᾶς χωρίζουν ἄμεσες καὶ σοβαρὲς ἀντιθέσεις ὅπως τὸ Κυπριακὸ κλπ. Οἱ χῶρες αὐτὲς παράλληλα μᾶς συναγωνίζονται σέ ὁμοειδῆ προϊόντα κλπ. Ἔναντι αὐτῶν τῶν ζημιῶν μᾶς παρέχει μιὰ ἀσήμαντη οἰκονομικὴ βοήθεια μὲ βαρυτάτους ὅρους, ἰδιαίτερα ὡς πρὸς τὶς στρατιωτικὲς δαπάνες. Ἐνῷ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ στερούμεθα ἀπεριορίστων δυνατοτήτων, ὠφελίμων οἰκονομικῶν καὶ ἐμπορικῶν συναλλαγῶν. Ἔτσι ὅμως δὲν ἐξυπηρετοῦνται τὰ ἐθνικὰ καὶ οἰκονομικά μας συμφέροντα. Μήπως ὅμως ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἐξυπηρετεῖ τὴν ἀσφάλεια τῆς χώρας; Ἐμεῖς νομίζουμε, κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ὁ κίνδυνος πολέμου ἀπομακρύνεται διαρκῶς, μέχρις ἐξαφανίσεως, λόγῳ τῆς τεραστίας ἀναπτύξεως τῆς τεχνικῆς καὶ τῶν φιλειρηνικῶν διαθέσεων ὅλων τῶν Λαῶν. Ἀντίθετα προωθεῖται τὸ πνεῦμα τῆς εἰρηνικῆς συνυπάρξεως καὶ τῆς ἐπιλύσεως ὅλων τῶν διαφορῶν μὲ εἰρηνικὰ μέσα. Ἑπομένως δὲν ἀπειλεῖται ἡ ἀσφάλειά μας ἀπὸ κανένα, ὅταν μάλιστα, οἱ χῶρες πρὸς τὶς ὁποῖες καλλιεργεῖται ἐχθρότης, μᾶς ἔχουν συνηθίσει, στὰ τελευταῖα τοὐλάχιστον τρία χρόνια, μόνο μὲ φιλικὲς χειρονομίες. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀπίθανη περίπτωση διεθνοῦς συγκρούσεως δὲν εἶναι σοβαρὸ τοὐλάχιστον, νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι μπορεῖ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας μέσῳ τοῦ
ΝΑΤΟ.
Κύριοι βουλευταί, αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ποὺ δὲν ἐξυπηρετεῖ οὔτε τὰ ἐθνικὰ καὶ οἰκονομικά μας συμφέροντα, οὔτε τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας, ἔχομε τὴν γνώμη, ὅτι χρειάζεται ἀναθεώρηση. Δὲν εἴμαστε ἐμεῖς ποὺ θὰ ὑποστηρίξουμε ἀποχώρηση ἀπὸ τὴ Δυτικὴ συμμαχία καὶ ἔνταξη στὴν ἀνατολική. Ἐμεῖς ὑποστηρίζουμε, ὅτι ἡ θέση τῆς χώρας, τὰ συμφέροντά της, τὴν τοποθετοῦν ἔξω καὶ ἀπὸ τὸ δυτικὸ καὶ ἀπὸ τὸν ἀνατολικὸ συνασπισμό. Τῆς ἐπιβάλλουν μιὰ πολιτικὴ ἀνεξαρτησίας, ἰδίων φιλικῶν σχέσεων πρὸς ὅλους, ἐνεργὸ συμβολὴ στὴν προσπάθεια κατοχυρώσεως τῆς Διεθνοῦς Εἰρήνης. Δὲν πρόκειται νὰ καινοτομήσουμε μ’ αὐτὴ τὴν πολιτική, οὔτε νὰ κάνωμε πειράματα. Ἤδη ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἔχει χαραχθῆ καὶ ἐφαρμόζεται ἀπὸ σειρὰν χωρῶν, γειτονικῶν καὶ ὄχι (Γιουγκοσλαβία, Αἴγυπτος, Αὐστρία, Σουηδία, Φινλανδία, Ἰνδίες, Βιρμανία κλπ.). Οἱ χῶρες αὐτὲς ἦταν στὸ σύνολό τους σχεδὸν δυτικὲς καὶ τώρα εἶναι ἀνεξάρτητες. Ἡ πολιτικὴ ποὺ ἀκολουθοῦν ἔχει ἤδη ἀποδώσει τοὺς καρπούς της, πρὸς ὄφελος τῶν λαῶν τους. Παράλληλα ἄλλες χῶρες, χῶρες τοῦ ΝΑΤΟ, ὅπως ἡ Νορβηγία, Ἰσλανδία, καὶ ἡ Γαλλία ἀκόμα, προσπαθοῦν νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ βαρειὲς δεσμεύσεις τοῦ ΝΑΤΟ. Κι’ οἱ δεσμεύσεις τους αὐτὲς εἶναι πολὺ ἐλαφρότερες ἀπὸ τὶς δικές μας. Γιατὶ λοιπὸν θὰ διστάσουμε νὰ χαράξουμε μιὰ ἀνεξάρτητη πολιτική, ξεκινώντας τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ παράδειγμα τῆς Νορβηγίας, Ἰσλανδίας καὶ Γαλλίας; Μὲ μιὰ τέτοια πολιτικὴ θὰ ἐπανακτήσουμε τὴν ἐθνική μας ἀξιοπρέπεια καὶ τὸ διεθνές μας κῦρος. Θὰ ἔχωμε τὴ δυνατότητα νὰ ἐξασφαλίσουμε ἀπεριόριστες πηγὲς οἰκονομικῆς βοηθείας καὶ συναλλαγῶν, χωρὶς ἀπαραδέκτους ὅρους. Θὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς βαρειὲς στρατιωτικὲς δαπάνες καὶ τὸ βαρὺ πολεμικὸ κλῖμα ποὺ ἔχουμε, γιὰ νὰ ἐπιδοθοῦμε ἀπερίσπαστοι στὴν οἰκονομικὴ ἀνόρθωση τῆς χώρας. Παράλληλα θὰ συμβάλλουμε στὴν κατοχύρωση τῆς διεθνοῦς εἰρήνης καὶ στὴ βαθμιαία ἀντικατάσταση τῶν μονοπλεύρων πολεμικῶν συμφώνων μὲ σύμφωνα συλλογικῆς ἀσφαλείας. Καὶ νἄμαστε βέβαιοι πὼς μόνο μέσα σὲ τέτοια σύμφωνα ἐξασφαλίζεται πραγματικὰ ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας μας. Κύριοι βουλευταί, ἐμεῖς ἔτσι βλέπουμε τὸ πρόβλημα τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Καὶ ἐπιμένουμε στὴν ἀναθεώρησή της γιατὶ, ἐκτὸς τῶν ὅσων ἀναφέραμε, ἡ σημερινὴ μονόπλευρη ἐξωτερικὴ πολιτικὴ, ἀποτελεῖ τὴ βάση καὶ τὸ θεμέλιο καὶ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς κακοδαιμονίας τοῦ τόπου. Δὲν μπορεῖ νὰ περάσῃ ἀπαρατήρητο ὅτι οἱ προγραμματικὲς δηλώσεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ προαναγγέλθηκαν ὅτι εἶναι ριζοσπαστικὲς, περιέχουν μιὰ οὐσιώδη, μιὰ αἰσθητή, μιὰ βαθειὰ ὀπισθοδρόμηση ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς ἐσωτερικῆς εἰρηνεύσεως σὲ σχέση μὲ ὅλες τὶς Κυβερνήσεις ἀπὸ τὸ Μάρτιο τοῦ 1950 ἕως σήμερα. Μαρτυροῦν μιὰ νοοτροπία μισαλλοδοξίας. Μιὰ ἐπιθυμία νὰ διατηρηθῇ τὸ κλῖμα τῆς ἀνωμαλίας. Παρασιωποῦν τὸ θέμα τῆς γενικῆς ἀμνηστίας, ποὺ δὲν ἀποτελεῖ παραχώρηση, εὔνοια, χαριστικὴ μεταχείριση τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων. Ἀλλὰ εἶναι ὅπως μᾶς διδάσκει ἡ ἱστορία, καὶ τῆς χώρας μας καὶ ὅλων τῶν χωρῶν καὶ τῶν ἐποχῶν, θέμα ἐθνικῆς ἀνάγκης καὶ λαϊκῆς ἐπιταγῆς. Ποτὲ μιὰ χώρα δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ καὶ νὰ ἀναπτυχθῇ προσηλωμένη στὶς μνησικακίες καὶ στὰ πάθη ἑνὸς κακοῦ παρελθόντος. Πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ στὸ μέλλον. Καὶ γι’ αὐτὸ μετὰ τὴν πάροδο τῆς ὀξύτητος, ὑποχρεωτικὰ ἐκκαθαρίζει τὸ παρελθὸν. Ἄλλωστε ἡ ἀμνηστία ἔχει πραγματωθῆ στὰ πνεύματα καὶ στὶς ψυχὲς. Σ’ ὅλη τὴ χώρα ἔδωσαν τὰ χέρια οἱ χθεσινοὶ ἀντίπαλοι καὶ σὲ σειρὰ ἐκλογὲς καὶ δημοτικὲς καὶ πολιτικὲς, ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ μὲ τὴν ψῆφο της διεδήλωσε τὴν ἀνάγκη καὶ τὴν θέλησή του νὰ κλείσῃ μιὰ γιὰ πάντα τὴν ἀνωμαλία ὑπεράνω ὁποιασδήποτε τυπικῆς πράξεως, πολιτικὰ καὶ ἠθικὰ, ἔχει δοθῆ ἡ ἀμνηστία καὶ νομιμοποίησις. Καὶ μαρτυρεῖ μιὰ ἔλλειψη εὐαισθησίας καὶ πρὸς τὸ λαϊκὸ παλμὸ καὶ πρὸς τὶς ἐπιταγὲς τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ μηνύματα τῶν καιρῶν ποὺ παιρνοῦμε, καιρῶν συνεργασίας καὶ ἅμιλλας μὲ ὁμαλὰ μέσα, ἡ ἀρνητικὴ στάση ποὺ πέρνει ἡ Κυβέρνηση στὸ ζήτημα τῆς γενικῆς ἀμνηστίας. Δὲν γίνεται ἀκόμη λόγος γιὰ τὸν ἀπαράδεκτο καὶ ἀντισυνταγματικὸ θεσμὸ τῆς διοικητικῆς ἐκτοπίσεως. Θεσμὸ ποὺ ἔχει στιγματισθῆ ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους, ἐγκυροτέρους καὶ περισσοτέρους δικηγορικοὺς Συλλόγους τῆς χώρας, σὰν ἀσυμβίβαστος μὲ τὸ πολίτευμα. Θεσμὸς ποὺ ἐπιβάλλει, χωρὶς δικαστήριο, βαρύτατες ποινές, 10 ἐτῶν στέρηση τῆς ἐλευθερίας, ἰσοβίου καθείρξεως. Δὲν γίνεται ἐπίσης κανένας λόγος γιὰ τὴν ἀπαράδεκτη ἁρμοδιότητα τῶν στρατοδικείων, ἐπὶ ἰδιωτῶν, ἐν καιρῷ εἰρήνης, ποὺ κάθε τόσο ἀπολήγουν χωρὶς κανένα στοιχεῖο ἔγκυρης καὶ ἀδιάβλητης ἀντικειμενικῆς κρίσεως, σὲ θανατικὲς καταδίκες κι’ ἐκτελέσεις. Καὶ ὅλος ὁ προγραμματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως στὸν εἰρηνευτικὸ τομέα ἀρκεῖται στὴν ἐπανάληψη τῆς τακτικῆς τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀστυνομικῶν φακέλλων μὲ κριτήρια πολιτικῆς διακρίσεως. Τίποτε δὲν δικαιολογεῖ τὴν ἀρνητικὴ αὐτὴ στάση τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλουμε νὰ ἐπιμείνουμε σὲ ὅτι μπορεῖ νὰ μᾶς χωρίσῃ καὶ νὰ μᾶς ὀξύνῃ τὶς συζητήσεις. Ἡ Κυβέρνησις ὑπενθυμίζει τὴν ἀνωμαλία ποὺ ὑπῆρξε καὶ καταλογίζει εὐθῦνες. Ἄς μὴν ἀντιδικήσουμε. Ποιὸς ἔφταιξε δὲν εἶναι τὸ σημερινὸ θέμα. Ἐκεῖνο ποὺ προέχει εἶναι ὅτι ἑφτὰ χρόνια τώρα, ἀπὸ τὸ 1949, ἡ χώρα ἔχει εἰρηνεύσει. Ὅτι ὑπάρχει οὐσιαστικὴ πραγματικὴ ὁμαλότης. Ὅτι ὁ λαὸς ἔχει συμφιλιωθῆ. Ὅτι οὔτε στὴν πράξη ὑπάρχει ἀνωμαλία, οὔτε καμμιὰ παράταξη τὴν προγραμματίζει. Ὅτι ὅλοι, ἀκόμα καὶ τὸ Κ.Κ.Ε. ποὺ διατηρεῖται ἔξω ἀπὸ τὰ περιθώρια τῆς νομιμότητας καὶ ἀποκλείεται ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς χώρας, ἐνῷ ἡ ὕπαρξή του εἶναι ἕνα γεγονὸς πραγματικὸ καὶ ἀναμφισβήτητο, διακηρύσουν τὸν τερματισμὸ τῆς ἀνωμαλίας καὶ τὴν πίστη τους πρὸς τοὺς δημοκρατικοὺς ὁμαλοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνες. Ὥστε ἡ ἄρνηση τῆς ἐσωτερικῆς εἰρηνεύσεως δὲν ἀποτελεῖ πιὰ μέθοδο ἔστω καὶ ἀπαράδεκτη, ἀλλὰ διαιώνιση τῆς ἀνωμαλίας. Προχωρώντας στὸν Διοικητικὸ τομέα, ἡ ΕΔΑ παρατηρεῖ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἀπὸ μακροτάτην παράδοση ἔχει τήν ὡριμότητα καὶ τὴν πεῖρα νὰ διαχειρίζεται ὁ ἴδιος τὶς τοπικές του ὑποθέσεις. Εὐχερέστερα παρὰ τὰ διοικητικὰ ὄργανα, εἴτε κεντρικά, εἴτε ἀποκεντρωμένα. Ἑπομένως ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ ἀποφασιστικὰ νὰ βελτιώσῃ τὸ διοικητικὸ τομέα, περισσότερο ἀπὸ οἱαδήποτε ἀποκέντρωση εἶναι ἡ αὐτοδιοίκηση. Καὶ ἡ πρᾶξις μᾶς ἔχει διδάξει ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ παράταξη τρέφει ἀπροκάλυπτη δυσμένεια πρὸς τὴν ἀρχὴ τῆς αὐτοδιοικήσεως. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει αὐτοδιοίκησις παρὰ ὅταν ὁ Λαὸς ὁρίζει ποιοὶ ἄρχοντες θὰ διοικήσουν τὶς τοπικές τους ὑποθέσεις καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις. Ὅμως στὴν πράξη ἀναζητεῖται κάθε εὐκαιρία νὰ ἀπομακρύνωνται ἔστω καὶ προσωρινὰ οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Λαοῦ καὶ νὰ ἀντικαθίστανται μὲ δημοτικοὺς Συμβούλους τῆς μειοψηφίας. Ἀκόμα ἡ αὐτοδιοίκησις προϋποθέτει οἰκονομικὰ μέσα. Στὴν πράξη, ἐνῷ ἡ νομοθεσία ἐμπιστεύεται ἕνα μεγάλο τομέα ὑπηρεσιῶν καὶ ἔργων στοὺς Δήμους καὶ Κοινότητες, ἡ Κυβέρνησις ἀρνεῖται καὶ ἰδιοποιεῖται τοὺς ἀπαραίτητους πόρους, γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς των. Ἔτσι οἱ διακηρύξεις τῆς Κυβερνήσεως στὸν διοικητικὸ τομέα ἀφίνουν ἕνα μεγάλο κενό. Κύριοι βουλευταί, στὸν οἰκονομικὸ τομέα εἶναι ἀκόμα πιὸ ἀνησυχαστικαὶ αἱ δηλώσεις. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ξεκινᾷ ἀπὸ τὸ ἀπαρασάλευτο τοῦ ἐξωτερικοῦ προσανατολισμοῦ καὶ τὸ ἀμείωτο τῶν ἀντιπαραγωγικῶν δαπανῶν, εἶναι ἀνεξήγητο, πῶς μπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Καὶ εἶναι ἀναπότρεπτο νὰ προκαλῇ δυσπιστία ἀφοῦ τόσα καὶ τόσα προγράμματα τῶν τεσσάρων προηγουμένων Κυβερνήσεων τοῦ Συναγερμοῦ ἔμειναν μόνο στὰ χαρτιά. Ἐνῷ ὅμως ἔτσι τίθεται τὸ θέμα τῶν ἔργων τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως καὶ ἐνῷ ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἐγκρίνει ἤ ἀνέχεται σειρὰν ἀνατιμήσεων, ποὺ ἀξίωσαν τὰ μεγάλα μονοπώλια καὶ οἰκονομικὰ συγκροτήματα τῆς Χώρας, ἐξαγγέλλονται νέα ἀντιδημοτικὰ μέτρα. Αὐτὸ σημαίνει παραπέρα καθήλωση τῶν ἡμερομισθίων, τῶν μισθῶν καὶ τοῦ ἀγροτικοῦ εἰσοδήματος. Ἀκόμα μεγαλύτερη ἐξαθλίωση, φτώχεια, ἀνεργία, ὑποαπασχόληση, πτώση τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τῶν καταναλωτῶν, αὐτὸ σημαίνει ἄρνηση τῶν προϋποθέσεων τῆς ἀνορθώσεως τῆς οἰκονομίας. Αὐτὸ τέλος σημαίνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει στὴν ἴδια πολιτική, ποὺ ὡδήγησε στὴν σημερινὴ κρίσι. Κύριοι βουλευταί, καὶ στὸν οἰκονομικὸ τομέα, ὅπως καὶ στὸν τομέα τὸν ἐξωτερικὸ καὶ στὸν τομέα τῆς ἐσωτερικῆς εἰρηνεύσεως, οἱ καιροὶ εἶναι εὐνοϊκοί. Αὐτὸ ποὺ λέμε κρίση καὶ ζοφερὴ κατάσταση, μπορεῖ νὰ μεταβληθῇ σέ σταθερὴ ἄνοδο, ἀρκεῖ ν’ ἀκολουθηθῇ μιὰ θαρραλέα καὶ σταθερὴ Ἑλληνική, φιλολαϊκὴ πολιτική. Ἀρκεῖ μέσα στὸ διεθνῆ οἰκονομικὸ ἀνταγωνισμὸ νὰ μὴν ἀποκλείεται, λόγῳ μονόπλευρης προσδέσεως τῆς χώρας, καμμιὰ ἀγορά, καμμιὰ δυνατότης χρηματοδοτήσεως προγράμματος οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Ἀρκεῖ νὰ ἐπιδιώκωνται, πρὸς ὅλες τὶς κατευθύνσεις οἱ συμφερότεροι γιὰ τὸν Ἑλληνικὸ Λαό, ὅροι. Ὅλα αὐτὰ ὅμως προϋποθέτουν μιὰ Κυβέρνηση ποὺ ἔγκυρα θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν πραγματικὴ πλειοψηφία τοῦ Λαοῦ. Καὶ μιὰ τέτοια Κυβέρνηση μπορεῖ νὰ βγῇ μόνο ἀπὸ νέες ἐλεύθερες ἐκλογὲς μὲ ἁπλῆ ἀναλογική. Ἐπειδὴ οἱ ἐκλογὲς αὐτὲς χρειάζονται κάποια προετοιμασία καὶ ἐπειδὴ σήμερα τὸ Κυπριακὸ περνᾷ μιὰ κρίσιμη φάση, ἐμεῖς κάναμε ἤδη, κι’ ἐπαναλαμβάνουμε καὶ σήμερα, μιὰ θετικὴ πρόταση. Νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ Κυπριακό, τοὐλάχιστον στὴ σημερινὴ κρίσιμη φάση του, μὲ ἑνωμένες ὅλες τὶς δυνάμεις τοῦ Ἔθνους. Γιὰ τὸν σκοπὸ αὐτὸ νὰ χαραχθῇ μιὰ ἑνιαία Ἐθνικὴ πολιτικὴ γιὰ τὸ Κυπριακό, ὅπως τὴν διέγραψα στὸ σχετικὸ σημεῖο τοῦ λόγου μου. Καὶ τὴν πολιτικὴ αὐτὴ νὰ ἐφαρμόσῃ μιὰ προσωρινὴ Κυβέρνηση Ἐθνικῆς ἑνότητος. Αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸ κῦρος καὶ τὴ δύναμη νὰ διαχειρισθῇ ἐπιτυχῶς τὸ Κυπριακό, γιατὶ θὰ στηρίζεται στὴν παμψηφία τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἡ ἴδια Κυβέρνηση θὰ μπορέσῃ ἐν συνεχείᾳ νὰ προετοιμάσῃ τὴ Χώρα γιὰ ἐλεύθερες ἐκλογὲς μὲ ἁπλῆ ἀναλογική. Ἐμεῖς κάνουμε ἔκκληση πρὸς ὅλες τὶς πλευρὲς τῆς Βουλῆς νὰ προχωρήσουν πρὸς αὐτὴ τὴ λύση. Καὶ δηλώνουμε ὅτι θὰ τὴν ὑποστηρίξουμε μὲ ἀπόλυτη ἀνιδιοτέλεια. Κύριοι βουλευταί, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις μὲ τὴ σύνθεση ποὺ ἔχει καὶ τὴν πολιτικὴ ποὺ ἐφαρμόζει δὲν εἶναι σὲ θέση ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κρίσιμη κατάσταση ποὺ ὑπάρχει στὴ Χώρα μας. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ὑπολογίζῃ στὴν ψῆφο ἐμπιστοσύνης τοῦ Κόμματός μας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. ἔχει τὸν λόγον.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπουσιάζει.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἔχει τὸν λόγον.
§35Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ σειρά μου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐζήτησα τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ΕΠΕΚ, δὲν εἶναι ἐδῶ. Ὁ τέως Πρωθυπουργὸς κ. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§37Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ παρεκάλουν ἐὰν οἱ ὑπόλοιποι ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων δὲν προτίθενται νὰ ἀγορεύσουν ἀπόψε, νὰ κληθοῦν ἐγγεγραμμένοι βουλευταὶ ἢ ὑπουργοὶ νὰ ὁμιλήσουν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κερδίσωμεν χρόνον. Διότι πολὺ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐγγραφοῦν τόσοι συνάδελφοι, ὥστε δὲν θὰ ὑπάρξῃ τρόπος νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι. Εἶναι ἡ ὥρα 9½. Θὰ ἠμποροῦσε νὰ παραταθῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 1½ ὥραν ἀκόμη, ὥστε νὰ διευκολύνωμεν τὰς συνεδριάσεις τῶν ἑπομένων ἡμερῶν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῆς ΕΠΕΚ ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος θέλει νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§39Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προτοῦ ὁμιλήσουν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων;
§40Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἀναμείνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀγορεύσουν ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ νὰ ἀπαντήσῃ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀρνοῦνται οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ συνεχίσωμεν διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὰς προσεχεῖς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, παρατεινομένης τῆς συνεδριάσεως τῆς ἑσπέρας αὐτῆς; νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§41Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι ἰδική σας ὑπόθεσις.
§42Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐὰν θέλετε δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ὑπάρχουν δύο λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Πρῶτον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε στάδιον τῆς συζητήσεως νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον δεύτερος, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων, οἱ ὑπόλοιποι δεικνύουν ἀπροθυμίαν νὰ ὁμιλήσουν ἀπόψε, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διακόψωμεν τόσον ἐνωρίς. Ὁ κ. Θεοτόκης ἢ ἐγώ, θὰ ἀπησχολοῦμεν αὔριον τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπόψε, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἄνεσις αὔριον διὰ τοὺς ὑπολοίπους ρήτορας;
§43Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Βεβαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀλλὰ νομίζω ἐπὶ τόσον σοβαροῦ θέματος ὅπως εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν πολλαὶ ἀποχρώσεις γνωμῶν, θὰ ἦτο ὀρθὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ὁμιλήσῃ ἀφοῦ ἐκθέσουν τὰ Κόμματα τὰς ἀντιλήψεις των.
§44Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Αὐτὸ ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς.
§45Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι τόσον σοβαρὸν τό θέμα ὥστε ἀναμφισβητήτως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει δίκαιον, θέλει νὰ κερδίσῃ χρόνον διότι πέντε ἡμέρας εἶναι ἡ προθεσμία τῆς συζητήσεως. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπαντήσῃ τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§46Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡμίλησε περὶ ἀπροθυμίας ἡμῶν τῶν ἄλλων νὰ ὁμιλήσωμεν. Πράγματι, θὰ ἦτο καὶ ἐν σχέσει πρὸς ἐμὲ ὀρθὴ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ἐὰν ὁ κ. Παπαπολίτης, ὁ κ. Τσαλδάρης καθὼς καὶ ὁ κ. Μπαλτατζῆς δὲν ἠρνοῦντο νὰ ὁμιλήσουν ἀπόψε.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπαλτατζῆς δὲν εἶναι ἀρχηγὸς Κόμματος, κατὰ τὸν κανονισμόν.
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πράγματι, θὰ ἀπετέλει ἀπροθυμίαν, ἐὰν οἱ τρεῖς κύριοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν Κανονισμὸν προηγοῦνται ἐμοῦ, ἐλάμβανον τὸν λόγον καὶ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ ὁμιλήσω ἀπόψε. Ἐγὼ τὸ λέγω τοῦτο, διὰ νὰ διαφωνήσω πρὸς τοὺς κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νὰ ὁμιλήσουν. Πιστεύω ὅτι εἶναι κακὴ ἀρχὴ καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἐγκαταλείψωμεν. Ἐγὼ οὐδέποτε τὴν ἐτήρησα καὶ τὴν ἠκολούθησα εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Κακὴ ἀρχὴ ἀναλόγως τῆς ὥρας νὰ καθορίζωμεν τὴν στάσιν μας καὶ νὰ λέγωμεν θὰ ὁμιλήσωμεν ἀπόψε ἢ ὄχι. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αἱ ἐφημερίδες δὲν προλαμβάνουν νὰ δημοσιεύσουν λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐκφωνοῦνται μετὰ τὴν 10ην ἢ τὴν 11ην νυκτερινήν. Παρὰ ταῦτα, εἶναι κοινοβουλευτικὴ παράδοσις καὶ γίνεται συχνὰ μνεία παραδόσεων κοινοβουλευτικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι παραδόσεις καὶ λησμονοῦνται ἐκεῖναι αἱ παραδόσεις, αἱ ὁποῖαι πράγματι ἴσχυσαν. Εἶναι παράδοσις κοινοβουλευτικὴ νὰ ὁμιλῶμεν τὴν αὐτὴν νύκτα οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων μέχρι τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν. Ὑπάρχουν ἄλλωστε καὶ ἀπογευματιναὶ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι διψοῦν διὰ νὰ δημοσιεύσουν καὶ αὐταὶ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον, βεβαίως, ἀξίζουν, αὐτὸ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ἡ ἐφημερίς. Καὶ ἑπομένως εἶναι δυνατὸν λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκφωνηθοῦν μετὰ τὴν 11ην νυκτερινὴν, νὰ δημοσιεύωνται εἰς τὰς ἀπογευματινὰς ἐφημερίδας. Οὔτε, κύριε Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ ὅπως προβῆτε εἰς τὸ μέλλον εἰς τὰς ἀναγκαίας συνεννοήσεις διὰ νὰ καταλήξετε, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον αὐτὸ εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα, πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ συνεχίζωνται αἱ συζητήσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐγὼ μέν, ἐπειδὴ οἱ κύριοι οἱ τρεῖς προηγοῦνται ἐμοῦ, ὡς ἔχοντες ὡρισμένους ὀπαδούς, ἀρνοῦνται ἀπόψε νὰ ὁμιλήσουν, νὰ ὁμιλήσω ἐγὼ κατὰ τὴν 10ην ὥραν, ἐνῷ θὰ ὡμίλουν τὴν 2.30 πρωϊνὴν διαδεχόμενος αὐτοὺς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους καὶ ἀπολύτως δικαιουμένους νὰ ὁμιλήσουν καὶ νὰ παρεκάλουν νὰ γίνῃ ἀναβολὴ τῆς συνεδριάσεως, ἀλλὰ μὴ δικαιουμένους νὰ θεωρήσουν αὐτονόητον ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσω ἐγὼ ἀπόψε. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐπειδὴ εἰς τὸ παρελθὸν ἔχουν γίνει συχνότατα, αὐτὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνωνται εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ὁ κ. Τσαλδάρης ὀρθῶς, βεβαίως, ἀρνεῖται νὰ ὁμιλήσῃ, δεδομένου ὅτι ὁ προηγούμενος αὐτοῦ κ. Παπαπολίτης ὄχι μόνον ἀρνεῖται, ἀλλὰ καὶ ἀπουσιάζει. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ μοῦ δώσῃ δίκαιον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Πᾶς ἐκ τῶν κατὰ σειρὰν ἀρχηγῶν, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει ἢ ἀρνεῖται, χάνει τὴν θέσιν του καὶ τὴν σειράν του. Ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ μεθ’ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἕπονται. Αὐτὸ εἶναι τὸ σωστό, ἐὰν θέλετε, κύριε Πρόεδρε, νὰ τηρηθῇ ὁ αὐστηρὸς κοινοβουλευτισμός.
§49Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον, ἀπευθυνόμενον πρὸς τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ὁμιλήσουν. Θὰ ὑπομνήσω καὶ εἰς ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, καὶ εἰς τὸν κ. Κανελλόπουλον, ὅτι σᾶς ἠρώτησα πρὸ δύο ἡμερῶν πῶς θὰ κανονισθοῦν τὰ τῶν συζητήσεων καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ σειρὰ τῶν ὁμιλητῶν. Καὶ μὲ διαβεβαιώσατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπολογίζετε αἱ συνεδριάσεις θὰ διαρκοῦν 3–4 ὥρας. Εἰς αὐτὸ δὲ τὸ πλαίσιον ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω αὔριον, διότι ἤδη ἀπὸ 3½ ὡρῶν συνεδριάζομεν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τριῶν ὡρῶν συνεδρίασιν, δὲν εἶπα ποτέ· 6–9 μ.μ. συνεδρίασιν; Ἐγὼ νὰ εἴπω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Κακῶς ἀντελήφθητε, κύριε Πρόεδρε.
§51Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀντελήφθην πολὺ ὀρθῶς. Εἴπατε ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνουν κατὰ μέσον ὅρον συνεδριάσεις πέραν τῶν 3½ ὡρῶν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ὁμιλήσω ἀπόψε, φυσικὰ θὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο οὔτε ὀρθόν, οὔτε δίκαιον εἶναι. Πάντως δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὁπότε θέλει καὶ νὰ δευτερολογήσῃ.
§52Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, δύνασθε νὰ διαφυλάξετε τὸ δικαίωμά σας.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπαλτατζῆς δὲν εἶναι ἀρχηγὸς κόμματος, κατὰ τὸν κανονισμόν.
§54Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, οὐδεὶς δύναται νὰ σᾶς ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσετε, ὁποτεδήποτε θέλετε. Ὑπάρχει ὅμως ἡ σειρὰ τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Διετυπώθη διαμαρτυρία, ὅτι σᾶς πιέζουν νὰ ὁμιλήσετε ἀπόψε. Λοιπὸν λέγω, ὅτι δὲν πιέζεσθε ἀπὸ κανένα νὰ ὁμιλήσετε ἀπόψε, διότι ὁποτεδήποτε θέλετε, δύνασθε νὰ ὁμιλήσετε, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀκόμη ἐνωρὶς καὶ ἐφ’ ὅσον ἀρνοῦνται οἱ ὑπόλοιποι ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων νὰ ὁμιλήσουν, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὁμιλήσῃ.
§55Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἐτέθη τὸ ζήτημα ἀπὸ τὸν κ. Κανελλόπουλον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ, ὅτι, ὅταν προχωρήσῃ ἡ ὥρα θὰ ζητήσουν νὰ ὁμιλήσουν ἄλλην ἡμέραν. Διότι αὔριον, ἐὰν εἷς τῶν ἀρχηγῶν ὁμιλήσῃ ἐπὶ τρεῖς ὥρας, τί θὰ γίνῃ.
§56Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Συμφωνῶ μὲ τὴν ἀρχὴν νὰ ἐξαντλήσωμεν τὴν συζήτησιν ἀπόψε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἔχει τὸν λόγον.
§58Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ προηγηθεῖσα συζήτησις μετὰ μίαν τετραετῆ περίπου ἀπουσίαν μου ἐκ τῆς αἰθούσης μὲ ἐπαναφέρει εἰς μερικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα κοινοβουλευτικά, διὰ τὰ ὁποῖα ὀφείλω χάριτας εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι μοῦ τὰ ὑπενθύμισαν. Δι’ αὐτό, ὄχι μόνον δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλὰ καὶ λίαν εὐχαρίστως λαμβάνω τὸν λόγον διότι ὁ λόγος, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶχα τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, δὲν ἀφορᾶ μόνον τὸ κοινόν, ἀλλὰ ἀφορᾶ καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ κοινοῦ. Ἑπομένως, ὅσοι θέλουν νὰ παρακολουθήσουν τὴν ὁμιλίαν μου ἂς τὴν παρακολουθήσουν καὶ ὅσοι δὲν θέλουν νὰ τὴν παρακολουθήσουν διότι τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν μὲ παρηκολούθησαν, ἂς μὴ μὲ ἀκούσουν. Ἀνέμενον, ὅτι πάντοτε μὲ μίαν σκέψιν αἰσθηματικῶς συμπαθῶ τὴν πλευρὰν ἐκείνην, ἡ ὁποία σήμερον ἀποτελεῖ τὴν κυβερνητικὴν πλευράν, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ κατὰ βάσιν, τοὐλάχιστον, τὸν κόσμον ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὸ Λαϊκὸν Κόμμα καὶ ἐγώ, συνεισέφερε μὲ ὅλας τὰς θυσίας, τὰς ἀναγκαίας, διὰ τὴν εὐημερίαν καὶ τὴν πρόοδον τῶν ἐθνικῶν μας ζητημάτων. Τοῦτο βέβαια, τὸ ὁποῖον αἰσθηματικῶς μὲ συνδέει μὲ τὴν πλευρὰν αὐτήν, δὲν σκέπτομαι διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς νὰ φθάσω εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ τοιαύτη αἰσθηματικότης θὰ μὲ παρακολουθήσῃ εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τοῦ λόγου τοῦ Θρόνου, ἀφ’ ἑτέρου διότι δὲν ἐπεκράτησεν ἡ συνήθεια νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος λόγος τοῦ Θρόνου θεωρεῖται ὡς ἕνα τμῆμα τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τότε ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν πρώτην μομφὴν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, διότι διὰ τοῦ λόγου τοῦ θρόνου ἀνέθεσε κατ’ οὐσίαν τὰς περισσοτέρας εὐθύνας περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἀνέθεσεν εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων καὶ δὲν τὰς ἀνέθεσε διὰ τῶν μειωμένων δηλώσεων, μὲ τὰς ὁποίας ἐνεφανίσθη εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις ἐνώπιον ἡμῶν, εἰς τὴν ὑπεύθυνον κυβέρνησιν. Δὲν γνωρίζω, ἂν τὰ τελευταῖα χρόνια, κατὰ τὰ ὁποῖα εἶμαι ἐκτὸς χρήσεως, ἐπεκράτησαν πλέον ἐντελῶς αἱ θεωρίαι τῆς σκοπιμότητος καὶ τοῦ ρεαλισμοῦ. Ἂν αὐταὶ ἐπεκράτησαν, πραγματικῶς δὲν δύναμαι νὰ συγχαρῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ψηφίζοντες, δημιουργοῦν τοιαύτας ἐξελίξεις εἰς τὸν τόπον μας. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα παρουσιάζεται βέβαια καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἐξωτερικῆς καὶ ἀπὸ πλευρᾶς ἐσωτερικῆς καὶ οἰκονομικῆς. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ κύριον θέμα δὲν εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν εἰδικῶς τὸ Κυπριακόν, εἰδικώτερον τὸ οἰκονομικόν, τὰς ἐπενδύσεις κλπ., διότι δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς θέτει τὰ πλαίσια τῆς συζητήσεως. Ἄλλωστε ἡ Κυβέρνησις μετὰ πολλῆς εὐστροφίας ἐπιζητεῖ, διὰ τῶν δηλώσεών της, νὰ ἐμφανίσῃ τὰ πράγματα ὅσον τὸ δυνατὸν ρόδινα καὶ ὁμαλώτερα. Ἐξετέθη καὶ εἰς δηλώσεις ἐναντίον ἀνωτάτου λειτουργοῦ τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος δι’ ἐκθέσεώς του ἐξέφρασε δυσπιστίαν τινὰ γενικώτερον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θέλει νὰ ἐμφανίσῃ τὸν ρόλον της μέσα εἰς τὴν Βουλήν, ὡς ἕνα ρόλον κατ’ οὐσίαν μεταβατικόν. Θὰ ἦτο εὐτύχημα ἂν αὐτὸ πράγματι ἀπετέλει τὴν βασικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ ἦτο μία ἀντίληψις τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἔφερε ταχύτερον πρὸς πραγματικὴν ἀντιμετώπισιν τῶν πραγματικῶν κρισίμων περιστάσεων, διὰ τῆς ἑνότητος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ὁμιλεῖ, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις περὶ κρισίμων περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον τελεῖ ἡ Ἑλλάς. Θὰ ἤθελε τὸ Σῶμα νὰ παρακολουθήσωμεν, διατὶ ἐφθάσαμεν εἰς αὐτὰς τὰς κρισίμους περιστάσεις; Κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν ἤ 15ετίαν διήλθομεν πολὺ κρισιμωτέρας περιστάσεις καὶ μεθ’ ὑμῶν καὶ μετὰ τῶν ἄλλων τῆς ἄλλης πλευρᾶς. Δὲν εἶναι ἔτσι; Διήλθομεν αὐτὰς τὰς κρισίμους περιστάσεις καὶ ἐσώσαμε τὴν φυλὴν καὶ τὸ Ἔθνος μας, χωρὶς ἑκάστοτε νὰ θέλωμεν διὰ τῆς πρωτοβουλίας μας νὰ λύωμεν μόνοι μας ὅλα τὰ ζητήματα, οὔτε καὶ νὰ ἐπιδιώκωμεν νὰ διατυμπανίζωμεν ἀνὰ τὰς ρύμας καὶ τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς ραδιοφωνικὰς ἐκπομπὰς καὶ τὰ γενόμενα καθ’ ἑκάστην ὑπὸ μορμὴν θεμάτων μεγάλης σημασίας. Ἡ Κυβέρνησις ἐν προκειμένῳ ἠκολούθησε μίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία καὶ ἐδημιούργησε τὴν κρισιμότητα τῆς καταστάσεως, κατὰ τὴν Συναγερμικὴν δηλαδὴ περίοδον, κατὰ τῆς ὁποίας ὡς γνωστὸν ἀντετάχθη καὶ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα μὲ ὅσας δυνάμεις διέθετεν. Ἄλλο εἶναι ἂν αἱ λαϊκαὶ μᾶζαι τὸ ἐγκατέλειψαν. Τὸ κόμμα καὶ αἱ ἀρχαὶ ἐξακολουθοῦν ὑφιστάμεναι καὶ ἐλπίζομεν ὅτι μίαν ἡμέραν, ἴσως καὶ ταχέως, νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι αἱ ἐνέργειαι καὶ αἱ βασικαί μας κατευθύνσεις καὶ αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι μεθ’ ὑπερηφανείας ἐγένοντο ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ κόμματος ἄνευ οὐδενὸς αἰσθήματος κατωτερότητος ἐτελεσφόρησαν. Διότι, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, πολλαὶ εἶναι αἱ ἐνέργειαι αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν, σχετικῶς μὲ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ κόμματος, ἐνέργειαι αἱ ὁποῖαι πάντοτε ἀφεώρουν γενικῶς εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἀρχικῶν σκοπῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐξεκίνησε τὸ κόμμα, μὲ τὸν ἀείμνηστον Γούναρην, καὶ ὄχι διὰ τὴν πραγμάτωσιν σκοπῶν, οἱ ὁποῖοι ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ καθιστοῦν τοὺς ἀνθρώπους δεσμίους. Αὐτὴ ἡ περίοδος τὴν ὁποίαν διήλθομεν τὰ τελευταῖα χρόνια, δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μία περίοδος ἀρνήσεως καὶ ἄρσεως παντὸς διχασμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν περίοδον ἐθέσαμεν παράπλευρα πᾶσαν σκέψιν μνησικακίας. Ἡμεῖς ἐπραγματοποιήσαμεν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀκούονται ἀπὸ διαφόρους πλευρὰς περὶ λήθης καὶ ἀμνηστίας, τὰ ὁποῖα εἶναι λόγια κενά, ἀφοῦ δὲν συνοδεύονται ἀπὸ πραγματικὰς πολιτικὰς ἐνεργείας. Ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ ἀναλαμβάνωμε τὰς εὐθύνας. Ἴσως αὐτὸ τὸ θάρρος καὶ αὐταὶ αἱ πρωτοβουλίαι νὰ ἐπληρώθησαν ἀκριβὰ διὰ σήμερον, ἀλλὰ δὲν ἔχουν πληρωθῇ ἀκριβὰ δι’ αὔριον. Τέλος καὶ ἡ ἡλικία καὶ τὰ ἔτη καὶ ἡ πεῖρα τῆς ἀναμίξεώς μας εἰς τὰ κοινά, εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ δώσουν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὡς ἐξελίσσονται καθ’ ἑκάστην τὰ πράγματα μᾶλλον τὸ αὔριον πρέπει νὰ μᾶς ἐνδιαφέρῃ καὶ ὄχι τὸ σήμερον. Λέγω ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον εἰς τὰς λίαν συντόμους οἰκονομικὰς διακηρύξεις της θίγει ἡ Κυβέρνησις, καὶ αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡς βασικὸν ὅρον ὄχι μόνον τὴν ἐπιβάρυνσιν τῆς παρούσης γενεᾶς, ἀλλὰ μίαν μακροτέρραν ἐπιβάρυνσιν τῶν μελλοντικῶν γενεῶν, προκειμένου νὰ γίνουν τὰ ἔργα, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ ὁποῖα, βεβαίως, εἶναι ἀναγκαῖα, ὡς αἱ ἐπενδύσεις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν γενικῶς τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας. Εἴμεθα λοιπὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς, εἰς μίαν λίαν εὐχάριστον θέσιν, ἐκ τῆς ὁποίας δυνάμεθα μεθ’ ὑπερηφανείας νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς ἐνεργείας τῆς πολιτικῆς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀπὸ τοῦ 1926 καὶ ἐντεῦθεν, ὅλας τὰς συνεργασίας ποὺ ἐγένοντο μὲ διαφόρους συναδέλφους ἢ ἀρχηγούς, οἱ ὁποῖοι κατὰ περιόδους ἀπετέλεσαν καὶ τὸν ἄξονα τῆς ἀντιθέσεως κατὰ τοῦ κόμματος, πολιτικῆς πλέον, ἡ ὁποία ἀκολουθηθεῖσα ὁμαλῶς ἔσχεν τὸ ἀποκορύφωμά της κατὰ τὸ 1946–50, ὁπότε ἡ πολιτικὴ αὕτη ἀπέδωσε τοὺς καρποὺς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζομεν καὶ διεσώθη ἡ φυλή. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, πρό τινων ἡμερῶν, ἀπαντῶν εἰς μίαν δήλωσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Φ.Δ.Ε., σχετικῶς μὲ τὰς προτάσεις ἢ μὴ προτάσεις γενομένας ἑκατέρωθεν, εἶπεν ὅτι ἀτυχὲς εἶναι τὸ φαινόμενον, ὅτι ὁ Τύπος παρεμβαίνων προεκάλεσε σύγχυσιν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Δὲν θέλω νὰ ἐξηγήσω τὴν φράσιν αὐτὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, πιστεύω ὅμως ἀκραδάντως, ὅτι εἶναι μία συνέχεια μιᾶς ἄλλης φράσεως, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἴδιος μοῦ εἶχεν εἴπει εἰς τὴν συνάντησιν τὴν ὁποίαν εἴχομεν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἀποβλέπει ἀρνητικῶς διὰ μιᾶς εὐρυτέρας ὁδοῦ ἐξυπηρετήσεως τῶν σημερινῶν θεμάτων τῆς Χώρας. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, δι’ ἑνὸς μηνύματος τὸ ὁποῖον ἐξέπεμψεν τὴν 25ην Μαρτίου, ἀναμιμνείσκεται τῆς ἐπαναστατικῆς περιόδου τοῦ 1821 καὶ κατηγορεῖ τὴν φιλοπρωτίαν τῶν ἀρχηγῶν ἐκείνων καὶ ὅτι αὕτη εἶναι σφάλμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς διδάξῃ νὰ μὴ τὸ ἀκολουθήσωμεν. Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἐπανέλθωμεν ὅλοι μέσα εἰς τὸ πλαίσιον αὐτὸ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὸ αὐστηρῶς κοινοβουλευτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς διέπῃ, διότι μόνον διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς θὰ ἠμπορέσωμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, αἱ συνθῆκαι ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ἀποτελοῦν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μίαν κρίσιμον περίοδον τῆς ἱστορίας, νομίζω, ὅτι μία Κυβέρνησις, γνωρίζουσα καὶ δυναμένη, ἀλλὰ καὶ ἐπιθυμοῦσα καὶ δημιουργοῦσα περιστάσεις, θὰ δύναται λόγῳ ἀκριβῶς τῆς κρισιμότητος, νὰ ἀποκτήσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, καὶ νὰ λάβῃ θέσιν ἔναντι τοῦ ζητήματος κατὰ τρόπον πολὺ εὐκολώτερον, παρὰ ἂν αἱ ἐξελίξεις ἦσαν ὁμαλαί. Δὲν ἦσαν ὁμαλαὶ αἱ ἐξελίξεις, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ 1946–50. Γνωρίζετε δὲ ὅτι ἤρθησαν ἐμπόδια, διότι δὲν ὀπισθοχωρήσαμεν πρὸ οἱασδήποτε ἀντιδράσεως ἔξωθεν, ἀλλὰ ἐπεχειρήσαμεν περαιτέρω πᾶσαν ἐνέργειαν, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν ἐν πνεύματι ἑκατέρωθεν φιλίας τῶν δύο μεγάλων συμμάχων μας, νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπετύχωμεν. Βεβαίως, ἀποτελεῖ δυσχέρειαν διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν διεψεύσθησαν, δυστυχῶς, δηλώσεις, τὰς ὁποίας μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ἐσχάτως ταξιδεῦσαν εἰς Μ. Ἀνατολήν, ἔκαμεν. Ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχουν παρὰ δύο μεγάλαι δυνάμεις, ἡ Ρωσία καὶ ἡ Ἀμερική. Ἡ Ἀγγλία δὲν ἀποτελεῖ πλέον μεγάλην δύναμιν, ὅπως ἐξηγγέλθη διὰ λογαριασμὸν τοῦ κ. Κασιμάτη εἰς τὰς ἐφημερίδας. Βέβαια, δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλευθερίαν καὶ εἴμεθα ἐλεύθεροι πολιτικῶς ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τοῦ λόγου, δὲν εἴμεθα ὅμως ἐλεύθεροι ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς. Καὶ ὁ τελευταῖος γεωργὸς κατέστη κατ’ οὐσίαν ὑπόδουλος ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικά του συμφέροντα εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν. Ἐδημιουργήθη ὄχι μόνον πρὸ 3–4 ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ παλαιότερον ἀτμοσφαίρα συγχύσεως, ὅτι ἀλλάζομεν καθ’ ἑκάστην ἤ μᾶλλον κατὰ περιόδους τὴν τηρουμένην πολιτικὴν ἔναντι τῶν συμμαχικῶν παραγόντων καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ὄχι ὅπως λέγουν ἴση, ἡ φιλία πρὸς ὅλους, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ πηγάζῃ ἐκ τῆς ἰσοτίμου ἀπολύτου φιλίας, τῆς φιλίας ἡ ὁποία εἶναι ἀπὸ ἴσον πρὸς ἴσον. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωμεν. Ἄνευ, λοιπόν, οὐδενὸς αἰσθήματος κατωτερότητος, ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώκωμεν, βάσει αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων, τὰ γενικώτερα συμφέροντα τῆς Πατρίδος καὶ τοῦ Ἔθνους. Παρουσιάζεται ἕνα θέμα οὐσιῶδες καὶ εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ Βασιλέως ὀξύτερον, εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ὀλιγώτερον ὀξύ, ὅτι ἡ συμμετοχή μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ ἀποτελεῖ ἀσπίδα. Τὸ ΝΑΤΟ ἐμφανίζεται ὅτι εἶναι μία ἀσπὶς ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας. Φοβοῦμαι κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρανοεῖται, τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν στιγμήν, ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς σημασίας τοῦ ΝΑΤΟ. Διότι τὸ ΝΑΤΟ ἀρχίζει καὶ παίρνει ἐντελῶς ἄλλην μορφήν. Τὸ ΝΑΤΟ ἀντελήφθη ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἄμυνα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν σκοπόν του. Ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἄμυνα πρέπει νὰ ὑπάρξουν πολιτικοὶ καὶ οἰκονομικοὶ δεσμοί. Καὶ ὡς δεῖγμα τῶν πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν δεσμῶν φέρω τὴν περίφημον φράσιν τῶν ἔργων τῆς ὑποδομῆς, μέχρι καὶ τῆς ἐξαγγελίας παρὰ τοῦ ΝΑΤΟ τῆς κατασκευῆς διαφόρων λεωφόρων περὶ τὴν Ἀθήνα. Δὲν εἶπεν κανεὶς νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἀλλὰ μήπως δὲν ὑπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀνεξαρτησία μας; Τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ἄμυνα τῶν Βορείων συνόρων μας, τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται διὰ τῆς Βουλγαρικῆς γραμμῆς κλπ. δύναται εὐκολώτατα νὰ πληρωθῇ, διότι ἤδη, ὅπως ἴδατε, καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἡ Βουλγαρία ἀρχίζει νὰ κάμνει διαπραγματεύσεις καὶ πρὸς τὴν δύσιν ἀκόμη. Καὶ θὰ ἔλεγα ἄνευ οὐδενὸς δισταγμοῦ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλγαρία ἔκαμε καὶ πρὸς τὴν δύσιν τοιαύτας προτάσεις, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδένα λόγον νὰ ἀντισταθῶμεν εἰς τὰς συνεννοήσεις. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς ἡ γραμμὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία πληρώνει ἕνα κενόν, σχετικὸν μὲ τὴν Βαλκανικὴν συμμαχίαν καὶ τοῦ ὁποίου ἡ πλήρωσις ἀποτελεῖ ἀντίβαρον ὑψίστης σημασίας ἀπὸ ἀπόψεως ἀσφαλείας. Διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξε καὶ ἡ Κυβέρνησις, τοῦ ἐξωτερικοῦ, καίτοι πλέον καὶ ὡς Εὐρωπαῖος νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐξωτερικὰ καὶ ἐσωτερικὰ ζητήματα καὶ οἰκονομικὰ διαφέροντα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Τουλάχιστον ἐκεῖ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν φθάσει καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀντίθετον γραμμήν. Διὰ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω σχετικῶς ὅτι γενικῶς ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ μέσα εἰς μίαν ἀτμοσφαῖραν δυσπιστίας μεταξὺ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, πρὸ 3–4 ἐτῶν, δὲν ἦτο ἴσως ἡ ἐπιτυχεστέρα στιγμὴ διὰ νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ λύσις του, πάντως ἐφ’ ὅσον τὸ θέμα ἤχθη εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ἤχθη, ἐφ’ ὅσον ὁ πληθυσμὸς τῆς Κύπρου πλέον μετέχει εἰς τὴν κίνησιν αὐτὴν εἰς βαθμὸν δυνάμενον νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰ περὶ τὴν εἰρηνικήν του ὑπόστασιν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, οὔτε εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς τὴν προηγουμένην Κυβέρνησιν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀφεθῇ εἰς χεῖρας τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου ὁ διπλωματικὸς χειρισμὸς τοῦ ζητήματος. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ ἀρχηγεύοντες ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ κινήματος εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ζητοῦν τὰ ἄκρα. Καί, τὸ διπλωματικὸν μέρος ἐντόνως ἔπρεπε νὰ παρακολουθῆται ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησις ὄχι ὡς ἁπλῆ συμπαράστασις. Ἂν εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι παρακολουθεῖ τὸ θέμα ἐντόνως, θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐπωφελεῖς διὰ τὸ θέμα. Τὸ γεγονὸς ὅμως εἶναι ἕνα. Μετὰ κυρίως τὴν ἀτυχῆ πολιτικὴν τῆς διασκέψεως τοῦ Λονδίνου, διότι ὑπῆρξεν ἀτύχημα ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐδέχθη νὰ συμπαρασταθῇ μετὰ τῶν Τούρκων, μετὰ τὴν ἀτυχῆ περίοδον τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1955, ἐπηκολούθησαν γεγονότα μερικὰ τῶν ὁποίων, διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουν ἰδιαιτέραν σημασίαν. Νομίζω πάντως, ὅτι ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, εἶχεν ἀρχίσει νὰ σκέπτεται τὰς λύσεις τὰς συμβιβαστικὰς διὰ τὴν ἀποδοχὴν μιᾶς αὐτοκυβερνήσεως καὶ μὲ ὡρισμένην προθεσμίαν τῆς αὐτοδιαθέσεως. Δὲν γνωρίζω διότι δὲν ἔχω παρακολουθήσει οὔτε τοὺς φακέλλους, οὔτε καὶ τὰ γενόμενα, καθ’ ὅσον δὲν μοῦ ἐδόθησαν ποτέ, δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι γενικῶς αὐτὰ ἢ ὄχι, πάντως εἶναι ἀπόδειξις τοῦ ὅτι ὁ χειρισμὸς τοῦ ζητήματος ἐγένετο μὲ ἕνα αἴσθημα κατωτερότητος. Ἐπεδιώξαμε νὰ καλυφθῶμεν πρὸ τοῦ ἀναστήματος τοῦ Ἐθνάρχου καὶ ἡμεῖς νὰ φανῶμεν συμπαριστάμενοι, χωρὶς πράγματι νὰ ἀποδίδωμεν διὰ τῆς συμπαραστάσεώς μας τίποτε παρὰ μόνον νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν ἀπομόνωσίν μας τὴν διεθνῆ. Πρέπει νὰ εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ ἀσκουμένη τότε πολιτικὴ ἦτο πῶς νὰ ἀπομακρύνουν τὸν παράγοντα Ἑλλὰς ἀπὸ τὰς συζητήσεις καὶ νὰ ἀπομονώσουν τὸν Μακάριον καὶ νὰ τοῦ εἴπουν μίαν πρωΐαν Ἔλα νὰ ἀποδοκιμάσῃς τὴν βίαν. Καὶ αὐτὸ ὑπῆρξεν τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὅλοι παρακολουθήσαμεν, διότι ἐκλείπει μία κεφαλή, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο πράγματι, καὶ ὡς ὁδηγὸς ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ κινήματος καὶ ὡς ὁδηγὸς συνθηκολογήσεως νὰ δώσῃ ἀποτέλεσμα ἄριστον καὶ ἄξιον παντὸς ἐπαίνου. Φοβοῦμαι κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἅπαξ ἐκκαθαρισθέντος τοῦ ζητήματος τῆς μὴ ἀποδοκιμασίας τῆς βίας ἐν Κύπρῳ, ὅτι θὰ ἔχωμεν συνεπείας καὶ ἐδῶ, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν ὅτι θὰ ζητηθῇ ἴσως καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἡ θυσία αὐτὴ ἔναντι τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς θέσεως ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς μὴ περαιτέρω ἀναμίξεως εἰς τὸ ζήτημα τὸ Κυπριακόν. Καὶ πρὸ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης τὴν ὁποίαν δι’ ἰδιαιτέρας μου ἐπιστολῆς πρὸς τὴν Α.Μ. ἐξέθεσα θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαῖον νὰ προσφύγῃ εἰς τὸν Ο.Η.Ε., ὅταν πρὸ ἑνὸς ἔτους διεμαρτύρετο ὅτι ἡ περίπτωσις τοῦ Ο.Η.Ε. πρέπει νὰ παραμερισθῇ; Καὶ προσφεύγετε σήμερον, ὄχι διὰ νὰ ἐπιλύσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιλυθῇ διὰ τοῦ ΟΗΕ, ἀλλὰ προσφεύγετε ἐκεῖ, διὰ νὰ κερδίσητε ἄλλους ἐννέα μῆνας, ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὅτι οἱ ἓξ μῆνες ποὺ παρῆλθον, δὲν ὑπῆρξαν ἀρκετοὶ διὰ νὰ καταστείλουν τὸ κίνημα. Καὶ ἐρωτῶ, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς προσφυγῆς ἐρχόμεθα καὶ πάλιν κατ’ οὐσίαν ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ, εἴμεθα ἢ δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐπὶ ἐννέα μῆνας νὰ ἀσκῶμεν προπαγάνδαν καὶ νὰ ἐπιρρίπτωμε τὰς εὐθύνας σχετικῶς μὲ τὰς ἐνεργείας της εἰς τὸ Κυπριακὸν ἐναντίον τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως; Καὶ νομίζετε ὅτι εἰς τοὺς ἐννέα μῆνας θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀσκήσητε τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ἐκ τῆς ὁποίας τί θὰ ἀπολήξῃ; Μία συζήτησις καὶ μία σύστασις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐγένετο. Ἐὰν ὅμως ἡ τακτική σας δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν τῆς παρατάσεως, τότε θὰ ἔπρεπε νὰ ἑτοιμασθῇ ἀμέσως ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας κατὰ τὸ ἄρθρον 35 παρ. 1 ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 73. Τοῦτο εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχε ρυθμισθῇ ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διεκδικήσεως τῆς Κύπρου μέσα εἰς μίαν κατάστασιν ζῶσαν καὶ ὄχι φθίνουσαν. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας. Ἀντὶ λοιπὸν τῆς τακτικῆς ποὺ ἀνωτέρω ἀνέφερα, ἡ Κυβέρνησις προέκρινε τὴν ἀποτολὴν ἑνὸς ὑπουργοῦ εἰς τὰ Κράτη τῆς Μ. Ἀνατολῆς, διὰ νὰ γίνουν αἱ δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ νὰ ἐπιβεβαιωθῇ ἄλλην μίαν φορὰν ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν τὰ Ἀραβικὰ Κράτη προτιμοῦν νὰ ἀκολουθοῦν. Γενικώτερον, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀποικιακῆς πολιτικῆς θὰ εἶχε νὰ παρατηρήσῃ τὶς πολλὰ θέματα. Ἕν τῶν κυριωτέρων δὲ εἶναι ἡ γραμμὴ τῆς Βαγδάτης, τὴν ὁποίαν κατώρθωσεν ἡ Ρωσία νὰ περάσῃ καὶ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Μ. Ἀνατολὴν, διὰ τῆς ἀντιαποικιακῆς της πολιτικῆς, ὑποσχεθεῖσα μάλιστα καὶ σοβαρὰν οἰκονομικὴν βοήθειαν. Καὶ ἔχουν ἀνάγκην βοηθείας τὰ Κράτη αὐτά, διότι ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια ἡ ὁποία ἐδόθη, δὲν ἐδόθη διὰ τῆς Κοινωνικῆς καὶ Πολιτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΟΗΕ, βάσει τῶν ὑπ’ αὐτῆς καθοριζομένων κριτηρίων, ἀλλὰ ὑπὸ τῆς ἰδίας τῆς Ἀμερικῆς, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ αὐτὴ νὰ κάμῃ τὴν πολιτικήν της, μὴ κατορθώσασα οὕτω νὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε. Ὅταν, κύριοι, διαχειριζόμην ὑπευθύνως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐγένοντο ὡρισμέναι ἐνέργειαι, αἱ ὁποῖαι ἐθεωροῦντο, ὡς δυνάμεναι νὰ ἀποδώσουν μερικὰ ἀποτελέσματα ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, διότι ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ καὶ σχετικὴ ἐπιστολὴ τοῦ Μπέβιν. Τὸ θέμα ἔχει ὡς ἑξῆς. Τὸ 1951 ἐγένετο μία σύσκεψις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίχθη νὰ ὁρισθῇ τακτὴ προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἔπρεπεν ἡ Κύπρος νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της. Ἦτο ἀπαραίτητος ὁ καθορισμὸς τῆς προθεσμίας ταύτης. Καὶ θὰ ἔπρεπε τοῦτο νὰ εἶχε γίνει ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκαλούμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος. Καὶ θὰ ἔπρεπε ἐπίσης νὰ καθορισθῇ ἡ θέσις μας ἔναντι τοῦ θέματος τούτου καὶ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ὅταν εἰσήλθωμεν εἰς τὴν Βαλκανικὴν συμμαχίαν καὶ ἀπέναντι τῆς Γιουγκοσλαβίας ἀκόμη, ὥστε νὰ μὴ ὑπῆρχον ἐν τῷ μεταξὺ ἀπρόοπτα καὶ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν σήμερον ὅτι κινδυνεύει ἡ ἀσφάλεια τῆς χώρας μας. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν θὰ ἔπρεπεν ἀπὸ δῶ νὰ ἀναφέρω μερικὰς πληροφορίας, διότι ἔχω ὡρισμένας πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐὰν ἀνταποκρίνοντο πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ γενικώτερον, αἱ διαπραγματεύσεις αἱ ἀφορῶσαι τὸ θέμα τῆς ἀσφαλείας τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ ἀπόψεως ΝΑΤΟ εἰς τὴν περιφέρειαν αὐτήν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τόσον κατοχυρωτικαὶ ἐν προκειμένῳ. Δι’ αὐτὸ εἶπα, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν ἡ Βουλγαρία θὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Δύσην, νὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς ἐπαφὴν μετὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ρουμανίας, Ἀλβανίας ἀκόμη ἐὰν ἦτο δυνατόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρὸς Βορρᾶν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν λύσεις αἱ ὁποῖαι νὰ δημιουργοῦν εἰς τὴν πλευρὰν αὐτὴν ἕνα δεύτερον ὀχυρὸν τῆς δυτικῆς ἀσφαλείας, ἕνα δεύτερον σκέλος, τὸ ὁποῖον νὰ φθάσῃ μέχρι Ρουμανίας καὶ Βουλγαρίας. Ἀλλέως δὲν θὰ μπορέσωμεν ποτὲ νὰ ἀποκτήσωμεν ἰδίαν ἀνεξάρτητον πολιτικήν. Σήμερον εἴμεθα τόσον ἐξηρτημένοι καὶ στερούμενοι οἰκονομικῆς ἐλευθερίας, ὥστε πράγματι νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀπαλλαγῶμεν δεσμῶν. Εἶναι ὅμως εὔκολον νὰ δημιουργήσωμεν, ὅπου ὑπάρχουν τρωτὰ εἰς τὴν πολιτικὴν μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἀγγλίας καταστάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς εἶναι ἐπωφελεῖς. Κύριοι βουλευταί, ἔκαμα χρῆσιν μιᾶς φράσεως τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην φέρω ἀπολύτως καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ δώσω περισσοτέρας ἐξηγήσεις. Εἶπον ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ διαφορῶν ἐπὶ πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ζητημάτων, διότι τὰ πάντα ἔχουν μίαν ἀλληλοεξάρτησιν. Ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, διὰ νὰ τονίσω ὅτι ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ δὲν βλέπω τί ἄλλα σημεῖα θὰ ἠδύναντο σήμερον νὰ ὑποδειχθοῦν. Ἡ Κυβέρνησις, λέγει, ἀναμένει ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ τῆς ὑποδείξῃ λύσεις. Ἡ θεωρία εἶναι ὀλίγον περίεργος. Ἐν τούτοις ὅμως ἐφ’ ὅσον ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἴμεθα ὅλοι ἴσου βαθμοῦ πατριῶται καὶ μεταξὺ ἡμῶν δὲν ὑπάρχει ἀπόστασις οὐσιώδης καὶ αὐταὶ ποὺ ὑπῆρχον εἰς τὴν ἄκραν ἀριστερὰν καὶ αὐταὶ ἀκόμη ἤρθησαν........ (Αἴσθησις εἰς τὴν αἴθουσαν) Σᾶς παρακαλῶ, ὅ,τι λέγω τὸ λέγω ἐν συνειδήσει, διότι βλέπω κάπως ἀπώτερα καὶ βλέπω ὅτι ὁ κόσμος αὐτὸς ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τὴν στενότητα ἀντιλήψεως τὴν ὁποίαν εἶχε μέχρι σήμερον. Ὑπάρχει βέβαια τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἤγγισεν ἀκροθιγῶς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς ἀπόψεις τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος πρὸς τὰς ὁποίας ἄνευ οὐδενὸς δισταγμοῦ προσχωρῶ ἀπολύτως. Δὲν θὰ ὁμιλήσω λοιπὸν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ θέματος. Θὰ θίξω μερικὰς ἀτελείας τὰς ὁποίας διεπίστωσα. Δὲν ἀναφέρεται τίποτε οὔτε ἐπὶ τοῦ ἀθλητισμοῦ οὔτε γενικῶς ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς νεολαίας, τὰ ὁποῖα εἶναι βασικὰ διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ μάλιστα Κυβέρνησιν ἡ ὁποία θέλει νὰ ἔχῃ κάποιον ἐγωϊσμόν, ἀλλ’ ἀναφέρονται μόνον δύο–τρεῖς λέξεις αἱ ὁποῖαι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων αὐτῶν. Βεβαίως μέσα εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουν μερικὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω ἐὰν συμφωνοῦν μὲ τὸν τίτλον «Ριζοσπαστικὴ Ἕνωσις» ἢ εἶναι ἐγγύτερον πρὸς ἄλλα κόμματα. Ὁμιλεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ ἱδρύσεως Κρατικῶν Ὀργανισμῶν, δηλαδὴ μονοπωλίων, διαφόρων ἐπιχειρήσεων, ὀργανισμῶν ἐξηλεκτρισμοῦ, ἀζώτου καὶ ἄλλων ὀργανισμῶν. Δὲν λησμονοῦμεν τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχομεν τῶν τοιούτων ὀργανισμῶν τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς ἄλλοτε εἴχομεν συστήσει. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ὀρθοτέρα λύσις ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ παραγκωνίσῃ, ἐν Ἑλλάδι τοὐλάχιστον, τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν. Ἡ πρωτοβουλία τοῦ Ἕλληνος δὲν ὑποκαθίσταται δι’ οὐδενὸς τύπου ὀργανισμοῦ. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ΔΕΗ ἐὰν παρεχωρῆτο εἰς ἰδιώτας θὰ ἀπεφεύγοντο πολλαὶ ὑπερβολαί. Τὸ θέμα κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι ἐὰν θὰ κάμετε ἢ ὄχι ἕνα ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιμεληθῇ γενικώτερον τῆς διανομῆς τοῦ ρεύματος. Ἡ ὕπαιθρος ἐνδιαφέρεται μόνον διὰ τὴν ἑνιαίαν τιμὴν τοῦ ρεύματος καὶ νὰ μὴ ἀπολαμβάνουν μόνον αἱ Ἀθῆναι προνομίων. Δὲν γνωρίζω ἐὰν διὰ τοιούτων μέτρων ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλεν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀκριβεῖς αἱ δηλώσεις του εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὡς ἐδιάβασα σήμερον, δὲν ξαίρω ἂν οὕτω ἐξασφαλίζεται εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ εἰς τὴν γεωργίαν, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ὁ κύριος σκοπός μας, τιμὰς ἀνεκτὰς καὶ ἑνιαίας. Κύριοι βουλευταί, ἔχομεν τὴν Ἑλλάδα πάσχουσαν, καὶ πάσχουσαν ὄχι ἁπλῶς ὡς ἀναφέρεται εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς ἀκόμη στατιστικὰ στοιχεῖα ἀναβιβάζουν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπόρων εἰς τρία ἑκατομμύρια, εἰς περίπου 40%. Ἐὰν ἐρευνηθῇ κάπως τὸ θέμα θὰ ἴδητε ὅτι ἡ ἀπορία ἐπεκτείνεται εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ κατ’ ἴσην ἀναλογίαν εἰς τὰς μεγάλας πόλεις. Ἐξηγεῖται τὸ φαινόμενον μὲ τοιοῦτον ὑπόβαθρον ἐὰν δὲν ἔχωμεν πράγματι καὶ ὄχι παραπλανητικὴν ἐσωτερικήν, ἐξωτερικὴν καὶ οἰκονομικὴν πολιτικὴν εἴμεθα καὶ καθιστάμεθα συνένοχοι μιᾶς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία ραγδαίως καὶ ταχέως θὰ μᾶς ἐκπλήξῃ κάποιαν πρωΐαν. Ἐπειδὴ παρετηρήθη ὅτι εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἄρσεως τῶν διλημμάτων ὑπὸ τὰ ὁποῖα τίθεται ὁ λαὸς καθ’ ἑκάστην καὶ ἐπειδὴ παρετηρήθη ὅτι γενικώτερον ἡ ἄσκησις τῆς πολιτικῆς μας ἐπὶ τῶν κυρίων καὶ βασικῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα ἀνέφερε καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἠμπορεῖ πραγματικῶς νὰ πράξῃ τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος ὄχι διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ διὰ διαδόσεων ἀλλὰ νὰ τὸ πράξῃ διὰ πράξεων καὶ ἐνεργειῶν πρὸς ἐπίλυσιν καὶ ὄχι πρὸς κατακράτησιν τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα μᾶς ἀφοροῦν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον θὰ ἀναλάβῃ καὶ θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκφράσωμεν ἄρνησιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παναγ. Κανελλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§60Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τοὺς 6 τελευταίους μῆνας ἐξεδηλώθησαν ἐξελίξεις πολιτικαὶ μεγίστης σημασίας. Αἱ ἐξελίξεις αὗται ὑπὸ ἄλλων μὲν ἐκρίθησαν κατὰ τρόπον θετικόν, ὑπὸ ἄλλων δὲ κατὰ τρόπον ἀρνητικόν. Αὐτὸ βεβαίως ἦτο φυσικόν. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἡ χώρα μας δὲν εἶχεν Ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλοίμονον ἐὰν εἰς τὴν χώραν μας δὲν ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης —ὅπως δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει εἰς ἄλλας χώρας— τῆς κριτικῆς, τῆς ἀντιρρήσεως καὶ τῆς ἐντόνου ἀντιπολιτεύσεως. Ἀνήκω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῶν ἐξελίξεων, τῶν τελευταίων 6 μηνῶν, ἀντικειμενικῶς ἐξετάζω ταύτας καὶ χωρὶς οἱονδήποτε συμφέρον, κατὰ τρόπον θετικόν. Ὁ θάνατος τοῦ ἀειμνήστου Στρατάρχου Παπάγου ὑπῆρξεν ἡ ἀφετηρία τῶν ἐξελίξεων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἐπιτρέψατε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω —ἀρκούμενος εἰς μίαν γενικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος κρίσιν χωρὶς νὰ θεμελιώσω ταύτην— ὅτι κατ’ ἐμὲ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ὁ Στρατάρχης Παπάγος κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας— δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἔργου του ὡς ἀρχιστρατήγου, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε μέγα— τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ὡς Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας ὑπῆρξεν οὐσιῶδες, κατηγορήθη ὅμως καὶ ὑπὸ πολλῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν παράταξιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβασίζετο. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου προεκλογικῶς εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα διὰ μακρῶν νὰ λογοδοτήσω, διότι ἦτο χρέος μου νὰ λογοδοτήσω, ἐφ’ ὅσον μετεῖχον ὡς Ἀντιπρόεδρος καὶ ὡς μέλος τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου τῆς τότε Κυβερνήσεως, εἶχον καθῆκον νὰ λογοδοτήσω καὶ ἐλογοδότησα διὰ τὰ ἔργα μου. Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἀπασχολήσω ἀπόψε τὴν Βουλήν, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ εἴπω τί ἐγένετο. Βεβαίως ἐγένοντο πολλαὶ παραλείψεις, ἴσως ἐγένοντο καὶ λάθη, ἀλλὰ ἐγένοντο καὶ πολλά. Καὶ ἐπὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὸν τομέα καὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ καὶ βασίζεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις διὰ νὰ προχωρήσῃ, καὶ θὰ ἐβασίζετο οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐξελέγετο ὑπὸ τοῦ λαοῦ διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν. Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι ἐθεώρησα καθῆκον νὰ λάβω θετικὴν στάσιν ἀπέναντι τῶν ἐξελίξεων, αἱ ὁποῖαι διεδέχθησαν τὸν θάνατον τοῦ Στρατάρχου Παπάγου καὶ τοῦτο εἰς βάρος μου —ἐὰν θέλετε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν στενὴν καὶ τὴν ἀνόητον — τὴν ὁποίαν εὐτυχῶς δὲν ἐπέτρεψα εἰς τὸν ἑαυτόν μου νὰ συμμερισθῶ, λέγω ὅτι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ ἐξελίξεις αὗται δυνατὸν νὰ ἦσαν προσωπικῶς εἰς βάρος μου, ἦσαν ὅμως ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ φυλάξουν τὸν τόπον καὶ εἶχον καθῆκον νὰ βοηθήσω. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ὁ σπουδαιότερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ βοηθήσω ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, μὴ ταλαντευθεὶς οὐδὲ πρὸς στιγμήν, οὔτε καὶ κατὰ τὴν νύκτα κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὁ σπουδαιότερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ κάμνει νὰ διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀγαπητὸν φίλον ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κ. Τσαλδάρην. Ἀνῆκεν, εἶπεν, εἰς ὡρισμένον κόσμον καὶ ὁμιλῶν περὶ τοῦ κόσμου αὐτοῦ κατηύθυνε τὰ ὄμματά του πρὸς τὴν σημερινὴν πλειοψηφίαν. Ἀνῆκον καὶ ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ μείνω εἰς τὸν κόσμον εἰς τὸν ὁποῖον ἀνῆκον. (Χειροκροτήματα). Ὁ κόσμος αὐτὸς διευρυνθεὶς ἐν ὀνόματι καὶ ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, διότι ὁ κόσμος αὐτὸς ἀνῆκε κατ’ οὐσίαν εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, καὶ ὡρισμένα ἄλλα μικρότερα κόμματα, ὡς ἐκείνου, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι, ἄλλοτε τοῦ Ἑνωτικοῦ, ὁ κόσμος αὐτοῦ διευρυνθεὶς κατὰ τρόπον οὐσιώδη ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Στρατάρχου Παπάγου ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τὴν μεγάλην, τὴν εὐρεῖαν, ὅπως ἀπέδειξαν ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς καὶ ἐθνικῶς μία Κυβέρνησις, ζητοῦσα πράγματι νὰ ὠφελήσῃ τὸν τόπον. Καὶ ἀντιθέτως πρὸς ἄλλους ἀνήκοντας εἰς τὸν κόσμον αὐτὸν ἡμεῖς δὲν ἀρνούμεθα νὰ ὀνομάζωμεν τὸν κόσμον αὐτὸν — τὴν Ἑλληνικὴν δεξιὰν— καὶ ἀνήκομεν εἰς αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον οἱ ἀκολουθοῦντες τὴν ἀριστερὰν φοβοῦνται νὰ ὀνομάζουν ἑαυτοὺς ἀριστερούς, διατὶ πρέπει ἡμεῖς νὰ φοβούμεθα νὰ ὀνομάζωμεν τοὺς ἑαυτούς μας μέλη τῆς δεξιᾶς. Εὑρίσκω ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τῆς παλαιᾶς μου ἰδιότητος, τῆς ὁποίας ἔκαμε μνείαν ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ΕΔΑ καὶ—τὸν εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἀγαθὴν μνείαν ἂν καὶ ἡ πρόθεσις δὲν ἦτο τόσον ἀγαθὴ—, βασιζόμενος καὶ ἐπὶ τῆς ἰδιότητος, ἡ ὁποία μοῦ ἐπέβαλε νὰ ἐξετάζω κοινωνιολογικῶς τὰ προβλήματα καταλήγω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι κατὰ τὴν δεκαετίαν τὴν τελευταίαν δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο οὐσιωδῶν αὐτῶν δυνάμεων ἀπὸ ἀπόψεως λαϊκῶν μαζῶν —ἀπὸ ἀπόψεως ψυχολογικῆς ὑπάρχει— ἀπὸ ἀπόψεως λαϊκῶν μαζῶν δὲν ὑπῆρχε βάθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠμποροῦσε νὰ στηριχθῇ μέση κατάστασις. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ μοῦ ἐπιτρέψουν καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἀρχηγοὶ τοῦ Κέντρου καὶ οἱ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι τοῦ κόμματος τοῦ Κέντρου νὰ εἴπω ὅτι εἶναι φυσικὸν τὰ κόμματά των νὰ λαμβάνουν ὅσας ψήφους ἐλάμβανε κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων ἐτῶν καὶ ἦτο φυσικὸν ἀπὸ ἀπόψεως καθαρῶς ἐκλογικῆς —δὲν ἐξετάζω τὸ θέμα ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς— νὰ προσφύγουν εἰς τὴν ἀριστεράν, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὲ ἐλπίδα κάποιας ἐπιτυχίας. Αὐτὴ εἶναι μία παρατήρησις, τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει, βασιζόμενος οὐχὶ ἐπὶ συναισθημάτων, διότι συμπαθῶ τὸ Κέντρον καὶ ἐκτιμῶ καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ πολλοὺς ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς αὐτό, ἀλλ’ εἶναι παρατήρησις βασιζομένη ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Καὶ τὰ πράγματα ἄλλωστε ὁμιλοῦν ἀφ’ ἑαυτῶν, οἱ ἀριθμοὶ ὑπάρχουν, καὶ ἡ τελευταία προεκλογικὴ ἀπόφασις τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου ἀποδεικνύει, ὅτι αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου γνωρίζουν τὸ γεγονός. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνήκω εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον ὀνομάζω δεξιὰν καὶ πιστεύω ἄλλωστε, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς γενικωτέρας ἱστορικῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔχω κάμει, ἴσως ἐσφαλμένης, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει βασιζομένης ἐπὶ πραγματικῆς προθέσεώς μου ὅπως ἀνεύρω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιόδους τῆς ἱστορίας, καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀρχαιότητα καὶ εἰς τὸ Ρωμαϊκὸν Κράτος καὶ εἰς τὴν ἀπὸ τοῦ 18ου αἰῶνος καὶ ἐντεῦθεν σημειωθεῖσαν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν καὶ ἱστορικῶν πραγμάτων, ὅλα τὰ οὐσιώδη καὶ θετικὰ βήματα ἐγένοντο ὑπὸ τῆς δεξιᾶς. Ἡ ἀριστερὰ ἡ ἑκάστοτε, δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κομμουνιστικοῦ κόμματος, ἀνεστάτωνεν, ἐπανεστάτει ἀλλὰ δὲν ἔλυε προβλήματα. Τὸ Κέντρον συνεζήτει, ὅπως οἱ καθηγηταί, οἱ ὁποῖοι ἀπήρτιζον τὴν συνέλευσιν τῆς Βαϊμάρης τοῦ 1848, συνεζήτει, ἀλλὰ δὲν κατέληγεν εἰς ἀποφάσεις.
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος δὲν ἦτο τῆς δεξιᾶς;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω καμμίαν διακοπήν. Δηλῶ κατηγορηματικῶς, ὅτι θ’ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν ἀμέσως οἱοσδήποτε θελήσῃ νὰ διακόψῃ.
§63Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ συνήθως δέχομαι διακοπάς, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος ἔλαβεν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὀρθὴν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγένετο τόσον βιαία ἐκδήλωσις ὁλοκλήρου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐναντίον μου διότι ἐτόλμησα νὰ ἐγερθῶ —δὲν μοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἐγερθῶ— δὲν θὰ δεχθῶ διακοπάς. Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον πρὸ ὀλίγου καὶ συνεχίζω τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ δεξιὰ ἑκάστοτε —καὶ ἐπειδὴ μοῦ ἐγένετο μία διακοπὴ ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἀνῆκεν εἰς τὴν δεξιὰν τὸ 1910 καὶ ἀπετέλει τὴν ἄκραν δεξιὰν— ἡ δεξιὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔλυσε προβλήματα, ἡ ὁποία ὑπῆρξε θετικὴ καὶ ἡ ὁποία ὑπῆρξε καὶ προοδευτική, συνδυάζουσα τὴν παράδοσιν μὲ τὴν πρόοδον, συνδυάζουσα τὴν παράδοσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τρέφει βαθεῖαν ἐκτίμησιν καὶ βαθὺν σεβασμὸν μὲ τὴν πρόοδον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Βισμαρκικὴν Γερμανίαν ἐσημειώθη. Διότι ἂν δὲν ἀπατῶμαι, χωρὶς νὰ εἶμαι διόλου σύμφωνος μὲ τὸ σύστημα διακυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐφαρμόσει ὁ Βίσμαρκ, ὁ Βίσμαρκ εἰσήγαγε διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν κόσμον τὰς κοινωνικὰς ἀσφαλίσεις. Παρακαλῶ ν’ ἀναδιφήσητε εἰς τὴν μνήμην σας τὰ ἱστορικὰ γεγονότα καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἔχω δίκαιον. Ὅσα οὐσιώδη βήματα ἐγένοντο, ἐγένοντο ἀπὸ τοὺς θετικοὺς παράγοντας τῆς ζωῆς καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ πολιτικοὶ τῆς δεξιᾶς. Διότι οἱ τοῦ Κέντρου ἑκάστοτε εἶχον τὰς ἰδεολογίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας κατήγγειλεν ὁ Κάρολος Μὰρξ ἄλλωστε, οἱ τῆς μεταξὺ Κέντρου καὶ ἄκρας ἀριστερᾶς εἶχον τὰς ἰδεολογίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπίσης κατήγγειλεν ὁ Μάρξ. Ἡ ἄκρα ἀριστερὰ ἦτο πάντοτε ἄρνησις, ἐπανάστασις. Ὅταν ἐπικρατῇ, κατακρατᾷ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὴν ἐφαρμόζει κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Δημοκρατίαν. Δικαίωμα τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὸ καθεστὼς τοῦ κομμουνισμοῦ, νὰ τὸ ἔχουν – δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ λαοὶ τὸ θέλουν ἢ ὄχι – ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δικαίωμα τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων εἶναι νὰ μὴ τὸ ἐπιθυμοῦν. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον μένει ὡς θετικὸν εἶναι ἡ δεξιά. Ἀνήκω εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον. Ὁ κόσμος αὐτὸς ἀποτελεῖ τὸ βάθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται καὶ ἡ ΕΡΕ (χειροκροτήματα), καὶ αὐτὸν μόνον ἦτο ἑπόμενον νὰ παρακολουθήσω, ἔστω καὶ ὡς τελευταῖος καὶ νὰ παρίσταμαι ἔστω καὶ ὡς ἀνεξάρτητος καὶ νὰ εὑρίσκωμαι συμπαραστάτης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ΕΡΕ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι δὲν χρειάζονται περισσότεραι ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ τοῦ ἀφορῶντος τὴν προσωπικήν μου στάσιν. Ἄλλωστε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς συνυφασμένος μὲ τὴν ΕΡΕ ἀπετέλει καὶ ἀποτελεῖ οὐσιώδη καὶ ἀπόδειξιν τῶν διαθέσεών μου, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ὅπως τηρήσω τὴν στάσιν αὐτὴν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θὰ εἰσέλθω ἀξιότιμοι καὶ ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑπομένως τῶν διαφόρων λύσεων τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπρότεινε χθὲς ἐπὶ διαφόρων θεμάτων τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, ἰδίᾳ τῆς οἰκονομικῆς. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, τὴν θετικὴν ἢ τὴν ἀρνητικὴν –διότι θὰ κρίνω βεβαίως ἀπολύτως ἐλεύθερος– ὅταν τὰ σχετικὰ νομοσχέδια ὑποβληθοῦν εἰς τὴν Βουλήν, ἢ τὰ μέτρα, διότι θὰ ὑπάρξουν καὶ μέτρα τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχουν ἀνάγκην νομοθετικῆς μορφῆς, ληφθοῦν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω ἐμπιστοσύνην διεπομένην ὑπὸ αἰσιοδόξου προσδοκίας καὶ ἀρκοῦμαι εἰς τὴν διαδήλωσιν αὐτῆς τῆς αἰσιοδόξου προσδοκίας μου. Ἐπιφυλάσσομαι ὅπως εἰς ἑκάστην περίπτωσιν εἴπω τὴν γνώμην μου. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ θίξω δύο θέματα, διότι εἶναι οὐσιωδέστατα. Τὸ ἕνα ἐξ αὐτῶν ἀπετέλεσε τὸ κύριον θέμα τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν τομέα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὸ ἕτερον δὲ ἐθίγη ὑπὸ ὡρισμένων ἐκ τῶν ἀξιοτίμων ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος μοῦ ἐπιβάλλει καὶ ὡς ἐπὶ τριετίαν ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὸ δεύτερον. Καὶ πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν οἱ κύριοι ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως τοῦ κ. Βενιζέλου, μέχρι τοῦ ἐκπροσώπου τῆς ΕΔΑ, προέβησαν εἰς δριμυτάτην ἐπίθεσιν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐπετράπη ἡ ψῆφος τοῦ Στρατοῦ καὶ διότι ὁ Στρατὸς ἐψήφισε καθ’ ὃν τρόπον ἐψήφισε. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, διότι ἄλλωστε δὲν εἰσῆλθον καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, ἂς καταθέσουν ἐπερώτησιν, ὁπότε μὲ ὅλα τὰ στοιχεῖα θὰ δοθῇ ἀπάντησις. Ἀλλὰ θὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν, προεξάρχοντος τοῦ κ. Καρτάλη, εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἐλευθέρα γνώμη καὶ ψῆφος εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Αὐτὰ εἶπον περίπου, μὲ τὰ αὐτὰ ἢ ἄλλα λόγια καὶ ὁ κ. Βενιζέλος καὶ ὁ κ. Παπανδρέου καὶ ὁ κ. Πασσαλίδης.....
§64Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ εἴπομεν καθαρά.
§65Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν ὡς ἀπαράδεκτον. Ὑπάρχει ἄλλη ἐξήγησις. Ἡ ἐξήγησις εἶναι ἁπλῆ: Αἱ μὲν οἰκογένειαι αὐτῶν τούτων τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν, καθ’ ὃν τρόπον ἐψήφισαν, ζοῦν εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τοὺς τοπικοὺς πολιτευομένους καὶ δέχονται τὴν ἐπιρροήν των καὶ ὑφίστανται... (Θόρυβος). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι, κατὰ τρόπον ἤρεμον, νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα, ἄλλως τε ἡ ἀνάπτυξις θὰ διαρκέσῃ δύο λεπτά. Καὶ εἶναι φυσικόν, τὸ διεπίστωσα εἰς τὸν Νομόν μου, τὸ διεπίστωσα εἰς χωρία, ἰδίως τῆς ὑπαίθρου τοῦ Νομοῦ μου, ὡρισμένοι, συνδεόμενοι μὲ τὸν κύριον Παπανδρέου, μὲ τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι συμπολίτης, νὰ ἐπηρεασθοῦν ἢ ἀπ’ εὐθείας ἢ ἐμμέσως ὑπὸ τῶν τοπικῶν πολιτευομένων, λόγῳ τῆς σχέσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία εἶναι καὶ συναισθηματική. Ἡ νεολαία τῶν 20 καὶ 21 ἐτῶν, πρῶτον μὲν δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰς σχέσεις αὐτὰς καὶ δεύτερον δὲν εἶχε καὶ τὴν εὐκαιρίαν αὐτῆς τῆς ἀμέσου ἐπαφῆς καὶ ἔκρινεν ἀπολύτως ἀντικειμενικῶς, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν οὐδενὸς παράγοντος, οὔτε τοῦ στρατιωτικοῦ, οὔτε τοῦ πολιτικοῦ, ἔκρινεν ἐθνικῶς. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§66Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Θεοχαρίδη, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν. Δὲν δέχεται ὁ ρήτωρ καμμίαν διακοπήν.
§68Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἐπιτρέψω διακοπήν, ὅσον καὶ ἂν σᾶς γνωρίζω καὶ σᾶς ἀγαπῶ, διότι σᾶς εἶχον καὶ μαθητὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, δὲν δίδω οὔτε εἰς σᾶς ἀπόψε τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς, ἀλλὰ ἀπόψε θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀρχή, δὲν εἶναι καὶ τόσον ὀδυνηρά, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ, χωρὶς νὰ πρόκειται νὰ ἐξορύξω οὔτε τὸν ἰδικόν σας, ὅπως καὶ σεῖς δὲν προέβητε εἰς τὴν ἐξόρυξιν τοῦ ἰδικοῦ μου. (Χειροκροτήματα). Κύριοι συνάδελφοι, ἔδωσα μίαν ἑρμηνείαν, δικαίωμά σας εἶναι νὰ τὴν παραδεχθῆτε. Ἐγὼ ἔχω ἄμεσον τὴν ἀντίληψιν τοῦ γεγονότος ὅτι ἠσκήθη φοβερὰ πίεσις ἐκ μέρους τῶν ἐκπροσώπων, ὅπως εἶναι φυσικόν, τῶν ὑποψηφίων καὶ τῶν ἄλλων παραγόντων τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐκλογῶν καὶ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις μάλιστα ἠσκήθη ἡ πίεσις καὶ συνδεδυασμένη μὲ ἀπειλάς, φοβερὰς ἀπειλάς, δεδομένου ὅτι διεκηρύσσετο ὅτι εἶναι βεβαία ἡ ἐπιτυχία τὴν ἑπομένην καὶ ἔλεγον οἱ ὑποψήφιοι εἰς τὰ χωρία τοῦ Νομοῦ Ἀχαΐας, κύριε δημόσιε ὑπάλληλε, τάδε, τάδε, καὶ χωροφύλακες θὰ ὑποστῆτε τὰς συνεπείας, ἐὰν δὲν μᾶς ὑποστηρίξετε, καὶ αὐτὸ ἀσφαλῶς θὰ ἐγίνετο καὶ ἀλλοῦ. Κύριοι, ὑπῆρξε τόση αὐτοπεποίθησις, ἢ ἀφελὴς αὐτοπεποίθησις, διότι ἐγὼ πρὸ τῶν ἐκλογῶν οὐδέποτε ἐκδηλώνω τοιούτου εἴδους πεποίθησιν καὶ λέγω ὅτι ὁ λαὸς θὰ ἀποφασίσῃ, ἡ ἀφελής, ὡρισμένων ἡγετῶν τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως καὶ τῶν περισσοτέρων ἐκ τῶν ὑποψηφίων, ὥστε αὐτὴ συνδεδυασμένη καὶ μὲ ἀπειλὰς εἶχε καὶ ἀποτελέσματα, ἐνῷ ἐκ μέρους ἡμῶν οὐδεμία ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ πίεσις, μέσα εἰς τὴν ἀτμοσφαίραν, (θόρυβος), τῆς φοβίας, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν Ἀθήναις ἀκόμη εἶχον δημιουργήσει οἱ παράγοντες τῆς Δημοκρατικῆς Ἑνώσεως, διαδίδοντες ὅτι ὄχι μόνον τὴν Δευτέραν, ἀλλὰ τὴν Κυριακὴν τὴν νύκτα τῶν ἐκλογῶν, τὰ μεσάνυκτα θὰ εἶχον καταλάβει τὴν ἐξουσίαν. (Θόρυβος). Κύριοι συνάδελφοι, προχωρῶ εἰς τὸ ἑπόμενον καὶ τελευταῖον θέμα. Πρόκειται, ὅπως εἶναι φυσικόν, περὶ τοῦ Κυπριακοῦ καὶ βεβαίως περὶ τῶν συνηρτημένων πρὸς τὸ Κυπριακὸν προβλημάτων, ὅπως εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς Τουρκίας καὶ ὡς εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τὸ πρόβλημα τῶν σχέσεών μας μὲ τὸν δυτικὸν κόσμον καὶ τὸ ΝΑΤΟ. Κύριοι, εἰς ἄλλην ἐνδεχομένως εὐκαιρίαν, θὰ προβῶ, διότι ἀπόψε δὲν προεκλήθην ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ κρίνῃ τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, δὲν προεκλήθην ἀπόψε καὶ ἴσως εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν νὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος, καὶ θὰ εἶμαι εὐχαρίστως ὑποχρεωμένος, νὰ προβῶ εἰς μίαν ἀνάπτυξιν τῶν φάσεων, τὰς ὁποίας διῆλθε τὸ Κυπριακόν, κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριετίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκυβέρνησε τὸν τόπον ὁ Συναγερμός. Ἀρκοῦμαι, δεδομένου ὅτι τὸ σημεῖον αὐτὸ ἐγένετο ἀντικείμενον παρατηρήσεως καὶ δὴ δριμείας, νὰ εἴπω ὅτι ἐσφαλμένως τοποθετεῖται τὸ θέμα τῆς ἀποδοχῆς ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μεταβῇ εἰς τὸ Λονδῖνον. Κύριοι συνάδελφοι, εὑρισκόμην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναπληρῶν τὸν κ. Στεφανόπουλον, ὅταν ἐλήφθη ἡ πρόσκλησις τῆς Μεγάλης Βρετανίας. Τοῦ κ. Στεφανοπούλου εὑρισκομένου τότε εἰς ἓν συνέδριον εἰς τὸ Στρασβοῦργον ἢ τοὺς Παρισίους, δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰς ποίαν ἐκ τῶν δύο πόλεων εὑρίσκετο ἐκείνην τὴν στιγμήν, ὑπῆρξα ἐκεῖνος, διότι παρετάθη ἡ ἀπουσία τοῦ κ. Στεφανοπούλου, ὁ ὁποῖος ἔδωσα καὶ τὴν ὁριστικὴν ἀπάντησιν, τὴν καταφατικήν. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συζητήσω τὸ θέμα μετὰ τῶν τότε ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, παρακαλέσας τούτους ὅπως μὲ ἐπισκεφθοῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐδέχθην κατὰ σειρὰν τὸν τότε ἀρχηγὸν τῆς ἀξιωματικῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Μαρκεζίνην, τὸν κ. Παπανδρέου, τὸν κ. Βενιζέλον καὶ τὸν κ. Παπαπολίτην. Αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι ἀρχηγοὶ διετύπωσαν, ὅπως εἶναι αὐτονόητον, διετυπώθησαν καὶ γραπτῶς. Ὁ μὲν κ. Βενιζέλος ἐδέχθη ὅπως διατυπωθῇ ἀμέσως ἡ γνώμη του, ὅπως τὴν εἶχε γράψει ὁ γραμματεύς, ὁ ὁποῖος παρίστατο καὶ τὴν ὑπέγραψεν. Ὁ κ. Μαρκεζίνης δὲν εἶχε νὰ ὑπογράψῃ τίποτε, διότι ἠρνήθη νὰ δώσῃ γνώμην. Ὁ κ. Παπανδρέου παρεκάλεσε, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικὸν καὶ θεμιτόν, νὰ διατυπώσῃ μόνος του γραπτῶς τὴν γνώμην του καὶ τὴν ἀποστείλῃ, μεθ’ ὅσα προφορικῶς εἶπεν. Ὁ κ. Παπαπολίτης μοῦ ἔφερεν ἕν ὑπόμνημα μακροσκελὲς μᾶλλον καὶ διεξοδικόν. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οὐδεὶς ἀπὸ τοὺς κυρίους —καὶ τιμῶ καὶ σέβομαι τοὺς κυρίους καὶ τὰς γνώμας των— δὲν ὑπέδειξε καὶ ὀρθῶς δὲν ὑπέδειξε νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν μετάβασιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι εἶχε κληθῆ καὶ ἡ Τουρκία. Μόνον ὁ κ. Παπαπολίτης ἔκαμε σχετικὸν ὑπαινιγμὸν καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον. Νομίζω ὅτι εἶχον δίκαιον ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ κ. Βενιζέλος, ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω ὅτι εἴχομεν δίκαιον ἡμεῖς ὅλοι μὴ θέσαντες ζήτημα συμμετοχῆς ἢ μὴ τῆς Τουρκίας.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἐφέρατε πρὸς συζήτησιν θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπληροφορήθην ὅτι ἐκάματε λόγον κάποτε καὶ εἰς τὰς Πάτρας. Μοὶ παρέχεται τοιουτοτρόπως ἡ εὐκαιρία ἀπαντήσεως. Κύριε Πρόεδρε, ἐγώ, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς τριμεροῦς διασκέψεως τοῦ Λονδίνου, ἔλαβον σαφῆ θέσιν καὶ κατὰ τὴν συνομιλίαν μεθ’ ὑμῶν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, εἰς τρόπον ὥστε αἱ γνῶμαι μου νὰ εἶναι γενικώτερον γνωσταί. Πράγματι ἐγὼ δὲν ἔθεσα ζήτημα μὴ συμμετοχῆς λόγῳ τῆς παρουσίας τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον; Διότι ἐγὼ ἔθεσα ὡς προϋπόθεσιν συμμετοχῆς μας τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως ἀπὸ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν καὶ προσέθεσα ὅτι ἐὰν μὲν ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἀποδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως, εἶναι εὐπρόσδεκτη ἡ παρουσία τῆς Τουρκίας, διότι πρῶτον ἐπιβεβαιώνει τὴν ἀποδοχὴν καὶ παρέχεται ἡ εὐκαιρία ἀντιστοίχου βεβαιώσεως ὅτι θὰ προστατευθῇ ἡ Τουρκικὴ μειονότης καὶ τοιουτοτρόπως εὐοδοῦται πλήρως ἡ διάσκεψις. Ἀντιθέτως, ἐὰν ἡ Μεγάλη Βρεττανία δὲν δεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἡμεῖς ἀρνούμεθα συμμετοχὴν καὶ δὲν ἔχομεν λόγον νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν παρουσίαν ἢ τὴν ἀπουσίαν τῆς Τουρκίας. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια τῆς ἰδικῆς μου ἀπαντήσεως. (Χειροκροτήματα).
§70Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὴν διακοπὴν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, διότι μοῦ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξω τὴν κυρίαν βάσιν τὴν ὁποίαν τὸν Ἰούλιον τοῦ 1955 διετύπωσα. Ἐπ’ αὐτῆς τῆς κυρίας βάσεως, ὡμίλησα καὶ εἰς τὰς Πάτρας. Ὑπῆρξε δὲ στενογράφος καὶ ὅπως ἐστενογραφήθη ὁ λόγος μου οὕτω εἶναι καὶ τυπωμένος, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις νὰ σᾶς εἴπω ἀπόψε ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον εἰς τὰς Πάτρας. Εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ὅταν ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ ὡς ἐκπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως —ἀσκοῦντος ἐκείνην τὴν στιγμὴν κατ’ οὐσίαν καὶ τὰ πρωθυπουργικὰ καθήκοντα, διότι ὁ Στρατάρχης Παπάγος ἦτο βαρέως ἀσθενὴς καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ὁ κ. Στεφανόπουλος ἀπουσίαζε, καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης— ὅταν ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἀφοῦ εἶπον ποία εἶναι ἡ ἄποψις ἡ Κυβερνητική, μοῦ ἀπήντησε προφορικῶς ὅπως καὶ γραπτῶς μετὰ καὶ ὅπως ἀνέφερεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν νὰ ὑπάγωμεν καὶ πρέπει νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ Λονδῖνον, ἐφ’ ὅσον πρὶν μεταβῶμεν ἐκεῖ, ἐξασφαλίσωμεν ἐκ μέρους τῆς Μ. Βρεταννίας, τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκφράσω καὶ ἐγώ, καὶ ἐνώπιον ὑμῶν, τὴν ἀπορίαν μου, διότι ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ Μ. Βρεταννία νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρὶν μεταβῶμεν εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως, δὲν ὑπῆρχε καὶ θέμα μεταβάσεως εἰς Λονδῖνον. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ἀνὴρ τῆς εὐφυΐας τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπώσῃ, τοιαύτην ἀντιφατικὴν γνώμην.
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἰλικρινῶς, ἀπορῶ, διὰ τὴν ἁπλοποίησιν μὲ τὴν ὁποίαν διαχειρίζεσθε τὸ θέμα. Ὑπῆρχε θέμα πρὸς συζήτησιν καὶ μετὰ τὴν ἀποδοχὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ὑπῆρχεν ὁ τρόπος καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως. Καὶ τὸ προσδιωρίσαμεν τότε σαφέστατα. Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, εἶχον προσθέσει καὶ μίαν ἄλλη οὐσιώδη ἄποψιν καὶ εἶχον εἴπει, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ μετάσχῃ, χωρὶς αὐτὴν τὴν προκαταβολικὴν ἐξήγησιν. Καὶ εἶπον τοῦτο: Ὅτι ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις προσέφυγεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἐπιδιώκουσα τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως, δὲν ἐδικαιοῦτο, πλέον, νὰ μετάσχῃ οἱασδήποτε ἄλλης συσκέψεως, ἡ ὁποία δὲν ἀπεδέχετο, ὡς προϋπόθεσιν τὴν ἀποδοχὴν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως. Διότι τοιουτοτρόπως, πνίγομεν τὸ ἠθικὸν κῦρος τοῦ αἰτήματος, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐκκρεμές, ἐνώπιον τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τὸ τονίζω τοῦτο, διότι ἐλέχθη τότε, ὅτι θὰ ἦτο ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἄτοπον νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν, καλοῦσαν αὐτὴν πρὸς σύσκεψιν. Καὶ εἶχε λεχθῆ, ὅτι, ἀνέκαθεν, ἐπεδιώκομεν, μίαν συνομιλίαν μετὰ τῆς Μ. Βρεταννίας ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἡ Μ. Βρεταννία ἠρνεῖτο. Ὅταν λοιπὸν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ δεχθῇ ἡ Μ. Βρεταννία, δὲν θὰ ἦτο ἄτοπον καὶ κακόπιστον ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀρνηθῇ; Καὶ εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν, ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν. Μέχρι τῆς προσφυγῆς μας εἰς τὸν Ο.Η.Ε. πράγματι, ὠφείλομεν, εἰς πᾶσαν πρόσκλησιν νὰ ἀνταποκριθῶμεν, διότι ἦτο ἰδική μας ἐπιθυμία, ἡ ἔναρξις συζητήσεων. Ἀφ’ ἧς ὅμως, προσεφύγομεν εἰς τὸν Ο.Η.Ε. ἦτο ἀπαράδεκτον νὰ μετάσχωμεν οἱασδήποτε ἄλλης συσκέψεως, ἡ ὁποία δὲν ἔθετεν ὡς ἀπαρχήν, τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως, διότι τοιουτοτρόπως ἐτραυματίζομεν, ἀνεπανορθώτως τὴν ἠθικὴν δύναμιν τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ, ἐθνικοῦ μας αἰτήματος.
§72Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ παρατείνω τὴν ἀντιδικίαν μου μὲ τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, διότι θὰ ἐγερθῇ καὶ τρίτην καὶ τετάρτην φορὰν καὶ οὕτω θὰ καταστῇ ἀδύνατον νὰ τερματίσω τὸν λόγον μου. Θὰ περιορισθῶ, μόνον, εἰς δύο παρατηρήσεις. Πράγματι, —καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζουν καὶ ὅσοι ἦσαν μέλη τῆς τότε Βουλῆς,— ὅτι ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων εἶπεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προεξοφληθῇ ἡ αὐτοδιάθεσις καὶ νὰ ἐξετασθῇ εἰς τὸ Λονδῖνον τὸ θέμα τοῦ χρόνου καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς της. Ἐὰν ἐλύετο τὸ πρῶτον θέμα διὰ τὸ δεύτερον δὲν θὰ ἐχρειάζετο διάσκεψις, θὰ ἐλύετο διὰ τῶν Πρεσβευτῶν. Δηλαδὴ θὰ ἐλύετο τὸ θέμα κατὰ ποῖον τρόπον καὶ ποῖον χρόνον, θὰ ἐγίνετο δεκτὴ ἡ οἱαδήποτε ρύθμισις τοῦ ζητήματος. Ἑπομένως, ἐν Λονδίνῳ ἔπρεπε νὰ τεθῇ τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Κύριοι, ἡ ἄρνησις τῆς μεταβάσεως εἰς τὸ Λονδῖνον, ἀσχέτως τῆς μεταβάσεως τῆς Τουρκίας ἢ ὄχι, θὰ ἦτο ὀλεθρία —καὶ εἰς αὐτὸ ἴσως νὰ μὴ εἶμαι σύμφωνος καὶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,— θὰ ἦτο ὀλεθρία, λέγω καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ ἐπρωτοστάτησα, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, εἰς τὴν εἰσήγησιν πρὸς τὸν ἀείμνηστον Στρατάρχην Παπάγον, ὅπως μεταβῶμεν, διότι τότε ἀπουσίαζεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, διότι διὰ πρώτην φορὰν ἡ Μ. Βρεταννία ἐδέχετο, ἀσχέτως τοῦ ποία θὰ ἦτο ἡ ἔκβασις τῶν ἐν Λονδίνῳ συζητήσεων, ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἀντικειμενικὸν διεθνοῦς συζητήσεως, μεταξὺ Ἀγγλίας καὶ Ἑλλάδος, ἔστω καὶ Τουρκίας. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ οὐσιῶδες καὶ μέγα θέμα, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἠρνεῖτο ἡ Μ. Βρεταννία, ὅτι τὸ θέμα ἦτο διεθνὲς καὶ ὅτι εἶναι μόνον ἐσωτερικὸν καὶ ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις νὰ τὸ συζητήσῃ. Καὶ ἐὰν ἐκαλῆτο καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἀφγανιστὰν καὶ ἐὰν ἐκαλῆτο καὶ ἡ Κυβέρνησις μιᾶς νοτιοαμερικανικῆς Πολιτείας, ὡς διαιτητρίας, θὰ ἐδεχώμεθα νὰ μεταβῶμεν Διότι ποῖον ἦτο τὸ οὐσιῶδες καὶ μέγα βῆμα, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη; Ὄχι τὸ ὅτι ἐγένετο ἐν Λονδίνῳ συζήτησις καὶ ὅτι μετέβημεν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἀγγλία, ἡ Μ. Βρεταννία καθ’ ὑπόδειξιν ἴσως καὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς καταστάσεως καὶ τοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀρχίσει εἰς τὴν Κύπρον, ἐδέχετο νὰ ἀναγνωρίσῃ, τὸ θέμα, ὡς διεθνές. Αὐτὸ ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῆς διὰ τὸ παγκόσμιον κοινόν, ὑπῆρξε μέγα. Δεύτερον, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ζήτημα Τουρκίας. Ἐν πρώτοις, ἡ Μ. Βρεταννία, θέσασα τὸ ζήτημα, ὡς ζήτημα διεθνές, ὑπ’ ὄψει τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Τουρκίας, τὸ ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει δύο Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν σύμμαχα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸ ΝΑΤΟ, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸν ΟΗΕ, τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ εἰδικὴν συμμαχίαν, τὴν τριμερῆ καὶ τὰ ὁποῖα δύο Κράτη —προσέξατε παρακαλῶ τὸ σημεῖον αὐτὸ— εἶχον τὸ ἓν μέν, συμφέρον οὐσιῶδες ἠθικὸν καὶ ἱστορικόν, διότι τὰ 85% τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ εἶχον Ἑλληνικὴν καταγωγήν, γλῶσσαν καὶ φρόνημα, τὸ ἕτερον δὲ εἶναι Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν Κύπρον ἐπίσης, ὄχι 85, εὐτυχῶς, Δόξα τῷ Θεῷ, ἀλλὰ ἔστω 12, 11%, διότι ὑπάρχει καὶ Ἑβραϊκὸν στοιχεῖον καὶ ἄλλα στοιχεῖα καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς μειονότητος 10 καὶ 11%, οὐδεὶς εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον θὰ κατενόει τὴν ἄρνησιν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως συμπαρασταθῇ καὶ ἡ Τουρκία, ἡ ὁποία Τουρκία εἶχεν ἐπίσης μειονότητα ἐν Κύπρῳ, μικράν, μεγαλυτέραν ὅμως τῆς Ἑβραϊκῆς ἢ οἱασδήποτε ἄλλης. Κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ἀφροσύνην, διεθνῶς νὰ εἴπῃ κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὅτι ἀρνεῖται νὰ μεταβῇ εἰς Λονδῖνον, διότι προσεκαλεῖτο καὶ ἡ τότε πλήρης φιλίας καὶ σύμμαχος Τουρκία, διότι ἔτσι ἐνεφανίζετο τότε ἡ Τουρκία, τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶχον προετοιμασθῆ καὶ τὰ ὁποῖα ἐξέσπασαν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ ταῦτα εἰς τὴν Σμύρνην καὶ τὴν Κων)πολιν, θὰ ἐθεωροῦντο ἀπὸ τοὺς φίλους καὶ μὴ γνωρίζοντας τὰ πράγματα κατοίκους τῆς Καλιφορνίας ἢ τοῦ Τέξας, ὡς γεγονότα προκληθέντα ἐκ τῆς στάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Διότι τὰ γεγονότα αὐτὰ δὲν προεκλήθησαν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι μετέβημεν εἰς τὸ Λονδῖνον, ἀλλὰ προεκλήθησαν ἀπὸ ὠργανωμένην Τουρκικὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία ἐπὶ μῆνας εἶχε προετοιμασθῆ καὶ τὴν ὁποίαν ἠγνοούσαμεν ἅπαντες, καὶ τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐφοβούμεθα ἦτο ἡ λῆψις ὡρισμένων οἰκονομικῶν, φορολογικῶν μέτρων εἰς βάρος τῶν Ἑλλήνων τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέτρων ἀναλόγων πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον ληφθῆ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου τοῦ 1942–1943. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι εὔκολον νὰ κρίνῃ κανεὶς ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ νὰ λέγῃ ὅτι, ἐπειδὴ ἐσημειώθησαν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ἔκβασιν εὐτυχῆ ἡ διάσκεψις, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβῶμεν. Ἂν δὲν εἴχωμεν μεταβῆ καὶ ἐσημειοῦντο τὰ γεγονότα, θὰ ἐγκαλούσατε τὴν Κυβέρνησιν καὶ θὰ εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς καθήσετε εἰς τὸ σκαμνὶ διότι θὰ ἐμφανιζώμεθα διεθνῶς ὡς προκαλέσαντες τὰ τραγικὰ καὶ βάρβαρα γεγονότα τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Σμύρνης. Αὐτὴ εἶναι, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ἡ ἀκριβὴς θέσις τοῦ ζητήματος. (Χειροκροτήματα). Κύριοι συνάδελφοι, εἶχε μία ἀτυχῆ ἔκβασιν ἡ συνδιάσκεψις τοῦ Λονδίνου. Δέν ἐξετάζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰς λεπτομερείας τῆς διαχειρίσεως οὔτε μοῦ ἀρέσει νὰ ἀποδώσω εἰς οἱανδήποτε ἀτυχῆ λεπτομέρειαν διαχειρίσεως τὴν ἀποτυχίαν τῆς αʹ ἢ βʹ προσπαθείας εἰς τὸν ΟΗΕ ἢ εἰς τὸ Λονδῖνον. Οὐδεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπόσπασιν Κρατῶν εἰς τὸν Ο.Η.Ε., ἐχόντων συμφέροντα νὰ μὴ ψηφίζουν ὑπὲρ τῆς αὐτοδιαθέσεως. Οὐδεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν, μὲ οἱανδήποτε εὐφράδειαν καὶ μὲ οἱαδήποτε σχήματα λόγου νὰ ἀναγκάσῃ τὰ Κράτη νὰ ψηφίσουν ὑπέρ. Κύριοι, ὑπάρχει ρεαλισμὸς καὶ μάλιστα σκληρὸς εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, καί ὁ ρεαλισμὸς αὐτὸς ἐπικρατεῖ κατὰ τρόπον δυσμενῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλά, ταυτοχρόνως καὶ παραλλήλως πρὸς τὰς ἐξελίξεις, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν εἰς τὸν ΟΗΕ, ἐγένετο, ἔγινε καὶ θὰ γίνῃ ἔτι μᾶλλον γνωστὸν τὸ Κυπριακὸν, τὸ ὁποῖον πρὸ τοῦ 1952–53 ἦτο ἀπολύτως ἄγνωστον εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν εἰς τὸ 1948 καὶ τὸ 1950 εἶχον μεταβῆ εἰς Ἡνωμένας Πολιτείας, περιοδεύσας πάρα πολλὰς πόλεις ἀπὸ τοῦ Ἀτλαντικοῦ μέχρι τοῦ Εἰρηνικοῦ, δὲν εὑρῆκα κανένα σχεδὸν γνωρίζοντα καὶ τὸ ὄνομα τῆς Κύπρου. Καὶ ὡμίλησα περὶ αὐτοῦ εἰς ἀμερικανικὰς συγκεντρώσεις διότι εἶχον προσκληθῆ τὸ 1948 ὑπὸ τῶν Ἀμερικανῶν, τὸ δὲ 1950 ἤμην ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπικοινωνήσω, ὄχι βεβαίως μὲ μεγάλας μάζας, ὅπως τὸ 1948, ἀλλὰ μὲ πολλὰς προσωπικότητας, ἐλάχιστοι γερουσιασταὶ ἐγνώριζον τὸ ὄνομα τῆς Κύπρου, ἐνεθυμοῦντο τινὲς τὸ ὄνομα τῆς Κύπρου ἀπὸ τὸ 1920 ὅταν ὁ Λότζ, ὁ πατήρ, ὄχι ὁ μετὰ ταῦτα ἀρχηγὸς καὶ μόνιμος ἀντιπρόσωπος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς τὸν Ο.Η.Ε., εἶχε προκαλέσει εἰς τὴν Γερουσίαν τὴν Ἀμερικανικὴν, καί αὐτὸ εἶναι πρὸς τιμήν του καὶ τῶν Ἀμερικανῶν Γερουσιαστῶν, ψήφισμα τὸ 1920 ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Κύπρου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἐνεθυμοῦντο τινὲς παλαιοὶ καὶ οἱ δύο υἱοὶ τοῦ τότε Γερουσιαστοῦ Λότζ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν. Οὐδεὶς ἄλλος ἐγνώριζε τι καὶ ἐγένετο γνωστὸν τὸ Κυπριακὸν καὶ προεκάλεσε τὸ ἐνδιαφέρον τὸ παγκόσμιον καὶ κατέλαβε τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν καταλαμβάνει πλέον λόγῳ τῶν ἀντιδικιῶν, λόγῳ τοῦ Λονδίνου λόγῳ τῶν βαρβαροτήτων τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῆς Σμύρνης εἰς τὰς προθήκας τῶν ἐφημερίδων μὲ τὰ μεγάλα γράμματα ἀφ’ ἧς ὁ ἀείμνηστος Στρατάρχης Παπάγος εἶχε τὴν ἱστορικὴν ἔμπνευσιν νὰ λάβῃ τὴν ἀπόφασιν ὅπως φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ. Ἐὰν δὲν τὸ ἔφερε ὁ Παπάγος, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σημειωθοῦν αἱ ἐξελίξεις, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνθαρρυνθῇ καὶ εἰς τὴν ψυχικὴν του ἐξέγερσιν αὐτὸς οὗτος ὁ λαὸς τῆς Κύπρου. Κύριοι μὲ ἠνάγκασεν ἡ διακοπὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, νὰ ἐκταθῶ, πέραν τῆς προθέσεως μου, νὰ ἐκταθῶ εἰς τὸ θέμα τῆς Κύπρου, πέραν τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ σεβασθῶ. Ἐπρόκειτο νὰ θίξω μόνον τὸ θέμα τοῦ Λονδίνου. Κύριοι ἡ Κυβέρνησις παραλαβοῦσα τὸ θέμα εἰς μίαν κρισιμωτάτην καμπήν, ἀγωνίζεται, προβαίνει εἰς ὅλα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἔχει καί εἰς ὅλα ἐκεῖνα, τὰ διαβήματα καί εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς ἐνεργείας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιβεβλημέναι καὶ θεωρῶ πράγματι, ὡς ὑπερβολὴν, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀθέμιτος ἢ ἄτοπος ἡ διατύπωσις οἱασδήποτε κριτικῆς καὶ ἐπί τῆς τακτικῆς ἢ μᾶλλον ἐπί τῆς γραμμῆς τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶ, πάντως ὡς ὑπερβολικὴν τὴν οἱανδήποτε κριτικὴν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὡς ὁπωσδήποτε πρόωρον καὶ ὁπωσδήποτε ὑπερβολικήν. Κατ’ ἐμέ, ἡ Κυβέρνησις, παραλαβοῦσα εἰς μίαν κρίσιμον καμπήν, τὸ θέμα, διότι ἐνεπλάκη πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου καὶ τὸ ζήτημα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸ χειρίζεται μὲ τρόπον, ὁ ὁποῖος συνδυάζει δύο τινὰ —καὶ ἐγὼ πιστεύων εἰς τὸν συνδυασμὸν αὐτὸν τῶν δύο στοιχείων συμφωνῶ πλήρως πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως— εἰς τὸ θέμα αὐτὸ συνδυάζει ἡ Κυβέρνησις, τὴν ἀποφασιστικότητα τὴν Ἐθνικὴν μὲ τὴν Ἐθνικὴν σωφροσύνην. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ὡρισμένοι ἐκ τῶν κυρίων, ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμουν μνείαν ἑνὸς λεπτοτάτου θέματος περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ γίνῃ μνεία, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐγὼ συμμεριζόμεθα τὴν ἄποψιν ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐθνικὴ σωφροσύνη εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι μὲ τὴν ἔντονον ἐπιδίωξιν τῆς ἱκανοποιήσεως τοῦ Κυπριακοῦ πρέπει —καὶ μεταχειρίζομαι μοῦ φαίνεται φράσιν τὴν ὁποίαν εἶχε χρησιμοποιήσει ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων— πρέπει νὰ μὴ λησμονήσωμεν καὶ τὴν Ἑλλάδα διότι πρέπει καὶ ἡ Κύπρος νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἑλλάδα ἀλλὰ —καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ φράσις τοῦ κ. Παπανδρέου— καί ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἔχῃ χαθῆ. Τότε, ὁ κ. Παπανδρέου διετύπωσε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰς ἀπόψεις του καὶ συμμερίζομαι τὰς ἀπόψεις του αὐτὰς ἀπολύτως καί τὰς υἱοθετῶ, μὴ ἔχων τὴν φιλοδοξίαν νὰ προβαίνω εἰς διατύπωσιν ἐπιγραμμάτων εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τόσην εἰδικότητα. Καὶ υἱοθετῶ τὰ ἐπιγράμματα τὰ εὐτυχῆ καί ὄχι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀτυχῆ, τοῦ κ. Παπανδρέου. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν καὶ τὴν Ἑλλάδα, ὅταν χειριζώμεθα τὸ θέμα τῆς Κύπρου. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει προβλήματα οἰκονομικά, ἔχει προβλήματα ἀσφαλείας, ἔχει προβλήματα ἠθικά, ἔχει προβλήματα ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐὰν συνηθίσωμεν —διότι ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ θέμα θὰ περάσῃ ἀπὸ πολλὰ στάδια, ὅπως ἐπέρασεν ἀπὸ πολλὰ στάδια καί τὸ θέμα τοῦ Σουὲζ καὶ τὸ θέμα τῶν Ἰνδιῶν— ἐὰν συνηθίσωμεν τὴν νεολαίαν νὰ μὴ κάμνῃ τίποτε ἄλλο, παρά, εἰς τὸ διάστημα ἑνὸς–δύο ἐτῶν, διότι εὔχομαι τὸ πολὺ εἰς δύο ἔτη νὰ ἔχῃ δοθῆ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τὴν Κύπρον καὶ νὰ ἔχῃ ἐφαρμοσθῆ— ἐὰν συνηθίσωμεν τὴν νεολαίαν νὰ μὴ κάμνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ρίπτῃ λίθους εἰς τὰς κεφαλὰς τῶν ἐπίσης εὐχομένων τὴν ἕνωσιν τῆς Κύπρου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἀνδρῶν τῶν Σωμάτων Ἀσφαλείας, ἀλλὰ μόνον, κύριοι, λέγω, ἐὰν συνηθίσωμεν τὴν νεολαίαν πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν τότε, χάνομεν τὴν Ἑλλάδα. Ἐκτὸς δὲ τούτου, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐλπίζω νὰ μὴ εὔχεται κανεὶς ἐκ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ κρίσιμα καὶ φλέγοντα προβλήματα τοῦ λαοῦ, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραμελοῦνται. Αὐτοὶ οἱ ἀδελφοί μας Κύπριοι, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εὔχωνται νὰ μὴ παραμεληθῇ τὸ μέγα πρόβλημα τῶν 3.000.000 ἀπόρων Ἑλλήνων. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ συνδυασμὸς πατριωτισμοῦ καὶ σωφροσύνης εἶναι καθῆκον ἐπιβεβλημένον εἶναι χρέος ἐθνικὸν καὶ ἀπέναντι ἡμῶν αὐτῶν καὶ ἀπέναντι τῶν Κυπρίων. Καί ἡ φρασεολογία ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐν τῷ πλαισίῳ αὐτῆς τῆς γραμμῆς εἶναι φρασεολογία, εἴτε ἀνεύθυνος καὶ ἀσύδοτος, εἴτε συνδεομένη μὲ προθέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐθνικῶς ὕποπτοι, ὅπως συμβαίνει ἀπὸ ὡρισμένας ἴσως πλευρὰς ποὺ ἴσως εἰς τὴν Βουλήν, ἢ μᾶλλον ἀσφαλῶς, δὲν ἐκπροσωπεῖται. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ καθοδηγῶμεν τὴν νεολαίαν, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφήνωμεν τὴν νεολαίαν νὰ κτυπᾶ τὸν Ἕλληνα ἀστυφύλακα, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐξωθήσωμεν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς Ἑλληνικῆς περιουσίας, διὰ νὰ τὰ πληρώνῃ ἔπειτα αὐτὸς οὗτος ὁ λαός. Δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀφήνωμεν ἀκαθοδήγητον, ἤ νὰ ἀφήνωμεν ὅπως καθοδηγεῖται ἀπὸ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεύθυνα. Ἐγὼ μάλιστα, ἐὰν θέλετε, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, δὲν εἶμαι τόσον συντηρητικὸς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς θὰ ἤμην, ὅπως ἤμην τὸν Σεπτέμβριον ὅταν συνέβησαν τὰ γεγονότα τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ Σμύρνης, κάπως περισσότερον ἀνασταλτικὸς αὐτῶν τῶν ἐκδηλώσεων. Ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ Κόμματα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἔχομεν ὅλοι τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὸ Κυπριακὸν δι’ ὅλων τῶν μέσων. Ἀλλὰ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐν τῷ μεταξὺ πρέπει νὰ ἐργάζεται, ἡ νεολαία πρέπει νὰ σπουδάζῃ, νὰ προβαίνῃ εἰς ἐκδηλώσεις ἄλλας οὐχὶ τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀντιαγγλικαί, εἶναι ἀντεθνικαί, διότι Ἕλληνες ἦσαν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ. Δὲν κατακτᾶται εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου ἤ Πανεπιστημίου ἡ Κύπρος, δὲν πρόκειται ἐὰν κτυπηθοῦν οἱ 40 Ἕλληνες ἀστυφύλακες νὰ κατακτηθῇ ἡ εὑρισκομένη εἰς τὰς... παρυφὰς τῆς ὁδοῦ Βασιλίσσης Σοφίας Κύπρος. Διότι δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἑπομένως, αἱ ἐκδηλώσεις αὗται, καὶ πρέπει καί οἱ καθηγηταί τοῦ Πανεπιστημίου νὰ δώσουν τὸν ἀνάλογον τόνον, νὰ γίνωνται καί ὑπὸ τῆς νεολαίας, διότι ἡ νεολαία ἀνέκαθεν ἔλαβε μέρος εἰς τοὺς ἐθνικοὺς ἀγῶνας, ἀλλὰ νὰ γίνωνται ἐν τῷ πλαισίῳ τῆς Ἑλληνικῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ὄχι ὅπως εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου ὅπου αἱ ἐκδηλώσεις ὡδήγησαν εἰς τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος διεξεδίκει κάτι. Ἐὰν ἐξ ἱστορικῶν καὶ ἐθνικῶν παραδόσεων καὶ ἐὰν μάλιστα εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ σημερινοῦ ἡγέτου τῆς Αἰγύπτου, ἐχρειάσθη ἡ ἐπανάστασις ἡ ὁποία ἐχρειάσθη, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως αὐτῆς ἐκδηλώσεις ὡρισμένων μαζῶν πρὸς ἐπιδίωξιν, πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἦτο περισσότερον εἰς θέσιν νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ ἐπιτύχῃ, εἶχον ὡς ἀποτέλεσμα τὸν ἐμπρησμὸν κτιρίων, τὰ ὁποῖα ἦσαν Αἰγυπτιακὰ ἐν Καΐρῳ. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν τακτικὴν ἔχομεν ὑποχρέωσιν καθοδηγοῦντες τὴν νεολαίαν νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ὡς κακὴν καί πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ τὴν χαρακτηρίσωμεν ὡς κακήν. Συμφωνῶ μὲ τὴν γραμμὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἔλεγον μάλιστα, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ κάμῃ αὐτὸ ποὺ ἔκαμον ἐγώ. Δι’ αὐτὸ ποὺ λέγω, εἶναι δυνατὸν αὔριον νὰ ὑποστῶ τὸν καταιγισμὸν ὅλων τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ θὰ ἔλεγον ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ κάμῃ ἡ ἰδία χάρις εἰς τὴν δύναμιν ποὺ διαθέτει καὶ διότι ἐπὶ κεφαλῆς της ἔχει ἄνδρα ἀποφασιστικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει συνηθίσει νὰ ἀναλαμβάνῃ εὐθύνας. (Χειροκροτήματα). Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἡ Κύπρος πρέπει νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ σωθῇ καὶ ἡ νεολαία νὰ μὴ μεταβληθῇ εἰς ἐαμικὴν ἀπὸ ἀπόψεως ψυχολογικῆς, νεολαίαν. Ἐν συνδυασμῷ μὲ αὐτὴν τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα καὶ ἡ ὁποία εἶναι σαφεστάτη, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ θίξω καὶ τὸ ζήτημα τοῦ ΝΑΤΟ. Βεβαίως μετὰ τὰ γεγονότα τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐθεώρησα καθῆκον μίαν ἑβδομάδα ἢ 5 ἡμέρας ἀργότερον νὰ συγκαλέσω, τοῦ Στρατάρχου ἀσθενοῦντος καὶ τοῦ κ. Στεφανοπούλου ἀπουσιάζοντος, τοὺς τότε βουλευτὰς τοῦ Συναγερμοῦ διὰ νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως. Τὰς ἀπόψεις ἐκείνας τὰς εἶχον εἰσηγηθῆ εἰς τὸν Στρατάρχην καὶ ὁ Στρατάρχης ἀσθενῶν βαρέως εἶχε πλήρως ἀποδεχθῆ. Καὶ ἐτόνισα τότε, ὅτι ἡ ψυχραιμία δὲν πρέπει νὰ μᾶς λείπῃ οὔτε κατὰ τὴν ὥραν τῆς μεγάλης κρίσεως. Θὰ κάμωμεν τὸ καθῆκον μας ἀπέναντι τῆς Τουρκίας καὶ θὰ κάμωμεν τοῦτο, ἢ ἐκεῖνο, ἢ ἐκάμαμε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, θὰ κάμωμεν τὸ καθῆκόν μας εἰς τὸ Κυπριακὸν καὶ θὰ τὸ πράξωμεν εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν παραμονήν μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ ἀπὸ τὰς σχέσεις μας μὲ τὴν Ἀγγλίαν, ἢ Τουρκίαν, ἢ οἱαδήποτε ἄλλην χώραν. Δὲν εἴμεθα ὅπως εἶπον τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα καὶ ὅπως εἶπον εἰς τὴν Πάτραν καὶ τὸν λόγον μου τὸν ἐχειροκρότησεν ὁλόκληρον τὸ μέγα πλῆθος τὸ ὁποῖον εἶχε συγκεντρωθῆ, διότι ἡ καθοδήγησις φωτίζει τὸν κόσμον, δὲν εἴμεθα ἐξηρτημένοι ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ εἴμεθα εἰς τὸ ΝΑΤΟ, εἴμεθα διότι τὸ θέλομεν ἡμεῖς, διότι τὸ συμφέρον τῆς ἰδικῆς μας ἀσφαλείας τὸ ἀπαιτεῖ. Διότι ἡμεῖς ἀνήκομεν εἰς τὸν κόσμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔστω ἄλλοι τύποις ἀνήκοντες δὲν σέβονται ἐπαρκῶς. Καὶ δὲν θὰ φύγωμεν ἡμεῖς ἀπὸ τὸν κόσμον εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκομεν. Δὲν θὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος εἶναι συνυφασμένος μὲ τὰς παραδόσεις μὲ τὸν Ἑλληνοχριστιανικὸν πολιτισμόν, ἔστω καὶ ἐὰν ὁ κόσμος αὐτός, ἢ ὡρισμένα Κράτη ἀνήκοντα εἰς τὸ ΝΑΤΟ δὲν σέβονται τὰς ἀρχὰς ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ κόσμος βασίζεται. Κύριοι, τὸ ΝΑΤΟ δὲν εἶναι ὑπόθεσις τῆς Ἀγγλίας, ἢ τῆς Τουρκίας, εἶναι ὑπόθεσις τῆς ἰδικῆς μας ἀσφαλείας, τῶν ἰδικῶν μας συνόρων καὶ ἑπομένως, ἡ παραμονή μας ἐκεῖ ἐν συνδυασμῷ βεβαίως μὲ τὴν τήρησιν ὅλων τῶν ἀξιοπρεπῶν προϋποθέσεων, τὰς ὁποίας καί ἐγὼ ἔθεσα τὸν Σεπτέμβριον καὶ τὰς ὁποίας ἔχει θέσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Καραμανλῆ, ἡ παραμονή μας μὲ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις τῆς ἀξιοπρεπείας, αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἐγώ πιστεύω, ὅτι πρέπει κατὰ τρόπον καθαρὸν νὰ λέγωμεν ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὸν κόσμον αὐτόν. Θὰ ἐξετάσωμεν τί; Ἐὰν τὸ ΝΑΤΟ, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις δὲν σέβονται τὴν ἀλληλεγγύην πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν υἱοθετοῦν μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶναι ἀρχὴ τῶν ἐλευθέρων Κρατῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῶν Κρατῶν αὐτῶν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιζήσῃ καὶ εὐοδοθῇ. Καὶ πρέπει βεβαίως, καὶ αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ σκέπτομαι καί εἶμαι βέβαιος ὅτι σκέπτεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν σύνοδον τὴν ἑπομένην εἰς τὸ ΝΑΤΟ νὰ θέσωμεν ζήτημα καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὡς χώρα ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸ ΝΑΤΟ, διότι τῆς ἀνήκει ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας, νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ γραμμὴ ἡ ὁποία χαράσσεται ὑπὸ τοῦ Α ἢ Β Κράτους ἢ καὶ περισσοτέρων ἐκ λόγων συμφέροντος, εἶναι γραμμὴ θέτουσα ἐν κινδύνῳ ὁλόκληρον τὸν ἐλεύθερον κόσμον. Ὄχι νὰ φύγωμεν καὶ νὰ παραμείνωμεν εἰς τὸ κενόν, ἀλλὰ νὰ μείνωμεν καὶ νὰ δώσωμεν τὸν ἀγῶνα καὶ εἰς τὸ ΝΑΤΟ καί εἰς τὸν ΟΗΕ. Αὐτὴ εἶναι ἡ δέουσα γραμμή καὶ εἶναι ἡ γραμμὴ ἡ Ἐθνική. (Χειροκροτήματα). Ὁ κ. Πασαλίδης εἶπε, νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Εἶπε, δὲν ζητῶ νὰ πᾶμε εἰς τὸ παραπέτασμα, ἀλλὰ νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ. Ἐὰν φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ μένομεν εἰς τὸ κενὸν. Δὲν ἔμεινεν εἰς τὸ κενὸν ἡ Γιουγκοσλαυΐα τὴν ὁποίαν βαθύτατα σέβομαι, δὲν ἔμεινεν εἰς τὸ κενὸν ἡ Αἴγυπτος, τὴν ὁποίαν ἐπίσης βαθύτατα σέβομαι. Διατί; Διότι ἔχουν ἄλλας παραδόσεις, ἄλλην σύνθεσιν πολιτεύματος, ἄλλη εἶναι ἡ γεωγραφική των θέσις. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὡρισμέναι ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι συνυφασμέναι μὲ τὸ ΝΑΤΟ, εἶναι ἀρχαὶ τὰς ὁποίας ἡμεῖς εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἐφέραμεν καὶ ἐγεννήσαμεν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαρνηθῶμεν τὰ τέκνα μας, δηλαδὴ τὰς ἰδέας ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζονται, ἢ ὑποτίθεται ὅτι βασίζονται τὸ ΝΑΤΟ καὶ ὁ ΟΗΕ. Ἐὰν κύριοι, ἔπρεπε νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, θὰ ἔπρεπε —καὶ τὸ ἐρώτημα αὐτὸ τὸ θέτω εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κυρίων, οἱ ὁποῖοι σκέπτονται καὶ λέγουν ὅτι ἔπρεπε νὰ φύγωμεν καὶ εἰς αὐτοὺς ἀνήκει καὶ ὁ κ. Καρτάλης— θὰ ἔπρεπε νὰ φύγωμεν καί ἀπὸ τὸν ΟΗΕ. Διατί δὲν ἔπρεπε νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸν ΟΗΕ; Μήπως διότι εἶναι ἐκεῖ καὶ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις; Ἡ πλειοψηφία μᾶς κατεψήφισε. Ἐπειδὴ βάσει αὐτῶν τῶν συλλογισμῶν οἱ ὁποῖοι σᾶς ὠθοῦν εἰς τὴν σκέψιν νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὸ ΝΑΤΟ, ἐὰν θέλετε νὰ εἶσθε συνεπεῖς θὰ ἔπρεπε νὰ ζητήσετε ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὴν ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν ΟΗΕ. Ἀλλὰ δὲν τό πράττετε. Ἑπομένως ἄλλοι εἶναι οἱ σκοποὶ καί ἄλλη ἡ βάσις τῆς σκέψεώς σας. Δὲν εἶμαι ἐγὼ τεταγμένος νὰ τοὺς ἀποκαλύψω. Δὲν τοὺς γνωρίζω. Εὑρίσκονται κεκρυμένοι μέσα εἰς τὰς σκέψεις τὰς ἰδικάς σας. Καὶ ἑπομένως ἂς μαντεύσῃ ἡ Βουλή, ἂς μαντεύσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ εἰς τὸν ΟΗΕ πρέπει νὰ μείνωμεν καὶ εἰς τὸ ΝΑΤΟ πρέπει νὰ μείνωμεν. Καὶ εἰς τὸν ΟΗΕ πρέπει νὰ δώσωμεν μάχην καὶ εἰς τὸ ΝΑΤΟ νὰ δώσωμεν μάχην ὄχι πλέον διὰ τό Κυπριακὸν διότι ἐπὶ τέλους, αὐτοὶ οἱ Κύπριοι θὰ μᾶς ἔλεγον: «Ἐὰν πρόκειται νὰ χάσωμεν τὰ πάντα ἀναστείλατε ἐπ’ ὀλίγον τὰς ἐνεργείας σας χάριν ἡμῶν καὶ διότι ἡ ἰδέα τῆς αὐτοδιαθέσεως, εἶναι ἰδέα συνδεδεμένη μὲ τὴν Ἑλλάδα, μὲ τὸν ἐλεύθερον κόσμον. Διότι ἀσχέτως καὶ μὲ τὸν συναισθηματισμὸν καὶ μὲ τὴν ἐθνικὴν ἀλληλεγγύην ὑπάρχει ἡ ἰδεολογικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ θέσις αὐτὴ πρέπει νὰ προβληθῇ καὶ εἰς τὸν ΟΗΕ ὅπως προεβλήθη καὶ εἰς τὸ παρελθόν καὶ εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ἀσχέτως ἀποτελέσματος. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὸ εἰδικώτερον θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν προσφυγήν μας εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας, καὶ τὸν ΟΗΕ. Εἶναι θέμα, τοῦ ὁποίου τὴν διαχείρισιν ἐμπιστεύομαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν αὐτὴν τὴν στιγμὴν —μὴ ἔχων τὴν εὐθύνην— νὰ προβῶ μὲ αὐτὴν τὴν εὐκολίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἄλλοι προβαίνουν εἰς τὴν ἔντονον σύστασιν διὰ νὰ ἀνακαλύψουν παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ἔντονον σύστασιν, ὅτι πρέπει νὰ πᾶμε εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας. Ἡ Κυβέρνησις διαχειρίζεται τὸ ζήτημα καί, ἂν τυχόν σημειωθῇ κάποιον οὐσιῶδες σφάλμα, ἐδῶ εἴμεθα διὰ νὰ τὴν κρίνωμεν. Κύριοι συνάδελφοι, καταλήγω: Δὲν εἶναι ἀνάγκη, ἀφοῦ τὸ εἶπον ἐξ ἀρχῆς, νὰ σᾶς ἀναγγείλω τὶ πρόκειται νὰ πράξω. Τὸ γνωρίζετε. Θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ συμπαρασταθῶ εἰς τὸ ἔργον της. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πτέρυγος). Θὰ τὴν κρίνω ἐλευθέρως καὶ διότι εἶμαι ἀνεξάρτητος, ἀλλὰ καὶ διότι γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθυμεῖ νὰ κρίνουν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμοι ἐκ τῶν κ. συναδέλφων οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς τὴν Ε.Ρ.Ε. Καὶ ἐλπίζω ὅτι αἱ προσδοκίαι ἐκείνων ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, θὰ ἐκπληρωθοῦν. Ἡ Κυβέρνησις ἂς προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ὑποχρεωθῶ νὰ προβῶ κάποτε εἰς κριτικήν τινά, θὰ ἀσκήσω τὴν κριτικὴν μὲ ἀπόλυτον καλὴν πίστιν καὶ μὲ ἀπόλυτον ἀλληλεγγύην πρὸς τὸν κόσμον ἐκεῖνον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασίζεται ἡ Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπαλτατζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§74ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπουσιάζει.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαῦρος.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι 11½ ἡ ὥρα. Συνεδριάζομεν ἐπὶ 5½ ὥρας.
§77Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβ.). Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ διακόψωμεν, ἀλλ’ αὐτὸ θὰ ἀποβῇ εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσουν κατὰ τὰς προσεχεῖς συνεδριάσεις. Τὸ κάμνομεν αὐτὸ διὰ νὰ οἰκονομηθῇ χρόνος διὰ τοὺς ὑπολοίπους ρήτορας, διότι προβλέπω ὅτι θὰ ἐγγραφοῦν πολλοί.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ. ἀκριβῶς;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον, ὥραν 6ην μ.μ. ἀκριβῶς, μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, συνέχειαν συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 11.30′ μ.μ.)