| 4090 | Κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1954)55 οἱ | |||
| 4091 | τακτικοὶ ἄμεσοι φόροι (φόρος καθαρῶν | |||
| 4092 | προσόδων καὶ φορολογία κεφαλαίου) | |||
| 4093 | ἀπέδωσαν ἐν συνόλῳ | δρχ. | 1.937 ἑκατ. | |
| 4094 | ἐπὶ συνόλου ἐκ φορολογίας ἐσόδων | δρχ. | 8.282 ἑκατ. | |
| 4095 | Ἤτοι ἀναλογία 23,40%. | |||
| 4096 | Διὰ τὸ οἰκον. ἔτος 1955)56 ἀναγράφε- | |||
| 4097 | ται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς πιθανὸν | |||
| 4098 | ἔσοδον ἐκ τακτικῶν ἀμέσων φόρων | |||
| 4099 | ποσὸν | δρχ. | 1.993 ἑκατ. | |
| 4100 | ἐπὶ συνόλου ἐκ τακτικῆς φορολογίας | |||
| 4101 | ἐσόδων | δρχ. | 9.663 ἑκατ. |
1956.04.06
4.332 στίχοι · 31.684 λέξεις · 1 πίνακας · 239 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5η
Παρασκευὴ 6 Ἀπριλίου 1956
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.10′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Κλῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΚΛΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Δρούλιας, αἰτεῖται 15θήμερον ἀπουσίας ἄδειαν προκειμένου ν’ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Ζάκκας, Ν. Κιτσίκης, Μ. Γαληνὸς καὶ Γ. Κατσαφᾶδος αἰτοῦνται διὰ τὸν αὐτὸν σκοπὸν μηνιαίαν ἀπουσίας ἄδειαν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐγκρίνεται, ἐγκρίνεται.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχεια συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. κ. Παπαπολίτης, ἔχει τὸν λόγον.
§8Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπροκάλεσαν αἴσθημα ἀπογοητεύσεως εἰς ὁλόκληρον τὸν λαόν, διότι δὲν περιέχεται εἰς αὐτὰς οὐδεμία σοβαρὰ ἐλπὶς ἐπιλύσεως τῶν ζωτικῶν προβλημάτων του τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀπὸ καιροῦ ἀγωνιώδη καὶ μαρτυρικὴν τὴν ζωήν του καὶ τὴν πορείαν τοῦ Ἔθνους. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦσαν αἱ ἀναμενόμεναι διὰ μίαν ἀνήσυχον καὶ κρίσιμον περίοδον τόσον ἀπὸ ἐξωτερικῆς ὅσον καὶ ἀπὸ ἐσωτερικῆς πλευρᾶς. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω παραλληλισμούς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ κανεὶς μερικὰ σημεῖα ὑποδηλοῦντα ὁμοιότητα τῆς σημερινῆς δυσκόλου θέσεως τῆς Ἑλλάδος μὲ ἐκείνην τῆς περιόδου τῆς Μικρασιατικῆς καταστροφῆς. Ὅπως καὶ τότε ἔτσι καὶ σήμερον ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εἶχε πολεμήσει παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν συμμάχων καὶ εἶχε γίνει ὁλοκαύτωμα διὰ τὴν κοινὴν νίκην, τελικῶς ἐγκατελείφθη ὑπὸ τῶν συμμάχων της μερικοὶ τῶν ὁποίων ἐβοήθησαν τοὺς πρώην ἐχθροὺς αὐτῶν. Δὲν νομίζω ὅτι κινδυνεύω νὰ χαρακτηρισθῶ ὡς κατεχόμενος ἐξ ὑπερβολικοῦ ἐθνικοῦ φόβου ἐὰν εἴπω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν περιῆλθεν εἰς διπλωματικὴν ἀπομόνωσιν ἐγκλείουσα σοβαρωτάτους διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα κινδύνους. Διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται ἡ ἐξέτασις τῶν γεγονότων καὶ τῶν καταστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπηρεάζουν, καὶ διαμορφώνουν τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικὴν μὲ τὰ διδάγματα τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν τὸ Ἔθνος ἀπέκτησεν ἀπὸ τῆς ὑπάρξεώς του ὡς ἀνεξαρτήτου Κράτους. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ κάθε χώρας νομίζω ὅτι εἶναι συνάρτησις τῆς γεωγραφικῆς της θέσεως, τῆς ἱστορία της καὶ τῆς διεθνοῦς πραγματικότητος ὡς ἐμφανίζεται αὕτη ἑκάστοτε. Εἰς τὸν χῶρον μας δυστυχῶς συνεκρούοντο πάντοτε καὶ συγκρούονται καὶ νῦν συμφέροντα μεγάλα καὶ μεγάλων λαῶν. Εὑρισκόμεθα ἐπίσης πολὺ κοντὰ εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ἔρχεται εἰς ἐπαφὴν ἡ Ἀνατολὴ μὲ τὴν Δύσιν καὶ ἀκόμη πλησιέστερον εἰς τὴν δίοδον τῶν διεθνῶν συγκοινωνιῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ ἡ πορεία πρὸς τὴν ἐθνικήν μας ἀνεξαρτησίαν ὑπῆρξε βασικὴ καὶ αἱματηρά. Σπάνιαι εἶναι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ πολιτική μας ἡγεσία ἠδυνήθη νὰ ἀναπτύξῃ μίαν ἀνεξάρτητον πολιτικήν, καλύπτουσαν τὰ καθολικὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Τὰ δύο βασικὰ μειονεκτήματα τῆς ἀκολουθηθείσης ἀνέκαθεν ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἦτο πρῶτον ἡ ἔλλειψις ρεαλισμοῦ καὶ δεύτερον ἡ ἀπουσία θελήσεως καὶ αἰσθήματος ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας εἰς τοὺς φορεῖς αὐτῆς. Κενὴ καὶ ἀνεδαφικὴ αἰσθηματολογία, στεῖρα πατριδολογία, ἀλλὰ ἔλλειψις αἰσθήματος ἐθνικῆς ἰσοτιμίας ἔναντι τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ κυρίως μεγάλων συνθέτουν τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικήν. Ἡ ἐξωτερική μας πολιτικὴ δὲν γνωρίζει ἐπίσης τὸ μέτρον. Μέσα εἰς τὸν δαίδαλον τῶν ἀλληλοσυγκρουομένων καὶ μεταβαλομένων συμφερόντων καὶ ἀπόψεων, χάνομεν πολὺ συχνὰ τὸν ὀρθὸν δρόμον. Αἰσθηματολογοῦμεν καὶ προσκολώμεθα ὑπερμέτρως πρὸς μίαν πλευρὰν καὶ ἐχθρευόμεθα ἐξ ἴσου ὑπερμέτρως τὴν ἄλλην πλευράν, ἐνῷ εἶναι βέβαιον ὅτι εἰς τὴν διεθνῆ πάλην οὔτε αἱ πλευραὶ αὐταὶ εἶναι σαφῶς διαχωρισμέναι καὶ ἀμετακίνητοι, οὔτε τὰ κριτήρια τῶν συμφερόντων μας πάγια καὶ πάντοτε τὰ ἴδια. Κύριοι βουλευταί, ποτὲ τὰ μειονεκτήματα αὐτὰ τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς, δὲν ὑπῆρξαν τόσον ἐπικινδύνως ἔκδηλα, ὅσον κατὰ τὴν περίοδον καθ’ ἥν ἐκυβέρνησε τὴν χώραν ὁ Συναγερμὸς καὶ ἡ σημερινὴ συνέχειά του. Ποτὲ ἡ ἐξωτερική μας πολιτικὴ δὲν ὑπῆρξε τόσον ἄστοχος καὶ τόσον ἐπικινδύνως ἀδεξία, ὅσον κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν. Ποτὲ τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικῆς ὑπερηφανείας καὶ ἰσοτιμίας δὲν εἶχε τόσον τρωθῆ καὶ ποτὲ ἡ ἔλλειψις ρεαλιστικῆς ἀντιλήψεως δὲν ὑπῆρξε τόσον καταφανὴς ὅσον κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον καὶ κυρίως κατὰ τὸν χειρισμὸν τοῦ ἐθνικοῦ θέματος τῆς Κύπρου. Κύριοι βουλευταί: Τρία εἶναι τὰ βασικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ ἐξωτερική της πολιτικὴ νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Καὶ αὐτὰ εἶναι α) ἡ ἀσφάλεια τῶν συνόρων της, β) ἡ ὁλοκλήρωσις τῶν ἐθνικῶν διεκδικήσεων βασιζομένων ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ χάρτου τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ γ) ἡ ἀνοικοδόμησις τῆς χώρας ἀπὸ τὰς καταστροφάς. Τὴν μὲν ἀνοικοδόμησιν τὴν ἐβασίσαμεν εἰς τὴν ἀμερικανικὴν βοήθειαν. Τὴν δὲ ἐθνικὴν μας ἀσφάλειαν εἰς τὴν συμμετοχήν μας εἰς τὸ Ν.Α.Τ.Ο. Ἀλλὰ μολονότι ἡ εἴσοδός μας εἰς τὸ Ν.Α.Τ.Ο ἐγένετο ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν καὶ μὲ τὴν ἀπαρασάλευτον βάσιν τῆς ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἴσης μεταχειρίσεως πρὸς τὰ ἄλλα κράτη τοῦ ἐλευθέρου κόσμου, ἐν τούτοις, ἀπεδείχθη ὅτι ἡ εἴσοδός μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ δὲν ἀπέδωσε τὰ προσδοκόμενα ἀποτελέσματα. Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν ἐκάμαμεν ὅσα ἔπρεπε νὰ κάμωμεν διὰ νὰ πείσωμεν ὅτι εἰς τὸ ΝΑΤΟ εἰσήλθομεν ὡς ἰσότιμον καὶ ἐλεύθερον Ἔθνος καὶ παρελείψαμεν περισσότερα διὰ νὰ γίνῃ συνείδησις εἰς τοὺς φίλους καὶ ἑτέρους τοῦ ΝΑΤΟ ὅτι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων μας καὶ ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν παραβίασιν παρὰ τῶν ἄλλων μελῶν εἰς βάρος μας βασικῶν ἀρχῶν τοῦ Ἀτλαντικοῦ χάρτου, ὅπως ἡ αὐτοδιάθεσις τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν λαῶν. Ἐξετελέσαμεν ἡμεῖς τὰς ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις εἰς βάρος τῆς οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τῆς χώρας, ἐπιβαρύναντες τὸν προϋπολογισμόν μας μὲ ὑπερόγκους στρατιωτικὰς δαπάνας. Οἱ φίλοι μας καὶ οἱ ἑταῖροι ὅμως εἰς τὸ ΝΑΤΟ ὄχι μόνον τὴν καλήν μας πίστιν καὶ τὴν ἀφοσίωσίν μας εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς εἰρήνης καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου δὲν ἐξετίμησαν εἰς ὃν βαθμὸν ἔπρεπε ἀλλὰ καὶ παράβασιν τῶν ἀρχῶν αὐτῶν εἰς βάρος μας ἔκαμαν καὶ ἠνέχθησαν. Ἕνα ἀπὸ τὰ κύρια ζητήματα τῶν ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐδοκιμάσθη ἡ ἐξωτερική μας πολιτικὴ καὶ εἰς τὸ ὅλον σύστημα τῶν συμμαχικῶν καὶ τῶν φιλικῶν μας σχέσεων ὑπῆρξεν ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς Κύπρου. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ ἀντιμετωπίσῃ ἐντὸς τῶν ἀρχῶν τοῦ Ο.Η.Ε. τὴν ἐλευθερίαν τῶν 500.000 Ἑλλήνων. Τὸ αἴτημα τῆς Κύπρου θεμελιοῦται ἀπαρασαλεύτως καὶ ἠθικῶς καὶ νομικῶς καὶ εἶναι ἐν ἀπολύτῳ ἁρμονίᾳ μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν διαγραφομένην καὶ ἀκολουθηθεῖσαν πολιτικὴν καὶ τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν καὶ τῶν ὀργάνων του. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἠθικῶς καὶ νομικῶς δικαιωμένον τὸ ζήτημα τῆς Κύπρου, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς ὅσα λέγονται, ἡ λύσις του συμπληρώνει τὴν ἠθικὴν καὶ στρατιωτικὴν ἄμυναν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου. Ὅταν λαοὶ εὑρισκόμενοι εἰς κατώτερον ἐπίπεδον πολιτισμοῦ ἀπὸ τὸν Κυπριακόν, ἀποτινάσσουν τὴν ξένην ἐξουσίαν, καθίστανται ἀνεξάρτητοι καὶ ἐλεύθεροι, εἶναι ἀπαράδεκτον Εὐρωπαϊκὸς λαὸς ὁ ὁποῖος προηγεῖται τοῦ συγχρόνου πολιτισμοῦ τῶν λαῶν τῆς δύσεως, ὡς ὁ Κυπριακός, νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ ἀποικιακὸν καθεστὼς καὶ μάλιστα μεγάλης Εὐρωπαϊκῆς Δυνάμεως. Τίποτε δὲν ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως τῶν λαῶν εἶναι βασικὴ ἀρχὴ τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς κατοχυρωθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἡ δὲ διεθνὴς πρακτικὴ ἐφήρμοσε εἰς πλείστας περιπτώσεις τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Εἶναι γνωστὰ τὰ θέματα τῆς Σομαλίας, τοῦ Καμερούν, τῆς Τύνιδος, τοῦ Μαρόκου κλπ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνοῦνται εἰς τὸν Κυπριακὸν Λαὸν τὸ ἀναφαίρετον αὐτὸ δικαίωμα; Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς πρέπει νὰ τονίσω ὅτι ὁ χειρισμὸς τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ὑπῆρξε καὶ ἄστοχος καὶ ἐπικινδύνως ἀδέξιος. Ἡ προβολή του ἐγένετο χωρὶς σοβαρὰν προετοιμασίαν τόσον ἔναντι τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, ὅσον καὶ ἔναντι τῶν ὑπευθύνων Κυβερνήσεων. Ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἀντελήφθη ἢ δὲν ἠδυνήθη νὰ διαφωτίσῃ καὶ νὰ πείσῃ καὶ νὰ συγκινήσῃ τὰς διεθνεῖς λαϊκὰς καὶ πολιτικὰς δυνάμεις ὑπὲρ τῆς ἱερᾶς ὑποθέσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ ἀπὸ τὰ πρῶτα της βήματα συνήντησε τὴν ἄγνοιαν, τὴν προκατάληψιν, τὴν ἀδιαφορίαν καὶ εἰς πολλὰς περιπτώσεις τὴν ἐχθρότητα πολλῶν φίλων λαῶν καὶ κρατῶν. Ἡ ἀδυναμία μας αὐτὴ δὲν εἶναι ἐκ τῶν μικροτέρων εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Εἶναι σχεδὸν μία ἐνδημικὴ νόσος τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς. Ἐνθουσιαζόμεθα μὲ τὸ δίκαιον τῆς ὑποθέσεώς μας καὶ νομίζομεν ὅτι καὶ ἄλλοι πρέπει νὰ καταληφθῶσιν ἀπὸ τὸν ἴδιον ἐνθουσιασμόν, καὶ νὰ ἀναγνωρίσουν τὸ δίκαιόν μας. Μολονότι ἡ ἔλλειψις διαφωτίσεως καὶ τὸ ἀπροετοίμαστον, δὲν εἶναι ἀπὸ τὰ μικρότερα σφάλματα τῶν ὑπευθύνων διαχειρισθέντων τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικήν, ἐν τούτοις τὸ βασικώτερον ἐλάττωμα τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος ὑπῆρξε καὶ εἶναι ἡ ἀδυναμία τῆς ἐξωτερικῆς μας πολιτικῆς νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι τὸ Κυπριακὸν θέμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐπιτυχῶς παρὰ μόνον ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ συγχρόνου ἀντιαποικιακοῦ ρεύματος καὶ πνεύματος καὶ καλύπτει σχεδὸν ὅλον τὸν χῶρον τῶν διεθνῶν σχέσεων καὶ δίδει τὴν φυσιογνωμίαν τῆς διεθνοῦς ζωῆς σήμερον. Ἡ Ἑλληνικὴ πολιτικὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ εὐθυγραμμισθῇ ἐγκαίρως καὶ μὲ παρρησίαν μὲ τὸ ἀντιαποικιακὸν πνεῦμα. Δὲν ἀντελήφθη ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι ἀπελευθέρωσις τῆς Κύπρου, ἀποικίας τῆς Ἀγγλίας, δὲν ἦτο δυνατὴ χωρὶς τὴν συμπαράστασιν τῶν ἀντιαποικιακῶν δυνάμεων καὶ χωρὶς τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἀνοικτὴν εὐθυγράμμισιν τῆς πολιτικῆς μας εἰς τὸ διεθνὲς πεδίον μὲ τοὺς λαούς, οἱ ὁποῖοι ἐμάχοντο διὰ τὴν ἐλευθερίαν των, ὅπως καὶ ὁ Κυπριακός. Ἐπεκράτησεν ἡ ἀπίθανος ἄποψις ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁ ἀγὼν ἐπιτυχῶς χωρὶς ἡ Ἑλλὰς νὰ λάβῃ σαφῆ θέσιν ἔναντι ὅλων τῶν ἀποικιακῶν προβλημάτων. Τὰ ἀποτελέσματα τοῦ σφάλματος αὐτοῦ εἶναι γνωστά. Ἡ ὑπόθεσις τῆς Κύπρου ἐστερήθη τοιουτοτρόπως πολυτίμων φίλων λαῶν, φυσικῶν συμμάχων καὶ συμπαραστατῶν τοῦ ἀγῶνος. Ἡ Ἀμερικὴ εἶναι ἀντιαποικιακὴ δύναμις. Ὁ Ἀμερικανικὸς λαὸς εἶναι ἐχθρὸς τῶν ἀποικιακῶν καθεστώτων. Ἐν τούτοις, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ ὑπερπηδήσῃ τὸ φράγμα τῆς ἐντέχνως καλλιεργουμένης ὑπὸ τῆς Μ. Βρεταννίας δῆθεν ἀμυντικῆς σκοπιμότητος καὶ στρατηγικῶν ἀναγκῶν εἰς τὸν χῶρον τῆς Α. Μεσογείου καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐνεργὸν συμπαράστασιν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἢ τοὐλάχιστον τὴν εὐμενῆ οὐδετερότητα αὐτῆς. Καὶ ἠδύνατο νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ἐὰν τὸ ἐπεδίωκε καὶ τὸ ἐζήτει εἰλικρινῶς καὶ ἐγκαίρως ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν, ἐὰν δὲν κατείχετο ἀπὸ τὸ πλέγμα κατωτερότητος καὶ πρὸ παντὸς ἐὰν ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐβασίζετο ἐπὶ τῆς ρωμαλέας καὶ δικαίας ἀρχῆς τῆς ἰσότητος καὶ τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ, δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε καὶ ἠδύνατο νὰ πείσῃ τὴν Ἀμερικὴν ὅτι τὸ καλῶς ἐννοούμενον ἀμυντικὸν συμφέρον τῆς Δύσεως εἰς τὸν χῶρον αὐτόν, εἶναι ἡ Κύπρος νὰ εἶναι ἐλευθέρα καὶ αἱ στρατιωτικαὶ βάσεις της νὰ ἐλέγχωνται ἀπολύτως ἀπὸ τὴν συλλογικὴν ἄμυναν τοῦ ἐλευθέρου κόσμου. Τὸ κυριαρχοῦν στοιχεῖον τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Συναγερμοῦ καὶ τῆς παρούσης εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, ἦτο καὶ εἶναι ἔλλειψις μιᾶς σταθερᾶς γραμμῆς. Μία διαρκὴς ταλάντευσις καὶ παλινωδία χαρακτηρίζει τὴν ὅλην Κυβερνητικὴν πολιτικήν. Δὲν εἶναι βεβαίως, τῆς παρούσης Κυβερνήσεως τὸ λάθος τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὴν τριμερῆ διάσκεψιν–παγίδα τοῦ Λονδίνου μὲ τὰς γνωστὰς συνεπείας, ἀλλὰ εἶναι σχεδὸν βέβαιον ὅτι καὶ ὁ σημερινὸς πρωθυπουργὸς ἐὰν ἦτο τότε ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ τό ἀπέφευγε, διότι, ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως κατὰ τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον μᾶς πείθει περὶ αὐτοῦ. Ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἐξησθένησε σοβαρῶς τὴν ἑλληνικὴν θέσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διότι ἐνεφανίσθη καὶ πάλιν ἡ Ἑλλὰς παλινωδοῦσα. Ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν πολιτικήν της τὸ τελευταῖον ἑξάμηνον ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐπίσημος Ἑλλὰς ἐπιχειρεῖ ν’ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν κυρίαν ἔπαλξιν τοῦ ἀγῶνος. Ἡ αὐτοκυβέρνησις ἀντικατέστησε τὴν αὐτοδιάθεσιν καὶ ἡ Λευκωσία τὰς Ἀθήνας. Τὸ βάρος τῆς πάλης καὶ τῆς ἀντιστάσεως ἐφάνη ὅτι ἐπιχειρεῖται νὰ μετατοπισθῇ ἀπὸ τοὺς ὤμους τῆς ὑπευθύνου καὶ ἐπισήμου Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τοὺς ὤμους τοῦ Μακαρίου καὶ τοῦ Διγενῆ. Αὐτὸ ὅμως ἦτο φυσικὸν νὰ ἀνακόψῃ τὸ ἐνδιαφέρον εἰλικρινῶν φίλων. Αἱ πρὸ τῆς συλλήψεως καὶ ἐξορίας τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου διαπραγματεύσεις μεταξὺ τοῦ τελευταίου αὐτοῦ καὶ τοῦ Χάρτιγκ, ἐφάνη ὅτι ἐγένοντο βάσει σχεδίων ἐγκεκριμένων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἀποτυχία τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν ἀπέδειξε πλήρως τὴν ἔλλειψιν ἐγκεκριμένης καὶ ρεαλιστικῆς πολιτικῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ αὐτὸ καὶ ἔπεσεν εἰς τὴν στηθεῖσαν παγίδα τῶν διαπραγματεύσεων. Ἀκόμη καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἀπαγωγῆς τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, ἀφῆκεν ἐμβρόντητον καὶ ἀμήχανον τὴν Κυβέρνησιν ἐνῷ θὰ ἠδύνατο ν’ ἀποτελέσῃ εὐκαιρίαν ἀντιστροφῆς τῶν ὅρων τῆς πάλης. Ἡ Μεγάλη Βρεταννία μὲ τὴν ἐξορίαν τοῦ Μακαρίου εἶχεν ὑποστῆ μίαν ἠθικὴν ἧτταν, ἡ ὁποία μὲ μίαν ρωμαλέαν πολιτικήν μας θὰ ἠδύνατο νὰ ἀφυπνίσῃ τὴν διεθνῆ κοινὴν γνώμην νὰ μεταβάλῃ τὴν κατάστασιν ὑπὲρ τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως. Καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ὑπῆρξε τόσον ἀδεξία, ἀμήχανος καὶ ἄβουλος, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ κάμῃ τίποτε τὸ σοβαρὸν καὶ ἀποφασιστικὸν πέραν μερικῶν σπασμωδικῶν ἐνεργειῶν ὅπως ἡ πρόσκλησις τοῦ Πρεσβευτοῦ μας τοῦ Λονδίνου καὶ μερικῶν πομπωδῶν φράσεων καὶ δηλώσεων. Δὲν ἐκάμαμεν τίποτε καὶ ἡ Ἀγγλία ἠδυνήθη μὲ τὴν πανίσχυρον διπλωματικήν της πανοπλίαν, νὰ μεταβάλῃ τὰς εἰς βάρος της ἐντυπώσεις ἐκ τῆς ἐξορίας τοῦ Μακαρίου. Ἤδη ἡ πίεσίς της καθίσταται ὁσημέραι ἐντονωτέρα. Δύο χαρακτηριστικὰ σημεῖα ἀποδεικνύουν τοῦτο. α) Ἡ ταλάντευσις τῆς Ἀμερικανικῆς πολιτικῆς. β) Αἱ δηλώσεις τῶν Ρώσων ἡγετῶν ἔναντι τῆς Ἀγγλίας, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ ἀναγγελλόμενα ταξείδια τῶν Τούρκων ἐπισήμων εἰς τὴν Μόσχαν. Χαρακτηριστικὴ τέλος τῆς ἀμηχανίας καὶ ἐλλείψεως πολιτικῆς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ ἡ τελικὴ ἐγκατάλειψις τῆς προσφυγῆς τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας παρὰ τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα ποὺ ἐνεφάνιζε διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κύπρου ἡ ἐνέργεια αὐτή. Κύριοι βουλευταί, ἡ κατάστασις ὡς ἐτόνισα, καὶ προηγουμένως, ἐμφανίζεται καὶ εἶναι κρίσιμος ὄχι μόνον διὰ τὸ κυπριακόν, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον διὰ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν διεθνῆ Κοινωνίαν. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν ἡ χώρα ἐμφανίζεται ἀπομονωμένη ἀπὸ τοὺς συμμάχους καὶ φίλους της. Εἰς τὴν ἀτλαντικὴν συμμαχίαν μετέχομεν μὲν ἀλλὰ περιβαλλόμεθα ἀπὸ μίαν ἄνισον καὶ πνικτικὴν ἀτμόσφαιραν. Εἰς τὸ Εὐρωπαϊκὸν Συμβούλιον εἴμεθα σχεδὸν οἱ μόνοι οἱ ὑποστηρίζοντες τὰ δικαιώματα τῶν λαῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Βαλκανικὴ συμμαχία ἂν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὸ παρελθόν, κεῖται ἀνάπηρος, ἡ δὲ Ἑλληνοτουρκικὴ φιλία μετεβλήθη εἰς Τουρκικὴν ἐχθρότητα, ἔναντι παντὸς ἑλληνικοῦ θέματος. Ἡμεῖς ἐπιστεύσαμεν εἰλικρινῶς εἰς τὴν φιλίαν ταύτην καὶ δὲν ἐφείσθημεν θυσιῶν ὑπερβαινουσῶν 100 (ἑκατὸν) ἑκατομμύρια χρυσῶν λιρῶν, διὰ νὰ στερεώσωμεν ταύτην. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξε, δυστυχῶς ὅ,τι ἐπεβάλλετο διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἐθνικὸν γόητρον καὶ τὴν τρωθεῖσαν τιμὴν καὶ ὑπερηφάνειάν μας. Τὰ ἀντιαποικιακὰ κράτη ἵστανται διστακτικὰ ἔναντι τοῦ ἱεροῦ αἰτήματος τῆς ἐλευθέρας Κύπρου καὶ ἀναζητοῦν τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἔναντι τοῦ ἀγῶνος των. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μὲ τὴν πολιτικὴν της ἢ μᾶλλον μὲ τὴν ἔλλειψιν πολιτικῆς, ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ μὴ εἶναι βεβαία ἐὰν ἠμπορῇ νὰ διατηρήσῃ τὰς εὐνοϊκὰς ψήφους τῶν μέχρι σήμερον ὑποστηρικτῶν τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως. Ἡ σύσφιγξις στενῶν σχέσεων μὲ τὰ Ἀραβικὰ κράτη, μὲ τοὺς φυσικοὺς δηλαδὴ ὑπερασπιστὰς τῆς Κυπριακῆς ὑποθέσεως, παρημελήθη τελείως καὶ οὐδὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις περὶ μελλοντικῆς φιλίας μὲ αὐτά. Καὶ ἤδη, κύριοι βουλευταί, εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἀφοροῦν τὸ ἐσωτερικὸν ἐν γένει πρόβλημα τῆς Ἑλλάδος. Δὲν διαφεύγει τὴν προσοχὴν οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι κρίσιμος. Ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Συναγερμοῦ, διὰ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσαν, ἐξήντλησαν οἰκονομικῶς ὅλας τὰς παραγωγικὰς τάξεις καὶ τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ τῆς οἰκονομίας μας εἶναι οἰκονομικὴ καχεξία ὅλων τῶν παραγωγικῶν κλάδων, ἀνεργία, ἡμερομίσθια, συντάξεις καὶ μισθοὶ πείνης καὶ ἀπειλὴ ἐντόνων πληθωρικῶν ἐκδηλώσεων. Αἱ ἐπιχειρήσεις καθημερινῶς διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ ἰσχύοντος πιστοδοτικοῦ συστήματος καὶ ὁ κίνδυνος τῆς ὁλοσχεροῦς καταστροφῆς, θεωρεῖται βέβαιος, ἐὰν δὲν ληφθῶσι ἐπείγοντα ριζικὰ μέτρα. Ἡ ἀνεργία κατέστη μόνιμος ἐπικίνδυνος ἀσθένεια ἐγκυμονοῦσα τεραστίους ἐθνικοὺς κινδύνους, διότι ἀπελπισμένοι οἱ νέοι, προσπαθοῦν νὰ εὕρουν διέξοδον εἰς τὴν μετανάστευσιν. Οἱ ἐργαζόμενοι δημόσιοι καὶ ἰδιωτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ συνταξιοῦχοι ἔχουν περιέλθει εἰς κατάστασιν ἀπογνώσεως πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ καὶ ὀλεθρίας συνεπείας, διὰ τὴν εὔρυθμον καὶ παραγωγικὴν λειτουργίαν τοῦ Κρατικοῦ Ὀργανισμοῦ. Ἡ ζωὴ τῶν ἐργατῶν κατέστη μαρτυρική, καὶ τὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς αὐτῶν ἔχουν πρὸ πολλοῦ ἐξαντληθῆ. Ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν εἶναι καὶ αὐτὴ ἀπελπιστική. Ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν γεωργίαν βιομηχανικῶν προϊόντων, εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν αὔξησιν τοῦ κόστους παραγωγῆς τῶν προϊόντων αὐτῶν. Ἐξ ἄλλου, ἡ ἔλλειψις ἐπαρκοῦς πιστοδοτήσεως τῶν ἀγροτῶν, ἔρριψεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μεγάλου ἐμπορίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν προγραμματικῶν αὐτοῦ δηλώσεων τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1955, εἶχεν ὑποσχεθῆ 1) ἐφαρμογὴν προγράμματος αὐστηρῶν οἰκονομιῶν πρὸς ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, 2) ἔλεγχον τῶν μεγάλων εἰσοδημάτων πρὸς ἀποφυγὴν τῆς φοροδιαφυγῆς, 3) ἐγκατάλειψιν τοῦ δόγματος τῆς κυκλοφοριακῆς ἀκαμψίας καὶ τῆς πιστωτικῆς ἀσφυξίας, 4) τὴν ἐξυγίανσιν τῆς κυκλοφορίας διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ταύτης ἀπὸ τῆς ἐπιδράσεως τῶν σημαντικῶν κλάδων τῆς οἰκονομικῆς μας δραστηριότητος καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Γεωργίας, 5) τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν παγωμένων πιστώσεων καὶ 6) τὴν λῆψιν μέτρων διὰ νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἄνοδον τοῦ τιμαρίθμου. Δυστυχῶς, κύριοι βουλευταί, παρῆλθον ἔκτοτε ἓξ μῆνες καὶ οὐδεμία ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐπραγματοποιήθη. Διότι α) ἐνῷ πράγματι ἡ κυκλοφορία ηὐξήθη μὲ τάσιν πληθωρικῶν ἐκδηλώσεων, ἡ οἰκονομικὴ καὶ πιστωτικὴ ἀσφυξία κατατρύχει ὅλους τοὺς παραγωγικοὺς κλάδους τῆς οἰκονομίας μας, ὅπερ σημαίνει ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν ὁδηγεῖ εἰς τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος. Κάθε αὔξησις τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας θὰ ἀνακουφίζῃ τὸν πρῶτον μῆνα κατά τι τὴν πιστωτικὴν ἀσφυξίαν, τόν ἑπόμενον ὅμως μῆνα θὰ ἐμφανίζεται αὕτη περισσότερον ἔντονος. Πρόκειται περὶ μηχανισμοῦ τόσον γνωστοῦ καὶ μυριάκις δοκιμασθέντος, ὥστε παρέλκει ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ πᾶσα ἐξήγησις. β) Αἱ ὑποσχεθεῖσαι αὐστηραὶ οἰκονομίαι ὄχι μόνον δὲν ἐγένοντο, ἀλλὰ ἀντιθέτως αἱ δημόσιαι δαπάναι ηὐξήθησαν ἀδικαιολογήτως καὶ μάλιστα οὐχὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν κοινωνικῶν σκοπῶν, γ) ἡ φοροδιαφυγὴ τῶν μεγάλων εἰσοδημάτων ἐξακολουθεῖ νὰ ἀποτελῇ ἀθεράπευτον πληγήν. δ) Ὁ τιμάριθμος ηὐξήθη ἐπικινδύνως καὶ τέλος ἡ ἀναγγελία περὶ ἐκκαθαρίσεως τῆς γαγγραίνης ποὺ λέγεται «παγωμέναι πιστώσεις» εἶχε τὴν τύχην τῶν ἐπαγγελιῶν, αἵτινες στερεοτύπως ἐπαναλαμβάνονται εἰς τὰς δηλώσεις ὅλων τῶν Συναγερμικῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ καὶ τό, προχθὲς ἐξαγγελθέν, οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν ἱκανοποίησιν ἔδωσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἀνεγράφη ἤδη πρὸ ἡμερῶν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως θὰ εἶναι ριζοσπαστικόν, διὰ νὰ εἶναι ἁρμονίᾳ ἴσως μὲ τὸν τίτλον τοῦ Κόμματος, οὐδεμίαν ὅμως σχέσιν μὲ τὸν ριζοσπαστισμὸν δυνάμεθα νὰ ἀνακαλύψωμεν εἰς τοῦτο. Βεβαίως, ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται ὅτι τὰ χαρακτηριστικὰ γνωρίσματα τῆς Ἑλληνικῆς Οἰκονομίας εἶναι ἡ ἀνεργία, ἡ ὑποαπασχόλησις, τὸ χαμηλὸν βιοτικὸν ἐπίπεδον καὶ ἡ ἄνισος κατανομὴ τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Ἡ τελευταία φράσις ἠκούσθη μετὰ μεγίστου ἐνδιαφέροντος καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀνέμενε μετὰ προσοχῆς τὴν ἐξαγγελίαν τῶν μέτρων ἅτινα σκέπτεται νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐξασφάλισιν δικαιοτέρας κατανομῆς τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος. Δυστυχῶς, οὐδὲν τὸ συγκεκριμένον ἠκούσθη ἐκτὸς τῶν ἀφορισμῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερος δολιοφθορεὺς τῆς ἀναμορφωτικῆς προσπαθείας τοῦ Ἔθνους, ἀπὸ τὸν ἐν μέσῳ καθολικῆς πενίας, εὔκολον καὶ ἀδικαιολόγητον ἰδιωτικὸν πλουτισμόν. Ποῖα ὅμως τὰ φορολογικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ δεινῶς χειμαζομένου λαοῦ καὶ πάταξιν τοῦ εὐκόλου πλουτισμοῦ; Εὐλόγως ἀνεμένετο ἐξαγγελία αὐξήσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας ἐπὶ τῶν μεγάλων εἰσοδημάτων, τῶν εὐκόλων κερδῶν, ὡς καὶ τῆς πολυτελοῦς καὶ σκανδαλώδους καταναλώσεως. Ἀντ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις μᾶς πληροφορεῖ ὅτι δὲν προτίθεται νὰ προσθέσῃ νέα φορολογικὰ βάρη εἰς τοὺς μεγιστάνας τοῦ πλούτου. Ἀλλὰ τότε πῶς θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ δικαιοτέρα κατανομὴ τοῦ Ἐθνικοῦ εἰσοδήματος; Πῶς θὰ παταχθῇ ὁ ἀδικαιολόγητος ἰδιωτικὸς πλουτισμὸς ἐν μέσῳ τῆς καθολικῆς πενίας; Ἀλλὰ καὶ ἡ ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνήσεως περὶ σημαντικῶν παραγωγικῶν ἐπενδύσεων, ποίαν ἔννοιαν ἔχει; Πῶς θὰ πραγματοποιηθοῦν αὗται καὶ μὲ ποῖα χρηματικὰ μέσα; Πῶς συμβιβάζονται αἱ σημαντικαὶ ἐπενδύσεις μὲ τὴν νομισματικὴν σταθερότητα, ὑπὲρ τῆς ὁποίας λέγει ὅτι κηρύσσεται ἡ Κυβέρνησις; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσθέτει ἀμέσως ὅτι δὲν κατέχεται ἀπὸ τὴν φοβίαν τοῦ πληθωρισμοῦ. Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ οἰκονομία μας διέρχεται στάδιον ἐπικινδύνου πληθωρισμοῦ ἐφ’ ὅσον ἡ ἄνοδος τῶν τιμῶν συνεχίζεται μὲ ρυθμὸν συνεχῶς ἐπιταχυνόμενον. Δὲν βλέπει ἡ Κυβέρνησις ὅτι αἱ λοιπαὶ τάξεις στενάζουν πρὸ τῆς συνεχιζομένης ἀνόδου τῶν τιμῶν τῶν καταναλωτικῶν ἀγαθῶν; Ἀσφαλῶς δὲν ἀγνοεῖ τὴν κατάστασιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις καὶ διὰ τοῦτο μᾶς πληροφορεῖ ὅτι πρὸς συμβιβασμὸν τοῦ φιλοδόξου της προγράμματος ἐπενδύσεων, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς ὁμολογίας της δυσκόλως συμβιβάζεται μὲ τὴν νομισματικὴν σταθερότητα, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ λάβῃ καὶ ἀντιδημοτικὰ μέτρα πρὸς συγκράτησιν τοῦ τιμαρίθμου. Διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὰ πράγματα, τοῦτο σημαίνει προσφυγὴ εἰς τὴν ἐκδοτικὴν μηχανὴν καὶ ἐλέγχους ἐπὶ τῶν τιμῶν πρὸς ἀποφυγὴν ἀνόδου τούτων. Ἡ πεῖρα ὅμως ἀπέδειξεν ὅτι εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας ἡ ἄνοδος τῶν τιμῶν εἶναι ἀναπότρεπτος οἱ δὲ ἔλεγχοι καὶ τὰ ἀντιδημοτικὰ μέτρα καταλήγουν μόνον εἰς τὴν καθήλωσιν τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων. Τοῦτο σημαίνει ὅτι λίαν ζοφερὸν διαγράφεται τὸ μέλλον τῶν μισθοσυντηρήτων καὶ τῶν ἐργατῶν. Φαίνεται ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν εἶναι ἀρκετὰ τὰ ἐπιτευχθέντα ἀποτελέσματα τῆς Συναγερμικῆς περιόδου κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πλούσιοι κατέστησαν πλουσιώτεροι καὶ οἱ πτωχοὶ πτωχότεροι. Ἡ ἰδία ἐξέλιξις πρόκειται νὰ συνεχισθῇ καὶ μάλιστα μὲ γοργότερον ρυθμόν. Καὶ ἡ ἐξέλιξις αὕτη εἶναι ἀναπόφευκτος, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντελήφθη τὴν βασικὴν ἀδυναμίαν τῆς οἰκονομίας μας. Τὸ δημοσιονομικὸν ἔλλειμμα, βεβαίως, ἀναφέρεται ἡ φράσις ὅτι βασικὴ ἐπιδίωξις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ πραγματικὴ ἰσοσκέλισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πῶς ὅμως θὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο; Διὰ τῆς διασπαθίσεως τοῦ δημοσίου χρήματος εἰς τὴν ὁποίαν προέβη προεκλογικῶς καὶ μετεκλογικῶς ἡ Κυβέρνησις; Ποία ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ; Οὐδὲν γνωρίζομεν. Βλέπομεν ὅμως τὴν νομισματικὴν κυκλοφορίαν αὐξανομένην συνεχῶς καὶ ἔχουσαν ὡς βασικὴν αἰτίαν τὰς ἀναλήψεις τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ δώσῃ σαφεῖς ἐξηγήσεις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἐπίσης ὀφείλει νὰ παράσχῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Δὲν ἀρκεῖ ἡ δήλωσις ὅτι ἀνελήφθησαν βάρη ὑπερβαίνοντα τὴν ἀντοχὴν τῆς οἰκονομίας μας. Βεβαίως, οὐδεὶς παραγνωρίζει τὴν ὑψίστην σημασίαν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τοῦτο ὅμως δὲν πρέπει νὰ μᾶς ὠθήσῃ εἰς τὴν παραγνώρισιν τῆς κρισιμότητος τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας. Ἑπομένως ἀπαιτεῖται σαφὴς τοποθέτησις τοῦ θέματος τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν ἐνώπιον τῶν συμμάχων μας καὶ ἐξασφάλισις ἐνισχύσεως ὑπὸ μορφὴν μὴ ἐπιτείνουσαν πληθωρικὰς ἐκδηλώσεις τῆς οἰκονομίας μας. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ αἱ ἐξηγήσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύνανται νὰ κριθοῦν ἐπαρκεῖς. Ἀλλ’ ἀσάφεια καὶ ἀνεπάρκεια χαρακτηρίζει ὅλα σχεδὸν τὰ σημεῖα τῆς Κυβερνητικῆς δηλώσεως. Ὑπόσχεται ἐπὶ παραδείγματι αὕτη θὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἐπὶ ὑγειῶν βάσεων ἀναδιοργάνωσιν τοῦ συστήματος τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων. Δηλαδή, τί ἀκριβῶς πρόκειται νὰ γίνῃ; Μήπως θὰ συνεχισθοῦν οἱ ἀθρόοι διορισμοὶ ἀργομίσθων εἰς τὰ διάφορα ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα; Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔδωσεν ἤδη δείγματα μεγίστης δραστηριότητος. Ὡς πρὸς τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς Βιομηχανίας, πολὺ φοβούμεθα ὅτι καὶ τὸ πρόβλημα τοῦτο οὐδόλως κατενοήθη. Πράγματι, ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται τὴν λῆψιν δασμολογικῶν μέτρων, μετὰ λεπτομερῆ ἔρευναν ἐπὶ τῶν ὅρων λειτουργίας καὶ τῆς διαμορφώσεως τοῦ κόστους. Τοῦτο ὅμως σημαίνει πάροδον χρόνου, πλεῖστοι ὅμως δὲ κλάδοι τῆς Βιομηχανίας εὑρίσκονται εἰς ἀπόγνωσιν. Ἰδιαιτέρως ἡ κατάστασις τῆς κλωστοϋφαντουργίας εἶναι τραγική. Ἑπομένως ἀπαιτοῦνται ἄμεσα μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς ἑλληνικῆς ἐργασίας, διότι ἄλλως θὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλειστῶν ἐργοστασίων τῶν ἀνέργων καὶ τῶν παγωμένων πιστώσεων. Ἀλλὰ καὶ τὰς τελευταίας ταύτας ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι θὰ ρευστοποιήσῃ. Ἠκούσαμεν τὴν ἰδίαν ὑπόσχεσιν καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον π.ἔ. Τελικῶς ὅμως ἐπληροφορήθημεν ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ σημερινοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ρευστοποίησις τῶν παγωμένων πιστώσεων ἀπαιτεῖ προσθέτους πιστώσεις 500 ἑκατομμυρίων. Δὲν γνωρίζομεν ἐὰν περὶ αὐτῆς τῆς ρευστοποιήσεως πρόκειται. Ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν γεωργίαν φαίνεται λαμβάνει ἰδιαιτέραν μορφήν. Πολλὰ ἔργα ὑπόσχεται καὶ μάλιστα ἀναδιοργάνωσιν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης καὶ ἐνίσχυσιν ταύτης διὰ νέων κεφαλαίων. Ποία ὅμως ἡ πηγὴ τῶν νέων κεφαλαίων; Νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐκδοτικῆς μηχανῆς; Ἐν σχέσει μὲ τὴν προστασίαν τοῦ καπνοῦ, ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται τὴν σύστασιν μονίμου κρατικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ παρίσταται ἀνάγκη περισσοτέρων ἐξηγήσεων. Θὰ τὴν χειροκροτήσωμεν ἐὰν καταργήσῃ τὸ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον τῶν βασικῶν μας προϊόντων καπνοῦ, βάμβακος καὶ σταφίδος. Τότε μόνον θὰ ἀνακουφισθῇ ὁ ἀγρότης ὅταν τὰ προϊόντα του ἀγοράζωνται παρὰ τοῦ Κράτους ἐγκαίρως καὶ πληρώνονται τὴν πραγματικήν των τιμήν. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι ἡμίμετρα. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ ἐκτέλεσις ἔργων καὶ ἡ ἵδρυσις ὀργανισμῶν πρὸς προστασίαν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς προϋποθέτει ὕπαρξιν κεφαλαίων, ὕπαρξιν χρήματος. Καὶ ταῦτα δὲν ὑπάρχουν διότι ἡ οἰκονομία μας περιστρέφεται ἐντὸς τοῦ φαύλου κύκλου τοῦ πληθωρισμοῦ. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις μᾶς πληροφορεῖ ὅτι δὲν κατέχεται ἀπὸ τὴν φοβίαν τοῦ πληθωρισμοῦ. Δὲν ἀντελήφθη ὅτι ἀπὸ τοῦ 1953 μέχρι τέλους τοῦ 1955 ἡ νομισματικὴ κυκλοφορία ἐδιπλασιάσθη, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία τῆς πιστωτικῆς στενότητος. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν ὑπάρξεως ἐντόνου πληθωρισμοῦ καὶ δὲν ἀφίνει περιθώρια περαιτέρω πειραματισμῶν. Ἐὰν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἡ Κυβέρνησις συνεχίσῃ τὴν ἀλόγιστον οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἡ ἄνοδος τῶν τιμῶν θὰ λάβῃ ταχυτάτην μορφήν, οὐδεὶς δὲ ἔλεγχος θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποτρέψῃ τὴν δίνην τοῦ πληθωρισμοῦ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἰσέλθῃ ἡ Χώρα. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ οἰκονομία μας ἔχει ἀνάγκην σταθερότητος. Αὕτη ὅμως δὲν ἐπιτυγχάνεται, παρὰ ἐὰν ἐξασφαλισθοῦν ὡρισμέναι προϋποθέσεις. Αἱ προϋποθέσεις αὗται εἶναι πολλαὶ μεταξὺ δὲ αὐτῶν κυρίως ἡ ἀνάγκη λήψεως σειρᾶς ὁλοκλήρων μέτρων, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν λαϊκῶν τάξεων, πρὸς ἀνακούφισιν τῶν Ἑλλήνων ἀπόρων οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται ἤδη εἰς 37,14% διὰ τῆς φορολογίας τῶν ἀνόμως καὶ σκανδαλωδῶς πλουτιζόντων. Τὰ μέτρα ὅμως ταῦτα δὲν δύνανται νὰ εἶναι ἁπλῶς μέτρα κοινωνικῆς προνοίας, ἀλλὰ παραγωγικῆς πολιτικῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὤθησιν πρὸς τὰ ἐμπρὸς τοῦ παραγωγικοῦ μηχανισμοῦ. Οὕτω καταλήγομεν εἰς τὴν διαπίστωσιν ὅτι ἀπαιτεῖται Κυβέρνησις ἐμπνέουσα ἐμπιστοσύνη καὶ ἱκανὴν νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν Λαὸν εἰς μίαν καλυτέραν αὔριον. Κυβέρνησιν ἱκανὴ νὰ δημιουργήσῃ τὸ ἀπαραίτητον κλῖμα τῆς ἐμπιστοσύνης. Μόνον μία τοιαύτη Κυβέρνησις θὰ δυνηθῇ νὰ ὁδηγήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν σκάφος, διὰ μέσου τῶν συμπληγάδων, πέραν τῆς δίνης τοῦ πληθωρισμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ αὔξησις τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ γενικὴ ἀνάπτυξις τῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ καὶ αἱ τοὺς τομεῖς τῆς Κυβερνητικῆς δραστηριότητος ἀφορῶσαι δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὑπῆρξαν ἀόριστοι καὶ ἐλλιπεῖς. Διὰ τὸ μέγα θέμα τῆς λήθης ἠρκέσθη νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις περὶ ἐπανεξετάσεως τῶν φακέλλων, νομίζουσα ὅτι οὕτω πραγματοποιεῖ ταύτην. Ἡ λήθη δὲν εἶναι ὑπόθεσις ἁπλῆς ἐπανεξετάσεως τῶν φακέλλων ἀλλὰ ἀπαιτεῖ κατάργησιν ὅλων τῶν ἀνελευθέρων καὶ ἀντισυνταγματικῶν νόμων καὶ πλήρη ἀποκατάστασιν τῶν δημοκρατικῶν μας θεσμῶν. Πρέπει ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὴν Χώραν ποὺ ἐγεννήθη καὶ ἠνδρώθη ἡ Δημοκρατία νὰ λειτουργήσουν πραγματικοὶ οἱ Συνταγματικοὶ θεσμοὶ καὶ νὰ ἀνακτήσῃ ἡ Δημοκρατία μας τὴν πολιτικήν της οὐσίαν καὶ τὴν παλαιὰν αὐτῆς αἴγλην. Διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ ὅμως ἡ Δημοκρατία αὕτη πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ ἡ προσωπικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἐλευθερία τοῦ Ἕλληνος πολίτου. Ὁ πολίτης τότε μόνον εἶναι ἐλεύθερος, ὅταν δὲν φοβῆται κανένα ἄλλον πολίτην καὶ κανένα κρατικὸν κομματικὸν ὄργανον ἐν τῇ νομίμῳ ἀσκήσει οἱουδήποτε ἐλέγχου. Πρέπει λοιπὸν νὰ καταργηθοῦν αἱ ἐκτοπίσεις ὡς μέτρον διοικητικὸν καὶ οἱ παραβάται τῶν νόμων νὰ τιμωροῦνται ἀπὸ τοὺς φυσικούς των δικαστὰς μὲ ὅλας τὰς συνταγματικὰς ἐγγυήσεις. Πρέπει νὰ καταργηθοῦν ὅλα τὰ ψηφίσματα καὶ οἱ ἀνελεύθεροι νόμοι καὶ νὰ κλείσῃ ἡ αὐλαία τοῦ παρελθόντος χάριν τῆς γαλήνης τοῦ τόπου διὰ παροχῆς ἀμνηστίας. Πρέπει νὰ καταργηθοῦν τὰ πιστοποιητικὰ τῶν κοινωνικῶν φρονημάτων, διότι εἶναι πρᾶξις ἀντεθνικὴ καὶ ἀντιχριστιανικὴ νὰ ἐξαρτᾶται ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ ἑνὸς ἀτόμου, μιᾶς οἰκογενείας ἀπὸ τὴν ἀντίθεσιν τῶν πολιτικῶν του φρονημάτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πρέπει αἱ συνδικαλιστικαὶ ἐλευθερίαι νὰ κατοχυρωθοῦν καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ λειτουργία τοῦ ἐλευθέρου συνδικαλισμοῦ, διότι μόνον μὲ ἐλεύθερον συνδικαλισμὸν θὰ δυνηθῇ ὁ ἐργαζόμενος Ἕλλην νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν του πρὸς διεξαγωγὴν ἀφόβων ἀγώνων βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς του ζωῆς. Ἡ Κυβέρνησις, ἐξ ἄλλου, ἀπεσιώπησε τὸ δίκαιον αἴτημα τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων, δυνάμει τοῦ νόμου 2500. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐγκληματικοῦ πετάγματος εἰς τοὺς δρόμους χιλιάδων ὑπαλλήλων ἐντίμων καὶ ἱκανῶν, περὶ μιᾶς ἀδικίας τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναγνωρίσει καὶ ὁ σημερινὸς Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσης, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, οἵτινες σαπίζουν ἐπὶ 34 χρόνια εἰς τὰς παράγκας πρὸς μέγα αἶσχος καὶ στίγμα τοῦ πολιτισμοῦ μας, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶπεν οὔτε μίαν λέξιν, ἐνῷ πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὑπάρχει ὄχι μόνον ἠθικὴ ἀλλὰ καὶ νομικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους πρὸς ἀποκατάστασίν των. Κύριοι βουλευταί, ἐπαρκῶς νομίζω, ἐξέθεσα τὴν κρισιμότητα τῆς καταστάσεως τόσον ἀπὸ ἐξωτερικῆς ὅσον καὶ ἀπὸ ἐσωτερικῆς ἀπόψεως. Πιστεύω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ ἔχῃ πεισθῇ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις βαρυνομένη καὶ μὲ τὰ ἁμαρτήματα τοῦ παρελθόντος, οὔτε τὴν ἱκανότητα, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος διαθέτει διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως. Αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ μὲ τὴν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας καὶ τὰς νοθείας ἀφῄρεσαν ἀντὶ νὰ προσθέσουν δυνάμεις καὶ κῦρος εἰς αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιῶδες διὰ μίαν Ἑλληνικὴν καὶ δημοκρατικὴν Κυβέρνησιν. Εἶναι καὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς μία Κυβέρνησις μειοψηφίας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἐπίσης οὔτε τὴν δύναμιν, οὔτε τὴν ἱκανότητα, ἀλλ’ οὔτε τὸ ἀπαραίτητον κῦρος διαθέτει διὰ ν’ ἀνακόψῃ τὸν ἐπικίνδυνον κατήφορον τῶν ἐθνικῶν μας ὑποθέσεων, νὰ ἀπαιτήσῃ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ μίαν ρεαλιστικὴν καὶ Ἑλληνικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἱκανὴν νὰ ἐξαγάγῃ τὴν χώραν ἀπὸ τὴν ἀπομόνωσιν καὶ τὸ ὀδυνηρὸν ἀδιέξοδον. Ὅ,τι προέκυψεν ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς ὄχι μόνον δὲν ἐμείωσε τὰς ἀνησυχίας τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐπηύξησεν. Αἱ δύσκολοι στιγμαὶ τοῦ ἐθνικοῦ βίου — καὶ ἡ σημερινὴ εἶναι μία ἐξ αὐτῶν — μόνον μὲ τὴν ἕνωσιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐπὶ συγκεκριμένου προγράμματος ἀντιμετωπίζονται. Ἡ ἄποψις ὅμως αὐτὴ δυστυχῶς δὲν ἐξετιμήθη δεόντως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Θεὸς ἂς βοηθήσῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἂς τὴν προφυλάξῃ ἀπὸ νέας ἐθνικὰς συμφοράς. Δι’ ὅσους λόγους ἐξεθέσαμεν ἀνωτέρω θὰ καταψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ὑπουργὸς δηλοῖ ὅτι οὐδεμίαν διακοπὴν θὰ δεχθῇ, καὶ εἰς οὐδεμίαν διακοπὴν θὰ ἀπαντήσῃ. Συνυπογράφω δὲ καὶ ἐγώ.
§10Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Μήπως θὰ δεχθῇ ἐρωτήσεις;
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι διακοπὴ εἶναι καὶ ἡ ἐρώτησις, κύριε βουλευτά.
§12Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Πάντοτε, κύριοι βουλευταί, ἡ διαχείρισις τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἑνὸς Ἔθνους εἶναι θέμα ἐκτάκτως λεπτόν, εἰς τὰς σημερινὰς δὲ μάλιστα περιπτώσεις, ὅπου ἐμφανίζονται εἰς τοὺς τομεῖς τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς δυσχέρειαι, ἡ διαχείρισις τοῦ θέματος ἀποβαίνει ἔτι πλέον λεπτή. Ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ της, ὅπως ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐνημερωθῇ, κατὰ τὸ δυνατὸν πληρέστερον, ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς χώρας, προβαίνει ἀπόψε δι’ ἐμοῦ εἰς τὴν ἐνημέρωσιν τοῦ Σώματος, μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ σύνολον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας θὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀνάγκην ὅπως, κατὰ τὴν ἐνημέρωσιν αὐτὴν ληφθῇ πρόνοια αἱ ἀναπτύξεις νὰ γίνωνται μετὰ τοσαύτης συνέσεως, ὥστε ἐξ αὐτῶν νὰ μὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βλάβη τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Πρὶν ἢ ἀρχίσω τὴν ἐνημέρωσιν αὐτὴν κατὰ συνέπειαν, ταύτης καὶ τὴν ἀντίκρουσιν τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιθυμῶ, κύριοι βουλευταί, ἡ αἴθουσα ὁλόκληρος νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πιστεύει εἰς τὸν ἀπόλυτον πατριωτισμὸν ὅλον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Εἶναι φυσικόν, ὅτι εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θὰ ὑπάρξουν ἀντιθέσεις γνωμῶν, θὰ ὑπάρξουν ἀποχρώσεις διαφορετικῆς πολιτικῆς, θὰ διατυπωθοῦν ἀκόμη καὶ βασικαὶ ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀντίθετοι ἀπόψεις. Ἀλλὰ τοῦτο δι’ ἡμᾶς δὲν σημαίνει ὅτι τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα κινοῦν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, εἰς τὴν διατύπωσιν διαφόρων ἀπόψεων ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου τομέως τῆς πολιτικῆς τῆς χώρας, δὲν στηρίζονται εἰς πατριωτικὸν παλμόν. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, ἐσχηματίσθη ἡ πρώτη Κυβέρνησις ὑπὸ τὸν σημερινὸν Πρόεδρον καὶ Ἀρχηγὸν τῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, τὸ μέγα ἐθνικὸν θέμα τῆς Κύπρου ἐνεφάνιζε τὴν ἀκόλουθον εἰκόνα. Ἡ τριμερὴς διάσκεψις τοῦ Λονδίνου εἶχε ναυαγήσει. Δευτέρα προσφυγὴ ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν εἶχεν ἀπορριφθῆ καὶ ταυτοχρόνως τὴν 4.10.1955 δύο ἡμέρας τοὐλάχιστον πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν σημερινὸν Πρωθυπουργόν, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ Ἐθνάρχης Μακάριος εἶχε διατυπώσει πρὸς τὸν Βρεταννὸν Κυβερνήτην, κατὰ τὰς ἤδη τότε μεταξὺ Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἐθναρχίας ἀρξαμένας διαπραγματεύσεις, ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ, συγκεκριμένας προτάσεις διὰ τὴν ρύθμισιν αὐτοῦ, αἵτινες συνοψίζονται εἰς τὰ ἑξῆς τρία σημεῖα: Πρῶτον, ἡ ἀναγνώρισις ὑπὸ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς Κύπρου, ἀποτελεῖ κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Ἐθνάρχου, τὴν ἀπαραίτητον βάσιν, διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Δεύτερον, μετὰ τὴν ἐπίσημον ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τῆς Αὐτοδιαθέσεως, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἦτο ἕτοιμος, νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐκπόνησιν συντάγματος αὐτοκυβερνήσεως, ἵνα τοῦτο τεθῇ ἀμέσως ἐν ἰσχύϊ. Καὶ τρίτον, ὁ χρόνος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως θὰ ἀπετέλει ἀντικείμενον διὰ περαιτέρω συζητήσεις, μεταξὺ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν αἱρετῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, ὅταν τὸ σύνταγμα τῆς αὐτοκυβερνήσεως θὰ εἶχε τεθῇ ἐν ἰσχύϊ. Εἶναι, ὅθεν, κύριοι βουλευταί, φανερόν, ὅτι ὁ Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος καὶ Ἐθνάρχης τῆς Κύπρου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο, εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιος διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν συνισταμένην τῶν πολλαπλῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδροῦν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, εἶχε νομίσει ὅτι, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τῆς τριμεροῦς διασκέψεως τοῦ Λονδίνου καὶ τὴν ἀπόρριψιν τῆς δευτέρας προσφυγῆς, ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὁ δρόμος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ἀκολουθηθῇ ἦτο ὁ δρόμος τῶν ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ μετὰ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ἐπαναλαμβάνω, πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς πρώτης ὑπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως Κυβερνήσεως. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτάς, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἠνοίγοντο τρεῖς δυνατοὶ δρόμοι, συμβολῆς εἰς τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ. Ὁ πρῶτος ἦτο ὁ δρόμος τῆς ἀδιαλλαξίας διὰ τῆς διακοπῆς τῶν διπλωματικῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Μ. Βρεταννίας καὶ τῆς Τουρκίας. Ἀλλά, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἡ ρεαλιστικὴ ἐκτίμησις ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ τοῦ τοῦ κυπριακοῦ συμφέροντος, ἦτο δυνατόν, νὰ ὁδηγήσουν τὴν Κυβέρνησιν εἰς μίαν τοιαύτην πολιτικήν. Ὁ δεύτερος δρόμος ἦτο ὁ δρόμος τῆς ἀναμονῆς. Ἦτο ὁ δρόμος, δηλαδή, ὁ ὁποῖος θὰ ὡδήγει ἐλλείψει διαδικαστικῆς προσβάσεως, πρὸς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, κατὰ τὴν ἑνδεκάτην σύνοδον, δηλαδὴ τὴν σύνοδον τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἰς τὴν ἀναμονὴν τῆς προβολῆς ἐκ νέου τοῦ κυπριακοῦ προβλήματος, ἐνώπιον τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, κατὰ τὴν δωδεκάτην σύνοδον δηλαδὴ τὴν σύνοδον τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ὁ δὲ τρίτος δρόμος, ἦτο ὁ δρόμος τῆς ἀμέσου συμβολῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, διὰ τῆς θερμῆς καὶ ἀκλονήτου συμπαραστάσεως παρὰ τῷ Ἐθνάρχῃ τῆς Κύπρου Μακαρίῳ, ἐπὶ τῇ προσπαθείᾳ, δι’ ἀπ’ εὐθείας διαπραγματεύσεων τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ μετὰ τῆς Βρεττανικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ λύσις τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Τὴν τρίτην ταύτην ὁδόν, κύριοι βουλευταί, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησίς του, ἡ πρώτη, ἐνόμισαν, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσουν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο, πρῶτον, νὰ χαθῇ πολύτιμος χρόνος, εἰς τὴν προσπάθειαν λύσεως τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει, δεύτερον, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῆς ἡρωϊκῆς διαθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον, ὀφείλει τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, νὰ τρέφῃ θαυμασμὸν καὶ εὐγνωμοσύνην, ἦτο καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, κύριοι βουλευταί, νὰ καταβάλῃ πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν, ὥστε νὰ περιορισθοῦν αἱ ταλαιπωρίαι, αἱ ζημίαι, αἱ συμφοραὶ καὶ τὸ αἷμα εἰς τὴν μεγαλόνησον. Καὶ ταῦτα ἠδύναντο νὰ ἐπιτευχθοῦν μόνον, ἐὰν διὰ διαπραγματεύσεων, ἐπετυγχάνετο ἡ περαιτέρω προώθησις τοῦ κυπριακοῦ προβλήματος. Ἰδού, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, οἱ οὐσιαστικοὶ καὶ ἀποχρῶντες λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ συναισθήσει τοῦ ἐθνικοῦ της χρέους, ἐπίστευσε καὶ πιστεύει ὅτι ἠκολούθησε τὴν ὁδὸν, ἡ ὁποία καὶ τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα προστατεύει, ἀλλὰ καὶ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Τὴν 7ην Ὀκτωβρίου, ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις, ἀπέρριψε τὰς προτάσεις τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερα προηγουμένως. Τὴν 11ην Ὀκτωβρίου ὁ Μακαριώτατος ἀπέρριψε τὰς ἐκ νέου ὑποβληθείσας καὶ εἰς αὐτὸν ἀρχικὰς προτάσεις τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν Διάσκεψιν τοῦ Λονδίνου. Καὶ τὴν 25ην Ὀκτωβρίου, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συναντήσεως τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ ΝΑΤΟ, εἶχον τὴν εὐκαιρίαν, —οὐδέποτε διαπραγματευόμενος διὰ τὴν Κύπρον, ἀλλὰ συμβάλλων ὡς συμπαραστάτης τοῦ ἀγῶνος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ— νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βρεταννικὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τίνα τρόπον, ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι μόνον ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος καὶ Ἐθνάρχης, ἠδύνατο ἐπιτυχῶς νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὸν Κυπριακὸν λαόν, εἰς τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ἄλλως νὰ πράξωμεν, διότι θὰ ὁδηγούμεθα ἄλλως ἐκ νέου, εἰς τὴν μορφὴν τῶν συζητήσεων, μορφήν, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει ἡ τριμερὴς. Καὶ γνωρίζετε, κάλλιστα, ὅτι μετὰ τὰ γεγονότα τῆς 6ης Σεπτεμβρίου, ἡ τοιαύτη διαμόρφωσις τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων μετὰ τῆς γείτονός μας δὲν ἐπέτρεπον νὰ ἐλπίζωμεν τὴν προώθησιν τοῦ θέματος διὰ τῆς συναντήσεως τῶν τριῶν κρατῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑποθέσωμεν ὅτι συνηντῶντο οἱ τρεῖς θὰ διετυποῦτο ἡ ἄλλη δεδικαιολογημένη κατηγορία, ὅτι πρὸ πάσης ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἱκανοποιήσεως διὰ τὰ ὅσα εἶχον συμβῆ τὸν Σεπτέμβριον εἰς τὴν Τουρκίαν εἰς βάρος τοῦ ἑλληνικοῦ στοιχείου, ἡμεῖς εἴχομεν στέρξει εἰς τὴν συνάντησιν τῶν τριῶν καὶ τοῦτο ἄνευ τῆς παραμικρᾶς ἐλπίδος διὰ νὰ προωθηθῇ τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔπνεεν ἄνεμος δυσπιστίας καὶ ἀδιαλλαξίας καὶ ἐχθρότητος, τὸν ὁποῖον εἶχον προκαλέσει τὰ γεγονότα τοῦ Σεπτεμβρίου. Τὴν 21ην Νοεμβρίου, ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν εἰς τὸν Ἐθνάρχην Μακάριον τὴν πρώτην νέαν γραπτὴν διατύπωσιν τῆς πολιτικῆς της ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος καὶ περιεῖχε, κύριοι βουλευταί, αὕτη διὰ πρώτην φορὰν τὴν ἐπίσημον ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ διὰ τὴν Κύπρον. Αἱ προτάσεις αὗται, αἵτινες ἐκοινοποιήθησαν καὶ εἰς ἡμᾶς ἀπερρίφθησαν τόσον ἐκ μέρους τοῦ Ἐθνάρχου, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο, διότι παρὰ τὴν ἀναμφισβήτητον πρόοδον ἡ ὁποία ἐσημειοῦτο διὰ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ διὰ τὴν Κύπρον, ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος ἐξηρτᾶτο ἐκ τόσον ὅρων καὶ προϋποθέσεων, ὥστε καὶ διὰ τὸν Ἐθνάρχην ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐθεωρήθη ἡ πρότασις ἀπαράδεκτος. Ἀπὸ τῆς 21ης Νοεμβρίου μέχρι τῆς 5ης Δεκεμβρίου ἐπανειλημμένως ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν Ἐθνάρχην Μακάριον τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως αὐτῆς, διὰ τὴν προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος καὶ ἐν πλήρῃ ὁμοφωνίᾳ, Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, καθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς διπλωματικὰς προτάσεις, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ἀρνητικῶς. Τὴν 5ην τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, λαβοῦσα γνῶσιν ὅπως ἀνέφερον καὶ προηγουμένως, ἀπὸ τῆς 21ης Νοεμβρίου, τῆς πρώτης αὐτῆς βρεταννικῆς προτάσεως, ἥτις τῆς εἶχε κοινοποιηθῆ, ὑπέβαλεν ἕνα ὑπόμνημα ἐπεξηγηματικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει ὅπως ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶχε κοινοποιήσει τὴν δήλωσιν τὴν 21ην Νοεμβρίου, προβῇ εἰς ὡρισμένας ἀποσαφηνίσεις, εἰς ὡρισμένας μεταβολάς, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ συστήσῃ εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον τὴν ἀποδοχὴν τῆς βρεταννικῆς προτάσεως. Καὶ εἶναι βέβαιον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὅταν ἀκινδύνως διὰ τὸ Κυπριακὸν θέμα θὰ ὑπάρξῃ εὐχέρεια τῆς δημοσιεύσεως τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κειμένου, τότε αὐτὸ θὰ ὑπάρξῃ ἡ πλέον εὔγλωττος ἀπάντησις εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀκούομεν ἀπὸ πολλῶν μηνῶν, περὶ μειοδοσίας ἐθνικῆς καὶ περὶ μειωμένης ἀντιλήψεως τοῦ ἐθνικοῦ μας καθήκοντος. (Χειροκροτήματα). Εἶναι, πράγματι, κύριοι βουλευταί, εὔκολος ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ κριτικὴ εἰς θέματα ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀπὸ ὅσους δὲν φέρουν τὸ βάρος καὶ τὰς εὐθύνας τῆς διαχειρίσεως τοῦ προβλήματος. Τὴν 9ην Δεκεμβρίου μετὰ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε, εἶχεν ἐκπονηθῆ ἐν πλήρει συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου, ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλε νέας προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων εἶχε προβῆ εἰς ὡρισμένας λεκτικὰς μεταβολὰς τῆς ἀρχικῆς, λεκτικὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας καὶ πάλιν ἐθεωρήσαμεν ἀνεπαρκεῖς, καὶ ἑπομένως, δὲν ἀπετέλεσαν καὶ αὗται αἱ προτάσεις βάσιν περαιτέρω συζητήσεων καὶ συμφωνίας. Κατὰ τὴν 11ην τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, εὑρισκόμενος ἐν Παρισίοις, διὰ τὴν σύσκεψιν τῶν ὑπουργῶν τοῦ ΝΑΤΟ, εἶχον καὶ πάλιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξω προφορικῶς τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας τὴν 5ην Δεκεμβρίου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐν τῷ ὑπομνήματι, τὸ ὁποῖον προανέφερον, εἶχε διατυπώσει πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν ἀπόψεις, αἵτινες συνέπιπτον μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Ἐθναρχίας. Πρὸς τούτοις, καὶ πάλιν, κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς, δὲν ἐπῆλθε προσέγγισις τῶν ἑκατέρωθεν ἀπόψεων. Τὴν 9ην Ἰανουαρίου τοῦ 1956 λαμβάνει χώραν νέα συνάντησις τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου μετὰ τοῦ Κυβερνήτου τῆς Κύπρου δι’ ἀνταλλαγὴν ἀπόψεων ἐπὶ τῶν προτάσεων τῆς 9ης Δεκεμβρίου. Ἐπακολουθεῖ, μετὰ ταῦτα μία νέα ὑποβολή, νέων προτάσεων τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, μὲ νέαν μεταβολὴν λεκτικὴν τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ πρῶτον ἡ αὐτοκυβέρνησις καὶ ἔπειτα ἡ αὐτοδιάθεσις εἰς τὴν Κύπρον. Τὴν 2αν Φεβρουαρίου, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, διὰ μιᾶς μακρᾶς ἐπιστολῆς, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι ἐδημοσιεύθη, ἐξήγησε διὰ ποίους λόγους δὲν ἠδύνατο νὰ προσυπογράψῃ τὴν πρότασιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ προβλήματος τοῦ Κυπριακοῦ, διότι ἐθεώρει ὅτι τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν αὐτοδιάθεσιν δὲν ἦσαν ἐπαρκῶς ἐκκαθαρισμένα ἢ μᾶλλον διότι συνεδέοντο μὲ ὅρους πολυπλόκους, ἀλλὰ ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ἐδέχετο νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς αὐτοκυβερνήσεως, δεχόμενος ἁπλῶς τὴν περὶ αὐτοδιαθέσεως Βρεταννικὴν δήλωσιν ὡς βάσιν τῆς ζητουμένης συνεργασίας αὐτοῦ διὰ τὴν εἰρήνευσιν τῆς νήσου, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος αὐτοκυβερνήσεως. Καὶ ὅταν, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἐπροχώρησαν περαιτέρω αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ Βρεταννοῦ Κυβερνήτου καὶ Ἐθνάρχου Μακαρίου, ἀπεδείχθη ὅτι τρία κυρίως σημεῖα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρουν ἀμοιβαίαν συμφωνίαν. Τὸ πρῶτον ἦτο ἡ ἔκτασις καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐφαρμογῆς τῆς γενικῆς ἀμνηστείας, τὴν ὁποίαν ἐζήτει — καὶ ὀρθότατα— ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἠρέμησις τῶν πνευμάτων εἰς τὴν Μεγαλόνησον. Τὸ δεύτερον, ἦτο τὸ σημεῖον καθ’ ὃ ὁ μὲν Βρεταννὸς Κυβερνήτης ἐθεώρει ὡς ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν τῆς ἐφαρμογῆς τῆς αὐτοκυβερνήσεως, τὴν εἰς αὐτὸν ἐπιφύλαξιν τῆς ἁρμοδιότητος ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας δι’ ἀόριστον χρόνον, ἐνῷ ὁ Μακαριώτατος Ἐθνάρχης ἐνετόπιζε τὸν χρόνον τῆς διατηρήσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων αὐτῶν εἰς χεῖρας τοῦ Βρεταννοῦ Κυβερνήτου μέχρις ὅτου ἐκ τῶν πραγμάτων, θὰ εἶχεν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶχεν ἐμπεδωθῇ ἡ τάξις εἰς τὴν Μεγαλόνησον. Ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν σημείων, περαιτέρω προσέγγισις ἀπόψεων ἦτο ἐφικτή. Ἐπὶ τοῦ τρίτου ὅμως σημείου, σημείου βασικοῦ, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ προσέγγισις τῶν ἑκατέρωθεν ἀπόψεων. Διότι, ὁ μὲν Ἀρχιεπίσκοπος καὶ Ἐθνάρχης Μακάριος ἐνεργῶν μετὰ συνέσεως καὶ προσοχῆς, ἐζήτει ἀπὸ τὸν Βρεταννὸν Κυβερνήτην νὰ ἀποσαφηνίσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ τρόπου τῆς συνθέσεως τῆς Κυπριακῆς Βουλῆς, τοὐτέστιν πῶς ἠννόει τὸ δημοκρατικὸν σύνταγμα κατὰ βάσιν, ἂν δηλαδὴ θὰ ὑπῆρχε ἐκπροσώπησις κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ ἢ ὄχι. Ὁ Βρεταννὸς Κυβερνήτης, ἦτο ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἐπιφυλακτικός, ὡμίλει πάντοτε περὶ φιλελευθέρου δημοκρατικοῦ συντάγματος καὶ ἐκλεγομένης πλειοψηφίας μὴ ἀποσαφηνίζων ὅμως ἂν αὕτη ἡ ἐκλεγομένη πλειοψηφία, θὰ ἦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναλογίας τοῦ πληθυσμοῦ ἢ ὄχι. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἀφίκετο εἰς τὴν Κύπρον ὁ Βρεταννὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἀποικιῶν Λένοξ Μπόϋντ, διεξάγονται καὶ πάλιν συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις ἑκατέρωθεν καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Βρεταννὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἀποικιῶν, δὲν ἦτο ἕτοιμος νὰ δώσῃ τὴν ἀποσαφήνισιν τῆς ἐννοίας τῆς πλειοψηφίας, δηλαδὴ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συνετίθετο ἡ μέλλουσα Κυπριακὴ Βουλή. Κύριοι βουλευταί, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ προσέγγισις ἀπόψεων. Ἢ θὰ ἐπρόκειτο περὶ δημοκρατικοῦ συντάγματος μὲ ἀναλογικὴν ἐκπροσώπησιν τοῦ πληθυσμοῦ ἢ θὰ ἐπρόκειτο περὶ Βουλῆς ἐχούσης σύνθεσιν, περίπου ὁμοίαν πρὸς ἐκείνην ἡ ὁποία προϋπῆρχεν ἐπὶ 50 ἔτη, ὅταν ἐλειτούργει τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Κύπρον, τὸ ὁποῖον κατηργήθη μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ 1931. Ἐν τῇ τελευταίᾳ περιπτώσει δὲν θὰ ἐπρόκειτο περὶ δημοκρατικοῦ συντάγματος, ἀλλὰ θὰ ἐπρόκειτο περὶ μορφῆς τινος διωρισμένης, κατά τινα τρόπον, Βουλῆς ἐκ μέρους τοῦ Κυβερνήτου κατὰ τὸ ἓν μέρος· μόνον κατὰ τὸ ἄλλο τμῆμα θὰ ἐκλέγετο ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ. Τὸ ἀξιοπερίεργον εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἶναι ὅτι ὁ Βρεταννὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἀποικιῶν, δὲν ἀπέρριπτεν εὐθέως τὰς προτάσεις τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου, ἀλλὰ τὸν παρέπεμπε εἰς εἰδικὸν συνταγματολόγον, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Βρεταννοῦ Κυβερνήτου, καὶ τοῦ Βρεταννοῦ Ὑπουργοῦ ἐντὸς ὀλίγου νὰ ἀφιχθῇ εἰς τὴν Κύπρον διὰ περαιτέρω διερεύνησιν τῆς μορφῆς τοῦ Συντάγματος, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ἐκπονηθῇ καὶ αὕτη ἡ παραπομπὴ εἰς ἀνώτερον συνταγματολόγον Βρεταννόν, ἦτο φυσικόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δημιουργῇ προσθέτους λόγους ἀμφιβολιῶν εἰς τὸν Ἀρχιεπίσκοπον Μακάριον, περὶ τῶν πραγματικῶν προθέσεων καὶ διαβεβαιώσεων, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ἐπῆλθεν ἡ διακοπὴ καὶ τὸ ναυάγιον τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι διήρκεσαν ἐπὶ πεντάμηνον περίπου μὲ διαφόρους ἐναλλαγὰς καὶ φάσεις. Ἐπιστέγασμα αὐτῶν ὑπῆρξεν ἡ ἀχαρακτήριστος πρᾶξις τῆς ἐκτοπίσεως τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου τῆς Κύπρου, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀδύνατον νὰ συλλάβῃ ἐλευθέρου ἀνθρώπου σκέψις, ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ἕως τὴν προτεραίαν, ὑπῆρχεν ἡ ἐξακολούθησις τῶν διαπραγματεύσεων καὶ ἡ ἀναγνώρισις ὅτι πράγματι ὁ Ἐθνάρχης ἐξεπροσώπει τὸν Κυπριακὸν Λαόν. Δι’ αὐτὸ κ. βουλευταί, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ, ἐθεώρησε καὶ θεωρεῖ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἀχαρακτήριστον καὶ τὴν παραδίδει εἰς τὴν κρίσιν τῶν δημοκρατιῶν τοῦ κόσμου. (Χειροκροτήματα). Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν κ. βουλευταί, ἢ μᾶλλον ἀναλυτικωτέραν ἐξήγησιν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον προτίθεται νὰ πολιτευθῇ ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος ἐφεξῆς, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ ταὐτοχρόνως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀντικρούσω ὡρισμένας κατηγορίας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως αὗται διετυπώθησαν ὑπ’ αὐτῶν κατὰ τὰς χθεσινάς των ἀγορεύσεις. Κατηγορήθη πρῶτον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι μετέβαλε τὸ Κυπριακὸν θέμα ἀπὸ διεθνὲς θέμα εἰς ἐσωτερικὸν θέμα μεταξὺ τῆς Κύπρου καὶ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὅταν, κ. βουλευταί, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω, ἡ ἰδία ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸ διάστημα τῶν τελευταίων 5 μηνῶν διὰ πρώτην φορὰν μέχρι τοῦδε ἐζήτει ἐπανειλημμένως τὴν παρέμβασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν περαιτέρω προώθησιν, κατὰ τὰς ἰδίας της ἀντιλήψεις, τοῦ Κυπριακοῦ θέματος καὶ ὅταν ἀκόμη εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν συζήτησιν εἰς τὸ Βρεταννικὸν Κοινοβούλιον ἀνεγνωρίσθη, ὅτι τὸ Κυπριακὸν θέμα εἶναι διεθνὲς θέμα καὶ ἐννοῶ τὴν συζήτησιν τῶν τελευταίων ἡμερῶν μετὰ τὴν σύλληψιν καὶ ἐκτόπισιν τοῦ Μακαρίου, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθήσῃ ἡ κατηγορία ὅτι τὸ θέμα μετεβλήθη εἰς ἐσωτερικὸν θέμα. Ἀλλὰ δὲν παραμένει μόνον διεθνὲς διὰ τὸν λόγον αὐτόν, παραμένει διεθνὲς καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν εἰς τὸ διάστημα τῶν τελευταίων 5 μηνῶν, ἐπανειλημμένως καὶ πλειστάκις καὶ μάλιστα καὶ πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν, ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὸ ἐνεργὸν ἐνδιαφέρον της διὰ τὴν περαιτέρω προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, συμφώνως πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι διὰ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ὑπεγράμμισε πρὸς στιγμὴν τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν εἶχε περὶ πλήρους εὐθυγραμμίσεως τῆς ἀμερικανικῆς πολιτικῆς μὲ τὰς Βρεταννικὰς ἀπόψεις. Κύριοι βουλευταί, δὲν γνωρίζω πόθεν ἠρύσθη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος τὴν πληροφορίαν, ἀλλὰ εἰς ὑμᾶς ἐναπόκειται νὰ κρίνητε τὴν βαρύτητα τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος καὶ τῆς ἰδικῆς μου ὑπευθύνου ἐνώπιον τοῦ Σώματος διαβεβαιώσεως, ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν διὰ τὸ Κυπριακὸν θέμα, ὄχι μόνον ὑφίσταται, ἀλλὰ αὐξάνει καθημερινῶς. (Χειροκροτήματα). Ἡ δευτέρα κατηγορία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἦτο, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Κυπριακοῦ θέματος κατὰ τὴν ἰδικήν της ἁρμοδιότητα καὶ κατὰ τὸ ποσοστὸν τῆς ἰδικῆς της ἁρμοδιότητος, ἐφρόντισε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν αὐτοδιάθεσιν καὶ μετετόπισε τὸ θέμα ἀπὸ τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τὴν αὐτοκυβέρνησιν. Ἀλλὰ κ. βουλευταί, ἐπικαλοῦμαι τὴν μνήμην σας. Χθὲς ἀκόμη τὸ ἑσπέρας εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἐξηγήθη ὅτι προϋπόθεσις τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν τριμερῆ τοῦ Λονδίνου ἐκ μέρους τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἦτο ἡ ἐκ προοιμίου ἀναγνώρισις κατ’ ἀρχὴν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως.
§13Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους τοῦ ἑνός. Τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων.
§14Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπειδὴ χθὲς ἀπουσίαζα ὅταν ὁ κ. Κανελλόπουλος ἔθιξε τὸ θέμα τῆς τριμεροῦς θὰ ἤθελον νὰ κάμω αὐτὴν τὴν ἀποσαφήνισιν ὡς πρὸς τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρησα ὅταν ἐκλήθην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ ἐνημερωθῶ καὶ νὰ δώσω τὴν γνώμην μου: ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα ἦτο, ὅτι, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν διάσκεψιν, διότι τὸ ἐπιχείρημά μας, διότι τό ζήτημα ἐφέρομεν ἐνώπιον τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ἦτο ἀκριβῶς ὅτι ἡ Ἀγγλία ἠρνεῖτο νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις μαζί μας. Βεβαίως, ἡ πρόσκλησις καὶ τῆς Τουρκίας, ἐδυσχέραινε τὸ ζήτημα, ἀλλὰ καὶ παρὰ τὴν παρουσίαν τῆς Τουρκίας, ἐγὼ ἐπίστευον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἀποδεχθῶμεν τὴν πρόσκλησιν. Συνέστησα ὅμως εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις μεταβαίνων εἰς Λονδῖνον ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, θέση εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ αἴτημα τῆς ἀρχῆς τῆς αὐτοδιαθέσεως καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν γίνῃ δεκτόν, νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς συνδιασκέψεως. Αὐτὴ ἦτο ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβον.
§15Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἐάν, κ. βουλευταί, πρὸς στιγμὴν ἔκαμνον ἀναδρομὴν εἰς τὴν τριμερῆ τοῦ Λονδίνου, δὲν τὸ ἔπραξα αὐτὸ διὰ νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος ἐκείνου. Ἄλλως μὴ ἀφορῶν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, τὸ ἔπραξα διότι ἐπιμόνως ἐλέχθη ὅτι ἐγκατελείφθη ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐρωτῶ κ. βουλευταί, ὅταν ἀπὸ τὴν 21 Νοεμβρίου παρελθόντος ἔτους καὶ κατὰ τὰς ἐπανειλημμένας μεταβολὰς τῆς βρεταννικῆς προτάσεως, ἀναγνωρίζεται ρητῶς, ἔστω διὰ τῆς μεθόδου τῶν διπλῶν ἀρνήσεων, τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως εἰς τὸν Κυπριακὸν Λαόν, ἐγκατελείφθη τὸ δικαίωμα αὐτό, ἢ προωθήθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως; Διατὶ λοιπόν, διατυποῦται αὐτὴ ἡ κατηγορία ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως; Καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατόν, κ. βουλευταί, ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς ἀποχρώσεως, πολὺ προτιμότερον διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, ἀπὸ πάσης πλευρᾶς νὰ ὑπογραμμίζεται ὡς κεκτημένον καὶ ἀναγνωρισθὲν τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως ἀντὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι διὰ λόγους ἐκτιμήσεως, καλοπροαιρέτου ἐκτιμήσεως, νὰ ἀμφισβητῶμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπετεύχθη; Ἐπὶ τέλους, ἡ λεωφόρος, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν πλήρη ἱκανοποίησιν τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, πρέπει ἀπὸ κάπου νὰ ἀρχίσῃ: ἡ δὲ ἔναρξις τῆς λεωφόρου αὐτῆς, κ. βουλευταί, εἶναι ἡ ἐπίσημος ἀπὸ Βρετανικῆς πλευρᾶς, ἀνεξαρτήτως τῶν περιοριστικῶν ὅρων, ἀναγνώρισις τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πλευρᾶς). Δέν εἶναι ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ὑπόθεσις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Αἱ Κοινοβουλευτικαὶ Κυβερνήσεις, κ. βουλευταί, παρέρχονται. Ἡ ἱστορία ὅμως συνεχίζεται προσλαμβάνουσα συνεχῶς νέας μορφάς. Καὶ δι’ αὐτὸ ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις προσφέρει κακὴν ὑπηρεσίαν, ὅταν ἐν παντὶ καὶ πάντοτε δὲν ὑπογραμμίζει τὴν σημειωθεῖσαν πρόοδον εἰς τὸ θέμα τῆς αὐτοδιαθέσεως. Δὲν θὰ πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ δι’ αὐτὴν σημασίαν ὅτι τοῦτο ἐπετεύχθη ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Καραμανλῆ. Ἠδύνατο νὰ εἶχεν ἐπιτευχθῆ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἄλλης τινὸς Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως.
§16Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπιτρέπεται, κ. Ὑπουργέ;
§17Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Παρακαλῶ.
§18Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐτονίσαμεν, τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ θέμα ποὺ ἀναπτύσσετε, εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος, μέχρι τῆς ἀναρρήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, εἶχε μείνει σύμφωνος...
§19Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Μοῦ ἐπιτρέπετε; Μὲ προλάβατε, διότι πρόκειται νὰ συνεχίσω ἐπ’ αὐτοῦ.
§20Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἔχει καλῶς.
§21Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ἡ τρίτη κατηγορία ἡ ἐκτοξευθεῖσα ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ Κυπριακὸν θέμα, εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέλειψε τὴν θέσιν τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως ἐκ μέρους τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου, ὑπανεχώρησε τῆς κοινῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία εἶχε χαραχθῆ ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1955. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι οἱ κ.κ. Ἀρχηγοὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐμελέτησαν ἐπαρκῶς τὴν πρότασιν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, ὡς αὕτη ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν τύπον, μετὰ τὸ ναυάγιον τῶν διαπραγματεύσεων. Ἐὰν τὴν εἶχον μελετήσει, θὰ εἶχον ἴδει ὅτι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει μὲν προθεσμία ἡμερολογιακή, ὑπάρχει ὅμως προθεσμία γεγονότων. Διότι ἡ Βρεταννικὴ πρότασις, ρητῶς διαλαμβάνει, ὅτι ἐφόσον ἡ αὐτοκυβέρνησις θὰ ἀπεδεικνύετο, ὅτι θὰ ἦτο πράγματι ἀποδοτική, τότε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ θὰ εἶχον ἐκ τῆς συμφωνίας αὐτῆς τὸ δικαίωμα νὰ συζητήσουν μετὰ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἔχομεν, λοιπόν, ἐν τῇ Βρεταννικῇ προτάσει ἕνα καθορισμὸν προθεσμίας ἐκ γεγονότων καὶ ἕνα μὴ καθορισμὸν προθεσμίας ἡμερολογιακῆς. Ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅτι, ὅταν τὰ θέματα ταῦτα συνεζήτησα μετὰ τῶν Βρεταννῶν ἐπισήμων, ὡς συμπαραστάτης εἰς τὴν προσπάθειαν τοῦ Ἐθνάρχου διὰ τὴν προώθησιν τοῦ θέματος διὰ τῶν διαπραγματεύσεων, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως ἡ διατύπωσις συμπληρωθῇ καὶ διὰ προθεσμίας, ἐξήγησα τὰ ἐξαιρετικὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνεφάνιζεν ἡ διατύπωσις τῶν προτάσεών τους συμπληρουμένη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ὅπως καὶ προηγουμένως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὸ Σῶμα, ἡ ἄποψις αὐτὴ δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἄνευ βλάβης κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν, νὰ ἀναπτύξω περισσότερον τὸ σημεῖον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἐὰν ἔφθασα μέχρι τοῦ ὁρίου τοῦ δυνατοῦ, τὸ ἔπραξα διὰ νὰ ἀντικρούσω τὴν κατηγορίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν δῆθεν, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐγκαταλείψει τὸ θέμα τῆς προθεσμίας.
§22Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μίαν ἐρώτησιν μοῦ ἐπιτρέπετε;
§23Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ὄχι.
§24Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Φαβοριτισμός.
§25Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Οὐδεὶς φαβοριτισμός. Σᾶς ἐπιτρέπω μίαν διασαφήνισιν, ἀλλ’ ὄχι ἐρώτησιν.
§26Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσε, νομίζω, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ εἰς τὸ ὁποῖον μὲ ἐπρόλαβεν ἦτο τὸ ἑξῆς: Νομίζω ὅτι ἡ κοινὴ γραμμὴ μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ θέρος τοῦ 1954, ἦτο αὐτοδιάθεσις ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας. Εἴπατε ὅτι σᾶς προέλαβε τὸ ἐρώτημα.
§27Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὄχι ἐντελῶς.
§28Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐντὸς εὐλόγου τακτῆς προθεσμίας.
§29Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὑμεῖς, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἀναπτύξεώς σας, ἡ ὁποία εἶναι πράγματι λεπτομερεστάτη, λέγετε τὸ ἑξῆς: «Ὅτι ὑπῆρχε προθεσμία, ὑπῆρχεν, ἂν θέλωμεν ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν, τακτὴ προθεσμία, ὄχι τακτὴ ἡμερολογιακή, ἀλλὰ τακτὴ ἐξ ἑνὸς γεγονότος περὶ τῆς λειτουργίας τῆς αὐτοκυβερνήσεως. Μία ἐμπέδωσις ἑνὸς συστήματος λειτουργίας. Ἐὰν δὲν εἴχατε πεισθῆ, κ. Ὑπουργέ, περὶ αὐτοῦ, θὰ ἠδύνατό τις μὲ ἐπιείκειαν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἑρμηνείαν σας. Ἀλλὰ σεῖς ὁ ἴδιος αὐτὴν τὴν στιγμὴν κατεστρέψατε τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε. Διότι ὅταν λέγετε, ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὁ συμπαραστάτης τοῦ Ἀρχιεπισκόπου ἐζήτησα μίαν διευκρίνισιν, προφανῶς ἡμερολογιακὴν, ἐκτὸς τῆς DE FACTO καὶ ἐκ γεγονότος μελλοντικοῦ ἐξηρτημένης προθεσμίας, μοῦ ἠρνήθησαν οἱανδήποτε περαιτέρω διευκρίνισιν. Δηλαδή, ἂν μὲν δὲν εἴχατε προχωρήσει, θὰ ἦτο ἀπάντησις. Μὲ τὴν ἀπάντησιν ὅμως, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε, δὲν ὑπάρχει πλέον τακτὴ προθεσμία.
§30Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Τὸ ἐπικαλούμενον γεγονὸς τῆς πραγματοποιήσεως τῆς αὐτοκυβερνήσεως, δὲν ἀποτελεῖ προθεσμίαν τακτὴν ἢ ἔκτακτον, ἀλλὰ αἵρεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύεται ὅπως γνωρίζετε καλύτερον καὶ ἀπὸ ἐμέ, καὶ ἀπὸ πολλὰς ἄλλας ἀπραγματοποιήτους αἱρέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξαρτοῦν τὴν αὐτοδιάθεσιν καὶ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Τουρκίας καὶ τῶν συμμάχων τοῦ Συμφώνου τῆς Βαγδάτης.
§31Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Λυποῦμαι, διότι γίνονται ἀναπτύξεις γνωμῶν καὶ δὲν γίνονται ἁπλῶς διακοπαὶ ἢ διασαφηνίσεις.
§32Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διακοπῆς. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸν καὶ νομίζω, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀπαγορεύονται ἀλλ’ ἐπιβάλλονται αἱ διακοπαὶ, ὅταν γίνωνται μὲ εὐπρέπειαν καὶ ἔχουν ὡς σκοπὸν τὴν διασαφήνισιν.
§33Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε συνάδελφε ἐκ Κοζάνης, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πράγματι ἐπιβάλλονται, ἀλλὰ πιστεύσατε, ὅτι ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι εἰς θέσιν νὰ σᾶς παράσχῃ εἰς τὸ θέμα πλήρεις ἀποσαφηνίσεις, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν κρίσιν τους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βλάβη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν.
§34Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω.
§35Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, εἶναι προφανές, ὅτι δὲν μᾶς ἐτίμησε κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτὴν τῆς προσοχῆς του. Διότι ἂν μᾶς εἶχε τιμήσει τῆς προσοχῆς του, θὰ ἔβλεπε καὶ θὰ ἐνεθυμεῖτο ὅτι κατὰ τὰς προτάσεις τῆς 4ης Ὀκτωβρίου, πρὸ δηλαδὴ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, ἥτις, ὡς γνωστόν, ἐσχηματίσθη τὴν 6ην Ὀκτωβρίου, αἱ προτάσεις αὐταί, ἀπὸ Κυπριακῆς πλευρᾶς, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἐξηγήσω καὶ ἐξήγησα ἄλλωστε καὶ προηγουμένως, ἐσημείωσαν αὐτὴν τὴν διαφοράν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ συμβάντα προηγουμένως. Ὅτι δηλαδὴ ἐζητεῖτο ρητὸς καθορισμὸς προθεσμίας αὐτοδιαθέσεως. Κύριοι βουλευταί, ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ σημείου, λόγῳ τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, καὶ τὴν ὁποίαν προφανῶς, δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῶ, διὰ νὰ μὴ παραταθῇ ἐπὶ πλέον ἡ συζήτησις. Ἔπρεπε ν’ ἀντιληφθῶμεν πάντες, ὅτι μία ἐκ τῶν βασικῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν κατὰ τῆς διεκδικήσεως τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος τῆς αὐτοδιαθέσεως ἐκ μέρους τῶν Κυπρίων καὶ κατὰ τὴν πρώτην ἀπόρριψιν τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τῶν Ἡνωμ. Ἐθνῶν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀπόρριψιν, ἦτο τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀδιαλλαξίας ἐκ μέρους τῶν Κυπρίων, τῆς ἀρνήσεώς των δῆθεν δι’ οἱανδήποτε ἐποικοδομητικὴν συζήτησιν καὶ προώθησιν τοῦ θέματος διὰ διαπραγματεύσεων. Καὶ θεωρῶ, ὅτι ἡ συμπαράστασις ὁλοκλήρου τῆς κοινῆς γνώμης τῶν ἐλευθέρων κρατῶν προϋπέθετεν, καὶ εὐτυχῶς τοῦτο ἐπετεύχθη, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀδιαλλαξίας δὲν θὰ εἶχε πλέον ἀπήχησιν. Καὶ εἶμαι ἐντελῶς πεπεισμένος, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο δὲν ὑφίσταται πλέον. Δὲν ἐμνημόνευσα τὴν διατύπωσιν τῆς εὐρύνσεως, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ βουλευτὴς ἐκ Κοζάνης, διὰ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ προτιμητέα διατύπωσις. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅμως, ἐνόμισεν ὅτι ἡ αἵρεσις αὐτὴ ὀφείλει νὰ συμπληρωθῇ καὶ διὰ προθεσμίας. Κατόπιν τούτου, δύναται τὸ Σῶμα, νὰ κρίνῃ ἐὰν πράγματι εὐσταθῇ ἢ ὄχι ἡ κατηγορία ὅτι ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος, ἐγκατελείφθη ἡ τοποθέτησις τῆς προθεσμίας διὰ τὴν αὐτοδιάθεσιν.
§36Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐὰν κατελήξατε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν ἀπάντησιν, ἐπειδὴ διεκόπη ἡ προηγουμένη διακοπή.
§37Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Μόνον παρακαλῶ συντόμως.
§38Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, αἰσθάνομαι εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ Σώματος διὰ νὰ ἐπιβεβαιώσω τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν καὶ ἀκολουθοῦμεν καὶ εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διαφοραί. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν γραμμήν, εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διαφορά, αἱ ἄλλαι διαφοραὶ ἀφοροῦν τὸν χειρισμόν. Εἶπον, τὸ σύνολον, τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἶχε χαράξει τὴν γραμμὴν ὅτι ἡ αὐτοδιάθεσις θὰ ἐπιδιωχθῇ «ἐντὸς εὐλόγου τακτῆς προθεσμίας» καὶ ὑπεστήριξα ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις μετέβαλε γραμμήν. Ἠρκέσθη εἰς τὴν ἐπιδίωξιν τῆς κατ’ ἀρχὴν αὐτοδιαθέσεως καὶ εἰς τὴν περαιτέρω ἐπιδίωξιν αὐτοκυβερνήσεως. Εἴπατε, ὅταν ἀνήλθατε εἰς τὸ βῆμα, ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτός, ὁ ἰδικός μας, δὲν ἦτο ἀκριβὴς καὶ προσεπαθήσατε νὰ δώσετε ἐξηγήσεις. Αἱ ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἐδώσατε, ἐπεβεβαίωσαν κατ’ ἀπόλυτον τρόπον τὴν ἀκρίβειαν τῆς ἰδικῆς μας ἀπόψεως, διότι ἐδηλώσατε ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρχεν εὔλογος τακτὴ προθεσμία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε εὔλογος τακτὴ προθεσμία πρὸς ἔναρξιν συζητήσεων ἐπὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἐπειδὴ καὶ αἱ συζητήσεις αὐταὶ θὰ ἐξηρτῶντο ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς εὐδοκιμήσεως τῆς αὐτοκυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξετιμᾶτο ἀπὸ τὴν Μεγ. Βρεταννίαν, καθὼς καὶ ἀπὸ συνδρομὴν ἄλλων περιστατικῶν. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ἐνώπιον τοῦ Σώματος, εἶναι βάσιμον καὶ σᾶς εὐχαριστῶ διότι τὸ ἐπεβεβαιώσατε ἀπὸ τοῦ βήματος. (Χειροκροτήματα).
§39Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρέμβω εἰς τὴν συζήτησιν διὰ νὰ διευκρινίσω τὸ σημεῖον αὐτό, διότι εἶναι λεπτὰ σημεῖα καὶ πέριξ αὐτοῦ τοῦ σημείου στρέφονται ὅλαι αἱ ἀμφισβητήσεις. Ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν 5ην Δεκεμβρίου 1955, ὑπόμνημα τὸ ὁποῖον προεκλήθη ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπαντήσεως εἰς ἐπανειλημμένας προσκλήσεις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, ὅπως παρεμβαίνοντες, συστήσωμεν εἰς τὸν Μακάριον νὰ ἀποδεχθῇ τὰς ἀγγλικὰς προτάσεις. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, περιέχεται εἰς τὴν ἀγγλικὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἀπεδέχθημεν καὶ ἀπεκρούσαμεν. Εἰς ἀπάντησιν τῶν παρακλήσεων, ὅπως παρεμβῶμεν καὶ συστήσωμεν εἰς τὸν Μακάριον νὰ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις αὐτάς, συνετάξαμεν τὸ ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήσαμεν ἄμεσον καὶ ἄνευ ἐπιφυλάξεων ἀναγνώρισιν τῆς αὐτοδιαθέσεως, πλήρη αὐτοκυβέρνησιν στηριζομένην ἐπὶ Δημοκρατικῆς βάσεως καὶ τακτὴν προθεσμίαν. Εἶναι ἡ μόνη θέσις, τὴν ὁποίαν ἐγγράφως ἔλαβεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ ζητήματος. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς συμπολιτεύσεως). Αὐτὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διεξαγωγῆς τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Κυπρίων. Ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ γίνω σαφέστερος, αἱ διαπραγματεύσεις αὐταὶ ἤρχισαν δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας πρὶν ἢ σχηματισθῇ ἡ πρώτη ὑφ’ ἡμᾶς Κυβέρνησις. Καὶ σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ποία ὑπῆρξεν ἡ τότε πρότασις τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου, ὁ ὁποῖος ἐκτιμῶν τὴν κατάστασιν τῆς νήσου καὶ γνωρίζων καλύτερα τοὺς πόθους τῶν Κυπρίων, ἀλλὰ καὶ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας εἶχεν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ, εἶχε λάβει τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπὶ τῆς θέσεως αὐτῆς ἀπήντησεν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις καὶ τῆς ἀγγλικῆς αὐτῆς προτάσεως ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι βελτιώσεις χωρὶς ὅμως νὰ δοθῇ ἡ μορφὴ εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἦτο πρότασις ἀγγλική. Δὲν ἦτο πρότασις ἑλληνική. Καὶ εἰς τὴν ἀγγλικήν, τὴν ὁποίαν ἀπέρριψεν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἀπήντησε δι’ αὐτοῦ τοῦ ὑπομνήματος, εἰς τὸ ὁποῖον συνίστα ὅπως πρὸς ἐπιτυχῆ καὶ ὁριστικὴν λύσιν τοῦ Κυπριακοῦ γίνῃ δεκτὴ καὶ προθεσμία. (Χειροκροτήματα).
§40Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δοκιμάζω ἔκπληξιν ἀπὸ τὴν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία διαπιστώνεται μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§41Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, κάμνω μίαν διευκρίνισιν, διότι ὅταν ὁ κ. Θεοτόκης ὡμίλει περὶ προθεσμίας προκυπτούσης ἐκ τῶν πραγμάτων, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὴν ἀγγλικὴν πρότασιν.
§42Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ πείσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πλανᾶται εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν σκέψεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναφέρεται εἰς τὸ ὑπόμνημα εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ζητεῖ τακτὴν προθεσμίαν. Θὰ παρεκάλουν πρῶτον νὰ γίνῃ μία ἀποσαφήνισις. Τακτὴ προθεσμία πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἢ πρὸς ἔναρξιν συζητήσεων ἐπὶ τῆς αὐτοδιαθέσεως;
§43Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερ.). Πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως.
§44Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, μᾶς ἐπληροφόρησεν, ὅτι ἕως ἐσχάτως κατελογίζετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἡ ἀδιαλλαξία.
§45Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ὄχι, δὲν εἶπον τέτοιο πρᾶγμα.
§46Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἴπατε ὅτι κατελογίζετο ἡ ἀδιαλλαξία εἰς τὸν Κυπριακὸν λαὸν καὶ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἀδιαλλαξία αὐτὴ δὲν ὑφίστατο καὶ ἑπομένως ἦτο δυνατὴ συζήτησις ἐπὶ ἄλλης βάσεως. Ἐπιθυμῶ ἐπίσης νὰ προσθέσω τοῦτο. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηρίζῃ ὅτι ἡ γραμμὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐξηκολούθει μέχρις ἐσχάτων νὰ εἶναι γραμμὴ εὐλόγου τακτῆς προθεσμίας εἶναι ἀκατανόητος ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι ὑπῆρξεν ἀνεπιφύλακτος συμπαράστασις εἰς τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Κύπρου, ἡ γραμμὴ τοῦ ὁποίου ἦτο προφανῶς διάφορος.
§47Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερν.). Δύναμαι νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν σας δηλῶν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δηλώσασα ὅτι δὲν θὰ ἀποδεχθῇ τίποτε ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι δέχονται οἱ Κύπριοι, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων νὰ διατυπώσῃ ἀπόψεις πέραν τῶν ἀπόψεων τοῦ Ἐθνάρχου Μακαρίου. (Χειροκροτήματα). Διατὶ ἀπορεῖτε, κύριε Πρόεδρε; Ἠθέλησα διευκολύνων τὴν συζήτησιν νὰ κάμω καὶ αὐτὴν τὴν διευκρίνησιν διότι, ἐπαναλαμβάνω, πέριξ τοῦ σημείου αὐτοῦ περιστρέφονται αἱ ἀμφισβητήσεις καὶ διατυποῦται ἡ κατηγορία, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τό σημεῖον αὐτὸ δὲν ἔδειξεν ὅσην ἐπεβάλετο ἐμμονήν. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπόν, εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀρχίσει μεταξὺ τῶν Κυπρίων καὶ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως, πρὶν ἢ σχηματίσω ἐγὼ τὴν Κυβέρνησίν μου, δὲν εἶχε τεθῆ ὁ ὅρος αὐτός. Ὅταν ἐκλήθην ὡς Κυβέρνησις νὰ παρέμβω, προσέθεσα αὐτὸν τὸν ὅρον διὰ νὰ ἐνισχύσω περαιτέρω τὴν θέσιν τοῦ Μακαρίου. (Χειροκροτήματα).
§48Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐρωτῶ· μετὰ τὴν παρέμβασιν αὐτὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ γραμμὴ τῶν διαπραγματεύσεων τοῦ Μακαρίου μετεβλήθη, ἢ ἐξηκολούθησεν ὅπως καὶ πρίν, χωρὶς εὔλογον τακτὴν προθεσμίαν αὐτοδιαθέσεως; Καὶ ἐάν, ὅπως εἶναι βέβαιον, δὲν περιείχετο, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μέχρις ἐσχάτων ἡ ἀξίωσις εὐλόγου τακτῆς προθεσμίας διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς αὐτοδιαθέσεως, πῶς ἐννοεῖται ἡ διπλῆ πολιτικὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἄλλη μὲ τὸ ὑπόμνημα τῆς ἀνενδότου ἀξιώσεως εὐλόγου τακτῆς προθεσμίας καὶ ἄλλη τῆς ἀμερίστου συμπαραστάσεως πρὸς τὸν Μακάριον, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖ διάφορον γραμμήν;
§49Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρ. Κυβερνήσεως). Ἰδοὺ διατί. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἐπιζητήσῃ τὸ ὅλον, ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ζητήσῃ τὴν πλήρη λύσιν. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος ἔκαμε διαπραγματεύσεις ἐπιδιώκων σταδιακῶς νὰ φθάσῃ εἰς τὴν λύσιν.
§50Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μὲ τὴν ἰδικήν σας συμπαράστασιν.
§51Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀμέριστον.
§52Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἄλλην εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ ἄλλην εἰς τὴν Λευκωσίαν.
§53Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ἡ ἰδική μας ἄποψις ἦτο εὐρυτέρα τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ Ἐθνάρχης Μακάριος, διότι διὰ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κληθεῖσα νὰ λάβῃ ὁριστικὴν θέσιν ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, διετύπωσε πλήρως τὰς ἀπόψεις της ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, διαπραγματευόμενος ἐπὶ πέντε μῆνας τὸ θέμα, ἐπεδίωκε τὴν σταδιακὴν λύσιν διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν του. Εἰς πᾶσαν ἐνέργειάν του, εἰς πᾶν διάβημά του ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἵστατο συμπαραστάτις του, ἀρνουμένη, ὄχι μόνον νὰ συστήσῃ εἰς τὸν Μακάριον συνδιαλλαγήν, ἀλλὰ λέγουσα εἰς αὐτὸν νὰ μὴ δεχθῇ οἱανδήποτε ὑποχώρησιν, βέβαιος ὤν, ὅτι ἔχει πλήρη τὴν συμπαράστασιν τοῦ Ἔθνους. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ παράτασις τῶν χειροκροτημάτων μίαν μόνον ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ: Τὴν ἀνησυχίαν ὅτι ἐπιβεβαιώνεται καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διπλῆ γραμμή, ἄλλη εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ ἄλλη εἰς τὴν Λευκωσίαν.
§55Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Δὲν γνωρίζω διατὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀμφισβητοῦνται ὡρισμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐξ ἐγγράφων, ἐνῷ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, δὲν εἶναι θέμα μεταφυσικόν, εἶναι θέμα πραγματικὸν καὶ ἡ ἱστορία του προκύπτει ἀπὸ σαφεῖς ἐνεργείας καὶ κείμενα. Δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀμφισβητῶμεν γεγονότα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐξ ἐγγράφων. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ θέσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς δὲν δύναται νὰ κατηγορῆται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὔτε δι’ ἐγκατάλειψιν τῆς αὐτοδιαθέσεως, ἡ ὁποία ἀνεγνωρίσθη, οὔτε ἀκόμη διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐζήτησε τακτὴν προθεσμίαν, διότι διὰ τοῦ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον συνέταξε, τὴν ἐζήτησεν. Εἶναι μία ἀποσαφήνισις, ἡ ὁποία νομίζω ὑποβοηθεῖ τὴν συζήτησιν.
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πρακτικῶς ἀξίαν ἔχει ἡ διαπραγμάτευσις τοῦ Μακαρίου.
§57Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐσταματήσαμεν τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ Μακαρίου;
§58Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκάματε ταὐτοχρόνως καὶ τὰ δύο.
§59Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρ. Κυβερν.). Ἡ συνδρομή μας πρὸς τὸν Μακάριον ἦτο ἄνευ ὅρων. Ἀλλὰ ὅταν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν παρέμβασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἴπομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ παρέμβωμεν ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ ἐδέχοντο τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα.
§60Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἂν κατέληγεν ὁ Μακάριος εἰς συμφωνίαν, δὲν θὰ εἴχατε δεχθῆ;
§61Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἀσφαλῶς ναί.
§62Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἰδοὺ ἡ ὁμολογία.
§63Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Διατὶ ἐκπλήττεσθε; Ἐδηλώσαμεν καὶ δηλοῦμεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν οὔτε περισσότερα, οὔτε ὀλιγώτερα ὑπὸ ὅ,τι δέχονται οἱ Κύπριοι. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος). Ἡ πολιτικὴ τῆς μειοδοσίας καὶ τῆς πλειοδοσίας ἐπὶ τοῦ Κυπριακοῦ θέματος, εἶναι ἐπικίνδυνος. Ἡμεῖς ἐθέσαμεν ὡς βάσιν νὰ μὴ δεχθῶμεν τίποτε ὀλιγώτερον ἢ τίποτε περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι δέχονται οἱ Κύπριοι.
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Σεῖς ὁ ἴδιος τὸ ὁμολογεῖτε. Διατί, λοιπόν, ἐνοχλεῖσθε, διότι τὸ λέγω ἐγώ;
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, συνεχίσατε, εἰ δυνατὸν ἄνευ διακοπῶν.
§66Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Θὰ παρεκάλουν, τοὺς ἀξιοτίμους κ.κ. Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ θελήσουν νὰ μὴ μὲ διακόψουν πλέον, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ μὲ κάποιαν συνέχειαν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μεγάλου πράγματι ὑπὸ κρίσιν θέματος. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς ἑτέραν κατηγορίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Μᾶς κατηγοροῦν ἐπὶ διπλωματικῇ ἀπομονώσει. Ὅτι δηλαδὴ διὰ τῆς ἀκολουθηθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πολιτικῆς, ὡδηγήσαμεν, κύριοι βουλευταί, τὴν χώραν εἰς διπλωματικὴν ἀπομόνωσιν. Ἀλλὰ ἐρωτῶ: Διπλωματικὴν ἀπομόνωσιν διατί; Διότι δὲν ἔχομεν καλὰς σχέσεις μὲ τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν; Διότι αἱ σχέσεις μας δὲν ἔχουν ἀποκατασταθῆ μετὰ τῆς Τουρκίας; Ὥστε δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀπομόνωσις, ἂν εἴχομεν ὁμαλὰς σχέσεις μὲ τὰς δύο αὐτὰς χώρας καὶ ὑφίσταται ἀπομόνωσις ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι αἱ σχέσεις μας μετὰ τῶν δύο αὐτῶν χωρῶν δὲν εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ὤφειλον νὰ ἦσαν; Δηλαδὴ μὲ ἄλλους λόγους, προσδιοριστικὸν στοιχεῖον τῆς διπλωματικῆς ἀπομονώσεως τῆς χώρας, εἶναι ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἡ ὕπαρξις φιλικῶν διπλωματικῶν σχέσεων μετὰ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τουρκικῆς; Πέραν αὐτῶν τῶν δύο χωρῶν, εἰδικῶς μάλιστα αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἡ Ἑλλάς, ὅπως καὶ προηγουμένως ἐξήγησα, διαθέτει καὶ τὴν θερμὴν συμπαράστασιν μεγάλων Δημοκρατιῶν, ἄλλων πολλῶν χωρῶν καὶ ἐντὸς τοῦ Δυτικοῦ Συνασπισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ Δυτικοῦ Συνασπισμοῦ. Ποῦ, λοιπόν, στηρίζεται αὐτὴ ἡ κατηγορία, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς μας ὡδηγήσαμεν εἰς διπλωματικὴν ἀπομόνωσιν τὴν χώραν; Θὰ ἔπρεπε, πράγματι, νὰ δεχθῶμεν, ὅτι εἰς τὴν σκέψιν τῶν κατηγόρων μας προσδιοριστικὸν στοιχεῖον τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ἀπομονώσεως διπλωματικῆς, πρέπει νὰ θεωροῦνται ἀποκλειστικῶς αἱ φιλικαὶ διπλωματικαὶ σχέσεις μετὰ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Τουρκίας. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐξυπηρετεῖται, κύριοι βουλευταί, τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, ἂν ἐντοπίσωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς διπλωματικῆς προβολῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς ὁμαλὰς σχέσεις μετὰ τῆς Μεγάλης Βρεταννίας καὶ τῆς Τουρκίας ἀποκλειστικῶς. Καὶ ἐρχόμεθα ἐπὶ τέλους καὶ εἰς τὴν τελευταίαν κατηγορίαν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατηγορίαν ἡ ὁποία διετυπώθη ἀπὸ ὅλους τοὺς Ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅσοι ἐπέρασαν ἀπὸ τὸ βῆμα αὐτὸ μέχρι τοῦδε. Ἐλέχθη ὅτι τάχα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγώ, διὰ λόγους καθαρῶς κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἠθελήσαμεν νὰ ἐξαπατήσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, προεκλογικῶς δηλώσαντες, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοδιαθέσεως εἶχεν ἀναγνωρισθῆ διὰ τὸν Κυπριακὸν λαόν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι σαφὴς ἡ τοποθέτησίς μας ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Οὐδέποτε ὡμιλήσαμεν, εἴτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐγώ, περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς αὐτοδιαθέσεως. Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον τῶν Βρεταννικῶν προτάσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίζετο τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοδιαθέσεως κατ’ ἀρχήν, τίποτε πλέον καὶ τίποτε ἐπὶ ἔλαττον δὲν εἴπομεν πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ κατηγορία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν εὐσταθεῖ. Ἀλλὰ καὶ ἡ περαιτέρω κατηγορία τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, περιεχομένου πολιτικοῦ, ἀφορῶντος τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, τοὐτέστι τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἔχει προσφύγει εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας διὰ τὴν προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, κύριοι βουλευταί, δὲν εὐσταθεῖ διὰ τοὺς κατωτέρω δύο λόγους. Ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας, θὰ διήρχετο, ἄν ἐγένετο, διάφορα στάδια, στάδιον προδικαστικὸν καὶ κύριον στάδιον, διὰ νὰ φθάσωμεν τελικῶς εἰς τὴν ἀπόφασιν. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἐνδιαμέσου σταδίου. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ τελικοῦ σταδίου, δηλαδὴ περὶ τῆς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀσφαλείας καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ «βέτο» δὲν ἐπέτρεπε νὰ ἐλπίζωμεν εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς τοιαύτης προσφυγῆς. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§67Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ προδικαστικοῦ.
§68Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Σᾶς εἶπον, κατὰ τὴν τελικὴν φάσιν τῆς κρίσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας. Παρακαλῶ, ἂν θέλετε, παρακολουθήσατέ με. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, τὸ προδικαστικὸν στάδιον, σεῖς ὅλοι οἱ κύριοι Ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, φαίνεσθε θεωροῦντες ὅτι ἡ ἐμφάνισις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας εἶναι κεκτημένη, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι προτείνετε προσφυγὴν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας χωρὶς, κατὰ τὸ προδικαστικὸν στάδιον, νὰ δυνηθῇ νὰ παρουσιασθῇ ἡ Ἑλλάς. Διότι ἂν αὐτὸ ὑποστηρίζετε, τότε εὐλόγως θὰ δύναμαι ἐγὼ νὰ σᾶς ἀντιπαρατηρήσω, ὅτι ἡ τοποθέτησις αὐτὴ εἶναι ἐσφαλμένη, διότι οὔτε κἂν συζήτησις κατὰ τὸ προδικαστικὸν στάδιον τῆς προσφυγῆς θὰ ἐγίνετο. Καὶ ἰδού, διατὶ δὲν θὰ ἐγίνετο. Διότι ἅπαξ κατετέθη ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀσφαλείας, παρ’ ὅ,τι εἶναι θέμα διαδικασίας, ὅπου δὲν χωρεῖ τὸ βέτο, θὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ προσφεύγων νὰ παρουσιασθῇ καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐμφανίζει τὴν ὑπόθεσίν του εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας.
§69Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Θὰ γίνῃ συζήτησις καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν, διὰ νὰ ἐγγραφῇ.
§70Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ὑπόθεσιν, προσφυγή. Θὰ καλέσῃ τότε ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου Ἀσφαλείας τὸ Συμβούλιον, νὰ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ἂν θὰ κληθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις της. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐρήμην τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἀποφασισθῇ ἐὰν θὰ εἰσέλθῃ εἰς συζήτησιν εἰς τὸ προδικαστικὸν στάδιον, ὁπότε καὶ μόνον ἐν καταφατικῇ περιπτώσει, θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐμφανίσῃ τὴν προσφυγήν της. Καὶ ἐπειδὴ ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὔλογος πιθανότης, ὅτι οὔτε κἂν θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐμφανίσῃ εἰς τὸ προδικαστικὸν στάδιον τὴν προσφυγήν της, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, δὲν προσέφυγεν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας μέχρι τοῦδε. Καὶ λέγω μέχρι τοῦδε διότι δὲν ἀποκλείεται ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων καὶ ἐν τῇ ἀποσαφηνίσει τῆς θέσεως ὡρισμένων μελῶν τοῦ Συμβουλίου νὰ ὑπάρξουν τὰ δεδομένα, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ προδικαστικὸν στάδιον ἡ Ἑλλὰς νὰ δυνηθῇ νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις της, ὁπότε σταθμίζουσα ἡ Κυβέρνησις τὰς συνεπείας, θὰ κρίνῃ ἐὰν θὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν προσφυγὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἀσφαλείας.
§71Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς τὸ σημεῖον τῆς ἀπομονώσεως, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα.
§72Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀτυχεστέρα διακοπή, τὴν ὁποίαν ἐκάματε. Διότι ἐὰν ὑποστηρίζετε, ὅτι τεκμήριον τῆς διπλωματικῆς ἀπομονώσεως τῆς Ἑλλάδος εἶναι, ὅτι δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ πείσῃ τρεῖς χώρας νὰ ὑποστηρίξουν τὴν προσφυγήν της εἰς τὸ Συμβούλιον Ἀσφαλείας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶσθε ἀνημέρωτος ἀπὸ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
§73Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ ΝΑΤΟ, μία μόνον χώρα μᾶς ὑπεστήριξε. Τόσον εἶσθε σεῖς ἐντὸς τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων.
§74Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἰδού, κ. συνάδελφε, ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ὅπου νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ ἐξήγησα τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἓξ αὐτὰς κυρίας κατηγορίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κυπριακοῦ. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο πλήρης ἡ ἐνημέρωσις τοῦ Σώματος, ἐὰν δὲν προέβαινον καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν προθέσεων τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν περαιτέρω προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ χρησιμοποιήσῃ πᾶν πρόσφορον διαδικαστικὸν καὶ οὐσιαστικὸν μέσον, διὰ τὴν περαιτέρω προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Ἐπιθυμῶ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, νὰ πληροφορήσω τὸ Σῶμα, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῶν διαδικαστικῶν ἐνεργειῶν, νοεῖται ἡ προέκβασις κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὰ Ἡνωμένα Ἔθνη, ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις ἐνώπιον ἄλλων διεθνῶν ὀργανισμῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις θὰ κρίνῃ ὅτι σημειοῦται σχετικὴ πρόοδος. Τὰ πολιτικὰ ἐξ ἄλλου μέσα, εἶναι μέσα διπλωματικῆς καθ’ ὁλοκληρίαν φύσεως, τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τώρα ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τώρα παρεμπιπτόντως νὰ ἀποτανθῶ πρὸς ἡμᾶς καὶ δι’ ἡμῶν πρὸς τὴν ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸν ἑλληνικὸν Τύπον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ μία διαφοροποίησις εἰς τὴν σκέψιν τῶν Ἑλλήνων. Εἶναι, κύριοι, πλάνη σοβαρὰ ἡ ταύτησις τοῦ Βρεταννικοῦ Λαοῦ μετὰ τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὴν Μ. Βρεταννίαν ὁ Κυπριακὸς λαὸς ἔχει πολλοὺς φίλους, οἱ ὁποῖοι δὲν συμμερίζονται τὴν πολιτικὴν τῆς Βρεταννικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἶναι λάθος ὁ Ἑλληνικὸς Τύπος καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, νὰ κρίνῃ τοὺς δύο αὐτοὺς παράγοντας ἄνευ διακρίσεως. Εἰς τὸν Βρεταννικὸν λαὸν δύναται νὰ στηρίζεται καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς καὶ ὁ Κυπριακός, διὰ τὴν συναντίληψιν καὶ συμπαράστασίν του, εἰς τὸ αἴτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως τῆς Κύπρου. Καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀφορμῆς, κύριοι βουλευταί, πιστεύσατε, τὸν ὑπευθύνως διαχειριζόμενον τόν τομέα τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ὅτι ἡ κατάστασις δὲν εἶναι εὔκολος. Ἐπιπτώσεις τῶν προβλημάτων τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὑπάρχουν πολλαὶ καὶ ὡς ἐκ τούτου, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ἔχει, ὡς ὀλίγοι λαοί, ἀνεπτυγμένον τὸ πολιτικόν του διαισθητήριον, ὀφείλει, νὰ κατανοήσῃ ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν προώθησιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων των, ἐπιβάλλεται ταυτοχρόνως νὰ ὑπάρξῃ καὶ σύνεσις, εἰς τρόπον ὥστε μὲ ἠρεμίαν, ἀλλὰ καὶ ἀποφασιστικότητα καὶ παλμὸν ἐθνικόν, νὰ συμπαρίσταται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ ἂν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία διαχειρίζεται ὑπευθύνως τὴν ἐξωτερικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταί, θὰ εἰσέλθω τώρα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ἄλλου θέματος τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας, εἰς τὸ θέμα τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν σχέσεων. Ἠκούσατε εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει τὴν δέουσαν σημασίαν εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ Βαλκανικοῦ Συμφώνου καὶ συνεπῶς καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἁρμονικῶν σχέσεων μετὰ τῆς γείτονος Τουρκίας. Αἱ σχέσεις αὗται ὑπέστησαν σοβαρώτατον κλονισμὸν καὶ ὁ κλονισμὸς αὐτὸς ὀφείλεται, ὅπως πάντες γνωρίζετε, εἰς τὰ γεγονότα τῆς 6ης Σεπτεμβρίου ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐν Σμύρνῃ. Ὅταν ἐσχηματίσθη ἡ πρώτη Κυβέρνησις ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐθνικῆς Ριζοσπαστικῆς Ἑνώσεως, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως δὲν εὐσταθοῦσεν, ἐθεωρεῖτο τότε, ὅτι ἡ Τουρκία εἶχε δώσει τὰς δεούσας ἐξηγήσεις διὰ τὰ γενόμενα. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σταθμίζουσα τὸ ἐθνικὸν συμφέρον, σταθμίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς πλήρους ἱκανοποιήσεως διὰ τὰς συμφορὰς τῆς 6 Σεπτεμβρίου, ἀλλὰ σταθμίζουσα καὶ τὸ ὑπέρτατον χρέος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Ἔθνος, τῆς ἠθικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς προσβληθείσης σημαίας μας ἐν Σμύρνῃ κατὰ τὴν 6 Σεπτεμβρίου, ἠκολούθησε καὶ εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς τομεῖς σταθερὰν καὶ ἀμετακίνητον γραμμήν. Ἀποτέλεσμα τῆς γραμμῆς αὐτῆς ὑπῆρξεν, ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐθνικὴν ἱκανοποίησιν, σύμφωνα μὲ τοὺς στρατιωτικοὺς κανονισμούς, ἡ τελετὴ τῆς Σημαίας καὶ εἰς τὸ ἐν Σμύρνῃ Προξενεῖον, ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως, ἡ διὰ τῆς στάσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐπιμόνου αἰτήματος πρὸς τὴν Τουρκίαν προώθησις τοῦ νόμου τῶν ἀποζημιώσεων. Καὶ εἰς τὸ θέμα τοῦ νόμου τῆς ἀποζημιώσεως παρετηρήθη ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ὑπῆρξε σφάλμα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀποδοχή, ὡς προϋποθέσεως ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεων, τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου, ὅτι ἔπρεπε τάχα νὰ ἀναμένῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου. Φαίνεται, ὅτι ὁ τοῦτο παρατηρήσας κ. ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποτιμᾷ τὸ γεγονός, ὅτι εἶναι πάρα πολλαὶ αἱ αἰτήσεις τῶν ὑποστάντων ζημίαν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἀναμείνωμεν μέχρι πλήρους ἐξαντλήσεως τοῦ ἐλέγχου ὅλων τῶν αἰτήσεων αὐτῶν, φοβοῦμαι, ὅτι τότε ἡ ἐπὶ πολὺν εἰσέτι χρόνον περαιτέρω ἀναστολὴ τῆς συνομιλίας μας μετὰ τῶν γειτόνων μας, θὰ ἀπετέλει πρόσθετον ἐμπόδιον διὰ τὰ ἐθνικά μας συμφέροντα. Ἀλλά, πέραν αὐτῶν, εὑρίσκομαι, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι τὸ ὅριον τῶν 60 ἑκατομμυρίων λιρῶν Τουρκίας, τὸ τεθὲν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ πρώτου νόμου, δὲν θεωρεῖται ὑπὸ τῆς Τουρκίας ὁριστικόν, τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἀντιθέτως, καὶ διὰ πολλοστὴν φορὰν ὑποσχεθείσης, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἐννοεῖ τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν τῶν παθόντων κατὰ τὰ γεγονότα τῆς 6ης Σεπτεμβρίου. Δὲν ἠκολουθήσαμεν, λοιπόν, κ. βουλευταί, ἣν ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, πολιτικὴν μειοδοσίας καὶ ἔναντι τῆς Τουρκίας. Ἀντιθέτως, διὰ τῆς σταθερᾶς μας στάσεως καὶ διὰ τῆς ἀμετακινήτου προβολῆς τῶν αἰτημάτων μας, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἶναι ἱκανοποιημένη ἀπὸ τὸ ἐπιτευχθὲν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν σχέσεων ἀποτέλεσμα. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Φ.Δ.Ε., κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐμέ, διότι ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀγόρευσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας εἰς τὴν Τουρκικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἀγόρευσιν τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήριζε πνεῦμα ἐντόνου ἀδιαλλαξίας, ὅτι ἀπαντῶν, λέγω, διὰ τοῦ τύπου εἰς τὴν ἀγόρευσιν ἐκείνην, ἔβλαψα, διότι εἶπον, ἐν σχέσει πρὸς τὸ Κυπριακόν, ἀντικρούων τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, ὅτι αἱ συνθῆκαι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθοῦν. Κύριε ἀρχηγὲ τῆς Φ.Δ.Ε., δὲν νομίζω ὅτι εἴχατε δικαίωμα νὰ διατυπώσετε τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο. Πρῶτον μέν, διότι ἢ εἶναι τοῦτο πραγματικὸν ἐπιχείρημα, δηλαδὴ νομικῶς εὐσταθεῖ, ἢ ὄχι καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν προσέθεσε τίποτε καὶ δὲν ἀφῄρεσε τίποτε ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Δεύτερον, διότι πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς διεθνεῖς συνθήκας ὑπάρχουν διατάξεις διαφόρων μορφῶν, ὅπως ἡ ἀφορῶσα τὸ Κυπριακὸν θέμα, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ὡς πρὸς τὴν συγκατάθεσιν τοῦ ἑτέρου συμβαλλομένου. Διότι αὐτὴ ἀποτελεῖ, ὅπως λέγομεν εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην, μίαν πρᾶξιν Κυβερνητικήν, ἓν ACTE D’ AUTORITE. Καὶ συνεπῶς, δύναται κάλλιστα ἡ Βρεταννικὴ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ τὸ πολιτικὸν καθεστὼς τῆς Κύπρου. Ὅσον ἀφορᾷ ἄλλας ἀμφοτεροβαρεῖς διατάξεις τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης, ὡς τὰς ἀφορώσας τὰ ἑλληνοτουρκικὰ θέματα, τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον. Διότι ὑπάρχει ἐκεῖ δέσμευσις ἀμοιβαία. Καὶ ὅπως γνωρίζετε, δέσμευσις τοιαύτη εἰς τὸ διεθνὲς πεδίον δὲν μεταβάλλεται εἰμὴ διὰ νέας ἀμφοτεροβαροῦς δεσμεύσεως ἢ ἀπαλλαγῆς δεσμεύσεων κατόπιν νέας κοινῆς συμφωνίας τῶν συμβληθέντων Κρατῶν.
§75Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ἡ Τουρκία ἰσχυρίζεται ὅτι ζητοῦμεν ἀλλαγὴν τοῦ καθεστῶτος τῆς Κύπρου καί, συνεπῶς, ἀναθεώρησιν τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης.
§76Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὄχι.
§77Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, ἔτσι εἶναι, κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ἐφόσον ζητεῖτε ἀναθεώρησιν τῆς συνθήκης τῆς Λωζάνης διὰ τὴν Κύπρον, θὰ ζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς ἀναθεώρησιν ὡς πρὸς τὰ σύνορά μας μὲ τὴν Θράκην καὶ πρὸς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Κατὰ συνέπειαν, ὑμεῖς δὲν εἴχατε κανένα λόγον νὰ εἴπητε ὅτι αἱ συνθῆκαι δὲν εἶναι μόνιμοι. Διότι ἡ συνθήκη τῆς Λωζάνης, ρητῶς ἀναφέρει, ὅτι ἡ Τουρκία παραιτεῖται πάσης ἀξιώσεως ἐπὶ τῆς Κύπρου. Οὔτε κἂν θὰ προβάλῃ ἀντιρρήσεις διὰ μέλλουσαν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτεύματος τῆς νήσου. Ἑπομένως, δὲν εἴχατε λόγον νὰ ἰσχυρισθῆτε τοῦτο. Ἀπεναντίας, ἡμεῖς ἐμμένομεν καὶ πλειοδοτοῦμεν, ὅτι ἐφαρμογὴ τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης ἰσχύει καὶ διὰ τὴν Κύπρον. (Χειροκροτήματα).
§78Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Κύριε ἀρχηγὲ τῆς Φ.Δ.Ε., χάριν ἐξηγήσεως καὶ ὄχι διὰ νὰ σᾶς ἀντικρούσω σᾶς λέγω, ὅτι ὑπάρχει μία διαφορετικὴ ἄποψις. Διότι ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης, ὑπάρχει ρητὴ παραίτησις ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας ὡς πρὸς τὴν Κύπρον. Καὶ ἑπομένως ἡ παρατήρησις αὐτὴ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς Συνθήκης τῆς Λωζάνης. Ἡ παραίτησις τῶν δικαιωμάτων τῆς Τουρκίας ἐπὶ τῆς Κύπρου, στηρίζεται ἐπὶ ἄλλων βασικῶν ἐκδηλώσεων τῆς πολιτικῆς τῆς Τουρκίας ἐπὶ τοῦ διεθνοῦς πεδίου. Καί, συνεπῶς, δι’ ἡμᾶς ἡ Συνθήκη τῆς Λωζάνης, ὅπως ἐπανειλημμένως ἐτονίσαμεν εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν, πρὸ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας, παραμένει εἰς τὸ ἀκέραιον δέσμευσις διεθνοῦς περιεχομένου. Αὐτά, διὰ νὰ γνωρίζετε καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα τῶν Ἑλληνοτουρκικῶν σχέσεων εἶναι θέμα σημαντικὸν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς χώρας. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις πλειστάκις διὰ τῶν δηλώσεών της ἐτέθη ἀντιμέτωπος πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ταὐτοχρόνως καμμία ἀμφιβολία, ὅτι αἱ σχέσεις τῶν Κρατῶν, προσδιοριζόμεναι ἀπὸ λόγους γεωγραφικούς, ἀπὸ λόγους ἀμύνης, ἀπὸ λόγους οἰκονομικῶν συμφερόντων, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐξαρτῶνται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἀπὸ δηλώσεις ὑπευθύνων ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Ὑποθέτονται ἐξ ἀντικειμένου. Ἡ Ἑλλὰς δέον νὰ ἔχῃ φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Τουρκίας, ὅπως ἡμεῖς τοὐλάχιστον νομίζομεν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναλογιζόμενοι τὰς πολὺ χειροτέρας συνθήκας σχέσεων ἃς εἴχομεν πρὸ τριακονταετίας καὶ πλέον μὲ τὴν Τουρκίαν, θὰ πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεων ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι καὶ ἐκ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς θὰ ἐπιδιωχθῇ ἐπηυξημένη κατανόησις, διότι ἐπιτέλους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραγνωρισθῇ, ὅτι ἡμεῖς ὑπέστημεν τὰς ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας ἀδίκους προσβολὰς καὶ ἔχομεν ἕνα ἠθικὸν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν καὶ τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑλικὴν ἀποκατάστασιν καὶ τὴν πλήρη ἀναγνώρισιν τοῦ δικαίου μας. Καὶ τώρα, κύριοι βουλευταί, εἰσέρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον κεφάλαιον τῶν ἐξηγήσεων ποὺ ἠθέλησα νὰ δώσω πρὸς τὸ Σῶμα ἐπὶ τοῦ τομέως τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς χώρας. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὰς χθεσινὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρετήρησα, ὅτι τὸ μέγα θέμα τῆς ἀμύνης τῆς χώρας ἐθίγη μόνον ἀπὸ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Εἶπε, δηλαδή, ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος: Κύριοι, ὀφείλετε εἰς τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τῆς χώρας νὰ προσθέσητε ἐπὶ πλέον ἕνα νεώτερον προσανατολισμόν. Εἶναι αὐτὸ μία πολιτική. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀνάπτυξις οἰκονομικῶν σχέσεων καὶ γενικῶς φιλικῶν σχέσεων μετὰ τῶν Ἀραβικῶν χωρῶν, εἶναι μία ἐπιδίωξις ἡ ὁποία συγκινεῖ ὄχι μόνον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ ἀποτελεῖ καὶ σκοπὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ εἶναι ἄλλο τὸ θέμα τῆς ἀναπτύξεως φιλικῶν σχέσεων, οἰκονομικῶν καὶ πολιτικῶν σχέσεων μετὰ τοῦ Ἀραβικοῦ κόσμου καὶ εἶναι ἐντελῶς διάφορον τὸ θέμα τῆς ἐπιστηρίξεως τῆς ἀμύνης τῆς χώρας ἐπὶ τῶν χωρῶν αὐτῶν, ἐπιστήριξις ἥτις κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, χωρὶς νὰ ὑπεισέλθω εἰς λεπτομερείας, θὰ ἦτο τοὐλάχιστον, κύριοι βουλευταί, ἀνεδαφική.
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τῆς Τουρκίας εἶναι ἐδαφικόν;
§80Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Πράγματι, εἶναι μέγιστον τὸ πρόβλημα τῆς ἀμύνης καὶ πρέπει νὰ δεχθῶμεν ἢ ὅτι ὑπάρχει καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ρεαλιστικὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἢ τοιοῦτον πρόβλημα δὲν ὑφίσταται. Κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος φαίνεται ὅτι τοιοῦτον πρόβλημα ἀμύνης τῆς χώρας δὲν ὑφίσταται. Διότι δὲν περιωρίσθη ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος εἰς τὸ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν θεωρίαν τοῦ ἄλλου ἄξονος ὁ ὁποῖος ἀπὸ ἀπόψεως ἀμύνης, δυναμικοῦ ἀμύνης δὲν ἐμφανίζεται ὅτι εἶναι πραγματικός, ἀλλὰ προσέθεσεν ἀκόμη, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν του ἀντιλήψεων ὅτι νομίζει ὅτι ἡ δύναμις τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ δὲν πρέπει μόνον ἀριθμητικῶς νὰ μειωθῇ ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡ στελέχωσις νὰ περιορισθῇ, διότι διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς θὰ δυνηθῇ τὸ Κράτος νὰ προσπορισθῇ ἐκτὸς τῆς ἀποταμιεύσεως τὰ ἀναγκαῖα χρηματικὰ κεφάλαια εἰς δραχμάς, ὥστε νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἀναγκαίας ἐπενδύσεις. Κατὰ συνέπειαν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος τὸ πρόβλημα τῆς ἀμύνης τῆς χώρας εἰς οἵαν ἔκτασιν ἐμφανίζεται αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι βλαβερὸν διὰ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ τόπου, εἶναι ἑπομένως ἀναθεωρητέον. Ἰδοὺ διατὶ ὡμιλήσαμεν περὶ ρεαλιστικῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Εἴτε τὸ θέλομεν, εἴτε δὲν τὸ θέλομεν σήμερον ὁ κόσμος, ἀτυχῶς, ἀτυχέστατα εἶναι διῃρημένος εἰς δύο κόσμους κεχωρισμένους. Τοῦτο ἀπέδειξε καὶ ἡ προσπάθεια προσεγγίσεως κατὰ τὰς ἐπανειλημμένας συναντήσεις τῆς Γενεύης κατὰ τὸ περασμένον ἔτος ἀνωτάτων Κυβερνητικῶν καὶ ἡγετικῶν κλιμακίων. Δὲν εἶναι ἡ Ἑλλὰς χώρα ἀρκετὰ μεγάλη διὰ νὰ καταλογίσῃ εἰς οἱονδήποτε εὐθύνας διὰ τὸ γεγονὸς αὐτό. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ὑπάρξεως τῶν δύο κόσμων, οἱ ὁποῖοι ἀτυχέστατα ἐνῷ ὑπῆρξαν συνηνωμένοι κατὰ τὸν πόλεμον εὗρον τὸν τρόπον νὰ διαιρεθοῦν κατ’ ἔκτασιν καὶ ἔντασιν. Εἶναι λέγω τὸ ἀτυχὲς αὐτὸ γεγονὸς προσδιοριστικὸν τοῦ ἐξωτερικοῦ προσανατολικοῦ τῆς χώρας. Ἡ Ἑλλὰς πιστεύουσα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι κατ’ ἀνάγκην τοποθετημένη πρὸς τὴν δύσιν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει ἐκκαθαρισθῆ τὸ μέγα πρόβλημα τῶν σχέσεων τῶν δύο κόσμων καὶ διὰ τῆς τοποθετήσεώς της αὐτῆς συμβάλλει διὰ τοῦ στρατιωτικοῦ της δυναμικοῦ, διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν κοινὴν ὑπόθεσιν εἰμὴ τὴν γεωγραφικὴν θέσιν τῆς χώρας καὶ τὸ στρατιωτικόν της δυναμισμόν. Ἐὰν αὐτὸ τὸ στρατιωτικόν της δυναμικὸν διὰ τῆς μεθόδου τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος τὸ ἀνατρέψωμεν, τότε ἡ ρεαλιστική, κύριοι βουλευταί, ἀντιμετώπισις τῶν σχέσεων τῶν ἐξωτερικῶν τῆς χώρας ὑφίστανται ἕνα τραυματισμόν, διότι αἱ σχέσεις αἱ ἐξωτερικαὶ τῆς χώρας εἶναι συνάρτησις τῶν συμφερόντων εἶναι συνάρτησις εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, τοῦ στρατιωτικοῦ δυναμικοῦ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ ἄποψις αὐτὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ὀφείλεται εἰς τὴν ἕλξιν, τὴν ὁποίαν δημιουργοῦν αἱ οἰκονομικοκοινωνικαὶ πεποιθήσεις του πρὸς τὰς χώρας τοῦ ἀνατολικοῦ συγκροτήματος. Ἀλλὰ εἶναι βέβαιον ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς του αὐτῆς τοποθετήσεως ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος δὲν ἀντιλαμβάνεται, ὅπως ἡμεῖς τοὐλάχιστον νομίζομεν, τὴν πραγματικὴν βάσιν τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος. Διὰ τὸ ΝΑΤΟ, θὰ ἦτο εὐκταῖον, αἱ σχέσεις τῶν δύο κόσμων, νὰ μὴ εἶχον λάβει τὴν μορφὴν ποὺ ἔχουν σήμερα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ δικαιολόγησις τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς ἀμυντικοῦ συγκροτήματος. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅπως ἔχουν ἐξελιχθῆ τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς καταπαύσεως τῶν ἐχθροπραξιῶν τοῦ δευτέρου μεγάλου πολέμου, μέχρι σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σκέψις, ὁ Δυτικὸς πολιτισμός, νὰ σταθῇ ἄνευ τῆς παραλλήλου ἀμυντικῆς ὀργανώσεως. Εἰς τὴν ἀμυντικὴν αὐτὴν ὀργάνωσιν τοῦ ἐλευθέρου δημοκρατικοῦ κόσμου, τοποθετεῖ τὴν χώραν μας ἡ ἱστορία της, αἱ παραδόσεις της, τὰ γενικά της συμφέροντα. Ἡ ἄμβλυνσις τῆς τοποθετήσεώς μας ἐντὸς τοῦ ΝΑΤΟ δὲν ἔχει μόνον ἀντικειμενικὸν ἀποτέλεσμα, τὴν μείωσιν τῆς θέσεώς μας εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Δυτικοῦ κόσμου, ἀλλὰ ἔχει καὶ ταὐτοχρόνως, κύριοι βουλευταί, —πιστεύσατέ το, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ ἔχετε ἐκτιμήσει— ἄμεσον ἐπίπτωσιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος. Πράγματι, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, πρίν, τὸ κύριον ἐπιχείρημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐναντίον τοῦ δικαίου, ἐναντίον τῆς ἠθικῆς, ἐναντίον τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ Δυτικοῦ κόσμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀνήκομεν, ἀρνοῦνται τὴν περαιτέρω προώθησιν τοῦ Κυπριακοῦ προβλήματος, εἶναι ἡ ἄποψις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνδεχομένως δὲν θὰ εἶναι σταθερὸς παράγων εἰς τὴν δυτικὴν ἄμυναν καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκχωρηθῇ ἡ αὐτοδιάθεσις καὶ εἰς τὴν Κύπρον. Καὶ ὁσονδήποτε, κύριοι βουλευταί, καὶ ἐὰν θέλετε νὰ ἀντικρούσετε τὰς ἀπόψεις αὐτάς, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θελήσετε νὰ εἴπητε ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ δὲν εὐσταθεῖ καὶ ἀποτελεῖ ἐνδεχομένως θέμα φαντασίας τῶν ἐχόντων ἄλλας σκέψεις, πιστεύσατε, ὅτι τὴν τοποθέτησιν αὐτὴν δὲν ἠμπορεῖτε αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ τὴν μεταβάλετε.
§81Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἀγγλικὴ τοποθέτησις εἶναι αὐτή.
§82Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Ὁ δρόμος τῆς μεταβολῆς εἶναι ἄλλος. Ὁ δρόμος τῆς μεταβολῆς εἶναι ἡ ἀξιοποίησις τῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ ΝΑΤΟ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξουδετερωθῇ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀμφιβόλου θέσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ ὑπάρξῃ ἡ δυνατότης περαιτέρω προωθήσεως καὶ ἀκυρώσεως τοῦ στρατηγικοῦ αὐτοῦ ἐπιχειρήματος.
§83Ι. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§85Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Κύριοι βουλευταὶ τῆς ἀριστερᾶς, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι......
§86Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μητσοτάκη, σεῖς θὰ κάμετε διακοπὰς καθήμενος καὶ ἄνευ ἀδείας; Ποῦ εἶναι ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις;
§88Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἀντιλαμβάνομαι, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ μετὰ τόσης εἰλικρινείας καὶ εὐθύτητος ἀνάπτυξις τῆς ἀπόψεως τοῦ ποῦ τοποθετεῖται, ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῶν σχέσεων καὶ ἐπιπτώσεων, ἡ ἄμυνα τῆς χώρας, ἐστενοχώρησε μίαν πλευρὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι ἡ πλευρὰ αὐτὴ ἀντιλαμβάνεται ἄλλως τὴν προώθησιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν τῇ ὑποστηρίξει καὶ ἐμπιστοσύνῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διαχειριζόμεθα σήμερον τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν ὅτι, τῇ ἐμπιστοσύνῃ τοῦ λαοῦ, εἴτε αὐτὸ σᾶς ἀρέσει, εἴτε δὲν σᾶς ἀρέσει, διευθύνομεν σήμερον τὴν χώραν ὑπευθύνως, ἡμεῖς, ἔχοντες συναίσθησιν καὶ συνείδησιν τῆς εὐθύνης μας αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐκτιμήσωμεν ἐπακριβῶς τὰς ἐπιπτώσεις τῆς θέσεώς μας εἰς τὸ ΝΑΤΟ, ἐν συναφείᾳ καὶ πρὸς τὸ Κυπριακὸν πρόβλημα. (Χειροκροτήματα). Καὶ τώρα, κύριοι βουλευταί, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, καὶ πάλιν παρακαλῶ τὴν πτέρυγα αὐτήν, ἡ ὁποία ἐνδεχομένως δὲν συμμερίζεται τὰς ἀπόψεις μου, νὰ ἠρεμήσῃ, καὶ νὰ ἀκούσῃ, διότι θὰ εἴπω καὶ ὀλίγα τινὰ διὰ τὰς χώρας τοῦ ἀνατολικοῦ συνασπισμοῦ.
§89Ι. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Σεῖς νομίζετε ὅτι, ὅταν ἐθέσαμεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως, ἀπὸ ἀπόψεως ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, δὲν ἐπήραμεν ὑπ’ ὄψει τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ ἐπήραμε τὰ συμφέροντα ἑνὸς κόμματος.
§90Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὄχι. Ἐπήρατε τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κύριε Πασσαλίδη, σύμφωνα μὲ τὰς πεποιθήσεις σας, πρὸς τὰς ὁποίας ἡμεῖς διαφωνοῦμεν.
§91Ι. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ διακόψω κανένα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐθίξατε αὐτὴν τὴν πλευρὰν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκούσετε ἐπὶ 5 λεπτά. Σεῖς σκέπτεσθε μόνον ὡς κόμμα καὶ ἐπειδὴ ἡ ὕπαρξίς σας συνδέεται μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ΝΑΤΟ, λέγετε, ἂς μᾶς κτυποῦν οἱ Τοῦρκοι, ἂς μᾶς κτυποῦν οἱ Ἄγγλοι καὶ ἂς μὴ μᾶς βοηθοῦν οἱ Ἀμερικανοί, οἱ ὁποῖοι ἀπαθέστατα φέρονται ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ἡμεῖς θὰ μείνωμεν μέσα εἰς τὸ ΝΑΤΟ καὶ ἂς μᾶς κτυποῦν. Διατί; Εἴδομεν αὐτὴν τὴν θεωρίαν: Χριστιανικὸς πολιτισμός. Ἀλλὰ Ἔθνη, ὅπως ὁ σύμμαχός μας ὁ Τοῦρκος, καὶ αὐτὸς ἀνήκει εἰς τὸν Χριτιανοευρωπαϊκὸν πολιτισμόν; (Χειροκροτήματα). Ἐνῷ ἡμεῖς ὅπως θέτομεν τὸ ζήτημα, δὲν λέγομεν νὰ πᾶμε νὰ προσδεθοῦμε εἰς τὸ ἅρμα τὸ ἀνατολικόν, τὸ ὁποῖον, θὰ σᾶς τὸ εἴπωμεν, ἔχει καὶ ἐκεῖνο βάσεις Χριστιανοευρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, κατὰ βάθος καὶ αὐτὴ ἡ θεωρία τοῦ κομμουνισμοῦ ἔχει βάσεις Χριστιανικάς. (Γέλωτες ἐκ τῆς Δεξιᾶς).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συντομεύετε, κύριε Πασσαλίδη, διότι δὲν ἀντελήφθην διατὶ διεκόψατε.
§93Ι. ΠΑΣΣΑΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε καὶ κύριε ὑπουργέ, ὅπως ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα, εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι τὰ σύνορα, τὰ βόρεια σύνορά μας, δὲν κινδυνεύουν ἀπὸ τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν. Αὐτὸ σᾶς τὸ δηλοῦμεν κατηγορηματικά. Τὰ σύνορά μας κινδυνεύουν ἀπὸ τοὺς μεμέτηδες καὶ εἴδατε πῶς μᾶς ἀπειλοῦν. Ἐὰν σεῖς ἐπιμένετε εἰς τὴν αὐτοδιάθεσιν, ἡμεῖς θὰ κάμωμεν αὐτὸ καὶ αὐτό, καὶ σεῖς φοβηθήκατε. Ἡμεῖς, λέγομεν, νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ὀντότητα τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας καὶ εἴπαμε δὲν πᾶμε ἐκεῖ, ἀλλὰ θὰ ἀκολουθήσουμε ἐντελῶς οὐδετέραν γραμμήν. Αὐτὰ εἴπαμε καὶ ὄχι ὅτι θέλομεν νὰ χαντακώσωμεν τὸ Κυπριακόν. Τοὐναντίον, περισσότερο θὰ μᾶς ὑποστηρίξουν ἐκεῖνοι, διότι ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν ἀποικιακὲς ἀντιλήψεις, ἐνῷ οἱ ἰδικοί σας ἔχουν. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά, κύριε Πασσαλίδη. Ὁρίστε, κύριε ὑπουργέ.
§95Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριοι βουλευταί, εἶπον πρὸ ὀλίγου πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅτι, πρὶν ἢ κατέλθω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, θὰ τὴν ἀπασχολήσω ὀλίγον μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς χώρας μὲ τὰς χώρας τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ. Ὡς πρὸς μὲν τὰς δύο χώρας, αἱ ὁποῖαι συνορεύουσι μεθ’ ἡμῶν, ὑπάρχει ἡ διάθεσις ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀποκαταστήσωμεν τὰς σχέσεις μας μαζί των ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως, τὸν ἀπαράβατον ὅρον, ὅτι ἀπὸ τῆς Βουλγαρικῆς πλευρᾶς, θὰ σταματήσῃ πρῶτον ἡ παρελκυστικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐπὶ δύο ἔτη, μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Πρωτοκόλλου τῶν Παρισίων, ἠθέλησεν ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ καὶ δεύτερον ὅτι ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις θὰ κατανοήσῃ ὅτι δὲν εἶναι αἱ διακοινώσεις προπαγανδιστικοῦ χαρακτῆρος, ποὺ θὰ προωθήσουν τὰς σχέσεις τῶν δύο χωρῶν, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἔμπρακτος ἐκ μέρους των ἀπόδειξις ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ λαβεῖν ἐκ μέρους ἡμῶν, διὰ τὰ ὅσα ἀνοσιουργήματα διεπράχθησαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου, θὰ πραγματοποιηθῇ. Ἀπὸ δὲ τῆς Ἀλβανικῆς πλευρᾶς, πέραν τοῦ γεγονότος ὅτι εὑρίσκονται ἐκεῖ θέματα ἀναθεωρήσεως καὶ τῶν συνόρων μας καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς τοὐλάχιστον τὸ πιστεύομεν, βασικὴ προϋπόθεσις πάσης μαζί των συνομιλίας, εἶναι ἡ ἀπελευθέρωσις 220 κρατουμένων στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ Ἀλβανικοῦ ἐδάφους. Μετὰ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν φιλικὰς σχέσεις, νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ τὰς οἰκονομικάς μας ἀνταλλαγὰς καὶ ἐπιθυμοῦμεν τὰς φιλικὰς σχέσεις, νὰ τὰς ἀναπτύξωμεν, ἐφ’ ὅσον συμβαδίζουν μετὰ τῶν λοιπῶν συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων τῆς χώρας. Ἄρα, κύριοι βουλευταί, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποσαφηνίσω ἐπισήμως πρὸς τὴν Σοβιετικὴν Ἕνωσιν, θὰ πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῆς Σοβιετικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὑγιοῦς βάσεως. Σχέσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Σοβιετικῆς Κυβερνήσεως οἰκονομικάς, πνευματικὰς καὶ ἂν θέλετε, καὶ περαιτέρω φιλικάς, εὐχόμεθα νὰ ἔχωμεν, ἀλλὰ θὰ τὰς ἔχωμεν καθ’ ὃ μέτρον αἱ σχέσεις αὗται δὲν θὰ ἔχουν πολιτικὰς ἐπιπτώσεις ἐπὶ τῆς κομματικῆς κινήσεως τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς ἐν Ἑλλάδι, μετὰ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἀντίθεσιν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι γνωστὴ ἡ θεωρία ἡ Μαρξιστική. Διὰ τὴν οἰκονομικὴν συναλλαγήν, προχωροῦμεν, περαιτέρω, εἰς τὰς πολιτικὰς σχέσεις. Εἶναι, ἄλλωστε, γνωστὴ ἡ νέα τακτικὴ τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως καὶ θὰ πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ἡ Σοβιετικὴ Ἕνωσις, ὅτι εἴμεθα, μέν, μία μικρὰ χώρα, ἀλλὰ ὅτι ἔχομεν ἀρκετὸν νοῦν, διὰ νὰ ἀντιλαμβανόμεθα τὰς πολιτικὰς ἐπιδιώξεις, ὡρισμένων πολιτικῶν της χειρονομιῶν. Καὶ ὡς ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ὑπάρχει πλήρης ἐκ μέρους ἡμῶν διάθεσις εἰς τὸ νὰ ἀναπτύξωμεν οἰκονομικὰς σχέσεις, οἰκονομικὰς συναλλαγὰς καὶ πνευματικὴν ἐπικοινωνίαν, ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι αἱ ἐκδηλώσεις αὗται, δὲν θὰ διαμορφώνωνται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ λάβῃ χώραν οἱαδήποτε παρερμηνεία ἢ συνταύτισις ἐκ μέρους τῆς ἄκρας ἀριστερᾶς. Διότι, ἐὰν ἄλλως ἐσκεπτόμεθα, δὲν θὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κύριοι βουλευταί, ὑποθέτω, ὅτι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐλάβατε κατὰ τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν ἐξωτερικῶν μας προβλημάτων καὶ τὴν ἐπίπτωσιν αὐτῶν. Δὲν δύναμαι, ὅμως, νὰ κατέλθω τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἐὰν δὲν ἐνθυμηθῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι αἱ σχέσεις μας μετὰ τῆς γείτονος Γιουγκοσλαβίας, εὑρίσκονται εἰς ζηλευτὸν σημεῖον καὶ ὅτι αἱ σχέσεις αὗται, πέραν τοῦ ὅτι ἀποτελοῦν πρόσθετον ἐγγύησιν τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας, προλειαίνουν καὶ τὸ ἔδαφος, διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Τουρκίας. Κύριοι βουλευταί, αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι ἁπλαῖ. Ἐκ τῆς ὅλης ἀναπτύξεως ὑποθέτω, ὅτι ἀντελήφθητε καὶ τὰς δυσχερείας καὶ τὰς ἀγωνίας, ἀλλὰ καὶ τὴν σταθερότητα τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔχει σήμερον τὴν εὐθύνην τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας. Κύριοι βουλευταὶ τῆς πλειοψηφίας, ἐξουσίαν ἔχετε, δώσατε τὴν ἐμπιστοσύνην σας. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἔχει τὸν λόγον.
§97Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ πρῶτον ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ νὰ ἀπαντήσῃ κατόπιν ἡ Κυβέρνησις;
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, σᾶς παρακαλῶ, ὅταν θέλετε νὰ λάβετε τὸν λόγον, νὰ ζητῆτε τὴν ἄδειαν. Θὰ παρεκάλουν νὰ τηρῆτε καὶ σεῖς αὐτὸ τὸ μέτρον. Ἕως τώρα οἱ ἀρχηγοὶ εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν μὲ ἐτίμων διὰ τοῦ αἰτήματος αὐτοῦ. Πάντοτε μοῦ ἐζήτουν τὴν ἄδειαν νὰ ὁμιλήσουν.
§99Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νὰ ὁμιλήσουν, κύριε Πρόεδρε, οἱ ἄλλοι ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ μετὰ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τηρεῖ τὸν Κανονισμόν. Βάσει τοῦ Κανονισμοῦ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων καὶ ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦν τὸν λόγον καὶ λαμβάνουν πρὸς τοῦτο τὴν ἄδειαν τοῦ Προέδρου.
§101Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων κ. ἀρχηγῶν καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως κριτικήν των. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ἐπικρίσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος κ. Καρτάλη, ὁ ὁποῖος καὶ περισσότερον ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος, δι’ ὀλίγων δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων. Ἂν συνεκράτησα καλῶς, τὰ κύρια σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Καρτάλη εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) Ὅτι κατὰ τὸ 1955 οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος παρουσιάζουν ἄνοιγμα 2.000 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. 2) Ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ τρέχοντος ἔτους εἶναι ἤδη ἐλλειμματικὸς καὶ θὰ καταλήξῃ εἰς μεγαλύτερον ἔλλειμμα μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως. 3) Ὅτι ἡ σχέσις μεταξὺ ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων ἐσημείωσε μεταβολὴν τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἰδίως κατὰ τὸ τρέχον ἔτος αὐξηθείσης τῆς συμμετοχῆς τῶν δευτέρων. 4) Ὅτι ἡ κυκλοφορία κατὰ τὸ 1955 ηὔξησε κατὰ 1064 ἑκατομμύρια δραχμῶν ἤτοι κατὰ 33% ἔναντι ἀντιστοίχου αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος μόλις κατὰ 5%. 5) Ὅτι αἱ κρατικαὶ ἐπενδύσεις ἐμειώθησαν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς τῶν προηγουμένων ἐτῶν καὶ ἰδίως κατὰ τὰς τοῦ ἔτους 1951–52. 6) Ὅτι ἡ χρηματοδότησις τῶν ἐπενδύσεων γίνεται κυρίως διὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ δανεισμοῦ καὶ ὄχι τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος. 7) Ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι παραμένουν ἀμετάθετοι καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ βαδίσωμεν πρὸς ἐλάττωσιν αὐτῶν διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς ὀργανικῆς συνθέσεως τοῦ Στρατοῦ. 8) Ὅτι θὰ ἐπιχειρηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἡ λογιστικὴ ἰσοσκέλισις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς μεταφορᾶς εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου τῶν δραχμῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Βοηθείας, ἡ ὁποία ἰσοδυναμεῖ πρὸς δημιουργίαν πληθωριστικῆς προσθέτου ἀγοραστικῆς δυνάμεως καὶ τέλος 9) Ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται πρὸ διλήμματος νὰ ἀκολουθήσῃ εἴτε τὴν ὁδὸν τῆς νομισματικῆς σταθερότητος εἴτε τὴν πλέον ρηξικέλευθον πολιτικὴν τοῦ κατευθυνομένου πληθωρισμοῦ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς ἑκάστην ἐκ τῶν ὡς ἄνω κατηγοριῶν. Ἐν πρώτοις ὡς πρὸς τὴν πρώτην κατηγορίαν, οἱ ἀριθμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ, ἐλέγχονται ἀνακριβεῖς. 1) Διότι τὸ ἄνοιγμα δὲν ἀνῆλθεν εἰς 2.000, ὡς εἶπεν, ἀλλὰ εἰς 2.161. 2) Διότι ὁ κ. Πρόεδρος λαμβάνει ὡς βάσιν τὸ ἡμερολογιακὸν ἔτος καὶ ὄχι τὸ οἰκονομικόν, βάσει τοῦ ὁποίου μόνον ἀνακύπτουν τὰ τυχὸν ἐλλείμματα ἢ ὄχι τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ συνεπῶς τὸ δικαιολογημένον ἢ τὸ ἀδικαιολόγητον τοῦ ἀνοίγματος παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος. Ὡς πρὸς τὸ ἄνοιγμα τῶν 2.161, ἔστω καὶ μὲ τὴν βάσιν τοῦ ἡμερολογιακοῦ ἔτους, διαπράττει τὸ σφάλμα ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μὴ ἀφαιρῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀνοίγματος τὰς εἰσπράξεις ἐκ τῆς βοηθείας ἀνερχομένας εἰς 1001 ἑκατομ. δραχμῶν καὶ τὸ ἔσοδον ἐκ δανεισμοῦ ἐκ κεφαλαίων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ἀνερχόμενον εἰς 846 ἑκατομ. δραχμῶν, ὁπότε τὸ τελικὸν ταμειακὸν ἔλλειμμα τοῦ Δημοσίου περιορίζεται εἰς 314 ἑκατομμ. δραχμῶν. Σημειοῦται ὅτι τὸ μὲν ἐκ βοηθείας ἔσοδον τοῦ προϋπολογισμοῦ προέρχεται ἀπὸ προηγουμένην διάθεσιν τῶν χορηγηθέντων ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς Βοηθείας ἀγαθῶν, τὸ δὲ τῶν Ν.Π. Δ.Δ. ἀπὸ προηγουμένην ἀποταμίευσιν τούτων. Πρόκειται δηλαδὴ πράγματι περὶ κονδυλίων προερχομένων ἐκ τῆς κυκλοφορίας καὶ ὄχι ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου καὶ τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς ἄλλους λογαριασμοὺς παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς του. Ἡ ὀρθὴ ὅμως ἀντίληψις, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἐπέβαλε νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἡμερολογιακὸν ἔτος ἀλλὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον ἡ ἐκτέλεσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀφῆκεν ἄνοιγμα ἢ ὄχι παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος. Διότι, ἂν οὕτω συνέθετε τοὺς ὑπολογισμούς του τότε θὰ ἔβλεπεν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1954–55 ἀφῆκε τελικῶς ἀντὶ ἐλλείμματος πλεόνασμα 12 ἑκατομμυρίων, οὕτως ὥστε νὰ μὴ καταλειφθῇ ἄνοιγμα οὔτε κἂν ταμειακὸν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος. Ὡς πρὸς τὴν ἐλλειμματικότητα ἢ μὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τρέχοντος ἔτους δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅτι ὡς οὗτος συνετάγη, ἐὰν δὲν καταλείψῃ πλεόνασμα τοὐλάχιστον θὰ ἰσοσκελισθῇ. Διὰ νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ μίαν εἰκόνα τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ θὰ ἀναφέρω μερικοὺς ἀριθμούς. Ὁ προϋπολογισμὸς συνετάγη μὲ τὰς ἑξῆς προβλέψεις: Ἐκ τακτικῶν ἐσόδων 10.418 καὶ ἐξ ἐκτάκτων 2.451 ἑκατομμύρια δραχμῶν μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβάνονται 400 ἑκατομμύρια ἐκ δανεισμοῦ Νομικῶν Προσώπων καὶ 1.400 ἑκατομμύρια ἐκ τῆς Ἀμερικανικῆς Βοηθείας. Εἰς δὲ τὸ σκέλος τῶν ἐξόδων περιλαμβάνονται τὰ ἑξῆς κονδύλια: Δαπάναι Ἐθνικῆς Ἀμύνης 2.925, μισθοὶ καὶ συντάξεις συμπεριλαμβανομένων Σωμάτων Ἀσφαλείας 3.784, ἀποκατάστασις σεισμοπλήκτων 800, λοιπαὶ δαπάναι Διοικήσεως 3.289, Δημόσιον χρέος 2.381, Ἀποθεματικὸν 778, Δαπάναι ΝΑΤΟ 225 καὶ Ἐπενδύσεις 1.472. Σύνολον 13.501. Οὕτω ἔχετε, κύριοι βουλευταί, μίαν περιληπτικὴν καὶ σαφῆ εἰκόνα τῶν ἐσόδων καὶ δαπανῶν τοῦ Κράτους ἐκ τῆς ὁποίας συνάγεται ὅτι ὁ Γενικὸς Κρατικὸς Προϋπολογισμὸς κατηρτίσθη μὲ τὴν πρόβλεψιν ἐλλείμματος 2.472 ἑκατομμυρίων καλυπτομένου ἀπὸ 642 ἑκατ. ἀδιαθέτων πιστώσεων, ἀπὸ 30 ἑκατ. πιστώσεων τοῦ ἐξωτερικοῦ, 400 ἑκατ. ἐκ τοῦ δανεισμοῦ Νομικῶν Προσώπων καὶ 1.400 ἐκ τῆς Ἀμερικανικῆς Βοηθείας. Ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ὀκταμήνου ἔχει καταληφθῆ ἔλλειμμα 983 ἑκατομ. καλυφθὲν ἐκ δανεισμοῦ παρὰ Νομικῶν Προσώπων κατὰ 374 ἑκατομ. καὶ ἐκ τῆς Βοηθείας κατὰ 398. Τὸ ὑπόλοιπον ἐκ 211 ἑκατομμυρίων δὲν ἐκαλύφθη εἰσέτι λόγῳ καθυστερήσεως τῆς μεταφορᾶς τῆς βοηθείας κατὰ πλέον τῶν 500 ἑκατομμυρίων ἡ ὁποία ἐὰν κανονικῶς ἐφέρετο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Δημοσίου θὰ κατέλιπε καὶ περίσσευμα ἐκ 300 ἑκατομμυρίων δραχμῶν περίπου. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο θεωρῶ σκόπιμον νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ κάλυψις τῶν ἐλλειμμάτων δὲν εἶναι καθόλου λογιστικὴ ὡς κατηγόρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ἀλλ’ ἀντιστρόφως εἶναι πραγματικωτάτη διὰ τοὺς ἑξῆς ἁπλοῦς λόγους: Διότι ἡ Ἀμερικανικὴ Βοήθεια διδομένη ὑπὸ μορφὴν ἀγαθῶν πωλουμένων ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀπορροφᾷ δραχμὰς ἐκ τῆς κυκλοφορίας ὡς ἀκριβῶς καὶ ἡ φορολογία. Ἐπίσης καὶ ὁ δανεισμὸς ἐκ Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ἀπορροφᾷ δραχμὰς ἐκ δημιουργηθείσης ἀποταμιεύσεως οὕτως ὥστε νὰ ἀποκλείεται καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις κάθε σκέψις πληθωριστικῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος παρὰ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, δὲν γνωρίζω ἐὰν ἠθελημένως ἢ ἀθελήτως προῆλθεν εἰς μίαν σύγχυσιν, διότι ἀνέμιξε τό θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ τὴν ἐπίδρασιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ βοήθεια ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας. Εἶναι δύο θέματα τελείως χωριστὰ διότι ὁ προϋπολογισμὸς ὡς ἡ εἰκὼν μιᾶς αὐθυπάρκτου δραστηριότητος τοῦ Δημοσίου πρέπει νὰ ἐξετάζεται ἀπὸ ἀπόψεως πληθωριστικῶν πιέσεων μόνον ἐφ’ ὅσον ἀντλῇ δραχμὰς ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου καὶ ὄχι ποτὲ ὅταν ἀντλῇ δραχμὰς ἐκ τῆς ἤδη ὑπαρχούσης κυκλοφορίας. Εἶναι ἐντελῶς ἄλλο θέμα ἂν τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν μας πληρωμῶν, διὰ τῆς προσθήκης ἢ μὴ τῆς Βοηθείας δημιουργεῖ περισσεύματα συναλλαγματικὰ τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην δραχμοποιούμενα δημιουργοῦν πρόσθετα χρηματικὰ εἰσοδήματα. Εἶναι μοιραῖον ἐφ’ ὅσον ἐντείνεται ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ καὶ πραγματοποιεῖται αὔξησις τῶν ἐξαγωγῶν καὶ ἐξοικονόμησις εἰσαγωγῶν, ἡ δὲ βοήθεια περιορίζει τὴν διάθεσιν κρατικοῦ συναλλάγματος δι’ εἰσαγωγάς, νὰ σμικρύνεται τὸ ἔλλειμμα τοῦ συναλλαγματικοῦ ἰσοζυγίου καὶ νὰ δημιουργοῦνται οὕτω περισσεύματα τὰ ὁποῖα αὐξάνουν μὲ τὸ συναλλαγματικόν μας ἀπόθεμα, δραχμοποιούμενα ὅμως προσθέτουν εἰσοδήματα εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Τὸ ἂν αὐτὰ τὰ πρόσθετα εἰσοδήματα δημιουργοῦν ἢ ὄχι πληθωριστικὰς πιέσεις εἶναι λίαν συζητήσιμον διὰ τοὺς ἑξῆς τρεῖς λόγους: 1) Διότι οὐσιῶδες μέρος ἐξ αὐτῶν ἀποταμιεύεται, ὡς ἄλλωστε ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν συνεχῆ αὔξησιν τῶν ἰδιωτικῶν καταθέσεων εἰς τὰς Τραπέζας, 2) διότι αἱ εἰσπραττόμεναι παρὰ τῶν ἐξαγωγέων δραχμαὶ δὲν διατίθενται ἀμέσως καὶ μαζικῶς εἰς τὴν κατανάλωσιν, οὕτως ὥστε νὰ δημιουργήσουν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ αὔξησιν τῆς ζητήσεως καὶ συνεπῶς πληθωριστικὴν πίεσιν, ἀλλὰ διαχέονται εἰς ὁλόκληρον τὴν χώραν καὶ καθ’ ὅλην, τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους εἰς τοὺς παραγωγούς, πρὸς προετοιμασίαν τῶν νέων ἐξαγωγῶν, οὕτως ὥστε καὶ ἡ κυκλοφορία των νὰ εἶναι βραδυτάτη καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς αὐξήσεως τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τῶν παραγωγῶν νὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην μικρά, καὶ 3) διότι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ δυναμικὸν περιθώριον αὐξήσεως τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, ὡς καὶ ἡ ἐλευθερία τῶν εἰσαγωγῶν, εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον ἡ αὔξησις τῶν εἰσοδημάτων νὰ προκαλέσῃ ἔντασιν τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῶν εἰσαγωγῶν νὰ καλύψῃ δι’ ηὐξημένης προσφορᾶς τὴν ζήτησιν τὴν δυναμένην ἐνδεχομένως νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς δημιουργίας τῶν εἰσοδημάτων τούτων οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἐκδηλωθῇ ἐπίδρασίς των διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ τιμαρίθμου. Ἀντίθετος ἄποψις θὰ μᾶς ἤγαγεν εἰς τὸ παράλογον συμπέρασμα ὅτι θὰ ἦτο ἐπιθυμητὴ ἡ ὕπαρξις ἐλλείμματος ἐν τῷ συναλλαγματικῷ ἰσοζυγίῳ τόσου μεγάλου ὥστε ἡ βοήθεια νὰ τὸ ἐκάλυπτεν ἀκριβῶς δημιουργοῦσα τὰς ἀπαραιτήτους δραχμὰς ἢ καὶ νὰ ἐκρίνετο ἡ βοήθεια ὡς περιττεύουσα ἀφοῦ αὕτη συντρέχει εἰς τὴν δημιουργίαν πλεονάσματος ἰσοζυγίου πληρωμῶν.
§102Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρερμηνεύετε αὐτὰ ποὺ λέγω. Ἄλλα λέγετε σεῖς καὶ ἄλλα ἐγώ. Ἐγὼ εἶπον καὶ παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος: Ὑπάρχει θέμα ἰσοζυγίου ἢ ὄχι; Ὑπάρχει θέμα ταμειακῆς καταστάσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι ἰσοσκελισμένος; Ναὶ ἢ ὄχι;
§103Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Βεβαίως, ὅταν δὲν εἶναι ἰσοσκελισμένος.
§104Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὡς ἐκ τούτου, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἶναι ἰσοσκελισμένος ἕνας προϋπολογισμὸς καὶ ἀφήνει αὐτὴν τὴν στιγμὴν πληθωριστικὸν ὑπόλοιπον, ἐφ’ ὅσον ταμειακῶς καλύπτεται οὐχὶ ἐξ ἐσόδων, ἢ φορολογίας....
§105Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.) Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφωνία μας.
§106Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἀπὸ ἀλλοῦ μὴ πληθωριστικῶς. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἀπὸ μίαν βοήθειαν ἡ ὁποία νὰ εἶναι δραχμογόνος. Διὰ νὰ εἶναι, λοιπόν, δραχμογόνος, μία βοήθεια, ἀνεξαρτήτως τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτὴ πρέπει αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἶναι ἴση πρὸς τὸ ἔλλειμμα τοῦ τρέχοντος ἰσοζυγίου πληρωμῶν.
§107Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφωνία μας.
§108Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διαφωνίας, πρόκειται περὶ ἀριθμῶν. Ἀναπτύσσετε μίαν θεωρίαν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὀλίγον λανθασμένην ἑνὸς ἀξιολόγου συναδέλφου μας ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἐντοπίζετε τὸ θέμα ἐκεῖ ποὺ πρέπει νὰ ἐντοπισθῇ.
§109Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Δὲν μὲ ἠννοήσατε. Ἐγὼ εἶπον διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀκάλυπτον ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ ἀντληθοῦν δραχμαὶ ἐκ τοῦ ἐκδοτικοῦ προνομίου. Τότε μόνον δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἔλλειμμα, τότε μόνον ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς βαρύνει τὴν κυκλοφορίαν. Ὅταν ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς ἀντλῇ δραχμὰς ἐκ τοῦ κυκλοφοροῦντος χαρτονομίσματος, ἀνεξαρτήτως ἐὰν αἱ δραχμαὶ ἀντλοῦνται ἐκ φορολογίας, ἢ πωλήσεως ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἔξωθεν μᾶς τὰ χαρίζουν, δι’ ἐμὲ εἶναι ἕνα καὶ τὸ ἴδιον πρᾶγμα. Ἀκριβῶς θέλω δι’ αὐτῆς τῆς ἀναλύσεως νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιπίπτετε καὶ ἡ σύγχυσις εἶναι, διότι ἐννοεῖτε νὰ συνδυάσετε τὸ θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ μὲ τὸ θέμα τῆς ἐπιδράσεως τῆς βοηθείας ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας. Αὐτὰ τὰ δύο θέματα εἶναι τελείως κεχωρισμένα. Διότι ἡ ἐπίδρασις ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας εἴτε ἐκ τῆς βοηθείας, εἴτε ἐξ ὑπερεξαγωγῶν προερχομένη ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐνδεχομένως συναλλαγματικοῦ ἰσοζυγίου, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀνεξαρτήτως παντὸς ἐλλείμματος προϋπολογισμοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ὑποστηρίζω ἀπολύτως, ὅτι ἡ σύγχυσις εἶναι ὀλίγον ἠθελημένη διὰ νὰ συγχύσῃ τὸ θέμα τῆς ἐπιδράσεως τῆς βοηθείας ἐπὶ τῆς κυκλοφορίας μὲ τὸ θέμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐφ’ ὅσον εἰσπράττῃ δραχμὰς ἐκ τῆς κυκλοφορίας εἶναι ἀπολύτως ὑγιὴς καὶ κατὰ τίποτε δὲν διαφέρουν αἱ δραχμαὶ αὐταὶ ἀπὸ τὰς δραχμὰς τῆς φορολογίας, λόγῳ τοῦ ὅτι εἰσπράττονται ἐκ τῆς κυκλοφορίας. Αὐτὸ τὸ ὑποστηρίζω καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι τόσον ἁπλοῦν πρᾶγμα, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην περαιτέρω ἐπεξηγήσεως. Ἐὰν τὸ συναλλαγματικόν μας ἰσοζύγιον δὲν εἶναι ἰσοσκελισμένον, εἴτε εἶναι ἐκ τῆς βοηθείας, εἴτε εἶναι ἀπὸ τὸν δυναμισμὸν τῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ γίνουν ἐξαγωγαὶ μεγαλύτεραι ἀπὸ τὰς εἰσαγωγάς, δημιουργεῖται ἕνα περιθώριον συναλλαγματικόν, τὸ ὁποῖον δραχμοποιούμενον προσθέτει εἰσοδήματα εἰς τὸ ἐσωτερικόν. Αὐτά, κ. ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, εἶναι ἀπολύτως χωριστὰ θέματα, δυνάμενα νὰ ὑπάρξουν, ὅπως σᾶς εἶπον ἀνεξαρτήτως παντὸς ἐλλείμματος προϋπολογισμοῦ καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης βοηθείας. Εἶναι τὸ πρόβλημα ποὺ ἀντιμετωπίζουν σήμερα ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐνεργητικὸν συναλλαγματικὸν ἰσοζύγιον καὶ σᾶς καθιστῶ γνωστόν, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν εὑρίσκεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία, ἔχουσα ἐνεργητικὸν συναλλαγματικὸν ἰσοζύγιον καὶ θέλουσα ν’ ἀποφύγῃ τὴν εἰς τὸ ἐθνικόν της νόμισμα μετατροπὴν τοῦ ἐνεργητικοῦ ἰσοζυγίου, κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διάθεσιν τῶν περισσευμάτων τῶν συναλλαγματικῶν εἰς χεῖρας τῶν ἐξαγωγέων. Εἶναι καὶ αὐτὴ μία λύσις ἀπὸ τὰς πολλάς, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀνευρεθοῦν εἰς παρομοίας περιπτώσεις, ἀλλὰ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν, οὔτε θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ συνδυάσωμεν μὲ τὴν ὑγιᾶ σκέψιν τῆς ἀπορροφήσεως δραχμῶν ἐκ τῆς κυκλοφορίας διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ βοήθεια δεδομένη διὰ τὴν κάλυψιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ εἰσπράττωμεν δραχμὰς ἐκ τῆς κυκλοφορίας, τὰς ὁποίας νὰ εἰσάγωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διὰ νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Ἀντίθετος σκέψις ἐὰν ἐπετρέπετο, θὰ μᾶς ὑπεχρέωνε νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν βοήθειαν, διότι ἡ βοήθεια μᾶς στενεύει τὸ ἔλλειμμα τοῦ συναλλαγματικοῦ ἰσοζυγίου, ἢ νὰ περιορίσωμεν τὴν βοήθειαν ὅσον εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ ἰσοζυγίου διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς πληθωριστικὰς πιέσεις ἐκ τῆς δημιουργίας αὐτῶν τῶν συναλλαγματικῶν περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀμφότερα ἀπαράδεκτα.
§110Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐγώ, θὰ σᾶς θέσω ἓν ἁπλοῦν ἐρώτημα. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἴχατε ἕνα ἰσοζύγιον ἐξωτερικῶν πληρωμῶν ἐν ἀπολύτῳ ἰσοζυγισμῷ καὶ δεύτερον εἴχατε ἕνα ἔλλειμμα προϋπολογισμοῦ τῆς τάξεως τῶν 30 ἑκατομ. δολλαρίων καὶ κάποιος εὐεργέτης σας ἀπὸ τὴν Νότιον Ἀφρικὴν σᾶς ἀπέστειλεν ἕνα τσὲκ 30 ἑκατομ. δολλαρίων, τὸ ὁποῖον ἐπηγαίνατε εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, εἰσεπράττατε τὰς δραχμὰς καὶ ἐκαλύπτατε αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἡ ἐπίδρασις αὐτῶν τῶν 30 ἑκατομ. δολλαρίων εἰς δραχμάς, δηλαδὴ 900 ἑκατομ. ἀπὸ τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ πρωῒ δὲν θὰ εἶχε πληθωριστικὴν ἐπίδρασιν. Θὰ εἶχε ἢ δὲν θὰ εἶχε;
§111Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Σᾶς ἀπαντῶ εἰς τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ἐθέσατε. Ἀνεξαρτήτως προϋπολογισμοῦ, ἀνεξαρτήτως βοηθείας, εἶναι δυνατὸν ἡ δυναμικότης μιᾶς οἰκονομίας νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς μίαν στιγμήν, ὥστε τὸ συναλλαγματικὸν ἰσοζύγιον νὰ εἶναι ἐνεργητικὸν ἀνεξαρτήτως οἱουδήποτε ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνεξαρτήτως οἰκονομικῆς βοηθείας, ὅπως ἡ περίπτωσις ἑνὸς ποὺ θὰ στείλῃ τὸ τσὲκ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν.
§112Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἶναι πληθωριστικαί;
§113Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω: Δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι, ἀλλ’ ἐὰν εἶναι, τοῦτο συμβαίνει ἐξ ἄλλου λόγου καὶ ὄχι ἐκ τῆς ἀντλήσεως τῶν δραχμῶν τῆς βοηθείας. Συμβαίνει δὲ διότι ἔχει περισσεύματα τὸ συναλλαγματικὸν ἰσοζύγιον.
§114Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Παραδέχεσθε αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι τὰ 30 ἑκατομμ. δολλαρίων εἶναι πληθωριστικά;
§115Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὄχι.
§116Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἴπατε, ὅτι θὰ ἔχῃ πληθωριστικὰς ἐπιδράσεις καὶ εἴπατε νὰ μὴ τὸ συνδέσωμεν μὲ τὸ θέμα τῆς βοηθείας.
§117Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Δὲν ἀφήσατε νὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὅτι ἔχω ἀντιρρήσεις ἐὰν εἶναι πληθωριστικὰ ἢ ὄχι. Δὲν ἀφήνετε νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου.
§118Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἴπατε, ὅτι δὲν ἔχουν πληθωριστικὰς ἐπιδράσεις.
§119Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Κατ’ ἐμέ, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρέπει νὰ συνδέσετε τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὰ συναλλαγματικὰ ἐλλείμματα, λέγοντες, ὅτι ἡ μεταφορὰ τῆς βοηθείας εἰς τὸν προϋπολογισμόν, εἶναι λογιστικὴ μετάθεσις τῶν κονδυλίων. Αὐτὰ τὰ ἔξοδα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράττωμεν δραχμὰς δὲν εἶναι πρακτικά. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημά μου. Ἐπιμένω. Δὲν εἶναι πράγματι ἀδύνατον νὰ συμβῇ, ὥστε, ἀνεξαρτήτως προϋπολογισμοῦ, νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συναλλαγματικὸν ἰσοζύγιον νὰ εἶναι ἐνεργητικόν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἐλλειμματικὸς διότι ἔχει δημιουργηθῆ εἰσόδημα ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ συναλλαγματικοῦ ἰσοζυγίου; Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀκόμη εἶναι λίαν συζητήσιμον, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι πληθωριστικὴ κίνησις. Καὶ ἰδοὺ διατί. Διὰ τρεῖς λόγους: Πρῶτον, διότι, ἐξ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, μέγα ποσὸν εἰσέρχεται εἰς τὴν ἀποταμίευσιν. Δεύτερον, διότι ἕτερον ποσὸν παραμένει εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐξαγωγέων, οἱ ὁποῖοι τὸ εἰσπράττουν ἀλλὰ δὲν τὸ δαπανοῦν ἀμέσως, οὔτε μαζικῶς. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἐργάται διὰ νὰ ἀγοράσουν ἀμέσως καὶ νὰ προκαλέσουν ταὐτοχρόνως ηὐξημένην ζήτησιν, τὸ ἀληθές, εἶναι, ὅτι τὸ εἰσόδημα τοῦτο διαχεόμενον καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους εἰς ὅλους τοὺς παραγωγοὺς διὰ νὰ προετοιμάσουν τὴν νέαν ἐξαγωγικὴν διαδικασίαν, εἶναι τόσον ὀλίγον εἰς καθένα ἐξ αὐτῶν, ὥστε ἡ πρόσθετος ἀγοραστικὴ δύναμις ποὺ δημιουργεῖται, νὰ μὴ δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῶν τιμῶν τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐπιδράσῃ ἀκόμη, ἡ ζήτησις ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ ἐκ τῆς προσθήκης τῶν δραχμῶν αὐτῶν, (αἱ ὁποῖαι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀνῆλθον κατὰ τὰ τρία προηγούμενα χρόνια περίπου εἰς 600.000.000), ἡ ζήτησις αὐτὴ ἀποτελεῖ μίαν ὤθησιν διὰ τὴν ἐντατικοποίησιν τῆς ἐσωτερικῆς παραγωγῆς, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ προσφέρῃ ἀγαθὰ πολὺ περισσότερα διὰ νὰ τὴν καλύψῃ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡ ἐσωτερικὴ παραγωγὴ δὲν θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ τό προσφέρῃ, ὑπάρχει ὡς ἀσφαλιστικὴ δικλεὶς ἡ ἐλευθερία τῶν εἰσαγωγῶν, ἡ ὁποία δύναται νὰ καλύψῃ πᾶσαν προσφοράν, ὥστε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἔχετε τὸ ἀντίκρυσμα τῆς ἐν λόγῳ ζητήσεως δι’ ἀντιστοίχου προσφορᾶς. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι λίαν συζητήσιμον ἐὰν δημιουργῆται πληθωριστικὴ κίνησις. Ὑπάρχουν ἄλλωστε χίλιοι τρόποι νὰ ἐξουδετερωθῇ ἡ πληθωριστικὴ κίνησις.
§120Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τότε καὶ ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος, θὰ ἔχῃ τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα.
§121Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ πόσον καὶ διατὶ ἐκδίδεται. Βεβαίως ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος ἐὰν κατευθύνεται πρὸς ἄμεσον παραγωγὴν καὶ δημιουργίαν ἀγαθῶν δὲν εἶναι πληθωριστικὴ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν ἣν ἀναφέρετε, κατὰ μείζονα δὲ λόγον, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐλευθερία τῶν εἰσαγωγῶν καὶ δύναται ἡ εἰσαγωγὴ νὰ προσφέρῃ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καλύπτουσα τὰ κενὰ τῆς συζητήσεως. Εἶναι δὲ τό ἐμπόριον ἱκανώτατον πρὸς τοῦτο.
§122Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἀκριβῶς τὸ ἴδιον πρᾶγμα ἔχει καὶ ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος. Κύριε ὑπουργέ, ἓν μέρος θὰ πέσῃ εἰς τὴν ἀποταμίευσιν, ἓν μέρος θὰ πάῃ εἰς τοὺς εἰσαγωγεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ κάμουν ἀμέσως χρῆσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς κάθε χρηματικῆς ἐνέσεως.
§123Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Σᾶς εἶπον ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν μιᾶς παραγωγῆς 12 μηνῶν ἠμπορεῖ ἡ ἐπίδρασις νὰ μὴ εἶναι οὔτε ἄμεσος, οὔτε μαζική, χωρὶς νὰ ἀρνούμεθα ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ὥστε ὅλα αὐτὰ νὰ μὴ συμβοῦν.
§124Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δόξα νἄχῃ ὁ Θεός!
§125Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὑπάρχουν ὅμως μέτρα διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικρυσθῇ κάθε πληθωριστικὴ κίνησις ἐὰν ὑπάρξῃ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ἐξ ἀρχῆς ὅτι εἶναι συζητήσιμον ἐὰν θὰ δημιουργηθῇ πληθωριστικὴ κίνησις καὶ ἐὰν θὰ ἔχῃ συνεπείας ἐπὶ τῆς ἀγορᾶς. Αὐτὸς ὁ φόβος, κ. Πρόεδρε, ἀναμφισβητήτως σᾶς ἔφερεν εἰς τό νὰ δημιουργήσητε τὸ δίλημμα εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται δῆθεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς σταθερότητος τοῦ νομίσματος ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ συγκεκρατημένου πληθωρισμοῦ. Θέλω νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι εἰς οὐδὲν ἀπολύτως δίλημμα εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις. Ἁπλῶς διὰ νὰ ὑποστηρίζητε τὸ ἐπιχείρημά σας, τοῦ διλήμματος, ἀναφέρατε τὰς δύο ἀκρότητας, εἴτε τὴν ἀπόλυτον σταθερότητα τοῦ νομίσματος, εἴτε τὸν συγκεκρατημένον πληθωρισμὸν. Ὑπάρχει ὅμως, κ. Πρόεδρε, καὶ ἡ μέση λύσις τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνασυγκροτήσεως διὰ τῆς δημιουργίας πλεονασμάτων εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθοῦν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Θὰ ἦτο παράλογον καὶ παράδοξον ἐὰν εἴτε ἀρνούμεθα τὴν βοήθειαν, εἴτε τὰ πλεονάσματα τοῦ ἐκ τῶν ἐξαγωγῶν μας συναλλάγματος, μόνον καὶ μόνον διὰ τόν δῆθεν φόβον πληθωριστικῆς πιέσεως. Καὶ ἡ μέση λύσις εἶναι, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει καθῆκον νὰ ἐφορεύῃ ἐπὶ τῆς ἐξουδετερώσεως ἑκάστοτε τῶν πληθωριστικῶν πιέσεων ἐὰν ὑπάρξουν, καὶ ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀφήσῃ ποτέ, αἱ δυνάμεις τοῦ πληθωρισμοῦ, εἴτε τοῦ ἀντιπληθωρισμοῦ, ἐντελῶς τυφλαὶ νὰ προχωροῦν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπεμβάσεώς της. Αὐτὴ εἶναι ἡ μέση λύσις, ἡ ὁποία ἐνδείκνυται ἐκ τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουν, ἀφ’ ἑνὸς τὴν πρόοδον τοῦ τόπου, τὴν δημιουργίαν περισσευμάτων διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, ταὐτοχρόνως μὲ τὴν προσπάθειαν διατηρήσεως τῆς σταθερότητος τῶν τιμῶν καὶ ἑπομένως τῆς σταθερότητος τοῦ νομίσματος. Ἡ Κυβέρνησις θὰ δύναται πάντοτε νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰς ἐπιδράσεις διὰ διαφόρων καταλλήλων ἐνεργειῶν της. Αἱ ἐνέργειαι δὲ αὐταὶ εἶναι πολλαπλαῖ. Εἶναι πρῶτον, ἡ ἔντασις τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς. Ὑπάρχει δυναμικὸν εἰς τὴν ἐγχώριον παραγωγήν, ἐργατικόν τε καὶ μηχανικὸν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ηὐξημένην ζήτησιν. Ὅλον τὸ πρόβλημα εἶναι, ἐὰν εἰς δεδομένην στιγμήν, πραγματοποιοῦνται εἰσοδήματα δημιουργοῦντα ζήτησιν, πῶς θὰ ἀντικρυσθῇ ἡ ζήτησις δι’ ἀντιστοίχου προσφορᾶς. Ἐὰν ἡ προσφορὰ ἀντικρύσῃ τὴν ζήτησιν, αἱ τιμαὶ θὰ διατηρηθοῦν σταθεραὶ καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει πληθωρισμός. Ἐφ’ ὅσον δὲ πραγματοποιοῦνται, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, συναλλαγματικὰ ἀποθέματα ποιούμενα, εἶναι μοιραῖον νὰ δημιουργοῦνται εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα νὰ προκαλοῦν μίαν ηὐξημένην ζήτησιν, ἡ ὁποία νὰ δύναται ἐνδεχομένως νὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν, ἐπὶ τῶν τιμῶν. Τοῦτο ὅμως, δύναται καὶ νὰ μὴ συμβῇ ἐάν, παρεμβαίνουσα ἡ Κυβέρνησις ἐνισχύσῃ τὴν παραγωγήν, ὥστε νὰ ἀνταποκριθῇ διὰ μεγαλυτέρας προσφορᾶς εἰς τὴν ηὐξημένην ζήτησιν, εἴτε καὶ διὰ τῆς ἀσφαλιστικῆς δικλεῖδος τῆς ἐλευθερίας τῶν εἰσαγωγῶν ἡ ὁποία διευκολύνει τὴν εἰσαγωγὴν παντὸς ἀγαθοῦ ἐν τῇ χώρᾳ. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς κινητοποιήσεως τῆς ἐσωτερικῆς ἀποταμιεύσεως, ἡ ὁποία θὰ δύναται ἐνισχυομένη διὰ πολλῶν μεθόδων νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐν ὅλῳ ἀγοραστικὴν δύναμιν καὶ ἔτσι ὁ ἀντιπληθωριστικὸς αὐτὸς παράγων, εἴτε τῶν ηὐξημένων εἰσαγωγῶν, εἴτε τῆς ηὐξημένης ἀποταμιεύσεως νὰ ἰσορροπήσῃ τὸν κίνδυνον ἐκ τῶν ηὐξημένων εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα προκαλεῖ ἡ αὔξησις τοῦ συναλλάγματος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, ἐνδιαφερομένη διὰ τὴν διατήρησιν τῆς σταθερότητος τοῦ τιμαρίθμου θὰ ἐνεργῇ ἑκάστοτε προληπτικῶς καὶ ὄχι βεβαιοῦσα ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν ἑκάστοτε αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου ὡς ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Ἐδημιουργήσαμεν ἰδίαν ὑπηρεσίαν ἡ ὁποία ἄρχεται λειτουργοῦσα ἀπὸ σήμερον καὶ ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὡς σκοπόν, προλαμβάνουσα τὴν ἑκάστοτε ἔλλειψιν τῆς προσφορᾶς νὰ βοηθῇ ὥστε αὕτη νὰ ἐξισοῦται πάντοτε πρὸς τὴν ζήτησιν. Θὰ ἦτο ἀκατανόητον ἐὰν ὡς οἰκονομικὴν πολιτικὴν οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνεκολποῦτο τὴν ἀρχὴν τῆς στασιμότητος τῆς οἰκονομίας καταργοῦσα τὴν ἔννοιαν τοῦ δυναμισμοῦ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὅλοι ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑποανάπτυκτος χώρα, ἔχουσα ἀνάγκην προόδου καὶ ἀναπτύξεως τῶν πλουτοπαραγωγικῶν της πόρων. Διότι εἰς αὐτὸ θὰ ὡδήγει ἡ ἀντίθετος θεωρία, ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ οἰκονομία μας θὰ ἠδύνατο ἐξ οἱουδήποτε λόγου νὰ ἔχῃ συναλλαγματικὰ πλεονάσματα, ἀντιθέτως νὰ μὴ τὰ διαθέτῃ καὶ νὰ φροντίζωμεν νὰ ἔχωμεν συναλλαγματικὰ ἐλλείμματα, ὥστε ταῦτα νὰ καλύπτωνται διὰ τῆς βοηθείας. Τοῦτο θὰ ἐσήμαινε στατικότητα τῆς οἰκονομίας. Δὲν ὑπάρχει δὲ κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐν λόγῳ ἀρχήν. Ἀντιστρόφως ἡ ὀρθὴ οἰκονομικὴ ἀντίληψις θὰ ἐπέβαλεν ὥστε, ὅταν ὑπάρχῃ ἕνα τόσον μέγα ποσοστὸν ἀνεργίας εἰς τὸν τόπον, ὅταν ὑπάρχουν πλουτοπαραγωγικοὶ πόροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεκμετάλλευτοι ὡς καὶ μία ἠλαττωμένη παραγωγὴ μὲ ηὐξημένον κόστος, νὰ καταβληθῇ κάθε προσπάθεια, ὥστε διὰ τῶν συναλλαγματικῶν ἀποθεμάτων καὶ διὰ τῶν νέων ἐπενδύσεων νὰ ὠθηθῇ ἡ παραγωγὴ πρὸς αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων καὶ πρὸς ἄνοδον τοῦ σημερινοῦ κατωτάτου βιοτικοῦ ἐπιπέδου εἰς ἀνώτερα εἰσοδηματικὰ ἐπίπεδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθὴ πολιτικὴ καὶ αὐτὴν πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν. Βεβαίως ἐν τῇ προσπαθείᾳ αὐτῇ τῆς δυναμικῆς ἐπεκτάσεως καὶ ἀναπτύξεως τῆς παραγωγῆς, ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ κάθε πρόνοιαν καὶ μὲ κάθε σύνεσιν καὶ προνοητικότητα, ὥστε νὰ διατηρήσῃ πάντοτε τὴν ἰσοζύγισιν μεταξὺ τῶν ηὐξημένων εἰσοδημάτων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς ἀντιστοίχου προσφορᾶς ἀφ’ ἑτέρου, οὕτως ὥστε νὰ διατηρήσῃ τὴν σταθερότητα τῶν τιμῶν. Καὶ εἰς τοῦτο θὰ καταβάλῃ ὅλας της τὰς προσπαθείας ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος, ὡς ἔννοια τῆς προόδου μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς σταθερότητος, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Εἶναι ἔννοια δυνατὴ καὶ ἔννοια τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦν ὅλα τὰ ὑποανεπτυγμένα Κράτη, τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν νὰ αὐξήσουν τὰς ἐπενδύσεις των, ἐφαρμόζοντα ταὐτοχρόνως διαφόρους μεθόδους, ὥστε ἡ καθολικὴ προσφορὰ ἰσοζυγίζουσα τὴν ζήτησιν νὰ κρατᾷ τὴν σταθερότητα τοῦ νομίσματος.
§126Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ κατευθυνόμενος πληθωρισμός.
§127Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Δέν ὑπάρχει κατευθυνόμενος πληθωρισμὸς ὅταν ὑπάρχῃ ἰσοζύγισις τῆς προσφορᾶς μὲ τὴν ζήτησιν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὑποστηρίξω αὐτὴν τὴν πολιτικήν, διότι θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος ὅταν ἐπὶ τῆς ἰδικῆς του περιόδου ἐφήρμοσε τὸν ἀπόλυτον ἀντιπληθωρισμόν, εἶχε καταδικάσει τότε τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας εἰς ἄνευ προηγουμένου στασιμότητα. Ἐμειώθη τότε ἡ παραγωγή, τὰ πάντα ἐσταμάτησαν καὶ ἐνέκρωσαν διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπολύτως ἡ ποσοτικὴ τοῦ νομίσματος θεωρία.
§128Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σεῖς τὸ ὑπεστηρίξατε αὐτό.
§129Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ναί, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἐμποδίζεται ἡ πρόοδος τῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ νὰ διευκολύνεται ἡ δυναμικὴ της ἀνάπτυξις διὰ νέων ἐπενδύσεων. Τὸ συμπέρασμά μου, καὶ ἡ ὑπόσχεσις τὴν ὁποίαν δίδομεν ταὐτοχρόνως, εἶναι ὅτι πρῶτον μὲν θὰ ἐντείνωμεν κάθε προσπάθειαν μειώσεως τῶν δαπανῶν καὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ αὐξηθοῦν περαιτέρω τὰ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ διαθέσιμα διὰ τὴν τροφοδότησιν τῶν ἐπενδύσεων. Δεύτερον ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπεν ἐπὶ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν βοήθειαν ἐκ φόβου πληθωρισμοῦ ἀλλὰ νὰ καταρτίζωμεν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὸ πρέπον ὕψος δαπανῶν πρὸς ἐπένδυσιν χωρὶς βεβαίως νὰ παραλείπωμεν ταὐτοχρόνως τὴν λῆψιν παντὸς προσφόρου μέτρου πρὸς ἀποτροπὴν τῶν ἐνδεχομένων πληθωριστικῶν πιέσεων ἐκ τῶν ἐνδεχομένων πλεονασμάτων τοῦ Ἰσοζυγίου Πληρωμῶν.
§130Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νὰ ἐπιτρέψητε καταθέσεις εἰς συνάλλαγμα εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§131Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπέμνησα σήμερον καὶ τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Γερμανία, εἶναι καὶ αὐτὸ μία λύσις, ἡ ὁποία δικαιολογεῖται μετὰ ὅταν ἐπιτευχθῇ ἡ πλήρης ἀπασχόλησις, ὡς ἐν Γερμανίᾳ. Δὲν εἶναι ἡ ἰδία περίπτωσις εἰς ἡμᾶς.
§132Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Αὐτὸ ποὺ κάμνετε τώρα εἶναι τὸ σφάλμα.
§133Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς μεταβολῆς τῆς σχέσεως ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας, ὁ κύριος Πρόεδρος ἐσημείωσεν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ηὐξήθη τὸ βάρος τῆς ἐμμέσου φορολογίας, ἐνῷ ἀντιθέτως ἐμειώθη τὸ βάρος τῆς ἀμέσου φορολογίας. Εἰδικῶς δέ, ὅτι κατὰ τὸ διανυόμενον οἰκονομικὸν ἔτος ἡ ἐπιβάρυνσις ἐκ τῆς ἐμμέσου φορολογίας κατέστη οὐσιωδῶς βαρυτέρα. Εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του ὁ κ. Πρόεδρος διέπραξε τριπλοῦν σφάλμα. Πρῶτον, ἀντὶ νὰ ἀναζητήσῃ τὴν σχέσιν ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν τακτικῶν εἰσπράξεων συνέκρινε ταύτην πρὸς τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δεύτερον, εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις ἐξ ἀμέσων φόρων σημειώνουν πάντοτε μίαν καθυστέρησιν τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους καὶ εἶναι ὡς ἐκ τούτου φυσικὸν νὰ ὑπολείπεται σημαντικῶς τὸ ποσοστὸν τῶν ἀμέσων φόρων κατὰ τὸ πρῶτον ὀκτάμηνον, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ διαμορφωθησόμενον τελικῶς. Τρίτον, αἱ ἐκτιμήσεις τοῦ κατατεθέντος προϋπολογισμοῦ 1955–56 προβλέπουν ἐπιβάρυνσιν ἐξ ἀμέσων φόρων μὴ ὑπολειπομένην τῆς πραγματοποιηθείσης κατὰ τὰ προηγούμενα δύο οἰκονομικὰ ἔτη, αἱ δὲ τελευταῖαι ἐκτιμήσεις περὶ τῆς ἐξελίξεως τῶν εἰσπράξεων ἐκ φόρων ἐπιτρέπουν τὴν πρόβλεψιν, ὅτι αἱ ἀρχικῶς ὑπολογισθεῖσαι δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθοῦν αἰσθητῶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία. Ἑπομένως ἡ ἀναλογία εἶναι ἀπολύτως σταθερὰ διὰ τὰ ἔτη 1953, 1954, 1955.
§134Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τότε βάσει τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν τὸ 1951–52 πόσον εἶναι;
§135Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Δὲν ξεύρω πόσον εἶναι. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ἀπὸ τὸ 1953 καὶ ἐντεῦθεν.
§136Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἦτο 27% καὶ πίπτομεν μετὰ εἰς τὰ 20%.
§137Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). 21%.
§138Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὥστε βλέπετε δὲν ὑπάρχει ζήτημα ἀπολύτου ἀριθμοῦ ὕψους. Εἶναι ζήτημα σχέσεως.
§139Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Κάμνετε τό ἑξῆς σφάλμα. Ὅτι τὴν σχέσιν δὲν τὴν λαμβάνετε μεταξὺ τοῦ συνόλου τῶν ταμειακῶν ἐσόδων καὶ τῆς ὡς πρὸς αὐτὰ ἀναλογίας τῶν ἐμμέσων φόρων.
§140Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐδῶ ὑποπίπτετε εἰς ἕνα σφάλμα στοιχειώδους ἀριθμητικῆς. Διότι εἴτε τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων, εἴτε τῶν τακτικῶν μόνον πάρω, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει εἰς ἀπολύτους ἀριθμούς, αὐξομειώσεως, εἴτε τοῦ ἑνὸς εἴτε τοῦ ἄλλου, ἡ ροπὴ σχέσεως πρέπει νὰ βγῇ ἡ ἰδία. Αὐτὸ εἶναι μαθηματικὸς κανών.
§141Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὄχι. Διότι σεῖς ἐπιχειρεῖτε νὰ συγκρίνετε ἀμέσους καὶ ἐμμέσους, ὡς πρὸς τὸ σύνολον ὄχι μόνον τῶν τακτικῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων.
§142Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἂν κάμετε τὴν σύγκρισιν μὲ σταθερὸν ἀριθμὸν τὸ ἴδιον εἶναι.
§143Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Δὲν εἶναι καθόλου τὸ ἴδιον διότι τὰ ἔκτακτα ἔσοδα ποικίλλουν καὶ πάντως αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ θέμα σας.
§144Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἡ ἀναλογία εἰς τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι πάντοτε ἡ ἰδία, ἐφ’ ὅσον ἔχει ποικίλλοντα μεγέθη καὶ αὐτὰ συγκρίνονται μὲ σταθεροὺς ἀριθμούς. Αὐτὸ λέγει ὁ μαθηματικὸς κανών.
§145Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὡς πρὸς τό θέμα τῆς κυκλοφορίας. Καὶ πάλιν ὁ κ. Πρόεδρος ὑπέπεσεν εἰς σφάλματα. Ἡ αὔξησις τῆς κυκλοφορίας ἐντὸς τοῦ 1955 ἀνῆλθε πράγματι εἰς 1.063 ἑκατομμ., δηλαδὴ ἀπὸ 3.888 ἑκατομμ. εἰς 4.951, ὡς ποσοστὸν ὅμως εἰς 27% μόνον. Ἐξ ἄλλου τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα ἀποτιμώμενον εἰς τρεχούσας τιμὰς ὅπως εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποτιμᾶται, ἐφ’ ὅσον συγκρίνεται μὲ τὴν κυκλοφορίαν ἀνῆλθεν περίπου εἰς 13%. Πρέπει ὅμως νὰ παρατηρηθῇ ὅτι ἡ ὀρθὴ σύγκρισις τῆς διακυμάνσεως τῆς κυκλοφορίας μεταξὺ δύο ἐτῶν πρέπει νὰ ἀναφέρεται εἰς τό μέσον ἐπίπεδον κυκλοφορίας ἑκάστου ἔτους, ὁπότε ἡ σημειωθεῖσα κατὰ τὸ 1955 αὔξησις τῆς κυκλοφορίας ἀνῆλθεν εἰς 20% μόνον. Ὁ κ. Πρόεδρος ὑπηνίχθη ὅτι ἡ αὔξησις τῆς κυκλοφορίας προῆλθεν ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τῶν λογαριασμῶν τοῦ Δημοσίου. Εἰς τὴν πραγματικότητα προῆλθε κατὰ μέγιστον μέρος ἀπὸ τὴν σημειωθεῖσαν οὐσιώδη βελτίωσιν τῶν ἐξωτερικῶν λογαριασμῶν τῆς χώρας. Παρεμπιπτόντως ἀναφέρω ὅτι αἱ ἐξαγωγαὶ ἀπὸ 161 ἑκατομμ. δολλάρια κατὰ τὸ 1954 ἀνῆλθον εἰς 207 ἑκατομμ. δολλάρια κατὰ τὸ 1955 ἐνταθεῖσαι κυρίως ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ Σεπτεμβρίου 1955 καὶ ἐντεῦθεν. Ἐπίσης οἱ ἄδηλοι πόροι ηὐξήθησαν ἀπὸ 133 ἑκατομμ. δολλάρια εἰς 157. Περαιτέρω ὁ κ. Πρόεδρος ἐτόνισεν ὅτι ἐπῆλθε μείωσις τῶν πραγματοποιουμένων κρατικῶν ἐπενδύσεων κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ἀξίας των ὑπολογιζομένης εἰς σταθερὰς δραχμάς. Λησμονεῖ ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι τὰ ἔτη εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται ἦσαν ἔτη ἀφθόνου οἰκονομικῆς βοηθείας, ἡ ὁποία ἐκυμαίνετο τότε εἰς ἐπίπεδα 200 ἑκατομμ. δολλαρίων, καὶ ἡ ὁποία ἤδη ἀπὸ τριετίας ἔχει περιορισθῆ εἰς ἐπίπεδα 60 περίπου ἑκατομ. δολλαρίων ἐτησίως. Περιωρίσθη δηλαδὴ αἰσθητῶς ἡ κυριωτέρα πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἠντλοῦντο τὰ κεφάλαια διὰ τὴν διενέργειαν κρατικῶν ἐπενδύσεων. Ἐν τούτοις διὰ πρώτην φορὰν μεταπολεμικῶς ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρουσιάσῃ πρόγραμμα ἐπενδύσεων στηριζόμενον ὄχι μόνον εἰς εὐχὰς ἀλλὰ εἰς μελέτας, ἤδη δὲ ἡ κατασκευὴ δύο ἐκ τῶν προγραμματισθέντων μεγάλων ἔργων οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως ἐγκαινιάσθησαν τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον. Ἐκτὸς δὲ τῶν ἔργων οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τὰ ὁποῖα εἴτε θὰ ἀναληφθοῦν ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἴτε θὰ τύχουν κρατικῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως, ἐκδηλοῦται ἤδη τὸ ἐνδιαφέρον μεγάλων ξένων οἴκων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἐπενδύσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν ἀξιοποίησιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν πόρων τῆς χώρας.
§146Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἀντὶ νὰ λέτε τὶ θὰ κάμετε δὲν μᾶς λέτε πόσας ἐπενδύσεις ἐκάματε εἰς τό ἑπτάμηνον διὰ νὰ συμφωνήσωμεν εἰς ἕνα ἀριθμόν; Νομίζω 384 ἑκατομμύρια.
§147Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὄχι περισσότερον εἰς δραχμάς.
§148Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὄχι, εἶναι 384 ἑκατομμύρια.
§149Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὄχι, θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Εἶναι 631 ἑκατομμύρια εἰς δραχμάς.
§150Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἰς δραχμὰς τὸ ἑπτάμηνον;
§151Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Μάλιστα μέχρι τῆς 5ης Ἀπριλίου.
§152Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πόσα νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ διαθέσετε, ἐφ’ ὅσον κ. ὑπουργέ.........
§153Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Εἶναι 1.100 ἑκατομμύρια τὸ σύνολον.
§154Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν δήλωσίν σας, ὅτι μέχρι τέλους θὰ ἔχετε 1.100;
§155Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Θὰ ἐπιχειρήσωμεν ὅ,τι δυνάμεθα περισσότερον.
§156Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης σᾶς δίδει 305 ἑκατομμύρια δι’ ἐπενδύσεις, ἂν ἐδιαβάσατε τὸ πόρισμα, διότι εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ μὴ τὸ ἐδιαβάσατε, διότι ὁ ἴδιος λέγει, ὅτι ὑπὸ τὰς αἰσιωτέρας προϋποθέσεις οἰκονομικῆς σταθερότητος δύνασθε νὰ ἐπεκταθῆτε εἰς ἐπενδύσεις διὰ τὸ τελευταῖον τρίμηνον εἰς 300 ἑκατομμύρια. Ἂν ἐκάματε κατὰ τὸ πρῶτον 600 ἑκατομμύρια καὶ κάμετε καὶ κατὰ τὸ τελευταῖον τρίμηνον 300 θὰ ἔχετε σύνολον 900 ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς ἐπενδύσεις, ἔναντι 1.270, τὰς ὁποίας εἴχατε προγραμματίσει. Λοιπὸν θὰ εἶσθε κάτω τῶν 25% — 30% τοῦ προγραμματισθέντος. Ἂν κάμετε τώρα, κ. ὑπουργέ, ἀναλογισμὸν τῶν 900 ἑκατομμυρίων δραχμῶν εἰς σταθερὰς δραχμὰς τοῦ 1951, θὰ ἴδητε, ὅτι δὲν φθάνετε οὔτε εἰς 600 ἑκατομμύρια δραχμῶν τοῦ 1951. Δηλαδὴ πίπτετε εἰς τὰ 50% τῶν ἰδικῶν μας ἐπενδύσεων.
§157Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ἴσως.
§158Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι, ὅτι εἶσθε καλῆς προαιρέσεως ἄνθρωπος, ἀλλὰ δὲν τὰ καταφέρνετε, τί νὰ κάμετε, αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος).
§159Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσετε τοῦτο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον καὶ τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τότε μὲν σεῖς εἴχατε περιθώρια τοιούτων ἐπενδύσεων ἀπὸ τὴν βοήθειαν, ἡ ὁποία ἀνήρχετο εἰς 200 ἑκατομμύρια δολλαρίων καὶ σήμερον εἶναι 60 ἑκατομμύρια καὶ μάλιστα οὔτε κἂν αὐτά. Διατί κάμνετε ἀσκόπους συγκρίσεις;
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλογικὴν συζήτησιν ἢ ἀγόρευσιν θὰ κάμωμεν.
§161Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Μὰ κύριε Πρόεδρε, μόνον οὕτω ἠμποροῦμε νὰ διαφωτισθοῦμε. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τὸν λόγον.........
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πῶς διεξάγονται αἱ συζητήσεις καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ κάμετε παρατήρησιν. Θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν. Δὲν ἔχετε δικαίωμα......
§163Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε κ. Πρόεδρε, μὲ τέτοιαν αὐστηρότητα νὰ φέρεσθε. Εἶναι Βουλὴ ἐδῶ καὶ ὀφείλομεν νὰ ἀκούσωμεν καὶ νὰ ἐνημερωθῶμεν. Δὲν ἔχετε τό δικαίωμα νὰ σταματᾶτε τὴν συζήτησιν. Ἄλλως νὰ φύγωμεν......
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος σᾶς εἶπε νὰ φύγετε......
§165Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. Προσπαθεῖτε νὰ καλύψετε τὸν ρήτορα....
§166Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τὸν λόγον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§168Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπὶ θεμάτων αὐτοῦ τοῦ εἴδους, ποὺ ὑπάρχει σειρὰ σκέψεων πολύπλοκος καὶ ἀριθμοί, μία τοιαύτη συζήτησις πρέπει νὰ γίνεται διαλογικῶς, διότι ἐὰν ἀφήσωμεν τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ ὅ,τι νομίζει ὅτι πρέπει νὰ εἴπῃ ἄνευ διακοπῆς...
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἂν τὸ κάμουν ὅλοι οἱ βουλευταὶ αὐτὸ καὶ διακόπτουν τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος ὁμιλοῦντα, πῶς θὰ ἀσκήσῃ οὗτος τὸ λειτούργημά του καὶ ποῦ εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ βήματος;
§170Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τὴν τελευταίαν στιγμὴν παρενέβητε, κ. Πρόεδρε διὰ νὰ προστατεύσητε τὸν κ. ὑπουργόν.....
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην προστασίας ὁ κ. ὑπουργὸς οὔτε καὶ ἐγὼ νὰ μοῦ ὑποδεικνύετε τὶ πρέπει νὰ κάμω.
§172Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Χθὲς οὐδεὶς σᾶς διέκοψε καὶ εἴπατε πράγματα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, εἶναι ἀνακριβῆ καὶ ἐρχόμεθα σήμερον νὰ τὰ ἀνασκευάσωμεν καὶ δὲν μᾶς ἐπιτρέπετε νὰ διατυπώσωμεν οὔτε κἂν τὰς σκέψεις μας.
§173Ε. ΑΡΒΑΝΙΤΑΚΗΣ. (Ἐγείρεται ζητῶν τὸν λόγον).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀρβανιτάκη, ἐὰν συνεχίσητε διακόπτων θὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§175Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, ἀνατρέξητε εἰς τὰ πρακτικά, θὰ ἴδητε, ὅτι ἐπὶ συζητήσεως τεχνικῶν θεμάτων εἶναι πλήρη διαλογικῶν συζητήσεων.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωρήσατε, κ. ὑπουργέ.
§177Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὁ κύριος Πρόεδρος, ἐπρότεινεν ὅπως ἀποφεύγεται ὁ δανεισμὸς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως, ἀντὶ δὲ τούτων χρησιμοποιηθοῦν τὰ συναλλαγματικὰ διαθέσιμα τῆς χώρας τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ἐπαρκῆ δὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Ἡ ἁλματώδης ἐντὸς τῆς παρελθούσης τριετίας αὔξησις τῶν συνολικῶν διαθεσίμων ἀποδεικνύει ὅτι ὀρθῶς ἐξετιμήθη ἡ σχέσις μεταξὺ ἀναγκῶν εἰς συνάλλαγμα καὶ εἰσπράξεων, εἴτε αὐτοδυνάμων εἴτε ἐξ ἐκτάκτων πηγῶν προερχομένων. Ἤδη τὰ συναλλαγματικὰ διαθέσιμα ἐπαρκοῦν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ἐνδεχομένων ἐκτάκτων ἀναγκῶν καὶ ἀφοῦ ἀκόμη ἐκπεσθοῦν αἱ ἀναληφθεῖσαι ὑποχρεώσεις τῶν Ἑλλήνων εἰσαγωγέων ἔναντι τῶν προμηθευτῶν τῆς ἀλλοδαπῆς, ἀφίνουν δὲ μικρὸν περιθώριον διὰ τὴν εἰσαγωγὴν κεφαλαιουχικοῦ ἐξοπλισμοῦ ἐπὶ ἀμέσῳ πληρωμῇ. Τὸ ποσὸν τοῦτο προτίθεται πράγματι νὰ χρησιμοποιήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἄλλωστε ἐδήλωσεν ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν εἰσαγωγὴν κεφαλαιουχικοῦ ἐξοπλισμοῦ ἡ χρηματοδότησις τοῦ ὁποίου δὲν ἐξασφαλίζεται δι’ ἐξωτερικοῦ δανεισμοῦ ὑπὸ συμφέροντας ὅρους. Θὰ ἐξακολουθήσῃ ὅμως νὰ ἀποτελῇ συνειδητὴν ἐπιδίωξιν τῆς Κυβερνήσεως ἡ περαιτέρω αὔξησις τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος τὸ ὕψος τοῦ ὁποίου προσδιορίζει ἐν τελικῇ ἀναλύσει τὴν ἱκανότητα τῆς χώρας ὅπως ἐφοδιάζεται ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν μὲ τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν διατήρησιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου καὶ τὴν σταθερότητα τῶν τιμῶν ἀγαθὰ καθὼς καὶ διὰ τὸν ἀνεφοδιασμόν της εἰς κεφαλαιουχικὸν ἐξοπλισμόν. Ὁ κ. Πρόεδρος προτείνει ριζικὴν μεταβολὴν τοῦ στρατιωτικοῦ συστήματος διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ μείωσις τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν. Χωρὶς προσφυγὴν εἰς μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ὁδηγήσουν ἐνδεχομένως εἰς τὴν μείωσιν τῆς μαχητικῆς ἱκανότητος τῶν ἐνόπλων μας δυνάμεων, ἐπετεύχθη ἤδη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μείωσις τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 200 ἑκατομμ. δραχμῶν διὰ τὸν περιορισμὸν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν θὰ καταβληθῇ δὲ καὶ περαιτέρω προσπάθεια διὰ τὴν συγκράτησιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν ἐντὸς ὁρίων τὰ ὁποῖα δύναται νὰ βαστάσῃ ὁ Κρατικὸς προϋπολογισμός. Ἤδη ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὕψος τῶν εἰσαγωγῶν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος προέβλεψεν, ὅτι θὰ φθάσῃ τὰ 400 ἑκατομμ. δραχμῶν διὰ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐλευθερίας τῶν εἰσαγωγῶν ἐπὶ τοῦ ὕψους τῆς ἐγχωρίου βιομηχανικῆς παραγωγῆς, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἀκόλουθα: Αἱ εἰσαγωγαί, πράγματι, θὰ σημειώσουν αὔξησιν ἔναντι τοῦ προηγουμένου ἔτους, χωρὶς ὅμως νὰ δικαιολογῆται ἡ ἀπαισιόδοξος πρόβλεψις τοῦ κ. Καρτάλη. Ἐξεταστέον ὅμως, ἡ φύσις τῶν ηὐξημένων εἰσαγωγῶν. Ἀποτελοῦνται δὲ αὗται κυρίως ἀπὸ σπορέλαια, εἰς ἀντικατάστασιν τῆς καταστραφείσης παραγωγῆς ἐλαιολάδου, κεφαλαιουχικὸν ἐξοπλισμόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ παραγωγικὴ δυναμικότης τῆς χώρας αὐξάνεται, καὶ πρώτας ὕλας καὶ ἡμικατειργασμένα προϊόντα τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν βιομηχανίαν. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἀποδεικνύει πόσον ἐσφαλμένος εἶναι ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι ἐκάμφθη ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ ἐξ αἰτίας τῆς ἐλευθερίας τῶν εἰσαγωγῶν. Ἄλλωστε ἐκ τῶν διαθεσίμων στοιχείων προκύπτει ἀφ’ ἑνὸς μέν, ὅτι ἡ συνολικὴ βιομηχανικὴ παραγωγὴ ἐντὸς τοῦ 1955 ηὐξήθη, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ὅτι ἐὰν τὸ ποσοστὸν αὐξήσεως ἦτο μικρόν, τοῦτο ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς κλωστοϋφαντουργίας, ἐνῷ ἀντιθέτως πάντες σχεδὸν οἱ ὑπόλοιποι κλάδοι ηὔξησαν περαιτέρω, καὶ μάλιστα οὐσιωδῶς τὴν παραγωγήν των. Ἤδη δὲ ὑπάρχει ἔνδειξις ὅτι καὶ τῆς κλωστοϋφαντουργίας ἡ παραγωγὴ ἤρχισε καὶ πάλιν αὐξανομένη. Ὡμίλησεν ἀκόμη, ὁ κ. Πρόεδρος, περὶ ὀφειλομένων ἐξαγωγῶν εἰς ἀνατολικὰς χώρας καὶ ἀνταλλαγῆς τῶν γεωργικῶν προϊόντων μὲ κεφαλαιουχικὰ ἀγαθά. Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχομεν δι’ ἀνάπτυξιν τῶν ἐμπορικῶν μας σχέσεων μετὰ τῶν ἀνατολικῶν χωρῶν πρὸς ἐξαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἐπιχειρήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅσον τῆς εἶναι δυνατόν. Ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἀντιτίθεται, εἶναι νὰ μονοπωλήσωμεν τὴν ἐξαγωγὴν τῶν Ἑλληνικῶν μας προϊόντων ἔναντι εἰσαγωγῆς τεχνικοῦ ἐξοπλισμοῦ, διότι τοῦτο θὰ ἀπέκοπτε τοὺς ἐμπορικοὺς δεσμούς μας μὲ τὰς ὑπολοίπους ἐλευθέρας χώρας τοῦ κόσμου καὶ θὰ ἐδημιούργει μονοπωλιακὴν θέσιν τῶν ἀνατολικῶν χωρῶν ἔναντι τῆς Ἑλλάδος.
§178Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Οὐδεὶς ὡμίλησε περὶ μονοπωλίων. Ἐὰν ὅμως σᾶς κάμουν μίαν προσφορὰν ἐπενδύσεως ἑνὸς ἔργου, ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ ἀμέσως καὶ ἡ ἀποπληρωμή του μετὰ 15 ἔτη δι’ ἐξαγωγῆς γεωργικῶν προϊόντων θὰ τὴν ἀρνηθῆτε;
§179Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὄχι ἐφ’ ὅσον θὰ πρόκειται περὶ ἑνὸς μεμονωμένου ἔργου.
§180Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ μονοπωλίων. Ἐγὼ σᾶς εἶπον περὶ διευκολύνσεως τῶν ἐξαγωγῶν μας ὥστε νὰ ἀπορροφηθοῦν εἰς γεωργικὰ προϊόντα. Εἶπον δι’ ἐπένδυσιν σταθερῶν κεφαλαίων ἔναντι εἰσαγωγῆς προϊόντων ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Καὶ σᾶς ἀνέφερα τὰ σύμφωνα Ἰνδιῶν, Βιρμανίας καὶ Ἀφγανιστάν.
§181Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ἐὰν πρόκειται περὶ συμφερόντων ὅρων θὰ ἐξετασθοῦν ἐν συγκρίσει πρὸς ἄλλους. Ἐάν, δηλαδή, ὑπάρξῃ συγκεκριμένη πρότασις θὰ ἐξετασθῇ ἐν συγκρίσει πρὸς προτάσεις ἄλλων ἐλευθέρων κρατῶν.
§182Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Σεῖς πρέπει νὰ τὴν ζητήσητε.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καρτάλη, ἐπὶ τέλους καταντᾶτε νὰ ἀγορεύετε σεῖς καὶ νὰ σᾶς διακόπτῃ ὁ ὑπουργός. Σᾶς παρακαλῶ πολύ, κ. Καρτάλη, νὰ ἔχωμεν κάποιαν γραμμήν. Θέλω νὰ δοθῇ τὸ παράδειγμα εἰς ὅλους τοὺς βουλευτὰς νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον ἐγκρίσει τοῦ Προέδρου. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ. Διατὶ μοῦ κάμνετε αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν προσοχῆς; Μὲ θίγετε καὶ ὡς Πρόεδρον καὶ προσωπικῶς. Ὁ κ. Βενιζέλος καὶ ὁ κ. Παπανδρέου θρησκευτικῶς ἐτήρησαν τοῦτο καθ’ ὅλας τὰς συνόδους. Εἶναι ὑστάτη ἔκκλησις τὴν ὁποίαν σᾶς κάμνω καὶ παράκλησις.
§184Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ἐπίσης δὲν εἶναι ἀληθές, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι ἡ χρηματοδότησις τῆς γεωργίας ἀνῆλθεν εἰς 1.800 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ 1955. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ χρηματοδότησις τῆς Γεωργίας ἀνῆλθεν εἰς 3.786 εἰς ἅς, ἂν προσθέσωμεν καὶ τὴν κατὰ τὴν 31.12.1955 ὑπάρχουσαν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἐκ τῆς χρηματοδοτήσεως τοῦ σίτου ἐξ 110 ἑκατομμυρίων ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 3.896. Δεδομένου δὲ ὅτι κατὰ τὸ 1954 τὸ συνολικὸν ὕψος ἦτο 3.467, συνάγεται ὅτι ἡ ἀγροτικὴ οἰκονομία ἐχρηματοδοτήθη ἐπὶ πλέον μὲ 429 ἑκατομμύρια δραχμάς. Ἐπὶ πλέον ἔνδειξις ἐνδιαφέροντος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι εὐθὺς μόλις ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν, ἐχρηματοδότησε διὰ 80 ἐπὶ πλέον ἑκατομμυρίων τὰ μικρὰ ἐγγειοβελτιωτικὰ ἔργα καὶ τὰς μεσοπροθέσμους πιστώσεις τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης κατὰ 40 περίπου ἑκατομμύρια οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἔκδηλον εὐθὺς ἀπὸ τῶν πρώτων ἡμερῶν τὸ ὑπὲρ τῆς γεωργίας ἐνδιαφέρον της. Οὔτε εἶναι ὀρθὴ ἡ σύγκρισις τὴν ὁποίαν ἐπιχειρεῖ ὁ κ. Πρόεδρος μὲ τὰς παγωμένας πιστώσεις αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀναμφισβήτητα δὲ καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, ὥστε νὰ μὴ βαρύνεται ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν εὐθύνην αὐτῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ὑπεσχέθη τὴν διὰ νομοθετήματος ταχεῖαν ρύθμισιν αὐτῶν. Τέλος, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ μόνη πραγματικὴ αὔξησις τῶν ἀμοιβῶν τῶν ἐργαζομένων ἐχορηγήθη ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου, ἐνῷ τῶν δοθεισῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τριετίαν αὐξήσεων εἶχε προηγηθῆ ὕψωσις τοῦ κόστους τῆς ζωῆς. Λεπτομερὴς ἔρευνα περὶ τῆς ἐξελίξεως τῶν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων μὲ βάσιν ἀκριβῶς τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προβάλλει ὁ κ. Πρόεδρος, ὡς ἐξόχως εὐνοϊκὸν διὰ τοὺς ἐργαζομένους, δηλαδή, τὸ 1952, ἀπεκάλυψε τὰ ἑξῆς: Ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων, ἀρρένων καὶ θηλέων, ἐκφραζομένη εἰς σταθερὰς δραχμάς, ἦτο κατὰ 11–29% τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1956 ἀνωτέρα ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1952. Ἰδοὺ ἡ ἀνάλυσις: Ἄρρην ὑπάλληλος 11%, θῆλυς ὑπάλληλος 11%, ἀνειδίκευτος ἐργάτης 23%, ἀνειδίκευτος ἐργάτρια 17%, μαθητευόμενος 29%. Τοῦ αὐτοῦ περίπου ποσοστοῦ αὐξήσεως ἔτυχον καὶ τὰ ἀνώτερα μισθολογικὰ κλιμάκια. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον τονίζω ὅλως ἰδιαιτέρως, συγκρίνων τὸ παρὸν εἰσόδημα τῶν ἐργαζομένων πρὸς τὸ 1952, εἶναι ὅτι δὲν ηὐξήθησαν μόνον αἱ πραγματικαὶ ἀμοιβαί. Πράγματι, λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀπασχολήσεως, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ καθολικὴ αὔξησις τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητος περιωρίσθη τόσον ἡ ἀνεργία, ὅσον καὶ ἡ ὑποαπασχόλησις, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἐργαζομένη τάξις νὰ πραγματοποιῇ συνολικῶς σημαντικώτατα περισσότερα ἡμερομίσθια, Ὥστε ἐκ δύο λόγων οἱ ἐργαζόμενοι ἐβελτίωσαν τὴν θέσιν των: Καὶ διότι ηὐξήθησαν τὰ πραγματικὰ ἡμερομίσθια καὶ διότι προσφέρονται περισσότεραι εὐκαιρίαι ἀπασχολήσεως. Εἶναι λοιπόν, τώρα τὸ εἰσόδημα τῶν ἐργαζομένων, πάντοτε ἀποτιμώμενον εἰς σταθερὰς δραχμὰς συγκρισίμου ἀγοραστικῆς δυνάμεως, αἰσθητότατα ὑψηλότερον ἀπὸ ὅτι ἦτο πρὸ τετραετίας.
§185Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὁ Διοικητὴς τῆς Α.Τ.Ε. ἀνέφερε τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους σᾶς ἔδωσα ἐγώ. Εἰς τὴν σελίδα 14 τῆς ἐκθέσεως λέγεται, χορηγήσεις πρὸς τὴν γεωργίαν: Τὸ 1954 1.644 ἑκατομμύρια, τὸ 1955 1.688 ἑκατομμύρια. Ηὐξήθησαν αἱ χορηγήσεις κατὰ 40 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔρχεται πλέον ἡ ἐπενδυτικὴ μανία τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπενδύσεις μέσῳ Α.Τ.Ε. εἰς τὸν ἀγροτικὸν τομέα: Τὸ 1954 342 ἑκατομμύρια, τὸ 1955 275 ἑκατομμύρια. Μείωσις 67,4. Μέσαι καὶ μακροπρόθεσμοι καταθέσεις: Τὸ 1954 177 ἑκατομμύρια, τὸ 1955 156 ἑκατομμύρια. Μείωσις κατὰ 20 ἑκατομμύρια.
§186Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Σεῖς ἔχετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Α.Τ.Ε. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς ἰδικούς μου ἐπισήμους ἀριθμούς. Ἡ χρηματοδότησις τῆς Γεωργίας ἀνῆλθεν εἰς 3.786 ἑκατομμύρια. Σεῖς εἴπατε 1.800 χθές.
§187Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Αἱ χορηγήσεις αἱ καινούργιες εἶναι τόσες.
§188Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Εἴπατε ὅτι εἶναι 1.800 ἑκατομμύρια καὶ εἶναι 3.786 ἑκατομμύρια. Αὐτὰ εἶχα νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὑπαινιχθέντα ὅτι αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν κοινὸς τύπος καὶ ὅτι ἀποτελοῦν ὑποσχέσεις πολλάκις δοθείσας, ἔχω νὰ ἀπαντήσω τὰ ἑξῆς: Βεβαίως, ὅταν ἕνας τόπος ὡς ἡ Ἑλλάς, ἔχῃ ἕνα τεράστιον ἀριθμὸν ἀνέργων καὶ ὑποαπασχολουμένων, μίαν μειωμένην παραγωγήν, ἀνεκμεταλλεύτους πλουτοπαραγωγικοὺς πόρους καὶ ὑψηλὸν κόστος παραγωγῆς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι δὲν ὑπάρχει μυστική τις μέθοδος πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, πλὴν τῆς προσπαθείας δι’ αὔξησιν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς παραγωγικότητος. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων καὶ τῆς νέας Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι αἱ μὲν ἄλλαι Κυβερνήσεις τὰ ἔλεγον καὶ δὲν τὰ ἔκαμνον, ἐνῷ ἡμεῖς τὰ λέγομεν καὶ θὰ τὰ κάμωμεν καὶ μάλιστα τὰ κάμνομεν προτοῦ κἂν τὰ εἰποῦμε, διότι ἤδη θέσαντες ὡς κύριον σημεῖον τῆς προσπαθείας κυρίως τὴν αὔξησιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, προτοῦ κἂν ἐμφανισθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ προγραμματίσωμεν τὴν μέλλουσαν δρᾶσιν μας, προέβημεν ἤδη εἰς τὴν αὔξησιν τῶν πιστώσεων πρὸς τὴν Γεωργίαν διὰ τὰ μικρὰ ἔργα μὲ 80 ἑκατομμύρια, εἰς τὸν διορισμὸν 500 γεωπόνων, εἰς τὴν διοικητικὴν ἑνοποίησιν ὅλων τῶν διεσπαρμένων σήμερον ὑδραυλικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐν ἀναμονῇ ψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ ἑνοποιήσεώς των, οὕτως ὥστε ἡ κινητοποίησις τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς θὰ εἶναι ταχυτάτη. Θέλομεν δὲ προσωπικῶς ὅλοι οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀναλάβει τὴν οἰκονομικὴν κινητοποίησιν τῆς χώρας εἰς τὸν τομέα τοῦτον. Ἀποβλέπομεν κυρίως εἰς τὴν ἄρδευσιν, ἀποξήρανσιν καὶ προστασίαν τῶν καλλιεργειῶν διὰ νὰ αὐξηθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὸ γεωργικὸν εἰσόδημα πολλαπλασιαζομένων τῶν ἀποδόσεων λόγῳ ἰδίως τῆς τροπῆς πρὸς ἀποδοτικωτέραν καλλιέργειαν. Τὸ πρόγραμμά μας εἶναι ὁλοκληρωμένον. Θὰ συνθέσωμεν τὸ ἐτήσιον πρόγραμμα ἐπενδύσεων εἰς τρόπον ὥστε ἡ προτίμησις νὰ δοθῇ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν αὔξησιν τῶν γεωργικῶν εἰσοδημάτων. Πέραν αὐτοῦ ἐπειδὴ ἡ Βιομηχανία ἀποτελεῖ τὸν δεύτερον μεγάλον κλάδον τῆς παραγωγῆς θέλομεν στρέψει ἐπίσης τὴν προσοχήν μας πρὸς αὐτήν. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ὑφίστανται εἰσέτι σήμερον μετὰ τόσα ἔτη βιομηχανίαι ἄνευ ἀνανεώσεως τῶν ἐγκαταστάσεών των καὶ νὰ λειτουργοῦν ὑπὸ συνθήκας ἀντιοικονομικὰς καὶ ἀγνώστους εἰς τὸ Κράτος, ἀνίκανον οὕτω νὰ διαγράψῃ ὡς πρὸς αὐτὰς τὴν βιομηχανικήν του πολιτικήν. Προέβημεν ἤδη εἰς τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῶν κατὰ κλάδους πρὸς μελέτην καὶ πρὸς δημιουργίαν συγχρονισμένης βιομηχανίας, ἀξίας τοῦ ὀνόματός της καὶ δυναμένης νὰ συναγωνισθῇ εἰς τὸ διεθνὲς ἐπίπεδον τὰς ξένας βιομηχανίας. Ἐὰν δὲν ἀναπτυχθῇ καὶ ὁ κλάδος αὐτὸς τῆς παραγωγῆς παραλλήλως πρὸς τὸν κλάδον τῆς Γεωργίας τὸ ἔργον μας θὰ εἶναι ἡμιτελὲς ὄχι μόνον διότι ἡ βιομηχανία ἀπορροφᾷ καὶ ὀφείλει νὰ ἀπορροφήσῃ πλῆθος γεωργικῶν προϊόντων πρὸς βιομηχανοποίησιν ἀλλὰ καὶ διότι μόνον οὕτω θὰ ὁλοκληρώσωμεν τὴν προσπάθειάν μας πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς πλήρους ἀπασχολήσεως. Πολλὰ καὶ δύσκολα εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιμετωπίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ προόδῳ τῆς δράσεώς της, ἔχει ὅμως μίαν πίστιν, τὴν πίστιν ἐπὶ τὴν δραστηριότητά της καὶ τὴν ἱκανότητά της νὰ συλλάβῃ τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι πρόβλημα μόνον τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἶναι πρόβλημα ὅλων τῶν Κυβερνήσεων, εἶναι πρόβλημα ὑπερκομματικὸν καὶ διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν τὴν συμπαράστασιν ὁλοκλήρου τοῦ Κοινοβουλίου ἀνεξαρτήτως κομματικῶν ἀποχρώσεων, ἀνεξαρτήτως συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως, διότι τοῦτο εἶναι καθαρῶς πρόβλημα ἐθνικόν. Θὰ δεχθῶμεν κάθε καλοπροαίρετον ὑπόδειξιν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀλλὰ θὰ τὴν παρακαλέσωμεν ἐπίσης νὰ θεωρήσῃ καὶ ἐκείνη τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως ὡς ἔργον Ἑλληνικὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις εὐγνωμόνως θὰ ἀποδεχθῇ τὴν τοιαύτην συνδρομὴν της. Πέραν ὅμως τοῦ Κοινοβουλίου χρειάζεται νὰ ἐμπεδωθῇ ἡ πίστις εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας πολίτας εἰς οἱονδήποτε κλάδον τῆς παραγωγῆς καὶ ἂν ὑπηρετοῦν, ἡ δὲ Κυβέρνησις δὲν θὰ παραλείψῃ νὰ πράξῃ τὸ πρὸς τοῦτο καθῆκόν της. Ἡ οἰκονομικὴ ἀναγέννησις καὶ ἡ πρόοδος τῆς Χώρας, πρέπει νὰ ἀποτελέσουν τὴν νέαν μεγάλην ἰδέαν τοῦ Ἔθνους μας, διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ὁποίας χρειάζεται πίστις, πνεῦμα αὐτοθυσίας καὶ θέλησις ἀδάμαστος, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται εἰς ὁλόκληρον. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§190Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη καὶ θὰ ἐπρότεινα νὰ διακόψωμεν.
§191Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Εἶναι ἐγγεγραμμένοι διὰ νὰ ὁμιλήσουν 40 βουλευταί. Πότε θὰ τελειώσωμεν;
§192Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συνεδριάζομεν συνεχῶς ἀπὸ τῆς 6ης ἀπογευματινῆς.
§193Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὴν ἑσπέραν τῆς Τρίτης θὰ πρέπει νὰ διεξαχθῇ ἡ ψηφοφορία καὶ ὁ χρόνος δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ.
§194Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπησχόλησεν ἀπόψε τὴν Βουλὴν καθ’ ὅλην τὴν συνεδρίασιν.
§195Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Ἠθέλατε ἡ Κυβέρνησις νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος νὰ ἀπαντήσῃ.
§196Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατὰ μίαν ἡμέραν.
§197Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν θὰ εἶναι τοῦτο δυνατὸν ἐκ τοῦ Συντάγματος. Θὰ παρακαλέσω νὰ τερματίσωμεν τὴν συζήτησιν τὴν ἑσπέραν τῆς Τρίτης. Νὰ συνεχίσωμεν ἀπόψε, τὴν Δευτέραν νὰ κάμωμεν ὁλονύκτιον συνεδρίασιν καὶ τὴν Τρίτην νὰ τελειώσωμεν.
§198Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐπρότεινον ἡ συζήτησις νὰ λήξῃ τὴν Τετάρτην, διότι ἡ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξηγγέλθησαν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§199Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καθώρισε κατὰ τρόπον σαφῆ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ ὅταν ἀνεγνώσθησαν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ προχθές. Εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι λελυμένον. Ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος. Εἶμαι πρόθυμος νὰ συνεδριάσωμεν μέχρι πρωΐας καὶ αὔριον.
§200Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐὰν ἐπικαλῆσθε τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὑποπίπτετε καὶ σεῖς προφανῶς εἰς σφάλμα, διότι ἡ διάταξις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶχε ρητῶς ὑπ’ ὄψιν πρότασιν δυσπιστίας, προκαλουμένην ὑπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων τῶν διεξαγομένων ἐπὶ προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρκεῖ ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ πεισθῆτε.
§201Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, τί ὅροι τίθενται διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως.
§202Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Δὲν τίθενται.
§203Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερν.). Εἶναι δυνατὸν ὅταν ὑπάρχῃ θέμα πολιτικὸν νὰ παρατείνεται ἐπ’ ἄπειρον ἡ συζήτησις εἰς τὴν Βουλήν; Θὰ πρέπει πάντως νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῶν συζητήσεων ποὺ ἠρχίσαμεν τὴν Τετάρτην.
§204Θ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀπησχόλησε τὴν ἡμέραν ὁλόκληρον.
§205Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Καὶ ἐὰν ὑποστηρίζω τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν ὑποστηρίζω διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅταν ἔκαμε τὴν πρότασιν αὐτὴν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ τὴν ἀπεδέχθη.
§206Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τίθεται ἐπὶ ἄλλης βάσεως τὸ θέμα καὶ ὄχι ἐπὶ ἐκείνης, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὸ ἔθεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τί λέγει τὸ Σύνταγμα ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν περιλαμβάνει τοιαύτην διάταξιν θέτουσαν ὅριον ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅπως λέμε ἡμεῖς οἱ νομικοὶ εἰς τὸ Ἀκυρωτικὸν ἐὰν ληφθῇ ἀπόφασις ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου εἶναι ἀπόφασις στηριζομένη ἐπὶ ἐσφαλμένης προϋποθέσεως, ἄρα ἀκυρωτέα.
§207Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Σεῖς ὁ ὁποῖος εἶσθε παλαιότερος, γνωρίζετε ὅτι παλαιότερα ἡ Βουλὴ ἔκαμεν ὁλονυκτίους συνεδριάσεις. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι συντρέχει περίπτωσις νὰ ἐπισπευθῇ ἡ συζήτησις τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ψῆφον, νομίζω ὅτι ἀπόψε θὰ ἠμπορούσαμε νὰ παρατείνωμεν τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν καὶ τὴν Δευτέραν νὰ παραταθῇ ὥστε νὰ τελειώσωμεν τὴν Τρίτην.
§208Θ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Οἱ δύο κ. κ. Ὑπουργοὶ ἀπησχόλησαν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν σήμερον.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ γίνῃ τώρα;
§210Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἡ συζήτησις ἤρχισε τὴν παρελθοῦσαν Τετάρτην θὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ ὀκτὼ ἡμέρας. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ὅλους ὑμᾶς δὲν εἶναι σωστὸ νὰ παρατείνεται ἡ συζήτησις. Εἶμαι πρόθυμος νὰ παράσχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξουν τὰς ἀπόψεις των ὅλοι. Διατὶ νὰ μὴ παραταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ δύο ὥρας ἀκόμη;
§211Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, οὔτε ἐντὸς τῆς Βουλῆς οὔτε εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πάρῃ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Αἱ συζητήσεις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔχουν λόγον κυρίως νὰ πείσουν τοὺς βουλευτὰς τῆς πλειοψηφίας νὰ καταψηφίσουν τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου πολιτικοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει πάντα λόγον καὶ ἔχει ὡς ἀποστολὴν νὰ διαφωτίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν. Ἡ διαφώτισις τῆς κοινῆς γνώμης δὲν γίνεται οὔτε διὰ μονολόγων οὔτε διὰ διαλογικῶν συζητήσεων ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ συζητήσεις αὐταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν κοινὸν κτῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν δὲν ἀποδοθοῦν διὰ τῶν ἐφημερίδων, εἶναι ἀδύνατος ἡ διαφώτισις τοῦ λαοῦ. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ἄλλος λόγος ποὺ γίνονται αἱ συζητήσεις εἰς τὴν Βουλήν, παρὰ νὰ γίνωνται αὗται κτῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅταν, λοιπόν, σκοπὸς τῆς πλειοψηφίας εἶναι νὰ ἀποσοβηθῇ ἡ διαφώτισις τοῦ λαοῦ, τότε δικαιολογημένως ζητεῖ ὁλονυκτίους συνεδριάσεις.
§212Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν μέσῳ ἀτμοσφαίρας πολιτικῆς καὶ ἐθνικῆς κρίσεως. Ὁ κ. Μαῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§213Γ. ΜΑΥΡΟΣ (Φ.Δ.Ε. — Ἀθηνῶν). Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐν μέσῳ ἀτμοσφαίρας πολιτικῆς καὶ ἐθνικῆς κρίσεως. Ἡ πολιτικὴ κρίσις ὀφείλεται ἤδη εἰς τὴν ὀξύτητα μὲ τὴν ὁποίαν διεξήχθησαν αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ καὶ εἰς τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι τὴν προεκάλεσαν. Ἡ ἐθνικὴ κρίσις ὀφείλεται εἰς τὸ ἀδιέξοδον εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθε τό Κυπριακόν, εὐθὺς μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἡ ἀνάγκη ν’ ἀντιμετωπισθῇ ἡ μαστίζουσα τὴν χώραν πολιτικὴ καὶ ἐθνικὴ κρίσις, θέτει ἐπὶ τάπητος τὸ γενικὸν θέμα τῆς ὀργανώσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς εἰς τὸν τόπον μας. Αἱ περιστάσεις εἶναι ἐκτάκτως κρίσιμοι καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρθῶμεν πάντες, τόσον οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν πλειοψηφίαν ὅσον καὶ οἱ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, εἰς τὸ ὕψος τῶν εὐθυνῶν μας. Ἔχοντες πλήρη συνείδησιν τῶν εὐθυνῶν μας αὐτῶν, ἀντιλαμβανόμεθα τὴν ἄσκησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς λειτουργίαν τῆς Δημοκρατίας ὑπεύθυνον, συντελοῦσαν εἰς τὴν καλλιτέραν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐξυπηρέτησιν. Δὲν πρόκειται συνεπῶς νὰ ἐπιδιώξωμεν φθορὰν τῆς Κυβερνήσεως διὰ ν’ ἀποκομίσωμεν κομματικὰ ὀφέλη ἐξ αὐτῆς. Δὲν ἐπιδιώκομεν, οὐδ’ εὐχόμεθα τὴν ἀποτυχίαν τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου, ὥστε νὰ πέσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐπὶ ἐρειπίων διὰ νὰ ἔλθωμεν νὰ κυβερνήσωμεν ἡμεῖς. Θὰ ἀσκήσωμεν ἀντιπολίτευσιν ἐποικοδομητικήν, θὰ βοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἐξαγάγῃ τὴν χώραν ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται καὶ θὰ ἐπικρίνωμεν μόνον τὰς πράξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἰδικήν μας πεποίθησιν δὲν ἐξυπηρετοῦν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Θὰ συμβάλλωμεν δι’ ὅλων μας τῶν δυνάμεων εἰς τὴν καθιέρωσιν συνθηκῶν ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου. Εἶναι ἀνάγκη ἐθνικὴ νὰ ἐξημερωθοῦν τὰ πολιτικὰ ἤθη καὶ νὰ παύσῃ ἡ ὀξύτης ἡ ὁποία τὰ διέπει. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα στηρίζεται εἰς τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν τῶν διαφόρων ἀπόψεων. Ἀλλὰ συζήτησις νοεῖται μόνον εἰς ὑψηλὸν ἐπίπεδον εὐθύνης καὶ πολιτισμοῦ προϋποθέτον τὸν σεβασμὸν τῶν γνωμῶν τῶν ἀντιπάλων. Εἰς τὰς ἐκδηλώσεις τῆς πολιτικῆς μας ζωῆς εὑρισκόμεθα ἀτυχῶς πολὺ μακρὰν τοῦ ἐπιπέδου αὐτοῦ ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν νοεῖται κοινοβουλευτικὴ Δημοκρατία. Ὁ ἐκτραχηλισμὸς ὁ ὁποῖος παρατηρεῖται εἰς τὰς πολιτικάς μας ἐκδηλώσεις ἔχει ὑπερβῆ κάθε ὅριον. Ἂν ρίψετε ἕν βλέμμα εἰς τὸν τύπον, θὰ διαπιστώσετε ὅτι οὐδεμιᾶς ἄλλης λέξεως γίνεται συχνοτέρα χρῆσιν ἀπὸ τὴν λέξιν «προδότης» ἤ «Κουΐσλιγκ». Θὰ ἠδύνατο κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ὅλοι ἔχομεν διακοσμηθῆ μὲ τὸ ἐπίθετον αὐτὸ ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μας εἰς τρόπον ὥστε ἡ λέξις «προδότης» νὰ μὴ ἔχῃ πλέον εἰς τό νεοελληνικὸν λεξιλόγιον τὴν γνώριμον εἰς ὅλους σημασίαν, ἀλλὰ διάφορον. Προδότης εἶναι περίπου σήμερον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ μὲ τὰς ἰδικάς μας ἀπόψεις. Ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν κυρίως βαρύνει ἡ εὐθύνη διὰ τὰ συμβάντα εἰς τὸν τόπον αὐτόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἡγηθῇ ἀγῶνος πρὸς ἐξημέρωσιν τῶν πολιτικῶν μας ἠθῶν καὶ ἄνοδον τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν εἰς ἐπίπεδον ὑπεύθυνον, κατοχυροῦν τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Χαίρομεν ἰδιαιτέρως διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτόνισεν ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του εἶναι ἀποφασισμένη νὰ συμβάλῃ δι’ ὅλων της τῶν δυνάμεων εἰς τὴν διαμόρφωσιν συνθηκῶν ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου. Ἀλλὰ δὲν καθώρισε ποῖα συγκεκριμένως μέτρα εἶναι διατεθειμένη νὰ λάβῃ πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Ἡ παράλειψις μνείας τῶν συγκεκριμένων αὐτῶν μέτρων μᾶς καθιστᾷ λίαν ἐπιφυλακτικοὺς ὡς πρὸς τὰς προγραμματικάς της ἐπιθυμίας. Τοὺς δισταγμούς μας αὐτοὺς ἐνισχύει ἀτυχῶς ἡ πρόσφατος πρὸ τῶν ἐκλογῶν πολιτεία της, ἡ ὁποία πᾶν ἄλλο ἢ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου συνέβαλε. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ, κύριοι βουλευταί, ὁμαλὸς πολιτικός βίος καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ ὁμαλὴ λειτουργία τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν μὲ τὴν συμπαράστασιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τὰ ἀναγκαῖα ἐκεῖνα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ δημιουργήσουν τὸ κλῖμα τῆς ὁμαλότητος, τοῦ ὁποίου τόσον μεγάλην ἀνάγκην ἔχει ἡ χώρα. Εἶπον μὲ τὴν συμφωνίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διότι ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ ὄχι τοῦ κλίματος αὐτοῦ δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ μόνον εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς βουλῆς ἢ εἰς τὸ τμῆμα ἐκείνου τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀντίληψις αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι καθολικὴ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ ἐφησυχάζῃ εἰς τὴν σημερινήν της πλειοψηφίαν. Ὄχι μόνον διότι οὐδόλως γνωρίζει τὶ πρόκειται νὰ συμβῇ εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν στηρίζονται μόνον εἰς τὴν ἀριθμητικὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν συνείδησιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἔθνους. Ἂς μὴ λησμονῇ δὲ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἤδη ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς τῆς 19ης Φεβρουαρίου ἐξελέγη ὡς Κυβέρνησις μειοψηφίας ἀπὸ ἀπόψεως ψήφων, πρᾶγμα, ποὺ οὐδὲ καὶ ἡ ἰδία ἀρνεῖται. Μετὰ δὲ τὰς ἐκλογὰς δὲν συνέβησαν γεγονότα αὐξάνοντα τό γόητρον αὐτῆς παρὰ τῷ Λαῷ. Ἡ κατὰ γενικὴν συνείδησιν ἀδιάβλητος ἐκδήλωσις τῆς θελήσεως τοῦ Λαοῦ εἶναι ἡ πρώτη προϋπόθεσις διὰ τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου. Πρέπει τὰ ἀγωνιζόμενα εἰς τὸν πολιτικὸν στίβον κόμματα νὰ αἰσθάνωνται ὅτι ἀγωνίζονται ἐπὶ ἴσοις ὅροις μεταξύ των. Διὰ νὰ συμβῇ τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη ἐγγυήσεων εἰς τὸ μέλλον τουλάχιστον, ὅτι δὲν θὰ ἐπαναληφθοῦν ὅσα συνέβησαν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Λαοῦ ὅτι κυβερνᾶται σήμερον ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν. Αἱ ἐγγυήσεις αὐταὶ ἀνάγονται πρὸ παντός εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον μὲ τὸν ὁποῖον διεξάγονται αἱ ἑκάστοτε ἐκλογαὶ καὶ εἰς τὴν διεξάγουσαν αὐτὰς Κυβέρνησιν. Εἶναι πολιτικῶς καὶ ἠθικῶς ἀπαράδεκτος, κύριοι βουλευταί, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον καθιεροῦνται εἰς τὴν χώραν μας τὰ ἐκλογικὰ συστήματα. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ ὑπάρξῃ ὁμαλὸς πολιτικὸς βίος ἐὰν δὲν μεταβάλωμεν ριζικῶς τὰς ἀκολουθουμένας μεθόδους. Ἡ παρατήρησίς μου αὐτὴ δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ τόν πολιτικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος συγκροτεῖ τὴν σημερινὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Διεπράχθησαν σφάλματα κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ λόγον διὰ νὰ διαιωνίζεται μία κατάστασις, ἡ ὁποία δημιουργεῖ ἐκρηκτικὴν ἀτμόσφαιραν εἰς τὴν χώραν. Διότι, τί συνέβαινε μέχρι τοῦδε; Δύο μῆνας πρὸ τῶν ἑκάστοτε ἐκλογῶν ἐψηφίζετο ὁ ἐκλογικὸς νόμος. Τὸ ἐκλογικὸν σύστημα συνήθως ὑπηγορεύετο ἀπὸ τὸ στενὸν συμφέρον τοῦ κρατοῦντος κόμματος. Ἀρχικῶς τὰ συστήματα ἐκυμαίνοντο μεταξὺ ἀναλογικοῦ ἢ πλειοψηφικοῦ. Κόμμα ἀνελθὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν μὲ ἐκλογὰς διεξαχθείσας μὲ τὸ πλειοψηφικόν, καθιέρου εἰς τό τέλος τῆς περιόδου τὸ ἀναλογικὸν διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐκ τῆς φθορᾶς ζημίαν διὰ νὰ διαιωνίσῃ τὴν παραμονήν του εἰς τὴν ἀρχήν. Ἡ τακτικὴ αὐτὴ ὑπῆρξε σαφῶς ἀντιδημοκρατική. Ὅταν ἕνα κόμμα κυβερνᾷ τὴν χώραν ἐπὶ μίαν τετραετίαν καὶ ἀναμένῃ τὴν ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς διακυβερνήσεώς του ἐτυμηγορίαν τοῦ Λαοῦ ὀφείλει, κατὰ στοιχειώδη ἠθικὸν κανόνα, νὰ ἀκούσῃ τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτὴν ἐκδηλουμένην μὲ τὸ ἴδιον ἀκριβῶς σύστημα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν ἐμπιστοσύνην του. Ἄλλως τὸ φρόνημα τοῦ Λαοῦ νοθεύεται καὶ ἀποφεύγεται ἡ κρίσις αὐτοῦ ἐπὶ τῶν πεπραγμένων τῶν Κυβερνήσεων. Εἶπον πρό ὀλίγου ὅτι αἱ μεταβολαὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἐκυμαίνοντο μεταξὺ ἀναλογικοῦ καὶ πλειοψηφικοῦ. Τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐπροχώρησε, διὰ τῆς αὐθαιρέτου μεταβολῆς τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν, εἰς βαθυτέραν ἀκόμη ἀλλοίωσιν τοῦ φρονήματος τοῦ Λαοῦ. Ἀποκορύφωσιν αὐτῆς τῆς τακτικῆς ἀποτελοῦν οἱ δύο ἐκλογικοὶ νόμοι οἱ ψηφισθέντες ἀπὸ τὴν συναγερμικὴν πλειοψηφίαν τῆς παρελθούσης Βουλῆς, δηλαδὴ ὁ ἐκλογικὸς νόμος τοῦ 1954 καὶ ὁ ἰσχύων σήμερον νόμος τοῦ 1955. Ὁ νόμος 2800 τοῦ 1954 ἀπετέλεσε κατασκεύασμα, διὰ τὸ ὁποῖον αἰσχύνονται σήμερον καὶ οἱ ἐμπνευσταὶ του. Προϊὸν ἐξάλλου ἐνθουσιασμοῦ διῄρεσε τὴν χώραν εἰς 14 περιφερείας, ἀπαρτιζομένας ἀπὸ ἐπαρχίας μὴ ἐχούσας μεταξὺ των οὐδεμίαν γεωγραφικὴν ἢ πολιτικὴν ἑνότητα. Ἀρκεῖ νὰ σημειωθῇ ὅτι εἰς μίαν τῶν ἀπιθάνων αὐτῶν περιφερειῶν ἔχουν περιληφθῆ οἱ νομοὶ Ἀχαΐας, Ἠλείας, Ζακύνθου, Κερκύρας, Ἀκαρνανίας, Κεφαλληνίας καὶ Λευκάδος. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος παρεσκεύαζε τὴν ἐγκαθίδρυσιν εἰς τὴν χώραν καθεστῶτος ὁλοκληρωτικοῦ, οὐδεὶς ὑπεύθυνος εὑρίσκεται σήμερον, διότι πάντες τόν ἀποκηρύσσουν μετὰ βδελυγμίας. Ὁ νόμος τοῦ 1955, ψηφισθεὶς ἀπὸ τὴν ἰδίαν συναγερμικὴν πλειοψηφίαν, εἶναι τὸ συμπύκνωμα περιφρονήσεως πρὸς κάθε ἔννοιαν δικαίου καὶ ἰσότητος. Τὸ καθιερωθὲν δι’ αὐτοῦ σύστημα δὲν εἶναι οὔτε ἀναλογικόν, οὔτε πλειοψηφικόν, οὔτε μικτόν. Εἶναι συγχρόνως καὶ ἀναλογικὸν καὶ πλειοψηφικὸν καὶ μικτόν. Εἰς ἃς περιφερείας ἡ Κυβέρνησις προέβλεπεν ἰδικήν της πλειοψηφίαν, καθιέρωσε ἀμιγὲς πλειοψηφικόν, ἢ μικτὸν μὲ μικρὰν ἐκπροσώπησιν τῆς μειοψηφίας. Ὅπου προέβλεπεν ἀποτυχίαν —καὶ αἱ προβλέψεις της ἐπηλήθευσαν μέχρι κεραίας— καθιέρωσε σύστημα ἀναλογικόν. Διὰ νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ συνάδελφοι τῆς πλειοψηφίας πόσον ὀλίγον ἀντέχει εἰς κριτικὴν τὸ νομοθέτημα αὐτό, ἂς ἐρωτήσουν ἑαυτοὺς πῶς θὰ εὕρισκον ἐκλογικὸν νόμον ψηφιζόμενον ἀπὸ ἀντίθετον πλειοψηφίαν καὶ καθιεροῦντα εἰς τὴν Κρήτην π.χ. τὸ πλειοψηφικὸν καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον τὸ ἀναλογικὸν ἐκλογικὸν σύστημα καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Εἶναι ἀνάγκη παρόμοια ἄτοπα νὰ προληφθοῦν εἰς τὸ μέλλον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθοῦν ἐγγυήσεις ὡς πρὸς τὸν χρόνον καὶ τὸν τρόπον τῆς ψηφίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει ὡριμάσει ἤδη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἕνα συγκεκριμένον ἐκλογικὸν σύστημα, ὥστε νὰ κατοχυρωθῇ τοῦτο συνταγματικῶς. Ἀλλ’ ἀσφαλῶς δύνανται σήμερον νὰ ληφθοῦν μέτρα προλαμβάνονται τὴν ὑποτροπὴν παρομοίων ἀτόπων εἰς τὸ μέλλον. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, μία Κυβέρνησις ἢ ἕνα κόμμα εὑρισκόμενον ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Λαοῦ νὰ καθορίζῃ τὸ ἴδιον τὸ μέτρον μὲ τό ὁποῖον θὰ κριθῇ καί δὴ ὀλίγας ἑβδομάδας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἀπὸ ἀπόψεως περιεχομένου τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐδιδάχθημεν, νομίζω, πάντες, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἐξυπηρετεῖται μόνον ἀπὸ ἐκλογικὸν σύστημα ἀποκλεῖον τὴν πόλωσιν τοῦ πολιτικοῦ ἀγῶνος. Ὁ τελευταῖος ἐκλογικὸς νόμος ὄχι μόνον δὲν ἐπρόλαβεν, ἀλλ’ ἀντιθέτως προεκάλεσε καὶ ἐπέβαλε τὴν πόλωσιν. Τό σύστημα τῶν δύο κομμάτων, τὸ ὁποῖον ἐπρυτάνευσεν εἰς τὴν σκέψιν τοῦ νομοθέτου τοῦ 1955, εὐδοκιμεῖ μόνον εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Ἀλλ’ ἀποτελεῖ συμφορὰν ἐὰν ἐφαρμοσθῇ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην χώραν τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, ὡς καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἀμερικὴν ὑπάρχουν δύο μόνον κόμματα καὶ τὸ ἰσχῦον ἐκεῖ ἐκλογικὸν σύστημα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι σύστημα δύο κομμάτων. Εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς ἄλλας χώρας τῆς Ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, αἱ ὑφιστάμεναι πολιτικαὶ ροπαί ἐντάσσονται τοὐλάχιστον εἰς τρεῖς βασικὰς κατηγορίας: δεξιάν, κέντρον καὶ ἀριστεράν. Αὐτὴ ἡ τριχοτόμησις τῆς πολιτικῆς συνθέσεως ἐν Εὐρώπῃ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλοιωθῇ δι’ ἑνὸς ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸ σύστημα τῶν δύο κομμάτων. Διότι τί θὰ συμβῇ; Εἰς τὰ δύο στρατόπεδα ποὺ θὰ δημιουργηθοῦν ἀπὸ τὴν πόλωσιν θὰ κυριαρχοῦν εἰς τό ἕνα ἡ δεξιὰ καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἡ ἀριστερά. Αἱ δυνάμεις τοῦ κέντρου θὰ πρέπει νὰ ἐνταχθοῦν εἰς μίαν ἐκ τῶν δύο παρατάξεων. Ἀλλὰ ἐὰν συμβῇ τοῦτο, ἔχομεν αὐτομάτως τὴν πόλωσιν μὲ τὰς γνωστὰς διὰ τὸ Ἔθνος συνεπείας. Ἡ οὐσία τῆς κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας, κύριοι βουλευταί, ἔγκειται εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐναλλαγὴν τῶν Κυβερνήσεων εἰς τὴν ἀρχήν. Ἡ ἐναλλαγὴ αὐτὴ εἶναι σήμερον ταχυτέρα ἢ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ μεσοπολέμου, διότι τὰ προβλήματα εἶναι μεγαλύτερα, αἱ εὔλογοι ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ περισσότεραι καὶ αἱ δυνατότητες ἱκανοποιήσεώς των, ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, περιωρισμέναι. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἡ ταχυτέρα ἢ ἄλλοτε φθορὰ καὶ τῆς καλλιτέρας Κυβερνήσεως εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀναμένεται μὲ τὴν νομοτέλειαν φυσικοῦ γεγονότος. Δὲν εἶναι ὑπερβολὴ τὸ λεχθέν, ὅτι ὅταν ὁρκίζεται μία Κυβέρνησις, ἡ σκέψις μας πρέπει αὐτομάτως νὰ στρέφεται εἰς τό ποία θὰ εἶναι ἡ ἑπομένη. Διότι πράγματι, δὲν ὑπάρχει καμμία κυβέρνησις, ὁσονδήποτε κοινοβουλευτικῶς ἰσχυρά, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ δύναται μετὰ πάσης βεβαιότητος νὰ προβλεφθῇ, ὅτι θὰ ἐξαντλήσῃ μίαν τετραετίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐνδεχομένως νὰ διανύσῃ καὶ ἑτέραν. Πᾶσα λοιπὸν Κυβέρνησις θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς ἄλλην, ἀλλὰ ὅταν ὁ Λαὸς εἶναι, συνεπείᾳ τῆς πολώσεως, διῃρημένος εἰς στρατόπεδα, ἡ διαδοχὴ τῶν κυβερνήσεων εἰς τὴν ἀρχὴν ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν. Διότι ἕνεκα τῆς πολώσεως, θὰ λαμβάνῃ πάντοτε τὴν μορφὴν ἀλλαγῆς οὐχὶ Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καθεστῶτος. Οἱ κίνδυνοι αὐτοί, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφευχθοῦν ἐὰν καθιερωθῇ μὲ τὴν συμφωνίαν τῶν κομμάτων, ἐκλογικὸν σύστημα ἀποτρέπον τὴν πόλωσιν. Πλὴν ὅμως τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος πρέπει καὶ ἡ διεξαγωγὴ τῶν ἐκλογῶν νὰ γίνεται κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον καὶ ἀπὸ Κυβέρνησιν ἡ ὁποία παρέχει ἐγγυήσεις ἀμεροληψίας. Ἡ ἀντίληψις περὶ τούτου δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ μόνον εἰς μερίδα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁλότητα αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο θὰ συμβῇ μόνον ὅταν αἱ ἐκλογαὶ διεξάγωνται ἀπὸ Κυβέρνησιν μὴ ἔχουσαν ἴδιον κομματικὸν συμφέρον, δηλαδὴ ἀπό Κυβέρνησιν τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς ὑπηρεσιακήν. Ἡ παρουσία ἐξ ἄλλου ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐξασφαλίζει μόνον, διὰ τῆς ἀδιαβλήτου ἐκδηλώσεως τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα, κατοχυρώνει καὶ τὸν δημόσιον θησαυρόν. Εἶναι γνωσταὶ αἱ πιέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσκοῦνται ἐπὶ τῶν Κυβερνήσεων εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν. Πᾶν οἰκονομικὸν μέτρον λαμβανόμενον εἰς παραμονὰς ἐκλογῶν εὐλόγως θεωρεῖται ἐξόχως ὕποπτον. Δὲν βλέπει κανεὶς διὰ τίνα λόγον ἡ δραστηριότης τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργῶν ἀναπτύσσεται εἰς τοιαύτην ἔκτασιν προεκλογικῶς. Οἱ προθάλαμοι τῶν ὑπουργικῶν γραφείων ἐνθυμίζουν διάλυσιν καταστήματος. Οἱ πάντες ζητοῦν τὰ πάντα. Ὅ,τι ματαίως ἀγωνιζόμενα τὰ ὠργανωμένα συμφέροντα δὲν ἐπιτυγχάνουν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τετραετίας, τὸ βλέπουν προσφερόμενον ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ὁ πειρασμὸς τῆς ψηφοθηρίας εἰς βάρος τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, εἶναι μέγας. Ἔχομεν καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν καὶ τὸν δημόσιον θησαυρόν καὶ τὴν ἀδιάβλητον ἐκδήλωσιν τοῦ φρονήματος τοῦ Λαοῦ. Τοῦτο ἐπιτυγχάνεται μόνον διὰ τῆς παρουσίας εἰς τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν περίοδον τῶν ἐκλογῶν αὐστηρῶς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀνάγκη ὡσαύτως νὰ ληφθοῦν μέτρα, συνταγματικῶς κατωχυρωμένα, διὰ τὸν ρόλον τὸν ὁποῖον παίζει τὸ ραδιόφωνον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος. Εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ ἐθνικὸν αὐτὸ μέσον προπαγάνδας καὶ μεταδόσεως εἰδήσεων, νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἑνὸς ἐκ τῶν διαγωνιζομένων κομμάτων, ἐπειδὴ συνέπεσε τοῦτο νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀρχήν. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ μέγα θέμα τῆς ψήφου τοῦ Στρατοῦ. Ὁ Στρατὸς δὲν πρέπει νὰ ψηφίζῃ, ὄχι μόνον διότι ἡ ψῆφος του καθιστᾷ διαβλητὴν τὴν ἐκδήλωσιν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος εἰς τὴν πεποίθησιν μεγάλης μερίδος τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τό συμφέρον τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κρατοῦνται μακρὰν πολιτικῶν ἀγώνων. Εἶναι ἐθνικῶς ἐπικίνδυνον νὰ ἀλλοιοῦται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς λαϊκῆς ἐτυμηγορίας διὰ τῶν ψήφων τοῦ Στρατοῦ. Τὸ 1920 ὁ λαὸς ἀπεδοκίμασε τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 1ης Νοεμβρίου. Ὅταν ἔφθασαν ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας τὰ τμήματα τοῦ Στρατοῦ, διεπιστοῦτο ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν πολιτικῶν τμημάτων ἀνετρέπετο καὶ ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρχήν, ὡς ἔχουσα τὴν πλειοψηφίαν. Ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ οὐδ’ ἐπὶ στιγμῇ διενοήθη νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἐγνώριζεν ὅτι ἐὰν ἐδέχετο νὰ παραμείνῃ στηριζόμενος μόνον εἰς τὰς ψήφους τοῦ Στρατοῦ, θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀντίθεσις Στρατοῦ καὶ λαοῦ καὶ συνεπῶς κατάστασις ἐθνικῶς ἐπιζημία. Δι’ ὃ καὶ ἀπεχώρησε παρευθὺς τῆς ἀρχῆς. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, κύριοι βουλευταί, μὲ τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ ψῆφος τοῦ Στρατοῦ ὡς ἐξεδηλώθη εἰς τὰς προσφάτους ἐκλογάς, ὑπῆρξε γνησία, ἢ ὑπέστη τὴν ἐπιρροὴν παραγόντων οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρησαν παρανόμως νὰ ἀλλοιώσουν τά γενικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς διὰ τῶν στρατιωτικῶν τμημάτων. Εἶναι γνωστὴ ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ἐὰν ἀσχολοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ψήφου τοῦ στρατοῦ, τὸ πράττω μέσα εἰς τὸ πλαίσιον μιᾶς προσπαθείας πρὸς ἀποκατάστασιν ὁμαλῶν συνθηκῶν πολιτικοῦ βίου εἰς τὴν χώραν. Διότι, καὶ ἂν ἀκόμη, ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι ἡ ψῆφος τοῦ στρατοῦ ὑπῆρξε γνησία ἐκδήλωσις τοῦ φρονήματός του, διαπιστοῦμεν ὅτι αἱ ἔνοπλοι δυνάμεις ψηφίζουν ὑπὲρ ἑνὸς κόμματος κατὰ τρόπον διάφορον ἀπὸ τὸν λαόν. Τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν εἰς μὲν τὸ εὐνοούμενον κόμμα ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι ἰδικός του, εἰς δὲ τὸν ἀντίπαλον πολιτικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος σήμερον ἀποτελεῖ καὶ τὴν πλειοψηφίαν τοῦ Ἔθνους, ὅτι ὁ Στρατὸς εἶναι ἐχθρικῶς διατεθειμένος πρὸς αὐτόν. Τοῦτο θὰ καταστήσῃ τὰς Ἐνόπλους Δυνάμεις μόνιμον ἐξάρτημα ἑνός πολιτικοῦ κόμματος πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἀντίληψις ἐξ ἄλλου, ὅτι αἱ ψῆφοι τοῦ Στρατοῦ εἶναι δεκτικαὶ ἐπηρεασμοῦ, θὰ ἀποτελῇ μόνιμον πειρασμὸν διὰ τὸ εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἀρχὴν πολιτικὸν κόμμα ὅπως ἀσκήσῃ τὴν ἐπιρροὴν αὐτὴν διὰ λόγους καθαρᾶς ψηφοθηρίας. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι βουλευταί, νὰ ἴδωμεν τὸ θέμα ἀπὸ περιωπῆς καὶ μὲ ἀπόλυτον συνείδησιν τῆς εὐθύνης μας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαταράσσεται ἡ ἠρεμία τῶν ἐνόπλων δυνάμεων καὶ τοῦ λαοῦ χάριν ὀλίγων ψήφων ὑπέρ ἑνὸς οἱουδήποτε κόμματος. Ὅπως ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ἡ οὐσία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Δημοκρατίας κεῖται εἰς τὴν ὁμαλὴν ἐναλλαγὴν τῶν κομμάτων εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ ἡ ὁμαλὴ αὐτὴ ἐναλλαγὴ προϋποθέτει ὁμαλὸν κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ ἡ ἐπίτευξίς του ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν πραγματοποίησιν τῶν μεταρρυθμίσεων τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν πρὸ ὀλίγου. Τὸ πρόβλημα τῆς Διοικήσεως ἐν γένει, εἶναι πελώριον καὶ ταυτίζεται πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους δικαίου. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν ἀπό τῶν δύο πλευρῶν αὐτοῦ. Ἡ μία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὡς ὀργάνων τῆς πολιτείας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τοῦ κόμματος. Ἡ ἄλλη εἶναι ἡ σχέσις τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν κρατικὴν ἐξουσίαν. Ἀπὸ τῆς ἀνόδου τοῦ Συναγερμοῦ εἰς τὴν ἀρχὴν τὸ 1952, κατεβλήθη σύντονος προσπάθεια διαβρώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀνάλογος πρὸς ἐκείνην ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸν Στρατόν. Ἀντικειμενικῶς σκοπὸς τῆς ἀκολουθηθείσης πολιτικῆς ἦτο νὰ τεθοῦν αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κόμματος, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη μὲ τὸν Στρατόν, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συγκρότησις τοῦ Κράτους–Κόμματος κατὰ τὸ πρότυπον τῶν ὁλοκληρωτικῶν κρατῶν. Εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ προεκλήθη πρωτοφανὴς ἀναστάτωσις εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας διὰ τοῦ περιβοήτου καταστάντος νόμου 2500)1953...Ο νόμος οὗτος ἐνεφανίσθη κατ’ ἀρχὰς ὡς ἀποβλέπων εἰς τὴν πραγματοποίησιν οἰκονομιῶν. Τοῦτο ὅμως ἀπετέλει καθαρὸν πρόσχημα, διότι εἰς τὴν πραγματικότητα ἐπρόκειτο περὶ μέτρου τοῦ ὁποίου ὁ ἀληθὴς σκοπὸς ἦτο ἡ κομματικὴ ἐκκαθάρισις τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν. Τὰ συσταθέντα πρὸς τοῦτο ὑπηρεσιακὰ Συμβούλια, ἀδιαφορήσαντα διὰ τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, ἔλαβον τὰς ἀποφάσεις των ἄνευ ὑπηρεσιακῶν κριτηρίων, κατὰ τὰς κυβερνητικὰς ὑποδείξεις, καὶ ἀπέλυσαν ἱκανωτάτους ὑπαλλήλους, τόσον τῶν κεντρικῶν ὅσον καὶ τῶν περιφερειακῶν ὑπηρεσιῶν. Κατὰ τὴν προηγηθεῖσαν τριετίαν 1950–52 εἶχε καταβληθῆ σοβαρὰ προσπάθεια ἀναδιοργανώσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀποδώσασα ἄριστα ἀποτελέσματα ἀπὸ ἀπόψεως ἀνόδου τοῦ ἐπαγγελματικοῦ ἐπιπέδου τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἠθοπλασίας τοῦ προσωπικοῦ. Ἡ προσπάθεια ὅμως αὕτη ἀποτόμως ἀνεκόπη, ἡ δὲ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὡς ἄνω νόμου 2500)53 ἀπομάκρυνσις ὑπαλλήλων μὲ ἐξαιρετικὰ προσόντα μορφώσεως καὶ ἐπαγγελματικῆς καταρτίσεως ἀπέβη ἐπὶ ζημίᾳ τῆς καλῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας καὶ δὴ εἰς χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ὅλως ἀντιθέτως, ὑπῆρχε μεγίστη ἀνάγκη ἐμπείρων καὶ ἱκανῶν ὑπαλλήλων καὶ ἔδει νὰ συγκεντρωθῶσιν ὅλαι αἱ ὑπαλληλικαὶ δυνάμεις εἰς μίαν ἐντατικὴν προσπάθειαν πρὸς ἐπίτευξιν ὅσον τὸ δυνατὸν καλλιτέρων ἀποτελεσμάτων. Ἀντὶ τούτου ὅμως, ὄχι μόνον ἀπελύθησαν ἢ καὶ ἄλλως ἐδιώχθησαν ἄριστοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον ἐπῆλθε χαλάρωσις τοῦ ζήλου καὶ τῆς ἀποδοτικότητος τῶν ὑπαλλήλων, διότι οὗτοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν δαμόκλειον σπάθην τῆς ἐφαρμογῆς ἐπ’ αὐτῶν τῶν ὡς ἄνω ἐκκαθαριστικῶν μέτρων. Τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐν λόγῳ νόμου καὶ τὰς ὀλεθρίας συνεπείας, ἃς εἶχεν αὕτη ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς καλῆς λειτουργίας τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀνωμολόγησεν ἐπ’ ἐσχάτων καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν πρώτην πρὸ ἑξαμήνου συγκρότησίν της καὶ ἐπηγγέλθη ἐν ὄψει τῶν ἐκλογῶν νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς ἀδικίας. Σήμερον περιέργως σιωπᾷ. Τὸ πρόβλημα δὲν ἀντιμετωπίζεται μὲ τὴν ἀναστολὴν τῆς περαιτέρω ἐκτελέσεως τοῦ νόμου 2500, διότι ὁ νόμος 2500 ὁλοκλήρωσεν ἤδη τὸ καταστρεπτικὸν του ἔργον. Εἶναι ἀνάγκη ἀνατροπῆς τῶν ζημιογόνων ἀποτελεσμάτων του εἰς τὸν δημοσιοϋπαλληλικὸν ὀργανισμόν. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἔχομεν σχηματίσει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέχεται πράγματι ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πρωτοφανῶν ἀδικιῶν, ποὺ ἔλαβον χώραν τὴν τελευταίαν τετραετίαν. Εἰς ὃ σημεῖον ὅμως περιῆλθον νῦν αἱ ὑπηρεσίαι, δημιουργεῖται ἄμεσος ἀνάγκη ἀνασυντάξεως καὶ πλήρους ἀναδιοργανώσεως αὐτῶν διὰ νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ ἔργον των κατὰ τρόπον ἀποδοτικὸν ἀλλὰ καὶ ἐν πνεύματι ἴσης καὶ δικαίας ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἔναντι πάντων τῶν πολιτῶν. Καὶ ἐπὶ τούτου σιωπᾷ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις λέγει, εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, ὅτι πᾶσα κρατικὴ δραστηριότης, ἀποβαίνει εἰς μάτην ἐὰν δὲν παρακολουθῆται ἀπὸ σύντονον προσπάθειαν βελτιώσεως τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς ἀσκεῖται ἡ Διοίκησις. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές. Πρέπει τὸ κράτος νὰ ἀνυψωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν. Ὁ λαὸς εἶναι ὁ μεγάλος ἡττημένος τῆς Δημοκρατίας. Τὸ Σύνταγμα τὸν φέρει κυρίαρχον καὶ τὸ Κράτος εἶναι ἄστοργον καὶ ἀντιλαϊκὸν καὶ ἀνειλικρινές ἀπέναντι τῶν πολιτῶν του. Εἰς τὴν οὐσίαν θερμαίνομεν ὅλα τὰ ἀναρχικὰ ἔνστικτα τῶν πολιτῶν. Ὁ πολίτης μισεῖ τὸ Κράτος καὶ ἀπεχθάνεται τὰ ὄργανα τῆς πολιτείας, τὰ ὁποῖα βλέπει ὅτι ὑπάρχουν μόνον διὰ νὰ τὸν ταλαιπωροῦν. Αἱ στρατιαὶ τῶν ἀνωνύμων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὰ πάντα εἰς τὸ Κράτος καὶ δὲν ζητοῦν παρὰ μόνον μίαν στοιχειώδη ἰσοπολιτείαν δοκιμάζουν βαθυτάτην πικρίαν καθ’ ἑκάστην. Ὅταν ὀφείλουν εἰς τὸ Κράτος συλλαμβάνονται ἀπὸ τὸν χωροφύλακα κατὰ τὸν νόμον περὶ εἰσπράξεως δημοσίων ἐσόδων. Ὅταν ἔχουν νὰ λάβουν ἀπὸ τὸ Κράτος ἀχρεωστήτως καταβληθέντα εἰς αὐτὸ ποσά, ἀντιμετωπίζουν τὴν μεγαλυτέραν καποπιστίαν. Ἡ προώθησις τῆς ἁπλουστέρας ὑποθέσεως τοῦ πολίτου εἶναι ἀδύνατος χωρὶς τὴν ὑποστήριξιν ἰσχυροῦ παράγοντος. Τὸ Κράτος ἀποτελεῖ διὰ τὸν πολίτην δύναμιν σκοτεινήν, τὴν ὁποίαν κινοῦν ἀόρατοι εἰς τὸν λαὸν χεῖρες. Ἡ ἠθικὴ προσωπικότης τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα ἐκ τῶν ἄνω ἐξέλιπεν. Ἡ Δημοκρατία κατήντησε λέξις κενή. Ὁ κυρίαρχος λαός, εἶναι δοῦλος πάσης φύσεως ἀνευθύνων κλικῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμποδίζουν τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Ὁ Λαὸς πιστεύει ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα μιᾶς εἰρηνικῆς ἐπαναστάσεως πρὸς ἀποκατάστασιν κράτους δικαίου, κράτους τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς σκοπὸν τὴν ὑπηρέτησιν τῶν πολιτῶν καὶ ὄχι τῶν κομματικῶν φίλων τῆς κρατούσης καταστάσεως. Ἔχει ἄρα γε ἡ Κυβέρνησις τὴν πρόθεσιν νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἐπανάστασιν αὐτήν; Ἀμφιβάλλομεν σφόδρα. Ἡ πενιχρότης τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων ἐπὶ τοῦ πελωρίου αὐτοῦ προβλήματος ἀποδεικνύει ὅτι πρόκειται περὶ προσπαθείας ἐμφανίσεως ἑνὸς κειμένου μᾶλλον ἢ περὶ πραγματικῆς προθέσεως ἀλλαγῆς τῶν ἀκολουθουμένων μεθόδων. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέφυγε νὰ διακηρύξῃ εἰς τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις, ὅτι πιστεύει εἰς τὴν αὐτοδιοίκησιν καὶ ὅτι θὰ καταβάλλῃ πᾶσαν προσπάθειαν διὰ τὴν προώθησίν της. Αἱ λέξεις αὐταὶ ἐπαναλαμβανόμεναι κατὰ συνήθειαν εἰς κάθε κείμενον προγραμματικῶν δηλώσεων, ἔχουν καταντήσει γράμμα κενόν, ἄνευ σημασίας. Μὲ μίαν ἐξαίρεσιν τὸ 1951, ὅτε ἐνεκαινιάσθη πράγματι πολιτικὴ οὐσιαστικῶν μέτρων ὑπὲρ τῆς αὐτοδιοικήσεως, οὐδεμία Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλον εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων. Ἡ σημερινὴ ἐπροτίμησε νὰ καλύψῃ διὰ σιγῆς τὸ πελώριον αὐτὸ θέμα καὶ κρατεῖ εἰς εὔλογον ἀγωνίαν τοὺς κατοίκους τῶν πόλεων καὶ τῆς ὑπαίθρου. Τὸ πρόβλημα τῆς αὐτοδιοικήσεως εἶναι πρόβλημα ἀποκλειστικῶς οἰκονομικόν, ἢ κατὰ περισσότερον ἐπιστημονικὴν διατύπωσιν, πρόβλημα κατανομῆς τῶν πάσης φύσεως ἐσόδων ἐκ φόρων καὶ εἰσφορῶν μεταξὺ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας δηλαδὴ τοῦ Κράτους καὶ τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Πρὸ τοῦ πολέμου ἡ ἀναλογία αὐτὴ ἦτο 1 πρὸς 6,5. Σήμερον εἶναι 1 πρὸς 15. Δηλαδὴ τὰ 14)15 τῶν πόρων ἀπορροφᾷ ἡ κεντρικὴ ἐξουσία καὶ οὐδέν, ἢ σχεδὸν οὐδὲν ἀφίεται διὰ τοὺς ὀργανισμοὺς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Τούτου συνέπεια εἶναι ἡ τραγικὴ θέσις εἰς τὴν ὁποίαν ἔχουν περιέλθει οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες τῆς χώρας, τελοῦντες οὐσιαστικῶς ὑπὸ διωγμόν. Ὁ τρέχων προϋπολογισμὸς τοῦ Δήμου Ἀθηναίων προβλέπει ἔλλειμμα δρχ. 105 ἑκατομ. Ὁ πρῶτος Δῆμος τῆς χώρας, ὅπως ἄλλως τε καὶ οἱ ἄλλοι, εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν χρεωκοπίας. Ἡ Πρωτεύουσα κατὰ τὸ ἥμισυ στερεῖται φωτισμοῦ, τὰ ⅘ τῶν δρόμων εἶναι χωματόδρομοι. Ὑπάρχουν δῆμοι καὶ κοινότητες τῆς ὑπαίθρου, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀπόστασιν 3 χιλιομέτρων ἀπὸ τῆς Πλατείας Ὁμονοίας, ἀκόμη, ὅπου ἡ ὕδρευσις γίνεται διὰ βυτίων. Ἡ μόνη ὑπηρεσία εἰς τὴν ὁποίαν περιορίζονται τελικῶς οἱ δῆμοι καὶ οἱ κοινότητες εἶναι ἡ ἀποκομιδὴ τῶν ἀπορριμάτων, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐντοπίζονται αἱ κυβερνητικαὶ φιλοδοξίαι περὶ προωθήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Τὸ Κράτος ἀντὶ νὰ τονώσῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῶν δήμων, ἀναλαμβάνει τὸ ἴδιον τὴν ἐκτέλεσιν δημοτικῶν τινων ἔργων, ὡς βλέπει κανεὶς ἀπὸ τὰς ἐπιγραφὰς εἰς τὰ ἐπισκευαζόμενα πεζοδρόμια τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, τὴν συντήρησιν τῶν ὁποίων, ἀντὶ τοῦ Δημάρχου, κάμνει τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων. Πρόκειται περὶ πολιτικῆς συστηματικοῦ διωγμοῦ καὶ ἐξοντώσεων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ οὐχὶ προωθήσεως αὐτῆς. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸν διωγμὸν αὐτόν, ἤ θὰ τὸν ἀναστείλῃ ἤ τοὐλάχιστον μετριάσῃ. Τὰ πενιχρὰ σήμερον εἰσοδήματα τὰ μόλις ἐπαρκοῦντα διὰ τὰς ἀπολύτως τρεχούσας ἀνάγκας τῶν ὀργανισμῶν τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, φαλκιδεύονται καὶ αὐτά, διὰ διαφόρων εἰσφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 15% ἐπὶ τῶν ἐσόδων των (ἐννοῶ τὰς εἰσφορὰς ὑπὲρ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, κρατικῆς ὑγιεινῆς ἀντιλήψεως, σεισμοπλήκτων, μηχανικοῦ ἐξοπλισμοῦ, νυκτερινῶν σχολείων κλπ.). Οὐσιαστικῶς ὁ δοθεὶς τὸ 1951 εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας φόρος τοῦ καπνοῦ, ὁ ἀρχικῶς ὁρισθεὶς εἰς τὰ 50% τοῦ συνόλου καὶ ἀργότερον ἐλαττωθεὶς ἔχει ἀφαιρεθῆ διὰ παντοειδῶν εἰσφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας χωρὶς νὰ ἐρωτῶνται κἄν προηγουμένως. Τὸ πρόβλημα τῆς αὐτοδιοικήσεως πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ μὲ θάρρος καὶ εἰλικρίνειαν καὶ ὄχι μὲ κενοὺς λόγους ὡς πρόβλημα ἐξόχως ἐθνικόν, λυόμενον μόνον δι’ οἰκονομικῶν μέτρων, ἤτοι δι’ ἐκχωρήσεως τῶν προσηκόντων φόρων διὰ κρατικῆς ἐπιχορηγήσεως καὶ διὰ μεταβιβάσεως ποσοστοῦ ἔκ τινων κρατικῶν φορολογιῶν. Ἄλλως εἴμεθα περισσότερον ἐντὸς τῆς πραγματικότητος, ἐὰν παύσωμεν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ δῆθεν προστασίας τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ περὶ δῆθεν προωθήσεως αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνήγγειλε μέτρα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Φαίνεται ὅτι τοιοῦτον πρόβλημα δὲν τὴν ἀπασχολεῖ, διότι πιθανῶς νὰ εὑρίσκῃ τὴν κατάστασιν εἰς τὸ στράτευμα ἰδεώδη. Ἡ πραγματικότης, ἐν τούτοις, εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰς πεποιθήσεις τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ φαίνεται ὅτι ἔχει. Ἀπὸ τῆς ἀνόδου τοῦ Συναγερμοῦ εἰς τὴν ἀρχήν, καθεστὼς ἀνωμαλίας ἔχει ἐγκατασταθῆ εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸν Νοέμβριον τοῦ 1952 ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναλαβὼν προσωπικῶς καὶ δι’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης, προέβη αὐτοπροσώπως εἰς ἐκκαθαρίσεις εὐρείας κλίμακος ἀνωτάτων στελεχῶν, ἀποκεφαλίσας τὴν «πολεμικὴν ἡγεσίαν» τοῦ Στρατοῦ. Πράγματι 4 Ἀντιστράτηγοι καὶ 18 Ὑποστράτηγοι ἀπεστρατεύοντο διὰ νὰ ἐπανέλθουν μετ’ ὀλίγον οἱ στασιασταὶ τῆς 31ης Μαΐου 1951, εἰς τοὺς ὁποίους παρεδίδετο ἀνεξελέγκτως ἡ ἡγεσία τῶν ἐνόπλων δυνάμεων.
§214Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἀπεστρτεύθη ὁ Κουρούκλης.
§215Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Σημασία δὲν ἔχει ποιὸς ἀπεστρατεύθη, ἀλλὰ ποιὸς τόν ἀντικαθιστᾷ. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ ἔλεγχος τοῦ στρατεύματος ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως περιέπεσεν εἰς τὸν περίφημον στρατιωτικὸν σύνδεσμον, τόν γνωστὸν ὑπὸ τό ὄνομα ΙΔΕΑ. Ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις εἰς τὸ στράτευμα εἶναι ἀφόρητος. Οἱ ἀξιωματικοί γνωρίζουν ὅτι δὲν κρίνονται πλέον βάσει τῶν ἐπαγγελματικῶν των μόνον ἱκανοτήτων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ βαθμοῦ κυρίως τῆς ἀφοσιώσεώς των καὶ τῆς τυφλῆς ὑπακοῆς των εἰς τὴν παράνομον αὐτὴν ὀργάνωσιν. Ὅλα τὰ στελέχη, ὅσα δὲν εἶναι διατεθειμένα νὰ ἐκτελοῦν τυφλῶς τὰς ἐντολὰς τοῦ ΙΔΕΑ, ἀποστρατεύονται, δι’ ὅσους δὲ ἐξ αὐτῶν ἡ ἀποστρατεία θὰ ἀπετέλει κοινὸν σκάνδαλον, ἐπενοήθη ὁ δόλιος θεσμὸς τοῦ «εὐδοκίμου τερματισμοῦ τῆς σταδιοδρομίας» μὲ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν νὰ διατηρηθῇ οὐχὶ ἡ ἑνότης τοῦ στρατεύματος, ἀλλ’ ἡ ἰσχὺς τῆς ἐντὸς αὐτοῦ δρώσης παρανόμου ὀργανώσεως. Καὶ ὅσον καθ’ ἡμέραν ἀπομακρύνονται τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικοὶ ἐξόχως διακεκριμένοι, τόσον αὐξάνεται ἡ δύναμις τῶν διευθυνόντων τὸ στράτευμα στασιαστῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ φήμη φέρει ὅτι καὶ νομοθέτημα παρασκευάζεται παρατεῖνον τὴν ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρεσίαν των, πέραν τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Ἡ δημιουργηθεῖσα ἐκρηκτικὴ αὐτὴ κατάστασις καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν λῆψιν δραστικῶν μέτρων πρὸς διάλυσιν τῆς παρανόμου αὐτῆς ὀργανώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως τῆς ἠρεμίας εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ στρατεύματος τῶν ἑστιῶν τῆς ἀνωμαλίας, θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ ἀποκατασταθῇ τὸ δημιουργηθὲν πελώριον ἀποστρατευτικὸν ἢ κατὰ κυριολεξίαν «ἀποτακτικὸν ζήτημα» διὰ τῆς ἐκ νέου κρίσεως τῶν ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν μὲ κριτήρια ἀδιάβλητα ἐπαγγελματικῆς ἱκανότητος. Εἰδικὸν στρατιωτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκροτηθῇ ἀπὸ τοὺς διατελέσαντας ἀπὸ τοῦ 1940 καὶ ἐντεῦθεν Ἀρχηγοὺς τῶν Ἐπιτελείων, θὰ ἔδει νὰ κρίνῃ τοὺς ἀποστρατευθέντας ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ ἀποφανθῇ ποῖοι ἐξ αὐτῶν ἀπεστρατεύθησαν καλῶς, ποῖοι κακῶς ἀποστρατευθέντες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθουν λόγῳ τῆς ἐν τῷ μεταξὺ δημιουργηθείσης καταστάσεως καὶ ποῖοι κακῶς ἀποστρατευθέντες εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθουν, διότι ἡ ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος παραμονή των κρίνεται ἐπιζημία. Μόνον ὅταν τὰ μέτρα αὐτὰ ληφθοῦν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἐνόπλων δυνάμεων ἀφοσιωμένων εἰς τὸ ἔργον των καὶ πειθαρχουσῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ πράγματι τὴν ὁμαλότητα, δύναται νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο ἐμπράκτως διὰ τῆς ἀμέσου λήψεως τῶν ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῆς μέτρων εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς κρατικῆς ζωῆς. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν μέτρων προέχουσαν θέσιν θὰ λάβουν τὰ μέτρα εἰρηνεύσεως τῆς χώρας. Μετὰ τὰς περιπετείας ποὺ ὑπέστη ἡ χώρα τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν εἶναι ἔντονος ἡ ἐπιθυμία τοῦ λαοῦ δι’ εἰρήνευσιν. Τὰ προβλήματα ποὺ γεννῶνται εἰς περιόδους ἀνωμαλιῶν, εἶναι, κύριοι βουλευταί, προβλήματα πολιτικὰ καὶ λύονται διὰ πολιτικῶν μέτρων καὶ οὐχὶ διὰ δικαστηρίων καὶ ἐπιτροπῶν ἀσφαλείας ἢ διὰ πιστοποιητικῶν κοινωνικῶν φρονημάτων. Καὶ τὰ μέτρα αὐτὰ εἰς ὅλον τὸν κόσμον εἶναι κοινά: μὲ μίαν λέξιν ἡ ἀμνηστία. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὀκτὼ χρόνια μετὰ τὸ τέρμα τοῦ συμμοριτοπολέμου, νὰ ὑπάρχουν ἀκόμη ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἀπὸ τὴν συγκεχυμένην ἐκείνην περίοδον.
§216Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοῦτο...
§217Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅπου ὑπῆρξαν ἀνωμαλίαι, αἱ ἀνωμαλίαι, ὅταν ἦλθεν ἡ στιγμή, ἐτερματίσθησαν μὲ ἀμνηστίας, ἐκτὸς ἂν ὑπῆρχον πολιτικὰ Κόμματα τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται νὰ ἀποκομίσουν πολιτικὰ ὠφέλη ἐκ τῆς διατηρήσεως τῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ παρελθόντος (Χειροκροτήματα).
§218Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Τὸ ἐρώτημά μου δὲν ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀποκόμισιν πολιτικῶν ὠφελημάτων.....
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἐπειδὴ ὁ ρήτωρ δὲν θέλει διακοπάς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω.
§220Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Δίδω μίαν ἐξήγησιν καὶ νομίζω ὅτι...
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν δέχεται τὴν διακοπὴν ὁ ρήτωρ;
§222Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐρώτημά μου ἀπέβλεπε εἰς τὸ νὰ μὲ διαφωτίσῃ ὁ κ. συνάδελφος ἐὰν ἀναφέρεται εἰς χώρας περὶ τῶν ὁποίων καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἰσχύουν συνθῆκαι καὶ ἀναλογίαι αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται δι’ ὅσα γεγονότα ἔλαβον χώραν εἰς τὸν δύσμοιρον αὐτόν τόπον.
§223Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Χωρὶς νὰ παρίσταται ἀνάγκη νὰ καταφύγω εἰς ξένας χώρας, θὰ περιορισθῶ εἰς ὅ,τι ἔπραξεν ἡ πλειοψηφία τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, δηλαδὴ ἡ προκάτοχος τοῦ Συναγερμοῦ, ἡ ὁποία ἡ ἰδία εἰσήγαγε 3 ἢ 4 φορὰς μέτρα ἐπιεικείας κατὰ τὴν διάρκειαν μάλιστα τοῦ συμμοριτοπολέμου. Τὰ μέτρα αὐτὰ τῆς εἰρηνεύσεως εἶναι μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ὄχι μόνον ἀποκαθίσταται ἡ τάξις, ἀλλὰ εἶναι μέτρα τὰ ὁποῖα...... (Θόρυβος).
§224Τ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ. (Λέγει κάτι ἀπὸ τῆς θέσεώς του μὴ ἀκουόμενος). (Κωδωνοκρουσίαι).
§225Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὰ προβλήματα τῆς οἰκονομίας εἶναι τὰ θεμελιώδη θέματα τῆς ἑλληνικῆς πολιτικῆς. Δικαίως λοιπόν, καταλαμβάνουν τὸ μέγιστον μέρος τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων. Ὅτι τὰ προβλήματα αὐτὰ εἶναι ἡ ἀνεργία, ἡ ὑποαπασχόλησις, τὸ χαμηλὸν βιοτικὸν ἐπίπεδον καὶ ἡ ἄνισος κατανομὴ τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, καὶ ὅτι ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νομισματικὴν σταθερότητα δὲν ἀντιμετωπίζονται εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας. Διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ὅλων αὐτῶν τῶν προβλημάτων ἡ Κυβέρνησις ὑπόσχεται τὴν ἐκτέλεσιν προγράμματος ἐπενδύσεων, ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ρευστοποίησιν τῶν παγωμένων πιστώσεων, ἐκτέλεσιν μικρῶν καὶ μεσαίων ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων κλπ. Δὲν θὰ εἴχομεν δυσκολίαν νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπαιτουμένην πίστωσιν χρόνου διὰ τὴν προσαγωγὴν τῶν συγκεκριμένων στοιχείων τοῦ οἰκονομικοῦ της προγράμματος καὶ θὰ εἴμεθα διατεθειμένοι ἀκόμη νὰ δεχθῶμεν τὰς ἀορίστους αὐτὰς ὑποσχέσεις, ἄν τὸ ἴδιον ἀκριβῶς κείμενον προγραμματικῶν δηλώσεων δὲν εἶχε παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλὴν ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ κατὰ τὸ 1952. Γίνεται κύριοι βουλευταί, τόση χρῆσις λέξεων, ὥστε δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν νὰ πληροφορηθῶμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὄχι τί πρόκειται νὰ κάμῃ ἀλλὰ πῶς πρόκειται νὰ πραγματοποιήσῃ τὸ οἰκονομικόν της πρόγραμμα. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἀμφιβάλλομεν ἄν ἡ Κυβέρνησις θὰ κατορθώσῃ νὰ θέσῃ εἰς κίνησιν τὸ ἀναγγελθὲν πρόγραμμα. Καὶ ἰδοὺ διατί: Προϋπόθεσις κάθε οἰκονομικοῦ προγράμματος εἶναι ἡ σταθερότης τῆς ἀκολουθουμένης πολιτικῆς καὶ ἡ ἀκριβὴς καὶ εἰλικρινὴς περὶ αὐτῆς πληροφόρησις τοῦ κοινοῦ. Ἂς σημειωθῇ ὅτι ἡ σταθερότης αὐτὴ εἶναι ἄσχετος πρὸς τὴν παρουσίαν ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως. Τὸ κοινὸν γνωρίζει ὅτι τὴν μεγαλυτέραν ἀστάθειαν ἐγνώρισεν ἡ οἰκονομία κατὰ τὴν περίοδον τῆς ἰσχυρᾶς Κυβερνήσεως Παπάγου. Τὸ καθεστὼς αὐτὸ τῆς ἀσταθείας ἔχει λάβει τὴν μορφὴν ἐνδημικῆς νόσου. Ὀφείλεται δὲ εἰς τὴν μεταρρυθμιστικὴν μανίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατέχονται οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας. Τὰ πάντα εὑρίσκονται εἰς διαρκῆ μεταρρυθμιστικὸν ὀργασμὸν. Ὄχι μόνον κάθε Κυβέρνησις, ἀλλὰ κάθε μέλος αὐτῆς ἔχει τὴν ἰδικήν του οἰκονομικὴν πολιτικήν. Δὲν ὑπάρχει φύλλον τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ποὺ νὰ μὴ περιέχῃ κανόνα οἰκονομικοῦ περιεχομένου. Οὐδεὶς ἀσχολεῖται μὲ τὴν ὀρθὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἀλλὰ ζητοῦν ὅλοι νὰ θεραπεύσουν τὰ ἀναφυόμενα καθ’ ἡμέραν προβλήματα μὲ νέους νόμους. Ἡ ἀναπόφευκτος προχειρότης μὲ τὴν ὁποίαν συντάσσονται οὗτοι καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν μεταβολὴν αὐτῶν, καὶ ἔτσι δημιουργεῖται φαῦλος κύκλος. Τὸ κοινὸν αἰσθάνεται ἀνακούφισιν μόνον ὅταν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκωνται εἰς διακοπάς, διότι τότε μόνον γνωρίζει ὅτι δὲν θὰ αἰφνιδιασθῇ μὲ κάποιο νομοθέτημα ποὺ θὰ ἀνατρέψῃ τὰ προηγούμενα. Αὐτὴ ἡ ἀστάθεια εἶναι ἀπότοκος τῆς συνηθείας ποὺ ἐπικρατεῖ νὰ ἀποκρύπτωμεν ἀπὸ τὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν. Τὰς παρουσιαζομένας δυσχερείας ὑπερπηδοῦν ἑκάστοτε αἱ Κυβερνήσεις διὰ τεχνασμάτων ἢ πυροτεχνημάτων, δηλαδὴ ἐκ τῶν ἐνόντων καὶ ἀφήνουν εἰς τοὺς διαδόχους των νὰ βγάλουν τὰ κάστανα ἀπὸ τὴν πυράν. Χαρακτηριστικὰ ἀπὸ τὴν πρόσφατον πεῖραν, εἶναι τὰ περίφημα πλεονάσματα τῶν προϋπολογισμῶν 1953–54, 1954–55 ποὺ κατέληξαν εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 2 τρισεκατομμυρίων τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὸ καλυφθὲν κυρίως δι’ ἐμμέσων φόρων. Ἐὰν παρέστη ἀνάγκη νὰ αὐξηθῇ ὑπερμέτρως ὁ φόρος τῆς βενζίνης, τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐτολμήθη νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἐγκαίρως ἡ κατάστασις, ἀλλ’ οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπροτίμησαν νὰ πανηγυρίζουν διὰ τὰ δῆθεν πλεονάσματα, διὰ νὰ παραδώσουν εἰς τοὺς διαδόχους των πελώρια ἐλλείμματα. Τὸ κακὸν ἔχει φθάσει σήμερον εἰς τὸ ἀπροχώρητον. Πρέπει πάντες νὰ κατανοήσωμεν ὅτι οὔτε ἡ συνεχὴς ἀλλαγὴ τῶν νόμων, οὔτε ἡ συνεχὴς μεταβολὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς εἶναι ὁ ἐνδεδειγμένος τρόπος τῆς θεραπείας τῶν καθημερινῶν ἀναγκῶν τῆς οἰκονομίας. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ταχέως θὰ γίνῃ κοινὴ συνείδησις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὅτι ἡ ἐκτέλεσις μακροχρονίων οἰκονομικῶν προγραμμάτων δὲν εἶναι δυνατὴ ἐφ’ ὅσον τὰ σχετικὰ προγράμματα δὲν τυγχάνουν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐμφανίζονται ὡς πρόχειρα κατασκευάσματα διαρκοῦντα ὅσον καὶ ἡ ἐπινοήσασα αὐτὰ Κυβέρνησις. Ἀπόδειξις τῆς κρατούσης ἀνωμάλου καταστάσεως εἰς τὴν οἰκονομίαν εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ κ. Χέλμης εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι καὶ τοῦ ἤδη ὑπὸ ἡμιτελῆ ἐκτέλεσιν προγράμματος ἀπαιτήσεων τοῦ 1955–56 μελετᾷ ἡ Κυβέρνησις τὴν μεταβολὴν εἰς τὸ τέλος τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὰ κατ’ ἰδίαν σημεῖα οἰκονομικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω λέξεις τινὰς διὰ τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη περὶ τὸ δημοσιευθὲν ὑπόμνημα τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Οὐσιαστικῶς πρόκειται περὶ τρικυμίας ἐντός ποτηρίου ὕδατος, ἐὰν ὁ θόρυβος δὲν ἀποκρύπτῃ ἄλλας προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποτελεῖ, κύριοι βουλευταί, ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Κεντρικῆς Τραπέζης νὰ ἐνημερώνῃ πλήρως τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν οἰκονομικὴν καὶ νομισματικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Κατὰ συνέπειαν ἀντὶ δυσφορίας καὶ κριτικῆς τὸ ὑπόμνημα τοῦτο θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπαινεθῇ διὰ νὰ ἐνισχυθῇ τὸ ὑπεύθυνον συμβουλευτικὸν ὄργανον τῆς πολιτείας, τὸ ὁποῖον συμβουλεύει πᾶσαν Κυβέρνησιν ἀνεξαρτήτως πολιτικῆς τοποθετήσεώς της. Τὸ ὑπόμνημα τοῦ Διοικητοῦ περιέχει συστατικὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ὁ καθεὶς δύναται νὰ λάβῃ ἀπό τὰς ἁρμοδίας πηγάς. Ἐπὶ πλέον περιέχει ἐποικοδομητικὰς προτάσεις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι δέον μετὰ πάσης προσοχῆς νὰ ἐξετασθοῦν, διότι ἀποτελοῦν μεθόδους θετικὰς διὰ τὴν ταχεῖαν ἀνάπτυξιν τοῦ παραγωγικοῦ μηχανισμοῦ τῆς χώρας. Ἐὰν ὁ Διοικητὴς τῆς Κεντρικῆς Τραπέζης ὑποδεικνύῃ περιορισμὸν καὶ αὐστηρὰν πολιτικὴν εἰς ὡρισμένους τομεῖς τοῦτο τὸ πράττει διότι ἡ νομισματικὴ καὶ οἰκονομικὴ σταθερότης ἀποτελοῦν προϋποθέσεις τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως τῆς χώρας. Θὰ ἔπρεπε κατ’ ἀκολουθίαν νὰ ἐξεπλησσώμεθα ἐὰν δὲν ὑπέβαλε τοιοῦτον ὑπόμνημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐὰν ἔπραττε τοῦτο, διὰ νὰ εἶναι εὐάρεστος εἰς αὐτήν, θὰ ἐπεῖχε βαρείας εὐθύνας καὶ θὰ ἔπρεπε διὰ τὴν μὴ ὑποβολὴν παρομοίου ὑπομνήματος νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν καθηκόντων του. Ἐπὶ τῆς νομισματικῆς πολιτικῆς διακηρύσσει ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀνάγκην σταθερότητος. Ἀλλ’ ἡ σταθερότης αὐτὴ προϋποθέτει καὶ οἰκονομικὴν σταθερότητα. Ἀμφότεραι ἀποτελοῦν ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόβλημα. Ἡ μία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἄνευ τῆς ἑτέρας. Ἡ Κυβέρνησις, λέγει, ὅτι δὲν κατέχεται ἀπὸ φοβίαν τοῦ πληθωρισμοῦ. Εἶναι θέμα χαράξεως ὁρίων μεταξὺ φόβου καὶ φοβίας πληθωρισμοῦ. Δὲν πρέπει, κύριοι βουλευταί, νὰ κατεχώμεθα ἀπὸ φοβίαν. Πρέπει ὅμως ἀσφαλῶς νὰ κατεχώμεθα ἀπὸ ἔντονον φόβον τοῦ πληθωρισμοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία εὑρίσκεται ἐντὸς ἑνὸς φαύλου κύκλου ἕρποντος πληθωρισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐὰν ἀφεθῇ νὰ ἀνδρωθῇ εἶναι κίνδυνος νὰ παρασύρῃ τὴν οἰκονομίαν εἰς καταστροφήν. Ἡ κυρία πηγὴ πληθωριστικῶν τάσεων εἶναι ὁ προϋπολογισμός. Ἡ Κυβέρνησις ἐπαγγέλλεται πραγματικὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἴσως διότι ὑπονοεῖ, ἡ ἰδία, ὅτι ἡ ἰσοσκέλισις, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ὁ ἐκτελούμενος προϋπολογισμὸς εἶναι λογιστικὴ καὶ οὐχὶ πραγματική. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοηθῇ, κύριοι βουλευταί, τὸ βαθύτερον νόημα τοῦ «πραγματικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ». Τόσον αἱ δαπάναι αὐτοῦ, ὅσον καὶ τὰ ἔσοδα περιέχουν διάφορα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἀναλόγως τῆς κατευθύνσεως ἢ τῆς πηγῆς ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν διαφόρους νομισματικὰς συνεπείας καὶ πρέπει ἀναλόγως νὰ ἐκτιμηθοῦν, ὡς πρὸς τὴν ἐπίδρασίν των ἐπὶ τῆς καθόλου οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς χώρας βαρύνεται ὑπερμέτρως μὲ ἀμυντικὰς δαπάνας. Αἱ δαπάναι αὐταὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι μεγαλύτεραι τῶν δυνατοτήτων τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας καὶ ἀνώτεραι ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς δαπάνας τοῦ Στρατοῦ ὅλων τῶν ἄλλων χωρῶν τῆς Ἀτλαντικῆς Συμμαχίας. Πολὺ ὀρθῶς, ἡ Κυβέρνησις συνέδεσε τὸ μέγεθος τῆς ἀμυντικῆς μας προσπαθείας μὲ τὴν ἔκτασιν τῆς βοηθείας τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Ἀλλ’ ὡς ὀρθῶς ἐτόνισε χθὲς ὁ κ. Καρτάλης, ἡ ἁπλῆ παροχὴ βοηθείας εἰς δολλάρια δι’ ἀμυντικοὺς σκοποὺς δὲν λύει τὸ πρόβλημα δραχμῶν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἔχει ἀρκετὰ ἤδη συναλλαγματικὰ ἀποθέματα. Ἡ πρόσθετος Ἀμερικανικὴ βοήθεια, ἡ προοριζομένη διὰ δαπάνας ἀμύνης, πρέπει νὰ διατεθῇ εἰς ἐπενδύσεις, ὥστε αὐξανομένου τοῦ ἐθνικοῦ εἰσοδήματος νὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δαπάνας τῆς ἀμύνης τοῦ Κράτους. Ἀπὸ τὰ δημοσιευθέντα στοιχεῖα, προκύπτει ὅτι ἐντὸς τοῦ πρώτου ἑξαμήνου τοῦ τρέχοντος οἰκονομικοῦ ἔτους διεμορφώθη ἄνοιγμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ δραχμὰς 300 ἑκατ. μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ περυσινόν, κατὰ δὲ τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Ζολώτα, ἐνῷ κατὰ Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1955 εἶχε πραγματοποιηθῆ πλεόνασμα δραχμῶν 90 ἑκατ., οἱ ἀντίστοιχοι μῆνες τοῦ 1956 παρουσιάζουν ἔλλειμμα δραχμῶν 32 ἑκατ. Ἐξ ἄλλων ἐπίσης ἐξηκριβωμένων πληροφοριῶν, προκύπτει, ὅτι ὁ ρυθμὸς τῶν δημοσίων ἐπενδύσεων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἔχει σημαντικῶς ἐπιβαρυνθῆ οὕτως ὥστε αἱ δαπάναι διὰ παραγωγικὰ ἔργα εἶναι σήμερον σημαντικῶς ἠλαττωμέναι ἐν σχέσει μὲ τὰ προηγούμενα ἔτη. Αἱ ἀναλήψεις ἐξ ἄλλου διὰ τὴν ἰσοσκέλισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κονδυλίων ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν Ν.Π.Δ.Δ. παρὰ τῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος εἶναι καὶ αὐταὶ πληθωρικοῦ χαρακτῆρος, διότι αὐξάνουν τὴν κυκλοφορίαν καὶ ἐμποδίζουν τὴν φυσικὴν μείωσιν αὐτῆς.
§226Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Ἐμπορίου). Διαφωνῶ μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν διετυπώσατε διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἐὰν αὐτὰ τὰ διαθέσιμα τῶν Νομ. Προσώπων, δηλαδὴ διὰ τὴν ἀκρίβειαν ἡ αὔξησις τῶν διαθεσίμων, διότι τὴν αὔξησιν τῶν διαθεσίμων ἐπῆρε τὸ Κράτος καὶ τὴν ἐνέγραψεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἐὰν ἡ αὔξησις αὐτὴ δὲν διετίθετο πρὸς ὃν σκοπὸν διετέθη, φυσικὸν εἶναι νὰ διετίθετο, οὐδὲ δύναται νὰ πραχθῇ ἄλλως, κάπου ἀλλοῦ. Τὸ Κράτος, λοιπόν, ἐπῆρε καὶ δικαιοῦται νὰ πάρῃ, καὶ ὅλα τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἔκαμον ἕνα πρόγραμμα ἀνασυγκροτήσεως, ἐχρησιμοποίησαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰ κεφάλαια αὐτὰ καὶ τὰ διέθεσε πρὸς τὸν σκοπὸν παραγωγικῶν ἐπενδύσεων. Τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων ἑκατοντάδων περίπου δισεκατομ. δραχμῶν τῆς αὐξήσεως εἶναι ἀφιερωμένα εἰς ἔργα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως παραγωγικά. Κατ’ οὐσίαν τὰ Νομικὰ Πρόσωπα ἐπενέδυσαν τὴν αὔξησιν εἰς τὰ παραγωγικὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ἐὰν καλῶς ὑπελογίσθησαν ὅτι θὰ ἀποδώσουν. Ἐγένετο μία ἀπολύτως παραγωγικὴ χρησιμοποίησις αὐτῶν τῶν κεφαλαίων καὶ ἔγινε μία χρησιμοποίησις ἡ ὁποία σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐὰν τὴν κρίνωμεν κατὰ τοὺς αὐστηροτέρους κανόνας τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης ὀρθοτάτη. Ἀλλά......
§227Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα, νομίζω, νὰ ὁμιλῶμεν περὶ χρησιμοποιήσεως τῶν διαθεσίμων τῶν Νομικῶν Προσώπων διὰ σκοποὺς παραγωγικούς, ὅταν εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ χρήματα ἐλήφθησαν διὰ κάλυψιν ἀνοιγμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§228Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Ἐμπ.). Τὰ διαθέσιμα αὐτὰ ἐχρησιμοποιήθησαν διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν. Τὰ χρήματα τῶν ταμείων δὲν ἔχουν ἰδιαίτερον γνώρισμα. Πῶς λέγετε ὅτι ἐπῆγαν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§229Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνασυγκρότησις γίνεται μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν.
§230Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εἶναι ὀρθόν, αὐτὸ ποὺ λέγει ὁ κ. Μητσοτάκης. Ἐὰν ἡ ἀνασυγκρότησις ἐγένετο μόνον μὲ τὰ 500 ἑκατομμύρια τῶν Νομικῶν προσώπων, εἶχον δὲ διατεθῆ 500 ἑκ. δι’ αὐτήν, θὰ ἠδύνασθε ἴσως νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν σκοπὸν διετέθησαν. Ὅταν ὅμως εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἀνασυγκρότησις χρηματοδοτεῖται ἐκ πολλῶν πηγῶν, ὑπάρχει δὲ ἄνοιγμα τοῦ προϋπολογισμοῦ 600 ἑκατομμυρίων σήμερον, πῶς ἠμπορεῖτε νὰ ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὰ διαθέσιμα τῶν νομικῶν προσώπων δὲν διετέθησαν πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος.
§231Δ. ΧΕΛΜΗΣ. (Ὑπ. Συντ.). Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα προκύπτει ὅτι 360 ἑκατομ. ἐκ τῶν διαθεσίμων τῶν Νομικῶν Προσώπων διετέθησαν δι’ ἀνασυγκρότησιν.
§232Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ἰδοὺ ὅτι ὁ κ. Χέλμης ὁμολογεῖ ἤδη ὅτι τὰ χρήματα τῶν Νομικῶν Προσώπων καλύπτουν ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν 1955–56 ἔχει ἐγγραφῆ δάνειον παρὰ τῶν Νομικῶν Προσώπων 500 ἑκατομμυρίων δι’ ὅλον τὸ οἰκονομικὸν ἔτος. Πρὶν λήξῃ τὸ αʹ ἑξάμηνον ἔχετε λάβει 556 ἑκατομμύρια καὶ δὲν γνωρίζομεν τί θὰ λάβετε ἀκόμη μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως. Τοῦτο, συνδυαζόμενον μὲ τὴν καθυστέρησιν τῆς ἀνασυγκροτήσεως ἀποδεικνύει ὅτι ὁ δανεισμὸς ἀπὸ τὰ Νομικὰ Πρόσωπα γίνεται πρὸς κάλυψιν ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αἱ τάσεις αὐταί, κύριοι βουλευταί, εἶναι αἱ ἀντίθετοι ἀκριβῶς πρὸς τὰς ἐπιβαλλομένας. Τὸ πρόγραμμα κρατικῶν ἐπενδύσεων διὰ τῶν ὁποίων γονιμοποιοῦνται καὶ ἀξιοποιοῦνται αἱ παραγωγικαὶ δυνατότητες τῆς χώρας καὶ παρέχεται ἐργασία εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς ὑπαίθρου καὶ εἰς τοὺς ἀνέργους τῶν πόλεων, πρέπει νὰ κατοχυρωθῇ μὲ ὅλα τὰ εἰς τὴν διάθεσίν μας μέσα. Διότι εἶναι ἀναντίρρητον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ σωτηρία τοῦ τόπου μας μόνον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν παραγωγικῶν ἔργων δέον νὰ ἀναζητηθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἐξήγγειλεν ὅτι προτίθεται νὰ ἐκτελέσῃ μεγάλα παραγωγικὰ ἔργα, τὴν διαχείρισιν τῶν ὁποίων θὰ ἀναθέσῃ εἰς δημοσίους ὀργανισμούς. Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τούτων, προϋποθέτει νομισματικὴν καὶ οἰκονομικὴν σταθερότητα. Ἐὰν δὲ ἐπιχειρηθῆ ἄνευ αὐτῆς, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ δημιουργηθῇ ἐν Ἑλλάδι, ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐν Τουρκίᾳ, κατάστασις ὅπου ἐπίσης χωρὶς νὰ συντρέχουν αἱ ἀπαραίτητοι προϋποθέσεις ἐπεχειρήθη εὐρὺ πρόγραμμα ἐπενδύσεων μὲ ἀποτέλεσμα τὸ τέλειον ξεχαρβάλωμα τῶν τουρκικῶν οἰκονομικῶν. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν παραγωγικῶν αὐτῶν ἔργων προϋποθέτει πειθαρχημένην καὶ αὐστηρὰν οἰκονομικὴν πολιτικὴν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς, συνειδητὸν καὶ λεπτομερειακὸν σχέδιον οἰκονομικῆς δράσεως μὲ ἀπόλυτον συντονισμὸν ἀποφάσεων. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἀπαιτεῖ ἐπίσης, λεπτομερῆ μελέτην τῶν καθ’ ἕκαστον προβλημάτων, μὲ τὰ ὁποῖα τὰ μεγάλα παραγωγικὰ ἔργα συνδέονται. Πρέπει ἐν συνεχείᾳ νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ἡ Κυβέρνησις πῶς ἀντιλαμβάνεται τὴν λειτουργίαν τῶν κρατικῶν ὀργανισμῶν εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν μεγάλων αὐτῶν ἔργων, διότι ἀτυχῶς ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα τῶν δημοσίων ὀργανισμῶν, δὲν ἀπέδειξεν ὅτι ἐξασφαλίζει ἐπαρκῆ ἐχέγγυα φειδοῦς καὶ ἱκανότητος. Ἔργον τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς εἶναι νὰ δοθῇ συγχρονισμένη καὶ δημιουργικὴ πνοὴ εἰς τοὺς δημοσίους ὀργανισμούς, τόσον τοὺς σήμερον ὑφισταμένους, ὅσον καὶ τοὺς μέλλοντας νὰ δημιουργηθοῦν, διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν νέων ἔργων, ὥστε νὰ ἀποκτήσουν πάντες ἐμπιστοσύνην ὅτι ὁ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἔλεγχος τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἔργων αὐτῶν θὰ δώσῃ τὰ καλύτερα ἀποτελέσματα ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ συνόλου. Διὰ τὴν χρηματοδότησιν τῶν ἔργων αὐτῶν ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ συναλλαγματικὸν ἀπόθεμα τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἀπόθεμα τοῦτο ὑπερβαίνει σήμερον τὰ 210 ἑκατ. δολλάρια. Διὰ νὰ ἔχωμεν ἀκριβῆ ἀντίληψιν τοῦ ὕψους του πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς τὰ δολλάρια αὐτὰ περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἐκ ξένων ἐπενδύσεων ἀποθέματα ὑπερβαίνοντα τὰ 10 ἑκατ. δολ. ἀλλὰ καὶ ὅτι ὑφίστανται βραχυπρόθεσμοι ὑποχρεώσεις ἐξ εἰσαγωγῶν ἐκτάσεων 45 ἑκατ. δολλ. Πάντως τὸ συναλλαγματικὸν ἀπόθεμα εἶναι σήμερον ἀρκετὰ ὑψηλόν, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν χρηματοδότησιν δημοσίων ἐπενδύσεων. Εἶναι ἀτύχημα, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ δὲν εἶχε κατανοηθῆ πρὸ ἑνὸς ἢ δύο ἐτῶν, ὅτε ἦτο δυνατὸν ἐπίσης μὲ μέρος τοῦ συναλλαγματικοῦ μας ἀποθέματος νὰ χρηματοδοτήσωμεν τὰ διϋλιστήρια πετρελαίου καὶ τὸ ἔργον τοῦ Μέγδοβα. Ἐνῷ δὲν ἐγνωρίζομεν τί νὰ κάνωμεν τὸ συνάλλαγμα τὸ εἰσρέον εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, κατεφεύγομεν εἰς τὰς περιφήμους εὐρωπαϊκὰς πιστώσεις διὰ νὰ προσπορισθῶμεν μὲ βαρυτάτους ὅρους, τόσον ἀπὸ ἀπόψεως τόκου, ὅσον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τιμῶν προμηθείας μηχανημάτων, ὀλίγα ἑκατομμύρια δολλάρια, καθ’ ἣν στιγμὴν εἴχομεν ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων δολλαρίων εἰς ἄτοκον κατάθεσιν εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Ἔστω καὶ ἀργὰ εἶναι εὐτύχημα ὅτι κατενοήθη τοῦτο σήμερον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἐπανέλθω πάλιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Προϋπολογισμός, κύριοι βουλευταί, σήμερον δὲν ὑπάρχει. Τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος ἐπιτάσσει ὅπως δύο μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς χρήσεως, κατατίθεται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἑπομένου ἔτους. Διανύομεν τοὺς τρεῖς τελευταίους μῆνας τοῦ τρέχοντος ἔτους καὶ προϋπολογισμὸς δὲν ἔχει ἀκόμη συζητηθῆ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρατηρήσῃ κανεὶς ὅτι ἡ καθυστέρησις αὐτὴ ὀφείλεται εἰς τὰς ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ στρατάρχου Παπάγου πολιτικὰς ἐξελίξεις. Δὲν θὰ εἴχομεν ἀντιρρήσεις νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, ἐὰν ἦτο αὐτὴ ἡ πραγματικὴ αἰτία τῆς καθυστερήσεως. Ἀτυχῶς δὲν συμβαίνει τοῦτο. Προϋπολογισμὸς δὲν κατετέθη ἐγκαίρως, διότι πλημμελῶς λειτουργεῖ ὁ Κυβερνητικὸς μηχανισμὸς ὡς ἀποδεικνύουν καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν τριῶν πρώτων ἐτῶν τοῦ Συναγερμοῦ, οἱ ὁποῖοι κατετέθησαν εἰς τὸ μέσον ἢ εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διασαφηνίσῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπολύτως τὰ κονδύλια τῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς ἁπλοποιήσεως τῶν λογαριασμῶν τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι τριχοτομηθέντες, δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἰσοζυγισμένος, ἐνῷ πρόκειται πράγματι περὶ λογιστικῶν πράξεων μεταφορᾶς κονδυλίων ἐξ ἑνὸς λογαριασμοῦ εἰς ἄλλον χωρὶς νὰ ὑφίσταται πραγματικὸν ἰσοζύγιον τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ τερματίσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίσω ὅτι μὲ τὴν ἐξασφάλισιν πραγματικοῦ ἰσοζυγίου, πρέπει νὰ ἀποκατασταθῇ καὶ ἡ διαταραχθεῖσα σχέσις ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων.
| Κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1954)55 οἱ | ||
| τακτικοὶ ἄμεσοι φόροι (φόρος καθαρῶν | ||
| προσόδων καὶ φορολογία κεφαλαίου) | ||
| ἀπέδωσαν ἐν συνόλῳ | δρχ. | 1.937 ἑκατ. |
| ἐπὶ συνόλου ἐκ φορολογίας ἐσόδων | δρχ. | 8.282 ἑκατ. |
| Ἤτοι ἀναλογία 23,40%. | ||
| Διὰ τὸ οἰκον. ἔτος 1955)56 ἀναγράφε- | ||
| ται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς πιθανὸν | ||
| ἔσοδον ἐκ τακτικῶν ἀμέσων φόρων | ||
| ποσὸν | δρχ. | 1.993 ἑκατ. |
| ἐπὶ συνόλου ἐκ τακτικῆς φορολογίας | ||
| ἐσόδων | δρχ. | 9.663 ἑκατ. |
Ἤτοι ἀναλογία 20% περίπου. Σημειωτέον ὅτι ἡ συμβολὴ τῶν ἀμέσων φόρων εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ Δημοσίου ἀκολουθεῖ ἀπὸ τοῦ 1952)53 κατιοῦσαν καμπύλην, διότι, ἐνῷ αὕτη εἶχε φθάσει κατὰ τὸ 1953)54 τὸ 27% περίπου, ἔκτοτε ἡ σχέσις αὕτη ἐλαττοῦται, διὰ νὰ φθάσῃ κατὰ τὸ 1955)56 τὸ 20% περίπου.
§233Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Ἐμπ.). Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μία σαφὴς ἐξήγησις τοῦ φαινομένου. Καὶ ἡ ἐξήγησις εἶναι ἁπλουστάτη. Ἐλησμόνησε καὶ ὁ κ. Καρτάλης καὶ λησμονεῖ καὶ ὁ κ. Μαῦρος ὅτι ἐνομοθετήθη ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἑνιαῖος φόρος. Ὅταν λέγωμεν ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι, ὅτι τὸ ὕψος τῶν ἀμέσων φόρων εἶναι ἐνδεικτικὸν τοῦ βαθμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀσκεῖ φιλολαϊκὴν πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις, ὑποθέτω ὅτι ἐννοοῦμεν τοῦτο. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ἀμέσων φόρων πλήττει μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πλούσιοι ἢ ἔχουν σχετικὴν ἄνεσιν, ἔχουν ἕνα σχετικὸν εἰσόδημα καὶ δὲν πλήττει τὸ σύνολον τοῦ λαοῦ, ὅπως πλήττει διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων. Ὁ ἑνιαῖος φόρος ὅμως, κύριοι, ἀπήλλαξε περίπου 300.000 Ἑλλήνων φορολογουμένων καὶ ἀπήλλαξε ποίους; Ἀπήλλαξε τοὺς ἐργάτας, ἀπήλλαξε μικροεπαγγελματίας, ἀπήλλαξεν ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι εἶχον ἕνα ἐλάχιστον εἰσόδημα. Καὶ ἦτο φυσικὸν πρὸς ἐπιτέλεσιν ἑνὸς ὑψίστου κοινωνικοῦ σκοποῦ νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός. Ὁ νόμος ἠμπορεῖ νὰ κατηγορηθῇ ἐὰν θέλετε, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς. Ἀπὸ ἀπόψεως ὅμως ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ. Ὅταν θὰ ὁμιλήσω, θὰ σᾶς δώσω συγκεκριμένα στοιχεῖα. Δι’ αὐτὸ ἁπλοῖ στατιστικοὶ ἀριθμοὶ χωρὶς νὰ γίνεται ἑρμηνεία τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν δὲν σημαίνει τίποτε, διότι εἶναι καλυτέρα φιλολαϊκὴ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἡ ὁποία διετήρησεν ἔστω τὸ αὐτὸ περίπου ὕψος ἐμμέσου φορολογίας, ἀλλὰ ταὐτοχρόνως ἀπήλλαξε 300.000 ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἄμεσον φορολογίαν καὶ δὴ τὰς πενεστέρας τάξεις. Ἐὰν θέλετε, κύριοι συνάδελφοι, θὰ σᾶς φέρω στοιχεῖα περὶ τῆς συμμετοχῆς των αὔριον, πολὺ εὐχαρίστως, διὰ νὰ ἴδητε πόσοι συμμετεῖχον. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπίσης νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπλήγησαν διὰ τῆς προσθέτου φορολογίας τοῦ 20%, ἡ ὁποία εἶναι φορολογία ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ οἱουδήποτε εἰσοδήματος, ποὺ καταβάλλει ὁ πᾶς τις, ἀκριβῶς αἱ τάξεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προσφέρουν. Κύριοι συνάδελφοι, δέχομαι νὰ γίνῃ, ἐὰν πρέπει νὰ γίνῃ, κριτικὴ ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς, δὲν δέχομαι ὅμως νὰ γίνῃ κριτικὴ νομοθετήματος καὶ κριτικὴ ἑπομένως τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ κριτικὴ τῆς ἀποδόσεως ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς. Διότι ἡ κριτικὴ αὐτὴ εἶναι ἐξωφθάλμως ἄδικος. Ὅταν κατετέθη τὸ νομοσχέδιον ἐνθυμοῦμαι τὸν κ. Μητσοτάκην νὰ λέγῃ ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, ὅτι μὲ τὰς ἀπαλλαγὰς αὐτάς, κύριε ὑπουργέ, τὰς ὁποίας κάμνετε, φοβοῦμαι ὅτι ἠμπορεῖ τὸ νομοσχέδιόν σας νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα κοινωνικόν, καὶ ἔχει, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχετε δημοσιονομικὰς ἐκπλήξεις. Καὶ σᾶς ἀπήντησα ὅτι δὲν πρόκειται νὰ πέσῃ οὐσιωδῶς ἡ ἄμεσος φορολογία ἀπὸ τὸ ὕψος εἰς τὸ ὁποῖον προϋπελογίσθη.
§234Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Σᾶς εἴπομεν ὅμως ἀπὸ τότε ὅτι εἶχε πέσει τὸ ποσοστὸν τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ πρὶν ἀπὸ τὸν ἑνιαῖον φόρον.
§235Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Ἐμπ.). Καὶ εἰς αὐτὸ δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν. Πάντως νομίζω ὅτι ἀπήντησα βασικῶς καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν νὰ ἀναφέρωμεν ποσοστὰ ἀμέσου καὶ ἐμμέσου φορολογίας, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωμεν ἐπὶ ποίου ἦτο τὸ φορολογικὸν βάρος. Διότι δὲν νομίζω ὅτι ἀποκαθιστᾷ κανεὶς φορολογικὴν δικαιοσύνην ὅταν φορολογεῖ 100.000 Ἕλληνας ἐργάτας καὶ ὅπως ἐταλαιπωροῦντο ἑκατοντάδες χιλιάδες μικροεπαγγελματιῶν εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος.
§236Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Παπαληγούραν διὰ τὴν διακοπὴν αὐτήν, ἀλλὰ φοβοῦμαι πὼς θὰ μετανοήσῃ διότι τὴν ἔκαμε. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπὸ ἐκτέλεσιν προϋπολογισμοῦ προβλέπεται πράγματι ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἑνιαίου φόρου γίνεται ἐλάφρυνσις τῆς φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως κατὰ 70 ἑκατομ., ἀποδιδομένη εἰς τὴν ἐξαίρεσιν ἀπὸ τῆς φορολογίας 210.000 μικροεπιτηδευματιῶν. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἴδιον οἰκονομικὸν ἔτος ἐπεβλήθησαν νέοι ἔμμεσοι φόροι, ὡς ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, 1339 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, βαρύνοντες κυρίως τὰ εἴδη μεγάλης καταναλώσεως. Διότι ἐνῷ τὸ Κράτος ἐμφανίζεται ὅτι χαρίζει 70 ἑκατομμύρια, μὲ τὸ ἄλλο χέρι παίρνει 1339. Δηλ. ἡ ἀσήμαντος ἐκ τοῦ φόρου ἀπαλλαγὴ ὄχι μόνον ἐξουδετερώθη ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐμμέσων φόρων, ἀλλὰ εἶχεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν αὔξησιν τοῦ ἐκ τῶν φόρων τούτων βάρους. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τοῦ Κέντρου καὶ τῆς ἀριστερᾶς). Εἰς τὰ ἄλλα μέτρα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ληφθοῦν διὰ τὴν σταθεροποίησιν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκονομίας εἶναι ἀνάγκη νὰ περιληφθῇ ἡ καλυτέρα ὀργάνωσις τῶν πιστωτικῶν μας ἱδρυμάτων. Οἱ διευθύνοντες τὴν πιστωτικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας δέον νὰ τεθοῦν ἐνώπιον τῶν εὐθυνῶν των. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλύπτωνται ὄπισθεν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα δὲν λογοδοτοῦν δημοσίᾳ. Ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία προσέφερε μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὸ παρελθόν, κατέληξε νὰ γίνῃ προπέτασμα διὰ τὴν κάλυψιν εὐθυνῶν τῶν ὑπευθύνων ὀργάνων. Οὐδόλως ἀντέδρασεν εἰς τὴν διόγκωσιν τῶν παγωμένων πιστώσεων εἰς τὸ ἰλιγγιῶδες ποσὸν τῶν 600 δισ., καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ πολῖται δὲν ἠμποροῦν νὰ δανεισθοῦν ὀλίγας χιλιάδας δραχμῶν, διὰ νὰ ἐπισκευάσουν τὴν στέγην τῆς κατοικίας των. Πρέπει ἐπίσης εἰς τὰ Συμβούλια τῶν μεγάλων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, τῶν ἐλεγχομένων ὑπὸ τοῦ Κράτους, δηλ. εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν Ἐθνικήν, νὰ μετέχουν τὰ ἁρμόδια καὶ ὑπεύθυνα πρόσωπα τῆς οἰκονομίας. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡ σύνθεσις τῶν συμβουλίων αὑτῶν νὰ γίνεται μὲ κριτήρια προσωπικῶν φιλιῶν ἢ κοινωνικῶν ἀναστροφῶν. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ μετέχουν ἀπαραιτήτως καὶ οἱ Διοικηταὶ τῶν μεγάλων Ἐμπορικῶν Τραπεζῶν, διότι καθιστάμενοι ὑπεύθυνοι, θὰ ἐλέγχουν ἀλλήλους περὶ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις διεκήρυξεν ὅτι θὰ συνεχίσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς ἐλευθερίας τῶν εἰσαγωγῶν. Ἡ πολιτικὴ αὐτή, καθιερωθεῖσα μετὰ τὴν ὑποτίμησιν τῆς δραχμῆς τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1953, ὑπῆρξεν ἀπόρροια ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τοῦ Κυβερνητικοῦ φόβου περὶ ἀποτόμου ἀνόδου τοῦ τιμαρίθμου, ὁ ὁποῖος διεδέχθη τὴν ἀλόγιστον κυβερνητικὴν αἰσιοδοξίαν περὶ καθηλώσεως τῶν τιμῶν εἰς τὰ πρὸ τῆς ὑποτιμήσεως ἐπίπεδα. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι βουλευταί, τὰς πρώτας Κυβερνητικὰς ἀνακοινώσεις μετὰ τὴν ὑποτίμησιν. Ὁ τότε διαχειριζόμενος τὰ οἰκονομικὰ ἐδήλου ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς: «Ὅλοι ὀφείλουν νὰ ἀντιληφθοῦν ὅτι αἱ τιμαὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρέπει νὰ παραμείνουν εἰς τὰ σημερινὰ ἐπίπεδα, διότι ἡ ὑφισταμένη κατὰ μέγα μέρος πραγματικότης....». Ὅταν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας διεπιστοῦτο ὅτι ἐπρόκειτο περὶ προπαγανδιστικοῦ πυροτεχνήματος, ἀπεκαλύπτετο ὅτι ἡ ἐλευθερία τῶν εἰσαγωγῶν εἶχε καθιερωθῆ, ὄχι διότι ἡ χώρα ἦτο ἤδη παρασκευασμένη διὰ τοιαύτης ὁλκῆς μεταρρύθμισιν ἀλλ’ ὡς μέτρον σπασμωδικὸν πρὸς συγκράτησιν τῶν τιμῶν διὰ τῆς ἀθρόας εἰσαγωγῆς εἰδῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ μὲ τὴν σταθερὰν τιμὴν συναλλάγματος. Ἤλπισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ ἀγοραστικὴ δύναμις τοῦ κοινοῦ θὰ συνεκεντροῦτο κατὰ ἕνα ποσοστὸν εἰς τὰ ἀθρόως εἰσαγόμενα εἴδη πολυτελείας καὶ τὰ εἴδη πρώτης ἀνάγκης δὲν θὰ ὑφίσταντο τὸν ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως ἀντίκτυπον. Ἡ οἰκονομία ἐν τούτοις δὲν ἦτο παρασκευασμένη διὰ τοιοῦτον μέτρον. Ὡς ἔχει σήμερον ἡ οἰκονομικὴ διάρθρωσις τῶν κρατῶν μὲ τὸ σύστημα τῶν κλειστῶν οἰκονομιῶν, ἡ ἐκβιομηχάνισις τῆς χώρας, ὅπως καὶ ἡ παραγωγὴ γεωργικῶν προϊόντων μὲ κόστος ἀκριβώτερον τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν σῖτον, εἶναι ἀνάγκη ζωτικὴ διὰ τὴν ἐπιβίωσιν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐτησίαν αὔξησιν πληθυσμοῦ κατὰ 100.000. Ὁ χῶρος μας εἶναι στενός. Ὑπάρχει πρόβλημα ἀπασχολήσεως καὶ ὑποαπασχολήσεως. Ὑπάρχει συνεπῶς ἀνάγκη ἐντάσεως τῆς προσπαθείας τόσον εἰς τὴν γεωργικὴν ὅσον καὶ εἰς τὴν βιομηχανικὴν παραγωγήν. Διότι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν τὸν πλεονάζοντα αὐτὴν τὴν στιγμὴν πληθυσμὸν νὰ μεταναστεύῃ, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι καὶ ἡ μετανάστευσις δὲν εἶναι ἐλευθέρα. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκβιομηχάνισις τῆς χώρας, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία τελεῖ ὑπὸ ἀσφυκτικὰς πιστωτικὰς συνθήκας, ὅταν τὰ ἐπιτόκια τοῦ ἐξωτραπεζικοῦ δανεισμοῦ εἶναι ὑπέρογκα, ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ βιομηχανία δὲν δύναται εὐχερῶς νὰ ἀνανεώσῃ τὰς ἐγκαταστάσεις της διὰ νὰ ἐπιτύχῃ μικρότερον κόστος; Ὅταν ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν ὑπὸ ἄλλας ἐντελῶς συνθήκας ἐργαζομένων καὶ μετὰ τὸν πόλεμον γιγαντωθεισῶν βιομηχανιῶν τοῦ ἐξωτερικοῦ; Εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασις ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν βιομηχανίαν μετὰ τὸ 1953 καὶ ἰδιαίτερα εἰς Κλωστοϋφαντουργίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸν μέγιστον κλάδον τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Αἱ μικραὶ καὶ μεσαῖαι ὑφαντουργίαι ἢ ἔχουν ἤδη κλείσει, ἢ χαροπαλαίουν διὰ νὰ κλείσουν μετ’ ὀλίγον. Αἱ ἐριουργίαι τελοῦν ὑπὸ ἀναγκαστικὴν διαχείρισιν. Ἡ Νέα Ἰωνία, ποὺ ἄλλοτε ἀπεκλήθη τὸ Μάντσεστερ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἀπέραντον νεκροταφεῖον. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι βιομηχανίαι, ὅσαι δὲν ἀπειλοῦνται μὲ ἄμεσον κλείσιμον, τελοῦν ὑπὸ τὸ φάσμα τοῦ ἐλλοχεύοντος ἀναγκαστικοῦ διαχειριστοῦ. Τοῦτο συνέβη διότι πρὸ τῆς ὑποτιμήσεως τὰ μὲν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγόμενα εἴδη Κλωστοϋφαντουργίας εἰσήγοντο λόγῳ τοῦ συστήματος τῶν ἀνταλλαγῶν μὲ τιμὴν δολλαρίου 42, ἐνῷ αἱ πρῶται ὗλαι διὰ τὴν κλωστοϋφαντουργίαν ἐπληρώνοντο μὲ τὴν ἐπίσημον τιμὴν τῶν δραχ. 15 κατὰ δολλάριον. Μετὰ τὴν ὑποτίμησιν καὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν εἰσαγωγῶν αἱ μὲν πρῶται ὗλαι εἰσήγοντο μὲ τιμὴν δολλαρίου 30 ἀντὶ 15, τὰ δὲ ἕτοιμα προϊόντα μὲ τιμὴν δολλαρίου 30 ἀντὶ 42. Ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διευκρινίσῃ τοὺς σκοποὺς τῆς πολιτικῆς της ἐν προκειμένῳ. Καὶ ἐὰν πράγματι πιστεύῃ ὅτι εἰς τὸν τόπον συμφέρει ἡ ἐπιβίωσις ἐκείνων μόνον τῶν βιομηχανιῶν, αἱ ὁποῖαι παράγουν εἰς χαμηλὸν κόστος, ἡ ὀρθὴ αὐτὴ πολιτικὴ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν μιᾷ νυκτὶ ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ βάσει σχεδίου ἀναπτύξεως καὶ συγχρονισμοῦ τῶν ὑφισταμένων βιομηχανιῶν, τασσομένης εἰς αὐτὰς εὐλόγου προθεσμίας πρὸς ἐπίτευξιν χαμηλοῦ κόστους. Ἂς σημειωθῇ ὅτι μέτρα προστασίας τῶν ἐγχωρίων βιομηχανιῶν λαμβάνουν καὶ αἱ μεγαλύτεραι βιομηχανικαὶ χῶραι τοῦ κόσμου, ὡς αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι τῆς Ἀμερικῆς, αἱ ὁποῖαι ἐσχάτως ἀγγέλλουν μέτρα προστασίας τῆς ἀμερικανικῆς κλωστοϋφαντουργίας, κινδυνευούσης ἀπὸ τὸν Ἰαπωνικὸν ἀνταγωνισμόν. Τὸ καθεστὼς ἐξ ἄλλου τῆς ἐλευθερίας τῶν εἰσαγωγῶν μὲ τὴν συνεχιζομένην σταθερῶς ἄνοδον τοῦ τιμαρίθμου καὶ συνεπῶς τοῦ κόστους τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἐπικίνδυνον εἰς τὸ συναλλαγματικὸν τῆς χώρας ἀπόθεμα, ἕνεκα τῆς σταθερᾶς τιμῆς τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων εἰδῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία κατέχεται καὶ ἡ ἰδία ἀπὸ εὔλογον ἀνησυχίαν διὰ τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν, πρέπει νὰ φέρῃ ἄνευ ἀναβολῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θὰ προληφθῇ ὁ ἀπειλούμενος ἀφανισμὸς τῆς Ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Ἡ εἰκὼν τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ Ἑλληνικὴ οἰκονομία, ὡς ἀντιλαμβάνεται τὴν διαχείρισιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εὐχάριστος. Δὲν μᾶς ἔπεισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι διαθέτει τὰ ἀπαιτούμενα ἐφόδια, τὴν ἀπαιτουμένην δραστηριότητα διὰ νὰ θέσῃ εἰς κίνησιν ἄνευ κινδύνων πληθωρισμοῦ τὸν παραγωγικὸν μηχανισμὸν τῆς χώρας. Δὲν μᾶς ἔπεισεν ἐξ ἄλλου ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πολιτείας της ὅτι εἶναι ἀποφασισμένη νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τάξιν εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις, τὸν ρυθμὸν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ νὰ συμβάλῃ ἐν γένει εἰς τὴν δημιουργίαν συνθηκῶν ὁμαλοῦ πολιτικοῦ βίου εἰς τὴν χώραν. Χωρὶς νὰ ἐπιδιώκωμεν οὐδὲ νὰ εὐχώμεθα τὴν ἀποτυχίαν της, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς αὐτὴν τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης μας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πλευρᾶς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§238ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν καὶ ὥραν 6 μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συνέχεια συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 0.15′ π.μ.)