1955.06.09
3.933 στίχοι · 29.768 λέξεις · 259 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 109η
Πέμπτη 9 Ἰουνίου 1955
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 7 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ ἐπιστολὴν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Βασιλάτου, ἔχουσαν οὕτω: Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 1ης Ἰουνίου ἐ. ἔ. λόγῳ ἀνωτέρας βίας δὲν προσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνῷ δὲ οὐδόλως ἀνεμίχθην εἰς τὴν συζήτησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, διότι ἐθεώρουν ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Παπαγιάννη ἀνάπτυξις ἦτο ἐνδελεχής, ἐμπεριστατωμένη καὶ καταπελτώδης, παραδόξως εἷς ἐκ τῶν ρητόρων τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως καὶ ἀτυχῶς συμπολίτης μου εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον μου καὶ μὲ κατηγόρησεν ὅτι «διέβαλον τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν τοῦ Συναγερμοῦ εἰς τοὺς Ἕλληνας τοὺς διαμένοντας ἐν Ἀμερικῇ...». Τὴν κατηγορίαν ἀποκρούω ἐντόνως. Θέτω εἰς τὴν διάθεσιν καὶ Ὑμῶν καὶ οἱοδήποτε ἐκ τῶν συναδέλφων, τὴν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ Προέδρου τῆς ἐν Σικάγῳ Ἀδελφότητος τῶν Κεφαλλήνων ἐξαιρέτου Ἕλληνος κ. Γ. Κόκκαλη, διεξαχθεῖσαν ἀλληλογραφίαν ἐξ ἧς προκύπτει: 1) Ὅτι ὁ κ. Κόκκαλης καίτοι ἄγνωστός μου, πρῶτος ἀπηυθύνθη εἰς ἐμὲ διὰ τῆς ἀπὸ 15 Φεβρουαρίου 1955 ἐπιστολῆς του καὶ ἀνήσυχος διὰ τὴν τύχην τῶν σεισμοπλήκτων, ἀλλὰ καὶ ἐπηρεασμένος ἀπὸ διαφόρους φήμας, μοὶ ἐγνώρισεν ὅτι σκέπτεται νὰ συγκαλέσῃ Πανεπτανησιακὸν Συλλαλητήριον, ἵνα ἀποσταλοῦν ψηφίσματα διαμαρτυρίας διὰ τὴν βραδύτητα τὴν ἀνοικοδομήσεως καὶ ἐζήτησε νὰ τὸν διαφωτίσω. 2) Ὅτι ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπιστολὴν ταύτην διὰ τῆς ἀπὸ 26 Φεβρουαρίου ἐ.ἔ. ἰδικῆς μου ὑπῆρξα ἀπολύτως ἀντικειμενικὸς καὶ ἀνεγνώρισα ὅσα ὑπὲρ τῶν σεισμοπλήκτων ἐπετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς βέβαια νὰ παρασιωπήσω καὶ τὰ διαπραχθέντα σφάλματα καὶ ἰδίᾳ τὰς ἀτασθαλίας τῆς πρώτης ὑφυπουργίας. Ἔχω τὴν συνήθειαν νὰ μὴ διστάζω νὰ ἐξαίρω καὶ τῶν ἀντιπάλων τὰς καλὰς πράξεις ἀλλὰ καὶ τὸ ἐλάττωμα νὰ μὴ συγκαλύπτω ποτέ. Δὲν ἐδίστασα νὰ τονίσω ὅτι ἡ ἐκ μέρους τῶν ὁμογενῶν Ἀμερικῆς χρηματικὴ βοήθεια ἦτο ἀνεπαρκὴς καὶ συνέστησα νὰ γίνῃ ἔρανος ἵνα βοηθηθοῦν οἱ σεισμόπληκτοι ὥστε νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ στέγασις διότι ἐπίστευον καὶ πιστεύω, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον 8000.000 Ἕλληνες τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ 1 ἑκατομμύριον τῆς Ἀμερικῆς νὰ μὴ δύνανται νὰ στεγάσουν 90.000 ἀτυχήσαντας συνανθρώπους μας τῶν σεισμοπλήκτων νήσων. Ἐπαφίεμαι εἰς Ὑμᾶς ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, καὶ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ κρίνῃ ἐὰν ἤμην ἄξιος τοιαύτης ἐπιθέσεως.
Μετ’ ἐξαιρέτου τιμῆς
Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ
Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκελεστάθης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Α. ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν καπνοπαραγωγῶν κατοίκων τῶν ἀκριτικῶν συνοικισμῶν Νευροκοπίου, Ὀχυροῦ, Βροντοῦς, Περιθωρίου, Δαχωτοῦ, Καταφύτου, Βαθυτόπου, Ἐξοχῆς, Χρυσοκεφάλου, Λευκογείων, Παγονερίου, Ἀχλαδιᾶς, Ἀχλαδομηλιᾶς, Ποταμῶν καὶ Σιδηρονέρου, αἰτούντων τὸν διὰ νόμου ὁρισμὸν κοινῆς ἀσφαλείας καπνοῦ καὶ χρόνου λήξεως τῶν ἀγορῶν πρὸς κατοχύρωσιν τοῦ μόχθου καὶ τοῦ ἱδρῶτος των ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Ὁ βουλευτὴς Λασηθίου κ. Ε. Κοθρῆς καταθέτει ἀναφορὰν γηγενῶν κατοίκων συνοικισμοῦ «Νέα Ἀνατολὴ» Ἀμπελοκήπων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀποφασισθεῖσαν κατεδάφισιν τῶν ἀπὸ ἐτῶν ἀνεγερθεισῶν οἰκιῶν των καὶ τὴν διανομὴν τῶν οἰκοπέδων εἰς πρόσφυγας καὶ ζητούντων παραχώρησιν τῶν ὡς ἄνω οἰκοπέδων εἰς τοὺς νῦν κατέχοντας καὶ ἐξεύρεσιν ἄλλου χώρου πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Κ. Βοβολίνης καταθέτει ἀναφορὰς τῆς Ἑνώσεως Μονίμων Λιμενεργατῶν ΟΛΠ καὶ τῶν Συνδικάτων Ἐπιχειρήσεων Κοινῆς Ὠφελείας, Ἠλεκτρισμοῦ, Τραπεζῶν καὶ συνεργαζομένων Σωματείων, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον ἀπόλυσιν 17 μονίμων λιμενεργατῶν Πειραιῶς καὶ ζητούντων ἀνάκλησιν ἀπολύσεως καὶ ἄμεσον ἐπαναπρόσληψιν αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Δ. Γρίβας καταθέτει ἀναφορὰν ἀξιωματικῶν ἀναπήρων Ν. 362)43, ζητούντων ὑπαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ν. 4506)30 κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ναυπακτίας κ. Ι. Ἰντζές, καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τοῦ Εὐσταθίου Δημητρακοπούλου προέδρου τῆς κοινότητος Πλατάνου Ναυπακτίας, διαμαρτυρομένου, διότι ὁλόκληρος ἡ ἀστικὴ ὀρεινὴ Ναυπακτία στερεῖται συγκοινωνίας καὶ διερμηνεύοντος τὴν ἀπογοήτευσιν τῆς περιφερείας διὰ τὴν ἄστοργον ἐγκατάλειψιν καὶ ζητοῦντος πίστωσιν δραχμῶν 50.000 διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας Σίμου–Πλάτανος τὴν ὁποίαν διὰ προσωπικῆς των ἐργασίας εἶχον ἐπιτύχει. Ὁ βουλευτὴς Τρικάλων κ. Ν. Ἔξαρχος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Τρικάλων, ζητοῦντος ἀναστολὴν ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἑνιαίου φόρου» ἐπὶ ἓν ἔτος. Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «περὶ ἀξιωματικῶν Τεχνικοῦ Σώματος Αʹ Κατηγορίας». 2) «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 944)15.6.1954 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». 3) «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ὑποψηφίους μαθητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς Εὐελπίδων καὶ τῆς Στρατιωτικῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς» καὶ 4) «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὰ ἐξέταστρα ὑποψηφίων διὰ Στρατιωτικὰς Σχολὰς καὶ τὰς ἀμοιβὰς τῶν μελῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξαλείψεως ὑποθηκῶν καὶ προσημειώσεων καὶ ἄρσεως κατασχέσεων ἐγγεγραμμένων πρὸ τῆς 11 Νοεμβρίου 1944». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Πετρίδης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ὑποψηφίους μαθητὰς τῆς Στρατιωτικῆς Σχολῆς Εὐελπίδων καὶ τῆς Στρατιωτικῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Λαυρεντίδης, Σ. Περτσινίδης, Ε. Μπακλατζῆς, Θ. Ἀνδρεάδης, Ν. Ζορμπᾶς, Μ. Χλουβεράκης, Σ. Μπίρης, Γ. Πετρακογιώργης, Ε. Κοθρῆς, Π. Πολυχρονίδης, Κ. Βενέτης, Κ. Μουρατίδης καὶ Δ. Θεοχαρίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α. Ν. 1671)1951 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Μεταξᾶς, Α. Ψιμάρας, Ι. Ἰντζές, Ι. Λαμπρόπουλος καὶ Δ. Μπαμπάκος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α. Ν. 1671)51 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἰ. Λαυρεντίδης, Χ. Ντινίδης, Δ. Γρίβας, Δ. Περάκης, Ν. Γιμουρτατζῆς, Π. Μόντζαλας καὶ Κ. Ποντίδης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α. Ν. 1671) 1951 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Ἰντζές, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Α. Ν. 1671)51 καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Διακουμόπουλος καὶ Κ. Μητσοτάκης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 613)48 «περὶ καταχωρήσεως τῶν ληξιαρχικῶν γεγονότων τῶν λαβόντων χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Βουλγαρικῆς Κατοχῆς κλπ.». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Ἀδαμόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3070)54 «περὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου καὶ ἄλλων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Ζαλοκώστας, Δ. Λόντος καὶ Χ. Ψαρρός, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3070)54 «περὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου καὶ ἄλλων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Παπασταύρου καὶ Κ. Βενέτης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 3070)54 «περὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου καὶ ἄλλων διατάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Ρῖζος καὶ Χ. Παπασταύρου, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Δ. «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Λύρας, Δ. Πετροπουλάκος, Κ. Μπακόλλας καὶ Π. Γυιόκας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 3.4.54 Β. Δ. «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 2500)53 ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ζαλοκώστας ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6Χ. ΖΑΛΟΚΩΣΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας πρότασιν νόμου διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὀρεινῶν πληθυσμῶν τῆς χώρας μας. Ἡ κατοχὴ καὶ ὁ ἀνταρτοπόλεμος, ὡς καὶ ἡ μετέπειτα μηχανοκίνησις τῆς γεωργίας, ἐδημιούργησαν κατάστασιν ἀπογνώσεως διὰ τοὺς κατοίκους τῶν ὀρεινῶν περιοχῶν, δεδομένου ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ πενιχρὰ ἡμερομίσθια πλέον ἔπαυσαν. Ἡ ὑποτίμησις τῆς δραχμῆς δὲν ἔδωσεν οὐδεμίαν ὠφέλειαν εἰς τὰ βουνὰ τὰ ὁποῖα δὲν παράγουν οὔτε καπνόν, οὔτε σταφίδα, οὔτε ἄλλο ἐξαγωγικὸν προϊόν. Συνεπείᾳ τῶν ἀνωτέρω, τὰ βουνὰ δὲν δύνανται νὰ διαθρέψουν οὔτε αὐτοὺς τοὺς κτηνοτρόφους. Ἀπὸ μίαν ἐπίσημον στατιστικὴν προκύπτει ὅτι εἰς μίαν δεκαετίαν ἠλαττώθη ὁ πληθυσμὸς ὁ ὀρεινός, κατὰ 30%. Τοῦτο τὸ ἐπιστοποιήσαμεν ὁ Στρατηγὸς Δημάρατος καὶ ἐγώ, ὅταν μετέβημεν εἰς τὰ Ζαγόρια τῆς Ἠπείρου. Τὸ χωρίον Λάρισσα τῆς Ἠπείρου, τὸ ὁποῖον εἶχε 400 οἰκογενείας προπολεμικῶς, τώρα ἔχει μόνον 70. Τὸ χωρίον Ἡλιοχῶρι τὸ ὁποῖον εἶχε 250 οἰκογενείας προπολεμικῶς, τώρα ἔχει μόλις 30. Καὶ ἐνῷ τὰ Ἑλληνικὰ βουνὰ ἐρημοῦνται, ἡμεῖς βλέπομεν τὴν κατάστασιν μὲ μεγάλην ἀδιαφορίαν. Οὐδεμία μέριμνα ἔχει ληφθῆ διὰ νὰ συγκρατηθοῦν εἰς τὰς θέσεις οἱ ἀδάμαστοι πρόγονοι τῆς πατρίδος μας. Τὸ πρόβλημα εἶναι δύσκολον. Οἱ κάτοικοι 7.000 χωρίων ζοῦν ὑπὸ διαφόρους συνθήκας. Ἑπομένως καὶ διάφορος θὰ εἶναι ἑκάστου ἡ μεταχείρισις. Ἡ βελτίωσις τῆς καταστάσεως, ἐμποδίζεται ἀπὸ τὰς ἀντιθέσεις τῶν διαφόρων Ὑπηρεσιῶν καὶ Ὑπουργείων. Πρέπει νὰ κάμωμεν εἰδικὴν ἔρευναν τοῦ ὀρεινοῦ χώρου καὶ ἀφοῦ σχηματίσωμεν θετικὴν σκέψιν, καταλήξωμεν καὶ εἰς θετικὴν πρᾶξιν. Ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἶναι ἀπόρροια μακρᾶς μελέτης μεταξὺ τῶν κ. κ. συναδέλφων Καλαντζῆ, Πλατῆ καὶ ἐμοῦ. Προτείνομεν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὴν σύστασιν ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπάγεται ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος ἤδη ἀπεδέχθη τὴν προστασίαν τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Δὲν ζητοῦμεν ἐλεημοσύνην διὰ τοὺς ἀγρότας, ἀλλὰ διὰ δανείων καὶ μελετῶν καταστοῦν ἱκανοὶ νὰ βοηθήσουν τοὺς ἑαυτούς των. Ἡ πρότασις προβλέπει καὶ ἐξεύρεσιν πόρων καὶ πρέπει οἱ πόροι αὐτοὶ νὰ εὑρεθοῦν ὁπωσδήποτε. Διότι τὸ ἔργον θὰ εἶναι κοινωνικῆς σωτηρίας τῶν ὀρεινῶν περιοχῶν. Ἐὰν δὲν πράξωμεν τοῦτο, οἱ ἀνήσυχοι ἐργάται τῶν πόλεων θὰ ἐνισχυθοῦν ἀπὸ τοὺς πεινασμένους ἀγρότας, μὲ ἀποτέλεσμα τοῦ κινδύνου τοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος μας. Ὑπάρχουν 582.000 ὀρεινῶν οἰκογενειῶν καὶ πρέπει νὰ τὰς ἀντιμετωπίσωμεν μὲ στοργὴν καὶ εὐθύνην. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως δώσητε ἐντολὴν καὶ ἐκτυπωθῇ ἡ παροῦσα πρότασις τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω. Τοὺς δὲ κ.κ. συναδέλφους, παρακαλῶ, ὅπως ψηφίσουν ὡς ἐπείγουσαν, διότι εἶναι πράγματι ἐπείγουσα. (Χειροκροτήματα).
§7Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκτυπωθῇ εἰ δυνατὸν ἀμέσως.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐν συνεχείᾳ δέ, σταλῇ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπως προβλέπῃ τὸ Σύνταγμα.
§9Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἀποστολή του εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ τὸ συζητήσῃ τὸ συντομώτερον. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, πρέπει, ἐντὸς 48 ὡρῶν, νὰ ἀνακοινώσῃ τὴν ἔκθεσίν του.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ἐφ’ ἅπαξ συζήτησις καὶ ψήφισις «τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς τῆς χρήσεως 1955–56».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτός, δεκτός.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸς εἰς ἐφ’ ἅπαξ συζήτησιν «ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τῆς Βουλῆς χρήσεως 1955–56». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντιμετωπίσεως ἐκτάκτων ἐν εἰρήνῃ ἀναγκῶν λόγῳ θεομηνίας».
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀντιμετωπίσεως ἐκτάκτων ἐν εἰρήνῃ ἀναγκῶν λόγῳ θεομηνίας». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 2730)53 «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας Συμφωνίας διὰ τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῶν οἰκονομικῶν τῆς μεταξὺ τῶν Συμμάχων καὶ Συνησπισμένων Δυνάμεων, καὶ τῆς Ἰταλίας Συνθήκης Εἰρήνης ζητημάτων, ἅτινα παρέμειναν ἐκκρεμῆ μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν». Ὁ κ. Σ. Γεωργούλης, εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ἔχει τὸν λόγον.
§15Σ. ΓΕΩΡΓΟΥΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὸ τέλος τοῦ Βʹ παγκοσμίου πολέμου, ἡ Ἰταλία βάσει τῶν διατάξεων τοῦ διεθνοῦς δικαίου, εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, τοὺς ὁποίους ἐπὶ Ἰταλικῆς κατοχῆς μετεχειρίσθη ὡς ἐχθρούς. Τὸ ἄρθρον 78, τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Ἰταλίας περιέλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο. Διὰ τοῦ ἄρθρου 78 τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Ἰταλίας, ἡ Ἑλλὰς ἀνέλαβεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ τὰς περιπτώσεις Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ Ἰταλικῆς κατοχῆς ἔτυχον ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως. Ἡ Ἰταλία ἐξεχώρησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ ποσὸν τῶν 3 δισεκατομμυρίων λιρεττῶν, διὰ νὰ ἀποζημιωθοῦν οἱ δικαιοῦχοι. Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς, διὰ τοῦ Ν. Δ. 2730)53 συνεστήθησαν τρεῖς Ἐπιτροπαί, μία ἐν Ρώμῃ, μία ἐν Τριπόλει τῆς Λιβύης καὶ μία ἐν Ρόδῳ, διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων ἀποζημιώσεως τῶν δικαιούχων. Αἱ Ἐπιτροπαὶ Τριπόλεως καὶ Ρώμης, συνεπλήρωσαν πρῶται τὸ ἔργον αὐτό, αἱ δὲ ἀποφάσεις των εὑρίσκονται ἤδη εἰς προκεχωρημένον στάδιον ἐκτελέσεως, καταβληθεισῶν τῶν πλείστων τῶν ἐπιδικασθεισῶν ἀποζημιώσεων. Ἡ δημοσίευσις τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου γενομένη πρὸ τριμήνου καὶ πλέον προεκάλεσεν ἀτυχῶς καθ’ ὅλην τὴν Δωδεκάνησον σοβαρὰν ἀναταραχήν. Ἡ ἀναταραχὴ προέκυψεν ἐκ τῶν ἑξῆς ζητημάτων. Πρῶτον, πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον δικαίωμα ἀποζημιώσεως ἢ ἐνόμιζον ὅτι εἶχον δικαίωμα ἀποζημιώσεως, δὲν ἐκρίθησαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι αἱ ὑποθέσεις των δὲν εἰσήχθησαν πρὸς ἐκδίκασιν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Δηλαδὴ τὰ πρόσωπα αὐτὰ ἔδωσαν τὰς αἰτήσεις των εἰς τὰς Ὑπηρεσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ αἱ Ὑπηρεσίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου δὲν παρέπεμψαν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐκδίκασιν τὰς σχετικὰς αἰτήσεις. Πρόκειται, δηλαδή, προφανῶς, περὶ μιᾶς παραλείψεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ὑπαιτιότητι τοῦ Κράτους ὡρισμέναι κατηγορίαι αἰτήσεων δὲν ἔτυχον ἐκδικάσεως. Ἡ πρώτη κατηγορία εἶναι αὐτή. Ἡ δευτέρα ἀνωμαλία, εἶναι ὅτι ἐκυκλοφόρησαν μεταξὺ τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ κρίσεις, ἀντιλήψεις ἢ ὑπόνοιαι ὅτι πιθανῶς εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ὑποθέσεων τὰ ἐπιδικασθέντα ποσὰ ἦσαν ὑπερβολικὰ ἢ ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο ἐσφαλμένη ἢ ὅτι δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ ἐπαρκῶν στοιχείων ἢ ἦτο μεροληπτικὴ ἢ ὅτι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψει ψευδῆ στοιχεῖα, πάντως δέ, δὲν ἀνεγνωρίσθη ἡ κρίσις αὐτὴ τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὸ σύνολον τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ. Ἡ τρίτη κατηγορία ἀνωμαλιῶν, ὀφείλεται εἰς τὸ ἑξῆς γεγονός, ὅτι, κατ’ ἐξαίρεσιν, ἐνῷ ἔπρεπεν αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταὶ νὰ ἔχουν τὴν ἁρμοδιότητα νὰ κρίνουν τὰς αἰτήσεις μόνον Ἑλλήνων ὑπηκόων εὑρισκομένων ἐπὶ ἐδάφους Ἰταλικοῦ, ἐδόθη ἡ εὐχέρεια νὰ δοθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς ὡς Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ τῶν δωδεκανησίων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς μίαν ὡρισμένην κατηγορίαν. Ἡ κατηγορία ἐκείνη, ἦτο τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰς διατάξεις τῆς ἰσχυούσης κατὰ τὸν πόλεμον ἐν Ἰταλίᾳ, νομοθεσίας, ἔτυχον τῆς μεταχειρίσεως ὡς ἐχθροῦ. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως αὐτῆς, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας δὲν προκύπτει ποῖα πρόσωπα εἶναι δικαιούμενα, ἐγεννήθησαν διάφορα παράπονα. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονα αὐτά. Πρόκειται δηλαδή, τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἐξετελέσθη ἐν Δωδεκανήσῳ νὰ ἀναθεωρηθῇ ἐξ ὑπαρχῆς καὶ νὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια, πρῶτον, εἰς ἐκείνους τῶν ὁποίων αἱ αἰτήσεις δὲν ἐκρίθησαν νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις, δεύτερον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι ζημιοῦνται ἀπὸ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐξέδωκεν ἡ ἤδη λειτουργοῦσα ἐν Ρόδῳ Ἐπιτροπή, τοὺς δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ ὑποβάλουν τὰ παράπονά των καί, τρίτον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν Δωδεκανησίων ὡς ὑπηκόων καὶ ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προσώπων τῶν τυχόντων ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως, τὸ γεγονὸς αὐτὸ θεωρεῖται ὡς πραγματικὸν γεγονὸς καὶ ἀφίεται ἡ κρίσις του εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Ἐπιτροπή, δηλαδή, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφαίνεται ἐὰν τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν προσώπων, τῶν τυχόντων ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως ὑποστάντων ὑλικὰς ζημίας καὶ δικαιουμένων ἀποζημιώσεως. Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι δικαία, διότι τείνει εἰς τὴν καθησύχασιν τῶν πολιτῶν εἰς τὴν Δωδεκάνησον καὶ εἰς τὴν λύσιν ἑνὸς προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὑπονοίας ὅτι ἴσως ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐξετέλεσε καλῶς τὸ ἔργον της ἢ τὸ ἐξετέλεσεν ἐλλιπῶς, ἢ ὡρισμένα πρόσωπα μὴ δικαιούμενα, ἐδικαιώθησαν. Εἶναι μία εὐκαιρία νὰ διορθωθῇ ἕνα πρόβλημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι ὑφίσταται. Τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ἔχουν ὡς ἑξῆς: Τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἤθελον γεννηθῇ παράπονα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἤδη ἐκδοθείσας ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐθεωροῦντο ὑπερβολικαί. Παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς πάντα ἔχοντα ἔννομον συμφέρον, νὰ προσβάλῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτάς. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2, θεραπεύεται ἡ περίπτωσις τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πράγματι νομίμως καὶ ἐγκαίρως ὑπέβαλον τὰς αἰτήσεις των εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἑλληνικὰς ἀρχὰς καὶ αἱ αἰτήσεις των δὲν ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ ἄρθρον 3, λύει τὸ πρόβλημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν Δωδεκανησίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον μεταχειρίσεως ὡς ἐχθρῶν καὶ παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, κυριαρχικὸν σχεδὸν δικαίωμα, νὰ κρίνῃ τὸ πραγματικὸν αὐτὸ γεγονός, ἀναλόγως ἑκάστης παρουσιαζομένης περιπτώσεως. Διὰ τοῦ ἄρθρου 4, περιλαμβάνονται εἰς τὰ πρόσωπα τὰ δικαιούμενα ἀποζημιώσεως καὶ οἱ ἐθελονταὶ οἱ ὑπηρετήσαντες εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐνόπλους δυνάμεις μέχρι τῆς 8)5)45. Κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν προεβλήθη ἡ ἄποψις ὅτι παράτασις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ μέχρι τῆς 8)5)45 ἦτο πιθανῶς ὑπερβολική, διότι ἡ Ἰταλία ἔπαυσε νὰ εἶναι, ἀπὸ τοῦ 1943 καὶ ἐντεῦθεν, ἐμπόλεμος, πρόκειται δὲ περὶ ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεων τῆς Ἰταλίας ὡς ἐμπολέμου καὶ συνεπῶς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπέκτασις. Ἐν τούτοις, ἐπεκράτησεν ἡ ἄποψις, ἐν τῷ μεταξύ, ὅτι ἐν Ρόδῳ παρετάθη ἡ Ἰταλικὴ κατοχὴ μέχρι τῆς 8)5)45 καὶ θὰ εἶναι δίκαιον, τὰ πρόσωπα αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησαν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐνόπλους δυνάμεις μέχρι τῆς προθεσμίας αὐτῆς, νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δικαιουμένων προσώπων. Τὸ ἄρθρον 5, προνοεῖ, ἐπίσης, περὶ μιᾶς ἄλλης κατηγορίας δικαιουμένων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ζημίας εἰς τὴν Ἐρυθραίαν καὶ εἰς τὴν Ἰταλικὴν Σομαλίαν. Ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἶναι ἀνάλογος μὲ τὴν περίπτωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον αἰτήσεις εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς καὶ δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ αἰτήσεις των. Τὰ δικαιούμενα πρόσωπα τὰ διαμένοντα ἐν Ἐρυθραίᾳ καὶ ἐν Ἰταλικῇ Σομαλίᾳ, δὲν ἦτο δυνατὸν μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν διεξήχθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ρόδου νὰ ὑποβάλουν σχετικὰς αἰτήσεις, διότι δὲν εἶχε λυθεῖ τὸ πρόβλημα ποῖος θὰ ἦτο ὁ ὁριστικὸς κυρίαρχος τῶν ἐδαφῶν ἐκείνων καὶ αἱ Προξενικαὶ ἀρχαί, αἱ ἰδικαί μας, παρέλειψαν νὰ τοὺς εἰδοποιήσουν. Τὸ ἄρθρον 6ον κανονίζει τὰς προθεσμίας εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ἄρθρον 7 κανονίζει λεπτομερείας ἀφορώσας τὴν διαδικασίαν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τὰς δαπάνας τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰσηγοῦμαι τὴν ἐπιψήφισίν του.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ζαννῆς ἔχει τὸν λόγον.
§17Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν προσάγεται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς μίαν περιφέρειαν τοῦ Κράτους καὶ συμπίπτει οἱ ἐκπρόσωποι τῆς περιφερείας αὐτῆς νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ θέσις των εἶναι ἐκτάκτως δυσχερής. Δύο ὁδοὶ παρουσιάζονται ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τῆς περιφερείας αὐτῆς. Ἡ μία, ἡ κλασσική, συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀναμείνουν νὰ προσαχθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ νὰ ἐκθέσουν τὰς ἀπόψεις των. Εἶναι, ὅμως, γνωστὸν ὅτι οἱαδήποτε προσπάθεια κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συζητήσεως, ὅπως μεταβληθῇ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ματαία. Οὐδέποτε, ἀντιπολιτευόμενος βουλευτὴς ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀντιτίθεται, ἐπέτυχε νὰ μεταβάλῃ τὰς ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Μόνον ὅταν ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ νὰ μεταβάλῃ ὡρισμένας ἀπόψεις της, τότε, φυσικά, εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθοῦν, ἄλλως, τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Ἡ ἄλλη ὁδὸς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἦτο νὰ ἐπισκεφθῇ πρῶτον τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, καὶ κατόπιν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τέλος τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπεσκέφθην 4 φορὰς τὸν κ. Ξανθόπουλον–Παλαμᾶν καὶ προσεπάθησα νὰ τὸν πείσω ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς συνθήκης τῆς Ἰταλίας παρουσιάζει μίαν ἰδιομορφίαν εἰς τὴν 12)νησον. Ἡ 12)νησος δὲν ἦτο Λιβύη, οὔτε Ἰταλικὴ ἐπαρχία, ἀλλὰ μία Ἑλληνικὴ περιοχὴ κατεχομένη ὑπὸ τῆς Ἰταλίας, ἡ ὁποία ἀπεδίδετο εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐντεῦθεν ἡ δυσχέρεια καὶ κυρίως ἡ διάκρισις μεταξὺ παλαιῶν καὶ νέων ὑπηκόων Ἑλλήνων. Ἐξ ἄλλου ὁ χαρακτηρισμός, κύριοι συνάδελφοι, ὡρισμένων μόνον Δωδεκανησίων ὡς ὑποστάντων ἐχθρικὴν μεταχείρισιν, ἐδημιούργησεν εὔλογα παράπονα. Ἦτο δυνατόν, φερ’ εἰπεῖν ἑνὸς Ροδίου ἀγρότου, τοῦ ὁποίου ἐπετάχθησαν τὰ ζῶα, νὰ θεωρηθῇ ἡ πρᾶξις ὡς μὴ ἐχθρικὴ καὶ μὴ ἀποζημιωτέα, ἐνῷ ἂν τοῦτο συνέβαινεν εἰς ἕνα παλαιὸν Ἕλληνα ὑπήκοον, ὁ τελευταῖος θὰ ἐδικαιοῦτο ἀποζημιώσεως. Πάντα ταῦτα ἐξέθεσα εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι μολονότι ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον τοῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μεταβολή. Δεσμευόμεθα, εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός, ἀπὸ τὴν συνθήκην εἰρήνης μὲ τὴν Ἰταλίαν καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστῇ ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις του. Τότε εἶπον διὰ νὰ μὴ ὑπάρξουν παράπονα, νὰ μὴ δοθῇ εἰς οὐδένα ἀποζημίωσις καὶ τὸ ποσὸν ὁλόκληρον νὰ διατεθῇ δι’ ἔργα εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Καὶ αὐτῆς μου τῆς προτάσεως μὴ γενομένης δεκτῆς, προέτεινα ὅπως οἱ δικαιοῦχοι ὑποχρεωθοῦν νὰ κτίσουν τὰς καταστραφείσας οἰκίας των, εἰς τὰς Νήσους ὅπου ἐγένοντο αἱ καταστροφαί. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο, τὸ Καστελόριζον, δὲν θὰ ἦτο ἐρειπωμένον. Θὰ ὑπῆρχον ὡρισμέναι κατοικίαι, καὶ θὰ ἐπετυγχάνετο ἐπάνοδος ὡρισμένων κατοίκων, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐγκατέλειψαν. Ὅταν αἱ ἀπόψεις μου αὐταὶ δὲν ἐγένοντο δεκταί, προέτεινα νὰ δοθῇ νέα παράτασις ὑποβολῆς αἰτήσεων ἰδίᾳ διὰ τοὺς ἐφέδρους καὶ ἐθελοντὰς τῶν πολέμων 40–45, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον καταταγεῖ εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν ἔκαμνα τὴν πρότασιν αὐτήν, εἶχον ὑπ’ ὄψην μου, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ δὲν εἶχον ἀποκτήσει τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, διότι πολλοὶ καταταγέντες εἰς Μ. Ἀνατολήν, μολονότι ἐθελονταὶ δὲν ἐθεωροῦντο Ἕλληνες ὑπήκοοι. Μόνον οἱ καταταγέντες εἰς τὸ Σύνταγμα Δωδεκανήσου ἐπολιτογραφήθησαν Ἕλληνες ὑπήκοοι ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προβλέπουσα ὅτι μίαν ἡμέραν ὑπὸ τὴν πίεσιν καὶ τῶν Γερμανῶν θὰ ἐκάμπτετο ἡ ἀντίστασίς μας, καὶ οἱ Ἰταλοὶ θὰ ἔφθανον εἰς τὰς Ἀθήνας, διὰ νὰ μὴ θεωρηθοῦν, οἱ ἐθελονταὶ Δωδεκανήσιοι ὡς λαβόντες τὰ ὅπλα ἐναντίον τῆς πατρίδος των τοὺς ἐπολιτογράφησεν, καὶ ἀπέκτησαν οὕτω τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Ἄλλως καὶ οἱ 2.500 οἱ ὁποῖοι κατετάγησαν εἰς τὸ Σύνταγμα τῶν Δωδεκανησίων, δὲν θὰ ἐθεωροῦντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡς Ἕλληνες ὑπήκοοι. Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν περίπου 6.000 αἰτήσεις Δωδεκανησίων αἰτούντων ἀποζημίωσιν. Ἡ Ἐπιτροπὴ κινουμένη ἐντὸς τῶν στενῶν πλαισίων τῆς συνθήκης μετὰ τῆς Ἰταλίας ἐδέχθη περίπου τὰς 500. Λέγεται, ὅτι μέγας ἀριθμὸς αἰτήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐμπροθέσμως ὑποβληθῆ, δὲν εἶχον ἀποσταλῆ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, καὶ οὕτω ἐθεωρήθησαν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἐμπρόθεσμοι. 300 ἄλλαι εὑρέθησαν εἰς τὴν Ρόδον, μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς. Αἱ αἰτήσεις αὗται ὑπεβλήθησαν εἰς τὸν τότε Γεν. Δ)τὴν κ. Μαυρῆν, ὁ ὁποῖος ἀντὶ νὰ τὰς ἀποστείλῃ εἰς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τὰς ἐκράτησεν εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ οὕτω καὶ αὗται ἐθεωρήθησαν ἐκπρόθεσμοι. Καὶ ἀκόμη λέγεται, ὅτι ἕνας ἀνώτερος δημ. ὑπάλληλος τῆς Γεν. Διοικήσεως Δωδεκανήσου ἐδέχθη περὶ τὰς 100 ἄλλας αἰτήσεις τὰς ὁποίας παρέδωσεν εἰς τὸν συνάδελφόν του, ὁ ὁποῖος τὸν διεδέχθη. Καὶ αἱ αἰτήσεις αὐταὶ δὲν περιῆλθον τελικῶς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ οὕτω ἐκρίθησαν ὡς ἐκπρόθεσμοι. Τὸ γεγονὸς εἶναι σοβαρώτατον, διότι πῶς εἶναι δυνατόν, ἕνας ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος δέχεται 100 αἰτήσεις, νὰ τὰς παραδίδῃ εἰς τὸν διάδοχόν του καὶ νὰ μὴ περιέρχωνται εἰς τὰς δημοσίας ἀρχάς; Τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν ὑπηρεσίαι Κρατικαὶ ἄξιαι τῆς ἀποστολῆς των. Δὲν θέλω νὰ εἴπω βαρυτέραν φράσιν. Πάντως τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἀνευρέθησαν αἱ 100 αἰτήσεις καὶ θὰ κριθοῦν βεβαίως ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Ν. Διατάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἐγνώσθησαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐδικαιώθησαν μόνον περίπου 500 ἐκ τῶν 6.000, μέγας ἀναβρασμὸς ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Εἰς τοῦτο συνέβαλε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγνώσθησαν τὴν ἑπομένην τῶν Δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὅτε τὰ πνεύματα ἦσαν ἐκτάκτως ἐξημμένα. Καὶ ἔρχομαι νῦν ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ μου ζητήματος. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὰς Δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐτάχθην μὲ τὴν μίαν παράταξιν. Οἱ ἀντίπαλοί μου, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκέρδισαν ἐνόμισαν ὅτι εὕρισκον μίαν ἔκτακτον εὐκαιρίαν διὰ νὰ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον μου, διότι ἡ σύζυγός μου ἦτο μεταξὺ τῶν δικαιουμένων διὰ 125.000 δραχμάς. Αὐτὸ τὸ ποσὸν ἐθεωρήθη ὅτι ἦτο καταπληκτικὸν διὰ μίαν οἰκίαν ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὸ Καστελλόριζον. Τοῦτο ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς πολιτικούς μου ἀντιπάλους νὰ μὲ συκοφαντήσουν ὅτι δῆθεν ἐπέτυχα τὸ ἐπιδικασθὲν εἰς αὐτὴν ποσὸν διότι ἤμην βουλευτής. Κύριοι, λυποῦμαι βαθύτατα διότι μεταξὺ τῶν παρισταμένων εἰς τὸ συλλαλητήριον ἦτο καὶ ἕνας ἐκλεκτὸς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐχαρακτήρισε τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς ἐμὲ ὡς πρᾶξιν θλιβεράν. Διατὶ ἦτο θλιβερά, κ. συνάδελφοι; Ἐπειδὴ συνέπεσεν ὁ σύζυγός της νὰ εἶναι βουλευτής, δὲν ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴν καταστροφὴν μιᾶς οἰκίας τὴν ὁποίαν εἶχεν εἰς τὸ Καστελλόριζον; Λυποῦμαι βαθύτατα, κ. συνάδελφοι, διὰ τὴν στάσιν αὐτὴν τοῦ κ. συναδέλφου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ νὰ μὴ καταπονῶ τὴν Βουλήν, καταλήγων δηλῶ, ὅτι ἤμην καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως πρῶτον, ὅπως μὴ γίνῃ οὐδεμία διάκρισις μεταξὺ παλαιῶν καὶ νέων Ἑλλήνων ὑπηκόων θεωρουμένων ὡς δικαιουμένων ὅλων τῶν ὑποβαλόντων αἰτήσεις ἀποζημιώσεως. Δεύτερον προτείνω καὶ ἂν ἡ ἀνωτέρω πρότασίς μου δὲν γίνει δεκτή, ὅπως ὁλόκληρον τὸ ποσὸν διατεθῇ δι’ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Ἐπίσης προτείνω ὅπως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ τύχουν ἀποζημιώσεως νὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ ἀνοικοδομήσουν τὰς καταστραφείσας οἰκίας των εἰς τὸν τόπον τῆς καταστροφῆς των. Καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν γίνει ἀποδεκτόν, κ. συνάδελφοι, ἀποδέχομαι οἱανδήποτε τροπολογίαν ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν διεύρυνσιν τῶν δικαιούχων. Ἐάν, ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν δεχθῇ οὐδεμίαν ἐκ τῶν προτάσεών μου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι νέος σάλος θὰ δημιουργηθῇ εἰς τὴν Δωδεκάνησον χειρότερος ἴσως τοῦ προηγουμένου. Διότι οὐδεὶς θὰ ἀποδεχθῇ τὴν δικαίωσιν ὡρισμένων μόνον προσώπων καὶ συνεπῶς τὰ παράπονα θὰ εἶναι βιαιότερα. Κατόπιν τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸν Ἐξωτερικῶν, ὅπως θελήσῃ νὰ ἀποδεχθῇ μίαν ἐκ τῶν ριζικῶν προτάσεών μου, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θὰ θέσουν τέρμα εἰς τὸ ἐπίμαχον τοῦτο θέμα εἰς τὴν Δωδεκάνησον.
§18Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε συνάδελφε, θὰ ἤθελον μίαν διευκρίνησιν. Ὡμιλήσατε περὶ πολιτικῶν ἀντιπάλων, οἱ ὁποῖοι μετεχειρίσθησαν ἐναντίον σας μεθόδους τὰς ὁποίας δὲν ἐγκρίνετε. Ἐπειδὴ κάθεσθε εἰς τὴν πλευρὰν ἐκείνην καὶ ἡμεῖς ἐδῶ, δὲν νομίζω ὅτι ὑπαινίσσεσθε τὴν πλευρὰν τὴν δικήν μας, ὅτι ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ἐγένετο ἐναντίον σας τοιαύτη ἐπίθεσις καὶ κακὴ μεταχείρισις.
§19Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὄχι, κ. ὑπουργέ.
§20Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἴπατε, ὅτι ἀτυχῶς τὴν συνθήκην μὲ τὴν Ἰταλίαν δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι ποὺ τὴν κατηρτίσαμεν. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν συνθήκην. Ἀναγνωρίζομεν τὸ αἴσθημα τὸ ὁποῖον σᾶς παρακινεῖ εἰς τὰς προτάσεις σας. Εἰς ὅλους ὅσους παρακάθηνται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὅπως καὶ εἰς ἐμὲ τὸν ἴδιον, εἰς οὐδενὸς ποτὲ τὴν συνείδησιν ἐγεννήθη ὑποψία ὅτι ἡ ἐπέμβασίς σας εἶχεν ἄλλο κίνητρον ἀπὸ τὴν καλυτέραν δυνατὴν ἱκανοποίησιν τῶν συμφερόντων τῶν συμπολιτῶν σας. Ἐπ’ αὐτοῦ θέλω νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἀπολύτως. Πέραν αὐτοῦ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν περισσότερον καὶ ν’ ἀποδεχθῶμεν τὰς προτάσεις σας. Θὰ κάμωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ νὰ ὑπάρξῃ δικαίωσις, ἢ ἀκόμη διὰ νὰ δοθῇ μία ἀποζημίωσις μικρὰ ἀλλὰ δικαία εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται τοιαύτης. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐξήγησις αὐτὴ σᾶς ἱκανοποιεῖ.
§21Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεώς σας αὐτῆς, ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ὑποβάλω νέας προτάσεις, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν δεκτὰ τὰ μέτρα αὐτά.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σιφναῖος ἔχει τὸν λόγον.
§23Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας. Λυποῦμαι διότι δὲν ἤκουσα καὶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, διότι θὰ ἐπεθύμουν νὰ γνωρίσω καὶ τὰς ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δεδομένου ὅτι ὁ κ. Ζαννῆς δὲν ὡμίλησεν ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ὡς ἐνδιαφερόμενος Δωδεκανήσιος βουλευτής. Τὸ λέγω τοῦτο, διότι πρόκειται, περὶ ἑνὸς περιέργου σχεδίου νόμου, ὅπως κάποιο ἄλλο ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸ ἑνὸς μηνὸς τοῦ ἀφορῶντος τὰ περιοδικά. Ἐνῷ κατὰ τὴν ἄποψιν τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν ἔδει νὰ ὑπάρχουν πολλαὶ ἀντιρρήσεις διὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, αἱ ἀπόψεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως συνέπεσαν μὲ τὰς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω μίαν σύντομον ἀνασκόπησιν τῆς ἱστορίας τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων. Διότι καὶ ἡ ὑπόθεσις σᾶς εἶναι γνωστή. Αἱ τελευταῖαι πράξεις ἐπεκυρώθησαν ἀπὸ τὴν παροῦσαν Βουλήν. Ἡ συνθήκη εἰρήνης μεταξὺ Ἰταλίας καὶ τῶν συμμάχων Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἡ ὑπογραφεῖσα τὴν 10ην Φεβρουαρίου 1947 ἐν ἄρθρῳ 78 καθορίζει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἰταλίας εἰς τὴν αὐτουσίαν ἀπόδοσιν τῶν περιουσιῶν τῶν ὑπηκόων τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν, ὅσαι εὑρίσκονται εἰς κατάστασιν νὰ ἀποδοθοῦν, ἐὰν δὲ δὲν εὑρίσκωνται εἰς κατάστασιν νὰ ἀποδοθοῦν, τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν αὐτῶν ὑπηκόων τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Καθώριζεν ἐπίσης ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης καὶ προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ὑποβάλλονται αἱ αἰτήσεις ἀποζημιώσεως τῶν δικαιούχων κατὰ τὸ ἄρθρον 78 ἐνώπιον τῶν Ἰταλικῶν ἀρχῶν. Τότε ὑπῆρξε καὶ ἐλειτούργησε μία Ἐπιτροπὴ συσταθεῖσα παρὰ τῷ Ἰταλικῷ θησαυροφυλακίῳ, ἡ ὁποία ὅμως ἐλειτούργει μὲ βραδύτατον ρυθμὸν καὶ μέχρι τοῦ 1953 δὲν εἶχεν ἐπιδικάσει παρὰ 48 περίπου ἐπὶ συνόλου 3600 αἰτήσεων ὑποβληθεισῶν μόνον παρὰ ὑπηκόων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Ἰταλία προῆλθον μεταγενεστέρως εἰς μίαν συμφωνίαν τὴν ὁποίαν ἐπεκύρωσεν ἡ παροῦσα Βουλὴ διὰ τοῦ Ν. Δ. 2730)1953 ὡς συμφωνίαν περὶ ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τῶν ἐκ τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης ἀνακυψασῶν διαφορῶν. Διὰ τῆς συμφωνίας αὐτῆς, ἡ Ἰταλία ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ ἐντὸς συντόμου προθεσμίας, νομίζω τριμήνου, εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸ συνολικὸν ποσὸν τριῶν δισεκατομμυρίων λιρεττῶν τὸ ὁποῖον συμφώνως πρὸς ὡρισμένα ἄρθρα τῆς συμφωνίας αὐτῆς, ἡ Ἑλλὰς θὰ κατένειμε μεταξὺ τῶν δικαιούχων. Τὸ Ν. Δ. 2730 πράγματι ἔκαμε τὴ κατανομὴν τοῦ ποσοῦ τῶν τριῶν δισεκατομμυρίων λιρεττῶν μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, δηλαδὴ τῶν ὑπηκόων Ἡνωμένου Ἔθνους, ὡς ἦσαν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, τόσον κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἰσχύος τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης, διότι αὐτὸ τὸ προσδιορίζει ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης εἰς τὸ ἄρθρον 78, δηλαδή, τὸν Νοέμβριον τοῦ 1947, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν συνήφθη ἡ Ἰταλικὴ ἀνακωχή, δηλαδὴ τὴν τρίτην Σεπτεμβρίου 1943. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ δύο ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐθεωρεῖτο δικαιοῦχος ὁ Ἕλλην ὑπήκοος. Ἔκαμε λοιπὸν τὴν κατανομὴν τῶν ποσῶν τὸ Ν. Δ)μα μεταξὺ τῶν δικαιούχων Ἰταλίας, τῶν δικαιούχων παραχωρουμένων ἐδαφῶν ὑπὸ τῆς Ἰταλίας, δηλαδή, τῶν Ἰταλικῶν ἀποικιῶν, κατὰ εὐρεῖαν ἑρμηνείαν —καὶ θὰ σᾶς εἴπω ἂν παραστῇ ἀνάγκη, διατὶ κατὰ εὐρεῖαν ἑρμηνείαν— καὶ τῶν κατοίκων Δωδεκανήσου. Καὶ εἰς μὲν τοὺς δικαιούχους Ἰταλίας ἔδωσεν ἐν συνόλῳ ἵνα κατανεμηθῇ μεταξὺ αὐτῶν ἕνα ποσὸν 1.300.000.000 λιρεττῶν εἰς τοὺς δικαιούχους Λιβύης, Ἀφρικῆς, ἕνα ποσὸν 440 ἑκατομμυρίων λιρεττῶν καὶ εἰς τοὺς δικαιούχους Δωδεκανήσου ἕνα συνολικὸν ποσὸν 500 ἑκατομμυρίων λιρεττῶν. Τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα προέβλεψε περὶ τῆς ἱδρύσεως τριῶν Ἐπιτροπῶν ἀποζημιώσεως, μιᾶς ἑδρευούσης εἰς τὴν Ρώμην, μιᾶς ἑδρευούσης εἰς τὴν Τρίπολιν τῆς Λιβύης καὶ μιᾶς ἑδρευούσης εἰς τὴν Ρόδον. Αἱ Ἐπιτροπαὶ Ρώμης καὶ Λιβύης ἐπελήφθησαν τοῦ ἔργου των, ἐξεδίκασαν τὰς ὑποθέσεις καὶ διετάχθη ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων. Παρέλειψα νὰ σημειώσω ὅτι τὸ ἄρθρον 4 καὶ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος 2730)1953 ἀναθέτον εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν τὸν διορισμὸν τῶν τακτικῶν καὶ ἀναπληρωματικῶν μελῶν τῶν ἐκδικαστικῶν Ἐπιτροπῶν, ἀναθέτει ἐπίσης εἰς τὸν αὐτὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ ἔργου τῶν Ἐπιτροπῶν. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 5 θεσπίζει ρητῶς ὅτι αἱ ἀποφάσεις αἱ ἐκδοθησόμεναι ἀπὸ τὰς Ἐπιτροπὰς Ρώμης, Τριπόλεως καὶ Ρόδου θὰ εἶναι ὁριστικαὶ καὶ ἀμετάκλητοι. Πράγματι δὲ ἐθεωρήθησαν ὡς τοιαῦται ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικαιούχους Ἰταλίας καὶ Ἀφρικῆς, ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν, ὡς προεἶπον ἀποφάσεις καὶ ἐξετελέσθησαν ἅπασαι. Προκειμένου μάλιστα περὶ τῶν δικαιούχων τῆς Λιβύης ἐδικαιώθησαν αἱ ὑποβληθεῖσαι 220 αἰτήσεις καὶ ἀπέμεινε καὶ ὑπόλοιπον ἐκ τῶν 440 ἑκατομμυρίων ἑνὸς ποσοῦ 140.000.000 περίπου λιρεττῶν. Αἱ ἐκδικάσεις Ρώμης καὶ Λιβύης ἐδημιούργησαν ὁμολογουμένως διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι εἶδον τὸ φῶς καὶ εἰς τὸν τύπον, εἰς τὴν Ἰταλίαν δὲ ἔλαβον διαστάσεις αἱ ὁποῖαι, ἴσως θὰ ἐνθυμῆσθε, ἔφθασαν μέχρι τῆς ἀπειλῆς ἐμπρησμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Πρεσβείας τῆς Ρώμης. Ἐν τούτοις αὗται ἐξετελέσθησαν καὶ περὶ αὐτῶν οὐδεὶς γίνεται λόγος. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποφάσεις τὰς ἐκδοθείσας ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεδικάσθησαν συνολικῶς ποσὰ 500 ἑκατομμυρίων λιρεττῶν, ἐκ τούτων οὐδεμία ἐξετελέσθη μέχρι σήμερον. Θὰ ἀκούσωμεν καὶ τοὺς ἄλλους ρήτορας διὰ νὰ μάθωμεν ἀκριβῶς ποῖος εἶναι ὁ σάλος καὶ ποῖα εἶναι τὰ παράδοξα γεγονότα τὰ ὁποῖα συνέβησαν αἰφνιδίως εἰς τὴν Δωδεκάνησον μεταξὺ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους 1954 καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ ἔτους 1955 καὶ τῆς ἡμερομηνίας τῆς καταθέσεως τοῦ σχεδίου νόμου διὰ τοῦ ὁποίου συμβαίνουν τὰ ἑξῆς πράγματα: Ἱδρύεται νέα Ἐπιτροπὴ ἐκδικάσεως ὑπὸ τῆς ὁποίας θὰ ἐπανεξετασθοῦν ἅπασαι αἱ ἐκδοθεῖσαι μέχρι σήμερον ἀποφάσεις ἐν Ρόδῳ καὶ τῇ αἰτήσει παντὸς ἔχοντος ἔννομον συμφέρον, μὲ αὐτὴν τὴν γενικότητα. Ἀντιθέτως, τὸ σχέδιον νόμου οὐδὲν προβλέπει περὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐκδοθεισῶν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ρώμης, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καὶ κατὰ πολὺ αἱ σπουδαιότεραι διότι μία μόνον ἐξ αὐτῶν ἐπεδίκασε τὸ ποσὸν τῶν 118 ἑκατομμυρίων λιρεττῶν, δύο ἄλλαι τὸ ποσὸν τῶν 90.000.000 λιρεττῶν, δι’ αἰτίας μάλιστα, ἐπὶ τῶν ὁποίων διεφώνησαν τὰ μέλη τῆς διμεροῦς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου 78. Ἐπὶ τούτων οὐδὲν ἔνδικον μέσον, ἐπὶ τῶν ἐν Λιβύῃ οὐδὲν ἔνδικον μέσον, ἐπὶ τῶν ἐν Ρόδῳ ἱδρύεται νέα Ἐπιτροπή, ἐνώπιον τῆς ὁποίας θὰ προσφύγῃ πᾶς ἔχω ἔννομον συμφέρον. Τί σημαίνει τοῦτο, κύριοι. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς Συμπολιτεύσεως. Ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας εἶπε καὶ θὰ τὸ ἀναγνώσετε καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ὅτι ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἶναι ὅτι συνέβη τάχα ἀπώλεια ὡρισμένων αἰτήσεων ἀποζημιώσεως, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἐκπροθέσμως τάχα ὑποβληθῆ εἰς ἀρχάς τινας, Ἑλληνικὰς ὑποθέτομεν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ἀρχῶν αὐτῶν ἀπωλέσθησαν. Δὲν περιορίζει ὅμως τὴν ἐπανεκδίκασιν εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὸ σχέδιον νόμου, ἀλλὰ λέγει ὅτι δικαιοῦται προσφυγῆς ἐνώπιον τῆς νέας ἱδρυομένης Ἐπιτροπῆς «πᾶς ἔχων ἔννομον συμφέρον». Δηλαδή, δι’ οἱονδήποτε γνωρίζοντα στοιχειωδῶς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, πᾶς ἔχων ἔννομον συμφέρον εἶναι καὶ ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ἀπερρίφθη ἡ αἴτησις ἀποζημιώσεως διὰ λόγους τυπικοὺς ἢ οὐσιαστικοὺς καὶ ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ἐπεδικάσθη ἡ αἴτησις ἀποζημιώσεως, ἔλαβεν ὅμως ποσὸν τὸ ὁποῖον κρίνει αὐτὸς μικρόν. Ὅλοι αὐτοὶ θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγουν ἐνώπιον τῆς νεοσυνιστωμένης Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ζητήσουν τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐκδοθείσης ἐπ’ ὀνόματι δικαιούχου, ὁ ὁποῖος οὔτε κἂν καλεῖται νὰ παραστῇ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, οὔτε εἶναι διάδικος, οὔτε κἂν χορηγεῖται εἰς αὐτὸν δικαίωμα παρεμβάσεως ὡς τρίτου. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι οὐδὲν προσωπικὸν ἢ κομματικὸν ἐνδιαφέρον ἔχω, οὔτε ἐγώ, οὔτε τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως ὅμως τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως καὶ τοῦ ὅλου σχεδίου νόμου, μοῦ ἐκινήθη ἡ περιέργεια, διατί αὐτὴ ἡ ἄνισος μεταχείρισις. Κύριοι, ἐὰν πράγματι ὑπῆρξαν ἀτασθαλίαι ἢ παραλείψεις τῆς Διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ἀχθοῦν ἐνώπιον τῶν Ἐπιτροπῶν τοῦ Ν. Δ. 2730)53 αἰτήσεις ἐμπροθέσμως ὑποβληθεῖσαι εἰς Ἑλληνικὰς ἀρχάς, αὐτό, τὸ πολὺ–πολὺ κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ κόμματος τῶν Προοδευτικῶν ἀποτελεῖ θέμα εὐθύνης διοικητικῆς καὶ πολιτικῆς. Θὰ ἔπρεπεν ἐπ’ αὐτοῦ νὰ διαταχθῇ διοικητικὸς ἔλεγχος καὶ νὰ ὁρισθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ ἔχει βασικὰς ἀντιρρήσεις τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, εἶναι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ψήφισιν σχεδίου νόμου τὸ ὁποῖον φέρει ἐξοφθάλμως τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς ἀντισυνταγματικότητος. Ἀντισυνταγματικότης διττή, διότι γίνεται ἄνισος μεταχείρισις Ἑλλήνων πολιτῶν, τόσον τῶν δικαιωθέντων ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου, οἱ ὁποῖοι θὰ ἴδουν τὰ ἐπιδικασθέντα εἰς αὐτοὺς ποσὰ ἐκ νέου ἀμφισβητούμενα, ἐνῷ οἱ ὁμοεθνεῖς των, οἱ τυχόντες μεταχειρίσεως ἀναλόγου ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ρώμης καὶ Τριπόλεως ἔχουν τελεσιδίκους καὶ ἀμετακλήτους ἀποφάσεις συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Ν.Δ. 2730 τοῦ 1953. Μία λοιπὸν ἄνισος μεταχείρισις, ἡ τῶν δικαιωθέντων. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλην μεταχείρισιν ἄνισον κατὰ τὸ Σύνταγμα. Τῶν ἀπορριφθέντων ἢ μὴ δικαιωθέντων ὑπὸ τῶν Ἐπιτροπῶν Ρώμης καὶ Τριπόλεως. Αὐτοὶ οὐδὲν ἔχουν ἔνδικον μέσον, ἐνῷ ἀνοίγεται εὐρύτατον τὸ ἔνδικον μέσον εἰς τοὺς ἀπορριφθέντας τῆς Δωδεκανήσου. Κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς καὶ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντέταξε κατά τινα τρόπον καὶ θὰ τὸ ἀντιτάξῃ καὶ σήμερον, τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα. Θὰ ὑπῆρχεν λαβὴ πρὸς ἀντισυνταγματικότητα ἐὰν δὲν ὑπῆρχε διαφορὰ τις συνθηκῶν. Ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην τὴν σκέψιν του, διαφορὰ συνθηκῶν, διότι καὶ εἰς τὴν Ρώμην καὶ εἰς Τρίπολιν, ἡ Διοίκησις ἐνήργησε περιλάμπρως καὶ οὐδὲν τὸ μεμπτὸν κατ’ αὐτὸν ὑπάρχει, ἐνῷ εἰς τὴν Δωδεκάνησον ἡ Διοίκησις περιέπεσεν εἰς ἀτασθαλίας, ἐξεδίκασε κακῶς κλπ. Διαφορὰ συνθηκῶν, ἡ ὁποία καταργεῖ συνεπῶς καὶ τὴν ἰσότητα τῆς μεταχειρίσεως!!
§24Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πρῶτον, θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅταν συνήφθη ἡ Ἑλληνοϊταλικὴ συνθήκη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1947, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπιδικασθῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἦτο πολὺ μικρότερον τῶν 3 δισ. λιρεττῶν. Ἐπετεύχθη δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο κατόπιν παρεμβάσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. ὑπουργοῦ, ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἰταλίας Ντὲ Γκάσπερι ἐπεσκέφθη τὴν Ἑλλάδα. Δεύτερον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντισυνταγματικότητα, τὴν ὁποίαν θίγετε, δὲν ὑπάρχει καμμία περίπτωσις παραβιάσεως συνταγματικῆς διατάξεως. Πρόκειται περὶ οὐσιαστικῆς κατ’ οὐσίαν ἐπανεξετάσεως τοῦ θέματος, ἐπανεξετάσεως τῶν αἰτήσεων. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι δικαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκρίθησαν λόγῳ τυπικῶν σφαλμάτων, ἐπειδὴ αἱ αἰτήσεις δὲν ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Τὸ φυσικὸν λοιπὸν θὰ ἦτο καὶ αἱ παραληφθεῖσαι αὐταὶ αἰτήσεις νὰ κριθοῦν συμφώνως καὶ νομίμως. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης.
§25Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Κύριε Οἰκονομίδη, θὰ ἐπαναλάβω τὴν περὶ ἀντισυνταγματικότητος ἄποψίν μας ἐν συντομίᾳ, διότι νομίζω ὅτι δὲν μὲ ἠκούσατε καλῶς. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως τῶν ἀπωλεσθεισῶν αἰτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐνδεχομένως θὰ ἠμποροῦσαν νὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας μεταχειρίσεως, ἐφόσον θ’ ἀπεδεικνύετο ἡ ὑποβολὴ καὶ ἡ ἀπώλεια τῶν αἰτήσεων. Διότι καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου διατηρῶ σοβαρὰς ἀμφιβολίας καὶ δὲν ἐπείσθην ὅτι ἀπωλέσθησαν αἰτήσεις. Θὰ ἀκούσω τί θὰ εἴπουν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι ἐκ Δωδεκανήσου. Ἐγὼ δὲν ἐπείσθην ὅτι ὑπεβλήθησαν ἐμπροθέσμως καὶ ἀπωλέσθησαν αἰτήσεις. Ἐάν, κύριοι, ἐπρόκειτο μόνον περὶ τῆς περιπτώσεως αὐτῆς, τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν δὲν θὰ εἶχε σοβαρὰν ἀντίρρησιν νὰ ἐγένετο μία ἰδιαιτέρα μεταχείρισις τῶν ὑποβαλόντων ἐμπροθέσμως εἰς Ἑλληνικὰς ἀρχὰς αἰτήσεις αἱ ὁποῖαι ἀπωλέσθησαν ὑπαιτιότητι τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ αὐτοῦ. Ἡ ἀντισυνταγματικότης ἐρείδεται ἐπὶ τῆς θεσπισθείσης ἀρχῆς ἐν τῷ σχεδίῳ νόμου, ὅτι ἐπανεξετάζονται τὰ δεδικασμένα τῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου αἰτήσει παντὸς ἔχοντος ἔννομον συμφέρον. Ὄχι μόνον τῶν ἀπωλεσάντων, ἀλλὰ καὶ τῶν δικαιωθέντων καὶ τῶν ὧν αἱ αἰτήσεις ἀπερρίφθησαν καὶ τῶν ἐν μέρει δικαιωθέντων. Ἐνῷ αἱ ἀποφάσεις Ρώμης πάλιν ἀφορῶσαι Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Τριπόλεως ἀφορῶσαι καὶ αὐταὶ αἰτήσεις Ἑλλήνων ὑπηκόων, παραμένουν τελεσίδικοι καὶ ἀμετάκλητοι. Ἐδῶ εἶναι ἡ ἀνισότης τῆς μεταχειρίσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ κόμμα τῶν Προοδευτικῶν, φρονεῖ, ὅτι τὸ σχέδιον νόμου δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰσαχθὲν πρέπει νὰ καταψηφισθῇ. Θὰ εἰσέλθω τώρα συντόμως εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πολιτικῶν συνεπειῶν τοῦ σχεδίου νόμου ἐὰν ἤθελε γίνῃ νομοθέτημα. Καὶ αὐταὶ δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἐνδιαφέρουσαι. Μᾶς εἶπεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι δικαία διότι τείνει εἰς τὴν καθησύχασιν τῶν πνευμάτων εἰς Δωδεκάνησον. Φοβοῦμαι πάρα πολύ, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ χορήγησις τοῦ δικαιώματος εἰς Δωδεκανησίους νομίζοντας ὅτι ἠδικήθησαν καὶ εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι οὐδόλως ἠδικήθησαν, οἱ ὁποῖοι ὅμως θὰ ἐπωφεληθοῦν τῆς χορηγήσεως εἰς αὐτοὺς εὐκαιρίας, νομίζω ὅτι ἡ χορήγησις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ νὰ προσβάλουν δεδικασμένα καὶ νὰ ἀνοίξουν ἀγῶνας ἐναντίον συμπολιτῶν των δικαιωθέντων ὑπὸ τῶν Ἐπιτροπῶν —ὅπως θὰ ἴδητε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νόμου, ἀνοίγονται διάπλατα αἱ θῦραι εἰς τὴν εἰσπήδησιν δικαιούχων εἰς τρόπον ὥστε ὄχι πλέον 3.600 δὲν θὰ εἶναι αἱ αἰτήσεις ὅπως ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ Ν. Δ. 2740)53, ὅτι ἐν συνόλῳ αἱ αἰτήσεις ἦσαν 3600 τότε τὸ 1953, μᾶς εἶπεν ὁ κ. Ζαννῆς ὅτι ἦσαν μόνον 6000 ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου — καὶ μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ γίνουν 20.000. Φαντασθῆτε τί πρόκειται νὰ γίνῃ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς καθησυχάσεως τῶν πνευμάτων εἰς Δωδεκάνησον!
§26Ε. ΖΑΝΝΗΣ. 5.200 εἶναι τῆς Ρόδου.
§27Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. 6.000 εἴπατε πρὸ ὀλίγου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δέχομαι τὸν ἀριθμόν σας. Φαντασθῆτε τί θὰ γίνῃ τώρα. Θὰ γίνουν 10.000 αἱ αἰτήσεις. Καὶ ἐγὼ θὰ ἠμποροῦσα νὰ γίνω δικαιοῦχος διότι καὶ τὸ ἐμμάρτυρον μέσον, ὅπως θὰ ἴδετε περαιτέρω ἐπιτρέπεται, διὰ τὴν νομιμοποίησιν. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως τῆς ὁποίας ὁμολογῶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ εὕρω τὴν πραγματικὴν ἄκρην. Τὴν διαισθάνομαι βεβαίως ὅπως τὴν διαισθάνεσθε καὶ σεῖς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς καθησύχασιν τῶν πνευμάτων ἐν Δωδεκανήσῳ ἐὰν ψηφίσωμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει τὰ δεδικασμένα καὶ δημιουργεῖ ἐμφύλιον σάλον μεταξὺ τῶν δικαιωθέντων. Τέλος, σκοπός μας βεβαίως ὅταν θεσπίζωμεν ἕνα νόμον περὶ ἀποζημιώσεως, εἶναι νὰ χορηγήσωμεν ποιάν τινα ἀποζημίωσιν. Τὸ συνολικὸν ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπεδικάσθη εἰς τὴν Δωδεκάνησον διὰ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους εἶναι ὅπως προεῖπον 500 ἑκατ. λιρεττῶν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι μὲ τὸ νέον σχέδιον νόμου ἀφ’ ἑνὸς μὲν θὰ διαιωνισθῇ ἡ ἐκδίκασις τῶν χιλιάδων αἰτήσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν ἀναμφισβητήτως, γνωρίζω ἤδη ὅτι χίλιαι περίπου εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑποβληθοῦν, θὰ διαιωνισθῇ ἡ ἀγωνία τῶν δικαιούχων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μόνοι ἐξ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, παθόντων ὑπὸ Ἰταλῶν, δὲν θὰ ἔχουν τύχει ἀποζημιώσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἐξανεμισθῇ τελείως τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τρόπον ὥστε — καὶ ἐδῶ θέλω νὰ καταλήξω— οἱ προσδοκοῦντες εἴτε ἠθικά, εἴτε ἐθνικά εἴτε πολιτικά, εἴτε κομματικὰ ὀφέλη ἐκ τῆς διευρύνσεως αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαιούχων θὰ τοὺς ἔχουν αὔριον ὅλους ἐναντίον των. Οὐδεὶς πρόκειται νὰ βγῇ κερδισμένος ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν, οὔτε καὶ οἱ ἐκ Δωδεκανήσου συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑποκινοῦν τὸ ζήτημα μετὰ πάσης καλῆς θελήσεως, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον πρὸς ψήφισιν. Ζητοῦμεν, λοιπόν, τὴν κατ’ ἀρχὴν καταψήφισιν τοῦ σχεδίου αὐτοῦ νόμου λόγῳ τῆς ἀντισυνταγματικότητός του, δεύτερον δὲ διὰ τὸν λόγον ὅτι πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ ἐν Δωδεκανήσῳ σάλον, δίκαιον ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ ὁ ὁποῖος θὰ διασύρῃ—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σοβαρώτερον— τὴν ὑπόληψιν καὶ τῆς Διοικήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τόπον μόλις ἀπελευθερωθέντα καὶ ὅπου γνωρίζετε πόσον δυσκόλως παρῃτήθησαν τῶν ἀξιώσεών των ὡρισμέναι Δυνάμεις φίλιαι ἢ ὄχι. Κύριοι, πᾶν ὅ,τι θεσπίζομεν διὰ τὴν Δωδεκάνησον, πρέπει νὰ ἐπισύρῃ διπλῆν τὴν προσοχήν μας. Ὑπάρχουν προπαγάνδαι καλῶς ὠργανωμέναι, αἱ ὁποῖαι ἐκμεταλλεύονται καὶ τὸ παραμικρὸν παράπτωμα τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως διὰ νὰ διασύρουν τὸ κῦρος αὐτῆς, πέραν τῆς ζημίας ἡ ὁποία θὰ γίνῃ εἰς τοὺς ἀπελευθερωθέντας ἀδελφούς μας τῆς Δωδεκανήσου.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κωτιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§29Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου ἐνέχει ἰδιαιτέραν σημασίαν διὰ τὴν Δωδεκάνησον, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον ἐθνικὴν τοιαύτην, διὰ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κράτους μας, ὡς θὰ ἐκθέσω εἰδικώτερον ἐν συνεχείᾳ. Ὑποβάλλεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τροποποίησιν καὶ συμπλήρωσιν τοῦ Ν. Δ. 2730)1953, τὸ ὁποῖον ἐρρύθμισε τὰ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ὑποστάντων ζημίας Ἑλλήνων πολιτῶν, ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ ἰταλικῶν ἐδαφῶν. Τὸ Νομοθετικὸν τοῦτο Διάταγμα, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1953, δὲν ἔσχεν εὐμενῆ ἀπήχησιν εἰς τὴν Δωδεκάνησον, διότι ἐκτὸς τῆς καταφανοῦς ἀδικίας ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τοὺς ζημιωθέντας ἐν Δωδεκανήσῳ, διὰ τῆς διαθέσεως μόλις τοῦ ⅙ ἐκ τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων, ἔφερεν ἐπὶ πλέον ἐν ἑαυτῷ τοιαῦτα σπέρματα ἀσαφείας καὶ ἀτελείας, καταστάντα ἔκδηλα κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του, ὥστε ἡ Κυβέρνησις, ἔπειτα ἀπὸ ἀρκετὰς ἀμφιταλαντεύσεις καὶ μετὰ δεκαοκτάμηνον περίπου ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος τὸ πρὸς συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὸ θέμα τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων, κύριοι συνάδελφοι, συγκινεῖ ἰδιαιτέρως, ὡς εἶναι εὐνόητον, τὴν Δωδεκάνησον, καθότι δὲν ἔχει δι’ αὐτὴν μόνον οἰκονομικὴν σημασίαν, ἀλλὰ πολιτικήν, ψυχολογικὴν καὶ κυρίως ἐθνικὴν τοιαύτην. Συμπληροῦνται αὔριον 15 ἔτη ἀπὸ τῆς 10ης Ἰουνίου 1940, ἀφ’ ἧς ἡ φασιστικὴ Ἰταλία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον πρῶτον ἐναντίον τῶν Συμμαχικῶν Δυνάμεων Ἀγγλίας καὶ ἐν συνεχείᾳ τὴν 28–10–1940 κατὰ τῆς πατρίδος μας. Παρῆλθε δὲ ἐπίσης ὁλόκληρος δωδεκαετία ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου τούτου τὸν Σεπτέμβριον. Ἡ Δωδεκάνησος, ἡ ὁποία ἤδη ἀπὸ τοῦ Ἰταλοαιθιοπικοῦ πολέμου τοῦ 1935–36 εὑρίσκετο ἐπὶ ποδὸς πολέμου, ὡς κτῆσις τότε τῆς πάλαι ποτὲ Ἰταλικῆς Αὐτοκρατορίας, εὑρέθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τῆς κηρύξεως τῆς διεθνοῦς συρράξεως, τὴν 10ην Ἰουνίου τοῦ 1940, εἰς τὸ ἐπίκεντρον τῶν ἐπιχειρήσεων καὶ ἐπλήρωσε βαρύτατα τὸν φόρον της εἰς αἷμα, ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ παντοειδεῖς καταστροφάς. Οἱ Δωδεκανήσιοι, καθὼς καὶ ἀδελφοί μας ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, ἐγνώρισαν τὰ δεινὰ καὶ τὰς συμφορὰς τοῦ πολέμου εἰς ὅλην των τὴν ἔκτασιν. Καὶ ὁμοῦ μὲ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἀνεκτιμήτου ἀγαθοῦ τῆς ἐλευθερίας καὶ τὴν ἐθνικήν των ἀνάστασιν, οἱ σκληρῶς δεινοπαθήσαντες συμπολῖταί μας, ἀνέμενον ἐπὶ τόσα ἔτη, ἅπαξ καὶ ἡ Ἰταλία ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς πολεμοπαθεῖς, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τύχουν ἔστω καὶ τῆς ἐλαχίστης ἀποζημιώσεως πρὸς μερικὴν ἀποκατάστασιν τῶν τεραστίων ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν. Δυστυχῶς ὅμως ἡ πραγματικότης ὑπῆρξε τελείως διάφορος καὶ ἀντίθετος πρὸς τὰς προσδοκίας των. Ἐν πρώτοις ὑπῆρξεν ἀσύγνωστον βασικὸν σφάλμα ἡ διάκρισις μεταξὺ παλαιῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, δηλαδὴ Ἑλλήνων πολιτῶν διαβιούντων ἐν Δωδεκανήσῳ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως καὶ Δωδεκανησίων. Ὁ διαφορισμὸς αὐτὸς ἐτραυμάτισε βαθύτατα τὴν Δωδεκανησιακὴν ψυχήν, διότι ὁ Δωδεκανήσιος, Ἕλλην τὴν συνείδησιν καὶ τὸ φρόνημα, καίτοι τύποις Ἰταλὸς ὑπήκοος, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιληφθῇ τὴν διαφορὰν μεταξὺ αὐτοῦ, ὡς νεοέλληνος, ἀποκτήσαντος δηλαδὴ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσιν καὶ τῶν ἀδελφῶν του παλαιῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ζοῦν εἰς τὴν Δωδεκάνησον κατὰ τὴν περίοδον τῆς Ἰταλοκρατίας μὲ Ἑλληνικὰ διαβατήρια. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω ἐκτενέστερον ἐν συνεχείᾳ. Δεύτερον σοβαρὸν σφάλμα ὑπῆρξεν ἡ διάθεσις ἀνεπαρκοῦς ποσοῦ διὰ τὰς ἐν Δωδεκανήσῳ ζημίας, ἐν συγκρίσει μὲ τὰς ἐν Λιβύῃ τοιαύτας. Ἐκ τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν 2.616.019.580 λιρεττῶν, τὸ ὁποῖον κατέβαλεν ἡ Ἰταλία διὰ τὰς ζημίας Ἑλλήνων πολιτῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὰς ἐν Δωδεκανήσῳ ζημίας διετέθη τὸ ποσὸν τῶν 50.000.000 λιρεττῶν, μὲ ἀποτέλεσμα οἱ μὲν ὑποστάντες ζημίας ἐν Λιβύῃ νὰ ἀποζημιωθοῦν πλήρως κατὰ τὰ ⅔ τῶν ζημιῶν των, ὡς προβλέπει τὸ Ν. Δ. 2730)1953 καὶ νὰ περισσεύσῃ σεβαστὸν ποσόν, οἱ δὲ Δωδεκανήσιοι κατὰ 56% περίπου καὶ τοῦτο μετ’ αὐστηρὰν ἀποτίμησιν τῶν ζημιῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ κακὴ διαχείρισις τῶν Δωδεκανησιακῶν πραγμάτων ἔναντι τῆς Ἰταλίας ὑπὸ τοῦ Κράτους μας ἀνάγεται εἰς πολὺ παλαιοτέραν ἐποχήν. Αἱ Κυβερνήσεις μας κατὰ τὴν περίοδον 1946–1950, ἐλλείψει ἐκπροσώπων τῆς Δωδεκανήσου εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δυναμένων νὰ τὰς κατατοπίσουν καταλλήλως —οἱ πρῶτοι Δωδεκανήσιοι βουλευταὶ ἀνεδείχθησαν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 5.3.1950 ἤτοι 4 περίπου ἔτη μετὰ τὴν ἐνσωμάτωσιν—εἰς μεταπολεμικὰς διαπραγματεύσεις των μὲ τὴν Ἰταλίαν ἐχειρίσθησαν τὰ Δωδεκανησιακὰ ζητήματα κατὰ τρόπον μαρτυροῦντα πλήρη ἄγνοιαν τῆς Δωδεκανησιακῆς πραγματικότητος, μὲ τὸ δυσάρεστον ἀποτέλεσμα νὰ διακυβευθοῦν σοβαρὰ συμφέροντα τῶν Δωδεκανησίων καὶ νὰ ἀπεμποληθοῦν ἀναφαίρετα δικαιώματά των. Αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις τῆς πρώτης μεταπολεμικῆς περιόδου, ἔχουσαι νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸν ξενοκίνητον συμμοριτισμὸν καὶ εὑρισκόμεναι προφανῶς πρὸ πιέσεων τῶν μεγάλων μας συμμάχων, οἱ ὁποῖοι πρὸ νέων κινδύνων ἤθελον νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν Ἰταλίαν εἰς τὴν παλαιάν της πρωτεύουσαν θέσιν εἰς τὴν Μεσόγειον, δὲν ἀντέταξαν τὴν ὀφειλομένην ἀποφασιστικότητα διὰ τὰ Δωδεκανησιακὰ πράγματα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις μὲ τὴν Ἰταλίαν. Ἔτσι ἡ εὐέλικτος Ἰταλικὴ διπλωματία, κατώρθωσε νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς Δωδεκανησίους πάσης ἀποζημιώσεως, προβλεφθείσης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 78 τῆς Συνθήκης Εἰρήνης μὲ τὴν Ἰταλίαν τῶν συνησπισμένων κατ’ αὐτῆς δυνάμεων, εἰς τοὺς ὑπηκόους τῶν συμμάχων Κρατῶν καὶ τῶν ἐξομοιουμένων πρὸς αὐτούς, μὲ τοὺς νομιμοφανὲς πρόσχημα ὅτι οἱ Δωδεκανήσιοι δὲν ἦσαν Ἕλληνες ὑπήκοοι, ἀλλὰ ὑπήκοοι τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότυπον ἰδιότητα τοῦ ὑπηκόου τῆς κτήσεως τῶν τότε Ἰταλικῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Ὁ ἀποκλεισμὸς οὗτος ἔβλαψε τὰ μέγιστα τοὺς Δωδεκανησίους καὶ ἐξ ἀντιθέτου ὠφέλησεν αἰσθητῶς τὴν Ἰταλίαν, ἡ ὁποία ἀπηλλάγη τῆς καταβολῆς σημαντικωτάτων ἀποζημιώσεων, ἔναντι τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ἐπεσώρευσαν εἰς τὰς Ἰταλοκρατουμένας νήσους ὁ ἀμείλικτος φασιστικὸς ζυγὸς καὶ τὰ Ἰταλικὰ στρατεύματα, ἀνερχόμενα τότε κατὰ τὰ ἔτη τοῦ πολέμου εἰς 80–100.000 ἀνδρῶν, δηλαδὴ εἰς ἴσον περίπου ἀριθμὸν μὲ τὸν ἀστικὸν πληθυσμὸν τῶν νήσων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι, ὅταν συνεζητοῦντο οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι τῆς Συνθήκης Εἰρήνης μὲ τὴν Ἰταλίαν, αὕτη, διὰ τὰς ἐν Δωδεκανήσῳ ζημίας, προέβαλε τὸ ἐπιχείρημα τοῦ σημαντικοῦ πλούτου εἰς ἔργα πολιτισμοῦ, τὰ ὁποῖα κατέλειπεν εἰς τὴν Δωδεκάνησον—κτίρια, ὁδοί, κῆποι, ἱδρύματα κλπ.— ἀλλὰ εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθὲς ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξετελέσθησαν μὲ ὑπερόγκους θυσίας τῶν Δωδεκανησίων, ἀπαλλοτριώσεις ἄνευ ἢ ἀντὶ εὐτελοῦς τιμήματος, εὐτελῆ ἡμερομίσθια τῶν ἐντοπίων ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς Ἰταλοὺς κλπ. Μετὰ τὴν ἀναγκαίαν αὐτὴν προεισαγωγήν, ἂς ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ τροποποιούμενον καὶ συμπληρούμενον Ν. Δ. 2730)53. Διὰ τοῦ Νομοθετικοῦ τούτου Διατάγματος συνεστήθησαν τρεῖς Ἐπιτροπαί, μία ἐν Ρώμῃ, μία ἐν Τριπόλει τῆς Λιβύης καὶ μία ἐν Ρόδῳ, διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων ἀποζημιώσεως τῶν δικαιούχων τοῦ ἄρθρου 78 τῆς Συνθήκης Εἰρήνης μὲ τὴν Ἰταλίαν. Ὁμολογουμένως ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ρόδου, εἶχε νὰ ἐπιτελέσῃ ἓν ἔργον λίαν ἀκανθῶδες, πολὺ λεπτὸν καὶ ἐξόχως σοβαρὸν λόγῳ τῆς ἰδιορρυθμίας τῶν δωδεκανησιακῶν ἀξιώσεων. Ἀπαρτισθεῖσα ἐξ ἑνὸς Παρέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὡς Προέδρου, τοῦ κ. Γ. Ἀγγελίδη καὶ ἐκ δύο ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Δωδεκανήσου, εἰργάσθη ἐπιπόνως καὶ ἐντατικῶς ἐπὶ 9 μῆνας. Μετέβη πρὸς τοῦτο εἰς τὰς ἰδιαιτέρως πληγείσας νήσους τοῦ Δωδεκανησιακοῦ συμπλέγματος, διὰ νὰ μορφώσῃ ἰδίαν ἀντίληψιν τῶν ζημιῶν. Ἐπὶ συνόλου 5.200 περίπου αἰτήσεων, ἐξεκαθαρίσθησαν 4.580 αἰτήσεις —αἱ ὑπόλοιποι ἦσαν ἢ διπλαῖ ἢ συναφεῖς— αἱ ὁποῖαι ἐξητάσθησαν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐξεδόθησαν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου 1954, 4.000 ἀπορριπτικαὶ ἀποφάσεις καὶ 580 ἐγκριτικαί. Ἐκ τῶν τελευταίων τούτων ἐγκριτικῶν ἀποφάσεων, αἱ 550 ἀφεώρων παλαιοὺς Ἕλληνας πολίτας δικαιούχους ἀποζημιώσεως, αἱ δὲ ὑπόλοιποι τριάκοντα Δωδεκανησίους, ὑποστάντας ἐχθρικὴν μεταχείρισιν κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πολέμου, καὶ ἐξομειωθέντας πρὸς αὐτούς. Ἡ δημοσίευσις τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, γενομένη ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὰς τελευταίας δημοτικὰς ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν μίαν ἠλεκτρισμένην ἀτμόσφαιραν, ἰδίως εἰς τὴν πόλιν τῆς Ρόδου, προεκάλεσε μεγάλην ἀναταραχὴν καὶ ἀναστάτωσιν ἡ ὁποία ἐπεξετάθη καθ’ ἅπασαν τὴν Δωδεκάνησον. Ἔγιναν συλλαλητήρια, δημόσιαι συγκεντρώσεις καὶ ὡρίσθη μία Ἐπιτροπὴ Ἀγῶνος, ἡ ὁποία ἐλθοῦσα εἰς Ἀθήνας, ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ὅλον θέμα τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων. Ἡ προκληθεῖσα ἀναταραχή, ὀφειλομένη ἐν πολλοῖς εἰς ἄγνοιαν ἢ παρανόησιν τῶν σχετικῶν διατάξεων τῆς Συνθήκης Εἰρήνης μὲ τὴν Ἰταλίαν ἢ πλάνην περὶ τὴν ἀποτίμησιν τῶν ζημιῶν ἐκ μέρους τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐξεδήλωνε καὶ ἕνα βαθύτατον αἴσθημα δυσφορίας τῶν Δωδεκανησίων διὰ τὸν ὅλον χειρισμὸν τοῦ θέματος τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων. Αἰτήσεις ὑποβληθεῖσαι ἐμπροθέσμως εὐθὺς μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Στρατιωτικῆς Διοικήσεως εἰς τὴν Δωδεκάνησον ἐχάθησαν ἢ παρέπεσαν, πάντως δὲν περιῆλθον εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐκδικάσεως καὶ ἄλλαι ἀνευρέθησαν ἐν συνεχείᾳ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς.
§30Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Διὰ διαφώτισίν μου, κ. συνάδελφε. Ἤκουσα καὶ εἶδα ἀναγεγραμμένην τὴν εἴδησιν, ὅτι ὑπάρχει Ἔκθεσις τοῦ τέως Γ. Διοικ. Δωδεκανήσου, κ. Μαυρῆ, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις τῶν ὑποβληθεισῶν καὶ ἀπωλεσθεισῶν αἰτήσεων ἀποτελεῖ καθαρὸν μῦθον καὶ ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς καταλόγου ἀνθρώπων, ζητούντων βοήθημα. Τί εἶναι ἀληθές;
§31Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ εἶδα αὐτὰς τὰς αἰτήσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἐγένετο λόγος ἀπὸ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι δὲν πρόκειται δι’ αὐτὰς τὰς αἰτήσεις, διότι αὗται ἦσαν δηλώσεις ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ δι’ ἄλλας αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ δὲν παρεπέμφθησαν, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐκδίκασιν.
§32Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Πότε εὑρέθησαν;
§33Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, δηλαδὴ μετὰ τὰς ἀρχὰς Δεκεμβρίου, ἀφ’ ἧς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδημοσίευσε καὶ ἐκοινοποίησε τὰ ὀνόματα τῶν δικαιούχων.
§34Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Ποῦ εὑρέθησαν;
§35Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Γεν. Διοικήσεως.
§36Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐφ’ ὅσον ὁ ρήτωρ βεβαιοῖ ὅτι εὑρέθησαν εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, δὲν πρόκειται περὶ μυστικῆς ὑπηρεσίας καὶ περὶ δακτυλικῶν ἀποτυπωμάτων, διὰ νὰ τὰ προσαγάγῃ. Σᾶς βεβαιοῖ ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως εὑρέθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν αἰτήσεων βοηθήματος, ἀλλὰ περὶ εἰδικῆς αἰτήσεως, ἀφορώσης αὐτὰς τὰς περιπτώσεις. Τὸ θέμα εἶναι σαφές.
§37Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Νὰ διαβάσητε τὸν νόμον καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἐπιτρέπεται τὸ ἐμμάρτυρον, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἐμπρόθεσμος ὑποβολή. Ἐὰν τυχὸν εὑρέθησαν τὰ σώματα, θὰ ὑπάρχῃ καὶ ἕνας ἀριθμὸς πρωτοκόλλου. Εἶναι ἀρχὴ Ἑλληνικὴ νὰ τηρῆται πρωτόκολλον.
§38Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ συνάδελφος μίαν ὑποχρέωσιν ἔχει ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Νὰ βεβαιώσῃ τὸ πραγματικὸν γεγονός, ὅτι εὑρέθησαν εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Πέραν τούτου, εἶναι ἀστυνομικαί, δικαστικαὶ διαπιστώσεις, εἰς τὰς ὁποίας δύνασθε νὰ ἐπιδοθῆτε. Δὲν εἶναι χρέος του νὰ τὰ προσαγάγῃ.
§39Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Διαβάστε τὸν νόμον. Τινὲς ἐκ τῶν δικαιούχων ἐκρίθησαν ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην ὅτι ἐδικαιώθησαν ποσὸν πέραν τῶν πραγματικῶν ζημιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν. Πάντα ταῦτα, ἐπέτειναν τὴν δυσφορίαν τοῦ κοινοῦ καὶ ἐπηύξησαν τὰς διαμαρτυρίας τῶν ἐνδιαφερομένων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἵλκυσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε δύο λύσεις πρὸ αὐτῆς διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ προβληθέντα παράπονα: Ἢ νὰ θεωρήσῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐκδικαστικῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου, ὡς καλῶς ἐχούσας ἐπαφιεμένου εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους τοῦ δικαιώματος προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς, ἢ νὰ θεωρήσῃ τὰς ἀνωτέρω ἀποφάσεις ὡς χρῃζούσας ἀναθεωρήσεως καὶ νὰ ρυθμίσῃ τὸ θέμα νομοθετικῶς. Ἡ Κυβέρνησις προέκρινε τὴν δευτέραν ὁδόν, τῆς ἀναθεωρήσεως δηλαδὴ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου —διότι εἰς τὴν οὐσίαν περὶ ἀναθεωρήσεως πρόκειται καὶ οὐχὶ ἐπανεξετάσεως—δι’ ὃ καὶ εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἤκουσα, μετὰ προσοχῆς, τὸν κ. Σιφναῖον, ὁμιλήσαντα ἐπὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος καὶ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, προκρίνασα τὴν λύσιν ταύτην, θὰ ἐπελήφθη μὲ τὴν δέουσαν σοβαρότητα, τῆς συνταγματικότητος, τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ γεγονότος ὅτι ἐπιτρέπει τὴν ἐπανεξέτασιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐκδικαστικῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου, ἐνῷ τὴν ἀποκλείει διὰ τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν Ρώμης καὶ Λιβύης, αἵτινες, ὡς ὁριστικαὶ καὶ ἀμετάκλητοι, ἔχουν ἤδη ἐκτελεσθῆ κατὰ μέγα ποσοστόν, δημιουργεῖ, αὐτομάτως, ἐκ πρώτης ὄψεως, ἀνισότητα μεταχειρίσεως Ἑλλήνων πολιτῶν, παραβιάζουσαν τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνεπάγεται ἀκυρότητα τοῦ νόμου, ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι. Ἐλπίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξήτασε, μετὰ περισσῆς προσοχῆς, τὴν νομικὴν ταύτην πλευρὰν τοῦ θέματος, διότι, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἦτο ἡ ἐσχάτη πλάνη, χείρων τῆς πρώτης, ἐὰν τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἠκυροῦτο ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι, μὲ ἐπακόλουθα, ὄχι μόνον τοῦ ἐμπαιγμοῦ τῶν Δωδεκανησίων, ἀλλά, κυρίως, τὴν καταρράκωσιν τοῦ κύρους τοῦ Κράτους μας.
§40Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Καὶ σεῖς θὰ τὸ ψηφίσετε καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχετε ἐξετάσει καὶ νὰ μᾶς εἴπητε τὴν γνώμην σας ἐπὶ τῆς συνταγματικότητος. Λυποῦμαι, ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζετε νὰ ἐπέμβω. Εἴπατέ μας τὴν γνώμην σας, καὶ μὴ μεταβιβάζετε ὅλα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἴπατέ μας τὴν γνώμην σας. Γνωρίζετε ὅτι ἐπεδίωξα νὰ σᾶς ἱκανοποιήσω καὶ παρὰ τοῦτο, ἔρχεσθε ἐδῶ καὶ κάμνετε πολιτικήν. Δικαίωμά σας εἶναι, ἡ Βουλὴ ὅμως θὰ σᾶς κρίνῃ ὅπως οἱ Δωδεκανήσιοι. Ἤλθατε ἐδῶ, διὰ νὰ μᾶς εἴπητε τί ἐγένετο τὸ 1940. Συνεζητήσαμε καὶ ἄλλοτε, εἰς τὸ παλαιὸν σχέδιον. Τὸ ἐψηφίσατε καὶ αὐτό, χωρὶς νὰ μᾶς εἴπητε ποιὰ εἶναι τὰ μειονεκτήματά του ποὺ σήμερον καταγγέλετε. Κύριε συνάδελφε, φέρομεν τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ τὸ ψηφίσωμεν, ἀφοῦ προηγουμένως τὸ ἀναγνώσητε καὶ μᾶς εἴπητε τὴν γνώμην σας. Ἔχετε κάθε δικαίωμα νὰ ἀναπτύξετε τὴν γνώμην σας. Δὲν μᾶς εἴπατε ὅμως, οὔτε τότε τὴν γνώμην σας. Ἔρχεσθε δὲ τώρα, ἀναδρομικῶς νὰ καταγγείλετε μειονεκτήματα. Καὶ ἐν τούτοις γνωρίζετε, ὅτι ἱκανοποιοῦμεν ἕνα πόθον τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ. Καὶ ἀντὶ νὰ μᾶς εἴπητε ἐπὶ τούτου τὰς ἀντιλήψεις σας, ἔρχεσθε νὰ κάμετε ἀντιπολίτευσιν, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις ἐπικροτεῖτε. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ τὸν τρόπον αὐτόν. Ἤλθατε ἐπανειλημμένως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν καὶ σᾶς ὡμίλησα μὲ εἰλικρίνειαν καὶ χωρὶς διάθεσιν πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ παρ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἐκπρόσωπος τῶν Προοδευτικῶν, γνωρίζετε ποῖον σάλον ἀντεμετωπίσαμεν καὶ πῶς ὅλοι οἱ παράγοντες καὶ ὅλαι αἱ τάξεις, ἀπὸ τοῦ Δημάρχου μέχρι τῶν ἐκπροσώπων τῶν ὀργανώσεων, καὶ τοῦ τελευταίου πολίτου μᾶς ἐβεβαίωναν, ὅτι ἐδημιουργήθη ἐκεῖ μέγα ἠθικὸν θέμα. Κατόπιν αὐτοῦ, τὸ ἀναγνωρίζετε καὶ σεῖς, δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ μείνωμεν ἀσυγκίνητοι. Μᾶς ἐβοηθήσατε καὶ σεῖς νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου ἐφθάσαμεν. Εἴπατέ μας λοιπὸν καὶ αὐτὰ διὰ νὰ εἶσθε δίκαιος. (Χειροκροτήματα).
§41Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, νὰ καθορίζῃ τὸν τρόπον τῆς ἀγορεύσεως τῶν ρητόρων;
§42Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλά, ὅταν ἕνας συνάδελφος ἀνέρχεται ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐξετάζῃ ἕνα νομοσχέδιον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς λέγῃ, ὅτι δὲν γνωρίζει, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικόν, ἢ ἀντισυνταγματικόν. Ὀφείλει συνεπῶς νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην του εὐθέως. Ἐὰν μάλιστα, θὰ τὸ ἐγκρίνῃ, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ἐὰν εἶναι συνταγματικόν, ἢ ὄχι.
§43Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπάρχει τὸ εἰδικὸν θέμα τῆς συνταγματικότητος καὶ ἡ γενικωτέρα κριτικὴ τοῦ τρόπου τῆς ὁμιλίας τοῦ συναδέλφου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἀποτελεῖ ἀπόλυτον δικαίωμά του, νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, διὰ τὸν τρόπον ποὺ ἔχει ἀντιμετωπισθῆ τὸ θέμα καὶ διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ διεξαγάγῃ τὴν συζήτησιν. Εἶναι ἐλεύθερος καὶ δὲν ὀφείλει νὰ λογοδοτήσῃ ἐνώπιον οὐδενός. Ὑπάρχει ἔπειτα τὸ θέμα τῆς συνταγματικότητος. Εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα καὶ ἐπιφυλλάσσεται νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του.
§44Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ αὐτόκλητος προστασία τοῦ κ. Προέδρου τῶν Φιλελευθέρων ὑπῆρξε λίαν ἀτυχής. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ —πολὺ περισσότερον ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι παλαιὸς κοινοβουλευτικὸς —τὴν ἐλευθερίαν λόγου συναδέλφου, ἰδίως δέ, ὅτι οὗτος ὁμιλεῖ ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι, ὅταν ἀνεφέρθη ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὸ παρελθόν, ἐγνώριζε, ὅτι προηγουμένως, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον, προηγήθησαν ὡρισμένα θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ ὤφειλε νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Πέραν αὐτοῦ, νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι ἠμφισβήτησα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου τοῦ κ. συναδέλφου, νομίζω, ὅτι ὑπῆρξε τοὐλάχιστον ἄδικος, ἐὰν δὲν εἶχεν ἄλλον λόγον νὰ ἐπέμβῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῶν Φιλελευθέρων. (Χειροκροτήματα).
§45Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ νομοσχέδιον εἶναι συνταγματικὸν καὶ μὲ ἐπρολάβατε εἰς τὴν ἀπάντησίν μου, διότι δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ ὁλοκληρώσω τὴν σκέψιν μου. Ὡς πρὸς τὴν στάσιν μου κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Ν. Δ. 2730)53, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι δὲν μετεῖχον τότε τῆς Νομοθετικῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ ἑπομένως ἀδικαιολογήτως μὲ αἰτιᾶσθε. Ἐπὶ πλέον ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος δὲν κάμνομεν πολιτικὴν —ἀντίθετον ἄλλωστε πρὸς τὸν χαρακτῆρα μου— ἀλλ’ ἁπλῶς διερμηνεύομεν τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἀνησυχίας τῶν συμπατριωτῶν μας. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἱκανοποιεῖ καὶ θεραπεύει τὰ προβληθέντα παράπονα κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐκδικαστικῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου. Ἄς ἐξετάσωμεν τὸ θέμα μὲ πᾶσαν δυνατὴν ἀντικειμενικότητα. Δύο εἶναι αἱ κατηγορίαι τῶν δικαιούχων ἀποζημιώσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 78 τῆς Συνθήκης Εἰρήνης μὲ τὴν Ἰταλίαν καὶ τοῦ ἐπακολουθήσαντος Ν. Δ. 2730)53: Οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες πολῖται καὶ οἱ ἐκ τῶν Δωδεκανησίων ὑποστάντες ἐχθρικὴν μεταχείρισιν καὶ ἐξομοιωθέντες πρὸς αὐτούς. Ἡ Ἐκδικαστικὴ Ἐπιτροπὴ Ρόδου, κρίνασα συμφώνως τῷ νόμῳ, δὲν ἀνεγνώρισε δικαίωμα ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς πτωχοὺς βιοπαλαιστὰς τοὺς στερηθέντας λόγῳ ἐγκλεισμοῦ εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως τῆς μόνης βιοποριστικῆς ἐργασίας καὶ ὑποστάντας ὡς ἐκ τούτου ἀναμφίβολον θετικὴν ζημίαν ἐντελῶς ἄσχετον πρὸς τὰ ἐπὶ πλέον διαφυγόντα κέρδη των. Ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς τάξεως ταύτης τῶν παθόντων, κατ’ ἐξοχὴν ἀναξιοπαθούσης ἐπειδὴ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀποδείξουν ὑλικὰς ζημίας πέραν τοῦ ἐγκλεισμοῦ των εἰς τὴν τάφρον τῆς Ρόδου ὑπῆρξε μία ἐκ τῶν πλέον εὐλόγων, κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, αἰτιῶν διαμαρτυρίας κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς.
§46Γ. ΜΟΔΗΣ. Δηλαδὴ οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες ὑπήκοοι οἱ βασανισθέντες καὶ ταλαιπωρηθέντες δὲν ἔχουν δικαίωμα ἀποζημιώσεως;
§47Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Τινὲς μόνον. Αὐτὸ δὲ τοῦτο τὸ Σωματεῖον τῆς Ἑνώσεως Παλαιῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων Δωδεκανήσου δι’ ὑπομνήματός του πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς 23 Φεβρουαρίου 1955 ζητεῖ ὅπως ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 500.000.000 λιρεττῶν (ἢ τοῦ ἐπηυξημένου τελικῶς τοιούτου) τοῦ προοριζομένου διὰ τὰς ἐν Δωδεκανήσῳ ζημίας, ποσὸν 100.000.000 (ἐπηυξημένου κατὰ ποσοστιαίαν ἀναλογίαν ἐπὶ τῆς τυχὸν προσαυξήσεως τοῦ ἀρχικοῦ ποσοῦ) διατεθῇ διὰ τὰ ἀπωλεσθέντα κινητὰ πράγματα τῶν ἐγκλεισθέντων εἰς πεδία συγκεντρώσεως καὶ εἰς τὰς φυλακὰς διὰ πολιτικοὺς λόγους. Ὅπως διὰ τοὺς ὁμήρους ἴσχυσε τὸ τεκμήριον «τῶν ἀπωλεσθέντων κινητῶν πραγμάτων» οὕτω καὶ διὰ τοὺς ἐγκλεισθέντας εἰς πεδία συγκεντρώσεως δύναται νὰ ἰσχύσῃ τὸ αὐτὸ τεκμήριον καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀποδεχθῇ τὸ αἴτημα τοῦτο ἀλληλεγγύης τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων Δωδεκανήσου πρὸς τοὺς μὴ δικαιωθέντας συναδέλφους των. Ὡς προεῖπον οἱ ἐκ τῶν Δωδεκανησίων ὑποστάντες ἐχθρικὴν μεταχείρησιν οἱ δικαιωθέντες παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπῆρξαν ἐλάχιστοι, περίπου 30. Εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε μὲ ποιάν τινα αὐστηρότητα τὸν ὅρον «ἐχθρικὴ μεταχείρισις», δι’ ὃ καὶ ἀπεκλείσθησαν τῆς ἀποζημιώσεως αἰτοῦντες ἀποδεδειγμένως ὑποστάντες παρὰ τῶν Ἰταλῶν ἐχθρικὴν μεταχείρισιν, ὡς μὴ ἐμπίπτοντες εἰς τὴν στενὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Εἶναι εὐνόητον ὅτι ὁ ὅρος «ἐχθρικὴ μεταχείρισις» πρέπει διὰ τὴν Δωδεκάνησον νὰ προσλάβῃ εὐρεῖαν ἑρμηνείαν. Οἱ Ἰταλοὶ —εἶναι ἀναμφισβήτητον— ἐθεώρουν τὸν Δωδεκανησιακὸν πληθυσμὸν ὡς ἐχθρικῶς πρὸς αὐτοὺς διακείμενον καὶ πάντα τὰ κατ’ αὐτοῦ λαμβανόμενα μέτρα παρὰ τοῦ κατακτητοῦ ἀπέβλεπον εἰς τὸ νὰ κάμψουν τὴν ἐθνικήν του θέλησιν καὶ ἀποφασιστικότητα. Δικαιοῦνται ἑπομένως οἱ Δωδεκανήσιοι, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 500.000.000 λιρεττῶν διετέθη διὰ τὰς ζημίας κυρίως τῶν παλαιῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, νὰ ζητήσουν τὴν συναντίληψιν τοῦ Κράτους διὰ τὰς σοβαρὰς θετικὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστησαν καὶ αὐτοὶ κατὰ τὴν περίοδον τοῦ πολέμου. Εἶπον καὶ προηγουμένως ὅτι ὁ διαφορισμὸς μεταξὺ παλαιῶν Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ Δωδεκανησίων, ὡς νεοελλήνων ἐτραυμάτισε βαθύτατα τὴν Δωδεκανησιακὴν ψυχήν. Ὁ Δωδεκανήσιος, ὁ ὁποῖος εἶδε τὸ σπίτι του νὰ καταστρέφεται ἀπὸ τοὺς βομβαρδισμοὺς ἢ νὰ ἐπιτάσσωνται καὶ ἐξαφανίζωνται ἀπλήρωτα τὰ ζῶα του (ἀγελάδες, αἰγοπρόβατα κλπ.) ἢ νὰ καταστρέφωνται καὶ διαρπάζωνται αἱ κυψέλαι του, ἢ νὰ ναρκοθετοῦνται τὰ χωράφια του καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ τὰ καλλιεργῇ νὰ τοῦ κόβουν τὰ δένδρα του κλπ., δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ καὶ νὰ χωνέψῃ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ γείτων του, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τὰς αὐτὰς καταστροφὰς νὰ δικαιοῦται ἀποζημιώσεως, ἐπειδὴ ἐκέκτητο τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα προπολεμικῶς, ἐνῷ ὁ ἴδιος Ἕλλην τὴν ψυχήν, τὴν συνείδησιν καὶ τὸ φρόνημα ὡς ὁ γείτων του νὰ ἀποκλείεται τῆς ἀποζημιώσεως, ἐπειδὴ εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ διατελῇ ὑπὸ σκληρὸν φασιστικὸν ζυγόν. Ἡ πικρία αὕτη εἶναι διάχυτος εἰς τὰς καρδίας ὅλων τῶν Δωδεκανησίων, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον οἱ ἐπαναπατρισθέντες εἰς Ἰταλίαν, Ἰταλοὶ ὑπήκοοι ἡττημένου Κράτους καὶ καταδυναστεύσαντος τοὺς Δωδεκανησίους, ἐπανεπατρίσθησαν εἰς Ἰταλίαν μὲ ὅλα των τὰ ὑπάρχοντα καὶ ἀπεζημιώθησαν παρὰ τῆς Ἑλλάδος μὲ γενναῖα ποσὰ διὰ τὰς περιουσίας τὰς ὁποίας κατέλιπον εἰς τὴν Δωδεκάνησον. Πλέον τῶν 3.000.000 δολλαρίων ἂν δὲν ἀπατῶμαι ἐστοίχισεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἡ ἐξαγορὰ —ἔναντι τῶν ἐπανορθώσεων— τῶν ἐν Δωδεκανήσῳ Ἰταλικῶν ἰδιωτικῶν περιουσιῶν. Πρέπει ἑπομένως τὸ Κράτος νὰ ἐξεύρῃ τὸν τρόπον καὶ τὰ ὑλικὰ μέσα νὰ ἀποζημιώσῃ ἔστω καὶ μερικῶς τοὺς ὑποστάντας κατὰ τὸν πόλεμον ζημίας Δωδεκανησίους. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰδικώτερον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου μὲ σκοπὸν νὰ τὸ καταστήσωμεν ἀρτιώτερον. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 συνιστᾶται τριμελὴς Ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν Δωδεκανησίων διὰ τὴν ἐπανεξέτασιν τῶν αἰτήσεων ἀποζημιώσεως διὰ ζημίας ἐν Δωδεκανήσῳ κατόπιν αἰτήσεως ὑπὸ παντὸς ἔχοντος ἔννομον πρὸς τοῦτο συμφέρον. Κύριοι βουλευταί, πρωταρχικὸν μέλημα ὅλων μας, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ διευκόλυνσις καὶ ἡ ἐπίσπευσις τοῦ ἔργου τῆς ἐπανεξεταστικῆς ταύτης Ἐπιτροπῆς. Παρῆλθον ἤδη ὡς προεῖπον, 12 ἔτη ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου μὲ τὴν Ἰταλίαν, καὶ πλεῖστοι ὅσοι συμπολῖται μου, ἀναξιοπαθοῦντες καὶ πτωχοὶ βιοπαλαισταὶ καὶ βιοτέχναι, περιμένουν ἐναγωνίως νὰ εἰσπράξουν τὰς ἀποζημιώσεις των διὰ νὰ ἀποκαταστήσουν μερικῶς τὰς ζημίας των νὰ πληρώσουν τὰ χρέη των καὶ νὰ ἐπουλώσουν τὰς πληγάς των. Εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ταλαιπωροῦνται ἔτι περισσότερον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ πρέπει τὸ συντομώτερον νὰ ἐκδικασθοῦν αἱ ὑποθέσεις των, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον, τὸ λαβεῖν των εἶναι εἰς ξένον νόμισμα (Ἰταλικὰς λιρέττας) καὶ οὐδεὶς δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ προδικάσῃ ποία θὰ εἶναι ἡ ἰσοτιμία μεταξὺ λιρέττας καὶ δραχμῆς, ὅταν ἡ Ἐπιτροπὴ περατώσῃ τὸ ἔργον της καὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰσπράξουν τὸ ἐφ’ αὐτοὺς ἐπιδικασθησόμενον τελικῶς ποσόν. Ἐὰν παρ’ εὐχὴν διαρκοῦντος τοῦ ἐπανεξεταστικοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς προβλέπω ὅτι θὰ διαρκέσῃ ἐπ’ ἀρκετόν, διότι αὕτη θὰ ἐπανεξετάσῃ μὲ ἐξαιρετικὴν προσοχὴν τὰς πρὸ αὐτῆς αἰτήσεις, ὑπερτιμηθῇ ἡ λιρέττα ἢ ὑποτιμηθῇ ἡ δραχμὴ—διὰ λόγους ἐντελῶς ἀνεξαρτήτους καὶ ὑπεράνω τῆς θελήσεώς μας—τὸ λαβεῖν τῶν δικαιούχων θὰ μειωθῇ ἀναλόγως.
§48Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μᾶς εἴπητε κατὰ προσέγγισιν πόσαι ἄλλαι χιλιάδες αἰτήσεων πλὴν τῶν 5.000 ποὺ ἀπερρίφθησαν νομίζετε ὅτι θὰ ὑποβληθοῦν, ὡς καὶ πόσος χρόνος θὰ χρειασθῇ διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν χιλιάδων αὐτῶν αἰτήσεων;
§49Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω οὔτε καὶ νὰ προβλέψω. Διὰ τοῦτο διὰ νὰ εὐχερανθῇ καὶ ἐπισπευσθῇ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς συνιστῶ τὰ κάτωθι: 1) Ἡ σύστασις τῆς Ἐπιτροπῆς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν νὰ γίνῃ ἐντὸς δεκαπενθημέρου ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἢ πάντως τὸ ταχύτερον ἀπὸ τῆς ψηφίσεώς του. 2) Ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Προσωπικῶς φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν ἐπανεξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν ἀνωτέρου ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ἐχειρίσθη ἐξ ὑπαρχῆς τὸ ζήτημα τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων, ἀντὶ τοιούτου τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν ξένου ἐντελῶς πρὸς τὸ θέμα, ὡς προβλέπει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Ἐπιβεβλημένη ἐξ ἄλλου ἐμφανίζεται ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν λαϊκῶν μελῶν, μὲ συμβουλευτικὴν γνώμην ἐκλεγομένων μεταξὺ εὐϋπολήπτων Δωδεκανησίων ἐξ ἑκάστης νήσου, βάσει καταστάσεως καταρτισθησομένης παρὰ τῆς Νομαρχίας Δωδεκανήσου. Τὰ λαϊκὰ ταῦτα μέλη θὰ ἦσαν πολύτιμα διὰ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις ἀπαρτιζομένη ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ πρόσωπα ζήσαντα ἐκτὸς τῆς Δωδεκανήσου κατὰ τὴν περίοδον τῆς ξενοκρατίας θὰ εἶχε τὴν δυνατότητα λήψεως ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὰ μέλη αὐτὰ βασίμων πληροφοριῶν γύρω ἀπὸ πρόσωπα καὶ πράγματα εἰς τὴν Δωδεκάνησον.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Κωτιάδη, νὰ τελειώνετε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ρήτορες νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἀφίσατε τὰ ἄρθρα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§51Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Εἶναι γεγονὸς ὅτι τὸ Ν. Δ. 2730)53 δὲν προέβλεπε τὴν συμμετοχὴν λαϊκῶν μελῶν ἢ εἰδικῶν ἢ ἐκπροσώπων τῶν δικαιούχων εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς Ρώμης, Τριπόλεως καὶ Ρόδου. Ἐὰν διὰ συνταγματικοὺς λόγους εἶναι νόμῳ ἀνέφικτος ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν ἐπανεξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου Δωδεκανησίων ὡς λαϊκῶν μελῶν, παρακαλῶ τοὐλάχιστον τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ κάμῃ μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ δύναται νὰ ζητῇ τὴν γνώμην εὐϋπολήπτων Δωδεκανησίων ἢ εἰδικῶν πρὸς μόρφωσιν ἰδίας ἀντιλήψεως περὶ τὰ συμβάντα καὶ τὴν ἀποτίμησιν τῶν ζημιῶν ἐν Δωδεκανήσῳ. 3) Ἡ ἀνάθεσις τοῦ ἀξιώματος τοῦ Προέδρου τῆς ἐπανεξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς ἀντὶ ἑνὸς Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὸν Πρόεδρον Ἐφετῶν Δωδεκανήσου, ἀνησυχῶ ὅτι θὰ ἐπιβραδύνῃ ἐπὶ πολὺ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ τοῦτο διότι ὁ μὲν Σύμβουλος τῆς Ἐπικρατείας, εἰδικῶς πρὸς τοῦτο ἀποσπώμενος θὰ ἀπασχοληθῇ μόνον μὲ τὸ συγκεκριμένον τοῦτο θέμα, ἐνῷ ὁ Πρόεδρος Ἐφετῶν Δωδεκανήσου, μὴ δυνάμενος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὰ κύρια δικαστικά του καθήκοντα, φοβοῦμαι μὴ τυχὸν δὲν διαθέτει τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον καὶ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς παρεμπιπτόντως. Συνιστῶ ἑπομένως εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως πείσῃ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας νὰ ἄρῃ τὴν ἄρνησίν του διὰ τὴν διάθεσιν ἀντὶ ἑνὸς παρέδρου αὐτοῦ ὡς μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς, ἑνὸς Συμβούλου ὡς Προέδρου αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ σύνθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς μείνῃ ὡς ἔχει μὲ Πρόεδρον τὸν Πρόεδρον Ἐφετῶν Δωδεκανήσου καὶ ὄχι Ρόδου ὡς ἐκ παραδρομῆς ἀναγράφει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ὀρθῶς ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ προέβλεψε διὰ τὴν ἀναπλήρωσίν του. Δοθέντος ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν τὸ Ἐφετεῖον Δωδεκανήσου ἐστερεῖτο συχνάκις Προέδρου καὶ ὁ νῦν, ὑπηρετῶν, καθ’ ἃ γνωρίζω ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του. Ὀρθῶς ὡρίσθη ρητῶς ὅτι τὸν Πρόεδρον Ἐφετῶν, ὡς Πρόεδρον τῆς συνιστωμένης Ἐπιτροπῆς κωλυόμενον ἢ ἀπόντα, ἀναπληροῖ ὁ ἀρχαιότερος τῶν Ἐφετῶν. Καὶ ναὶ μὲν τοῦτο προβλέπεται ὑπὸ τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, πλὴν ὅμως εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, πρόκειται οὐχὶ περὶ Δικαστηρίου, ἀλλὰ περὶ συλλογικοῦ ὀργάνου τῆς Διοικήσεως, σκόπιμον δὲ εἶναι ὅπως ἀποφευχθοῦν ἐπὶ τοῦ προκειμένου σχετικαὶ ἀμφισβητήσεις. 4) Νὰ τεθῇ χρονικὸν ὅριον ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουλίου ἀρχίζουν αἱ διακοπαὶ τῶν Δικαστηρίων, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς λόγῳ ἀπουσίας τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν ἢ τοῦ νομίμου ἀναπληρωτοῦ του νὰ μὴ ἀρχίσουν, παρὰ μετὰ τὴν 15ην Σεπτεμβρίου. Πρέπει ἑπομένως νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν Δικαστηρίων. 5) Διὰ νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἀσκόπως τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ αἰτήσεων μὴ χρηζουσῶν ἐπανεξετάσεως, θὰ ἦτο σκόπιμον ὅπως ἡ αἴτησις πρὸς ἐπανεξέτασιν παντὸς ἔχοντος ἔννομον συμφέρον, δέον νὰ εἶναι κατὰ κάποιον τρόπον ἠτιολογημένη καὶ νὰ ἀναφέρῃ συγκεκριμένα στοιχεῖα θεμελιοῦντα τόσον τὸ συμφέρον, ὅσον καὶ τοὺς λόγους τῆς ἐπανεξετάσεως. Διὰ νὰ μὴ ὑποβληθοῦν δὲ αἰτήσεις ἐπανεξετάσεως ἀδικαιολογήτως πρὸς τὸν σκοπὸν καὶ μόνον ἀσκόπου ἀπασχολήσεως τῆς Ἐπιτροπῆς διαιωνίσεως καὶ καθυστερήσεως τοῦ ἔργου της, καλὸν εἶναι νὰ ἐπιρριφθῇ εἰς τὸν αἰτοῦντα τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως τῶν ἰσχυρισμῶν του. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἱκανοποιεῖ ἓν σοβαρὸν παράπονον τῶν διαμαρτυρομένων, δηλαδὴ τὴν ὑποβολὴν νέων αἰτήσεων ἐκ μέρους τῶν δικαιούχων ἐκείνων τῶν ὁποίων αἱ αἰτήσεις ὑποβληθεῖσαι ἐμπροθέσμως εἰς διαφόρους ἀρχάς, δὲν εἶχον περιέλθει εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ν. Δ. 2730) 1953. Ἡ ἀπόδειξις τῶν ἀνωτέρω, διὰ παντὸς ἀποδεικτικοῦ μέσου δὲν ἀποκλείεται εἴς τινας περιπτώσεις νὰ προαγάγῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους εἰς ψευδορκίαν, ἀλλὰ πάντως ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς αἰτοῦντας, ἡ ἀπόδειξις τῆς ἐμπροθέσμου ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεώς των διὰ παντὸς ἀποδεικτικοῦ μέσου —ἔνορκοι καταθέσεις, μαρτυρικαὶ καταθέσεις κλπ.— καὶ ὀρθῶς ἀντιμετωπίσθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ θέμα τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ οὐδεμίαν τροπολογίαν πλὴν τῶν προταθεισῶν ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας διὰ τὴν ὑποβολὴν ἐξ ὑπαρχῆς νέων αἰτήσεων ἀντίκειται καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τῆς Συνθήκης τῆς Εἰρήνης καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν δὲ αὕτη παρὰ ταῦτα ἐγένετο ἀποδεκτή, φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῶν ἀποζημιώσεων, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τελειώσῃ τὸ γρηγορώτερον θὰ παρετείνετο ἐν ἐκκρεμότητι ἐπὶ μακρὸν χρόνον πρὸς μεγάλην ζημίαν αὐτῶν τούτων τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Τὸ ἄρθρον 3, τὸ καθορίζον τὴν ἔννοιαν τῆς ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως, ἐνέχει ἰδιαιτέραν σημασίαν, διότι τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου μόνον δύνανται νὰ ἐπωφεληθοῦν οἱ Δωδεκανήσιοι, διὰ νὰ τύχουν ἀποζημιώσεως. Τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἐχθρικὴ μεταχείρισις, ἀποτελεῖ οὐχὶ νομικὸν γεγονός, ὡς ἔκρινεν, ἡ Ἐπιτροπὴ Ρόδου καὶ ἐστήριξε τὰς ἀποφάσεις της, ἀλλὰ πραγματικὸν γεγονός, ἀποκείμενον εἰς τὴν ἐλευθέραν κατ’ οὐσίαν κρίσιν, τῆς Ἐπανεξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, δίδει εἰς αὐτὴν τὴν διακριτικὴν εὐχέρειαν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ὅρον «ἐχθρικὴ μεταχείρισις» μὲ μεγάλην εὐρύτητα εἰς τρόπον ὥστε νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὰς τάξεις τῶν δικαιούχων περισσότεροι αἰτοῦντες. Εἰς τὴν διακριτικὴν αὐτὴν εὐχέρειαν ἐνυπάρχει φυσικὰ καὶ ὁ κίνδυνος, εἴτε εὐρυτάτης ἐφαρμογῆς, ὁπότε τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως θὰ εἶναι γλίσχρον, εἴτε στενῆς ἑρμηνείας, ὁπότε θὰ δημιουργηθοῦν ἀδικίαι. Ἐλπίζομεν ὅτι ἡ συνιστωμένη Ἐπιτροπὴ θὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἑρμηνείας τοῦ ὅρου τῆς ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς εἰς τρόπον ὥστε κατὰ τὸ δυνατόν, νὰ ἀποφευχθῶσιν ἀδικίαι καὶ νὰ δικαιωθῶσιν αἱ ἐλπίδες τῶν Δωδεκανησίων τῶν ὑποστάντων ζημίας, συνεπείᾳ ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως.
§52Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἴπατε, κ. συνάδελφε, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως δὲν ὑπῆρξεν ὡς πραγματικὸν γεγονός. Θὰ σᾶς παραπέμψω δι’ αὐτὸ εἰς τὴν παράγραφον 1 τῆς Ἑλληνοϊταλικῆς συμφωνίας, διὰ τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν κλπ. ὅπου ὑπάρχουν αἱ ὑπογραφαὶ τοῦ Σορέττο καὶ Σταυροπούλου, ἡ ὁποία ἐκυρώθη, καὶ ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «...... (ἀναγινώσκει).........». Πρόκειται ἄρα περὶ πραγματικῆς καταστάσεως. Συνεπῶς τὸ θέμα τῆς ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως ὑπῆρχεν ὡς πραγματικὸν γεγονὸς καὶ ὀρθῶς τὸ παρὸν νομοσχέδιον τὸ ἐπαναλαμβάνει. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνωμαλία, διὰ τοῦτο εἶναι ὑπεύθυνος ἡ Ἐπιτροπὴ διότι παρέβη τὸν νόμον.
§53Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἐκδικαστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Ρόδου ἐθεώρησε τὴν ἐχθρικὴν μεταχείρισιν ὡς νομικὸν γεγονὸς καὶ οὐχὶ ὡς πραγματικόν. Ὀρθῶς τὸ παρὸν νομοσχέδιον λέγει ὅτι εἶναι πραγματικὸν γεγονός.
§54Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Πρόκειται περὶ ἄλλης διαφόρου ἑρμηνείας ἀπὸ αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ὁ κ. Ζίγδης. Ἔχω ἐδῶ τὸ πλῆρες κείμενον.
§55Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς Δωδεκανησίους ἐθελοντάς, τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις μας ὁποτεδήποτε ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου μετὰ τῆς Ἰταλίας μέχρι τῆς 8.5.45 ἡμέρας ἀπελευθερώσεως τῆς Δωδεκανήσου ἀπὸ τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα, ἱκανοποιεῖ ἓν ἔντονον παράπονον τῆς συμπαθοῦς ταύτης τάξεως τῶν Δωδεκανησίων ἐθελοντῶν. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5, 6, 7 καὶ 8 δὲν ὑπάρχουν παρατηρήσεις ἰδιαιτέρας σημασίας. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 θέτω μόνον ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ παράκλησιν Ἑλλήνων πολιτῶν Ἐρυθραίας καὶ Σομαλίας, οἱ ὁποῖοι μὴ εἰδοποιηθέντες ἐγκαίρως ἀπὸ τὰς ἐκεῖ προξενικάς μας ἀρχὰς ἢ τὰς οἰκείας Ἑλληνικὰς Κοινότητας δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις ἀποζημιώσεως. Φρονῶ, ὅτι εἰς τοὺς σκαπανεῖς αὐτοὺς τοῦ Ἑληνικοῦ μεγαλείου εἰς τὰς ἀχανεῖς ἐκτάσεις τῆς Ἀφρικῆς ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν τὴν δυνατότητα νὰ ὑποβάλουν νέας αἰτήσεις, ἐφ’ ὅσον ἀποδείξουν ὅτι δὲν εἰδοποιήθησαν πρὸς τοῦτο ἐμπροθέσμως. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν κ. ὑπουργόν, ὅπως τὸ περίσσευμα τῆς Ἐπιτροπῆς Λιβύης, διατεθῇ διὰ τοὺς ἐν Δωδεκανήσῳ πολεμοπαθεῖς πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀρχικῆς ἀδικίας. Κύριε ὑπουργέ, πρὶν ἢ περατώσω τὸν λόγον μου, ἐπιθυμῶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν καὶ νὰ ἐπισημάνω ἓν κενὸν τὸ ὁποῖον παρουσιάζουν τόσον τὸ Ν. Δ. 2730)53, ὅσον καὶ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Δηλαδὴ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ τὴν οὐσίαν τῶν τυχὸν κατόπιν προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἀκυρωθησομένων ἀποφάσεων καὶ γενομένων ἀποδεκτῶν αἰτήσεων. Θὰ παραπεμφθοῦν αὗται ἐκ νέου διὰ τὴν κρίσιν τῆς οὐσίας εἰς τὴν πρώτην ἐκδικαστικὴν Ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὸν κ. Ἀγγελίδην, περατώσασαν ἤδη τὸ ἔργον της καὶ ἐνδεχομένως ἀνασυσταθησομένην ἢ εἰς τὴν Ἐπανεξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἢ εἰς νέαν τοιαύτην, ἢ θὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν τελεσιδίκως τὸ ὑφ’ ὑμᾶς Ὑπουργεῖον; Ἐπειδὴ τὸ θέμα ἐμφανίζεται ἤδη κατόπιν ἀποδοχῆς ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας προσφυγῆς Δωδεκανησίου πολεμοπαθοῦς καὶ ἐνδεχομένως θὰ προκύψουν εἰς τὸ μέλλον τοιαῦται περιπτώσεις, διὰ νὰ μὴ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ τοῦ θέματος διὰ τρίτην φοράν, παρακαλῶ κ. ὑπουργέ, νὰ λυθῇ ἀπὸ τοῦδε νομοθετικῶς τὸ ζήτημα διὰ τῆς παρεμβολῆς εἰδικῆς διατάξεως εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Κύριοι βουλευταί, φοβοῦμαι, ὅτι σᾶς κατεπόνησα, ἀλλὰ ἐπειδὴ διὰ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον ἐδημιουργήθη σάλος ἄνευ προηγουμένου εἰς τὴν Δωδεκάνησον, ἔκρινα σκόπιμον νὰ σᾶς ἐκθέσω ἐν πλάτει καὶ μὲ ἀντικειμενικότητα τὰς ἀπόψεις μου. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν δηλῶ, ὅτι θὰ ὑπερψηφίσω τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, μὲ τὴν εὐχὴν ὅπως, τιθέμενον τὸ ταχύτερον εἰς ἐφαρμογὴν ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς δικαιούχους νὰ εἰσπράξουν τὸ συντομώτερον τὴν ἀποζημίωσίν των καὶ ἀποβῇ ἐν τῷ συνόλῳ του πρὸς ὄφελος τῆς Δωδεκανήσου. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κ. βουλευταί ὑπέβαλε τὴν παράκλησιν, ὅπως γίνῃ δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων φορολογικῶν νόμων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μὲ τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 5, δοθέντος ὅτι καὶ ἀπὸ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Παρασχεθῇ δὲ ἡ εὐχέρεια ν’ ἀναπτυχθοῦν κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν εὐρύτερον αἱ ἀπόψεις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ συνεπῶς ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων φορολογικῶν νόμων», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διαγραφομένου τοῦ ἄρθρου 5. Συνεχίζεται ἡ διακοπεῖσα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Ὁ κ. Γ. Μόδης, ἔχει τὸν λόγον.
§59Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ φοβοῦμαι μόνον μὴ τυχὸν πραγματοποιηθῇ καὶ ἐν προκειμένῳ τὸ λεχθὲν ὅτι ἐὰν θελήσῃς νὰ ἀποτελματωθῇ ἕνα ζήτημα, νὰ τὸ παραπέμψῃς εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἕνα σημεῖον μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὁμολογῶ, τὸ ἀναφερθὲν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι ἐπὶ 500 δικαιωθέντων, οἱ 450–460 ἦσαν ἢ ἐθεωροῦντο παλαιοὶ Ἕλληνες ὑπήκοοι. Ἡ διάκρισις αὐτή, ἡ τόσον μεγάλη καὶ τόσον χονδροειδής, δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ προκαλέσῃ τὴν δυσφορίαν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῶν Δωδεκανησίων. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ ζητήματα τῆς Δωδεκανήσου, οὔτε εἰς τὰς σχέσεις τῶν ἐκ Δωδεκανήσου συναδέλφων, ἤθελα νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἁπλῶς, ὅτι ὑπάρχουν καὶ σήμερον μετὰ 15ετίαν σπίτια βομβαρδισθέντα κατὰ τὸν πόλεμον ἀπὸ τὰ Ἰταλικὰ ἀεροπλάνα, τὰ ὁποῖα κεῖνται εἰς ἐρείπια. Καὶ ἤθελα ἐπὶ πλέον νὰ ὑπενθυμίσω καὶ ἕνα ἄλλο σημεῖον.
§60Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά;
§61Γ. ΜΟΔΗΣ. Δικαίωμά μου, εἶναι νὰ εἴπω ὅ,τι θέλω.
§62Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Πρέπει νὰ ἔχετε διαβάσει τὴν συνθήκην μὲ τὴν Ἰταλίαν καὶ κατόπιν νὰ ἔρχεσθε νὰ κάμετε μίαν τοιαύτην πρότασιν.
§63Γ. ΜΟΔΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον μοῦ δίδετε καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης μὲ τὴν Ἰταλίαν θέλω νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Κυβέρνησίν σας ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη σπίτια βομβαρδισθέντα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐρείπια ἀπὸ 15ετίας.
§64Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Εἶναι εὐχάριστον ὅτι τὸ ἐσκέφθητε μετὰ 4 ἔτη.
§65Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὅταν σεῖς εἶσθε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, τότε, τὰ ἐλησμονήσατε. Θὰ εἶχα ἤδη τελειώσει ἐὰν οἱ κ.κ. συνάδελφοι καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν μὲ διέκοπτε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις διεξήχθη καλῶς, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατὶ νὰ ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ τὴν γραμμὴν αὐτήν.
§67Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἤθελα ἐπίσης νὰ ὑπενθυμίσω ἕνα ἄλλο σημεῖον —παραδέχομαι, ἀσχέτως μὲ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ ὄχι ἀσχέτως μὲ τὰς σχέσεις εἰς τὰς ὁποίας τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀναφέρεται—τὸ σημεῖον κατὰ τὸ ὁποῖον, τὴν στιγμὴν τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης εἰρήνης μὲ τὴν Ἰταλίαν διετυπώθη ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἀντιπροσώπους, ἡ ἐπιφύλαξις νὰ διεκδικήσωμεν ἀργότερον διὰ παντὸς νομίμου τρόπου, τὴν ἀπαίτησιν τῶν 60–65 ἑκατομ. δολλαρίων, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀπέναντι τῆς Ἰταλίας διὰ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν εἰς τὰς Ἰταλικὰς ἀρχὰς κατὰ τὸν καιρὸν τῆς κατοχῆς. Δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ τὰ ἀξιώσῃ ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὅλης Ἑλληνικῆς ὑποθέσεως καὶ στήριγμα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀκουσθοῦν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, μερικαὶ φωναὶ ὑπενθυμίζουσαι τὴν ἀξίωσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἴσως ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀποκοιμηθεῖσαν ἢ ἐνταφιασθεῖσαν, ἀλλὰ ἡμεῖς ἔχομεν κάθε συμφέρον καὶ κάθε λόγον νὰ τὴν ἐνθυμούμεθα καὶ ὑποθέτω καὶ ἡ ὑπόμνησις αὐτὴ δὲν ζημιώνει τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον.
§69Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι θὰ σεβασθῶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν τάξιν καὶ θὰ ὁμιλήσω μόνον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Αἱ ἐπὶ τῶν ἄρθρων παρατηρήσεις μου θὰ γίνουν ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος ἐκπρόσωπος τοῦ Κόμματος τῶν Προοδευτικῶν προέβη εἰς μίαν ἀξιοσημείωτον καὶ ἐπαινετὴν πράγματι προσπάθειαν διὰ νὰ γεμίσῃ τὰς καρδίας σας ἀπὸ ἱερὸν φόβον διὰ τὴν ἐπιχειρουμένην —καὶ μάλιστα διὰ τῆς ψήφου σας— παραβίασιν τοῦ Συντάγματος ἐπισείσας φάσματα ἐθνικῶν κινδύνων, ἐὰν αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη ἤθελον ἀμφισβητηθῆ, καὶ προειδοποιήσας ὅτι ἡ Δωδεκάνησος θέλει ἀλληλοσφαγῆ, ἐὰν τυχὸν τολμήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἐπιληφθῇ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ὑποδείγματα δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς τελειότητος. Ἐγώ, μὴ δυνάμενος, δυστυχῶς, νὰ παρακολουθήσω τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τόσον κατηγορηματικῶς εἶπεν, ὡς καὶ μερικὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα, οὐχὶ τόσον κατηγορηματικῶς ἀλλὰ ἐν τῇ οὐσίᾳ παρόμοια ἀνέφερεν ἕτερος προλαλήσας συνάδελφος, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ περιορισθῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ θέματος καὶ νὰ ἀφήσω πᾶσαν ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθόν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἄλλωστε διὰ λίαν προδήλους σκοποὺς ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσχοληθῶμεν τώρα. Ἀλλὰ δι’ ἐξ ἴσου προδήλους σκοποὺς ἐγένετο ἐπίσης προσπάθεια μετατοπίσεως τοῦ θέματος. Κύριοι τὸ βασικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἑξῆς: Μήπως πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν ἀντισυνταγματικῶς; Διότι ἐνῷ πράγματι ἔχομεν, συμφώνως μὲ τὸν νόμον 2730)53, τρεῖς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ἐπεράτωσαν τὸ ἔργον των, διὰ μὲν τὰς δύο δὲν προβλέπεται διαδικασία ἀναθεωρήσεως τῶν ἀποφάσεών των, διὰ δὲ τὴν τρίτην, τῆς Ρόδου, νομοθετεῖται τοιαύτη. Ἑπομένως ἐκ πρώτης ὄψεως ὑπάρχει θέμα διαφορετικῆς μεταχειρίσεως καὶ ἑπομένως ἐκ πρώτης ὄψεως εὐσταθεῖ ἡ ἀντίρρησις τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ μέτρου. Κύριοι, δὲν θὰ εἶναι δύσκολον νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι λόγοι στοιχειώδεις σεβασμοῦ τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλουν τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου αὐτοῦ. Καὶ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι; Εἶναι τὸ πραγματικὸν γεγονὸς ὅτι, ἐξ αἰτίας ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ δημοσίου ἀπωλέσθησαν τὸ μέγα μέρος τῶν ἐμπροθέσμως ὑποβληθεισῶν παρὰ τῶν Δωδεκανησίων δικαιούχων αἰτήσεων. Τοῦτο εἶναι πραγματικὸν γεγονὸς τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζουν καὶ μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν ἡ εὐκολία μὲ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος —ὁ κ. Σιφναῖος— ἐπεχείρησε νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Ἑπομένως θὰ ἀπετέλει πρᾶξιν, ἐντελῶς ἄδικον πρᾶξιν οὐσιαστικῆς καταστρατηγήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ καταπατήσεως κάθε ἰδέας ἠθικῆς, τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τῶν ὁποίων αἱ αἰτήσεις ἀπωλέσθησαν τῇ ὑπαιτιότητι τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ τοὺς στερήσωμεν τοῦ δικαιώματός των νὰ ζητήσωσι τὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης ἀποζημιώσεώς των. Ἀπὸ τὰς 5000 ὑποβληθείσας αἰτήσεις ἡ Ἐπιτροπὴ Ρόδου ἐδικαίωσε μόνον 500, ἀπέρριψε δὲ πάσας τὰς λοιπάς, τὰς πλείστας μάλιστα μὲ τὸ δικαιολογητικὸν ὅτι ὑπεβλήθησαν ἐκπροθέσμως, χωρὶς δηλαδή, οὐδὲ κἂν νὰ τὰς μελετήσῃ. Καὶ ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν τὸ δικαστήριον νὰ κρίνῃ ἀντικειμενικά, ὅταν δὲν ἔχει τὰ μέτρα συγκρίσεως; Ἀπὸ μίαν νῆσον π.χ. ὑπεβλήθησαν 20 αἰτήσεις, ἀπωλέσθησαν 18 καὶ ἔμειναν 2. Μὲ ποῖον κριτήριον ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἦτο δυνατὸν ἀντικειμενικῶς ν’ ἀποτιμήσῃ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ἐπικαλοῦνται οἱ αἰτοῦντες; Ἐὰν διεσῴζοντο καὶ αἱ ἄλλαι 18 αἰτήσεις, ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Α νὰ ἐμφανίζῃ ὅτι ἡ οἰκία του στοιχίζει 5 φοράς, ἀπ’ ὅσο στοιχίζει ἕνα διαμέρισμα εἰς τὸ Κωλωνάκι, διότι θὰ ὑπῆρχαν καὶ μεταξὺ αὐτῶν μερικοὶ τίμιοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλεγον ποία ἦτο ἡ πραγματικὴ ἀξία τῶν οἰκιῶν τῆς νήσου. Ἐκ τῆς συγκρίσεως τῶν διαφόρων αἰτήσεων θὰ εὕρισκεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ πραγματικὸν ποσὸν ἀποζημιώσεως. Ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, πρῶτον διότι τὸ μέγιστον μέρος τῶν ἐμπροθέσμως ὑποβληθεισῶν αἰτήσεων ἀπωλέσθησαν τῇ ὑπαιτιότητι τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ δὲν δυνάμεθα διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νὰ στερήσωμεν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποζημιώσεως τοὺς δικαιούχους. Καὶ δεύτερον, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ μὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅλας τὰς αἰτήσεις δὲν ἠδύνατο νὰ κρίνῃ ἀντικειμενικῶς, διότι δὲν ὑπῆρχε τὸ μέσον τῆς συγκρίσεως. Νομίζω, καὶ δικαίως ὅτι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀποτελεῖ ἀντὶ ἀποπείρας καταστρατηγήσεως τοῦ Συντάγματος, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, θετικὴν ἐνέργειαν περιφρουρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ δὴ τῆς ἀρχῆς τῆς ἴσης μεταχειρίσεως τῶν Ἑλλήνων.
§70Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Οὐδέποτε ἐλέχθη ὅτι ἀποτελεῖ καταστρατήγησιν τοῦ Συντάγματος.
§71Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν ἀδικήσωμεν τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι μία πρᾶξις του εἶναι ἀντισυνταγματική. Καὶ ἔρχομαι ἤδη ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ γεγονότος τῆς ἀπωλείας τῶν αἰτήσεων. Διότι νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ κατατοπισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδεμία ἀμφιβολία εἰς τὴν σκέψιν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Τὰ πράγματα εὐτυχῶς βοοῦν καὶ εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλους τοὺς ἀσχοληθέντας μὲ τὸ ζήτημα, θὰ πρέπει ἐν τούτοις ὑπευθύνως νὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψει καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ρόδου ἐπεράτωσε τὸ ἔργον της κατὰ μῆνα Δεκέμβριον 1954. Ἔκαμε δεκτὰς 500 περίπου μόνον αἰτήσεις, πλείστας δὲ τῶν ὑπολοίπων 4500 τὰς ὁποίας ἀπέρριψεν, τὰς ἀπέρριψεν ὡς ἐκπροθέσμως ὑποβληθείσας. Πῶς δὲ προέκυψεν αὐτὸ τὸ ἐκπρόθεσμον; Οἱ δικαιοῦχοι εἶχον ἐμπροθέσμως ὑποβάλλει τὰς αἰτήσεις των, οὐδέποτε δὲ διενοήθησαν ὅτι αὗται ἦτο δυνατὸν νὰ χαθοῦν. Ὅταν ἐν τούτοις μετὰ τὸ ταξίδιόν μου εἰς Ἰταλίαν τὸ 1952, ὁπότε τὸ θέμα τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων αὐτὸ μετεφέρθη ἀπὸ τὴν σφαῖραν τῶν θεωρητικῶν δυνατοτήτων εἰς τὴν χώραν τῆς θετικῆς πραγματικότητος, πολλοὶ ἀπὸ τοὺς δικαιούχους ἔσπευσαν εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν νὰ ἐλέγξουν τὰς αἰτήσεις των. Διεπίστωσαν ὅμως κατάπληκτοι ὅτι δὲν ὑπῆρχον αἰτήσεις ἰδικαί των καὶ τότε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔσπευσαν νὰ ὑποβάλουν ἑτέρας αἰτήσεις. Ἡ Ἐπιτροπὴ κρίνουσα τὰς αἰτήσεις αὐτὰς ἀπεφάνθη ὅτι ὑπεβλήθησαν ἐκπροθέσμως καὶ τὰς ἀπέρριψεν. Αἱ περισσότεραι ἑπομένως τῶν αἰτήσεων ἀπερρίφθησαν ὡς ἐκπρόθεσμοι ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπήν, διότι ὑπεβλήθησαν πράγματι ἐκπροθέσμως, ὑπεβλήθησαν ὅμως οὕτω διότι οἱ δικαιοῦχοι εἶχον ἤδη διαπιστώσει ὅτι δὲν ὑπῆρχον αἱ ἀρχικαί των αἰτήσεις, αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐμπροθέσμως, εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν. Τοῦτο βεβαίως ἐδημιούργησε μίαν ἀγανάκτησιν καὶ ἕνα σάλον, τὸν ὁποῖον εὐχερῶς δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, ἐὰν δὲν τὸν ἐπληροφορήθητε ἤδη. Εὐτυχῶς ὅμως, κ. συνάδελφοι, ὑπάρχουν τρία περιστατικὰ τὰ ὁποῖα πείθουν πλήρως περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὅσων ἤδη σᾶς ἐξέθεσα. Κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν αἰτήσεων ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀγγελίδη, πολλοὶ τῶν δικαιούχων διεπίστωναν διὰ πρώτην φορὰν ὅτι ἡ αἴτησίς των εἶχεν ἀπωλεσθῆ. Μὴ ὑπάρχοντος πρωτοκόλλου — διότι οὔτε πρωτόκολλον δὲν ἐτηρήθη ὑπὸ τῆς Γεν. Διοικήσεως διὰ τὴν παραλαβὴν τῶν αἰτήσεων αὐτῶν —τινὲς τῶν δικαιούχων ἐσκέφθησαν διὰ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ δικαίου των νὰ ἀπευθυνθοῦν, εἰς τὸν κ. Τηλ. Ἀστερίου, τὸν ἐντεταλμένον ὑπάλληλον παρὰ τῆς Γεν. Διοικήσεως τὸ 1948–49 διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ ὁ κ. Ἀστερίου βεβαιοῖ ὅτι πράγματι ὑπεβλήθησαν ἐμπροθέσμως αἱ αἰτήσεις τῶν διαμαρτυρομένων καὶ ἀπορεῖ πῶς ἐχάθησαν. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀποσπάσματα ἀπὸ ἕνα..... χαριτωμένο γράμμα του διὰ νὰ λάβετε εἰκόνα τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὸ 1948–49. Εἰς ἀπάντησιν ἐπιστολῆς, πρὸς αὐτὸν προσώπου, τὸ ὁποῖον συνέβαινε νὰ κατέχῃ ἀνώτατον ἀξίωμα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑποβολῆς τῶν αἰτήσεων, ἦτο αἱρετὸς ἄρχων τῆς Ρόδου καὶ τὸ ὁποῖον διεπίστωνεν ὅτι ἀπωλέσθη ἡ αἴτησίς του, ὁ κ. Ἀστερίου εἰς τὰς 20.9.54, γράφει τὰ ἑξῆς: «Διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεώς σας ἐνθυμοῦμαι ζωηρῶς ὅτι εἴχατε ἐγκαίρως ὑποβάλλει αἴτησιν μετὰ δικαιολογητικῶν καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἀπορῶ πῶς ἐχάθη τόσον ἡ ἰδική σας αἴτησις, ὅσον καὶ πολλαὶ ἄλλαι. Ἐγὼ φεύγοντας παρέδωσα ἁπάσας ταξινομημένας κατὰ φακέλλους καὶ κατόπιν ἐγγράφου ἐντολῆς τῆς Διοικήσεως πρὸς τὸν κ. τάδε ὑπάλληλον Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Μέχρι τοῦδε μοῦ ἔχουν στείλει ἐπιστολὰς πλέον τῶν 15 προσώπων καὶ μοῦ ζητοῦν βεβαιώσεις. Εἰς τὴν πρώτην ἐπιστολὴν ἔστειλα ἔνορκον βεβαίωσιν, ἐπειδὴ ὅμως ἐλάμβανα ἀλλεπαλλήλους ἐπιστολάς, ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον μοῦ εἶπεν ὅτι ἠμπορῶ νὰ δίδω βεβαιώσεις, ἐφ’ ὅσον μοῦ ζητοῦν πληροφορίας, ἀπὸ τὴν ἐκεῖ ἑδρεύουσαν Ἐπιτροπήν, δηλαδὴ ὁ Πρόεδρος ἢ ὁ Γραμματεύς. Ἡ δὲ ἀπάντησις εἶναι ὅτι πράγματι ὑπεβάλατε αἴτησιν μετὰ δικαιολογητικῶν πολὺ ἐγκαίρως, χωρὶς ὅμως νὰ ἐνθυμοῦμαι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐζητούσατε. Διαφορετικὰ καὶ ἐὰν στείλω ἄνευ ἐγγράφου ἐντολῆς τοῦ Προέδρου, ἠμπορεῖ νὰ παρεξηγηθῶ, ὅπως μοῦ εἶπον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Νομίζω ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν νόμιμον τρόπον σᾶς ἐξυπηρετῶ, διότι τοῦτο ἄλλωστε ὑπαγορεύει καὶ ἡ συνείδησίς μου καὶ θὰ λυπηθῶ νὰ στερηθῆτε τῆς ἀποζημιώσεως. Πάντως τονίζω ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον ὑπεβλήθη ἡ αἴτησίς σας καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς ἦτο διὰ ζημίας, ἃς ὑπέστητε κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, χωρὶς νὰ ἐνθυμοῦμαι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐζητούσατε». Ἑπομένως, κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ὑπευθύνου ὑπαλλήλου τῆς Γεν. Διοικήσεως τῆς περιόδου 1948–49 βεβαιοῦται ὅτι ἀπωλέσθησαν αἰτήσεις. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, δύναμαι νὰ βεβαιώσω τοῦτο. Μία πτωχὴ γυναῖκα ἡ ὁποία ἐργάζεται ὡς καθαρίστρια ἐν Ρόδῳ, ἦλθε κλαίουσα μίαν ἡμέραν καὶ μοῦ εἶπε: «Κύριε Ζίγδη, ἡ αἴτησις τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐπερίμενα νὰ διορθώσω τὸ σπίτι μου, ἐχάθη. Τὶ θὰ γίνῃ τώρα;» Ἐγνώριζα δὲ ὅτι πράγματι αὐτὴ ἡ πτωχὴ γυναῖκα εἶχεν ὑποβάλλει ἐμπροθέσμως αἴτησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐτελείωσε τὸ ἔργον της ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀγγελίδη, κρίνασα ὅτι πᾶς ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο τυπικῶς ἐμπρόθεσμος δὲν εἶχε δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Μετὰ 10–15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐν τούτοις, ἀνεκαλύφθη μυστηριωδῶς εἰς μίαν ντουλάπα τῆς Γεν. Διοικήσεως φάκελλος, περιέχων περὶ τὰς 300 αἰτήσεις Καστελλοριζέων, αἱ ὁποῖαι ἐπεδόθησαν εἰς τὸν κ. Μαυρῆν, τὸ 1949, ὅταν οὗτος ἐπεσκέφθη ὡς Γεν. Διοικητὴς τὴν Νῆσον των. Καὶ φυσικὰ ὅλαι αὐταὶ αἱ αἰτήσεις δὲν ἐτέθησαν ὑπ’ ὄψιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατεβλήθη προσπάθεια μεταγενεστέρως ὅπως συγκαλυφθῇ τὸ γεγονός. Ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ φάκελλος ὑπάρχει εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν Ρόδου καὶ πᾶς ὁ δυσπιστῶν δύναται νὰ μεταβῇ ἐκεῖ καὶ νὰ διαπιστώσῃ τὸ πρᾶγμα. Πρὸ δύο μηνῶν ὅτε εὑρισκόμην εἰς Ρόδον, ὁ κ. Παρασκευᾶς, γραμματεὺς τῆς Ἐπιτροπῆς, μοῦ ἀνεκοίνωσεν ὅτι ἀνεκαλύφθησαν καὶ νέαι αἰτήσεις, περὶ τὰς 100 μέσα εἰς τὰ κασόνια τῆς ὑπηρεσίας ἐφοδιασμοῦ. Ἐζήτησα καὶ ἔγινε πρακτικὸν ἀνευρέσεως καὶ παραδόσεως τῶν αἰτήσεων αὐτῶν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἀποζημιώσεων. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι αἰτίᾳ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἀπωλέσθησαν αἰτήσεις τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ καθορισθῇ. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κανένα πρωτόκολλον, οὔτε ἄλλο τι στοιχεῖον εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ βασισθῇ κανείς; Πάντως πρέπει νὰ συμπεράνωμεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι πολὺ μεγαλύτερος τοῦ συνόλου τῶν αἰτήσεων τῶν ὑποβληθεισῶν εἰς ἀντικατάστασιν τῶν ἀρχικῶν αἱ ὁποῖαι ἀπωλέσθησαν ὑπὸ τῶν πληροφορηθέντων τὸ γεγονὸς δικαιούχων καὶ τὰς ὁποίας ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀγγελίδη ἀπέρριψεν ὡς ἐκπροθέσμως ὑποβληθείσας.
§72Ι. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ ταῦτα ἐζητήσατε νὰ διατηρηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις.
§73Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὁ κ. Μαυρῆς ἀνῆκεν εἰς τὴν παράταξίν σας καὶ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς του θητείας παρουσιάσθη αὐτὸ τὸ ξεχαρβάλωμα εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Παρακαλῶ νὰ μὴ μετατοπίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἀσχέτων ζητημάτων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ αὐτὰ ποὺ ἐξέθεσα καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πάσχει συνταγματικῶς. Διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι, ἐὰν παρίδωμεν τὸ γεγονὸς τῆς ἀπωλείας τῶν αἰτήσεων, θὰ ἀποστερήσωμεν Ἕλληνας πολίτας στοιχειώδους δικαιώματός των, θὰ παραγνωρίσωμεν ταὐτοχρόνως τὸ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀγγελίδη μὴ ἔχουσα ἀντικειμενικὰ στοιχεῖα συγκρίσεως δὲν ἠδυνήθη νὰ διαμορφώσῃ ἀντικειμενικὴν κρίσιν καὶ ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τὰς ὁποίας ἔκρινε καὶ ἐδικαίωσε. Διὰ νὰ μορφώσῃ ἀντικειμενικὴν καὶ δικαίαν κρίσιν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰ μέτρα συγκρίσεως. Διὰ τῆς ἀπωλείας ὅμως μεγίστου ἀριθμοῦ αἰτήσεων δὲν εἶχεν τὰ μέτρα αὐτὰ καὶ ἑπομένως καὶ αἱ ἀποφάσεις της αἱ ἀφορῶσαι τὰς αἰτήσεις τὰς ὁποίας ἐδέχθη ὡς νομιμοποιουμένας πρέπει νὰ θεωρηθοῦν ὅτι πάσχουν περὶ τὴν βάσιν καὶ συνεπῶς πρέπει καὶ αὐταὶ νὰ ἀναθεωρηθοῦν. Πρέπει, κ. ὑπουργέ, διὰ νὰ στηρίξωμεν τὴν συνταγματικότητα τοῦ νόμου, ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ ἐπανεξετάσῃ ὅλας τὰς αἰτήσεις.
§74Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Ποία Ἐπιτροπή;
§75Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ νέα.
§76Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Καὶ τῆς Ρώμης καὶ τῆς Λιβύης;
§77Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὄχι. Ποίαν σχέσιν ἔχει ἡ Ρώμη καὶ ἡ Λιβύη ἐν προκειμένῳ; Οὐδὲν ζήτημα ἀπωλείας αἰτήσεων εὐθύνῃ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἐδημιουργήθη διὰ τὰ Ἐπιτροπὰς τῆς Ρώμης καὶ τῆς Λιβύης. Ἐὰν δὲ ἐκ τῶν ὑστέρων γίνεται προσπάθεια δημιουργίας ἀναλόγου ζητήματος, τοῦτο γίνεται ἀσφαλῶς πρὸς ἀντιπερισπασμόν. Οὔτε ἀπὸ τὴν Ρώμην, οὔτε ἀπὸ τὴν Λιβύην ἐχάθησαν αἰτήσεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸν σεβασμὸν τῶν ἄλλων ἀποφάσεων καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Ρόδου. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Ρόδου, εἶχεν ἐπιπροσθέτως νὰ ἀντιμετωπίσῃ ὡρισμένα προβλήματα, τὰ ὁποῖα δὲν προέκυψαν διὰ τὰς ἄλλας Ἐπιτροπάς, εἰς ὃν βαθμόν, τοὐλάχιστον συνέβη διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Ρόδου. Ἡ ἀσάφεια ὡρισμένων διατάξεων τῆς συνθήκης εἰρήνης ἐδημιούργησεν εἰς τὴν σκέψιν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡρισμένους δισταγμοὺς καὶ ἀμφιβολίας, καὶ δι’ αὐτὸ αἱ ἀποφάσεις της εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις εἶναι προφανῶς ἐσφαλμέναι καὶ ἀντιφατικαί. Δι’ ἐμὲ ἡ ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη στηρίζεται κατὰ κύριον λόγον εἰς τὸ γεγονὸς τῆς ἀπωλείας τῶν αἰτήσεων. Οὐχ ἧττον, καὶ ὁ τρόπος ἑρμηνείας διατάξεών τινων τοῦ Ν. 2730 ἐπιβάλλει τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀναφέρομαι ἰδίως εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου τῆς «ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως». Ἡ συνθήκη τῆς εἰρήνης, ὁμιλεῖ περὶ δικαιώματος πρὸς ἀποζημίωσιν, ὄχι μόνον τῶν ὑπηκόων τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἀλλὰ καὶ τῶν τυχόντων «ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως» μὴ «ὑπηκόων» τῶν Ἡνωμ. Ἐθνῶν, ὡς οἱ Δωδεκανήσιοι. Ὁ ὅρος εἶναι γενικός, καὶ ἡ ἔννοια τῆς «ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως» στασιάζεται κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Διὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνοϊταλικὴ Διαιτητικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη τὸ ζήτημα τῆς ἑρμηνείας τῶν διατάξεων τῆς συνθήκης εἰρήνης, ἐπελήφθη καὶ τοῦ θέματος τούτου, κάπως διεξοδικῶς. Καὶ ἐνῷ ὡς προκύπτει ἐκ τῆς περικοπῆς τοῦ σχετικοῦ πρακτικοῦ, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη ἤδη, ἡ Διαιτητικὴ Ἐπιτροπὴ φαίνεται ἀποδεχομένη τὴν κλασσικὴν ἑρμηνείαν τοῦ ὅρου «ἐχθρικὴ μεταχείρισις» κατὰ τὸ διεθνὲς δίκαιον. Τελικῶς ὑπεχρεώθη νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διερεύνησις αὐτοῦ κατὰ περίπτωσιν, ὡς πραγματικοῦ γεγονότος. Ὁ Ν. 2730, τοῦ ὁποίου, θὰ πρέπει νὰ ὑπομνήσω, ὑπῆρξα ὁ μόνος ἐπικριτὴς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν ἀπεσαφήνισε τὸ σοβαρὸν τοῦτο ζήτημα. Ἐκ τοῦ γεγονότος δὲ τούτου ἐδημιουργήθη ἡ ἀβεβαιότης περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν σχετικῶν διατάξεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη. Τὸ ὅτι ὁ Ἕλλην νομοθέτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ τὰ τῆς διανομῆς τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων κατὰ τὴν κρίσιν του, προκύπτει, καὶ ἐκ τῶν στοιχειωδῶν ἀρχῶν τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἀλλὰ καὶ ἐκ θετικῆς διατάξεως τῆς συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, τῆς 31.7.1953, ἡ ὁποία κυρωθεῖσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ἐσωτερικὸν τῆς Ἑλλάδος δίκαιον. Λέγει ἡ συμφωνία αὐτὴ εἰς τὴν προτελευταίαν της διάταξιν: «...... ............... (ἀναγινώσκει) .....................». Ἀναγνωρίζεται δηλαδὴ τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος νὰ καθορίσῃ τὰ τῆς διανομῆς τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ ἀποζημιώσεως ὡς αὕτη θέλει, ἀλλὰ λαμβάνει καὶ ἡ Ἰταλία τὴν πρόνοιαν ὅπως αἱ ἐπὶ τοῦ θέματος ἀποφάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, θὰ ἀποτελέσουν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον νὰ δύνανται νὰ ἐπικαλεσθοῦν ἄλλαι δυνάμεις διὰ νὰ θεμελιώσουν ἀπαιτήσεις κατὰ τῆς Ἰταλίας. Ἐπὶ τῇ βάσει συνεπῶς τῆς ὡς ἄνω συμφωνίας, δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν τὰ τῆς διανομῆς ὡς νομίζομεν. Αὐτὰ ποὺ λέγονται καὶ φαίνονται ὑποστηριζόμενα καὶ ἐδῶ ὅτι δῆθεν οἱ Δωδεκανήσιοι οἱ μὴ Ἕλληνες ὑπήκοοι, δὲν ἔχουν δικαίωμα πρὸς ἀποζημίωσιν, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως εὐσταθοῦν. Καὶ πολὺ ὀρθῶς, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ διὰ τοῦ νομοθετήματος νὰ ἀποσαφηνίσῃ τὸ θέμα. Ἐν τούτοις ἐπειδὴ καὶ ἡ νέα ἑρμηνεία τοῦ ὅρου τῆς ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὅσον θὰ ἔπρεπε σαφὴς καὶ ἱκανοποιητική, προτείνω μίαν ἄλλην διατύπωσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, θὰ καθορίσωμεν τὰ τῆς διανομῆς τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων, νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν μετὰ θάρρους νὰ νομοθετήσωμεν ὅλας ἐκείνας τὰς συμπληρώσεις τοῦ ἀρχικοῦ νόμου, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλονται ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς τάξεως. Ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν ὁ κ. ὑπουργὸς ἐδέχθη κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως, νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον δύο διατάξεις, αἱ ὁποῖαι βελτιώνουν οὐσιωδῶς τὸν ἀρχικὸν νόμον. Ἀξία πάσης ἐξάρσεως εἶναι ἡ συμβολὴ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν. Διὰ τῆς πρώτης τῶν δύο ὡς ἄνω διατάξεων ἀπορρίπτεται ἡ περίεργος ἀντίληψις —διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὸν ἐπιεικέστερον ὅρον— τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ κληρονόμοι τῶν θανόντων ἐν πολέμῳ, ἢ ἐκτελεσθέντων ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν, δὲν εἶχον δικαίωμα ἀποζημιώσεως, διότι ὁ θάνατος τῶν τελευταίων ἔλαβε χώραν πρὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συνθήκης εἰρήνης! Εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τῶν δικαιούχων ἀναγνωρίζεται πλέον πλῆρες τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Τοιαῦτα ζητήματα τεραστίας ἀληθῶς ἐθνικῆς καὶ ἠθικῆς σημασίας ἐδημιούργησεν ἡ στενόκαρδος ἑρμηνεία τῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκης εἰρήνης, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀγγελίδη. Καὶ φυσικὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μείνουν ἄνευ θεραπείας. Ἀλλ’ ἐδημιουργήθη καὶ ἄλλο ἀνάλογον θέμα, προϊὸν τῆς περιέργου νομικῆς σκέψεως τῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀπεφάνθη πράγματι αὕτη ὅτι «ἐθελοντὴς» καὶ ἑπομένως δικαιούμενος ἀποζημιώσεως εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατετάγη εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις μέχρι τῆς 3.9.1943. Διότι μετὰ τὴν ἡμερομηνίαν ἐκείνην ἡ Ἰταλία ὡς ὑπογράψασα τὴν ἀνακωχὴν δὲν ἦτο πλέον ἐχθρὰ καὶ ἑπομένως δὲν ὑπεῖχεν ὑποχρέωσιν ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων της! Τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν γνωρίζω τὶ νὰ πρωτοθαυμάσῃ κανείς, τὴν καθαρῶς νομικὴν ἢ ἱστορικὴν ἐμβρίθειαν; Ὅπως γνωρίζουν οἱ πάντες, ἡ Ἰταλικὴ Διοίκησις διετηρήθη ἐν Δωδεκανήσῳ μέχρι τῆς 8.5.1954. Ἦτο δὲ ἡ Δωδεκάνησος τὸ τελευταῖον εὐρωπαϊκὸν φρούριον, τὸ ὁποῖον παρεδόθη εἰς τοὺς συμμάχους μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἀνακωχῆς εἰς τὸ δυτικὸν μέτωπον. Διετηρήθησαν ἑπομένως οἱ Ἰταλοὶ ἐν Δωδεκανήσῳ μέχρι τῆς 8.5.45 καὶ εἶχον μέχρι τότε ὅλην τὴν εὐχέρειαν νὰ καταστρέφουν ἀτιμωρητὶ τὰς περιουσίας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ κίνδυνον τῆς ζωῆς των διέφυγον εἰς Μέσην Ἀνατολὴν διὰ νὰ καταταγοῦν ὡς ἐθελονταὶ εἰς τὰς Ἑλλην. δυνάμεις, διότι κατὰ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀγγελίδη ἔληξαν αἱ εὐθῦναι τῆς Ἰταλίας, τὴν 3.9.43, ὅτε συνθηκολόγησεν ὁ Μπαντόλιο! Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν τοιοῦτον νομικὸν τερατούργημα καὶ ὀρθῶς περιλαμβάνεται εἰς τὸ νομοσχέδιον διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται πλῆρες δικαίωμα ἀποζημιώσεως εἰς πάντας τοὺς ἐθελοντὰς τοὺς καταταγέντας μέχρι τῆς 8.5.45 ἡμερομηνίας καθ’ ἣν κατελήφθη ἡ Δωδεκάνησος ἀπὸ τοὺς συμμάχους καὶ ἔληξεν ἡ Ἰταλικὴ κατοχή. Κύριοι, ἐὰν συμφωνήσωμεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δύναται διὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου νὰ καθορίσῃ ὅπως αὐτὴ νομίζει τὸν τρόπον διανομῆς τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων, ὑπάρχουν καὶ δύο τρία ἄλλα θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων δέον νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτή. Ἀλλ’ ἐπὶ τούτων θὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ διατυπώσω τὰς ἀπόψεις μου ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως. Κύριοι, θὰ ἔπρεπε νὰ τελειώσω ἐδῶ, ἀλλὰ ὡρισμέναι παρατηρήσεις, ἀξιοτίμων συναδέλφων, μὲ ὑποχρεώνουν νὰ κάμω καὶ ἐγὼ ἕναν ἐπίλογον. Δὲν περίμενα νὰ γίνῃ προσπάθεια ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ὑποτιμήσεως τῆς σοβαρότητος τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐν Δωδεκανήσῳ ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη. Δὲν ἀνέμενον ἰδίως, τὴν ἱερὰν ἀγανάκτησιν τῶν συμπατριωτῶν μου, νὰ θελήσουν συνάδελφοι καὶ νὰ ἐμφανίσουν ὡς τεχνητὸν προϊὸν ὀφειλόμενον εἰς τὴν πολιτικὴν ἰδιοφυΐαν καὶ τὴν κομματικὴν δεξιότητα τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς! Καὶ διὰ νὰ τοὺς προστατεύσω ἐκ νέου, διότι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπροστάτευσα ἔναντι τοῦ ἑαυτοῦ των, δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ οὕτως καὶ προκαλούμενος. Ἡ σιωπή μου, εἶναι νομίζω ἡ καλυτέρα ἀπάντησις ἀλλὰ καὶ προστασία αὐτῶν ἔναντι τοῦ ἑαυτοῦ των, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ τοὺς προσφέρω τὴν στιγμὴν αὐτήν. Μοῦ ἔκαμεν ἐπίσης κατάπληξιν ὅτι ἠκούσθησαν ὡρισμέναι διφορούμεναι ἀπόψεις ἀπὸ ἕτερον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος παρέστη σιωπηλὸς μάρτυς τῆς ἐπὶ 5 συνεχεῖς μῆνας ἐξεγέρσεως τῶν συμπατριωτῶν του, ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνταγματικότητα ἢ σκοπιμότητα τοῦ λαμβανομένου μέτρου.
§78Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Συγκεκριμένως νὰ εἴπητε τί ἐννοεῖτε, ποῖον ἐπροστατεύσατε καὶ πότε. Νὰ τὸν κατονομάσετε.
§79Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Σᾶς, κ. Ζαννῆ. Διότι σεῖς μοῦ ἀπεδώσατε.........
§80Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Σεῖς δὲν εἶσθε ἱκανὸς νὰ μὲ προστατεύσετε.
§81Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Μὴ ἐξάπτεσθε, διότι καὶ δι’ αὐτοῦ ζημιώνετε τὸν ἑαυτόν σας. Σεῖς θέλετε νὰ ἐμφανίσετε ὅτι ὅλος ὁ ἐν Δωδεκανήσῳ σάλος διὰ τὰς Ἰταλικὰς ἀποζημιώσεις, ὀφείλεται εἰς ἐμέ.
§82Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Διαστρεβλώνετε τὴν ἀλήθειαν. Ἐγὼ πρῶτος ἔστειλα τηλεγραφήματα καὶ διαμαρτυρίας συμπατριωτῶν. Σεῖς ὅμως συνεδέσατε ὅλην αὐτὴν τὴν ἀγανάκτησιν, τὴν ἱεράν, πρὸς τὸ πρόσωπόν μου. Καὶ νὰ μοῦ εἴπητε ποῦ ἔσφαλα καὶ τί ἔκαμα τὸ μεμπτόν. Νὰ τὸ εἴπητε ἐδῶ, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, καὶ ὄχι εἰς τὰ συλλαλητήρια.
§83Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Φίλτατε κ. Ζαννῆ, ἐὰν ἀποδίδετε πράγματι τὰ συλλαλητήρια καὶ τὴν ἀρθρογραφίαν τῶν ἐφημερίδων εἰς ἐμέ, μοῦ κάμνετε, ἕνα κοπλιμέντο πολὺ μεγαλύτερον ἀπὸ ὅτι θὰ ἀνέμενα. Τὰ συλλαλητήρια ἀφοῦ δὲν ἐστρέφοντο ἐναντίον ὑμῶν, ἐὰν δὲ σεῖς ἐπιδεικνύετε τὴν στοιχειώδη φρόνησιν κατὰ τὸν χειρισμὸν τοῦ ζητήματός σας, τὸ ὄνομά σας δὲν θὰ ἦτο μεταξὺ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Σεῖς ἀντιθέτως καὶ δι’ ἐπιστολῆς εἰς τὴν ἐφημερίδα σας ἐξεθέσατε τὸν ἑαυτόν σας, καὶ ἐπροσπαθήσατε νὰ ἐμφανίσητε ὅτι δῆθεν ἡ κατακραυγὴ τῆς κοινῆς γνώμης καθ’ ὑμῶν ἦτο ἀποτέλεσμα ἰδικῶν μου ἐνεργειῶν! Καὶ σᾶς ἀπήντησα διὰ τῆς «Ροδιακῆς», ὅτι περισσοτέρα σύνεσις δὲν θὰ σᾶς ἐζημίωνε! Ὁ κ. Ζαννῆς κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ ἕνα τεράστιον θόρυβον περὶ τὸ ὄνομά του ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ πάρῃ καὶ αὐτὸς μίαν ἀποζημίωσιν ἢ μᾶλλον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἀπηξίωσε νὰ διαφωτίσῃ ὡς ἔπρεπε τὴν κοινὴν γνώμην, ἀντ’ αὐτοῦ δὲ ἐφάνη ἀναλαμβάνων ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη. Ποῖος ἄλλωστε λόγος ὑπῆρχε νὰ φέρῃ τὸ προσωπικόν του ζήτημα πρὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Ἡ ὑπερβολική του εὐθιξία ἴσως καὶ ἀσφαλῶς ἡ ἔλλειψις ψυχραιμίας καὶ φρονήσεως. Διότι προβάλλων συνεχῶς τὸν ἑαυτόν του κατώρθωσε καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ αὐτῇ νὰ καλύψῃ ἄλλους ἐναντίον τῶν ὁποίων μὲ πολὺ μεγαλυτέραν δικαιολογίαν στρέφεται ἡ ἀγανάκτησις τῆς κοινῆς γνώμης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ ἤθελον τελειώνων τὴν παρένθεσιν αὐτὴν νὰ τονίσω τοῦτο: Ὅτι συνέπεσε κατὰ περίεργον τρόπον, τὸ μεγαλύτερον ποσοστὸν τῶν ἀποζημιώσεων νὰ δοθῇ εἰς πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουν κάποιαν πολιτικὴν ὑπόστασιν ἐν Δωδεκανήσῳ, ἰδίως πρόσωπα συνδεόμενα στενώτατα μὲ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν Δωδεκανήσου κατὰ τὸ ἀμέσως προηγηθὲν τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη, διάστημα. Ἐπειδὴ ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ διετυπώθησαν ἐπικρίσεις καὶ καταγγελίαι—ἄσχετον ἂν δικαιολογημένως ἢ μὴ—γνωρίζετε δὲ πόσον εὔκολος εἶναι ἡ διαβολὴ εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ στοιχειῶδες καθῆκον ἡμῶν νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξουν πρὸ ἑνὸς δευτέρου ἀδιαβλήτου δικαστηρίου τὰ δικαιά των. Διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀποστομωτικοτέρα ἀπάντησις πρὸς τοὺς κατηγόρους των καὶ διὰ τὸν κ. Ζαννῆν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀναμιγνύῃ τὸ ὄνομά του εἰς κάθε εὐκαιρίαν καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους, πολιτευομένους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπεδικάσθησαν ἀποζημιώσεις, ἀπὸ τοῦ νὰ πάρουν μίαν ἀπόφασιν ἀπὸ τὴν νέαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ τοῖς ἀναγνωρίζῃ τὴν ἰδίαν ἢ καὶ μεγαλυτέραν τῆς ἀρχικῆς ἀποζημίωσιν. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὰς περισσοτέρας τῶν περιπτώσεων αὐτῶν, ἐὰν δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως θὰ ἀναγνωρισθῇ μεγαλυτέρα ἀποζημίωσις καὶ οὕτω θὰ φανῇ πόσον ἄδικος ἦτο ἡ κατ’ αὐτῶν καταφορὰ τῆς κοινῆς γνώμης.
§84Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Εἶναι περισσότεροι οἱ δικαιοῦχοι αὐτὴν τὴν φορὰν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἀποζημίωσις θὰ εἶναι μικροτέρα.
§85Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ δικαίωσίς των δὲν θὰ εἶναι ἐὰν θὰ πάρουν τελικῶς μεγαλύτερα ποσά, διότι τοῦτο εἶναι συνάρτησις τοῦ συνόλου τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας θὰ ἀναγνωρίσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς τὸ σύνολον τοῦ πρὸς κατανομὴν διαθεσίμου ποσοῦ, ἀλλὰ τὸ ἀπόλυτον ὕψος τῆς εἰς αὐτοὺς ἀναγνωρισθησομένης ζημίας. Ἡ ἠθική των δικαίωσις θὰ εἶναι πλήρης ἐὰν καὶ ἡ δευτεροβάθμιος Ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίσῃ εἰς αὐτοὺς ὅτι αἱ ζημίαι τὰς ὁποίας ὑπέστη δικαιοῦχος τις ἦσαν μεγαλύτεραι ἢ καὶ ἴσαι πρὸς τὰς ἀναγνωρισθείσας ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη. Τότε οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ διαβάλῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Δωδεκανήσου, ὅτι μετεχειρίσθη τὴν ἐπιρροήν του διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ὑπὲρ αὐτοῦ χαριστικὰς ἀποφάσεις. Ἀντιλαμβάνομαι βεβαίως ὅτι τὸ ποσοστὸν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἤδη ἐπιτυχόντων ἀποζημίωσιν, θὰ μειωθῇ καὶ πρέπει νὰ μειωθῇ, διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν, ὅσοι ἀπεκλείσθησαν, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα ἀνωτέρω. Ὅπως καὶ ἂν τὰς ἐξετάσῃ κανείς, ἄλλωστε, τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰς δικαιολογήσῃ. Οὕτω εἶναι ἀδύνατον ἡ κοινὴ συνείδησις νὰ δεχθῇ ὅτι σπίτια εἰς ξεχασμένα νησιά, εἰς νησιὰ τὰ ὁποῖα αὐτὴν τὴν στιγμήν, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς, ἔχουν περιέλθει εἰς πλήρη παρακμήν, ἔχουν ἀξίαν διαμερίσματος εἰς τὸ Κολωνάκι, ἢ ὅτι περιεῖχον ὡς ἔφθασε κἄποιος νὰ ἰσχυρίζεται τάπητας 14 ἑκατ. λιρεττῶν! Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὰ τὰ πράγματα νὰ σταθοῦν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν τῶν Δωδεκανησίων. Περαίνων θὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὸν κ. ὑπουργόν, διὰ νὰ προσθέσω τοῦτο. Ὁ ἀρχικὸς νόμος 2730, ἠδίκησε καταφώρως τὴν Δωδεκάνησον εἰς τὴν ὁποίαν ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 850 ἑκ. λιρετ., τοῦ ὁποίου ἐδικαιοῦτο, ἀνεγνώρισε μόνον ποσὸν 500 ἑκατ. λιρεττῶν. Βεβαίως τὸ ζήτημα ἀνήκει εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προβῇ εἰς μίαν σχετικὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ἀρχικῆς ἀδικίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τὴν Δωδεκάνησον. Προτείνω ἑπομένως ὅπως τὰ ὑπόλοιπα τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἀπὸ τὰς ἄλλας Ἐπιτροπὰς νὰ δοθοῦν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ κονδυλίου τῆς Δωδεκανήσου.
§86Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς Λιβύης;
§87Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἀπὸ τῆς Λιβύης ἔμεινεν ἕνα σημαντικὸν κονδύλιον καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει πόσον ἦτο μεροληπτικὴ ἡ κρίσις τῶν εἰσηγηθέντων τότε τὴν κατανομὴν τοῦ συνολικοῦ ποσοῦ τῶν ἀποζημιώσεων, καθ’ ἣν ἐκαθορίσθησαν 450 ἑκατ. λιρ. διὰ τοὺς δικαιούχους τῆς Λιβύης καὶ μόνον 500 ἑκ. λιρ. διὰ τοὺς Δωδεκανησίους. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἔληξαν. Παρακαλῶ μόνον τὴν Κυβέρνησιν, δεδομένου ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι διαπιστοῦται τὸ ἀνεπαρκὲς τοῦ κονδυλίου Δωδεκανήσου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ὑπάρχει δυνατότης, μερικῆς ἐπανορθώσεως τῆς προσγενομένης ἀδικίας, τὰ κονδύλια αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπερίσσευαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Λιβύης νὰ χρησιμοποιηθοῦν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν δικαιούχων τῆς Δωδεκανήσου. Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ἐπικροτήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ θὰ τὸ καταστήσῃ νόμον τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Κουντούρης ἔχει τὸν λόγον.
§89Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἀκούσατε, κύριοι βουλευταί, ὁμιλοῦντας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου τοὺς τρεῖς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς μιᾶς ἐκλογικῆς περιφερείας τῆς Δωδεκανήσου καὶ ἔρχεται τώρα ἡ σειρὰ τῶν ὑπολοίπων δύο τῆς δευτέρας ἐκλογικῆς περιφερείας, τοῦ δευτέρου ἡμίσεως, τῆς Δωδεκανήσου. Θὰ προσπαθήσω νὰ μὴ σᾶς κουράσω πολὺ καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἀγαπητὸν ἐκ Καλαβρύτων συνάδελφον, διότι δὲν ὑπάρχει διαφορὰ γνωμῶν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν προλαλησάντων τριῶν συναδέλφων. Δι’ αὐτὸ θὰ περιορισθῶ εἰς ἕνα εἶδος ἀνακεφαλαιώσεως τῆς οὐσίας τοῦ θέματος καὶ θὰ ἐπεκταθῶ εἰς ὀλιγόλογον προσθήκην διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λέσβου ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ εἴπῃ ἐπὶ θέματος ἀφορῶντος τὴν ἰδικήν μας περιφέρειαν. Εἶμαι καὶ ἐγὼ σύμφωνος ὅτι τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη δὲν ὑπῆρξεν ὄχι μόνον τέλειον, ἀλλὰ οὔτε κἂν δυνάμενον νὰ τύχῃ ἐπιεικοῦς κρίσεως. Εἶναι πράγματι πρωτοφανὲς τὸ παράδειγμα, ὅτι ἐπὶ 500 περίπου ἀποφάσεων ἐκδικάσεως ποσῶν ἀποζημιώσεως, εἰς πολλὰ ἄτομα, δὲν ὑπάρχουν παρὰ ἐλάχισται αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ τύχουν τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας ὅτι εἶναι δίκαιαι. Ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐξωφθάλμως παράλογοι εἶναι πάμπολλαι καὶ δικαίως ἐξανέστη ἡ συνείδησις ὁλοκλήρου τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ, διότι ἀποζημιώσεις αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἀνήκουν εἰς τὸ σύνολον τῶν Δωδεκανησίων διετέθησαν εἰς ὀλίγους καὶ κατὰ τρόπον προφανῶς παράλογον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἠθικὴ βάσις ἡ ὁποία ἐδικαίωσε τὴν ἐξέγερσιν τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην μου ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ διόρθωσις τῶν κακῶς κειμένων. Πέραν τοῦ εἰδικοῦ συμφέροντος τῶν ἀτόμων ὑπάρχει τὸ ἠθικὸν αἴτημα νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη καὶ πρέπει νὰ ἀνέλθωμεν οἱ ἀντιπολιτευόμενοι εἰς ἐπίπεδον ἀσκήσεως τῆς πολιτικῆς κάπως ἀνώτερον διὰ νὰ μὴ νομίζωμεν ὅτι Ἀντιπολίτευσις σημαίνει συνεχῆ ἀντιλογίαν καὶ ἐπίκρισιν τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων, ἀλλὰ νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα, ὅτι ὑπάρχουν περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας οἱ ἀντιπολιτευόμενοι πρέπει νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὴν καλὴν πρόθεσιν καὶ τὴν καλὴν διάθεσιν τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει εὑρισκομένων σήμερον, νὰ συμπληρώσωμεν δὲ ἐὰν εἶναι δυνατὸν τὴν ἐκδήλωσιν τῆς καλῆς προθέσεως διορθώνοντες ὅσας ἀτελείας ἐν τῇ ἐκδηλώσει της ἄφισεν ἡ καλὴ αὕτη πρόθεσις. Καὶ ἐπιτελῶν εὐχάριστον καθῆκον δηλῶ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ παρακολούθησις ἡ ἀτομικὴ μου τοῦ ζητήματος καὶ τοῦ χειρισμοῦ τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μὲ ἔπεισεν ὅτι ἐκ μέρους του ὑπάρχει ἀπολύτως ἡ καλὴ πρόθεσις νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς ἀδικίας καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον. Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεδέχθη τὰ σφάλματα τοῦ μέχρι τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου χειρισμοῦ τοῦ βασικοῦ τούτου θέματος. Κύριοι, σημειῶ τὰ σφάλματα: Πρῶτον σφάλμα ὑπῆρξαν αἱ παράλογοι ἐπιδικάσεις μεγάλων ποσῶν εἰς ἄτομα τὰ ὁποῖα ἦτο προφανὲς ὅτι δὲν εἶχον ποτὲ τοιαύτην περιουσίαν ὥστε νὰ δικαιοῦνται οὔτε τοῦ ἡμίσεος, οὔτε τοῦ ⅓, οὔτε τοῦ ⅒ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπεδικάσθη.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καταπληκτικόν!
§91Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Καταπληκτικὸν μέν, κύριε συνάδελφε, ἀληθὲς ὅμως. Δεύτερον σφάλμα τὸ ὁποῖον ἐν τῇ συνειδήσει του παρεδέχθη ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἴσως δὲν εἶχε τὴν δυνατότητα τῆς ἀπευθείας διευθετήσεώς του, ἦτο ὅτι ἐδικαιώθησαν ἀποζημιώσεως μόνον ἐκεῖνοι ἐκ τῶν Δωδεκανησίων οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1943 εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἔχουν ἀποκτήσει τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα καὶ ἐλάχιστοι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐγνώριζον πῶς νὰ κάμουν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ποὺ τοὺς παρεῖχεν ἡ συνθήκης τῆς εἰρήνης, νὰ ἀποδείξουν ὅτι ὑπέστησαν ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς μεταχείρισιν ὑπηκόων ἐχθρικοῦ Κράτους. Καὶ ὅταν παρεδέχθη αὐτὸ τὸ ἄδικον ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς εἶπε —καὶ τὸ πιστεύω— ὅταν ἠθέλησε νὰ τὸ διορθώσῃ, εὑρίσκετο ἐν ἀδυναμίᾳ πῶς νὰ τὸ διορθώσῃ. Καὶ θέλω νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι μᾶς ἐκάλεσεν ὅλους τοὺς Δωδεκανησίους βουλευτὰς καὶ μᾶς εἶπε νὰ τοῦ ὑπομνήσωμεν καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως τὰς ἀπόψεις μας, καὶ νὰ τοῦ δείξωμεν ποῖος θὰ ἦτο ὁ τρόπος ἐπανορθώσεως τῶν ἀδικιῶν. Τὰ ὑπομνήματα ὅμως τὰ ὑπεβάλαμεν ὅλοι. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὴν συγκέντρωσιν παρέστημεν τρεῖς–τέσσαρες ἐκ τῶν βουλευτῶν—παρευρισκόμεθα καὶ οἱ τέσσαρες—καὶ ὅτι εἰς αὐτὴν προήδρευσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅστις μᾶς εἶπεν: Θὰ ἤθελα νὰ ἀποδώσω τὸ δίκαιον, ὅπου καὶ σεῖς θέλητε νὰ τὸ ἀποδώσητε. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσω νὰ κάμω κάτι, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσῃ ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀντὶ νὰ ὠφελήσω τοὺς συμπολίτας σας, θὰ τοὺς βλάψω. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ πράξω, πᾶν ὅ,τι μοῦ ζητεῖτε, καὶ ὅτι μοῦ ζητεῖ ὁ Δωδεκανησιακὸς λαός. Θὰ κάμω ὅμως ὅ,τι μοῦ εἶναι δυνατόν. Δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ γίνω ἀπολογητὴς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς μου ἀπολογίας. Ἐθεώρησα ὅτι ἦτο καθῆκον μου νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶδον ἐν τῇ πράξει λαβόντα χώραν καὶ πῶς ἐδιορθώθη αὐτὸ τὸ δεύτερον σφάλμα τοῦ χειρισμοῦ τοῦ ζητήματος, μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1954. Εἶναι προφανές, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν οἱ Δωδεκανήσιοι νὰ χωρισθῶμεν εἰς τοὺς λαβόντας τὴν ὑπηκοότητα πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1943 καὶ εἰς τοὺς λαβόντας ταύτην μετέπειτα. Διότι ὅλοι οἱ Δωδεκανήσιοι εἴχομεν βάσει τῶν αἰσθημάτων μας καὶ βάσει τῶν θυσιῶν καὶ τῶν διωγμῶν, τοὺς ὁποίους ὑπέστημεν ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς, ὅλοι εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ διεκδικήσωμεν τὴν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπόκτησιν τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηκοότητός μας καὶ πρὶν κἂν μᾶς δοθῇ κατὰ τύπον μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου. Ἦτο τοιαύτη ἡ μεταχείρισις ποὺ μᾶς ἔκαμαν οἱ Ἰταλοί, ὥστε ἀναμφισβητήτως ἐθεωρούμεθα ὅλοι μας ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς τοὺς ἴδιους Ἕλληνες ὑπήκοοι. Καὶ αὐτὸ τὸ διαβατήριον, ποὺ μᾶς ἔδιδον, ἄκουσον, ἄκουσον, καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν τὸ ἐπίστευαν πῶς εἶχε καμμίαν ἀξίαν, διὰ νὰ κάμῃ διαφορὰν τῆς ὑπηκοότητός μας. Βάσει αὐτῆς τῆς πραγματικότητος δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι ὅλοι οἱ Δωδεκανήσιοι, οἱ ὑποστάντες ζημίας, νὰ τύχουν ἀποζημιώσεως. Καὶ βεβαίως θὰ ἐλαττωθοῦν τὰ ποσὰ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον ἐπιδικάσεως ἀποζημιώσεως ἕως τώρα, ἀλλὰ εἶναι καλύτερον νὰ ἐλαττωθοῦν διὰ τοὺς ὀλίγους, καὶ νὰ δικαιωθοῦν οἱ πολλοί.
§92Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ μᾶς κάμετε μίαν διευκρίνησιν. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ Ν. Διατάγματος 2730 λέγει σαφῶς, ὅτι τὸ συνολικὸν ποσὸν τῶν 3 δισεκατομμυρίων λιρεττῶν, τὸ ὁποῖον ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις συνεφώνησε νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὴν πράγματι καλῶς χειρισθεῖσαν τὸ θέμα, ὅπως εἶπον οἱ προλαλήσαντες, τὸ ποσὸν αὐτὸ καθορίζεται ὅπως ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νόμου 2730, βάσει τῶν αἰτήσεων, τὰς ὁποίας εἶχεν εἰς χεῖρας της ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅταν ὑπέβαλε τὸ αἴτημά της πρὸς τὴν Ἰταλικήν. Βάσει αὐτῶν τῶν αἰτήσεων ἐρρύθμισε τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Βεβαίως, θὰ ἦτο ἀνθρώπινον αὐτὸ ποὺ λέγετε, νὰ ἐξομοιωθοῦν ὅλοι οἱ Δωδεκανήσιοι, πρὸς τοὺς δικαιούχους τῆς συνθήκης τῆς εἰρήνης. Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει αὐτὸ ἡ συνθήκη εἰρήνης. Περιορίζει σαφῶς τοὺς δικαιούχους. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπεστήριξε τότε τὰ αἰτήματα αὐτὰ καὶ ἐπετύγχανε τὴν ὑπὲρ τῶν Ἰταλῶν ὑπηκόων, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς συνθήκης εἰρήνης, ἐπιδίκασιν ποσοῦ, βεβαίως θὰ εἴχατε δίκαιον. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς ἢ ὁ προκάτοχός του διεπραγματεύθη διὰ τοὺς ὑπηκόους τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Τοιαύτη δὲ μεταχείρισις ἐγένετο διὰ τοὺς ὑπηκόους ὅλων τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἀδικία, ἂν θέλετε, ὑφίσταται, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς Ἠπειρώτας, οἱ ὁποῖοι ἐκάησαν, καὶ διὰ τοὺς Μακεδόνας, καὶ διὰ τοὺς νησιώτας τῆς Ἑλλάδος. Οὐδεὶς ὅμως ἐξ αὐτῶν ἔρχεται νὰ ζητήσῃ μερίδιον ἀπὸ τὰς Ἰταλικὰς ἐπανορθώσεις.
§93Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἔχει δώσει τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. Ζίγδης. Διότι ὅπως ἤδη ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ρόδου συνάδελφος, εἶναι αὐταπόδεικτον ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ πρωτοκόλλου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσε προηγουμένως, ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλή, τὸ ποσὸν τὸ ἤδη ἐπιδικασθὲν διὰ τὰς ἀποζημιώσεις καὶ τὸ ὁποῖον ἐγένετο παραδεκτὸν ἀπὸ τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, νὰ τὸ κατανείμῃ εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους, κατ’ ἀπόλυτον αὐτῆς κρίσιν.
§94Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Ἔχω ἀντιρρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ.
§95Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Αἱ ἀντιρρήσεις σας παραμένουν σεβασταὶ διὰ σᾶς, κ. συνάδελφε. Δι’ ἡμᾶς παραμένει ὡς γνώμη δικαίου αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ρόδου συνάδελφος. Πέραν τοῦ τυπικοῦ θέματος, ὑπάρχει τὸ οὐσιαστικὸν θέμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ δίκαιον. Ὅλοι οἱ Δωδεκανήσιοι πρέπει νὰ πάρουν ἀποζημίωσιν καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς φόβος οἱ δικαιωθέντες ἀποζημιώσεως νὰ ἔλθουν καὶ νὰ ἐπικρίνουν νέας ἀποφάσεις καὶ νέας ἀποζημιώσεις, ποὺ θὰ δικαιωθοῦν ὅσοι τώρα ὑπέβαλαν αἰτήσεις. Καὶ δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ γίνῃ αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπέσεισε τὸν κίνδυνον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου συνάδελφος, ὅτι δηλαδὴ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ σήμερον ψηφισθησομένου νόμου θὰ ἐπέλθῃ σάλος εἰς τὴν Δωδεκάνησον καὶ ὅτι θὰ ὑπάρξουν πολλοὶ ἐκ τῶν δικαιωθέντων, οἱ ὁποῖοι θὰ προσφύγουν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ θὰ ζητήσουν νὰ καταρρίψουν τὴν ἀπόφασιν, διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ σήμερον ψηφιζομένου νόμου. Δὲν θὰ ὑπεισέλθω εἰς ἄλλο μέρος τῆς συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος, διότι ἤδη νομίζω ἐπαρκεῖς ἐπ’ αὐτοῦ ἔδωσαν τὰς ἐξηγήσεις οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Ρόδου καὶ ἐκ Καλαβρύτων καὶ ὁ δεύτερος ἐκ Ρόδου ὁμιλητής. Θὰ προσθέσω ἓν μόνον οὐσιαστικὸν ἐπιχείρημα, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, ἐκ Λέσβου. Δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖνοι, ποὺ ἔχουν τὸ ἠθικὸν δικαίωμα νὰ κάμουν προσφυγὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Οἱ μεγαλοκαρχαρίαι καὶ ἰσχυροὶ τοῦ παρελθόντος ἔτους, οἱ λαβόντες τὰς ἀποζημιώσεις, τὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται οὔτε τὸ δέκατον τῶν ἀποζημιώσεων, ὧν ἐδικαιώθησαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀγγελίδη. Δυνατὸν νὰ ἔρχωνται εἰς συναδέλφους ἄλλων περιφερειῶν καὶ νὰ λέγουν: «Θὰ προσφύγωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας». Εἰς ἡμᾶς δὲν ἠμποροῦν νὰ τὰ εἴπουν αὐτά. Ἂς τολμήσουν νὰ πᾶνε εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας καὶ θὰ ἔλθωμεν οἱ γνωρίζοντες τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα καὶ θὰ τοὺς ξεσκεπάσωμεν, κ. συνάδελφε ἐκ Λέσβου.
§96Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀπολύτως γνῶσιν τῶν προσώπων. Ποῖον εἶναι τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς ἐπιδικασθείσης ἀποζημιώσεως εἰς τὴν Ρόδον;
§97Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἐπεδικάσθησαν ἀποζημιώσεις ἀπὸ 5, 7, 8, 10 ἑκατομμύρια λιρέττες, καὶ 18 ἑκατομμύρια λιρέττες, μὲ 50 δραχμὰς τὴν λιρέτταν, ὡς βάσιν.
§98Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ Ρώμης ἐπεδίκασε 118 ἑκατομμύρια καὶ δὲν γίνεται νόμος διὰ νὰ ἀνατραποῦν αἱ ἀποφάσεις της.
§99Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο: Δὲν γνωρίζω πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Ἰταλίᾳ καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ἂν ἡ ἀποζημίωσις τῶν 118 ἑκατομμυρίων λιρεττῶν ἀπετέλεσαν λάθος ἢ ὄχι. Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀποζημιώσεις 8 ἑκατομμυρίων λιρεττῶν καὶ ὄχι 118, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν ἁπλοῦν λάθος, ἀλλὰ ἀποτελοῦν σκάνδαλα. Καὶ εἰς ἕνα χρόνον, μόνον μία ἀπόφασις ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχουν—δυστυχῶς—ἀποφάσεις.
§100Π. ΣΙΦΝΑΙΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς Ρώμης διὰ 118, διὰ 90 καὶ 93 ἑκατομμύρια λιρεττῶν.
§101Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἀποτελεῖ ἄσκοπον ἀπώλειαν χρόνου ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ρώμης, διότι ἡμεῖς συζητοῦμεν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ρόδου.
§102Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἄλλο Ἰταλία καὶ ἄλλο Δωδεκάνησος.
§103Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι —κατὰ τὴν γνώμην μου— δὲν θὰ ὑπάρξουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προσφύγουν εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, διὰ νὰ εἴπουν: Ἐδικαιώθην ἀποζημιώσεως ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀγγελίδη καὶ πρέπει νὰ τὴν πάρω. Εὔχομαι νὰ μὴ τὸ τολμήσουν τοῦτο, διότι θὰ εἶναι πολὺ εὔκολον —ἐπαναλαμβάνω— νὰ τοὺς ξεσκεπάσωμεν καὶ νὰ ἀποδείξωμεν τὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας ἐχρησιμοποίησαν.
§104ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσαι ἀποφάσεις ἦσαν αὐταί;
§105Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Πολλαί. Τοῦτο μόνον θέλω νὰ σᾶς εἴπω. Δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν πρόσωπα καὶ πράγματα, κατήντησαν κλασσικὸν παράδειγμα ἀστοχίας, αἱ κρίσεις καὶ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ἐπὶ ὁλοκλήρου σειρᾶς. Καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα ἄλλο σημαντικὸν μέρος τῆς ὑποψίας. Εἶναι ἡ ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη εἰς τὸν Δωδεκανησιακὸν λαόν, περὶ τῆς ποιότητος καὶ τῆς εὐθυκρισίας τῶν Διοικητικῶν Δικαστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ ἀκριβῶς ἐδῶ ἔγκειται μία ἄλλη σκοπιμότης τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ὅτι ἀποκαθιστᾷ τὴν πεποίθησιν τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ ἐπὶ τῷ ὅ,τι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν καὶ ἐὰν ἀκόμη ὑπάρξουν λάθη, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν λειτουργίαν μιᾶς Δικαστικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν διστάζει ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ λάθη καὶ προβαίνει εἰς τὴν παροχὴν δυνατότητος διορθώσεως τῶν λαθῶν. Ἰδοὺ μία ἄλλη ἀρετὴ τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα). Καὶ τὴν ἀρετὴν αὐτὴν ὀφείλομεν νὰ ἐξάρωμεν. Ἀντὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, ἐκ Λέσβου τὴν δημιουργίαν σάλου, ἐπιτρέψατε εἰς ἐμέ, τὸν γνωρίζοντα τὰ πράγματα καὶ τὰς συνθήκας, νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἐφαρμοζόμενον θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν πεποίθησιν τῶν Δωδεκανησίων ἐπὶ τὴν εὐθυκρισίαν καὶ τὸν σεβασμὸν τῶν κυβερνώντων τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὴν δικαιοσύνην ἐν τῇ χώρᾳ μας. (Χειροκροτήματα).
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ.
§107Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι εἶναι εὐτυχὴς δι’ ἡμᾶς σύμπτωσις, ὅτι τὴν πρᾶξιν ταύτην τὴν κάμνει Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ. Ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω, ὅτι οἱανδήποτε ἄλλο κόμμα ἐὰν ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ αὐτὸ θὰ ἔπραττε, καὶ τοῦτο πρὸς τιμὴν ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα). Ὑπῆρχε λοιπὸν αὐτὴ ἡ προφανὴς ἀτέλεια τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου κατὰ τὴν κατανομὴν τῶν Ἰταλικῶν ἀποζημιώσεων καὶ τώρα διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως εἰς τὴν δευτεροβάθμιον Ἐπιτροπὴν τοῦ δικαιώματος νὰ κρίνῃ τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑποστάντος ἐχθρικὴν μεταχείρισιν ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ὑφισταμένων ἀποδείξεων, παρέχεται —κατὰ τὴν γνώμην μου— ἡ δυνατότης νὰ ἐπανορθωθοῦν πολλαὶ τῶν διαπραχθεισῶν ἀδικιῶν. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἁρμοδιότητός του καὶ καθ’ ὃ ἔχει νομίζω δικαίωμα, θὰ δώσῃ ὁδηγίας πρὸς τὴν δευτεροβάθμιον Ἐπιτροπὴν διὰ τὸν τρόπον ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφιζομένου ἄρθρου, τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Καὶ νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος χειρισμοῦ τοῦ θέματος δίδει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπανορθωθοῦν ὅλαι αἱ ἀδικίαι. Ταῦτα διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν καταφανέστερον νὰ ἐξηγήσω τὸ θέμα. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς μίαν ἄλλην ἀτέλειαν τῶν προηγουμένων ἀποφάσεων. Ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἡ ἀτέλεια, ὅτι ἐδικαιώθησαν ἀποζημιώσεως μόνον οἱ μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1943 Δωδεκανήσιοι ἐθελονταί. Διὰ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου διορθοῦται ἓν μέγα μέρος τῆς ἀτελείας αὐτῆς καὶ συμπεριλαμβάνονται διὰ τὴν ἀποζημίωσιν καὶ οἱ μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου 1945.
§108Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Τὸ διάταγμα ἐψηφίσθη καὶ ἔλεγε μέχρι τοῦ Φθινοπώρου 1945. Ἐδόθη ὅμως ἡ ἑρμηνεία ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν — ἐκεῖ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέμβωμεν ἡμεῖς— ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία, καίτοι ἡ ἀπόφασις περιελάμβανε τὸ 1945 καὶ ὑπέβαλλον αἰτήσεις ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετέσχον ὡς ἐθελονταί, ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία, μόνον διὰ τὸ 1943. Ἐπηκολούθησεν ὅμως ἕνα καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἦτο μικτὸν διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Πάντως ὁ νόμος ἔλεγε 1940–1945.
§109Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Τὸ ἐνθυμοῦμαι διότι ἤμουν μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν εἴχατε ἀποδεχθῆ. Ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία τότε αὐτή, ἡ ὁποία σήμερον διορθοῦται. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ κείμενον τοῦ νέου νομοσχεδίου ἔχει μίαν μικρὰν ἀσάφειαν, ὑπέβαλον μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 4 ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι θὰ ἀποδεχθῆτε.
§110Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.– Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν ὑπάρχει λόγος, διότι οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ ἐθεωρήθησαν ἐξ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος Ἕλληνες ὑπήκοοι. Συνεπῶς ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφισβήτησις. Ἑπομένως μὴ ἐπιμένετε διότι τὸ θέμα σας εἶναι λελυμένον δεδομένου ὅτι οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ μνημονευθοῦν εἰς μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία δίδει τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μετέσχον ὡς ἐθελονταί.
§111Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἔχετε ἀπόλυτα δίκαιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος. Ὅταν ἐψηφίσθη τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 2730)53, ἐτέθη προθεσμία ὑποβολῆς αἰτήσεων. Ἐκεῖ ἐγένετο μνεία περὶ τῶν ἐθελοντῶν, χωρὶς νὰ μνημονευθῶσι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος. Ἕνεκα τούτου, ἐκεῖνοι δὲν εἶχον δυνηθῆ νὰ ὑποβάλουν ἐμπροθέσμως τὰς αἰτήσεις των, τοῦτο δὲ ἀφορᾷ ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία.
§112Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.– Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε συνάδελφε, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς πρόκειται νὰ ὁρίσωμεν, ἐὰν εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι ἢ ὄχι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸ 1943 κατετάγησαν ὡς ἐθελονταί. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἤδη λελυμένον. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀξιωματικούς, οὗτοι εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τοὺς περιλάβωμεν εἰς διάταξιν ἡ ὁποία ἔχει ἁρμοδιότητα μόνον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐθελοντάς.
§113Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε, νὰ μοῦ ἐπιτραπῆ νὰ ἐπαναλάβω τοῦτο. Ὅταν ἐδώσαμε τὸ δικαίωμα ὑποβολῆς αἰτήσεων εἰς τοὺς ἐθελοντάς, τοὺς ὑπηρετήσαντας μετὰ τὸ 1943 ἕως τὸ 1945.....
§114Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.– Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν δίδομεν διότι αὐτοί, δυνάμει τοῦ Ν.Δ. τοῦ 1940–45, ὑπέβαλον αἰτήσεις, ἐκρίθησαν ὅμως ὅτι δὲν δικαιοῦνται ἀπὸ τὴν στενὴν αὐτὴν ἑρμηνείαν. Συνεπῶς δὲν δίδομεν καμμίαν παράτασιν, ἁπλῶς λέγομεν ὅπως διαλαμβάνει τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον καὶ διευκρινίζομεν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι μετὰ τὸ 1943 ἕως τὸ 1945 κατετάγησαν ἐθελονταὶ θεωροῦνται Ἕλληνες ὑπήκοοι. Συνεπῶς νέα προθεσμία δὲν παρέχεται ἁπλῶς διευκρινίζεται καὶ καθορίζεται αὐτὸ τὸ γεγονός, διότι βασιζόμεθα εἰς τὴν διάταξιν τοῦ παλαιοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος, ἄρθρον 2, παράγραφος 3, ἡ ὁποία ὁρίζει 1940 –1945. Δηλαδή, ὑπεβλήθησαν ἀπὸ ὅλους αἰτήσεις ἀποζημιώσεως καὶ ἀπερρίφθησαν, διότι ἐθεωρήθησαν ὅτι δὲν ἐμπίπτουν μέσα εἰς τὴν συνθήκην τῆς Ἰταλίας. Συνεπῶς, δὲν ἀφορᾷ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποδεδειγμένως εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι. Δὲν πρόκειται τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα νὰ τὴν ἀναγνωρίσωμεν καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατετάγησαν ἐθελονταί μετὰ τὸ 1943 ἕως τὸ 1945.
§115Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Ἐὰν οὕτω εἶχον τὰ πράγματα, κύριοι βουλευταί, ἐὰν δηλαδὴ ὅλοι οἱ καταταγέντες ὡς ἐθελονταὶ μέχρι τῆς 8ης Μαΐου 1945 εἶχον ὑποβάλει αἰτήσεις καὶ δὲν ἐνεκρίθησαν, τότε τὸ σημερινὸν νομοθέτημα θὰ ἦτο πλῆρες. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὑπῆρχεν ἀμφιβολία περὶ τὸ βάσιμον τῆς αἰτήσεως τῶν καταταγέντων μετὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1943, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὑπάρχει ἱκανὸς ἀριθμὸς καταταγέντων ὡς ἐθελοντῶν μεταξὺ 1943–1945, ἔτι δὲ πλέον μόνιμοι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατεύματος, οἱ ὁποῖοι μὴ ἔχοντες γνῶσιν τοῦ ὅτι αὕτη ἦτο ἡ σημασία τοῦ ἄρθρου, ἄλλωστε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν τὸ παρεδέχθη, ὄχι μόνον οἱ ἴδιοι ἔσφαλλον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔσφαλλε, δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις.
§116Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Μοῦ ἀνέφερεν ἡ ὑπηρεσία ὅτι οὐδεμία τοιαύτη πληροφορία ὑπάρχει, δηλαδή, ὅτι ὅλοι σύμφωνα μὲ τὴν παράγραφον 2 ἐθελονταὶ πολέμου 1940–1945 ὅσοι εἶχον καταταγῆ μετὰ τὸ 1943, εἶχον ὑποβάλει αἰτήσεις ὅλοι.
§117Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Παρέχω τὴν πληροφορίαν ταύτην ἀξιότιμε κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι οὔτε πολὺ μεγάλος, ὥστε νὰ μᾶς ἀνησυχῇ τὸ ζήτημα τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως, οὔτε τόσον μικρός, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ ἄξιον νὰ ψηφισθῇ μία τροπολογία. Καὶ ἐπειδὴ οὕτω ἔχουν τὰ πράγματα καὶ ἐπειδὴ σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρέχομεν τὸ δικαίωμα ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς καταταγέντας ἐθελοντὰς μεταξὺ 1943–1945 καὶ ἐπειδὴ εἶναι δίκαιον τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον τοὺς παρέχομεν νὰ δυνηθοῦν νὰ τὸ χρησιμοποιήσουν, πρέπει νὰ τοὺς δώσωμεν μίαν προθεσμίαν 30–60 ἡμερῶν, νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις. Ἀφοῦ τὴν δίδομεν διὰ τοὺς ἐθελοντὰς, πολὺ περισσότερον διὰ τοὺς μονίμους. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ θελήσητε νὰ κάμετε δεκτὴν τὴν τροπολογίαν ἡ ὁποία λέγει ἐντελῶς τὰ ὅσα λέγετε εἰς τὸ νομοσχέδιον μὲ μίαν προσθήκην τῆς προθεσμίας. Τώρα ἀπομένει ἕνα ἄλλο θέμα ἀκόμη τὸ καὶ σημαντικώτερον, ἀξιότιμε κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τὰ 500 ἑκατομμύρια λιρέττες, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ δοθοῦν ὡς ἀποζημίωσις εἰς τὴν Δωδεκάνησον, δὲν ἔχουν ἀναληφθῆ ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν, παρὰ ἕνα μικρὸν ποσοστόν, καὶ εἶναι τοιοῦτος ὁ μηχανισμὸς τῆς ἀπολαβῆς τῶν χρημάτων τούτων, ὥστε παρ’ ὅλον, ὅτι παρῆλθεν ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα, ἔτος καὶ πλέον, νὰ μὴ λειτουργῇ ἡ μηχανή, τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν ἐμπορευμάτων, τῆς εἰσαγωγῆς, τῶν ἐμπορευμάτων ἐξ Ἰταλίας, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας θὰ προκύψῃ ἡ κτῆσις δραχμῶν ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ μεταφέρωμεν τὰς λιρέττας ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Συζητῶμεν, κύριοι βουλευταί, περὶ κατανομῆς τοῦ ποσοῦ καὶ δὲν ἤκουσα κανένα ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας νὰ εἴπῃ πῶς θὰ ἀποκτήσωμεν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δικαιούμεθα. Θέλω νὰ διατυπώσω τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀσκήσῃ τὴν ἐπιρροὴν του καὶ συστήσῃ πρὸς ὅλους τοὺς ἁρμοδίους συναδέλφους του ἐν τῇ Κυβερνήσει ἵνα τὸ ταχύτερον ἀξιοποιηθῇ αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις καὶ ἔλθουν ἐπὶ τέλους κάποτε τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὥστε ὅταν σὺν τῷ χρόνῳ ἐκδοθοῦν αἱ ἀποφάσεις τῆς νέας ἐπιτροπῆς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν. Καὶ περαίνω, κύριοι βουλευταί, τὴν ὁμιλίαν μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τιθέμενον εἰς ἐφαρμογήν, ὄχι μόνον δὲν πρόκειται νὰ προκαλέσῃ σάλον καὶ διαμαρτυρίας, ἀλλὰ ἀπεναντίας θὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ θὰ τονώσῃ τὴν πεποίθησιν τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ, ὅτι ὅταν γίνωνται σφάλματα, ἐπανορθοῦνται καὶ ὅτι εἰς τὸ τέλος ἐν τῇ πατρίδι μας, τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου πάντοτε ἐπικρατεῖ καὶ ἐπιβάλλεται. (Χειροκροτήματα).
§118Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπόρροια ἀνάγκης καὶ θεραπεύει ἕνα μεγάλο ἠθικὸν θέμα. Δι’ αὐτό, ὁμόθυμος ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ τοῦτο. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι εἰς τὴν Ἤπειρον ὑπάρχει κατηγορία Ἑλλήνων ὑπηκόων τοῦ πολέμου 1940–41 οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν καὶ μετήχθησαν ὡς ὅμηροι εἰς στρατόπεδα ἐντὸς τῆς Ἀλβανίας χωρὶς νὰ τοὺς μεταφέρουν εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ ὁποῖοι διέμενον εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ εἶχον ἐκεῖ τὰς ἐπιχειρήσεις των. Οὗτοι συνελήφθησαν ὑπὸ τῶν Ἀλβανῶν καὶ ἐκρατήθησαν ὡς ὅμηροι ἀφοῦ προηγουμένως κατεστράφησαν αἱ ἐπιχειρήσεις των. Τὸ ἄρθρον 78 τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Ἰταλίας οὐδεμίαν πρόβλεψιν κάμνει δι’ αὐτούς. Κάμω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ἀποζημιωθοῦν καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὰ ὑπάρχοντά των καὶ ἀπήχθησαν ὡς ὅμηροι ἐντὸς τῆς Ἀλβανίας.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ζερβᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§120Ι. ΖΕΡΒΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου, ἀφορᾷ τὴν Δωδεκάνησον, καὶ δι’ αὐτό, ὡς Δωδεκανήσιος βουλευτής, λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις ἐπὶ τοῦ θέματος. Καλὸν εἶναι, κύριοι βουλευταί, νὰ ἀνατρέξωμεν ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὸ παρελθόν, ὁπότε οἱ Δωδεκανήσιοι διήρχοντο ὑπὸ τὴν ἰταλικὴν κατοχὴν ἡμέρας σκληράς. Χάρις ὅμως εἰς τὴν θυσίαν τῶν τέκνων της καὶ τῶν ἀδελφῶν της τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, κατώρθωσε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἦτο οἰκονομικῶς ράκος. Ὁ κατακτητής, κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμισεν ὅτι διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ μαρασμοῦ θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτάξῃ τὴν Δωδεκάνησον. Εἶναι τὸ σύνηθες μέτρον κατακτητοῦ εἰς τὸ ὁποῖον προσφεύγουσι ὅταν οἱ κατακτώμενοι δὲν κλίνωσι δουλικῶς τὸ γόνυ. Καὶ ἐπὶ μίαν 35ετίαν ἐκεῖ ἔτεινον αἱ προσπάθειαί του καὶ ἔφερε τὴν Δωδεκάνησον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀπελευθερώσεως, χωρὶς νὰ κάμψῃ τὴν θέλησίν της, εἰς ἀθλιεστάτην οἰκονομικὴν κατάστασιν. Γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ποίαν ἀνθοῦσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν εὑρισκόμεθα ἐπὶ τουρκοκρατίας καὶ εἰς ποίαν οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν μᾶς ἔφεραν οἱ Ἰταλοὶ. Τοῦτο ὀφείλετο εἰς τὴν προσπάθειαν τοῦ κατακτητοῦ νὰ θραύσῃ τὴν ἀντίστασιν τῶν κατοίκων ἐκμηδενίζων τούτους οἰκονομικῶς. Οἱ Δωδεκανήσιοι ὅμως ὑπερεπήδησαν τὴν σκληρὰν ταύτην δοκιμασίαν καὶ ἐλευθερωθέντες διὰ τῶν θυσιῶν των τῶν ἀγώνων τῶν ἀδελφῶν ἐξῆλθον μὲν ράκη οἰκονομικῶς ἀλλὰ ἐθνικῶς ὑπερήφανοι καὶ ἀλώβητοι. Ἡμεῖς, κύριοι βουλευταί, οὐδέποτε ὑπήρξαμεν Ἰταλοὶ ὑπήκοοι. Ἡ δοθεῖσα Ἰταλικὴ ὑπηκοότης δὲν σημαίνει τίποτε διότι ταύτην οὔτε οἱ Ἰταλοὶ ἐσέβοντο, ἀφοῦ εἰς τοὺς τοιούτους Δωδεκανησίους δὲν ἐπετρέπετο ἡ ἄσκησις τῶν ἐπαγγελμάτων των ἐκτὸς τῆς Δωδεκανήσου, ὡς φερ’ εἰπεῖν ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν ταῖς ἀποικίαις. Ἡ ἐκδικητικότης τῶν Ἰταλῶν κατὰ τῶν Δωδεκανησίων ἐκορυφώθη κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον ἐκτραπέντων εἰς δημεύσεις, εἰς ἀπόσπασιν τῶν κτηνῶν, ποιμνίων κλπ. Καὶ ἐρωτᾶται ἐὰν κατόπιν αὐτῶν τῶν μαρτυρίων, ἐὰν δικαιούμεθα νὰ χαρακτηριζώμεθα ὡς Ἰταλοί. Διατί, κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμεθα εἰς Δωδεκάνησον καὶ ὑφιστάμεθα τὰ μαρτύρια νὰ μὴ θεωρούμεθα Ἕλληνες ὑπήκοοι καὶ οἱ Δωδεκανήσιοι οἱ ὁποῖοι διέμενον εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα καὶ εἶχον ἀποκτήσει τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα καὶ θεωροῦνται τοιοῦτοι νὰ ἀπολαμβάνουν ὅλων τῶν σχετικῶν εὐεργετημάτων. Αὐτὸ γεμίζει πικρίαν τὸν Δωδεκανησιακὸν λαόν. Ἔγινε, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν κατανομὴν τοῦ ποσοῦ εἰς τοὺς ὑποστάντας ζημίας Δωδεκανησίους, ἀλλὰ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη διέπραξεν ἀκατανόμαστα σκάνδαλα. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ἐλαχίστας ζημίας, ἀπεφάσισεν ἡ Ἐπιτροπή, νὰ λάβουν τεράστια ποσά. Καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν μεγάλας ζημίας, τοὺς ἐπεδικάσθη ἐλάχιστον ποσόν. Ὤφειλεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ θεωρήσῃ ὅλας τὰς ὑποβληθείσας αἰτήσεις, καὶ αὗται ἀνήρχοντο εἰς χιλιάδας, ὡς ἐμπροθέσμως ὑποβληθεῖσαι καὶ νὰ ἀποζημιωθοῦν ὅλοι ἔστω καὶ δι’ ἐλαχίστου ποσοῦ ὄχι δι’ ἄλλους λόγους ἀλλὰ διὰ μίαν ἠθικὴν ἱκανοποίησίν των. Ἔπρεπε, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι νὰ γίνῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζει ὅτι διεπράχθησαν σκάνδαλα ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐκείνης καὶ νὰ τὰ ἐπανορθώσῃ. Διὰ τοῦτο ἐκφράζομεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅλοι οἱ Δωδεκανήσιοι μὲ ἀνακούφισιν θὰ ἀκούσουν τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Ἠκούσθησαν ἐνταῦθα ἀπόψεις συναδέλφων αἱ ὁποῖαι προσκρούουν εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διατεθῇ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίας Δωδεκανησίων, εἶναι ποσὸν ἐλάχιστον διὰ τὰς τόσας θυσίας τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ. Οὕτως ἐχόντων, κύριοι συνάδελφοι, θεωρῶ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ὅτι ἱκανοποιεῖ πλήρως τὴν φιλοτιμίαν τοῦ Δωδεκανησιακοῦ λαοῦ, καὶ θὰ πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ὁμοθύμου ἐγκρίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι πρόκειται νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς ἀδικίας τὰς ὁποίας διέπραξεν ἡ τότε Ἐπιτροπή. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ προτείνωμεν ὡρισμένας τροπολογίας διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν πλήρως οἰκονομικῶς καὶ ἠθικῶς οἱ Δωδεκανήσιοι.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Δημάρατος ἔχει τὸν λόγον.
§122Σ. ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ εἶμαι ἐξαιρετικὰ σύντομος, διότι σέβομαι τὴν κόπωσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑποβληθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς. Ἀλλὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, εἶναι ἄκρως σοβαρὸν καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τὸ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς σοβαρότητος αὐτοῦ. Ἡ συμφωνία Ἑλλάδος–Ἰταλίας περὶ ἀπονομῆς ἀποζημιώσεως, ἡ κυρωθεῖσα διὰ τοῦ νόμου 2730)53, οὐδὲν προέβλεπε διὰ τοὺς Ἕλληνας ἐκείνους, ἢ μᾶλλον διὰ μίαν κατηγορίαν Ἑλλήνων ἐγκατεστημένων εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ὁλοκληρωτικήν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ τονίσω, ὁλοκληρωτικήν, καταστροφήν. Πρόκειται περὶ Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν Βόρ. Ἤπειρον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγκατεστημένοι ἐκεῖ καὶ οἰκογενειακῶς οἱ περισσότεροι καὶ οἱ ὁποῖοι, διὰ τῆς σκληρᾶς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐκεῖ, εἶχον δημιουργήσει μίαν περιουσίαν καὶ μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία τοὺς ἐπέτρεπε νὰ συντηροῦνται καὶ οἱ ἴδιοι καὶ αἱ οἰκογένειαί των. Ἡ Ἰταλία, προκειμένου νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος, εἰσέβαλε κατὰ Ἀπρίλιον τοῦ 1939 εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Τότε στρέφεται κατὰ τῶν Ἑλλήνων αὐτῶν, τοὺς ἁρπάζει καὶ τοὺς συγκεντρώνει εἰς στρατόπεδα, τοὺς ἀποστερεῖ παντὸς περιουσιακοῦ στοιχείου καὶ τελικῶς τοὺς ἐκδιώκει καὶ τοὺς ἀποστέλλει εἰς τὴν Ἑλλάδα χωρὶς νὰ φέρουν τίποτε μαζί των. Φαντασθῆτε, λοιπόν, τὴν οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν, καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ εὑρίσκωνται, οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτοὶ ἐπανερχόμενοι ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ δημιουργήσουν κάτι τι, λόγῳ τοῦ ὅτι καὶ ἡ ἡλικία των εἶχε περάσει, ἀλλὰ καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἀσκήσουν νέον ἐπάγγελμα. Νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ ἀγνοηθοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Βεβαίως, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τὸ θέμα, ἀλλὰ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μὴ ἀναμείνῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα αὐτὸ μεμονωμένως καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῆς Λιβύης νὰ δώσῃ ἔστω καὶ μερικὰ ψυχία εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μὴ μείνουν μὲ τὸ πικρὸν παράπονον ὅτι, ὑποστάντες περισσότερον οἱουδήποτε ἄλλου, τὴν καταστροφὴν τῆς Ἰταλικῆς ἐπιθέσεως καὶ τῆς ἐχθρικῆς μεταχειρίσεως ἐκ μέρους τῶν Ἰταλῶν καὶ Ἀλβανῶν, νὰ μὴ μείνουν μὲ τὸ παράπονον ὅτι ἐλθόντες εἰς τὴν πατρίδα ἠγνοήθησαν τελείως. Ἄλλωστε, δὲν πρόκειται περὶ μεγάλου ἀριθμοῦ, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, θὰ πρόκειται περὶ 45–50 ἀνθρώπων. Νομίζω ὅτι, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μὲ τὴν καλωσύνην, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει καὶ μὲ τὴν διορατικότητα τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, νομίζω ὅτι θὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιον καὶ θὰ ἐπιζητήσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν ὁλοκληρωτικὴν καταστροφὴν καὶ οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σήμερον, ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ ὁμολογήσω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν, διότι ἔχασαν τὰ πάντα πλὴν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς καὶ ὑπερηφανείας.
§123Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ἔχομεν παρομοίαν περίπτωσιν καὶ εἰς τὴν Κρήτην. Αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ ἀποζημιωθοῦν;
§124Σ. ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ. Ἡ κατηγορία αὐτὴ τῶν Ἑλλήνων εἰργάζετο ἐπὶ 25)ετίαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, τοὺς ἐπῆραν τὰ πάντα καὶ τοὺς ἔδιωξαν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Παπασταύρου ἔχει τὸν λόγον.
§126Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα, τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ὀλίγων Ἠπειρωτῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἱ ὁποῖοι, ὅπως ἐξέθεσαν οἱ προηγηθέντες ἐξ Ἠπείρου ἀντιπρόσωποι, ὑπέστησαν ζημίας, ἔχει δύο ὄψεις. Ἡ μία μέν, ἀφορᾷ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν Ἀλβανίαν συλληφθέντας καὶ ἐγκλεισθέντας εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως ἐν Ἀλβανίᾳ, ἡ δὲ ἄλλη ἀφορᾷ τοὺς Ἠπειρώτας, οἱ ὁποῖοι συνελήφθησαν κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Ἰταλῶν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ ἀπήχθησαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ ἐνεκλείσθησαν εἰς τὰ στρατόπεδα τῆς Ἀλβανίας. Ἐὰν μετεφέροντο εἰς τὸ μητροπολιτικὸν ἔδαφος τῆς Ἰταλίας, τότε, θὰ ὑπήγοντο εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπήχθησαν καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες ὑπήκοοι, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ Ν. Δ. 2730 ἔτυχον ἀποζημιώσεως. Τὸ θέμα ἀνεκινήθη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Ν. Δ. τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1953 καὶ ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθοῦν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων τῶν δικαιουμένων ἀποζημιώσεως, διότι τὸ ἄρθρον 78 τῆς συνθήκης, τῆς ὑπογραφείσης ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, δὲν περιλαμβάνει ρητῶς τὴν Ἀλβανίαν. Ἔτσι ἐτέθη τὸ ζήτημα καὶ αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ δι’ αὐτὸ τὰ ἔφερα μαζί μου. Ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν ὅμως τὴν ὁποίαν ἔκαμον εἰς τὸ σχετικὸν κείμενον καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία ἔγινε μεταξὺ τῶν δύο Δ)ντῶν, ὅπως προκύπτει καὶ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ 1953, ἐξάγεται τὸ ἑξῆς τὸ ὁποῖον θέτω καὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἐξάγεται τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, ὅτι καὶ οἱ τῆς κατηγορίας αὐτῆς Ἕλληνες ὑπήκοοι δὲν ἐξαιροῦνται ρητῶς, διότι δὲν διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 78 ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξαιροῦνται. Λέγει ἐξαιροῦνται οἱ ἀνήκοντες εἰς ἀποικίας ἢ εἰς χώρας τὰς ὁποίας εἶχον καταλάβει οἱ Ἰταλοὶ κατὰ τὸ 1940 καὶ ἐντεῦθεν, ἢ καὶ προγενεστέρως. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ, τὸ θέμα ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τὴν κατάληψιν τῆς Ἀλβανίας. Κατὰ τὸ 1939 ἐγένετο ἡ κατάληψις διὰ λόγους στρατιωτικούς, ἢ ἐγένετο προσάρτησις τῆς Ἀλβανίας εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἡ ὁποία προσάρτησις κατὰ τὰ διεθνῶς παραδεδεγμένα ἐγένετο ἀποφάσει τοῦ Ἀλβανικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἀπόφασιν ἐξεδήλωσε τότε διὰ τῶν νομίμων Κυβερνητῶν του. Ἔτσι τίθεται τὸ θέμα ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκ μέρους ὅλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπασχολοῦνται μὲ τὰ θέματα τῆς διεθνοῦς φύσεως. Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ προσέξῃ, ἡ Ἀλβανία ἀπετέλεσε κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συνελήφθησαν καὶ ἐνεκλείσθησαν εἰς τὰ στρατόπεδα τμῆμα τοῦ μητροπολιτικοῦ ἐδάφους τῆς Ἰταλίας ἢ ἀποικίαν τῆς Ἰταλίας. Ἐκεῖ τὸ θέμα θὰ ἐντοπισθῇ καὶ ἐντεῦθεν θὰ δοθῇ ἡ λύσις. Δεύτερον θέμα τὸ ὁποῖον ἀνακύπτει καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ τύχῃ μιᾶς εἰδικῆς ἐρεύνης εἶναι τὸ ἑξῆς: Ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 78 τῆς συνθήκης ἡ ὁποία ὑπεγράφη, ἀνέλαβεν ἡ Ἰταλία νὰ ρυθμίσῃ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν Ἑλλήνων καὶ ὑπεβλήθησαν ὅλαι αἱ αἰτήσεις εἰς τὴν Ρώμην. Τοιαῦται αἰτήσεις ὑπεβλήθησαν 3.600 ὡς ἀναφέρει καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Ν. 2730)53. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἠδύνατο νὰ ρυθμισθῇ ἀπὸ τὴν Ρώμην, ἀπεφασίσθη μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις συνολικῶς διὰ τοὺς παθόντας Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην θὰ κατένειμε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατὰ τὴν οἰκείαν αὐτοῦ κρίσιν καὶ ἀναλόγως τῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ ὑπήκοοι Ἕλληνες.
§127Ε. ΠΙΠΙΝΟΣ. Τί θέλετε, νὰ τὰ πάρωμεν ἀπὸ τοὺς Δωδεκανησίους καὶ νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τοὺς Ἠπειρώτας;
§128Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Διατάγματος ὁρίζει, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατανέμεται εἰς 5 περιπτώσεις. Πρῶτον θὰ λάβουν ἀποζημίωσιν Ἕλληνες ὑπήκοοι ὑποστάντες ζημίας καὶ διαμένοντες εἰς τὸ Ἰταλικὸν ἔδαφος. Δεύτερον εἰς Ἕλληνας ὑπηκόους διαμένοντας εἰς τὰς Ἰταλικὰς ἀποικίας καὶ ἀλλαχοῦ. Ἡ ἔννοια τῆς λέξεως ἀλλαχοῦ περιλαμβάνει καὶ τὴν Ἀλβανίαν, ἐφ’ ὅσον προσηρτήθη καὶ ἀπετέλεσε τμῆμα τοῦ μητροπολιτικοῦ ἐδάφους. Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνθαρρύνει νὰ παρακαλέσωμεν τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, εἶναι ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον διετέθη διὰ τοὺς διαμένοντας ἐν Λιβύῃ Ἕλληνας ὑπηκόους καὶ τυχόντας ἀποζημιώσεως παρέμεινεν ἕνα ὑπόλοιπον. Τὸ ὑπόλοιπον αὐτὸ ἐὰν διατεθῇ θὰ ἱκανοποιήσῃ κατὰ ἕνα ποσοστὸν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς.
§129Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχει σχέσιν τὸ θέμα αὐτὸ μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον νόμου.
§130Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Ἐὰν, κ. συνάδελφε, ἀναγνώσητε τὸ Διάταγμα, θὰ ἴδητε, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἐὰν διαθέσητε, τὸ περίσσευμα τῆς Λιβύης, τοῦτο θὰ εἶναι ἀρκετόν, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς Ἠπειρώτας. Τὸ αἴτημα τῶν Ἠπειρωτῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων τῶν δύο περιπτώσεων, εἶναι δικαιότατον καὶ δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ χωρὶς νὰ θιγοῦν τὰ ποσὰ ἐκείνων ποὺ πρόκειται νὰ λάβουν ἀποζημιώσεις κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Πιπίνος ἔχει τὸν λόγον.
§132Ε. ΠΙΠΙΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ὑπεισέλθω εἰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Δωδεκανήσου, ἔπραξαν τοῦτο. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἕλκω τὴν καταγωγὴν ἐκ Δωδεκανήσου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω εἰς τὸν συνάδελφον κ. Σιφναῖον ὁ ὁποῖος ὡμίλησε περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Λιβύης καὶ Ρόδου, ὅτι δὲν εἶναι αἱ ἴδιαι συνθῆκαι. Ἐπεκαλέσθη ὅτι δὲν ἔγινε δι’ αὐτὰς ἀναθεώρησις ἀποφάσεων. Εἰς τὴν Δωδεκάνησον ὑπῆρχον λόγοι νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις, διότι ἔχομεν πληροφορίας ὅτι ἄλλους ἔκριναν σκληρὰ καὶ ἄλλους καθόλου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι πολλοὶ Δωδεκανήσιοι δὲν ἐκρίθησαν μὲ τὰ ἴδια μέτρα, μὲ τὰ ὁποῖα, ἐκρίθησαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰς ἰδίας καταστροφάς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει γνωρίζω τὸ ἑξῆς, ὅτι οἰκογένεια Δωδεκανησίου, ὁ ὁποῖος ἔσπευσεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν, ὅλως παραδόξως ὅταν συνῆλθεν ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὑπεισῆλθεν εἰς λεπτομερείας ἀπερρίφθη, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ εὑρῆκεν ὅτι δὲν ἦτο κἂν ἐγγεγραμμένη εἰς τὸν κατάλογον. Καὶ διερωτᾶται κανεὶς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνῃ αὐτὸ καὶ νὰ μὴ λάβῃ ἀποζημίωσιν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε ν’ ἀποζημιωθῇ. Πολὺ ὀρθῶς οἱ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἀπέδειξαν μαθηματικώτατα ὅτι κάτι συμβαίνει μέσα εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Γεν. Διοικήσεως καὶ ἑπομένως πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔδειξε μεγάλον ἐνδιαφέρον καὶ μεγάλην στοργὴν πρὸς τὸν Δωδεκανησιακὸν λαόν, ἐφρόντισε νὰ φέρῃ τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποδίδομεν ἀπόλυτον δικαιοσύνην. Δὲν θὰ σᾶς καταπονήσω πολὺ διότι γνωρίζω ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Μητσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§134Β. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν Ἀβησσυνίαν ἔχουν ἐγκατασταθῆ πολλοὶ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι μὲ πολλοὺς ἀγῶνας καὶ κόπους κατώρθωσαν νὰ δημιουργήσουν μίαν περιουσίαν. Δυστυχῶς αὐτοὶ δὲν ἀνῆκον εἰς Ἰταλικὰς ἀποικίας, ἀλλ’ ἀνῆκον εἰς τὸ Ἀβησσυνιακὸν Κράτος. Ἡ Ἰταλία, ὡς γνωστόν, κατέλαβεν ὁλόκληρον τὴν Ἀβησσυνίαν καὶ ἐδημιούργησε τὴν Ρωμαϊκὴν αὐτοκρατορίαν. Οἱ Ἰταλοὶ κακομετεχειρίσθησαν τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους, τοὺς ἐφυλάκισαν, ἠρείπωσαν τὰς περιουσίας των καὶ τοὺς ἄφησαν γυμνούς. Ὁ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι διετήρησαν τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν συνείδησιν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς 30ετοῦς ἐκεῖ διαμονῆς των, ἔμειναν ἐκεῖ τελείως ἄστεγοι καὶ γυμνητεύοντες ὑπέφεραν. Ἔχομεν τὴν γνώμην, ὡς ὀρθῶς ὑπεστήριξε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Παπασταύρου διὰ τοὺς διαμένοντας ἐν Ἀλβανίᾳ, ὅτι δὲν πρέπει καὶ οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι ἐκεῖνοι τῆς Ἀβησσυνίας νὰ μείνουν μὲ τὸ πικρὸν παράπονον, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δὲν ἐνδιαφέρεται δι’ αὐτούς, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν ἡ ὁποία συνήφθη μεταξὺ Ἰταλίας καὶ Ἑλλάδος δὲν ἐλήφθη καμμία πρόνοια διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Τοῦτο εἶναι πρᾶγμα σκληρὸν καὶ ἄδικον. Ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπως θελήσῃ νὰ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπὸ τὰ περισσεύματα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα ἄλλωστε προορίζονται διὰ τοὺς ὑποστάντας ζημίας ἐν Ἀφρικῇ, νὰ δοθῇ ἕνα ποσοστὸν καὶ εἰς τοὺς Ἕλληνας τοὺς διαμένοντας ἐν Ἀβησσυνίᾳ. Τοῦτο εἶναι δικαιότατον, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν γνωρίζουν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμοῦνται παρὰ μόνον τὴν Ἑλλάδα. Δὲν γνωρίζουν ὑπὸ ποίας συνθήκας καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐγένοντο αἱ διάφοροι συνθῆκαι, ἀλλὰ γνωρίζουν ὅτι εἰργάσθησαν ἐκεῖ σκληρότατα καὶ ἀπέκτησαν κάτι, διὰ τὸ ὁποῖον τέλος πάντων σεμνύνονται καὶ ἤλπιζον νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ ζήσουν τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς των. Δὲν εἶναι ἄλλωστε καὶ πολλοὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Παρακαλῶ διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τῆς Ἀβησσυνίας νὰ ληφθῇ μία πρόνοια ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§135Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἠκούσατε τὴν ἀγόρευσίν μου. Ἐπρότεινα τὰς ἀπωτέρας λύσεις. Εἶπον ὅτι εἶμαι πρόθυμος νὰ ψηφίσω πρῶτον, νὰ διατεθοῦν τὰ χρήματα ὅλα ἀνεξαιρέτως δι’ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως, δεύτερον, νὰ μὴ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ παλαιῶν καὶ νέων ὑπηκόων, τρίτον νὰ ὑποχρεωθοῦν ἐκεῖ νὰ κτισθοῦν αἱ καταστραφεῖσαι οἰκίαι εἰς τοὺς τόπους τῆς καταστροφῆς. Νομίζω ὅτι καθίσταται αὐταπόδεικτος ἡ στάσις μου. Ἐὰν ἐπέτρεψα εἰς τὴν σύζυγόν μου νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν, τὸ ἔκαμα μόνον καὶ μόνον ὅταν εἶδον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐψηφίζετο, ἔλεγεν ὅτι θὰ ἐδικαιοῦντο μόνον οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες ὑπήκοοι. Ἐνόμιζα ὅτι δὲν ἐδικαιούμην νὰ ἀπαγορεύσω εἰς τὴν σύζυγόν μου νὰ διεκδικήσῃ ὡς Ἑλληνὶς ὑπήκοος τὸ τελευταῖον περιουσιακὸν της στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει. Λυποῦμαι βαθύτατα, διότι ἀπουσιάζει ὁ συνάδελφος κ. Τριανταφυλλάκος, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς ἔλεγεν ὅτι ὅλη μου ἡ περιουσία ἡ χρηματικὴ ἦτο κατατεθειμένη εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅταν ἐπῆγα ἐθελοντὴς καὶ ἐπέστρεψα ἀπὸ τὸ μέτωπον, μοῦ ἐδόθησαν 5.000 δρχ. τὸν πρῶτον μῆνα καὶ 5.000 τὸν δεύτερον μῆνα καὶ ἔπειτα τὰ ἄλλα ἐξηνεμίσθησαν. Εὑρέθην δὲ κατὰ τὴν κατοχὴν μὲ τὴν σύζυγόν μου, δύο τέκνα καὶ τὴν κουνιάδαν μου καὶ ἠναγκάσθην νὰ ἐκποιήσω τὰ πάντα, ἀπέμεινε δὲ μόνον ἡ οἰκία τοῦ Καστελλορίζου. Τὴν τύχην ὅλων τῶν Ἑλλήνων ὑπέστην καὶ παρεκάλεσα τὴν σύζυγόν μου νὰ μὴ ὑποβάλῃ αἴτησιν, διότι ἐγνώριζα ὅτι οἱ πολιτικοί μου ἀντίπαλοι θὰ εὕρισκον εὐκαιρίαν. Τῆς ἐπεδικάσθη δὲ ποσὸν 120.000 νέων δραχμῶν. Ἀνεφέρθη εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔλαβον 1½ δισεκατομμύριον. Ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν σας νὰ καταλάβετε, κατόπιν τῆς στάσεώς μου, ἐὰν ἔπραξα ὀρθῶς καὶ ποῖα ἦσαν τὰ ἐλατήρια τὰ ὁποῖα μὲ ὤθησαν. Καὶ ἀκόμη μία δήλωσις: Κύριοι, ἐὰν δημιουργοῦνται τόσα ζητήματα ὁσάκις ἕνας εἶναι βουλευτής, τότε ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ παραιτηθῶ ὁλοκληρωτικῶς τῆς ἀποζημιώσεως.
§136Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον πρέπει νὰ τιτλοφορηθῇ νομοσχέδιον ἐξυγιάνσεως διὰ μίαν παλαιὰν κατάστασιν. Αἱ ἀπώλειαι τῶν αἰτήσεων ἀναμφισβητήτως εἶναι καὶ ἐσκεμμέναι. Ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ γίνῃ καὶ δικαστικὴ ἔρευνα. Ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἰδικοῦ μου θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἐμπίπτει καὶ εἰς εἰς τὸ ἄρθρον 3. Ὡς γνωρίζετε, κ. ὑπουργέ, κατὰ τὴν κατοχὴν ἡ Κρήτη εὑρέθη ὑπὸ διπλῆν κατοχήν, τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν Ἰταλικήν. Ὁ Νομὸς Λασηθίου εὑρέθη ὑπὸ Ἰταλικὴν κατοχὴν καὶ συνελήφθησαν λόγῳ πατριωτικῆς δράσεως καὶ δημιουργίας μετώπου πατριωτικοῦ 35 περίπου Σητειακοί, οἱ ὁποῖοι μετήχθησαν εἰς Δωδεκάνησον καὶ ἐνεκλείσθησαν εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως, ὅ,τι δὲ κινητὸν εἶχον τὸ ἀπώλεσαν. Οἱ ἐκ Σητείας, οἱ ὁποῖοι μετήχθησαν εἰς τὴν Δωδεκάνησον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τύχουν μιᾶς μικρᾶς ἀποζημιώσεως. Δὲν γνωρίζω τί ἔγιναν αἱ περιουσίαι αὐτῶν εἰς τὴν Κρήτην, διότι ὅλη ἡ Ἑλλὰς κατεστράφη, ἀλλὰ ἡ περιουσία των τὴν ὁποίαν ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν κατεστράφη. Παρακαλῶ, ἐὰν μείνουν τίποτε ὑπόλοιπα, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὑπόλοιπα νὰ δοθῇ μία μικρὰ συμβολικὴ ἐνίσχυσις εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν ἠθικῶς ἀπὸ τὸ Κράτος δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν ταλαιπωρίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἄνισος μεταχείρισις μὲ τοὺς Ἕλληνας τῆς ὑπολοίπου Ἑλλάδος. Αὐτοὶ ποὺ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ρώμην ἀπεζημιώθησαν, αὐτοὶ ποὺ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ρόδον δὲν παίρνουν τίποτε. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ συνταγματικότητος καὶ περὶ ἰσότητος, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἴση μεταχείρισις ὅλων τῶν Ἑλλήνων.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§138Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀν. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἀναμφιβόλως ἡ συζήτησις ἐξηντλήθη καὶ νομίζω ὅτι κατεδείχθη ἐπαρκῶς καὶ λόγῳ τῆς ἀντιδικίας, ἡ ὁποία εὐτυχῶς ὑπῆρξεν, ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δικαίου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς τάξεως τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄρτιον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πλευρᾶς συνταγματικότητος νομίζω ὅτι εὐσταθεῖ. Πρῶτον, ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς τάξεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δικαιοσύνης. Ὁ σάλος, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη ὥρθωσεν ἕνα τεράστιον ἠθικὸν πρόβλημα. Σᾶς ὡμίλησαν περὶ αὐτοῦ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ σύνεγγυς παρηκολούθησαν τὰ πράγματα. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ μακρόθεν ἐνόμισαν ὅτι ἠμποροῦσαν νὰ γίνουν τιμηταί, νομίζω ὅτι ἐν προκειμένῳ θὰ ἀναγνωρίσουν ὅτι ἁρμοδιώτεροι ἐν προκειμένῳ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἀντιπροσωπεύουν τοὺς Δωδεκανησίους καὶ οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν καλύτερον παντὸς ἄλλου πρόσωπα καὶ πράγματα. Αὐτοὶ σᾶς ὡμίλησαν σαφῶς περὶ τοῦ σάλου, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη εἰς τὸν τόπον των, συνεπεία τοῦ ὁποίου ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης ὑπέστη βαθύτατον πλῆγμα. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι τὸ Κράτος καταπίπτει εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν, ὅταν ἔρχεται νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης. Ἀντιστρόφως ἐὰν τὸ Κράτος ἠρνεῖτο ν’ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται, τότε θὰ κατέπιπτεν εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν τῆς Δωδεκανήσου. Ἀπὸ τῆς πλευρᾶς λοιπὸν τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ νομοσχέδιον εὐσταθεῖ. Ἔρχεται τώρα ἡ πλευρὰ τῆς συνταγματικότητος. Εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, κατεβλήθη προσπάθεια, ὥστε νὰ μὴ παρεκκλίνουν ἀπὸ τὰς βασικὰς ἀρχάς, ἵνα μὴ προκύψῃ ἄδικος καὶ ἄνισος μεταχείρισις, ἔναντι τῶν ἄλλων δικαιούχων. Νομίζω, ὅτι ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, σήμερον, δὲν πρόκειται νὰ κηρυχθῇ ἀντισυνταγματικόν. Βεβαίως τὸ γεγονός, ὅτι ἀναθεωροῦμεν τὰς ἀποφάσεις τῶν Δωδεκανησίων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν πράττομεν διὰ τὰς ἀποφάσεις τῆς Λιβύης καὶ τῆς Ρώμης, ἐμφανίζει ἐκ πρώτης ὄψεως διαφορετικὴν μεταχείρισιν. Ὅταν ὅμως ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ὅσα συνέβησαν ἐν Δωδεκανήσῳ, ἀναμφιβόλως θὰ εἶναι οἱ Δωδεκανήσιοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προβάλουν τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀνίσου μεταχειρίσεως ἔναντι τῶν δικαιούχων τῆς Ρώμης καὶ τῆς Λιβύης. Βεβαίως πρὸς ἀποφυγὴν τυχὸν θέματος ἀντισυνταγματικότητος, θὰ πρέπει καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ δικαιοῦνται εἰς ἀναθεώρησιν, νὰ μὴ ἐπεκτείνουν τὰς ἀξιώσεις των. Ὅσα μοῦ ἐζήτησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Δωδεκανήσου, δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι εἶναι δίκαια καὶ ὀρθά, ἀλλὰ προκειμένου νὰ ἀνατραπῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ παρεκάλουν τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μὴ ἐπιμείνουν ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεμελιώσουν ἄνισον μεταχείρισιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πέραν τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπεδέχθην εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὰς ὁποίας κατ’ ἄρθρον θὰ ἀναγνώσω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν αἴθουσαν αὑτήν. Ἤθελα νὰ προσθέσω δύο λέξεις σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῶν ὀφειλομένων ἐκ μέρους τῆς Ἰταλίας ἀποζημιώσεων. Ἂς εἶναι βέβαιοι οἱ κ. συνάδελφοι, ὅτι θὰ καταβληθῇ πρὸς τοῦτο κάθε προσπάθεια. Ἐὰν τὸ θέμα δὲν ἔχῃ εἰσέτι ἐπαρκῶς προωθηθῆ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἀκόμη δὲν ἦλθεν ὁ χρόνος νὰ καταβληθοῦν αἱ ἀποζημιώσεις αὐταί, πάντως ἡ Κυβέρνησις θὰ προωθήσῃ τὸ θέμα διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ χρήματα κατὰ τὴν ὥραν ποὺ θὰ πρέπει. Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠγέρθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ἐξ Ἠπείρου καὶ ἐξ Ἕβρου, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν Ἀβησσυνίαν. Ὁμολογῶ, ὅτι εἶναι δύο τάξεις συμπαθεῖς, μέσα εἰς τὰς πολυπληθεῖς τάξεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐδικαιοῦντο ἀποζημιώσεως. Διότι ὑπάρχουν ἐδῶ πάμπολλοι ἐκτελεσθέντες καὶ ἀπολέσαντες τὸ πᾶν καὶ ὅμως δὲν δυνάμεθα δι’ αὐτοὺς νὰ ζητήσωμεν ἀποζημίωσιν. Διότι δὲν προβλέπει περὶ αὐτῶν ἡ συνθήκη μὲ τὴν Ἰταλίαν. Ἡ συζήτησις ἀπὸ ὡρισμένους συναδέλφους ὑπῆρξεν ἐν πολλοῖς πρόχειρος καὶ ἄδικος —καὶ τὸ λέγω αὐτὸ διὰ τὸν κ. Κωτιάδην— ὅστις ἐπέρριψεν εἰς τὸν τότε ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ τὴν εὐθύνην ὅτι δὲν ἐπετεύχθη δι’ ὅλους ἀποζημίωσις. Ἡ συνθήκη μὲ τὴν Ἰταλίαν, δὲν κατηρτίσθη μὲ τὴν Ἑλλάδα. Τὴν κατήρτισαν οἱ Μεγάλοι καὶ ἐκεῖνοι καθώρισαν ποῖαι ἀποζημιώσεις θὰ δοθοῦν. Ἡ ἄγνοια τούτου ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀντικειμενικὴ ἡ ἄποψις τοῦ κ. Κωτιάδη εἰς τὴν ἀναδρομὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸ παρελθόν. Δὲν κατηρτίσαμεν ἡμεῖς τὴν συνθήκην ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην, ἡμεῖς ἁπλῶς τὴν ἐφαρμόσαμεν. Καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς Ἀλβανίας καὶ τῆς Ἀβησσυνίας ἐπεκράτησεν ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἐδέχθησαν οἱ Μεγάλοι ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο προσάρτησις τῶν δύο αὐτῶν χωρῶν. Αὐτὸ τὸ πλάσμα τὸ ὁποῖον ἐδέχθησαν οἱ Μεγάλοι, αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐπεκταθῶ καὶ εἰς τὰς ὡς ἄνω κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἄλλωστε λίαν συμπαθῶ. Διὰ τὴν Ἀλβανίαν ἰδιαιτέρως, ἐπειδὴ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι ὑπῆρξε θῦμα καὶ ὅτι οὐδέποτε προσηρτήθη, τῆς ἀνεγνωρίσθη καὶ ἀποζημίωσις ἐκ τῶν Γερμανικῶν ἐπανορθώσεων. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔργα τῶν μεγάλων. Κατόπιν τούτου τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἀπομένουν ἀδιάθετα θὰ περιέλθουν εἰς τοὺς Δωδεκανησίους. Θὰ μεταφέρω εἰς τὴν Δωδεκάνησον, τὰ ὑπόλοιπα ποὺ θὰ ὑπάρξουν τῆς Λιβύης. Εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον. Ἀλλὰ πέραν αὐτοῦ δὲν δύναμαι νὰ περιλάβω οὐδεμίαν ἄλλην κατηγορίαν δικαιούχων εἰς τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν Κρητῶν, δὲν νομίζω, ὅτι οἱ Δωδεκανήσιοι, θὰ δεχθοῦν νὰ φαλκιδεύσωμεν τὴν μικρὰν ἀποζημίωσιν τῶν συμπολιτῶν των. Ἄλλως τε ἐὰν ἀνεγνωρίζετο τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκ Κρήτης, θὰ προεβάλλοντο ἀμέσως ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος ἀνάλογοι ἀξιώσεις. Θὰ ἀναγνώσω μίαν πρὸς μίαν τὰς τροπολογίας ποὺ θὰ ἀποδεχθῶ. Διὰ νὰ μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς ἀντισυνταγματικότητα θὰ περιορισθῶ εἰς τὰς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἄλλας τροπολογίας δὲν θὰ ἀποδεχθῶ, ἐκτὸς ἐὰν πεισθῶ μετὰ τῆς Βουλῆς ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ἐξόφθαλμον. (Χειροκροτήματα).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον.
§140Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀν. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Μίαν μόνον τροπολογίαν ἀποδέχομαι. «Τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν ἢ τοῦ νομίμου ἀναπληρωτοῦ του» καὶ ἀντὶ «Γενικῆς Διοικήσεως», «Νομαρχίας».
§141Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Παρακαλῶ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «... .................. (ἀναγινώσκει) ..................».
§142Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀν. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν τὸ δέχομαι, διότι δὲν θέλω νὰ καταργηθοῦν διὰ νόμου ἀποφάσεις ἑνὸς δικαστηρίου. Βέβαια εἰς τὴν οὐσίαν θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι. Ἀλλὰ ἀφίσατε νὰ ἀποφύγωμεν ὡρισμένα ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ συναντήσωμεν εἰς τὸν δρόμον μας.
§143Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Μὴ σπεύσετε νὰ ἀπαντήσητε, κύριε Ὑπουργέ, διότι ἐπιθυμῶ νὰ προτάξω ὡρισμένα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσετε πρῶτον. Πιστεύω νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἑπομένως εἶναι περιττὸν νὰ τὴν ἀναγνώσω. Νομίζω ὅτι ἡ οὐσία τῆς τροπολογίας, διότι τὰ ἄλλα εἶναι δευτερευούσης σημασίας, ἔγκειται εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη ὁ κ. Ζαννῆς. Νομίζω ὅτι εἰς ἐνίσχυσιν τοῦ συνταγματικοῦ ἐπιχειρήματος πρέπει νὰ εἶναι αὐτεπάγγελτος ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ἐὰν διετύπωσα τὰς σκέψεις μου σαφῶς ὅταν ὡμίλουν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ εἶναι ἤδη προφανὲς ὅτι ἡ σκοπιμότης ἡ συνταγματικὴ ἀναγκαιότης τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου προκύπτει ἐκ δύο πηγῶν. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐὰν δὲν λάβωμεν τὸ μέτρον ἀπαλλοτριοῦμεν Ἕλληνας πολίτας δικαιωμάτων των καί, δεύτερον, διότι ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἔκρινε προήχθη εἰς ἐσφαλμένην κρίσιν περὶ τὰ πράγματα διότι τῆς ἔλειπαν τὰ ἀντικείμενα συγκρίσεως ἐκ τῆς ἀπωλείας μεγάλου ἀριθμοῦ αἰτήσεων. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, δηλαδή, δὲν εἶναι ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ σταθοῦν, διότι ἐλήφθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περιωρισμένου ἀριθμοῦ αἰτήσεων, τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ὅτι ἦσαν ἐμπρόθεσμοι. Καὶ ἐπαναλαμβάνω τὸ ἑξῆς παράδειγμα: Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶχεν ὅλας τὰς αἰτήσεις ἀπὸ τὴν νῆσον «Α» θὰ ἀντελαμβάνετο ὅτι, ἀπαίτησις ἀποζημιώσεως 300 ἑκατομμυρίων διὰ μίαν οἰκίαν ἦτο ἴσως ὑπερβολική. Ἐὰν ἐκ 15 ἄλλων προέκυπτεν ὅτι ἡ ἀξία τῶν σπιτιῶν ἦτο μόνον 15 ἑκατομμύρια κατὰ μέσον ὅρον, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς νὰ κάμῃ τὸ σφάλμα νὰ εἴπῃ ὅτι ἀναγνωρίζει ἀποζημίωσιν 300 ἑκατομμυρίων διὰ τὴν μοναδικὴν αἴτησιν ἡ ὁποία ἔτυχε νὰ διασωθῇ καὶ νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν της. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι ἡ RATIO ἡ ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ δεχθῶμεν τὴν αὐτεπάγγελτον ἀναθεώρησιν ὅλων τῶν ἀποφάσεων. Διότι ὡς ἐλήφθησαν αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀγγελίδη εἶναι ἀσθενεῖς περὶ τὴν βάσιν μὴ στηριζόμεναι ἐπὶ τῶν ἀντικειμενικῶν κριτηρίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἑδράζεται μία δικαστικὴ ἀπόφασις. Αὐτὸ εἶναι τὸ συνταγματικὸν ἐπιχείρημα. Τώρα ὑπάρχει καὶ τὸ ἐπιχείρημα τῆς σκοπιμότητος. Διὰ τῆς μὴ αὐτεπαγγέλτου ἀναθεωρήσεως θὰ δημιουργηθῇ βεβαίως μία ὀξύτης, μεταξὺ τῶν πολλῶν, διότι τὸ πρῶτον ποὺ θὰ συμβῇ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου θὰ εἶναι ὅλοι οἱ μὴ δικαιωθέντες νὰ στραφοῦν ἐναντίον τῶν δικαιωθέντων. Καὶ θὰ ἔχωμεν βεβαίως μίαν ἀντιδικίαν καὶ μίαν ἔντασιν τῶν παθῶν μεταξὺ τῶν δύο κατηγοριῶν δικαιούχων. Ἐνῷ ἐὰν εἴπωμεν ὅτι αὐτεπαγγέλτως ἐξετάζονται ὅλαι αἱ αἰτήσεις, θὰ ἀποφύγωμεν τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν μοιραίαν συνέπειαν, τῆς ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένης ρυθμίσεως τοῦ θέματος. Αὐτὰ ἀφοροῦν, κύριε ὑπουργὲ καὶ κύριοι συνάδελφοι, τὴν οὐσίαν τῆς τροπολογίας. Ἡ τροπολογία μου ἔχει καὶ δύο ἄλλα μέρη, τὰ ὁποῖα θέλω νὰ ὑπογραμμίσω, καίτοι δὲν ἀποτελοῦν οὐσίαν, ὅπως τὸ πρῶτον. Θὰ ἤθελα ἡ νέα Ἐπιτροπὴ νὰ ἔχῃ καὶ λαϊκοὺς ἐκπροσώπους, οἱ ὁποῖοι, κατὰ μίαν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ἀναφέρω εἰς τὴν τροπολογίαν μου θὰ ἠμποροῦσαν νὰ βοηθήσουν λυσιτελῶς τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι ἐὰν ὑπάρχῃ π.χ. ἕνας Καστελλορίζιος ὑπευθύνως νὰ συμβουλεύῃ τὴν Ἐπιτροπήν, δὲν εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ κάμῃ τὰ ἐξόφθαλμα λάθη, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἀγγελίδη. Τὸ τρίτον μέρος τῆς τροπολογίας μου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης δὲν εἶναι οὐσιαστικόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ βοηθήσῃ, εἶναι ὅτι ἡ νέα Ἐπιτροπὴ θὰ ἔπρεπε νὰ προεδρεύεται ἀπὸ ἕνα Σύμβουλον τῆς Ἐπικρατείας. Ὄχι διότι ὅπως ἔχει τώρα, μὲ Πρόεδρον τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, δὲν εἶναι ἱκανοποιητικὴ ἡ συγκρότησίς της. Ἐὰν αὐτὸ τὸ λέγω δὲν σημαίνει ὅτι ἔχω μειωμένην ἐκτίμησιν εἰς τὴν κρίσιν τῆς τοιαύτης Ἐπιτροπῆς. Κάθε ἄλλο. Ἀλλὰ διότι οἱ Πρόεδροι τῶν Ἐφετῶν δὲν στερεώνουν εἰς τὴν Ρόδον. Κάθε τρεῖς μῆνες χάνομε τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν. Νομίζω ὅτι διὰ νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις μιᾶς περισσότερον προσεκτικῆς ἐξετάσεως τῶν αἰτήσεων θὰ ἦτο καλὸν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ προεδρεύεται ἀπὸ Σύμβουλον τῆς Ἐπικρατείας. Γνωρίζω τὴν ἀντίρρησιν ἡ ὁποία θὰ προβληθῇ ὅτι οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας εἶναι φορτωμένοι μὲ πολλὴν ἐργασίαν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθοῦν τῆς ἕδρας των. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐάν, κύριε ὑπουργέ, κατωρθώνατε νὰ πείσετε τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας νὰ σᾶς δώσῃ ἕνα Σύμβουλον, ἐπιτυγχάνετε νὰ θεραπεύσετε καὶ τὴν ἀνησυχίαν ποὺ ἔχομεν διὰ τὸν ταχὺν τερματισμὸν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι ἕνας Σύμβουλος Ἐπικρατείας ἐὰν φύγῃ ἀπὸ ἐδῶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ προσπαθήσῃ καὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν, ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου νὰ τελειώσῃ τὴν ὅλην ἐργασίαν. Διότι ἐγώ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Σιφναῖος, πιστεύω ὅτι τὸ ὅλον ἔργον, ἐὰν τὸ πάρῃ εἰς τὰ χέρια του ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει διάθεσιν νὰ τὸ τελειώσῃ, ἠμπορεῖ νὰ τὸ φέρῃ εἰς πέρας ἐντὸς τριῶν μηνῶν κατὰ τρόπον πλήρως ἱκανοποιητικόν. Ἑπομένως παράκλησίς μου εἶναι ὅπως θέσητε ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἐπιτροπῆς Σύμβουλον τῆς Ἐπικρατείας, τώρα μάλιστα ποὺ ἔχομεν καὶ τὰς θερινὰς διακοπὰς καὶ ἑπομένως θὰ εἶναι δυνατὸν οὗτος ἀζημίως διὰ τὰ κύριά του καθήκοντα νὰ ἀναλάβῃ καὶ τὰ νέα. Οὕτω, ἐκτὸς τοῦ μεγαλυτέρου κύρους θὰ ἐξασφαλισθῇ ἴσως καὶ ὁ ἀποφασιστικώτερος παράγων διὰ τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπιτροπῆς.
§144Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς.
§145Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀν. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Νομίζω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ δὲν εὐσταθοῦν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δέχομαι τὴν τροπολογίαν. Ὡς πρὸς τὴν συνταγματικότητα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθητε ἀναμφισβητήτως τυγχάνουν καὶ τῆς ἰδικῆς μου ἐπιδοκιμασίας. Ἀλλὰ δὲν ἐνισχύομεν οὔτε μειώνομεν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτῶν τὸ κῦρος καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ διατάξωμεν μίαν ἀναθεώρησιν διὰ τοῦ νόμου τῶν ἀποφάσεων. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ. Εἶναι, ἕνας σεβασμὸς πρὸς ἀποφάσεις ἑνὸς Διοικητικοῦ Δικαστηρίου, τοῦ ὁποίου δὲν θέλομεν νὰ ἀνατρέψωμεν διὰ τοῦ νόμου κατ’ εὐθεῖαν τὰς ἀποφάσεις. Καὶ ἀφίνομεν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἔννομον συμφέρον νὰ ἔλθουν αὐτοὶ ἐν τῷ προκειμένῳ διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι πραγματικῶς ἔχει καταστῆ κοινὴ συνείδησις ὅτι ἐκεῖ τὰ πράγματα δὲν διεξήχθησαν ἐν πλήρει ὁμαλότητι. Βέβαια αὐτὸ θὰ δημιουργήσῃ ὡρισμένας ὀξύτητας. Ἀλλά, νομίζω, ὀξύτητες ἐδημιουργήθησαν ἤδη. Ἐδημιουργήθησαν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ φέρουν τὸ θέμα πρὸς ἐπανεξέτασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέραν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δίδεται ἡ λύσις, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις νέων ὀξυτήτων ἢ ἐπιτάσεως τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως. Ἀλλὰ καίτοι δὲν θὰ ηὐχόμην νέας ὀξύτητας, ἐν τούτοις καὶ αὐτὸ ἐὰν συνέβαινε, θὰ τὸ ἀπεδεχόμην. Διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι μετὰ τὴν ἔκθεσιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐδῶ, εὔκολον εἶναι νὰ καταδειχθῇ πόσον ἄδικον ἔχουν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἠθικὸν θέμα καὶ ἀναταραχὴ θὰ ἐδημιουργεῖτο, ὄχι συνεπείᾳ τοῦ κακοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ συνεπείᾳ τῆς λύσεως τὴν ὁποίαν ἡμεῖς σήμερον δίδομεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν λαϊκῶν μελῶν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον τοὺς ἐμπειρογνώμονας. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐὰν θέλῃ νὰ ἀποδώσῃ πραγματικῶς τὸ δίκαιον ἀναμφιβόλως θὰ καλέσῃ τὰ ὡς ἄνω πρόσωπα. Εἰς τὸ τέλος ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον: «καὶ τῶν προσληφθησομένων τυχὸν ἐμπειρογνωμόνων». Τῶν ἐμπειρογνωμόνων ἐπὶ πλέον καθορίζεται καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀποζημιώσεως, τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων κλπ. Συνεπῶς δύνανται νὰ κληθοῦν οἱ ἐμπειρογνώμονες. Καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ ἐπιτελέσῃ ἔργον ἀδιάβλητον ἐὰν καλέσῃ ὄχι ἁπλῶς τὰ λαϊκὰ μέλη, ἀλλὰ τοὺς ἐμπειρογνώμονας. Ὡς τελευταῖον θέμα ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος τὴν Προεδρίαν. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς Προεδρίας πρῶτον, ὑπῆρχε δήλωσις ρητὴ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καθ’ ἣν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι διατεθειμένος νὰ μᾶς ἀποσπάσῃ εἴτε Σύμβουλον, εἴτε Πάρεδρον ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως. Δεύτερον, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος νομίζω ὅτι οἱ δικαστικοὶ προκειμένου περὶ κατανομῆς ποσῶν καὶ περὶ κρίσεων τοιαύτης φύσεως ἴσως ἔχουν μίαν μεγαλυτέραν πεῖραν ἔναντι τῶν Συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν ποὺ τρέφω πρὸς αὐτούς. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας διαθέσεως οἱουδήποτε Συμβούλου ἢ Παρέδρου εἶναι ἀρκετόν. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 1, ὅπως ἔχει μαζὶ μὲ τὴν προσθήκην τοῦ νομίμου ἀναπληρωτοῦ. Δὲν ξεύρω ἐὰν θὰ χρειασθῇ νὰ μετακινηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε ὁ νόμιμος ἀναπληρωτής του εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ κενὸν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν.
§146Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἀντὶ τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν Ρόδου νὰ γραφῇ τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν Δωδεκανήσου.
§147Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀν. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Μάλιστα, τὸ δέχομαι.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1.
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 2.
§151ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο δεκτόν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, ὁ κ. Ι. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον.
§153Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ τύχη τῆς τροπολογίας μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δὲν θὰ εἶναι καλυτέρα τῆς τοῦ προηγουμένου, ἀλλὰ ἔχω ὅμως ὑποχρέωσιν νὰ τὴν ἀναπτύξω. Κύριοι, προτείνω ὅπως ἀπαλειφθοῦν ἐκ τοῦ ἄρθρου ἅπαντα τὰ μετὰ τὰς λέξεις: «ζημίας προσγενομένας» ..... ................. (ἀναγινώσκει) .....................». Διότι ὅπως ἔχει ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία προαγωγὴ εἰς ψευδορκίαν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος αἰσθάνεται ὅτι ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἀποζημιώσεως δὲν θὰ δυσκολευθῇ βεβαίως νὰ εὕρῃ ἀποδείξεις, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἄλλην διέξοδον, περὶ τοῦ ὅτι ὑπέβαλεν ἐμπροθέσμως αἴτησιν. Διὰ τοῦτο διὰ νὰ μὴ παροτρύνωμεν εἰς ψευδορκίας εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα ὥστε ἐντὸς μηνὸς νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις ὅσοι θεωροῦν ὅτι νομιμοποιοῦνται. Πιστεύω δέ, ὅτι ὁ μεγαλύτερος ἀριθμὸς τῶν αἰτήσεων αὐτῶν ποὺ θὰ ὑποβληθοῦν θὰ ἀπορριφθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν διότι προφανῶς θὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου καὶ τῆς συνθήκης. Ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ρυθμίζει τὸ θέμα ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι κομψὸς κατ’ ἐπιφάνειαν, ἀλλὰ ἐν τῇ οὐσίᾳ εἶναι λίαν ἄκομψος. Διὰ τοῦτο ἐγὼ νομίζω ὅτι καλλυτέρα πολιτική, εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς εἰλικρινείας. Νὰ εἴπωμεν ὅτι δίδομεν προθεσμίαν ἑνὸς μηνὸς εἰς ὅλους νὰ ὑποβάλουν αἰτήσεις, διὰ νὰ καταστήσωμεν τὸ πρᾶγμα πιὸ καθαρόν, καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἔννοια τοῦ δικαίου εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ κόσμου.
§154Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ συντάσσομαι ἀπολύτως μὲ τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ συνάδελφος κύριος Ζίγδης. Νομίζω, ὅτι θὰ ἀνοίξωμεν νέαν πληγὴν ἐὰν ζητοῦνται μάρτυρες οἱ ὁποῖοι θὰ πᾶνε εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤδη ἔχουν δικαιωθῆ θὰ στραφοῦν ἐναντίον τῶν μαρτύρων τοὺς ὁποίους καὶ θὰ ἀπειλοῦν ἐνδεχομένως. Διατὶ νὰ μὴ τὸ εἴπωμεν εἰλικρινά, κύριε Πρόεδρε;
§155Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐδῶ ἔχω, σᾶς βεβαιῶ, ὡρισμένους δισταγμούς. Ἀναμφιβόλως, ὄχι ὁ κομψότερος τρόπος, ἀλλὰ ὁ πλέον συνταγματικὸς κατ’ ἐμὲ εἶναι αὐτός. Εἰς τὴν οὐσίαν εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ ἔχω ὡρισμένους δισταγμούς, διότι ἐδῶ ἐθέσαμεν μίαν βάσιν διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ὅτι δηλ. δὲν καθιεροῦται διαφορετικὴ μεταχείρισις. Ἡ βάσις αὐτὴ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι πταίσματι, ὑπαιτιότητι, τῆς Διοικήσεως, ὄχι τῶν δικαιούχων, ἐξηφανίσθησαν αἱ αἰτήσεις. Ὅταν λέγωμεν αὐτὸ — καὶ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν μας τοῦτο— δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεκκλίνωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱοσδήποτε θὰ προσέλθῃ καὶ θὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς του, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πίπτει ἡ βασικὴ δικαιολογία καὶ φοβοῦμαι τότε, μήπως ὑπάρχῃ διαφορετικὴ μεταχείρισις καὶ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπευχόμεθα. Δι’ αὐτὸ ἔχω δισταγμούς. Ἄλλοι ἴσως θεωρήσουν ὑπερβολικοὺς τοὺς δισταγμούς μου αὐτούς, ἀλλὰ ὁμολογῶ ὅτι συμφέρον εἶναι καὶ διὰ σᾶς καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τὸ κῦρος ὅλων μας, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὁπωσδήποτε ὡς ἀντισυνταγματικόν. Δι’ αὐτὸ ἐπιτρέψατέ μου, καίτοι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὴν οὐσίαν, εἰς τὴν διατύπωσιν ὅμως νὰ ἐπιμείνω. Ἐὰν μᾶς εἴπουν αὔριον ποῦ ἐστηρίχθητε, κύριοι διὰ νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφορετικὴ μεταχείρισις; Θὰ τοὺς ἀπαντήσωμεν εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι πταίσματι τῆς Διοικήσεως ἐξηφανίσθησαν αἱ αἰτήσεις, πρᾶγμα ποὺ οὔτε εἰς τὴν Ρώμην, οὔτε εἰς τὴν Λιβύην ἔλαβε χώραν, δηλ. νὰ ἐξαφανισθοῦν ἐκεῖ αἱ αἰτήσεις. Ἄρα ὑποτίθεται ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπέβαλον αἰτήσεις, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπέβαλον τοιαύτας, λέγομεν εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ τὸ ἀποδείξετε. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Δωδεκάνησον θὰ εἶναι ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσουν νὰ καταφύγουν εἰς τὴν ψευδομαρτυρίαν καὶ τὴν ψευδορκίαν. Νομίζω ὅτι οἱ Δωδεκανήσιοι θὰ εἶναι σύμφωνοι, διὰ τοῦτο ἄλλως τε ἀφίνομεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν διὰ παντὸς τρόπου νὰ κρίνῃ τὸ θέμα. Λόγῳ τῶν δισταγμῶν αὐτῶν ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἐπιμείνω εἰς αὐτὴν τὴν ἄποψιν, διότι εἰλικρινῶς φοβοῦμαι.
§156Ι. ΖΕΡΒΑΝΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἂν καλῶς ἔχω ἀντιληφθῆ, ἐπιθυμία σας εἶναι νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ εἰς ὅλους τοὺς τυχὸν παθόντας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων προκύπτει ἕνα σοβαρώτατον ἄτοπον καὶ ἕνα κενόν, διότι οἱ πραγματικῶς παθόντες καὶ δυστυχῶς οἱ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ γεωργικοῦ κόσμου, δὲν ἔχουν ὑποβάλει τὰς αἰτήσεις των ἀκόμη.
§157Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀν. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐκεῖ ἐβασίσθημεν. Ἂν εἶχον ἄλλως τε ἔτσι τὰ πράγματα τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ κατετίθετο. Πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικόν. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν πολῖται οἱ ὁποῖοι ἔπαθον καὶ δὲν ὑπέβαλον αἰτήσεις. Θὰ ἔλθωμεν αὔριον καὶ θὰ εἴπωμεν ὅτι παρέχομεν τὸ δικαίωμα καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ ὑποβάλλουν αἰτήσεις; Βασιζόμεθα εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ αἰτήσεις ἀπωλέσθησαν καὶ ἀπωλέσθησαν ὑπαιτιότητι τῆς Διοικήσεως. Ἐκεῖ θὰ σταθῶμεν καὶ ἂς μὴ παρεκκλίνωμεν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον;
§159ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§160Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἡ τροπολογία μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἔχει διανεμηθῆ καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἀναγνώσω. Νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 3, εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἱκανοποιητική. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ μία διευκρίνησις, διότι ὑπάρχει εἷς κίνδυνος μεγάλης ἀδικίας πρὸς ὡρισμένην κατηγορίαν δικαιούχων. Βεβαίως, ἡ «ἐχθρικὴ μεταχείρισις» εἶναι πραγματικὸν γεγονὸς καὶ ἂν μὲν πρόκειται περὶ μιᾶς πράξεως τοῦ ἐχθροῦ ἐναντίον ἑνὸς Δωδεκανησίου, τότε τὸ θέμα τῆς ἀποζημιώσεώς του παρουσιάζει δυσκολίας. Θὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰς συνεπείας αὐτῆς τῆς συγκεκριμένης πράξεως. Ἐὰν ἔχωμεν ὅμως ἐκ μέρους τῶν Ἰταλῶν καθολικὴν προσβολὴν τῆς προσωπικῆς τους ἐλευθερίας ἢ τῆς περιουσίας των, τότε φοβοῦμαι ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτὴ θ’ ἀποβῇ πολὺ ἐπιζημία διὰ τὸν ἐνδιαφερόμενον. Εἰς περιπτώσεις καθολικῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὴν περιουσίαν, ὁ δικαιοῦχος πρέπει νὰ ἐξομοιωθῇ ἀπολύτως μὲ τὸν Ἕλληνα ὑπήκοον. Διότι ἄλλως θὰ προκύψῃ τὸ ἑξῆς ζήτημα! Ὁ συλληφθεὶς ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς καὶ φυλακισθείς, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐνῷ ἦτο εἰς τὴν φυλακὴν ἔπεσε μία βόμβα εἰς τὸ σπίτι του καὶ τὸ κατέστρεψεν, θὰ ἀποζημιωθῇ δι’ αὐτό; Ὅπως ἔχῃ ἡ διατύπωσις τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ ἰδική μου διατύπωσις, ἡ διαστείλουσα τὰς ὡς ἄνω δύο περιπτώσεις, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὴ παρ’ ὑμῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ αὐτῆς σαφῆ κείμενα νόμων. Διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτά, τὰ ὁποῖα συνέβησαν μὲ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἀγγελίδη, ποὺ ὁσάκις εὑρίσκετο πρὸ ἑνὸς νομικοῦ διλήμματος ἔστελλε ἐρωτήματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκετο εἰς δυσκολίαν νὰ δίδῃ αὐθεντικὰς ἑρμηνείας, διότι δὲν ἦτο νομοθέτης. Δι’ αὐτό, νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν διατηρεῖ ἀπολύτως τὸ πνεῦμα τῆς ἰδικῆς σας ἀλλὰ εἶναι πλέον σαφὴς διὰ τὴν Ἐπιτροπήν, ὥστε νὰ μὴ προκύψουν νέα..........
§161Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου, διότι ὅταν τὸ χαρακτηρίσωμεν ὡς πραγματικὸν γεγονὸς ἐπιθυμοῦμεν νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἀπολύτως εἰς τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἑρμηνείας νομικῆς, ὅπως ἐπεκαλέσθη ὁ κ. συνάδελφος, ὁπότε θὰ εἶχε δίκαιον. Δὲν πρόκειται περὶ γεγονότος νομικοῦ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ πραγματικοῦ γεγονότος. Ἡ κρίσις τοῦ πραγματικοῦ γεγονότος ἀπολύτως ἐπαφίεται εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Νομίζω ὅτι ὁ καλύτερος καὶ ἐδῶ καὶ ὁ κομψότερος τρόπος εἶναι ἡ πρὸ ὑμῶν διατύπωσις τοῦ ἄρθρου. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν Ἐπιτροπήν, καὶ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας.
§162Σ. ΔΗΜΑΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ περίπτωσις ἡ ἰδική μου, ἐμπίπτει ἀπολύτως μὲ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ ὑπηκόου τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Καὶ τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ Ἑλλήνων ὑπηκόων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον ἢ εἰς τὴν Ἀλβανίαν.
§163Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὄχι εἰς Ἰταλικὸν ἔδαφος.
§164Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ Ἀλβανία κατὰ πλάσμα, οὐδέποτε προσηρτήθη εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπως ἡ Ἀβησσυνία. Κατ’ ἀκολουθίαν, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ θεωρήσωμεν τὰ ἐδάφη Ἰταλικά. Λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν δυνατότητα. Δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν σας. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ ὁ νόμος αὐτός, ἂν προχωρήσωμεν ὡς ἐκεῖ.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3;
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἔχει. Ἄρθρον 4ον. Ὁ κ. Δ. Ἰωάννου ἔχει τὸν λόγον.
§168Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Θὰ παρεκάλουν ἰδιαιτέρως τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δεχθῇ μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον εὑρέθησαν τυχαίως εἰς τὸ ἔδαφος αὐτό, ποὺ λέγομεν ὅτι δὲν ἀναγνωρίζεται παρὰ τῆς συνθήκης, ἀλλὰ καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πληροφοριοδόται τοῦ Στρατοῦ, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου τῆς Ἀλβανίας καὶ δι’ αὐτὸ ἐκρατήθησαν εἰς Ἰταλικὰ στρατόπεδα, ἀνεξαρτήτως ἂν τὰ στρατόπεδα ἦσαν ἐπὶ Ἰταλικοῦ ἐδάφους. Ἡ τροπολογία θὰ ἤθελα νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Θὰ ἤθελα νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀφήσῃ ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ.
§169Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Στρατόπεδα Ἰταλικὰ ὑπῆρξαν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι ἔχετε εἰς τὴν οὐσίαν δίκαιον νὰ ἐπιμένετε, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τὸ δίκαιον αἴτημά σας. Βεβαιωθῆτε, ὅτι μὲ ψυχικὸν ἄλγος σᾶς τὰ λέγω αὐτά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν.
§170Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. (Ὁμιλεῖ ἐν μέσῳ θορύβου, μὴ ἀκουόμενος).
§171Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐὰν τὴν ἀποδεχθῶ σημαίνει, ὅτι δὲν ἐδιάβασα κἂν τὴν συνθήκην καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀφήσητε ἔκθετον εἰς τοιαύτην ὕβριν τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἰωάννου, ὁ κ. ὑπουργός, δὲν δέχεται τὴν τροπολογίαν σας.
§173Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλάχιστες φορὲς ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον, διὰ νὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα, ἐνδεχομένως νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ἂν δὲν πείσω τὸν κ. ὑπουργόν. Ἡ τροπολογία μου δίδει τὸ δικαίωμα νὰ τυχὸν ἀποζημιώσεως, βάσει τῆς Ἑλληνοϊταλικῆς συνθήκης, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκρατήθησαν εἰς Ἰταλικὰ στρατόπεδα. Εἶναι δίκαιον αἴτημα 45 Ἠπειρωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τοὺς ἰδικούς των, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν φυματικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κυριολεκτικῶς καταστραφῆ. Παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ δίκαιον αἴτημά των. Καταθέτω, κ. Πρόεδρε, τὴν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ν’ ἀποφανθῇ.
§174Γ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προέκυψεν ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἓν δικαίωμα διὰ τοὺς Ἑπτανησίους, καὶ ἰδίως διὰ τοὺς Κεφαλλήνας ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι καὶ τὰ ἐμπορεύματά τους ἀπώλεσαν καὶ εἰς στρατόπεδα ἐνεκλείσθησαν εἰς Ἰταλίαν καὶ ὑπέστησαν καὶ καταστροφάς. Νομίζω, ὅτι μία περιφέρεια, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τύχῃ αὐτῆς τῆς προστασίας καὶ τῆς ἀποζημιώσεως, εἶναι ἡ Ἑπτάνησος.
§175Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Τὰ στρατόπεδα, ὅπου ὑπῆρξαν, δὲν ὑπῆρξαν Ἑλληνικά, ἀλλὰ Ἰταλικά, εἴτε εἰς τὴν Ἀλβανίαν, εἴτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε εἰς τὴν Ἰταλίαν, εἴτε ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νὰ μὴ παρατείνεται ἀσκόπως ἡ συζήτησις, κ. Πρόεδρε.
§176Γ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἔχομεν δύο περιφερείας τῆς Ἑλλάδος αἱ ὁποῖαι εἶχον προσαρτηθῆ, τὴν Δωδεκάνησον καὶ τὴν Ἑπτάνησον.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἰωάννου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἰωάννου ἀπερρίφθη.
§179Ν. ΚΟΥΝΤΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Ἔχω ὑποβάλλει τροπολογίαν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀναμένω ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐὰν τὴν ἀποδέχεται.
§180Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν θὰ τὴν δεχθῶ, διότι ἐὰν δεχθῶ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν μεταχείρισιν εἰδικῶς διὰ μίαν κατηγορίαν ἀνθρώπων, φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀνατραπῇ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 δεκτόν, ὡς ἐτροπολογήθη;
§182Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε, ἐνεγράφην καὶ ἐγὼ διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Κατετέθη μία τροπολογία ἐκ μέρους τῶν Ἠπειρωτῶν βουλευτῶν, ἐδικαιούμην νὰ ὁμιλήσω διότι ἐπρόκειτο περὶ τροπολογίας ἀπολύτως δικαίας καὶ λογικῆς. Ἐν τούτοις δὲν μοῦ ἐδόθη ὁ λόγος καὶ ἐζητήθη ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου πρὶν ἢ ἀναπτυχθῇ ἡ οὐσία τῆς τροπολογίας αὐτῆς.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, ἀλλὰ ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργός.
§184Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει, ἐὰν ἀπήντησεν ὁ κ. ὑπουργός.
§185Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Ἴσως ἐγὼ νὰ μὴ τὰ εἶπα καλά.
§186Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ἴσως ἄλλα ἐπιχειρήματα νὰ πείσουν τὸν κ. ὑπουργόν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε τώρα νὰ γίνῃ; Εἴδατε ὅτι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν σας.
§188Α. ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος, κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως A PRIORI μᾶς εἶπε ὅτι δὲν τὴν δέχεται, πρὶν ἀκόμη νὰ ἀναγνωσθῇ.
§189Δ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἔχω καταθέσει μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «....... (ἀναγινώσκει).............».
§190Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν γίνεται δεκτή.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 γίνεται δεκτὸν ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 4 ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. Ἄρθρον 5ον.
§194Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον, πρὶν πᾶμε εἰς τὸ ἄρθρον 5, διότι θέλω νὰ παρεμβάλλω ἓν ἄλλο ἄρθρον. Κύριε ὑπουργέ, ὁ νόμος 2730, ἐὰν δὲν κάμνω λάθος, προέβλεψε διὰ τὰ πρόσωπα τὰ μεταφερθέντα εἰς Ἰταλίαν καὶ ἐγκλεισθέντα εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως εἰδικὴν διαδικασίαν ἀποζημιώσεως. Καθώρισε δὲ ὅτι διὰ τὰ πρόσωπα αὐτὰ δὲν θὰ ζητήσωμεν ἀποδείξεις ὑλικῶν ζημιῶν, ἀλλὰ θὰ τοὺς καθορίσωμεν μίαν, κατ’ ἀποκοπὴν ἀποζημίωσιν, διὰ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστησαν. Τὰ πρόσωπα ὅμως τὰ ὁποῖα ἐνεκλείσθησαν ἐν Δωδεκανήσῳ εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως δὲν τυγχάνουν ἀναλόγου μεταχειρίσεως, προφανῶς λόγῳ παραδρομῆς. Διὰ τοῦτο προτείνω, ὅπως τύχουν ἀναλόγου μεταχειρίσεως καὶ οἱ ἐγκλεισθέντες εἰς στρατόπεδα συγκεντρώσεως ἐν Δωδεκανήσῳ. Ἡ τροπολογία μου ἔχει διανεμηθῇ καὶ ἑπομένως δὲν χρειάζεται νὰ τὴν ἀναγνώσω. Βέβαια αἱ ὑλικαὶ ζημίαι τὰς ὁποίας ὑπέστησαν εἶναι ἀκαθόριστοι καὶ δὲν ὑπάρχει δυνατότης ἀποδείξεως. Ὅπως ἐνθυμεῖσθε, πολὺ ὀρθῶς ὁ βασικὸς νόμος διὰ τὴν περίπτωσιν, τῶν ἐν Ἰταλίᾳ ἐγκλεισθέντων δὲν ἀπήτει ἀποδείξεις, ἀλλὰ κατ’ ἀποκοπὴν καθώρισεν ἓν ποσόν. Τὸ ἴδιον πρᾶγμα πρέπει νὰ γίνῃ διὰ λόγους ἴσης μεταχειρίσεως καὶ διὰ τοὺς ἐγκλεισθέντας εἰς στρατόπεδον συγκεντρώσεως ἐν Δωδεκανήσῳ. Τὸ πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν δικαιούχων τῆς κατηγορίας αὐτῆς ποσὸν τῶν 75 ἑκατομ. τὸ ὁποῖον ἀναφέρω ἔχει φυσικὰ ἐνδεικτικὴν ἀξίαν μόνον.
§195Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ τὸν περιορισμὸν τοῦ ποσοῦ. Τὸ γεγονὸς δὲ ὅτι ἐνεκλείσθησαν εἰς στρατόπεδον συγκεντρώσεως παρέχει τὴν δυνατότητα νὰ ὑποβάλλουν αἰτήσεις καὶ νὰ ζητήσουν ἀποζημίωσιν. Δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ κάμω δεκτὴν τὴν τροπολογίαν σας.
§196Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ζίγδη θὰ ἤθελον μίαν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄνισον μεταχείρισιν. Διατὶ ὅσοι μετήχθησαν εἰς τὴν Ρώμην ἐδικαιώθησαν ἀποζημιώσεως ἐνῷ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μετήχθησαν ἐκ Κρήτης, εἰς Δωδεκάνησον, δὲν δικαιοῦνται. Θὰ παρακαλοῦσα νὰ ἔχωμεν μίαν δήλωσιν ἐπ’ αὐτοῦ. Διατὶ ἕνας ὁ ὁποῖος μετήχθη εἰς Λιβύην καὶ Ρώμην νὰ ἀπολαμβάνῃ καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μετήχθη εἰς Δωδεκάνησον νὰ μὴ ἀπολαμβάνῃ. Νομίζω, ὅτι χάριν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον τόσον ὑπεστηρίξατε καὶ τὸ ὁποῖον τέτοιας ὑποδοχῆς ἔτυχεν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἀποδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, χάριν τῆς ἀρχῆς τῆς ἴσης μεταχειρίσεως.
§197Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ ἴση μεταχείρισις, κ. συνάδελφε, νοεῖται ἐντὸς τῶν πλαισίων τὰ ὁποῖα ἔχομεν καθιερώσει. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω μίαν νέαν κατηγορίαν ἐνῷ δὲν προϋπῆρχε.
§198Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἀξιότιμε κύριε Ἀντιπρόεδρε, κατὰ τὸ ἄρθρον 5 ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ τὰς αἰτήσεις τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι διέμενον ἐν Σομαλίᾳ καὶ Ἐρυθραίᾳ. Καίτοι δὲν μοῦ διαφεύγει τὸ γεγονὸς ὅτι ἔχετε ἐκπεφρασμένην γνώμην διὰ τοὺς Ἕλληνας τῆς Ἀβησσυνίας, ἐν τούτοις θὰ ὑποστηρίξω μίαν ἐξαίρεσιν. Ὑπάρχουν ἐν Ἀβησσυνίᾳ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι διακρίνονται διὰ τὸν φλογερὸν πατριωτισμόν των καὶ λόγῳ τῆς ἰσχύος τὴν ὁποίαν εἶχον ἀποκτήσει, λόγῳ πολλαπλῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας εἶχον προσφέρει εἰς τὰς Ἀβησσυνιακὰς ἀρχὰς καὶ δὴ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα. Ὅταν κατελήφθη ἡ Ἀβησσυνία ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν, ἐξετοπίσθησαν. Οἱ Ἕλληνες αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι πολλοί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τύχουν κάποιας ἰδιαιτέρας μεταχειρίσεως. Μνημονεύω ἕνα Κεφαλλῆνα τὸν Ἀνδρέαν Καβαδίαν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πρῶτος ἱδρυτὴς τῆς πρώτης ἐν Ἀβησσυνίᾳ ἐφημερίδος «L’ AIMIRO». Τὸν γνωρίζητε, κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ 60 ἐτῶν αὐτὸς ἵδρυσε τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἐν Ἀδὶς Ἀμπέμπα καὶ διὰ τὰς πολλαπλᾶς ὑπηρεσίας του ἐτιμήθη μὲ τὸν Μεγαλόσταυρον τοῦ Μένελικ. Οἱ Ἰταλοὶ τὸν ἐξετόπισαν μετὰ τῆς οἰκογενείας του, ὅπως καί τινας ἄλλους καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα. Νομίζω ὅτι λόγῳ τοῦ κύρους, τῶν ἐξαιρετικῶν ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας προσέφερεν αὐτός, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν μίαν ἐξαίρεσιν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι κατ’ ἐξαίρεσιν δικαιοῦνται νὰ ἐπανεξετασθοῦν αἱ αἰτήσεις τῶν Ἑλλήνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπατρίσθησαν ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν κατὰ τὴν κατάληψιν τῆς Ἀβησσυνίας.
§199Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐὰν προεβάλετο ἡ τροπολογία νὰ ἀποζημιωθῇ ὁ κ. Καβαδίας θὰ ἠρώτουν τὴν Βουλὴν καὶ θὰ συνεφώνουν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ κ. Καβαδία, ὁ ὁποῖος ἔχει προσφέρει πολυτίμους ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ὅταν τὸ συνδέεται μὲ τὸ θέμα τῶν Ἑλλήνων ἐν Ἀβησσυνίᾳ δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ.
§200Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τότε τὸ περιορίζω. Νὰ γίνῃ τιμῆς ἕνεκεν διὰ τὸν διαπρεπῆ Ἕλληνα, ὁ ὁποῖος ἐτιμήθη μὲ τὸν Μεγαλόσταυρον τοῦ Μένελικ καὶ ἐτίμησε τὴν Ἑλλάδα.
§201Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ συνηγορήσω νὰ δοθῇ τιμητικὴ σύνταξις εἰς τὸν κ. Καβαδία λόγῳ τῶν πολλῶν ὑπηρεσιῶν του πρὸς τὴν πατρίδα.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5, δεκτόν;
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτόν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 ἐγένετο δεκτόν. Ἄρθρον 6ον.
§205Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ δώσῃ ὅλας τὰς ἐνδεικνυομένας ὁδηγίας καὶ θὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ὥστε ἐντὸς τῶν τεσσάρων μηνῶν πράγματι νὰ λήξῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι ἐὰν τὰ μέλη αὐτῆς θελήσουν νὰ τραινάρουν τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι δύσκολον φυσικὰ νὰ τὸ πετύχουν. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ παρακολουθήσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ δώσῃ τὰς καταλλήλους ἐντολάς, τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ περατωθῇ πολὺ πρὶν περάσουν οἱ τέσσαρες μῆνες.
§206Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὅταν ἐψηφίζετο ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως τὸ πρῶτον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐρρύθμιζε τὴν ἀποζημίωσιν, εἴχατε δηλώσει ὅτι δὲν θέλω ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀποζημιώσω τὰ μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν. Σᾶς τὸ ὑπενθυμίζω καὶ σᾶς παρακαλῶ ὅπως ληφθοῦν τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα.
§207Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ ἀντικατασταθοῦν μόλις λήξει τὸ τετράμηνον. Δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἠμπορεῖ νὰ παραμείνῃ μίαν ἡμέραν παραπάνω. Κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον θὰ παρατείνουν τὴν ἐκδίκασιν ἐφ’ ὅσον θὰ ἠξεύρουν ὅτι δὲν θὰ παραμείνουν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§208Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπανέρχομαι ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα κατὰ τὴν ἀγόρευσίν μου, δηλαδὴ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ τὴν οὐσίαν τῶν ἀποφάσεων αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀκυρωθῆ ἢ θὰ ἀκυρωθοῦν εἰς τὸ μέλλον ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Προτείνω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑξῆς τροπολογία: «Ἡ ὑπὸ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου συνιστωμένη Ἐπιτροπὴ ......... (ἀναγινώσκει)..............». Μὲ τὴν παρεμβολὴν αὐτῆς τῆς διατάξεως νομίζω, ὅτι καλύπτεται τὸ κενόν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ προηγούμενον νομοθέτημα τὸ 2730 καὶ τὸ παρόν.
§209Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἔχετε ἀναμφισβητήτως δίκαιον. Δὲν ἠμπορῶ νὰ λάβω εἰδικὴν μέριμναν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ὑπόσχομαι ὅτι θὰ φέρω ἕνα γενικώτερον μέτρον, διὰ νὰ καθορίσω τὸ θέμα.
§210Σ. ΚΩΤΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι μία προσφυγὴ ἐκ Δωδεκανήσου ἐγένετο ἀποδεκτή.
§211Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὴν ἀνάγκην αὐτὴν θὰ τὴν πληρώσω.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. Δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη;
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα δεκτόν.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 6 ἐγένετο δεκτόν, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ἀκολούθως ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7). Ἄρθρον 8ον.
§215Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἐκάματε τὴν δήλωσιν ὅτι τὰ ἐναπομείναντα κονδύλια τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Λιβύης θὰ τὰ δώσητε διὰ τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς Δωδεκανήσου, θὰ ἐπεθύμουν ἡ δήλωσις αὐτὴ νὰ ἐνσωματωθῇ εἰς τὸ σχέδιον νόμου.
§216Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Ὅταν κάμνω τὴν δήλωσιν, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἀσφαλῶς θὰ πραγματοποιηθῇ. Τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ παραμείνῃ, ὅταν γίνῃ ἡ ὁριστικὴ ἐκκαθάρισις, θὰ τὸ μεταφέρω εἰς τὴν Δωδεκάνησον.
§217Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν νομοτεχνικὴν παρατήρησιν. Λέγετε: «Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ». Μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀσαφές. Θὰ ἦτο καλύτερον νὰ εἴπωμεν: «Αἱ διατάξεις τοῦ Ν. Δ. 2730, αἱ μὴ τροποποιούμεναι ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν».
§218Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐτροποποιήθησαν θὰ ἰσχύσουν ὅπως ἐτροποποιήθησαν.
§219Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ θέμα πότε ἀρχίζουν καὶ πότε τελειώνουν αἱ προθεσμίαι —γνωρίζετε πόσον δύσκολος εἶναι ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὰ νησιὰ καὶ πόσον ἐλάχιστα κατατοπισμένος εἶναι ὁ κόσμος μας ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν— θὰ ἔπρεπε κάπως σαφέστερον νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα. Σήμερον θὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Πότε θὰ δημοσιευθῇ; Πότε θὰ ἀρχίσουν νὰ τρέχουν αἱ προθεσμίαι; Καλύτερον εἶναι νὰ καθορίσωμεν τακτὰς ἡμέρας λήξεως τῶν προθεσμιῶν, παρὰ νὰ τὰς ἀφήσωμεν ἔτσι, ὁπότε δημιουργοῦνται ἀσάφειαι, πολλοὶ δὲ δικαιοῦχοι δυνατὸν νὰ μὴ πληροφορηθοῦν περὶ αὐτῶν ἐγκαίρως.
§220Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐξωτ.). Αὐτὸ δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ δεχθῶ. Νὰ γίνῃ δεκτὸν μόνον μὲ τὴν προσθήκην τὴν ὁποίαν ἐδέχθην εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς μόνην συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη;
§222ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ Ν. Δ. 2730)53 «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας συμφωνίας διὰ τὸν ὁριστικὸν διακανονισμὸν τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῶν οἰκονομικῶν τῆς μεταξὺ τῶν Συμμάχων καὶ Συνησπισμένων Δυνάμεων, καὶ τῆς Ἰταλίας Συνθήκης Εἰρήνης ζητημάτων, ἅτινα παρέμειναν ἐκκρεμῆ μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν», ὡς ἐτροποποιήθη. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν «περὶ ἀνοικοδομήσεως σεισμοπλήκτων Ἰονίων Νήσων κειμένων διατάξεων». Ὁ κ. Α. Βοῦλτζος ἔχει τὸν λόγον.
§224Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι, διότι μὲ κενὴν τὴν αἴθουσαν καὶ μετὰ ἑξάωρον συνεδρίασιν, θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν Ἰονίων Νήσων. Ὁμολογῶ ὅτι μὲ συγκινεῖ τὸ θέαμα τῆς αἰθούσης, διότι μοῦ ἐνθυμίζει τὰς Ἰονίους Νήσους. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἡμέρα αὐτή, εἶναι μία ἀπὸ τὰς πλέον ἀξιοσημειώτους ἡμέρας τῆς προσφάτου Κοινοβουλευτικῆς μας ἱστορίας. Τὸ συζητούμενον σήμερον τὸ βράδυ νομοσχέδιον, προκαλεῖ διὰ δευτέραν φορὰν κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν, τὰ συγχαρητήρια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. ὑπουργός, ἔφερε νομοσχέδιον διὰ τὸ ὁποῖον ἐγώ, ὁ ὁποῖος τόσον τὸν ἐπέκρινα εἰς τὸ παρελθόν, διὰ τῆς δριμείας ἀντιπολιτευτικῆς μου διαθέσεως, δηλῶ ὅτι εἶναι ἄξιος ἐν πάρα πολλοῖς συγχαρητηρίων, ἐφ’ ᾧ καὶ τοῦ τὰ ἀποδίδω εὐχαρίστως. Τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἶναι θέματα, ἔχοντα μεγάλην σημασίαν διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν σεισμοπλήκτων νήσων καὶ δι’ αὐτοῦ δίδονται λύσεις εἰς ὡρισμένα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν πολὺ τοὺς κατοίκους οἱ ὁποῖοι μὲ τόσον κόπον προσπαθοῦν νὰ ἀνοικοδομήσουν τὰ σπίτια τους. Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον κυρίως ρυθμίζεται διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς τὸν ὑπουργὸν τὴν δυνατότητα νὰ δίδῃ ὄχι μόνον τσιμέντο καὶ σίδηρον, ἀλλὰ καὶ ξυλείαν εἰς τοὺς δικαιούχους ἀρωγῆς, εἶναι λίαν σημαντικόν. Ἐπίσης τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ρυθμίζει τὴν δυνατότητα ἐκδόσεως ἀδείας, ὅπως ἀνεγείρουν δύο δικαιοῦχοι ἀρωγῆς, ἔχοντες ὅμορα οἰκόπεδα, μίαν κοινὴν οἰκοδομὴν βοηθεῖ πάρα πολύ, διότι τὸ ἕνα θὰ συμπληρώσῃ τὸ ἄλλο, δεδομένου ὅτι, ὡς γνωρίζετε, τὸ ὕψος τῆς παρεχομένης ἀρωγῆς εἶναι πολὺ χαμηλόν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 3. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὅλη ἔννοια τῆς χορηγήσεως διὰ τοῦ νόμου 2933 ἀρωγῆς διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν Ἰονίων Νήσων, ἐστηρίζετο εἰς μίαν ἀρχὴν δικαίου ἥτις συνίστατο εἰς τὸ ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς περιουσίας τῶν πληγέντων, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς στέγης των. Διὰ τοῦτο, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐτέθησαν διάφοροι διατάξεις εἰς τὸν ἀρχικὸν νόμον 2933, διὰ τῶν ὁποίων ὁ νομοθέτης προσπαθεῖ νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῶν μὴ ἐχόντων ἴδιον οἰκόπεδον πρὸς ἀνέγερσιν κατοικίας. Τὰ μέτρα αὐτὰ ἦσαν τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, ἐδόθη ἀρωγὴ διὰ κάθε ἕνα χωριστὸν οἰκόπεδον τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ εἷς ἰδιοκτήτης. Ἐὰν π.χ. εἷς ἰδιοκτήτης εἶχε 10 σπίτια τοῦ χορηγοῦνται 10 ἀρωγαί, ὥστε οὕτω νὰ ὑπάρξῃ δυνατότης ἐκτὸς τῆς στεγάσεως τοῦ ἰδίου, νὰ στεγασθοῦν καὶ οἱ προσεισμικοὶ ἐνοικιασταί του οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδικαιοῦντο ἀρωγῆς. Ἤδη ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὁ κ. ὑπουργὸς ἐξέδωκε μίαν ἀπόφασιν, καθ’ ἡμᾶς παράνομον, δυνάμει τῆς ὁποίας, αἱ ἀρωγαὶ περιορίζονται τὸ πολὺ εἰς δύο. Ὑποθέτω ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὑπάρχουν παραπονούμενοι οἱ ὁποῖοι κατέφυγον εἰς τὰς νομίμους ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι μοιραίως θὰ τοὺς δικαιώσουν. Τὸ σημεῖον αὐτὸ δὲν μὲ εὑρίσκει σύμφωνον. Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα: Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι τὰ δύο οἰκόπεδα ὅμορα τότε θὰ τοὺς ὑποχρεώσῃ νὰ ἀνεγείρουν κτίσμα μὲ δύο κατοικίας, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅμως ὅτι δὲν εἶναι τὰ δύο οἰκόπεδα ὅμορα, τότε ὁ λαμβάνων τὴν ἀρωγὴν τῶν δύο οἰκοπέδων κτίζει ἐπὶ τοῦ ἑνὸς οἰκοπέδου ἐνῷ ἐπὶ τοῦ ἑτέρου δὲν κτίζεται τίποτε, ὡς ὁρίζει ὁ νομοθέτης. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ, τὸ δεύτερον οἰκόπεδον τί γίνεται; Ἐὰν τὸ πωλήσῃ ἀφοῦ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἀρωγήν, εἰς ἄνθρωπον μὴ ἔχοντα οἰκόπεδον καὶ συνεπῶς κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ βασικοῦ νόμου δικαιούμενον νὰ λάβῃ ἀρωγὴν λόγῳ τῆς ἀγορᾶς ταύτης. Τότε θὰ ὑπάρξῃ καὶ τρίτη ἀρωγὴ εἰς τὰ δύο οἰκόπεδα καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπορία μου. Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος νομοθετεῖ τὴν διάταξιν αὐτήν, σκοπὸν ἔχει νὰ ἀποκτήσῃ καὶ τρίτην ἀρωγήν;
§225Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Ὁ ἴδιος νὰ ἀποκτήσῃ αὐτὴν τὴν ἀρωγήν;
§226Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Ἕνα οἰκόπεδον θὰ ἔχῃ δύο ἀρωγάς;
§227Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Ὄχι, δὲν θὰ ἔχῃ. Πρῶτα–πρῶτα ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε, δὲν κατήργησε τὴν ἀρωγήν, ἀλλὰ λέγομεν ὅτι τὸ πρῶτον ἔτος δὲν θὰ χορηγηθοῦν περισσότεραι ἀπὸ δύο ἀρωγάς. Ἑπομένως, ἐγὼ δὲν κατήργησα τὸν νόμον, ἡ διάταξις ἐξακολουθεῖ νὰ ἰσχύῃ, ἀλλὰ λέγω, ἐφέτος, εἰς τὸ πρῶτον πρόγραμμα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ πάρουν πλείονας τῶν δύο ἀρωγῶν, θὰ πάρουν μόνον δύο ἀρωγάς. Αὐτὸ εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἐὰν τοῦ χρόνου, μὲ τὸ νέον πρόγραμμα, ἔχωμεν τὴν εὐχέρειαν νὰ δώσωμεν πάρα πάνω, θὰ δώσωμεν, ἀλλὰ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ δώσωμεν μόνον δύο ἀρωγάς. Λέγομεν, περαιτέρω, ὅτι αὐτοῦ ποὺ θὰ πάρῃ δύο ἀρωγὰς—τοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα, νὰ τὰς ἑνώσῃ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ οἰκοπέδου—ἐκεῖνο, δηλ. τὸ ὁποῖον δίδομεν εἰς τοὺς δύο διαφορετικοὺς ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν εἶναι ὅμοροι, μποροῦν νὰ φτιάξουν ἕνα διώροφον, τὸ ἴδιον ἀκριβῶς δίδομεν καὶ εἰς τὸν ἔχοντα δύο ἀρωγὰς ἰδιοκτήτην. Ἐφ’ ὅσον εἴπατε καὶ σεῖς ὅτι ἡ ἀρωγὴ δὲν εἶναι καὶ τόσον μεγάλη σήμερον, ὥστε νὰ φτιάξῃ δύο σπίτια, τοῦ δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ φτιάξῃ ἕνα διώροφον. Ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως δὲν εἶναι νὰ τοῦ δώσωμεν δύο ἀρωγὰς διὰ νὰ φτιάξῃ μίαν πολυτελῆ κατοικίαν.
§228Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Δὲν μὲ ἐπροσέξατε. Ἐὰν τὰ οἰκόπεδα εἶναι ὅμορα, ἔχει καλῶς. Ἐὰν ὅμως τὰ οἰκόπεδα δὲν εἶναι ὅμορα, ἀλλὰ τὸ ἕνα ἐδῶ καὶ τὸ ἄλλο ἐκεῖ, ἐγὼ παίρνω τὰς ἀρωγὰς τῶν δύο οἰκοπέδων, κτίζω μία διπλοκατοικίαν ἐδῶ καὶ εἰς τὸ ἄλλο δὲν κτίζω. Αὐτὸ ὅμως τὸ οἰκόπεδον τὸ ἀγοράζει ἕνας τρίτος. Αὐτός, δικαιοῦται ἀρωγῆς. Συνεπῶς, τὸ οἰκόπεδον αὐτὸ παίρνει ἀρωγὴν καὶ ὡς πρὸς τὸν τρίτον καὶ ὡς πρὸς αὐτόν.
§229Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Ὁ σκοπός μας εἶναι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ διευκολύνωμεν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐπαγγελματίαι καὶ ἐνοικιασταὶ καὶ δὲν ἔχουν σήμερον οἰκόπεδον νὰ ἀνεγείρουν οἰκίαν. Πράγματι, αὐτοὶ εἶναι οἱ πολλοί.
§230Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι εἶχα δίκαιον νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ὑπουργόν, διότι ἡ διευκρίνησις αὐτή.....
§231Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Δὲν νομίζω νὰ ἔχετε ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§232Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. ..... ἡ διευκρίνησις αὐτὴ βελτιώνει τὴν ἔκτασιν τοῦ νομοσχεδίου καί, κατὰ συνέπειαν, ἔτι εὐλογώτερα εἶναι τὰ συγχαρητήριά μου. Ἕνα μόνον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, εἶναι αὐτὸ ποὺ εἴπατε πρίν. Εἰς τὸ πρῶτον ἔτος, εἴπατε ὅτι δὲν δίδετε πάρα πάνω ἀπὸ δύο ἀρωγάς. Ἀλλὰ σᾶς ἐξήγησα, ὅτι ὁ ἀρχικὸς νόμος, ἐὰν ἐνθυμῆσθε, προέβλεπεν ὅτι ἐὰν δὲν κτίσετε ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου σας ἐντὸς τακτῆς προθεσμίας χρονικῆς, ἀφ’ ἧς δικαιοῦσθε ἀρωγῆς, τότε τὸ οἰκόπεδον αὐτὸ ἐμπίπτει εἰς τὰς διατάξεις περὶ ἀπαλλοτριώσεως ὑπὲρ τρίτων μὴ ἐχόντων οἰκόπεδον. Ἐάν, σήμερον, περιορίσετε εἰς δύο, τὰς ἀρωγάς, τότε χάνετε τὴν προθεσμίαν, διότι δὲν τρέχει ἡ προθεσμία.
§233Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Δὲν τρέχει.
§234Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τὴν ὅλην ἀτμόσφαιραν. Εἶναι πολὺ πιὸ εὔκολα νὰ διατηρήσω ἐγὼ 10 οἰκόπεδα ἐὰν κατ’ ἔτος μοῦ δίδετε καὶ κτίζω δύο, παρὰ νὰ μοῦ εἴπητε ἐφ’ ὅσον δικαιοῦσθε σήμερον, πάρτε καὶ τὰ 10.
§235Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ξεύρω κατὰ πόσον, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ χορηγήσωμεν καὶ πέραν τῶν δύο ἀρωγῶν. Ἤδη εὑρισκόμεθα ὑπὸ σκέψιν, δὲν ἔχομεν καταλήξει εἰς τελικὰ συμπεράσματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀπομένει ἕνα θέμα ὑπὸ μελέτην, τοῦ κατὰ πόσον θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν καὶ πέραν τῆς δευτέρας ἀρωγῆς. Ἀσφαλῶς δὲ ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὸ δικαίωμα τῶν πολλῶν ἀρωγῶν καὶ δὲν ἦλθε ἡ σειρά των νὰ πάρουν καὶ διὰ τὸ τρίτον ἢ τέταρτον οἰκόπεδον, δὲν τρέχει ἡ προθεσμία.
§236Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Τότε ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι μὲ τὴν δήλωσίν σας, ὅτι δὲν προβλέπετε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα νὰ ὑπερβῆτε τὰς δύο ἀρωγάς......
§237Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Τὸ μελετῶ τὸ θέμα.
§238Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. ... Τότε γεννᾶται ἀμέσως ὀξύτατον θέμα ἐνοικιοστασίου, διότι δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς καὶ δυνατότης νὰ ἐλευθερωθοῦν κτίσματα, ὥστε νὰ ἐνοικιάσουν αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουν καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι καταδικάζονται εἰς αἰωνίαν κατοικίαν, εἰς τὰς παράγκας.
§239Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Τὸ θέμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐθίξατε ἀφορᾶ περισσότερον τὴν πόλιν τοῦ Ἀργοστολίου. Εἰδικῶς διὰ τὴν Ζάκυνθον καὶ διὰ τὴν νῆσον Ζάκυνθον, δὲν ἐμφανίζεται τὸ θέμα, διότι ἐκεῖ ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι ἡ πρόοδος τῆς ἀνοικοδομήσεως εἶναι τόσον ραγδαία, ὥστε προβλέπεται ὅτι μὲ τὸν ρυθμόν, ὁ ὁποῖος ἀκολουθεῖται πολὺ συντόμως δὲν θὰ ὑφίσταται θέμα ἀνοικοδομήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μας πρόβλεψις. Θὰ εἶχα νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὸ δελτίον τῆς 16)6, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται, ὅτι εἰς τὴν Ζάκυνθον ἔχομεν 1960 συμβάσεις ἀρωγῆς καὶ ὑπὸ ἀνοικοδόμησιν 1763 οἰκοδομὰς καὶ μέχρι ὀροφῆς ἔχουν φθάσει 545. Ἡ πρόοδος εἶναι καταπληκτική. Ἐκεῖ, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον θέμα. Εἰς τὸ Ἀργοστόλιον καὶ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν γενικώτερον ἤρχισε τελευταίως νὰ εἶναι λίαν ἱκανοποιητικὴ ἡ πρόοδος. Μέσα εἰς τὸ Ἀργοστόλιον, θὰ παρουσιασθῇ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐθίξατε. Εἰς τὴν πρώτην ζώνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καθορίσει, μέχρι αὐτῆς τῆς στιγμῆς, παρουσιάζεται κάποια ἀρρυθμία καὶ ἐκεῖ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ προκύψουν ζητήματα καὶ ἐκπτώσεις ἀκόμη, ἀλλὰ διὰ τὴν Ζάκυνθον καὶ τὴν πόλιν τῆς Ζακύνθου, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἀνακύψῃ τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον θίγετε.
§240Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθεσα ἐγώ, δὲν εἶναι τὸ θέμα τοῦ ρυθμοῦ τῆς ἀνοικοδομήσεως. Ἐγὼ εἶπα τὸ ἑξῆς: Ὑπάρχει μία ὁμάς, ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀνοικοδομοῦν, δεδομένου ὅτι κέκτηνται ἴδια οἰκόπεδα. Ὑπάρχει ἑτέρα ὁμὰς ἀνθρώπων, εἰς μεγάλο ποσοστόν, οἱ ὁποῖοι δὲν οἰκοδομοῦν λόγῳ ἐλλείψεως οἰκοπέδου.
§241Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Δὲν εἶναι πολλοί.
§242Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Εἶναι 40%, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐνοικιασταὶ πρὸ τοῦ σεισμοῦ. Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω ὅτι γεννᾶται θέμα ἐὰν δὲν ἀνοικοδομηθοῦν αὐτὰ τὰ σπίτια, εἰς ἱκανὸν ἀριθμὸν καὶ αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, τότε τί θὰ γίνῃ; Θὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον οἰκόπεδον, θὰ ἀποκατασταθοῦν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ ἀποκτήσουν μετασεισμικῶς καὶ μετὰ χαρᾶς τὸ λέγω, ὅτι εἶναι πολλοί, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξῃ μία τρίτη κατηγορία ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπέκτησαν οἰκόπεδον καὶ μοιραίως εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐνοικιάσουν. Νὰ ἐνοικιάσουν, ἀλλὰ ποῦ; Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνεγείρονται οἰκοδομαί.
§243Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος, κύριε συνάδελφε.
§244Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Μπορεῖ νὰ εἶναι τρεῖς ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι νὰ δικαιοῦνται περισσοτέρων τῶν δύο ἀρωγῶν, ἀλλὰ πάντως τὸ 40% τῶν κατοίκων εἶναι ἐνοικιασταὶ καὶ ἐρωτῶ τί θὰ γίνῃ μὲ αὐτούς;
§245Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Κύριε συνάδελφε, σᾶς λέγω ὅτι οἱ δικαιοῦχοι πλειόνων τῶν δύο οἰκοπέδων εἶναι ὀλίγοι, καὶ συνεπῶς νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι δὲν κινδυνεύουν οἱ μὴ κάτοχοι οἰκοπέδων νὰ μὴ ἀνεύρουν πρὸς ἀγορὰν τοιαῦτα.
§246Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Διὰ τῶν οἰκοδομῶν αἱ ὁποῖαι ἐκτελοῦνται θὰ δυνηθῶμεν νὰ στεγάσωμεν τὰ 70% τὰ ἄλλα 30% τί θὰ γίνουν;
§247Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Πρὸς τιμὴν τῶν Ζακυνθίων, παρουσιάζεται ἕνας ὀργασμὸς οἰκοδομικὸς εἰς τὴν Ζάκυνθον. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπάρχουν 360 οἰκίαι μέσα εἰς τὴν πόλιν τῆς Ζακύνθου αἱ ὁποῖαι ἔχουν σχεδὸν φθάσει εἰς τὸ πέρας των. Ἔχουν δὲ θεμελιωθῆ 500.
§248Α. ΒΟΥΛΤΖΟΣ. Τὸ ἠξεύρω τὸ θέμα καὶ δὲν ἀμφισβητῶ τοὺς ἀριθμούς σας. Πάντως ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ προβλήματος τῶν ἐνοικιαστῶν ὅπερ πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ σοβαρῶς.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν;
§250ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§252Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς Κοιγοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§255Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω τὸ ταχύτερον νὰ μᾶς φέρετε νομοσχέδιον ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ μεγάλου προβλήματος τῶν ἀκτημόνων καὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς στέγης.
§256Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑφ. Οἰκ. καὶ Σεισμ. Νήσων). Τὸ θέμα εὑρίσκεται ὑπὸ μελέτην.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἀνοικοδομήσεως τῶν σεισμοπλήκτων Ἰονίων Νήσων κειμένων διατάξεων», ὡς ἐτροποποιήθη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις, ἐπερωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 0.40′ π.μ.)