1955.04.28
1.877 στίχοι · 14.370 λέξεις · 131 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 80ὴ
Πέμπτη 28 Ἀπριλίου 1955
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκελεστάθης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ. λ. π.
§4Ι. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ὑπαλλήλων Ἑταιρίας Λιπασμάτων, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν μελετωμένην συγχώνευσιν τῶν ἐπικουρικῶν Ταμείων μετὰ τοῦ Ι.Κ.Α. καὶ τὴν περικοπὴν τοῦ ⅙ τῶν ἐσόδων τοῦ Ἐπικουρικοῦ Ταμείου αὐτῶν ὑπὲρ τοῦ Ὀργανισμοῦ Ἐργατικῆς Κατοικίας. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν ἐγγάμων γυναικῶν ὑπαλλήλων ἐμπορικῶν καταστημάτων, ζητουσῶν τροποποίησιν τῆς περὶ ΙΚΑ νομοθεσίας, ἐπὶ τῷ τέλει ἀναγνωρίσεως δικαιώματος ἐθελουσίας ἐξόδου μὲ πλήρη σύνταξιν, εἰς τὰς ἐγγάμους γυναῖκας αἵτινες συνεπλήρωσαν 33 ἔτη ὑπηρεσίας καὶ 5.000 ἡμερομίσθια. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σ. Σπυροπούλου, Λ. Σμυρλῆ καὶ λοιπῶν μικροεπαγγελματιῶν Θεσσαλονίκης, μισθωτῶν καταστημάτων τοῦ Θεαγενείου Νοσοκομείου, ζητούντων τροποποίησιν τοῦ ἐνοικιοστασίου ἐπὶ τῷ τέλει ἐξομοιώσεως αὐτῶν πρὸς τοὺς λοιποὺς μικροεπαγγελματίας, μὴ μισθωτὰς Φιλανθρωπικῶν Ἱδρυμάτων. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐν Δράμᾳ Συντονιστικοῦ Γραφείου τῶν Συλλόγων ὁμήρων Βουλγαρίας καὶ θυμάτων Ἀμάχου Πληθυσμοῦ Δράμας κλπ., ζητοῦντος καταβολὴν ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς ὁμήρους καὶ παθόντας ἐκ τῆς Βουλγαρικῆς θηριωδίας. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Γ. Παμπούκας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Λουτρακίου ζητούσης ἀντικατάστασιν τοῦ ὑπὲρ τῶν Δήμων ἐπιβαλλομένου τέλους ἐπὶ τῶν λογαριασμῶν τροφίμων καὶ φαγητῶν διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ζύθου. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διδασκαλικοῦ Συλλόγου Λέσβου, δι’ ἧς ἐκφράζει τὰς εὐχαριστίας του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων τῶν διδασκάλων καὶ ζητεῖ ὁλοκλήρωσιν τῶν ληφθεισῶν ἀποφάσεων πρὸς βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὀργανώσεως Προστασίας Ἀνέργων Ἑλλάδος, ζητούσης συμπλήρωσιν τοῦ ἰσχύοντος ἐνοικιοστασίου ἐπὶ τῷ τέλει προστασίας τῆς στέγης τῶν ἀνέργων, ὑπαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μισθοσυντηρήτων διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ μισθώματος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Παγκτηματικοῦ Συνδέσμου Θεσσαλονίκης, ζητοῦντος ὁλοκληρωτικὴν ἄρσιν τοῦ ἐνοικιοστασίου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει ἀναφορὰν καπνοπαραγωγῶν Προσωτσάνης, ζητούντων διενέργειαν δικαστικοῦ καὶ διοικητικοῦ ἐλέγχου διὰ τὴν διαχείρισιν, ἐπεξεργασίαν καὶ πώλησιν τῶν καπνῶν, παρὰ τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Δράμας. Ὁ βουλευτὴς Καλαμπάκας κ. Κ. Γιαννούσης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἠλία Καραστεργίου κατοίκου Βαλτινοῦ– Τρικάλων, ζητοῦντος τροποποίησιν τῆς περὶ ΤΕΒΕ νομοθεσίας ἐπὶ τῷ τέλει χορηγήσεως συντάξεως εἰς τοὺς παθόντας ἀναπηρίαν κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐργασίας των ἠσφαλισμένους. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Ἀστεριάδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἰωάννου Κοσμᾶ, ἐκτάκτου δημοτικοῦ ὑπαλλήλου Κατερίνης, ζητοῦντος ἐπαναφορὰν αὐτοῦ εἰς τὴν θέσιν τακτικοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Δήμου Κατερίνης, εἰς ὃν ὑπηρέτησεν ἐπὶ 18 ἔτη ὡς τακτικὸς τοιοῦτος μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ ν. 1726)51. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Ἀστεριάδης καταθέτει ἀναφορὰν πολεμιστῶν δικηγόρων Θεσσαλονίκης, ζητούντων συμπλήρωσιν τοῦ ν. 1836)51 ἐπὶ τῷ τέλει προσλήψεως δικηγόρων προστατευομένων παρὰ τοῦ ὡς ἄνω νόμου καὶ παρὰ τῶν κατὰ τόπους ὑποκαταστημάτων τῶν Κοινωφελῶν Ἱδρυμάτων, Τραπεζῶν καὶ Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑλένης χήρας Γεωργ. Μπραλακίδου, κατοίκου περιθωρίου, αἰτούσης ὅπως διαγραφῇ τὸ πρὸς τὴν Ἀγροτράπεζαν Νευροκοπίου χρέος της ἐκ τῆς χορηγηθείσης εἰς αὐτὸν φορβάδος προελεύσεως ἐξωτερικοῦ, ἡ ὁποία ἐκάη ζῶσα κατὰ τὴν ὑπὸ τῶν συμμοριτῶν πυρπόλησιν τῆς οἰκίας της τὸ ἔτος 1948. Οἱ βουλευταὶ Ἰωαννίνων κ. κ. Α. Δερδεμέζης καὶ Ι. Παπαπέτρου καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Κρυονερίου Πωγωνίου αἰτούσης τὴν ἐνίσχυσιν διὰ φαρμάκων πρὸς καταπολέμησιν τῆς νόσου τοῦ μελιταίου μαστιζούσης τὴν περιοχήν. Ὁ βουλευτὴς Δράμας κ. Π. Πινάτσης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημητρίου Πάντσιου, κατοίκου Μικροπόλεως, ζητοῦντος τὴν ἀπονομὴν πολεμικῆς συντάξεως διὰ τὸν ἐκ φυματιώσεως θάνατον τοῦ υἱοῦ του Σ. Πάντσιου, ἐκδηλωθείσης ἓξ μῆνας μετὰ τὴν εἰς τὸν Στρατὸν κατάταξίν του. Ὁ βουλευτὴς Κορινθίας κ. Γ. Παμπούκας καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Κιάτου, ζητούσης νομιμοποίησιν τῶν μέχρι σήμερον γενομένων παρανόμων ἐμφυτεύσεων σταφιδαμπέλων. Ὁ Γ. Παναγιωτόπουλος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀταξίαν ἥτις ἐπικρατεῖ κατὰ τὴν ἔκδοσιν εἰσιτηρίων παρὰ τῶν Σ.Π. Α.Π. καὶ τὴν προπώλησιν τῶν αὐτῶν θέσεων δύο φοράς, φθάνουσαν μέχρι βαθμοῦ περιφρονήσεως τῶν ἐπιβατῶν καὶ ζητεῖ τὴν διενέργειαν ἐλέγχου καὶ τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς τακτοποίησιν τῶν καταγγελλομένων. Ὁ κ. Λ. Εὐταξίας (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τελωνειακοῦ δασμολογίου νόμων καὶ ἄλλων τινων νόμων». Ἡ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου 1770)1951 «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν ἀφορώντων τὴν Διοίκησιν Δημοσίων Κτημάτων» καὶ 2) «περὶ οἰνοπνευματοποιήσεως πλεονασμάτων 5.000.000 ὀκάδων οἴνου Συνεταιρικῶν Ὀργανώσεων ἐπὶ καταβολῇ τῶν μεταφορικῶν ἐξόδων ἐκ τοῦ κέρδους τῆς μελάσσης. Ἡ ἐπὶ τῶν Συγκοινωνιῶν καὶ Δημοσίων Ἔργων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἐπαγγελματικῶν ἀδειῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων καὶ ἀδειῶν ἐκγυμναστῶν ὑποψηφίων ὁδηγῶν αὐτοκινήτων». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Γκελεστάθης, Α. Ψιμάρας καὶ Η. Σακκαλῆς, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ Σῶμα τῆς Ἀστυνομίας Πόλεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Πλατῆς, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῶν καὶ ἄλλων διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ἀνθυπασπιστὰς τῆς Βασιλικῆς Χωροφυλακῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Στεφανόπουλος, Ν, Κοντογιαννόπουλος, Ν. Βαρβιτσιώτης, Π. Τριαντόπουλος, Ι. Κοντοβράκης, Ι. Τριανταφύλλης, Α. Λαμπρόπουλος, Π. Ἀργυρόπουλος, Χ. Ζαλοκώστας, Δ. Λόντος, Σ. Μερκούρης, Χ. Ψαρρός, Σ. Γυαλίστρας, Ν. Σπέντζας, Ἀθ. Παπαθανάσης, Π. Λυκουρέζος, Λ. Οἰκονομόπουλος, Τ. Τριανταφυλλάκος, Ν. Κωνσταντόπουλος, Κ. Βάσσος, Δ. Λεκαράκος, Α. Καλαντζάκος καὶ Α. Παυλόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῶν καὶ ἄλλων διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς ἀνθυπασπιστὰς τῆς Βασιλικῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Λαμπρόπουλος, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας δημοσίων θεαμάτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Γρηγορίου, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς φορολογίας δημοσίων θεαμάτων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Γκελεστάθης, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταπολεμήσεως τῶν ἀφροδισίων νοσημάτων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΗΣ
ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Κύριοι βουλευταί, θὰ παρεκάλουν νὰ ἀρχίζωμεν 6,30. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς 7 νὰ ἀρχίζωμεν. Μόλις καὶ μετὰ βίας ἔχομεν ἀπαρτίαν. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐργασθῶμεν; Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν πρῶτα τὴν προεκφώνησιν τῶν σχεδίων νόμων τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, διότι διὰ τὰ ἄλλα δὲν νομίζω ὅτι προεκφώνησις δύναται νὰ γίνῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕνα εἶδος ἀναθεωρήσεως τῶν διαταγμάτων. Πρέπει, τέλος πάντων, κατά τινα διαδικασίαν περισσότερον τακτικὴν νὰ προχωρήσωμεν εἰς αὐτά.
§6Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Δὲν χωρεῖ προεκφώνησις εἰς αὐτά, κύριε Πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμω προεκφώνησιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, τοῦ βʹ δηλαδὴ μέρους, διότι διὰ τὰ πρῶτα δὲν νομίζω ὅτι χωρεῖ προεκφώνησις. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 66 παράγραφος 2 τοῦ Ν. Δ. 2185)52 «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ κτηνοτρόφων».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 66 παράγρ. 3 τοῦ Ν. Δ. 2185) 52 «περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως κτημάτων πρὸς ἀποκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ κτηνοτρόφων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 682) 22.4.1955 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 682)22.4.1955 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Ν. Δ. 136)1946 «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)11.5.1946 Ν. Δ. «περὶ Ἀγορανομικοῦ Κώδικος».
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 21 τοῦ Ν. Δ. 136)1946 «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 10)11.5.1946 Ν. Δ. «περὶ Ἀγορανομικοῦ Κώδικος». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἐξετάσεων τῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 132)1946 Ν. Δ. ὑπαγομένων φοιτητῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως Πανεπιστημιακῶν τινων κλπ. διατάξεων».
§14Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Κρατεῖται. Κύριε ὑπουργέ, τὸ δέχεσθε, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§15Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Θέλω νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μοῦ θέτει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς βουλευτής. Δέχομαι τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς ὑπ’ ἀριθ. 1, 3 καὶ 4, πλὴν τοῦ προστιθεμένου ἄρθρου 9 τῆς 4ης. Διὰ τὴν τελευταίαν ταύτην τροπολογίαν θὰ προτείνω ἀντιτροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε κρατεῖται;
§17Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Ἐὰν ἱκανοποιῇ ἡ τροπολογία τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνώσατε αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, κύριε ὑπουργέ.
§19Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Παιδείας). Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δέχομαι τὰς ὑπ’ ἀριθ. 1, 3 καὶ ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4 τὰ προτεινόμενα πρὸς προσθήκην ἄρθρα 8, 10 11 καὶ 12. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προτεινόμενον ἄρθρ. 9, ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω τὰ ἑξῆς. Ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν εὐεργετημάτων τοῦ Ν. Δ)τος 132)46 εἰς μίαν κατηγορίαν φοιτητῶν ἐκτάκτως συμπαθῆ, δηλαδὴ εἰς τοὺς ἀναπήρους, τοὺς τραυματίας καὶ τοὺς καταστάντας βοηθητικοὺς ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας λόγῳ τῆς ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρεσίας των κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀντισυμμοριακοῦ ἀγῶνος. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ ἀποδοχὴ τῆς προτεινομένης τροπολογίας θὰ συνεπήγετο τὴν καθιέρωσιν μιᾶς νέας κατηγορίας προστατευομένων ἀπὸ τὸ Ν. Δ. 132 φοιτητῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιθυμητὸν διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐκθέτω ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἐπειδὴ δὲ παραλλήλως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τύχουν ποιᾶς τινος διευκολύνσεως οἱ σπουδασταὶ αὐτοί, προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Φοιτηταὶ τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, τῆς Ἀνωτάτης Σχολῆς Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορικῶν Ἐπιστημῶν καὶ τῆς Παντείου Ἀνωτάτης Σχολῆς Πολιτικῶν Ἐπιστημῶν, ἐγγραφέντες μέχρι καὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ ἔτους 1949)50, καταστάντες ἀνάπηροι καὶ βοηθητικοὶ ἐκ πολεμικοῦ τραύματος ἢ κριθέντες βοηθητικοὶ ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας συνεπεία τῆς ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρεσίας των κατὰ τὸν πόλεμον ἢ τὸν ἀντισυμμοριακὸν ἀγῶνα, προσέρχονται εἰς τὰς πτυχιακὰς ἐξετάσεις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς οἰκείας χρονολογίας φοιτήσεως ἕξ ἐτῶν διὰ τὴν ἰατρικὴν σχολήν, τεσσάρων ἐτῶν διὰ τὰς λοιπὰς σχολὰς τῶν Πανεπιστημίων καὶ τριῶν ἐτῶν διὰ τὰς λοιπὰς ἀνωτάτας σχολάς, ἐφ’ ὅσον ὑποστοῦν τὰς ἐξετάσεις εἰς τὰ μαθήματα τῶν ἐτῶν». Δηλαδή, κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, γίνεται ἐν τῇ οὐσίᾳ ἐπέκτασις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 2028 εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι κρίνονται ἄξιοι προστασίας. Εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἐπειδὴ δὲν εἶναι συμπληρωμένη ἡ τροπολογία, ὅτι αὕτη θὰ συμπληρωθῇ διὰ τοῦ ἀπογραφομένου, ὅτι θὰ ἰσχύσῃ μέχρι 31.12.57, χρόνον δηλ. καθ’ ὃν θὰ λήξῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ ἐπεκτεινομένου Ν. Δ)τος 132)1946.
§20Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. ὑπουργέ, θὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου 2028.
§21Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Παιδ.). Ὄχι, διότι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου 2028 ἀφορᾷ μίαν κατηγορίαν φοιτητῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἀριθμητικῶς πολὺ εὐρυτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ ὑπαγάγωμεν ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτήν. Ὡς γνωστὸν δέ, ὁ νόμος 2028 δὲν εἶναι ὁ βασικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος παρέσχε τὰ εὐεργετήματα αὐτὰ εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν τῶν φοιτητῶν – ἀλλὰ εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος παρέτεινε προηγουμένους νόμους ψηφισθέντας ἀπὸ τοῦ 1946 καὶ ἐντεῦθεν. Κατὰ συνέπειαν, εἶναι σκόπιμον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν σπουδαστῶν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή.
§22Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, οἱ τυχόντες τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου 2028 κινδυνεύουν...
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς μὴ γίνῃ καὶ μία τροπολογία δεκτὴ διὰ νὰ μὴ κρατηθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§24Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Κινδυνεύουν, ἐφ’ ὅσον δὲν δώσουν ἐξετάσεις τὸν Ἰούνιον, νὰ χάσουν τὸ δικαίωμα τῶν περαιτέρω ἐξετάσεων.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἀποδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§27Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Μὲ μίαν τροπολογίαν, κ. Πρόεδρε, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς φοιτητὰς τῆς ὀδοντιατρικῆς.
§28Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ κοινῆς εὐχῆς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Παιδείας, ἐπὶ τῆς ὁποίας εὐχῆς ὁ κ. ὑπουργὸς πρέπει νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν.
§29Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Ἔγινε δεκτόν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην κατ’ ἀρχὴν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ἐξετάσεων τῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 132)1946 Ν. Δ. ὑπαγομένων φοιτητῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως Πανεπιστημιακῶν τινων κλπ. διατάξεων». Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐξουσιοδοτήσῃ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐπικυρώσῃ ὑπ’ εὐθύνην του τὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως διὰ τὴν ταχυτέραν δημοσίευσιν τῶν ψηφισθέντων ἐπειγόντων σχεδίων νόμων.
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν προτάσεων νόμων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν τροποποίησιν ἤ κατάργησιν Ν. Διαταγμάτων ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος.
§33Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο, κ. Πρόεδρε, νὰ γνωρίζωμεν ποῖα νομοσχέδια πρόκειται νὰ συζητηθοῦν, διότι πρῶτα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν σήμερον ἦσαν τὰ νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου Οἰκονομικῶν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ ἀνεγράφη χθές, ὅτι ἀναβάλλονται τοῦ ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, διὰ τὴν ἄλλην Τετάρτην. Ἑπομένως ἔρχονται πρῶτα τοῦ ὑπουργείου Δικαιοσύνης. Δὲν ἐγένετο προεκφώνησις, διότι νομίζω ὅτι θὰ ἀπετέλει δυσχέρειαν αὕτη διὰ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐπανασυζητοῦνται ταῦτα. Δι’ αὐτὸ εἶναι ὅλα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, διότι πιθανὸν ἕνας ὑπουργὸς νὰ ἀπουσιάζῃ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3084)1954 Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ Ἐπιθεωρήσεως Δικαστικῶν λειτουργῶν διατάξεων». Ὁ κ. Π. Τσούτσουρας ἔχει τὸν λόγον.
§35Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§37Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Τὸ πρῶτον ἡ Βουλή, κύριοι συνάδελφοι, ἔρχεται νὰ ἀσκήσῃ ἐν ὁλομελείᾳ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς αὐτὴν βάσει τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, νὰ καταργῇ δηλαδὴ ἤ νὰ τροποποιῇ νομοθετικὰ διατάγματα ψηφισθέντα ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὡς ἐκ τούτου ἐπιβάλλεται, νομίζω, νὰ προσέξωμεν ὅλως ἰδιαιτέρως διὰ τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης, διότι εἶναι μία ἐκ τῶν βασικωτέρων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸν τρόπον ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας καὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ γενικώτερον. Ὅταν συνεζητήθη τὸ σχέδιον Ν. Δ., τὸ ὁποῖον ψηφισθὲν ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν Ν. Δ. 3084)54, ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως διετυπώθησαν δύο βασικαὶ ἀντιρρήσεις. Ἐπειδὴ τότε καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνας, ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον καὶ τώρα νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας τὰς σκέψεις ἐκείνας, μὴ τυχὸν ἡ Ὁλομέλεια πεισθῇ καὶ καταργήσῃ τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 3084 ἤ τὰς ἀτελεῖς, κατὰ τὴν γνώμην μας, διατάξεις του. Αἱ ἀντιρρήσεις ἐκεῖναι ἀνεφέροντο εἰς δύο σημεῖα τοῦ Ν. Δ. Τὸ ἕν σημεῖον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῆς Ἐπιθεωρήσεως τῶν Δικαστηρίων. Μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ Ν. Δ. 3084)1954 ἡ Ἐπιθεώρησις τῶν Δικαστηρίων ἠσκεῖτο δι’ Ἀρεοπαγιτῶν, οἱ ὁποῖοι περιήρχοντο τὰ δικαστήρια τῆς χώρας, διενήργουν τὸν ἀναγκαῖον ἔλεγχον καὶ συνέτασσον τὰς κατὰ νόμον ἐκθέσεις, βάσει τῶν ὁποίων ἐκρίνοντο οἱ δικασταί. Διὰ τοῦ νόμου 3084, ὁ θεσμὸς οὗτος κατηργήθη καὶ ἡ Ἐπιθεώρησις ἑκάστου Δικαστηρίου ἀνετέθη εἰς τὸ ἀμέσως ἀνώτερόν του Δικαστήριον. Ὁ παλαιὸς θεσμὸς τῶν Ἀρεοπαγιτῶν–Ἐπιθεωρητῶν, ἦτο καλλίτερος καὶ ἀπέδωκε καὶ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ. Δὲν γνωρίζομεν τί θὰ ἀποδώσῃ ὁ νέος θεσμὸς καὶ ἂν θὰ γίνεται ἐπωφελέστερον διὰ τὴν Δικαιοσύνην ἡ Ἐπιθεώρησις τῶν Δικαστηρίων. Τὸν νέον θεσμὸν τὸν εὑρίσκομεν ἀτελῆ καὶ φοβούμεθα ὅτι δὲν θὰ ἀποδώσῃ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὁ κ. ὑπουργὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ μᾶς δώσῃ ἐξηγήσεις. Ἄλλη ἀντίρρησις τὴν ὁποίαν εἴχομεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχεδίου Ν. Δ. ἦτο ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Διὰ τοῦ νέου νόμου, ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν μετέχει μετὰ ψήφου εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐνῷ προηγουμένως μετεῖχε μετὰ ψήφου. Νομίζω, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς εἶναι εἷς ἐκ τῶν δύο βασικῶν παραγόντων καὶ ἡγετῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρέπει νὰ συμπαρίσταται εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἰσοτίμως μετὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, αἱ δύο ἕδραι Προέδρου καὶ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶναι ἰσότιμοι καὶ οὕτω ἔπρεπε νὰ διατηρηθοῦν ἐν τῇ θέσει των εἰς τὸ Α.Δ.Σ. Τὰ δύο μειονεκτήματα τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξα, μᾶς ἔκαμαν νὰ καταψηφίσωμεν τὸ Ν. Δ. ἐκεῖνο καὶ αὐτὰ ὡδήγησαν εἰς τὴν ἀπόφασιν χρησιμοποιήσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος τῶν προτεινόντων τὴν ὑπὸ κρίσιν πρότασιν νόμου, κύριοι συνάδελφοι, καὶ νὰ φέρουν ἐνώπιόν σας τὸ θέμα. Ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὰς ἀντιρρήσεις ἐκείνας καὶ ἐπαφιέμεθα εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν κατάργησιν, τροποποίησιν ἤ ἀποδοχὴν τοῦ 3084)54 Ν. Διατάγματος.
§38Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τῆς προτάσεως νόμου τῆς ὑπὸ συζήτησιν, ἐζήτησα ἁπλῶς τὴν ἀπόρριψιν ταύτης, φρονῶν ὅτι δὲν θὰ ὡμίλει τις ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. Ζορμπᾶς, ὡμιλήσας ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐπανέλαβεν ὅσα καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἶπε, θὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμὲ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ τῶν ὅσων ὀλίγων εἶπον τότε εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀρχίζω ὅμως ἀπὸ ἕν νέον σημεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ δύναται ἴσως νὰ ἔχῃ κάποιαν χρησιμότητα ἐπὶ τῆς σκέψεως καὶ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν. Ἔχω εἰς χεῖρας μου, κ. συνάδελφοι, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1955, πρακτικὸν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὸ ὁποῖον πρακτικὸν ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ καὶ τὸ ἀκυρωτικὸν δικαστήριον κατὰ τρόπον ἀδόκητον κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, εἰς τὴν πρότασίν της, περὶ τῆς τάξεως καὶ καταστάσεως ὡρισμένων δικαστικῶν παρεμβάλλει τὴν προσπάθειαν τῆς μομφῆς τοῦ ψηφισθέντος σχεδίου νόμου, ὡς ἀντισυνταγματικοῦ. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω, ὅμως, κ. συνάδελφοι, ἀναγινώσκων ὅσα καθ’ ὑψηλὴν εἰσαγγελικὴν ἐπιταγὴν ὁ ὑποκατάστατος εἰσαγγελεὺς ἐπρότεινεν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, ὅμως, νὰ διαβάσω δύο λέξεις ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ληφθείσης, ὡς πληροφοροῦμαι, κατὰ μεγίστην πλειοψηφίαν. Λέγει, λοιπόν, ἡ ὁλομέλεια τοῦ Α. Πάγου, ἐπὶ τοῦ ἐπιμάχου τούτου θέματος, τὸ ὁποῖον καὶ αὖθις ἔθιξεν ὁ κ. Ζορμπᾶς διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νόμου, διὰ τὴν κατάργησιν τῆς ὑψηλῆς θέσεως τοῦ εἰσαγγελέως ἐν σχέσει μὲ τὴν ὁλομέλειαν καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα τοιαῦτα πράγματα. Λέγει λοιπὸν ἡ ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τῆς παραγράφου 1 τοῦ Ν. Δ.............. (ἀναγινώσκει)...................» Ὅπως βλέπετε, λοιπόν, κ. συνάδελφοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐρρίφθησαν αἱ μομφαὶ κατὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν τότε σχεδίου Ν. Δ. περὶ ἀντισυνταγματικότητος μέχρι καὶ σήμερον ποὺ συζητεῖται ἡ πρότασις περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Δ. διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα. Πλὴν τῶν ὀλίγων ἐρεισμάτων ποὺ εἶχε τότε ὁ ψηφισθεὶς νόμος, ἔχει καὶ ἕν ἀκόμη ἔρεισμα, τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Α. Πάγου ὑπ’ ἀριθ. 1 τοῦ 1953 ἀσχοληθείσης διὰ τὸ συζητούμενον πρὸς κατάργησιν Ν. Δ.
§39Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ ποίου εἰδικωτέρου θέματος ἠσχολήθη ἡ ἀπόφασις αὑτή;
§40Π. ΤΣΟΥΤΣΟΥΡΑΣ. Ἡ ἀπόφασις ἠσχολήθη ἐπὶ τοῦ εἰδικωτέρου θέματος, ἐὰν εἰς τὴν ὁλομέλειαν δικάζουσαν ὡς δικαστικὸν συμβούλιον κατὰ τῶν προσφυγῶν τοῦ Α. Δ. Συμβουλίου, θὰ ἔδει νὰ λαμβάνῃ μέρος μετὰ ψήφου ὁ εἰσαγγελεὺς, ὅπερ περίπου εἶναι τὸ αὑτό, ὑπὸ τὴν ἄλλην κατηγορίαν, ποὺ ἐξετοξεύθη παρὰ τοῦ κ. Μητσοτάκη, ὅτι ἀφαιρεῖται ἡ ψῆφος εἰς τὸ Α.Δ.Σ. Τούτου ἕνεκεν, τὸ διαβάζω, καὶ ἔχει ταύτην τὴν διττὴν ἔννοιαν. Πρῶτον, ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος τῆς ψήφου ἐκ τῆς ὁλομελείας εἶναι νόμιμος καὶ δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ δεύτερον ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ex officio δικαιώματος νὰ παρίσταται εἰς τὸ Α.Δ.Σ. ὁ εἰσαγγελεύς, δὲν εἶναι παράνομος, διότι καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ρυθμίσεως νομοθετικῶς. Ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης, ὑμεῖς κ. Μητσοτάκη, δὲν εἴχατε ἀντίρρησιν. Εἴπατε, ἁπλῶς, ποία ἡ ἀνάγκη νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ τροποποίησις. Ταῦτα μὲν περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νόμου, διότι διὰ τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα δὲν πρόκειται νὰ κουράσω τοὺς κ. συναδέλφους. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, τότε ἐλέχθησαν καὶ ἔχουν γραφῆ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ νομίζω, ὅτι εἶναι ὄχι μόνον πειστικά, ἀλλὰ καὶ ἀδιαφιλονίκητα. Διότι αὐτὰ δὲν ἦσαν γνῶμαι ἰδικαί μου, ἀλλὰ ἀντιγραφὴ τῶν γνωμῶν τοῦ Δημητρακοπούλου, Χατζάκου καὶ ἕνα σωρὸ ἄλλων νομικῶν καὶ πολιτικῶν. Εἰδικώτερον, εἰς τὸ θέμα εἰς τὸ ὁποῖον καὶ πάλιν ἡ πρότασις νόμου ἐπανέρχεται, εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐπιθεωρητῶν ἀρεοπαγιτῶν, διότι ὅπως βλέπω εἰς τὴν πρότασιν τοῦ νόμου, ἀπὸ ἐκεῖ ἔρχεται ἡ πρότασις, διατί κατ’ ἀδόκητον τρόπον κατηργήθη. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς πρώτης κατηγορίας, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε καὶ πάλιν, ἀντὶ παντὸς ἄλλου ἐπιχειρήματος, νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς τότε παρόντας συναδέλφους καὶ νὰ γνωρίσω εἰς τοὺς ἀπόντας τότε συναδέλφους ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἐπαναλάβω ὅσα διάσημος δικαστικός, ὁ Γ. Δ. Παπαδόπουλος, ἀντιπρόεδρος τοῦ Α. Πάγου, ἐκ τῶν θαυμασιωτέρων θεωρητικῶν νομικῶν, ὁ γνωστὸς διὰ τὸ ποίημά του «περὶ ἐκτελέσεως», ἔγραφε, κύριοι, περίπου, ἐν ἔτει 1923, ὅταν ἀκόμη τὸ πρῶτον ἐγένετο ὁ θεσμὸς οὗτος. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, κ. συνάδελφοι, νὰ μὴ διαβάσω ὅλα, ἀλλὰ νὰ διαβάσω μέρος αὐτῶν. Ἔλεγε, λοιπόν, ὁ περίφημος ἐκεῖνος νομικὸς πρακτικὰ καὶ θεωρητικά, διότι ἐθεσμοθέτει εἰς τὸν Α. Πάγον κατὰ τὸν πλέον εὐδόκιμον τρόπον. Ἔλεγε λοιπόν: «Τὸ ἔργον τοῦ δικαστοῦ εἶναι τόσον.... (ἀναγινώσκει) .................». Καὶ συνεχίζει, ὅτι παρουσιάζεται τὸ θλιβερὸν φαινόμενον, ὅταν ἀναγγέλλεται ἡ ἄφιξις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἀρεοπαγίτου, εἰς μικρὰν δικαστικὴν περιφέρειαν, πρὸς ἐπιθεώρησιν, ὅλοι οἱ διάδικοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ ἕνα τρόπον δὲν ἐδικαιώθησαν ἀπὸ τὸν δικαστὴν καὶ εἶναι τοῦτο φυσικόν, σχηματίζουν οὐρὰν ἔξωθι τοῦ Ναοῦ τῆς Θέμιδος, διὰ νὰ εἴπουν εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦ ὁποίου ὁ χρόνος εἶναι στενώτατος, ὅτι ἡ μὴ δικαιωθεῖσα ἄποψίς των δὲν εἶναι ἀπόρροια τῆς τιμίας κρίσεως τοῦ δικαστοῦ. Καὶ παριστάμεθα πρὸ τοῦ φαινομένου, ὅτι ὁ ἀρεοπαγίτης—ἐπιθεωρητής, εἰς χρόνον μικρότατον κρίνει περὶ τοῦ ἔργου τοῦ δικαστοῦ, ἡ ἀπόφασις τοῦ ὁποίου ἐχρειάσθη πολὺν κόπον καὶ συγκίνησιν ψυχικὴν τεραστίαν, διότι ὅλα αὐτὰ χρειάζονται δι’ ἕνα δικαστήν, προκειμένου νὰ βγάλῃ μίαν ἀπόφασιν. Καὶ ἔτσι γίνεται ὁ ἀνεξάρτητος δικαστὴς ὑποχείριος, ὄχι τοῦ πρώτου τυχόντος ἀρεοπαγίτου, ἀλλὰ τοῦ πρώτου τυχόντος ἐκεῖ ἀδικηθέντος πολίτου, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ὁ δικαστὴς εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἀκούει τὴν ἄφιξιν τοῦ ἀρεοπαγίτου τρέμων καὶ μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ὁ τρόμος του νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς κρίσεώς του. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως ὤθησαν τὸν συντάκτην τοῦ Ν. Δ., τοῦ ὁποίου ἡ τύχη κρίνεται σήμερον, ὥστε νὰ ἀχθῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν ἐπιθεωρητῶν—ἀρεοπαγιτῶν. Ἀλλὰ μήπως μὲ τοῦτο καταργεῖται ἡ ἐπιθεώρησις; Ὄχι. Αὕτη ὑφίσταται, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ Συμβούλιον Ἐφετῶν, δύνανται κατὰ τὴν κρίσιν των νὰ ὁρίζουν εἰδικῶς δικαστὰς—ἐπιθεωρητάς, ἀρκεῖ νὰ ζητήσουν τὴν ἄδειαν τοῦ ὑπουργοῦ. Τὸ Συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν, ὅταν κρίνῃ ὅτι εἶναι ἀναγκαία δι’ ὡρισμένην περίπτωσιν ἡ ἐπιθεώρησις, θὰ στείλῃ ἐφέτην, διὰ νὰ κρίνῃ πρωτοδίκας, καὶ τελεῖ οὗτος ὑπὸ μίαν ἀνεξαρτησίαν οὐσιαστικῶς, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ 90% τῶν ἀποφάσεων ἐγκαλοῦνται πάντοτε εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς, ὅτι ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἐφετείου κρίνουσα πρωτοδίκας, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ τὴν ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν καὶ τὸ ἦθος τῶν Πρωτοδικῶν. Νομίζω, ὅτι ἐπιτυχέστεραι διατάξεις ἀπὸ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν Ν. Δ. δὲν ὑπάρχουν καὶ δι’ αὐτὸ συνιστῶ τὴν ἐπικύρωσιν τοῦ νόμου.
§41Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶχα τὴν εὐκαιρίαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος Ν. Δ. ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος νὰ ἐκθέσω διὰ μακρῶν τὰς ἀπόψεις μου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ τότε ἐτόνισα καὶ σήμερον ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, διότι τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην μου ἀποτελεῖ τὴν σημαντικωτέραν παρατήρησιν, εἶναι ὅτι τὸ συζητούμενον σχέδιον Ν. Δ., ὅπως ἀναφέρεται καὶ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προσυπογράψω μετ’ ἄλλων συναδέλφων, εἶναι προϊὸν προσωπικῶν ἀντιθέσεων καὶ ἐπιδιώξεων. Τὸ συζητούμενον Ν. Δ. ἔχει μίαν προϊστορίαν καὶ οἱ γνωρίζοντες ταύτην, δύνανται εὐχερῶς νὰ ἀντιληφθοῦν καὶ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπεδίωξεν. Περιλαμβάνει διατάξεις, ἄλλαι τῶν ὁποίων εἶναι ἐνδεχομένως ὀρθαί, ἄλλαι τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἀντικείμενον συζητήσεων, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν προσωπικήν μου πεποίθησιν ἀπετέλεσε τὸν σκοπὸν τῆς ὑποβολῆς τοῦ Ν. Δ. ἦτο τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὴν σύνθεσιν τοῦ Α.Δ.Σ. Δύο ἦσαν αἱ διατάξεις τοῦ Ν. Δ., αἱ ὁποῖαι ἔτυχον ὀξυτάτης κριτικῆς. Ἡ πρώτη ἦτο ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρήσεων καὶ ἡ δευτέρα, ἐκείνη διὰ τῆς ὁποίας μεταβάλλεται ἡ σύνθεσις τοῦ Α.Δ.Σ. Εἰς τὸ Α.Δ.Σ. μετεῖχε προηγουμένως, ὡς μόνιμον μέλος, ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὗτος, κατὰ τὴν ἰσχύουσαν ἐν Ἑλλάδι νομοθεσίαν, εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἱσταμένης Δικαιοσύνης, εἶναι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνονται αἱ ἐκθέσεις τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν περὶ τῆς ποιότητος τῶν δικαστῶν, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ ἐγγύτατα καὶ δύναται νὰ γνωρίζῃ καλύτερον παντὸς ἄλλου τὴν ἀπόδοσιν καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν. Εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται κατὰ νόμον νὰ ἀπευθύνῃ ἐκθέσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ὑπῆρξεν ἀτυχὲς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ ἔδωσεν εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀντιδικεῖ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, ἢ τοὐλάχιστον πρὸς τινας ἐκ τῶν ἐκπροσώπων αὐτῆς. Καὶ ὑπῆρξε βαρύτατον ἀτύχημα, ὄχι τόσον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην τὸ γεγονός, ὅτι, ὡς ἐπιστεύει ἡ Ἑλληνικὴ Κοινὴ Γνώμη, ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις ὡς ἀντιδικοῦσα πρὸς συγκεκριμένον πρόσωπον καὶ εἰδικώτερον πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κύριοι συνάδελφοι, εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ τονίσω, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν περὶ θεσμῶν πρέπει, εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, νὰ ξεχνῶμεν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προσκαίρως, πάντοτε συμβαίνει, νὰ κατέχουν τὰ ἀξιώματα. Τοῦτο ἐπιβάλλεται ἀκόμη περισσότερον, ὅταν ἀπασχολούμεθα καὶ ὅταν νομοθετῶμεν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ὑπῆρξεν εἰς τὸ παρελθὸν ἡ παράδοσις, τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐσεβάσθησαν, παράδοσις σεβασμοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην καὶ ἀποφυγῆς οἱασδήποτε ἀναμίξεως εἰς τὰ ἔργα της. Καὶ ὑπάρχει ἀκόμη παράδοσις, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐσεβάσθησαν, νὰ μὴ γίνεται ἐπίθεσις ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Διὰ τοῦτο ὑπῆρξε, νομίζω, βαρύτατον ἀτύχημα τὸ γεγονὸς, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ Συντάγματος, καὶ πολλὰ ἐλέχθησαν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθοῦν, ἀλλὰ καὶ ἡ στάσις τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπεβεβαίωσε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι προσωπικὰ ἦσαν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ μεταβάλῃ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἰσχύει εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ εἰδικώτερον τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Προσωπικῶς, πιστεύω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της. Ἐπίσης πιστεύω, ὅτι διὰ νὰ δυνηθῶμεν καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ κρατήσωμεν τὴν Δικαιοσύνην τῆς χώρας μας εἰς ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἵσταται, τοιαῦται ἐκδηλώσεις πρέπει, πάσῃ θυσίᾳ νὰ ἀποφεύγωνται καὶ εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δημιουργοῦνται ἐντυπώσεις, ὅπως ἐκείνη ἡ ὁποία ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐδημιουργήθη, ἀκόμα δέ, καὶ νὰ μὴ δημιουργοῦνται γεγονότα ὅπως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ προτείνῃ τὸν νόμον τοῦτον ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ νὰ τὸν ψηφίσῃ. Ὡρισμένοι θεσμοὶ εἰς τὴν Χώραν μας πρέπει νὰ εἶναι ἀπολύτως σεβαστοί. Νομίζω ὅτι δύο εἶναι κατ’ ἐξοχὴν οἱ θεσμοὶ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προστατεύσωμεν, ὁ θεσμὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἶναι εὐτύχημα διὰ τὴν Χώραν μας ὅτι αἱ δύο αὐταὶ ἀνώταται θέσεις τῆς ἱεραρχίας τῆς Δικαιοσύνης κατείχοντο πάντοτε ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰδίαν προσωπικότητα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν τὸ ἀξίωμα καὶ ἡ θέσις των ἐπιβάλλει καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἠθικῆς ἀκτινοβολίας καὶ διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς των ἱκανότητος κατορθώνουν νὰ δημιουργοῦν παραδείγματα καὶ νὰ κρατοῦν τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἵσταται. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, μετὰ μεγάλης μου λύπης, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς περιπτώσεις ἠστόχησε βαρύτατα. Ἔχει δὲ δημιουργηθῆ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ὅτι κατὰ τὴν πλήρωσιν τοῦ θέσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔγινεν ἕνα βαρύτατον σφάλμα, ἕνα βαρύτατον ἀδίκημα καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τραῦμα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Δεύτερον τραῦμα βαρύ, τὸ ὁποῖον ἐπηνέχθη, ἦτο ἡ προσπάθεια μειώσεως καὶ τοῦ θεσμοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος κατέχει τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὅλα αὐτὰ ἔδωσαν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν σέβεται τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, ὅπως τὴν ἐσεβάσθησαν αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος καὶ ἔδωσε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἔχῃ τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην ὄργανόν της, ἐπηρεαζομένη περισσότερον τοῦ δέοντος ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κυβερνῶντος Κόμματος. Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, κινούμενοι ὑπεβάλαμεν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος, καθ’ ὃ ἔχομεν δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος τὴν αἴτησιν ἐπανασυζητήσεως τοῦ νομοθετήματος. Θέλω νὰ πιστεύσητε ὅτι καὶ ἡμεῖς ὅπως καὶ σεῖς τρέφομεν σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην καὶ λυπούμεθα δι’ ὅ,τιδήποτε δύναται νὰ τὴν βλάψῃ, πιστεύομεν δὲ ἀκραδάντως ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἔβλαψε τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην. Ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, νὰ διαγράψῃ τὰς διατάξεις αὐτὰς περὶ τῶν ὁποίων προηγουμένως ὡμίλησα, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην ἡ δυσμενὴς ἐντύπωσις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη. Ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της, πρέπει νὰ εἶναι ὑπεράνω τῶν κομμάτων. Πρέπει νὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην ὑπάρχουν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰδίαν γνώμην, οἱ ὁποῖοι δὲν πτοοῦνται καὶ δὲν κύπτουν ἐνώπιον οὐδενὸς, διότι μόνον αὐτοὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρατήσουν τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχουν εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν καὶ μόνον τότε θὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχουν Δικασταὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§42ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, εἶπεν ὅτι ὅλαι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις ἐσεβάσθησαν τὴν Δικαιοσύνην. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν ἱστορικὴν ἀνακρίβειαν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω.
§43Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐὰν ἀνατρέξητε πέραν τῶν ἐτῶν τῆς ἰδικῆς μου ἡλικίας, ἀναμφισβητήτως ναί.
§44ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 1917, ὅταν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐπανῆλθεν ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νόμου κατήργησε τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστικῶν, παρεβίασε τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τοὺς δικαστάς. Εἶναι ἀκριβὲς ναὶ ἢ ὄχι; Ἐνθυμοῦμαι δὲ τὸ γεγονὸς — διότι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ γράφεται ἱστορία καὶ ἡ ἱστορία πρέπει νὰ γράφεται ἀληθῶς — ἐνθυμοῦμαι τὸ γεγονὸς, ὅταν ὁ ἀτυχὴς τότε Βασιλεὺς Ἀλέξανδρος μὲ ἐκάλεσε καὶ μοῦ εἶπε: «Κοίταξε, ἔδιωξαν τὸν Πατέρα μου ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ τὸ πρῶτον διάταγμα ποὺ μοῦ δίδουν νὰ ὑπογράψω, εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος». Διὰ νόμου κατηργήθη τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις τότε τῶν βασιλοφρόνων δικαστῶν. Καὶ ἐκάλεσεν τότε τὸν περίφημον Ζολᾶ, ὁ Βασιλεὺς, διὰ νὰ τοῦ εἴπῃ: «Κοιτάξατε, τί μοῦ δίδουν νὰ ὑπογράψω». Καὶ τότε ὁ κύριος αὐτὸς τοῦ ἀνέφερεν, ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ἔγιναν αὐτὰ τὰ πράγματα τὴν τάδε ἐποχήν, ἀλλὰ τοῦ ἀπέκρυψεν ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν ἐξασφαλίζει τὸ Σύνταγμα τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ὁ νόμος. Ἠθέλησα ν’ ἀποκαταστήσω τὰ πράγματα καὶ ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὅλαι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις ἐσεβάσθησαν τὴν Δικαιοσύνην.
§45Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἡ ἰδική μου προσωπικὴ ἱστορία δὲν ἀνατρέχει τόσον μακράν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὸν σεβαστὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὸ 1917 εἴχομεν περίοδον ἀνωμαλίας καὶ ἡ Χώρα εὑρίσκετο εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ ἤθελον νὰ προσθέσω, ὅτι, πάντως, εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ παραβίασις τῆς συνταγματικῆς κατοχυρώσεως τῆς δικαστικῆς λειτουργίας εἰς τὴν Χώραν μας καὶ ἂν ἀκόμη ἀνώμαλος περίστασις ἢ ἔκτακτοι ἀνάγκαι ἐπέβαλον εἰς τὸ παρελθὸν ἀναμίξεις Κυβερνήσεως εἰς τὴν δικαιοσύνην. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν προηγούμενον. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ προηγούμενον δὲν θὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ μετὰ τὰ δύο αὐτὰ βασικὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἔπραξε δι’ ὅσον χρόνον ἐξακολουθήσῃ νὰ παραμένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, θὰ θελήσῃ νὰ ἀλλάξῃ πνεῦμα καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν ἐκδήλωσίν της ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§47Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν πρόκειται νὰ εἴπω πολλὰ διὰ τὸ συζητούμενον θέμα. Θὰ ἀναφέρω μόνον ἕνα συγκεκριμένον λόγον, ὁ ὁποῖος δικαιολογεῖ τὸ Ν. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως. Βεβαίως, ἡ ἐπιθεώρησις καταργεῖται. Ἡ ἐπιθεώρησις θὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ θὰ ἐξετάζῃ τὸν εἰσαγγελικὸν θεσμόν, τί ἀπέδωσεν μέχρι σήμερον, ἐὰν ἱκανοποίησεν τὰς προσδοκίας τῆς κοινῆς γνώμης ὡς θεσμός, δηλαδὴ ἡ διοικοῦσα δικαιοσύνη. Διότι ἔτσι τὴν ἀπεκάλεσε κάποτε ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς διοικούσης Δικαιοσύνης, οἱ δὲ ἄλλοι δικασταὶ εἶναι ἡ δικαιοδοτοῦσα Δικαιοσύνη. Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν γεγονός. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ Σύνταγμα, τοῦ 1946, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἶχον τὴν ὑπεύθυνον εἰσήγησιν εἰς τὰ θέματα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ συγκεκριμένως εἰς τὰ ἄρθρα 103 καὶ 104 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ ἄρθρον 103 τοῦ Συντάγματος εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθέσπισεν ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ 1911. Ἠθέλησε νὰ κατοχυρώσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ὄχι νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ τὴν ἀσυδοσίαν αὐτῆς. Καὶ ἐψηφίσθη ἡ διάταξις 103 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διὰ νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀγωγὴ κακοδικίας, ὅπου οἱ δικασταὶ θὰ ἠλέγχοντο διὰ τὰς πράξεις των. Ἐὰν ἐκακοδίκησαν τὸν πολίτην, ὁ πολίτης εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ μέσον αὐτὸ καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐλεγχθῇ καὶ νὰ δικασθῇ ὁ δικαστής, ἐὰν ἐκακοδίκησε τὸν πολίτην. Ἠρεύνησα λοιπὸν τότε νὰ ἴδω, ἐὰν ἠγέρθη ἀγωγὴ κακοδικίας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐρεύνης μου ἦτο ὅτι ἀνεῦρον, ὅτι εἶχον ὑποβληθῆ 1318 ἀναφοραί, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήθη ἀπὸ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον ἡ ἄδεια τῆς ἐγέρσεως ἀγωγῆς κακοδικίας. Ἠξεύρετε πόσαι ἀγωγαὶ κακοδικίας ἠγέρθησαν; Οὐδεμία. Ἐξησφάλιζον οἱ Δικασταὶ τὸ ἀλάθητον. Ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ἐπὶ 40 ἔτη ποὺ ἴσχυσεν ἡ συνταγματικὴ αὐτὴ διάταξις, οἱ Δικασταὶ δὲν ἡμάρτησαν ποτέ; Διότι ἡ συνταγματικὴ διάταξις προέβλεπεν δύο στάδια, διὰ νὰ ἐγερθῇ ἀγωγὴ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ μία ἀναφορά, νὰ ἐγκριθῇ ἀπὸ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἔγερσις τῆς ἀγωγῆς. Οὐδεμία ἀγωγὴ κακοδικίας ἐξεδικάσθη. Ποῖοι ἦσαν οἱ ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ματαίωσιν τῆς συνταγματικῆς ἐκείνης διατάξεως; Οἱ Εἰσαγγελεῖς. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅσοι εἶσθε νομικοὶ καὶ ὅσοι δὲν εἶσθε, ὅτι οἱ πολῖται, ὅταν αἰσθάνονται ἠδικημένους τοὺς ἑαυτούς των, προσφεύγουν νὰ ζητήσουν ἐπαφὴν μὲ τὴν δικαιοσύνην διὰ τῶν εἰσαγγελέων, ὄχι διὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν. Ὑπέβαλον μίαν ἀναφορὰν ἀπευθυνομένην εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν ἢ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οἱ εἰσαγγελεῖς εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσουν διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς συνταγματικῆς ἐκείνης διατάξεως, ἡ ὁποία προστατεύει τὸν πολίτην. Οἱ εἰσαγγελεῖς, κύριοι, συνείργησαν εἰς τὴν ἀχρήστευσιν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἑπομένως ἐὰν ἐκ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀφαιρέσωμεν τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐγὼ τοὐλάχιστον κρίνω ἀπὸ τὴν μικρὰν πεῖραν ἣν ἔχω, ὅτι δὲν ἔγινε ζημία εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Νομίζω ὅτι καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου, εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἀποδώσῃ ὁ θεσμός, ὅπως διαμορφοῦται, μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Νομοθετικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος. Τὴν Δικαιοσύνην τὴν σεβώμεθα πάντες. Εἶναι ἕνας θεσμὸς ἀνεξάρτητος καὶ πρέπει πάντες νὰ τὴν σεβόμεθα. Ἀλλὰ πρέπει κάποτε νὰ κρίνῃ καὶ ἡ Πολιτεία τὸν δικαστήν, τὸν χειρισθέντα ἀνώτατον κρατικὸν λειτούργημα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§49Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι διότι ἀπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ σεβαστοῦ μου κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης προῆλθεν τὸ ὑπὸ κρίσιν Ν. Διάταγμα, ὑπουργοῦ ὁ ὁποῖος τόσον σοφὸς εἶναι, τόσην πεῖραν καὶ τόσην ἡλικίαν ἔχει.
§50ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ τοὺς βγάζετε ὅλους ὑπερήλικας;
§51Γ. ΜΟΔΗΣ. Διατί ταράσσεται ἡ καρδία σας;
§52ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι σεῖς τοὺς θέλετε ὅλους ὑπερήλικας.
§53Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸν Νοέμβριον τοῦ 1952 ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ἐψήφισε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ἀρχίσῃ πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν καλὰ καὶ ἀβλαβῆ εἰς τὴν εἰδυλλιακὴν ἐποχὴν τοῦ Δεληγιάννη, ἀλλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν σημερινὴν περίπλοκον καὶ δύσκολον ἐποχήν μας εἶναι ἐπιζήμια καὶ ἐπικίνδυνα. Δὲν νομίζω, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον νὰ στραφῇ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατὰ τῆς κορυφῆς τῆς Δικαιοσύνης, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐλέχθη ὅτι καὶ ἄλλοτε εἶχεν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Καὶ αὐτὸ συνέβη τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τοῦ 1916–1918, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ χαρακτηρισθῇ ὑποδειγματική. Ἀπὸ τὸ 1918 ἐμεσολάβησαν ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι 40 σχεδὸν ἔτη καὶ ἔπρεπεν ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν ἦτο καλὸς ὁ Ἀνώτατος δικαστικὸς νὰ ζητήσουν τὴν ἀπομάκρυνσίν του. Καὶ θὰ ἠθέλαμε νὰ ἴδωμεν τὰς γνωματεύσεις καὶ τὰ πορίσματα τῶν Δικαστ. Συμβουλίων, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος, τί ἄρα γε λέγουν; Ἔχει διατυπώσει ἔστω καὶ πόρρωθεν, ἔστω καὶ μίαν φοράν, ἀξίωσιν νὰ τεθῇ ἐκποδὼν ἡ ἐσφαλμένη Δικαιοσύνη; Ἐπίσης ἡ Νομοπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη τότε ἀπὸ τὸν Ζακέτα, Μπουρόπουλον κ. ἄ. οὐδαμῶς ἔθιξε παρόμοιον ζήτημα. Δὲν ἠξεύρω δὲ ἐὰν μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Διατάγματος διὰ τῆς νέας συνθέσεως τοῦ Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἄνευ συμμετοχῆς τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐὰν ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις, προδίδουσαι διαφοράν, ἢ διάστασιν μὲ τὰς προηγουμένας ἀποφάσεις. Ὡς ἐξηκρίβωσα μὲ τὴν παρουσίαν, ἢ ἀπουσίαν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰς ἰδίας ἢ ἀναλόγους ἀποφάσεις ἐξέδωσαν. Ἀλλὰ εἶναι καὶ μία ἄλλη διάταξις ἡ καλλιεργοῦσα τὴν ἐπιθεώρησιν τῶν Δικαστηρίων ἀπὸ ἀρειοπαγίτας. Πῶς θὰ γίνεται σήμερον ὁ ἔλεγχος τῶν δικαστῶν οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εἰς τὴν Ἀλεξανδρούπολιν, εἰς τὴν Φλώριναν, εἰς τὰ Ἰωάννινα, εἰς ὅλας τὰς ἀκριτικὰς περιφερείας; Βεβαίως κανεὶς δὲν ἰσχυρίσθη ὅτι μεταβαίνουν πάντοτε οἱ καλλίτεροι ἀρεοπαγῖται ὡς ἐπιθεωρηταὶ καὶ ὅτι πάντοτε ἐξετέλουν μετ’ αὐστηρότητος καὶ ἰδιαιτέρας ἐπιτυχίας τὸ καθῆκον των, ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἦτο μία ἐπιθεώρησις καὶ ἕνας φόβος ἐπιθεωρήσεως ἀπὸ ἕναν ἀπεσταλμένον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἐλάμβανε πρὸ παντὸς ἄμεσον καὶ ζωντανὴν γνῶσιν τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων. Εἰς τὰ χαρτιὰ δύσκολα γράφομεν οἱ Ἕλληνες πολλὰ πράγματα. Ἀποφεύγομεν νὰ δώσωμεν σκρίπτα. Ὅταν θέλωμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν κάποιον ἐκ τῶν ὑπαλλήλων γράφομεν «καλός», ἀλλὰ προφορικῶς, εἰς ἕνα ἀνώτατον ἁρμόδιον πρόσωπον λέγομεν ὅλην τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐκφέρομεν ἀπόλυτον τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Ἑπομένως ἀμφιβάλλω ἐὰν ἡ τυπικὴ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, ὡς ξηρὰ καὶ τυπικὴ θὰ ἀναπληρώσῃ τὸ κενὸν τὸ ὁποῖον σχηματίζεται διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῆς ἐπιτοπίου ἐπιθεωρήσεως ὑπὸ τῶν ἀρεοπαγιτῶν. Κύριοι, εἰς τὴν γεννέτειράν μου, τὸ Μοναστῆρι, ἐπὶ Τουρκοκρατίας ὑπῆρχεν ἕνας ἐπιθεωρητὴς τῶν Δικαστηρίων τῶν «Τριῶν Βιλαετίων», ὁ ὁποῖος ἐκάθητο ἀπένατί μας καὶ ὁ ὁποῖος κάθε μῆνα μόνον 4 ἡμέρες ἦτο σπίτι του, τὰς ἄλλας 26 εὑρίσκετο ἐν διαρκῇ μετακινήσει. Καὶ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήγουν αἱ ἐκθέσεις τῶν κατὰ τόπους Εἰσαγγελέων, δηλαδὴ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν θὰ λαμβάνῃ μέρος εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους ἀναφέρονται αἱ ὑποβαλόμεναι ὑπὸ τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ἐκθέσεις!... Ἐπίσης εἶναι ἀκατανόητος ἡ σχετικὴ διάταξις ἡ προδίδουσα ὅλην τὴν κακὴν διάθεσιν ἔναντι τοῦ Εἰσαγγελέως Ἀρείου Πάγου, ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐὰν συμβῇ διὰ κλήρου νὰ εὐνοηθῇ ἡ συμμετοχὴ τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ ἐὰν συμβῇ ν’ ἀπουσιάσῃ ὁ Πρόεδρος καὶ οἱ Ἀντιπρόεδροι, κατὰ τὸ Διάταγμα θὰ ἀναπληρώσῃ τὸν Πρόεδρον καὶ θὰ προεδρεύσῃ ἕνας ἀρεοπαγίτης συμμετέχοντος τοῦ Εἰσαγγελέως!... Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄτοπον αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία πλέον ἀποπνέει τὴν κακὴν διάθεσιν καὶ ὅλην τὴν μοχθηρίαν ὑπὸ τῆς ὁποίας διέπεται τὸ ὅλον Διάταγμα τὸ ὁποῖον κρίνομεν. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἐποχὴ εἶναι πονηρή, αἱ ἡμέραι δύσκολοι. Εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ ὅλοι μας νὰ φροντίσωμεν νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα Κράτος πάντοτε ἄξιον τοῦ ὀνόματός του. Κράτος πράγματι δικαίου, διότι ἐὰν εἰς τὴν παλαιοτέραν ἐποχὴν αἱ ὑπερβασίαι ἦσαν ἀνώδυνοι, διότι ἡ Ἑλλὰς ἦτο μικρὰ καὶ ἦτο εἰδυλλιακὴ ἡ τότε ἐποχή, σήμερον μὲ τὰ τόσα περίπλοκα ζητήματα, μὲ τὰς τόσας δυσκολίας ποὺ ἀντιμετωπίζομεν καὶ τὸν ἐχθρὸν ἐλοχεύοντα μέσα εἰς τὰ σπλάχνα μας, ἀλλοίμονον ἐὰν δὲν σωφρονισθῶμεν, ἐὰν δὲν συνέλθωμεν καὶ δὲν ἐξυγιανθῶμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κοντολέων ἔχει τὸν λόγον.
§55Ι. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, δύο ἀπορίας ἔχω νὰ ὑποβάλω. Ἤκουσα τὰς γνώμας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ σεβασμοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἀπολύτως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντιρρήσεις. Ἤκουσα ἐπίσης ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὰς κατηγορίας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἐλλείψεως σεβασμοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, διότι ὑπεβλήθη τὸ συζητούμενον Ν. Διάταγμα. Καὶ μοῦ γεννᾶται ἡ ἀπορία, τάχα καὶ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἔκρινεν ὅτι τὸ Διάταγμα εἶναι νόμιμον ἐμφορεῖται καὶ αὐτὴ ἀπὸ ἔλλειψιν σεβασμοῦ πρὸς ἑαυτήν, πρὸς τὴν Δικαιοσύνην;
§56Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ποῖος ὡμίλησεν περὶ ἀντισυνταγματικότητος; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ συνταγματικότητος.
§57Ι. ΚΟΝΤΟΛΕΩΝ. Μίαν μικρὰν ἐπίσης ἔχω ἀπορίαν ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν. Εἶναι δυνατὸν κανείς, ἰδίως ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διακονήσει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἕνας ἐπιθεωρητὴς εἶναι δυνατὸν εἰς διάστημα ὀλίγων ὡρῶν νὰ κρίνῃ ἐπὶ μιᾶς ἀποφάσεως ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ δικαστικὸς ἔκαμεν ἡμέρας καὶ ἑβδομάδας διὰ νὰ κρίνῃ; Εἶναι δυνατὸν ὁ ἐπιθεωρητὴς εἰς μικρὸν χρονικὸν διάστημα νὰ σχηματίσῃ γνώμην καὶ νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν ἡ ὁποία εἶναι σεβαστή; Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον καὶ διὰ τοῦτο κρίνω, ὅτι ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον προέβλεψε τὰ ὅσα προέβλεψε περὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τίς ἐπιθυμῶν νὰ ὁμιλήσῃ; Οὐδείς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§59ΚΛ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχής, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ὑπερήφανος, διότι εἰσηγήθην ἕνα τοιοῦτον Νομοσχέδιον, τοιαύτης ἀξίας, τοιαύτης ἀρτιότητος, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τὸ ἀπεδέχθη προθύμως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἔπαρσις. Ἦτο μία πεῖρα δικαστικῆς ζωῆς, ἡ ὁποία μὲ ὤθησεν εἰς τὴν τροποποίησιν αὐτήν. Ὅσοι γνωρίζουν τὰ δικαστικὰ πράγματα θὰ συμφωνήσουν μαζί μου εἴτε μακρόθεν, εἴτε καὶ ἐκ τοῦ πλησίον καὶ θὰ μὲ δικαιώσουν, ὅπως μὲ ἐδικαίωσεν ἡ ψῆφος τότε τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Λυποῦμαι διότι τόσον πολλὰ ποὺ ἐλέχθησαν τότε ἐκ μέρους μου, δὲν ἐπανέφερον τὴν γαλήνην εἰς τὰς ἀναταραχθείσας ψυχὰς τῶν δύο τελευταίων συναδέλφων. Δυστυχῶς δὲν πιστεύω μὲ τὰς ὀλίγας λέξεις ποὺ θὰ εἴπω, νὰ ἐπιτύχω τὸ ὡραῖον αὐτὸ ἀποτέλεσμα καὶ νὰ δώσω τὴν γαλήνην εἰς τὸν κ. Μητσοτάκην καὶ εἰς τὸν φίλον κ. Μόδην. Ἐπειδὴ βλέπω ὅτι τὰ πυρὰ συνεκεντρώθησαν εἰς τὸ θέμα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀπέβλεψεν εἰς τὸ νὰ μειώσῃ τὴν ἀνωτάτην Εἰσαγγελικὴν Ἀρχήν, πλάνη, ἂς μοῦ ἐπιτρέψητε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἠθελήσατε νὰ καταβάλητε τὴν προσήκουσαν προσοχήν, διὰ νὰ διακρίνητε, ὅτι οὐδέποτε Νομοσχέδιον, ἐτίμησε τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅσον αὐτό. Καὶ οὐδέποτε νομοθετικὴ ἐξουσία, οὐδέποτε Κυβέρνησις ἔδωσε τοιαύτην δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν τὸ παρὸν Νομοσχέδιον εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνατο καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ εἰσηγούμενος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς κανὲν Κράτος ὁ διώκτης τῶν παρανομούντων, ὁ διώκτης τῶν ἀσεβούντων, ὁ διώκτης τῶν ἀτακτούντων εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς....... (δὲν ἠκούσθη)...... Ὅποιος ἀρνεῖται ἕνα τοιοῦτον πρᾶγμα, ἀρνεῖται τὴν βάσιν τῆς Δικαιοσύνης. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, δὲν ἠκούσατε τὸν διώκοντα καὶ κατήγορον νὰ λαμβάνῃ μέρος.......
§60Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Διατί διώκτης;
§61ΚΛ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διότι διώκτης εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διώκει.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀποφεύγετε νὰ διακόπτετε τὸν κύριον Ὑπουργόν. Δὲν σᾶς διέκοψε κανείς.
§63ΚΛ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ ἐνῷ εἶχον τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ τὸν θέσω ἐκτός, δὲν τὸ ἔπραξα. Μόνον ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος, ὅταν κἄποτε συνεζητεῖτο τὸ θέμα εἶχεν εἴπει: Διατὶ νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν διάταξιν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Νὰ κάμετε τὴν διάταξιν ἔτσι, ὥστε νὰ δύνασθε, ἐὰν σᾶς εἶναι χρήσιμος ὁ εἰσαγγελεύς, νὰ τὸν κρατήσετε. Ἐὰν δὲν σᾶς εἶναι χρήσιμος νὰ τὸν ἀπομακρύνετε. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰσῆλθεν ὁ εἰσαγγελεὺς διὰ προσωρινὴν τρόπον τίνα κατάθεσιν, διότι τοῦτο ἀντιτίθεται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι νοητὸν ὁ διώκων νὰ εἶναι καὶ Δικαστής. Καὶ ἐνῷ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποστηρίξουν ἕνα τοιοῦτον νομοσχέδιον δὲν τὸ ἔπραξαν. Καὶ εἶπον, ὄχι. Θὰ ἀφήσωμεν τὸν εἰσαγγελέα. Καὶ ἄφησαν τὸν εἰσαγγελέα νὰ ἀποτελῇ μέλος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τοῦ πρωτοβαθμίου. Ὄχι δηλαδὴ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν. Αὐτὸ δὲν τὸ ἔκαμον ἐξ ἐπιεικείας, ἀλλὰ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, διότι ἔκρινον, ὅτι οἱ ὦμοι τοῦ Ὑπουργοῦ Δικαιοσύνης εἶναι πολὺ μικροὶ νὰ φέρουν τὸ βάρος παρανομίας τοῦ Συντάγματος. Λέγει τὸ Σύνταγμα ὅτι ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου εἶναι κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους συντεταγμένη. Ἀλλὰ οἱ νόμοι ρητῶς λέγουν, ἀπὸ πόσους ἀπαρτίζεται ἡ Ὁλομέλεια: Ἀπὸ τοὺς ἰσοβίους Δικαστάς, ἀπὸ τοὺς καθημένους Δικαστάς. Ὁ Εἰσαγγελεὺς παραμένει ἐν τῇ Συνεδριάσει, ἀλλὰ δὲν ἔχει ψῆφον. Καὶ αὐτό, κύριοι, εἶναι τὸ μέγα, ἔργον τοῦ Εἰσαγγελέως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον ὄχι ἀπὸ μίαν ψῆφον, ἀλλὰ ἀπὸ ὅλας τὰς ψήφους, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀντί, νὰ ἔχῃ μία ψῆφον—τὴν ὁποίαν, ἐὰν εἴχατε μόνον σεῖς κ. Μητσοτάκη, θὰ εἶσθε ἄγνωστος μέσα εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν δὲν εἴχατε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνέρχεσθε εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ὁμιλῆτε—τοῦ ἐδώσαμε τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ 25 ψήφους, ἀρκεῖ νὰ ὁμιλῇ τὴν γλῶσσαν τῆς εὐθύτητος, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀληθείας. Ποῖον λοιπὸν ἐκ τῶν δύο προτιμᾶτε; Νὰ ἔχητε μίαν ψῆφον μόνον, ἢ νὰ ὁμιλῆτε καὶ νὰ πείθετε, ὅταν ὀρθῶς σκέπτεσθε καὶ ὀρθῶς προτείνετε σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τῆς δικαιοσύνης.
§64Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ τὰ δύο.
§65Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἐν τῇ Ὁλομελείᾳ του, δὲν περιλαμβάνει τὸν Εἰσαγγελέα. Δὲν θὰ ἤθελον, κύριοι, ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, νὰ ἐπικαλοῦμε γνώμην ἄλλων, διότι, ὅταν εἶναι ἡμέρα δὲν ἠμπορεῖ νὰ πάρωμε φανάρι, διὰ νὰ φωτίσωμε περισσότερον. Καὶ ἡ Ὁλομέλεια ὅμως τοῦ Ἀρείου Πάγου, συνελθοῦσα πρὸ διμήνου, διὰ ψήφων 23 πρὸς 19, εἶπε, ὅτι καλῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα.
§66Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὶ εἶπε;
§67Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὅτι ἡ Ὁλομέλεια ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἰσοβίους Δικαστάς, χωρὶς τὸν Εἰσαγγελέα. Καὶ μᾶς ὡμιλήσατε, καὶ μᾶς εἴπατε περὶ ἀντισυνταγματικότητος καὶ μᾶς ἐκατηγορήσατε λ.χ., διότι ἐστερήσαμε τὸν Εἰσαγγελέα τῆς ἐμφανίσεως ἐνώπιον τῆς Ὁλομελείας. Εἴπατε, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἐνῷ ἀντισυνταγματικὸν θὰ ἦτο τὸ ἀντίθετον, δηλ. τὸ νὰ περιλάβωμεν καὶ τὸν Εἰσαγγελέα μέσα εἰς τὴν Ὁλομέλειαν, νὰ ψηφίζῃ καὶ αὐτός, ἐνῷ ἡ Ὁλομέλεια ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἰσοβίους Δικαστάς, ἄνευ τοῦ Εἰσαγελέως.
§68Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω, κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἑξῆς: Ἐδῶ πέρα δύο διακεκριμένα θέματα ὑπάρχουν. Μία ἄποψις εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν θὰ μετέχῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου μετὰ ψήφου εἰς τὴν ὁλομέλειαν. Ἐνδεχομένως τοῦτο δύναται νὰ κριθῇ ὡς ἀντισυνταγματικὸν καὶ αὐτὸ κατελογίσθη ἀπό τινας ἐναντίον τοῦ νομοθετήματός σας. Ἀπὸ ἡμᾶς δὲν ἔγινε χρῆσις τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου.
§69Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἴπατε ὅτι ἐστέρησα τὸν εἰσαγγελέα τοῦ δικαιώματος νὰ ψηφίζῃ. Ἐὰν ἔκαμον αὐτὸ δὲν παραβιάζω τὸ Σύνταγμα.
§70Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐρωτῶ: Εἶπεν ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ὅτι ἐὰν τυχὸν μετεῖχεν εἰς τὴν ὁλομέλειαν μετὰ ψήφου ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρ. Πάγου θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν αὐτό, ἢ εἶπεν ἁπλῶς ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται; Διότι εἶναι δύο διακεκριμένα θέματα.
§71Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶπεν ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν λαμβάνει μέρος εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρ. Πάγου, κατὰ τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ ἐπιτρέπει αὐτό, διότι τὸ Σύνταγμα ἀναφέρεται εἰς τὴν κρατοῦσαν καὶ ὑπάρχουσαν ὁλομέλειαν. Ἡ κρατοῦσα καὶ ὑπάρχουσα ὁλομέλεια κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἶναι ἀπὸ τοὺς ἰσοβίους δικαστὰς χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς μέρος. Τίποτε δὲν ἦτο ὡραιότερον, ἁγνότερον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ μὲ λυπεῖ διότι διακεκριμένοι βουλευταὶ ὅπως οἱ κ. κ. Μητσοτάκης καὶ Μόδης ἀπέδωσαν προσωπικὸν ζήτημα κατωτερότητος, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ σεβασθοῦν καὶ ἐμέ, διότι δὲν ἔδωσα εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι ὑπέπεσα εἰς πράξεις κατωτερότητος. Διότι ἐγώ, ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικαιώματός μου δὲν ἔχω τίποτε τὸ προσωπικόν. Τιμῶ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἐτίμησα. Ἠδυνάμην νὰ τὸν ὑποβιβάσω καὶ τὸν ἐξαιρέσω τοῦ δικαιώματος τοῦ Συμβουλίου ὅπως εἶχον τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου καὶ ὅπως ἀπεφάνθη τὸ Συμβούλιον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Δὲν τὸ ἔπραξα. Τιμῶ τὸν Εἰσαγγελέα. Εἶναι ἐξαίρετος ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ οἱ διάφοροι διαβολεῖς καὶ οἱ κακὴν προσφέροντες ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα ἠθέλησαν νὰ ἀναγάγουν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ἀτομικόν. Τίποτε τὸ ἀτομικὸν δὲν ἔχει τὸ ζήτημα. Τοὐναντίον ἔρχεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ προσφέρει καὶ ὑποβάλλει τὰ σεβάσματά του. Κατέστησα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐνεργὸν πρόσωπον καὶ ὄχι ἀνύπαρκτον, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα καὶ ἐπὶ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέρχονται καὶ εἰσέρχονται οἱ πάντες καὶ μόνον ὁ ὑπουργὸς νὰ θεωρῆται πρόσωπον βωβὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική μου, αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική μου. Ἄς εὑρεθῇ ἕνας, εἰς τὸ διάστημα ποὺ εἶμαι Ὑπουργὸς νὰ μοῦ εἴπῃ ὅτι ἔγινε μία πρᾶξις, ὄχι μεροληπτική, ὄχι προσωπική, ἀλλὰ ὄχι ὀρθή, ὄχι δικαία. Δι’ αὐτὸ ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ θεωρήσω τὸν ἑαυτόν μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπερήφανον. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸν εἰσαγγελέα. Ἀλλά, κύριοι, εἶναι ἕνας ἄλλος λόγος ποὺ ἔπρεπε ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ μὴ λάβῃ μέρος, διότι βλέπετε ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λεχθοῦν, διότι οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν ἀσχολούμενοι εἰς τὰ δικαστικὰ εἶναι δικηγόροι. Τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον εἶχε μίαν κακήν, δύναται νὰ εἴπῃ κανείς, κατάρτισιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξω. Κατηρτίζετο ἐκ τριῶν μελῶν τακτικῶν, μονίμων: Πρόεδρος, ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ Ἀντιπρόεδρος. Τὰ μέλη τοῦ Α.Δ.Σ. τὰ ὁποῖα ἀπεφάσιζον περὶ τῆς προαγωγῆς, περὶ τῆς παραμονῆς εἰς τὸ Σῶμα, περὶ τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τοῦ Σώματος τοῦ Δικαστικοῦ ἦσαν τὰ τρία μόνιμα μέλη καὶ ὑπελείποντο ἀκόμη ἄλλα τέσσαρα μέλη καὶ ἀπῃτεῖτο μία ψῆφος. Ἦτο ὄχι ἐνδεχόμενον, ἀλλὰ βέβαιον ἡ ψῆφος αὐτὴ πάντοτε νὰ εἶναι μὲ τὰ μέλη τὰ μόνιμα δηλαδὴ μὲ τὸν πρόεδρον, τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Ἀντιπρόεδρον. Ὄχι ἐξ ἄλλου τινὸς λόγου ἀλλὰ διὰ τοῦ ἑξῆς μόνον λόγου. Λόγῳ σεβασμοῦ πρὸς τὰ τρία πρόσωπα αὐτὰ ὁ νεώτερος Ἀρεοπαγίτης ὅταν βλέπῃ τρεῖς ἐκ τῶν παλαιοτέρων, ἔχει ἕνα σεβασμὸν ὥστε νὰ κωλύεται νὰ διατυπώσῃ διαφωνίαν. Δὲν λέγω μὲ τοῦτο ὅτι οὕτως ἔκρινε καλλίτερον καὶ ἐπὶ τέλους ἦτο ὁ τελευταῖος χειροτονηθεὶς Ἀεροπαγίτης ἀπὸ τὰ μέλη ἐκεῖνα. Καὶ γνωρίζετε, κύριοι, τὶ θανάσιμον πλῆγμα ἐν τῇ Διοικήσει τοῦ Σώματος ὑπάρχει. Καὶ τὸ θανάσιμον πλῆγμα συνίσταται εἰς τοῦτο: ὅτι ὁ κριθεὶς Ἀρεοπαγίτης, ὡς μὴ προακτέος, θὰ κριθῇ πάλιν ἀπὸ τὰ ἴδια πρόσωπα καὶ δὲν θὰ ἔχῃ ἐλπίδα αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὅτι θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν διὰ τὴν ὁποίαν ἀγωνίζεται καὶ ἀγωνίζεται ἐπὶ 20 ἔτη ὁλόκληρα. Ἔχει φύγει ἡ πίστις, ἔχει φύγει ἡ ἐλπὶς καὶ φαντάζεσθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν στερουμένην καὶ πίστεως καὶ ἐλπίδος, δὲν εἶναι πλέον ἀνθρωπίνη ὕπαρξις, εἶναι ἕνα ράκος. Τὶ ἔπρεπε νὰ κάμωμεν; Νὰ μὴ εἶναι τὰ ἴδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ τὸν κρίνουν. Καὶ πῶς ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ σύνθεσις τοῦ Συμβουλίου; Νὰ γίνῃ ἀπὸ πρόσωπα ἑκάστοτε νέα. Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι μόνον ἐκ τῆς πείρας τῆς ἰδικῆς μου, εἶναι καὶ ὑπόδειξις τῆς ὁλομελείας ὅλων τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα εἶπον θέλομεν τοὺς πάντας καὶ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ κληροῦται κατὰ τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνεται ἡ ἐκλογή. Καὶ ὀρθῶς εἶχον δίκαιον. Δὲν τὸ ἐδέχθην ὅμως αὐτὸ ἐγώ, διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μία συνοχὴ εἰς τὰ Συμβούλια. Ἔπρεπε τὸ Συμβούλιον νὰ ἔχῃ ἕνα Πρόεδρον καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν φέρω ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Καὶ πρόεδρον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἶχον, κατὰ σύμπτωσιν εὐτυχῆ, τὸν πλέον διακεκριμένων Ἑλλήνων νομομαθῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν. Δικαίως, λοιπόν, παραπονοῦμαι ὅτι ἀπεδόθη προσωπικὸν ζήτημα. Ἠδικήσατε τὸν ἑαυτόν σας, κύριε Μητσοτάκη, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπρεπε, ἀποδίδοντες εἰς ἐργάτην τοιοῦτον τῆς Δικαιοσύνης τοιαῦτα ἔργα, ἀποδίδοντες προσωπικὰ ζητήματα. Οὐδὲν τὸ προσωπικὸν ἔχω, οὔτε εἶχον ποτὲ εἰς τὴν ζωήν μου, οὔτε πρόκειται νὰ ἔχω εἰς τὸ μέλλον. Ὁ φίλτατος κ. Μόδης, τὸν ὁποῖον γνωρίζω ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἦτο καὶ μαθητής μου, παρεπονέθη διὰ τὸν ἔλεγχον τὸν ἐνασκούμενον ἐκ μέρους τῶν Ἐπιθεωρητῶν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν τὸ ὀξὺ πνεῦμα, ἡ ὀξεῖα διάνοια τοῦ κ. Μόδη, ἤθελε νὰ διαβάσῃ, τὸ νομοσχέδιον, δὲν θὰ ἠδίκει οὔτε τὸν ἑαυτόν, ὁμιλῶν, ὅπως ὡμίλησεν, οὔτε ἐμέ. Δὲν κατήργησα τὴν ἐπιθεώρησιν, κύριε Μόδη, τὴν ἐνίσχυσα τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ τὴν ἐνίσχυσα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι ἀλάνθαστος, νὰ εἶναι ἄτεγκτος, νὰ εἶναι ἀκριβής. Διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ἀρεοπαγίτης νὰ μεταβαίνῃ ἐκεῖ εἰς ἓν Ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει 5 ἐφέτας τὸ ὀλιγώτερον ἢ καὶ 8 καὶ ἓν Πρωτοδικεῖον μὲ 10 πρωτοδίκας καὶ ἐντὸς δύο ἡμερῶν νὰ κάμῃ ἐπισταμένην ἐπιθεώρησιν. Τίποτε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἡ ἔλευσις ὑπὸ τοιούτους ὅρους τοῦ ἀρεοπαγίτου, ἦτο μία διαπόμπευσις τοῦ δικαστικοῦ ἀξιώματος, τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ὑπάλληλος τοῦ Κράτους ὑφίσταται. Οὔτε ὁ διδάσκαλος, οὔτε ὁ χωροφύλαξ, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος ὑφίσταται τοιαύτην διαπόμπευσιν καὶ τὴν ὑφίσταται τὸ ἀξίωμα τὸ δικαστικόν. Ἀλλά, τὰ ἀξιώματα, κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σκιάζωνται. Ἐὰν σκιὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ λειτουργήματος, ἐξαφανίζεται τὸ λειτούργημα καὶ λυώνει τὸ χωριατόπουλο, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει τὴν δικαιοσύνην. Τί νὰ κάμω; Νὰ ἀφήσω τὸν ἀρεοπαγίτην κατὰ χρονικὸν διάστημα; Σᾶς τὰ εἶπεν ὁ κ. Τσούτσουρας, μὲ τὴν συνήθη εὐγλωττίαν καὶ παραστατικότητα, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει. Ἔπρεπε νὰ κάμω ἕνα ἄλλο, Νὰ ἐνισχύσω τὸν ἔλεγχον τῶν ἀρεοπαγιτῶν, διὰ πραγματικῆς διαθέσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ δικαστοῦ. Ὁ ἐφέτης ἐγνώριζε τὸν δικαστὴν διότι ἔχει πάρει τὰς ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου. Καὶ ὑποχρεώνει τὸ Ἐφετεῖον κατὰ Ὀκτώβριον, νὰ συνέρχεται καὶ νὰ ἀποφαίνεται περὶ μιᾶς ἑκάστης ἀποφάσεώς του ἐμπεριστατωμένως καὶ τὴν ἀπόφασίν του τὴν διαβιβάζει εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀπόφασιν τούτου. Ἐπομένως, δὲν κάμω τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐνισχύω τὸν δικαστήν. Ἀλλά, ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω τοῦτο, καὶ ὑπερηφάνως, δι’ ὅλους ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶσθε μεθαύριον ὑπουργοί, διότι οὕτω θὰ ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε μίαν λέξιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ διοικῆτε. Μὲ κατηγορεῖτε δι’ αὐτό. Ἐὰν μὲ κατηγορεῖτε, ἀδικεῖτε τὴν κρίσιν σας, τὴν πεῖραν σας, τὴν νοημοσύνην σας καὶ ἀγνοεῖτε τὸ πρόσωπον τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὸ ἔκαμα. Εἶναι κάτι τὸ κακόν; Καὶ τὸ ἔκαμα, εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν πλῆρες νομοσχέδιον εἶχε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, νὰ μὴ μετέχῃ ὁ ὑπουργὸς οὔτε εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν δικαστῶν, πολλῷ δὲ μᾶλλον εἰς τὴν ἐπιβολὴν οἱασδήποτε δικαστικῆς διώξεως. Καὶ εἰς τοῦτο ἀντέστην καὶ νομίζω, ὅτι ἔκαμα πρᾶξιν ἀγαθήν. Καὶ οἱ σώφρονες ἐξ ὑμῶν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἐγκρίνουν τοῦτο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δικαστήριον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω περισσότερα. Εἶναι ἀνάγκη, ὅμως, νὰ διαμαρτυρηθῶ, διὰ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Μητσοτάκη, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχω τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἄλλος ὁ Πρόεδρος. Ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸ βλασφημίαν καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε ἀπὸ ἄνθρωπον, ὡς ὁ κ. Μητσοτάκης, νὰ λέγεται τοιαύτη κατηγορία. Ὑπῆρξε διακεκριμένος δικαστὴς ὁ μὴ γενόμενος Πρόεδρος. Ἀπέτυχεν ὅμως. Στρατηγὸς καλὸς, ὁ ὁποῖος ἀπέτυχεν εἰς τὴν στρατηγικήν του καὶ ὑπέπεσεν εἰς βαρύτατον σφάλμα, χωρὶς νὰ εἶναι καλύτερός τους ἤδη. Διατὶ γνωρίζετε, ὅτι τὰ συγγράμματα τοῦ νῦν Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀποτελοῦν τὸ Εὐαγγέλιον εἰς κάθε δικηγορικὸν γραφεῖον. Κύριοι, μὲ συγχωρεῖτε, ἐὰν σᾶς ἀπησχόλησα πολύ. Δὲν πταίω ἐγώ.
§72Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὑπέπεσεν εἰς σφάλμα, εἴπατε....
§73Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Περίπου.
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν τὸ ἐγνωρίζομεν, κύριε ὑπουργέ. Διότι, πράγματι, κύριε ὑπουργέ, τὸν περιβάλλομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ὅλος ὁ πολιτικὸς κόσμος μὲ ἀπόλυτον σεβασμὸν καὶ τιμὴν καὶ περιέργως ἀκούομεν, ὅτι περιέπεσεν εἰς σφάλμα.
§75Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἴσως ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι ὀρθή, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ κάμω καλυτέραν διατύπωσιν. Δυστυχῶς, κύριε Πρόεδρε, τὸ χάρισμα αὐτό, τὸ ἔχουν ὀλίγοι, τὸ χάρισμα, δηλαδή, τῆς εὐχεροῦς διατυπώσεως διὰ τῆς εὑρέσεως τῶν καταλλήλων λέξεων. Τὸ χάρισμα αὐτό, νὰ εὑρίσκουν τὰς καταλλήλους λέξεις τὸ ἔχουν ὀλίγοι, ἢ μᾶλλον ἐλάχιστοι καὶ νὰ συγχωρήσετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὸ δῶρον αὐτό. Ἐπομένως, καὶ τὸ παράπονον αὐτό, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀδικαιολόγητον. Εὔχομαι, κύριοι, παρόμοια νομοσχέδια νὰ στέλλωνται.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν, κύριε ὑπουργέ; Παρηκολούθησα μὲ μεγάλην προσοχὴν τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐδώσατε εἰς τὸ Σῶμα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν: Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, θεωροῦνται ὁμότιμοι;
§77Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Τὸ προβάδισμα τὸ ἔχει ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ὁμότιμοι ἑπομένως, ἀλλὰ μὲ διάφορον λειτούργημα, μὲ διάφορον ἀποστολήν. Πάντως, εἶναι ὁμότιμοι. Τούτου δεδομένου, θὰ ἐπεθύμουν, κύριε ὑπουργέ, νὰ συναγάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρξῃ διάταξις, ἡ ὁποία νὰ παραβιάζῃ τὴν ἀρχήν, τῆς ὁμοτιμίας, νὰ προσδιορίζῃ διάφορον μεταχείρισιν τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τὸν ἄλλον. Κατὰ συνέπειαν, δύναμαι ἄριστα νὰ ἐννοήσω τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ ἀπὸ τῆς ἄλλης. Ὅτι ἠμπορεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, νὰ μὴ μετέχῃ κἄν, διότι ἡ ἀποστολή του εἶναι διάφορος. Αὐτὴ εἶναι μία ἄποψις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ ὅπως ἐπίσης, καὶ νὰ ἀμφισβητηθῇ. Εἶναι θέμα ἀρχῆς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ εἰσαγγελέως θέττει τὸ βάρος εἰς τὴν ἐποπτείαν, εἰς τὴν δίωξιν ὅπως ἠθέλησεν ὁ κ. ὑπουργός. Εὐλόγως θὰ συμπεράνῃ, ὅτι τὸ πρέπον εἶναι νὰ ἐποπτεύῃ καὶ νὰ εἰσηγῆται, ἀλλὰ νὰ μὴ ψηφίζῃ. Εἶναι μία ἄποψις. Ὅπως ὁ ἄλλος θὰ ἔθετε τὸ κέντρον τοῦ βάρους εἰς τὸ δικαστικὸν κῦρος, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα, ἐκ τοῦ λόγου τῆς ἐποπτείας οὕτω θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντίθετον. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν ψηφίσῃ αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι ἐλαττώνεται οὔτε τοῦ Προέδρου τὸ κῦρος, οὔτε τοῦ ἀρεοπαγίτου. Σημαίνει μόνον, ὅτι τοῦ ἐμπιστευόμεθα διάφορον ἀποστολήν. Πότε ὅμως ἐλαττώνεται; Ὅταν καλῆται νὰ ψηφίσῃ ἀλλὰ ὑπὸ συνθήκας, αἱ ὁποῖαι τὸν θέτουν εἰς ὁμοτιμίαν πρὸς τὸν ἀρεοπαγίτην, ἀλλὰ ὄχι πρὸς τὸν Πρόεδρον. Τότε τί δημιουργεῖται; Ὑποτίμησις. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐπεκαλέσθη τὴν προσοχήν σας, κύριε ὑπουργέ. Δύνασθε νὰ ὑποστηρίξετε καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅτι παρίσταται. Θὰ ἦτο μία ἄποψις, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ. Ὅπως καὶ εἰς τὴν Ὁλομέλειαν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἀφοῦ ὅμως δεχόμεθα τὴν συμμετοχὴν, ὀφείλω νὰ ἐξομολογηθῶ, ὅτι αἰσθάνομαι ὑποβιβασμὸν τοῦ Εἰσαγγελέως, διότι τίθεται εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τὸν ἀρεοπαγίτην. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον τῆς ἀπορίας μας.
§79Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐπιχείρημά σας εἶναι ὀρθόν, ὀρθότατον καὶ ἡ σκέψις σας ἑπομένως, εἶναι ὀρθή. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου. Ἀλλὰ θὰ ἐγέννα ἓν παράπονον πολὺ μεγαλύτερον. Καὶ εἰς αὐτὸ ὑπέκυψα καὶ ἐγώ. Αὐτὸ ἦτο σύμφωνον μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν εἶναι ὅμως, ἀπολύτως ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς σας, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς λαμβάνει μέρος εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὡς Εἰσαγγελεὺς καὶ προεδρεύει ἀρεοπαγίτης. Οὕτω ὁ Εἰσαγγελεὺς μένει Εἰσαγγελεὺς καὶ εἶναι κατώτερος.
§80Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διαφωνῶ.
§81Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὰ κρίνετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Προεδρεύει τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ λαμβάνει μέρος ὁ Πρόεδρος. Ἐὰν εἶναι ἀσθενὴς ὁ Πρόεδρος, τότε εἶναι ὁ ἀρχαιότερος ἀρεοπαγίτης, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ κώδωνος...
§82Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐκτιμῶ καὶ τὴν λογικήν σας ἐγκράτειαν καὶ τὴν νομικήν σας ἐγκράτειαν, θὰ σᾶς παρακαλέσω ὅμως, νὰ μὴ ἐπιμείνετε εἰς τὸ ἐπιχείρημα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἰσχυρόν, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἁπλῶς, ὁ κώδων τίθεται ὑπεράνω καὶ οὐχὶ τὸ πρόσωπον εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἀσκεῖ διάφορον λειτούργημα, δὲν εἶναι μέλος τοῦ δικαστηρίου, εἶναι διάφορος ἡ λειτουργία του, καὶ τὸ γνωρίζετε σεῖς ἄριστα, τιμήσαντες τὴν Εἰσαγγελικὴν ἕδραν, καλύτερον ἀπὸ ἐμέ, ὁ ὁποῖος τὸ ὑποστηρίζω. Βλέπετε, ὅτι μὲ καλὴν πίστιν τοποθετοῦμεν τὸ θέμα.
§83Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ὀρθῶς, καὶ τὸ δέχομαι. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ λόγοι αὐτοί. Δὲν τὸ θέλει οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Εἰσαγγελεύς, πολὺ δὲ περισσότερον αὐτοῦ, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ στερήσωμεν τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως. Τὸ ἐδέχθη ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἄλλοτε. Ὅταν, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔχωμεν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ποῖος προεδρεύει μεταξὺ αὐτῶν; Ὁ Πρόεδρος. Κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν Πρόεδρον καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν κατώτερον τὸν Εἰσαγγελέα. Ἔτσι εἶναι τὸ πρᾶγμα.
§84Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, καὶ μεταξὺ ὁμοτίμων, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι ταὐτόχρονος Προεδρία. Ἡ συναρχηγία, δὲν εὐδοκιμεῖ. Κατ’ ἀνάγκην, θὰ ὑπάρξῃ Προεδρία, ἀλλά, ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ θέματος, ἐπέρχεται ἱεράρχησις. Ὁ εἷς αὐτοδικαίως καὶ μονίμως συμμετέχει, ὁ ἄλλος ἑκάστοτε κληροῦται. Ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλιν, μὲ τὴν καλὴν πίστιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἐξετάζω τὸ θέμα, ἐπικαλοῦμαι καὶ ἐκ μέρους σας μίαν καλόπιστον ἀναγνώρισιν τῆς ὀρθότητος τῆς γνώμης μου.
§85Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, διότι μοῦ ἐκάματε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἀνεχθῆτε δι’ ὀλίγα λεπτὰ καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς κουράσω. (Χειροκροτήματα).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀργυρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§87ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν ν. περὶ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, συνέταξε τὸ πρῶτον ὁ ἀείμνηστος Νικ. Δημητρακόπουλος εἰς τὰ 1910, ὁ διάσημος αὐτὸς νομομαθής, καὶ τὸν νόμον αὐτὸν ἀπεδέχθη τότε, αὐτούσιον, ἡ Κυβέρνησις Μαυρομιχάλη καὶ τὸν ἐφήρμοσεν ἔκτοτε. Καὶ διερωτῶμαι, πῶς ὁ Ν. Δημητρακόπουλος ὑπέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα τοῦ νὰ ὁρίσῃ ὡς ἐπιθεωρητήν, ἀρεοπαγίτην, καὶ νὰ προκύψουν καὶ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σήμερον συζητοῦνται.
§88Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Εἶχε ὑπ’ ὄψει του τὴν μεγάλην προσωπικότητα τοῦ Τζιβανοπούλου. Εἶπεν εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι: «Κύριοι, μὴ ἀπομακρύνετε τὸν Εἰσαγγελέα» — ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὴν μεγάλην ἐκείνην προσωπικότητα τοῦ Τζιβανοπούλου — «παρὰ διατυπώσατε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὅταν σᾶς εἶναι χρήσιμος νὰ ἠμπορῆτε νὰ τὸν προσλαμβάνετε καὶ ὅταν δὲν σᾶς εἶναι χρήσιμος νὰ μὴ τὸν προσλαμβάνετε. Ἐὰν βάλετε «ἓξ ἰσοβίων Ἀρειοπαγιτῶν» δὲν θὰ δύνασθε νὰ πάρετε τὸν Εἰσαγγελέα. Βάλετε τὴν φράσιν, «ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου» καὶ τότε θὰ δύνασθε νὰ βάλετε τὸν Εἰσαγγελέα». Αὐτά, εἶναι σαφῶς διατυπωμένα εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 1911. Ἀπὸ ἀπόψεως θεωρίας καὶ πράξεως, ἦτο νὰ μὴ μετέχῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶπεν, ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, θὰ καταρτίζεται ἀπὸ ἰσόβια μέλη τοῦ Δικαστηρίου.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§90Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ, μὲ ὑποχρεώνει νὰ ἐπανέλθω, μὲ πολὺ ὀλίγα, ἐπὶ τοῦ θέματος. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργός, ὅτι μὲ τὸ νομοθέτημα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν σήμερον, ἐτίμησε τὸν θεσμὸν καὶ τὸ πρόσωπον, τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δυστυχῶς, παρὰ τὴν φραστικὴν αὐτὴν διατύπωσιν, δὲν ἤκουσα καὶ ὑποθέτω δὲν ἤκουσε καὶ τὸ Σῶμα, οὐδεμίαν ἀπόδειξιν τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διότι γεγονὸς εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, τοῦ ἀφαιρεῖ ἀπὸ μόνιμον μέλος τοῦ Αʹ τμήματος, τοῦ ἀφαιρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ ὁσάκις, διαφωνοῦντος τοῦ ὑπουργοῦ, ἐπανέρχεται ἕνα θέμα εἰς τὴν Ὁλομέλειαν. Ἐπίσης δέ, καὶ τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι τὸ χειρότερον, νομίζω καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν κληρωθῇ καὶ μετάσχῃ τοῦ Αʹ τμήματος, ὅπως ὀρθότατα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Φλωρίνης ἐτόνισεν, εἰς περίπτωσιν ἀπουσίας τοῦ Προέδρου ἢ Ἀντιπροέδρου δὲν ἀναπληροῖ αὐτὸς αὐτοὺς εἰς τὴν Προεδρίαν, ἀλλὰ ἔρχεται εἰς τὴν σειράν, ὁ πρῶτος ἐκ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Κατὰ συνέπειαν, εἶναι παράδοξος ἡ ἀντίληψις, ὅτι διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου, τιμᾶται ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐπίσης, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεστήριξε τὴν ἐπίσης παράδοξον ἄποψιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν, νὰ μετέχῃ εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, διότι οὗτος ἀποτελεῖ τὸν διώκτην. Ὑποθέτω, τὸν διώκτην ἠννόει, τὸν ἠρώτησα καὶ ἐπανέλαβε τὴν φράσιν. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἀποτελεῖ τὸν διώκτην τῶν δικαστῶν, ἀποτελεῖ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἱστάμενος εἰς τὴν κορυφὴν τῆς Δικαιοσύνης, κρίνει, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του καὶ τοῦ λειτουργήματός του, τοὺς δικαστάς. Ἡ κρίσις, δὲν σημαίνει δίωξιν, δὲν σημαίνει κατηγορίαν, καὶ θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργός, θὰ δώσῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ διευκρίνισιν.
§91Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι συνάδελφοι, σήμερον ὁ Εἰσαγγελεύς, δὲν εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ 1911. Σήμερον, διὰ νόμου, πρὸ 4ετίας γενομένου ἢ πρὸ 5ετίας, ἔχει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δικαίωμα ἐνήσκησε, νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰ διάφορα Δικαστήρια, Πρωτοδικεῖα–Ἐφετεῖα, ὅπερ καὶ ἐγένετο, καὶ μεταβαίνει καὶ σήμερον καὶ ἐπιθεωρεῖ καὶ ἔρχεται εἰς διάστασιν ἐπιστημονικὴν μὲ τὸν Ἐφέτην καὶ λέγει, ὅτι ἡ γνώμη του δὲν εἶναι ὀρθή, καὶ ὁ Ἐφέτης, ἐπὶ ἐπιστημονικοῦ ζητήματος, τοῦ λέγει, ὅτι εἶναι ὀρθή, καί, ἐνῷ πιστεύει ὁ Ἐφέτης, ὅτι εἶναι ὀρθή, ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς πειθαρχικῆς διώξεως. Δὲν θὰ εἶναι, λοιπόν, ὀρθόν, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπιθεώρησίν του, ὁ Εἰσαγγελεύς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμεν ὁ Τζιβανόπουλος καὶ ὁ Χατζάκος, καὶ τὸ κάμνει ὁ πρὸ πενταετίας Εἰσαγγελεύς, δηλαδή, θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν στέκεται εἰς τὴν ἕδραν καὶ διαβάζει ἀλλὰ μεταβαίνει ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν ἐπαρχίαν, κατ’ ἐμέ, κακῶς.
§92Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, λησμονεῖ ὅτι μεταβαίνει μὲν δι’ ἐπιθεώρησιν ὁ Εἰσαγγελεύς, ἀλλὰ μεταβαίνει καὶ ὁ Ἀρεοπαγίτης πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ κατὰ τὸ παλαιὸν καθεστώς, ποὺ ἐκράτει πρὸ τοῦ νόμου, ὑπῆρχεν ἡ ἐτησία ἐπιθεώρησις, εἰς τὴν ὁποίαν μετέβαινον 4 Ἀρεοπαγῖται καὶ ἐξετέλουν τὴν ἐπιθεώρησιν αὐτὴν ἀνὰ τὴν Ἐπικράτειαν ὁλόκληρον. Κατὰ δὲ τὸν ἰσχύοντα σήμερον νόμον, δικαιοῦται ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἀποστείλῃ οἱονδήποτε Ἀρεοπαγίτην ἢ τὸν Εἰσαγγελέα ἢ καὶ τὸν Πρόεδρον, διὰ νὰ κάμουν εἰδικὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ εἶναι φυσικὸν ὁ ἐπιθεωρῶν νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὸν οἱονδήποτε Ἐφέτην καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ, ὅτι ἔσφαλε καὶ ἐκ τούτου τοῦ λόγου, δὲν πρέπει νὰ ἀποτελῇ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς κρίσιν, θέμα προαγωγῆς ἢ ἄλλο προσωπικὸν θέμα, ποὺ ἀφορᾷ τὸν δικαστήν. Κατὰ συνέπειαν, κ. συνάδελφοι, ἡ ἄποψις αὐτή, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐσταθῇ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑπῆρξε μέλος ἀπὸ τοῦ 1918 μέχρι σήμερον σταθερῶς καὶ μονίμως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Ἡ διφυὴς σύνθεσις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου ἀπετέλεσε κοινὴν συνείδησιν εἰς τὴν χώραν μας, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι καὶ εἰς τὴν συντακτικὴν Ἐπιτροπήν, τοῦ κώδικος νόμων, περὶ καταστάσεως δικαστικῶν λειτουργῶν, αὐτὸ τὸ σύστημα προετιμήθη. Προσωπικῶς, πιστεύω, καὶ ὑποχρεοῦμαι νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παρὰ τὸν φόβον νὰ δυσαρεστήσω τὸν σεβαστόν μου κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι συγκεκριμένα παράπονα ἐναντίον τοῦ σημερινοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡδήγησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ συζητουμένου σχεδίου νόμου. Πέραν τούτου ὀφείλω νὰ κάμω καὶ τὴν ἑξῆς διαβεβαίωσιν: Προσωπικῶς, δὲν ὑπεστήριξα οὐδέποτε τὴν ἄποψιν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός, διότι πιστεύω καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν νομικὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς πιστεύετε, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα ἀφίνει ἐλευθερίαν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον μετὰ ψήφου τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὑπεστήριξεν ὅμως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐστάθη ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, δηλαδή, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ὁλομελείας, τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὴν ὁποίαν καὶ ἀνέφερε, τυχὸν συμμετοχὴ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου μετὰ ψήφου, θὰ ἦτο ἀντισυνταγματική, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐκ τοῦ Συντάγματος, δὲν δικαιοῦται νὰ μετέχῃ τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου μετὰ ψήφου. Ἠρώτησα, τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μοῦ τὸ διευκρινήσῃ καὶ μοῦ τὸ διηυκρίνισεν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἔσφαλε. Δὲν λέγει αὐτὰ τὰ πράγματα ἡ ἀπόφασις τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κ. Τσούτσουρας, εἶχε τὴν ἄποψιν καὶ τὴν ἔχω καὶ ἐγώ. ἐνώπιόν μου τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὸ γεγονός, ὅτι ἐξῃρέθη ἀπὸ τὴν Ὁλομέλειαν ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική, διότι τοῦτο δύναται νὰ τὸ καθορίσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Λέγει, δηλαδή, ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς Ὁλομελείας, ὅτι παρέσχεν ἐλευθερίαν εἰς τὸν σημερινὸν νομοθέτην, νὰ ὁρίσῃ τὴν συμμετοχὴν τοῦ Εἰσαγγελέως εἰς τὴν Ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς δευτεροβαθμίου δικαστικοῦ συμβουλίου μετὰ ψήφου ἢ μή. Κατὰ συνέπειαν, πρέπει νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διόρθωσις διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἐσφαλμένων ἐντυπώσεων. Ἡ Ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν εἶπεν αὐτὰ τὰ πράγματα, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὰ εἴπῃ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς νομίζῃ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἀπόφασις τῆς Ὁλομελείας, παρακαλῶ νὰ τὴν καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ἡ Βουλή. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν γνωρίζω. Τέλος ὀφείλω νὰ κάμω καὶ μίαν ἄλλην διευκρίνισιν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διετύπωσεν ἐπανειλημμένως καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν τὴν ἄποψιν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν ἐπιθεωρητῶν ἐμείωνε τὸν Ἕλληνα δικαστήν. Προσωπικῶς δὲν τὴν ἀποδέχομαι. Εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ὁ δικαστὴς ἀποτελεῖ κρατικὸν λειτουργόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δέχεται τὴν ἐπιθεώρησιν, εἶμαι δὲ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν γενικώτερον εἰς τὸν θεσμὸν τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὅταν ἡ ἐπιθεώρησις γίνεται καθ’ ὃν τρόπον πρέπει νὰ γίνεται καὶ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς θὰ ἔλθῃ διὰ νὰ ἐπικοινωνήσῃ μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης αὐτῆς τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ οἱοσδήποτε Ἕλλην δικαστής, ἀσκεῖ τὸ λειτούργημά του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἐπιζήμιον οὔτε καὶ ἀπαράδεκτον. Διότι ὁ Ἕλλην δικαστής, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων του, εἶναι καὶ αὐτός, Κρατικὸς λειτουργὸς καὶ ὀφείλει καὶ αὐτὸς νὰ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον τὸν ἔχει λειτουργόν του, ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία δημιουργεῖται περὶ τῆς δραστηριότητός του, εἰς τὴν περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ τὸ λειτούργημά του. Διότι εἰς τὸ τέλος δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἕνα ἀπὸ τὰ προσόντα τῆς καλῶς λειτουργούσης δικαιοσύνης, εἶναι νὰ ἐμπνέῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἀπονέμει ὄντως δικαιοσύνην καὶ νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ὁ λαὸς ὅταν προσφεύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, ὅτι θὰ τοῦ ἀπονεμηθῇ τὸ δίκαιόν του. Καὶ τὸ ὅτι ὁ οἱοσδήποτε Ἀρεοπαγίτης ἐπιθεωρητὴς θὰ διαπιστώσῃ τυχὸν εἰς τὴν Α περιφέρειαν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐμπιστεύεται τὸν Α ἢ Β δικαστήν, νομίζω, ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι χρήσιμον στοιχεῖον διὰ τὴν κρίσιν τῶν δικαστικῶν ὀργάνων, διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τοῦ δικαστοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐὰν δεχθῇ κανεὶς τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, δικαιοῦται νὰ ἐρωτήσῃ ἀμέσως τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ σεῖς, κ. ὑπουργέ, καταργεῖτε τὴν τακτικὴν ἐτησίαν ἐπιθεώρησιν, ἡ ὁποία ὡς θεσμὸς κατοχυρωθεὶς διὰ νόμου καὶ ἐπιβαλλόμενος ὑποχρεωτικῶς κατ’ ἔτος δὲν μειώνει πολὺ τὸν κρινόμενον δικαστήν, πῶς δίδετε τὸ δικαίωμα, ὅπου νομίζετε σεῖς σκόπιμον, νὰ στέλνετε ἐπιθεωρητήν; Δὲν μειώνει τὸν δικαστὴν ὅταν κατόπιν ἐντολῆς τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πάῃ εἰς τὰ Καλάβρυτα ἢ εἰς τὰ Χανιὰ ὁ δικαστής, διὰ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὸν δικαστήν, ἀπὸ ὅ,τι τὸν μειώνει ἡ ἐτησία τακτικὴ ἐπιθεώρησις, ἡ ὁποία γίνεται;
§93Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Τὴν ἐπιθεώρησιν θὰ τὴν κάμουν οἱ Ἐφέται καὶ θὰ τὴν στείλουν εἰς τοὺς Ἀρεοπαγίτας.
§94Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, τί ὑπῆρξεν εἰς τὴν σκέψιν σας ὅταν διετυπώνατε τὸν νόμον. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δύναται ὁσάκις κρίνει ἀναγκαῖον, νὰ παραγγέλῃ τὴν ἐπιθεώρησιν. Κατὰ συνέπειαν, ὁ ὑπουργός, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιθεωρῇ, ὁσάκις τὸ κρίνει ἀναγκαῖον, τὸν οἱονδήποτε δικαστὴν δι’ εἰδικῆς ἐπιθεωρήσεως καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, κ. συνάδελφοι, νὰ πιστεύω, ὅτι ὅταν καταργοῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς τακτικῆς ἐπιθεωρήσεως δι’ οὓς λόγους εἴπομεν, ἀποτελεῖ κραυγαλέαν ἀνακολουθίαν, νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν δυνατότητα ἐκτάκτου ἐπιθεωρήσεως εἰς ἣν περίπτωσιν κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Κύριοι, ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μὲ ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀρχικὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ λυποῦμαι, διότι, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ σεβαστὸς καὶ φίλτατος καθ’ ὅλα, διατυπώνει τὴν ἀντίθετον ἄποψιν καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, πιστεύω, ὅτι δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωσις, ὅτι δὲν ἦτο ἄσχετος πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ σημερινοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ψήφισις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἄλλωστε περὶ τούτου σαφέστατα ὡμίλησαν τόσοι πολλοὶ ἐκ τῶν κ. συναδέλφων εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ τόσον ἔκδηλος ὑπῆρξεν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἀλήθεια αὐτή, ἡ κτυπητὴ καὶ φανερά, νὰ ἀμφισβητηθῇ. Καὶ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ σφάλμα διότι τὰ πρόσωπα καὶ τοὺς θεσμοὺς ὀφείλομεν νὰ τοὺς τιμῶμεν εἰς τὴν χώραν μας.
§95Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Ἐὰν εἶσθε σαφέστερος θὰ ἦτο καλύτερον καὶ θὰ ἐδίδατε καὶ εἰς ἐμὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς βγάλω ἀπὸ τὴν πλάνην σας.
§96Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι εἶμαι πάντοτε σαφὴς καὶ σήμερον ἀκόμη προσπαθῶ νὰ εἶμαι σαφέστερος. Δὲν ἐπιχειρῶ νὰ κρύψω τίποτε ἀπὸ ὅ,τι πιστεύω καὶ ἐὰν θέλετε σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅ,τι προηγουμένως εἶπα. Τελειώνων, κ. συνάδελφοι, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω κάτι ἀκόμη. Εἶχα τὴν εὐκαιρίαν κατὰ τὴν προηγουμένην μου ἀγόρευσιν νὰ ὑπομνήσω καὶ τὸ θέμα τῆς πληρώσεως τῆς θέσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκκρεμεῖ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα καὶ δὲν γνωρίζω ἐὰν ποτὲ θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία λόγῳ τοῦ ἀργοῦ ρυθμοῦ τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις αὐτή. Χαίρω ὅμως, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμε τὴν διαβεβαίωσιν αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον προηγουμένως εἶπον. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὅπως καὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ κοινὴ γνώμη, ἔχει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁ μὴ προαχθεὶς εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, πρῶτος Ἀντιπρόεδρος αὐτοῦ, ἦτο καθ’ ὅλα ἄξιος δικαστής, ὁ ὁποῖος ἄφησε καὶ παράδοσιν καὶ ἐδημιούργησεν ἱστορίαν μὲ τὴν μακροχρόνιον ἄσκησιν τοῦ δικαστικοῦ λειτουργήματος ὑπ’ αὐτοῦ. Καὶ πιστεύω, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἀπετέλεσε τραῦμα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην βαρύτατον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προηγουμένως ἐστιγμάτισα, συζητῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι ὁ καθ’ ὅλα ἐξαίρετος αὐτὸς δικαστής, ὁ ὁποῖος φύσει καὶ θέσει ὤφειλε νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου οὐδέποτε καὶ ἀπὸ οὐδεμιᾶς πλευρᾶς διετυπώθη οὐδεμία κατηγορία, παρεμερίσθη κατὰ τὴν ἐπιλογήν, τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔπραξε κατ’ ἀπολύτως ἐλευθέραν κρίσιν, καθ’ ἃ εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα. Ἀλλὰ μεταξὺ δύο ἐξαιρέτων προηγεῖται ὁ πρῶτος εἰς τὴν ἱεραρχίαν. Καὶ ὅταν ἀσκῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν διακριτικὴν εὐχέρειαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ νόμου ἔχει καὶ ἀπομακρύνει τὸν πρῶτον, ὁ ὁποῖος εἶναι τοὐλάχιστον ἐξ ἴσου ἐξαίρετος, δικαιοῦται ἡ κοινὴ γνώμη νὰ ἐρωτήσῃ, διατί ἀπομακρύνετε αὐτὸν καὶ προτιμᾶτε τὸν δεύτερον; Κύριοι συνάδελφοι, τελειώνω μὲ τὴν διαπίστωσιν, ὅτι δυστυχῶς ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, δὲν ὑπῆρξε μέχρι σήμερον καλή. Εὔχομαι, ὅπως παρόμοια προηγούμενα μὴ ἐπαναληφθοῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§97Κ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Δικ.). Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ τῆς πείρας μου καὶ ἐκ τῆς γνώσεως τῶν δικαστικῶν πραγμάτων καὶ προσώπων, ὅτι ὁ μὴ γινόμενος πρόεδρος, πρῶτος ἀντιπρόεδρος τοῦ Α. Πάγου, ὁ κ. Καλέλης εἶναι καλὸς δικαστικὸς καὶ ὅτι καλύτερος τοῦ κ. Καλέλη ὁ κ. Ἀποστολόπουλος, τοῦ ὁποίου τὰ συγγράμματα εἶναι πλείονα τῶν 2–3, ἕνα δὲ ἐξ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον ἀριθμεῖ πέντε ἐκδόσεις, ἀποτελεῖ τὸ Εὐαγγέλιον παντὸς δικηγορικοῦ γραφείου. Ἡ φήμη του εἶναι καὶ ἔξω ἴσως τῆς Ἑλλάδος. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐκλεκτοῦ, ἀρίστου, μοναδικοῦ δικαστικοῦ κεφαλαίου. Ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεψε πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἀπέβλεψε μὲ ἐπιτυχίαν καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων ἐὰν ἔχῃ τοιαύτας ἐπιτυχίας πάντοτε. (Χειροκροτήματα).
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ προτάσεως νόμου, κηρύσσεται περαιωμένη. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις δι’ ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι ταύτην, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς, ἡ περὶ ἧς πρότασις ἀπερρίφθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς παραγράφου 1 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 3057)1954 περὶ τρόπου πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων δικαστικῶν γραφέων». Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Ι. Τριανταφύλλης).
§101Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κύριοι, ὁ ἴδιος ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει πρόθεσιν νὰ ἀνακαλέσῃ, νὰ ἀκυρώσῃ τὸ Διάταγμα περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν. Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν ἔχω. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν προχωρήσῃ εἰς τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν καινοτομῶν διήνοιξε. Διωρίσθησαν δὲν ἠξεύρω πόσοι. 40–50. Ἀλλὰ ὑποψήφιοι ἦσαν 5.050. Ἐξυπηρετήθησαν μερικοὶ φίλοι καλοί, ἀλλὰ δυσηρεστήθησαν ὑπερδιπλάσιοι. Διότι ὑπάρχουν μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐν ἑαυτοῖς ἔχουν τὴν τιμωρίαν. Εἶχε καθιερωθῆ ἀπὸ πολλὰ χρόνια καὶ διὰ διατάξεως ρητῆς τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ προσλαμβάνωνται οἱ γραφεῖς τῶν δικαστηρίων διὰ διαγωνισμῶν. Καὶ οἱ διαγωνισμοὶ ἐγίνοντο ἐπιτοπίως καὶ ἀπηλλάσσοντο ἀπὸ ἐνοχλήσεις τόσον οἱ ὑπουργοί, ὅσον καὶ οἱ ἐπὶ τόπου πολιτευόμενοι. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, παρὰ τὴν μεγάλην του ἡλικίαν, πολὺ ὀλίγην πεῖραν ἔχει αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Ἐὰν ἐπολιτεύετο ἐπὶ ἔτη εἰς μίαν ἐπαρχιακὴν πόλιν θὰ ἀντελαμβάνετο ποίαν τορπίλλην ρίχνει ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ ἰδίου καὶ τῶν συνεργατῶν του τὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας οἱ πάντες, νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες ἐκαλοῦντο νὰ προσέλθουν καὶ νὰ κάτσουν εἰς τὸ στρωμένο τραπέζι. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργός, πολιτευόμενος μέσα εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν εἶχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὰ πράγματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ταλαιπωροῦν ἡμᾶς τοὺς ἐπαρχιώτας πολιτευομένους. Πάντως, δὲν ἠξεύρω ἐὰν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. ὑπουργός, ὅτι εἰσηγήθη τὸ Διάταγμα, τοῦ ὁποίου τὴν κατάργησιν καὶ ἡμεῖς εἰσηγούμεθα, ἀπὸ σεβασμὸν καὶ εὐλάβειαν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Μᾶς εἶπεν, ὅτι περιώρισε τὰ δικαιώματα τοῦ εἰσαγγελέως ἀπὸ ἀγάπην πρὸς αὐτόν, ἀπὸ ἀγάπην, ἡ ὁποία ὁμοιάζει ἐν μέρει μὲ τὴν ἀγάπην Ὀθέλλου. Ἄρα, ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τοὺς γραφεῖς καὶ Φαρισαίους τῶν Δικαστηρίων, εἰσήγαγε τὸ κενὸν δαιμόνιον, νὰ τοὺς προσλάβῃ αὐτὸς ὅποιους ἤθελε, χωρὶς νὰ ὑποβάλλωνται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἰς τὰς διατυπώσεις τῆς διενεργείας διαγωνισμοῦ. Εἶναι ἡ ταχεῖα ἐνέργεια, ἡ ρωμαλέα ἐνέργεια, ὅπως κάποτε ἐλέγετο, ἡ ὁποία ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐνῷ ξεκίνησε διὰ νὰ διορισθοῦν μερικαὶ ἑκατοντάδες, περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ διορίσῃ μίαν 40ντάδα...
§102Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. 170.
§103Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἐγὼ ἤξευρα διὰ 40. Πόσους, κ. ὑπουργέ; Ἐὰν διώρισε καὶ ἑβδομήκοντα, τόσον μεγαλύτερος εἶναι ὁ σεβασμὸς καὶ ἡ ἀγάπη του καὶ ἡ εὐλάβειά του πρὸς τὴν δικαιοσύνην. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§104Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ συζητούμενον Ν. Δ. δὲν εἶναι βεβαίως μέγα. Ἀξίζει ὅμως νὰ σημειωθῇ, διότι εἶναι χαρακτηριστικόν. Ὁ Συναγερμὸς ἔχει διακηρύξει ὅτι μάχεται ἐναντίον τῆς φαυλοκρατίας καὶ ἐπανειλημμένως εἶχε κάμει βιαιοτάτας ἐπιθέσεις ἐναντίον τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Δημοκρατικοῦ Κέντρου, διότι, λέγω, διώριζον ὑπαλλήλους καὶ διώριζον ὑπαλλήλους ἄνευ διαγωνισμῶν. Καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἐπιβάλλει διαγωνισμὸν δι’ οἱονδήποτε διορισμὸν εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἔκτοτε, εἰς δύο περιπτώσεις, καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, διωρίσθησαν ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ἡ πρώτη περίπτωσις ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν πτυχιούχων Νομικῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε τὸ χρέος της καὶ παρεβίασε ἐμμέσως τὴν διάταξιν τοῦ Κώδικος τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ ἀφοῦ κατέφυγε δὶς εἰς τὸ ΑΣΔΥ κατώρθωσε νὰ προβῇ εἰς τοὺς διορισμούς. Ἐν συνεχείᾳ δέ, προκειμένου νὰ πληρωθοῦν ὡρισμέναι θέσεις δικαστικῶν γραφέων, δοθέντος ὅτι ὑπῆρχεν ἐμπόδιον ἀπὸ τὸν Ὀργανισμὸν τῆς Γραμματείας Δικαστηρίων, ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον διὰ νὰ δύναται νὰ διορίζῃ οἱονδήποτε θέλει. Κύριοι συνάδελφοι, τῆς χαρίζομεν εὐχαρίστως τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ κατὰ τὸ δοκοῦν, διότι τὸ ἀναπόφευκτον θὰ εἶναι νὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς ὅτι ἔσφαλε καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κομματικῆς σκοπιμότητος, διότι αἱ θέσεις εἶναι ὀλίγαι καὶ οἱ ὑποψήφιοι πάρα πολλοὶ καὶ ἑπομένως αἱ δυσαρέσκειαι μέγισται. Ὁ Συναγερμός, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν ὅτι ἐμάχετο κατὰ τῆς φαυλοκρατίας, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου, ἔπραξεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἔλεγεν ὅτι ἐμάχετο, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελεῖ χαρακτηριστικὸν τῶν προθέσεών του νὰ φέρῃ νόμους διὰ νὰ διορίζῃ τοὺς ὑμετέρους.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Οἰκονομίδης ἔχει τὸν λόγον.
§106Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὡς γνωστόν, ὄχι μόνον οἱ γραφεῖς τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ καὶ οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ δικαστικοὶ γενικῶς πρέπει νὰ διορίζωνται διὰ διαγωνισμοῦ. Ἀλλὰ ὅλαι αἱ προγενέστεραι Κυβερνήσεις διώριζον ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ὁ κ. Μητσοτάκης μᾶς εἶπεν ὅτι ὁ Κῶδιξ, προκειμένου περὶ διορισμοῦ δημοσίων ὑπαλλήλων προβλέπει διαγωνισμούς. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου ἑξάκις ἀνέστειλε τὰς διατάξεις τοῦ ὑπαλληλικοῦ Κώδικος καὶ διώρισεν ἀπὸ τοῦ 1950–52 περὶ τοὺς 1.300 μονίμους ὑπαλλήλους καὶ περὶ τοὺς 4.000 ἐκτάκτους. Ὅταν τὰ στοιχεῖα αὐτά, τόσον εὐγλώτως ὁμιλοῦν περισσότερον παντὸς ἄλλου, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις νόμου.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§108Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ὅταν, κ. βουλευταί, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως ἐψηφίζετο τὸ Ν. Δ. 3057)54, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀντέδρασεν ἐντόνως εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου τοῦ Ν. Δ. τούτου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπετρέπετο ἡ ἄνευ διαγωνισμοῦ πλήρωσις τῶν κενῶν θέσεων τῶν δικαστικῶν γραφέων. Καὶ ἀντιλέξαμεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην διὰ δύο λόγους. Πρῶτον, διότι ἐνομίζαμεν καὶ νομίζομεν ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ καταργοῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς διὰ διαγωνισμοῦ πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, θεσμὸν ἐπιβληθέντα ἤδη καὶ διὰ τοῦ Κώδικος περὶ ΑΣΔΥ. Καὶ δεύτερον, διότι νομίζομεν ὅτι παρεβιάζετο διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ ἀρχὴ τῆς αὐτοτελείας καὶ αὐτοδιοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐπιβάλλῃ εἰς αὐτὴν πρόσωπα μὴ ἐλεγχθέντα οὔτε ἐπιλεγέντα ὑπὸ ταύτης. Δυστυχῶς, ἡ διάταξις ἐκείνη ἐψηφίσθη καὶ ἐπέφερε τὰ κακά της ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀναγνωρίζῃ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἡ συνείδησις τοῦ ὁποίου ἀσφαλῶς θὰ ἐξηγέρθη μὲ τὸν τρόπον — τὸν πρωτοφανῶς κομματικὸν — ποὺ ὑπεχρεώθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην. Κατὰ τὴν διορισμὸν τῶν 50, ὅπως ἐλέχθη, ἤ τῶν 170 δικαστικῶν γραφέων, οὐδεμία ἀρχὴ ἐτηρήθη, ἀρχὴ ἐπιλογῆς τῶν καλυτέρων, τῶν μὲ περισσότερα πνευματικὰ ἢ ἠθικὰ προσόντα. Οὔτε οἱ νόμοι 751 καὶ 1836 περὶ προστασίας τῶν πολεμιστῶν ἐφηρμόσθησαν. Οὔτε ἡ ἀρχὴ τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων ἐτηρήθη. Διότι ἀλλοῦ διωρίσθησαν διπλοῖ καὶ τριπλοῖ ὑπάλληλοι καὶ ἄλλα Δικαστήρια παρέμειναν κενά. Γνωρίζω τοῦτο ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου περιφερείας, ὅπου Εἰρηνοδικεῖα στερούμενα γραφέων ἀπὸ ἐτῶν ἔμειναν κενά, χωρὶς ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν πλήρωσίν των, παρ’ ὅλον ὅτι οἱ ἴδιοι εἰρηνοδίκαι ἐζήτησαν τὸν διορισμὸν ὡρισμένων προσώπων ποὺ προσφέρουν ἀφιλοκερδῶς τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα αὐτά. Συνεπῶς, οὐδεμία τῶν καθιερωμένων ἀρχῶν διὰ τοὺς διορισμοὺς πέραν τοῦ διαγωνισμοῦ ποὺ κατηργήθη διὰ τοῦ νόμου ἐτηρήθη κατὰ τοὺς γενομένους διορισμοὺς τῶν δικαστικῶν γραφέων καὶ ἐπρυτάνευσε κομματικὸν πνεῦμα κατὰ τὴν ἐπιλογήν των. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος, δὲν συμφέρει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν Δικαιοσύνην καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις διορίζουσα ἐκ τῶν 4.000 αἰτησαμένων, 10, δημιουργεῖ 3.900 ἐχθροὺς καὶ 100 ἀγνώμονας κατὰ σοφὴν ρῆσιν παλαιοῦ πολιτευομένου.
§109Β. ΒΡΑΧΝΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὁ κ. ὑπουργὸς πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι διώρισε δικαστικοὺς γραφεῖς εἰς Εἰρηνοδικεῖα ποὺ δὲν εἶχον οὐδένα γραφέα.
§110Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ὃ γέγονε γέγονε. Ἡ διάταξις αὕτη ἀπεδείχθη ἁμαρτωλὴ καὶ ἔβλαψε τὸ Κράτος. Πρέπει νὰ καταργηθῇ. Πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν ὅλοι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἰς τὴν καθιέρωσιν τῶν διὰ διαγωνισμοῦ πληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἵνα συνηθίσῃ ἡ νεολαία τοῦ Ἔθνους, νὰ μελετᾷ, νὰ ἀναπτύσσεται, νὰ κατακτᾷ διὰ τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἀξίας της καὶ οὐχὶ διὰ μέσων πολιτικῶν καὶ πιέσεων καὶ ἐξευτελισμοῦ διὰ τὰς συνεχεῖς ἐπισκέψεις της εἰς τὰ Πολιτικὰ Γραφεῖα καὶ τὰ Γραφεῖα τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας. Κατέθεσα ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ τρόπου τῶν γενομένων διορισμῶν δικαστικῶν γραφέων καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀσκήσω τὸν δέοντα ἔλεγχον κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Ἀπόψε ἀρκοῦμαι νὰ διαπιστώσω, ὅτι ἡ διάταξις τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 3057)54, ἔβλαψε τὴν Δικαιοσύνην καὶ τὸ Κράτος, ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας εἴχαμεν κατὰ τὴν ψήφισίν της ἀπεδείχθησαν βάσιμοι καὶ συνεπῶς ἐπιβάλλεται χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ Κράτους καὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταργηθῇ. Εἰσηγούμεθα, λοιπόν, τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου περὶ καταργήσεως τῆς διατάξεως τῆς παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ. 3057)54. (Χειροκροτήματα).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Βουδούρης ἔχει τὸν λόγον.
§112Π. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον. Διότι ἡ Κυβέρνησις μέχρι σήμερον δὲν προέβη εἰς διορισμοὺς καὶ ἐδέσμευσεν ὅλους τοὺς πολιτικούς της φίλους. Οἱ συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατέκρινον τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τοὺς διορισμοὺς τῶν δικαστικῶν γραφέων, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζουν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς τοὺς διορισμοὺς μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰ κενὰ τῶν Εἰρηνοδικείων. Καὶ ἐνῷ ἔπρεπε νὰ διορισθοῦν 400 δικαστικοὶ γραφεῖς, διὰ νὰ συμπληρωθοῦν τὰ κενὰ αὐτά, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔδωσε τὴν σχετικὴν πίστωσιν. Πρέπει νὰ γνωρίζουν ἐπίσης οἱ κ. κ. συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεώς των διωρίσθησαν περίπου 1.000 ὑπάλληλοι. Ἡμεῖς δὲν διωρίσαμε κανένα καὶ αὐτοὶ ποὺ διωρίσθησαν, ὡς δικαστικοὶ γραφεῖς, διωρίσθησαν βάσει τῶν προσόντων των καὶ οὐχὶ βάσει κομματικῶν κριτηρίων.
§113Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Μόνον διὰ τὴν τάξιν καὶ διὰ τὴν ἱστορίαν ἤθελον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Οἰκονομίδη, ὅτι ὁ κῶδιξ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τὸ 1952, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν, τὴν ἀπαγορεύουσαν τοὺς διορισμοὺς ἄνευ διαγωνισμοῦ ἴσχυσε συνεχῶς, μέχρις ὅτου ἀνεστάλη ἡ ἰσχὺς ἄρθρων τινῶν τοῦ Κώδικος περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Τὸ νὰ ἔχῃ ἕνα κόμμα κυβερνητικὸν τὴν εὐχέρειαν νὰ διορίζῃ ἄνευ διαγωνισμοῦ, δὲν εἶναι κολάσιμον. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἔχωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ τὸν διαγωνισμὸν καὶ νὰ φέρῃ εἰδικὴν διάταξιν, διὰ νὰ πάρῃ πεντήκοντα θέσεις καὶ νὰ τὰς κατανείμῃ μεταξὺ 4 βουλευτῶν διὰ νὰ μὴ διαπληκτίζωνται μεταξὺ των ποῖος θὰ διορίσῃ τὸν ἐνδιαφερόμενον, ἀποτελεῖ πρωτότυπον περίπτωσιν καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, χαρακτηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἁμιλλωμένην ὑπὲρ τῆς φαυλοκρατίας.
§114Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀφήσω ἀναπάντητον τὸν κ. Μητσοτάκην. Ὁ Κῶδιξ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, συνετάγη δὲ ὑπὸ Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν συμμετέσχον ὡς εἰσηγητής. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κέντρου τὸ 1950 ἀνέστειλε διὰ πρώτην φορὰν ὡρισμένας διατάξεις.
§115Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ὑπῆρξε Κῶδιξ τὸ 1950, διατί λέγετε ἀνακριβείας ἐνώπιον τοῦ Σώματος;
§116Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὁ κ. Μητσοτάκης τὸν εἰσηγήθη.
§117Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐψηφίσθη τὸ 1950. Λέγει ὁ κ. Μητσοτάκης, ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι διορισμοὺς δημοσίων ὑπαλλήλων οὐδέποτε ἀνεστάλησαν. Τὸν πληροφορῶ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς κ. Ζαΐμης ὡς ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας ἀναστείλας τὴν διάταξιν τοῦ Κώδικος διώρισε τὸ 1951 μονίμους ὑπαλλήλους εἰς τὸ ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας. Καὶ ἄλλοι ὑπουργοὶ στηριζόμενοι εἰς τὴν ἀναστολὴν τῆς διατάξεως τοῦ Κώδικος διώρισαν ὑπαλλήλους εἰς ἄλλα ὑπουργεῖα.
§118Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὰ πραγματικὰ γεγονότα δὲν ἀμφισβητοῦνται, κ. συνάδελφοι. Ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἔγκριτος νομομαθής, λυποῦμαι ὅτι ἔκαμε αὐτὸ τὸ λάθος. Τὸ πότε ἐδημοσιεύθη ὁ Κῶδιξ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἄς κάμῃ τὸν κόπον νὰ ἴδῃ.
§119Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Πότε συνετάγη;
§120Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ 1951 καὶ ἐδημοσιεύθη τὸ 1951.
§121Χ. ΡΙΖΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κ. Πρόεδρε, σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε μίαν γραμμὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς διορισμοὺς καὶ τὴν γραμμὴν αὐτὴν τὴν ἐτήρησεν. Ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πολὺ ὀρθῶς, ἐπειδὴ διεπίστωσεν ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ κενὰ διὰ τὴν καλὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης, προέβη εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου καὶ κατώρθωσε νὰ διορίσῃ ἕνα ἀριθμὸν γραφέων εἰς Εἰρηνοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ἐστεροῦντο γραφέων. Ἐπαινῶ τὸν κ. ὑπουργόν, διότι κατώρθωσε νὰ διορίσῃ ἕνα ἀριθμὸν δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ νὰ λειτουργήσουν πληρέστερον τὰ δικαστικὰ γραφεῖα. Τὸν παρακαλῶ, ὅμως, ὅπως ἐπιμείνῃ καὶ λάβῃ τὰς σχετικὰς πιστώσεις διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν διορισμῶν, ὥστε ὅλα τὰ κενὰ νὰ συμπληρωθοῦν.
§122Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος χάριν τῆς ἀληθείας νὰ παρέμβω εἰς τὴν συζήτησιν, ἵνα τακτοποιηθοῦν τὰ πράγματα. Τὰ Εἰρηνοδικεῖα τῶν σεισμοπλήκτων νήσων, ἐστεροῦντο γραμματέων. Ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ ἐξετασθοῦν χιλιάδες αἰτήσεων τῶν δικαιουμένων ἀρωγῆς, ἵνα ἀρχίσῃ ἡ ἀνοικοδόμησις ὑπὸ ἐπιτροπῶν τῶν ὁποίων εἰς πρῶτον βαθμὸν προεδρεύει ὁ εἰρηνοδίκης, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν οὐδεὶς δικαστικὸς γραφεύς, εἰσηγήθην ὡς βουλευτὴς Κεφαλληνίας τὸν ἄμεσον διορισμὸν τῶν δικ. γραφέων, καὶ ἐκεῖθεν ἐξεκίνησε τὸ ζήτημα. Συνεπῶς, χάριν τῆς ἀληθείας, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἰσηγηταὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν δικ. γραφέων εἴμεθα ἡμεῖς καὶ πράγματι ἐπληρώθησαν αἱ θέσεις. Παρεκάλεσα μάλιστα καὶ προσωπικῶς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔδωσε τὰς πιστώσεις. Οὕτω ἠδυνήθησαν αἱ ἐπιτροπαὶ νὰ ἐργασθοῦν καὶ νὰ συμπληρωθῇ ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία τῆς ἀνοικοδομήσεως, διὰ τὴν ὁποίαν ἐμόχθησεν ὁ παριστάμενος συνάδελφος κ. Ρωμανός, καὶ οὕτω ἠδυνήθη ὁ διάδοχος αὐτοῦ νὰ θέσῃ τὸν θεμέλιον λίθον. Ἄλλο ζήτημα, ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ προταθέντων διωρίσθη.
§123Ν. ΕΞΑΡΧΟΣ. Ἡμεῖς διεφωνήσαμεν περὶ τοῦ τρόπου τοῦ διορισμοῦ. Ἀναμφισβητήτως, ὑπῆρχε τρόπος καλύτερος διὰ νὰ διορίσῃ ἐκείνους ποὺ εἶχεν ἀνάγκην, βάσει τῶν ὑφισταμένων διατάξεων. Τὸ ζήτημα τὸ σοβαρὸν ἦτο ἡ ἐξασφάλισις τῶν πιστώσεων. Τὸ ζήτημα τοῦ διαγωνισμοῦ ἦτο καθωρισμένον, ἠδύνατο δι’ ἑνὸς διαγωνισμοῦ νὰ διορίσῃ.
§124Γ. ΜΟΔΗΣ. Καθὼς φαίνεται, ἤ μᾶλλον καθὼς ἀπόψε ἐδῶ λέγεται, ἡ καθυστέρησις τῆς ἀνοικοδομήσεως ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ. Ἡ ἀνοικοδόμησις ἐλέχθη ὅτι ἤρχισε ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον ἀνοίγει διάπλατα τὴν πόρτα τοῦ διορισμοῦ ἄνευ διαγωνισμοῦ. Διὰ τὸν κ. Βουδούρην ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ τὸ 1948 εἶχε τεθῆ περιορισμὸς διορισμῶν, διότι ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔδιδε πιστώσεις. Δὲν εἶναι δηλαδὴ μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν δίδει πιστώσεις, καὶ αἱ προγενέστεραι εἶχον θέσει περιορισμούς. Ὁ Συναγερμὸς ὅμως ἔκαμε καὶ τὸν νόμον 2500, διὰ τοῦ ὁποίου ἔρριψε κυριολεκτικῶς εἰς τοὺς δρόμους δεκάδες ὑπαλλήλων μὲ 18ετῆ ὑπηρεσίαν οἰκογενειάρχας, μὴ λαμβάνοντας ἑπομένως οὐδὲ σύνταξιν. Ὅταν, λοιπόν, μία Κυβέρνησις ἔχει αὐτὴν τὴν ρωμαλεότητα, ἤ σκληρότητα νὰ πετάῃ παλαιοὺς καὶ μονίμους ὑπαλλήλους εἰς τοὺς δρόμους, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίσῃ ἄλλους καὶ μάλιστα χωρὶς κἄν διαγωνισμόν, χωρὶς ἔλεγχον.
§125ΚΛ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μία ὑπηρεσιακὴ στοργὴ μὲ ὤθησε νὰ διορίσω ἄνευ διαγωνισμοῦ ἕναν ἀριθμὸν ἐλαχίστων κατ’ ἀρχήν...
§126Γ. ΜΟΔΗΣ. Πόσοι εἶναι;
§127ΚΛ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἦσαν ἀκριβῶς 40 εἰς τὴν ἀρχήν, κατόπιν χάρις εἰς τὴν γενναιοδωρίαν τοῦ εὐγενεστάτου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔγιναν 80 καὶ κατόπιν ἔγιναν 100, ἀλλὰ αὐτὸ ἔγινε κατὰ διαστήματα. Ἐνόμισα ἀπὸ κάποιαν ἀγάπην πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, ὅτι ἔπρεπε τὸ ταχύτερον νὰ τοὺς στείλω εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα τὰ ὁποῖα ἀπὸ 15ετίας εἶχον Εἰρηνοδίκην, ἀλλὰ δὲν εἶχον γραφέα. Ὁ φίλος κ. Μόδης μὲ κατηγόρησε, ὅτι πολὺ ὀλίγα μόνον καταλαβαίνω ἀπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ ἔχει δίκαιον. Κατάλαβα τοῦτο, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, δι’ αὐτοῦ τοῦ ἔργου, ἔκαμα θανάσιμον ἀδίκημα πολιτικὸν εἰς τοὺς φίλους καὶ ὁμοϊδεάτας τοῦ Συναγερμοῦ. Καὶ ὅμως, ἐνῶ ἐζημίωνα καὶ φίλους μας, κατίσχυσεν ἡ στοργή μου καὶ ἡ ἀγάπη μου, διὰ τὴν Δικαιοσύνην. Αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος μου. Ἄς μὲ συγχωρήσετε. Τοῦ κ. Ζορμπᾶ, τοῦ ἔβαλον, χωρὶς νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τίποτε, δύο γραφεῖς καὶ νὰ μὲ συγχωρήσετε ποὺ τὸ ἐμαρτύρησα, (γέλωτες, κωδωνοκρουσίαι). Ἀλλὰ τὸ ἔκαμα, διότι τὸ Εἰρηνοδικεῖον αὐτό, ποὺ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα Εἰρηνοδικεῖα, δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας του. Ἦτο ἀνάγκη λοιπὸν νὰ πάῃ ἕνας γραφεύς. Αὐτὸ ἦταν τὸ λάθος μου. Συγχωρήσατέ με. Ἦτο ὅμως ἐπιβεβλημένον νὰ ἀνοίξουν μερικὰ Εἰρηνοδικεῖα — εἶχα ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξω, διότι ὁ Συναγερμὸς ἀκολουθεῖ ἀπὸ τὰς ἀρχὰς μίαν ἀγροτικὴν πολιτικὴν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁλοκληρωθῇ ἡ ἀγροτικὴ πολιτική, ἐὰν ὁ ἀγρότης δὲν ἔχει τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ τὸν Δικαστήν. Θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ὁ εὐγενέστατος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος φαίνεται κατανοῶν τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης, θὰ μᾶς ἐνισχύσῃ, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενά, ποὺ εἶναι 350. Δηλαδή, 140 ἐπὶ ἔλαττον τῶν τοῦ 1940. Ἑπομένως ἐπὶ τῶν 200–300 Εἰρηνοδικείων, τὰ μισὰ εἶναι κλειστὰ καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνοίξουν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσωμεν στέγην εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Ἀτυχῶς τὴν Δικαιοσύνην τὴν παραβλέπουν, θὰ ἔλθῃ ὅμως ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τὴν ἐνισχύσουν. Μὴ τὴν ἀφήσετε λοιπὸν νὰ νεκρωθῇ, διότι θὰ νεκρωθοῦν ὅλα ὅσα κάμετε, ἐὰν λείψῃ ἡ Δικαιοσύνη (χειροκροτήματα).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀγορητοῦ, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν περὶ ἧς πρόκειται πρότασιν τῶν κ. κ. συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ἐλάχιστοι).
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. Ὥρα 9.45′ μ. μ.