1954.11.25
3,118 rows · 24,287 words · 193 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8η
Πέμπτη 25 Νοεμβρίου 1954
Προεδρία κ. Κ. Γ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Ἰντζές, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΙΝΤΖΕΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ἔχω ἀντιρρήσεις, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Εἰς τὴν σελίδα 8 ἐκεῖ ὅπου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ καὶ τὸν νοικοκύρη» ἀπήντησα—ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς—ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀπρεπὲς καὶ ὅτι, ἀποτελεῖ μομφὴν κατὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ κ. Μαρκεζίνης νὰ ὁμιλῇ οὕτω καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξελέγη βουλευτὴς χάρις εἰς τὸν Στρατάρχην. (Ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Παπαγιάννην, ὅστις τὸν διέκοψε μὴ ἀκουσθείς). Διορθώνω τὰ πρακτικὰ κ. τέως ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ταμβακᾶ, κατὰ τὸν Κανονισμόν, καὶ σεῖς καὶ ὁ κ. Παπαγιάννης ὁμιλεῖτε πρὸς τὸν Πρόεδρον.
§5Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Ταράσσεται καὶ μὲ διακόπτει κ. Πρόεδρε.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ταράσσομαι. Καὶ πρὸς ἐμὲ ὁμιλεῖτε.
§7Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον, ὅτι ἀπὸ πολιτικὴν εὐθιξίαν ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ καὶ νὰ ἀναμείνῃ τὰς νέας ἐκλογάς. Ἀπορῶ δέ, πῶς αὐτὰ δὲν ἠκούσθησαν καὶ πῶς δὲν ἐγράφησαν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ταμβακᾶ, εἶναι συνέπεια τοῦ θορύβου, ὁ ὁποῖος γίνεται καὶ οἱ στενογράφοι δὲν δύνανται νὰ ἀκούσουν καὶ νὰ κρατήσουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται. Δὲν ὑπάρχει πρόθεσις οὔτε εὐνοίας, οὔτε ἀσυμπαθείας πρὸς τινα τῶν ρητόρων. Καὶ αἱ διακοπαὶ ἐν γένει εἶναι ἀσυμπαθεῖς εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§9Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡμεῖς ζητῶμεν νὰ διορθωθοῦν τὰ πρακτικά. Ἐπίσης εἰς τὴν σελίδα 9..........
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δώσατε σημείωμα.
§11Θ. ΤΑΜΒΑΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω πῶς ἔχει γραφῆ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ ἐμὲ δὲν μὲ ἤκουσαν οἱ πρακτικογράφοι, νὰ δώσετε ἐντολὴν νὰ εἶναι ἐξ ἴσου προσεκτικοὶ οἱ στενογράφοι.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ὡς διωρθώθησαν. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Γκελεστάθης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§13Α. ΓΚΕΛΕΣΤΑΘΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Οἱ γονεῖς τῶν σεισμοπλήκτων ἐπιλαχόντων ὑποψηφίων σπουδαστῶν Παιδαγωγικῶν Ἀκαδημιῶν Ζακύνθου ζητοῦν τὴν καθ’ ὑπέρβασιν εἰσαγωγὴν τῶν ἐπιλαχόντων εἰς τὰς Παιδαγωγικὰς Ἀκαδημίας τοῦ Κράτους.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν Ἑλληνογερμανικῶν ἐμπορικῶν συμφωνιῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§15Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Κύριοι βουλευταί, ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως εἶναι ἡ παρ’ ἑκάστου ἐξ ἡμῶν, βάσει στοιχείων, ἀσφαλὴς καὶ ἤρεμος συναγωγὴ ἀπαντήσεων εἰς δύο ἐρωτήματα: Πρῶτον, ἐσημειώθη τῆς ἐπιστολῆς ἀπόκρυψις, ναὶ ἢ οὔ; Καί, δεύτερον, ἐδέσμευσε διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, ὁ κ. Μαρκεζίνης τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν χώραν, ναὶ ἢ οὔ; Τὸ θέμα τὸ πρῶτον, ἡ ἀπόκρυψις, ἔχει βαρύνουσαν πολιτικὴν καὶ ἠθικὴν σημασίαν. Τὸ δεύτερον θέμα, ἡ δέσμευσις, ἀφορᾷ εἰς τὰς μετὰ φίλης χώρας οἰκονομικὰς σχέσεις, καὶ πρέπει, ἰδίως ἀπὸ τῆς πρακτικῆς ταύτης ἀπόψεως, νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὁμιλῶν χθές, διῃσθάνθη τὴν πρωταρχικὴν βαρύτητα τῆς κατηγορίας τῆς ἀποκρύψεως, καὶ αὐτὴν κυρίως, ἐπεχείρησε νὰ ἀποκρούσῃ. Νομίζω, ὅτι θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι περιέπεσεν εἰς ἀντιφάσεις, εἰς διάστασιν περὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὰς δηλώσεις του πρῶτον, εἰς διάστασιν πρὸς ἀποδεδειγμένα πράγματα δεύτερον. Ὁ κ. Καψάλης εὑρίσκετο, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἐξηγήσω, εἰς δύσκολον πράγματι θέσιν καὶ κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας, ἀντὶ τῆς φωνῆς τῶν συνομιλητῶν του, τοῦ κ. Ράϊνχαρτ καὶ τοῦ κ. Κόρτ, ἤκουσε τὸν ἀντίλαλον τῆς ἰδικῆς του ἀγωνιώδους ἐπιθυμίας, τῆς ἐπιθυμίας νὰ εὑρεθῇ, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμήν, κάποια ἀπὸ μηχανῆς λύσις τοῦ πράγματος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Καψάλης, ἠναγκάσθη χθὲς νὰ παραστήσῃ τὰ πράγματα, ὄχι ἀκριβῶς ὅπως συνέβησαν, ἀλλά, ἐν τῇ βαθείᾳ του νομιμοφροσύνῃ πρὸς τὸν κ. Μαρκεζίνην, ὅπως θὰ ἐπεθύμει νὰ εἶχον συμβῆ. Ἂς μὴ προτρέχωμεν, ὅμως, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν κρίσιν μας. Ἰδοὺ τὰ πράγματα. Ὑποθέτω, ὅτι θὰ συμφωνήσωμεν ὅλοι, ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἐπιστρέψας ἐκ Γερμανίας, εἶχε τὰς ἑξῆς κατὰ σειρὰν ὑποχρεώσεις: Πρῶτον, νὰ κατατοπίσῃ τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Δεύτερον, νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Τρίτον, νὰ γνωστοποιήσῃ τὰς συμφωνίας εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, Συντονισμοῦ, Ἐμπορίου καὶ Οἰκονομικῶν, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἂς ἴδωμεν, τί ἔπραξε καὶ τὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἔπραξε. Μᾶς ἐξήγησε χθὲς ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι τὴν περὶ «Ζῆμενς» καὶ «Τελεφοῦνκεν» ἐπιστολήν, προσήγαγεν ἀπροόπτως καὶ αἰφνιδιαστικῶς, τὴν τελευταίαν περίπου ὥραν ὁ κ. Ἔρχαρτ, ὅτι ἐκινδύνευσεν ἐκ τῆς προσαγωγῆς της ἡ ὅλη ὑπόθεσις τῶν οἰκονομικῶν μας σχέσεων μὲ τὴν Γερμανίαν, διὰ τὴν προαγωγήν, τῆς ὁποίας ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὄντως εἶχε μοχθήσει. Ὑποθέτω, ὅτι ὅλους σας χθὲς σᾶς κατέλαβε, κύριοι βουλευταί, ρῖγος συγκινήσεως, διότι σᾶς μετέδωσεν ὁ κ. Μαρκεζίνης τὴν ἀγωνίαν, ποὺ τὸν κατεῖχεν ἐκείνην τὴν στιγμήν, καθ’ ἃ μᾶς εἶπε, τὴν περιπέτειαν ποὺ ὑπέστησαν αἱ διαπραγματεύσεις, τὴν φοβερὰν, καὶ διότι θὰ συμφωνήσητε καὶ σεῖς, ὅτι ἐκείνην τὴν ὥραν ἐκρίνοντο, ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, αἱ σχέσεις μας μὲ τὴν Γερμανίαν. Ὅταν ὅμως ἐπέστρεψεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, καὶ ὡμίλησε περὶ τῶν συμφωνιῶν εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Μαρκεζίνης, νὰ προσαγάγῃ ἔστω τὰ κείμενα τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν, ἀλλὰ μοῦ φαίνεται ἄκρως ἀπίθανον νὰ μὴ τοῦ ἤρχετο εἰς τὴν σκέψιν νὰ ἀναφέρῃ χρονογραφικῶς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, εἰς τὸν Στρατάρχην καὶ τοὺς συναδέλφους του, ὅτι ἐπέρασεν ἡ ὅλη ὑπόθεσις ἀπὸ αὐτὴν τὴν φοβερὰν κρίσιν, ὅτι ὁ ἴδιος ἐπέρασεν αὐτὴν τὴν φοβερὰν ἀγωνίαν. «Εἶπα τὰ πάντα καὶ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ εἰς τὸ Συντονιστικὸν καὶ εἰς τὴν Βουλήν». Ποῖα πάντα; Μήπως χθές, κύριοι, περιῆλθεν ὁ φάκελλος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἄς ἴδωμεν πρῶτα τί ἔγινε μὲ τὸν φάκελλον ἀφ’ ἧς ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τῆς ὑπογραφῆς. Θὰ σᾶς εἴπω πῶς εἶδον τὸ θέμα δύο αὐτόπται μάρτυρες. Ὁ κ. Τσιμικάλης καὶ ὁ κ. Τριανταφύλλης. Ὁ κ. Τσιμικάλης —θὰ καταθέσω φυσικὰ τὴν ἀναφορὰν του εἰς τὴν Βουλὴν— μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: Μολονότι εἶχε παραμείνει εἰς τὴν Βόννην παγίως καὶ δὲν εἶχε συνοδεύσει τὸν κ. Μαρκεζίνην εἰς τὴν περιοδείαν, δὲν ἀντελήφθη καθόλου, ὅτι προεβλήθη ἀπὸ Γερμανικῆς πλευρᾶς τοιαύτη ἀξίωσις ἔστω καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ὅπως μᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. Μαρκεζίνης, τὸ ἴδιον δὲ δὲν ἀντελήφθη καὶ ὁ κ. Τριανταφύλλης. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἐπιχείρημα διότι πράγματι οἱ Γερμανοὶ ἠμπορεῖ νὰ μὴ εἶπον αὐτὰ εἰς τὸν κ. Τριανταφύλλην καὶ εἰς τὸν κ. Τσιμικάλην καὶ νὰ τὰ εἶπον εἰς ἄλλα μέλη τῆς ἀποστολῆς. Θὰ εἶμαι δίκαιος, ἀντικειμενικὸς καὶ εὐθύς. Ὁ κ. Τσιμικάλης, λέγει εἰς τὴν ἀναφοράν του, ὅτι πράγματι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ὑπογραφῆς εἶδε τὸν κ. Μαρκεζίνην καὶ τὸν κ. Ἔρχαρτ νὰ συζητοῦν καὶ ἐπί τινος κειμένου νὰ ἐπιφέρουν ἀλλαγάς. Αὐτό, ἄλλως τε εἶναι ἀναμφισβήτητον. Προκύπτει ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐγγράφου. Διότι ἐὰν ἡ ἀλλαγὴ δὲν εἶχε γίνει πράγματι τὴν τελευταίαν στιγμήν, βεβαίως θὰ εἶχε δακτυλογραφηθῆ ἕνα ἄλλο κείμενον. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ ὑπηρεσιακὴ τάξις καὶ ποία θὰ ἦτο ἡ ὑπηρεσιακὴ σειρά. Μόλις ὑπεγράφησαν αὐτὰ τὰ κείμενα, τὰ ἐπῆρεν εἰς τὰ χέρια του ὁ κ. Τσιμικάλης. Ὁ κ. Μαρκεζίνης τοῦ εἶπε τοῦ κ. Τσιμικάλη, ὅτι θὰ μοῦ τὰ φέρῃς τὴν ἑπομένην εἰς τὸ «Ἐξέλσιορ», θὰ φέρῃς ὅλον τὸν φάκελλον καὶ ὅλον τὸν φάκελλον θὰ τὸν παραλάβω. Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω. «Μεθ’ ὃ συνετελέσθη ἡ ὑπογραφὴ ὅλων τῶν κειμένων εἰς Ἑλληνικὴν καὶ Γερμανικὴν γλῶσσαν καὶ μοῦ παρεδόθησαν τὰ ἐξ αὐτῶν εἰς Γερμανικὴν πρὸς φύλαξιν προσωρινῶς, μέχρι συνεννοήσεως μετὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ὁ ὁποῖος ὀλίγον βραδύτερον, μοῦ ἔδωσε τὴν ἐντολὴν νὰ τὸν συναντήσω τὸ ἀπόγευμα τῆς ἑπομένης, ὀλίγον πρὸ τῆς ἀναχωρήσεως του εἰς Ἑλλάδα, καὶ νὰ τοῦ παραδώσω τὰ κείμενα......... Τὴν ἑπομένην, 12 Νοεμβρίου 1953, ἡ ὁποία εἶχεν ὁρισθῆ ὡς χρονολογία ἀναχωρήσεως τῶν Ἑλλήνων ὑπουργῶν, μετέβην, κατόπιν τῆς ἀνωτέρω ἐντολῆς τοῦ κ. Μαρκεζίνη, εἰς Κολωνίαν πρὸς συνάντησίν του ἐν τῷ ξενοδοχείῳ «Ἐξέλσιορ», κομίζων τὸν φάκελλον τῶν ὑπογραφέντων κειμένων ὡς καὶ τῶν σχεδίων, ἔνθα μοῦ ἐζητήθη καὶ παρέδωσα ἅπαντα εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην, πλὴν ἑνὸς ἀνυπογράφου τελικοῦ σχεδίου, τῶν συμφωνιῶν, πανομοιοτύπου μὲ τὸ ὑπογραφέν. Σχόλιον. Ἐὰν ὁ κ. Μαρκεζίνης ἔπαιρνε τὸν φάκελλον καὶ τὸν ἔφερεν ὁ ἴδιος ἐδῶ θὰ ἔλεγα, ὅτι τὰ ἐπῆρεν ἀπὸ τὸν κ. Τσιμικάλην διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Τοιοῦτόν τι δὲν συνέβη. Ὁ φάκελλος ἁπλῶς ἐσφραγίσθη καὶ ἐστάλη ἐσφραγισμένος, ἀφοῦ ἐπῆρε ὅλα τὰ χαρτιὰ ἀπὸ τὸν κ. Τσιμικάλην, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μετὰ θὰ ἴδωμεν τί ἔγινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§16Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ κ. Τσιμικάλης ἦτο εἷς ἐκ τῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων διερμηνέων. Εἰς τὰ σχέδια δὲ, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ὑπάρχουν εἰς τὰς μεταφράσεις αἱ ἰδιόγραφοι μεταφράσεις τοῦ κειμένου ἐπάνω εἰς τὴν σειρὰν τῶν σχεδίων.
§17Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ.). Τὸ λέγει αὐτὸ ὁ κ. Τσιμικάλης. Θὰ σᾶς διαβάσω ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσιν.
§18Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁ κ. Τσιμικάλης μοῦ παρέδωσε τὸν φάκελλον, ὅπως σᾶς εἶπα καὶ χθὲς, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν φάκελλον τὸν παρέλαβε κατόπιν ὁ κ. Παλαμᾶς. Τὸ ζήτημα εἶναι πλέον, ἐὰν ἔχωμεν αὐτὴν τὴν ἀλληλογραφίαν μὲ τὸν κ. Παλαμᾶν. Καλύτερον ἂς ἔλθῃ ἐδῶ. Ἐγὼ παρέλαβον τὸν φάκελλον ἀπὸ τὸν κ. Παλαμᾶν βραδύτερον, ὅταν ἐζήτησα, ὅπως κατετέθησαν εἰς τὴν Βουλήν.
§19Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Θὰ ἰδῆτε τί ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἀρχείου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Μέχρι τοῦδε δὲν ἔχομεν καμμίαν διαφοράν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ φάκελλος ἦλθεν εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν καὶ παρεδόθη εἰς τὸν κ. Παλαμᾶν.
§20Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφορά. Ἐδόθη ἀπὸ ἐμέ, εἶναι ἄλλο αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε.
§21Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὑπέγραψεν ὁ κ. Παλαμᾶς, ὅτι παρέλαβε τὸ ἔγγραφον καὶ τὸ ἔφερεν εἰς τὸ τμῆμα ἀρχείου. Φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Παλαμᾶ. Θὰ ἴδωμεν τί ἔγινε περαιτέρω. Ὅλαι αἱ συνθῆκαι, κύριοι βουλευταί, καταχωροῦνται εἰς τὸ μητρῷον συνθηκῶν καὶ συμβάσεων τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὸ μητρῷον αὐτὸ δὲν ἐγένετο καταχώρησις τῆς συμφωνίας ταύτης, παρὰ μόνον πότε, τὸν Ἀπρίλιον 1954 ὑπ’ αὔξοντα ἀριθμὸν 1263 καὶ ἐγένετο, διατί; Νὰ σᾶς τὸ εἴπω, διὰ νὰ τὸ ἴδητε. Διότι ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἀκριβῶς, ἀπεφασίσθη ἐπέκτασις τῶν συμφωνιῶν τῆς Βόννης τῆς 11ης Νοεμβρίου καὶ εἰς τὸ Δυτικὸν Βερολῖνον. Καὶ ἐκείνη ἡ συμφωνία, ἐκείνη ἡ ἀνταλλαγὴ διακοινώσεων, ἔπρεπε νὰ ἐγγραφῇ. Δὲν ἦτο ὅμως καταχωρημένη εἰς τὸ πρωτόκολλον ἡ βασικὴ συμφωνία, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἐπεκτατικὴ εἰδικὴ συμφωνία ἀνεφέρετο. Ἀλλὰ μὴ βιάζεσθε. Δίπλα ἀπὸ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὴν στήλην «συναφεῖς παρατηρήσεις» ἀνεγράφετο αὐτολεξεί: «Τὸ πρωτότυπον εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ» παρένθεσις «κ. Μαρκεζίνην». Κλείνουν τὰ εἰσαγωγικά.
§22Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, μίαν ἄλλην διακοπήν. Ἕως τώρα εἶχον πιθανῶς τὴν κακὴν πρόθεσιν καὶ ἔκρυπτα μυστικὰ ἔγγραφα. Διατὶ ὅμως νὰ κατακρατήσω καὶ τὴν συμφωνίαν, δημόσιον ἔγγραφον, δημοσιευθὲν κατὰ τὸν πανηγυρικώτερον τρόπον, μυστικά. Δὲν καταλαβαίνω ὁμολογῶ τίποτε.
§23Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἶναι ἐρώτημα εἰς τὸ ὁποῖον σεῖς πρέπει ν’ ἀπαντήσετε. Θὰ σᾶς εἴπω παρακατιών, ὅτι τὴν συμφωνίαν ἀκριβῶς ταύτην δὲν τὴν ἀπεκρύψατε.
§24Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Πότε τὴν ἀπεκρύψατε;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαρκεζίνης γνωρίζει καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην συνηγόρου. Ἐπὶ πλέον ὁ Πρόεδρος δὲν τὸ ἐπιτρέπει.
§26Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Περὶ ταῦτα πάντα βεβαίως θὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ ὑπευθύνου διευθυντοῦ τῆς Συμβατικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν κ. Λιάτη, διαδόχου τοῦ κ. Παλαμᾶ. Ἀλλὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ του ταύτῃ ὁ κ. Λιάτης δὲν λέγει μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ ἀξιομνημόνευτα καὶ αὐτά: «Σημειωτέον, ὅτι, ὅταν παρέλαβον τὴν διεύθυνσιν τῆς Διευθύνσεως Οἰκονομικῶν Ὑποθέσεων, τὴν 19ην Μαΐου ἐ. ἔ., ἐζήτησα τὰ ἐν λόγῳ κείμενα, τῶν ὁποίων οὐδὲ ἀντίγραφα ὑπῆρχον εἰς τὸν φάκελλον τοῦ Β. Ὑπουργείου, ἀπὸ τὸν κ. Παλαμᾶν, ἀλλ’ οὗτος μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ταῦτα εἶχον παραδοθῆ εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην καὶ ἔδει νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ. Τὴν 13ην Ὀκτωβρίου —ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ ἡμερολογίου μου—ἐπεσκέφθην τὸν τότε ὑπουργὸν Συντονισμοῦ κ. Καψάλην, παρὰ τοῦ ὁποίου, ἐν ὄψει τῆς προσεχοῦς ἀφίξεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ἐζήτησα ἐπίσης τὰ κείμενα. Ὁ κ. Καψάλης μοὶ εἶπεν, ὅτι ταῦτα εὑρίσκοντο παρὰ τῷ κ. Μαρκεζίνῃ. Ἐν συνεχείᾳ ἐπεσκέφθην, τὴν 18ην Ὀκτωβρίου, τὸν κ. Μαρκεζίνην, ἵνα τὸν γνωρίσω—διότι δὲν τὸν ἐγνώριζον— καὶ ζητήσω παρ’ αὐτοῦ τὰ κείμενα. Ὁ κ. Μαρκεζίνης μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐντὸς τῶν ἡμερῶν ὁ κ. Καψάλης θὰ μοὶ παρέδιδε φωτοτυπίας τῶν συμφωνιῶν, ὅπερ ὅμως δὲν ἔπραξεν.
Ὁ Διευθυντὴς τῶν Οἰκονομικῶν Ὑποθέσεων
ΑΛΕΞΙΟΣ Σ. ΛΙΑΤΗΣ».
§27Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Προτιμῶ νὰ σᾶς ἀπαντῶ, διὰ νὰ μὴ δευτερολογήσω. Ὅ,τι εἶναι ἀκριβές, εἶναι ἀκριβές. Διαφωτίζεται οὕτω ἡ Βουλή. Ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τῇ αἰτήσει μου, ὁ κ. Παλαμᾶς, ὀλίγον πρὶν φύγῃ διὰ τὸν Ο. Η.Ε., μοῦ παρέδωσε τὸν φάκελλον, διότι ἐζήτησα ὡρισμένα στοιχεῖα καὶ ἐξήγησα διατί. Εἰς τὸν φάκελλον αὐτὸν ὑπῆρχον ὅσα κείμενα ἐπέστρεψε κατόπιν διὰ πρωτοκόλλου ὁ κ. Καψάλης πρὸς ὑμᾶς. Ἐπὶ πλέον ὑπῆρχον 2 ἀντίγραφα συμφωνιῶν καὶ ὄχι τὰ πρωτότυπα καὶ τὰ πρωτόκολλα καὶ τὸ περίφημον κείμενον μὲ τὰς διαγραφάς. Ὅταν ὁ κ. Λιάτης ἐζήτησε νὰ μὲ ἴδῃ καὶ νὰ μὲ γνωρίσῃ, μοῦ ὡμίλησε περὶ τῆς ἐκθέσεως Παλαμᾶ καὶ μοῦ ἀνέφερε διὰ τὰ κείμενα. Ἐγώ τοῦ εἶπον, ὅτι πράγματι τὰ εἶχον, ἐννοῶν ὅσα εἶχε περιλάβει ὁ κ. Καψάλης, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν συμπεριλαμβάνονται αἱ συμφωνίαι καὶ αἱ ἐπιστολαί, πλὴν τοῦ πρωτοτύπου τῶν διορθώσεων, διότι δὲν ἦσαν εἰς τὸν φάκελλον.
§28Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Κύριε Πρόεδρε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν κατεχωρήθη εἰς τὸ πρωτόκολλον.
§29Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἐμέ. Ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἂν δὲν πᾶμε νὰ δημιουργήσωμεν ἐντυπώσεις. Ἐρωτῶ τὸ ἑξῆς: Ὑποτίθεται ὅτι ὑπάρχει κἄποιος, ὁ ὁποῖος ἐξηφάνισε τὰς μυστηριώδεις αὐτὰς ἐπιστολὰς λόγῳ τοῦ Α. ἢ Β συμφέροντος. Ἀλλὰ ποῖος ὁ λόγος νὰ ἐξαφανίσω συμφωνίας δημοσίας; Αὐτὸ δὲν ἐννοῶ πλέον.
§30Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Ἐγὼ διαπιστώνω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀντικειμενικῶς διαπιστοῦνται. Διαπιστοῦνται τὰ ἑξῆς ἁπλᾶ: Ὅτι ὁ κ. Λιάτης, παραλαβὼν τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τὸν προκάτοχόν του τὴν 12ην Μαΐου, ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν σεῖς δὲν ἦσθε πλέον ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, δὲν εἶχεν οὐδὲ ἓν ἀντίγραφον τῶν συμφωνιῶν τούτων, εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναμένον τὴν ἔλευσιν τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ἠναγκάσθη νὰ σᾶς ἀπευθύνῃ τὴν παράκλησιν νὰ τοῦ δώσετε σεῖς ἀντίγραφον τῶν συμφωνιῶν, διότι δὲν εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὴν ἐπίσημον ἀναφορὰν τοῦ οἰκείου τμήματος, καμμίαν ἐκ τῶν συμφωνιῶν τούτων, ὄχι κἂν πρωτότυπον, ἀλλὰ οὐδὲ ἀντίγραφον. Αὐτὰ ἀποδεικνύονται γεωμετρικῶς.
§31Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐὰν ταῦτα πάντα εἶναι ἀληθῆ καὶ δεικνύει τοιαύτην ἐπιμέλειαν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν διατί νὰ τὰ ζητῇ μόνον εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἐλεύσεως τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ἀφοῦ ἐγνώριζεν ὁ κ. Λιάτης, ὅτι ὁ φάκελλος εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ; Τί ἔκαμεν ἀπὸ τῆς 18ης Μαΐου μέχρι τῆς 30ῆς Ἰουνίου, ὅτε ἔφυγεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβερνητικὴ ἀποστολὴ διὰ Γερμανίαν καὶ μετὰ τὴν 30ὴν Ἰουνίου μέχρι τὴν 18ην Ὀκτωβρίου; Ξεύρει, ὅτι ὑπάρχει ἕνα πρωτότυπον, ξεύρει, ὅτι ὑπάρχει ἕνας φάκελλος εἰς τὴν οἰκίαν πρώην ὑπουργοῦ. Τί κάμνει αὐτός;
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δι’ ἐρωταποκρίσεων δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ ἀγόρευσις ἄνευ διακοπῶν.
§33Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Θὰ ἐδικαιούμην νὰ ἀπαντήσω τὸ ἑξῆς ἁπλοῦν: Ὅτι δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τί ἔκαμεν ὁ κ. Λιάτης. Δὲν ἀπαντῶ ὅμως ἔτσι. Ὁ κ. Λιάτης, ἔλαβε τὴν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν κ. Παλαμᾶν, ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτα παρεδόθησαν εἰς ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἦσθε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἐνόμιζε, δικαίως ἴσως, ὁ κ. Λιάτης, ὅτι τὰ στοιχεῖα ταῦτα εὑρίσκοντο εἰς χεῖρας μέλους τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Πιθανὸν αὐτὴ νὰ εἶναι ἡ ἐξήγησις. Ἐὰν ὁ κ. Λιάτης ἢ ἄλλος τις ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος, δὲν θέλω καθόλου νὰ πιστεύσω, ὑπέπεσεν εἰς πειθαρχικόν τι παράπτωμα ἐξ ἀμελείας αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τί ἔκαμεν ὁ κ. Λιάτης, ἀλλὰ τί ἐκάμαμεν ἡμεῖς ποὺ εἴμαστε ὑπεύθυνοι πολιτικοὶ ἄνδρες. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω τὰ ἑξῆς: Ὅτι ὁ κ. Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος τότε ἦτο διευθυντὴς τῶν ὑποθέσεων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ συμβατικοῦ, δὲν κατεχώρησε—καὶ σᾶς τὸ λέγω μετὰ μεγάλης μου λύπης— δὲν κατεχώρησε, δὲν διενοήθη νὰ καταχωρήσῃ, τὰς συμφωνίας τῆς 11ης Νοεμβρίου. Διατὶ τὸ ἔκαμεν αὐτό, δὲν ἠξεύρω. Ἐγὼ ἐκεῖνα περὶ τῶν ὁποίων γνωρίζω, θ’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζω, δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀναφέρω. Γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ἀποδεικνυόμενον ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1263 ἐγγραφῆς εἶναι, ὅτι ἡ ἐγγραφὴ αὐτὴ ἔλαβε χώραν τὸν Ἀπρίλιον καὶ ἑπομένως μεταξὺ τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμφωνιῶν καὶ τοῦ Ἀπριλίου, ἐμεσολάβησεν ἕνα μεγάλο διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ φάκελλος εἴτε εὑρίσκετο εἰς χεῖρας τοῦ κ. Παλαμᾶ, ὡς ἰδιώτου, μὴ καταθέσαντος τὸν φάκελλον, ὡς ἔδει καὶ ὡς ὤφειλεν εἰς τὸ μητρῷον τῶν συμβάσεων καὶ συμφωνιῶν, εἴτε εὑρίσκετο εἰς ἄλλας χεῖρας. Ἐγὼ οὔτε ἀνακριτὴς εἶμαι, οὔτε ἐνδιαφέρον περισσότερον ἔχω νὰ πληροφορηθῶ πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ἐγὼ διαπιστῶ, ὅτι ὁ κ. Στεφανόπουλος ἐπὶ τῇ ἀφίξει τοῦ κ. Ἔρχαρτ ἤθελε νὰ ἔχῃ τὰς συμφωνίας, ἐκτύπησε τὸν κώδωνα καὶ ἦλθεν ὁ διευθυντὴς τῶν οἰκονομικῶν ὑποθέσεων καὶ τοῦ εἶπεν ὁ διευθυντὴς τῶν οἰκονομικῶν ὑποθέσεων: Ὅτι, μετὰ βαθείας μου λύπης σᾶς λέγω, ὅτι τῶν συμφωνιῶν δὲν ἔχομεν οὔτε πρωτότυπον, οὔτε ἀντίγραφον. Ταῦτα, ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Τί συνέβη ὅμως, κ. βουλευταί, μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου; Θὰ μὲ ἐλυπηθήκατε χθές. Θὰ προεκάλεσα βαθὺν τὸν οἶκτόν σας. Παρὰ ταῦτα, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐκοιμήθην ἥσυχα. Διότι, ὅπως χθὲς σᾶς ἐδήλωσα, εἶχον ἐρωτήσει τὸν γενικὸν διευθυντὴν κ. Τριανταφύλλη, ἐὰν ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία τὴν συμφωνίαν καὶ μοῦ εἶχεν ἀπαντήσει πρὸ πολλοῦ, ὅτι δὲν τὴν ἔχει καθ’ ὅσον γνωρίζει. Ἀλλὰ σήμερον τὸ πρωῒ ἐπῆγα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι ὑπάρχουν τὰ κείμενα εἰς τὸ συμβατικὸν—Δ)ντὴς Κομίτσας—κατέθεσε μάλιστα φωτοτυπίαν. Μεγάλην εἰδικότητα ἔχομεν τελευταίως εἰς τὰς φωτοτυπίας. Κατέθεσεν ὅμως ὁ κ. πρώην ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ φωτοτυπίαν. Φωτοτυπίαν τίνος πράγματος; Φωτοτυπίαν μήπως τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων; Φωτοτυπίαν μήπως Ἑλληνικοῦ τινος ἀντιγράφου; Φωτοτυπίαν τίνος πράγματος; Φωτοτυπίαν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου; (Ἐπιδεικνύει τὸ ἔγγραφον). Μίαν πολυγραφημένην σειράν, τὴν ὁποίαν διένειμε τὸ Γερμανικὸν Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ὄχι τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου τὸ Ἑλληνικὸν εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἐκεῖ. Διότι ἡμεῖς δὲν ἰσχυρίσθημεν, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ ἀπεκρύβησαν αἱ συμφωνίαι. Ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν καὶ ἰσχυριζόμεθα, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἀπεκρύβησαν.
§34Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§35Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Σεῖς, κύριε συνάδελφε, φοβοῦμαι, ὅτι θὰ τὴν πάθετε πράγματι ὅταν ὁμιλήσω διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ εἶμαι ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου. (Θόρυβος). Ἀλλὰ θὰ ἠθέλατε νὰ μάθετε πῶς καὶ ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν αὐτὸ τὸ χαρτὶ τὸ Γερμανικὸν εὑρέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον τῶν συμβάσεων τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Πράγματι εἷς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, ὁ Δ)ντὴς τοῦ συμβατικοῦ, ὑπὸ συνθήκας τὰς ὁποίας ἐκθέτει δι’ ἀναφορᾶς του τὴν ὁποίαν πάλιν θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ἔλεγε: Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ διαβάσω τὴν ἀναφοράν. «Εἰς ἐκτέλεσιν ἡμετέρας προφορικῆς ἐντολῆς». Ἐγὼ τὸν διέταξα νὰ μοῦ φέρῃ τὴν ἀναφοράν. Λέγει λοιπόν, ὁ κ. Κομίτσας τὰ ἑξῆς: «Ἀπὸ 17 μέχρι 21 Νοεμβρίου 1953 συνῆλθεν ἐν Βόννῃ ἡ μικτὴ ἐπιτροπὴ τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας ἐμπορικῆς συμφωνίας, εἰς ἣν μετέσχον—λέγει ὁ κύριος Κομίστας — καὶ ἐγώ. Μετὰ τὸ τέλος μιᾶς ἐκ τῶν συνεδριάσεων, ἠρώτησα τὴν συνάδελφον τοῦ Γερμανικοῦ ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ μέλος τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Δίδα Ροῦρε, ἐὰν εἶχε νὰ τοῦ δώσῃ ἀντίγραφον τῶν κειμένων τῶν συμφωνιῶν, αἵτινες εἶχον ὑπογραφῆ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, μεταξὺ τῶν κ. κ. Μαρκεζίνη καὶ Ἔρχαρτ. Ἡ Δεσποινὶς Ροῦρε, εἰς ἀπάντησιν, μοῦ ἔδωσε πράγματι ἀντίγραφα μιᾶς σειρᾶς γερμανικῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα καὶ ἔφερον εἰς Ἑλλάδα κατὰ τὴν ἐπιστροφήν μου καὶ τὰ ὁποῖα ἐκράτουν εἰς τὸ γραφεῖον μου». Δὲν τελειώνει, ὅμως ἐδῶ, ἡ ἀναφορὰ καὶ μὴ θριαμβεύετε.
§36Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ἐπῆγεν ἀντιπροσωπεία ἰδική μας καὶ δὲν ἔφερε τὰ κείμενα αὐτὰ ἐδῶ;
§37Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Ἡ Ἀντιπροσωπεία, κύριε συνάδελφε, δὲν ἐπῆγε διὰ νὰ διαπραγματευθῇ γενικὰ οἰκονομικὰ θέματα, ἡ ἀντιπροσωπεία αὐτή, ἐπῆγεν ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῶν οἰκονομικῶν συμφωνιῶν, διὰ νὰ διαπραγματευθῇ τὰ συνήθη οἰκονομικὰ θέματα, κρασιά, κλπ. Ἀλλά, παρακαλῶ, ἠρεμίαν, διότι ἐδῶ θὰ προσκομίσω τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπ. Ἐμπορίου καὶ θὰ ἴδωμεν τὶ συνέβη εἰς τὸ Ὑπ. Ἐμπορίου καὶ περὶ τοῦ ἐὰν ὁ ὑπουργὸς Ἐμπορίου ἦτο ἀνίδεος περὶ τοῦ τὶ γίνεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου. Τί ἔγινε λοιπόν; Ἔγινε τὸ ἑξῆς ἁπλοῦν. Πράγματι, εἰς τὴν Γερμανίαν, ἐπολυγράφησαν αὐτὰ τὰ χαρτιὰ καὶ ξεύρω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοιαῦτα πολυγραφημένα χαρτιά εἶχον καὶ δύο ἄλλοι Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὰ ἔφεραν αὐτὰ τὰ χαρτιά, διότι οἱ Γερμανοί, τὰ ἐγνώρισαν εἰς τὰς ὑπηρεσίας των, ἐμπιστευτικῶς πρὸς ἐκτέλεσιν, Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν ἐδῶ ἔγινε καὶ ἡ παραμικρὰ ἐνέργεια, διὰ νὰ γνωσθοῦν αὐτὰ τὰ χαρτιὰ καὶ διὰ νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, Ἀλλά, γιὰ νὰ ἴδωμεν. Ἀναφέρει, ἐν συνεχείᾳ, ὁ κ. Κομίτσας τὰ ἑξῆς: «Τὰ ἀντίγραφα ταῦτα, δὲν ἦσαν ἑλληνικῆς πηγῆς, δι’ ὃ εἰς τὰς 10.2.54» δηλ. εἰς χρόνον ἀνύποπτον, ὅταν ὁ κ. Μαρκεζίνης ἦτο ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, «τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου δι’ ἐγγράφου του, ὑπ’ ἀριθ. 5661, τῆς ἡμερομηνίας ταύτης, ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ τὴν ἀποστολὴν νέων τοιούτων. Ἀπαντῶν τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6927 τῆς 27.2.54 ἐγγράφου του ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, ἀντίγραφον εἰς τὴν Ἑλληνικήν, ἑνὸς πρωτοκόλλου περὶ οἰκονομικῆς συνεργασίας, μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας, τὸ ὁποῖον καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν τοῦτον πρωτοκόλλου εἰς τὸν φάκελλον Γερμανίας». Πέραν τούτων, οὐδὲν ἐγνώριζε τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ. Ἐκάλεσα σήμερον τὴν πρωίαν τὸν Διευθυντὴν τοῦ Συμβατικοῦ, τὸ χαρτὶ αὐτὸ εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας, τὸ ἔγγραφον τὸ ὑπέγραψεν ὁ κ. Τριανταφύλλης καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Καλλίνσκης, ὅτι αὐτὰ τὰ χαρτιὰ ἔχομεν καὶ τοῦ ἔστειλε τὸ πρωτόκολλον. Θὰ κατατεθοῦν, ἄλλωστε, αὐτὰ τὰ χαρτιά. Ἐκάλεσα, λοιπόν, σήμερον τὴν πρωΐαν τὸν κ. Καλλίνσκην, τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου τὸν κ. Τριανταφύλλην καὶ τὸν Διευθυντὴν τοῦ Συμβατικοῦ. Ὁ κ. Καλλίνσκης, προϊστάμενος τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, δὲν εἶχεν ἰδέαν, περὶ τοῦ περιεχομένου τῶν συμφωνιῶν αὐτῶν, δὲν ἤξευρε τίποτε. Νομίζω δέ, κ. συνάδελφοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαῦται βασικαὶ συμφωνίαι νὰ ὑπογράφωνται καὶ νὰ τηροῦνται ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὑπηρεσιῶν. Διότι δὲν εἶναι, κύριοι, τὸ ἴδιον πρᾶγμα τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὁ ὑπουργός. Καὶ δὲν εἶναι, πάντως, τὸ ἴδιον πρᾶγμα τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὁ τέως ὑπουργός. Πῶς θὰ ἐφηρμόζοντο, κ. βουλευταί, αἱ συμφωνίαι αὐταί, ὅταν τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ δὲν τὰς ἐγνώριζε, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου δὲν ἐφρόντισε κανεὶς νὰ εἰδοποιήσῃ; Κατὰ σύμπτωσιν καὶ ἐξ οἰκείας προαιρέσεως καὶ ἐκ προσωπικῆς περιεργείας ὁ κ. Κομίτσας ἐπρομηθεύθη αὐτὸ τὸ χαρτί, τὸ ὁποῖον καὶ ἐξετυπώθη καὶ προσεκομίσθη χθές. Δὲν ἐψεύσθην, συνεπῶς, κ. βουλευταί, ὅταν εἶπον ὅτι δὲν ἐγνώριζον περὶ ὑπάρξεως τοιούτου χαρτιοῦ. Διότι εἶχον ἐρωτήσει τὴν ὑπηρεσίαν προηγουμένως καὶ οὐδεὶς διενοήθη νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅπως εἴδατε, «κ. ὑπουργέ, ἡμεῖς παρακαλέσαντες τοὺς Γερμανοὺς ὑπαλλήλους, ἐπήραμεν αὐτὰ τὰ χαρτιά». Ἀλλὰ τὸ θέμα χρειάζεται καὶ ἄλλην ἐξήγησιν. Ὅπως ἠξεύρετε, αὐτὰ τὰ χαρτιά, ὑπογράφονται εἰς τετραπλοῦν. Πρωτότυπα εἶναι καὶ τὰ τέσσαρα. Δύο εἰς τὴν γερμανικὴν καὶ δύο εἰς τὴν Ἑλληνικήν. Ἀμφότερα τὰ κείμενα ἔχουν ἴσην ἰσχὺν νομικῶς. Ἐγὼ ἀκόμη δὲν ἔχω ἴδει τὴν ἐπίσημον ἑλληνικὴν μετάφρασιν, τὴν ὑπογραφεῖσαν παρὰ τοῦ κ. Ἔρχαρτ καὶ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, τῶν περιφήμων ἐπιστολῶν Σῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν. Τὸ ὅτι οἱ κ. Κομίτσας καὶ Τριανταφύλλης ἐπρομηθεύθησαν ὡς ἄτομα τὰς συμφωνίας αὐτάς, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τὸ ὅτι ὁ κ. Κομίτσας εἶχε τὴν περιέργειαν νὰ ἔχῃ εἰς τὸ συρτάρι του αὐτὸ τὸ χαρτί, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Τὸ θέμα εἶναι ἐδῶ: Ἡμεῖς, ἡ ἡγεσία ἡ πολιτική, ἡ ἡγεσία ἡ ὑπεύθυνος, τῶν Ὑπουργείων τὶ ἐπράξαμεν; Τί ἐπράξαμεν διὰ νὰ μάθουν αἱ ὑπηρεσίαι τὰς συμφωνίας αὐτάς, ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ ἀνασυγκροτηθῇ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς; Καὶ πῶς θὰ ἀνασυνεκροτεῖτο, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ὅταν δὲν τὰς ἤξευρε κανὲν ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων Ὑπουργείων; Κύριοι συνάδελφοι, θὰ νομίζετε βεβαίως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐγνώριζε τὰ κείμενα. Καὶ εὐλόγως θὰ τὸ νομίσητε, διότι, ὡς ἠξεύρετε, ἀναφέρονται δύο ἐπιστολαὶ εἰς τὸ θέμα τῶν γερμανικῶν περιουσιῶν, θέμα ἐξόχως λεπτὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς εὐαισθησίας τοῦ γερμανικοῦ λαοῦ, θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωκε καὶ πρόσφατον νόμον. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω, κύριοι, μίαν περικοπὴν ἑνὸς ἐγγράφου. «Ἐπὶ τούτοις καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῶν διαρκῶς προβαλλομένων αἰτιάσεων τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας, θεωροῦμεν ὑποχρέωσιν νὰ σημειώσωμεν τὰ ἑξῆς:
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ λέγει αὐτά;
§39Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ.). Μὴ βιάζεσθε. «Δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνταλλαγείσας ἐν Βόννῃ ἐπιστολάς, ὥστε νὰ κρίνωμεν τὴν ἀνάληψιν κατ’ ἀρχὴν ὑποχρεώσεως ἡμῶν πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν περιουσιῶν ἀπὸ τὰ βάρη, φόρους, τέλη κ.λ.π., οὔτε τὴν μορφὴν καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς τοιαύτης ἀπαλλαγῆς. Παρακαλοῦμεν ὅπως μᾶς ἀποσταλῶσιν ἐν μεταφράσει εἰς τὴν ἑλληνικὴν αἱ ἐπιστολαὶ αὗται». Αὐτὸ εἶναι ἕν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε;
§41Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Μὴ βιάζεσθε. «Γενικὴ Δ)σις Δημ. Λογιστικοῦ, ἀριθμὸς ἐμπιστευτικοῦ πρωτοκόλλου 1292)69)6.11.54, δηλαδὴ προχθές. Καὶ ὑπογραφή: Παπαγιάννης. (Γέλωτες, ἱλαρότης).
§42Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, πρέπει νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Μοῦ εἶναι ὀλίγον δύσκολον νὰ ἐννοήσω τὶ τὸ διασκεδαστικὸν εὑρῆκε μία πτέρυξ τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸ ὅτι ἀνεκοινώσατε ἕνα ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔχει ἡμερομηνίαν 6 Νοεμβρίου καὶ τὸ ὄνομα Παπαγιάννης. Δὲν τὸ βλέπω. Ἂς ἴδωμεν τὶ θέλετε νὰ εἰπῆτε μὲ αὐτό. Δυστυχῶς διὰ σᾶς ἔχω μνήμην πολὺ μεγαλυτέραν ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας μολονότι εἶμαι πρεσβύτερός σας καὶ σᾶς λέγω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν καλεῖται νὰ ἔχῃ αὐτὰ τὰ ἀντίγραφα τῶν συμφωνιῶν εἰς χεῖρας του, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, δὲν ἐνεργεῖ κἂν αὐτοβούλως, ἀλλὰ ἐνεργεῖ πάντοτε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς διευθύνσεώς του οἰκονομικῶν ὑποθέσεων. Καὶ ἐνθυμοῦμαι καλῶς ὅτι ἐπανειλημμένως εἶχον λάβει ἔγγραφα καὶ ἐκεῖνα μὲ μίαν ἄλλην ὑπογραφήν, ἀλλὰ ἐκείνην δὲν θὰ τὴν εἴπω μὲ τὴν εἰρωνείαν ποὺ συνηθίζετε σεῖς σήμερον νὰ χρησιμοποιῆτε ἀναφερόμενος εἰς τὰ ὀνόματα τῶν τέως συναδέλφων σας, μὲ τὴν ὑπογραφὴν Παπάγος, διὰ τῶν ὁποίων ἐπανειλημμένως εἶχον κληθῆ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ εἰδικώτερον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς ἐπαφὴν μὲ ἀντιπροσώπους ξένων Κρατῶν ὁσάκις ἐπιθυμοῦν ἐκεῖνοι νὰ συζητήσουν θέματα ποὺ ἀφοροῦν συμφέροντα ἢ ἰδικῶν των κρατῶν, ἢ συμφέροντα ξένων ἰδιωτῶν, ἀλλὰ νὰ τοὺς παραπέμπουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ ὁποῖον καὶ μόνον δικαιοῦται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τοὺς ξένους. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1953 ὁ Δ)ντὴς τότε τῆς διευθύνσεως Οἰκονομικῶν ὑποθέσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ κ. Παλαμᾶς, μᾶς ἔστειλεν ἕνα σημείωμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρονται αἱ ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας κατ’ αὐτὸν εἴχομεν ἀναλάβει σχετικῶς μὲ τὰς Γερμανικὰς περιουσίας καὶ μᾶς ἐκάλει βάσει αὐτοῦ τοῦ σημειώματος νὰ ἑτοιμάσωμεν ἕνα σχέδιον νόμου. Τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ νόμου ἡτοιμάσθη ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἐπέρασε καὶ ἀπὸ τὴν εἰδικὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπήν, ἐστάλη πρὸς ἔγκρισιν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔγινε νόμος τοῦ Κράτους. Ἕως ἐκεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκινήθη ὅπως ἔπρεπε νὰ κινηθῇ. Μετὰ ταῦτα καὶ κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1954 ἡ Γερμανικὴ Πρεσβεία ἤρχισε παρακινουμένη ἀπὸ ἰδιώτας νὰ στέλλῃ διακοινώσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ ζητῇ περαιτέρω εὐκολίας εὐρυτέρας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος. Εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἡ ἰδική μας ὑπηρεσία ἀφοῦ ἐμελέτησε τὸ θέμα, ἔστειλε τὸ ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεσθε καὶ τὸ ὁποῖον ἐν μέρει μᾶς ἀνεγνώσατε καὶ λέγει τὰς ἀπόψεις της. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸ τὸ ἔγγραφον πολὺ καλὰ διότι εἶναι πρόσφατον, λέγει τὰς ἀπόψεις της δι’ ὡρισμένα φορολογικὰ καὶ λοιπὰ θέματα καὶ καταλήγει λέγουσα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν ὅτι, ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως μᾶς ἀπασχολεῖ μὲ ἔγγραφα ὅτι ἔτσι καὶ ἀλλοιῶς λέγει ἡ Πρεσβεία, θὰ ἠθέλαμεν νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ἓν ἀντίγραφον τῶν συμφωνιῶν, ὥστε νὰ παρακολουθοῦμεν ἕως ποῦ ἐκτείνονται αἱ ὑποχρεώσεις μας. Προσωπικῶς, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ εἴπω, εὑρίσκομαι ἐν πλήρει διαφωνίᾳ μὲ ὅσα εἶπε χθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις ἑνὸς Ἕλληνος ὑπουργοῦ μὲ τοὺς ἐκπροσώπους τῶν ξένων δυνάμεων διότι ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη, ἔπρεπε νὰ φροντίζωμεν διὰ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὡς ἀρχὴ ὅτι ὅ,τι λέγει ὁ ξένος πρεσβευτὴς πρέπει ἡμεῖς νὰ τὸ ἀποδεχόμεθα.
§43Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Κύριε συνάδελφε, αὐτὸ τὸ περὶ ξένου πρεσβευτοῦ, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν. Κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ ἀστειευθῶμεν καὶ λίγο, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω περαιτέρω τὸ ἔγγραφον: «Πάντως θεωροῦμεν ἐπάναγκες νὰ τονίσωμεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἐν ταὐτῇ καὶ οὐχὶ νομικὴν τοιαύτην». Καθ’ ἡμᾶς, ἀφοῦ δὲν ἔχετε δεῖ τὰ κείμενα, λέγομεν ὅτι δὲν ἀνελάβομεν νομικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλὰ μόνον ἠθικήν. Ἀφοῦ δὲν ἀπετέλουν αἱ ἐπιστολαὶ αὗται σύμβασιν, ποῦ τὸ γνωρίζετε; Ἀφοῦ δὲν τὰς εἴδατε, «ἥτις ὡς περιέχουσα παραχώρησιν θὰ ἔδει, κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ τύχῃ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς». Καὶ πράγματι, αἱ συμβάσεις αὐταὶ ἔπρεπε νὰ εἶχον προσαχθῆ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον σεῖς ὁ ἴδιος ἀναφέρατε πρὸς κύρωσιν. Ἀλλὰ ἔχω νὰ εἴπω καὶ ἄλλο τι. Τὰ ὅσα εἴπατε ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Στρατάρχου, ἀπαγορεύοντος ὀρθῶς εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας νὰ ἐπικοινωνοῦν μετὰ τῶν ξένων Πρεσβευτῶν, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὸ προκείμενον θέμα. Δὲν εἶχε τις τὴν ἀξίωσιν νὰ πληροφορηθῆτε τὴν ὕπαρξιν τῶν συμβάσεων αὐτῶν ἀπὸ τὸν ξένον Πρεσβευτήν. Ἡμεῖς θὰ εἴχομεν τὴν ἀξίωσιν, σεῖς νὰ εἴχατε λάβει ἕνα ἔγγραφον ὑπογεγραμμένον, ὡς θὰ ἔλαβεν ἀσφαλῶς ὁ συνάδελφός σας ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Γερμανίᾳ.
§44Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ τὸν Δεκέμβριον ἔλαβον ἀπὸ τὸν κ. Παλαμᾶν....
§45Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Δὲν ἐλάβατε ἀντίγραφον τῶν συμφωνιῶν, διότι τότε, θὰ τὰς ἐστέλλατε εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐξετάσητε τὶ εἴδους δεσμεύσεις ἐδημιουργοῦντο, διὰ νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ κυρωθοῦν διὰ νόμου. Σεῖς ἐλάβατε ἕν ἀντίγραφον ἑνὸς ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔλεγε τὶ κατὰ τὴν κρίσιν του πρέπει νὰ περιέχῃ ὁ νόμος περὶ ἀποδόσεως τῶν Γερμανικῶν περιουσιῶν καὶ μόλις ἐλάβατε αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, ἔπρεπε νὰ καταλάβετε ὅτι αἱ συμφωνίαι αὐταὶ ἔδει νὰ κυρωθοῦν διὰ νόμου, διότι ἀπετέλουν παραχώρησιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ Σύνταγμα καθορίζει ποῖαι συμφωνίαι ἔρχονται ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν καὶ ποῖαι ὄχι. Ἄς ἔλθωμεν τώρα νὰ ἐξετάσωμεν ἐξ ὑπαρχῆς τὸ ζήτημα τῶν Σῆμενς καὶ Τελεφοῦνκεν. Κύριοι βουλευταί, εἰς τρεῖς διαφορετικὰς στιγμὰς ἐμφανίζεται μὲ προτάσεις ἡ ἑταιρία Σῆμενς. Τὸν Φεβρουάριον 1953 πολὺ πρὶν μεταβῇ ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς Γερμανίαν, εἶχε προκηρυχθῆ μία δημοπρασία δι’ 24.000 συνδέσεις. Τὸν Μάρτιον 1953 κατετέθησαν αἱ προσφοραί. Εἰς τὰς 6.10.1953 εἶχον ὑπογραφῆ αἱ συμβάσεις μὲ τοὺς μειοδότας. Μειοδόται ἦσαν ἡ Σῆμενς, μία ἄλλη Γερμανικὴ ἑταιρία καὶ μία Σουηδική. Αἱ συμβάσεις αὐταί, ἐτέλουν ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεώς των ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Περὶ τὰ μέσα τοῦ Νοεμβρίου ἐπιστρέφουν ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ ὁ κ. Καψάλης ἀπὸ τὴν Γερμανίαν. Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν περιέρχονται εἰς τὸ Ὑφυπουργεῖον Συγκοινωνιῶν, δὲν γνωρίζω πῶς (εἴτε παρεδόθησαν ἀπὸ τὸν κ. Καψάλην, εἴτε ἀπὸ τὴν Σῆμενς), δύο προσφοραί. Ἡ μία προσφορὰ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 7 Νοεμβρίου, συμπληρωθεῖσα διὰ δευτέρας βελτιώσεως ἀπὸ 9 Νοεμβρίου.—Σημειωτέον, ὅτι ἡ γνωστὴ ἐπιστολὴ Ἔρχαρτ–Μαρκεζίνη φέρει χρονολογίαν 11 Νοεμβρίου 1953.—Δι’ αὐτῆς προσφέρει ἡ Σῆμενς 75.000 συνδέσεις. Ἠκολούθησε καὶ τρίτη προσφορά. Σημασίαν ἔχει ὁ ἀριθμὸς τῶν συνδέσεων, διότι κατὰ τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως ἦτο—καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ εἶναι ἄλλη—παρὰ τὸ ὅτι δὲν θὰ ἐπηκολούθει σχετικὸς διαγωνισμός, γενομένης ἀποδεκτῆς τῆς προσφορᾶς Σῆμενς. Αὐτὰ μοῦ ἀνέφερεν ἐπὶ λέξει ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, τοῦ κ. Κουνδούρου, ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου. Ἐπίσης ἀξιοσημείωτον εἶναι ὅτι, διὰ πρώτην φορὰν εἰς ἔγγραφα, χρονολογούμενα ἀπὸ τὴν «Σῆμενς» μὲ 7 καὶ 9 Νοεμβρίου, ἀναφέρεται, ὅτι προσφέρει ἡ «Σῆμενς» τὰς τεχνικάς της συμβουλὰς καί, ἂν εὐαρεστούμεθα, καὶ τὰς ἐμπορικάς της συμβουλάς. «Μόναχον 9.11.1953 Ἡ Ἑταιρεία Σῆμενς καὶ Χάλσκε ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως συμβάλῃ, διὰ τῶν τεχνικῶν της Συμβούλων, καί, ἐὰν ἤθελε ζητηθῇ τοῦτο, καὶ διὰ τῶν ἐμπορικῶν της τοιούτων, εἰς τὴν πραγματοποίησιν τῶν Ἑλληνικῶν σχεδίων ἀναδιοργανώσεως τῶν Τηλεπικοινωνιῶν. Οἱ συμβαλλόμενοι ἐπιδιώκουν ὅπως διὰ τοῦ ὡς ἄνω προγράμματος συνεχισθῇ ἡ μακροχρόνιος συνεργασία τῆς Ἑταιρείας Σῆμενς καὶ Χάλσκε καὶ εἰς τὴν μελλοντικὴν ἐξέλιξιν τῶν τηλεπικοινωνιῶν Ἑλλάδος». «Ἡ μακροχρόνιος συνεργασία». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια, ἡ ὁποία κάπως πρωθυστέρως ἐμφανίζεται. Φαίνεται, δηλαδή, ὅτι ἡ Σῆμενς ἤξευρεν ἐκ προοιμίου, τί τὴν 11ην Νοεμβρίου ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῇ, καὶ ἀναφέρεται εἰς τὰς τεχνικὰς συμβουλάς, αἱ ὁποῖαι διὰ πρώτην φορὰν ἐμφανίζονται. Ποία ἦτο ἡ ἔννοια τῶν τεχνικῶν συμβούλων, τὴν εἴδατε. Μακροχρόνιος κλπ. Δὲν θέλω νὰ συναγάγω οὐδὲν συμπέρασμα.
§46Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ παράσχω....
§47Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Ἀφοῦ τελειώσω, κύριε συνάδελφε, καὶ μόνον μὲ δύο λέξεις.
§48Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Ὅταν τελειώσετε, κύριε ὑπουργέ, δὲν θὰ εἴπω δύο λέξεις, θὰ ὁμιλήσω.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σειρὰ τῶν ρητόρων ἔχει καθορισθῇ. Συνεπῶς, ἐὰν ἔχετε νὰ κάμετε καμμίαν ἀπάντησιν, νὰ τὴν κάμετε.
§50Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Τότε, κύριοι, κατάλαβα καὶ τὸ νόημα μιᾶς φράσεως, τὴν ὁποίαν μοῦ εἶχεν εἴπῃ ὁ κ. Νίκολης κατὰ τὴν πρώτην ἐπίσκεψιν, ἥτις ἔλαβε χώραν τὴν 9 Ὀκτωβρίου 1954. Περὶ τῆς ἐπισκέψεως ταύτης, θὰ σᾶς ὁμιλήσω ἀργότερον. Μοῦ εἶχεν εἴπῃ ὁ κ. Νίκολης ὅτι, διὰ τὴν Σῆμενς ἀνελήφθη ρητὴ καὶ ἀνεπιφύλακτος ὑποχρέωσις ὁλοκληρωτικῆς χρησιμοποίησεως ἄνευ διαγωνισμοῦ, καθ’ ὃ αὕτη εἶχε καὶ προπολεμικῶς τὸ προνόμιον τῶν τηλεφώνων. Αὐτὸ τὸ χαρτὶ τὸ ἔγραψεν εἰς ἀπολύτως ἀνύποπτον χρόνον καὶ τὸ ἐσημείωσε γερμανικὰ τὴν ὥρα ποὺ μοῦ τὸ εἶπεν. Αἱ τιμαὶ συνωδεύοντο μὲ τὰς τιμάς, εἰς τὰς ὁποίας προσφέρουν αἱ Γερμανικαὶ Ἑταιρεῖαι πωλοῦν εἰς τὰ Γερμανικὰ Ταχυδρομεῖα, αἱ Ἀγγλικαὶ Ἑταιρεῖαι εἰς τὰ Ἀγγλικὰ Ταχυδρομεῖα, αἱ Ἑλβετικαὶ εἰς τὰ Ἑλβετικὰ Ταχυδρομεῖα. Ὁ κ. Νίκολης εἶπεν ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος. Διατὶ τὸ εἶπε; Διότι ἐγνώριζεν ὅτι δὲν εἶναι διεθνεῖς τιμαί, αἱ τιμαὶ εἰς τὰς ὁποίας αἱ διάφοροι Ἑταιρεῖαι Τηλεπικοινωνιῶν προσφέρουν τὰ εἴδη αὐτὰ εἰς τὴν ἰδίαν των Χώραν. Ἡ Ὑπηρεσία εἰς πρώτην φάσιν ἐξετίμησε τὴν τιμὴν ὡς οὖσαν κατὰ 50% ἀκριβωτέραν τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἡ ἴδια ἡ Σῆμενς πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἶχε προσφέρει εἰς διεθνῆ διαγωνισμόν.
§51Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Διατὶ αἱ ἀλλεπάλληλοι προσφοραὶ τῆς Σῆμενς;
§52Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Δὲν γνωρίζω, κύριε συνάδελφε. Ἀφήσατέ με νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα. Τὸ τέλος τοῦ 1953, καθ’ ἅ μοῦ εἶπεν ὁ κ. Νίκολης, ὁ κ. Καραθόδωρος καὶ ὁ κ. Νίκολης μετέβησαν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Καψάλη καὶ τοῦ εἶπον ὁμοῦ ποία ἦτο ἡ διάγνωσις τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Τηλεπικοινωνιῶν. Ὁ κ. Καψάλης συνέστησεν Ἐπιτροπὴν περὶ τῆς ὁποίας μᾶς ὡμίλησεν χθές, ὀρθότατα, ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν κ. Πεσματζόγλου, τὸν κ. Σαμαρᾶν καὶ τὸν κ. Νίκολην. Ἀλλὰ τί ἐντολὴν ἔλαβεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτή; Πῆρε δύο ἐντολάς. Πρῶτον μὲν νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, δηλαδὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν οἱ ὑπολογισμοὶ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν εἶναι ἀκριβεῖς καὶ δεύτερον, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἀκόλουθον ἐρώτημα. Ποῖαι τιμαὶ θὰ ἦσαν συμφέρουσαι, ἐν ᾗ περιπτώσει εὕρισκεν, ὅτι αἱ τιμαὶ εἶναι ὑπερβολικαί; Ἔτσι εἶναι, κ. συνάδελφε, κ. Κούνδουρε;
§53Σ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργ. Συγκοινωνιῶν). Βεβαίως.
§54Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Βάσει αὐτῆς τῆς δευτέρας παρατηρήσεως συνάγεται, ὅτι ὑπῆρχε πρόθεσις ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως. Δὲν λέγω κατακυρώσεως, πρὸς θεοῦ, αὐτὴν τὴν στιγμήν, οὔτε μέμφομαι ἠθικῶς χωρὶς ἀποδείξεις. Λέγω, ὅτι ὑπῆρχε πρόθεσις ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ἐκτελέσεως κάποιας ἀνειλημμένης ὑποσχέσεως. Τὴν 5ην μὲ 10ην Δεκεμβρίου τί ἐγένετο; Ὑποβάλλεται τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς εἰς τὸν κ. Καψάλην καὶ τὸν κ. Καραθόδωρον. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1954 καλεῖται ὁ κ. Καραθόδωρος εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Παρίστανται ἀρκετὰ μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου ἐδῶ. Εἶναι θέμα πρὸς συζήτησιν. Δὲν ἤμην παρών, ἐκτὸς τοῦ Γεν. Δ)ντοῦ τῆς ὑπηρεσίας, τοῦ κ. Νίκολη, ἐδῶ εἶναι τὰ μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἐπρόφθασα νὰ τὰ ἐρωτήσω. Εὑρέθη ὁ κ. Καραθόδωρος εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἢ εἰδοποιήθη καὶ ἐπῆγε καὶ συνεζήτησε περὶ τοῦ ἐνδεχομένου τῆς συνάψεως συμβάσεως μὲ τὴν Σῆμενς. Ὁ κ. Καραθόδωρος ἐπιστρέψας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶπεν εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν ὅτι ἀντέστη καὶ ὅτι ἐκέρδισε τὴν ὑπόθεσιν καὶ ὅτι ἀπηλλάγημεν ἀπὸ τὴν Σῆμενς.
§55Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Ἡμεῖς ἀπηλλάγημεν, σεῖς πῶς θὰ ἀπαλλαγῆτε;
§56Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Μὴ βιάζεσθε. Τὸ ἐὰν θὰ ἀπαλλαγῶμεν ἢ ὄχι θὰ τὸ κρίνῃ ἡ Βουλή.
§57Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Ὅταν ἐφθάσατε νὰ συζητῆτε μὲ τὸν Βουλπιώτην.... (Φωναί, θόρυβος κωδωνοκρουσίαι).
§58Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ποῖος συζητοῦσε μὲ τὸν Βουλπιώτην;
§59Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Ἐπὶ δύο ἔτη τὸν Βουλπιώτην δὲν τὸν ἐγνώριζον. Σεῖς παρουσιάσατε ἐπιστολὴν τοῦ Βουλπιώτη. (Φωναί, θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς δηλῶ ὅτι, ὅταν κάμετε τοιαύτας διακοπάς, θὰ κρούω τὸν κώδωνα, εἰς τρόπον ὥστε τίποτε δὲν θὰ ἀκούεται καὶ τίποτε δὲν θὰ γράφεται. Θὰ ὁμιλεῖτε εἰς τὸ κενόν.
§61Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Κύριε συνάδελφε, μὴ ταράσσεσθε, θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ὅλων τῶν θεμάτων καὶ περὶ αὐτοῦ. Τὸ καθ’ ἕνα εἰς τὴν σειράν του. Δὲν θέλω νὰ μοῦ ἐπιβάλετε τὴν σειρὰν τῶν εἰδικῶν σας σκέψεων. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω κατὰ τρόπον καὶ κατὰ τὴν σειρὰν ποὺ ἐπιθυμῶ ἐγώ. Τότε ἀποφασίζετε νὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κυρωτικὸς τῆς πρώτης συμβάσεως νόμος. Μεταχειρίζομαι τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Ἡ σύμβασις μὲ τὴν Σῆμενς καὶ τὴν Ἔρρικσον καὶ τὴν ἄλλην ἑταιρείαν, ἔγινε κανονικώτατα διὰ δημοπρασίας. Τώρα τίθενται, κ. βουλευταί, ἀμείλικτα τὰ κάτωθι ἐρωτήματα: πρῶτον, διατὶ ἤχθη εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον τὸ θέμα, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνιῶν εἶχεν εἴπει, ὅτι πρέπει νὰ ἀπορριφθοῦν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Τηλεπικοινωνιῶν εἶχεν εἴπει, ὅτι πρέπει νὰ ἀπορριφθοῦν, ἡ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν συνέστησαν οἱ δύο ὑπουργοί, ὁ κ. Καψάλης καὶ ὁ κ. Καραθόδωρος, εἶπεν καὶ αὐτή, ὅτι αἱ προτάσεις αὐταὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσουν βάσιν συζητήσεων. Διατὶ ἤχθη τὸ θέμα εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον; Ἀλλὰ καὶ κάτι ἄλλο. Ὅταν ἤχθη ἐπὶ τέλους τὸ θέμα εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον διὰ δευτέραν φοράν, διατὶ ἐλησμονήθη ἡ ἀγωνία, διατὶ δὲν λέγει ὁ κ. Μαρκεζίνης ἢ ὁ κ. Καψάλης εἰς τὰ ἄλλα μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου: «Κύριοι, μᾶς δίδεται μία μεγάλη εὐκαιρία. Εἶχον ἀναλάβει, ὄχι μίαν νομικὴν —ἐὰν παραδεχθῶ τὴν θεωρίαν σας— ὄχι ἠθικήν, ὄχι προσωπικήν, ἀλλὰ εἰδικῶς ὑπουργικὴν δέσμευσιν τῆς ἰδιοτύπου μορφῆς, περὶ τῆς ὁποίας θὰ σᾶς ὁμιλήσω κατωτέρω καὶ ἡ Σῆμενς μᾶς ὑπέβαλε αὐτὴν τὴν ὑπερβολικὴν προσφοράν. Ἀπηλλάγημεν, κύριε Στρατάρχα καὶ κύριοι συνάδελφοι τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, ἀπὸ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτάς, διότι ἡμεῖς ἐδέχθημεν νὰ διαπραγματευθῶμεν μαζί τους, ἰδοὺ ποὺ διεπραγματεύθημεν καὶ αὐτὴ ἔφερεν αὐτὴν τὴν ὑπερβολικὴν τιμήν, καὶ βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ ἑρμηνεία οὔτε καθ’ ἡμᾶς, οὔτε κατὰ κανόνα, οὔτε κατὰ τὴν Γερμανικὴν ἄποψιν, ὅτι ἕνα PACTUM DE CONTRAHENDO, μία συνυποσχετικὴ σύμβασις, σημαίνει, ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐγὼ νὰ ἀποδεχθῶ κάποιαν οἱανδήποτε ἑτέραν προσφορὰν τῆς Σῆμενς. Τί ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ πράξῃ σωφρόνως ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ; Ἔπρεπε νὰ τὰ εἴπῃ αὐτὰ εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ δὲν τὰ εἶπε. Καὶ ἔπρεπε καὶ κάτι ἄλλο. Νὰ ἀναγγείλῃ ἐπισήμως εἰς τὴν γερμανικὴν πλευράν, ὅτι ἐξετέλεσε αὐτὴν τὴν ἠθικήν, ὑπουργικὴν ἢ νομικήν, οἱανδήποτε, ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε διὰ νὰ ἀποδεσμευθῇ ἡ Ἑλλάς. Τοιοῦτόν τι πρᾶγμα, ὅμως, δὲν ἐγένετο, κ. βουλευταί. Ἀλλὰ ἀντὶ τούτου ἔγινεν ἄλλο πρᾶγμα. Ἔγινε λοιπὸν καὶ ἀπόπειρα. Καὶ ἐπανελήφθη ἡ πρᾶξις τῆς ἀποσιωπήσεως. Παρεμβάλλεται ὅμως, κ. βουλευταί, μία περίεργος μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ἢ μᾶλλον τοῦ ἀναπληρωτοῦ τότε ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ τῆς ἑταιρείας Σῆμενς προσωπικὴ ἀλληλογραφία. Τῆς ἀλληλογραφίας ταύτης δὲν ἔχω ἀντίγραφα. Ἐλάβομεν γνῶσιν τέσσαρες ἄνθρωποι καὶ θὰ σᾶς εἴπω ὑπὸ ποίας συνθήκας.
§62Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τόσον, ποὺ ἐδείξατε, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον πρᾶγμα.
§63Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ.). Δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ εἰπῆτε.
§64Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν κυριολεκτικήν. Ἁπλῶς διαπιστώνω τὴν ἀτμόσφαιραν τῶν συζητήσεων.
§65Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ.). Δὲν λέγω ἄνευ βάσεως πράγματα. Μέχρι στιγμῆς ὡμίλησα μὲ ἔγγραφα καὶ ὅ,τι εἶπον ἀποδεικνύεται μὲ ἔγγραφα. Καὶ τοῦτο ἔγγραφον εἶναι. Τὸ εἴδομεν τέσσαρες ἄνθρωποι, ὁ κ. Στεφανόπουλος, ὁ κ. Καλλίνσκης, ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης καὶ ἐγώ. Τὸ εἴδομεν δὲ κατὰ ζεύγη, ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ ἐγὼ μαζί, ὁ κ. Καλλίνσκης καὶ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης μαζὶ καὶ τὸ εἴδομεν τὴν ἰδίαν ἡμέραν.
§66Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Μυστηριῶδες εἶναι κατὰ ζεύγη! (Γέλωτες).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζαννῆ, θὰ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ σᾶς ἀνακαλέσω εἰς τὴν τάξιν.
§68Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Τὸ ἔγγραφον εἶναι γραμμένον γερμανικὰ καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀκρίβειαν τῆς λεκτικῆς του διατυπώσεως, ἀλλὰ ὑπάρχει εὐχερὴς τρόπος ἀποδείξεως, ὅτι αὐτὰ ποὺ λέγω εἶναι ἀληθῆ, ἐὰν προσαχθῇ τὸ ἔγγραφον. Ἡ Σῆμενς εἰς αὐτὸ ἐκφράζει πρὸς τὸν κ. Καψάλην τὴν λύπην της, διότι περιήγαγε τὸν κ. Μαρκεζίνην καὶ τὸν κ. Καψάλην εἰς δυσχερῆ θέσιν μὲ τὰς προτάσεις της. Καὶ γράφει μίαν φράσιν, τὴν ὁποίαν ἐνθυμοῦμαι Γερμανικά, ἐπὶ λέξει: «καὶ θὰ κάμνωμεν ὅ,τι ἠμποροῦμεν, διὰ νὰ .......... καὶ βελτιώσωμεν τὰς προτάσεις αὐτάς». Δὲν μοῦ λέγετε, κ. βουλευταί, ἔχετε ἀκούσει ποτέ, ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἀπορρίπτει μίαν πρότασιν οἱανδήποτε, νὰ δέχεται μετά, συλλυπητήριον ἐπιστολήν, ἢ αἴτησιν ἔγγραφον συγγνώμης, διότι ὁ μεθ’ οὗ ἐπρόκειτο νὰ συμβληθῇ ὑπερέβαλε καὶ ἠθέλησεν ἐνδεχομένως νὰ κάμῃ κάποιαν κατάχρησιν, ἀπὸ τῆς ὁποίας μᾶς προεφύλαξεν ἡ Ὑπηρεσία καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ κ. Καραθόδωρος καὶ οἱ ὑπουργοὶ κ. κ. Καψάλης καὶ Κανελλόπουλος; Διατὶ ἦλθε τὸ γράμμα; Διατὶ ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην ἡ Σῆμενς νὰ ζητήσῃ συγγνώμην; Τόσοι ἐξ ὑμῶν, ἔχουν χρηματίσει ὑπουργοί. Κάθε ὑπουργὸς ἀναγκάζεται νὰ ἀπορρίπτῃ δεκάδες προτάσεις, μὲ τὴν μεγαλοφροσύνην ποὺ δεικνύουν εἰς προτάσεις, οἱ Ἕλληνες Βιομήχανοι. Ἔχομεν προτάσεις, ἀκόμη καὶ τὴν Ἀκρόπολιν νὰ πωλήσωμεν. Βεβαίως δὲν πωλοῦμεν τὴν Ἀκρόπολιν. Ἀλλὰ δὲν ἔλαβε καὶ γράμμα, ὅτι «Κύριε ὑπουργέ, λυποῦμαι διότι σᾶς προετείναμεν μίαν τιμὴν ὑπερβολικήν».
§69Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, μίαν διευκρίνησιν. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, τὸ γράμμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ θεωρῆται ὡς μυστηριῶδες. Χθές, εἰς τὸν λόγον μου, μὲ μερικὰς λέξεις, ἀνέφερον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία Σῆμενς μοῦ ἐξέφρασε τὴν λύπην της διὰ τὴν ἔκβασιν τῆς προσφορᾶς της καὶ μοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διὰ περαιτέρω, κατ’ ἀρχήν, συνεννόησιν, ἐπὶ ἄλλης βάσεως. Τὸ γράμμα αὐτό, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, εἶναι ἕνα γράμμα, ἀπευθυνόμενον προσωπικῶς πρὸς ἐμέ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἀποστολῆς ἑνὸς ἄλμπουμ, μὲ φωτογραφίας, ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψίν μας εἰς τὴν Γερμανίαν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ, ἡ ἑταιρεία ἐκφράζει τὴν λύπην της διὰ τὴν περιπλοκὴν ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς συσχετίσεως τῶν δύο προσφορῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τίποτε τὸ μυστηριῶδες εἰς αὐτό, ἐὰν συλλογισθῆτε, ὅτι τὰς προτάσεις αὐτάς, ποὺ εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὑπὸ τῆς ἑταιρείας, τὰ ἔφερεν ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐδῶ καὶ εἶχε δηλώσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι «ἔχω προτάσεις, τὰς ὁποίας κατ’ ἀρχήν, κρίνω συμφερούσας, βασιζόμενος εἰς τὴν σοβαρότητα τῶν Οἴκων αὐτῶν καὶ εἰς τὴν διάθεσίν των νὰ κάμουν πράγματι προτάσεις εὐνοϊκὰς διὰ τὴν Ἑλλάδα». Συνεπῶς δὲν ἀποτελεῖ τίποτε, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ ἐκπλήσσετε κανείς, ὅτι ἡ ἑταιρεία, ὅταν διεπιστώθη, ὅτι μεταξὺ τῶν τιμῶν τὰς ὁποίας ἔβαλεν ὡς βάσιν εἰς τὴν νέαν της προσφοράν, ἡ ὁποία βεβαίως ἀπεῖχεν εἰς πολλὰ σημεῖα ἀπὸ τῶν παλαιῶν, διότι καὶ ἡ διάρκεια τῶν πιστώσεων ἦτο διαφορετικὴ καὶ ἡ παροχὴ αὐτῆς τῆς τεχνικῆς βοηθείας, ἦτο παράγων πρόσθετος. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὑπῆρξε μία διαφορὰ τιμῶν, ἡ ὁποία ἐκρίθη πολὺ μεγάλη καὶ ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους, ὥστε δικαίως νὰ ἠμπορῇ νὰ λεχθῇ, ὥστε αὐταὶ εἶναι αἱ εὐνοϊκώτεραι προτάσεις σας; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐπιστολῆς καὶ νὰ μὴ σᾶς μένῃ καμμία ἀμφιβολία, ὅτι θὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§70Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Θὰ σᾶς εἴπω.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐταὶ αἱ ἐρωταποκρίσεις δὲν προάγουν τὴν συζήτησιν.
§72Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἡ διακοπὴ ἦτο διὰ νὰ μὴ δημιουργηθοῦν ἐντυπώσεις. Ἐπειδή, κ. ὑπουργέ, εἴπατε ὅτι, ἐὰν ἡ μνήμη σας δὲν σᾶς ἀπατᾷ, ὑπάρχει μία φράσις, ἡ ὁποία λέγει: «νὰ ἐξαφανισθῇ κλπ.», σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅπως θὰ διεπιστώσατε καὶ ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς ἐπιστολῆς, ἡ φράσις δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰς προτάσεις, ἀλλὰ εἰς τὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τῆς προτάσεως.
§73Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει διαφορά.
§74Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ὑπάρχει διαφορά. Ἄλλο νὰ λέγεται ὅτι «θὰ ἐξαφανίσωμεν τὰς προτάσεις».
§75Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Δὲν εἶπον ὅτι θὰ ἐξαφανίσετε τὴν πρότασιν....
§76Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Τὸ κείμενον θὰ κατατεθῇ.
§77Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Κύριε συνάδελφε, εἶπον τὰς δυσχερείας αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἀπὸ τὸ περιεχόμενον τῶν προτάσεων, δὲν εἶπον ὅτι θὰ ἐξαφανίσουν τὰς προτάσεις. Τὰς ξαίρει ὅλος ὁ κόσμος. Κύριοι συνάδελφοι, ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς κανένα συμπέρασμα, οὔτε καμμίαν ἄλλην διατύπωσιν δὲν θὰ συναγάγω ἐγώ. Ὀφείλω νὰ εἴπω τὶ συνέβη καὶ τὶ ἐκ τῆς ἐρεύνης διεπίστωσα. Πέραν αὐτοῦ δὲν εἶναι ἰδική μου δουλειά.
§78Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν σᾶς τὴν ἔδειξα ἐγώ, εἶναι ἔτσι ἢ ὄχι;
§79Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Τὸ εἶπον ὅτι μοῦ τὴν ἐδείξατε. Κύριε συνάδελφε, δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ χρόνον μακρὸν νὰ διηγηθῶ ὑπὸ ποίας συνθήκας εἶδον αὐτὴν τὴν ἐπιστολήν. Εἶναι πραγματικότης ὅτι ὁ κ. Καψάλης μοῦ τὴν ἔδειξεν. Οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ.
§80Κ. ΜΠΑΚΟΛΛΑΣ. Δὲν τὸ εἴπατε.
§81Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Λυποῦμαι. Μετὰ βαθείας μου λύπης σᾶς ἀνακοινῶ, ὅτι μοῦ τὴν ἔδειξεν ὁ κ. Καψάλης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἔγινεν ἔγγραφον πρὸς τὸν Γερμανὸν πρέσβυν ὅτι μᾶς ἔκαμαν αὐτὰς τὰς προτάσεις καὶ ἀποδεσμευόμεθα διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει;.... (δὲν ἠκούσθη)... καὶ ἐξηκολουθήσαμεν τὰς διαπραγματεύσεις. Αὐτὸ εἶναι ἀντικειμενικῶς βέβαιον. Διατὶ δὲν ἠξεύρω. Ἦλθον αἱ νέαι προτάσεις, τρίται κατὰ σειρὰν προσφοραί, 10.7.1954. Αὐτὴ ἡ προσφορὰ ἦλθεν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ὑπουργὸν κ. Κούνδουρον τότε. Ὁ κ. ὑπουργὸς συνεζήτησε διὰ πρώτην φορὰν τὸ θέμα εἰς τὴν ἀποβάθραν, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἀναμονῆς τοῦ στρατάρχου Τίτο ἢ τοῦ Χαϊλὲ Σελασιέ, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, μὲν τὸν κ. Καψάλην. Μετὰ δύο ἡμέρας ἐπισκέπτεται τὸν κ. Καψάλην ὁ κ. Κούνδουρος, τοῦ λέγει ὁ κ. Καψάλης, παρακαλῶ πάρα πολύ, προσέξατε, μέχρι τῆς ὥρας καὶ κυρίως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, πεπλανημένως, ἐνόμισεν ὅτι ἀντιπρόσωποι τῆς Σῆμενς ἦσαν ὁ κ. Εὐστρατίου καὶ ὁ κ. Μαλέος. Αὐτὸ ἐνόμιζεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν, τὸ ἐνθυμοῦμαι, διότι εἶχεν αὐτὸς ὑπογράψει τὴν προηγουμένην σύμβασιν. Ὁ κ. Καψάλης, τὸν ὁποῖον ἐπεσκέφθη τοῦ εἶπε: πρόσεξε, διότι ἀντιπρόσωποι δὲν εἶναι αὐτοί, εἶναι ὁ κ. Βουλπιώτης. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἔρχεται ὁ κ. Βουλπιώτης, τὴν 3 Σεπτεμβρίου 1954, καὶ προσάγει εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν ἕνα πληρεξούσιον τῆς Σῆμενς, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ Σῆμενς εἰς αὐτὸ τὸ θέμα ἔχει ἀντιπρόσωπόν της τὸν κ. Βουλπιώτην. Ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ κ. Βουλπιώτη, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἡ ἐφημερὶς αὕτη δὲν εἶναι ἐφημερὶς φίλα διακειμένη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἡ «Ἐλευθερία» τῆς 11ης Νοεμβρίου 1953, σελὶς 4. Περιγράφει τὸ ταξείδιον τοῦ κ. Μαρκεζίνη εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ ἀναφέρει: «Παραλλήλως συνεκεντρώθησαν ἐδῶ Ἕλληνες βιομήχανοι καὶ ἐπιχειρηματίαι—κόμμα—ὁ δὲ κ. Βουλπιώτης ἐπέβαινε τῆς εἰδικῆς ἁμαξοστοιχίας, μὲ τὴν ὁποίαν ἐταξείδευσεν ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐκ Μονάχου εἰς Μπόν». Δὲν λέγει, ὅτι αὐτὸ εἶναι τί τὸ ἐπιλήψιμον.
§82Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. (Θόρυβος) ........
§83Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Διατὶ τὸ λέγετε αὐτά;
§84Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Θὰ σᾶς εἴπω διατὶ τὸ λέγω.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἐγκαινιάζετε τὸ σύστημα τῶν διακοπῶν. Διὰ τελευταίαν φορὰν σᾶς παρακαλῶ.
§86Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Τὸ λέγω, διότι ἀφήσατε νὰ ὑπονοηθῇ, ὅτι ὁ κ. Βουλπιώτης ἀσκεῖ ἰδιάζουσάν τινα, ἐπιρροήν, ἡ δὲ ἀπάντησίς μου εἶναι πρῶτον, ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός, οὔτε κατ’ ὄψιν τὸν εἶχεν ἴδει, σᾶς πληροφορῶ δὲ, ὅτι καὶ ἐγὼ διὰ πρώτην φορὰν εἶδον τὸν κ. Βουλπιώτην......
§87Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. ὑπουργός, ἐὰν τὸν γνωρίζῃ.
§88Σ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Ὑπ. Συγκοινωνιῶν). Μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Καψάλης μοῦ τὸν συνέστησε, δὲν τὸν ἐγνώριζον.
§89Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, τὰς διατριβάς του τὰς ἐποίει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνιῶν.
§90Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἐπιλήψιμον τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Βουλπιώτης εὑρίσκετο μαζὶ μὲ τὸν κ. Μαρκεζίνην. Πιστοποιῶ ἁπλῶς, ὅτι ὁ κ. Μαρκεζείνης ἐχρησιμοποίει τὸν κ. Βουλπιώτην.
§91Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Ὡς ὄργανον.
§92Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι ἐγίνατε σεῖς ὄργανον τοῦ κ. Βουλπιώτη. Ὡς ὄργανον ὅμως τὸν ἐχρησιμοποιήσατε καὶ ἐμεῖς τὸν εὑρήκαμεν ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς ΖΗΜΕΝΣ καὶ ΤΕΛΕΦΟΥΝ-ΚΕΝ. Δὲν ἐπιλέγει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ξένων ἑταιρειῶν.
§93Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπον τῶν δύο αὐτῶν ἑταιρειῶν. Διότι ὡς ἀναγράφεται εἰς τὴν φυλλάδα, ποὺ ἔδωσεν ὁ κ. Βουλπιώτης προχθές, τὰ πάντα τὰ κατήρτιζε τὰ καθώριζε, τὰ προετοίμαζεν ὁ κ. Βουλπιώτης καὶ δὲν ὑπῆρχε τίποτε εἰς τὴν Γερμανίαν οὔτε τότε, οὔτε τώρα, οὔτε μετά, παρὰ μόνον ὁ κ. Βουλπιώτης. Περὶ αὐτῶν βεβαίως δὲν ἀξίζει ἀπάντησις.
§94Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ........
§95Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Μὴ προτρεχέτο ἡ γλῶσσα τοῦ νοῦ.
§96Α. ΚΑΡΑΘΟΔΩΡΟΣ. Μὴ μὲ ἀναγκάσετε.
§97Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Κύριοι συνάδελφοι, τὰ πράγματα ἔχουν οὕτω. Ὁ κ. Καψάλης ἔδωσεν ἐντολὴν εἰς τὸν κ. Κούνδουρον νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰς νέας προτάσεις τῆς ΖΗΜΕΝΣ. Ὁ μῦθος δηλοῖ, ὅτι πάλιν ἐγίνετο προσπάθεια ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως ἐκείνης.
§98Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐθν. Ἀμύνης). Δηλαδή, μὴ προκηρύξεως διεθνοῦς διαγωνισμοῦ.
§99Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, δηλαδή, μὴ προκηρύξεως διεθνοῦς διαγωνισμοῦ. Θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ διὰ τοὺς διεθνεῖς διαγωνισμοὺς εἰς τὰς δεσμεύσεις. Ἦλθε τὸ θέμα, καὶ εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν. Αὐτὸ ἔγινε τὸν Σεπτέμβριον. Ὁ Στρατάρχης εἶπε: «Θὰ διενεργηθῇ διαγωνισμός». Καὶ καλῶς τὸ εἶπε. Διότι δὲν ἐγνώριζεν, ὅτι ὑπῆρχον δεσμεύσεις οἱαιδήποτε, ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ὥστε ἔχομεν τρεῖς συζητήσεις εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τοῦ Γερμανικοῦ ἐν γένει. Δευτέρα συζήτησις ὅταν ἦτο ἐκεῖ ὁ κ. Καραθόδωρος τὸν Ἰανουάριον περίπου. Τρίτη συζήτησις τώρα τὸν Σεπτέμβριον εἰς τὸ Συντονιστικὸν εἰς τὴν ὁποίαν μάλιστα παρέστην καὶ ἐγὼ καὶ καθ’ ἣν ὁ Στρατάρχης ἐτόνισε «διαγωνισμός». Καὶ συνετάχθη ἀμέσως καὶ ὁ κ. Καψάλης. Θὰ τὰ ἴδωμεν, διατί, πῶς, καὶ ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν, καὶ τὶ προεκάλεσεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέραν, κύριοι, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ δρᾶμα. (Γέλωτες, θόρυβος). Ὡς τώρα, κύριοι συνάδελφοι, εὑρισκόμεθα εἰς μίαν περίοδον λυρικήν, ὅλα ἐπήγαιναν ἤρεμα, δὲν ὑπῆρχε θέμα ἀποκρύψεως ἢ μὴ ἀποκρύψεως. Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέραν ἀρχίζουν τὰ πράγματα νὰ ἔχουν κἄποιαν ἐμπλοκήν. Ἡ ἀρχὴ τοῦ διαγωνισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ὁ Στρατάρχης, μὴ γνωρίζων τίποτε μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, ἐπαναλαμβάνω—περὶ τῆς ὑπάρξεως ἐπιστολῶν—βεβαιότατα, κύριοι, προσέκρουσεν εἰς συμφέροντα τῶν ἐν λόγῳ Ἑταιρειῶν. Αἱ Ἑταιρεῖαι δικαιοῦνται νὰ ἔχουν συμφέροντα καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἑταιρειῶν δικαιοῦνται καὶ ὑποχρεοῦνται νὰ προστατεύουν τὰ συμφέροντα τῶν Ἑταιρειῶν, ὅταν μάλιστα νομίζουν, καλῶς ἢ κακῶς, ὅτι τὰ συμφέροντα ταῦτα τὰ βαστάζει μία διεθνὴς σύμβασις. Καὶ ἐδῶ πλέον γίνεται μία ἀπότομος στροφὴ τῆς ὅλης πολιτικῆς τακτικῆς. Ἀλλὰ διακόπτω διὰ νὰ σᾶς εἴπω μερικὰ διὰ τὴν ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ βραχύτατα ἄλλωστε, διὰ νὰ φθάσω καὶ εἰς τὴν ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ μέχρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Σεπτεμβρίου. Τὴν ἰδίαν καμπύλην, κύριοι συνάδελφοι, ἠκολούθησε καὶ ἡ ἱστορία τῆς ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ. Ἐδῶ τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ ἰσχύουν ἐπακριβῶς περίπου ὡς τὰ ἀνέφερεν ὁ κ. Καψάλης μὲ μερικὰς προσθήκας τὰς ὁποίας ὁ κ. Καψάλης, ἁπλούστατα δὲν ἐγνώριζε καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶπεν ἢ δὲν τὰς ἐθεώρησε σημαντικάς. Προϊστορία ὅμως τῆς ὑποθέσεως δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀνέφερε καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰς δηλώσεις του, ὅτι ἦλθε κομιστὴς ὡρισμένων ἀρχικῶν προτάσεων τῆς ΤΕΛΕΦΟΥΝΚΕΝ, ὅταν ἦτο εἰς τὴν Γερμανίαν. Ποῦ εὑρίσκονται αὐταὶ αἱ προτάσεις δὲν γνωρίζω οὔτε γνωρίζει τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Φάκελλος δὲν ἀνευρέθη, ἀλλὰ τὴν 16ην Ἰουνίου πράγματι γίνονται προτάσεις εὐθέως πρὸς τὸν κ. Καψάλην καὶ πρὸς τὸν κ. Ράλλην, ὡς ἁρμόδιον ὑπουργόν, κανονικώτατα. Ὁ κ. Ράλλης μόλις εἶδε τὰς προτάσεις αὐτὰς λέγει, ὅτι εἶναι ἀόριστοι καὶ παρεκάλεσε νὰ διευκρινισθοῦν, ὅπως εἶπε χθὲς καὶ ὁ κ. Καψάλης. Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν προέβαλεν ὁ κ. Καψάλης νὰ διευκρινισθοῦν καὶ ὑποβάλλονται τὴν 16ην Σεπτεμβρίου νέαι προτάσεις.
§100Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Πρ. Κυβερνήσεως). Ὄχι, ὑποβάλλονται νέαι προτάσεις εἰς τὸ τέλος Αὐγούστου. Αἱ νέαι προτάσεις ἀφεώρουν τὸ ὅλον θέμα, τὸ ὁποῖον ἦτο διῃρημένον λόγῳ τῆς θέσεώς του. Αἱ προτάσεις αὗται ἀφεώρουν τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ καὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ραδιοφωνίας καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς Ραδιοφωνίας ὑπὸ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, μὲ τὴν δικαιολογίαν, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις αὕτη θὰ ἦτο συμφερωτέρα ἐὰν ἐνηργεῖτο ὑπὸ ἰδιώτου, παρὰ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ὡς σήμερον, δηλαδή, νὰ τὴν ἔχῃ τὸ Κράτος. Ἐπῆγα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ καὶ εὗρον τὸν κ. Καψάλην εἰς ὅν εἶπον ὅτι πρῶτον συμφωνῶ διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ ὑλικοῦ, διότι πράγματι, παρ’ ὅλα τὰ σχέδια δὲν ἀκούεται τὸ ραδιόφωνον εἰς ἕνα μέγα τμῆμα τῆς χώρας. Δὲν συμφωνῶ ὅμως, ὡς πρὸς τὴν παραχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς ἰδιωτικὴν Ἑταιρείαν, ὄχι λόγῳ τῆς συγκεκριμένης ἰδιωτικῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ διότι δὲν συμφωνῶ κρατικὸν μονοπώλιον ὅτι θὰ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς ἰδιωτικὴν Ἑταιρείαν. Ὁ κ. Καψάλης μοῦ εἶπε: Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀποδοτικωτέρα ἡ ἐκμετάλλευσις ὅταν γίνεται ἀπὸ ἰδιώτην; Λέγω: συμφωνῶ ἀπολύτως. Ὅταν τὸ Κράτος ἀναλάβῃ μίαν ἐπιχείρησιν θὰ τὴν φέρῃ πολὺ χειρότερα εἰς πέρας ἀπ’ ὅ,τι θὰ τὴν φέρῃ ἕνας ἰδιώτης. Δὲν εἶναι, ὅμως, δυνατὸν εἰς ὡρισμένας ἐπιχειρήσεις τοῦτο νὰ συμβῇ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ αὐτὸ διὰ τὴν Ραδιοφωνίαν. Εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ἐπὶ μακρὸν καὶ ἐλήφθη αὐτὴ ἡ ἀπόφασις μὲ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ συμφωνῶ. Καὶ εἰσηγήθην εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον τὴν ἀπόρριψιν τῶν προτάσεων, λέγων ὅτι, οἱ α, β, γ κτλ. ὅλοι, δὲν μοῦ ἀρέσουν καὶ ἐπληροφόρησα τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Τελεφοῦνκεν περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν ἐπανῆλθεν καὶ μᾶς ἔκαμε μίαν πρότασιν νεωτέραν, ὅπου λέγει ὅτι, αἱ παρατηρήσεις μας εἶναι ὀρθαί, ἀλλὰ ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν αἱ προτάσεις πάλιν. Καὶ τότε ἐπανῆλθεν ἡ συζήτησις εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, μοῦ φαίνεται εἰς τὰς 16 Σεπτεμβρίου, πάντως μετὰ τὸ συλλαλητήριον τῆς Κύπρου, μετὰ τὰς 25 Αὐγούστου, καὶ ἐκεῖ ἐγένετο ἡ συζήτησις, ἐὰν πρέπει νὰ γίνῃ διαγωνισμὸς καὶ ἀπεφασίσθη, κατόπιν εἰσηγήσεως τοῦ κ. Στρατάρχου, ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν δύνανται νὰ γίνουν μὲ σύμβασιν καὶ πρέπει νὰ γίνουν μὲ διαγωνισμόν. Ἐγὼ δὲν εἶχον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, νὰ κάμωμεν σύμβασιν, ἐὰν οἱ ὅροι ἦσαν καλοί. Ὁ κ. Στρατάρχης, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι σωστὸ εἰς τοιαῦτα πράγματα νὰ γίνωνται συμβάσεις ἀπ’ εὐθείας καὶ καλύτερον εἶναι νὰ διενεργηθῇ διεθνὴς διαγωνισμός. Ὡς πρὸς ποῖον μέρος θὰ γίνῃ, ὁ διεθνὴς διαγωνισμός; Ὡς πρὸς τὸ ὅλον ἢ ὡς πρὸς τὸ ὑλικόν; Ἐγὼ εἶπον ὡς πρὸς τὸ ὑλικὸν Εἶπον, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ὑλικὸν πρέπει νὰ γίνῃ ὁπωσδήποτε, διότι ἡ ραδιοφωνία ἔχει ἐλλείψεις σημαντικάς, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει λόγος οὐδεὶς ὁ διαγωνισμὸς νὰ γίνῃ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν. Δὲν ἀποκρύπτω, ὅμως, ἀπὸ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ὅτι ἐὰν ἡ ἐκμετάλλευσις δοθῇ εἰς ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, ἀσφαλῶς αὕτη θὰ εἶναι ἀποδοτικωτέρα. Παρὰ ταῦτα, δὲν νομίζω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ τὸ κάμωμεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε, πρῶτον, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διαγωνισμὸς καὶ δεύτερον, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διαγωνισμὸς διὰ τὸ ὑλικὸν καὶ οὐχὶ διὰ τὴν παραχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Κατόπιν αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συντονιστικοῦ ἔγινεν ἡ πρώτη γερμανικὴ διαμαρτυρία περὶ ἧς θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ κ. Παπαληγούρας.
§101Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντ.). Πράγματι, ἐπλανήθην ὡς πρὸς τὴν ἡμερομηνίαν, δὲν ἔχει ὅμως σημασίαν, οὔτε ὁ κ. Καψάλης χθὲς παρουσίασεν ἄλλην εἰκόνα ἀπὸ ὅ,τι ὁ κ. Ράλλης. Τὸ πρᾶγμα ἦλθεν ὡς ἑξῆς: Ὁ κ. Στρατάρχης εἶπε: Χωρισμὸς τοῦ θέματος. Ἄλλο ἐκμετάλλευσις, ἄλλο λειτουργία. Ὡς πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀπόλυτος ἀντίρρησις. Ὑπάρχει θέμα ἀρχῆς. Ὡς πρὸς τὸ κατασκευαστικόν, διαγωνισμός. Ὁ κ. Καψάλης ἐπρότεινε — καὶ εἶναι ἡ ὑστάτη προσπάθεια — νὰ γίνῃ διαγωνισμός, διότι ἐπέμενεν ὁ κ. Στρατάρχης, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συνδυασμὸς διαγωνισμοῦ, δηλαδὴ νὰ ζητηθοῦν προσφοραὶ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν, ταυτοχρόνως καὶ διὰ τὴν κατασκευήν.
§102Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἀπὸ ποῦ τὸ γνωρίζετε;
§103Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Ἀπὸ ὅ,τι μοῦ εἶπον τὰ μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου.
§104Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε Ράλλη, ἐνθυμεῖσθε ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις, ὅπως ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργός, ὅπου ὄντως συνεζητήθη ἂν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸν διαγωνισμὸν καὶ τὰ δύο θέματα, μὲ ἐλευθερίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀποδεχθῇ ἢ τὸ ἕν ἢ καὶ τὰ δύο, αὐτὴ ἡ συζήτησις ἔγινεν, ὄχι ὅταν ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ τῆς διενεργείας τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀλλὰ προγενέστερον; Τὸ ἐνθυμεῖσθε αὐτὸ ἢ ὄχι;
§105Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ.). Δὲν ἔχει ἀξίαν. Δέχομαι τὰς ἀπόψεις σας.
§106Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπ. Προεδ. Κυβερν.). Ὅταν ὁ κ. Στρατάρχης εἶπεν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσωμεν εὐθέως εἰς σύμβασιν, συνεφωνήσαμεν ὅλοι διὰ τὸν διαγωνισμόν Ἐγεννήθη, λοιπόν, τὸ θέμα, ὁ διαγωνισμός, τί θὰ περιελάμβανε; Τὸ ὑλικόν, ἢ τὸ ὑλικὸν καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν; Σεῖς, κύριε Καψάλη, ἐλέγατε καὶ τὰ δύο καὶ ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ εὐχέρεια νὰ ἀποδεχθῇ ἢ τὸ ἕν μέρος τοῦ διαγωνισμοῦ, ἢ τὸ ἄλλο. Ἢ καὶ τὰ δύο μαζί, ἢ κανένα. Καὶ κατέληξε τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι δὲν ἦτο σωστὸν νὰ κάμωμεν οὔτε κἂν διαγωνισμὸν διὰ τὴν παραχώρησιν, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸ ὑλικόν.
§107Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἐκεῖνο ποὺ σᾶς ἠρώτησα, εἶναι ἄλλο. Ἐὰν ἡ συζήτησις αὐτή, περὶ τῶν δύο σκελῶν τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ περὶ τῆς δυνατότητος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ προτιμήσῃ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, ἔγινε προγενεστέρως. Ἐδήλωσα χθές, ὁμιλῶν, ὅτι ἡ εἰσήγησίς σας περὶ διενεργείας διαγωνισμοῦ, μόνον ὡς πρὸς τὸ ὑλικόν, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ ὁμοφώνως, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπέμεινα εἰς αὐτὴν τὴν λεπτομερειακὴν διευκρίνησιν. Διότι, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι ἀναλόγους δηλώσεις ἐκάματε καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅταν κάπου ἀνεγράφη ὅτι ἐγὼ διεφώνησα πρὸς τὴν πρότασίν σας εἰς τὸ Κυβερνητικὸν Συμβούλιον.
§108Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερν.). Εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν εἶπον τὰς λεπτομερείας. Αἱ λεπτομέρειαι τοῦ Συντονιστικοῦ, εἶναι, ὅτι, σεῖς ἐπροτείνατε νὰ γίνῃ διαγωνισμὸς καὶ διὰ τὸ ὑλικὸν καὶ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ ὅτι ἡμεῖς ἀπερρίψαμεν τὴν πρότασίν σας διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν.
§109Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἡ συζήτησις αὐτή, ἔγινεν εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν καὶ ὄχι τότε.
§110Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερν.). Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§111Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπ.). Κύριοι συνάδελφοι, ἐδῶ μία παρένθεσις: Ἔγινε θόρυβος διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Τελεφοῦνκεν οὐ σμικρός. Καὶ ἐνῷ ἐγνώριζα ὅτι περὶ τὸ τέλος Σεπτεμβρίου τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἀποφασίσει ὅτι θὰ γίνῃ διαγωνισμός, ἕνα πρωΐ, τὸ πρωΐ τῆς 28 ἢ 29 Σεπτεμβρίου διαβάζω εἰς τὰς ἐφημερίδας μίαν ἀνακοίνωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἑλλάδος καὶ Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι «συνεργάζεται μὲ τὴν Τελεφοῦνκεν κλπ.». Δὲν ἤξευρα περὶ τοῦ θέματος τίποτε ἄλλο παρ’ ὅ,τι τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἀπορρίψει τὴν ὑπόθεσιν. Ὁμολογῶ ὅτι ἠνωχλήθην καὶ ἐπῆρα εἰς τὸ τηλέφωνον τὸν κ. Ἠλιάσκον. Τὸν ἐμέμφθην καὶ τοῦ εἶπα: Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ προβαίνῃ εἰς τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ὅταν τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ἔχει λάβει ἀπόφασιν ἀντίθετον; Ὁ κ. Ἠλιάσκος μοῦ ἀπήντησεν εἰς τὸ τηλεφώνημα, ὅτι ὁ κ. Βουλπιώτης, προσῆλθε μὲ αὐτὴν τὴν ἀνακοίνωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὅτι ἐπῆρεν εἰς τὸ τηλέφωνον τὸν ὑπουργὸν τοῦ τότε Συντονισμοῦ κ. Καψάλην, ὁ ὁποῖος ἐνέκρινε τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀνακοινώσεως. Ἐὰν μοῦ εἶπε ψέμματα ὁ κ. Ἠλιάσκος, σᾶς λέγω καὶ ἐγώ. Αὐτὰ εἶχον συμβῆ τότε.
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει ἡ ἀνακοίνωσις;
§113Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπ.). Διαβάστε την εἰς τὰς ἐφημερίδας, κύριοι. Ἡ συνέχεια τῆς ὑποθέσεως εἶναι ἡ ἑξῆς: Τώρα ποὺ ἀνέλαβα τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Συντονισμοῦ, ἐνεθυμήθην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἐκάλεσα χθὲς τὸν κ. Ἠλιάσκον, μήπως δὲν ἐνεθυμούμην καλὰ τὴν ἱστορίαν, καὶ ὁ κ. Ἠλιάσκος μοῦ ἔφερεν ἀντίγραφον τοῦ ἀνακοινωθέντος καὶ μοῦ ἐπανέλαβεν αὐτολεξεὶ αὐτά, τὰ ὁποῖα τότε ὡς ἐνεθυμούμην ὅτι μοῦ εἶχεν εἴπη. Δὲν λέγω ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἔχει καμμίαν ἀξίαν, ἔχω καθῆκον ὅμως ὅσα στοιχεῖα ὑπάρχουν νὰ τὰ φέρω εἰς γνῶσιν σας. Τὸ Συντονιστικὸν εἶχεν ἀποφασίσει νὰ μὴ γίνῃ ὁ διαγωνισμὸς καὶ ἐδίδετο ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ ἐντολὴ νὰ προβῇ εἰς δημοσίευσιν περὶ ἐνδεχομένης συνεργασίας μὲ τὴν Τελεφοῦνκεν εἰς τὸν τομέα τῆς λειτουργίας τοῦ ραδιοφωνικοῦ σταθμοῦ ὅπου ἡ ἀπόφασις τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου ὑπῆρξεν ἀπὸ μηνὸς καὶ πλέον ὡς μᾶς εἶπον οἱ κ. κ. Καψάλης καὶ Ράλλης ἀμείλικτος. Ὥστε καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Τελεφοῦνκεν ἀκολουθεῖται ἡ ἰδία καμπύλη. Πάλιν ὑπῆρχεν ἡ εὐκαιρία νὰ ὁμιλήσωμεν εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι, κύριοι, ὑπάρχει αὐτὸ τὸ γράμμα, ἔχομεν αὐτὴν τὴν χαλαρὰν ὑποχρέωσιν ὡς πρὸς τὴν Τελεφοῦνκεν, διότι καὶ οἱ Γερμανοὶ εἶπον ὡς πρὸς τὴν Τελεφοῦνκεν ὅτι ἡ ὑποχρέωσις εἶναι χαλαρά. Θὰ σᾶς ὁμιλήσω ἀργότερα περὶ τῶν διαπραγματεύσεων τὰς ὁποίας ἐγὼ διεξήγαγα μὲ τοὺς Γερμανοὺς διὰ νὰ ἴδωμεν πόσον ἦτο χαλαρά. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει διατὶ καὶ ἐδῶ νὰ μὴ λέγωμεν ὅτι ἐκάμαμε μίαν διαπραγμάτευσιν καὶ διατὶ νὰ μὴ λέγωμεν τὰ πραγματικὰ γεγονότα.
§114Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ἀναφέρατε, ὅτι ἐγὼ ἤμην σύμφωνος νὰ γίνῃ ἡ δημοσίευσις αὐτῆς τῆς ἀνακοινώσεως. Ἐλπίζω ὅτι ὅλα τὰ μέλη τοῦ Συντονιστικοῦ θὰ σᾶς βεβαιώσουν, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις αὐτὴ ἔγινεν ἐν γνώσει τοῦ Συντονιστικοῦ.
§115Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ποία ἀνακοίνωσις;
§116Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους εἶχε προτείνει ἡ Τελεφοῦνκεν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἐὰν σεῖς ἀπουσιάζατε, ἀλλὰ συνεζητήθη εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον.
§117Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐδώσαμεν ἄδειαν ἡμεῖς δημοσιεύσεως, μετὰ τὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἦτο, ὡς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀμείλικτος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ προνόμιον; Ἡμεῖς εἴχομεν ἀντιτάξει ἄρνησιν εἰς τὸ προνόμιον καὶ οὐδέποτε θὰ ἐπετρέπωμεν τὴν δημοσίευσιν τοιαύτης ἀνακοινώσεως.
§118Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἐπειδή, εἰς τὸν τύπον εἶχεν ἀρχίσει νὰ γράφωνται διάφορα πράγματα, περὶ σκανδαλωδῶν προτάσεων κλπ., ἐδηλώθη εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ράλλην, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐδῶ, νὰ τὸ βεβαιώσῃ, ὅτι θὰ ἦτο καλύτερον νὰ δημοσιευθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα, νὰ δῇ ὁ κόσμος. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Ράλλη, ὅταν ἐπρόκειτο διὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν προτάσεων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§119Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερν.). Αἱ προτάσεις ἀπερρίφθησαν ἀπὸ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἔγινε φασαρία, διότι πάντοτε γίνεται φασαρία δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα τοῦ ραδιοφώνου. Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἦλθεν ὁ κ. Καψάλης καὶ εἶσθε εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Στρατάρχου σεῖς καὶ μὲ ἐφωνάξατε μέσα νὰ μοῦ πῆτε.
§120Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ἡ συζήτησις, ἦτο μεταξὺ ὑμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, παρίστατο καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος....
§121Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπ. Προεδρ. Κυβερν.). Πάντως μὲ ἐρωτήσατε, ἐὰν ἔχω ἀντιρρήσεις νὰ δημοσιευθοῦν αἱ προτάσεις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἶπα, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις, ἂν καὶ ἀπερρίφθησαν αἱ προτάσεις, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίρρησις.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἶναι ἡ τελευταία διακοπή. Δὲν ἐπιτρέπω πλέον οὐδεμίαν διακοπήν. Θὰ συνεχισθῇ ὁ λόγος. Πρόκειται περὶ ἀγορεύσεως. Κρατήσατε, ἐὰν θέλετε, σημειώσεις. Δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπάς.
§123Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συν.). Μὲ συγχωρεῖτε πολύ. Ὁ κ. Ράλλης εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἀντίρρησιν νὰ δημοσιευθοῦν αἱ προτάσεις καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀπόλυτον καλοπιστίαν μου. Ὁμιλῶ, χωρὶς νὰ συνεννοηθῶ μὲ κανένα.
§124Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Πόσας φορὰς διεψεύσθητε;
§125Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Δὲν τὰς μετρᾶτε; Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐβαίναμεν πρὸς τὸ τέλος τοῦ Σεπτεμβρίου. Ὁ Στρατάρχης εἶχεν ἐγκαινιάσει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ δικαίως, τὴν αὐτονόητον πολιτικὴν τῶν διαγωνισμῶν. Πρὸ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Στρατάρχου, ἠναγκάσθησαν φαίνεται οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰς ἑταιρείας νὰ προβοῦν εἰς τὰς πρώτας ἀποκαλύψεις. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει πῶς ἐγένοντο αἱ ἀποκαλύψεις. Ἐγὼ πιστεύω τὸ ἱστορικὸν ὡς τὸ διηγήθη ὁ Στρατάρχης. Δέχομαι διὰ τὴν συζήτησιν, νὰ τὸ ἐκλάβω ὡς τὸ διηγήθη ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἢ ὁ κ. Καψάλης. Ὅπως καὶ ἐὰν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἐνεφανίσθη ἡ ἐπιστολὴ ἡ μὴ διωρθωμένη καὶ ὄχι διωρθωμένη. Ἐκείνην τὴν στιγμὴν καθ’ οἱανδήποτε ἐκδοχήν, ὁ κ. Καψάλης δὲν ἐνεθυμήθη τὴν ἀγωνίαν τὴν μεγάλην, τὴν ὁποίαν συνεμερίσθη μετὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ δὲν ἀνεγνώρισε κἂν τὸ κείμενον. Ποῖον κείμενον; Ἕνα κείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπηνέχθησαν ὡρισμέναι μεταβολαὶ τὰς ὁποίας θὰ διαπιστώσατε ἐκ τῆς δημοσιευθείσης εἰς τὸν «Ἐθνικὸν Κήρυκα» φωτοτυπίας: Εἶχεν ἀντικατασταθῆ ἡ λέξις «Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις» διὰ τῆς λέξεως «ἐμοῦ» καὶ εἶχον γίνει καὶ μερικαὶ συντακτικαὶ διορθώσεις. Δηλαδὴ δὲν εἶχεν παραμορφωθῆ τὸ κείμενον εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ μὴν ἐνθυμῆται ὁ κ. Καψάλης ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἐπιστολὴ αὐτή. Καὶ ἐβιάσθη ὁ κ. Καψάλης. Ἀλλὰ ἦτο δυσχερὴς ἡ προσωπική του θέσις, καὶ εἶπεν αὐτὸ τὸ ἀόριστον. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἐνεθυμεῖτο, τί ἐγένετο; ὅταν εἶχεν χαλάσει ὁ κόσμος, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὁ ὁποῖος εἴπατε, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑπογραφῆς τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, ἐπρόκειτο νὰ ναυαγήσουν αἱ διαπραγματεύσεις; Καὶ δὲν ἐνεθυμήθη ὁ κ. Καψάλης ὅλα αὐτά; Ὅταν μάλιστα εἶναι καὶ γερμανομαθεῖς, περισσότερον τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ παρέστη πάντως κατὰ τὴν διόρθωσιν; Πῶς δὲν ἐνεθυμεῖτο τὴν μεταβολὴν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶχε τοιαύτην σημασίαν, ἀφοῦ κατὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην δι’ αὐτῆς μετετρέπετο ἄρδην ἡ ἔννοια καὶ τὸ νομικὸν κῦρος τοῦ κειμένου. Εἶπεν, ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι ἐὰν εἶχεν ὑπογράψει τὸ ἀρχικὸν κείμενον, θὰ μᾶς ἐδέσμευεν. Εἶπεν, ὅτι θὰ ἔφθανεν μέχρι τοῦ σημείου νὰ σπάσῃ τὰς διαπραγματεύσεις. Ὅλα αὐτὰ δὲν τὰ ἐνεθυμεῖτο ὁ κ. Καψάλης, ὅταν συνεζήτει μετὰ τοῦ Στρατάρχου;
§126Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ὁ κ. Ἔρχαρτ ἰσχυρίσθη ὅτι ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς ὑπὸ τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Τότε ἐρωτᾶται, ἀπὸ τὸν κοινὸν ἄνθρωπον, διατὶ ὁ κ. Ἔρχαρτ ἐδέχθη νὰ διαγράψῃ τὸ «Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις». Δὲν ἔλεγε, κ. Μαρκεζίνης, εἴτε διαγραφεῖ εἴτε δὲν διαγραφεῖ ἡ φράσις «Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις», ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ κ. Ἔρχαρτ, κύριε ὑπουργέ, δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Μαρκεζίνη ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ πράξῃ ὅτι δηλαδὴ ἢ διαγραφεῖ ἢ δὲν διαγραφεῖ ἡ φράσις Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις. (Θόρυβος).
§127Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον. καὶ Ἐμπορ.). Κύριοι συνάδελφοι, ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ὁ συνάδελφος θὰ μετενόησεν ἤδη διὰ τὴν βαρεῖαν ἔκφρασιν τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη. Ὁ κ. Ἔρχαρτ εἶναι, ὅπως τὸ ἠξεύρομεν ὅλοι μας, παγκόσμιος προσωπικότης. Εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ἀνεγέννησε τὴν νέαν Δημοκρατικὴν Γερμανίαν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς. Ἄν περιμένετε θὰ σᾶς εἴπω τὶ ἔμαθα καὶ ἐκ ποίας πηγῆς τὸ ἔμαθα.
§128Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ μίαν ἐρώτησιν ἔκαμα. Εἶναι τὸ ἴδιον ἢ διαγραφεῖ ἡ φράσις ἢ δὲν διαγραφεῖ.
§129Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον. καὶ Ἐμπορ.). Κύριε συνάδελφε, τὸν κ. Ἔρχαρτ ἐλέγχετε; Καί, εἶναι περίεργον νὰ περιμένῃ κανεὶς ἀπὸ τὰ ἀντισυμβαλλόμενα νὰ τοῦ προσδιορίσῃ τὴν ἔννοιαν ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑπογράφει. Ἀλλὰ μὴ βιάζεσθε, κύριε συνάδελφε, θὰ ἴδητε ποία ἔννοια ἀπεδόθη τότε εἰς τὴν φράσιν καὶ διατὶ ἀπεδόθη. Διατὶ δὲν περιμένετε; Πάντως νομίζω ὅτι ἡ σκηνὴ ἡ σημειωθεῖσα—δὲν τὸ λέγω ὑπὸ κακὴν ἔννοιαν, ἀντικειμενικῶς τὸ λέγω ἀπὸ ἀπόψεως ἐμφανίσεως εἰς τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον—ὁπωσδήποτε καὶ ἄν ἐσημειώθη εἴτε ὅπως μᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Καψάλης, εἴτε ὅπως μᾶς τὸ μισοεῖπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, εἴτε ὅπως μᾶς τὸ εἶπεν —καὶ ἐγὼ τὸ πιστεύω ὅτι ἔτσι εἶναι—ὁ κ. Στρατάρχης, τοῦτο δεικνύει ὅτι ὁ κ. Καψάλης εἶχε πάθει κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην καθολικὴν ἀμνησίαν, διότι ἐὰν δὲν εἶχε πάθει καθολικὴν ἀμνησίαν, ὡς ἄνθρωπος θὰ ἀντέδρα. Ἀλλὰ ἐδῶ προκύπτει ἕνα ἄλλο θέμα. Ὁ κ. Καψάλης εἶπεν ὅτι συνήντησε τὸν Γερμανὸν πρεσβευτὴν καὶ τὸν ἠρώτησεν ἐὰν ἀπεσκόπει διὰ τῆς παραδόσεως αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς νὰ προβῇ εἰς διάβημα πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως.
§130Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ὄχι δὲν εἶπον τέτοιο πρᾶγμα.
§131Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον. καὶ Ἐμπορ.). Τί εἴπατε;
§132Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Εἶπον ὅτι μόλις ἤρχισα ν’ ἀναφέρω εἰς τὸν κ. πρέσβυν ὅτι τὸ γράμμα ποὺ ἔστειλεν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀκριβὲς μοῦ ἀπήντησε: ποῖον γράμμα;
§133Α. ΠΑΠΑΓΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Δὲν ἔστειλε κανένα γράμμα ὁ Πρέσβυς πρὸς ἐμέ.
§134Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Μοῦ εἶπεν ὅτι ἐγὼ δὲν ἔδωσα κανένα γράμμα, οὔτε ἦτο ἡ ἐπιθυμία μου νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κανένα γράμμα. Οὔτε ἔκαμα κανένα διάβημα. Αὐτὸ ἦτο ὄχι ὅτι τὸν ἠρώτησα ἐγὼ μήπως... κλπ.
§135Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Βεβαιότατα ἔτσι σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρέσβυς. Εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ φαντασθῆτε ὅτι Πρέσβυς μιᾶς χώρας, ἐὰν ἤθελε νὰ κάμῃ διάβημα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, θὰ τὸ ἔκαμε δι’ οἱουδήποτε ἐμπορικοῦ ἀντιπροσώπου; Θὰ ἐπήγαινεν αὐτοπροσώπως εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ θὰ ἐπήγαινεν αὐτοπροσώπως εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως δὲν θὰ διεπίστευεν ἐνδιάμεσον μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του τὸν οἱονδήποτε ἀντιπρόσωπον οἱασδήποτε ἑταιρίας. Αὐτὰ σᾶς εἶπε, βεβαιότατα, ὁ κ. Πρεσβευτής. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Εἴχατε δίκαιον ποὺ εἴπατε ὅτι σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ ὅτι ἦτο ἀτύχημα ὅτι ἐνεφανίσθη ἡ ἐπιστολὴ καθ’ ὃν τρόπον ἐνεφανίσθη εἰς τὸν κ. Στρατάρχην. Καὶ εἰς ἐμὲ τὸ εἶπε. Θὰ σᾶς εἴπω ὅμως ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν τὸ εἶπε. Καὶ θὰ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην σας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε καὶ εἰς ὑμᾶς κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐμφανίσεως τοῦ γράμματος ἀπὸ τὸν κ. Βουλπιώτην εἰς τὸν Στρατάρχην. Ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι, καὶ κανένα μέλος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀρνεῖται, ὅτι ὁ κ. Βουλπιώτης, ἐν τῇ προστασίᾳ τῶν νομίμων συμφερόντων του, ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτῶν τῶν Οἴκων, καλῶς ἔπραξε καὶ ἐπῆγε καὶ ἐπῆρε ἕνα κείμενον ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Πρεσβείαν καὶ θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι πλαστόν. Καὶ ἀνακινῶν τὸ ζήτημα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καλὰ ἔκαμεν ὡς ἐμπορικὸς ἀντιπρόσωπος. Ὁ κ. Κὸρτ διατὶ δὲν ἐπῆγεν ἀπὸ τότε νὰ διαμαρτυρηθῇ; Νὰ σᾶς εἴπω: Πρῶτον διότι, διὰ νὰ κάμῃ ἕνα διάβημα ἕνας Πρέσβυς, θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ μίαν ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεώς του. Καὶ δὲν εἶχε τοιαύτην ἐντολὴν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δεύτερον, διὰ νὰ κάμῃ ἕνα διάβημα ἕνας Πρέσβυς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἔγγραφον πρᾶξιν συγκεκριμένην ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως. Τί πρᾶξιν; οἱ διαγωνισμοί; Δὲν εἶχον προκηρυχθῆ εὐθὺς ὡς ἀνεγράφη ἐπισήμως, ὅτι προκηρύσσονται διαγωνισμοί. Ἐγένετο συνεννόησις μὲ τὸ Γερμανικὸν Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διότι παρενέπεσε τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔδωσεν ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις ὁ ἴδος ὁ κ. Κόρτ. Διότι ὁ κ. Κόρτ, ἐπειδὴ ἡ διόρθωσις ἐγένετο τὴν τελευταίαν στιγμήν, εἶχεν ἕνα ἀπὸ τὰ πολυγραφημένα τοῦ ἐκεῖ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ δὲν εἶχε προλάβει νὰ ἔχῃ τὴν διόρθωσιν.
§136Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Μὰ αὐτὸ τὸ κείμενον τὸ ἐπῆρεν ἀπὸ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Τελεφοῦνκεν.
§137Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Δὲν ξαίρω ἀπὸ ποῦ τὸ ἐπῆρε.
§138Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Παρίστασθο εἰς τὴν «πρὲς κόνφερανς», ἡ ὁποία ἔγινε.
§139Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον.). Ὁ κύριος Κόρτ εἶπεν ὅτι τὸ ἔδωσεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Τελεφοῦνκεν.
§140Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ὅτι τὸ ἐπῆρε καὶ ὅτι τὸ ἔδωσε κατόπιν.
§141Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Τὸ ἐπῆρε καὶ τὸ ἔδωσεν εἰς τὸν ἴδιον; Μακάρι.
§142Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Ὄχι μακάρι, κ. ὑπουργὲ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅταν εἶσθε τόσον αὐστηρὸς καὶ κατηγορεῖτε τοὺς ἄλλους....
§143Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντον.). Καθόλου δὲν εἶμαι οὔτε αὐστηρός, οὔτε κατηγορῶ κανένα, οὔτε ἴχνος κατηγορίας ἐξέφυγεν ἀπὸ τὰ ἰδικά μου χείλη, αἱ κατηγορίαι εἶναι ἀπὸ τὰ ἰδικά σας χείλη.
§144Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Θὰ πρέπει νὰ ἐνθυμῆσθε καλύτερον, τί ἐλέχθη παρουσίᾳ σας εἰς τὴν «πρὲς κόνφερανς», ὅταν ἔφευγεν ὁ καθηγητὴς, κ. Ἔρχαρτ. Εἶπε τότε ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀντίγραφον εἰς τὸν φάκελλόν του καὶ εἶχε ζητήσει πρὸ καιροῦ καὶ τοῦ ἔδωσεν ἓν ἀντίγραφον ὁ ἐκπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν· τὸ ἀντίγραφον ποὺ μοῦ ἔδωσεν ἦτο ἐσφαλμένον καὶ ὅταν μετὰ μερικοὺς μῆνας ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν τὸ ἐχρειάσθη διὰ νὰ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ τὸ ἔδωσε. Δηλαδὴ ὁ Πρέσβυς ἔδωσεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Τελεφοῦνκεν τὸ ἐσφαλμένον κείμενον! Καὶ αὐτὸ τὸ γράφουν αἱ ἐφημερίδες.
§145Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συν. καὶ Ἐμπορίου). Νὰ διαβάσωμεν τί εἶπεν.
§146Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Κύριε ὑπουργέ, ὅλα αὐτὰ δὲν θὰ ἐγίνοντο ἐάν, τὸ πρωτότυπον τοῦ ὑπογραφέντος κειμένου εἶχεν ἀνακοινωθῆ εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶχε κατατεθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, οὔτε θὰ ἐδημιουργεῖτο ἡ σημερινὴ περιπέτεια καὶ ἀναταραχή. Καὶ ἐρωτῶ σήμερον τοὐλάχιστον κατετέθη εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τὸ ἐπίμαχον ἔγγραφον;
§147Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συν. καὶ Ἐμπορίου). Ὄχι.
§148Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Οὔτε σήμερον ὑπάρχει τὸ κείμενον τὸ πραγματικὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§149Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Νὰ σᾶς βοηθήσω. Ἔχω ἐδῶ τὴν «Καθημερινήν».
§150Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συντ. καὶ Ἐμπορίου). Εἶναι ἐκπληκτικὸν τὸ τί νόημα δίδεται εἰς τὰ δημοσιεύματα. Καὶ ἐνόμιζα ὅτι μὲ εἶχε μωράνει ὁ Κύριος καὶ δὲν ἤκουσα τί ἔλεγεν ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἰδοὺ λοιπὸν τί γράφει ἡ «Ἐλευθερία» καὶ ἡ «Καθημερινή». «Ὑπῆρχεν ἕνα κείμενον τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο διωρθωμένον, διότι ἡ διόρθωσις ἔγινε τὴν τελευταίαν στιγμήν. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν παρεκάλεσε νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ φακέλλου καὶ τοῦ τὸ ἐπέτρεψα. Ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Τελεφοῦνκεν εἶχεν ὁ ἴδιος μίαν ἐπιστολὴν εἰς χεῖρας του, τὴν ὁποίαν ὅμως εἶχε χάσει». Ἄλλην ἐπιστολὴν εἶχεν εἰς χεῖρας του καὶ τὴν εἶχε χάσει. Ἐδημιουργήθη ἡ πλάνη διότι ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Τελεφοῦνκεν τὸ μὴ διωρθωμένον, κείμενον, πρᾶγμα ποὺ συνέβη ἐν ἀγνοίᾳ μου τοῦ Πρεσβευτοῦ. Ὁ πρώην ὑπουργὸς κ. Καψάλης μοῦ ἔδωκε τὸ διωρθωμένο κείμενον ἐν πρωτοτύπῳ καὶ τότε διεπιστώθη ὅτι εἶχε γίνει διόρθωσις, πρᾶγμα ποὺ ἀνεγνωρίσθη ἀμέσως. Δηλαδὴ πρόκειται περὶ καθαρῶς γραφειοκρατικῆς παραλείψεως. Κύριε Καψάλη γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν γνωρίζετε;
§151Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν κατετέθη τὸ κείμενον τὸ πραγματικόν;
§152Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ (Ὑπ. Συν. καὶ Ἐμπορίου). Μάλιστα, κύριε συνάδελφε, δὲν κατετέθη αὐτῆς τῆς ἐπιστολῆς. Εἶναι πλέον ἀνάγκη ἀποκαλυφθέντος τοῦ σχεδίου, ἀποκαλυφθείσης τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐπιστολῆς καὶ πρὸς Θεοῦ, κύριοι, παρακαλῶ, τί σχέσιν ἔχει μὲ τὴν ἀπόκρυψιν τὸ ἐὰν ἐνεφανίσθη αἰφνιδίως ἡ ὀρθὴ ἢ ἡ διωρθωμένη ἐπιστολή. Τώρα ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς ἀποκρύψεως καὶ ὄχι περὶ τῆς δεσμεύσεως. (Φωναί). Κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἐχάσατε τὴν ὑπομονήν σας, αἱ πύλαι εἶναι ἀνοικταί. Ἐγκαινιάζετε νέα τακτικὴ πρὸς τὸν Στρατάρχην. Δὲν συμβαίνει τίποτα, μὴ ἀνησυχεῖτε, δὲν θὰ διαμαρτυρηθοῦν οἱ Γερμανοί. Πρὸς τοὺς Γερμανοὺς δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς τί λέγετε. Ἠξεύρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐμφαίνονται ἐκ τῶν πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐτηρήθησαν κατὰ τὰς συνομιλίας, τὰς ὁποίας εἶχον ἐγὼ μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ τώρα τελευταίως καὶ κατὰ τὰς ὁποίας παρέστησαν 11 πρόσωπα ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς καὶ 9 ἀπὸ Γερμανικῆς. Ἐμφαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν ὅτι μοῦ εἶπεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ, πῶς μοῦ εἶχε δηλώσει ὁ κ. Καψάλης ὅτι τὸ διϋλιστήριον θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἐκ Γερμανικῶν πιστώσεων. (Πρακτικὰ σελὶς 10). Τὰ πρακτικὰ συνέταξεν ὁ κ. Τσιμικάλης καὶ ὁ κ. Φρυδᾶς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Παρέστησαν οὐκ ὀλίγοι ὑπάλληλοι ὅλων τῶν κλάδων ὅλων τῶν Ὑπουργείων. Δὲν λέγω ὅτι διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς ἐδέσμευσεν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὡς πρὸς τὰ διϋλιστήρια, διότι δὲν εἶμαι κακόπιστος. Λέγω ὅμως ὅτι, διὰ ποῖον λόγον εἰς παραμονὰς διαπραγματεύσεων ἐξεστόμισεν αὐτὴν τὴν φράσιν, τὴν ὥραν ποὺ ἐγένετο διεθνὴς διαγωνισμός; Διατὶ ἀφώπλισε πρῶτον, ἡμᾶς ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων καὶ δεύτερον, διὰ ποῖον λόγον, πρὸς Θεοῦ, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχε διαγωνισμός, διεκύβευσε τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν ὀρθοδοξιῶν τῶν διαγωνισμῶν; Αὐτὰ δὲ ἐπανέλαβεν ὁ κ. Κὸρτ εἰς τὸν κ. Καπετανίδην, ὑπὸ ἁπαλωτέραν μορφὴν ὁ κ. Κόρτ. Καὶ ἤλεγξα χθὲς τὰ πρακτικὰ τῶν Ἑλληνογερμανικῶν συνεδριάσεων καὶ εἶδον τί εἶπεν ὁ κ. Κὸρτ εἰς τὴν διάσκεψιν αὐτὴν καὶ εἶπε πράγματι ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τοῦ εἴπατε ὅτι θὰ πάρουν οἱ Γερμανικοὶ οἶκοι τὰ διϋλιστήρια.
§153Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Σᾶς παραπέμπω εἰς τὰ πρακτικά, διότι χθὲς ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν ἔτσι. Δὲν δέχομαι καμμίαν διακοπήν. Ἐπιτέλους διευθύνω ἐγὼ τὰς συζητήσεις.
§155Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντονισμοῦ). Κύριοι συνάδελφοι, ἡμεῖς ἐσεβάσθημεν τοὺς ρήτορας τοὺς ἰδικούς σας, παρακαλῶ, κάμετέ μου τὴν χάριν. Ἀρκετὰς διακοπὰς ἐδέχθην μέχρις ἐδῶ. Τώρα δὲν δέχομαι ἄλλας. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Στρατάρχης ἀναχωρεῖ καὶ πηγαίνει εἰς τὴν Ἱσπανίαν. Ἔρχεται ὁ Ράϊχαρτ. Καὶ δὲν ἔρχεται, κύριοι, συμπτωματικῶς. Δὲν ἦλθε, κύριοι, ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἐμπορικῆς Ἀποστολῆς τῆς Γερμανίας ἐδῶ, διότι, ὅταν ἔφθασε, κατ’ οὐσίαν, αἱ διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς Ἀποστολῆς καὶ τῶν μελῶν τῆς Γερμανικῆς εἶχον τερματισθῆ. Ὁ κ. Ράϊχαρτ ἦλθε διὰ νὰ ὑπογράψῃ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ διὰ νὰ ἴδῃ ποία εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα καὶ νὰ μεταβιβάσῃ ὡρισμένας ἀπόψεις εἰς τὸν ὑπουργὸν Συντονισμοῦ. Ἦλθεν ἐδῶ καὶ μοῦ εἶπε τὰ ἑξῆς: Δὲν τὰ εἶπε δὲ μόνον εἰς ἐμέ. Εἶπε περισσότερα εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, τὸν κ. Τριανταφύλλην, ὅτι ἐδῶ ὑπάρχει κάποια νομικὴ δέσμευσις. Τὸ εἶπε καὶ εἰς τὸν κ. Καψάλην καὶ φαίνεται, ὅτι τὸ ἴδιον ἀκριβῶς τοῦ εἶπε, διότι τὸ ὡμολόγησε. Καὶ ἔκαμε μάλιστα διάκρισιν μεταξὺ τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς τὴν Σῆμενς, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει αὐστηρὰν καὶ ἄτεγκτον νομικῶς καὶ τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς τὴν Τελεφοῦνκεν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρει—κατὰ τὴν ἔκφρασίν του—χαλαρωτέραν. Αὐτὴ ἡ ἄποψις, κύριοι, ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν μου εἰς τὰς 9 Ὀκτωβρίου, ὑπ’ ὄψιν δὲ τοῦ κ. Καψάλη τὴν 8ην ἢ τὴν 9ην νομίζω. Ἑπομένως, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ποὺ ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἀφ’ ἧς προεκηρύχθησαν διαγωνισμοί, ἢ ἐγένετο γνωστὴ ἡ προκήρυξις τῶν διαγωνισμῶν, ἡ θέσις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἦτο ἡ θέσις ποὺ εἶχεν ὁ κ. Ράϊχαρτ. Βεβαιότατα εἶπεν ὁ κ. Ράϊχαρτ καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν κ. Καψάλην, ὅτι δὲν πρόκειται ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις νὰ μὴ δεχθῇ διαπραγματεύσεις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῶν συμφωνιῶν. Μοῦ εἶπεν ὅμως καὶ σᾶς τὸ ἐπαναλαμβάνω ἐπὶ λέξει, δὲν τολμῶ νὰ γράψω, κ. ὑπουργέ, εἰς τὸν κ. Ἔρχαρτ πρὸ ποίας καταστάσεως εὑρέθην ἐδῶ. Εὑρέθην πρὸ δημοπρασιῶν. Μοῦ εἶπε μάλιστα: Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ αἰφνιδιάσωμεν τὸν κ. Ἔρχαρτ, διὰ δημοπρασιῶν. Ἐὰν τὸ κάμετε, θὰ ἔχωμεν τὰς πλέον ἰσχυρὰς ἐμπλοκὰς εἰς τὰς σχέσεις μὲ τὴν Γερμανίαν.
§156Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν τὰς ἤξευραν αὐτὰς τὰς δημοπρασίας;
§157Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Δὲν τὰς ἤξευραν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§159Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Δὲν τὰς ἤξευραν. Δὲν εἶχον, ἄλλωστε, προκηρυχθῆ ἐκείνην τὴν στιγμήν.
§160Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Εἶχε καταρτισθῆ μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐμελέτα τὴν διατύπωσιν καὶ συγγραφὴν τῶν ὑποχρεώσεων.
§161Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ὁ κ. Ράϊνχαρτ μοῦ εἶπε μάλιστα, ὅτι ἐπεσκέφθη τὸν κ. Καψάλην καὶ μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ αἰφνιδιάσῃ τὸν κ. Ἔρχαρτ διὰ δημοπρασιῶν. Καὶ μοῦ εἶπεν, ὡς πρὸς μὲν τὴν Τελεφοῦνκεν εἶναι ἀργά. Θὰ ἐπεχείρῃ ὅμως τὴν ἀναστολήν, ὡς πρὸς τὴν Ζῆμενς. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἐνθυμοῦμαι πῶς ἀκριβῶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ. Δέχομαι, ὅτι δυνατὸν νὰ εἶπεν, ὁ κ. Καψάλης, μὴ σὲ μέλει, διότι δὲν θὰ προκηρυχθῇ διαγωνισμός, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ἔρχαρτ. Πάντως ὁ κ. Ράϊνχαρτ παρέμεινε μὲ τὴν ἐντύπωσιν αὐτήν. Ἀλλὰ μοῦ εἶπε: Πρὸς Θεοῦ, μὴ ἀρνεῖσθε αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τῶν ὑποχρεώσεων, διότι αὐτὸ θὰ ὁδηγήσῃ εἰς δραματικὴν συνέχειαν. Ὁμολογῶ, ὅτι τὸν ἠρώτησα, κ. βουλευταί, ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίποτε περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, παρὰ μόνον ὅ,τι εἶχε προσαχθῆ ὡς κείμενον καὶ δὲν τὸ ἤξευρα τὸ κείμενον· εἶχον ἀκούσει ἀπὸ φήμας, τί περίπου ἦτο, ὅτι ἐπῆγεν ὁ κ. Καψάλης εἰς τὸν κ. Στρατάρχην καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι τὸ κείμενον εἶχε διορθωθῆ καὶ ὅτι δὲν εἶχε καὶ τόσην ἀξίαν. Καὶ συνεζήτησα μὲ τὸν κ. Ράϊνχαρτ, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, πῶς ἔγιναν τὰ πράγματα. Μοῦ εἶπε τὶς ἀλλαγές. Ἐγὼ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἔκαμα τὸ πᾶν διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἄποψιν ἀκριβῶς τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦ κ. Καψάλη, ὡς ὤφειλον νὰ πράξω ὡς Ἕλλην ὑπουργός, καὶ εἶπον καὶ ἐὰν τὰ πράγματα ἔχουν ὅπως μοῦ τὰ εἴπατε, πάλιν ἀπαιτεῖται ἡ ἔγκρισις ἀπὸ τὸν κ. Στρατάρχην καὶ τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον. Αὐτὰ τὰ εἶπον, ὄχι διότι τὰ ἐπίστευον ἀπολύτως, ἀλλὰ διότι εἶχον ἀνάγκην ἐκείνην τὴν στιγμήν, μὴ ἔχων ὁδηγίας οὔτε ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ. Αἰφνιδιασθείς, κάτι ὤφειλα νὰ ἔλεγον, καὶ ἀντεῖπον. Καὶ τότε μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι τὸν παρεξήγησα, διότι, προσέθεσε, σεῖς δὲν εἴσασθε ἐκεῖ ποὺ ἔγιναν αἱ διαπραγματεύσεις καὶ ὅπως ἠξεύρει ὁ κόσμος, καὶ φιλέλλην εἶμαι καὶ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις ἤμην καὶ εἶμαι ἐκ τῶν κυριωτέρων ἐπιτελῶν τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Μοῦ εἶπεν, ὅτι ὅσα μοῦ ἐδήλωσεν, ἦτο προϊὸν συμφωνίας μεταξὺ τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ Ἔρχαρτ. Μοῦ εἶπεν ἀκόμη, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. Μαρκεζίνης διὰ τὴν ἀλλαγὴν ταύτην, τὴν σημειωθεῖσαν εἰς τὸ κείμενον, εἶναι, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτὸς νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν συμφωνιῶν ἀμέσως εἰς τὸν Στρατάρχην καὶ δὲν ἤθελε νὰ τὸν θίξῃ. Εἶπεν ἐπὶ λέξει ὁ κ. Ράϊνχαρτ, ὅτι ὑπεσχέθη προσωπικῶς εἰς τὸν κ. Ἔρχαρτ, ὅτι θὰ τὸ ἔπραττεν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ».
§162Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ εἰς τὰς δύο δηλώσεις του τὰ λέγει διαφορετικά.
§163Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Δὲν μοῦ τὸ εἶπεν ὁ κ. Ἔρχαρτ, μοῦ τὸ εἶπεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ.
§164Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ ἠλλάξαμεν τώρα.
§165Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἐγὼ περιγράφω αὐτὴν τὴν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν 9ην Νοεμβρίου, Τὸ εἶπον εἰς τὸν κ. Καψάλην, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν πειράζει, θὰ ἴδωμεν πῶς θὰ τὸ μορφοποιήσωμεν τὸ πρᾶγμα.
§166Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. Τὸ «ZU RECHTEN ZEIT» πρώτην φορὰν τὸ ἀκούω.
§167Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἐγὼ θὰ δεχθῶ, ὅτι δὲν τὸ εἶπον εἰς τὸν κ. Καψάλην, πάντως μοῦ τὸ εἶπεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ. Καὶ ἠλλάξατε χωρὶς νὰ τὸ θέλετε, ὡρισμένας ἐκ τῶν δηλώσεων, ὅπως καὶ ἐκάματε καὶ σήμερον μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ Γερμανοῦ Πρεσβευτοῦ. Φαίνεται, ὅτι δὲν θέλετε νὰ ἀναγνώσετε τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰς ἀλλάξατε. Ὅπως καὶ χθὲς ἠλλάξατε τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ἔρχαρτ, χωρὶς νὰ τὸ θέλετε, ὑποθέτω. Τί εἶπεν ὁ κ. Ἔρχαρτ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, θὰ τὸ ἴδητε εἰς τὰς ἐφημερίδας. Εἶπεν —καὶ ἐν πλήρει συνειδήσει εἶπεν— ὅτι ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ μπῶ εἰς τὸ μυαλὸ τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ ἐπίστευσα, ὅτι ὑπῆρχε βούλησις ἐκπεφρασμένη ὑπὸ τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ περὶ τὴν συνομολόγησιν αὐτῆς τῆς συμφωνίας καὶ αἱ βουλήσεις εἰς τὰς συμβάσεις καὶ μάλιστα εἰς τὰς συμβάσεις μεταξὺ Κρατῶν, ἐγγράφονται ἐπὶ τεκμηρίων καὶ μάλιστα ἐπὶ ἐγγράφων. Δὲν εἶμαι ψυχολόγος διὰ νὰ τάμω νεφροὺς καὶ καρδίας, εἶμαι πολιτικός, ἔκαμα μίαν διαπραγμάτευσιν, προϊὸν αὐτῶν τῶν διαπραγματεύσεων ἦτο ἡ ἐπιστολὴ καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ νομικοῦ χαρακτῆρος τῆς ἐπιστολῆς.
§168Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐπανέλαβεν ὅσα σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ράϊνχαρτ;
§169Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ἐπανέλαβεν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον. Τὸ τί ἀκριβῶς εἶπεν ὁ κ. Ἔρχαρτ κατὰ τὰς ἐπισήμους συνομιλίας, τὰς ὁποίας εἴχαμε, εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ ἤκουσαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τίποτε ἄλλο, οὔτε τὸ ἐπεκαλέσθην. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πράγματι ἐλέχθησαν καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε, ὅτι φείδομαι. Ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ εἴπητε ἐνδεχομένως, ὅτι εἴς τινα σημεῖα πλανῶμαι. Ὅτι ψεύδομαι δὲν ἠμπορῆτε νὰ μοῦ τὸ εἴπητε καὶ δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ εἰς τὴν Βουλήν, οἱ ὁποῖοι νὰ νομίζουν, ὅτι ἐγὼ πράγματι εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναφέρω ψευδῶς. Ἀλλὰ ἐδῶ πέρα, ἐφευρέθησαν πλέον νέα ἐπιχειρήματα. Ὁ κ. Ἔρχαρτ μετέβαλε τὰς δηλώσεις του καὶ ἄλλα εἶπεν εἰς τὴν Εἰδομένην, ἄλλα εἶπεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἄλλα εἶπεν εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ μάλιστα δὲν τὰς διέψευσεν. Ἔ, νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τὰς διέψευσεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ «Ἐλευθερία» τῆς 16ης Νοεμβρίου 1954. Τὰ γράμματα εἶναι τόσον μεγάλα, ὥστε διακρίνονται καὶ ἀπὸ τὴν τελευταίαν σειρὰν τῶν ἑδωλίων: «Ἡ Ἑλλὰς ἔχει δεσμευθῆ» τονίζει ὁ κ. Ἔρχαρτ, μόλις ἔφθασεν ἐδῶ, εἰς τὰς Ἀθήνας. Θὰ ἴδωμεν τί εἶπε καὶ εἰς τὴν δευτέραν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε μὲ τοὺς δημοσιογράφους. (Θόρυβος). Κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Καψάλης εἶπε χθές, ὅτι ὁ κ. Ἔρχαρτ δὲν εἶπεν, ὅτι αἱ δηλώσεις του ἐκεῖναι ἀπεδόθησαν ἀνακριβεῖς, καὶ ὅτι ὅταν ἦλθεν ἐδῶ ἤλλαξε κἄπως τὴν θέσιν του. Ἀλλὰ νὰ ἴδωμεν τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡμίσειαν ὥραν, ἀφοῦ ἔφθασε καὶ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν.........
§170Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§171Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον. καὶ Ἐμπορ.). Μὴ μὲ διακόπτετε. Ὑπήρξατε ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἠξεύρετε τὸν Κανονισμόν. Εἰς τὰς πρώτας δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, εἶπε τὰ ἑξῆς: «Ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις» καὶ εἶπε, διαβάζω τὴν «Ἐλευθερίαν». «Ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις νὰ καταβληθῇ φροντίς, ὅπως δοθῇ ἡ παραγγελία. Πρόκειται περὶ συμβάσεως, προβλεπούσης τὰς λεπτομερείας, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κλεισθῇ. Πρόκειται περὶ προσυμφώνου», PACTUM DE CONTRAHENDO. Διεπραγματεύθημεν μὲ τὸν κ. Μαρκεζίνην, ὄχι ὡς ἄτομον, ἀλλὰ ὡς ἐκπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ οἱαδήποτε ἑρμηνεία, συμφώνως πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ Διεθνὲς Δίκαιον, ὅτι θὰ καταβληθῇ φροντίς, δεσμεύει. Διεπραγματεύθην ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ Ἑλληνικῆς πλευρᾶς, ὑπῆρχεν ἡ βούλησις νὰ γίνῃ ἡ σύμβασις. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ ὑποκειμενικῆς ἑρμηνείας, ἀλλ’ ὁμιλῶ, στηριζόμενος ἐπὶ σαφοῦς κειμένου». Αὐτὴ εἶναι ἡ «Ἐλευθερία» τῆς 16ης τοῦ μηνός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ἔρχαρτ ἔκαμε καὶ νέας δηλώσεις μετὰ τὴν 20ήν, ὁπότε τοῦ ἐτέθη τὸ ἐρώτημα: Τί εἴπατε εἰς τὴν Εἰδομένην καὶ τί εἴπατε εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Καὶ ὁ κ. Καψάλης εἶπεν, ὅτι πολλὰ κατάφερα, ἕνα δὲν κατάφερα, νὰ τὸν κάμω νὰ διαψεύσῃ τὰς δηλώσεις ἐκείνας. Θὰ ὁμιλήσωμεν μετά, περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἀναγνώσωμεν, τὶ εἶπεν ὁ ἄνθρωπος εἰς ἀνύποπτον φίλον, εἰς τὴν «Ἐλευθερίαν». «Αἱ δηλώσεις μου τόσον τῆς Θεσσαλονίκης, ὅσον καὶ τῶν Ἀθηνῶν», ἐννοεῖ, κατὰ τὴν ἄφιξίν του, «στηρίζονται ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὑφίσταται μία νομικὴ δέσμευσις, ἡ ὁποία δὲν ἀποκλείει συζήτησιν τῆς συμφωνίας». Αὐτὰ εἶπε καὶ ὁ Στρατάρχης εἰς τὸ πρῶτον του ἀνακοινωθέν. Ἀνεγνώρισε τὴν δέσμευσιν καὶ εἶπε, θὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ περιεχομένου τῆς συμφωνίας. Ἄλλως δὲν θὰ ἐγίνοντο διαπραγματεύσεις. «Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐδήλωσα εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τὸ ἔκαμον ἐδῶ. Αἱ δηλώσεις μου, τόσον εἰς Θεσσαλονίκην, ὅσον καὶ τῶν Ἀθηνῶν...». Αὐτὴν τὴν φράσιν τὴν ἀπεμόνωσεν ὁ κ. Καψάλης καὶ τῆς ἔδωσεν ἄλλο νόημα, συνεχίζω ἀπὸ τὴν «Ἐλευθερίαν». «Αἱ δηλώσεις μου τόσον εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὅσον καὶ τῶν Ἀθηνῶν, στηρίζονται ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὑφίσταται μία νομικὴ δέσμευσις, ἡ ὁποία πάντως δὲν ἀποκλείει συζήτησιν τῆς συμφωνίας. Συνεζητήσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν, παραιτηθέντες μετὰ τὴν συζήτησιν οἱασδήποτε ὑποτιθεμένης δεσμεύσεως. Ὁ κ. Ἔρχαρτ προσέθεσε...», γράφει ἡ «Ἐλευθερία», «ὅτι ἡ ἀναγνώρισις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῆς δεσμευτικῆς ἰσχύος τῶν ἐπιστολῶν, τοῦ παρέσχε τὴν δυνατότητα νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις». Αὐτὰ λέγει ἡ «Ἐλευθερία» καὶ αὐτὰ γνωρίζουν ὅλοι οἱ κύριοι δημοσιογράφοι, οἱ ὁποῖοι κάθονται ἐπάνω εἰς τὰ θεωρεῖα, καὶ οἱ ὁποῖοι παρέστησαν εἰς τὴν διεξαχθεῖσαν συνομιλίαν. Ἀλλὰ ἀνεπτύχθη καὶ ἡ θεωρία, ὅτι ἐγώ, πρωτόπειρος περὶ τὰς διεθνεῖς συναλλαγάς, ὅπως δικαίως μὲ κατηγόρησεν, ὅτι εἶμαι, ὁ κ. Καψάλης, δικαίως, δικαιότατα, κατώρθωσα νὰ μεταπείσω, κατώρθωσα νὰ παρασύρω τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μιᾶς μεγάλης ξένης χώρας. Πῶς ἐγώ, ἔναντι τίνος ἀνταλλάγματος. Ἂς κατονομασθῇ, κύριοι, ποῖον ἀντάλλαγμα τοῦ ἔδωσα. Διότι ὅπως θὰ ἀποδείξω, ὅταν θὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν αἱ συμφωνίαι —διότι ἐγὼ θὰ τὰς φέρω πρὸς κύρωσιν— θὰ ἴδητε πῶς ἐγένετο ὁ χειρισμὸς τοῦ θέματος καὶ διατὶ ἐπετύχομεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις αὐτάς. Ἕν, θὰ σᾶς εἴπω τώρα: Ἐὰν ἐπετύχομεν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπετύχομεν διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον, διότι ἐπείσθη ὁ κ. Ἔρχαρτ ἀπὸ τὴν συνομιλίαν τὴν βασικήν, τὴν ὁποίαν εἶχε μετὰ τοῦ Στρατάρχου καὶ ἀπὸ τὴν λεπτομερειακὴν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε μόνος μαζί μου. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὴ ἡ λεπτομερειακὴ συνομιλία, τὴν ὁποίαν εἶχε μόνος μαζί μου, ἐσημειώθη μετὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, παρενεβλήθη μεταξὺ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας συνεδριάσεως κἄποιο δραματικὸν γεγονός. Ἐπῆγα ἐγὼ καὶ τὸν εἶδα τὸ βράδυ εἰς τὴν Μεγάλην Βρεταννίαν κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τὴν λαβοῦσαν χώραν. Τοῦ ὡμίλησα καὶ τοῦ ἐξήγησα ποῖοι λόγοι ἐπιβάλλουν νὰ δοθοῦν ὡρισμέναι λύσεις, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ. Καὶ ὁ κ. Ἔρχαρτ μὲ μεγάλην εὐπρέπειαν μὲ ἄφησε νὰ ἐννοήσω, ὅτι ἤθελε «τοῦ λόγου τὸ ἀσφαλὲς» νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ ὁ κ. Στρατάρχης. Ἐπῆγα εἰς τὴν Ἑκάλην καὶ ἀνέφερα τὰ διαμειφθέντα εἰς τὸν κ. Στρατάρχην καὶ ὁ κ. Ἔρχαρτ ἐζήτησε καὶ εἶχε μετὰ τοῦ κ. Στρατάρχου ἐμοῦ παρισταμένου καὶ τῶν ἄλλων κ. κ. μελῶν τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, συνομιλίαν. Ὁ κ. Τσουδερὸς δὲν εἶχε φθάσει ἀκόμη, ἦτο ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος. Ἤθελε μίαν ἐπιβεβαιωτικὴν συζήτησιν καὶ ὁ κ. Στρατάρχης ἐβεβαίωσε περὶ τῆς ἀποφάσεως νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ συνεργασθῶμεν ἐπὶ δημοκρατικῆς βάσεως μετὰ τῆς Γερμανίας. Χάρις ἀκριβῶς εἰς τὴν εὐθύτητα τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, χάρις εἰς τὸ κῦρος τὸ προσωπικὸν τοῦ Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ χάρις εἰς τὸ ὅτι κατωρθώσαμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν κἄποιαν πίστιν, ὅτι θέλομεν νὰ ξεκινήσωμεν διὰ μίαν νέαν προσπάθειαν, ἐπετεύχθησαν ὡρισμένα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα, ἴσως εἶναι κἄπως εὐνοϊκά. (Χειροκροτήματα). Ὅσοι ἔχουσιν ἀντιρρήσεις καὶ ὅσοι λέγουν, ὅτι, ἔναντι ἀνταλλάγματος ἄνθρωπος τοῦ κύρους τοῦ κ. Ἔρχαρτ προέβη εἰς μεταβολὴν τῆς στάσεως καὶ τῆς ἀποφάσεώς του, ἔχουν ὑποχρέωσιν νὰ δείξουν ποῖον εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα. Διότι, κύριοι βουλευταί, ἡ ἄποψις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως ἦτο παγία καὶ ἀμετάβλητος. Ἀφ’ ἧς ἐγνώσθη ἡ προκήρυξις τῶν διαγωνισμῶν, ὁ κ. Ράϊνχαρτ, ὁ κ. Κόρτ καὶ ὁ κ. Ἔρχαρτ εἶπον πρὸς ὅλους μας πρὸς τὸν κ. Καψάλην καὶ πρὸς ἐμέ, ὅτι ὑπάρχει κατὰ τὴν κρίσιν των νομικὴ δέσμευσις, νομικὴ δέσμευσις λέγω, μὴ ἀποκλείουσα συζήτησιν ἐπὶ τοῦ περιεχομένου. Ὁ κ. Ράϊνχαρτ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι μοῦ εἶπεν, ἀναγνωρίσατε τὰς ὑποχρεώσεις καὶ συζητήσατε μαζί μας τοὺς ὅρους τῆς ἀποδεσμεύσεώς σας. Ἀλλὰ ἐδῶ κατηντήσαμεν νὰ θεωροῦμεν, ὅτι εἶναι πρᾶγμα σόλοικον—εἶναι ἡ φράσις τοῦ κ. Μαρκεζίνη—ὅτι ἐνδιεφέρθη ὁ κ. Ἔρχαρτ διὰ δύο Γερμανικὰς ἑταιρείας. Διὰ τί ἑταιρείας νὰ ἐνδιαφέρεται ὁ κ. Ἔρχαρτ; Δι’ ἀλλοδαπὰς ἑταιρίας; Καθῆκόν του καὶ δικαίωμά του ἦτο νὰ προστατεύσῃ αὐτὰς τὰς ἑταιρείας. Τὸ ἐρώτημα, διατί ἐπελέγησαν αὐταὶ αἱ ἑταιρεῖαι καὶ διατί ἔγινε συζήτησις μόνον περὶ αὐτῶν, πληροφορίαν καμμίαν δὲν ἔχω, ἀλλὰ δύναμαι νὰ συναγάγω ταῦτα ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι, κύριοι βουλευταί, μόνον ἐπὶ τοῦ τηλεφώνου καὶ μόνον ἐπὶ τοῦ ραδιοφώνου, ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Διότι δὲν ὑπάρχει ἕτοιμον σχέδιον ἀνασυγκροτήσεως ἐπὶ ἄλλων σημείων, ὥστε νὰ συναφθοῦν συγκεκριμέναι συμφωνίαι. Πρέπει ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅταν ἦλθεν ἐδῶ ὁ κ. Ἔρχαρτ, εἶπε, καὶ τὸ εἶπεν ἐνώπιον ὅλων καὶ ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι «ἡ θέσις του εἶναι δύσκολος». Τὰ ἴδια μᾶς εἶχεν εἴπει καὶ ὁ κ. Ράϊνχαρτ. Ἡμεῖς ἐπήγαμεν καὶ ἐζητήσαμεν ἀπὸ ἐκεῖ 200 ἑκατομμύρια, δὲν μᾶς ἔφθαναν τὰ 100 ἑκατομμύρια καὶ μετὰ ἕνα χρόνον δὲν ἀπερροφήθη ἐκ τῶν πιστώσεων αὐτῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τίποτε. Πῶς θέλετε, κύριοι, ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας νὰ γίνῃ χωρισμὸς τοῦ θέματος; Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις, διὰ ποῖον λόγον ὁ κ. Στρατάρχης, διὰ ποῖον λόγον ἡμεῖς ὅλοι, ἐτηρήσαμεν τὴν γραμμὴν τὴν καθαράν, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσαμεν. Τί νὰ ἐλέγωμεν, κύριοι, εἰς τοὺς Γερμανούς, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἕνα χρόνον ἔρχονται καὶ βλέπουν, ὅτι δὲν εἶχε γίνει ἀπορρόφησις τῶν πιστώσεων; Νὰ τοὺς ἐλέγαμεν, ὅτι, ξεύρετε, καὶ δι’ αὐτὰς τὰς δύο συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἁπλῶς ἠθικαὶ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὅ,τιδήποτε θέλετε, ὅτι καὶ αὐτὰς δὲν θὰ τὰς ἐφαρμόσωμεν; Τί θὰ τοὺς ἐλέγομεν, κύριοι βουλευταί, καὶ πῶς θὰ ἐγύριζε πίσω εἰς τὴν πατρίδα του ὁ κ. Ἔρχαρτ, λέγων, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι λαὸς τοιοῦτος, ὥστε ζητεῖ 200 ἑκατομμύρια καὶ μέσα εἰς ἕνα χρόνον δὲν ἀπορροφᾷ τίποτε, καὶ εἶναι λαός, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὅταν ὑπογράφῃ ὁ ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ μίαν συγκεκριμένην σύμβασιν, ὅτι ἀρνεῖται αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τῆς συμφωνίας;
§172Κ. ΒΟΒΟΛΙΝΗΣ. ....... (Ὁμιλεῖ δι’ ἐλαχίστων ἀπὸ τῆς θέσεώς του, μὴ ἀκουσθείς) .... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι. Φωναί: Μὴ διακόπτετε).
§173Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπ. Συντον. καὶ Ἐμπορ.). Δὲν εἶπε, κύριοι βουλευταί, καὶ δὲν εἶπε ποτὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἴμεθα δεσμευμένοι νὰ ἀποδεχθῶμεν ὡρισμένον περιεχόμενον τῆς συμφωνίας. Ὅλοι οἱ ἐξ ὑμῶν νομικοί, γνωρίζουν τί σημαίνει «συνυποσχετικὴ σύμβασις». Ἡ συνυποσχετικὴ σύμβασις εἶναι μία σύμβασις—πλαίσιον. Πρέπει ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς συνυποσχετικῆς συμβάσεως κατὰ τοὺς κανόνας τῆς καλῆς πίστεως εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, κατὰ τοὺς κανόνας ἀκόμη περισσότερον τῆς καλῆς πίστεως εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον, πρέπει νὰ διαμορφωθῇ μία συγκεκριμένη σύμβασις εἰς ἐκτέλεσιν τῆς προσυμβάσεως τῆς ὑποσχετικῆς συμβάσεως. Νομίζω, ὅτι, αὐτὰ διδάσκονται εἰς τὸ πρῶτον ἔτος τοῦ Πανεπιστημίου. Οὔτε θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὸ θέμα τὸ νομικὸν διότι δὲν νομίζω, ὅτι ὑπάρχει παράδειγμα ἓν εἰς τὴν νομικὴν φιλολογίαν διακρίσεως μεταξὺ συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι δεσμεύουν Κράτη, μεταξὺ συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι δεσμεύουν ὑπουργοὺς καὶ μεταξὺ συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν δεσμεύουν κανένα. Ἀλλὰ ἐγὼ θὰ τὰ λησμονήσω ὅλα αὐτὰ καὶ θὰ σᾶς εἴπω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν ὑπάρχει, ἔστω διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς συζητήσεως νομικὴ ὑποχρέωσις ἀλλ’ ὑπάρχει ἠθικὴ καὶ ὅτι εἶπεν ὁ κ. Ἔρχαρτ —πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶπεν— ὅτι ἔχομεν ἠθικὴν μόνον ὑποχρέωσιν. Τί συμβαίνει, κύριοι; Νὰ τοῦ ἐλέγομεν, ὅτι κ. Ἔρχαρτ, ἔχομεν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἀλλὰ τὴν ἠθικήν μας αὐτὴν ὑποχρέωσιν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν θέλομεν νὰ τὴν τηρήσωμεν διότι δὲν εἶναι νομική; Αὐτὸ ἠθέλατε νὰ εἴπωμεν; Ὁ κ. Στρατάρχης εἶπεν, ὅτι: Αὐτό, δὲν τὸ δέχομαι καὶ νομίζω, ὅτι καλῶς ἔπραξε. (Χειροκροτήματα). Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, θέλω ἀκόμη νὰ σᾶς εἴπω καὶ κάτι ἄλλο. Μήπως τυχὸν ἔχει κανένας ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ σύμβασις αὐτὴ εἶναι σύμβασις AD REFERENDUM, δηλαδή, εἶναι σύμβασις, ἡ ὁποία ἰσχύει ὅπως ἐγὼ ἀπεπειράθην νὰ ἰσχυρισθῶ τὴν πρώτην φορὰν ποὺ εἶδα τὸν κ. Ράϊνχαρτ καὶ αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴν ἀπολύτως καλὴν πίστιν μου— τί νὰ ἔκαμνα; Μήπως εἶναι σύμβασις AD REFERENDUM; Ὅταν τοῦ τὸ εἶπον, ὁ κ. Ράϊνχαρτ μοῦ εἶπε: «Δυστυχῶς, κ. ὑπουργέ, δι’ ἐσᾶς, ὑπάρχει εἰς τὸν φάκελλον τοιαύτη σύμβασις ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἀποδόσεως τῶν γερμανικῶν περιουσιῶν». Πράγματι, εἰς μίαν ἐκ τῶν ἐπιστολῶν, ἡ ὁποία ἀφεώρα εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν περιουσιῶν, λέγει ρητῶς, ὁ τότε ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι «ἀναλαμβάνω νὰ ἀναφέρω εἰς τὸν Στρατάρχην Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν ἐνθυμοῦμαι τί, καὶ νομίζω, καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ Στρατάρχης καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ τὰ δεχθοῦν». Αὐτή, κύριοι, πράγματι εἶναι ἐπιστολὴ AD REFERENDUM.
§174Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἰς τὸν φάκελλον αὐτόν, ὑπάρχει πράγματι ἐπιστολή, ἡ ὁποία ὅμως συνετάγη κατόπιν συνεννοήσεως ἀκριβῶς ἐκ τῶν προτέρων.
§175Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Ποία ἐπιστολή;
§176Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Αὐτή, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι θὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὸν Στρατάρχην, αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἐπιστολὴ, ἡ ὁποία συνετάγη προηγουμένως, ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ, δεικνύει ἀκριβῶς διατύπωσιν ἰδικήν μου δι’ ἓν εἰδικὸν θέμα. Ὅλαι αἱ ἄλλαι συμφωνίαι ἢ ἐπιστολαὶ ἢ γράφουν ἀπὸ κάτω, «διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, Σ. Μαρκεζίνης, διὰ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν Ἔρχαρτ», ἢ ἐν τῷ κειμένῳ ρητῶς μνημονεύουν τὴν Κυβέρνησιν, οὕτω περίπου «μετὰ βαθείας ἱκανοποιήσεως σᾶς διαδηλῶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως θέσῃ τέρμα εἰς τὸ παρελθόν», καὶ προχωρῶ εἰς ἄλλην διατύπωσιν «αἱ ἀπόψεις τῶν ἀποστολῶν εἶναι αὗται». Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ ἀντιδιαστολὴ ὑφίσταται καὶ μεταξὺ τῶν κειμένων. Ὁ ὑπουργὸς ἐκφράζει τὴν χαρὰν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀποφάσει της κλπ. Ἐνῷ εἰς τὴν περίφημον πλέον, ἀκριβῶς διαγράφεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ὑπάρχουν, λοιπόν, ἐπιστολαὶ ὅπου ἡ μνεία τοῦ ὑπουργοῦ γίνεται διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐκεῖ ποὺ διαγράφεται ἡ Κυβέρνησις, αὐτὴ ἡ διαγραφὴ δὲν εἶχε σημασίαν ἢ εἶχεν ἄλλην τινὰ ἔννοιαν, τότε εἶχεν ὑποχρεωθῆ ὁ κ. Ἔρχαρτ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ἐμέ, ὅτι θὰ ἐπιφυλαχθῇ.
§177Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριε Μαρκεζίνη, δυστυχῶς τὰ πράγματα δὲν ἔχουν οὕτω. Πρῶτον, ἀπὸ πραγματικῆς ἀπόψεως. Ἐνώπιόν μου εὑρίσκονται καὶ ἡ συμφωνία καὶ τὸ πρωτόκολλον. Ὅπως ξεύρετε, αἱ συμφωνίαι καὶ τὰ πρωτόκολλα ἔχουν ἕνα ὡρισμένον τύπον. Καὶ ἐκεῖ πράγματι ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ ὁ κ. Ἔρχαρτ ὑπέγραψαν ὡς ἐκπρόσωπος ὁ εἷς τῆς Κυβερνήσεως τῆς Γερμανικῆς, ὡς ἐκπρόσωπος ὁ ἄλλος τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλληνικῆς. Καὶ τὸ ἔγραψαν, ὅτι ὑπογράφουν οὕτω: «Διὰ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Δημοκρατίας». Αὐτὸ γίνεται εἰς τὰ πρωτόκολλα, αὐτὸ γίνεται εἰς τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι φέρουν δύο ὑπογραφάς. Αὐτὸ ἔγινε καὶ τώρα. Ὑπάρχουν ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἄλλαι ἐπιστολαί. Καὶ ὅλαι ἀνεξαιρέτως αἱ ἐπιστολαὶ — καὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὑπέγραψε τότε ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐν Βόννῃ καὶ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὑπέγραψα τώρα ἐγὼ — γράφουν ἐπάνω μὲν: «Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας– Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Γερμανικῆς Ἀντιπροσωπείας», ἀλλὰ κάτω ὑπογράφουν: «Μαρκεζίνης–Ἔρχαρτ, Ἔρχαρτ–Παπαληγούρας».
§178Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἀκούσατε κείμενον, πραγματικὸν γεγονός. «Βόννῃ, 11 Νοεμβρίου. Ἐξοχώτατε, βεβαιῶ λῆψιν ἐπιστολῆς ἐχούσης ὡς ἑξῆς: Εὐχαρίστως φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.......
§179Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Τί σχέσιν ἔχει αὐτό;
§180Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ὁμιλῶ «διὰ τὴν Κυβέρνησιν». Ὑπάρχουν δύο ἀντιθέτου ἐκφράσεως κείμενα.
§181Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ). Κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ γίνεται σύγχυσις. Ἐγὼ σᾶς εἶπα δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖτε νὰ τὰ ἴδητε εἰς τὰς συμφωνίας. Ὅπου ὑπάρχει πρωτόκολλον καὶ ὑπογράφουν δύο, τίθεται πάντοτε ἡ φράσις: «Διὰ τὴν Α Κυβέρνησιν, διὰ τὴν Β Κυβέρνησιν». Ὅπου ὑπάρχει ἐπιστολή, ἀνεξαρτήτως τοῦ τί γράφει μέσα εἰς τὴν ἐπιστολήν του, ἐὰν λέγει «ἐγὼ» ἢ «ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως» καὶ ἡ ὑπογραφὴ εἶναι: Μαρκεζίνης–Ἔρχαρτ. Εἶναι δέ, νομίζω, καταπληκτικὸν τὸ ὅτι νομικὸς τῆς ἐγκρατείας τοῦ κ. Μαρκεζίνη, νομικὸς τόσον σοφός, ἰσχυρίζεται, ὅτι εἶδεν ὁπουδήποτε τῆς παγκοσμίου φιλολογίας νὰ γίνεται λόγος περὶ μιᾶς ἰδιοτύπου συμβάσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι οὔτε μεταξὺ ἰδιώτου καὶ Κράτους, οὔτε μεταξὺ δύο ἰδιωτῶν, ἀλλὰ σύμβασις, ἡ ὁποία εἶναι μεταξὺ δύο ὑπουργῶν, ὡς ὑπουργῶν καὶ ὄχι μελῶν τῆς Κυβερνήσεώς των. Ἀλλὰ πῶς ἀντελήφθη ὁ κ. Μαρκεζίνης, καθ’ ἃ μᾶς εἶπεν ὁ ἴδιος, τὴν ἰδικήν του προσωπικὴν ὑποχρέωσιν, διότι ὡμολόγησεν, ὅτι ἔχει προσωπικήν τινα, ὡς ὑπουργός, ὑποχρέωσιν. Καὶ εἶπεν, ὅτι εἶχεν ὡς πρὸς τὴν Τελεφοῦνκεν μίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὰς προτάσεις. Καὶ ἐδῶ πάλι παρατηρῶ, ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης, πάντως παρεδέχθη εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅτι εἶναι διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν παραδεκτὸν νὰ δοθῇ ἡ Ραδιοφωνία εἰς ξένην ἑταιρείαν, ὄχι εἰς γερμανικήν, ἀλλὰ εἰς οἱανδήποτε ξένην ἑταιρείαν. Αὐτὸ τὸ παρεδέχθη, διότι ἄλλως δὲν θὰ ὑπέγραφεν αὐτὴν τὴν ἐπιστολή. Δεύτερον, ὡς πρὸς τὴν Ζῆμενς ὅπου, ὅπως μᾶς εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἡ ἰδική μου ὑποχρέωσις, τοῦ κ. Μαρκεζίνη, εἶναι ἐντονωτέρα, τὰς δεσμεύσεις μας τὰς ἐξεπληρώσαμεν. Δὲν ἀνηγγείλατε τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν τῶν δεσμεύσεων ὅσον ἦτο καιρὸς καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ἀνηγγείλατε καὶ ἐδέχθητε νέας διαπραγματεύσεις, θὰ πῇ, ὅτι συνεχίζεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποχρεώσεως. Καὶ τώρα, κύριοι, μὲ πέντε λέξεις, τὸ πολιτικὸν θέμα καὶ τελειώνω. Ἀπέδειξα, ὅτι ἀπόκρυψις ἔγινε συστηματικὴ μέχρι τῆς ἀποκαλύψεως. Δεύτερον, ἀπόπειρα ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς συμβάσεως, αὐτῆς τῆς ἠθικῆς δεσμεύσεως, αὐτῆς τῆς ὑπουργικῆς δεσμεύσεως, ἔγινε. Μέχρι πότε; Μέχρι τῆς ἀποκαλύψεως τῆς ἀποκρύψεως. Ἀπὸ ἐκείνην τὴν στιγμήν, ὅταν πλέον ὁ Στρατάρχης ἔμαθε, τότε ἀρχίζομεν καὶ λέγομεν, ὅτι ἐφευρίσκομεν τὴν θεωρίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει δέσμευσις, καὶ λέγομεν, ὅτι δὲν πρόκειται οἱ Γερμανοὶ νὰ ἐπιμείνουν. Καὶ μετὰ τὴν ἐπίσημον πλέον ὄχι μόνον ἀποκάλυψιν, ἀλλὰ τὴν ἐπίσημον διατύπωσιν τῆς Γερμανικῆς ἀπόψεως, τότε μᾶς καταλαμβάνει πανικὸς καὶ λέγομεν, ὅτι ὁ κ. Κόρτ, ἀφίνομεν ὑπονοούμενα, ὅτι εἶναι περίεργον πῶς ὁ κ. Ἔρχαρτ ἐνδιαφέρεται διὰ δύο Γερμανικὰς ἑταιρείας, λέγομεν, ὅτι ἔγιναν ὄργανα ὁ Γερμανὸς Πρεσβευτὴς συμφερόντων κλπ. Ταῦτα δὲ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο ἔκδοσις ἐπισήμου ἀνακοινωθέντος ἀπὸ τὸ Γραφεῖον Τύπου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γερμανίας, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὑπάρχει νομικὴ ὑποχρέωσις. Καὶ ὅλα αὐτά, αὐτὴν τὴν καταπληκτικὴν κατάστασιν, τὸ νὰ τὰ εἴπῃ ὁ κ. Κὸρτ τρεῖς φοράς, ὁ κ. Ἔρχαρτ, τὸ Γερμανικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐγένοντο εἴτε ὑπὸ μυστηριώδεις ἐπιρροὰς προσωπικῶν συμφερόντων, εἴτε διότι ὑπῆρχε πολιτικὴ συνωμοσία. Δὲν ὑπάρχει ἁπλουστέρα τῶν πραγμάτων ἐξήγησις. Τὸ ὅτι αἱ ἐνδιαφερόμεναι ἑταιρεῖαι ἠθέλησαν νὰ κάμουν, ὅ,τι ἠδύναντο, καλὰ ἔκαμον ὡς ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις, διὰ νὰ προασπίσουν τὰ συμφέροντά των. Ἀξίαν ἔχει τὸ τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν ἡμεῖς, ὡς δημόσιοι ἄνδρες. Καὶ τί ἔκαμεν ὁ κ. Στρατάρχης; Ὁ Στρατάρχης ἔδωσε διὰ δευτέραν φορὰν εἰς τὸν κ. Καψάλην τὴν εὐκαιρίαν, διότι καὶ ἄλλοτε εἶχεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν. Δὲν θὰ ἤθελα νὰ τὸ ὑπενθυμίσω αὐτό. Καὶ πάλιν τότε ὁ Στρατάρχης τοῦ ἔτεινεν εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον χεῖρα βοηθείας. Ὅλος ὁ κόσμος κατέκρινε τότε τὸν κ. Καψάλην, λόγῳ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν εἰς τὸ ζήτημα τῶν διϋλιστηρίων, καλοπίστως βέβαια, παρέστησαν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην εἰς τὸ Συντονιστικόν, πλὴν τῶν τριῶν μονίμων μελῶν αὐτοῦ, τοῦ κ. Στεφανοπούλου, Κανελλοπούλου καὶ Τσουδεροῦ, ὁ κ. Λεβαντῆς, ὁ κ. Καραμανλῆς, ὁ κ. Ράλλης καὶ ἐγώ. Καὶ ὅλοι ἐρρίφθησαν τότε εἰς τὸν κ. Καψάλην, ὁ ὁποῖος ἐκινδύνευε καὶ τοῦ εἶπον: Πρὸς Θεοῦ, πρόσεχε. Καὶ ὁ Στρατάρχης μὲ τὴν μεγαθυμίαν του, τοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρίαν νὰ σταθῇ. Οἱ ἄλλοι δὲ ὅλοι, προσεπάθουν, ποῖος πρῶτος, ποῖος δεύτερος νὰ τὸν βοηθήσουν, Ὁ δὲ κ. Στεφανόπουλος, μέλος καὶ αὐτὸς τῆς συνωμοσίας, προσεπάθησε νὰ ἐξεύρῃ λύσιν, ἡ ὁποία τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ ἐπέτρεπε νὰ διενεργηθῇ ὁ διαγωνισμὸς καὶ νὰ παραμείνῃ ὁ κ. Καψάλης εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἤθελα νὰ τὸ ὑπενθυμίσω αὐτὸ εἰς τὸν κ. Καψάλην, διότι δὲν ἐπίστευα, ὅτι ὁ κ. Καψάλης διέπραξεν οἱονδήποτε προσωπικὸν πταῖσμα, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν διϋλιστηρίων, ἀλλὰ εἶχα τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ εἴπῃ, ὅτι ὁ Στρατάρχης ἠνέχθη τὴν συνωμοσίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν κρίσιν του ἐκείνην, ἠθέλησαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Δὲν εἶναι ὁ Στρατάρχης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνέχεται συνωμοσίας (Χειροκροτήματα). Οὔτε καμμία πολιτικὴ συνωμοσία ἐσημειώθη, οὔτε ἄλλο τι. Ἀπεκρύβησαν αἱ ἀνταλλαγεῖσαι ἐπιστολαὶ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε δὲν ὑπῆρχε καὶ δὲν ὑπάρχει μία ἀρχή, εἷς ἄνθρωπος, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἀντίγραφον τοῦ Ἑλληνικοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς ταύτης. (Χειροκροτήματα). Θὰ μὲ ἐρωτήσητε, κύριοι, διατὶ ὑπέγραψε τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν ὁ κ. Μαρκεζίνης, καὶ ἀφοῦ τὴν ὑπέγραψε, διατὶ τὴν ἀπέκρυψε. Κύριοι, δὲν ἀντέχω εἰς τὸν πειρασμὸν νὰ σᾶς εἴπω ἓν ἐπεισόδιον, ὅπου ἐσημειώθη κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν διαπραγματεύσεων μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ. Πρόκειται περὶ ἀθώου ἐπεισοδίου. Συνεζητούσαμεν διὰ τὰ κρασιά. Ὅπως ἦτο φυσικὸν ἐγὼ τοῦ ἐζήτησα 500.000. Ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Ἔρχαρτ μοῦ λέει 300.000 καὶ τέλος ὁ κ. Ἔρχαρτ ἐκείνην τὴν στιγμήν μοῦ λέγει: Ἐμένα ἡ ἐξουσιοδότησίς μου φθάνει ἕως 300.000, νὰ πάρωμεν τὴν Βόννην νὰ συνεννοηθῶμεν. Κύριοι συνάδελφοι, κοτζὰμ Ἔρχαρτ —μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν ἔκφρασιν— διὰ 200.000 δολλάρια πῆρε τὸ τηλέφωνον προσεπάθησε νὰ συνδεθῇ μὲ τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας, δὲν εὑρῆκε τὸν ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, διότι ἦτο εἰς κἄποιαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Προσεπάθησε νὰ συνδεθῇ μὲ τὴν ἀρχικαγκελαρίαν καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο, καὶ ὅταν εὑρέθη πρὸ αὐτῆς τῆς δεσμεύσεως δὲν ὑπέγραψε, κύριοι, διὰ 200.000 δολλάρια, διότι δὲν εἶχε πέραν αὐτοῦ ἐξουσίαν. Καὶ ἐπειδὴ ἐπέμενα ἐδόθη ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ κἄποια ἄλλη λύσις περὶ τῆς ὁποίας θὰ σᾶς ὁμιλήσω ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ προκείμενον θέμα. Αὐτὸ διατὶ σᾶς τὸ εἶπον; Διὰ νὰ σᾶς δείξω πόσην εὐθιξίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνας ἄνθρωπος διαχειριζόμενος τὰ κοινὰ καὶ πόσον πρέπει νὰ προσέχῃ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, ἕνας ἄνθρωπος, ὅσον σημαντικὸς καὶ ἂν εἶναι. Καὶ θὰ ὁμολογήσητε ὅλοι, ὅτι ὁ κ. Ἔρχαρτ εἶναι τεραστία φυσιογνωμία καὶ δὲν ὑποθέτω καὶ σεῖς κ. Μαρκεζίνη καὶ κ. Καψάλη, ἐπειδὴ τὰ πράγματα ἦλθον ὅπως ἦλθον, νὰ λησμονῆτε τί ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ περὶ τοῦ κ. Ἔρχαρτ εἴπατε—καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συγκρίνετε καὶ τὰ πρακτικά. Τί τότε εἴπατε καὶ τί ὑπονοούμενα σήμερον ἀφήσατε ἐναντίον τοῦ κ. Ἔρχαρτ. Κύριοι, διὰ νὰ σταθῇ ἡ θεωρία ἡ ἰδική σας τῆς συνωμοσίας πρέπει νὰ ἀποδείξετε τὰ ἑξῆς πράγματα: 1) Ὅτι ἐγὼ κατώρθωσα αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, τὸν Ἔρχαρτ, νὰ τὸν μεταπείσω ἄνευ ἀνταλλάγματος, ὅτι εἴτε ἐγώ, εἴτε ἄλλα πρόσωπα ἀσκοῦντα οἱανδήποτε ἐπιρροήν, κατώρθωσα νὰ πείσω τὸ Γερμανικὸν Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας. Ἔ! ἐὰν δὲν τὸ ἀποδείξετε αὐτό, κύριοι, οὔτε τὰ περὶ συνωμοσίας στέκουν, οὔτε τὰ περὶ μὴ ἀποκρύψεως στέκουν, οὔτε τίποτε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ δὲν στέκει. Βέβαια θὰ μοῦ εἴπητε, μένουν δύο ἐρωτήματα ἀναπάντητα. Διατί ὑπέγραψεν ὁ κ. Μαρκεζίνης τὴν ἐπιστολήν; Καὶ ἀφοῦ τὴν ὑπέγραψεν διατί τὴν ἀπέκρυψε; Δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ ἐρωτήματα αὐτά. Εἶναι ἔργον ἐκείνου ποὺ τὴν ὑπέγραψε καὶ τὴν ἀπέκρυψε. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ 10 λεπτά;
§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ 10 λεπτά.
(Ὥρα 8.45′ μ.μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9 μ.μ.)
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
§186Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, βαρυσήμαντον εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐχαρακτήρισεν ὡς θέμα πολιτικὸν καὶ θέμα ἠθικόν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω, ὅτι εἶναι ἐπίσης θέμα ἀφορῶν τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα κατεχόμενος ἀπὸ πλήρη συναίσθησιν τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει καὶ ἡ λεπτότης καὶ ἡ σοβαρότης τοῦ θέματος. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀναπτύξω τὰς ἀπόψεις μου ἀνακεφαλαιῶν τὰ πορίσματα τῶν συζητήσεων. Προτιμῶ ν’ ἀκολουθήσω ἄλλην ὁδόν. Θὰ παρακολουθήσω τοὺς ρήτορας, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν καὶ θὰ ἐπισημάνω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα τοῦ λόγου των, τὰ ὁποῖα νομίζω ἄξια προσοχῆς ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ὡμίλησε πρῶτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπε: «Παρεκάλεσα τὸν κ. Στεφανόπουλον νὰ καλέσῃ τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν νὰ τοῦ θέσῃ σαφῶς καὶ εὐθέως τὸ ἐρώτημα ἐὰν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθῇ νὰ ἐπιμένῃ ἐπὶ τῆς νομικῆς δεσμεύσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐν περιπτώσει καταφατικῆς ἀπαντήσεως νὰ ζητήσῃ μάλιστα καὶ ἔγγραφον ἐπιβεβαίωσιν. Ὁ κ. Στεφανόπουλος συνηντήθη μὲ τὸν Γερμανὸν Πρέσβυν, καὶ ὁ Γερμανὸς Πρέσβυς ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς, ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ διεθνὲς δίκαιον ὑπάρχει νομικὴ δέσμευσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἑπομένην ἔδωσεν ὁ Πρέσβυς καὶ τὴν ἔγγραφον ἐπιβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔφερεν ὁ κ. Στεφανόπουλος. Ἐσκέφθην τότε, ὅτι δὲν μοῦ ἐπετρέπετο πλέον ν’ ἀφήσω ἔκθετον τὴν πίστιν τῆς χώρας». Κύριοι βουλευταί, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε καὶ ὁ ἴδιος τὴν γνώμην, ὅτι ὑπῆρχε δέσμευσις, τότε ὤφειλε πράγματι νὰ μὴ ἀφήσῃ ἔκθετον τὴν πίστιν τῆς χώρας. Ἀλλὰ ὁ κ. πρώην ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ὁ κ. Καψάλης ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιον τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου εἶχε βεβαιώσει, ὅτι ἐθεώρει μὴ ὑφισταμένην τὴν δέσμευσιν. Ἐὰν οἱ λόγοι τοῦ κ. Καψάλη ἀποδίδουν τὴν ἀλήθειαν. τὸ θέμα τίθεται πλέον ἀπὸ ἄλλης πλευρᾶς. Ἐρωτᾶται, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ὑφίστατο δέσμευσις, ἤρκει ἡ διάφορος γνώμη τοῦ Γερμανοῦ Πρεσβευτοῦ διὰ νὰ υἱοθετήσῃ τὰς ἰδικάς του ἀπόψεις καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πίστιν τῆς χώρας; Κύριοι βουλευταί, μόνον αἴσθημα μειονεκτικότητος ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογήσῃ εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ὅταν ἡ ἰδία δὲν εἶναι πεπεισμένη, ὅτι ὑπάρχει δέσμευσις, τὴν ἀνεπιφύλακτον υἱοθέτησιν τῆς ἀντιθέτου ἀπόψεως ἐπειδὴ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὸν ἀντίστοιχον συμβαλλόμενον. Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατέχεται ἀπὸ τὸ ὑπερήφανον αἴσθημα τῆς ἰσοτιμίας, τῆς ἰσότητος, οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἰδίαν πεποίθησιν καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀντίθετον ἄποψιν, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸν, ὅτι τοιουτοτρόπως ὑπερασπίζει τὴν πίστιν τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Ἀνήκω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν πολυτίμους τὰς πολιτικὰς καὶ τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις μας μὲ τὴν μεταπολεμικὴν Γερμανίαν. Ἠγωνίσθην εἰς παλαιότερον χρόνον καὶ κατὰ τρόπον ὑποθέτω εὐτυχῆ διὰ τὴν ἐπιβεβαίωσιν αὐτῆς τῆς γονίμου συνεργασίας. Ἀλλά, ὅπως εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω καὶ εἰς μίαν προσωπικήν μου συνομιλίαν μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ, κατὰ τὴν τελευταίαν του ἐπίσκεψιν, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπίστευε πράγματι, ὅτι δὲν ὑπάρχει δέσμευσις, ὤφειλε καλοπίστως, ὑπερηφάνως, ὁμοτίμως, νὰ ὑπερασπίσῃ τὰς ἀπόψεις της. Διατὶ θὰ ἐξετίθετο ἡ πίστις τῆς χώρας, ἐὰν καλοπίστως ὑπερησπίζαμεν ἐνδεχομένην πεποίθησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι μὲ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, δὲν εἶχεν ἀναληφθῆ δέσμευσις; Ζητεῖ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν Ἑλληνικήν, νὰ αἰσθάνεται ὁμότιμος πρὸς πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν ὅταν διαπραγματεύεται τὰς ὑποθέσεις τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Ἴσως ὅμως θὰ ἠδύνατο νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε σχηματίσει αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ἔκρινεν ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει γενικωτέρας πολιτικῆς σκοπιμότητος, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὑτὴ τῶν δύο ἑταιρειῶν ἦτο μία ὑπόθεσις δευτερεύουσα, ἀπέναντι τῆς καλλιεργείας ἀγαθῶν σχέσεων μὲ τὴν μεταπολεμικὴν Γερμανίαν. Καὶ ἀποτελεῖ καὶ αὐτὸ μίαν ἄποψιν. Ἐὰν ὅμως περὶ αὐτῆς τῆς δευτέρας περιπτώσεως πρόκειται, τότε πόθεν ἡ Κυβέρνησις ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι κατήγορος τοῦ κ. Μαρκεζίνη; Ἐὰν εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑφίσταται δέσμευσις καὶ ἀποδέχεται τὴν δέσμευσιν μόνον ἀπὸ λόγους πολιτικῆς σκοπιμότητος, τότε διευθετεῖ μὲν τὰς σχέσεις της πρὸς τὸν ἐκπρόσωπον τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἀντλήσῃ ἐπιχείρημα κατηγορίας, ἐφ’ ὅσον ἡ ἰδία δέχεται, ὅτι δὲν ὑπῆρχε δι’ ἐκείνην τὴν ἐπιστολὴν δέσμευσις. Ἰδοὺ διατὶ εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν ἀδίκῳ, ἀπευθύνουσα κατηγορίαν. Καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸ κείμενον τῆς ὁμιλίας τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ κείμενον τῆς ὁμιλίας τοῦ πρώην ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Κύριοι βουλευταί, ἠκούσαμεν μὲ ἐνδιαφέρον, ὅλην τὴν ἐξιστόρησιν τῶν ἀγώνων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀποδυθεῖ ὁ κ. Μαρκεζίνης, διὰ νὰ κατακτήσῃ τὴν παροχὴν τῶν Γερμανικῶν πιστώσεων, ἠκούσαμεν αὐτὴν τὴν ἀφήγησι, εἰς τόνον θριάμβου, πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἠκούσαμεν τὴν ἰδίαν ἀφήγησιν, εἰς τόνον ἀπολογίας χθές. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτῶν τῶν σημείων. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω ἀληθινὴν καὶ ἔκπληξιν καὶ λύπην, διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Μαρκεζίνης, δημόσιος ἀνήρ, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀφηγήθη τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑπογραφῆς τῶν δύο ἐπιστολῶν μὲ τὸν ὑπουργὸν κ. Ἔρχαρτ. Ἰδοὺ τὸ κείμενον: «Τὸ δίλημμα, εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, διότι ὡμίλησε περὶ αἰφνιδιασμοῦ, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρέθη τὴν τελευταίαν στιγμὴν περίπου, τὸ δίλημμα, τὸ ὁποῖον τοῦ εἶχε τεθῆ τῆς ὑστάτης ὥρας, ἦτο μέγα». Ἐμφανίζει τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν, ἐμφανίζει τὸν ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τῆς μεταπολεμικῆς Γερμανίας, μίαν ἀληθῶς διεθνῆ προσωπικότητα, τὸν ἐμφανίζει ἐξασκοῦντα τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἀληθῆ ἐκβιασμόν. Τὸ δίλημμα, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εὑρέθη, ἦτο μέγα: «Ἐπεράσαμε καὶ εἴμεθα πολλοί, ἡμίσειαν ὥραν συγκινήσεως». Ἰδοὺ ἡ εἰκόνα αὐτῆς τῆς συναντήσεως. Συναντᾶται Ἕλλην ὑπουργός, μὲ Γερμανὸν ὑπουργὸν εἰς μίαν ἀποστολὴν καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα, εἶναι ἀτμόσφαιρα ἐξαναγκασμοῦ, εἶναι ἀτμόσφαιρα βίας, εἶναι ἀτμόσφαιρα ἀγωνίας: «Ἐξέφρασα εἰς τὸν κ. Ἔρχαρτ, τὴν ἀπορίαν μου, διότι μοῦ ἐζητήθη νὰ ὑπογράψω τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν». «Ὅταν ἐπὶ τοῦ νέου κειμένου ἐμείναμε σύμφωνοι, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ἔρχαρτ νὰ κρατήσω εἰς χεῖράς μου τὸ πρωτότυπον, μὲ τὰς διαγραφάς». Εἶναι εἰκὼν ἐμπιστοσύνης εἰς τὰς συζητήσεις δύο ἀντιπροσώπων Κυβερνήσεων; Ἤθελα διὰ λόγους ἀσφαλείας νὰ κρατήσω εἰς χεῖράς μου τὸ πρωτότυπον, μὲ τὰς διαγραφάς! «Τὸ ἀνεκτίμητον αὐτὸ πρωτότυπον. Ἀνεκτίμητον, διότι ἀποτελεῖ τὴν ἀποφασιστικὴν κλεῖδα τῆς ἑρμηνείας, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνεσθε καὶ ὅπως θὰ σᾶς ἐξηγήσω ἐγὼ περαιτέρω. Πρέπει τώρα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ποὺ μοῦ ἐζητήθη νὰ ὑπογράψω τὴν ἐπιστολήν, οὐδὲν τὸ πονηρὸν εἶχε διέλθει ἀπὸ τὸν νοῦν μου, διότι ἐπίστευον καὶ πιστεύω πάντοτε, ὅτι ὁ καλλίτερος τρόπος τῆς θεμελιώσεως οἱασδήποτε συνεργασίας εἶναι ἡ ἀπεριόριστος εἰλικρινείᾳ. Ἀλλ’ ὁ αἰφνιδιασμὸς τῆς ἐπιστολῆς, μὲ ἐνέβαλεν εἰς ὑποψίας. Ἔπρεπε νὰ ἀμυνθῶ». Εἶναι ὑπουργός, ἐκπρόσωπος Κυβερνήσεως ὁ συναλλασσόμενος καὶ ὑπογράφων κατεχόμενος, ἀπὸ τὸ αἴσθημα, ὅτι ἐμπίπτει εἰς παγίδα καὶ λαμβάνει μέτρα ἀμύνης, διὰ τὸ μέλλον; Δι’ αὐτὸ εἶπον χθές, ἀκούων τὸν κ. Μαρκεζίνην, ὅτι πολὺ βαρύτερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. (Χειροκροτήματα). «Τὸ πρωτότυπον αὐτὸ εἶναι τὸ ὅπλον μου. Εἰς οὐδένα τὸ ἐμνημόνευσα πλέον καὶ οἱ πάντες, νομίζω, ὅτι τὸ εἶχον λησμονήσει. Καὶ οὔτε θὰ ἀπεκαλύπτετο ποτέ, παρὰ μετὰ δύο ἔτη ἴσως, ὡς ἕνα ἀπὸ τὰ ἀνέκδοτα πολιτικῆς δράσεως» «Ἀλλ’ ὅταν ἐπεχειρήθη νὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ τοῦ κειμένου τῶν ἐπιστολῶν νομικὸς συλλογισμὸς αὐτόχρημα ἀβάσιμος, ὅσον καὶ ἀπαράδεκτος, τότε φυσικὸν ἦτο, τὸ αὐτόγραφον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν». Ἀπὸ τότε ἡ ὑπόνοια ἐκείνη ἀπεδείχθη σπουδαία, διότι φαντασθῆτε τί θὰ συνέβαινεν, ἐὰν σήμερον ἔλιπε τὸ πρωτότυπον καὶ ἡ ἀνεκτίμητος φωτοτυπία. «Ἀπεδείχθη, δηλ. διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπᾷ καὶ τὸν νοικοκύρην». Γνωρίζομεν ποῖον εἶναι τὸ ἀντίστοιχον σκέλος τῆς παροιμίας. Καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης δὲν ἐδίστατε νὰ δώσῃ αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμόν, εἴτε εἰς τὴν Γερμανικήν, εἴτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι βουλευταί, ἐκφράζω εἰλικρινῶς, κατάπληξιν καὶ θλῖψιν. Ἔχει κανεὶς τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν εἶναι συμβάσεις Κρατῶν, ὅτι εἶναι ἀστυνομικὸν μυθιστόρημα, καὶ ὅτι λαμβάνεται πρόνοια νὰ ἐξασφαλισθοῦν τὰ δακτυλικὰ ἀποτυπώματα τοῦ ἀντιπάλου του, (χειροκροτήματα) διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης του ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς δίκης... Πέραν ἀπὸ αὐτὴν τὴν θλιβερὰν ἐξιστόρησιν, ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς τὴν ὁμιλίαν του, ἀνεφέρθη καὶ εἰς τὴν ὑποβολὴν προτάσεων ἐκ μέρους τῆς ΖΗΜΕΝΣ καὶ τὴν ἀπόρριψιν τῶν προτάσεων αὐτῶν ὑπὸ μιᾶς Ἐπιτροπῆς. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἀνακύπτει βαρεῖα εὐθύνη του ἀπέναντι τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἐφ’ ὅσον εἶχεν ἀναλάβει ἐκείνην τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Μαρκεζίνης καὶ ἐφ’ ὅσον εἶχε πράγματι ἐξετασθῆ ἡ πρότασις τῆς ΖΗΜΕΝΣ καὶ ἐφ’ ὅσον εἶχεν ἀπορριφθῆ, διατὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης δὲν ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ὅτι ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἐπιστολή, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις, ἡ ὁποία ἐδόθη, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ὑπόσχεσις κατ’ ἀρχήν, ἡ ὑπόσχεσις ἐξεπληρώθη, ἐξητάσθησαν κατὰ προτίμησιν αἱ προτάσεις τῆς ΖΗΜΕΝΣ καὶ ἀπερρίφθησαν λόγῳ τῶν ὑπερόγκων τιμῶν; Ἑπομένως ἡ Ἑλλὰς ἀπηλλάγη ἀπὸ τὸν βρόγχον, τὸν ὁποῖον τοῦ εἶχε θέσει εἰς τὴν ἰδιαιτέραν συνάντησίν των ὁ καθηγητὴς Ἔρχαρτ; Διατὶ ἀπέναντι τοῦ δημοσίου συμφέροντος πλέον, ὄχι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, διατὶ δὲν παρεῖχεν αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποκατασταθοῦν αἱ ἀγαθαί, αἱ ἀνέφελοι σχέσεις μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Γερμανικῆς Κυβερνήσεως; Ὅ,τι εἶχεν ὑποσχεθῆ ὁ κ. Μαρκεζίνης, εἴτε ἑκουσίως, εἴτε ἐξαναγκασθείς, εἶχεν ἤδη πραγματοποιηθῆ. Ἠδύνατο ἑπομένως ἀνακοινῶν τὴν ἐπιστολὴν νὰ εἶχεν ἀπελευθερώσει τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν ἀνειλημμένην ὑποχρέωσιν. Διατὶ δὲν ἐπληροφόρησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπηλλάγη εἰς τρόπον ὥστε αἱ περαιτέρω σχέσεις νὰ ἠμποροῦν νὰ ἐξελιχθοῦν ἐλεύθεραι ἀπὸ τὴν ὑποτιθεμένην δέσμευσιν αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν; Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον εὑρίσκεται πλέον εὐθύνη, ὄχι ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ἀπέναντι τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, εὑρίσκεται εὐθύνη ἀπέναντι τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Ἐρχόμεθα τώρα εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν: Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρεσβευτήν, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐγγράφως μοῦ δηλώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἐπειδὴ αἱ προφορικαὶ δηλώσεις ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὀφείλωνται καὶ εἰς ἄλλην παρακίνησιν, ἐκτὸς τῶν ἐντολῶν τῆς Κυβερνήσεώς του. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ διατυπώσῃ ἕνα δημόσιον ὑπαινιγμὸν αὐτῆς τῆς φύσεως, δι’ ἐκπρόσωπον μεγάλης δυνάμεως. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἐπίσης νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διότι μία Κυβέρνησις ἐπεδίωξε νὰ ἐπιβεβαιώσῃ ἐγγράφως τὰς ἰδίας της δεσμεύσεις. Διὰ πρώτην φορὰν ἀκούεται, ὅτι μία Κυβέρνησις ἀναζητεῖ τρόπον ὄχι ν’ ἀπαλλαγῇ, ὄχι νὰ ἐλαττώσῃ, ἀλλὰ νὰ ἐπιβεβαιώσῃ ἐγγράφως, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει διαφυγὴν τῆς ἀνειλημμένης ὑποχρεώσεως. Εἶναι πράγματι περίεργον καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι προεκάλεσε γενικὴν ἀπορίαν τοῦ Σώματος. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν ἀκόμη νὰ ἀπευθύνω καὶ πρὸς τὸν Στρατάρχην Παπάγον καὶ πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν μίαν ἐρώτησιν. Ποίαν ἔννοιαν εἶχεν ἡ ἀξίωσις ἀπὸ τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας μιᾶς ἐγγράφου διακοινώσεως, δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἀφίξεως τοῦ καθηγητοῦ Ἔρχαρτ; Ἤρχετο ὁ καθηγητὴς Ἔρχαρτ. Ἡ ἐπίσημος ἑπομένως ἄποψις τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐξεδηλοῦτο ὄχι μὲ μίαν προφορικὴν ἢ μὲ μίαν ἔγγραφον διακοίνωσιν τοῦ Πρεσβευτοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὰς συμφωνίας, καὶ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μίαν μεγάλην προσωπικότητα τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως. Ποία ἦτο ἡ ἔννοια, ποῖος ἦτο ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὤθησε τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκαλέσῃ μίαν ἔγγραφον ἀνακοίνωσιν καὶ ταὐτοχρόνως νὰ προκαλέσῃ αὐτὸν τὸν γενικώτατον δημόσιον σάλον ἐπὶ τοῦ θέματος, εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀφίξεως τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως; Ποῖον γενικώτερον συμφέρον ἐξυπηρέτει ἡ δημιουργία μιᾶς μεγάλης ἀναταραχῆς εἰς τὴν χώραν, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀφίξεως τοῦ ὑπουργοῦ Ἔρχαρτ; Δὲν ἀποτελεῖ καθῆκον τῶν Κυβερνήσεων νὰ δημιουργοῦν μίαν ἀτμόσφαιραν ἠρεμίας, μίαν ἀτμόσφαιραν ξενίας, μίαν ἀτμόσφαιραν φιλικότητος διὰ τοὺς ξένους, τοὺς ὁποίους καλοῦμεν εἰς τὴν χώραν; Ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν σκάνδαλον, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ κρίσις, ἐξ αἰτίας ἀκριβῶς ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἴχομεν καλέσει καὶ ἐπρόκειτο νὰ φιλοξενήσωμεν; Ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, ἐνήργησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐνεπνέετο ἀπὸ κανένα γενικώτερον συμφέρον τῆς χώρας. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεπνέετο ἀπὸ λόγους προσωπικούς, ἀλλὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀνεύρωμεν γενικώτερον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευεν αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος. Ἐφ’ ὅσον ἀνεμένετο ὁ ὑπουργὸς Ἔρχαρτ, πιστεύω, ὅτι τὸ γενικώτερον συμφέρον ὑπηγόρευε τὴν δημοσίαν ἀποσιώπησιν τοῦ ζητήματος, τὴν προσωπικὴν ἐξήγησιν μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑπεύθυνος καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐὰν παρίστατο ἡ ἀνάγκη οἱασδήποτε ἀνακοινώσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ δευτέρου ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, τοῦ κ. Καψάλη. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Καψάλης νὰ ἐκφράσω τὴν εἰλικρινῆ μου κατάπληξιν διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη ἐξ ὑπαρχῆς τὸ θέμα. Ὁ κ. Καψάλης ἦτο περισσότερον ἐνήμερος καὶ ἀπὸ τὸν κ. Μαρκεζίνην ὅλων τῶν συνεννοήσεων καὶ ὅλων τῶν ὑπογραφῶν, διότι ὁ ἴδιος μὲ τὰ πλήρη γερμανικά του διηρμήνευεν εἰς τὰς συνομιλίας. Ἐγνώριζεν ἑπομένως τὰ πάντα ὁ κ. Καψάλης. Πῶς ἠμπορεῖ λοιπὸν νὰ ἐξηγηθῇ αὐτὴ ἡ ἐπίμονος ἀμνησία, ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους; Ἐκφράζω τὴν εἰλικρινῆ ἀπορίαν καὶ τὴν εἰλικρινῆ θλῖψιν μου. Εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῶ, ὅτι συνέβη πράγματι ἡ ἀμνησία ἢ ὅτι ὑπηρετεῖτο πράγματι γενικώτερον συμφέρον μὲ τὴν ἐπίμονον αὐτὴν ἀμνησίαν τοῦ θέματος. Ἀλλὰ ὑπάρχει πέραν αὐτῆς τῆς ἐπιμόνου καὶ ἀνεξηγήτου ἀμνησίας, ὑπάρχει καὶ ἓν εἰδικώτερον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου μέχρι τοῦδε δὲν ἔχουν δοθῆ ἐπαρκεῖς ἐξηγήσεις. Ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς διακηρύξεως τῶν διϋλιστηρίων. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συντονισμοῦ εἶχε προκηρυχθῆ διεθνὴς διαγωνισμὸς διὰ τὰ διϋλιστήρια καὶ προτοῦ νὰ κριθῇ ὁ διαγωνισμός, ἐβεβαιώθη ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ὅτι ὁ κ. Καψάλης ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν γερμανικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅτι τὰ διϋλιστήρια θὰ ἐδίδοντο εἰς τὴν Γερμανίαν. Παρέσχε τοιουτοτρόπως τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δολιεύεται τοὺς διεθνεῖς διαγωνισμοὺς καὶ ἔχει ἀνειλημμένας ἀποφάσεις, δι’ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ κατακυρώσῃ τελικῶς τὰς δημοπρασίας. Τοιουτοτρόπως, ὁ κ. Καψάλης ἐτραυμάτισε τὸ κῦρος, τὴν πίστιν τῆς χώρας. Καὶ πέραν ὅλων αὐτῶν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, παραμένει τὸ καίριον γεγονός, διατί ὁ κ. Μαρκεζίνης, τὴν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψε, τὴν ἐθεώρησεν ὑπόθεσιν προσωπικήν, ἀκόμη μέχρι σήμερον, ὅπως ἀκούομεν, τὴν θεωρεῖ ὑπόθεσιν προσωπικήν, καὶ δὲν τὴν ἔχει καταθέσει, ὅπως ὤφειλε, διότι εἶναι δημόσιον ἔγγραφον, εἰς τὰ δημόσια ἔγγραφα τοῦ Κράτους. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐκλάβει ὡς ὑπόθεσιν προσωποπαγῆ, ὡς ἕνα εἶδος ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐνυπογράφῃ ὑποχρεώσεις του, αἱ ὁποῖαι νὰ θεωροῦνται προσωπικαὶ καὶ ὄχι δημόσιαι. Ἤκουσα τὸν σημερινὸν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ἀναφέροντα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δυτικῆς Γερμανίας, ὁ κ. Ἔρχαρτ, δι’ ἕνα ἀσήμαντον θέμα αὐξήσεως τῆς ἐξαγωγῆς τῶν οἴνων μας, ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ἐπικοινωνήσῃ δὶς καὶ τρὶς μὲ τὴν Βόννην καὶ διότι δὲν κατώρθωσε νὰ συνεννοηθῇ ἠρνήθη νὰ κάμῃ μίαν ὑποχώρησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς λειτουργία τῶν Κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων. Καὶ αὐτὴ ἡ λειτουργία δὲν συνέβαινεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν συνέβαινεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Συναγερμοῦ. Ἀλλὰ διατὶ δὲν συνέβαινεν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους; Διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε παράσχει τὴν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἐὰν σήμερον εὑρίσκεται ἔκπληκτος ἐνώπιον τῶν πρωτοβουλιῶν τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ οὐδένα ἄλλον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αἰτιᾶται ἐκτὸς ἑαυτοῦ, ὁ ὁποῖος παρεχώρησεν ὅλας τὰς ἐξουσίας, ὅλην τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωσεν ἡ λαϊκὴ ἐμπιστοσύνη εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς μίαν παλαιὰν ὁμιλίαν του, καταληφθεὶς ὑπὸ λυρικοῦ οἴστρου, εἶχεν εἴπει ὅτι, συμβαίνει, εἰς τὸν Συναγερμὸν μία «ἀνάτασις ψυχῶν», συμβαίνει μία «ἠθικὴ ἀνασυγκρότησις», διότι ὅλαι αἱ ἀνθρώπιναι μικρότητες, ἐντὸς τοῦ Συναγερμοῦ ἔχουν καταλυθῇ. Θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ ἐνθυμηθῇ σήμερον τοὺς παλαιοὺς λόγους του καὶ νὰ τοὺς συγκρίνῃ μὲ τὴν ἀτμόσφαιραν τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν. Ἀξιότιμε κ. ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰρωνικῶς ἠχοῦν πλέον οἱ παλαιοί σας λυρικοὶ οἶστροι. Δὲν ὑπάρχει προηγούμενον εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας, κατὰ τὸ ὁποῖον μέλη Κυβερνήσεως νὰ στρέφωνται ἐναντίον ἀλλήλων καὶ νὰ καταλογίζουν ἐναντίον ἀλλήλων, τόσον βαρυτάτας κατηγορίας. Ἐὰν αἱ δύο ὁμάδες τοῦ Συναγερμοῦ, ἀγωνίζωνται σήμερον διὰ νὰ καταλογίσουν ἀμοιβαίας εὐθύνας καὶ διὰ νὰ κάμουν τὸ καταμερισμόν των, ὅμως καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀπασχολεῖται μὲ τὸν καταμερισμὸν τῶν εὐθυνῶν. Ἀπασχολεῖται μὲ τὴν ἄθροισιν τῶν εὐθυνῶν, καὶ ἡ ἄθροισις τῶν εὐθυνῶν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὀνομάζεται χρεωκοπία τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη. Ὁ Στρατάρχης Παπάγος, δὲν ἔχει ἴσως ἐπαρκῆ γνῶσιν τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς χώρας. Ἐπιθυμῶ νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς ἐσωτερικῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ ἀμοιβαίου καταλογισμοῦ σκευωριῶν καὶ συνωμοσιῶν δὲν ὑπάρχει προηγούμενον. Εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς χώρας, κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Στρατάρχου Παπάγου, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ πρωτάθλημα τῆς χρεωκοπίας μιᾶς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). Ἀλλά, πέραν ἀπὸ τὸ συγκεκριμένον αὐτὸ θέμα ἐδήλωσα πρὸ ἡμερῶν, ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν πρόκειται νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ μόνον τοῦ θέματος, θὰ γενικεύσῃ τὴν συζήτησιν. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐπιδοθῶ εἰς μίαν λεπτομερῆ ἀνάλυσιν τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς ὀλίγας γενικωτέρας παρατηρήσεις. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ μακροὺς μῆνας εἶχεν ἡ Βουλὴ ἀργήσει. Γνωρίζω τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως. Τηρεῖται ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ὁρίζει, ὅτι τὸ τρίμηνον εἶναι ἀπαραίτητον. Ἀλλὰ, πέραν τῶν γραπτῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὑπάρχει τὸ πνεῦμα τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ εἶναι εὐρύτεραι, διὰ νὰ παρέχεται κατ’ ἐξοχὴν ἡ εὐχέρεια τοῦ ἐλέγχου τῶν Κυβερνήσεων. Καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τηρήσει τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ὅμως μὲ τὴν μακρὰν ἀργίαν τῆς Βουλῆς, ἔχει παραβιάσει τὸ πνεῦμα τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Περιώδευσα, πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ ἑβδομάδας εἰς τὸ Αἰγαῖον καὶ τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, καὶ ὑπεσχέθην, ὅτι θὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισα. Καὶ ἀπεκόμισα, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ὅλοι ἔχετε ἀποκομίσει ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας σας. Ἐννοῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν, ὅσοι ἀνήκουν εἰς τὴν Κυβερνητικὴν παράταξιν νὰ φέρουν ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νὰ προβοῦν εἰς δημοσίαν ὁμολογίαν τῶν πραγματικῶν των ἐντυπώσεων. Ὅπως, καὶ ἄλλοτε εἶπον, τοὺς εἶναι δύσκολον νὰ εἴπουν εἰς τὴν καθαρεύουσαν, ὅτι ἐξομολογοῦνται εἰς τὴν δημοτικήν. Ἀλλὰ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, καὶ ὑπάρχει ἀσφαλῶς κοινὴ συνείδησις, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον καθολικὴ εἶναι ἡ δυσφορία τῶν λαϊκῶν τάξεων ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Στενάζουν οἱ ἀγρόται καὶ διότι τὰ ἀγροτικά των προϊόντα δὲν κατορθώνουν νὰ φθάσουν εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀκριβείας τῶν εἰδῶν, τὰ ὁποῖα χρειάζονται καὶ διὰ τὴν ζωήν των καὶ διὰ τὴν παραγωγήν των. Στενάζουν διὰ τὴν μεγάλην αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν λιπασμάτων; Στενάζουν διότι αἱ χορηγίαι τῶν ἀγροτικῶν δανείων εἶναι ἀνεπαρκεῖς; Ἀρκοῦν διὰ τὰς ἀνάγκας των. Καὶ δὲν εἶναι περίεργον, ὅτι αἱ χορηγίαι τῶν ἀγροτικῶν δανείων εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Ἀρκοῦμαι νὰ ἀναφέρω δύο μόνον ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι τὸ πιστοποιοῦν. Εἰς τὰ 1953, τὸν Ἰανουάριον, τὸ σύνολον τῶν πιστώσεων πρὸς τὴν Γεωργίαν ἦτο 35% καὶ πρὸς τὴν βιομηχανίαν 16%. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1954, πρὸς τὴν γεωργίαν 32%, πρὸς τὴν βιομηχανίαν 23%. Καὶ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1954, πρὸς τὴν γεωργίαν 27%, πρὸς τὴν βιομηχανίαν 24%. Ἤτοι, ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου αἱ μὲν χορηγίαι πιστώσεων εἰς τὴν γεωργίαν ἀπὸ 35% ἔπεσαν εἰς 21%, αἱ χορηγίαι πρὸς τὴν βιομηχανίαν ἀπὸ 16% ηὐξήθησαν εἰς 24%. Δὲν εἶναι, ἑπομένως, περίεργον ὅτι οἱ ἀγρόται αἰσθάνονται τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς χορηγήσεως τῶν δανείων; Καὶ ἐπίσης, αἱ χορηγίαι τῶν δανείων πρὸς τὴν βιομηχανίαν, ὅπως θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν νὰ ἀποκαλύψωμεν, δὲν ἐγίνοντο πάντοτε μὲ ἀντικειμενικὰ κριτήρια, ἐγίνοντο μὲ τὰ κριτήρια προσωπικῶν χαρισμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν πρὸς ἔλεγχον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ ἀγρόται πάσχουν, πάσχουν ἐπίσης καὶ αἱ ἄλλαι λαϊκαὶ τάξεις. Πάσχουν οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ βιοτέχναι, διότι καταθλίβονται ἀπὸ τὴν ὑπέρμετρον φορολογίαν, Ἐντὸς τοῦ ἔτους 1954, οἱ ἔμμεσοι φόροι ηὐξήθησαν κατὰ 1.234 ἑκατομμύρια νέων δραχμῶν. Καὶ κατωρθώσαμεν, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, μαζὶ μὲ τὸ θλιβερὸν προνόμιον νὰ ἔχωμεν τὸ κατώτερον βιοτικὸν ἐπίπεδον τῆς Εὐρώπης, νὰ ἔχωμεν ταυτοχρόνως τὴν ἀνωτέραν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν. Ἰδοὺ ὁ πίναξ: Φινλανδία 16, Αὐστρία 16, Ἰταλία 16, Δανία 18, Σουηδία 21, Νορβηγία 24, Βέλγιον 28, Γαλλία 28, Ἑλλὰς 30! Ἰδοὺ ὅτι κατωρθώσαμεν, τὰ δύο θλιβερὰ προνόμια, νὰ ἔχωμεν τὸ χειρότερον βιοτικὸν ἐπίπεδον καὶ τὴν μεγαλυτέραν φορολογικὴν ἐπιβάρυνσιν. Ἀλλὰ πέραν ἀπὸ τοὺς ἐπαγγελματίας, τοὺς βιοτέχνας καὶ τοὺς ἀγρότας, ὑπάρχει ἡ μεγάλη κατηγορία τῶν ἐργαζομένων ἀνθρώπων. Ὑπάρχουν ὅλοι οἱ δραχμοβίοτοι, οἱ ἐργάται καὶ οἱ ὑπάλληλοι, ἰδιωτικοὶ καὶ δημόσιοι, οἱ ἐσταυρωμένοι τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Συναγερμοῦ. Δι’ αὐτοὺς αἱ χορηγίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, ὑπῆρξαν ἀσήμαντοι, ἐνῷ ἀντιθέτως, ὁ τιμάριθμος τῆς ζωῆς ἔχει πολλαπλασίως αὐξηθῆ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ οἰκονομική των δοκιμασία. Εἶναι ταὐτοχρόνως, τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἐργάται ἐστερήθησαν ἀπὸ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις τῆς προστασίας, τὴν ὁποίαν τοὺς παρεῖχον οἱ παλαιοὶ φιλεργατικοὶ νόμοι. Παρεδόθησαν εἰς τὴν ἀδίστακτον διάθεσιν τῶν ἐργοδοτῶν. Καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι παρεδόθησαν ἐπίσης εἰς τὴν Δαμόκλειον σπάθην τῶν ἀπολύσεων. Καὶ τοιουτοτρόπως ἔχομεν καὶ ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν κατάθλιψιν ὅλων τῶν δραχμοβιότων τῆς χώρας. Καὶ ἂν τοὐλάχιστον ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ σφαγιασμοῦ τῶν λαϊκῶν τάξεων ὑπῆρχεν ἡ ἱκανοποίησις, ὅτι μὲ τὰς θυσίας αὐτὰς θεμελιώνομεν ἓν καλλίτερον μέλλον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι μοῖρα τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ ὑφίσταται τὰς θυσίας, ἀλλ’ ἔχει τοὐλάχιστον τὴν παρηγορίαν ἑνὸς καλυτέρου μέλλοντος. Ὅμως καὶ τὸ μέλλον διαγράφεται σκοτεινότερον ἀπὸ τὸ παρόν. Ἐξακολουθεῖ ἀπεριόριστος ἡ ἐλευθερία τῶν εἰσαγωγῶν, μὲ τὴν ὁποίαν εἰσάγονται εὐθηνότερα ὅλα τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας καὶ ἀκριβότερα ὅλα τὰ εἴδη τῆς λαϊκῆς καταναλώσεως. Τὸ ἰσοζύγιον τῶν ἐξωτερικῶν πληρωμῶν ἐσήμανεν ἤδη τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου. Διότι, ἐνῷ τὸ σύνολον τοῦ ἀποθέματος εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ἀνέρχεται εἰς 131 ἑκατομ. δολλάρια, ἔχομεν ἐν τούτοις ἔλλειμμα ἑνὸς μόνον τριμήνου, τοῦ τελευταίου, 21 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Καὶ ἔχομεν ἄνοιγμα ἐξ ἀναλήψεως ὑποχρεώσεων ἐπὶ προθεσμίᾳ καὶ ἔναντι φορτωτικῶν 110 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Ἀναγγέλλεται, ἑπομένως, ὁ κίνδυνος τῆς πλήρους ἐξαντλήσεως τοῦ συναλλαγματικοῦ ἀποθέματος. Καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ βαρυσημάντου κινδύνου διὰ τὸ μέλλον, τί συμβαίνει, εἰς τὸ μέγα θέμα τῆς ἀνασυγκροτήσεως; Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἶναι ἀπίστευτον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει συμβῆ μὲ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Συναγερμοῦ. Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη, οἱ ἁρμόδιοι ὑπουργοί, καὶ οἱ πρώην καὶ οἱ νῦν, ἐπετέλεσαν τὸ ἰδικόν μας ἔργον; Μᾶς ἐσφετερίσθησαν τὸν ἔλεγχον. Διότι ἀμοιβαίως κατελόγισαν τὴν εὐθύνην, ὅτι ὅλαι αἱ ἀναγγελλόμεναι πιστώσεις ἔχουν μείνει ἀχρησιμοποίητοι! Ἡ βοήθεια ἐξεμηδενίσθη, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν ὑπερηφάνως, κομπαστικῶς, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔφθασεν ἤδη εἰς τὸ ὅριον τῆς αὐτοδυναμίας. Ὁ περίφημος δανεισμὸς ἀπὸ τὴν Διεθνῆ Τράπεζαν τῆς Ἀνασυγκροτήσεως, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε ἔχει ὑπάρξει ἄφθονος καὶ πρὸς τὴν Γιουγκοσλαβίαν, καὶ πρὸς τὴν Τουρκίαν, δὲν ἔφθασεν ἀκόμη οὔτε εἰς τὸ ἐλάχιστον ποσὸν πρὸς ἡμᾶς. Ἐπὶ δύο ἔτη ἀκούονται ἐπαγγελίαι, καὶ ἐν τούτοις μόλις ἐκτελοῦνται μετὰ βραδύτητος τὰ παλαιὰ ἔργα, καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνα νέον ἔργον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ἀρχίσει, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελῇ μίαν ἐλπίδα τοῦ μέλλοντος. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ δημιουργικοῦ ἔργου τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἰδού, διατί, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὄχι μόνον διὰ τὸ συγκεκριμένον θέμα, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐξεθέσαμεν τὰς ἀπόψεις μας, ἀλλὰ διὰ τὸ γενικώτερον θέμα τῆς χρεωκοπίας τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, θὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ζητεῖ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος. Αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι σήμερον ἔπειτα ἀπὸ τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι διεμορφώθησαν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, δὲν ἀρκεῖ πλέον ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Σώματος διὰ νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἀρχήν. Τοῦ χρειάζεται μία νέα ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς). Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὰς προχθεσινὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς δὲν ἔδωσε πολιτικὸν χαρακτῆρα εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἔμεινε συνεπὲς πρὸς τὴν μεγάλην παράδοσιν τοῦ ἱδρυτοῦ του. Καὶ τοιουτοτρόπως, ἐξηγεῖται διατὶ τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς ἀντιθέσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔφθασε μόνον εἰς τὰ 40%. Ἐπειδὴ βεβαίως, θὰ ἦτο πολὺ μεγαλύτερον ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑπάρξῃ γενικώτερος πολιτικὸς ἀγών. Ἀλλὰ καὶ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ 40%, ὑπάρχει μία κραυγὴ διαμαρτυρίας τῶν λαϊκῶν τάξεων, τὴν ὁποίαν εὐλόγως μερὶς τοῦ φιλοσυναγερμικοῦ τύπου ἐπισημαίνει. Αἱ τελευταῖαι, αἱ πρόσφατοι δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, ἀποτελοῦν μίαν ἐπιβεβαίωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ δὲν δικαιοῦται πλέον νὰ ἰσχυρίζεται, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἰδοὺ διατὶ, ἡ ψῆφος τῆς δυσπιστίας, τὴν ὁποίαν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ δώσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Συναγερμοῦ, θὰ ἔχῃ ἐπίσης, καὶ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος. Ὀφείλει νὰ ἐπικαλεσθῇ μίαν νέαν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ὁποίου δὲν πρόκειται πλέον νὰ ἐπανεύρῃ εἰς τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον. Κύριοι βουλευταί, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἐτέθη πολιτικὸν ζήτημα ἀπὸ τῆς χθές. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 78 τοῦ Συντάγματος, ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πέραν τοῦ πενθημέρου. Κατὰ μίαν ἐπιεικῆ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων ἔννοιαν, αἱ πέντε ἡμέραι λογίζονται ὡς ἡμέραι συνεδριάσεων, συνεπῶς ἀπὸ χθές, ἤρχισε τὸ πενθήμερον καὶ δέον τὴν Τρίτην πρὸ τοῦ μεσονυκτίου νὰ διεξαχθῇ ἡ ψηφοφορία, διὰ νὰ τηρήσωμεν τὸ Σύνταγμα. Λέγω τοῦτο, διότι ὑπάρχουν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσουν ἐνωρὶς διὰ τὸν τύπον καὶ ὄχι ἀργά, ἂς ἔχουν ὑπ’ ὄψιν, οἱ κ. κ. βουλευταί, ὅτι τὸ ἀργότερον τὴν 11ην ἑσπερινὴν τῆς Τρίτης, θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§188Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερ.). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἐπέμβασις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, μοῦ ἐπιβάλλει νὰ δώσω εἰς αὐτὸν ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν, τόσον ἐπὶ τοῦ εἰδικωτέρου, ὅσον καὶ ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος. Θὰ ἤθελα ἀναμφιβόλως, ἀκούων ὅλους τοὺς ρήτορας, νὰ ἐκφέρω ἐν συνόψει τὴν σκέψιν μου, διὰ νὰ κλείσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε τὴν εὐκαιρίαν ἀπόψε, μαζὶ μὲ τὸ εἰδικὸν θέμα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ, ὅπως ὁ ἴδιος εἶπε, θέμα σοβαρώτατον, ὅτι ἔπρεπε μαζὶ μὲ αὐτὸ τὸ θέμα, λέγω, νὰ συνδυάσῃ καὶ μίαν γενικωτέραν ἐπίθεσιν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πρώτοις, εἰς ὅσα ἀνεφέρθη πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως ἢ μή, τῆς νομικῆς δεσμεύσεως, καὶ σχετικῶς μὲ τὴν αἴτησιν τῆς ἐγγράφου ἐκ μέρους τοῦ Πρεσβευτοῦ τῆς Γερμανίας ἐκθέσεως τῶν ἀπόψεων αὐτοῦ, ἔχω τοῦτο νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἴσως ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, δὲν μὲ παρηκολούθησεν ὅσον ἔπρεπε. Διότι εἴπομεν ὅτι, ἐὰν ἐλάβαμεν τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸν Στρατάρχην νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὸ θέμα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι, ἕνας ὑπουργὸς ἐβεβαίου, ὅτι ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ὁμοσπονδιακῆς Γερμανίας, ἔλεγε ταῦτα ἢ ἐκεῖνα, τὰ πράγματα, καθ’ ἣν στιγμήν, ὁ ἴδιος ὁ Πρέσβυς, ἐβεβαίου τὰ ἀντίθετα. Ὅταν εὑρέθημεν ἐνώπιον αὐτῆς τῆς καταφώρου ἀντιθέσεως, ἔπρεπε νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ κατάστασις. Εἴχομεν ὑποχρέωσιν νὰ πράξωμεν τοῦτο, διότι ἐὰν ἠρκούμεθα μόνον εἰς τὴν προσωπικὴν διαμαρτυρίαν, ἐκτὸς τοῦ γεγονότος, ὅτι θὰ ἐξεθέταμεν καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρεσβευτήν, διότι ἠκούσατε ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἐπανελήφθησαν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, δὲν θὰ ἐπετυγχάναμεν καὶ τὴν πλήρη ἐκκαθάρισιν τῆς ἐγερθείσης ἀμφισβητήσεως. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, δὲν ἐζητήσαμεν τὴν ἄμεσον δέσμευσιν τῆς Κυβερνήσεώς μας, ἐζητήσαμεν τὴν ἄποψιν τῆς ἰδικῆς του Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν ἀπετέλει αὐτὸ οἱανδήποτε δέσμευσιν δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ τοῦτο ἔχει τὴν σημασίαν ὅτι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκκαθαρίζεται τὸ θέμα ὅτι, ἐν προκειμένῳ δὲν ἦτο ὁ τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε κατανοήσει ὀρθῶς τὰ πράγματα καὶ μετέδιδε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ ἦτο ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Γερμανίας, ὁ ὁποῖος ἐξετέλει ἐντολὰς τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας εἴχομεν τὴν ἄποψιν τῆς χρηματοδοτούσης, τῆς πιστοδοτούσης Ὁμοσπόνδου Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσωμεν μὲ τὸν καλύτερον δυνατὸν τρόπον τὰς διαπραγματεύσεις μὲ τὸν κ. Ἔρχαρτ, ὥστε, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ περισώσωμεν τὰς Γερμανικὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀπολύτως ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἀνασυγκρότησίν μας καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀποφύγωμεν μεγαλυτέρας ζημίας. Ἐάν, ὅπως σεῖς ὑπεστηρίξατε, ἀνεμέναμεν νὰ ἔλθῃ πρῶτον ὁ κ. Ἔρχαρτ, διὰ νὰ ἀρχίσωμεν συζητήσεις ἐπὶ τῆς νομικῆς φύσεως τοῦ θέματος αὐτοῦ, τότε βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ἔρχαρτ, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνέμενεν εἰς τὴν ἄποψιν τῆς μὴ νομικῆς δεσμεύσεως ἐκ τῶν ἐπιστολῶν δυσχερῶς θὰ ἐπροχωρούσαμεν εἰς διαπραγματεύσεις, τότε θὰ εὑρίσκαμεν ἴσως ἕνα Νομικὸν Σύμβουλον, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἔδιδε γνωμάτευσιν ἀντίθετον, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς, ἡ πίστις καὶ τὸ συμφέρον τῆς χώρας θὰ ἐξετίθετο ἀνεπανορθώτως. Δὲν ἐζητήσαμε νὰ δεσμεύσωμεν τὴν Ἑλλάδα. Ἐζητήσαμεν τὸ ἔγγραφον διὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ θέσις, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ὅλους ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι τελευταίως ἐλάβομεν γνῶσιν τῶν ἐπιστολῶν, εἶχε δημιουργηθῆ βαρυτάτη ἀτμοσφαῖρα. Ἀλλ’ ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἠθελήσατε εἰρωνικῶς νὰ ἀναμνησθῆτε παλαιοτέρους μου λόγους. Ἀνεμνήσθητε παλαιοτέραν μου ἀγόρευσιν καθ’ ἣν ὡμίλουν περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀνασυγκροτήσεως τῶν ἠθικῶν δυνάμεων. Σκάνδαλα ἢ ἀνωμαλίαι λαμβάνουν χώραν παντοῦ. Λαμβάνουν χώραν καὶ εἰς τὰς Δημοκρατίας καὶ εἰς τὰς Δικτατορίας. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὰς Δικτατορίας καλύπτονται. Εἰς τὰς Δημοκρατίας ἀποκαλύπτονται καὶ ἐπιβάλλονται κυρώσεις. Ὅταν, κύριοι, ἐνῷ αὐτὰ συνέβησαν, ἔρχεται ὁ Στρατάρχης κ. Παπάγος καὶ ἀδιαφορῶν ἐὰν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος διέπραξεν μίαν ἀταξίαν εἶναι ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸν ὁποῖον ἐξεχώρησεν ἄλλοτε ὅλας τὰς ἐξουσίας, ὅταν συμβαίνῃ καὶ ἔρχεται ὁ Στρατάρχης δημοσίᾳ καὶ στιγματίζει τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ὡς ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ὑπάρχουν δυνάμεις ἠθικαὶ εἰς τὸν Συναγερμόν, αἱ ὁποῖαι δὲν διστάζουν νὰ ἀποκαλύπτουν τὴν ἀταξίαν καὶ τὴν ἀνωμαλίαν, διότι δὲν ἔχουν τίποτε ἐπ’ αὐτοῦ νὰ φοβηθοῦν καὶ ἐπιβάλλουν ταὐτοχρόνως τὰς κυρώσεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ πραγματικῶς τὴν ὁμαλὴν δημοκρατικὴν λύσιν. (Χειροκροτήματα). Δι’ αὐτὸ, ἀπὸ ὅσα εἴπομεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ διὰ τίποτε νὰ λυπηθῶμεν. Ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις συμπεριεφέροντο καὶ ἐὰν ὅπου ὑπάρχουν ἀταξίαι τὰς ἐμφανίζουν καὶ τὰς καυτηριάζουν, πρέπει νὰ γνωρίζετε ὅτι πράγματι τὰ πολιτικά μας ἤθη πρόκειται νὰ ἴδουν μίαν ἄνοδον καὶ μίαν ἠθικὴν ἔξαρσιν καὶ ἐξυγίανσιν (χειροκροτήματα). Ἐὰν ὅλοι συμφωνήσωμεν καὶ δὲν προσπαθῶμεν νὰ καλύψωμεν τοὺς φίλους καὶ δὲν προσπαθῶμεν νὰ ρίψωμεν τὸν πέπλον τῆς λήθης ἐπ’ αὐτῶν, τότε μόνον θὰ ὑπάρξῃ ἠθικὴ ἀνασυγκρότησις, τότε μόνον θὰ ὑπάρξῃ ἠθικὴ ἐξυγίανσις. Καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει συνέχεια, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰς τὸν Συναγερμόν. Ὑπάρχει μία συνεχὴς προσπάθεια ἠθικῆς ἀνασυγκροτήσεως, ἔστω καὶ δι’ αὐτῶν τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα σεῖς καταλογίζετε εἰς βάρος μας (χειροκροτήματα). Ὡμιλήσατε ἀκόμη ἐπὶ τοῦ γενικωτέρου θέματος τῆς Κυβερνήσεως. Ὡμιλήσατε περὶ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Ὡμιλήσατε περὶ τῆς δυσφορίας τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ τῆς ὑπαίθρου, καὶ ἐνῷ εἴπατε, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, ὅταν θὰ ἔχετε καὶ τοὺς ἀριθμοὺς καὶ θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀπάντησις εἰς ὅλα τὰ ἐρωτήματά σας, περιέργως ἐφέρατε καὶ ὡρισμένους ἀριθμοὺς σποραδικῶς εἰς τοὺς ὁποίους αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω. Ὡμιλήσατε ἀκόμη περὶ δυσφορίας τῶν λαϊκῶν τάξεων, ὡμιλήσατε περὶ ἐσταυρωμένων τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι μὲ τὴν σειράν μου νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι ὡμιλήσατε ἄλλοτε περὶ ἐσταυρωμένων τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου (χειροκροτήματα). Βλέπετε ὅτι εἶσθε ὑποχρεωμένος ἐφ’ ὅσον θὰ εἶσθε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ὁμιλῆτε περί ἐσταυρωμένων, ἀδιαφόρως τῆς Κυβερνήσεως ποὺ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐξουσίαν. (Χειροκροτήματα). Κατὰ συνέπειαν εἶμαι σύμφωνος μαζί σας. Κύριοι, τὸ θέμα ἐτέθη πλέον, τὸ θέμα τὸ πολιτικόν. Ἐτέθη ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνόμισεν ὅτι εὗρε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ δὲν ἐκπροσωπεῖ πλέον τίποτε καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὸν Λαόν. Ὠφείλω νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν συνείδησιν ἐδῶ καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πλευρὰν καὶ ἀπὸ ἐκείνην, ὅτι κάτι ἐκπροσωποῦμεν ἀκόμη εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Δὲν νομίζομεν ὅτι ἦλθεν ἀκόμη ἡ ὥρα τῆς κρίσεως. Θὰ ἔλθῃ μίαν ἡμέραν. Θὰ ἀνατρέξωμεν καὶ πάλιν εἰς τὸν Λαόν. Ἐὰν σεῖς λέγετε ὅτι ὁ Συναγερμὸς διέρχεται μίαν κρίσιν, θὰ ἠδυνάμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν τὸ ἴδιον καί διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Δὲν σᾶς τὸ λέγομεν ἀπόψε, διότι σεῖς ἐρωτᾶτε καὶ δὲν σᾶς ἐρωτῶμεν. Διότι ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἀντιθέσεων καὶ περὶ διαμαχῶν, εἶναι καλύτερον νὰ ἐνθυμηθῆτε τὰ ἰδικά σας. Κύριοι συνάδελφοι, βεβαίως ὑπάρχει ἀκόμη τὸ θέμα τὸ ἐπίμαχον. Θὰ ἐνόμιζον ἐπί τοῦ σημείου αὐτοῦ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀκούσω καὶ τοὺς πολιτικοὺς ρήτορας διότι ἀναμφιβόλως ἔχω νὰ κάμω πλείστας ὅσας παρατηρήσεις. Ἠκούσαμεν ὅμως ἀρκετὰ χθές. Ἠκούσαμεν χθὲς πράγματα τὰ ὁποῖα ἀφ’ ἑνὸς μὲν μᾶς ἐπροξένησαν κατάπληξιν ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπορίαν. Μᾶς ἐπροξένησαν κατάπληξιν ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀπορίαν. Μᾶς ἐπροξένησαν κατάπληξιν ὅσα ἠκούσαμεν ἐδῶ ὅτι ἐκεῖ εἰς τὴν Γερμανίαν ὅπου εὑρέθη ὁ τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐνεφανίσθη ὁ κ. Ἔρχαρτ, ὁ ἄλλοτε γλυκὺς καὶ μειλίχιος, ἐνεφανίσθη ὁ κ. Ἔρχαρτ, ὁ ὁποῖος περίπου ἐξεβίασεν, ὁ ὁποῖος περίπου ἐξηνάγκασε τὸν κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, ἔχασε τὸν ὕπνον του καὶ τὸν ἐξηνάγκασε νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν καὶ κατόπιν ἠκολούθησε μία ἀγωνία, ἡ ὁποία ὡς ἐδήλωσε τὸν ἔκαμε νὰ ὑποπτευθῇ ὅτι ἐκεῖ σκευωρεῖται κάτι ἐναντίον του. Κύριοι, ἡ σκευωρία συνεπῶς κατὰ τοῦ τέως ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν Γερμανίαν! Δὲν εἶναι πλέον ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ σκευωροῦντες. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις σκευωρεῖ. Διότι ἀπὸ τότε ὑποπτεύθη καί δι’ αὐτὸ ἐκράτησε τὴν ἐπιστολὴν μαζί του. Αὔριον θὰ ἀκούσωμεν ἴσως ὅτι καὶ ἡ Ἀμερικὴ ἴσως καὶ ἡ Εὐρώπη ὁλόκληρος ἔχουν σκευωρήσει. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλα στοιχεῖα ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύονται τελείως ἀβάσιμα. Τοῦτο ἀπόψε ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω. Ὅταν ἀπεγυμνώθησαν ἀπὸ κάθε ἐπιχείρημα, τότε ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν λέξιν σκευωρία. Ἐσκευώρησαν οἱ Γερμανοί; Ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζει; ἐσκευώρησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅλοι μαζὶ ἐσκευωρήσαμε διὰ νὰ προκληθῇ ἡ συζήτησις αὐτὴ καὶ νὰ δημιουργηθῇ τὸ θέμα. Δὲν ἀναγνωρίζουν εἰς τοὺς ἑαυτούς των οὐδεμίαν εὐθύνην. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπέγραψε μίαν ἐπιστολήν, ὅτι δὲν τὴν κατέθεσεν, ὅτι τὴν ἀπέκρυψε, δὲν ἔχουν αὐτὰ καμμίαν σημασίαν; Τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει σκευωρία ἐκ Γερμανίας, τοὺς ἐπιβάλλει νὰ παρασκευάσουν τὴν ἄμυνάν των καί ἐξέλεξαν τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς ἀμύνης!!! Ὅταν, λοιπόν, ἀπεγυμνώθησαν κάθε ἐπιχειρήματος, ἐσκέφθησαν τὴν σκευωρίαν. Ἐφαντάσθησαν ὅτι εἰς παρασκήνια σκοτεινὰ ἐκινοῦντο ὑπόπτως ἡ Κυβέρνησις καί οἱ Γερμανοί. Εἰς παρασκήνια σκοτεινὰ οὐδέποτε ἐσυνηθίσαμεν ἡμεῖς νὰ βιῶμεν. Ἡμεῖς καὶ σήμερον καὶ τότε καὶ πάντοτε θὰ ζῶμεν εἰς τὸ φῶς καὶ τὴν ἀλήθειαν, διότι αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ προσιδιάζουν εἰς τὴν Δημοκρατίαν καὶ τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Εἶμαι παλαιότατος κοινοβουλευτικὸς καὶ νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἀπὸ σᾶς θὰ μοῦ ἀρνηθῇ ὅτι ποτὲ δὲν ἀπέκρυψα καὶ πρὸ παντὸς δὲν ἐσκέφθην νὰ ἀποκρύψω ἐπίσημον ἔγγραφον. Ὅταν, λοιπόν, λέγω ἀντελήφθησαν ὅτι ἀπεγυμνώθησαν ἀπὸ κάθε ἐπιχείρημα, ἐσκέφθησαν τὴν σκευωρίαν καὶ ἡ σκευωρία ἦτο ἀναμφιβόλως δι’ αὐτοὺς μία δικαιολογία, διότι δὲν εἶχον τίποτε ἄλλο νὰ προβάλουν εἰς τὰ συντριπτικὰ ἐπιχειρήματα. Καὶ εἰς τὸ τέλος κατέληξεν ὁ ἀξιότιμος κ. τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία σύγχυσις μεταξὺ τοῦ λόγου καὶ τοῦ ἐπιλόγου του, κατέληξεν εἰς ὡρισμένας ἠθικὰς ὑποθήκας. Μᾶς εἶπεν ὁ τέως ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι προσέξατε, μία τοιαύτη ἀνοίκειος συμπεριφορά, μία τοιαύτη ἠθικὴ ἐκτροπή, τιμωρεῖται ἀπὸ τὸν λαόν, ὅτι ὁ λαὸς θὰ ἔλθῃ κάποτε καὶ θὰ σᾶς καταδικάσῃ. Θὰ ἔλεγον εἰς τὸν ἀξιότιμον τέως κ. ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, οὐδένα ἄλλον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αἰτιᾶται ἐκτὸς διότι ἄλλοτε εἰς μίαν κρίσιν, τὴν ὁποίαν διῆλθε καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁ ἴδιος τότε εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία ἠθικὴ εὐθύνη, ὅταν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, δὲν νομίζω ὅτι ὁ Λαὸς ἐτάχθη μὲ τὸ μέρος του. Τὸν κατεδίκασε. Σύμφωνα λοιπὸν μὲ τὰς πεποιθήσεις αὐτὰς τοῦ κ. τέως ὑπουργοῦ, οὗτος θὰ εἶναι ὁ πρῶτος ὑπόχρεως εἰς μίαν τιμωρίαν. Ἂς μὴ κάμετε λοιπὸν τοιούτου εἴδους ἀφορισμοὺς κατὰ τρόπον ἀπρόοπτον καί ἀσύνδετον μὲ τὸ ὅλον θέμα εἰς τὴν Βουλήν, ἐνῷ πρῶτοι ὑμεῖς θὰ ὑφίστασθε τὰς συνεπείας τοιούτων ἠθοπλαστικῶν συμπερασμάτων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μακκᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§190Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἐγὼ μὲ τὴν σειράν μου μὲ βαθυτάτην λύπην ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα. Ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιπαρέλθῃ κανεὶς μίαν συζήτησιν χωρὶς τὴν συμμετοχήν του εἰς αὐτήν, ὅταν ἡ συζήτησις αὕτη ἔθιξε καὶ θίγει ζητήματα διεθνῶν σχέσεων καὶ τοῦ δημοσίου βίου τῆς Ἑλλάδος ἔναντι ξένων Κυβερνήσεων κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος τοὐλάχιστον, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀποκαρδιωτικός. Βεβαίως πᾶν θέμα ἀφορῶν εἰς ἐννόμους σχέσεις, ἀκόμη καὶ τὰς πλέον ἁπλᾶς μεταξὺ τῶν πολιτῶν σχέσεις, ἔχει ἱερὰν καὶ μεγάλην σημασίαν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ παρακολούθησις τῆς ρυθμίσεως τῶν ἐννόμων αὐτῶν σχέσεων πρέπει νὰ γίνεται ἀκόμη προσεκτικωτέρα, ὁσάκις πρόκειται περὶ σχέσεων, μὲ μεγάλας ξένας δυνάμεις καὶ μὲ μεγάλα ξένα οἰκονομικὰ συγκροτήματα καὶ ὅταν εἰς τὰς σχέσεις αὐτὰς ὑπάρχῃ ἐπιδίωξις οἰκονομικὴ τῆς χώρας μας, πτωχῆς μάλιστα ὅπως εἶναι ἡ Ἑλλάς, ὁπότε ἡ ρύθμισις τῶν σχέσεων αὐτῶν κατὰ τὴν φάσιν τῶν διαπραγματεύσεων καὶ κατὰ τὴν ἔκβασιν αὐτῶν εἰς ὡρισμένας συμφωνίας, ὀφείλει νὰ τύχῃ τῆς πλήρους νομικῆς καὶ ἠθικῆς κατοχυρώσεως. Ἑπομένως αἱ διαπραγματεύσεις καὶ τὸ σχῆμα τῶν ἐπερχομένων λύσεων, ὀφείλουν νὰ εἶναι ἠθικῶς ἀπολύτως ἀδιάβλητοι. Καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἠθικῆς πλευρᾶς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ δημοσία ἰδίως γνώμη κατὰ κύριον λόγον παρακολουθεῖ τὸ ὅλον θέμα, ἀδιαφοροῦσα ἴσως διὰ τὴν νομικὴν πλευράν, διὰ τὰ νομικὰ σχήματα, ἀλλὰ ἀποβλέπουσα εἰς μὲν τὴν ἔμφυτον, ἐὰν θέλετε, καχυποψίαν διὰ τοὺς Ἕλληνας εἰς τὴν ἠθικὴν κατοχύρωσιν τῶν δημοσίων ἰδίως ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ κοινὰ καὶ τὰς οἰκονομικὰς κυρίως σχέσεις τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ αὐτοῦ θέματος, θὰ ἐπανέλθω, κύριοι βουλευταί, περαιτέρω, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι προηγουμένως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ποία εἶναι ἡ νομικὴ πλευρὰ τοῦ θέματος. Τοῦτο δέ, ὄχι τόσον, διότι ὁ Γερμανὸς Πρεσβευτὴς καὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἐστήριξαν τὴν ἀξίωσίν των, ὅτι ὑπάρχει νομικὴ δέσμευσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον, κύριοι βουλευταί, διότι πᾶσα εὐνομουμένη πολιτεία καὶ κοινωνία, προσπαθεῖ νὰ συνυφάνῃ τὸ δίκαιον μὲ τὴν ἠθικήν, τὸν νόμον μὲ τὴν ἀνωτερότητα τὴν ἠθικὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, εἴτε τὸν ἐκδίδουν, εἴτε τὸν ἐφαρμόζουν, καὶ διότι διὰ νομικοῦ πάντοτε τύπου αἱ ἠθικαὶ καταστάσεις ἐπιδιώκονται ἀπὸ τὴν πολιτείαν νὰ διατυπώνωνται καὶ νὰ κατοχυρώνωνται. Ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀνακαλυφθῆ ἡ γραφὴ καὶ ἡ ὑπογραφὴ εἶναι φυσικὸν αἱ συμφωνίαι μεταξὺ τῶν Κρατῶν, ἐγγράφως νὰ διατυπώνωνται. Καὶ ἐρωτᾶται, ποίου εἴδους διεθνεῖς συμφωνίαι ὑπάρχουν; Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἡ ὁποία δὲν εἶναι, παρὰ τὸ καταστάλαγμα μακροχρονίου μελέτης, ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν διεθνεῖς συμφωνίαι. Ὑπάρχουν πρῶτον, αἱ γνωσταὶ συμφωνίαι συνήθους τύπου, αἱ ὁποῖαι ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν τυπικὴν διαδικασίαν τῆς ἐπικυρώσεως τῶν Κοινοβουλίων. Αὐταί, μέχρι τῆς ἐπικυρώσεως δεσμεύουν τὴν Κυβέρνησιν. Μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν δεσμεύουν τὴν οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, τὸ Κράτος, τὴν Πολιτείαν. Τοιαύτη δέσμευσις ἀνελήφθη ἀκόμη πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνωστὴν συνθήκην τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινότητος Ἀμύνης. Ἡ Κυβέρνησις παρητήθη καὶ τὸ Κοινοβούλιον ἀπέρριψε τὴν Συνθήκην. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Γαλλία ἀπεδεσμεύθη. Ἀλλὰ —προσέξατε— ὁ ὅρος τῆς ἐπικυρώσεως ἔχει ρητῶς τονισθῆ εἰς τὰς διατάξεις τῆς συμφωνίας καὶ συνθήκης. Ἐγνώριζον οἱ συμβαλλόμενοι τότε μετὰ τῆς Γαλλίας, ὅτι, ἐὰν ἡ συνθήκη δὲν ἐπεκυροῦτο, δὲν θὰ εἶχεν ἰσχὺν διὰ τὴν Γαλλίαν. Κατὰ δεύτερον λόγον ὑπάρχουν αἱ γνωσταὶ συμβάσεις ad referendum αἱ ὁποῖαι καὶ προηγουμένως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν Συντονισμοῦ ἀνεφέρθησαν, ἀλλὰ εἰς τὰς συμβάσεις ad referendum ἡ αἵρεσις τῆς ἀναφορᾶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ρητῶς ἀναγράφεται καὶ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἰσχυρισθῇ, διότι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, οὔτε ρητῶς, οὔτε καὶ σιωπηρῶς ὑπάρχει αὐτὴ ἡ αἵρεσις τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ἀπόδειξιν δὲ θὰ τὴν παράσχωμεν εὐθὺς ἀμέσως, διότι οὔτε ἡ ἀναφορὰ ἐγένετο, οὔτε τὶ περὶ τῆς ἀναφορᾶς ἀνεφέρθη εἰς τὸν συμβαλλόμενον μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Συνεπῶς τὸ ad referendum καὶ ἐὰν ἐν τῷ νῷ τοῦ συμβαλλομένου καὶ ὑπογράψαντος τὴν συμφωνίαν ὑπῆρχε, πάντως οὐδέποτε ἐξεδηλώθη καὶ οὐδέποτε καθ’ οἱανδήποτε ἑρμηνείαν ἡ σύμβασις αὐτὴ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς γενομένη ad referendum Τρίτη κατηγορία εἶναι αἱ λεγόμεναι ἁπλοποιημέναι ἢ ἰδιόρρυθμοι διεθνεῖς συμβάσεις περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω. Ἡ ἐπίμαχος σήμερον συμφωνία δὲν ἐμπίπτει, κύριοι βουλευταί, οὔτε εἰς τὴν μίαν, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην κατηγορίαν. Ἡ ἐπίμαχος αὐτὴ συμφωνία δὲν ἀνήκει εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, διότι οὐδεμία δέσμευσις ἐδόθη, διότι ὁ ὅρος τῆς ἐπικυρώσεως δὲν ὑπάρχει καὶ διότι αἱ οἰκονομικαὶ δεσμεύσεις διεθνοῦς φύσεως μὲ ξένας ἑταιρίας, ἀναλαμβανόμεναι ἔξω διαγωνισμοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραποῦν μονομερῶς ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ἑτέρου συμβαλλομένου διὰ μόνης τῆς θελήσεως τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ ἑνὸς μόνον Κράτους. Δὲν ἀνήκει εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν ὅπως σᾶς ἀπέδειξα πρὸ ὀλίγου, ἀλλὰ ἀνήκει ἀναμφιβόλως εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν λεγομένων ἰδιορρύθμων συμβάσεων διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουν γνωστά, πασίγνωστα, συγγράμματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον ὁ τότε κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ νὰ μὴ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, εἶναι γνωστὴ ἡ νομική του πεῖρα, ὅταν ὑπέγραφε τὴν σύμβασιν τῆς 11ης Νοεμβρίου 53. Ὑπάρχουν συγγράμματα, Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, τὰ ὁποῖα εἶναι πασίγνωστα, ὑπάρχουν καὶ δύο ἄλλαι μελέται, τὰς ὁποίας ἔχω εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν, αἱ ὁποῖαι ὅλαι ὁμοφώνως καθορίζουν ποῖα εἶναι τὰ συστατικὰ στοιχεῖα αὐτῶν τῶν ἰδιορρύθμων συμβάσεων, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτον, ὅτι οἴκοθεν ἐκπορεύονται αἱ ἐγγυήσεις συμβάσεων εἰς τὰς ὁποίας οὐδεμία διαδικασία ὑφίσταται, ἐκπορεύονται οἴκοθεν αἱ ἐγγυήσεις τῶν ὑπογραφόντων αὐτὰς φυσικῶν, ἢ νομικῶν προσώπων, ἀκόμη καὶ τεχνικῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν περὶ τῆς καλῇ τῇ πίστει ἐκτελέσεως. Τὸ πρόσωπα παρουσιάζονται εἰς τὸ διεθνὲς συμβατικὸν δίκαιον ὡς ἐξουσιοδοτημένα καὶ ἁρμόδια. Δεύτερον. Δὲν ὑφίστανται αἱ προϋποθέσεις εἰς αὐτὰς τὰς συμβάσεις τῆς καταθέσεως πληρεξουσίου, ἡ γνῶσις τῆς ἑκατέρωθεν ἁρμοδιότητος τοῦ συμβαλλομένου προσώπου ὡς ἐν προκειμένῳ ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης ἀπελάμβανε μιᾶς γενικῆς πληρεξουσιότητος διὰ τὰ οἰκονομικὰ θέματα τῆς χώρας μας, τόσον ἐν Ἑλλάδι, ὅσον καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ καὶ ἦτο φυσικὸν τὴν γενικὴν αὐτὴν πληρεξουσιότητα τὴν ἐγνώριζον οἱ μετ’ αὐτοῦ διαπραγματευόμενοι καὶ συμβαλλόμενοι ξένοι. Ἀντιθέτως ἄλλος συστατικὸς τύπος τῶν τοιούτων συμβάσεων εἶναι, ὅτι λαμβάνουν τὴν μορφὴν ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν, ἢ ρηματικῶν ἀνακοινώσεων, ἢ ταυτοσήμων δηλώσεων. Θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης, ἀντὶ ν’ ἀνταλλάξῃ ἐπιστολὰς νὰ κάμῃ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ Γερμανοῦ ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἕνα ταὐτόσημον ἀνακοινωθέν, ὑπὸ τύπον προσωπικῆς δηλώσεως μὲ παράλληλον διατύπωσιν αὐτῆς τῆς δηλώσεως ὑπὸ τῶν συμβαλλομένων. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἀποτελεῖ σύμβασιν διεθνοῦς δικαίου ἀναμφισβήτητον, ἔχουσα πλήρη νομικὴν ἰσχύν. Θὰ σᾶς εἴπω μάλιστα καὶ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουν μεταξὺ αὐτῶν τῶν διεθνῶν συμβάσεων αὐτῆς τῆς κατηγορίας καὶ αἱ λεγόμεναι ἀκριβῶς συνυποσχετικαί, οὕτως εἰπεῖν, συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν περιέχουν παρὰ τὴν ἐκδήλωσιν ἐπιθυμίας διὰ μίαν περαιτέρω λεπτομερῆ συμφωνίαν ἢ υἱοθετοῦν μόνον προπαρασκευαστικάς, ὅπως ὀνομάζονται, ἀποφάσεις. Θὰ ἤθελον νὰ σᾶς παραπέμψω εἰς μίαν ἀξιόλογον μελέτην ἑνὸς νεαροῦ Ἕλληνος ἐπιστήμονος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει μίαν τοιαύτην διεθνῆ σύμβασιν ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν καὶ ὑπὸ τοιοῦτον τύπον συναφθεῖσαν τὸ 1800 μεταξὺ τῶν Ἡν. Πολιτειῶν, τῆς Κωσταρίκας καὶ Νικαράγουας διὰ τὴν κατασκευὴν μιᾶς ὑπερωκεανείου διώρυγος. Τὸ θέμα τοῦτο ἦτο σπουδαῖον. Φαντάζομαι, ὅτι καὶ ἐκεῖ τεράστια οἰκονομικὰ συμφέροντα ἐξηρτῶντο ἀπὸ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διατύπωσιν τῆς συμβάσεως, ἔσχε δὲ ἅμα τῇ ὑπογραφῇ της οὕτω γενομένη ὑπὸ τὴν μορφὴν τοιαύτης διεθνοῦς συμβάσεως, ἔσχεν ἀμέσως τὴν νομικὴν τῆς ἰσχύν. Θὰ σᾶς προσθέσω δὲ καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης οὐσιῶδες, ὅτι εἷς ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Γάλλων νομομαθῶν καὶ διεθνολόγων, ὁ κ. Baudevin ὁ ὁποῖος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι εἶναι αὐτὴν τὴν στιγμὴν Πρόεδρος τοῦ Διεθνοῦς Δικαστηρίου τῆς Χάγης, ἑπομένως τὴν αὐθεντίαν του, φαντάζομαι, οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ, γράφει ὅτι: «Εἰς αὐτὰς τὰς συμβάσεις οἱ ὑπουργοὶ............. (ἀναγινώσκει).....». Κύριοι, εἶναι προφανές, μοῦ φαίνεται, διὰ πάντα καλῆς πίστεως κριτήν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ μορφὴ τῆς συμβάσεως τῆς 11ης Νοεμβρίου. Ἡ ἁρμοδιότης ὑπῆρχεν, ἡ γενικωτέρα πληρεξουσιότης ὑπῆρχεν, ἡ εἰδικὴ πληρεξουσιότης δὲν ἐχρειάζετο, ἀντηλλάγησαν ἐπιστολαὶ καὶ μάλιστα πανηγυρικῶς ἐφωτοτυπήθη καὶ ἡ ἀνταλλαγὴ αὐτῶν τῶν ἐπιστολῶν, τῇ βοηθείᾳ ἀκόμη καὶ πολλῶν φωτορεπόρτερς καὶ ἐμπίπτει εἰς αὐτὰς τὰς συμφωνίας, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἔκφρασις εἰς τὴν διεθνῆ γλῶσσαν, ὅτι ἀποτελοῦν τὰς λεγομένας «gentleman agreements» δηλαδή, συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πλήρη νομικὴν ἰσχὺν καὶ φαντάζομαι, ὅτι, ὡς ἀληθὴς τζέντλεμαν, εἶναι ἀδύνατον καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἔκαμε τὴν 11ην Νοεμβρίου 1953 μίαν «gentle man agreement» μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας τῆς Δυτικῆς Γερμανίας. Ἔ, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἔχει ἔτσι τὸ πρᾶγμα, ὅπως εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος, ἐὰν αἱ συμφωνίαι αὐταὶ ἔχουν ἀπόλυτον καὶ ἄμεσον νομικὴν ἰσχύν, ἴσως νὰ ἀνακύψουν, κύριοι βουλευταί, ὡρισμένα ἐρωτήματα. Διατὶ ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, τὴν νομικὴν ἰσχύν, δὲν τὴν ἐπεκαλέσθη, παρὰ τελευταίως. Τὴν ἀπάντησιν μᾶς τὴν ἔδωσε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Δὲν εἶχε λόγον νὰ ἐπικαλεσθῇ προηγουμένως. Μόνον ὅταν ἀπεφασίσθη, ἡ κατὰ παράβασιν τῶν ἠγνοουμένων παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δεσμεύσεων τοῦ κ. Μαρκεζίνη προαγωγὴ τῆς λύσεως τοῦ θέματος διὰ τῆς μεθόδου τῶν δημοπρασιῶν, τότε μόνον εἶχεν ἀνάγκην πλέον ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ ἴδια αὑτῆς οἰκονομικὰ συμφέροντα, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν νομικὴν ἰσχὺν τῆς συμφωνίας τῆς 11ης Νοεμβρίου 1953. Ἕτερον ἐρώτημα προκύπτει ἐκ τοῦ ἄλλου ἰσχυρισμοῦ, τὸν ὁποῖον διὰ μακρῶν ἀνέπτυξεν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης, ὁ ὁποῖος ἀντιπαρέρχεται μετὰ περισσῆς ἀδιαφορίας τὰ ὅσα σήμερον λέγομεν εἰς ἀπάντησιν, ἐνῷ χθὲς μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὅλοι τὸν ἠκούομεν. Ὁ κ. Μαρκεζίνης προσεπάθησε νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι αἱ μεταβολαί, αἱ ἀλλοιώσεις τοῦ κειμένου, αἱ ἐπενεχθεῖσαι τὴν τελευταίαν στιγμὴν εἰς τὸ ἀρχικὸν κείμενον, τὸ ὁποῖον τοῦ ὑπέβαλε ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ μεταβολαὶ τῆς λέξεως «Κυβέρνησις» μὲ τὴν λέξιν «ἡμῶν» καὶ συνεπῶς καὶ ἡ ἀπουσία ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Μαρκεζίνη τῆς ἰδιότητός του ὡς ἀρχηγοῦ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι αὐταὶ αἱ ἀλλοιώσεις μεταβάλλουν, χαλαρώνουν, ἢ καὶ ἀφαιροῦν ἐντελῶς τὴν νομικὴν ἰσχὺν τῆς πράξεως, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἐκείνας τὰς ὥρας. Ἔ, λοιπόν, κύριοι, οὔτε αὐτὸ δὲν εὐσταθεῖ, διότι τὴν νομικὴν ἰσχὺν τῆς πράξεως δὲν τὴν δίδει ἡ ἀναγραφὴ τοῦ τίτλου, τὴν δίδει τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ὑπογράφων ἔχει, σὺν τῇ ὑπογραφῇ του καὶ μίαν ἰδιότητα ἐπίσημον, διὰ νὰ εἶναι ἀναμφισβήτητος ἡ δέσμευσις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν. Ἀλλὰ ἀνέκυψε καὶ ἕνα τρίτον ἐρώτημα, κύριοι βουλευταί. Διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν νομικὴν ἰσχὺν τῆς συμφωνίας; Καὶ νομίζω, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν μεγάλων καὶ σοβαρῶν ἐκείνων ἐπιχειρημάτων, γενικῆς ἐθνικῆς σκοπιμότητος, πρὸς προάσπισιν τῆς ἠθικῆς πίστεως, ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα συντριπτικῶς ἐπεκαλέσθησαν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνεργάται του ἐν τῇ Κυβερνήσει, διὰ νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἀπόλυτον ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν διὰ ν’ ἀναγνωρίσουν τὴν νομικὴν ἰσχὺν τῆς συμφωνίας, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ εἶχον, παρὰ νὰ σᾶς τονίσω καὶ τὸ ἑξῆς: Μία συμφωνία, ὡς ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπεγράφη τὴν 11ην Νοεμβρίου 1953, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἑτεροβαρής. Δὲν ἦτο μόνον ὠφέλιμος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἦτο ὠφέλιμος, προφανῶς, καὶ διὰ τὴν μετ’ αὐτῆς συμβαλλομένην Δυτικὴν Γερμανίαν. Ἑπομένως, ἡ μὴ τήρησις τῆς ὑπογραφῆς της ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι μία παράλειψις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θὰ προεκάλει μίαν ζημίαν διὰ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εἶναι πανθομολογουμένη ἡ γνώμη ὅλων τῶν διεθνολόγων, τὴν ὁποίαν συνοψίζει ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σπυρόπουλος, ὅτι: «Τὸ Κράτος εὐθύνεται, ὁσάκις ἡ ἐπιζήμιος πρᾶξις................ ......... (ἀναγινώσκει)......................». Κύριοι, νομίζω, ὅτι, ἴσως καὶ ὑπὲρ τὸ δέον, ὡμιλήσαμεν διὰ τὴν νομικὴν πλευρὰν τοῦ θέματος. Ἀλλὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προχωρήσω καὶ περαιτέρω. Ἀλλοίμονον, κύριοι βουλευταί, ἐὰν εἶναι ἀπαραίτητα τὰ συμβόλαια, τὰ κείμενα, καὶ ἡ ἀναμφισβήτητος νομικὴ ἰσχύς, διὰ νὰ ὑπάρξουν δεσμεύσεις καὶ ὑποχρεώσεις ἑνὸς Κράτους τιμῶντος ἑαυτό. Ἡ δέσμευσις δύναται καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς οἱασδήποτε, εἴτε ἐσωτερικάς, εἴτε διεθνεῖς σχέσεις, ἀκόμη καὶ ἐὰν εἶναι μόνον ἠθικαί. Ἡ ἠθικὴ ἀρκεῖ, ἐπηυξημένην μόνον ἠθικὴν δύναμιν, δίδει ἡ ἐπίσημος ὑπογραφὴ μιᾶς συμφωνίας. Τὴν δὲ διατήρησιν καὶ ἑδραίωσιν τῆς πίστεώς των, πιστεύω, ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνουν αἱ πολιτεῖαι τηροῦσαι μόνον τὰς πανηγυρικὰς καὶ κεκυρωμένας συμφωνίας, ἀλλὰ καὶ διὰ μίαν ἁπλῆν ἔστω καὶ προφορικὴν ὑπόσχεσιν, ἐφ’ ὅσον προέρχεται ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον ὄργανον τῆς πολιτείας. Ὁ λαὸς ἔχει τὴν συνήθη ἔκφρασιν «κρατᾷ τὸν λόγον του», «θὰ κρατήσῃ τὸν λόγον του», ἀλλὰ ὁ λόγος δὲν εἶναι μόνον γραπτός, εἶναι καὶ προφορικὸς ἀκόμη, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιβληθῇ ὅλα τὰ περιβλήματα μιᾶς ἀναμφισβητήτου νομικῆς καὶ συμβολαιογραφικῆς πράξεως διὰ νὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ νὰ δεσμεύῃ τοὺς τιμίους ἀνθρώπους καὶ τὰς τιμίας Κυβερνήσεις. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἐξ ὀνόματος μιᾶς βαθυτάτης καὶ ζωηροτάτης ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὴν εὐφυΐαν του νὰ νομίσω, ὅτι θὰ ἔπρεπε, πρὸς το ἴδιον πολιτικόν του συμφέρον, πρὸς τὸ ἴδιόν του προσωπικὸν γόητρον νὰ ἀναγνωρίσῃ πρῶτος μάλιστα, τὴν δέσμευσιν, τὴν ὁποίαν προεκάλεσε. Ἔτσι ἐπιβάλλονται, κύριοι βουλευταί, οἱ ἄξιοι τοῦ ὀνόματός των πολιτικοὶ ἄνδρες, ἔτσι ἀποσύρουν τὴν ὑποψίαν, ὅτι αἱ πράξεις των δὲν εἶναι παρὰ ἁπλές μπλόφες καὶ αἱ ἐνέργειαί των πυροτεχνήματα καὶ αἱ ὑποσχέσεις λέξεις κεναί. Ἔτσι γίνονται πιστευτοὶ καὶ ἔτσι ἐπιβάλλονται, καὶ ἔτσι συνυφαίνουν τὸ ὄνομά των μὲ τὴν τιμὴν τῆς πατρίδος των, καὶ πράγματι θεωροῦνται ὡς ἀντιπροσωπευτικοὶ τύποι τῆς χώρας των. Διότι, ἐπὶ τέλους, κύριοι βουλευταί, πρέπει καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς πρεσβυτέρους νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διατύπωσις μιᾶς σκέψεως, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ὁριστικὴ πλέον καὶ παγία ἐκ νέου, ὅπως ἦτο κατὰ τὸ ἔνδοξον παρελθὸν τῆς Ἑλλάδος, ἔστω καὶ μικρᾶς τότε ἀλλὰ ἐντιμωτάτης, νὰ γίνῃ ὁριστικὴ καὶ παγία ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν Ἑλλήνων πολιτευομένων, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι φέουδόν των, δὲν εἶναι κτῆμα κληρονομηθὲν ἢ δωρηθὲν ἀπὸ τὸν πατέρα των, οὔτε ἁπλοῦν βάθρον διὰ τὴν προσωπικήν των ἀνάδειξιν καὶ σταδιοδρομίαν. Ὅταν ἀναλαμβάνεται μία ὑποχρέωσις ἐν μέσῳ δραματικῆς μάλιστα ἀγωνίας, ὅπως μᾶς τὴν περιέγραψε χθές, ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής, εἶναι ἐν κυριολεξίᾳ ἀκατανόητον, ὅτι ὄχι μόνον τὸ ἀγνοεῖ αὐτὸ τὸ δρᾶμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον διῆλθεν ὁ διαπραγματευτὴς τῆς Ἑλλάδος, τὸ ἀπεσιώπισεν ἐπανερχόμενος εἰς τὴν χώραν του, ἐνῷ θὰ ἦτο ἀκριβῶς καὶ ἕνας τίτλος τιμῆς ἐπὶ πλέον, νὰ ἐξιστορήσῃ τὴν ἀντιμετώπισιν καὶ τὸ πῶς τὸ ἀντιμετώπισεν. Ἀλλὰ νὰ ἀποσιωπήσῃ ἀκόμη καὶ τὴν κατάληξιν τοῦ δράματος καὶ νὰ τὴν ἀποκρύψῃ, ὅπως δυστυχῶς προέκυψεν ἀπὸ τὴν ἀντιπαραβολὴν τῶν γεγονότων, εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὸν ἴδιον, εἶναι ἀκατανόητον ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ἐπρόκειτο νὰ καταλυθῇ τὸ σύστημα καὶ ἡ μέθοδος τῶν δημοσίων διαγωνισμῶν, εἶναι ἀκατανόητον ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς ἀντιλήψεως, ὅπως τὸ ἐξήγησα πρὸ ὀλίγου, ἀλλὰ εἶναι ἀκατανόητον καὶ ἀπὸ ἀπόψεως εὐφυΐας καὶ μνήμης. Διότι ἡ μὲν εὐφυΐα, ἡ πανθομολογουμένη τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἔπρεπε νὰ τὸν προστατεύσῃ ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι ἦτο δυνατὸν αἰωνίως νὰ ἀποκρυβῇ ἡ ἀναληφθεῖσα δέσμευσις, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν μνήμην, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν περυσινὴν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ πανηγυρικὴν ἀγόρευσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπε δύο φράσεις ὡραιοτάτας καὶ καταπληκτικάς. Ὁμιλῶν, κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν ἀναπροσαρμογὴν τοῦ νομίσματος ὁ κ. Μαρκεζίνης, εἶπε: «Καὶ φυσικά, ἐτηρεῖτο εἰς πᾶσαν λεπτομέρειαν ἐνήμερος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως». Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κ. Μαρκεζίνη. Διατί τότε ἐθεωρεῖτο ἀπαραίτητος ἡ τακτικὴ καὶ λεπτομερὴς αὐτὴ ἐνημέρωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ 6 μῆνας μετά, ἕνα χρόνον μετὰ ἢ μᾶλλον συγχρόνως περίπου, δὲν ἐτηρεῖτο ἐνήμερος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Ποῖος δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς ἀγορεύσεώς σας ἀπεικονίσατε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Στρατάρχην κ. Παπάγον καὶ εἴπατε τὰ ἑξῆς: «Ἐγὼ γνωρίζω ἀκόμη, ὅτι μὲ τὸν Στρατάρχην Παπάγον δὲν ἀστειεύεται κανεὶς εὔκολα. Οὐδέποτε ἐπαναπαύομαι εἰς τὴν πλήρη ἐμπιστοσύνην μὲ τὴν ὁποίαν μοῦ κάμνει τὴν τιμὴν νὰ μὲ περιβάλῃ. Ὁ Στρατάρχης δὲν συγχέει τὸ καθῆκον μὲ τὴν φιλίαν. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ἐπιπολαία ἢ προχειρολόγος ὑπόσχεσις ὑπουργοῦ, ἔχει καὶ τὴν κύρωσίν της». Αὐτὰ ἐλέγατε σεῖς ὁ ἴδιος, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν 23ην Νοεμβρίου 1953, δηλαδή, 12 ἀκριβῶς ἡμέρας μετὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλησμονήσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέγετε. Ὅλα αὐτὰ καταλήγουν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι κἄτι νοσεῖ. Ὑπάρχει κἄτι τὶ τὸ τελείως ἀκατανόητον, ὑπάρχει κἄτι τὸ τελείως ἀκατανόητον ἀκόμη ἀπὸ τῆς στοιχειώδους ἱεραρχίας καὶ ἀλληλεγγύης τῶν μελῶν μιᾶς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀδύνατον νὰ προκόψῃ αὐτὸς ὁ τόπος ἐὰν ἐξακολουθήσῃ μέσα εἰς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀντίληψις, ὅτι ὑπουργοὶ κατέχοντες αὐτὴν τὴν σπουδαιοτάτην, ἀνωτάτην Κυβερνητικὴν θέσιν, ἀποσιωποῦν τὰ λεγόμενα ἀπὸ τὸν Πρωθυπουργόν των, καὶ ἔτι μᾶλλον, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀκατανόητον ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, διότι μέθοδοι τοιαῦται, ἐκθέτουν τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους ποὺ τὰς ἀκολουθοῦν. Καὶ ὅταν μόνον ἠθικῶς ἀναπνέουσα ἡ Ἑλλὰς θὰ σωθῇ καὶ μόνον ἠθικῶς πολιτευόμενοι οἱ δημόσιοι ἄνδρες της, θὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὴν σώσουν (Χειροκροτήματα).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§192ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν Ἑλληνο–Γερμανικῶν ἐμπορικῶν συμφωνιῶν. (Ὥρα 11 μ.μ.)