1953.02.10
8.311 στίχοι · 61.543 λέξεις · 367 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13η
Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 1953
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΥ
(Ὥρα 6.20′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι Βουλευταί, εἰς ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ληφθείσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4ης Φεβρουαρίου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀποστείλω πρὸς τὰς Βουλὰς τῶν φίλων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐδοκιμάσθησαν κατὰ τὰς τελευταίας καταστροφάς, τῆς Μεγάλλης Βρεττανίας, τοῦ Βελγίου καὶ τῆς Ὁλλανδίας, τηλεγραφήματα, ἐκφράζων τὴν συμπάθειαν καὶ τὴν λύπην τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν σκληρὰν δοκιμασίαν τὴν ὁποίαν οἱ λαοὶ αὐτῶν ὑφίστανται ἀκόμη. Τὸ περιεχόμενον τῶν τηλεγραφημάτων εἶναι περίπου τὸ περιεχόμενον τῆς ἐντολῆς ἡ ὁποία ἐδόθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἔχουν ὡς ἀκολούθως: Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων Εἰς Λονδῖνον. Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων μετὰ ἀφάτου θλίψεως παρακολουθεῖ τὴν συνεπείᾳ τῆς ἐνσκηψάσης θεομηνίας συνεχιζομένην σκληρὰν δοκιμασίαν τῆς μεγάλης φίλης τοῦ Ἔθνους ἡμῶν μεγάλης Βρεττανίας στόπ. Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1953 ἀπεφάσισεν ὁμοφώνως, ὅπως ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων, ἡ ἔκφρασις τῆς βαθυτάτης συμπαθείας τοῦ Σώματος καὶ ἡ εὐχὴ πρὸς παρέμβασιν τῆς θείας Προνοίας, διὰ τὴν ἀποτροπὴν περαιτέρω καταστροφῶν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς
τῶν Ἑλλήνων
ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ
Πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς Ὁλλανδίας Εἰς Χάγην Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων μετὰ ἀφάτου θλίψεως παρακολουθεῖ τὴν συνεπείᾳ τῆς ἐνσκηψάσης θεομηνίας συνεχιζομένην σκληρὰν δοκιμασίαν τοῦ φίλου Ὁλλανδικοῦ Ἔθνους στόπ. Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1953 ἀπεφάσισεν ὁμοφώνως, ὅπως ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Ὁλλανδικὴν Βουλὴν ἡ ἔκφρασις τῆς βαθυτάτης συμπαθείας τοῦ Σώματος καὶ ἡ εὐχὴ πρὸς παρέμβασιν τῆς θείας προνοίας, διὰ τὴν ἀποτροπὴν περαιτέρω καταστροφῶν.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων
ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ
Πρὸς τὴν Βελγικὴν Βουλὴν Εἰς Βρυξέλλας. Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων μετὰ ἀφάτου θλίψεως παρακολουθεῖ τὴν συνεπείᾳ τῆς ἐνσκηψάσης θεομηνίας συνεχιζομένην σκληρὰν δοκιμασίαν τοῦ φίλου Βελγικοῦ Ἔθνους στόπ. Ἡ βουλὴ τῶν Ἑλλήνων κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1953 ἀπεφάσισεν ὁμοφώνως, ὅπως ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Βελγικὴν Βουλὴν ἡ ἔκφρασις τῆς βαθυτάτης συμπαθείας τοῦ Σώματος καὶ ἡ εὐχὴ πρὸς παρέμβασιν τῆς θείας προνοίας, διὰ τὴν ἀποτροπὴν περαιτέρω καταστροφῶν.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων
ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΟΠΟΥΛΟΣ
Εἰς ἀπάντησιν τῶν ὡς ἄνω μηνυμάτων ἐλήφθησαν τὰ ἑξῆς τηλεγραφήματα: Ἐκ Λονδίνου. Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἀθήνας Σᾶς εἶμαι βαθύτατα εὐγνώμων διὰ τὸ τηλεγράφημα συμπαθείας σας πρὸς τὸν Βρεταννικὸν Λαόν, διὰ τὰς καταστροφὰς τὰς προξενηθείσας ὑπὸ τῆς ὀργῆς τῶν ὑδάτων στόπ. Παρακαλῶ ἐκφράσατε εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, τὰς εἰλικρινεῖς εὐχαριστίας ἁπάντων τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Γ. Σ. Μόρρισον Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων Ἐκ Χάγης Κύριον Ἰωάννην Μακρόπουλον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Εἰς Ἀθήνας Ἐξ ὀνόματος τῆς Ἄνω καὶ Κάτω Βουλῆς τοῦ Ὁλλανδικοῦ Κοινοβουλίου εὐχαριστῶ ἐγκαρδίως τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν διὰ τὸ μήνυμα συμπαθείας καὶ ἐνθαρρύνσεως ὅπερ μοὶ ἀπεστείλατε, διὰ τὴν τρομερὰν συμφορὰν ἡ ὁποία ἔπληξε τὴν χώραν μας. Λ. Γ. Κορτενχὸρστ Πρόεδρος Ἐκ Βρυξελλῶν Κύριον Ἰωάννην Μακρόπουλον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἀθήνας Ἡ Βελγικὴ Βουλὴ συγκινηθεῖσα τὰ μέγιστα ἐκ τῶν ἐκδηλώσεων τῆς συμπαθείας τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, διὰ τὴν συμφορὰν ἡ ὁποία ἐδοκίμασε τμῆμα τοῦ Βελγικοῦ πληθυσμοῦ μὲ ἐπεφόρτισε νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως διαβιβάσητε εἰς τὴν Ὑμετέραν Βουλὴν τὴν ἔκφρασιν τῆς ζωηρᾶς της εὐγνωμοσύνης. Φρὰνς Βὰν Καουβελὰρτ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δι’ ἀποφάσεώς μου ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Οἰκονόμου Κωλέτης ὡρίσθη μέλος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ψιμάρα, μὴ ἀποδεχθέντος τὴν συμμετοχήν του ὡς μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πολυχρονίδης, πρὸς ἀποκατάστασιν ἀνακριβειῶν, ὡς ἰσχυρίζεται, ἐν σχέσει μὲ τοὺς διορισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου κατὰ τὸ διάστημα τῆς Ὑπουργίας του, μοὶ ἀπέστειλε τὴν ἀπὸ 10.2.53 ἐπιστολήν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ἀφ’ οὗ λάβῃ γνῶσιν, δύναται ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Ἡ ἐπιστολὴ ἔχει οὕτω: Πρὸς τὸν Ἀξιότιμον Κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς Ἐνταῦθα. Κύριε Πρόεδρε, Ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, κατὰ τὴν Συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 4ης τρέχοντος μηνός, ὑποστηρίζων τὴν ψήφισιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ διαρρυθμίσεως τῶν θέσεων τῶν εἰδικῶν ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλων τοῦ τέως Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν, εὗρε τὴν εὐκαιρίαν καὶ ἐν τῇ ρύμῃ προφανῶς τοῦ λόγου του, νὰ ὑποστηρίξῃ ἐπίσης ὅτι κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα, ὅπου εἶχα τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου, ἐδημιουργήθη εἰς τοῦτο χαώδης κατάστασις ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ἀσυνάρτητος ἀπὸ ἀπόψεως ὑπηρεσιακῆς, ἔθιξε δὲ καὶ τὴν ἠθικὴν πλευρὰν τῆς Ὑπουργίας μου, τὴν ὁποίαν ὅμως κατὰ τὴν ἔκφρασίν του, προετίμησε νὰ μὴ χαρακτηρίσῃ. Καὶ πάντα ταῦτα ἐβάσισεν ἐν συνεχείᾳ, εἰς τὴν ὑποστήριξιν, ὅτι δῆθεν προέβην εἰς ἀθρόους διορισμοὺς ἀργομίσθων καὶ δὴ ἐπὶ συμβάσει τοιούτων. Κατόπιν τῶν ἐπισήμων στοιχείων, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω θεμάτων, μετὰ τὴν ἐν λόγῳ συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τὰ ὁποῖα πρὸ αὐτῆς, ὡς ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ἀπηγόρευσε νὰ μοὶ δοθοῦν, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὅπως ἀνακοινώσητε τὰ κάτωθι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, καταχωρίζοντες ταυτοχρόνως τὴν παροῦσαν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς: Τὸ ἀνώτατον καὶ τὸ ἀνώτερον προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, κατὰ τὸ τεράστιον ποσοστόν του ἀκολουθεῖ ἰδεολογικῶς τὴν κυβερνῶσαν παράταξιν. Μὲ τὸ προσωπικὸν τοῦτο διηύθυνα τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου, πάντοτε δὲ εὐσυνειδήτως ὑπεβοήθησε τὸ ἔργον μου. Τὸ ἂν ἡ πολιτεία μου ἐν τῷ Ὑφυπουργείῳ Ἐμπορίου ὑπῆρξεν ἢ ὄχι ἐπιτυχής, περὶ τούτου ἡ κρίσις ἀνήκει εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ διαστρέψῃ. Τὸ ἂν τὸ προσωπικὸν τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον προΐσταται τοῦ Ὑφυπουργείου, διότι ὁ κ. Ὑφυπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου δὲν εὗρε λόγους νὰ προβῇ εἰς οὐσιώδεις μεταβολάς, μεταξὺ προσώπων τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ μὲν τῶν ἡμερῶν μου εἶχε δημιουργήσει χαώδη καὶ ἀσυνάρτητον ὑπηρεσιακὴν κατάστασιν, ἀντιθέτως δὲ σήμερον, τὸ ἴδιον προσωπικόν, ἔχει μετατρέψει τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου εἰς ὑπηρεσιακὸν πρότυπον, νομίζω ὅτι τυχὸν τοιαύτη ἄποψις, σοβαρῶς ὑποστηριζομένη, δὲν θὰ εἶναι πρὸς τιμὴν τοῦ προσωπικοῦ τούτου. Προσωπικῶς οὐδέποτε εἶχον ἢ ἔχω τοιαύτην γνώμην διὰ τὸ ἀνώτατον καὶ τὸ ἀνώτερον προσωπικὸν τοῦ Ὑφυπουργείου Ἐμπορίου, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι, κατὰ μέγιστον ποσοστόν, συμπίπτει νὰ ἀνήκῃ εἰς πολιτικὴν παράταξιν διάφορον τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ἀκολουθουμένης. Ὡς πρὸς τὰς προσλήψεις ἐκτάκτων ἢ ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλων, ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας μου, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, βάσει τῶν κατατεθέντων ἐπισήμων στοιχείων, τὰ κάτωθι: Ὅταν ἀνέλαβα τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου, εὗρον ὑπηρετοῦντας 29 ὑπαλλήλους ἐπὶ συμβάσει. Ἐκ τούτων 7 ἦσαν πτυχιούχοι τῆς Χημείας, 9 πτυχιοῦχοι τῆς Νομικῆς, 1 πτυχιούχος τῆς Ἰατρικῆς, 1 πτυχιούχος τῆς Ἀνωτάτης Ἐμπορικῆς Σχολῆς, 1 ὑποστράτηγος Μηχανικοῦ ἐ. ἀ. εἰδικὸς διὰ τὴν Ὑπηρεσίαν Καυσίμων, 2 Λογισταί, 2 πτυχιοῦχοι Δημοσίας Ἐμπορικῆς Σχολῆς, 1 εἰδικὸς μεταφραστής, 3 τελειόφοιτοι Γυμνασίου πεπειραμένοι εἰς ἐλέγχους καὶ 2 χαρακτηριζόμενοι ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας ὡς εἰδικευμένον προσωπικὸν τῆς Διευθύνσεως Ἀγορῶν. Ἐκ τῶν 29 τούτων ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλων 2 εἶχον προσληφθῆ τὸ 1946, 11 τὸ 1948, 9 τὸ 1949, 2 τὸ 1950 καὶ 5 τὸ 1951, πρὶν ἀναλάβω τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου. Οὗτοι, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐπισήμων στοιχείων, παρέμενον ἔκτοτε συνεχῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῶν ληγουσῶν συμβάσεών των, κρινόμενοι προφανῶς ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου, ὡς ὑπηρεσιακῶς ἀπαραίτητοι. Ἐκ τούτων ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας μου παρῃτήθησαν 2, κατήγγειλα δὲ ἢ δὲν ἀνενέωσα τὰς συμβάσεις 7 ἑτέρων, κριθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου ὡς μὴ ἀπαραιτήτων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἤτοι ἐκ τῶν ἀνωτέρω 29 ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλων παρέμειναν 20, τῶν ὁποίων κατὰ καιροὺς ἀνενέωσα τὰς συμβάσεις, πάντοτε δὲ μετὰ τὴν σύμφωνον γνώμην τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου. Σημειώνω ὅτι τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα Ἀρεοπαγίτην, ἕνα Σύμβουλον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἕνα Νομικὸν Σύμβουλον τοῦ Κράτους, ἕνα Καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους τοῦ Ὑφυπουργείου Ἐμπορίου, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον προΐστανται τῶν Ὑπηρεσιῶν του. Ἐὰν τὸ Ὑπηρεσιακὸν τοῦτο Συμβούλιον, κακῶς ἔκρινε περὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς χρησιμότητος καὶ συνεπῶς περὶ τῆς ἀνανεώσεως τῶν συμβάσεων τῶν ἀνωτέρω, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἄμοιρα εὐθυνῶν, ἰδίᾳ τὰ ἐκ τοῦ Ὑφυπουργείου προερχόμενα μέλη του, διὰ τὴν σφαλερὰν γνωμοδότησίν των, τὴν ὁποίαν ἔλαβα ὑπ’ ὄψει διὰ τὰς ἐν λόγῳ ἀνανεώσεις. Προσθέτω τέλος, ὅτι ἐν τῇ πράξει αἱ ἀνανεούμεναι συμβάσεις πάντοτε γίνονται ἐνωρίτερον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς λήξεώς των, διὰ τὸν ἔγκαιρον τερματισμὸν τῶν πρὸς τοῦτο ἀπαιτουμένων διατυπώσεων. Ἐπίσης, ὅτι ἀνακριβὴς ὑπῆρξεν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου περὶ ὑπάρξεως συμβάσεως, ἐχούσης τὸν ὅρον τῆς αὐτοδικαίας ἀνανεώσεώς της. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι, ὅτι εἰς ἀρκετὰς τοιαύτας συμβάσεις εἶχε τεθῆ ἐπὶ λέξει ὁ κάτωθι ὅρος: «Ἐφόσον ἡ παροῦσα σύμβασις, δὲν ἤθελε καταγγελθῇ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα πρὸ τῆς λήξεώς της, ἀνανεοῦται αὐτοδικαίως δι’ ἴσον πρὸς τὸ τῆς ἀρχικῆς ἰσχύος της χρονικὸν διάστημα καὶ ὑπὸ τοὺς ἰδίους ἐν αὐτῇ ὅρους». Πρόκειται περὶ καθαρῶς ὑπηρεσιακοῦ ὅρου, σκοποῦντος τὴν ἀποφυγὴν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἀπαιτουμένων διατυπώσεων διὰ τὰς ἀνανεουμένας συμβάσεις. Οὕτως ἔχουν τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους εὗρον ὑπηρετοῦντας ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς περίπου ἔτους, ὅπου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου, λόγῳ τῆς δημιουργηθείσεις ἀνάγκης ἐπιτάσεως τοῦ ἀγορανομικοῦ ἐλέγχου καὶ τῆς προστεθείσης ἐργασίας ἐκ τῆς παρακολουθήσεως τῆς συγκεντρώσεως τοῦ ἐλαιολάδου, κατόπιν δὲ ἐπιμόνων ὑπηρεσιακῶν εἰσηγήσεων, προέβην εἰς τὰς κάτωθι προσλήψεις. Προσέλαβον συνολικῶς 7 ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλους. Διὰ τὴν πρόσληψίν των ἐτηρήθη ἡ διαδικασία τοῦ Ν. 751 καὶ ὑπῆρξεν ἡ σύμφωνος γνώμη τοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου. Ἐκ τούτων 4 ἦσαν πτυχιοῦχοι τῆς Χημείας, 1 εἰδικὸς περὶ τὰ βυρσοδεψικὰ πτυχιοῦχος τοῦ Ἐθνικοῦ Ἱδρύματος Ἐρευνῶν Βιέννης, 1 δικηγόρος καὶ 1 πτυχιοῦχος τῆς Παντείου Σχολῆς. Ὅταν ἅπαντες οὗτοι ὑπηρέτουν, ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς τῶν ἐπὶ συμβάσει εἰδικῶν ὑπαλλήλων ἔφθασε τὸν ἀριθμὸν 27. Ἐκ τούτων ὅμως τὴν 14ην Ἀπριλίου 1952 ἔπαυσεν ὑπηρετῶν 1 χημικός, τὴν 30 Ὀκτωβρίου 1952 παρητήθη ὁ πτυχιοῦχος τῆς Παντείου Σχολῆς καὶ τὴν 8 Νοεμβρίου 1952 παρητήθη ὁ Δικηγόρος. Ἐπίσης ἐπὶ Ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως διὰ 2 ὑπαλλήλους κατηγγέλθησαν ἢ ἔληξαν αἱ συμβάσεις. Συμπέρασμα: Ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου, ὑπηρέτουν 29 ἐπὶ συμβάσει ὑπάλληλοι, ὅταν ἀπεχώρησα τούτου ὑπηρέτουν 25, καὶ ὅταν ἀνέλαβεν ἡ νῦν Κυβέρνησις ὑπηρέτουν 22. Ἐπίσης, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ὑπουργίας μου, προσέλαβον 6 ἐκτάκτους ὑπαλλήλους, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ 4 εἶχον τοποθετηθῆ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου προστασίας τῶν ἀπολυομένων τοῦ Στρατοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐργασίας. Ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ὑπουργίας μου, προσέλαβον 7 ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλους καὶ 6 ἐκτάκτους τοιούτους, ἤτοι ἐν συνόλῳ 13. Ἐκ τούτων παρητήθησαν 3, συνεπῶς ἔμειναν ὑπηρετοῦντες 10. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις στηριχθεῖσα εἰς τὴν ἄποψιν, ὅτι τὸ ἀπὸ 6–11–51 Β.Δ. τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν «περὶ διατηρήσεως ἐν ἰσχύϊ τῶν περὶ διορισμῶν εἰς θέσεις ἐκτάκτων καὶ ἐπὶ συμβάσει ὑπαλλήλων κλπ», ἐφ’ οὗ ἐστηρίχθησαν αἱ ἄνω προσλήψεις, τυγχάνει ἄκυρον, ἔτι δὲ σύμφωνα μὲ τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ ὅτι, κατὰ τὴν ἀκριβῆ ἔκφρασίν του, ἐπροδόθη ἐκ τοῦ ὀνόματος ὅτι τινὲς τῶν ἀνωτέρω ἦσαν Κρητικῆς καταγωγῆς καὶ τοῦτο προφανῶς ἐδημιούργησε κώλυμα διὰ τὴν περαιτέρω παραμονήν των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀπέλυσεν ἐκ τούτων τοὺς 6 ἐκτάκτους ὑπαλλήλους καὶ 2 ἐπὶ συμβάσει χημικούς, οὕτω δέ, ἐκ τῶν ὑπ’ ἐμοῦ προσληφθέντων, παραμένουν νῦν ὑπηρετοῦντες δύο. Ταῦτα πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας καὶ εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐν τῇ Βουλῇ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου κατὰ τὴν 4ην τρέχοντος μηνός, καθὼς καὶ παντὸς ἀνευθύνως ἰσχυριζομένου, ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κέντρου διωρίσθησαν εἰς τὸ Ὑφυπουργεῖον Ἐμπορίου στρατιαὶ ἀργομίσθων. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ν. Πανταζῆς, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κ.λ.π.
§2Ν. ΠΑΝΤΑΖΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἕβρου κ. Σ. Πρόκος καταθέτει ἀναφορὰν πολυτέκνων Ἀλεξανδρουπόλεως, ζητούντων εἰσαγωγὴν τῶν ἐπιτυχόντων τέκνων τῶν ἀπόρων πολυτέκνων εἰς τὴν Ἀκαδημίαν Ἀλεξανδρουπόλεως. Ὁ βουλευταὶ Κερκύρας καὶ Παξῶν κ. Σ. Θεοτόκης καταθέτει ἀναφορὰν ἁλιέων καὶ πλοιοκτητῶν ἁλιευτικῶν συγκροτημάτων Κερκύρας διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην εἰσαγωγὴν ἁλιπάστων ἰχθύων ἐκ Πορτογαλλίας καὶ νωπῶν ἰχθύων καὶ ἁλιπάστων ἐκ Γιουγκοσλαβίας, ἐπιζημίαν διὰ τὰ συμφέροντά των. Οἱ βουλευταὶ Κερκύρας καὶ Παξῶν κ.κ. Σ. Θεοτόκης καὶ Γ. Κάντας, καταθέτουν ἀναφορὰν συνταξιούχων Χωροφυλακῆς ζητούντων τροποποίησιν νόμου 1854]51, ἀναγνώρισιν ὡς ἐμπολέμου τῆς περιόδου 1940–45 κ.λ.π. Οἱ βουλευταὶ Μεσολογγίου Χρῆστος Εὐαγγελᾶτος καὶ Παναγιώτης Σταυρόπουλος, καταθέτουσι τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τοῦ Κ.Τ.Ε.Α. Αἰτωλοακαρνανίας ἀναφέροντος διακοπὴν τῶν συγκοινωνιῶν Αἰτωλοακαρνανίας ἐκ τῶν καταρρακτωδῶν βροχῶν, αἵτινες κατέστρεψαν ὁδοὺς καὶ γεφύρας. Ὁ Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ὑπαλλήλων Γραφείων Ταξιδίων Τουρισμοῦ καὶ μεταναστεύσεως Ἀθηνῶν, ζητεῖ ἐπαγγελματικὴν κατοχύρωσιν μελῶν του. Ὁ Γεωργικὸς Συν)σμὸς Φλωρίνης ἡ «Ἀναγέννησις», ζητεῖ κατάργησιν Κοινῶν Ταμείων καὶ ρύθμισιν ζητήματος κομίστρων ἐπὶ δικαιοτέρων βάσεων. Ἡ Ὁμοσπονδία Βιοτεχνικῶν Σωματείων Πειραιῶς, ζητεῖ χορήγησιν δανείων εἰς ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς βιοτεχνικοὺς κλάδους, αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν βιοτεχνικῶν δανείων εἰδικῶς διὰ τὸν Πειραιᾶ εἰς 50 ἑκατομμύρια κ.λ.π. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Πιστωτικοῦ Συν)σμοῦ Χλεμποτσαρίου Θηβῶν ζητεῖ κατάργησιν Κοινῶν Ταμείων ἐπὶ μεγίστη ὠφελείᾳ παραγωγικοῦ κόσμου καὶ καταναλώσεως. Ὁ βουλευτὴς Τριχωνίδος κ. Α. Παπαθανάσης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πιστωτικῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἀγρινίου διαμαρτυρομένης δι’ ὑποβληθὲν παρὰ καπνοβιομηχανιῶν ὑπόμνημα περὶ μὴ πριμοδοτήσεως παρὰ τοῦ Κράτους καπνῶν τσεμπελίων ἐσωτερικῆς καταναλώσεως ἐσοδειῶν 1949, 1950, 1951 καὶ 1952. Ὁ Γεωργικὸς Πιστωτικὸς Συν)σμὸς Βερροίας, αἱ Ἑνώσεις Γεωργικῶν Συν)σμῶν Χαλκιδικῆς, Δράμας καὶ ἡ Ὁμοσπονδία Γεωργικῶν Συν)σμῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται διὰ τὰς ὑπὸ τοῦ Παναυτοκινητιστικοῦ Συνεδρίου προτάσεις περὶ καταργήσεως τῶν Γεωργικῶν Συν)σμῶν καὶ Γεωργικῶν Ὀργανώσεων. Οἱ ἐπὶ συμβάσει ὑπάλληλοι τοῦ διαλυθέντος Ὑφυπουργείου Ἐμπορίου ζητοῦν ὅπως, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ κατατεθέντος ὑπὸ τοῦ Ὑφυπουργοῦ Ἐμπορίου σχεδίου νόμου περὶ τῆς τύχης τῶν ὑπαλλήλων, ληφθῇ μέριμνα διὰ τοὺς ἐξ αὐτῶν προστατευομένους ὑπὸ τοῦ νόμου 751. Οἱ καπνεργάται καὶ καπνεργάτριαι Ξάνθης, ζητοῦν τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ κατατεθέντος νόμου περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου 5817 περὶ ἐργασίας τῶν ἀρρένων καπνεργατῶν εἰς Τόγκαν, κατοχύρωσιν τῆς ἀσφαλιστικῆς προστασίας τῶν καπνεργατῶν εἰς τὸ ἐπίπεδον τῆς ὑπὸ τοῦ Ι.Κ.Α. παρεχομένης τοιαύτης κ.λ.π. Ὁ Σύλλογος τῶν Ἐφημεριδοπωλῶν Ἡρακλείου Κρήτης ζητεῖ ἐπέκτασιν τῶν περὶ Ταμείου Ἀσφαλίσεως Ἐφημεριδοπωλῶν Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διατάξεων τοῦ νόμου 4434) 1929 ἐπὶ πάντων τῶν ὠργανωμένων ἐπαγγελματιῶν ἐφημεριδοπωλῶν. Οἱ Γεωργικοὶ Πιστωτικοὶ Συνεταιρισμοὶ Θρυλορίου, Λαβάρων, Μάνης, Διδυμοτείχου, Ροδολίβους, Μαυρονερίου καὶ διαφόρων ἄλλων σωματείων διαμαρτύρονται δι’ ἐπέμβασιν αὐτοκινητιστῶν πρὸς διάλυσιν τῶν Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν. Παλαιοημερολογῖται Νικαίας, Καβάλας καὶ Ἐλασσόνος περιοχῆς Ὑπαπαντῆς Πειραιῶς, διαμαρτύρονται διὰ συνεχιζομένην δίωξίν των καὶ ζητοῦν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν θρησκευτικῶν των καθηκόντων. Τὰ Ἐργατικὰ Κέντρα Αἰγίου, Ἡρακλείου, Λαυρίου, Πρεβέζης, Ἀθηνῶν, Καβάλας, Κατερίνης, Ἄργους, Ζακύνθου, Ἀλεξανδρουπόλεως, Ἐλευσῖνος, Λειβαδιᾶς, Ἰωαννίνων, Τριπόλεως Πειραιῶς, Καλαμῶν, Κομοτινῆς, Μυτιλήνης, Σάμου, Σερρῶν καὶ διάφορα ἄλλα Σωματεῖα ἀποδοκιμάζουν τὸ ὑποβληθὲν παρὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν Ἐργασίας ὑπόμνημα περὶ περικοπῆς κεκτημένων δικαιωμάτων ἐργαζομένων κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ναυπλίας κ. Β. Βραχνός, καταθέτει ψήφισμα τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ναυπλίου ζητούσης ὅπως πρὸς καταπολέμησιν τῆς ἐν Ναυπλίῳ ἀνεργίας ληφθοῦν ὡρισμένα μέτρα, ὡς ἡ ἐπανίδρυσις στρατιωτικῶν μονάδων, ἐπανασύστασις Ἐπιμελητηρίου Ἀργολίδος, χορήγησις μακροπροθέσμων δανείων, μείωσις τῶν εἰσφορῶν ὑπὲρ τοῦ Ι.Κ. Α. ἀποπεράτωσις τοῦ Κρατικοῦ Νοσοκομείου κ.λ.π. Ὁ Δήμαρχος, ὁ Σύλλογος Πλοιάρχων Καλύμνου καὶ ἡ Ἕνωσις Δυτῶν Σπογγαλιέων Καλύμνου «ὁ Ἅγιος Στέφανος» ζητοῦν ἄμεσον χρηματοδότησιν σπογγαλιέων διὰ τὴν ἐπικειμένην ἔναρξιν τῆς θερινῆς σπογγαλιείας. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Συδένδρου Γρεβενῶν διαμαρτύρεται διὰ ληφθεῖσαν ἀπόφασιν ὑπαγωγῆς τῆς Κοινότητός του εἰς τὸν νεοσυσταθέντα Ἀστυνομικὸν Σταθμὸν Κυδωνιῶν, μὴ συνδεόμενον μετὰ τοῦ χωρίου των διὰ βατῆς ὁδοῦ ἀπέχοντα τούτου κατὰ 20 χιλιόμετρα, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν ὃν ἤδη ὑπάγονται Ἀστυνομικὸν Σταθμὸν Γρεβενῶν, ἀπέχοντα περὶ τὰ ἑπτὰ μόνον χιλιόμετρα ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. Τὸ Σωματεῖον Οἰκοδόμων Ρόδου ἡ «Ὀρθοδοξία» ζητεῖ τιμαριθμικὴν ἀναπροσαρμογὴν μισθῶν καὶ ἡμερομισθίων, ἐπιδότησιν παρὰ τοῦ Ταμείου Ἀνεργίας μετὰ τὴν συμπλήρωσιν 90 ἡμερομισθίων κ.λ.π. Ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ.κ. βουλευτῶν: Ι. Τοῦ Ὑπουργείου Κοιν. Προνοίας. Ἀριθ. πρωτ. 5826]251. Αʹ). Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Δαβάκη. Πρὸς Τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Δ)νσιν Νομοθ. καὶ Νομοπ. Ἐργασιῶν Τμῆμα Νομοθ. Ἐργασίας. Ἀπαντῶντες ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 690]29–1–1953 ὑμετέρου ἐγγράφου, διαβιβασθείσης ἡμῖν ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Δαβάκη, ἐν σχέσει μὲ τὴν παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας Ἀνοικοδομήσεως Σπάρτης δίωξιν καὶ ὑποβολὴν μηνύσεως ἐναντίον τῶν δικαιούχων ὑλικῶν ἀνοικοδομήσεως, οἵτινες δὲν ἐνεσωμάτωσαν εἰσέτι ταῦτα, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἀκόλουθα: Διὰ τοῦ ἀπὸ 25–2–1949 Β.Δ. «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων παροχῆς οἰκοδομικῶν ὑλικῶν πρὸς αὐτοστέγασιν (Φ.Ε.Κ. 56 τεῦχος Αʹ τῆς 4–3–1949), ἐν ἄρθρ. 1 καθορίζεται, ὅτι «εἰς ἑκάστην περίπτωσιν χορηγήσεως ὑλικῶν πρὸς αὐτοστέγασιν, τάσσεται προθεσμία διὰ τὴν ἐνσωμάτωσιν αὐτῶν εἰς τὴν οἰκοδομὴν δι’ ἣν προορίζονται, ἥτις δὲν δύναται νὰ εἶναι μεγαλυτέρα τῶν τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τῶν ὑλικῶν. Παράτασις τῆς προθεσμίας ἐπιτρέπεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ οἰκείου Περιφερειακοῦ Διευθυντοῦ Ἀνοικοδομήσεως μόνον ἐφ’ ἅπαξ καὶ μέχρις ἑνὸς τὸ πολὺ μηνὸς καὶ μόνον ἐφ’ ὅσον διαπιστοῦται, ὅτι δὲν ὑπάρχει κίνδυνος ζημίας ἢ καταστροφῆς τῶν ὑλικῶν». Ὡσαύτως διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1251]1949 Ν.Δ. «περὶ ἐπιβολῆς κυρώσεων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς στεγάσεως τῶν πολεμοπαθῶν καὶ τῶν ἐπαναπατριζομένων συμμοριοπλήκτων» (Φ.Ε.Κ. 237 τεῦχος Αʹ τῆς 31–10–1949) ἐν παρ. 1 τοῦ ἄρθρου 1, ρητῶς καθορίζεται, ὅτι «ὅστις λαμβάνων παρὰ τοῦ Δημοσίου ὑλικὰ εἴτε πρὸς ἀνοικοδόμησιν εἴτε πρὸς ἐπισκευὴν καταστραφείσης ἢ βλαβείσης ἐκ τοῦ πολέμου καὶ τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ ἐν γένει ἢ καὶ θεομηνίας κατοικίας του, δὲν χρησιμοποιεῖ ταῦτα ἐντὸς τῆς τασσομένης προθεσμίας, εἴτε δὲν χρησιμοποιεῖ ταῦτα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ πωλεῖ ἢ ἀπαλλοτριοῖ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ταῦτα εἰς τρίτον τιμωρεῖται, πλὴν τῶν ἄλλων κυρώσεων, διὰ φυλακίσεως τριῶν τοὐλάχιστον μηνῶν ἐπὶ τῇ ἐγκλήσει τοῦ οἰκείου Τομεάρχου. Αἱ ἀνωτέρω διατάξεις ἐθεσπίσθησαν βεβαίως πρὸς κατασφάλισιν τῆς καλῆς διαθέσεως καὶ χρησιμοποιήσεως τῶν πρὸς δικαιούχους χορηγουμένων ὑλικῶν, ἐπιβαλλομένης ἀπολύτως τῆς παρακολουθήσεως διὰ τὴν τήρησιν αὐτῶν. Ἡ οἰκεία Περιφερειακὴ Διεύθυνσις ὅθεν, οὖσα ὑποχρεωμένη νὰ διενεργήσῃ τὸν ἔλεγχον ἐνσωματώσεων τῶν χορηγηθέντων ὑλικῶν, ἐφήρμοσεν ἐν προκειμένῳ τὰς κειμένας διατάξεις. Ἡ παράλειψις τῆς ἐνεργείας ταύτης θὰ εἶχεν ὡς συνέπειαν τὴν ἐπιβολὴν κυρώσεων ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐπιζημίας συνεπείας διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Ἄλλως τε δέον νὰ ληφθῇ ἐν προκειμένῳ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αἱ περιφερειακαὶ ὑπηρεσίαι λόγῳ περιωρισμένου ἀριθμοῦ τεχνικοῦ προσωπικοῦ καὶ φόρτου ἀπασχολήσεώς των, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ προβῇ ἐντὸς τῶν τασσομένων προθεσμιῶν εἰς τὸν ἔλεγχον ἐνσωματώσεως τῶν ὑλικῶν εἰ μὴ μετὰ παρέλευσιν διετίας καὶ πλέον ἀπὸ τῆς χορηγήσεως αὐτῶν, συνεπῶς ἐδόθη τρόπον τινὰ σιωπηρὰ παράτασις τῆς προθεσμίας ὑπεραρκετὴ ὥστε οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐνσωμάτωσιν τῶν χορηγηθέντων ὑλικῶν. Ἐν Ἀθήναις τῇ 3 Φεβρουαρίου 1953
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
Βʹ). Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Μαλλιάκα, Ε. Νουλέλη καὶ Π. Χατζηγεωργίου. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Φεβρουαρίου 1953 Πρὸς Τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Δ]νσιν Νομοθ. καὶ Νομοπαρ. Ἐργασιῶν Τμῆμα Νομοθ. Ἐργασίας Ἐνταῦθα. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 976]4–2–1953 ὑμετέρου ἐγγράφου δι’ οὗ διεβιβάσθη ἡμῖν ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἀριθ. 56 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Μαλλιάκα, Ε. Νουλέλη καὶ Π. Χατζηγεωργίου, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Τὸ Ὑπουργεῖον Κοινωνικῆς Προνοίας ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Νομάρχου Λέσβου ποσὸν δραχμῶν πεντακοσίων ἑκατομμυρίων (500.000.000) ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως παρασχεθῇ προσωρινῶς περίθαλψις εἰς τὰς πληγείσας συνεπείᾳ θεομηνιῶν οἰκογενείας τῆς περιφερείας του. Ἐπίσης κατὰ τὴν προσεχῆ διανομὴν τῶν πιστώσεων ἐκτελέσεως ἔργων διὰ τοῦ Προγράμματος «Πρόνοια–Ἐργασία» ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν ὅπως διαθέσωμεν ἀναλόγους πιστώσεις εἰς ἁπάσας τὰς περιφερείας τῆς χώρας, αἵτινες ἐπλήγησαν συνεπείᾳ θεομηνιῶν, ἐν αἷς καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν Λέσβου.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ
II. Τοῦ Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Ζαννῆ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Φεβρουαρίου 1953. Πρὸς Τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Δ)σιν Νομοθ. καὶ Νομοπαρ. Ἐργασιῶν Τμῆμα Νομοθ. Ἐργασίας Εἰς ἀπάντησιν τῆς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 971 ἐ. ἔ. ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθείσης ὑπ’ ἀριθ. 51 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ε. Ζαννῆ, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι δὲν συνεπληρώθη εἰσέτι ἡ κενὴ θέσις τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Δωδεκανήσου, διότι κατὰ τὰς διατάξεις τῶν Νόμων 1358 (1949) καὶ 1811 (1951) εἰς Γενικοὺς Ἐπιθεωρητὰς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως προάγονται Γυμνασιάρχαι κεκτημένοι βαθμὸν Διευθυντοῦ αʹ τάξεως καὶ διετῆ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ. Διὰ τὴν προαγωγὴν ὅμως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν ἐχόντων τὰ ἀνωτέρω προσόντα Γυμνασιαρχῶν ἀπαιτεῖται νὰ καταρτισθῶσι παρὰ τοῦ Κεντρικοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου Μέσης Ἐκπαιδεύσεως πίνακες προακτέων: α) κατ’ ἀπόλυτον ἐκλογὴν καὶ β) κατ’ ἐκλογὴν ὅλων τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Γυμνασιαρχῶν, λόγῳ δὲ τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς συγκέντρωσιν τῶν σχετικῶν στοιχείων χρόνου δὲν ἐπετεύχθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ ὡς εἴρηται Συμβουλίου ἡ σύνταξις τῶν πινάκων τούτων καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν ἑδρῶν τῶν Γενικῶν Ἐπιθεωρήσεων.
Ὁ Ὑπουργὸς
Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ
Κατάθεσις ἐκθέσεων Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν: Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Α.Ν. 815)48 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν ὑπ’ ἀριθ. 771)48 καὶ 772)48 Ἀν. Νόμων. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως παρὰ τῇ Γενικῇ Διευθύνσει Ποινικῆς Δικαιοσύνης τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης Συμβουλίου Συντονιστικοῦ τῶν μέτρων προλήψεως καὶ καταστολῆς τῆς ἐγκληματικότητος τῶν ἀνηλίκων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Ἰαπωνίας τῆς ὑπογραφείσης ἐν Ἁγίῳ Φραγκίσκῳ τὴν 8ην Σεπτεμβρίου 1951».
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Ἰαπωνίας τῆς ὑπογραφείσης ἐν Ἁγίῳ Φραγκίσκῳ τὴν 8ην Σεπτεμβρίου 1951». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμφωνίας μετὰ τῆς Ἰαπωνίας καὶ περὶ διακανονισμοῦ διαφορῶν ἀπορρεουσῶν ἐκ τοῦ ἄρθρου 15 παραγρ. αʹ τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Ἰαπωνίας».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς συμφωνίας μετὰ τῆς Ἰαπωνίας καὶ περὶ διακανονισμοῦ διαφορῶν ἀπορρεουσῶν ἐκ τοῦ ἄρθρου 15 παρ. αʹ τῆς συνθήκης εἰρήνης μετὰ τῆς Ἰαπωνίας». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Laike Success τὴν 12ην Νοεμβρίου 1947 καταρτισθέντος καὶ ὑπογραφέντος πρωτοκόλλου τῶν μελλῶν τοῦ Ο.Η.Ε. δι’ οὗ τροποποιεῖται ἡ συναφθεῖσα ἐν Γενεύῃ τὴν 12ην Σεπτεμβρίου 1923 Σύμβασις «περὶ καταστολῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦ ἐμπορίου τῶν ἀσέμνων δημοσιευμάτων».
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Laike Success τὴν 12ην Νοεμβρίου 1948 καταρτισθέντος καὶ ὑπογραφέντος Πρωτοκόλλου τῶν μελῶν τοῦ Ο.Η.Ε. δι’ οὗ τροποποιεῖται ἡ συναφθεῖσα ἐν Γενεύῃ τὴν 12ην Σεπτεμβρίου 1923 σύμβασις «περὶ καταστολῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦ ἐμπορίου τῶν ἀσέμνων δημοσιευμάτων». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 2 Φεβρουαρίου 1952 ὑπογραφείσης συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαυΐας».
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑπογραφείσης τὴν 2 Φεβρουαρίου 1952 συμφωνίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαυΐας». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 13ης Μαΐου 1950 προσθέτου Συμβάσεως CIM, τῆς ἀφορώσης τὰς διεθνεῖς διὰ τοῦ σιδηροδρόμου μεταφορὰς ἐμπορευμάτων δι’ ἰδιωτικῶν φορτηγῶν καὶ εἰδικῶν κιβωτίων (CONTENAIRS).
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 13 Μαΐου 1950 προσθέτου συμβάσεως CIM τῆς ἀφορώσης τὰς Διεθνεῖς διὰ τοῦ σιδηροδρόμου μεταφορὰς ἐμπορευμάτων δι’ ἰδιωτικῶν φορτηγῶν καὶ εἰδικῶν κιβωτίων (CONTE-NAIRS)». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν διεθνῆ Σύμβασιν Παρισίων–Βρυξελλῶν–Οὐασιγκτῶνος–Χάγης–Λονδίνου «περὶ συστάσεως Ἑνώσεως πρὸς προστασίαν τῆς βιομηχανικῆς ἰδιοκτησίας».
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ προσχωρήσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν διεθνῆ Σύμβασιν Παρισίων–Βρυξελλῶν–Οὐασιγκτῶνος– Χάγης–Λονδίνου «περὶ συστάσεως Ἑνώσεως πρὸς προστασίαν τῆς βιομηχανικῆς ἰδιοκτησίας». Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγχωνεύσεως Ἀνωνύμων Τραπεζικῶν Ἑταιρειῶν». Ὑπάρχουν δύο εἰσηγηταί, ὁμιληταὶ καὶ ἐκτὸς αὐτῶν εἰς ὅσους ζητοῦν τὸν λόγον θὰ τὸν παραχωρῶμεν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Β. Παρρηγόπουλος, ὡς εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας.
§16Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ δεχθῶ διακοπάς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συμφωνήσῃ ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου ἀπόψεως. Ἔχει τὴν σοβαρότητά του τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ πιστεύω ὅτι καὶ ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἐπὶ ἀνωτέρου ἐπιπέδου, ἐπιστημονικοῦ καὶ πολιτικοῦ. Θὰ ἀπαγορεύσω τὰς διακοπὰς πρὸς ἀμφοτέρας τὰς πτέρυγας, ἀκόμη καὶ ἂν ὁ ἀγορεύων δεχθῇ τοῦτο. Τοῦτο διὰ νὰ μὴ καταλήξωμεν εἰς μίαν ἀτέρμονα ἀπεραντολογίαν καὶ εἰς τὰς ἐκ τῶν διακοπῶν συνεχεῖς ἀντεγκλήσεις. Ἔχετε λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαὶ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἀπόφασίν μου.
§18Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις τοῦ στρατάρχου Παπάγου, ἡ προελθοῦσα ἐκ τῆς προσφάτου πανηγυρικῆς ἐτυμηγορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξέθεσεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διὰ στόματος τοῦ ἁρμοδιωτέρου τῶν Συμβούλων της, τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ μὲ πλήρη σαφήνειαν καὶ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν πολιτικήν της ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς τραπεζιτικῆς ἐξυγιάνσεως καὶ τοὺς δι’ αὐτῆς ἐπιδιωκομένους σκοπούς. Ἀνέπτυξεν ἀκόμα τὰ ἀποτελέσματα ἅτινα προσδοκᾷ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολιτικῆς της αὐτῆς, ἀποτελέσματα ἅτινα ἀναμφιβόλως θ’ ἀσκήσουν εὐεργετικὴν ἐπίδρασιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν τῆς χώρας. Ἀνέπτυξε, τέλος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἀποφασισμένη νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς της αὐτῆς. Ἓν ἐκ τῶν μέτρων τούτων εἶναι ἡ συγχώνευσις τῶν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων. Τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον «περὶ συγχωνεύσεως Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν» εἶναι φυσικὴ συνέπεια καὶ ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον βῆμα πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὸν τρόπον καὶ τὴν κατοχύρωσιν ταύτης εἰς τὰ πρῶτα της βήματα. Προκειμένης τῆς συγχωνεύσεως Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων καὶ δὴ τῆς ἐξαγγελθείσης τοιαύτης τῶν δύο κυριωτέρων ἐξ αὐτῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ λάβῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα διὰ τὴν ταχυτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν ἐπιτυχίαν τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸν τὸν ἑξῆς σκοπὸν ἔχει. Τὴν ἁπλούστευσιν τῆς διαδικασίας καὶ τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς συγχωνεύσεως ἀφ’ ἑνός, τὸν παραμερισμὸν δὲ ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὴν ὑπερνίκησιν ὅλων ἐκείνων τῶν ἐμποδίων καὶ τῶν ἀντιδράσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ ποικίλα αἴτια ὠθούμεναι, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θέσουν ἐν κινδύνῳ τὴν ἀπρόσκοπτον ἐφαρμογὴν τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἐχάραξε μίαν γραμμὴν εἰς τὸ ζωτικὸν τοῦτο θέμα ἀφοῦ ἔκρινεν, ὅτι ἡ συγχώνευσις ἐξυπηρετεῖ τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας καὶ τὰ γενικώτερα συμφέροντα τοῦ λαοῦ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ χωρήσῃ ἀποφασιστικῶς εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς της. Πᾶς δισταγμὸς θὰ ἦτο ἀσυγχώρητος, θὰ ἦτο ὀλέθριος, ἀσυμβίβαστος δὲ μὲ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ Συναγερμοῦ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ πρῶτος λόγος ποὺ καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν λῆψιν τοῦ προτεινομένου νομοθετικοῦ μέτρου. Ἡ κατάστασις ἄλλως τε εἰς ἣν ἔχουν περιέλθει τὰ πράγματα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῆς ὁποίας ἁδρὰν εἰκόνα ἔδωκεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ ἀπέβη τόσον ὀξεῖα, ὥστε πᾶσα ἀναβολὴ νὰ ἐγκυμονῇ μεγάλους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι, πραγματοποιούμενοι θὰ ἐπέφερον σοβαρώτατον κλονισμὸν τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας καὶ τὰ ἀποτελέσματα οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπολογίσῃ. Ὤφειλε τέλος ἡ Κυβέρνησις νὰ θέσῃ ἀποφασιστικὰ ἐκποδὼν ὅλας τὰς ἀντιδράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν κατὰ τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς καὶ αἱ ὁποῖαι ἐκινήθησαν καὶ κινοῦνται κυρίως ἀπὸ καθαρῶς πολιτικὰ ἐλατήρια Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ὡς ἐτόνισα καὶ προηγουμένως, σκοπὸν ἔχει ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ καταστήσῃ ἁπλουστέραν καὶ ταχυτέραν τὴν συγχώνευσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ σταθεροποιήσῃ ταύτην εἰς τὰ πρῶτα της βήματα. Ἀμφότερα δὲ ταῦτα χωρίς, καθὼς θὰ ἴδωμεν περαιτέρω, νὰ διακινδυνεύσουν οὔτε τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων, οὔτε τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ ἡ θέσις τῶν ὑπαλλήλων τῶν συγχωνευομένων Τραπεζῶν, οὔτε τέλος ὁ ἀποφασιστικὸς ἔλεγχος, ὃν μέχρι σήμερον ἤσκει τὸ Κράτος εἰς τὴν Διοίκησιν τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς Χώρας, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1, 4, 5, 6, 8, 9 καὶ 10 ἀποβλέπουν εἰς τὴν διαδικασίαν τῆς συγχωνεύσεως. Ὀφείλω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ τονίσω ὅτι ἤδη ἀπὸ τοῦ 1931 ὁ νομοθέτης ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ καθιερώσῃ ἁπλούστερον σύστημα διαδικασίας διὰ τὴν συγχώνευσιν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων καὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐν γένει, διάφορον τοῦ δυσκινήτου τοιούτου ποὺ εἶχε καθιερώσει ὁ νόμος 2190. Ὁ ἤδη ἰσχύων νόμος 5261)1931 συντάκτης τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας Π. Βουρλούμης, πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἀνέβλεψε, τὴν διευκόλυνσιν δηλαδὴ τῆς διαδικασίας τῆς συγχωνεύσεως Τραπεζιτικῶν ἰδίᾳ Ἱδρυμάτων. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναλογία συνθηκῶν καὶ προϋποθέσεων μὲ τὰς σημερινὰς τοιαύτας. Εἶναι πάντως χαρακτηριστικόν, ὅτι ἔκτοτε ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη εἰδικῆς ρυθμίσεως τοῦ θέματος τῆς συγχωνεύσεως. Θὰ ἐπεθύμουν ἀκόμα κάμνων ἁπλῶς μίαν ἱστορικὴν διαπίστωσιν νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νόμου ἐκείνου 5261)931. Τονίζεται ἐν αὐτῇ ὑπὸ τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου πόσον ἐπωφελὴς διά τε τὴν Ἐθνικὴν καὶ ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν καὶ πόσον ἐξυπηρετικὴ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν ἀποβαίνει ἡ συγχώνευσις ὁμοειδῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ δὴ Τραπεζιτικῶν τοιούτων. Ταῦτα δὲ εἰς μίαν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπῆρχε τὸ Τραπεζιτικὸν θέμα εἰς ὀξύτητα ἀνάλογον μὲ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει τοῦτο σήμερον. Διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου καθιεροῦνται, δύο παράλληλοι τρόποι συγχωνεύσεως. Ἀφ’ ἑνὸς ὁ ὑπὸ τῶν ἐν ἰσχύϊ διατάξεων τοῦ νόμου 2190 περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ τοῦ νόμου 5261)931 προβλεπόμενος τοιοῦτος, τροποποιουμένων ὅμως τῶν διατάξεων τούτων ἐπὶ τὸ ἁπλούστερον. Αἱ τροποποιήσεις ἀνάγονται εἴτε εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συγκλήσεως τῶν συνελεύσεων τῶν ὑπὸ συγχώνευσιν Τραπεζῶν διὰ ν’ ἀποφασίσουν τὴν συγχώνευσιν, εἴτε εἰς τὴν ἀπαρτίαν καὶ πλειοψηφίαν ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν. Κατὰ τὰς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσας διατάξεις τὴν πρωτοβουλίαν διὰ τὴν σύγκλησιν τῆς ἐκτάκτου Γεν. Συνελεύσεως εἶχε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῇ αἰτήσει πάντοτε τοῦ ἑνὸς εἰκοστοῦ τοῦ καταβεβλημένου ἑταιρικοῦ κεφαλαίου, εἰς ὡρισμένας δὲ περιπτώσεις καὶ τῇ αἰτήσει τῶν ἐλεγκτῶν. Ἤδη διὰ τοῦ προτεινομένου μέτρου ὑπὸ τὴν αὐτὴν προϋπόθεσιν τῆς αἰτήσεως μετόχων ἐκπροσωπούντων τὸ 1)20 τοῦ καταβεβλημένου ἑταιρικοῦ κεφαλαίου ἡ πρωτοβουλία αὕτη προκειμένου περὶ συγχωνεύσεως περιέρχεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου. Δι’ ἄλλης διατάξεως ἡ μὲν διὰ τὴν συζήτησιν μέχρι τοῦδε ἀπαιτουμένη ἀπαρτία τῶν ⅔ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν μετόχων μειοῦται εἰς τὸ ἥμισυ, διὰ δὲ τὴν λῆψιν ἀποφάσεως ἀρκεῖ ἡ ἀπόλυτος πλειοψηφία τοῦ κατωτάτου ὁρίου ἀπαρτίας. Παράλληλα ὅμως πρὸς τὴν διαδικασίαν αὐτὴν τὸ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ἄρθρου 10 παρέχει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου τὴν δυνατότητα νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν συγχώνευσιν ἄνευ γνώμης τῶν οἰκείων Γεν. Συνελεύσεων, διὰ Β. Δ)τος ἐκδιδομένου τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Συμπλήρωσιν τοῦ συστήματος τούτου, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν σταθεροποίησιν τῆς συγχωνεύσεως καὶ τὴν καθοδήγησιν τῆς νέας Τραπέζης εἰς τὰ πρῶτα της βήματα, ἀποτελεῖ ἡ διάταξις περὶ διορισμοῦ τοῦ πρώτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Διοικητοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αὗται, κύριοι βουλευταί, εἶναι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου αἱ ἀφορῶσαι τὴν διαδικασίαν τῆς συγχωνεύσεως. Βασικὴ ἐπίσης πρέπει νὰ θεωρηθῇ καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 περὶ ἐκπροσωπήσεως εἰς τὰς Γεν. Συνελεύσεις τῶν Νομ. Προσώπων Δημ. Δικαίου καὶ ὀργανισμῶν κοινῆς ὠφελείας ἐν γένει, ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐμπορίου. Κατὰ τῆς βάσεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου, δριμεῖαι ἐξεδηλώθησαν ἐπιθέσεις ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἱερὰ ἀγανάκτησις κατέλαβεν ἐξαίφνης τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι θίγονται τὰ συμφέροντά των ἐκ τοῦ λαμβανομένου μέτρου. Ἡ ἐπέμβασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῶν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων ἐθεωρήθη ὡς βεβήλωσις. Ὑπεστηρίχθη, ὅτι καὶ αὐτὸ ἀκόμα τὸ Σύνταγμα παραβιάζεται. Ἀλλ’ ὁ θόρυβος ποὺ δημιουργεῖται εἶναι προδήλως τεχνητός Λησμονοῦν, οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις τόσον οἰκτρῶς ἐποδοπάτησαν ὅταν ἦσαν ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ τὴν ὁποίαν τώρα μόλις ἐνεθυμήθησαν, λησμονοῦν, λέγω, ὅτι ἐμεσολάβησεν ἡ 16 Νοεμβρίου καὶ ὅτι μία εἰρηνικὴ ἐπανάστασις ἔλαβε χώραν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μὲ συντριπτικὴν πλειοψηφίαν ἔδωκεν ἐπιτακτικὴν τὴν ἐντολὴν—ὄχι ἁπλῶς τὸ δικαίωμα—εἰς τὸν στρατάρχην Παπάγον νὰ προβῇ ἀποφασιστικὰ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν κακῶς κειμένων, εἰς τὴν ἄμεσον καὶ ριζικὴν ἐξυγίανσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ κυριώτερος τομεὺς ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐξυγίανσις, εἶναι ὁ τραπεζιτικός. Διότι ἐκεῖ ἡ σῆψις ἔχει εἰς βαθμὸν ἐπικίνδυνον προχωρήσει. Ἀλλ’ ἡ ἐξυγίανσις αὕτη δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ μὲ ἡμίμετρα. Δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ κἄν, ἂν δὲν παραμερισθοῦν τὰ ἐμπόδια τὰ ὁποῖα, παρεμβάλλονται εἰς τὸν δρόμον της. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ χωρήσῃ ἀποφασιστικῶς εἰς τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἐχάραξε. Καὶ ριζικώτερα μέτρα ἀκόμα, ἂν τῆς εἶναι ἀπαραίτητα, δὲν πρέπει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διστάσῃ νὰ τὰ λάβῃ. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διστάσῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος ἐπὶ τοῦ προτεινομένου μέτρου. Εἶναι θέσις πολιτική. Δὲν εἶναι θέσις νομική. Νομικοὶ περιορισμοὶ μόνον εἰς τὰ ὅρια τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου ὑπάρχουν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι παντοδύναμος, καὶ οὐδεὶς διενοήθη ποτὲ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἀντίθετον. Περιορισμοὶ νομικοὶ δὲν ὑπάρχουν ἔξω τῆς περιοχῆς τοῦ Συντάγματος. Περιορισμοὶ πολιτικοί, βεβαίως, ὑπάρχουν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ ψηφίζῃ νόμους ἀνταποκρινομένους πρὸς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἢ ἄλλως, πρέπει οἱ νόμοι τοὺς ὁποίους ψηφίζει νὰ μὴ προσκρούουν εἰς τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δύναται κανεὶς σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίξῃ ἔπειτα ἀπὸ μίαν πανηγυρικὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν προσφάτως μόλις ἐκδηλωθεῖσαν, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ ψηφίζουσα τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ λαϊκὸν αἴσθημα; Καὶ δὲν νομίζουν οἱ ὑπὲρ τῆς νομιμότητος δῆθεν κοπτόμενοι, ὅτι τὸ ἀντίθετον ἀκριβῶς θὰ ἦτο ἀνώμαλον, ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις θὰ παρεβίαζε τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ἣν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ τὰς ὑποσχέσεις, ἃς ἔδωκε πρὸς αὐτόν, ἂν ἐδίσταζε νὰ προβῇ εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα πιστεύει, ὅτι συντείνουν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξυγίανσιν τοῦ τόπου; Οὐδεὶς ἀρνεῖται εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὸ δικαίωμα νὰ διαφωνῇ πρὸς τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως λαμβανόμενα νομοθετικὰ μέτρα, νὰ ἐπικρίνῃ ταῦτα. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ μέχρι τοῦ νὰ παρίσταται τὸ νομοσχέδιον ὡς αὐτόχρημα ἀντισυνταγματικὸν καὶ πέραν τούτου ἐπαναστατικόν, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Τὸ μέτρον εἶναι βεβαίως ἐπαναστατικὸν ἀλλ’ ὄχι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ τοῦ προσδώσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἡ 16 Νοεμβρίου ἀπετέλεσε τὴν ἐκδήλωσιν μιᾶς εἰρηνικῆς ἐπαναστάσεως ὁμοίαν μὲ τὴν τοῦ 1909 ἡ δὲ ἐξ αὐτῆς προελθοῦσα Κυβέρνησις τοῦ στρατάρχου Παπάγου, ἔλαβε τὴν ἐπιτακτικήν, τονίζω, ἐντολὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ τόπου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, βεβαίως, τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐπαναστατικόν. Ἀποτελεῖ τὴν ἔμπρακτον ἐκδήλωσιν τῆς ρωμαλέας ἀποφασιστικότητος τοῦ Συναγερμοῦ νὰ χωρήσῃ εὐθέως καὶ χωρὶς παρωπίδας εἰς τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματός του. Ἐλέχθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ Συναγερμοῦ περὶ ἐνισχύσεως τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας καὶ περὶ ἀποπαρεμβατισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἡ ἐλευθερία τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας δὲν σημαίνει καὶ ἀσυδοσίαν. Ὅτι, ἄλλο παρεμβατισμὸς καὶ ἄλλο ἔλεγχος καὶ δὴ αὐστηρός. Προκειμένου μάλιστα περὶ οἰκονομικῶν ὀργανισμῶν ἀσκούντων τεραστίαν ἐπίδρασιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου, ὁ ἔλεγχος τοῦ Κράτους εἶναι ἐπιβεβλημένος. Αἱ σημειωθεῖσαι καὶ καθημερινῶς ἐκδηλούμεναι ἄλλως καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν διοικήσεων τῶν ὀργανισμῶν καὶ τῶν εἰς βάρος οὐ μόνον τῶν μετόχων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου, κτυπητὸν παράδειγμα τῶν ὁποίων ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, οὐχὶ μόνον δικαιολογοῦν ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλουν καὶ τὰ αὐστηρότερα εἰσέτι μέτρα. Ὡς πρὸς τὴν ἀντισυνταγματικότητα, ἡ ὁποία προβάλλεται κατὰ τοῦ μέτρου, πιστεύω, ὅτι αὐτὴ δὲν ἀντέχει εἰς σοβαρὸν ἔλεγχον. Ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐγείρει ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τὰς μεγαλυτέρας ἀντιρρήσεις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 10. Ἀμφισβητεῖται κατὰ πόσον αὕτη συμβιβάζεται πρὸς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀπαγορεῦον τὴν ἀφαίρεσιν ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ δὲν βλέπω εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἔδαφος παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 17. Ρητέον ἐξ ἀρχῆς, ὅτι τὸ ἄρθρον 17 ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν προστατεύει τὰ ἐνοχικὰ δικαιώματα ἀλλὰ μόνον τὰ ἐμπράγματα τοιαῦτα ἐπὶ κινητῶν ἢ ἀκινήτων καὶ ἑπομένως δύναται ὁ νομοθέτης, ἐν τῇ παντοδυναμίᾳ του, νὰ προσβάλῃ ἄνευ ἀποζημιώσεως κεκτημένα ἐνοχικὰ δικαιώματα, τοῦτο δὲ εἶναι ἀναμβισβήτητον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ ἄρθρου 17 κεῖται ἡ ἀφαίρεσις τῆς ἰδιοκτησίας ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς μεταβίβασιν εἴτε εἰς ἑαυτό, εἴτε εἰς τρίτον. Δύο εἶναι οἱ ὅροι. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀφαίρεσις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ μεταβίβασις εἰς ἕτερον τῆς ἀφαιρεθείσης ἰδιοκτησίας. Ἄν ἐλλείπῃ τὸ δεύτερον τῶν στοιχείων τούτων, δὲν ὑπάρχει παράβασις τοῦ ἄρθρου 17. Ἐν προκειμένῳ εἶναι σαφές, ὅτι δὲν συντρέχει περίπτωσίς τις τῶν ἀνωτέρω δικαιολογοῦσα ὑπόνοιαν παραβάσεως τοῦ ἄρθρου 17. Ἐξετάζω πρῶτα τὰ δικαιώματα τῶν μετόχων. Εἶναι σαφῶς ἀναντιρρήτως παραδεδεγμένον ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν μετόχων εἶναι ἅπαντα ἐνοχικῆς καθαρῶς φύσεως. Ἡ μετοχὴ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀποτελεῖ, σύμφωνα μὲ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν συγγραφέων τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, ἔγγραφον ἀποδεικτικὸν τοῦ δικαιώματος συμμετοχῆς ἑκάστου μετόχου εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς ἑταιρείας. Εἶναι ἕνα πιστοποιητικὸν ἀποδεικνῦον τὸ δικαίωμα τοῦ μετόχου, ἐνῷ ταυτοχρόνως, ὡς λέγει καὶ ὁ Ἀναστασιάδης, ἐνσαρκώνει ἐν ἑαυτῇ αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαίωμα τοῦ μετόχου. Ὁ μέτοχος δὲν ἔχει δικαίωμα κυριότητος ἢ συγκυριότητος ἐπὶ τῆς περιουσίας τῆς ἑταιρείας. Ἡ μετοχὴ τοῦ δίδει ὡρισμένα δικαιώματα, ἅπαντα καθαρῶς ἐνοχικά. Δικαίωμα συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη (μέρισμα), δικαίωμα συμμετοχῆς εἰς τὰς Γεν. Συνελεύσεις, δικαίωμα μεταβιβάσεως τῆς μετοχῆς καὶ τέλος δικαίωμα συμμετοχῆς εἰς τὴν διανομὴν τοῦ κεφαλαίου μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν εἰς περίπτωσιν διαλύσεως. Δικαίωμα ὅμως κυριότητος ἐπὶ τῆς περιουσίας τῆς ἑταιρείας δὲν ἔχει. Ἡ περιουσία ἀνήκει εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον τῆς ἑταιρείας. Ὁ μέτοχος ἔχει ἁπλῶς προσωπικὴν ἀξίωσιν ἐπὶ ποσοστοῦ τῆς διανεμητέας περιουσίας εἰς περίπτωσιν ἐκκαθαρίσεως. (Ἀναστασιάδου ἔκδοσις 1937 παρ. 116 σημ. 1 σελ. 376). Κατὰ συνέπειαν καὶ ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 10 θίγονται δικαιώματα τῶν μετόχων, ταῦτα εἶναι καθαρῶς ἐνοχικὰ καὶ ἡ προσβολή των δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ δὲν εὑρίσκω κατὰ τί θίγονται τὰ δικαιώματα ἑκάστου τῶν μετόχων ἐκ τῆς συγχωνεύσεως, ἀφοῦ καὶ πάλιν οἱ μέτοχοι θὰ λάβουν νέας μετοχὰς παρεχούσας εἰς αὐτοὺς τὰ αὐτὰ δικαιώματα, ἴσως δέ, ἢ μᾶλλον ἀσφαλῶς, πλεονεκτικώτερα λόγῳ τῆς τεραστίας πίστεως τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἡ νέα Τράπεζα. Ἐὰν θελήσωμεν μάλιστα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ θέσις των ἀσφαλῶς καθίσταται κατὰ πολὺ πλεονεκτικωτέρα. Διότι, ἐνῷ μέχρι τοῦδε εἶχον εἰς χεῖράς των μίαν μετοχὴν τῆς ὁποίας ἡ τύχη ἦτο ἐπισφαλὴς λόγῳ τῆς δεινῆς οἰκονομικῆς θέσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα—διότι κανεὶς δὲν ἐγνώριζε τὶ μποροῦσε νὰ συμβῇ ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην—ἤδη μὲ τὴν συγχώνευσιν θὰ ἔχουν μίαν μετοχήν, ὄχι μόνον πλήρως ἐξησφαλισμένης ἀξίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ πολὺ πλεονεκτικωτέρας. Ἔτι περαιτέρω πρέπει νὰ ἐξαρθῇ τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τηροῦσα τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκε διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, περιέλαβεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 12 διὰ τοῦ ὁποίου ἀφ’ ἑνὸς μὲν διατηρεῖται καὶ κατοχυροῦται, μάλιστα, ἔτι περισσότερον ὁ ἔλεγχος τοῦ Κράτους καὶ ἐπὶ τῆς δημιουργηθησομένης νέας Τραπέζης, οἷος ἠσκεῖτο μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς, ἀφ’ ἑτέρου ἀποτρέπεται ἡ ζημία, ἥτις ἤθελεν ἐνδεχομένως προκύψει εἰς τὰ κοινωφελῆ ἱδρύματα καὶ περὶ τῆς ὁποίας τόσος ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως. Ὄχι μόνον τὰ κοινωφελῆ ἱδρύματα καὶ τὰ νομικὰ πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου θὰ διατηρήσουν τὴν πλειοψηφίαν τῶν μετοχῶν ἣν εἶχον καὶ τὸν ἔλεγχον ὃν δι’ αὐτῶν τὸ Κράτος ἤσκει ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ἀξία τῶν μετοχῶν των θὰ εἶναι ἐν τῷ συνόλῳ πολὺ μεγαλυτέρα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀντικρύσματος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πίστεως. Κατέρρευσεν οὕτω τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον μὲ τόσον θόρυβον ἐξεμεταλλεύθη ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ὅτι δηλαδὴ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὑπετάγη, παρεχωρήθη εἰς τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν. Τὸ ἀντίθετον μετὰ βεβαιότητος θὰ συμβῇ ἐν προκειμένῳ. Ὅτι δηλαδὴ ἡ πλειοψηφία τῶν μετόχων, ἡ ὁποία ἤλεγχε μέχρι τοῦδε τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν, μεταβάλλεται εἰς μειοψηφίαν καὶ δὴ ἀσήμαντον τοιαύτην. Ὥστε διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, δὲν θίγονται ἐμπράγματα δικαιώματα τῶν μετόχων, ἅτινα μόνα προστατεύει τὸ ἄρθρον 17. Δὲν θίγονται οὔτε ἐνοχικὰ τοιαῦτα. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ νομικοῦ προσώπου τῶν συγχωνευομένων ἑταιρειῶν, δὲν ὑπάρχει ἀφαίρεσις κινητῆς ἢ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας καὶ δὴ πρὸς μεταβίβασιν εἰς τρίτον πρόσωπον. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ περιουσία κινητὴ καὶ ἀκίνητος τῶν συγχωνευομένων Τραπεζῶν, δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς μετόχους. Ἀνήκει εἰς τὸ νομικὸν πρόσωπον ἑκάστης ἐξ αὐτῶν. Διὰ τῆς συγχωνεύσεως δὲν ἐπέρχεται ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας ταύτης πρὸς μεταβίβασιν εἰς τρίτον πρόσωπον. Ἡ συγχώνευσις ἔχει ὡς αὐτονόητον ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν διάλυσιν τοῦ νομικοῦ προσώπου. Τὸν θάνατον αὐτοῦ. Τὴν τύχην τῆς περιουσίας τοῦ θανόντος προσώπου εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς συγχωνεύσεως, τὸν κληρονόμον, οὕτως εἰπεῖν, τὸν καθορίζει ὁ νόμος καὶ δὴ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ἡ συνιστωμένη νέα ἑταιρεία καθίσταται καθολικὴ διάδοχος ἁπάντων τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων τῶν συγχωνευθεισῶν ἑταιρειῶν. Δὲν εἶναι νέα ἡ διάταξις αὐτή. Εἶναι ἁπλῆ ἐπανάληψις τοῦ ἄρθρου 2 παρ. 2 τοῦ νόμου 5261)1931 ἡ ὁποία ὁρίζει ἐπὶ λέξει, ὅτι ἀπὸ τῆς συγχωνεύσεως ἡ νέα ἑταιρεία «ὑποκαθίσταται αὐτοδικαίως καὶ ἄνευ οἱασδήποτε ἄλλης διατυπώσεως εἰς ἅπαντα ἐν γένει τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς συγχωνευθείσης ἑταιρείας τῆς τοιαύτης μεταβιβάσεως ἐξομοιουμένης πρὸς καθολικὴν διαδοχήν». Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ἡ μεταβίβασις τῆς περιουσίας ἐκ τῆς συγχωνευομένης εἰς τὴν νέαν Τράπεζαν ἐπέρχεται ἐκ διατάξεως ἰσχύοντος ἤδη νόμου. Καὶ δὲν ὑπῆρχε κἂν λόγος νὰ ἐπαναληφθῇ αὐτὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον, δὲν ὑπῆρχε κἂν ἀνάγκη παραπομπῆς, ἀφοῦ αἱ διατάξεις τοῦ νόμου 5261)1931 θὰ ἐξακολουθήσουν ἰσχύουσαι ἐφόσον δὲν τροποποιοῦνται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Κανεὶς δὲν ἐσκέφθη νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ νόμου 5261 εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. Ὁμολογῶ διὰ τοῦτο, ὅτι ἐδοκίμασα ἱκανὴν ἔκπληξιν πρὸ τῆς ἱερᾶς ὀργῆς διὰ τὴν δῆθεν καταπάτησιν τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς ἰδιοκτησίας. Καμμία παραβίασις δὲν γίνεται. Ὁ νόμος δύναται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ καθορίσῃ τὴν τύχην τῆς περιουσίας τῶν τε νομικῶν καὶ τῶν φυσικῶν προσώπων μετὰ τὸν θάνατον αὐτῶν. Κανεὶς δὲν ἐσκέφθη νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος ὁ ὁποῖος θὰ ὁρίσῃ κληρονόμον ἐξ ἀδιαθέτου οὐχὶ τοὺς κατιόντας, ἀλλὰ τρίτα πρόσωπα. Κατά τὸν ἴδον τρόπον εἶναι συνταγματικῶς ἀκατανόητον νὰ ὑποστηρίζωμεν τοιοῦτόν τι προκειμένου περὶ διαδοχῆς νομικῶν προσώπων. Δὲν ἀφαιρεῖται ἡ περιουσία, οὔτε μεταβιβάζεται εἰς ἄλλον. Ἡ νέα ἑταιρεία καὶ κατὰ τὰς Ρωμαϊκάς, ἔτι ἀντιλήψεις, συνεχίζει τρόπον τινὰ τὴν προσωπικότητα τῆς συγχωνευθείσης. Θὰ εἶχα νὰ ἐπικαλεσθῶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἀνάλογον περίπου διάταξιν τοῦ ἄρθρου 68 τοῦ νόμου περὶ Συνεταιρισμῶν ὁρίζουσαν ὅτι, εἰς περίπτωσιν διαλύσεως καὶ ἐν σιωπῇ τοῦ καταστατικοῦ, ἡ περιουσία τοῦ Συνεταιρισμοῦ περιέρχεται εἰς τὸ Ἐπαρχιακὸν ἢ Κεντρικὸν Ταμεῖον ἢ ἐλλείψει τούτων, εἰς τὴν Κοινότητα ἢ τὸν Δῆμον τῆς ἕδρας τοῦ Συνεταιρισμοῦ. Ἀλλὰ διατὶ νὰ πᾶμε μακρυά, ὅταν ἔχωμεν προσφάτους διατάξεις νόμων ἀναλόγου καὶ δὴ βαρυτέρας μορφῆς ἀπὸ τὴν προκειμένην; Ἔχομεν ἐπὶ παραδείγματι τὸν νόμον 1856)1951 περὶ συγχωνεύσεως τῶν τριῶν Ἀεροπορικῶν Ἑταιρειῶν. Διὰ τοῦ ἄρθρου πρώτου κηρύσσεται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ νόμου ἡ διάλυσις καὶ τῶν τριῶν ἑταιρειῶν καὶ ἡ συγχώνευσις αὐτῶν εἰς νέαν τοιαύτην. Καὶ ἐπακολουθεῖ τὸ ἄρθρον 4 τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ὅτι ἡ νέα ἑταιρεία εἶναι καθολικὸς διάδοχος ἁπάντων τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν διαλυομένων ἑταιρειῶν, τῶν ὁποίων αἱ ἑταιρικαὶ περιουσίαι ἐν τῷ συνόλῳ των μεταβιβάζονται εἰς ταύτην. Πλήρης ταὐτότης ὅρων. Καὶ ἐδῶ ἔχομεν διάλυσιν—συγχώνευσιν ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ νόμου καὶ μεταβίβασιν τῆς περιουσίας. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐσκέφθη, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἀποτελεῖ ἀντισυνταγματικὴν ἀφαίρεσιν ἰδιοκτησίας. Ἔχομεν ἀκόμη τὸν νόμον 2221)1952 περὶ ρυθμίσεως ἐξαγωγῆς Κορινθιακῆς Σταφίδος κλπ., εἰσηγητὴς καὶ συντάκτης τοῦ ὁποίου εἶναι ὁ κ. Παπαπολίτης. Ὁ νόμος αὐτὸς πρῶτον μὲν καθιστᾷ ὅλους τοὺς ἰδιοκτήτας σταφιδεργοστασίων ἀναγκαστικῶς μέλη τῆς δι’ αὐτοῦ συνιστωμένης νέας ἑνώσεως σταφιδεργοστασιαρχῶν. Δεύτερον ὑποχρεώνει τὰ μέλη ταῦτα νὰ συνεισφέρωσι τὰ ἐργοστάσιά των εἰς τὴν ἕνωσιν, ἐπὶ ἀπειλῇ μάλιστα ἐπιτάξεως ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως. Τέλος θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸν νόμον 4580) 1930 περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας Ἀλεξοπούλου. Ἐκεῖ συνέβη τοῦτο; Ἐνῷ ἡ ἑταιρεία εἶχεν— τονίζεται τοῦτο εἰς τὸν νόμον—ἀναστείλει τὰς πληρωμάς της δὲν ἐκηρύχθη εἰς πτώχευσιν, ἀλλ’ ἀφῃρέθη ἀπό τε τὴν ἑταιρείαν καὶ τοὺς μετόχους ὁλόκληρος ἡ περιουσία της κινητὴ καὶ ἀκίνητος καὶ εἰσηνέχθη ὡς εἰσφορὰ τῆς ὁμάδος τῶν πιστωτῶν πρὸς σύστασιν νέας ἀνωνύμου ἑταιρείας, μηδεμίαν ἐχούσης σχέσιν μὲ τὴν παλαιάν. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐτόλμησε καὶ ἐκεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς παρεβίασε τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. Θὰ μοῦ ἀντιταχθῇ ἴσως, ὅτι ἡ ἀνωμαλία εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἔγκειται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ διάλυσις ἐπέρχεται διὰ Δ)τος, ὅτι τὴν ζωὴν τοῦ Νομικοῦ προσώπου τὴν καταλύει ἡ διοίκησις, τὸ Β. Δ)γμα. Ἡ τοποθέτησις τοῦ θέματος εἶναι κακή. Ὁ νόμος δύναται νὰ ὁρίσῃ καὶ ὁρίζει πράγματι τοὺς ὅρους καὶ τὰς περιπτώσεις τῆς διαλύσεως. Καὶ δύναται μεταξὺ τῶν περιπτώσεων αὐτῶν νὰ εἶναι καὶ ἡ ὑπὸ τῆς διοικήσεως ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις διάλυσις, τῆς συγχωνεύσεως ἐν προκειμένῳ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ πολὺ περισσότερον δὲν προσκρούει εἰς τὸ ἄρθρον 17, δὲν ἀποτελεῖ ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας. Πρέπει νὰ χωρίσωμεν τελείως τὸ νομικὸν γεγονὸς τῆς διαλύσεως ἀπὸ τὸ ἕτερον τοιοῦτον τῆς τύχης τῆς περιουσίας τοῦ διαλυομένου νομικοῦ προσώπου. Τὸ πρῶτον, δηλαδὴ ἡ διάλυσις, δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον 17. Τὴν μεταβίβασιν τῆς περιουσίας διὰ τῆς καθολικῆς διαδοχῆς τὴν ἐπιτάσσει ἄλλη διάταξις. Ἡ διάλυσις καὶ συγχώνευσις δὲν ἔχει ὡς ἀναγκαίαν καὶ αὐτονόητον πάντοτε συνέπειαν τὴν μεταβίβασιν αὐτουσίου τῆς περιουσίας. Ἡ διάλυσις θὰ κριθῇ αὐτοτελῶς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ πάλιν ἐβλήθη ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ ἄρθρον 13, ὁμιλοῦν περὶ προστασίας τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, ἢ εἰς τὸ ἄρθρον 11 περὶ ἐλευθερίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τέλος δὲ καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 περὶ ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων. Διὰ παράβασιν τῶν διατάξεων αὐτῶν τοῦ Συντάγματος κατακρίνονται καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου τὰ ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν αὐτοῦ. Καὶ δὴ τὸ ἄρθρον πρῶτον περὶ τῆς συγκλήσεως τῶν συνελεύσεων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ ἄρθρον 2ον τὸ ἀφορῶν τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν Νομικῶν προσώπων καὶ ὀργανισμῶν Κοινῆς ὠφελείας εἰς τὰς Συνελεύσεις ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν εἰδικὰ δὲ καὶ πρὸ παντὸς τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου ποὺ ἐπιτρέπει τὴν ἀπ’ εὐθείας δι’ ἁπλοῦ Δ)τος διάλυσιν καὶ συγχώνευσιν. Ὁλόκληρον τὸ Νομοσχέδιον ἐπικρίνεται ὡς ἀποτελοῦν ὠμὴν βίαν καταλύουσαν τὴν συντέλειαν τῶν Τραπεζῶν, αὐτὴν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν ἐλευθερίαν. Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ ἐδῶ ὁ ἔλεγχος δύναται νὰ εὐσταθήσῃ. Τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Συντάγματος ποὺ ἀντικατέστησε τὸ ταὐτάριθμον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἐλευθερίαν. Ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις τοῦ ἄρθρου τούτου καταρρίπτει κάθε ἀντίθετον ἐπιχείρημα. Τὸ αὐτὸ καὶ μὲ τὸ ἄρθρον 11 περὶ ἐλευθερίας τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐὰν ρίψῃ κανεὶς ἁπλοῦν βλέμμα εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 συζητήσεις τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1911 θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν προστατεύει τὰ οἰκονομικὰς ἑνώσεις, τὰς ἑνώσεις κεφαλαίων ἀλλὰ μόνον τὰς ἑνώσεις προσώπων. Τὸ ἄρθρον 11 ἀναφέρεται εἰς τὰ Σωματεῖα, εἰς τὰς ἑνώσεις προσώπων, αἱ ὁποῖαι ἐπιδιώκουν σκοποὺς καλλιτεχνικούς, ἐπαγγελματικοὺς κ.λ.π. οὐχὶ ὅμως οἰκονομικούς. Ὄχι μόνον αἱ ἐμπορικαὶ ἑταιρεῖαι αἱ ἐπιδιώκουσαι τὴν ἐπίτευξιν κέρδους ἀλλ’ οὐδ’ αὐτὸς ὁ συνεταιρισμὸς τοῦ νόμου 602 προστατεύονται, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἑνώσεις ἐπιδιώκουσαι οἰκονομικοὺς σκοπούς. Ἀναφέρομαι ἐδῶ εἰς τὴν μνημειώδη ἀγόρευσιν τοῦ ἀειμνήστου Ἀνδρέου Μιχαλακοπούλου, ὁ ὁποῖος ἔδωσεν ἀνάγλυφον τὴν εἰκόνα τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 11. Τὴν γνώμην ταύτην ἀποδέχεται ἀδιστάκτως καὶ ὁ Ν. Σαρίπολος. Σημειωτέον, ὅτι καὶ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 11 παρέμεινεν ἡ αὐτή. Ἡ συντάξασα δυνάμει τοῦ ΞΗ]49 ψηφίσματος τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τούτου Ἐπιτροπή, ἐμμένουσα εἰς τὴν μὴ ἐπέκτασιν τῆς συνταγματικῆς προστασίας καὶ ἐπὶ τῶν συνεταιρισμῶν, ἀπέρριψε, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι σχετικὴν πρότασιν τοῦ κ. Καλλία. Ὥστε τὰ περὶ ἀκροτάτων ὁρίων τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας λεγόμενα δὲν εἶναι ὀρθά. Ὡς πρὸς τὸ περὶ ἰσότητος ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος ἐπίσης δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι παραβιάζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν πρόκειται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι παραβιάζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν πρόκειται εἰδικὴ μεταχείρισις ἑνὸς ἀτόμου ἢ μιᾶς περιπτώσεως κατ’ ἐξαίρεσιν πρὸς τὰς ὁμοίας τοιαύτας τῆς αὐτῆς κατηγορίας ἢ ὁμάδος προσώπων. Ἐδῶ πρόκειται περὶ χωριστῆς ρυθμίσεως τῶν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων, δηλαδὴ μιᾶς ὁλοκλήρου κατηγορίας ὁμάδος ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἡ τοιαύτη εἰδικὴ ρύθμισις δικαιολογεῖται πλήρως ἀπὸ τὸ γεγονός, ὅτι τελείως ξεχωριστὸς ἀπέβη πλέον ὑπὸ τὴν σύγχρονον ἐξέλιξιν ὁ ρόλος ὃν διαδραματίζουν αἱ Τράπεζαι εἰς τὴν ρύθμισιν τῆς πίστεως εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν κοινωνικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Ἐχωρίσθησαν πλέον αὐτομάτως αἱ Τράπεζαι ἀπὸ τὰς ὑπολοίπους ἀνωνύμους ἑταιρείας, τὰς κοινὰς τοιαύτας, ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικάς. Ὁ ρόλος τῶν Τραπεζῶν καὶ ἡ ἐπίδρασίς των εἰς τὴν οἰκονομικὴν διάρθρωσιν εἶναι σημαντικώτατος καὶ ὅλως διάφορος τῶν κοινῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ὥστε νὰ δικαιολογῆται χωριστὴ ρύθμισις αὐτῶν, ἰδιαιτέρα ἐποπτεία τῆς Διοικήσεως καὶ ἐπέμβασις αὐτῆς, χωρὶς τοῦτο οὔτε τὴν οἰκονομικὴν ἐλευθερίαν των, τὴν καλῶς ἐννοουμένην νὰ θίγῃ, οὔτε τὴν ἰσότητα μεταχειρίσεων νὰ παραβιάζῃ. Ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἀνίσου μεταχειρίσεως τῶν μετόχων—ἥτις θὰ προσέκρουεν εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος—εὐσταθεῖ. Ἁπλούστατα, διότι καμμία ἄνισος μεταχείρισις δὲν γίνεται πλέον. Αἱ μετοχαὶ τῆς νέας Τραπέζης, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἕκαστος τῶν μετόχων τῶν συγχωνευομένων Τραπεζῶν, θ’ ἀνταποκρίνωνται πλήρως πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν παλαιῶν, οὐ μόνον τὴν ὀνομαστικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐσωτερικήν, ἐνῷ ταυτοχρόνως θὰ εἶναι καὶ ἴση καὶ δι’ ὅλους τοὺς μετόχους. Οὐκ ὀλίγοι ἄλλως εἶναι οἱ νόμοι οἱ εἰδικῶς τὰ τῶν Τραπεζῶν ρυθμίζοντες καὶ ἀπροκάλυπτον ἐπέμβασιν τῆς Διοικήσεως καθιεροῦντες, μάλιστα πολὺ βαρυτέρας μορφῆς, ὥστε νὰ μᾶς ξενίζουν, τῇ ἀληθείᾳ, αἱ κραυγαὶ ἀπογνώσεως τῶν ἀντιτιθεμένων πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Ὅπως ἐπίσης δὲν εἶναι πρωτοφανὴς ἡ κρατικὴ ἐπέμβασις εἰς τὴν ζωὴν τῶν συνεταιρισμῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐν γένει ἑνώσεων ἡ μέχρι καταστροφῆς καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς των ἐξικνουμένη. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου τῆς 23–1–1935 ὁρίζει προκειμένου περὶ συνεταιρισμῶν, ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας δι’ ᾐτιολογημένης ἀποφάσεώς του νὰ διαλύῃ συνεταιρισμοὺς κ.λ.π. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 3 τοῦ προσφάτου νόμου 1778]51 δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διορίζῃ αὐτὸς τοὺς Προέδρους τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν. Κλασσικὸν ὅμως παράδειγμα ἀρκετὸν διὰ ν’ ἀποστομώσῃ κάθε ἀντίρρησιν, ἔχομεν τὸν πρόσφατον νόμον 1665] 1951 «περὶ λειτουργίας καὶ ἐλέγχου Τραπεζῶν». Ἐὰν οἱ ἀντιλέγοντες εἶχαν ἀναγνώσει τὸν νόμον αὐτὸν τὸν ὁποῖον ἡ ἰδική των Κυβέρνησις ἐψήφισεν, ἀσφαλῶς δὲν θὰ ἐκόπτοντο σήμερον ἐναντίον τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Σταχυολογῶ μερικὰς μόνον διατάξεις τοῦ καταπληκτικοῦ αὐτοῦ νόμου ποὺ δὲν δύνανται κἂν νὰ παραβληθοῦν μὲ τὰς θωπευτικὰς τοιαύτας τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ τονίζω αὐτό, διότι ὅπως ἀνέφερα καὶ ἀνωτέρω, ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρονται εἰς τὴν προδικασίαν, τὴν διαδικασίαν δηλαδὴ τῆς συγχωνεύσεως καὶ οὐχὶ εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς συνιστωμένης νέας Τραπέζης. Εὐθὺς ὡς πραγματοποιηθῇ καὶ σταθεροποιηθῇ ἡ συγχώνευσις παύει κάθε ἀνάμιξις τῆς Διοικήσεως εἰς τὰ τῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης. Ἀκούσατε, λοιπόν, μερικὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐλέγχου Τραπεζῶν νόμου. Τὸ ἄρθρον 8 ὁρίζει, ὅτι ὅταν ἡ Τράπεζα δὲν δύναται ἢ ἀρνῆται ν’ αὐξήσῃ τὰ κεφάλαιά της, ἢ ὅταν παραβαίνῃ οἱασδήποτε διατάξεις νόμων, ἀποφάσεων ἢ κανονισμῶν, δύναται ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ εἴτε ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν ἄδειαν λειτουργίας τῆς Τραπέζης τιθεμένης ὑπὸ ἐκκαθάρισιν, εἴτε νὰ διορίσῃ ἐπίτροπον. Ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἐπιτρόπου πᾶσα πρᾶξις τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης εἶναι ἄκυρος ἂν δὲν συνέπραξεν εἰς ταύτην καὶ ὁ ἐπίτροπος. Καὶ περαιτέρω ἐὰν ἡ Νομισματικὴ ἐκ στοιχείων καὶ πληροφοριῶν ἃς ἔχει, κρίνει, ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης δὲν δύνανται νὰ ἐξακολουθήσουν ὑπὸ τὴν παροῦσαν Διοίκησιν, ἀποφασίζει τὴν ἀνάθεσιν τῆς Διοικήσεως εἰς τὸν ἐπίτροπον ἢ εἰς ἄλλον. Καθιεροῦται δηλαδὴ ὡς μόνιμος θεσμὸς ἡ ἀνάμιξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς. Πέραν τούτου καθιεροῦται πλήρης ὑποδούλωσις, πλήρης κατάργησις πάσης ἐννοίας αὐτοτελείας καὶ ἐλευθερίας. Καὶ ὅμως οὐδεὶς διενοήθη ποτὲ νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἀντίκεινται εἰς τὴν θεωρίαν τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων, ἢ τὴν ἄλλην ἐκείνην περὶ ἀκροτάτων ὁρίων τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι παραφωνίαν ἀποτελοῦν αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ ἐπικρίσεις τοῦ νομοσχεδίου, εἰς ἐποχὴν ποὺ ἐγωϊστικὴ ἀντίληψις τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν μάλιστα αὐτοῦ μορφὴν ἔχει ὑποχωρήσει, πρὸ τῆς ἐννοίας τοῦ κοινωνικοῦ καὶ τοῦ ὁμαδικοῦ συμφέροντος. Θὰ εἶχα ἀκόμη νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις εἰς τὸ εἰδικὸν ζήτημα τῶν προβαλλομένων ἀντιρρήσεων κατὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου καὶ τῶν ὀργανισμῶν κοινῆς ὠφελείας. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω, ὅτι τὰ τόσα δάκρυα ποὺ χύνονται ἐπάνω εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ἐνέχουν μεγάλην δόσιν φαρισαϊσμοῦ. Ζήτημα ἀντισυνταγματικότητος δὲν δύναται ἀποτελεσματικῶς νὰ στηριχθῇ. Ὁ νόμος καὶ ἁρμόδιος εἶναι καὶ τὴν δύναμιν ἔχει νὰ ρυθμίζῃ τὰ τῆς ἐκπροσωπήσεως τῶν δεομένων τοιαύτης, εἴτε φυσικῶν εἴτε νομικῶν προσώπων. Τὴν ἐκπροσώπησιν τὴν ρυθμίζει ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ, ἡ Πολιτικὴ Δικονομία καὶ οἱ εἰδικοὶ περὶ τῶν κατὰ μέρος νομικῶν προσώπων νόμοι. Τὸ νὰ ἔρχεται ἕνας νόμος νὰ ρυθμίζῃ κατὰ διάφορον τρόπον τὴν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις ἐκπροσώπησιν δὲν εἶναι τὶ τὸ ἀνώμαλον καὶ πλέον τούτου δὲν ὑπάρχει παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Τοσούτῳ μᾶλλον ἐν προκειμένῳ ὅπου πρόκειται περὶ νομικῶν προσώπων Δημοσίου Δικαίου, προσώπων δηλαδὴ συνδεομένων εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως μὲ τοὺς ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐπιδιωκομένους σκοπούς. Πρᾶγμα ποὺ ὄχι μόνον δικαιολογεῖ ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλει τὸ ἄμεσον ἐνδιαφέρον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον καὶ διαλύει τὰ πρόσωπα ταῦτα. Σημειώσατε δὲ ὅτι δὲν εἶναι τὶ τὸ καινοφανὲς ἡ τοιαύτη εἰς τὴν ἐκπροσώπησιν ἀνάμιξις τοῦ Κράτους. Ἔχομεν τὰς παγίας περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ νομικὰ πρόσωπα ἐκπροσωποῦνται ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας πάντοτε ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ εἰς ὃ ὑπάγονται ταῦτα. Εἶναι δὲ καὶ ἡ ἐκπροσώπησις αὕτη μεγάλης σπουδαιότητος ὡς πᾶς τις ἀντιλαμβάνεται. Καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐσκέφθη ποτὲ κανεὶς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἐκπροσωπήσεως θίγεται ἡ αὐτοτέλεια τῶν νομικῶν προσώπων. Ἐὰν τώρα θελήσωμεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ θέμα εἰς τὴν οὐσίαν του θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις θαρραλέως ἀντιμετωπίζει τὸ θέμα καὶ εὐθέως ἀναλαμβάνει τὰς εὐθύνας χωρὶς φαρισαϊσμούς. Ὅλοι γνωρίζομεν κύριοι τὶ ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἐπάνω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Πάντοτε ἡ Κυβέρνησις ἐπενέβαινε κατὰ τὰς συνελεύσεις τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ἤλεγχε τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν. Ἐξηνάγκαζε κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον τὰ ἱδρύματα ν’ ἀναθέσουν τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν μετόχων των εἰς αὐτήν. Ἔ, αὐτὸν τὸν φαρισαϊσμὸν δὲν τὸν θέλει, δὲν τὸν ἀνέχεται ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ἀναλαμβάνει εὐθέως τὰς εὐθύνας της καὶ δι’ αὐτὸ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν κατηγορήσῃ. Ὡς πρὸς τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ Συντάγματος καὶ αὕτη νομίζω πὼς δὲν εὐσταθεῖ. Ἐπανερχόμενος, κύριοι βουλευταί, εἰς ὅσα ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ τονίσω τὴν διαπίστωσιν, ὅτι διὰ τῶν ἐπιμάχων διατάξεων δὲν θίγεται ἡ λειτουργία τῶν τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων. Ἡ ἐπέμβασις ἀνάγεται οὐχὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς Τραπέζης, ἀλλ’ εἰς τὴν διαδικασίαν, τὴν προδικασίαν οὕτως εἰπεῖν, τῆς συγχωνεύσεως καὶ τὴν σταθεροποίησιν ταύτης εἰς τὰ πρῶτα της βήματα. Τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐπιδιώκεται διὰ τῆς διατάξεως τῆς παραγράφου 6 τοῦ ἄρθρου 1ου ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν παράγρ. 3 τοῦ ἄρθρου 10 περὶ διορισμοῦ τοῦ πρώτου Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Ἅπαξ ἐπελθούσης τῆς συγχωνεύσεως παύει πᾶσα ἀνάμιξις τοῦ Κράτους καὶ ἡ Τράπεζα λειτουργεῖ κατὰ τὰς κειμένας διατάξεις. Πέραν αὐτοῦ ἀτομικῶς τοὐλάχιστον πιστεύω, ὅτι αἱ περὶ ἐποπτείας καὶ ἐλέγχου τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν κείμεναι διατάξεις τοῦ βασικοῦ νόμου 2190, ἀπέβησαν λίαν ἀνεπαρκεῖς, σκιώδη μόνον προστασίαν παρέχουσαι καὶ εἰς τὴν μειοψηφίαν τῶν μετόχων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου ἔναντι τῶν καταχρήσεων καὶ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς Διοικήσεως τῶν ἑταιρειῶν τούτων. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐγωϊστικὴ ἀντίληψις τῆς ἀσυδότου ἀτομικῆς ἐλευθερίας δὲν συμβιβάζεται πλέον μὲ τὴν γιγαντιαίαν ἀνάπτυξιν καὶ ἐξέλιξιν τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων. Ἄλλο τελείως ἡ ἀτομικὴ καὶ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία καὶ ἄλλο ἡ ἀτομιστικὴ ἀσυδοσία. Ὀργανισμοὶ μάλιστα τοιαύτης τεραστίας σημασίας οἷοι οἱ Τραπεζιτικοί, δὲν δύνανται νὰ παραμείνουν ἄνευ οὐσιαστικωτέρας παρακολουθήσεως καὶ ἐλέγχου. Νομίζω πὼς εἶναι καιρὸς πλέον. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον δὲν πάσχει καμμίαν ἀντισυνταγματικότητα. Τὸ θέμα παραμένει ἀμετακίνητον. Ἡ θέσις του εἶναι πολιτικὴ καὶ ὄχι νομική. Τὸ νομοσχέδιον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ Τραπεζιτικοῦ μας συστήματος. Ἔτσι τὸ πιστεύει ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐξυπηρετοῦσα τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἔτσι τὸ πιστεύει ὀφείλει νὰ χωρήσῃ ἀδιστάκτως τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ἐχάραξε. Καὶ θὰ χωρήσῃ παραμερίζουσα κάθε ἐμπόδιον εἰς πεῖσμα κάθε ἀντιδράσεως, μὲ γνώμονα δὲ μόνον καὶ πάντοτε τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν κυβερνητικῶν ἑδωλίων).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας κ. Σ. Παπαπολίτης ἔχει τὸν λόγον.
§20Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω, ὅτι θὰ εἶμαι κατὰ τὸ δυνατὸν σύντομος δεδομένου, ὅτι πρόκειται περὶ θέματος, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη διὰ μακρῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπίσης λεπτομερῶς ἐξετέθησαν αἱ ἀπόψεις καὶ φιλικῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προσώπων, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσ. Δημ. Κόμματος. Ὁμολογῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐθαύμασα τὴν εὐχέρειαν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ ἔγκριτος καὶ ἀξιότιμος συνάδελφός μου κ. Παπαρρηγόπουλος ἀναφερόμενος εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπαναλαμβάνει ὅσα ἐν αὐτῇ διατυποῦνται, τὴν εὐχέρειαν μὲ τὴν ὁποίαν ἐπανέλαβεν, ὅτι σκοπὸς τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου, εἶναι ἡ ἁπλούστευσις καὶ ἡ ἐπιτάχυνσις τῆς διαδικασίας διὰ τὴν συγχώνευσιν Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν. Ἁπλούστευσις καὶ ἐπιτάχυνσις καλεῖται, κύριοι, ὄχι ἡ τροποποίησις καὶ τῶν νόμων, ἀλλ’ ἡ ἄρδην ἀνατροπὴ τῆς κειμένης νομοθεσίας, νομοθεσίας ἰσχυούσης εἰς τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ἡ ἀνατροπὴ ὅλων τῶν οὐσιαστικῶν προϋποθέσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς παρομοίας περιπτώσεις ἡ συγχώνευσις Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις ὅμως τοῦ νομοσχεδίου πείθει οἱονδήποτε ἀμφιβάλλοντα, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι οὔτε ἡ ἐπιτάχυνσις, οὔτε ἡ ἁπλούστευσις τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἀλλὰ ἡ ὠμή, ἡ πρωτοφανὴς ἀντισυνταγματικὴ παρέμβασις Κυβερνήσεως εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας Νομικῶν Προσώπων Ἰδιωτικοῦ Δικαίου καὶ ἐν γένει ὁ σφετερισμὸς τῶν ἀναφαιρέτων δικαιωμάτων τῶν μετόχων. Εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν ποῖαι ὑπῆρξαν αἱ ἐπαγγελίαι τῆς Κυβερνήσεως προεκλογικῶς καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ κλασσικὴν περίπτωσιν πλήρους ἀντιθέσεως μεταξὺ προεκλογικῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ λαϊκῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, καὶ τοῦ εἰσηγουμένου κυβερνητικοῦ προγράμματος. Κάθε ἄρθρον, κάθε παράγραφος καὶ φράσις ἀποτελεῖ παρανομίαν, αὐθαιρεσίαν καὶ ἄρνησιν τῶν βάσεων τοῦ Πολιτεύματος. Ἡ φενάκη καὶ ἡ βία κορυβαντιοῦν ἐπὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἀρχῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν αἱ προσφιλεῖς ἐπαγγελίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Ἡ λατρεία πρὸς τὴν ἐλευθέραν οἰκονομίαν, ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ἀτομικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν προστασίαν αὐτῆς ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ καθεστῶτος, ἡ ἀποστροφὴ καὶ ἡ ἀπέχθεια πρὸς κάθε εἴδους κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ καὶ κρατικοποιήσεως κάθε κλάδου τῆς οἰκονομίας, ὑπῆρξαν αἱ πλέον προσφιλεῖς ἀρχαί, τὰς ὁποίας μὲ φανατισμὸν εἰδωλολάτρου διεκήρυξεν ὁ Συναγερμός. Καὶ ἰδοὺ ὅτι ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος ἀπεμπολεῖ καὶ ποδοπατεῖ κατὰ τὸν πλέον ἀπροσχημάτιστον τρόπον τὰς ἀρχὰς αὐτάς. Ἡ ἱστορία τοῦ νομοθετήματος εἶναι γνωστὴ καὶ ἔρχεται νὰ δικαιώσῃ ὅσα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μας εἴπομεν. Ὑπεστηρίξαμεν, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως περὶ συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζῶν περιεῖχε τὰ ἑξῆς στοιχεῖα. Ἀπετέλει καθαρὸν πραξικόπημα, περιεῖχεν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς κλοπῆς ξένης περιουσίας, καθιέρου μονοπώλιον πίστεως καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐμπορικὸν καὶ βιομηχανικὸν μονοπώλιον καὶ προσέβαλε κεκτημένα δικαιώματα τῶν ὑπαλλήλων. Τί ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀντέταξεν εἰς τὰς αἰτιάσεις μας ἐκείνας; «Διατὶ βιάζεσθε; Τί ἐπράξαμεν ὥστε νὰ θορυβῆτε τόσον ἀναισχύντως; Διατί εἶσθε τόσον ἀσεβεῖς καὶ δὲν ἀναμένετε; Ἡμεῖς ἐλάβομεν μίαν ἀπόφασιν συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζῶν, ἡ ὁποία τελεῖ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν γενικῶν συνελεύσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ κληθοῦν βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας καὶ θὰ ἀποφασίσουν». Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπρόκειτο νὰ σεβασθῇ τὰς ἀποφάσεις τῶν γενικῶν συνελεύσεων καὶ δὲν ἐπρόκειτο νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν γνώμην αὐτῶν. Διότι ἐὰν αὐτὴ ἦτο ἡ πρόθεσίς της δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ λάβῃ τὰς ἀποφάσεις της ὡς τὰς ἔλαβε καὶ νὰ τὰς ἐκτελέσῃ ὡς τὰς ἐξετέλεσε. Θὰ συνεβουλεύετο προηγουμένως τὰ ἁρμόδια ὄργανα καὶ θὰ ἀπεφάσιζε. Καὶ ἀναμφισβητήτως θὰ ἀπετρέπετο τὸ ὀλίσθημα, τὸ ὁποῖον διεπράχθη καὶ τὸ ὁποῖον συνέχειαν εἶχε τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν μας νομοσχέδιον. Καὶ εἴχομεν δίκαιον ὑποστηρίζοντες ταῦτα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔρχεται νὰ κατοχυρώσῃ νομικῶς τὸν ἐκβιασμὸν τῶν μετόχων εἰς συναίνεσιν διὰ τὴν συγχώνευσιν τῶν Τραπεζῶν, τὴν δήμευσιν τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῶν Νομικῶν Προσώπων καὶ τὴν ἀπόλυσιν χιλιάδων ὑπαλλήλων ἄνευ τῆς νομίμου ἀποζημιώσεως. Νομίζομεν ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διαπράττει νέον ὀλίσθημα σοβαρώτερον τοῦ πρώτου, διότι βεβαίως ὑπάρχει πλειοψηφία κυβερνητική, ἡ ὁποία θὰ ἐγκρίνῃ οἱονδήποτε νομοσχέδιον. Ἀλλὰ νομοσχέδια τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀντίκεινται εἰς τὴν γενικὴν περὶ δικαίου ἀντίληψιν, τὰ ὁποῖα ἀντιτίθενται τόσον βασικῶς πρὸς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσουν νόμους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαρμοσθοῦν ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν φρουροὶ τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην δικαστής, ὁ ὁποῖος νὰ ἐφαρμόσῃ τοιούτους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται εἰς σαφεῖς διατάξεις τοῦ Συντάγματός μας, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἐγγύησιν τῆς ὁμαλῆς ἐξελίξεως τοῦ πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ μας βίου. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον δὲν τροποποιεῖ ἁπλῶς τὴν κειμένην νομοθεσίαν περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἀνατρέπει ἄρδην αὐτὴν καὶ ἀντιτίθεται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἡ Κυβέρνησις, ἀντιλαμβανομένη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συγχώνευσις διὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν Γεν. Συνελεύσεων προσέφυγεν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Καὶ ἐνῷ, ὡς ὁ κ. συνάδελφος προηγουμένως σᾶς εἶπεν, ἀπαιτοῦνται τὰ ⅔ διὰ τὴν ἀπαρτίαν καὶ τὰ ⅗ διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις, εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου νὰ λάβῃ ἀπόφασιν τὸ 17% μόνον. Εἶναι γνωστόν, κυρίως, εἰς τοὺς νομικούς, ὅτι ἡ μειοψηφία ἔχει ὡρισμένα δικαιώματα καὶ δὴ δικαιώματα ἐλέγχου. Καὶ τοῦτο κατόπιν ἀδείας τοῦ Προέδρου Πρωτοδικῶν ἢ Ἐφετῶν. Ἐν προκειμένῳ ἡ μειοψηφία ἀποφασίζει διὰ τὴν ὑπόστασιν τῶν Ἑταιρειῶν. Καὶ συμβαίνει τοῦτο τὸ ἀντιφατικόν. Ἐνῷ ἐπιτρέπεται ἡ λῆψις ἀποφάσεως, ἀπαγορεύεται ἡ ἀναβολὴ συνεχίσεως ἐκ μέρους τούτων. Διάταξις ἡ ὁποία ἐτέθη χάριν τῆς μειοψηφίας διὰ νὰ μὴ λαμβάνωνται ἐξ ὑφαρπαγῆς ἀποφάσεις. Καὶ μὴ ἀρκουμένη εἰς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, εἰσάγει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10. Τὴν ἐφυᾶ, ἴσως, τὴν σατανικὴν ὅμως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ καίριον μέσον ἐκβιασμοῦ τῶν μετόχων. «Συμφωνεῖτε, κύριοι, εἰς τὴν συγχώνευσιν βάσει τοῦ νόμου ἢ δὲν συμφωνεῖτε. Ἐὰν δὲν συμφωνῆτε ὑφ’ οὓς ὅρους καθορίζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, προσφεύγω εἰς Διάταγμα καὶ διὰ τούτου ἀντιμετωπίζω τὴν συγχώνευσιν». Εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἀναμφισβητήτως ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀντιβαίνει εἰς τὰ ἄρθρα 3, 13, 17 καὶ 106 τοῦ Συντάγματος. Εἰσάγεται, ἐν πρώτοις ἕνα ἐξαιρετικὸν δίκαιον εἰς βάρος δύο Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν, καὶ ὄχι γενικῶς καθ’ ὅλων τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἢ τῶν τραπεζιτικῶν ἑταιρειῶν. Διότι ὡρισμέναι ἄλλαι Τράπεζαι, ὡς ἐξηγγέλθη, ἐθεωρήθη ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συγχωνευθοῦν καὶ ὅτι αὐτὸ θὰ ἀποτελέσῃ τὸ ἐμπόδιον διὰ τὴν δημιουργίαν μονοπωλίου πιστωτικοῦ. Ἡ τοιαύτη διάταξις δημιουργεῖ δίκαιον ἐξαιρετικόν, καθιεροῖ ἄνισον μεταχείρισιν, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὸ ἄρθρον ἐπίσης 3 ἀντιβαίνει καὶ ἡ ἐπιβολὴ ὅρων ὑπὲρ τῆς μιᾶς καὶ εἰς βάρος τῆς ἄλλης Τραπέζης, διότι καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἄνισος μεταχείρισις. Αἱ διατάξεις ἐν συνεχείᾳ τῶν ἄρθρων 1, 2, καὶ 10 ἀναθέτουν τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν ἱδρυμάτων εἰς ὡρισμένους Ὑπουργούς. Εἰσάγεται δηλαδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀναγκαστικὴ διαχείρισις, διοίκησις, ὑποκατάστασις εἰς δικαιώματα περιουσιακὰ ἰδιωτικά. Ἐμποδίζει τὴν ἐλευθέραν βούλησιν τῶν ἀτόμων καὶ ἀναγκάζει αὐτὰ εἰς ὡρισμένας πράξεις οἰκονομικῆς καὶ ἐμπορικῆς φύσεως. Οὕτως ὅμως ἔχομεν τὸ ἄρθρον 13 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προστατεύει τὴν ἐλευθερίαν γενικῶς καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἐλευθερίαν εἰδικῶς. Τὸ ἄρθρον 10 ὅπως καὶ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλουν ἀναγκαστικὴν δέσμευσιν, ἀπαλλοτρίωσιν ξένης περιουσίας, χωρὶς νὰ συντρέχουν αἱ προϋποθέσεις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα οἱ μέτοχοι νὰ καθορίσουν κἂν τὴν σχέσιν τῶν μετοχῶν τῶν συγχωνευομένων ἑταιρειῶν πρὸς ἀλλήλας. Οὕτως ἔχομεν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 17, διότι χωρὶς νὰ συντρέχουν αἱ προϋποθέσεις τῆς δημιουργίας ὠφελείας ἢ ἀνάγκης καὶ ἄνευ σχετικῆς ἀποζημιώσεως, ἡ ὁποία νὰ καθορίζεται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια γίνεται ἀπαλλοτρίωσις τῆς ξένης περιουσίας.
§21Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι καινοφανεῖς αἱ διατάξεις.
§22Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον διὰ Διατάγματος καθορίζεται ἡ σχέσις τῶν μετοχῶν, ὁ τοιοῦτος τρόπος εἶναι ἀναμφισβητήτως αὐθαίρετος, ἐν περιπτώσει ὅμως διαλύσεως τῆς ἑταιρείας—διότι ἡ συγχώνευσις ἐξισοῦται πρὸς διάλυσιν διὰ τὴν ἀπορροφημένην Τράπεζαν—πρέπει πᾶς μέτοχος νὰ λάβῃ τὸ ἀναλογοῦν ποσοστὸν ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συνίσταται εἰς κινητὰ καὶ ἀκίνητα περιουσιακὰ στοιχεῖα. Δὲν δύναται δὲ οὔτε ἡ πλειοψηφία τῆς Γεν. Συνελεύσεως ν’ ἀποστερήσῃ τὸν μέτοχον τοῦ δικαιώματος τούτου, οὔτε νόμος, διότι θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ὡς ἀποστερῶν τῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ τῆς προσηκούσης ἀποζημιώσεως. Ἐν προκειμένῳ δὲν θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διότι ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου, ἀλλὰ ὁ συνάδελφος κ. Παπαρρηγόπουλος μοῦ ἔδωσε τὴν ἀφορμὴν εἰπών, ὅτι ἡ μετοχὴ εἶναι ἐνοχικὸν δικαίωμα. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ εἴπω ἐγὼ εἰς τὸν κ. Παπαρρηγόπουλον ἐὰν εἶναι ἐνοχικὸν ἢ ἐμπράγματον δικαίωμα, ἁπλῶς θὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι ἡ μετοχὴ ἐνσαρκώνει 2 δικαιώματα, τὸ ἐμπράγματον δικαίωμα τῆς κυριότητος ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου καὶ τὰ ἐν αὐτῷ ἐνσαρκωμένα δικαιώματα. Γνωρίζετε δὲ ἐπίσης, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀπωλείας χωρεῖ διεκδικητικὴ ἀγωγὴ ἡ ὁποία μόνον εἰς τὰ ἐμπράγματα δικαιώματα χωρεῖ (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Θὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς παραπέμψω εἰς τὰ ἄρθρα 758, 1245, 1255, 1177 τοῦ Α.Κ. καὶ ἀκόμη καὶ εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ ἀξιοτίμου καθηγητοῦ κ. Πέρδικα, σελ. 581 καὶ 224. Τέλος νομίζω, ὅτι ἀντισυνταγματικὴ εἶναι καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2, ἡ ὁποία ἀναθέτει τὴν ἐκπροσώπισιν τῶν νομικῶν προσώπων εἰς ὡρισμένους Ὑπουργούς, διότι ἀποτελεῖ τροποποίησιν τῶν ὅρων τῆς διαθήκης, ἡ ὁποία ἀποκλείεται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 106 τοῦ Συντάγματος. Περαιτέρω τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἀναφέρει εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐξυγίανσις τοῦ τραπεζιτικοῦ συστήματος. Ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως πρόβλημα τραπεζιτικὸν ἢ μᾶλλον διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβής, πρόβλημα πίστεως καὶ χρῄζει ὑπέρ ποτε μέτρων ἐπειγόντων καὶ μέτρων σωτηρίων, ἀλλὰ χρῄζει ἀντιμετωπίσεως ἐξ ὁλοκλήρου καὶ χρειάζεται πρόγραμμα μελετημένον, ἀρετὴ πολιτική, νοῦς καὶ τόλμη πρὸς τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιμετωπίζει τὸ πρόβλημα ὡς ὤφειλε, διότι οὐδαμοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρονται τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τοῦ προβλήματος. Δὲν ἀναφέρονται κἂν γενικαὶ γραμμαὶ καὶ ποῖα εἶναι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιδιώξῃ παραλλήλως πρὸς τὴν συγχώνευσιν νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ τραπεζιτικοῦ προβλήματος. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι δὲν ἀντιμετωπίσθη τοῦτο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐὰν ἀντιμετωπίζετο θὰ διεπιστοῦτο ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τῶν τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων, διότι τραπεζιτικὰ ἱδρύματα δὲν ὑπάρχουν. Ἀνέκαθεν ὁ τόπος αὐτὸς μαστίζεται ἀπὸ τοκογλυφίαν ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους, καὶ ἡ διαπίστωσις ἦτο καὶ εἶναι, ὅτι ἡ κυριωτέρα αἰτία ἦτο ἡ πτωχεία μας, τὸ ἠλαττωμένον ἐθνικὸν εἰσόδημά μας καὶ ἑπομένως ἡ ἔλλειψις ἐπαρκῶν κεφαλαίων διὰ νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Καὶ πρὸ τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐθνικῆς καὶ μετ’ αὐτὴν καὶ ὅτε εἰσέρρευσεν ἄφθονον ξένον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον εὕρισκε τόκους ἱκανοποιητικοὺς καὶ ὅτε ἐν συνεχείᾳ ἐδημιουργοῦντο ἄλλαι Τράπεζαι βραδύτερον, τὸ πρόβλημα τοῦτο ἐξηκολούθει νὰ ὑφίσταται. Ὁ τόκος εἰς τὴν χώραν μας ἦτο πάντοτε ὑψηλὸς καὶ μάλιστα καὶ κατὰ τὰς μακρὰς περιόδους τῆς νομισματικῆς σταθερότητος καὶ πίστεως τοῦ λαοῦ εἰς τὴν σταθερότητα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀνασυγκροτηθῶμεν, ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἐθνικόν μας εἰσόδημα, διότι ὑπῆρξε πράγματι τεραστία ἡ συμμαχικὴ βοήθεια. Ὁ τρόπος ὅμως καθ’ ὃν αὕτη διετέθη, ὁ τρόπος καθ’ ὃν διεχειρίσθησαν ταύτην αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἡ διάθεσίς της εἰς ἐπιχειρήσεις μὴ παραγωγικάς, εἰς ἐπιχειρήσεις αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐδὲν προήγαγον τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, κατ’ οὐδὲν ηὔξησε τὸ ἐθνικὸν εἰσόδημα καὶ δὲν συνετέλεσεν ὥστε νὰ ὑπάρξουν καὶ πάλιν αἱ προϋποθέσεις χάρις εἰς τὴν βοήθειαν αὐτὴν διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀντιμετωπίζοντο αἱ ἀνάγκαι τῆς οἰκονομίας μας. Καὶ ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ Τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων, Τραπεζιτικὰ ἱδρύματα, κύριοι βουλευταί, πιστωτικὰ ἱδρύματα δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ νοηθῶσι παρ’ ἡμῖν, διότι, δὲν ὑπάρχουν ἰδιωτικαὶ ἢ ἐλεύθεραι καταθέσεις. Αἱ Τράπεζαι διαχειρίζονται τὸ μὲν τὰς καταθέσεις τῶν Νομικῶν Προσώπων, τὰς ἀναγκαστικὰς καταθέσεις, τὸ δὲ τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου τὰ ὁποῖα χορηγεῖ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος χρησιμοποιοῦσα τὸ ἐκδοτικόν της προνόμιον. Ὡρισμένα στοιχεῖα ἀναφερόμενα εἰς τὸν Ἰούνιον τοῦ 1952 δίδουν ὅτι ἀπὸ τὰ διατεθέντα τραπεζιτικὰ κεφάλαια 28% μόνον εἶναι ἰδιωτικαὶ καταθέσεις, 32% τῶν Νομικῶν Προσώπων καὶ 40% τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα διατίθενται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος.
§23Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Δηλαδὴ ἀπὸ τὸ Κράτος.
§24Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§25Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Καὶ δὲν θέλετε τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὴν διαχείρισιν;
§26Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Θὰ ἰδῆτε ποῦ θὰ καταλήξω.
§27Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐὰν τὸ ἀποδείξετε.
§28Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Θὰ τὸ ἀποδείξω. 40% λοιπόν, κύριοι βουλευταί, τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον διαχειρίζονται αἱ Τράπεζαι προέρχεται ἀπὸ τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Δεδομένου δὲ ὅτι πρέπει τοῦτο νὰ σταματήσῃ ἀντιλαμβάνεσθε τὸ χάος τὸ ὁποῖον δημιουργεῖται. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ, διὰ νὰ ἱκανοποιήσω καὶ τὴν ἀπορίαν τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου συναδέλφου, περὶ ποίου τραπεζιτικοῦ συστήματος, τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ ἐξυγίανσις, γίνεται λόγος; Περὶ ποίας ἐξυγιάνσεως ὁμιλοῦμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναφέρονται τὰ μέσα, δὲν ἀναφέρονται αἱ αἰτίαι ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὁποίων αἱ ἰδιωτικαὶ καταθέσεις ἀποστέργουν τὴν εἰσροὴν εἰς τὰς Τραπέζας; Περὶ ποίας ἐξυγιάνσεως ὁμιλοῦμεν ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντιμετωπίζονται τὰ μέσα, τὰ μέτρα καὶ οἱ τρόποι διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διανοιχθῇ καὶ πάλιν ἡ κοίτη διὰ τὴν εἰσροὴν εἰς τὰς Τραπέζας τῶν ἰδιωτικῶν καταθέσεων; Ἐλπίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἱκανοποίησα τὴν παρατήρησίν σας.
§29ΠΕΡ. ΙΑΚ. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος 18 τοῦ 1944.
§30Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ σᾶς εἴπω. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἀρκετὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἡ ἰδιωτικὴ ἀποταμίευσις εἶναι τὸ 23% τῆς προπολεμικῆς τοιαύτης. Τὰ αἴτια βεβαίως εἶναι γνωστά, τὸ μὲν εἶναι ἡ μείωσις τοῦ ἐθνικοῦ μας εἰσοδήματος, ἡ μείωσις ἑπομένως τῶν καταθέσεων, τὸ δὲ εἶναι ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ νόμισμα καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι σήμερον δεδικαιολογημένη, ἀλλ’ ἕνεκα ἀλλεπαλλήλων συμφορῶν ἐκλονίσθη. Κατὰ ταῦτα ὁ ὑψηλὸς τόκος ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκῶν καταθέσεων, εἰς τὰ μεγάλα ἔξοδα διαχειρίσεως, καὶ τρίτον εἰς τὸν συναγωνισμὸν τῶν τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι, προκειμένου νὰ προσελκύσουν ἰδιωτικὰς καταθέσεις, προσφέρουν τόκον ὑψηλόν. Καὶ ἀκριβῶς θὰ ἤθελα νὰ καταλήξω ὅτι μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν πλέον τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν τὴν ἀποταμίευσιν καὶ ἔχουν ἀποτέλεσμα τὸν ὑψηλὸν τόκον, θὰ ἦτο ἐν πρώτοις ἡ κρατικοποίησις τῆς πίστεως καὶ ἡ μετὰ ταύτην ὀρθολογιστικὴ ὀργάνωσις τῶν Τραπεζῶν, ὥστε νὰ περιορισθοῦν τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως. Εἶναι, βεβαίως, τοῦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ βαθμιαίως διὰ νομίμου καὶ δικαίας ἀποζημιώσεως τῶν ὑπαλλήλων. Τρίτον εἶναι ἡ προσέλκυσις τῶν ξένων κεφαλαίων. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζεται προσέλκυσις ξένων κεφαλαίων μετὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τολμήσῃ νὰ φέρῃ τὰ κεφάλαιά του ἐδῶ, διὰ νὰ ἔχουν τὴν τύχην, τὴν ὁποίαν κεφάλαια ἰδιωτῶν εὑρίσκουν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου; Ἐννοῶ βεβαίως, ὅτι τὰ οἱαδήποτε κεφάλαια, τὰ ληστρικὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα, ἀντὶ ἀνταλλαγμάτων σοβαρωτάτων θὰ ἐπεδίωκον νὰ τοποθετηθοῦν ἐν Ἑλλάδι καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεμία Κυβέρνησις, καὶ ἀσφαλῶς καὶ ἡ ἰδική σας, θὰ ἐδέχετο. Ἀλλὰ ἐννοῶ τὰ κεφάλαια τῶν ὁμογενῶν. Ἐν συνεχεία, κύριοι βουλευταί, ἡ ρήτρα εἰς χρυσόν, ὑπάρχει δὲ νομοσχέδιον τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ προωθήσῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, διότι οὕτω θὰ εἶναι δυνατὸν τὰ ὑπάρχοντα καὶ ἀκινητοποιημένα χρήματα, λόγῳ ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ νόμισμα νὰ κυκλοφορήσουν καὶ νὰ εὕρουν τὴν ὁδὸν πρὸς τὰς Τραπέζας. Πέραν τούτου καὶ θὰ ἦτο τοῦτο δυνατόν, ἡ ἱκανοποίησις τῶν μικροκαταθετῶν, ὥστε νὰ ἑδραιωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ καταστῇ γνωστὸν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι σεβαστὴ ἡ πίστις καὶ θὰ παραμείνῃ πάντοτε σεβαστή. Διεκηρύχθη ἄλλωστε ἀπὸ τοὺς νομοθέτας τοῦ νόμου 18, ὅτι προέβλεπον ἐν συνεχείᾳ λῆψιν μέτρων διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τούτων. Καὶ τελευταῖον, κ. βουλευταί, ὁ περιορισμὸς τῶν τεραστίων ἰδιωτικῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν τὴν χορήγησιν τόκου ὑψηλοῦ καὶ τοιουτοτρόπως ἐπέρχεται αὐτὴ ἡ ἀλληλοεπίδρασις μεταξύ των. Αὐτά, νομίζω, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι, ἐν ὀλίγοις καὶ ὅσα ἄλλα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῶσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τὰ μέτρα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, τὰ ὁποῖα θὰ ὤφειλε νὰ ἀναφέρῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπιδιώκει νὰ ἐφαρμόσῃ παραλλήλως πρὸς τὴν ἐπιδιωκομένην συγχώνευσιν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ βάσιμος ἐλπίς, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει εἰς τὴν μείωσιν τοῦ τόκου καὶ ἑπομένως τὴν μείωσιν τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς. Ἤδη, κ. βουλευταί, ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεώς μας, κατηγορήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς συγχωνεύσεως διέπραττε τὸ ἔγκλημα νὰ δημιουργήσῃ ἰδιωτικὸν μονοπώλιον πίστεως καὶ ἐζημίωνε σοβαρῶς τὰ Νομικὰ Πρόσωπα. Ἡ Κυβέρνησις, προφανῶς ἠθέλησε νὰ δώσῃ ἱκανοποίησιν καὶ ἐξήγησιν εἰς τὸ αἴτημα καὶ τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Νομοσχεδίου ὁμιλεῖ δυνητικῶς περὶ αὐξήσεως τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ περιέρχεται ἡ πλειοψηφία εἰς τὸ Κράτος καὶ νὰ ἔχωμεν μίαν μερικὴν κρατικοποίησιν τῆς πίστεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δεδομένου ὅτι καὶ ἡ Τράπεζα Ἑλλάδος εἶναι Τράπεζα Κρατική, ἡ δημιουργουμένη δὲ Τράπεζα θὰ ἐλέγχῃ τὸ 80% τῆς πιστώσεως καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἱκανοποιεῖται τὸ αἴτημά μας, τῆς δημιουργίας δηλ. κρατικοποιήσεως τῆς πίστεως καὶ θὰ ἐχειροκροτούσαμεν πρῶτοι ἡμεῖς διὰ τὴν εὐχάριστον αὐτὴν ἔκπληξιν εἰς τὴν πτέρυγά μας. Δὲν γνωρίζω, ὅμως, ἐὰν πράγματι ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπῃ σοβαρῶς εἰς τοῦτο καὶ τοῦτο, λέγω, λόγῳ τῆς δυνητικῆς διατυπώσεως, διότι δὲν λέγει «ὑποχρεοῦται», ἀλλὰ «δικαιοῦται» ὁ Ὑπουργὸς Ἐμπορίου νὰ τὸ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον. Ἐὰν πράγματι περὶ τούτου πρόκειται, ἐὰν διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται κρατικοποίησις τῆς πίστεως, πρέπει εὐθέως νὰ τὸ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ ψηφίσωμεν καὶ ἡμεῖς ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).
§31Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἐδιαβάσατε τὴν 2αν παράγραφον, εἰς τὴν ὁποίαν λέγει ρητῶς ὁ συντάξας τὸ Νομοσχέδιον: «Ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται..... τὸ Διοικ. Συμβούλιον ὑποχρεοῦται νὰ προβῇ.....». Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ καὶ τὸ Διοικ. Συμβούλιον ὑποχρεοῦται. Αὐτὸ λέγει.
§32Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἤθελε κάμει χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, πῶς ἤθελεν ἀποφασίσει τὸ Συμβούλιον; Τοῦτο παρατηρῶ, κ. Πρόεδρε. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι καὶ τὴν 2αν παράγραφον ἐδιάβασα καὶ ὀρθῶς ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δυνητικῶς διατυπώνει τὴν τοιαύτην διάταξιν. Ἐὰν πράγματι ἀποτελῇ ἐπιθυμίαν, ἐὰν δὲν ἐξακολουθῇ νὰ ἀποτελῇ δισταγμόν, ἐὰν δὲν ἀποτελῇ οἱανδήποτε ἄλλην ἐπιθυμίαν ἢ πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον, νὰ τὸ ἐπαναλάβῃ εὐθέως καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι, διότι ἀνταποκρίνεται πλήρως πρὸς τὰς προγραμματικὰς ἀρχὰς τοῦ Κόμματός μας, θὰ τὴν χειροκροτήσωμεν. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἴδομεν ὅμως μέχρι στιγμῆς οὐδαμοῦ, οὐδὲ εἰς τὴν ἀρχικὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔχομεν ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων ριζικῶν μεταρρυθμίσεων, τοιαύτης σημασίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσάγωνται διὰ παρεμβαινουσῶν διατάξεων, ἀλλὰ νὰ ἔρχωνται εἰς γνῶσιν τοῦ λαοῦ. Προκειμένου περὶ τοιούτων θεσμῶν, πρέπει νὰ γίνωνται κατόπιν ἐγκρίσεως καὶ ἐπιδοκιμασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τελειώνων, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφερθῶ ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸ Νομοσχέδιον σχετικῶς μὲ τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων, μὲ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 11. Δὲν λαμβάνεται οὐδεμία πρόνοια διαφυλάξεως καὶ κατοχυρώσεως τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Νομίζω, ὅτι ἀνεγνωρίσθησαν ταῦτα καὶ ἀπετέλεσαν μάλιστα—ὡς ἐξηγγέλθη δημοσίᾳ— τὴν προϋπόθεσιν τῆς λύσεως τῆς ἀπεργίας των. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ληφθῇ καμμία πρόνοια διὰ τροπολογίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλωμεν κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου, νομίζομεν, ὅτι καὶ πάλιν θὰ δημιουργηθῇ νέος σάλος ἐκ τῆς τοιαύτης μεταχειρίσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς ἀπεμπολήσεως τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Καὶ καταλήγων, θὰ εἶχον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς συγχωνεύσεως τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἐπεφυλάχθη κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, πῶς ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοῦτο, διότι ἐὰν δὲν ἤθελεν ἀντιμετωπισθῆ συμφώνως πρὸς τὰς τροπολογίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νομίζομεν, ὅτι διακυβεύονται σοβαρὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὑπὲρ ξένων, ὑπὲρ ἀλλοδαπῶν μετόχων νὰ γίνεται μία θυσία τοῦ δημοσίου χρήματος. Κύριοι βουλευταί, τέλος ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ πρυτανεύσῃ καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπρυτάνευσεν, ἡ κομματικὴ πειθαρχία. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, νὰ εἴπω μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν καὶ τὴν ἐκτίμησιν τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους τῆς Συμπολιτεύσεως, ὅτι εἰς τὰ μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπρυτάνευσε μία κομματικὴ πειθαρχία, τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν οὔτε μία τελεία, οὔτε μία παῦλα νὰ μεταβληθῇ εἰς τὸ Νομοσχέδιον.
§33Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. συναδέλφου, μοῦ δοθῇ ὁ λόγος.
§34Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλπίζω......
§35Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχατε τὴν ἀξίωσιν νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασίν σας διὰ τῆς ὁποίας μετεβάλλετο ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου;
§36Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ὅταν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔθεσε τὴν τροπολογίαν ἐν περιπτώσει συγχωνεύσεως, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς ἀπαλλαγῆς ἐκ τῶν τελῶν ἡ συγχώνευσις τῆς Ἰονικῆς καὶ Λαϊκῆς, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀλλοδαπῆς Τραπέζης, καίτοι ἦτο ζωγραφισμένη εἰς τὰ πρόσωπα ὅλων ἡ ἐπιθυμία νὰ συμφωνήσητε, ἐν τούτοις ὑπῆρξε δισταγμὸς καὶ ἀναβλητικότης καὶ εὑρέθη τελικῶς ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ ἐμπορίου ἔδωσεν, ὅτι ἐπιφυλάσσεται ν’ ἀπαντήσῃ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Καὶ ἠρκέσθητε εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ ἐξετασθῇ ἡ περίπτωσις ὅπως ἡ ἀλλοδαπὴ μὴ τύχῃ τῆς αὐτῆς μεταχειρίσεως. Ἐλπίζω, ὅτι ὑπεράνω τῆς κομματικῆς πειθαρχίας θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως καὶ θὰ πρυτανεύσῃ τὸ Ἐθνικὸν συμφέρον, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν διὰ ν’ ἀποτραπῇ ὁ ἀπειλούμενος κίνδυνος κατὰ τῆς πίστεως τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§37Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐμπορίου καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ εἴπω, πρὸς ἀπάντησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Παπαπολίτης.
§38Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§39Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν ἐντὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς......
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κ. συνάδελφε.
§41Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἀνέκυψεν ἕνα προσωπικὸν θέμα. Ὁ ὁμιλητὴς ἔθιξε τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ μᾶς εἶπεν, ὡς ὄργανα ἄνευ γνώμης. Εἰς αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Διότι, κ. Πρόεδρε, ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐντὸς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὰ μέλη τῆς Συμπολιτεύσεως πειθαρχοῦν. Ἐξεφράσθη ἡ ἀπορία, ἢ μᾶλλον ἡ κατηγορία ὅτι πειθαρχοῦν, ὅτι δὲν ἔχουν γνώμην. Τὸ ἴδιον ἐπανελήφθη καὶ ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Σήμερον, μάλιστα τὴν πρωΐαν μία ἐφημερὶς κάμνει εἰδικὴν μνείαν καὶ διατυπώνει τὰς κατηγορίας αὐτάς, ὅτι οἱ Βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως......
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§43Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μὴ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν σας καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιφυλάσσομαι ἐν καιρῷ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον.
§44Χ. ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἂς ἀναπτύξῃ τὰς ἀπόψεις της νὰ μᾶς διαφωτίσῃ διὰ νὰ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, διότι ἔχομεν γνώμην ἰσότιμον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ εἴμεθα ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ νὰ περιορίσωμεν εἰς τὰ νόμιμα ὅρια τὴν συζήτησιν, διότι ἄλλως θὰ ἀποβῇ ἀτέρμων. Δι’ αὐτὸ ἀπηγόρευσα τὰς διακοπὰς καὶ παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ νόμιμα ὅρια. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χ. Παπασταύρου.
§46Χ. ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἡ πολιτικὴ ἄποψις τοῦ θέματος τῆς συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζῶν, ἐγένετο κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τῆς 19ης καὶ 20ῆς Ἰανουαρίου, ὅτε ἐν ἐκτάσει ἀνεπτύχθησαν αἱ ἑκατέρωθεν ἀπόψεις. Εἰς τὰς βασικὰς γραμμὰς τοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, περιλαμβάνεται καὶ τὸ Τραπεζιτικόν. Ποία ἡ σημασία τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ καλλιτέρου Τραπεζιτικοῦ συστήματος, εἰς κάθε χώραν καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν πτωχὴν χώραν μας, ἀνεφέρθη καὶ ἀπὸ τὴν μίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Ὑπουργοῦ ἐδήλωσε καθαρὰ καὶ ἀποφασιστικά, ὅτι θεωρεῖ τὸν Τραπεζιτικὸν τομέα, ὡς τὸν σπουδαιότερον τοῦ οἰκονομικοῦ της προγράμματος καὶ θὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἀνασυγκρότησιν αὐτοῦ, διὰ νὰ ἀποβῇ πράγματι εὐεργετικὸς παράγων τῆς χώρας καὶ οὐχὶ παράγων ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἀδυναμίας τῶν ἐργαζομένων τάξεων καὶ τοῦ πλούτου τῆς ἀποταμιεύσεως. Ἡ ἰδιωτικὴ ἀποταμίευσις οὔτε πρέπει νὰ κινδυνεύῃ εἰς χεῖρας ἐπιτηδείων, ὅπως συνέβη παλαιότερον καὶ ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων νὰ ψηφίσῃ τὸν Ν. 5076, οὔτε πρέπει νὰ γίνεται αὕτη κίνδυνος τῶν δανειζομένων μὲ τοὺς ὑψηλούς της τόκους καὶ τὰ ἐπιτόκια, ἐνισχύουσα καὶ ἐπιβραβεύουσα τὴν ἐξωτραπεζιτικὴν τοκογλυφίαν, ἡ ὁποία ἔγινε μάστιξ τῆς ἀγορᾶς, διότι τὴν ἀπεμύζησε καὶ τὴν ἐνέκρωσεν. Ἀλλ’ οὔτε πρέπει νὰ γίνεται ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως ἐκείνων ποὺ τὴν διαχειρίζονται καὶ τὴν ὑπηρετοῦν, οὐδὲ παρήγορος καταφυγὴ μόνον εἰς ἐκείνους τῶν δανειζομένων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰδιαιτέρους δεσμοὺς μὲ τοὺς διοικοῦντας καὶ τὸ ἀνώτερον ἐπιτελεῖον της. Αὐτό, δυστυχῶς, ἀπέδειξε κατὰ τὰ τελευταῖα χρόνια ἡ πορεία ἐνίων Τραπεζιτικῶν Ὀργανισμῶν τῆς χώρας μας. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐξετέθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀποβλέπει μόνον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἐξυγίανσιν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Τραπεζῶν, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρῃ ταύτας εἰς τὴν βασικήν των ἀποστολήν, τὴν χρηστὴν καὶ νοικοκυρευμένην διαχείρισιν καὶ τὴν καλὴν χρῆσιν τῆς ἰδιωτικῆς ἀποταμιεύσεως διὰ νὰ γίνῃ συμπαραστάτης καὶ βοηθὸς εἰς τὴν οἰκονομικὴν προσπάθειάν της, ὅπως ἀναρρώσῃ οἰκονομικῶς ὁ τόπος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οἰκονομικὴ ἀνάρρωσις τῆς χώρας μὲ κλειστὴν κίνησιν τῶν κεφαλαίων τῶν Τραπεζῶν καὶ μὲ δαπάνας ὑπερόγκους διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ὁποίων κατ’ ἀνάγκην προστρέχουν εἰς ὑψηλοὺς τόκους διπλασίους καὶ τριπλασίους τοῦ νομίμου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ μαρασμοῦ καὶ τῆς ἀδρανείας, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ ἐμπόριον καὶ τὰ ἐπαγγέλματα, εἶναι καὶ οὗτος. Ἐστείρεψεν ὅλη ἡ ἰκμάς των, ὅλη ἡ δυναμικότης των, ἀπερροφήθη ἀπὸ τὸν ὑψηλὸν τόκον καὶ ὅσοι δὲν θέλουν νὰ ριψοκινδυνεύσουν εἰς τοιαῦτα θαλασσοδάνεια, ἀποφεύγουν τὴν ἀνάπτυξιν ζωηρότητος εἰς τὰς ἐπιχειρήσεις των, περιορίζονται καὶ περιέρχονται εἰς θέσιν ἀδρανείας. Καὶ αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος ὅλης τῆς οἰκονομίας τῆς Χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἕνας ἄλλος λόγος πολὺ σπουδαῖος ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐκ τῶν πρώτων της θεμάτων, τὸ Τραπεζιτικόν. Ἡ κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας μας, τὸ ὁποῖον ἐπὶ αἰῶνα καὶ πλέον διεδραμάτισε σπουδαιότατον ρόλον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐδημιούργησεν εἰς τὸν λαόν μας βαθεῖαν πίστιν ὅτι ἀποτελεῖ ἀτράνταχτον οἰκονομικὸν συγκρότημα, σύμβολον οἰκονομικῆς πίστεως καὶ σταθερότητος. Ἡ κατάστασις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρουσίαζε τελευταίως σημεῖα ἀνησυχίας. Ἕνα μεγάλο ἔλλειμμα ἀνεγράφετο εἰς τὰ βιβλία της. Δὲν τὸ ἠμφισβήτησεν οὔτε ἡ Ἀντιπολίτευσις, οὔτε ὁ κατὰ τὸ 1952 Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Ἐπλησίαζε τὰ 40 δισεκατομμύρια δραχμῶν κατὰ τοὺς μὲν καὶ τὰ 70 δισεκατομμύρια κατὰ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ. Διὰ πρώτην φορὰν δὲν ἐδόθη μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους της, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ μεγαλύτερον μέρος εἶναι τὰ κληροδοτήματα, τὰ διάφορα Ταμεῖα καὶ Σωματεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπερίμεναν πολλὰ προβλήματα νὰ λύσουν ἐκ τοῦ μερίσματος τῶν μετοχῶν των. Τί θὰ συνέβαινε, ποῖος θὰ ἦτο ὁ ἀντίκτυπος γενικώτερον εἰς τὴν χώραν, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρουσίαζε τὴν ἰδίαν ἂν μὴ χειροτέραν κατάστασιν τῆς κατὰ τὸ 1952 τοιαύτης καὶ ἐὰν ὡδηγεῖτο εἰς τὴν χρεωκοπίαν; Ἢ θὰ παρέσυρε καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἢ θὰ τὴν ἠνάγκαζε νὰ τὴν ἐνισχύσῃ οἰκονομικῶς διὰ νὰ κρατήσῃ τὸ γόητρόν της. Τὸ ἕνα θὰ εἶχε τὴν ἐπίδρασίν της εἰς τὴν ἀγοράν, διότι δὲν θὰ ἔμενε κρυπτόν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο θὰ παρεῖχεν ἕνα τεράστιον ὅπλον εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία θὰ τῆς ἔλεγε καὶ ὀρθῶς: Παρημέλησες τὸν κυριώτερον τομέα τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τόπου. Διὰ τὴν Κυβέρνησιν δύο δρόμοι ἠνοίγοντο: Ἢ νὰ «μπαλώσῃ» ἁπλῶς τὰ πράγματα, ἀφήνουσα τὴν κατάστασιν, ὡς εἶχε μὲ σύστασιν εἰς περιορισμοὺς τῶν δαπανῶν διὰ νὰ προλάβῃ τὸν κατήφορον, ἢ νὰ χωρήσῃ εἰς ριζικὰς λύσεις. Ἐπροτίμησε τὸ δεύτερον, διότι τὸ νόσημα ἦτο βαρὺ καὶ εἶχεν ἀνάγκην χειρουργικῆς ἐπεμβάσεως. Τοιαύτη ἦτο ἡ δραστικωτέρα ἐπέμβασις καὶ ὁ ἀμεσώτερος ἔλεγχος εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν Τραπεζῶν. Προὐχώρησεν εἰς ταύτην μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα μὲ τὴν βασικὴν σκέψιν, ὅτι αἱ Τράπεζαι δὲν ἀσκοῦσιν ἁπλῶς ἐμπορίαν, ἀλλὰ καὶ κοινωνικὸν λειτούργημα. Καὶ ὅπου οἱ οἰκονομικοὶ ὀργανισμοὶ θεραπεύουν κοινωνικὴν ἀνάγκην, τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τοὺς παρακολουθῇ, νὰ τοὺς ἐλέγχῃ καὶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπεμβαίνῃ. Τὸ ἴδιον κάμνει καὶ εἰς τὰ Ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα, διορίζουσα προέδρους, δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ συνθέτουσα τὴν Διοίκησιν μὲ ποσοστὸν μικρότερον τοὺς ἐνδιαφερομένους. Τὰ ἴδια καὶ εἰς τὰ κληροδοτήματα. Ἡ Κυβέρνησις, εὐκαιρίας δοθείσης ἐκ τοῦ περιστατικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐξήτασε τὸ ὅλον Τραπεζιτικὸν θέμα καὶ κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζιτικῶν ἐπιχειρήσεων. Διότι, ἂς μὴ κρυπτώμεθα πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλό μας, αἱ Τραπεζικαὶ ἐπιχειρήσεις εἰς τὴν χώραν μας τὰ τελευταῖα ἔτη δὲν εὑρίσκονται εἰς ἀνθηρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν. Δὲν ἐννοῶ τὴν Ἀγροτικὴν καὶ Κτηματικήν, διότι αὗται ἔχουσι περιωρισμένην πιστωτικὴν δρᾶσιν καὶ ἐξαπλοῦνται εἰς ὅσα τοὺς δώσῃ τὸ Κράτος καὶ ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Ἀναφέρω τὰς ἄλλας, τὰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Ἡ Τράπεζα Χίου διελύθη ἀπὸ τὸ ἔτος 1947 ἢ 1948. Ἡ Τράπεζα Ἐμπορικῆς Πίστεως περιωρίσθη εἰς οἰκογενειακὴν ἐπιχείρησιν. Ἡ Τράπεζα Πειραιῶς κινεῖται εἰς περιωρισμένον κύκλον ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, μὲ κεφάλαια τὰ ὁποῖα δανείζεται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὡς Πανελλήνιος καὶ Ἐθνικὴ Τράπεζα, μὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν μακράν της παράδοσιν τοῦ ὅτι ἔχει καὶ κοινωνικὴν καὶ ἐθνικὴν ἀποστολήν, περιώρισε τὸν τόκον της ὀλίγον πέραν τοῦ νομίμου. Μὲ τὰς προμηθείας κ.λ.π., ἐφευρήματα τῶν τελευταίων καιρῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν καταστρατήγησιν τοῦ νόμου «περὶ νομίμου τόκου» ἤγγιζε τὰ 15 καὶ 17%. Ἠρκεῖτο νὰ καλύψῃ τὰς μεγάλας καὶ πολυτελεῖς δαπάνας τῆς συντηρήσεώς της. Καὶ ἐντεῦθεν τὸ ἔλλειμμά της, τὸ ὁποῖον τόσην εἶχεν ἀπήχησιν, ὅταν ἐκυκλοφόρησεν εἰς τὸν λαόν. Ἡ Ἀθηνῶν καὶ Ἐμπορικὴ εἶναι αἱ μόναι Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἐστάθησαν καὶ εὑρίσκονται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐμπορικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον τὰς διεῖπεν, εἰς τὴν οἰκονομίαν δαπανῶν καὶ εἰς τὸν ὑψηλὸν τόκον, τὸν ὁποῖον εἰσέπραττον, κάμνοντες εὐρεῖαν χρῆσιν καὶ χωρὶς ἔλεγχον τῶν ἐφευρημάτων προμηθείας, μεσιτείας, εἰσφορῶν κ.λ.π., αἱ ὁποῖαι ἀναβιβάζουν, κατὰ πληροφορίας, εἰς περιστάσεις καὶ πλέον τοῦ 30% τὸν τόκον. Τοιαύτην ἐμφανίζουσαι κατάστασιν αἱ τραπεζιτικαὶ ἐπιχειρήσεις, ἔπρεπε, νομίζω, νὰ ἀποσπάσουν, καὶ ὀρθῶς ἀπέσπασαν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εὗρεν ὡς συμφερωτέραν λύσιν καὶ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς χώρας, τὴν συγχώνευσιν Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν, διότι ἀμφότεραι διατηροῦν καὶ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ζωηρὰν συναλλακτικὴν κίνησιν καὶ εἰς μὲν τὸ ἐξωτερικὸν θὰ ἐξυψώσῃ ἔτι περισσότερον τὴν πίστιν τοῦ ἀποδήμου Ἑλληνισμοῦ, εἰς δὲ τὸ ἐσωτερικὸν θὰ δημιουργήσῃ ἕνα δυνατὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τοῦ Κράτους τελοῦντα. Πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, κύριοι βουλευταί, θεωρῶ σκόπιμον νὰ φέρω ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς τί ἴσχυσε μέχρι τοῦδε καὶ ἀλλαχοῦ καὶ εἰς τὴν χώραν μας ἐν σχέσει μὲ τὰς συγχωνεύσεις ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ Τραπεζῶν διὰ νὰ κατασταλῇ ὁ θόρυβος, ὁ δημιουργηθεὶς ἐκ τῆς συγχωνεύσεως, τὴν ὁποίαν μὲ κάποιαν περιέργειαν παρακολουθεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὁ Ἐμπορικός μας νόμος ἐλήφθη ἀπὸ τὸν Γαλλικὸν καὶ ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τὸ ἔτος 1835. Δι’ αὐτὸ στερεῖται διατάξεων περὶ Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν. Ἀναφέρεται γενικῶς εἰς διατάξεις περὶ ἑταιρειῶν, ἐν αἷς περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἀνώνυμοι. Ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν συγχωνεύσεων, δὲν περιελάμβανον εἰδικὰς διατάξεις ἀλλ’ ἁπλῶς ἔκαμνον μνείαν περὶ συγχωνεύσεως ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Περὶ συγχωνεύσεως διατάξεις ἔχουσιν οἱ Γερμανικός, Οὑγγρικός, Ρουμανικός, Ἰταλικός, Ἰαπωνικὸς καὶ ἄλλοι Ἐμπορικοὶ Κώδικες. Οὔτε ὁ νόμος 2190 τοῦ 1920 διέλαβεν εἰδικὰς διατάξεις περὶ συγχωνεύσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀνέκυψε ζήτημα, ὅπως ἔγινεν ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου προσήρμοσαν τὸν Ἐμπορικόν των Κώδικα καὶ ἐπηκολούθησαν βραδύτερον συγχωνεύσεις ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Χαρακτηριστικῶς δὲ ἀναφέρονται συγχωνεύσεις πολλῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιρειῶν, εἰς 6 μεγάλας ἑταιρείας εἰς ἃς κατενεμήθη τὸ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος Γαλλικὸν δίκτυον τῆς συγκοινωνίας. Ἀκόμη καὶ ὁ κατὰ τὸ 1931 ὑπὸ τῶν Φιλελευθέρων ψηφισθεὶς νόμος 5076, ὅστις τὸ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι ἐθέσπισε διατάξεις ἀνωνύμων τραπεζιτικῶν ἑταιρειῶν, ἀκόμη καὶ ὁ νόμος οὗτος δὲν διέλαβεν εἰδικὰς διατάξεις, περὶ συγχωνεύσεως ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Περὶ συγχωνεύσεως ἀνωνύμων ἑταιρειῶν τὸ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι θεσπίζονται διὰ τοῦ νόμου 5261 εἰδικαὶ διατάξεις, περιέχοντος 3 ἐν ὅλῳ ἄρθρα. Διὰ τοῦ νόμου τούτου καθιεροῦνται 3 περιπτώσεις συγχωνεύσεως: 1) Σύστασις νέας διὰ συγχωνεύσεως. 2) Συγχώνευσις μιᾶς ἢ πλειόνων εἰς ἄλλην. 3) Ἐξαγορὰ τῶν μετοχῶν τῆς μιᾶς ὑπὸ τῆς ἄλλης. Αἱ καινοτομίαι τοῦ νόμου τούτου εἶναι αἱ ἑξῆς ἐν συγκρίσει μὲ τὸν νόμον 2190. 1) Δὲν ἀπαιτοῦνται ἐκκαθαρίσεις τῶν διαλυομένων Ἑταιριῶν ἀλλ’ ἁπλῶς αἱ ἀποφάσεις τῶν Γεν. Συνελεύσεων. 2) Δὲν ἀπαιτεῖται ἐπὶ εἰσφορᾶς τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ μεγάλων ἐπιχειρήσεων, ἡ ἐκτίμησις τῶν περιουσιακῶν στοιχείων. Δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ τὴν ἄνευ ἐκτιμήσεως εἰσφοράν. 3) Ἡ νέα Ἑταιρεία ὑποκαθίσταται αὐτοδικαίως ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀποφάσεων εἰς τὰ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις τῶν συγχωνευομένων ἄνευ ἄλλης διατυπώσεως τῆς τοιαύτης μεταβιβάσεως ἐξομοιουμένης πρὸς καθολικὴν διαδοχὴν. καὶ 4) ὅτι αἱ τοιαῦται συγχωνεύσεις ἀπαλλάσσονται τῶν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους φορολογιῶν διὰ Διατάγματος. Καὶ διὰ τοῦ νόμου 5261)1931, ἡ νομοθεσία μας παρουσιάζει κενόν, ὡς πρὸς τὴν συγχώνευσιν Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν. Διότι ὁ νόμος οὗτος ἀφορᾷ μόνον τὰς Ἐμπορικὰς καὶ Βιομηχανικὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρείας. Τὸ ἀναφέρει ἡ αἰτιολογική του ἔκθεσις. Προκειμένου ἡ Κυβέρνησις νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν Ἕνωσιν Τραπεζιτικῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ἔπρεπε νὰ κάμῃ νόμον εἰδικόν. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἰδίας διατάξεις τοῦ νόμου 5261. Διότι ἄλλη ἡ φύσις, ὁ σκοπὸς καὶ αἱ ἐπιδιώξεις τῶν Ἐμπορικῶν καὶ Βιομηχανικῶν Ἑταιρειῶν καὶ ἄλλη ἡ τῶν Τραπεζιτικῶν. Εἰδικώτερον διὰ τὴν συγχώνευσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μετοχαὶ τῆς Τραπέζης ταύτης ἀνῆκον εἰς Νομικὰ Πρόσωπα, μὲ οἱανδήποτε ἄλλην Τράπεζαν, καὶ διότι αἱ περισσότεραι τὰ ὁποῖα δὲν ἠδύναντο νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπιταγὴν τῆς διαθήκης, εἰ μὴ διὰ νόμου ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ρυθμίσῃ ζητήματα μὴ ἀποκλειόμενα ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ Συντάγματος. Τὸ κενὸν τοῦτο τῆς νομοθεσίας μας ἔρχεται νὰ καλύψῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν καὶ κρίσιν Νομοθέτημα, διὰ τὸ ὁποῖον τόσος ἔγινε θόρυβος καὶ εἰς τὸν τύπον καὶ εἰς τὴν Βουλήν. Τὶ περιέχει τὸ νέον Νομοθέτημα. 1) Διαδικασία συγχωνεύσεως. Ἐπιτρέπει καὶ τὴν συγχώνευσιν Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν, τὴν δὲ σύγκλησιν τῆς Γεν. Συνελεύσεως ἐνεργεῖ ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου, ὁρίζων καὶ τὰ θέματα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἐγκρίσει του δύναται νὰ συγκληθῇ καὶ ἡ Γεν. Συνέλευσις τῆς συγχωνεύσεως ὑπὸ τοῦ Διοικ. Συμβουλίου. Ἐκτὸς τοῦ ἀνωτέρω τρόπου τῆς συγχωνεύσεως δι’ ἀποφάσεως τῶν Γεν. Συνελεύσεων ὁ νέος νόμος ἐπιτρέπει καὶ τὴν διὰ Δ)τος συγχώνευσιν Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν. 2) Ἡ τύχη τῆς περιουσίας των. Περιέρχεται ὡς καθολικὴ διαδοχὴ εἰς τὴν νέαν ἑταιρείαν ἄνευ ἀπογραφῆς. 3) Διοίκησις. Διὰ τὴν πρώτην τριετίαν τὸ Διοικ. Συμβούλιον ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τριετίας θὰ ἀκολουθήσῃ ὁμαλὴ καὶ κατὰ νόμον ἐκλογή. 4) Τὸ προσωπικὸν συγκροτεῖται ὑποχρεωτικῶς ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας ὑπαλλήλους ἡ δὲ ἔνταξίς του θὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ νέου Δ. Συμβουλίου. 5) Τὰ νομικὰ πρόσωπα ἐκπροσωποῦνται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ ὁ φίλιος πρὸς αὐτὴν Τύπος ἐξανέστησαν ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ συγχωνεύσῃ τὰς δύο Τραπέζας. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ὑπεστήριξεν τὰ ἑξῆς: 1) Ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ καταπληκτικὸν πραξικόπημα ἐπεμβάσεως εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῶν Τραπεζῶν. 2) Ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν ἀποτελεῖ τρομακτικὸν μονοπώλιον. 3) Αἱ διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου ἀντίκεινται πρὸς τὰ ἄρθρα 3, 13, 17 καὶ 106 τοῦ Συντάγματος. 4) Χαρίζονται δισεκατομμύρια ὁλόκληρα εἰς φόρους. 5) Θεσπίζονται ὕποπτοι διατάξεις. Ἂς ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς ἀντιρρήσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν νομίζομεν, ὅτι εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ ἡ Ἀντιπολίτευσις νὰ θεωρῇ πραξικόπημα τὴν διὰ νόμου ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τῶν Τραπεζιτικῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων τὸ 1920 ἐπεμβαίνει χωρὶς κἂν νὰ ὑπάρχῃ νόμος εἰς τὴν ἐξυγίανσιν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἰδοὺ τί ἀναφέρει εἰς τὴν αἰτιολογικήν του ἔκθεσιν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τὸν νόμον 2190: «... Οὕτω κατωρθώθη, πρὶν ὑπάρξῃ κἂν νόμος διευκολύνων τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτῶν καὶ νὰ ἐπέλθῃ τῇ ἐπεμβάσει τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἡ ἐξυγίανσις ἱκανῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, πρὸς μέγιστον συμφέρον καὶ τῶν μετόχων καὶ τῆς ἐν γένει οἰκονομικῆς προόδου τῆς χώρας». Αἰτιολογῶν δὲ ὁ τότε Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῶν ἑταιρειῶν, ἐν ᾧ πρὶν δὲν ἐπετρέπετο, εἶπεν ὅτι: «Ὁ ἔλεγχος τοῦ Κράτους ἐπὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν πρέπει νὰ εἶναι πραγματικὸς καὶ κατὰ τὴν σύστασιν καὶ κατὰ τὴν λειτουργίαν αὐτῆς». Ὑπῆρξεν τόσον ρηξικέλευθος καὶ ριζοσπαστικὴ ἡ εἰσήγησίς του, ὥστε νὰ ὁρίσῃ καὶ προϋποθέσεις καθ’ ἅς: «Ὁ Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται τὴν πρόσκλησιν τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου Β. Δ. «περὶ συστάσεως τῆς Ἑταιρείας ἢ καὶ νὰ ἀνακαλῇ τοιοῦτον Διάταγμα....». Βασικωτέρα τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ὑπῆρξεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ δεχομένη εἰς τὴν εἰσηγητικήν της ἔκθεσιν, ὅτι ὁ νόμος 2190 καθιστᾷ τὸ Κράτος ὕπατον κηδεμόνα ἐπὶ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἰδοὺ τὸ ἀκριβὲς κείμενον τῆς ἐκθέσεώς της: «Ὁ νόμος ὅμως οὗτος (2190) ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἠθέλησεν νὰ διεγείρῃ τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ μετόχου πρὸς ἔλεγχον τῶν ἑταιρικῶν πραγμάτων ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατέστησεν τὸ Κράτος ὕπατον, οὕτως εἰπεῖν, κηδεμόνα τῆς ρυθμίσεως τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν». Τὸ ἔτος 1931 ψηφιζομένου τοῦ εἰδικοῦ περὶ Τραπεζῶν νόμου 5676 οἱ τότε Ὑπουργοὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ Δικαιοσύνης ἀνέφερον εἰς τὴν αἰτιολογικήν των ἔκθεσιν: «Μετὰ τὰ γνωστὰ ἀτυχήματα Τραπεζιτικῶν τινων ἱδρυμάτων καὶ τὴν παρατηρηθεῖσαν κακοδιοίκησιν καὶ πλήρη κατάρρευσιν πολλῶν παρ’ ἡμῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν– Ἐπιχειρήσεων, ἡ πτῶσις τῶν ὁποίων κατέφερε καίριον πλῆγμα κατὰ τῆς λαϊκῆς οἰκονομίας καὶ περιήγαγεν εἰς ἀνυποληψίαν τὸν θεσμὸν τῆς Ἀνωνύμου Ἑταιρείας ἦτο φυσικὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ στρέψῃ ἔντονον τὴν προσοχήν της ἐπὶ τῆς κακοδαιμονίας ταύτης τῶν παρ’ ἡμῖν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν». Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ἐδῶ καὶ 30 χρόνια, ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῶν ἰδιωτικῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ὅταν ἐδῶ καὶ 20 χρόνια ἀπὸ χρεωκοπίαν ἰδιωτικῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπέφερον ζημίας εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ μερικὴν ἀναταραχὴν εἰς τὴν λαϊκὴν ἀποταμίευσιν καὶ δὲν θεωρεῖται τοῦτο πραξικόπημα, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις νὰ κάνῃ πραξικόπημα, μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα, ὅταν κλονίζεται τὸ μεγαλύτερον πιστωτικὸν ἵδρυμα τῆς χώρας, ἡ πτῶσις τοῦ ὁποίου θὰ ἔχῃ ἀνυπολογίστους συνεπείας; Ποῦ εὑρίσκει τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως πραξικοπηματικὴν ὅταν ἐπιδιώκῃ νὰ ἐξυγιάνῃ καὶ ἀνασυγκροτήσῃ τὸ Τραπεζιτικόν μας σύστημα ἐπὶ βάσεων δυνατῶν, ὥστε καὶ τὸν κλονισμὸν γὰ ἀποφύγῃ καὶ τὴν ἀποστολήν του νὰ ἐκπληρώσῃ; Δὲν νομίζομεν ὅτι προσιδιάζει εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα ὁ ὅρος οὗτος. Ἴσως εἴπουν: Τὸ πρᾶγμα εἶναι διάφορον. Σήμερον ἐπιβάλλετε τὴν συγχώνευσιν. Σύμφωνοι. Ἀλλὰ τὸ ὑπαγορεύουν γενικώτεροι λόγοι. Εἶναι τελείως διάφοροι αἱ συνθῆκαι τῆς τότε ἐποχῆς μὲ τὰς σημερινὰς οἰκονομικὰς συνθήκας τῆς χώρας. Τότε αἱ Τράπεζαι ἐκινοῦντο μὲ τὰ κεφάλαιά των καὶ μὲ τὰς καταθέσεις τῶν ἰδιωτῶν. Σήμερον κινοῦνται μὲ χρήματα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δανείζονται ἀπὸ τὴν Τράπεζαν Ἑλλάδος καὶ δανείζουν κατὰ τρόπον καταθλιπτικόν. Παρὰ ταῦτα μόλις καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς δαπάνας των καὶ ὄχι μόνον αὐτὸ ἀλλ’ ἑτοιμάζονται πρὸς διάλυσιν. Καὶ ἡ διάλυσις θὰ φέρῃ κλονισμὸν σοβαρὸν εἰς τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς χώρας. Νὰ ὁ λόγος τῆς ἐπεμβάσεως. Αἱ ἀντιρρήσεις τῶν Τραπεζῶν εἶναι ἀπαράδεκτοι. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀνεκτόν, οἱ διαβιοῦντες εἰς τὴν εὐδαίμονα χώραν τῶν Φαραὼ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, νὰ ἔχουν τὴν ἀξίωσιν, νὰ μᾶς θεωροῦν φελάχους, τοκίζοντες εἰς τὸν ὑψηλὸν τόκον τῶν 30–35% τὰς καταθέσεις των, εἰς μίαν χώραν πτωχήν, ὡς ἡ ἰδική μας. Οὔτε εἶναι παραδεκτόν, οἱ παχυλῶς ἀμοιβόμενοι ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, νὰ νομίζουν, ὅτι τὸ Πιστωτικὸν τοῦτο Ἵδρυμα, θὰ ἐργάζεται διὰ τούτους καὶ μόνον. Δευτέρα ἀλλ’ ἄσφαιρος βολὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἡ ἀντισυνταγματικότης ὡρισμένων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ἀναφέρει, ὅτι θίγουν τὰ ἄρθρα 3, 13, 17 καὶ 106 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν μᾶς ἀναφέρουν σαφεῖς παραβάσεις. Ἀορίστως ὅλως πλήττουν τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν μᾶς δίδουν εὐκαιρίαν νὰ τοὺς ἀπαντήσωμεν. Ὡς τόσον καὶ ἐπὶ τῶν ἀοριστιῶν των λέγομεν: Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγατος λέγει: Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Διὰ νὰ εἶναι ἀντισυνταγματικὴ διάταξις νόμου πρέπει νὰ δημιουργῇ ἀνισότητας μεταξὺ τῶν πολιτῶν. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει: Ἐὰν ἐκδοθῇ νόμος ὁρίζων ὅτι οἱ Ἕλληνες πρέπει νὰ βαδίζουν ἐπὶ τοῦ δεξιοῦ πεζοδρομίου, πλὴν τῶν καταγομένων ἐκ Σαλαμῖνος, ὁ νόμο; εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ὅπως ἀντισυνταγματικὸς εἶναι ὁ νόμος ποὺ συγχωρεῖ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως μόνον εἰς ὡρισμένους πολίτας καὶ οὐχὶ εἰς ὅλους. Τὸ Σ.Ε. ἔκρινεν ἀντισυνταγματικὰς διατάξεις τοῦ νόμου 357)47 διὰ τῶν 1535)48, 27)1949 καὶ 59)1949 ἀποφάσεών του, διότι ἐπέτρεπον μόνον εἰς τὸν Ἔφορον τὴν ἄσκησιν ἐφέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων περὶ πλουτισάντων ἐπὶ κατοχῆς. Ἐν προκειμένῳ ποία εἶναι ἡ ἄνισος ἔναντι τοῦ νόμου μεταχείρισις τῶν μετόχων τῶν Τραπεζῶν; Ἡ διανομὴ τῶν μετοχῶν θὰ γίνῃ μὲ ἀναλογίαν ἐξαρτωμένην ἀπὸ κοινὸν συντελεστήν. Ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν των μιᾶς ἡμέρας. Ἡ ἄνισος εἰσφορὰ ἑκατέρας τῶν Τραπεζῶν; Αὐτὸ θὰ εἶχεν ἴσως κάποιαν σημασίαν ἐὰν ἡ τιμὴ καὶ ἡ διανομὴ ἦσαν δυσανάλογοι. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, εἰ μὴ διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν. Θὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κυριότητος ἐπὶ ἐνσωμάτων κινητῶν καὶ ἀκινήτων. Παγία ἡ νομολογία καὶ τοῦ Σ.Ε. καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐν προκειμένῳ ἡ μετοχὴ δὲν εἶναι ἐνσώματον κινητόν, ἀλλ’ ἀπόδειξις ἐνοχῶν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κάτοχος κατὰ τῆς ἑταιρείας διὰ τὸ μερίδιον τῆς συμμετοχῆς του. Ἀνεξαρτήτως τούτου καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἀφορᾷ τὴν μεταβίβασιν τῆς περιουσίας τῶν Ἀνων. Ἑταιρειῶν, πάλιν δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν διότι δὲν ἀπαλλοτριοῦται, δὲν ἀποξενοῦται, ἀλλὰ διατηρεῖται. Τὸ ἄρθρον 13 λέγει «ὅτι πάντες οἱ εὑρισκόμενοι ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας ἀπολαύουσιν ἀπολύτου προστασίας τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἐλευθερίας των». Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος προστατεύει φυσικὰ πρόσωπα καὶ οὐχὶ νομικὰ τοιαῦτα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ἐδέξατο, ὅτι ἔχει ἐφαρμογὴν καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας καὶ ὄχι μόνον τῆς προσωπικῆς. Ἀλλ’ ἐφόσον ὁ νόμος δὲν ἐγγίζει τὰ ἀκρότατα ὅρια αὐτῆς, τοῦτο θὰ κριθῇ ἀπὸ τὸ δικαστήριον. Ἐν προκειμένῳ τί θίγει; Τὸν ἐξαναγκασμὸν εἰς συνεταιρισμόν; Παρακεκινδυνευμένον εἶναι νὰ τὸ δεχθῶμεν. Τὸ ἄρθρον 106 ὁρίζει, ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται ἡ μεταβολὴ τοῦ περιεχομένου ἢ τῶν ὅρων διαθήκης ἢ δωρεᾶς κατὰ τὰς ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ κοινωφελοῦς σκοποῦ, διατάξεις αὐτῆς». Οὐδὲ τοῦτο εὐσταθεῖ. Διότι δὲν μεταβάλλεται τὸ περιεχόμενον τῆς διαθήκης ἢ τῆς δωρεᾶς κατὰ τὴν θεμελιώδη διάταξιν. Ἡ μεταβολὴ τῆς ἐκπροσωπήσεως δὲν εἶναι θεμελιώδης· τοῦτο συνάγεται καὶ ἐκ τῆς ἑπομένης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ἂν εἶναι ἀπολύτως ἀπραγματοποίητος ὁ σκοπὸς δύναται νὰ γίνῃ διαθήκη δι’ ἄλλον παρεμφερῆ. Ἀλλ’ αἱ κληρονομίαι, κληροδοσίαι καὶ δωρεαὶ καὶ σήμερον ἀκόμη ἐκπροσωποῦνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Τὰ μὲν ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἄνευ σκοποῦ, καὶ τὰ ὑπὲρ εἰδικοῦ σκοποῦ, ὑπάγονται ὑπὸ τὴν ἄμεσον διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ ὑπὲρ εἰδικοῦ κοινωφελοῦς σκοποῦ, ἐκπροσωποῦνται ὑπὸ τῶν οἰκείων διαχειριστῶν καὶ ἐὰν κωλύωνται ἢ εὑρίσκωνται ἐκτὸς τῆς ἕδρας Τραπέζης ἢ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι, ἐκπροσωποῦνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο τὸ ὁρίζει τὸ ἄρθρον 30 Ν.Δ. 520)1941, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ν.Δ. 858)1941. Βάσει αὐτῶν εἰς τὴν Γεν. Συνέλευσιν τῆς Ἐθνικῆς καὶ Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐψήφισαν ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν προσκομίσαντες τὰς μετοχὰς τῶν κληροδοτημάτων. Μόνον ὅπου ρητῶς ὁ Νομοθέτης ἀποκλείει τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Δημοσίου δὲν δύναται τὸ Δημόσιον νὰ ἀναμιχθῇ, ἐκτὸς ἐὰν διὰ διατάξεων δημοσίας τάξεως κατισχυουσῶν τῆς διαθήκης, ἐπεμβῇ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ σκοποῦ, (ἐποπτεία, ἔλεγχος, κλπ.) (ἄρθρ. 2 Ν. 2039)39 καὶ Ἀστ. Κῶδιξ). Προχωροῦσα ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς ἔλεγχον τοῦ Νομοθετήματος ἰσχυρίζεται, ὅτι χαρίζονται δισεκατομμύρια ὁλόκληρα, διότι δὲν φορολογοῦνται ὅλαι αἱ πράξεις, αἱ ἀκολουθοῦσαι τὴν συγχώνευσιν. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καινοφανές. 1) Τὸ 1929 ἡ Κυβέρνησις Φιλελευθέρων ἐμείωσεν τὸν ἐκ τοῦ εἰσοδήματος κινητῶν ἀξιῶν φόρον ἀπὸ 12% εἰς 2% εἰς περιπτώσεις συγχωνεύσεως Ἀνων. Ἑταιρειῶν 2) Κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ν. 5261 ἐκδίδει τὸ ἀπὸ 24–9–32 Δ)γμα δι’ οὗ ἀπαλλάσσονται τῶν τελῶν χαρτοσήμου, εἰδικοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων, φόρων καθαρῶς προσόδου κλπ. Ἀνων. Ἑταιρεῖαι, διαλυόμεναι ἐπὶ σκοπῷ συγχωνεύσεως. 3) Διὰ τοῦ ἄρθρου 7 παρ. 5. τοῦ Ν. 5420 διὰ νὰ διευκολύνῃ τὰς συγχωνεύσεις Ἀν. Ἑταιριῶν ἐπεκτείνει τὴν ἀπαλλαγὴν καὶ ἐπὶ ἑταιριῶν βιομηχανίας ἐγχωρίων προϊόντων. Τί, λοιπόν, τὸ σκανδαλῶδες παρουσιάζει τὸ ὑπὸ κρίσιν Νομοθέτημα, ὅταν μάλιστα τοῦτο ἀποσκοπῇ νὰ συγκρατήσῃ τὸ μεγαλύτερον Πιστωτικὸν Ἵδρυμα τῆς χώρας ἀπὸ τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος τὸ ἀπειλεῖ καὶ ἐπιχειρεῖται διὰ τῆς ἑνώσεως καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις κοινωνικοῦ σκοποῦ; Ὡς σοβαρὸν ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ νομοθετήματος ἡ Ἀντιπολίτευσις προβάλλει καὶ τὸ ὅτι ἀποφεύγεται ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τῶν συγχωνευομένων Τραπεζῶν, διότι πιστεύει ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀληθείᾳ παρουσιάζων ἔλλειμμα τὸ 1952 εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τῆς ἄνευ ἐκκαθαρίσεως συγχωνεύσεως, τὸ πρῶτον ἐφήρμοσεν ὁ νόμος 5261 ὁ ὑπὸ τῶν Φιλελευθέρων ψηφισθείς. Ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος. Ἁπλουστεύεται ἡ διαδικασία καὶ συντομεύεται ὁ χρόνος τῆς συγχωνεύσεως. Τίποτε ἄλλο δὲν ὑποκρύπτει ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσεται ἡ Ἀντιπολίτευσις καὶ ἀδίκως ταλαιπωρεῖ τὴν Βουλὴν μὲ τὰς φανταστικάς της ὑποθέσεις. Ἐτονίσθη σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ ἡ δημιουργία μονοπωλίου διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ τί εἴδους μονοπώλιον θὰ εἶναι, ὅταν ἐκτὸς αὐτῶν θὰ ὑφίστανται ἐν λειτουργίᾳ καὶ ἄλλαι Τράπεζαι; Ἐκτὸς αὐτοῦ τὶ εἴδους κινδύνους διαβλέπει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅταν εἰς τὸ μονοπώλιον, ποὺ φοβεῖται, ἡ ἐποπτεία τοῦ Κράτους θέλει εἶναι ἄμεσος, ἀφ’ οὗ θὰ ἐκπροσωπῇ τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν μετοχῶν τῆς νέας Τραπέζης. Ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἕνα λόγον ἐπὶ πλέον νὰ ἐνδιαφερθῇ διὰ τὴν καλὴν καὶ ὠφέλιμον λειτουργίαν τῆς Τραπέζης, διότι θὰ ἀσκῆται ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δριμὺς ὁ ἔλεγχος. Κύριοι βουλευταί, ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους παρέθεσεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐναντίον τοῦ Νομοσχεδίου οὐδεὶς εἶναι βάσιμος. Οὔτε πραξικόπημα γίνεται διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Τραπεζῶν, οὔτε μονοπώλιον δημιουργεῖται, οὔτε παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, οὔτε κίνδυνος νὰ ἀποτύχῃ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις. Τοὐναντίον ἐνεργοῦσα ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς νομιμότητος: Θὰ προλάβῃ τὰς τεραστίας συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ εἶχεν ὁ περαιτέρω κλονισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Θὰ δημιουργήσῃ ἕνα ἀκλόνητον Τραπεζιτικὸν Ὀργανισμόν. Θὰ ἑδραιώσῃ τὴν πίστιν τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ νέον Τραπεζιτικὸν σύστημα. Θὰ διοχετεύῃ τὴν λαϊκὴν ἀποταμίευσιν πρὸς τὴν φθίνουσαν Ἑλληνικὴν Ἀγοράν. Θὰ παραλύσῃ τὴν λυμαινομένην τὸ Ἐμπόριον καὶ τὴν Βιοτεχνίαν τοκογλυφίαν καὶ θὰ δώσῃ νέον αἷμα καὶ νέαν ζωὴν εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Κύριοι βουλευταί, ἄνευ δισταγμοῦ εἶναι ἀνάγκη νὰ χωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν Νομοσχεδίου. Εἶναι ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ταχύτερον, ὅσα οἰκονομικὰ σχέδια κρίνει ἐπιβεβλημένα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας. Δὲν πρέπει νὰ βραδύνωμεν. Διότι ὁ λαὸς μεμψιμοιρεῖ. Μία ἄνευ προηγουμένου κρίσις μαστίζει τὴν ἀγοράν. Εἰς δὲ τὴν ὕπαιθρον χώραν ἡ πεῖνα ἁπλώνει θανάσιμα τὰς πτέρυγάς της. Εἶναι ἀνάγκη καὶ ἀγορὰ νὰ κινηθῇ καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον νὰ ἀνοίξουν ἐργασίαι, αὐτὴν τὴν ἐποχήν, τὴν πλέον πτωχὴν καὶ κρίσιμον μέχρι τῆς συγκομιδῆς. Ἀντιμετωπίζομεν μεγάλα σφάλματα τοῦ παρελθόντος. Πρέπει νὰ τὴν ἀντιμετωπίσωμεν μὲ θάρρος καὶ ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ μὲ πίστιν εἰς τὴν Νίκην, ἔχοντες ὡς ἐμπνευστὴν τὸν μεγάλον δημιουργὸν τῆς Νίκης, τὸν Στρατάρχην Παπάγον. (Χειροκροτήματα).
§47Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν θὰ διακόψωμεν κ. Πρόεδρε;
§48Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ὅπως ἡ συζήτησις ἐξακολουθήσῃ καὶ καταλήξῃ ἀπόψε εἰς τὸν τερματισμὸν τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον ψήφισιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει οὐσιώδη σημασίαν εἰς τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ ὅπως ἡ Βουλὴ δεχθῇ καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὸν κόπον αὐτόν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀντωνίου ἔχει τὸν λόγον.
§50Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Δὲν δικαιοῦται ἀσφαλῶς κύριοι βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ νὰ εἶναι ὑπερήφανος διὰ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Διεκήρυξεν ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἐμφανίσεως εἰς τὴν πολιτικὴν κονίστραν, ὅτι εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του νὰ λάβῃ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἤλλαζον τὴν ὄψιν τῆς χώρας. Τί ἀπεδείχθη, ὅμως, ὅταν ἐκλήθη νὰ ἀναλάβῃ τὰς βαρείας εὐθύνας τῆς ἐξουσίας; Ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἀπαράσκευος. Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἐξετάσητε ποία ὑπῆρξεν ἡ νομοθετική του δρᾶσις μέχρι σήμερον. Κατὰ τὸ 3μηνον διάστημα τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας ὑπὸ τοῦ Συναγερμοῦ, ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη μόνον μὲ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ τοῦτο διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἐκπονήσει οὐδὲν νομοσχέδιον, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ προγράμματα καὶ αἱ ὑποσχέσεις μετουσιοῦνται εἰς ἔργα καὶ αἱ μεταρρυθμίσεις πραγματοποιοῦνται διὰ τῶν νομοσχεδίων κυρίως. Ἀναμφισβητήτως, ὄχι μόνον ἀπεδείχθη μέχρι σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς ἀπροπαράσκευος καὶ ἐστερημένος προγράμματος, ἀλλ’ ἀποδεικνύεται ἐπίσης, ὅτι δὲν συνέλαβε κἂν τὰ μεγάλα προβλήματα τῆς χώρας καὶ εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος νὰ τὰ ἀντιμετωπίσῃ κατὰ τρόπον ἀποτελεσματικόν. Εἶναι, πράγματι, θλιβερόν, ὅτι ἐγκαινιάζει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ τὸ νομοθετικόν της ἔργον δι’ ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου. Δὲν τὸ χαρακτηρίζει μόνον μία ἀσυνέπεια ἰδεολογική, ἀλλ’ εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν τὰς περισσοτέρας ἴσως ζημίας παντὸς ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατετέθη εἰς ἑλληνικὴν βουλὴν ἀπὸ Κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὰ περισσότερα ζητήματα ἠθικῆς τάξεως. Ἐπεζητήσαμεν διὰ μέσου τῶν γραμμῶν τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, διὰ μέσου τῶν γραμμῶν τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου, νὰ καθορίσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἐπιδιώξεις αὐτοῦ καὶ δὲν διεπιστώσαμεν παρὰ ἀντιφάσεις, ἀσάφειαν καὶ μίαν μυστικότητα. Θὰ ἔλεγε κανείς, ὅτι ἀπετυπώθησαν διὰ μέσου τῶν γραμμῶν τοῦ νομοσχεδίου τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς μυστικοπαθοῦς πολιτικῆς νοοτροπίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ σπουδαιότερον νομοσχέδιον—ὅπως τοὐλάχιστον τὸ ἐμφανίζει—πολιτικῆς, τῆς ὁποίας εἶναι ὁ κυρίως ὑπεύθυνος, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε, ἐπαναλαμβάνω, νὰ εἶναι παρὼν διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας του, προτίμησε, διὰ νὰ ἀποδείξῃ μίαν ἀκόμη φορὰν τὴν κοινοβουλοφοβίαν του, νὰ φυγομαχήσῃ, μεταβαίνων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Καὶ δὲν ἔθεσε τοὐλάχιστον ἔστω τὴν ὑπογραφήν του κάτωθεν τοῦ νομοσχεδίου, προτιμήσας νὰ ἀφήσῃ ἄλλους «νὰ βγάλουν τὰ κάστανα ἀπὸ τὴν φωτιά». Βέβαιον εἶναι, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον δὲν συνετάγη διὰ νὰ καλύψῃ κενά, τὰ ὁποῖα ἐνεφανίσθησαν εἰς τὴν νομοθεσίαν ἢ διὰ νὰ θεραπεύσῃ ὡρισμένας ἀνάγκας, ἀλλὰ συνετάγη ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς συγχύσεως καὶ τοῦ πανικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη εἰς τὰς κυβερνητικὰς τάξεις συνεθείᾳ τῆς γνωστῆς, ἀτυχοῦς διὰ τὴν χώραν ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἀποφάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Καὶ δι’ αὐτὸ εὔκολον εἶναι νὰ διατυπωθῇ ἡ προχειρότης καὶ τὰ ἴχνη τῆς συγχύσεως καὶ τοῦ πανικοῦ ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Ἐὰν ἐξετάσητε τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ ἀρχικῶς κατατεθὲν κείμενον καὶ ὄχι εἰς τὴν ἀνατύπωσιν, ἡ ὁποία διενεμήθη μετέπειτα καὶ ἡ ὁποία ἔγινε κατόπιν τῶν παρατηρήσεών μου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, θὰ παρατηρήσητε, ὅτι δὲν ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Θὰ διατυπώσετε ἐπίσης ἐμφανεῖς ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν δικαιολογοῦνται προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει ἡ Κυβέρνησις ὡς θεμελιῶδες διὰ τὴν οἰκονομικήν της πολιτικήν. Ἐπὶ παραδείγματι ἐνῷ εἰς τὴν παράγραφον 6 τοῦ ἄρθρου 1 καθορίζεται, ὅτι τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ἑταιρείας ἐκλέγει τὸν Διοικητὴν καὶ τὸν Ὑποδιοικητήν, ἀντιθέτως διὰ τοῦ ἄρθρου 10 παρ. 3 καθορίζεται, ὅτι οὗτοι διορίζονται διὰ διατάγματος. Ἄλλη σοβαρὰ ἀντίδρασις μεταξὺ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγάς. Εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἀναφέρεται ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι «τὸ ἄρθρον 6 προνοεῖ περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς κειμένης φορολογίας ὅλων τῶν πράξεων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν συγχώνευσιν. Ἡ ἐφαρμογὴ τοιούτου μέτρου θὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως». Ὡς ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἐπρόκειτο περὶ παρωνυχίδος καὶ ὄχι περὶ ἀπαλλαγῆς ἐκ τῆς φορολογίας τῶν συγχωνευομένων ἑταιρειῶν, ποσῶν τεραστίων ἀνερχομένων εἰς πολλὰ δισεκατομμύρια. Τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ἡ καταπληκτικὴ προχειρότης ἐπὶ τῶν σοβαρωτάτων αὐτῶν θεμάτων, τί ὁρίζει; Ὁρίζει φορολογικὴν ἀπαλλαγὴν γενικήν. Δὲν ἐξαρτᾷ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτὴν ἀπὸ οἱανδήποτε ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Καὶ ναὶ μέν, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τῆς καταπληκτικῆς αὐτῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ὅπως ἀντιλαμβάνεσθε θὰ στοιχίσῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀρκετὰ δισεκατομμύρια, ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν μίαν ἐξήγησιν. Καὶ ἡ ἐξήγησις εἶναι, ὅτι διεγράφη ἀπὸ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιφύλαξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὅπως εἶπον αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ κάμῃ τὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγὰς ἡ Κυβέρνησις, διότι θὰ παρεβιάζοντο αἱ διατάξεις αὗται περὶ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Δὲν ἀνέμενα, πράγματι, ὅτι θὰ ἐπεκαλεῖτο ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου τὴν δικαιολογίαν αὐτήν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι ἡ ἐντύπωσις εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπικαλουμένης, τοῦτο εἶναι φυσικὸν νὰ εἶναι περισσότερον δυσμενής. Διότι ἀνέκυψε, κύριοι συνάδελφοι, ἕνα τυπικὸν ἐμπόδιον, ἐνῷ ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἐμφανίζεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἔχουσα σοβαροὺς δισταγμοὺς διὰ τὴν γενικὴν φορολογικὴν ἀπαλλαγὴν — διότι ἐμφανίζεται, ἐπαναλαμβάνω, ἕνα τυπικὸν κώλυμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἀποφασίζει ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς θέματος ἐστερημένου παντελῶς σημασίας, νὰ ἀπαλλάξῃ τὰς ὑπὸ συγχώνευσιν ἑταιρείας ἑνὸς ποσοῦ μέλλοντος νὰ ἀνέλθῃ τίς οἶδε εἰς πόσα δισεκατομμύρια. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἐπίσης βέβαιον, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν συνετάγη εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος τοῦ ἐξαγγελθέντος ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, διότι κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ ἐπισήμων χειλέων τῆς πλευρᾶς τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, διεκηρύχθη, ὅτι ἡ κυβερνητικὴ παράταξις πιστεύει εἰς τὴν ἐλευθέραν οἰκονομίαν καὶ ὅτι καταδικάζει τὸν παρεμβατισμόν, ὅταν λαμβάνῃ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν λαμβάνει εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Βοοῦν ἀκόμη εἰς τὰ αὐτιά μας αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς αὐτῆς ἔλεγεν: «Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀκολουθήσῃ βαθμιαίως ἀποπαρεμβατικὴν πολιτικὴν πιστεύουσα, ὅτι καὶ διὰ τούτου θὰ βοηθήσῃ περισσότερον τὸ θέμα τῆς οἰκονομικῆς σταθερότητος. Ἐπὶ πλέον ἡ ἀνόρθωσις τῆς ἐμπιστοσύνης συνδυαζομένη μὲ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν καὶ μὲ σειρὰν ἄλλων μέτρων, θὰ δημιουργήσῃ πρόσφορον κλῖμα τῆς τοποθετήσεως νέων κεφαλαίων εἰς ἐπενδύσεις». Καὶ θὰ εἶχε κανεὶς νὰ προσθέσῃ εἰς ὅλα αὐτὰ ἀκόμη καὶ χθεσινὰς δηλώσεις εἰς Θεσσαλονίκην τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θάρρος διὰ νὰ μὴ εἴπω τὸ θράσος, νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ἀποπαρεμβατισμοῦ καὶ ἀποπαρεμβατικῆς πολιτικῆς πότε; τὴν στιγμὴν ἀκριβῶς ποὺ συζητεῖται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθιερώνει τὴν πλέον ὠμὴν καὶ τὴν πλέον βιαίαν παρέμβασιν τῆς κρατικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου. Καὶ ἐνεπλάκη, ἀναμφισβητήτως, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κυβέρνησις εἰς μίαν ἀπόφασιν ἀτυχῆ, εἰς μίαν ἐπιπολαίαν ἀπόφασιν, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν κατώρθωσε νὰ διἴδῃ ποῖαι θὰ ἦσαν αἱ συνέπειαι καὶ εἶναι ὡς ἐκ τούτου θῦμα τῶν ἰδίων αὐτῆς σφαλμάτων. Διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ, ἐν προκειμένῳ, τὸ γόητρον τοῦ κυρίως ὑπευθύνου διὰ τὴν ἐπιπολαίαν αὐτὴν ἀπόφασιν, κυρίου ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Ὑπουργοῦ, καλεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ὑποστῇ θυσίας, πρᾶγμα ἀπαράδεκτον· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ νὰ περισωθῇ τὸ γόητρον οἱουδήποτε πολιτικοῦ ἀνδρός, οἱονδήποτε ἀνάστημα καὶ ἐὰν ἔχῃ οὗτος, δὲν εἶναι νοητόν, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ περισωθῇ ἐν προκειμένῳ τὸ γόητρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ καταβάλῃ τὸ τίμημα, ὁ πενόμενος Ἑλληνικὸς λαός. Διότι εἰς τὴν πραγματικότητα περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐὰν συνετάγη καὶ ἐὰν ἔγινε τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἔγινε μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ περισωθῇ τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὸ γόητρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ. Καὶ δὲν κατεβλήθη τοὐλάχιστον προσπάθεια νὰ ἐντοπισθοῦν αἱ ζημίαι. Διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀτυχὴς ἀπόφασις καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ προσθέσω, ἡ ἀτυχὴς ψῆφος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τῆς 16ης Νοεμβρίου, ἦτο πεπρωμένον ἐκεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν, ἦτο ἐπιβεβλημένον ὅπως καταβληθῇ προσπάθεια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως νὰ περιορισθοῦν αἱ ζημίαι εἰς βάρος τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι «ἑνὸς κακοῦ γενομένου, μύρια ἕπονται». Τὸ ρητὸν αὐτὸ οὐδέποτε ἀντεκατόπτριζε τὴν πραγματικότητα περισσότερον, ἀπὸ ὅτι τὴν ἀντικατροπτίζει ἡ προκειμένη περίπτωσις. Ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ φέρῃ εὐθὺς νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐρυθμίζετο τὸ συγκεκριμμένον θέμα τῆς συγχωνεύσεως Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ αὑτὸ τὸ ρητὸν φέρει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον λογικῶς θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον 2 νομοσχεδίων. Δὲν περιορίζεται μέχρι τοῦ ἄρθρου 10, ὁπότε αἱ ζημίαι θὰ ἦσαν ἀσυγκρίτως μικρότεραι, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται διὰ νὰ πολλαπλασιασθοῦν αἱ ζημίαι εἰς βάρος τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον καθιερώνει βιαίαν παρέμβασιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωήν, ἡ ὁποία προώρισται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας καὶ νὰ ἐπισύρῃ εἰς βάρος αὐτῆς δεινὰ περισσότερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἐπεσωρεύοντο, ἐὰν περιωρίζετο τὸ νομοθέτημα εἰς ὅ,τι θὰ ἀφεώρα τὴν συγχώνευσιν τῶν δύο ἀνωτέρων τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων, ἢ ἔστω διελάμβανε τὰ τοῦ πρώτου μέρους μέχρι τοῦ 10ου ἄρθρου. Πράγματι, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον 2 χωριστῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνταπεκρίνοντο πρὸς 2 διαφόρους ἰδεολογικὰς κατευθύνσεις. Εἰς τὸ πρῶτον τμῆμα τοῦ νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις ἐμμένει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων, βάσει τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων αὐτῶν, γενικῶν συνελεύσεων καὶ τῶν διοικητικῶν συμβουλίων, καίτοι καὶ αὐτὴ εἶναι λίαν κολοβωμένη. Τὸ Αʹ τμῆμα ἐμπνέεται ἀπὸ ἰδεολογικὰς ἀπόψεις τῆς ἐλευθέρας οἰκονομίας, τὰς ὁποίας φαίνεται, ὅτι υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι εἰς τὸ Βʹ—ὅπου θεσπίζεται ἡ διὰ Διατάγματος συγχώνευσις—ἡ Κυβέρνησις ἐμπνέεται ἀπὸ πολιτικὴν ὁλοκληρωτικήν. Καὶ παρατηρεῖται τὸ καταπληκτικὸν φαινόμενον, νὰ καθιεροῦνται εἰς τὸ αὐτὸ νομοσχέδιον 2 πολιτικαὶ γραμμαὶ ἀντιφατικαί, πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους αὐτοῦ θέματος δὲν ἔχει ἀποκρυσταλλώσῃ ἀπόψεις. Θὰ περιορισθῶ νὰ ἐξετάσω, ἐν πρώτοις, τὰ ζητήματα τὰ ἀνακύπτοντα ἐκ τοῦ Αʹ τμήματος τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καθορίζεται, ὅτι τὰς γενικὰς συνελεύσεις τῶν Τραπεζῶν συγκαλεῖ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου. Τοῦτο εἶναι καταπληκτικόν.
§51Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς ἄλλας νομοθεσίας τοιοῦτον ἄρθρον;
§52Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου.
§53Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Εἰς πλείστας νομοθεσίας μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον ἐθεσπίσθησαν κανόνες δικαίου, οἱ ὁποῖοι προβλέπουν τὴν σύγκλησιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ ἢ διαφωνίᾳ τοῦ Διοικητοῦ, εἴτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν εἴτε Ἐμπορίου εἴτε τῶν ἐντεταλμένων προσώπων πρὸς τοῦτο, ὅπως συμβαίνει εἰς τὰς
Η.Π.Α.
§54Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Χαίρω διὰ τὴν διακοπήν. Δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τοῦτο καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ ἔχῃ θεσπισθῆ εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν, χώρας σοσιαλιστικὰς ἢ σοσιαλιστικῆς ἐπιρροῆς.
§55Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἀκριβῶς, ὄχι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ εἰς τὴν Φιλανδίαν, τὴν Σουηδίαν, τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Νορβηγίαν.
§56Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἶναι τὸ σημεῖον αὐτὸ τὸ βασικὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζομεν τὰς ἐπικρίσεις μας ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου.
§57Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Εἴπατε καταπληκτικὰ δι’ αὐτὸ σᾶς διέκοψα.
§58Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Εἶναι καταπληκτικὸν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν. Διὰ τοῦ αʹ μέρους τοῦ νομοσχεδίου ἐπέρχονται διάφοροι τροποποιήσεις εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν περὶ Α.Ε. Ἀναμφισβητήτως αἱ διατάξεις τῆς κειμένης νομοθεσίας δὲν ἔχουν ἐπηυξημένην τυπικὴν ἰσχύν. Ἔχουν ὅμως ἐπηυξημένην οὐσιαστικὴν ἰσχύν, διότι εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι προέκυψαν κατόπιν μακρᾶς μελέτης, διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀπέδωσαν ἐν τῇ πραγματικῇ των ἐφαρμογῇ, ἐπὶ μακρόν. Εἶναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι συνδεδεμέναι μὲ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ συνεπῶς μὲ τὴν ἄνοδον τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας. Οὐδεὶς δὲ λόγος ὑπῆρχε νὰ τροποποιηθοῦν σήμερον αἱ διατάξεις αὐταὶ εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλει πολλὰ ἡ οἰκονομία τῆς χώρας, πλὴν τοῦ τυχαίως παραμπεσόντος γεγονότος τῆς γνωστῆς αὐτῆς ἀποφάσεως. Καὶ ποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα εἰς βάρος γενικώτερον τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας τὸ λέγει ἡ ἀνακοίνωσις, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη μόλις σήμερον ἐκ μέρους τοῦ συνδέσμου τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν ἐν Ἑλλάδι, τὴν ὁποίαν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ διαβάσω. Λέγει, λοιπόν, αὕτη: «Ὁ σύνδεσμος τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀνωνύμων ἑταιρειῶν θεωρεῖ ὑποχρέωσίν του νὰ τονίσῃ, ὅτι τὸ κατατεθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ συγχωνεύσεως ἀνωνύμων τραπεζιτικῶν ἑταιρειῶν», ἀσχέτως πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει, ἀποτελεῖ ἀνατροπὴν τῆς νομοθεσίας διὰ τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν, ἐκμηδενίζει τὴν θέλησιν τῶν μετόχων, κλονίζει καιρίως τὸν θεσμόν, παρέχει καὶ διὰ τὸ μέλλον κακὸν παράδειγμα κρατικῆς ἐπεμβάσεως καὶ καθιστᾶ πλέον ἢ ἀμφίβολον τὴν τόσον ἐπιζητουμένην ἐπένδυσιν κεφαλαίων εἰς Ἑλληνικὰς ἐπιχειρήσεις». Οὐδεμία, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, οἰκονομικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι θεσπίζονται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅπως τονίζει καὶ ὁ σύνδεσμος τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, θὰ καταφερθῇ ἕνα βαρύτατον πλῆγμα εἰς τὰ ὄργανα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενοι ἠμποροῦμεν νὰ ὑπολογίζωμεν εἰς ἄνοδον τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς εἰς τὴν χώραν αὐτὴν καὶ ἀποδοτικωτέραν λειτουργίαν τοῦ παραγωγικοῦ μηχανισμοῦ. Οὐδεμία οἰκονομικὴ ἀνάγκη ἐπίσης ἐπιβάλλει τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦνται διὰ τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸ ποσοστὸν τῆς ἀπαρτίας εἰς τὰς γεν. συνελεύσεις τοῦ καταβεβλημένου ἑταιρικοῦ κεφαλαίου. Εἰς ὅλας τὰς νομοθεσίας ὑπάρχουν διατάξεις ἀνάλογοι πρὸς τὰς ὑφ’ ἡμῖν. Εἰς παλαιοτέραν μάλιστα καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν Γαλλικὴν Νομοθεσίαν, προκειμένου νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις τόσον σοβαρά, ὅπως εἶναι ἡ συγχώνευσις, ἡ ὁποία σημαίνει κατάργησιν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας ἀπαιτεῖται ὁμοφωνία καὶ ἔσχατον ὅριον, τὸ ὁποῖον γενικῶς καθορίζουν αἱ νομοθεσίαι, εἶναι ἡ πλειοψηφία, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς προβλέπει ἡ ἰδική μας. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου ἐνῷ εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἰσχύουν τὰ ⅔ τοῦ καταβεβλημένου ἑταιρικοῦ κεφαλαίου καὶ τὰ ⅗ τῶν ψήφων καθορίζει μίαν διάταξιν δυνάμει τῆς ὁποίας τὰ 25% καὶ μόνον θὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ λάβουν τὴν σοβαρωτάτην αὐτὴν ἀπόφασιν, δεδομένου, ὅτι θεσπίζεται, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀπαρτία ἀρκεῖ τὸ ½ τοῦ καταβεβλημένου ἑταιρικοῦ κεφαλαίου δυνάμενα νὰ ἀποφασίσουν κατ’ ἀπόλυτον πλειοψηφίαν τῶν ἐν τῇ γενικῇ συνελεύσει ἐκπροσωπουμένων ψήφων. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, κ. Παπαρρηγόπουλος εἶπε μίαν ἀνακρίβειαν, ὅταν ἐδήλωσεν, ὅτι κατὰ τὴν τρίτην συνεδρίασιν δὲν ἀπαιτεῖται οἱοδήποτε ποσοστόν.
§59Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον εἰς τὴν δευτέραν τὸ ⅓ τοῦ καταβεβλημένου κεφαλαίου.
§60Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Διετύπωσε μίαν ἀνακρίβειαν, διότι τὸ προβλεπόμενον ποσοστὸν εἰς τὴν 3ην συνεδρίασιν καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ⅓, εἶναι μεγαλύτερον ποσοστὸν ἐκείνου τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον διὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν.
§61Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ὡς ἀπαρτίαν τὸ ⅓, ὄχι ἡ πλειοψηφία τοῦ ⅓.
§62Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Τοῦτο ἔχει σημασίαν, ὅτι ἡ κειμένη νομοθεσία προλαμβάνει τὰς αἰφνιδιαστικὰς ἀποφάσεις, τὰς ἀποφάσεις ἐξ ὑφαρπαγῆς ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ θέματος, ἐνῷ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου αὐτὴ ἡ προφύλαξις δὲν λαμβάνεται καθ’ ὁλοκληρίαν. Δὲν λαμβάνεναι μέριμνα διὰ μίαν αἰφνιδιαστικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου θέματος, ἡ ὁποία δύναται νὰ ληφθῇ ὑπὸ μιᾶς μικρᾶς μειοψηφίας. Οὐδεμία ἐπίσης οἰκονομικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν διάταξιν τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἡ ἀνάγκη τακτοποιήσεως τοῦ συγκεκριμένου θέματος, δηλαδὴ ἡ ἀνάγκη νὰ μὴ ἔχῃ οὐδεμίαν ἰσχὺν ἡ συγκληθεῖσα διὰ τὴν 28ην τρέχοντος Γεν. Συνέλευσις τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Τὸ αὐτὸ δύναται νὰ λεχθῇ καὶ διὰ τὸ ἄρθρον 2, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν, ὅπως καὶ ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου μὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις καὶ ἐπεκαλέσθησαν οἱ κύριοι Εἰσηγηταὶ τῆς πλειοψηφίας ὡς ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ θέμα τῆς διοικητικῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς χώρας ἰσχυρίζεται, ὅτι πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀποκέντρωσιν, διὰ νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἀκόμη ἀπόδειξιν τῶν ἀντιφάσεών της καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἀναθέτει τὴν ἐκπροσώπησιν εἰς τὰς γενικὰς συνελεύσεις τῶν ἑταιρειῶν, τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου καὶ τῶν ὀργανισμῶν κοινῆς ὠφελείας, εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς Προνοίας, Οἰκονομικῶν καὶ Ἐργασίας. Τὸ πρᾶγμα, ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνεσθε, ἀποτελεῖ κατάργησιν τῆς αὐτοτελείας τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ. Ἀλλὰ πέραν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ οἰκονομικὰς ἐπιδιώξεις, ὑπάρχουν, δυστυχῶς, καὶ διατάξεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, αἱ ὁποῖαι θέτουν ζητήματα ἠθικῆς τάξεως καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθοῦν ὕποπτοι. Οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ ἀπαγορευθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἡ ἀπογραφὴ τῶν εἰσφερομένων στοιχείων, οὐδεὶς λόγος πλέον τοῦ λόγου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προέκυψεν ἀπὸ τὴν διεξαχθεῖσαν πολιτικὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ προκύψουν ἐκ τῆς ἀπογραφῆς, ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα τοῦ τεραστίου ἐνεργητικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τὸ αὐτὸ δύναται νὰ λεχθῇ ἐπίσης καὶ διὰ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ὅσοι θὰ ἐνθυμῆσθε, κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία διεξήχθη εἰς τὴν Βουλήν, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, προέβαλε τὸν καταπληκτικὸν καὶ ἀνακριβέστατον ἰσχυρισμόν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δῆθεν κλονίζεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ὅτι τὸ συνολικὸν ἔλλειμμα ἀνέρχεται διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1952, εἰς τὸ καταπληκτικὸν ποσὸν τῶν 120 δισεκατομμυρίων, ἐνῷ ἡμεῖς ἰσχυρίσθημεν τότε, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀνήρχετο εἰς τὸ ἀσήμαντον ποσὸν τῶν 8 καὶ κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἰς 24 δισεκατομμύρια. Καὶ τὴν ἄποψίν μας αὐτὴν ἦλθαν νὰ ἐπιβεβαιώσουν, ἐν συνεχείᾳ, ἀνακοινώσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβησαν τὰ ὑπεύθυνα ὄργανα τῆς Τραπέζης, ἀνακοινώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ Πρόεδρος τοῦ Δ. Συμβουλίου κ. Πεσματζόγλου καὶ ὁ τέως Διοικητὴς κ. Κωστόπουλος. Καὶ ἐνῷ ἐπιβεβλημένον ἠθικὸν καθῆκον ἀπορρέον ἐκ στοιχειώδους πολιτικῆς εὐθιξίας οἱουδήποτε πολιτικοῦ ἀνδρός, θὰ ἦτο νὰ ἀφήσῃ νὰ καταρτισθῇ ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ ἰσολογισμοῦ ἀκριβῶς θὰ ἤρετο ἡ ἐν προκειμένῳ διαφωνία, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πολιτικήν του, ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, περιέλαβεν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας, κατ’ ἐξαίρεσιν ἐφέτος, ὄχι παγίαν διάταξιν, ὅπως θὰ παρατηρήσητε, αἱ συγχωνευόμεναι Ἑταιρεῖαι ἀπαλλάσσονται τῆς ὑποχρεώσεως, ὅπως ἐντὸς τοῦ πρώτου ἑξαμήνου τοῦ ἔτους 1953 συντάξουν τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ληξάσης χρήσεως, δηλ. τοῦ 1952. Καὶ περὶ τοῦ ὅτι πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τοῦ ἐπιμάχου αὐτοῦ θέματος, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν. Ἐκτὸς του ὅτι, ὅπως σᾶς εἶπον, δὲν πρόκειται περὶ παγίας διατάξεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ κατ’ ἐξαίρεσιν τοιαύτης.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μεταβατικῆς.
§64Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Διατὶ κ. συνάδελφε, ὅλο κάμετε διακοπάς. Σεῖς εἶσθε ὁ ἔξυπνος; Διατὶ νὰ κάμετε αὐτό;
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γρηγορίου, διατὶ θέλετε νὰ μὲ ὑποκαταστήσητε; Ἐγὼ θὰ ἐπιβάλω τὴν τάξιν.
§66Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, ἔχω νὰ προσθέσω ἐπίσης, ὅτι ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ἔχει ἤδη καταρτισθῆ. Ἀλλὰ πέραν τῶν δύο αὐτῶν στερουμένων ἠθικῆς βάσεως ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο ἐπίσης ἄρθρον, ὑπάρχει μία ἄλλη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία εἶναι αὐτόχρημα σκανδαλώδης. Ὑπάρχει ἡ διάταξις ἐκείνη, ἡ ὁποία γενικεύει τὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγὰς τῶν ὑπὸ συγχώνευσιν Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν. Εἶναι πράγματι, κύριοι βουλευταί, πρόκλησις, ἄνευ προηγουμένου, διὰ τὸν βαρύτατα φορολογούμενον ἕλληνα πολίτην, ἀγρότην, ἐπαγγελματίαν, ἐργάτην, εἶναι πρόκλησις ἄνευ προηγουμένου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικήν μας ἱστορίαν, νὰ ἀπαλλάσσωνται καὶ αὐτοῦ τοῦ συνθετικοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος πλήσσει τοὺς πλουσίους, τὰ ὑπὸ συγχώνευσιν Τραπεζιτικὰ Ἱδρύματα. Καὶ ἡ πρόκλησις εἶναι τοσοῦτον μᾶλλον μεγαλυτέρα, ὅσον διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου πρόκειται ἐπίσης, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νὰ γίνουν, κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν διαβεβαιώσεων τῆς Γ.Σ. Ε.Ε., ἀθρόαι ἀπολύσεις ὑπαλλήλων.
§67Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριε συνάδελφε, ὡμιλήσατε περὶ ἀθρόων ἀπολύσεων ὑπαλλήλων. Αὐτὸ δὲν τὸ εἶπον ποτὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐδῶ εἶναι τὰ μέλη.
§68Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν δὲν ἐχρησιμοποιήσατε τὴν λέξιν «ἀθρόων», αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπατε, διότι εἴπατε, ὅτι θὰ διατηρηθοῦν οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ ἱδρύματος. Τὶ ἄλλο σημαίνει αὐτό; Ὅπως ἤδη καθωρίσθη ἀπὸ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ νέος Διοικητὴς τοῦ νέου ἱδρυθησομένου Ἱδρύματος, περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδένα ἀπολύτως ἕλληνα οὐδεμία ἀμφιβολία. Ἄλλως τε εἶναι θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ κρίνωμεν προσεχῶς.
§69Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐπειδὴ ἤλθατε εἰς τὸ θέμα τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω ὅτι εἶναι μία εὐκαιρία διευκρινήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὴν ἀγόρευσίν του εἶπεν ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ κατατίθετο, θὰ προσδιωρίζετο ὁ τρόπος τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ θέματος καὶ εἰς τὸ κείμενον νομοσχεδίου δὲν περιέχεται ὁ προσδιορισμός. Ἀλλὰ πέραν τούτου, μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς παρουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας θὰ ἦτο ἐπίκαιρον νὰ προσδιορισθῇ καὶ ἡ βεβαίωσις, τὴν ὁποίαν παρέσχε πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐργατικῆς Ὁμοσπονδίας, ἂν ἦτο ἀκριβὴς ἢ ψευδής, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ σύγχυσις. Ὑπάρχουν κείμενα, τὰ ὁποῖα ἐπιβεβαιώνουν ὅτι ὁ κ. Μακρῆς ἐβεβαίωσεν ὅτι, κατ’ ἐντολὴν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, θὰ γίνουν σεβαστὰ τὰ κεκτημένα δικαιώματα. Ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὑπόθεσις τῆς Κυβερνήσεως. Ποία εἶναι ἡ ἰδική μας γνώμη ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἰδική μας γνώμη. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον, ἀντικειμενικῶς, πρέπει νὰ προσδιορισθῇ εἶναι τοῦτο: κατὰ πόσον ὁ κ. Μακρῆς, ὅταν παρεῖχεν αὐτὴν τὴν ὑπόσχεσιν, ἦτο ὄντως ἐξουσιοδοτημένος. Διότι ἓν ἐκ τῶν δύο συμβαίνει: Ἢ ὁ κ. Μακρῆς ἄνευ ἐξουσιοδοτήσεως παρέσχε ψευδῆ βεβαίωσιν, ἢ ὁ κ. Μακρῆς παρέσχεν εἰλικρινῆ βεβαίωσιν, ἡ ὁποία ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνεκλήθη. Πάντως, ἡ ἀλήθεια πρέπει νὰ καταστῇ σαφὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἕκαστος ἔναντι αὐτῆς νὰ λάβῃ τὴν θέσιν του.
§70Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἀναμφισβητήτως, κύριε Πρόεδρε. Δυστυχῶς, ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ὡς πρὸς τὰ κεκτημένα δικαιώματα καὶ πλεῖστα ἄλλα ἀφορῶντα τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπὸ συγχώνευσιν ἑταιρειῶν τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον οὐδαμῶς λαμβάνει πρόνοιαν. Εἶναι καταπληκτικὸν ἐπαναλαμβάνω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ πρόκλησις διὰ τὸν ἕλληνα φορολογούμενον, ἀλλὰ καὶ πρόκλησις διὰ τοὺς ἀπολυθησομένους ὑπαλλήλους νὰ ἀπαλλάσσωνται τεραστίων ποσῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέλθουν εἰς δεκάδας, ἐνδεχομένως, δισεκατομμυρίων, ὅλα τὰ ὑπὸ συγχώνευσιν τραπεζιτικὰ ἱδρύματα. Ἐπεκαλέσθησαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως φορολογικὰς ἀπαλλαγάς, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατὰ τὸ παρελθόν, αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν εἶχον τίποτε τὸ ἀντίστοιχον μὲ ἐκείνας τὰς καταπληκτικὰς καὶ σκανδαλώδεις, τὰς ὁποίας καθορίζει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Πρόκειται ἄλλωστε περὶ φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν, αἱ ὁποῖαι κατηργήθησαν ἤδη πρὸ πολλοῦ, παρὰ τὰς περίπου ἀντιθέτου ἀπόψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου. Διότι, διὰ νὰ καταδειχθῇ μίαν ἀκόμη φορὰν πόσον βαθὺ σκότος βασιλεύει εἰς τὰς κυβερνητικὰς τάξεις καὶ πόση ἐπιπολαιότης διακρίνει τὰς λαμβανομένας ἀποφάσεις, πρέπει νὰ πεισθῇ καὶ τοῦτο: ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχουν τὴν γνώμην, ὅτι ἐξακολουθοῦν νὰ ἰσχύουν αἱ φορολογικαὶ αὐταὶ ἀπαλλαγαί, δηλαδὴ αἱ τοῦ φόρου χαρτοσήμου καὶ ἐκ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων, εἰς ἀπόδειξιν δὲ αὐτῶν τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν καταπληκτικῶν μᾶς ἀνέφερεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι αὕτη εἶναι καὶ ἡ ἄποψις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι αἱ φορολογικαὶ αὐταὶ ἀπαλλαγαί, καὶ ἀναφερόμενος εἰς τὸν φόρον χαρτοσήμου καὶ εἰς τὸν φόρον μεταβιβάσεως ἀκινήτων ἔχουν ἤδη καταργηθῆ πρὸ πολλοῦ. Καί, διὰ νὰ διαψεύσω καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, χαρακτηριστικὸν καὶ αὐτό, κατὰ ποῖον τρόπον ἀξιοθρήνητον λειτουργοῦν αἱ ὑπηρεσίαι αὐτοῦ, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, διὰ νὰ διαψεύσω, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη κατὰ ποῖον τρόπον λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τεράστια ποσὰ καὶ προκαλοῦν ζημίας πολλῶν δεκάδων δισεκατομμυρίων διὰ τὰ δημόσια οἰκονομικά, ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τῶν τελῶν χαρτοσήμου κατηργήθη πρὸ πολλοῦ ἤδη καὶ συγκεκριμένως διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. 413)1936, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν φόρον μεταβιβάσεως ἀκινήτων τῶν ὑπὸ συγχώνευσιν ἱδρυμάτων, παρέχω ἐπίσης τὴν πληροφορίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ σχετικὴ φορολογικὴ ἀπαλλαγὴ κατηργήθη ἐπίσης διὰ τοῦ νόμου 1587 τοῦ 1950. Ὁ κυριώτερος ἐκ τῶν ὀφειλομένων φόρων, ὁ συνθετικός, οὐδέποτε ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ, ἀπόλυτος διευκρίνησις ἐφ’ ὅλων αὐτῶν, ὀφείλω νὰ τονίσω, ὅτι ἡ μόνη φορολογικὴ ἀπαλλαγή, ἡ ὁποία δὲν ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ, εἶναι ἡ ἀναφερομένη εἰς τὸν φόρον καθαρᾶς προσόδου. Ἀλλὰ ἡ φορολογικὴ αὐτὴ ἐπιβάρυνσις εἶναι ἡ ὀλιγώτερον ἀξία λόγου, δεδομένου, ὅτι πρέπει νὰ ἐκπεσθῇ κατὰ τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦ συνθετικοῦ φόρου, διὰ τοῦ ὁποίου ἰσχύει ἡ προοδευτικὴ κλίμαξ. Συνεπῶς ἡ φορολογικὴ αὐτή, ἀπαλλαγὴ διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, εἶναι δῶρον ἄδωρον. Ἀλλά, ἐν προκειμένῳ, τὸ καταπληκτικὸν εἶναι, ὅτι, τῆς φορολογικῆς αὐτῆς ἀπαλλαγῆς, θὰ ἐπωφεληθῇ, ἐπίσης, μία ἑλληνικὴ ἑταιρεία. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἀπὸ τοῦ 1938, ἡ πλειοψηφία τῶν μετοχῶν τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, εὑρίσκεται εἰς χεῖρας τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης, τῆς ἀλλοδαπῆς αὐτῆς ἑταιρείας. Καὶ ἐάν, μέχρι σήμερον, δὲν ἐπραγματοποιήθη ἡ συγχώνευσις τῶν δύο αὐτῶν ἑταιρειῶν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθοῦν διὰ νὰ πραγματοποιήσουν τὴν συγχώνευσιν, αἱ δύο αὐταὶ Τραπεζιτικαὶ ἑταιρεῖαι, νὰ καταβάλουν τεράστιον ποσὸν ἐκ τῶν φορολογικῶν των ὑποχρεώσεων, τὸ ὁποῖον, λέγεται, ὅτι θὰ ὑπερβῇ τὰ 10 δισεκατομμύρια δραχμῶν. Καί, γεννᾶται, τὸ ἑξῆς θέμα, ἐν προκειμένῳ. Ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἠρωτήθη παρ’ ἡμῶν, ἐὰν θὰ ἐπεκτείνῃ τὴν πολιτικὴν τῶν συγχωνεύσεων καὶ ἐπὶ ἄλλων Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων, ἠρνήθη νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Ἐὰν συμπέσῃ, μελλοντικῶς, νὰ ἐντοπισθοῦν αἱ συγχωνεύσεις Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων μεταξὺ Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ Ἐθνικῆς καὶ Λαϊκῆς καὶ Ἰονικῆς, κρούομεν τὸν κώδωνα διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ ὑποπέσῃ ἔναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς δεινὴν ἠθικὴν παρεξήγησιν. Διότι θὰ ἐπιβεβαιώσῃ τὴν δημιουργηθεῖσαν εἰς τὸν λαὸν ἐντύπωσιν, ἢ, τοὐλάχιστον, εἰς πλείονα στρώματα αὐτοῦ, ὅτι δὲν περιορίζεται ἡ ρύθμισις, νομοθετικῶς, τοῦ θέματος, μεταξὺ τῶν δύο ὑπὸ συγχώνευσιν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν, μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ παρασχεθῇ ἡ εὐχέρεια νὰ δοθοῦν φορολογικαὶ ἀπαλλαγαὶ καὶ νὰ διευθετηθῇ τὸ ἐκκρεμὲς ἀπὸ τοῦ 1938 ζήτημα τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο αὐτῶν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων, δηλαδὴ τῆς Λαϊκῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης Καί, ἐρχόμεθα, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων, ποὺ ἀφοροῦν τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἰδεολογικὴ βαβυλωνία, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα, ἡ χαρακτηρίζουσα τὰς ἐνεργείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ, ἀντικείμενον ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, διότι ἐμπνέεται ἀπὸ διάφορον πολιτικὴν τοποθετικὴν καὶ διάφορον ἰδεολογικὴν γραμμήν. Καθιεροῦνται, διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, παρεμβάσεις τῆς Κρατικῆς Ἐξουσίας, ὠμαὶ καὶ βίαιαι, εἰς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου, ἄνευ προηγουμένου. Μόνον εἰς μίαν ὁλοκληρωτικὴν οἰκονομίαν, μόνον ἴσως εἰς μίαν σοσιαλιστικὴν οἰκονομίαν καὶ ἀπὸ μίαν σοσιαλιστικὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον αὐτό.
§71Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο. Εἰς οὐδέν, οὔτε εἰς σοσιαλιστικὸν Κράτος, οὔτε εἰς ὁλοκληρωτικὸν Κράτος, οὔτε εἰς κομμουνιστικὸν Κράτος, ἐλήφθη τὸ μέτρον αὐτό.
§72Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἐπιεικῶς, τὸ δέχομαι εἰς τὰς χώρας αὐτάς, διότι θεωρητικῶς, θὰ εἶχε, κάποιαν συνέπειαν, πρὸς τὴν ἰδεολογικὴν γραμμὴν αὐτῶν τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλά, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητον καὶ ἀποτελεῖ πρωτοφανῆ ἀσυνέπειαν διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι, ἀκριβῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 10 καὶ ἐπέκεινα αὐτοῦ περιλαμβάνει μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἰσχυρίζεται, ὅτι πιστεύει εἰς τὴν ἐλευθέραν οἰκονομίαν. Καί, βεβαίως, ἐὰν ἐλαμβάνετο τὸ μέτρον αὐτό, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος— ὑποστηρίζω μίαν θεωρητικὴν ἄποψιν—ἐκεῖ, ἀσφαλῶς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσουν, διότι θὰ ἦτο συνάρτησις, ἑνὸς σχεδίου, ἑνὸς προγράμματος καὶ ἄλλων συναφῶν μέτρων. Ἀλλά, ἐὰν λαμβάνεται τὸ μέτρον αὐτὸ ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πιστεύει εἰς τὴν ἀποπαρεμβατικήν, ὅπως διακηρύσσει, πολιτικήν, ἀντιλαμβάνεσθε, εἰς ποίαν ἀσυναρτησίαν θὰ καταλήξῃ.
§73Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἡ διακοπή μου, κύριε συνάδελφε, δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ δώσῃ τόνον φαιδρότητος εἰς τὴν συζήτησιν. Ἡ διακοπή, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα, εἶναι διακοπὴ σοβαρά. Πιστεύω, πράγματι, ὅτι αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς ἐπεμβάσεως, δὲν ἔχει ληφθῆ εἰς καμμίαν χώραν. Καί, τὴν ἄποψιν αὐτήν, θὰ τὴν ἀποδείξω, ὅταν λάβω τὸν λόγον.
§74Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Τὸ μέτρον δὲ αὐτό, λέγω, θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα, τὴν πλήρη παράλυσιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς καὶ τὴν πλήρη ἀποσύνθεσιν τῆς οἰκονομικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας μας. Ἀλλά, διατὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπροτίμησε μίαν ἐκ τῶν δύο καθοριζομένων διαδικασιῶν; Διατί δὲν ἐξετίμησε τὴν διαδικασίαν τοῦ πρώτου τμήματος, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας ἀποφάσεως τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων, τῶν ὑπὸ συγχώνευσιν Τραπεζῶν καὶ ἐπροτίμησε νὰ προσθέσῃ καὶ τὴν δευτέραν διαδικασίαν, τῆς διὰ διατάγματος συγχωνεύσεως τῶν τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων; Ὁ λόγος, εἶναι προφανής. Δὲν ἔλαβε τὴν ἀπόφασίν της ἐμπνεομένη ἀπὸ οἱανδήποτε ἰδεολογικὴν κατεύθυνσιν, ἀλλ’ ἐκ λόγων πρακτικῆς πολιτικῆς ὁρμωμένη, ἐσκέφθη, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἔχω καὶ τὸ δεύτερον τμῆμα εἰς τὴν διάθεσίν μου, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ κατορθώσω νὰ ἐκβιάσω διὰ τῆς ἐνδεχομένης ἐφαρμογῆς τῶν διατυπουμένων ἐν αὐτῷ διατάξεων, τοὺς μετόχους τῶν ὑπὸ συγχώνευσιν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων, νὰ λάβουν ἀπόφασιν ἀνάλογον πρὸς τὰς θελήσεις μου, καὶ ἐάν, ἐνδεχομένως ἀποτύχω εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτήν, θὰ ἔχω, τοὐλάχιστον, εἰς τὴν διάθεσίν μου τὴν ἀσφαλιστικὴν δικλεῖδα, τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ ἄρθρον αὐτό. Δὲν ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία νὰ παρέχῃ οἱανδήποτε εὐχέρειαν νὰ ἀπονεμηθῇ οἱοσδήποτε ἔπαινος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τὴν μόνην περίπτωσιν, ποὺ πράγματι, μὲ ὅλην τὴν καλὴν πίστιν, ἡ ὁποία μᾶς διακρίνει, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπογραμμίσωμεν, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 12. Ἡ Κυβέρνησις κατόπιν τῶν ἐπικρίσεων, αἱ ὁποῖαι ἠσκήθησαν ἐναντίον τῆς πολιτικῆς της, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη, ὅτι ἐὰν συνεχωνεύοντο τὰ δύο Τραπεζιτικὰ Ἱδρύματα, ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο νὰ χάσῃ τὸ Κράτος τὸν ἔμμεσον ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἀσκῇ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπὸ τὴν παροῦσαν της μορφήν, λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ πλειοψηφία τῶν μετοχῶν ἀνήκει εἰς εὐαγῆ ἱδρύματα καὶ κρατικοὺς ὀργανισμούς, ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα ἐν προκειμένῳ νὰ καλύψῃ τὰς αἰτιάσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐσκέφθη τὴν αὔξησιν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου κατὰ τὸ ⅓. Ἀλλά, ἐρωτᾶται: διατὶ αὐτὴ ἡ διστακτικότης τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ; Πράγματι, ὅπως παρατηρεῖ κανείς, ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, προκύπτει, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου, ἀλλὰ δικαίωμα εἶναι, δι’ αὐτὸν νὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου εἰς τρόπον, ὥστε νὰ διατηρηθῇ ὁ ἔμμεσος αὐτὸς κρατικὸς ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ νεοϊδρυθησομένου Τραπεζιτικοῦ Ἱδρύματος. Ἐὰν ἀξίζῃ νὰ ὑπογραμμίσωμεν ἐν προκειμένῳ τὴν προσπάθειαν αὐτὴν τὴν Κυβερνητικήν, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον τελικῶς δοθῇ συνέχεια, διότι δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις, εἰς τὴν πραγματοποίησίν της, ὀφείλομεν νὰ ὑπογραμμίσωμεν ἐπίσης, ὅτι, συγχρόνως, τὰ πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψουν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς τῆς διατάξεως, θὰ συνοδεύωνται ἀντιστοίχως μὲ τὰ μειονεκτήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ εὐρύνουν καὶ περὶ τῶν ὁποίων εἴχομεν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτικοῦ θέματος. Διότι ὅλα τὰ ἱδρύματα δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἀποκτήσουν τὰς νέας αὐτὰς μετοχάς. Δὲν θὰ καταστῇ δὲ δυνατὸν νὰ τὰς ἀποκτήσουν, διότι δὲν θὰ ἔχουν τὴν οἰκονομικὴν εὐχέρειαν καὶ θὰ ὑποστοῦν οὕτω μεγαλυτέρας ζημίας. Συμπίπτει δὲ μεταξὺ αὐτῶν τῶν ἱδρυμάτων νὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ περισσότερον συμπαθῆ. Κατὰ ποῖον τρόπον, ἐπὶ παραδείγματι, θὰ δυνηθῇ νὰ ἀποκτήσῃ τὰς προσθέτους ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου νέας μετοχάς, ἡ «Σωτηρία», ὁ Εὐαγγελισμὸς» ἢ τὸ Πανεπιστήμιον, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουν διαθέσιμα τὰ πρὸς τοῦτο περιουσιακὰ στοιχεῖα; Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ ἄτοπον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσαμεν κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν συζήτησιν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς συγχωνεύσεως, ἐπέρχεται μεγάλη ζημία, εἰς τοὺς μετόχους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀξίζει νὰ ὑποσημειωθῇ περισσότερον διὰ τὰ εὐαγῆ ἱδρύματα, ἀποκτᾷ μεγαλυτέραν ἀκόμη σημασίαν. Διότι εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἡ ζημία, ἡ ὁποία προσεγένετο ἀρχικῶς καὶ πρὸ τῆς ἀποφάσεως νὰ αὐξηθῇ τὸ μετοχικὸν αὐτὸ κεφάλαιον, προφανὲς εἶναι, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς θὰ εὐρυνθῇ ἔτι περισσότερον καὶ θὰ εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα, διὰ τὴν κατηγορίαν αὐτήν, τῶν συμπαθῶν εὐαγῶν ἱδρυμάτων, μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς τῆς πλειοψηφίας κ. Παπαρρηγόπουλος, ἐπέμεινεν ἰδιαιτέρως ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὸ σύμφωνον ἤ ὄχι τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ τῶν κατ’ ἰδίαν διατάξεων αὐτοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς, προσωπικῶς, πιστεύομεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς μειοψηφίας, ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Πειραιῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μᾶς ἀπαλλάσσει τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τῆς συζητήσεώς του. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅμως, ὀφείλομεν νὰ ὑπογραμμίσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι τοῦτο: Ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν διαπρεπεῖς συνταγματολόγοι οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἂν συμπέσῃ, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων, νὰ κηρυχθῇ ἄκυρος ἡ σχετικὴ ἀπόφασις ἀπὸ τὸ Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει—καὶ ἐπισημαίνω τὸν κίνδυνον αὐτὸν καὶ τὸν ἐπισημαίνω ὄχι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν εἰς τὸ ὁλοκληρωτικὸν καθεστὼς ἐκ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ἀλλὰ τὸν ἐπισημαίνω δι’ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν, οἱ ὁποῖοι ἐνδεχομένως πιστεύουν....
§75Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ προβαίνετε εἰς τοιούτου εἴδους διατυπώσεις. Οὐδεὶς πιστεύει εἰς τὸ ὁλοκληρωτικὸν καθεστώς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προχωρήσετε. Δεχθῆτε το καὶ συνεχίσατε.
§76Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω τὴν ὑπόνοιαν αὐτήν, ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας πολλῶν ἐκ τῶν διακεκριμένων στελεχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ. Συνεχίζω λοιπόν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουν ὀπαδοὶ τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ ἐδῶ. Ὑπάρχουν μόνον ὀπαδοὶ τῶν δύο κομμάτων, τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§78Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ἐπισημαίνω τὸν κίνδυνον δι’ ἐκείνους ἐκ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν πίστιν εἰς τὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἐὰν συμπέσῃ, λοιπόν, ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας νὰ εἶναι ἀκυρωτική, ἀντιλαμβάνεσθε εἰς ποίας πολιτειακὰς ἀνωμαλίας εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγηθῶμεν; Διότι, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ὅταν θὰ εὑρεθῆτε πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ὅταν θὰ ἔχῃ συντελεσθῆ ἡ συγχώνευσις, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσετε τὸ θέμα, κατόπιν μιᾶς ἀποφάσεως ἀκυρωτικῆς ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας; Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως, κύριοι συνάδελφοι, μᾶς τρομάζει...............
§79ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὶ σᾶς τρομάζει;
§80Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἡ διακοπή σας κύριε συνάδελφε, μαρτυρεῖ ἁπλῶς, ὅτι δὲν ἔχετε κἂν διαβάσει τὸ νομοσχέδιον. Ἀσφαλῶς δέ, ὅτι δὲν τὸ ἔχετε κατανοήσει. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μᾶς τρομάζει κυριολεκτικῶς, κύριοι βουλευταί, εἶναι αἱ οἰκονομικαὶ συνέπειαι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὀλεθρίου αὐτοῦ μέτρου. Διότι ἀναμφισβήτητον εἶναι, ὅτι δυσπιστία θὰ προκύψῃ εἰς ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς κύκλους καὶ ἀναστάτωσις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τήν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ τόπου, ὡς ἐκ τῶν βιαίων παρεμβάσεων εἰς τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας. Συνέπεια αὐτοῦ, θὰ εἶναι, νὰ προκύψῃ κλῖμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι πρόσφορον διὰ παραγωγικὰς ἐπενδύσεις ἐκ μέρους τοῦ κεφαλαίου. Διότι, πῶς ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ οἱανδήποτε ἐγγύησις, ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται σήμερον προκειμένου περὶ τῶν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν μορφὴν Ἀνωνύμου Ἑταιρείας, δὲν θὰ ἐπεκταθοῦν αὔριον καὶ δὲν θὰ γενικευθοῦν, ὥστε νὰ περιλάβουν τελικῶς ὅλας τὰς Α. Ἑταιρείας; Εἶναι φυσικὸν λοιπὸν ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐπισημαίνει δεδικαιολογημένως ὁ σύνδεσμος τῶν Α.Ε. διὰ τῆς ἀνακοινώσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, εἶναι φυσικὸν νὰ μειώσῃ τὰς ἐπενδύσεις διὰ παραγωγικοὺς σκοποὺς καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι μοιραῖον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας, διότι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάσχεσιν τῆς παραγωγικῆς δραστηριότητος μὲ ἀποτελέσματα ὀλέθρια ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς παραγωγῆς. Τὶ σημαίνει μείωσις τοῦ συνόλου τῆς παραγωγῆς τὸ ἀντιλαμβάνεσθε ὅλοι. Δυστυχῶς δὲ ἀπὸ τὴν δυσπιστίαν αὐτὴν τοῦ κεφαλαίου δὲν θὰ προκύψῃ μόνον τὸ κακὸ αὐτό, ἀλλὰ θὰ παρεμποδισθῇ καὶ ἡ εἰσροὴ ξένων κεφαλαίων. Ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ αὕτη, διὰ τοῦ μοιραίου αὐτοῦ διὰ τὴν Ἐθνικήν μας οἰκονομίαν νομοσχεδίου, νὰ καταφέρῃ βαρύτατον πλῆγμα διὰ τῶν ἰδίων της χειρῶν, ἐναντίον αὐτῆς ταύτης τῆς πολιτικῆς της, δεδομένου, ὅτι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ Ἑλλην. Συναγερμὸς διακηρύσσει, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων ἀποτελεῖ τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τοῦ οἰκονομικοῦ του προγράμματος. Ἀνυπολόγιστοι λοιπόν, θὰ εἶναι αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ὡς ἐκ τῆς ἐπιβραδύνσεως τοῦ παραγωγικοῦ ρυθμοῦ εἰς τὴν χώραν αὐτὴν θὰ ὑποστῇ ἡ Ἐθνικὴ οἰκονομία. Δὲν θὰ ἦτο ὑπερβολὴ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἑκατοντάδες δισεκατομμυρίων θὰ ζημιωθῇ ἡ οἰκονομία τῆς πτωχῆς αὐτῆς χώρας, ἀπὸ τὸ ἄστοχον αὐτὸ καὶ ἐγκληματικόν, θὰ ὑπεστήριζον, Κυβερνητικὸν μέτρον. Διότι κάθε διάταξις αὐτοῦ ἀποτελεῖ καὶ μίαν τορπίλλην διὰ τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν καὶ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι τὸ σύνολον αὐτοῦ ἀποτελεῖ δυναμίτην, τὸν ὁποῖον θέτει αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος εἰς τὰ θεμέλια τῆς οἰκονομικῆς μας συγκροτήσεως. Ἀλλ’ ὁ ἀντίκτυπος θὰ εἶναι ἐπίσης σοβαρώτατος ἐπὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Δὲν θὰ εἶναι μόνον ὁ ἀντίκτυπος ἐκ τῆς μειώσεως τῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ὁ ἀντίκτυπος ἐκ τῶν ἀλογίστων φορολογικῶν ἀπαλλαγῶν, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει ἡ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῶν ὑπὸ συγχώνευσιν Τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων. Καὶ εἶναι φυσικὸν ἐπακόλουθον ἐπίσης νὰ μὴ εἶναι ὀλιγώτερον ἀσήμαντοι αἱ κοινωνικαὶ συνέπειαι τῶν λαμβανομένων μέτρων, ὅταν ἤδη εἰς τὴν στρατιὰν τῶν ἀνέργων πρόκειται νὰ προστεθοῦν καὶ ἄλλαι δύο, ἴσως καὶ περισσότεραι, χιλιάδες ἀπολυομένων ὑπαλλήλων, ὅταν ἐνισχύωνται αἱ μονοπωλιακαὶ καταστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὸν ὑπ’ ἀριθμὸν ἕνα ἐχθρὸν τοῦ λαοῦ, διότι συντελοῦν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ κόστους τῆς ζωῆς, ὅταν διὰ νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προβλέπουν συγχωνεύσεις, ἐνισχύωνται, ἐπαναλαμβάνω, αὐταὶ αἱ μονοπωλιακαὶ καταστάσεις, διὰ νὰ ἐπαληθεύσουν ἐνδεχομένως, ἐξαιρετικῶς εἰς τὴν χώραν αὐτήν, αἱ γνωσταὶ θεωρίαι τοῦ Μάρξ, ὁ ὁποῖος εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς ἐστήριξε τὴν γνωστὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ ἐξαθλίωσις τῶν μαζῶν θὰ ἐπήρχετο διὰ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ πλούτου εἰς ὡρισμένας μεγάλας ἐπιχειρήσεις.....
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§82Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος 100%, κύριε Πρόεδρε. Καὶ ὅταν ἐπὶ πλέον λαμβάνωνται νομοθετικὰ μέτρα εἰς τὴν χώραν αὐτήν, συγχωνεύσεις δηλαδή, δημιουργίας μεγάλων Τράστ, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ, ἐπαναλαμβάνω, ὄχι διὰ τῆς ἐξελίξεως ἀλλὰ διὰ τῶν Κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν, ἡ γνωστὴ αὐτὴ θεωρία τοῦ Μὰρξ εἰς τὴν χώραν αὐτήν, εἶναι φυσικὸν ἐπακόλουθον εἰς τὸν κοινωνικὸν τομέα νὰ δημιουργηθῇ ἀθλιότης, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν διατάραξιν τοῦ κοινωνικοῦ μας καθεστῶτος. Ὑπῆρξεν ἀναμφισβητήτως ἡ Κυβέρνησις ἐντελῶς ἀσύνετος εἰς τὴν λῆψιν ἐν προκειμένῳ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου. Καὶ φοβοῦμαι, ὅτι τὴν κατέστησεν ἀσύνετον ἡ καταπληκτικὴ πλειοψηφία, τὴν ὁποίαν κατώρθωσε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ.........
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπανορθώσετε τὴν φράσιν σας.
§84Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διὰ τὴν παρατήρησίν σας αὐτήν, διότι δικαίωμά μου εἶναι νὰ τὴν ἀποκαλέσω ἀσύνετον, ἐν τῇ ἀσκήσει ἐλέγχου κατ’ αὐτῆς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπῆρξεν ἀσύνετος ἡ Κυβέρνησις, καὶ σᾶς παρακαλῶ, κύριε βουλευτά, νὰ ἐπανορθώσητε τὴν φράσιν σας.
§86Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέδειξε τὴν ἀπαιτουμένην σύνεσιν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§88Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, κ. Πρόεδρε;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι τὸ ἴδιον. Δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ χρησιμοποιήσητε τὴν φράσιν ποὺ μετεχειρίσθητε προηγουμένως.
§90Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, μέτρα καταπληκτικὰ αὐτῆς τῆς μορφῆς ἐμφανίζῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, ἔχω τὸ δικαίωμα καὶ ἀσύνετον νὰ τὴν ἀποκαλέσω καὶ χειροτέρας ἀκόμη ἐκφράσεις νὰ χρησιμοποιήσω......... Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, οὐδεμίαν σύνεσιν εἰς τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιχειρεῖ νὰ ἐπιλύσῃ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Καὶ ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της, ὅτι δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ δαμάσῃ τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα καὶ τὰς δυσχερείας των, μόνον καὶ μόνον μὲ τὴν δύναμιν, διότι ἡ ἀντιμετώπισίς των ἀπαιτεῖ ἐπίσης καί φρόνησιν καὶ ἂν ὑπῆρχε φρόνησις, εἰς θέματα ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ἐπιδεικνύει τὸ κεφάλαιον τόσην μεγάλην εὐαισθησίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ ὄχι μόνον διὰ τῆς ἰδικῆς τῆς δυνάμεως εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ ἐπίσης καὶ εἰς τὴν συνδρομὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, θὰ ἔπρεπε νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν συνδρομὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ ἐκ μέρους αὐτῆς τὴν συγκατάθεσιν, ὅτι ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Ἐμπορικοῦ μας Νόμου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν συνάφειαν πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς οἰκονομίας, ὅτι δὲν θὰ τὰς ἔθιγεν ἐνδεχομένως ὅταν θὰ ἀνελάμβανε τὰς εὐθύνας τῆς ἐξουσίας. Κατ’ αὐτὸν τὸν φρόνιμον τρόπον, ἀντιμετωπίζονται ζητήματα τοιαύτης ὁλκῆς καὶ σημασίας, ὅπως ἔκρινα, τὰ ὁποῖα ἐπιχειρεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ρυθμίσῃ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι μὲ τὴν πλειοψηφίαν τὴν ὁποίαν ἔχετε, θὰ ἔχετε τὴν εὐχέρειαν νὰ καταστήσετε νόμον τοῦ Κράτους τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν θὰ παύσῃ νὰ εἶναι πρᾶξις ὠμῆς βίας.
§91Χ. ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗΣ. Τὰ 8)6 τοῦ λαοῦ εἶναι ὠμὴ βία, κ. συνάδελφε;
§92Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Μάλιστα, κ. συνάδελφε, δὲν θὰ παύσῃ νὰ εἶναι ὠμὴ βία. Οἱονδήποτε περίβλημα νόμου καὶ ἂν δώσετε εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δὲν θὰ παύσῃ νὰ εἶναι πρᾶξις ὠμῆς βίας καὶ αὐθαιρεσίας καὶ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος).
§93Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ λείψουν τὰ χειροκροτήματα τῆς συμπολιτεύσεως καὶ ἀπορῶ πῶς καὶ σεῖς ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ὁ κ. Κανελλόπουλος ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιτρέπουν τοιαύτας ἀσχημίας.
§94Α. ΑΝΤΩΝΙΟΥ. Ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως μέν, διότι ὑπάρχει κατάφωρος παραβίασις τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως ἀναμφισβητήτως, διότι ὑπάρχει κατάφωρος παραβίασις τῶν κανόνων τῆς ἠθικῆς. Κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ τελειώνω δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἠρνεῖτο, ὅτι ἐμφορεῖσθε ἀπὸ πατριωτικὰ αἰσθήματα. Ἀκριβῶς τὸ συμφέρον τῆς χώρας αὐτῆς καὶ τὸ οἰκονομικόν της μέλλον, ἀπαιτεῖ ἐν ὀνόματι τῶν πατριωτικῶν σας αὐτῶν αἰσθημάτων ν’ ἀπορρίψετε ἀσυζητητὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει βαρυτάτη θὰ εἶναι ἡ εὐθύνη σας ἔναντι τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ καταδικάσετε τὴν χώραν εἰς ἀσφαλῆ οἰκονομικὸν μαρασμόν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ρόδου κ. Ι. Ζίγδης, ἔχει τὸν λόγον.
§96Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ψηφισθῇ σήμερον κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον;
§97Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Βεβαίως.
§98Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Διότι ἡμεῖς θὰ ζητήσωμεν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν.
§99Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως δεχθῇ νὰ συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις μέχρι τῶν πρωϊνῶν ὡρῶν.
§100Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς τί ἐξυπηρετεῖται ἡ Κυβέρνησις μὲ τοῦτο;
§101Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει καὶ παρακαλεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅπως ἐγγράψῃ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§102Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο. Εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§103Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ γίνῃ συνεδρίασις τὸ Σάββατον. Πάντως ὑπάρχει μία παράδοσις, τὴν γνωρίζετε τὴν παράδοσιν αὐτήν: Τοῦ μὲν νομοθετικοῦ ἔργου τὴν ἐξέλιξιν νὰ τὴν προσδιορίζῃ ἡ Κυβέρνησις, τοῦ δὲ ἐλέγχου τὴν ἐξέλιξιν νὰ τὴν προσδιωρίζῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἡ Κυβέρνησις πιστεύει ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι οὐσιαστικῶς ἐπεῖγον. Λέγω οὐσιαστικῶς, διότι, τύποις, δὲν τὸ ἐχαρακτήρισεν ἐπεῖγον, διὰ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις εἰς δύο συνεδριάσεις. Καὶ ἡ Κυβέρνησις χαρακτηρίζουσα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ οὐσιαστικῶς ὡς ἐπεῖγον ἐπιθυμεῖ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς τρεχούσης ἑβδομάδος. Οἱ βουλευταὶ ὅλων τῶν κομμάτων παρακαλοῦνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀνταποκριθοῦν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ δὲν εἶναι αὐθαίρετος, βασίζεται ἐπὶ ὡρισμένης κυβερνητικῆς γραμμῆς.
§104Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει πολὺ σοβαρὰς ἀπόψεις. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶμεν· θὰ ἐπιμείνῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν συζήτησιν ἀπόψε τοῦ νομοσχεδίου;
§105Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ λύπην ἤκουσα τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἀποτελεῖ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητῇ τὴν ἐπιτάχυνσιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ἀλλὰ ὑπάρχει ἓν ὅριον σεβασμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νομοσχέδια βαρυτάτης σημασίας, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ὅμοιον εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν οὔτε αὐτῆς τῆς χώρας, οὔτε καμμιᾶς ἄλλης δημοκρατικῆς χώρας, νὰ ἐπιδιώκεται νὰ ψηφισθοῦν μὲ αὐτὸν τὸν ἐπείγοντα τρόπον. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν τὸ προηγούμενον τῆς ἐπερωτήσεως. Καὶ τότε ἐλέχθη ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον ἐντὸς μιᾶς νυκτὸς νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐστέρξαμεν, διότι ὑπῆρχον βάσιμοι λόγοι ὑγείας, διὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐξηντλήθη ἡ συζήτησις κατεσπευσμένως. Καὶ ἐπηκολούθησαν κατόπιν ἑβδομάδες ἀνεργίας καὶ διὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ τραπεζιτικοῦ θέματος, καὶ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἀπασχόλησιν. Ποία ὑπῆρξεν ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ δικαίωσις ἐκείνης τῆς σπουδῆς; Καμμία! Ἐκ τῶν ὑστέρων διεπιστώθη, ὅτι ἡ σπουδὴ ὑπῆρξεν ἀδικαιολόγητος. Καὶ ἐρχόμεθα σήμερον, ἔπειτα ἀπὸ τόσας ἑβδομάδας εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σοβαρωτάτου αὐτοῦ νομοσχεδίου. Τὶ ἐζητήσαμεν, κύριοι βουλευταί; παράτασιν μιᾶς ἡμέρας! Ἐζητήσαμεν ὅπως ἡ συζήτησις συνεχισθῇ καὶ αὔριον. Καὶ ἔρχεται πάλιν ἡ Κυβέρνησις καὶ λέγει, ὅτι μία ἡμέρα ἀναβολῆς πρόκειται νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον ὕψιστα συμφέροντα τῆς χώρας. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφάσισεν, ὅπως ἐξαντληθῇ τὰς πρωϊνὰς ὥρας ἡ συζήτησις, διὰ νὰ μὴν καταστῇ δυνατὸν οὔτε νὰ ἔχῃ τὴν παρακολούθησιν τῆς ὁποίας εἶναι ἀξία, οὔτε δημοσιογραφικῶς νὰ μεταδοθῇ. Ὄχι κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς καὶ κ. ἐκπρόσωπε τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἔχει δικαίωμα καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ζητήσῃ ὅπως ἐκδηλοῦται ὁ ἐπιβαλλόμενος σεβασμὸς πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, ἐπροτιθέμην νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ νὰ ἐξαντληθῇ ἐντὸς τῆς νυκτὸς ἡ συζήτησις διαμαρτύρομαι καὶ ἀρνοῦμαι νὰ λάβω τὸν λόγον. (Χειροκροτήματα).
§106Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Λυποῦμαι διὰ τὸν τόνον, τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Τόνον ἐντονώτατα ἐριστικόν. Ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Ζίγδη, παρεκάλεσεν τὴν Βουλὴν ὅπως ἡ συζήτησις συνεχισθῇ. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος δὲν εἶχε κἂν διατυπώσει παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἡ συζήτησις ἀναβληθῇ. Παραδόξως ἠγέρθη καὶ ἐθεώρησεν τὴν τόσον ἠπίαν παράκλησιν, τὴν ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως ὑπ’ ἐμοῦ διατυπωθεῖσαν, ὡς καταπάτησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ὡς καταδυνάστευσιν τῆς Βουλῆς, μιᾶς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐργάζεται ὄχι ἁπλῶς ἐν ἀπαρτίᾳ ἀλλὰ ἡ ὁποία αὐτὴν τὴν στιγμὴν συνεδριάζει μὲ ἀριθμὸν βουλευτῶν, ὑπερβαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τὸν προβλεπόμενον, ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ, μιᾶς Βουλῆς ἡ ὁποία διὰ πρώτην φορὰν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη παρουσιάζει τόσον ἀριθμὸν κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου μετὰ τὴν 11ην καὶ 12ην νυκτερινὴν ὥραν. Εἶμαι δὲ βέβαιος, προεξοφλῶ τοῦτο διότι γνωρίζω πόση εἶναι ἡ ἀφοσίωσις τῶν βουλευτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ εἰς τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν κληθῆ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ μέχρι τῆς 3ης καὶ 4ης καὶ 6ης πρωϊνῆς οἱ βουλευταὶ εἶναι διατεθειμένοι νὰ παραμείνουν ἐδῶ καὶ νὰ ἐργασθοῦν. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ὁ τόνος αὐτὸς ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συζήτησις θὰ συνεχισθῇ ἀπόψε, δὲν δέχεται νὰ ὁμιλήσῃ. Κύριε Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, γνωρίζετε κάλλιστα πόσον σᾶς τιμῶ, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἔχει κανεὶς εἰς οἱονδήποτε Κοινοβούλιον τοῦ κόσμου τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ ὅπως ὁμιλῇ εἰς ὡρισμένην ὥραν. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ὁμιλοῦν καὶ εἰς τὰς 3 καὶ τὰς 4 καὶ 5 τὸ πρωῒ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν καὶ παντοῦ. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ ἡ προεξόφλησις τῆς ὥρας, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, διὰ νὰ εὐνοηθῇ ἀπὸ ἀπόψεως τύπου, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιεύσεως τῆς ἀγορεύσεως εἰς τὸν πρωϊνὸν τύπον, αὐτὴ ἡ προεξόφλησις νομίζω ὅτι θίγει ὅλους τοὺς ἄλλους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἀναγκάζονται νὰ ὁμιλοῦν καὶ μετὰ τὸ μεσονύκτιον. Ἀλλὰ ἀσχέτως τούτου, γνωρίζει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὅτι καὶ ἀγορεύσεις, αἱ ὁποῖαι μετὰ τὸ μεσονύκτιον γίνονται, δημοσιεύονται εἰς τὰς ἀπογευματινὰς ἐφημερίδας. Ἀλλά, κύριοι, τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπιτελοῦμεν, εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προκαλέσωμεν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Τὸ ἔργον δέ, εἴτε τὸ ἐπιτελοῦμεν ὡς Κυβέρνησις, εἴτε ὡς Ἀντιπολίτευσις, ἔχει ἀντικειμενικὸν σκοπὸν τὴν ἐπιψήφισιν ἢ καταψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου. Σέβομαι τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν οἱ ἀγορηταί, νὰ ὁμιλοῦν εἰς ὥρας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάζωνται καὶ μὲ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλά, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται προκειμένου περὶ νομοσχεδίων. Αὐτὸ γίνεται, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεων ἢ πολιτικοῦ θέματος. Καὶ ἔκαμεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις τὴν ὑποχώρησιν αὐτὴν ἀπέναντι ὑμῶν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν συγχώνευσιν τῶν Τραπεζῶν, διότι τότε ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προβῆτε εἰς ἀνάπτυξιν εὐρεῖαν τοῦ θέματος, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ σᾶς παρασχεθῇ ἡ δυνατότης, ὥστε τὴν ἀνάπτυξίν σας αὐτὴν νὰ τὴν κάνετε εἰς ὥραν κατάλληλον. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐργασίας νομοθετικῆς, αὐτὴ γίνεται εἰς ὅλα τὰ Κοινοβούλια συχνότατα μετὰ τὰ μεσάνυκτα. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν τὰ νομοσχέδια ψηφίζονται εἰς τὰς πρωϊνὰς συνήθως ὥρας καὶ δέν τίθεται κἂν ζήτημα ἀπαρτίας. Πιστεύω, κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐμφανίσεώς της εἰς τὴν Βουλήν, ἐχάραξε μίαν γραμμήν, τὴν γραμμὴν τῆς ταχύτητος, εἴτε προκειμένου περὶ συζητήσεως ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων—ἡ συζήτησις ἐγένετο μὲ ταχύτητα καὶ δὲν ἐνεγράφησαν ὅλοι οἱ βουλευταὶ τῆς Συμπολιτεύσεως, διότι ἄλλοτε ἐνεγράφοντο καὶ βουλευταὶ τῶν Κυβερνητικῶν Κομμάτων καὶ παρετείνετο ἐπὶ ἑβδομάδας ἡ συζήτησις—εἴτε προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεων, εἴτε κατὰ τὴν συζήτησιν οἱουδήποτε νομοθετήματος. Ἡ Κυβέρνησις παρεκάλεσε τὴν Βουλὴν νὰ εἶναι πρακτικὴ καὶ ταχεῖα. Αὐτὸ τὸ πνεῦμα διέπει τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ πνεύματος αὐτοῦ ἐθεώρησα ὅτι εἶχα δικαίωμα νὰ παρακαλέσω, ὅπως ἐντὸς τῆς ἀποψινῆς νυκτὸς ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἐκτὸς τούτου, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνδέεται μὲ τὴν γενικὴν Κυβερνητικὴν πολιτικήν, ἐπὶ ἑνὸς τομέως κρισιμωτάτου καὶ σπουδαίου, ὡς εἶναι ἡ πίστις. Ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου, κύριοι, τομέως, δὲν ἐπιτρέπονται ἐκκρεμότητες καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ ὅπως παραταθῇ ἡ ἐκκρεμότης. (Χειροκροτήματα). Δὲν εἶναι διατεθειμένη, ὄχι διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ ἴδια συμφέροντα, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ νὰ προασπίσῃ συμφέροντα ὁλοκλήρου τῆς Κοινωνίας, συμφέροντα συνδεόμενα μὲ τὸν οἰκονομικὸν βίον ἐν γένει τῆς χώρας. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον—καὶ εἰς αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει—τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον οἱασδήποτε παρελκύσεως. Ἐντὸς τῆς ἀποψινῆς νυκτὸς παρακαλεῖ ἡ Κυβέρνησις τὴν Βουλήν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ. Λυποῦμαι διότι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος διαφωνεῖ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ταχύτητος. Νομίζω, ὅτι ἔπρεπεν ἀκριβῶς νὰ θεωρῇ τὴν ταχύτητα, τὸν ρυθμὸν τῆς ταχύτητος, ὡς ἐπιβαλλόμενον εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι συνδεδεμένα μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας, ὅπως εἶναι τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ψηφισθῇ, παρακαλεῖ δὲ ἡ Κυβέρνησις καὶ τοὺς βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοὺς βουλευτὰς τῆς Κυβερνητικῆς παρατάξεως, ὅπως ἐπιδείξουν τὴν δέουσαν ὑπομονήν, παραμένοντες ἀπόψε ἐδῶ, ὅπως καταβάλουν τὸν κόπον, κόπον ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπὶ τέλους συνυφασμένος μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν ἀποστολὴν τοῦ βουλευτοῦ καὶ ὅπως παραμένοντες ἐδῶ, ἐπιτρέψουν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§107Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἤκουσα μὲ ἀπορίαν τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὁ ὁποῖος γνωρίζει μὲ πόσην τιμὴν καὶ μὲ πόσην συμπάθειαν τὸν περιβάλλω. Ἐκφράζω πρῶτον τὴν λύπην μου διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ ζητήματος. Περίπου τὸ μέγιστον μέρος τοῦ λόγου του ἀφεώρα ὑποτιθεμένην ἐπιθυμίαν μου νὰ ὁμιλήσω, διὰ νὰ ἐπιτύχω δημοσιογραφικὴν δημοσίευσιν. Ἐπιστρέφω αὐτὴν τὴν παρανόησιν. Δὲν ἔχω ἄλλωστε τὸ προνόμιον νὰ διαθέτω φιλικὸν τύπον ἀκόμη καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω τὴν μεσημβρίαν. Δὲν ἐπρόκειτο ἑπομένως περὶ ἐμοῦ. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Αἱ παννυχίδες εἶναι πράγματι ἐνίοτε ἀπαραίτητοι, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ προηγηθῆ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ τὴν χρησιμοποίησιν παννυχίδος καὶ ὅταν ἐπίκειται ἐν συνεχείᾳ οὐσιῶδες ἔργον τῆς Βουλῆς. Τότε βεβαίως ἐπιβάλλονται αἱ παννυχίδες καὶ ὀρθότατα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὑπέμνησε καὶ ἄλλας Βουλὰς καὶ τὰς ἰδικάς μας ἐργασίας εἰς προγενεστέρας Βουλάς, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἀνάγκην τῶν παννυχίδων. Ἀλλ’ ὅταν, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὰς παννυχίδας διαδέχονται αἱ ἀνεργίαι τῶν ἑβδομάδων, ποῦ εὑρίσκετε τὸ ἐπιχείρημα τῆς παννυχίδος; (Χειροκροτήματα). Καὶ ἔπειτα, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἰσακουσθῇ αὐτὴ ἡ δῆθεν ὑπέρμετρος ἰδική μας ἀξίωσις, ἡ ὁποία ἐξένισε μὲ τὸν τόνον της καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ ξενίσῃ, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, θὰ ἀπετέλει μέριμναν ὑπὲρ τῆς καλῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον, παρὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς παννυχίδος, ἐνωρίτερον τοῦ Σαββάτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον—διότι ἡ Παρασκευή, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἐγγυτέρα ἡμέρα, κατὰ τὸν Κανονισμόν, εἶναι ἡ ἡμέρα ἐλέγχου—ποίαν ἔννοιαν ἔχει αὐτὴ ἡ ἐπιμονή; Ἰδοὺ διατί, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ᾐσθάνθην λύπην καὶ ἔκπληξιν, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη εἰς τὸν τόνον μου. Ὁ τόνος μου δὲν ἔχει χαρακτῆρα προσωπικῆς ὀξύτητος, ὅπως ἐπεδιώχθη νὰ νομισθῇ. Ἔχει τὸν χαρακτῆρα εὐλαβείας πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Σώματος, τὰ ὁποῖα ὑπερασπίζω καὶ τὰ ὁποῖα νομίζω, ὅτι θέλει νὰ σεβασθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, βεβαίως θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, διὰ ν’ ἀδρανήσωμεν κατόπιν μέχρι τοῦ Σαββάτου. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἠμπορῇ νὰ εἶναι ὑπερήφανος δι’ αὐτὴν τὴν ἐπιμονήν της. (Χειροκροτήματα).
§108Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἡ Κυβέρνησις, ἀξιότιμε κ. Ἀρχηγὲ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος, ἐπιθυμεῖ καὶ διατυπώνει τὴν παράκλησιν αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλήν, τὸ νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος. Ἐὰν δὲν εἴχομεν τὰς ἑορτὰς καὶ ἐὰν δὲν ἦτο ἔθιμον, κατ’ ἀρχὴν οἱ βουλευταὶ νὰ φεύγουν ἀπὸ τοῦ Σαββάτου διὰ νὰ ἐπιστρέφουν κατὰ τὸ μέσον τῆς ἑπομένης ἑβδομάδος, λόγῳ τῶν ἀπόκρεω, τότε βεβαίως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ ἐρχόμενον Σάββατον. Ἡ πρόθεσις ὅμως τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλήν, νὰ παρακαλέσῃ κατὰ κύριον λόγον τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ὅλους τοὺς βουλευτάς, ὅπως τὸ νομοσχέδιον συζητηθῇ εἰς δευτέραν συζήτησιν καὶ ψηφισθῇ ὁριστικῶς τὴν Παρασκευὴν μετὰ τὸν ἔλεγχον, σεβομένη τὴν ἐπιθυμίαν τῶν βουλευτῶν, ὅπως ἀναχωρήσουν τὸ Σάββατον. Ἐὰν βεβαίως τοῦτο καταστῇ ἀδύνατον τότε θὰ συνεχίσωμεν τὸ Σάββατον. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχομεν τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τελειώσῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν Παρασκευήν, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς παρακαλοῦμεν, ὅπως συνεχισθῇ ἡ συνεδρίασις ἀπόψε καὶ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον ἀπόψε. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς παρακλήσεως τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἡ Κυβέρνησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπαινιγμόν, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ἔκαμεν, ἢ μᾶλλον ἐπανέλαβε, διότι τὸν εἶχε κάμει καὶ πρίν, τὸν σχετιζόμενον μὲ τὴν ἀδράνειαν τῆς Κυβερνήσεως, θὰ παρακαλέσω, τὸν ὑπαινιγμὸν αὐτὸν νὰ μὴ τὸν θεωρήσῃ ὡς ὑπευθύνως καὶ αὐθεντικῶς δυνάμενον νὰ διατυπωθῇ, διότι ἁπλούστατα ἡ νομοθετικὴ ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν διαπίστωσιν τὴν πρόχειρον, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος· ἡ νομοθετικὴ ἐργασία προετοιμάζεται, ἔχουν ἤδη κατατεθῆ πολλὰ νομοσχέδια — δὲν παρακολουθεῖ ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος τὰς ἐργασίας τῶν Ἐπιτροπῶν — ἔχουν ἤδη ἐπιληφθῆ αἱ Ἐπιτροπαὶ πολλῶν νομοσχεδίων καὶ αὔριον εἶναι ὄχι μόνον δυνατόν, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ συζητηθοῦν ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔχουν κατατεθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι ἦτο δικαιολογημένη αὐτὴ ἡ κάπως βαρεῖα μομφή, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, μομφὴ ἡ ὁποία περιέργως διατυποῦται ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, κατὰ Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§109Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῖος εἶπε μομφήν; Ἐγὼ ἔκαμα διαπίστωσιν, σεῖς τὴν ὀνομάζετε μομφήν. Διεπίστωσα τὸ γεγονός, ὅτι δὲν ὑπάρχει νομοθετικὴ ἐργασία καὶ ἐξ αὐτοῦ συνήγαγα συμπεράσματα. Τὸ ὀνομάζετε μομφήν. Ἐκάματε παραποίησιν τῶν λόγων μου.
§110Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν πρόκειται περὶ ἀδρανείας, ἀλλὰ περὶ προπαρασκευῆς σοβαροῦ νομοθετικοῦ ἔργου.
§111Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δέχεται νὰ ἔχωμεν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὴν Παρασκευήν, ἀλλὰ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Εἶναι δικαίωμά της ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τίποτε δὲν κωλύει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§113Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν δέχεται νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ τὴν Παρασκευήν.
§114Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κατὰ ρητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§115Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Εἶναι συμφέρον αὐτῶν τούτων τῶν κ. συναδέλφων, νὰ συνεχίσωμεν τὴν Παρασκευὴν διὰ νὰ φύγουν τὸ Σάββατον. Ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τὴν Παρασκευήν, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν καὶ τὸ Σάββατον. Διότι ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ ὅπως ἀπαραιτήτως ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι λοιπὸν πρὸς τὸ συμφέρον ὅλων τῶν κ. κ. συναδέλφων, νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τὴν Παρασκευὴν μετὰ τὰς ἐπερωτήσεις.
§116Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Ἐδηλώσαμεν ὅτι δὲν δεχόμεθα τοῦτο.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλή. Ὁ κ. Ι. Ζίγδης ἔχει τὸν λόγον.
§118Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἀνέρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, κύριοι βουλευταί, περίφροντις καὶ περίλυπος. Περίφροντις, διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ἀπιθάνου αὐτοῦ νομοθετικοῦ τολμήματος. Περίλυπος, διότι βλέπω ἀναλισκόμενα κατὰ τοιοῦτον ἄδοξον τρόπον τὴν δύναμιν καὶ τὸ γόητρον μιᾶς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν παράταξιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχομαι, ἀναγνωρίζω, ἐν τούτοις, ὅτι ἀποτελεῖ διὰ τὸν τόπον ἕνα βασικὸν ἀγαθόν. Τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις εἶναι σημαντικὸν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Εἶναι ὅμως πολὺ σημαντικώτερον ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας, ἀπὸ ἀπόψεως αὐτῆς ταύτης τῆς ὑποστάσεως τοῦ πολιτεύματός μας. Τὶ λέγω; Αὐτοῦ τούτου τοῦ καθεστῶτος, τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις θέλει κατ’ ἐξοχὴν νὰ ἐμφανίζεται ὡς ὁ μοναδικὸς πρόμαχος. Θὰ σᾶς ἀναπτύξω ἐν λεπτομερείᾳ τὰς ἀπόψεις μου αὐτάς. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, μίαν ἀναφορὰν εἰς τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὡδήγησαν εἰς τὴν θλιβερὰν αὐτὴν περιπέτειαν τῆς καταθέσεως τοῦ ἀπιθάνου αὐτοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι, πρὸ 15 περίπου ἡμερῶν, εἴχομεν ἐνταῦθα συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, κατόπιν ἐπερωτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἐνεφάνισε τὴν συγχώνευσιν τῶν δύο μεγαλυτέρων Τραπεζιτικῶν Ὀργανισμῶν ὡς μέτρον οὐχὶ τυχαῖον, ἀλλ’ ἀνῆκον ὀργανικῶς εἰς μίαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν ἐξυγιάνσεως τοῦ τραπεζιτικοῦ συστήματος. Ἰσχυρίσθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διὰ τοῦ μεγαλοφυοῦς αὐτοῦ ἐγχειρήματος, θὰ ἐμειοῦντο αἱ δαπάναι διαχειρίσεως τῶν Τραπεζῶν καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ἀνεκουφίζετο ἡ οἰκονομία ἀπὸ τὸ καταθλιπτικὸν βάρος τῶν σημερινῶν ἀνυποφόρων τόκων. Δι’ αὐτοῦ, ἑπομένως, ἡ Κυβέρνησις, ἐνεφάνιζεν ἑαυτὴν ὡς ἐπιτυχοῦσαν νὰ δώσῃ ὡς νεώτερος Μέγας Ἀλέξανδρος, δι’ ἑνὸς κτυπήματος τῆς σπάθης, τὴν λύσιν τοῦ γορδίου δεσμοῦ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας. Οὕτω, κύριοι, ἐνεφάνισεν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐγχείρημα αὐτό, τῆς καταλύσεως τοῦ μεγαλυτέρου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τῆς χώρας πρὸ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ συζήτησις τί ἀπέδειξεν; Ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπέδειξεν ὅτι, μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποτελῇ βῆμα ἐξυγιάνσεως ἡ συγχώνευσις ἐδημιούργει διὰ τὴν οἰκονομίαν χειροτέρευσιν τοῦ τραπεζιτικοῦ προβλήματος εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἡ θεραπεία του αὔριον νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος ἄνευ ἐπαναστατικῶν παρεμβάσεων. Ἀπέδειξεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι ὅταν δημιουργηθῇ τὸ μονοπώλιον αὐτό, ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ὡς Κεντρικὴ Τράπεζα, δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον τραπεζιτικὸν πλανητικὸν σύστημα ἑνὸς Ἡλίου, τῆς Κεντρικῆς Τραπέζης καὶ τῶν πλανητῶν ποὺ ἀποτελοῦν αἱ ἄλλαι ἐμπορικαὶ τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι, συναγωνιζόμεναι ἀλλήλας, νὰ δίδουν τὴν δυνατότητα εἰς τὴν Κεντρικὴν Τράπεζαν νὰ ἐφαρμόζῃ πραγματικὴν πολιτικὴν ἐλέγχου τῆς πίστεως. Ἀπεδείχθη ἀκόμη, ὅτι συγχώνευσις ἦτο ἡ χειροτέρα ὁδὸς διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν πλεονεκτημάτων τῆς μειώσεως τῶν δαπανῶν διαχειρίσεως τῶν Τραπεζῶν. Καὶ ἀπεδείχθη περαιτέρω, ὅτι ἐπλανᾶτο πλάνην οἰκτρὰν ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἐνόμιζεν, ὅτι τὸν τόκον τὸν τραπεζιτικὸν ἢ καὶ ἔτι περισσότερον τὸν ἐξωτραπεζιτικόν, τὸν καθορίζουν αἱ δαπάναι διαχειρίσεως τῶν Τραπεζῶν. Κατερρίφθη οὕτως ἡ μεγαλοπρεπὴς μετώπη τῶν κυβερνητικῶν ἰσχυρισμῶν κατὰ τρόπον ἀνεπανόρθωτον. Καὶ τί ἀπέμεινεν; Ἀπέμεινεν εἰς ὅλους μας ἡ πικρία τοῦ τόσον ἀδόξου τερματισμοῦ ἑνὸς μεγάλου ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον ἐβάστασε τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν ἐπὶ αἰῶνα ὁλόκληρον. Καὶ ἀπέμεινεν ὡσαύτως ἡ πικρία τῶν μεθόδων, τὰς ὁποίας ἐχρησιμοποίησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν πραγματοποίησιν τοῦ ἐγχειρήματος. Ἐπ’ αὐτῶν δὲ ὅλων, ποία ἦτο ἡ κυβερνητικὴ ἀπάντησις; Διὰ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, τοῦ ὁποίου τὴν σημερινὴν ἀπουσίαν ἐκ τῆς αἰθούσης αὐτῆς δὲν γνωρίζω ἐὰν πρέπει νὰ χαιρετίσωμεν ὡς τὴν ἐπισημοτέραν παρὰ τοῦ ἰδίου ἀναγνώρισιν τοῦ σφάλματος, εἰς τὸ ὁποῖον παρέσυρε τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον—ὁπότε ἀντὶ τῆς Θεσσαλονίκης θὰ ἔπρεπε νὰ προτιμήσῃ τὸ Ἄθως ὡς τὸν πλέον ἐνδεδειγμένον τόπον ἐξαγνισμοῦ—τί μᾶς ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις; Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Τὰ περὶ ἐξυγιάνσεως τοῦ τραπεζιτικοῦ συστήματος ἐλησμονήθησαν, δὲν ἐγένετο οὐδὲ ἐλαχίστη ἀναφορὰ εἰς ταῦτα. Διὰ τὴν μείωσιν τῶν δαπανῶν, ἐξετέθησαν ἁπλῶς ὡρισμέναι ἀσαφεῖς γνῶμαι καὶ σκέψεις. Ἡ περίφημος συνέπεια τῆς μειώσεως τοῦ τόκου παρεσιωπήθη. Ἀλλ’ ἐγκατελείφθη ἐν τῇ οὐσίᾳ καὶ ἡ θέσις, ὅτι ἡ συγχώνευσις ἀπετέλει τμῆμα ἑνὸς περιφήμου σχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐξυγιαίνετο ἡ οἰκονομία. Καὶ μόνος ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εὑρέθη πρὸ πτωχεύσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προέβη εἰς τὴν συγχώνευσιν διὰ νὰ περισώσῃ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ περισωθῇ, ὅτι εὑρεθεὶς αἰχμάλωτος τῆς ἀνάγκης τῆς στιγμῆς, προσεπάθησε δι’ αἱμοδοσίας νὰ σώσῃ τὴν Τράπεζαν. Αὐτὸ ἦτο τὸ περιεχόμενον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Διὰ νὰ εἶμαι, ὅμως, δίκαιος θὰ ἀναφέρω ὅτι ὑπῆρχον ἐν αὐτῇ καὶ δύο ἄξια λόγου σημεῖα. Ἀντιληφθεὶς τὴν σοβαρότητα τῆς κατηγορίας, ὅτι δημιουργεῖ διὰ τῆς συγχωνεύσεως ἐνσυνειδήτως ἰδιωτικὸν τραπεζιτικὸν μονοπώλιον τὸ ὁποῖον θὰ δεσπόζῃ ὁλοκλήρου τῆς πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τόπου, εἶπε. Περιμένετε. Θὰ σᾶς φέρω νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν δημιουργεῖ μονοπώλιον ἰδιωτικόν. Ὑπεσχέθη δὲ ἐπίσης, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θὰ προέβλεπε καὶ διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς ζημίας τὴν ὁποίαν ὑφίσταντο τὰ εὐαγῆ ἱδρύματα, μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐκ τῆς καθορισθείσης χαμηλῆς τιμῆς τῶν μετοχῶν αὐτῆς διὰ τὴν συγχώνευσιν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ἐπικρίσεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδὲν ἀνέφερε. Καὶ δι’ αὐτὸ ὑπεχρεώθην νὰ παρατηρήσω, δευτερολογῶν, ὅτι «σᾶς θαυμάζω, κύριε Ὑπουργέ. Πράγματι ὑπήρξατε ἄσσος τῆς ὑπεκφυγῆς». Εἶναι πρόδηλος ἡ νοοτροπία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Περιβαλλόμενος ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τὴν ὁποίαν προσφάτως ἐπέτυχε, μεθυσμένος ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς τῶν ἐπιδιώξεών του πιστεύει, ὅτι δύναται νὰ ἐπιβάλῃ πᾶν ὅ,τι διανοηθῇ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ δώσῃ λόγον εἰς κανένα. Ποιός πτωχός, ποῖος ταλαίπωρος ἕλλην πολίτης εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ δευτέραν γνώμην ἀπὸ τὴν ἰδικήν του ὑποστηριζομένου ἀπὸ δύναμιν 240 κυβερνητικῶν βουλευτῶν; Διὰ τοῦτο διέπραξε τὸ μέγα σφάλμα εἰς τὰς 7 Ἰανουαρίου, ὅταν ἔκαμε τὴν πρώτην ἀνακοίνωσιν περὶ τῆς συγχωνεύσεως, νὰ δηλώσῃ ὅτι αὕτη θὰ ὑπεβάλλετο ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν γενικῶν συνελεύσεων τῶν μετόχων τῶν δύο Τραπεζῶν, μὴ φανταζόμενος προφανῶς ὅτι καὶ καρατομούμενοι οἱ ἕλληνες πολῖται ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχουν ἰδίαν βούλησιν καὶ νὰ φέρουν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὸν συντονιστὴν τοῦ κυβερνητικοῦ οἰκονομικοῦ ἔργου. Διὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀπάντησίς του ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι τοῦ ἐκάμαμεν ἔκκλησιν ὄχι ὡς βουλευταὶ ἁπλῶς, ἀλλὰ ὡς ἐπιστήμονες, ὡς ἕλληνες πονοῦντες τὸν τόπον, οὐδὲν ἄλλο ἦτο ἐν τῇ οὐσίᾳ παρὰ ὅτι ἐγὼ σήμερον εἶμαι πλειοψηφία, ἔτσι θέλω ἔτσι κάμνω. Τραγικὴ διάψευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διὰ τὴν παντοδυναμίαν του καὶ τὴν πανσοφία του ἦτο, ὅτι ὑπεχρεώθη προχθὲς νὰ μᾶς φέρῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖ τὴν συναίνεσιν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, διὰ τὴν νομιμοποίησιν τοῦ πραξικοπήματός του, νομοσχέδιον δὲ γραμμένον εἰς τὸ γόνατον τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ μὲν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ συζητήσῃ εἰς 1–1½ συνεδρίασιν, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἐντὸς μιᾶς νυκτός. Διατί; διότι ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐπείγει τὸ θέμα, διότι ἐσταμάτησεν ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Κύριε Ὑπουργέ, ποῖος τὴν ἐσταμάτησε; Ἀντὶ νὰ θέλετε νὰ παρασύρετε τὸ σῶμα καὶ τὴν πλειοψηφίαν σας, εἰς τοιαύτας πράξεις, δὲν πρέπει σεῖς μᾶλλον νὰ μετανοήσετε; Ὑπεχρεώθητε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ κύψετε τὸν αὐχένα καὶ νὰ ἔλθετε νὰ ζητήσητε νομοθετικὴν διαρρύθμισιν τοῦ πραξικοπήματός σας, διότι ὅπως εἶπον, ὑπῆρξαν Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι ἀντέστησαν κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας σας. Ἐκτὸς τῶν ἀτυχῶν ὑπαλλήλων, ἐκτὸς τῆς κοινῆς γνώμης, ἀντέστησαν καὶ οἱ μέτοχοι τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεβουλεύθη τὴν περιουσίαν. Ἦλθε τὸ δυστυχὲς γενικὸν συμβούλιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον δὲν ἐδέχθη, παρὰ τὸν ἀρχικὸν αἰφνιδιασμόν, νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἕνα κυβερνητικὸν ἐκβιασμόν, καὶ ἐδήλωσεν ὅτι θὰ καθῄρει τὸν Διοικητὴν τὸν ὁποῖον τοῦ ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις. Ἦλθαν οἱ μέτοχοι, τὰ εὐαγῆ ἱδρύματα τὰ ὁποῖα ἐπροικοδότησαν καὶ συνέστησαν Ἕλληνες τῆς ἡμεδαπῆς καὶ ἀλλοδαπῆς ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους καὶ εἶπαν ὅτι δὲν θὰ γίνωμεν συνεργοὶ τοῦ ἐγκλήματος τούτου. Ἀλλ’ ἦλθον οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ ἐδήλωσαν ὅτι τὸ πραξικόπημά σας ἀπειλεῖ νὰ καταστρέψῃ τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ὅτι ἐὰν πραγματοποιηθῇ δὲν θὰ ἔλθῃ πλέον πεντάρα εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ἐκ τῆς χώρας ἐκείνης, ἀπὸ ὅπου περιμένατε πολλὰ κεφάλαια. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Καὶ βλέπομεν σήμερον, ἄφρων φιλική σας ἐφημερὶς τοὺς Ἕλληνας αὐτοὺς νὰ τοὺς ἀποκαλεῖ «ἀφρικανούς», ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐτίμησαν καὶ εὐηργέτησαν τὴν Ἑλλάδα πολλάκις εἰς τὸ παρελθόν. Δὲν θ’ ἀναφέρω ὀνόματα. Θὰ ὑπομνήσω ὅμως, διότι ἔχω προσωπικὴν πεῖραν, ὅτι πολλὰ ἐξ αὐτῶν ἐβάστασαν οἰκονομικῶς τὴν παιδείαν εἰς τὴν Δωδεκάνησον, ὅταν ἡμεῖς εἴμεθα σκλάβοι. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ Ἕλληνες τῆς Αἰγύπτου τοὺς ὁποίους σήμερον ὑβρίζετε. Πρὸ τοιαύτης γενικῆς ἐξεγέρσεως εὑρεθεῖσα ἡ Κυβέρνησις, ἔρχεται διὰ τῆς πλειοψηφίας ἢ μᾶλλον καταχωμένη τῆς πλειοψηφίας της, νὰ ἐπιτύχῃ τὴν νομοθετικὴν ρύθμισιν τοῦ πραξικοπήματός της. Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετάσωμεν πλέον τὸ περίφημον αὐτὸ νομοθέτημα. Ὑπόδειγμα φαρισαϊσμοῦ καὶ σατραπισμοῦ ἔχει ἕνα μόνον σκοπόν· πῶς νὰ ἐπιβάλῃ τὴν Κυβερνητικὴν αὐθαιρεσίαν. Ὁ κύριος Μαρκεζίνης θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκδόσῃ ἕνα Ἰρραδέν, ἕνα Οὐκάζιον, καὶ νὰ εἴπῃ: «Κύριοι μέτοχοι σᾶς καταργῶ καὶ σᾶς παίρνω τὴν περιουσίαν σας». Ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ εἶναι τόσον ὠμός. Διὰ τοῦτο μεταχειρίζεται ταυτοχρόνως καὶ τὸν Φαρισαϊσμὸν τῆς συγκαταθέσεως τῶν Γ. Συνελεύσεων. Παρωδίας ὅμως Γ. Συνελεύσεων, ὄχι τοιούτων ὡς τὰς γνωρίζει ὁ πολιτισμένος κόσμος μέχρι σήμερον. Κύριοι, ὅλοι σας πιστεύω, ὅτι ἔχετε ἀναγνώσει καὶ ἀπολαύσει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ ἀναφερθῶ διεξοδικῶς εἰς τὰς διατάξεις του. Συγκαλεῖται ἡ Γ. Συνέλευσις ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν. Δὲν ἀπαιτεῖται κανονικὴ ἀπαρτία καὶ πλειοψηφία, τῶν ὑφισταμένων νόμων διὰ τὴν λῆψιν ἀποφάσεων. Τὰ ἐν ἐνεργείᾳ συμβούλια παύονται καὶ διορίζονται, ἄλλα παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ὅταν συμφωνήσῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ νὰ γίνῃ ἡ συγχώνευσις, ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς καὶ διορίζει εἰς τὸν ἐκ τῆς συγχωνεύσεως προερχόμενον νέον ὀργανισμόν, ἰδικόν του Γ. Συμβούλιον καὶ Διοικητήν, διὰ μίαν τριετίαν! Ἐὰν δὲ πάλιν δὲν συμφωνήσῃ, αὕτη ἐπιβάλλεται δι’ ἁπλοῦ διατάγματος τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ὁ Ὑπουργός. Κύριοι, νομίζω ὅτι ὀνειρεύομαι. Τὰ πράγματα αὐτὰ μοῦ φαίνονται ἀπίστευτα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται εἰς πολιτισμένην χώραν, καὶ μάλιστα ἀπὸ συντηρητικὴν Κυβέρνησιν. Ἐάν, κύριοι, ἐσκοτίσθη ὁ νοῦς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἐνόμισεν, ὅτι τὸ ἰδικόν του πολιτικὸν συμφέρον εἶναι ὁ ὑπέρτατος κανών, ὅτι ἀξίζει περισσότερον εἰς τὸν τόπον αὐτὸν καὶ ἀπὸ τοὺς νόμους του καὶ τὸ Πολίτευμά του, εἶναι καθῆκον σας νὰ τὸν φέρετε εἰς τὴν πραγματικότητα. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ὁ νόμος αὐτὸς ξεύρετε τί σημαίνει; Μὲ δύο λέξεις, χωρὶς περιστροφάς: «Ἀξιότιμοι κύριοι μέτοχοι, καλεῖσθε νὰ αὐτοκτονήσετε. Καὶ ἐὰν δὲν αὐτοκτονήσετε μόνοι σας, σᾶς ἐκτελῶ ἐγώ». Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος. Μηδὲν ἕτερον.
§119Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Δημεύονται αἱ περιουσίαι;
§120Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Παρακαλῶ;
§121Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Μοῦ ἐπιτρέπετε;
§122Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν δυσηρέστησα ποτὲ κανένα.
§123Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν θὰ κάμω μακρὰν διακοπήν, τοῦτο ἤθελα μόνον νὰ εἴπω: Χρησιμοποιεῖτε μίαν σοβαρὰν τραγικὴν φρασεολογίαν καὶ ἐπειδὴ ἐμφανίζετε τὴν Κυβέρνησιν, ὡς δολοφονοῦσαν δῆθεν τοὺς Μετόχους, διότι περὶ αὐτοῦ ὁμιλεῖτε αὐτὴν τὴν στιγμήν, θὰ παρακαλοῦσα, ὡς ἀκροατής, ὄχι ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, πάρετέ με ὡς ἀκροατήν, ὅστις θέλει νὰ φωτισθῇ περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν τῶν δραματικῶν διαπιστώσεων τὰς ὁποίας κάμνετε, ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῶ, θὰ ἤθελον νὰ μοῦ ἀποδείξετε πῶς ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, δεσμεύει, καταστρέφει καὶ ἀφανίζει τοὺς Μετόχους τῶν Τραπεζῶν. Θὰ ἤθελον ἀποδείξεις, διότι ἐὰν δὲν δώσητε ἀποδείξεις λογικάς, ἁπτάς, τότε αἱ φρασεολογίαι τὰς ὁποίας χρησιμοποιεῖτε, θὰ πρέπει νὰ ἀποδοθοῦν πράγματι εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ὀνειρεύεσθε.
§124Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶμαι εὐγνώμων πρὸς τὸν πάντοτε συμπαθῆ μου κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθν. Ἀμύνης. Τὸ ἐρώτημά του δεικνύει, ὅτι, παρὰ τὰ ἀξιώματα τὰ ὁποῖα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀσκεῖ, διατηρεῖ ἀμείωτον τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀγαθοῦ ἀνδρός. Τὸ ἐρώτημά του βεβαίως εἶναι ἐρώτημα φυσικὸν δι’ ἕνα τίμιον οἰκογενειάρχην, διὰ τὸν μέσον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀντιπαθεῖ τὰς γενικὰς ἐκφράσεις, τὰς πολυπλόκους ἐννοίας καὶ προτιμᾷ τὰ συγκεκριμένα στοιχεῖα. Θὰ τὸν παρακαλοῦσα δύο πράγματα. Πρῶτον νὰ μὴ ἀδημονῇ, διότι ὅπως γνωρίζει, ὅταν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, προσπαθῶ νὰ κάμω πάντοτε μίαν ὡλοκληρωμένην ἀγόρευσιν. Καὶ δεύτερον θὰ τὸν παρεκάλουν νὰ διαβιβάσῃ τὸ ἐρώτημά του εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν του Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶμαι βέβαιος θὰ δυνηθῇ νὰ τὸν ἐνημερώσῃ πληρέστερον ἐμοῦ, ἐπὶ τῶν ἀγαθῶν ποὺ πρόκειται νὰ ἐπισωρεύσῃ εἰς τοὺς μετόχους τῶν συγχωνευμένων Τραπεζῶν, αὐτὴ ἡ τόσον μεγάλη του σύλληψις. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ συνεχίζω. Κύριοι, ὑπεστήριξα ἤδη, ἢ μᾶλλον ὑπηνίχθην, ὅτι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον λαμβάνεται εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ πέραν αὐτοῦ ἀκόμη, πρὸς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰς μακρὰν συνταγματολογίαν. Δὲν ὑπάρχει λόγος. Θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι ἀποτελεῖ νομοθέτημα ad hoc, νὰ ἀναφέρῃ τὴν παραβίασιν τοῦ ἄρθρου 106 τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾶ τοὐλάχιστον τὰ κληροδοτήματα, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀναφέρῃ σωρείαν ὅλην παραβιάσεως ἄλλων συνταγματικῶν διατάξεων. Δι’ ἡμᾶς, κύριοι, ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ νομοσχεδίου προβάλλει κυρίως ἐκ τῶν ἄρθρων 10 καὶ 2. Ἐπίσης εἶναι ἀντισυνταγματικὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 12. Ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ εἰς τὰ ἄρθρα 10 καὶ 2. Διὰ τοῦ ἄρθρου 10 δὲν ἔχομεν παράβασιν ἁπλῆν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἄρνησιν βασικῆς ἀρχῆς τοῦ πολιτεύματος. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου καταργεῖται ἡ ἐλευθερία τῆς ἀσκήσεως τῆς βουλήσεως τοῦ πολίτου εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως συγκεκριμένη διάταξις τοῦ Συντάγματος ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀποτελεῖ θεμέλιον τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ κύριοι κάμνετε. Στερεῖτε τὸν Ἕλληνα πολίτην τοῦ δικαιώματος νὰ ἀσκῇ ἐλευθέρως τὴν βούλησίν του εἰς τὸν οἰκονομικὸν τομέα καὶ διὰ τοῦτο ἡ φράσις τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησεν ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θέτει τορπίλλην εἰς τὰ θεμέλια τοῦ κρατοῦντος καθεστῶτος δὲν εἶναι ρητορικὸν σχῆμα, ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ πραγματικότης. Ἐπίσης ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 ἡ ἀφορῶσα τοὺς οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς, τοὺς ὀργανισμοὺς δημοσίας ὠφελείας, τῶν ὁποίων τὴν ἐκπροσώπησιν ἀναλαμβάνουν οἱ Ὑπουργοί, ἀποτελεῖ καταπάτησιν τῆς αὐτῆς βασικῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ πολίτευμα. Δὲν πρόκειται περὶ περιορισμοῦ ἀσκήσεως δικαιώματος. Δὲν πρόκειται περὶ θέσεως κανόνων συμφώνως πρὸς τοὺς ὁποίους ἀσκεῖται τὸ δικαίωμα αὐτό. Καταργεῖτε αὐτὸ τοῦτο τὸ δικαίωμα καὶ θέτετε ὑπὸ ἀπαγόρευσιν τοὺς Ἕλληνας πολίτας καὶ τοὺς ὑποβιβάζετε εἰς μίαν κατάστασιν περίπου δούλων τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Δὲν τοὺς ἀφήνετε τὴν ἐλευθερίαν τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των. Τί συμβαίνει; Διατί αὐτὴ ἡ μεταχείρισις; Διὰ ποῖον λόγον καὶ ὑπὲρ τίνος γίνεται τοῦτο; Θὰ σᾶς παρακαλέσω κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ δώσητε συγκεκριμένην ἀπάντησιν εἰς τὰ καίρια αὐτὰ ἐρωτήματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ συνταγματικὴ ἄποψις. Προκύπτει μέγα ἠθικὸν ζήτημα. Καὶ ὑποστηρίζω, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐσκεμμένως ἢ μᾶλλον ὑποχρεωτικῶς παραβιάζει τὸν ἠθικὸν νόμον. Θὰ σᾶς ἀναφέρω δὲ διατί. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἐπισήμως ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως κατηγόρησε τὴν διοίκησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὰ Συμβούλιά της, ὅτι δὲν ἐκρατήθησαν εἰς τὸ ὕψος των. Καὶ ὑπεστήριξεν ἐπίσης διὰ νὰ στηρίξῃ—ἦτο τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον προέβαλεν—ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὑρίσκετο πρὸ πτωχεύσεως. Ἀνέφερε δὲ μάλιστα συγκεκριμένον ἀριθμὸν ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον προέκυψε κατὰ τὴν λήξασαν χρῆσιν. Κύριοι, ἔπρεπε κάποτε τὰ πράγματα αὐτὰ καὶ αἱ βαρύταται κατηγορίαι αὗται νὰ διαπιστωθοῦν ἐπισήμως, ἰδίως μάλιστα ἐφ’ ὅσον τὴν ἑπομένην ὁ κ. Πεσματζόγλου, πρόεδρος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς, ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν ἦσαν ἀκριβῆ. Δὲν ἀναφέρομαι εἰς τοὺς ἰδικούς μας ἀριθμοὺς περὶ τοῦ ἐλλείμματος, τοὺς ὁποίους ἀνεκοινώσαμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθοῦν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πεσματζόγλου ὁ περισσότερον ὑπεύθυνος καὶ ἁρμόδιος παράγων, δι’ ἐπισήμων ἀνακοινώσεών του ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν εἶναι περὶ τὰ 10 δισεκατ. καὶ ἡ καθαρὰ περιουσία μετ’ ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν ζημιῶν καὶ τῶν ἀποσβέσεων ὑπερβαίνει τὰ 338 δισεκ. δραχμῶν. Ταῦτα διὰ νὰ διαψεύσῃ ἀκριβῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀνῆλθεν εἰς 120 δισεκατομμύρια. Εἶπε μᾶλλον, ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀνήρχετο εἰς 38 δισεκατ., ὅτι ὑπῆρχον ἐπισφαλεῖς ὀφειλαὶ 83 δισεκατ. καὶ ὅτι ὑπῆρχον παγωμέναι πιστώσεις, περὶ τὰ 50 δισεκ. Σύνολον περὶ τὰ 120 δισεκατομμύρια. Διὰ τῶν ἀριθμῶν τούτων ἐπεζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὑρίσκεται πρὸ πτωχεύσεως καὶ ὅτι ὑπεύθυνος διὰ τὴν πτώχευσιν αὐτὴν ἦτο ἡ Διοίκησις ἢ μᾶλλον κακοδιοίκησις αὐτῆς τῶν τελευταίων ἐτῶν... Νομίζω, ὅτι προβαίνων εἰς τοιαύτας συντριπτικὰς διαπιστώσεις καὶ ἀπευθύνων τόσον σοβαρὸν κατηγορητήριον, ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν στοιχειώδη εὐθιξίαν νὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν καὶ εἰς τοὺς μετόχους καὶ εἰς τοὺς κατηγορηθέντας Διοικητὰς καὶ συμβούλους νὰ ἀπολογηθοῦν καὶ νὰ ἀποδείξουν ποῖος ἔχει δίκαιον, αὐτὸς ἢ ἐκεῖνοι; Ποῖος λέγει ἀνακριβείας καὶ ποῖος προσπαθεῖ νὰ παραπλανήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὁ κ. Πεσματζόγλου καὶ οἱ μέτοχοι, ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ; Ὑπάρχει, κύριοι, ἕνα ἠθικὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ. Καὶ ὅμως διὰ ρητῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, καθίσταται ἀδύνατος ἡ διερεύνησις τῶν κατηγοριῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἡ διαπίστωσις τῆς ἀληθείας τῶν ἰσχυρισμῶν του. Φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις μήπως ἀποδειχθῇ περιτράνως καὶ κατὰ τρόπον κατηγορηματικὸν καὶ μὴ ἀποδεχόμενον οἱανδήποτε ἀμφισβήτησιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἐνσυνειδήτως ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, πράγματα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀνακριβῆ; Ἀλλ’ εἶναι αὐτὸ ἔντιμον;
§125Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐπειδὴ διετυπώσατε καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὅπως ἐπληροφορήθην, τὴν κατηγορίαν αὐτήν, δι’ αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου κ. Καψάλης διετύπωσε τροπολογίαν τὴν ὁποίαν καὶ θὰ προτείνωμεν καὶ ἡ ὁποία ἐλπίζω νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, βάσει τῆς ὁποίας ὁρίζονται τὰ ἀκόλουθα. «Ἐν ᾗ περιπτώσει.............. ..... (ἀναγινώσκει)......». Νομίζω, ὅτι ἡ τροπολογία αὐτὴ τὴν ὁποίαν συνέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς Ἐμπορίου καὶ τὴν ὁποίαν υἱοθετεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, σᾶς ἀπαλλάσσει τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐπαναλάβητε τὴν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν προηγουμένως διετυπώσατε καὶ ἀποδεικνύει ἐπίσης, ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξε πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως νὰ συγκαλύψῃ τὴν οἰκονομικὴν πραγματικότητα τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς.
§126Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὑποχρέωσίς μου εἶναι νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς καὶ πάλιν ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ παραπλανήσῃ τὴν Βουλήν. Διότι κύριοι, αἱ Γενικαὶ Συνελεύσεις καὶ ἡ σύνταξις Ἰσολογισμοῦ ἔχουν σημασίαν, ὅταν γίνωνται πρὸ τοῦ θανάτου ἢ μᾶλλον τῆς ἐκτελέσεως μιᾶς Ἑταιρείας. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου νὰ ἔρχεται εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον καὶ νὰ θέλῃ νὰ ρίψῃ στάχτην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς μὲ μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία καὶ ἀπὸ ἐντελῶς ἄπειρον ἄνθρωπον θὰ ἐθεωρεῖτο ὅλως ἀνεπαρκής. Ἀντελήφθην, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τὴν πρώτην φράσιν σας τί ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς διέκοψα, διότι ἀτυχῶς ἔχω μίαν πεῖραν περὶ τὰ τοιαῦτα.
§127Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν ἡ τροπολογία θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§128Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι φοβερά. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν σᾶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν ὁμιλῶ ὡς βουλευτὴς τῆς Ἀντεπολιτεύσεως.
§129Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριε συνάδελφε, αὐτὰ ποὺ θὰ σᾶς εἴπω, παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι θέλω νὰ σᾶς κάμω συστάσεις, ἀλλ’ ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ διατηρηθῇ ἡ συζήτησις εἰς ἕνα ἐπίπεδον ἀντικειμενικότητος, θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τὴν ἱερὰν ὀργὴν ἡ ὁποία σᾶς καλύπτει καὶ ἡ ὁποία εἶναι φυσικὸν νὰ προκαλῇ καὶ ἀντίδρασιν, ἡ ὁποία δὲν συμβιβάζεται μὲ τήν σοβαρότητα καὶ ἀντικειμενικότητα τῆς συζητήσεως. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἀκόμη, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου θὰ συζητηθῇ.
§130Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι, ὁ βαθμὸς τῆς ἀντιδράσεως εἰς κάθε ἐξαιρετικὸν γεγονὸς εἶναι ζήτημα προσωπικόν. Ἕνα πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἀφήσῃ σᾶς ἀσυγκίνητον, εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπιτρεπτὸν ἐμὲ νὰ πληροῖ ἀγανακτήσεως, ὡς καὶ ἄλλων πικροτάτων συναισθημάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ παντὸς θέματος νὰ συμφωνήσωμεν ἀναμεταξύ μας. Συνεπῶς καὶ ἐκφραζόμενος, ὅπως ἐκφράζομαι, ἐκφέρω γνώμην προσωπικήν, ὡς βουλευτοῦ ἀλλὰ καὶ ὡς ἐπιστήμονος καὶ Ἕλληνος. Εἶναι πιθανὸν νὰ σφάλλω, εἶναι δικαίωμά μου νὰ ἔχω τὰς γνώμας μου καὶ εἶναι ὑποχρέωσίς μου νὰ τὰς καταστήσω γνωστὰς εἰς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ἔστειλεν ἡ ἰδιαιτέρα Πατρίς μου. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως). Κύριοι, θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς ἠθικῆς πλευρᾶς τοῦ ζητήματος, διότι εἶναι ἠθικὸν τὸ θέμα τὸ ὁποῖον, κυρίως, δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἐπιχειρεῖ, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὴν τροπολογίαν θὰ τὴν συζητήσωμεν ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ κατάλληλη ὥρα, νὰ γίνῃ —ἀκούσατε— ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς εὐθύνης τοῦ Διοικητοῦ καὶ τοῦ Γεν. Συμβουλίου, παρὰ τῆς Γεν. Συνελεύσεως, χωρὶς κατάθεσιν προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὴν παροῦσαν καὶ πᾶσαν μέλλουσαν περίπτωσιν συγχωνεύσεως. Καὶ θὰ ἀπαλλαγοῦν οἱ διαχειρισθέντες, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι τελοῦν ὑπὸ τὴν βαρυτέραν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν ἐξετόξευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, θὰ ἀπαλλαγοῦν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἁπλῆς λογιστικῆς καταστάσεως. Καὶ τί εἶναι λογιστικὴ κατάστασις ὅλοι τὸ γνωρίζετε καὶ ὅλοι γνωρίζετε τὴν διαφορὰν μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ Ἰσολογισμοῦ. Ἡ λογιστικὴ κατάστασις εἶναι πίναξ τῆς θέσεως τῶν διαφόρων λογαριασμῶν, ὁ δὲ ἰσολογισμὸς ἀντιθέτως εἶναι ἡ συνισταμένη τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἡ λογιστικὴ κατάστασις δὲν περιλαμβάνει οὔτε λογαριασμὸν «ἀποτελεσμάτων χρήσεων», οὔτε κερδῶν καὶ ζημιῶν. Πῶς θὰ κριθῇ ἡ διοίκησις ἡ ὁποία διεχειρίσθη τὸ ἵδρυμα κατὰ τὴν ὑπὸ ἐξέτασιν χρῆσιν καὶ θὰ ἀποφανθῇ ἡ Γεν. Συνέλευσις ἐπὶ τῆς ἀπαλλαγῆς της ἀπὸ πάσης εὐθύνης ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἰσολογισμός; Καὶ μάλιστα ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ ἀπὸ τὸν πλέον ἐπίσημον ἐκπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἐξετοξεύθησαν ἐναντίον τῶν διοικητῶν τόσον βαρύταται κατηγορίαι; Κύριοι, τὸ θέμα εἶναι τεραστίας σημασίας, ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως. Εἶναι κολοσσιαῖον καί, νομίζω, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπερβαλλόντως εὔθικτος, εἴτε ὅτι ἡ ἀντίδρασίς μου ἠμπορεῖ νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν. Ἐὰν τὸ ἔλεγα αὐτὸ εἴς τινα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώριζε καθόλου τὰς πολιτικάς μας ἀντιθέσεις, θὰ τοῦ ἦτο ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ πεισθῇ, ὅτι διατάξεις τοῦ εἴδους αὐτοῦ προέρχονται ἀπὸ μίαν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ περαιτέρω ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἦλθεν ἐδῶ, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς τιμὰς τῶν μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι καθωρίσθησαν διὰ τὴν συγχώνευσιν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων προέκυψεν ἡ σχέσις 1 πρὸς 12. Ὑπῆρξεν ὅπως γνωρίζετε, γενικὴ ἡ ἀντίδρασις κατὰ τῆς σχέσεως αὐτῆς. Καὶ ὑπεστηρίχθη, ὅτι δι’ αὐτῆς ληστεύονται οἱ μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Πότε θὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν πράγματι ληστεύονται ἢ ὄχι; Εἷς καὶ μόνος τρόπος ὑπάρχει. Διὰ τῆς καταρτίσεως τοῦ ἰσολογισμοῦ καὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων ἀμφοτέρων τῶν Τραπεζῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ὄχι μόνον δὲν ἐπιτρέπει κατάρτισιν ἰσολογισμοῦ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἁπλῆν καταγραφὴν τῶν ἀκινήτων τῶν συγχωνευομένων Τραπεζῶν! Διατί; Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ δυνατότης, νὰ μὴ μείνῃ οὔτε ἴχνος στοιχείων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδεικνύετο πόσον μεγάλη καὶ πόσον ριζικὴ ἦτο ἡ κακοποίησις τῆς ἀληθείας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κύριοι, εἶναι μέγα θέμα ἠθικόν. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶμαι ὑπερβολικός. Ἀλλὰ τί νὰ σᾶς εἴπω. Αὐτὰ τὰ πράγματα μὲ συγκινοῦν. Δὲν ἀπέκτησα αὐτὴν τὴν ἄμβλυνσιν τῆς συνειδήσεως, τὴν ὁποίαν ἴσως ἄνθρωποι μὲ μεγαλυτέραν πεῖραν τῆς ζωῆς ἔχουν, καὶ ὑπερηφανεύομαι δι’ αὐτό. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ὡς δικαιολογίαν τῆς μὴ συντάξεως τοῦ ἰσολογισμοῦ φέρουν ὅτι βιάζονται, δὲν προφθάνουν. Κύριοι, ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι ἕτοιμος. Εἰς 48 ὥρας ἠμπορεῖ νὰ καταρτισθῇ πλήρως, ἐὰν θέλετε νὰ τὸ κάμετε. Διότι μὴ ξεχνᾶτε, ὅτι ἐπὶ Πεσματζόγλου ἡ Ἐθνικὴ οὐδέποτε συνεκάλεσε τὴν συνέλευσίν της ἀργότερον τῆς 28ης Μαρτίου. Μεταξὺ 5 καὶ 25 Μαρτίου συνεκλήθησαν κατὰ τὰ ἑπτὰ ἔτη τῆς διοικήσεως Πεσματζόγλου αἱ συνελεύσεις καὶ ἑπομένως, ἦσαν ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου ἕτοιμοι οἱ ἰσολογισμοί. Ὑπῆρξε βραδύτης ἑνὸς μηνὸς ἐπὶ τῆς μόνης Γενικῆς Συνελεύσεως καθ’ ἣν διοικητὴς ἦτο ὁ κ. Κωστόπουλος, διότι αὕτη ἔγινεν εἰς τὰς 5 Ἀπριλίου. Ἀλλὰ εἶναι κωμικὸν καὶ ἀστεῖον νὰ ὑποστηρίζεται σοβαρῶς ἀπὸ ἐπίσημα χείλη, ὅτι καταργοῦμεν τὸν ἰσολογισμόν, διότι δὲν ἔχομεν καιρόν. Κύριοι, ἀγανακτῶ καὶ παρακαλῶ, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἀγανακτεῖ, νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ. Ἀλλὰ δὲν ἐτελειώσαμεν, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλη πτυχή. Οἱ μέτοχοι, οἱ ἔχοντες τὴν πλειοψηφίαν τῶν μετοχῶν τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ζητοῦν Γενικὴν Συνέλευσιν, διὰ νὰ ἐγκαλέσουν τὸν Διευθύνοντα Σύμβουλον τῆς Τραπέζης των ἐπὶ ἀπιστίᾳ.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐλέγατε, ὅτι οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ὠφελοῦνται.
§132Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου ἐξήγησα διατὶ οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, καίτοι ὠφελούμενοι εἰς δραχμάς, δὲν θέλουν ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ γίνῃ ἡ συγχώνευσις. Εὑρίσκονται εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναπτύξω διὰ ποίους λόγους Ἐθνικοὺς ἐκτὸς τῶν καθαρῶς προσωπικῶν, εἶναι οὗτοι ἀντίθετοι πρὸς τὴν συγχώνευσιν.
§133Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Διατί δὲν τοὺς λέτε;
§134Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ λεχθοῦν ὡρισμένα πράγματα.
§135Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Κατέβαλον ἐπίμονον προσπάθειαν νὰ τὸ ἀντιληφθῶ, δὲν τὸ ἀντιλαμβάνομαι καὶ δι’ αὐτὸ διαμαρτύρομαι.
§136Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δυστυχῶς, δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω πλήρως, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἁπλῆν παράγραφον ἀπὸ τὸ κυρωτικὸν Διάταγμα τοῦ γενικοῦ κανονισμοῦ τοῦ Χρηματιστηρίου ἀξιῶν Ἀλεξανδρείας καὶ θὰ ἀντιληφθῆτε, τί ὑπονοῶ. «Κεφάλαιον 8. Ἐπίσημος εἰσδοχὴ ἀξιῶν..... ἄρθρ. 62 ὡσαύτως δὲν γίνονται δεκτοὶ εἰς τὸ Χρηματιστήριον τίτλοι ἀλλοδαπῶν Ἑταιρειῶν. (α) Ἐὰν οἱ τίτλοι δὲν ἔχουσιν ἀπὸ διετίας ἤδη τοὐλάχιστον εἰσαχθῆ ἐπισήμως εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῆς χώρας τῆς ὁποίας ἡ νομοθεσία διέπει αὐτούς».
§137Ε. ΝΟΥΛΕΛΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ἐὰν εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῆς Ἀλεξανδρείας ὑπάρχουν πράξεις ἐπὶ τῶν μετοχῶν αὐτῶν;
§138Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς τὸ Χρηματιστήριον τῆς Ἀλεξανδρείας αἱ μετοχαὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ἀποτελοῦν ἀντικείμενον διαπραγματεύσεως καὶ ἕνας μεγάλος κύκλος ἐργασιῶν γίνεται ἐπ’ αὐτῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐξήγησις αὐτὴ εἶναι ἀρκετή. Δὲν πρέπει ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ νὰ ἀκουσθῇ τίποτε περισσότερον, διότι θὰ τὸ χρησιμοποιήσουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ ἴδια συμφέροντα μὲ ἡμᾶς. Σᾶς παρακαλῶ, μὴ ἐπιμένετε, διότι ἔχω καὶ πολλὰ ἄλλα στοιχεῖα εἰς τὸν φάκελλόν μου τὰ ὁποῖα καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἂν δὲν τὰ ἔλαβε, θὰ τὰ ἔχῃ.
§139Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ θίξητε. Ἢ θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναπτύξητε, διὰ νὰ μᾶς πείσητε, ἢ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναφέρετε.
§140Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν σοβαρώτατοι ἐθνικοὶ λόγοι. Ὁ κ. συνάδελφος μοῦ ἐζήτησε νὰ τοῦ δώσω περισσυτέρας ἐξηγήσεις καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου θὰ προχωρήσω καὶ ὄχι πέραν, διότι νομίζω, ὅτι δὲν τὸ ἐπιτρέπει τὸ ἐθνικὸν συμφέρον.
§141Σ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Θὰ ἦτο ἐθνικὸν συμφέρον νὰ μὴ τὸ ἀναφέρετε κἄν.
§142Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἀντελήφθητε κάλλιστα τί εἶπον. Βλέπετε λοιπὸν τὶ συμβαίνει. Οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ζητοῦν σύγκλησιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, διὰ νὰ ἐγκαλέσουν τὸν διοικητήν των ἐπὶ ἀπιστίᾳ. Καὶ ἔρχεται, κύριοι, ἡ Κυβέρνησις καὶ δι’ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐμποδίζει τὴν σύγκλησιν τῆς συνελεύσεως αὐτῆς. Καὶ ποῖος εἶναι ὁ διευθύνων σύμβουλος τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν; Ὁ διοικητής, ὁ ὁποῖος θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ νέου ἱδρύματος. Κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν ἐκτίθεται ἀνεπανορθώτως ἡ Κυβέρνησις; Δὲν δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι πράγματι κάτι ἀνώμαλον συμβαίνει εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ ὁποίου ὑπεύθυνος εἶναι ὁ διοικητής της καὶ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ συγκαλύψῃ, ἐπειδὴ τὸν διοικητὴν αὐτὸν τὸν ἔβαλεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ δημιουργουμένου νέου ὀργανισμοῦ ἢ μᾶλλον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα ὡς αὐτοσυμβαλλόμενος, πρᾶγμα ἐπίσης ἠθικῶς ἀνώμαλον, πραγματοποιήσῃ τὴν συγχώνευσιν καὶ τὴν ἵδρυσιν τῆς νέας Τραπέζης; Βλέπετε τὶ καταθλιπτικά, ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, εἶναι τὰ ἐρωτήματα τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι, διότι μετὰ πικρίας ὑποχρεώνομαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναφερθῶ εἰς πρόσωπα ἀπόντα, ἀποτελεῖ ἁπλοῦν ἑλιγμὸν ἡ πρᾶξις τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἐγκαλούντων ἐπὶ ἀπιστίᾳ δημοσίᾳ τὸν Διοικητήν των κατὰ τὴν προσεχῆ Γεν. Συνέλευσιν, θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τοῦτο. Ἔχω εἰς τὰς χεῖρας μου χθεσινὴν προσφυγὴν πρὸς τὸν Πρόεδρον Ἐφετῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν ἀπὸ αὐτὸν νὰ ἐπέμβῃ καὶ νὰ διενεργηθῇ δικαστικὸς ἔλεγχος ἐπὶ τῆς καταγγελίας περὶ ἀπιστίας καὶ ἄλλων πράξεων τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης. Κατετέθη χθές, ἀπὸ τοὺς ἐπισήμους ἐκπροσώπους τῶν ἐν Αἰγύπτῳ μετόχων οἱ ὁποῖοι, νομίζω καλύπτουν πέραν τοῦ 50% τῶν μετοχῶν. Αὐτὴ εἶναι μία ἄλλη πτυχὴ τοῦ ἠθικοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀγνοήσῃ. Ἀλλὰ θὰ προχωρήσω ἀκόμη περαιτέρω, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου. Σήμερον, ἐκπέμπονται, πανταχόθεν κατηγορίαι ἐναντίον τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Ὑπάρχουν συγκεκριμέναι κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὸν τύπον ἀνεγράφησαν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ ἀνεφέρθησαν. Ἀφοροῦν τὴν πολιτείαν τοῦ ἰδίου Διοικητοῦ. Ἀνεγράφη καὶ εἰς τὸν τύπον καί, νομίζω, ὅτι ἐγένετο καὶ ἐδῶ ὑπαινιγμός, ὅτι ὁ κ. διοικητὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, εὐθύνεται δι’ ὡρισμένας παραβάσεις συναλλαγματικάς, δι’ ὡρισμένας παραβάσεις τῶν κανόνων τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως τὸν τόκον. Κύριοι, διατί ἀφήνετε ἀπροστάτευτον τὸν ἄνθρωπον τὸν ὁποῖον ἐθεωρήσατε, ὅτι εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ διευθύνῃ τὸν ἱδρυόμενον μονοπωλιακὸν πιστωτικὸν ὀργανισμὸν τῆς χώρας. Εἶναι ἀμείλικτα ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἠθικὸν θέμα θέτουν ἐπίσης καὶ αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Μὲ ἐπρόλαβεν, ἤδη, ὁ ἀγαπητὸς Πρόεδρος τοῦ Σοσιαλιστικοῦ καὶ Δημοκρατικοῦ κόμματος. Ἀλλά, κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι τὸ νομοθέτημα θὰ εἶχε ρητὰς διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καθορίζοντο τὰ τῆς ἐντάξεως τοῦ προσωπικοῦ καὶ κατόπιν τῆς ἐπισήμου ἀνακοινώσεως τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. μὲ τὴν συμπαράστασιν τοῦ ἐκπροσώπου τῶν Διεθνῶν Ἐλευθέρων Συνδικάτων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ σεβασθῇ τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῶν ὑπαλλήλων, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα. Ποῖος λέγει τὴν ἀλήθειαν; Ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δηλώνει, ὅτι δὲν ἀνέλαβε καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ τὰ κεκτημένα δικαιώματά των, ἢ οἱ ἀξιότιμοι κ.κ. Μακρῆς καὶ Κοῦπερ, ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς τῆς Συνομοσπονδίας τῶν Ἑλλήνων Ἐργατῶν καὶ οἱ ἐπίσημοι ἐκπρόσωποι τῆς Συνομοσπονδίας τῶν Διεθνῶν Συνδικάτων, βεβαιοῦντες τὸ ἀντίθετον; Θέμα ἠθικὸν καὶ αὐτό, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἤδη προχωρῶ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος. Δύο εἶναι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη νὰ ρυθμίσῃ νομοθετικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, συζητουμένης τῆς ἀρχικῆς ἐπερωτήσεως. Εἶπεν, ὅτι θὰ ἐφρόντιζε νὰ ἀποζημιωθοῦν τὰ κοινωφελῆ ἱδρύματα μέτοχοι τῆς Ἐθν. Τραπέζης καὶ ὅτι τὸ συνιστώμενον μονοπώλιον, δὲν θὰ ἦτο ἰδιωτικόν. Θὰ ἀρχίσω ἀπὸ τὰ κοινωφελῆ ἱδρύματα. Ἐν πρώτοις, ἐὰν γίνῃ δεκτόν, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν 7.300.000 δὲν ἀντιστοιχεῖ εἰς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς, εἶναι προφανές, ὅτι ἐκ ταύτης δὲν ζημιοῦνται μόνον τὰ ἱδρύματα ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδιῶται μέτοχοι. Κατὰ ποίαν λογικὴν θὰ λάβητε πρόνοιαν ἀποζημιώσεως μόνον τῶν ἱδρυμάτων καὶ θὰ ἀφήσετε τοὺς ἰδιώτας ἄνευ ἀποζημιώσεως. Δὲν εἶναι τοῦτο, διάφορος μεταχείρισις ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα; Μὴ μοῦ εἴπητε, κ. Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, ὅτι εἴπατε εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι «τοὺς φθάνει ἡ τιμὴ ποὺ γίνονται μέτοχοι τοῦ μεγάλου ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἱδρύομεν», διότι αὕτη ἡ τιμή, ἠμπορεῖ νὰ τοὺς βγῇ πολὺ ξυνὴ καὶ πάρα πολὺ σύντομα.
§143Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, προβλέπει τὴν ἄρσιν τοῦ ἀθεμίτου κέρδους;
§144Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Οὐδεμίαν τοιαύτην πρόβλεψιν κάμνει. Ἀλλὰ ἡ μέθοδος, τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ νομοσχέδιον, δὲν μᾶς πείθει ποσῶς, ὅτι ὅλα τὰ ἱδρύματα θὰ ἐπωφεληθοῦν. Διότι δικαιοῦται μὲν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν καθορίζει πῶς θὰ ἠμπορέσῃ ὁ «Εὐαγγελισμὸς» ἢ ἡ Ἀκαδημία, νὰ ἐγγραφοῦν εἰς τὴν νέαν ἔκδοσιν, δεδομένου, ὅτι στεροῦνται καὶ τῶν ἀπαραιτήτων κεφαλαίων διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν των. Αὐτὰ περὶ ἀποζημιώσεως. Καὶ τώρα, ἂς ἔλθωμεν ἐπὶ τοῦ σοβαρωτέρου θέματος, τοῦ ἐλέγχου τοῦ μονοπωλίου. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀντελήφθησαν κατόπιν τῶν ἐπικρίσεων τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὰς σοβαρωτάτας συνεπείας διὰ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας, τὰς ὁποίας θὰ ἐπήγετο ἡ συγκέντρωσις τῆς πιστωτικῆς λειτουργίας εἰς ἓν ἰδιωτικὸν μονοπώλιον καὶ διὰ τοῦτο ἐπροχώρησαν ἀμέσως εἰς ἀντεπίθεσιν καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ἐδήλωσαν, ὅτι διέθετον τρόπον οὕτως ὥστε τὸ μονοπώλιον νὰ μὴ μείνῃ εἰς ἰδιωτικὰς χεῖρας. Ἐν πρώτοις αὐτὴ ἡ λύσις τὴν ὁποίαν προβάλλει τὸ νομοσχέδιον, δηλαδὴ ἡ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου ἐξασφάλισις τῆς πλειοψηφίας τῶν μετοχῶν ὑπὲρ τῶν Νομικῶν Προσώπων καὶ τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν, δὲν δύναται νὰ μᾶς ἱκανοποιήσῃ ἀπολύτως. Διότι ναὶ μὲν ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ εὑρίσκεται μέχρι σήμερον ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῶν Ὀργανισμῶν αὐτῶν, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπε πόσον οὗτος εἶναι πλημμελὴς καὶ εἰς πόσας ὑπερβασίας καὶ ἴσως, ἀτασθαλίας, ὁδηγεῖ λόγῳ ἀκριβῶς τῶν Κυβερνητικῶν παρεμβάσεων. Ἀλλὰ ποῦ νὰ παρακολουθήσῃ κανεὶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ! Χρειάζεται, πράγματι, εἰδικὴ προπόνησις, διὰ νά ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἴλιγγον τῶν ἀσυνεπειῶν τῆς σκέψεώς του. Ἔρχεται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τί κάμνει; Δίδει ἁπλούστατα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκπροσωπήσεως εἰς τὰς Γενικὰς Συνελεύσεις τοῦ νέου Ὀργανισμοῦ, τῶν Κοινωφελῶν Ἱδρυμάτων καὶ Νομικῶν Προσώπων—μετόχων τοῦ Ὀργανισμοῦ. Ἦτο κακὴ ἡ παρέμβασις τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ὅταν αὗται ἐφρόντιζαν νὰ ἐπηρεάσουν ἔστω τὰ Νομικὰ Πρόσωπα διὰ τὴν στάσιν των κατὰ τὰς Γενικὰς Συνελεύσεις. Καὶ διὰ τοῦτο ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀφαιρεῖ πᾶσαν πρωτοβουλίαν ἀπὸ τὰ νομικὰ πρόσωπα καὶ δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀποκλειστικὴν καὶ ἀνεξέλεγκτον ἐκπροσώπησίν των! Ἡ συνέπεια τῆς σκέψεώς του εἶναι πράγματι καταπληκτική! Ἀλλ’ ἀξίζει νὰ ἐπιμείνωμεν περισσότερον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἡ διαχείρισις τῶν συμφερόντων τῶν Ἱδρυμάτων αὐτῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ, τουλάχιστον, τὸν νέον Τραπεζιτικὸν Ὀργανισμὸν καὶ ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον θὰ ἀσκοῦν ταῦτα ἐπὶ τοῦ τελευταίου, θὰ γίνεται ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς. Κύριοι, ἐγνωρίσαμεν ἕως σήμερον τὸ Κράτος «μπακάλη»· τώρα, σᾶς κάμνω τὰ ἀποκαλυπτήρια τῆς Κυβερνήσεως «σαράφη». Καὶ τί σχέσιν ἔχουν ταῦτα πάντα μὲ τὸν κρατικὸν ἔλεγχον, ἢ ἂν θέλετε μὲ τὴν ἔννοιαν κρατικοποιήσεως ἢ τῆς ἐθνικοποιήσεως; Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς στυγνοτέρας ἐκδηλώσεως τοῦ πρωτογόνου ἀπολυταρχισμοῦ, ὅπου ὁ Κυβερνήτης δὲν ἀναγνωρίζει δικαιώματα εἰς τὰ φυσικὰ καὶ νομικὰ πρόσωπα καὶ ρυθμίζει κατὰ τὸ δοκοῦν τὰς οἰκονομικὰς καὶ ἄλλας αὐτῶν σχέσεις. Δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος διενεργεῖται ὑπὸ κρατικῶν ὀργάνων σύμφωνα μὲ κανόνας, οἱ ὁποῖοι καθορίζονται ἀπὸ τοὺς νόμους, ὁ Ὑπουργὸς ἁπλούστατα γίνεται ἀφέντης τῶν Ἱδρυμάτων αὐτῶν, διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν των χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς κανένα νὰ λογοδοτήσῃ καὶ ἐλέγχει ἀνεξελέγκτως τὸν Τραπεζιτικὸν Ὀργανισμόν, τοῦ ὁποίου τὰ Ἱδρύματα αὐτὰ εἶναι μέτοχοι.
§145Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διευκρίνησιν; Ἡ ἐκπροσώπησις τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, ὅπως λέγει τὸ ἄρθρον 2, ἀφορᾷ μόνον τὰς Γεν. Συνελεύσεις, ποὺ ἔχουν θέμα τὴν συγχώνευσιν, ἢ πᾶσαν Γεν. Συνέλευσιν;
§146Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Πᾶσαν Γεν. Συνέλευσιν.
§147Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἔτσι εἶναι, κύριε Ὑπουργέ; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως;
§148Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἀφορᾷ ὅλας τὰς Γενικὰς Συνελεύσεις.
§149Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶναι σαφές, κ. συνάδελφε. Ὅλας τὰς Γεν. Συνελεύσεις. Λοιπόν, ὅπως εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ ὁμιλῶν ἐπὶ τῆς ἀρχικῆς ἐπερωτήσεως, δὲν ἐξέφυγεν ἀπὸ τὸ δίλημμα τὸ ὁποῖον τοῦ περιέγραψα. Μεταξὺ ἰδιωτικοῦ μονοπωλίου καὶ τῆς χειροτέρας μορφῆς μονοπωλίου ἐλεγχομένου ἀπὸ τὸ Κόμμα, ἐδιάλεξε τὸ δεύτερον. Καὶ σήμερον ἐπιβάλλει εἰς τὴν χώραν μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλέγχῃ αὐτός, διότι νομίζει, ὅτι αἰωνίως διὰ τούτου θά εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ὁ ἀποφασιστικώτερος παράγων εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζει, ὅτι ἡ ἵδρυσις τοῦ Φραγκεστάϊν αὐτοῦ, τὸν ἔλεγχον τοῦ ὁποίου τόσον ἐντέχνως ἀναθέτει εἰς τὸν ἑαυτόν του, θὰ τοῦ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀδιατάρακτον διατήρησίν του εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ, ὅτι εἰς τὸν ἀτίθασον αὐτὸν λαὸν καὶ τὴν ἀνήσυχον αὐτὴν χώραν καὶ πλειοψηφία καὶ καθεστῶτα, τὰ ὁποῖα ἐνεφανίζοντο πολὺ ἰσχυρότερα τῆς σημερινῆς πλειοψηφίας κατεποντίσθησαν ὑπὸ τὴν γενικὴν ἀγανάκτησιν, ὅταν ἔφθασαν εἰς κατάχρησιν ἐξουσίας. (Χειροκροτήματα). Κύριοι συνάδελφοι, προχωρῶ ἐπὶ ἄλλου θέματος, τὸ ὁποῖον ἐπίσης δημιουργεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐπὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας. Ὁ θεσμὸς τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας ἀποτελεῖ ἕνα τῶν ἀκρογωνιαίων λίθων τῶν καθεστώτων, τῆς μορφῆς τοῦ ἰδικοῦ μας. Ἡ ἀνώνυμος ἑταιρεία ἀποτελεῖ τὴν δεξαμενήν, εἰς τὴν ὁποίαν συγκεντρώνεται σταγόνα–σταγόνα, ἡ ἀποταμίευσις καὶ διὰ τῆς δεξαμενῆς αὐτῆς γίνονται τὰ μεγάλα τεχνικὰ ἔργα, αἱ μεγάλαι βιομηχανικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ ἐπιχειρήσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἀναπτύσσεται ἡ οἰκονομικὴ καὶ κοινωνικὴ ζωή. Προϋπόθεσις αὐτῆς τῆς μορφῆς τοῦ συνεταιρισμοῦ, εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς εἰσόδου καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐξόδου. Ὅταν διὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζονται τὰ τῆς συγχωνεύσεως, ὁ μέτοχος ἀντιληφθῇ, ὅτι πίπτει εἰς παγίδα, φαντασθῆτε, τί ἐμπιστοσύνη πλέον θὰ ἔχῃ εἰς τὸ μέλλον διὰ τὸν θεσμὸν αὐτόν. Ὅταν δὲ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν συγχώνευσιν, ἐπιβάλλεται καὶ διαχείρισις τῆς περιουσίας τῆς ἑταιρείας του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀνεξελέγκτως καὶ ἄνευ τῆς ἰδικῆς του συγκαταθέσεως, φαντασθῆτε, τί ἐμπιστοσύνη δημιουργεῖται εἰς τοὺς πολίτας, τοὺς Ἕλληνας ἀλλὰ καὶ τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον ποτὲ τὴν ἰδέαν νὰ τοποθετήσουν χρήματα εἰς τὸν τόπον μας. Καταστρέφετε—καὶ εἶναι φοβερὰ ἡ εὐθύνη σας—τὸν θεσμὸν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας. Κύριοι, διὰ νὰ τὸ κάμω παραστατικώτερον, δὲν πρόκειται νὰ θίξω κανένα, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς δώσω νὰ ἐννοήσετε εἰς ποῖον σημεῖον ὑπερβολῆς θὰ πᾶμε, ἂν γίνουν δεκτὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει τὸ νομοσχέδιον. Αὔριον, εἷς ἄλλος ὑπουργὸς θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ καταθέσῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ θεσπίζεται, ὅτι ὑποχρεωτικῶς συνενώνονται, συγχωνεύονται αἱ ἐπιχειρήσεις καπνοβιομηχανίας Παπαστράτου καὶ Καραβασίλη, τὸ δὲ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς νέας ἑταιρείας ἀπαρτίζεται ἀπὸ τοὺς Αʹ καὶ Βʹ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν κύριον Γʹ, ἀσχέτους καὶ πρὸς τὸν κ. Καραβασίλην καὶ πρὸς τὸν κ. Παπαστρᾶτο. Θέλω νὰ σᾶς ἐρωτήσω κ. Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, ποία θὰ εἶναι ἡ ἀντίδρασίς σας ἐναντίον μιᾶς τοιαύτης ἐνεργείας Κυβερνητικῆς.
§150Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ὅταν θὰ εὑρεθῇ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ κυρώσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§151Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὡραῖα. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὸ σκεφθῇ.
§152Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶμαι εὐχαριστημένος ποὺ τὸ ἀκούω καὶ θέλω νὰ ὑπογραμμίσω τὴν κατεύθυνσιν, πρὸς τὴν ὁποίαν στρέφετε τὴν χώραν, ὑμεῖς, ἡ συντηριτικωτέρα πλειοψηφία τῆς τελευταίας περιόδου.
§153Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὰ ἑξῆς: Μεταξὺ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου θέλετε νὰ ὑπεραμυνθῆτε τώρα, καὶ τῶν μεγάλων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, ὅπως ἀναφέρεται ἄλλωστε εἰς τὸ σχέδιον νόμου Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν, ὑπάρχει μία κολοσσιαία διαφορά, τὴν ὁποίαν σεῖς πρῶτοι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε. Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, ὄχι μόνον εἰς τὸν τόπον μας, ἀλλὰ καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη, εὑρίσκονται ὑπὸ μίαν ἄμεσον κρατικὴν ἐξάρτησιν. Περισσότερον δὲ εἰς τὸν ἰδικόν μας τόπον, ἔχετε νόμους, καὶ τὸ γνωρίζετε πολὺ καλὰ καὶ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς φέρουν τὰς ὑπογραφάς σας, νόμους ποὺ ἔχετε δώσει τοιαῦτα δικαιώματα εἰς κρατικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα μάλιστα δὲν ἔχουν τὴν εὐθεῖαν καὶ θαρραλέαν ἀνάληψιν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον παρουσιάζει, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται, εἰς σᾶς τοὐλάχιστον, νὰ φεύγετε τόσον εὔκολα ἀπὸ ἱδρύματα ποὺ εἶναι φορεῖς τῆς πιστωτικῆς κυκλοφορίας καὶ νὰ ἐπεκτείνετε, μὲ ἕναν ἁπλοῦν συλλογισμόν, τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὴν Α ἢ Β ἑταιρείαν, ἡ ὁποία εἶναι μία ἰδιωτικὴ ἑταιρεία καὶ ἡ ὁποία, ἕως τώρα, δὲν ἔχει εἰσέλθει εἰς τὴν σφαῖραν τῶν κρατικῶν μέτρων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διέπονται οἱ μεγάλοι πιστωτικοὶ Ὀργανισμοί.
§154Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Μοῦ εἶναι ἐξαιρετικὰ πολύτιμος ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τὸν εὐχαριστῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεγράμμισε τὸ γεγονός, ὅτι ἡ συντηρητικὴ παράταξις, ἡ ὁποία εἶναι Κυβέρνησις αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὁδηγεῖ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν σοσιαλιστικοποιήσεως τῆς οἰκονομίας. Τὸν εὐχαριστῶ, διότι τὸ ὁμολογεῖ.
§155Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Σεῖς, τὸ βγάζετε αὐτὸ τὸ συμπέρασμα.
§156Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ἀπαντήσεώς σας, διότι αὐτὸ μοῦ εἴπατε, ὅτι ἂν ἡ πλειοψηφία αὔριον τῆς Βουλῆς ἀποφασίσῃ νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ μέτρον καὶ δι’ ἄλλους ὀργανισμούς, ἔχει καλῶς. Συνεπῶς, τὸ μέτρον, κατ’ οὐσίαν, θέλετε νὰ τὸ ἐμφανίσετε, ὅτι εἶναι μέτρον σοσιαλιστικόν.
§157Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα, κυρίαρχος εἶναι ὁ λαός. Ὅταν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ἔλθῃ καὶ ἀποφασίσῃ καὶ θὰ τὸ κάμῃ νόμον τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον θὰ εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ Συντάγματος, θὰ εἶναι νόμος τοῦ Κράτους. Καὶ μοῦ εἶναι τελείως ἀδιάφορον ἂν αὐτὸ ἀφορᾷ σήμερον μίαν τραπεζιτικὴν ἐπιχείρησιν, αὔριον μίαν καπνοβιομηχανίαν καὶ μεθαύριον δὲν ἠξεύρω ποίαν ἄλλην. Τώρα, ἂν σεῖς ἀρχίσετε νὰ κόπτεσθε καὶ νὰ φοβῆσθε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ λαὸς ἐστήριξε τόσας ἐλπίδας, ὅτι θὰ καταπολεμήσῃ τὸν κρατικὸν παρεμβατισμὸν καὶ θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν φθάσει πλέον εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον τῆς παραφροσύνης ὥστε νὰ στηρίξωμεν τὴν πολιτικήν μας εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ κλονίσουν καὶ θὰ καταστρέψουν τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς παρακολουθήσω.
§158Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, λυποῦμαι, ἀλλὰ δὲν ἀντελήφθητε τί ἤθελα νὰ εἴπω. Εἶπον, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου σας δὲν ἐγκαθιδρύουν κρατικὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ κομματικὸν τοιοῦτον. Καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν καταστρέφετε τὴν πίστιν εἰς τὸν θεσμὸν τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας. Ἄλλωστε, τὸ δικαίωμα τῆς πλειοψηφίας νὰ νομοθετῇ, εἶναι δικαίωμα νὰ νομοθετῇ ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ Συντάγματος γενικῶς καὶ ὄχι δι’ εἰδικὰς περιπτώσεις, διὰ διαχωρισμὸν ἑνὸς προσώπου, ἢ μιᾶς κατηγορίας προσώπων φυσικῶν ἢ νομικῶν, τὰ ὁποῖα νὰ ὑποβάλλωνται εἰς διάφορον τῶν ἄλλων μεταχείρισιν. Ἐάν, εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ἐπρόκειτο περὶ κρατικοποιήσεως τῆς πίστεως, νὰ γνωρίζητε, ὅτι ἐγὼ πρῶτος θὰ σᾶς ἐχειροκρότουν, διότι ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὐτὴ (δεικνύει τὴν Ἀντιπολίτευσιν) πιστεύει εἰς τὴν κρατικοποίησιν τῆς σπουδαιοτάτης αὐτῆς οἰκονομικῆς λειτουργίας. Σᾶς εἶπον ὅμως, ὅτι δὲν κάμνετε κρατικοποίησιν ἢ κρατικὸν ἔλεγχον. Σᾶς εἶπον, ὅτι κάμνετε κομματικὴν παρέμβασιν ἐπὶ ἑνὸς εἰδικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἀλλὰ συνεχίζων ἐπὶ τοῦ ἄλλου σημείου τῆς διακοπῆς σας, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καταστρέφετε τὸν θεσμὸν τῆς Α.Ε. Ἡ καταστροφὴ δὲ αὕτη προκύπτει ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν τραπεζιτικῶν Α.Ε. ἔρχεσθε καὶ ἐπιβάλλετε συγχωνεύσεις, διαλύσεις, διαχειρίσεις ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ἐνεργοῦντα ἀνεξελέγκτως ἐναντίον καὶ παρὰ τὴν γνώμην τῶν μετόχων. Βεβαίως, αἱ παρεμβάσεις αὗται δὲν εἶναι ποσῶς σοσιαλιστικαί, δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν παραδεδεγμένην ἔννοιαν τοῦ «Κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ» καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καταστρέφουν ἀποτελεσματικώτερον τὸν θεσμὸν τῆς Α.Ε. ὁ ὁποῖος εἶναι καίριος διὰ τὸ ἀστικὸν καθεστώς. Καὶ σᾶς λέγω ἐπίσης, ὅτι τὰ μέτρα τῆς παρεμβάσεως εἶναι τέτοια, τὰ ὁποῖα θὰ χαρακτηρίσω εὐθὺς κατωτέρω. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ παρεξήγησις.
§159Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Δὲν ἤθελα νὰ σᾶς ἐνοχλήσω κατὰ τὴν ἀγόρευσίν σας. Ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν;
§160Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εὐχαρίστως.
§161Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἀνεφέρθητε εἰς κομματικὸν μονοπώλιον καὶ τὸ βλέπετε αὐτὸ τὸ μονοπώλιον νὰ δημιουργῆται, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις, οἱ τρεῖς Ὑπουργοί, θὰ ἐκπροσωποῦν τὰ ἱδρύματα. Σᾶς ἐρωτῶ τὸ ἑξῆς, κύριε Ζίγδη: Ἕως τώρα ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν διατέλει ὑπὸ κρατικὸν ἔλεγχον; Ποῖος ἐξέλεγε τοὺς Διοικητὰς καὶ ποῖος ὑπηγόρευεν εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ τί ἔχει νὰ κάμῃ; Καὶ δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ–Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος μετεχειρίσθη ἕνα ὅρον εὐγενείας, εἶπεν, ὅτι τέλος πάντων, τὸ Κράτος ἐχειραγώγει τὴν Τράπεζαν. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον πιθανῶς νὰ ἔχῃ μειονεκτήματα, ἔχει ὅμως τὴν ἀρετήν, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην μὲ θάρρος. Ἀντὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ εἰς τὰ παρασκήνια καὶ τὶς κουζίνες τῶν διαφόρων κομμάτων, τὰ ὁποῖα παρέσυραν μεγάλους πιστωτικοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τοὺς ἔφεραν εἰς τὰ χείλη τοῦ κρημνοῦ, τώρα δίδει τὴν εὐθύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, μέλη ὄντες τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐκπροσωποῦν τὰ ἱδρύματα. Ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἀποκαλέσητε κρατικὸν παρεμβατισμόν, ἀλλὰ τὸ νὰ λέγετε, ὅτι εἶναι κομματικὸς παρεμβατισμός, εἶναι ἀπαράδεκτον. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§162Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ–Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, σᾶς ἀπήντησε τόσον ἐπιγραμματικὰ ἐπὶ τῶν «φαρισαϊσμῶν», εἰς οὓς ἀνεφέρθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ ἐπανέλθω.
§163Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πράγματι, ἠθέλησα ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ὅρον «φαρισαϊσμὸς καὶ ὑποκρισία», τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν ὁ ἀπουσιάζων Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, κύριε Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου, ὅτι τὸ δίλημμα ἐνώπιον τῶν Κυβερνήσεων καὶ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων δὲν εἶναι μόνον μεταξὺ φαρισαϊσμοῦ καὶ κυνισμοῦ. Ὑπάρχει ἡ εὐθεῖα ὁδὸς τῆς εὐπρεπείας, τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖαν ἀποτελεῖ τὴν δόξαν αὐτοῦ τοῦ τόπου.
§164Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καὶ αὐτὴν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις.
§165Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Οὔτε περὶ κυνισμοῦ ὡμίλησα, οὔτε περὶ φαρισαϊσμοῦ. Εἶπα καὶ φαντάζομαι μὲ τὴν καλὴν πίστιν ποὺ σᾶς διακρίνει πάντοτε, θὰ ἀναγνωρίσετε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δίδει φανερὰ τὰς εὐθύνας εἰς τὸ Κράτος, εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι κατ’ οὐσίαν—ὅλοι εἴμεθα ἐδῶ καὶ τὸ ἠξεύρομεν—ἕως τώρα πάλιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνῆκον.
§166Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναπτύξω κάπως τὴν ἄποψίν μου, διότι βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου νὰ ἐπιμένῃ. Ὁ Ὑπουργός, ὡς Ὑπουργὸς ἀσκεῖ τὰ καθήκοντά του σύμφωνα μὲ κανόνας καθοριζομένους ἀπὸ τοὺς νόμους. Εἶναι αὐστηρῶς καθωρισμέναι αἱ ὑποχρεώσεις καὶ αὐστηρῶς καθωρισμένα τὰ δικαιώματά του. Τί καθωρισμένας ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα ἔχει, ὅταν ἀποβαίνῃ ὁ διαχειριστὴς τῆς περιουσίας τῆς ἐπενδεδυμένης εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ; Τί ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεώς του ἔχετε; Κανένα. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι κομματική, ἀπολυταρχική, ἂν θέλετε, καὶ ὄχι κρατικὴ παρέμβασις καθοριζομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἄρθρ. 2.
§167Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριε Ζίγδη...........
§168Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νὰ τελειώνω, κ. Ὑπουργέ!
§169Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἐνόμιζα, ὅτι ἀπηυθύνατε ἐρώτησιν.
§170Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα, κύριοι, δημοκρατικὴ διακυβέρνησις μιᾶς χώρας ἢ μιᾶς μεγάλης ἐπιχειρήσεως τί σημαίνει; Ὅτι γίνεται ἀπὸ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὑπευθύνως ἀσκοῦν τὸν ρόλον, τὸν ὁποῖον ἔχουν. Βεβαίως ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ χειραγώγησις τῶν ὀργάνων αὐτῶν, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ καθοδήγησις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ θὰ ὑπάρξουν πάντοτε οἱ Μαριδάκηδες, οἱ ὁποῖοι, εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις καὶ πρὸς τιμήν των, θὰ εἴπουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: Σχίζω τὸ ἔγγραφόν σου, δὲν τὸ ἀναγνωρίζω. Ποῖος εἶσαι σύ; Αὐτό, κύριοι, θὰ πῇ Δημοκρατία. Νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα Μαριδάκην νὰ εἴπῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ: «Δὲν δέχομαι τὴν χειραγώγησίν σου». Αὐτὸ εἶναι δημοκρατία, ἀσφαλῶς ὄχι φαρισαϊσμός. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Σεῖς θέλετε νὰ μὴν ὑπάρχουν Μαριδάκηδες. Σεῖς θέλετε ὄχι πλέον νὰ ἔχετε τυφλὰ ὄργανα, ἀλλ’ ὅλους τοὺς ἱστοὺς καὶ ὅλα τὰ νήματα νὰ τὰ κινῆτε ἀπ’ εὐθείας διὰ τῶν Ὑπουργῶν σας καὶ μόνον. Αὐτὸ δὲν εἶναι δημοκρατία. Κύριοι, εἶναι βασικὰ προβλήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα συζητοῦμεν, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ προκεχωρημένη αὐτὴ ὥρα διὰ τὴν πλήρη αὐτῶν ἀνάπτυξιν, διὰ τὴν συζήτησιν καὶ τοῦ τί ἐστὶ δημοκρατικὴ διακυβέρνησις, τί ἐστὶ προοδευτικὴ παρέμβασις τοῦ Κράτους καὶ τί ἐστὶ σατραπισμός. Κύριοι, δὲν θὰ παρασυρθῶ εἰς περαιτέρω τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀνάπτυξιν. Ἀλλ’ ὡς τελευταία παρατήρησιν θὰ προσθέσω ὡρισμένας σκέψεις ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καίριον διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου αὐτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑφίσταται σοβαρωτάτην ζημίαν. Εἶναι ἡ περίφημος ὑπόθεσις τῆς εἰσροῆς ξένων κεφαλαίων. Ξεύρετε ὅτι διὰ τὴν ἀνασυγκρότησίν μας χρειαζόμεθα νὰ ἔλθουν ἐδῶ ξένα κεφάλαια. Ἀλλὰ νὰ ἐπενδυθοῦν ἐντίμως, ὄχι ληστρικῶς, ὄχι ὑπὸ τύπον ἀποικιακόν. Χρειαζόμεθα τὴν βοήθειαν τῶν ξένων κεφαλαίων διὰ νὰ ξαναφτιάσωμεν τὸ κατεστραμμένο μας σπίτι. Τί γίνεται ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Ἢ, μᾶλλον, θὰ σᾶς ἐρωτήσω: Ἐφαντάσθητε ποτέ, ὅτι τὴν ἐποχὴν αὐτὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁλόκληρος ἡ χώρα παρακολουθεῖ μετὰ τοιαύτης ἀνησυχίας τὴν περιπέτειαν τῆς Κωπαΐδος, καθ’ ἣν καὶ Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις καὶ Ἀντιπολίτευσις ἀδημονοῦν. Πότε ἡ γῆ ἡ Ἑλληνικὴ θὰ ξαναπέσῃ πίσω στὰ χέρια τὰ Ἑλληνικά· ἐπεριμένατε ποτέ, ὅτι τὴν ἰδίαν ἀκριβῶς ὥραν θὰ ὑπῆρχε Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μίαν ἑταιρείαν Ἑλληνικὴν θὰ ἐπεχείρει νὰ τὴν παραδώσῃ εἰς ξένους; Τὸ περίεργον εἶναι αὐτό: Βεβαίως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶχε τὰ 80% τῶν μετοχῶν τῆς Λαϊκῆς ἀπὸ τὸ 1938. Βεβαίως ἐγένοντο λάθη ἀσύγγνωστα ἀπὸ τὴν δικτατορίαν τοῦ Μεταξᾶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§171Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μεταξᾶ ἐλάμπρυνε τὴν Ἑλλάδα μὲ δόξαν.
§172Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶπα «ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ», κ. συνάδελφε. Ἑπομένως ἡ εὐθιξία σας εἶναι κάπως τραβηγμένη.
§173Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ὀφείλετε ὅλοι νὰ ἀναγνωρίσετε τὸ μέγα ἔργον του.
§174Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἔκαμε λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Μεταξᾶ τὸ λάθος ἐκεῖνο. Ἔκαμε τὸ λάθος, ἐπίσης, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Βούλγαρη τὸ 1945 νὰ ξαναχαρίσῃ τὰς μετοχὰς αὐτὰς εἰς τὴν Ἰονικήν. Καὶ ὅμως ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα δὲν ἀπετόλμησε νὰ ἀπορροφήσῃ πλήρως τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν. Διότι θὰ ἐχρειάζετο νὰ φέρῃ συνάλλαγμα, νὰ πληρώσῃ φόρους. Θὰ ἐχρειάζετο νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀποπομπήν, ἀπὸ τὰς καιρίας θέσεις τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, Ἑλλήνων καὶ τὴν τοποθέτησιν ξένων. Καὶ τί γίνεται σήμερον; Δι’ αὐτοῦ τοῦ κοσμοϊστορικοῦ νομοθετήματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποσκοπεῖται ἡ ἐξυγίανσις (!) τοῦ τραπεζιτικοῦ μας συστήματος, ἐρχόμεθα καὶ προσφέρομεν εἰς ξένην Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τοποθετήσει οὔτε μίαν πεντάραν ξένου συναλλάγματος εἰς τὸν τόπον αὐτὴν καὶ ἡ ὁποία ἀποζῇ ἀπὸ τὰς ἑλληνικὰς καὶ μόνον καταθέσεις, προσφέρομεν μίαν ἑλληνικὴν ἑταιρείαν καὶ ἀφήνομεν ἔκθετον ἕνα ἑλληνικὸν προσωπικὸν τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν τελευταίαν. Καί, εἰς ἐπίμετρον, τῆς χαρίζομεν καὶ τοὺς φόρους, τὸν συνθετικὸν δηλ. φόρον ἐπὶ τῆς ὑπεραξίας τῶν μετοχῶν κλπ. Ὁρῖστε αἱ συνέπειαι, κύριοι, τῆς μεγαλοπράγμονος πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον τὴν ἐπισφραγίζει. Κύριοι, νομίζω ὅτι καὶ μετὰ τὰς διακοπάς, ἀλλὰ καὶ διότι ἐμακρυγόρησα περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἤθελα, θὰ πρέπει νὰ συνοψίσω τὸν λόγον μου καὶ νὰ τὸν καταστρέψω. Ἀνεφέρθη ἀπὸ ἕναν ἐκ τῶν κυρίων εἰσηγητῶν ὅτι ἡ 16 Νοεμβρίου ὑπῆρξεν ἡμέρα εἰρηνικῆς ἐπαναστάσεως καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποτελεῖ συνεπῆ πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς ἐπαγγελίας περὶ ρωμαλέων λύσεων τὰς ὁποίας ἔδωσε προεκλογικῶς ὁ Συναγερμὸς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς ἔδωσε μίαν βασικὴν καὶ κατηγορηματικὴν ὑπόσχεσιν καὶ διαβεβαίωσιν πρὸς τὸν λαὸν καὶ τὴν ἐπανέλαβε διὰ τῆς ραδιοφωνικῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὡς καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ποία ἦτο αὕτη; Ὁ ἀποπαρεμβατισμός. Ἄνευ σχολίων παραδίδω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ κρίνῃ μὲ πόσην εἰλικρίνειαν καὶ μὲ πόσην συνέπειαν ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμὸς ἔδιδεν ὑποσχέσεις καὶ τὰς τηρεῖ τώρα ποὺ ἔγινε Κυβέρνησις. Κύριοι, διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, ὅπως τὸ θέλει ἡ Κυβέρνησις, ἔρχεται αὕτη καὶ σᾶς τονίζει ὅτι ἐπείγει. Βλέπετε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης νὰ τοὺς ἐξορκίζῃ γρήγορα νὰ τὸ ψηφίσετε σήμερον τὸ βράδυ. Θὰ πέσῃ ὁ φοῦρνος! Καὶ ὅμως, κύριοι, ὑπάρχουν ἀκόμη εἰς τὴν Ἑλλάδα δικαστήρια! Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ περάσουν ἀπὸ τὸν ἔλεγχον ἑλληνικῶν δικαστηρίων νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τοιαύτην παραβίασιν τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν βασικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ μέτοχοι, οἱ ὁποῖοι, τὸν σφαγιασμὸν τῶν δικαίων των δὲν θὰ τὸν παρακολουθήσουν παθητικῶς. Ὑπάρχουν ἄλλωστε καὶ τὰ φοβερὰ κενὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποχρεώσουν τὴν Κυβέρνησιν, κάθε ἑβδομάδα ποὺ θὰ ἔρχεται, νὰ προσέρχεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητῇ ἐπειγόντως τὴν ψήφισιν κάποιου ἄλλου, ἐξ ἴσου ἐπιπολαίως συνταχθέντος καὶ ἐπίσης καταστροφικοῦ διὰ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ ἠθικοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος, σχεδίου νόμου. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ προχωρήσω περισσότερον. Παρ’ ὅλον ὅτι μὲ τὰς διακοπάς, μὲ τὴν ἀργοπορίαν μὲ τὴν ὁποίαν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ μὲ τὴν κόπωσιν ποὺ μᾶς κατέλαβε πλέον ὅλους, ἡ ἀγόρευσις αὕτη δὲν ἐγένετο μὲ ὅσην ἠρεμίαν θὰ ἤθελα, ἐπιθυμῶ νὰ κάμω πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Συναγερμὸν μίαν τελευταίαν ἔκκλησιν. Προσέξατε, κύριοι, βεβαίως ἐνεπλάκητε, καὶ τὸ πιστεύω, ἀκουσίως εἰς μίαν ἀτυχῆ περιπέτειαν. Μὴ μετατρέπετε τὰ πάντα εἰς ζητήματα γοήτρου. Ὅταν τὸ γόητρον εἶναι ὁ ὕψιστος κανὼν τῶν Κυβερνήσεων, τότε εἶναι δυνατὸν καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ αἱ πλειοψηφίαι των νὰ συντριβοῦν, διότι θὰ ἔλθουν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὸν νόμον καὶ τὸν γραπτόν, τὸν ἐν ταῖς Βουλαῖς δημιουργούμενον, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν ἀπαράγραπτον, τὸν ἠθικὸν νόμον. Καὶ θὰ καταποντισθοῦν ὄχι μόνον αὗται, ἀλλ’ ἴσως καὶ τὰ καθεστῶτα, τὰ ὁποῖα ἀντιπροσωπεύουν, ἢ τῶν ὁποίων θέλουν νὰ ἐμφανίζωνται ὡς ἐκπρόσωποι καὶ ὑπέρμαχοι... Καὶ θὰ τελειώσω μὲ μίαν ἱστορίαν ἀνάλογον, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ ἀκούσητε μὲ κάποιαν προσοχήν, διότι ἔχει σημασίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Μοῦ ἀρέσει ἡ ἱστορία καὶ τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος μοῦ μένει διαθέσιμος τὸν ἀπασχολῶ μελετῶν ταύτην. Μέσα εἰς τὴν ἀνησυχίαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι διὰ τὸ νομοθέτημα αὐτό, συνέπεσε νὰ περιέλθῃ εἰς τὰς χεῖρας μου μία ἱστορία τῆς Ἀγγλίας ἀναφερομένη εἰς τὴν περίοδον τοῦ Ἑρρίκου τοῦ 8ου. Ἐνθυμεῖσθε τὸν Ἑρρῖκον τὸν 8ον, τὸν περίφημον βασιλέα τῶν 6 γυναικῶν. Ἦλθεν εἰς τὸν θρόνον τῆς Ἀγγλίας τὴν στιγμὴν ποὺ τὸ καθολικὸν ἐκεῖνο τότε Κράτος συνεταράσσετο ἀπὸ τὸν κίνδυνον τῆς αἱρέσεως τοῦ προτεσταντισμοῦ. Ἀνῆλθεν εἰς τὸν θρόνον ὡς ὑπέρμαχος τῆς καθεστηκυίας τάξεως τοῦ Παπισμοῦ, ἔγραψε καὶ εἰδικὴν διατριβὴν καὶ διὰ τοῦτο ὁ Πάπας τοῦ ἀπένειμε τὸν τίτλον τοῦ FIDEI DEFENSOR, τοῦ ὑπερασπιστοῦ τῆς πίστεως. Ἐν τούτοις ὁ βασιλεὺς μετ’ ὀλίγα ἔτη εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ βαρεθῇ τὴν γυναῖκα του καὶ νὰ θέλῃ νὰ τὴν διαζευχθῇ. Ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Πάπα νὰ τοῦ ἐκδώσῃ τὸ διαζύγιον. Ὁ Πάπας δὲν ἐδέχθη. Ἐπῆρε τότε εἰς τὰ χέρια του τὸν νόμον ὁ Ἑρρῖκος ὁ 8ος, ἔκαμε τὸ διαζύγιον ὅπως τὸ ἤθελε καὶ τὴν πρᾶξιν του αὐτὴν τὴν ἀνήγαγεν εἰς νόμον τοῦ βασιλείου. Τὸ ἀποτέλεσμα, κύριοι, εἶναι, ὅτι αὐτὸς ὁ FIDEI DEFENSOR ἔφερεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸν προτεσταντισμόν. Θὰ ἤθελα, ἐὰν ἦτο ἐδῶ ὁ Στρατάρχης, νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι κάποτε εἰς τὸν τόπον αὐτόν, τὸν σπαραζόμενον, ἐνεφανίσθητε ὡς ὑπέρμαχος τῆς καθεστηκυίας τάξεως, ἡ τελευταία ἐλπὶς τοῦ ἀστικοῦ καθεστῶτος, ὅπως εἶπε χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Βορείου Ἑλλάδος..................
§175Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ εἶπε, διότι, ἐὰν ἐλέγετο, θὰ ἦτο βλασφημία.
§176Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Θὰ τοῦ ἔλεγα τοῦ Στρατάρχου: Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σᾶς ἐπίστευσε καὶ σᾶς ἔδωσε τὸν τίτλον τοῦ FIDEI DEFENSOR. Σᾶς ἐπίστευσε, σᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἐξουσίαν πανίσχυρον. Καὶ ἀτυχῶς κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας σᾶς συνέβη ἕνα ἀτύχημα. Εἴχατε μίαν περιπέτειαν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν περιπέτειαν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσετε τὸ γόητρόν σας, ἐλάβατε μέτρα νομοθετικά, τὰ ὁποῖα ὑποσκάπτουν τὰ θεμέλια τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἐκλήθητε νὰ ὑπερασπίσητε. Κύριοι, θὰ τελειώσω μὲ τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σημειώσῃ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶναι τόσον θλιβερὰ ἡ μοῖρα τοῦ Στρατάρχου. Τὸ ἀπεύχομαι. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν πράγματι εἶναι ὁ τελευταῖος, πρὶν ἢ βαδίσουν εἰς τὴν χώραν αὐτὴν οἱ κομμουνισταί. Τὸ ἀπεύχομαι. Ἕνα, ὅμως, ξεύρω, ὅτι ἤδη διὰ μεθόδων, αἱ ὁποῖαι προσομοιάζουν εἰς ἐπαναστάσεις μεξικανικάς, ἐπέπεσε κατὰ τῶν νόμων, κατὰ τοῦ Συντάγματος, κατὰ τῶν βασικῶν ἀρχῶν τῆς πολιτείας καὶ τὰς ἐκλόνισεν ἐκ θεμελίων. Κύριοι, σᾶς προειδοποιῶ, νὰ ἀναμετρήσετε τὰς εὐθύνας σας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς πτέρυγος τῆς ἀντιπολιτεύσεως).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κορινθίας, κ. Γ. Παμπούκας.
§178Γ. ΠΑΜΠΟΥΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§179ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν πέντε λεπτά.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ δέκα λεπτά. (Ὥρα 1.00′ π. μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 1.15′ π. μ.). (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ροδόπουλος).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κ. Μητσοτάκης.
§182Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἶναι ὀλίγον δυσχερὲς νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι εἶναι δυσχερὲς νὰ ἀνεύρῃ τὴν ἀρχήν. Θεωρητικὴν ἀρχήν, ἀρχὴν πολιτικὴν πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ κανείς, ὅτι δὲν ἔχει. Εἶναι ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον πηγάζει ἀπὸ πρακτικὴν ἀντίληψιν ἀντιμετωπίσεως πραγματικοτήτων καὶ συνετάχθη καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ψηφισθῇ, πρὸς ἀντιμετώπισιν μιᾶς συγκεκριμένης καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνώπιόν της ἡ Κυβέρνησις. Τὰ γεγονότα ἱστορικῶς, ὡς ἐξειλίχθησαν τὰς τελευταίας ἑβδομάδας, εἶναι γνωστὰ καὶ δὲν προτίθεμαι νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔθεσαν ὑπὸ ἀντικειμενικὸν σκοπὸν καὶ ἐπεχείρησαν νὰ ἐπιτύχουν τὴν συγχώνευσιν δύο μεγάλων Τραπεζῶν καὶ ἀποτέλεσμα τούτου εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑποβάλλεται. Ὅταν ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀπεφάσισε νὰ ἀναγγείλῃ πανηγυρικῶς τὴν συγχώνευσιν τῶν Τραπεζῶν Ἐθνικῆς καὶ Ἀθηνῶν, ἀσφαλῶς —τοὐλάχιστον αὐτὸ πιστεύω ἐγὼ— δὲν εἶχεν ἀναμετρήσει τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας θὰ ἀντίκρυζε. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ αἱ δηλώσεις του, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐτέθησαν ἐπὶ ἐντελῶς διαφορετικῆς βάσεως, ἀπὸ ὅ,τι τίθεται τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τότε εἶχεν εἴπει, ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία κατέκρινε τὴν πολιτικήν του, νὰ μὴ ἐξεγείρεται, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς μέτρου ἐντελῶς κανονικοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων τῶν δύο Τραπεζῶν. Ἡ ἐξέλιξις τῶν γεγονότων ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἦτο ἀθῷον, δὲν ἦτο ἀνώδυνον καί, πρὸ παντός, δὲν ἀνταπεκρίθη πρὸς τὰ αἰσθήματα καὶ τὰς ἀντιλήψεις οὔτε τῶν μετόχων καὶ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τῶν δύο τραπεζῶν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τῆς ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης, τοῦ τύπου καὶ γενικῶς, τῶν ἑλληνικῶν πολιτικῶν παραγόντων. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον εὑρέθη ἀναγκασμένος ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχέδιον αὐτὸ τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου προσπαθεῖ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν κατάστασιν. Ἐξ ἀρχῆς, ἐὰν θελήσῃ κανεὶς νὰ χαρακτηρίσῃ τὸ νομοθέτημα, θὰ εἴπῃ ὅτι πρόκειται περὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον ὠμότατα, κυνικώτατα ἀντιμετωπίζει τὴν κατάστασιν, μὲ τὴν ἔννοιαν, ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ ἐπιβάλλῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας θεωρεῖ ὀρθὰς καὶ τὰς ὁποίας ἐπεδίωκε νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἀρχὴν τὸ νομοθέτημα δὲν ἔχει, θεωρητικὴν δικαίωσιν δὲν ἔχει. Θεσμοὺς τοὺς ὁποίους ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐγνωρίσαμεν σπάζει καὶ ἀγνοεῖ. Τὸ Σύνταγμα παραβιάζει, ὅπως συνάδελφοι ἀνέπτυξαν. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ κάμνει ἐν τῷ δικαιώματι τῆς πλειοψηφίας τὴν ὁποίαν ἔχει. Εἶναι ὡσὰν νὰ λέγῃ ὅτι «ἔχω 240 βουλευτὰς καὶ θὰ τὸ κάμω διότι τὸ θέλω». Διὰ νὰ στηρίξω αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀναφέρω ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ σᾶς ἐξηγήσω τί λέγουν. Ἡ Κυβέρνησις ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ τὴν συγχώνευσιν χωρὶς νὰ καταβάλῃ δραστικὰ μέτρα ὅπως αὐτὰ ποὺ λαμβάνει σήμερον. Δυστυχῶς δι’ αὐτὴν τὰ πράγματα ἐξειλίχθησαν ἄλλως καὶ σήμερον, εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ἀκολουθήσῃ μίαν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς δὲν εἶχε ἀναμετρήσει ὅταν ἀπεφάσιζεν νὰ κάμῃ τὸ πραξικόπημα τῆς συγχωνεύσεως, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο ποὺ ἤθελε, μετέβαλε τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν καὶ διατυπώνει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου καὶ καθορίζει, ὅτι ἁρμοδιότητα πρὸς σύγκλησιν τῆς συνελεύσεως ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου. Καὶ δὲν λέγει μόνον τοῦτο, ἀλλὰ λέγει, ὅτι ἀποκλειστικὸς ἁρμόδιος εἶναι ὁ Ὑπουργός, δηλαδὴ ἀφαιρεῖ τὴν ἁρμοδιότητα ἀπὸ τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον. Ἔτσι συγχώνευσις τραπεζῶν ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Ἀπαρτία κατὰ τὴν συνέλευσιν ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν χρειάζεται πέραν τῶν 25% τῶν σταυρῶν κεφαλαίου. Ἀντιλαμβάνεσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅλα αὐτὰ διευκολύνουν τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως. Δυστυχῶς ὅμως διὰ τὴν Κυβέρνησιν οὔτε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐλπίσῃ βασίμως, ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ, τὴν συγχώνευσιν, καὶ δι’ αὐτὸ προχωρεῖ εἰς τὸ ἄρθρον 10 τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὠμὴν παρέμβασιν διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ συγχώνευσις δι’ ἑνὸς διατάγματος. Ὅλοι σας νομίζω δὲν ἔχετε διαβάσει τὸ περιεχόμενον τοῦ ἄρθρου 10. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει «.... (ἀναγινώσκει)....» Ἐπὶ τοῦ τελευταίου σημείου θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε. Εἶναι θεωρητικῶς δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὁποία συγχωνεύει 2 Τραπέζας νὰ ὁρίζῃ τὴν ἀναλογίαν τῆς ἀξίας τῶν 2 μετοχῶν, κατὰ βούλησιν καὶ κατ’ ἀπαραίτητον κρίσιν; Ἑπομένως αὔριον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ συγχωνεύσῃ τὰς 2 Τραπέζας καὶ λέγει νὰ ὁρίσῃ, ὅτι ἡ μετοχὴ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν ἔχει δεκαπλασίαν ἀξίαν τῆς μετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς. Ἐὰν κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον αὐτὸ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐδῶ καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ καμμίαν τροπολογίαν —θὰ ἀφήσῃ τὰς Α. Ε. ἑρμαίας εἰς τὴν διάθεσιν τῆς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸν σήμερον, εἶσθε σεῖς καὶ εἶναι ἰδική σας ἡ Κυβέρνησις, ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς συμπολιτεύσεως—καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχετε ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν, αὔριον ὅμως ὁ νόμος εἶναι εἰς χεῖρας οἱασδήποτε ἄλλης ἠμπορεῖτε νὰ ξέρετε ποίας ἐφαρμογῆς θὰ τύχῃ; Ἀναλογισθῆτε καὶ ἀποφασίσατε. Ἀναλογίσθητε ἐὰν ὡς μειοψηφία θὰ ἐδέχεσθο ποτὲ μία τοιαύτην διάταξιν καὶ ἕνα τέτοιον νόμον. Εἶπα προηγουμένως ὅτι τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα σπάζει τὸν θεσμὸν τῆς Α.Ε. Τώρα πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν σπουδαιοτέραν μορφὴν τῆς Α.Ε. τὴν τραπεζιτικήν, ἀλλὰ ἐρωτᾶται ὅταν ἕνα τοιοῦτον νομοθέτημα ἐθεσπίσθη ἀπὸ μίαν συντηρητικὴν Κυβέρνησιν, ὡς ἡ παροῦσα, τί θά γίνῃ ὅταν τοῦτο ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ μίαν ἄλλην Κυβέρνησιν ὄχι τόσον συντηρητικὴν καὶ ἥτις θὰ ἐπεκτείνῃ τὰς συγχωνεύσεις καὶ εἰς ὅλας τὰς Α.Ε.; Καὶ ἐὰν αὐτὸ γίνῃ ποία πλέον εἶναι ἡ ἐγγύησις διὰ τὰς Α.Ε. καὶ διὰ τοὺς μετόχους των; Ποία ὑπάρχει ἐγγύησις ὅτι ἡ Κυβέρνησις καθορίζει τὴν ἀναλογίαν τῆς ἀξίας τῶν μετόχων; Τότε κύριοι, θὰ ἀποθάνῃ ὁριστικῶς ὁ θεσμὸς τῆς Α.Ε. εἰς τὴν χώραν μας. Αἱ παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμον δικαιολογοῦν καὶ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἀμέσως θὰ σᾶς ἐκθέσω περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ ἄρθρου 10. Ὁ κ. Παπαπολίτης ὡς εἰσηγητὴς ἀνέπτυξε τὰς γνώμας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ σᾶς ἀναπτύξω ποῦ ἔγκειται ἡ ἀντισυνταγματικότης τοῦ ἄρθρου 10. Ἀναμφισβητήτως, ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ Νομικὸν πρόσωπον τῆς Ἀνωνύμου Τραπεζιτικῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰδιοκτησίαν ἐπὶ κινητῶν καὶ ἀκινήτων πραγμάτων, ἔχει ἐμπράγματον δικαίωμα ἐπὶ τῶν κινητῶν καὶ ἀκινήτων αὐτῶν. Διὰ τῆς συγχωνεύσεως, κ. συνάδελφοι, λέγει ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος, ἐπέρχεται καθολικὴ διαδοχή. Πρέπει νὰ προσθέσῃ κανείς, ὅτι δὲν ἐπέρχεται φυσιολογικὸς θάνατος, ἀλλὰ ἐξόντωσις τοῦ Νομικοῦ Προσώπου βαθμιαίως, δηλ. ἐπανέρχεται μέσα εἰς τὸ νέον πρόσωπον καὶ κατὰ συνέπειαν ἔχετε σαφῆ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾶ τὸ Νομικὸν Πρόσωπον τῆς Τραπεζιτικῆς Ἑταιρείας. Ἀπόδειξις χτυπητὴ τῆς ὀρθότητος τῆς ἀντιλήψεώς μου, ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς καὶ πρακτικῆς εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον προηγουμένως, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι δυνατὸν εἰς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ στερήσῃ τῆς ἰδιοκτησίας της οἱανδήποτε Ἀνώνυμον Τραπεζιτικὴν Ἑταιρείαν. Πέραν αὐτοῦ, τὸ ἄρθρον 13 προστατεύει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου καὶ μέσα εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτὴν περιλαμβάνεται ἡ οἰκονομικὴ ἐλευθερία. Ἡ προστασία τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου ἀπὸ τὸ Σύνταγμα εἶναι βεβαία. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ κανείς, ὅτι τὸ Σύνταγμα προστατεύει τὴν ἄκρατον ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου. Ἐν προκειμένῳ ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους ὑπερβαίνει πᾶν ὅριον καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ καταστρέφει αὐτὴν ταύτην τὴν οὐσίαν τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας τῶν κατόχων καὶ τῶν Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν, διότι ἐφεξῆς, ὅπως προηγουμένως εἶχον, αἱ Ἀνώνυμοι Τραπεζικαὶ Ἑταιρεῖαι γίνονται ἕρμαιον εἰς τὴν διάθεσιν τῆς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Πέραν αὐτοῦ, κύριοι συνάδελφοι, ἀναμφισβητήτως ἀντισυνταγματικὸν εἶναι καὶ τὸ ἄρθρον Ζ, τὸ ὁποῖον ἀναθέτει τὴν ἐκπροσώπησιν ἱδρυμάτων καὶ τῶν Νομικῶν Προσώπων Δ. Δικαίου εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργούς, ἢ εἰς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ θὰ ὁρίσουν. Εἶναι δὲ ἀντισυνταγματικόν, ἀναμφισβητήτως, προκειμένου περὶ Ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα ἱδρύθησαν διὰ διαθήκης καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ὁ δωρητὴς ὥρισε καὶ τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς περιουσίας, διότι ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ἄρθρον 106 ρητῶς προβλέπει, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μεταβολὴ τῆς διαθέσεως τοῦ διαθέτου. Ἔχετε, κατὰ συνέπειαν, ἕνα νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ τὸ ὁποῖον κινδυνεύει νὰ ἀνατραπῇ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἢ ἀπὸ τὰ ἄλλα Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα τοῦτο καὶ θὰ κριθῇ. Πέραν αὐτοῦ, κ. συνάδελφοι, προηγουμένως ἀνέφερον, ὅτι ἡ παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὰς Τραπεζιτικὰς Ἑταιρείας, ὑπερβαίνει πᾶν μέτρον καὶ δὲν ξεύρει κανεὶς ποῦ ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχουν διάφοροι ἀντιλήψεις, ὡς πρὸς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν πρέπει τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ἔναντι τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς. Ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ πιστεύουν εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς παρεμβάσεως τοῦ Κράτους. Εἰς αὐτοὺς ἀνήκω ἐγὼ καὶ ὁλόκληρος ἡ παράταξις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἡ ἀντίθετος ἄποψις, τῆς ἐλευθέρας οἰκονομίας, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ βάσιν πιστεύει ἡ πλειοψηφία. Ἀλλὰ ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους καὶ θὰ ἀποτελέσῃ παράβασιν, ἡ ὁποία ἀσκεῖται ἀπὸ Κράτη ὠργανωμένα, πρὸς ἐπιδίωξιν γενικωτέρων σκοπῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἡ παρέμβασις καθ’ ὃν τρόπον ἀσκεῖται σήμερον, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐν ὄψει ὡρισμένης, συγκεκριμένης περιπτώσεως καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῆς περιπτώσεως αὐτῆς, ὡδήγησε τὴν Κυβέρνησιν, νὰ συντάξῃ ἕνα νομοσχέδιον, δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ πάθος τοῦ ἀνθρώπου, ἡ μανία ἡ ὁποία τὸν ὁδηγεῖ εἰς τὸ νὰ παρεμβαίνῃ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς κανένα σκοπὸν καὶ ὁ ὁποῖος ὁδηγεῖ τὸ Κράτος θὰ ἔλεγον χωρὶς καμμίαν κατεύθυνσιν, ὄχι διὰ νὰ προστατεύσῃ τὸ σύνολον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο θεμιτόν, ἀλλὰ διὰ νὰ διαρρυθμίσῃ κατὰ τὸν τρόπον ποὺ αὐτὸς θέλει καὶ νομίζει, θέματα ποὺ ἀποτελοῦν καθαρῶς ἰδιωτικὴν ὑπόθεσιν. Διότι, κ. συνάδελφοι, οὐδαμῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν ἀναλογίαν τῶν σχέσεων τῶν Μετοχῶν τῶν 2 Ἑταιρειῶν, ἐὰν δηλ. δώσητε περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα, εἰς τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην Ἑταιρείαν, ὁ Λαὸς δὲν πρόκειται νὰ ζημιώσῃ. Θὰ ζημιώσουν ὅμως ὡρισμένα Νομικὰ Πρόσωπα, καὶ ἡ παρέμβασις αὐτὴ εἶναι κἄτι τὸ ἀκατανόητον, εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ παρέμβασιν, ἀλλὰ παραβίασιν τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθέρας οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν σεῖς θέλετε νὰ ἀκολουθήσητε, πρὸς ἐπιδίωξιν σκοποῦ, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ χαρακτηρίσω. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὸ ἱστορικὸν τῶν τελευταίων γεγονότων, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, ὅμως, νὰ τονίσω ὡρισμένα σημεῖα, κἄπως εἰδικώτερον. Ἀναμφισβητήτως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ μέτρον τοῦτο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν νομικὴν πλευράν, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν πλευράν του, περὶ τῆς ὁποίας ἐν συνεχείᾳ θὰ εἴπω, ἔχει καὶ μίαν ἄλλην πλευράν. Ἔχει τὴν πολιτικήν, τὴν ἠθικὴν πλευρὰν θὰ ἔλεγον. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἐδημιούργησεν ὀξυτάτας ἀντιθέσεις, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸν Ἑλληνικὸν πολιτικὸν κόσμον, ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐστηρίχθησαν εἰς διαφορετικὴν ἐκτίμησιν πραγματικῶν γεγονότων. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ εὐθὺ καὶ τὸ τίμιον διὰ τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἦτο, διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ ξεκαθάρισμα. Σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης ἔρχεται καὶ κάμνει κἄτι ἄλλο. Τὰ θέματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρξε διάστασις ἀπόψεων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν τύπον εἶναι γνωστά. Ἕν ἀπὸ τὰ θέματα αὐτὰ ἦτο, τὸ κατὰ πόσον ἔπασχεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Διότι λέγει ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι αὐτὸ τὸν ὡδήγησεν εἰς τὴν σοφὴν ἰδέαν νὰ κάμῃ τὴν συγχώνευσιν. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἀνέμενε κανείς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐλάμβανεν εἰδικὴν μέριμναν, διὰ νὰ ξεκαθαρίσῃ τὸ θέμα. Καὶ ἐν τούτοις, εἶναι περίεργον, ἀλλ’ ἐπιδιώκεται ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ὑπάρχει ρητὴ διάταξις, ἡ ὁποία κατ’ ἀπόλυτον ἐξαίρεσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἰσχύουν γενικώτερον, βάσει τοῦ νόμου περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ἀπαγορεύει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ κάμῃ συνέλευσιν, καὶ ἐπιπροσθέτως ὁρίζει ρητῶς, ὅτι κατὰ τὴν συγχώνευσιν δὲν θὰ γίνῃ οὔτε ἁπλῆ ἀπογραφὴ τῶν εἰσφερομένων στοιχείων. Προκειμένου ὅμως περὶ τοιούτων θεμάτων εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ τὰ ἀντιμετωπίσῃ κανεὶς μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι «ξεύρετε βιάζομαι». Ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν βιάζεται ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν πρώτην μάλιστα στιγμὴν ποὺ δοκιμάζεται ἡ πολιτική της, κατὰ τὴν πρώτην στιγμὴν ποὺ δοκιμάζεται ἡ ἠθική της ὑπόστασις, ἡ εἰλικρίνειά της ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρώτιστον προσὸν τῶν πολιτικῶν προσώπων εἶναι ἡ εἰλικρίνεια, θὰ ὤφειλε νὰ ξεκαθαρίσῃ πλήρως τὰ πράγματα καὶ νὰ ἀποδείξῃ δι’ ἀριθμῶν καὶ γεγονότων τὴν ὀρθότητα τῆς πολιτικῆς της. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐζήτει νὰ μὴ γίνῃ Συνέλευσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ μὴ γίνῃ ἀπογραφὴ τῶν εἰσφερομένων περιουσιακῶν στοιχείων, πῶς θέλετε ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκομεν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε παρεδέχθημεν τὰς ἰδικάς του ἀπόψεις, νὰ μὴ ἰσχυρισθῶμεν, ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης λέγει ψευδῆ πράγματα καὶ προσπαθεῖ νὰ παρασύρῃ τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην, θέλων νὰ κάμῃ κἄτι, τὸ ὁποῖον οἱ κείμενοι νόμοι δὲν ἐπιβάλλουν; Κύριοι συνάδελφοι, τὸ εἶπον ἐπανειλημμένως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου, κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν χρέος νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ἀπαλείψῃ χωρὶς συζήτησιν εἰς τὴν πρώτην αἴτησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὀλίγος ἱπποτισμὸς χρειάζεται ἀκόμη καὶ εἰς τὴν πολιτικήν. Ὅταν προκαλῇ ἡ ἀντιπολίτευσις καθ’ ὃν τρόπον προκαλεῖ, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ τὸ σκότος. Ὀφείλει νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρόκλησιν καὶ νὰ κάνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ χύσῃ φῶς εἰς ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον τόσον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Τράπεζαν Ἀθηνῶν. Ὑπάρχει μία περίεργος διάταξις εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἐδ. 5, ἡ ὁποία ἀναθέτει ἀποκλειστικῶς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς συγχωνεύσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ λέγει, ὅτι ἐφεξῆς οὔτε κἂν τὰ Διοικητικὰ Συμβούλια δὲν δύνανται νὰ λαμβάνουν πρωτοβουλίαν ἐπὶ συγχωνεύσεως. Ἡ Τράπεζα Ἀθηνῶν ὅμως ἔχει καλέσει Γενικὴν Συνέλευσιν τῶν μετόχων της. Ὑπάρχει ρητὴ διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἡ συγκληθεῖσα πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος δὲν συνέρχεται νομίμως. Δὲν σᾶς ἀρκεῖ ἡ κήρυξις τῆς ἀκυρότητος, ἀκολουθεῖ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι «οὐδεμίαν νομικὴν ἰσχὺν ἔχουν» τῆς ἀκυρότητος δυναμένης νὰ κηρυχθῇ καὶ διὰ πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Ἐμπορίου. Φοβεῖται ἡ Κυβέρνησις μὴ τυχὸν ἂν γίνῃ Συνέλευσις τῆς Τραπέζης προχωρήσει οὕτω εἰς πραξικόπημα; Καὶ ἐχρειάζετο ἡ ἀκυρότης νὰ κηρυχθῇ καὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ; Ἀλλὰ κάποιον λόγον πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ διάταξις αὐτή. Ἐλέχθη πολλὲς φορὲς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι ἀθῷαι. Ἀλλ’ ἂν ὄντως εἶναι ἀθῷαι αἱ διατάξεις αὗται, ἂν ὄντως δὲν μεταβάλλουν τοὺς κειμένους νόμους, διατί δὲν τοὺς διαγράφετε, ἀφοῦ ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ λέγωμεν, ὅτι εἶναι ὕποπτοι καὶ ἀνήθικοι; Θὰ πῇ, ὅτι κάποιον σκοπὸν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι γνωστόν, κύριοι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀνέκυψεν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ ὑποψηφίου Διοικητοῦ τῆς νέας Τραπέζης. Εἰς τὸ πρόσωπον αὐτὸ διὰ τὸ ὁποῖον ἐγὼ προσωπικῶς δὲν ἔχω τίποτα νὰ πῶ διότι δὲν τὸν γνωρίζω, ἡ Κυβέρνησις στηρίζει μεγάλας ἐλπίδας, διότι τὸ ὅλον νομοθέτημα εἶναι κατὰ τοιοῦτον τρόπον συντεταγμένον, ὥστε ἐφ’ ἑξῆς νὰ μὲν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὸν λόγον, ἀλλά, κύριος μοχλὸς εἰς τὴν νέαν Τράπεζαν θὰ εἶναι ὁ νέος Διοικητής, τὸν ὁποῖον ἐκ τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις κατωνόμασεν. Ἐναντίον τοῦ κυρίου αὐτοῦ διετυπώθησαν ὄχι ἁπλοῖ ὑπαινιγμοί. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἀδικαιολογήτων ψιθύρων, δὲν πρόκειται περὶ λόγων τοῦ πεζοδρομίου, δὲν πρόκειται κἂν περὶ δημοσιογραφικῶν πληροφοριῶν. Ἐμφανίζονται οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, πιθανώτατα ἡ πλειοψηφία τῶν μετόχων, ἡ ὁποία κατηγορεῖ ὑπευθύνως καὶ ἐνυπογράφως, δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον κατετέθη ἤδη εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, κατηγορεῖ τὸν Διοικητὴν τῆς νέας Τραπέζης ἐπὶ ἀπιστίᾳ. Τὰ γεγονότα θὰ σᾶς τὰ εἴπω ἐν συντομίᾳ. Κατηγορεῖται ὁ κ. Ἠλιάσκος, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, ἐπώλησεν 2.500 μετοχὰς τῆς Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας «Ἀστὴρ» εἰς τιμὴν 25.000 κατὰ μετοχήν, ἐνῷ αἱ μετοχαὶ εὐθὺς ὡς ἐνεφανίσθησαν εἰς τὸ χρηματιστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεχρεώθη νὰ τὰς εἰσάγῃ ἀργότερον, ἐπέτυχαν τιμὴν 10πλασίαν. Πρόκειται περὶ μιᾶς διαφορᾶς ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς πολλὰ δισεκατομμύρια. Καὶ ἡ καταγγελία εἶναι σαφεστάτη. Λέγουν οἱ καταγγέλοντες μέτοχοι, ὅτι ὁ κ. Ἠλιάσκος ἐπώλησεν τὰς μετοχὰς εἰς ἑαυτόν, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ ἴδιος ἀπεκόμισε τὸ κέρδος. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ κατηγορία εἶναι ἀληθής, διότι δὲν εἶμαι δικαστὴς νὰ τὸ ἐλέγξω. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὅταν κατετέθη τοιαύτη αἴτησις, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ διαταχθῇ δικαστικὴ ἔρευνα, νὰ διορισθοῦν ἐλεγκταὶ καὶ νὰ διαταχθοῦν τὰ περαιτέρω νόμιμα—ἡ προϋπόθεσις αὐτὴ εἶναι κατὰ νόμον ἀπαραίτητος, διὰ νὰ ἀσκηθῇ ἐν συνεχείᾳ μήνυσις κατὰ τοῦ κ. Ἠλιάσκου, ἐναντίον τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἀστικὴ καὶ ποινικὴ εὐθύνη, ἐφ’ ὅσον ἀποδειχθῇ ἀληθὲς—ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ δεδομένα, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔπρεπε οὔτε νὰ σκεφθῇ κἂν ἀναβολὴν πολὺ περισσότερον ματαίωσιν τῆς συνελεύσεως τῆς Τραπέζης. Ἂν ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, θέλῃ νὰ περιφρουρήσῃ τὸν μέλλοντα Διοικητὴν τῆς νέας Τραπέζης, ἂν θέλῃ νὰ περισώσῃ τὸ ἀτομικόν του γόητρον καὶ τὴν προσωπικήν του ἀξιοπρέπειαν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν πρόοδον καὶ τὴν προκοπὴν τοῦ νέου Ἱδρύματος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ θελήσῃ νὰ ἔλθῃ εἰς φῶς ἡ ὑπόθεσις αὐτή, ὥστε ἂν εἶναι ἀκριβῆ τὰ καταγγελόμενα νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν της περὶ τοῦ προσώπου καὶ πιθανῶς περὶ τῆς συγχωνεύσεως, διότι καὶ αὐτὸ τὸ περίεργον ἠκούσθη, ὅτι ἐκ τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἴσως ἤχθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς συγχωνεύσεως ἡ Κυβέρνησις. Εἰς αὐτὸ πάντως δὲν ἐπιμένω, νὰ ἀναθεωρήσῃ δηλαδὴ τὴ ἀπόφασίν της καὶ ὡς πρὸς τὴν συγχώνευσιν, ὁπωσδήποτε ὅμως, ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον. Ἄν ἀντιθέτως ὁ κ. Ἡλιάσκος, ἐν ὄψει τῆς κατηγορίας καὶ ἡ Δικαιοσύνη τὸν ἀποδώσῃ ἄσπιλον, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰ καθήκοντά του...
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐγένοντο αὐτά;
§184Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν. Ἄν θέλετε ἠμπορῶ νὰ καταθέσω τὴν αἴτησιν διὰ νὰ δημοσιευθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ἢ καὶ νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω. Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχουν περιθώρια δι’ ἀντιρρήσεις· εἶναι καταπέλτης τὸ ἔγγραφον ποὺ κατετέθη εἰς τὰς 9–2–53 εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Ἡ καταγγελία εἶναι ἐπίσημος καὶ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ θὰ πρέπῃ νὰ τὰ ἐλέγξῃ ἡ Κυβέρνησις. Δὲν σᾶς λέγω, ὅτι ὀφείλει νὰ στείλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν συνέλευσιν τῶν μετόχων νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν ἡ Συνέλευσις ἔχῃ συγκληθῇ προκειμένου νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος αὐτοῦ, νὰ προβῆτε εἰς τὴν ματαίωσίν της, κ. Ὑπουργέ. Αὐτὰ τὰ πράγματα, κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι ἀποτελοῦν ἀήθην πολιτικὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§185Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἔδωσε τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ διάψευσις αὐτὴ περιελήφθη εἰδικῶς διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν συνέλευσιν αὐτὴν τῆς Τραπέζης; Ἔδωσεν τὴν διευκρίνησιν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργός;
§186Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὄχι δὲν τὴν ἔδωσεν οὔτε τοῦ ἐζητήθη. Πάντως τὸ ἐδάφιον εἶναι σαφές.
§187Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἐὰν ἦτο εἰλικρινὴς θὰ ἔλεγεν, ὅτι τὴν διάταξιν αὐτὴν τὴν ἔθεσε διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν συνέλευσιν ναὶ ἢ ὄχι; Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι παρὼν καὶ οἱοσδήποτε γνωρίζων στοιχειώδη νομικὰ δύναται νὰ ἀντιληφθῇ, ὅτι αὐτὸ λέγει τὸ ἐδάφιον 5 τοῦ ἄρθρου 1. Κύριοι συνάδελφοι, πέραν αὐτῶν τῶν θεμάτων διὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ὡμίλησα, ὑπάρχουν καὶ δύο ἄλλα θέματα τὰ ὁποῖα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναπτύξω. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς φορολογικὰς ἀπαλλαγάς. Ἐν περιπτώσει συγχωνεύσεως διὰ τοῦ Ν...... τοῦ 1931 ὡρίσθη, ὅτι αἱ συγχωνευόμεναι ἑταιρεῖαι ἀπαλλάσσονται ἀπὸ ὡρισμένας φορολογίας. Σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου διὰ τοῦ ἄρθρου 4 καθιεροῦται γενικὴ φορολογικὴ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς φόρους, χαρτοσήμου, μεταβιβάσεως καὶ γενικῶς ἀπὸ ὅλους τοὺς φόρους οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο νὰ πληρωθοῦν. Προσωπικῶς καὶ δὲν τὸ ἀπέκρυψα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς συμφωνῶ διὰ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτήν. Ὅταν μάλιστα ἡ συγχώνευσις ἐπιβάλλεται κυβερνητικὴ ἐπιταγὴ δὲν ἀντιλαμβάνομαι διατὶ οἱ Μέτοχοι καὶ ἡ Τράπεζα, νὰ ἐπιβαρυνθοῦν μὲ φορολογίες πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, ἀνέφερον τὸ θέμα αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ τονίσω τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν συγχώνευσιν τῆς Λαϊκῆς μὲ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν. Ἐπέμεινα ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὅταν ἐτέθη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω καὶ τώρα ἀπὸ τὴν πλευρὰν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὑπεβλήθη τροπολογία καὶ ἐτέθη ὡς θέμα ἀρχῆς. Δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ξεπουλήσωμεν Ἑλληνικὰς ἑταιρείας εἰς ξένας καὶ ταυτοχρόνως ν’ ἀπαλλάξωμεν ἀγγλικὰς ἑταιρείας ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων. Νομίζω ὅτι κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁμόφωνος ὑπῆρξεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ἀντίληψίς μας ὅλων ὡς Ἑλλήνων βουλευτῶν, ὅτι μία τοιαύτη ἀπαλλαγὴ εἶναι ἀπαράδεκτος. Καὶ ἐπροτάθη καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸν ἀγαπητὸν καὶ ἀξιότιμον κ. Δερτιλῆν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας τὸν κ. Παπασταύρου, ἐπροτάθη καὶ ἐτονίσθη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου ἡ ἄποψις, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἐξαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῆς φορολογίας ἡ περίπτωσις συγχωνεύσεως Ἑλληνικῶν ἑταιρειῶν εἰς ἀλλοδαπάς.
§188ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη σας.
§189Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι δὲν ἀφίσταται τῶν πραγματικῶν γεγονότων καί, ὅτι δὲν λέγω καμμίαν ἀνακρίβειαν. Ἦτο ὁμόφωνος ἡ ἀντίληψις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ ἄλλως, διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω ποίαν δικαίωσιν θὰ εἶχε μία τοιαύτη ἀπαλλαγή. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τὸ γνωρίζετε. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα χωρὶς νὰ εἰσαγάγῃ οὐδεμίαν λίραν εἰς ξένον συνάλλαγμα ἠγόρασε τὸ πακέτο τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης. Γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα εἶναι κυρία τῆς πλειοψηφίας τῶν μετόχων τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης καὶ γεγονὸς εἶναι, ὅτι καίτοι ἐπεθύμει νὰ κάμῃ ἐξαγορὰν τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης δὲν τὸ ἀπεφάσιζε, διότι ἐπρόκειτο νὰ πληρώσῃ φόρους εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Καὶ ἐρχόμεθα σήμερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴν φορολογίαν διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ καταπιῇ τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε εἶναι Ἑλληνικὰ κεφάλαια καὶ ἱδρώτας Ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ χρόνια εἰργάσθησαν διὰ νὰ τὴν δημιουργήσουν, νὰ τὴν καταπιῇ ἡ ξένη ἑταιρεία, ἡ ὁποία εἶναι καθαρῶς Ἀγγλικὴ καὶ νὰ τῆς δώσωμεν ὡς ἐπισφράγισιν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὴν φορολογίαν. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον καταπληκτικὸ ὥστε καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου κ. Καψάλης, εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἔκαμε τὸν νόμον αὐτὸν δὲν τὸ εἶχε ἀντιμετωπίσει καὶ μᾶς παρεκάλεσε νὰ ἀναμείνωμεν διὰ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀπάντησιν, ἀφοῦ συζητήσει μὲ τοὺς ἁρμοδίους κυβερνητικοὺς παράγοντας. Τότε ἐπρότεινα ἐγώ, ἐὰν θέλῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἀφοῦ ὁμόθυμος ἦτο ἡ ἐπιθυμία της νὰ ἐκφράσῃ μίαν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ὅμως, κύριοι, καὶ δὲν τιμᾷ τὴν παροῦσαν Βουλὴν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγινε, οὔτε τὴν εὐχὴν αὐτὴν δὲν ἠθέλησε ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐκφράσῃ, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν συνεφώνησεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ κριτικὴν συναδέλφων δὲν πρόκειται νὰ κάμω. Γεγονὸς εἶναι ὅτι εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ὁ κ. Καψάλης μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν δέχεται τὴν τροπολογίαν καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ κοσμοσωτηρίῳ της πολιτικὴν εἶναι πρόθυμος ἐὰν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ συγχώνευσιν Ἑλληνικῶν τραπεζῶν εἰς ξένας καὶ νὰ δώσῃ ὡς δῶρον τὴν ἀπαλλαγὴν τὴν φορολογικὴν ἡ ὁποῖα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον δὲν εἶναι δυστυχῶς ἀσήμαντος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν μᾶς ἔκαμε τὴν δήλωσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας τοῦ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν ἀπαλλάσσητε ἡ ξένη Ἑταιρεία πέραν τῶν σήμερον ἰσχυουσῶν ἀπαλλαγῶν παρὰ μόνον ἀπὸ τὸν συνθετικὸν φόρον. Δυστυχῶς ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γεν. Λογιστηρίου ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ Νομοθέτημα καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τὸν συνθετικὸν φόρον γίνεται ἀπαλλαγὴ καὶ ἀπὸ τὸν ἰσχύοντα εἰδικὸν φόρον ἐπὶ τῆς μεταβιβάσεως ἡ ὁποία ἀπαλλαγὴ ἀνέρχεται περίπου εἰς 50% τοῦ κανονικοῦ φόρου καὶ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τοῦ τέλους χαρτοσήμου. Τὰ ποσὰ αὐτὰ ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὰ 5 δισεκ. Θέλετε νὰ συγχωνεύσετε τὴν Λαϊκὴν τράπεζαν νὰ τὴν δώσετε δῶρον εἰς τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν τοῦ Λονδίνου καὶ εἰς τοὺς κυρίους οἱ ὁποῖοι κρύπτονται ἀπὸ πίσω ἀπὸ αὐτοὺς καὶ θέλετε νὰ τοὺς κάμετε δῶρον. Δικαίωμά σας εἶναι, πλειοψηφία εἶσθε, ἀλλὰ κάποτε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσουν τὴν διάταξιν φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἔχουν νὰ δώσουν πικρὸν λόγον ἐνώπιον τοῦ ὑπερτάτου κριτοῦ ὅλων μας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κύριοι συνάδελφοι καὶ κάτι ἄλλο εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τονίσω. Ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἀντιμετώπισε τὸ θέμα τῆς συγχωνεύσεως καὶ ἐτόνισεν ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐπιθυμεῖ νὰ λύσῃ τὸ Κυβερνητικὸν πρόβλημα ἀπησχολήθη ἐξ ἀρχῆς καὶ τοῦτο κατέστη ἀναγκαῖον καὶ προεκλήθη ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν μὲ τὸ θέμα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὰς δηλώσεις του—ἔχω τὸ ἐστενογραφημένον κείμενον τῶν δηλώσεών του—ἔκαμεν ἀόριστον μνείαν χωρὶς σαφῶς νὰ δεσμευθῇ. Εἶπε πάντως ὅτι δίδει τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι θὰ κριθοῦν ἐπὶ γενικῶν πλαισίων καὶ ὅτι τὰ γενικὰ αὐτὰ πλαίσια θὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Θὰ ἀνέμενε κανείς, κύριοι συνάδελφοι, καὶ εὐλόγως, ὅπως εἰς τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν περιληφθοῦν τοὐλάχιστον τὰ γενικὰ πλαίσια περὶ τῆς τύχης τῶν τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι λυπηρόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὐδὲν πλαίσιον περιλαμβάνεται καὶ οὐδὲν ἀναφέρεται περὶ τῆς τύχης τῶν τραπεζιτικῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἀφήνονται εἰς τὴν τύχην των, ἐντὸς δύο ἄρθρων τὰ ὁποῖα ἀπολύτως γενικῶς καὶ χωρὶς νὰ μπαίνουν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος ἀναφέρονται εἰς ὑπαλληλικὰ θέματα. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐκήρυξαν ἀπεργίαν ἡ ὁποία ἀπέβλεπεν— ἡ Κυβέρνησις εἶπεν ὅτι ἀπέβλεπε καὶ εἰς πολιτικοὺς σκοποὺς—νὰ ματαιώσῃ τὴν συγχώνευσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει γεγονὸς εἶναι ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν προστασίαν τῶν ἰδικῶν των αἰτημάτων καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων των. Καὶ ὅπως ἐξ ἀρχῆς ἐλέχθη καὶ εἶναι ἀκριβές, καὶ εἰς αὐτὸ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀμέριστον προσοχήν σας, ὅτι ἡ ἀπεργία τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐλύθη κατόπιν ρητῆς διαβεβαιώσεως ἡ ὁποία διεβιβάσθη ὑπευθύνως καὶ ἁρμοδίως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν πρὸς αὐτούς, ὅτι θὰ σεβασθῇ τὰ κεκτημένα δικαιώματά των. Ἔχω ἐνώπιόν μου τὰ ἔγγραφα, κύριοι συνάδελφοι, τὰ ὁποῖα, δυστυχῶς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἡ Γ.Σ.Ε.Ε., Τμῆμα Τύπου καὶ Διαφωτίσεως, εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 12 τῆς 22ας Ἰανουαρίου 1953 ἀνακοίνωσίν της ἀναφέρει ἐπὶ λέξει, ὅτι «ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Γραμματείαν τῆς.... ....... (ἀναγινώσκει)...... νὰ θίξῃ τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῶν ἐργαζομένων». Ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐξεδόθη τὴν 22αν Ἰανουαρίου καὶ προστίθεται εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν αὐτήν, ὅτι μὲ τὴν ἔννοιαν «κεκτημένα δικαιώματα» νοοῦνται «ἡ ἐκ τῆς ἰσχυούσης ...... (ἀναγινώσκει)........». Παρὰ ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν προέτεινε τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ καθιέρουν καὶ νομοθετικῶς αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν ὑποσχέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὁ παριστάμενος ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἠρνήθη νὰ τὰς δεχθῇ καὶ εἶπεν, ὅτι «ἡμεῖς οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ὡς Κυβέρνησις ἔχομεν ἀναλάβει πέραν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε διὰ τῶν δηλώσεών του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὁ κύριος Μαρκεζίνης». Κύριοι συνάδελφοι, ἠθικὸν καὶ πάλιν, δυστυχῶς, διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἶναι τὸ πρόβλημα. Ἡ ἀνακοίνωσις ἐξεδόθη τὴν 22αν Ἰανουαρίου. Προσυπογράφεται καὶ ἀπὸ ξένον ἐπίσημον ἀντιπρόσωπον τῆς Διεθνοῦς Συνομοσπονδίας τῶν ἐλευθέρων ἐργατικῶν Συνδικάτων, ὁ ὁποῖος, δυσχερῶς δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι εἶναι ἀπατεὼν ἐν προκειμένῳ Ὑπογράφεται ἀπὸ τὸν Γεν. Γραμματέα τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. τὸν κ. Μακρῆν, ὁ ὁποῖος ἐν προκειμένῳ ἐνεργεῖ ἐξ ὀνόματος τῆς Γεν. Συνομοσπονδίας, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει μεσολαβητικὴν προσπάθειαν καὶ ἀναφέρει συγκεκριμένα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καὶ δημοσιευθῆ ἔκτοτε. Τί πρέπει νὰ ὑποθέσῃ κανείς, κύριοι; Ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωσε ψευδῆ ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν σήμερον ἀνακαλεῖ, ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωσεν ἁπλῆν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν δύναται νὰ τηρήσῃ, ἢ οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεκοίνωσαν τὰς ὑποσχέσεις αὐτὰς τῆς Κυβερνήσεως, οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι διεβίβασαν τὰς ὑποσχέσεις της πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐν προκειμένῳ ὁ κ. Μακρῆς καὶ ὁ κ. Κοῦπερ, ὑπῆρξαν κοινοὶ ἀπατεῶνες, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα ὄργανα μιᾶς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως νὰ σπάσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν ἀπεργίαν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι, δυστυχῶς, τέτοια τὰ γεγονότα, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ βγῇ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδον. Θέλω νὰ ἐλπίζω, προσωπικῶς—πιστεύσατέ το αὐτὸ—ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ κάποιον τρόπον νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα. Πάντως, γεγονὸς θὰ παραμείνῃ καὶ θὰ ἀποτελέσῃ μοναδικὸν μέχρι σήμερον προηγούμενον, διότι δὲν ξεύρω τὶ περίοδος ἀρχίζει εἰς τὸν τόπον μας, προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον μία ἐπίσημος Κυβέρνησις ἤ, πάντως, ἐπίσημος ἐκπρόσωπος μιᾶς ὠργανωμένης τάξεως, δι’ ἀπάτης ὡδήγησαν εἰς ἀποτυχίαν μίαν ἀπεργίαν, ἡ ὁποία ἀπετέλει ἐνόχλησιν διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν προχωρῶ πάρα πέρα· ἀναμένω μίαν ἐξήγησιν τῆς Κυβερνήσεως καί, πρὸ παντός, ἀναμένω, πέραν αὐτῆς τῆς ἁπλῆς δηλώσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβε, νὰ προβῇ εἰς κάπως πλέον συγκεκριμένας δηλώσεις ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀκολουθήσῃ, ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν ὑπαλλήλων τῶν Τραπεζῶν, διότι ἡ πολιτική, ποὺ θὰ ἀκολουθήσῃ ὡς πρὸς τὸ θέμα τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς, θὰ προσθέσω καὶ γενικώτερον τῶν ὑπαλλήλων τῶν Τραπεζῶν, διότι ἡ πολιτική, ποὺ θὰ ἀκολουθήσῃ ἔναντι τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μοιραῖον εἶναι βραδύτερον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀνισότητα, οὔτε πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀνισότητα. Ἐπαναλαμβάνω, λοιπὸν ὅτι θέλω νὰ ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ὡρισμένας ἐξηγήσεις περὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν προτίθεται νὰ ἀκολουθήσῃ, διὰ νὰ καθησυχάσῃ κάπως τὴν βαρεῖαν ἀνησυχίαν τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν αἰσθάνονται ἑαυτοὺς ἐντελῶς μετεώρους καὶ ἀνυπερασπίστους εἰς τὸ ἔλεος τῶν ἐμπνεύσεων καὶ διαθέσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τοὐλάχιστον καὶ ἐὰν δὲν τὸ περιλάβῃ εἰς τὸ νομοθέτημα, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς νὰ μᾶς εἴπῃ τὶ σκέπτεται νὰ κάμῃ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νὰ λαμβάνῃ κανεὶς γενναῖα μέτρα ἐν ὄψει μιᾶς καταστάσεως, ἡ ὁποία, ὄντως, εἶναι νοσηρά, δὲν εἶναι κακόν. Ἐγώ, ἀντιθέτως, ὄχι μόνον δὲν θὰ τὸ ἐπέκρινον, ἀλλὰ καὶ θὰ τὸ ἐπῄνουν. Νομίζω ὅμως ὅτι χρέος τῶν κυβερνώντων ἑκάστοτε εἶναι νὰ λαμβάνουν τὰς εὐθύνας τῶν ἐπὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν καὶ ὄχι νὰ προσπαθοῦν μὲ μίαν τοιαύτην πολιτικήν, πότε λέγοντας καὶ πότε ξελέγοντας, ἀπομονώνοντας ὡρισμένας κατηγορίας τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιδράσουν, διὰ νὰ μὴ ἀποτελέσῃ ἡ ἀντίδρασις γενικώτερον φαινόμενον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει δι’ αὐτοὺς μέγα ἐμπόδιον νὰ σπάσουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ὑπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται ἐπὶ ἠθικῶν βάσεων, διὰ νὰ τοὺς παραδώσουν ἀνυπερασπίστους εἰς τὰς ἐμπνεύσεις των τῆς στιγμῆς. Διότι δυστυχῶς ἡ πεῖρα ἡ τελευταία μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἔχει ἐμπνεύσεις περιέργους, ἐπὶ τῶν ὁποίων συνηθίζει νὰ ἐπιμένῃ ἀνενδότως. Κύριοι συνάδελφοι, εἶπεν ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος προηγουμένως, ὅτι καὶ ἄλλοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἐξεδόθησαν ἀνάλογοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουν περίπου τὴν αὐτὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους εἰς θέματα ἰδιωτικῆς οἰκονομίας. Νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Παπαρρηγόπουλος ἔσφαλε τοὐλάχιστον εἰς τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη. Ἐπιθυμῶ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω δύο πράγματα, ὅσον ἀφορᾷ δύο ἀπὸ τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσε. Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ συγχωνεύσεως τῶν ἀεροπορικῶν ἑταιρειῶν, τοῦ ὁποίου κατὰ κάποιο ποσοστὸν ἔχω καὶ προσωπικῶς τὴν εὐθύνην, θέλω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου, ὅτι διὰ διατάξεως τοῦ νόμου συνεχωνεύοντο αἱ τρεῖς ἀεροπορικαὶ ἑταιρεῖαι. Προηγήθη ὅμως συμφωνία μεταξὺ τῶν τριῶν ἑταιρειῶν, ἡ ὁποία διετυπώθη εἰς πρακτικόν, τὸ ὁποῖον ἦτο εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ποσοστοῦ τῆς συμμετοχῆς ἑκάστης ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν νέαν ἑταιρείαν. Ἐὰν δὲ κατέστη τελικῶς ἀναγκαῖον νὰ καταφύγωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ νόμου, τοῦτο ἐπεβλήθη ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τμῆμα τῶν μετόχων τῆς πρώτης ἑταιρείας τῆς ΕΛΛ.Α.Σ., οἱ Σκῶτοι συγκεκριμένως οἱ ὁποῖοι ὑπερήσπιζον τὰ ἰδικά των συμφέροντα, δὲν ἤθελον νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν ἄποψιν, ἡ ὁποία ἀπετέλει ἄποψιν τῆς πλειοψηφίας τῆς ἑταιρείας καὶ ἠναγκάσθημεν νὰ κάμωμεν τὸν νόμον αὐτόν, διὰ νὰ ὑποχρεώσωμεν τὴν μερίδα ἐκείνην, νὰ πωλήσῃ τὰς μετοχάς της, ὅπως καὶ πράγματι τὰς ἐπώλησε, χωρὶς νὰ ὑποστῇ καμμίαν ζημίαν, εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Διότι πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀπετέλη, ὄχι νὰ παραδίδωμεν τὰς Ἑλληνικὰς ἑταιρείας εἰς τοὺς ξένους, ἀλλ’ ὅταν οἱ ξένοι μᾶς παρουσίαζον ἐμπόδια, νὰ τοὺς ἀπομακρύνωμεν καὶ νὰ ἐφαρμόζωμεν τήν, καλὴν ἢ κακήν, δὲν ἐξετάζω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἰδικήν μας Ἑλληνικὴν πολιτικήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν δεύτερον νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Παπαρρηγόπουλος, τὸν νόμον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῆς διοικήσεως τῆς Ἀνωνύμου Βιομηχανικῆς Ἑταιρείας «Ἀλεξόπουλος καὶ Σία», θέλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδεμία ἀναλογία ὑπάρχει μὲ τὸν παρόντα νόμον, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἀναφέρει, ὅτι «ἐφ’ ὅσον ζητήσουν οἱ πιστωταὶ οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰ ¾ τῶν πιστώσεων καὶ τὰ πάσης φύσεως χρέη αὐτῆς........... ... (Ἀναγινώσκει)...........». Ἐὰν ὑποβάλουν αἴτησιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον ἐγκρίνῃ νὰ γίνουν αὐτά, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐν συνεχείᾳ ὁρίζει. Παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων νὰ κρίνῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει τὸ ἄρθρον 10 τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ τύχη τῶν μετοχῶν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν αἱ ὁποῖαι ἀποφασίζεται νὰ συγχωνευθοῦν, ἀφήνεται εἰς τὸ ἔλεος τῆς Κυβερνήσεως.
§190Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ἐὰν ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκαμε χρῆσιν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε καὶ διέλυε μίαν Τράπεζαν, δὲν θὰ ἦτο τότε, κίνδυνος;
§191Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ διαπιστώσῃ παράβασιν τῶν ἀποφάσεών της, ἀπὸ μίαν Τράπεζαν καὶ προβεῖ εἰς κυρώσεις θὰ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως τοῦ Κρατικοῦ ὀργάνου, ἥτις θὰ ἐπιβάλλῃ κυρώσεις ἐναντίον μιᾶς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἔπταιε καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ ὑποστεῖ τὰς συνεπείας τῶν πράξεών της. Ἐάν, σήμερον, κύριοι ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, ὅτι Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου δὲν εἶναι ὁ κ. Καψάλης καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ Στρατάρχης τὸν ὁποῖον ἐμπιστεύεσθε, ἀλλὰ Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου εἶναι ὁ καθ’ ὅλα ἔντιμος, κατ’ ἐμὲ κ. Σβῶλος μὲ τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν καθιερώνετε, τί θὰ γίνῃ; Ἴσως θὰ ἀπαντήσετε, ὅτι ἂν ἔχει τὴν πλειοψηφίαν ἄς κάμῃ ὅ,τι θέλει. Ναὶ ἀλλά, τότε θὰ σπάσωμεν τὰ πλαίσια τοῦ Πολιτεύματός μας. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνησυχεῖ. Ἡ ἀγορὰ ἔχει σταματήσει ἐν πολλοῖς, δι’ ὃ αἰσθάνεται ἀμεσώτατα τὸν ἀντίκτυπον τῶν πειραμάτων τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Ἡ πίστις ἀρχίζει νὰ κλονίζεται. Εἶναι δυστύχημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ὅλους μας ὁ κλονισμὸς τῆς πίστεως. Αἱ Τράπεζαι ἀποτελοῦν τὴν δεξαμενὴν εἰς τὴν ὁποίαν εἰσρέει ἡ λαϊκὴ ἀποταμίευσις καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸν τομέα αὐτὸν δὲν ἐπιτρέπονται τοιαῦτα ἀμελέτητα καὶ βιαστικὰ μέτρα. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, κλονισθοῦν τὰ θεμέλια αὐτὰ τῆς πίστεως τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὰ ὁποῖα ἠγωνίσθησαν πολλαὶ Κυβερνήσεις καὶ πολλοὶ προκάτοχοι τῶν σημερινῶν, Ὑπουργοί, διὰ νὰ τὴν ἀποκαταστήσουν, στοιχειωδῶς, φαντάζεσθε ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι. Καὶ ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, κλονισθῇ ἡ ἐσωτερικὴ πίστις, τότε ἂς πιστεύετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκαταστήσετε τὴν διεθνῆ πίστιν τῆς χώρας μας. Φοβοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀρχίζει ἐποχὴ μεγάλων δεινῶν, ἐὰν τὰ πειράματα τοῦ κ. Μαρκεζίνη συνεχισθοῦν. Δυστυχῶς, ἡ Οἰκονομία μας δὲν ἀντέχει εἰς πειραματισμούς, ἐγωϊσμοὺς καὶ πείσματα. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἠμπορεῖ νὰ πιστεύῃ ὅτι κάθε τι ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ μυαλό του, ἠμπορεῖ νὰ σώσῃ τὴν χώραν. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅμως, ὅτι, ἡ ὁδὸς αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ, ἡ βιαστικὴ καὶ ἀλόγιστος, ἠμπορεῖ νὰ προξενήσῃ μεγάλο κακόν, τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ ἴδιος, οὔτε σεῖς ἀντιλαμβάνεσθε αὐτὴν τὴν στιγμήν. Αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον ἀποτελοῦν μίαν διαπίστωσιν ὄχι μόνον τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε τὴν ἑσπέραν ταύτην πόσον ὁμοφώνως ἀντετάχθη ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τοῦ Συνδέσμου Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ὅστις μὲ ἀνακοίνωσίν του ἐτάχθη ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ὁ Σύνδεσμος Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, κατευθύνεται ἀπὸ τὸ Κέντρον ἢ ἀπὸ τοὺς συνοδοιπόρους ἢ τοὺς κρυπτοκομμουνιστάς. Διότι ἀποτελεῖται ἀπὸ Ἕλληνας ἐμπορευομένους καὶ ἐπαγγελματίας, οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν τὸν στρατάρχην καὶ τοὺς κύκλους σας καὶ οἱ ὁποῖοι ἤλπισαν εἰς τὸν κ. Μαρκεζίνην, ἀλλὰ ἤρχισαν νὰ βλέπωσιν διαψευδομένας τὰς ἐλπίδας των. Λέγει, λοιπόν, ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ Συνδέσμου Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν ὅτι «τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀσχέτως πρὸς τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει, ἀποτελεῖ τελείαν ἀνατροπὴν τῆς νομοθεσίας διὰ τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρίας.... (Ἀναγινώσκει)....».
§192Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ ὁποῖον διαβάσατε καὶ τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος δὲν ἔχω οὐδένα λόγον νὰ ἀμφισβητήσω, ἀπὸ οἱουδήποτε καὶ ἐὰν ὑπογράφεται, βασίζεται ἐπὶ ὡρισμένης συγχύσεως. Παρεξηγοῦν οἱ ὑπογράψαντες τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν καὶ συγχέουν τὴν Ἀνώνυμον Ἑταιρίαν, γενικῶς, μὲ τὴν ἀνώνυμον, εἰδικώτερον, Τράπεζαν. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω, αὐτὴν τὴν στιγμήν, κάτι, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἐκ τῶν προλαλησάντων ἔθιξεν. Ὅτι ἀπὸ τοῦ 1938 καὶ ἐντεῦθεν—συγκεκριμένως μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, ἐν μέρει ὅμως, καὶ πρὸ αὐτοῦ—εἶχεν ἀρχίσει σημειουμένη μία ἐξέλιξις, ἡ ὁποία ὡδήγησε, περὶ τὰ τέλη τῆς πρώτης μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον δεκαετίας εἰς ριζικὴν μετατόπισιν τῆς Τραπεζιτικῆς νομοθεσίας, ἀπὸ τοῦ πλαισίου τοῦ ἰδιωτικοῦ Δικαίου, εἰς τὸ πλαίσιον τοῦ Δημοσίου Δικαίου. Οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον νομίζουν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις, νὰ σκεφθῇ καὶ διὰ τὰς οἱασδήποτε ἀνωνύμους ἑταιρίας, βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐσκέφθη προκειμένου περὶ τῶν Τραπεζῶν. Αὐτό, εἶναι ἀδύνατον. Αἱ Τράπεζαι ἀποτελοῦν Ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι εἰς ὅλας σχεδὸν τὰς χώρας κατὰ τὸ διάστημα τοῦ μεσοπολέμου, ἐθεωρήθησαν ὡς Ὀργανισμοί, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ διέπωνται ἀπὸ κανόνας Δημοσίου Δικαίου καὶ οὐχὶ ἰδιωτικοῦ καὶ Ἐμπορικοῦ Δικαίου. Καὶ ἐθεσπίσθησαν εἰς ὅλας τὰς χώρας, πλὴν τῆς Γαλλίας, τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Ὁλλανδίας, νομοθεσίαι αἱ ὁποῖαι προβλέπουν τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ζωὴν τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν, πιστωτικοὺς Ὀργανισμούς. Εἰδικώτερον καὶ μόνον δι’ αὐτὰς τὰς ἐπιχειρήσεις, ἱδρύθησαν παντοῦ, ἐποπτικὰ ὄργανα καὶ ἐδόθησαν εἰς τὰ ἐποπτικὰ αὐτὰ ὄργανα, καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ εἰς τὴν Φιλανδίαν, καὶ εἰς τὴν Νορβηγίαν καὶ εἰς τὴν Σουηδίαν καὶ εἰς τὴν προπολεμικὴν Πολωνίαν, καὶ εἰς τὴν προπολεμικὴν Ρουμανίαν, καὶ εἰς τὰς Η.Π.Α. δικαιώματα παρεμβάσεως, εἰς τὴν ζωὴν τῶν Τραπεζῶν. Δικαιώματα, τὰ ὁποῖα συνιστοῦν νέαν σχέσιν τῶν Τραπεζῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, τῶν Τραπεζῶν πρὸς τὴν Κοινωνίαν, τῶν Τραπεζῶν πρὸς τὴν Οἰκονομίαν. Ἡ φράσις τὴν ὁποίαν ἐχρησιμοποίησα, πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ νομοθεσία τῶν Τραπεζικῶν Ὀργανισμῶν, μετεφέρθη ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ ἐμπορικοῦ Δικαίου, εἰς τὸ ἐπίπεδον τοῦ Δημοσίου Δικαίου, δὲν εἶναι φράσις ἰδική μου. Εἶναι φράσις ὀφειλομένη εἰς τὸν γνωστὸν συγγραφέα, εἰδικὸν περὶ τὸ Τραπεζιτικὸν Δίκαιον, εἰς τὸν Ντόκτορ Τσάν, ὁ ὁποῖος, κατ’ ἐντολὴν τοῦ γερμανικοῦ Ἰνστιτούτου τοῦ Τραπεζιτικοῦ Δικαίου, πρὸ τοῦ Χίτλερ, συνεκέντρωσε τὴν Νομοθεσίαν τὴν Τραπεζικήν, μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον, εἰς τὸν τόμον αὐτὸν καί, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν εἰσαγωγὴν λέγει, ἀκριβῶς, ρητῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπον. Λέγει συγκεκριμένως—μέ συγχωρεῖτε, ἂν σᾶς κουράζω καὶ σᾶς ἀφήνω νὰ μένετε εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ σᾶς παρεκάλεσα νὰ παραμείνετε εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε—λέγει, λοιπόν, εἰς τὴν εἰσαγωγήν, ρητῶς, ὅτι μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον ἡ νομοθεσία, εἰς τὰς πλείστας χώρας, μετέφερε τὴν ζωὴν τῶν Τραπεζικῶν ὀργανισμῶν ἀπὸ τοῦ ἰδιωτικοῦ εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον. Ἀλλά, δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς διαπιστώσεως, ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν ἤδη νὰ γίνῃ εἰς τὸ 1932–33. Ἔκτοτε ἐσημειώθη μία ἐξέλιξις ἀκόμη μεγαλυτέρα καί, ὄχι μόνον, εἰς ἄλλας χώρας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδική σας ἐξέδωσε—διότι δὲν τὸν ἐψήφισεν εἰς τὴν Βουλὴν—πρόκειται περὶ Ἀναγκαστικοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη, λόγῳ ἐπειγούσης ἀνάγκης, ὡς ἀναγκαστικός, ἐθεσπίσθησαν κανόνες, οἱ ὁποῖοι εἶναι κανόνες Δημοσίου Δικαίου καὶ διέπουν τὴν ζωὴν τῆς πίστεως καὶ τῶν Τραπεζῶν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀσυγκρίτως κρισιμώτερος ἀπὸ ἀπόψεως ζωῆς τῶν Τραπεζῶν, κρισιμώτερος τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν ζωὴν τῶν Τραπεζῶν, μόνον καὶ μόνον ἐν περιπτώσει συγχωνεύσεως, τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Καὶ μὴ λησμονῶμεν, ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε καὶ τοῦτο, ὅτι αἱ Τράπεζαι εἰδικώτερον ἐν Ἑλλάδι, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἰσχύει διὰ τὰς ἄλλας χώρας, ὅπου ἐσημειώθη ἡ ἐξέλιξις αὐτή, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα, αἱ Τράπεζαι ἐν Ἑλλάδι ἔπαυσαν, κατ’ οὐσίαν, νὰ εἶναι ἰδιωτικοὶ ὀργανισμοί. Ὁ κ. Παπαπολίτης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔδωσεν ἐπιχειρήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ κ. Παπαπολίτης εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπε, πολὺ ὀρθῶς, ὅτι αἱ Τράπεζαι βασίζονται ποῦ; Εἰς τὰ κεφάλαια τῶν Αἰγυπτίων Ἑλλήνων; εἰς τὰ κεφάλαια τῶν οἱωνδήποτε ἰδιωτῶν; Βασίζονται, ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε, ὅπως γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, βασίζονται εἰς τὴν ἐκδοτικὴν μηχανὴν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ βασίζονται, ὅσον ἀφορᾷ τὰς καταθέσεις, κατὰ μέγιστον μέρος, εἰς τοὺς ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου. Αὐτὴ αὕτη ἡ Τράπεζα τῶν Ἀθηνῶν ἔχει καταθέσεις, τὸ ἥμισυ τῶν ὁποίων εἶναι καταθέσεις τῶν ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου, αἱ ὁποῖαι μάλιστα δὲν ἐπραγματοποιήθησαν οἰκείᾳ βουλήσει τῶν ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου, ἀλλὰ κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Κράτους, τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς. Κύριε συνάδελφε, ὅταν αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης—καὶ τὴν γνωρίζετε—ὅταν αὐτὴ εἶναι ἀλήθεια, ἀσχέτως μάλιστα καὶ τῆς παγκοσμίου ἐξελίξεως, περὶ τῆς ὁποίας, προηγουμένως, σᾶς ὡμίλησα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρίζεσθε σεῖς καὶ οἱ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ζίγδης καὶ ὁ κ. Παπαπολίτης καὶ οἱ ἄλλοι προλαλήσαντες ἐκπρόσωποι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προβαίνει εἰς μίαν ἀθέμιτον παρέμβασιν εἰς τὴν ζωὴν τῆς πίστεως; Εἰς τὴν ζωὴν ποίας πίστεως; Ὑπάρχει ἰδιωτικὴ πίστις ἐν Ἑλλάδι; Ὁ κ. Παπαπολίτης ἐτόνισεν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι δὲν ὑπάρχει—καὶ πράγματι δὲν ὑπάρχει—διότι αἱ Τράπεζαι, διὰ λόγους, συνδεομένους μὲ τὸν πόλεμον, τὴν κατοχήν, μὲ τὰς καταστροφάς, αἱ ὁποῖαι ἐσημειώθησαν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ἐν πάσῃ περιπτώσει μὲ λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἤθελα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀναλύσω αἱ Τράπεζαι ἔπαυσαν νὰ σημαίνουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐσήμαινον προπολεμικῶς καὶ τὸ ὁποῖον, κύριοι καὶ προπολεμικῶς ἐν μέρει μόνον, ἐσήμαινον, διότι καὶ προπολεμικῶς ἐβασίζοντο ἐν πολλοῖς ἐπὶ τῆς βοηθείας, τὴν ὁποίαν παρεῖχε τὸ Κράτος, ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, ἀμέσως διὰ τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος, ἢ ἐμμέσως, διὰ τῶν Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου. Ὅταν τοιαύτη λοιπόν, εἶναι ἡ πραγματικότης, πράγματι ἀπορῶ, διὰ τὸ ἱερὸν μένος, τὸ ὁποῖον καταλαμβάνει ὡρισμένους ἐκ τῶν ἐκπροσώπων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις παρεμβαίνει καὶ διότι διὰ τῆς παρεμβάσεως αὐτῆς, τὸ εἴπατε καὶ σεῖς καὶ ὁ κ. Ζίγδης, κατ’ ἐξοχὴν, ἀντιφάσκει πρὸς τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν εἶχε θεσπίσει καὶ εἶχε διακηρύξει, τὴν γραμμὴν τοῦ ἀντιπαρεμβατισμοῦ. Ὄχι κύριοι, διότι δὲν παρεμβαίνει εἰς τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομικὴν ζωὴν ἢ εἰς ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ἡ Κυβέρνησις, δὲν παρεμβαίνει εἰς τὴν ζωὴν ἰδιωτῶν—γνωρίζετε ἄριστα ὅτι δὲν παρεμβαίνει εἰς τὴν ζωὴν ἰδιωτῶν—παρεμβαίνει εἰς τὴν ζωὴν τῶν ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξαρτῶνται σχεδὸν πλήρως ἀπὸ τὴν εὔνοιαν καὶ ἀπὸ τὴν παροχὴν καὶ συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δὲν θὰ ὑπῆρχον οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοί, χωρὶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. (Χειροκροτήματα). Ἑπομένως κύριοι συνάδελφοι, ἂς σταματήσωμεν αὐτὴν τὴν ἰδεολογικὴν συζήτησιν, ὅτι καταπατοῦνται τὰ δικαιώματα οἱουδήποτε. Οἱ κύριοι οἱ ὁποῖοι εἶναι μέτοχοι, ὡς ἰδιῶται, οἱωνδήποτε Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν, θὰ εἶχον ἴδῃ τὰς μετοχάς των ἐξανεμιζομένας καὶ καταστρεφομένας, ἂν τὸ Κράτος, διὰ τῆς ἐκδοτικῆς μηχανῆς καὶ διὰ τῆς κατανομῆς τῶν καταθέσεων τῶν Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου, δὲν ἐστήριζε τὰς μετοχάς των. Καὶ τὸ Κράτος στηρίζει τὰς μετοχάς των, διότι δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα—δὲν τοὺς κατηγορῶ ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης ἡ Ἑλληνικὴ— δὲν ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ στηρίξουν οἱ ἴδιοι τοὺς Τραπεζιτικοὺς Ὀργανισμούς. Ἀσχέτως, λοιπόν, πρὸς τὴν γενικωτέραν ἐξέλιξιν ἡ ὁποία ἐσημειώθη κατὰ τὸ διάστημα τῶν τελευταίων δεκαετηρίδων, αἱ Τράπεζαι ἐν Ἑλλάδι ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸ Κράτος σχεδὸν ἀποκλειστικῶς, διότι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ νὰ ἐπιζήσουν χωρὶς τὴν βοήθειαν τοῦ Κράτους. Εἰδικώτερον λοιπὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύουν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§193Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι ἡ παρέμβασίς σας μὲ ὑποχρεώνει νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ νὰ γίνω κάπως σαφέστερος, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὠμότερος. Εἶναι ἀκριβές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ πίστις ἐν πολλοῖς κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετίας ὑπήχθη εἰς τὸ πεδίον δημοσίου δικαίου καὶ εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὸ Κράτος ἤρχισε, καὶ ὀρθῶς, νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὴν πίστιν. Προσωπικῶς ἐγὼ καὶ ὁλόκληρος ἡ παράταξις εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, ζητεῖ τὴν Κρατικὴν παρέμβασιν εἰς διαρκῶς μεγαλυτέραν κλίμακα. Ἡμεῖς, δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ποτὲ θὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι τὸ Κράτος θὰ ἀρχίσῃ νὰ παρεμβαίνῃ ρυθμιστικῶς, κατασταλτικῶς κατ’ ἀρχάς, καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ προχωρήσῃ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν κρατικοποίησιν τῆς πίστεως γενικώτερον. Ἐὰν περὶ τούτου ἐπρόκειτο, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεὶς λόγος ἀπὸ τῆς ἰδικῆς μας τοὐλάχιστον πλευρᾶς. Πολλοὶ ἐκ τῶν ἰδικῶν σας, ἂν τοὐλάχιστον πιστεύσωμεν εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν καὶ ἐγράφησαν πολλάκις ἀπὸ τὰς γνωστὰς συναγερμικὰς ἐφημερίδας, πιθανὸν νὰ ἐξανίστανται διὰ τὰ ἀπίθανα, διὰ τὰ ἀριστερὰ καὶ σοσιαλιστικὰ πειράματα ποὺ θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ στρατάρχου, ἀλλὰ πάντοτε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς ἰδικῆς μας, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπωθῇ οὐδεμία ἀντίρρησις. Δὲν σημαίνει ὅμως τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ ἀγαπητός μου κ. Πρόεδρος δὲν ἀντελήφθη τὴν ἔννοιαν ἐκείνην καὶ ἤθελα νὰ εἴπω.........
§194Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Εἰς τὸ κείμενον, ποὺ ἀνεγνώσατε.
§195Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὡμιλήσατε καὶ διὰ τὸ ἱερὸν μένος τὸ ὁποῖον μᾶς κατέλαβεν. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, κ. συνάδελφοι, κατεδίωκε τὸν κ. Ἡλιάσκον φέρ’ εἰπεῖν ἐπὶ τοκογλυφίᾳ, θὰ ἐλέγαμεν ὅτι καλὰ κάνει, διότι τοκίζει μὲ 35%. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παρενέβαινε καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον εἰς τὴν πίστιν, θὰ ἐλέγαμεν ὅτι καλὰ κάνει. Καὶ ἂν ἀπεφάσιζε νὰ κρατικοποιήσῃ τὰς μετοχὰς καὶ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς καὶ οἱασδήποτε ἄλλης καὶ νὰ τὰς ἀποζημιώσῃ, νὰ τὰς κάμῃ ὅμως κρατικὰς μετοχάς, ἐγὼ καὶ ἡ παράταξίς μου δὲν θὰ εἴχομεν καμμίαν ἀντίρησιν. Δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τούτου, κ. συνάδελφοι. Λυποῦμαι, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ ξαναπῶ: Ἡ παρέμβασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως γίνεται, γίνεται κατὰ τρόπον γκαγκστερικόν, κατὰ τρόπον Μεξικανικόν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Ζίγδης, κατὰ τρόπον, πάντως, ἀπίθανον. Διότι ἡ παρέμβασις θὰ ἔχῃ ὡς ἐπακόλουθον—ἢ πάντως δύναται νὰ ἔχῃ ὡς ἐπακόλουθον — νὰ ζημιωθῇ ὁ ἕνας ἰδιώτης εἰς ὄφελος τοῦ ἄλλου. Ἤμουν σαφὴς καὶ προηγουμένως καὶ ἀπορῶ διὰ τὴν παρανόησιν. Ἐὰν ἡ ἀναλογία τῆς ἀξίας τῶν δύο μετοχῶν ρυθμισθῇ εἰς βάρος τοῦ ἑνὸς καὶ εἰς ὄφελος τοῦ ἄλλου, τί σχέσιν ἔχει τὸ Κράτος μὲ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν; Διατί, κ. συνάδελφοι, τὸ Κράτος θὰ στερήσῃ τὸν Εὐαγγελισμὸν ἑνὸς μέρους τῆς περιουσίας του διὰ νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸν κ. Ἡλιάσκον ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον μέτοχον τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν; Καὶ διατὶ θὰ στερήσῃ τῆς περιουσίας του τὸν οἱονδήποτε μέτοχον τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης διὰ νὰ τὴν χαρίσῃ εἰς τὸν οἱονδήποτε μέτοχον τῆς Ἰονικῆς τοῦ Λονδίνου; Αὐτὸ ὀνομάζεται ρυθμιστικὴ παρέμβασις τοῦ Κράτους διὰ τὴν τακτοποίησιν καὶ τὴν ρύθμισιν ἑνὸς ζωτικοῦ τομέως τῆς οἰκονομίας μας, ὡς ὁ τομεὺς τῆς πίστεως; Κύριοι συνάδελφοι, παρακαλῶ νὰ μὴ γελοιούμεθα καὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ κρυφθοῦμε πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλό μας. Εἶπα καὶ προτήτερα ὅτι τὸ νομοθέτημα εἶναι τόσον σαφὲς καὶ ὠμόν, ὥστε δυσκόλως ὑποστηρίζεται, ἢ εἶναι δυνατὸν κἂν νὰ ὑποστηριχθῇ—καὶ λυποῦμαι διὰ τὴν δυσχερεστάτην θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἐν προκειμένῳ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Ἀμύνης. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατόν, ἐὰν θελήσῃ κανεὶς νὰ σταθῇ ἐπὶ ἀντικειμενικῶν βάσεων, νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Πάντως, ὡς πρὸς τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Σύνδεσμος Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν—καὶ ποὺ σᾶς ἀνέγνωσα προτήτερα—οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀπαρτίζουν τὸν Σύνδεσμον, ζοῦν ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς πραγματικότητος, εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι, ἂν μὴ τι ἄλλο, ἔχουν αἴσθησιν καὶ ὄσφρησιν τῶν ἑλληνικῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων. Ἀντιλαμβάνονται—καὶ ἂς μὴ τὸ ἀντιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἂς κάμνῃ ὅτι δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεται—ποῦ ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ ὁ νόμος αὐτός. Κύριοι συνάδελφοι, εἶπον, ὅτι ἡ παρέμβασις μὲ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ δὲν εἶναι ρυθμιστική, ἀλλ’ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἁρπακτική. Δὲν λέγω, ὅτι πρόκειται νὰ τὸ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἀλλὰ μία ἄλλη οἱαδήποτε Κυβέρνησις, ἐφαρμόζουσα τὸν νόμον, ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἁρπαγὴν τῆς ξένης περιουσίας, ὄχι πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους, διότι ὁ νόμος εἶναι γενικὸς καὶ θὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἔλεγα, λοιπόν, ὅτι ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντιλαμβάνεται αὐτό, ποὺ ὁ λαὸς ἀντιλαμβάνεται. Ὅταν ἀνοίξωμεν τὸν δρόμον, κ, συνάδελφοι, ποῖος θὰ βάλῃ τὸ ὁρόσημον καὶ ποῦ θὰ σταματήσωμεν; Μία οἱαδήποτε πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ εἶναι διάφορος ἀπὸ τὴν σημερινήν, εἶναι φυσικὸν νὰ σκεφθῇ, ἀφοῦ προκειμένου περὶ τῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι ἄφηναν τὸ θέμα τῆς κρατικῆς παρεμβάσεως κατὰ μέρος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀτομικὸν ἰδιωτικὸν δικαίωμα τοῦ μετόχου, ἀφοῦ εἰς τὸ θέμα τῶν Τραπεζῶν ὑπῆρξε παρέμβασις, τὶ θὰ ἐμποδίσῃ αὔριον τὴν οἱανδήποτε Κυβέρνησιν νὰ παρέμβῃ καὶ γενικώτερον ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ αὐτὴ τὴν κοσμοσωτήριον πολιτικήν της; Διότι οἱ σωτῆρες τοῦ Ἔθνους, κύριοι συνάδελφοι, δὲν λείπουν ποτὲ καὶ καμμιὰ φορὰ συμβαίνει νὰ ἔρχωνται καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν! Δὲν γνωρίζω τί θὰ κάμῃ αὔριον ἐκεῖνος, ποὺ θὰ ἔχῃ τὴν θέσιν τοῦ στρατάρχου Παπάγου καὶ μέχρι ποῦ θὰ ὠθήσῃ τὶς συνέπειες τῆς γραμμῆς, ποὺ σεῖς σήμερον ἐγκαινιάζετε. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὁμολογῶ εἰλικρινῶς καὶ τὸ λέγω ἐν τιμῇ, ὅτι στὸ δικό μου μυαλὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ χωρέσῃ διατί ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸ ἄρθρον 10. Εἰς τὸ ἄρθρον 1ον θέλει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν συγχώνευσιν, διότι εἶναι ζήτημα γοήτρου διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην. Ἕως ἐδῶ, ἠμπορῶ νὰ τὸ καταλάβω, ἂν καί, ὅπως εἶπα, ἀρετὴ ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς εἶναι νὰ θέτῃ εἰς ἀνωτέραν μοῖραν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπὸ τὸ προσωπικόν του γόητρον. Ἔστω, ὅμως. Θέλει νὰ περισώσῃ τὸ γόητρόν του, νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν συγχώνευσιν. Ἀφοῦ ἔχει τὸ ἄρθρον 1ον, τί θέλει τὸ ἄρθρον 10ον; Μᾶς δίδει τὴν ἐντύπωσιν ἡ διφυὴς αὐτὴ μορφὴ τοῦ νόμου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πάει μὲ τὸν ἁγιασμό, ἀλλὰ θέλει καὶ τὴν γάτα. Θέλει τὸ ἄρθρον 10ον διὰ νὰ ἔχῃ τὴν Δαμόκλειον σπάθην ἐπάνω ἀπὸ τοὺς ὤμους τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ νὰ τοὺς εἴπῃ: «Ἐὰν δὲν κάμετε αὐτὸ ποὺ θέλω διὰ τῶν συνελεύσεων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ προχωρήσω εἰς ἀπ’ εὐθείας συγχώνευσιν». Δὲν εἶναι σοβαρὰ πράγματα αὐτά, κύριοι συνάδελφοι, καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸ ἠθικὸν ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἵσταται μία Κυβέρνησις ποὺ κυβερνᾷ ἕνα Κράτος καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐναποθέσει ὁ λαὸς τὰς τύχας του. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν οὐσίαν τοῦ νομοθετήματος καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν τορπίλην, ποὺ κινδυνεύει νὰ ἀνατινάξῃ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου μας εἰς τὸν ἀέρα, ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ εὐθέως καὶ νὰ ἀφήσῃ τὸ ἄρθρον 1. Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἴσως, εἰς μίαν ἀτομικὴν ἐπιχείρησιν, εἰς τὰ συμφέροντα καὶ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἑνὸς μικρεμπόρου ἢ ἑνὸς ψιλικατζῆ ἠμποροῦν νὰ ἔχουν θέσιν, ὄχι ὅμως καὶ εἰς τὰς κατευθυντηρίους γραμμὰς ἑνὸς ἡγέτου τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Λυποῦμαι διότι ἐδευτερολόγησα μετὰ τὴν μακρὰν διακοπὴν τοῦ κ. Κανελλοπούλου. Ἡ ἀντίθεσίς μας, ἐμοῦ καὶ τῆς παρατάξεώς μου, πρὸς τὸ νομοσχέδιον εἶναι κατηγορηματική Πιστεύομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καιρόν, ἔστω καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ συνετισθῇ καὶ νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ἰδίαν θὰ δυσφημήσῃ καὶ θὰ ἐπιταχύνῃ τὴν μοιραίαν φθορὰν εἰς τὴν ὁποίαν ἄγεται—ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐπουσιῶδες καὶ δι’ αὐτὴν καὶ δι’ ἡμᾶς—ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ βλάψῃ ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ τόπου μας. Ἐν τέλει, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ τὴν ἠθικὴν εὐαισθησίαν καὶ τὴν πολιτικὴν εὐσυνειδησίαν νὰ δώσῃ ἀπαντήσεις εἰς τὰ ἀμείλικτα ἐρωτήματα, ποὺ ἐθέσαμεν. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὰς ἀπαντήσεις της σαφής, ὅπως σαφῆ ἦσαν καὶ τὰ ἐρωτήματα ποὺ ἐθέσαμεν, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὰ ἠθικῶς κρίσιμα θέματα, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὰς λέξεις τοῦ κ. Κανελλοπούλου. Διότι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν ἀκόμη ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοθετήματος, ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ προστατεύσῃ τὸ γόητρόν της καὶ τὸ κῦρός της καὶ τὴν ἠθικήν της ὑπόστασιν, ἔχει πάντως χρέος ὡρισμένα ἀπὸ τὰ ἐπίμαχα ἄρθρα, ἀπὸ τὰ κρίσιμα ἄρθρα, ἀπὸ τὰ ὕποπτα ἄρθρα, νὰ τὰ ἀπαλείψῃ διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ ἐπὶ τέλους τὴν πολιτικήν της, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ δυσφημήσῃ ἀδίκως ἑαυτήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν συνάδελφον κ. Θεοτόκην, ἀνακοινῶ, ὅτι ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ ἀκόλουθος πρότασις περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ὁμιλίας ἑκάστου ρήτορος εἰς 15 λεπτά. «Φωτισθείσης ἐπαρκῶς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, προτείνομεν κατὰ τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν περιορισμὸν τῶν ἐφεξῆς ἀγορεύσεων ἑκάστου ρήτορος εἰς 15 λεπτὰ τῆς ὥρας. Οἱ προτείνοντες βουλευταί: Α. Βοῦλτσος, Κ. Μπαροῦνος, Ι. Νικολίτσας, Φ. Γεροθανάσης, Μ. Οἰκονόμου ἢ Κωλέττης, Χρ. Γερακίνης, Β. Παπαρρηγόπουλος, Χρ. Ζαλοκώστας, Β. Βραχνός, Δ. Γεωργαντέλης, Π. Χατζηγεωργίου, Θ. Διακουμόπουλος, Δ. Πλαγιάννης, Δ. Καρατζένης, Σ. Ἀλιμπράντης, Ι. Κοντοβράκης, Λ. Μπίστης, Κ. Βάσσος, Η. Ζουμπουλάκης, Π. Μπόμπος, Γερ. Βασιλᾶτος, Γ. Κονδύλης, Σ. Γυαλίστρας,
§197Θ. ΛΕΚΚΑΣ. καὶ Μ. Γεωργαντᾶς». (Ἀναγινωσκομένων τῶν ὀνομάτων τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν, εὑρίσκονται ἅπαντες παρόντες).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἡ πρότασις καλῶς εἰσάγεται. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ ὁμιλήσῃ εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ὑποστηριζόντων τὴν πρότασιν καὶ εἷς ἐκ τῶν ἀντιτιθεμένων πρὸς αὐτήν, ἡ διάρκεια δὲ τῆς ἀγορεύσεως ἑκάστου, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 10 λεπτά.
§199Ι. ΝΙΚΟΛΙΤΣΑΣ. Νομίζομεν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ διεφωτίσθη ἐπαρκῶς καὶ κατὰ ταῦτα ὀρθὸν εἶναι νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τῆς ἀγορεύσεως μέχρι 15 λεπτῶν τῆς ὥρας, διὰ νὰ μὴ καταπονῆται ματαίως ἡ Βουλή.
§200Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τί θέσιν λαμβάνει; Ἡ Κυβέρνησις συμμερίζεται τὴν αἴτησιν;
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν τίθεται ἐρώτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ ὁμιλήσετε ὑπὲρ ἢ κατά, ἐὰν ἐφωτίσθητε ἢ ὄχι. Ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν σας ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη ἢ ὄχι.
§202Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω θὰ ἤθελα νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν. Αἱ ἀγορεύσεις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ τοῦ κ. Παπαπολίτη καὶ τοῦ κ. Ζίγδη καὶ τοῦ κ. Μητσοτάκη, ἦσαν τόσον ἐμπεριστατωμέναι, ἀδιάφορον ἐὰν διαφωνοῦμεν πρὸς τὰ ὅσα εἶπον, ὥστε νομίζω, ὅτι πράγματι δὲν ὑπολείπονται νὰ λεχθοῦν οὐσιώδη πράγματα ἤ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, οὐσιώδη εἶναι δυνατὸν ἴσως ἀκόμη νὰ λεχθοῦν, ἀλλὰ πολλὰ δὲν ὑπολείπονται διὰ νὰ λεχθοῦν, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν.
§203Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἶναι εἰσηγηταί.
§204Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Αὐτὸ δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν εἶναι καὶ βουλευταὶ καὶ ὅτι δὲν ἀνέπτυξαν καὶ ἐπιχειρήματα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ περιλάβω καὶ τοὺς κυρίους εἰσηγητὰς εἰς τὴν σειρὰν τῶν κυρίων βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν νομικὰ ἐπιχειρήματα, ἐκτὸς ἐὰν νομίζετε, ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ δὲν ἀνέπτυξαν λογικὰ ἐπιχειρήματα. Ἦσαν τόσον συγκεκροτημένα καὶ τόσον συστηματικὰ τὰ ὅσα ἀνέπτυξαν, ὥστε πράγματι ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ, καλὸν θὰ ἦτο νὰ θεσπισθῇ τὸ τέταρτον. Αὐτὸ γίνεται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μετὰ τὰς ἀγορεύσεις πολλῶν βουλευτῶν τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης παρατάξεως.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Ε. Κοθρῆς.
§206Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις χρησιμοποιοῦσα τὴν μεγάλην δύναμίν της εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐπιχειρεῖ ἄνευ εὐλόγου αἰτίας νὰ φιμώσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ ἑνὸς τόσον οὐσιώδους θέματος, ὅπως τὸ συζητούμενον κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν, δύο ρήτορες ὡμίλησαν μόνον ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, πλὴν τῶν κυρίων εἰσηγητῶν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Κανελλόπουλον, ὁ ὁποῖος εἶναι παλαίμαχος τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς ποίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, συζητουμένου τοιούτου θέματος, οἱ ρήτορες τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περιωρίσθησαν εἰς τόσον μικρὸν ἀριθμὸν καὶ πότε παρουσιάσθη τὸ θέαμα νὰ εἶναι τόσον μικρὸν τὸ σύνολον τῶν ἐγγεγραμμένων ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπείγεται νὰ τελειώσῃ, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως καὶ παραμένει ἐδῶ ἀκριβῶς διὰ νὰ ὑποβοηθήσῃ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου, ἐκμεταλλευομένη τὴν Κοινοβουλευτικήν της δύναμιν ἡ Κυβέρνησις, νὰ θελήσῃ νὰ στερήσῃ τοῦ λόγου τοὺς ὑπολοίπους ρήτορας, μεταξὺ τῶν ὁποίων συμπεριλαμβάνομαι, ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος, ὅτι οὐδέποτε καταχρῶμαι τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς καὶ οὐδέποτε παρέτεινα τὴν ὁμιλίαν μου πέραν τῶν κεκανονισμένων ὁρίων, ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, κ. Κανελλόπουλον νὰ παραιτηθῇ τῆς προτάσεως τοῦ περιορισμοῦ τοῦ λόγου καὶ νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι οὔτε ἐγώ, οὔτε οἱ δύο ὑπολειπόμενοι ρήτορες θὰ κάμουν κατάχρησιν τῆς ὑπομονῆς τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀναπτύξωμεν τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ὥστε νὰ ἐμφανίσωμεν μίαν πλήρη εἰκόνα αὐτοῦ.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἀποδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου ἀγορεύσεως εἰς 15′;
§208ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἑπομένως ὁ χρόνος ἀγορεύσεως τῶν ὑπολοίπων ρητόρων περιορίζεται εἰς 15′ τῆς ὥρας. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σ. Θεοτόκης.
§210Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐκ τῆς γενομένης δεκτῆς προτάσεως τῶν εἴκοσι συναδέλφων τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ὁμοφώνου ἀποδοχῆς αὐτῆς, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκομένου συναδέλφου, ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ πτέρυξ ἠθέλησε νὰ φιμώσῃ τὴν Ἀντιπολίτευσιν καὶ νὰ μὴ τῆς δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξῃ πλήρως τὰς ἀπόψεις της. Τὸ ἐπιχείρημα, νομίζω, κ. Πρόεδρε, δὲν εὐσταθεῖ. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος πεπειραμένος περὶ τὸ Κοινοβούλιον, θὰ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ διαφώτισις τῆς Βουλῆς, ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος δὲν εἶναι συνάρτησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ρητόρων, ἀλλ’ εἶναι συνάρτησις τῆς ποιότητος τῶν ἀγορεύσεων καὶ τῆς πληρότητος τῶν προηγηθέντων εἰς τὸ βῆμα. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ οἱ εἰσηγηταὶ τῆς πλειοψηφίας τόσον διεξοδικῶς ἀνέπτυξαν τὰς ἀπόψεις των, ὥστε ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κατανοήσω τὴν Βουλήν, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, κ. Πρόεδρε.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§212Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Θεοτόκης, φαίνεται ὅτι ἔχει μαντικὴν ἰδιότητα καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τί θὰ εἴπουν οἱ ἑπόμενοι ρήτορες, ὥστε νὰ κρίνῃ ἐκ τῶν προτέρων ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἀνάγκη συμπληρώσεως τῶν ἀγορεύσεων τῶν προλαλησάντων ρητόρων ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, δὲν ἔχω τοιαύτην ἱκανότητα καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐκφέρω τοιαῦτα συμπεράσματα. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι ἡ πρώτη νομοθετικὴ πρᾶξις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διὰ τῆς ὁποίας θέλει νὰ καλύψῃ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ γνωστὴ περίφημος ἀπόφασις αὐτῆς περὶ συγχωνεύσεως τῶν τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων τῆς χώρας καὶ νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὰς ἑπομένας παρανομίας, τὰς ὁποίας ὑποχρεωτικῶς θὰ διέπραττεν, ἂν δὲν κατετίθετο καὶ ἂν δὲν ψηφισθῇ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κύριοι συνάδελφοι, ἐμφανίζεται ὡς ἕνα ἀθῶον νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δῆθεν δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν, παρὰ νὰ τροποποιήσῃ ὡρισμένας διατάξεις τῶν σχετικῶν νόμων περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἁπλουστεύσεως τῆς διαδικασίας τῆς συγχωνεύσεως τῶν τραπεζῶν, συντμήσεις τῶν προθεσμιῶν, συγκλήσεις τῶν Γενικῶν Συνελεύσεων καὶ ἐφαρμογὴ ταχυτέρας διαδικασίας. Ὅπως τὸ ἐμφανίζει ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι οὐδὲν τὸ ἔκτακτον εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀπολύτως συνδεδεμένον μὲ τὸ ὅλον ζήτημα τῆς συγχωνεύσεως τῶν τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων τὸ ὁποῖον συνεζητήθη ἐνώπιον τοῦ Σώματος κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς γνωστῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Πειραιῶς, μᾶς ὑποχρεώνει νὰ κάμωμεν μίαν μικρὰν ἀναδρομὴν εἰς τά ζητήματα τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν τότε καὶ νὰ συνδυάσωμεν τὰ συμπεράσματα αὐτά, μὲ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν ἢ μᾶλλον ὑποχρεούμεθα νὰ καταλήξωμεν ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἡ Κυβέρνησις ἐξαγγέλλουσα τὰς ἀποφάσεις περὶ τῆς συγχωνεύσεως τῶν τραπεζῶν δύο σοβαρὰ ἐπιχειρήματα ἐνεφάνισεν καὶ διεκήρυξεν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν τύπον μὲ τὰ ὁποῖα ἐπεχείρησε νὰ δικαιολογήσῃ ὡς ἀναγκαίαν καὶ ἀπολύτως ἐξυπηρετικὴν τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου, τὴν πρᾶξιν της αὐτήν. Τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων τῆς χώρας θὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν πόθον ὅλων τῶν παραγωγικῶν τάξεων τῆς χώρας ἡ μείωσις τοῦ τόκου, ὥστε διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ νὰ ἐπιτευχθῇ μία μείωσις τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς πρὸς ὄφελος τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ τὸ 2ον ἐπιχείρημα, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἐξυγίανσις τοῦ μεγαλυτέρου Πιστωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς χώρας, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία εὑρίσκετο δῆθεν εἰς παραμονὰς πτωχεύσεως. Ἀνεξαρτήτως τῆς ὀρθότητος τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον θέμα, ἐπεχειρήθη μία ἐπιβλαβὴς διαπόμπευσις ἐναντίον τοῦ πρώτου πιστωτικοῦ Ἱδρύματος τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον ἀπελάμβανε καὶ ἀπολαμβάνει τῆς ἐμπιστοσύνης ὄχι μόνον τῆς κοινῆς γνώμης τοῦ Ἐσωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς διεθνοῦς τοιαύτης. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τούτου ἐκ τῶν μέχρι σήμερον ὑπαρχόντων στοιχείων προκύπτουν συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν ὅτι οἱ ὡς ἄνω δύο βασικοὶ λόγοι τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς δὲν πραγματοποιοῦνται μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς συγχωνεύσεως. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ τόκου δὲν εἶναι ζήτημα ἀναδιοργανώσεως τοῦ τραπεζιτικοῦ μας συστήματος. Εἶναι ζήτημα προσφορᾶς χρήματος. Εἶναι ἡ ἔλλειψις χρήματος, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὸν διπλοῦν τόκον, τὸν ἐπίσημον καὶ τὸν ἐλεύθερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ 2ον θέμα, τὸ θέμα τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναφερθῶ εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατελήξαμεν, κατὰ τὴν γενομένην ἐνώπιον τοῦ Σώματος συζήτησιν. Ἐκ τούτων προκύπτει ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ γίνῃ συγχώνευσις διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐξυγίανσις αὐτοῦ. Ἦτο ἀρκετὴ ἡ ἠθικὴ πίεσις τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνασυγκρότησιν τοῦ Ἱδρύματος αὐτοῦ. Ἦτο ἀρκετὴ ἡ ἐπέμβασις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Ἱδρύματος τούτου ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ πάλιν τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου, ἐκπληρῶνον οὕτω τὸν προορισμόν του. Οὐδέν, συνεπῶς πλεονέκτημα, οὐδὲν ὄφελος ἔχει ἡ οἰκονομία τοῦ τόπου ἐκ τῆς Κυβερνητικῆς πολιτικῆς τῆς συγχωνεύσεως. Ἀντιθέτως ἐνεφάνισε τὰ μειονεκτήματά της, ὡς τὸ μειονέκτημα τῆς δημιουργίας τοῦ οἰκονομικοῦ μονοπωλίου τῆς πίστεως, τὸ ὁποῖον εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἀντιμετωπίζεται διὰ τῆς Κυβερνητικῆς παρεμβάσεως. Εἶναι ἀπαραίτητος, κύριοι διὰ τὴν χώραν μας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἐξυγιασμένην οἰκονομίαν ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν πιστωτικῶν Ἱδρυμάτων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπεθύμει εἰλικρινῶς νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου θὰ ἔπραττεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλοὶ συνάδελφοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεστήριξαν, τὴν κρατικοποίησιν τῆς πίστεως. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Κανελλόπουλος καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερον ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως μου, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ Τράπεζαι συντηροῦνται ἀπὸ κρατικὸν χρῆμα. Καὶ εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Καὶ ὄχι μόνον συντηροῦνται ἀπὸ κρατικὸν χρῆμα, ἀλλὰ καὶ πλεῖσται ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις ἐργάζονται καὶ κερδίζουν ἀπὸ κρατικὰ χρήματα. Ἰδοὺ μία εὐκαιρία, ἀπὸ μίαν τοιαύτην Κυβέρνησιν μὲ μίαν τοιαύτην πλειοψηφίαν νὰ λύσῃ ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρέτῃ τὸ σύνολον τῆς οἰκονομίας. Ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ προβῇ εἰς μίαν τοιαύτην ἐνέργειαν, ἀλλὰ προέβη εἰς πράξεις διαβλητάς, αἱ ὁποῖαι καθιστοῦν ὕποπτον τὴν πολιτικήν της χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ θέλω νὰ δεχθῶ, ὅτι ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ ἰδιοτέλεια τῆς Κυβερνήσεως.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις ἐλλείψεως ἀπαρτίας, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τῶν κάτωθι κ. κ. βουλευτῶν, ἔχει δὲ ὡς ἀκολούθως: «Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ προβάλλομεν ἔνστασιν ἀπαρτίας. Ν. Ζορμπᾶς, Ν. Πρωτόπαππας, Σ. Μπίρης Ι. Χαβούτης, Μ. Χλουβεράκης, Χ. Χονδροματίδης, Ε. Βενιζέλος, Ε. Μπακλατζῆς, Γ. Ἀράπης». (Ἀναγινωσκομένων τῶν ὀνομάτων τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν, εὑρίσκονται ἅπαντες παρόντες). Παρισταμένων τῶν ὑποβαλλόντων τὴν ἔνστασιν θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου πρὸς διαπίστωσιν τῆς ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Παρακαλῶ ὅπως προσέλθουν διὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ καταλόγου οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Μπαροῦνος καὶ Ν. Πρωτόπαππας. Προσελθόντων τῶν ἀνωτέρω, ἐπακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, ἀναφωνησάντων «ΠΑΡΩΝ» τῶν ἀκολούθων παρισταμένων κυρίων βουλευτῶν: Βάσσος Κων)νος, Γεωργούλης Σπυρίδων, Γιαβάσογλου Κων)νος, Γιαλύστρας Σέργιος, Δερτιλῆς Λεωνίδας, Ζαλοκώστας Χρῆστος, Καψάλης Θᾶνος, Κωνσταντόπουλος Νικ., Λαμπρόπουλος Ἀνδρ., Λόντος Δημήτριος, Μακκᾶς Λέων, Μερκούρης Σταμάτιος, Μπαμπᾶκος Δημήτριος, Ράλλης Γεώργιος, Σολομωνίδης Χρῆστος, Τριανταφύλλης Ἰωάν., Δρούλιας Ἀναστάσιος, Καναβαριώτης Στέλιος, Μπίστης Λεωνίδας, Οἰκονόμου ἢ Κωλέττης Ἐμμανουήλ, Καρατζένης Δημήτριος, Ρίζος Χριστόδουλος, Γεωργαντᾶς Μιχαὴλ, Λέκκας Θεόδωρος, Γεροθανάσης Φώτιος, Μαυρομμάτης Χρῆστος, Σαμαρᾶς Κων)νος, Παπαϊωάννου Παρίσης, Παπαπαναγιώτου Δημ., Παναγιούλας Χρῆστος, Πρόκος Στέφανος, Ποντίδης Κων)νος, Γιμουρτατζῆς Νικόλ., Ζουμπουλάκης Ἡρακλ., Κοντοβράκης Ἰωάννης, Καραπιπέρης Χρυσοστ., Βοῦλτζος Κων)νος–Ἀλέξαν., Κοντογιαννόπουλος Ν., Κονδύλης Γεώργιος, Στεφανόπουλος Γεώργ., Ἀθανασίου Νικόλαος, Παπασταύρου Χρῆστος, Πιτούλης Φώτιος, Μπατρῖνος Κων)νος, Δερδεμέζης Ἀνδρέας, Κωνσταντινίδης Ἀγαθ., Παπαπέτρου Ἰωάννης, Παπαρρηγόπουλος Βασ., Οἰκονομίδης Πολυζώης, Ψαρρέας Ἰωάννης, Κάρτσωνας Νικόλαος, Λυκουρέζος Παυσ., Χατζηνικολῆς Ἰωάννης, Βογιατζῆς Γεώργιος, Μπακόλας Κων)νος, Θανόπουλος Δημήτριος, Λιᾶκος Ἀριστοτέλης, Γκιόκας Παναγιώτης, Μπατρῖνος Λεωνίδας, Ρωμανὸς Γεώργιος, Χαλικιόπουλος Σπυρίδων, Θεοτόκης Σπυρίδων, Κάντας Γεώργιος, Παπακωνσταντίνου Κ., Παπαληγούρας Παναγ., Παμπούκας Γεώργιος, Βαρβιτσιώτης Νικήτας, Πλαγιάννης Δημήτριος, Σταθόπουλος Παναγ., Κοθρῆς Ἐμμανουήλ, Χλουβεράκης Μιχαὴλ, Μαλλιάκας Νικόλαος, Βαφέας Χρῆστος, Γεωργαντέλλης Δημήτρ., Χατζηγεωργίου Παῦλος, Νουλέλης Εὐστράτιος, Σιφναῖος Παναγιώτης, Καλκάνης Θεόδωρος, Εὐταξίας Λάμπρος, Στεφάνου Δημήτριος, Σταθόπουλος Νικόλαος, Παπαδημητρίου Δημήτριος, Παυλόπουλος Ἀθανάσιος., Μπερδελῆς Δημήτριος, Τσούτσουρας Παναγῆς, Εὐαγγελάτος Χρῆστος, Σταυρόπουλος Παναγ., Ἰντζὲς Ἰωάννης, Βραχνὸς Βασίλειος, Διακουμόπουλος Θωμᾶς, Τσιρώνης Ἀναστάσιος, Λιβαδᾶς Σπυρίδων, Γκελεστάθης Ἀθαν., Ἀλιπράντης Εὐστρ., Παπανδρέου Γεώργιος, Γεροκωστόπουλος Ἀχ., Κανελλόπουλος Παναγιώτης, Διγενόπουλος Νικόλ., Ντεντιδάκης Παῦλος, Τζατζάνης Γεώργιος, Χονδροματίδης Χρῆστος, Ἀράπης Γεώργιος, Χαβούτης Ἰωάννης, Πρωτόπαπας Νικόλαος, Μπίρης Σταῦρος, Βασιλᾶτος Γεράσιμος, Δουλίδης Ἰωάννης, Λιαροῦτσος Πάρις, Δερβέναγας Ἀθανάσιος, Κατσιλάμπρος Λάμπρ., Ντολιόπουλος Διονύσ., Νικολίτσας Ἰωάννης, Παπαθανάσης Ἀθαν., Ροδόπουλος Κωνστ., Μακρόπουλος Ἰωάννης, Πετρίδης Νικόλαος, Πλατῆς Γεώργιος, Καλαντζῆς Εὐάγγελος, Γερακίνης Χρῆστος, Βενιζέλος Ἐλ., Μπακλατζῆς Ἐμμαν. Ζορμπᾶς Νικόλαος.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ καταλόγου προκύπτει, ὅτι παρίστανται 122 ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν. Διαπιστωθείσης ὅθεν τῆς ὑπάρξεως ἀπαρτίας, παρακαλεῖται ὁ κ. Ε. Κοθρῆς, νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§215Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη διὰ νὰ καλύψῃ μίαν κυβερνητικὴν προχειρότητα εἰς τὴν ρύθμισιν ἑνὸς ζωτικωτάτου θέματος τῆς οἰκονομίας τοῦ τόπου, τοῦ θέματος τῆς συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων, θὰ ἠδύνατο νὰ τύχῃ καὶ τῆς ἰδικῆς μας ἐγκρίσεως, ἐὰν δὲν συνέβαινε νὰ ἀντιτίθεται εἰς βασικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ καθίσταται ἐπιζήμιον εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἀντιτίθεται καὶ πρὸς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ὁδηγήσῃ εἰς πλήρη οἰκονομικὴν καταστροφήν. Τὰ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νομοσχεδίου ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ πολλοὺς συναδέλφους καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἐνδιατρίψω δι’ ὀλίγων μόνον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι μία Κυβέρνησις μεγάλης πλειοψηφίας ὅπως ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ε. Σ. τὴν ὁποίαν ἔλαβε, διότι πράγματι ἔδωσεν ὡς ἀντιπολίτευσις μίαν μάχην ὑπὲρ τῆς νομιμότητος ἐρχομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προσφυῶς εἶπεν ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ κόμματος, ἐγκατέλειψε τὸ λάβαρον τῆς νομιμότητος εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνῷ εἶχεν ὅλην τὴν εὐχέρειαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς ὡλοκληρωμένης ἀνασυγκροτήσεως τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ εἶχε τοποθετήσει καὶ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν Τραπεζιτικῶν Ἱδρυμάτων, ἐν τούτοις σπεύδει, καὶ ἀντὶ προγράμματος μακρᾶς πνοῆς, ἐφαρμόζει μίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία φοβοῦμαι πολύ, ὅτι ἀντὶ ἀνορθώσεως, θὰ ὁδηγήσῃ εἰς πλήρη ἐξάρθρωσιν καὶ τῆς ἀτελῶς σήμερον λειτουργούσης οἰκονομικῆς συγκροτήσεως τῆς χώρας μας. Οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι ὀλίγοι. Ἀναφέρονται εἰς βασικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ὅπως τὸ ἀφορῶν τὴν διασφάλισιν τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας, τὸ ἀφορῶν τὴν διασφάλισιν τῆς ἰδιοκτησίας, θεμελιώδη ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα καμμία Κυβέρνησις, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν ἔχῃ πλειοψηφίαν, νὰ τὰ θίγῃ, διότι, θίγουσα ταῦτα, θίγει τὰ θεμέλια τοῦ κοινωνικοῦ μας οἰκοδομήματος καί, ἐπὶ τέλους, εἶναι ἕνα πολὺ ἐπικίνδυνον πείραμα, τὸ ὁποῖον πιθανὸν νὰ ἔχῃ συντόμως ἐπιζημίους ἐκδηλώσεις εἰς βάρος ὁλοκλήρου τοῦ πολιτειακοῦ μας συγκροτήματος. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι συνάδελφοι, ρυθμίζει δύο βασικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἅπτονται συνταγματικῶν διατάξεων καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεικονίζουν τὴν ἀντισυνταγματικότητα. Τὸ ἕνα θέμα εἶναι τὸ θέμα τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον κατοχυρώνει τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος. Δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ κανεὶς καλῆς πίστεως συζητητής, ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θίγεται τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας. Εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἐν προκειμένῳ τὸ νομοσχέδιον ρυθμίζει τὸ Τραπεζιτικὸν ζήτημα διὰ τῆς ὑποχρεωτικῆς διαλύσεως ἀλλὰ καὶ συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζιτικῶν αὑτῶν ἱδρυμάτων. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθές, ὅτι ἡ διάλυσις καὶ ἡ συγχώνευσις τῶν Τραπεζιτικῶν ἱδρυμάτων εἶναι δύο κεχωρισμένα γεγονότα, πράξεις αὐτοτελεῖς, ἑκάστη τῶν ὁποίων ὑποχρεωτικῶς δημιουργεῖ τὰς ἐκνόμους συνεπείας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Ἤδη, ἡ διάταξις τῆς διὰ διατάγματος ὑποχρεωτικῆς συγχωνεύσεως καὶ μεταβίβασις τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῶν Ἱδρυμάτων αὑτῶν εἰς τοὺς νέους μετόχους—πρᾶξις βίας μὴ ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν ἐλευθέραν βούλησιν τῶν μετόχων—εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία συνιστᾷ τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ὀρθὴν ἀντισυνταγματικὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου.
§216Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε πρόεδρε, παρῆλθε τὸ τέταρτον.
§217Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Αἱ διακοπαὶ δὲν περιλαμβάνονται, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ τέταρτον τῆς ὁμιλίας μου.
§218Δ. ΠΛΑΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κύριε συνάδελφε, καὶ πρέπει νὰ τὴν σεβασθῆτε.
§219Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἂς ἀφήσωμεν τὸν ρήτορα νὰ τερματίσῃ τὸν λόγον του.
§220Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Δύο λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι οἱ σοβαρώτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Πρῶτον, ἡ βιαία συγχώνευσις, ἡ πραγματοποιουμένη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νομοσχεδίου διὰ διατάγματος. Δεύτερον, ἡ ἄνισος μεταχείρισις τῶν μετόχων, τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ νομοσχέδιον, διότι μὴ ἐπιτρέπον τὴν σύνταξιν ἰσολογισμοῦ, μὴ ἐπιτρέπον τὴν ἐκτίμησιν τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῶν συγχωνευομένων ἱδρυμάτων, μὴ ἐπιτρέπον τὴν παραχώρησιν τῶν στοιχείων ἐκείνων, βάσει τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ μία πραγματικὴ ἐκτίμησις τῶν εἰσφορῶν παρὰ τῶν μετόχων ἑκάστου ἱδρύματος, δικαίως δημιουργεῖ τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν ἀντίδρασιν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἶναι εἰς βάρος αὐτῶν ἡ ὁρισθεῖσα διὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως τιμὴ τῶν μετοχῶν τῆς 3ης Ἰανουαρίου, ὅτι εἶναι, λέγω, ἐπιζημία δι’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀνισότητος, ἐκτὸς τῆς προσβολῆς τῆς ἰδιοκτησίας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι καθ’ ἡμᾶς τὸ σοβαρώτερον, εἶναι αἱ καταστρεπτικαὶ συνέπειαι ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς χώρας. Διεκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πιστεύει εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς φιλελευθέρας οἰκονομίας, διεκήρυξεν ὅτι θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, διεκήρυξεν ὅτι θὰ διασφαλίσῃ τὴν εἰσαγωγὴν ξένων κεφαλαίων, τῶν ὁποίων πράγματι ἔχει ἀνάγκην ἡ χώρα μας διὰ νὰ ἀξιοποιήσῃ τὰς παραγωγικάς της δυνατότητας. Διεκήρυξεν, ὅτι θὰ διασφαλίσῃ τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιτρέψουν καὶ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ ἐντοπίου πλούτου, τὸν ὁποῖον, κύριοι, γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι δὲν χρησιμοποιοῦμεν μέχρι σήμερον, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐλλείψεως ἀσφαλίσεως, τῆς ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν. Γνωρίζομεν ὅλοι μας, ὅτι ὑπελογίσαμεν μέρος τοῦ Ἐθνικοῦ μας πλούτου...... (διαμαρτυρίαι, φωναὶ) ...... διοχετεύεται εἰς τὸ ἐξωτερικόν, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν οἰκονομικὴν πίστιν, τῆς χώρας, ἔλλειψιν δεδικαιολογημένην, διότι πράγματι πολλάκις ἐπλήγη ἡ πίστις αὐτή, δι’ ἐπανειλημμένων πράξεων τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων. Ἀλλὰ τὸ καίριον πλῆγμα κατὰ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τοῦ Κράτους δίδει σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Θὰ ἠθέλαμεν λοιπὸν νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀπαντήσῃ ὅμως, κατὰ τρόπον συγκεκριμένον εἰς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν μεγάλας οἰκονομολογικὰς γνώσεις, διὰ νὰ ἠμποροῦμεν νὰ ἐμβαθύνωμεν εἰς τὰ μεγάλα αὐτὰ οἰκονομικὰ σχέδιά της, κατὰ ποῖον τρόπον διὰ τοῦ Νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θέτει ὑπὸ τὴν κύρωσιν ἡμῶν, διασφαλίζεται ἡ οἰκονομικὴ εὐεξία τῆς χώρας καὶ πραγματοποιεῖται ἡ εἰσροὴ ξένων κεφαλαίων. Κατὰ ποῖον τρόπον θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ ἐσωτερικοῦ πλούτου τῆς χώρας μας καὶ θὰ ἀποφευχθῇ ἡ διαρροὴ του εἰς τὴν ἀλλοδαπήν.... (Φωναί, διαμαρτυρίαι). Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι δὲν διεκρίθην διὰ πολλὰς ἀγορεύσεις.
§221Β. ΒΡΑΧΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλομεν νὰ μᾶς εἴπητε, ἐλάβομεν ἀπόφασιν περὶ τετάρτου ναὶ ἢ ὄχι; (Κωδωνοκρουσίαι, φωναί, διαμαρτυρίαι).
§222Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι εὐπρεπὲς νὰ συμπεριφέρεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον πρὶν καταλήξετε εἰς τὸ συμπέρασμά σας, ἀλλὰ ἐξυπηρετήσατέ με καὶ σεῖς. Θὰ μὲ ὑποχρεώσετε νὰ σᾶς διακόψω καὶ νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς ἄλλον ὁμιλητήν.
§224Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὀλίγες λέξεις ἀκόμη καὶ θὰ τελειώνω. Ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοθέτημα τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ψήφισιν, στηριζομένη εἰς τὴν Κοινοβουλευτικήν της δύναμιν, προβαίνει εἰς πρᾶξιν ἐπαναστατικήν, διότι καταργεῖ τὸ Σύνταγμα χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸς τοῦτο δικαίωμα καὶ εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἀντίθεσιν πρὸς τὸ δημόσιον αἴσθημα. Ἂς προσέξῃ τὰς συνεπείας τῆς πράξεως αὐτῆς. Ἡμεῖς ἐλπίζομεν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς χώρας, διὰ τῶν νομίμων ὀργάνων της, θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ θεσμοὶ δὲν εἶναι ἀθύρματα καὶ δὲν καταρρέουν εἰς τὸν τόπον μας ἀπὸ τὴν διαβατικὴν μανίαν οἱουδήποτε κυβερνήτου, διότι ὑπερασπιστὴς τῶν θεσμῶν αὐτῶν ὑψοῦται ὁ Συνταγματικὸς Χάρτης τῆς χώρας, τοῦ ὁποίου ἡ ἠθικὴ δύναμις εἶναι ἀκατάλυτος. Ἄλλο σοβαρώτατον πρόβλημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιμετωπίζει ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς περὶ συγχωνεύσεως, εἶναι τὸ ἀφορῶν τὸ ἀπολυθησόμενον προσωπικὸν ἀμφοτέρων τῶν Τραπεζῶν. Εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ἡ Κυβέρνησις ὁμιλεῖ ἀορίστως περὶ ἐντάξεως τῶν ὑπαλλήλων, δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀπολύσεων. Ἀφήνει τὸ ζήτημα ἐν ἀοριστίᾳ διὰ νὰ τακτοποιηθῇ κατὰ τὴν κρίσιν της, ἐνῷ ἔχει ὑποχρέωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ κατοχυρώσῃ ρητῶς τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων. Φυσικὸν εἶναι νὰ μὴ τολμᾷ νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὰς σκέψεις της, διότι εὑρίσκεται πρὸ φοβεροῦ διλήμματος. Ἐὰν σεβασθῇ τὰ κεκτημένα δικαιώματα αὐτῶν, ὡς ἔχει ὑποχρέωσιν, καταπίπτει τὸ κυριώτερον ἐπιχείρημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐστήριξε τὴν συγχώνευσιν, ἐὰν ὄχι, τότε παραβαίνει σαφῶς τὰς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις της, καὶ ἀποδεικνύει ἀδιαφορίαν ἐνώπιον ἑνὸς μεγάλου κοινωνικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον οὕτω δημιουργεῖται. Ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων δραχμῶν θὰ ἐπιβαρύνουν τὰ ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα τῶν Τραπεζῶν, καὶ τὸ νέον Ἵδρυμα, διὰ τὴν πληρωμὴν ἀποζημιώσεων εἰς τὰς ἀπολυομένας χιλιάδας ὑπαλλήλων. Εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων τῶν ἀσφαλιστικῶν Ὀργανισμῶν; Ἐὰν ὄχι, πῶς θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθοῦν διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεών των. Ἀλλά, ἐπὶ πλέον, ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις καὶ μὲ τὴν ἐνέργειάν της πρὸς συγχώνευσιν δύο ἄλλων Τραπεζῶν, τῆς Ἰονικῆς καὶ τῆς Λαϊκῆς, διότι ἐξ ὅσων στοιχείων ἔχομεν ὑπ’ ὄψει μας, ἡ συγχώνευσις αὕτη γίνεται εἰς βάρος τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, δηλαδὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἱδρύματος καὶ πρὸς ὄφελος τῆς ξένης Τραπέζης χωρὶς νὰ συντρέχῃ οὐδεὶς πρὸς τοῦτο οἰκονομικὸς λόγος, χωρὶς νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ διατήρησις τῆς Ἑλληνικότητος τοῦ Ἱδρύματος, χωρὶς νὰ γίνεται πραγματικὴ ἀποτίμησις τῆς ἐσωτερικῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν της καὶ χωρὶς νὰ διασφαλίζεται τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον συνέδεσε τὴν τύχην του μὲ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ.
§225Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι Βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς ἓν συγκεκριμένον σημεῖον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Χανίων, ὁ ὁποῖος ἔκαμε χρῆσιν ἐγγράφου, μνημονεύσας τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἰς τὰς γενικάς του γραμμὰς καὶ ἀπευθύνας διακεκριμένον ἐρώτημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, περὶ τοῦ ποίαν στάσιν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ αἰτήσεως μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, καταγγελλόντων τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς συγχωνεύσεως, ἐπὶ ἀπιστίᾳ. Ὡς τὸ πρᾶγμα διετυπώθη, ἀορίστως καὶ ἄνευ ἀναγνώσεως τοῦ κειμένου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Χανίων, προσεδόθη χρῶμα, τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως ἐδημιούργησεν ἐντύπωσιν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐζητήσαμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τοῦ περιεχομένου τοῦ ἐγγράφου, διὰ νὰ διαπιστώσωμεν ἂν τὸ πρᾶγμα εἶχε τὴν βαρύτητα ποὺ τοῦ ἀπέδωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Χανίων βουλευτής, τοποθετήσας συγκεκριμένον ἐρώτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὸ ἔγγραφον εἶναι αἴτησις ὡρισμένων μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, εἰς τὴν ὁποίαν γίνεται λόγος, ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς μετοχῶν, τῆς ἐνταῦθα ἑδρευούσης Ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας ὁ «Ἀστὴρ» ἐξεποιήθη καὶ ἡ ἐκποίησις αὕτη ἔλαβε χώραν ἐν ἔτει 1950, καὶ ὅτι ὡρισμένος ἐπίσης ἀριθμὸς μετοχῶν τῆς αὐτῆς Ἑταιρείας ἐξεποιήθη ἐπίσης, τῆς ἐκποιήσεως λαβούσης χώραν κατὰ τὸ 1951. Συνεχίζον τὸ ἔγγραφον, μεταφέρει πληροφορίας τῶν ὑπογραφόντων αὐτὸ τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ὡς βασίμους καὶ καθ’ ἃς πληροφορίας ἡ μεταβίβασις ἐγένετο πρὸς τὸν ἴδιον Γενικὸν Δ)ντὴν τῆς Τραπέζης καὶ τοὺς συνεργάτας του. Περαιτέρω τὸ ἔγγραφον κάμνει λόγον περὶ τοῦ πότε ἐδημοσιεύθη ὁ αʹ καὶ ὁ βʹ ἰσολογισμὸς καὶ ἀναφέρει ὡς ἡμερομηνίας τὸν Μάρτιον τοῦ 1951 καὶ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1952. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου, οὗτινος τὰ καίρια σημεῖα σᾶς ἐνεφάνισα κύριοι βουλευταί, ἐξάγονται τὰ ἑξῆς ἀβίαστα πορίσματα: α) ὅτι ἡ συγκεκριμένη καταγγελία βασίζεται ἐπὶ πληροφοριῶν τῶν ἰδίων καταγγελλόντων, τὰς ὁποίας οὗτοι χαρακτηρίζουν ὡς βασίμους, χωρὶς νὰ μνημονεύουν ποῖαι αἱ πληροφορίαι καὶ πόθεν ἀντλοῦνται, β) ὅτι τὰ περιστατικὰ ταῦτα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὕποπτα καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν κρίσιν τῶν ὑπογραφόντων χαρακτηρίζουν καὶ ἐμφανίζουν τὴν ἔναρξιν τῆς ἀπιστίας, ἦσαν γνωστὰ εἰς τοὺς ὑπογράφοντας τὸ ἔγγραφον, κατὰ μὲν τὸ πρῶτον ἥμισυ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1951, κατὰ δὲ τὸ δεύτερον ἥμισυ ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου 1952, καὶ μόλον τοῦτο ἔφερον ταῦτα εἰς γνῶσιν τοῦ Προέδρου τῶν Ἐφετῶν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1953. Ἀναπηδᾷ ἑπομένως ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ἐρώτημα: Πῶς ἐνῷ τὰ ἀναφερόμενα γεγονότα ἦσαν γνωστὰ καὶ πῶς ἐφ’ ὅσον τὰ ἐθεώρησαν ὕποπτα, οἰκοδομοῦντα τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας, κολαζόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου, ἐν τούτοις διὰ μὲν τὰ πρῶτα ἐπὶ δύο ἔτη, διὰ δὲ τὰ δεύτερα ἐπὶ ἓν περίπου ἔτος, ἐσιώπησαν καὶ συνέταξαν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ γεννᾶται καὶ εἰς τὸν ἀφελέστερον ἀναγνώστην τοῦ ἐγγράφου ἡ βεβαία ἐντύπωσις, ὅτι αὐτὸ ἔγινε πρὸς ἀντιπερισπασμὸν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα, ὅτι τοιαύτη πολιτικὴ εἶναι ἀπαράδεκτος. Θὰ ἦτο ἀκατανόητος ἡ παραδοχὴ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἠμπορεῖ οἱοσδήποτε πολίτης, ἢ ὁμὰς πολιτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδίων πληροφοριῶν νὰ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς Ἀρχῆς περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἐγνώριζον πρὸ πολλοῦ χρόνου καὶ νὰ τὰ φέρουν καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ ληφθῇ κυβερνητικὸν μέτρον κατὰ τοῦ ὁποίου ἀντιτίθενται, ἀκριβῶς μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ τὸ τορπιλλίσουν, ἐνῷ ἠδύναντο, ἐὰν τὰ γεγονότα ταῦτα ἐθεώρουν τῷ ὄντι ὕποπτα, νὰ τὰ φέρουν πολὺ ἐνωρίτερον καὶ δὴ ἀφ’ ἧς ἐποχῆς περιῆλθον εἰς γνῶσιν αὐτῶν. Τελειώνων θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ διοικητικὴ μηχανὴ δύναται νὰ κινηθῇ ὁπωσδήποτε καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει κινουμένη καὶ ἀνευρίσκουσα οἱονδήποτε κολάσιμον ἀδίκημα, δὲν θὰ παραλείψῃ οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν θὰ κατέχῃ τὸ πρόσωπον τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος, νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον της ἀπέναντι τούτου. (Χειροκροτήματα).
§226Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῶν ἀπόψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Τὰ γεγονότα ὅπως τὰ ἐξέθεσα εἶναι. Ἀνέγνωσα ἐκ τῆς ἐκθέσεως τὰ ἴδια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέγνωσε.
§227ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§228Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κατέθεσα καὶ τὸ ἔγγραφον διὰ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς. Πέραν αὐτοῦ...
§229Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὀφείλετε νὰ εἶσθε συνεπὴς πρὸς ὅσα εἴπατε. Ἀνεφέρθητε εἰς τὸ ἔγγραφον καὶ ὡμιλήσατε περὶ καταπέλτου. Ὀφείλετε νὰ εἶσθε συνεπὴς πρὸς αὐτά.
§230Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ καταπέλτης ἀποτελεῖ χαρακτηρισμόν. Ἐπαναλαμβάνω τὰ γεγονότα εἶναι αὐτούσια ὅπως τὰ ἐξέθεσα. Τὴν φράσιν καταπέλτης δὲν νομίζω, ὅτι τὴν ἀνέφερον, ἀλλὰ καὶ ἐὰν τὴν ἀνέφερον πρόκειται περὶ χαρακτηρισμοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ εἶναι βέβαιον εἶναι, ὅτι οἱ μέτοχοι οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦν πιθανῶς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Τραπέζης τῶν Ἀθηνῶν ἔρχονται καὶ καταγγέλλουν ἐπισήμως καὶ ἡ καταγγελία των γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Ἔρχονται μέτοχοι, οἱ ὁποῖοι πιθανῶς νὰ ἐκπροσωποῦν τὴν πλειοψηφίαν καὶ καταγγέλουν, ἀκολουθοῦντες τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου δι’ αἰτήσεώς των πρὸς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν τὴν ἀπιστίαν τὴν ὁποίαν αὐτοὶ νομίζουν, ὅτι ἔκαμεν ὁ Διοικητὴς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ ὁ ἐπίδοξος τῆς νέας Τραπέζης. Λέγουν συγκεκριμένως, ὅτι αἱ μετοχαὶ τοῦ Ἀστέρος ἐπωλήθησαν ἀπὸ τὸν Διοικητὴν ἀπ’ εὐθείας ἐνῷ ἀνῆκον εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν Ἀθηνῶν εἰς τιμὴν σημαντικῶς μικροτέραν τῆς τιμῆς τὴν ὁποίαν ἐπῆραν ὅταν ἀργότερον εἰσήχθησαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Αὐτὴ ἡ παρατήρησις εἶναι εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ μέτοχοι νὰ γνωρίζουν ποία ἡ ἀξία τῶν μετοχῶν τοῦ Ἀστέρος ἐφ’ ὅσον δὲν εἰσήχθησαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ συνεπῶς δὲν ἤξεραν τὴν τιμήν. Ἀφ’ ἧς εἰσήχθησαν εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ εἶδον τὴν διαφορὰν ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς διαπιστοῦται ἡ ἀπιστία τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Πέραν αὐτῶν παραμένει ἕνα ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι ὑπάρχει μία διαφορὰ πολλῶν δισεκατομμυρίων καὶ παραμένει γεγονός, ὅτι οἱ κύριοι μέτοχοι ξέρουν, ὅτι τὴν διαφορὰν αὐτὴν τὴν ἐκαρπώθη ὁ ἴδιος ὁ Διοικητὴς κ. Ἠλιάσκος. Ἐπίσης πληροφορίαι ἀναφέρουν, ὅτι ὅταν τὸ ζήτημα ἀνέκυψεν ὁ κ. Ἠλιάσκος διὰ προσώπων, δὲν ἤθελον νὰ τὸ ἀναφέρω πρωτήτερα—ἀναγκάζομαι νὰ τὸ ἀναφέρω τώρα—διὰ προσώπων ἰδικῶν του ἐπρότεινεν εἰς τοὺς μετόχους νὰ ἐξαγοράσῃ εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἐπωλήθησαν αἱ μετοχαὶ τοῦ Ἀστέρος. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβὲς θὰ τὸ κρίνῃ ἡ δικαιοσύνη, δὲν θὰ τὸ κρίνετε σεῖς, ἐὰν ἦτο ἀκριβὲς ποῖος ἦτο ὁ πραγματικὸς ἀγοραστὴς τῶν μετοχῶν. Ἡμεῖς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐθέσαμεν τὸ θέμα ἁπλῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἴπομεν, ὅτι ὑπάρχει μία βαρυτάτη ποινικὴ καὶ ἀστικὴ κατηγορία ἐναντίον τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον προορίζει ὡς Διοικητὴν καὶ ἠρωτήσαμεν τὴν Κυβέρνησιν, τί θὰ πράξῃ. Λυποῦμαι βαθύτατα, διότι ἐκτιμῶ βαθύτατα τὸν κ. Μπαμπᾶκον καὶ ὡς ἐπιστήμονα καὶ ὡς πολιτευόμενον, διότι ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ ἐκκρεμούσης ὑποθέσεως. Εἶχε χρέος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, αὐτὸς πρῶτος, νὰ προστατεύσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ ὄχι νὰ σπεύσῃ νὰ βγάλῃ ἀπαλλακτικὴν ἀπόφασιν ἐπὶ ὑποθέσεως ἐκκρεμοῦς. Ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ, ὅ,τι δήποτε θέλει, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ κρίνῃ καὶ αὐτὴν καὶ θὰ κρίνῃ καὶ τὴν τοιαύτην μεταχείρισιν τοῦ θέματος.
§231Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἐκ Χανίων συνάδελφος, ὁ ὁποῖος τιμᾶται ἀπὸ ὅλους μας, νὰ παραμορφώνῃ κατὰ τόσον πρωτοφανῆ τρόπον τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅτι εἶναι περίεργον, ὅτι μόλις αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπεβλήθη αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν.
§232Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ κατηγορία εἶναι ἀσύστατος.
§233Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Καὶ προσέθεσεν, ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀποφανθῇ καὶ ἡ δικαιοσύνη θὰ κρίνῃ εἰς οἱονδήποτε ὕψος καὶ ἐὰν εὑρίσκεται τὸ πρόσωπον αὐτό. Συνεπῶς δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγετε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθώωσε τὸν οἱονδήποτε κύριον.........
§234Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὅταν λέγῃ, ὅτι αὐτὴ ὑπεβλήθη σκοπίμως καὶ ὅτι εἶναι ἀσύστατος, εἶναι ἐπηρεασμὸς τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης.
§235Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Δὲν δίδομεν τὸ δικαίωμα οὔτε εἰς σᾶς, οὔτε εἰς οὐδένα νὰ παραμορφώνῃ τοὺς λόγους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰ ρητῶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης λεχθέντα. Ὑπάρχει ἀνάγκη κἄποιου κοινοβουλευτικοῦ ἤθους, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐσεβάσθητε. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπήρξατε πλήρως συνεπὴς πρὸς τὴν παράδοσιν, τὴν ὁποίαν εἴχατε πάντοτε τηρήσει εἰς τὴν Βουλήν.
§236Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὑπῆρξα συνεπὴς καὶ ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἀνακαλέσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν.
§237Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀληθῶς λυπηρόν, ὅτι ἐνῷ ἠκούσθησαν τόσαι παρακελεύσεις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Χανίων, περὶ τῆς κυβερνητικῆς ἠθικῆς καὶ περὶ κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας, τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθιξίαν ἐκακοποίησε κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Χανίων. Καὶ ἐκακοποίησε τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθιξίαν, διότι παρεμόρφωσεν ἀπολύτως τοὺς λόγους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοὺς ἀνέτρεψεν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὐδένα ἠθώωσεν, πρῶτον διότι δὲν ἐπεβλήθη κατ’ οὐδενὸς μήνυσις. Τὸ ἀνὰ χεῖρας ἔγγραφον ζητεῖ ἔλεγχον, ἐκ τῆς ἐκβάσεως τοῦ ὁποίου ἐνδέχεται νὰ προκύψουν τὰ ἀντικειμενικὰ ἐρείσματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ δικαιολογήσουν μίαν μήνυσιν. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τυπικὴν τοποθέτησιν, ἡ οὐσιαστικὴ τοποθέτησις ἐκ μέρους μου, μεταστρέφοντος τὴν πρὸ ὀλίγου ὁμιλίαν, ἦτο αὕτη, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν καὶ ὅταν ἡ ὑπόθεσις ἀχθῇ εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἡ Δικαιοσύνη θὰ κρίνῃ δικαίως, ἀνεξαρτήτως τοῦ προσώπου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ λόγος καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου βάλλουν οἱ αἰτοῦντες. Ἀλλὰ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε καὶ κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον, ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε, νὰ ἐκφρασθῶ καὶ ἐγὼ καθ’ ὅμοιον τρόπον, ἀποτελεῖ ἕνα ἠθικὸν δίδαγμα πρὸς πάντας, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον οἱοδήποτε μέτρον κυβερνητικὸν ἢ νομοθετικὸν νὰ θεωρῆται, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑπονομευθῇ διὰ τῆς ὑποβολῆς μιᾶς ἁπλῆς αἰτήσεως παρ’ οἱουδήποτε, στρεφομένης ἐναντίον τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κυβερνητικοῦ μέτρου. Τούτων τεθέντων κατέληξεν ὥστε ἁπλοῦν ἔγγραφον περιέχον βεβαιώσεις τῶν ὑπογραφόντων βασιζομένας εἰς τὰς προσωπικὰς αὐτῶν πληροφορίας νὰ παρέχῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Χανίων καὶ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον συνάδελφον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ μᾶς καταπλήσσῃ μὲ μεγαλορρήμονας ἐκφράσεις περὶ κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας καὶ κυβερνητικῆς ἠθικῆς. (Χειροκροτήματα).
§238Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον. Μόνον ἐφ’ ὅσον διαπιστωθῇ ἡ ὕπαρξις προσωπικοῦ ζητήματος, θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσητε μόνον ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ συζητουμένου θέματος. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Κανονισμοῦ.
§240Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διὰ τὴν ἐπίθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Ὑπουργόν, ὡς καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ὁμιλίαν μου, τοὐλάχιστον, ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον παρενέπεσε, δὲν ἔκαμον οὐδεμίαν ἀπολύτως κρίσιν. Εἰς τὴν κυρίαν μου ὁμιλίαν ὑπῆρξα ὀξύς, ὑπῆρξα, ἐὰν θέλετε, ὠμός, ὅπως εἶπον ἐγὼ ὁ ἴδιος διὰ τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλὰ τότε περιέργως δὲν ἔτυχον οὐδεμιᾶς διακοπῆς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐκ τῶν ὑστέρων τὰ ἐνεθυμήθησαν αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, δὲν ἀνακαλῶ τίποτε. Ἀποτελοῦν προσωπικάς μου ἀντιλήψεις καὶ νομίζω, ὅτι οὔτε προσβάλλω, οὔτε θίγω κανένα, διότι ὡμίλησα σύμφωνα μὲ τὰς ἰδικάς μου ἀντιλήψεις ἐπὶ τοῦ γενικοῦ θέματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ὡδήγησε τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς εἰς τὸ νὰ ἐπιτεθοῦν ἐναντίον μου διὰ τῶν φράσεων, τὰς ὁποίας ἠκούσατε, ἐγὼ δὲν διεπίστωσα πράγματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶπε. Χαίρω ἰδιαιτέρως καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ θὰ δώσῃ κάποιο τέλος εἰς τὴν συζήτησιν, χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι ἡ δευτερολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως τοὐλάχιστον ἐγὼ τὴν ἤκουσα, ἦτο διάφορος ἀπὸ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν τὴν πρώτην φορὰν ἐπῆρε. Χαίρω ἰδιαιτέρως, διότι ἐὰν θέλετε, αὐτὸ ἀποτελεῖ ἑρμηνείαν τῶν προθέσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δώσω συνέχειαν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριε Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τοποθέτησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προσωπικῶς ἔκαμα διὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐξέθεσα, ἦσαν ἀπολύτως ἀρνητικά. Δέχομαι τὴν ἑρμηνείαν τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ συνέχεια εἰς τὸ θέμα.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον.
§242Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὅλως ἀπροόπτως πρὸ ἡμερῶν, καὶ κατὰ μοιραίαν σύμπτωσιν, κερδοσκοπικὴ πρότασις λίαν ὕποπτος γίνεται ἐκ μέρους Τραπεζίτου πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία παραδόξως μετὰ σπουδῆς καὶ χαρακτηριστικῆς προχειρότητος υἱοθετήθη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ μάλιστα καθίσταται αὕτη ἡ βάσις καὶ τὸ πιστεύω τοῦ ἐξαγγελθέντος τὴν αὐτὴν ἡμέραν μεγαλεπηβόλου οἰκονομικοῦ του προγράμματος Τραπεζιτικῆς ἀναδιοργανώσεως. Τὸ περιεχόμενον τῆς προτάσεως τοῦ τραπεζίτου, ἡ υἱοθέτησις τούτου ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ ἰδίου, ὅτι θὰ ἐφαρμόσῃ ὁπωσδήποτε καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὰ υἱοθετηθέντα, ὡς ἦτο φυσικόν, προεκάλεσαν ἀναταραχὴν καὶ ἀνησυχίας εἰς τὴν κοινὴν Ἑλληνικὴν γνώμην. Δὲν ὑπῆρξεν Ἕλλην τὰς ἡμέρας ἐκείνας τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἠγανάκτησεν ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἀνήκουστον καὶ πρωτοφανῆ ὑπουργικὴν ἐνέργειαν. Ἡ ἀγανάκτησις καὶ ἡ ἀναταραχὴ τῆς Ἑλληνικῆς γνώμης καὶ ἡ ἀμελέτητος ἀποδοχὴ τῆς κερδοσκοπικῆς τραπεζιτικῆς προτάσεως ἐδημιούργησαν ἐνδοκυβερνητικὴν σύγχυσιν, φῆμαι δὲ προερχόμεναι ἀπὸ τὸ Κυβερνητικὸν πολιτικὸν παρασκήνιον καὶ ἰδίᾳ ἐκ τῶν προθαλάμων καὶ θαλάμων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ἐπληροφόρουν τὴν κοινὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐσπευσμένη ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ὑπῆρξε κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον «γκάφα» καὶ δὴ μεγαλειώδης τοιαύτη. Διὰ τοῦτο προσπάθεια κατεβάλλετο ἐξευρέσεως τρόπου εὐπρεποῦς ὑποχωρήσεως, ἄλλως ἐπεβάλλετο χάριν τοῦ γοήτρου τοῦ κ. Μαρκεζίνη νὰ πραγματοποιηθοῦν τὰ υἱοθετηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ. Συμπολιτευόμενοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι τῆς Κυβερνήσεως, ἤλπιζον ὅτι τελικὰ θὰ ἀνεκαλύπτετο ἡ λύσις ἡ σώζουσα τὸ γόητρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ καὶ ἡ περισώζουσα ἰδίως τὸ ἐθνικόν μας ἵδρυμα ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῆς ἰδιωτικῆς κερδοσκοπίας. Πρὸς γενικὴν ὅμως κατάπληξιν, ἡ μέση τιμία λύσις, ἄγνωστον διατί, δὲν ἐξευρέθη. Ἀντιστρόφως ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀποπειρᾶται τὴν εἰσαγωγὴν πρὸς ψήφισιν νομοσχεδίου ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ ὁποίου ἐπικυροῦται ἡ ἀπόφασις περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ τραπεζιτικοῦ μας συστήματος καὶ τὸ περιεχόμενόν του πλειοδοτεῖ προκλητικῶς ἐκείνης. Εἰσάγει νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον παραβαίνει τὸ Σύνταγμα, προσβάλλει τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην ἀξιοπρέπειαν, καταργεῖ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐπρέπειαν καὶ τέλος, κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπροκαλύπτως ἐν τῷ συνόλῳ του ὕβριν ἐναντίον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν στιγματίζομεν τὴν πρᾶξιν καὶ διαμαρτυρόμεθα. Ἐλεύθερος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ νὰ ἀγνοῇ καί, ἄν θέλετε, νὰ περιφρονῇ τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δικαίωμά του εἶναι νὰ μὴν ὑπολογίζῃ κἂν τὴν δύναμιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ψήφου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ νὰ μὴ βασίζεται εἰς αὐτὴν διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν του. Δύναται, διαθέτων κατὰ τὸ δοκοῦν τὴν μεγάλην Κοινοβουλευτικὴν πλειοψηφίαν τῆς συμπολιτεύσεως καὶ στηριζόμενος εἰς αὐτὴν νὰ ἐκτοξεύῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τρόπον ἀήθη εἰς Ἕλληνας πολιτικοὺς ἄνδρας ἀπειλὰς κατὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δῆθεν ὄχι τέσσαρα ἀλλὰ εἰκοσιτέσσαρα ἔτη θὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις θὰ κουρασθῇ εἰς Μαραθώνειον δρόμον διὰ νὰ τὸν φθάσῃ. Δύναται νὰ λέγῃ ταῦτα, κύριοι βουλευταί, διότι ἀφοροῦν τὴν σοβαρότητα τοῦ ἀνδρός. Ἀλλ’ ὅσον κι’ ἂν θέλῃ, δὲν θὰ ἀνεχθῶμεν ἡμεῖς οἱ ὀλίγοι τῆς Κοινοβουλευτικῆς μειοψηφίας τῶν πολλῶν ψήφων τῶν Ἑλλήνων νὰ ὑβρίζεται ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ προβαίνῃ εἰς τόν διασυρμὸν αὐτῆς ποὺ εὔχονται καὶ ἀποπειρῶνται οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν ἀνάκλησιν τῆς ὕβρεως, ζητοῦμεν τὴν ἀνάκλησιν τοῦ δῆθεν νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν ἔντυπον προσβολήν. Ἀξιότιμε κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, εἶσθε παλαιὸς πολιτικὸς μὲ λευκὸν παρελθόν, ἔντιμος καὶ πατριώτης. Εἶσθε ἐκ τῶν Ἑλλήνων πολιτικῶν ποὺ σέβεται καὶ ἐκτιμᾶ τὸ Πανελλήνιον, διὰ τὸ ἦθος σας καὶ τὴν ἐν γένει λαμπρὰν καὶ ἐξαιρετικὴν πολιτικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν σταδιοδρομίαν σας. Πιστεύομεν ὅτι θὰ πράξετε τὸ καθῆκον σας. Θὰ προστατεύσητε τὸ Σῶμα, θὰ ἀποκαταστήσητε τὴν τρωθεῖσαν φιλοτιμίαν καὶ ἀξιοπρέπειάν του. Διακόψατε τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σώματος. Ζητήσατε μὲ τὸ θάρρος ποὺ σᾶς διακρίνει νὰ ἀποσύρουν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τὸ ὑβριστικὸν νομοσχέδιον. Ἄλλως εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας, παραιτηθῆτε καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἡ πρᾶξις σας θὰ παραμείνῃ διαυγὴς φάρος εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος. Διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος ἀπετολμήθη ἐκ μέρους Ὑπουργοῦ τοιαύτη περιφρόνησις καὶ προσβολὴ τῆς διανοητικῆς ὡριμότητος τῶν βουλευτῶν, τῆς πολιτικῆς των ὀντότητος καὶ ἀξιοπρεπείας, ἡ διατυπωθεῖσα ἐγγράφως διὰ τῶν ἄρθρων τοῦ δῆθεν νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ψήφισις. Καὶ μάλιστα γίνεται ἀκόμη μεγαλυτέρα ἡ προσβολή, διότι ὁ ὑπεύθυνος τῆς πράξεως εὑρίσκεται ἐν πλῷ πρὸς τὰς βορείους ἐπαρχίας τῆς χώρας, ὑπερβέβαιος ὅτι τὰς ἐκδηλωθείσας ἀνομίας του, θέλει δὲν θέλει, θὰ ἐπικυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἀνατρέξατε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μας. Θὰ συναντήσητε περιόδους φαυλοκρατίας καί φαυλοκράτας ἀποκληθέντας πολιτικούς. Θὰ συναντήσητε τὸν φαυλοκράτην Κωλέτην, διότι ἐπεδίωκε τὸν διορισμὸν τῶν «Ἑλληνάδων» του, θὰ δῆτε ὅτι ποντίφηξ τῆς φαυλοκρατίας ἀπεκλήθη ὁ Βούλγαρης, διὰ τὰς πράξεις του περὶ ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς, πράξεις ποὺ ἐδημιούργησαν τὰ στηλιτικὰ καὶ τὸν ἀναγκασμόν του εἰς παραίτησιν, θὰ φθάσετε ἀκόμη εἰς τὸν ἠθικὸν ρυθμὸν τοῦ 1935 ὅπου ἀπελύθη μεταξὺ ἄλλων ὑπάλληλος, διότι ἦτο εὔχαρις κατὰ τὴν ἡμέραν ταῦ κινήματος τοῦ 1935, καὶ θὰ ἀντιληφθῆτε ὅτι αἱ φαυλοκρατικαὶ αὗται περίοδοι μὲ τοὺς φαυλοκράτας των δὲν ἦσαν παρὰ ἁπλαῖ ἀμέλειαι, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ φαυλοκρατικὸν ὅσον καὶ ὕποπτον τερατούργημα ποὺ ζητεῖται ἡ ψήφισίς του. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, κ. κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ἐμπορίου, ἐξέσπασεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ὁρίζοντα ἡ οἰκονομικὴ θεομηνία τῆς Τραπεζιτικῆς ὀργανώσεως τοῦ κ. Μαρκεζίνη, μὲ τὰς ἀντιφατικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ἠλιάσκου. Τὸ Πανελλήνιον ἐξεπλάγη μὲ τὴν ἔκτασιν τοῦ γεγονότος καὶ μαζί του, μὰ τὴν ἀλήθεια, καὶ σεῖς κ. Ὑπουργοί, διότι οὐδέποτε ἀναμένατε τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀθλιότητα. Τὸ ὅλον βάρος τῆς ἀνηκούστου πράξεως ἀνέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ. Ἰσχυρίσθη μάλιστα ὅτι ἡ συγχώνευσις τῶν δύο τραπεζῶν ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴν τοῦ οἰκονομικοῦ, τοῦ τραπεζιτικοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον σημειωτέον εἶδεν τὸ φῶς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰς σαφεῖς κατηγορίας τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἀπήντησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διὰ τοῦ πενιχροῦ του λόγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, χειροκροτηθεὶς μάλιστα ὄχι διὰ τὰ ἀναιμικά του ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ διότι ἀνέφερεν κάθε τόσον εὐφυῶς τὸ ὄνομα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι ὁμολογοῦμεν καὶ παραδεχόμεθα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ὑπῆρξεν ἄφθαστος δεξιοτέχνης ἑλιγμῶν, ποὺ τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὰς κατηγορίας, ὥστε τὸ ἑσπέρας ἐκεῖνο τὸν ἐζήλευσεν καὶ ἡ πλέον εὐέλικτος ἔγχελυς. Καὶ ἐνῷ οὕτω ἔχουν καὶ εἶχον τὰ πράγματα, παραδόξως ἐμφανίζεται εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον περὶ συγχωνεύσεως Τραπεζῶν μὲ τὴν ἰδικὴν σας ὑπογραφήν, ἐνῷ ὁ υἱοθετήσας τὰς γνώμας τοῦ κ. Ἠλιάσκου καὶ ἀναταράξας τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην σπεύδει νὰ ἀναχωρήσῃ πρὸς τὰς βορείους Ἐπαρχίας τῆς χώρας, ἀφήνων ὑμᾶς νὰ ἀναλάβετε τὰ καθήκοντά του καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἀντιλαμβανόμεθα κύριοι ὑπουργοὶ τὸ δύσκολον πράγματι τῆς θέσεώς σας, εἰς τὴν ὁποίαν σᾶς ἔφερε ἡ σκληρὰ τοῦ κόμματος πειθαρχία καὶ πιστεύσατέ με ὅτι εἰλικρινῶς λυποῦμαι καὶ συμμετέχω τῆς στενοχωρίας σας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὰς ὑμετέρας ὑπογραφὰς φέρει τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ἐπιφέρει ἐπωφελεῖς μεταρρυθμίσεις εἰς σοβαρὸν κλάδον τῆς οἰκονομίας μας καὶ μάλιστα ἀφορᾷ τὴν κυκλοφορίαν τοῦ οἰκονομικοῦ αἵματος τῆς χώρας, τὴν πίστιν. Εἰς μάτην θὰ ἀναζητήσητε οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς θεωρίας, πάνω εἰς τὰς ὁποίας ἐστηρίχθη κατ’ ἀναλογίαν ἔστω τὸ οἰκονομικὸν ἂς ποῦμε τοῦτο νομοσχέδιον. Ἐὰν ἦτο ἐπηρεασμένον ἀπὸ τὴν κομμουνιστικὴν θεωρίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιζητοῦσε τὴν Κρατικοποίησιν τῶν Τραπεζῶν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως τῶν μετόχων. Ἐὰν πάλιν ἐβασίζετο εἰς τὰς σοσιαλιστικὰς οἰκονομικὰς ἀρχάς, θὰ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν Κρατικοποίησιν τῶν Τραπεζῶν μὲ πλήρη ἀποζημίωσιν τῶν μετόχων αὐτῶν. Μήπως ὅμως συνετάχθη μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀστικοῦ μας καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπηρεασμένον ἀπὸ διαφόρους οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς θεωρίας καὶ ἀρχάς, ἀλλὰ ἐκεῖνο ποὺ κυρίως διακρίνει τὸ ἀστικὸν καθεστὼς εἶναι ὁ σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν, τῆς περιουσίας καὶ ἀνθρωπίνης ἀξιοπρεπείας. Μήπως λοιπὸν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ περιεχόμενον τοῦ Νομοσχεδίου, μὲ τὰ ὀλίγα αὐτὰ ἀλλὰ τόσον σπουδαῖα πράγματα; Τίποτε ἀπολύτως κ. συνάδελφοι. Εἶναι ἁπλῶς ἕνα ὕποπτον κομπριμὲ πάσης ἀνομίας. Εἶναι δῆθεν νομοσχέδιον εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ ὁποίου διατυποῦται γραπτῶς καὶ ἐπιβάλλεται νομιμοφανῶς ἡ πλέον ὠμὴ βία. Παραβιάζεται γενικὰ τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας καὶ εἰδικὰ καταργεῖται ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ ἐλευθερία. Ἕνα βλέμμα εἰς τὰ ἄρθρα 3, 4, 13, 17, 106 τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου καὶ τῆς γενικῆς αὐτοῦ ἰδεολογικῆς συνθέσεως καὶ συγκροτήσεως, θὰ σᾶς πείσῃ ἀπολύτως περὶ τῶν ἰσχυρισμῶν μας. Ἀλλὰ ἡ φορὰ τῆς ἀνομίας παρέσυρεν καὶ αὐτὸ τὸ ἀτυχὲς Συμβόλαιον τῆς Θεσσαλονίκης. Κάθε πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἕνα κτύπημα ἐναντίον του, ἕνα κουρέλιασμα. Ποῦ εἶναι ἡ ὑπόσχεσις ἐργασία δι’ ὅλους, ἠφανίσθη καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἐπλημμύρησεν ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ ἀνέργους. Ὑπέσχετο τὸ συμβόλαιον κατάργησιν τοῦ ἀπεχθοῦς κρατικοῦ παρεμβατισμοῦ. Ἰδοὺ τὸ δῆθεν νομοσχέδιον περὶ συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις κατοχυρώνει μεγαλειωδῶς τὸν ἄκρατον Κρατικὸν παρεμβατισμόν. Οὐδέποτε ἄλλοτε ἡ Ἑλλὰς ἐγνώρισε παρεμβατισμὸν ἐπὶ θεμάτων ἰδιοκτησίας καὶ ἐλευθερίας ὅμοιον τοῦ θεσπιζομένου διὰ τοῦ ἐν λόγῳ Νομοσχεδίου. Πέραν ὅμως τῶν ἀλλοκότων ὅσον καὶ ἐπικινδύνων αὐτῶν πειραμάτων ὑπάρχει καὶ ἡ τραγικὴ εἰρωνεία τοῦ πράγματος. Ἐν ἀρχῇ ὁ λόγος καὶ ἐν ἀρχῇ ἐν προκειμένῳ ἡ εἰρωνεία. Ἀρχίζει ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τὴν πρώτην της γραμμὴν: «Σταθερὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προχωρήσῃ εἰς ριζικὰς μεταρρυθμίσεις διὰ τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ ὅλου τραπεζιτικοῦ συστήματος τῆς Χώρας». Κύριοι Ὑπουργοί, θὰ εἴσαστε εἰλικρινέστεροι ἐὰν ἐλέγατε «Σταθερὰ ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ἡλιάσκου νὰ καταλάβῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν τούτου ἐχρησιμοποίησεν τὴν πονηρίαν τοῦ Ὀδυσσέως καὶ τὴν ὑπομονὴν τοῦ Ἰώβ». Ποία τάχα εἶναι ἡ σταθερὰ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν εἶναι παγκοίνως γνωστόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀναζητοῦσε ἀπὸ πόρτα σὲ πόρτα Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν κ. Κωστόπουλον. Ὅταν οἱ πάντες μὲ εὐπρέπειαν τοῦ ἠρνήθησαν κατέφυγεν εἰς τὸν κ. Ἡλιάσκον. Εἰς τὸν εὐφυῆ τραπεζίτην ἐνεφανίσθη ἡ εὐκαιρία, ποὺ τόσον ὑπομονητικὰ ἀπὸ χρόνια καραδοκοῦσε. Ἔπειτα ἀπὸ ἕνα συμβούλιον οἰκογενειακὸν ἢ φιλικὸν ὅπως λέγεται, μετέβη εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπέβαλε τὴν γνωστήν του πρότασιν. Αὕτη γεννᾷ τὸ οἰκονομικὸν τραπεζιτικὸν πρόγραμμα τοῦ κ. Μαρκεζίνη, μεταμορφοῦται τοῦτο εἰς σταθερὰν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, εἰσάγεται ὡς νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπογράφεται ἀπὸ δύο Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐσκέφθησαν τοιαύτην προχειρότητα καὶ ἀχαλίνωτον βίαν. Ὅπως ὅμως ἀρχίζῃ ἔτσι καὶ περατοῦται ἡ ἔκθεσις τῶν δύο κυρίων Ὑπουργῶν. Μὲ τραγικὴν εἰρωνείαν. Ἡ τελευταία παράγραφος τῆς ἐκθέσεως μᾶς λέγει: «.....λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ ἄρθρῳ 12 τοῦ παρόντος, ὅπως ἐκδοθῇ ὑποχρεωτικῶς νέον μετοχικὸν κεφάλαιον ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων..... Οὕτω διὰ τοῦ μέτρου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ πλειοψηφία τοῦ νέου ἱδρύματος θὰ ἀνήκῃ εἰς πρόσωπα τελοῦντα ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀντιμετωπίζεται καὶ αὐτὸς ὁ προβαλλόμενος καὶ καθ’ ἡμᾶς ἀβάσιμος ἰσχυρισμός, ὅτι ἐκ τῆς συγχωνεύσεως ὠφελοῦνται ἰδιῶται εἰς βάρος τῆς κοινωνικῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἱδρύματος.....». Ἀπίστευτα πράγματα, κύριοι βουλευταὶ καὶ ὅμως ἀξιοῦν οἱ κύριοι Ὑπουργοί, νὰ τὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ γίνουν νόμος τοῦ Κράτους σεβαστὸς ἀπὸ τοὺς πολίτας. Ἰσχυρίσθημεν εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ, ὅτι κατ’ ἀρχὴν γίνεται ἁρπαγὴ ὀγδοήκοντα πέντε δισεκατομμυρίων περίπου, εἰς βάρος τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἰς τὴν δοθεῖσαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπάντησίν του ὁ κ. Μαρκεζίνης ἠναγκάσθη νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι πράγματι ἐδημιουργεῖτο ζημία, ἀλλὰ αὕτη θὰ ἀνήρχετο μόνον εἰς 25 δισεκ. εἰς βάρος τῶν εὐαγῶν ἱδρυμάτων καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ προσεπάθει νὰ τακτοποιήσῃ τὸ ζήτημα. Ἡ ἔκθεσις ὅμως τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη ἀποσιωπᾷ, τοὺς ἰσχυρισμούς μας εὑρίσκει ἀβασίμους, ἀλλὰ διὰ νὰ παύσῃ καὶ τοῦτο ἀποφασίζεται ἡ ἔκδοσις νέων μετοχῶν, αἵτινες νὰ δοθοῦν εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα. Ὥστε καίτοι ἀναγνωρίζει ὁ κ. Μαρκεζίνης τὴν ζημίαν, καίτοι θεωρεῖτε ἀβάσιμον τὸν ἰσχυρισμόν μας διὰ τὴν ζημίαν, σεῖς θὰ ἐκδώσητε μετοχάς, θὰ τὰς δωρήσητε εἰς τὰ ἱδρύματα, ἔτσι φαίνεται, διὰ τὴν ψυχὴν προσφιλῶν σας προσώπων· περίεργος νοοτροπία καὶ συλλογισμός. Πρὸς ποίους νομίζετε κύριοι Ὑπουργοὶ ὅτι ἀπευθύνεσθε; Πλανᾶσθε ἂν νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ συμπεριφέρεσθε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Οἱ ἰδιῶται μέτοχοι, διατὶ δὲν θὰ λάβουν καὶ αὐτοὶ μετοχάς; Δὲν εἶναι ἴσοι ὅλοι ἀπέναντι τῶν νόμων ὅπως ἐπιτάσσει τὸ Σύνταγμα. Καὶ θέλετε αὐτὰ νὰ τὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ μάλιστα ἄνευ οὐδεμιᾶς τροπολογίας ἢ ἀλλαγῆς. Ἴσως διὰ νὰ μὴ χάσουν τὴν ἱστορικήν των πρωτοτυπίαν. Μετὰ τὴν θαυμαστὴν ταύτην ἔκθεσιν τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Ὑπουργῶν, τὸ νομοσχέδιον εἰσέρχεται εἰς τὰ ἐπὶ μέρους ἄρθρα αὐτοῦ. Ἀπὸ ποῦ ὅμως νὰ ἀρχίσῃ κανεὶς καὶ ποῦ νὰ τελειώσῃ. Δύο σελίδας καταλαμβάνουν τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, δύο σελίδας καὶ κάθε λέξις μία ἀνομία. Μέσα εἰς αὐτὰς τὰς δύο σελίδας συντρίβεται ἡ ἐλευθερία, καταργεῖται ἡ ἰδιοκτησία, καταπατᾶται ἡ εὐπρέπεια, συνθλίβετε ἡ ἰσότης τῶν Ἑλλήνων ἀπέναντι τῶν νόμων. Τὰς συνελεύσεις συγκαλεῖ ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου. Τὸ πρῶτον Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς ξένης περιουσίας διορίζει ἡ Κυβέρνησις. Οἱ μέτοχοι οὐδὲ κἂν ἐρωτῶνται πῶς θέλουν νὰ διοικηθῇ ἡ περιουσία των. Εἰς τὰς συνελεύσεις, τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα δὲν ἐκπροσωποῦνται ἀπὸ τὰ πρόσωπα ποὺ ὥρισαν οἱ διαθέται καὶ δωρηταί. Τὰ ἀντιπροσωπεύουν οἱ Ὑπουργοὶ Οἰκονομικῶν, Προνοίας, Ἐργασίας. Δὲν θὰ δημοσιευθοῦν ἰσολογισμοὶ τῶν συγχωνευομένων ἑταιρειῶν διὰ τὸ ἔτος 1952. Πρωτοφανὴς νοοτροπία, χωρὶς ἡ ὕποπτος αὕτη διάταξις καὶ νὰ ἐξηγῆται. Ἡ συγχώνευσις Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἐπιχειρήσεων, δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἄνευ ἀποφάσεως τῶν συνελεύσεων, τῶν ἰδιοκτητῶν· κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχουν γνώμην ἐπὶ τῆς τύχης τῆς περιουσίας των, διότι διὰ Διατάγματος δύναται νὰ γίνῃ συγχώνευσις. Καὶ τέλος ἄκουσον! ἄκουσον! δὲν ἀπαιτεῖται περιγραφὴ τῶν εἰσφερομένων ἐκ μέρους τῶν δύο συγχωνευομένων ἑταιρειῶν. Δὲν ἐπαναστατεῖ ἡ ψυχή σας κ. βουλευταὶ ἀπὸ τὰ ἀνήκουστα ταῦτα τερατουργήματα; Εἰς οὐδεμίαν φιλελευθέραν χώραν τοῦ κόσμου οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὄχι δὲν ἐτόλμησαν, ἀλλ’ οὐδὲ κἄν διενοήθησαν νὰ στραγγαλίσουν τὰς ἐλευθερίας νὰ καταργήσουν τὴν ἰδιοκτησίαν, νά δημιουργήσουν προνομιούχους καὶ μὴ Τραπεζίτας, παρὰ τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἀποτολμᾶται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ψήφισις. Ποῖος πλέον δύναται νὰ ἔχῃ οἱανδήποτε ἐμπιστοσύνην, πίστιν καὶ σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους τῆς Πατρίδος, ὅταν αὐτὸς οὗτος ὁ Καταστατικὸς Χάρτης ἀνατρέπεται ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δι’ ἑνὸς προχείρου νομοσχεδίου. Ποῖος ἐγγυᾶται ὅτι μία διάδοχος Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ παροῦσα, δι’ ἑνὸς καὶ μόνον ἄρθρου εἰς οἱονδήποτε νομοσχέδιον δὲν θὰ ἐπεκτείνῃ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συγχωνεύσεως Τραπεζῶν καὶ εἰς πᾶσαν Ἀνώνυμον Ἑταιρείαν. Κατόπιν δὲ τῆς ἀνομίας ταύτης καὶ τῆς δημιουργηθείσης ἀσταθείας, ἔχομεν προσέτι τὴν ἀφέλειαν νὰ ἑτοιμάζωμεν ἕτερον νομοσχέδιον, πρὸς διευκόλυνσιν τῆς εἰσαγωγῆς ξένων κεφαλαίων εἰς τὴν χώραν μας, νὰ τοποθετήσουν δηλαδὴ τὰ χρήματά τους «οἱ κουτόφραγκοι» εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅταν ἀπὸ τῆς μιᾶς στιγμῆς εἰς τὴν ἄλλην κινδυνεύουν νὰ τὰ χάσουν, μὲ τὰ ἐφευρεθέντα μέσα καὶ συστήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ Τραπεζῶν ἡ ὑπόθεσις εἰσαγωγῆς ξένων κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ Ἑλληνικῶν, θὰ παρέλθῃ ἀνεπιστρεπτί. Σκεφθῆτε καλῶς τὸν τελευταῖον τοῦτον ἰσχυρισμόν. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ποιοῦμαι εἰς αὐτὸν ὑστάτην ἔκκλησιν, ἵνα ἐπέμβῃ καὶ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τυχὸν ψήφισις ἤθελε συνδέσῃ τὴν πολιτικὴν περίοδον τῆς ζωῆς του, μὲ μίαν ἀνελεύθερον καὶ ἐναντίον τοῦ Δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος πρᾶξιν. Ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῆς προσβολῆς ἥτις ἐγένετο εἰς βάρος τοῦ Σώματος ἐκ μέρους τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Συνάδελφοι τῆς συμπολιτεύσεως, πέραν τῆς κομματικῆς πειθαρχίας ὑπάρχουν θεσμοὶ ποὺ στηρίζουν λαὸν καὶ Κράτος. Ἂς ἀρθῶμεν ὑπεράνω στενῶν κομματικῶν ὑπολογισμῶν. Καταψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον σώζομεν τοὺς θεσμοὺς τοῦ Ἔθνους ἀπὸ βαρύτατον τραυματισμόν. Ἄλλως ἐρρέτω ὁ Κοινοβουλευτισμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατέρχομαι ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος μὲ τὴν ἀπόλυτον βεβαιότητα, ὅτι ἐὰν παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα δὲν εἰσακουσθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ φωνὴ τῶν γραπτῶν καὶ ἀγράφων νόμων, τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν παραδόσεων καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Τραπεζῶν, θὰ ἔλθῃ ἀμείλικτος, ἡ ἄτεγκτος ὑπερήφανος Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, ἵνα δώσῃ σκληρὸν μάθημα εἰς τοὺς ἀσεβοῦντας πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὅτι εἰς τὸ φιλελεύθερον κοινοβουλευτικὸν δημοκρατικόν μας πολίτευμα οὐδεὶς ἔχει τὸ ἀνάστημα καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἀσχημονῇ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ μας καὶ τῶν ἱερῶν θεσμῶν ποὺ στηρίζουν τὸ Ἔθνος. (Χειροκροτήματα).
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βασιλᾶτος ἔχει τὸν λόγον.
§244Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἀξιότιμοι κ. κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον, ἐπανέλαβον σχεδὸν λέξιν πρὸς λέξιν τὰς αἰτιάσεις κατὰ τοῦ μέτρου τῆς συγχωνεύσεως, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεώς των. Τότε ἔλαβον τὸν λόγον καὶ κατὰ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις ἀντέκρουσα τὰς αἰτιάσεις των. Σήμερον, ἐπὶ πλέον, προβάλλουν καὶ ἀντισυνταγματικὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας διεξοδικῶς καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων νομικῶν καὶ ἀδιασείστων, τὰς ἀντέκρουσεν ὁ ἀγαπητὸς ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας εἰσηγητής, ὁ συνάδελφος κ. Παπαρρηγόπουλος. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἡ ὥρα εἶναι 5 πρωϊνὴ καὶ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου κ. Κανελλοπούλου, Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Βερνῖκος.
§246Α. ΒΕΡΝΙΚΟΣ. Πιστεύσατε, κύριοι συνάδελφοι, ἀνερχόμενος καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅτι δὲν κατέχομαι ἀπὸ καμμίαν ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν. Ἐρευνῶ καὶ προσπαθῶ νὰ αἰτιολογήσω εἰς τὸν ἑαυτόν μου τὸ νομοθέτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Δι’ ἐμὲ ζήτημα συγχωνεύσεως δὲν ὑπάρχει πλέον, διότι ὅπως ἐλέχθη: «ἡ Κυβέρνησις ἔχει 240 βουλευτάς, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀπεφάσισε καὶ ἐξήγγειλε κἄτι, θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ». Σημασίαν ἔχει, τὸ πῶς ἡ Κυβέρνησις, αὐτὰ ποὺ ἐμφανίζει, τὰ ἐπιδιώκει, τὸ ἐὰν εὑρίσκεται εἰς συνέπειαν μὲ τὰ ὅσα ἐξήγγειλε προεκλογικῶς, καὶ τὸ ἐὰν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει ἐνώπιόν σας θὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤρχισε τὸν λόγον του εἰς τὴν Θεσσαλονίκην μὲ τὴν φράσιν: «Ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι οἱ καιροὶ εἶναι κρίσιμοι διὰ τὸν τόπον». Εἶναι κοινὴ πεποίθησις καὶ γενικὴ συνείδησις πράγματι, ὅτι ἡ κρισιμότης τῆς καταστάσεως εἶναι ἄνευ προηγουμένου καὶ ὅτι δυστυχῶς καθ’ ἑκάστην χειροτερεύει. Θὰ ἔπρεπε, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Συναγερμοῦ, ἐὰν ἦτο συνεπὴς πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ἐπιδείξῃ, ὅτι πραγματικῶς ἔχει συναίσθησιν τῆς κρισιμότητος αὐτῆς, ὥστε νὰ μὴ ἄφηνε νὰ διαρρεύσῃ 3 μηνῶν διάστημα, χωρὶς νὰ λάβῃ μέτρον τι ἱκανὸν καὶ διὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἔστω ἔναρξιν τῆς θεραπείας τῆς κρισιμότητος τῶν καιρῶν. Ἀντ’ αὐτοῦ, ὅλως ἰδιαιτέρως, καὶ ἄνευ λόγου, ἐδημιούργησε ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ δημιουργηθῇ. Διότι διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, δηλαδή, τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ τόπου, ἠδύνατο ἄλλως ἁπλούστερα νὰ ἐνεργήσῃ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἰς τὴν ἐν τῇ Βουλῇ ἀγόρευσίν του, ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι τρόποι, διὰ νὰ ὁδηγηθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ὅπως ὁ περιορισμὸς τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ καθαρῶς ἐκδοτικόν της ἔργον, ἡ προνομιακὴ καὶ πάλιν ἀπονομὴ τοῦ δικαιώματος τῆς συγκεντρώσεως τῶν καταθέσεων τῶν Νομικῶν Προσώπων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ μείωσις τῶν ἐξόδων της, καὶ ἄλλα. Ἀντ’ αὐτῶν καὶ ὅπως εἶπον καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ ὁμιλήσαντες συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, διότι συνέπεσεν ὁ κ. Ἠλιάσκος νὰ μὴ θέλῃ, διὰ λόγους καθαρῶς οἰκογενειακῶν παραδόσεων, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Ἵδρυμα τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, «συνελήφθη» ἡ συγχώνευσις καὶ ταλανιζόμεθα, κύριοι, ἀπὸ τῆς 3)1)53 μέχρι τῆς σήμερον καὶ «Κύριος οἶδε», πόσον διάστημα ἀκόμη! Συζητοῦμε διὰ τὴν συγχώνευσιν τῶν Τραπεζῶν, ὅταν ὁ τόπος αὐτός, κύριοι συνάδελφοι, ὑποφέρῃ καθ’ ὃν τρόπον τραγικὸν ὑποφέρει! Ἐργάτης, παραγωγικῶς ἐργαζόμενος, βιομήχανοι, ἀγρότες, οἱ πάντες, ἀντιμετωπίζουν κρίσιν τρομακτικήν. Πιστεύσατέ με, ὅτι δὲν ἐπιζητῶ καθόλου νὰ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν. Πολιτεύομαι ἀπὸ ἀπόλυτον πίστιν πρὸς τὸ τόπον μου καὶ αἰσθάνομαι τὸ πολιτεύεσθαι, ὡς καθῆκον καὶ λειτούργημα. Ὅλοι ὀφείλομεν, ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτὴν νὰ δώσωμεν παράδειγμα καὶ νὰ καταστήσωμεν σαφὲς εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἡμεῖς οἱ 300 ἐκπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, δὲν εἴμεθα βωβὰ ὄργανα τῶν κομμάτων μας. Ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ θάρρος νὰ κρίνωμεν. Καὶ νὰ ἐπικρίνωμεν ἀντικειμενικῶς μέτρα τῶν κομμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκομεν, μὲ τὴν ἐλευθέραν ἐκείνην σκέψιν, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνῃ τὴν ἄρσιν ἐμπιστοσύνης μας ἀπὸ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκομεν. Προσωπικῶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐδήλωσα καὶ προχθές, ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας—καὶ τὸ δηλώνω καὶ πάλιν—βεβαίως ὄχι τῆς ἀχαλινώτου, ἀλλὰ τῆς χαλιναγωγημένης τῆς ἐνδιαφερομένης καὶ διὰ τοὺς πολλούς. Μέσα εἰς τὰ πλαίσια αὐτῶν τῶν σκέψεων ἀντιμετωπίζων τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἤλπιζα καὶ ἐπερίμενα ὡς πραγματικὰς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τοῦ ὅτι, «ἡ ἐπιτυχία τῆς ὅλης πολιτικῆς του, ἡ ἐπιτυχία τοῦ προγράμματος τοῦ Συναγερμοῦ, στηρίζεται κυρίως εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, τοῦ ἐξωτερικοῦ», διότι ὅπως ἔλεγε, «τῶν πόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιτρέψουν τὸ νὰ ἐξεύρῃ ὁ τόπος τὰ μέσα τὰ ὁποῖα θὰ ὁδηγήσουν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων ἀνασυγκροτήσεως καὶ ἔργων παραγωγικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐφοδιάσουν τὸν τόπον μὲ νέας φορολογικὰς πηγὰς. Καὶ ἐτόνιζεν εἰς τὸν λόγον του τῆς Θεσσαλονίκης ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. «Ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐντιμότητα τοῦ Κράτους». Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ποῦ ὑπάρχει ἐντιμότης τοῦ Κράτους εἰς τὸ ἐνώπιον ἡμῶν ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ εἶναι συνεπής, θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἐμφανίσῃ μόνον τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι διακοσμητικά, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 10 συμπεριλαμβάνονται οἱ σκοποί της. Τί χρειάζονται τὰ περιττὰ ἄρθρα; Ἡ Κυβέρνησις λέγει ὠμὰ ὅτι: «ἀδιαφορῶ διὰ τὸ τί θὰ εἴπῃ τὸ Συλλογικὸν Ὄργανον τῶν μετόχων, ἡ Γενικὴ Συνέλευσις, ἡ πλειοψηφία τῶν μετόχων». Ἔχω ἀποφασίσει τὴν συγχώνευσιν καὶ θὰ κάμω συγχώνευσιν. Ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς πλειοψηφίας, κ. Παπαρρηγόπουλος, ἔθεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νέας βάσεις τοῦ δικαιώματος τῶν μετόχων. Ὑπεστήριξε, δηλαδή, ὅτι «τὰ δικαιώματα τῶν μετόχων περιορίζονται, εἰς τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ κέρδη, εἰς τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν Συνέλευσιν, εἰς τὴν ἐλευθερίαν μεταβιβάσεως καὶ εἰς τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν διανομὴν τοῦ μετόχου». Καὶ παρέλειψε τὸ οὐσιωδέστερον, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχει κάθε μέτοχος καὶ πολὺ περισσότερον ἡ πλειοψηφία τῶν μετόχων ἡ ὁποία ἐκφράζεται διὰ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, τὸ δικαίωμα τῆς διαχειρίσεως. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου, θὰ ἐδέχετο, ἐάν, ὅ μὴ γένοιτο, ὁ νόμος αὐτὸς συνεχώνευε τὴν καπνοβιομηχανίαν Παπαστράτου μὲ τὸ καπνεργοστάσιον τῆς Καβάλας, ἐρωτῶ θὰ ἐδέχετο καὶ θὰ ἐψήφιζε καὶ θὰ ἐνεφάνιζε τὸν νόμον αὐτόν; Νόμον διὰ τοῦ ὁποίου ταὐτοχρόνως θὰ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τοῦ Ἐμπορίου νὰ ἐκδώσῃ νέας μετοχάς, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαστικῶς περιερχόμεναι εἰς Νομικὰ Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου θὰ ἐδημιούργουν μίαν νέαν πλασματικὴν διαχείρισιν; Κατὰ ποίαν λογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοηθῇ τὸ δικαίωμα τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν ἰδιωτῶν μετόχων. Κατὰ ποίαν λογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοηθῇ τὸ δικαίωμα τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις νὰ ὁμιλοῦμεν περὶ ἐπαναπατρισμοῦ κεφαλαίων τοῦ ἐξωτερικοῦ, εἰς τὸ σύμφωνον τῆς Θεσσαλονίκης, νὰ προβάλωμεν τὴν συγκέντρωσιν τῶν κεφαλαίων τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ τῶν κεφαλαίων τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ νὰ ψηφίζωμεν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου στραγγαλίζονται τὰ δικαιώματα καὶ τῶν ὀλίγων ἀκόμη ἀφελῶν, ποὺ ἔχουν ἐπενδύσεις εἰς τὴν χώραν, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν, ὅτι ὑπάρχει δυνατότης πράγματι εἰς τὸν τόπον αὐτὸν νὰ πραγματοποιοῦνται καὶ νὰ εἶναι ἀληθῆ τὰ ὅσα ἐξαγγέλλονται προεκλογικῶς ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἐξώστας; Ἀλλὰ δὲν ὡμίλησε μόνον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἀπέβλεπεν εἰς τὸν ἐπαναπατρισμὸν τῶν κεφαλαίων καὶ περὶ τῆς σημασίας τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἔλεγεν, εἰς τὴν ἀπὸ ραδιοφώνου ὁμιλίαν του τῆς 6 Δεκεμβρίου. «Ἡ ταχυτέρα δημιουργία πλαισίου ἐμπιστοσύνης καὶ σταθερότητος ὥστε καὶ ἡ οἰκονομικὴ δραστηριότης τοῦ λαοῦ νὰ ἐνταθῇ καὶ πρόσφοροι συνθῆκαι εἰσόδου ἑλληνικῶν καὶ ξένων κεφαλαίων νὰ ὑπάρξουν......» χωρὶς καμμίαν ἀντιπολιτευτικὴν διάθεσιν, χωρὶς κἂν βουλευτικὴν σκέψιν, ἂς ἀναλύσωμεν τὴν φράσιν αὐτὴν καὶ ἂς τοποθετήσωμεν τὸ νόημα παραπλεύρως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ νὰ κρίνωμεν ἀντικειμενικῶς ψυχραίμως, ἐὰν πράγματι δημιουργοῦνται αἱ συνθῆκαι ἐκεῖναι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ συγκεντρωθοῦν τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ ξένα κεφάλαια. Καὶ νομίζετε, ὅτι θὰ εὑρεθοῦν ἀφελεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ πιστεύσουν, ὅτι εἶναι δυνατόν, εἰς τὸν τόπον αὐτόν, μετὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. 18 Συντακτικὴν πρᾶξιν, μετὰ τὴν 114 Συντακτικὴν πρᾶξιν, μετὰ ὅλους τοὺς τελευταίους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐδολοφόνησαν κυριολεκτικῶς τὴν πίστιν καὶ κατέστρεψαν τὰς τραπέζας νὰ ὑπάρξῃ ἀσφάλεια; Λυποῦμαι ποὺ κι’ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ σεβαστός μου καθηγητὴς εἶπεν, ὅσα εἶπεν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νόμους νὰ ἐπαναζήσῃ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἡ πίστις. Εἶναι κάτι κύριοι συνάδελφοι τὸ ὁποῖον ἐκλονίσθη πρὸ πολλοῦ καὶ ἐκτελεῖται σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν χαριστικὴν βολήν, παρὰ τὸ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν, καὶ τὴν συγκέντρωσιν κεφαλαίων τοῦ ἐξωτερικοῦ τὸν ἐπαναπατρισμὸν κεφαλαίων τῶν ἀποδήμων Ἑλλήνων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν δημιουργίαν ἀποταμιευτικοῦ πνεύματος, Πιστεύσατέ με, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω ἀλλ’ οὔτε καὶ ἤθελον, διότι συναισθάνομαι καλῶς, ὅτι ἄλλοι συνάδελφοι τῆς παρατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω καὶ καλύτερον κατηρτισμένοι ἐμοῦ εἶναι καὶ εὐφραδέστεροι καὶ μεγαλυτέραν πεῖραν κοινοβουλευτικὴν ἔχουν. Δυστυχῶς ἐπιέσθην—καὶ ἐπιέσθην φορτικώτατα—ἀπὸ φίλους μου τοῦ Συναγερμοῦ ἐκ τῶν πλέον ἐγκρίτων....
§247ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ βουλευτάς;
§248Α. ΒΕΡΝΙΚΟΣ. Ὄχι ἀπὸ βουλευτὰς—ἀπὸ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς ἔδωσαν τὴν πλειοψηφίαν εἰς τὸν Συναγερμόν, καὶ οἱ ὁποῖοι εὐλόγως ἀνέμενον, ὅτι θὰ εὑρίσκετο ἀπὸ τοὺς 239 ἐκλεκτούς των, ἔστω καὶ εἷς, ὁ ὁποῖος θὰ ἠγωνίζετο διὰ νὰ τοποθετηθῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν γραμμὴν τῶν προεκλογικῶν της ὑποσχέσεων. Ὑπενθυμίζω καὶ πάλιν ἀναφερόμενος εἰς τὸν λόγον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὅσα ἔλεγεν εἰς τὸν λόγον του τῆς Θεσσαλονίκης: «Ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀναβίωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης καὶ τὴν ἐντιμότητα τοῦ Κράτους ἡ ἐπιτυχία τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀλλοδαπῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων». Δὲν ἠμπορεῖ, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐντιμότητος τοῦ Κράτους νὰ συμπεριλαμβάνεται ἡ καταστραγγάλισις τῶν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων. Ἐφ’ ὅσον καλῶς ἢ κακῶς λέγομεν, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀκόμη ὑπὸ ἀστικὸν καθεστὼς πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀστικὸν καθεστὼς καὶ νὰ σεβώμεθα τὴν ἰδιοκτησίαν, ἄλλως ἂς τὸ καταργήσωμεν μὲ εἰλικρίνειαν. Ἐμφανίσατε καθαρά, κύριοι συδάδελφοι, ὅτι πραγματικῶς εἶσθε, ὅτι εἶσθε σοσιαλισταί, καὶ ἐπιτρέψατε τέλος πάντων εἰς τὸν λαὸν νὰ ψηφίζῃ κόμματα τὰ ὁποῖα ἔχουν προγράμματα. Δὲν μπορεῖ νὰ ἐμφανιζώμεθα ὡς συντηρητικοὶ καὶ νὰ εἴμεθα σοσιαλισταὶ οὔτε νὰ ἐμφανιζώμεθα ὡς σοσιαλισταὶ καὶ νὰ εἴμεθα συντηρητικοί. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξαπατῶντας τὸν λαόν, τὸν ἀπογοητεύομεν καὶ τὸν ὁδηγοῦμεν ἐκεῖ, ἀπ’ ὅπου θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς Ἑλληνικὰ πλαίσια. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μ. Χλουβεράκης.
§250Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις ἴσως τυγχάνει περιττὴ καὶ ἄσκοπη, ἐφ’ ὅσον πρὶν ἢ ἀκόμη κατατεθῇ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, πρὶν ἢ ἀκόμη συζητηθῇ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, πρὶν ἢ συζητηθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐξηγγέλθη τόσον ὑπὸ τοῦ φιλικοῦ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Συναγερμὸν τύπου καὶ θορυβωδῶς μάλιστα—ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐμπορίου, ὅτι οὐδεμία τροπολογία θὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως.
§251Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶπον τέτοιο πρᾶγμα.
§252Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσις τῆς μειοψηφίας, ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§253Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν τὸ εἶπα ποτὲ αὐτό.
§254Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Μᾶς ἱκανοποιεῖ ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν κάμνετε, διότι ἀκριβῶς θὰ ἐζήτουν ἐὰν πράγματι ἐπιμένετε νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ οὐδεμία τροπολογία, νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν εὐθύτητα βασιζόμεθα, ὥστε κατόπιν τῶν πειστικῶν ἐπιχειρημάτων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, νὰ κάμῃ ἀποδεκτὰς ὡρισμένας τροπολογίας τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον ἔχετε λάβει ὁπωσδήποτε τὴν ἀπόφασιν νὰ ψηφισθῇ τοῦτο. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ἕνα πρᾶγμα· ὅτι εἶναι ἄηθες κοινοβουλευτικῶς νὰ συζητοῦμεν ἕνα τόσον σοβαρὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καθάπτεται τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἐμπνευστὴς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ ὑπεύθυνος φορεὺς τῆς Κυβερνητικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς, νὰ ἀναχωρήσῃ τὴν παραμονὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν Θεσσαλονίκην. Καὶ ἀνεχώρησε, διότι ἀκριβῶς ἄφησε τοὺς ἄλλους νὰ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνην τῆς μεγάλης αὐτῆς ἀνωμαλίας, τῆς μεγάλης αὐτῆς οἰκονομικῆς τραγῳδίας, ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, καὶ ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ μετὰ τὴν συγχώνευσιν, διὰ νὰ νίψῃ τὰς χεῖράς του αὔριον ἢ μεθαύριον, ὅτι εἶναι ἀθῷος τοῦ αἵματός του.
§255Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριε συνάδελφε, θὰ εἶμαι πολὺ σύντομος εἰς τὴν διακοπήν μου. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ ποὺ λέγετε. Ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Συνεπῶς, ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται ἀπὸ δύο ἁρμοδιωτέρους Ὑπουργοὺς εἰς τὰ θέματα αὐτά, δὲν σημαίνει ὅτι ἡ εὐθύνη του καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς συγχωνεύσεως καὶ διὰ τὴν παρουσίασιν εἰς τὴν Βουλὴν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ παύσῃ νὰ ὑφίσταται. Τὸ λέγω αὐτὸ ἐν ἀπουσίᾳ του.
§256Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Συμφωνῶ καὶ προχωρῶν, λέγω, ὅτι ὄχι μόνον ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ ἀνεχώρησε διὰ τὴν Θεσσαλονίκην, ἀλλ’ ἀνεχώρησεν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς μὴ ὤφειλε καὶ ὁ ὁποῖος συμμετέχει εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ὁποίου προβλέπουν διαφόρους φορολογικὰς ἀπαλλαγάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ὤφειλε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ἐσκεμμένως ὅμως μετέβησαν εἰς τὴν Θεσ)νίκην διὰ νὰ ἀποσπασθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν σοβαρὰν συζήτησιν ποὺ γίνεται σήμερον. Καὶ παρεσκευάσθη μεγαλοπρεπὴς ὑποδοχὴ καὶ ἑορταστικὴν ὄψιν ἔλαβεν ἡ Θεσσαλονίκη. Καὶ ἴσως αὔριον δὲν γνωρίζομεν ποίους νέους ἀκαταλήπτους χρησμούς, θὰ ἐξαγγείλῃ ἐκεῖθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, διὰ νὰ ἀναγκασθῶμεν καὶ πάλιν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ περιβάλωμεν τοὺς χρησμοὺς αὐτοὺς μὲ νομοθετικὴν ἰσχὺν χάριν τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ γοήτρου. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ εὑρίσκεται ἐδῶ, καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐν τούτοις, ἀνεχώρησαν ἀμφότεροι. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρᾶξιν, ἡ ὁποία βεβαίως ἀφορᾷ αὐτούς. Ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, εἶναι ὁ δράστης τοῦ γάμου τῆς ἑνώσεως, τὸν ὁποῖον ἐξήγγειλεν ὅτι κάμνει διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου μάλιστα θὰ προέλθῃ, ὅπως λέγει, καὶ εὔρωστον τέκνον, ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰ τέκνα ἐκ βεβιασμένων γάμων ἢ ἐκ κλεψιγαμίας προερχόμενα εἶναι θνησιγενῆ καὶ ἐφ’ ὅσον, ὡς ὑπεγράμμισεν ὁ κ. Συντονιστὴς ἐν τῇ ἀγορεύσει του, οἱ ἑνούμενοι πρὸς ἀναπαραγωγὴν πάσχουν ἀπὸ ἀνίατον νόσημα. Καὶ καλεῖται ἐσπευσμένως ὁ ἀξ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κ. Ὑπουργὸς Κανελλόπουλος, ὡς καὶ ὁ τοῦ Ἐμπορίου Ὑπουργὸς κ. Καψάλης, νὰ περιθάλψουν τὸ θνησιγενὲς αὐτὸ τέκνον, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς, ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἀποθάνῃ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι μία συρραφὴ ἄρθρων ἀπειλητικῶν καὶ ἀμφιβόλλου σκοπιμότητος καὶ τὰ ὁποῖα, δυστυχῶς, καθάπτονται αὐτῆς ταύτης τῆς οἰκονομικῆς πίστεως τῆς χώρας, καταπατοῦνται δύο ἀρχαὶ μεγάλαι τῆς Δημοκρατίας, εἰς τὰς ὁποίας πιστεύομεν καὶ τὴν ὁποίαν, δυστυχῶς, κακοποιοῦν οἱ πιστεύοντες. Καταπατεῖται πρῶτον ἡ ἀρχὴ τῆς οἰκονομικῆς ἐλευθερίας, καὶ καταπατεῖται δεύτερον καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀληθοῦς κοινωνικῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, στραγγαλίζεται ἀνεπανορθώτως ἡ βασικὴ ἀρχὴ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας καὶ τίθενται πραγματικοὶ φραγμοὶ καὶ ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους ὑπὲρ ἀτομικῶν καὶ μόνον συμφερόντων. Προστατεύει τὸ Κράτος τὰ συμφέροντα τῶν μὲν καὶ δὲν προστατεύει τὰ συμφέροντα τῶν δέ. Ὁ σημερινὸς Κρατικὸς παρεμβατισμός, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ οὔτε μετὰ δεκαπέντε ἕως εἴκοσιν ἔτη ἀκόμη, διότι τὸ Κράτος δὲν ἐφάνη μέχρι σήμερον ἔντιμον ἀπέναντι τῆς ὑπογραφῆς του. Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον ἡττημένα ἀπὸ τὸν πόλεμον, καὶ αὐτὰ ἀκόμη ἀποκατέστησαν τὴν πίστιν των, διότι ἐφάνησαν ὁμολογουμένως ἔντιμα ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Τὸ σημερινὸν Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐφάνη, δυστυχῶς, τόσον ἀνέντιμον· δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ προέλθῃ εἰς τοιούτους παρεμβατισμούς, διότι θὰ ἐπιτείνῃ, καὶ δικαίως, τὴν δυσπιστίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ θ’ ἀποτρέψῃ τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ Ταμιευτήρια τῶν Τραπεζῶν. Κύριοι βουλευταί, ἂν δὲν ἀποκαταστήσωμεν τὴν πίστιν, διότι μόνον δι’ αὐτῆς περιμένομεν τὴν ἀνόρθωσιν τῆς οἰκονομίας μας ἀπὸ τὰ πραγματικὰ καὶ μόνον Ἑλληνικὰ κεφάλαια τῶν μικρῶν καταθετῶν, μοιραίως θὰ καταστραφῶμεν. Καὶ τὶ ἐπιχειρεῖται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἱδρύεται προνομιακὸν μονοπώλιον τῶν ὀλίγων εἰς βάρος τῶν πολλῶν· καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ ὑπὸ συγχώνευσιν Τράπεζαι, πρότερον καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς κατοχῆς, τὰς καταθέσεις τῶν μικρῶν τὰς ἐπῆραν καὶ τὰς ἐπένδυσαν εἰς ἀκίνητα καὶ εἰς ἄλλας ἐπικερδεῖς ἐπιχειρήσεις, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν διὰ τοῦ νόμου 18)1944 οἱ μικροκαταθέται τὰ ἔχασαν ὅλα, δὲν νομίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, θὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν πίστιν, ἀλλὰ τὴν πλήρη ἀπιστίαν πρὸς τοὺς μικροὺς καταθέτας. Νὰ μὴν ἀναμένωμεν ἐπίσης, κυρίως τὰ ξένα κεφάλαια, διότι εἰς κανένα Κράτος δὲν πηγαίνουν τὰ ξένα κεφάλαια, ἂν δὲν ἔχουν συμφέροντα σοβαρά. Ἑπομένως θὰ στηριχθῶμεν μόνον εἰς τὴν μικρὰν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν καί, δυστυχῶς, διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, τὴν φονεύομεν καὶ τὴν φονεύομεν ἀνεπιστρεπτί. Οὐδεὶς θὰ ἔχῃ πλέον ἐμπιστοσύνην νὰ καταθέσῃ τὴν μικράν του οἰκονομίαν. Ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς δὲν θὰ ζήσῃ ἐπὶ πολὺ καὶ θὰ ἀποθάνῃ, ἀλλὰ μαζὶ μὲ αὐτὸν θὰ νεκρωθῇ καὶ ἡ Ἐθνική μας οἰκονομία. Κύριοι βουλευταί, ἐκεῖνο ποὺ μοῦ προξενεῖ ὁμοίως μεγάλην ἐντύπωσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, εἶναι τὸ θέμα τῆς φορολογικῆς ἀπαλλαγῆς, εἰς τὴν ὁποίαν δυστυχῶς καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον διὰ μερικῶν ἀράδων ὁμιλεῖ, ὅτι ἡ ἀπώλεια τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δύναται νὰ προϋπολογισθῇ. Ἐν τούτοις τὸ αὐτὸ Γενικὸν Λογιστήριον πέρυσι εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶχον δαπάνας ὀλίγων ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ἔκαμεν ἔκθεσιν μὲ ὁλοκλήρους τυπογραφικὰς σελίδας, σήμερον ποὺ ὑπάρχουν στοιχεῖα συγκεκριμένα καὶ στοιχεῖα ἀποτιμήσεως τῶν περιουσιακῶν στοιχείων τῶν Τραπεζῶν, δὲν δίδει τὴν ἀκριβῆ ζημίαν. Ἀναβιβάζεται ἡ ἀπώλεια κατὰ τοὺς εἰδικοὺς ἐρευνητὰς εἰς πολλὰς δεκάδας δισεκατομμυρίων. Καὶ δὲν νομίζω ἠθικὸν καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ μικρὸς παραγωγός, ὁ πτωχὸς γεωργός, ἐπαγγελματίας καὶ ἐργάτης, διὰ νὰ μεταβιβάσῃ μίαν προῖκα εἰς τὸ παιδί του ἢ κληρονομίαν τινὰ πληρώνει τὸν ἀνάλογον φόρον τῆς μεταβιβάσεως, οἱ μεγαλοκαρχαρίαι μέτοχοι, οἱ ὁποῖοι ὠφελήθησαν τόσον κατὰ τὴν κατοχήν, καὶ μεταπελευθερωτικῶς δανεισθέντες ἀπὸ τὸ Κράτος, ὡς ἀνώνυμαι τραπεζιτικαὶ ἑταιρεῖαι ἰλιγγιώδη ποσὰ μετ’ ἀναλόγων κερδῶν, ἀνθίσαντες καὶ πάλιν οἰκονομικῶς, δὲν νομίζω λέγω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ μὴ πληρώσουν ὀλίγα δισεκατομμύρια φόρους χάριν τοῦ πτωχοῦ αὐτοῦ Κράτους. Ἀπορίας δὲ ἄξιον, ὅτι εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν συμμετέχει καὶ ἡ ξένη Ἀγγλικὴ Τράπεζα Ἰωνική.
§257Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Θὰ παρεκάλουν νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει σας τοῦτο. Ὅτι, ὅταν πρὸς πραγματοποίησιν μιᾶς κυβερνητικῆς πολιτικῆς συγχωνεύονται ὀργανισμοὶ τραπεζιτικοί, θὰ ἦτο ἀνέντιμον ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους ἐὰν ἐπέβαλε τὴν φορολογίαν, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε. Εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς φορολογίας. Αἱ συγχωνεύσεις, ἀξιότιμε καὶ ἀγαπητὲ κύριε συνάδελφε, εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ὑπάγονται εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἔννοιαν τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς οἰκονομίας. Δὲν εἶναι νοητὸν ὅταν προβαίνῃς εἰς τὴν λῆψιν μέτρων πρὸς ἐξυγίανσιν τῆς οἰκονομίας καὶ ἐπιβάλῃς ἐσὺ ὡς Κράτος τὴν συγχώνευσιν ἢ ἐπιτρέπῃς καὶ προωθῇς τὴν συγχώνευσιν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλῃς μέτρον, ταὐτοχρόνως μὲ τὴν ἐπιβολὴν τῆς συγχωνεύσεως, μέτρον φορολογικόν, τὸ ὁποῖον νὰ καταστήσῃ τὴν συγχώνευσιν αὐτὴν δυσχερῆ ἢ καὶ ἀδύνατον. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι οἱ συλλογισμοί, ἐπὶ τῶν ὁποίων βασίζεσθε, δὲν εὐσταθοῦν. Αἱ συγχωνεύσεις ἀποτελοῦν μέτρα κυβερνητικὰ ἐξυγιάνσεως τῆς οἰκονομίας καὶ ὡς τοιαῦτα ὄχι μόνον ἐπιτρέπουν ἀλλὰ ἐπιβάλλουν τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ πάσης φορολογίας.
§258Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἐὰν πραγματικῶς, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς φορολογίας θὰ ἦτο πρὸς ὄφελος τῶν μικρῶν καὶ ὄχι πρὸς ὄφελος τῶν μεγάλων, οἱ ὁποῖοι ἠνδρώθησαν ἀκόμη περισσότερον οἰκονομικῶς θὰ συνεφώνουν. Διότι ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνα ποὺ ὑποστηρίζουν οἱ συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐγὼ πιστεύω, ὅτι οἱ μέτοχοι θὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὴν συγχώνευσιν τῶν Τραπεζῶν, λόγῳ τοῦ μονοπωλίου, ὥστε τὰ κέρδη των θὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερα ἀπὸ ὅτι εἶναι σήμερον. Διότι σήμερον ὑπάρχει μία ἅμιλλα μεταξὺ τῶν Τραπεζῶν, αὔριον θὰ ὑπάρχῃ τὸ χαράτσι τοῦ ἐπιτοκίου καὶ τὸ ὁποῖον κατὰ βούλησιν θὰ ἐπιβάλλουν, διότι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τὸ ἀντίπαλον δέος καὶ ἀναμφισβητήτως δὲν ὑποθέτω, ὅτι οἱ μέτοχοι θὰ ὠφεληθοῦν περισσότερον ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ ἀφοῦ θὰ ὠφεληθοῦν ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν, δὲν νομίζω, ὅτι δὲν δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ εἰσπράξῃ τὰ ὀλίγα αὐτὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν σταγόνα ἐν τῷ ὠκεανῷ ἀπὸ τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἀπεκόμισαν ἐκ τοῦ νόμου περὶ δραχμοποιήσεως 18]44, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς τοὺς μικροὺς καταθέτας δὲν ἐδόθη τίποτε. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς εἶχε δοθῆ καὶ ἕνα μάθημα νὰ τοὺς φορολογήσῃ τὰ ἐκ τοῦ νόμου Σβώλου τεράστια κέρδη διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς μικροὺς καταθέτας καὶ ὄχι νὰ τοὺς ἀπαλλάσσῃ καὶ ἀπὸ τὴν μικρὰν φορολογίαν τῆς μεταβιβάσεως καὶ τῆς ὑπεραξίας τῶν μεγάλων ἀκινήτων. Τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τῆς Κοινωνικῆς Δικαιοσύνης καὶ Ἠθικῆς. Ἐπ’ αὐτοῦ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις καὶ δύναται, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐκδώσῃ μετοχὰς διὰ τὸ φορολογητέον ποσόν, τὰς ὁποίας νὰ χαρίσῃ εἰς τὰ εὐαγῆ ἱδρύματα, ὅπως τὸ Πανεπιστήμιον κ.λ.π. καὶ νὰ δοθοῦν, ὑπὸ τύπον δωρεᾶς, διότι τὰ ἱδρύματα αὐτὰ στεροῦνται χρημάτων διὰ νὰ ἀγοράσουν τὰς νέας ἐπὶ πλέον μετοχάς, ἅς προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστόν, ὅτι ἄνευ κρατικῆς ἐπιχορηγήσεως θὰ εἶχον κλείσει πρὸ πολλοῦ τὰς πύλας.
§259Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, εἰς ἕνα ἄλλο κλασσικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη εἰς τὰ 1933 ἐν Γερμανίᾳ, ἐπίσης, ἀλλὰ πρὸ τῆς καταλήψεως τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ Χίτλερ, τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι εἶναι συλλογικὸν ἔργον, «ἔρευνα ἐπὶ τοῦ τραπεζικοῦ συστήματος» καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουν συμβάλλει οἱ τότε κορυφαῖοι εἰδήμονες ἐν Γερμανίᾳ, τονίζεται τὸ ἑξῆς: «Ὅτι τράπεζαι, τῶν ὁποίων τὰ κεφάλαια κατέστησαν ἀσθενῆ πρὸς στήριξιν μιᾶς τραπεζικῆς ἐπιχειρήσεως, πρέπει νὰ ὁδηγοῦνται ἢ πρὸς τὴν ἐκκαθάρισιν ἢ πρὸς τὴν συγχώνευσιν». Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ἡ συγχώνευσις θεωρεῖται ὡς ἕνα μέσον ἐνδυναμώσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν τράπεζαι αἱ ὁποῖαι ἔχουν καταστῆ ἀσθενεῖς, νὰ τὰς καταστήσετε ἔτι μᾶλλον ἀσθενεῖς ἐπιβάλλοντες φορολογίαν; Ἡ πολιτικὴ τῶν συγχωνεύσεων εἶναι πολιτικὴ ἐνδυναμώσεως καὶ ὄχι ἐξασθενήσεως τῶν τραπεζῶν. Ἀκριβῶς ἐξησθενισμένους ὀργανισμούς, καὶ ὅλοι οἱ τραπεζικοὶ ὀργανισμοὶ εἶναι λίγο ἢ πολὺ ἐν Ἑλλάδι ἀσθενεῖς, μόνον ἐξασθενημένους ὀργανισμοὺς προσεπάθησε διὰ τῆς συγχωνεύσεως νὰ τοὺς ἐνδυναμώσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς στήνῃς τὴν παγίδα τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ μεγάλη, πολὺ βαρεῖα καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι νοητὴ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐξυγιάνσεως τοῦ τραπεζικοῦ συστήματος. Σᾶς ἀνέγνωσα φράσεις, διὰ νὰ κατανοήσετε τὴν ἀντίφασιν, ἡ ὁποία θὰ ὑπῆρχε μεταξὺ τῆς πολιτικῆς τῶν συγχωνεύσεων καὶ τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς συγχωνεύσεως.
§260Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ κ. Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι ἦτο τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἔπρεπε νὰ πεισθῇ πρῶτον, ὅτι αἱ δύο Τράπεζαι ἦσαν ἀδύνατοι ὀργανισμοί. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ κάνῃ τοῦτο, χωρὶς κἂν νὰ γνωρίζῃ τὰ περιουσιακά των στοιχεῖα ὁπότε ἐνδεχομένως θὰ εἶχε δίκαιον, προχωρεῖ εἰς τὴν συγχώνευσιν.
§261Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Αὐτὸ εἶναι αὐταπόδεικτον. Λόγῳ τῆς φυσικῆς ἀδυναμίας εἰς τὴν ὁποίαν περιέστησαν οἱ τραπεζιτικοὶ ὀργανισμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τὴν κατοχήν. Ἂν δὲν ἦσαν, κύριοι, ἀδύνατοι θὰ ἐλειτούργουν ἀφ’ ἑαυτῶν. Οὔτε ἡ Ἐθνικὴ ὅμως οὔτε ἡ Ἀθηνῶν ἐλειτούργουν ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἐλειτούργουν εἴτε διὰ τῆς ἐκδοτικῆς μηχανῆς τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος, εἴτε διὰ τῶν καταθέσεων τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Ἐὰν ἐξακολουθούσαμεν νὰ ἔχωμεν τὴν πολυμορφίαν τῶν Τραπεζῶν μὲ τὸν συναγωνισμὸν μεταξύ των καὶ τὰ τόσα Ὑποκαταστήματα, τὰ ὁποῖα ἵδρυον διὰ νὰ συναγωνίζωνται, κατανέμουσαι τὰ χρήματα τῶν ὀργανισμῶν εἰς ταῦτα, θὰ ἦσαν ἐπίσης ἀσθενεῖς. Ἔπρεπε συνεπῶς νὰ ληφθῇ κάποιο μέτρον. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέλεξε τὸ μέτρον αὐτό. Δύνασθε νὰ θεωρήσετε τὸ μέτρον αὐτὸ ὡς ἄστοχον καὶ νὰ εἴπητε ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἄλλο μέτρον. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ λέγετε, ὅτι ἕνα μέτρον τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐνδυνάμωσιν τῶν ἀσθενῶν ὀργανισμῶν, ὅτι ἕνα τοιοῦτον μέτρον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ συνδυασθῇ μὲ τὴν φορολογικὴν ἀπαλλαγήν.
§262Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἔπρεπε νὰ προστατεύσῃ τοὺς μικροὺς μετόχους. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ παρεμβαίνῃ εἰς βάρος τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, διότι καὶ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν τὰ ἰδιωτικὰ μονοπώλια τῆς πίστεως, ἐφαρμόζουν τώρα ἀντίθετον οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ἐὰν θέλετε διὰ τῆς βίας νὰ δημιουργήσετε μίαν κατάστασιν, νὰ κρατικοποιήσετε ὅλας τὰς Τραπέζας, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα οὕτω πράττοντες νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν ἐλευθέραν οἰκονομίαν. Ἂν δὲν ὑπάρχουν, κύριοι, αἱ ἰδιωτικαὶ καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν βάσιν τῆς οἰκονομίας, δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ πιστοδότησις. Ἐὰν θέλετε νὰ μείνετε εἰς τὴν ἐλευθέραν οἰκονομίαν, νὰ ἀφήσητε τοὺς σχετικοὺς νόμους νὰ λειτουργήσουν ἐλευθέρως. Προβαίνετε διὰ νόμου, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὴν συγχώνευσιν, χωρὶς νὰ εἶναι γνωστὰ τὰ περιουσιακὰ στοιχεῖα τῶν ἐν λόγῳ Τραπεζῶν καὶ χωρὶς οἱ μέτοχοι τούτων νὰ ἐπιθυμοῦν τὴν συγχώνευσιν, θὰ ἔπρεπε πρῶτον, ἐφ’ ὅσον ὑπῆρξαν ἀτασθαλίαι νὰ γίνῃ ὁ προσήκων δικαστικὸς ἔλεγχος καὶ νὰ ἐπιβληθοῦν αἱ ἀνάλογοι κυρώσεις. Καὶ τότε ἐὰν ἐβλέπατε, ὅτι ἐκινδύνευον τὰ ἱδρύματα αὐτὰ νὰ καταστραφοῦν, τότε νὰ προχωρήσητε εἰς τὴν συγχώνευσιν δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ συγχώνευσις ἦτο ἀναπότρεπτος ἀνάγκη. Τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ φιμώνετε καὶ τοὺς μετόχους διὰ νὰ μὴ ζητήσουν εὐθύνας ἀπὸ τὰς Διοικήσεις των, αἱ ὁποῖαι ἔφερον τὰς Τραπέζας εἰς τὸ χεῖλος τῆς καταστροφῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ ἐξυγιάνῃ τὸ τραπεζιτικὸν σύστημα ἐν τῷ συνόλῳ του, νὰ ὑπαναχωρήσῃ ἀπὸ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, διότι ζήτημα γοήτρου δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς Δημοκρατίας. Ὑπάρχει μόνον εἰς τὰς Δικτατορίας. Πρέπει δὲ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ νὰ ὑπαναχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον πλῆρες κατόπιν σοβαρᾶς μελέτης τῆς ὅλης τραπεζιτικῆς πίστεως. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ ὑφίσταται θέμα, ἐπιμένῃ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ λύει τὸ Τραπεζιτικόν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἰς ὀλίγας μόνον λέξεις περιέχεται ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικόν της πρόγραμμα· «ὤδυνεν ὄρος καὶ ἔτεκε μῦν». (Χειροκροτήματα).
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζορμπᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§264Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νομίζω, ὅτι οὔτε ἡ ἐξυγίανσις τοῦ τραπεζιτικοῦ μας συστήματος ἐπιτυγχάνεται οὔτε καὶ ἡ πίστις τονώνεται. Εἶναι βέβαιον ὅτι αἱ Ἑλληνικαὶ Τράπεζαι πάσχουν καὶ ὅτι πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐξυγιανθοῦν. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν ἐξυγίανσιν ἑκάστης τῶν Τραπεζῶν, ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὴν Ἐκδοτικὴν Τράπεζαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀκούονται ἀπὸ ὅλον τὸν παραγωγικὸν κόσμον παράπονα, ὅτι εἰσπράττει 2½% μόνον καὶ μόνον διότι κάμνει τὸν μεταφορέα τοῦ ἐκδιδομένου χρήματος ἀπὸ τὸ Ἐκδοτικὸν Ἐργοστάσιον μέχρι τοῦ θησαυροφυλακίου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν αἱ διοικήσεις δὲν ἦσαν τῆς ἀρεσκείας της ἠδύνατο νὰ τὰς ἀλλάξῃ καὶ ἐὰν μετὰ ταῦτα ἔβλεπεν, ὅτι δὲν εἶχεν ἀποτελέσματα, νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ σύστημα τῆς συγχωνεύσεως ἀφ’ οὗ διαφωτίσῃ πρῶτον καὶ τοὺς μετόχους καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τώρα τί θὰ γίνῃ μὲ τὴν συγχώνευσιν τῶν Τραπεζῶν; Ἐδήλωσεν ἐπισήμως ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν θὰ ἀπολύσῃ προσωπικόν. Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἔχῃ τὰ αὐτὰ ἔξοδα διαχειρίσεως; Τὸ πολὺ–πολὺ θὰ μειωθοῦν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἢ θὰ αὐξηθοῦν αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἑτέρας Τραπέζης. Ἐὰν πάλιν ἀπολύσῃ προσωπικόν, παρὰ τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκε, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐργατικὴ Νομοθεσία καὶ αὐτὸ τὸ προσωπικὸν δὲν θὰ ἀποζημιωθῇ; Θὰ ἀπαιτηθοῦν τεράστια ποσὰ τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ καταβάλῃ ἡ νέα Τράπεζα. Συνεπῶς τὰ ἔξοδα τῆς διαχειρίσεως δὲν θὰ μειωθοῦν καὶ ἐκ τῆς αἰτίας αὐτῆς δὲν θὰ μειωθῇ τὸ ἐπιτόκιον. Διότι ἐκεῖ πρέπει νὰ κατατείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκουσα νὰ ἐξυγιάνῃ τὸ τραπεζιτικὸν σύστημα. Ἀλλ’ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν νὰ μειώσῃ τὸ ἐπιτόκιον. Ἕνας ἄλλος τρόπος ὁ ὁποῖος συντελεῖ εἰς τὴν πτῶσιν τοῦ ἐπιτοκίου εἶναι ἡ αὔξησις τῶν κεφαλαίων τῶν Τραπεζῶν. Ἐὰν δὲ κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν ἐμειώθησαν τὰ ἔσοδα τῶν Τραπεζῶν καὶ κυρίως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι διότι ἐκόπησαν αἱ πιστώσεις. Εἶναι εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως κ. Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου νὰ διευρύνητε τὰς πιστώσεις, νὰ ἐφοδιάσητε τοὺς Τραπεζιτικοὺς Ὀργανισμοὺς μὲ περισσότερα κεφάλαια, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια τοῦ συναγωνισμοῦ καὶ ἡ ἐντεῦθεν πτῶσις τοῦ ἐπιτοκίου;
§265Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Τὸ θέμα εἶναι ἀπὸ τὰ πλέον σοβαρὰ καὶ ὑπάρχει καὶ ἐπερώτησις συναδέλφου, ἡ ὁποία ἅπτεται τοῦ θέματος τῆς πιστωτικῆς εὐχερείας καὶ κατὰ τὴν συζήτησίν της θὰ ἠμπορέσω νὰ σᾶς δώσω στοιχεῖα καὶ πληροφορίας περὶ τοῦ τί γίνεται σήμερον καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀπόψεις καὶ τὰ σχέδια τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸ προσεχὲς μέλλον.
§266Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἔχετε καταλήξει εἰς συμπεράσματα; Θὰ ξεφύγετε ἀπὸ τὴν ἀκολουθουμένην πολιτικὴν τῆς στενότητος τῶν πιστώσεων;
§267Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Θέλετε νὰ συμφωνήσω μαζί σας, ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ τὸ ταχύτερον ἡ ὑφισταμένη στενότης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ θέμα τοῦτο. Πρέπει νὰ ἐξασφαλισθοῦν αἱ προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ τὸ ἐπιτρέψουν. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι ἐφόσον ἐξακολουθοῦν τὰ ἐλλείμματα οὐδεμία σκέψις καὶ οὐδεμία ἐλπὶς θὰ ὑπάρξῃ αἰσθητῆς χαλαρώσεως τῆς στενότητος. Μερικὴ χαλάρωσις εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ καὶ μερικὴ ἀπελευθέρωσις δεσμευομένων κεφαλαίων σήμερον, ἐπίσης θὰ ὑπάρξῃ συντομώτατα.
§268Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Ἀπὸ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ φαίνεται, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν ἐπιτρέπει ἀκόμη τὴν διεύρυνσιν τῶν πιστώσεων, δηλαδὴ δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐφοδιάσῃ τὰς Τραπέζας μὲ κεφάλαια, ὥστε νὰ ἔχουν τὴν εὐχέρειαν νὰ τὰ κυκλοφοροῦν καὶ νὰ μειώνεται τὸ ἐπιτόκιον. Συνεπῶς, τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς συγχωνεύσεως ἴσως ἀργότερον, μετὰ παρέλευσιν χρόνου, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ληφθῇ, ἀφοῦ ὅμως προηγουμένως εἶχον προηγηθῆ ἄλλα μέτρα. Ἀλλὰ σήμερον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ὁποῖον τόσον βιαστικὰ μᾶς ἔφερεν, ἡ Κυβέρνησις, δὲν κατατείνει εἰς τὴν ἐξυγίανσιν τοῦ Τραπεζιτικοῦ συστήματος, οὔτε καμμίαν ἄλλην βελτίωσιν προσφέρει. Ἀλλὰ μήπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ τονώσῃ τὴν πίστιν; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παπαπολίτης εἶπεν, ὅτι εὑρισκόμεθα πολὺ χαμηλὰ εἰς τὸ ποσοστὸν τῶν ἰδιωτικῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα κατατίθενται εἰς τὰς Τραπέζας καὶ ὁ κ. Βερνῖκος ἐδικαιολόγησε, διατὶ δὲν ὑπάρχει ἡ πίστις αὑτὴ τοῦ ἰδιωτικοῦ κεφαλαίου. Ἔχομεν ὅμως θέμα συγκεκριμένον καὶ πραγματικὸν γεγονός, ὅτι Ἕλληνες τῆς Αἰγύπτου, ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου, ἐτοποθέτησαν χρήματα εἰς μετοχὰς τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησαν ὡς μίαν τῶν ἀρίστων Ἑλληνικῶν Τραπεζῶν. Ἐρχόμεθα λοιπὸν σήμερον καὶ παρὰ τὴν γνώμην τῶν Αἰγυπτίων αὐτῶν Ἑλλήνων καὶ τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον κρούουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐπιστολῆς των τῆς 16 Ἰανουαρίου, ἐρχόμεθα διὰ νόμου νὰ τοὺς ἀφαιρέσωμεν τὰ δικαιώματα καὶ νὰ τοὺς ἀφαιρέσωμεν τὰς μετοχάς. Αὐτὸ σημαίνει, ὅτι δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψει τὴν φωνὴν τῶν ἀποδήμων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐνεπιστεύθησαν τὰ κεφάλαιά των καὶ τὰ ἐτοποθέτησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν πλέον εἰς τοὺς Ἕλληνας τοῦ ἐξωτερικοῦ; Μὲ τὰ μέτρα ποὺ λαμβάνομεν ἐμποδίζομεν νὰ ἔλθουν, νὰ φέρουν χρήματα οἱ Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ἡ Κυβέρνησις πλήττει τὴν πίστιν εἰς τὴν πλέον ἀκατάλληλον στιγμήν. Οἱ Ἕλληνες τῆς Αἰγύπτου πλήττονται εἰς τὴν Αἴγυπτον, πλήττονται καὶ ἀπὸ μᾶς οἱ Αἰγύπτιοι Ἕλληνες εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς ἔδωσαν τοὺς Ἀβέρωφ, Τοσίτσαν, Κότσικα καὶ ἄλλους μεγάλους ἐθνικοὺς εὐεργέτας καὶ τώρα τοὺς πλήττομεν, τοὺς ἀπαγορεύουμε νὰ τοποθετήσουν τὰ χρήματά των εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν τῆς 16 Ἰανουαρίου τῶν ἐν Αἰγύπτῳ Ἑλλήνων ἔπρεπε νὰ ἀνασταλοῦν τὰ μέτρα. Οἱ Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐξασφαλίζουν τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν μας. Ἀπὸ τὰ 250 ἑκ. δολλ. ποὺ χρειαζόμεθα διὰ τὰς εἰσαγωγάς μας, τὰ 125 τὰ ἔχομεν ἀπὸ ἐξαγωγὰς 50 ἑκ. εἶναι ἀπὸ ἀδήλους πόρους, 50 ἑκ. ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν καὶ 25 ἑκ. ἀπὸ τὰς Ἰταλικὰς ἐπανορθώσεις. Εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασκευάσωμεν τὸ ἔδαφος μὲ τοὺς Ἕλληνας τοῦ ἐξωτερικοῦ διὰ νὰ ἐξοφλήσωμεν τὸ ἰσοζύγιον τῶν πληρωμῶν μας, προκαλοῦντες τὸ ἐνδιαφέρον των, διὰ τὴν τοποθέτησιν κεφαλαίων των ἐν Ἑλλάδι, διότι αὔριον θὰ διακοποῦν καὶ ἡ Ἀμερικανικὴ βοήθεια καὶ αἱ ἐξ Ἰταλίας ἐπανορθώσεις. Δυστυχῶς δὲν στέλλουν πλέον οἱ Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ ἄλλα χρήματα, ἔπρεπε νὰ τοὺς τονώσωμεν τὸ αἴσθημα τῆς πίστεως πρὸς τὴν οἰκονομίαν τῆς χώρας μας ἐφ’ ὅσον ζοῦν ὅλοι μὲ τὸ νόστιμον ἦμαρ. Νομίζω, ὅτι ὅλοι ἔχομεν καθῆκον νὰ πείσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀναστείλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ μελετήσῃ καλύτερα τὰ πράγματα καὶ νὰ φέρῃ μέτρα πραγματικῆς ἐξυγιάνσεως καὶ ὄχι μέτρα ὡς τὸ παρόν, τὸ ὁποῖον θίγει τοὺς μετόχους Ἕλληνας τῆς Αἰγύπτου οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ παράπονον ὅτι τὸ Κράτος τοὺς κλέπτει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀλλαμανῆς ἔχει τὸν λόγον.
§270Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος μόνον γενικὰς σκέψεις νὰ ἀναπτύξω, ἐπιφυλασσόμενος ὅπως ἀσχοληθῶ λεπτομερέστερα κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐπιθυμῶ, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ ἀπόψε, νὰ παρουσιάσω ὡρισμένα σημεῖα τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ θέσω ὡρισμένα ἐρωτήματα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐλπίζω νὰ ἔχω ἀπάντησιν. Ἀναφέρομαι εἰς τὰ ἀναπτυσσόμενα ἄρθρα 1 καὶ 10 τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 1 ἀφίνει εἰς τὰς γενικὰς συνελεύσεις τὴν ἁρμοδιότητα νὰ ἀποφασίζουν περὶ τῆς συγχωνεύσεως ἐνῷ τὸ ἄρθρον 10 δίδει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει προφανῶς μία ἀντινομία μεταξὺ τῶν 2 διατάξεων. Ἡ Κυβέρνησις θέλει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 10 διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 1 συμφώνως μὲ τὰς ἀπόψεις του. Τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν ἑαυτῷ τὸ στοιχεῖον τοῦ ἐκβιασμοῦ δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὅμως ἠθικῶς ἀπαράδεκτον. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Γʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Δ. Πλαγιάννης). Ἀπὸ τὸ ἄρθρον 10 ἀντλῶν μίαν ἄλλην σκέψιν καὶ θέτω ἓν ἐρώτημα. Ἐσκέφθητε, κύριοι, τὰς συνεπείας τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ; Ἐσκέφθη δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἐτέθη μόνον διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν συγχώνευσιν τῶν 2 αὐτῶν Τραπεζῶν; Σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις νὰ λέγῃ πρὸς οἱανδήποτε Τράπεζαν ἢ ὑποκύπτῃς εἰς τὰς ἀξιώσεις μου ἢ σὲ συγχωνεύω διὰ Διατάγματος διότι ἔτσι τὸ θέλω. Αὐτὴν τὴν δύναμιν θέλει καὶ τὴν ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ δοθῇ μία τοιαύτη δύναμις εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δύναμιν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἀνατρέπῃ, νὰ ἐρειπώνῃ τὰ τραπεζιτικὰ Ἱδρύματα τῆς χώρας μὲ μίαν ἀπόφασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας;
§271Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Βεβαίως ναί, ὄχι διὰ νὰ ἀνατρέψῃ καὶ ἀνορθώσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ στηρίξῃ καὶ νὰ ἀνορθώσῃ.
§272Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, χαίρω διὰ τὴν ἀπάντησιν. Λυποῦμαι ὅμως ὅτι δὲν εἶναι καθόλου πειστική, διότι λέγω, ἐὰν ποτὲ ἀνέκυπτεν εἰς τὸ μέλλον ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἄλλης συγχωνεύσεως, νομίζω, πὼς ἤξιζε τὸν κόπον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ θέμα, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς χεῖρας τῆς Διοικήσεως τὸ μέσον αὐτὸ τὸ τρομακτικὸν διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν εἰς τὸ μέλλον.
§273Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπαινίττεσθε ἀκριβῶς συμβαίνει μὲ τοὺς μετόχους τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, τῶν ὁποίων αἱ μετοχαὶ δὲν ἐξηγοράσθησαν ἀκόμη ἀπὸ τὴν Ἰονικήν. 350 χιλ. τοὺς προσφέρει ἡ τελευταία αὕτη κατὰ μετοχήν, ὅταν εἰς τὸ χρηματιστήριον ἡ ἀξία εἶναι 450 χιλ. ἡ δὲ πραγματικὴ ἀξία εἶναι 1 ἑκατομμύριον. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι δήμευσις περιουσίας αὐτὸς ὁ περίφημος περὶ συγχωνεύσεως νόμος;
§274Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Δήμευσις, κύριε συνάδελφε, θὰ εἶναι ὅταν συντελεσθῇ. Δὲν μὲ τρομάζει αὐτό, μὲ τρομάζει τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς της ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἑκάστοτε Κυβέρνησις, ὄχι διὰ νὰ συγχωνεύῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀπειλῇ, ὅτι θὰ συγχωνεύσῃ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἦλθεν μὲ τὴν παρέμβασιν τοῦ κ. συναδέλφου ὁ λόγος διὰ τὴν Ἰονικὴν Τράπεζαν, σᾶς ἐρωτῶ: ἀποτελεῖ ἡ ἀπορρόφησις τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης ἀπὸ τὴν Ἰονικὴν πολιτικὴν προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων; Εἶναι αὐτὸ εἰς τὰ πλαίσια τῆς πολιτικῆς τῆς προσελκύσεως; Σᾶς ἐτέθη, κ. Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου τὸ ἐρώτημα ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐὰν εἶναι εἰς τὴν πρόθεσίν σας ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τῆς φορολογίας νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὴν συγχώνευσιν τῆς Ἰονικῆς καὶ Λαϊκῆς Τραπέζης.... (δὲν ἠκούσθη).........
§275ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν σᾶς ἀκούομεν.
§276Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Ἀσκεῖ πράγματι ἡ Κυβέρνησις πολιτικὴν προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων, ἢ συλλαμβάνεται ἐπιδιώκουσα πιεστικῶς ἀπώθησιν ἑλληνικῶν κεφαλαίων ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος; Διότι αὐτὸ σημαίνει, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀπορρόφησις τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης ἀπὸ τὴν Ἰονικήν, ἀπώθησιν Ἑλληνικῶν κεφαλαίων ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ οὐχὶ προσέλκυσιν ξένων κεφαλαίων. Καὶ αὐτὴν τὴν ἀπώθησιν τὴν ἐνισχύει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιδίωξιν παραδίδομεν βορὰν τὸν Ἑλληνικὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον ἑκατοντάδων ὑπαλλήλων τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης. Εἰς τὸ ἄρθρον 12 διαφαίνεται σαφῶς ἡ ἀναγνώρισις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ὅσων ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε προβάλλει κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, διὰ τὰς ζημίας τὰς ὁποίας ὑφίστανται τὰ κοινωφελῆ Ἱδρύματα, ὡς μέτοχοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μὲ τὰς τιμὰς τῶν ὑπὸ συγχώνευσιν Τραπεζῶν τῆς 3ης Ἰανουαρίου 1953. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἐσκέφθη πράγματι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ μετριάσῃ τὴν ζημίαν αὐτῶν τῶν μετόχων. Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, πῶς θὰ ἀφαιρέσῃ τὸ ἀντίστοιχον ὄφελος ἀπὸ ἐκείνους ὑπὲρ τῶν ὁποίων προκύπτει ἐκ τῆς συγχωνεύσεως; Διότι ἡ ζημία τῶν κοινωφελῶν ἱδρυμάτων ἦτο φανερόν, ὅτι ἔχει ἕνα ἀντίστοιχον ὄφελος ὑπὲρ τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν. Καὶ ἐνῷ μεριμνᾶτε διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ζημίας τῶν μετόχων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῶν Κοινωφελῶν Ἱδρυμάτων, δὲν ἐνδιαφέρεσθε νὰ ἀφαιρέσητε καὶ τὸ ἀθέμιτον ὄφελος, ἀπὸ ἐκείνους ὑπὲρ τῶν ὁποίων θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς συγχωνεύσεως. Ἐφέρατε ἕνα νομοσχέδιον προφανῶς διὰ νὰ διευκολύνετε τὴν συγχώνευσιν τῶν δύο Τραπεζῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὸ εἶχε προαναγγείλει. Θέλατε ἕνα νομοσχέδιον διὰ νὰ φέρετε εἰς πέρας τὴν ἀπόφασίν σας. Διατὶ ἐθεωρήσατε κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν, νὰ καταλύσετε μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μίαν θεμελιώδη ἀρχήν, ἡ ὁποία διέπει τὰ νομικὰ πρόσωπα εἰς τὸν τόπον αὐτόν; Ὅτι δηλ. ἔχουν ἰδίαν ἐκπροσώπησιν; Καὶ ἐπ’ εὐκαιρίᾳ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καταργεῖτε τὴν αὐτοτέλειαν τῶν νομικῶν προσώπων καὶ παρεμβάλλετε τὴν Διοίκησιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐκπροσώπησιν τῶν Ν.Π. γενικῶς ἐπὶ οἱουδήποτε θέματος καὶ οὐχὶ τῆς συγχωνεύσεως, τὸ ὁποῖον μόνον σᾶς ἐνδιαφέρει. Θεωρεῖτε, ὅτι εἶναι ἀμελητέα ὑπόθεσις ἡ ἐκπροσώπησις ἑνὸς Ν.Π., νομίζετε, ὅτι εἶναι λεπτομέρεια ἡ διάταξις αὐτὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Ἄλλο πρᾶγμα, κ. Ὑπουργὲ τοῦ Ἐμπορίου ἡ κρατικοποίησις. Αὐτὸ εἶναι ἕνα εὐθύ, ἕνα τίμιον μέσον. Κρατικοποιῶ τὴν περιουσίαν τοῦ τάδε Ν.Π. τοῦ ἀφαιρῶ τὸ δικαίωμα τῆς αὐτοτελοῦς διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως, εἶναι ἄλλο πράγμα. Πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ νοητόν, ὅταν μοῦ ἀφήνῃς τὴν κυριότητα, νὰ μοῦ ἀφαιρῇς τὴν διαχείρισιν; Ἀκόμη δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιμείνῃ μέχρι τέλους εἰς τὴν διατήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1 καὶ 10 καὶ εἰδικῶς ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὸν διορισμὸν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν συγχωνευομένων Τραπεζῶν, τοῦ Διοικητοῦ καὶ Ὑποδιοικητοῦ. Βεβαίως εἶναι ἀνάγκη, διὰ νὰ εὐδοκιμήσῃ ὁ νέος ὀργανισμὸς νὰ ἔχῃ μίαν διοίκησιν. Διερωτῶμαι ὅμως, μήπως δὲν ἦτο δυνατὸν μετὰ 1, 2, 3 μῆνας, μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ νέου ὀργανισμοῦ, νὰ συνέλθῃ ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ ἐκλέξῃ αὐτὴν τὴν νέαν Διοίκησιν; Πρὸς τί ἡ μακρὰ μεταβατικὴ Διοίκησις μιᾶς ὁλοκλήρου τριετίας; Βλέπω ἀκόμη, ὅτι, ἐνῷ ὅταν ἡ συγχώνευσις γίνεται μὲ ἀπόφασιν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, τὸν Διοικητὴν ἐκλέγει τὸ Γενικὸν Συμβούλιον τὸ ὁποῖον διορίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἡ συγχώνευσις γίνεται διὰ Διατάγματος, τότε τὸν Διοικητὴν διορίζει ἡ Κυβέρνησις. Μήπως αὐτὸ εἶναι μία πρόσθετος τιμωρία;
§277ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μήπως μέχρι τώρα τὸν ἐξέλεγον οἱ μέτοχοι;
§278Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Τὸν Κωστόπουλο τὸν ἐξέλεξαν οἱ μέτοχοι ἢ τὸν ἐπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις;
§279Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀπαντᾶτε εἰς αὐτὸ ποὺ λέγω. Διότι εἰς τὸ ἕνα ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ διορισμοῦ τοῦ Διοικητοῦ καὶ εἰς τὸ ἄλλο περὶ ἐκλογῆς. Λέγω, ὅτι αὐτὰς τὰς στοιχειώδεις ἀντινομίας δὲν ἔπρεπε νὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ μήπως ἡ Κυβέρνησις συμμερίζεται μίαν περίεργον ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, εὑρισκόμενος εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐξέφρασε; Ἐρωτηθεὶς ἀπὸ τοὺς δημοσιογράφους ὁ κ. Μαρκεζίνης περὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγχωνεύσεως, ἀπήντησεν, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελεῖ τυπικὸν ζήτημα, μὲ τὴν πλειοψηφίαν ποὺ ἔχομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅταν τοιαῦται ἀντιλήψεις ἐπικρατοῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνεξήγητον διατί ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐξαντληθῇ ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ διατί, προτάσει τῶν βουλευτῶν τῆς συμπολιτεύσεως, τὸ τέταρτον καθιερώθη. (Χειροκροτήματα).
§280Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελον νὰ κάμω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὁ ὁποῖος νομίζω, ὅτι θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπεκάλεσε τὴν αἴτησιν τῶν μετόχων τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ὡς «ὑπονομευτικὴν» τοῦ κυβερνητικοῦ μέτρου. Θέλω νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι εἰς τὸ μέτρον αὐτὸ ὑπεχρεώθησαν νὰ προβοῦν οἱ μέτοχοι τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου. Εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι τὸ θέμα θὰ συνεζητεῖτο πρῶτον, εἰς τὴν Γενικήν των Συνέλευσιν, ἀλλ’ ἔρχεσθε σεῖς καὶ τοὺς ἀπαγορεύετε νὰ κάμουν Γενικὴν Συνέλευσιν. Ἑπομένως δὲν τοὺς ἐπιτρέπετε νὰ ξεκαθαρίσουν τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς ἤδη ἀνέφερον, εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Ὑπεχρεώθησαν λοιπὸν νὰ κάμουν τὴν αἴτησιν αὐτήν. Καὶ ἐγὼ στηριζόμενος ἐπ’ αὐτῆς, ὑπεγράμμισα τὴν παράβασιν τοῦ ἠθικοῦ νόμου, ἡ ὁποία ἐπιχειρεῖται, διὰ τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 1. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ τὴν Προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Αʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Κ. Ροδόπουλος).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἔχει τὸν λόγον.
§282Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Κύριοι βουλευταί, θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι πολὺ σύντομος, ἄλλωστε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀκουσθοῦν αἱ ἀπόψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν διαφόρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐθίγησαν. Ἤθελον ὅμως νὰ περιορισθῶ εἰς ὡρισμένας παρατηρήσεις μόνον. Πρῶτον, νὰ εἴπω, ὅτι βέβαια ἡ συζήτησις, τόσον τῆς συγχωνεύσεως, ὅσον καὶ τοῦ νομοσχεδίου παρουσίασε καὶ ἓν ἐνδιαφέρον φαινόμενον, δηλαδὴ κάποιαν μεταστροφὴν τῆς ἀπόψεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἕνας ἀντικειμενικὸς ἀκροατὴς νὰ ἐκπλήσσεται, διότι βλέπει τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος κατηγόρει τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι τὸ μεγάλο αὐτὸ Ἐθνικὸν Ἵδρυμα, τὸ παρέδωκεν εἰς ἰδιώτας μετόχους ἐγκατεστημένους εἰς ἐξωτερικόν, σήμερον νὰ ἀγωνίζωνται τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῶν πτωχῶν Αἰγυπτίων, ἢ τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν μετόχων, οἱ ὁποῖοι ἀδικοῦνται ὕστερα ἀπὸ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις λαμβάνει, συμφώνως πρὸς τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς τὴν Βουλήν, ὥστε πρῶτον νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ ἔλεγχος τοῦ Κράτους καὶ δεύτερον νὰ κατοχυρωθῇ ἡ πλειοψηφία τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, καθ’ ὃν τρόπον κατοχυροῦται. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕνα ἄλλο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἀντιπολίτευσις — ἠμπορῶ νὰ εἴπω — ὅτι ὑπερέβαλεν ἑαυτήν, εἰς τὸ ὅτι παρουσιάζεται ξαφνικὰ τόσον φοβερὰ ἐνδιαφερομένη διὰ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ τοὺς κινδύνους ποὺ προκύπτουν ἀπὸ τὴν υἱοθέτησιν, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, ἡ ὁποία ὑπεσχέθη εἰς τὸν λαόν, ἀποπαρεμβατισμόν, τοιούτων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς σοσιαλιστικά. Αὐτὸ τὸ δεύτερον σημεῖον εἶναι εὐχάριστον, διότι φέρνει κάπως κοντήτερα καὶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν πρὸς ὅ,τι πιστεύομεν ἡμεῖς. Καὶ ἐλπίζομεν, ἐὰν καμμιὰ φορὰ γίνῃ Κυβέρνησις, νὰ μὴ ξεχάσῃ αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις, διὰ τὴν ἐνθάρρυνσιν τῆς ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἦλθε μὲ τὸ πρόγραμμα νὰ ἐφαρμόσῃ ἀποπαρεμβατισμόν. Καὶ πιστεύει ὁ Ἑλληνικὸς Συναγερμός, ὅτι εἰς τὴν γραμμὴν αὐτὴν μένει συνεπής. Δὲν ἔχει τόσην σημασίαν, ἐὰν ἡ ἀντιπολίτευσις, παρασυρομένη ἀπὸ ἕνα ἀγῶνα, λέγει: «Δὲν ἀναγνωρίζω τὰς προσπαθείας τὰς ὁποίας καταβάλλει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ, διὰ νὰ γίνουν τὰ πρῶτα βήματα εἰς τὸν δρόμον αὐτὸν τοῦ παρεμβατισμοῦ. Θὰ ἔλεγον ὅμως, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸν νὰ ἐκδηλώνεται ὁ ζῆλος αὐτὸς τώρα, ὅταν ἐπὶ τόσον καιρὸν ἔμενεν ἀνεκτὴ μία κατάστασις, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο παρὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι βοηθεῖ εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν τακτοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν μας προγραμμάτων. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον θεωρῶ βασικόν. Ἐλέχθη ἀπὸ πολλοὺς ὁμιλητὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως: «Πολὺ καλά, κύριοι. Ποία ὅμως εἶναι ἡ ἐξυγιαντικὴ πολιτική σας; Ποία εἶναι ἡ πολιτική σας εἰς τὸ τραπεζιτικὸν ζήτημα; Καὶ ἀντὶ νὰ μᾶς φέρετε αὐτά, φέρετε τὸ νομοσχέδιον αὐτό;». Νομίζω, ὅτι ἡ συγχώνευσις τῶν Τραπεζῶν, τὴν ὁποίαν ἀπεφάσισε νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐν γένει πολιτικὴ τῆς προωθήσεως τῆς συγχωνεύσεως τῶν Τραπεζιτικῶν Ἐπιχειρήσεων, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον πάντως τοῦ Κράτους, εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα, διὰ νὰ βαδίσωμεν εἰς μίαν ἐξυγίανσιν, διότι δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα. Ἐὰν δὲν σταματήσῃ ὁ δρόμος αὐτὸς πρὸς τὸν κρημνόν, ἐὰν δὲν σταματήσῃ τὸ Κράτος, τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, οἱ μεγάλοι ὀργανισμοὶ νὰ ζοῦν εἰς βάρος τῆς ἐκδοτικῆς μηχανῆς καὶ ἐὰν δὲν παύσουν νὰ ὑπολογίζουν μόνον μὲ μοιρολατρείαν εἰς τὸ ὅτι θὰ ἔλθῃ ἀπὸ κάπου ἓν κονδύλιον νὰ συμπληρώσῃ τοὺς διαρκῶς ἐλλειμματικοὺς προϋπολογισμούς, πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνορθωθῇ εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Διατὶ λοιπὸν σᾶς φαίνεται περίεργον, διότι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προσπάθειάν της αὐτὴν ἀρχίζει ἀπὸ τὰ μεγάλα πιστωτικὰ ἱδρύματα; Προχθὲς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Ἀθηνῶν. Σήμερον ἡ Τράπεζα Ἑλλάδος. Αὔριον ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὀργανισμοὶ πρέπει νὰ ἐξυγιανθοῦν καὶ πρέπει νὰ ἠμπορέσουν νὰ σταθοῦν στὰ πόδια των καὶ νὰ νοικοκυρευθοῦν, διότι χωρὶς αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν εἰς καμμίαν βελτίωσιν. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται περὶ πίστεως καὶ περὶ κεφαλαίων, φαντάζεσθε, ὅτι τὰ ξένα κεφάλαια εἶναι τόσον ἠλίθια ὥστε νὰ ἐπηρεάζωνται.
§283ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ λέγομεν, ὅτι δὲν εἶναι ἠλίθια.
§284Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ κεφάλαια τὰ ξένα δὲν θὰ πᾶνε εἰς μίαν χώραν, ἡ ὁποία κινδυνεύει νὰ χρεωκοπήσῃ, εἰς μίαν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν ὅλα τὰ ἱδρύματα τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχουν γεροὺς προϋπολογισμούς, κατήντησαν νὰ εἶναι πρυτανεῖα. Εἶναι βασικὴ γραμμὴ αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐδῶ, εἶναι προωρισμένον νὰ ἐξασφαλίσῃ αὐτὰς τὰς βάσεις τῆς ἐξυγιάνσεως, Θὰ μοῦ εἴπητε, διατί βαδίσατε πρὸς τὴν συγχώνευσιν, ἡμεῖς θὰ ἐκάμναμε τοῦτο. Γνώμη σας εἶναι. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ παροῦσα, κρίνει, ὅτι ὁ δρόμος τῆς συγχωνεύσεως εἶναι ὁ ὀρθότερος δρόμος. Αὐτὰ τὰ δύο ἱδρύματα θὰ δημιουργήσουν ἕνα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἰσχυρότερον. Τὸ ἵδρυμα αὐτὸ ἀκόμη καὶ διὰ τοὺς ἐν Αἰγύπτῳ διαμαρτυρομένους, ἀκόμη καὶ ἐκεῖ ἡ παρουσία δύο ἱδρυμάτων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕνα πηγαίνει καλὰ καὶ τὸ ἄλλο χωλαίνει, ὅταν σχηματίσουν ἕνα ἵδρυμα μὲ ὀλιγώτερα ἔξοδα καὶ περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην, θὰ ἀποδώσῃ καλλιτέρους καρπούς. Συνεπῶς ὑπὸ τὸ πρῖσμα αὐτό, οἱασδήποτε ἀτελείας καὶ ἂν παρουσιάζῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς βάσεις τῆς ἐξυγιάνσεως, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπ’ αὐτὸ τὸ φῶς θὰ πρέπει νὰ τὸ κρίνῃ. Δὲν θέλω νὰ ὑπεισέλθω εἰς λεπτομερείας καὶ εἰς τὰ θέματα τὰ Συνταγματικά. Ἀσφαλῶς δὲν εἶμαι ὁ ἁρμοδιώτερος νὰ συζητήσω ἐπὶ Συνταγματικῶν ζητημάτων, ἕνα μόνον θέλω νὰ εἴπω εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, δῆθεν, διὰ τοὺς κινδύνους ἐναντίον τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατανόητον καί, νομίζω, ὅτι θὰ συμφωνήσῃ ἡ Βουλὴ μαζί μου, ὅτι εἶναι τελείως διάφοροι αἱ Ἀνώνυμοι Ἑταιρεῖαι ὡς μία μορφὴ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως καὶ εἶναι τελείως διάφορον ἕνα πιστωτικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἔχει μὲν μορφὴν Ἀνωνύμου Ἑταιρείας, ἀλλ’ Ἀνωνύμου Τραπεζιτικῆς Ἑταιρείας. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ Ἰταλίαν, ὑπάρχουν ἀπὸ ἐτῶν, προπολεμικῶς ἀκόμη καὶ μεταπολεμικῶς, ὑπάρχουν εἰδικαὶ καὶ αὐστηραὶ νομοθεσίαι, ἀπομακρυνόμεναι ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξον νομοθεσίαν τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα. Ἐδῶ, εἰς τὸν τόπον μας, ἔχομεν τοὺς δύο νόμους, τὸν ἕνα περὶ ἐλέγχου πιστώσεων, καὶ τὸν ἄλλον περὶ ἐλέγχου Τραπεζῶν.
§285Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν κάμνετε τὸν κόπον ν’ ἀνακοινώσετε συγκεκριμένως οἱανδήποτε νομοθεσίαν, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ὁμοιότητα μὲ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλή;
§286Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Εἶναι ὁ Γερμανικὸς νόμος τοῦ 1939.
§287Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ ἀναφέρετε τὸ συγκεκριμένον ἄρθρον.
§288Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Ἀναφέρομαι εἰς ἕνα νόμον καὶ λέγω ὁ νόμος αὐτὸς περὶ ἐλέγχου πιστώσεων, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι τοῦ 1939.
§289Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν, ὁ ὁποῖος νὰ θέτῃ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Ὁ ἔλεγχος εἶναι ἀπόλυτον δικαίωμα καὶ καθῆκον, τοῦ Κράτους, ἐφόσον εἶναι ἰδιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις. Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα. Ὑπάρχει μία διάταξις εἰς οἱανδήποτε σύγχρονον νομοθεσίαν ἡ ὁποία καταργεῖ τὴν Γενικὴν Συνέλευσιν; Καὶ παρακαλῶ καὶ σᾶς καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κάμουν τὸν κόπον ν’ ἀνακοινώσουν μίαν τοιαύτην διάταξιν. Θὰ εἶναι πολὺ διευκολυντικὸν τῆς συζητήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ συγκεκριμένον θέμα, διὰ νὰ μὴ κάμνωμεν μίαν ματαίαν συζήτησιν. Ἕνα εἶναι τὸ ἐπίμαχον θέμα, ἔχει καταργηθῆ εἰς οἱανδήποτε χώραν ἡ Γενικὴ Συνέλευσις; Ἐρώτημα πρῶτον. Ἐρώτημα δεύτερον: Θὰ παρακαλέσω ἐὰν ἔχετε ν’ ἀναφέρετε πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς ἕνα παράδειγμα, ἐὰν ὑπῆρξε ποτὲ νόμος νὰ δίδῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ρυθμίσῃ διὰ Διατάγματος τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν καὶ νὰ καθορίσῃ τὰς περιουσιακὰς σχέσεις τῶν συγχωνευομένων Ἑταιρειῶν. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ διατυπώσω καὶ περαιτέρω ἄλλα ἐρωτήματα. Ἀρκοῦμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὰ δύο αὐτὰ ἐρωτήματα. Ἀνεζήτησα νόμον, ἐγὼ δὲν ἔχω, ἀλλ’ ἴσως δὲν ἐξήντλησα ὅλην τὴν ἔρευναν. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει, θὰ τὸν παρακαλέσω ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς οἱανδήποτε χώραν τοιοῦτον προηγούμενον. Ἐκποίησις ὑπάρχει, ἄσκησις ἐλέγχου ὑπάρχει, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἐπίμαχον θέμα, Γενικαὶ Συνελεύσεις ἔχουν καταργηθῆ, αἱ περιουσιακαὶ σχέσεις τῶν συγχωνευομένων ὡρίσθησαν διὰ Διατάγματος, χωρὶς νὰ γίνῃ, οὔτε ἀποτίμησις, οὔτε λῆψις ἀποφάσεως τῶν ἐνδιαφερομένων;
§290ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ μᾶς φέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ὑπὸ τὸ Ἐργατικὸν κόμμα, νὰ παρουσιάσθη ἀνάλογον νομοσχέδιον.
§291Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ὅπως ἐτέθησαν τὰ ἐρωτήματα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον περιλαμβάνεται καὶ αὐτὸ ποὺ ἐρωτᾶτε σεῖς. Ἐγὼ εἰς αὐτὰ τὰ ἐρωτήματα δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ν’ ἀπαντήσω, διότι δὲν ἦλθον ἐδῶ διὰ νὰ χειρισθῶ τὸ θέμα ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς καθαρῶς νομικῆς.
§292Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι, νομίζω, νομικὸν θέμα. Εἶναι ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου, αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καταργεῖται ἡ Γενικὴ Συνέλευσις καὶ διὰ Διατάγματος τὸ Κράτος ὁρίζει τὴν ἀξίαν τῶν μετοχῶν καὶ καθορίζει τὰς περιουσιακὰς σχέσεις τῶν ἰδιωτῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἐρωτᾶται: Ὑπάρχει τοιοῦτον προηγούμενον καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ πρωτοτυπία ἀνήκει εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς καμμίαν χώραν.
§293Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπορῶ ν’ ἀπαντήσω, εἶναι, ὅτι εἰς τὴν ἰδικήν μας νομοθεσίαν ὑπάρχουν ἄρθρα εἰς τὸν νόμον 1665, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπείρως ἰσχυρότερα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε.
§294Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ὄχι.
§295Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ὅταν ἠμπορῇ ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ ζητῇ τὴν αὔξησιν κεφαλαίων ἀπὸ μίαν Τράπεζαν καὶ ἐὰν ἡ Τράπεζα αὐτὴ δὲν συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπαίτησιν αὐτήν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ Ἐπίτροπον, ὁ ὁποῖος καταργεῖ τὰ πάντα, ὅταν ὁ νόμος λέγῃ δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν οὔτε διατάξεις νόμων, οὔτε διατάξεις Καταστατικοῦ, αὐτὸ εἶναι ἠπιώτερον ἀπὸ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε σεῖς;
§296Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Μάλιστα. Διότι αὐταὶ εἶναι κυρώσεις.
§297Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Δὲν εἶναι κυρώσεις, εἶναι ἄσκησις κρατικῆς παρεμβάσεως.
§298Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Τὸν γνωρίζω τὸν νόμον καὶ θὰ τὸν ἐξηγήσω. Κατὰ τοὺς συλλογισμούς σας ἡ ἐπιβολὴ ποινῶν εἶναι παρέμβασις. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν οἱ ποινικοὶ νόμοι εἶναι παρέμβασις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπήν, ἐπειδὴ κατὰ τὸ στάδιον τῆς χορηγήσεως δανείων ὑπάρχει ἀνάγκη ἐποπτείας, ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀσκεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ ὁδηγίας πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ νὰ ἐπιβάλῃ κυρώσεις, ὁσάκις δὲν ἐκτελοῦνται καὶ νὰ ἐποπτεύῃ τὴν λειτουργίαν τῶν Τραπεζῶν. Τὸ συζητούμενον ὅμως θέμα εἶναι ἡ συγχώνευσις Τραπεζῶν. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ, κ. Ὑπουργέ, μετάθεσις τοῦ ζητήματος.
§299Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Δὲν ὁμιλῶ περὶ κυρώσεων. Ὁ ἴδιος νόμος ἀναφέρει, ὅτι ἐὰν ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ κρίνῃ, ὅτι μία Τράπεζα δὲν ἔχει ἐπαρκῆ κεφάλαια ἢ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ καμμία παρέμβασις καὶ οὐδεμία κύρωσις, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν κλείσῃ.
§300Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς ποῖον ἄρθρον;
§301Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Θὰ τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας. Εἰς τὸ ἄρθρον 8. Ἕνα ἄλλο σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπέμεναν οἱ συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἶναι περὶ τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Καὶ λέγουν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πάρῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐκπροσώπησιν αὐτῶν;
§302Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Πηγαίνετε εἰς ἄλλο θέμα.
§303Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ἴδιον θέμα. Θέλω ὅμως νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅταν τὴν περιουσίαν τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ἐν ὀνόματι αὐτῶν τῶν νόμων τοὺς ὁποίους θεωροῦμεν ὡς καλῶς ἔχοντας καὶ τοὺς ἔχομεν ψηφίσει, ἠμποροῦμεν νὰ τὴν κάμνωμεν, ὅτι θέλομεν π.χ. ἠμποροῦμεν νὰ καθορίζωμεν ποῦ θὰ πᾶνε τὰ κεφάλαιά των κ.λ.π., αὐτὴ εἶναι μικροτέρα παρέμβασις ἀπὸ αὐτὴν ποὺ προβλέπει ὁ νόμος;
§304Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Βεβαιότατα.
§305Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Τὸ ἴδιον πρᾶγμα εἶναι. Ὅταν ἔρχεσθε καὶ κάμνετε μίαν συγχώνευσιν χωρὶς νὰ ζημιωθῇ κανεὶς... (δὲν ἠκούσθη)... Θὰ μοῦ εἴπητε: Ἐὰν εὑρεθῇ κάποιος; Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, ὅτι εἰς χεῖρας κακῶν Κυβερνητῶν καὶ οἱ καλλίτεροι νόμοι ἠμποροῦν νὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς τὴν δημιουργίαν ἀνωμαλιῶν.
§306Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Εἰς μὲν τὰς ξένας νομοθεσίας, μέχρι τῆς στιγμῆς καὶ σεῖς δὲν γνωρίζετε, ἐὰν ὑπάρχῃ. Ἐγώ, καθ’ ὅσον γνωρίζω, δὲν ὑπάρχει. Πράγματι, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Ἀμύνης εἶναι βασιμώτατα, πράγματι, περνᾷ εἰς ἕνα χαρακτῆρα δημοσίου δικαίου, πράγματι ὅλα αὐτὰ συμβαίνουν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀφοροῦν αὐτὸ τὸ θέμα περὶ οὗ πρόκειται. Καθ’ ὅσον μᾶς ἀφορᾷ, ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε, ἀποβλέπει εἰς μίαν ἄσκησιν αὐστηροτέρας ἐποπτείας τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς μίαν ἐπιβολὴν κυρώσεων. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία περίπτωσις συγχωνεύσεως ἑταιρειῶν καὶ διὰ Διατάγματος καθορισμοῦ τῆς περιουσιακῆς σχέσεως τῶν διαφόρων μετόχων, χωρὶς νὰ προηγηθῇ οὐδεμία ἀποτίμησις καὶ οὐδεμία ἀπόφασις συνελεύσεως. Ἐπομένως, ἠμπορεῖτε νὰ ἔχετε οἱανδήποτε γνώμην θέλετε περὶ αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι ἀδήριτον. Τοιοῦτον προηγούμενον δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸν κόσμον, οὔτε εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εὔχομαι νὰ εὐδοκιμήσῃ εἰς χεῖρας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως.
§307Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Δι’ ἡμᾶς ὑπάρχουν σήμερον διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πολὺ μεγαλυτέραν σημασίαν ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔρχεται διὰ τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον σᾶς ἐξήγησα προηγουμένως.
§308Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἐγένετο εἰς τὴν Γερμανίαν, πρὸ τῆς κατακτήσεως τῆς ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ Χίτλερ. Μετὰ μακρὰς προσπαθείας, ὅπως γίνουν αἱ συγχωνεύσεις, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω, διὰ τῶν συμβουλίων καὶ ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας τῶν Τραπεζῶν, ἐγένετο ἡ συγχώνευσις μερικῶν ἐκ τῶν μεγαλυτέρων Γερμανικῶν Τραπεζῶν, διὰ κρατικῆς παρεμβάσεως, καὶ πρόκειται συγκεκριμένως περὶ τῶν ἀκολούθων Τραπεζῶν... «.......... (ἀναγινώσκει)...........» Ὅλαι αὐταὶ συνεχωνεύθησαν εἰς μίαν κατὰ τὸ 1932, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Αἱ συγχωνεύσεις αὐταὶ ἐγένοντο κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ λεγομένου BANKEN CARRATORIUM, δηλαδὴ μιᾶς κρατικῆς ἐποπτικῆς ὑπηρεσίας τῶν Τραπεζῶν.
§309Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐναντίον τῆς θελήσεως τῶν μετόχων;
§310Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Βεβαίως. Δὲν ἠμπορῶ γὰ σᾶς δώσω πλέον συγκεκριμένας πληροφορίας, διότι δὲν ἔχω τὰς πράξεις, δὲν ἔχω τὰ διατάγματα, ἀλλὰ ἔχω βιβλίον, τὸ ὁποῖον περιγράφει τὴν γενομένην τότε συγχώνευσιν. Δίδω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ὡς σχετικῶς ἐπαρκῆ.
§311Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἐπιμένω. Σεῖς τὸ προσφέρετε.
§312Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἀλλά, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγένετο μία προσπάθεια μακρά, ἡ ὁποία δὲν ηὐδοκίμησε καὶ τελικῶς τὸ BAN-KEN CURRATORIUM, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν περίοδον τῆς μεγάλης κρίσεως τὸ 1932–33 ἐλειτούργησε τότε, ἀπεφάσισε τὴν συγχώνευσιν αὐτῶν τῶν Τραπεζῶν. Αὐτὸ τὸ βλέπω εἰς σύγγραμμα ἐπιστημονικὸν ἐπὶ τοῦ θέματος. Δὲν ἔχω τὴν νομοθεσίαν.
§313Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐφ’ ὅσον ἔχετε γερμανικὸν κείμενον, ἠμπορεῖτε νὰ ἴδητε τί καθορίζει ὁ γερμανικὸς νόμος, περὶ συγχωνεύσεως τοῦ 1937;
§314Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Τοῦ 1937 δὲν τὸν ἔχω, καὶ δὲν μ’ ἐνδιαφέρει καὶ ἀπολύτως.
§315Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ὁ Χίτλερ δὲν ἐτόλμησε νὰ κάμῃ παρέμβασιν εἰς ἰδιωτικὰς περιουσίας τοιαύτην οἵαν κάμνει ὁ νόμος.
§316Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Ἡ Δημοκρατία εἰς τὰς περιπτώσεις αὐτάς, τολμᾶ καμμίαν φορὰν περισσότερα ἀπὸ ὅσα τολμᾶ ἓν ὁλοκληρωτικὸν καθεστὼς ἐξηρτημένον ἀπὸ ὀλιγαρχίαν.
§317Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἐγώ, θὰ ἐπεθύμουν νὰ δώσω ἀκόμη μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὡρισμένων ἐρωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν. Πρῶτον ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 6 τῆς ἀτελείας. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπ’ ὄψει της, ὅτι ὁ παλαιὸς Ν. 5261, προκειμένου περὶ συγχωνεύσεως, ὄχι μόνον Τραπεζῶν, ἀλλὰ γενικῶς ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, πρόβλεπε τὴν ἀτέλειαν, ὅπως λέγει μάλιστα ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, τὴν ὁποίαν ἐδιαβάσαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπὸ ὅλων τῶν κειμένων τότε φορολογιῶν. Ἐκ τῶν ὑστέρων διεπιστώθη, ὅτι εἴτε διὰ τῆς ἀρχικῆς ἀποφάσεως, εἴτε διὰ μεταγενεστέρου Διατάγματος, ὅτι ἐξηροῦντο τῆς ἀτελείας, τὴν ὁποίαν παρεῖχεν ἐκεῖνος ὁ νόμος, αἱ φορολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νομίζω, κύριε Μητσοτάκη, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία διαφωνία, ὡς πρὸς τὴν ἄποψιν, ποὺ ὑπεστηρίξατε καὶ σεῖς, ὅτι ἐκτὸς τοῦ συνθετικοῦ ἦσαν καὶ αἱ 2 ἄλλαι φορολογίαι. Ἐκρίναμεν λοιπὸν σκόπιμον, ἐφ’ ὅσον ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν ὡς καὶ ἐνδεχομένη ἄλλη συγχώνευσις, πού εἶναι εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως γίνουν, νὰ γίνουν μέσα εἰς τὸ πλαίσιον τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ δοθῇ ἀτέλεια καὶ δι’ αὐτὰς τὰς φορολογίας. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐνδεχομένης συγχωνεύσεως τῆς Ἰονικῆς καὶ Λαϊκῆς Τραπέζης. Ἡ Κυβέρνησις νομίζει, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος αὐτὸς πρόκειται νὰ ρυθμίζῃ τὰ ζητήματα συγχωνεύσεως, ὄχι μόνον τῶν δύο Τραπεζῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων, ἐνδεχομένως, νομίζει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμῃ οὐδεμίαν διάκρισιν καὶ εἶναι διατεθειμένη εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁριστικοποιηθῇ ἡ συγχώνευσις τῶν δύο Τραπεζῶν, νὰ δεχθῇ ὥστε τῆς ἀτελείας αὐτῆς νὰ τύχουν καὶ αἱ Τράπεζαι αὐταί. Σημειωτέον, ὅτι ἡ ἐνδιαφερομένη Τράπεζα ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα, τῆς ὁποίας καὶ ἡ ἱστορία δὲν εἶναι ξένη πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πραγματικότητα καὶ τῆς ὁποίας ἐπίσης φαίνεται ἕνας ἀριθμὸς μετοχῶν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς χεῖρας Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ.
§318Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἰς ποίας χεῖρας, κύριε Ὑπουργέ;
§319Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Δὲν ἔχω κατάλογον.
§320Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μακαρίτου σὲρ Τζὼν Σταυρίδη δὲν ὑπάρχει οὐδεμία σχεδὸν μετοχὴ εἰς Ἑλληνικὰς χεῖρας. Αἱ μετοχαί, ποὺ εἶχεν ὁ σὲρ Τζὼν Σταυρίδης, ἐπωλήθησαν καὶ ἐπῆγαν εἰς χεῖρας τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς OTHOMAN BANK καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν μὲ τὴν Ἑλλάδα Ἑπομένως ἡ Τράπεζα αὐτή, ἡ ὁποία ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Σταυρίδη δὲν ἔφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα οὔτε μίαν λίραν, εἶναι ἐντελῶς ξένη Τράπεζα καὶ παραδίδετε τὴν περιουσίαν αὐτήν, διὰ νὰ ὑποχρεωθῆτε νὰ αὐξήσετε τὸ συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνωμεν αὔριον, ὡς συμμετοχήν, εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα τῆς Τραπέζης, ὅπως γίνεται σήμερον καὶ νὰ αὐξήσητε τὴν ἐπιστροφὴν κερδῶν, ὡς μερισμάτων εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν κάμετε νὰ παραχωρήσετε τὴν Τράπεζαν αὐτήν, ὄχι μόνον δίδει περιουσίαν ἐν Ἑλλάδι σχηματισθεῖσαν ἐξ Ἑλληνικῶν κεφαλαίων εἰς τοὺς Ἄγγλους, ἀλλὰ δημιουργεῖτε μίαν πληγήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ διαρρεύσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα καὶ αὐτὰ λέγετε, ὅταν διὰ τὸν τόπον αὐτὸν εἶναι τόση ἀνάγκη νὰ προσελκυσθοῦν κεφάλαια καὶ διατυμπανίζετε διὰ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεώς σας καὶ πριμοδοτεῖτε αὐτό. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ Τράπεζα ἡ Ἰονικὴ πληρώνει, διότι τὸ ἐπιτρέπει ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ κεντρικό της. Μὲ τὴν συγχώνευσιν, ἡ συμμετοχὴ τῆς Ἰονικῆς Τραπέζης καὶ τῶν ὑποκαταστημάτων της ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα θὰ εἶναι μεγαλυτέρα. Πρῶτον ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων. Δεύτερον. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ δρακόντιοι αὐτοὶ νόμοι νὰ ἰσχύσουν ἐπ’ ἄπειρον.
§321Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Διὰ νὰ ἔλθουν κεφάλαια ξένα, νὰ τοποθετηθοῦν ἐδῶ θὰ παρέχεται τὸ δικαίωμα. Μὲ τὸν νόμον περὶ ἐπενδύσεως ξένων κεφαλαίων δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν, ἀδικαιολογήτως καὶ ἀβασανίστως, νὰ βγοῦν κεφάλαια ἔξω, ἐὰν δὲν προηγηθῇ εἰσαγωγὴ τοιούτων.
§322Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἡ Ἰονικὴ Τράπεζα διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ στέλλῃ μερίσματα ἔξω, εὐθὺς ὡς ἡ δρακόντια αὐτὴ ἀπαγόρευσις ἐξαγωγῆς μερισμάτων, ἀρθῇ ἢ χαλαρωθῇ. Ἑπομένως, διὰ τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν κάμετε, ἀνοίξετε ἕναν ἀγωγὸν ἐξαγωγῆς συναλλάγματος, ἀπὸ τὴν χώραν αὐτὴν πρὸς τὴν Ἀγγλίαν. Καί, τοῦτο τὸ πρᾶγμα, σᾶς τὸ ἐπισημαίνω, ὡς τὸ ἀποκορύφωμα τῆς πολιτικῆς σας, προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων εἰς τὸν τόπον αὐτόν.
§323Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς προσελκύσεως ξένων κεφαλαίων, συνεπάγεται καὶ τὴν ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν, νὰ ἐπιτρέπεται νὰ βγοῦν τὰ μερίσματα Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν λειτουργούντων ἐδῶ διὰ ξένων κεφαλαίων. Ἄλλως δὲν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ μερισμάτων. Ὅσον ἀφορᾶ τὰς φορολογικὰς ἀτελείας, ὅπως ἀναφέρῃ ὁ νόμος 5261, ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, ὅτι εἰς τὸν νόμον αὐτόν, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ κάμῃ ἕνα διαχωρισμόν, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ συγχωνευθοῦν καὶ αἱ δύο ἄλλαι Τράπεζαι, ἡ Ἰονικὴ καὶ ἡ Λαϊκή, ὅτι θὰ τύχουν διαφορετικῆς μεταχειρίσεως. Ἡ ὅλη διαφορὰ ἐντοπίζεται, μόνον, εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς προσθέτους φορολογίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων παρέχεται διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου ἀπαλλαγή.
§324Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη φορολογία; Τὸ «μόνον» μοῦ φαίνεται, ὅτι περιττεύει.
§325Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ὑπάρχει ἡ φορολογία καθαροῦ εἰσοδήματος.
§326Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐὰν ὑπολογίσητε, κ. Ὑπουργέ, τὰ νούμερα, θὰ ἴδητε, ὅτι ἡ φορολογία αὐτή, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἀπαλλαγή, εἶναι ἡ κυριωτέρα καὶ σημαντικωτέρα εἰς ποσόν.
§327Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκ στοιχείων ἔχω καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐλέγξω, διότι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος πρέπει νὰ δίδωνται ἀκριβεῖς πληροφορίαι, εἶναι ὅτι τὸ σύνολον τῶν φορολογιῶν, τῶν ὁποίων, ἐνδεχομένως, βάσει τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἀπαλλαγοῦν, ὑπολογίζεται ὅτι θὰ εἶναι κάτω τῶν δύο δισεκατομμυρίων. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα τοῦ προσωπικοῦ. Ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. Ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος. Διὰ τῶν ἄρθρων 7 ἢ 11, μὲ τὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔχουν, ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ἀνέλαβεν, ἀπέναντι τοῦ προσωπικοῦ. Ὡς ἐνθυμοῦμαι, τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὡμίλησε περὶ ἀνακοινώσεως εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ πλαισίου, τὸ ὁποῖον θὰ προεβλέπετο. Δὲν ξεύρω, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἀντίληψις εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι μέσα εἰς τὸν νόμον αὐτόν, ἐπρόκειτο νὰ ὑπάρχουν λεπτομέρειαι. Τὸ πλαίσιον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι τίθεται, σαφῶς διὰ τοῦ ἄρθρου 11, τὸ ὁποῖον λέγει καθαρὰ ὅτι: «Αἱ ἀποφάσεις αἱ ἀφορῶσαι ..... (ἀναγινώσκει).......». Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι θέτουσα ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῶν δύο Ὑπουργῶν, καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐργασίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμοδιώτερος καὶ εὑρίσκεται ἀμεσώτερον εἰς ἐπαφὴν καὶ μὲ τὰς συνδικαλιστικὰς ὀργανώσεις τῶν ὑπαλλήλων, τὸ ἄρθρον αὐτό, παρέχει εἰς τὸ προσωπικόν, μίαν πλήρη κατοχύρωσιν εἰς τὸ ὅτι δὲν θὰ τύχῃ ἀνίσου ἢ ὑπερβολικῆς, ἢ μὴ συμβιβαζομένης, μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, μεταχειρίσεως. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ ἀποσβέσῃ ἡ νέα Τράπεζα τὰς δαπάνας αἱ ὁποῖαι θὰ προκληθοῦν ἀπὸ τὰς ἀποζημιώσεις ἢ ἀπὸ τὰς ἐνδεχομένας ἐνισχύσεις τῶν Ταμείων τοῦ προσωπικοῦ, εἰς περίπτωσιν ἀπολύσεως μέρους ἐξ αὐτοῦ, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν αὐτὸ τὸ πλαίσιον, τὸ ὁποῖον βεβαίως, θὰ λάβῃ πολὺ πλέον συγκεκριμένην μορφήν, ὅταν ἀρχίσουν νὰ συνταχθοῦν αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ληφθοῦν ἀπὸ τὰ διάφορα Ἱδρύματα. Αὐτά, εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ προσωπικοῦ. Τώρα μένει ἓν τελευταῖον σημεῖον, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι σχετικὸν μὲ τὸ ἄρθρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ κ. Μητσοτάκης καὶ οἱ ἄλλοι κ. κ. συνάδελφοι ὡμίλησαν, ἐννοῶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἔχω, διὰ νὰ μὴ κουράσω πολὺ τὴν Βουλήν, ὅταν ἔλθῃ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο πρὸς συζήτησιν, θὰ τὰ συζητήσωμεν.
§328Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Μακρῆ, ἔχετε νὰ μᾶς κάμετε καμμίαν ἀνακοίνωσιν;
§329Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ὄχι, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω καμμίαν δήλωσιν καὶ καμμίαν ἀνάληψιν ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ οὔτε τὸν εἶδα τὸν κ. Μακρῆ, οὔτε παρέστην ὡς Κυβέρνησις. Δὲν γνωρίζω ὑφισταμένην οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν, πέραν τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἀνέφερα.
§330Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἶναι ἀνύπαρκτος, ἑπομένως, κατὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δήλωσις τοῦ κ. Μακρῆ;
§331Θ. ΚΑΨΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου). Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας ἦτο ἐδῶ, θὰ ἠδύνατο νὰ σᾶς ἀπαντήσῃ.
§332Σ. ΠΑΠΑΠΟΛΙΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι γεγονός, ὅτι εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, μᾶς ἐδηλώσατε αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐδηλώσατε καὶ σήμερον, ὅτι δὲν γνωρίζετε καμμίαν ὑποχρέωσιν, πέραν τῆς δηλώσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, πράγματι, δὲν ὑπάρχει δήλωσις ἢ ὑπάρχει.
§333Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπεφυλάχθην εἰς τὸ τέλος νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὴν τελευταίαν σχετικὴν ἐρώτησιν. Δυστυχῶς, ὅταν ἐτέθη τὸ ζήτημα, ἀπουσίαζα ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Ἅμα τῇ ἐπανόδῳ μου ἀντελήφθην, ὅτι ὑπῆρχε μία ἀνωμαλία ἀπὸ πλευρᾶς Συνδικάτων. Ὅταν ἐκλήθην ὑπὸ τοῦ ἐκπροσώπου τῆς ΓΣΕΕ κ. Μακρῆ, νὰ προσέλθω εἰς τὰ γραφεῖα, ὅπου συνεδρίαζεν ἡ ὁλομέλεια τῆς Διοικήσεως τῆς ΓΣΕΕ, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο καὶ ἀπὸ μέλη ἐλθόντα ἐξ ἐπαρχιῶν, παρίστατο καὶ ἐκπρόσωπος τῶν Ἐλευθέρων Συνδικάτων, ὁ κ. Κοῦπερς, ὁ ὁποῖος τυχαίως διήρχετο ἐξ Ἑλλάδος ἀπὸ τὰς περιοδικὰς ἐκείνας περιοδείας ποὺ κάμνει ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Διεθνοῦς. Τοῦτο τὸ λέγω, καὶ τὸ τονίζω, διότι παρεστάθη ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅτι δῆθεν ἔσπευσεν ἡ Διεθνής, διὰ τὸ εἰδικὸν τοῦτο ζήτημα. Ὅπως θὰ εἴδατε, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἦλθαν καὶ ἄλλοι δύο ἐπίλεκτοι ἡγέται, ὁ κ. Μπράουν καὶ ὁ κ. Πιζανί. Τὸ θέμα τοῦτο, κύριοι, εἶναι κάπως περιπεπλεγμένον ἀπὸ ἀπόψεως Συνδικαλιστικῆς τάξεως. Ἔγινε μία ἀπεργία, χωρὶς τὸ Συνδικᾶτον τοῦτο νὰ ἐπικοινωνήσῃ οὔτε μὲ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, οὔτε μὲ τὴν προϊσταμένην Συνδικαλιστικὴν ἀρχήν, οὔτε μὲ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τοῦ Συντονισμοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἀνώμαλον ἀπὸ πλευρᾶς Συνδικάτου. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ἐπαναλαμβάνω μίαν θεωρίαν μου, τὴν ὁποίαν εἶχα διατυπώσει καὶ γραπτῶς, ὅτι ἐπαναστατικώτεροι εἶναι οἱ ἐργάται οἱ καλύτερον ἀμειβόμενοι. Τὸ Συνδικᾶτον δὲ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἔχει μίαν ἱστορίαν μαζί μου, διότι πάντοτε ἤμην παραστάτης τῶν αἰτημάτων των καὶ πάντοτε ἠγωνίσθην μαζί των, ἀλλὰ καὶ πάντοτε εἶχε τὴν παρατήρησιν τοῦ Συνδικαλιστοῦ Γονῆ, τοῦ βουλευτοῦ κατόπιν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ μετέπειτα, ὅτι οἱ ἀγῶνες, τοὺς ὁποίους διεξήγαγον, κάθε ἄλλο, παρὰ ἀπὸ ἀπόψεως Συνδικαλιστικῆς τάξεως, ἔβαινον ὁμαλῶς. Δὲν ἦτο Συνδικαλιστικὸν τὸ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸν Διοικητὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ νὰ τὸν ὑβρίζουν καὶ νὰ τὸν ἐξευτελίζουν, πράγματα, ποὺ συνέβησαν στὸ παρελθόν. Καὶ ἐγώ, ὡς ὑπεύθυνος ἑνὸς τομέως τοῦ Συνδικαλισμοῦ, εἶχα ὑποχρέωσιν νὰ τονίσω ἔκτοτε, ὅτι αὐτὰ ἦσαν παρεκβάσεις ἐπικίνδυνοι, διότι παρεβλάπτετο ἡ ὁμαλὴ Συνδικαλιστικὴ ἐξέλιξις, διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἡ χώρα μας νὰ εἶναι ὑπερήφανος, διότι ὄντως ὁ Συνδικαλισμὸς μεταπολεμικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει σημειώσει προόδους. Τοῦτο δὲ ἔχει καὶ διεθνῶς ἀναγνωρισθῆ. Ἐπέρασε τὸ σημεῖον τῆς ἁπλῆς δημαγωγίας καὶ κατῆλθεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς ὑπευθυνότητος. Πάντοτε ἡ Συνομοσπονδία —καὶ τοῦτο χαίρω, διότι μοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ ἐξηγήσω τὴν στάσιν της— συνειργάζετο μὲ τὰς Κυβερνήσεις. Οὔτε ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, οὔτε καμμία ἄλλη εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ παράπονον. Ὅλαι αἱ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν Κυβερνήσεις εὗρον πρόθυμον τὴν συνεργασίαν ἐκ μέρους τῆς ὑπευθύνου ἡγεσίας τοῦ Συνδικαλισμοῦ. Φυσικά, αἱ συνεργασίαι δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν ἔχουν ἀντιρρήσεις καί, ὅτι δὲν ὑπάρχουν διαφωνίαι ἤ, ὅτι δὲν ἔχουν αἰτήματα οἱ ἐργάται ἢ δὲν ἔχουν ἀντιθέσεις ἢ δὲν προβάλλουν ἄλλας ἀξιώσεις ἠθικῆς τάξεως, τὰς ὁποίας νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ προβάλλουν. Ἀλλὰ θὰ παραδεχθῆτε, ὅτι εἶναι σημαντικὴ ἡ ἐξέλιξις τοῦ Ἑλληνικοῦ Συνδικαλισμοῦ, Σᾶς ἔκαμα μίαν μικρὰν ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθόν, διότι δέν εἶναι ἄσχετος μὲ τὸ ὅλον θέμα. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἀπεφάσισεν ὡς μέτρον Κυβερνητικῆς πολιτικῆς τὴν συγχώνευσιν. Ἐρωτῶ: Πρῶτον, δύναται ὁ Συνδικαλισμὸς νὰ προβάλῃ ἀντιρρήσεις καὶ νὰ εἴπῃ: διαφωνῶ πρὸς τὸ μέτρον τῆς Κυβερνήσεως;
§334Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Δὲν ἐθέσαμεν τοιοῦτον ζήτημα.
§335Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐρώτημα εἶναι.
§336Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω τὴν ἀπάντησιν. Δὲν θὰ περιορισθῶ ἐκεῖ ποὺ θέλετε σεῖς. Δὲν εἶναι δικαίωμά σας νὰ ὑπαγορεύετε τὴν ἀπάντησίν μου.
§337Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀπάντησις εἰς αὐτὸ ποὺ ἐρωτῶμεν ἡμεῖς.
§338Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἀναμείνατε, νὰ φθάσω εἰς τὸ τέλος καὶ θὰ ἴδετε ἂν ὑπάρχῃ ἱκανοποίησις τῶν ἀποριῶν σας. Ἀπὸ τοῦδε δὲν εἶναι δυνατὸν προληπτικῶς, νὰ λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ἀπάντησις ἢ ὄχι. Λέγω, λοιπόν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίζῃ τὴν λῆψιν ἑνὸς Κυβερνητικοῦ μέτρου, δύναται προκαταβολικῶς τὸ Συνδικᾶτον νὰ προβάλῃ—αὐτὸ εἶναι μία διαστολή, μιὰ λεπτὴ διαστολὴ διεθνῶς προβαλλομένη ἀπὸ ἐμὲ καὶ προεβλήθη εἰς τὴν δημοσίαν ἐκείνην Συνεδρίαν πρὸ τοῦ κυρίου Κοῦπερς, ὁ ὁποῖος καὶ παρεδέχθη τὴν ὀρθότητα τῆς ἀντιλήψεώς μου ταύτης—δύναται λέγω τὸ Συνδικᾶτον προκαταβολικῶς νὰ προβάλῃ αἴτημα κατὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ἡ Γ.Σ.Ε.Ε. καὶ ὁ κ. Κοῦπερς ὑπευθύνως, εἶπεν: Οὐχί. Ἄρα ἡ ἀπεργία αὐτὴ ἦτο ἀπὸ τὰς προώρους ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι παραβλάπτουν γενικώτερον τὸν Συνδικαλιστικὸν ἀγῶνα. Δὲν ἠμπορεῖ, κύριοι, τὸ Συνδικᾶτον νὰ εἴπῃ: κινδυνεύουν τὰ συμφέροντά μου κατ’ ἔρευναν σκέψεων καὶ ὄχι πράξεων. Εἴδατε νὰ κινδυνεύουν καὶ νὰ θίγωνται τὰ συμφέροντά σας; Ποῦ; Πῶς; Ἀποδείξατέ μας ἢ ἀναμείνατε νὰ ἴδητε. Αὐτὸ εἴπομεν εἰς τὴν Γενικὴν Συνομοσπονδίαν. Ὀφείλετε, λοιπόν, κύριοι, εἴπομεν νὰ ἀναμείνητε τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως τὰ συγκεκριμένα διὰ τὸ προσωπικὸν κλπ. καὶ ἐὰν ἐκ τῶν μέτρων τούτων ἐθίγοντο τὰ συμφέροντά σας, τότε, μάλιστα, εἴχατε δικαίωμα νὰ προβάλετε διὰ τοῦ ἀγῶνος σας τὸ αἴτημά σας πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων σας. Αὐτά, κύριοι, ἐλέχθησαν παρ’ ἐμοῦ ἐπὶ λέξει εἰς τὴν Γ.Σ.Ε.Ε. ὅπου ἡ συζήτησις διήρκεσεν ἐπὶ μακρὸν καὶ ἐξηντλήθη ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, ἐξεδόθη ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Γ.Σ.Ε.Ε. ὅτι πράγματι αἱ διαβεβαιώσεις αἱ δοθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἐκπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ κ. Γονῆ, εἶναι λίαν ἱκανοποιητικαί. Σήμερον δὲ τὴν πρωΐαν ἀκόμη προέβην εἰς μίαν δήλωσιν καὶ εἶπον: Τὸ προσωπικὸν δύναται νὰ μὴ ἀνησυχῇ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου, θὰ καλέσω τὴν Διοίκησιν τοῦ Συνδικάτου καί, ἀπὸ δῶ καὶ πέρα, ἀρχίζει ἡ πραγματοποίησις ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου, ἐντὸς τοῦ πλαισίου τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε ἀπόψε. Θὰ συζητήσωμεν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ Συνδικᾶτον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δὲν θὰ διαφωνήσῃ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συμφωνήσῃ. Θὰ μὲ ἐρωτήσητε, πῶς τὸ προεξοφλῶ; Ἁπλούστατα, γνωρίζω τοὺς ἀγῶνας τοῦ Συνδικάτου τούτου, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἔχει προβάλει τὸ αἴτημα τῆς ἐξυγιάνσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ δὲν δύναται τώρα νὰ ἔλθῃ τὸ Συνδικᾶτον τοῦτο τὸ ἴδιον ἀντιμέτωπον τῶν ὅσων ὑπεστήριξε χθές. Διότι λ. χ. ἂν εἶναι 5–10–100 ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀμείβονται κατὰ τρόπον ἡγεμονικόν, ποῖος ἐσκέφθη τὸν πραγματικὸν ὑπάλληλον; Θὰ ὤφειλον νὰ ἴδουν τὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατόπιν νὰ ἴδουν ἂν θίγωνται τὰ δικαιώματά των. Αὐτὰ εἶχον εἴπει καὶ δι’ αὐτὸ καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἰς τὸ ἄρθρον 7, προβλέπει τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα, ἐνδεχομένως θὰ χρειασθοῦν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἄρθρον 11 δίδει μίαν ἐγγύησιν διότι δὲν ἀφήνεται εἰς τὴν τυχὸν αὐθαιρεσίαν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πάντοτε καὶ ἀπέδειξε καὶ θὰ τὸ ἀποδείξῃ, ὅτι πάντοτε εἶναι αὕτη φιλεργατικὴ Κυβέρνησις. (Χειροκροτήματα).
§339Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὸ ἐρώτημά μας. Σᾶς ἠρωτήσαμεν ἂν ἡ περικοπὴ ἡ ἀκόλουθος, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἔγγραφον τῆς ΓΣΕΕ ἀνακοίνωσιν τῆς 22–1–53, ἂν ἡ περικοπὴ αὐτὴ εἶναι ἀληθής: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ......... ......... (ἀναγινώσκει)........». Δίδει δὲ τὴν διευκρίνησιν τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων διὰ τῆς ἑξῆς παραγράφου εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς 5ης Ἰανουαρίου 1953: Ὡς κεκτημένα δικαιώματα ἀναφέρονται ρητῶς ἐν τῷ ὡς ἄνω ἐγγράφῳ τῆς ΓΣΕΕ, ἡ ἐκ τῆς ἰσχυούσης ἐργατικῆς νομοθεσίας προστασία, αἱ ἐκ τῶν συλλογικῶν συμβάσεων ἀποδοχαί μας καὶ ἡ ἰσχύουσα ἀσφαλιστικὴ προστασία. Ἐρωτᾶσθε, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐργασίας, νὰ μᾶς εἴπητε, ἐὰν ἡ ἐπίσημος αὐτὴ ἀνακοίνωσις τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τῆς ΓΣΕΕ καὶ τοῦ ἐκπροσώπου τῶν Διεθνῶν Συνδικάτων εἶναι ἀληθὴς ἢ ἀνακριβής. Διότι ὑπάρχει φοβερὸν ἠθικὸν πρόβλημα.
§340Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Κύριε συνάδελφε, τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα εἶπον πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου, ἀναγράφονται ἐπὶ λέξει εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Μακρῆ. Πέραν τούτου, ἕκαστος δικαιοῦται νὰ ἐξαγάγῃ τὰ συμπεράσματά του. Μετ’ ὀλίγον ἐπακολουθοῦν τὰ ἔργα καὶ οἱ ὑπάλληλοι θὰ κρίνουν, ποῖοι εἶναι φιλεργάται καὶ ποῖοι ὄχι.
§341Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ὥστε συμπεραίνω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι ἀνακριβὲς τὸ ἔγγραφον.
§342Ε. ΓΟΝΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Λυποῦμαι ἂν δὲν ἠννοήσατε τὴν ἀπάντησίν μου, κύριε Ζίγδη. Ἀλλὰ δὲν πταίω ἐγὼ διότι ἂν ἕνα πρᾶγμα δὲν τὸ καταλάβῃ ἕνας ἄνθρωπος εἰς ἕνα λεπτόν, οὔτε εἰς ἕνα αἰῶνα δὲν θὰ τὸ καταλάβῃ. Ἀλλὰ δὲν πταίω ἐγώ.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Δέχεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον; Οἱ δεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.
§344Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ αἴτησις ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§345Γ. ΒΑΣΙΛΑΤΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη. Δὲν ἠμπορεῖ κάθε συνάδελφος νὰ ἀνατρέπῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν ὄψει τῆς κατ’ ἀρχὴν ψηφίσεως τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.......... (ἀναγινώσκει τὴν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας).
§347Π. ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐπανέλθωμεν.
§348ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ.
§349ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀποφανθῆ ἡ Βουλή.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραφόντων τὴν πρότασιν............ «...... (ἀναγινώσκει).......».
§351ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν). Τὴν ἀποσύρομεν, κύριε Πρόεδρε.
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχήν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§353Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ προέτεινεν ὡρισμένας τροπολογίας. Αἱ τροπολογίαι αὗται γίνονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δεκταί, ἐξαιρέσει τῆς τροπολογίας τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸ ἄρθρον 10 παράγρ. 2. Ἐπίσης ἐντὸς τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι γίνονται δεκταὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑποβάλλονται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, παρακαλοῦμεν ὅπως γίνῃ δεκτὴ καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προέτεινεν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ὁ συνάδελφος ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 9 προστίθεται: «Ἐν περιπτώσει μὴ καταρτίσεως ὑπὸ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τινὸς τῶν ὡς ἄνω συγχωνευομένων Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν, τοῦ ἰσολογισμοῦ χρήσεως 1952, τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον τῆς διὰ τῆς συγχωνεύσεως συνιστωμένης ἑταιρείας, θέλει συντάξει καὶ δημοσιεύσει διὰ τοῦ Δελτίου Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς ἑξαμήνου ἀπὸ τῆς συγχωνεύσεως ἰσολογισμὸν τῆς μὴ καταρτισάσης τοιοῦτον Ἑταιρείας, βάσει τῶν ἐν τοῖς βιβλίοις ἐγγραφῶν ὡς καὶ λογαριασμὸν κερδῶν καὶ ζημιῶν».
§354Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐδάφιον ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς: «Οὐδεμία δημιουργεῖται φορολογικὴ ὑποχρέωσις διά τε τὴν συνιστωμένην διὰ τῆς συγχωνεύσεως νέαν Ἑταιρείαν, τὴν συγχωνεύουσαν καὶ τὴν συγχωνευομένην Τράπεζαν, ὅσον καὶ διὰ τοὺς μετόχους αὐτῶν, συνεπεία τῆς συγχωνεύσεως καὶ ἰδίᾳ διὰ τυχὸν παρουσιασθησομένην ὑπεραξίαν ἐξ ἐνδεχομένης ἐπανεκτιμήσεως τοῦ εἰς τὴν νέαν ἀνώνυμον τραπεζιτικὴν ἑταιρείαν ἢ εἰς τὴν συγχωνεύουσαν Τράπεζαν περιελευσομένου ἐνεργητικοῦ ἐκ τῆς συγχωνεύσεως».
§355Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι διότι ἡ ὥρα ἔχει ἀρκετὰ παρέλθει. Ἐν τούτοις, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται μία περισσοτέρα προσοχὴ καὶ σοβαρότης εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν τροπολογιῶν. Ἡ Ἀντιπολίτευσις εὐτυχῶς ἀπέσυρε τὴν πρότασιν τῆς ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας καὶ τοιουτοτρόπως διευκολύνει μίαν ἄμεσον συνεννόησιν τῶν δύο πτερύγων. Θὰ παρεκάλουν, μὲ ὀλίγην ἠρεμίαν, νὰ ἀναγνωσθοῦν εὐκρινῶς αἱ τροπολογίαι εἰς τρόπον, ὥστε νὰ λάβῃ μίαν σοβαρότητα ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου.
§356Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης). Συμμερίζομαι ἀπολύτως τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος, διότι, πράγματι, δὲν εἶναι ὀρθὸν αἱ τροπολογίαι ὑπὸ ἐσπευσμένην μορφὴν νὰ γίνωνται δεκταί. Νὰ ἀναγνωσθοῦν ὅλαι αἱ τροπολογίαι. Μοῦ ἐπιτρέπετε, κύριοι, νὰ τὰς ἐπαναλάβω; Εἶναι διατυπωμέναι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας. Πρόκειται περὶ τῶν ἑξῆς τροπολογιῶν: Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου, παρ. 1, ἐδ. 1, στίχος 5ος, μετὰ τὰς λέξεις «ἑτέρων τοιούτων», προστίθεται ἡ φράσις «εἴτε διὰ τῆς ἐξαγορᾶς μιᾶς ἢ πλειόνων ὑπὸ ἄλλης». Εἰς τὸ τέλος τῆς γʹ παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προστίθενται τὰ ἑξῆς: «Μὴ ἐπιτευχθείσης ἀπαρτίας ἡ συνέλευσις συνέρχεται ἐκ νέου κατὰ τὰς αὐτὰς ὡς ἄνω διατυπώσεις, εὑρίσκεται δὲ ἐν ἀπαρτίᾳ ὅταν ἐκπροσωπῆται τὸ ⅓ τοὐλάχιστον, τοῦ καταβεβλημένου ἑταιρικοῦ κεφαλαίου». Αὐτή, κύριοι, εἶναι προσαρμογὴ εἰς παλαιοτέραν νομοθεσίαν. Ἦτο ἀναγκαῖον νὰ συμπληρωθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς. Δηλαδὴ εἰς περίπτωσιν ἀπροθυμίας προσελεύσεως τῶν μετόχων, πρέπει νὰ λειτουργήσῃ ἡ συνέλευσις. Ἐπὶ τῆς παραγράφου 6 στίχος 4 αἱ λέξεις «δι’ ἀποφάσεως» ἀντικαθίστανται διὰ τῶν λέξεων «διὰ Β.Δ. προτάσει». Ἀντὶ νὰ εἶναι ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λέγομεν Βασιλικὸν Διάταγμα τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὸ τέλος τοῦ 6ου στίχου μετὰ τὴν λέξιν «αὐτὴ» προστίθεται ἡ λέξις «τριετῆ». Διότι ἐκεῖ τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ τῆς τριετοῦς θητείας τοῦ Δ.Σ. χωρὶς νὰ συνάγεται κατὰ τρόπον ἀπολύτως σαφῆ, ὅτι θὰ εἶναι τριετὴς καὶ ἡ θητεία τοῦ Διοικητοῦ καὶ Ὑποδιοικητοῦ. Θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ σαφὲς τὸ ἄρθρον καὶ ὅπως εἶναι, ἀλλά, πρὸς ἀποφυγὴν οἱασδήποτε συγχύσεως καὶ παρεξηγήσεως καὶ ἀμφισβητήσεως, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ὅπως προστεθῇ ἡ λέξις αὐτή. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον καὶ εἰς τὸν 6 στίχον καὶ μετὰ τὴν λέξιν «συγχωνευομένων» προστίθεται ἡ λέξις «τραπεζιτικῶν». Προέκυψεν ἀμφιβολία τις, ἂν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ περιεχόμενον νὰ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου. Ἐν τούτοις τὸ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ἡ Ἐπιτροπή, ὅτι πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ τραπεζιτικῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Κατόπιν εἶναι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος κ. Παπαρρηγόπουλος πρὸς διευκρίνησιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαρρηγοπούλου, διευκρινίζουσα τὸ κείμενον αὐτό, εἶναι ἡ ἑξῆς: «Οὐδεμία δημιουργεῖται φορολογικὴ ὑποχρέωσις διὰ τὴν συνιστωμένην διὰ τῆς συγχωνεύσεως νέαν ἑταιρείαν, τὴν συγχωνευομένην καὶ τὴν συγχωνεύουσαν Τράπεζαν, ὅσον καὶ διὰ τοὺς μετόχους αὐτῆς». Διότι ὑπάρχει ἡ δυνατότης εἰς τὰς συγχωνεύσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωνται, νὰ ὑπάρχῃ ἡ διαστολὴ μεταξὺ συγχωνευομένων καὶ συγχωνευουσῶν Τραπεζῶν. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος προβλέπει πᾶσαν περίπτωσιν συγχωνεύσεως οἱασδήποτε μορφῆς. Τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Παπαρρηγοπούλου, ἡ ὁποία διευκρινίζει τὸ ἄρθρον 6, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀντίρρησιν νὰ τὴν δεχθῇ, ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ Βουλὴ συναινεῖ.
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν;
§358ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἡ τροπολογία τοῦ κ. Παπαρρηγοπούλου ἐγένετο δεκτή.
§360Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Καὶ τέλος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7 καὶ εἰς τὸν 1ον καὶ 2ον στίχον ἡ φράσις ἡ συνιστωμένη διὰ τῆς συγχωνεύσεως «νέα Ἀνώνυμος Τραπεζιτικὴ Ἑταιρεία» ἀντικαθίσταται οὕτω; «Ἡ πρὸς ἣν γίνεται ἡ συγχώνευσις Τραπεζιτικὴ Ἑταιρεία εἴτε δι’ ὑπαγωγῆς, εἴτε δι’ ἐξαγορᾶς ἑτέρας τοιαύτης, ὡς καὶ ἡ συνιστωμένη διὰ τῆς συγχωνεύσεως νέα τοιαύτη». Τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 10 δὲν τὴν κάμνει δεκτὴν ἡ Κυβέρνησις καὶ παρακαλῶ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ ἐπ’ αὐτῆς.
§361Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Τὴν ἀποσύρει ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, διότι ἔγινε λάθος καὶ ὑπεβλήθη αὕτη.
§362Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 καὶ εἰς τὸν 3ον στίχον μετὰ τὴν λέξιν «κεφαλαίου», προστίθενται αἱ λέξεις «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 1». Τέλος προστίθεται ἄρθρον 14, τοῦ ἄρθρου 14 λαμβάνοντος τὸν ἀριθμὸν 15, ἔχον οὕτω: «Ἄρθρον 14. Καταργεῖται πᾶσα διάταξις ἐφ’ ὅσον ἀντίκειται εἰς τὸν παρόντα νόμον. Αὐταὶ εἶναι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δέχεται καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως τὰς ἀποδεχθῇ.
§363ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποδέχεται ἡ Βουλὴ τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως γενομένας δεκτὰς τροπολογίας;
§364ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτόν, εἰς αʹ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συγχωνεύσεως Ἀνωνύμων Τραπεζιτικῶν Ἑταιρειῶν», ὡς ἐτροποποιήθη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν;
§366ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν καὶ ὥραν 6ην μ. μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις, ἐπερωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 7.30′ π. μ.).