1951.12.20
3.562 στίχοι · 27.224 λέξεις · 175 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28η
Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 1951
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.00′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Τσιαπάρας ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Σ. ΤΣΙΑΠΑΡΑΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Σ. Κότσιανος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κ.λ.π.
§4Σ. ΚΟΤΣΙΑΝΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ (Ὑφυπουργὸς Ἐξωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ Α.Ν. 132 τῆς 7ης Σεπτεμβρίου 1936 «περὶ συστάσεως τμήματος πολιτικῶν ὑποθέσεων παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει Θράκης καὶ περὶ διορισμοῦ Ἐπιθεωρητῶν Μουσουλμανικῶν σχολείων ἐν Δ. Θράκῃ». Ὁ κ. Ν. Κρασαδάκης (Ὑπουργὸς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 216)23 Φεβρουαρίου 1951 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀφορώσης τὴν ἐπέκτασιν τῶν περὶ ἀποδημίας εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν ἰσχυουσῶν ἑκάστοτε διατάξεων καὶ εἰς τοὺς Ἀξ)κοὺς κλπ. τοῦ Λ.Σ.». Ὁ κ. Π. Πολυχρονίδης (Ὑπουργὸς Ἐμπορίου) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 1002)49, 40)50, 608)50, 1241)50 καὶ 349) 51 πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Γ. Ἀθανασιάδης–Νόβας (Ὑπουργὸς Βιομηχανίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων ἐν τῇ κειμένῃ περὶ ἱδρύσεως καὶ ἐπεκτάσεως βιομηχανιῶν νομοθεσίαν». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Ἰωάννου, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ διαγραφῆς τῶν ἀπὸ τοῦ 1945 μέχρι σήμερον ὀφειλομένων χρεῶν χρήσεως τῆς ἐγκαταλελειμμένης Μουσουλμανικῆς περιουσίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Θ. Ἀνδρεάδης καὶ Κ. Χριστόπουλος, καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1744)51 Νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς ἰσχυούσης στρατιωτικῆς Νομοθεσίας». Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Ν.Δ. 1275)49 «περὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ μηχανικοῦ ἐξοπλισμοῦ». Ἡ ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 590)37 «περὶ πωλήσεως σιγαρέττων καὶ ἐν γένει εἰδῶν Καπνοβιομηχανίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της, πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ γεωτρήσεων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους Δήμων καὶ Κοινοτήτων κλπ.».
§6Ι. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία τροπολογία «περὶ παρατάσεως προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεων εἰς τὸ Ταμεῖον Ἀσφαλίσεως Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Ὑπαλλήλων». Παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή.
§7Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λαμπροπούλου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροπολογήθη;
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους Δήμων καὶ Κοινοτήτων κ.λ.π». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταθέσεως χρόνου ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος καὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 1811]51 «περὶ Κώδικος καταστάσεως τῶν δημοσίων διοικητικῶν ὑπαλλήλων».
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ μεταθέσεως χρόνου ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος καὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 1811] 51 «περὶ Κώδικος καταστάσεως τῶν δημοσίων διοικητικῶν ὑπαλλήλων». Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΞΗʹ ]49 ψηφίσματος τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς συνταχθέντος νέου Συντάγματος». Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§13Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι χαρακτηριστικόν, ὅτι οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, διαφωνοῦν μεταξύ των, ὡς πρὸς τὴν θεμελίωσιν τῶν σκέψεων καὶ ἀπόψεών των. Ἡ διαφωνία γενικῶς ἐκδηλωθεῖσα, ἀφ’ ἧς ἤρχισε συζητούμενον τὸ θέμα, διεπιστώθη καὶ κατὰ τὰς δύο συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀγορεύων προχθές, καὶ εἰσηγούμενος τὸ σχετικὸν ψήφισμα, ὑπεστήριξεν—ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω—τὴν θεωρίαν τῆς κατ’ οἰκονομίαν νομιμότητος, ἐπικαλεσθεὶς ὡρισμένα προηγούμενα, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου περαιτέρω. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης βουλευτής, κ. Χατζηγιάννης ὁμιλήσας χθὲς διὰ μακρῶν, ὑπεστήριξε τὴν θεωρίαν τῆς ἀπολύτου νομιμότητος, τῆς ὀρθοδόξου νομιμότητος. Μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀκριβῶς ἡ ὀρθοδοξία τῆς νομιμότητος εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἁρμοδίαν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ σήμερον τὸ Σύνταγμα. Ὁ δὲ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀγορεύσας χθὲς ἐπεκαλέσθη τὴν συμφωνίαν τῆς Γιάλτας. Βλέπετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀπὸ τοὺς τρεῖς ρήτορας, δύο ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἔχετε ἀμέσως τρεῖς διαφόρους ἀπόψεις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε, κύριοι βουλευταί, διὰ συντόμων, νὰ ἐκκαθαρίσω μερικὰς βασικὰς νομικὰς ἐννοίας, διότι νομίζω, ὅτι παρουσιάζεται κάποια σύγχυσις, τοὐλάχιστον, ἀπὸ ὅσους ἐξ ὑμῶν δὲν εἶναι νομικοί. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, ὁμιλοῦμεν περὶ συνελεύσεως πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐπιστήμη τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου γνωρίζει δύο εἰδῶν τοιαύτας: Τὴν κυρίως καὶ γνησίως συνέλευσιν, τὴν συντακτικήν, ἡ ὁποία εἶναι πάντοτε προϊὸν ἐπαναστατικῆς καὶ μὴ νομίμου μεταβολῆς. Εἶναι ἡ συνέλευσις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀδέσμευτος ἀπὸ οἱονδήποτε περιορισμὸν ἠμπορεῖ νὰ καταργῇ καὶ νὰ μεταβάλῃ τὰς συντεταγμένας ἐξουσίας καὶ νὰ δημιουργῇ νέας. Καὶ εἶναι καὶ ἡ ἀναθεωρητικὴ συνέλευσις, ἡ ὁποία ἀσκεῖ ἐξουσίαν περιωρισμένην, βασικὸν δὲ χαρακτηριστικὸν τῆς ἀναθεωρητικῆς συνελεύσεως εἶναι, ὅτι εἶναι Σῶμα, τὸ ὁποῖον προδιαγράφει τὸ κείμενον δίκαιον. Δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔχομεν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχομεν δηλαδὴ συνέλευσιν μὲ περιωρισμένας ἁρμοδιότητας, ὅταν ἡ συνέλευσις αὐτὴ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νομίμου διαδικασίας τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἰσχῦον δίκαιον. Ἀκριβῶς δὲ ἡ αὐστηρότης τῶν Συνταγμάτων, ὡς τὸ ἡμέτερον, εἰς ἣν ἀνταποκρίνεται ἡ περιοριστικὴ ρύθμισις τῆς ἀναθεωρητικῆς λειτουργίας, ἀποτελεῖ συγχρόνως ἐγγύησιν τῶν μειοψηφιῶν εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα. Εἰς χώρας ὅπου δὲν ὑπάρχουν αὐστηρὰ Συντάγματα, ὅπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου ἔχομεν τὴν παντοδυναμίαν τοῦ Κοινοβουλίου, ἑκατονταετηρίδων τακτικὴ ἔχει καθιερώσει τὴν ἀρχὴν ὅτι οὐδεμία καταστατικὴ μεταβολὴ ἀποφασίζεται, ἐὰν προηγουμένως δὲν τεθῇ σαφῶς καὶ συγκεκριμένως ὑπ’ ὄψει τοῦ λαοῦ. Συνεπῶς ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ ἀναθεωρητικῆς συνελεύσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ἄλλην, παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν προδιαγράφουν οἱ ὁρισμοὶ τοῦ κειμένου δικαίου, οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Ὅταν, λοιπόν, κ. βουλευταί, ἐπιδιώκεται, παρὰ τὰς σαφεῖς καὶ ρητὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας καθορίζει τὸ Σύνταγμα, νὰ χαρακτηρίσωμεν ἕνα ἁπλοῦν ἀντιπροσωπευτικὸν σῶμα ὡς ἀναθεωρητικόν, ἐξερχόμεθα τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος, ἐξερχόμεθα τῆς ἀρχῆς τῆς νομιμότητος καὶ εἶναι πλάνη νὰ ὑποστηρίζεται, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου πρόκειται νὰ τακτοποιήσωμεν τὴν λεγομένην συνταγματικὴν ἐκκρεμότητα. Ἀντιθέτως, παραβιάζοντες τὸ Σύνταγμα, θὰ δημιουργήσωμεν πραγματικὴν συνταγματικὴν ἐκκρεμότητα καὶ θὰ δημιουργήσωμεν νέας καὶ μάλιστα ἐξόχως ἐπικινδύνους ἀνωμαλίας. Ἐγώ, προσωπικῶς, κ. βουλευταί, ἀμφισβητῶ καὶ αὐτὴν τὴν ἐκκρεμότητα, περὶ τῆς ὁποίας μετὰ τόσης ζωηρότητος ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Τὴν ἐκκρεμότητα δημιουργοῦμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι συμφωνοῦντες ἑκάστοτε περὶ τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, καὶ τὴν συνείδησιν τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν συνταγματικὴ ἐκκρεμότης οὐδεμία ὑπάρχει. Οὐδέποτε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ λαοῦ θέμα συνταγματικόν. Διὰ τὸν λαὸν μία ἐκκρεμότης ὑπῆρχεν, ἡ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Καὶ διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν, ἀφ’ ἧς διὰ τοῦ δημοψηφίσματος τοῦ Σεπτεμβρίου 1946 καθιερώθη ὁριστικῶς ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματός μας, οὐδὲ ἕνα Ἕλληνα πολίτην ἀπασχολεῖ σήμερον ἡ λεγομένη συνταγματικὴ ἐκκρεμότης. Ἀνωμαλία, κ. βουλευταί, εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν δημιουργοῦν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τῶν συνεχῶν παραβιάσεων τοῦ Συντάγματος, διὰ τῶν ἐπανειλημμένων ἐκτροπῶν ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, δημιουργοῦν μίαν ἀτμόσφαιραν συνταγματικῆς ἀβεβαιότητος καὶ συνταγματικῆς ἀνωμαλίας. Καὶ πρὸς κάλυψιν αὐτῶν τῶν ἀνωμαλιῶν, πρὸς κάλυψιν αὐτῶν τῶν ἐκκρεμοτήτων, μᾶς ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ δημιουργήσωμεν νέαν, μεγαλυτέραν καὶ πλέον ἐπικίνδυνον ἐκκρεμότητα. Προσεπάθησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ θεμελιώσῃ τὴν ἄποψίν του ἐπὶ νομικῶν ἐρεισμάτων. Ὑπεστήριξε τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας. Δὲν συμμερίζομαι, κ. βουλευταί, τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας. Τὸ πρῶτον ὑπεστηρίχθη κατὰ τὰς ἀρχὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Αʹ Συνόδου τῆς παρελθούσης Βουλῆς. Ἡ θεωρία τῆς συνεχείας θεμελιοῦται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι τάχα ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων δὲν ἔχει δικαίωμα, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1946. Τὴν ἄποψιν ταύτην ὑπεστήριξε χθὲς διὰ μακρῶν καὶ μετὰ ζωηρότητος δύναμαι νὰ εἴπω, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς κ. Χατζηγιάννης. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει διὰ τοὺς εἰδικῶς ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν θεμάτων ἀσχολουμένους ἐπιστήμονας σοβαρὰ διαφωνία, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ διαλύῃ καὶ τὴν ἀναθεωρητικὴν καὶ τὴν ἁπλῆν Βουλήν. Τὸ θέμα ἐγεννήθη τὸ πρῶτον τὸ 1911, ὅταν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐζήτησε τὴν διάλυσιν τῆς Αʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Καὶ μακραὶ ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ θέματος συζητήσεις καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἡ ὁποία ἐπικολούθησε σαφῶς ἐτέθη τότε ἀπὸ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον τὸ ζήτημα. Καὶ ἡ τότε Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶχεν ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως καὶ τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Διότι ὅπως ὑπεστήριζε τότε ὁ Βενιζέλος, «τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὴν Ἀνεύθυνον ἀρχήν, νὰ κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν διὰ νὰ ἀποκαθίσταται ἡ ἁρμονία ἐν τῷ πολιτεύματι». Καὶ διελύθη ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1910. Καὶ οὐδεὶς ἠμφισβήτησε τὸ κῦρος τῆς διαλύσεως ἐκείνης. Ὅπως οὐδεὶς ἠμφισβήτησε καὶ τὸ κῦρος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1946.
§14Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι ὑπάρχει μία οὐσιώδης διαφορά. Αὐτὰ βέβαια ὑπεστήριζεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Ἀλλὰ θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι προεκηρύχθησαν καὶ πάλιν ἐκλογαὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ 1946 ὅμως ἔχομεν διάλυσιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ προκήρυξιν ἐκλογῶν ἁπλῆς Βουλῆς.
§15Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγεται εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλὰ καθ’ ὅλας τὰς συζητήσεις ποὺ ἐγένοντο οὐδαμῶς ἐτέθη, ὅτι προϋπόθεσις τοῦ κύρους τῆς διαλύσεως θὰ εἶναι ἡ προκήρυξις τῶν νέων ἐκλογῶν δι’ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα εἶχε ὡς ὑμεῖς ὑποστηρίζετε κ. Ὑπουργέ, τότε σᾶς ἐρωτῶ διατὶ οὐδὲν οὔτε ἐκ τῶν μεγάλων οὔτε ἐκ τῶν μικρῶν κομμάτων, κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Μαρτίου 1950, ἔθεσεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ θέμα ἀναθεωρήσεως καὶ οὐδὲν κόμμα διεμαρτυρήθη διὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἢ διεμαρτυρήθη διότι αἱ ἐκλογαὶ προεκηρύσσοντο δι’ ἁπλῆν Βουλήν;
§16Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅλοι ἀπεδέχθησαν ὅτι ἡ μέλλουσα Βουλὴ θὰ συνέχιζε τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς τοῦ 1946.
§17Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μετὰ τὴν διάλυσιν;
§18Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὅλα τὰ κόμματα συνεφώνησαν καὶ ὑπῆρξεν ἀξίωσις τοῦ ἡγέτου τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος κ. Τσαλδάρη νὰ συγκεντρωθοῦν αἱ ὑπογραφαὶ ὡρισμένου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν τῶν κομμάτων τοῦ Κέντρου, διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ ἐργασία τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1950 δὲν εἶχεν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος.
§19Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε ἀνεκινήθησαν 3–4 μῆνας μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς νέας Βουλῆς. Ἐνῷ ἡ τοποθέτησις τοῦ κ. ρήτορος εἶναι προγενεστέρα. Ἀνέκυψε τὸ θέμα κατόπιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μπακοπούλου.
§20Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἴπατε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὅλοι τότε ἦσαν σύμφωνοι περὶ τῆς συνεχείας καὶ τῆς ἑπομένης Βουλῆς ὡς ἀναθεωρητικῆς. Ἀπὸ οὐδένα ἀνεκινήθη τὸ θέμα μέχρι τῶν ἐκλογῶν. Οὐδεὶς οὔτε πολιτικὸς ἀνὴρ οὔτε ἐπιστήμων, οὔτε καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἢ τοῦ Δικαίου γενικῶς, ὑπεστήριξε τοιαύτην ἄποψιν. Τὸ πρῶτον, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ θέμα καὶ ἡ θεωρία τῆς συνεχείας ἀνακύπτει, ἀφοῦ συνεκλήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἀφοῦ ἤρχισε τὰς ἐργασίας της, καὶ ἐνσαρκώνεται εἰς τὸ ψήφισμα τὸ ὁποῖον κατέθεσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Μπακόπουλος.
§21Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ ἤθελον ν’ ἀκούσω ἀπὸ σᾶς, ποὺ δὲν εἶσθε μόνον βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ἐπιφανὴς νομικός, θὰ ἤθελα νὰ ἀκούσω μίαν διευκρίνησιν. Ἐκλέγεται μιὰ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς διαλύσεώς της νὰ ἀνακόψῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον της ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, καὶ νὰ προκηρύξῃ ἐκλογὰς ἁπλῆς Βουλῆς καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ματαιωθῇ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον; Θὰ ἤθελα νὰ ἔχω μίαν ἀπάντησιν.
§22Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κύριε Ὑπουργέ, ἀφοῦ σᾶς εὐχαριστήσω διὰ τὴν εὐγενεστάτην σας φιλοφρόνησιν. Τὸ θέμα εἶναι καθαρῶς πολιτικόν, τὸ ὁποῖον θέτετε. Διότι, ἐὰν γίνεται βέβαια προβεβουλευμένως διὰ νὰ διακοπῇ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, τότε εὑρισκόμεθα εἰς πλήρη ἀνωμαλίαν πολιτεύματος. Τότε εὑρισκόμεθα ἐν πλήρει ἐκτροπῇ τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλά, ὅταν γίνεται ἡ διακοπή, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἐνδεχομένως διότι διεπιστώθη, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἴσως λόγοι καὶ δυνατότης ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, τότε θὰ εἴπετε ὅτι ἀναγκαίως καὶ ἡ μέλλουσα Βουλὴ πρέπει νὰ εἶναι Ἀναθεωρητική; Τὸ θέμα εἶναι καθαρῶς πολιτικὸν καὶ ἐν τελευταίᾳ ἀναλύσει θὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Εἶναι παρόμοιον καὶ παρεμφερὲς τὸ θέμα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ προέκυψεν εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν τοῦ 1911, ὅταν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὸ ψήφισμα τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἐν σχέσει μὲ τὸ «βέτο» τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος. Τότε ὁ Πρωθυπουργὸς Ἐλ. Βενιζέλος, εἶπεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν δημοσίευσιν, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ φύλαξ τοῦ πολιτεύματος καὶ ὅταν τὸν ἠρώτησεν ὁ τότε βουλευτὴς Ψαρρῶν Γ. Πὼπ «καὶ τότε, τί θὰ γίνῃ», ὁ Ἐλ. Βενιζέλος ἀπήντησεν, ὅτι τὸ θέμα θὰ ἀχθῇ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Τὸ θέμα εἶναι πολιτικὸν καὶ ἐξαρτᾶται ὑπὸ ποίας συνθήκας καὶ διὰ ποίους λόγους καὶ μὲ ποίαν σκοπιμότητα ἐγένετο. Ἀλλὰ ἐν σχέσει μὲ τὸ ἐρώτημά σας ἔρχεται ἀμέσως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡραιότατα ἀνέπτυξεν ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀθηνῶν κ. Μαρκεζίνης. Θὰ μοῦ ἀπαντήσετε τώρα σεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐὰν δὲν διελύετο ἡ Βουλὴ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1950 καὶ μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπέθνησκε θάνατον φυσικόν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν πέραν τῆς 31ης Μαρτίου τοῦ 1950 νὰ ζήσῃ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, τί θὰ ἐγένετο, κύριε Ὑπουργέ, ἂν ἀπέθνησκε χωρὶς νὰ περαιώσῃ τὸ συντακτικὸν καὶ ἀναθεωρητικόν της ἔργον;
§23Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σᾶς ἀπαντῶ. Θὰ εἶχεν ἀναμφισβητήτως ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα ἐν συνεχείᾳ καὶ ἡ ἑπομένη Βουλή.
§24Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Καὶ ἐάν, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἡ ἄλλη Βουλή, ὅπως ἡ προηγουμένη, δὲν ἐπελαμβάνετο ἢ δὲν ἐπεράτωνε τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον, τί θὰ ἐγίνετο;
§25Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Θὰ ἦτο ἀναθεωρητικὴ ἕως ὅτου ἐφέρετο εἰς πέρας τὸ ἀναθεωρητικόν της ἔργον. Ἀλλὰ διὰ νὰ τελειώνωμεν, κύριε συνάδελφε, ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ εἶχε νὰ διανύσῃ ἐν προκειμένῳ 2–3 μηνῶν βίον, καὶ τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος ἦτο ἕτοιμον, ὅπως δὲ ἀνέφερα εἰς τὴν προχθεσινήν μου εἰσήγησιν, εἶχε προταθῆ νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς καταθέσεώς του. Ἐμεσολάβησαν αἱ διακοπαὶ τῶν ἑορτῶν καὶ ἐμεσολάβησε ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Τὸ Σύνταγμα θὰ εἶχε ψηφισθῆ, ἐὰν ἀνεβάλλετο ἐπὶ πενθήμερον ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ οὕτω θὰ εἶχεν τερματισθῆ τὸ θέμα.
§26Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε τώρα, ἀποτελεῖ μίαν πρόβλεψιν. Ἀλλὰ ἄλλο εἶναι ἡ πρόβλεψις τοῦ τὶ θὰ ἐγίνετο ἐὰν ἔζη μέχρι τέλους ἡ Βουλὴ καὶ ἄλλο τὸ ἐρώτημα τὸ δικό μου, τὸ ὁποῖον θέτει ἓν δεδομένον. Ὅταν μία Βουλὴ ἐπὶ 4 χρόνια δὲν ἐπεράτωσε τὸ ἔργον της, δὲν εἶναι παρακεκινδυνευμένον ὅταν ὑποθέσωμεν, ὅτι καὶ εἰς τοὺς δύο τελευταίους μῆνας δὲν θὰ τὸ ἔπραττε. Καὶ ὅταν ἔχωμεν καὶ τὴν ἄλλην Βουλὴν τοῦ 1950, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ὑμετέραν ἀντίληψιν ἦτο καὶ αὐτὴ Ἀναθεωρητική, ἐπὶ δεκαπεντάμηνον νὰ μὴ ἐπιλαμβάνεται τοῦ ἀναθεωρητικοῦ της ἔργου.
§27Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πάντως, κ. συνάδελφε, ἐσεῖς διατυπώνετε ἁπλᾶς ὑποθέσεις ἐνῷ ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ σαφῶν προβλέψεων ἢ δεδομένων.
§28Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁμιλεῖτε ἐπὶ προβλέψεων αἱ ὁποῖαι εἶναι σαφεῖς, ἀλλὰ εἶναι πάντοτε προβλέψεις. Ἀλλὰ ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ δεδομένων, διότι τὰ γεγονότα εἶναι γνωστὰ καὶ ὅλοι τὰ ἐζήσαμεν. Ἐὰν ἔστω δεχθῶμεν καὶ τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο ἴσως, ὄχι βέβαια κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου, νὰ ὑποστηριχθῇ διὰ τὴν προηγουμένην Βουλήν, δυνάμεθα νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας διὰ τὴν παροῦσαν; Ὅπως εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἡ θυγάτηρ δὲν ἦτο ἀναθεωρητικὴ καὶ θὰ εἶναι ἡ ἐγγονή; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ σημερινὴ Βουλὴ νὰ θεωρηθῇ ἀναθεωρητική; Θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὴν γνώμην ἑνὸς ἐκ τῶν συμπραττόντων ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν. Πρόκειται περὶ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὸ ὁποῖον τὴν 25–7–51 κατέθεσε ψήφισμα ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν κ. Βενιζέλον, τὸν κ. Μαῦρον, τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ τὸν κ. Μπακατσέλον, Ὑπουργοὺς τότε τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτῶν ὡς βουλευτῶν, τὸ ὁποῖον ψήφισμα ἀποτελεῖ ἔναρξιν ἐφαρμογῆς τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασις αὕτη λέγει τὰ ἑξῆς: «.... ........ (ἀναγινώσκει)........». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων 4 ἡμέρας πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μετὰ 15 ὁλοκλήρους μῆνας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν της καὶ ἀφοῦ τότε πλέον εἶχον πράγματι ἀρχίσει αἱ συζητήσεις εἰς τὸν τύπον καὶ μεταξὺ τῶν ἐπιστημονικῶν καὶ πολιτικῶν κύκλων περὶ τῆς θεωρίας τῆς συνεχείας, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐζήτει τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108. Εἶχε, προφανῶς, τὴν γνώμην ὅτι ἡ προηγουμένη Βουλὴ δὲν ἦτο ἀναθεωρητικὴ καὶ πιστεῦον ὅτι πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, προέβη εἰς κατάθεσιν ἐπισήμου προτάσεως: Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ τῶν ἐπισημοτέρων ἐκπροσώπων του, τοῦ Ἀρχηγοῦ του καὶ τῶν ἐπιτελῶν μελῶν του, Ὑπουργῶν τότε, καταθέτει τοιαύτην πρότασιν ψηφίσματος εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, δύνασθε ἀκόμη νὰ ὑποστηρίζετε, ὅτι ἐκείνη ἡ Βουλὴ ἦτο Ἀναθεωρητική; Καὶ ἂν δὲν ἦτο ἐκείνη Ἀναθεωρητικὴ κατὰ ποίαν πλέον λογικὴν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι εἶναι Ἀναθεωρητικὴ ἡ σημερινή;
§29Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἔχετε ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν, διὰ νὰ μὴ σᾶς διακόψω.
§30Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ σᾶς παρακολουθήσω, κ. Μπακόπουλε, μὲ προσοχήν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν πράγματι ὡραιοτάτην διὰ τὴν ἄποψίν του, ἀγόρευσιν, δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, τῆς ὁποίας τὸ ὀλισθηρότατον ἔδαφος, ἀναμφισβητήτως τὸ ἀντιλαμβάνεται πλήρως ἀλλὰ ἠθέλησε νὰ τὴν συμπληρώσῃ. Ἐπεκαλέσθη καὶ τὸ Διάταγμα. Ἔχομεν, λέγει ἐν συνεχείᾳ, καὶ τὴν δέσμευσιν τοῦ Διατάγματος προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, τὸ ὁποῖον συνετάγη κατόπιν ὁμοφωνίας τῶν τότε πολιτικῶν κομμάτων, καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καθορίζει, ὅτι ἡ μέλλουσα, δηλαδὴ ἡ σημερινὴ Βουλή, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κυρώσῃ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ ὡς Κώδικα, τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς τοῦ 1946. Ἀνεξαρτήτως, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσδίδεται συντακτικὸς χαρακτὴρ εἰς ἕνα σῶμα ἀντιπροσωπευτικὸν διὰ Διατάγματος, ὅταν σαφῶς ἐκ τοῦ Συντάγματος διαγράφεται ἡ διαδικασία, ἀνεξαρτήτως, λέγω, ὅτι οὐδεμία συμφωνία τῶν κομμάτων ἠμπορεῖ νὰ καταργήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ χαρακτηρίζῃ μίαν μέλλουσαν Βουλήν, ὡς Ἀναθεωρητικήν, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης πῶς ἐπικαλούμενος μίαν δέσμευσιν ἐκ τοῦ Διατάγματος ἐπικαλεῖται ταύτην μονομερῶς; Διατί ἀπὸ τὸ ἓν μέρος πιστεύει, ὡς εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει κατόπιν τοῦ Διατάγματος ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἴπατε, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν Συναγερμόν, ἐλᾶτε ἀπὸ κοινοῦ νὰ κάμωμεν τὰς τροποποιήσεις ποὺ πρέπει καὶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα ἐκ συμφώνου; Πῶς, λοιπόν, δικαιολογεῖται αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μὲ τὴν ἄποψιν αὐτοῦ καὶ τὴν θεωρίαν περὶ δεσμεύσεως ὑπὸ τοῦ Διατάγματος; Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ δεσμεύσεως, αὕτη πρέπει νὰ εἶναι ὁλοκληρωτική. Καί, ὅταν τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν λέγει, ὅτι θὰ δύναται νὰ ἐπικυρώσῃ ἐν συνόλῳ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλή, κατὰ ποίαν σκέψιν νομικήν, μὲ ποῖον ἐπιχείρημα νομικόν, νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐχέρειαν νὰ καλῇ, σήμερον, τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ συμπράξῃ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἐκτὸς καὶ μακρὰν τῆς νομίμου διαδικασίας, τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα;
§31Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἁπλούστατα, διότι ὡς Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλωμεν τὴν δικονομίαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Ὅπως τότε εἰς τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν καθωρίσθη εἰδικὴ διαδικασία, θὰ καθορίσωμεν ἄλλην, ἀποβλέποντες εἰς τὸ οὐσιαστικὸν ἀποτέλεσμα διὰ νὰ καταρτίσωμεν ἕνα Σύνταγμα σύγχρονον καὶ προοδευτικόν, ποὺ νὰ καλύπτῃ τὰς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§32Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἀπηντήσαμεν ἀρνητικῶς, διότι δὲν μᾶς ἐπείσατε, ὅτι ἔχομεν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν.
§33Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ πρότασίς μας ὑπῆρξεν ἐξυπηρετικὴ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ πιστεύομεν, ὅτι διὰ τῆς συνεργασίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωμεν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρέτει τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§34Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ αὐτοῦ. Ἀλλὰ ὑπάρχει βασικὴ διαφωνία, διότι ὅσον ὡραῖον πρᾶγμα καὶ ἐὰν ἔχῃ τις ἐνώπιόν του, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τίτλους, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ πάρῃ διότι τότε τὸ κλέπτει.
§35Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, πιστεύσατε ὅτι θὰ ἠθέλομεν καὶ εἰς ἓν ἔστω σημεῖον νὰ εὑρισκώμεθα σύμφωνοι. Ἀλλὰ καὶ πάλιν διαφωνοῦμεν. Ἐπεκαλέσθητε τὸ ψήφισμα τὸ καθορίσαν τὴν διαδικασίαν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἦτο ἀναμφισβητήτως Ἀναθεωρητικὴ καὶ ἠδύνατο νὰ καθορίσῃ οἱανδήποτε, κατὰ τὴν κρίσιν της, διαδικασίαν. Ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Ἐδῶ ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων σας εἶναι, ὡς εἴπατε, ἡ δέσμευσις ἐκ τοῦ Διατάγματος. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ πάλιν: πῶς συμβιβάζεται ἡ ἄποψις ὅτι ἔχομεν δέσμευσιν ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν δὲν θεωρεῖτε ἡμᾶς δεσμευομένους διὰ τὴν ψήφισιν ὡς Κώδικος τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἀπορρίπτετε καὶ προτείνετε ἀναθεώρησιν ἐξ ὑπαρχῆς; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς ὑπῆρξεν συνεπέστερος πρὸς τὰς ἀπόψεις του καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν δεσμεύει. Συνεπῶς, εἶπεν, εἴμεθα ἐλεύθεροι νὰ ψηφίσωμεν ὅ,πως θέλωμεν.
§36Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπον, ὅτι τὸ Διάταγμα ἀποτελεῖ πολιτικὴν δέσμευσιν καὶ ὄχι νομικήν.
§37Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ ὑπεστήριξεν τὴν θεωρίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν συνεχείᾳ τὴν δέσμευσιν ἐκ τοῦ Διατάγματος, ἐπεκαλέσθη καὶ προηγούμενα διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλήν, μὲ τὴν ἄποψιν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τόσα προηγούμενα ἐν Ἑλλάδι, διατὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινεν εἰς τὸ παρελθόν; Ἀνεξαρτήτως τῆς βασικῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεσμευώμεθα ἡμεῖς ἀπὸ κακὰ προηγούμενα, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναμφισβητήτως δὲν τὸν βοηθοῦν εἰς τὴν θεμελίωσιν τῶν ἀπόψεών του. Τὰ προηγούμενα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη τοῦ 1911, τοῦ 1926 καὶ τοῦ 1946, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν σήμερον οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην ἐφαρμογήν, διότι τότε συνήρχοντο αἱ Ἀναθεωρητικαὶ Συνελεύσεις, κατόπιν ἐπαναστάσεων καὶ ἀνωμαλιῶν, ὁπότε δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν πραγμάτων, νὰ τηρηθῇ ἡ νόμιμος διαδικασία. Ὅταν τὸ 1911 ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὴν ἀναθεώρησιν εἶναι γνωστόν, ὅτι προέβημεν εἰς τὴν αὐτὴν κατόπιν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 καὶ κατόπιν τῆς ρητῆς συμφωνίας τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου μὲ τὸν Στρατιωτικὸν Σύνδεσμον. Καὶ τότε ἐγεννήθη τὸ περίφημον ζήτημα, ἐὰν ἡ ἐκλεγησομένη Συνέλευσις θὰ ἦτο Ἀναθεωρητικὴ ἢ Συντακτική. Καὶ ὅταν, τὸ 1926, συνεκαλεῖτο ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, συνεκαλεῖτο, μετὰ τὴν δικτατορίαν τοῦ Παγκάλου καὶ τὸ κίνημα τοῦ Κονδύλη καὶ μετὰ τοιαύτην ἀνωμαλίαν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ τηρηθῇ ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὅταν, τὸ 1946, συνεκαλεῖτο ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, μετὰ τὸν πόλεμον, τὴν κατοχὴν καὶ τὸ Δεκεμβριανὸν κίνημα, βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ νόμιμος διαδικασία. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχουν τελείως διάφορον ἱστορίαν. Ἐρωτῶ, κ. βουλευταί: ποῖαι εἶναι αἱ ἀνωμαλίαι αἱ σημεριναὶ αἱ δικαιολογοῦσαι τὴν ἐκτροπὴν ἐκ τῆς νομίμου διαδικασίας; Ποία εἶναι ἡ ἀνωμαλία σήμερον, ἡ ὁποία νὰ δικαιολογῇ ὅπως, συμφωνοῦντος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου χωρίσωμεν εἰς μίαν ἐκτροπὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν χώραν ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν αὐτήν; Καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς διεπιστώσαμεν τὴν διαφωνίαν τῶν ἀπόψεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν: τί τὰ θέλετε αὐτά; Τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος μᾶς ἐπιβάλλει ἡ Διεθνὴς Συνθήκη τῆς Γιάλτας, τὸ Ἀτλαντικὸν Σύμφωνον καὶ ἡ συμφωνία τοῦ Ἀντιβασιλέως Ἀρχιεπισκόπου μὲ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἐν Λονδίνῳ τὸ 1945. Δηλαδὴ ἦλθεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπισημότατα νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς τοῦ 1946 ὠφείλετο εἰς λόγους ξένους πρὸς τὴν θέλησίν μας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τηρήσωμεν τὴν νόμιμον διαδικασίαν. Συνεπῶς τὰ προηγούμενα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν βοηθοῦν εἰς τὴν θεμελίωσιν τῆς ἀπόψεώς του. Διότι σήμερον ὁ τόπος δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ οἱανδήποτε παρόμοιαν ἀνωμαλίαν.
§38Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπα ὅτι ἦτο ξένον πρὸς τὴν θέλησιν τὴν ἰδικήν μας, διότι διαρκούσης τῆς Κατοχῆς, ὅπως σᾶς εἶναι γνωστόν, τὰ Κόμματα εἶχον ἀποφασίσει μόλις ἐπέλθῃ ἡ ἀπελευθέρωσις νὰ συνέλθῃ Συντακτικὴ Συνέλευσις. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῆς θελήσεως, ἡ ὁποία ἐξεδηλοῦτο τότε ἐλλείψει Βουλῆς, καὶ ἀπὸ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, οἱ ὁποῖοι εἶχον μείνει εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐφ’ ὅσον ἦσαν ἀκόμη ἐλεύθεροι καὶ ἡ ὁποία θέλησις ἐγνωστοποιήθη εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατὰ τὸ Συνέδριον τοῦ Λιβάνου, ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπῆρχον καὶ διεθνεῖς πράξεις. Καὶ λέγω ὅτι ἡ προκήρυξις τῶν ἐκλογῶν διὰ Βουλὴν Ἀναθεωρητικήν, ἐγένετο κατόπιν μιᾶς γενικωτέρας διευθετήσεως τοῦ ζητήματος τῆς συγκλήσεως Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν προκήρυξιν τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσαν αἱ Κυβερνήσεις τῶν Τριῶν Δυνάμεων. Ἐφαίνετο ὅτι ἐχωρίσθη τὸ θέμα τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ τὴν μορφὴν τοῦ Πολιτεύματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Βασιλευομένην ἢ τὴν Ἀβασίλευτον Δημοκρατίαν, τὴν παρέπεμψεν εἰς τὸ Δημοψήφισμα, ἡ δὲ ἀναθεώρησις ἀνετίθετο εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἐκλεγῇ μέχρι τέλους τοῦ 1945—ἦτο ἡ ἀρχικὴ ἐπιθυμία τῶν Τριῶν μεγάλων Δυνάμεων—ἀλλὰ κατόπιν ἐπεβλήθη ὥστε νὰ διεξαχθοῦν μέχρι τέλους Μαρτίου τοῦ 1946 ὅπως καὶ ἐγένετο. Δὲν ἦτο ξένη πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία εἶχε δημιουργηθῆ, ἐπεβάλλετο ἡ σύγκλησις Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Συνεπῶς δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ θέμα, τὸ ἐπὶ μέρους θέμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, μὲ τὸ ἄρθρον 108, τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐπρόκειτο περὶ συντάξεως ἐξ ὑπαρχῆς τῆς πολιτείας καὶ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ τῆς θελήσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ὅπως ἐξεδηλώθη κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ ἐκ διεθνῶν πράξεων.
§39Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, διότι, ὅπως εἴπατε, ἡ ἀναθεώρησις ἐπεβλήθη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων διὰ τὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία ἐξήρχετο ἀπὸ μίαν ἀπερίγραπτον ἀνωμαλίαν, τὸν πόλεμον, τὴν Κατοχήν, καὶ αἱ μεγάλαι Δυνάμεις ἐσκέφθησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ κάποια πρόνοια καὶ τὰ Ἑλληνικὰ πολιτικὰ Κόμματα τὸ αὐτὸ ἔπραξαν, ὡς λέγετε, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Κατοχῆς. Συνεπῶς αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, ὅτι ἦσαν τοιοῦτοι οἱ λόγοι καὶ τοιαῦται αἱ συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν ἐξ ὑπαρχῆς σύνταξιν τῆς πολιτείας καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν λύσιν τοῦ πολιτειακοῦ, ὥστε δὲν ἦτο ἐκ τῶν πραγμάτων δυνατὴ ἡ τήρησις τῆς διαδικασίας τῆς νομίμου, τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς—καὶ δι’ αὐτὸ τὰ μνημονεύω—ἔρχονται εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἀπόψεών μας, ὅτι δηλαδὴ τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν βοηθοῦν εἰς τὴν λύσιν τοῦ θέματος, διότι τὰ προηγούμενα αὐτὰ εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰς ἀπόψεις σας. Διότι καὶ εἰς τὰ τρία προηγούμενα ἔχομεν σύγκλησιν Σωμάτων Συντακτικῶν, δεσμευμένων Ἀναθεωρητικῶν Συνελεύσεων, ἀλλὰ κατόπιν ἀνωμαλιῶν ἐπαναστατικῶν, πολεμικῶν, κατοχικῶν, πάσης φύσεως ἀνωμαλιῶν, καὶ τὸ 1911 καὶ τὸ 1926 καὶ τὸ 1946. Ἐνῷ σήμερον οὐδεμίαν τοιαύτην ἀνωμαλίαν διανύομεν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δυνάμεθα κάλλιστα νὰ τηρήσωμεν τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος, χωρὶς νὰ δημιουργῶμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς ἐξαιρετικῶς ἐπικίνδυνον δρόμον.
§40Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Φαίνεται, ὅτι μὲ βάσιν τὴν αὐτὴν ἀφετηρίαν, καταλήγομεν εἰς ἀντίθετα συμπεράσματα. Ἐπρόκειτο περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας ἐξ ὑπαρχῆς λόγῳ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε καὶ διὰ τὰ ὁποῖα συμφωνοῦμεν. Ἐπρόκειτο περὶ συντάξεως τῆς πολιτείας ἐξ ὑπαρχῆς καὶ περὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Καὶ τὸ μὲν ἕνα μέρος ἐκανονίσθη διὰ τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ ἄλλο δὲ ἔμεινε εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1946, ἡ ὁποία συνέταξε τὸ κείμενον καὶ μένει ἤδη ἡ ἐπιψήφισίς του. Καὶ μοῦ λέγετε τώρα, ὅτι προκειμένου νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνετέθη εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1946, τὸ ὁποῖον συνετάγη ἀπὸ μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατηρτίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ 1946, ὅτι δῆθεν δι’ αὐτὴν τὴν κύρωσιν χρειάζεται ἡ τήρησις τοῦ ἄρθρου 108. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήγετε εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα; Διατὶ ἀναμιγνύομεν τὸ ἄρθρον 108; Πῶς μὲ βάσιν τοὺς ἰδίους συλλογισμοὺς καταλήγετε εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα; Διατὶ νὰ τηρήσωμεν τὸ ἄρθρον 108 διὰ νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς τοῦ 1946, ἀφοῦ δὲν συνεπληρώσαμεν ἀκόμη τὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας; Νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς, τῆς συντάξεως τῆς πολιτείας: Δημοψήφισμα—κείμενον Συντάγματος. Κείμενον Συντάγματος ὑπάρχει, δὲν μένει παρὰ ἡ ἐπιψήφισίς του.
§41Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντιληφθῶ πῶς καταλήγομεν εἰς διάφορα συμπεράσματα. Προσπαθεῖτε νὰ ἁπλοποιῆτε τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ μὴ γνωρίζοντες νὰ διερωτῶνται: Τὶ εἶναι τέλος πάντων ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία; Ὁ κ. Ὑπουργός, λέγει μία ἁπλῆ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος εἶναι(!) τὸ κείμενον ὑπάρχει! Μά, κ. Ὑπουργέ, σοβαρολογεῖτε ὅταν μοῦ λέγετε, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις δὲν εἶναι τίποτε; Τὸ κείμενον δὲν εἶναι τίποτε. Κείμενα Συντάγματος ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν δύο καὶ πέντε καὶ δέκα. Ἡ ἐπιψήφισις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δίδει σάρκα καὶ ὀστᾶ καὶ ἰσχὺν Συντάγματος εἰς τὸ ἁπλοῦν κείμενον. Ὅταν ἡ πλειοψηφία τοῦ Σώματος τοῦ Συντακτικοῦ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της τὸ Σχέδιον, τότε τοῦτο καθίσταται καταστατικὸς χάρτης τῆς Χώρας. Αὐτὴ ἡ πρᾶξις, τῆς ἐπιψηφίσεως, εἶναι ἡ οὐσιώδης, ὄχι αἱ προπαρασκευαστικαὶ πράξεις, τοῦ καταρτισμοῦ τῶν σχεδίων καὶ τῶν κειμένων. Καὶ αὐτὴν τὴν βασικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία σημαίνει ἐκδήλωσιν βουλήσεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ μόνον ἕνα Σῶμα Συντακτικόν, τὴν θεωρεῖτε τόσον ἁπλῆν. Ὡσὰν νὰ μᾶς λέγετε: Ἓνα νομοσχέδιον κατέθεσα, ἰδοὺ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου: Ψηφίσατέ το νὰ πάω γρήγορα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Βεβαίως, κύριε Ὑπουργέ, ἡ ψήφισις εἶναι σημαντικὴ πρᾶξις, ὄχι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατηρτίσατε. Μᾶς τὰ λέγετε μὲ τόσην ἁπλότητα. Ἕνα νομοσχέδιον ἔφερα διὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Χωροφυλακῆς! Ψηφίσατε τὸ σχέδιον νὰ μὴ τὸ ἀφήσω ἔτσι ἐκκρεμές. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία σας; Ὁμολογῶ, ὅτι τοιαύτην συνταγματικὴν θεωρίαν δὲν συνήντησα ποτέ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§42Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι καὶ πάλιν εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀπαιτεῖται ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ τοῦ κειμένου. Τί χρειάζεται ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὸ ἄρθρον 108; Μόλις ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ψηφίσωμεν τὸ σχέδιον, θυμηθήκαμε τὸ ἄρθρον 108! Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Μᾶς ἐνδιαφέρει ἡ σύνταξις τῆς πολιτείας. Καθ’ ὃν τρόπον τὴν ἠρχίσαμεν, τὴν τερματίζομεν. Ἡ ἀναθεώρησις ἀνετέθη εἰς τὴν Βουλήν, ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος τερματίζεται διὰ τῆς Βουλῆς.
§43Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐάν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὰ πράγματα ἦσαν τόσο ἁπλᾶ...........
§44Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πολὺ ἁπλᾶ εἶναι.
§45Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τὰ θεωρεῖτε σεῖς ἁπλᾶ, ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ τὰ θεωρῶ καὶ ἐγὼ τόσον ἁπλᾶ. Σεῖς ἔχετε τὴν συνήθειαν νὰ ἁπλοποιῆτε τὰ πάντα (χειροκροτήματα). Οὕτω, προχθὲς τὴν ἀνατροπὴν ἀποφάσεων τῶν Ἀνωτάτων Δικαστηρίων, τὴν τροποποίησιν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μιᾶς ἐκλογῆς δημάρχου τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, θέματα, τὰ ὁποῖα θίγουν θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς Πολιτείας ἀντιμετωπίζετε μὲ πολλὴν ἁπλότητα. Καὶ μὲ τὸ μειδίαμα εἰς τὰ χείλη ἔρχεσθε νὰ μᾶς εἴπητε, τὶ νὰ κάμωμεν. Νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Τὶ εἶναι τὸ ἄρθρον 108; Τὸ ἄρθρον 108 δὲν ὑφίσταται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε, κ. Ὑπουργέ. Διότι ἐὰν ἦτο τόσον ἀνώδυνον πρᾶγμα, ἀσυζητητὶ νὰ μεταβάλωμεν τὸ πολίτευμα τῆς χώρας, δὲν θὰ ὑπῆρχον αὐτοὶ οἱ περιορισμοί. Σαφῆ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καθορίζουν ὡρισμένην διαδικασίαν ἀναθεωρήσεως, καὶ φυσικὰ οὔτε ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε ὁ κ. Χατζηγιάννης, οὔτε φαντάζομαι αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὁμιλήσουν θὰ ὑποστηρίξουν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ ἁπλῆ ψήφισις ἑνὸς κειμένου! Θὰ ὑποστηρίξουν ἐνδεχομένως τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, θὰ ὑποστηρίξουν τὴν θεωρίαν τῆς δεσμεύσεως ἐκ τοῦ Διατάγματος, θὰ ὑποστηρίξουν ἄλλην τινὰ θεωρίαν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξουν τὴν ἁπλῆν σας θεωρίαν: Ἕνα σχέδιον ἔχομεν ἂς τὸ ψηφίσωμεν καὶ νὰ τελειώνωμεν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Σεῖς γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, πολὺ καλὰ τί σημαίνει ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ προσποιεῖσθε ὅτι δὲν τὸ ἠξεύρετε διὰ νὰ δημιουργῆτε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐρίζομεν περὶ ἀσημάντων πραγμάτων, ἐνῷ διαφωνοῦμεν ἐπὶ θεμελιωδῶν ζητημάτων. Ἀκριβῶς ὅπως καὶ πρὸ ἡμερῶν ὑπὲρ θεμελιωδῶν ἀρχῶν ἠγωνιζόμεθα ὅταν διὰ τῶν νομοσχεδίων σας ἀνετρέπατε δικαστικὰς ἀποφάσεις.
§46Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, σεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1946 δὲν θυμηθήκατε τὸ ἄρθρον 108, δὲν εἴπατε ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108. Τώρα ὁπότε πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα μᾶς λέγετε, ξέρετε ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 108 τὸ ὁποῖον ἐλησμονήσαμεν τὸ 1946. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι εἶναι τόσον ἁπλᾶ καὶ κατὰ βάσιν εἶμαι βέβαιος ὅτι συμφωνεῖτε μαζί μου. Σεῖς ἔχετε περισσοτέραν εὐθύνην. Ἔχομεν ἕνα κείμενον καὶ δὲν μένει παρὰ ἡ ἐπιψήφισίς του. Δὲν ἠμποροῦμεν τώρα ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 108 τὸ ὁποῖον ἤδη τὸ κατηργήσαμεν. Ἀφοῦ ἀνελάβομεν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν ἠξεύρομεν τί ἀριθμὸν θὰ ἔχῃ πλέον εἰς τὸ νέον Σύνταγμα τὸ ἄρθρον 108, τώρα θυμηθήκατε τὸ ἄρθρον 108, τώρα ποὺ πρόκειται νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἔρχεσθε καὶ λέγετε, πρέπει νὰ τὸ ἀναβάλωμεν μετὰ τρεῖς Βουλὰς διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὴν διαδικασίαν.
§47Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ ἐπιχείρημα βέβαια, ὅτι τὸ ἄρθρον 108 δὲν ἠξεύρομεν τί ἀριθμὸν θὰ ἔχῃ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα εἶναι συντριπτικόν!! Ἀκοῦτε ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; Ὁμιλεῖτε, κύριοι, διὰ τὸ ἄρθρον 108 μὰ ἠξεύρομεν τί ἀριθμὸν θὰ ἔχῃ εἰς τὸ νέον κείμενον; Εἶναι πράγματι συντριπτικὸν τὸ ἐπιχείρημά σας, κ. Ὑπουργέ, δὲν ἔχω καμμίαν ἀπάντησιν!!! (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ κύριον θέμα. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κύριοι βουλευταί, ἀφοῦ ἀνέπτυξεν ὅπως σᾶς εἶπον τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, τὴν θεωρίαν τῆς δεσμεύσεως ἐκ τοῦ Διατάγματος, τὴν θεωρίαν τῶν προηγουμένων, ἠθέλησεν, ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του, ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸ εἴπω, νὰ δημιουργήσῃ καὶ ὡρισμένας ἐντυπώσεις. Ἔκαμεν ὡρισμένας ἐντυπωσιακὰς ἐκκλήσεις, αἱ ὁποῖαι δι’ ὅσους δὲν εἶναι νομικοὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δημιουργήσουν ὡρισμένας πεπλανημένας ἀπόψεις. Ἀνέγνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως ἐκλογῶν πρὸς ἀνάδειξιν Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1935 καὶ τὸ ἀνέγνωσε μόνον καὶ μόνον, διότι τότε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ Στρατάρχης Παπάγος καὶ ἔφερε τὴν ὑπογραφήν του. Καὶ ἠρώτησεν πῶς τότε συγκαλέσατε Συντακτικὴν Συνέλευσιν; Μὰ τὸ 1935, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, εἶχε γίνει ἐπανάστασις, εἶχε γίνει κίνημα, τὸ ὁποῖον εἶχε καταλύσει τὸ πολίτευμα.
§48Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ποῖος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἐπανάστασιν;
§49Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Νὰ καθήσετε κάτω, κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ κρατήσωμεν τὴν συζήτησιν εἰς τὸ ἀνώτερον ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον διεξάγεται. Μὴ μὲ ἀναγκάζετε νὰ δώσω ἀπάντησιν πολὺ σκληράν.
§50Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ νομιμότητος σεῖς οἱ ὁποῖοι κατηργήσατε τὴν νομιμότητα.
§51Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Νὰ καθήσετε κάτω δὲν ἔχω καμμίαν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσω εἰς κάθε διακοπὴν αὐθαίρετον, ἡ ὁποία διακοπὴ ἔρχεται νὰ ταράξῃ μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας διεξάγεται κατὰ τὸν πλέον πολιτισμένον τρόπον.
§52Ε. ΖΑΝΝΗΣ. Τώρα ἐθυμηθήκατε σεῖς τὴν νομιμότητα.
§53Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τί γνωρίζετε σεῖς περὶ νομιμότητος; Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος. Τί ἀποδεικνύει, κύριοι βουλευταὶ τοῦτο; Μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ἡ ὁποία εἶχεν ἀνατρέψει τὸ πολίτευμα τῆς χώρας καὶ ἐπικρατήσασα ἐδημιούργησε δίκαιον, καλεῖται ὁ λαὸς νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ τί ἐπιχείρημα εἶναι αὐτό; Ἀλλ’ ἐπροχώρησε καὶ περαιτέρω ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἔκαμεν ἔκκλησιν πρὸς τοὺς ὑπογράψαντας τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις. Καὶ ἐν προκειμένῳ ἔχω καὶ κάποιον προσωπικὸν λόγον ν’ ἀπαντήσω, διότι ἤμην ἐκ τῶν συνυπογραψάντων. Μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν καὶ ὁ κ. Χατζηγιάννης νὰ μὲ μνημονεύσῃ χθὲς καὶ εἶπεν ὥστε καὶ σεῖς ὁ ὁποῖος ὑπεγράψατε τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος ἀντιτάσσεσθε εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Συντάγματος καὶ σεῖς ὁ ὁποῖος ὑπεγράψατε τὸ Σύνταγμα, ἐπικρίνετε διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§54Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ μνεία τῶν ὀνομάτων ἐκλεκτῶν συναδέλφων, ὅτι ὑπέγραψαν τὸ συζητούμενον σχέδιον Συντάγματος, ὅπως καὶ τοῦ ἰδικοῦ σας, δὲν περιεῖχε καμμίαν αἰχμήν, ἀλλ’ ἐγένετο, ἵνα διαπιστωθῇ, ὅτι παρ’ ὑμῶν ἀνεγνωρίσθη ὁ συντακτικὸς χαρακτὴρ τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, καίτοι δὲν εἶχε διατηρηθῆ ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Τὴν ἀναγνώρισιν αὐτὴν ἐδέχθη εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ἐξ ὀνόματος τοῦ Συναγερμοῦ καὶ ὁ κ. Μαρκεζίνης. Ὑπενθυμίζω δέ, ὅτι συζητουμένου τοῦ θέματος εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1950, ὁ τότε βουλευτὴς Ἀθηνῶν μακαρίτης Ι. Σοφιανόπουλος ἠμφισβήτησε τὸν ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς τοῦ 1946 διὰ τὴν μὴ τήρησιν τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνεγνωρίσατε καὶ τότε καὶ ἀναγνωρίζετε καὶ ἤδη, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1946 ἤρξατο ἡ λειτουργία τῆς ἀναθεωρητικῆς μηχανῆς τότε σᾶς ἐρωτῶ: Νομίζετε, ὅτι ἡ λειτουργία τῆς μηχανῆς αὐτῆς ἐσταμάτησε μὲ μίαν δήλωσιν ὑπηρεσιακοῦ Πρωθυπουργοῦ πρὸς Ἀθηναϊκὴν ἐφημερίδα; Νομίζετε, ὅτι τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀρξάμενον, δύναται νὰ σταματήσῃ καὶ ἀνατρέψῃ ἄλλος παράγων πέραν τῶν φορέων τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, τοὐτέστιν τοῦ Σώματος τούτου; Ὑπάρχει πρᾶξις ἢ ψήφισμα τῶν φορέων τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἥτις ἐτερμάτισε τὸ συντακτικὸν ἔργον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§55Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αὐτὸ νομίζω, ὅτι τὸ ἀνεπτύξατε καὶ χθὲς καὶ ἐν μέρει ἀπήντησα καὶ θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐν συνεχείᾳ εἰς τὸν λόγον μου. Ἐγὼ τώρα θίγω τὸ συγκεκριμένον θέμα τῆς ἐκκλήσεως τὴν ὁποίαν ἐκάματε. Δὲν εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ αἰχμῆς, οὔτε ἐθεώρησα τὸν ἑαυτόν μου θιγόμενον. Οὔτε αἰχμὴν εἶχε καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἡ ἔκκλησις. Ἁπλούστατα, ἦτο μία ἔκκλησις πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία περιελάμβανε τὰ ἑξῆς: Κύριοι, σεῖς τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι ὑπεγράψατε τὸ Σύνταγμα, πῶς ἠμπορεῖτε νὰ τὸ ἐπικρίνετε καὶ πῶς δὲν ἔρχεσθε νὰ τὸ ψηφίσετε;
§56Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μὲ μίαν διαφοράν, ὅτι ἡ ἔκκλησίς μου ἐστράφη καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν καλεῖται αὐτὴ ἡ Βουλὴ νὰ πραγματοποιήσῃ πρὸς τοὺς πολιτικοὺς Ἀρχηγούς, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ὑπογραφῆς των ἐκάλυψαν τὸ πρωτόκολλον τὸ ὁποῖον συνετάγη εἰς τὰ Ἀνάκτορα.
§57Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἡ ἔκκλησίς σας δὲν ἦτο μία, ἦσαν 3 ἢ 4.
§58Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ ἔκκλησίς μου ἦτο πρὸς τὸν κ. Κανελλόπουλον καὶ τὸν κ. Στεφανόπουλον, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὸ πρακτικὸν τὸ ὁποῖον φέρει τὰς ὑπογραφάς των.
§59Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἐκάματε μόνον μίαν ἔκκλησιν. Σᾶς ἀπαντῶ ἐπὶ ὡρισμένων, εἰς τὰς ἄλλας ἴσως ἀπαντήσουν ἄλλοι. Πῶς λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, σεῖς οἱ ὁποῖοι ὑπεγράψατε τὸ Σύνταγμα τὸ ἐπικρίνετε καὶ δὲν ἔρχεσθε νὰ τὸ ψηφίσητε; Τὰ θέματα εἶναι δύο διάφορα. Πρῶτον διὰ νὰ ξεκαθαρίσω τὸ ἓν θέμα. Ἡ ὑπογραφὴ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Συνταγματικῆς οὐδαμῶς καὶ κατ’ οὐδεμίαν θεωρίαν σημαίνει, ὅτι ἐγκρίνουν οἱ ὑπογράφοντες ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ποίας γνώμας εἶχεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελοῦμεν μέλη τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστον θεμάτων τοῦ Συντάγματος, ὅποιος ἐπιθυμεῖ, δύναται νὰ τὰς ἀνεύρῃ εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων. Ὅπως ὑπῆρξα μέλος καὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος καὶ ὑπέγραψα τὸ σχέδιον τοῦ κώδικος, ἀλλ’ οὐδαμῶς σημαίνει τοῦτο ὅτι ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ Κώδικος, ἐνέκρινα. Καὶ εἰδικῶς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν, ἐὰν σᾶς ἐνδιαφέρῃ, ὅτι εἰδικῶς διὰ τὰ δύο ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Μαρκεζίνης, τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἐὰν ἀναδιφήσητε τὰ πρακτικὰ τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ ἴδητε ὅτι καὶ ἐναντίον αὐτῶν ὡμίλησα καὶ ἐμειοψήφισα. Μάλιστα, προκειμένου περὶ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τῆς ἀπαγορευούσης τὴν ἀπεργίαν τῶν Δημοσίων ὑπαλλήλων, ὡμίλησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει ψηφισθῆ ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἐν συνεχείᾳ τῶν ὅσων εἶπον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, διεφώνησα καὶ κατεψήφισα τὸ ἄρθρον, ὅπως καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν. Ὑπεστήριξα ἄλλην θεωρίαν περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἀσκῆται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὰ σύγχρονα Κράτη καὶ κατεψήφισα τὸν θεσμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Κατ’ ἀκολουθίαν, δὲν δύνασθε νὰ λέγετε καὶ νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι ἡ ὑπογραφὴ μέλους μιᾶς πολυμελοῦς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὸ τελικῶς· ψηφισθὲν σχέδιον ἀποτελεῖ συμφωνίαν τοῦ κειμένου ἀπὸ τὸ α μέχρι τοῦ ω. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ αὐτοῦ.
§60Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἀποφάσεις τὰς ὑπογράφει καὶ ἡ μειοψηφία.
§61Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Βεβαιότατα. Ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Τὸ βασικὸν θέμα εἶναι ὅτι καὶ ἐὰν τυχὸν συνεφώνουν πρὸς ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου μέχρι τοῦ τελευταίου καὶ πάλιν θὰ ἠρνούμην σήμερον τὴν ψῆφόν μου. Διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐὰν θὰ ψηφίσωμεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἢ ἕνα ἄλλο. Τὸ θέμα τὸ βασικὸν εἶναι, ἐὰν ἔχωμεν ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα. Ζήτημα ἀρχῆς βασικῶς εἶναι, ἐὰν τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα τὸ σημερινόν, ἔχῃ συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἔχῃ ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα καὶ δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφωνία μας. Εἶναι διαφωνία ἐπὶ θέματος ἀρχῆς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἰδική μας συμμετοχὴ εἰς τὰς Συνταγματικὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ 1946 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν σχέσιν ἐπὶ θέματος ἀρχῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπολύτως πιστεύομεν. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔκαμεν ἔκκλησιν: «Ψηφίσατε τὸ Σύνταγμα, εἶπεν, ἐλᾶτε μεθ’ ἡμῶν, διὰ νὰ τερματίσωμεν τὴν ἐκκρεμότητα. Ἔχομεν σωρείαν συντακτικῶν πράξεων, ἔχομεν σωρείαν ψηφισμάτων, ἔχομεν διχογνωμίας τῶν δύο Ἀνωτάτων Δικαστηρίων ἀμφισβητούντων τὰς Συντακτικὰς Πράξεις, τὰ Ψηφίσματα, τὸ Σύνταγμα». Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ μοῦ μνημονεύσῃ καὶ ἓν μόνον παράδειγμα, ὅπου Ἑλληνικὸν Δικαστήριον ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου καὶ διὰ μειοψηφίας, ἔστω, ἠμφισβήτησε τὴν ἰσχὺν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὅλαι αἱ ἀμφισβητήσεις προκύπτουν ἀπὸ τὰς συνεχεῖς παραβάσεις καὶ παρεκτροπὰς τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι φέρουν τὰ δικαστήρια εἰς τὸ δίλημμα καὶ τὴν ἀμφιβολίαν, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἰσχῦον Σύνταγμα. Τί εἶναι αὐτὸς ὁ νόμος, τί εἶναι αὐτὸ τὸ ψήφισμα, τί εἶναι αὐτὴ ἡ συντακτικὴ πρᾶξις.
§62Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ἀντιπρόεδρος Κυβερνήσεως). Καὶ σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνος δι’ αὐτὰς τὰς παραβάσεις.
§63Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λησμονεῖτε ὅτι ἐγὼ δὲν ἐκυβέρνησα καὶ συνεπῶς δὲν ἔχω εὐθύνας. Τὸ κόμμα σας ἐκυβέρνησε καὶ κυβερνᾷ. Δύο μόνον μῆνας μετέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ Νέον Κόμμα. Τὸν ὑπόλοιπον χρόνον εὑρίσκετο εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον εὑρίσκετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τρεῖς μόνον ἀναγκαστικοὶ νόμοι ἐξεδόθησαν.....
§64Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε πρέπει νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὸ ζήτημα. Κατὰ τὴν περίοδον τῆς Κυβερνήσεως τῆς 20ῆς Ἰανουαρίου 1949 συνέβη τὸ ἑξῆς: Ἡ τότε Κυβέρνησις ἀπεφάσισε τὸ πρῶτον κατὰ τὴν Βουλὴν ἐκείνην τοῦ 1946 νὰ μὴ συγκαλέσῃ Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν, λόγῳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, νὰ νομοθετῇ ἀναγκαστικῶς. Καὶ περιελήφθη σχετικὴ δήλωσις εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως Προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Σοφούλη. Κατέστη σαφές, ὅτι ὁσάκις ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐχρειάζετο εἰς ἐντελῶς ἐκτάκτους περιστάσεις τὰς ὁποίας καθώριζεν εἰς τὸ κείμενον τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων καὶ ἀκριβῶς ὡς τοιαῦται περιστάσεις, καθωρίζοντο αἱ ἀφορῶσαι τὸν συμμοριτοπόλεμον ἢ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, θὰ προέβαινεν εἰς ἀναγκαστικὴν νομοθεσίαν ἄνευ δηλαδὴ Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως. Προὐκάλεσε τοῦτο μεγάλον θόρυβον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἴσχυσε τὸ καθεστὼς αὐτό. Ὁ κ. ρήτωρ ἐπλανήθη εἰπὼν ὅτι κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ὑπῆρξαν μόνον 3 Α.Ν. Πράγματι, νομίζω, ὅτι ὑπερέβησαν τοὺς 120. Ἀλλὰ πῶς; Προσέξατε. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη—εἶναι Ὑπουργοὶ καὶ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ πιθανὸν νὰ τὸ ἐνθυμοῦνται—κατὰ τὴν πρώτην περίοδον—λυποῦμαι, ποὺ θὰ ὁμιλήσω διὰ περίοδον ἀφορῶσαν τὸ ἄτομόν μου, ὅτε δηλαδὴ ἤμην Ὑπουργός, ἀλλὰ πράττω τοῦτο ἐπειδὴ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησε τὸν ὁμιλοῦντα τότε ὀπαδὸν τοῦ Νέου Κόμματος ὡς παραβάτην καὶ αὐτὸν τοῦ Συντάγματος, δι’ αὐτὸ περιωρίσθην εἰς τὴν περίοδον ἐκείνην—κατὰ τὴν πρώτην, λέγω, ἐκείνην περίοδον ἐδημοσιεύθησαν ὑπὲρ τοὺς 35 Α.Ν. Μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τὴν ἰδικήν μου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μετὰ τὴν δημιουργίαν τῆς νέας Κυβερνήσεως Σοφούλη, χωρὶς τὴν συμμετοχὴν τοῦ Νέου Κόμματος, κατὰ τὸ ὑπολειπόμενον διάστημα ἑνὸς μόνον μηνός, ἴσως καὶ ὀλιγώτερον καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἐσχάτην περίοδον πρὶν συνέλθῃ ἡ Βουλή, ὀλίγας ἡμέρας δηλαδὴ ἀπὸ τὰς ὑπολειπομένας διὰ νὰ ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἐδημοσιεύθησαν ὑπὲρ τοὺς 80 ἢ 90 νόμοι. Καὶ εἶναι παράδοξον ὅτι ἐκ τῶν Α.Ν. τῆς πρώτης περιόδου εἶναι ζήτημα ἐὰν ἠμφισβήτησε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πέραν τῶν 2 ἢ 3. Ἐνῶ κατὰ τὴν περίοδον, ποὺ δὲν συμμετεῖχε τὸ Νέον Κόμμα, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἠμφισβήτησε τὸ 95%. Ἤθελον νὰ κάμω τὰς δηλώσεις αὐτάς, διότι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ ἀναφερθῇ εἰς τὴν συμμετοχὴν τοῦ Νέου Κόμματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην.
§65Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Γεγονὸς εἶναι ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας ἔγιναν Α.Ν.
§66Ε. ΓΟΝΗΣ. Ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς διαφορὰ ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τότε ἐνεφανίσθη, διὰ νὰ τύχῃ ψήφου ἐμπιστοσύνης καὶ ἐζήτησε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ Α.Ν. Καὶ ἐφ’ ὅσον μετείχομεν ἡμεῖς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι, ὡς Ὑπουργὸς ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου ὁ κ. Καψάλης, οὐδένα Α.Ν. ἐξεδώσαμεν.
§67Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔκαμεν ἔκκλησιν νὰ τερματίσωμεν τὴν περὶ τὸ Σύνταγμα ἀμφισβήτησιν. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ διαφωτίσῃ ἐὰν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ μίαν ἀπόφασιν δικαστηρίου ἀπὸ τῶν ἀνωτάτων μέχρι τῶν κατωτάτων, ἔστω καὶ ἐν μειοψηφίᾳ, ἡ ὁποία νὰ ἀμφισβητῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω μετὰ τὴν διακοπὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ὅλαι αἱ ἀμφισβητήσεις, ὅλαι αἱ διχογνωμίαι, ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν προκύψει εἰς τὰ δικαστήρια τῆς χώρας ὀφείλονται ἀκριβῶς ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὰς παρεκτροπὰς καὶ τὰς παραβάσεις ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸ ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος ἀνεγνωρίσθη πάντοτε ὡς ἀπόλυτος καὶ ἀδιαμφισβήτητος. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, νὰ τερματίσωμεν ἐκκρεμότητα, διότι ἐκκρεμότης, οἵαν ἠθέλησε νὰ τὴν ἐμφανίσῃ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ὑφίσταται.
§68Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Περιορίζεσθε εἰς τὸ Σύνταγμα. Τοῦτο ὅμως εἶναι ἐν συναρτήσει μὲ τὰς συντακτικὰς πράξεις τοῦ 1935 καὶ τὰς ἐκδοθείσας μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ὡς καὶ μὲ τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδωσεν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ὑπάρχουν μεγάλαι ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἰσχύος των.
§69Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ θέμα τῶν συντακτικῶν πράξεων καὶ τῶν ψηφισμάτων εἶναι ἄλλο, κ. Ὑπουργέ. Σεῖς, εἴπατε, τὸ παρετήρησα καὶ τὸ ἐσημείωσα ἄλλωστε καὶ δὲν τὸ ἀμφισβητεῖτε, ὅτι ὑπάρχει ἀμφισβήτησις καὶ περὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐπιμένω διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ εἰς τοὺς μὴ γνωρίζοντας, διότι δὲν εἶναι νομικοὶ ὅλοι οἱ κ.κ. βουλευταὶ καὶ οὔτε τὸ κοινὸν ἀποτελεῖται ἀπὸ νομικούς, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἔχομεν ἀμφισβήτησιν τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος......
§70Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶπον, ὅτι δὲν ἰσχύει μόνον τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἀλλ’ ἔχομεν ἐν ἰσχύϊ ὡρισμένας διατάξεις, τοῦ Συντάγματος 1927 καὶ ἐν συνεχείᾳ συντακτικὰς πράξεις καὶ ψηφίσματα καὶ εἶναι καιρὸς νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν αὐτὴν ἀναρχίαν τὸ ταχύτερον.
§71Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὄχι, ὅμως δι’ ἄλλης ἀναρχίας, κύριε Ὑπουργέ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη ἀκόμη εἰς μίαν ἔκκλησιν: Ἐλᾶτε, κύριοι, εἶπε νὰ ψηφίσωμεν τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος καὶ ἀμέσως ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐργασθῶμεν νὰ τὸ καταστήσωμεν σύγχρονον, νὰ τὸ καταστήσωμεν προοδευτικώτερον. Νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζοντες εἰς ἡμᾶς, παρὰ τὸ Σύνταγμα, παρὰ τὴν ρητὴν συνταγματικὴν διάταξιν, ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα καὶ ἀμέσως νὰ σκεφθῶμεν πῶς τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἐπιδιώκεται ἡ ψήφισις, θὰ τὸ καταστήσωμεν προοδευτικώτερον καὶ θὰ τὸ καταστήσωμεν πλέον συγχρονισμένον. Ἰδού, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, πῶς ἀντιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τερματίζει τὴν συνταγματικὴν ἐκκρεμότητα. Θὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ ἀμέσως τὴν ἑπομένην νὰ ἀρχίσωμεν νὰ συζητοῦμεν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος!! Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτῶ: Διατί νὰ μὴ ἀρχίσωμεν νὰ συζητοῦμεν τηροῦντες τὴν νόμιμον διαδικασίαν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος; Διατί νὰ προκαλέσωμεν τοιαύτην ἀνωμαλίαν, νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα παρὰ τὴν νόμιμον διαδικασίαν, νὰ δημιουργήσωμεν ἐπικινδύνους ἐκκρεμότητας καὶ ἐπικινδύνους ἀνωμαλίας ἀφοῦ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος διεπίστωσαν, ὅτι θὰ πρέπει τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε ἀμέσως, νὰ σκεφθῆτε, τίνι τρόπῳ νὰ τὸ ἀναθεωρήσητε, διὰ νὰ τὸ καταστήσητε προοδευτικώτερον καὶ σύγχρονον; Δὲν νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τερματίζεται μία ἐκκρεμότης. Ἐκ τοῦ ἐπισήμου στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔχει ἤδη τὴν διαπίστωσιν ἡ Βουλή, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ σχεδίου Συντάγματος τοῦ 1946 δημιουργεῖ νέαν ἐκκρεμότητα ἀναθεωρήσεως. Καὶ περαίνων ὁ κ. Ὑπουργός, ἔκαμεν καὶ μίαν ἄλλην ἔκκλησιν, νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα, εἶπεν, ἔστω καὶ ἐὰν ὑπάρχουν οἱαδήποτε ἐλαττώματα, εἰς τὴν ὀφειλομένην ν’ ἀκολουθηθῇ διαδικασίαν, νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι διὰ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Ἐπέμεινεν ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ θέματος ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καί, δύναμαι νὰ εἴπω, ἰδιαιτέρως καί, ἴσως καὶ περισσότερον, ὁ χθεσινὸς ρήτωρ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσσης βουλευτὴς κ. Χατζηγιάννης. Ἔκκλησις, κύριοι βουλευταί, γενομένη πρὸς ἡμᾶς διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων, παραβιάζει ἀνοικτὰς θύρας. Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ πλήρη συνείδησιν, ὅτι τὸ θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων, ἐντὸς βέβαια τῶν πλαισίων τῆς δυνατότητος τῆς χώρας μας καὶ ἐντὸς τῶν πλαισίων τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπουν αἱ προηγούμεναι ἀπαλλοτριώσεις εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ εὕρῃ τὴν λύσιν του. (Χειροκροτήματα).
§72Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Πῶς θὰ τὸ λύσωμεν;
§73Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὀλίγην ὑπομονήν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ λέγω ὅλα μαζί. Ἐγώ, κύριοι, ἀμφισβητῶ, ἐάν, τιθεμένου ἐν ἰσχύϊ τοῦ νέου Συντάγματος, λύεται τὸ ζήτημα. Τὸ ἀμφισβητῶ διὰ δύο λόγους. Δι’ ἕνα οὐσιαστικὸν καὶ δι’ ἕνα νομικόν. Καὶ ὁ λόγος ὁ οὐσιαστικὸς εἶναι ὅτι τὰ πλαίσια τῶν σχετικῶν συνταγματικῶν διατάξεων, εἶναι πολὺ περιωρισμένα. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν διάταξιν, ὡς εἶναι διατυπωμένη, θὰ ἰδῆτε ὁποίας ἐλαχίστας δυνατότητας παρέχουν. Ὁ νομικὸς λόγος εἶναι, ὅτι αἱ ἀπαλλοτριώσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐνεργηθοῦν ἐπὶ τῇ βάσει Συντάγματος, τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἡ ἰσχὺς θὰ προκαλέσουν ἀτέρμονας δικαστικοὺς ἀγῶνας καὶ θὰ ἐμπλέξητε εἰς μακρὰς καὶ δαπανηρὰς δίκας τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι καλυτέρας τύχης. Διότι θὰ ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ τοὺς πληττομένους τὸ κῦρος τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ἐπὶ ἔτη θὰ ζοῦν οἱ ἀκτήμονες ἀγρόται μας μὲ τὴν ἀμφιβολίαν ἐὰν αὐτὸ τὸ κομμάτι τῆς γῆς, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐδώσαμεν, τοὺς ἀνήκει πραγματικῶς καὶ ἐὰν μποροῦν οἱ ἴδιοι καὶ τὰ παιδιὰ των νὰ τὸ καλλιεργοῦν καὶ νὰ τὸ διαθέτουν. (Χειροκροτήματα).
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις.
§75Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ σοβαρώτατον τοῦτο ζήτημα δύναται κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ τὴν γνώμην ἄλλων πολλῶν ἐγκριτωτέρων ἐμοῦ νομομαθῶν νὰ λυθῇ ὑπὸ τὸ ἰσχῦον συνταγματικὸν καθεστώς. Τὸ θέμα δὲν συνεζητήθη τὸ πρῶτον. Ὁ κ. Χατζηγιάννης μάλιστα τὰ ἔχει πολὺ παρακολουθήσει τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ πάντοτε, ὁμολογῶ, ἐνθυμοῦμαι μίαν λαμπρὰν καὶ ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρουσαν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν καλωσύνη νὰ μᾶς κάμῃ εἰς τὴν πρώτην Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ 1946. Ὑποστηρίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι μὲ τὸ ἰσχῦον ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ἠμποροῦν νὰ λάβουν χώραν αἱ ἀπαλλοτριώσεις δι’ ὁμολογιῶν. Δὲν εἶναι μόνον γνώμη ἰδική μου· θὰ σᾶς ἀναφέρω ἐκτὸς τῶν ἄλλων τὴν γνώμην ἐγκρίτου νομομαθοῦς τοῦ ἄλλοτε καθηγητοῦ κ. Σβώλου. Ἔχει διὰ μακρῶν ὑποστηρίξει ὅτι ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ ἄρθρου 17 ἠμπορεῖ νὰ πραγματοποιηθοῦν αἱ ἀπαλλοτριώσεις δι’ ὁμολογιῶν καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν 26 Μαρτίου τοῦ 1951 δηλαδὴ πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἀγορεύων ἐπὶ τοῦ θέματος, ὑπεστήριξε τὰ ἑξῆς: Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὰ ἀναγνώσω, διότι εἶναι πολὺ χρήσιμα νὰ τὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλὴ καὶ διὰ νὰ σταματήσῃ ἡ συνεχὴς ἀνακίνησις τοῦ θέματος τῶν ἀπαλλοτριώσεων κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, διότι συνεχῶς τονίζεται, ὅτι τάχα τὸ ζήτημα αὐτὸ πρόκειται νὰ λύσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκει, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1946 ἐνῷ ἄλλως δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων. Ἰδοὺ τὶ ὑπεστήριξε τὸν Μάρτιον τοῦ 1951 ὁ κ. Σβῶλος: «Δὲν ἐπείσθην ἀπὸ τὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν διὰ τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος σχετικῶς μὲ τὴν καταβολὴν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀπαλλοτριουμένων ἐκτάσεων δι’ ὁμολογιῶν. Διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν τὰ δικαστήρια καὶ ἰδίως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ θεωρήσουν ὡς ἀντισυνταγματικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ καθώριζεν ὅτι ἡ καταβολὴ τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ δι’ ὁμολογιῶν». Ἐπιτρέψατέ μου, κύριοι βουλευταί, νὰ ἐπισύρω τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπὶ τῶν ἑπομένων: «Οὐδέποτε ὑπεστήριξα, ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ καταληφθῇ ἕνα κτῆμα πρὶν ἢ καταβληθῇ ἡ ἀποζημίωσις. Ἀλλὰ εἰς τὸ ζήτημα τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως δι’ ὁμολογιῶν ἐπιμένω, διότι ὅπου ἐφηρμόσθη ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῆς ἀπαλλοτριώσεως, πρὸς ἀγροτικὸν ἐποικισμόν, ἐφηρμόσθη διὰ τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως δι’ ὁμολογιῶν. Ἐὰν δὲν ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, ματαιοῦται τὸ ὅλον ἔργον. Δι’ αὐτὸ θὰ ἔλεγα νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον μὲ τοιαύτας διατάξεις, χωρὶς νὰ εἶνε ἀνάγκη πρὸς τοῦτο ἡ Βουλὴ νὰ μεταβληθῇ πραξικοπηματικῶς εἰς Ἀναθεωρητικήν, ὅπως προτείνουν μερικοί. Τὸ πολύ, ἐπειδὴ γίνεται λόγος περὶ τῆς ἀνάγκης νέων ἐκλογῶν, νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ κινήσωμεν καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος». Αὐτὰ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Σβῶλος, ὅστις ἰδεολογικῶς εὑρίσκεται πολὺ πλησιέστερον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταὶ τῆς συμπολιτεύσεως διὰ τὴν Βουλὴν τοῦ 1950, διὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τόσης ζέσεως καὶ ζωηρότητος ὑποστηρίζετε τὴν ἀρχὴν τῆς συνεχείας. Πραξικόπημα ἐθεώρει διὰ τὴν Βουλὴν τοῦ 1950 τὴν ἀμέσως ἑπομένην Βουλὴν τῆς βιαίως διαλυθείσης Ἀναθεωρητικῆς τοῦ 1946, τὸν χαρακτηρισμὸν της ὡς ἀναθεωρητικῆς. Καὶ προέτεινε τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ φθάσῃ ἡ Κυβέρνησις τότε, ἐὰν ἤθελεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Καὶ ἐπάγεται: «Ἀλλὰ πιστεύω καὶ χωρὶς αὐτό, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐμπνεομένη ἀπὸ τὸ πνεῦμα πάντων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἀνέπτυξαν τὸ σοβαρὸν αὐτὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, δεχθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον ποὺ εἰσηγοῦμαι, εἶμαι βέβαιος ὅτι τὰ δικαστήρια δὲν θὰ ἀρνηθοῦν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἕνας διάσημος Γερμανὸς νομικὸς ἔγραφεν, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τοῦ Δικαίου χρειάζεται νὰ διαπνέεται καὶ ἀπὸ αἴσθημα. Τὸ αἴσθημα ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀδικημένων, τῶν ἀποκλήρων τῆς ζωῆς». Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ αἴσθημα δὲν θὰ τὸ συναντήσητε εἰς τὰ δικαστήρια ὅταν θὰ συζητοῦν τὴν ἰσχὺν ἢ μὴ τοῦ Συντάγματος, διότι ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει αἴσθημα ἐνῷ εἰς τὸν νόμον ὁ ὁποῖος θὰ πραγματοποιῇ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων, νόμον ψηφισμένον, ὁμοφωνίᾳ τῆς Βουλῆς, θὰ σᾶς τὸν ἀναγνωρίσουν καὶ θὰ σᾶς τὸν ἐφαρμόσουν τὰ δικαστήρια. (Χειροκροτήματα).
§76Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καίτοι ἀπουσιάζει ὁ κ. Σβῶλος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξηγήσω τοὺς δισταγμοὺς τοῦ κ. Σβώλου. Θὰ ἤθελε νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου σχεδίου ψηφίσματος. Χάριν τῆς γεωργικῆς μεταρρυθμίσεως, θὰ τοῦ ἦτο εὐχάριστον νὰ ὑπερψηφίσῃ τὸ νέον Σύνταγμα, ἀλλὰ παράλληλα θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τὸ καταψηφίσῃ δι’ οὓς λόγους διστάζουν ὡς λέγεται, νὰ τὸ ψηφίσουν καὶ βουλευταὶ γείτονες τοῦ ἑδωλίου τοῦ κ. Σβώλου. Καὶ θὰ ἤθελε ὁ κ. Σβῶλος νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὸ δίλημμα αὐτό.
§77Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ ἔλεγεν ὡς πολιτικός. Ὡς καθηγητὴς ἔλεγε τὰ ἀντίθετα ὁ κ. Σβῶλος.
§78Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς πληρωμῆς δι’ ὁμολογιῶν διὰ τὰ ἀπαλλοτριούμενα κτήματα, βάσει καὶ τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1911, ὑπενθυμίζω, ὅτι ἂν δὲν ἐθεσπίζετο ἡ ἀπὸ 14–2–1923 ἀπόφασις τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ στρατηγοῦ Ν. Πλαστήρα, οἱ ἀγροτικοὶ νόμοι 2052 τοῦ 1920, καὶ 2922 τοῦ 1922 θὰ ἔμεναν ἀδρανεῖς καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν θὰ ἦτο ἀδύνατον καὶ εἰς χρόνον καὶ εἰς ἔκτασιν νὰ λάβῃ τὸν σημερινόν της χαρακτῆρα, συντελεσθέντα ὅμως ὑπὸ τὸ κράτος καὶ ἐξ αἰτίας τῆς μνησθείσης ἐπαναστατικῆς ἀποφάσεως, διότι τὸ θέμα εἶναι ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἀξιοῖ νὰ μὴ καταλαμβάνεται τὸ κτῆμα, ἂν δὲν προκαταβληθῇ ὅλη ἡ ἀποζημίωσις. Πρᾶγμα ἀκατόρθωτον ἴσως, πάντως δυσχερέστατον καὶ διὰ τοὺς ἀκτήμονας καὶ διὰ τὸ Κράτος, ἐνῷ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπαναστάσεως, ποὺ ἀναζῇ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ καὶ διὰ τοῦ νέου Συντάγματος ἐπιτρέπει τὴν κατάληψιν τοῦ κτήματος καὶ πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως, ἥτις δύναται νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ εἰς 30 ἐτησίας χρεωλυτικὰς δόσεις. Τὸ θέμα λοιπὸν δὲν εἶναι νομικόν. Εἶναι ζήτημα οὐσίας τὴν ὁποίαν δὲν ἱκανοποιεῖ κανένα μέτρον ἂν δὲν χωρήσῃ συνταγματικὴ παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911.
§79Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Χατζηγιάννη, ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Σβῶλος. Τὸ νὰ θέλετε ὅμως νὰ ἑρμηνεύσετε κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον τὰ κείμενα καὶ νὰ διερευνήσετε τὰς προθέσεις, κατὰ τὴν κρίσιν σας, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε διακόπτων ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος διὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Σβώλου κατὰ τὸ 1917, εἶναι γνωστόν, κύριε Μπακόπουλε, ὅτι εἶχε τότε ἄλλην γνώμην, ἀλλὰ εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι ἔκτοτε καὶ πρὶν ἢ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν πολιτικὴν ὑπεστήριξεν ὅσα σᾶς ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου.
§80Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου κ. Σβώλου ὑπάρχουν. Αὐτὰ τὰ κείμενα ἀφοροῦν μεταγενεστέρας πολιτικὰς ἀπόψεις τοῦ ἡγέτου τῶν Σοσιαλιστῶν κ. Α. Σβώλου.
§81Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν μὲ παρακολουθεῖτε κύριε Ὑπουργέ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἀφοροῦν μόνον τὸν πολιτικόν.
§82Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἔχω ἀπέραντον σεβασμὸν καὶ ἐκτίμησιν εἰς τὸν κ. Σβῶλον, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἔχετε σαφῆ ἀντίληψιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀποτέλεσμα τῶν συζητήσεων ποὺ ἔγιναν τότε εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ἕνα καὶ πλέον μῆνα, ἦτο νὰ σχηματισθῇ μία διακομματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπελήφθη τοῦ προβλήματος μὲ Πρόεδρον τὸν κ. Σβῶλον, ἀντιπρόεδρον τὸν κ. Χατζηγιάννην καὶ μὲ συμμετοχὴν ὅλων γενικῶς τῶν κομμάτων. Καὶ διηυκρινίσθη, ἔπειτα ἀπὸ μακροτάτας συζητήσεις, καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Χατζηγιάννης ἔχει καταρτίσει τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὸ ὑπάρχον συνταγματικὸν καθεστὼς νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ ὀξύτατον αὐτὸ κοινωνικὸν πρόβλημα καὶ ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ συνταγματική του ρύθμισις. Ὁμιλῶ περὶ τῆς διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν σεῖς δέν εἴχατε μέρος, κύριε Στεφανόπουλε. Κατελήξαμεν λοιπὸν τότε εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι τὸ μόνον ποὺ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἦτο νὰ βελτιώσωμεν τὸν θεσμὸν τῆς ἀναγκαστικῆς μισθώσεως. Εἶπον ὅμως καὶ προχθὲς εἰς τὴν εἰσήγησίν μου ὅτι πρέπει ὁ Ἕλλην ἀγρότης νὰ νοιώσῃ τὸν ἑαυτόν του ἰδιοκτήτην, καὶ νὰ συνδεθῇ μὲ τὴν γῆν ποὺ καλλιεργεῖ. Τότε θὰ εἶναι καρποφόρα τὰ ἀποτελέσματα. (Χειροκροτήματα).
§83Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, βεβαίως δὲν μετέσχον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ μᾶς διενείματε τὴν ἔκθεσίν σας τὴν πολυσέλιδον, πρὸ μηνὸς νομίζω ἐγένετο ἡ διανομὴ καὶ ἐλάβομεν γνῶσιν, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ ὁ κ. Σβῶλος καὶ ὁ κ. Χατζηγιάννης ἐδέχθησαν ὅτι ἡ δι’ ὁμολογιῶν ἐξόφλησις τῶν δόσεων αὐτῶν εἰς ἀπαλλοτριώσεις εἶναι νόμιμος καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι εἶναι νόμιμος. Βεβαίως εἰς τὸ τέλος εἶπεν ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ τὸ ἐξασφαλίσωμεν δι’ ἀναθεωρήσεως. Δὲν ὑπῆρξεν ὅμως εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν σοβαρὰ ἀντίρρησις περὶ αὐτοῦ. Θέλω ἐπίσης νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. ρήτορα ὅτι ὁ κ. Χατζηγιάννης ὁμιλῶν χθές, ὀρθότατα κατ’ ἐμὲ εἶπεν ὅτι καὶ δι’ ὁμολογιῶν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποζημίωσις. Ἑπομένως ἡ ἄποψις τοῦ κ. Σβώλου, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ ρήτωρ, εἶναι σύμφωνος μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς εἴπατε κύριε Χατζηγιάννη χθές, ὅτι καὶ δι’ ὁμολογιῶν, ἄνευ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν μέχρις ἑνὸς σημείου ἀπαλλοτριώσεις.
§84Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶπα τὸ ἑξῆς, ὅτι νομικῶς βεβαίως δύναται νὰ προχωρήσῃ. Ἀλλ’ εἶπα ὅτι καὶ ἔφερα τὸ παράδειγμα ἑνὸς χωριοῦ ὅτι ἂν δὲν ἐμεσολάβει ἡ πρᾶξις τὴν 14 Φεβρουαρίου 1923 καὶ ἔμεναν οἱ νόμοι 2052 καὶ 2922 ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ τότε Συντάγματος, ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν θὰ ἔφθανεν οὔτε εἰς χρόνον, οὔτε εἰς ἔκτασιν τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ἐπῆρεν ὕστερα ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἑπομένως ἐὰν de jure ἠμπορῇ νὰ γίνῃ, ἐν τῇ πράξει θὰ ἔχωμεν μίαν ἀποτυχίαν καὶ ἡ ὅλη ἀπαλλοτρίωσις θὰ ἔχῃ μίαν ἀξίαν πλατωνικήν.
§85Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομικῶς ὅμως ἐδέχθητε ὅτι ὀρθῶς κατεβλήθη.
§86Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ ἀνεγνώσατε κείμενα θὰ σᾶς ἀναφέρω τὰ ἑξῆς ἀπὸ τὴν ἰδίαν συζήτησιν: Διακόπτει τὸν κ. Σβῶλον ὁ κ. Χατζηγιάννης καὶ τὸν ἐρωτᾷ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. «Ἤθελα τὴν γνώμην σας. Τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 εἶχε περιωρισμένου χρόνου ἰσχὺν μέχρι τῆς 2 Ἰουλίου 1932. Θὰ μὲ ἐνίσχυε, κύριε Πρόεδρε, ἡ γνώμη σας, ὡς διαπρεποῦς καθηγητοῦ, ἂν ἐφρονεῖτε, ὅτι κατόπιν τῆς Δʹ Συντακτικῆς Πράξεως ἠμποροῦν καὶ σήμερον, νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ κατ’ ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἐκδοθέντες νόμοι καὶ διὰ μελλούσας ἀπαλλοτριώσεις κατὰ παρέκκλισιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1911». Καὶ ἀπαντᾷ ὁ κ. Σβῶλος μὲ ἕνα ρωμαντισμὸν καὶ μίαν ἐλπίδα. «Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων ὀφείλει νὰ ἐμπνεύεται ἀπὸ τὸν κοινωνικὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον τόσον ἐπιτακτικῶς ὑποδεικνύουν αἱ περιστάσεις. Καὶ πιστεύω ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται μερικοὶ ὡς φόβητρον, θὰ ἐκτιμήσῃ τὰ πράγματα καὶ τὴν ἀνάγκην σύμφωνα μὲ τὰ κριτήρια, ποὺ ἐπρυτάνευσαν μεταξὺ 1917 καὶ 1922 καὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τότε ἀπηλλοτριώθησαν 71 μεγάλα ἀγροκτήματα μὲ τὰς αὐτὰς διατάξεις, χωρὶς καθόσον γνωρίζω, τὰ Δικαστήρια νὰ ἀμφισβητήσουν τὴν συνταγματικότητα τῶν σχετικῶν νόμων. Τὸ θέμα εἶναι κρίσιμον καὶ ἐπεῖγον. Χρειάζεται τόλμη εἰς τὴν ἀντιμετώπισίν του. Ἄλλως δὲν κάνετε παρὰ νὰ συσσωρεύετε δυναμίτιδα εἰς τὰ θεμέλια τοῦ καθεστῶτος σας, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ προφυλάξετε». Ἀλλ’ εἰς τὰ 1917–1922 ἦσαν τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Δὲν ὑπῆρχεν ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Καὶ μᾶς ἔχει συνηθίσει μὲ ἄλλην νοοτροπίαν ἡ γραμμὴ τοῦ ἀνωτάτου διοικητικοῦ δικαστηρίου. Θὰ εἶναι, ἑπομένως, πολὺ ἐπικίνδυνον νὰ διακινδυνεύσωμεν τὴν κρίσιν τοῦ ζητήματος ποὺ ἀφορᾷ ἕνα τόσον ὀξύτατον κοινωνικὸν πρόβλημα καὶ πρέπει νὰ εὕρῃ τὴν ταχεῖαν λύσιν του δι’ ἐθνικοὺς λόγους.
§87Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι μὲ τὴν διακοπὴν σας, κ. Ὑπουργέ, προσεθέσατε τίποτε εἰς ὅσα εἶπον. Ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ ὀξύτατον τοῦτο πρόβλημα, διὰ τὴν λύσιν τοῦ ὁποίου ὑπάρχει κοινὴ συνείδησις δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν ἐκκλήσεών σας. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν ἀσφαλέστερον θά εὕρῃ τὴν πραγματοποίημίν της διὰ τοῦ τρόπου, ποῦ ὑπεστήριξα παρὰ ἐὰν πρόκειται νὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ Συν)τος, τοῦ ὁποίου θὰ ἀμφισβητῆται ἡ ἰσχύς, ἐπὶ Συν)τος μονομερῶς ψηφιζομένου, ἐπὶ Συν)τος, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ μία Βουλή, ἡ ὁποία διὰ τὴν μεγίστην μερίδα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ψηφίσῃ ἐπὶ Συντάγματος, τέλος τὸ ὁποῖον φυσικὰ οἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενοι καὶ πληττόμενοι ἐκ τῶν ἀπαλλοτριώσεων θὰ σπεύσουν διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀμφισβητήσουν.
§88Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἄνευ ἀποτελέσματος.
§89Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Λέγετε ἄνευ ἀποτελέσματος, εἶναι καὶ αὐτὸ μία πρόβλεψις. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἀσφαλὴς αὐτὴ ἡ πρόβλεψις, ἐνῷ ἀσφαλῶς εἶναι ἡ ἰδική μου, ὅτι δηλαδὴ θὰ ἐμπλέξωμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων σήμερον λέγετε ὅτι θέλετε νὰ καθιερώσετε τὸ Σύνταγμα, εἰς δίκας ἀτέρμονας, εἰς ἐκκρεμότητας, αἱ ὁποῖαι θὰ διαρκέσουν ἐπὶ πολλὰ ἔτη.
§90Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καμμία δίκη.
§91Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας. Ἐνῷ ἐὰν ὑπάρξῃ ὁμοφωνία τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῶν πλαισίων τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξα, νομίζω ὅτι ἔχομεν ἀσφαλεστέραν τὴν λύσιν τοῦ προβλήματος.
§92Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δῶρον ἄδωρον.
§93Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κατὰ τὴν γνώμην σας, ἐπαναλαμβάνω, κ. Χατζηγιάννη. Ἐὰν ἐπεκαλέσθην τὴν γνώμην τοῦ κ. Σβώλου, εἶναι διότι ἐνόμιζα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐνισχύσω τὴν προσωπικήν μου νομικὴν ἄποψιν μὲ τὴν ἄποψιν ἑνὸς ἐγκρίτου νομομαθοῦς. Τώρα, ἐὰν ὑπεστηρίχθησαν ὑπὸ ἄλλων ἄλλαι ἀπόψεις, αὐτὸ βεβαιότατα δὲν ἀναιρεῖ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ ὑπεστήριξα. Κύριοι βουλευταί, παρέτεινα ἴσως τὸν λόγον μου πέραν ἀπὸ ὅ,τι ὑπελόγιζα. Τὸ πρᾶγμα δὲν ὀφείλεται εἰς ἐμέ, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπανειλημμένας διακοπάς. Νομίζω ὅτι κατέστησα σαφεῖς τὰς σκέψεις μου. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἐκ τῆς προχθεσινῆς μακρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔμειναν σημεῖα ἐκ τῶν κυρίων καὶ βασικῶν χωρὶς νὰ διευκρινισθοῦν καὶ νὰ ἀναιρεθοῦν. Οὔτε ἡ θεωρία τῆς συνεχείας συντρέχει, οὔτε δέσμευσις ἐκ τοῦ Διατάγματος τῶν ἐκλογῶν, οὔτε τὰ προηγούμενα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ὑπάρχει μόνον ἡ νομιμότης καὶ αὐτὴν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβασθῶμεν, τὰς δημοκρατικὰς χώρας, κ. βουλευταί, ἕνας εἶναι ὁ κυρίαρχος. Κυρίαρχος εἶναι ὁ νόμος. Καὶ ἡ προσήλωσις πρὸς τὴν νομιμότητα ἀποτελεῖ εἰς τὰ δημοκρατικὰ πολιτεύματα τὴν ἀσφαλεστέραν ἐγγύησιν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Ἐν ὀνόματι τῆς δημοκρατίας, ἐν ὀνόματι τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, παραβιάζετε ἑκάστοτε τοὺς δημοκρατικούς μας θεσμούς. Καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Δημοκρατίας ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐζήτησε τὴν κατάλυσιν τοῦ ἀσφαλεστέρου θεμελίου τῆς Δημοκρατίας, τὴν κατάλυσιν τῆς νομιμότητος. Πιστοί, ἀλλ’ ἔργῳ πιστοὶ εἰς τοὺς δημοκρατικούς μας θεσμούς, ἀρνούμεθα νὰ συμπράξωμεν εἰς τὸ ἐπιχειρούμενον πραξικόπημα. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς δεξιᾶς).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§95Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐλπίζω, ὅτι ἡ ἐντύπωσις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης συζητήσεως εἶναι, ὅτι τὸ ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον οἱ μέχρι τοῦδε ἀγορεύσαντες ἐκράτησαν τὴν συζήτησιν, ἦτο τὸ ἐμπρέπον εἰς τὸ θέμα. Διέφυγον ἀπὸ τὸ πλαίσιον αὐτὸ ὡρισμέναι παροδικαὶ ἐκδηλώσεις πολιτικοῦ περιεχομένου, συμπολιτεύσεως ἢ ἀντιπολιτεύσεως. Θὰ προσπαθήσω νὰ μὴ ἐξέλθω τοῦ αὐστηρῶς συνταγματικοῦ πλαισίου, τὸ ὁποῖον ἐνδείκνυται εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ, ὄχι μόνον διότι ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος δὲν ἐπιτρέπει προσωπικὰς ἢ πολιτικὰς ἀντεγκλήσεις, ἀλλὰ καὶ διότι, κατὰ γενικῶς παραδεδεγμένην κοινοβουλευτικὴν ἀρχήν, παντοῦ αἱ συζητήσεις περὶ συνταγματικῶν θεμάτων, δὲν εἶναι ἀντικείμενον πολιτικῶν ἀντιθέσεων. Καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι τὸ κατ’ ἐξοχὴν συνταγματικὸν θέμα εἶναι ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ Σύνταγμα ἢ ὄχι. Αὐτὸ εἶναι τό βασικὸν ζήτημα. Αἱ λεπτομέρειαι ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, εἶναι δευτερεῦον ζήτημα. Τὸ κύριον συνταγματικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται ὄχι μόνον σήμερον ἀλλὰ καὶ πάντοτε, εἶναι ἐὰν θὰ γίνῃ Σύνταγμα, ναὶ ἢ ὄχι. Προτοῦ ὅμως εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματός μας, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ μίαν προεισαγωγήν, διὰ νὰ τακτοποιήσω ἕνα θέμα, τὸ ὁποῖον ἐθίγη ἀναφορικῶς καὶ πρὸς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ πρὸς ἐμὲ προσωπικῶς. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου ψηφίσματος, ἐλέχθησαν τρία τινά, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμῶ νὰ ὑποσημειώσω: Πρῶτον, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἔκαμε μίαν ἔκκλησιν καὶ προσωπικῶς πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀθηνῶν κ. Μαρκεζίνην, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Συναγερμόν, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ὁ κ. Μαρκεζίνης εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅπως θελήσῃ καὶ ὁ Συναγερμός, ὡς κόμμα, νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῶν ἰδικῶν μας κομμάτων πρὸς τακτοποίησιν τοῦ ἐπιμάχου συνταγματικοῦ θέματος. Δεύτερον, ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀπαντῶν εἶπεν, ὅτι ὁ Συναγερμὸς δὲν πιστεύει εἰς τὴν νομιμότητα τῆς ζητουμένης συνταγματικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ ὅτι ἐὰν ἐπίστευεν εἰς τὴν ἀνάγκην ψηφίσεως Συντάγματος καὶ εἰς τὴν ὠφελιμότητα διὰ τὴν χώραν ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ὁ Συναγερμὸς θὰ ἐγκατέλειπεν ὅλας τὰς ἐπιφυλάξεις του, θὰ ἐγκατέλειπεν ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις καὶ ὅλας τὰς πεποιθήσεις του, διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον καὶ ἐκεῖνος θὰ ἐπίστευεν.
§96Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐδήλωσα ἀκριβῶς ὅτι, ἐὰν πράγματι μὲ ἕνα ναὶ τοῦ Συναγερμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ τερματισθῇ ἡ ἀπὸ τεσσαρακονταετίας ἀνωμαλία, νομίζω, ὅτι ὑπῆρχε πᾶσα πίστις καὶ πᾶσα ἐλπὶς ἐπὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ καλοῦ.
§97Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιθέτως νομίζετε ὅτι δὲν θὰ τερματισθῇ.
§98Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Καὶ συνεπῶς θέλομεν νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ἡ νομιμότης διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ τὸ τέρμα τῆς ἀνωμαλίας καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ τὸ περιεχόμενον τοῦ νέου Συντάγματος. Αὐτὸ ἤθελα νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμα πλήρη διασαφήνισιν.
§99Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τρίτον, ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης προχθές, ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Λυκουρέζος σήμερον, ἐπεκαλέσθησαν μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων καὶ τρεῖς φίλοι του, ἐν οἷς καὶ ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ, ὑπέβαλον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ βίου της, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδεχόμεθα ἐπὶ τέλους νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἔστω καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, κατὰ τὴν διαδικασίαν δηλαδὴ τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 108. Καὶ ἐσημείωσαν τὴν πρότασιν αὐτὴν διὰ νὰ ὑποστηρίξουν ἀντίφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν τάχα εἴχομεν ἡμεῖς ὑποπέσει καὶ ἑπομένως ἔλλειψιν πίστεως πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, τὴν ὁποίαν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν της εἶχεν, ἐπισημάνει. Ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀκριβῶς, ὡς οἱ λόγοι τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μαρκεζίνη, οἱ λεχθέντες προχθὲς ἀναφορικῶς πρὸς τὸν Συναγερμόν. Ὅπως δηλαδὴ εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης διὰ τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ, ὅτι ἐὰν ἐπίστευεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὴν δυνατότητα τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ ἐγκατέλειπεν ὁ Συναγερμὸς τὰς ἐπιφυλάξεις του καὶ ὅλας τὰς ἀντιθέτους ἰδέας του, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπόν, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἐπίστευεν. Ἔτσι καὶ ἡμεῖς τότε πιστεύοντες, ὅπως πιστεύομεν καὶ σήμερον, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ πολλῶν ἀπόψεων ἐπιβάλλεται πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου καὶ πρὸς τὸ καλὸν τοῦ λαοῦ, ἐδέχθημεν τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Βουλῆς ἐκείνης, διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν καὶ τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς ἡμᾶς τότε καὶ τοὺς εἴπομεν, ἐλᾶτε ἐπὶ τέλους καὶ μὲ τὸ 108 νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα.
§100Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δηλαδὴ νὰ κάμνωμεν νέον Σύνταγμα, διότι μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108 ἐπροτείνατε νὰ τεθῇ εἰς λειτουργίαν ὁ θεωρητικὸς μηχανισμός. Εἶναι διάφορον τοῦτο ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ λέγετε σήμερον. Σήμερον καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ σχέδιον Συντάγματος, ἐνῷ τότε ἐκαλεῖτο, διὰ νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις κανονική.
§101Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον σήμερον ζητοῦμεν νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, δὲν εἶναι νέον καθ’ ὅλα Σύνταγμα, δὲν εἶναι ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἕως τὸ τέλος μὲ νέας διατάξεις. Περὶ λέξεων ἡ ἔρις λοιπόν.
§102Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι περὶ λέξεων ἡ ἔρις. Ὅταν κάμνετε πρότασιν καὶ λέγετε ὅτι βάσει τοῦ ἄρθρου 108 πρέπει νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα, σημαίνει ὅτι ἡ νέα Βουλὴ θὰ λάβῃ τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησίν του. Αὐτὸ εἶναι οὐσία, δὲν εἶναι λέξεις. Τώρα λέγετε, ἐλᾶτε νὰ ψηφίσετε τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1946. Ὑπάρχει κάποια διαφορά.
§103Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, δὲν λέγομεν ἡμεῖς αὐτό. Ὅταν θὰ ἔλθω εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτάς, θὰ ἴδητε ποίας ἰδέας ἔχω περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δίδων τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, ὑποστηρίζω, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἀντίφασιν ἡμεῖς ὑπεπέσαμεν καὶ ὅτι δὲν ἐγκαταλείπομεν οὔτε κατὰ κεραίαν τὴν πεποίθησίν μας περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ 1950.
§104Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκω καθόλου ἱκανοποιητικὴν τὴν ἐξήγησίν σας. Δὲν μᾶς ἀρκεῖ. Διότι τὶ σημαίνει αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκάματε, καὶ παρὰ τὴν ἐπισημοτάτην ὑπογραφὴν τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπιστεύατε εἰς τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, ἀλλ’ ἠθέλατε διὰ τοῦ νομικοῦ τρόπου νὰ πᾶτε εἰς τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, διότι εἴτε μὲ ἐκείνην τὴν Βουλήν, εἴτε μὲ τὴν ἐρχομένην, θὰ εἴχετε τὴν δυνατότητα νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν ἀναθεώρησιν. Τὸ γεγονός, ὅτι κατεθέσατε ἕνα σχέδιον τοιοῦτον, θὰ εἴπῃ καὶ σημαίνει, ὅτι δὲν πιστεύετε εἰς τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, διότι ἠμπορεῖ νὰ πιστεύετε εἰς οἱανδήποτε ἄλλην θεωρίαν, ἀλλ’ ὄχι εἰς αὐτὴν τὴν θεωρίαν. Καὶ δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἡ ἐξήγησίς σας δὲν ἱκανοποιεῖ ἡμᾶς. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον ἀρκεῖ, εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις.
§105Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅτι δὲν σᾶς ἱκανοποιεῖ, δὲν μὲ ἐκπλήσσει. Δίδω μόνον τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν δι’ ὅσους θέλουν νὰ τὴν παραδεχθοῦν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα. Δὲν ὑπεχωρήσαμεν οὔτε κατὰ κεραίαν ἀπὸ πίστιν, ὅτι ἡ θεωρία τῆς συνεχείας εἶναι ἡ μόνη θεωρία, ἡ ὁποία διέπει τὸ ἐπίμαχον αὐτὸ θέμα. Καὶ τώρα ἐπὶ τοῦ θέματος. Κύριοι βουλευταί, ὅλη ἡ ἀντίρρησις τοῦ Συναγερμοῦ πρὸς ἡμᾶς συνίσταται, εἰς τὸ ὅτι ὁ Συναγερμὸς ἐπικαλεῖται τὴν ἰδέαν τῆς νομιμότητος, τὴν ὁποίαν τάχα τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ψηφίσματος προσβάλλει, καὶ τὴν προσβάλλει μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ὁ ἀξιότιμος κ. Μαρκεζίνης προχθὲς ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἀγορεύσεώς του νὰ εἴπῃ, ὅτι «ὁ Συναγερμὸς καταγγέλλει τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι διὰ τῆς ὑποβολῆς καὶ μόνον τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου ψηφίσματος, εἶναι ἔνοχος ἀποπείρας πραξικοπήματος», πραξικοπήματος συνισταμένου εἰς τὸ ὅτι ἐπιδιώκεται διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ὅπως ἡ Βουλὴ ἀσκήσῃ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν τάχα δὲν ἔχει. Ἡ παροῦσα ὅμως Βουλή, κύριοι βουλευταί, δὲν ἐπιδιώκει αὐτὴν τὴν ἀναθεώρησιν καὶ δὲν ζητεῖ νὰ σφετερισθῇ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει, οὔτε νὰ ἀποκτήσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἔχῃ βάσει τῆς ἀπὸ ἐτῶν καθιερωμένης εἰς τὴν Ἑλλάδα συνταγματικῆς τάξεως, συνταγματικῆς πράξεως, συνταγματικῆς παραδόσεως. Ἡ παροῦσα Βουλή, ψηφίζουσα τὸ Σύνταγμα, ὑποχρέωσίν της ἐκπληροῖ καὶ ἀποτίει χρέος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ κληρονομίας. Εὑρισκόμεθα μὲ τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς ριζικὴν διαφωνίαν ὡς πρὸς τὴν νομικὴν θέσιν τοῦ ζητήματος. Καὶ ἡ μόνη ἐξήγησις, ἡ μόνη δικαιολογία τῆς διαφόρου αὐτῆς μεταξὺ μας νομικῆς σκέψεως εἶναι ἡ διάφορος σκοπιά, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀντιμετωπίζομεν τὸ θέμα χρονολογικῶς. Ὁ μὲν Συναγερμὸς θέτει ὡς βάσιν τῆς νομικῆς σκέψεως, τὴν διάλυσιν τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1950 καὶ μὲ ἀφετηρίαν αὐτὴν προχωρεῖ μὲ τὴν ἑξῆς κατευθυντήριον γραμμήν. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1946 –1950 διελύθη, δὲν προεκηρύχθησαν ἐκλογαὶ δι’ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἄρα παρῆλθεν ἡ περίοδος τῆς ἀναθεωρητικῆς δυνατότητος, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 κατέστη ἔκτοτε τὸ μόνιμον Σύνταγμα τοῦ Κράτους καὶ ἑπομένως πᾶσα ἐπιδίωξις ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τοῦ περιφήμου αὐτοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ σάκρο σάνκτουμ τοῦ Συναγερμοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Συναγερμὸς πεπλανημένως δέχεται, ὅτι ἀποτελεῖ μέρος τῆς ὑφισταμένης Ἑλληνικῆς Συνταγματικῆς νομοθεσίας. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι θέτομεν ὡς ἀφετηρίαν τῆς Συνταγματικῆς ἀνωμαλίας τὴν κατὰ τὸ 1935 γενομένην βιαίαν κατάλυσιν τῆς Δημοκρατίας καὶ τὴν διὰ τῆς τότε ὑφισταμένης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τυπικὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος 1927 καὶ ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ προσωρινῶς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, μέχρι ψηφίσεως νέου Συντάγματος. Σχετικὴ πρᾶξις τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης εἶναι τὸ Θʹ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὁρίζει, σὺν τοῖς ἄλλοις, ἐπαναφορὰν προσωρινῶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος. Τὸ ψήφισμα αὐτὸ ἔχει συνταγματικὴν ἀξίαν, εἶναι συνταγματικοῦ περιεχομένου, δημιουργεῖ νέον δίκαιον συνταγματικόν. Ποῖον; Πρῶτον ὅτι ἐπιβάλλει τὴν ψήφισιν νέου Συντάγματος καὶ δεύτερον ὅτι μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νέου Συντάγματος ἐπαναφέρει προσωρινῶς ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὑπὸ τὴν μορφὴν ὅμως ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐπανέφερεν ἐν ἰσχύϊ. Διότι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐπανεφέρθη εἰς ἰσχὺν ὑπὸ τῆς 5ης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τότε μὲ διαφόρους τροποποιήσεις. Μίαν τροποποίησιν ἐκ γενετῆς καὶ ἄλλας τινὰς ἐπικτήτους. Αἱ ἐπίκτητοι εἶναι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας μεταγενέστεραι πράξεις τῆς 5ης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἐπέφερον, καὶ ἰδίως ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι κατήργησαν ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ἐπανέφερον πάλιν ἐν ἰσχύϊ ἀντίστοιχα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Ἡ ἐκ γενετῆς μεταβολὴ εἶναι, ὅτι ἐπανεφέρθη μὲν εἰς προσωρινὴν ἰσχὺν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἀλλ’ ἄνευ τοῦ ἄρθρου 108. Τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος 1911 δὲν ἀποτελεῖ μέρος τῆς Συνταγματικῆς νομοθεσίας τῆς Ἑλλάδος, διότι εἰδικῶς αὐτὸ δὲν ἐπανεφέρθη εἰς ἰσχὺν διὰ τοῦ Θʹ ψηφίσματος τῆς 5ης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως. Κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι ἕνας νόμος, ἀλλ’ ἐπηυξημένης τυπικῆς ἰσχύος, νόμος ὅμως ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μεταβληθῇ δι’ ἄλλου νεωτέρου νόμου τῆς αὐτῆς τυπικῆς ἰσχύος καὶ ψηφιζομένου ὑπὸ Σώματος ἀσκοῦντος συντακτικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἂν ὁ νεώτερος αὐτὸς συνταγματικὸς νόμος ἔχῃ διάταξιν ἀντιτιθεμένην πρὸς τὸν προηγούμενον, καταργεῖται ὁ προηγούμενος, ἀκριβῶς ὅπως καταργοῦνται καὶ ὅλοι οἱ νόμοι διὰ νεωτέρων ρυθμιζόντων τὸ αὐτὸ θέμα κατ’ ἄλλον ὅμως τρόπον. Τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος ὁρίζει, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἐπιτρέπεται κατ’ αὐτὸ ἡ ἀναθεώρησις ὅλου τοῦ Συντάγματος. Τὸ ψήφισμα Θʹ ἐπιβάλλει τὴν ψήφισιν νέου Συντάγματος. Νέου Συντάγματος ἀκόμη ἐξ ὁλοκλήρου. Ἄρα, διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, τῆς τόσον ἐμφανῶς ἀντιτιθεμένης εἰς τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἐπανεφέρθη εἰς ἰσχύν. Διὰ τοῦ Θʹ ψηφίσματος ἀγόμεθα εἰς ψήφισιν νέου Συντάγματος. Συνεπῶς, καὶ ἐὰν ἀκόμη τίποτε δὲν εἶχεν ἔκτοτε μεσολαβήσει ἐν τῷ μεταξύ, ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος ἐξ ἐπιταγῆς τοῦ Θʹ τούτου ψηφίσματος, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἐγένετο κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξύ, κ. κ. βουλευταί, ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ ἐντεῦθεν, ἐμεσολάβησεν ἅλυσος ὁλόκληρος καὶ πολιτειακῶν πράξεων καὶ πολιτικῶν ἐκδηλώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνεξαρτήτως τοῦ Θʹ ψηφίσματος, κατέστησαν αὐτὸ τὸ περίφημον ἄρθρον 108 ἄτονον, ἀνενεργέτητον καὶ νεκρόν. Καὶ ἐξ αὐτῶν δὲ ἀκόμη τὸ 108 ἀπέθανε καὶ ἀποσυνετέθη. Καὶ ποῖαι εἶναι αὗται; Ἐμεσολάβησαν γεγονότα πολλά, κ.κ. βουλευταί. Καὶ πρῶτον εἶναι ἡ δικτατορία. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς πολιτικὴν συζήτησιν. Θὰ ἀσχοληθῶ μόνον μὲ τὰ μεσολαβήσαντα γεγονότα, διὰ νὰ ἐκθέσω πόσον μὲ βοηθοῦν εἰς τὴν σειρὰν τῶν νομικῶν σκέψεών μου καὶ διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον πιστεύω ὡς ὀρθόν. Παρακαλῶ λοιπόν, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ παρεξηγήσῃ τοὺς λόγους μου, οὔτε νὰ ταραχθῇ ἐξ αὐτῶν. Ἡ δικτατορία, κ.κ. βουλευταί, εἶχεν οὐσιαστικὸν μὲν βάθρον τὴν ὑλικὴν δύναμιν, νομικὴν δὲ ἐκδήλωσιν εἶχε δύο διατάγματα ἐκδοθέντα τὴν 4ην Αὐγούστου τοῦ 1936. Καὶ διὰ μὲν τοῦ πρώτου διελύετο ἡ τότε Συνέλευσις, χωρὶς νὰ προκηρυχθῶσιν ἐν ταὐτῷ νέαι ἐκλογαί, καίτοι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἐστηρίζετο εἰς τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τοῦ προσφάτως τότε ἐπαναφερθέντος ἐν ἰσχύϊ, τὸ ὁποῖον λέγει: «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ περὶ διαλύσεως διάταγμα πρέπει νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν σύγκλησιν τῶν μὲν ἐκλογέων εἰς νέας ἐκλογάς, τῆς δὲ νέας Βουλῆς εἰς συνεδρίασιν ἐντὸς τακτῶν προθεσμιῶν». Διελύθη ὅμως ἡ Βουλὴ ἐκείνη, χωρὶς νὰ προκηρυχθοῦν νέαι ἐκλογαί. Ἄρα, ἐνέργεια προδήλως δικτατορική. Ἀλλ’ ἐξεδόθη καὶ ἄλλο διάταγμα τὴν αὐτὴν ἡμέραν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστέλλετο ἡ ἰσχὺς ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν προάσπισιν τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου. Ἐπηκολούθησε μετὰ τὴν δικτατορίαν ἡ κατοχή. Κατὰ τὴν κατοχήν, κ. βουλευταί, ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ συνόλῳ της εἶχε δύο Κυβερνήσεις. Μίαν ντὲ φάκτο εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ μίαν ντὲ γιοῦρε εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Αἱ δύο αὐταὶ Κυβερνήσεις ἐκυβέρνησαν, στηριζόμεναι ἐπὶ διαφορετικοῦ, ἑκατέρα, Συνταγματικοῦ βάθρου καὶ μὲ πληθὺν νόμων καὶ συνταγματικῶν πράξεων. Ἡ Κυβέρνησις μάλιστα τοῦ ἐξωτερικοῦ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε διὰ συνταγματικῆς πράξεως ὄχι νὰ καταργήσῃ, ἀλλὰ νὰ ἀκυρώσῃ καὶ αὐτὴν τὴν δικτατορίαν. Διότι ἐξεδόθη διάταγμα συνταγματικοῦ περιεχομένου, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς ἀνέγνωσε προχθές, ποὺ λέγει καθαρὰ καὶ ξάστερα ὅτι τὸ διάταγμα τῆς 4ης Αὐγούστου 1936, περὶ ἀναστολῆς τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος 1911, βάσει τοῦ ὁποίου ἔζησεν ἡ δικτατορία, εἶναι ἄκυρον. Δὲν τὸ καταργεῖ ἁπλῶς, ἀλλὰ τὸ κηρύσσει ἄκυρον, ἄρα μηδέποτε ὑπάρξαν. Ὁ αὐτὸς Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἐξέδωσε τὸ διάταγμα περὶ δικτατορίας, τὸ κηρύσσει ἄκυρον. Συνεπῶς τόσον ἀπὸ τῆς γενέσεως τῆς δικτατορίας, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς ἀκυρώσεως αὐτῆς, ὡς καὶ τῆς καθόλου δράσεως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὡς καὶ ἀπὸ τῆς δράσεως τῶν ἐν Ἑλλάδι κατοχικῶν Κυβερνήσεων καὶ τοῦ διαφορετικοῦ βάθρου ἐφ’ οὗ ὅλα αὐτὰ ἐστηρίζοντο, ἐδημιουργήθη μία ἀνώμαλος συνταγματικὴ κατάστασις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἀποκατασταθῇ. Πῶς θὰ ἐγίνετο αὐτό; Εἶναι πρόδηλον, ὅτι ἐκ τῆς φύσεως τῶν γεγονότων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος προϋποτίθεται μία ὁμαλὴ κατάστασις κατὰ τὴν ὁποίαν ὑφίσταται Βουλὴ καὶ Σύνταγμα καὶ ἀναθεωρεῖται κατὰ τὴν διαδικασίαν αὐτήν. Ἀλλὰ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν. Ἐπήρχετο ὅμως ἡ ἀπελευθέρωσις, ὁ πόλεμος ἐκρίνετο ὑπὲρ τῶν συμμάχων, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀπηλευθεροῦτο καὶ τί θὰ ἐγίνετο τότε; Κύριοι βουλευταί, τότε ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν ἰσχυρῶν μας συμμάχων, ἰδιαιτέρως τῆς Ἀγγλίας, συνεκλήθη τὸ Συνέδριον τοῦ Λιβάνου. Ἐγένετο μία Κυβέρνησις ἐκεῖ, ἡ ὁποία καὶ ἀπεκλήθη Κυβέρνησις τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος καὶ ὅταν αὕτη ἦλθεν ἐδῶ, διὰ τοῦ στόματος τοῦ Προέδρου της, τοῦ κ. Γ. Παπανδρέου, κατὰ τὸν λόγον του πρὸς τὸν λαὸν τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1944, ἐπηγγέλλετο ὅτι: «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἐθνικῆς Ἑνότητος ἔχει ἀπόφασιν νὰ χωρήσῃ εἰς τὴν ταχυτάτην δυνατὴν ἐνέργειαν δημοψηφίσματος καὶ ἐκλογῶν Συντακτικῆς Συνελεύσεως». Ποῦ εἶναι, λοιπόν, τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος; Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ ἄρθρον 108 δὲν συμβιβάζονται. Μετὰ τοῦτο ἐπηκολούθησε τὸ ἀνταρτικὸν κίνημα τοῦ Δεκεμβρίου 1944, τὸ ὁποῖον κατέληξεν εἰς τὴν συμφωνίαν τῆς Βάρκιζας. Καὶ ἡ συμφωνία τῆς Βάρκιζας ἐπεκυρώθη νομικῶς διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 23 Συντακτικῆς Πράξεως. Διὰ πράξεως δηλαδὴ συντακτικοῦ περιεχομένου, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις, ἀρυομένη τὰ συντακτικά της δικαιώματα ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς θελήσεως, ἐπὶ τῆς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεως. Διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς ἐπικυροῦται «ἡ μεταξὺ τῆς Κυβερνητικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ε.Α.Μ. συνομολογηθεῖσα καὶ διὰ τοῦ ἀπὸ 12–2–45 πρακτικοῦ τελικῶς διατυπωθεῖσα συμφωνία τῆς Βάρκιζας, μεθ’ ὅλων τῶν προσηρτημένων αὐτῆς κειμένων». Καὶ εἰς τὰ κείμενα αὐτὰ γίνεται λόγος ὅτι θὰ ἐπακολουθήσουν ὡς τάχιστα καὶ ἐκλογαὶ Συντακτικῆς Συνελεύσεως διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νέου Συντάγματος. Ποῦ εἶναι λοιπὸν καὶ πάλιν τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος; Βλέπετε, λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι 108 ἄρθρον, τοῦ Συντάγματος δὲν ὑφίσταται, καὶ διότι δὲν εἰσήχθη ποσῶς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν καὶ διότι διὰ τῶν ἐπανειλημμένων αὐτῶν πολιτικῶν ἐκδηλώσεων, Κυβερνήσεων αἱ ὁποῖαι ἤσκησαν καὶ συντακτικὴν ἀκόμη ἐξουσίαν, εἴτε καὶ διὰ θετικῶν Συντακτικῶν Πράξεων, κατηργήθη, κατέστη ἀνενέργητον, κατέστη νεκρὸν καὶ οἱ νεκροί, κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνίστανται. Καὶ οὔτε ὑπάρχει ἔκτοτε, οὔτε ἀμέσως, οὔτε ἐμμέσως, οὐδὲ ἡ παραμικρὰ διάταξις οὐδαμοῦ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία νὰ ἐπαναφέρῃ, ἔστω καὶ πόρρωθεν, τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος ἐν ἰσχύϊ. Πῶς εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ ὁμιλοῦν περὶ νομιμότητος ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς ἀνύπαρκτα κείμενα, εἰς ἀνυπάρκτους νομικὰς διατάξεις καὶ δὲν εὑρισκόμεθα ἡμεῖς εἰς τὴν νομιμότητα, οἱ ὁποῖοι βασίζομεν τὴν ὅλην μας σκέψιν καὶ πολιτικὴν ἐνέργειαν μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῶν ὅσων τὰ συντακτικὰ κείμενα διαγράφουν; (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, κύριοι βουλευταί. Ἐπηκολούθησε τὸ διάταγμα τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1946, διὰ τοῦ ὁποίου προεκηρύχθησαν αἱ ἐκλογαὶ δι’ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, τὴν Βουλὴν τοῦ 46–50. Τὸ διατὶ μετεβλήθη ὁ τίτλος τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἀπὸ Συντακτικῆς εἰς Ἀναθεωρητικήν, σᾶς τὸ ἐξήγησεν ὁ κ. Ρέντης. Δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου καὶ ἀγαπητὸν φίλον κ. Ρέντην ἐπὶ τῆς νομικῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν θέτει, ὅτι τάχα αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν μεταξὺ τῶν ἐκπροσώπων τῶν τριῶν, ὡς μεγάλων τότε γνωστῶν, Στάλιν, Ροῦζβελτ καὶ Τσῶρτσιλ, εἴτε εἰς τὸν Ἀτλαντικόν, εἴτε εἰς τὴν Γιάλταν, ἀποτελοῦν νομικὰ κείμενα ὑποχρεωτικὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἄνευ ἑτέρου. Ὄχι. Ἀλλὰ δέχομαι τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ρέντη κατὰ τοῦτο. Ὅτι αἱ συμφωνίαι ἐκεῖναι ἐπέβαλον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ συμμορφωθῇ πρὸς αὐτὰς καὶ διὰ θετικῶν πράξεων ἐσωτερικοῦ δικαίου αὐτῆς νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν συμμόρφωσίν της, διότι ἄλλως θὰ ἐστερεῖτο, εἶναι προφανές, τῆς ὑποστηρίξεως τῶν μεγάλων μας Συμμάχων, ὁπότε καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις ἦτο προβληματικὴ καὶ ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος πολὺ ἀβεβαία. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ρέντης, πολὺ ὀρθῶς, ὅτι σήμερον ἡ ἐπίδρασις τῶν διεθνῶν συμβάσεων καὶ ἡ ἐπίδρασις τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ὅπως διεμορφώθη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, εἶναι τόσον ἰσχυρὰ διὰ τὰ Κράτη, ὥστε καὶ ἡ Ὁλλανδία τελευταίως ἠναγκάσθη διὰ θετικῶν ἐσωτερικῶν πράξεων νὰ κυρώσῃ καὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῶν μεγάλων Συμμάχων, ἀναφορικῶς ἰδίᾳ πρὸς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῶν ἀποτελούντων τὸ Ἀτλαντικὸν Σύμφωνον Κρατῶν. Συνεπῶς, ἔχομεν καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου μίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τοῦτο ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 19)1)46 ὁρίζει ὅτι «ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τούτων συγκροτηθησομένη Βουλὴ θέλει ἔχει καὶ τὴν ἐξουσίαν ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος». Ἔχει κατὰ ταῦτα ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἄνευ τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος, κύριοι βουλευταί. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος οὐδαμοῦ διαφαίνεται. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη συνῆλθεν, ἐξέδωκε πληθὺν ὅλην ψηφισμάτων, τινὰ μάλιστα τῶν ὁποίων ἐξακολουθοῦν νὰ ὑφίστανται καὶ σήμερον ἰσχύοντα παραλλήλως πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐρρύθμιζον σχέσεις κατὰ τρόπον ἀντίθετον πρὸς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἐξεδίδοντο. Ἐξεδόθησαν ἀκριβῶς διὰ νὰ ρυθμίσουν σχέσεις κατὰ τρόπον διάφορον πρὸς τὸ πάγιον κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἐψήφισεν ὁριστικῶς τὸ Σύνταγμα. Τὸ κατήρτισεν ὡς σχέδιον, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐψήφισε. Καὶ ἐκ τῆς διαλύσεως αὐτῆς προέκυψεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1950–51. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς 1946–50, κύριοι βουλευταί, δι’ ἡμᾶς ἀποτελεῖ ἕνα ἐνδιάμεσον σταθμὸν εἰς τὴν ὅλην σειρὰν τῶν γεγονότων, ἐκείνων τὰ ὁποῖα καθορίζουν τὴν νομικὴν ὑφὴν τῆς σημερινῆς Βουλῆς. Διὰ τὸν Συναγερμὸν ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρίαν. Δηλαδὴ ὁ Συναγερμός, ὅλα τὰ ἱστορικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ ὁποῖα τόσον βαθεῖαν ἐπίδρασιν ἔσχον καὶ ὀφείλουν νὰ ἔχουν πάντοτε, ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου καὶ εἰδικώτερον τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ὁ Συναγερμὸς τὰ ἀγνοεῖ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι tabula rasa διὰ τὸν Συναγερμόν. Δὲν συνέβη δι’ αὐτὸν τίποτε καὶ ἀπὸ τῆς νεωτέρας κεφαλῆς τοῦ Διὸς — δὲν γνωρίζω τίνος Διὸς—ἐξεπήδησεν ὡς διὰ μαγείας τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος. Ἀφίνω νὰ σκεφθῇ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τὴν ὀρθότητα ἑνὸς τοιούτου συλλογισμοῦ καὶ νὰ ἀναλογισθῇ πρὸς ποῖον μέρος ὑπάρχει τὸ νομικῶς αὐθαίρετον καὶ πρὸς ποῖον μέρος ὑπάρχει τὸ νομικῶς συνεπές. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀγνοῆται, κύριοι βουλευταί, ποτὲ ἡ προϊστορία τῶν θεσμῶν ἀπὸ τὸν νομικὸν μελετητήν. Καὶ ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῶν λαῶν δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον θέλομεν, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς οἱουσδήποτε σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐνδομύχως. Ἡ ἐπιδίωξις τῶν σκοπῶν μας τῶν πολιτικῶν πρέπει νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Συνεπῶς, ἡμεῖς εἴμεθα εἰς τὴν νομιμότητα. Οἱ ἀντιγνωμοῦντες εἶναι εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν. (Χειροκροτήματα). Εἶπον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ Συναγερμὸς θέλει νὰ ἀγνοῇ τὰ πάντα. Ὅτι ὅμως μέχρι καὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τοῦ 1946–50, ὑπῆρχε συνταγματικὴ ἀνωμαλία, χρήζουσα διορθώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως εἶχε γίνει δεκτὸν παρ’ ὅλων. Ἀνεξαρτήτως παρ’ ὅλων, καὶ δὴ παρ’ ὅλων τῶν συντεταγμένων ὀργάνων τῆς πολιτείας καὶ παρ’ ὅλων τῶν τότε ὠργανωμένων κομμάτων τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα κατὰ τεκμήριον ἐκπροσωποῦν ἐν τῷ συνόλῳ του τὸν λαόν μας. Ἡ ἀναγνώρισις αὐτὴ ἐπῆλθεν ὑπὸ μὲν τοῦ ἀσκοῦντος τότε τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν Ἀντιβασιλέως, διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος περὶ ἐκλογῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὑπὸ δὲ τῶν κομμάτων, ἐξεδηλώθη διὰ τῆς ἐργασίας τῆς Ἀναθεωρητικῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν 1946–1950. Ὑπὸ τοῦ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπανακάμψαντος Βασιλέως ἐξεδηλώθη διὰ τῆς ἐγκρίσεως καὶ ὑπ’ Ἐκείνου τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πολλὰ ψηφίσματα ἐξεδόθησαν μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Συνεπῶς μέχρι τότε, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ νομικὴν ἔκφρασιν, εἶναι πασίδηλον, δηλαδὴ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν χρήζει ἀποδείξεως, διότι ἐκ τῆς φύσεώς του εἶναι αὐταπόδεικτον, εἶναι λέγω πασίδηλον, ὅτι ὑπῆρχε καθολικὴ ἀναγνώρισις καὶ τῆς συνταγματικῆς ἀνωμαλίας καὶ τῆς ἀσκήσεως συντακτικῆς ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐξ ἰδίας αὐτῆς δυνάμεως, ἐξ ἰδίας αὐτῆς ἁρμοδιότητος, ἐκτὸς οἱασδήποτε σχέσεως πρὸς τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος. Διελύθη ὅμως, λέγουν, ἡ Βουλὴ ἐκείνη, χωρὶς νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐν ταυτῷ διελύθη καὶ ἡ δυνατότης περαιτέρω ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας ἐξ ἰδίας δυνάμεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Οἱ θεσμοὶ ὅμως μιᾶς χώρας, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, δὲν διαλύονται μὲ τὴν διάλυσιν τῆς οἱασδήποτε Βουλῆς. Διότι καὶ ὁ θεμελιώδης θεσμὸς τῆς χώρας, τὸ Σύνταγμα, δὲν καθορίζεται ἁπλῶς διὰ τοῦ γραπτοῦ κειμένου του μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ τρόπου τῆς μικρᾶς ἐφαρμογῆς του, ἐξ ἧς δημιουργεῖται συνταγματικὴ παράδοσις καὶ διαμορφώνονται τὰ γνωστὰ καὶ παραδεδεγμένα εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πολιτικὴν συνταγματικὰ ἔθιμα. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἂς ἐξετάσωμεν, πλέον, καθαρῶς νομικῶς, χωρὶς καμμίαν πολιτικὴν χροιάν, ποῖον ἦτο τὸ νομικὸν ἀποτέλεσμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ συνεπῶς ποία ἦτο ἡ ὑφὴ τῆς διαδόχου Βουλῆς τοῦ 1950–51. Κύριοι βουλευταί, εἶναι νομικῶς κοινῶς παραδεδεγμένον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν μετέχει τῆς συντακτικῆς ἁρμοδιότητος. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἀσκεῖ συντακτικὴν ἐξουσίαν. Ὁ καθηγητὴς Σαρίπολος λέγει: «Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει συντακτικὴν ἐξουσίαν καὶ αὐτὸ χαρακτηρίζει τὴν μορφὴν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος. Ἡ κυρία διάκρισις τῆς Δημοκρατίας ἀπὸ τὴν Μοναρχίαν εἶναι, ὅτι εἰς τὴν Δημοκρατίαν μεταβολαὶ τοῦ Συντάγματος γίνονται ἄνευ ἢ ἐναντίον τῆς θελήσεως τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἐνῷ εἰς τὴν Μοναρχίαν οὐδεμία μεταβολὴ εἰς τὴν συνταγματικὴν τάξιν τῆς πολιτείας εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Μονάρχου». Ὑποστηρίζει ἀκόμη ὁ Σαρίπολος, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει οὔτε δικαίωμα κυρώσεως τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἀναβλητικὸν veto. Ἔχει ὅμως γίνει παραδεκτόν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ διαλύσῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Εἰς ἡμᾶς διέλυσε καὶ Συντακτικὴν Βουλὴν ὁ Γεώργιος ὁ Βʹ. διέλυσε τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1935. Θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ πάλιν τὴν γνώμην τοῦ Σβώλου ὡς καθηγητοῦ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Καὶ νομίζω ὅτι γνῶμαι καθηγητῶν εἰς τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μεταβάλλωνται. Λέγει, λοιπόν, ὁ Σβῶλος εἰς τὸ ἔργον του «ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος» σελὶς 64: «διὰ τῆς διαλύσεως διακόπτεται ἡ ἀναθεώρησις, διὰ νὰ συνεχισθῇ περαιτέρω, ἀλλὰ δὲν ματαιοῦται». Καὶ ὁ Σαρίπολος ἀκόμη σαφέστερον λέγει, ὅτι «ὁ Βασιλεύς, διαλύων τὴν Βουλήν, δὲν ματαιώνει τὴν ἀναθεώρησιν. Ἡ μέλλουσα Βουλὴ ἐξακολουθεῖ τὴν ἀναθεώρησιν». Ἐξακολουθεῖ — ἠκούσατε — κύριοι τὴν ἀναθεώρησιν ἡ μέλλουσα Βουλή. Ἄρα ἡ μετὰ τὴν διάλυσιν διάδοχος Βουλὴ εἶναι, κατὰ συνταγματικὸν ἔθιμον, κατὰ συνταγματικὸν κανόνα, Ἀναθεωρητικὴ αὐτομάτως. Ἀλλὰ μᾶς λέγει ὁ Συναγερμὸς δύο τινά: Τὸ διάταγμα συγκλήσεως νέας Βουλῆς δὲν κατονομάζει τὴν νέαν Βουλὴν ὡς Ἀναθεωρητικήν. Καὶ λέγει καὶ τὸ ἄλλο: «Διατὶ οὐδὲν κόμμα τότε δὲν διεμαρτυρήθη κατὰ τῆς παραλείψεως αὐτῆς»; Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἐγὼ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἐζήτησα τὴν ἄσκησιν ἀναθεωρητικῶν δικαιωμάτων, ὁ κ. Μαρκεζίνης ἐδημοσιογράφησεν εἰς τὴν «Ἑστίαν» καὶ ἔλεγεν, ὅτι θὰ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ διάλυσις τῆς προηγουμένης Βουλῆς, (δηλαδὴ τῆς 1946–50) ἐγένετο νομίμως. Σᾶς τὸ ἀπέδειξα ἀνωτέρω ὅμως, ὅτι, διὰ νὰ θεωρηθῇ νομίμως διαλυθεῖσα, ἔπρεπεν ἡ νέα Βουλὴ νὰ ἔχῃ αὐτομάτως Ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Ἄλλως θὰ ἐπανελαμβάνετο ἡ συνταγματικὴ παράβασις τοῦ Γεωργίου τοῦ Βʹ, ὁ ὁποῖος διέλυσε τὴν Συντακτικὴν Βουλὴν τὸ 1935, χωρὶς νὰ προκηρύξῃ ἐκλογάς. Καὶ λέγει περαιτέρω ὁ κ. Μαρκεζίνης: «Ὁ δὲ πολιτικὸς κόσμος σιωπῶν, παραδέχετο τὴν πραγματικότητα ταύτην τόσον πανηγυρικῶς, ὥστε νὰ προκαλῇ σήμερον, τοὐλάχιστον, ἀπορίαν ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνακίνησις....». Τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὴν ἐπικαλεσθῶ ἀκόμη μίαν φορὰν περαιτέρω. Ἀπαντῶ ὅμως εἰς τὸ ἐρώτημα διατὶ ἡμεῖς τότε ἐσιωπήσαμεν, διατὶ τότε δὲν διεμαρτυρήθημεν. Τὸ εἶπον καὶ προχθὲς ἄλλοι συνάδελφοι, τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ σήμερον. Διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἐπειδὴ κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, κατὰ τοὺς συνταγματικοὺς κανόνας, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ τοῦ 1946 δὲν εἶχε τερματίσει τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον της καὶ διελύθη, ἡ διάδοχος Βουλή, αὐτομάτως εἶναι Βουλὴ Ἀναθεωρητική. Οὐδεμίαν, λοιπόν, διαμαρτυρίαν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ κάμωμεν. Κύριοι βουλευταί, ἐρχόμεθα εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1950 πλέον. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη συνῆλθεν. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας. Ἄνευ τῆς θεωρίας τῆς συνεχείας θὰ εἴχομεν κατ’ ἀνάγκην πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως, διαλύσαντος τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ ἐμποδίσαντος τὸν τερματισμὸν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου ἀφοῦ δὲν συγκαλεῖται Βουλὴ μὲ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὸ δὲν ὑποστηρίζει σήμερον ὁ Συναγερμός. Ὅτι, ἐφόσον ὁ Βασιλεὺς διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τοῦ 1946–1950, καὶ τῆς προσκλήσεως τοῦ λαοῦ νὰ ἐκλέξῃ νέαν Βουλήν, τὴν ὁποίαν δὲν τὴν χαρακτηρίζει πανηγυρικῶς ὡς Ἀναθεωρητικήν, ἔπρεπε τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον αὐτῆς νὰ παύσῃ. Καὶ πῶς τάχα ἔπαυσε; Διὰ τῆς πράξεως τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος παρημπόδισε πλέον τὴν συνέχισιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου της. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Μαρκεζίνης, ὅτι αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν κίνησιν τῆς διαδικασίας τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη. Κύριοι βουλευταί, σφάλλει ὁ κ. Μαρκεζίνης καί, ἀπορῶ, πῶς τὸ εἶπεν αὐτό. Τὸ Σύνταγμα ὁρίζει δύο τινὰ ὡς πρὸς τὸν Βασιλέα: Πρῶτον ὅτι ὁρκίζεται νὰ διαφυλάξῃ τὸ Σύνταγμα, ὁρκίζεται πίστιν εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ δεύτερον, ὅτι, οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἔχει ἰσχὺν ἄνευ προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ποία ὅμως πρᾶξις δὲν ἔχει ἰσχὺν καὶ ποίαν εὐθύνην καὶ ποίας πράξεις τοῦ Βασιλέως καλύπτει ἡ προσυπογραφὴ τῶν Ὑπουργῶν; Τὰς πράξεις τοῦ Βασιλέως, αἱ ὁποῖαι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς παραβῇ τὸ Σύνταγμα, φέρει πλέον ἀτομικῶς καὶ ὁ ἴδιος τὴν εὐθύνην τῆς παραβάσεως τοῦ Συντάγματος. Εἶναι παραβάτης τοῦ Συντάγματος. Συνεπῶς, ἢ ἔχομεν αὐτόματον καὶ αὐτοδικαίαν μεταβίβασιν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς τοῦ 1946–50 πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ 1950–51, βάσει τῆς θεωρίας τῆς συνεχείας, ἢ ἔχομεν πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως διαλύσαντος τὴν Βουλὴν καὶ παρεμποδίσαντος τὴν συνέχισιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Δίλημμα, κύριοι βουλευταί, ἄτεγκτον. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διαφύγῃ αὐτό. Ἡμεῖς, μὲν δὲν δεχόμεθα, ὅτι διεπράχθη πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως. Μὲ τὴν θεωρίαν ὅμως τοῦ Συναγερμοῦ τὸ πραξικόπημα εἶναι γεγεννημένον. Πῶς δὲ ἡμεῖς ἐξεδηλώσαμεν τὴν ἄποψιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως; Κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς νομικῆς σκέψεώς μου, ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κἂν ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἡ πανηγυρικὴ φράσις ὅτι «ἡ μέλλουσα Βουλὴ θὰ εἶναι Βουλὴ Ἀναθεωρητική». Σᾶς ἐμνημόνευσα τὶ λέγουν οἱ συγγραφεῖς. Σᾶς μνημονεύω καὶ δύο ἀκόμη ἄλλας γνώμας, τὴν γνώμην τοῦ διακεκριμένου νομικοῦ κ. Γιώτη, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἀφοῦ ὅμως ρητῶς ἀναγράφει τὸ Διάταγμα, ὅτι διαλύει Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ καθορίζῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς νέας συγκαλουμένης καὶ χωρὶς νὰ λέγῃ τὶ περὶ περατώσεως τοῦ ἔργου ἢ περὶ ματαιώσεως τοῦ σκοποῦ τῆς διαλυομένης, πρέπει νὰ συναγάγωμεν ὅτι δὲν ἐξεδηλώθη διὰ τοῦ Διατάγματος ἐκτροπὴ ἀπὸ τοῦ γενικοῦ κανόνος, ὅτι τὸ συγκαλούμενον Σῶμα εἶναι ἰσοδύναμον τοῦ διαλυομένου. Ἡ ἐκτροπὴ ἀπὸ τοῦ ρηθέντος συνταγματικοῦ κανόνος ἢ ἔστω ἐθίμου, ὡς ἀποτελοῦσα ἐξαίρεσιν, θὰ ἔπρεπε νὰ δηλοῦται ρητῶς ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Β. Διατάγματος, τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν συμβαίνει ἐν προκειμένῳ». Ἀλλὰ ἐπικαλοῦμαι καὶ ἄλλην γνώμην, τοῦ ἀειμνήστου Δημητρακοπούλου, διακηρύξαντος ὅτι: «Ἄν τὸ Διάταγμα τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν ἠμποροῦσε νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν νομικὸν χαρακτῆρα τῆς Βουλῆς, τότε θὰ ἀνεγνωρίζαμεν εἰς τὸν Βασιλέα ἐμμέσως, ἀλλ’ ἀποφασιστικῶς συντακτικὰ δικαιώματα, ποὺ καθὼς ὁμοφώνως καὶ ἄνευ συζητήσεως ἐγένετο δεκτόν, δὲν ἔχει. Τὸ Β. Δ. δυνάμει τοῦ ὁποίου καλούμεθα εἶναι χάρτης ἄγραφος δι’ ἡμᾶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑποχρεωτικῆς δυνάμεως τῶν περιορισμῶν, οὓς ἀνέγραψεν». Συνεπῶς ἡ παράλειψις τοῦ πανηγυρικοῦ τύπου, ὅτι ἡ Βουλὴ τοῦ 1950–51 θὰ ἦτο Ἀναθεωρητική, οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχει καὶ οὐδαμῶς μεταβάλλει τὸ θέμα, ὅτι θὰ ἦτο αὐτομάτως ἰσοδύναμος πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ 1946–50. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ, ὑπέβαλε πρότασιν ψηφίσματος εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ ὁποίου, ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶς τῆς θεωρίας τῆς συνεχείας ἐζήτει δύο τινά: Πρῶτον, ὅπως ἡ Βουλὴ συνεχίζουσα τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀσκήσῃ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν καὶ δεύτερον, ὅπως δι’ εἰδικῶν ψηφισμάτων αὐτῆς καθορίσῃ τὸν τρόπον ἀσκήσεως τῆς ἀναθεωρητικῆς αὐτῆς ἐξουσίας. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο διὰ νὰ ἀντικρούσω καὶ τὴν ἄποψιν, ὅτι τάχα ὄντως ἐγένετο τὸ πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως, ὅπερ τάχα ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐδημιούργησε νέον δίκαιον, καὶ ἑπομένως πᾶσα συζήτησις περὶ ἀναθεωρητικῆς ἐξουσίας, ἐξέλιπε, σημειώνω τὰ ἑξῆς: Διὰ νὰ ἐπικρατήσῃ ἕνα οἱονδήποτε πραξικόπημα πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀναγνώρισις αὐτοῦ, νὰ μὴ ὑπάρξῃ διαμαρτυρία. Ἐν προκειμένῳ, ὅμως, καθὼς σᾶς εἶπον, ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς 1950–51, ὑπεβλήθη παρ’ ἐμοῦ τὸ ὡς ἄνω ψήφισμα καὶ τὸ ψήφισμα αὐτὸ τὸ υἱοθέτησε τότε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἑπομένως αὐτὸ ἦτο ἡ πρώτη ἐκδήλωσις ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐπιστεύομεν εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Ἀνεγνωρίσθη, ὅμως, κύριοι βουλευταί, καὶ ἡ ὀρθότης τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου ἀπὸ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἐθνικόφρονα κόμματα, ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Τονίζω τὴν λέξιν, τὰ ἐθνικόφρονα κόμματα, διότι ἡ ἄκρα ἀριστερὰ δὲν τὸ ἀνεγνώρισε, διότι δὲν τὴν συνέφερε. Καὶ σήμερον, ἡ ἄκρα ἀριστερά, δὲν θέλει νὰ ψηφίσῃ καὶ τὸ σημερινὸν ψήφισμα, πάλιν διὰ τοὺς ἴδιου λόγους, ἐπειδὴ περιέχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν τὴν συμφέρουν. Ὅλα λοιπὸν τὰ ἐθνικόφρονα κόμματα ἀνεγνώρισαν τότε τὸ ὀρθὸν τῆς τοιαύτης ἀρχῆς καὶ ἐγένετο ἀμέσως τότε ἓν συμβούλιον εἰς τὰ ἀνάκτορα ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βασιλέως καὶ ὅλα τὰ κόμματα διὰ τῶν Ἀρχηγῶν των, εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο, ἀπεδέχθησαν τὴν ὀρθότητα τῆς ἰδικῆς μας προτάσεως, καὶ ἀπεφάσισαν νὰ ὑποβληθῇ ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε περισσότερον ὑπεύθυνον τὴν πηγήν του, ὡς προερχόμενον πλέον ἀπὸ ὅλα τὰ κόμματα καὶ αὐτοῦ νὰ ζητηθῇ ἡ ψήφισις, διὰ τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τῶν βουλευτῶν, ἐνισχυομένης τῆς κυβερνητικῆς δυνάμεως καὶ διὰ τῆς ψήφου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ὑπὸ τὸν κ. Τσαλδάρην. Δὲν ἐπετεύχθη τοῦτο ὅμως τότε, κύριοι βουλευταί, διὰ λόγους τυπικούς, ὄχι διὰ λόγους οὐσιαστικούς. Θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω καὶ διὰ λόγους πολιτικούς, διότι ἴσως τὸ Λαϊκὸν κόμμα τότε νὰ μὴν ἤθελεν, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα προήρχετο ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν τοῦ κέντρου, νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ τερματισμός του. Τότε ὁ κ. Τσαλδάρης εἶπεν, ἐξασφαλίσατε σεῖς τὴν ἀπόλυτον πλειοψηφίαν καὶ οἱ δικοί μου βουλευταὶ θὰ ἔλθουν εἰς ἐπικουρίαν. Κακῶς. Διότι εἰς τὰ συνταγματικὰ ζητήματα ἢ εἶναι ὀρθὴ ἡ κατεύθυνσις ἢ δὲν εἶναι. Καὶ οὕτω μέχρι τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα παρέμεινεν ἐκκρεμές. Νὰ καὶ σήμερα, νὰ καὶ αὔριον θὰ συγκεντρωθῇ ὁ ἀριθμός, ὅμως δὲν συνεκεντροῦτο, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ Σύνταγμα δὲν ἐψηφίσθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, δὲν ἤσκησεν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν ἡ παρελθοῦσα Βουλή, καίτοι τὴν εἶχε, χωρὶς ὅμως τοῦτο νὰ σημαίνῃ, ὅτι δὲν ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν ἡ ἀναγνώρισις, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν.
§106Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πολλάκις τὸ συνεζήτησε.
§107Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, πολλάκις.
§108Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Χωρὶς νὰ γίνῃ μνεία κατηγορηματική, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα.
§109Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπιφύλαξις κἂν δὲν ἔγινε.
§110Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ μάλιστα, κύριοι βουλευταί, ἐπανειλημμένως ἐτόνισα τότε, ἀπευθυνόμενος εἰς τὴν πτέρυγα τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι εἶναι περίεργον τὸ πρᾶγμα, ἐγώ, ὁ προερχόμενος ἀπὸ τὴν Δημοκρατικὴν Ἕνωσιν, νὰ ζητῶ, νὰ ζητῶ τόσον ἐπιμόνως νὰ καλύψω τὸ Στέμμα ἐναντίον ἐνδεχομένης αἰτιάσεως, ὅτι παρεβίασεν ὁ Βασιλεὺς τὸ Σύνταγμα, καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε διὰ λόγους ἐκλογικοὺς νὰ ἐμφανίζηται ὡς προασπιστὴς τοῦ στέμματος, νὰ ἐναντιοῦται. Ἔπειτα ὅμως, ἦλθεν ὁ χρόνος τοῦ τερματισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τὸ διατὶ ἐπῆλθεν, ἀνάγεται εἰς πολιτικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν, ὡς προεῖπα, θέλω νὰ ἀποφύγω σήμερον πάσῃ δυνάμει. Ὀφείλω μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἐπῆλθε διότι τότε ὑπῆρχε μονομερὴς Κυβέρνησις τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, στηριζομένη εἰς τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν τῆς παρεῖχε καὶ τὸ Λαϊκὸν κόμμα καὶ ἡ Ε.Π.Ε.Κ. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ κόμματα ἠξίωσαν τότε ταχυτάτην ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐπὶ ἀπειλῇ, ὅτι ἐὰν δὲν βαδίσωμεν ἀμέσως εἰς τὰς ἐκλογάς, θὰ ἄρουν τὴν ἐμπιστοσύνην τους ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Τότε ὑπεβάλαμεν ἡμεῖς τὴν ἀνωτέρω μνημονευθεῖσαν πρότασιν, διὰ νὰ τερματίσωμεν ἐπὶ τέλους τὸ ζήτημα, διότι μᾶς ἔλεγαν καὶ ἐκεῖνοι τότε οἱ ἀντιφρονοῦντες, διατὶ δὲν πᾶμε μὲ τὸ 108; Ὁρίστε, κύριοι, νὰ πᾶτε ἔστω καὶ μὲ τὸ 108 καὶ θὰ ἴδητε εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεκοινώθη ἡ πρότασις ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται σήμερον ὁ Συναγερμός, ἐλέχθη παρὰ πολλῶν, ὅτι εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ γίνῃ γενικὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ θέματος, ὁπότε φυσικὰ θὰ συνεζητοῦντο ὅλαι πάντως αἱ ἀπόψεις, ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἐψηφίσθη ὅμως ὁ ἐκλογικὸς νόμος καὶ τὰ κόμματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ὑπεστήριζον, ἠξίωσαν τὴν ἄμεσον διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἠξίωσαν νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἑπομένως ἡ καλὴ θέλησις ἡ ἰδική μας, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, παρέμεινεν ἀνενέργητος. Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ λύσις τοῦ μυστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Μαρκεζίνης. Διατὶ εἰς τὰς 25 Ἰουλίου ὑπεβλήθη ἡ πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὰς 28 Ἰουλίου, μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἔγινε τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀρχηγῶν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ ἐκεῖ ἀπεφασίσθη καὶ ὑπεγράφη τὸ πρωτόκολλον. Διότι σύσσωμος τότε ὁ πολιτικὸς κόσμος δηλαδὴ σύσσωμος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐκπροσωπούμενος ὑπὸ τῶν τότε πολιτικῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς εἶχε ψηφίσει, ἐδέχετο ὅπως διαλυθῇ ἡ Βουλὴ καὶ προκηρυχθοῦν ἐκλογαὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἰδοὺ τὸ μυστήριον. Προεκηρύχθησαν λοιπὸν αἱ ἐκλογαί. Προεκηρύχθησαν ἐκλογαὶ διὰ Βουλὴν δυναμένην νὰ ἀσκήσῃ καὶ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως καὶ μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ὁ κ. Παπάγος ἐδήλωσεν, ὅτι ἀναμιγνύεται εἰς τὴν πολιτικήν, συγκροτεῖ ἰδικόν του κόμμα καὶ κατέρχεται εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὅταν συνεπῶς κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς ὁ Συναγερμός, ὡς συνεκροτήθη ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κ. Παπάγου, ἦτο ἐν γνώσει τοῦ περιεχομένου τοῦ Διατάγματος προκηρύξεως ἐκλογῶν καὶ ἐσιώπησε. Δὲν διεμαρτυρήθη. Ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον κ. Μαρκεζίνην ἐκπροσωποῦντα εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, τὸν Συναγερμόν, διατί ὁ Συναγερμὸς δὲν διεμαρτυρήθη διὰ τὴν προκήρυξιν ἐκλογῶν διὰ Βουλὴν ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν; καὶ ἡ σιωπὴ ἐκείνη τί δηλώνει; Τὸ τί δηλώνει, τὸ ἀπήντησεν ὁ κ. Μαρκεζίνης διὰ τῶν ὅσων ἐδημοσίευσεν εἰς τὴν «Ἑστίαν» καὶ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα προηγουμένως καὶ τὰ ἐπαναλαμβάνω: «ὁ δὲ πολιτικὸς κόσμος, σιωπῶν, παρεδέχετο τὴν πραγματικότητα ταύτην τόσον πανηγυρικῶς, ὥστε νὰ προκαλῇ σήμερον τοὐλάχιστον ἀπορίαν ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀνακίνησις».
§111Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου προχθὲς ἀπήντησα ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐπανέλθω. Ὅταν ἐπεκαλέσθην διατί δὲν ἐτέθη ζήτημα ἐνώπιον τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν δήλωσιν τῆς Βουλῆς τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1950, εἶπον, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ ἀντιταχθῇ κατὰ τοῦ Συναγερμοῦ καὶ ἐξήγησα τοὺς λόγους. Εἶναι γραμμένα εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὰ ἐπαναλάβω καὶ νὰ κουράζω τὴν Βουλήν.
§112Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ συμφωνήσωμεν. Ἐὰν συνεφωνούσαμεν, δὲν θὰ ἐγίνετο συζήτησις. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀπάντησίν σας, ἡ ὁποία—δὲν τὸ λέγω διὰ νὰ σᾶς θίξω—συμπτωματικῶς ἔχει ἔκτοτε γραφῆ. Ἐὰν δὲν σᾶς ἤρεσε τὸ περιεχόμενον τοῦ Διατάγματος, ὠφείλατε νὰ τὸ εἴπητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν τὸ εἴπατε. Σιωπηρῶς τὸ παρεδέχθητε, (Χειροκροτήματα).
§113Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Δὲν εἴχαμε καμμίαν ὑποχρέωσιν.
§114Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχατε ὑποχρέωσιν ἐὰν ἔχετε ἀντιρρήσεις.
§115Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡγετικὰ στελέχη τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Συναγερμοῦ ἔχουν προσυπογράψει τὸ σχετικὸν πρωτόκολλον.
§116Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη, κύριοι βουλευταί, εἰς ἀντίκρουσιν τῆς θεωρίας τῆς συνεχείας: μὰ τί ζητεῖτε, κύριοι, ζητεῖτε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς θεωρίας τῆς συνεχείας ἐπ’ ἄπειρον; Ἐὰν ἡ πρώτη Βουλή, ἡ διάδοχος τῆς διαλυθείσης δὲν θελήσῃ, ἢ δὲν δυνηθῇ νὰ ἀσκήσῃ τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν καὶ δι’ οἱονδήποτε λόγον ἀποθάνῃ, καὶ ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη θὰ ἔχουν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς ἐπ’ ἄπειρον; Ἀντιστρέφω τὸ ἐρώτημα καὶ λέγω: ἀξιότιμοι κύριοι τοῦ Συναγερμοῦ, δέχεσθε ἀπὸ ἀπόψεως νομιμότητος, ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς ὀρθότητος, δέχεσθε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διαλύσῃ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον; Ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζω, δὲν ἔχει κανεὶς ἀντίρρησιν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν εἴχατε θὰ εὑρίσκεσθε ἔξω τῆς νομιμότητος, ἔξω τῆς ἐπιστήμης τοῦ δημοσίου δικαίου, ἔξω τῆς πραγματικότητος. Ὁ Βασιλεύς, λοιπόν, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίσῃ τὸν τερματισμὸν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου καί, ὅταν διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ἡ διάδοχος αὐτομάτως ἀσκεῖ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Μὲ τὴν θεωρίαν σας ὅμως θὰ ἠδύνατο ὁ Βασιλεύς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ἀμέσως, νὰ τὸ ἐπιτύχῃ ἐμμέσως διὰ τῆς διαλύσεως τῆς δευτέρας Βουλῆς, ὁπότε θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον ὅτι ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ διαλύσῃ μίαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐμποδίσῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, θὰ ἠμποροῦσε νὰ τὸ κάμῃ αὐτὸ διαλύων εἴτε καλῇ τῇ πίστει, εἴτε κακῇ, δύο φορὰς τὴν Βουλήν, καὶ τότε, κύριοι, δὲν θὰ ἠμποροῦσε καὶ ἡ τρίτη νὰ ἔχῃ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Οὐχ ἧττον ὅμως, ἂν καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη δὲν συμμορφωθοῦν πρὸς τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπέναντι τοῦ λαοῦ νὰ δώσουν Σύνταγμα, τότε δὲν πρόκειται πλέον περὶ ζητήματος ὁμαλῆς κοινοβουλευτικῆς δράσεως, ὁμαλῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς, ἀλλὰ πρόκειται πλέον περὶ θέματος εὑρισκομένου ἔξω τοῦ Συντάγματος καὶ ἄλλα μέσα πρόκεινται τότε, πρὸς καταστολὴν τῆς τοιαύτης ὑπερβασίας. Σήμερον δὲν ἔχομεν τοιοῦτον δεδομένον καὶ ἐπὶ ὑποθέσεων ἀορίστων, ὑποθέσεων ἀβασίμων, δὲν δικαιούμεθα νὰ στηρίζωμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως καὶ τὴν ψῆφον τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν. Σήμερον ἔχομεν τὸ ἑξῆς πραγματικὸν γεγονός: Διελύθη καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1946 καὶ ἡ Βουλὴ τοῦ 1950 εἶχε καὶ αὐτὴ ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, ὄχι μόνον βάσει τῆς θεωρίας περὶ συνεχείας ἀλλὰ καὶ βάσει τῆς γενικῆς παραδοχῆς, τῆς ἐκδηλωθείσης ρητῶς, πρῶτον διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῶν Ἀρχηγῶν ὅλων τῶν Κομμάτων τῆς παρελθούσης Βουλῆς καὶ δεύτερον διὰ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ. Λέγων αὐτό, δὲν θέλω νὰ θίξω οὐδένα ἐκ τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ πρακτικὸν ἐκεῖνο καὶ σήμερον ἐκδηλώνουν ἄλλην γνώμην. Δέχομαι μὲ πλήρη ἀντικειμενικότητα καὶ ἀνωτέραν σκέψιν, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου καὶ εἰδικώτερον ἀκόμη εἰς τὰς ἐκδηλώσεις τῆς πολιτικῆς του δράσεως, ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν ἔχει ὁ πολιτικός, ὅταν νεώτεραι σκέψεις τὸν πείθουν ὅτι ἔσφαλε πρὸς μίαν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε χαράξει, ὑποχρέωσιν, λέγω, ἔχει νὰ τὴν ἐγκαταλείψῃ καὶ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν νέαν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ὡς ὀρθήν. Ἐὰν ὅμως τὸ ἐπικαλοῦμαι, καὶ δικαιοῦμαι νὰ τὸ ἐπικαλεσθῶ, τὸ ἐπικαλοῦμαι ὡς νομικὸν ἐπιχείρημα, ὅτι δηλαδὴ ἡ ὁλότης τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς παρελθούσης Βουλῆς, διὰ τοῦ πρωτοκόλλου, τοῦ Ἰουλίου 1951, παρεδέχθη, ὅτι ἡ μέλλουσα Βουλὴ θὰ ἀσκήσῃ καί ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἀπόφασις ἐδημοσιεύθη καὶ ἔγινε κτῆμα ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς γνωρίζει τὶ ἐψήφισε καὶ ἐψήφισεν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ καθαρῶς νομικῆς ἀπόψεως τερματίζων, λέγω, ἐν ἀνακεφαλαιώσει, ὅτι δὲν ὑπῆρξε πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ὑπάρχει ὁμαλὴ καὶ καθ’ ὅλους τοὺς νομικοὺς κανόνας ἄσκησις δικαιώματος ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀσκούσης τὴν ἐξουσίαν ἐξ ἰδίας δυνάμεως καὶ ἰδίας ἁρμοδιότητος, διότι καὶ τὸ 108 δὲν ἰσχύει, καὶ καθολικὴ ἀναγνώρισις λαοῦ καὶ κομμάτων προϋπάρχει. (Χειροκροτήματα).
§117Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ σᾶς διακόψω ἐξέφυγε, διότι ἐπροχωρήσατε. Ἐπεθύμουν νὰ σᾶς διακόψω εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ὡμιλήσατε περὶ διαλύσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1946. Ὑπάρχει σαφὴς διαστολὴ μεταξὺ τοῦ ἐπιτρεπτοῦ, ἢ μὴ ἐπιτρεπτοῦ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης πρὸ τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἔργου τοῦ ἀναθεωρητικοῦ καὶ τοῦ πραγματικοῦ καὶ νομικοῦ γεγονότος τῆς διαλύσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκείνη ἡ Βουλὴ διελύθη, ἀνέκυψεν ἕνα ἀναμφισβήτητον πραγματικὸν καὶ νομικὸν γεγονός, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἔπαυσεν ὑφισταμένη. Ἐὰν κακῶς διελύθη, εἶναι θέμα πολιτικόν, εἶναι θέμα εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἰσηγήθη εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα τὴν ἄσκησιν τῆς ἁρμοδιότητος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, πρὸ τῆς περατώσεως τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν θέμα τῆς ἐνδεχομένης εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀπολύτως ἄσχετον πρὸς τὸ αὐτόνομον, πραγματικὸν καὶ νομικὸν γεγονὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἔπαυσεν ὑφισταμένη.
§118Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ τὸ ἔργον της τὸ ἔφερε καὶ αὐτὸ εἰς τὸν τάφον της;
§119Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ὅταν μία Βουλὴ παύσῃ ὑφισταμένη δὲν ὑπάρχει ἔργον της.
§120Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀνήκει εἰς κάποιον ἄλλον. Εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§121Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Ἡ γνώμη σας.
§122Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν τοῦτο τὸ ἔλεγεν ἄλλος τις, δὲν θὰ μὲ ἐξέπλησσε, τὸ ὅτι μοῦ τὸ λέγετε σεῖς, ὁ τόσον διακεκριμένος νομικός, μὲ ἐκπλήσσει. Διότι μοῦ λέγετε, ὅτι ἡ πρὸς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα εἰσήγησις τῆς οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, νὰ παραβῇ τὸ Σύνταγμα, δημιουργεῖ εὐθύνην μόνον τῆς εἰσηγουμένης Κυβερνήσεως. Ἐγὼ σᾶς εἶπον καὶ τὸ ἀνέπτυξα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διαλύων τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν...........
§123Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Μοῦ ἀποδίδετε γνώμην τὴν ὁποίαν δὲν εἶπον. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ καὶ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν· λέγω, ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄλλος τις φρονῇ, ὅτι πρὸ τῆς περαιώσεως τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως, αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος δὲν πρέπει νὰ κάμῃ χρῆσιν ὁ Βασιλεύς, ἐάν τις οὕτω φρονῇ, λέγω, τότε τὸ θέμα εἶναι θέμα εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως τῆς εἰσηγηθείσης, ἡ ὁποία φέρει τὴν εὐθύνην δι’ ὅλας τὰς πράξεις τοῦ Βασιλέως, ὡς γνωστόν, σύμφωνα πρὸς τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος. Λέγω τὸ θέμα τῆς ἐνδεχομένης κατὰ γνώμην τινὰ δημιουργίας εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ αὐτόνομον πραγματικὸν καὶ νομικὸν γεγονὸς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ διελύθη. Ὑπῆρξα ἀπολύτως σαφής. Παρακαλῶ νὰ μὴ μοῦ ἀποδίδετε γνώμας, τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρξα ὁ ἐκφραστής.
§124Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ὑπήρξατε σαφής. Δὲν λέγω ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν εὐθύνην της νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς.
§125Δ. ΜΠΑΜΠΑΚΟΣ. Καὶ οἱ συγγραφεῖς ὅλοι αὐτὸ λέγουν.
§126Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ὄχι ὅμως καὶ τὴν παρεμπόδισιν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐξουσίας τῆς διαδόχου Βουλῆς. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διαλύσῃ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ νὰ προκηρύξῃ ἐκλογὰς διὰ Βουλὴν μὴ ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκῇ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Ἐκεῖ εἶναι τὸ θέμα. Καὶ ἡμεῖς, φίλτατε κύριε Μπαμπάκο καὶ κύριοι βουλευταί, ὡς κόμμα τῶν Φιλελευθέρων τὸν Ἰούλιον τοῦ 1951 εἰσηγήθημεν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1950, διὰ τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν ὅτι ἦτο Ἀναθεωρητική, ἀλλὰ προεκηρύξαμεν ἐν ταὐτῷ νέαν ἐκλογὴν διὰ Βουλὴν Ἀναθεωρητικήν. Ταῦτα, κύριοι βουλευταί, ὡς πρὸς τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Δὲν ὑπάρχει εἴπομεν πραξικόπημα καὶ ὑπάρχει καθολικὴ ἀναγνώρισις ὑπὲρ τῆς ἰδικῆς μας ἀπόψεως. Δὲν ὑπάρχει ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπάρχει καθολικὴ ἀναγνώρισις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τοῦ λαοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ σημερινὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ ἐξ ἰδίας δυνάμεως καὶ ἐξ ἰδίας ἁρμοδιότητος ἀναθεωρητικὰ δικαιώματα. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἡ πολιτικὴ ἄποψις τοῦ θέματος, κύριοι βουλευταί. Ὁ καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Παρισίων Βεντέλ, εἰς τὸ σύγγραμμά του περὶ συνταγματικοῦ δικαίου, ἔτος 1949, λέγει: «Κάθε Σύνταγμα δύναται νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀναθεώρησίν του ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον, ἢ τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένων διατάξεων αὐτοῦ. Ἡ τοιαύτη ὅμως ἀπαγόρευσις ἔχει πολιτικὴν μόνον ἀξίαν καὶ ὄχι νομικήν». Ὁ ἀξιότιμος κ. Χατζηγιάννης, σᾶς ἐμνημόνευσε χθὲς ἀντίστοιχον, ταὐτόσημον γνώμην καὶ τοῦ Μπαρτελεμὺ καὶ εἶπεν ὅτι ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος δὲν κρίνεται μόνον μὲ νομικὰ κριτήρια, κρίνεται καὶ μὲ πολιτικὰ κριτήρια. Ὅταν δηλαδὴ αἱ πολιτικαί, αἱ κοινωνικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τοῦ τόπου ἐπιβάλλουν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀναθεώρησις αὐτὴ γίνεται, ἀνεξαρτήτως νομικῶν φραγμῶν καὶ νομικῶν τύπων. Ἐπικαλοῦμαι καὶ ἄλλου γνώμην, τοῦ καθηγητοῦ Μπουρντὼ τοῦ Πανεπιστημίου τῶν Παρισίων, ὁ ὁποῖος λέγει: «Ἐν τούτοις οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν λαμβανόμενα προληπτικὰ μέτρα, συμβαίνει ὥστε αἱ προβλεπόμεναι διαδικασίαι νὰ μὴ γίνωνται σεβασταί. Τοῦτο εἶναι τρόπος μεταβολῆς τοῦ Συντάγματος ἐξαιρετικῶς συνήθης. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1793, τὸ ὁποῖον δὲν κατηργήθη, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῆς Κονβανσιὸν καὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1852, τὸ ὁποῖον ἀντικατεστάθη κανονικῶς τὸ 1870, ὅλα τὰ Γαλλικὰ Συντάγματα ἀνετράπησαν ἐπαναστατικῶς». Ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Γαλλίας ἀνεθεωρήθησαν, ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν νομικῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας προδιέγραφον οἱ Γαλλικοὶ νόμοι. Τώρα ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι αἱ Ἑλληνικαί, αἱ ὁποῖαι ὑπαγορεύουν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος; Κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων πρὸ ὀλίγου ἐσημείωσε τὴν πληθὺν τῶν συντακτικῶν πράξεων, τὴν πληθὺν τῶν ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐκδοθῆ ὄχι μόνον ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ζωὴν τῆς Βουλῆς τοῦ 1946–50, ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν φέρει μίαν ἀναστάτωσιν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς Πολιτείας. Ἔφθασε μάλιστα μέχρι τοιούτου σημείου ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἀπεμπολῶν τὰ ἰδικά του δικαιώματα καὶ παραγνωρίζων, ὡς μὴ ἔδει, καὶ τὴν βαρυτάτην εὐθύνην κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων του, ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀφίνῃ ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα, καὶ τὰ συντακτικοῦ ἀκόμη περιεχομένου, ἔκθετα. Ἔ, ἂς τὰ λύσουν τὰ δικαστήρια. Καὶ ἐφθάσαμεν, κύριοι βουλευταί, μέχρι τοῦ σημείου ὥστε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν, τὴν 552)1949 ἀναφορικῶς πρὸς ἕνα Α. Ν. τοῦ 1936, ὁ ὁποῖος ἔδει νὰ ἔχῃ κυρωθῆ ἀπὸ τὴν μέλλουσαν νὰ συνέλθῃ Βουλὴν καὶ οὐδέποτε ἐκυρώθη· ἔφθασε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, καίτοι ὁ νόμος αὐτὸς εἶχεν ἐκδοθῆ ἀπὸ τὸ 1936 καὶ ἔκτοτε ἐμεσολάβησαν διάφορα πολιτικὰ καὶ πολιτειακὰ καθεστῶτα εἰς τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ τόν κυρώσῃ Βουλή, ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀπέκτησε κῦρος μόνον διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου. Δὲν κακίζω τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἐξέδωσε τοιαύτην ἀπόφασιν, διότι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην πρὸς ἐξοικονόμησιν ἑνὸς σοβαρωτάτου κοινωνικοῦ θέματος, καθ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαιτησίας τῶν συλλογικῶν συμβάσεων καὶ ἔφθασε μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς δικαστικῆς του ἐξουσίας νὰ θεωρήσῃ τὸν νόμον αὐτὸν ἰσχύοντα, οἰκειοποιούμενον νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Βλέπετε, λοιπόν, πῶς ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἡ συναγομένη ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος αὐτῆς τῆς συνταγματικῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, μᾶς ἄγει εἰς πλήρη σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν. Ὑποστηρίζομεν λοιπόν, ὅτι πρωταρχικὸν χρέος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου εἶναι νὰ ψηφίσῃ ἐπὶ τέλους ἕνα Σύνταγμα, νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν συνταγματικὴν καὶ νομικὴν τάξιν εἰς αὐτὴν τὴν Χώραν καὶ νὰ παγιώσῃ πλέον τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον τῆς Δημοκρατίας. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλοι πολιτικοὶ λόγοι. Ὑπάρχουν αἱ ἀνάγκαι τῆς διαρρυθμίσεως ὡρισμένων ζητημάτων, ὅπως τὸ ζήτημα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως ὅπως τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγκης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως. Εἶναι εἰς ὅλους σας γνωστόν. Διαφωνοῦμεν ἀληθῶς καὶ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα μὲ τὸν ἀξιότιμον καὶ φίλτατον βουλευτὴν ἐξ Ἀθηνῶν κ. Μαρκεζίνην, φίλτατον παρ’ ὅλην τὴν πολιτικὴν ἀντίθεσιν ἡ ὁποία μᾶς χωρίζει, ἐλπίζω προσωρινῶς, διαφωνοῦμεν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα, ἀλλὰ δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω μὲ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ παρίδω εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ κτηνοτρόφων. Τὸ θέμα αὐτὸ μοῦ εἶναι ἰδιαιτέρως προσφιλὲς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας παραδόσεως, διότι τὸ θέμα αὐτὸ ἀνεκινήθη ἀπὸ τοῦ 1910 ἀπὸ τὸν πρῶτον πολιτικὸν Ἀρχηγόν μου, τὸν ἀείμνηστον Παπαναστασίου. Μὲ αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν ἐγαλουχήθην ἀπὸ αὐτόν. Αὐτὴν τὴν συνέχειαν εὑρῆκα καὶ εἰς τὸν δεύτερον Ἀρχηγόν μου, τὸν κύριον Βενιζέλον, καὶ ἑπομένως εἶναι ἓν θέμα, τὸ ὁποῖον ἐκ παραδόσεως, ἐκ πίστεως καὶ σημερινῆς πραγματικότητος εὑρίσκεται ὁλόκληρον εἰς τὴν ψυχήν μου. Ὁ Συναγερμὸς μᾶς λέγει: Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ Συντάγματος. Ἐλᾶτε νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον. Διατί νὰ ψηφίσωμεν ἕνα Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ναὶ μὲν θὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ κτηνοτρόφων, ἀλλὰ ἕνα Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον, ἐπειδὴ ἔχει ὁ Συναγερμὸς ἀντιρρήσεις, δὲν τὸ θέλει καὶ δὲν θὰ τὸ ψηφίσῃ, δὲν θὰ ἔχῃ ἰσχύν. Κύριοι βουλευταί, ἀντιπαρέρχομαι τὴν ἐγωϊστικὴν αὐτὴν ἄποψιν τοῦ Συναγερμοῦ, ὅτι ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν θὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, τὸ Σύνταγμα δὲν θὰ ἔχῃ ἰσχύν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ Κράτη, καὶ τὰ δημοκρατικὰ εἰδικῶς Κράτη, θὰ τὰ διεκυβέρνα ἡ μειοψηφία καὶ ὄχι ἡ πλειοψηφία. Ἡ πλειοψηφία θὰ ἀποφανθῇ ποῖον εἶναι τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας. Ἡ μειοψηφία, βέβαια, ἔχει ὅλο τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις της, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται, ὄχι νὰ ἐκδηλώνῃ, ἀλλὰ οὔτε σκέψιν κἂν νὰ διατηρῇ, ὅτι ἐπειδὴ ἡ μειοψηφία δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς οἱανδήποτε νομοθετικὴν πρᾶξιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἡ νομοθετικὴ πρᾶξις δὲν ἔχει κῦρος. Καὶ μᾶς λέγουν: «Ἐλᾶτε νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον ὅλοι μαζί, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ γεννήσῃ ἀμφιβολίας», καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν γνώμην τοῦ κ. Σβώλου, ὁ ὁποῖος νομίζει, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ δὲν θὰ εὑρεθοῦν ἀντιρρήσεις. Ἀντιρρήσεις ὅμως θὰ εὑρεθοῦν καὶ τότε θὰ ἔχωμεν ἐπίσης προσβολὴν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ θὰ θίγωνται ἐξ αὐτοῦ καὶ θὰ ἔχωμεν, καὶ μὲ αὐτὸν τὸν νόμον πάλιν, τὰ δικαστικὰς διαιωνίσεις καὶ τοὺς ἀτέρμονας ἀγῶνας εἰς βάρος τῶν ἀγροτῶν. Διατί δὲν ἔρχεσθε ὅμως καὶ σεῖς νὰ ψηφίσωμεν ὅλοι μαζί, ἀντὶ νόμου, αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ προστατεύσωμεν ἀπολύτως καὶ δραστικῶς τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν δυστυχῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀναμένουν τὴν ἰδικήν των προστασίαν; Κύριοι βουλευταί, ὑπάρχει καὶ τὸ ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πλέον τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ὁλότητί της. Ὑπάρχει δηλαδὴ τὸ πολιτικὸν θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς θέσεως πλέον τῆς Βουλῆς ἔναντι τοῦ Στέμματος. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὅπως εἶπον, πραξικόπημα τοῦ Βασιλέως. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, διὰ τῆς προκηρύξεως ἐκλογῶν διὰ Βουλὴν ἔχουσαν καὶ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν, ἐκάλυψε καὶ τυπικῶς τὴν οἱανδήποτε εὐθύνην τοῦ Βασιλέως. Κατὰ τὸ ἰδικόν μας κόμμα μὲ τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, ὁ Βασιλεύς, διαλύσας τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν καὶ ἐν ταὐτῷ συγκαλέσας νέαν, δὲν ἔκαμε πραξικόπημα, διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἠθέλησεν ὅμως νὰ τὴν ἐνασκήσῃ καὶ διὰ τοῦτο—τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων—ὁ Βασιλεὺς διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἰουλίου 1951, ἐπαναφέρει τὰ πράγματα εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ καλεῖ τὴν νέαν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ συνεχίσῃ δηλαδὴ ἀσκοῦσα τὴν διακοπεῖσαν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Ἔργον πλέον ἰδικόν της—τῆς Βουλῆς—εἶναι νὰ τὸ πράξῃ, ἀλλὰ καὶ εὐθύνη μόνον ἰδική της. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι πλέον—καθ’ ἡμᾶς—ὄχι μόνον οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ καὶ τυπικῶς ἐν τάξει. Θὰ ἤμουν πρόθυμος, ἐγὼ προσωπικῶς, νὰ δεχθῶ, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀποκατάστασις τῆς θέσεως τοῦ Στέμματος δὲν εἶναι ἔργον μόνον τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἐξέδωκε τὸ Διάταγμα τοῦ Ἰουλίου 1951, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἔργον ὅλων τῶν συντεταγμένων κομμάτων τοῦ πρακτικοῦ τῆς 28ης Ἀπριλίου 1951, ὅτι εἶναι ἔργον καὶ τοῦ μεγάλου μέρους τῶν καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν μετεχόντων βουλευτῶν καὶ ἤδη βουλευτῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ καὶ τῶν διακεκριμένων ἐπιτελῶν του, ἀρκεῖ οἱ ἴδιοι νὰ μὴ τὸ χαλάσουν, ὡς τοὺς ἐπιτάσσει ὁ Συναγερμὸς ὀψίμως.
§127Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ καθ’ ἡμᾶς ὁ Βασιλεὺς εἶναι πάντοτε οὐσιαστικῶς καὶ τυπικῶς ἐν τάξει, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος δι’ οἱανδήποτε πρᾶξίν του. Κατὰ τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος, εὐθύνεται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ποὺ προσυπογράφει. Ἐπομένως, νομίζω, ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν καὶ νὰ ἀναμιχθῇ τὸ θέμα εἰς τὴν κατὰ τὰ ἄλλα καλὴν ἐπιχειρηματολογίαν σας. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν ἔχει θέσιν. Οὐδεμία πτέρυξ τῆς αἰθούσης αὐτῆς, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον πάσης ἄλλης, ἡ πτέρυξ τοῦ Συναγερμοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ὑπονοεῖ ὑπεύθυνον ἢ ἔστω καὶ ἀκάλυπτον τὸν Βασιλέα. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἀνάγκην καλύψεως. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔχει ἀνάγκην καλύψεως, τὸ ὁποῖον κατὰ τρόπον ἀντισυνταγματικὸν εἰσηγήθη τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἡ ὁποία ἦτο Ἀναθεωρητική. Ἐπομένως, δὲν ὑπάρχει θέμα.
§128Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν Βασιλέα ἐκαλύψαμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ἰδικῆς μας πράξεως.
§129Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ καλύψετε τί;
§130Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα. Τότε τερματίζεται ἡ ἀνωμαλία.
§131Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνωμαλία διὰ λογαριασμὸν τοῦ Βασιλέως. Ἡ ἀνωμαλία ἐκαλύφθη διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεύθυνος.
§132Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν παρηκολουθήσατε αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον πρίν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσηγήθη τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης δὲν καλύπτει τὴν εὐθύνην τοῦ Βασιλέως παραβαίνοντας τυχὸν τὸ Σύνταγμα.
§133Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν καλύπτει ἀπολύτως.
§134Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Βʹ, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν, ὅτι δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην διὰ τὴν δικτατορίαν. «Ὑπεύθυνον σύμβουλον ἔχω, ἔλεγε, τὸν Μεταξᾶν, αὐτὸς μοῦ εἰσηγήθη τὴν δικτατορίαν, τὴν ἔκαμα καὶ δὲν φέρω καμμίαν εὐθύνην». Παρέβη τὸ Σύνταγμα καὶ ἔλεγεν, ὅτι δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην.
§135Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι παράβασις.
§136Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἐμὲ εἶναι, διότι ὁ Βασιλεὺς ἔχει ὁρκισθῆ πίστιν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἐὰν τὸ παραβῇ δὲν καλύπτεται ὑπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς Κυβερνήσεώς του. Ἐκεῖ διαφωνοῦμεν.
§137Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς γνωρίζω ὡς λίαν τολμηρὸν εἰς τὰς ἐπιστημονικάς σας θεωρίας, τολμηρότερον περισσότερον παντὸς ἄλλου συναδέλφου. Εἶναι πρὸς τιμήν σας ἴσως, ἀλλὰ δημιουργεῖτε μίαν νέαν θεωρίαν περὶ εὐθύνης τοῦ Βασιλέως καὶ καταργεῖτε τὴν εὐθύνην τὴν ὑπουργικήν, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα καθιεροῖ ὡς ἐγγύησιν τοῦ ἀνευθύνου τοῦ Βασιλέως.
§138Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε ποσάκις εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν εἶπον, ἐλᾶτε νὰ καλύψωμεν τὸ Στέμμα. Τὸ Στέμμα, ἔλεγον, εἶναι ἔκθετον.
§139Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ πέρυσιν ἐδημιουργήσατε αὐτὴν τὴν θεωρίαν.
§140Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1950, εὐθὺς ὡς εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν.
§141Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατεθέσατε ἐκεῖνο τὸ ψήφισμα καὶ ἐλέγατε ἐλᾶτε νὰ καλύψωμεν τὸ Στέμμα καὶ σᾶς εἴπομεν τότε καὶ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ σήμερον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κἂν νὰ λέγετε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι ἀκάλυπτον τὸ Στέμμα. Τὸ Στέμμα εἶναι ἀνεύθυνον καὶ ὀφείλει τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τοῦ ἀνευθύνου νὰ τὴν συντηρήσῃ ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ συναισθάνεται ὅτι ὑπεύθυνος εἶναι ὁ προσυπογράφων πολιτικὸς κόσμος διὰ πᾶσαν πρᾶξιν δημοσίου δικαίου καὶ μόνον αὐτός. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε περὶ δικτατορίας τοῦ Μεταξᾶ εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῆτε ὅτι ὑπάρχει θέμα συζητήσεως μὲ μίαν Βουλὴν ἡ ὁποία διελύθη δύο μῆνας πρὸ τῆς λήξεως τῆς φυσικῆς της ζωῆς.
§142Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντιλαμβάνομαι τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον σᾶς προκαλεῖ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ὁ Συναγερμός. Δὲν τὸ ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς, ὁ Συναγερμὸς τὸ ἐδημιούργησε.
§143Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος.
§144Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς τὸ εἴπομεν προηγουμένως καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν καὶ τὸ τονίζομεν, δὲν νομίζομεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔκαμε πραξικόπημα, διότι πιστεύομεν εἰς τὴν θεωρίαν τῆς συνεχείας, βάσει τῆς ὁποίας διέλυσε τὴν Βουλὴν τοῦ 1946–50 καὶ προεκήρυξεν ἐκλογὰς νέας Βουλῆς τὴν ὁποίαν τὸ Διάταγμα τῆς συγκλήσεώς της δὲν τὴν καθορίζει πανηγυρικῶς ὡς Ἀναθεωρητικήν, διότι αὐτομάτως ἦτο Ἀναθεωρητική. Δὲν παρέβη τὸ Σύνταγμα ὁ Βασιλεύς, διότι αὐτομάτως ἡ Βουλὴ ἐκείνη εἶχε τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀναθεωρητικήν. Ὁ Συναγερμὸς ὅμως λέγει: Ὄχι. Διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη καὶ τὸ Διάταγμα δὲν γράφει ὅτι προκηρύσσονται ἐκλογαὶ δι’ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἄρα δὲν ὑπάρχει Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἰδοὺ τετελεσμένον τὸ πραξικόπημα, κατὰ τὸν Συναγερμόν, ὄχι καθ’ ἡμᾶς.
§145Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πραξικόπημα τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι τοῦ Βασιλέως.
§146Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παράβασις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ μέρους τοῦ Βασιλέως, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ, δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ὄχι.
§147Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε τί ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ὑπεύθυνος εἶναι ἡ Κυβέρνησις;
§148Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς τὸ εἶπον. Δὲν κατηγορεῖται, οὔτε ἐνάγεται ὁ Βασιλεὺς δι’ ἀποζημίωσιν δι’ οἱονδήποτε πολιτικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεώς του. Τὴν εὐθύνην τὴν ἔχουν οἱ Ὑπουργοί. Καὶ προσφάτως ἠσκήθη αὐτὴ ἡ διαδικασία, χωρὶς νὰ εὐθύνεται ὁ Βασιλεύς. Τὴν εὐθύνην τὴν εἶχεν ὁ Ὑπουργός.
§149Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ αὐτὸ μία ἀπὸ τὰς τολμηράς σας θεωρίας.
§150Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ Βοῦ–Α Βὰ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. (Χειροκροτήματα). Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω. Δὲν εἶμαι ἐγὼ προσωπικῶς, κύριοι βουλευταί, διατεθειμένος νὰ μονοπωλήσω ὅτι τοιαύτη ὑποκατάστασις τοῦ Στέμματος ἀποτελεῖ ἔργον μόνον τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Ἀποτελεῖ ἔργον καὶ ὅλων τῶν Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ πρωτόκολλον τοῦ Ἰουλίου 1951, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο δεκτὸν ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ σημερινὴ θὰ ἀσκήσῃ ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Εἶναι ἀκόμη ἔργον καὶ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν τοῦ Συναγερμοῦ οἱ ὁποῖοι μετέσχον εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν καὶ ἀνῆκον εἰς τὰ κόμματα ἐκεῖνα. Εἶναι ἔργον καὶ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν τοῦ Συναγερμοῦ καὶ τῶν διακεκριμένων ἐπιτελῶν του. Ἀρκεῖ μόνον, κύριοι βουλευταί, νὰ μὴ τὸ χαλάσουν τώρα οἱ ἴδιοι. Ἀλλὰ μᾶς ἐπισείουν ἐνδεχομένην ἀκυρότητα τοῦ Συντάγματος. Μᾶς λέγουν: Προσέξατε, ἡμεῖς δὲν τὸ ψηφίζομεν τὸ Σύνταγμα. Πῶς εἶναι δὲ δυνατὸν ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν θὰ ψηφίσωμεν νὰ ἰσχύσῃ; Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ ἐντεῦθεν ἔγιναν πλέον ἢ ἅπαξ παρεκκλίσεις ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἀπὸ τῆς ἐπαναφορᾶς του, δηλαδὴ ἐν ἰσχύϊ προσωρινῶς. Καὶ οὔτε παρ’ οὐδενὸς ἐζητήθησαν ποτὲ εὐθῦναι, οὔτε οὐδεὶς ποτὲ ὑπεστήριξεν ὅτι αἱ παρεκκλίσεις ἐκεῖναι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, αἱ γενόμεναι χωρὶς ποσῶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 108, δὲν εἶχον νομικὴν ἰσχύν, δὲν ἐδημιούργησαν ἰσχυρὰ καὶ ἔγκυρα νομικὰ ἀποτελέσματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς ἐμνημόνευσε προχθὲς σειρὰν ὅλων συνταγματικῶν μεταβολῶν γενικωτάτης φύσεως, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἀπὸ τὸ 1864 μέχρι σήμερον καὶ αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἄνευ τηρήσεως τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Κανὲν δικαστήριον δὲν εἶπε ποτὲ ὅτι αὗται εἶναι ἄκυροι. Καὶ ὅπως ὁ κ. Λυκουρέζος πρὸ ὀλίγου εἶπε: Πέστε μας μίαν ἀπόφασιν δικαστικήν, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ ἐντεῦθεν εἶπεν, ὅτι δὲν ἰσχύει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸν ἐρωτῶ καὶ ἐγώ. Εἴπατέ μας μίαν ἀπόφασιν, ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον, ἡ ὁποία δέχεται ὡς ἄκυρον οἱανδήποτε συντακτικὴν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 108.
§151Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον προέλευσιν ἐπαναστατικήν.
§152Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναστατικὴ προέλευσις εἶναι καὶ ἡ ἰδική μας. Καὶ προέλευσις ὄχι ἀπὸ μίαν μόνον ἐπανάστασιν, ἀλλ’ ἀπὸ σειρὰν κινημάτων. Δὲν θέλω νὰ τὰ μνημονεύσω. Εἶπον ὅτι εἰς τὴν πολιτικὴν δὲν θὰ εἰσέλθω. Ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ ἐντεῦθεν ὅμως ἔχομεν σειρὰν ἐπαναστάσεων, σειρὰν ἐκτροπῶν, σειρὰν συνταγματικῶν ἀνωμαλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναμένουν τὴν λύσιν των. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, Ἀλλ’ ἔχομεν ἓν Σύνταγμα, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη προσωρινῶς. Καὶ μόνον δὲ καὶ μόνον, τὸ ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἐπανεφέρθη προσωρινῶς εἰς ἰσχύν, μόνον αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο, μᾶς ἐπιβάλλει τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἄλλως, ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις, ὑπάρχει πλήρης ἡ καταράκωσις τοῦ κύρους τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ὁ πολιτικὸς κόσμος, ὁ ὁποῖος παρ’ ὅλα τὰ γεγονότα ἀπὸ τοῦ 1935–51, δὲν ἐστάθη ἱκανὸς νὰ δώσῃ ἕνα Σύνταγμα εἰς τὴν χώραν, ποῖον κῦρος θέλετε, κύριοι βουλευταί, νὰ ἔχῃ; (Χειροκροτήματα). Δὲν εἴμεθα λοιπὸν προϊὸν μιᾶς ἐπαναστάσεως. Εἴμεθα προϊὸν πολλῶν ἐπαναστάσεων. Καὶ ὅπως εἰς τὸ 1911 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἀνέπτυξε προχθὲς—ἡ ὁμόθυμος ἀπόφασις τῶν Ἀρχηγῶν τῶν τότε πολιτικῶν κομμάτων, ἐπέτρεψεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1910, καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τὴν διάδοχον Βουλὴν τοῦ 1911, ἔτσι καὶ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, κύριοι βουλευταί, σήμερον, ὅτι ἡ ὁμόθυμος γνώμη τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν τοῦ τόπου κατὰ τὸ ἔτος 1951, δίδει ἐγκύρως τὸ δικαίωμα εἰς τὴν σημερινὴν Βουλὴν νὰ ἀσκήσῃ ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν, καὶ εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ψήφισιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον συζητεῖται. Κύριοι βουλευταί, ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα ἀπὸ ἀπόψεως νομικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως κύρους τοῦ Συντάγματος. Ψηφίσατε λοιπὸν τὸ Σύνταγμα. Τερματίσατε τὴν ἀνωμαλίαν. Ἀποκαταστήσατε εἰς τὴν δύσμοιρον πλέον αὐτὴν χώραν τὴν νομικὴν εὐταξίαν. Περιφρουρήσατε τὸν κοινοβουλευτισμὸν καὶ διαφυλάξατε τὸ κῦρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἂς μὴ παρασυρθῆτε, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τὰς σειρῆνας τοῦ Συναγερμοῦ μὲ τὸ καινοφανὲς ὄψιμον ἆσμα των. Ὅλοι αὐτοὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἴτε ἔψαλλον ἄλλο ἆσμα, τὸ ἰδικόν μας, εἴτε διὰ τῆς σιωπῆς των, παρεδέχοντο τὴν ὀρθότητα τῶν ἰδικῶν μας ἀπόψεων. Παρεδέχοντο τὸ δικαίωμα τῆς σημερινῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα. Ψηφίσατε λοιπὸν τὸ Σύνταγμα. Ἡ πλειοψηφία σας εἶναι ἀρκετή, εἶναι ὑπεραρκετὴ διὰ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν χώραν ἕνα Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καὶ νομικὴν ἰσχὺν θὰ ἔχῃ ἀπόλυτον, ἀλλὰ καὶ κῦρος ἀπαραβίαστον. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς μνημονεύσω, ὅτι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας παρεδέχθησαν ὡς ἐγκύρους συντακτικὰς πράξεις καὶ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν εἴτε ἀπὸ Κυβερνήσεις εἴτε ἀπὸ παρελθοῦσαν Βουλὴν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τοῦ 1946–50, κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Ψηφίσατε λοιπὸν τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ προσφέρετε καὶ γενικῶς εἰς τὴν Πατρίδα μίαν μεγάλην ὑπηρεσίαν, διότι τῆς ἐξασφαλίζετε τὸν καταστατικόν της χάρτην καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν μεγάλην μᾶζαν τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, νὰ τῆς δώσητε μίαν βασικὴν ἱκανοποίησιν τοῦ δικαίου της, μίαν βασικὴν ἱκανοποίησιν ἑνὸς δικαίου αἰτήματος διὰ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν ἔτει πλέον 1951 δὲν θὰ ἐξακολουθῇ νὰ εἶναι δουλοπάροικος ἐκεῖνος, ἀλλὰ θὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνος ἐλεύθερος ὅπως εἶσθε καὶ σεῖς. (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ὄχι μόνον τύψεις συνειδήσεως δὲν πρέπει νὰ ἔχετε ἐὰν ψηφίσητε τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχετε χαρὰν καὶ ὑπερηφάνειαν. Καὶ ἄλλοι ρήτορες καὶ ἐγὼ ὁ ταπεινότερος πάντων, ὁμολογῶ ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι πλήρως τῆς ἀρεσκείας μου καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἐδῶ εἴμεθα πολιτικὸν Σῶμα. Δὲν εἴμεθα Συνέλευσις φιλοσόφων. Ἔργον τοῦ πολιτικοῦ εἶναι νὰ ἴδῃ τὶ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχῃ εἰς ὡρισμένον τόπον, εἰς ὡρισμένον χρόνον, ὑπὸ ὡρισμένας συνθήκας. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρει ἡ πολιτικὴ ἀπὸ τὴν φιλοσοφίαν. Ἡ φιλοσοφία θέτει ὡρισμένας ἀφηρημένας ἀρχὰς περὶ τοῦ δέοντος γενέσθαι καὶ ὑπὲρ αὐτῶν ἀγωνίζεται. Ἡ πολιτική, μὲ βάσιν ἔστω τὴν φιλοσοφίαν, δὲν θέτει ὡς σκοπὸν τὸ τὶ δέον γενέσθαι, ἀλλὰ τὸ τὶ δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ. Καὶ ὑπὸ τὰς σημερινὰς συνθήκας τίποτε καλύτερον δὲν μποροῦμεν νὰ κάμωμεν. Ὄχι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καλύτερον Σύνταγμα. Ὄχι, ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ καλύτερον Σύνταγμα. Δὲν μᾶς περιορίζει ποσῶς τὸ Διάταγμα συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιτάσσει νὰ ψηφίσωμεν ὡρισμένως αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα, ὅπως τὸ θέλομεν. Πλὴν ὅμως ὁ Συναγερμὸς ἀρνεῖται τὴν συμβολήν του εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν καὶ γενικώτερον τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν πολιτικήν, ὅπως σᾶς εἶπον, ἡ βάσις εἶναι, τί εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν πολιτικὴν κατισχύει πάντοτε ἡ θεωρία τοῦ μὴ χείρονος. Τὸ μὴ χεῖρον δι’ ἡμᾶς εἶναι νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Διότι, ἐὰν ἀφήσωμεν τὴν ἐκκρεμότητα αὐτήν, καὶ διὰ τὸν λαὸν θὰ ἐπέλθουν δεινὰ καὶ γενικῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ ἀκαταστασία, καὶ διὰ τὸν πολιτικὸν κόσμον θὰ εἶναι πρᾶξις, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο, παρὰ πρὸς τιμήν του θὰ εἶναι. Θὰ τὸ ψηφίσωμεν λοιπὸν τὸ Σύνταγμα. (Χειροκροτήματα).
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ μὴ γίνῃ Κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος αὔριον καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος;
§154Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συνεχίσωμεν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μακκᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§156Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπόφασις δι’ αὔριον δὲν ἐλήφθη. Συνεχίζομεν τὴν συζήτησιν. Τὸ τί θὰ γίνῃ αὔριον θὰ ἀποφασίσωμεν μετὰ τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως.
§157Γ. ΒΑΡΒΟΥΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἄνευ Χαρτοφυλακίου). Ἐπειδὴ εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἀρκετοὶ ρήτορες καὶ εἰς προκεχωρημένην ὥραν ἐὰν φθάσωμεν, πάλιν θὰ παραμείνουν ὁμιληταὶ δι’ αὔριον τὸ ἀπόγευμα. Ἐὰν συνεπῶς τελειώσῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις δὲν γεννᾶται ζήτημα ἀντικαταστάσεως τοῦ ἐλέγχου διὰ συνταγματικῆς συζητήσεως. Ἐὰν δὲν τελειώσῃ ἀπόψε τί θέλετε; Νὰ συνεχίσωμεν αὔριον ἀντὶ ἐλέγχου συνταγματικὴν συζήτησιν ἢ τὸ Σάββατον;
§158Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Νὰ συνεχίσωμεν ἀπόψε μέχρι τοῦ μεσονυκτίου νὰ ὁμιλήσουν 2–3 ρήτορες.
§159Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ κάμετε ἔλεγχον. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι αὔριον, ἀρχομένης τῆς συζητήσεως τοῦ ἐλέγχου, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις τοῦ Σώματος νὰ συζητήσῃ ἄλλο θέμα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις.
§161Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἀκούω συζητήσεις κατ’ ἰδίαν, ἀλλὰ δὲν ἀκούω καμμίαν ἀπόφασιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ παραιτηθῇ αὔριον τοῦ ἐλέγχου, ἠμπορεῖ αὔριον νὰ λάβῃ ἀπόφασιν.
§162Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἤκουσα μετ’ ἐξαιρετικῆς προσοχῆς ὅλους τοὺς ρήτορας, οἱ ὁποῖοι παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ μὲ ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον προσεπάθησα νὰ ἐκτιμήσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα διετυπώθησαν ἀπὸ Ὑπουργοὺς ἢ ἀπὸ μέλη τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος, διὰ νὰ ἴδω μὴ τυχὸν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλονιζόμην εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἤδη καταλήξει. Ἰδίως θὰ ἀπασχοληθῶ μὲ τὴν ἐξαιρετικῶς εὔγλωττον ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος, παρ’ ὅλην τὴν εὐπροσηγορίαν τῆς ὁποίας εἶναι ἄξιος, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα καὶ ἡ εὐγλωττία του ἦσαν ἄξια νὰ συνηγορήσουν ὑπὲρ καλλιτέρας ὑποθέσεως. Ἤκουσα ἐπίσης—καὶ λυποῦμαι, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἡ ἐμφάνισίς μου εἰς τὸ βῆμα συνέπεσε μὲ τὴν ἀναχώρησίν του—ἤκουσα τὰς καινοφανεῖς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προῆλθε χθὲς τὸ ἀπόγευμα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, δηλαδὴ καινοφανεῖς κατὰ τοῦτο ὅτι ἠθέλησε νὰ θεμελιώσῃ ὁλόκληρον τὴν ἄποψιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς κυβερνητικῆς πτέρυγος ἐπὶ διεθνῶν πράξεων γενομένων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς, ὑπογραφεισῶν ὑπὸ ξένων, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἦσαν προσφιλεῖς, ὑπὸ ξένων Κυβερνήσεων—καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι φυσικὸν κατ’ οὐδὲν νὰ μὴ δύνανται νὰ δεσμεύουν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀπὸ ἑνὸς σημείου καὶ μόνον ἀρχίζω νὰ παρακολουθῶ κάπως τὸν κ. Ρέντην, ὅταν ἤρχισε πλέον ὑπεισερχόμενος εἰς τὴν περίοδον τῆς ἐλευθέρας ζωῆς τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τοῦ 1945 καὶ ἔπειτα, ὁπότε ἐπεκαλέσθη τὴν συμφωνίαν τὴν ὁποίαν ὁ Ἀντιβασιλεὺς καὶ Ἀρχιεπίσκοπος τῆς Ἑλλάδος κατήρτισεν, εὑρισκόμενος ἐν Λονδίνῳ, μὲ τοὺς φίλους μας Μεγάλους Βρεταννούς. Ἐκεῖ, μάλιστα, ὑπάρχει μία δέσμευσις τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ὅμως ἐδίχασε τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς πολιτειακῆς τάξεως ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ἐδίχασε καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως ἐθεώρησεν ἀπαραίτητον τὴν διενέργειαν δημοψηφίσματος, ὡς πρὸς δὲ τὰς ἄλλας τυχὸν μεταβολὰς τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου, ἡ ἐνδεχομένη δηλαδὴ ἀναθεώρησις διατάξεων τοῦ Συντάγματος θὰ ἐγένετο μέσῳ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Θὰ ἐνθυμῆσθε δὲ ὅλοι, ὅτι ἐπὶ πολλοὺς μῆνας ἀπησχόλησε τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος τὸ γεγονὸς ἤ, μᾶλλον, ἡ ἀπορία ἐὰν καὶ κατὰ πόσον θὰ ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τὸ δημοψήφισμα τῶν ἐκλογῶν ἢ νὰ προηγηθοῦν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ δημοψηφίσματος. Δυστυχῶς, τοὐλάχιστον, κατὰ τὴν γνώμην μου, προηγήθησαν αἱ ἐκλογαὶ τοῦ δημοψηφίσματος. Πάντως, ἀφοῦ ἀποκατεστάθη πλέον ὁ νόμιμος Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου, ζήτημα πλέον ἀναθεωρήσεως συνταγματικῶν καὶ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος οὔτε ἐτέθη, οὔτε δύναται νὰ τεθῇ. Διότι ναὶ μὲν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1946 ἠδύνατο νὰ ἀναθεωρήσῃ πᾶσαν διάταξιν πλὴν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀφοροῦν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεκέντρωσεν ὁλόκληρον τὴν προσοχήν του, ὡς πρὸς τὰ θεμελιώδη σημεῖα τῆς πολιτειακῆς ἀποκαταστάσεως καὶ τούτου γενομένου, ὅπως καὶ περαιτέρω θὰ ἀποδείξω, ἐξηντλήθη τελείως τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Ἕλληνος πολιτικοῦ καὶ ἰδίως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς πρὸς τὰς περαιτέρω καινοτομίας τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι τυχὸν θὰ ἐπεφέροντο ἢ ὄχι. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ρέντης. Θὰ ἤθελα, ἀπασχολούμενος περισσότερον μὲ τὰ ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ταῦτα περιβάλλονται καὶ ὑπὸ τοῦ κυβερνητικοῦ κύρους, διότι ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Ρέντης μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἀτομικὰς καὶ μόνον γνώμας ἐξέφραζε χθές, ἐνῷ εἶναι προφανές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκπροσωπεῖ καὶ διὰ τῆς εἰσηγήσεώς του καὶ τῆς προχθεσινῆς του ἀγορεύσεως τὴν κυβερνητικὴν ἄποψιν καθόλου, ἐν τῷ συνόλῳ, δηλαδή, νὰ ἀσχοληθῶ ἰδίως μὲ τὴν λαμπρὰν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τονίζων ἀπ’ ἀρχῆς, ὅτι τὴν χωρίζω εἰς δύο μεγάλα κεφάλαια. Τὸ πρῶτον εἶναι ἐξιστόρησις παρεκκλίσεων, τὸ δεύτερον εἶναι διατύπωσις ἐκκλήσεων. Δὲν πρόκειται περὶ λογοπαιγνίου. Πράγματι, ἀφ’ ἑνὸς μέν, βλέπομεν νὰ ἐξιστορῇ ὅλας τὰς παρεκκλίσεις, τὰς ὁποίας σχεδὸν ἀπὸ καταβολῆς Ἑλληνικοῦ βασιλείου ὑπέστη ὁ Συνταγματικὸς ἡμῶν Χάρτης, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ, εἰς τὸ τέλος σειρὰν ἐκκλήσεων μᾶς ἀπευθύνει ἵνα συνετισθῶμεν ἐπὶ τέλους καὶ ἡμεῖς καὶ συνταχθῶμεν εἰς τὴν ἄποψίν του, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ οὑτωσεί ἐμφανιζομένου, εἰς ἀναθεώρησιν Συντάγματος. Ἀλλὰ τὶ σημαίνει τοῦτο; Ὅταν ἀπαριθμῇ τόσας παρεκκλίσεις ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν νομίζετε, κύριοι, ὅτι μᾶς ἐνθυμίζει ὀλίγον τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐκληρονόμησεν ἀπὸ ἄλλους πατέρας, ἀγνώστους φαίνεται, νόθα τέκνα πολλὰ καὶ ζητεῖ νὰ τὰ νομιμοποιήσῃ διὰ μιᾶς νέας νοθείας; Διότι περὶ αὐτοῦ καὶ μόνον πρόκειται. Πιστεύω, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ τῆς καθαρῶς νομικῆς πλευρᾶς, τὸ ἐξήντλησαν κατὰ τρόπον ἀπολύτως ἀποφασιστικὸν αἱ δύο ἀξιόλογοι καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, μνημειώδεις ἀγορεύσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, τὴν μίαν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μαρκεζίνη καὶ τὴν ἄλλην ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λυκουρέζου. Ὁμολογῶ ὅτι, καὶ ἂν εἶχον καμμίαν ἀμφιβολίαν, τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν τὴν ἦραν αἱ δύο αὗται ἀγορεύσεις, ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο νὰ κλονισθῶ ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τῶν ἀντιταχθέντων εἰς αὐτάς, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μὲ ἐκλόνισαν καθόλου. Τὸ κατ’ ἐμέ, νομικῶς καὶ συνταγματικῶς εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐπιχειρεῖται συνταγματικὸν πραξικόπημα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς ἡ ἱστορία θὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ὡς πρὸς ἐμέ, ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς σκοπιᾶς ἐξετάζοντα τὸ ζήτημα, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμὲ ἀπασχολεῖ εἶναι κάτι πέραν ἀκόμη τοῦ πραξικοπήματος, διότι γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν Ἐθνικὴν ἱστορίαν τῶν Ἐθνῶν καὶ τῶν λαῶν, ἀκόμη καὶ ὡρισμένα πραξικοπήματα ἔρχεται ἡ ἱστορία νὰ τὰ δικαιώσῃ ἐὰν εὑρίσκῃ μέσα εἰς τὴν Ἐθνικὴν ψυχὴν τὴν δικαίωσιν, τῆς ὁποίας ἀξίζουν. Ἐδῶ ὅμως τί συμβαίνει; Πῶς ἠμποροῦμεν ἀπὸ Ἐθνικῆς πλέον ἀπόψεως νὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτὸ τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, καθ’ ἣν στιγμὴν βλέπομεν ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἱστορία τῶν ἑπτὰ τελευταίων ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπασχολεῖ τὸ θέμα αὐτό, δεσπόζεται συγχρόνως καὶ ἀπὸ ἄλλα μεγάλα γεγονότα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔμεινα κατάπληκτος, ὅτι οἱ ρήτορες τῆς Κυβερνήσεως οὔτε σχεδὸν κανένα ὑπαινιγμὸν δὲν ἔκαμαν καὶ ὁμιλῶ διὰ τὰ τρομακτικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα κατεβασάνισαν καὶ κατεταλαιπώρησαν τὴν Ἑλλάδα, δηλαδὴ τὸν συμμοριτικὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος ἐπίεζε τὰ στήθη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μέχρι τοιούτου σημείου καὶ ἐδημιούργησε δι’ αὐτὸν ζήτημα ζωῆς ἢ θανάτου τόσον πολύ, ὥστε μετὰ τὴν ἐπάνοδον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου εἰς τὸν θρόνον, ἦτο πλέον ἀδύνατον νὰ συγκινηθῇ μὲ ἄλλην οἱανδήποτε πολιτικὴν ἢ πολιτικὴν σκέψιν ὁ καταταλαιπωρούμενος καὶ βασανιζόμενος, διακινδυνεύων αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασίν του Ἑλληνικὸς λαός. Αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἀποτελεῖ μίαν θεμελιώδη ἄποψιν, τὴν ὁποίαν λησμονοῦμεν, λησμονοῦμεν δὲ μὲ τὴν εὐκολίαν μὲ τὴν ὁποίαν λησμονεῖ κανεὶς καὶ τὸν κίνδυνον καὶ τὸν ἅγιον, ἅμα ὁ κίνδυνος παρέλθῃ. Βεβαίως τώρα ἔχομεν τὴν ἀνάμνησιν ὡραιοτάτων καὶ μακρῶν συνταγματικῶν συζητήσεων ἐδῶ μέσα καὶ ἐπικαλοῦμαι τοὺς βουλευτὰς τῆς περιόδου τοῦ 1946–1950 καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἡγέτην τῆς τότε πλειοψηφίας ἀξιότιμον Ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ἐὰν καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ εἶχον τότε τὴν ψυχικὴν ἠρεμίαν νὰ ἀσχολοῦνται μὲ Σύνταγμα καὶ μὲ Ἀναθεώρησιν συντάγματος, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Καρπενῆσι ὑφίστατο ὅ,τι ὑφίστατο καὶ ὁ κίνδυνος εὑρίσκετο κἂν εἰς τῆς πρωτευούσης ἀκόμη τὰ πρόθυρα. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς μίαν ἄλλην πτυχὴν τοῦ ζητήματος. Αἱ περιπέτειαι τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος ἀπὸ τοῦ 1946, ἐπιβεβαιοῦν καὶ ὡρισμένας ἄλλας ἀληθείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν ἀξίαν των, τόσον σήμερον ὅπου συζητοῦμεν τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, ὅσον καὶ γενικώτερον ὡς σπουδαῖα ἐθνικὰ καὶ πολιτικὰ διδάγματα. Αἱ ἀλήθειαι καὶ τὰ διδάγματα αὐτὰ εἶναι τὰ ἑξῆς: Ὅτι ἡ ἀναθεώρησις ἢ οἱαδήποτε μεταβολὴ ἑνὸς Συντάγματος ἐπὶ λαοῦ ὑφίσταται ὡρισμένας προϋποθέσεις διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ γίνῃ. Καὶ ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ προϋποθέσεις; Εἶναι ἱστορικῶς ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ σοβαρά, ταχεῖα καὶ ἀποφασιστικὴ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, ἐὰν προηγουμένως δὲν ἔχουν ὡριμάσει εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην αἱ καινοτομίαι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ διατυπωθοῦν ἐν τῷ νέῳ καταστατικῷ χάρτῃ. Δεύτερον, ὅτι δὲν εἶνε νοητὴ καὶ πραγματοποιήσιμος καὶ πράγματι γόνιμος καὶ συστηματοποιημένη μία ἀναθεωρητικὴ ἐργασία διὰ τὸ Σύνταγμα, ἐὰν τὰ κόμματα, ἀφ’ ἑνὸς δὲν μνημονεύουν εἰς τὸ πρόγραμμά των τὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας κρίνουν ἀπαραιτήτους καὶ ἀναγκαίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐὰν δὲν τὰς προωθοῦν ἀποκρυσταλλώνοντα αὐτὰς εἰς ὡρισμένα κυβερνητικὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα νὰ προωθήσουν καὶ μέχρι ψηφίσεως, ὀψέποτε τὰ κόμματα αὐτὰ θὰ ἀναλάβουν τὴν ἐξουσίαν.
§163Γ. ΜΟΔΗΣ. Αὐτὰ ἠμπορεῖ νὰ τὰ λέγῃ κανεὶς ὅταν ὑπάρχῃ Σύνταγμα μόνιμον, σταθερόν, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 πόσα.........
§164Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Δὲν μὲ ἐννοήσατε. Ἐγὼ εἶπα ὅτι μία καινοτομία προτοῦ λάβῃ τὴν μορφὴν Συνταγματικῆς διατάξεως πρέπει νὰ ἔχῃ ὡριμάσει εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην.
§165Γ. ΜΟΔΗΣ. Ὅταν ὅμως ὑπάρχῃ Σύνταγμα.
§166Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Καὶ ὅμως ὑπάρχει διότι σεῖς ὡρκίσθητε εἰς ἕνα Σύνταγμα. Κύριοι συνάδελφοι, χρειάζεται μία σαφὴς κυβερνητικὴ πολιτικὴ διὰ νὰ γίνῃ μία ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος καὶ σᾶς ἐρωτῶ, ὑφίσταται αὐτὴ ἡ προϋπόθεσις ἐν προκειμένῳ; Ὁ λαὸς μετὰ τὸ κίνημα τοῦ 1944 ἐζήτησε ἀμέσως νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν Βασιλέα, διότι ἐνόμισεν, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ κατωχυροῦτο κάπως ἔναντι τοῦ Κομμουνιστικοῦ κινδύνου. Ἐζήσαμεν ὅλην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ θὰ παρακαλέσω οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν νὰ μοῦ εἴπῃ ποῖον, πότε, ἀπησχόλησε τὸ Συνταγματικὸν τὴν δημοσίαν γνώμην. Τότε ἀπησχόλει ἡ ἐπάνοδος τοῦ Βασιλέως. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1946 κατήρτισε μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ 30–40 μελῶν διὰ νὰ καταρτίσῃ τὸ Σύνταγμα. Ἡ Βουλὴ ὅμως ἐκείνη δὲν εἶχε κυβερνητικὸν πρόγγραμμα συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων καὶ ἡ συσταθεῖσα ἐπιτροπὴ ἦτο ἀκατεύθυντος καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ οἱ ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι ἀπήρτιζαν τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, προσεπάθουν νὰ ἐπινοήσουν λύσεις ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἄφηναν ψυχρὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐμεσολάβησεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1950. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὴν νομικὴν πλευράν, ἀλλὰ τὰ διατρέξαντα τότε γεγονότα. Τὴν Βουλὴν ταύτην ὁ κ. Μπακόπουλος προσεπάθησε νὰ τὴν ἀφυπνήσῃ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος, διὰ τῆς προτάσεως ψηφίσματος τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τότε. Ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ ἀφυπνίσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἐπέτυχε καὶ μόνον ὅταν ἐξέπνευσεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐπεννοήθη μία προσπάθεια κληροδοτήσεως τοῦ θέματος εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, διαπιστωθείσης καὶ τῆς ἀνικανότητος τῆς τότε Βουλῆς καὶ οὐσιαστικῶς νὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ τυπικῶς νὰ χαράξῃ μιὰ γραμμὴν πολιτικῆς λύσεως τοῦ Συνταγματικοῦ προβλήματος. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἔδειξαν αὐτὴν τὴν νοοτροπίαν, ὑπογράψαντες τότε τὸ περίφημον πρακτικὸν τῶν Ἀνακτόρων. Πάντως ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς περιέργου μεταπτώσεως τοῦ Συνταγματικοῦ θέματος εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ τῆς νάρκης εἰς μίαν ἐπίπλαστον ἐμφάνισιν τῆς ζωῆς, ἀπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ τὴν μετάπτωσιν, ἡ ὁποία δεσπόζει ὁλοκλήρου τῆς ἱστορίας, τῆς πολιτικῆς ἱστορίας μας κατὰ τὰ τελευταῖα ἑπτὰ ἔτη, προσπαθεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ μᾶς ἐξαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐζητήθη ἀπὸ ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς ἐκφράσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν προσφιλεῖς εἰς τὸν ἀγαπητόν μου φίλον τὸν κ. Μπακόπουλον καὶ νὰ προβῶμεν εἰς μίαν θεμιτὴν παρανομίαν, πρὸς ἱκανοποίησίν του. Κύριοι Συνάδελφοι, δύο μόνον σημεῖα θὰ ἤθελον νὰ ἐπισημάνω: 1ον, ὅτι ἐνῷ μᾶς ζητεῖτε νὰ λάβωμεν ἀπόψε ἕνα μέτρον διὰ νὰ τερματισθῇ ἐπιτέλους ἡ παρανομία καὶ νά μποῦμε εἰς τὴν συνταγματικὴν νομιμότητα, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα παρεβιάσθη καὶ παραβιάζεται ἀπὸ τοῦ 1946 συνεχῶς καὶ ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε κἂν συνέχεια καὶ μεταβίβασις ἀπὸ τότε μέχρι σήμερον, σήμερον μᾶς ζητεῖτε ὄχι μόνον νὰ δεχθῶμεν τὴν μεταβίβασιν, ἀλλὰ καὶ τὴν συνέχειαν καὶ τὴν ὁλοκλήρωσιν τῆς παρανομίας αὐτῆς. Καὶ βεβαίως θὰ μᾶς εἴπητε: ἁμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα. Αὐτὸ τὸ δεχόμεθα, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν εἶναι, ὅτι τὰ τέκνα τῶν ἁμαρτωλῶν γονέων ἐπιτείνοντα τὴν ἁμαρτίαν τῶν ἁμαρτωλῶν των γονέων, θὰ ἄρουν τὴν ἁμαρτίαν τῶν γονέων των καὶ τὴν ἀδικίαν των. Αὐτὸ εἶναι κἄτι τὸ ἀκατανόητον. Ἀλλὰ θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω καὶ κἄτι ἄλλο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁμολογεῖ, ὅτι ὅλα τὰ μέχρι σήμερον γενόμενα εἶναι ἀπότοκα τῆς ἀπὸ τοῦ Συντάγματος παρεκκλίσεως, ἀλλὰ τὴν διόρθωσιν αὐτῶν ζητεῖ σήμερον ἡ Κυβέρνησις διὰ νέας παρεκκλίσεως ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Πιστεύει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς νέας ἀντισυνταγματικῆς του πράξεως νὰ διορθώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα; Πῶς ὅμως ἀφοῦ καὶ τὸ νέον Σύνταγμα εἶναι ἀντισυνταγματικόν; Μοιραίως, κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς συγχρόνου ἀντιφάσεώς του δὲν μᾶς πείθει. Κύριοι, εἶναι παραλογισμὸς νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἕνα κείμενον ἀντισυνταγματικόν, ἀντισυνταγματικῆς γεννήσεως, ἐξελίξεως καὶ ὁλοκληρώσεως, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ ἡ ἀφετηρία μιᾶς συνταγματικῆς περιόδου. Εἶναι προφανές, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀντιλαμβανόμενος ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ δικαιολογήσῃ τὰ ἀδικαιολόγητα καὶ νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ νόθα τέκνα τῆς προκατόχου του Κυβερνήσεως, φέρει δύο ἐπιχειρήματα, ἐπιχειρήματα ἱστορικὰ καὶ τέλος καὶ τὴν ἐπίκλησιν του διὰ τὸ δημόσιον συμφέρον, ὅπως ρητῶς ἀναφέρῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εἰσηγητικῆς του ἐκθέσεως. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, οὔτε τὰ ἱστορικά σας ἐπιχειρήματα εὐσταθοῦν. Εἶχον τὴν τύχην νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀκαδημαϊκὴν ζωήν, καθ’ ἣν ὥραν ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1909. Ἑπομένως τὰ γεγονότα τῆς τελευταίας 40ετίας τὰ γνωρίζω καλά, ὅσον καὶ ὑμεῖς καὶ οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, διότι τὰ ἐζήσατε καὶ νομίζω, ὅτι τὸ προηγούμενον τοῦ 1911—ποὺ ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης—δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὐσταθήσῃ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη τότε καὶ ἡ μέθοδος κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσθη ἦσαν ἀπότοκοι μιᾶς ἐπαναστάσεως. Τοῦτο ἐτονίσθη ἤδη καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Λυκουρέζον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου—καὶ θὰ ἐνθυμῆσθε τότε, ὅτι ἐνῷ ὑπῆρχε μεγάλη τάσις παρὰ τῷ λαῷ, ὅπως ἡ Συνέλευσις γίνῃ Συντακτική, θὰ ἐνθυμῆσθε τότε, ὅτι εἰς ὀλίγων μέτρων ἀπόστασιν ἀπὸ ἐδῶ, εἰς τὴν Πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, ὁ ἀείμνηστος Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἐχρειάσθη νὰ προτάξῃ ὅλο τὸ ὕψος τοῦ χαρακτῆρός του, διὰ νὰ ἐναντιωθῇ εἰς τὸ πλῆθος ποὺ ἐζητωκραύγαζεν ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Τοῦτο ἐσήμαινεν, ὅτι μεγάλη μερὶς τοῦ λαοῦ ἐζήτει ριζοσπαστικωτέραν λύσιν πολιτικὴν καὶ ἦτο φυσικὸν δείγματα τῆς ἐπαναστατικότητος ἐκείνης, νὰ παραμείνουν καὶ παρέμειναν εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπεχειρήθη ἡ ἀναθεώρησις, ἀλλὰ ἀναθεώρησις διὰ Ἀναθεωρητικῆς καὶ ὄχι διὰ Συντακτικῆς. Τὸ προηγούμενον δὲ τοῦ 1927 εἶναι ἀκόμη πλέον πρόδηλον, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ὑπῆρξεν ἀπότοκον ἐπαναστάσεως, τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1922 καὶ μὲ τὴν ἑξῆς μάλιστα ἐπὶ πλέον διαφοράν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ἔχομε καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τοῦ 1923 ἕως τὸ 1926 ἦτο Συντακτικὴ ἡ Συνέλευσις ἡ ὁποία εἶχε κληθῆ, διὰ νὰ δώσῃ τὸν νέον Συνταγματικὸν Χάρτην καὶ τοῦτο δὲν κατωρθώθη μέχρι τῆς 7ης Νοεμβρίου τοῦ 1926, ὁπότε διὰ τῶν νέων ἐκλογῶν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἀντικατεστάθη πλέον διὰ Ἀναθεωρητικῆς τοιαύτης. Φυσικὸν ὅμως ἦτο, μία 5ετία, λόγῳ τῶν νέων ἀντιλήψεων τοῦ νέου Κοινοβουλίου περὶ δικαιωμάτων, νὰ ἔχῃ ὡρισμένα σπέρματα ἀνομίας. Ἐνῶ τώρα ἤλθομεν, μετὰ τὸ κομμουνιστικὸν κίνημα τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1944, ἤλθομεν μὲ μίαν προοπτικὴν ἐξελίξεως ἐν τῇ οἰκονομικῇ καὶ πολιτικῇ ζωῇ, ἐξελίξεως ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀποκρυσταλλωθῆ ἀκόμη, διότι εὑρισκόμεθα μέσα εἰς τὸ μέσον ἑνὸς κεφαλαίου τῆς ἱστορίας, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτελείωσεν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰ ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἔχει τὸ αἴσθημα καὶ νομίζει δικαίως, ὅτι ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἐν μέσῳ ἑνὸς τρίτου πολέμου—πάντως ψυχροῦ πολέμου—πιστεύει λοιπὸν ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συντηρήσῃ μέσα εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρήσῃ καὶ ἤλθομεν ἐδῶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὅλοι οἱ βουλευταί. Δηλαδὴ ὡς συντηρηταὶ τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ὡς συντηρηταὶ τοῦ πολιτεύματος, ὡς συντηρηταὶ τῆς Ἐθνικῆς μας ὑποστάσεως ὡς Κράτους, ὅπως ὑπήρξαμεν ἀπὸ τοῦ 1821 καὶ ὡς συντηρηταὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἀτόμου καὶ τοῦ πολίτου, ὅπως τὰς κατοχυρώνουν τὰ Συντάγματα τοῦ 1911 καὶ τοῦ 1927, ὡς συντήρησις τέλος, μιᾶς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας, τονίζω, κύριοι, διότι συχνὰ τὸ λησμονοῦν, ὡς συντήρησις μιᾶς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας, ἡ ὁποία διακυβεύεται ἀκόμη ἀπὸ μίαν πέμπτην φάλαγγα, ἡ ὁποία, ὅτε κάμπτεται, ὅτε ἀποσυντίθεται, ὅτε, δυστυχῶς, ἀνασυντίθεται καὶ προοδεύει, καὶ ἐν ὄψει τῆς ὁποίας δὲν ἔχομεν ἀκόμη τὴν ἠρεμίαν διὰ τὰς μεγάλας ἐκείνας, ἐπαναλαμβάνω, οἰκονομικὰς καὶ κοινωνικὰς μεταρρυθμίσεις, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἔλθῃ ἡ ἱστορικὴ στιγμὴ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἦλθε καὶ ἄλλοτε καὶ θὰ εὑρεθοῦν τότε οἱ τολμηροὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι νὰ ἡγηθοῦν τῆς κινήσεως ἐκείνης διὰ τὰς μεγάλας κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς καὶ πολιτικάς μας μεταρρυθμίσεις. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, μὴ κρυπτόμεθα, δὲν ἦλθεν ἀκόμη αὐτὴ ἡ στιγμή. Αὐτὴ ἡ στιγμὴ εἶναι μία στιγμὴ συντηρήσεως τῆς Ἑλλάδος, μέσα εἰς ἕνα κυκεῶνα, μέσα εἰς ἕνα χάος παγκόσμιον, μέσα εἰς τὴν ἀπειλὴν μιᾶς νέας θυέλλης, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρομεν, παρ’ ὅλας τὰς εὐχὰς ποὺ ἀναπέμπομεν εἰς τὸν ὕψιστον, δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν θὰ διασωθῶμεν. Καὶ θέλετε, μέσα εἰς μίαν τοιαύτην ψυχικὴν κατάστασιν καὶ τοῦ κόσμου ὅλου καὶ ἡμῶν τῶν ἰδίων, θέλετε νὰ ἀποκρυσταλλώσωμεν διὰ τὰς μεγάλας κοινωνικὰς μεταρρυθμίσεις, διὰ τὰς ὁποίας δικαίως συγκινεῖται ἡ πτέρυξ αὐτή, ἀλλὰ διὰ τὰς ὁποίας σᾶς δίδω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι καὶ ἡ ἰδική μας πτέρυξ ἐξ ἴσου συγκινεῖται, διὰ τὰς μεγάλας μεταρρυθμίσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ προσαρμόσωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς τὰ νέα δεδομένα καὶ εἰς τὰς νέας προσδοκίας, τὰς ὁποίας ἀκολουθοῦν οἱ λαοὶ ἐν μέσῳ εἰκοστῷ αἰῶνι; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπικαλεῖται τέλος καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἐδῶ ὅμως, ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, ἡ διαφωνία μας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ μεθ’ ὅλων τῶν ρητόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν πρότασιν ψηφίσματος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διαφωνία μας εἶναι ἀκόμη πλέον ριζική, διότι πιστεύομεν, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ποτὲ διὰ τῆς παρανομίας νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἐθεωρεῖτο τοῦτο ὡς αὐταπόδεικτον, ἰδίως ὅταν διαπράττεται ἡ εἰρωνεία, νομοθετικὸν Σῶμα νὰ κληθῇ νὰ ὁλοκληρώσῃ μίαν τοιαύτην παρανομίαν καὶ νὰ δώσῃ ἑπομένως τὸ παράδειγμα τῆς ἀπιστίας ἔναντι τῆς νομιμότητος. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ἄλλωστε, ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν μελῶν τοῦ παρόντος νομοθετικοῦ Σώματος εἶναι πεπεισμένοι, ὅτι παραμένει αἰώνιον τὸ δόγμα, ὅτι σκληρὸς εἶναι ὁ νόμος, ἀλλὰ εἶναι ὁ νόμος καὶ ὅτι σπανιώτατα ἰσχύει ἐν τῇ πραγματικότητι καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι ὑπεράνω τοῦ νόμου τίθεται τὸ Ἐθνικὸν συμφέρον. Διότι συνηθέστατα, σχεδὸν πάντοτε συνυφαίνονται καὶ τὰ δύο καὶ δὲν χρειάζεται παρέκκλισις ἀπὸ τὸν νόμον διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Ἐθνικὸν συμφέρον. Ἄλλωστε, εἶναι προφανές, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ Δημοσίου καὶ Ἐθνικοῦ συμφέροντος, οὔτε περὶ Ἐθνικῆς σωτηρίας αὐτὴν τὴν στιγμήν. Βεβαίως, δὲν ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ ἐὰν θὰ ψηφισθῇ ἢ ὄχι τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως. Φαντάζομαι, ὅτι οὔτε οἱ διαπρύσιοι κήρυκες τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ νὰ μὴ φθάνουν μέχρι τοιούτου σημείου φιλοδοξίας, ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν καὶ τὴν σημασίαν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν κάνουν. Ἀλλ’ ἀντιθέτως, εἴμεθα τὸ καθ’ ἡμᾶς ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι αὐτὸ τὸ δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ θεμελιώσῃ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι αὐτὸ τὸ συμφέρον τοὐναντίον, καταπνίγεται διὰ τῆς.............. ἡ ὁποία σήμερον διανοίγεται. Διότι ἀξιότιμοι κύριοι βουλευταί, σᾶς ἐρωτῶ: Τί εἶναι νόμος καὶ τί σημαίνει ἐμμονὴ εἰς τὸν νόμον; Ὁ νόμος εἶναι ἕνα συμβόλαιον, εἶναι ἕνα συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μόνον νομικόν, εἶναι ἕνα συμβόλαιον ἠθικὸν καὶ πολιτικόν. Ὁ νόμος εἶναι ἕνας ὅρκος, τὸν ὁποῖον δίδομεν, ἡ δὲ ἐμμονὴ εἰς τὸν νόμον δὲν εἶναι κἂν μία σχολαστικὴ προσήλωσις εἰς τὸ ἁπλοῦν γράμμα, εἶναι ἀντιθέτως ἡ τήρησις τοῦ ὅρκου καὶ διὰ τῆς τηρήσεως τοῦ συμβολαίου καὶ τοῦ ὅρκου, τῆς οἱασδήποτε ἐπισήμου καὶ πανηγυρικῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν ἐκάναμεν, δημιουργοῦμε, κύριοι βουλευταί, πίστιν, δηλαδὴ θεμελιώνομεν ἐν κυριολεξίᾳ τὴν πολιτείαν, τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδικήν μας ἀξιοπρέπειαν καὶ ὡς Σώματος καὶ ὡς ἀτόμων. Ὅπως ἐν προκειμένῳ, κύριοι βουλευταί, ἡ πίστις αὐτή, ἡ ὁποία καταλήγει νὰ ἀποτελῇ ἕνα παντοδύναμον, ἀλλὰ ἀστάθμητον παράγοντα τῆς ζωῆς, ἔχει τὰς ρίζας της εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην ποὺ ἐμπνέει ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τιμᾷ τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν παραβιάζει τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ ὁ ὁποῖος δὲν καταχρᾶται τὸ δικαίωμά του. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ καὶ ἐρωτῶ μεθ’ ὑμῶν τὴν Κυβέρνησιν, ποίαν ἐμπιστοσύνην θέλετε νὰ ἔχῃ ὁ λαὸς εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία, δυστυχῶς, ἐκ τῶν κειμένων προκύπτει, θωπεύει τὰς παρεκκλίσεις ἀπὸ τὸ σύνταγμα, ποίαν ἐμπιστοσύνην θέλετε αὔριον νὰ ἔχῃ ὁ Ἕλλην φορολογούμενος ἀπέναντι μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὸ δοκοῦν, ἀναλόγως μιᾶς καιροσκοπικῆς ἀντιλήψεως τῶν πραγμάτων σήμερον σκέπτεται ἔτσι καὶ αὔριον ἄλλως. Ποίαν ἐμπιστοσύνην θέλετε καὶ διεθνῆ ἀκόμη νὰ ἐμπνέῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μετὰ μειδιάματος ἀντιμετωπίζει ἕνα θέμα τῆς πίστεως καὶ ἡ ὁποία διερωτᾶται ἐὰν πρέπῃ κἂν νὰ ὑπάρχῃ πίστις ἴσως εἰς τὰς συναλλαγὰς τοῦ Κράτους καὶ μὲ τὰ ἄτομα καὶ μὲ τὰς ὁμάδας καὶ μὲ τοὺς ἄλλους λαούς. Ἐδῶ, κύριοι, προσέξατε, ἡ πίστις δὲν εἶναι μόνον κάτι τὸ ἀστάθμητον, εἶναι καὶ κάτι τὸ ἀδιαίρετον καὶ αὐτὸ τονίζω, διότι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐμπνέει πίστιν διὰ μίαν ὡρισμένην ἐκδήλωσιν τῆς ζωῆς του, θὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πίστιν αὐτὴν καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς του. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ, κύριοι, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀπουσιάζει αὐτὴν τὴν στιγμήν, νὰ τονίσω, ὅτι τὸ μέγα, τὸ μέγιστον πλεονέκτημα καὶ ἡ μεγίστη ἀρετὴ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ ἔγκειται ἀκριβῶς ἐκεῖ, ὅτι ἐμπνέει πίστιν. Τὴν πίστιν τὴν ἐνέπνευσεν ὡς ἁπλοῦς ἀξιωματικός, τὴν πίστιν τὴν ἐνέπνευσεν ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ, ὡς Ἀρχιστράτηγος καὶ δι’ αὐτὸ τὴν πίστιν αὐτὴν τὴν ἐμπνέει τώρα καὶ ὡς πολιτικὸς ἄνθρωπος καὶ ὡς ἀρχηγὸς μιᾶς πολιτικῆς κινήσεως. Βλέπετε, ὅτι ἡ πίστις εἶναι κάτι τι τὸ ἀδιαίρετον. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Προσέξατε, αὐτῆς τῆς πίστεως, αὐτῆς τῆς ἠρεμίας; Ἐν τῇ πίστει ἔχει ἀνάγκην αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ δι’ αὐτὸ προβλέπει πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ «Ἑλληνικοῦ Συναγερμοῦ». Τὸ συμπέρασμά μου, κύριοι βουλευταί, εἶναι σαφές. Ἡ ἀναθεώρησις τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς μεθόδου τὴν ὁποίαν μᾶς εἰσηγεῖται, εἶναι, πρῶτον, ἐκτὸς τῆς ψυχολογίας τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἄλλα περιμένει ἀπὸ τὴν Βουλήν του. Εἶναι, δεύτερον, ἡ ὀγκώδης παρανομία, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ὠκεανὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποπλύνῃ. Εἶναι τρίτον, μία πρᾶξις ἐπαναστατική, τὴν ὁποίαν ἡ ἀνάγκη τῆς συντηρήσεως τοῦ Κράτους ἀποκλείει καὶ ἀποκρούει τὴν στιγμὴν αὐτήν. Εἶναι ἕνα πλῆγμα κατὰ τῆς πίστεως τοῦ Κράτους, δηλαδὴ κατὰ τοῦ κυριωτέρου θεμελίου τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι τὸ σχέδιον ψηφίσματος πρέπει ἢ νὰ τὸ ἀποσύρῃ ἡ Κυβέρνησις ἢ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ὁπότε ὅλοι μαζὶ ἡνωμένοι θὰ ἠμπορέσωμεν πράγματι νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ Σύνταγμα τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, τὸ Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου πολὺ κάτω τῶν προσδοκιῶν εἶναι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς καλεῖτε νὰ ψηφίσωμεν. Ἐὰν ὑποτιμῶμεν ἡμεῖς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, κατὰ μέγα ποσοστὸν τὸ ὑποτιμῶμεν, διότι ἐὰν πρόκειται νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα θὰ τὸ ἀναθεωρήσωμεν κατὰ τρόπον ριζικώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἀναθεωρεῖται διὰ τοῦ ΞΗʹ ψηφίσματος. Πολλὰ εἶναι τὰ κενὰ τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ τὰ ὁποῖα ἐπισημαίνει κανεὶς διαβάζων τὰς διατάξεις τοῦ σχεδίου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις μᾶς ζητεῖ νὰ ψηφίσωμεν. Πολλὰ εἶναι τὰ κενά, ἐκ τῶν ὁποίων δύο θὰ μου ἐπιτρέψετε νὰ ἐπισημάνω. Κυρίως εἶναι ἡ ἔλλειψις οἱασδήποτε διαρθρώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτελέσῃ μὲ τὰ σημερινὰ δεδομένα τῆς οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ τόπου. Ἔπειτα εἶναι ἡ ἔλλειψις πάσης διευρύνσεως τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἐθνικῆς κυριαρχίας ὡς ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσετο καὶ ὁ κ. Ρέντης ὀρθώτατα χθές, ὁμιλῶν περὶ τοῦ Ὁλλανδικοῦ προηγουμένου, διευρύνσεως, ἡ ὁποία, ἐν τούτοις, θὰ καταστῇ ἀπαραίτητος μὲ τὴν νέαν τάσιν τῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν νὰ ἑνώσουν τὰς τύχας των διὰ τὴν ἄμυνάν των καὶ τὴν οἰκονομικήν των ζωήν. Ἀλλ’ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ὅτι δὲν ἦλθε, δυστυχῶς, ἡ στιγμὴ ἀκόμη διὰ νὰ κάμωμεν τὸ μέγα αὐτὸ πήδημα πρὸς τὰ ἐμπρός. Μὴ ὑποθηκεύσωμεν, συνεπῶς, αὐτὴν τὴν ὡραίαν αὐριανὴν ἡμέραν διὰ μιᾶς ἐλεεινῆς σημερινῆς χειρονομίας. Ταῦτα πάντα θὰ πρέπει νὰ γίνουν μὲ νομιμότητα καὶ μὲ πολιτικότητα, διὰ νὰ δημιουργήσουν μονιμότητα καὶ εὐρυθμίαν. Δι’ αὐτὸ σᾶς κάμω καὶ ἐγὼ μίαν ἔκκλησιν θερμοτάτην, μὲ τὴν σειράν μου, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, νὰ μὴ γίνετε συνένοχοι τῆς ἀνομίας, τῆς ἀπιστίας, τῆς ἀναρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς καλεῖ ἡ Κυβέρνησις. Καί, τηρηταὶ τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον ἐνσαρκώνετε, τῆς πίστεως τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποπνέῃ κάθε πρᾶξις σας καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς τάξεως, ἄνευ τῆς ὁποίας καταβαραθρώνονται τὰ Κράτη, εἶμαι βέβαιος κ. βουλευταί, ὅτι θὰ κάμετε τὸ καθῆκον σας, ἀποκρούοντες, οὕτω, συγχρόνως, διὰ τῆς ψήφου σας τὴν μομφὴν τὴν ὁποίαν διετύπωνε κάποτε ὁ μεγάλος Ζωρρές, ὅταν ἔλεγε πρὸς ὡρισμένας κοινοβουλευτικὰς πλειοψηφίας: «Μὴ διαλύσετε ὡς τιμάρια φεουδαρχίας τὸ Σῶμα τῆς ἐθνικῆς μας κυριαρχίας». (Χειροκροτήματα).
§167Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ἑνὸς ἀκόμη ρήτορος νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον τὸ ἀπόγευμα εἰς τὰς 5 μ. μ. μὲ συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀναβαλλομένου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§168Σ. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, κύριε Πρόεδρε. Αὔριον νὰ μὴ ἔχωμεν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, δέχεται ὅπως αὔριον, ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἀναβαλλομένου τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου;
§170ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ συνεπῶς αὔριον θὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Ε. Κοθρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§172Ε. ΚΟΘΡΗΣ. Καλούμεθα, κ. συνάδελφοι, νὰ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ ἑνὸς πράγματι σοβαροῦ θέματος, τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη τόσον ὡραῖα ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου μέχρι τῆς στιγμῆς ἀνεπτύχθησαν κατὰ τρόπον λεπτομερῆ καὶ σαφῆ αἱ ἀπόψεις καὶ τῶν δύο ἐν τῇ Βουλῇ παρατάξεων καὶ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖ τὸν θεμελιώδη νόμον μιᾶς χώρας, ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται ἡ πολιτικὴ αὐτῆς πρόοδος καὶ ὡριμότης. Ὀρθῶς, λοιπόν, ἀπεδόθη ἡ δέουσα σημασία ἀπὸ ὅλας τὰς πολιτικὰς παρατάξεις καὶ δικαιολογημέναι εἶναι αἱ μακραὶ ἐπ’ αὐτοῦ συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον ψηφίσματος ἔρχεται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ τερματίσῃ, ἐὰν ψηφισθῇ, μίαν ὑφισταμένην πράγματι συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Τὴν ἱστορίαν τοῦ θέματος ἀνέπτυξαν κατὰ τρόπον σαφῆ, ἐπαναλαμβάνω, οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ὁμιλήσαντες ρήτορες. Γενικῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη νὰ λήξῃ ἡ συνταγματικὴ ἀνωμαλία. Δὲν ὑπῆρξεν οὔτε εἷς ἐκ τῶν ρητόρων, οὐδεμιᾶς παρατάξεως, ἡ ὁποία νὰ ἠρνήθη, ὅτι πράγματι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀποκτήσῃ ἡ χώρα τὸν συνταγματικόν της χάρτην καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ὅτι πρέπει νὰ ἐξέλθωμεν τὸ ταχύτερον ἀπὸ τὴν ὑφισταμένην συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν. Θὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις, διότι νομίζω, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ θέματος ἐπιβάλλεται εἰς ὅλους μας νὰ συμβάλλωμεν εἰς τὴν πληρεστέραν διαφώτισιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ ἀμφισβήτησις ἐτοποθετήθη ἀπὸ τοὺς ὁμιλητὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ καθαρῶς δικονομικοῦ καὶ νομικοῦ πεδίου. Αὐτό, νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ πολιτικὸν σφάλμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἠθέλησαν κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς ἓν τόσον σοβαρὸν θέμα πολιτικῆς μορφῆς κατ’ ἐξοχὴν νὰ δώσουν καθαρῶς νομικὴν καὶ δικονομικὴν ἐμφάνισιν. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ οἱ ἐξ ἡμῶν νομικοὶ καὶ οἱ ἐξ ὑμῶν μὴ νομικοί, ἀνατρέξητε εἰς τὰς ἀποφάσεις ὅλων τῶν δικαστηρίων τῆς χώρας καὶ εἰς τὰ συγγράμματα ὅλων τῶν Ἐθνῶν ὅλων τῶν χωρῶν θὰ ἀντιμετωπίσητε γνώμην καὶ ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος διαφορετικήν. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην θέμα τοῦ ὁποίου νὰ μὴν ὑπάρχῃ καὶ ἀντίθετος λύσις, καὶ ἐνθυμούμεθα ὅλοι πόσος δύσκολος ἦτο ἡ θέσις καὶ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν τῆς χώρας, μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπαγιοποιήθη ἡ νομολογία τοῦ ἀνωτέρου δικαστηρίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὴ ἡ βάσις τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ἡ ἀντιπολίτευσις. Τὸ θέμα εἶναι καθαρῶς πολιτικὸν καὶ αὐτὸ διδάσκει καὶ ἡ ἱστορία τῆς χώρας μας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀνατρέξωμεν, ἐὰν θέλωμεν σήμερον ὡς πολιτικὸν Σῶμα, ὑπεύθυνοι διὰ τὴν πολιτικὴν διαπαιδαγώγησιν καὶ τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν τοῦ τόπου νὰ ἀρυσθῶμεν συμπεράσματα διὰ νὰ λάβωμεν ἀποφάσεις. Ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν εἰς τὴν Βουλὴν περιωρισμένην ἀναθεωρητικὴν ἁρμοδιότητα. Ἐδῶ εἶναι τὸ θέμα. Εἶναι ὀρθὴ ἡ ἄποψις τῆς Κυβερνήσεως; Ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις; Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ ἀναγνωρίσῃ εἰς ἑαυτὴν τοιαύτην ἁρμοδιότητα; Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ καθαρῶς νομικὸν καὶ δικονομικὸν μέρος τοῦ θέματος. Ἀρκετὰ ἀνεπτύχθησαν ἑκατέρωθεν ὥστε οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἔχουν μορφώσει γνώμην. Ἐγὼ θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τῆς πολιτικῆς πλευρᾶς τοῦ ζητήματος καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτὴν θὰ ἀναπτύξω τὰ ἐπιχειρήματά μου, διότι νομίζω, ὅτι ἐκεῖ χρειάζεται νὰ ἀποδοθῇ περισσοτέρα προσοχή. Ἡ ἀντιπολίτευσις ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ Διάταγμα τῆς 30ης Ἰουλίου 1951 καὶ τὸ σχετικὸν πρακτικὸν τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν διὰ τοῦ ὁποίου διελύθη ἡ Βουλή, καὶ προέβημεν εἰς ἐκλογάς, πρὸς ἐκλογὴν τῆς παρούσης Βουλῆς, καὶ τὸ πρακτικὸν διὰ τοῦ ὁποίου συνεφωνήθη ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους ὅλων τῶν πολιτικῶν κομμάτων τῆς χώρας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τεκμήριον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐξεπροσώπουν τὴν μεγίστην πλειοψηφίαν τοῦ λαοῦ, ὅτι θὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα ὡς εἶχε τοῦτο συνταχθῆ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι θὰ τὸ ψηφίσουν ὥστε νὰ καταστῇ Καταστατικὸς Χάρτης τῆς χώρας, ἰσχυρίζεται, λέγω, ὅτι ἡ ἀναθεωρητικὴ αὐτὴ ἰδιότης δὲν εἶναι συνταγματική. Νομίζω, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἓν νέον πολιτικὸν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται διὰ νὰ καθιερώσῃ νέαν πολιτικὴν μέθοδον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν προβλημάτων τῆς χώρας, δὲν ἔπραξεν ὀρθῶς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τῆς καθαρῶς νομικῆς του πλευρᾶς καὶ ν’ ἀγνοήσῃ τελείως τὴν τοιαύτην πολιτικήν, διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖται καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζομένη ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀγωνίζεται νὰ ἐμφανίσῃ ἑαυτὴν στυλοβάτην τῆς νομιμότητος, ἀποτελεῖ βάθρον σαθρὸν εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀνθέξῃ τὸ βάρος τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ὑπερασπίσῃ. Εἰς τὰς σημερινὰς δυσκόλους διὰ τὴν χώραν μας στιγμάς, νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὰς ὁποίας διεξάγομεν ὅλοι μαζὶ τὸν ἀγῶνα τῆς ἐπιβιώσεως τοῦ Ἔθνους, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποδώσωμεν δευτερεύουσαν σημασίαν εἰς τὴν νομικὴν πλευρὰν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν σοβαρὸν καὶ ἔχει βεβαίως σχέσιν μὲ τὴν γενικὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ μας βίου, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸν ἀγῶνα τῆς ἐπιβιώσεως τὸν ὁποῖον διεξάγομεν, ὥστε νὰ προκαλέσῃ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ἀνάλογον συγκίνησιν τὴν ὁποίαν θὰ ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ σύμφωνα μὲ τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος. Θὰ ἔπρεπε λοιπὸν νὰ παρακάμψωμεν τὸν σκόπελον αὐτὸν νὰ συνέλθωμεν ὅλοι τὸ ταχύτερον, διὰ νὰ κυρώσωμεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν καὶ τὸ ταχύτερον ὅλοι μαζὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸν στίβον διὰ νὰ ἀγωνισθῶμεν, ἐπαναλαμβάνω, μὲ μίαν συντονισμένην πολιτικὴν κατεύθυνσιν διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἐπιβιώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τὰς σημερινὰς κρισίμους στιγμάς, τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Ἀλλὰ ἂς ἴδωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν δικαιολογῆται ἡ ἐμμονὴ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει. Ἂς ἀνατρέξωμεν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ ἂς ἴδωμεν πότε ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς διατάξεως, ἀλλὰ καὶ πότε εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου μας ἐγένετο ἀναθεώρησις Συντάγματος σύμφωνα μὲ τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας μας. Δὲν θὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι αὕτη ἐγένετο κατὰ παρέκκλισιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ εἰς τὴν παρεκτροπὴν ἐκείνην συνεφώνησαν τότε ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς χώρας. Δηλαδὴ εὑρισκόμεθα εἰς μίαν ἀνάλογον περίπτωσιν μὲ τὴν συμφωνίαν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας ποὺ ἐγένετο διὰ τὴν παροῦσαν Βουλήν. Θὰ προχωρήσω εἰς τὴν περίοδον τὴν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὅπου πλέον καθαρὰ φαίνεται ὅτι δὲν ἴσχυσε ποτὲ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ δὲν ἀπετέλεσε ποτὲ δέσμευσιν νομικὴν καὶ Συνταγματικὴν εἰς τὰς γενομένας ἔπειτα ἀναθεωρήσεις. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ 1920 διελύθη ἡ Βουλὴ καὶ προεκηρύχθησαν ἐκλογαί. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲ αὐτήν, ἡ ὁποία ἐξελέγη μετὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου 1920 διὰ τοῦ διατάγματος τῆς συγκλήσεως αὐτῆς, ἐδόθη καὶ προσωρινὸς ἀναθεωρητικὸς χαρακτήρ. Ἐν τούτοις, ἡ Βουλὴ ἠγνόησε καὶ τὸ διάταγμα, ἠγνόησε καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ τὸ ἄρθρον 108. Εὐθὺς ὡς συνῆλθεν, ἐδέχθη ψήφισμα διὰ τοῦ ὁποίου μετεβλήθη ἀπὸ Ἀναθεωρητικὴν εἰς Συντακτικὴν καὶ προέβη εἰς ἀναθεώρησιν τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ προχωροῦμεν ἔτι περισσότερον, προχωροῦμεν εἰς τὴν περίοδον τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη. Καὶ βλέπομεν ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἔδωσε διὰ τοῦ διατάγματος τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν ἀναθεωρητικὴν ἰδιότητα εἰς τὴν τότε συγκληθεῖσαν Βουλήν, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927. Ἀλλὰ θὰ προχωρήσω καὶ ἔτι περισσότερον, καὶ φθάνομεν εἰς τὸ διάταγμα τοῦ 1935, τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον ὁ Ἀντιβασιλεὺς τότε ἐδημοσίευσε διὰ νὰ γίνῃ ἡ Βουλὴ τοῦ 1935, ἡ ὁποία ἐπίσης εἶχεν ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα. Καὶ τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐξεδόθη κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἡ Βουλὴ τότε συνῆλθε κατὰ παράβασιν ἐπίσης τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ καὶ κάτι περισσότερον, τὰ ψηφίσματα τὰ ὁποῖα ἐξέδωσεν ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τοῦ 1946, καὶ αὐτὰ ἐξεδόθησαν κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος. Ἔχομεν, λοιπόν, συνέχειαν ἐκτροπῶν, συνέχειαν περιπτώσεων μεταρρυθμίσεων Συνταγματικῶν κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ἐτηρήθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 καίτοι ἴσχυε. Τί σημαίνει αὐτό; Σημαίνει ὅτι ἐγένετο δεκτόν, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ἀπετέλεσε δέσμευσιν Συνταγματικήν, ὅτι ἔχει κατ’ οὐσίαν ἀχρηστευθῆ, διότι ἐὰν δεχθῶμεν τὸ ἀντίθετον, θὰ πρέπει νὰ δεχθῶμεν ἀκυρότητα ὅλων τῶν πράξεων τῶν Συνελεύσεων αὐτῶν. Ἀλλὰ λέγει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅτι μάλιστα ἐγένοντο ἐκτροπαί, ἀλλὰ αἱ ἐκτροπαὶ ἐνομιμοποιήθησαν, διότι ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει ἐπαναστατικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν καὶ ἐδημιούργησαν δίκαιον. Ἐὰν τότε δεχθῶμεν, καὶ συμφωνοῦμεν καὶ ἡμεῖς μὲ τὴν θεωρίαν αὐτήν, ὅτι αἱ ἐκτροπαὶ αἱ γενόμεναι καὶ δι’ εἰρηνικῶν ἐκδηλώσεων ἀναιμάκτων ἀποτελοῦν ἐπαναστατικὰς ἐκδηλώσεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν δίκαιον, τότε διατὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν ὅτι καὶ ἡ ἐκτροπὴ ἡ γενομένη διὰ τοῦ διατάγματος τοῦ Ἰουνίου 1951, ἡ ὁποία ἐδέχθη ὅπως ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα ἔχει ἀναθεωρητικὴν ἰδιότητα, ὅτι ἀπετέλεσε καὶ αὐτὴ ἐκτροπήν, ἀλλ’ ἡ ὁποία λόγῳ τῆς συμφωνίας ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐπεκράτησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐδημιούργησε δίκαιον. Ἡ πραγματικὴ ἱστορία τῆς χώρας μας ἀπέδειξε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁλοκληρωτικὴ ὑποταγὴ τῆς πολιτικῆς ζωῆς μιᾶς χώρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς τοὺς γραπτοὺς Συνταγματικοὺς θεσμούς. Καὶ θὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι εἰς τὴν χώραν μας ὅπου κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ συνταγματικὴ καὶ πολιτική μας ζωὴ ρυθμίζεται ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ στενὸν γράμμα τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ σωρείαν πολιτικῶν ἐθίμων τὰ ὁποῖα ἐτροποποίησαν αὐτόν, εἰς τὴν χώραν μας, λέγω, ἡ πολιτικὴ ζωὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ὑποτεταταγμένη εἰς τὸ γραπτὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911 ὁρίζει ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ διορίζονται ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Πότε ὁ Βασιλεὺς ἀπέλυσε, παρὰ εἰς ἐκτάκτως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, Ὑπουργοὺς καὶ διώρισεν Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπελάμβανον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐτύγχανον τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτῆς; Καὶ λέγει τὸ ἄρθρον 36 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι παράγων τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας καὶ κυροῖ τοὺς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένους νόμους καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰ τελευταῖα ἔτη ὁ Βασιλεὺς νὰ ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ νόμους τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ Βουλή; Βλέπετε ὅτι ἐν τῇ πράξει τὰ Κοινοβουλευτικὰ Ἔθιμα ἐπικρατήσαντα, μετέβαλον τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἡ διαδικασία τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος προὐκάλεσε καμμίαν ζημίαν εἰς τὴν πολιτικὴν ζωὴν τῆς χώρας, μήπως τυχὸν ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ φέρῃ πρὸς ψήφισιν καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος ἐνέχει καμμίαν ὑστεροβουλίαν, ἔχει καμμίαν πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν; Ἂς ἐξετάσωμεν τὰς δύο αὐτὰς ἀπόψεις. Ἂς ἴδωμεν, κύριοι συνάδελφοι, ἐάν, ἡ μὴ τήρησις τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 108 ἔχῃ εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίπτωσιν νὰ προκαλέσῃ καμμίαν πραγματικὴν βλάβην εἰς τὴν χώραν μας. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅσοι εἶσθε ἐξ ὑμῶν νομικοὶ ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι νομικοί, ὅτι αὐταὶ αἱ εἰδικαὶ διατυπώσεις αἱ καθωρισμέναι ὑπὸ τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου μιᾶς χώρας διὰ τὴν τροποποίησιν αὐτοῦ, δὲν ἔχουν ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ προφυλάξουν τὸν θεμελιώδη αὐτὸν νόμον ἀπὸ τὰς κακὰς διαθέσεις μιᾶς συμπτωματικῆς πλειοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐκμεταλλευθῇ αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν διὰ νὰ τροποποιήσῃ τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην σύμφωνα μὲ τὰ κομματικά της συμφέροντα καὶ δι’ αὐτὸ προβλέπει τὸ Σύνταγμα καὶ ἐπιβάλλει, νὰ τηρηθῇ ἡ διαδικασία αὐτὴ τῆς μεγαλειτέρας πλειοψηφίας ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τὴν ὁποίαν ὁρίζει διὰ τοὺς ἄλλους νόμους. Δι’ αὐτὸ ἔχει καθορισθῆ νὰ ὑπάρχῃ καὶ χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία πολυχρόνιος ἀντιμετώπισις τῆς καταστάσεως. Διότι εἶναι δυνατὸν ἀρχικῶς οἱ βουλευταὶ νὰ παρασυρθοῦν τυχὸν ἀπὸ μίαν δημαγωγικὴν πρότασιν μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ νὰ θελήσουν πράγματι νὰ υἱοθετήσουν τὴν πρότασιν αὐτὴν περὶ μεταβολῆς τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ παρερχομένου τοῦ χρόνου, νὰ διαφωτισθοῦν περισσότερον καὶ νὰ σκεφθοῦν ὡριμώτερον, ὅταν θὰ πρόκειται νὰ λάβουν ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Ἐν προκειμένῳ, κύριοι συνάδελφοι, συντρέχει περίπτωσις ἡ ὁποία νὰ μᾶς πείθῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις σπεύδει κάμνουσα χρῆσιν τῆς πλειοψηφίας της διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἐμφανίζουσα τὸ ὑπὸ κρίσιν ψήφισμα διὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη περίπτωσις. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀπὸ πενταετίας, καταβάλλονται προσπάθειαι συνεχῶς ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε Βουλήν, ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ χώρα νὰ ἀποκτήσῃ τὸν ὁριστικὸν της Συνταγματικὸν Χάρτην, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ψηφίσματος τοῦ 35 ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ τὸ Σύνταγμα τοῦ 11 ὡς προσωρινὸν Σύνταγμα τῆς χώρας. Λόγοι ἀνώτεροι τῆς θελήσεώς μας συνετέλεσαν ὥστε νὰ μὴ καταστῇ ὁριστικὴ ἡ ψήφισις τοῦ σχεδίου. Ἀλλὰ τὸ σχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν δὲν εἶναι σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀλλ’ εἶναι σχέδιον, ποὺ ἐμελετήθη ἀπὸ ἐπιτροπὰς συγκληθείσας, ἀπὸ ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι συνῆλθον νομίμως καὶ κατὰ τρόπον συνταγματικὸν καὶ ἀδιαφιλονίκητον καὶ ἀπὸ ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ αἱ ὁποῖαι ἐμελέτησαν καὶ πράγματι προσήρμοσαν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις πρὸς τὴν σημερινὴν πολιτικὴν πραγματικότητα, εἶναι Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου ἡ κύρωσις, ὅταν ὡλοκληρώθη, δὲν ἐπετελέσθη δι’ ἕνα τυπικὸν καὶ τυχαῖον λόγον. Αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἄνευ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν συνταγματικὴν ὁμαλότητα, ἀπαραίτητον, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνασυγκροτήσεως τοῦ τόπου, αὐτὸ τὸ Σύνταγμα θέτει ἐνώπιον ἡμῶν πρὸς ψήφισιν, ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἔχει λοιπὸν λόγους νὰ μᾶς κατηγορήσῃ κανείς, ὅτι ἀπὸ πολιτικὴν ἰδιοτέλειαν ζητοῦμεν σήμερον, ἔστω καὶ μὲ αὐτὴν τὴν μικρὰν πλειοψηφίαν, τὴν ὁποίαν διαθέτομεν, νὰ ψηφίσωμεν καὶ νὰ ἀποδώσωμεν τὴν συνταγματικὴν ὁμαλότητα εἰς τὴν χώραν μας. Ἀλλά, ἂς ἔλθωμεν εἰδικώτερον εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, δηλαδὴ εἰς τὸ ἐὰν καλῶς ἀπεδόθη εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἀναθεωρητικὸς χαρακτήρ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου προεκηρύχθησαν αἱ ἐκλογαὶ τῆς 9ης Σεπτεμβρίου. Ἐδημιουργήθη, λέγει ἡ Ἀντιπολίτευσις, ἡ θεωρία τῆς συνεχείας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν παραδεχόμεθα. Νομίζω, ὅτι εἶναι λελυμένον συνταγματικῶς, νομίζω, ὅτι εἶναι λελυμένον πολιτικῶς, ὅτι ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων ἔχει μὲν τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, ἔστω καὶ ἐὰν αὐτὴ εἶναι Ἀναθεωρητική, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον αὐτῆς πρὶν περατωθῇ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων κάμνων χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, τοῦ ἀναφαιρέτου δικαιώματός του, τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὅταν πολιτικαὶ περιστάσεις ἐπιβάλλουν τοῦτο, νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς ἔργον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν συμμετέχει καὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἀποτελεῖ παράγοντα. Ἡ ἀναθεώρησις, βέβαια, θὰ σταματήσῃ μὲ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἡ ἀναθεώρησις πρέπει νὰ τελειώσῃ. Ἡ ἀναθεώρησις θὰ συνεχισθῇ εἴτε τὸ ὁρίσῃ, εἴτε δὲν τὸ ὁρίσῃ εἰς τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ προκηρυχθοῦν αἱ ἐκλογαί, βάσει τοῦ ὁποίου θὰ συνέλθῃ νέα Βουλή, διότι τότε, ἀλλοίμονον, θὰ κάμνωμεν ἡμεῖς μίαν παρεκτροπὴν δεχθέντες τὸ ἀντίθετον. Δηλαδὴ θὰ ἐδίδαμεν εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει, θὰ τὸν ἐκάμνομεν, δηλαδή, παράγοντα τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐξουσίας. Δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ εὐσταθήσῃ ἀντίθετος γνώμη ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ὑπαρχούσης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἔρχεται ὁ Βασιλεὺς καὶ διαλύει τὴν Βουλήν. Ἀνεξαρτήτως τῆς εὐθύνης ἢ μὴ αὐτοῦ, διότι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Μπακόπουλον, ὅτι ὑπάρχει εὐθύνη τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ἡ εὐθύνη δὲ αὐτὴ δὲν εἶναι εὐθύνη συνταγματική, ἀλλ’ εἶναι εὐθύνη πολιτική, κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ νὰ ὑπογράψῃ τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ ὁ Βασιλεύς, ὅταν νομίσῃ, ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ κίνδυνον διὰ τὴν χώραν, δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐπειδὴ μία Κυβέρνησις θὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν διάλυσιν μιᾶς Βουλῆς θὰ ὑπογράψῃ χωρὶς νὰ ἔχῃ συναίσθησιν τῆς βαρύτητος τῆς πράξεως αὐτῆς, διότι ναὶ μὲν καθιεροῦται συνταγματικῶς τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην βέβαια τὴν ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι καὶ πολιτικὴ καὶ συνταγματική. Ἀλλὰ δὲν ἀποφεύγει τὴν εὐθύνην ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, ὅταν ὑπογράφῃ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄμεσον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, κατὰ τρόπον μάλιστα τόσον σοβαρόν, ὅσον εἶναι ἡ διάλυσις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τὸ σταμάτημα τῆς ὁμαλῆς κοινοβουλευτικῆς ζωῆς τῆς χώρας, διότι σταματᾷ ἡ ὁμαλὴ κοινοβουλευτικὴ ζωὴ τῆς χώρας μέχρι τῆς διενεργείας τῶν ἐκλογῶν καὶ τῆς συνόδου τῆς νέας Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τοῦ 50 δὲν ἔκαμε χρῆσιν τῆς ἀναθεωρητικῆς της ἁρμοδιότητος, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καλύπτεται τὸ κενὸν αὐτὸ διὰ τῆς ἀναθεωρητικῆς ἁρμοδιότητος τῆς νέας Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐτέθη πραγματικὰ καὶ ξεκαθαρισμένα εἰς τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀναθεωρητικὴ ἁρμοδιότης περιωρισμένη, εἰς χρονικὸν διάστημα περιωρισμένον καὶ ὄχι ἀπεριόριστος ἀναθεωρητικὴ ἁρμοδιότης. Ἔχομεν λοιπὸν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν σήμερον. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ στερήσωμεν τὴν Βουλὴν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἁρμοδιότητος, διότι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμωμεν. Καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴ δὲν ἐπιληφθῇ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ της ἔργου, τότε ἔχει τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, εἶναι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους. Ἐὰν διαλυθῇ, θὰ ἔλθῃ ἡ ἄλλη Βουλή, ἡ ὁποία ἐπίσης θὰ ἔχῃ ἀναθεωρητικὴν ἁρμοδιότητα. Ἐφ’ ὅσον, κύριοι συνάδελφοι, ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῆς χώρας μας μᾶς διδάσκει, ὅτι οὐδέποτε ἐτηρήθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅλαι αἱ ἀναθεωρήσεις ἐγένοντο κατὰ τρόπον ἔκτροπον, ἐφ’ ὅσον εἶναι γεγονός, ὅτι ὑπῆρχε συμφωνία ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας, ὅταν ἐδημοσιεύθη τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἀναθεωρητικὴν ἁρμοδιότητα τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ψηφίσωμεν εἶναι Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἐμελετήθη καὶ συνετάχθη κατὰ τρόπον συνταγματικῶς νόμιμον, διατί θὰ ἀρνηθῶμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν; Θὰ ἀρνηθῶμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διὰ νὰ ἀγωνισθῶμεν ὑπὲρ τῆς νομιμότητος; Ποίας νομιμότητος; Αὐτὸ δὲν ἠμπόρεσα ἀκόμη νὰ τὸ ἀντιληφθῶ ἀπὸ τὰς μέχρι τοῦδε ἀγορεύσεις τῶν ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Νομιμότης θὰ εἴπῃ δηλαδὴ νὰ παραπέμψωμεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας ἕνα θέμα τόσον σοβαρόν. Διατί; Διότι τότε θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω ὅτι ὅλος αὐτὸς ὁ ἀγών, ὅλη αὐτὴ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ἔχει παρὰ στενῶς κομματικὰ ἐλατήρια. Δὲν θέλει νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις τὴν εὐχαρίστησιν, τὴν ὁποίαν θὰ αἰσθανθῶμεν καὶ ἡμεῖς, νὰ ἀποκτήσωμεν καὶ νὰ δώσωμεν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, θὰ μᾶς βγάλῃ ἀπὸ τὴν Συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν. Δὲν θέλει νὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ αἰσθανθῶμεν τὴν εὐχαρίστησιν, τὴν ὁποίαν ἀσφαλῶς θὰ αἰσθανθῶμεν ὅταν μὲ τὸ Νέον Σύνταγμα, καθιερωθοῦν θεσμοὶ φιλελεύθεροι καὶ δημοκρατικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιτρέψουν τὴν ὁμαλωτέραν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα θὰ ψηφισθῇ· θὰ τὸ ψηφίσῃ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία αὐτὴ εἶναι μικρὰ ἢ μεγάλη καὶ ἐὰν διὰ τὸν λόγον αὐτὸν προκύψουν ζητήματα στὸ μέλλον, αὐτὰ δὲν θὰ βαρύνουν τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ βαρύνουν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Θὰ βαρύνουν τὴν Ἀντιπολίτευσιν, διότι διὰ λόγους οὐχὶ σοβαρούς, διὰ λόγους οὐχὶ πολιτικῶς καὶ νομικῶς ὀρθοὺς καὶ μόνον ἀπὸ κομματικὰ ἐλατήρια ἐλαυνομένη, δὲν προσέθεσε τὸ κῦρος της εἰς τὸ σημερινὸν Σύνταγμα, ὥστε νὰ ἀποκτήσῃ τὴν ἀδιαφιλονίκητον ἠθικὴν ὑπηρεσίαν του εἰς τὴν ψυχὴν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ὁποία διεξήχθη καὶ διεξάγεται καὶ θὰ διεξαχθῇ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης θὰ εἶναι ἀρκετὴ διὰ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κοινὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἔτσι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ καὶ μὲ τοὺς ὀλίγους ψήφους, τοὺς ὁποίους θὰ πάρῃ τῆς πλειοψηφίας, θὰ ἔχῃ τὸ ἀναγκαῖον ἠθικὸν κῦρος διὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὸν θεμέλιον λίθον τῆς νέας πολιτικῆς ζωῆς, τῆς χώρας μας. Καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις ἂς μείνῃ μόνον μὲ τὰ αἰσθήματα αὐτὰ τῆς κακῶς ἐννοουμένης πολεμικῆς εἰς ἕνα θέμα τόσο σοβαρὸν διὰ τὴν πολιτικὴν ὁμαλότητα τῆς χώρας μας. (Χειροκροτήματα).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§174ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΞΗ]1949 ψηφίσματος τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς συνταχθέντος νέου Συντάγματος» ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5′ μ. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, συμφώνως πρὸς εἰδικῶς ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ΞΗʹ]49 Ψηφίσματος τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς συνταχθέντος νέου Συντάγματος». (Ὥρα 12 μεσονύκτιος).