1951.12.04
1.461 στίχοι · 10.080 λέξεις · 166 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17η
Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 1951
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.50′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Ἰωάννου ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Μητσοτάκης αἰτεῖται δίμηνον ἄδειαν ἀπουσίας διὰ τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Κ. Μητσοτάκην.
§6Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ ὅτι ἐγὼ ἀντιτίθεμαι εἰς τὴν χορήγησιν ἀδείας ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἐν ὄψει τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, δι’ ἣν εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητος ἡ παρουσία του ἐνταῦθα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Δ. Μανέντης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ.
§8Δ. ΜΑΝΕΝΤΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης, καταθέτει ἀναφορὰν ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου Καλαμῶν διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην περικοπὴν συντάξεων. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Δ. Λαντζούνης, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ὀπτικῶν Καλαμῶν, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ΙΚΑ μελετωμένην εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὀπτικῶν εἰδῶν. Οἱ βουλευταὶ Λαρίσης κ. κ. Α. Ἀποστολίδης καὶ Δ. Κουτσιμπός, καταθέτουν ἀναφορὰν τῶν Συνδέσμων Παντοπωλῶν καὶ Οἰνοπαντοπωλῶν Βόλου, αἰτουμένων ἀκύρωσιν ἀποφάσεως Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ προκαταβολῆς 50% ἐπὶ ἀξίας διανεμομένων τροφίμων ὡς καὶ μελετωμένην μείωσιν διανεμητικῶν δικαιωμάτων. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ν. Ζορμπᾶς, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου Χίου, διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην περικοπὴν συντάξεων. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Κ. Καλλίας, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἐπαγγελματιῶν καὶ Βιοτεχνῶν Ἀλιβερίου, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν πίεσιν πρὸς καταβολὴν τῶν πρὸς τὸ Τ.Ε.Β.Ε. εἰσφορῶν των ἀθροιστικῶς καὶ ἀναδρομικῶς. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Κ. Καλλίας καταθέτει ἀναφορὰν ἀκτημόνων γεωργῶν καλλιεργητῶν κατοίκων Νέας Ἀρτάκης ζητούντων χορήγησιν κλήρου πρὸς γεωργικήν των ἀποκατάστασιν. Ὁ βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Πολυζωγόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, τοῦ Συλλόγου Παντοπωλῶν, τῆς Ὁμοσπονδίας Ἐπαγγελματιῶν Ἀμαλιάδος, ζητούντων μείωσιν εἰσφορᾶς τοῦ ΙΚΑ εἰς 5% προαιρετικὴν ἀσφάλισιν τῶν νέων εἰς τὸ ΙΚΑ, προαιρετικὴν καταβολὴν τῶν ἑκάστοτε δώρων καὶ οὐχὶ ὑποχρεωτικῶς, κατάργησιν τῶν ἐπιδομάτων εἰς τοὺς στρατευσίμους τὰ ὁποῖα ν’ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Α. Ταλιαδοῦρος καταθέτει ἀναφορὰν ὑπαλλήλων γραφείων λεωφορείων Καρδίτσης, ζητούντων τροποποίησιν τοῦ νόμου 1631 δυνάμει τοῦ ὁποίου ἱδρύθη τὸ Ταμεῖον Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως κλπ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Α. Ταλιαδοῦρος, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου 1912–22 καὶ 1940–49 περιφερείας Καρδίτσης διαμαρτυρομένης διὰ μελετωμένην περικοπὴν τῶν συντάξεων. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Κ. Καλλίας καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνδέσμου Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου Ἀλιβερίου Εὐβοίας διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην περικοπὴν συντάξεων. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Ν. Ἰντζὲς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς κοινότητος Κάτω Πορροΐων ζητοῦντος ἀναθεώρησιν τῆς ληφθείσης κατὰ τὸ ἔτος 1948 ἀποφάσεως τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸν τρόπον πληρωμῆς τοῦ πρὶμ ἐκ τῆς πωλήσεως καπνοῦ μὲ βάσιν τὰς τιμὰς τοῦ 1948 καὶ ἔγκρισιν πληρωμῆς διαφορᾶς τιμῆς τῶν ἐσοδειῶν 1949– 50 πρὸς ἱκανοποίησιν δικαίων αἰτημάτων τῶν κατοίκων τῆς ὡς ἄνω κοινότητος. Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Γ. Ρουμάνης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ζαννέτου Ι. Καράμπελα κατοίκου Μολάων Λακωνίας ζητοῦντος ὅπως τὰ ἀποστελλόμενα ἐξ Ἀμερικῆς δέματα ἀποσφραγίζωνται ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ δικαιούχου ἢ πληρεξουσίου του πρὸς ἀποφυγὴν ὑπεξαιρέσεων τῶν ἐν αὐτοῖς ἀντικειμένων. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Α. Ταλιαδοῦρος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων Πολέμου 1912–22 καὶ 1940–49 περιφερείας Καρδίτσης ζητούντων ἄμεσον ἀναγνώρισιν τῆς σχολῆς ὑπομηχανικῶν Βόλου ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐπιστροφὴν τῶν εἰσπραχθέντων χρημάτων ἀπὸ τὰ τέκνα ἀναπήρων καὶ θυμάτων πολέμου ὑπὸ τῆς Παιδαγωγικῆς Ἀκαδημίας Λαρίσης κλπ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Α. Ταλιαδοῦρος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καρδίτσης διαμαρτυρομένου δι’ ἐπιβολὴν ἀδίκου ἐρανικῆς εἰσφορᾶς καὶ ζητοῦντος τὴν κατάργησίν της. Οἱ βουλευταὶ Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. κ. Δ. Ἀλιπράντης Ε. Σαββόπουλος καὶ Δ. Πετροπουλᾶκος καταθέτουν ἀναφορὰν ἐπιλαχόντων ὑποψηφίων σπουδαστῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀκαδημίας Σωματικῆς Ἀγωγῆς ζητούντων τὴν εἰσαγωγὴν των εἰς τὴν Σχολήν. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Κ. Ροδόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου θυμάτων κατοχῆς Νομοῦ Μαγνησίας ζητοῦντος τὴν μὴ ἐπικύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ Α. Ν. 1512)50 καὶ ἐπαναφορὰν τοῦ καταργηθέντος νόμου 812) 1943. Ὁ Σύνδεσμος Ἰδιοκτητῶν Ἀκινήτων Πειραιῶς καὶ τῶν ὑποστάντων ζημίας κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ τὸ Δεκεμβριανὸν κίνημα 1940–44 ζητεῖ ἄμεσον ἐπισκευὴν τῆς περιφερειακῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ναυτικοῦ (πρώην Ρωσσικοῦ) νοσοκομείου Πειραιῶς καὶ ἐκεῖθεν πρὸς τὴν Πειραϊκὴν–Καλλίπολιν ἡ ὁποία ὁδὸς ἔχει χαρακτηρισθῆ διὰ νόμου ὡς ἐθνικὴ ὁδός. Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν. Ι. Ὑπουργείου Γεωργίας. Α) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Ρουμάνη. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7288]3897]24–11–51 ὑμετέρου ἐγγράφου ἀφορῶντος τὴν ὑπ’ ἀριθ. 88 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Ρουμάνη, σχετικὴν μὲ τὸ ἀρδευτικὸν ἔργον Τρινάσου Λακωνίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Ἡ μελέτη τοῦ ἀνωτέρω ἔργου συνεπληρώθη παρὰ τοῦ ἀναδόχου καὶ ὑπεβλήθη πρὸς ἔλεγχον εἰς τὴν Δ)νσιν Ὑδραυλικῶν Κατασκευῶν τὴν 14 Σεπτεμβρίου 1951, ἤδη δὲ ἐλέγχεται αὕτη παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἀνωτέρω ἔργου προϋποθέτει τὴν ἐγγραφὴν αὐτοῦ εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ ἔτους 51–52. Ἡ ἀναγραφὴ ὅμως τοῦ ἔργου εἰς τὸ πρόγραμμα, προσκρούει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, ἥτις δι’ ἐγγράφου αὐτῆς ἀπὸ 21 Σεπτεμβρίου 1951 δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐκτέλεσιν νέων ἔργων, εἰ μὴ μόνον τὴν συνέχισιν τῶν ὑπὸ ἐκτέλεσιν τοιούτων.
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ
Β) Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Ἰωάννου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7273]3885]23–11–51 ὑμετέρου ἐγγράφου ἀφορῶντος τὴν ὑπ’ ἀριθ. 83 ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Ἰωάννου σχετικὴν μὲ τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα περιοχῆς Ἰωαννίνων, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Γεωργίας ἔχον πλήρη ἀντίληψιν τῆς σοβαρότητος καὶ σημασίας τοῦ προβλήματος ἀξιοποιήσεως τῆς πεδινῆς περιοχῆς πέριξ τῆς πόλεως Ἰωαννίνων (70. 000 στρέμματα) προέβη ἤδη εἰς τὴν ἐκπόνησιν τῆς γενικῆς προμελέτης τῶν ἀπαιτουμένων ἐγγ. ἔργων, ἤτοι ἀρδεύσεως, ἀποστραγγίσεως κ.λ.π. Κατόπιν ἀποπερατώσεως τῆς γενικῆς προμελέτης ἤρξατο ἡ ἐκπόνησις τῶν ὁριστικῶν μελετῶν τῶν ἔργων, ὑπολογίζεται δέ, ὅτι αἱ τελευταῖαι θὰ ἔχουν ἀποπερατωθῆ ἐγκαίρως, ὥστε κατὰ τὸ προσεχὲς οἰκονομικὸν ἔτος νὰ δύνανται τὰ σχετικὰ ἔργα νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὸ πρόγραμμα ἔργων ἀνασυγκροτήσεως τῶν ἀποξηραντικῶν ἔργων Λαψίστης. Ὡς πρὸς τὴν συνέχισιν τῶν ἀποξηραντικῶν ἔργων Λαψίστης, πρόκεικαι περὶ ἀποπερατώσεως τῆς ὁμωνύμου σύρραγγος. Τὴν σχετικὴν ἐργασίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑταιρία Μποὺτ καὶ τὸ ἔργον συμπεριλαμβάνεται εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν ἔργων τοῦ Ὑπουργείου Δημοσίων ἔργων. Πάντως ἡ ἀποπεράτωσις τῆς σύρραγγος Λαψίστης εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν ἀξιοποίησιν σημαντικοῦ τμήματος (περίπου 20.000 στρεμμάτων) τῆς πεδινῆς ἐκτάσεως Ἰωαννίνων συμπεριλαμβανομένου εἰς τὰς ἤδη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας ἐκπονουμένας μελέτας. Ἀθῆναι τῇ 28 Νοεμβρίου 1951
Ὁ Ὑπουργὸς
Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ
II Ὑπουργείου Ἐθν. Παιδείας. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Σαράντη. Ἀπαντῶντες εἰς τὴν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7323]3924] 26–11–51 ὑμετέρου ἐγγράφου διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ Κοζάνης κ. Θ. Σαράντη «Περὶ τῶν Σχολείων γενικῶς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως», ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ ἑξῆς. α) Τὰ ἐν τῷ Κράτει λειτουργοῦντα σχολεῖα Μ. Ἐκπαιδεύσεως ἀνέρχονται εἰς 275, 94 γυμνασιακὰ παραρτήματα καὶ 40 Ἐμπορικὰς Σχολάς. Ἅπαντα τὰ ἀνωτέρῳ εἰς ἀριθμὸν σχολεῖα εἶναι κατανεμημένα εἰς 20 ἐκπαιδευτικὰς περιφερείας. β) Τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν τῶν σχολείων Μέσης Ἐκπαιδεύσεως (Γυμνάσια καὶ Ἐμπορικαὶ Σχολαὶ) ἀνέρχονται εἰς 3.627 ἐν συνόλῳ ἔδει ὅμως ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φοιτώντων μαθητῶν ἀνελθόντων κατὰ τὸ παρελθὸν σχολικὸν ἔτος εἰς 178.408 νὰ ὑπηρετῶσι καὶ ἕτεροι 1453 ἤτοι 5.080 ἐν ὅλῳ ἐκπαιδευτικοὶ λειτουργοὶ διὰ τὴν εὔρυθμον καὶ κανονικὴν λειτουργίαν τούτων. Συνημμένως πέμπομεν πίνακα τῶν σχολείων Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κατὰ ἐκπαιδευτικὰς περιφερείας.
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΜΙΧΑΗΛ
III. Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ε. Σαββοπούλου, Δ. Ἀλιπράντη καὶ Δ. Πετροπουλάκου. Εἰς ἀπάντησιν τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7324 (διεκπ. 3925) ὑμετέρου ἐγγράφου σχετικῶς μὲ τὴν κατατεθεῖσαν ἐρώτησιν τῶν βουλευτῶν Ε. Σαββοπούλου, Δ. Ἀλιπράντη καὶ Δ. Πετροπουλάκου ἔχομιν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι ἐκ τοῦ ἐνταῦθα καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Βουλῆς ἀριθ. 8–10 νεοδμήτου Μεγάρου τοῦ Ταμείου Ἐμπόρων ἐμισθώθησαν οἱ Α.Δ.Ε. ΣΤ καὶ Ζ ὄροφοι ἀποτελούμενοι ἐκ 42 κυρίων δωματίων καὶ λοιπῶν βοηθητικῶν χώρων ἀντὶ ἐτησίου μισθώματος δραχμῶν 650.000.000. Εἰς τοὺς ὀρόφους τούτους ἔχουσιν ἤδη ἐγκατασταθῆ τέσσαρες διευθύνσεις τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, ἤτοι ἡ Διεύθυνσις Ἐντελλομένων Ἐξόδων, ἡ Διεύθυνσις Δημοσίων Κτημάτων, ἡ Διεύθυνσις Στεγάσεως Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν καὶ ἡ Διεύθυνσις ἀπαλλοτριώσεων τρία δὲ δωμάτια τοῦ Δʹ ὀρόφου προορίζονται διὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργοῦ, Γεν. Διευθυντοῦ καὶ ἰδιαιτέρων.
Ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς
Θ. ΜΕΡΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ὁ κ. Ἀλέξ. Σακελλαρίου (Ὑπουργὸς Ἐθν. Ἀμύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως ὀργανικῶν ἀριθμῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν Β. Ν. διὰ τὸ Καταδρομικὸν ΕΛΛΗ». Οἱ Ὑπουργοὶ κ. κ. Κ. Ρέντης (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν), Ι. Μιχαὴλ (Ὑπουργὸς Θρησκευμάτων καὶ Ἐθν. Παιδείας) καὶ Α. Ἰωσὴφ (Ὑφυπουργὸς παρὰ τῇ Προεδρίᾳ Κυβερνήσεως) καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως εἰς τὴν Δωδεκάνησον τῆς περὶ Κινηματογράφων Νομοθεσίας». Ὁ κ. Κ. Ρέντης (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κατασκευῆς τοῦ δικτύου ὑπονόμων τῆς πόλεως Ἰωαννίνων καὶ τρόπου χρηματοδοτήσεως καὶ τῶν σχετικῶν ἔργων». Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ ὀργανικῶν θέσεων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Μπακόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1454)50 «περὶ ἐκλογῆς τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχῶν».
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως κανονισμοῦ νοσηλείας καὶ περιθάλψεως τοῦ ἐκ φυματιώσεως πάσχοντος προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων ΣΕΚ καὶ ΣΠΑΠ». Ὁ κ. Α. Κοκκέβης, ὡς εἰσηγητής, ἔχει τὸν λόγον.
§10Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν τοῦ κανονισμοῦ νοσηλείας καὶ περιθάλψεως τοῦ ἐκ φυματιώσεως πάσχοντος προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων Σ.Ε.Κ. καὶ Σ.Π.Α.Π. Ὁ κανονισμὸς οὗτος καταρτισθεὶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου 3752)29, ἐκυρώθη διὰ τοῦ ἀπὸ 18–2–1948 Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ὁ κανονισμὸς οὗτος ἐτροποποιήθη κατόπιν ὑποδείξεως τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ἀπὸ 23ης Ὀκτωβρίου 1948 Β. Δ)γματος. Διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ Διατάγματος ἐμειώθη ἡ κατὰ μῆνα παρεχομένη ὑπὸ τοῦ δικτύου ἐπιχορήγησις εἰς τοὺς ἀπολυομένους ὡς ἀνικάνους φυματικούς. Ἔτσι τὸ προσωπικὸν κατέφυγεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἠκύρωσε τὸ Βασιλικὸν αὐτὸ διάταγμα. Ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀνωτέρω διατάγματος εἶχον λάβει χώραν ὡρισμέναι πράξεις, τῶν ὁποίων τὴν κύρωσιν ἀποβλέπει καὶ ρυθμίζει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις, ἀπεφάσισε διὰ λόγους ἴσης μεταχειρίσεως μεταξὺ τῶν ἐργαζομένων τῆς αὐτῆς τάξεως, νὰ κάμῃ ἐπέκτασιν αὐτοῦ τοῦ κανονισμοῦ νοσηλείας καὶ περιθάλψεως τῶν φυματιώντων καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀτμηλάτων σιδηροδρομικῶν δικτύων καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Ἐπίσης ἔκαμε δεκτὴν τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἀσφαλίσεως καὶ τῆς νοσηλείας καὶ ἐπὶ τῶν πασχόντων ἐκ φυματιώσεως τῶν ὀστῶν. Καὶ ἐκρίθη ἐπίσης, ὅτι θὰ ἔπρεπεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ γίνῃ ἐπέκτασις τῆς ἀσφαλίσεως καὶ μεταξὺ τῶν πασχόντων ἐκ φυματιώσεως τοῦ οὐροποιητικοῦ συστήματος, διότι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δικαίου καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς, θὰ ἦτο μία τοιαύτη παράλειψις ἀσυγχώρητος. Ἐπίσης, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 1 παράγραφος 7 ἀπεφάσισε νὰ προσθέσῃ ὅτι οἱ φυματικοί, οἱ ὁποῖοι ἰῶνται, δύνανται νὰ ἀπολαμβάνουν τῶν δικαιωμάτων τοῦ παρόντος κανονισμοῦ, ἐξαιρέσει τῆς ἀναπηρικῆς περιθάλψεως.
§11Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Φραστικὴ διαφορὰ εἶναι.
§12Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Δὲν εἶναι φραστικὴ διαφορά, κύριε Ὑπουργέ. Ἔχομεν ἐπανειλημμένως συζητήσει εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, εἶναι διὰ τοὺς φυματικοὺς τοὺς ἰαθέντας, αὐτοὺς ποὺ ἀναλαμβάνουν καὶ πάλιν ὑπηρεσίαν, ἐὰν ὑποτροπιάσουν, δικαιοῦνται τῶν εὐεργετημάτων τοῦ παρόντος κανονισμοῦ.
§13Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Φραστικὴ διαφορὰ εἶναι καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἀποδέχομαι.
§14Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν παράγραφον 8 τοῦ ἄρθρου 3, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἀπεφάσισε τὴν διαγραφήν της. Ἐγὼ εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§15Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Τὸ δέχομαι καὶ αὐτό.
§16Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε κατὰ πλειοψηφίαν τὴν διαγραφήν της, διότι ἐνόμισεν ὅτι αὐτὸ ἀνάγεται εἰς πράξεις τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅλον σχέδιον νόμου ἔχει σκοπὸν τὴν κύρωσιν πράξεων τοῦ παρελθόντος. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι σωστὸν νὰ ἐξαιρέσωμεν τοὺς πάσχοντας ἐκ τῆς φυματιώσεως τῶν ὀστῶν. Τὸ ἄρθρον 5 διεγράφη ἐφ’ ὁλοκλήρου ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§17Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἀφορᾷ δύο πρόσωπα.
§18Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατοτεχνιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν βάσει τοῦ ψηφίσματος περὶ ἐξυγιάνσεως τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ εἶπεν, ὅτι ἐδόθη τὸ δικαίωμα μὲ τὸν νόμον 546 νὰ ὑποβάλουν τὰ σχετικὰ δικαιολογητικὰ καὶ νὰ κριθοῦν διὰ τὴν ἐπαναφοράν των ἢ ὄχι. Ἐπίσης, δεχόμεθα ὅπως τὸ ἀσφάλιστρον, τὸ ὁποῖον πληρώνουν οἱ διάφοροι ὀργανισμοὶ εἰς τὸν ἀντιφυματικὸν ὀργανισμόν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἰδίαν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἴδιον ὀργανισμὸν περιθάλψεως, νὰ μὴ καταβάλουν αὐτὸ τὸ ἀσφάλιστρον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ ἀπεδέχθη ἐπίσης καὶ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι εἶναι κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τ. Τριανταφυλλάκος.
§20Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅπως ἠκούσατε ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ εἰς τὸ νὰ κατοχυρώσῃ τὴν περίθαλψιν πρὸς τοὺς φυματικοὺς σιδηροδρομικούς. Ὑπῆρχε καὶ ἄλλος τρόπος ἐκτὸς τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ διὰ νὰ γίνῃ ἡ ρύθμισις αὐτοῦ. Δηλαδὴ ὁ νόμος 3752)29 ὥριζε τὴν διαδικασίαν βάσει τῆς ὁποίας δι’ ἁπλοῦ διατάγματος ἦτο δυνατὸν νὰ ρυθμισθῇ τὸ πραγματικῶς φλέγον αὐτὸ θέμα διὰ τοὺς πάσχοντας ἐκ φυματιώσεως τῶν πνευμόνων σιδηροδρομικούς. Ἐδημοσιεύθη δὲ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπε καὶ πρὶν ὁ κ. συνάδελφος, τὸν Φεβρουάριον 1948, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐκ παραδρομῆς ἔκαμεν ἕνα λάθος ὁ κ. Κοκκέβης. Δὲν ἠκυρώθη τὸ διάταγμα τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1948, ἠκυρώθη τὸ τροποποιητικὸν διάταγμα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1948. Ἡ κατάθεσις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἀποβλέπει εἰς τὴν παράκαμψιν δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐκ τῆς μὴ δυνατότητος πληρώσεως τῶν ὅρων ποὺ προβλέπει ἡ διαδικασία τοῦ νόμου 3752 καὶ εἰδικῶς τῆς διαδικασίας τοῦ ἐὰν ὑπάρχῃ σύμφωνος γνώμη καὶ τῶν δικτύων καὶ συγχρόνως τῶν ἐκπροσώπων τῶν ἐνδιαφερομένων τάξεων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διαφωνία εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι γεγονὸς ἀναμφισβήτητον, ὅτι εἰδικῶς ἡ τάξις τῶν σιδηροδρόμων ὑποφέρει καὶ νομίζω, ὅτι ὅπως εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ὁ ὁποῖος νὰ διαφωνήσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱαδήποτε διαφωνία. Ἀλλ’ ἐγὼ προσωπικῶς ἔχω ἐπιφυλάξεις καὶ ἀντιρρήσεις ἐπὶ βασικῶν σημείων τοῦ νομοσχεδίου. Πρῶτον, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ ὅσα εἶπεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας, ὅτι πρέπει καὶ ἐνδείκνυται νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὸν Ἠλεκτρικὸν Σιδηρόδρομον. Δὲν ἀντιλαμβάνομαι ὅμως, παρ’ ὅλον ὅτι ὑπεστήριξα αὐτὸ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ ποῖον λόγον πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ τροχιοδρομικοί, ὁπότε, τότε καὶ μόνον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι πλῆρες. Ἐγένετο, δηλαδή, μία μοναδικὴ ἐξαίρεσις τῶν τροχιοδρομικῶν.
§21Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Δὲν ἐγένετο ἀπὸ ἐμὲ ἡ ἐξαίρεσις, ἔγινεν ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§22Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Φαντάζομαι, ὅτι καὶ σεῖς καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εἶσθε σύμφωνοι νὰ ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ καὶ εἰς τὴν τάξιν τῶν τροχιοδρομικῶν. Δεύτερον θέμα, τὸ ὁποῖον μὲ εὑρίσκει ἐπιφυλακτικόν, εἶναι ἡ ἐπέκτασις εἰς τοὺς πάσχοντας ἐκ φυματιώσεως τῶν ὀστῶν ἢ ἄλλης οἱασδήποτε μορφῆς φυματιώσεως καὶ τοῦτο διότι ἡ εἰδικὴ προστασία, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τοὺς φυματικοὺς τοὺς πάσχοντας ἐκ πνευμονικῆς φυματιώσεως, ἔχει πρωτίστως καὶ κοινωνικὸν σκοπόν, ἀποβλέπει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν παροχὴν τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς θεραπείας μέχρι πλήρους ἰάσεως, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, διότι αὐτὸ εἶναι καὶ θέμα ὑποκειμενικὸν τῶν ἀσθενῶν, νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἴασις καὶ συγχρόνως τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας λόγῳ τοῦ μεταδοσίμου τῆς νόσου. Πλὴν ὅμως, χωρὶς νὰ εἶμαι ἰατρός, γνωρίζω, ὅτι αἱ ἄλλαι μορφαὶ τῆς φυματιώσεως δὲν ἔχουν τὸ στοιχεῖον αὐτὸ τῆς μεταδοτικότητος. Ἀφ’ ἑτέρου δέ, ὑπάρχουν μορφαὶ φυματιώσεως, αἱ ὁποῖαι πλὴν τῆς πνευμονικῆς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθοῦν ἐὰν προῆλθον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Διότι ὑπάρχουν μορφαί, ὅπως εἶναι φερ’ εἰπεῖν τῶν ὀστῶν, ποὺ ἠμποροῦν νὰ προϋπῆρχον ἔτη πολλὰ πρὸ τῆς ἀναλήψεως τῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ αʹ προσώπου καὶ νὰ ἐξεδηλώθησαν ἀργότερον. Συγχρόνως, κύριοι συνάδελφοι, ἤθελα νὰ προσέξετε καὶ τοῦτο, δὲν πρέπει βεβαίως καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ παρουσιάσουν συμπτώματα προσβολῆς ὑπὸ τῆς φυματιώσεως ἢ οἱασδήποτε ἄλλης μορφῆς, νὰ ἐξαιρεθοῦν πάσης περιθάλψεως, ἁπλῶς καὶ μόνον, νὰ μὴ τύχουν αὐτῆς τῆς εἰδικῆς μερίμνης, τῆς ὁποίας ἐπιλαμβάνεται τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον. Ἅπαντες οἱ ἐγγεγραμμένοι εἰς τὴν δύναμιν τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων, τυγχάνουν ἀπὸ τὰ διάφορα ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας πάσης δυνατῆς περιθάλψεως δι’ οἱανδήποτε περίπτωσιν ἀσθενείας, ἀκόμη δὲ καὶ πλήρους ἀνικανότητος. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον κριθῆ ὡς ἀνίκανοι διὰ τὴν παραμονήν των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, λόγῳ φυματιώσεως οἱασδήποτε ἄλλης μορφῆς, πλὴν τῆς πνευμονικῆς φυματιώσεως, πρέπει νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 § 4 κατὰ πλειοψηφίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, προσετέθη ἡ διάταξις νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ βεβαίωσις τῆς Ἀστυνομικῆς ἀρχῆς περὶ μὴ ἀσκήσεως οἱουδήποτε ἄλλου ἐπαγγέλματος. Τοῦτο ἐτέθη, κύριοι συνάδελφοι, διότι βάσει συγκεκριμένων στοιχείων, ὑπάρχουν ἐλάχιστοι σιδηροδρομικοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν θλιβερὰν παραφωνίαν μέσα εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῶν σιδηροδρομικῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ μόνον αὐτοὶ εἶναι ἄξιοι προστασίας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκόμη καὶ περίπτερα, κύριοι συνάδελφοι. Συνεπῶς θὰ ἔπρεπεν, ἐφ’ ὅσον δίδεται αὐτὴ ἡ εἰδικὴ παροχή, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ δοθῇ πρὸς τοὺς σιδηροδρομικούς, συγχρόνως νὰ ὑπάρχουν ἀσφαλιστικὰ μέτρα, ὅτι δὲν θὰ ἐπιδέχεται δι’ οἱουδήποτε μέσου νὰ χαρακτηρισθῇ ἕνας ὑπάλληλος οἱουδήποτε δικτύου ὡς ἀσθενής, διὰ νὰ ἠμπορῇ κατόπιν νὰ ἔχῃ τὸ ηὐξημένον αὐτὸ περιοδικὸν ἐπίδομα καὶ συγχρόνως νὰ ἠμπορῇ ν’ ἀσκήσῃ οἱονδήποτε ἄλλο ἐπάγγελμα. Ἐπίσης ἡ παράγραφος 8 τοῦ ἄρθρου 3, ὅπως ἠκούσατε ἀπὸ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, ἀφηρέθη, διότι νομίζομεν, ὅτι εἶναι περιττή, εἶναι πλεονασμός. Ἐὰν μὲν γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῆς βάσεως ποὺ ἔθεσεν ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, δηλαδὴ νὰ ἐπεκταθῇ ἡ περίθαλψις καὶ εἰς τοὺς φυματιῶντας τῶν ὀστῶν καὶ τοῦ οὐροποιητικοῦ συστήματος, νομίζομεν, ὅτι παρέλκει ἡ παράγραφος 8. Εἰς τὸ ἄρθρον 4, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει μία ἀσάφεια. Λέγει εἰς τὴν παράγραφον 3: «Τὸ ὑπὸ τῆς παραγράφου 2... (ἀναγινώσκει)........». Νομίζω, ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἀντέγραψαν ἐκ τοῦ διατάγματος τοῦ Φεβρουαρίου 1948 χωρὶς νὰ προσέξουν, ὅτι ἐδῶ ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ μία ἀλλαγή. Ἐφόσον δεχόμεθα ὅτι τὰ εὐεργετήματα αὐτοῦ τοῦ περιοδικοῦ ἐπιδόματος πρέπει νὰ δοθοῦν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ διατάγματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα προηγουμένως, τότε πρέπει νὰ τεθῇ ἀπὸ 1–3–1948. Μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ διατάγματος τοῦ Φεβρουαρίου 1948 ὑπῆρχον ὡρισμένοι σιδηροδρομικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδέχοντο νὰ μεταβοῦν εἰς τὰς καθοριζομένας ἐπιτροπὰς, διὰ νὰ ὁρισθῇ ἡ ἀνικανότης των ἢ ὄχι. Τὰ δίκτυα, ὀρθῶς, δὲν κατέβαλον εἰς αὐτοὺς τὰ ἐπιδόματα. Τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν τότε δι’ ἐγγράφου διέταξε τὰ δίκτυα νὰ τὰ καταβάλουν. Εἰς τὰ ἔγγραφά του δὲ τὸ Ὑπουργεῖον ἰσχυρίζετο, ὅτι ἡ ἀνωμαλία αὐτὴ θὰ ρυθμισθῇ κατόπιν διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κ. συνάδελφοι, γίνεται μία ἀδικία. Μία κατηγορία σιδηροδρομικῶν ἔχει λάβει ἀπὸ τὸ 1948 ἐπιδόματα. Ἡ πλειοψηφία τῶν σιδηροδρομικῶν, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς καὶ αὐτοὶ ἔχουν προβῆ εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ ἄρθρου 4, ποὺ προβλέπει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐὰν δὲν μπῇ αὐτὴ ἡ ἀναδρομικὴ ἡμερομηνία, δὲν θὰ πάρουν τὰ ἐπιδόματα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐνῷ οἱ ἄλλοι τὰ ἐπῆραν.
§23Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἐφόσον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ φυματικούς, διὰ τοὺς ὁποίους διέταξε τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν νὰ πάρουν ἐπιδόματα, ποῖοι ἄλλοι ὑπολείπονται νὰ πάρουν καὶ δὲν ἐπῆραν;
§24Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ἔχετε εἰδικὸν ἄρθρον, τὸ 10, διὰ τὴν κάλυψιν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς τοῦ Ὑπουργείου μεταφορῶν.
§25Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἀφορᾷ τὰ δίκτυα τῶν Σ.Π.Α.Π.
§26Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διὰ τὰ ὁποῖα κατεβλήθησαν μὴ νομίμως καὶ ἐρχόμεθα νὰ καλύψωμεν τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν. Ἐγὼ ζητῶ νὰ γενικευθῇ τὸ μέτρον. Νὰ βάλωμεν ἀναδρομικὴν ἡμερομηνίαν ἀπὸ 1–3–1948, δι’ ὅλους τοὺς σιδηροδρομικούς, τῶν ὁποίων ἡ ἀνικανότης δὲν καθωρίσθη διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ ἄρθρου 4.
§27Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Τὸ ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον καλύπτει τὴν καταβληθεῖσαν δαπάνην.............. (ἀναγινώσκει).......
§28Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν λέγω τίποτε ἄλλο, κ. Ὑπουργέ.
§29Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἂν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ὑπαχθοῦν καὶ οἱ σιδηροδρομικοὶ τῶν ἄλλων δικτύων...
§30Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. 20 εἶναι οἱ φυματικοὶ τῶν ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων.
§31Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Τὰ ἀτμήλατα δίκτυα Θεσσαλίας καὶ Σ.Β.Δ.Ε. ἐπιχορηγοῦνται ἀπὸ τὸ Κράτος.
§32Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μήπως οἱ Σ.Ε.Κ., καὶ οἱ ΣΠΑΠ δὲν ἐπιχορηγοῦνται ἀπὸ τὸ Κράτος; Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν ἀπολύτῳ ὁμοφωνίᾳ ἔλαβε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐπεκταθῇ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ 20 πασχόντων ἐκ πνευμονικῆς φυματιώσεως ἔπρεπε νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ τῆς εἰδικῆς περιθάλψεως αὐτῶν. Ἐπίσης, κ. συνάδελφοι, ἡ παράγραφος 4 τοῦ ἄρθρου 4 νομίζω ὅτι ἔχει σαφῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὴν διαβάσω: «Ἐκ τῶν ἤδη συνταξιούχων σιδηροδρομικῶν................ (ἀναγινώσκει).........».
§33Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Αὐτὴ διαγράφεται, κ. συνάδελφε.
§34Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Σύμφωνοι. Ἐπίσης, κ. συνάδελφοι, θὰ ἤθελα νὰ θίξω ἕνα ἄλλο σημεῖον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι λίαν οὐσιῶδες· εἶναι τὸ ἄρθρον 5. Δὲν ἔχει σημασίαν ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ διέγραψε τὸ ἄρθρον αὐτό, οὔτε ἐπίσης θὰ ἔχῃ τόσον μεγάλην σημασίαν, ὅπως εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ δεχθῇ ποτὲ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ τὸ ἄρθρον 5. Ἀλλὰ μοῦ γεννᾶται ἡ ἀπορία πῶς ἔβαλαν αὐτὸ τὸ ἄρθρον οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου καὶ πῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του κάτω ἀπὸ νομοσχέδιον, ποὺ περιέχει τοιοῦτον ἄρθρον. Ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον αὐτό, σᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. Κοκκέβης. Ἐγὼ θὰ δώσω κάποιαν μεγαλυτέραν ἐπέκτασιν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Λέγει: Ὑπάλληλοι, τεχνῖται καὶ ἐργάται... «...... (ἀναγινώσκει).........» Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κ. συνάδελφοι, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ Φεβρουαρίου 1948, ποὺ εἶχε καὶ αὐτὸ ἓν παρεμφερὲς ἄρθρον, ἦτο θεμελιωμένον ἐπὶ βάσεων πλέον στερεῶν. Ἐζήτει, δηλαδή, τὸ Διάταγμα τοῦ 1948 ἐὰν πρὸ τῆς ἀπολύσεως εἶχε κριθῆ ὡς ἀνίκανος βάσει τῆς διαδικασίας. Ἐδῶ ἔρχεται σήμερον καὶ μᾶς ζητεῖται νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ λέγῃ «ἐὰν εἶχεν ἁπλῶς διαπιστωθῆ». Ἀρχεῖα ὅμως δὲν ὑπάρχουν, κ. συνάδελφοι. Ἔχουν καῆ· ἀπὸ ποίους; εἶναι γνωστόν. Συνεπῶς ἐὰν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ψηφισθῆ μὲ τὴν παράγραφον, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, οἱοσδήποτε ἐκ τῶν ἐνδιαφερομένων — ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι δύο, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι περισσότεροι — θὰ ἠμπορῇ νὰ προσκομίζῃ πιστοποιητικὸν ἰδιωτῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ κουράντε ἰατροῦ θὰ βεβαιώνουν, ὅτι ὑπῆρχεν ἡ διαπίστωσις τῆς ἀσθενείας πρὸ τῆς χρονολογίας τῆς ἀπολύσεως. Δεύτερον, ὑπάρχει ἓν θέμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράδεκτον. Αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι δὲν τελοῦν ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν ἔχουν κριθῆ ἱκανοὶ ὑπὸ τῶν διαφόρων συμβουλίων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν ἐπανέλθει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των. Διότι ἐὰν εἶχον ἐπανέλθει, δὲν θὰ ὑπῆρχε θέμα διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ νὰ προσπαθοῦμεν νὰ ρυθμίσωμεν τὸ ζήτημα αὐτό.
§35Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπάνω εἰς αὐτὸ ἔχει γίνει ἡ ἑξῆς συζήτησις: Μὲ τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου 1540......
§36Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐὰν ἐνθυμῆσθε, ἐμειοψήφισα.
§37Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κάμνω μίαν διευκρίνησιν. Ἡ διαδικασία τοῦ Ν. 1540 προβλέπει ὡρισμένα δικαιολογητικά. Ἐπειδὴ παρῆλθεν ἡ προθεσμία διὰ πολλούς...
§38Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἦτο ἐπίσημος πληροφορία. Συνάδελφος τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸ ἔφερεν ὡς γνώμην, μήπως καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον;
§39Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶπα ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ δώσῃ παράτασιν τῆς προθεσμίας τοῦ ν. 1540, διότι πιθανῶς νὰ μὴ ἐκρίθησαν. Καὶ εἰς τὴν ΑΤΕ ὑπάρχουν 8, οἱ ὁποῖοι εἶχον κριθῆ διὰ τὴν ἐπαναφοράν, μὲ τὴν διαφυράν, ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν ὑπεγράφη ἀπὸ τὸν Βασιλέα, παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐξέπνευσεν ἡ προθεσμία.
§40Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Ἐπίσης ὑπάρχουν πολλοὶ ἐξυγιαθέντες, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον ἐμπροθέσμως αἰτήσεις, ἀλλὰ ἡ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ δὲν ἐπελήφθη τῶν αἰτήσεων.
§41Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐὰν ἐμπροθέσμως ὑπεβλήθησαν αἱ αἰτήσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χάσουν τὸ δικαίωμα τῆς κρίσεως. Τότε θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν ὁ κ. Κοκκέβης, νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν τοῦ νόμου 1540. Διότι ἐδῶ γεννᾶται καὶ ἄλλη ἀπορία. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως τὴν ὁποίαν ἀνέφερον οἱ κ. συνάδελφοι, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι τότε αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀπολύονται λόγῳ ἑνὸς οἱουδήποτε ὑπηρεσιακοῦ παραπτώματος δὲν θὰ ἔπρεπεν καὶ αὐτοὶ νὰ τύχουν ἀναλόγου, τοὐλάχιστον ἀναλόγου, ἐπιεικείας καὶ νὰ κριθοῦν ὅλοι αὐτοὶ ἐὰν πρέπει νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὰς θέσεις των ἢ ὄχι; Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 6 νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ὁλοσχερῶς. Εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα προηγουμένως. Ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ καλύψῃ τὰς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν κατὰ τὸ 48 διὰ τὰς καταβολάς, τὰς ὁποίας ἔκαμεν. Εἰς τὸ ἄρθρον 7, κ. συνάδελφοι, ἐπίσης ἡ παράγραφος 2 διεγράφη. Καὶ διεγράφη, διότι ἐνομίζαμεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν παγίαν ρύθμισιν διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ νόμου 3752. Ἐὰν ὑπάρχῃ δηλαδὴ ἡ σύμφωνος γνώμη τῶν διοικητῶν των καὶ τῶν ἐκπροσώπων τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας, ὅπως προβλέπῃ ἐπίσης μεταγενέστερον Δ)29, ἐπιλαμβάνεται τῆς ὑποθέσεως τὸ Ἀνώτατον Συγκοινωνιακὸν Συμβούλιον.
§42Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ὁ Ὑπουργὸς δηλαδή, θὰ εἶναι δέσμιος.
§43Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅπως ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μας. Τελειώνοντας, κύριοι συνάδελφοι, συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι τὸ ἄρθρον 8 πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, ἐφ’ ὅσον ἀπεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὸ προσωπικὸν τῶν ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων. Ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ μὴ ἐξαιρέσῃ τὴν αἴτησιν τῶν σιδηροδρόμων ἀπὸ τὸ εὐεργετικὸν αὐτὸ μέτρον τῆς παροχῆς περιθάλψεως εἰς τοὺς φυματικούς. Δὲν εὑρίσκω, ὅτι θὰ εἶναι λογικὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐξαίρεσις αὐτή. Τελειώνοντας, κύριοι συνάδελφοι, ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω τὸ ἑξῆς: Λαμβάνεται ὄντως μία εἰδικὴ μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἐκ φυματιώσεως πασχόντων σιδηροδρομικῶν. Ἡ αἴτησις αὐτὴ εἶναι ἀξία πάσης ὑποστηρίξεως καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὅλοι οἱ συνάδελφοι καὶ ἐγώ, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα μέλη τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἴμεθα εὐτυχεῖς, διότι ἠδυνήθημεν καὶ ἡμεῖς, δι’ ὡρισμένων τροποποιήσεων, ἀλλοῦ περιοριστικῶν, ἀλλοῦ ἐπεκτάσεων νὰ βελτιώσωμεν, κατὰ τὴν κρίσιν μας, τὸ νομοσχέδιον. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, θέλω νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τοὺς κυρίους συναδέλφους, νὰ προσέξουν τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔθιξα. Θέλω νὰ πιστεύσετε, ὅτι ὅσα εἶπον, τὰ εἶπον κατόπιν ἐξονυχιστικῆς μελέτης τοῦ θέματος, μὲ μίαν καὶ μόνον ἐπιθυμίαν, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἀρτιωτέραν του μορφήν, διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν πραγματικῶς τῶν σιδηροδρομικῶν, διὰ τοὺς ὁποίους ἀξίζει κάθε ὑποστήριξις καὶ στοργή. (Χειροκροτήματα).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον νόμου κατ’ ἀρχήν;
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ σχέδιον νόμου κατ’ ἀρχήν. Ἄρχεται ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις. Ἄρθρον 1ον.
§47Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν τὴν δέχομαι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν δικτύων Θεσσαλίας καὶ ΣΒΔΕ, δι’ οὓς λόγους εἶπον προηγουμένως καὶ διότι τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ ἄρθρον 8, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, λέγει ὅτι ὁ παρὼν κανονισμὸς δύναται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν λοιπῶν δικτύων. Διότι τὰ δύο δίκτυα Θεσσαλίας καὶ ΣΒΔΕ εἶναι δίκτυα, τὰ ὁποῖα ἐλλειμματικὰ ἀνταποκρίνονται εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις των διὰ δανεισμοῦ. Ἑπομένως διὰ τὸ ἄρθρον 8, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, προβλέπεται ἡ ἐπέκτασις ἐφ’ ὅσον ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα. Διότι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει σκέψιν νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῶν Θεσσαλικῶν σιδηροδρόμων, ὁπότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ δυνατὴ νομιμοποίησις τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§48Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μὰ πρόκειται περὶ φυματικῶν ἀνθρώπων.
§49Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν σιδηροδρομικὰ δίκτυα. Ὑπάρχουν σιδηρόδρομοι, τῶν ὁποίων τὸ παθητικὸν τὸ καλύπτει ὁ προϋπολογισμός. Ὑπάρχουν σιδηρόδρομοι, οἱ ὁποῖοι δὲν χρηματοδοτοῦνται ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν, ἀλλὰ ἐπιβοηθοῦνται ὑπὸ τύπον δανείων. Ὑπάρχει καὶ σιδηροδρομικὸν δίκτυον, τὸ ὁποῖον ὡς ἐπιχείρησις ἀνθεῖ. Αὐτὸ εἶναι τὸ δίκτυον τῶν Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων. Πολὺ ὀρθῶς ἐλάβαμε μέτρα προστατευτικὰ ὑπὲρ τῶν Σ.Ε.Κ. καὶ Σ.Π.Α.Π. Εἶναι γνωστόν, ὅτι αὐτοὶ ἔχουν ἔλλειμμα καὶ ἔρχεται ὁ προϋπολογισμὸς καὶ καλύπτει αὐτό. Εἶναι ὀρθοτάτη ἡ ἄποψίς σας νὰ ληφθοῦν τὰ προστατευτικὰ μέτρα. Ἐρωτᾶται ὅμως: Δὲν πρέπει νὰ λάβωμε προστατευτικὰ μέτρα καὶ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων ποὺ δὲν ἔχουν ἔλλειμμα, καὶ ποὺ δὲν χρηματοδοτοῦνται ἀπὸ τὸν Κρατικὸν Προϋπολογισμόν.
§50Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§51Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Δευτερεύων ὁ τοῦ Κατακώλου καὶ κυρίως καὶ προπαντὸς θὰ πρέπει νὰ λάβωμεν μέριμναν ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ δικτύου τῶν ἠλεκτρικῶν σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἡ ὁποία εἶναι μία ἐπιχείρησις ἀνθοῦσα, ἡ ὁποία δὲν ἐπῆρε τίποτε ἀπὸ τὸν Κρατικὸν προϋπολογισμόν.
§52Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Νομίζετε ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἱκανοποιοῦνται ἀφθόνως τοῦ Ἠλεκτρικοῦ σιδηροδρόμου καὶ δὲν παρουσιάσθησαν εἰς τὸν Ὑπουργόν, διότι ἡ ἐπιχείρησις παρέχει βοηθήματα πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἔχουν οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι.
§53Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Μὰ ἐμφανίζονται δι’ ἐμοῦ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα σὰν βουλευτὴς νὰ ἐμφανίζω τὰ αἰτήματα τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν Ἠλεκτρικῶν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Σᾶς λέγω, λοιπόν, ὅτι αἱ συντάξεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, τῶν φυματικῶν, ἀνέρχονται εἰς τὸ 45–70% τῶν μισθῶν. Ἔχουν κλιμάκωσιν 45–52–60–70%. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβετε μέριμνα καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων.
§54Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Θὰ λάβωμεν ἐφαρμόζοντες τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Νομοσχεδίου. Κάμνω ἐπισήμως τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 8 δι’ ὅλους τοὺς σιδηροδρομικούς. Ἡ διάταξις εἶναι γενική.
§55Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Διατὶ δὲν τὸ ἐπεκτείνεται ἀπὸ τώρα;
§56Ε. ΓΟΝΗΣ. Αὐτὸ καλύπτεται μὲ τὴν ἐπίσημον δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 1;
§58Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἐπέκτασιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 θὰ ἐφαρμοσθῇ τάχιστα καὶ διὰ τὰ ἄλλα δίκτυα, νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιμονὴ τῶν κ. συναδέλφων εἶναι ἀδικαιολόγητος.
§60Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μιὰ καὶ ἔχετε ἀποφασίσει νὰ ἐπεκτείνετε αὐτὴν τὴν προστασίαν, διατὶ δὲν τὸ κάμετε ἀπὸ τώρα; Καθὼς βλέπω δὲ καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ συμπολίτευσις σᾶς τὸ ζητεῖ.
§61Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοὺς Ἠλεκτρικοὺς σιδηροδρόμους δὲν ὑπάρχει καμμία ἐπιβάρυνσις, οὔτε ἄμεσος, οὔτε ἔμμεσος, διὰ τὸν Κρατικὸν προϋπολογισμόν. Συνεπῶς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἀπὸ τώρα.
§62Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Θὰ ἀποφασίσῃ τὸ Συμβούλιον.
§63Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Διατὶ νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Συμβούλιον;
§64Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Πάντως ἐγὼ δὲν δέχομαι «μίαν σύμφωνον γνώμην». «Μετὰ γνώμην» μάλιστα.
§65Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Κατόπιν τῆς ὑπευθύνου δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις καὶ θέλει ἐφαρμοσθῆ καὶ διὰ τὰ δίκτυα τῆς Β. Ἑλλάδος, τῆς Ο.Δ.Ε., ἀποδέχομαι τὸ Νομοσχέδιον. Κατόπιν ὅμως ἐπαναλαμβάνω τῆς ἐπισήμου δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§66Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δέχεται ὅτι θὰ τὸ κάμῃ μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἢ 15 ἡμέρας, ἠμπορεῖ νὰ τὸ περάσῃ καὶ τώρα.
§67Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Μὰ ἔχω διάταξιν εἰς τὸν Νόμον, ποῦ ἐξυπηρετεῖ τὴν ἰδέαν.
§68Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἄνθρωποι, ἔρχονται καὶ παρέρχονται, ζοῦν καὶ ἀποθνήσκουν. Μιὰ ποὺ ἔχομεν σήμερον τὸ θέμα αὐτὸ ἂς τὸ τελειώσωμε.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγετε κ. Ὑπουργέ;
§70Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Δὲν τὴν δέχομαι, ὕστερα ἀπὸ τὴν δήλωσιν ποὺ ἔκαμα.
§71Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. Δέχεται τὸ ἄρθρον 1ον ὡς προτείνεται παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Οἱ ἀποδεχόμενοι παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ καὶ ἀντιστρόφως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ὅπως περιληφθοῦν καὶ οἱ σιδηροδρομικοὶ τῶν ἄλλων δικτύων, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς ἡ Βουλή, ἀπεδέχθη τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς ἐπροτάθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§75ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐγένετο δεκτὸν μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§77Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου τροπολογίας νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ἠλεκτρικοὺς σιδηροδρόμους, τί ἀπέγινε!
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξε τὸ ζήτημα. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον. Ἄρθρον 2ον. Δεκτόν;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει.
§81Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐδέχθητε νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ πάθησις τῆς φυματιώσεως τῶν ὀστῶν;
§82Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Μάλιστα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον.
§84Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία εἰς τὴν παράγραφον 4 τοῦ ἄρθρου 3, βάσει τῆς ὁποίας προστίθενται αἱ φράσεις «καὶ βεβαίωσιν Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς». Τὴν δέχεσθε, κύριε Ὑπουργέ;
§85Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Τὴν δέχομαι, ἀλλὰ θὰ εἶναι δυσχερὴς ἡ ἐξακρίβωσις ἀπὸ τὴν ἀστυνομίαν τῆς περιπτώσεως αὐτῆς.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή.
§87Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τῆς παραγράφου 7 τοῦ ἄρθρου 3 νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «βάσει τῆς καταστάσεως κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀπολύσεως». Τὴν δέχεσθε;
§88Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Μάλιστα.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὴ ἡ τροπολογία.
§90Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἡ παράγραφος 8 διαγράφεται.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 4
§94Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶχα παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 4 παράγρ. 1, ἐκεῖ ποὺ λέγει «τὸ ὑπὸ τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 3 προβλεπόμενον ἐπίδομα», νὰ τεθῇ «ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Διατάγματος Φεβρουαρίου 1948». Διότι ἄλλως ἔχομεν δύο μέτρα καὶ 2 σταθμά, διότι ὑπάρχουν ἄλλοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔχουν πάρει τὰ χρήματα αὐτά.
§95Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ διαγράψωμεν τὸ ἄρθρον τὸ ἑπόμενον, τὸ ὁποῖον προβλέπει δι’ ἐκείνους ποὺ τὰ ἐπῆραν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετίμησε τὰς δυνατότητας τὰς οἰκονομικὰς καὶ ἔδωσεν ἕνα γενναῖον νομοθέτημα εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει ἀνισότης, νὰ προτείνετε τὴν ἀπάλειψίν του.
§96Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ ἐπιβάρυνσις ὑπάρχει οὐσιαστικῶς καὶ δὲν δημιουργεῖται μόνον διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ.
§97Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ὅταν ἀποκαθίσταται μία ἀδικία διαπραχθεῖσα κατὰ τὸ παρελθόν, οὐδέποτε ἀποδίδονται καὶ αἱ ἀμοιβαί.
§98Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἔχω νὰ σᾶς ἀντικρούσω εἰς τὸ ἑξῆς: Αἱ μὲν ὑποχρεώσεις ὑπάρχουν καὶ πηγάζουν ἀπὸ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1948, ἡ ἀναδρομικότης τοῦ νόμου ζητεῖται διὰ νὰ εἶναι ἑνιαία ἡ μεταχείρισις καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν ἀλλοῦ προνομιοῦχοι καὶ ἀλλοῦ ὄχι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὴ ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 4 μὲ τὴν προσθήκην «ἐντὸς 6 μηνῶν».
§100Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Εἰς τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 4, ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ προσθέτει τὰς λέξεις «τακτικοῦ ἢ ἐκτάκτου». Ἔγινε καὶ αὐτὸ δεκτόν. Ἡ παράγραφος 3 δεκτή. Ἡ παράγραφος 4 προτείνεται ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ διαγραφῇ καὶ γίνεται δεκτόν. Ἡ παράγραφος 5 δεκτή, λογιζομένη ὡς 4η πλέον παράγραφος.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὡς ἑξῆς: Ἡ φράσις «παρέχεται ἀπὸ τῆς πρώτης τοῦ ἑπομένου ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος μηνός», νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς φράσεως «παρέχεται ἀπὸ τῆς 1–3–48».
§102Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Δὲν γνωρίζω ποίαν ἐπιβάρυνσιν προκαλεῖ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὴν δέχομαι.
§103Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θέλω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς. Αἱ παροχαὶ τὰς ὁποίας δίδει τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἶναι ἐξαιρετικὰ μεγάλαι καὶ ἐξαιρετικὰ σοβαραὶ ἐν συγκρίσει μὲ ἀναλόγους παροχάς, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς ἄλλας κατηγορίας Ἑλλήνων ἐργαζομένων. Τοῦτο ἐπανειλημμένως ἐτονίσθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ εἴπομεν ὅτι θεωροῦμεν ἑαυτοὺς εὐτυχεῖς διότι ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι δύναται νὰ φέρῃ ἕνα τοιοῦτον νομοθέτημα, δὲν εἶναι δὲ ὁ ρόλος ἡμῶν νὰ τὸ κάμωμεν στενώτερον. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι δικαιούμεθα νὰ προτείνωμεν νέας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπεκτείνουν καὶ θὰ ἐπαυξάνουν τὴν δαπάνην. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Τριανταφυλλάκον, δοθέντος ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποτελεῖ ἕνα σημαντικὸν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρὸς καὶ προκειμένου νὰ τὸ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφ’ ὅσον ἡ τροπολογία αὐτὴ συνεπάγεται δαπάνην, τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμένῃ ἐπ’ αὐτῆς διὰ νὰ μὴ γίνῃ τὸ καλύτερον ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 5.
§107Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διαγραφὴν τοῦ ἄρθρου 5, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν ἐτέθη διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν ἐτόλμησε νὰ θέσῃ κάτωθεν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπογραφὴν δι’ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδικαιοῦντο τοιαύτης εὐνοίας. Πρόκειται περὶ δύο καὶ μόνον ἀνθρώπων καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνιῶν ἐνόμισεν, ὅτι εἰς τὰς γενικὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωσαν ὅλα τὰ κόμματα προεκλογικῶς περὶ ρυθμίσεως τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀνέκυψαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διαφόρων ψηφισμάτων, ὅτι θὰ ρυθμισθοῦν ταῦτα κατὰ ἕνα τρόπον ἱκανοποιοῦντα ὅλους καὶ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν θὰ καταστραφῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐὰν περιλάβῃ μεταξὺ αὐτῶν τῶν εὐεργετημάτων καὶ τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων καὶ δύο ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι καὶ μόνον ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτήν. Ἐὰν παρ’ ἐλπίδα ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ, δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτοῦ.
§108Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ διὰ λόγους ἀρχῆς, εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου 5, ὄχι διότι πρόκειται περὶ δύο πτωχῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ διότι τὸ θέμα τοῦτο θίγει βασικὰ θέματα ἀρχῆς. Κατὰ πρῶτον λόγον ὁμιλεῖ περὶ ἐξυγιανθέντων, βάσει τοῦ Θʹ ψηφίσματος, ὑπαλλήλων χωρὶς νὰ ἐπακολουθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων οὐδεμία κρίσις περὶ τοῦ ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξυγιάνθησαν καὶ ποίαν θέσιν ἔχουν λάβει καὶ κατὰ συνέπειαν, ὡς εἶπον εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ βοήθημα αὐτὸ νὰ στέλεται εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ὅπου πιθανὸν νὰ εὑρίσκεται ὡς συμμορίτης. Ἐξ ἄλλου, οὐδεμίαν διαπίστωσιν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπάλληλος προτοῦ ἀπολυθῇ εἶχεν ὄντως προσβληθῆ ἐκ φυματιώσεως. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ χωρὶς νὰ κάμω οὐδεμίαν συσχέτισιν μὲ τὸν νόμον 1540, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ ὁ νόμος 1540 θὰ λάβωμεν τότε πρόνοιαν.
§109Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Δὲν ἐπιμένω.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως διαγράφεται τὸ ἄρθρον 5ον. Ἄρθρον 6ον.
§111Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀσχέτως τῆς μειοψηφίας, εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, συνέπεσαν αἱ γνῶμαι ὅλων, ὅτι ἐφ’ ὅσον διατηρηθῇ τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ προσθέσωμεν «ἐφ’ ὅσον κριθῇ ἀνίκανος». Διεγράψαμεν ἐπίσης καὶ τὸ «ἄνευ τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 διαδικασίας».
§112Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ ἔγινε μακρὰ συζήτησις εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ πλειοψηφίαν ἐδέχθη, ὅτι καλῶς ἐδόθησαν τὰ ὅσα ἐδόθησαν, τὰ περιοδικὰ βοηθήματα. Ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως ἔγιναν προτάσεις καὶ ἀπεσύρθησαν, ἴσως ὁ κ. Κοκκέβης, ὡς εἰσηγητὴς δὲν γνωρίζει τὶ τελικῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐκφράζει τὴν κατὰ πλειοψηφίαν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι τὰ ὅσα κατεβλήθησαν καλῶς κατεβλήθησαν, ἀλλὰ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου πρέπει νὰ γίνῃ «ἐφ’ ὅσον διαπιστωθῇ, ὅτι οὗτοι εἶναι φυματικοί».
§113Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις καὶ εἴπωμεν νὰ μείνῃ διότι τὰ βοηθήματα ἔχουν καταβληθῆ. Δι’ αὐτὸ εἴπομεν νὰ διαγράψωμεν τὸ «ἄνευ τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 διαδικασίας» διότι ἄλλως θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναζητήσωμεν τὰ χρήματα καὶ θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιστραφοῦν.
§114Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Δι’ αὐτὸ νὰ γίνῃ δεκτὸν ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ἐν συνεχείᾳ δὲ θὰ κριθοῦν αὐτοὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 4.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 6 μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 μὲ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἄρθρον 7ον.
§118Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα παράγραφος.
§119Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Ὄχι. Ἔχω «μετὰ γνώμην».
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει;
§121ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει. Ἄρθρον 8ον.
§123Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω κ. Ὑπουργὲ τὸ ἑξῆς: Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πρώτου ἄρθρου εἴχαμεν ζητήσει τὴν γενίκευσιν τῶν μέτρων τοῦ σχεδίου τούτου καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων δικτύων, καὶ δὲν ἐγένετο δεκτόν. Ἤδη εἰδικεύω τὴν τροπολογίαν μου ζητῶ νὰ ἐπεκταθῇ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἠλεκτρικῶν σιδηροδρόμων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μία ἀνθοῦσα ἑταιρεία καὶ ἀποδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν δὲν πρόκειται παρὰ νὰ μειώσωμεν κατά τι τὰ μεγάλα κέρδη τῆς ἑταιρείας.
§124Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ Βουλὴ κατὰ πλειοψηφίαν, κ. Πρόεδρε, ἐψήφισε τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου μετὰ δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι λίαν συντόμως θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 8 καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἄλλων ἑταιρειῶν. Ἀλλ’ ὅπως διατυποῦται, φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐξαρτηθῇ ἡ θέλησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπὸ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ ταμείου ἀλληλοβοηθείας τοῦ δικτύου. Θὰ ἤθελα ἡ φράσις «συγκατάθεσις» νὰ ἀντικατασταθῇ «μετὰ γνώμην».
§125Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1 εἶχε συμφωνηθῆ, ὅτι εἰδικῶς διὰ τοὺς ἠλεκτρικοὺς σιδηροδρόμους θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπέκτασις. Ἡ ἐπέκτασις αὐτὴ δὲν ζημιώνει τὸν προϋπολογισμὸν διότι πρόκειται περὶ ἀνθούσης ἐπιχειρήσεως.
§126Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑποκργὸς Συγκοινωνιῶν). Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τῶν κ. Δερτιλῆ καὶ Κοκκέβη.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἐγένετο δεκτή.
§128Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ὁ κ. Χατζηγιάννης ἔκαμε μίαν πρότασιν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινε δεκτή.
§130Τ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ δεύτερον τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ εἴπω εἶναι, ὅτι ἐνῷ συμπεριελήφθησαν καὶ οἱ ἠλεκτρικοὶ σιδηρόδρομοι, ὁμολογῶ, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς περιέργου ἐπιμονῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ μὴ δέχεται νὰ μποῦν καὶ τὰ δίκτυα τῶν ἀτμηλάτων σιδηροδρόμων, ὅπου, κατ’ ἐπίσημον δήλωσιν τῆς Ὁμοσπονδίας τῶν σιδηροδρομικῶν πρόκειται περὶ 20 φυματικῶν ἀνθρώπων. Εἶναι ὁμολογῶ ἀκατανόητος ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§131Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνιῶν). Μετὰ τὴν δήλωσίν μου, ὅτι μετὰ γνώμην τοῦ ἁρμοδίου δικτύου, θὰ ρυθμισθῇ καὶ τὸ ζήτημα αὐτό, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκατανόητος ἡ ἐπιμονή μου.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐτερματίσθη. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὸν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ δέχεται καὶ εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου;
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου, «περὶ κυρώσεως Κανονισμοῦ Νοσηλείας καὶ Περιθάλψεως τοῦ ἐκ φυματιώσεως πάσχοντος Προσωπικοῦ τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων Σ.Ε.Κ. καὶ Σ.Π.Α.Π.». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν Χωροφυλακῆς».
§137Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον νόμου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς;
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐκπαιδεύσεως ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν Χωροφυλακῆς», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1454)50 «περὶ ἐκλογῆς τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ἀρχῶν». Ὁ κ. Ε. Καλαντζῆς ὡς εἰσηγητὴς ἔχει τὸν λόγον.
§142Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶμεν πρὸς τὴν Βουλήν, τὴν ἀπόρριψιν τοῦ σχεδίου νόμου, περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1454)1950 «Περὶ ἐκλογῆς τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ἀρχῶν». Πρὶν ἢ ὅμως προέλθωμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λόγων— οὐσιαστικῶν καὶ τυπικῶν, οἱ ὁποῖοι, θεμελιώνουν καθ’ ἡμᾶς τὴν ἀπορριπτικήν μας εἰσήγησιν, θεωροῦμεν σκόπιμον νὰ ἀπασχολήσωμεν τὸ Σῶμα, ἐκθέτοντες συνοπτικῶς τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ἐκλογῶν, διότι ἐκ τῆς ἀναδρομῆς αὐτῆς, θὰ ἐξηγηθοῦν καὶ οἱ λόγοι δι’ οὓς ἤχθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου. Μέχρι τοῦ 1950, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς Κοινοτικῶν καὶ Δημοτικῶν ἀρχῶν, ἴσχυεν ἡ ἄμεσος ἐκλογή. Ἀπὸ τοῦ 1950, διὰ τοῦ νόμου 1454)50, ἐθεσπίσθη ἡ ἔμμεσος ἐκλογή. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς, κ. βουλευταί, δὲν ἐχρειάσθη χρόνος διὰ νὰ διαπιστωθοῦν. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς καὶ πιστεύομεν ἡμεῖς ὅτι εἶναι, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ οἱουδήποτε ἐκλογικοῦ συστήματος, κρίνεται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς του, δηλαδή, ἐὰν δι’ αὐτοῦ διασφαλίζεται ἡ προσαγωγὴ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τοῦ ἀντιπροσωπευομένου διὰ τῶν ἐκλογῶν Σώματος, διὰ τῆς ἐξασφαλίσεως σταθερᾶς καὶ ἀμέσου διακυβερνήσεως τούτου, τότε, κ. βουλευταί, τὸ σημερινὸν φαινόμενον τῆς ἐκκρεμότητος εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως τῶν Δήμων, σχεδόν, ἔτος μετὰ τὰς ἐκλογάς, τὸ φαινόμενον, ἐπαναλαμβάνομεν, τῆς ἀπουσίας ἀπὸ τὴν κεφαλὴν τῶν Δήμων, ὑπευθύνου Δημοτικῆς ἀρχῆς, εἰς πλείστας ὅσας πόλεις καὶ χωρία τῆς Ἐπικρατείας, ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν πλήρη νοθείαν τῆς λαϊκῆς θελήσεως, ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς ἐμμέσου καὶ τῆς ἀναλογικῆς, ἐπεκάθησαν εἰς τὰ τῆς Διοικήσεως τῶν Δήμων, πρόσωπα τῆς ἐσχάτης μειοψηφίας, τότε—τονίζω, κ. συνάδελφοι—δὲν χρειάζεται ἄλλη ἀπόδειξις περὶ τοῦ τελείως ἀστόχου τῆς νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως, τῆς ἐγκαταλείψεως, δηλαδή, τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς. Ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς εἰσηγήσεώς μας, συνδέεται μὲ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτό. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον δὲν θίγει τὸ καθεστὼς τῆς ἐμμέσου ἐκλογῆς, τὸ ἐπιβληθὲν διὰ τοῦ Ν. 1454. Δὲν θίγει τὸ σύστημα ἐκλογῆς, ἀλλὰ τὸ ὄργανον ἐλέγχου τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν. Εἰς τὸν νόμον 1454 δὲν διαλαμβάνεται διάταξις προσδιορίζουσα τὸ ὄργανον ἐλέγχου καὶ δὲν ἐπρονόησεν ὁ νομοθέτης τοῦτο, διότι τὰ τοῦ ἐλέγχου τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν προσδιορίζονται ἀπὸ τὸν βασικὸν νόμον ΔΝΖ καὶ συνεπῶς δὲν συντρέχει λόγος, ἑνὸς αὐτόχρημα νομοθετικοῦ πλεονασμοῦ. Κατὰ τὴν Συνταγματικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ 1911, κ. βουλευταί, ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ Συνταγματικὸς νομοθέτης, κατωχύρωσε τὸν ἔλεγχον τοῦ κύρους τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καὶ διὰ ρητῆς Συνταγματικῆς Διατάξεως, ἐνεπιστεύθη αὐτὸν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Θεωροῦμεν χρήσιμον, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀναπτυσσομένης ἀπόψεώς μας, νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς, ὅ,τι ὁ ἀείμνηστος Ε. Βενιζέλος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Ἀπριλίου 1911, σχετικῶς ἐτόνιζε. Ἔλεγεν ὅτι «ἡ καινοτομία, μὴ ἀφήνουσα πλέον οὐδὲν μέσον πρὸς συγκρότησιν ἀθεμίτου πλειοψηφίας, δι’ ἁμαρτωλῶν ἀκυρώσεων καὶ ἐπικυρώσεων, ἀποκλείει συγχρόνως τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἀπὸ ἐκνόμων ἐπεμβάσεων εἰς τὰς ἐκλογάς. Δὲν ζητοῦμεν μείωσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ ἀνόθευτον συγκρότησιν αὐτοῦ». Ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν τῶν σκέψεων, κ. βουλευταί, ὡδηγήθη ἡ τότε Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἰς τὴν θέσπισιν τῆς Συνταγματικῆς Διατάξεως. Ἐπηκολούθησεν ἡ ψήφισις τοῦ νόμου ΔΝΖ εἰς τὸν ὁποῖον διὰ τοῦ ἄρθρου 185 ὁρίζεται, ὅτι καὶ τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν ἀρχῶν τῆς ἐκλογῆς ὁ ἔλεγχος, διενεργεῖται παρὰ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Ἔκτοτε ἡ πεῖρα ἐπὶ μίαν 30ετίαν κατέδειξεν, ὅτι τὰ συμφέροντα τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καλῶς ἐπροστατεύοντο καὶ διὰ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς καὶ διὰ τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἀτυχῶς τὸ νομοθετικὸν ἔκτρωμα—θὰ μᾶς συγχωρεθῇ ὁ χαρακτηρισμός.— Πόσον ἀτυχὲς ἦτο τὸ νομοθέτημα εἶναι περιττὸν νὰ ἐξηγηθῇ, διότι ὅλοι ἐζήσαμεν τὴν ἀναστάτωσιν τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν, ἀφ’ οὗ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, μετὰ τὰς ἐκλογάς, οἱ πλεῖστοι τῶν δήμων δὲν εἶχον ἀποκτήσει Δημάρχους καὶ Διοίκησιν. Ἀκόμη δὲ τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο νομοθέτημα κατέλιπεν ἐκκρεμότητας, ὑφισταμένας καὶ σήμερον, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ ρυθμίσῃ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Εἶναι τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον ὄχι ἁπλῶς ἀτυχέστερον τοῦ προηγουμένου, ὅπερ ἐπιθυμεῖ νὰ συμπληρώσῃ!!., ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἀληθῆ πρόκλησιν κατὰ τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ περιφρόνησιν πρὸς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ δημοσίου βίου καὶ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Ἡ παράθεσις τῶν κρατουσῶν γενικῶν ἀρχῶν ἀπὸ ἀπόψεως Δημοσίου Δικαίου ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἡ ἀντιπαράθεσις ἀκολούθως τῶν γραμμῶν τοῦ νομοσχεδίου, καθιστᾷ σαφεῖς τὰς προθέσεις καὶ τοὺς σκοποὺς τοῦ νομοσχεδίου. Τὰ ἄμεσα ὄργανα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα ἀσκοῦν τὴν Διοίκησιν ταύτης, τόσον τὴν Κεντρικὴν ὅσον καὶ τὴν Τοπικήν, ἐκλέγονται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν πηγὴν ὅλων τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ θεμελιώδης αὕτη ἀρχή, ἀποτελεῖ τὸ ἀσφαλέστερον κριτήριον, ἀλλὰ καὶ τὴν καλυτέραν ἐγγύησιν τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων. Διὰ νὰ πληροῦται ὅμως ὁ ὑπέρτατος οὗτος πολιτικὸς σκοπός, εἶναι ἀνάγκη αἱ τοιαῦται ἐκλογαὶ νὰ εἶναι 1) Ἐλεύθεραι καὶ 2) Ἐγγυημένως γνήσιαι. Τὴν τοιαύτην ἐγγύησιν τῆς γνησιότητος τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν, καθιέρωσεν αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα (τοῦ 1911 ἄρθρ. 73 τοῦ 1925 ἄρθρ. 42, τοῦ 1926 ἄρθρ. 42, τοῦ 1927 ἄρθρ. 43) καὶ ἀνέθεσεν τὴν ἐκδίκασιν τοῦ κύρους αὐτῶν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Εἰς ἐκτέλεσιν τῆς τοιαύτης ἀρχῆς, καθιερωθείσης πλέον διὰ Συνταγματικῆς Διατάξεως, ἐπηκολούθησαν οἱ Νόμοι 1) ΓϠΝΕʹ τοῦ 1911 ὅστις καθίδρυσε τὸ Ἐκλογοδικεῖον τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καὶ 2) ὁ ΔΝΖʹ τοῦ 1912 ὅστις καθίδρυσε τὸ Ἐκλογοδικεῖον τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Ἀρχόντων. Ὁ τελευταῖος οὗτος Νόμος ἐν ἄρθρῳ 185, ὅπερ ἐνετάχθη εἰς τὸν Κώδικα περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων ἐν ἄρθρῳ 184 ὥρισεν, ὅτι τὴν ἐκλογὴν τῶν Κοινοτικῶν Συμβούλων δικάζει τὸ ἁρμόδιον Εἰρηνοδικεῖον, τὴν δὲ τῶν Δημάρχων, Παρέδρων καὶ Δημοτικῶν Συμβούλων τὸ ἁρμόδιον Πρωτοδικεῖον. Ταῦτα ἀπετέλεσαν ἔκτοτε θεμελιώδεις ἀρχάς, ἐν αἷς περικλείονται καὶ διαφυλάσσονται οὐσιαστικαὶ καὶ βασικαὶ ἔννοιαι τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει, ὡς ἀποδεικνύεται, μίαν πρόσκαιρον ἀνάγκην (Δημοτικὸς Ἄρχων τῆς Ἱερᾶς Πόλεως). Εἰς τὴν θεραπείαν τῆς ἀνάγκης αὐτῆς, ἵστανται ἐμπόδια αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, οἱ νόμοι καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι ἀνεφέρθησαν, ἀλλὰ καὶ μερικαὶ ἀποφάσεις τοῦ Ἀνωτάτου Διοικητικοῦ Δικαστηρίου τῆς Χώρας καὶ ἄλλου Ἀνωτέρου Τακτικοῦ Δικαστηρίου. Καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου της, ἀδίστακτος, ἐπιδιώκει νὰ παραμερίσῃ καὶ ποδοπατήσῃ ὅλα ταῦτα, προκειμένου νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκην κομματικήν. Ἰδοὺ τώρα, μετὰ τὴν γενικὴν εἰκόνα, αἱ ἐπὶ μέρους παρατηρήσεις: Τὸ Νομοσχέδιον καταργεῖ τὸ Ἐκλογοδικεῖον τῶν Κοινοτικῶν καὶ Δημοτικῶν Ἐκλογῶν, ἀφαιρεῖ τὸν ἔλεγχον τῆς νομιμότητος τούτων ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἀναθέτει τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς τὸν Νομάρχην, δηλαδὴ εἰς τὴν Διοίκησιν. Τὸ τοιοῦτον, ὡς ἐλέχθη, ἀντίκειται εἰς θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος, καθ’ ἣν τὴν νομιμότητα τῶν ἐκλογῶν ἐλέγχει ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία. Ἀλλὰ καὶ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου καθιερωμένας ἀρχὰς παραβιάζει τὸ νομοσχέδιον, κ. βουλευταί. Οὕτω εἰς τὴν εἰσηγητικήν του ἔκθεσιν, δέχεται, ὅτι ἡ ὑπὸ τοῦ Δημαρχαιρεσιακοῦ Σώματος ἐκλογὴ τοῦ Δημάρχου, ἀποτελεῖ διοικητικὴν πρᾶξιν, καὶ ὡς τοιαύτη ὑπόκειται εἰς μόνον τὸν ἔλεγχον τοῦ Νομάρχου, κατὰ τὸ ἄρθρον 95 κλπ. τοῦ Κώδικος περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Τὸ ἄρθρον 95 τοῦ Κώδικος ἀναφέρεται εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ἐνῷ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ ἰδίου σώματος, τοῦ Δημαρχαιρεσιακοῦ, ἡ παρὰ τοῦ ὁποίου ἐκλογὴ τοῦ Δημάρχου δὲν ἀποτελεῖ διοικητικὴν πρᾶξιν καὶ διὰ τοὺς κάτωθι λόγους: 1) Διότι ἀποτελεῖ ἐκδήλωσιν τῆς κυριάρχου λαϊκῆς βουλήσεως, ἐμμέσως δι’ ἐκλεκτόρων ἐκφραζομένην, πρὸς ἐκλογὴν Δημάρχου, 2) Διότι τὸ Δημαρχαιρεσιακὸν Σῶμα, συγκροτούμενον ἀπὸ τοὺς τακτικοὺς Δημοτικοὺς Συμβούλους καὶ ἰσαρίθμους ἀναπληρωματικούς, 1) δὲν ἀποτελεῖ ὄργανον τῆς Διοικήσεως, 2) κατὰ συνέπειαν τούτου δὲν ἀσκεῖ διοίκησιν καὶ 3) κατὰ συνέπειαν ἀμφοτέρων τῶν ἀνωτέρω αἱ ἀποφάσεις του δὲν ἀποτελοῦν Πράξεις Διοικήσεως. Δὲν ἀποτελεῖ ὄργανον τῆς Διοικήσεως, διότι οὐδεὶς ὀργανωτικὸς τῆς Διοικήσεως νόμος ἐνέταξε τοῦτο μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως. Τὸ συλλογικὸν τοῦτο ὄργανον καθίδρυσεν ὁ νόμος 1454)50 ὅστις διὰ τοῦ ἄρθρου 16 καθώρισε καὶ τὴν μοναδικὴν τούτου ἁρμοδιότητα, ἤτοι τὴν δι’ αὐτοῦ ἐκλογὴν Δημάρχου. Εἶναι συνεπῶς ἐκλογικὸν ὄργανον καὶ οὐχὶ διοικητικὸν (Σῶμα Ἐκλεκτόρων). Μοναδικὴν ἐξουσίαν ἢ ἁρμοδιότητα ἔχει ἐκ τοῦ ἄρθρου 16 νὰ ἐκλέξῃ τὸν Δήμαρχον, μεθ’ ὃ διαλύεται καὶ ἐξαφανίζεται, τῶν μὲ τακτικῶν Συμβούλων μετὰ τοῦ Δημάρχου συγκροτούντων τὸ ὄργανον Διοικήσεως τοῦ Δήμου, τῶν δὲ ἀναπληρωματικῶν ἀπερχομένων οἴκοι. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ζωῆς του τὸ Δημαρχαιρεσιακὸν Σῶμα οὐδεμίαν ἀσκεῖ ἐν τῷ Δήμῳ διοίκησιν, οὐδ’ ἀναμιγνύεται κἂν εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Δήμου, οὔτε ἔχει ἐκ τοῦ νόμου διοικητικήν τινα ἁρμοδιότητα. Ἡ μοναδικὴ πρᾶξις ἢ ἀπόφασις τοῦ Δημαρχαιρεσιακοῦ Σώματος (ἤτοι ἡ ἐκλογὴ Δημάρχου) δὲν ἀποτελεῖ διοικητικὴν πρᾶξιν, ἐφ’ ὅσον δὲν προέρχεται ἀπὸ διοικητικὸν συλλογικὸν ὄργανον, ἀλλ’ ἀποτελεῖ πολιτειακὴν πρᾶξιν, ἐφ’ ὅσον προέρχεται ἀπὸ ἐκλογικὸν σῶμα (δημαρχαιρεσιακόν). Εἶναι τοῦτο συλλογικὸν ὄργανον ἐξουσιοδοτημένον (ἄρθρον 16 τοῦ ν. 1454) νὰ ἐκφράσῃ κυρίαρχον λαϊκὴν βούλησιν, πρὸς ἐκλογὴν Δημάρχου, καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἢ ἀμυδροτάτην ὁμοιότητα ἔχει μὲ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, συλλογικὰ ἢ μή. Ἡ μοναδικὴ πρᾶξις (ἐκλογὴ Δημάρχου) τοῦ ἐκλογικοῦ τούτου ὀργάνου, μὴ ἀποτελοῦσα πρᾶξιν διοικήσεως δὲν ὑπόκειται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Νομάρχου, ὡς κατὰ τὴν νομοθεσίαν περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων ὑπόκεινται αἱ πράξεις τῶν Δημοτικῶν καὶ Κοινοτικῶν Συμβουλίων, ἀλλὰ ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἡ ἔμμεσος δι’ ἐκλεκτόρων ἐκλογὴ τοῦ Δημάρχου, ὁ ἔλεγχος τῆς νομιμότητος τῆς ὁποίας, εἴτε ἄμεσος εἴτε ἔμμεσος εἶναι ἡ ἐκλογή, ὑπόκειται εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον τοῦ ἄρθρου 184 τοῦ Κώδικος Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ὑπαινίσσεται μετὰ δειλίας καὶ ἐμμέσως, ὅτι ὁ νόμος 1454 κατήργησε σιωπηρῶς τὸ ἄρθρον 184 τοῦ Κώδικος Δήμων καὶ Κοινοτήτων καὶ διὰ τῆς μεθόδου αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ Ν. 1454 θέτει νέους καὶ αὐτοτελεῖς κανόνας δικαίου. Ἀναφέρεται ἀκόμη ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις εἰς διαφωνίας τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων τὰς ὁποίας θέλει νὰ ἐπιλύσῃ. Δὲν νομίζομεν ὀρθὴν τὴν εἰσαγομένην οὕτω ἀρχήν, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐπιλύῃ τὰς διαφωνίας τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ ἀπετέλει ἀντισυνταγματικὴν παρέμβασιν εἰς τὰ ἔργα τῶν δικαστηρίων. Παρατηροῦμεν ὅμως ὅτι δὲν ὑπάρχουν διαφωνοῦσαι μεταξύ των δικαστικαὶ ἀποφάσεις. Ἀνεξαρτήτως μειοψηφίας, ἀμφότεραι αἱ ἀποφάσεις Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ Ἐφετείου Πατρῶν, τὰς ὁποίας ὑπαινίσσεται ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, ὁμοφώνως ἀποφαίνονται, ὅτι ἁρμόδιον πρὸς ἔλεγχον τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν εἶναι τὸ ἐκλογοδικεῖον τοῦ ἄρθρου 184 τοῦ Κώδικος Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Ματαίως ὅθεν ἀναζητεῖ διαφωνίαν ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίσταται τοιαύτη. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον χρῄζει μείζονος προσοχῆς εἶναι ἡ ὑπαινισσομένη κατάργησιν, ὑπὸ τοῦ νόμου 1454 τοῦ ἄρθρου 184 Κώδικος Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Τοιαύτη τις ἄποψις δὲν ἀντέχει οὐδὲ εἰς τὴν πλέον στοιχειώδη κριτικήν. Οὕτω, διὰ νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὁ νόμος 1454 κατήργησε σιωπηρῶς τὸν θεμελιώδη θεσμὸν τοῦ Ἐκλογοδικείου τὸν νενομοθετημένον ὡς ἀνωτέρω, δέον νὰ ἀνεύρωμεν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ ἢ τὴν περὶ τούτου βούλησιν τοῦ νομοθέτου, ἢ τὴν καθιέρωσιν νέου τρόπου καὶ ὀργάνου ἐλέγχου τῆς νομιμότητος τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν. Ἀλλὰ οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἕτερον ἀνευρίσκεται εἰς τὸν νόμον 1454. Ἐφ’ ὅσον ὅθεν εἰς τὸν νόμον 1454 οὐδεμία ὑπάρχει διάταξις καθορίζουσα τὸν τρόπον καὶ τὸ ὄργανον ἐλέγχου τῆς νομιμότητος ἐκλογῆς τοῦ Δημάρχου, ἀναντιρρήτως ἄφησε τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὡς ἐν ἄρθρῳ 184 τοῦ Κώδικος Δήμων καὶ Κοινοτήτων εἶναι νενομοθετημένον, ἐν συνεπείᾳ πρὸς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν. Ἐκτὸς ἐὰν δεχθῶμεν, κ. κ. βουλευταί, ὅτι ὁ νόμος 1454 ἤθελε νὰ καταργήσῃ πάντα ἔλεγχον τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν καὶ ἑπομένως καὶ τὸν νενομοθετημένον δικαστικὸν ἔλεγχον σιωπηρῶς κατήργησε καὶ ἕτερον τινὰ δὲν ἐνομοθέτησεν!!! Ἐὰν τοιοῦτον τι ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, καθιστᾷ μὲν νομιμοφανῆ τὴν θεωρίαν περὶ σιωπηρᾶς καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 184 Κ.Ν.Δ.Κ., ἀλλὰ χάνει διὰ τὸν ἑαυτόν της καὶ τὸ ἐλάχιστον ἴχνος νομιμότητος τῆς ὑπάρξεώς της. Ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν συνεπεία πρὸς τὰ ἐκτεθέντα ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ Νομοσχεδίου, δι’ ἧς ἀνατίθεται ὁ ἔλεγχος τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς τοῦ Δημάρχου εἰς ὄργανον τῆς Διοικήσεως, τὸν Νομάρχην, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ὡς ἀντικειμένη εἰς τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος, καθ’ ἣν ὁ ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν ἀνήκει εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Καθιερώθη ἡ ἀρχὴ αὕτη ἵνα διασφαλίσῃ τὴν νομιμότητα τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τὰς παρεμβάσεις καὶ αὐθαιρεσίας τῆς Διοικήσεως–Κυβερνήσεως. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῦται ταὐτότης ἐλέγχοντος καὶ ἐλεγχομένου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον παραβιάζει, ὡς ἐλέχθη, οὐ μόνον καθιερωμένας ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν στοιχειώδη ἔννοιαν δικαιοσύνης, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ταὐτότης ἐλέγχοντος καὶ ἐλεγχομένου. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἰδίου ἄρθρου συνδυάζει τὸ ἀδόκιμον μὲ τὸ ἀντισυνταγματικόν. Εἶναι ἀδόκιμος διότι, ἀφοῦ διὰ τῆς προηγουμένης παραγράφου καταργεῖ εὐθέως καὶ ἀμέσως τὰς ἐκδιδομένας δικαστικὰς ἀποφάσεις, εἰσάγει διαδικασίαν ἐπανεξετάσεως τῶν ἀποφάσεων τούτων, καθ’ ἣν αἱ ἐκδοθησόμεναι ἀποφάσεις ὑποχρεωτικῶς θὰ εἶναι ἀνακλητικαὶ τῶν προεκδοθεισῶν, ἐφ’ ὅσον θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος ὁ ἀφαιρῶν τὴν ἁρμοδιότητα ἀπὸ τὰ δικάσαντα Ἐκλογοδικεῖα. Ἐκφράζει ὅμως ἡ παράγραφος αὕτη καὶ μίαν κακίαν διὰ τὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα ἐτόλμησαν νὰ ἀποφανθοῦν ἀντιθέτως πρὸς τὰς κυβερνητικὰς ἐπιθυμίας καὶ μίαν διάθεσιν ταπεινώσεως τῶν δικαστηρίων, καθισταμένων ὑποχρέων νὰ ἀναιρέσωσι τὰ ἴδια, ὅσα ἐνοχλητικὰ διὰ τὴν Κυβέρνησιν ἀπεφάνθησαν. Φρονοῦμεν, ὅτι καὶ ἀντισυνταγματικὴ εἶναι ἡ παράγραφος αὕτη, διότι διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων ἐδημιουργήθησαν ὑπὲρ τῶν ἐνδιαφερομένων κεκτημένα δικαιώματα. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι νόμος ἀναδρομικῆς ἰσχύος, δὲν δύναται κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ ὑπάρξῃ, ἐφ’ ὅσον προσβάλλει κεκτημένα δικαιώματα. Καὶ ἡ ἐλεγχομένη παράγραφος οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ, παρὰ τὴν ἀνατροπὴν τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, αἵτινες ἐξεδόθησαν, καὶ τὴν προσβολὴν τῶν καταστάσεων ἅτινας ἐδημιούργησαν αἱ ἀποφάσεις αὗται. Ὄψιμος ἠθικὴ εὐπάθεια τῆς Κυβερνήσεως φέρεται ὁδηγοῦσα εἰς ἀπάλειψιν τῆς παραγράφου ταύτης. Παρατηροῦμεν, ὅτι εἰκονικὴ εἶναι ἡ οὕτω ἐπιδεικνυομένη εὐθιξία, ἐνῶ πράγματι πρόκειται περὶ σκοπιμότητος. Διότι ἡ ἀπάλειψις τῆς παραγράφου ταύτης, θὰ ἀπαλλάξῃ μὲν τὰ δικαστήρια τῆς ταπεινώσεως νὰ ἀναιρέσουν τὰς νομίμους ἀποφάσεις των, ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις αὗται νόμῳ θὰ ἔχουν ἀνατραπῆ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, καὶ συνεπῶς τὸ διὰ τῆς παραγράφου ταύτης ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ ἐπιτευχθῆ, εἴτε παραμείνῃ, εἴτε ἀπαλειφθῇ ἡ κρινομένη παράγραφος. Δέν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν υἱοθετῇ τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνεφώνησε μὲ τὴν μειοψηφίαν, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς εἰσάγεται τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον. Παρεδέχθη ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὅπως παραμείνουν ὡς ἔχουν τὰ περὶ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν, ὅτι δηλαδὴ ἁρμοδιότητα ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἔχῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐξετάσω τὸ σχέδιον, ὡς κατετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§143Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Θὰ ἐξετάσωμεν τὸ σχέδιον, ὡς κατετέθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ ὡς ἐτροποποιήθη ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν;
§144Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐὰν υἱοθετῇ τὴν τροπολογίαν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ δὲν μοῦ ἀπήντησεν.
§145Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὥστε θέλετε ἄλλο νὰ ἰσχύσῃ δι’ ὅλους τοὺς Δημάρχους τοῦ Κράτους καὶ ἄλλο διὰ τὸν Δήμαρχον Μεσολογγίου;
§146Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη λήψεως οὐδενὸς νομοθετικοῦ μέτρου. Οὔτε ἀκόμη καὶ αὐτὴ ἡ τροπολογία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι παρ’ οὐδενὸς ἠμφισβητήθη ἡ ἁρμοδιότης τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν.
§147Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι αὐτὸ ἐτέθη διὰ νὰ μὴ γίνῃ σάλος.
§148Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Αὐτὸ ἐγένετο ὅπως καὶ φαίνεται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ νὰ καλύψῃ μίαν παρανομίαν τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν καὶ παραλλήλως νὰ διευκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ καταλάβῃ κομματικῶς τὸν Δῆμον Μεσολογγίου. (Χειροκροτήματα). Οὐδεμία ἄλλως τε ἀνωμαλία ὑπάρχει, διότι ὅλα τὰ συμβούλια ἔχουν συγκροτηθῆ καὶ λειτουργοῦν κανονικῶς.
§149Π. ΕΥΡΙΠΑΙΟΣ. Ὑπάρχει ἐκκρεμότης εἰς 3–4 Δήμους.
§150Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Πάντως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθωμεν νὰ καλύψωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων μίαν παράνομον πρᾶξιν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ νὰ ὑποχρεώσῃ τὰ Ἀνώτατα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκαν ἀποφάσεις νὰ ἐπαναξετάσουν τὰς ἀποφάσεις των. Θὰ ἔλθῃ δηλαδὴ ἡ Βουλὴ ἀπροκαλύπτως νὰ ὑποχρεώσῃ τὰ Ἀνώτατα Δικαστήρια νὰ ἀναιρέσουν τὰς ἑαυτῶν ἀποφάσεις. Καὶ δὲν θὰ πρέπει ποτὲ διὰ μιᾶς τοιαύτης ἀποφάσεώς της ἡ Βουλὴ νὰ ταπεινώσῃ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκαν ἀποφάσεις βάσει τῶν κειμένων νόμων.
§151Μ. ΤΟΣΟΥΝΙΔΗΣ. Οὐδεμίαν ταπείνωσιν ὑφίστανται τὰ δικαστήρια. Τὰ δικαστήρια ἔκριναν βάσει ἑνὸς νόμου. Θὰ κληθοῦν νὰ ἐφαρμόσουν ἕνα νέον νόμον. Ἔργον τῶν δικαστηρίων εἶναι νὰ ἐφαρμόζουν τοὺς νόμους. Ποῦ ὑπάρχει ἡ ταπείνωσις;
§152ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἰσχύσῃ αὐτὸ διὰ τὸ μέλλον ὅμως, καὶ ὄχι διὰ τὸ παρελθόν.
§153Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ τοιαύτη τακτικὴ τῆς ἐκδόσεως νόμων μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχύν. Εἶναι περίεργον διότι εἰς τὴν γραμμὴν αὐτὴν ἐντάσσεται καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον σημειοῦμεν τὴν ταπείνωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν παρ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἤθελον νὰ ἀποδώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρόθεσιν ξένην πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, βροντοφωνεῖ τοῦτο τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὁποῖον διαφαίνεται τὸ ἰδιαίτερον πολιτικὸν ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὁμοφώνως, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν βάσιν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶναι χαρακτηριστικὸν καὶ θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ σημειώσωμεν, μιμητικὸν διὰ τὸν εἰσηγητὴν τῆς μειοψηφίας, νὰ υἱοθετῇ ἡ πλειοψηφία τὴν γνώμην μας. Τελευταῖον ἐπιχείρημα πρὸς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου πιθανὸν νὰ προβληθῇ ἡ διαφαινομένη ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἄποψις περὶ πιθανῶν δυσχερειῶν τῆς Διοικήσεως ὡς ἐκ τῆς ἀναπομπῆς τοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Τοιαῦται δυσχέρειαι δὲν πρόκειται νὰ προκύψουν· ἀλλὰ καὶ εἰς ἣν περίπτωσιν προέκυπτον δὲν νομίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τὸν πρόσκαιρον αὐτὸν λόγον θὰ υἱοθετήσῃ ἄποψιν μεταβολῆς ταύτης εἰς ὄργανον συγκαλύψεως παρανομιῶν τῆς Διοικήσεως (Κυβερνήσεως) εἰς βάρος θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματός μας. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω σκέψεων καὶ ἀπόψεων ὁδηγούμενοι λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν πρότασιν ὅπως ἀπορριφθῇ τὸ Νομοσχέδιον. Ἀπορρίπτουσα ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὸ Νομοσχέδιον —θὰ μᾶς ἐπιτραπῇ νὰ τονίσωμεν— θὰ προστατεύσῃ, πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὴν ἑδραίαν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὸ Παλλάδιον τῶν Λαϊκῶν Ἐλευθεριῶν —τὴν Δικαστικὴν Ἐξουσίαν— καὶ θὰ διακηρύξῃ ὡς ἀπαρασάλευτον τὴν ἀρχὴν τοῦ δικαστικοῦ ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν. Οἱ Θεσμοὶ καὶ οἱ Νόμοι ἐπιτελοῦν τὸν σκοπὸν τῆς καθιερώσεώς των καὶ ὡς ἐκ τοῦ λόγου, καθ’ ὃν ἐναρμονίζονται πρὸς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ. Ὁ δικαστικὸς ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν, ἀφ’ ἧς καθιερώθη, ἀνταπεκρίθη πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν καὶ ἱκανοποιεῖ τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, διότι ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον τῆς ἐμπεδωθείσης πίστεως τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ κῦρος τῶν ἐκλογῶν. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται ἡ ἐπιβεβαίωσις αὐτοῦ. (Χειροκροτήματα ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν τῆς αἰθούσης).
§154Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι περίεργον, κ. συνάδελφοι, διότι ἐδόθη τόση ὀξύτης εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου σήμερον καὶ δὲν ἐδόθη τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον, ὅταν τὸ θέμα ἐδημιουργήθη διὰ τῆς ἐγκυκλίου τῆς γνωστῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἡμερομηνίαν 31–4–51, πῶς ἔκτοτε δὲν ἐφάνη αὐτὸ τὸ τρομερὸ τῆς ὑποτιμήσεως καὶ ταπεινώσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐμφανίζεται μόνον ἀπόψε. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν ἀμφισβήτησιν τῆς βάσεως τοῦ θέματος. Ἀλλὰ ἡ ὀξύτης ἐδόθη ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος, ὡσὰν νὰ ἐδημιουργήθη κανὲν ἔγκλημα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ ἐδῶ ὑπάρχει ἐγκύκλιος ἀπὸ τῆς 21–4–51 καὶ οὐδεὶς μέχρι σήμερον διεμαρτυρήθη. Ὑπάρχει θεσμὸς ἀφορῶν τὸν τρόπον ἐλέγχου τῶν ἐκλογῶν καὶ ὁ ἔλεγχος τῶν ἐκλογῶν ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν προκειμένου περὶ τῶν κοινοτικῶν συμβούλων, προκειμένου περὶ τῶν δημοτικῶν συμβούλων. Ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ἐκλογῆς δημάρχων ἀπ’ εὐθείας ἀναμφισβητήτως εἶχεν ἐφαρμογὴν ὁ ἔλεγχος ἐκ μέρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀπ’ εὐθείας ἐκλογῆς τοῦ δημάρχου. Ἀλλὰ ὑφίσταται παραλλήλως καὶ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Νομάρχου ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ἐκ μέρους τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος καὶ ἐκ μέρους τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δημάρχου. Διατὶ δηλαδὴ ταπεινώνεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὅταν ὁ Νομάρχης εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου; Τί ὑπάρχει λοιπόν, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ κανενὸς ἐγκλήματος, διὰ νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ὀξύτητα, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε;
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ συστήματος. Δὲν εἶναι ἔγκλημα.
§156Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τί τὸ ἐγκληματικὸν ὑπάρχει καὶ τί ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἦλθε καὶ εἶπεν ὅτι ἡ δικαιοδοσία αὐτὴ ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τῆς 21 παρελθόντος Ἀπριλίου. Ὅταν ἐξεδόθη ἡ ἐγκύκλιος αὐτὴ οὐδεὶς διεμαρτυρήθη. Καὶ ἔρχομαι τώρα νὰ ἀπολογηθῶ ἐγὼ δι’ ὑπόθεσιν διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω οὐδεμίαν εὐθύνην. Τότε ὑπῆρχεν ἕνας ὑπεύθυνος. Ὑπάρχει μία θέσπισις κανόνων δικαίου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ, διότι πιθανὸν νὰ δοθῇ ἀλλοία ἑρμηνεία ἐκ μέρους ὡρισμένων δικαστικῶν ἀρχῶν, ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Λοιπὸν ἐνεφανίσθη μία διαφορὰ ἀπόψεων καὶ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ μία νομοθετικὴ ἑρμηνεία. Βεβαίως ἦτο ἀνάγκη νὰ θεσπισθῇ νόμος. Σεῖς οἱ ἴδιοι τὸ δέχεσθε εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς μειοψηφίας ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 114...
§157Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πλειοψηφίας καὶ μειοψηφίας.
§158Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερκῶν). Καὶ κάμνετε μίαν ἐξαίρεσιν. Δέχεσθε τὸ ἕνα καὶ κάμνετε μίαν ἐξαίρεσιν διὰ τὸ ἄλλο. Δὲν ταπεινώνετε σεῖς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν δεχόμενος τὴν ἐξαίρεσιν;
§159Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ ἐμειοψήφισα εἰς τὴν Ἐπιτροπήν.
§160Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λοιπόν, νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀρκετὰ σαφές. Ἐψηφίσθη τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς ἐκλογῆς τῶν Δημάρχων καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν, ἔδωσαν ἑρμηνείαν δι’ ἐγκυκλίου, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἔφερεν ἀντίρρησιν καὶ ἐπεκράτησεν αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία, ὅτι ἁρμοδιότητα ἔχουν, προκειμένου μὲν περὶ δικαστικῶν συμβούλων καὶ κοινοτικῶν συμβούλων αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί, προκειμένου δὲ περὶ Προέδρων Κοινοτήτων καὶ Δημάρχων ἐκλεγομένων ἐμμέσως, ὁ Νομάρχης. Αὐτὸ ἐθεσπίσθη καὶ ἔρχομαι καὶ ἐγὼ νὰ καθιερώσω. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ παράτυπον, οὔτε τὸ ἔγκλημα, οὔτε οὐδεμία πρόθεσις νὰ μειώσῃ κανεὶς τὰ δικαιώματα καὶ τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Συνεπῶς, ἐὰν αὐτὸ καθιερώθη κατ’ ἀνάγκην, πρέπει νὰ δώσωμεν μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὴν δυνατότητα ἐπανεξετάσεως. Δὲν ἠμπορεῖ ἕνας νὰ εἶναι ἐκλεγόμενος μὲ ἀπόφασιν τοῦ νομάρχου καὶ ἄλλος ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ φυσικόν.
§161Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπιμένετε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου;
§162Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα!
§163ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§165ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέχεια τῆς αʹ συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1454)50 «περὶ ἐκλογῆς τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχῶν», ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6,30′ μ. μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.45′ μ. μ.).