1951.02.12
3.975 στίχοι · 30.279 λέξεις · 359 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39η
Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 1951.
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.25′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ἀ. Δερδεμέζης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ἀ. Γεροκωστόπουλος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ.
§4Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3465) 30.2.51 ἐγγράφου του διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ σχετικῆς ποινικῆς δικογραφίας κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Δ. Χριστάκου, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ διὰ τοῦ τύπου δυσφημήσει τοῦ Γεωργ. Χαμπέρη καὶ ζητοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τούτου συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 3963)31. 1.51 ἐγγράφου του διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετ’ ἀντιγράφου μηνύσεως κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Δ. Χριστάκου κατηγορουμένου ἐπὶ δυσφημήσει διὰ τοῦ τύπου τοῦ Βασ. Βασιλειάδη, Διευθυντοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν καὶ ζητοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τούτου συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Κ. Ταλιαδούρης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Αὐτοκινητιστῶν Πτολεμαΐδος, διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην κατάργησιν θεσμοῦ Ὑπουργείου Β. Ἑλλάδος. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Πολυτέκνων Πατρῶν καὶ περιχώρων, ζητοῦντος ἄρσιν ἐπιβληθείσης μαθητικῆς εἰσφορᾶς εἰς μαθητὰς Γυμνασίων δυνάμει τοῦ Α. Ν. 1556) 1950. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Β. Μουράτογλου καταθέτει ἀναφορὰν Θυμάτων Πολέμου ἀμάχου πληθυσμοῦ κατοίκων ἐπαρχίας Ἀλμωπίας Νομοῦ Πέλλης, διαμαρτυρομένων διὰ περικοπὴν συντάξεώς των. Ὁ βουλευτὴς Αἰτ)νίας κ. Γ. Μπουρδάρας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἐμποροεπαγγελματιῶν καὶ βιοτεχνῶν Καρπενησίου, ζητούντων τὴν παροχὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους τῶν μέσων πρὸς ἀνασυγκρότησίν των, λόγῳ τῆς παντελοῦς καταστροφῆς των ἐκ τῶν ἐπιδρομῶν καὶ πυρκαϊῶν τῶν κατακτητῶν καὶ τῶν ἀνταρτῶν. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Γ. Ρουχωτᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Συν)σμοῦ Δημοσίων Ὑπαλλήλων Κεφαλληνίας, παραπονουμένου διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἀποστολὴν ὑφάσματος πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς ἐκεῖ Δημοσίους Ὑπαλλήλους καὶ ζητεῖ ἄμεσον ἀποστολὴν τούτου. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Γ. Ρουχωτᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου Ἀργοστολίου, ζητοῦντος παράτασιν τῆς ἰσχύος τῆς ὑπ’ ἀριθ. 34311)26.6.50 ἀποφάσεως περὶ μειώσεως τῶν συντελεστῶν τῆς τιμῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος δημοτικοῦ φωτισμοῦ καὶ ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Ἀργοστολίου, διότι ἄλλως λόγῳ τῆς ἀπαιτουμένης τεραστίας δαπάνης θὰ διακοπῇ ὁ φωτισμὸς τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Γ. Ζάρας καταθέτει ἀναφορὰν Πορτοκαλλοπαραγωγῶν Καλαμῶν, διαμαρτυρομένων δι’ οἰκονομικὴν ἀπαθλίωσίν των καὶ ζητούντων ἄμεσον τοποθέτησιν τῶν πορτοκαλλιῶν εἰς ξένας ἀγορὰς ἐπὶ ἀνταλλαγῇ κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Αἰτ)νίας κ. Α. Παπαθανάσης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Μεγάλη Χώρα Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένων διότι διὰ τὰ ἐπιταχθέντα ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς διεξαγωγὴν τοῦ Ἀλβανικοῦ ἔπους ζῶα, οὐδεμίαν ἔλαβον ἀποζημίωσιν καὶ συνεπείᾳ τούτου μένουσιν ἄνευ ζώων πρὸς καλλιέργειαν. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Β. Μουράτογλου καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ὑπολ)γοῦ Τσιλιγκίδη Λ. καὶ Ἀνθ) στῶν Ι. Σαράντη, Π. Φιλιπποπούλου, Δ. Ἀργυροπούλου, Χ. Κώστογλου, Α. Σταμέλου, Δ. Ἀλμπάνη καὶ Θ. Καλπακίδου Ἀξ)κῶν καὶ Ἀνθ)στῶν, Ἀρχιτεχνιτῶν ὡς ἐκπροσωπούντων τοὺς συναδέλφους των Β. Ἑλλάδος, ζητούντων βελτίωσιν τοῦ βαθμοῦ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ φέρουν ἐ.ἀ. ὡς νῦν οἱ συνάδελφοι των ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ὅπως λογισθῇ ἡ πραγματικὴ ὑπηρεσία των ἐν τῷ στρατῷ 25ετής. Ὁ βουλευτὴς Θεσ)νίκης κ. Α. Κωστόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐθνικῆς Ἑνώσεως Αἰχμαλώτων πολέμου 1940–41 Β. Ἑλλάδος, ζητούσης ἀποζημίωσιν ἀπὸ τὰς ἐκ τοῦ ἡττηθέντος ἄξονος ἐπανορθώσεις (Ἰταλίας– Γερμανίας) διὰ τὴν πενταετῆ αἰχμαλωσίαν των, γεωργικὴν ἀποκατάστασιν εἰς τοὺς ἀκτήμονας αἰχμαλώτους, χορήγησιν ἀροτριώντων κτηνῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κιλκὶς κ. Μ. Τοσουνίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Δικηγορικοῦ Συλλόγου Θεσ)νίκης διαμαρτυρομένου δι’ αὔξησιν ἀντιγραφοσήμου ἀπὸ 100 εἰς 5.000 δρχ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, συμφώνως τῇ διατάξει τῆς παραγρ. 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Νόμου 1619) 1951 «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1532)50 Α.Ν. «περὶ τῶν ὑπὲρ τρίτων προσθέτων φόρων», τὴν ἀκόλουθον ὑπ’ ἀριθ. 2701)6.2.1951 πρότασίν του πρὸς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ αὐτοῦ ὡς ἄνω νόμου ἐξ Ὑπουργῶν Ἐπιτροπήν. Ἀριθ. πρωτ. Π. 2701. Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν ὅτι δυνάμει τῶν παραγράφων 2 καὶ 3 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 1373)1944 «περὶ ἀναπροσαρμογῆς τῶν πόρων ἐνίων ἀσφαλιστικῶν ὀργανισμῶν καὶ συμπληρώσεως τῆς ἀσφαλιστικῆς νομοθεσίας» ἐπεβλήθη φόρος 2% ἐπὶ τῆς τιμῆς πωλήσεως τοῦ ἐξορυσσομένου λιγνίτου παρ’ ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι λειτουργούντων λιγνιτωρυχείων ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν. Ἡ φορολογία αὕτη ἐπεβλήθη πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν ἐπὶ γερμανικῆς κατοχῆς, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὰ μεταλλεῖα ἤργουν, ἐνῷ αἱ λιγνιτωρυχικαὶ ἐπιχειρήσεις ἐλειτούργουν ἐντατικῶς λόγῳ τῆς ζητήσεως τῶν λιγνιτῶν ὀφειλομένης εἰς ἔλλειψιν λοιπῶν καυσίμων. Ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως ὅμως τῆς χώρας ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ ἔσοδα τοῦ Ταμείου Μεταλλευτῶν ηὐξήθησαν λόγῳ ὑπολογισμοῦ τῶν εἰσφορῶν τῶν ἠσφαλισμένων καὶ τῶν μεταλλευτικῶν καὶ λοιπῶν ἐπιχειρήσεων ἐπὶ σταθερῶν ἡμερομισθίων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ ἑλληνικοὶ λιγνῖται ἀντιμετωπίζουν τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν εἰσαγομένων καυσίμων. Ἐπειδὴ κατὰ ταῦτα διὰ τῆς ὡς ἄνω φορολογίας ἐπιβαρύνεται προϊὸν ἔχον ἀνάγκην ἐνισχύσεως, ἐπιβάλλεται ἡ κατάργησις ταύτης. Ὑπὲρ τῆς καταργήσεως συνηγορεῖ ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ταμεῖον Μεταλλευτῶν, οὗτινος τὰ οἰκονομικὰ ἐβελτιώθησαν, δὲν ἐπιδιώκει πλέον τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἐκ τῆς πηγῆς ταύτης ἐσόδου. Ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω παρακαλοῦμεν ὅπως ἀποφανθῇ ἡ ὑμετέρα Ἐπιτροπή.
Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ὁ κ. Σ. Βενιζέλος (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς τετάρτης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Ν. Δ. 627)1948 «περὶ τροποποιήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεών τινων τοῦ Κ. Ν. 4952)1931 ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως» καὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1073 τῆς 10.11.1950 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». Ὁ κ. Η. Λαγάκος (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τῶν διατάξεων τοῦ Α. Ν. 726)1945 καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1130)1949 Ν. Διατάγματος» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 1660)1951 «περὶ τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς γραμματείας τῶν Δικαστηρίων καὶ Εἰσαγγελιῶν καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κ. Ν. 128)1936 «περὶ ὀργανώσεως τῆς γραμματείας τῶν Δικαστηρίων κ. λ. π.». Ὁ κ. Σ. Κωστόπουλος (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν διὰ τοῦ Ν. 1495)1950 «περὶ τῆς προσωρινῆς διοικήσεως τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰδικῶν Ταμείων καὶ Εἰδικῶν Ὑπηρεσιῶν κατὰ τὸ οἰκον. ἔτος 1950–51 χορηγηθέντων δωδεκατημορίων». Ὁ κ. Δ. Παπαμιχαλόπουλος (Ὑφυπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως ὀργανικῶν ἀριθμῶν Ὑπαξιωματικῶν Β. Ν. εἰδικοτήτων καὶ τεχνῶν». Ὁ κ. Ν. Μπακόπουλος (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Δήμων, Κοινοτήτων κλπ.». Ὁ κ. Ι. Γιαννόπουλος (Ὑπουργ. Συγκοινωνιῶν) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «περὶ κυρώσεως τῶν πράξεων τῆς Διεθνοῦς Τηλεγραφικῆς καὶ Τηλεφωνικῆς Διασκέψεως Παρισίων» καὶ 2) «παρὶ κυρώσεως τῶν πράξεων τῆς Εὐρωπαϊκῆς Διασκέψεως τῆς Κινητῆς Ραδιοναυτικῆς Ὑπηρεσίας». Ὁ κ. Ν. Ζέρβας (Ὑπουργὸς Δημοσίων Ἔργων) καταθέτει σχέδια νόμων: 1. «Περὶ χορηγήσεως πτυχίων ἐργοληπτῶν Δημοσίων Ἔργων εἰς Δωδεκανησίους» καὶ 2. «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1054) 1949 Ν. Δ. «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 795)1948 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν. Δ. 95)1946 «περὶ ἐργοληπτῶν δημοσίων ἔργων. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης (Ὑπουργὸς Κοινωνικῆς Προνοίας) καταθέτει σχέδιον νόμου, «περὶ ἐγκρίσεως τῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1945–46, 1948–49 καὶ 1949–50 πραγματοποιηθεισῶν δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας (τέως Ὑπουργείου Οἰκισμοῦ καὶ Ἀνοικοδομήσεως) καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τούτων ἀπαιτουμένων πιστώσεων εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου». Ἡ Ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου 5269) 1931». Ὁ βουλευτὴς κ. Β. Στεφανόπουλος καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1540)1950 Α.Ν. «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς δυνάμει τοῦ Θʹ ψηφίσματος ἀπολυθέντας ὑπαλλήλους τοὺς ὑπηρετήσαντας εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Λαμπριανίδης, Ν. Ζορμπᾶς, Γ. Λύχνος καὶ Σ. Γουδελῆς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου ρυθμίσεως ὁριστικῆς σειρᾶς ἀρχαιότητος μαχίμων ἀξιωματικῶν Β. Ν. «περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων βαθμοφόρων Β. Ν. καὶ ἄλλων τινῶν διατάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ἀνδρουλακάκης καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1557)1950 Α. Ν. «περὶ ἀπονομῆς πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Ἀντωνόπουλος, Β. Παπαρρηγόπουλος καὶ Λ. Βρεττάκος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1557)1950 Α. Ν. «περὶ ἀπονομῆς πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ἀριστείδου ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι ὅτι θὰ ἦτο μεγίστη παράλειψις ἐκ μέρους ἡμῶν, ἐὰν κατὰ τὴν σημερινὴν συμπίπτουσαν ἐπέτειον τῆς ἱστορικῆς μάχης τῆς Φλωρίνης, δὲν ἐλέγομεν ὀλίγας λέξεις δι’ αὐτήν. Αἱ κρούσεις ἀρχίσασαι ἀπὸ τὰς 22 καὶ 25′ ὥραν τῆς 11.2.49 ἐξεδηλώθησαν ὡς κυρία μάχη τὴν 00.30′ πρωϊνὴν τῆς 12.2.1949 μὲ ἐπίθεσιν κατὰ τῆς πόλεως Φλωρίνης καὶ τῶν πέριξ ὑψωμάτων ὑπὸ 4000 περίπου καλῶς ὠργανωμένων καὶ ὡπλισμένων συμμοριτῶν μὲ ὑπέρτερον πυροβολικὸν ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχον αἱ δυνάμεις τοῦ Ἐθνικοῦ μας Στρατοῦ. Ἐὰν στρέψωμεν τὴν σκέψιν μας πρὸς τὴν ἡμέραν τῆς 12.2.49 θὰ ἀναμνησθῶμεν ὅτι οἱ Ἕλληνες μὲ ἀγωνίαν παρηκολουθήσαμεν καὶ ἀνεμέναμεν τὴν ἔκβασιν τῆς μάχης τῆς Φλωρίνης. Ἡ διαταγὴ τοῦ Γενικοῦ Ἀρχηγείου τῶν συμμοριτῶν ἀπὸ 5.2.49 πρὸς μελλούσας νὰ ἐπιτεθοῦν δυνάμεις τῶν συμμοριτῶν ἦτο ἡ πάσῃ θυσίᾳ κατάληψις τῆς πόλεως Φλωρίνης, ἡ ἐπιστράτευσις τοὐλάχιστον 8000 ἕως 10000 νέων καὶ νεανίδων πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν δυνάμεων τῶν συμμοριτῶν, ἡ ὁποία εἶχε ἀνατεθῆ εἰς τὸν Σπάρτακον, ἡ σύλληψις καὶ τιμωρία πλείστων λαμπρῶν πατριωτῶν ἀνατεθεῖσα εἰς τὸν σύντροφον Κέντρον. Τὰ ἡρωϊκὰ ὅμως στρατεύματα τῆς 2ας Μεραρχίας τῶν Ἐθνικῶν μας δυνάμεων, τῆς Ἑλληνικῆς Βασ. Χωρ)κῆς, μὲ συμπαράστασιν τῶν κατοίκων, ἀγωνισθέντα μὲ ἄφθαστον ἡρωϊσμὸν ἐστεφάνωσαν μὲ τὴν νίκην των τὴν σωτηρίαν τῆς ἡρωϊκῆς αὐτῆς πόλεως, ἡ ὁποία σήμερον εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἡρωϊκοὺς ὑπερασπιστὰς ἑορτάζει τὴν περίλαμπρον καὶ ἱστορικὴν αὐτὴν νίκην. Ἡ νίκη τῆς Φλωρίνης ἐπέφερεν ἀνεπανορθώτους συμφορὰς εἰς τὰς συμμοριακὰς δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἐγκατέλειψαν ἐπὶ τόπου 702 νεκρούς, 405 αἰχμαλώτους, ἐκτὸς ἄλλων πολλῶν νεκρῶν ἀνευρεθέντων μετὰ τὴν τῆξιν τῶν χιόνων, πολεμικὸν δὲ ὑλικὸν περιῆλθεν ἄφθονον εἰς χεῖρας τῶν ἐθνικῶν μας δυνάμεων. Ὁ Διοικητὴς τῆς 2ας Μεραρχίας Ὑποστράτηγος Παπαδόπουλος ὁμιλῶν μετὰ τὴν μάχην πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς Φλωρίνης ἐξέφρασε τὴν εὐγνωμοσύνην του ἐκ μέρους τοῦ στρατοῦ διὰ τὴν λαμπρὰν ἐθνικήν τους στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν κατὰ τὴν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη διάρκειαν τῆς πολιορκουμένης πόλεως ἡ ὁποία καίτοι ἐβομβαρδίζετο μὲ τὸ πυροβολικὸν τῶν συμμοριτῶν ἀπὸ τὰ ὑψώματα τοῦ Πισοδερίου, ἐν τούτοις δὲν ἐγκατέλειψαν τὴν πόλιν, ἀλλὰ μὲ καρτερίαν καὶ πίστιν πρὸς τὴν νίκην, παρέμειναν ἐκεῖ μετὰ τῶν μικρῶν τέκνων τὰ ὁποῖα συνώδευαν εἰς τὰ σχολεῖα καὶ τοὺς συζύγους των εἰς τὴν ἐργασίαν. Πράξεις καὶ παραδείγματα ἐμψυχώνοντα καὶ τὰ ἡρωϊκά μας στρατεύματα τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναλάβει τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πόλεως. Ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ ἔθνους θὰ εἶναι αἰωνία πρὸς τοὺς ἡρωϊκοὺς ὑπερασπιστὰς τῆς Φλωρίνης ἡ ὁποία σήμερον ἐλευθέρα ἑορτάζει τὴν ἐπέτειον τῆς νίκης. Μὲ εὐλάβειαν προσεύχεται νὰ εἶναι ἅγια καὶ μυρωμένα τὰ χώματα τὰ ὁποῖα σκεπάζουν τοὺς ἡρωϊκῶς πεσόντας νεκρούς μας, οἱ ὁποῖοι διὰ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν δόξαν τῆς Ἑλληνικῆς μας Πατρίδος προσέφερον μὲ τὴν θυσίαν τῆς ζωῆς των τὸ πραγματικὸν μεγαλούργημα διὰ τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα, μὲ τὴν ἱστορικὴν μάχην τῆς Φλωρίνης. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Ε. Καλαντζῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς συμμοριοπλήκτων καὶ πυροπαθῶν Β. Ἑλλάδος, Ἠπείρου κλπ. ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, Ὑπουργοὺς Κοιν. Προνοίας καὶ Συντονισμοῦ, αἰτουμένων τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν συνέχισιν τῆς αὐτοστεγάσεως κλπ.
§8Ε. ΚΑΛΑΝΤΖΗΣ. Θὰ ἠθέλαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ καὶ λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος καὶ λόγῳ τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς θέσεως τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ ὡς πρὸς τὸ ὅλον θέμα τῆς στεγάσεως τῶν συμμοριοπλήκτων καὶ πυροπαθῶν, θὰ ἠθέλαμεν νὰ παρακαλέσωμεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἵνα παρακληθῇ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, ὅπως παρίσταται κατὰ τὴν ἐν λόγῳ συζήτησιν τῆς ἐρωτήσεως ταύτης καί, κατὰ συνέπειαν, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ διὰ τὴν ἀμέσως προσεχῆ συνεδρίασιν, προτασσομένη πάντως, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ παράκλησίς μας αὐτή, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εὕρῃ σύμφωνον τὴν Κυβέρνησιν.
§9Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ γνωρίζει τὸ θέμα, θὰ παρακαλέσω, ἐπὶ παρουσίᾳ του νὰ συζητηθῇ ἡ ἐρώτησις, κατὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην καὶ νὰ παρακληθῇ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ δώσῃ περισσοτέρας ἐξηγήσεις.
§10Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Συμφωνῶ μὲ τὴν γενομένην σύστασιν.
§11Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε.
§12Γ. ΜΠΟΥΡΔΑΡΑΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ κ. Πρόεδρε.
§13Α. ΔΕΡΔΕΜΕΖΗΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ συζητηθῇ ὁπωσδήποτε ἡ ἀναφορά, λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν προσεχῆ Τρίτην.
§15Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρίσταται κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας διὰ τὰς ἀναφο-
ρὰς καὶ ἐρωτήσεις εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Κ. Παπακωνσταντίνου ἔχει τὸν λόγον.
§17Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἔγκειται εἰς τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους νὰ ἀσκῇ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Βεβαιωθεῖτε ὅτι ὅσον εὐχαρίστησιν παρέχει ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸν ἔλεγχον ὁ ὁποῖος δὲν ἀφορᾷ τὸν δημόσιον θησαυρόν, τόσην ἀντιθέτως δυσαρέσκειαν εἶναι φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ ἡ συμμετοχὴ εἰς ἔλεγχον ἀφορῶντα περιουσιακὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ ζημίαν ἐπενεχθεῖσαν ἐξ ὡρισμένων πράξεων ἢ παραλείψεων τῶν κρατικῶν ὀργάνων. Καὶ ἡ λύπη μου εἶναι ἀκόμη μεγαλυτέρα διότι ἡ ἐπερώτησις στρέφεται κατὰ συναδέλφου, ἡ εὐπρέπεια τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ γενικῶς καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς μόνον χάριτας θὰ ἔπρεπε νὰ ὀφείλω διὰ τὴν εὐθυδικίαν καὶ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον ἐπέδειξεν εἰς ὡρισμένην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς παραστάτης συμφερόντων συνεταιρισμοῦ μισθοβιώτων ὑπαλλήλων εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὴν παρέμβασίν του. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὑπόθεσις τῆς ἀνωμάλου παραγγελίας, τῆς ἀνωμάλου προμηθείας τῆς ζακχάρεως τὸν Νοέμβριον τοῦ 1950, τῆς ποσότητος τῶν 5250 τόννων, ἐμφανίζει τόσας ἀνωμαλίας καὶ τόσα τρωτὰ σημεῖα καὶ ἡ ὑπεράσπισις τὴν ὁποίαν προέβαλλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς ἀπαντῶν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κάντζια, ἀφήνει τόσα κενά, ὥστε κατ’ ἀνάγκην δημιουργεῖ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς συμπληρώσεως ἐλέγχου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀποδειχθῇ ἐὰν ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑπηρέτησεν ἢ ἀντιθέτως ἔβλαψε τὸ δημόσιον συμφέρον. Τὴν ἀνάγκην αὐτὴν τῆς συμπληρώσεως τοῦ ἐλέγχου κατέστησεν ἐπιβεβλημένην ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπόδειξις, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ τότε Ὑπουργός, ἐπερωτώμενος καὶ ἐλεγχόμενος ἐχρησιμοποίησεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παρέσχε στοιχεῖα καὶ διαβεβαιώσεις, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀλήθειαν καὶ μὲ τὴν πραγματικότητα. Ἐντεῦθεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τοῦ ἀνωμάλου τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῆς δημοπρασίας καὶ τῆς προμηθείας τῆς ζακχάρεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκ τῆς ψευδοῦς παραστάσεως γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχον, δημιουργοῦνται συνέπειαι καὶ εὐθύναι ἀφ’ ἑνὸς ποινικαὶ καὶ ἀφ’ ἑτέρου πολιτικαί. Περὶ τούτου θὰ ἀσχοληθῶ περαιτέρω. Θὰ εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος πρὸ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θέματος νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργείου παρενέβαλλεν ἐξαιρετικὰς δυσκολίας εἰς τὴν παροχὴν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ διηυκόλυνον καὶ θὰ καθίστων εὐχερέστερον αὐτὸν τὸν ἔλεγχον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κάντζια καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν σήμερον. Ἀρκεῖ νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι μόλις τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευὴν εἰδοποιήθημεν τὸ ἀπόγευμα ὅτι εἶχον κατατεθῆ τὰ αἰτούμενα στοιχεῖα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς. Δὲν γνωρίζω τί ἐπεζητήθη διὰ τῆς καθυστερήσεως τῆς ὑποβολῆς τῶν στοιχείων αὐτῶν, εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ στοιχεῖα ὑπῆρχον εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὑπῆρχον μάλιστα πρὸ μακροῦ χρόνου καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καθιστᾶ παράδοξον τὴν τόσην καθυστέρησιν τῆς καταθέσεως εἰς τὴν Βουλὴν στοιχείων ὑπαρχόντων. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἀνωμαλίας αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, τοὐτέστιν τοῦ γεγονότος ὅτι, ἐνῷ τὰ στοιχεῖα ἦσαν ἕτοιμα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ἐν τούτοις κατεβλήθη κάθε προσπάθεια παρελκύσεως τῆς ὑποβολῆς των εἰς τὴν Βουλήν.
§18Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε ὅτι ἦσαν ἕτοιμα;
§19Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ σᾶς δώσω εὐχαρίστως τὴν ἐξήγησιν, καίτοι νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔπρεπε νὰ μοῦ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν.
§20Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Οἱ ἐπερωτῶντες τὰ εἶχον τὰ στοιχεῖα.
§21Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Οἱ ἐπερωτῶντες τὰ εἶχον. Ἀφοῦ ἐπιμένετε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ὁ διευθυντὴς τοῦ ὑπουργείου Ἐμπορίου ἔστειλε 7 πίνακας. Οἱ πίνακες αὐτοὶ ἔχουν ἡμερομηνίαν 7 Φεβρουαρίου καὶ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον τοὺς διαβιβάζει ἔχει ἡμερομηνίαν 8 Φεβρουαρίου. Δύο πίνακες, τῶν ὁποίων τὸ περιεχόμενον θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω περαιτέρω, δὲν ἔχουν καμμίαν ἡμερομηνίαν καὶ βεβαίως ὑπὸ τὰς περιστάσεις αὐτὰς εἶναι εὔλογος ἡ ἀπορία σας. Ἀφοῦ τὰ στοιχεῖα αὐτά, οἱ πίνακες τῆς ὑπηρεσίας, ἔχουν ἡμερομηνίαν 7 Φεβρουαρίου, πῶς ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ὑπῆρχον συντεταγμένα αὐτά, ὅτι ἦσαν ἕτοιμα προηγουμένως; Κύριοι συνάδελφοι, μεταξὺ τῶν πινάκων τῶν ἀποσταλέντων εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχει ὁ ΣΤʹ πίναξ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ ἀνακεφαλαίωσιν τῶν προηγουμένων πινάκων. Ὁ πρῶτος πίναξ ἀφορᾷ τὰς διανομὰς διὰ δελτίου καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὁ δεύτερος πίναξ ἀφορᾷ τὰς διανομὰς εἰς ἐπαγγελματίας, ὁ 3ος καὶ 4ος ἀποτελοῦν ἕνα εἶδος ἐπαναλήψεως τῶν διανομῶν εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας, ὁ 5ος πίναξ παρέχει στοιχεῖα τῶν ἀποθεμάτων ζακχάρεως τὴν πρώτην ἑκάστου μηνὸς καὶ ὁ 6ος πίναξ εἶναι ἡ ἀνακεφαλαίωσις ὅλων αὐτῶν τῶν στοιχείων. Ὁ ἕκτος πίναξ, ὁ ὁποῖος προφανῶς ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ μετὰ τὴν σύνταξιν τῶν προηγουμένων πινάκων, ἀφοῦ ἀποτελεῖ σύνοψιν καὶ συγκεφαλαίωσιν αὐτῶν, ἔχει ἡμερομηνίαν 17 Ἰανουαρίου. Ὅταν λοιπὸν ἡ ἀνακεφαλαίωσις ἔχῃ ἡμερομηνίαν 17 Ἰανουαρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ πίνακες νὰ ἔχουν ἡμερομηνίαν 7 Φεβρουαρίου καὶ ἀπομένει ἡ ἁπλῆ ἐξήγησις ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ πίνακες ἔχουν συνταχθῆ παλαιότερον, δὲν ὑπεβλήθησαν σκοπίμως, ἠλλοιώθη ἡ χρονολογία καὶ ἐλησμονήθη νὰ διορθωθῇ καὶ ἡ ἡμερομηνία ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν παραμένει σαφὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι καὶ οἱ ὑπόλοιποι πίνακες ἔπρεπε νὰ εἶχον κατ’ ἀνάγκην συνταχθῆ προηγουμένως.
§22Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ (Ὑπ. Ἐμπορίου). Δὲν εἶμαι ἐνήμερος, θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§23Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀφοῦ ἐδόθη ἡ ἐξήγησις πλήρης, περὶ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, περὶ τοῦ ὅτι οἱ πίνακες ὑπῆρχον παλαιότερον καὶ καθυστέρησεν ἡ προσαγωγὴ των εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ τις διατὶ αὐτὴ ἡ καθυστέρησις. Τὴν ἐξήγησιν παρέχει ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτώμενος εἰς ἐπιστολήν του δημοσιευθεῖσαν εἰς τὴν «Ἐλευθερίαν» τῆς 19 Δεκεμβρίου, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κάντζια εἰς τὴν ὁποίαν ἔγραφε τὰ ἑξῆς παρέχων μόνος τὴν δικαιολογίαν τῆς καθυστερήσεως τῆς ὑποβολῆς τῶν στοιχείων: «Ἐκτὸς τούτου, ἐὰν πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς τὴν Βουλήν... ........ (ἀναγινώσκει) ..........». Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν ἀπαράδεκτον εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα νὰ δώσῃ εἰς τοὺς ἐπερωτῶντας ἐγκαίρως τὰ στοιχεῖα διὰ νὰ τὰ μελετήσουν καλοπίστως ἢ καὶ κακοπίστως. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ἰδιαιτέρως, ὅσοι ἐδικηγορήσατε, ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς ἀντιδικίας, προκειμένου περὶ προσωπικῶν συμφερόντων, δὲν ἐκτιμᾶται πολὺ μεταξὺ τῶν δικηγόρων. Ἀφήνω εἰς ὑμᾶς νὰ χαρακτηρίσητε πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ὁ τρόπος, ὄχι προκειμένου περὶ ἀντικειμένου ἰδιωτικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐξετάσεως θέματος, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ τὴν πολιτείαν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως ὑπεβλήθησαν τὰ στοιχεῖα αὐτὰ καὶ εἶναι εὐχῆς ἔργον ὅτι ἡ συζήτησις διεκόπη τὴν Παρασκευὴν διὰ νὰ παρασχεθῇ καὶ εἰς ἡμᾶς ἡ εὐχέρεια, τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελε νὰ μᾶς τὴν δώσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτώμενος, νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν στοιχείων τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεώς μας. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν ἔρευναν τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν βάσιν τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Κάντζια, οὔτε περὶ τοῦ ὅτι ἡ δημοπρασία ἐνηργήθη κατὰ τρόπον ἀνώμαλον, οὔτε ὅτι δὲν παρεσχέθη προθεσμία ἀπολύτως ἀπαραίτητος διὰ τὴν συμμετοχὴν τῶν ἐπιθυμούντων εἰς τὴν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία θὰ τὴν καθίστα ἀδιάβλητον, οὔτε καὶ περὶ τῶν διεθνῶν τιμῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οὔτε καὶ περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῆς ἀνωμάλου διεξαγωγῆς τῆς προμηθείας. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ σημειώσω τοῦτο. Ὅτι αἱ διεθνεῖς τιμαὶ παρείχοντο καὶ ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων τοῦ οὐσιαστικοῦ προμηθευτοῦ τῆς ἀνωμάλου δημοπρασίας, τοῦ Οἴκου Τρακάκη ἐκ Τεργέστης, ἀλλὰ καὶ ἐκ δεδομένων στοιχείων τῶν διεθνῶν τιμῶν τῶν ἐμπορευμάτων. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, καὶ αὐτὸ θὰ τὸ θέσω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἁρμοδίας ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ἴδιος, ἐνδιαφερόμενος ὄχι μόνον διὰ τὴν ἰδίαν του ἀξιοπρέπειαν ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἐγκαταλείψῃ μειωμένους, διὰ τῆς ἀποφυγῆς πλήρους ἐλέγχου καὶ διαλευκάνσεως μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀσφαλῶς συνεκίνησε τὴν κοινὴν γνώμην. Καὶ θὰ θέσω ὑπ’ ὄψει τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς, ὡρισμένα δελτία ὀργανισμοῦ περιοδικοῦ παγκοσμίως ἀνεγνωρισμένου, καὶ ἄλλα στοιχεῖα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα προκύπτει ποία ἦτο ἡ διεθνὴς τιμὴ τῆς ζακχάρεως, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀνωμάλου δημοπρασίας. Θὰ ἤθελον ἐπίσης νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι διὰ τῆς ἀνωμάλου αὐτῆς δημοπρασίας ὑπὲρ τὸ ὕψος τῶν διεθνῶν τιμῶν τῆς ζακχάρεως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτι τὸ Δημόσιον ἐζημιώθη ὀκτὼ (8) δισεκατομμύρια, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῇ τὸ συνάλλαγμα εἰς τὴν ἐπίσημον τιμήν, πέντε δισεκατομμύρια ἢ τὸ ὀλιγώτερον 4½ δισεκατομμύρια, εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ γίνῃ δεκτόν, ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ αὐτὴ εἰς δραχμ. ἐλευθέρως διατιθεμένας, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπολογισθῇ εἰς τιμὴν συναλλάγματος ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ἐλεγχόμενος κ. Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀβέρωφ, ἀπαντῶν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Κάντζια εἰς τὰς 22 Δεκεμβρίου ἀνεγνώρισε μέν, τὸ ὅτι ἡ δημοπρασία ὑπῆρξεν ἀνώμαλος καὶ βεβιασμένη καὶ ὅτι συνεπήγαγε ζημίαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ὑπερησπίσθη ὅμως τὴν ἐνέργειαν μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ βεβιασμένη αὐτὴ ἐνέργεια καὶ ἡ σπουδὴ εἰς τὴν προμήθειαν, ἐπεβάλλετο ἐκ λόγων ἀνωτέρας βίας. Διότι δηλαδὴ δὲν ὑπῆρχον ἀποθέματα ἐπαρκῆ διὰ τὰς τρεχούσας ἀνάγκας, ἰδιαιτέρως διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐξαιρετικῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας συνεπήγετο ἡ περίοδος τῶν ἐπικειμένων ἑορτῶν. Θὰ ἀποκρούσω τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτὸν τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἐπερωτωμένου, μὲ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα τόσον ἀργὰ μᾶς ἔθεσεν ὑπ’ ὄψει μας ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου. Ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτά, κ. συνάδελφοι, προκύπτει ὅτι κατὰ τὸν μῆνα Ὀκτώβριον, (ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ προκήρυξις τῆς δημοπρασίας ἔγινεν εἰς τὰς 27 Ὀκτωβρίου καὶ ἡ ἐνέργεια τῆς δημοπρασίας τὴν 1 Νοεμβρίου), κατὰ τὸ τέλος λοιπὸν τοῦ Ὀκτωβρίου, ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν του 12.105 τόννους, ἐν ᾧ εἶχε κάμει διανομὰς ἐν τῷ μεταξὺ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον 6.330 τόννους, ἀνέμενε δὲ κατὰ τὸν Νοέμβριον τὴν ἄφιξιν φορτίων 13.592 τόννων, τὰ ὁποῖα καὶ πράγματι ἀφίχθησαν. Τὸ ὅτι ἀνεμένοντο τὰ φορτία αὐτὰ εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι καὶ ἡ παραγγελία εἶχε γίνει καὶ τὸ ἄνοιγμα πιστώσεως. Ὑποθέτω δὲ ὅτι θὰ εἶχε γίνει καὶ ἡ βεβαίωσις τοῦ ἀπόπλου τοῦ πλοίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ μεταφορά. Κατὰ τὸν Νοέμβριον ἐκομίσθησαν καὶ ἄλλοι 13.592 τόννοι. Καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διέθετε μαζὺ μὲ τὸ ὑπόλοιπο τοῦ Ὀκτωβρίου 25.697 τόννους. Ἐκ τῆς ποσότητος αὐτῆς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ διένειμε κατὰ τὸν Νοέμβριον μὲ τὸ δελτίον εἰς ὅλον τὸν πληθυσμὸν καὶ πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ τὰς ἄλλας εἰδικὰς διανομὰς ἐν συνόλῳ 5.910 τόννους. Ὥστε κατέληξε τὴν πρώτην Δεκεμβρίου τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ νὰ διαθέτῃ 19.787 τόννους. Καὶ ἐγνώριζεν ἐπίσης τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ καὶ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Δεκεμβρίου ἐπρόκειτο νὰ φθάσουν, ὅπως καὶ ἔφθασαν, ἄλλοι 9.432 τόννοι, παρηγγελμένοι καὶ διὰ τοὺς ὁποίους εἶχεν ἀνοιχθῇ ἡ πίστωσις κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διενηργεῖτο ἡ δημοπρασία, εἰς τρόπον ὥστε καὶ διὰ τὸν Δεκέμβριον νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ ποσότης 29.219 τόννων, ἔναντι τῶν ὁποίων ἡ συνολικὴ διάθεσις τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ τὸν Δεκέμβριον εἰς διανομὰς διὰ δελτίων, πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας, καὶ εἰς ἄλλας εἰδικὰς διανομὰς καὶ εἰς διάθεσιν πρὸς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις, νὰ συμποσωθῇ εἰς τοὺς 13.482 τόννους, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1951 νὰ ἔχῃ 15.797 τόννους. Ἀναφέρω ἐν λεπτομερείᾳ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς κ. συνάδελφοι, διὰ νὰ γίνῃ φανερόν, ὅ τι κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διενηργεῖτο ἡ δημοπρασία, τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ εἶχεν εἰς τὰς ἀποθήκας του καὶ ἐγνώριζεν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀφιχθοῦν τοσαῦται ποσότητες ζακχάρεως, αἱ ὁποῖαι ὑπερεπήρκουν, ὄχι μόνον διὰ τὰς διανομὰς τῶν δύο μηνῶν Νοεμβρίου καὶ Δεκεμβρίου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν κάλυψιν τῶν διανομῶν Ἰανουαρίου καὶ Φεβρουαρίου τοῦ 1951, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐπρόκειτο νὰ φθάσῃ καμμία ἄλλη ποσότης καὶ τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον τοῦ 1951. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου ἐγνώριζεν, ὅτι καὶ τὸν μῆνα Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον ἐπρόκειτο νὰ φθάσουν, ὅπως καὶ φθάνουν, ἄλλαι ποσότητες ζακχάρεως, αἱ ὁποῖαι ἐπίσης εἶχον παραγγελθῆ προηγουμένως καὶ τὰς ὁποίας ὁ κ. Κάντζιας ἀνέφερε προχθὲς ἐν λεπτομερείᾳ, καὶ τὰ πλοῖα διὰ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ μεταφορὰ αὐτῶν. Ἐγνώριζε καὶ γνωρίζει ἡ ὑπηρεσία καὶ τὶ ποσότητες ἀκόμη πρόκειται νὰ εἰσαχθοῦν καὶ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ τρέχοντος ἔτους. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ποσότης ἡ ἀναγκαιοῦσα διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἀγορᾶς, τοῦ πληθυσμοῦ, κυμαίνεται γύρω στοὺς 6.000 τόννους ὁμαλῶς. Εἰς τοὺς 6.000 τόννους ὁμαλῶς περιλαμβάνονται καὶ οἱ 4.000 τόννοι διανομῶν κατὰ μέσον ὅρον πρὸς τὸν πληθυσμὸν διὰ δελτίου καὶ οἱ 2.000 τόννοι, οἱ ὁποῖοι διατίθενται κατὰ μέσον ὅρον εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ εἰς ἄλλας εἰδικὰς διανομάς. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ μία παρέμβασις. Ἐλέχθη ὅτι ὑπάρχει μαύρη ἢ ἐλευθέρα ἀγορὰ ζακχάρεως, ὅτι εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν εἶχεν ὑψωθῆ πολὺ ἡ τιμὴ καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἄμεσος ἐνέργεια δημοπρασίας, ἡ ὁποία θὰ ἐτροφοδότει ἀμέσως μὲ τὸ προϊὸν αὐτὸ τὴν ἀγορὰν διὰ νὰ συγκρατηθῇ καὶ νὰ πέσῃ ἡ τιμὴ αὐτή. Μαύρη ἀγορὰ διὰ τὰς εἰσαγωγὰς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ζακχάρεως δὲν ὑπάρχει, ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους, διότι ἡ ζάκχαρις ἀποτελεῖ Κρατικὸν μονοπώλιον. Μαύρη ἀγορὰ δημιουργεῖται κατὰ δύο τρόπους. Πρῶτον ἀπὸ τὴν πώλησιν τῆς ζακχάρεως τοῦ δελτίου, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσφύγουν οἱ ὀρεσίβιοι πληθυσμοί, οἱ συμπολῖται ἐπὶ παραδείγματι οἱ ἰδικοί μου καὶ ἄλλων περιφερειῶν, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν μὲ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως νὰ καλύψουν ἄλλας ἀνάγκας τῆς οἰκογενείας των. Αὐτὴ ὅμως ἡ ποσότης ποὺ πηγαίνει εἰς τὴν μαύρην ἀγορὰν εἶναι μικρά. Δεύτερος τρόπος τροφοδοτήσεως τῆς μαύρης ἀγορᾶς διὰ ζακχάρεως κρατικῆς εἶναι ἡ χορήγησις ὑπερβολικῆς ποσότητος εἰς διαφόρους ἐπαγγελματίας, πέραν τῶν πραγματικῶν των ἀναγκῶν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς ὡρισμένους ἐπαγγελματίας —ζακχαροπλάσται, καφεπῶλαι κ. ἄ. — παρέχονται ποσότητες ζακχάρεως. Δὲν πρόκειται περὶ εὐθυνῶν ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν ἠξεύρω ὅμως πῶς ἔχει ρυθμισθῆ τὸ ζήτημα, ὥστε ὡρισμένοι μὲν ἐπαγγελματίαι νὰ ἔχουν περισσεύματα, τὰ ὁποῖα διαθέτουν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, ἄλλοι δὲ ἐπαγγελματίαι νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναζητοῦν αὐτὰ τὰ περισσεύματα, ἀπὸ τοὺς πωλοῦντας. Ἡ σχέσις δὲ τῆς προσφορᾶς αὐτῶν τῶν πλεονασμάτων μὲ τὴν ζήτησιν εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὴν πτῶσιν ἢ τὴν ἄνοδον τῆς τιμῆς τῆς ζακχάρεως εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν. Δύναται δηλ. νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ πτῶσις ἢ ἡ ἄνοδος τῆς τιμῆς εἶναι συνάρτησις τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Θὰ εἶχον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀφοῦ κλείσω τὴν παρέκβασίν μου, νὰ ἐκφράσω ἕνα παράπονον, ἐν σχέσει μὲ τοὺς πίνακας ποὺ διεβίβασεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, ἄσχετον παράπονον μὲ τὴν μεταχρονολόγησιν; τὴν ἀλλοίωσιν τῆς χρονολογίας καὶ τὴν καθυστέρησιν τῆς ὑποβολῆς τῶν στοιχείων. Ὁ ἕβδομος πίναξ ὁ σταλεὶς ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου ἀναφέρει, ὅτι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους 1950 ἔφθασαν εἰς τὴν Ἑλλάδα 11 ἐν συνόλῳ πλοῖα μὲ συνολικὴν ποσότητα 78.206 τόννων. Μὲ ἡμερομηνίαν 9. Φεβρουαρίου διαβιβάζεται νέος πίναξ 7ος, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ παλαιοῦ. Οὗτος μᾶς παρεσχέθη, ὀλίγον πρὶν ὁ κ. Πρόεδρος μᾶς καλέσῃ εἰς τὴν αἴθουσαν καὶ ἀναφέρῃ, ὅτι τὰ φορτία ποὺ ἐκομίσθησαν κατὰ τὸ 1950 ἦσαν 12 καὶ ὄχι 11. Καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ παρουσιάζεται ἄλλη μία παρεξήγησις. Ἀναφέρεται, ὅτι ὁ «Πέτρος Νομικὸς» ἦλθε τὸ 1950 μὲ 10.380 τόννους, ἀναγράφει ὅμως, ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸν Πειραιᾶ εἰς τὰς 27 Δεκεμβρίου 1950. Ἐὰν αὐτὸ ἦτο ἀληθὲς θὰ ἠδύνατο βεβαίως νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἀπορία, μήπως ὁ κ. Ὑπουργός, εὐλόγως ἀνησυχήσας διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῶν ἀποθεμάτων τῶν ἀποθηκῶν του, προέβη εἰς τὴν ἀνώμαλον προμήθειαν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1950. Ὑπάρχει ὅμως ἄλλο ἕνα στοιχεῖον ἐπίσημον τῆς Δ)νσεως Ἀγορῶν τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ, μὲ ἡμερομηνίαν 20 Δεκεμβρίου 1950, ποὺ ἐστάλη εἰς τὸν κ. Κάντζιαν, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς πρώτης του ἐπερωτήσεως καὶ ἀναφέρει, ὅτι ὁ «Πέτρος Νομικὸς» ἔφθασεν εἰς τὸν Πειραιᾶ εἰς τὰς 27 Νοεμβρίου, δηλ. ἕνα μῆνα ἐνωρίτερον. Ἐξήγησα κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἀναγκαιοῦσα ποσότης, διὰ τὴν κανονικὴν τροφοδότησιν τῆς ἀγορᾶς τῆς Ἑλληνικῆς καὶ διὰ τὸ δελτίον τοῦ πληθυσμοῦ καὶ διὰ τὰς διανομὰς εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας, δὲν ὑπερβαίνει τοὺς 6–6,5 χιλιάδας τόννους μηνιαίως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐπερωτώμενος εἶχεν εἴπει, τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον, ὅταν ἀπήντα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Κάντζια, ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις τῶν ἐξαιρετικῶν ἀναγκῶν, λόγῳ τῶν ἐπερχομένων ἑορτῶν, κατέστησεν ἀναπόφευκτον τὴν προσφυγὴν του εἰς τὴν ἀνώμαλον καὶ ἀντικανονικὴν προμήθειαν. Ἀπὸ τοὺς πίνακας τῶν γενομένων διανομῶν κ. συνάδελφοι, ἐπιβεβαιοῦνται ἐκεῖνα ποὺ σᾶς εἶπον: ὅτι δηλ. ἡ μέση διανομὴ ἀνέρχεται εἰς 6.000 τόννους μηνιαίως. Διὰ τοὺς δύο μῆνας, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον ἔχομεν 12.000 τόννους καὶ ἐὰν προσθέσωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἐξαιρετικὴν διανομὴν λόγῳ τῶν ἑορτῶν 4.000 τόννους, φθάνομεν εἰς τοὺς 16.000 τόννους, διὰ τὴν πλήρη ἐπάρκειαν τῶν μηνῶν Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου καὶ τῶν ἑορτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ Ἐφοδιασμοῦ, εἶχεν, ὅπως σᾶς εἶπον, τόσας ποσότητας, εἰς τρόπον ὥστε ἡ 1η Ἰανουαρίου νὰ εὕρῃ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου μὲ ὑπόλοιπον 15.737 τόννων. Θὰ ἠδύνατο λοιπὸν νὰ παρατηρηθῇ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὅτι ἐὰν δὲν ἐγένετο ἡ ἀνώμαλος καὶ ἐσπευσμένη προμήθεια τῆς 1ης Νοεμβρίου 1950, τῶν 5.200 τόννων, τὸ ἀπόθεμα τῆς 1ης Ἰανουαρίου δὲν θὰ ἦτο 15.737 τόννοι ἀλλὰ κατὰ 5.200 τόννους ὀλιγώτερον. Τὰ στοιχεῖα ποὺ ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν μου, ἰδιαιτέρως δὲ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὸν κ. Κάντζιαν, πείθει, ὅτι τοιοῦτον ἐνδεχόμενον δὲν ὑπῆρχε, διότι ἐὰν ἡ δημοπρασία διενηργεῖτο ἐντὸς τῶν κανονικῶν προθεσμιῶν, ἐὰν δηλ. ἡ δημοπρασία ποὺ προεκηρύχθη εἰς τὰς 27 Ὀκτωβρίου διενηργεῖτο μετὰ ἕνα μῆνα καὶ ἐδίδετο εὐχέρεια πλήρης εἰς πάντα ἐπιθυμοῦντα νὰ μετάσχῃ, δηλ. ἐὰν ἐγένετο ἡ δημοπρασία εἰς τὰς 25–27 Νοεμβρίου 1950 καὶ ἡ παράδοσις φυσικὸν ἦτο νὰ γίνῃ μετὰ ἕνα μῆνα, θὰ εἴχομεν εἰς τὸ τέλος τοῦ 1950 τὸ ποσὸν αὐτό, προμηθευόμενοι ὅμως αὐτὸ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ καὶ ὄχι διὰ τῆς ἀνωμάλου. Ὥστε καὶ πάλιν θὰ εἴχομεν εἰς τὸ τέλος τοῦ 1950 τὸ ἀπόθεμα τῶν 15.737 τόννων. Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ ἔπρεπε νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι τὰ στοιχεῖα ποὺ παρέσχε τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου, δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβῆ, διότι ἐνῷ ἀναφέρεται, ὅτι ἐγένετο διανομὴ πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας 5.182 τόννων, οὐσιαστικῶς ὅμως διένειμε πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας —καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα στοιχεῖον ποὺ πρέπει νὰ συσχετισθῇ — ὄχι 5.182 τόννους, ἀλλὰ 3.000 τόννους ὀλιγώτερον. Ἡ Κεντρικὴ Δ)νσις διαχειρίσεως τῆς ζακχάρεως εἶχε θέσει εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας τῶν διανομῶν πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν ποσότητα. Ἐν τούτοις ὅμως ἡ ὑπηρεσία ἡ ἁρμοδία τῶν γενικῶν διανομῶν, κατὰ τὸν Δ)μβριον καὶ μέχρι τέλους αὐτοῦ, δὲν ἔδωκεν εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν ποσότητα, ἀλλὰ καθυστέρησεν εἰς τὰς ἀποθήκας τὰς ἄλλας 3.000 τόννους, εἰς τρόπον ὥστε οὐσιαστικῶς ἡ 1η Ἰανουαρίου 1950, μᾶς εὗρε μὲ ἀπόθεμα ὄχι 15.737 τόννων, ἀλλὰ 18.800 τόννων περίπου. Τιμῶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε θὰ μοῦ ἦτο ἐπαρκὴς καὶ μόνον ἐκείνου ἡ συμμετοχὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ παράστασίς του κατὰ τὴν ἐπερώτησιν, χαίρω ὅμως ἰδιαιτέρως, διότι μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν συμπαρακάθεται καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου. Εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς —διότι νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιμείνω περισσότερον πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ γεγονότος ὅτι 18 χιλ. τόννοι ὑπόλοιπον τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1951, δὲν ἐδικαιολόγει παντάπασιν ἐσπευσμένην προμήθειαν ζακχάρεως ὑπὸ ὅρους ἀνωμάλους καὶ τιμὰς καταπληκτικὰς διὰ τὸ δημόσιον—εἶπεν ἐπὶ πλέον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ σπουδή του αὐτὴ προσεπόρισε καὶ ἄλλα ὀφελήματα εἰς τὸ δημόσιον. Δηλαδὴ ὅτι τὸ Δημόσιον εἰσέπραξε μεγάλην φορολογίαν ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῆς. Ἐλέχθη καὶ εἰς τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὅτι οἱ λαβόντες μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν ἦσαν ἁπλῶς ἀντιπρόσωποι Οἴκων τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ὅτι ἑπομένως οὐδεὶς ὑπεβλήθη εἰς φορολογίαν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ζακχάρεως αὐτῆς καὶ ἀπορῶ πῶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐγκρατὴς εἰς τὰ θέματα αὐτὰ ὅπως ὁ κ. Ἀβέρωφ, ὑπέπεσεν εἰς τὸ ἀτόπημα νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι ἐδημιουργήθη καὶ φορολογητέα ὕλη ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Εἶπεν ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀβέρωφ ὅτι τὸ Δημόσιον προσεπορίσθη καὶ τὸν δασμὸν ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 25 δισεκατομμύρια ἐπὶ τῆς ἀνωμάλου αὐτῆς εἰσαγωγῆς. Νομίζω ὅτι ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ἠδίκησε, τοὐλάχιστον, τὴν νοημοσύνην τῶν συναδέλφων του. Διότι ὁ δασμὸς αὐτὸς δηλαδὴ ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς, ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνώμαλον προμήθειαν τῆς ζακχάρεως. Διότι εἰς ὅλας τὰς προμηθείας τὸ Κράτος ἐπιβαρύνει τὸ κόστος. Δὲν εἶναι, λοιπόν, ἐπιχείρημα τοῦτο διὰ νὰ δικαιολογήσῃ μίαν ἀνώμαλον ἐνέργειαν. Δὲν γνωρίζω, κ. συνάδελφοι, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναζητηθῇ ἐπ’ αὐτοῦ δικαιολογία τῆς ἐσπευσμένης αὐτῆς ἐνεργείας τῆς προμηθείας. Θὰ ἤθελον νὰ ὑπομνήσω ὅτι καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἔκρινεν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς δημοπρασίας καὶ ἡ ὁποία ἐνέκρινε τὸ ἀποτέλεσμα, ἀποφαίνεται μετὰ πολλῆς σκεπτικότητος καὶ μετὰ πολλοῦ δισταγμοῦ καὶ ζητεῖ δικαιολογίαν εἰς τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου τὸ ὁποῖον εἶχε καθορίσει τὴν τιμὴν μέχρις τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία νὰ κλείσῃ τὴν προμήθειαν. Εἶπε τὸ Συμβούλιον ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ὅτι ἡ προμήθεια αὐτὴ μπορεῖ νὰ γίνῃ μὲ τιμὴν μέχρι 4.200 δραχ. κατ’ ὀκᾶν καὶ ἡ ἁρμοδία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἔκρινε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας καὶ ἐνέκρινε ταύτην, λέγει ὅτι αὐτὴν τὴν τιμὴν καθώρισεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου καὶ κατὰ συνέπειαν ἐγὼ τὴν ἀποδέχομαι. Θὰ ἤθελα ἀκόμη νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι καὶ εἰς τὸ πρακτικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ εἰς ἄλλα δημόσια ἔγγραφα ἀναγνωρίζεται ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἔλλειψις ζακχάρεως τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εἰς τὸ πρακτικὸν δὲ τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσα προηγουμένως ἀναφέρεται ὅτι πρὸς κάλυψιν τῆς σχετικῆς ἐλλείψεως ζακχάρεως κλπ. ἐγκρίνομεν τὴν γενομένην δημοπρασίαν καὶ τὴν προμήθειαν τοῦ προϊόντος αὐτοῦ. Τὸ ἔγγραφον αὐτό, κ. συνάδελφοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δημιουργεῖ ποινικὰς εὐθύνας εἰς βάρος τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης ἡ ὁποία εἰσηγεῖται κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἔγκρισιν τῆς δημοπρασίας. Περὶ τοῦ ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις εἶναι δυνατὸν νὰ συνιστᾷ, νὰ περιέχῃ τὰ ἀντικειμενικὰ στοιχεῖα ἀδικήματος προβλεπομένου ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον, εἰδικώτερον ἀπὸ τὰ ἄρθρα 390, 259 καὶ 262 τοῦ νέου ποινικοῦ Κώδικος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Ὅπως ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι δημιουργοῦνται πολιτικαὶ εὐθῦναι, διότι εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπερωτήσεως, ἐδόθησαν στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα, ὄχι ἐξ ἁπλῶν ἐγγράφων ἀλλ’ ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων, τὰ ὁποῖα ἔστω καὶ μὲ τόσην καθυστέρησιν παρέδωσεν ἡμῖν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, διαπιστοῦται ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ, δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Ἔχομεν συνηθίσει, κ. συνάδελφοι, νὰ μεταθέτωμεν τὰς εὐθύνας μας εἰς τὸν λεγόμενον συμμαχικὸν παράγοντα. Νομίζω ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ἀβέρωφ κατὰ τὴν 22 παρελθόντος Δεκεμβρίου, ἔχει κλείσει καὶ τὴν ὁδὸν αὐτήν. Διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀβέρωφ, ἀπαντῶν τότε, εἶπεν ὅτι κατὰ ἕνα τρόπον ἠθέλησε νὰ ἀποκρύψῃ ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανοὺς τὴν ἐνέργειάν του καὶ τὴν προμήθειαν ζακχάρεως δι’ ἰδίου συναλλάγματος ἐλευθέρως διαθετέου ἐν Ἑλλάδι. Δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον ὁ κ. Ἀβέρωφ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνδυάσῃ ἀφ’ ἑνὸς μίαν ἐνέργειαν ἀποβλέπουσαν εἰς τὸ νὰ ἐξαπατήσῃ ἢ νὰ ἀποκρύψῃ μίαν ἐνέργειαν ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανοὺς μὲ τὸ στοιχεῖον ὅτι προέβη εἰς αὐτὴν διότι τοῦ ὑπεδείχθη ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανούς. Ἐὰν ἐπρόκειτο καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ τὸ ἐξαντλήσω θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῆς τῆς ἀνωμάλου τῶν 5.200 τόννων μέχρι τέλους Δεκεμβρίου διετέθησαν μόνον οἱ 2.134 τόννοι, εἰδικῶς ἐκ τῆς ποσότητος αὐτῆς. Ἡ ὑπόλοιπος ποσότης τῶν 3.100 τόννων παραμένουν εἰς τὰς ἀποθήκας, ὅπως καὶ ἡ ὑπόλοιπος ποσότης τῆς ζακχάρεως ἐκ τῆς βοηθείας τῶν 14 ἢ 17 χιλ. τόννων. Δὲν θὰ ἀρνηθῶμεν ἀναγνώρισιν ὑπηρεσιῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀβέρωφ, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ ἀναμφισβητήτῳ του ἐνδιαφέροντι διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς Ἑλληνικῆς ἀγορᾶς μὲ εἴδη πρώτης ἀνάγκης, ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς τὴν προμήθειαν αὐτὴν διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐπισιτιστικὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ κοινοῦ. Θὰ ἤθελον ὅμως εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ἀτυχῶς ἀνάλογος μέριμνα δὲν ἐπεδείχθη προκειμένου περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἀγορᾶς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὲ εἴδη πλέον στοιχειώδους ἀνάγκης τῆς ζακχάρεως. Διότι οὐδενὸς διαφεύγει τὴν μνήμην ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἀγορὰ ἐστερήθη ἄρτου καὶ σίτου ἐπὶ ἀρκετὰς ἡμέρας. Καὶ θὰ ἤμην περίεργος νὰ μάθω πῶς οἱ ρυθμίζοντες τὰ θέματα τῶν εἰσαγωγῶν κατώρθωσαν νὰ ἐνθυμηθοῦν τὴν ἀνάγκην ἐξασφαλίσεως ἀποθεμάτων ζακχάρεως καὶ ἐλησμόνησαν τὸν σῖτον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν βασικὴν τροφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, κ. συνάδελφοι, ὅτι εἶναι λυπηρὸν τὸ ἔργον τοῦ ἐπικριτοῦ πράξεων σχετιζομένων μὲ διαχείρισιν οἰκονομικήν. Οὐδέποτε θὰ ἐπιτρέψω εἰς τὸν ἑαυτὸν μου νὰ ἀποδώσῃ ἰδιοτέλειαν εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ ἐλεγχομένου τέως Ὑπουργοῦ. Νομίζω ὅμως ὅτι εἰς τὸν τόπον αὐτόν, ὅπως καὶ εἰς κάθε ἐλεύθερον τόπον, δὲν ἀποδίδει κανεὶς εὐθύνας διὰ τὰς πράξεις αἱ ὁποῖαι συνεπιφέρουν ὄφελος ὑλικὸν εἰς τὸν ἐνεργήσαντα αὐτάς, ἀλλὰ καὶ διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἡ ὁποία παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ καὶ πλουτίζει ἀνθρώπους ἀναξίους τῆς τοιαύτης μερίμνης καὶ στοργῆς τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας. Μὲ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. τέως Ὑπουργὸς θὰ προσέφερε μεγάλην ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς τὸ πολίτευμα καὶ εἰς τὸ ὄνομά του, ἐὰν πρῶτος αὐτὸς ἐζήτει τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς ὑποθέσεως διὰ νὰ ἐξαχθῇ τὸ ἀληθὲς συμπέρασμα. Καὶ βεβαιωθῆτε κ. συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἠσθανόμην ἰδιαιτέραν χαρὰν ἐὰν ἀπεδεικνύετο ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτὴ τοῦ κ. Ἀβέρωφ δὲν ἔβλαψεν ἀλλ’ ὠφέλησε τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν. (Χειροκροτήματα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ κεκανονισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τῆς ζακχάρεως. Παρακαλῶ, νὰ ὁμιλήσῃ πρῶτον ὁ κ. Ἀβέρωφ καὶ κατόπιν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις;
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἀλλὰ νὰ ἀκούσωμεν πρῶτα τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος συνάδελφον.
§26Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλήφθη ἀπόφασις γενικεύσεως τῆς συζητήσεως ναὶ ἢ ὄχι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπήντησε, νὰ περιμένῃ νὰ ἀκούσῃ τὸν κ. Ἀβέρωφ καὶ μετὰ νὰ ἀποφασίσῃ.
§28Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὥστε, ἡ πρότασις ἀνεγνώσθη, εὑρέθη ἐν τάξει καὶ ἀναβάλλεται ἡ ἀπόφασις μέχρις οὗ ὁμιλήσῃ ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀγορητής.
§29Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Αὐτὸ γίνεται διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος συναδέλφου κ. Ἀβέρωφ νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ τὸ κρίνῃ μετὰ τὴν ὁμιλίαν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ ἔχει τὸν λόγον.
§31Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐτυχὴς διότι ἐπανεφέρθη πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα, ἰδιαιτέρως εὐτυχὴς διότι ἀποτελεῖ κλασσικὴν περίπτωσιν παραποιήσεως μιᾶς πράξεως νομίμου, ἀψόγου καὶ ἐκτάκτως ἐπωφελοῦς διὰ τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον καὶ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν. Πρὸς καλλιτέραν διεξαγωγὴν τῆς συζητήσεως δὲν θὰ δεχθῶ διακοπάς, ἐκτὸς ἐὰν αἱ διακοπαὶ τείνουν πρὸς διαλεύκανσιν σκοτεινῶν σημείων τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὰς ἄλλας διακοπὰς δὲν θὰ ἀπαντήσω. Θὰ ἀπαντήσω εἰς ἓν πρὸς ἓν εἰς τὰ σημεῖα τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλὰ πρὶν προχωρήσω θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἀπαντήσω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν κορωνίδα τῶν παραποιήσεων ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ κ. Κάντζιας εἶπε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, κάτι τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ βαρυτάτην μομφὴν καὶ διὰ τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὸν ἕτερον συνεργαζόμενον ἀρχηγὸν καὶ διὰ τοὺς ἄλλους ὑπουργούς, ὅτι δηλαδὴ τάχα ἐκάλυψα μὲ τὴν διαφωνίαν μου διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν δι’ ἰδίου συναλλάγματος συναλλαγῶν διὰ νὰ εὕρω μία δικαιολογίαν ὥστε νὰ ἠμπορέσω νὰ φύγω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ δῆθεν σκάνδαλα. Ἡ κατηγορία εἶναι βαρυτάτη καὶ αἰσθάνομαι ὅτι πρέπει νὰ τὴν θίξω, ἐξ ἄλλου θίγοντάς την θὰ θίξω καὶ ἄλλα χρήσιμα πράγματα διὰ τὴν περαιτέρω συζήτησιν. Ὁ κ. Μαῦρος προσέφερε τὴν μαρτυρίαν του ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ ἴσως ἐπειδὴ ὁ κ. Μαῦρος συχνάζει εἰς τὰ δικαστήρια ἐθεωρήθη ψευδὴς ἡ μαρτυρία του, ἀλλὰ ἂν δὲν ἀρκῇ ἡ μαρτυρία του ὑπάρχουν γραπτὰ κείμενα τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς τοποθετοῦν τὸ ζήτημα σαφῶς. Δὲν θὰ ἔλθω εἰς περίοδον μακρὰν ἀλλὰ εἰς τὴν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον ὡς Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ ὡς προσωρινὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ Ἐφοδιασμοῦ. Μόλις ἀνέλαβον ἐμελέτησα τὴν κατάστασιν καὶ μὲ κατέλαβε δέος, ἐμελέτησα ἀριθμοὺς καὶ ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως τῶν καθηκόντων ὑπέβαλον ἓν ἐμπιστευτικὸν ὑπόμνημα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, τὸ ὁποῖον ἐδόθη καὶ εἰς ὅλους τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ εἰς ὅλους τοὺς διευθυντὰς τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς. Τὸ ὑπόμνημα ὑπὸ ἡμερομηνίαν 6.9.50 καίτοι ἐμπιστευτικὸν κάποιος πανέξυπνος δημοσιογράφος τὸ ἐπῆρε καὶ τὸ ἐδημοσίευσε εἰς τὰς 8 καὶ 9.9.50 εἰς τὴν Ἐμπορικήν. Διετύπωνε κύριοι τὴν θεωρίαν ὅτι τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα ἐν Ἑλλάδι εἶναι μία ἀνισορροπία μεταξὺ ἀγοραστικῆς δυνάμεως καὶ κυκλοφορούντων ἐμπορευμάτων. Ἔλεγον ὅτι ἡ ἀγοραστικὴ ἱκανότης ἐκ διαφόρων αἰτίων εἶχεν αὐξηθῆ κατὰ ἓν τρισεκατομμύριον καὶ πλέον καὶ ὅτι ἀντιθέτως τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν αὔξησιν, ζήτησιν, ἦσαν ὀλιγώτερα· ἐνῷ ἡ αὔξησις ζητήσεως εἶναι βεβαία. Πρῶτον: Διότι ἔχομεν τὴν αὔξησιν τῶν Δημοσιοϋπαλλήλων. Δεύτερον: Διότι εἴχομεν τὴν πτωχοτέραν παραγωγὴν ἐλαίου κατὰ τὴν τελευταίαν 10ετίαν, καὶ Τρίτον: Διότι ἔχομεν μικροτέρας εἰσαγωγὰς διότι καὶ τὸ ἴδιον συνάλλαγμα ἂν εἴχωμεν νὰ διαθέσωμεν, εἶχον αὐξηθῆ αἱ τιμαὶ τῶν ἐμπορευμάτων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν κατὰ 20%. Αἱ ἀπόψεις αὗται εἶναι τυπωμέναι καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθοῦν, ἐὰν τὰ ἐγνώριζεν μόνον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἴσως δὲ καί τις ἄλλος, ἴσως ἐλαμβάνετο ὡς ψεῦδος, ἐνῷ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 8 καὶ 9 εἰς τὴν Ἐμπορικήν. Τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληγον ἦσαν δυσάρεστα καὶ ἔλεγον: «...... (ἀναγινώσκει)........». Θὰ εἶχον καὶ ἄλλα ἐνδιαφέροντα σημεῖα νὰ σᾶς διαβάσω τὰ ἀποφεύγω ὅμως διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω καὶ ἔρχομαι εἰς ἓν σημεῖον ὅπου ἐπρότεινα ὡρισμένας λύσεις ἐξ ὧν ἡ μία ἦτο ἡ εἰσαγωγὴ δι’ ἰδίου συναλλάγματος καὶ διετύπωνα τὴν διαφωνία μου καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀρχηγοῦ μου τὸν ὁποῖον ὅλοι γνωρίζετε, πόσον τιμῶ διὰ τῆς ἀφοσιώσεώς μου. Τὴν διαφωνία μου τὴν διετύπωνα μὲ τὰς ἑξῆς λέξεις: Σημειώσατε ὅτι τὸ κείμενον αὐτὸ ἐπῆγε καὶ εἰς τὸν κ. Πόρτερ. «Ξένοι........ (ἀναγινώσκει).....». Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ κείμενον αὐτὸ ἐπῆγε καὶ εἰς τὴν Ἀποστολὴν καὶ εἰς τὴν Πρεσβείαν καὶ τελικῶς ἐπῆγε καὶ εἰς τὴν Οὐάσιγκτων.
§32Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ποίου μέτρου.
§33Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τοῦ δι’ ἰδίου συναλλάγματος.
§34Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον;
§35Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὄχι βέβαια μὲ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἰσχυρίσθητε σεῖς ὅτι εἶπον. Μὴ διακόπτετε παρακαλῶ.
§36Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Σέβομαι πράγματι τὴν στενόχωρον θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε. Παρακαλῶ κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε ὅπως ἀπαντήσω.
§37Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ διὰ νὰ συζητήσω ἐὰν εἶναι ὀρθὴ ἢ ὄχι ἡ εἰσαγωγὴ δι’ ἰδίου συναλλάγματος διότι θὰ ἐτραβούσαμε πολὺ εἰς μάκρος. Ἀλλά, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ στιγμὴ διὰ νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ κείμενα, ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Γκάϊντερ, τοῦ ἐμπειρογνώμονος μὲ τὸν ὁποῖον διεφώνησα, τῆς 15 Νοεμβρίου, ἔκθεσις, ἡ ὁποία εἶναι ἀποτέλεσμα τριῶν μακροτάτων συνεδριάσεων, ὅταν ὑπάρχουν δύο συνεδριάσεις τῆς Κυβερνητικῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ κ. Λάπαμ, ὅταν ὑπάρχουν ὅλα αὐτὰ τὰ κείμενα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ἐχαλκεύθη ἡ διαφωνία, διὰ νὰ εὕρωμεν ὁδὸν ἀπομακρύνσεως. Αἰσθάνομαι ὅτι δὲν δικαιοῦμαι φυσικά, οὐδενὸς ἐπαίνου, διότι παραιτήθην ἐπάνω εἰς μίαν βασικὴν διαφωνίαν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τῶν ξένων, δικαιοῦμαι νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον σεβαστὴ ἡ ἀλήθεια τῆς πολιτικῆς αὐτῆς πράξεως. Εἰσερχόμενος ἤδη εἰς τὸ θέμα τῆς ζακχάρεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν μικρὰν εἰσαγωγήν, διότι καὶ ἐδῶ φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Κάντζιας παρεσύρθη εἰς ἀνακριβείας. Εἶναι τόσον βασικὸν τὸ ζήτημα, ὥστε πρέπει δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ τὸ ἀναπτύξω. Ὁ κ. Κάντζιας ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ προπολεμικὴ κατανάλωσις ἦτο κατὰ μέσον ὅρον γύρω εἰς τοὺς 70.000 τόννους καὶ ὅτι μόνον τὸ 1938 ἀνῆλθεν εἰς 81.000 τόννους, λόγῳ κάποιων ἐκτάκτων ἀναγκῶν τῆς χαλβαδοποιΐας. Ἀκούσατε, κύριοι τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς. Μέχρι τοῦ 1934 ἡ κατανάλωσις δὲν ὑπερέβαινε τοὺς 63.000 τόννους. Τὸ 1934, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, εἶναι ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξερχόμεθα τῆς παγκοσμίου οἰκονομικῆς κρίσεως. Τὸ 1935 ἔχομεν 64.000 τόννους. Τὸ 1936 ἔχομεν 70.000 τόννους, τὸ 1937 ἔχομεν 75.000 τόννους, τὸ 1938 ἔχομεν 81.000 τόννους.
§38Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ 1939;
§39Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, δὲν θὰ παραλείψω τίποτε. Δηλαδή, κύριοι, ἔχομεν σταθερῶς μίαν αὔξησιν 8% –10%. Διατὶ ἔχομεν αὐτὴν τὴν αὔξησιν; Διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ, ὑποκατανάλωσιν εἰς τὴν ζάκχαριν, λόγῳ τοῦ χαμηλοῦ του βιοτικοῦ ἐπιπέδου. Ἔτρωγε καὶ τρώγει ἀτυχῶς ὀλίγη ζάκχαριν. Ἡ Ἀγγλία ἔχει μίαν κατανάλωσιν 1½ ἑκατομ. τόννων. Μὲ τὴν ἀναλογίαν αὐτὴν τοῦ πληθυσμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν 250.000 τόννους τοὐλάχιστον. Ὅταν λοιπὸν εἴχωμεν 60.000 τόννους, τὸ ¼, ἦτο φυσικὸν ἡ παρεμβαίνουσα ἄνοδος τῆς οἰκονομικῆς στάθμης νὰ δημιουργήσῃ μίαν προϊοῦσαν ζήτησιν καὶ κατανάλωσιν τῆς ζακχάρεως. Δι’ αὐτὸ κύριοι, ἦτο σταθερὰ ἡ ἄνοδος καὶ δι’ αὐτό, ἐφθάσαμεν εἰς τοὺς 81.000 τόννους.
§40Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Πόσους τόννους εἴχατε τὰ τελευταῖα προπολεμικὰ χρόνια;
§41Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τὸ εἶπον. «Μέχρι τὸ 1935 δὲν εἴχομεν ὑπερβῆ τοὺς 63.000 τόννους........... (ἀναγινώσκει)...............................».
§42Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Παρελείψατε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅ,τι εἴπατε εἰς τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν σας.
§43Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Λυποῦμαι διότι δὲν ἐδιαβάσατε καλὰ τὰ πρακτικά.
§44Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐδιαβάσατε τὴν ὁμιλίαν σας εἰς τὴν σελίδα 11.
§45Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε συνάδελφε, ἰδιαιτέρως, ἐπειδὴ ἐκτιμῶ τὸ ἦθος σας καὶ τὴν κρίσιν σας νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. «Προπολεμικῶς, κατηναλίσκομεν 71.000 τόννους...... (ἀναγινώσκει) ............». Ὁ κ. Κάντζιας διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ὅτι ἡ κατανάλωσις δὲν εἶναι τόσο μεγάλη εἶπεν ὅτι τὸ 1939 ποὺ ἐξηφανίσθη ἡ χαλβαδοποιΐα, ἡ κατανάλωσις ἔπεσεν εἰς τοὺς 68.000 τόννους. Ὁμολογῶ ὅτι τοιοῦτον ἐπιχείρημα ἀπὸ ἄνθρωπον τῆς εὐφυΐας τοῦ κ. Κάντζια δὲν τὸ ἀνέμενον. Πρῶτον, διότι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ χαλβαδοποίησις, δὲν παίζει τόσον ρόλον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δεύτερον, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς πάντας, ὅτι τὴν 1.9.39 ὅταν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος, ἡ τότε Κυβέρνησις, ὀρθῶς ἔθεσεν περιορισμοὺς εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς ζακχάρεως. Καὶ ἐπέρασεν τὸ τελευταῖον τετράμηνον τοῦ 1939 μὲ διατακτικὰς διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας, μὲ περιορισμοὺς παρεμβατικοὺς καὶ αὐτομάτους, προερχομένους ἐκ τῆς ὑψώσεως τῶν τιμῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἐπενήργησαν ἄλλα αἴτια καὶ δὲν ἐπενόησεν ἡ Κρατικὴ παρέμβασις, διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν κατανάλωσιν; Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, ἴχνος ἀμφιβολίας ἐὰν σκεφθῇ κανεὶς ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ὑποκατανάλωσιν τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν συνεχῆ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὔξησιν τῆς ζητήσεως ὅτι ἡ κατανάλωσις ἔφθασεν εἰς τοὺς 81.000 τόννους, χωρὶς νὰ καλύπτῃ πλήρως τὴν ζήτησιν ὁλόκληρον. Ποία εἶναι ἡ κατανάλωσις σήμερον; Ἀπὸ τὸ 1938 ἔχομεν μίαν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ 12½%– 14%. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ κατανάλωσις ἐὰν ἔβαινεν εἰς τὰ προπολεμικὰ ἐπίπεδα θὰ ἐπήρκει νὰ εἶναι 90.000 τόννοι. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀρνοῦμαι κατὰ βάσιν καὶ ἓν ἄλλο σημεῖον τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Κάντζιας: Ὅτι εἶναι ἀνακριβὲς ὅτι μεταπολεμικῶς πολλὰ χωριὰ μας τρῶνε περισσότερη ζάκχαρι καὶ ἐξηγέρθη σχεδὸν καὶ εἶπε πῶς εἶναι δυνατόν. Ἐπλούτισαν τὰ χωριὰ εἶναι θεωρία αὐτή; Οἱ συμμοριόπληκτοί μας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ 1948 καὶ τὸ 1949 ἐζοῦσαν ὡσὰν τὰ κτήνη δυστυχῶς καὶ ἐκεῖνοι ἔτρωγαν περισσότερη ζάκχαρι ἀπὸ προπολεμικῶς, διότι ὑπῆρχε δωρεάν, διότι ὑπῆρχε εἰς εὐθηνὰς τιμάς, διότι σήμερον τὸ Κράτος ἀσκεῖ κοινωνικὴν πολιτικὴν καὶ προσέφερε τὴν ζάκχαριν εἰς τιμὴν εὐνοίας, εἰς τιμὴν εὐθηνὴν καὶ καθιστᾷ τὴν ζάκχαριν τοῦ δελτίου τροφὴν εὐθηνὴν καὶ δι’ αὐτὸ προσιτὴν ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε ἦτο ἀπρόσιτος, ὅταν τὴν ἐχειρίζετο τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον. Λοιπόν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι εἴχομεν μίαν ἐπίδρασιν καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ὅτι τὰ χωριὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἤξευραν τὴν ζάκχαριν παρὰ μόνον δι’ ἕνα καφὲ πότε–πότε, παρὰ διὰ μίαν κουταλιὰ γλυκὸ τοῦ κουταλιοῦ, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ χωριὰ σήμερον καταναλίσκουν ζάκχαριν. Ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ Πειραιῶς, ἀλλὰ εἴμεθα ἀντιπρόσωποι χωρίων, καὶ μάλιστα ὀρεινῶν χωρίων, νομίζω ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, αὐτὴν ἀπολύτως ἑδραιωμένην μέσα μας. Δι’ αὐτὸ εἰς τοὺς 90 χιλιάδας τόννους ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ προστεθῇ κάτι τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κυμαίνεται ἄνω τῶν 10 χιλ. τόννων καὶ εὔχομαι νὰ διακυμανθῇ καὶ ποιὸ ὑψηλά. Τώρα πῶς ἀντιμετωπίσαμεν τὴν ζήτησιν αὐτήν. Τὸ 1948–1949 εἴχομεν ἕνα πρόγραμμα εἰσαγωγῶν μὲ δολλάρια τῆς βοηθείας διὰ 76 χιλ. τόννους, τὸ 1949–1950 εἴχομεν 78 χιλ. τόννους. Δὲν ἐπραγματοποιήθησαν πλήρως τὰ προγράμματα αὐτά, διότι τὰ κονδύλια τὰ προβλεφθέντα δὲν ἐπήρκεσαν λόγῳ σημειωθείσης ἐν τῷ μεταξὺ ὑψώσεως εἰς τὰς τιμὰς τῆς ζακχάρεως. Ἐπραγματοποιήθησαν κατὰ τὰ 2 ἔτη περίπου 72 χιλ. τόννοι, ἀλλὰ εἴχομεν καὶ μίαν ἄλλην πηγὴν ἀνεφοδιασμοῦ, εἴχομεν τὰς ἰδιωτικὰς ἀνταλλαγὰς μὲ ζάκχαριν αἱ ὁποῖαι τότε ἐπετρέπετο καὶ αἱ ὁποῖαι ἔδωσαν διὰ τὸ 1949 καὶ ὀλίγον διὰ τὸ 1950 9 χιλ. τόννους. Τὸ ἥμισυ 4½ καὶ 72 χιλ. τόννους κάμνουν 76½ χιλ. τόννους. Ἐπὶ πλέον εἴχομεν ἕνα ἐμπόριον δεμάτων, τὸ ὁποῖον ἀτυχῶς ἐσταμάτησεν. Ἐπετρέπετο ἡ ἀποστολὴ ἀπὸ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας δεμάτων καὶ ἐδημιουργήθησαν μεγάλαι ἐπιχειρήσεις καὶ ἐξεύρισκον ἔτσι παραλήπτας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνύπαρκτοι καὶ ἁπλῶς ἔβαζαν μίαν ὑπογραφὴν καὶ ἔτσι ἐδημιουργήθη ἕνα ἐμπόριον τόσο σημαντικόν, ὥστε ἔγιναν διαμαρτυρίαι τοῦ Ἀμερικανικοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ, διότι αὐτὰ τὰ δέματα ἔχουν τὴν ἔννοιαν τῆς βοηθείας καὶ ὄχι τῆς συγκεντρώσεως καὶ τῆς ἐμπορίας καὶ νομίζω ὅτι ὅταν ἦτο ὁ κ. Μαῦρος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τότε, κατόπιν ἐντόνων διαβημάτων διελύσαμε αὐτὸ τὸ ἐμπόριον, διότι αἱ παραστάσεις εἶχον γίνει σημαντικαί. Πάντως εἴχομεν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἄλλους 1.500 ἢ 1.000 τόννους ἐτησίως. Οὕτω, κύριοι, τὴν ζήτησιν κατὰ τὰ παρελθόντα ἔτη τὴν ἀντιμετωπίσαμεν μὲ 78 χιλ. τόννους περίπου. Εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ προστεθῇ κάποια ποσότης, ἡ ὁποία μοιραίως ἔρχεται λαθρεμπορικῶς.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ μὲ δέματα τῆς Ἀμερικῆς.
§47Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ναί, ἀλλὰ ἦτο καὶ λαθρεμπόριον, τὸ ὁποῖον ἦτο τὸ πλέον ἐπικερδές, λόγω τοῦ μεγάλου δασμοῦ, ἐμπόριον. Οὕτω λοιπόν, τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1948–1949 καὶ 1949–50 ἀντιμετωπίσαμεν μίαν ζήτησιν μὲ 78–79 χιλ. τόν. Ἀνέλαβα τὰ καθήκοντά μου τὴν 20ην Αὐγούστου, ὅπως σᾶς εἶπον, ἠρεύνησα τὴν ὅλην οἰκονομικὴν κατάστασιν καὶ μὲ κατέλαβε δέος. Ἠρεύνησα μερικὰ εἰδικὰ θέματα, δηλαδὴ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ χώρα ἀπὸ ἀπόψεως ὡρισμένων ἐμπορευμάτων καὶ εἰς τὴν ζάκχαριν εὕρηκα μίαν κατάστασιν, ὄχι εὐχάριστον. Εὑρῆκα ἕνα ἀπόθεμα 5 χιλ. τόννων ἐν συνόλῳ τὸ ὁποῖον μὲ τὴν διανομὴν τοῦ Αὐγούστου ἐπρόκειτο νὰ μειωθῇ εἰς 1935 τόννους, διὰ τὴν 1ην Σ)βρίου. Ἐκτὸς αὐτοῦ τὸ πρόγραμμα εἰσαγωγῶν ἀπὸ 78 χιλ. τόννους καὶ ἀπὸ κρυφὰς πηγὰς ἀνεφοδιασμοῦ αἱ ὁποῖαι προσετίθεντο εἰς αὐτό, ἐπρόκειτο νὰ περιορισθῇ. Εἶχον ἀπὸ τὸν κ. Πόρτερ, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχον συνδεθῆ στενῶς ἐνδείξεις ἤδη, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ περιορισθῇ ἡ βοήθεια, αἱ ἐνδείξεις δὲν ἦσαν ἀσφαλεῖς, ἀλλ’ ἦταν σαφεῖς ἐνδείξεις, τὸ πρόγραμμά μας μᾶς συνεστήθη ἀπὸ τὴν ἀποστολὴν νὰ καταρτισθῇ μέ βάσιν 70 χιλ. τόννους. Τὸ καταρτίσαμεν τὸ προσωρινόν μας πρόγραμμα μὲ βάσιν 70.000 τόν. ἀντὶ 78 χιλ. τόν. καὶ χωρὶς νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἄλλην πηγὴν προελεύσεως ζακχάρεως καὶ διὰ ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν κατάστασιν περιώρισα τὰς διανομὰς εἰς 200 δράμια τὴν μερίδα εἰς ὅλον τὸν πληθυσμόν. Τὴν ἔκαμα κατ’ ἀρχὴν 200 δράμια εἰς τὰς μεγάλας πόλεις καὶ 150 εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ ἔπειτα ἑνιαίαν παντοῦ. Τὴν ζάκχαριν τῶν ἐπαγγελματιῶν ἀπὸ 3 χιλ. τόννους μηνιαίως τὴν ἔκαμα 2 χιλ. τόννους καὶ ἐν ὄψει μάλιστα ἑορτῶν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ κείμενον ἐκεῖνο διὰ νὰ ἰδῆτε τὴν ἰδιαιτέραν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς τὰς τιμὰς αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργοῦντο κατὰ τὰς ἑορτάς. «Εἰς τὰς 8 Νοεμβρίου εἰδικὴ μέριμνα θὰ πρέπει ............ ............ (Ἀναγινώσκει) ............».
§48Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τί σχέσιν ἔχει ἡ ζάκχαρις μὲ τὰς τιμὰς ὅταν τὸ εἶδος αὐτὸ ἐλέγχεται καὶ ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν πρὸς τὸ κοινὸν καὶ ὡς πρὸς τὴν κατανάλωσιν ἀπὸ τοὺς ἐπαγγελματίας. Τί σχέσιν ἔχουν αἱ τιμαὶ τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ ὑφίσταται ἐὰν καλῶς διενέμετο ἡ ζάκχαρις.
§49Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς 5 κ. Κάντζιας εἷς τόσον εὐφυὴς ἄνθρωπος παρασύρεται εἰς τοιαύτας ἐρωτήσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι σχεδὸν ἀφελεῖς.
§50Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Εἴπατε ὅτι περιωρίσατε τὴν διανομὴν ζακχάρεως εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας. Μήπως γνωρίζετε ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῶν 4 μηνῶν τῆς Ὑπουργίας σας ἐν συγκρίσει μὲ τὸν μέσον ὅρον τῶν 8 προηγουμένων μηνῶν; Δηλαδὴ τῶν μηνῶν Σεπ)βρίου–Ὀκτωβρίου–Ν)βρίου καὶ Δεκεμβρίου.
§51Γ. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν τὸ ἔχω πρόχειρον.
§52Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Λέγετε ὅτι ἐκάματε ἕναν περιορισμόν. Ἐδῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔχετε ἕνα μέσον ὅρον τῶν 8 πρώτων μηνῶν καὶ ἕνα μέσον ὅρον τῶν τελευταίων 4 αὐτὴν τὴν στιγμὴν βλέπω ὅτι εἶσθε πάρα πάνω.
§53Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε.
§54Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. 3 χιλ. τόννους τὸν μῆνα.
§55Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Λοιπόν, τὸ ἐρώτημα εἶναι ποίαν πολιτικὴν ἐχαράξατε ὡς Ὑπουργὸς, τῆς μειώσεως τῶν ἐλευθέρων διανομῶν, ἢ τῆς αὐξήσεως; Διότι αὐτὸ διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς ζακχάρεως εἶναι οὐσιῶδες, διότι οἱ πάντες ἠξεύρομεν ὅτι ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως κανονίζεται ἀπὸ τὴν πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας διανομήν.
§56Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι σαφεῖς.
§57Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε εἰδικῶς ποίους ἀριθμοὺς πήρατε. Ἐὰν πάρετε τοὺς πίνακας τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορίου, μόνον διὰ τοὺς πίνακας ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος εἰς δίκην, διότι χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τις καμμίαν λέξιν ἐκ τῆς συζητήσεως περὶ ζακχάρεως, παραβάλλων ἁπλῶς τοὺς πίνακας, ἐπεξεργαζόμενος αὐτούς, λόνῳ τῶν ἀντιφάσεων τῶν πινάκων αὐτῶν, ἔπρεπε νὰ στείλῃ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν εἰς φυλακήν. Δὲν ὑπάρχει ἕνας ἀριθμός, ὁ ὁποῖος νὰ συμφωνῇ μὲ τὸν ἄλλον.
§58Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὁ περιορισμὸς ἐμφανίζεται ἐδῶ σαφής. Εἰς τὴν διοίκησιν Πρωτευούσης ἔκαμε διανομήν: «.... ........(Ἀναγινώσκει) ...........». Ἔρχεται ὕστερα παῦσις τῆς διανομῆς λόγῳ ἐλλείψεως. Καὶ ἔχομεν: «................ ........(Ἀναγινώσκει) ...........».
§59Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἔχομεν ὅμως μεγάλας διανομὰς εἰς τὴν Ἐπαρχίαν.
§60Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν ἔχομεν μείωσιν.
§61Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς παρακολουθήσω μὲ τὰς διακοπάς. Ἐὰν ἔχουν ἀπορίας οἱ ἄλλοι ἠμποροῦν νὰ τὰς ὑποβάλουν εἰς τὸ τέλος.
§62Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Καρτάλη ἔτυχεν ἀπαντήσεως. Ἐμειώσαμεν τὰς διανομὰς καὶ εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§63Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἰς τὸ τετράμηνον τῆς Ὑπουργίας σας παρουσιάζεται σπατάλη τῶν διανομῶν ὑπὲρ τὸ θεωρητικὸν ὕψος, τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία σας ἔχει κανονίσει.
§64Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἔχετε λάθος, κυττάξετε τοὺς πίνακας αὐτούς. (Τοῦ παραδίδει ὡρισμένους πίνακας). Κύριοι, ἐπέβαλον τοὺς περιορισμοὺς αὐτοὺς εἰς τὸν πληθυσμὸν καὶ εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ τὰ βγάλω πέρα μὲ τοὺς 70.000 τόνν. Ἀλλά, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀδιαφορήσω διὰ τὴν μαύρην ἀγοράν, διότι αἱ γενικαὶ διανομαὶ ἀποτελοῦν κάτι ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ κανείς, ὅταν καλύπτουν πλήρως τὰς ἀνάγκας τοῦ πληθυσμοῦ. Ἐπίσης ἠμπορεῖ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐλευθέρα ἀγορά, ὅταν δὲν πηγαίνῃ κανεὶς εἰς αὐτὴν πρὸς ἀναζήτησιν συμπληρώσεως τῆς μερίδος. Ὅταν ὅμως καταρτίζωνται οἱ τιμάριθμοι ἀπὸ τὴν δεξιὰν μέχρι τῆς ἀριστερᾶς, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς τὰς τιμὰς τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, τιμάριθμοι, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν καὶ αὐτοὶ μίαν ψυχολογικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς διαθέσεως τοῦ πληθυσμοῦ, τιμάριθμοι, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὴν ἐργατικὴν τάξιν νὰ ζητῇ αὐξήσεις καὶ τὴν ὑπαλληλικὴν τάξιν νὰ ζητῇ ἐπίσης αὐξήσεις μισθῶν. Τοὺς τιμαρίθμους αὐτοὺς εἷς Ὑπουργὸς ὑπεύθυνος διὰ τὰς τιμάς, οὐδέποτε δύναται νὰ τοὺς ἀγνοήσῃ. Ἐκτὸς ἐὰν διὰ διανομῶν καλύπτῃ πλήρως τὰς ἀνάγκας. Καὶ δι’ αὐτὸ τὴν 28 Αὐγούστου ἐνημερωθεὶς ἀπὸ τὰς διεθνεῖς ἀγορὰς τοῦ ἐξωτερικοῦ ὅτι ὑπάρχει προσφορὰ διὰ φορτία 1.200 τόννων ζακχάρεως, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀφιχθοῦν ἐντὸς 10)ημέρου εἰσάγουν τὸ θέμα εἰς τὸ συμβούλιον ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου εἰς κοινὴν συνεδρίασιν μὲ τὴν νομισματικὴν ἐπιτροπὴν καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ζαΐμη, τὴν ἰδικήν μου, τοῦ κ. Χατζηγιάννη, τοῦ κ. Τέλερ καὶ τῶν ξένων μελῶν τῆς νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ἀγοράζομεν ἄνευ δημοπρασίας 1.200 τόννους ζάκχαριν διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἀπόθεμα τῶν 1.200 τόννων. Δὲν ὑπῆρξε, κύριοι, ἀμέλεια τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως διὰ τὸ μικρὸν ἀπόθεμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν. Ἀντιθέτως ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις ἐνήργησε μετὰ προσοχῆς διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ αὐτὴν τὴν κατάστασιν.
§65Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Μήπως ἀνεμένετο κανένα πλοῖον εἰς τὰς ἀρχὰς Σεπτεμβρίου;
§66Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Μάλιστα. Εἰς τὰς 15 ἀνέμενον ἓν πλοῖον, δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀμέλεια, διότι ὅταν εἰς μίαν δημοπρασίαν δύο μειοδόται κατώρθωσαν νὰ τὴν κάμουν νὰ ματαιωθῇ ἔμεινεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις χωρὶς ζάκχαριν. Τότε τὸ Συμβούλιον ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ διακεκριμένα μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ τὸν κ. Τσουδερόν, τὸν κ. Καρτάλην, τὸν κ. Χατζηγιάννην, τὸν κ. Μαῦρον, τὸν κ. Ματζαβῖνον καὶ τὸν κ. Τέλερ ἀπεφάσισεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀγορὰν 8.700 τόνν. δι’ ἑνὸς τρόπου, ὁ ὁποῖος ἦτο πολὺ λογικὸς καὶ πολὺ καλός, δηλαδὴ ἔθεσε τὰ ὀνόματα 10 σοβαρῶν ἀντιπροσώπων μεγάλων οἴκων εἰς κλῆρον καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἐκληρώθη ἔλαβε τὴν προμήθειαν εἰς τὴν διεθνῆ τιμήν.
§67Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί ἔκαμεν αὐτὸ τὸ Συμβούλιον τὸ 10)μελές;
§68Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριοι συνάδελφοι, πρέπει νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι οἱ νόμοι προβλέπουν ἕνα συμβούλιον ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ 5 Ὑπουργούς, τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος καὶ τὸν Ἀμερικανὸν διοικητὴν τῆς διευθύνσεως ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀγοράζῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλει. Ὀρθῶς. Διότι τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι ἐξελίσσονται ραγδαίως καὶ τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνωμάλους περιστάσεις ἀλλοίμονον καὶ εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον κάμνει ἐμπορικὴν πρᾶξιν, ἐὰν ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἔμπορος νὰ ἀγοράζῃ κατὰ τὴν κρίσιν του. Λοιπόν, τὸ Συμβούλιον ἔκαμε μίαν δημοπρασίαν, ἡ ὁποία ἀπέτυχε. Οὐδεὶς παρουσιάσθη.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἔγινε;
§70Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Αὐτὴ ἡ δημοπρασία ἔγινε τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἰουλίου καὶ ἀπέτυχε, διότι προσέφερον 2, ἀλλά, οὐδεὶς ἀνελάμβανε προσφορὰν «φέρμ». Ἔλεγον «δῶστε μου τὴν παραγγελία καὶ θὰ ἴδω εἰς ποίας τιμάς». Συνεπῶς ἀπέτυχεν ἡ δημοπρασία λόγῳ τῶν διεθνῶν συνθηκῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἀποτύχει ἄλλη μία τοῦ Μαΐου διὰ 5.000 τόννους καὶ τότε ὀρθῶς ἡ Κυβέρνησις ἐχρησιμοποίησε τὸν ἀνωτέρω τρόπον προμηθείας.
§71Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ζάκχαρις.
§72Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἡ δημοπρασία λοιπόν, δὲν ἐπέτυχε, διότι εἶπον «δῶστε μας τὴν ἐντολὴν καὶ ἴδωμεν εἰς ποίας τιμάς». Δι’ αὐτὸ ἀπεφάσισεν ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ θέσῃ 10 ὀνόματα εἰς τὴν κληρωτίδα καὶ ἐβγῆκεν ἕνας καὶ ἐπῆρε τὴν δουλειὰ εἰς τὴν διεθνῆ τιμήν. Συγχρόνως ἀπεφάσισε καὶ ἄλλο πρᾶγμα. Ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀμέσους ἀνάγκας, ἐπειδὴ τὸ πλοῖον αὐτὸ ἠμποροῦσε νὰ φθάσῃ μετὰ τὴν 15 Σεπτεμβρίου, ἠγόρασε 500 τόννους ἄνευ δημοπρασίας ἀπὸ τὸν Τρακάκην, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Κάντζιας. Ὁ κ. Τρακάκης, τώρα ἐγὼ τὸ ἐπληροφορήθην, εἶναι ἕνας μεγαλέμπορος, ὁ ὁποῖος τιμᾷ πράγματι τὰ Ἑλληνικὸν ὄνομα εἰς τὴν ξένην, ἠγόρασε λοιπὸν ἄλλους 500 τόννους πρὸς 152 δολλάρια, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐδῶ ξεφορτωμένον 186 δολλάρια.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς ἐπληρώνετο ἡ ζάκχαρις;
§74Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Μὲ δολλάρια ἐλεύθερα. Ἡ μὲν πρώτη μὲ δολλάρια τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ, ἡ δὲ δευτέρα μὲ δολλάρια τῆς Τραπέζης Ἑλλάδος.
§75Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νὰ ἐπεξηγήσητε τὰς προσφορὰς καὶ τὰς τιμὰς ὅτι μὲ 186 δολλάρια ἐπρόκειτο διὰ μικρὸν φορτίον ἀμέσου παραδόσεως μὲ τιμὴν τοῦ Αὐγούστου.
§76Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν μέμφομαι. Τοὐναντίον!
§77Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ μεμφθῆτε. Ἐδῶ πρέπει νὰ δώσητε ταὐτοχρόνως καὶ τὰς τιμάς. Διὰ νὰ μὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς διακόπτω, θὰ ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω δύο πράγματα. Ὅτι, ὅταν εἰς τὸ ἑξῆς ἀναφέρετε τιμάς, νὰ ἀναφέρητε καὶ τὰ φορτία καὶ τοὺς ὅρους παραδόσεως.
§78Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριοι, ἐπρόκειτο πράγματι περὶ τῆς τιμῆς τῶν 186 δολλαρίων διὰ μέσον φορτίον, ἂς τὸ χαρακτηρίσωμεν, ἀμέσως παραδοτέον. Ὀρθῶς δὲ ἠγόρασαν ἀμέσως. Οὕτω, κύριοι, αὐξάνω τὸ ἀπόθεμά μου νομίμως ἀπὸ 1.935 τόνν. εἰς 3.100 τόνν. καὶ ἀναμένω διὰ τὰς 15 τοῦ μηνὸς τὸ πλοῖον τὸ ὁποῖον θὰ ἔφερε τοὺς 15.000 τόννους. Σημειώσατε δέ, καὶ κάτι ἄλλο, ὅτι σπεύδω τὴν ἰδίαν ἡμέραν ποὺ ἀνέλαβον ὡς Ὑπουργὸς, νὰ διατάξω τὴν διακήρυξιν δημοπρασίας διὰ 20.000 τόννους, δημοπρασίαν πλέον μεγάλην καὶ μὲ συνάλλαγμα τοῦ σχεδίου Μάρσαλ.
§79Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δημοπρασία τῶν 20.000 τόννων πότε προεκηρύχθη;
§80Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Προεκηρύχθη εἰς τὰς 21 Αὐγούστου καὶ μὲ μικρὰν προθεσμίαν, δηλαδὴ μὲ προθεσμίαν μέχρι τὰς 29, διότι φαίνεται ὅτι τὸ ἔχει ἡ μοῖρα μου νὰ βλέπωμεν τὰς μικρὰς προθεσμίας καὶ δὲν διστάζω καθόλου νὰ εἶμαι εὐχαριστημένος δι’ αὐτό. Διότι μόνον οὕτω ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ζάκχαριν ἐγκαίρως. Καὶ ἦλθον προσφοραὶ ἄφθονοι, καὶ ἀπὸ τοὺς σοβαρωτέρους Οἴκους παρὰ τὴν προθεσμίαν τῶν 8 ἡμερῶν ποὺ εἴχομεν βάλει. Καὶ σημειώσατε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ζητηθοῦν προσφοραὶ ἀπὸ τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, τὴν Κούβαν καὶ τὴν Βραζιλίαν.
§81Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Μὲ πληρωμὴν εἰς συνάλλαγμα.
§82Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Βεβαίως.
§83Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
§84Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Προχωροῦμεν καὶ φθάνομεν εἰς τὰς ἑορτὰς καὶ δυστυχῶς μολονότι αὐξάνω τὰ ἀποθέματά μου δὲν δύναμαι νὰ συγκρατήσω τὴν τιμὴν τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, καὶ ἀντιθέτως προβλέπω ὅτι ἡ τιμὴ θὰ μοῦ ἐξέφευγεν εἰς ἐπίπεδα τέτοια ποὺ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρασύρουν καὶ ἄλλας τιμὰς ἐὰν μοῦ ἐξέφευγον, διότι ἐγὼ ὁ ἴδιος περιώρισα τὰς διανομάς.
§85Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν τὰς περιορίζετε, κύριε συνάδελφε, ἐγὼ ἔκαμον τὸν λογαριασμὸν αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐμοιράσατε κατὰ τοὺς 4 μῆνας εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας ἀκριβῶς τὸ 50% ὁλοκλήρου τῆς διανομῆς τοῦ ἔτους, δηλαδὴ ἐμοιράσατε περὶ τοὺς 17.500 τόννους εἰς τοὺς 4 μῆνας. Εἶναι ὁ πίναξ βʹ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τὸν ὁποῖον τὸν Σεπτέμβριον ἐμοιράσατε 3.815 τόννους, τὸν Ὀκτώβριον 2.176, τὸν Νοέμβριον 688 καὶ τὸν Δεκέμβριον 5.180. Σύνολον 11.000.
§86Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Λυποῦμαι διότι τὸ λέγετε σεῖς αὐτό, διότι σᾶς συνήντησα προχθὲς εἰς τὴν ὁδὸν Πανεπιστημίου καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ὁ πίναξ δὲν εἶναι σωστός. Διότι αὐτὸ εἶναι ἐξαγωγὴ ἐκ τῆς ἀποθήκης.
§87Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, πῶς θέλετε νὰ ἐλέγχῃ ἡ Βουλή, ὅταν βάσις τῆς συζητήσεως εἶναι πίναξ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐντὸς τοῦ φακέλλου τοῦ Ὑπουργείου; Ἐρωτῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἐὰν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ βασισθῶμεν εἰς αὐτὸν τὸν πίνακα εἰς τί θὰ βασισθῶμεν;
§88Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀσαφὲς ἐντελῶς, θέλω νὰ μάθω τοῦτο: Ἐκ τοῦ ἀτελεστάτου αὐτοῦ πίνακος τῆς ὑπηρεσίας τί προέκυψεν; Μείωσις ἢ αὔξησις τῶν διανομῶν;
§89Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Αὔξησις. Τὸ 50% ἐμοιράσθη εἰς 4 μῆνας.
§90Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Σᾶς δηλῶ κατηγορηματικῶς ὅτι προκύπτει μείωσις. Ἐὰν ἐξητάσητε τοὺς πίνακας γʹ καὶ δʹ οἱ ὁποῖοι εἶναι πίνακες τῶν διανομῶν θὰ ἴδητε ὅτι προκύπτει μείωσις.
§91Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Διατὶ εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὸν πίνακα βʹ;
§92Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Διότι ἡ ὑπηρεσία τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τῆς ἀποθήκης τὴν ἔγραψε διανομήν.
§93Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Πέραν τοῦ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ ἀντίθετον, ὅτι δὲν συνεκρατήθησαν αἱ τιμαὶ καὶ μὲ αὔξησιν τῆς ποσότητος, τοῦτο εἶναι ἄλλο θέμα. Θέλομεν νὰ ἠξεύρωμεν αὐτό. Οἱ πίνακες τοὺς ὁποίους ἔχητε εἶναι ἐπίσημοι τῆς ὑπηρεσίας; καὶ ἔχουν τὴν διαφορὰν μὲ τοὺς πίνακας τοῦ κ. Καρτάλη;
§94Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Χρησιμοποιεῖ ὁ κ. Καρτάλης, καὶ λυποῦμαι διότι τοῦ τὸ εἶπον ὅτι ἔγινε λάθος, τοῦ πίνακος βʹ.
§95Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν εἶναι δὲ ἀδιάβλητοι οἱ πίνακες, διότι δὲν ἔχουν καμμίαν ἡμερομηνίαν.
§96Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἀκούσετε, κύριοι, τοὺς ἀριθμούς. Εἶναι εἰς χιλιάδας. Ἀρχίζομεν ἀπὸ τὸν Μάρτιον: «........ ............ (Ἀναγινώσκει) .............».
§97Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Βάσει τῶν ἰδίων πινάκων γʹ καὶ δʹ, μοιράζετε εἰς τοὺς 4 μῆνας περὶ τοὺς 8.000 τόννους.
§98Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἀποδίδω καὶ ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὸ πρᾶγμα.
§99Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, μοιράζετε: «Τὸν Σεπτέμβριον 1671, 7 τόννους εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὰς Ἐπαρχίας ............... ..............(Ἀναγινώσκει)........».
§100Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Νομίζω ὅτι προσφέρετε κακὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν διαφώτισιν. Βλέπετε ὅτι, καὶ ἐδῶ ὑπάρχει ἡ ἀνωμαλία διότι ὁ πίναξ λέγει διὰ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον 831 τόννους ἐνῷ σεῖς τὸ ὑπολογίζετε δι’ ἕνα μῆνα.
§101Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Θὰ τοὺς μοιράσω εἰς τὴν μέσην «... ..............(Ἀναγινώσκει)........». Συνεπῶς ἐπὶ συνολικῆς ποσότητος 20.000 τόννων διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας ὁλόκληρον τὸ ἔτος ἐμοιράσατε διὰ τοὺς 4 μήνας 8.000 τόννους, δηλαδὴ τὸ 40%.
§102Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐπειδὴ δυστυχῶς, ἠμφισβητήθησαν ἐπανειλημμένως οἱ ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους εἶπον, παραιτοῦμαι τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι ἐμείωσα τὰς διανομάς. Εἶναι γνωστὸν πάντως ὅτι τὰς ἐμείωσα εἰς τὸν πληθυσμόν, ἀπὸ 200 δράμια εἰς 150 δράμια. Διὰ νὰ μὴ μπαίνωμεν εἰς πολλὰς λεπτομερείας σᾶς λέγω ὅτι παραιτοῦμαι τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ. Παρὰ ταῦτα βλέπω ὅτι μοῦ σημειοῦται μία νέα αὔξησις τῆς τιμῆς τῆς ζακχάρεως εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν. Ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως ἀρχίζει πλέον διὰ τὴν Ἀγορανομίαν καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὸ δελτίον, νὰ εἶναι ὀνομαστική. Ἀναφέρεται εἰς τὰς 22–23 χιλ., ἀλλὰ λόγῳ παντελοῦς ἐλλείψεως ἡ τιμὴ εἶναι ὀνομαστική, ἡ πραγματικὴ τιμὴ εἶναι 25–26 χιλ. μὲ τάσεις συνεχοῦς ἀνόδου.
§103Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ τεραστία ὕψωσις τῆς τιμῆς τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, δεδομένου ὅτι πρόκειται περὶ εἴδους, τὸ ὁποῖον εἶναι Κρατικὸν μονοπώλιον; Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ὀφείλεται εἰς τὴν ἀνυπαρξίαν Κράτους.
§104Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε συνάδελφε, ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως τοῦ δελτίου παραμένει σταθερά, ἀλλὰ τὸ δελτίον χορηγεῖ ἀνεπαρκεῖς ποσότητας καὶ οἱ δυνάμενοι προσφεύγουν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν διὰ νὰ συμπληρώσουν τὰς μερίδας των.
§105Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐλευθέρα ἀγορά, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου —καί, ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἔπεισεν εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ — ὀφείλεται: 1) εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς ἰσχυρισμούς σας ὅτι ὑπάρχει αὔξησις καταναλώσεως, ὑπάρχει πραγματικὴ ὑποκατανάλωσις, ἡ ὑποκατανάλωσις δ’ αὕτη σημειοῦται ὄχι μόνον εἰς τὰ χωριά, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ χωρικοὶ εὑρίσκονται εἰς πραγματικήν, ἄς εἴπωμεν, ὑποβίωσιν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας, κατὰ πληροφορίας πολλῶν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν οἱ ἄνθρωποι τῶν πόλεων νὰ ἀγοράσουν τὸ δελτίον τοῦ μπακάλη, συνεπῶς καὶ τὴν ζάκχαριν. Οἱ ἄνθρωποι, λοιπόν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀνάγκην σοβαρωτάτων εἰδῶν διατροφῆς, πωλοῦν, φαίνεται, ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἠμποροῦν νὰ καταναλώσουν, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ καταναλώσουν, εἰς διαφόρους ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι γυρίζουν τὰ χωριὰ καὶ μαζεύουν τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον συγκεντρώνουν εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα, ἀπὸ ἐκεῖ εἰς τὰ νομαρχιακὰ κέντρα καὶ ἐνδεχομένως τελευταίως εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἡ δευτέρα πηγὴ μαύρης ἀγορᾶς ὀφείλεται προφανῶς εἰς τὸ ὅτι —καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξακριβώσῃ ἡ Βουλή, διότι εἶναι σημαντικὸν σημεῖον διὰ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν— ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κρίσιν μου χρήζει ριζικωτάτης μεταβολῆς, ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ἐνδεχομένως, δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖα ἐλατήρια ὁρμωμένη, κομματικὰ ἢ ἰδιοτελῆ, — δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω— θὰ διένειμε προφανῶς περισσοτέρας ποσότητας εἴς τινας καὶ ὀλιγωτέρας εἰς ἄλλους. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν τὰς περισσοτέρας ποσότητας δὲν εἶχον ἀνάγκην τῶν ποσοτήτων αὐτῶν καὶ κατήντησαν νὰ πωλήσουν ὅσην δὲν τοὺς ἐχρειάζετο, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν ὀλιγωτέραν ποσότητα, εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Αὐτὰ θὰ πρέπῃ νὰ εἶναι τὰ δύο αἴτια τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς τῆς ζακχάρεως. Ἀλλὰ ἐρωτῶ: εἰς ἕνα Κράτος εὐνομούμενον, δι’ ἓν εἶδος κατ’ ἀνάγκην, ὅπως εἶναι ἡ ζάκχαρις, κρατικῶς εἰσαγόμενον, ὡς μονοπώλιον, ἐπιτρέπεται τόση τεραστία τιμή, ὥστε ἡ ζάκχαρις νὰ φθάσῃ νὰ πωλῆται εἰς τὴν ἐπίσημον τιμὴν τοῦ δελτίου 7 χιλιάδας δραχμὰς καὶ εἰς τὴν ἐλευθέραν 24 χιλιάδας δραχμάς; Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχει Κράτος, ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἀνύπαρκτον.
§106Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πῶς, ἐνῷ ἐμειώσατε εἰς τὸν πληθυσμὸν, ὁ μέσος ὅρος τῶν τεσσάρων μηνῶν, τῶν τελευταίων, εἶναι, βάσει τοῦ πίνακος Αʹ, ἀνώτερος τοῦ μέσου ὅρου τοῦ ὅλου ἔτους;
§107Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε συνάδελφε, ἁπλούστατα, διότι τὸν Δεκέμβριον μὲ τὴν ζάκχαριν ποὺ ἐπρομηθεύθημεν εἰς δραχμὰς ἐκάμαμεν ἔκτακτον γενικὴν διανομὴν 300 δραμίων.
§108Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τὸν Σεπτέμβριον εἶσθε παραπάνω ἀπὸ τὸν μέσον ὅρον, τὸν Νοέμβριον εἰς τὸν μέσον ὅρον.....
§109Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἐὰν ἔχωμεν πέντε μῆνας, εἰς τὸν πρῶτον 8.000 καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἀπὸ 300, ὑπάρχει μέσος ὅρος;
§110Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν εἶναι συζήτησις αὐτή, κύριοι.
§111Δ. ΙΩΑΝΝΟΥ. Ὁ κ. Καρτάλης σφάλλει εἰς τὸ ἑξῆς σημεῖον: Οἱ μῆνες Ἰούνιος καὶ Ἰούλιος εἶναι πολὺ μειωμένοι λόγῳ τῆς ἐλλείψεως.
§112Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι ὀρθωτάτη. Τὸν Ἰούνιον καὶ Ἰούλιον δὲν εἴχομεν διανομὰς παρὰ ἐλαχίστας καὶ δίδομεν εἰς τὸν πληθυσμὸν τὰς ἀργοπορημένας μερίδας. Λοιπόν, προσθέτετε εἰς αὐτοὺς τοὺς μῆνας τὰς ἀργοπορημένας μερίδας καὶ τὰς ηὐξημένας διανομὰς τοῦ Δεκεμβρίου.
§113Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ........
§114Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν δέχομαι διακοπάς, κ. συνάδελφε.
§115Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Διὰ μὲν τοῦ δελτίου ἔχουν διανεμηθῆ 25.000 τόννοι εἰς τοὺς τέσσαρας μῆνας, εἰς δὲ τοὺς ἐπαγγελματίας 8.000 τόννοι. Δὲν νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἔχει καθυστερήσει ἡ διάθεσις.
§116Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ποῦ τοὺς βρήκατε τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς;
§117Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐὰν κάμητε τὴν ἄθροισιν θὰ τοὺς βρῆτε καὶ σεῖς εἰς τοὺς πίνακας Γʹ καὶ Δʹ, τοὺς ἄνευ ἡμερομηνίας, ἐπαναλαμβάνω.
§118Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Διότι ἐξακολουθεῖτε τὴν τακτικὴν τῆς διαστρεβλώσεως τῶν ἀριθμῶν δι’ ἐντυπώσεις.
§119Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ χρησιμοποιῆτε προκειμένου περὶ ἐμοῦ, τὴν γλῶσσαν αὐτήν. Προσεπάθησα κατὰ πάντα τρόπον νὰ σεβασθῶ τὴν ὑπόληψιν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν σας. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ἀπευθύνησθε εἰς ἐμὲ καὶ νὰ μοῦ λέγητε ὅτι προσπαθῶ νὰ διαστρεβλώσω τοὺς ἀριθμούς.
§120Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τοὺς παρερμηνεύετε.
§121Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν ὅλων τῶν συναδέλφων ἐὰν εἰς οἱονδήποτε σημεῖον διεστρέβλωσα τοὺς ἀριθμούς. Κάμετε τὴν ἄθροισιν τῶν κονδυλίων τῶν τεσσάρων μηνῶν καὶ θὰ βρῆτε αὐτὸ ποὺ σᾶς λέγω, τότε δὲ ἡ διαστρέβλωσις θὰ παραμείνῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐπιχειροῦν.
§122Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τὸν Ἰούνιον δὲν διενείμαμεν τίποτε. Τὸν Αὔγουστον διενείμομεν 300 τόννους εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας τῶν ἐπαρχιῶν— καὶ αὐτοί, ἀργοπορημένοι, διενεμήθησαν βραδύτερον καὶ δι’ αὐτὸ ἐκφράζουν διωγκομένους τοὺς τελευταίους μῆνας. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον ὅτι παρερμηνεύετε, κ. συνάδελφε.
§123Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. ....... (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§124Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἓν οὐσιαστικώτατον σημεῖον! Ἐλευθέρα ἀγορά, θέλομεν ἢ δὲν θέλομεν, ὑπάρχει, εἰς αὐτὴν ἀπευθύνεται ὁ κόσμος διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὰς μερίδας του. Αὐτὴ ἐπηρεάζει ψυχολογικῶς. Ὁ κόσμος, δυστυχῶς, δὲν ἐπικαλεῖται τὴν τιμὴν τοῦ δελτίου. Ἐπικαλεῖται τὴν τιμὴν τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Εἶχον ὑποχρέωσιν ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ὄχι μόνον διὰ τὸ εἶδος αὐτό, ἀλλὰ καὶ διότι θεωρῶ ὅτι ἡ ἄνοδος τῆς τιμῆς τοῦ εἴδους αὐτοῦ παρασύρει τὰς τιμὰς τῶν ἄλλων εἰδῶν, νὰ συγκρατήσω τὰς τιμὰς τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Καὶ ἀποφασίζω νὰ κάμω καὶ νέαν προμήθειαν εἰς δραχμάς. Εἶπεν ὁ κ. Κάντζιας καὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἔπειτα ἀπὸ αὐτόν: «Ἀφοῦ εἴχατε τόσα ἀποθέματα, διατί δὲν ἐχρησιμοποιήσατε αὐτὰ διὰ νὰ κάμψητε τὴν τιμὴν τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς;» Οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους εἶπον οἱ κ. συνάδελφοι διὰ τὰς ἀφίξεις καὶ τὰ ἀποθέματα, τὴν φορὰν αὐτὴν εἶναι ἀκριβεῖς. Ὑπῆρχον αὐτὰ τὰ ἀποθέματα. Ἀλλὰ τὰ ἀποθέματα αὐτὰ δὲν ἠδυνάμην οὔτε διὰ μίαν φορὰν νὰ τὰ θίξω διότι ὑπῆρχε συμφωνία Κυβερνήσεως καὶ Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, ὅτι θὰ διενέμοντο διὰ δελτίου καὶ βάσει προκαθωρισμένου κριτηρίου εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας. Ἐγνώριζα, κύριοι, ὅτι μὲ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ ἐπερώτησις καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἔχω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπανέλθω, ἐγνώριζα ὅτι ἡ βεβαίωσις αὕτη καὶ ἴσως καὶ ἡ βεβαίωσις ἄλλου συναδέλφου δὲν θὰ ἐπήρκει καὶ ὅταν εἰς 2–3 ἐφημερίδας εἶδα νὰ ἀναγράφηται ὅτι τὸ εὐπαθὲς σημεῖον τῆς ὑποθέσεως εἶναι ὅτι ὑπῆρχον ἀποθέματα καὶ δὲν τὰ ἐχρησιμοποίησε ἀλλὰ ἔσπευσε νὰ ἀγοράσῃ ζάκχαριν, ἀπηύθυνα μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνώσω: «Ἀριθ. 13281)10–1–1951 ................... ........ (Ἀναγινώσκει) ........». Εἰς ἀπάντησιν ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς: «F. F. 54 ......... ........ (Ἀναγινώσκει) ........».
§125Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δὲν εἶναι σοβαρὰ πράγματα, ἐπικαλεῖσθε τοὺς Ἀμερικανοὺς διὰ νὰ καλύψητε τὰς εὐθύνας σας. (Φωναί).
§126Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τό, δὲν εἶναι σοβαρά, ἀφήσατέ το δι’ ἄλλους. Λυποῦμαι διὰ τὴν κατάπτωσιν αὐτὴν εἰς τὴν ὁποίαν φθάνει τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον, ἀκοῦον τοιούτους χαρακτηρισμούς. Ἡ εὐπρέπεια τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ καὶ ἡ εὐπρέπεια ἡ ἰδική μου οὐδέποτε θὰ ἐπέτρεπον νὰ ἐκλιπαρῶμεν τοὺς Ἀμερικανούς.
§127Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Μὴ προχωρήσητε διότι θὰ λυπηθῆτε. (Κωδωνοκρουσίαι, φωναί).
§128Κ. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΗΣ. Δὲν .... (Φωναί). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε ὑπαινιγμούς.
§129Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν θὰ λυπηθῶ διὰ τίποτε, ἐσεῖς ...... ............ (Κωδωνοκρουσίαι, φωναί).
§130Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν βουλευταὶ κάμνουν τοιούτους ὑπαινιγμοὺς διὰ συναδέλφους των, πρέπει νὰ ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν. (Ἀντεγκλήσεις,— κωδωνοκρουσίαι).
§131Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρ. Κυβερνήσεως). Κύριε Κάντζια, πιστεύσατε πάντες σᾶς ἀκούσαμε μὲ τὴν μεγαλυτέραν προσοχήν, νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῆτε τὸν ρήτορα. Ἐὰν δὲν ἠρεμήσητε δὲν θὰ προχωρήσωμεν.
§132Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μετὰ τὸν ρήτορα.
§134Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ συνάδελφος ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε, δὲν δύνασθε νὰ τοῦ τὸν στερήσητε.
§135Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν θέλῃ νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς ἢ ἐὰν εἰς τὴν περίοδον αὐτὴν δὲν πρόκηται νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμός.
§136Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρ. Κυβερν.). Ἐπὶ πέντε ὥρας σᾶς ἀκούσαμε μὲ ἠρεμίαν.
§137Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, καὶ σᾶς κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Διατὶ δημιουργεῖτε ζήτημα ἀνύπαρκτον; Ἐφ’ ὅσον εἷς βουλευτής, ὁμαλῶς σᾶς ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ, πάντοτε ἐπεκράτησε νὰ τὸν δίδωμεν, ὅταν ζητῆτε ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ. Ἡ ἄρνησίς σας ἀκριβῶς τοῦ νὰ ἀφήσετε νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ προκάλεσε τὴν διαμαρτυρίαν καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἀπορίαν, διὰ ποῖον λόγον κ. Πρόεδρε, δὲν καταλαμβάνω, διατὶ χειρίζεσθε τὸ ζήτημα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§138Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὅταν μοῦ δώσητε τὸν λόγον, δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον θέμα. Κύριε Πρόεδρε, τὸ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας εἶναι τοῦτο. Ὁ ρήτωρ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπῃ διακοπάς, ἐφ’ ὅσον συναινεῖτε καὶ σεῖς, καὶ ἔχει καθιερωθῇ, ὅταν ἀπαντᾷ ὁ ἐπερωτώμενος, μὲ τὴν ἄδειάν του νὰ τὸν διακόπτουν, νὰ ζητοῦν διευκρινήσεις οἱ ἐπερωτῶντες. Εἶναι ὅμως ἄγνωστον εἰς οἱονδήποτε κανονισμὸν παντὸς κράτους νὰ παρεμβαίνουν συνάδελφοι ἄλλοι μὲ ἀνάρθρους κραυγὰς διὰ νὰ θέλουν νὰ καλύψουν τὴν ἐρώτησιν τῶν ἐπερωτώντων. Αὐτὸ εἶναι ἄηθες, καὶ παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ νὰ ἐπέμβητε.
§139Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως) Ἐδήλωσεν ὁ ρήτωρ ὅτι δὲν δέχεται διακοπάς.
§140Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὁ κ. Κάντζιας ἰσχυρίσθη, ὅτι Ἕλλην Ὑπουργὸς ἐζήτησε ψευδῆ βεβαίωσιν ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολὴν καὶ ὅτι αὕτη παρέσχε τὴν ψευδῆ βεβαίωσιν.
§141Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δὲν εἶπον ψευδῆ βεβαίωσιν.
§142Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Νὰ μὴ διακόπτετε.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Κάντζια, νὰ μὴν διακόπτητε.
§144Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως) Ἀρκετὰ κ. Κάντζια, μᾶς ταλαιπωρήσατε.
§145Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν. Ἀποφεύγω νὰ χαρακτηρίσω ...... (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§146Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως) Τρεῖς ὥρας μᾶς ἐταλαιπωρήσατε. Ἀφῆστε τὸν ρήτορα νὰ ὁμιλήσῃ.
§147Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Θὰ θίξω μόνον ἕνα σημεῖον τῆς διακοπῆς τοῦ κ. Κάντζια. Μοῦ εἶπε, μὴ προκαλῆτε διότι θὰ λυπηθῆτε. Αὐτὸ ἀφορᾷ πιθανῶς κάτι τὸ ὁποῖον μοῦ διεβιβάσθη σήμερον τὸ πρωΐ. Ὅτι, ἐὰν θὰ εἶμαι ὀξύς, θὰ ἀποκαλυφθῇ ἕνα σκάνδαλον κανέλλας. Θὰ εἶμαι ὀξὺς τὸ ἀναμένω. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε τώρα νὰ σᾶς εἴπω κάτι σχετικῶς μὲ τὰς συμφωνίας αὐτάς. Θὰ σᾶς εἴπω πρῶτα ἕνα ἐπεισόδιον καὶ ἔπειτα θὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ἐμμονὴν εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Τὸ μικρὸν ἐπεισόδιον εἶναι τὸ ἑξῆς. Τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἀπεστάλην ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν Ρώμην, καὶ εἶχον ἀφήσει μίαν τριμελῆ ἐπιτροπὴν ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα, τὸν κ. Τριανταφύλλου καὶ τὸν κ. Τέρρελ διὰ νὰ ἐπικυρώσουν τὴν δημοπρασίαν. Καὶ εἶχον εἴπει στὸν Γενικὸν Γραμματέα. Ἐὰν κλείσητε ἔχετε 400 τόννους ἤδη εἰς τὸν Πειραιᾶ, θὰ σπεύσητε τὴν ἰδίαν ἡμέραν νὰ πάρητε 200 τόννους ἀπὸ τὰ κρατικὰ ἀποθέματα καὶ νὰ τὰ διανείμητε εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, διότι οἱ 400 τόννοι θὰ ἀργήσουν ὥσπου νὰ πληρωθοῦν οἱ δασμοὶ καὶ νὰ τελειώσῃ ὁ ἐκτελωνισμός τους. Ἐξ ἄλλου εἶναι βέβαιον ὅτι ἔχομεν τούς 400 τόννους. Δι’ αὐτὸ μπορεῖτε νὰ δανεισθῆτε 200 τόννους. Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ κοινοποιήσητε εἰς τὴν ἀποστολήν. Καὶ πράγματι ἐν ἀπουσίᾳ μου ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἐκοινοποίησε εἰς τὴν ἀποστολὴν ὅτι ἐπρόκειτο νὰ δανεισθῶμεν 400 τόννους. Καὶ ἦλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸν ἐπεσκέφθην ὁ κ. Χὴλ ἁρμόδιος διὰ τὰς διανομὰς τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ εἶπεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ἀφήσετε αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι καὶ δικαιοῦσθε νὰ κάμετε ὁτιδήποτε. Ἀλλ’ ἐμεῖς συμβουλεύομεν ἐμμονὴν εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Ἀπάντησις τοῦ Γεν. Γραμματέως κατόπιν ἰδικῶν μου ὁδηγιῶν. —Μὰ τοὺς 400 τόννους, τοὺς ἔχομεν εἰς τὸν Πειραιᾶ. Εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ τοὺς ἀντικαταστήσωμεν. —Εἶναι ζήτημα ἀρχῆς καὶ δὲν ἐννοοῦμεν νὰ διαγραφῇ ἡ ἀρχὴ αὐτή. Ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ὀρθῶς ἐκτελῶν ἐντολήν μου, διότι ἐγὼ ἀνελάμβανον τὴν εὐθύνην, ἐπῆρε τοὺς 200 τόννους. Καὶ ὅταν ἦλθα, ἐπῆγα καὶ ἔδωσα ἐξηγήσεις εἰς τὴν Ἀποστολήν, διατὶ ἐπῆρα τοὺς 200 τόννους. Διότι δὲν τοὺς ἀνέμενον. Τοὺς εἶχον. Ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ ἀκόμη ἐδημιουργήθη ζήτημα. Θὰ γεννηθῇ κύριοι, τὸ ἐρώτημα. Μὰ τί περίεργα πράγματα εἶναι αὐτά; Πῶς σκέπτονται αὐτοὶ οἱ Ἀμερικανοί; Θὰ σᾶς εἴπω κύριοι, ὅτι ὅταν κανεὶς εἶναι ἔξω ἀπὸ τὰ πράγματα, πολλὰ πράγματα τοῦ φαίνονται περίεργα. Ἀλλὰ ὅταν τὰ ἴδῃ ἀπὸ πολὺ κοντά, ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὰ τὰ περίεργα ὀρθῶς καὶ καλῶς τὰ ἐχειρίζοντο οἱ Ἀμερικανοί. Θὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα τὶ συνέβη πέρυσι μὲ μίαν ἀνεξήγητον ἀγορὰν κατεψυγμένου κρέατος. Ἐλάβομεν σύστασιν θερμὴν ἀπὸ τὸ σχέδιον Μάρσαλ, νὰ ἀγοράσωμεν κατεψυγμένον κρέας, ἀπὸ τὸ Μεξικὸν ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ ἀγοράσαμεν ἀπ’ ἀλλοῦ κατά τι φθηνότερον. Ἠπόρησα, ἔκαμα διαβήματα καὶ ἔγραψα ἐπιστολὴν καὶ εἶπον κάτι συμβαίνει. Καὶ μοῦ ἐδόθη ἡ ἐξήγησις ὅτι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι λόγῳ τοῦ ἀφθώδους πυρετοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὴν Κεντρ. Ἀμερικὴν ἐπέρασε πρὸς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας, εἶχον σφάξει ὅλα τὰ ζῶα καὶ ὅτι ἠδυνήθησαν τὸ ἔκαμαν κατεψυγμένον. Καὶ ἦτο φυσικὸν τὴν ζημίαν αὐτὴν τὴν μεγάλην, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποστῆ νὰ θέλουν νὰ τὴν καλύψουν κάπως βάζοντάς μας νὰ ἀγοράσωμεν ἀπὸ ἐκείνην καὶ ὄχι ἀπ’ ἀλλοῦ διότι δικὰ τους ἦσαν τὰ χρήματα. Τοιαῦτα παραδείγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς κάνουν νὰ νομιζώμεθα ὡς ἀκατανοήτως ἐνεργοῦντας, θὰ ἴδητε πολὺ καλὰ ὅτι εἶναι ὀρθά. Καὶ ἔτσι εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ σχέδιον Μάρσαλ ἐπὶ τῶν γενικῶν διανομῶν, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἰσχύει εἰς ὅλας τὰς χώρας· ἀλλὰ ἰσχύει εἰς πολλὰς χώρας τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ. Καὶ ἡ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι ἀδιαφοροῦν διὰ τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν καὶ ὅτι δὲν ἐννοοῦν νὰ φύγουν ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς διανομῆς διὰ δελτίων, καὶ ὀρθῶς δὲν ἐπιτρέπουν οὔτε τὸν δανεισμόν. Διότι φαντασθῆτε τὶ θὰ ἐγένετο ἐὰν σήμερον ἡ Ἀμερικανικὴ ὑπηρεσία ἔλεγε, μοῦ ἀνεβαίνει τὸ ρύζι, παίρνω τὸ ρύζι, τὸ διανέμω τώρα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ ρύζι τοῦ δελτίου, θὰ τὸ ἀντικαταστήσω. Ἐὰν ἔλεγεν ἡ Ἑλληνικὴ ὑπηρεσία τὸ ἴδιον ὅπως ἔλεγαν ἐδῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω τὸ αὐτὸ ὅ,τι αἱ ἄλλαι χῶραι, δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδὲ σύστημα οὐδὲ ἔλεγχος. Θὰ ὑπῆρχε πελάγωμα. Δι’ αὐτὸ βάζουν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ ἐμμένουν εἰς αὐτὴν καὶ δὲν θέλουν τὴν παραβίασιν, ὄχι ἐν ἀναμονῇ φορτίων οὐδὲ κἂν ὅταν τὰ ἔχῃς ἐδῶ. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον τὸ ἐπεισόδιον αὐτὸ μὲ τούς 200 τόννους, τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικόν. Ἐὰν ὁ λόγος τοῦ Ἕλληνος ὑπουργοῦ χρειάζητε ἐπιβεβαίωσιν, δὲν ἔχω καμμίαν δυσχέρειαν νὰ ζητήσω νὰ ἐπιβεβαιωθῇ. Διότι δὲν πρόκειται νὰ ζητήσω νὰ ἐπιβεβαιωθῇ τὸ ψεῦδος. Θὰ ζητήσω νὰ μοῦ ἐπιβεβαιωθῇ ὅτι οἱ 200 τόννοι ποὺ ὑπῆρχον ἐδῶ ἐδανείσθησαν καὶ δι’ αὐτὸ ἐγένετο διάβημα νὰ μὴν δανεισθοῦν. Ἄλλωστε καὶ ἄλλαι ἐνδείξεις σᾶς δεικνύουν πῶς ἐμμένουν εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Ἀπόδειξις ὅτι τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰς διανομὰς εἰς 400–450 χιλ. ἠσφαλισμένους. Διότι καὶ μέχρι τῶν ἐφημερίδων ἀκόμη ἔφθασε τὸ ζήτημα αὐτό. Κάτι ἐπρόκειτο, ὄχι περὶ ἐλευθέρας ἀγορᾶς ἀλλὰ περὶ διανομῶν ἴσως εἰδικῶν τιμῶν. Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουν ἀκόμη διάφοροι γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἐλπίζω ὅτι τελικῶς θὰ ἀρθοῦν, διότι πρόκειται περὶ διανομῶν καὶ ὄχι περὶ ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Θὰ ἴδατε καὶ εἰς τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Λάπαμ, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη πόσον σαφῶς λέγεται ὅτι μόνον αἱ γενικαὶ διανομαὶ πρέπει νὰ γίνωνται. Δὲν ἀποκλείεται αὐτὸς νὰ εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πολλὲς φορὲς ἐνῷ ἔχομεν διαθεσίμους πιστώσεις, οἱ Ἀμερικανοὶ δὲν μᾶς ἀφίνουν νὰ ἀγοράσωμεν ὅλο τὸ ποσὸν ἀλλὰ μᾶς ἀφίνουν μόνον ν’ ἀγοράσωμεν ἐκεῖνο ποὺ χρειάζεται διὰ νὰ καλύψωμεν τὰς τρεχούσας ἀνάγκας τοῦ δελτίου. Θὰ γνωρίζητε ὅτι ἐνῷ εὑρίσκονται διαθέσιμα δολλάρια διὰ νὰ ἀγοράσωμεν 70 χιλ. τόννους ζακχάρεως, δὲν ἠδυνάμεθα ἑκάστοτε νὰ ἀγοράζωμεν περισσότερον ἀπὸ 20 χιλ. τόννους, διότι ἀκριβῶς ὑπάρχει ἡ σκέψις περὶ κατανομῆς τῶν γενικῶν διανομῶν. Ἐγὼ ὡς Ἕλλην ὑπουργὸς δὲν ἠδυνάμην νὰ διαρρήξω τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας σέβονται οἱ Ἀμερικανοὶ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ. Δὲν εἶχον ἄλλωστε πρόθεσιν νὰ τὸ κάμω τοῦτο διότι γνωρίζω ὅτι θὰ συνήντων ὀξυτάτας ἀντιρρήσεις. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ κάτι ἄλλο τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς συλλογισμοὺς ποὺ ἔκαμεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου σχετικῶς μὲ τὰ ἀποθέματα ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου δὲν ἠμπορῶ ἀλλὰ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ θίξω διότι ἠξεύρετε ποία εἶναι ἡ κατάστασις. Καὶ σᾶς φέρνω ἕνα παράδειγμα. Τὴν 6ην Δεκεμβρίου ἐπρομηθεύθημεν 20 χιλ. τόννους καὶ ἐπροκηρύξαμεν δημοπρασίαν τὴν 8 καὶ 9 Δεκεμβρίου διὰ τὴν 28ην Δεκεμβρίου ἐπρομηθεύθημεν 20 χιλ. τόννους καὶ ἐνοικιάσαμε πλοῖα διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτῶν. Ἀλλὰ τὰ πλοῖα λόγῳ τῆς καταστάσεως ἠθέτησαν τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ δὲν θὰ φέρουν τὸ φορτίον παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας τόσον τῆς Οὐάσιγκτων ὅσον καὶ ἀπ’ ἐδῶ. Ἄν ἐξευρεθοῦν πλοῖα δὲν θὰ ἔλθῃ ζάκχαρις μέχρι τῶν μέσων Μαρτίου παρὰ μόνον 3 χιλ. τόννων. Ἀντιλαμβάνεσθε δὲ ὅτι ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀπόθεμα ζακχάρεως δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν καμμίαν διανομὴν μέχρι τέλους Μαρτίου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἂν δὲν εἴχαμεν ἀποθέματα δὲν ἠμπορούσαμε νὰ κάμωμεν τίποτα καὶ δὲν θὰ ἠμπορούσαμε νὰ εὕρωμεν διὰ διανομὴν ζάκχαριν. Ἀνεξαρτήτως ποὺ ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς Κορέας. Καὶ αἱ τιμαὶ ἀνῆλθον. Αἱ ἰδιωτικαὶ ἀνταλλαγαὶ εἶχον καταργηθῆ διὰ τὴν ζάκχαριν καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις ὅταν ἐγὼ ἀντιμετώπισα τὸ ζήτημα καὶ εἶπα ὅτι κάτι πρέπει νὰ κάμω νὰ σκεφθῶ καὶ ἐσκέφθην αὐτὴν τὴν ἀγορὰν διὰ τὴν ὁποίαν συζητοῦμε. Λύσις κατ’ ἐμὲ θὰ ἦτο ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀγορᾶς δι’ ἰδίου συναλλάγματος ἐπὶ τῆς ὁποίας εἶχον ἀντιρρήσεις οἱ Ἀμερικανοί, ἀλλὰ ὑπάρχει τὸ προηγούμενο τοῦ σπορελαίου. Ἐνθυμῆσθε ὅτι τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1949 τὸ λάδι εἶχεν 25 χιλ. καὶ δὲν διεθέταμεν δολλάρια καὶ ἐχρησιμοποιήθη καὶ τότε ἴδιον συνάλλαγμα διὰ τὴν εἰσαγωγὴν σπορελαίου. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ κ. Κάντζιας ὁ ὁποῖος τόσον ἐξανέστη διὰ τὴν προμήθειαν τῆς ζακχάρεως ὑπ’ ἐμοῦ δὲν ἐξανέστη καὶ δι’ ἐκείνας τὰς ἀγοράς. Ἄς ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ σπορέλαια ἐστοίχισαν 140 δισεκ. ἐνῷ ἡ ζάκχαρις μόνον 22. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἔφερε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ κ. Τσαλδάρη καὶ τῶν λοιπῶν κ.κ. λαϊκῶν ὑπουργῶν καὶ λέγει τὰ ἑξῆς:.... «.......... (Ἀναγινώσκει) ...........» Καὶ ἰδοὺ τώρα ἡ διαφορὰ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα δὲν ὑπάρχει οὐδεμία δέσμευσις εἰς τὰς διατεθείσας δραχμάς, ἐνῷ ἐδῶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς ζακχάρεως δὲν εἶναι ὅπως σᾶς ἐβεβαίωσαν τὰ πράγματα, διότι ἐδῶ ἡ ἀπόφασις τοῦ συμβουλίου ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ἡ ὁποῖα καταλήγει εἰς τὴν προμήθειαν λέγει τὰ ἑξῆς: «......... .......... (Ἀναγινώσκει) ............»
§148Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖται.
§149Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὄχι δὲν ἐννοεῖται.
§150Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ καθορίσατέ μου τί λέγει ἡ ἀπόφασις διὰ τὰ σπορέλαια καὶ τί λέγει ἡ ἀπόφασις διὰ τὴν ζάκχαριν.
§151Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Συνέβη τὸ ἑξῆς. Ἐξεδόθη τότε ὁ νόμος «περὶ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κεφαλαίων». Ὅσοι εἶχον χρήματα εἰς τὰς χώρας τῆς περιοχῆς τοῦ δολλαρίου ἐφοβοῦντο μήπως περιπέσουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ «πόθεν ἔσχες». Αὐτὴν τὴν ἔρευναν περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κεφαλαίων ἐκάλυψεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§152Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Διὰ τὰ σπορέλαια λέγει: «........... ............ (Ἀναγινώσκει) ...........». Ἐπετρέψατε τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν σπορελαίου, δι’ ἰδίου συναλλάγματος.
§153Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ ποίους ὅρους;
§154Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τότε εἴχομεν ἄλλο σύστημα. Τὸ διευθέτομεν μὲ διατακτικὴν τοῦ Ὑπουργείου, διὰ νὰ τὸ συγκρατήσωμεν.
§155Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, κατὰ τὶ διαφέρει τὸ ἔγγραφον ποῦ συνετάγη ἐπὶ Κυβερνήσεως Διομήδη, ἀπὸ τὸ ἔγγραφον τὸ σημερινὸ ποῦ ἔγινε διὰ τὴν ἀγορὰν καὶ τὴν προμήθειαν τῆς ζακχάρεως;
§156Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀποσαφηνισθῇ τὸ ὅ τι αἱ δραχμαὶ αἱ τοῦ σπορελαίου θὰ ἠδύναντο νὰ διατεθοῦν ἐλευθέρως, ἄνευ τοῦ περιορισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐτέθη εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ζακχάρεως.
§157Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§158Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§159Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὴν Εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν νὰ σταματήσῃ τὴν δίωξιν ........
§160Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνέβη τὸ ἑξῆς: Ἀπορῶ ὅμως πῶς ἐρωτᾶται, ἐὰν ἡ εἰσαγγελία εἰδοποιήθη νὰ μὴ διώξῃ ὅσους θὰ ἔκαμαν λαθραίαν εἰσαγωγὴν σπορελαίου. Ὡς γνωρίζετε, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐφηρμόζετο τὸ σχέδιον τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κεφαλαίων τοῦ ἐξωτερικοῦ. Ὅσοι εἶχον χρήματα εἰς τὴν περιοχὴν δολλαρίου ἔπρεπε νὰ τὸ δηλώσουν, ἐφοβοῦντο ὅμως μήπως ἐμπλακοῦν εἰς τὴν περιπέτειαν τοῦ «πόθεν ἔσχες». Ἐπρόκειτο λοιπὸν περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν κεφαλαίων διὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἔρευνα. Αὐτὴν τὴν ἔρευναν ὅμως διὰ νὰ καλύψῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐξέδωκε τὴν γνωστὴν ἀπόφασιν. Πρὸ τοῦ κινδύνου μάλιστα τῆς ἀπεργίας τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶχεν ἀναλάβει τὴν εὐθύνην, διαφωνούντων μάλιστα τῶν ἐμπειρογνωμόνων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀλλ’ ἐπιμένοντος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ διὰ τὸν τιμάριθμον, ἐπικρατησάσης τῆς ἀπόψεως, ὅτι συμφέρον ἦτο νὰ ἀνασταλῇ οἱαδήποτε δίωξις, διὰ νὰ μὴν ἀνέλθῃ τὸ λάδι εἰς τὰς 30 καὶ 35.000 δρχ. τὴν ὀκᾶν.
§161Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλοῦμε περὶ σπορελαίου λοιπόν: Ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δραχμῶν τοῦ σπορελαίου καὶ τῶν τῆς ζακχάρεως; Ὑπάρχει διαφορά;
§162Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὑπάρχει διαφορά. Αἱ δραχμαὶ τῆς ζακχάρεως δὲν ἐπανεξάγονται, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§163Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§164Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Μὲ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς καλέσωμεν καὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσωμεν ποῦ ἐτοποθέτησαν τὰ χρήματά τους.
§165Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ περεκάλουν νὰ καταχωρηθοῦν εἰς τὰ Πρακτικὰ αἱ δύο ἐπιστολαὶ καὶ τὰ ἔγγραφα ποὺ ἀνεγνώσθησαν.
§166Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριοι, ἔρχομαι τώρα εἰς κάποιο ἄλλο σημεῖον, ποὺ ἐτονίσθη, ὅτι δηλ. κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις τῶν εἰσαγωγῶν δι’ ἰδίου συναλλάγματος—προσέξατε, διότι καὶ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς κατηγορίας—καθ’ ἥν ἐλήφθη καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, ὅτι αἱ δραχμαὶ ἔπρεπε νὰ δεσμευθοῦν εἰς μίαν Τράπεζαν καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ ἠμπορῇ νὰ παίρνῃ ὁ ἰδιοκτήτης, διὰ νὰ κάμῃ ἀκίνητα, βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις, νὰ ἀγοράσῃ χρεώγραφα κλπ. ἐπὶ μίαν τριετίαν.
§167Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις αὐτή;
§168Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Λέγουν τὴν ἰδίαν ἡμέραν.
§169Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§170Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἡ ἀπόφασις λέγει «ἐλευθέρως διαθετέας» εἰς πᾶσαν νόμιμον ἑλληνικὴν ἐπιχείρησιν.
§171Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§172Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν ἔχω τὸ κείμενον τῆς διακηρύξεως, ἀλλὰ τὸ ὑποθέτω.
§173Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἴπατε, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ἔλεγε «μὲ δραχμὰς ἐλευθέρως διαθετέας» καὶ «εἰς πᾶσαν νόμιμον ἑλληνικὴν ἐπιχείρησιν». Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ὑπάρχουν αὐτὰ εἰς τὴν διακήρυξιν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔλαβε γνῶσιν ὁ κόσμος, δὲν ὑπάρχει ἡ παράγραφος ἡ τελευταία. Ἰδοὺ ἡ ἀπορία.
§174Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διατύπωσις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπορεῖ ὁ κ. Κάντζιας καὶ λέγει ὅτι τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἐπήρατε μίαν ἀπόφασιν καὶ λέτε ἐλευθέρα ἡ εἰσαγωγὴ δι’ ἰδίου συναλλάγματος, ἐφόσον οἱ δραχμὲς θὰ πᾶνε εἰς τὸν δεσμευμένον λ)σμὸν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ μίαν τριετίαν. Ἀπορῶ πῶς τὸ ἐπαναλαμβάνει ὁ κ. Κάντζιας τὸ ἐπιχείρημα αὐτό. Διότι κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν εἶχον ἀπαντήσει. Εἰς τὸ Συμβούλιον Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου ἐλήφθη καὶ μία τρίτη ἀπόφασις. Ὅτι ἐπιτρέπεται καὶ ἡ εἰσαγωγὴ δεμάτων ἀξίας μέχρι 300 δολλαρίων. Ἀλλὰ τότε, κ. Συνάδελφοι, οἱ ἐμπειρογνώμονες μὲ τοὺς ὁποίους εὑρισκόμην εἰς ὀξεῖαν διαφωνίαν ἐξηγέρθησαν καὶ εἶπον ὅτι ἀρχίζει ἐδῶ ἡ καταστρατήγησις, ἀνοίγει ἡ πόρτα διὰ νὰ μπαίνῃ τὸ ἴδιον συνάλλαγμα. Καὶ αἱ δύα τελευταῖαι ἀποφάσεις δὲν ἐδημοσιεύθησαν κἂν εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπεγράφησαν κἂν ἀπὸ τὸν κ. Μαντζαβῖνον καὶ τὸν κ. Τέρρελ καὶ δὲν ἴσχυσαν ποτὲ καὶ ἐδημοσιεύθη μόνον ἡ πρώτη ἀπόφασις διὰ τὴν ζάκχαριν, καὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ὑφισταμένης ἀνάγκης. Κατὰ ποίαν λογικήν, λοιπόν, ἔπρεπε νὰ δεσμεύσωμεν τὸ χρῆμα αὐτὸ τῆς ζακχάρεως βάσει μιᾶς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία οὔτε ἐδημοσιεύθη οὔτε ἴσχυσε ποτέ; Ὁ κ. Κάντζιας, ἄλλωστε, εἶχε παραδεχθῇ προχθὲς ὅτι ἐὰν ἐγένετο δέσμευσις δὲν θὰ μᾶς ἤρχετο οὔτε μία ὀκᾶ ζακχάρεως.
§175Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐλαφρῶς ἀντιφατικά. Ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου, ἡ ὁποία λέγει ὅτι αἱ δραχμαὶ εἶναι ἐλευθέρως διαθετέαι. Ἢ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀπόφασις ἤ......
§176Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐκείνην τὴν ἡμέραν τὸ Συμβούλιον ἔλαβε τρεῖς ἀποφάσεις. Διὰ τὴν ζάκχαριν, λόγῳ τῆς ἐκτάκτου ἀνάγκης, εἴπομεν δραχμαὶ ἐλευθέρως διαθετέαι εἰς πᾶσαν νόμιμον τοποθέτησιν ἐν Ἑλλάδι. Δευτέρα ἀπόφασις ἐπιτρέπεται πᾶσα εἰσαγωγὴ δι’ ἰδίου συναλλάγματος, ἐφ’ ὅσον τὸ προϊὸν τῆς πωλήσεως πάει εἰς δεσμευμένον λογαριασμὸν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τριετίαν, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀκόμη πληρέστερον ἡ μὴ ἐπανεξαγωγή. Ἀλλ’ ὁ κ. Κάντζιας λέγει: «Ἀφοῦ ἐλάβατε τὴν δευτέραν ἀπόφασιν διατὶ δὲν ἐφηρμόσατε καὶ τὴν πρώτην ἀπόφασιν ἀφοῦ ἦτο καὶ ἐκείνη ἀπόφασις;» Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ δευτέρα δὲν ἦτο ἀπόφασις διότι ἠγέρθησαν ἀμέσως διαφωνίαι νὰ μὴν ἰσχύουν αἱ ἄλλαι. Καὶ ἴσχυσε μόνον ἡ τῆς ζακχάρεως, ἡ ὁποία εἶχε τὸν ὅρον τῆς μὴ ἐπανεξαγωγῆς μέν.....
§177Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμα ἐξ αὐτῶν εἶναι ὅτι, ἐὰν μία Ἐπιτροπὴ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ἀπαρτιζομένη ἀπὸ τόσον σοβαρὰ πρόσωπα λαμβάνῃ μίαν ἀπόφασιν Αʹ διὰ τὴν ζάκχαριν καὶ μετ’ ὀλίγον Βʹ ἀπόφασιν δι’ ἄλλο εἶδος, ὅτι δὲν ὑπάρχει γραμμὴ οἰκονομικῆς πολιτικῆς.
§178Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τώρα, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς ἕνα βασικὸν θέμα. Εἶναι ἡ περίφημος ζημία τοῦ Δημοσίου. Τὸ θέμα χωρίζεται εἰς δύο: Ζημία τοῦ Δημοσίου καὶ ζημία τοῦ κοινοῦ Ζημία τοῦ Δημοσίου εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὑπάρχει. Διότι εἰς οἱανδήποτε τιμὴν ἀγοράσωμεν, πωλοῦμεν. Ἡ ζάκχαρις αὐτὴ μὲ ἀρχικὸν κόστος 4200 κατὰ κιλόν, κοστολογεῖται ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, βάσει τῆς ἀποφάσεως τῆς 8)12)50, εἰς 12.455,80 μὲ ὅλους τοὺς δασμοὺς πληρωμένους. Καὶ ἡ ζάκχαρις πωλεῖται 12.500. Δηλαδὴ δὲν προσθέτομεν οὔτε πεντακόσιες δραχμὲς ὅπως ἐκάμαμεν εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ὅπου τὸ Κράτος δὲν πάει νὰ κάμῃ ἐμπόριον, ἀλλ’ ἀγοράζει διὰ νὰ πωλήσῃ εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν καὶ νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς τιμὰς πρὸς τὰ κάτω. Συνεπῶς δὲν ὑπάρχει ἐμπόριον, ὥστε τὸ Κράτος νὰ ζημιώσῃ. Ἔπειτα εἶναι ἡ ζημία τοῦ κοινοῦ. Ὁ κ. Κάντζιας λέγει ὅτι ἐὰν ἀγόραζα μὲ προθεσμίαν ἑνὸς μηνὸς θὰ τὴν ἀγόραζα 500 δρχ. φθηνότερα. Ἐὰν μποροῦσα νὰ τὴν ἀγοράσω φθηνότερα, πράγματι ὑπάρχει ζημία τοῦ κοινοῦ. Ἀλλ’ ἀπὸ τὰ δελτία τῆς τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπὸ τὰ δελτία τῆς Ἀγορονομίας, προκύπτει ὅτι ἡ ὀνομαστικὴ τιμὴ ἦτο γύρω εἰς τὰς 22–23 χιλ. καὶ ἡ πραγματικὴ ἦτο 25–26 χιλ. εἰς τὰς 6 Δεκεμβρίου ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως ἔπεσεν εἰς τὰς 16 χιλ. καὶ διετηρήθη σταθερὰ γύρω εἰς τὰς 17 χιλ. Εἰς τὴν ἀπορίαν τὴν ὁποίαν βλέπω διαγραφομένην εἰς τὸ πρόσωπο μερικῶν συναδέλφων ἀπαντῶ ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους μοῦ ἔδωσεν ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος. Καὶ εὑρισκόμην, κύριοι, ἐνώπιον τοῦ ἑξῆς ἐρωτήματος: Ἐὰν δὲν ἔπαιρνα τὴν ζάκχαριν ὅπως τὴν ἐπῆρα, ἀλλὰ τὴν ἔπαιρνα μὲ προθεσμίαν ἑνὸς μηνός, εἶναι προφανὲς ὅτι διὰ τὰς Ἀθήνας μὲν μέχρι τῶν πρώτων ἡμερῶν τοῦ Δεκεμβρίου, διὰ τὰς ἐπαρχίας δὲ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, ὁ κόσμος θὰ ἐξηκολούθη νὰ πληρώνῃ τὴν ζάκχαριν 23, 24, 25 καὶ 26 χιλ. δραχ. καὶ ἄνω, λόγῳ τῶν ἑορτῶν, καὶ 30 χιλ. Ἐπειδὴ τὴν ἔφερα ἀπὸ τῆς 6 Νοεμβρίου τὴν ἐπλήρωσε 17 χιλ.
§179ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπῆρχον ἀποθέματα.
§180Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Σᾶς εἶπον προηγουμένως ὅτι δὲν ἐδικαιούμην νὰ δανεισθῶ οὔτε 100 τόννους. Κύριοι, οἱ 5.000 τόννοι δὲν διενεμήθησαν πράγματι ὅλοι. Διότι ὁ σκοπός μας ἦτο νὰ ρίξωμεν τὴν τιμὴν ἀρκετὰ χαμηλά. Τὴν ἐρίξαμεν εἰς τὰς 17 χιλιάδας καὶ τὸ ἐθεωρήσαμεν ἐπαρκὲς καὶ ἐκρατήσαμε τὸ ὑπόλοιπον τὸ ὁποῖον μᾶς εἶναι ἐκτάκτως χρήσιμον σήμερον.
§181Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πόσον διεθέσατε;
§182Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἂν δὲν ἀπατῶμαι 2.300 τόννους.
§183Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Πῶς τοὺς ἐμοιράσατε;
§184Ε. ΑΒΕΡΩΦ. «Ἐμοιράσαμεν.............. ............ (ἀναγινώσκει)......», καὶ ἐθέσαμε τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὴν διάθεσιν τῆς διευθύνσεως εἰδικῶν διανομῶν διὰ τὴν τροφοδότησιν ἐκτάκτως τῶν ἐπαγγελματιῶν.
§185Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τὸ ἐμοιράσατε;
§186Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὄχι. Σᾶς λέγω ὅτι ὑπάρχει ἓν ἀπόθεμα ἄνω τῶν 2.500 τόννων.
§187Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ εἶσθε ἐν ἀκριβείᾳ ἂν εἴπητε 3.100.
§188Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Πιθανὸν διότι αὐτοὶ μᾶς ἔφθασαν διὰ νὰ ρίξωμεν τὴν τιμὴν εἰς 17.000 δραχμάς. Σήμερον δὲν ἀποκλείεται ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἀφοῦ ἐξασφαλισθῇ ἀργότερον διὰ τὰς διανομὰς νὰ ρίξῃ ἀκόμη τὴν τιμήν.
§189Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ (Ὑπ. Ἐμπορίου). Ὑπάρχουν ἀδιάθετοι 1.934 τόννοι.
§190Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὑπάρχει καὶ ἓν κονδύλιον τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῶν εἰδικῶν διανομῶν. Ἡ οὐσία πάντως εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι, μοιράσαντες περίπου τὸ ἥμισυ τῆς ποσότητος ἐρίξαμε τὴν τιμὴν ἀπὸ τῆς 6ης Νοεμβρίου, καὶ ἔρχεται τὸ ἐρώτημα τῆς ζακχάρεως τοῦ κοινοῦ. Εἶχα νὰ προτιμήσω κύριοι μεταξὺ μιᾶς ζημίας τοῦ κοινοῦ δι’ ἕνα μῆνα διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ δύο μῆνας, διὰ τὰς ἐπαρχίας ἀπὸ 10–15 χιλιάδας τὴν ὀκᾶ, ἡ ὁποία θὰ ἐπραγματοποιῆτο ἀπὸ τὸ κοινὸν ἂν δὲν ἔκαμνον αὐτὴν τὴν προμήθειαν. Καὶ εἶχον τὴν προτίμησίν μου αὐτὴν μὲ τὴν παρηγορίαν ὅτι τὸν Ἰανουάριον θὰ τοῦ προσέφερον τὴν ζάχαριν 500 δραχ. εὐθηνότερον. Ὁ ὑπολογισμός μου ἐκεῖνος δείχνει ὅτι ἡ παράσυρσις καὶ ἄλλων τιμῶν πρὸς τὰ ἄνω εἶναι προφανῶς πολὺ μεγαλυτέρα διὰ τὸ κοινὸν καὶ διὰ τὴν οἰκονομίαν μας ἀπ’ αὐτὴν τῶν πεντακοσίων δραχμῶν. Ἀλλ’ εἶχον κύριοι καὶ ἕναν ἄλλον φόβον. Ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ Νοεμβρίου, ὅτι εἶχεν ἀναζωπυρωθῆ ἡ ὑπόθεσις τῆς Κορέας. Καὶ ἐρωτῶ: Θὰ ἠμποροῦσε κανεὶς νὰ μοῦ ἐγγυηθῇ ὅτι εἰς τὰ τέλη τοῦ Νοεμβρίου θὰ ὑπῆρχεν εὐθηνοτέρα τιμή; Ἡ ὕψωσις δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰ κέρδη τῶν ἐμπόρων τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑποθετικά; Τώρα πῶς ἔκρινα τὴν τιμὴν καὶ πῶς κατέληξα εἰς τὴν ἀποδοχήν της; Ὅταν μοὶ ὑπεβλήθη ἡ πρότασις μὲ τὴν τιμὴν τῶν 4.300 κατὰ κιλόν, ἐσκέφθην δύο τινά: Πρῶτον ἐὰν συμφέρῃ αὕτη. Ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς τιμῶν καὶ μετὰ τοὺς λογαριασμοὺς ποὺ ἔκαμα μὲ δασμοὺς κλπ. ἡ τιμὴ αὕτη ἦτο τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς μὲ συνέφερεν ἀπολύτως. Εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ κάμω καὶ ἕνα πρόχειρον λογαριασμὸν μήπως αἱ τιμαὶ ἔδιδον ὑπερβολικὸν κέρδος εἰς τοὺς εἰσαγωγεῖς. Ὁ λογαριασμὸς αὐτὸς μὲ ἔπεισεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὑπερβολικὸν κέρδος καὶ τοῦτο διότι, ἡ ἀγορὰ ἥτις ἔγινε εἰς τὰς 2 Αὐγούστου ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, εἰς τὰς 2 Αὐγούστου ἐγένετο μὲ ἐλεύθερα Κρατικὰ δολλ. ὄχι μὲ ἰδιωτικά, τὰ ὁποῖα δὲν ξαναβγαίνουν εἰς τὴν τιμὴν τῶν 186 δολλαρίων. Αὐτὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅταν ἐζητοῦσα ἐπειγόντως τὴν ζάκχαριν καὶ ὑπελόγισα μίαν τιμὴν γύρω εἰς τὰ 200 δολλάρια. Αὐτὴ εἶναι ἡ τιμὴ τὴν ὁποίαν ὑπολογίζει σήμερον καὶ ὁ κ. Κάντζιας. Αὐτὸ θὰ τὸ ἴδητε καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὑπολογίζων λοιπὸν τὴν ἀγορὰν τῆς Κυβερνήσεως Πλαστήρα τοῦ Αὐγούστου, ἐθεώρησα ὅτι αἱ ἐνδείξεις περὶ λογικῆς τιμῆς τῶν 200 δολλαρίων ἦσαν ἀπολύτως βάσιμοι, διότι ἀπὸ τὸν Αὔγουστον εἶχεν ἤδη σημειώσει ὑπερτίμησιν καὶ ἔκαμον τὸν ἑξῆς συλλογισμόν: Ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δαλλορίου εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν ἔχει 18.500–18.700. Ἐὰν ἡ τιμὴ εἶναι 200 δολλάρια σὺν 4% — 5% ὁ ναῦλος, ἔχομεν τιμὴν κόστους εἰς τὸν εἰσαγωγέα 3.800. Δηλαδὴ ἓν κέρδος 10%. Σημαντικὸν λόγῳ τῆς ποσότητος, ἀλλ’ εὐχαρίστως τὸ δίδω προκειμένου νὰ ἐξυπηρετήσω τὴν κατάστασιν καὶ νὰ ἔλθουν ἐδῶ τὰ ἀγαθά.
§191Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἔρχεται 30%.
§192Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ ἐὰν εἶναι μεγαλύτερον ἀπὸ 10%, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ κυρίως ἔπρεπε νὰ κρίνω εἶναι ἐὰν ἡ τιμὴ μὲ ἐνδιαφέρῃ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπηρεασμοῦ τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, καὶ πράγματι μὲ ἐνδιέφερεν ἀπολύτως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἀποτελεῖ πεποίθησίν μου ὅτι τὸ κέρδος ἠμπορεῖ κατ’ ἀνώτατον ὅριον νὰ εἶναι 15% καὶ δι’ αὐτὸ θεωρῶ ὅτι δὲν εἶνσι δυνατὸν νὰ τὴν ἀγοράσωμεν πολὺ εὐθηνοτέραν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε σημασίαν εἶναι νὰ ἠγοράζαμεν τὸ ταχύτερον τὴν ζάκχαριν διὰ νὰ ἐπηρεάσωμεν τὴν τιμὴν τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἐπετεύχθη.
§193Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν εἴχατε δολλάρια διὰ 2.500 τόννους;
§194Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὄχι. Τὰ δολλάρια τῆς Τραπέζης ξεύρετε πῶς διατίθενται, ἀναλόγως τῆς σκοπιμότητος τῆς διαθέσεως. Πῶς κρίνονται ἀπὸ τὴν νομισματικὴν Ἐπιτροπήν. Διὰ τὴν ζάκχαριν δὲν μοῦ ἔδωσαν δαλλάρια, διὰ τὸ σπορέλαιον, τοὺς 5.200 τόννους, μοῦ ἔδωσαν συνάλλαγμα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ κατεβλήθησαν τεράστιαι προσπάθειαι διὰ νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸ ....
§195Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορούσατε νὰ πείσητε τὴν νομισματικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ 500 χιλ. δολλάρια;
§196Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐὰν λυπῆσθε διότι ἠγοράσαμε τόσην ζάκχαριν χωρὶς νὰ ξοδέψωμεν οὔτε ἓν δολλάριον.......
§197Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ἐδημιουργήσατε μίαν τάξιν προνομιούχων, οἱ ὁποῖοι ἐκέρδισαν τεράστια ποσά.
§198Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Θὰ ἔλθω εἰς αὐτό. Ἐὰν αὐτοὶ οἱ εἰσαγωγεῖς δὲν εἶχον κερδίσει αὐτὰ τὰ ποσά, θὰ τὰ εἶχον κερδίσει εἰς τὸ πολλαπλάσιον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποθέματα ζακχάρεων κρυμένα.
§199Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. συνάδελφε, ἀλλὰ διαπιστώνεται μία κατάστασις ἡ ὁποία εἶναι θλιβερά. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω: Ἡ τιμὴ τῶν 200 δολλαρίων περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε ὅτι εἶναι ἠλεγμένη διεθνὴς τιμή, κατὰ πόσον διαφέρει ἀπὸ τὴν τιμὴν τῆς δημοπρασίας, δηλαδὴ εἰς πόσην τιμὴν ἠγοράσατε.
§200Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν λογαριάσητε τὸ δολλάριον πρὸς 15 χιλ. εἶναι 280 δολλάρια. Ἐν οὐδεμιᾷ ὅμως περιπτώσει δύνασθε νὰ λογαριάσητε ἐπαναπατριζόμενα δολλάρια πρὸς 15 χιλ. δρχ.
§201Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται ὅτι εἰς τὴν τιμὴν αὐτὴν τῶν 200 δολλαρίων ὑπάρχει προσφορά, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ τηλεγράφημα ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. Κάντζιας. Ὑπάρχει μία ἀπόστασις ὑπὲρ τὰ 80 δολλάρια. Καὶ δικαιολογεῖται τὸ πρᾶγμα; Ἦτο τόση ἡ ἀνάγκη τῆς ζακχάρεως, ὥστε νὰ ὑποβάλητε τὸ κοινὸν εἰς τὴν δαπάνην τῶν 80 δολλαρίων μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ τοῦ δώσητε ζάκχαριν;
§202Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τὸ κοινὸν ἐπροφυλάχθη ἀπὸ μίαν δαπάνην 10–15 χιλ. κατ’ ὀκᾶν.
§203Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς πολιτικῆς σας δὲν ἐκάματε τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ δώσητε τὴν προτίμησίν σας ἀπὸ τὸν ἕνα μαυραγορίτην εἰς τὸν ἄλλον.
§204Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ κέρδος τῶν ἐμπόρων αὐτῶν εἶναι περὶ τὰ 2 δισεκατομμύρια ἐντὸς δύο ἡμερῶν. Ἐρωτῶ τὸ ἑξῆς: Τί θὰ ἔβλαπτε τὸ Κράτος ἐάν, ἀντὶ 5, ἐδίδατε 10 ἡμερῶν προθεσμίαν, ὥστε νὰ μπορῇ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωσεν 7.... δολλάρια;
§205Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Πράγματι ἠμπορούσαμε νὰ δώσωμεν μερικὲς ἡμέρες προθεσμίαν. Ἀλλ’ οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουν νὰ ἀγοράζωμεν καὶ ἄνευ δημοπρασίας καὶ δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον, ἡ ὁποία νὰ μὴν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ὀρθῶς δέ, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ἡ πολιτεία, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀσκήσῃ ἐμπορικὴν πρᾶξιν, στερεῖται τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἔμπορος καὶ δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐπειγόντως μίαν κατάστασιν. Ἡμεῖς, ἀντὶ νὰ ἀγοράσωμεν ἄνευ δημοπρασίας, εἴπομεν ἂς κάμωμεν καὶ μίαν δημοπρασίαν διὰ νὰ συμμετάσχωσιν ὅσοι εἶχον προσφοράς. Δὲν ὑπῆρχεν ἐδῶ ζήτημα ἐξασφαλίσεως τῆς συμμετοχῆς ὅλων τῶν ἐμπόρων. Ἐπικρινόμεθα διὰ τὸ μεῖζον;
§206Η. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν πράγματι εἴχατε νόμιμον δικαίωμα νὰ κάμητε προμήθειαν ἄνευ δημοπρασίας, διατὶ δὲν τὸ ἐκάματε; Ἐκεῖνο ποὺ σᾶς προσάπτουν εἶναι ὅτι ἡ δημοπρασία ἐγένετο ὡς ἐγένετο, μὲ ἐλαχίστην προθεσμίαν, καὶ ἐὰν δὲν προκύπτῃ ἐξ αὐτοῦ χαριστικὴ πρᾶξις. Εἴχατε δικαίωμα νὰ ἀγοράσητε ἄνευ δημοπρασίας. Ἔχει καλῶς, ἠγοράσατε. Περαιτέρω ὅμως, ἀφ’ ἧς ἐκάματε δημοπρασίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσητε διατὶ δὲν τὴν ἐκάματε ὅπως ἔπρεπε.
§207Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Θέλαμε νὰ ἔχωμεν περισσοτέρας προσφορὰς καὶ ἐγκαίρως τὸ ἐμπόρευμα ἐδῶ. Ἡ προθεσμία τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει τὸ Συμβούλιον ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου διὰ τὴν ἄφιξιν τοῦ ἐμπορεύματος ἦτο ἡ 5 Δεκεμβρίου. Μακροτέραν προθεσμίαν δὲν ἠμπορούσαμε νὰ βάλωμεν, ἐγὼ δὲ προσωπικῶς, τὴν προθεσμίαν τὴν ὁποίαν λέγει ὁ κ. Κάντζιας οὐδέποτε θὰ τὴν ἔβαζα, διότι τοῦτο θὰ ἐσήμαινε μεγάλην ζημίαν διὰ τὸ κοινόν. Ἔκαμα προχείρους λογαριασμοὺς καὶ εἶπον ὅτι ἡ ζάκχαρις ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἔλθῃ τόσον συντόμως, θὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοὺς μεσογειακοὺς λιμένας, μὲ τοὺς ὁποίους ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἀνταλλάξῃ ὁσαδήποτε τηλεγραφήματα θέλει. Ἡ ζάκχαρις ἐκεῖ ἀφθονεῖ. Δὲν εἶναι καθόλου δυσχερές, αὔριον τὸ πρωΐ ἐὰν τὸ Κράτος εἴπῃ ὅτι ἀγοράζει, νὰ ἔχῃ αὔριον τὸ βράδυ ἀπάντησιν καὶ μὲ πληρωμὴν εἰς δραχμὰς καὶ ἐξεύρεσιν τῶν δολλαρίων ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας. Πάντες οἱ ἔχοντες γνῶσιν τῆς ἀγορᾶς γνωρίζουν ὅτι ἐντὸς τῆς ἡμέρας ἠμπορεῖ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ποσότης αὐτὴ τῆς ζακχάρεως. Συνεπῶς ἔκρινα τὰς 6 ἡμέρας ἀπολύτως ἐπαρκεῖς. Ὁ κ. Κάντζιας εἶπεν ὅτι τὰ γραφεῖα ἦσαν κλειστά. Μοῦ φαίνεται ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι πάρα πολὺ σοβαρόν. Διότι ὅταν ὁ ἔμπορος ἀποβλέπῃ εἰς τὸ κέρδος, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸ γραφεῖον ἀλλὰ θὰ πάρῃ εἰς τὸ τηλέφωνον τὸ σπῆτι τοῦ ἀνταποκριτοῦ ἢ θὰ πάρῃ καὶ τὸ ἀεροπλάνο νὰ πάῃ — ὅπως ἔχω πληροφορίαν ὅτι ἔκαμεν εἷς ἐν προκειμένῳ.
§208Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἶχον κέρδος.
§209Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Μάλιστα, καὶ δι’ αὐτὸ ἐξυπηρέτησαν τὴν κατάστασιν. Θὰ ἤθελον ἤδη νὰ ἀπαντήσω εἰς ἕνα σημεῖον τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κάντζια καθ’ ὃ οἱ προμηθευταὶ ἦσαν ἄγνωστοι εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ Πειραιῶς. Ἔκαμον μίαν ἔρευναν περὶ τῶν προμηθευτῶν διὰ νὰ ἴδω μήπως κατὰ τύχην κανεὶς ἐξ αὐτῶν κατάγεται ἀπὸ τὴν ἐκλογικήν μου περιφέρειαν, ἢ μήπως συμβαίνει κατὰ τρόπον ἔμμεσον νὰ ἔχουν οἱονδήποτε δεσμὸν μαζί μου καὶ διεπίστωσα ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας τοιοῦτος δεσμὸς εὐτυχῶς, διότι θὰ ἠμποροῦσεν ἐὰν προσέφερε ν’ ἀγοράσωμεν ἀπὸ αὐτὸν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἔρευναν αὐτὴν διεπίστωσα τὸ ἑξῆς: Ἕνας ἀπὸ τοὺς προμηθευτάς, ὁ Πανοῦτσος, εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλειτέρους οἴκους τοῦ Πειραιῶς, ἄλλος προμηθευτὴς ἐκ Ρόδου ὁ Χατζηκωνσταντῆς εἶναι ὁ μεγαλείτερος ἔμπορος τῆς Ρόδου ἀσχολούμενος μὲ εἴδη γενικοῦ ἐμπορίου, ἄλλος ὁ Σκουλικίδης καὶ αὐτὸς εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς ζακχαράδες. Ὁ Μαρτάκης περὶ τοῦ ὁποίου τόσος λόγος ἔγινεν, ὅτι ηὐνοήθη καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε προσφέρει 4 χιλ. τόννους καὶ τοῦ ἀπεδέχθημεν τοὺς 2 χιλ. τόννους, μολονότι δὲν εἴχομεν φθάσει ὅλην τὴ ποσότητα, αὐτὸς ὁ Μαρτάκης εἰς μίαν ἔρευναν τὴν ὁποίαν ἔκαμα, βλέπω ὅτι τὸ 1949 νὰ ἔχῃ κάμει τὴν μεγαλειτέραν εἰσαγωγὴν ζακχάρεως μαζὶ μὲ τὸν γνωστὸν Καραμανὼφ 528 τόννους ὁ ἕνας, 500 ὁ ἄλλος μὲ ἰδιωτικὰς ἀνταλλαγάς. Συνεπῶς νομίζω ἀπὸ τὴν ἔρευναν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἤθελον νὰ εὕρω τὸ παρελθόν, οἱ περισσότεροι ἐμφανίζονται ὡς ἄνθρωποι ἀσχολούμενοι μὲ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§210Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Μετὰ τὰς δημοπρασίας ἐγένοντο ἄλλαι προσφοραί;
§211Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἔχω ἄλλας τρεῖς προσφορὰς πρωτοκολληθείσας.
§212Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Μὲ ποίας τιμάς;
§213Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὅλας εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, οὐδεμία εἰς κατωτέραν, θὰ ὑπάρξῃ ἡ σκέψις, ὅτι ἐφόσον ἤξευρον ὅτι ἠγοράσαμεν εἰς ἐκείνας, ἠμπορούσαμε ν’ ἀγοράσωμεν πάλιν.
§214Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἔχετε τὰ ὀνόματα;
§215Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ ἀντίθετος σκέψις ὅτι ἀπερρίψαμεν τοὺς πρώτους, ἐὰν ὑπῆρχε περιθώριον πολὺ μεγάλο θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἔλθῃ ὁ δεύτερος, ἢ ὁ τρίτος διὰ νὰ μᾶς βάλῃ εἰς πειρασμὸν πιὸ χαμηλά. Κύριοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν σύντομον ἀνακεφαλαίωσιν. Ἡ πρᾶξις ἦτο νόμιμος, διενηργήθη βάσει τῶν κειμένων νόμων τοῦ Κράτους, ἡ πρᾶξις δὲν δύναται νὰ ἐπικριθῇ, παρὰ μόνον μὲ ὑποψίας μὴ βασιζομένας πουθενά, ὅτι εἶναι χαριστική. Ἡ πρᾶξις εἶχε ἀποτελέσματα ἐκτάκτως ἐπωφελῆ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν, πρᾶξις ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἐπέφερε ζημίαν διὰ τὸ δημόσιον. Δὲν βλέπω ποῦ δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπίκρισις. Πιστεύσατέ με ὅτι βλέπω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ἔπαινος λόγῳ τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα ἐπετεύχθησαν. Καὶ εἰς τὸ ἐπιχείρημα ἀκόμη τῶν κερδῶν ἀπαντῶ, ὅτι δὲν ἦτο πρόθεσίς μου νὰ ζημιώσουν, πρόθεσίς μου ἦτο νὰ κερδίσουν διὰ νὰ φέρουν, ἀνοίξαμε τὶς πόρτες διάπλατα, εἴπομεν ὅσοι θέλουν ἂς προσφέρουν καὶ δὲν κάναμε τίποτε κάτω ἀπὸ τὸ τραπέζι. Ὑπῆρξε μία διακήρυξις, ἡ προθεσμία ἐὰν θέλετε ὑπῆρξε σύντομος, ἀλλὰ ὑπῆρξεν ἐπαρκὴς δι’ οἱανδήποτε συνεννόησιν μὲ τὸ ἐξωτερικόν. Ποῦ ὑπάρχει τὸ τρωτὸν σημεῖον; Ἐλέχθη ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν θὰ φορολογηθοῦν, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ φορολογηθοῦν καὶ ἤδη εὑρίσκεται ἐπὶ θύραις ἡ φορολογία εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, θὰ φορολογηθοῦν πρῶτον οἱ ἀντιπρόσωποι διὰ τὴν προμήθειαν τὴν ὁποίαν ἐπῆραν. Καὶ ἔπειτα χρήματα τὰ ὁποῖα ἔρχονται καὶ μένουν εἰς τὸν τόπον δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ κατὰ διαφόρους τρόπους νὰ φορολογηθοῦν. Καὶ ἔπειτα κατηγορήθημεν, κύριοι, ὅτι κατωρθώσαμεν ἔστω καὶ ὑπὸ συμφέροντας δι’ αὐτοὺς ὅρους, νὰ ἐπαναπατρισθοῦν 1.200.000 δολλάρια, τὰ ὁποῖα συγχρόνως μᾶς προσέφερον μίαν τεραστίαν ὑπηρεσίαν εἰς ἐποχὴν ζητήσεως. Καὶ ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι ἀσυμπαθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Σοφιανόπουλος εἶπεν, ὅτι προετιμήσαμεν τὸν ἕνα μαυραγορίτην ἀντὶ τοῦ ἄλλου, ἔστω καὶ ἐὰν εἶναι ἔτσι, προετιμήσαμεν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐκέρδισεν ὀλιγώτερα καὶ προσέφερεν ὑπηρεσίας καὶ θὰ ὑποστῇ κατόπιν φορολογίαν, ἀπὸ τὸν ἄλλον ὁ ὁποῖος θὰ ἐκέρδιζε τεράστια ποσὰ καὶ δὲν θὰ ὑποστῇ φορολογίαν καὶ ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ ζημίαν εἰς τὸν τόπον. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, κύριοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκέρδιζον πολλὰ δισεκατομμύρια, ἐγὼ μὲ τὴν ἐνέργειάν μου τοὺς ἔκαψα.
§216Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἦσαν δικοί σας μαυραγορῖται αὐτοί, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποκτοῦν ζάκχαριν βάσει χαριστικῶν διατακτικῶν. Καὶ οἱ μὲν μαυραγορῖται εἶναι δικοί σας καὶ οἱ δέ.
§217Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Αἱ χαριστικαὶ διανομαὶ ἀφοροῦν τοὺς ἐπαγγελματίας. Διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας ὡς Ὑπουργὸς Ἐφοδιασμοῦ διέταξα ἐπανειλημμένως ἀναθεώρησιν τῶν ποσοτήτων ποὺ παίρνουν. Ἐὰν αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ ὁποῖαι ἔκαμον τὴν ἀναθεώρησιν ἐχαρίσθησαν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ἢ ἔσφαλαν εἰς ἄλλας, δὲν δύναμαι ὄχι εὐθύνην νὰ ἔχω, οὐδὲ ὑποψίαν εὐθύνης.
§218Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἀπὸ πότε ἔχουν χαρακτηρισθῆ ὡς ἐπαγγελματίαι;
§219Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἀνέκαθεν. Πρέπει νὰ ἔχητε ἐργοστάσιον λεμοναδοποιΐας π. χ. πηγαίνει ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐρευνᾷ. Φυσικὰ ἠμπορεῖ νὰ ἔγιναν σφάλματα εἰς τὴν ἐκτίμησιν, ἀλλ’ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐζήτησα νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις. Συνεπῶς μία μικρὰ ποσότης ἠμπορεῖ νὰ διαφεύγῃ λόγῳ κακῆς ἐκτιμήσεως. Ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον τῆς ζακχάρεως εἰς τὸ ἐσωτερικὸν εἶναι πράγματι ἕνα θλιβερὸν ἐμπόριον, διότι ἔχει μὲν αὐτὴν τὴν προέλευσιν τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Σοφιανόπουλος, ὅτι περισσεύει εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας ποὺ κακῶς τοὺς ἐδόθη καὶ ποὺ ἀνθρώπινον εἶναι ἐὰν ἐσφάλαμεν, ὅτι ἔρχεται ἀπὸ τὰ δέματα καὶ περισσεύει εἰς αὐτοὺς καὶ ἕνα μέρος ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ λαθρεμπόριον, ἀλλ’ ἔχει καὶ μίαν ἄλλην θλιβερὰν προέλευσιν, εἶναι ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς ὡρισμένα χωριά, αἱ πτωχότεραι τάξεις δὲν καταναλίσκουν. Καὶ ἕνα 5% τῆς διανεμητέας ποσότητος ἐὰν διαφεύγῃ εἴτε ἀπὸ τοὺς ἐπαγγελματίας, εἴτε ἀπὸ ἐκείνης ποὺ διανέμομεν εἰς τὸ σύνολον τοῦ πληθυσμοῦ, ποσότητα τὴν ὁποίαν δὲν νομίζω ὅτι ἡ καλλιτέρα διοίκησις θὰ ἠμπορέσῃ νὰ γλυτώσῃ ποτέ, διότι εἶναι ἐλαχίστη. Ἐὰν λογαριάσῃ κανεὶς τὰς διανομὰς τοῦ τελευταίου τετραμήνου καὶ μόνον ἔχει ἕνα ἀπόθεμα 1.400 τόννων εἰς χεῖρας τῶν μαυραγοριτῶν. Μὲ 5% μόνον, ἐγὼ δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶμαι ἀλάθητος καὶ δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐλέγχω παντοῦ τὰς διανομάς, οὕτως ὥστε ὁ πληθυσμὸς νὰ τὰς καταναλίσκῃ καὶ νὰ μὴ τὰς πωλῇ, συμβαίνει αὐτὸ ἀναμφισβητήτως καὶ σᾶς λέγω: ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι μοῦ διαφεύγει τὸ 5% 1.000 ὀκάδες μὲ 10.000 κέρδος εἶναι 10 δισεκατομμύρια κέρδος δι’ αὐτοὺς τοὺς μαυραγορίτας. Αὐτὰ τὰ 10 δισεκ. ἔχασαν ἐξ αἰτίας τῆς προμηθείας μου καὶ ἡ ἀγανάκτησίς των δὲν εἶναι βεβαίως ψίθυρος, εἶναι κραυγὴ ἀγανακτήσεως.
§220Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐκέρδισαν ἄλλοι καὶ ὄχι ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§221Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκέρδισε τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς. Βεβαίως ὁ κ. Κάντζιας ἀγνοεῖ τὴν κραυγὴν αὐτὴν τῆς διαμαρτυρίας τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐζημιώθησαν, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀνώτερος τῆς ἐκπροσωπήσεώς των, ἀλλὰ πολλὰ πράγματα ἠγνόησεν ὁ κ. Κάντζιας ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἀφήνω ὡρισμένα λεπτομερειακά. Ὅπως εἶπον καὶ τὴν ἄλλην φοράν, ἡ δημοπρασία ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς 27 Ὀκτωβρίου καὶ ἤμεθα μαζὶ Ὑπουργοὶ καὶ λέγει ὅτι ἀνεστατώθη ἡ ἀγορὰ τοῦ Πειραιῶς καὶ εἶπεν ὅτι τὸν ἐπεσκέφθησαν τὴν ἑπομένην καὶ τὴν μεθεπομένην οἱ ἔμποροι, οἱ εἰσαγωγεῖς τῆς ζακχάρεως.
§222Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δὲν εἶπον αὐτό, εἶπον ὅτι τὸ εἶδον ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας.
§223Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τὸ εἴπατε πάντως, ἴσως ἐφροντίσατε νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὰ πρακτικά. Καὶ δὲν ἦλθε νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ ὁ κ. Κάντζιας.
§224Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὁ κ. Κοΐνης μὲ ἠρώτησε.
§225Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἐγώ, διὰ νὰ εἶμαι εἰλικρινής, ἐπειδὴ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ ἐκ τῆς ἄλλης συζητήσεως καὶ ἐπειδὴ ἐθεώρησα ὅτι δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Κάντζιας, ἴσως ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του νὰ εἶπε τὴν ἑπομένην, τὴν μεθεπομένην ἦλθον, καὶ δι’ αὐτὸ ἔκαμα τὴν ἐρώτησιν, διότι μοῦ ἀπέμενεν ἡ ἀπορία νὰ διευκρινισθῇ, ποία εἶναι ἡ ἑπομένη.
§226Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς ἠρώτησε τὸν κ. Κάντζιαν: Ἐβλεπόμεθα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διατὶ δὲν μοῦ τὸ εἴπατε; καὶ εἶπεν ὁ κ. Κάντζιας ὅτι δὲν τὸ ἤξευρε.
§227Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Μίαν προμήθειαν ἡ ὁποία ἀνεστάτωσε τὴν ἀγορὰν τοῦ Πειραιῶς, δὲν τὴν ἔμαθεν ὁ κ. Κάντζιας, Πρόεδρος τοῦ Ἐπιμελητηρίου. Εἶναι ὀλίγον περίεργον, πάντως τὴν ἠγνόησε καὶ δὲν μᾶς εἰδοποίησεν. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς, πρώην Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ δὲν παρηκολούθησεν τὴν πολιτικὴν τῶν διανομῶν διὰ νὰ γνωρίζῃ ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ θίξωμεν οὔτε ἐπὶ δανεισμῷ τὰ ἀποθέματα αὐτά. Τὸ ἠγνόησε καὶ αὐτό.
§228Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ ἀμφισβητῶ.
§229Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ τὸ ἀμφισβητήσητε καὶ νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι ψεύδονται Κυβέρνησις καὶ Ἀποστολή. Εἶχεν ἀγνοήσει τὴ ἄλλην φοράν, ἀλλὰ δὲν ἠγνόησε χθὲς ὅτι οἱ εἰσαγωγεῖς ζακχάρεως Πειραιῶς τοῦ ἐζήτησαν νὰ κάμῃ τὸν ἀγῶνα αὐτὸν διὰ νὰ ξαναπάρουν τὴν εἰσαγωγὴν ζακχάρεως.
§230Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Εἰσαγωγεῖς δὲν ὑπάρχουν.
§231Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Οἱ προπολεμικοί, τὸ ἐδηλώσατε προχθές: Εἴπατε ὅτι ἡ προστασία συμφερόντων ἐδημιούργησε τὸν ἀγῶνα αὐτόν, διὰ νὰ δεχθῆτε τὸ ράπισμα ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην, ράπισμα ἀπὸ τὸν κ. Σοφιανόπουλον, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι ἂν πιστεύσητε ὅτι προσεγένετο ζημία εἰς τὸ δημόσιον, ἦτο ἐπαρκὲς τοῦτο διὰ νὰ κάμητε τὴν ἐπερώτησιν; Καὶ ἕτερον ράπισμα ἀπὸ τὸν κ. Χατζήμπεην, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι ὅση ζάκχαρις καὶ ἐὰν ἤρχετο οἱ ἐργάται θὰ ἠργάζοντο καὶ διατὶ ἐμπλέκετε τὸν Πειραιᾶ μὲ τοὺς εἰσαγωγεῖς. Ἡ ὑπόθεσις δὲν θὰ ἀφεώρα τὸν Πειραιᾶ, θὰ ἀφεώρα δέκα περίπου προπολεμικοὺς εἰσαγωγεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκέρδιζον 500.000 ἕως 1.000.000 δολλάρια, τὰ ὁποῖα σήμερον οἰκονομεῖ τὸ Κράτος. Οἱ προπολεμικοὶ εἰσαγωγεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶχον συνέλθει εἰς τὸ ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου, διότι εἶχεν τὴν λεπτότητα νὰ μὴ προεδρεύσῃ ὁ κ. Κάντζιας, διὰ νὰ συζητήσουν ἐπὶ τοῦ θέματος πῶς θὰ γίνῃ θόρυβος, ὥστε νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς εὐκαιρίας καὶ νὰ πάρωμεν πάλι τὰς εἰσαγωγὰς εἰς τὰ χέρια μας; Τὰ συμφέροντά των ἐπροστάτευον ἀναμφισβητήτως.
§232Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Καὶ τὸ γενικώτερον συμφέρον.
§233Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἀλλὰ ὁ κ. Κάντζιας, ἠγνόησε καὶ κάτι ἄλλο εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν. Ἠγνόησεν ὅτι δὲν ἐπετρέπετο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ φέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μίαν ὑπόθεσιν τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1949 τοῦ στενοῦ του φίλου κ. Θωμοπούλου, μίαν δημοπρασίαν διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον τότε ἐπαρκῆ στοιχεῖα νὰ ἀπαντήσω καὶ θὰ ἀπαντήσω τώρα.
§234Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Αὐτὸς πράγματι ἦτο φίλος μου καὶ συμμαθητής μου παλαιός, ἀλλὰ ἔχει ἀποθάνει ἀπὸ 2ετίας.
§235Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Ἀκούσατε κύριοι, τὶ λέγει ὁ κ. Κάντζιας καὶ προσέξατε διότι εἶναι καταπληκτικὴ ὑπόθεσις. Λέγει ὅτι προέβημεν εἰς προκήρυξιν δημοπρασίας διὰ 9.000 τόννους καὶ ἠγοράσαμεν 18.000 τόννους εἰς τὰς 20)1)49 καὶ ὅτι ἀντὶ νὰ τοὺς πάρωμεν ὅλους ἀπὸ τὸν κ. Θωμόπουλον τὸν τελευταῖον μειοδότην, ἐπήραμεν 9.000 τόννους ἀπὸ τὸν πρῶτον καὶ 9.000 τόννους ἀπὸ τὸν δεύτερον, ἀλλὰ μὲ 1,27 δολλάρια ἀκριβότερα. Καὶ ἐρωτᾶ: Πρῶτον διατὶ εἴπομεν 9.000 καὶ ἠγοράσαμεν 18.000, δεύτερον διατὶ δὲν ἐπήραμεν ἀπὸ τὸν πρῶτον καὶ ἐπήραμεν ἀπὸ τοὺς δύο κατὰ σειρὰν μειοδότας. Ἀπήντησα, κύριοι προχθὲς, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶμαι ἕτοιμος, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχῃ κανεὶς μίαν ἄδειαν ἀγορᾶς ζακχάρεως δὲν εἶναι εὔκολον καὶ τότε εἴχομεν τὸ εὐτύχημα τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ποὺ ἦτο ἡ πρώτη ἡμέρα ποὺ ἀνέλαβον τὰ καθήκοντά μου, διὰ πρώτην φοράν, νὰ μᾶς ἔλθῃ καὶ δευτέρα ἄδεια ἀγορᾶς ζακχάρεως ἄλλων 9.000 τόννων καὶ εἴπομεν, μιὰ ποὺ ἔχομεν προκηρύξει δημοπρασίαν καὶ μιὰ καὶ ἔχομεν πολλὰς προσφορὰς ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους ζακχαρεμπορικοὺς οἴκους, ἂς ἐπωφεληθῶμεν διὰ νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα ἀπόθεμα. Ἀλλὰ ὁ κ. Κάντζιας εἶπε περαιτέρω ὅτι ἡμεῖς ἐκυνηγήσαμεν τὸν κ. Θωμόπουλον, ὅτι τοῦ ἐφέραμε δυσκολίας διὰ τὰς πιστώσεις καὶ ὅτι τὰ ἐμούντζωσεν, ὅπως εἶπε, καὶ μοῦ τὰ παράτησεν. Ἀκούσατε, κύριοι, πῶς ἔχει ἡ περίπτωσις.
§236Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Αὐτὸς ἀπέθανε.
§237Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Διετυπώσατε μίαν κατηγορίαν καὶ διὰ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς ἀπαντήσω κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ καταλήξῃ πολὺ εἰς βάρος σας.
§238Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Πολὺ πλανᾶσθε ἂν νομίζητε ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ εὕρητε οἱανδήποτε ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ καταλήξῃ εἰς βάρος μου.
§239Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς δημοπρασίας τῆς ὁποίας προεδρεύει ὁ κ. Σωφρονόπουλος καὶ μετέχουν καὶ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἐκπρόσωποι τοῦ Ὑπουργείου, παρετήρησεν ἐν πρώτοις ὅτι ὁ Θωμόπουλος δὲν ἐξεπροσώπει ζακχαρεμπορικὸν οἶκον ἀλλὰ ναυτηλιακὸν γραφεῖον. Παρετήρησεν ἐπίσης ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι......
§240Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Εἶχε δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἡ Ἐπιτροπὴ σας;
§241Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Τὸ παρετήρησεν ἁπλῶς. Καὶ ὅτι ὁ δεύτερος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέρους ζακχαρεμπορικοὺς οἴκους τοῦ κόσμου, συνεπὴς πάντοτε εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του. Ὁ πρῶτος ἦτο ἄγνωστος ἐντελῶς ὡς ζακχαρέμπορος. Τὴν ἑπομένην τῆς συμφωνίας ὁ δεύτερος κατέβαλε τὴν ἐγγύησιν. Ὁ Θωμόπουλος μετὰ τρεῖς ἡμέρας καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζει σειρὰ παρακλήσεων τοῦ Θωμοπούλου νὰ ἀλλάξωμεν τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας. Ἐπειδὴ ἦτο ὁ τελευταῖος μειοδότης καὶ δὲν ἠθέλομεν νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι δὲν τὸν ἐπροσέξαμεν ἰδιαιτέρως, ἀλλάζομεν συνεχῶς τοὺς ὅρους τῆς δημοπρασίας καὶ τοῦ ἐπιδεικνύομεν μίαν ἐξαιρετικὴν εὔνοιαν, ἕως ὅτου εἰς τὸ τέλος μᾶς ζητεῖ ὅπως καταθέσῃ τὴν ἐγγύησιν, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἀνελαμβάνομεν τὰ φορτωτικὰ ἐκεῖ καὶ δεύτερον ὅτι ἂν δὲν εὕρῃ ναῦλον μὲ 12,75, ὅ,τι πάρα πάνω πληρώσῃ διὰ ναῦλον θὰ τὸ πληρώσῃ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Καὶ τότε σταματῶ τὴν εὔνοιαν πρὸς τὸν Θωμόπουλον καὶ λέγω, ὄχι. Ἐπανέρχεται ἐκεῖνος καὶ ζητεῖ νέας διευκολύνσεις, ἔχω ὁλόκληρον φάκελλον ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἀναιρεῖ τοὺς ὅρους. Ἐκρατήσαμεν τὴν προσφορὰν καὶ εἰς τὸ τέλος ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ μᾶς φέρει ὁ ἴδιος ἕνα τηλεγράφημα τοῦ ἐκπροσωπουμένου του, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν παραγγελίαν. Ἀφοῦ τοῦ ἐδώσαμεν καὶ προθεσμίας καὶ παρατάσεις τὴν μίαν ἐπὶ τῆς ἄλλης, ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ λέγει ὅτι τὴν ἐγγύησιν τῶν 15.000.000 δραχμῶν πρέπει νὰ μοῦ τὴν πάρετε. Ἀλλὰ κρίνατε καὶ ἴδετε ὅτι δὲν πταίω ἐγὼ ἀλλὰ ὁ οἶκος τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπῶ καὶ ἂν θέλετε νὰ μοῦ τὴν χαρίσετε. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, κύριοι, ὁ κ. Κάντζιας ἐτόλμησε νὰ τὴν φέρῃ ἐδῶ ὡς ὑπόθεσιν εἰς βάρος τῶν ὀργάνων τοῦ δημοσίου, ὡς ὑπόθεσιν διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐκυνηγήσαμεν τὸν Θωμόπουλον. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Κάντζιας ἐπέδειξεν μίαν Γαλατικὴν εὐγένειαν, θέλω νὰ τοῦ τὴν ἀνταποδώσω. Ὁ κ. Κάντζιας προχθὲς εἶπεν δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ὑπάρχει δόλος. Καὶ τοῦ ἀνταποδίδω τὴν εὐγένειαν καὶ τοῦ λέγω ὅτι ἠρεύνησα τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἠρώτησα πολλοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν Πειραιᾶ. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι δὲν εἶναι συνεταῖρος τοῦ κ. Βλαχούτσικου καὶ τοῦ Θωμοπούλου, μεγάλων εἰσαγωγέων ζακχάρεως.
§242Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀνοήτου καὶ κακοήθους ψεύδους. Ὁ Θωμόπουλος ὑπῆρξε συμμαθητής μου, οὐδεμία δὲ οἰκονομικὴ σχέσις μὲ συνέδεσε ποτὲ μετ’ αὐτοῦ. Ὁ Θωμόπουλος ἀπέθανε πρὸ 2ετίας. Λυποῦμαι διότι πολιτικὸς καὶ μάλιστα, υἱὸς πολιτικοῦ μεταχειρίζεται τοιαύτης φύσεως ἐφευρήματα καὶ τοιαύτας συκοφαντίας διὰ νὰ καλύψῃ τὰς εὐθύνας του.
§243Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Καμμία συκοφαντία. Εἶπον κατὰ τὴν γνώμην μου.
§244Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Εἶναι πολὺ εὐθηνὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ διὰ νὰ καλυφθῆτε κύριε Ἀβέρωφ.
§245Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ (Ὑπ. Ἐμπορίου). Ὑπάρχουν δύο Θωμόπουλοι, δὲν ἀπέθανον καὶ οἱ δύο.
§246Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὁ ἀποθανὼν ἦτο φίλος μου. Ὁ κύριος Ἀβέρωφ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, δημιουργεῖ ἐπεισόδια. Φίλους ἔχω, ὅπως ἔχει φίλους καὶ ὁ κ. Γκλαβάνης. Ζῶμεν ὅλοι εἰς τὴν αὐτὴν κοινωνίαν. Οὐδεὶς ὅμως οἰκονομικὸς δεσμὸς μὲ συνέδεσε ποτὲ μὲ τὸν Θωμόπουλον.
§247Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ἀβέρωφ ἐξεστόμισε συκοφαντίαν κατὰ τοῦ κ. Κάντζια ἐφόσον δὲν ἀποδείξῃ ὅσα ἐναντίον του εἶπεν. Ἐὰν πρόκειται ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν νὰ ὁμιλῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ σήμερον, μάλιστα, κατὰ μίαν ἡμέραν ἱστορικοῦ ἐλέγχου κοινοβουλευτικῶν εὐθυνῶν ἐρρέτω πλέον πᾶς περιορισμὸς τῆς γλώσσης καὶ τῆς εὐπρεπείας. Ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ἀβέρωφ νὰ ἀποδείξῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπε σήμερον καὶ προχθὲς ὑπερασπιζόμενος ἑαυτόν, τὰς κατηγορίας δηλαδὴ τὰς ὁποίας ἐπιρρίπτει κατὰ συναδέλφου. Καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ ὁ κ. Κάντζιας καὶ ὁ κ. Ἀβέρωφ καὶ ὅλοι μας νὰ ζητήσωμεν τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ θέτοντες πάντα ταῦτα πλέον ὑπὸ συζήτησιν, νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν κολασμὸν τῆς ἀπρεπείας. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἴπατε πρὸ ὀλίγου ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ συγκρατήσω τοὺς φίλους μου. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν οἱ φίλοι μου παρεφέρθησαν διὰ νὰ χρειασθῇ ὅ,τι ἐζητήσατε. Γνωρίζω ὅμως ὅτι δικάζονται βουλευταὶ εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον διὰ κατηγορίας ἀναλόγους μὲ τὰ περιστατικὰ ἀκριβῶς τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ἀβέρωφ σήμερον ὡς ὑπεράσπισίν του. Αὐτὸ γνωρίζω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἔχω ἀκόμη νὰ εἴπω, ὅταν εὑρίσκεται πρώην Ὑπουργὸς ὅπως ὁ κ. Ἀβέρωφ, ὅστις ὅταν εἴμεθα μαζὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρέπει νὰ τὸ εἴπω, ἔλεγεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι Ὑπουργὸς μαζί μου, καὶ ἔρχεται σήμερον καὶ προβάλλει ὅσα ὁ κ. Ἀβέρωφ ἐπικαλεῖται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἶναι εὔλογος ἡ ἀξίωσίς μου νὰ διατυπώσῃ συγκεκριμένην κατηγορίαν κατὰ τοῦ κ. Κάντζια καὶ νὰ τὴν ἀποδείξῃ. Εἶναι καιρὸς πλέον νὰ σταματήσουν αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ διαβολαί.
§248Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Πρὸς τὸν κ. Κάντζιαν). Ἐὰν δὲν εἶσθε συκοφάντης, σηκωθῆτε καὶ εἴπατέ το. Μὴ ἐπιδεικνύετε χαρτιά. Εἶσθε ἀνίκανος νὰ ὑπερασπίζεσθε τὰ ὅσα ἐκστομίζετε. (Κωδωνοκρουσίαι).
§249Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος εἰς τὴν ἔκκλησιν ποὺ ἔκαμε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι γνωρίζει πόσον σταθερὰ ὑπῆρξεν ἡ στάσις μου ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν. Καὶ ὅταν φιλελεύθερος Ὑπουργὸς κατηγορήθη τότε διὰ μίαν προμήθειαν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὀρύζης, γνωρίζητε ὅτι ἐγὼ ἤμην ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπέμεινα ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Δι’ ὅλας δὲ τὰς περιπτώσεις σταθερῶς ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην αὐτήν. Καὶ πρέπει νὰ καταλάβουν ὅλοι, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς δημοκρατίας εἶναι ἡ ἀποκάλυψις τῶν σκανδάλων, ὅταν ὑπάρχουν (χειροκροτήματα). Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ θὰ εἶμαι πάντοτε ἄκαμπτος. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, ἐὰν δεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι καὶ ὁ κ. Ἀβέρωφ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν, δὲν εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῶ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Διότι ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅτι τὰ σκάνδαλα πρέπει νὰ ἀποκαλύπτωνται, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν πάρουν τὴν σημαίαν τῆς ἐξυγιάνσεως οἱ κομμουνισταί. (Ζωηρά χειροκροτήματα)
§250Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Κύριοι Βουλευταί, σύντομος ἀνακεφαλαίωσις εἶναι καὶ πάλιν. Ἡ πρᾶξις μου ἔγινε συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἔκαμον μίαν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἐξυπηρέτησε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δὲν προεκάλεσα οὐδεμιᾶς δραχμῆς ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον. Ἀντιθέτως, ἐμμέσως, ἔδωσα εἰς τὸ Δημόσιον τὰ ἔσοδα ἐκ δασμῶν, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἐπικαλοῦμαι ὑπὲρ ἐμοῦ. Ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐνήργησα, σεῖς θὰ κρίνητε. Ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐνήργησα ἄριστα, ὅτι ἐνήργησα ἀψόγως, ὅτι ἔφερον ἀποτελέσματα χρήσιμα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὰ αἴτια τῆς ἐπιθέσεως δὲν θέλω νὰ τὰ ἐξετάσω. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς πολιτικῆς ἀντιπερισπασμοῦ —καὶ τὸ λέγω ἀπεριφράστως. Πιστεύω ἐπίσης, διότι ὁ ἴδιος ὁ κ. Κάντζιας τὸ ἐδήλωσεν, ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν τῶν ἐκλογέων του νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Συνεπῶς, ἐφόσον καὶ ὁ ἴδιος τὸ ἐδήλωσεν, ἔχει καὶ τοιαύτην μορφήν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ κάτι τὸ βαθύτερον. Ἡ ἐπίθεσις, ἡ ὁποία διεξάγεται, εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἐκδηλώσεις τῆς συγκρούσεως δύο κόσμων, τοῦ κόσμου τοῦ ἀκράτου φιλελευθερισμοῦ καὶ τοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος, πιστεύων εἰς τὸν φιλελευθερισμόν, δέχεται ὅτι πρέπει νὰ ὑποστέλλεται ἡ σημαία του καὶ νὰ παρεμβαίνῃ καὶ τὸ Κράτος εἰς ὡρισμένας, ἐνίοτε καὶ εἰς πολλάς, περιπτώσεις. Τὸ σημερινὸν Κράτος, κύριοι, ἀναγκάζεται, λόγῳ τῆς ραγδαίας ἐξελίξεως τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν καὶ συχνὰ λόγῳ τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, ἀναγκάζεται νὰ παρεμβαίνῃ εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου, νὰ ἐλέγχῃ καὶ καθοδηγῇ, πειθαναγκάζον, ἢ κάμνει τὸ ἴδιον ἐπιχείρησιν. Καὶ ἔχει καταλήξει εἰς τὰς περισσοτέρας χώρας νὰ εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐπιχείρησις. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ Κράτος εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἐπιχείρησις τοῦ τόπου. Οἱ ἐχθροὶ τοῦ συστήματος αὐτοῦ θέλουν σιγὰ–σιγὰ νὰ ξηλώσουν ἀπὸ τὸ Κράτος αὐτὰς τὰς ἁρμοδιότητας καὶ νὰ τὰς ξαναπάρουν εἰς τὰ χέρια τους, εἴτε ἐκ λόγων ἰδιοτελῶν κινούμενοι, εἴτε διότι πιστεύουν πράγματι ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ὀρθὸν σύστημα. Ἐκδήλωσιν αὐτῆς τῆς ἀντιθέσεως εἶναι ἐν πολλοῖς καὶ αὐτὴ ἡ ἐπίθεσις. Κατὰ τὸ τελευταῖον πεντάμηνον ἔλαχεν εἰς ἐμὲ ὁ κλῆρος νὰ ἀσκήσω τὸν παρεμβατισμὸν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους. Τὸν ἤσκησα μὲ αὐστηρότητα, μὲ προσοχὴν καὶ χωρὶς ὑπερβολάς. Ἀλλ’ ἐγὼ κυρίως ἤσκησα ἐπὶ πεντάμηνον τὸν κρατικὸν παρεμβατισμόν. Καὶ ἔθιξα συμφέροντα, συμφέροντα ὠργανωμένα. Καὶ προεκάλεσα τὴν μῆνιν ἀπὸ πολλὰς κατευθύνσεις. Εἶμαι ἕτοιμος καὶ αὔριον νὰ ἀσκήσω τὸν ἴδιον παρεμβατισμὸν ἐὰν χρειασθῇ, ἐφόσον μοῦ τὸ ἐπιβάλλουν αἱ πεποιθήσεις μου, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς ἐπιθέσεις, τὰς ὁποίας τὰ ὠργανωμένα συμφέροντα θὰ προκαλέσουν ἐναντίον μου ὡς ἐκπροσώπου τοῦ παρεμβαίνοντος Κράτους. Ἀνήκω καὶ ἐκ παραδόσεως καὶ ἐκ θέσεως εἰς τὴν φιλελευθέραν οἰκονομίαν, ἀλλὰ ἔχω συγχρόνως ἀποκτήσει τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ ἄκρατος οἰκονομικὸς φιλελευθερισμός, ὡς εἶπεν ὁ μακαρίτης Διομήδης, ἀπεβίωσε διὰ παντὸς. Ὁ οἰκονομικὸς φιλελευθερισμὸς δὲν δύναται πλέον παρὰ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ ἕνα κρατικὸν παρεμβατισμόν. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι φορεῖς τοῦ παρεμβατισμοῦ αὐτοῦ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ εἶναι εὐτυχεῖς, θὰ ὑπάρχουν πάντοτε αἱ ἐπιθέσεις ἐναντίον των. Εἶναι ζήτημα ψυχικῆς ἀντοχῆς διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἀντιστοῦν εἰς τὰς ἐπιθέσεις αὐτάς καί, προσέξατε, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι θανάσιμον. Τὸ Κράτος ὡς ἐπιχείρησις πρέπει νὰ ἐλέγχῃ τοὺς ἀνθρώπους του. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἰδιοτέλεια, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνικανότης ἢ βαρεῖα ἀμέλεια, ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ταχεῖα ἡ κύρωσις καὶ ἡ ἀποβολὴ ἀπὸ τὸν κρατικὸν μηχανισμὸν διὰ νὰ ἠμπορέσῃς νὰ δουλέψῃς. Ἐὰν ὑπάρχουν ὅμως ἀνθρώπινα σφάλματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς κάθε ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν ἐὰν ἐρευνήσητε, ἀλλοίμονον ἐὰν αὐτὰ τὰ ἀνθρώπινα σφάλματα ἀρχίζωμεν νὰ τὰ κάμνωμεν ἀντικείμενα τιμωρίας, διότι αὐτὰ τὰ ἀνθρώπινα σφάλματα τὰ ἐκμεταλλεύονται οἱ ἐχθροὶ τοῦ σημερινοῦ Κράτους. Ἐγὼ εἰς τὴν περίπτωσίν μου, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἰδικῶς ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν ἔσφαλα, ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι προσέφερα μίαν μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, διότι συνεκράτησα τὴν τιμὴν ἑνὸς εἴδους, τὴν ἔρριψα καὶ αὐτὸ ἐβοήθησεν εἰς τὸ νὰ συγκρατήσω καὶ ἄλλας τιμάς. Εἰς σᾶς ἀνήκει νὰ κρίνητε ἐὰν ἡ ἐνέργειά μου ἦτο ὀρθὴ καὶ καλὴ ἢ ὄχι. Ἀλλὰ πρὶν τελειώσω, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς δώσω τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον ἐπὶ τοῦ θέματος, ὅτι εἶχα ὑπ’ ὄψει μου, ὅταν ἔκαμον τὴν προμήθειαν αὐτήν, ὅτι ἐνδέχεται νὰ εὑρεθοῦν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἴτε καλοπίστως, εἴτε κινούμενοι ἐκ συμφερόντων, εἴτε κινούμενοι ἐκ πολιτικῶν ἐλατηρίων, θὰ κατηγόρουν εἴτε διότι τὴν ἠγόρασα εἰς δραχμάς, ὅπερ λαθραῖον συνάλλαγμα, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ ἐπροτίμησα νὰ μοῦ συμβῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἀπόψε, καὶ νὰ ἔχω ἐν τῷ μεταξὺ δαμάσει μερικὰς τιμὰς εἰς στιγμὰς οἰκονομικῆς δυσχερείας. Καὶ δι’ αὐτὸ ὄχι μόνον τότε τὸ ἐπροτίμησα, ἀλλὰ ἐξακολουθῶ νὰ τὸ προτιμῶ καὶ σήμερον καὶ σᾶς λέγω εἰλικρινῶς ὅτι, ἐὰν αὔριον ἤμην πάλιν Ὑπουργὸς καὶ πάλιν μοῦ ἐτίθετο τὸ ἴδιον δίλημμα, πάλιν θὰ ἐπροτιμοῦσα αὐτὰς τὰς ἐπικρίσεις ἀπὸ τὴν ἀδιαφορίαν μου ἀπέναντι τοῦ κακοῦ καὶ πάλιν θὰ ἔκαμον τὰς ἰδίας ἀγορὰς μὲ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ τὴν ἰδίαν ταχύτητα. Διότι, ὡς εἶπον καὶ προχθές, πιστεύω ἀπολύτως ὅτι πρωτίστη ἀρετὴ τῶν δημοσίων ἀνδρῶν εἶναι μὲν νὰ εἶναι ἀδιάβλητοι, ἀλλὰ καὶ θαρραλέοι, ἀδιάβλητοι πρὸς τὰς ἐπικρίσεις ὁποθενδήποτε προέρχονται. (Χειροκροτήματα).
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως ἐκ μέρους τῶν κ. κ. συναδέλφων περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
§252Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ ἀπαντήσω.
§253Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἀλλὰ λέγει κατὰ πρότασιν 10 βουλευτῶν γενικεύεται ἡ συζήτησις. Διαβάστε το, κύριε Πρόεδρε.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐδιάβασα. Λέγει ὅτι δύναται νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§255Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Προκειμένου περὶ τῆς γενικεύσεως τῆς συζητήσεως τὸ ἄρθρον 51 λέγει: «Γενίκευσις τῆς συζητήσεως ..................... ............ (Ἀναγινώσκει) ............». Προκειμένου περὶ τῆς προτάξεως ἐπερωτήσεως λέγει ὅτι ἡ πρόταξις γίνεται τῇ προτάσει 10 βουλευτῶν καὶ κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως προκειμένου περὶ προτάξεως ἐπερωτήσεως ὁ Κανονισμὸς θέλει ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ προκειμένου περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως δὲν ζητᾷ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος δύναται νὰ κανονίσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα;
§257Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κάθε φορὰ δημιουργοῦνται ζητήματα ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπανειλημμένως ἔχουν λυθῆ ἐδῶ μέσα καὶ κυρίως ἐλύθησαν κάθε φορὰ ὅποτε ὑπάρχει καλὴ θέλησις ἐκ μέρους τοῦ Σώματος καὶ κυρίως ὅποτε ὑπάρχει καὶ καλὴ θέλησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον 51 ὁμιλεῖ καὶ λέγει ὅτι ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως δύναται νὰ γίνῃ ἐὰν τὴν ζητήσῃ ἕνας Ὑπουργὸς, ἢ ἐὰν τὴν ζητήσουν 10 βουλευταί. Καὶ ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἕνας Ὑπουργός, ἐπερωτώμενος καὶ εὑρισκόμενος εἰς δυσχερῆ θέσιν, ἐπιθυμεῖ νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημά του, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς θέλῃ νὰ γίνῃ γενίκευσις τῆς συζητήσεως, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν;
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀσφαλῶς.
§259Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δηλαδὴ θὰ θέσῃ θέμα ἐμπιστοσύνης ἢ μὴ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν Ὑπουργόν; Σεῖς λέγητε ὅτι θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν τὸ ἐζήτησεν ἐδῶ ὁ Ὑπουργός.
§261Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἴδιον. Τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι σαφές. Καὶ οὐδέποτε ἀπὸ μακροῦ χρόνου παρουσιάσθη αὐτὴ ἡ τακτική.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐχαριστῶ πολύ, κύριε Πρόεδρε.
§263Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ λέγω καὶ δημοσίᾳ, διότι μοῦ ἀρέσει νὰ λέγω δημοσία τὴν γνώμην μου. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει ὅτι δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἢ 10 βουλευταὶ νὰ ζητήσουν τὴν γενίκευσιν.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ ποῦ νὰ τὴν ζητήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως;
§265Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς;
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§267Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργός;
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ αὐτὸ λέγω, ὅτι δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§269Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἂν δὲν τὴν δεχθῇ ἡ Βουλή, ποία ἡ θέσις τοῦ Ὑπουργοῦ ἔναντι τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ ἐπὶ τέλους αὐτὸ εἶναι ζήτημα τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν γενικευθῇ ἢ ὄχι ἡ συζήτησις. Σᾶς λέγω μόνον ὅτι εἰσάγονται καινὰ δαιμόνια εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλίου μας.
§270Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πλειοψηφία κυβερνᾷ καὶ ἡ μειοψηφία ἐλέγχει. Εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ διεξαγωγὴ τοῦ ἐλέγχου ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς πλειοψηφίας, κατὰ τῆς ὁποίας στρέφεται ὁ ἔλεγχος; Ἀφ’ ἧς ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις περὶ γενικεύσεως, «IPSO JURE» ἡ συζήτησις θεωρεῖται γενικευθεῖσα.
§271Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρ. Κυβερνήσεως). Ἐφ’ ὅσον τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον διετύπωσε τὴν ἐπερώτησιν ζητεῖ τὴν γενίκευσιν, καίτοι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ κατετοπίσθη πλήρως, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῇ τὴν γενίκευσιν. Νὰ συνεχισθῇ ὅμως ἡ συζήτησις ἀπόψε, διὰ νὰ δοθῇ τέρμα εἰς τὴν σκανδαλοθηρίαν.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Ζαΐμης (Ὑπουργὸς Κοινων. Προνοίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 1667)1951 «περὶ λαϊκῆς κατοικίας» καὶ παρακαλεῖ ὅπως συσταθῇ εἰδικὴ Ἐπιτροπή, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, πρὸς ἐπεξεργασίαν, διότι αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἀφοροῦν ἁρμοδιότητας καὶ ἄλλων Ὑπουργείων. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως συσταθῇ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ ἀνωτέρω σχεδίου νόμου;
§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν 11.30′ μ.μ.;
§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 11.30′ μ.μ. (Ὥρα 10.15′ μ. μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 11.30′ μ. μ.).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§278Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε ἤθελον νὰ παρακαλέσω, ὅπως παρακαλέσητε τὸν κ. ἐπερωτώμενον, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσε, τὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν, καὶ τὴν ἀπάντησιν αὐτῆς διὰ νὰ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς γνῶσιν, ἔστω καὶ ἀργά.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεγνώσθησαν ἐδῶ.
§280Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωσίς των, πρέπει νὰ κατατεθοῦν.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κάντζιας ἔχει τὸν λόγον.
§282Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, λυποῦμαι διότι θὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ πάλιν μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς ἔχει ἐξαντληθῆ. Ἐὰν ἀναγκάζωμαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ πάλιν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ ἐπερωτωμένου πρώην Ὑπουργοῦ κ. Ἀβέρωφ δὲν ἐκάλυψε τὸ θέμα τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως, ἀφ’ ἑνός, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διότι προέβη καὶ εἰς μερικοὺς ὑπαινιγμοὺς ἐναντίον μου προσωπικοὺς ἐντελῶς, ἀσυστάτους, ποὺ πράγματι μοῦ προκαλοῦν ἰδιαιτέραν κατάπληξιν, διότι διὰ τοιούτου τρόπου πολιτικοὶ ἄνδρες προσπαθοῦν νὰ ἀποσείσουν τὰς εὐθύνας των. Θὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομος, διότι καὶ ἐγὼ ἐπιθυμῶ, ὅπως καὶ ὅλοι, νὰ διευκολύνω τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, δεδομένου ὅτι μέγας ὄγκος ἐργασίας καὶ ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος θέματα ἀναμένουν τὴν ἐπίλυσίν των. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ ἴδιον συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερε καὶ μετὰ τόσης καυστικότητος ἐπετέθη ἐναντίον μου, ὅτι κακῶς καὶ ἴσως διὰ νὰ δημιουργήσω ἐντύπωσιν ἀνέφερα τὸ ζήτημα τοῦ ἰδίου συναλλάγματος, ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορητὴς δὲν ἐτοποθέτησε τὸ ζήτημα ἐπὶ ὀρθῆς βάσεως. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ὅτι πρέπει νὰ ἀξιοποιηθῇ ἡ οἰκονομικὴ δύναμις τῶν Ἑλλήνων. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὁ τρόπος τῆς τοιαύτης ἀξιοποιήσεως καὶ ὁ προταθεὶς τρόπος ἐθεώρησα ὅτι δὲν ἦτο σοβαρός, δηλαδὴ ἡ ὑπόδειξις ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν εὐρέως καταναλωτικὰ ἀγαθά, εἶπον, καὶ ἐτόνισα ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστος. Ὁ τρόπος δηλαδὴ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ ἰδίου συναλλάγματος. Παρετήρησα εἰς τὴν προηγουμένην μου ἀγόρευσιν τῆς Παρασκευῆς, ὅτι εἶναι ἀνεφάρμοστος καὶ γι’ αὐτὸ ὑπηνίχθην ὅτι ἴσως νὰ ἔγινε λόγῳ τῆς ὑποθέσεως τῆς ζακχάρεως. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Καὶ κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων αὐτῶν δὲν θὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Προχωρῶν ἀνέμενον ὅτι θὰ ἐδικαιολόγει τὸ κύριον θέμα, τὴν κυρίαν βάσιν τῆς ἐπερωτήσεως. Δηλαδὴ κ. βουλευταὶ ὅτι, καίτοι ὑπῆρχον σοβαρὰ ἀποθέματα ζακχάρεως, ἐν τούτοις προέβη εἰς τὴν προμήθειαν τὴν ἀνώμαλον, τὴν χαριστικήν, καὶ ἐπιζημίαν διὰ τὸ Κράτος, τῶν 5.200 τόννων, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν. Ἀντὶ τούτου ἀναγινώσκει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπιστολὴν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, ἡ ὁποία καθόλου δὲν τὸν καλύπτει. Ὄχι μόνον δὲν τὸν καλύπτει ἀλλὰ τὸν ἀφίνει περισσότερον ἐκτεθειμένον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ἐτόνισεν ὅτι ἐγὼ ἐχαρακτήρισα ψευδῆ τὰ ἐκ μέρους τῆς ἀποστολῆς λεχθέντα. Πῶς τοιαύτη φαντασία ὑπῆρξε καὶ διαστρέβλωσις τῶν λόγων μου δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω. Ἐγὼ ἐτόνισα καὶ προεκλήθη ἐπεισόδιον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀβέρωφ, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, διότι εἰς μίαν συζήτησιν ἐγὼ εἶπα ὅτι δὲν εἶναι ἐπιχειρήματα αὐτά, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διὰ τοὺς ἀκολούθους λόγους οἱ ὁποῖοι εἶναι σαφεῖς καὶ ἀνάγλυφοι. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ κ. Λάπαμ, ὅπως τὴν ἀκούσαμεν εἶναι ἡ ἑξῆς: ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ ἐπιμένει ὅπως τὰ ἐφόδια τὰ εἰσαγόμενα διὰ τῶν δολλαρίων τῆς Ἀμερικανικῆς βοηθείας διανέμωνται κατὰ τρόπον ἰσότιμον, λογικόν, καὶ προγραμματισμένον. Αὐτὸ ἦτο τὸ νόημα τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς. Δὲν ἔχομεν ἡμεῖς ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο, τοὐναντίον τὸ ἐπιζητοῦμεν καὶ δι’ αὐτὸ ἐλέγχομεν τὸν πρώην Ὑπουργὸν διότι δὲν διένειμε τὰ ἐφόδια κατὰ τρόπον ἰσότιμον. Ἡ δικαιολογία τῆς ἐσπευσμένης δημοπρασίας ζακχάρεως δὲν ἦτο ἀκριβής, διότι ὑπῆρχον σοβαρὰ ἀποθέματα τὰ ὁποῖα δὲν ἀρνεῖται ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἀλλὰ ἐπὶ πλέον προκύπτει ὅτι ὑπῆρχον ἀποθέματα καὶ ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τὰ δοθέντα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ. Ἐρωτῶμεν λοιπὸν ἀφοῦ εἴχατε ἀποθέματα διατὶ δὲν ἐκάματε τὰς διανομὰς εἰς τοὺς δικαιούχους τοῦ δελτίου καὶ τοὺς ἐπαγγελματίας; Διότι καὶ αἱ διανομαὶ πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας εἶναι προγραμματισμέναι. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκτάκτων διαθέσεων, ὥστε νὰ ἐπροκαλεῖτο ἡ ἐπέμβασις τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς.
§283Κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΔΗΣ. Ὡς Ὑπουργὸς Διανομῶν..... (Κωδωνοκρουσίαι).
§284Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἐδώσατε 5 χιλ. τόννους καὶ 2.700 τόννους εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ εἰς διανομάς. Αὐτὸ δὲν σᾶς τὸ ἀπαγορεύει ἡ συμφωνία μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολὴν νὰ δώσητε δηλαδὴ ηὐξημένας διανομάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συντελεῖ εἰς τὴν μείωσιν τῆς τιμῆς τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Ὑπῆρχε λοιπὸν ἡ δυνατότης χωρὶς νὰ προσκρούσητε εἰς τὴν συμφωνίαν τῶν Ἀμερικανῶν καὶ τὰ συμπεράσματα ποὺ εἶχον καταλήξει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν. Εἴχατε λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσητε τὸ ποσὸν αὐτὸ χωρὶς νὰ γεννηθῇ ζήτημα μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν. Τοῦτο ἄλλως τὸ γνωρίζω, διότι προέβην καὶ ἐγὼ εἰς ηὐξημένας διανομὰς καὶ μάλιστα εἰς περιστάσεις δυσχερεστέρας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν ὑπῆρχον πρὸς διανομὴν παρὰ μόνον 30 χιλ. τόννοι δι’ ὅλον τὸ ἔτος.
§285Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τὸ θέμα εἶναι ἐὰν διετέθησαν αἱ ποσότητες....
§286Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἀπὸ τὰς 5 χιλ. τόννους δὲν διετέθησαν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν παρὰ μόνον 500 οἱ ἄλλοι διετέθησαν εἰς ηὐξημένας διανομὰς τῶν προγραμματισμένων δελτιούχων ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς 2.500 τόννοι καὶ ὄχι ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζάκχαριν. Δι’ αὐτὸ ἀπήντησα ὅτι τὰ προβληθέντα ἐπιχειρήματα δὲν εἶναι σοβαρά, ἀκριβῶς διότι ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἐνῷ εἶχε πολλὰ δικαιώματα νὰ ἀσκήσῃ, ἔδωσεν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους διὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἄνευ διαγωνισμοῦ ἕνα τεράστιον ποσόν, ἐνῷ τὸ δημόσιον θὰ εἶχεν ἄλλως νὰ ὠφεληθῇ μίαν διαφορὰν 5 δισεκατομμυρίων. Τὸ λεχθὲν παρὰ τοῦ κ. Ἀβέρωφ ὅτι δῆθεν τὸ Κράτος βάσει τοῦ κόστους διαθέτει τὰ ὑπ’ αὐτοῦ διαθετέα ἀγαθὰ εἰς τὸν πληθυσμὸν δὲν εἶναι ἀληθές. Παράδειγμα τὸν Ἰούνιον μῆνα ἡ ζάκχαρις διετέθη πρὸς δραχ. 11.700 κατ’ ὀκᾶν ἐνῷ ἦτο ἀγορασμένη μὲ 130 δολλάρια καὶ δὲν ἐστοίχιζεν αὕτη 8 χιλιάδες, μολαταῦτα τὴν διέθεσε τὸ Δημόσιον μὲ ηὐξημένην τιμὴν τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλε, διὰ νὰ ἔχῃ μεγαλύτερον κέρδος, ἄρα καὶ τὴν διαφορὰ τῶν 1.000 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν ποὺ θὰ ἐξοικονομεῖτο ἐκ τῆς ἀγορᾶς ἐν προκειμένῳ θὰ τὴν ἐκέρδιζε τὸ Δημόσιον εἰς βάρος φυσικὰ τῆς καταναλώσεως. Τὸ Δημόσιον ἐν προκειμένῳ λοιπὸν ἐζημίωσεν.
§287Α. ΣΒΩΛΟΣ.....
§288Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἐτόνισεν ὁ κ. Ἀβέρωφ, ὅτι οὐδέποτε τὸ Δημόσιον ἀποκομίζει κέρδος ἀπὸ τὰς ἀγοράς του, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι πραγματικόν. Ἄλλο ἐὰν δὲν ἐπιτρέπηται νὰ γίνεται.
§289Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν εἶπον «οὐδέποτε», ἀλλ’ εἶπον ὅτι εἰς τὰς προμηθείας εἰς δραχμὰς αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῷ σκοπῷ ἐπηρεασμοῦ τῆς τιμῆς τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, τὸ Δημόσιον δὲν κάμνει ἐμπόριον. Εἰς τὴν ἄλλην ζάκχαριν τὴν ὁποίαν παίρνει μὲ δολλάρια ἐπιβαρύνει τὴν τιμὴν τῶν διανομῶν εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας διὰ νὰ ἠμπορῇ νὰ τὴν δώσῃ διὰ τῶν δελτίων.
§290Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Πρώτην φορὰν τὸ λέτε αὐτό. Ἐξημιώθη καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ἡ κατανάλωσις. Ἡ εἰσαγωγὴ εἶναι τοῦ Δημοσίου, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία καταβάλλεται εἴτε εἰς συνάλλαγμα εἴτε εἰς δραχμάς, ἐκ τῶν κρατικῶν δραχμῶν, ἐκ τοῦ εἰδικοῦ λ)σμοῦ ἐφοδίων. Πρόκειται, λοιπόν, περὶ δημοσίου πλούτου. Τὸ Κράτος ἀποκομίζει κέρδος, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν τὸ καρποῦται, διότι κατασπαταλᾶται κατὰ διαφόρους τρόπους. Πέραν αὐτῶν, κ. βουλευταί, ἡ συμφωνία μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολὴν δέν ἐμποδίζει καθόλου τὴν διάθεσιν τῶν ἀγαθῶν καὶ δι’ ἀνάγκας ἔξω τοῦ προγράμματος, ὅπως συμβαίνει δι’ ὅλα τὰ ἄλλα ἐφόδια. Ὁ βακαλάος π. χ. διανέμεται ἐλευθέρως, δὲν ὑπάρχει ἔλεγχος τῆς καταναλώσεως. Διατί, εἰδικῶς διὰ τὴν ζάκχαριν, θὰ ὑπάρχῃ ἔλεγχος τῆς διαθέσεως; Καὶ ὁ καφὲς διατίθεται εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, ὅπως καὶ τὸ γάλα καὶ πλεῖστα ἄλλα ἀγαθά. Μόνον, λοιπόν, διὰ τὴν ζάκχαριν συμβαίνει νὰ ἐπιμένῃ ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ εἰς τὴν αὐστηρὰν τήρησιν τῆς συμφωνίας; Εἶχε λοιπὸν μεγάλο ἀπόθεμα ἐκ τῶν εἰσαγωγῶν ἐκ δολλαρίων τῆς Ἀμερικανικῆς Βοηθείας. Ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἐλευθέρως ἐκ τούτου χωρὶς καμμίαν παρεξήγησιν καὶ νὰ δώσῃ ἄνεσιν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους νὰ συναγωνισθοῦν καὶ νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον μέγα ποσόν. Μένει, λοιπόν, ἀπολύτως ἀκάλυπτος ὁ κ. Ἀβέρωφ εἰς τὸ σημαντικὸν αὐτὸ σημεῖον τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Διὰ νὰ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ὁ κ. συνάδελφος, ὠλίσθησεν εἰς ἕνα σοβαρόν, σοβαρώτατον ἀτόπημα. Ἀνέφερεν ὅτι ἐγὼ ὑποστηρίζω ὡρισμένα ὠργανωμένα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω ποῦ καὶ πῶς τὰ συλλαμβάνει. Ἀλλὰ οἱ ἔχοντες συμφέροντα καὶ διαθέτοντες ἀποθέματα δὲν ἀνήκουν εἰς ὠργανωμένα συμφέροντα. Εἶναι ἄνθρωποι ἄγνωστοι, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἐπαγγελματίαι, οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουν μεγαλυτέρας ποσότητας ἀπὸ ἐκείνας ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ λειτουργία τοῦ ἐπαγγέλματός των ἢ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ μικροπωληταὶ ποὺ ἀγοράζουν τὴν ζάκχαριν ἀπὸ τὰ διάφορα χωριὰ καὶ τὴν διαθέτουν ἔπειτα εἰς τὰς πόλεις. Αὐτὸς εἶναι ἕνας κόσμος ἄγνωστος, ἀσύλληπτος, ἀδέσποτος καὶ δὲν γνωρίζομεν ποὺ ἀνήκει. Ἀνέφερε καὶ πάλιν ὁ κ. Ἀβέρωφ ὅτι ηὐξήθη ἡ καταναλωτικὴ δύναμις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ἀλλὰ μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ σπαταλῶμεν τὴν ζάκχαριν ἔτσι εἰς χαριστικὰς διανομάς; Δὲν τὸ νομίζω. Νὰ αὐξήσωμεν τὰς εἰσαγωγικὰς ἀνάγκας διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ εἶναι σφάλμα, διότι ἡ Ἑλλὰς διαθέτει προϊόντα ἐκ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ παρασκευάσωμεν οὐσίας σπουδαίας θρεπτικότητος, ὅπως εἶναι τὸ πετιμέζι ἀπὸ τὸ σταφύλι, μὲ τὸ ὁποῖον συνετηρεῖτο ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Αὐτὰ λέγονται ἁπλῶς διὰ νὰ δικαιολογήσουν μίαν ἐσφαλμένην, μίαν κακὴν διαχείρισιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀβέρωφ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπαινιγμὸν τὸν ὁποῖον ἔκαμε δι’ ἐμέ, ὅτι δῆθεν εἶμαι συνεταῖρος μὲ κάποιον ἐνδιαφερόμενον διὰ τὴν ζάκχαριν, τὸν Θωμόπουλον, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάξιος αὐτοῦ καὶ δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ τὸν κάμῃ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ εἶναι σεβαστὸς καὶ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν καὶ εἰς τὴν πολιτικήν του ζωήν. Διότι ὁ Θωμόπουλος εἶναι ἕνας ἐντιμώτατος καὶ κατὰ πάντα ἀξιόλογος ἄνθρωπος, καὶ δὲν θὰ τὸ θεωροῦσα καθόλου ὑποτιμητικὸν νὰ εἶμαι συνεταῖρος του. Ἀλλά, δυστυχῶς δὲν εἶμαι. Ἐὰν δὲ ἐνδιαφερώμην κατὰ τὸν Α ἢ Β τρόπον διὰ τὸν οἶκον αὐτόν, θὰ ἐνδιαφερόμην ἀπὸ τὸ 1949 ποὺ ἐγεννήθη κάποια διαφορά. Δὲν θὰ τὸ ἀνέφερα τὸ γεγονός. Ἀλλ’ ἐκ τῶν καταστάσεων ποὺ μοῦ ἔδωσε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, προκύπτει πάλιν μία παρέκκλισις ἀπὸ τὴν ὀρθόδοξον τακτικήν. Διότι ἐνῷ ἦτο ὁ τελευταῖος μειοδότης ὁ οἶκος Θωμοπούλου ἔδωσε καὶ εἰς τὸν προηγούμενον μειοδότην ἄλλους 9 χιλ. τόννους, πρᾶγμα ποὺ ἀνέτρεψε τὴν βάσιν τῆς δημοπρασίας. Λυποῦμαι διότι ἀναγκαζόμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς τοιαύτας προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις, ἀλλὰ ὑπεχρεώθην πρὸς τοῦτο λόγῳ τῆς πρωτοφανοῦς αὐτῆς διαχειρίσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀβέρωφ τοῦ ζητήματος. Διὰ νὰ ἀποσείσῃ τὰς εὐθύνας του προέβη εἰς προσωπικὴν ἐπίθεσιν ἐναντίον τοῦ ἐλέγχοντος. Εἶναι τοῦτο πρωτάκουστον καὶ ἄηθες εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικά, ὄχι μόνον τῆς χώρας μας, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων πεπολιτισμένων Κρατῶν. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω περισσότερον. Ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀβέρωφ. Ἐγὼ ἐπιμένω ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως εὐθυνῶν, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀγαθῶν ἀπὸ μέρους τοῦ Κράτους.
§291Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐξετοξεύθησαν ἐναντίον σας ὡρισμέναι σοβαρώταται κατηγορίαι ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἀβέρωφ ὅτι εἶσθε συνεταῖρος κλπ. Δέχεσθε τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐπιτροπῆς;
§292Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ὁ κ. Ἀβέρωφ ἔκαμεν ἕνα ὑπαινιγμόν. Δὲν πρόκειται περὶ σοβαρᾶς κατηγορίας. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ καὶ δι’ ἐμὲ συγχρόνως νὰ γίνῃ ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε. Νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν εἶναι ἀληθὴς ἢ ὄχι ἡ κατηγορία. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν συνεδρίασιν τῶν μελῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ἐπιμελητηρίου, νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἔκαμαν νὰ συνέλθουν καὶ ὀρθῶς ἐξήτασαν τὸ θέμα τοῦτο. Ὅλοι ὀφείλομεν ἀπὸ τῆς θέσεώς μας νὰ ἐργαζώμεθα καὶ νὰ μελετῶμεν τὰ ζητήματα. Ἐὰν ἡμεῖς ἐνδιαφερώμεθα διὰ τὸν Πειραιᾶ, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον μας καὶ τὰ εἰδικὰ θέματα τῆς περιφερείας μας εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ ἐξετάσωμεν. Προσωπικὰ συμφέροντα δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξυπηρετήσωμεν, ἀλλ’ ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὰ γενικὰ συμφέροντα μιᾶς πόλεως ὁλοκλήρου, χωρὶς οὐδένα περιεχόμενον προσωπικοῦ συμφέροντος. Θὰ ἤθελον πρὶν τελειώσω νὰ ἀναφέρω τὸ ἑξῆς: Διαρκῶς λέγομεν, μεγαληγοροῦντες, ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν τὸ πᾶν διὰ μίαν ἀνάτασιν ἠθικήν, διὰ τὴν δημιουργίαν ἑνὸς πνεύματος αὐστηρότητος, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀνορθώσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς. Καὶ θὰ κάμω μίαν παρατήρησιν: Ὅτι, εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ παρελθὸν προέβη ἀφ’ ἑαυτῆς εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ εἰς τὴν ἐπιβολὴν κυρώσεων ἐναντίον πολιτικοῦ ἀνδρός. Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς παρετηρήθησαν τοιαῦται ἀνωμαλίαι, ἡ Βουλὴ ἐρυμουλκήθη, εἴτε ἀπὸ τὸν Τύπον, εἴτε ἀπὸ ὡρισμένας πράξεις τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἡ Βουλὴ θὰ πρέπει νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν πρωτοβουλίαν, νὰ προβαίνῃ εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ νὰ ἐπιβάλῃ τὰς κυρώσεις ἐναντίον ἑνὸς μέλους της. Μόνον τοιουτοτρόπως θὰ ἀναστηλώσωμεν τὸ κῦρος καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ θὰ ἐξυπηρετήσωμεν γενικώτερον τὴν πατρίδα μας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν μοναδικὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἐδῶ.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μανιαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§294Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἐγώ, κ. Βουλευταί, εἶμαι πάντοτε ὀλιγόλογος καὶ δὲν θὰ σᾶς κουράσω. Ὅταν εἰς τὰς 22 Δεκεμβρίου ἤχθη δι’ ἐπερωτήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τῆς ἀνωμάλου, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Κάντζιας, προμηθείας ζακχάρεως, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Κάντζια καὶ τοῦ κ. Ἀβέρωφ, ἐγὼ ὡμολόγησα ὅτι ἐτάχθην ὑπὲρ τοῦ κ. Ἀβέρωφ. Διότι καίτοι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔφερεν ὁ κ. Κάντζιας περὶ ζημίας, περὶ ὑπερβολικοῦ κέρδους, περὶ ἀνωμάλου δημοπρασίας, περὶ λαθραίας ἐξαγωγῆς συναλλάγματος, ἦσαν ἀκριβῆ, ὅταν ἤκουσα νὰ μᾶς λέγῃ ὁ κ. Ἀβέρωφ ὅτι δὲν εἶχε ζάκχαριν καὶ ἔπρεπε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ εὕρῃ ζάκχαριν νὰ διανείμῃ εἰς τὸν πληθυσμόν, εἶπα μέσα μου, ἀλλὰ καὶ εἰς συναδέλφους, «μπράβο του, μοῦ ἀρέσουν οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ὁποῖοι ἀναπτύσουν πρωτοβουλίαν». Ἐξ ἰδιοσυγκρασίας ἐπαινῶ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ὀρρωδοῦν πρὸ τῶν εὐθυνῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ρυμουλκοῦνται ἐκ τῶν εἰσηγήσεων τῆς ὑπαλληλοκρατίας, ἀλλὰ σπάζουν τὸ κεφάλι τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου ὁ ὁποῖος τολμᾷ νὰ εἰσηγῆται τὰ μὴ συμφέροντα εἰς τὸ κοινωνικὸν σύνολον. Τοῦτο εἶναι συνεπὲς πρὸς τὰς ἀρχάς μου, διότι εἶμαι ἐναντίον τῆς γραφειοκρατίας, εἶμαι ἐναντίον τοῦ Κράτους τῶν ὑπαλλήλων, ποὺ εἶναι χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τῶν ἐντεῦθεν τοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος χωρῶν. Μόνον οἱ χῶρες τοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος ἔχουν χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τὴν ἀφόρητον γραφειοκρατίαν, ὅπου ὁ Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ ὑπογράφῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ εἰσηγηθοῦν τὰ λαμπορατόρια. Ἐκεῖ δὲν ἔχει ἀξίαν ἡ προσωπικότης, δὲν ὑπάρχει ἱεραρχία ἀξιῶν, ἐκεῖ εἶναι νούμερα. Ὅταν θὰ εἶσθε Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχητε γνώμην. Δι’ αὐτό, ὅταν ἤκουσα τὸν κ. Ἀβέρωφ νὰ λέγῃ ὅτι δὲν εἶχε ζάκχαριν καὶ ἐπέκειντο καὶ αἱ ἑορταὶ καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέπτυξε πρωτοβουλίαν καὶ εἶναι ὑπερήφανος διὰ τὴν πρωτοβουλίαν αὐτήν, εἶπα «εὖγε κ. Ἀβέρωφ», διότι μοῦ ἀρέσουν οἱ Ὑπουργοὶ ποὺ ἀναλαμβάνουν εὐθύνας. Ἀλλ’ ἐν συνεχείᾳ ἀπεδείχθη ὅτι ζάκχαρις ὑπῆρχε πολλή, ὑπῆρχε σχεδὸν τὸ ἥμισυ τῆς ἐνιαυσίου καταναλώσεως, ὑπῆρχον περίπου 35 χιλ. τόννοι, διὰ τοὺς μῆνας Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον. Καὶ ἐρωτῶ τώρα: Ἀφοῦ εἶχε τὴν ποσότητα ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπήρκει ὄχι μόνον διὰ δύο, ἀλλὰ καὶ διὰ τρεῖς καὶ τέσσαρας μήνας, ὅπως καὶ ἐπήρκεσε, διατὶ ὁ κ. Ἀβέρωφ, ἐπῆρε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἐσπευσμένης διακηρύξεως δημοπρασίας μὲ ἐλευθέρας δραχμάς; Ὁ κ. Ἀβέρωφ μᾶς εἶπεν ἀπόψε, ὅτι ἐδεσμεύθημεν ἀπὸ τὰς συμφωνίας μας μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν, συμφωνίας ἐπιβεβαιουμένας καὶ διὰ τῶν ἐπιστολῶν, τῶν ὁποίων μᾶς ἀνέγνωσε. Ἀλλά, κύριε Ἀβέρωφ, ἡ ἐπιστολὴ ἐπιβεβαιοῖ αὐτὸ τὸ λεγόμενον ὅτι ἡ Ἀποστολὴ μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἔχουν κανονίσει FIX τόννους κατὰ μῆνα. Πέραν αὐτῶν δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε νὰ ἀναλίσκετε ἐκ τῶν ἐφεδρικῶν. Ἐὰν ἡ ἐπιστολὴ λέγῃ νὰ κάμετε διανομὰς ἰσομερεῖς, αὐτὸ τί σημαίνει; Ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀσκεῖτε, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία δημιουργεῖ τὰς πληγὰς τῆς μαύρης ἀγορᾶς. Διότι, ἐὰν πάρετε τὴν κατάστασιν τῶν διανομῶν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος διὰ δελτίων καὶ πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας, θὰ ἴδητε ὅτι ἐνῷ ὑπάρχουν ἀποθέματα — τὴν μίαν φορὰν δίδετε 2.900 διὰ δελτίων, τὴν ἄλλην 5.300, τὴν ἄλλην 6.200 .... (Ἀναγινώσκει) ........ Ποῦ ἔγκειται ἡ ἰσομυρία τῶν διανομῶν; Ἰσομερεῖς διανομαὶ θὰ εἴπῃ κάθε μῆνα νὰ δώσῃ ἀνελλιπῶς τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔχει κανονισθῆ νὰ διανέμεται —καὶ ὡς κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζητε τὸ ὕψος τῶν θεωρητικῶν διανομῶν διὰ νὰ εὕρητε τὴν ἰσομερίαν εἶναι διὰ μὲν τὸ δελτίον 4.500 τόννοι τὸν μῆνα διὰ δὲ τοὺς ἐπαγγελματίας 2.000 τόννοι κατὰ μῆνα. Αὐτὰ οὐδέποτε ἐτηρήθησαν. Καὶ ἔχετε ἀκόμα καὶ ἓν πρόβλημα τεράστιον τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἀντίληψιν τῶν Ὑπουργῶν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἤσκησαν οὗτοι τὴν ἐξουσίαν των ὡς Ὑπουργοὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Τὸν πρῶτον μῆνα εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας 5.500 τόννους. Διατὶ ἀφοῦ εἴχατε ἀποθέματα; Τὸν ἄλλο μῆνα 1.330, τὸν ἄλλο μῆνα 430, τὸν ἄλλο μῆνα 230, τὸν ἄλλο 660, τὸν ἄλλο 681, 297 κ.λ.π. Ἠξεύρετε πῶς λέγεται αὐτὸ κ. Ὑπουργέ; Λέγεται πριόνι. Ἐν τῷ μεταξὺ γίνεται ζήτησις καὶ οἱ διάφοροι ἔχουν ἐκμεταλλευθῆ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ ἂν αὐταὶ αἱ ἀνισομερεῖς διανομαὶ ἐγένοντο ὡς λέγει ἡ Ἀποστολὴ καὶ εἰς ἄλλα εἴδη τὰ ὁποῖα διαχειρίζεσθε, καὶ αὐτὸ μᾶς ἐξηγεῖ τὸ φαινόμενον διατὶ τὴν μίαν φορὰν παρουσιάζεται πτῶσις καὶ τὴν ἄλλην ὑπερβολικὴ ἄνοδος. Ἐφ’ ὅσον κύριε τέως Ὑπουργέ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἴχατε εἰς τὰς ἀποθήκας ἀποθέματα διὰ 4 μήνας, ἡ πρωτοβουλία τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξατε διὰ νὰ πάρετε κατὰ ἄλλον τρόπον ἐπὶ πλέον αὐτὴν τὴν δόσιν ζακχάρεως διὰ νὰ αὐξήσητε τὰς διανομὰς εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν ἑορτῶν εἶναι μία δικαιολογία καθ’ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον κ. Ὑπουργέ, ἐδῶ εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας ἔχητε μίαν περίεργον φράσιν τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἀντιληφθῶ, λέγητε ὅτι «ἡ ἀπόφασις λέγει ............ ........ (Ἀναγινώσκει) ........». Καὶ ἐν τούτῳ ἔγκειται τὸ μυστήριον τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Ἂν ἀντελήφθην τὴν ἔνοιαν τῆς φράσεως ἀπὸ κάποιον ἔπρεπε νὰ κρυφτῆτε. Ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἢ ἀπὸ τοὺς Ἀμερικανούς, ἢ καὶ ἀπὸ τοὺς δύο; Θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ μοῦ εἴπητε ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο θέλατε νὰ γελάσητε.
§295Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Θὰ σᾶς εἴπω ὅτι αἱ διανομαὶ τὰς ὁποίας ἐδιαβάσατε διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας, δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Θὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτοῦ εἰς τὴν δευτερολογίαν μου. Ἡ ὑπόθεσις τῆς δεσμεύσεως ἢ μὴ εἶχεν ὡς ἑξῆς: Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω λεπτομερείας αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ ἐπροτίμων νὰ μὴ λεχθοῦν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχε κυρίως ἀντιρρήσεις διὰ τὸ ἴδιον συνάλλαγμα εἶναι ὁ Ἀμερικανὸς ἐμπειρογνώμων ὁ μετασχὼν εἰς τὴν νομισματικὴν Ἐπιτροπὴν κ. Γκαρντλέϋ. Κατώρθωσα νὰ τὸν κάμψω μόνον μίαν φορὰν πέρυσι διὰ τὸ σπορέλαιον, διότι ἦτο τόση ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τοῦ ἐλαιολάδου ὥστε ἤρχισε πλέον νὰ φοβῆται, καὶ τότε εἶχεν ὑποχωρήσει. Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ποὺ ἔγινεν ἡ συνεδρίασις τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου εἰς τὰς 25 Ὀκτωβρίου ἀπεφασίσαμεν ὅπως εἶπον τρία πράγματα: Τὴν προμήθειαν ζακχάρεως, τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν ἐφ’ ὅσον θὰ δεσμεύεται τὸ προϊὸν τῆς πωλήσεως διὰ τρία χρόνια καὶ τὴν εἰσαγωγὴν δερμάτων ἀξίας 300 χιλ. δολλαρίων. Εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς ἀποφάσεις χωρὶς νὰ τὰς ἔχουν ὑπογράψει ἔμεινε σύμφωνον ὁλόκληρον τὸ Συμβούλιον ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου καὶ ὁ Ἀμερικανὸς ὁ ὁποῖος συμμετεῖχεν εἰς αὐτὸ κ. Πέρλ, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελον νὰ μὴ εἴχωμεν φθάσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Γκαρντλέϋ ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ὑπεύθυνος σύμβουλος διὰ τὴν συναλλαγματικὴν πολιτικὴν ἐξηγέρθη διὰ τὰς τρεῖς αὐτὰς ἀποφάσεις καὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοιγῇ ἡ πόρτα τοῦ συναλλάγματος. Αὗται ἦσαν αἱ δύο ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἐδημοσιεύθησαν μετὰ ὀξεῖαν συζήτησιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ὑπεγράφησαν ἀπὸ τὸν κ. Πέρλ. Διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς ζακχάρεως ὄχι μόνον μακρὰς ἀλλὰ καὶ ὀξείας συζητήσεις εἴχομεν. Ἐμοῦ ἐπιμένοντος ἐκάμφθη κάπως ὁ ἁρμόδιος ξένος ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὴν συναλλαγματικὴν πολιτικήν. Καὶ τότε εἶπεν ὅτι ἐμμένει κατ’ ἀρχὴν διὰ νὰ δεσμεύσῃ τὴν δραχμήν. Καὶ εἴπομεν ὅτι ἂν τὴν δεσμεύσῃ δὲν θὰ ἔλθῃ τίποτε. Καὶ τότε εἶπε καὶ ἐκεῖνος δὲν θέλω νὰ τὸ διαλαλήσητε διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι πλέον διακήρυξις ὅτι ἀνοίγει ἡ πόρτα τοῦ ἰδίου συναλλάγματος. Οὕτω, κύριοι συνάδελφοι, ἔχουν τὰ πράγματα.
§296Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν μοῦ δίδετε τώρα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν σᾶς εὐχαριστῶ, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία καθιστᾶ τὴν πρᾶξιν σας ἀκόμη πιὸ ὕποπτον, διότι ὁ κόσμος δὲν ἔλαβε γνῶσιν ὅτι αἱ δραχμαὶ θὰ διατίθενται ἐλευθέρως, χωρὶς τὰς δεσμεύσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ γενικὴ διάταξις.
§297Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Δὲν ὑπάρχει γενικὴ διάταξις.
§298Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι εἰς τὴν ἰδίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§299Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ὅ,τι συνεζητήσαμεν εἰς τὸ Συμβούλιον, ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς δημοσιογράφους. Διότι εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην παρίσταντο περὶ τὰ εἴκοσι πρόσωπα. Οἱ δημοσιογράφοι καὶ ἰδίως τῶν ἐμπορικῶν ἐφημερίδων, τὴν ἀνέγραψαν ὡς ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ οὔτε ὑπεγράφη οὔτε ἴσχυσε ποτέ.
§300Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς ἐμπορικὰς ἐφημερίδας καὶ μάλιστα ἐδημιούργησε τὴν ἑξῆς ἀπορίαν: Ἰσχύει καὶ διὰ τὴν ζάκχαριν, νὰ τὰ πάρω τὰ λεπτὰ μου νὰ τὰ κάμω ὅ,τι θέλω ἢ μήπως μοῦ τὰ δεσμεύσουν; Καὶ ἡ Τράπεζα ἀκόμη ἐξεπλάγη ὅταν τῆς ἐπῆγαν τέτοια διαταγή, νὰ τὰ δώσῃ ἀμέσως.
§301Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τὸ ὅτι τὰ μέλη δὲν ὑπέγραψαν εἰς τὸ τέλος τὴν ἀπόφασιν περὶ δεσμεύσεως τοῦ συναλλάγματος, εἰς αὐτὸ δὲν πταίουν τὰ μέλη. Πταίει ὁ προεδρεύων τῆς συσκέψεως, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκάλεσε τὰ μέλη νὰ τοὺς εἴπῃ: Κύριοι ἐλάβομεν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, πάρετε καὶ ὑπογράψατε. Ἐνῷ ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς λέγει ὅτι ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις καὶ ὑπανεχώρησαν μετά. Τὸ ἐρώτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τοῦ Συμβουλίου ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου ὑπῆρξεν ἕνα εἶδος διχασμοῦ τῆς προσωπικότητος. Ὅπως λέγομεν διὰ τὴν διάσπασιν τοῦ ἀτόμου, διεσπάσθησαν τὰ ἐγκεφαλικὰ κύτταρα τῶν μελῶν καὶ ὑπέγραψαν μίαν ἀπόφασιν περὶ ἐλευθέρας εἰσαγωγῆς ζακχάρεως καὶ τὴν ἰδίαν ἡμέραν ὑπανεχώρησαν διὰ τὴν ἄλλην ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐδέσμευε τὰς εἰσαγωγὰς δι’ ἰδίου συναλλάγματος διὰ μίαν τριετίαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. συνάδελφος εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, πῶς ἐπὶ ἑνὸς συνόλου ἑνιαίων ἀποφάσεων, ζακχάρεως, εἰσαγωγῆς δι’ ἰδίου συναλλάγματος, δεσμεύσεις ἐπὶ μίαν τριετίαν, ἔρχεσαι καὶ ἐφαρμόζεις τὴν μίαν, χωρὶς νὰ ἐπιμείνῃς σὺ ἢ ὁ ἁρμόδιος κυβερνητικὸς παράγων, συνήθως ὁ Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ, νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύνολον τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται ὅτι ἔχει κάποιαν RATIO; Διότι ἐδῶ πλέον καταντᾷ αὐτὴ ἡ προμήθεια νὰ εἶναι ξεκρέμαστον μέτρον καὶ χωρὶς καμμίαν συνέπειαν.
§302Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, τὸ ἐὰν ἔτσι ὑπέγραψαν τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ἀλλέως. Τὸ θέμα εἶναι ὅτι ὑπῆρχον 35.000 τόννοι ζακχάρεως εἰς τὴν Ἑλλάδα τοῦ ΔΟΣ καὶ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας ἐπὶ ἓν τετράμηνον. Διατὶ ἡ ἐσπευσμένη προμήθεια τῶν 5.000 τόννων εἰς τιμὴν μάλιστα 100 δολλαρίων ἐπὶ πλέον; Ἐπ’ αὐτοῦ χρειάζεται ἀπάντησις. Τὶ τὸ μπερδεύομεν μὲ τὸ Α ἢ Β ἢ Γ; Τὸ θέμα εἶναι ἁπλοῦν.
§303Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἐδόθη ἀπάντησις ἐπ’ αὐτοῦ.
§304Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Θὰ δευτερολογήσω καὶ θὰ δώσω ὡρισμένας διευκρινήσεις. Ἐπειδὴ εἴχομεν ἐπείγουσαν ἀνάγκην ζακχάρεως δι’ αὐτὸ ἠγοράσαμεν εἰς δραχμὰς ἐλευθέρως ἐπενδυσίμους ἐν Ἑλλάδι εἰς πᾶσαν νόμιμον τοποθέτησιν. Διότι μὲ τὴν δέσμευσιν ἦτο πολὺ ἀπίθανον ὅτι θὰ ἤρχετο ἡ ζάκχαρις. Τὰ ἄλλα δύο μέτρα ἀπέβλεπον εἰς τὸ νὰ ἀνοίξῃ ἡ πόρτα τοῦ ἰδίου συναλλάγματος γενικῶς ὑπὸ ὡρισμένους περιορισμοὺς καὶ δι’ αὐτὸ ἡ ἀντίδρασις.
§305Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἀφοῦ καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν ἠμπορεῖ νὰ διευκρινισθῇ τὸ «ἐλευθέρως διαθετέας» τί σημαίνει, φαντασθῆτε ἐὰν ἦτο δυνατόν, εἰς μίαν ἐπείγουσαν καὶ ἐσπευσμένην δημοπρασίαν, νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὴν ζάκχαριν.
§306ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀντιλαμβανόμεθα.
§307Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Σᾶς μεταδίδω μίαν συζήτησιν μεταξὺ ἐμπόρων εἰς τὴν Τεργέστην. Ὁ εἷς ἔμπορος: θέλω καὶ ἐγὼ νὰ λάβω μέρος. Ὁ ἄλλος: μὴ πλησιάζῃς, δέσμευσις. Ὅταν ἦλθεν ἐδῶ ὁ ἔμπορος καὶ εἶδεν ὅτι αἱ δραχμαὶ θὰ ἦσαν ἐλεύθεραι, εἶπε: τὶ ἔπαθα. Συνεπῶς ἂς μὴ ἀστειευώμεθα. Πρέπει νὰ τὰ ἔχῃ καλὰ εἴτε μὲ τὸν κλητῆρα, εἴτε μὲ τὸν διευθυντὴν εἴτε μὲ τὸν Ὑπουργόν, διὰ νὰ σοῦ εἴπῃ, τί ἐννοεῖ αὐτὸ τὸ «ἐλευθέρως διαθετέας».
§308Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. .... (δὲν ἠκούσθη).
§309Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Τὶ ἐννοεῖ τὸ «ἐλευθέρως διαθετέας»;
§310Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ (Ὑπουργ. Ἐμπορίου). Ὅτι ἠμπορεῖ νὰ τὰς πάρῃ καὶ νὰ τὰς κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§311Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§312Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς εἶπεν, εἰς πᾶσαν νόμιμον τοποθέτησιν.
§313Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μεταβῇ εἰς οἱονδήποτε χρηματιστήν, νὰ ἀγοράσῃ συνάλλαγμα καὶ νὰ τὸ ἐπανεξαγάγῃ.
§314Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι αὐτοὶ καλοῦνται συνεχῶς ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν προστασίας ἐθνικοῦ νομίσματος, διὰ νὰ δικαιολογήσουν ποὺ τὰς ἐχρησιμοποίησαν. Παρακολουθοῦνται.
§315Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ἀβέρωφ, ὅτι ἐκ τῆς δημοπρασίας αὐτῆς θὰ εἰσπραχθῇ καὶ φορολογία, σᾶς ἀπέδειξαν οἱ ἄλλοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει φορολογία, δεδομένου ὅτι ὅλοι οἱ μειοδόται εἶχον μειοδοτήση διὰ λογαριασμὸν ἀνθρώπων εὑρισκομένων εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Ἀβέρωφ, ὅτι δὲν ἐπῆλθε ζημία εἰς τὸ Δημόσιον, δὲν εἶναι σωστός, διότι ἐὰν ἔπαιρνε τὴν ζάκχαριν 1.000 δραχ. ὀλιγώτερον, θὰ τὴν ἐπλήρωνε τὸ καταναλωτικὸν κοινὸν 1.000 δραχ. ὀλιγώτερον, ἐὰν ...... (δὲν ἠκούσθη) χιλιάδας πάρα πάνω τὴν ὀκᾶ, θὰ εἶχε μίαν ὠφέλειαν Α τὸ Δημόσιον 1 δισεκ. δραχμῶν. Τὸ θέμα καθ’ ἡμᾶς εἶναι πλήρως διευκρινισμένον. Ἴσως ὁ κ. Ἀβέρωφ νὰ ἠθέλησε νὰ κάμῃ μίαν δοκιμὴν τῆς ἐμμόνου πεποιθήσεώς του διὰ τὰς εἰσαγωγὰς δι’ ἐλευθέρου συναλλάγματος καὶ εὑρῆκε τὴν ζάκχαριν. Νομίζω ὅτι ἔκαμεν ἕνα κακὸ πείραμα, διότι ἡ ὑπόθεσις τῆς ζακχάρεως εἶναι διαβλητέα, δεδομένου ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόθεμα 5 μηνῶν καὶ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ κανονικὰς διανομάς, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται ἡ ἀνώμαλος δημοπρασία. Ἐφ’ ὅσον συνεπῶς δεχόμεθα ὅτι ὑπῆρχε ποσότης τεραστία ζακχάρεως ἐδῶ, τότε παίρνει ἀξίαν καὶ παίρνει σημασίαν, ὄχι ἐποικοδομητικὴν τῆς καλῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ἀβέρωφ, ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἔγινε ἡ δημοπρασία, διότι ἠμποροῦσε τὴν ὑπόθεσιν τῆς δοκιμῆς δι’ ἰδίου συναλλάγματος νὰ τὴν κάμῃ μὲ ἄνεσιν ἑνὸς μηνὸς νὰ λάβῃ μέρος περισσότερος κόσμος διὰ νὰ μὴ παρουσιάσῃ τὰ τραγικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα τὸν ἔφεραν εἰς τὸ δυσάρεστον σημεῖον ν’ ἀποσείῃ κατηγορίας. Νομίζω ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῆς παραπομπῆς ἐνώπιον ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι τοσοῦτον ἐπιβεβλημένη, ὅσον οἱ δημόσιοι ἄνδρες ἔχουν τὴν καθολικὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι τίμιοι καὶ χειρίζονται μετὰ σεβασμοῦ τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἐν προκειμένῳ δὲν ὑπάρχει σεβασμὸς πρὸς τὸν δημόσιον πλοῦτον, καὶ θὰ ἔπρεπεν ὁ κ. Ἀβέρωφ νὰ ζητήσῃ τὴν διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως.
§316Ε. ΚΟΘΡΗΣ (Ὑφυπ. παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Ἐδῶ βλέπω ἕνα πίνακα ὁ ὁποῖος ἐμφαίνει τὰς γενικὰς διανομὰς τοῦ 1950. Λέγει 56.400 τὸ σύνολον τοῦ ἔτους. Ἐὰν τὸ διαιρέσωμεν διὰ τοῦ 12 εἶναι 4.700. Πόσοι εἶναι περίπου οἱ δικαιούμενοι διανομῆς; Εἶναι περίπου 7.400.000. Ἔχει σημασίαν ἐὰν τὸν 1 μῆνα οἱ δικαιούμενοι πάρουν ὀλιγώτερον καὶ τὸν ἄλλο περισσότερον;
§317Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὑπάρχει ἀνισότης διανομῆς.
§318Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἔχει σημασίαν διότι ἡ δημιουργία ἀνίσου διανομῆς εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κάμνει τὰς μεγάλας διακυμάνσεις ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν κατεργαρέων.
§319Ε. ΚΟΘΡΗΣ (Ὑφυπ. παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Αἱ διανομαὶ γίνονται ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον τμήματα.
§320Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Δυστυχῶς δὲν γίνονται. Ἐπῆγαν μὲν εἰς τὰ κέντρα διανομῶν, ἀλλὰ δὲν διενεμήθησαν, ἄρα δὲν λειτουργοῦν καλῶς αἱ ὑπηρεσίαι.
§321Ε. ΚΟΘΡΗΣ (Ὑφυπ. παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς στέλλονται καταστάσεις τί διενεμήθη καὶ τὶ παρέλαβον αἱ κοινότητες· αἱ κοινότητες ὅλες δὲν παραλαμβάνουν ταὐτοχρόνως, ἠξεύρετε τί δυσχέρεια ὑπάρχει διὰ τὴν ταὐτόχρονον παραλαβὴν τῶν εἰδῶν αὐτῶν.
§322Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Αἱ ὑπηρεσίαι δὲν λειτουργοῦν κανονικῶς καὶ ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἶναι θῦμα τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ δι’ αὐτὸ θέλω ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ νὰ προχωρήσῃ ἔτι περαιτέρω διὰ τὰς ὑπηρεσίας διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα γίνεται ἀπὸ σκοποῦ καὶ πέφτουν οἱ Ὑπουργοὶ θύματα, διότι ἔχομεν ἀφόρητον ὑπαλληλοκρατίαν.
§323Ε. ΚΟΘΡΗΣ (Ὑφυπ. παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Τὸ Ὑπουργεῖον διανέμει κανονικῶς καθ’ ἕκαστον μῆνα τὴν ποσότητα ποὺ πρέπει νὰ διανεμηθῇ καὶ ὅταν δὲν γίνῃ ἡ διανομὴ ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἢ τῶν κοινοταρχῶν, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελέσῃ σκόπιμον ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ διανομὴν ἡ ὁποία νὰ προκαλέσῃ ὕψωσιν τῶν τιμῶν;
§324Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Σᾶς ἐξήγησα ὅτι ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν ἐπέρχεται ἀπὸ τοὺς ἐπαγγελματίας, διότι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖοι οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἐξασφαλίσουν..........
§325Ε. ΚΟΘΡΗΣ (Ὑφυπ. παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ). Σεῖς ἀποδίδετε ὑπαιτιότητα εἰς τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὸ ζήτημα τῶν διανομῶν. Ποίαν ὑπαιτιότητα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς ἐὰν εἰς μίαν ὀρεινὴν ἐπαρχίαν δὲν ἐπῆγε ἕνας κοινοτάρχης νὰ παραλάβῃ τὴν ζάκχαριν καὶ πῶς θὰ προκληθῇ ἐκ τοῦ λόγου τούτου εὐθύνη διὰ τὸν Ὑπουργόν;
§326Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ μᾶς δοθοῦν τέλος πάντων τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐζητήσαμεν, ἢ θ’ ἀκολουθήσουν τὴν ἰδίαν μέθοδον. Ἐὰν δὲν μοῦ δοθοῦν τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, δὲν ἠμπορῶ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἀπορῶ κύριε Πρόεδρε πῶς δὲν τὰ ζητήσατε σεῖς ἀπὸ τὸν ἀπαντήσαντα Ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ τὰ στοιχεῖα. Ποῖος θὰ ζητήσῃ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος θὰ τὰ ζητήσω; Ἐγὼ ὑποβάλω αἴτησιν καὶ ζητῶ νὰ μοῦ δοθοῦν τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ Ὑπουργὸς δεδομένου ὅτι ἔκαμε χρῆσιν, δὲν θὰ τὰ ἴδωμεν αὐτὰ τὰ στοιχεῖα;
§327Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἐφόσον ἔκαμε χρῆσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὀφείλει νὰ τὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν.
§328Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ (Ὑπ. Ἐμπορίου). Μοῦ ἐζητήσατε τὰς ἐπιστολάς, θὰ κατατεθοῦν.
§329Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἡ στοιχειώδης εὐπρέπεια ἐπιβάλλει νὰ κατατεθοῦν αὐτὰ τὰ χαρτιά.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρτάλης ἔχει τὸν λόγον.
§331Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ ὅλη ὑπόθεσις ἔγινεν ἀντικείμενον μιᾶς συζητήσεως, διότι νομίζω, ὅτι οἱ ἀγορηταί, τόσον ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅσον καὶ οἱ ἐπερωτῶντες βουλευταί, ἐξέθεσαν τὰς περισσοτέρας πτυχὰς τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Θὰ ἤθελον, κύριοι, νὰ προβῶ εἰς μίαν συστηματικὴν ἀνασκόπησιν τῆς ὅλης καταστάσεως. Καὶ ἔρχομαι πρῶτον εἰς ἕνα σοβαρὸν ζήτημα εἰς τὸ ζήτημα τῶν στοιχείων. Ὅλη ἡ συζήτησις διεξήχθη βάσει πινάκων, ὁμοιομόρφων πινάκων τονίζω, διότι καὶ οἱ πίνακες τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ οἱ πίνακες τῶν κυρίων ἐπερωτώντων βουλευτῶν εἶναι οἱ ἴδιοι. Τονίζω οἱ ἴδιοι κύριοι, διὰ νὰ καταλάβετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφορὰ εἰς τοὺς ἀριθμούς, ὑπάρχει ὅμως ἀφ’ ἑνὸς μὲν διαφορὰ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἀριθμῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχει διαφορὰ εἰς τὴν συσχέτισιν αὐτῶν. Ἐδῶ διεβιβάσθη εἰς τοὺς κυρίους ἐπερωτῶντας βουλευτὰς ἕνας πίναξ, ὁ ὁποῖος κατετέθη εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἔγγραφον ἀναφέρει 7 πίνακας, οἱ ὁποῖοι εἶναι συνηρτημένοι: Πίναξ Α ἐμφαίνων τὰς κατὰ μῆνα διενεργουμένας γενικὰς διανομὰς διὰ δελτίου, πίναξ Β ἐμφαίνων τὰς κατὰ μῆνα εἰδικὰς διανομὰς καὶ διαθέσεις ζακχάρεως, πίναξ Γ ἐμφαίνων τὰς διανομὰς περιφερείας Ἀθηνῶν καὶ ἐπαρχιῶν, πίναξ Δ, πίναξ Ε ἐμφαίνων τὰ κατὰ τὴν 1ην ἑκάστου μηνὸς ἀποθέματα ζακχάρεως εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Κράτους, πίναξ ΣΤ ἐμφαίνων ἀνακεφαλαίωσιν τῶν πινάκων καὶ πίναξ Ζ ἐμφαίνων τὰς ἀφίξεις ἀτμοπλοίων καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ 1950. Θὰ ἐνόμιζε κανείς, κ. συνάδελφοι, ὅτι ἕνας οἱοσδήποτε ἀμερόληπτος κριτής, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶχεν ἀκούσει οὔτε μίαν λέξιν περὶ τῆς συζητήσεως τῆς ζακχάρεως, οὔτε ἐὰν ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶχε διενεργήσει μίαν δημοπρασίαν ἐντὸς 5 ἡμερῶν, οὔτε ἐὰν ἡ δημοπρασία αὐτὴ ἦτο δι’ ἰδίου ἢ Κρατικοῦ συναλλάγματος, ἐφ’ ὅσον θὰ εἶχεν ἐνώπιόν του 6–7 πίνακας, θὰ ἠδύνατο νὰ βγάλῃ συμπεράσματα συγκρίνων τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μέν, μὲ τοὺς τῶν δέ. Εἶμαι εἰς θέσιν ὅμως νὰ σᾶς βεβαιώσω καὶ νὰ καταθέσω εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὰ συμπεράσματα τῆς μαθηματικῆς —ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε ἡ λέξις— ἀναλύσεως τῶν πινάκων αὐτῶν. Οἱ πίνακες αὐτοὶ δὲν ἔχουν καμμίαν συσχέτισιν ὁ εἷς μὲ τὸν ἄλλον. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἀμέσως παράδειγμα, Ὁ πίναξ Β λέγει. ὅτι εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καθ’ ὡρισμένους μῆνας, ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρι Δεκεμβρίου, διενεμήθησαν ὡρισμέναι ποσότητες ζακχάρεως· φερ’ εἰπεῖν: Διὰ τὸν Ἰανουάριον 549 τόννοι. Ἐνθυμεῖσθε κύριοι, τὴν Παρασκευὴν ἠγέρθη μία διαφωνία, μία διχογνωμία. Ὅταν ὁ κ. Κάντζιας ἀνέφερεν ὅτι τὸν Νοέμβριον διενεμήθησαν εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας 688 τόννοι, ὁ κ. Ἀβέρωφ ἔμεινεν ἔκπληκτος. Τὸ Σάββατον ὅταν συνήντησα τὸν κ. Ἀβέρωφ μοῦ εἶπεν: «Βλέπεις ἐκ τῶν πινάκων Γ καὶ Δ, ὅτι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ πίνακος Β εἶναι ἐσφαλμένοι». Τῷ ὄντι. Ἔσπευσα ἀμέσως, ἐπῆρα τοὺς πίνακας Γ καὶ Δ καὶ τοὺς ἐξήτασα καὶ τοὺς συνέκρινα μὲ τὸν συνοπτικὸν πίνακα διανομῶν Β εἰς ἐπαγγελματίας. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἔρευνα ὑπῆρξε κάπως ἀπογοητευτική, διότι οὐδεὶς ἐκ τῶν πινάκων Α, Β καὶ Γ συμφωνεῖ μὲ τὸν συνοπτικὸν πίνακα Β. Αὐτὴ ὅμως εἶναι μία λεπτομέρεια ποὺ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν λογαριασμὸν ἀποθήκης. Τὸ σύνολον τῶν ἀφίξεων δὲν συμφωνεῖ ἐπίσης μὲ τὸ σύνολον τοῦ προγράμματος τῆς Υ.Σ.Υ.Ε.Μ., τὸ σύνολον τῶν διανομῶν πρὸς ἐπαγγελματίας ἐκ τῶν πινάκων Γ καὶ Δ δὲν συμφωνεῖ μὲ τὸν πίνακα Δ. κ.ο.κ. Ὑπάρχει δηλ. μία πλήρης ἀσυμφωνία εἰς τὰ στοιχεῖα ποὺ μᾶς παρέδωσεν ἡ Ὑπηρεσία ἡ ἁρμοδία. Καὶ θέτω τώρα ἕνα ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον φαντάζομαι, ὅτι θὰ ἔχῃ κἄποιαν γενικωτέραν σημασίαν. Κατὰ πόσον εἶναι δυνατόν, μία Βουλή, μία Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ συζητῇ ἕνα τόσον σοβαρὸν θέμα, βάσει τελείως ἀκατανοήτων πινάκων, διότι οὐδεὶς ἄνθρωπος —καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν φαντάζομαι νὰ ὑπέπεσα εἰς λάθη ἀριθμητικά, διότι εἶχον τὴν τύχην νὰ ἐλέγξω τοὺς ἀριθμοὺς μὲ ἀριθμητικὴν μηχανὴν— φαντάζομαι ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα νὰ παρουσιάσῃ ἕνα πόρισμα βάσει τῶν στοιχείων ποὺ μᾶς διεβίβασε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορίου καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Εἰς τὸν κ. Ἀβέρωφ, ὁ ὁποῖος μοὶ παρεπονέθη τὸ Σάββατον τὸ πρωΐ καὶ μοῦ εἶπε: «Βρὲ ἀδελφέ, πῶς μοῦ λὲς ὅτι τὸν Δεκέμβριον διενεμήθησαν 688 τόννοι ζακχάρεως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκ τῶν πινάκων Γ καὶ Δ, φαίνεται ὅτι διενεμήθησαν πολὺ περισσότεροι» ἀπήντησα, ὅτι δὲν ἤμουν εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω, ἐὰν δὲν ἐρωτήσαμεν τὴν ἁρμοδίαν Ὑπηρεσίαν, διότι ὁ συνοπτικὸς πίναξ ἀναφέρει 688 τόννους, οἱ δὲ πίνακες Γ καὶ Δ ἀναφέρουν 1.304. Γνωρίζω κ. συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐργασία αὐτή, ἡ ἀκροβατικὴ τῶν ἀριθμῶν εἶναι κουραστικὴ καὶ δὲν θὰ συνεχίσω. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ θέσω ἕνα ζήτημα ἀρχῆς καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐμπορίου ἐλέγξας τοὺς ἀριθμοὺς παρ’ ὅλον ὅτι εἶναι ἀπησχολημένος ὥστε δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ κάμῃ, ἐὰν θὰ ληφθοῦν αὐστηρόταται κυρώσεις ἐναντίον τῶν Ὑπαλλήλων ποὺ ὑπέγραψαν τοὺς πίνακας, μὲ τὴν ἐπίσημον διαβεβαίωσιν ὅτι τοὺς παρέβαλον καὶ τοὺς κατέθεσαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Κύριοι, εἶναι τελείως ἀδύνατον νὰ βασισθῶμεν ἐπὶ τῶν στοιχείων ποὺ μᾶς διεβίβασε τὸ Ὑπουργεῖον, διότι τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἀλληλοσυγκρούονται, ἀλληλογρονθοκοποῦνται. Εἶναι ἀδύνατον νὰ βγάλωμεν ἕνα συμπέρασμα βάσει τῶν πινάκων ποὺ μᾶς ἐστάλησαν. Ἄρα νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς ὡρισμένας γενικὰς ἀντιλήψεις καὶ εἰ δυνατόν, νὰ ἀποφευχθῇ ἡ χρῆσις τῶν ἀριθμῶν, διότι —ὅπως σᾶς εἶπον— οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι σωστοί. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὴν μεγάλην γραμμὴν ὑπερασπίσεως τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μᾶς ἀνέφερε τρία πράγματα βασικά: 1) ὅτι εἶχε μίαν σύμβασιν μὲ τοὺς Ἀμερικανούς, ἡ ὁποία δὲν τοῦ ἐπέτρεπεν ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ δανεισθῇ ζάκχαριν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα ἀποθέματα. 2ον ὅτι δὲν ἠμποροῦσε νὰ πάρῃ συνάλλαγμα ἀπὸ τὴν νομισματικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ 3ον ὅτι ἀντεμετώπιζε μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία τὸν ἐξηνάγκασε νὰ παραβιάσῃ ὡρισμένας διατάξεις τῶν Νόμων καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς εὐθιξίας. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ τρία αὐτὰ ἐπιχειρήματα. Ἀναμφισβητήτως ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔγραψε μίαν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς καὶ εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν ἔδωκε ἕνα «ρεζουμέ»: μίαν γενικὴν ἀντίληψιν τῶν ὅσων εἶχον συμφωνηθῆ μεταξὺ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον ἀπὸ τὴν A.M.A.G. πρὸς τὸ νέον σχέδιον Τροῦμαν, μεταξὺ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν ἑκάστοτε Ἀμερικανικῶν Ἀποστολῶν. Αὐτὰ οὐδεὶς τὰ συζητεῖ. Εἶναι γενικὰ πλαίσια, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κινῆται ἡ Ἑλληνικὴ πολιτική, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν συμφωνήσει ἐπὶ ὡρισμένων πραγμάτων. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν μικρὰν πεῖραν διαχειρίσεως καὶ συναλλαγῆς μὲ τοὺς διαφόρους Ἀγγλοσάξωνας, καὶ —ἂς μοῦ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς— ἔχω μίαν πεῖραν ὀλίγον παλαιοτέραν τῆς ἰδικῆς του. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς κάμῃ τὴν ὁμολογίαν: «ἐγὼ τοὐλάχιστον, εἶμαι ἀνίκανος νὰ ἀντιμετωπίσω τὰς ἀντιρρήσεις τῶν Ἀμερικανῶν», τότε ἀναμφισβητήτως φαντάζομαι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ πιστοποιήσῃ αὐτὴν τὴν ἀνικανότητα καὶ θὰ εἴπῃ: «Ἐφ’ ὅσον εἶσθε ἀνίκανος, μοιραίως ἐδιαλέξατε τὸν δρόμον τὸν στραβόν». Ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: Πῶς ὑπέκυψεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει, ὅτι εἰς πολλὰς περιπτώσεις ὑπῆρξε ἱκανὸς καὶ παρέσυρεν ἀκόμη καὶ τοὺς ἐμπειρογνώμονας; Λέγει ὅτι εἰς μίαν πολὺ σοβαρωτέραν περίπτωσιν, τοῦ σπορελαίου, ἠδυνήθη νὰ μεταπείσῃ τρόπον τινά, τοὺς ἐμπειρογνώμονας καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ δώσῃ μίαν τοιαύτην εἰκόνα τῆς καταστάσεως καὶ μίαν συνέχειαν ἐπιχειρημάτων τόσον ἰσχυράν, ὥστε καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ οἱ ἐμπειρογνώμονες νὰ καμφθοῦν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μεγάλους λόγους, ἀλλ’ ἐκ τῆς μακρᾶς μου πείρας, ἡ ὁποία εἶναι ποικιλότροπος, διότι ἀντεμετώπισα πολλὰς ἀποστολὰς εἰς τὴν ζωήν μου, νομίζω ὅτι ἐὰν ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἐνεφανίζετο ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων Ἀμερικανῶν καὶ τοὺς ἔλεγεν ὅτι ἔχομεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀποθέματα ἀρκετά, ἔχομεν ἀποθέματα 12.000 τόννων περίπου, τὴν 1ην Νοεμβρίου περιμένομεν ἄλλους 10.000 τόννους μὲ τὸ «Πέτρος Νομικὸς» γίνονται 22.000 αἱ γενικαὶ μας διανομαὶ καλύπτονται μὲ 7.000 τόννους, δηλαδὴ ἔχομεν ἐξησφαλισμένους 3 μῆνας καὶ ὡς ἐκ τούτου σᾶς παρακαλῶ δῶστε μου 2.500 τόννους —διότι ἀπεδείχθη ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐχρειάζετο διὰ νὰ ἐπιτύχῃ αὐτὴν τὴν κάμψιν τῶν τιμῶν διὰ τὴν ὁποίαν καυχᾶται ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας—, νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἐν ὄψει τῆς γενικῆς ἐπιδράσεως ἐπὶ τοῦ τιμαρίθμου, ἑνὸς εἴδους πρώτης ἀνάγκης, ὅπως εἶναι ἡ ζάκχαρις, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν οἱοσδήποτε ἐμπειρογνώμων ἢ σύμβουλος τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ τοῦ ἀρνηθῇ τὸ προσωρινὸν αὐτὸ δάνειον.
§332Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Δὲν τοῦ ἔδωσαν 200 τόννους.
§333Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐπεσκέφθησαν τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ τοῦ ἐδήλωσαν ὅτι «βεβαίως εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε, ἔχετε τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών σας, ἀλλὰ ἐὰν θέλετε νὰ πάρετε τοὺς 200 τόννους ὑπ’ εὐθύνην σας νὰ τοὺς πάρετε». Αὐτὴ εἶναι συνήθως ἡ γλῶσσα ποὺ μεταχειρίζονται οἱ Ἀγγλοσάξωνες ὅταν θέλουν νὰ ἐπιρρίψουν τὴν εὐθύνην εἰς τοὺς ἄλλους. Ἐγώ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, θὰ ἔλεγα εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς ὅτι: Κύριοι ἔχομεν 12.000 τόννους, ἀναμένομεν ἄλλους 10.000 = 22.000, ἐντὸς τοῦ Νοεμβρίου, δώσατέ μου, διὰ νὰ κάμω μίαν πρᾶξιν ἐλευθέρας ἀγορᾶς ἢ ἡμιελευθέρας ἀγορᾶς, διότι τὸ πλεῖστον τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν διετέθη εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγοράν, δώσατέ μου ἕνα μικρὸν δάνειον ἐν ὄψει τῶν ὅσων πρόκειται νὰ φέρω δι’ ἰδίου συναλλάγματος, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ ἀντιμετωπίσω μίαν ἀγοράν, ἡ ὁποία μοῦ φεύγει ἀπὸ τὰ χέρια, μὲ ὅλας τὰς συνεπείας διὰ τὰς ὁποίας εἶναι πολὺ εὔθικτοι οἱ Ἀμερικανοί, ὅταν γνωρίζουν ὅτι τοῦτο σημαίνει αὔξησιν ἡμερομισθίων, μισθῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κτλ.
§334Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ὑπόθεσιν.
§335Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Ἐπειδὴ εἴπατε περὶ τοῦ ὕφους τὸ ὁποῖον χρησιμοποιοῦν οἱ Ἀγγλοσάξωνες, γνωρίζετε ὅτι αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ ὕφος τῶν Ἀγγλοσαξώνων διότι δὲν θέλουν ποτὲ νὰ ἐμφανισθοῦν διοικοῦντες καὶ ὅτι λέγουν «ἐσεῖς διοικεῖτε καὶ ἡμεῖς συμβουλεύομεν».
§336Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἐνδεχομένως νὰ εἶσθε ἁρμοδιώτερος εἰς τὸ νὰ ἑρμηνεύητε τὴν λαϊκὴν ψυχολογίαν τῶν Ἀγγλοσαξώνων. Ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω, μὲ τὴν μικρὰν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχω, καὶ ἐγὼ εἶμαι ὁ ὁμιλῶν καὶ ὁ ἐπερωτῶν, καὶ νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ πῶς θὰ ἀντεμετώπιζον ἐγὼ τὴν συζήτησιν, νομίζω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅτι: «δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ πάρω ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἀποθεμάτων ἕνα ὡρισμένον ποσόν», ἐλάχιστον ὅπως ἀπεδείχθη, διότι δὲν ἐχρειάσθησαν κἂν οἱ 8.000 τόννοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐκάματε προκήρυξιν οὔτε κἂν οἱ 5.200 τόννοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐπραγματοποιήθη ἡ προκήρυξις, ἀλλὰ ὅπως ὡμολογήσατε περὶ τοὺς 2.000 τόννους οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐπαρκεῖς διὰ νὰ φέρουν τὴν ζάκχαριν ἀπὸ 27 εἰς 17 ἢ 16, τὸ ἐπιχείρημα, λέγω, αὐτὸ δὲν ἦτο σοβαρόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα ἐναντίον τοῦ χειρισμοῦ τοῦ ζητήματος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔκαμεν. Βέβαια, θὰ εἴπητε ὅτι ἐδῶ μᾶς βεβαιώνει ὡρισμένα πράγματα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ σεῖς μᾶς βεβαιώνετε τὰ ἀντίθετα. Ἐναπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ πιστεύητε ὅποιον θέλετε, ἀλλὰ λυποῦμαι εἰλικρινῶς ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ τέως Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Μελᾶς, ὁ ὁποῖος ἀσθενῶν δὲν δύναται νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, διότι θὰ ἤμην εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι κατὰ τὸ δεκαπενταύγουστον εἶχεν γεννηθῆ τὸ ἴδιον ζήτημα μὲ κρέατα κατεψυγμένα καὶ ἐζητήσαμεν ἕνα δάνειον τότε κρέατος κατεψυγμένου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἀνάγκας τῶν ἑορτῶν.
§337Ε. ΑΒΕΡΩΦ. Καὶ ἐγὼ ἐπῆρα, πολλὲς φορὲς κατεψυγμένον.
§338Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ παρακάμπτεται καὶ δὲν νομίζω ὅτι ὁλόκληρος ἡ αὐστηρότης τῶν Ἀμερικανικῶν ἀρχῶν ἐνετοπίσθη εἰς τὴν ζάκχαριν καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι παίζει τὸν ρόλον του παρὰ τὰς ἐπιστολὰς αἱ ὁποῖαι ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ κυρίου τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦ κ. Λάπαμ. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα, τὴν ἀγορὰν ζακχάρεως δι’ ἰδίου συναλλάγματος, δι’ ἐλευθέρου συναλλάγματος μᾶλλον τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος. Ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἠξεύρω πῶς παραπλανηθείς, ὡμίλησεν περὶ ἐπιπέδου τιμῶν πολὺ ἀνωτέρου τῆς πραγματικότητος. Νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν μέσων Αὐγούστου καὶ τῆς περιόδου τοῦ Νοεμβρίου–Δεκεμβρίου ἢ Σεπτεμβρίου–Ὀκτωβρίου, τὸ ἐπίπεδον τῶν τιμῶν τῆς ζακχάρεως εἰς τὴν διεθνῆ ἀγορὰν δὲν εἶχε διακυμάνσεις πολὺ μεγάλας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὅταν ἠγοράσθησαν αὐτοὶ οἱ 6.000 τόννοι δι’ ἀπ’ εὐθείας συνεννοήσεως μὲ ἕναν οἶκον τῆς Τεργέστης, τοὺς ὁποίους εἶχεν τὴν καλωσύνην ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς νὰ ἀναφέρῃ ὅτι ἠγοράσθησαν πρὸς 186 δολλάρια τσὶφ Πειραιᾶ, ἡ διεθνὴς τιμὴ ἦτο γύρω εἰς τὰ 175 δολλάρια κατὰ τόννον. Νομίζω ὅτι ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου οἱ τελευταῖοι ἀριθμοὶ τοῦ «ἐκόνομιστ» πρὸ 10)ἡμέρου ἀναφέρουν αὐτὰς τὰς τιμὰς. Θὰ ἐρωτήσητε διατὶ ἡ Κυβέρνησις Πλαστήρα ἐπλήρωσε 186 ἐφ’ ὅσον ἡ τιμὴ ἦτο 175; Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφερθῶ εἰς μίαν διακοπὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμον πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι προκειμένου περὶ μικροῦ φορτίου 500 τόννων ἀμέσου παραδόσεως ἡ τιμὴ δύναται νὰ ἔχῃ μίαν διακύμανσιν ποὺ νὰ εἶναι κάτω τοῦ 10%. Λοιπόν, ἐρωτῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐὰν πάρωμεν ὡς γενικὸν ἐπίπεδον τὴν τιμὴν, 172 (186 τὴν ἐποχὴν ποὺ ἐχρειάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ζάκχαριν αὐτὴν) ἐρωτᾶται: πῶς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπὴν τὸ ἀστεῖον ποσὸν τῶν 450–500 δολλαρίων διὰ νὰ ἀγοράσῃ καὶ τοὺς 2.500 τόννους ζακχάρεως, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἦσαν ἀναγκαῖοι διὰ νὰ κάμψῃ τὴν τιμήν; Μᾶς ἀπήντησεν ὅτι γνωρίζετε ὅτι τὰ νομισματικὰ ἀποθέματα τῆς χώρας τὰ χειρίζεται ἡ Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία δὲν ἤθελε νὰ μοῦ δώσῃ τὰς 500 χιλ. δολλαρίων τὰ ὁποῖα ἐζήτησα. Βέβαια ὑπάρχει ἕνα γεγονὸς· μία αἴτησις καὶ μία ἄρνησις. Ἐρωτῶ ὅμως καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν συνδρομὴν τοῦ κοινοῦ νοός: αὐτὴν τὴν στιγμήν, πῶς ἕνα Κράτος τὸ ὁποῖον ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου ἐξώδευσε 13.000.000 δαλλάρια περίπου διὰ τὴν ἀγορὰν χρυσῶν λιρῶν, διὰ νὰ καλύψῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν νομισματικήν του σταθερότητα, δὲν θὰ εὕρισκε 500.000 δολλάρια, δηλαδὴ τὸ ἓν εἰκοστὸν ἕκτον, διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν τιμὴν βασικωτάτου προϊόντος εἰς ἕνα ἐπίπεδον λογικὸν ποὺ θὰ τοῦ ἐξησφάλιζεν ἕνα τιμάριθμον περίπου ὁμαλὸν ἀντὶ νὰ δώσῃ μίαν ἀναταραχὴν τιμαρίθμου, ἡ ὁποία συνεπάγεται, ὡς γνωρίζετε ἀναταραχὴν αἰτήσεων ἡμερομισθίων, μισθῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κ.τ.λ. Νομίζω ὅτι εὐσταθεῖ τὸ δεύτερον αὐτὸ ἐρώτημα, κατὰ πόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἤσκησε τὴν γνωστὴν καὶ μεγάλην του γοητείαν ἀπέναντι τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἐπιτύχῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτυχε ἀπὸ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν, διότι νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δύσκολον, ἂν τὰ πράγματα τεθοῦν ὠμά, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀνέπτυσσεν ἀπέναντι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τῆς Νομισματικῆς Ἐπιτροπῆς ὁλόκληρον τὴν γοητείαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἐδῶ, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δύσκολον νὰ τοῦ ἀρνηθοῦν τὴν συνδρομήν των. Ἐδῶ, κ. συνάδελφοι, τὸ ἐρώτημα τίθεται: διατὶ ὅλη αὐτὴ ἡ φασαρία; Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ τρίτον θέμα. Ἐν προκειμένῳ ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς εἶχε τὴν εὐτυχίαν ἢ τὴν δυστυχίαν νὰ συνδυάζῃ δύο OFFICIA, τὸ OFFICIUM τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας καὶ τὸ OFFICIUM τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ οἱ ἀριθμοὶ τοὐλάχιστον, τοὺς ὁποίους μᾶς δίδει, εἶναι κάπως πειστικοί. Διότι ἐδῶ ἔχομεν μίαν σειρὰν ἀριθμῶν ἀποθήκης, διαθεσίμων δηλαδὴ τόννων ζακχάρεως εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέλαβεν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾶ ἡ ἀσθενής μου μνήμη, περὶ τὰ τέλη Αὐγούστου. Τὴν 1ην Αὐγούστου εἶχε 4.642 τόννους —ἀριθμοὶ καὶ πίνακες, σᾶς εἶπον, εἶναι ἑνιαῖοι· εἶναι οἱ πίνακες ποὺ χρησιμοποιεῖ καὶ ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς καὶ ἡμεῖς, διότι ἔχουν δυστυχῶς, τονίζω, τὴν αὐτὴν προσέλευσιν. Τὴν 1ην Σεπτεμβρίου ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται μὲ 1.935 τόννους, τὴν 1ην Ὀκτωβρίου μὲ 2.269. Κύριοι βουλευταί, βέβαια οἱ ἀριθμοὶ εἶναι στεγνοὶ καὶ διὰ νὰ δώσῃ κανεὶς μίαν κάποιαν ζωὴν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς ὀφείλει νὰ τοὺς δώσῃ μίαν συγκριτικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς παράσχῃ τὴν δυνατότητα νὰ κρίνητε κατὰ πόσον αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ ἦσαν ἐπαρκεῖς. Ἡ γενικὴ διανομὴ καὶ ἡ διανομὴ εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας εἰς τὴν Ἑλλάδα χρειάζεται περίπου 6.700 τόννους. Ὅταν ἕνας Ὑπουργὸς εὑρίσκεται τὴν 1ην Αὐγούστου, τὴν 1ην Σεπτεμβρίου καὶ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου ἀπέναντι τόσων χαμηλῶν CTOC, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι τὴν 27ην Ὀκτωβρίου ἐσκέφθη νὰ κάμῃ διανομὰς τῶν ἑορτῶν καὶ ὡς ἐκ τούτου ἦτο ἠναγκασμένος ἐντὸς πέντε ἡμερῶν νὰ κάμῃ μίαν δημοπρασίαν ἐσπευσμένην. Διότι, ἐὰν ἦτο μόνον Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας, θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι «δὲν μὲ εἰδοποίησεν ὁ συνάδελφος τοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Ἦτο δουλειὰ τοῦ συναδέλφου τοῦ Ἐφοδιασμοῦ νὰ μοῦ δώσῃ νύξιν ὅτι δὲν ὑπάρχουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπαρκεῖ CTOC καί, ὡς ἐκ τούτου, βοήθησέ με νὰ ἀντιμετωπίσω μίαν ἀνάγκην». Εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς ὁ κ. τέως Ὑπουργὸς ἦτο Ὑπουργὸς ἀμφοτέρων τῶν Ὑπουργείων, δηλαδὴ ἦτο καὶ ὁ αἰτῶν καὶ ὁ ἱκανοποιῶν τὴν αἴτησιν, καὶ εὑρέθη ἐπὶ συνεχεῖς μῆνας εἰς μίαν κατάστασιν ἀνεφοδιασμοῦ, ἡ ὁποία δὲν τοῦ ἐπέτρεπεν οὔτε ἑνὸς λεπτοῦ ἀδράνειαν. Οἱ ἰσχυρισμοί, λοιπόν, τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ, ὅτι, ἀφ’ ἑνὸς, δὲν τὸν ἄφησεν ἡ Ἀποστολή, ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἀποσπάσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐλευθέρων δολαρίων ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, καί, τρίτον, ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ προΐδῃ τὴν κατάστασιν πρὸ τῆς καταρρεύσεως, πρὸ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου δηλαδή, νομίζω τοὐλάχιστον ὅτι δὲν εὐσταθοῦν. Καὶ τίθεται τὸ εὔλογον ἐρώτημα: Πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε μίαν δημοπρασίαν ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος πέντε ἡμερῶν, διὰ μίαν ποσότητα τόσον σοβαρὰν ζακχάρεως; Ὁ κ. Σοφιανόπουλος ἠρώτησε, πολὺ ὀρθῶς —διότι διεξήχθη μία τεχνικὴ συζήτησις, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον λόγον —ποία ἦτο ἡ διαφορὰ τῆς προμηθείας σπορελαίου δι’ ἰδίου συναλλάγματος καὶ ποία ἡ διαφορὰ τῆς προμηθείας τῆς ζακχάρεως. Τονίζω ὅτι δὲν ὑπῆρξε καμμία διαφορά. Διότι, ὡς μᾶς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Μαῦρος, ὁ σκοπὸς τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦτο νὰ μὴ φοβηθοῦν ὡρισμένοι ἔμποροι κεφαλαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἐπαναπατρίσουν τὰ κεφάλαιά των ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀγοράζοντες σπορέλαιον. Εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ζακχάρεως οὐδείς, τονίζω, ἔλεγχος ἐγένετο ἐπὶ τῆς προελεύσεως τοῦ συναλλάγματος. Δηλαδή, ἐνῷ συνήθως αἱ εἰσαγωγαὶ δι’ ἰδίου συναλλάγματος ὑπόκεινται εἰς ἀφάνταστα γραφειοκρατικὰ βασανιστήρια —πόθεν προῆλθε τὸ συνάλλαγμα, πόσον καιρὸν ἦτο κατατεθειμένον εἰς τὴν Τράπεζαν, ποῖος ὁ δικαιοῦχος, τί κίνησις ἐπὶ τοῦ λογαριασμοῦ ἐγένετο— εἰς τὴν προμήθειαν αὐτὴν οὐδεμία συζήτησις ἔγινε. Ἔγινε δεκτὸν ἀμέσως ὅτι οἱοσδήποτε, δυνάμενος νὰ δικαιολογήσῃ ὅτι ἡ ζάκχαρις προήρχετο ἐκ λογαριασμοῦ εὑρισκομένου εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν εἰσαγάγῃ. Ἔλεγχος ἐπὶ τῆς προελεύσεως τοῦ συναλλάγματος, κατὰ τὶ ποσὸν τὸ συνάλλαγμα ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ πάῃ ἐκεῖ καὶ νὰ μεταμφιεσθῇ εἰς ζάκχαριν καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἔγινε. Οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν βλέπω ποῖα μέτρα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε διὰ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ προϊόντος τῆς ζακχάρεως. Διότι, ἐάν, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἀνέφερεν, ὑπῆρχε κάποιος ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ προϊόντος τῆς πωλήσεως τῆς ζακχάρεως, δηλαδὴ ἔλεγχος ποῦ, πῶς καὶ πρὸς ποίαν κατεύθυνσιν οἱ πωλήσαντες τὴν ζάκχαριν αὐτὴν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διέθεσαν τὰ χρήματά των, θὰ ὑπῆρχε κἄποια δικαιολογία, ὅτι, τέλος πάντων, γνωρίζομεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι ὁ κ. Α, ποὺ ἐπώλησε 500 τόννους, εἰσέπραξε τόσα καὶ ἔχει κάμει μὲ τὸ προϊὸν αὐτῶν τῶν χρημάτων αὐτὴν καὶ αὐτὴν τὴν ἐπένδυσιν. Ἀλλὰ δεδομένου ὅτι αὐταὶ αἱ δραχμαὶ ἦσαν ἐλεύθεραι πρὸς πᾶσαν κατεύθυνσιν, εἶναι δυνατὸν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἐνίσχυσαν τὴν ἀγορὰν χρυσῶν λιρῶν, ἡ ὁποία συνεχίζεται μὲ γοργὸν ρυθμὸν τελευταίως, ἢ νὰ ἐπῆγαν πρὸς οἱανδήποτε ἄλλην κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἐλέγξωμεν. Διότι, ἐὰν στείλωμεν αὔριον τὸ πρωΐ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Α «τὶ ἔκαμες μὲ τὸ προϊὸν τῆς ζακχάρεως ποὺ ἐπώλησες εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον;» θὰ σοῦ ἀπαντήσῃ: «Ἀγαπητέ μου, ποῖος σοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ ὑποβάλῃς μίαν τοιαύτην ἐρώτησιν; Ἐὰν εἶσαι Ἔφορος, ἔλα νὰ μοῦ καθορίσῃς τὸ κέρδος. Ἐὰν δὲν εἶσαι, δὲν ἔχεις κανένα δικαίωμα νὰ μὲ ἐρωτᾷς, διότι ἔλεγχος ἐπὶ τῶν τοποθετήσεων καὶ ἐπενδύσεων, ὡς γνωστόν, δὲν ὑπάρχει». Διαφορά, λοιπόν, μεταξὺ τῆς περιφήμου ἐκείνης ἀποφάσεως περὶ ἀγορᾶς σπορελαίου δι’ ἐλευθέρου συναλλάγματος καὶ τῆς ἀγορᾶς τῆς ζακχάρεως δι’ ἐλευθέρων δραχμῶν δὲν ὑπάρχει. Εἶναι γνωστόν, κ. βουλευταί, ὅτι αἱ συζητήσεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι συνήθως παίρνουν ἕνα τεχνικὸν χαρακτῆρα διότι ἀναμιγνύονται διατάξεις περὶ εἰσαγωγῶν δι’ ἰδίου συναλλάγματος, στατιστικαί, ἀριθμοί, μέσος ὅρος κ.λ.π., τοὺς ὁποίους ἠκούσατε κατὰ κόρον κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν τελευταίων ὡρῶν, ἐδημιούργησαν ἕνα τεράστιον κενὸν —τὶ ἀκριβῶς συνέβη εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν; Ὑπάρχουν ὑποστηρικταὶ τῶν μέν, ὑπάρχουν ὑποστηρικταὶ τῶν δέ. Ἔχομεν τὸ γεγονός, ὅτι ἀντηλλάγησαν φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκουσθοῦν εἰς ἕνα Κοινοβούλιον τόσον εὔκολα, κ. συνάδελφοι. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα, κύριοι, ἐνώπιον μιᾶς καταστάσεως τόσον ἀσαφοῦς. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἀριθμὸς συμπίπτει μὲ τὸν ἄλλον καὶ γρονθοκοποῦνται ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ τῶν πινάκων, ποὺ μᾶς ἔστειλεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀφ’ ἑνός, λοιπόν, λόγω τῆς ἀσαφείας τῶν στοιχείων, ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ τῆς ἀμφιβολίας ἡ ὁποία ἴσως νὰ γεννηθῇ ἐκ τῶν ἐρωτήσεων καὶ τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλα αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ πόσον ἡ γοητεία τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ πείσῃ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολὴν νὰ διαθέσῃ τόσον μικρὸν ποσὸν ὡς δάνειον, ἐν ὄψει βεβαίως ἀντικαταστάσεως. Τρίτον, κατὰ πόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ πείσῃ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν Νομισματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία χειρίζεται Ἑλληνικὰ κεφάλαια συναλλαγματικά, ὅλην τὴν γοητείαν τῆς ὁμιλίας του καὶ τὴν βαρύτητα τῆς ἐπιχειρηματολογίας του. Καὶ τέταρτον κατὰ πόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ προΐδῃ κατὰ μῆνα Σεπτέμβριον καὶ ἀρχὰς Ὀκτωβρίου ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς τὰς ἑορτὰς ἐνώπιον μεγάλων ἀναγκῶν. Νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ζητήσω ὅπως συστήσωμεν μίαν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀριθμούς, νὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις καὶ ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας καὶ ἀπὸ τοὺς ἐνδιαφερομένους κατὰ πόσον ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι ἀντικείμενα μιᾶς σοβαρωτέρας ἐρεύνης, διότι ὁμολογῶ, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔχω καὶ κάποιαν εἰδίκευσιν λόγῳ τῶν τελευταίων ἀσχολειῶν μου μὲ αὐτὰ τὰ θέματα, ἔχω ἀπορίας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν ἀφοροῦν τὸ πρόσωπόν σας ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἀφοροῦν τὴν διαχείρισίν σας.
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§340Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἀμφότεροι οἱ πρωταγωνισταὶ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, τόσον ὁ ἐπερωτῶν βουλευτής, ὅσον καὶ ὁ ἐπερωτώμενος πρώην Ὑπουργὸς διεχειρίσθησαν τὴν συζήτησιν μὲ ὀξύτητα καὶ ἐπὶ πλέον νομίζω ὅτι καὶ οἱ δύο ἐξετέθησαν εἰς κάποιον πλατισμόν, ὁ ὁποῖος, ὅπως τὰ δένδρα συνήθως κρύβουν τὸ δάσος, φοβοῦμαι ὅτι σὲ πολλοὺς ἀπὸ ἡμᾶς δὲν ἐπέτρεψε νὰ συλλάβουν τὴν οὐσίαν ὁλόκληρον τῆς ὑποθέσεως. Ὅπως συνήθως κάμνωμεν ἀπὸ τὴν πλευρὰν ἐκείνην, θὰ προσπαθήσω νὰ συνεισφέρω εἰς τὴν συζήτησιν, ὄχι μόνον μίαν εὔλογον ψυχραιμίαν, ἀλλὰ καὶ ἀντικειμενικότητα καὶ σύνθεσιν παρατηρήσεων. Ἐκεῖνο ποὺ ὀσφραίνεται ἕνας τρίτος, παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν αὐτὴν ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβῃ τὰ γεγονότα καὶ νὰ εἰκάσῃ τὰ αἴτιά των, εἶναι ὅτι θὰ ὑπῆρξαν ὅπως φαίνεται καὶ περὶ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὅπως καὶ περὶ ἄλλας ὁμοίας συμβαίνει, θὰ ὑπῆρξαν δύο ἀντιτιθέμεναι ἐμπορικαὶ ὁμάδες, ἐννοῶ εἰσαγωγικαὶ, ἑκάστη τῶν ὁποίων θὰ ἤθελε νὰ ἐκτοπίσῃ τὴν ἄλλην διὰ νὰ ὠφεληθῇ τὸ κέρδος μιᾶς ὡρισμένης ἐμπορικῆς πράξεως μὲ τὸ δημόσιον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτὸ ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπερωτῶν βουλευτὴς ὠθήθη εἰς τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην ἄποψιν, πλὴν μόνον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ἤδη δηλαδὴ ἀπὸ τὸ καθῆκον του νὰ ἐλέγξῃ μίαν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν ἐπληροφορήθη.
§341Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει οἰκονομικὴ ὁμὰς ἀπὸ αὐτὴν τὴν πλευράν.
§342Α. ΣΒΩΛΟΣ. Αὐτὸ ἔχει σημασίαν διὰ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ καταλήξω. Θὰ ἤθελα ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ νὰ τονίσω εἰς τὸν ἐπερωτῶντα, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα μὲ τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν εἰς τὴν προχθεσινήν του ἀγόρευσιν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρέμβασίν του εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἶναι ἐπιχείρημα ἀπαράδεκτον καὶ μὴ ἀναγκαῖον. Ὅτι δηλ. ἡ ἀγορὰ τοῦ Πειραιῶς γενικῶς καὶ ὄχι οἱ εἰσαγωγεῖς τῆς ζακχάρεως ἐνόμισαν ὅτι εἶναι μία καλὴ εὐκαιρία νὰ ἐπισημάνωσι τοὺς κινδύνους, ποὺ ἔχει ἡ παραμέρισις τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐμπορίου. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ νομίζω ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὑπόθεσιν, διότι παραγκωνίζει τὸ συμφέρον τῆς διαλευκάνσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Ἀντιλαμβάνομαι πράγματι ὅτι ὁ ἐμπορικὸς κόσμος εἰθισμένος εἰς τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐμπορίου κατὰ τὰ ἄλλοτε κρατοῦντα ὅταν ὁ οἰκονομικὸς φιλελευθερισμὸς ἀπέδιδεν ἀκόμη ὅ,τι ἠμποροῦσε νὰ ἀποδώσῃ, ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δυσφορῇ, ὄχι εἰδικῶς διὰ τὴν προμήθειαν τῆς ζακχάρεως, ἀλλὰ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἐμπορίου ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ μέχρι τοῦ νὰ τολμήσωμεν, ἔστω καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἑκατὸν τοῖς ἑκατὸν ἡ ἐπερώτησις εἶναι βάσιμος, νὰ τολμήσωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστὼς τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐμπορίου, εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον θὰ ἤθελε πολὺν μελέτην καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ καταλήξωμεν πάλιν εἰς τὴν διατήρησιν τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος μὲ τὴν προσθήκην ἐκείνων τῶν ὅρων ποὺ ἀπαιτοῦνται, ὥστε νὰ εἶναι ἄρτιον. Διότι ὅπως εἰς μίαν τελευταίαν φάσιν τῶν συζητήσεων προέκυψε, συγκρούονται πέριξ τοιούτων θεμάτων δύο οἰκονομικαὶ σχολαί. Ἡ μία ὀρθῶς λέγεται τῆς φιλελευθέρας οἰκονομίας καὶ ἡ ἄλλη σχολὴ ποὺ λέγεται συνήθως παρεμβατικὴ ἢ διευθυντική. Φοβοῦμαι ὅτι εἰς τὸν τόπον μας τουλάχιστον ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν τελευταίων αὐτῶν ἐτῶν δὲν θὰ ἠδύνατο ἕνας ἀμερόληπτος παρατηρητὴς νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἐφηρμόσθη εἴτε τὸ ἕνα, εἴτε τὸ ἄλλο σύστημα. Δὲν ἀκολουθήθηκε κανένα σύστημα ποὺ νὰ διέπεται ἀπὸ ὡρισμένας βασικὰς ἀρχὰς καὶ νὰ καταλήγῃ εἰς ὡρισμένους βασικοὺς σκοπούς, παρὰ γίνεται συχνὰ ἀνάμιξις μέτρων ποὺ κατάγονται ἀπὸ τὴν φιλελευθέραν οἰκονομίαν καὶ ἀπὸ τὸν παρεμβατισμὸν καὶ τοῦτο χωρὶς λογικὴν ὁλοκλήρωσιν, διότι βασικὸν στοιχεῖον οἱουδήποτε ἀντιφιλελευθέρου συστήματος, εἶναι ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι πλήρης, καὶ ὡλοκληρωμένος, νὰ μὴ σταματᾷ πουθενὰ διότι τότε μόνον ἠμπορεῖτε νὰ προλάβετε ἀκόμη καὶ αὐτὰ τὰ ἐλαττώματα ποὺ ὑπάρχουν σήμερον εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν πρᾶξιν. Αὐτὸς ὁ ἔλεγχος καὶ ὅταν ἠσκήθη ὑπῆρξε πολὺ συμπτωματικός, ἀδύνατος καὶ ἀναρχικός. Καὶ τοῦτο εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀδυναμίας τοῦ κρατοῦντος καθεστῶτος, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὅμως δὲν θὰ ἐπεκταθῶ. Ἡ οὐσία ποὺ κατέπληξε νομίζω τὴν Βουλὴν εἰς τὸ θέμα τῆς διαθέσεως τῆς ζακχάρεως ἐν γένει, ὄχι τῆς δημοπρασίας τῆς ζακχάρεως, ἡ οὐσία ποὺ νομίζω ὅτι κατέπληξε τὴν Βουλὴν εἶναι ἡ μεγάλη ἀπόστασις ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν τιμῶν τοῦ δελτίου καὶ τῶν τιμῶν τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς εἰς ἕνα εἶδος, τὸ ὁποῖον εἶναι εἶδος μονοπωλίου τοῦ Κράτους, διότι τὸ Κράτος εἰσάγει διὰ λογαριασμόν του, ἀδιάφορον μὲ δολλάρια ἢ μὲ δραχμάς, εἰσάγει τὸ προϊὸν αὐτὸ καὶ τὸ διανέμει. Πρόκειται περὶ προϊόντος τοῦ ὁποίου τὴν σημασίαν δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμῶμεν καὶ ἀντὶ νὰ ἀσχάλλωμεν διὰ τὴν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως τῆς ζακχάρεως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χαιρώμεθα δι’ αὐτό. Ἤμην πολὺ νέος ἀκόμη ὅταν ἐγένετο συζήτησις διὰ τὸν δασμὸν τῆς ζακχάρεως καὶ ἔλεγον ὅτι πρέπει νὰ μειωθῇ ὁ δασμὸς ὥστε νὰ δίδεται ἡ ζάκχαρις εὐθηνοτέρα εἰς τὸ πολὺ κοινόν. Νομίζω ὅμως ὅτι μία ἐξήγησις τῆς κάποιας αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως τῆς ζακχάρεως εἶναι μᾶλλον λυπηρά, παρὰ εὐχάριστος καὶ τὸ γεγονὸς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ὑγιές. Φοφοῦμαι ὅτι μία αὔξησις τῶν ζακχαρωδῶν ποὺ παρατηρεῖται εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις, ὀφείλεται εἰς ἀντικατάστασιν τῆς βραδυνῆς τροφῆς μὲ τὴν πάστα τοῦ ζακχαροπλαστείου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγηθῇ ἄλλως εἰς πόλεις, ὅπως ἡ Θεσσαλονίκη, ἡ πληθώρα τῶν ζακχαροπλαστείων ἡ ὁποία εἶναι καταπληκτική. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ὑπάρχει πολὺς κόσμος ἰδίως μεταξὺ τῶν νέων, ποὺ τρῶνε μίαν πάσταν εἰς τὸ ζακχαροπλαστεῖον λόγῳ τοῦ χαμηλοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου των, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει οὐδεὶς πολιτισμένος λαὸς θὰ δυσηρεστεῖτο ἐφ’ ὅσον θὰ ηὐξάνετο ἡ κατανάλωσις τῆς ζακχάρεως, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἐπηρεάζωνται γενικώτερα λαϊκὰ συμφέροντα.
§343Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἢ καὶ νὰ καταστρέφωνται.
§344Α. ΣΒΩΛΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι πῶς καὶ διατὶ ὑπάρχει καὶ συνεχίζεται αὐτὴ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ προϊόντος μὲ τὸ δελτίον καὶ τῆς τιμῆς τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς. Ἔγινε μία προσπάθεια νὰ ἐρευνηθοῦν αἱ κρυφαὶ πηγαί, ἀπὸ τὰς ὁποίας τροφοδοτεῖται ἡ μαύρη ἀγορὰ καὶ ἐλέχθη ὅτι πιθανὸν νὰ μεταπωλοῦν οἱ κάτοχοι δελτίου τὴν ζάκχαριν.
§345Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρ. Κυβερν.). Γίνεται καὶ αὐτό.
§346Α. ΣΒΩΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ γίνεται, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνεται εἰς μεγάλην ἔκτασιν, οὔτε εἰδικῶς ἀπὸ τὴν ὕπαιθρον. Ἀπὸ τὴν ὕπαιθρον εἶναι δύσκολον ἡ ζάκχαρις νὰ δίδεται εἰς τὰς ἀστικὰς περιοχάς. Ἀπὸ τὰ ἀστικὰ κέντρα πάλιν εἶναι δύσκολον τοῦτο, διότι ὁ πληθυσμὸς ἔχει παιδιὰ καὶ δὲν συμβιβάζεται νὰ λέγωμεν ὅτι αὐξάνεται ἡ κατανάλωσις τῆς ζακχάρεως καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, νὰ λέγωμεν ὅτι πωλεῖται ἡ ζάκχαρις τοῦ δελτίου. Πιθανὸν νὰ διαρρέῃ. Φοβοῦμαι μήπως διαρρέει περισσότερον ἀπὸ τὰς διανομὰς ποὺ ἐκάματε πρὸς τοὺς ἐπαγγελματίας. Βέβαια οἱ ἐπαγγελματίαι ἀγοράζουν καὶ ἀπὸ τὴν μαύρην ἀγοράν. Εἶναι αὐτὴ ἡ μία πλευρὰ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἡ ἄλλη εἶναι ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος ἐλέγχου εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὅταν περισσεύῃ ἕνα μῆνα ζάκχαρις εἰς τὸν ἐπαγγελματίαν ἐὰν δὲν τὴν πηγαίνῃ εἰς τὴν μαύρην ἀγοράν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι τὸ οὐσιῶδες θέμα εἶναι νὰ ἐλεγχθῇ ὄχι μόνον ἡ πολιτεία τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης προμηθείας, ἀλλ’ ἡ ὅλη πολιτεία τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν βασικῶν διανομῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ ἔκτασιν μεγάλην ἔχουν καὶ κάποιαν περιοδικότητα, καὶ ἀφοροῦν προϊόντα οὐσιαστικῆς σημασίας εἰς τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου. Πρέπει νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις εἰς τὸν λαόν, ἐὰν ἔχωμεν πολλοὺς κατόχους δελτίου, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ προμηθευθοῦν τὴν ζάκχαριν τοῦ δελτίου. Τότε αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ κάμῃ τὸ Κράτος, νὰ σκεφθῇ ἀκόμη περισσότερον διὰ τὴν αὔξησιν τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τῶν μαζῶν. Ἐὰν τὰ αἴτια εἶναι ἄλλα τότε θὰ πρέπει νὰ διοργανωθῇ ἕνας ἔλεγχος διότι ἐπὶ τέλους ἡ ζάκχαρις εἶναι μία τροφὴ καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τόση μεγάλη διαφορά, μεταξὺ τῆς τιμῆς μαύρης ἀγορᾶς καὶ δελτίου. Θέμα λοιπὸν μεγάλο αὐτὸ εἶναι. Καὶ νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου γύρω εἰς αὐτὸ πρέπει νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ὅτι ἠνάλωσε τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του ἀμυνόμενος ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα γενικῶς. Ἐὰν δὲ ὅπως ζητεῖται καταλήξω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, τοῦτο θὰ εἶναι διὰ νὰ ἐξετασθῇ γενικῶς τὸ ζήτημα αὐτό, νὰ εὑρεθοῦν τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τὴν πολιτικὴν τῶν διανομῶν. Ὅσον ἀφορᾷ αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν τὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκρίθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νομίζω ὅτι τὸ καίριον σημεῖον συγκεντρώνεται εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῆς δημοπρασίας. Κύριοι συνάδελφοι, ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργόν, ὅτι ἡ γενομένη δημοπρασία ἦτο νόμιμος. Ὑποθέτω ὅτι αὐτὸ ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν παρεβιάσθη καμμία διάταξις δικαίου οὔτε οὐσιαστικὴ οὔτε δικονομική. Καὶ νομίζω ὅτι ἐπεκαλέσθη τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργός, διότι θὰ ἠδύνατο καὶ νὰ μὴ κάμῃ δημοπρασίαν. Δὲν νομίζω ὅτι ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν εἰς τοιαύτας πράξεις καὶ ὅτι εἶναι ὀρθός. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ νὰ μὴ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς δημοπρασίαν ὅταν οἱ νόμοι δὲν τὸ ἀπαγορεύουν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀξιοκατάκριτον οὔτε ὕποπτον. Ἐπὶ τέλους μιὰ ἀπὸ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολιτεύματος εἶναι ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ θεωροῦμεν κάθε πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὕποπτον. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ προμήθειαν ἄνευ δημοπρασίας, δὲν ἕπεται ὅτι ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ μίαν δημοπρασίαν ὁπωσδήποτε, π. χ. ἄνευ ἐπαρκοῦς δημοσιότητος. Ἡ δημοπρασία εἶναι ἕνας τρόπος ἐπαφῆς τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν πάρα πολὺ λεπτός. Καὶ διότι προμηθεύεται δι’ αὐτῆς τὸ Κράτος ὡρισμένα πράγματα μεγάλης ἀξίας, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ δημοπρασία εἶναι θεσμὸς μὲ ὡρισμένας βασικωτέρας ἀρχάς, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ δημοπρασία δὲν σημαίνει τίποτε. Ἐὰν ἀφαιρέσητε δηλαδὴ τὸ στοιχεῖον τῆς δημοσιότητος, δὲν εἶναι αὐτὸ δημοπρασία. Μία δημοπρασία ἡ ὁποία παρέχει ἕνα πολὺ μικρὸ χρονικὸ διάστημα, ἐπαναλαμβάνω χωρὶς τυχὸν αὐτὸ νὰ εἶναι παράβασις συγκεκριμένης διατάξεως νόμου, δὲν εἶναι δημοπρασία. Βεβαίως ἐκτιμῶ, κ. συνάδελφοι, τὸ θάρρος ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρισκόμενος πρὸ δυσκολιῶν, ἀναλαμβάνει ὡρισμένας εὐθύνας. Ἀλλὰ μία δημοπρασία μὲ τόσον σύντομον χρονικὸν διάστημα ἠμπορεῖ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ νὰ ἐλεγχθῇ ὁ Ὑπουργός, μολονότι πρὸ τοῦ κινδύνου νὰ βλάψῃ τὰ λαϊκὰ συμφέροντα ἀναλαμβάνει μίαν εὐθύνην. Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ κρίσιμον σημεῖον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἐπεκαλέσθη ἕνα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον πράγματι ἔκαμε πολλὴν ἐντύπωσιν, δηλαδὴ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν ἔλλειψιν ζακχάρεως ποὺ εἶχεν ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἦλθαν ὅμως τὰ μεταγενέστερα στοιχεῖα τὰ ὁποῖα κλονίζουν τὸν ἰσχυρισμὸν αὐτόν. Κλονιζομένου δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, ἡ ὑπόθεσις μιᾶς τοιαύτης διεξαγωγῆς δημοπρασίας καθίσταται πολὺ περισσότερον συζητητέα καὶ ἐρευνητέα. Ὄχι διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ τεκμήριον τοῦ δόλου τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν δέχομαι, ὄχι μόνον διὰ τὸν κατηγορηθέντα πρώην Ὑπουργὸν τὸ τεκμήριον αὐτό. Καὶ γενικῶς δὲν πρέπει νὰ ἐλαυνώμεθα ἀπὸ τὴν σκέψιν ὅτι μία πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ὀρθήν, βγαίνει ἀπὸ δόλιον ἐλατήριον. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀνάγκη ὑπῆρχε, καὶ ὅτι ἡ ἀνάγκη αὐτὴ τὸν ὤθησε πρὸς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἡ ὁποία ἔχει ὡρισμένα, ἐξωτερικὰ τοὐλάχιστον ἐλαττώματα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅταν δεχώμεθα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἠμπορεῖ νὰ διαθέτῃ τὴν ἐλευθερίαν μιᾶς πρωτοβουλίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπαγορεύουν οἱ νόμοι, τὸ ἀντίδοτον τῆς ἐλευθερίας εἶναι ἡ εὐθύνη του καὶ ὁ ἔλεγχος. Δὲν εἶναι παρὼν ἕνας συνάδελφος ποὺ ὡμίλησε περὶ τῆς ἐπιβλαβοῦς ἐπιδράσεως τῆς γραφειοκρατίας εἰς τὰς χώρας τοῦ Ἀνατολικοῦ Συνασπισμοῦ διὰ νὰ τοῦ ἀπαντήσω. Δὲν γνωρίζω ποίας ἀκριβῶς ἐννοεῖ, ὀφείλω ὅμως νὰ τοῦ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγεται, ὅτι οἱ κυβερνῶντες σήμερον τὴν Ρωσσίαν, εἶναι ὑπάλληλοι τῶν ὑπαλλήλων. Εἰς τὰς Δυτικὰς δημοκρατίας, ἡ Ἀγγλία εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἰδίως ὑπηρεσίας, εἶναι τὸ γραφειοκρατικώτερον Κράτος τοῦ κόσμου. Ἐπίσης ἡ Γαλλία εἶναι ἐντελῶς γραφειοκρατική. Διότι ἡ γραφειοκρατία εἰς τὰς δημοκρατίας εἶναι τὸ ἀντίβαρον τῆς μεγάλης ἐλευθερίας. Εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἐμποδίζει τὸν Ὑπουργὸν νὰ λέγῃ: ἐγὼ λογοδοτῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἄρα ἠμπορῶ νὰ παραβιάσω τὸν νόμον. Ὁ ἔλεγχος, κ. βουλευταί, γίνεται διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι θὰ εἶναι δύσκολον νὰ σχηματίσῃ κανεὶς πλήρη γνώμην ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης ὑποθέσεως εἰς τὴν ὁποίαν συγκρούονται καὶ οἱ ἀριθμοί, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν τοὺς ἑρμηνεύῃ ὁ κ. Καρτάλης, ἐνῷ ἡμεῖς οἱ μὴ μαθηματικοὶ δυσκολευόμεθα νὰ τοὺς ἑρμηνεύσωμεν. Διότι, ὅπως βλέπετε, ὅτι οὔτε εἰς τοὺς πίνακας δὲν συμφωνοῦν τὰ στοιχεῖα μεταξύ των, οὔτε συμφωνοῦν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς οἱ κύριοι ρήτορες τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τυχαῖοι ἄνθρωποι, εἶναι εὐφυέστατοι καὶ μὲ πολλὴν πεῖραν......
§347Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Καὶ ἐμπειρίαν.
§348Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι δὲν μένει εἰς τὴν Βουλὴν ὡς δυνατότης νὰ σχηματίσῃ μίαν γνώμην, παρὰ ἡ μέθοδος τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Διότι κατεδείχθη ἀπὸ τὴν συζήτησιν ὅτι 250 ἄνθρωποι μαζὺ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μελετήσωμεν μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν. Προσωπικῶς ἐλπίζω ὅτι μία ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ κατέληγεν, ἀφοῦ ἐξονυχίσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς, θὰ κατέληγεν πιθανώτατα νὰ ἀποδώσῃ δίκαιον εἰς τὸν ἐλεγχόμενον Ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου ὅπως σᾶς εἶπον δὲν ὑποπτεύομαι τὴν πρόθεσιν, ἀλλὰ θὰ ἠμποροῦσε νὰ καταλήξῃ εἰς τοιοῦτον πόρισμα μετὰ γνῶσιν τῶν πραγμάτων. Διότι κύριοι βουλευταί, πῶς θέλετε νὰ ἐκτιμηθοῦν ἀκόμη καὶ αὐταὶ αἱ λεπταὶ σχέσεις μεταξὺ Ὑπουργῶν καὶ Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, αἱ ὁποῖαι ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰς ἀνταλλαγὴν ἐπιστολῶν καὶ τὰς προφορικὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας μετὰ δισταγμοῦ εὐλόγου μᾶς ἔδωσεν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας; Θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐνταῦθα μία ἀνοικτὴ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἢ θὰ ἦτο λυσιτελέστερον νὰ συζητηθοῦν αἱ σχέσεις αὐταὶ εἰς στενώτερον κύκλον, ὅπως θὰ εἶναι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή; Ἐκεῖ πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα. Πάντως ἀπὸ τοῦδε πιστεύω, ὅτι μία θαρραλέα καὶ καλυτέρα ὑπεράσπισις τῶν ἀπόψεων τῶν Ὑπουργῶν μας ἐνώπιον τῶν Ἀμερικανῶν θὰ ἔφερε καλλίτερα ἀποτελέσματα. Καὶ τὸ θέμα αὐτὸ ἔχει τὴν σημασίαν του. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξελεχθοῦν τὰ πράγματα αὐτὰ ἐν τῷ πλαισίῳ μιᾶς ἀρχῆς, ὅτι δηλ. οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ θέσις τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἀποστολῶν, καὶ εἰδικῶς τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, ὁ ὑπεύθυνος εἶναι καὶ παραμένει πάντοτε ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική. Καὶ ἂν σήμερον ἐλέγχεται ὁ Ὑπουργός, δὲν ἠμπορεῖ τίποτε νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς τυχὸν εὐθύνης του, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης Ἀποστολῆς. Τοῦτο ἔχει περαιτέρω καὶ τὸν ἑξῆς πρακτικὸν σκοπόν. Ὅτι καὶ ἀπέναντι τῶν Ἀποστολῶν αὐτῶν καὶ οἱουδήποτε παράγοντος ἀσκοῦντος μίαν ἐπιρροὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχουν πρόσθετον ἐπιχείρημα, ἐὰν θέλουν καὶ αἰσθάνονται τὸ ψυχικὸν σθένος, νὰ ἀντιταχθοῦν, τὸν ἐνδεχόμενον ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ δημοκρατικὴν χώραν, οἱ ὁποῖοι ζοῦν ὑπὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, εἰς τὸν τόπον τους, δὲν ἠμποροῦν, παρὰ νὰ ἀντιληφθοῦν τί σημαίνει ἔλεγχος τῆς ἰδικῆς μας Βουλῆς, ὅταν συζητοῦν καὶ συναλλάσσονται μὲ Ἕλληνας Ὑπουργούς. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ εἰδικώτερον τὸ πρόβλημα τῶν διανομῶν. Διότι ἄνευ μιᾶς τοιαύτης εὐρείας ἐρεύνης, ἐμένα τοὐλάχιστον δὲν θὰ μὲ συγκινοῦσε παρὰ πολὺ ἡ ἰδέα τῆς ζητουμένης ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρόβλημα τῶν διανομῶν ἐν τῷ συνόλῳ του, διὰ νὰ διαφωτισθῶμεν καὶ νὰ ἠμπορέσωμε νὰ εὕρωμεν τὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖον θὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν, μίαν κατάστασιν ἡ ὁποία δὲν εἶναι διὰ κανένα καλή. Καὶ πιστεύω πρῶτος ὁ ἐλεγχόμενος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν σύστασιν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς. Τέλος ὁμολογῶ, ὅτι μὲ συγκίνησιν ἀκούσαμε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τῆς διακοπῆς, νὰ ζητῇ τὴν ἐξυγίανσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν τῆς χώρας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν θέλει νὰ ἀφήσῃ τὴν σημαίαν τῆς ἐξυγιάνσεως αὐτῆς εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀριστερούς......
§349Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρ. Κυβερν.). Εἶπον εἰς τοὺς κομμουνιστάς.
§350Α. ΣΒΩΛΟΣ. Εἴμεθα ὑπερήφανοι διότι κρατοῦμεν τὴν σημαίαν αὐτήν. Ἀλλ’ οὕτως ἢ ἄλλως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶσθε πλέον ἢ εὐπρόσδεκτος νὰ βάλετε καὶ σεῖς τὸ χέρι σας εἰς τὸ κοντάρι, ἀρκεῖ πράγματι νὰ θέλετε καὶ σεῖς αὐτὴν τὴν ἐξυγίανσιν καὶ νὰ θέλετε νὰ τὴν ἀσκήσητε εἰλικρινῶς καὶ μέχρι τοῦ ἀναγκαίου βάθους. Καὶ δι’ αὐτὸν ἀκόμη τὸν λόγον νομίζω ὅτι ἡ ἰδέα τῆς συστάσεως τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, θὰ εἶναι πολὺ χρήσιμος.
§351Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερν.). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον τὸ ἀπόγευμα. Καὶ ἀντὶ νομοθετικοῦ ἔργου νὰ συνεχισθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, νὰ ἐξαντληθῇ τὸ θέμα.
§352Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἔχω βασικὴν ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Διότι ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ τερματισθῇ ἀπόψε ἡ συζήτησις.
§353Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρ. Κυβερν.). Σύμφωνοι νὰ συνεχίσωμεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δὲν θὰ ὑποβάλητε ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§354Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου.
§355ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον μὲ θέμα νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐπιτρέπει Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§356ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂν τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή;
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§358ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ συνέχειαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν προμήθειαν τῆς ζακχάρεως. (Ὥρα 2.45′ πρωϊνή).