1950.12.12
1.682 στίχοι · 12.140 λέξεις · 181 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24η
Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.20′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα: Ὁ κ. Σ. Βενιζέλος (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Ἀμύνης), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45 (βʹ περιόδου) 1945–46, 1946–47, 1947–48, 1948 –49 καὶ 1949–50 ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ναυτικῶν καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκονομικοῦ ἔτους 1950–51». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Παπαδόπουλος, Λ. Βρεττάκος, Ι. Λύρας, Α. Κρανιᾶς, Ε. Κεφαλογιάννης, Α. Δημάκης, Ι. Χαβούτης, Π. Μουντζουρίδης, Κ. Καλαμαρᾶς, Κ. Παπακωνσταντίνου, Π. Μπερτσεκᾶς κ.ἄ. καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Α.Ν. 1323]49 «περὶ τῶν ἐπὶ κατοχῆς συναφθεισῶν ἀγοραπωλησιῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῶν ποινῶν τῶν προβλεπομένων διὰ τοὺς καταχραστὰς τοῦ Δημοσίου». Ἡ ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων, 1) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 25.11.46)10–1.47 Β.Δ. «περὶ κωδικοποιήσεως διατάξεων περὶ Σχολιατρικῆς Ὑπηρεσίας» καὶ 2) «περὶ ἱδρύσεως Ἐθνικοῦ Ἐκπαιδευτηρίου Ἀναβρύτων». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1565]50 «περὶ συστάσεως Ἑλληνικοῦ Ὀργανισμοῦ Τουρισμοῦ». Ἡ ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1561]1950 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ συστάσεως ὑπηρεσιῶν προμηθειῶν Ἀνασυγκροτήσεως διατάξεων». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων, 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1549)1950 Α.Ν. «περὶ συστάσεως Γραφείου ἐρεύνης ζητημάτων διατροφῆς» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 1547)50 «περὶ συστάσεως Διευθύνσεως Γεωργικῶν Ἐφαρμογῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Γεωργίας». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐργασίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τρόπου καταβολῆς καθυστερουμένων εἰσφορῶν εἰς τὸ Ταμεῖον Ἐπικουρικῆς Ἀσφαλίσεως ὑπαλλήλων Καπνεμπορικῶν Ἐπιχειρήσεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Μανωλόπουλος, Π. Σταθόπουλος, Κ. Βλαχοθανάσης, Α. Κακαρᾶς, Γ. Γρηγορίου καὶ Κ. Καλαμαρᾶς καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας στρατευθέντων φαρμακοποιῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μπουκουβάλας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1564]50 Α.Ν. «περὶ ὀργανισμοῦ στατιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Δεσύλλας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν ἀφορώντων τὴν ἀποδέσμευσιν τοῦ παρακρατήματος τοῦ Α.Ν. 1545]1945 «περὶ ἐπιβολῆς παρακρατήματος πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἀπωλειῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐμπορικοῦ Στόλου». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Σπηλιωτόπουλος, Δ. Μπερδελῆς, Μ. Χλουβεράκης, Γ. Σπυρόπουλος, Γ. Πλατῆς κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1524]50 Α.Ν. «περὶ καταργήσεως φορολογιῶν καὶ περὶ διατάξεών τινων τῶν φόρων εἰδῶν πολυτελείας, καταναλώσεως, κύκλου ἐργασιῶν καὶ τελῶν ψυχαγωγίας» Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Δερδεμέζης, Γ. Γεώργας, Ε. Λουλακάκης, Β. Στεφανόπουλος, Π. Μπερτσεκᾶς, Δ. Θανόπουλος, Κ. Καλκάνης, Χ. Ρίζος κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1547]50 «περὶ συστάσεως Διευθύνσεως Γεωργικῶν Ἐφαρμογῶν καὶ Ἐκπαιδεύσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Γεωργίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Π. Πέννας, Λ. Βρεττάκος, Α. Καλαντζᾶκος καὶ Κ. Παπακωνσταντίνου καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐγγραφῆς τῶν ἐπιτυχόντων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ καθορισθέντος ἀριθμοῦ φοιτητῶν τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης κατὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1950–51. Ἐπίσης ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Συν)σμοῦ Ἀμπελοκτημόνων Τυρνάβου, ζητοῦντος ὅπως ἐπιτραπῇ ἐξαγωγὴ καὶ διάθεσις παραγωγικοῦ στεμφυλοπνεύματος καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, κατάργησιν τοῦ φόρου πολυτελείας ἐπὶ μεταφερομένου στεμφυλοπνεύματος κλπ. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Ποδοσφαιρικῶν Σωματείων Θεσσαλίας, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν τοπικὴν βαρυτάτην φορολογίαν ἥτις ἔχει ἐπιβληθῆ εἰς τὰς πόλεις Βόλου καὶ Λαρίσης ὑπὲρ τῆς Φιλαρμονικῆς καὶ ζητούσης ἄρσιν αὐτῆς. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποστρατευθέντων σπουδαστῶν Α Σ.Ο. καὶ Ε. Ε. ζητούσης ὅπως εἰς τὰς ὑπαρχούσας τρεῖς ἐξεταστικὰς περιόδους προστεθῇ καὶ τετάρτη ἐντὸς τοῦ ἰδίου ἔτους καὶ ὅπως ἐν περιπτώσει ἐξαντλήσεως τῶν περιόδων καὶ ἀποτυχίας, μὴ ἐπανέρχωνται εἰς τὰ μαθήματα εἰς ἃ ἀπέτυχον. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Κραλίου (Ἀχαΐας) διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 74543)12071)29–7 50 ἀποφάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας δι’ ἧς ἀπεκατεστάθησαν εἰς τὴν πέριξ τῆς Κοινότητός των περιοχὴν (Τρία Μαγούλια) ἀκτήμονες τῆς Κοινότητος Φωσταίνης ἀντὶ τῶν δικαιωμένων ἀποκαταστάσεως ἀκτημόνων τῆς Κοινότητος Κραλίου. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Π. Πέννας καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σωματείων Κτηνοτρόφων Νομοῦ Σερρῶν, διαμαρτυρομένων δι’ ἔλλειψιν ζωοτροφῶν καὶ ζητούντων εἰσαγωγὴν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κλπ. Ἡ Ἱερὰ Ἑλληνικὴ Θρησκευτικὴ Κοινότης τῶν γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Κεβέλας διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην δίωξιν Ἀρχιερέων Παλαιοημερολογητῶν κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Β. Παπαρρηγόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ὀργανώσεως πολυτέκνων Πατρῶν διαμαρτυρομένης διὰ κατάργησιν τῶν Ἐπιτροπῶν κρίσεως ἀπορίας πολυτέκνων. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Β. Παπαρρηγόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν ὑπαλλήλων Υ.Ε.Κ.Α. Πατρῶν διαμαρτυρομένων δι’ ἀπειλουμένην ὁμαδικὴν ἀπόλυσίν των. Ὁ βουλευτὴς Ἀτ)τίας κ. Λ. Κουτσουπέταλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ὀργανισμοῦ Προστασίας Ἀμπελουργῶν Ἀττικ]τίας διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς μελετωμένης ἱδρύσεως νέας βιομηχανίας ζύθου ἥτις πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ καίριον πλῆγμα κατὰ τῆς ἀμπελουργίας καὶ νὰ μεταβάλῃ εἰς καταστροφὴν τὴν ἤδη ὑφισταμένην κρίσιν τοῦ οἴνου. Ὁ βουλευτὴς Αἰτ]νίας κ. Γ. Σερπᾶνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Αἰτ]νίας αἰτουμένου τὴν ἐπίσπευσιν ἐκτελέσεως τῶν ὑδροηλεκτρικῶν ἔργων Ἀχελώου. Ἡ Βιομηχανικὴ Ἕνωσις Ἐργατῶν Οἰκοδομῶν Θεσσαλονίκης ζητεῖ κατάργησιν διὰ τοὺς οἰκοδόμους τοῦ Νόμου 6298 ἄρθρον 52 «περὶ ἐξεταζομένων φυματικῶν». Ὁ κ. Γ. Βασιλειάδης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς δι’ ἀποφάσεώς της κατηρτίσθη Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὰ ζητήματα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ συγκροτηθεῖσα εἰς σῶμα μοῦ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐκλέξῃ ὡς Πρόεδρον αὐτῆς. Ὀφείλω νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὸν ζῆλον τῶν εἰσηγητῶν τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἀόκνως ἀκόμη καὶ κατὰ τὰς θερινὰς διακοπὰς διὰ τὴν μελέτην τῶν διαφόρων κλάδων, οἱ ὁποῖοι ἀφοροῦν τὴν ἐμπορικήν μας ναυτιλίαν. Ὑποθέτω ὅτι οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν διαφεύγει ἡ σοβαρότης καὶ τὸ ἐξαιρετικὸν ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ ἐπιδείξῃ εἰς τὰ ζητήματα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα ἐπανειλημμένως ἠκροάσθη πάσης τάξεως Ἐπιτροπὰς ὅλων τῶν ναυτεργατῶν καὶ ὅλων τῶν ἐν γένει ἀσχολουμένων εἰς τὰ ζητήματα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Ἠκροάσθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν Ἐπιτροπὴν ἐργοδοτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ Ἐπιτροπὰς τῶν Ναυτεργατῶν. Αἱ εἰσηγήσεις τῶν κυρίων Εἰσηγητῶν τῶν εἰδικῶς ἀσχοληθέντων ἐπὶ τῶν διαφόρων θεμάτων εἶναι αἱ ἑξῆς: Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Ἀλιπράντης ἠσχολήθη εἰς τὰ ζητήματα τὰ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ἀκτοπλοΐαν. Ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Ζορμπᾶς εἰς τὰ ζητήματα τὰ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ἱστιοφόρον καὶ πετρελαιοκίνητον ἀκτοπλοΐαν, ὁ βουλευτὴς Χίου κ. Μπουρνιᾶς εἰς τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὰς Μεσογειακὰς γραμμὰς καὶ τὴν ποντοπόρον ὑπερωκεάνειον ἐπιβατικὴν ναυσιπλοΐαν, ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Πάρρης ἠσχολήθη εἰδικῶς εἰς τὰ ζητήματα τὰ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ὠκεανοπόρον φορτηγὸν ναυτιλίαν καὶ ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς κ. Χατζήμπεης ἠσχολήθη εἰς τὰ πάσης φύσεως ναυτεργατικὰ ζητήματα. Οἱ ἐν λόγῳ βουλευταὶ συνέταξαν εἰσηγήσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι ἐξαιρετικῆς προσοχῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ της κατήρτισεν ἔκθεσιν σύντομον καὶ τοῦτο ἵνα εὐχεράνωμεν καὶ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς ἀξιοτίμους βουλευτὰς νὰ μελετήσωσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύει ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ, ὅτι δύνανται νὰ ἱκανοποιήσωσιν, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν τάξιν τῶν ἐργοδοτῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν τάξιν τῶν ἐργατῶν θαλάσσης. Αἱ ἀποφάσεις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς δέον νὰ λάβωσι τὸν χαρακτῆρα καταστατικοῦ χάρτου τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἐὰν ἐπιθυμοῦμεν ἡ Ἐμπορικὴ Ναυτιλία μας πάντοτε νὰ ἀνθῇ, ὅπως εἰς τὸ παρελθὸν χάρις εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ τό ναυτικὸν δαιμόνιον τοῦ Ἕλληνος ναυτικοῦ καὶ ἐφοπλιστοῦ. Ἐν περιλήψει ἡ ἔκθεσις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἐνώπιον ὑμῶν καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, περιλαμβάνει ζητήματα σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν φορολογίαν ἐν γένει τῆς ναυτιλίας μας, διὰ τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι, ὅπως διὰ κάθε φύσεως χερσαίαν ἐπιχείρησιν ἐπιβάλλεται ἵνα ἡ φορολογία ἐπιπίπτει ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουν αἱ πάσης φύσεως ναυτιλιακαὶ ἐπιχειρήσεις. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις τινὲς ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ κ. Κάντζια, ὁ ὁποῖος ἐνόμιζεν, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον ἵνα ἡ φορολογία ἐπιπίπτει κατὰ τόννον εἰς ἕκαστον πλοῖον. Νομίζομεν ὅτι δικαιότερος εἶναι ὁ καταρτισμὸς τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν κάθε ἐπιχειρήσεως. Ἐπίσης ἡ ἔκθεσις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς περιλαμβάνει ζητήματα σχέσιν ἔχοντα μὲ τοὺς ὅρους ἐργασίας ἐπὶ τῶν πλοίων ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τῶν πληρωμάτων. Ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τῶν ὑπερωριῶν καὶ τῆς παλινοστήσεως, ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξετάσασα ταῦτα ἔδωσε λύσιν, ἡ ὁποία, νομίζομεν ὅτι θὰ ἱκανοποιήσῃ ἀμφοτέρας τὰς πλευράς. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ναυτεργατικὸν ζήτημα ἐπιθυμοῦμεν νὰ θεσπισθῇ τὸ φύλλον ποιότητος κάθε ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελῇ τὸν καθρέπτην τῆς ἐπιδόσεως καὶ τῆς ἱκανότητός του. Καὶ πάλιν καταθέτων τὴν ἔκθεσιν τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναλάβω τὴν Προεδρίαν, ἐκφράζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ συγχαρητήριά μου πρὸς τοὺς κ.κ. βουλευτάς, εἰσηγητάς, τοὺς ἐργασθέντας διὰ τὴν κατάρτησιν τῶν εἰσηγήσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνημερώσωσι πάντα εἰδικῶς ἐνδιαφερόμενον καὶ ἐνδιατρίβοντα εἰς τὰ ζητήματα τῆς ἐμπορικῆς μας ναυτιλίας.
§5Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ τυπωθῇ ἡ Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς παρούσης Βουλῆς.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶχεν ἐγγραφῆ πίστωσις καὶ ἐγένετο δημοπρασία διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς παρελθούσης περιόδου πρὸ τῆς ἐκλογῆς μου, θὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς τρεχούσης περιόδου.
§7Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐκτύπωσις τῆς Ἐφημερίδας τῶν Συζητήσεων, κύριε Πρόεδρε, ἔχει μεγίστην σημασίαν καὶ θὰ παρακαλέσω, ὅπως ληφθῇ μέριμνα νὰ ἐκτυπωθῇ τὸ ταχύτερον. Δὲν εἶναι δὲ ὀρθὸν διὰ τὴν ἐκτύπωσιν τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων, παρελθούσης περιόδου, νὰ διατεθῇ ἡ πίστωσις ἡ ὑπάρχουσα διὰ τὴν περίοδον αὐτήν, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχουν, ὡς πληροφοροῦμαι, ἐλάχισται ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις. Ἡ εὐθύνη διὰ τὴν παραμέλησιν εὐθύνει τοὺς Προέδρους τῆς προηγουμένης περιόδου. Πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκτύπωσις τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς ἐνεστώσης περιόδου.
§8Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἦτο δυνατὸν ἡ ἡμερησία διάταξις νὰ διανέμεται τὴν προηγουμένην ἡμέραν, ὅπως ἐγένετο καὶ εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν. Παρατηρῶ, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν μᾶς διανέμονται ἐκθέσεις τῶν ἐπιτροπῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνημερούμεθα αὐθημερὸν ἐπὶ τῶν συζητουμένων νομοσχεδίων;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο, κύριε συνάδελφε, ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι τὰ νομοσχέδια πολλάκις συζητοῦνται εἰς τὰς οἰκείας Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπὰς τὴν προηγουμένην τῆς συζητήσεώς των εἰς τὴν Βουλὴν ἡμέραν καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἡ ἡμερησία διάταξις νὰ καταρτίζεται, ἐκτυποῦται καὶ διανέμεται τὴν προηγουμένην ἡμέραν, οὔτε καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ
ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1526]50 Α.Ν. «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τινῶν ἀφορωσῶν τὸ Δημόσιον».
§10Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, συζητουμένου κατ’ ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶχον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν τὸν βασικὸν Α.Ν. «περὶ ἀγοραπωλησιῶν». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσε πράγματι, ὅτι θὰ κατατεθῇ ὁ ἀναγκαστικὸς αὐτὸς νόμος. Ἀτυχῶς ὅμως ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου δὲν συμπεριελήφθη εἰς τὰ πρακτικά.
§11Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Βεβαίως, κύριε συνάδελφε, ἐδήλωσα ὅτι ὁ ἀναγκαστικὸς αὐτὸς νόμος θὰ κατατεθῇ πρὸς κύρωσιν.
§12Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ εἴπατε, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικά.
§13Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον Νόμου;
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1526]50 Α.Ν. «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τινῶν ἀφορωσῶν τὸ Δημόσιον». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1522]50 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων φορολογικῶν τινῶν νόμων».
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετα δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1522]50 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων φορολογικῶν τινῶν νόμων» ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διορισμοῦ ἐμμίσθων Παρέδρων παρὰ Πρωτοδίκαις τῶν ἐπιλαχόντων εἰς τὸν διενεργηθέντα κατὰ Μάϊον 1950 διαγωνισμόν».
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτόν, εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου, «περὶ διορισμοῦ ἐμμίσθων Παρέδρων παρὰ Πρωτοδίκαις τῶν ἐπιλαχόντων εἰς τὸν διενεργηθέντα κατὰ Μάϊον 1950 διαγωνισμόν», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1940–50 οἰκονομικὰ ἔτη καὶ χορηγίας πιστώσεων διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν».
§21ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ πρὸ τοῦ 1940–50 οἰκονομικὰ ἔτη καὶ χορηγίας πιστώσεων διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1485]50 «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45, 1945–46, 1946–47, 1947–48, 1948–49 καὶ 1949–50 δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, οἰκονομικοῦ ἔτους 1950–51».
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1485]50 «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45, 1945–46, 1946–47, 1947–48, 1948–49 καὶ 1949–50 δαπανῶν ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκονομικοῦ ἔτους 1950–51». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1505]50 «περὶ ἐγκρίσεως πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1949–50 δαπανῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οἰκονομικοῦ ἔτους 1950–51».
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1505]50 «περὶ ἐγκρίσεως, πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὸ οἰκονομικὸν ἔτος 1949–50 δαπανῶν, ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Δικαιοσύνης καὶ ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου, οἰκονομικοῦ ἔτους 1950–51». Μόνη συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ]τος 76]46».
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ν. Δ]τος 76]46». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1365]49 Α.Ν. «περὶ ὀργανώσεως τῶν ἐν Δωδεκανήσῳ Γεωργικῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ Ἱδρυμάτων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας».
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1365]49 Α.Ν. «περὶ ὀργανώσεως τῶν ἐν Δωδεκανήσῳ Γεωργικῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ Ἱδρυμάτων τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 Ἀπριλίου 1926 Διεθνοῦς Συμβάσεως «περὶ ἑνοποιήσεως κανόνων τινῶν ἀφορώντων τὰς ἀσυδοσίας τῶν κρατικῶν πλοίων» καὶ τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1934 πρωτοκόλλου».
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 10 Ἀπριλίου 1926 Διεθνοῦς Συμβάσεως «περὶ ἑνοποιήσεως κανόνων τινῶν ἀφορώντων τὰς ἀσυδοσίας τῶν κρατικῶν πλοίων» καὶ τῶν ἀπὸ 24 Μαΐου 1934 πρωτοκόλλου». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 558)15 Ἰουλίου 1949 Πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ καταβολῆς ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου Α.Ο.Κ.Π. τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀπολεσθέντος ἐν ἐπιτάξει ὑπὸ Δανικὴν σημαίαν Ν)γ «Vicking».
§33ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 558)15 Ἰουλίου 1949 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου «περὶ καταβολῆς ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου Α.Ο.Κ.Π. τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀπολεσθέντος ἐν ἐπιτάξει ὑπὸ Δανικὴν σημαίαν Ν)γ «Vicking». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. ὑπ’ ἀριθ. 1494 τῆς 17ης Αὐγούστου 1950 «περὶ συστάσεως Ἐπικουρικοῦ Ταμείου Ὑπαλλήλων Ἀστυνομίας Πόλεων».
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. ὑπ’ ἀριθ. 1494 τῆς 17ης Αὐγούστου 1950 «περὶ συστάσεως Ἐπικουρικοῦ Ταμείου Ὑπαλλήλων Ἀστυνομίας Πόλεων». Βʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἰσχυουσῶν διατάξεων «περὶ Ταμείων ἀρωγῆς ἀξιωματικῶν καὶ ἀλληλοβοηθείας ὁπλιτῶν χωροφυλακῆς».
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἰσχυουσῶν διατάξεων «περὶ Ταμείων ἀρωγῆς ἀξιωματικῶν καὶ ἀλληλοβοηθείας ὁπλιτῶν χωροφυλακῆς» ὡς ἐτροποποιήθη, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῆς παγίας προκαταβολῆς Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας».
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῆς παγίας προκαταβολῆς Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπογραφῆς ὡς μαθητευομένων ναυτικῶν καὶ ναυτικῶν τῶν ὑπηρετησάντων εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις καὶ ἄλλων τινῶν κατηγοριῶν».
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς Αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀπογραφῆς ὡς μαθητευομένων ναυτικῶν καὶ ναυτικῶν τῶν ὑπηρετησάντων εἰς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις καὶ ἄλλων τινῶν κατηγοριῶν». Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπολογισμοῦ ὑπηρεσίας ἐπὶ πλοίων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ ἐφέδρων ἐξ ἐφέδρων ἢ ἐπικούρων ὡς ἀντιστοίχου πρὸς ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἐμπορικῶν πλοίων».
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ὑπολογισμοῦ ὑπηρεσίας ἐπὶ πλοίων τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ ἐφέδρων ἐξ ἐφέδρων ἢ ἐπικούρων, ὡς ἀντιστοίχου πρὸς ὑπηρεσίαν ἐπὶ ἐμπορικῶν πλοίων» ὡς ἐτροποποιήθη παρὰ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1564)50 Α.Ν. «περὶ Ὀργανισμοῦ Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους».
§45Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤθελα νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησιν νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν δι’ ὅλας τὰς δυνατὰς τροπολογίας.
§46Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ κρατηθῇ.
§47Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Ἐπειδὴ εἶναι ἐκ τῶν ἐπειγόντων νομοσχεδίων διὰ τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναληφθῆ ὑποχρέωσις, θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ ὅπως ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, νὰ τὸ συζητήσωμεν κατ’ ἄρθρον.
§48Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἴσως ὀρθὸν εἰς πολλὰς διατάξεις, ἀλλὰ καθιερώνει μίαν διάρθρωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἠθέλομεν νὰ συζητήσωμεν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μὴ ψηφισθῇ ἔστω καὶ κατ’ ἀρχήν, ἀφοῦ, ἄλλωστε, ἀπουσιάζει καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός.
§49Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι πρόκειται περὶ συστηματικῆς ἀντιδράσεως νὰ μὴ ψηφισθοῦν τὰ νομοσχέδια αὐτά.
§50Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι κατηγορήθην ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον. Ἡ ἐργασία, κ. συνάδελφε, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, νομίζω, ὅτι εἶναι ὑποδειγματική. Ἔγινε ἐργασία λεπτομερεστάτη καὶ φαντάζομαι ὅτι θὰ ἤθελε καὶ ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ τὰ πορίσματά της. Ἐὰν τὸ ὀνομάζητε αὐτὸ κωλυσιεργίαν καὶ ἀντίδρασιν θὰ ἤθελα νὰ μάθω τὸν ἰδικόν σας τρόπον ἐργασίας.
§51Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι τώρα συζητεῖται ἡ κατ’ ἀρχὴν ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν ἠμποροῦμεν νὰ ὑποβάλλωμεν τὰς τροπολογίας μας.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπομένως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1564|50 Α. Ν. «περὶ Ὀργανισμοῦ Στατιστικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους», ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1514|50 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τελωνειακῶν παραβάσεων καὶ λαθρεμπορίας διατάξεων τοῦ Τελωνειακοῦ Κώδικος».
§53Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὰς τροπολογίας τῶν κ. κ. εἰσηγητῶν καὶ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὰς ἀποδέχομαι. Πέραν αὐτῶν ὑπάρχει ἄλλη;
§54Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Μάλιστα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναπτύξατέ την κ. συνάδελφε.
§56Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν περίοδον τῆς Ἀγγλικῆς κατοχῆς τῆς Δωδεκανήσου, ἐσημειώθη μεγάλη ἔλλειψις τροφίμων. Ἐκ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εἰσήγοντο λαθραίως ἐκ διαφόρων μερῶν, καὶ δὴ ἐκ Κρήτης, μικραὶ ποσότητες τροφίμων, ἔλαιον καὶ σταφίς, ἀπαραιτήτων διὰ τὴν διατροφὴν τοῦ λαοῦ τῆς Δωδεκανήσου. Οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὸ λαθρεμπόριον, ἂν καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ λαθρεμπορίου, ἐξηπάτησαν ὡρισμένους ναύτας καὶ ἄλλους βιοπαλαιστὰς καὶ τοὺς ἔπεισαν νὰ ὑπογράψουν τὰς κατὰ τὸν νόμον ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις διὰ τὴν μετακόμισιν τῶν ἐμπορευμάτων αὐτῶν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν σήμερον ἐνώπιον τοῦ περιέργου φαινομένου ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὸ «λαθρεμπόριον», νὰ μὴ διώκωνται ἀπὸ κανένα, νὰ ἀπολαμβάνουν πλήρους ἀσυδοσίας, ἐνῷ ὁ μικρὸς ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν καὶ βιοπαλαιστῶν, ἄνθρωποι πολλάκις μὲ 5 καὶ 10 παιδιὰ, νὰ καταδιώκωνται ἀπὸ τὰ τελωνεῖα, διὰ νὰ πληρώσουν ἐγγυήσεις 5, 100, 150 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Πολλοὶ δὲ ἐξ αὐτῶν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακάς. Διὰ τῆς τροπολογίας μου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ τοῦτο, δὲν ζητῶ οὐδὲν μέτρον ἐπιεικείας διὰ κανένα. Ἁπλῶς προτείνω ὅπως εἰς τοὺς ἐξαπατηθέντας ναύτας κλπ. νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθυνθοῦν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Προσφυγῶν καὶ ἐὰν αὕτη μὲν κρίνῃ ὅτι ἦσαν πράγματι λαθρέμποροι νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὰς ἐκ τοῦ νόμου κυρώσεις, ἐὰν ὅμως τοὺς εὕρῃ ἀθώους νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ὥστε νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι.
§57Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ τελῶναι νὰ δεχθοῦν ἀνθρώπους ἐντελῶς πτωχοὺς νὰ πληρώσουν ἐγγύησιν 150 ἑκατ. δραχμῶν;
§58Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Καὶ ὅμως συνέβη. Οἱ ἄνθρωποι δὲ αὐτοὶ εἶναι σήμερον εἰς τὰς φυλακὰς καὶ δὲν ἔχουν πανταλόνι νὰ φορέσουν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§60Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐφ’ ὅσον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδέχθη τὰς τροπολογίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ἤθελον νὰ τονίσω ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι τείνει εἰς τὴν χορήγησιν εὐνοίας πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται ὡς αὐτουργοί, εἴτε ὡς δώσαντες ἐγγυήσεις εἰς λαθρεμπόρους. Παλαιὰ τακτικὴ τῆς προηγουμένης καὶ τῆς παρούσης Βουλῆς εἶναι ἡ ἐξαίρεσις ἀπὸ οἱονδήποτε μέτρον εὐνοίας τοῦ λαθρεμπορίου λόγῳ τῆς σημασίας καὶ τοῦ ἀντικτύπου τὸν ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Ἐὰν ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἀδικοῦντες ἐξ ἐπιπολαιότητος εἴτε ἐξ ἀγνοίας των τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ αἰτίαν εἰς τὸ νὰ ἀποστῶμεν ἀπὸ μίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν μέχρι σήμερον ἀκολουθοῦμεν. Ἡ ἄποψίς μου εἶναι νὰ μὴ παράσχωμεν οὐδεμίαν εὔνοιαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς ἓν τοιοῦτον ἀδίκημα. Συμβαίνει νὰ κατάγωμαι ἀπὸ ἓν διαμέρισμα τὸ ὁποῖον ἐγνώρισε τὴν λαθρεμπορίαν τὸν τελευταῖον καιρὸν καὶ ὑπέστην πιέσεις ἀπὸ ἀνθρώπους ἐνδιαφερομένους διὰ τὸ ἀδίκημα αὐτό. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν μεμονωμέναι περιπτώσεις ἀδικιῶν ὅπως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν οἱουδήποτε νόμου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς ἡμᾶς τοὺς ἐκπροσώπους μιᾶς περιφερείας ἡ ὁποία εὑρίσκεται στενώτατα συνδεδεμένη μὲ τὰ τοιαύτης φύσεως ἀδικήματα, δι’ ἡμᾶς λέγω, εἶναι τοὐλάχιστον, θέμα ἠθικῆς τάξεως νὰ συνηγορήσωμεν ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον ὁποιονδήποτε μέτρον εὐνοίας ὑπὲρ τῶν λαθρεμπόρων.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χλουβεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§62Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἡ λέξις λαθρέμπορος εἶναι λέξις ἀπαράδεκτος. Δὲν πρόκειται περὶ λαθρεμπόρων, πρόκειται περὶ ἀνθρώπων οἵτινες ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ τὰ ἄλλα δικαστήρια τῆς δοκιμασίας τοῦ λαθρεμπορίου καὶ ἔμειναν παραβάται τελωνειακῶν διατάξεων. Μετὰ τὴν κατοχὴν ὅλος ὁ λαὸς εἶχε μείνει γδυτὸς καὶ ἀνυπόδητος ἐκ τῆς ἀνάγκης δὲ αὐτῆς ὁρμώμενοι, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὄχι λαθρέμποροι, ἀλλὰ ἐπαγγελματίαι, ἐπῆγαν εἰς τὰ Δωδεκάνησα καὶ τὴν Κύπρον εἴδη ποὺ εἶχε παραμείνει ἀπὸ τὴν κατοχὴν σταφίδα κλπ. καὶ ἕτερα εἴδη ἐνδύσεως καὶ ὑποδήσεως. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ποὺ ἔκαμαν αὐτὴ τὴ δουλειὰ δὲν ἦσαν λαθρέμποροι, ἀλλὰ ἄνθρωποι ποὺ προσέφερον πολλὰ ἐπὶ κατοχῆς εἰς τὴν πατρίδα. Τὴν δουλειὰ ποὺ ἔκαμαν δὲν ἐξήγαγον συνάλλαγμα ἀλλὰ τοὐναντίον δύναμαι νὰ εἴπω εἰσήγαγον κεφαλαιουχικὰ ἀγαθά. Καὶ θὰ σᾶς φέρω καὶ ἕνα παράδειγμα ὅτι εἰσήγαγον 50 κάνιστρα τὰ ὁποῖα ἤδη ἐπῆρε τὸ Κράτος καὶ τὰ ὁποῖα ἐὰν δὲν τὰ ἔφερον εἰς τὴν Ἑλλάδα αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἐπήγαιναν εἰς ἄλλας χώρας καὶ θὰ ἐστερεῖτο ἡ χώρα τρόπου μεταφορᾶς διὰ τὰ ὑγρά. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὅλοι ἠθωώθησαν ἀπὸ τὰ ποινικὰ δικαστήρια, ἐφ’ ὅσον δὲ ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους πρέπει νὰ ἀπαλλαγοῦν τῶν προστίμων. Τὸ δημόσιον ἐφ’ ὅσον ἐπληρώθησαν οἱ φόροι δὲν χάνει τίποτε.
§63Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πλὴν τῆς λαθρεμπορίας ὑπῆρχεν καὶ λαθρεμπόριον συναλλάγματος διότι ἐξήγαγον ἐμπορεύματα χωρὶς νὰ καταθέσουν τὸ συνάλλαγμα εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ περίπτωσις κυρίως ἀφορᾷ χιλίους τόννους ἐλαίου ἐξαχθέντος εἰς Κύπρον, Βεγγάζην καὶ ἀλλαχοῦ εἰς ὅλην τὴν Μεσόγειον.
§64Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου ἀφορᾷ τὰ Δωδεκάνησα, τὴν Κύπρον καὶ ὄχι ἄλλα μέρη.
§65Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Συνεπείᾳ τῆς λαθραίας ἐξαγωγῆς ἐλαίου ὑψώθη καὶ ἡ τιμὴ αὐτοῦ εἰς τό ἐσωτερικόν.
§66Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐγένετο τὸ 1944–45 ὁπότε δὲν εἶχε ἀντίκτυπον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδόγιαννης ἔχει τὸν λόγον.
§68ΕΜ. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ ἀδίκημα τῆς λαθρεμπορίας ὑπάγεται εἰς τὰ ἀτιμωτικὰ ἀδικήματα καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ ὑποστήριξις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαπράττουν ἀτιμωτικὰ ἀδικήματα. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ποὺ συζητοῦμεν τὸ θέμα αὐτὸ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἀείμνηστος Χρῆστος Λαδᾶς κατὰ τὸ 1947 ὅταν ἦλθεν ἐδῶ τὸ ζήτημα κατεδίκασε τὴν πρότασιν περὶ παραχωρήσεως ἀμνηστίας ἢ ἀναστολῆς εἰς τοὺς λαθρεμπόρους. Μόνον ἀπὸ τὴν Κρήτην ἐξήχθησαν λαθραίως 3 χιλ. τόννοι καὶ δὲν εἶναι μόνον ὅτι ἐξήχθησαν ἀλλὰ ὑπάρχουν βάσιμα στοιχεῖα ὅτι εἰσήχθησαν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ἄλλα ἐμπορεύματα. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ ἀπορρίψῃ ἀσυζητητὶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθιεροῦμεν τὴν ἀσυδοσίαν τοῦ ἐγκλήματος.
§69Γ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οἱ λαθρέμποροι εἶναι ἐλεύθεροι καὶ διώκονται οἱ ἐγγυηταὶ ποὺ εἶναι πάμπτωχοι· πλὴν ὅμως οἱ τελῶναι τοὺς εἶχον δεχθῇ ὡς ἐγγυητάς.
§70ΕΜ. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ διατηρήσητε τὰς ἀντιλήψεις σας κ. συνάδελφε, ἐγὼ ἔχω τὰς ἰδικάς μου. Εἶναι ζήτημα ἠθικῆς τάξεως νὰ μὴ δοθοῦν διευκολύνσεις πρὸς τοὺς λαθρεμπόρους. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπε ὅτι προσέφερεν ὑπηρεσίας πρὸς τὴν πατρίδα διότι συνέπεσε νὰ εὑρίσκωμαι κοντὰ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν εἰς τὰ βουνὰ σᾶς πληροφορῶ ὅτι εἰς τὰ βουνὰ λαθρέμποροι δὲν ὑπῆρχον.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζησταυρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§72Γ. ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συγχαρῶ τὸν κ. ὑπουργὸν καὶ τοὺς κ. συναδέλφους ποὺ τόσο πολὺ ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν ἠθικὴν τάξιν καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸ ζήτημα τῆς μὴ δημιουργίας λαθρεμπορίας εἰς βάρος τοῦ δημοσίου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τοὺς μεταφέρω ὀλίγον πέρα εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς σκλαβιᾶς, διὰ νὰ θυμηθοῦν καὶ νὰ ὑπολογίσουν ἀναλόγως μὲ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο τὰ Δωδεκάνησα τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εἶναι εὔκολον κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς νὰ ζυγίσωμεν τὰ πράγματα ὅπως τὰ βλέπομεν σήμερον, ἀλλὰ νομίζω πολὺ διαφορετικὰ ἦσαν τὴν ἐποχὴν τῆς κατοχῆς καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου, ὅταν ὁ κόσμος εὑρίσκετο εἰς τὸν δρόμον καὶ εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν. Νομίζω ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μεταφέρωμεν τὴν σκέψιν μας εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἀναλόγως νὰ πάρωμεν ἀπόφασιν. Ἡ Δωδεκάνησος δὲν ζητεῖ ἐλεημοσύνην ἀπὸ κανένα, θέλει μόνον νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀλήθεια. Δὲν θὰ ἦσαν οἱ 120.000 κάτοικοι ζωντανοί, ἐὰν κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἀπελευθερώσεως, τῆς στρατιωτικῆς ἀγγλικῆς κατοχῆς, ποὺ δὲν εἴμεθα ἕνα Κράτος νὰ ἐφαρμόσωμεν ἕνα νόμον κατὰ γράμμα, δὲν θὰ ἦσαν ζωντανοί, ἐὰν δὲν ἔκαμον μίαν παράβασιν τὴν ὁποίαν ὑπέδειξαν οἱ Ἄγγλοι κατοχεῖς. Μᾶς ἔλεγαν φέρετε ὅσας ἠμπορεῖτε τροφὰς καὶ ἀπὸ ὅπου ἠμπορεῖτε Ἤμην ἐγὼ παρὼν τὸ 1945· δι’ ἡμᾶς, ἔλεγον, εἶσθε ἐλεύθεροι, διὰ νὰ ζήσητε φέρετε ἀπ’ ὅπου θέλετε διὰ νὰ σώσετε τὰ παιδιά σας. Καὶ αὐτὸ ἐγένετο, ἀγαπητοὶ κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐγὼ ὅσο καὶ ἐὰν τοὺς καταδικάσητε, ἐὰν εἶχα παράσημα θὰ ἔδιδα εἰς αὐτοὺς ποὺ λέγετε λαθρεμπόρους. Εἶναι γεγονὸς ὅτι κινδυνεύσαμεν νὰ πεθάνωμεν καὶ ὅποιος ἔφερνεν ἕνα μπουκάλι λάδι ἀπὸ ὁπουδήποτε τὸν λέγαμε ἥρωα· αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης.
§73ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ 1945 καὶ τὸ 1946;
§74Γ. ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ἐκεῖ καὶ γνωρίζω τὴν κατάστασιν κατὰ τὸ 1945 καί 1946. Ἐξεχάσαμεν ὅτι ζητοῦμεν νὰ δώσωμεν ἀμνηστίαν εἰς πάσης φύσεως ἐγκληματίας καὶ ἀπὸ τὴν μιὰ πλευρὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Κάθε φορὰ γίνεται τὸ ἴδιο εἰς τὸ Ρωμέϊκο. Τὸ παρελθὸν τὸ ξεχνᾶμε καὶ βραβεύομεν ἀντιθέτως ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐγκλημάτησαν ἢ δὲν ἔκαμαν τὸ καθῆκον των κατὰ τὴν ὥραν τοῦ κινδύνου. Δὲν ζητοῦμεν ἐλεημοσύνην, ζητοῦμεν νὰ κρίνετε ἐπιεικῶς ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἡμεῖς λέγομεν ἥρωας, ἐκείνους ποὺ τῇ ὑποδείξει τῶν Ἄγγλων ἐστείλαμε μὲ τὶς βάρκες—εἴχαμε 5 βάρκες εἰς τὴν Κάλυμνον καὶ 2 πλοῖα τῶν 10 τόννων—καὶ τοὺς ἐξαποστείλαμε ὁπουδήποτε καὶ εἴχαμε καὶ σκοτωμένους ἀπὸ τοὺς Τούρκους, διὰ νὰ φέρωμεν ἕνα κομμάτι ψωμὶ εἰς τὰ Δωδεκάνησα, διὰ νὰ ζήσωμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότης.
§75Γ. ΠΛΑΤΗΣ. Ἡ κατάστασις ὑπῆρξε χειροτέρα εἰς τὴν Δωδεκάνησον κατὰ τὴν περίοδον ποὺ ἦσαν οἱ Ἄγγλοι, παρὰ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου;
§76Γ. ΧΑΤΖΗΣΤΑΥΡΗΣ. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦ πολέμου ἡ κατάστασις ἦτο χειροτέρα. Προσωπικῶς σᾶς λέγω ὅτι εἰς τὴν Κάλυμνον ἀπὸ 15 χιλ. κάτοικοι ἔμειναν 4 χιλ. Σᾶς λέγω καὶ τὸ ἑξῆς: Ὅταν ἐγὼ ἤμουν εἰς τὴν Πατρίδα μου ὁ Ἄγγλος Στρατιωτικὸς Διοικητὴς ἔδιδεν ἀνοικτὰ χαρτιὰ διὰ νὰ πάρουμε ἀπ’ ὅπου θέλουμε τρόφιμα, διότι σᾶς λέγω δὲν ἠμποροῦσαν νὰ μᾶς δώσουν παρὰ αὐτὸ τὸ ἐλάχιστον. Καὶ ἐξακολουθεῖ, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, νομίζω πὼς ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς τονίσωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται, σᾶς ὑπενθυμίζωμεν ἁπλῶς τὴν κατάστασιν καὶ σεῖς ἐκ τῶν ὑστέρων, τώρα ποὺ ἔχομεν ὅλα τ’ ἀγαθά, ἠμπορεῖτε νὰ καταδικάσητε ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐπαινέσητε. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν φθάνω ἀπὸ κάτω καὶ δὲν ἠξεύρω τὰς λεπτομερείας τῶν ὑπομνημάτων καὶ τῶν τροπολογιῶν, πλὴν ὅμως ἐξηγέρθη ἡ ψυχή μου, διότι ἤμην παρὼν καὶ τὰ ἔζησα καὶ βλέπω ὅτι δὲν ἐγκρίνεται μία μᾶλλον ἐπιεικὴς τροπολογία διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς εὐγνωμονοῦμεν.
§77Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ν’ ἀνεγείρωμεν ἕνα ἄγαλμα τοῦ ἀγνώστου λαθρεμπόρου.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαληνὸς ἔχει τὸν λόγον.
§79Μ. ΓΑΛΗΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἴμαστε μάρτυρες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγίνοντο τὰ ἀδικήματα αὐτά, ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὰ χαρακτηρίσωμεν ὡς ἀδικήματα. Πρόκειται περὶ μιᾶς περιόδου κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Δωδεκάνησος δὲν εἶχεν ἐνσωματωθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μετὰ τὰ ὅσα εἶχον ὑποφέρει κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου καὶ τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς προηγουμένως, εὑρίσκοντο εἰς μίαν κατάστασιν ἀθλιεστάτην καὶ εἰς ἔλλειψιν καὶ τῶν στοιχειωδῶν πραγμάτων. Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ στρατιῶται τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, τοῦ Συμμαχικοῦ Στρατοῦ ἐπιάναμε τοὺς βαρκάρηδες, ἐπιάναμε τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατώρθωναν νὰ πλησιάσουν τὰ Δωδεκάνησα καὶ τοὺς ἱκετεύαμε νὰ φροντίσουν νὰ φέρουν εἰς τὴν Δωδεκάνησον ἔστω καὶ ἕνα μπετόνι λάδι. Εἶναι καταπληκτικὸν σήμερον νὰ ζητοῦμεν εὐθύνην διὰ πράγματα εἰς τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐξωθήσαμεν τοὺς ἀνθρώπους ὡς ὑπεύθυνος ἀρχή. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἱεροῦ Λόχου κατ’ ἐπανάληψιν προέτρεψα νὰ φορτώσουν λάδι καὶ νὰ τὸ φέρουν εἰς τὰ Δωδεκάνησα. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἂν θελήσητε νὰ ἐρωτήσητε τὸν διοικητὴν τοῦ λόχου κ. Τσιγάντεν θὰ σᾶς βεβαιώσῃ ὅτι καὶ ὁ ἴδιος ἐβοήθησε τὰς μεταφορὰς λαθραίως εἰς τὰ Δωδεκάνησα. Τὸ σφάλμα δὲν εἶναι αὐτῶν οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ κατηγορίαν, ἀλλὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν ἐμερίμνησε νὰ στείλῃ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ στείλῃ. Ἐὰν τὸ Κράτος ἐφρόντιζε εἴτε διὰ τῶν Ἀγγλικῶν ἀρχῶν ἢ μὲ οἱονδήποτε ἄλλο μέσον, νὰ στείλῃ εἰς τὴν Δωδεκάνησον ἐφόδια, δὲν θὰ ἐπαρουσιάζετο τὸ σημερινὸν ἀδίκημα. Ἡ πραγματικότης εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ σώσουν κυριολεκτικῶς τοὺς Δωδεκανησίους. Αὐτὰ ἤθελα νὰ σᾶς εἴπω ὡς αὐτόπτης μάρτυς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
§80Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅταν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὴν ἔκθεσιν τοῦ Α. Ν. τούτου, ἐνόμιζα ὅτι εἰσηγήθην ἕνα νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προσεπάθησε νὰ ἐπιβάλῃ μίαν τάξιν εἰς τὴν ἀχαλίνωτον λαθρεμπορίαν ἡ ὁποία διεξάγεται ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς κατοχῆς μέχρι σήμερον. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος καὶ τόσον συμπαθὴς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος μετεῖχε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι παρ’ ὅλον ὅτι ὑπέγραψε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δὲν ἔχει εὐθύνην, νομίζω ὅτι πράγματι θὰ εἶναι ὑπερήφανος διότι ὑπέγραψεν αὐτὸν τὸν Α.Ν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τίθενται δρακόντειοι ὅροι ὅσον ἀφορᾷ τὴν πάταξιν ὡρισμένων λαθρεμποριῶν καὶ ἐπιχειρεῖται ἡ ρύθμισις κατὰ τρόπον ὥστε πέραν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ἡ ὁποία εἶναι βραδεῖα, νὰ ὑπάρχῃ διοικητικὸν δικαστήριον τὸ ὁποῖον νὰ κυρώνῃ διὰ βαρυτάτων προστίμων τὰς ἀσυστόλους διενεργουμένας λαθρεμπορικὰς πράξεις. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, εἰς ἕνα νομοσχέδιον μὲ τὴν πρόθεσιν αὐτήν, νὰ μὴ παρεμβληθῇ διάταξις ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἔστω καὶ μὴ αὐτουργοὺς λαθρεμπορίας. Δὲν ἀφορᾷ πιθανὸν αὐτουργοὺς ἀλλὰ ἀφορᾷ πάντας συνεργοὺς τοῦ λαθρεμπορίου. Διότι μὴ κρυπτόμεθα, κ. συνάδελφοι, ὄπισθεν αὐτῶν τῶν δῆθεν ἀφελῶν ὀχυροῦται καὶ κρύπτεται τὸ λαθρεμπόριον. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κ. κ. συνάδελφους νὰ μὴ ἐπιμένουν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ παραμείνῃ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὑπὸ τῆς Βουλῆς προσετέθησαν διατάξεις ὑπὲρ τῶν λαθρεμπόρων.
§81Κ. ΚΟΤΖΙΑΣ. Ἔχετε πληροφορίαν ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας ἂν αὐτοὶ οἱ 250 βαρκάρηδες ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ πληρώσουν τὸ ποσὸν αὐτό;
§82Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς ἐν γένει τελωνειακῆς νομοθεσίας δὲν εἶναι ταμειακός. Ὁ τελωνειακὸς κῶδιξ ἔχει κυρώσεις ἀκριβῶς διὰ νὰ προλαμβάνει τὸ λαθρεμπόριον. Ἂν ἀθωώσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἀφερεγγύους, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ θίξομεν τὰ κακῆς πίστεως τελωνειακὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα συνείργησαν εἰς τὸ λαθρεμπόριον;
§83Κ. ΚΟΤΖΙΑΣ. Ὀρθὴ εἶναι ἡ βάσις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμόζωνται ἐκ τῶν ὑστέρων μέτρα ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, διὰ πράξεις τοῦ 1945.
§84Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀντιθέτως, κ. συνάδελφε, ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία.
§85Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Δὲν θέλομεν διὰ τῆς τροπολογίας νὰ δώσωμεν πιστοποιητικὰ καὶ τίτλους τιμῆς εἰς τοὺς λαθρεμπόρους. Ἡ τροπολογία ἡ ἰδική μου ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν προστίμων.
§86Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διὰ τὴν ἐκπρόθεσμον καταβολὴν δέχομαι τὴν τροπολογίαν, νὰ ἀπαλλαγοῦν τῶν προστίμων, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀπαλλάξωμεν ἀπὸ τὰς κυρώσεις τοῦ τελωνειακοῦ κώδικος.
§87Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Εἴπατε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐξασφαλίζει τὴν δρακόντειον ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ λαθρεμπορίου. Ἡ δευτέρα παράγρ. τοῦ ἐδαφ. 4 τοῦ ἄρθρου 1 δίδει εἰς τοὺς εἰσαγαγόντας λαθρεμπορικῶς ὡρισμένα ἐμπορεύματα, τὸ δικαίωμα νὰ τὰ δηλώσουν, νὰ πληρώσουν τὸν δασμὸν καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν. Ἑπομένως εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, περιλαμβάνεται διάταξις ἐπιεικείας ὑπὲρ τῶν λαθρεμπόρων. Ἔχετε ἀντιθέτως ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ τροπολογία μου δὲν ἀπαλλάσσει οὔτε τοὺς συνεργοὺς οὔτε τοὺς αὐτουργοὺς λαθρεμπορίας τῶν εὐθυνῶν των. Ἁπλῶς δίδει τὴν εὐχέρειαν εἰς πτωχοὺς βιοπαλαιστὰς νὰ προσφύγουν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ νὰ ἀποδείξουν ὅτι εἶναι ἀθῶοι καὶ νὰ ἀπαλλαγοῦν. Διότι ἐξηπατήθησαν καὶ ἐνεφανίσθησαν ὡς ἐγγυηταὶ οἱ φορτωταὶ καὶ ἐπὶ πλέον ὅταν ἔλαβε χώραν τὸ δῆθεν αὐτὸ ἀδίκημα δὲν ἐγνώριζαν τὸν Ἑλληνικὸν νόμον. Ἴσως ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν ἠννόησε τὸ πνεῦμα τῆς τροπολογίας μου, διότι δικαιοτέρα τροπολογία θὰ ἦτο δύσκολον νὰ διατυπωθῇ σχετικῶς μὲ τὴν ἀτυχῆ αὐτὴν διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§88Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι βουλευταί, ὁ ἐκ Δωδεκανήσου κ. συνάδελφος ἐπεκαλέσθη τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει εἰς τοὺς διενεργήσαντας αὐτὸ τὸ λαθρεμπόριον νὰ ἀπαλλαγοῦν καταβάλλοντας τὸν δασμόν. Λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Ζίγδης, κατέφυγεν εἰς τὸ νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὴν τὴν διάταξιν διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀπαράδεκτον τροπολογίαν του. Μετέσχε τῆς ἐπιτροπῆς καὶ γνωρίζει διατὶ ἐτέθη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4. Δι’ αὐτῆς δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰ τελωνειακὰ ὄργανα νὰ εἰσέρχωνται εἰς ὅλα τὰ καταστήματα καὶ νὰ ἐρωτοῦν καὶ νὰ ἐξακριβώνουν τὸν τόπον καὶ τὸν τρόπον προελεύσεως τῶν ἐμπορευμάτων. Εἶναι μία διάταξις μὲ μεγάλον ἀντίκτυπον. Ἐπειδὴ δίδομεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὰ ὄργανα, ἐδώσαμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὰ καταστήματα νὰ σπεύσουν νὰ δηλώσουν τὸ λαθρεμπόριον. Εἶναι πρᾶξις αὐτὴ τείνουσα νὰ προστατεύσῃ τὸ λαθρεμπόριον καὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπικαλῆται ὁ κ. συνάδελφος αὐτὴν ὡς δικαιολογίαν τῆς ἄλλης διατάξεως; Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, μὲ τὴν δήλωσιν τὴν ἰδικήν μου ὅτι ἐγὼ δὲν τὴν δέχομαι.
§89Ι. ΖΙΓΔΗΣ. Διαμαρτύρομαι ἐντελῶς διὰ τὴν διαστρέβλωσιν τῆς ἐννοίας τῶν λόγων μου, ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργόν. Δὲν εἶπα ὅτι ὑπερασπίζεται τοὺς λαθρεμπόρους, εἶπα ὅτι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πάρῃ ὡρισμένα μέτρα ἐπιεικείας διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ κυρίως τὴν ἐπιβολὴν τῶν νόμων καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πιστὴν ἐφαρμογὴν τῆς δικαιοσύνης.
§90Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε ζητοῦμεν τὴν εὐμενῆ κρίσιν τῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τῶν προστίμων τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σχέδιον νόμου, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἄνευ τῆς τροπολογίας τῆς προταθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ζίγδη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπῶς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1514]50 Α. Ν. «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ τελωνειακῶν παραβάσεων καὶ λαθρεμπορίας διατάξεων τοῦ τελωνειακοῦ κώδικος» γίνεται δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου. Μόνη συζήτησις, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου, τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1520]50 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων καὶ ἄλλων φορολογικῶν διατάξεων κλπ».
§93Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δέχομαι τὰς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Σήμερον μοῦ προτείνεται καὶ μία τροπολογία ἀπὸ τὸν συνάδελφον ἐκ Πατρῶν.
§94Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ Α.Ν. 2476]40 συνεστήθη ἡ Ἕνωσις Ἐξαγωγέων Κορινθιακῆς Σταφίδος μὲ τὸν σκοπὸν ὅπως ὑπὸ τὴν ἑνιαίαν διοίκησιν καὶ διεύθυνσιν, διεξάγεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου προϊόντος εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ὑπὸ τὰς συνθήκας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτουν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐκ τῆς ἱδρυτικῆς ἀποφάσεως τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἰδιοτύπου τούτου συνεταιρισμοῦ, προκύπτει ὅτι ἔννοια αὐτοῦ δὲν ἦτο νὰ ἱδρύσουν οὔτε ἀνώνυμον ἑταιρείαν, οὔτε συνεταιρισμὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ συνεταιρισμοῦ, οὔτε ὁμόρρυθμον ἢ ἑτερόρρυθμον ἑταιρείαν, οὔτε ἄλλου εἴδους σύμπραξιν ἢ συνεταιρικὴν ὀργάνωσιν, ἀποβλέπουσαν εἰς κέρδη. Σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ἦτο νὰ συγκεντρώσῃ ὅλους τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς οὕτως ὥστε νὰ συνεισφέρουν οὗτοι τὰ ἐργοστάσιά των, τας ἐγκαταστάσεις των, προκειμένου νὰ ὑπάγηται ὑπὸ γενικὸν ἔλεγχον ἡ ἐξαγωγὴ τῆς σταφίδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἤδη διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Α. Ν. 942, ὑπήχθη ἡ Ἕνωσις τῶν Ἐξαγωγέων εἰς μίαν εἰδικὴν φορολογίαν, φορολογουμένη κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον φορολογοῦνται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι καὶ αἱ ἄλλαι ἑταιρεῖαι, δηλαδὴ φορολογεῖται τὸ ἀκαθάριστον εἰσόδημα τῆς Ἑνώσεως, ἐνῷ σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ φορολογῆται τὸ καθ’ ἕκαστον μέρισμα, τὸ ὁποῖον εἰσπράττει κάθε μέλος τῆς ἑνώσεως ταύτης. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ ἄρθρου 18 § ε τοῦ κώδικος περὶ καθαρῶν προσόδων ἡ ἕνωσις ἐξαγωγέων σταφίδος καὶ νὰ φορολογοῦνται ἰδιαιτέρως αἱ πρόσοδοι τὰς ὁποίας ἀποκτᾷ ἕκαστον μέλος τῆς Ἑνώσεως ὅταν ἀποκτᾷ τὸ μέρισμά του.
§95Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ τὴν δέχομαι καὶ τὴν εὑρίσκω δικαίαν.
§96Κ. ΜΑΡΗΣ. Καὶ μίαν τροπολογίαν διὰ τὰς ἀπορριφθείσας ἐφέσεις διὰ τυπικοὺς λόγους, ἐφ’ ὅσον καταβληθῇ τὸ παράβολον.
§97Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν δεχθῶ ἄνευ προθεσμίας. Θὰ πρέπῃ νὰ τεθῇ προθεσμία ὑποβολῆς τῆς ἐφέσεως, νὰ ἀσκῆται ἐντὸς μηνὸς μόνον καὶ δεύτερον θὰ ἀφορᾷ τὴν περίοδον τὴν φορολογικὴν τοῦ 1949 δηλ. ἀπὸ τὸ 1948 καὶ ἐντεῦθεν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου;
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γεροκωστοπούλου ἐγένετο δεκτή. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαρῆ ὡς τὴν ἀποδέχεται ὁ κ. ὑπουργός;
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μαρῆ, ὡς τὴν ἀπεδέχθη ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία τῶν κ.κ. Σπηλιοπούλου, Γκότση καὶ λοιπῶν «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ τηρουμένου νόμου». Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν τροπολογίαν αὐτήν;
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§104Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐγὼ τὴν ἀποδέχομαι, κ. Πρόεδρε.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Σπηλιοπούλου, Γκότση καὶ λοιπῶν «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ τηρουμένου νόμου». Συνεπῶς ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τοῦ ἄρθρου καὶ τοῦ συνόλου, τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1520)50 Α.Ν. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων καὶ ἄλλων φορολογικῶν διατάξεων κλπ», ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1529) 50 Α. Ν. περὶ ρυθμίσεως τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ἀναγνωρίσεων κλπ.». Ὁ κ. Μπουρνιᾶς ὡς εἰσηγητὴς ἔχει τὸν λόγον.
§107Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ὑπὸ κύρωσιν Α. Ν. νομιμοποιεῖ μίαν κατάστασιν ὑφισταμένην ἀπὸ ἐτῶν καὶ μίαν ἀνωμαλίαν καὶ ἐκκρεμότητα ἡ ὁποία ἔχει ὀχλήσει καὶ τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τὴν ἐκπνοὴν τῆς ἀρχικῆς προθεσμίας, δηλαδὴ μετὰ τὴν 31)12)46, ἡ ὁποία εἶχεν ὁρισθῆ ἀπὸ τὸν ἀρχικὸν νόμον, ὅλαι αὗται αἱ ἀναγνωρίσεις, ἐγένοντο δεκταὶ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, κατὰ παρέκκλισιν κειμένων διατάξεων. Τὰς ἀναγνωρίσεις ταύτας, τὰς ἐδραχμοποίησεν ἡ Τράπεζα, μετὰ δὲ τὸ Ν.Δ. 481)45 ὑπεχρεώθη κατόπιν δικαστικῶν ἀποφάσεων νὰ δώσῃ καὶ ἀποδεικτικὰ συναλλάγματος.
§108Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐξηγήσατε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ δικαιοῦχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπῆραν μόνον.
§109Λ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Μὰ αὐτὸ ἀκριβῶς ἔλεγα καὶ μὲ διεκόψατε. Θὰ ἔπρεπε καὶ ἐκ λόγων συνεπείας καὶ ἴσης μεταχειρίσεως ὅλων τῶν ἐνδιαφερομένων, νὰ τακτοποιηθῇ ὁριστικῶς τὸ θέμα καὶ αὐτὸ κάμνει ὁ ὑπὸ κύρωσιν νόμος. Ὑπῆρξαν διάφοροι ἀντιρρήσεις καὶ ἐγώ, ὡς εἰσηγητὴς εἶχα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω μίαν βασικὴν ἀντίρρησιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰσφοράν, κατόπιν τῆς ἀναπροσαρμογῆς τῆς δραχμῆς κατὰ τὸ 1949. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ εἰσφορὰ δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς μίαν βασικὴν ἀρχὴν τῆς νομισματικῆς μας νομοθεσίας, ὅτι πρέπει νὰ πληρώνεται τὸ συνάλλαγμα εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἡμέρας τῆς παραδόσεώς του εἰς τὴν Τράπεζαν. Δὲν εἶναι δὲ μόνον αὐτὸς ὁ λόγος, ἀλλὰ καὶ τὸ γεγονός, ὅτι οἱ τελευταῖοι κομισταὶ χωρὶς νὰ ὠφελοῦνται οὐσιαστικῶς ἀπὸ τὴν ἀναπροσαρμογὴν ὑποχρεοῦνται εἰς εἰσφοράν, ἐν ἀντιθέσει μὲ τοὺς ἀρχικούς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ μείνῃ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 7 ὡς ἔχει διὰ λόγους δημοσίου συμφέροντος. Εἰς μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11, τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς μειοψηφίας, ὁ κ. Γοργίας, εἴχομεν ἀντιρρήσεις, διότι, πρῶτον, ἀφορᾷ θέμα ξένον πρὸς τὸ περιεχόμενον τοῦ Α. Ν. καὶ δεύτερον διότι αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι ἐπιβλαβεῖς διὰ τὴν Οἰκονομίαν τῆς χώρας. Πρόκειται, κύριοι βουλευταί, περὶ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐθεώρει ἀδίκημα τὴν κατοχὴν συναλλάγματος καὶ τραπεζογραμματίων, ὄχι μόνον ἀπὸ τοὺς χρηματιστάς, ἀργυραμοιβοὺς καὶ μεσίτας, ὡς ὁρίζει σήμερον ἡ διάταξις μετὰ τὴν τροποποίησίν της ἀπὸ τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλας κατηγορίας πολιτῶν καὶ δὴ βιομηχάνων ἐμπόρων, τῶν συγγενῶν των καὶ ἐν γένει παντὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκετο, ὄχι μόνον εἰς τὰ γραφεῖα τῶν περὶ ὧν πρόκειται προσώπων, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰς τὰς κατοικίας των. Ἠναντιώθημεν κατὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, διότι κύριοι, ὑπάρχει μία πραγματικότης, ὑπάρχει δηλαδὴ εἰς τὴν χώραν καὶ ξένον συνάλλαγμα πολὺ καὶ ξένα τραπεζογραμμάτια καὶ ὡς ἔχει ἡ διάταξις διευκολύνει τὴν λαθραίαν ἐξαγωγήν των εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τρέπει πολλοὺς Ἕλληνας εἰς τὴν ἀγορὰν χρυσῶν λιρῶν μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ὕψωσιν τῆς τιμῆς της τὴν ὁποίαν παρακολουθοῦμεν τὰς ἡμέρας αὐτὰς καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς ρυθμιστικῆς της πολιτικῆς προσπαθεῖ νὰ παρεμποδίζῃ. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, ἡ Ἐπιτροπή, κατόπιν τῶν ἀντιρρήσεων ἀμφοτέρων τῶν εἰσηγητῶν, ἐτροποποίησεν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει περιορίσασα τὴν διάταξιν μόνον ὡς πρὸς τοὺς χρηματιστὰς ἀργυραμοιβοὺς καὶ μεσίτας. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, διότι πρόκειται περὶ διευθετήσεως παλαιᾶς ἀνωμαλίας, ἡ ὁποία θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ Δημόσιον συμφέρον, τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἀμφοτέρων τῶν κατηγοριῶν (Χειροκροτήματα).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεσύλλας ἔχει τὸν λόγον.
§111Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα τῆς ἀναγνωρίσεως εἶναι πολὺ γνωστόν. Κακῶς ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἀποτελεῖ παράβασιν ὡρισμένου νόμου, τοῦ νόμου περὶ προστασίας Ἐθνικοῦ νομίσματος, ὅταν ἐπὶ κατοχῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύουν αὐτοὶ οἱ νόμοι, ὅταν δὲν ἴσχυον οἱ νόμοι καὶ κακῶς τὸ Κράτος, κατὰ τὴν κρίσιν μου ἐπενέβη, ἐνῷ θὰ ἦτο σκοπιμώτερον ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφρόντιζε νὰ καταθέσῃ ἕνα νομοθέτημα μὲ μίαν κύρωσιν ἐναντίον τῶν ἐξοφλησάντων ἀντὶ ἐλαχίστων δραχμῶν, ὁλοκλήρους ὑποθήκας ὁλόκληρα χρέη, ἑκατοντάδων προπολεμικῶν ἑκατομμυρίων. Πάντως, ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ καταθέτει ἕνα ἀναγκαστικὸν νόμον τὸν ὑπ’ ἀριθ. 198 καὶ νομιμοποιεῖ τὰς συναλλαγὰς ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἐξαργυρωθῇ τὸ συνάλλαγμα εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀναγκαστικοῦ νόμου. Εἶναι γνωστὸς ὁ τρόπος τῆς ἐκδόσεως τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων καὶ ἡ προσπάθεια τῶν ὑπηρεσιῶν, ἰδίως εἰς ἑκάστην μεταβολὴν ὑπουργοῦ, νὰ ἀραδιάζουν αὐτοὺς τοὺς ἀναγκαστικοὺς νόμους διὰ νὰ περνοῦν οἱονδήποτε θέμα, κυρίως προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ὑπηρεσίας. Ἐν τῷ μεταξὺ παρενέθεσεν ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ 1946 καὶ ἐξέδωσε τὸ Ν.Δ. 120]46 καὶ ἐκεῖ ἐθεσπίσθη μία ἀντίθετος διαδικασία τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς πίστεως, δηλαδὴ ἐδικαιοῦτο...
§112Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἁμαρτωλόν καὶ εἰς βάρος...
§113Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Εἶναι μία γνώμη σας. Αὐτὸς εἶναι λόγος νὰ μὲ διακόπτετε; Τὸ Κράτος εἶπε λοιπόν. Κύριοι διὰ διαφέρους λόγους, δηλαδή, ὄχι τὸ Κράτος ἀλλὰ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, ἡ Βουλή, διότι ἐπρόκειτο περὶ Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, διότι ὅταν λέγῃ κανεὶς Κράτος, ἐννοεῖ τὴν στενὴν ἔννοιαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅταν λέγῃ κανεὶς Βουλὴν ἢ Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία εἶναι συνώνυμος μὲ τὴν Βουλὴν καὶ νομοθετεῖ ὡς γνωστὸν κατὰ τρόπον πολὺ διάφορον τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, ἔρχεται ἡ Βουλή, ἡ ὁποία λέγει δὲν εἶναι σωστὸν αὐτὸ διὰ διαφόρους λόγους δέον νὰ εἶναι σεβαστὴ ἡ γνώμη της. Εἶχα καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ λάβω μέρος εἰς μακρὰς συνεδριάσεις τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἴχομεν μεγάλας ἀντιρρήσεις νὰ ὑπερπηδήσωμεν τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν καὶ τελικῶς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, δηλαδὴ ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἀπεφάσισε.
§114Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§115Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Εἶναι σύνηθες τὸ φαινόμενον, κύριε συνάδελφε, καὶ ἀπορῶ πῶς καταδέχεται νὰ παραμένῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. ὑπουργός.
§116Η. ΛΑΓΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. συνάδελφος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔλθῃ ἀμέσως.
§117Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς παραμένετε καὶ σεῖς.
§118Η. ΛΑΓΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Σᾶς ἔκαμα τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐπιστρέψῃ ἀμέσως.
§119Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Βουλή, δηλαδή, ἡ Ἐπιτροπὴ Ἐξουσιοδοτήσεως ἀποφαίνεται, ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια διὰ τοὺς ἀγοράσαντας ἀναγνωρίσεις νὰ πιστώνονται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν χωρὶς ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἀπαγορεύῃ, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ εἰσαγάγουν τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ τὰ εἰσαγάγουν. Ἀλλὰ παρενεβλήθη μία δυσχέρεια, τὸ μπόν, τὸ περίφημον μπὸν καὶ τότε ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, δηλαδὴ τὸ Κράτος πλέον εἶπε, διατί νὰ μὴ ἐξοφλήσω π.χ. τὰς λίρας πρὸς 20 χιλιάδας ἀλλὰ νὰ δώσω καὶ τὸ μπόν ποὺ εἶναι 22 χιλ. δραχμάς; Ἐδῶ κάμνω μίαν παρένθεσιν καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, χωρὶς νὰ ζητῶ ἀπάντησίν του τοὐλάχιστον σήμερον, διατὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸς ὁ διαχωρισμὸς τοῦ μπόν καὶ νὰ μὴ τιμᾶται ἡ χαρτίνη λίρα ἐξ ὑπαρχῆς 42 χιλιάδας; Ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος πάντως ἐπωφελήθη καὶ εἶπε ὅτι ἐγὼ θὰ καταβάλω εἰς τὸν Ἕλληνα εἰσαγωγέα συναλλάγματος τὴν ἀξίαν τῆς λίρας πρὸς 20 χιλιάδας δραχμάς. Φυσικὰ ὁ φορολογούμενος Ἕλλην πολίτης προσέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἶπεν δὲν εἶναι σωστὰ αὐτά. Ἔλαβον χώραν δίκαι, δικαστικαὶ ἀποφάσεις, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ δικαιωθοῦν ὡς ἦτο ἑπόμενον οἱ ἰδιῶται ἐπειδὴ πραγματικῶς τιμὴ συναλλάγματος ἦτο ἡ τιμὴ τῆς ἡμέρας, δηλαδὴ ἡ τιμὴ τῆς λίρας πλέον τοῦ μπόν. Μόνον, λοιπόν, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διὰ νὰ νομιμοποιηθῇ αὐτὴ ἡ ἐνέργεια, αὐτὴ ἡ παράληψις μᾶλλον τῆς Τραπέζης, ἔρχεται ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ καταθέτει τὸ σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου 1529. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, οὐδεὶς λόγος νὰ ἐκδοθῇ ὁ ἀναγκαστικὸς νόμος. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, κ. βουλευταί, νὰ ψηφισθῇ αὐτὸς ὁ νόμος. Ὑπάρχει τὸ Ν. Δ., δηλαδὴ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει τὸ ἄνοιγμα, τὴν πίστωσιν, εἰς τὸν Ἕλληνα, τὸν δικαιοῦχον, εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ Κράτος ἔχει τὴν εὐχέρειαν νὰ κάμῃ ἕνα νόμον καὶ νὰ εἴπῃ: «ὑποχρεώνω τὸν Ἕλληνα ποὺ ἐδήλωσε τὸ συνάλλαγμα νὰ τὸ εἰσαγάγῃ». Ὑπάρχει ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν ἰδιώτην τὸν ἀγοράσαντα ἀναγνωρίσεις νὰ εἰσαγάγῃ τὸ ἀναλογοῦν συνάλλαγμα εἰς τὸν τόπον. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἀπολύτως λόγος νὰ κυρωθῇ αὐτὸς ὁ Α.Ν. καὶ νὰ προστεθῇ ἀκόμη ἕνας ἀριθμὸς εἰς τὸν ὄγκον τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλω ἂν εἶναι δυνατὸν καὶ εἰς τὰ εὑρετήρια νὰ ἀνακαλύπτῃ κανείς. Περαιτέρω ὁ ἴδιος νόμος, ὡς ὀρθῶς ἀνέφερεν ὁ κ. εἰσηγητής, προέβλεπε καὶ ὡρισμένας κυρώσεις διὰ τοὺς κατέχοντας ξένον συνάλλαγμα, δηλαδὴ ἀπαγορεύεται εἰς τὸν Ἕλληνα πολίτην νὰ κατέχῃ ξένον συνάλλαγμα. Καταβάλλεται δηλαδὴ κάθε προσπάθεια διὰ νὰ στραφῇ τὸ κεφάλαιον πρὸς τὴν χρυσῆν λίραν. Εἶναι ἀκόμη ὁ νόμος περὶ ὀνομαστικῶν τίτλων, ἡ ἀπαγόρευσις κατοχῆς συναλλάγματος. Ἔτσι φυσικὰ τὸ πᾶν στρέφεται πρὸς τὴν χρυσῆν λίραν. Πληρώνει τὴν χρυσῆν λίραν 50%, 100%, ἴσως περισσότερον ἀπὸ τὴν πραγματικήν της ἀξίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι 226 χιλιάδες, ἀλλὰ 100.000 ἡ ἀξία δηλ. τοῦ μετάλλου, τοῦ χρυσοῦ. Καὶ καταντᾷ ὁ Ἕλλην πολίτης νὰ νομίζῃ, ὅτι ἔχει περιουσίαν ὅταν ἔχῃ 10 λίρες, ἐνῷ εἰς τὴν πραγματικότητα δὲν ἔχει παρὰ πέντε. Πάντως ἐδῶ προσεπάθησαν αἱ Ὑπηρεσίαι καὶ τὸ Κράτος νὰ ἀπαγορεύσουν τὴν κατοχὴν συναλλάγματος εἰς οἱονδήποτε. Καὶ κάτι περισσότερον: Ἀπηγόρευσαν μὲν εἰς ὡρισμένας κατηγορίας ἐμπορευομένων, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἰδιώτας. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσήρχετο εἰς ἓν ἐμπορικὸν κατάστημα καὶ οἱοσδήποτε ἀστυνομικὸς εἶχε τὸ κέφι νὰ ἐρευνήσῃ τὰ θυλάκιά του καὶ ἀνεύρισκε 10 δολλάρια, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ μετεφέρετο εἰς τὸ αὐτόφορον, ὅπως συνέβη εἰς πολίτην πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Α.Ν. καὶ πρὸ τῆς κυρώσεώς του ἐπῆγαν οἱ ἀστυνομικοὶ εἰς τὸ Γραφεῖον του, ἔδειξαν τὴν ταυτότητά των, εὗρον 10 λίρες χάρτινες καὶ τὸν κουβάλησαν στὸ αὐτόφωρον! Πάντως ὀρθότατα ἡ Ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἀπάλειψιν αὐτῶν τῶν διατάξεων καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος κατέχει αὐτὰ τὰ θέματα κάλλιον ἐμοῦ ἀναμφισβητήτως — ἀλλ’ ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάμνῃ εἰς βάρος τῶν ἐπιστημονικῶν του πεποιθήσεων ὡρισμένας ὑποχωρήσεις — εἶμαι βέβαιος, λέγω, ὅτι θὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§120Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αἱ προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἔγιναν ἐν συνεργασίᾳ μὲ τὸν κ. ὑπουργόν.
§121Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, ἐγὼ τυχαίως ἠμπόρεσα νὰ ρίψω μιὰ ματιὰ εἰς τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς πρὸ ὀλίγου, εἰς τὰς 5½, ἐδῶ.
§122Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Λέγει «ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Ἑπομένως τις ἔχω δεχθῆ ὅλας τὰς προτάσεις.
§123Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Πάντως, ἐγὼ ἐπιμένω εἰς μίαν πρότασιν: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θελήσῃ νὰ ἐξαλείψῃ τοὺς περιορισμούς, τοὺς ἀφορῶντας τὴν κατοχὴν ξένων τραπεζογραμματίων παρὰ χρηματιστῶν καὶ κολλυβιστῶν. Θὰ προσφέρῃ ἔτσι μίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ τόπου. Οὔτε πρέπει νὰ παραδεχώμεθα, ὅτι ἕνας χρηματιστής, ὁ ὁποῖος ἔχει συνάλλαγμα, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἔχῃ στὰ χέρια του καὶ ὄχι στὰ χέρια ἑνὸς συγγενοῦς του. Νομίζω, ὅτι αὐτὰ εἶναι ἀστυνομικαὶ κακαὶ εἰσηγήσεις, αἱ ὁποῖαι κατήντησαν νὰ μετατρέψουν τὸ Κράτος μας εἰς ἀστυνομικὸν Κράτος. Τὸ Σύνταγμα ὅμως, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἕνας κενὸς λόγος.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§125Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον βέβαια δὲν εἶμαι σύμφωνος, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐφόσον εἶναι ἀναγκ. νόμος καὶ βλέπω τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ψήφισίν του, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ξενίζει—καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσέξῃ τὸ σημεῖον τοῦτο—εἶναι τὸ ἑξῆς: Διὰ τοῦ Α. Ν. 198 τῆς 15–3–45 ὑπεχρεώθησαν τὰ πρόσωπα «τὰ ἀποκτήσαντα συνάλλαγμα.... (ἀναγινώσκει)....». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 5: «οἱ παραβάται τῆς διατάξεως... ... (ἀναγινώσκει)....». Ὡς νὰ μὴ ἤρκει ὁ νόμος αὐτὸς ἐπηκολούθησε κατόπιν ὁ νόμος 120)30–9–1946, ὁ ὁποῖος ἐχορήγησε πάλιν μίαν τρίμηνον προθεσμίαν. Ἐπηκολούθησε τὸ Διάταγμα 481)47, τὸ ὁποῖον ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ δίδῃ ἀποδεικτικά. Παραδόξως, λοιπόν, ἐνῷ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Α.Ν. 1529, παρετάθη καὶ αὖθις ἡ προθεσμία ἐπὶ δίμηνον περίπου, εἰς τὸ ἄρθρον 8 βλέπω μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία κάπως μὲ ξενίζει, ἀπὸ ἀπόψεως κυρίως δικαστικῆς. Λέγει τὸ ἄρθρον 8: «Οἱ μέχρι τῆς ἐνάρξεως ... (ἀναγινώσκει)....». Παρακατιών, εἰς τὸ ἐδάφιον 2, λέγει: «Οἱ συμμορφούμενοι πρὸς τὰς διατάξεις... (ἀναγινώσκει)....». Τώρα, εἰς τὴν παράγραφον 3 προσθέτει τὸ ἑξῆς: «Οἱ καταδικασθέντες ἐρήμην... (ἀναγινώσκει)....» Ἐνῷ λοιπὸν διὰ τὸν ὅλον νόμον λαμβάνεται πρόνοια δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι αὐθορμήτως εἰσήγαγον συνάλλαγμα, διὰ τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 8 λαμβάνεται ἡ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς καταδικασθέντας ἐρήμην, τελεσιδίκως ὅμως, καὶ τοὺς χορηγεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς. Δὲν νομίζω, ὅτι αὐτὸ εὐσταθεῖ ἀπὸ ἀπόψεως κυρίως δικαστικῆς, διότι χορηγοῦμεν τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς κατὰ μιᾶς τελεσιδίκου ἀποφάσεως, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ἀκατανόητον. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει μία τελεσίδικος ἀπόφασις, χορηγοῦμεν τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς κατὰ ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, ἀνατρέποντες τὸ δεδικασμένον. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐρωτῶ: διατί, ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ ὑπὲρ τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος καὶ νὰ μὴ εἶναι μία γενικὴ ἐξαίρεσις, νὰ εἴπωμεν δηλαδή, ὅτι πᾶς καταδικασθεὶς τελεσιδίκως διὰ τραύματα, δι’ οἱονδήποτε ἀδίκημα ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς; Διατί αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικὴ εὔνοια διὰ τοὺς λαθρεμπόρους τοῦ συναλλάγματος; Ἐὰν θέλετε νὰ τοὺς βγάλετε ἀπὸ τὰς φυλακὰς δικαίωμά σας νὰ τοὺς δώσητε χάριν, ἀλλὰ ὄχι νὰ συντρίψωμεν τὴν δικαστικὴν ἔννοιαν, νὰ συντρίψωμεν μίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία εἶναι ὁριστικὴ καὶ τελεσίδικος καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν καταφανῆ αὐτὴν διάταξιν, ὅτι ἐναντίον τελεσιδίκου ἀποφάσεως χορηγεῖται τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς. Ἐπιπροσθέτως δὲ ἐρωτῶ: διὰ ποῖον λόγον χορηγεῖται μόνον ἡ εὔνοια εἰς τοὺς λαθρεμπόρους τοῦ συναλλάγματος καὶ δὲν χορηγεῖται εἰς πάντα λαθρέμπορον καὶ εἰς πάντα ἀδικοπραγήσαντα;
§126Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις. Ὅπως παρετηρήσατε, κύριε συνάδελφε, ὑπάρχει ἕνας ἀναγκ. νόμος τοῦ 1945, ὁ ὁποῖος ρυθμίζει ἕνα καθεστὼς ἀνώμαλον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς. Μετὰ ταῦτα ἐξεδόθη ὁ ἀναγκ. νόμος ὑπ’ ἀριθ. 120 τοῦ 1946, ὁ ὁποῖος νόμος ἀνετράπη ἐντελῶς κατὰ βάσιν.
§127Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Χορηγῶ μίαν τρίμηνον προθεσμίαν.
§128Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα προθεσμίας, ἀλλὰ ζήτημα οὐσίας. Διότι διὰ τοῦ νόμου 120 τοῦ 1946, ἀντὶ οἱ ἐκδοχεῖς τοῦ συναλλάγματος αὐτοῦ τοῦ ἀποκτηθέντος δι’ ἐκχωρήσεως νὰ τὸ δώσουν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, παρεσχέθη διὰ τοῦ νόμου 120)46 ἡ εὐχέρεια νὰ τὸ κρατήσουν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐδέχθη νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτὸν καὶ θὰ ἦτο δίκαιον λοιπὸν νὰ χορηγηθῇ μία παράτασις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου αὐτοῦ.
§129Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κατὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως;
§130Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. Ἦτο λογικὸν τὸ πρᾶγμα.
§131Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ εὕρητε μίαν ἄλλην διάταξιν εἰς οἱονδήποτε νόμον, εἰς οἱανδήποτε δικονομίαν, ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι κατὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἐκτελεσθείσης χωρεῖ ἀνακοπή.
§132Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Αἱ περιπτώσεις ποὺ ἀνέφερεν ὁ κ. εἰσηγητὴς ἀφοροῦν τοὺς αὐθορμήτως καταθέσαντας.
§133Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ εἶπον πρὸ ὀλίγου. Εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι ὅλα αὐτὰ ἀφοροῦν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι αὐθορμήτως τὸ προσέφερον. Ἐδῶ, κύριε ὑπουργέ, καίτοι ὑπάρχει ὁ νόμος 198 τοῦ 1945 καὶ ὁ νόμος 120 τοῦ 1946, καίτοι ἐδόθη νέα παράτασις, αὐτοὶ δὲν ἔσπευσαν νὰ δώσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὺς παρεῖχεν ὁ νόμος τὴν εὐχέρειαν, ἀλλὰ ἔμειναν ἐντελῶς ἀσύδοτοι, ἔκλεισαν τὰ αὐτιά των καὶ δὲν τὸ ἔφεραν αὐθορμήτως τὸ συνάλλαγμα καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κατεδικάσθησαν τελεσιδίκως. Ἐὰν θέλετε νὰ τοὺς δώσητε μίαν οἱανδήποτε εὔνοιαν, ἀλλὰ διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ, νὰ εἰσηγηθῆτε εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Χαρίτων τὴν ἀπονομὴν χάριτος.
§134Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Τὸν νόμον 120)1946 τὸν παρέβαινε τὸ Κράτος.
§135Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. Ὁ νόμος 120 ἀνέτρεψε τὸν ἄλλον νόμον τοῦ 1945.
§136Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅλα αὐτὰ τείνουν εἰς τὸ νὰ εἰσηγηθῆτε χάριν, ἀλλὰ διὰ πάντα νομικὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν νὰ εἴπητε ὅτι χορηγεῖται ἐναντίον τελεσιδίκου ἀποφάσεως ἀνακοπὴ κατ’ ἀνατροπὴν τοῦ δεδικασμένου. Δώσατέ τους χάριν ἀλλὰ ὄχι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§137Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὁ νόμος 120 ἀνέτρεψε τὸ νομοθετικὸν διάταγμα 145, τὸ ὁποῖον οὐσιαστικῶς εἶχε παύσει νὰ ἰσχύῃ. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐδημιουργήθη μία ἀνωμαλία, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ποινικαὶ αὐταὶ διατάξεις ποὺ ἐφήρμοζαν τὰ δικαστήρια δὲν ἴσχυον καὶ εἶναι ζήτημα ἐὰν αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ τῶν δικαστηρίων εἶναι νόμιμοι. Δι’ αὐτὸ ἐδέχθην τὴν πρότασιν τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐπιτρέπηται ἀνακοπὴ τελεσιδίκων ἀποφάσεων ἐκδοθεισῶν ἐρήμην. Μόνον διὰ τὰς ἐρήμην ἀποφάσεις.
§138Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Οὐσιαστικῶς δύνασθε νὰ τοὺς δώσητε χάριν, ἀλλὰ μὴ θελήσετε νὰ μεταβάλωμεν ἄρδην ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ποινικὴν δικονομίαν.
§139Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐκ μέρους μου, ἀλλὰ τονίζω καὶ πάλιν ὅτι θὰ ἀπετέλει μίαν ἀδικίαν.
§140Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δώσατέ τους χάριν.
§141Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορῶ νὰ κυνηγάω ἀπὸ πίσω μεμονωμένας περιπτώσεις.
§142Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἐρχώμεθα καὶ ἀνατρέπομεν τελεσιδίκους ἀποφάσεις.
§143Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλαντζᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§145Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Ὁ προλαλήσας, κ. συνάδελφος, ἐξήντλησε τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὁμιλήσω. Ὡμίλησε τόσον ἐκτενῶς, τόσον λεπτομερῶς καὶ τόσον πειστικῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8, ὥστε δὲν ἔμεινεν ἄλλο τίποτε νὰ προσθέσω παρὰ ἐλάχιστα πράγματα. Πρὸ ὀλιγίστης ὥρας συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ λαθρεμπόρων καὶ ὁ κ. ὑπουργός, τὸν ὁποῖον χαρακτηρίζει ὄντως ἡ ἐπιείκεια, ἐφάνη ἀμείλικτος, διότι τὸ ἀδίκημα εἶναι τόσον βαρὺ καὶ τόσον ἀντεθνικόν, ὥστε κατατάσσεται μεταξὺ τῶν βαρυτέρων ἀδικημάτων, ὅταν εἰς αὐτὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν ἀπὸ βιοπαλαιστὰς ἴσως καὶ ἐκ συστήματος λαθρεμπόρους, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ περιπτώσεις μικρῶν βιοπαλαιστῶν, ἐφάνη λέγω, ἀμείλικτος ὁ κ. ὑπουργός, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ εἶναι ἐπιεικὴς εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος. Ἐπιεικὴς δι’ ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπίεζε καμμία οἰκονομικὴ ἀνάγκη, ἀνθρώπους ἐμπορευομένους τὸ συνάλλαγμα. Καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ Κράτος ἠγωνίζετο καὶ ἠγωνία ἕνεκα τοῦ συμμοριτικοῦ πολέμου αὐτοὶ ἐμπορεύοντο τὸ συνάλλαγμα, βάλλοντες κατὰ τοῦ Ἐθνικοῦ νομίσματος. Δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιδειχθῇ καμμία ἐπιείκεια, ἡ δὲ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. εἰσηγητής, ὅτι ὑπάρχει ἀνωμαλία ἀπὸ τὸν νόμον 120, δὲν εὐσταθεῖ, διότι ὁ νόμος 120 ἠθέλησε νὰ ρυθμίσῃ τὰς περιπτώσεις τῶν αὐθορμήτως καταθεσάντων τοὺς τίτλους, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν καὶ κατέθεσαν καὶ ὄχι ἐκείνους τοὺς ὁποίους συνέλαβεν ἡ Δικαιοσύνη καὶ τοὺς κατεδίκασε. Ὁ νόμος 120 ὁμιλεῖ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι αὐθορμήτως κατέθεσαν τοὺς τίτλους.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§147Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸν νόμον περὶ προστασίας τοῦ νομίσματος. Ἀποτελεῖ ἐξαγωγὴν συναλλάγματος. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς κατοχῆς ἦτο παράνομος.
§148Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ὁ νόμος 120, κύριε συνάδελφε, ἐπέτρεψεν εἰς ἰδιώτας νὰ ἔχουν λογαριασμὸν εἰς τὸ ἐξωτερικόν. (Θόρυβος κωδωνοκρουσίαι).
§149Χ. ΓΟΡΓΙΑΣ. (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος). Ἐπίσης ὁμιλεῖ χωρὶς νὰ ἀκούεται ὁ κ. Δεσύλλας.
§150Α. ΚΑΛΑΝΤΖΑΚΟΣ. Εἶναι εἰδικὴ ἡ κατηγορία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς τὸν ἀναγκαστικὸν νόμον. Δὲν συνεμορφώθησαν ποῖοι; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὐποροῦν, εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πλούσιοι καὶ ἠδύναντο νὰ συμμορφωθοῦν πρὸς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ φαινώμεθα ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς λαθρεμπόρους τοῦ συναλλάγματος καὶ μάλιστα ἀνατρέποντες τὸ δεδικασμένον. Πέραν ὅμως αὐτοῦ, θεσπίζονται περαιτέρω καὶ ἄλλαι χαριστικαὶ διατάξεις ὑπὲρ τῶν λαθρεμπόρων αὐτῶν τοῦ Ἐθνικοῦ νομίσματος. Τοὺς δίδεται τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον νὰ κάμουν ἀνακοπὴν διὰ πληρεξουσίων, ἀλλὰ καὶ νὰ δικάζωνται δι’ αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανές. Πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ ἀδικήματα διὰ τὰ ὁποῖα προβλέπεται ποινὴ φυλακίσεως νὰ δικάζεταί τις διὰ πληρεξουσίου;
§151Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δηλῶ, ὅτι δέχομαι ὅλας τὰς τροπολογίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Δέχομαι ἐπίσης καὶ τὴν διαγραφὴν τῶν παραγράφων 3, 4 καὶ 5 τοῦ ἄρθρου 8 καὶ κατὰ τὰ ἄλλα παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς.
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως, ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1529]50 Α.Ν. «περὶ ρυθμίσεως τῶν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν συνάλλαγμα ἀναγνωρίσεων κλπ.», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως, τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1521]50 Α.Ν. «περὶ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων». Ὁ κ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§154Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται ἡ ἑνοποίησις τῶν νόμων περὶ φορολογίας ἀκινήτων. Εἶναι γνωστόν, ὅτι εἰς πᾶσαν μεταβίβασιν κτήματος ἐπιβάλεται φορολογία, ἡ ὁποία ὅμως μέχρι σήμερον δὲν ἦτο ἑνιαία. Ἐπεβάλλετο φόρος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου σὺν 3% καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ ἐπεβάλλετο φόρος χαρτοσήμου, ὑπὲρ Ταμείου Συντάξεως Νομικῶν, ὁδοποιΐας Δήμων καὶ Κοινοτήτων καὶ ἄλλων Εἰδικῶν Ταμείων. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐπιδιώκει νὰ ἑνοποιήσῃ τὰς φορολογίας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἀνήρχοντο ἐν συνόλῳ εἰς 9,60% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ μεταβιβαζομένου ἀκινήτου καὶ τὰς μειώνει εἰς 9%. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατηρτίσθη ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν κατὰ τρόπον ἄρτιον, λύει ἀμφισβητούμενα ἐν τῇ νομολογίᾳ ζητήματα, ὡς τὴν λύσιν ἐπὶ τῶν διανομῶν ἀκινήτων κλπ. ἡ δ’ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐπέφερεν ἀξιόλογον τροπολογίαν. Διὰ τῆς ἑνοποιήσεως τῆς φορολογίας αὐτῆς δὲν εἰσάγεται ὁλόκληρος ὁ φόρος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἀλλ’ ἀποδίδεται μέρος αὐτοῦ καὶ εἰς τὰ διάφορα Ταμεῖα, δηλαδὴ εἰς τοὺς Δήμους καὶ Κοινότητας, εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ Ταμεῖα καὶ εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν. Αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου, ἔχουσαι ὑπ’ ὄψει τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῶν διαφόρων Ταμείων, ἔκαμον μίαν ἀνάλογον προσαρμογὴν καὶ εἶπον ὅτι ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ τῶν 9%, ἀποδίδεται ὑπὲρ τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων 7½%, ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ὁδοποιΐας 2½% καὶ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν 10%. Ἀτυχῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐτροποποίησε τὴν διάταξιν αὐτήν, ἡ ὁποία ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 4 καὶ ἀνέτρεψε τὸ φορολογικὸν ποσοστόν. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι εἰς μὲν τοὺς Δήμους καὶ τὰς Κοινότητας θὰ ἀποδίδεται 12½ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, 2½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἰς τὸ Ταμεῖον Ὁδοποιΐας καὶ 5% θὰ ἀποδίδηται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν. Ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι μέχρι σήμερον τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν ἐλάμβανε 12,5% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἀκινήτου, εἰς ἑκάστην ἀγοραπωλησίαν, ὁ ἀποδιδόμενος εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν φόρος μειοῦται εἰς τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τοῦ ἤδη εἰσπραττομένου. Τοῦτο, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ ἀδικίαν διὰ τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν, δοθέντος ὅτι ἔχει ὑποστῆ καὶ ἑτέρας χαλκιδεύσεις ἐξ ἄλλων πόρων. Οἱ ἀσχολούμενοι μὲ τὴν κατάρτισιν τῶν ἀγοραπωλησιῶν εἶναι, ὡς γνωστόν, συμβολαιογράφοι, δικηγόροι, ὑποθηκοφύλακες, οἱ ὁποῖοι συνταξιοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν. Διὰ τοῦτο μειοψηφίσας εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τῆς ἀποδόσεως τῶν ποσοστῶν τοῦ φόρου ὑπὲρ τρίτων φρονῶ, ὅτι δέον νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ὡς κατηρτίσθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ τῆς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§156Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις γίνεται ταὐτοχρόνως καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ ἐπειδὴ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐμειοψήφισα εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπὴν θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις ὡς πρὸς τὴν βασικήν μου ἀντίληψιν τὴν ἀφορῶσαν τὸν φόρον αὐτόν. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι νομίζω ὁ φόρος αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι δημοτικὸς φόρος. Εἶναι κατ’ ἐξοχὴν μεταξὺ τῶν φορολογιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι φυσιολογικῶς ἀνήκουν εἰς τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, τοὐλάχιστον εἰς τὰ μεγάλα ἀστικὰ κέντρα. Ἐὰν δὲ τοιοῦτοι φόροι δὲν ἀποδοθοῦν κάποτε ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν, μὴ πλανώμεθα φανταζόμενοι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀκμὴ τῶν δήμων καὶ γενικώτερον τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Θὰ μοῦ ἀντιταχθῇ ὅτι σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀποδεχθῇ αὐτὴν τὴν ριζικὴν μετατροπὴν τοῦ σκοποῦ τοῦ φόρου, διότι στηρίζει ἐπὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ τμῆμα τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλά, πάντως εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, ποὺ θὰ ἐμφανίζεται τὸ ζήτημα αὐτό, νομίζομεν ὅτι τὸ θέμα τῆς ἀρχῆς πρέπει νὰ σημειώνεται σὰν μιὰ μακρυνὴ προσημείωσι διὰ τὸ μέλλον. Πέραν αὐτοῦ τοῦ θέματος τῆς ἀρχῆς εὑρίσκω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀπὸ τὰ ἀρτιώτερον διατυπωμένα ἐξ ὅσων ἐνεφανίσθησαν πρὸ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Φαίνεται ὅτι εἶναι συντεταγμένον ἀπὸ ὑπηρεσίας, ποὺ γνωρίζουν πάρα πολὺ καλὰ τὴν ὕλην τοῦ νομοθετήματος καὶ γνωρίζουν ἀκόμη καὶ τὴν νομοτεχνικήν. Ἡ βασικὴ παρατήρησίς μου ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι, κ. βουλευταί, εἰσάγει μίαν κατανομήν, ποσοστοῦ τοῦ δημοσίου φόρου μεταξὺ διαφόρων σκοπῶν. Μοιράζει 20% τοῦ φόρου εἰς τρεῖς σκοπούς: Δέχομαι ἀξίους προστασίας καὶ τοὺς τρεῖς, ἀλλά ἡ ἀναρχία τῆς κατανομῆς μοῦ φαίνεται ἀπαράδεκτος. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ χορηγοῦνται 7½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἰς τοὺς Δήμους καὶ Κοινότητας, 2½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἰς τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν καὶ 10% ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι ἐξανέστην κατὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς διανομῆς, διότι ὁ τρόπος αὐτὸς μαρτυρεῖ μίαν ἀπαράδεκτον ἱεράρχησιν τῶν σκοπῶν εἰς τοὺς ὁποίους ἀνταποκρίνονται οἱ ὀργανισμοί, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει.
§157Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μοῦ ἐπιτρέπετε; Θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅπως ἐδήλωσα καὶ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐκαινοτόμησεν ἐν προκειμένῳ, οὔτε ἔχει ὡς πρόγραμμα νὰ κανονίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰς σχέσεις τῶν διαφόρων ταμείων, τὰς ἀναφερομένας εἰς τὸν φόρον αὐτόν, ἐτήρει τὸ ἰσχῦον καθεστώς. Ἑπομένως, τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ κατέθεσα δὲν προδίδει καμμίαν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἐκαινοτόμησεν εἰς οὐδεμίαν γραμμήν, ἁπλῶς διετήρησε τὸ ἰσχῦον καθεστώς.
§158Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δὲν κάμνω καμμίαν ἀναδρομὴν εἰς τὸ παρελθόν. Παίρνω τὸ νομοσχέδιον, ὅπως θὰ ἰσχύσῃ αὔριον καὶ λέγω τὰς ἀντιρρήσεις μου ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§159Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἰσχύει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν.
§160Α. ΣΒΩΛΟΣ. Τόσον τὸ χειρότερον, ἐὰν ἰσχύῃ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἐὰν αἱ ἀπόψεις, τὰς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ὀρθαὶ καὶ γίνουν δεκταὶ δὲν ἐνδιαφέρει ἐὰν τὸ ἀντίθετον ἰσχύῃ ἀπὸ καιροῦ, ἐὰν δὲν γίνουν δεκταὶ οὔτε σήμερον, τόσον τὸ χειρότερον. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἐξανίσταμαι κατ’ αὐτῆς τῆς ἱεραρχήσεως τῶν σκοπῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον βάζει εἰς τὴν τελευταίαν βαθμίδα τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιΐαν καθ’ ἣν στιγμὴν διαρκῶς συζητοῦμεν παραπονούμενοι καὶ διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἐπαρχίας ἐν γένει καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα στρουθοκάμηλοι διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν τὴν πραγματικότητα, διότι, ἄνευ ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, πᾶς λόγος περὶ ἀναπτύξεως ἢ προόδου τῆς ἐπαρχίας εἶναι εἰρωνεία. Ὁ δεύτερος δωρεοδόχος εἶναι οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες διὰ τὰς ὁποίας ὁρίζεται 7½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἔναντι 10% τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν. Κύριοι βουλευταί, ἡ δημοσιονομικὴ συμπεριφορὰ τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν Δήμων, σᾶς εἶναι γνωστή. Ὑπῆρξε πολλὰς φορὰς καθαρὰ ἀπάτη. Τὸ 1920 κατηργήθησαν οἱ εἰσαγωγικοὶ δασμοὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ὑπὲρ τῶν Δήμων καὶ ἀντικατεστάθησαν μὲ μίαν ὑπεσχημένην εἰσφορὰν τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῶν Δήμων, ἡ ὁποία τότε ὡρίσθη εἰς 12.000.000 χρυσῶν δραχμῶν, ἀνεπροσαρμόσθη εἰς τὸ 1921 εἰς 75.000.000 δρχ. καὶ ἂν δὲν πλανῶμαι καὶ σήμερον ἀκόμη ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ εἰς τὸ ζηλευτὸν ποσὸν τῶν 75.000.000 σημερινῶν δρχ. Ὑπάρχουν πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα. Δὲν γνωρίζω λ. χ. τί πράγματι ἔχει ἀποδοθῆ εἰς τὴν δημοτικὴν διοίκησιν ἀπὸ τὸν φόρον ὑπὲρ τρίτων, ὁ ὁποῖος ἐπηκολούθησε τὴν ὀρθῶς γενομένην κατάργησιν τῶν διαπυλίων. Γεγονὸς εἶναι ὅτι θὰ ἀπετέλει σαρκασμὸν ἐὰν ἐβεβαιώναμεν ὅτι ὄντως ἐνισχύει τὴν αὐτοδιοίκησιν τὸ Δημόσιον. Καταλαβαίνω τὰς ἀντιρρήσεις ποὺ ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν, θὰ ἀναφερθῇ βέβαια ἡ ἀδυναμία τοῦ Δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ζήτημα δὲν παύει νὰ εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ πρωταρχικὰ θέματα τῆς πολιτικῆς τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ εἰρωνευώμεθα καὶ τὴν ἰδέαν αὐτὴν καὶ τὸν λαὸν πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν ὡς πρωταρχικῆς σημασίας θέμα τὴν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν τῶν Δήμων. Ὡς μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου τινὸς τρόπου, ὡς θὰ ἦτο ἡ ἐκχώρησις εἰς τοὺς δήμους πάσης προσόδου φορολογικῆς ἀπὸ τὴν ἀκίνητον κτῆσιν θὰ ἔλεγον ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον τὸ δημόσιον νὰ ἐνισχύῃ τοὺς Δήμους ἐξ ἰδικῶν του πόρων ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν δημοτικὴν αὐτοδιοίκησιν. Ὅταν αὐτὴ εἶναι ἡ σωστὴ ἄποψις τοῦ θέματος τῆς αὐτοδιοικήσεως τὸ νὰ ἐρχώμεθα σήμερον εἰς αὐτὴν τὴν ἱεράρχησιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν σκοπῶν νὰ προτάσσωμεν τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν ὄχι μόνον ἔναντι τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας, ἀλλὰ καὶ ἔναντι τῆς αὐτοδιοικήσεως, ὁμολογῶ ὅτι τὸ εὑρίσκω ἀπολύτως ἀντιλαϊκόν. Μὴ μοῦ εἴπητε: τί θὰ γίνῃ τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν; Κύριοι συνάδελφοι, καίτοι δὲν εἶμαι μέλος τοῦ Ταμείου, προέρχομαι ἐν τούτοις ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν δικηγόρων, τιμῶ τὸ ἐπάγγελμα καὶ ἀναγνωρίζω ἑπομένως ἀπολύτως τὴν σκοπιμότητα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ταμείου αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τοιαῦτα ταμεῖα πρόκειται νὰ ἔχουν, κ. συνάδελφοι, ἐνισχύσεις ἀπὸ αὐτὸ ποὺ γενικὰ ὀνομάζομεν κοινωνικὴν εἰσφοράν, ὄχι, δηλαδὴ ἀπὸ εἰσφορὰς τῶν ἠσφαλισμένων, ἀλλ’ ἀπὸ πόρους τοὺς ὁποίους παρέχει ὁ ἔξω τῶν ἠσφαλισμένων κόσμος, τὸ χαρακτηριστικόν, τὸ ἀπαραίτητον καὶ εἰς τὴν θεωρίαν καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν, τοιούτων ἐνισχύσεων, εἶναι ἡ γενικότης τῆς εἰσφορᾶς τῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ τὸν ἐργαζόμενον ἠσφαλισμένον Βεβαίως συμμετέχουν καὶ οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ δικηγόροι εἰς τὰς ἐπὶ ἀκινήτων δικαιοπραξίας, ἀλλ’ ἀμφότεροι ἀμείβονται εἰδικῶς διὰ τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ θὰ ἠμποροῦσε ἐπὶ τῶν ἀμοιβῶν αὐτῶν νὰ ὑπάρχῃ οἱαδήποτε εἰσφορὰ τῶν νομικῶν καὶ τῶν τρίτων κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συντάξεως τῶν συμβολαίων. Τὸ νὰ ἐκχωρῆται ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἕνα ποσὸν 10% ὡρισμένου φόρου ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Νομικῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσπράττεται 2½% δι’ ὅλην τὴν ὁδοποιΐαν τῆς δυστυχοῦς Ἑλλάδος, τὸ θεωρῶ ἀπαράδεκτον. Εἰς αὐτὴν καὶ μόνον τὴν σκέψιν βασίζομαι, σκέψιν ἡ ὁποία θὰ ἔπρεπε νὰ κολακεύῃ καὶ τὸ αἴσθημα τῶν ἰδίων τῶν νομικῶν, οἱ ὁποῖοι, βεβαίως, δὲν εἶναι ἐγωϊσταὶ καὶ δὲν σκέπτονται μόνον τὸν ἑαυτόν τους διότι ὁ δικηγόρος ποὺ γίνεται λ. χ. βουλευτής, προσφέρει θυσίαν, διότι ἀσφαλῶς ἐὰν ἤθελε νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ ἐπάγγελμα θὰ ἦτο πλουσιώτερος καὶ πρὸς τιμήν των εἶναι ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἑλλάδος πρώην δικηγόροι ἀπέθανον πάμπτωχοι. Ἑπομένως ἡ κριτική μου δὲν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν ὑποτιμήσεων. Ἀλλὰ λέγω μόνον τοῦτο.
§161Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς καταστρέφετε ὅμως κ. συνάδελφε.
§162Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ἀμφισβητῶ οὔτε τὴν χρησιμότητα, οὔτε τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως ἀσφαλιστικοῦ Ταμείου τῶν Νομικῶν, λέγω ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ εὕρῃ ἄλλους πόρους πλέον προσηρμοσμένους πρὸς τὸ θέμα καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ θυσιάσῃ χάριν τῶν νομικῶν γενικωτέρους σκοπούς, ὅπως εἶναι ἡ ἀναζωογόννησις τῆς ἐπαρχίας διὰ τῶν ἔργων τῆς ὁδοποιΐας οὔτε τὴν ἐνίσχυσιν τῶν Δήμων. Δι’ αὐτὸ σᾶς ἐτόνισα ὅτι δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ Ταμείου, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ κατάλληλος τρόπος διὰ τὴν ἐνίσχυσίν του. Ἄλλωστε, κατὰ τὴν πρότασίν μου δὲν καταργεῖται τὸ Ταμεῖον, ἀλλ’ ἐπιδιώκεται ἡ ἐξεύρεσις ἄλλων πόρων. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη παρατήρησίς μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§163Η. ΛΑΓΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ποσοστοῦ εἰς τὸ ἥμισυ κινδυνεύει νὰ ἀνατιναχθῇ εἰς τὸν ἀέρα ὁλόκληρος ὁ ἀσφαλιστικὸς ὀργανισμός. Ἐὰν ἐξ ἀπίνης ληφθῇ τὸ μέτρον αὐτό, αὔριον οἱ 200–300 χιλιάδες ποὺ δίδομεν εἰς τὰς χιλιάδας τῶν συνταξιούχων θὰ ὑποβιβασθοῦν εἰς τὸ ἥμισυ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ νὰ συζητήσῃ τοιαύτην μείωσιν. Ἐνδεχομένως εἰς ἄλλην περίπτωσιν, ὁπότε θὰ ὑπάρχῃ εὐχέρεια προσαρμογῆς, θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§164Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ὅπως ἐδήλωσα καὶ προηγουμένως, τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καμμίαν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τῆς κατανομῆς τῶν ποσοστῶν. Ἐνδιαφέρεται μόνον νὰ εἰσπράξῃ τὸ 80%. Τὸ ὑπόλοιπον 20% ὡρίσθη κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ὅτι θὰ ἐπήγαινε κατὰ 7½% εἰς τοὺς Δήμους, κατὰ 2½ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν καὶ 10% εἰς τὸ Ταμεῖον. Ἐφήρμοσε δηλαδὴ τὸ ὑφιστάμενον καθεστώς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὑπήκουσα εἰς τὰς συστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Ε.Λ.Δ., ἀπεφάσισε νὰ περιορίσῃ τὸ ποσοστὸν τοῦ Ταμείου Νομικῶν. Ἐγὼ προσωπικῶς, διαφωνῶ θεωρητικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ε.Λ.Δ., διότι δὲν νομίζω, ὅτι ὁ φόρος μεταβιβάσεως πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τοὺς Δήμους. Ὁ φόρος μεταβιβάσεως εἶναι ἡ μόνη φορολογία ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ἡ ὁποία ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν καὶ αὐτὴν τὴν ἐλαχίστην φορολογίαν κεφαλαίου τὴν δώσωμεν εἰς τοὺς Δήμους, διερωτῶμαι τὶ θὰ εἴπωμεν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἀπὸ ὅπου διαρκῶς καταφθάνουν διαμαρτυρίαι, ὅτι τὸ ἑλληνικὸν κεφάλαιον δὲν φορολογεῖται. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, δὲν συμφωνῶ μὲν τὴν ἄποψιν ὅτι οἱ φόροι μεταβιβάσεως πρέπει νὰ ἀνήκουν εἰς τοὺς Δήμους. Φυσικὰ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἐπηρεάσῃ εἰς τὸν τρόπον διανομῆς τοῦ 20%. Εἶναι τοῦτο ζήτημα κρίσεως τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως φοβοῦμαι ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ ἐπηρέασε τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέφερα καὶ τὴν ἀντίθετον ἄποψιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον κατανομῆς ἐγὼ ἀρχικῶς κατέθεσα τὸ νομοσχέδιον μὲ τὰς ἀναλογίας τὰς ὁποίας σᾶς εἶπα καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἀνατρέπεται ὁ Ὀργανισμὸς τοῦ Ταμείου. Θὰ ἐπρότεινα, λοιπόν, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἐκκρεμὲς νομοθετικὸν διάταγμα πρὸς κύρωσιν, βάσει τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ρυθμίζῃ καὶ τροποποιῇ τὰς φορολογίας ὑπὲρ τρίτων, νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐξέτασις τοῦ ὅλου ζητήματος καὶ νὰ κριθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του.
§165Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν παρέσχε εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ 50% τῶν ἐσόδων τοῦ Ταμείου Νομικῶν προέρχεται ἀπὸ τὸν φόρον αὐτόν.
§166Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀριθμούς. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τὸ μεγαλύτερον ποσοστὸν προέρχεται ἀπὸ τὸν φόρον αὐτόν.
§167Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μοῦ ἔκαμε κατάπληξιν τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ταμεῖον τοῦτο στηρίζεται εἰς ἕνα κοινωνικὸν φόρον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, συμφώνως, ἄλλωστε καὶ πρὸς τὴν συμβουλὴν τοῦ συμμαχικοῦ παράγοντος, ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ καταργήσῃ τοὺς κοινωνικοὺς φόρους δι’ ἀσφαλιστικὰ ταμεῖα πολὺ πτωχοτέρων τάξεων, εἶναι ἀδικία νὰ ἐξακολουθῇ νὰ στηρίζηται τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν εἰς ἕνα κοινωνικὸν πόρον. Δι’ αὐτὸ προτείνω τὴν πλήρη κατάργησιν τοῦ ἐσόδου αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν. Εἶναι γνωστὴ βεβαίως ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ διαμαρτυρία αὐτή.
§168Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἀπόψε ἀντίδρασις μερικῶν συναδέλφων κατὰ τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι ὁ ὑπὲρ αὐτοῦ πόρος ἐκ τοῦ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων δὲν θεσπίζεται σήμερον, ἀλλὰ ὑφίσταται νομίμως ἀπὸ μιᾶς εἰκοσαετίας. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὸ Ταμεῖον Νομικῶν περιλαμβάνον δικηγόρους, δικαστάς, συμβολαιογράφους καὶ ἄλλους μετόχους ἐκπληροῖ εὐρύτατον κοινωνικὸν προορισμόν,
§169Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν πρὸς κατατοπισμὸν κυρίως τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι ὅλα τὰ ἀσφαλιστικὰ Ταμεῖα διατηροῦνται ἐκ κοινωνικῶν πόρων, ὅπως τὸ Ταμεῖον Μηχανικῶν καὶ Ἰατρῶν. Εἰδικῶς ὁ πόρος αὐτὸς τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν ἰσχύει ἀπὸ 20ετίας καὶ ἐθεσπίσθη διότι κατηργήθησαν ἄλλοι πόροι τοῦ Ταμείου.
§170Χ. ΨΑΡΡΟΣ. Ὁ φόρος αὐτὸς ἦτο ἔσοδον τῶν συμβολαιογράφων καὶ ὅταν οἱ συμβολαιογράφοι ὑπήχθησαν εἰς τὸ Ταμεῖον Συντάξεων Νομικῶν, ὁ φόρος εἰσήχθη εἰς τὸ Ταμεῖον αὐτό. Γνωρίζετε πόσον ὑποφέρει ἡ τάξις τῶν δικηγόρων καὶ ὡς μόνη ἱκανοποίησις τῆς τάξεως αὐτῆς, εἶναι ἡ μικρὰ σύνταξις τὴν ὁποίαν λαμβάνουν ἀπὸ τὸ Ταμεῖον αὐτό. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ διατηρηθῇ ὁ πόρος αὐτός.
§171Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι Βουλευταί, δέχομαι ὅλας τὰς τροπολογίας τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 4, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διαφωνία νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀποφανθῇ.
§172Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ προτείνει 5%, τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ 10%, ἂς γίνῃ ὁ μέσος ὅρος 8%.
§173Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι συνάδελφοι, δέχομαι τὰς τροπολογίας τῆς ἐπιτροπῆς πλὴν τῆς τοῦ ἄρθρου 4 διὰ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. ὑπουργοῦ παρακαλῶ ὅπως οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι τῶν κ. κ. βουλευτῶν).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἡ τροπολογία τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ἀπερρίφθη, καὶ τὸ ἄρθρον 4 γίνεται δεκτόν, ὡς προτείνεται ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ.
§176Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει μεγάλην εὐθύνην διὰ τὴν μὴ κατάργησιν τῶν ὑπὲρ τρίτων φόρων.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὸ σχέδιον νόμου ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ;
§178ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1521]50 Α.Ν. «περὶ φόρου μεταβιβάσεως ἀκινήτων», γίνεται δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον Τετάρτην καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀναφορὰς ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.45′ μ.μ.).