1950.11.30
1.650 στίχοι · 12.096 λέξεις · 58 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17η
Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.15′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ τὸν Γραμματέα κ. Μποῦτον ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα: Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανεπαγγελματικῆς Ἑνώσεως Ἀμπελῶνος, ζητούσης ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας τῶν ἐτῶν 1948 καὶ 1949 τὰ μέλη αὐτῆς, καθ’ ὅσον λόγῳ τῶν συνεχῶν εἰσβολῶν τῶν συμμοριτῶν δὲν εἰργάσθησαν ποσῶς. Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου Θυμάτων ἀμάχου πληθυσμοῦ Ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, διαμαρτυρομένων διὰ μελετωμένην περικοπὴν συντάξεώς των. Ὁ Βουλευτὴς Λαρίσης κ. Α. Νικολαΐδης καταθέτει ἀναφορὰν Πολιτικῶν Ὑπαλλήλων Ἀνωτάτης Διοικήσεως Χωρ]κῆς Θεσσαλίας, ζητούντων ἄμεσον ψήφισιν καὶ δημοσίευσιν νομοσχεδίου ὑπαγωγῆς πολιτικῶν ὑπαλλήλων Χωρ]κῆς εἰς Νόμον 610. Ἡ Ἕνωσις Πολυτέκνων Δωδεκανήσου ζητεῖ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ νόμου 1910]1944 «περὶ προστασίας πολυτέκνων καὶ εἰς Δωδεκάνησον». Ἡ Ὁμοσπονδία Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων, Πολέμου Β. Ἑλλάδος ζητεῖ τιμαριθμικὴν ἀναπροσαρμογὴν τῶν συντάξεων, ἵδρυσιν Ὑπουργείου Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων πολέμου κ.λ.π. Οἱ Καπνοπαραγωγοὶ Συν]σμοῦ Νέας Σεβαστείας ζητοῦν πριμοδότησιν τῶν καπνῶν των ἐσοδείας 1949, συμφώνως τῇ ὑπ’ ἀριθ. 204]1–3–50 πράξει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ.λ.π. Οἱ πολιτικῶς ἐπιστρατευθέντες κατὰ τὸ ἔτος 1940–41 κάτοικοι Ἀθηνῶν ζητοῦν ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν συνταξιοδότησίν των. Ὁ Σύλλογος θυμάτων πολέμου Δοξάτου διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην περικοπὴν συντάξεώς των. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Κρεσταίνων διαμαρτύρεται διὰ μετάθεσιν τῆς ἕδρας Ἐπιθεωρητοῦ Ὀλυμπίας ἐκ Κρεσταίνων εἰς Ἀδρίτσαιναν. Ὁ Σύλλογος Μικροκαταθετῶν Ὁμολογιούχων Πατρῶν ζητεῖ τὴν ἐπανόρθωσιν τῆς προσγενομένης αὐτοῖς ἀδικίας διὰ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 18]1944. Ἀνάπηροι καὶ θύματα πολέμου 1912–22 περιφερείας Ἀργολίδος, διαμαρτύρονται διὰ τὴν μὴ ἔναρξιν λειτουργίας τοῦ Ταμείου Ἀρωγῆς Ἀναπήρων καὶ Θυμάτων πολέμου καὶ ζητοῦν ἐπίσπευσιν ἐνάρξεως λειτουργίας. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πειραιῶς διὰ ψηφίσματός του, διαδηλώνει τὴν ἀλληλεγγύην του πρὸς τοὺς ἀπεργοὺς ἐργάτας καὶ ἐργατρίας τῆς Καπνοβιομηχανίας Παπαστράτου Πειραιῶς καὶ ζητεῖ ἄμεσον ἐπίλυσιν δικαίων αἰτημάτων των. Ὁ Ἰατρικὸς Σύλλογος Αἰγιαλείας ζητεῖ τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ Κώδικος «περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος». Ὁ Σύλλογος Συνταξιούχων Ὁπλιτῶν Χωροφυλακῆς Ἀγρινίου, διαμαρτύρεται διὰ περικοπὴν πλασματικῶν ἐτῶν κ.λ.π... Οἱ Στρατιωτικοὶ Συνταξιοῦχοι Λαμίας διαμαρτύρονται, διὰ μελετωμένην κατάργησιν κεκτημένων δικαιωμάτων των κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου συνταξιοδοτικοῦ Κώδικος (πλασματικὰ ἔτη, ἀπονομὴν βαθμῶν κ.λ.π.). Ἡ Ἕνωσις Ταμιακῶν Ὑπαλλήλων ΒΔ. Ἑλλάδος, διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην κατάργησιν προσθέτων ἀμοιβῶν ἐπιδομάτων, ὑπερωριῶν κ.λ.π... Τέως βουλευταὶ Σάμου διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην περικοπὴν συντάξεώς των. Ὡσαύτως ἀνακοινῶ τὰς κάτωθι ἀπαντήσεις διαφόρων Ὑπουργείων ἐπὶ ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν. Αʹ) Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας. Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ’ 11 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Κ. Καλλία, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν τὰ κάτωθι: Αἱ διατεθεῖσαι πιστώσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων τοῦ προγράμματος «Πρόνοια–Ἐργασία», προέρχονται ἐκ τοῦ Κρατικοῦ προϋπολισμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον λόγω τῶν γνωστῶν οἰκονομικῶν δυσχεριῶν ἀνεγράφη τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 45.000.000.000. Τὸ ἐν λόγῳ ποσὸν κατανεμόμενον εἰς ἅπαντας τοὺς Νομοὺς συμμοριοπλήκτους καὶ μὴ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν ἑκάστου καὶ χρησιμοποιούμενον καταλλήλως θέλει ἀνταποκριθῆ πλήρως εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται προγράμματος καὶ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐξύψωσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἀγροτικῶν καὶ ἐργατικῶν πληθυσμῶν τῆς χώρας. Τὸ καθ’ ἡμᾶς Ὑπουργεῖον οὐδὲν παρέλειψε διὰ τὴν ταχεῖαν ἐξασφάλισιν τῆς ἐπιτυχίας τῆς προσπαθείας τοῦ προγράμματος «Πρόνοια–Ἐργασία» ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀναμένεται ἡ προώθησις τῆς ἀναπτύξεως τῆς ὁδοποιΐας τῆς ὑπαίθρου καὶ ἡ ἐν γένει ἐξυπηρέτησις τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 18 Νοεμβρίου 1950
Ὁ Ὑπουργὸς
Φ. ΖΑΪΜΗΣ
Βʹ) Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Καλαμαρᾶ ἐπὶ θεμάτων ἀφορώντων εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν «Ἡ Ἐλπίς». Ἐρώτησις αʹ) Ποῖαι αἱ ἐνέργειαι τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2176]9–10–50 ἐγγράφου τοῦ Πανελληνίου Ἰατρικοῦ Συλλόγου. Ἀπάντησις. Τὸ Ὑπουργεῖον πολὺ πρὸ τῆς ἐνεργείας ταύτης τοῦ Ἰατρικοῦ Συλλόγου ἐπελήφθη τῇ ὑποθέσεως καὶ ἐζήτησε στοιχεῖα ἀπὸ τὸ Ἵδρυμα διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 64745]17–8–50 διαταγῆς του, ἣν ἐπηκολούθησε σειρὰ ἐγκυκλίων διαταγῶν ἧς ἡ τελευταία ἡ ὑπ’ ἀριθ. 79983]10–11–50. Μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ φακέλλου θὰ παραπέμψῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα (ὁ σχετικὸς φάκελλος ἔχει πεμφθῆ ὑμῖν). Ἐρώτησις βʹ) Ἐὰν προτίθεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ ἔλεγχον εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν. Ἀπάντησις. Ἐνηργήθη ἔλεγχος ὑπὸ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως κ. Πουλάκου καὶ ἐλήφθησαν ὡρισμένα μέτρα ὡς π. χ. διὰ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν τροφὴν τῶν ἀσθενῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ, (περὶ ἧς ἴδε κατωτέρω) τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ ἱδρύματος τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Πανελληνίου Ἰατρικοῦ Συλλόγου ἰατρὸς κ. Κριμπᾶς κ.λ.π. Ἐνηργήθη εἰδικὸς διαχειριστικὸς ἔλεγχος κατόπιν καταγγελιῶν καὶ ἀνετέθη ὁ ἔλεγχος εἰς τὸν Διοικητικὸν Ἐπιθεωρητὴν τοῦ ὑπουργείου κ. Κ. Μπιτσικῶκον καὶ ἐκ τοῦ ἐλέγχου τούτου προέκυψεν ὅτι αἱ διατυπωθεῖσαι κατηγορίαι ἦσαν ἀβάσιμοι (ὁ σχετικὸς φάκελλος ἔχει πεμφθῆ ὑμῖν). Κατόπιν τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως διετάχθη ἐκ νέου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου διοικητικὸς καὶ διαχειριστικὸς ἔλεγχος εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν καὶ ἀνατέθη εἰς τὸν κ. Εὐστράτιον Ζαχαρίου Διοικητικὸν Ἐπιθεωρητήν. Ἐρώτησις γʹ.) Ἐὰν προτίθεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξακριβώσῃ ἐὰν τηροῦνται καὶ ἐφαρμόζωνται αὐστηρῶς αἱ περὶ δημοπρασιῶν διατάξεις. Ἀπάντησις. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τὸ Ὑπουργεῖον ἀπηύθυνε τὴν ὑπ’ ἀριθ. 22191]24–4–50 διαταγὴν εἰς τὸν κ. Νομάρχην Ἀττικῆς (ὁ φάκελλος ἔχει πεμφθῆ ὑμῖν). Ἐρώτησις δʹ.) Περὶ τῆς ποιότητος τῶν χορηγουμένων τροφίμων. Ἀπάντησις. Πέμπεται εἰδικὸς φάκελλος μετὰ πλήρων στοιχείων ἐξ οὗ καταδεικνύεται ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐνήργησεν ὅτι ἔδει καὶ πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην, (ἴδε ὑπ’ ἀρ. 23628]15–7–49 ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου). Ἐρώτησις εʹ) Περὶ τῆς διαθέσεως τῶν φαρμάκων καὶ περὶ τοῦ τρόπου εἰσαγωγῆς τῶν ἀσθενῶν. Ἀπάντησις. Ἴδε μέρος τρίτον ἐκθέσεως κ. Μπιτσικώκου ὑπὸ τίτλον ὑπόθεσις φαρμακείου. Ἴδε μέρος δεύτερον ἐκθέσεως τοῦ αὐτοῦ Ἐπιθεωρητοῦ ὑπὸ τίτλον «ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἀσθενῶν». Συνεπῶς διετάχθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἔλεγχος ἐπὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὰ στοιχεῖα εʹ καὶ ζʹ τῆς ἐρωτήσεως. Ἐρωτήσεις στʹ καὶ ηʹ. Ἡ διαχείρισις ἱματισμοῦ καὶ ὑλικοῦ ἀμερικανικῆς βοηθείας κλπ., καὶ αἱ ἐκποιήσεις ἀχρήστου ὑλικοῦ κλπ. Ἀπάντησις. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου οὐδὲν κατηγγέλθη, ὡς ἐκ τούτου δέ, δὲν παρέστη ἀνάγκη εἰδικοῦ ἐλέγχου. Κατόπιν τῆς γενομένης ἐπερωτήσεως τὸ θέμα τοῦτο θ’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον εἰδικοῦ ἐλέγχου τὸν ὁποῖον θὰ φέρῃ εἰς πέρας ὁ διαταχθεὶς ὑφ’ ἡμῶν ὅπως ἐνεργήσῃ ἔλεγχον Ἐπιθεωρητὴς κ. Εὐστράτιος Ζαχαρίου, Διοικητικὸς Ἐπιθεωρητής. Ἐρώτησις θʹ. Ἐὰν κατὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν Ὀργανισμῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου παρίστατο ὁ Πρόεδρος τοῦ Πανελληνίου Ἰατρικοῦ Συλλόγου καὶ ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει ὁ ὀργανισμός. Ἀπάντησις. Κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Ὀργανισμοῦ τὴν ἀφορῶσαν τὰ προσόντα τοῦ Διοικητικοῦ Δ)τοῦ τοῦ Νοσοκομείου παρίστατο ὁ Πρόεδρος τοῦ Πανελληνίου Ἰατρικοῦ Συλλόγου. Τὸ Διάταγμα τοῦ Ὀργανισμοῦ φέρει ἡμερομηνίαν 8–11– 49. Κατὰ τὴν τροποποίησιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν θέσιν τοῦ Γραμματέως τοῦ Νοσοκομείου, ἐκλήθη μὲν ἀλλὰ δὲν παρέστη ὁ Πρόεδρος τοῦ Πανελληνίου Ἰατρικοῦ Συλλόγου. Ἡ κλῆσις τῷ παρεδόθη εἰς τὴν ὁδὸν Ἀσκληπιοῦ 12 ἀλλὰ δὲν συνετάγη ἀποδεικτικόν. Ἡ συνεδρία δὲν ἀνεβλήθη διότι ὑπῆρχεν ἀπαρτία. Ἐξεδόθη τὸ ἀπὸ 14–8–50 Β. Διάταγμα (εἰς τοὺς πεμφθέντας ὑμῖν φακέλλους εὑρίσκονται δύο Β. Διατάγματα ἀφορῶντα τὰς δύο τελευταίας τροποποιήσεις τοῦ Ὀργανισμοῦ). Ἐρώτησις ιʹ. Πῶς χαρακτηρίζεται ἡ θέσις τοῦ Διοικητικοῦ Δ)ντοῦ τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου «Ἡ Ἐλπὶς» δηλ. ἀπαιτοῦνται προσόντα πρὸς κατάληψιν αὐτῆς καὶ διαγωνισμὸς ἢ οὔ. Ἀπάντησις. Ἡ θέσις χαρακτηρίζεται ὡς τοιαύτη Διοικητικοῦ ὑπαλλήλου. Τὰ προσόντα διὰ τὴν κατάληψιν τῆς θέσεως ταύτης ὁρίζονται ἑκάστοτε διὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ Ἱδρύματος. Ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει νόμος ὁρίζων τὰ τῶν προσόντων δύναται τὸ Ἀδελφᾶτον νὰ τροποποιῇ τὰς σχετικὰς διατάξεις τοῦ Ὀργανισμοῦ διὰ νεωτέρας ἀποφάσεώς του, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διὰ τὴν θέσιν τοῦ Διοικητικοῦ Δ)ντοῦ τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου Ἀθηνῶν «Ἡ Ἐλπίς». Τούτῳ τῷ λόγῳ τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 54638) 7–7–50 ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κατέθεσε σχέδιον νόμου περὶ τῶν προσόντων τῶν διευθυντῶν τῶν Δημοτικῶν Νοσοκομείων. Τὸ σχέδιον τοῦ ἐγγράφου μετ’ ἀντιγράφου τοῦ σχεδίου νόμου εὑρίσκονται εἰς τὸν πεμφθέντα ὑμῖν σχετικὸν φάκελλον. Διὰ τὸν διορισμὸν εἰς θέσεις Διοικητικῶν Διευθυντῶν τῶν Δημοτικῶν Νοσοκομείων δὲν ἀπαιτεῖται διαγωνισμὸς ὅταν ἀντίστοιχος βαθμὸς ὁρίζηται ἀνώτερος τοῦ Εἰσηγητοῦ καὶ ὡς προσὸν πτυχίον Ἀνωτάτης Σχολῆς (ἄρθρον 3 παρ. δʹ Β. Δ. 8–1–1947). Ἡ πλήρωσις τῆς θέσεως τοῦ Διοικητικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Δημοτικοῦ Νοσοκομείου δὲν ἐγένετο διὰ διορισμοῦ, ἀλλὰ διὰ προαγωγῆς τοῦ ὑπηρετοῦντος Ὑποδιευθυντοῦ. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀνωτέρω καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοῦ διορισμοῦ δηλαδὴ Διοικητικῶν Διευθυντῶν εἰς τὰ Νοσοκομεῖα τῶν μεγάλων πόλεων κεκτημένων προσόντων προενόησε τὸ Ὑπουργεῖον διὰ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ οὗ ἀνωτέρω. Ἐρώτησις ιαʹ. Ποῖα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ τὸ Ὑπουργεῖον κατόπιν τοῦ διορισμοῦ εἰς τὸ Δημοτικὸν Νοσοκομεῖον προσώπου κεκτημένου μόνον ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Ἀπάντησις. Κατήρτισεν ὡς ἀνωτέρω ἐξετέθη, σχέδιον νόμου. Ἐρώτησις ιβʹ. Ποῖαι θέσεις τηροῦνται ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ἀπάντησις. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὁρίζει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ἀπὸ 8–1–1947 Β. Διατάγματος «περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 107]46 Ν. Διατάγματος» Ε.Κ. 22]47. Ἐρώτησις ιγʹ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε γνῶσιν ἄρθρων τινῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ. Ἀπάντησις. Προκύπτει ἐκ τοῦ σταλέντος Ὀργανισμοῦ.
Ὁ Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν
Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Ἐπίσης ἀνακοινῶ τὰ κάτωθι: Ὁ κ. Η. Λαγάκος (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 90]1943 Νόμου «περὶ καταργήσεως διατάξεών τινων περὶ ἀπαλλοτριώσεων». Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου (Ὑπουργὸς Συντονισμοῦ) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. ὑπ’ ἀριθ. 1566]50 «περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τοῦ οἴκου EBASCO συναφθείσης τὴν 20 Ἰουλίου 1950 συμβάσεως καὶ ρυθμίσεως ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐνεργειακοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως». Ὁ κ. Α. Θεολογίτης (Ὑπουργὸς Δημοσίας Τάξεως) καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «Περὶ ὀργανικῆς δυνάμεως, ἐθελουσίας ἐξόδου καὶ ἀποσυμφορήσεως τῶν στελεχῶν τοῦ Σώματος Ἀστυνομίας Πόλεων» καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Ν.Δ. 330 τῆς 19 Ἀπριλίου 1947 «περὶ καταστάσεως μονίμου διαθεσιμότητος τῶν ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Γουχωτᾶς, Ε. Δενδρινός, Θ. Κιζάνης, Χ. Ψαρρὸς καὶ Μ. Στεφανίδης καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ διοικητικῆς ἐπαναγωγῆς τῆς νήσου Ἰθάκης εἰς τὸν Νομὸν Κεφαλληνίας». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Μ. Βολουδάκης, Κ. Κοτζιᾶς, Κ. Καλκάνης, Α. Σβῶλος, Ι. Λύρας, Ν. Καζαντζῆς, Π. Μουτζουρίδης, Δ. Μπερδελῆς, Α. Γεροκωστόπουλος, Σ. Πολυζωγόπουλος, Μ. Στεφανίδης, Χ. Ψαρρός, Γ. Βασιλειάδης, Ε. Παπαδόγιαννης, Θ. Κιζάνης, Θ. Δεσύλλας, Κ. Μανιαδάκης, Γ. Ἀνδριανόπουλος, Ε. Κεφαλογιάννης, Γ. Σερπᾶνος, Π. Σταθόπουλος κ.ἄ. καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐγγραφῆς τῶν ἐπιτυχόντων καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ καθωρισθέντος ἀριθμοῦ φοιτητῶν τῶν Πανεπιστημίων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης κατὰ τὸ ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1950–1951». Ἡ ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. ὑπ’ ἀριθ. 1494 τῆς 17 Αὐγούστου 1950 «περὶ συστάσεως Ἐπικουρικοῦ Ταμείου Ὑπαλλήλων Ἀστυνομίας Πόλεων». Ἡ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Κουνοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινῶν ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Κοινωνικῆς Προνοίας, πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὴν διάρκειαν παρελθόντων οἰκονομικῶν ἐτῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων, 1) «περὶ κυρώσεως τῆς ὑπ’ ἀριθ. 558)15 Ἰουλίου 1949 πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ καταβολῆς ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ Ταμείου Α.Ο.Κ.Π. τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἀπωλεσθέντος ἐν ἐπιτάξει ὑπὸ Δανικὴν σημαίαν Ν)γ «Vickinc» καὶ 2) «περὶ κυρώσεως «περὶ ἐνοποιήσεως κανόνων τινῶν ἀφορώντων τὰς ἀσυδοσίας τῶν Κρατικῶν πλοίων καὶ τοῦ ἀπὸ 24 Μαΐου 1934 πρωτοκόλλου». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ζορμπᾶς καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1557]50 Α.Ν. «περὶ ἀπονομῆς πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Καλαντζάκος καταθέτει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1557) 50 «περὶ ἀπονομῆς πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Καζαντζῆς, Β. Βασιλικός, Ν. Κουπαροῦσος καὶ Κ. Σπηλιόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1557) 50 «περὶ ἀπονομῆς πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Λύρας, Ι. Προκοπάκης, Β. Στεφανόπουλος, Λ. Βρεττᾶκος, Λ. Κουτσουπέταλος, Γ. Γρηγορίου, Κ. Καλκάνης, Μ. Στεφανίδης, Γ. Ρουχωτᾶς καὶ Α. Τσούμπας, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Α.Ν. 1540)50 «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς δυνάμει τοῦ Θʹ ψηφίσματος ἀπολυθέντας ὑπαλλήλους τοὺς ὑπηρετήσαντας μεταγενεστέρως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Πρώτη συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1516]50 Α.Ν. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Βρυξέλλαις ὑπογραφέντος τῇ 16ῃ Δεκεμβρίου 1949 πρωτοκόλλου τροποποιητικοῦ τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλῶν τοῦ 1890 «περὶ συστάσεως Διεθνοῦς Ἑνώσεως πρὸς δημοσίευσιν τῶν τελωνειακῶν δασμολογίων».
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1516)50 Α.Ν. «περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν Βρυξέλλαις ὑπογραφέντος τῇ 16ῃ Δεκεμβρίου 1949 πρωτοκόλλου τροποποιητικοῦ τῆς συμβάσεως τῶν Βρυξελλῶν τοῦ 1890 «περὶ συστάσεως Διεθνοῦς Ἑνώσεως πρὸς δημοσίευσιν τῶν τελωνειακῶν δασμολογίων». Πρώτη συζήτησις κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1499)50 Ἀν. Νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς δι’ ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν γενομένης τῇ 21–3–49 συμφωνίας περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 26–11–45 τοιαύτης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας δι’ ἀεροπορικὰς γραμμὰς ἐν Εὐρώπῃ».
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς πρώτην συζήτησιν κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1499]50 Α.Ν. «περὶ κυρώσεως τῆς δι’ ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν γενομένης τῇ 21–3–49 συμφωνίας περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 26–11–45 τοιαύτης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας, δι’ ἀεροπορικὰς γραμμὰς ἐν Εὐρώπῃ» Πρώτη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀρ. 1526]50 Α.Ν. «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τῶν ἀφορωσῶν τὸ Δημόσιον».
§8Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§9Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§10Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ μέριμνα ὅπως διανέμωνται ἐγκαίρως τὰ διάφορα νομοσχέδια καὶ αἱ ἐκθέσεις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἵνα εἴμεθα ἐνημερωμένοι κατὰ τὴν συζήτησιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει δυστυχῶς, κύριε συνάδελφε, ἀνωμαλία εἰσέτι εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν συνέπεια τῆς ὁποίας εἶναι ἡ καθυστέρησις τῆς ὅλης νομοθετικῆς ἐργασίας. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ θὰ παρεκάλουν τοὺς κ.κ. βουλευτάς, μέλη τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, αἵτινες δὲν συνεκροτήθησαν εἰσέτι εἰς Σώματα, ὅπως συνέλθουν τὸ ταχύτερον διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ Προεδρείου των, ἵνα ἀρχίσῃ ὁμαλὴ ἡ λειτουργία αὐτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§12Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατόπιν τῶν ἀγαθῶν διαθέσεων, αἵτινες ἐδηλώθησαν ἐκ μέρους τῆς Γιουγκοσλαυϊκῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἀποδόσεως τῶν κρατουμένων Ἑλλήνων στρατιωτῶν καὶ πολιτῶν, οἵτινες παρὰ πάντα διεθνῆ νόμον ἐκρατοῦντο ὡς αἰχμάλωτοι πολέμου, ὡς καὶ τὴν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Γιουγκοσλαυϊκῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἀποστολὴν ἀντιπροσώπου τοῦ Διεθνοῦς Ἐρυθροῦ Σταυροῦ, ὅπως ἐλέγξῃ ποῖα ἐκ τῶν ἀπαχθέντων παιδίων θέλουν νὰ ἐπιστρέψουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰς διπλωματικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐα. Νομίζω ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη θὰ ἀποτελέσῃ ἀπαρχὴν διὰ τὴν σύσφιγξιν τῶν σχέσεων τῶν δύο λαῶν, ὡς καὶ τὴν ρύθμισιν ὅλων τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων μεταξύ των. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν νομίζω ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ χαιρετίσωμεν τὴν ἐπελθοῦσαν ἐπαφὴν καὶ ἀνταλλαγὴν πρεσβευτῶν μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν, αἱ ὁποῖαι πάντοτε εὑρέθησαν συχνάκις παράπλευρα εἰς δυσκόλους στιγμὰς τῆς ἱστορίας των. (Χειροκροτήματα).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κ. Κ. Τσαλδάρης ἔχει τὸν λόγον.
§14Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μετ’ ἐξαιρετικῆς εὐχαριστήσεως ἠκούσαμεν τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πολιτική, ἡ πρὸ ἐτῶν χαραχθεῖσα ἔναντι τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, εὑρίσκει σήμερον μίαν δικαίωσιν καὶ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τὴν δικαίωσιν αὐτὴν εὑρίσκει ἐντὸς τοῦ πλαισίου τῆς προστασίας τῶν ἑκατέρωθεν συμφερόντων τῶν δύο Κρατῶν. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν προκειμένῳ θὰ ἔχῃ λάβῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὥστε πράγματι αἱ ἀποκαθιστάμεναι σήμερον διπλωματικαὶ σχέσεις μὲ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν, νὰ ἀποτελέσουν τὸν σταθμὸν τῆς νέας ἐξορμήσεως, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀναμένομεν εἰς τὴν γωνίαν αὐτὴν τῆς Εὐρώπης. (Χειροκροτήματα).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ε.Π.Ε.Κ. κ. Πλαστήρας ἔχει τὸν λόγον.
§16Ν. ΠΛΑΣΤΗΡΑΣ. Χαιρόμεθα ἰδιαιτέρως διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπετεύχθη κατόπιν ὀλίγου χρόνου μετὰ τὴν συμφωνίαν τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν ἡμεῖς. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἡ σύσφιγξις αὐτὴ τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαυΐας νὰ κατανοηθῇ δεόντως μεταξὺ τῶν δύο λαῶν καὶ νὰ φθάσωμεν πάλιν εἰς τὴν λαμπρὰν ἁρμονίαν τῶν σχέσεων τῶν δύο Ἐθνῶν, ἡ ὁποία ἐπεκράτει κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Ἡ ἐπιτυχὴς αὐτὴ συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύο λαῶν εὐχόμεθα νὰ στερεωθῇ, διότι ἡ συνεννόησις αὐτὴ θὰ ἔχῃ μεγάλην ἐπίδρασιν, ὄχι μόνον διὰ τὰ συμφέροντα τῶν δύο λαῶν, ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν Βαλκανικὴν κατὰ τὰς κρισίμους αὐτὰς στιγμάς. Ἡ συνεννόησις αὐτὴ εὐχόμεθα νὰ συμπληρωθῇ μὲ τὴν σύμπραξιν τῆς φίλης Τουρκίας. Εἰς τὰς δυσκόλους αὐτὰς στιγμὰς ποὺ διέρχεται ὁ κόσμος, οἱ τρεῖς αὐτοὶ παράγοντες εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι θὰ συντελέσουν εἰς τὴν παγίωσιν τῆς εἰρήνης καὶ εἰς τὴν στερεοποίησιν τῶν συμφερόντων τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου. Αἱ τρεῖς αὗται δυνάμεις ἐν τῇ Βαλκανικῇ θὰ ἀποτελέσουν δύναμιν εἰρήνης ἀποφασισμέναι νὰ θέσουν φραγμὸν ἐναντίον πάσης ὁποθενδήποτε προερχομένης ἐπιβουλῆς ἐναντίον τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν λαῶν. Μὲ τὴν εὐχὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ἅπαξ καὶ ἐπέτυχε μίαν προσπάθειαν μεγάλης σημασίας θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν περαιτέρω ἐνίσχυσιν τῆς φιλίας μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Γιουγκοσλαβίας, χαιρετίζω τὴν ἐπανάληψιν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. (Χειροκροτήματα).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§18Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ αἴσθημα χαρᾶς ὑποδέχεται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἐπανασυνδέσεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Γιουγκοσλαβίας, τὴν ὁποίαν ἀνήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ αἴσθημα τοῦτο νομίζω ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ γενικώτερον αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ἐλπίζομεν δὲ ὅτι καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάλογος ἀνταπόκρισις. Νομίζομεν, ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὸ παρελθὸν Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαβίας. Ἐπὶ πλέον ἂς ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν δημιουργίαν ἑνὸς μέλλοντος ἀπηλλαγμένου ὑποψιῶν. Βεβαίως τὰ πρῶτα δείγματα εἶναι ἐνθαρρυντικά, πρέπει ὅμως νὰ ἐπακολουθήσουν καὶ ἄλλα γεγονότα διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλληνογιουγκοσλαβικὴ φιλία νὰ στηριχθῇ ἐπὶ βάσεων στερεῶν καὶ κατόπιν ἐξελισσομένη νὰ ἀποβῇ ἀποδοτικὴ καὶ καρποφόρος, ὄχι μόνον διὰ τὰ συμφέροντα τῶν δύο ἐθνῶν, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον διὰ τὴν εἰρήνην εἰς τὴν γωνίαν αὐτὴν τῆς Εὐρώπης, εἰς τὴν Βαλκανικήν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν παγίωσιν τῆς γενικωτέρας εἰρήνης εἰς τὸν κόσμον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον χαιρετίζομεν εὐχαρίστως τὸ ἀναγγελθὲν γεγονὸς καὶ εὐχόμεθα ὅπως προχωρήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν στενωτέραν σύσφιγξιν τῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Γιουγκοσλαβίας. (Χειροκροτήματα).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοφιανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§20Ι. ΣΟΦΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χαιρετίζομεν καὶ ἡμεῖς τὸ γεγονὸς τῆς ἐπανασυνδέσεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαβίας, αἵτινες εἶχαν διακοπῆ πρὸ τριετίας καὶ πλέον, ὄχι βέβαια ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Ἑλλάδος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ὅτι ὁ Στρατάρχης Τίτο ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς σχέσεις του μὲ τὴν Ἑλλάδα εἶναι παρήγορον. Καὶ εἶναι εὐχάριστον ἐπίσης τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Γιουγκοσλαβία, διὰ τῆς προσφάτου συνεντεύξεως τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τὸν ἀνταποκριτὴν τῶν Τάϊμς τῆς Ν. Ὑόρκης ὁ Τίτο, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν τρέφει ἐδαφικὰς βλέψεις εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος. Καὶ θὰ ἦτο ἐπίσης εὐχάριστον τὸ γεγονὸς ἐάν, ἐν τῇ προόδῳ τῶν διαπραγματεύσεων αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσουν, ὁ Τίτο δηλώσῃ ἐπίσης καθαρά, ἀπολύτως καθαρά, ὅτι δὲν αἰσθάνεται καμμίαν ἀνάγκην νὰ προστατεύσῃ κανενὸς εἴδους ἀνύπαρκτον Μακεδονικὴν μειονότητα. (Χειροκροτήματα). Ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας καὶ πλέον ὑπεστήριξα ὅτι αἱ μειονότητες, σύμφωνα μὲ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον κατὰ τὴν διεθνῆ ἠθικὴν πρέπει νὰ τύχουν προστασίας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον μειονότητες προστατευόμεναι εἶναι μόνον ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι σέβονται τὸ στεγάζον αὐτὰς Κράτος. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδεικνύουν αἱ μειονότητες νομιμοφροσύνην ἀπέναντι τοῦ στεγάζοντος αὐτὰς Κράτους, προστασία κατὰ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον οὔτε ἐννοεῖται οὔτε δικαιολογεῖται. Τούτου τεθεμένου τὸ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ προστασίας μειονοτήτων αἱ ὁποῖαι ἐμπράκτως ἀπέδειξαν ἔλλειψιν νομιμοφροσύνης πρὸς τὸ στεγάζον αὐτὰς Κράτος εἶναι αὐτόχρημα ἀπαράδεκτον. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν αἱ ἐλάχισται αὗται ἄλλως τε μειονότητες εἶναι ὑπαρκταὶ κατ’ οὐσίαν, εἶναι πάντως ἀνύπαρκται καὶ μὴ προστατεύσιμοι κατὰ τὸ Διεθνὲς Δίκαιον. Θέλω ἐν συνεχείᾳ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἐπανασυνδέσεως τῶν ἐμπορικῶν σχέσεων, διὰ νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ καταβάλῃ ἐξαιρετικὴν προσοχὴν εἰς τὸ κατὰ τινα τρόπον θὰ ἐξυπηρετηθοῦν αἱ ἐμπορικαὶ σχέσεις. Ὄχι ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τύχῃ προστασίας τὸ Γιουγκοσλαβικὸν ἐμπόριον διὰ τῆς Θεσσαλονίκης, διότι εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ὁ προορισμὸς τοῦ λιμένος τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι νὰ διευκολύνῃ τὸ ἐμπόριον ὁλοκλήρου τῆς ὕπερθεν χώρας, καὶ συνεπῶς καὶ τῆς Γιουγκοσλαβίας μὲ τὴν ὁποίαν ἄλλως τε συνδεόμεθα δι’ εἰδικῆς συνθήκης ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας περίπου, ἀλλὰ θὰ πρέπῃ νὰ καταβληθῇ ἐξαιρετικὴ προσοχὴ κατὰ τὴν ἐπανασύνδεσιν τῶν σχέσεων αὐτῶν διὰ νὰ μὴ δημιουργηθοῦν γενικώτεραι διεθνεῖς ἀκόμη παρεξηγήσεις. Μὲ αὐτὰς τὰς σκέψεις χαιρετίζω μὲ εὐχαρίστησιν τὴν ἐπανασύνδεσιν τῶν Ἑλληνο–Γιουγκοσλαβικῶν σχέσεων μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀγαθὴ ἀτμόσφαιρα, ἡ ὁποία θὰ δημιουργηθῇ ἐκ τῆς ἐπαφῆς Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαβίας, θὰ συντελέσῃ καὶ αὐτὴ ἔν τινι ποσοστῷ εἰς τὴν δημιουργίαν ἀγαθωτέρας ἀτμοσφαίρας εἰς τὴν Βαλκανικήν, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην πραγματικῆς εἰρήνης καὶ ἡσυχίας. (Χειροκροτήματα).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§22Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἡ ἀποκατάστασις ὁμαλῶν καὶ φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ Κρατῶν εἰς τὴν περιοχὴν τὴν γεωγραφικὴν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ χώρα μας εἶναι ἕνα γεγονὸς εὐχάριστον, εὐκταῖον καὶ πρὸ παντὸς ἀνταποκρινόμενον εἰς τὸ συμφέρον τῆς εἰρήνης. Ἀπὸ τὴν ἄποψιν αὐτὴν εἶναι φυσικὸν νὰ χαιρετίζωμεν καὶ ἡμεῖς εὐχαρίστως τὴν ἀποκατάστασιν ὁμαλῶν διπλωματικῶν σχέσεων μὲ τὴν γείτονα Γιουγκοσλαβίαν. Οἱ δύο λαοὶ εἰς τὸ παρελθὸν πολλὲς φορὲς ἠγωνίσθησαν ὁ ἕνας εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ ἄλλου διὰ τὰ κοινὰ ἰδανικὰ τῆς ἀπελευθερώσεώς των καὶ ἐπὶ πλέον πάντοτε ἡμεῖς τοὐλάχιστον πιστεύομεν, ὑπάρχει ἔδαφος συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν λαῶν διὰ τὰ κοινά των συμφέροντα καὶ διὰ τὴν εἰρήνην ὑπὸ ἕνα ὅμως ἀπαράβατον ὅρον, ὅτι ἑκάτερος θὰ σέβεται τὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἄλλου. Ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολὺ λιτὴ καὶ διὰ τοῦτο αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν μᾶς ἔδωσε τίποτε ἀπὸ τὸ περιεχόμενον τῶν συνεννοήσεων ἢ διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν τοῦ σημερινοῦ ἀποτελέσματος. Ἑπομένως κρίσις σοβαρὰ ἐπὶ τῶν σημείων τὰ ὁποῖα τυχὸν συνεζητήθησαν ἢ ἐλύθησαν ἢ μένουν πρὸς λύσιν δὲν εἶναι εὔκολος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἄνευ ἀνακοινώσεων ἐμπεριστατωμένων τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅμως, ὅτι δυνάμεθα μὲ τὴν εὐχάριστον αὐτὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπαναλάβωμεν καὶ τὴν ἀπάντησιν ἀλλὰ καὶ τὴν πεποίθησίν μας, ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ πρέπῃ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς πᾶν, ὅτι ἐκεῖθεν τῶν συνόρων θὰ καθήπτετο τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας της. Ἡ δήλωσις τοῦ στρατάρχου Τίτο πρὸς τὸν ἀνταποκριτὴν τῶν Τάϊμς τῆς Ν. Ὑόρκης εἶναι παρήγορος καὶ διότι διὰ πρώτην φορὰν δὲν ὁμιλεῖ πλέον ἡ ἐπίσημος Γιουγκοσλαβία περὶ Μακεδονικῆς μειονότητος, ἀλλὰ περὶ Σλαύων τῆς Μακεδονίας διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἤθελε νὰ δείξῃ ἐνδιαφέρον καὶ διότι ρητῶς ἀναγνωρίζει, ὅτι δὲν ἔχει οὔτε ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀξιώσεις ἐδαφικὰς ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἡμεῖς πιστεύομεν, ὅτι ὡς ἕνα Κράτος φιλελεύθερον ὅπως ὑπῆρξε καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἡ Ἑλλάς, καὶ ἐὰν ὑπάρχουν μειονότητες, θὰ εἶναι ἐγγύησις διὰ αὐτὰς τὸ φιλελεύθερον καθεστὼς τῆς χώρας. Πέραν τούτου ὅμως θὰ πρέπῃ νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς καλῆς γείτονος ἀλλὰ καὶ τῆς εἰρήνης εἰς τὴν ταραχώδη αὐτὴν περιοχὴν τῆς Ν.Α. Εὐρώπης, ἀπαιτεῖ κάθε Κράτος νὰ δεικνύῃ σεβασμὸν πρὸς τοὺς γείτονάς του, διότι ἀλλέως, ἐὰν ἡ γωνία αὐτὴ τῆς γῆς ἐξακολουθῇ νὰ εἶναι πεδίον ἀνταγωνισμῶν, θὰ τοὺς πληρώνουν οἱ λαοὶ μὲ τὸ αἷμα των καὶ εἶναι ἀρκετὰ αἱματόβρεκτος ἡ Βαλκανική, ὥστε νὰ μὴ στέργουν οἱ λαοὶ ἄλλην αἱματοχυσίαν. Μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἐτέθη τέρμα εἰς τὴν δημιουργίαν τοιούτου εἴδους παρεξηγήσεων καί, ὅτι ὁ γνώμων ποὺ θὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν θὰ εἶναι ὁ σεβασμὸς περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα καί, ὅτι τὰ ἐκκρεμῆ οἰκονομικὰ μεταξύ των ζητήματα θὰ ρυθμισθοῦν κατὰ τρόπον προάγοντα τὴν οἰκονομίαν τῶν δύο λαῶν καὶ ἑπομένως καὶ τὴν σύσφιγξιν τῶν περαιτέρω ἐμπορικῶν καὶ ἐκπολιτιστικῶν σχέσεων, νομίζω, ὅτι ἡ ἀποκατάστασις τῶν σχέσεων εἶναι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἕνα γεγονὸς ἀξιοσημείωτον εἰς τὸν δρόμον τῆς εἰρηνικῆς πορείας, εἶναι γεγονὸς εὐχάριστον καὶ ἀξίζει νὰ χαιρετισθῇ. (Χειροκροτήματα).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρέντης ἔχει τὸν λόγον.
§24Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Μὲ μεγάλην ἱκανοποίησιν, κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐπανασυστάσεως τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαβίας. Ὑπῆρχε μέχρι σήμερον, οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Ἑλλάδος, μία ἀνώμαλος κατάστασις εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Ἡ ἀνώμαλος αὐτὴ κατάστασις παύει νὰ ὑφίσταται, ὡς ἀνεκοίνωσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰσερχόμεθα εἰς ἀγαθωτέρας διπλωματικὰς σχέσεις. Θεωροῦμεν τοῦτο ὡς μίαν ἀφετηρίαν καὶ μίαν ἀπαρχὴν νέας περιόδου, ἡ ὁποία θὰ χρειασθῇ νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ εἰς τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν πρὸς πλήρη παγίωσιν τῆς εἰρήνης. Καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τίποτε ἄλλο δὲν ἀποβλέπει παρὰ εἰς τὴν παγίωσιν τῆς εἰρήνης καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν σχέσεων μετὰ τῶν γειτόνων Κρατῶν καὶ τὴν διατήρησιν ἡσυχίας εἰς τὰ Βαλκάνια. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατρέξῃ κανεὶς εἰς τὸ παρελθόν. Καὶ ἄλλοτε συνεδέθησαν τὰ δύο Κράτη διὰ φιλίας μὲ δύο πεπειραμένους καὶ μεγάλους πολιτικοὺς τῶν ἐνδιαφερομένων Κρατῶν καὶ ἔθεσαν τὰς βάσεις τῆς συνεργασίας καὶ τῆς φιλίας μεταξὺ των μὲ τὴν ἀρχήν, ὅτι ἐπάνω ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς Γιουγκοσλαβίας δὲν ὑπάρχουν παρὰ Σέρβοι καὶ ἐντεῦθεν τῶν συνόρων δὲν ὑπάρχουν παρὰ Ἕλληνες. Τὰς βάσεις αὐτὰς ἔθεσαν οἱ δύο μεγάλοι πολιτικοί, Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ Πάσιτς. Μὲ αὐτὴν τὴν βάσιν ἐξειλίχθησαν τὰ πράγματα καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ γνώμη καὶ διὰ τὸ μέλλον, καὶ αἱ ἀγαθαὶ αὐταὶ σχέσεις πρέπει νὰ ἀναπτυχθοῦν καὶ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου, ὥστε νὰ ἀποβοῦν ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν δύο Κρατῶν. (Χειροκροτήματα).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§26Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ ἐκφράσωμεν τὴν εὐχαρίστησίν μας διὰ τὸ ἀληθῶς εὐχάριστον γεγονὸς καὶ ἡμεῖς οἱ προερχόμενοι ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν (τοῦ Αἰγαίου) ὑπὲρ τῆς ὁποίας τόσους θησαυροὺς στοργῆς, ἐνδιαφέροντος καὶ πόνου ἐξεδήλωσαν τὰ τελευταῖα ἔτη μερικοὶ ἰθύνοντες τοῦ Βελιγραδίου καὶ τῶν Σκοπίων. Τοὺς εὐχαριστοῦμεν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τοὺς δύο λαούς, ἐὰν ἐφ’ ἑξῆς τοὐλάχιστον παύσουν νὰ μᾶς θυμοῦνται τόσον συχνά. Ἂν ὑπάρχουν ἐκεῖνοι ποὺ δικαιοῦνται νὰ ὁμιλοῦν διὰ μειονότητας καὶ τὴν προστασίαν των, εἴμεθα ἡμεῖς καὶ μόνον ἡμεῖς. Ἔχω γεννηθῆ καὶ σπουδάσει ὅπως καὶ ὁ κ. Σβῶλος, εἰς τὸ Μοναστῆρι τῆς σημερινῆς Γιουγκοσλαβίας ὅπου τότε οἱ Σέρβοι ἦσαν ἀνύπαρκτοι. Ὑπῆρχον ἐκεῖ σχολεῖα ἕνα αἰῶνα προτοῦ οἱ πατριῶται τοῦ Τίτο Κροᾶται ἀποκτήσουν ἐθνικὴν γλῶσσαν ὡς καὶ οἱ Σέρβοι καὶ οἱ Βούλγαροι. Τὸ νοσοκομεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητος ἱδρύθη τὸ 1828. Ὑπῆρχον Γυμνάσια, Παρθεναγωγεῖα, Ἀστικαὶ καὶ Δημοτικαὶ ἀρχαὶ μὲ ἰδιόκτητα μέγαρα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἱδρυθῆ καὶ συνετηροῦντο ἀπὸ τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν γνησιώτεροι Μακεδόνες ἀπὸ τοὺς ψευτομακεδόνας τῶν Σκοπίων τῆς δωδεκάτης ὥρας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆται ὅτι πρὸ 150 καὶ 250 ἐτῶν εἰς τὴν σημερινὴν Γιουγκοσλαβίαν καὶ Οὐγγαρίαν καὶ Αὐστρίαν, ὑπῆρχον Ἑλληνικαὶ Κοινότητες ἀνθηρόταται, αἱ ὁποῖαι εἶχον ἱδρυθῆ ἀπὸ μετανάστας ἐκ Μακεδονίας καὶ ἰδίᾳ τῆς Δυτικῆς, ὅπως Σέρβοι συγγραφεῖς, ὡς ὁ Ντουσὰν Πόπωβιτς, ἀνομολογοῦν ὅτι ἡ ἰθύνουσα τάξις τῆς Γιουγκοσλαβίας προέρχεται ἀπὸ Ἕλληνας, ὅπως καὶ ὅλα τὰ Γιουγκοσλαβικὰ ἱδρύματα καὶ κληροδοτήματα. Τὸ Βελιγράδι εἶχε μορφὴν ἑλληνικήν. Ὅλα τὰ καταστήματα ἦσαν ἑλληνικὰ καὶ ἑλληνικὴ ἦτο ἡ γλῶσσα τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῶν συντεχνιῶν καὶ τῶν ἐφοροεπιτρόπων τῶν ἐκκλησιῶν, ἑλληνικὰ ἐζητοῦσαν τὴν βοήθειαν μὲ τὸν δίσκον εἰς τὰς ἐκκλησίας. Οἱ μετανάσται αὐτοί, εἴτε Ἑλληνόφωνοι, εἴτε Βλαχόφωνοι, εἴτε Σλαυόφωνοι ἦσαν, ἀπετέλουν κατὰ τοὺς ἰδίους Σέρβους συγγραφεῖς, μίαν ἑνιαίαν ὁλότητα καὶ ἠγωνίσθησαν σκληρῶς ἐναντίον τῶν Σέρβων καὶ τοῦ Σερβικοῦ Πατριαρχείου διὰ νὰ ἀποκτήσουν ἐν Γιουγκοσλαβίᾳ Ἑλληνικὰς ἐκκλησίας καὶ ἑλληνικὰ σχολεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ Σέρβοι ἐμορφώνοντο. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους τῆς Τουρκοκρατίας τὰ ἐπίκεντρα τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος εὑρίσκοντο εἰς τὸ Μοναστῆρι, τὸ Μορίχοβον, τὴν Γευγελῆν καὶ τὴν Στρώμνιτσαν καὶ ἐχύθησαν ποταμοὶ αἱμάτων ἐκ μέρους τῶν γηγενῶν κατοίκων τῆς Μακεδονίας αὐτῆς, ἐναντίον Βουλγάρων καὶ Τούρκων. Εἶναι δύο χιλιάδες οἱ τότε σφαγιασθέντες καὶ πεσόντες διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἰδέαν καὶ δωδεκάδες ὁπλαρχηγοὶ καὶ μάλιστα σλαυόφωνοι. Χαρακτηριστικώτατον εἶναι τὸ παράδειγμα τῆς Στρωμνίτσης. Οἱ κάτοικοι αὐτῆς ὡς καὶ 8 περὶ αὐτὴν χωρία τὸ 1913 μετὰ τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου ἐπροτίμησαν νὰ ἐγκαταλείψουν οἰκίας, κτήματα, περιουσίας καὶ ἦλθον γυμνοὶ πρόσφυγες εἰς τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ μὴ ζήσουν ὑπὸ τὴν Βουλγαρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ μέρη ἐκεῖνα παρεχωρήθησαν. Δὲν ξέρω ἂν ὑπάρχουν πολλὰ ἀνάλογα παραδείγματα εἰς τὴν ἱστορίαν πολλῶν λαῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς τοὺς νεωτάτους χρόνους δὲν πρέπει ἐπίσης νὰ λησμονηθῇ, ὅτι εἰς τὴν Μακεδονίαν κυρίως ὑπῆρξαν πλεῖστα χωρία, τὰ ὁποῖα εὑρισκόμενα μάλιστα πλησίον τῶν συνόρων κατώρθωσαν ἐπὶ 4 ἔτη νὰ ἀντισταθοῦν μὲ τὰ ὅπλα των ἐναντίον τῶν συμμοριῶν τοῦ Κ.Κ.Ε. καὶ τοῦ Ν.Ο.Φ. νὰ ἀποκρούσουν δεκάδας ἐπιθέσεων, νὰ ὑποστοῦν ὅλας τὰς θυσίας καὶ τὰ μαρτύρια, ἀλλὰ νὰ κρατήσουν μέχρι τέλους. Δὲν ὑπέκυψαν. Καὶ οὔτε κἂν ἐπροθυμοποιήθησαν νὰ παίρνουν τὰ ἐπιδόματα τῶν ἀνταρτοπλήκων, ἀλλ’ ἐπροτίμησαν νὰ παραμείνουν εἰς τὰς θέσεις των ἐθνικὰ ἀληθῶς φρούρια καὶ ἀκροπόλεις. Εἶναι ἕνα φαινόμενον κατ’ ἐξοχὴν Μακεδονικόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθοῦν χωρία, ὅπως τὸ Κρατερὸν τῆς Φλωρίνης, τὸ ὁποῖον ἐπυρπολήθη τὸ 1903 ὑπὸ τῶν Τούρκων τὸ 1907 ὑπὸ τῶν Βουλγάρων καὶ τὸ 1947 ὑπὸ τῶν συναγωνιστῶν. Ἡ Πρώτη, τὸ Μεσοχώρι, τὸ Ἀμμοχώρι, ἡ Μελίτη, ἡ Κέλη, αἱ Πέτρες τῆς Φλωρίνης, οἱ θρυλλικοὶ Πρόμαχοι τῆς Ἐδέσσης μὲ τὸ Γαρέφι, τὸ Λουτράκι καὶ ἄλλα παραμεθόρια ἐπίσης χωριά, οἱ Εὔζωνοι τῆς Παιονίας, ἡ Ξυλόπολις τοῦ Λαγκαδᾶ, ὁ Κοπανᾶς τῆς Ναούσης, τὸ Παγονέρι τῆς Βολάκας τῆς Δράμας, ὅλα αὐτὰ τὰ χωριὰ κατοικούμενα ἀπὸ γηγενεῖς καὶ ξενοφώνους κατὰ τὰ τέσσαρα δύσκολα καὶ τρομερὰ αὐτὰ χρόνια ἐστάθησαν πραγματικὰ ἀδάμαστα, ἀκλόνητα καὶ ὑπερήφανα καὶ παρὰ τὴν προπαγάνδα, τὰς ἀπειλάς, τὰς ὑποσχέσεις τοῦ Κ.Κ.Ε. καὶ τῆς Ν.Ο.Φ. ἐπροτίμησαν νὰ ἀντιμετωπίσουν μὲ τὰ ὅπλα ἀποφασιστικώτατα καὶ δραστικώτατα. Κύριοι βουλευταί, οἱ γείτονές μας εἶναι τῆς σχολῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν γαλλικὴν παροιμίαν «φωνάζετε–φωνάζετε κάτι θὰ πάρετε». Πολὺς θόρυβος ἔγινε διὰ τὸ τίποτε. Ἕν ἀνύπαρκτον Μακεδονικὸν ζήτημα ἐπρόβαλε καὶ καλλιεργεῖται ἀπὸ μὴ Μακεδόνας κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ ἀπὸ γνωστοὺς Βουλγάρους καθ’ ὁλότητα, οἱ ὁποῖοι ἐν μιᾷ νυκτὶ καὶ μόνῃ ὅταν εἶδαν, ὅτι ὁ πόλεμος ἔκλινεν ὁριστικῶς εἰς βάρος τῆς χιτλερικῆς Γερμανίας, ἤλλαξαν ἐθνικότητα καὶ ὑποκάμισον καὶ ἀπὸ Βούλγαροι ἔγιναν «Μακεδόνες». Ἀναμφιβόλως ὅμως ὀρθότερον εἶναι νὰ παύσουν νὰ ἀνακινοῦνται τοιαῦτα πράγματα, διότι πολὺ προτιμότερον εἶναι δι’ ἀμφοτέρους τοὺς λαοὺς νὰ ἀποκατασταθοῦν μεταξύ των αἱ ἐμπορικαὶ καὶ αἱ ἄλλαι συναλλαγαί των. Τὰ μέρη τῆς λεγομένης «Μακεδονίας τοῦ Βαρδαρίου» καὶ τῆς Γιουγκοσλαβίας δὲν ἠμποροῦν νὰ κάμουν χωρὶς τὰ νήματα καὶ τὰ βαμβακερὰ Ναούσης, Ἐδέσσης, καὶ Θεσσαλονίκης. Ὅσον στενώτεραι εἶναι αἱ σχέσεις καὶ πυκνότεραι αἱ ἐμπορικαὶ συναλλαγαὶ μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κοινὴν ἱστορίαν καὶ ἀγῶνας, τόσον τὸ καλύτερον δι’ ἀμφοτέρους. Αἱ παρεξηγήσεις ποὺ ἐδημιουργήθησαν τὸν τελευταῖον καιρὸν πρέπει νὰ λησμονηθοῦν καὶ νὰ ἀποβλέψουν οἱ δύο λαοὶ μόνον ἐμπρὸς πρὸς τὸ μέλλον. (Χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μανιαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§28Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅταν κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἐπὶ Κυβερνήσεως Κέντρου ἀπηντήσαμεν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἴπομεν σχετικῶς μὲ τὸ κεφάλαιον τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μὲ τὴν Γιουγκοσλαβίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σπεύσῃ βραδέως λαμβάνουσα ὅλας τὰς ἀναγκαίας προφυλάξεις, αἱ ὁποῖαι χρειάζονται, ὅταν συζητῇ μὲ Κράτος κομμουνιστικόν. Σήμερον αἱ περιστάσεις εἶναι διαφορετικαί. Σήμερον ὁ Τίτο ἔφυγεν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς οὐδετερότητος, τὴν ὁποίαν εἶχε διακηρύξει εἰς τὴν ἔντασιν μεταξὺ ἀνατολῆς καὶ δύσεως, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν τὸν ἀφήνει ἀδιάφορον ἡ τυχὸν σύρραξις καὶ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Ο.Η.Ε. τοῦ ζητήσει στρατιωτικὴν ἐνίσχυσιν θὰ τοῦ τὴν παράσχῃ. Δὲν γνωρίζομεν διατὶ ἡ γείτων Γιουγκοσλαβία ὑπεχρεώθη νὰ ἀλλάξῃ τακτικήν. Δὲν γνωρίζομεν διατὶ οἱ Ἀμερικανοὶ καὶ οἱ Ἄγγλοι ἀπεφάσισαν νὰ δώσουν οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν καὶ τρόφιμα εἰς αὐτήν. Πάντως ὀρθῶς ἔκαμεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ παραλληλίσῃ τὴν πορείαν της μὲ τὴν στάσιν τῶν μεγάλων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἀρχιστρατηγεύουν εἰς τὴν σύρραξιν ἀνατολῆς καὶ δύσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, εἰς τὴν ἐπανασύνδεσιν τῶν σχέσεων, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ βαδίσῃ καὶ νὰ προχωρῇ βραδέως καὶ μετὰ προσοχῆς, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ὁ Τίτο ἐδήλωσεν, ὅτι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι κομμουνιστὴς καὶ μάλιστα ὑπερηφανεύεται νὰ λέγῃ, ὅτι αὐτὸς ἐκφράζει τὸν ὀρθόδοξον κομμουνιστὴν τελειότερον ἢ ὁ Στάλιν. Εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀρκεταὶ αἱ ἐπιδρομαὶ τῶν διαφόρων ἰδεολογιῶν, αἱ ὁποῖαι καταλήγουν εἰς «ισμὸς» ὅπως ὁ σοσιαλισμός, ὁ κομμουνισμός. Ἂς προσέξῃ λοιπὸν νὰ μὴ μᾶς ἔρθῃ καὶ ὁ Τιτοϊσμός. (Χειροκροτήματα).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραμανλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§30Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἀναμφιβόλως εὐχάριστον γεγονός, ὅτι αἱ Ἑλληνογιουγκοσλαυϊκαὶ διαπραγματεύσεις προωθοῦνται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑπάρχουν βάσιμοι ἐλπίδες, ὅτι θὰ καταλήξουν εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν δύο τούτων χωρῶν. Τοῦτο εἶναι εὐχάριστον περισσότερον ἀκόμη διότι αἱ σχέσεις τῶν δύο χωρῶν εὑρίσκοντο καὶ προπολεμικῶς στενῶς συνδεδεμέναι καὶ εἶχον διαταραχθῆ. Θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ θίξω δύο ζητήματα τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου ἀποτελοῦν ζητήματα οὐσίας διὰ τὰς σχέσεις τῶν δύο λαῶν. Ἐν ὄψει τῶν διαπραγματεύσεων τὰς ὁποίας θὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνεργήσῃ ἐπ’ αὐτῶν νομίζω, ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ ἀκουσθοῦν καὶ αἱ ἀπόψεις τῆς Βουλῆς. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατ’ ἐπανάληψιν καὶ μάλιστα ὑπὸ μορφὴν προκλήσεως κατὰ τῆς ἑτέρας πλευρᾶς προεβλήθη τὸ θέμα τῆς σλαυϊκῆς μειονότητος Μακεδονίας. Δὲν γνωρίζω ἂν εἰς τὸ σημεῖον ποὺ εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις κατέστη δυνατὸν τὸ θέμα αὐτὸ νὰ ἀντιμετωπισθῇ. Δύο λοιπόν, λέγω, εἶναι τὰ θέματα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει μετ’ ἐξαιρετικῆς περισκέψεως νὰ χειρισθῇ, εἶναι τὸ θέμα τῆς σλαυϊκῆς μειονότητος καὶ τὸ θέμα τῶν προσφύγων, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τριάκοντα ἓξ χιλιάδας πολιτῶν οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Εὐθὺς μετὰ τὸ τέρμα τοῦ πολέμου ἐγένετο μία προσπάθεια ἀπὸ μέρους τῆς Ρωσσίας ἀποβλέπουσα εἰς τὴν δημιουργίαν τοῦ συνασπισμοῦ τῶν Σλαύων τῇ καθοδηγήσει τῆς Κόμινφορμ ἵνα κυριαρχήσουν τῆς Μεσογείου. Εὐτυχῶς τὰ γεγονότα ἐξειλίχθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ Γιουγκοσλαυΐα νὰ ἀποστῇ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς κηδεμονίας τῆς Ρωσσίας. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωσε τὴν δυνατότητα ὥστε αἱ διαπραγματεύσεις Ἑλλάδος καὶ Γιουγκοσλαυΐας νὰ λάβουν τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Εἶναι ὅμως ἕνα γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ἐὰν ἔχωμεν τὴν πρόθεσιν νὰ δημιουργήσωμεν συνθήκας φιλίας μεταξὺ τῶν δύο λαῶν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι σταθερὴ καὶ γόνιμος. Διότι ἐὰν μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῶν διαπραγματεύσεων αὐτῶν τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι θέματα ζωτικά, εἶναι θέματα οὐσίας διὰ τὰς σχέσεις τῶν δύο λαῶν, ἐὰν δὲν ἀντιμετωπισθοῦν ἐπιτυχῶς θὰ ὑπάρξῃ ὁ βάσιμος κίνδυνος εἰς τὸ μέλλον νὰ διαταραχθοῦν καὶ πάλιν αἱ σχέσεις τῶν δύο λαῶν. Δὲν νομίζω, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις θὰ πρέπῃ νὰ διεξαχθοῦν κατὰ τρόπον ὥστε νὰ ἐξοικονομηθῇ ἁπλῶς μία προσωρινὴ κατάστασις, ἀλλὰ νὰ δώσουν μίαν ὁριστικὴν λύσιν εἰς τὰ θέματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διαιροῦν τοὺς δύο λαούς. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν εἶναι εὐρέως γνωστὸν τὸ πρᾶγμα, ὅτι εἶναι ἐπισήμως διεθνῶς πιστοποιημένον, ὅτι τὸ ποσοστὸν τῶν σλαυοφώνων ἐν σχέσει μὲ τὸν πληθυσμὸν τῆς Βορείου Ἑλλάδος δὲν ἀνέρχεται παρὰ εἰς 2%. Ἀνήρχετο εἰς 2% τὸ 1927 δηλαδὴ σὲ 77.000 κατοίκων. Ἔκτοτε ἐξ αὐτῶν αἱ 36.000 ἔφυγαν καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Μερικοὶ ἐξ ἀνατολικῆς Μακεδονίας μὲ τὴν ἀποχώρησιν τῶν Βουλγάρων ἔφυγον ἐπίσης λόγῳ τῶν θηριωδιῶν τὰς ὁποίας διέπραξαν οἱ Βούλγαροι. Δὲν εἶναι, λοιπὸν δυνατὸν σοβαρῶς, διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξέθεσεν ὁ κ. Σοφιανόπουλος ἀπὸ ἀπόψεως Διεθνοῦς Δικαίου, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους οὐσίας ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς Γιουγκοσλαυΐας νὰ προβάλλεται ζήτημα σλαυϊκῆς μειονότητος:
§31Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ εἶδος σλαυϊκῆς μειονότητος.
§32Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ τονίσω αὐτό, διότι προερχόμενος ἐκ τῆς Βορείου Ἑλλάδος, ἔχω πικρὰν πεῖραν τοῦ γεγονότος, ὅτι ἡ ἀνύπαρκτος αὐτὴ μειονότης ἔδωσεν ἀφορμὴν ἐπανειλημμένως εἰσβολῶν εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, τὰς συνεπείας τῶν ὁποίων γνωρίζομεν ὅλοι μας. Ἐν ὀνόματι αὐτῆς τῆς ἀνυπάρκτου μειονότητος κατ’ ἐπανάληψιν ἐγένετο εἰσβολὴ εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὑπάρξουν καταστροφαὶ ἀπεριορίστου ἐκτάσεως καὶ ἀναρίθμητα θύματα. Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, αὐτὴ ἡ πληγὴ τὴν ὁποίαν ἔζησεν ἡ Βόρειος Ἑλλὰς ἀπὸ 20 ἐτῶν, ἀπὸ τὸ 1930 καὶ ἐντεῦθεν, ἐφ’ ὅσον διεξάγονται διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχουν σκοπὸν τὴν ἀποκατάστασιν σταθερῶν καὶ γονίμων περιόδων μεταξὺ τῶν δύο ἐθνῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπαναλαμβάνω ἡ πληγὴ αὐτὴ νὰ μὴ ἐπιδιωχθῇ ὥστε μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν νὰ κλείσῃ. Δεύτερον θέμα οὐσίας, τὸ ὁποῖον πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της, προκειμένου νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς περαιτέρω διαπραγματεύσεις, εἶναι τὸ θέμα τῶν 36.000 προσφύγων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἡ ἐπάνοδός των εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἄποψιν ἐκείνην οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι ὑπάρχει σλαυϊκὴ μειονότης εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ συμμοριτοπολέμου ἤγειραν τὰ ὅπλα κατὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶναι πληθυσμοὶ ἀμφιβόλου συνειδήσεως· αὐτὸ δὲ εἶναι τόσον ἀληθές, ὥστε δὲν εἶναι γνωστὸν ἐὰν εἶναι Βούλγαροι, ἐὰν εἶναι Σλαῦοι, ἐὰν εἶναι Ἕλληνες· ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι οἱ πληθυσμοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συγκροτήσει τὸν ΝΟΦ, ἦσαν ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν τῶν Βουλγάρων. Μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης τοῦ Μπλόν, ἡ ὁποία ἀπεφάσισεν ὅπως ἡ μείζων Μακεδονία προσαρτηθῇ εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν, ἔγιναν σλαῦοι καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ συνέπραξαν μὲ τὸ ΕΑΜ καὶ ἐνίσχυσαν τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον γεγονός, ὅτι ἐπολέμησαν ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.
§33Γ. ΜΟΔΗΣ. Ἀπὸ αὐτοὺς ὑπῆρξαν μερικοί, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας ἦσαν καλοὶ Ἕλληνες, σταθεροὶ καὶ τώρα καὶ ἐπὶ κατοχῆς καὶ ἀνταρτοπολέμου ἦσαν θαυμάσιοι Ἕλληνες, οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν Βούλγαροι ἐπὶ τουρκοκρατίας, ἦσαν Βούλγαροι καὶ κατὰ τὸ 1941, ὅπως καὶ οἱ περίφημοι Μακεδόνες τῶν Σκοπίων, οἱ ὁποῖοι τὸ 1941 πέταξαν τὰ ὅπλα μόλις ἐνεφανίσθη σκιὰ Γερμανῶν καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπεδέχθησαν τοὺς Γερμανοὺς καὶ Ἰταλοὺς καὶ Βουλγάρους ὡς ἀπελευθερωτὰς μετὰ φανῶν καὶ λαμπάδων καὶ ἐπὶ τρία χρόνια ἦσαν βουλγαρικώτεροι τῶν Βουλγάρων, ἔγιναν σὲ μία νύκτα καὶ μόνον Μακεδόνες, ὅταν ἔβλεπαν ὅτι οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Βούλγαροι ἔχαναν τὸ παιγνίδι, τὴν 12ην ὥραν ἔγιναν Μακεδόνες, ἀλλὰ ἦσαν καὶ εἶναι Βούλγαροι.
§34Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ. Δι’ αὐτό, λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μοιραίως θ’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ πρόβλημα αὐτό, διότι, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν Γεν. Συνέλευσιν τοῦ Ο.Η.Ε. τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Γιουγκοσλαυΐας ἔφερε τὸ θέμα τῶν προσφύγων τῶν εὑρισκομένων εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν καὶ εἶπε τότε ὅτι ἡ Γιουγκοσλαυΐα θὰ ἐπιδιώξῃ νὰ τοὺς ἐπαναπατρίσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχω, λοιπόν, τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις μοιραίως θ’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ θέμα αὐτό. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὴν προσωπικήν μου γνώμην, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν τηρήσῃ στάσιν ἀποφασιστικὴν ἀρνουμένη νὰ δεχθῇ πάλιν εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τοὺς σκοποὺς τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει, νὰ δημιουργήσωσι, δηλαδὴ σταθεραὶ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Ἐθνῶν, διότι ἡ ἐπάνοδος τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἄποψιν τῆς ὑπάρξεως μειονότητος εἰς Βόρειον Ἑλλάδα. Γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι πρὸ 6 μηνῶν ἐγένετο μία σύσκεψις ὅπως οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ μεταφερθοῦν εἰς Ἰταλίαν καὶ κατόπιν νὰ γίνῃ διαλογή. Διότι μεταξὺ τῶν 36.000 εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι περίπου 8 μὲ 9 χιλιάδες ἑλλήνων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι βιαίως ἀπήχθησαν. Ἐγένετο, λοιπόν, σκέψις νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ μετὰ διαλογήν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνεπιθύμητοι εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μεταφερθοῦν εἰς τὴν Αὐστραλίαν. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ σκέψις αὐτὴ προωθήθη, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία μοιραίως θ’ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα αὐτό, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ αἴσθημα ὅτι ἐπροστάτευσε τόσο τὴν χώραν, ὅσον καὶ τὰς σχέσεις τῶν δύο λαῶν, διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ τρόπος ὥστε ν’ ἀποφευχθῇ ὁ ἐπαναπατρισμὸς τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ καὶ πάλιν ἀφορμὴ διαταραχῆς τῶν σχέσεων τῶν δύο χωρῶν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ φιλία τῶν δύο χωρῶν μὲ τὴν τροπὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ διεθνὴς κατάστασις καὶ ἡ Βαλκανική, εἶναι ἀναμφισβητήτως πολύτιμος, διότι παρέχει ἐγγυήσεις ἀσφαλείας, τόσον διὰ τὰ δύο ἔθνη, ὅσον καὶ τῶν ἄλλων λαῶν εἰς τὴν Βαλκανικήν. Νομίζω, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις θὰ πρέπῃ νὰ διεξαχθοῦν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ν’ ἀποβοῦν γόνιμα. (Χειροκροτήματα).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§36Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Θεωροῦμεν ὑποχρέωσιν ὅπως ἀπονείμωμεν χάριτας εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν καλωσύνην, διότι ἐθεώρησε τὴν περίστασιν κατάλληλον, ὅπως μᾶς δώσῃ μίαν διευκρίνησιν ἐπὶ τῶν ὅσων ἀναφέρονται εἰς τὸν τύπον περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ φίλου καὶ συμμάχου Γιουγκοσλαυϊκοῦ λαοῦ. Διότι οὐδενὸς διαφεύγει τὴν προσοχήν, ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν κοινοὶ ἀγῶνες συνδέουν τοὺς δύο αὐτοὺς λαοὺς καὶ ὅτι ἂν ποτὲ αἰχμή τις παρουσιάσθη εἰς τὰς σχέσεις τῶν δύο λαῶν, τοῦτο δὲν προῆλθεν ὑπαιτιότητι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν λησμονεῖ τὸν βάναυσον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τείνει σήμερον τὴν χεῖρα πρὸς ἡμᾶς, οὐδεὶς λέγω λησμονεῖ τὸν βάναυσον τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διέκοψεν ἀπροκλήτως τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὄντως τελείως ἀθώου τῶν ἀποδιδομένων κατηγοριῶν διὰ τῶν ὁποίων ἐδικαιολόγει τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἡ Κυβέρνησις τοῦ Στρατάρχου Τίτο. Καὶ ἐνῷ ἡ προηγουμένη Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἀναγγείλῃ ὡς εὐφρόσυνον γεγονὸς τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τῶν ὁρίων τῆς χώρας, ὁ διοριζόμενος ἐκεῖ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος, ἐνῷ λέγω ἡ προηγουμένη Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσεν εἰς τὴν ἀναγγελίαν τοῦ εὐχαρίστου γεγονότος, ἡ ἐπιπολαιότης μετὰ τῆς ὁποίας ἐδέχθη τὴν ἀνταλλαγήν, χωρὶς κἂν νὰ ἐξετάσῃ τὰς προϋποθέσεις ἐκείνας τῆς εἰρηνικῆς καὶ φιλικῆς συνδέσεως τῶν δύω λαῶν εἰς τὸ πλαίσιον τῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν εἰς τὴν Βαλκανικήν, ἡ ἐπιπολαιότης, λέγω, ἐκείνη ἐπληρώθη μὲ ἑξάμηνον ἀργοπορίαν, ἡμῶν διαρκῶς εὑρισκομένων ἐν εἴδει ἀμυνομένων ἢ κατηγορουμένων, διὰ ἀνύπαρκτα ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα διεπράξαμεν καὶ δι’ αἰτιάσεις τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ ἀπευθύνωμεν ἐκεῖθεν τῶν συνόρων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ποῖαι ἦσαν αἱ σχέσεις τῆς χώρας ταύτης ἀπέναντι τῆς Γιουγκοσλαυΐας, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς, μετὰ τὸν πρῶτον Βαλκανικόν μας πόλεμον, ἐπεζητήσαμεν, συνδεόμενοι μετὰ τῆς τότε Σερβίας νὰ ἀντιταχθῶμεν ἔναντι τῶν πάντοτε ὑπούλων καὶ πάντοτε ἀπολυταρχικῶν τάσεων τῆς Βουλγαρίας, ἡ ὁποία ἤθελε τότε νὰ μονοπωλήσῃ τὴν κοινὴν νίκην ὑπὲρ ἑαυτῆς. Λυποῦμαι διότι εὑρίσκομαι τελείως ἀπροπαράσκευος, ὅπως ἀναπτύξω τὸ σοβαρὸν τοῦτο θέμα, ἐὰν τὸ ζήτημα πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ σοβαρῶς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς ἐδοκίμασε πικρίας μὲ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων μὲ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Ἐπληρώσαμεν πολλὰ καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἀνώμαλον περίοδον τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ποὺ διεκόψαμεν τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐας, καὶ πρέπει νὰ μάθουν οἱ φίλοι μας, ἐκεῖθεν τῶν συνόρων, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν δικαιώματα καὶ ἡμεῖς ἔχομεν παράπονα, καὶ πρέπει νὰ τὰ ἀκούσουν. Ὅταν λοιπὸν μετὰ τὸν πρῶτον Βαλκανικὸν πόλεμον ἀπεστάλη ἐντεῦθεν ἡ πρώτη ἀποστολή, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ συνδέσῃ στενὰ τὴν Ἑλλάδα μετὰ τῆς τότε μικρᾶς Σερβίας, διετυπώθη ἐκεῖθεν ἀξίωσις περὶ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εἰς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε προετοιμασθῆ ἀπὸ τὴν Σερβίαν, ἀνέφερον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκτήσουν σερβικὸν λιμένα ἐν τῇ Μεσογείῳ, ἐννοοῦντες τὴν Θεσσαλονίκην. Τοῦτο ἐθεωρήθη ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν πλευράν, ὅτι ὠφείλετο εἰς ἄγνοιαν ἐκ μέρους των, τῶν ναυτικῶν πραγμάτων, δικαιολογουμένην ἀπὸ τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ Σερβία, μὴ ἔχουσα σχέσιν μὲ τὴν θάλασσαν. Εὐτυχῶς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, Ἀρχιστρατήγου τότε τοῦ νικηφόρου Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἦτο μία ἐκ τῶν μεγαλυτέρων φυσιογνωμιῶν τὰς ὁποίας ἐγνωρίσαμεν, μετὰ τὸν Ἐλευθέριον Βενιζέλον, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς, καὶ ὅλαι αἱ προσπάθειαι τὰς ὁποίας κατέβαλεν ἡ Σερβία, ὅπως ἐπιτύχῃ σερβικὸν λιμένα εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἔσπασαν πρὸ τῆς ἀντιδράσεως τὴν ὁποίαν παρουσίασε καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐκπρόσωπος τοῦ Γεν. Ἐπιτελείου, τότε λοχαγὸς Ι. Μεταξᾶς, εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Βελιγραδίου. Θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὸ ζήτημα. Πρέπει νὰ γνωρίζουν ὅλοι ὁποίαν στάσιν ἐτήρησεν ἡ Σερβία ἀπέναντί μας καὶ ὁποία εἶναι ἡ στάσις ἡμῶν ἀπέναντι αὐτῆς.
§37Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Αὐτὸ δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὰς καλλιτέρας σχέσεις μὲ τὴν γείτονα.
§38Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Εἰς τὸ πρωτόκολλον τὸ συνταχθὲν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ δικαίωμα τῆς πλήρους κυριαρχίας εἰς τὸν λιμένα Θεσσαλονίκης, χορηγοῦσα εἰς τὴν Σερβίαν μίαν ἐλευθερίαν πρὸς διοχέτευσιν τοῦ διαμετακομιστικοῦ ἐμπορίου της. Τρία εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα μᾶς χωρίζουν σήμερον μὲ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. 1) Τὸ ζήτημα τοῦ ἐπαναπατρισμοῦ τῶν ἑλληνοπαίδων. Ἀπέναντι χιλιάδων νέων τοὺς ὁποίους ἔχουν ἐντὸς τοῦ ἐδάφους των, μᾶς χορηγοῦν πότε 10, πότε 20, πότε 100. 2) Τὸ ζήτημα τῆς ἐλευθέρας ζώνης Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ξεκαθαρισθῆ. Καὶ 3) τὸ ζήτημα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν πρὸς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν συνόρων μας. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ποία εἶναι ἡ στάσις τῶν Σέρβων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐλευθέρας ζώνης Θεσσαλονίκης, διὰ νὰ διαφυλάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τοῦ νὰ παρασυρθῇ ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸν τὸν ὁποῖον δοκιμάζομεν ὅλοι ἀνασυνδέοντες τὰς σχέσεις μας μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐας. Οἱ Σέρβοι πρὸ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων ἐπειδὴ ἐπιέζοντο ἀπὸ τοὺς Αὐστριακοὺς καὶ δὲν εἶχον θαλασσίαν διέξοδον εἰς τὸ ἐμπόριόν των, εἶχον ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ἐξόδου διὰ τῆς Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατεφάνη ἡ κακὴ πρόθεσίς των, ὅπως χρησιμοποιήσουν τὴν Θεσσαλονίκην ὡς καθαρῶς σερβικὸν λιμένα. Μετὰ τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον τὸ Κράτος τῶν Σέρβων, Κροατῶν καὶ Σλοβένων, ὡς ἀπεκλήθη, ἡ μεγεθυνθεῖσα τότε Σερβία, ἀνέκτησε πλείστους λιμένας εἰς τὴν Ἀδριατικήν. Ἐν τούτοις ἐστράφη καὶ πάλιν πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, διότι πολιτικοὶ ἦσαν οἱ λόγοι ποὺ ὑπαγόρευον τὴν κατεύθυνσίν των πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι συνεχῶς εὑρίσκονται πολλοὶ μεταξὺ τῶν κρατούντων εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν ἰμπεριαλισταί, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι πρέπει νὰ παίξουν κυρίαρχον ρόλον εἰς τὴν Βαλκανικήν. Δυστυχῶς, ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη κατὰ τὸ 1922 εἰς τὴν γνωστὴν δύσκολον θέσιν ὑπογράψασα τὴν πρώτην συνθήκην μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐας, ἣν χαρακτηρίζω ὡς Ἀνταλκίδειον. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ κείμενον τῆς συνθήκης ταύτης διὰ νὰ διαπιστώσητε τὴν ἀλήθειαν τῶν λεγομένων. Κατὰ τὴν συνθήκην τῆς 10ης Μαΐου 1923 παρεχωρήθη ὑπὸ Γιουγκοσλαυϊκὴν ἰδιοκτησίαν, τμῆμα λιμένος τῆς Θεσσαλονίκης, μεθ’ ὅλων τῶν ἐν αὐτῇ ἐγκαταστάσεων, ἀποθηκῶν, σταύλων, ἑνὸς μηχανικοῦ μεταγγιστῆρος σιτηρῶν (σιλό), διαφόρων γραφείων καὶ ὁλοκλήρου τοῦ δυτικοῦ προβλῆτος, ἐκτάσεως περίπου 94 χιλιάδων τετραγ. μέτρων διὰ περίοδον 50 ἐτῶν, ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ ἐκμετάλλευσιν Γιουγκοσλαύων ὑπαλλήλων, ἐργατῶν κ.τ.λ. Ἡ συνθήκη αὕτη παρουσιάζει τὰ ἑξῆς ἀνακόλουθα: Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἀναφέρεται (ἀναγινώσκει). «Ἀποτελεῖ—τὸ παραχωρούμενον εἰς τὰς Γιουγκοσλαυϊκὰς ἀρχὰς τμῆμα—ἀναπόσπαστον μέρος Ἑλληνικοῦ ἐδάφους δι’ ἐνάσκησιν κυριαρχίας, ἰδίᾳ ἀστυνομίαν καὶ δικαιοσύνην». Καὶ περαιτέρω: «Ὡς θεωρούμενον, ὅμως, ὡς Σερβικὴ τελωνειακὴ περιοχή, θέλει διοικεῖσθαι παρὰ τελωνειακῶν ἀρχῶν τοῦ Βασιλείου τῶν Σέρβων, Κροατῶν καὶ Σλοβένων». Εἰς τὸ ἄρθρ. 4 ἀναφέρεται: «Ἅπαντες οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἐργάται τῆς Ζώνης διορίζονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βελιγραδίου κ.λ.π.». Καὶ περαιτέρω: «Ἡ διαταγὴ προσεγγίσεως καὶ ἀπόπλου τῶν πλοίων καὶ ἡ ἐπιτήρησις ἁπασῶν τῶν πράξεων φορτοεκφορτώσεων καὶ ἐν γένει ἅπασα ἡ ὑπηρεσία ἥτις διεξάγεται ὑπὸ τοῦ Λιμενάρχου, θὰ ἐκτελῆται ὑπὸ Γιουγκοσλαύου ὑπαλλήλου κ.τ.λ.». Καὶ περαιτέρω: «Ὁ Ἕλλην Λιμενάρχης καὶ μόνον αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα εἰσόδου εἰς τὴν Ἐλευθέραν Σερβικὴν Ζώνην». Ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας ἐγκατεστάθη εἰς Θεσσαλονίκην νεωτερισμὸς ἄγνωστος, τελωνειακὴ σερβικὴ ἐλευθέρα ζώνη. Ἀλλὰ διεθνῶς, ἐπαναλαμβάνω, τὸ καθεστὼς τοῦτο ἦτο τελείως πρωτότυπον, τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ἀλλοῦ τοῦ κόσμου παρετηρήθη. Διότι ἀπὸ τὸ ἄρθρον 363 τῆς συνθήκης τῶν Βερσαλιῶν ἡ ἡττημένη Γερμανία εἶχεν ὑποχρεωθῆ ὅπως ἐκμισθώσῃ δι’ ἐννενήκοντα ἐννέα ἔτη τμήματα τῶν λιμένων τοῦ Στετίνου καὶ Ἁμβούργου καὶ νὰ τὰ διαθέσῃ ὑπὸ μορφὴν ἐλευθέρων ζωνῶν διὰ τὸ μετακομιστικὸν ἐμπόριον τῆς Τσεχοσλοβακίας, διότι ἡ Τσεχοσλοβακία δὲν εἶχεν οὐδεμίαν διέξοδον πρὸς τὴν θάλασσαν. Ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐφήρμοσεν ἡ ἡττημένη Γερμανία τὸν ὅρον αὐτὸν καὶ οὐδέποτε ἐπέτυχεν ἡ Τσεχοσλοβακία τὸ πλεονέκτημα τοῦτο. Καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς νικηταὶ εἰς τὸν πρῶτον παγκόσμιον πόλεμον διαπραγματευόμενοι ἴσοι ἀπέναντι ἴσων, νὰ παραχωρήσωμεν μίαν ἰδιότυπον κατάστασιν εἰς τὸν λιμένα Θεσσαλονίκης, ἕνα εἶδος condominium, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον δικαιώματα οἱ Σέρβοι, ὄχι μόνον ἰδιοκτησίας τῆς Ἐλευθέρας αὐτῶν Ζώνης, ἀλλὰ καὶ ἐγκαταστάσεως ἐντὸς αὐτῆς ἰδικῶν των ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπόπτευον εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ζώνης. Ἡ ἐγκατάστασις τῆς πρώτης αὐτῆς Ἐλευθέρας Ζώνης εἶναι τελείως ἀκατανόητος καὶ οὐδαμῶς σύμφωνος μὲ τὸ ἄρθρον 7 τῆς Ἑλληνοσερβικῆς συνθήκης τοῦ 1913. Διότι δὲν ἐννοεῖται παραχώρησις τμήματος χώρας ὑπὸ καθαρῶς Σερβικὴν διοίκησιν, διατηρουμένης συγχρόνως ἀνεπάφου καὶ τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας. Δυστυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐκυβέρνα τότε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος ἀντέστη εἰς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν κατὰ τὸ 1913 καὶ ἤρχισαν ἔκτοτε αἱ ὑποχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἔφερον εἰς τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναφέρω. Συγχρόνως μὲ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς Σερβικῆς Ζώνης ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἱδρύθη εἰς τὸν αὐτὸν λιμένα καὶ Ἑλληνικὴ Ἐλευθέρα Ζώνη, ἡ ὁποία, κατὰ τὰς μαρτυρίας ὅλων τῶν παρατηρητῶν καὶ τῶν οὐδετέρων, οἱ ὁποῖοι τὴν παρηκολούθησαν, ἐξεπλήρωσε πλήρως τὴν ἀποστολήν της. Παρ’ ὅλα ταῦτα ὅταν ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς ἄλλην δύσκολον θέσιν, ἐπὶ δικτατορίας τοῦ Παγκάλου—καὶ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι, ἐπὶ δικτατοριῶν πάντοτε ἐγένοντο αἱ περισσότεραι παραχωρήσεις εἰς τοὺς ξένους — ὑπεγράφη ἡ ἐξωφρενικὴ σύμβασις τοῦ 1926, διὰ τῆς ὁποίας παρεσχέθησαν εἰς τοὺς Σέρβους ὅλα τὰ πλεονεκτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξήγειραν ὁλόκληρον τὴν Βόρειον Ἑλλάδα καὶ ἥτις ἐνετάχυνε τὴν πτῶσιν τῆς δικτατορίας. Ὅταν ἐσχηματίσθη ἀμέσως κατόπιν ἡ ἀποκληθεῖσα Οἰκουμενικὴ Κυβέρνησις, ἐτήρησεν ἀποφασιστικὴν στάσιν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεών μας μὲ τοὺς Γιουγκοσλαύους καὶ ἤρχισαν ἐπανασυζητοῦντες τὰ θέματα, μακρὰν ὅμως τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ σᾶς ἐπαναλάβω ἐδῶ, ἅτινα τοὺς εἶχε δώσει ἡ δικτατορία τοῦ Παγκάλου, καὶ ὑπεγράφησαν αἱ διάφοραι συνθῆκαι τοῦ 1927–1929, αἱ ὁποῖαι ἀποκαθίστων, κατά τινα τρόπον, τὰς σχέσεις μας μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐας. Ἀλλά, δυστυχῶς, αἱ ἀνωμαλίαι τῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐας δὲν σταματοῦν μέχρις ἐδῶ. Κατὰ τὴν τελευταίαν μας πολεμικὴν περιπέτειαν, ὅτε ψυχῇ τε καὶ σώματι σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν ἀντιταχθῆ εἰς τὴν πάλην ἐναντίον τῶν κατακτητῶν δὲν εὑρέθησαν οἱ ἀπέναντι τῶν συνόρων μας ἱκανοὶ νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ μέγεθος τοῦ ὑπερόχου ἀγῶνος ἡμῶν καὶ ἐχορήγησαν εἰς τοὺς ἑαυτούς των δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ξένα πρὸς οἱασδήποτε προηγουμένας σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο λαῶν καὶ πρὸς οἱονδήποτε ἱστορικὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει των εἰς τὰς περαιτέρω μεθ’ ἡμῶν σχέσεις των. Ὅταν ἐνταῦθα σύμπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἰδίως κατὰ τὰ μέσα τοῦ μηνὸς Μαρτίου τοῦ 1941, ἠγωνίζετο διὰ νὰ ἀντιστῇ εἰς τὴν τρομερὰν ἐπίθεσιν τῶν Ἰταλῶν, ἐκεῖθεν τῶν συνόρων, εὑρέθη Γιουγκοσλαυϊκὴ κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ συνεννοήθη μετὰ τῶν ἐχθρῶν, καὶ εἰς τὰς 25 Μαρτίου 1941 ὑπέγραψε τὴν ἐπαίσχυντον ἐκείνην συνθήκην τῆς Βιέννης, περὶ προσχωρήσεως τῆς Γιουγκοσλαυΐας εἰς τὸν Ἄξονα, τὸ τίμημα τῆς ὁποίας ἦτο ἡ παραχώρησις τῆς Θεσσαλονίκης εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονήσωμεν ποτέ, διότι οὐδέποτε ἐσκέφθη οἱαδήποτε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀποβλέψῃ εἰς Γιουγκοσλαυϊκὸν ἔδαφος καὶ εὑρέθη δυστυχῶς Γιουγκοσλαυϊκὴ κυβέρνησις, ὄχι τοῦ Τῖτο ἢ τῶν δορυφόρων, ἀλλὰ κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ἦτο δημοκρατική, ἡ ὁποία νὰ πωλήσῃ τὴν φιλίαν τῆς Ἑλλάδος, μὲ τίμημα τῆς προδοσίας ταύτης, τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀπόκτησιν τῆς Θεσσαλονίκης. Τόσον κωφοὶ ἦσαν τότε οἱ γείτονές μας, ὥστε ἐνόμιζον, ὅτι οἱ Γερμανοὶ θὰ ἐσέβοντο τὴν ἀκεραιότητά των καὶ τὴν προηγουμένην τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ Γερμανικὴ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ Βελιγραδίου, αὐτοὶ συνῆπτον συνθήκην μετὰ τῶν ἐπιδρομέων, διὰ τῆς ὁποίας ἐλάμβανον ὡς τίμημα τῆς ἀπέναντί μας προδοσίας των τὴν Θεσσαλονίκην μεθ’ ὅλης τῆς ἐνδοχώρας καὶ ἐχορήγουν τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Δυτικὴν Θράκην εἰς τοὺς Βουλγάρους. Καὶ ἐρωτῶ, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὰ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα μετὰ πικρίας ἀναφέρω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ ποσῶς νὰ διαταράξω τὸν ἤρεμον τόνον τῶν μελλοντικῶν σχέσεών μας μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐας, εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ἢ δυνάμεθα νὰ λησμονήσωμεν; Εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι δέκα χιλιάδες Ἑλληνόπαιδες εὑρίσκονται σήμερον εἰς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν καὶ μᾶς ἐπιστρέφονται κατὰ δεκάδας; Εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν ὅτι, ὅταν ἡμεῖς διεξάγωμεν τὸν φοβερὸν ἀγῶνα ζωῆς καὶ θανάτου ἐναντίον τῶν κατακτητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, αὐτοὶ ἠσχολοῦντο πῶς θὰ μοιράσουν τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Θράκην μετὰ τῆς Βουλγαρίας εἰς βάρος μας; Εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν ἀκόμη σήμερον ὅτι, ἂν οἱ Γερμανοὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ ἱερὸν ἔδαφος τῆς πατρίδος μας, εἶναι διότι ἡ συμμαχία μας μετὰ τῆς Γιουγκοσλαυΐας δὲν μᾶς ἐπέτρεπεν ἠθικῶς νὰ ὀχυρώσωμεν τὴν Ἑλληνογιουγκοσλαυϊκὴν μεθόριον διὰ νὰ μὴ προκαλέσωμεν τὴν αἰωνίαν καχυποψίαν τῶν Γιουγκοσλαύων γειτόνων μας, ὅτι δὲν εἴχομεν δηλαδὴ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν μετ’ αὐτῶν συμμαχίαν; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ φέρω πρὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τονίσω ὅτι ἐφεξῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθοῦν φιλικαὶ σχέσεις, ὄντως εἰρηνικαὶ καὶ ἁρμονικαὶ μετὰ τοῦ φίλου καὶ συμμάχου Γιουγκοσλαυϊκοῦ λαοῦ ἂν ἡ Γιουγκοσλαυϊκὴ κυβέρνησις οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὕτη, τοῦ Τῖτο σήμερον, οἱουδήποτε ἄλλου αὔριον, δὲν ἐπιλύσῃ πρῶτον τὸ ζήτημα τῶν Ἑλληνοπαίδων, τὸ ὁποῖον κατήντησε διεθνὲς σκάνδαλον. Δεύτερον, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς, ὅτι μοιραίως ἀνακύπτει τὸ ζήτημα τῆς Ἐλευθέρας Ζώνης Θεσσαλονίκης. Εἰς ποίους Γιουγκοσλαύους ὑπαλλήλους θὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν Ἐλευθέραν Γιουγκοσλαυϊκὴν Ζώνην Θεσσαλονίκης; Εἰς Γιουγκασλαύους κομμουνιστάς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν ἐντὸς τῆς πατρίδος μας νὰ κάμουν προπαγάνδαν, τὴν ὁποίαν, πᾶς ἄλλος ἐντὸς τῆς χώρας εἶναι ἐκτὸς νόμου, ἐὰν τὴν κάμῃ; Ἢ ποία ὁριστικὴ γραμμὴ θὰ μᾶς χωρίζῃ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνογιουγκοσλαυϊκὴν μεθόριον; Θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ εἴμεθα ἐκτεθειμένοι ἀπὸ Βορρᾶ ἔναντι οἱουδήποτε ἐκεῖθεν ἐξορμῶντος κατακτητοῦ; Διότι ἐξ ὅλης τῆς βορείου μεθορίου μας, μόνον ἡ ἑλληνογιουγκοσλαυϊκὴ μεθόριος εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ προστατευθῇ, ὑπὸ τὴν σημερινήν της χάραξιν, ὅπως ἁπλῆ μελέτη τοῦ χάρτου καὶ ἡ σκληρά μας πεῖρα, ἰδίᾳ τῶν τελευταίων πολέμων, μᾶς ἐδίδαξε. Λυποῦμαι διότι ὁ χρόνος δὲν μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα, αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξα, νὰ ἀναφέρω, ὅτι ὑπῆρξεν ἐπίσημος Γιουγκοσλαῦος ὁ ὁποῖος τὰ ὑποστηρίζει. Διὰ τὰς μεταξὺ τῆς Γιουγκοσλαυΐας καὶ τῆς Γερμανίας διαπραγματεύσεις ἀπὸ τοῦ 1940 ἔχομεν μίαν ἀψευδῆ μαρτυρίαν Γιουγκοσλαύου, τοῦ Δανίλο Γρέγοριτς, ὁ ὁποῖος ἦτο διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος «ΒΡΕΜΕ», τοῦ Κυβερνητικοῦ πρακτορείου «ΑΒΑΛΑ», ὡς καὶ τῆς ὑπηρεσίας προπαγάνδας τοῦ Βελιγραδίου. Εἰς τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὸ 1942 ὑπεραμύνεται τῆς τότε ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Γιουγκοσλαυΐα καὶ τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀκολουθήσει ἀπὸ τὸ 1937, ἀφ’ ἧς ὁ Στογιαντίνοβιτς ἦτο Πρωθυπουργός, καὶ ἠκολουθήθη ἐπὶ τῆς διαδόχου Γιουγκοσλαυϊκῆς Κυβερνήσεως τοῦ Τσβέτκοβιτς. Καὶ εἰς βιβλίον ἐκ σελίδων 254 ἀποκαλύπτει καὶ ἀντιγράφει τὰ παρασκήνια τῆς φιλοαξονικῆς των πολιτικῆς καὶ ἰδίως τὰς διαπραγματεύσεις τὰς ὁποίας διεξήγαγε μετὰ τοῦ Βερολίνου, μέχρι καὶ τῆς ὑπογραφῆς τῆς συμφωνίας τῆς Βιέννης. Καταγράφει ἐνδιαφέροντα περιστατικά, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ρεαλιστικὴν τὴν ἐξωτερικήν μας πολιτικήν. Ἡ κατὰ Ἰούνιον 1940 συντριβὴ τῆς Γαλλίας ἀπετέλεσε τὴν ἀφορμὴν ὁριστικῆς στροφῆς τῆς Γιουγκοσλαυΐας πρὸς τὸ ἅρμα τοῦ Ἄξονος. Γράφει, λοιπόν, ὁ Γρέγοριτς εἰς σελ. 92 τοῦ βιβλίου του. (Ἀναγινώσκει) «Ἡ συντριβὴ τῆς Γαλλίας—εἶχεν ἤδη ἀμέσως ἀρχίσει σχετικὰς συνομιλίας μὲ τὸν Φὸν Χέρρεν, Γερμανὸν Πρεσβευτὴν ἐν Βελιγραδίῳ— προεκάλεσεν εἰς ὅλην τὴν Νοτιοανατολικὴν Εὐρώπην τεραστίαν ἐντύπωσιν. Οἱ λαοὶ τῆς περιοχῆς αὐτῆς δὲν ἠδύναντο νὰ συλλάβουν τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Γαλλία, ἡ τόσον θαυμαζομένη Γαλλία, ἡ Γαλλία τοῦ Βερντὲν καὶ τοῦ Μάρνη εἶχε καταπέσει πλήρως. Τὸ ἴδιον συνέβη καὶ μὲ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Ἤρχισαν ἀμέσως εἰς τὸ Βελιγράδιον νὰ ἐπιδιώκουν τὴν ἐπαφὴν μὲ τὴν Γερμανίαν, διότι εἶχε γίνει πλέον προφανὲς διὰ τὰς χώρας τῆς Νοτιοανατολικῆς Εὐρώπης καὶ διὰ τοὺς ἰθύνοντας πολιτικούς της, ὅτι ἡ Γερμανία ἀπέβη ὁ ἀποφασιστικὸς παράγων καὶ διὰ τὸ μέρος τοῦτο τῆς Εὐρώπης. Τότε ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Γιουγκοσλαυΐας Τσβέτκοβιτς ἤρχισε καὶ ἐπέτυχεν ἀμέσως προκαταρκτικὴν συνενόησιν μὲ τὸν ἐν Βελιγραδίῳ Πρεσβευτὴν τὸν Φὸν Χέρρεν». Λησμονεῖ ὅμως ὁ γιουγκοσλαῦος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔγραψε τὸ βιβλίον, ὅτι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἕνα ἔθνος τῆς Βαλκανικῆς φίλον καὶ σύμμαχον αὐτῶν, ἐπάλαιε τὸν ἡρωϊκὸν ἀγῶνα ζωῆς καὶ θανάτου, ὅπως ὑπερασπίσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν του καὶ δὲν ἐδέχθη οὐδεμίαν ὑποχώρησιν ἔστω καὶ εἰς τὰς πλέον ἀπατηλὰς προτάσεις τῆς Γερμανίας, ὅπως παραιτηθῶμεν τοῦ πολέμου μας πρὸς τὴν Ἰταλίαν, μὲ ἀνταλλάγματα τὰ ὁποῖα οἱ Γερμανοὶ μᾶς ἐχορήγουν καὶ τὰ ὁποῖα ἡ τότε Κυβέρνησίς μας ἀπέρριψεν ἀσυζητητεί. Ἐξ ἄλλου ὁ Γκαῖριγκ, ὅπως ἐσχάτως ἐγνώσθη, ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Εἶχον καταβάλλει — (ἀναγινώσκει) — ἀνέκαθεν ἐξαιρετικὴν προσπάθειαν διὰ νὰ ἐξασφαλίσω, ὄχι μόνον τὰς καλλιτέρας οἰκονομικὰς σχέσεις μεταξὺ Γιουγκοσλαυΐας καὶ Γερμανίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπιτύχω στενὴν πολιτικὴν συνεννόησιν μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐδημιούργησα φιλικὰς σχέσεις μὲ τὸν Ἀντιβασιλέα τῆς Γιουγκοσλαυΐας πρίγκηπα Παῦλον, καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν Στογιαντίνοβιτς, μετέβην πολλάκις εἰς τὴν Γιουκοσλαυΐαν καὶ ἐπέρασα ἐκεῖ κάποτε τὰς διακοπάς μου». Ταῦτα ἀνέφερεν εἰς τὴν δίκην τῆς Νυρεμβέργης ὁ Γκαῖριγκ, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15ης Μαρτίου 1946: «Ταυτοχρόνως εἶχον ἐξασφαλίσει (συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν τῆς καταθέσεως τοῦ Γκαῖριγκ) ἀναλόγους φιλικὰς σχέσεις καὶ μὲ τὸν Βασιλέα τῆς Βουλγαρίας Βόριδα καὶ ἠδυνάμην ἑπομένως νὰ ἐπεμβαίνω κάποτε ἐν συνεννοήσει μὲ τὴν Ἰταλίαν. Ἐλυπήθην διὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ Στογιαντίνοβιτς, ἀλλὰ εὐτυχῶς καὶ ὁ ἀντικαταστάτης του εἶχε τὴν αὐτὴν πολιτικήν». «Συγκρίνατε πρὸς τὰ ἄνω τὸν ἔντιμον ρόλον τῆς Πατρίδος μας!». Ὅταν ἡμεῖς, μετὰ τὴν ἔνδοξον 28ην Ὀκτωβρίου 1940 ἐπαλαίομεν εἰς τὴν γωνίαν ταύτην ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς ἀνθρωπότητος, ὁ Γρέγοριτς τὴν 2αν Νοεμβρίου 1940, προδίδων ἡμᾶς τοὺς συμμάχους του, ἔσχε συνάντησιν μὲ τὸν Γερμανὸν Πρεσβευτὴν Φὸν Χέρρεν ἣν ὡς ἑξῆς περιγράφει: (ἀναγινώσκει). «Ἐμείναμεν καθ’ ὅλα σύμφωνοι ὅτι ἡ Γιουγκοσλαυΐα ἔχει ἄμεσον συμφέρον νὰ τακτοποιήσῃ τὰς σχέσεις της μὲ τὸν Ἄξονα καὶ εἰδικῶς μὲ τὴν Γερμανίαν. Ὅσον στενωτέρα ἡ σύνδεσις τῶν σχέσεων, τόσον μεγαλειτέρα ἡ βεβαιότης ὅτι τὸ ἔδαφος τῆς Γιουγκοσλαυΐας δὲν θὰ ἐθίγετο. Ὁ φὸν Χέρρεν ἐτόνισεν ἐπανειλημμένως ὅτι ἐδαφικὰς βλέψεις ἐπὶ τῆς Γιουγκοσλαυΐας δὲν εἶχεν ἡ Γερμανία. Ὑπάρχουν ὅμως βλέψεις μικρῶν γειτόνων της (ὑπονοεῖ τὴν Ἀλβανίαν). Ἐκ τῆς ὑφισταμένης ὅμως κατανομῆς δυνάμεων ἐν Εὐρώπῃ, τοιαῦται βλέψεις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Ἄξονος». Προσέξατε παρακαλῶ τὴν κατωτέρω παράγραφον: «Ἀντιμετώπισα (συνεχίζει ἀναγινώσκων) τότε τὸ ζήτημα τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶχεν ἡ Γιουγκοσλαυΐα, ἐάν, ἐξερχομένη τῆς οὐδετερότητος, προσεχώρει εἰς τὸν Ἄξονα. Διὰ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν εἶναι πρωτίστης σπουδαιότητος τὸ ζήτημα νὰ ἐξασφαλισθῇ ὑπὲρ αὐτῆς ἡ ἐπέκτασις τοῦ οἰκονομικοπολιτικοῦ ἄξονος Δουνάβεως–Μοράβα–Ἀξιοῦ, μέχρι Θεσσαλονίκης. Δὲν γνωρίζω τί σκέπτεται ἐπ’ αὐτοῦ τὸ Βερολῖνον, ἀπήντησεν ὁ φὸν Χέρρεν, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἐμπόλεμος ἤδη πρὸς ἓν μέλος τοῦ Ἄξονος. Πῶς ὁ πόλεμος οὗτος θὰ τελειώσῃ εἶναι πρόδηλον, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποτελέσῃ βάσιν συζητήσεως ἡ ἔξοδος τῆς Γιουγκοσλαυΐας εἰς τὸ Αἰγαῖον». Καὶ τελειώνει ὁ Γρέγοριτς τὴν ἱστορικὴν ταύτην συνομιλίαν του διὰ τῶν ἑξῆς: (ἀναγινώσκει). «Φυσικὰ ἔπρεπεν ἡ Γιουγκοσλαυΐα νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἡ ὁποία τὴν ἐπίεζε νὰ συνδεθῇ μὲ τὴν Γερμανίαν, ποριζομένη ὀφέλη». Καὶ τὰ ὀφέλη τῆς προδοσίας αὐτῆς ἦσαν ἡ Θεσσαλονίκη μὲ τὴν ἐνδοχώραν της. Κύριοι βουλευταί, μὲ συγχωρεῖτε διότι ἀνέφερα ἱστορίαν τὴν ὁποίαν ἔζησα καὶ ἐγὼ προσωπικῶς, τὴν ὁποίαν ἐζήσατε ὅμως καὶ ὅλοι σας, τὴν ὁποίαν ἐπονέσαμεν διότι ἐπολεμήσαμεν μὲ ὅ,τι εἴχομεν καὶ δὲν εἴχομεν, ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως νὰ μὴ ξεχνῶμεν ὅτι, ἐν ᾧ ἡμεῖς ἐμαχόμεθα τὸν ὑπὲρ πάντων ἀγῶνα, οἱ γείτονές μας ἔκαμον τὴν ἰδίαν ἐποχὴν τοιαύτας συμφωνίας μὲ τοὺς Γερμανοὺς καὶ νὰ μὴ παρασυρθῶμεν ἐμπιστευόμενοι εἰς τοιούτου εἴδους φιλίας, διότι ἡ φιλία τότε μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πραγματική, ὅταν στηρίζηται ἐκ τῆς ἀκριβοῦς καὶ τῆς εἰλικρινοῦς ἀντιμετωπίσεως παρ’ ἑκατέρου, τῶν βλέψεων τοῦ ἄλλου. Σήμερον, εὑρέθημεν εἰς τὴν θέσιν νὰ μᾶς ἀναγγείλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ εὐχάριστον γεγονὸς τῆς ἐνάρξεως τῶν φιλικῶν σχέσεων μὲ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Ἀνῆλθον ἐδῶ ὡς ἐκπρόσωπος τοῦ δοκιμαζομένου λαοῦ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τοὺς Γιουγκοσλαύους τί μᾶς ἔκαμον κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, ὅτι ἔχουν ἀναλάβει καὶ αὐτοὶ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ βλέπουν ὡς ἐχθρὰν μόνον, ὅταν πρόκειται νὰ τῆς σκυλεύσουν τὰ ἐδάφη καὶ ὡς φίλην, μόνον ὅταν πρόκειται νὰ κερδίσουν ὠφελήματα ἐκ τῆς φιλίας της. Πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα εἰλικρινεῖς, διότι δὲν διστάζομεν νὰ εἴπωμεν τὴν σκληρὰν ἀλήθειαν, ὁποίαν δηλαδὴ πικρίαν δοκιμάζομεν διὰ τὴν μέχρι τοῦδε στάσιν των. Μετὰ τὴν προαναφερθεῖσαν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Γρέγοριτς μὲ τὸν Φὸν Χέρρεν, ἔσπευσεν ὁ πρῶτος νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὰ ἀποτελέσματα τῆς συνομιλίας ταύτης καὶ ἔλαβεν ἐκεῖθεν τὴν ἑξῆς ἀπάντησιν: «Διὰ τὴν Θεσσαλονίκην (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων) εἰσερχόμεθα φανερὰ εἰς τὸν Ἀντιβρεττανικὸν Συνασπισμόν. Δύνασθε αὐτὸ νὰ τὸ ἀνακοινώσητε εἰς τὸν Φὸν Χέρρεν ὡς ἄποψίν μου. Σκέπτομαι, τοῦ λέγει ὁ Γρέγοριτς, νὰ μεταβῶ εἰς Βερολῖνον. Ὁ Τσβέτκοβιτς ἀπήντησεν ἀμέσως. Πολὺ καλά. Νὰ ταξειδεύσητε ἀμέσως καὶ ὅ,τι σᾶς εἶπα διὰ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἐκ τῆς θέσεώς μας ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, μπορεῖτε νὰ τὸ ἀνακοινώσετε εἰς ὅλους ἐκεῖ». Δηλαδὴ νὰ πᾶτε εἰς τὸ Βερολῖνον καὶ νὰ τοὺς πῆτε, ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ προσχωρήσωμεν εἰς τὸν ἄξονα, τὸ δεχόμεθα, ἐὰν πάρωμεν τὴν Θεσσαλονίκην. Θὰ σᾶς παρακαλέσω εἰλικρινῶς νὰ μοῦ εἴπητε, οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν, ἐὰν ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ταύτης τῶν Ἑλληνογιουγκοσλαυϊκῶν συνόρων ὑπῆρξεν καὶ εἷς Ἕλλην τόσον ἄτιμος, ὥστε νὰ ἐκφέρῃ ἀναλόγους σκέψεις διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ ἀκεραιότητα τοῦ γειτονικοῦ μας Κράτους. Ἀλλὰ οἱ Γερμανοὶ ἐνδοιάζουν διότι ἔχουν καὶ τὴν Βουλγαρίαν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν καὶ δὲν γνωρίζουν κατὰ πόσον συμφέρει νὰ χορηγήσουν τὰ ἐδάφη τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς ὀψίμους συμμάχους των καὶ διὰ τοῦτο παρηγγέλθη ὁ Γρέγοριτς νὰ βολιδοσκοπήσῃ τὸν Δόκτορα Πάουλ Σμίθ, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀντιπρόσωπος τοῦ Ρίμπεντροπ εἰς τὸ Βερολῖνον, ἵνα ἐξιχνιάσῃ, ὁποῖαι ἦσαν αἱ βλέψεις καὶ αἱ τελικαὶ κατευθύνσεις τῆς Γερμανίας ἐπὶ τῶν προβλημάτων τοῦ Αἵμου. Εἰς τὴν σελίδα 112 τοῦ βιβλίου του ὁ Γρέγοριτς γράφει ὅτι κατόπιν πολλῶν προσπαθειῶν, ἐπέτυχε τὴν 23ην Νοεμβρίου συνάντησιν μὲ τὸν Ρίμπεντροπ, διότι ὁ τελευταῖος ἦτο ἀπησχολημένος νὰ ξεδιαλύνῃ μερικὰς διαφοράς του ἐπειγούσας, μετὰ τοῦ τότε συμμάχου του Μολότωφ καὶ προσθέτει (ἀναγινώσκει): «Καὶ ἂν ἀκόμη ἠμποροῦμεν νὰ ἀποσαφηνίσωμεν μὲ τὴν Γερμανίαν ὅλα τὰ σημεῖα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι φαινομενικαὶ ἢ πραγματικαὶ ἀσάφειαι, δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν ἀσφαλῶς. Οὐδὲν ἔχει νὰ ἀξιώσῃ ἡ Γιουγκοσλαυΐα ἀπὸ τοὺς γείτονάς της —(παρακαλῶ προσέξατε τὴν κατωτέρω παράγραφον),—μόνον ἓν ζήτημα εἶναι οὐσιῶδες διὰ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Ἡ γραμμὴ Δουνάβεως–Μοράβα–Ἀξιοῦ, μετὰ τῆς προεκτάσεώς της μέχρι Θεσσαλονίκης. Εἰς αὐτὸ περιεστρέφετο πάντοτε ἡ προσπάθεια τῆς Σερβίας, νὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἀποκτήσῃ τὴν οὐσιώδη ταύτην οἰκονομοπολιτικὴν γραμμὴν καὶ νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ. Ἡ Γιουγκοσλαυΐα ἐμμένουσα εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην γραμμήν, ἐπέτυχε νὰ ἀποκτήσῃ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην τὴν ἐλευθέραν της ζώνην». Ταῦτα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀφελῶς ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης πιστεύουν, ὅτι ἡ δημιουργία τῆς Ἐλευθέρας Ζώνης ἐν Θεσσαλονίκῃ εἶναι καθαρῶς ἐμπορικὴ ἐπιχείρησις καὶ δὲν ἔχει πολιτικοὺς σκοπούς. Ἀλλ’ ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὑποκρίνωνται οἱ ἐγκληματίαι, θὰ ἔλθῃ κάποτε ἡ στιγμὴ ποὺ θὰ ἀφήσουν τὰ ἀποτυπώματά των ἐπὶ τοῦ θύματός των. Καὶ τὸ θῦμα αὐτὴν τὴν ἐποχὴν εἶναι ἡ Ἑλλάς. Καὶ τὰ δακτυλικὰ ἀποτυπώματα μένουν ἐπὶ τῆς ράχεώς μας καὶ θὰ μένουν ἐς ἀεὶ ἀνεξίτηλα διὰ νὰ δείχνουν τὴν ἐντιμότητα, μὲ τὴν ὁποίαν συμπεριεφέρθημεν πρὸς τὸν Γιουγκοσλαυϊκὸν λαὸν καὶ τὴν ὑπουλότητα, μὲ τὴν ὁποίαν ἔνιοι τῶν κυβερνητῶν του—δυστυχῶς ὑπὸ οἱονδήποτε καθεστὼς καὶ ἄν ἔζησαν—ὑπενόμευον τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ Ἐθνικοῦ μας ἐδάφους, ἔκτοτε μέχρι σήμερον ποὺ ὁμιλοῦν περὶ Μακεδονίας τοῦ Αἰγαίου. Καὶ ἐπειδὴ οἱ Γερμανοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐδέχοντο εὐκόλως τὴν μεταβίβασιν τῆς Θεσσαλονίκης ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς εἰς τὴν Γιουγκοσλαυϊκὴν κυριαρχίαν, προσθέτει ὁ Γκρέγοριτς: «Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλονίκης δὲν θὰ ἀντετίθετο ἡ Γιουγκοσλαυΐα νὰ παραμείνῃ ὁ λιμὴν οὗτος εἰς Ἑλληνικὰς χεῖρας. Ἀλλὰ ἀλλάσσει τὸ ζήτημα αὐτομάτως, ἂν ἄλλος τις ἐπρόκειτο νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπ’ αὐτῆς. Ἐὰν δηλαδὴ ἐπρόκειτο νὰ χάσῃ ἡ Ἑλλὰς τὴν Θεσσαλονίκην, τότε, ὡς εἶναι φυσικόν, θὰ ἠξίου ἡ Γιουγκοσλαυΐα νὰ περιέλθῃ ὁ λιμὴν αὐτὸς εἰς χεῖρας της, λιμὴν ζωτικωτάτης διὰ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν σημασίας». Οὐδαμοῦ ἀναφέρεται προσπάθεια τῆς Γιουγκοσλαυΐας ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν μαχομένην τότε Ἑλλάδα διὰ τὴν διατήρησιν, ἂν μή τι ἄλλο, τῆς ἀκεραιότητος αὐτῆς. Μόλις τὴν 12 Φεβρουαρίου κατορθώνεται ἐπαφὴ τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Γιουγκοσλαυΐας Τσβέτκοβιτς καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Μάρκοβιτς, οἵτινες πρὸς τοῦτο εἶχον μεταβῆ εἰς Βερολῖνον, πρὸς συνάντησιν μετὰ τοῦ Ρίμπεντροπ. Τὸ σχέδιον ποὺ ὁ Τσβέτκοβιτς ἀνέπτυξεν εἰς τὸν Ρίμπεντροπ προδίδει ὅλην τὴν ὑπερφίαλον, ἰμπεριαλιστικὴν νοοτροπίαν του. Ὁμιλεῖ περὶ ἑνὸς Βαλκανικοῦ συνασπισμοῦ ἀπαρτιζομένου ἀπὸ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν, Βουλγαρίαν, Τουρκίαν, πρὸς σχηματισμὸν ἑνὸς φραγμοῦ ἐξ οὐδετέρων κρατῶν μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἀγγλίας. Εἰς τὸν συνασπισμὸν τοῦτον θὰ προσεκολλᾶτο καὶ ἡ Ἑλλάς. Γνωστοῦ ὄντος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπέρριψεν εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις ὅλας τὰς δελεαστικὰς προτάσεις τοῦ Ἄξονος —καὶ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν πρὸς τιμὴν τῶν τότε Κυβερνητῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ὅλαι αἱ δελεαστικαὶ προτάσεις τοῦ Ἄξονος, ὅταν ἐμαχόμεθα σκληρὰ εἰς τὸ Ἀλβανικὸν μέτωπον, ἀπερρίφθησαν—αἱ Γιουγκοσλαυϊκαὶ Κυβερνήσεις δὲν ἔκαμνον τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ βυσσοδομοῦν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὰς δυσκολίας τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν ἐπέκτασίν των εἰς τὰ θερμὰ νερὰ τοῦ Αἰγαίου, τὰ ὁποῖα πάντοτε ὠνειρεύοντο. Εἰς τὴν σελίδα 141 τοῦ βιβλίου τοῦ Γκρέγοριτς, ὅταν ἐπρόκειτο ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γιουγκοσλαυΐας νὰ φύγουν διὰ τὴν Βιέννην ὅπως ὑπογράψουν τὸ σύμφωνον φιλίας μετὰ τοῦ Ἄξονος, ἀναφέρονται πολλαὶ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ ἐνδιέφερον, τοὐλάχιστον διὰ νὰ ἴδητε τὴν νοοτροπίαν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Διότι ὡς ἐμπόλεμος ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς Ἰταλίας δὲν εἶχε τὴν ἀπαίτησιν ἡ Γερμανία νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκεραιότητά της, ἀλλ’ εἶχεν ἀπαίτησιν στοιχειώδους τιμῆς, ἂν μή τι ἄλλο, ὡς σύμμαχός της ἡ Γιουγκοσλαυΐα νὰ μὴ μᾶς ἐμπήγῃ τὸ δολοφονικὸν ἐγχειρίδιον ἐκ τῶν νώτων, προσποιουμένη ἀφ’ ἑνὸς τὴν σύμμαχον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ βυσσοδομοῦσα μετὰ τῶν ἐχθρῶν μας διὰ τὴν διανομὴν τῶν ἱματίων μας. Κατὰ τὰς συζητήσεις εἰς τὸ Παλάτι τῆς Γιουγκοσλαυΐας—τὴν παραμονὴν τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀτίμου συμφώνου τῆς Βιέννης—ὁ Αὐλάρχης Ἄντιτς, ἀπαντῶν εἰς τὸν ὑπουργὸν Ρέσιτς, ἔλεγεν ὅτι: «Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς συνθήκης, ἡ ὁποία εἶναι μοναδική. Ἡ ἀρίστη ἐγγύησις τοῦ μέλλοντός μας, ἡ ὁποία μᾶς δίδει τὴν Θεσσαλονίκην». Ὁ δὲ Τσβέτκοβιτς ἐτόνιζεν: «Πρῶτον ἡ βεβαιότης ὅτι παίρνομε τὴν Θεσσαλονίκην. Δεύτερον ὁ ὅρος τῆς συνεργασίας μας μὲ τὴν Γερμανίαν κτλ.» Προσθέτει δέ: «Ἐὰν ἔχωμε τὴν Θεσσαλονίκην καὶ τὴν οἰκονομίαν μας προσηρμοσμένην μὲ τὴν οἰκονομίαν τῆς Γερμανίας, διαθέτομεν παμμεγίστας δυνατότητας διὰ μίαν ἀνάπτυξιν τοῦ πλούτου τῆς χώρας μας εἰς βαθμόν, ποὺ κανεὶς δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ προβλέψῃ». Μέσα, δηλαδή, εἰς τὴν δραματικὴν ἀτμόσφαιραν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, μὲ τὴν ἐπίθεσιν τοῦ Μαρτίου, ἀπωθεῖ τὰς λεγεῶνας τοῦ Μουσολίνι, ποὺ αὐτοπροσώπως διηύθυνε, ἐμάχετο ὑπὲρ τῆς στοιχειώδους ἀξιοπρεπείας, τὴν ὁποίαν ὡς ἄτομα ἔχομεν, ἐπὶ πλέον τῆς ὑποχρεώσεως ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ πατρίου μας ἐδάφους, οἱ Γιουγκολαύοι, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι διοικοῦσαν—δὲν ὀνομάζω τὸν Γιουγκοσλαυϊκὸν λαὸν—ἀπέστελλον πρωθυπουργοὺς καὶ ὑπουργούς, διὰ νὰ ὑπογράψουν εἰς τὴν Βιέννην τὸ ἐπαίσχυντον σύμφωνον μετὰ τοῦ Ἄξονος τῆς 25ης Μαρτίου 1941, ἀνήμερα τῆς Ἐθνικῆς μας ἑορτῆς. Καὶ τὸ μέρος τῆς ἀτιμίας αὐτῆς ἦτο ἡ Θεσσαλονίκη! Ἐπιστρέφων ὁ Τσβέτκοβιτς ἀπὸ τὴν Βιέννην ἐξεδήλωσεν ὡς ἑξῆς τὸν ἐνθουσιασμόν του: «Ὅ,τι ἐπετύχομεν, οὐδεμία ἄλλη χώρα τὸ ἐκέρδισεν». Προσέθεσε δὲ ὅτι: «Διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῶν συμπληρωματικῶν πρωτοκόλλων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν θὰ τηρηθῇ μυστικόν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι πλήρης ἡ ἐξασφάλισις ὅτι θὰ πάρωμε τὴν Θεσσαλονίκην. Ἰδοὺ ἡ μεγάλη εὐκαιρία, ἡ μεγάλη τύχη διὰ τὴν Πατρίδα μας». Οὕτως ἐτερματίσθη ἕνας ἀγὼν ποὺ ἀπὸ τοῦ 1881 εἶχεν ἀναλάβει ἡ μικρὰ Σερβία, ὅπως κατακτήσῃ τὴν κοιλάδα τοῦ Ἀξιοῦ μέχρι Θεσσαλονίκης. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, λυποῦμαι, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναφέρω αὐτὰς τὰς πικρὰς ἱστορικὰς ἀληθείας. Πιστεύσατέ με ὅτι εἶμαι πρῶτος ἐγώ, ὁ ὁποῖος πιστεύω ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως ἐπανασυνδεθοῦν αἱ σχέσεις μας μὲ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν καὶ ὅπως αἱ σχέσεις αὐταὶ εἶναι εἰλικρινεῖς. Ἀλλ’ ἐὰν τὴν θέσιν ποὺ κατέχετε σεῖς σήμερον εἶχεν ὁ ἀείμνηστος πατήρ σας, πιστεύσατέ με ὅτι θὰ μοῦ ἀνεγνώριζεν εὐγνωμοσύνην, διότι τολμῶ νὰ διαφωτίσω τὸ τμῆμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπίας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἴσως γνῶσιν τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Τολμῶ, λέγω, νὰ ὑπομνήσω μερικὰς πραγματικότητας, μερικὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας πᾶς Κυβερνήτης πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του προκειμένου νὰ ἐπανασυνδέσῃ τὰς σχέσεις τῆς χώρας του μετὰ Κράτους, μετὰ τοῦ ὁποίου καὶ τὰ συμφέροντά μας καὶ ἡ γεωγραφική μας θέσις, ἀλλὰ καὶ οἱ μακροὶ ἀγῶνες τοῦ παρελθόντος, μᾶς ὑπαγορεύουν ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα σύμμαχοι. Καμμία ὅμως συμμαχία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ, ἐὰν δὲν στηρίζηται ἐπὶ τῆς ἀληθείας, ἐπὶ τῶν ἀμοιβαίων ὑποχωρήσεων, ἐπὶ τῶν ἀμοιβαίων δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀμοιβαίας καλῆς πίστεως—ἡ καλὴ δὲ πίστις οὐδέποτε ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, οὐδὲ ἀπὸ κανένα ἡγέτην του. Εἴχομεν κατὰ τὴν διαρρεύσασαν 30ετίαν εἰς τὴν χώραν μας τόσας δημοκρατίας καὶ δικτατορίας καὶ πάσης φύσεως ἀνωμαλίας, ἀλλ’ οὐδεμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπῆρξεν ἄτιμος εἰς τὰς διεθνεῖς της σχέσεις. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τοὺς ἀπέναντι τῶν συνόρων μας γείτονάς μας. Διὰ τοῦτο, ἐάν, ὡς ἐλπίζω, εὐοδωθοῦν μέχρι πέρατος αἱ σχέσεις μας μὲ τὴν Γιουγκοσλαυΐαν, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξυπηρετῶ τὰ Ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπομιμνήσκων μερικὰς πικράς, ἀλλὰ ἱστορικὰς ἀληθείας ὅμως, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ γνωρίζουν οἱ ἐκεῖθεν τῶν συνόρων μας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσωμεν. Διότι ἐγένοντο αἱ ἀτιμίαι αὗται, ὅταν ἡμεῖς ἐμαχόμεθα τὸν πλέον ἱερὸν ἀγῶνα ζωῆς καὶ θανάτου ἐξ ὅσων κατὰ τὸν τελευταῖον αἰῶνα διεξήγαγεν ἡ Ἑλληνικὴ Φυλή. Λυποῦμαι διότι ἐξ ἀπίνης ἦλθεν ἡ συζήτησις αὕτη, εἶναι δὲ λίαν τολμηρὸν ἐπὶ ἐξωτερικῶν ζητημάτων νὰ ἐκτείνεταί τις εἰς λεπτομερείας, χωρὶς νὰ σταθμίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν κάθε του φράσιν. Ἐὰν ἠθέλησα, ἐκμεταλλευόμενος τὴν παροῦσαν εὐκαιρίαν, νὰ ἀναφέρω τὰς πικρὰς ταύτας ἀληθείας, εἶναι διότι δὲν ἐτελεσφόρησε μία προσπάθειά μου μηνῶν, τὴν ὁποίαν διεξάγω ἐντὸς τῆς αἰθούσης εἰς τὰ παρασκήνια. Πολλάκις παρεκάλεσα καὶ τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, νὰ ἀχθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ διαφωτίσωμεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὁποῖα δικαιώματα ἔχομεν, ὁποίους φόβους ἐδοκιμάσαμεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ νὰ τὴν προφυλάξωμεν τοιουτοτρόπως ἀπὸ τυχὸν ὀλισθήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ καλὴ μας πίστις καὶ ὁ αἰώνιος ρωμαντισμός, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατεχόμεθα ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, μᾶς παρασύρουν εἰς ὀλισθήματα τὰ ὁποῖα πάντοτε πληρώνομεν διὰ τοῦ αἵματός μας. Μὴ λησμονοῦμεν δέ, ὅτι ἐὰν ἐχύσαμεν τόσον αἷμα τὰ τελευταῖα τρία χρόνια, ἀφ’ ἧς τόσον βαναύσως ἡ Κυβέρνησις τοῦ Τίτο διέκοψε τὰς σχέσεις μὲ τὴν πατρίδα μας, δὲν εἶναι ἀμέτοχος καὶ ὁ Τίτο καὶ ἡ κυβέρνησίς του διὰ τὸ ἄφθονον αἷμα τὸ ὁποῖον ἐχύσαμεν εἰς τὸν τόπον αὐτόν, διὰ νὰ δημιουργήσωμεν, μετὰ τοσούτους πολυαιμάκτους ἀγῶνας μας, μίαν κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιζήσωμεν. Δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ ἀντιπαρέλθωμεν ἀπαρατηρήτους τὰς διαφόρους ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετοξεύθησαν ἐκεῖθεν, διαπιστώσεις, αἱ ὁποῖαι, ἂν μή τι ἄλλο, ἐκτὸς τῆς ἀναγώγου ἐμφανίσεώς των, παρουσιάζουν καὶ τὸ ἑξῆς περίεργον, ὅτι οὐδεὶς εὑρέθη ἐνταῦθα νὰ διαμαρτυρηθῇ δι’ αὐτὴν τὴν ἀπέναντί μας βάναυσον διαγωγὴν τῶν γειτόνων μας. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν διότι τοιαῦτα ζητήματα δὲν πρέπει ἐκ τοῦ προχείρου νὰ τὰ διαχειρίζηται κανείς, ἀλλὰ παλαίων ἐπὶ τέσσαρας μῆνας νὰ φέρω τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, συνήντησα ἐπίμονον τὴν ἀντίδρασιν τῶν κομμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριζον, ὅτι δὲν συμφέρει ἡ συζήτησις αὐτὴ εἰς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα, ἐνῷ ἐγὼ ἀντιθέτως πιστεύω, ὅτι μόνον ἡ ἀλήθεια, ὅτι πάντοτε ἡ ἀλήθεια συμφέρει εἰς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Ζητῶ συγγνώμην, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν παρέτεινα τὸν λόγον μου, ἀλλὰ παρασύρομαι ἀπὸ τοὺς ἀγῶνας τοὺς ὁποίους ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἔχω κάμει δι’ αὐτὸν τὸ τόπον καὶ γνωρίζω τὸ ἐνδιαφέρον σας διὰ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, διότι ἔχετε ἕνα ἱστορικὸν ὄνομα, τὸ ὁποῖον συνδέεται μὲ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα τῆς Ἑλλάδος. Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐκεῖθεν τῶν συνόρων διαμαρτυρηθοῦν, δι’ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐὰν σᾶ παραπονεθοῦν ὅτι εἴπομεν ἀνακριβείας, νὰ ἀπαντήσητε ὅτι ὅσα ἀνέφερα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶναι Γιουγκοσλαυϊκὰ ἔγγραφα γραφέντα ἀπὸ Γιουγκοσλαύους καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους ἔχοντας ἐπίσημον ἐκεῖ θέσιν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν. (Χειροκροτήματα).
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπαῆς ἔχει τὸν λόγον.
§40Λ. ΣΠΑΗΣ. Κύριοι βουλευταί, παρέμεινα εἰς τὸ Βελιγράδι ἐπὶ μίαν τριετίαν. Προηγουμένως εἶχα ὑπηρετήσει εἰς τὸ Μακεδονικὸν μέτωπον καὶ εἶχα συμπολεμήσει μετὰ στρατιωτικῶν τμημάτων. Ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς συνεπολέμησε μετὰ τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ κυρίως ἐκεῖ λόγῳ τῆς ἀποστολῆς του ἐγνώρισε πολὺ καλὰ τοὺς Σέρβους καὶ ὅλον τὸν Σερβικὸν λαόν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ Σερβικὸς λαὸς εἶχε πάντοτε τὰ καλύτερα αἰσθήματα ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ λαὸς τῆς Σερβίας εἶναι λαὸς ποὺ ἔχει μεγάλην ἁβρότητα καὶ μεγάλην ἀντοχήν, εἶναι λαὸς εἰλικρινὴς πρὸς τοὺς φίλους του. Ἀπέναντι τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς Ἑλλάδος, πάντοτε οἱ Σέρβοι εἶχον τὴν καλυτέραν ἀντίληψιν καὶ τὰ καλύτερα αἰσθήματα. Μεταξὺ Σέρβων καὶ Ἑλλήνων οὐδέποτε ἐπὶ μίαν χιλιετηρίδα ἔγινε ποτὲ πόλεμος, ἀντιθέτως μεταξὺ Σέρβων καὶ Βουλγάρων ἔγιναν κατὰ τὰ τελευταῖα 600 ἔτη 18 πόλεμοι. Καὶ ὄχι μόνον δὲν ἔγινε πόλεμος μεταξὺ Σέρβων καὶ Ἑλλήνων, ἀλλὰ ἀντιθέτως ἔγινε κοινὴ προσπάθεια ἀποτινάξεως τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ, Ὑπεστήριξαν ἐπίσης οἱ Σέρβοι τὴν προσπάθειαν τοῦ Ρήγα Φεραίου καὶ συνειργάσθησαν οἱ Σέρβοι μὲ κάθε Ἑλληνικὴν προσπάθειαν περὶ ἀπελευθερώσεως. Ἦλθον οἱ πόλεμοι τοῦ 1912–13, συνειργάσθημεν μὲ τοὺς Σέρβους, συνεπολεμήσαμεν καὶ ὑπήρξαμεν ἀμφότεροι νικηταί. Νομίζω, ὅτι ὁ Σερβικὸς λαὸς εἶχε πάντοτε τὰς καλυτέρας διαθέσεις ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι πάντοτε ὑφίστανται μεταξὺ κρατῶν, ἀκόμη καὶ τῶν πλέον συγγενῶν κρατῶν, δὲν κατώρθωσαν ποτὲ νὰ κλονίσουν τὰς σχέσεις των, ὥστε νὰ δημιουργηθοῦν μεγάλαι ὀξύτηται καὶ ἐνδεχομένως καὶ συγκρούσεις. Ἡ ἀποκατάστασις τῶν φιλικῶν σχέσεων μεταξὺ τῆς Πατρίδος μας καὶ τῆς Σερβίας, εἶναι ἕνα πολὺ εὐχάριστον γεγονὸς καὶ εἶμαι πολὺ βέβαιος, ὅτι θὰ συντελέσουν εἰς τὴν εὐημερίαν ἀμφοτέρων τῶν λαῶν καὶ εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς εἰρήνης τῆς Βαλκανικῆς. (Χειροκροτήματα).
§41Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἂν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1526]50 Α.Ν. «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν τῶν ἀφορωσῶν τὸ Δημόσιον».
§42ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§43Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, πίπτων θῦμα τοῦ ἀξιοτίμου κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαναφέρει ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεβλήθη, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πολλοὶ βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὸ νομοσχέδιον, ἔχουν ἤδη ἀπομακρυνθῆ τῆς αἰθούσης.
§44Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ εἴπατε τὴν λέξιν θῦμα, σᾶς δηλῶ, ὅτι εἶμαι μακρὰν πάσης δολίας προαιρέσεως καὶ δι’ αὐτὸ ἠρώτησα τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, νὰ τὸ συζητήσῃ. Δὲν διέπραξα καμμίαν δολίαν πρᾶξιν.
§45Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν ἀγαθὴν προαίρεσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λυποῦμαι, διότι ἐσκέφθη τὴν λέξιν δόλος. Ἐγὼ λυποῦμαι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδέχθη νὰ ἐπαναφέρῃ ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεβλήθη.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ ἐὰν θέλῃ νὰ τὸ συζητήσῃ καὶ εἶπε ναί.
§47Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Εἶναι γεγονός, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ δὲν εἶναι παρόντες. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ...
§48Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἔχετε ἀντίρρησιν;
§49Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχω ἀντίρρησιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ μὴ τηρήσωμεν οὔτε κανονισμούς, οὔτε τίποτε, τότε δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§50Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ γίνῃ δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον.
§51Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Κύριε ὑπουργέ, εἶναι μία κακὴ ἀρχὴ καὶ ἐπειδὴ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα σήμερον ὑφίσταται τὴν κρίσιν ποὺ ὑφίσταται, κυρίως ἐξ ἀφορμῆς τῶν κ.κ. ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θίγω ὑμᾶς προσωπικῶς, ἀλλὰ τοὺς ἑκάστοτε ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐξ ἄλλου οἱ τίτλοι εἶναι διάφοροι πρὸς τὸ περιεχόμενον καὶ αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ νομοθετήματα. Ἐγὼ θὰ λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς τὰ ὑποδείξω, ὅταν θὰ συζητηθοῦν τὰ σχετικὰ νομοσχέδια. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅσα νομοθετήματα πέρασαν ἀπὸ τὴν Βουλήν, εἶναι τέλεια, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀντιθέτως ὅλα τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν ὡς ἀναγκαστικοὶ νόμοι εἶναι τερατουργήματα. Μὲ συγχωρεῖτε διὰ τὴν λέξιν ποὺ χρησιμοποιῶ.
§52Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀντίρρησιν διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ ἤμην ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέμενον περὶ τοῦ ἐναντίου.
§53Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τώρα τὸ νομοσχέδιον αὐτό, δεδομένου ὅτι ἀνεβλήθη ἤδη ἡ συζήτησις καὶ ἀπουσιάζουν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ὁμιλήσουν βουλευταί.
§54Μ. ΜΑΝΤΑΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀπεφασίσθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν ἀπόψε ἐπ’ αὐτοῦ.
§55Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἔχει ἀντιρρήσεις παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀναβάλλεται. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6ην μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. (Ὥρα 9.15′ μ. μ.)