1950.07.18
2,567 rows · 19,637 words · 228 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 59η
Τρίτη 18 Ἰουλίου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.00′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Μποῦτος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Π. Λιαροῦτσος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Π. ΛΙΑΡΟΥΤΣΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευκὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3681)29 «περὶ ἀπονομῆς χάριτος εἰς καταδίκους κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Κ. Σπηλιόπουλος καὶ Γ. Τσαντήρης καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τοὺς δυνάμει τοῦ Θʹ ψηφίσματος ἀπολυθέντας ὑπαλλήλους». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ε. Κοθρῆς, Ε. Μαλαμίδας, Λ. Ἰασωνίδης, Μ. Στεφανίδης, Σ. Χούτας, Ι. Δημητρόπουλος, Ν. Ἔξαρχος κ.ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ Α. Ν. 965)37 «περὶ ὀργανώσεως τῶν Δημοσίων Νοσηλευτικῶν καὶ Ὑγειονομικῶν Ἱδρυμάτων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Γεώργας, Η. Λαγάκος καὶ Ι. Γιαννόπουλος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διατάξεών τινων ἀφορωσῶν εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Γιαννικώστας καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1324)49 Α. Ν. «περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως ἀναπήρων κλπ.». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Μπουραντᾶς, Γ. Δεμενόπουλος, Δ. Παπασπύρου, Κ. Σπηλιόπουλος, Κ. Ἀποσκίτης, Ν. Σπεντζάρης, Ι. Λύρας, Α. Δερδεμέζης κ. ἄ. καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1324)49 Α. Ν. «περὶ προστασίας καὶ ἀποκαταστάσεως ἀναπήρων κλπ.». Ὁ βουλευτὴς Φλωρίνης κ. Γ. Ἀριστείδου καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Καστοριᾶς ζητούντων ὅπως τὸ θερμοηλεκτρικὸν ἐργοστάσιον ἱδρυθῇ εἰς Πτολεμαΐδα. Οἱ βουλευταὶ Ροδόπης κ. κ. Α. Μπαλτατζῆς καὶ Σ. Γουδελῆς καταθέτουν ἀναφορὰν καπνοπαραγωγῶν Ζυγοῦ–Καβάλλας διαμαρτυρομένων ἐναντίον καπνεμπόρων διὰ τὴν ὑπ’ αὐτῶν ἀσκουμένην τακτικὴν κατὰ τὴν ἀγορὰν καὶ παραλαβὴν τῶν καπνῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου Κρήτης κ. Γ. Ἀνδρουλακάκης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ι. Κερόκλη ἐφέδρου πολεμιστοῦ κλάσεως 1946 ζητοῦντος ἄμεσον παραχώρησιν γεωργικοῦ κλήρου εἰς Κακοχωριὸ κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ε. Ἀλιμπράντης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Σύρου συνηγοροῦντος θερμῶς ὑπὲρ τῆς προταθείσης τροπολογίας τοῦ νόμου 2112 ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κυκλάδων Α. Πρωτοπαπαδάκη ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως οὐδόλως θίγονται συμφέροντα ἐργατοϋπαλληλικοῦ κόσμου κλπ. Ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Ε. Ἀλιμπράντης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Ὑπαλλήλων Ο.Τ.Ε. Κυκλάδων διαμαρτυρομένου δι’ ἀδικαιολόγητον παρελκυστικὴν ἐπίλυσιν ζωτικῶν αἰτημάτων των καὶ ζητοῦντος τὴν κρατικὴν ἐπέμβασιν πρὸς ταχεῖαν ἐπίλυσιν αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Γ. Τηλικίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Σ. Βεκίδου γεωργοῦ κατοίκου Γιαννιτσῶν, ζητοῦντος χορήγησιν ἀμνηστίας διὰ τὸν εἰς θάνατον καταδικασθέντα υἱόν του. Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Α. Κωστόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἐπανωμῆς ζητούντων τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ διανομὴν τοῦ ἐξ 8.000 στρεμμάτων ἀγροκτήματος Μονῆς Ἁγίας Ἀναστασίας «Κριτσιανὰ» εἰς ἀκτήμονας πολεμιστὰς κλπ. Ὁ βουλευτὴς Ἀργ)νθίας κ. Κ. Παπακωνσταντίνου καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Διπλωματούχων Μηχανικῶν Ἐργοληπτῶν Δημοσίων Ἔργων Ἀθηνῶν ζητούσης παράτασιν μέχρι 31–12–1950 τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Α. Ν. 561)1945 προβλεπομένης ἀνατρεπτικῆς προθεσμίας ὑποβολῆς αἰτήσεως ἀναπροσαρμογῆς ἐργολαβικῶν συμβάσεων ἐκτελέσεως Δημοσίων Ἔργων συναφθεισῶν πρὸ τῆς 27–4–1941. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Α. Ἀντωνόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τῆς ἑνώσεως πολεμιστῶν πολέμου 1940–41 ἐπαφῆς πρόσω νομοῦ Ἀχαΐας διαμαρτυρομένης διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Μεταφορῶν ἀπόλυσιν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας Υ.Ε.Κ.Α. τοῦ Κ. Ἀθανασοπούλου πολεμιστοῦ τοῦ πολέμου 1940–41 καὶ ζητούσης ἀκύρωσιν ἀπολύσεώς του. Ὁ βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ νήσων κ. Σ. Χατζήμπεης καταθέτει ἀναφορὰν φυματικῶν πολιτικῶν κρατουμένων, νοσηλευομένων ἐν τῇ φυλακῇ Σανατορίου Ἀθηνῶν ζητούντων, ὅπως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων ἐπιεικείας συμπεριληφθοῦν καὶ οἱ φυματικοὶ κρατούμενοι. Ὁ βουλευτὴς Πέλλης κ. Γ. Τηλικίδης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς κοινότητος Χρυσῆς Πέλλης ζητοῦντος ἄμεσον οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν δι’ ἀνέγερσιν διδακτηρίου, ἀποπεράτωσιν Ναοῦ, κατασκευὴν μυλαύλακος κοινοτικοῦ ὑδρομύλου, κατασκευὴν γεφύρας μεταξὺ κοινότητος καὶ πρωτευούσης τῆς Ἐπαρχίας Ἀρδέας, κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ροδόπης κ. Α. Μπαλτατζῆς καταθέτει ἀναφορὰν μεσοτεχνικῶν ὑπαλλήλων Ἀνατολικῆς Μακεδονίας–Θράκης ζητούντων ἄμεσον κατοχύρωσιν ἐπαγγέλματος ἐμπειρικῶν, τεχνικῶν, τοπογράφων, σχεδιαστῶν καὶ ἐργοδηγῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀργ)νθίας κ. Π. Μουτζουρίδης ὑποβάλλει τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μπίσια Κορινθίας διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ ἐπισκευὴν τοῦ κατεστραμμένου τμήματος τῆς ὁδοῦ Λουτρακίου–Μπίσια μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἀπομόνωσιν τοῦ ἰδεώδους τούτου τόπου παραθερισμοῦ καὶ τὴν ἀποξένωσίν του ἀπὸ πάσης τουριστικῆς κινήσεως καίτοι ἡ ἀπαιτηθησομένη δαπάνη δὲν θέλει ὑπερβῇ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 4.000.000 (τεσσάρων ἑκατομμυρίων). Ὁ βουλευτὴς Ἀργ)νθίας κ. Π. Μουτζουρίδης καταθέτει τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν τῶν Προέδρων τῶν Σωματείων Λουτρακίου διαμαρτυρομένων ἐντόνως κατὰ τῆς ἀποφασισθείσης ὑπὸ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως καὶ Γεν. Γραμματείας Τουρισμοῦ κατεδαφίσεως τῶν φυσικῶν λουτρῶν Λουτρακίου καθ’ ὅσον Λουτρόπολις καὶ πάσχοντες θέλουσι στερηθῆ τῶν μόνων ὑπαρχόντων ἐν λειτουργίᾳ φυσικῶν λουτρῶν. Ἡ Ὁμοσπονδία Γεωργικῶν Συν)σμῶν Θεσ)νίκης ζητεῖ ἄμεσον ἀπαγόρευσιν εἰσαγωγῆς ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ τῶν αἰθερίων ἐλαίων ἀνίσου καὶ μαράθου. Ὁ Σύνδεσμος Προσωπικοῦ Λιμένος Πειραιῶς ἀπολυθέντων ἐπὶ κατοχῆς 1941–44 διαμαρτύρεται δι’ ἄδικον ἀπόλυσιν τῶν μελῶν καὶ ζητεῖ ὅπως εἰς τοὺς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Ν.Δ. 390)41 «περὶ ρυθμίσεως τῆς ὑπηρεσιακῆς καταστάσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν τοῦ Ὀργανισμοῦ Λιμένος Πειραιῶς» ἀπολυθέντας, ὑποβιβασθέντας καὶ τεθέντας εἰς διαθεσιμότητα ὑπαλλήλους τοῦ Ο.Λ.Π. παρέχεται τὸ δικαίωμα ὅπως αἰτήσωνται παρὰ τῶν ἁρμοδίων Δικαστηρίων ἢ Ἐπιτροπῶν, τὴν ἀκύρωσιν τῶν σχετικῶν περὶ ἀπολύσεως ἢ ὑποβιβασμοῦ αὐτῶν πράξεων ἢ τὴν πληρωμὴν αὐτοῖς τῆς προσηκούσης ἀποζημιώσεως κ.λ.π. Ἡ Μαρία Ἀλεξιάδου, Ι. Νικολαΐδης, Σ. Κλωνίδης, Ἀν. Ζιμπέρης κ.λ.π. κάτοικοι Θεσ)νίκης ζητοῦν ἄμεσον καταβολὴν συντάξεως εἰς τὰ θύματα τῆς δράσεως τῶν ἐπὶ κατοχῆς συνεργατῶν τοῦ ἐχθροῦ Δάγκουλα καὶ Πούλου. Ὁ βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Γ. Ἀνδρουλακάκης καταθέτει ἀναφορὰν δι’ ἧς ζητεῖ μείωσιν τῶν χρηματικῶν δόσεων, δι’ ἀπόσβεσιν τῶν δανείων τῶν χορηγηθέντων γεωργικῶν κλήρων εἰς τοὺς κατοίκους περιοχῆς Σοκαρᾶ–Μονοφατσίου Ἡρακλείου Κρήτης κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Σερρῶν κ. Α. Μαυρίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κοιμήσεως Νομοῦ Σερρῶν ζητούντων ἄμεσον ἐπαναπατρισμὸν τῶν εἰς τὸ χωρίον των καταφυγόντων κατοίκων τοῦ χωρίου Ρεύματος, καθ’ ὅσον οὐδένα κίνδυνον ἐκ τῆς δράσεως τῶν συμμοριτῶν διατρέχουν εἰς τὸ ἐν λόγῳ χωρίον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς προανακριτικῆς ἐπιτροπῆς περὶ παραπομπῆς εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον τοῦ βουλευτοῦ τέως Ὑπουργοῦ κ. Π. Χατζηπάνου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Γ. Βασιλειάδης ἔχει τὸν λόγον.
§6Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς δηλαδὴ θὰ ἀναπτύξῃ τὴν πρότασίν του;
§7Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου διότι φαντάζομαι ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως ἥτις ἐδημοσιεύθη, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὥστε ἂν ὑπάρχουν ἀντιγνωμίαι νὰ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀναπτυχθοῦν.
§8Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσουν πρῶτον οἱ εἰσηγηταὶ τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τῆς προτάσεως;
§9Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ὑγρῶν καυσίμων κατόπιν τῆς ἐνεργηθείσης δικαστικῆς ἀνακρίσεως καὶ τοῦ θορύβου ὅστις ἠγέρθη καὶ κατόπιν τοῦ πορίσματος τὸ ὁποῖον ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐξέδωκεν ἡ Βουλὴ ἀνέθεσεν εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἐξέτασιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως καὶ τὴν ἀναζήτησιν, ἐὰν πράγματι ὑπάρχουν, τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα νὰ δικαιολογήσουν τὴν παραπομπὴν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐνώπιον τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου Φ.Π.Σ.Τ. προβλεπομένου εἰδικοῦ δικαστηρίου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐργασθεῖσα ἐπὶ 35 ἡμέρας μὲ πλήρη ἀντικειμενικότητα, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, καὶ μὲ ἀμερόληπτον γνώμην, ἐξέθεσεν τὰς ἀπόψεις της ἅς ἔχετε διὰ τῆς ἀνὰ χεῖρας ὑμῶν εὑρισκομένης ἐκθέσεως, ἐστηρίχθη διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς αὐτὰς ἐπὶ μαρτυρικῶν καταθέσεων δεδοκιμασμένων Δημοσίων Ὑπαλλήλων, ὡς εἶναι οἱ Διευθυνταὶ τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν Μπαζιώτης, Βακᾶς, Βακράτσας, Νάνες καὶ οἱ Οἰκονομικοὶ Ὑπάλληλοι Μακρυνικόλας, Σπαχῆς κ.λ.π. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὡρισμένους αὐτοκινητιστάς, ἐφ’ ὅσον τὸ ὅλον θέμα ἦτο ζήτημα μεταφορῶν δι’ αὐτοκινήτων καὶ ἐξητάσαμεν καὶ ἐκείνους οἵτινες ἐπωφελήθησαν διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς αὐτοὺς τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑγρῶν καυσίμων ἀλλὰ καὶ ἐκείνους οἵτινες ἀπεστερήθησαν τοῦ εὐεργετήματος καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὡς ἦτο φυσικὸν νὰ λάβουν χώραν καὶ διαμαρτυρίαι.
§10Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τοὺς μάρτυρας, Κύριε Πρόεδρε, τοὺς ἐλάβατε ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ δικογραφίᾳ ἀναφερομένους;
§11Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε ἀρχηγὲ τῶν Ἐθνικοφρόνων, ἐξητάσαμεν καὶ μάρτυρας οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὴν ἀνακριτικὴν διαδικασίαν ἀλλὰ καὶ ἄλλους ἐπιπροσθέτως οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς προόδου τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἤθελον μᾶς παράσχει στοιχεῖα. Ἡμεῖς μάλιστα χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ φανῶμεν ἄγαν αὐστηροὶ ἀλλὰ νὰ ἀποδώσωμεν τοὐναντίον δικαιοσύνην, ἐπροτείναμεν τὴν παραπομπὴν εἰς δίκην καὶ δύο ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν ἐκ τῶν ὁποίων μόνον ἑνὸς ἀπεδέχθη τὴν παραπομπὴν κατὰ πλειοψηφίαν ἡ Ἐπιτροπή.
§12Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξητάσθησαν ὡς μάρτυρες οὗτοι καὶ τὶ εἶπον;
§13Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Διὰ τῆς καταθέσεως ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσουν τὴν ἐνέργειαν τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ.
§14Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ τοὺς παρεπέμψατε;
§15Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ παρεκάλουν, ἐὰν ἔχητε ἀντίθετον γνώμην νὰ μὲ διαδεχθῆτε καὶ νὰ ἀναπτύξητε τὰς ἀπόψεις σας.
§16Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλωμεν τὰς ἀντιρρήσεις μας.
§17Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν παραπομπὴν αὐτῶν διότι ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν ἐνίσχυον τὸν τέως Ὑπουργὸν εἰς τὰς ἀπόψεις του αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἀπόψεις ὅλων τῶν ὑπηρεσιακῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ κ. Χατζηπᾶνος θὰ ἀνέστελεν τὰς ἐνεργείας του καὶ δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν σημερινὴν περιπέτειαν. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος τῆς παραπομπῆς τῶν δύο ὑπαλλήλων.
§18Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ εἰς τὴν νομικὴν οἰκογένειαν, λέγεται ἐκβιασμός.
§19Γ. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Λέγεται συνεργία καὶ ὄχι ἐκβιασμός.
§20Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω πῶς θέλετε νὰ τὸ χαρακτηρίσετε ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι ἐὰν ὁ κ. Χατζηπᾶνος δὲν εὕρισκε ἐνίσχυσιν ἀπὸ τοὺς δύο αὐτοὺς ὑπαλλήλους, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν σημερινὴν περιπέτειαν.
§21Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ τὴν σκέψιν αὐτὴν ἔπρεπε νὰ παραπέμψητε τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ὄχι τὸν κ. Ὑπουργόν.
§22Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν ἔκθεσίν μας ἀναπτύσσονται λεπτομερῶς τὰ στοιχεῖα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐβασίσθη ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ἀπεφάσισεν μετὰ βαθυτάτης λύπης μου τὴν παραπομπὴν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου διὰ νὰ τοῦ δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἐπίσης ὅτι ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς ἴσως ἔφερεν εὐθύνην διότι συνυπέγραψεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀλλ’ ὁ νόμος Φ.Π. ΣΤ. λέγει ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπογράφει μετὰ τὸν Ὑπουργὸν ἀπαλλάσσεται πάσης εὐθύνης. Τὴν πολιτικὴν εὐθύνην ἀναλαμβάνει ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐνέκρινε τὴν παραπομπήν του. Κύριοι Βουλευταί, ἡμεῖς ὑποβάλλοντες ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἔκθεσίν μας, δὲν πρόκειται νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς ταύτην. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ γνώμη μας εἶναι ὀρθὴ καὶ θ’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ μή. Ἁπλῶς κάμνω μίαν εἰσήγησιν ἐπὶ τῆς ὅλης ἐκθέσεως, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὅλοι οἱ κ.κ. συνάδελφοι, ἔλαβον γνῶσιν ἐπακριβῶς τῆς ἐκθέσεώς μας καὶ τῶν ἐν αὐτῇ ἐκτιθεμένων. Εἰς ἓν σημεῖον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀντικρούσω, τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ μειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπαρτιζομένη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους κ.κ. Στρᾶτον, Λαζανᾶν καὶ Μουτζουρίδην, ὑποστηρίζει ὅτι ὁ τέως ὑπουργὸς ὄχι μόνον δὲν ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τοὐναντίον τὸ ὠφέλησε καὶ τὸ ὠφέλησε μέγιστα κατὰ ἓν ποσὸν 1.125.000.000. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔχομεν ἀντιρρήσεις σοβαρωτάτας, διότι τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν τὸν κάμνουν οἱ κύριοι συνάδελφοι κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον, ὅτι ἐνῷ τὸ κόμιστρον διὰ βυτιοφόρων εἶχε καθορισθῆ εἰς δραχμὰς 900 κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον διπλῆς διαδρομῆς, ὁ τέως ὑπουργὸς τὸ μετεβίβασε διὰ τῆς ἀποφάσεώς του εἰς δρχ. 630. Ἐνῷ πρῶτον, ἡ τιμὴ τῶν 900 δραχμῶν ἡ ἀναφερομένη ἦτο ἀνωτάτη τιμὴ ἐπὶ τῆς ὁποίας πάντοτε ἐγένοντο ἐκπτώσεις κατὰ τὰς μεταφοράς. Δεύτερον ἡ τιμὴ τῶν 900 δραχμῶν ὅλως ἀδικαιολογήτως ηὐξήθη εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ τὰς 720 ποὺ ἦτο. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Αὐτοκινήτων ἡ ὁποία νὰ καθορίζῃ ὅτι ἔδει ἡ τιμὴ τῶν 720 νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὴν τιμὴν τῶν 900.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ηὐξήθη;
§24Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ 1949.
§25Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές.
§26Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θὰ ἴδητε, ἐὰν λέγω ἀνακριβείας. Ἐγένετο ἡ αὔξησις αὕτη κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Αὐτοκινήτων, ὅταν ἐγένετο αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων τῶν λεωφορείων ἐν Ἀθήναις.
§27Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις ἄνευ προσαγωγῆς τῆς δικογραφίας εἰς τὴν Βουλήν.
§28Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων τῶν λεωφορείων ἐπέφερε τὴν αὔξησιν τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τοῦ τιμολογίου τῶν αὐτοκινήτων, τῶν κομίστρων, ἀλλὰ δὲν ἔγινε εἰδικῶς διὰ τὰς μεταφορὰς τῶν ὑγρῶν καυσίμων. Τοὐναντίον μάρτυρες σοβαροί, εἰς τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ στηριζώμεθα, ὑποστηρίζουν ὅτι ἐπεβάλλετο μείωσις τῆς τιμῆς ἀπὸ τὰς 720 δραχμὰς εἰς κατώτερα ἐπίπεδα λόγῳ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ ὁδικοῦ δικτύου τῆς χώρας. Καθὼς ἐνθυμεῖσθε, τὸ ὁδικὸν δίκτυον τῆς χώρας κατὰ τὰ ἔτη 1947–1948 εὑρίσκετο εἰς κακὴν κατάστασιν καὶ κατὰ τὸ 1949 ἤρχισαν οἱ δρόμοι νὰ ἐπισκευάζωνται. Ὡς ἐκ τούτου αἱ μικρότεραι φθοραὶ τῶν αὐτοκινήτων καὶ τῶν ἐλαστικῶν, ἡ ἀναπτυσσομένη ἀκόμη ταχύτης τῶν αὐτοκινήτων ἐπέβαλλον τὴν μείωσιν τῶν κομίστρων καὶ οὐχὶ τὴν αὔξησιν. Δι’ ἐμέ, τοὐλάχιστον, κύριοι Βουλευταί, ὁ ὁποῖος παρηκολούθησα ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπω ὅτι κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν αὐτὴ ἡ αὐτόματος αὔξησις ἀπὸ τὰς 720 δραχμὰς εἰς τὰς 900.
§29Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔφερε ὁ Παπαδᾶτος; Ἠσχολήθητε παντάπασιν μὲ τὸ σημείωμα ἐκεῖνο; Παρηκολουθήσατε τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλὰ δὲν τὴν κατέχετε.
§30Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αἱ διακοπαὶ αὐταὶ εἶναι μέθοδοι δημιουργίας συγχύσεως. (Θόρυβος–Κωδωνοκρουσίαι).
§31Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅτι ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ αὔξησις τῶν κομίστρων ἀπὸ τὰς 720 εἰς τὰς 900, σᾶς λέγω ὅτι ἡ αὔξησις αὐτὴ δὲν ἀφορᾷ τὰ κόμιστρα τῶν ὑγρῶν καυσίμων, ἀλλὰ τὰ λεωφορεῖα, λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων. Ἡ δὲ τιμὴ τῶν 630 δραχμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβίβασε τὸ κόμιστρον ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑγρῶν καυσίμων ἦτο τιμὴ ἐξαιρετικῶς ἐπικερδής, διότι διὰ τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἐκάμομεν ἀπεδείχθη ὅτι ἐφ’ ὅσον τὰ βυτιοφόρα αὐτοκίνητα ἦσαν ἄνω τῶν 5 τόννων, — δηλαδὴ μετέφερον ὠφέλιμον φορτίον ἄνω τῶν 5 τόννων — σημειώσατε δὲ ὅτι τὰ βυτιοφόρα μεταφέρουν 8, 10, 15 καὶ 18 τόννους — ἡ τιμὴ κατήρχετο καὶ ἂν εὕρωμεν ὡς βάσιν ἓν βυτιοφόρον αὐτοκίνητον μόνον 5 τόννων, ἡ τιμὴ τῶν 450 δραχμῶν κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον δηλαδὴ τῶν 900 δραχμῶν διπλῆς διαδρομῆς, εἶναι τιμὴ ἐπωφελής, ἡ ὁποία καλύπτει ὅλας τὰς δαπάνας, καλύπτει ὅλα τὰ ἔξοδα καὶ αὐτὰ τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ ἔχουν ὑπογράψει οἱ ἰδιοκτῆται τῶν αὐτοκινήτων καὶ φυσικὰ καὶ τὸ πλουσιώτατον ἡμερομίσθιον τοῦ αὐτοκινήτου. Ἑπομένως ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ τιμὴ τῶν 450 δραχμῶν ἦτο ἐξαιρετικῶς ἐπωφελής, ἦτο τελείως ἀδικαιολόγητον τὴν τιμὴν τῶν 720 δραχμῶν νὰ τὴν ἀναβιβάσωμεν εἰς τὰς 900, δηλαδὴ εἰς τὸν διπλάσιον τῶν 450. Μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία, κύριοι συνάδελφοι, ἐκ τῆς ἐρεύνης τῆς ὅλης ὑποθέσεως νὰ ἐξαγάγω τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Κοινοπραξία τῶν Πετρελαιοειδῶν καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι μία ληστρικὴ διαχείρισις εἰς βάρος τοῦ Κράτους.
§32Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ποίας Ὑπουργίας ἔγινε;
§33Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἡ κοινοπραξία, καθὼς γνωρίζετε ἔγινε τὸ 1945, διότι τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ Κράτος δὲν διέθετε τὰ μέσα τῆς μετακινήσεως τῶν ὑγρῶν καυσίμων καὶ ἡ Ἀγγλικὴ ὑπηρεσία EMEL, ἡ ὁποία εἶχεν ἔλθει ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ἐφρόντισε διὰ τὸν ἐφοδιασμὸν τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τῶν ἀναγκαίων πετρελαιοειδῶν. Ἦτο ἡ ἑταιρεία SHELL, ἡ ἑταιρεία SOCONY ἄλλαι συναφεῖς ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι διέθετον μεταφορικὰ μέσα ἐκ τῆς Ἀγγλικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀνέλαβον τὴν μεταφορὰν τῶν καυσίμων εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὁ ἐφοδιασμὸς αὐτὸς τῶν ἐπαρχιῶν διὰ πετρελαιοειδῶν, ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ διαχείρισις αὐτῆς τῆς κοινοπραξίας χρήζει ἐνδελεχοῦς καὶ συνεχοῦς παρακολουθήσεως ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ὀργάνων καὶ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι γίνεται διασπάθισις τοῦ δημοσίου χρήματος.
§34Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν λέγετε ὅτι αὐτὴ ἡ κοινοπραξία εἶναι σκανδαλώδης καὶ ληστρικὴ καὶ χρειάζεται παρακολούθησιν οἰκονομικήν, ἐρωτῶ, πῶς παραπέμπετε τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἐφαντάσθητε ὅτι συνεβούλευσαν κακῶς τὸν Ὑπουργὸν καὶ δὲν ἐφθάσατε νὰ παραπέμψητε καὶ τὸν Μακρυνικόλαν, αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος εἶναι οἰκονομικὸς ἐλεγκτὴς τῆς κοινοπραξίας αὐτῆς;
§35Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐρώτησίς σας, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, εἶναι ἀτυχεστάτη, διότι ὁ Μακρυνικόλας, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω διὰ ποῖον λόγον ἔχει στραφῆ ἡ μῆνις τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας, ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν κατάθεσίν του, κύριοι βουλευταί, θὰ ἴδητε ὅτι καταθέτει ὁ ἄνθρωπος, τελείως ἀντικειμενικῶς, ὅτι γνωρίζει σχετικῶς μὲ τὴν κίνησιν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Ὑπηρεσίας. Ἡ αἰχμή, τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας στρέφουν ἐναντίον τοῦ μάρτυρος Μακρυνικόλα εἶναι, διατί νομίζετε; Διότι εἰς ἐρώτησιν ἑνὸς ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν, ἐὰν θεωρῇ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κανονικήν, λέγει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, οὐχὶ κανονικήν. Χαριστικήν; ἐρωτᾶται, χαριστικὴν λέγει. Δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν λέξιν, ὅτι ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἦτο χαριστική, ἔχει στραφῆ ἡ μῆνις ὅλων τῶν μελῶν τῆς μειοψηφίας ἐναντίον τοῦ μάρτυρος κ. Μακρυνικόλα.
§36Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Βουλὴ γνωρίζῃ ὅτι ἐπίσης ὁ κ. Μακρυνικόλας εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος. Ἐγὼ ἠρώτησα, διατὶ ἡ Ἐπιτροπή, ἐν τῷ ἐπαινετῷ ἔργῳ, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τῆς ἀνευρέσεως τῆς ἀληθείας, ἐνῷ ἐστράφη κατ’ ἄλλων ὑπαλλήλων, δὲν ἐστράφη καὶ κατ’ αὐτοῦ τοῦ ὑπαλλήλου.
§37Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Τὸν κ. Μακρυνικόλαν, παλαιὸν οἰκονομικὸν ὑπάλληλον, ὁμολογῶ ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐγνώρισα κατὰ τὴν διενέργειαν τῆς ἀνακρίσεως. Ἔλαβον πληροφορίας ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ καὶ ἱκανωτάτου οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου, μὲ ὑπηρεσιακὸν μητρῶον ἐξαίρετον. Σημειώσατε ὅτι ἀνέλαβε τὸν ἔλεγχον ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου 1949, ἐπρόκειτο δὲ νὰ κάμῃ τὸν ἔλεγχον τῶν ἐτῶν 1945, 1946, 1947 καὶ 1948. Πρόκειται περὶ ἑνὸς κολοσσιαίου ἔργου, οἰκονομικοῦ ἐλέγχου διακινήσεως ὅλων τῶν πετρελαιοειδῶν ἀνὰ τὴν χώραν καί, καθὼς γνωρίζω, εὑρίσκεται σήμερον ὁ ἔλεγχος εἰς τὸ 1948. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐνισχύσῃ τὸ συνεργεῖον τοῦ οἰκονομικοῦ ἐλέγχου τῆς κοινοπραξίας, διότι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισα ἐκ τῆς διενεργείας αὐτῆς τῆς ἀνακρίσεως, εἶναι ὅτι ἔγινε διασπάθισις τοῦ δημοσίου χρήματος.
§38Α. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Φαντάζομαι ὅτι ὁμοφώνως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν ἄποψιν αὐτήν.
§39Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Δὲν νομίζω λοιπόν, ἐπειδὴ εἷς μάρτυς, ὁ ὁποῖος ἔχει τοιοῦτον ὑπηρεσιακὸν μητρῶον καὶ ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης αὐστηρότητος καὶ μετὰ τόσης προσοχῆς ἀσκεῖ τὸν ἔλεγχον, κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατόν, δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν κατάθεσίν του, μόνον καὶ μόνον διότι ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ὁ τέως Ὑπουργὸς ἔκαμεν, ἦτο χαριστική. Αὐτὸ εἶναι καὶ μόνον.
§40Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Καθὼς ἐνθυμεῖσθε, εἰς τὴν προηγουμένην Βουλήν, αὐτὸ τὸ σκάνδαλον τὸ κολοσσιαῖον, τῶν πετρελαιοειδῶν καὶ τῆς περιφήμου κοινοπραξίας τῶν ἑταιρειῶν τῶν πετρελαιοειδῶν, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ τὸ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν. Κατόπιν τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ζητήματος, ὁ τότε Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ ἤδη μέλος τῆς Βουλῆς, ὁ κ. Ἀβέρωφ, ἠθέλησε νὰ κάμῃ ἔλεγχον καὶ ἐξέλεξε τὸν κ. Μακρυνικόλαν. Ἐπεσκέφθην τότε τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τοῦ εἶπον: Προσέξατε, διότι ἡ ὑπόθεσις εἶναι κολοσσὸς σκανδάλου, δὲν εἶναι τυχαία, ἀλλὰ δισεκατομμυρίων. Μοῦ λέγει ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω καλύτερον ἀπὸ τὸν κ. Μακρυνικόλαν, διότι δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλοῦ ἐλέγχου καὶ μέχρις ὥρας, ἀπὸ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, ἔχει βγάλει 5½ δισεκατομμύρια σκανδαλώδεις κλοπὰς μὲ τὰς ὁποίας αὐτὴ ἡ περίφημος Κοινοπραξία ἐπεβάρυνε τὸ Δημόσιον. Συνεπῶς, χωρὶς νὰ θέλω νὰ λάβω μέρος εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τοῦ ἀτόμου, σᾶς δίδω αὐτὴν τὴν πληροφορίαν, διότι ἐνδιαφέρομαι σοβαρῶς διὰ τὸ ζήτημα καὶ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ἀβέρωφ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον ποὺ θὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἐλέγχου νὰ εἶναι ἀνώτερον πάσης ὑποψίας καὶ πάσης ἀμφισβητήσεως, ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ.
§41Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὸ πρόσωπον ἀλλ’ ἀνεζήτησα, ἐπειδὴ εἶδον ὅτι βάλλεται, ἀνεζήτησα πληροφορίας περὶ τοῦ προσώπου του καὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς του θέσεως καὶ ἔλαβον τὰς ἀρίστας πληροφορίας. Σημειώσατε ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξήτασε καὶ μάρτυρας, ὅπως ὁ Διευθυντὴς τῆς ΣΕΛΛ Βούλγαρης ἢ ὁ Χωραφᾶς, αὐτοὶ ὅμως βεβαίως ἦσαν ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ὑποστηρίζοντες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰ συμφέροντα τῆς Κοινοπραξίας. Ἐπίσης ὡς μάρτυς ἐξητάσθη ὁ κατηγορούμενος Παπαδόπουλος ὁ ὁποῖος ἦτο προηγουμένως ὑπάλληλος τῆς ΣΕΛΛ καὶ συγχρόνως εἶχε καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν βυτιοφόρων ποὺ ἐνεργοῦσαν μεταφοράς. Ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἦτο φυσικὸν τὸ ἐνδιαφέρον του ὑπὲρ τῆς κοινοπραξίας νὰ εἶναι ζωηρὸν ἀλλά, βεβαίως, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἀπολύτως εἰς καταθέσεις μαρτύρων οἱ ὁποῖοι εἶχον προσωπικὸν συμφέρον νὰ ὑποστηρίζουν τὰς ἀπόψεις ποὺ ὑπεστήριζον. Ἐξητάσαμεν, καθὼς σᾶς εἶπα, καὶ μερικοὺς αὐτοκινητιστάς. Ἐξητάσαμεν ἕνα μάρτυρα ποὺ διέθετε 1–2 βυτιοφόρα ὁ ὁποῖος κατὰ σύμπτωσιν ἔτυχε νὰ εἶναι συμπολίτης καὶ φίλος τοῦ κατηγορουμένου Ὑπουργοῦ, ὀνόματι Σκαρλῆν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὅτι ἦτο καλὸς πολίτης. Παρουσιάσθη ὡς μάρτυς καὶ τὸν κατηγόρησεν ὅτι ἦτο κομμουνιστής. Ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Γενικὴν Ἀσφάλειαν ἀμέσως νὰ μοῦ δώσουν τὸ φύλλον του καὶ ἂν ὑπάρχῃ φάκελλος διὰ τὸν ἐν λόγῳ καὶ ἡ Ἀσφάλεια μὲ ἐπληροφόρησεν ὅτι εἶναι ὑπερεθνικόφρων. Συγχρόνως, ὅμως, ὁ ἄνθρωπος κατέθεσε καὶ τὸ ἀπολυτήριον τοῦ στρατοῦ ἐκ τοῦ ὁποίου φαίνεται ὅτι καθ’ ὅλα τὰ ἔτη τῆς ἀνταρσίας ἐπολέμησε καὶ ἀπελύθη ἀπὸ τὸν στρατὸν μὲ διαγωγὴν ἐξαίρετον καὶ ἀρίστην. Αὐτός, κατηγορήθη ὡς κομμουνιστής. Ἐξητάσαμε καὶ ἄλλους μάρτυρας τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιθυμῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀναφέρω, διότι εἶναι φυσικὸν νὰ ἔχετε ἀναγνώσει τὴν ἔκθεσίν μας, ἡ ὁποία, ὁμολογῶ, εἶναι ἀπολύτως ἀντικειμενική, ἀπολύτως ἀμερόληπτος. Δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἂν ἡ ἔκθεσίς μας ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἢ οὔ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαζανᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§43Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑπόθεσις Χατζηπάνου εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν κατόπιν τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Ἀνακριτικῆς, ὡς πρὸς Δικαστήριον, εἰσάγεται ὅμως κατὰ ἕνα τρόπον ἐντελῶς ἀνώμαλον. Τοῦτο, ἔχει μεγίστην σημασίαν ὄχι μόνον διὰ τὴν κρινομένην ὑπόθεσιν καὶ τὸν κρινόμενον Ὑπουργὸν ἀλλὰ γενικωτέραν διὰ τὴν ἱστορίαν ἀκόμη τῆς ἐφαρμογῆς ἀήθους ἐφαρμογῆς διώξεως ἑνὸς Ὑπουργοῦ ὑπὸ Κοινοβουλίου. Διὰ νὰ κατηγορηθῇ εἷς Ὑπουργός...
§44Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις.
§45Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Διὰ νὰ κατηγορηθῇ εἷς Ὑπουργὸς εἴτε ἐν ἐνεργείᾳ εἴτε τέως ὑπουργός, πρέπει νὰ προϋπάρξῃ εἷς ἔλεγχος, μία κατηγορία ἐκ μέρους βουλευτῶν, νὰ ἀναπτυχθῶσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον τὰ στοιχεῖα τῆς κατηγορίας καὶ ἂν 20 βουλευταί, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, προτείνουν τὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τούτου ἄσκησιν ποινικῆς ἀγωγῆς, νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν θὰ συστήσῃ ἢ μὴ Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν παρὰ ταύτης, ἂν ἡ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ κατηγορία εἶναι βάσιμος ἢ μή. Τοιοῦτον τι ἐν προκειμένῳ, δὲν συνέβη. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ταῦτα διότι δὲν ἔχουν μόνον τυπικὴν σημασίαν, ἔχουν καὶ καὶ οὐσιαστικήν. Κατῆλθε πρὸ ὀλίγου τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Βασιλειάδης, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν: Μελετήσατε τὴν πρότασιν τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ἐκάμαμε εὐσυνείδητον ἐργασίαν καὶ πιστεύσατέ μας διότι εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ ὅταν ἠθέλησε δύο ζητήματα νὰ θίξῃ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, διετύπωσεν ἀνακριβείας ὅπως θὰ σᾶς ἀποδείξω κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον. Οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ἐννέα βουλευτῶν προτεινόντων τὴν παραπομπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον, οὐδεὶς ἄλλος ἔλαβε τὸν λόγον διὰ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἀναγκάζεται ἡ μειοψηφία μόνον νὰ ὁμιλήσῃ. Παρηκολούθησα ἐπὶ δύο τώρα ἡμέρας, ἀφ’ ὅτου δηλαδὴ διενεμήθη εἰς τοὺς βουλευτὰς ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς, παρηκολούθησα τὴν δικογραφίαν εἰς τὸν εἰδικὸν Γραμματέα ὅστις ἐφύλαττε ταύτην. Οὐδὲν ἀπολύτως ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἠθέλησε νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς γενομένης ἀνακρίσεως. Οἱ προτείνοντες τὴν παραπομπὴν ἀπουσιάζουν ἐκ τοῦ βήματος. Πῶς θὰ σχηματίσετε γνώμην ὑμεῖς, Δικασταὶ πλέον, πῶς θὰ σχηματίσετε γνώμην εὐσυνείδητον διὰ νὰ ἀποδώσετε τὴν μεγαλυτέραν μομφὴν εἰς ἕνα τέως Ὑπουργὸν καὶ νὰ τὸν φέρετε πιθανὸν ἐνώπιον εἰδικοῦ Δικαστηρίου ἐπὶ ἀπιστίᾳ, πράξει ἀτιμωτικῇ;
§46Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὑποστηρίζετε ὅτι κανεὶς δὲν ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσίν μας.
§47Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν μὲ παρηκολουθήσατε εἰς ὅσα εἶπον.
§48Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὅταν διαβάσῃ τις τὴν ἔκθεσιν εἶναι λίαν διαφωτιστικὴ καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσῃ τὴν δικογραφίαν.
§49Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀλλοίμονον, τότε κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος δὲν θὰ ἐζήτει τὴν γνώμην καὶ τὴν εὐσυνείδητον ψῆφον τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ἔλεγεν: «ἂς ἀποφασίσῃ ὁ κ. Βασιλειάδης, ὁ κ. Λαζανᾶς ἢ οἱ 12 τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς». Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ θέτει ὁ νόμος καὶ τὸ θέτει ὡς ἐγγύησιν τοῦ δικαίου, ἐγγύησιν τοῦ ὅτι δεδικαιολογημένως εἰς ἕνα Ὑπουργὸν θὰ προσάψωμεν τὴν μομφὴν τοῦ κατηγορουμένου. Ἐκεῖνο ποὺ θέλει ὁ νόμος εἶναι νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, κατὰ συνείδησιν ψηφίζουσα, ὅτι πράγματι ὑπάρχουν ἐνδείξεις σοβαραί, ἀποχρῶσαι, ἱκαναὶ νὰ παραπέμψουν τὸν Ὑπουργὸν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον. Καὶ ἐρωτῶ: πόθεν τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀπόντα κατὰ τὸ πλεῖστον, θὰ ἀντλήσουν αὐτὴν τὴν γνώμην;
§50Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἔχετε τὴν ἀντίληψιν, κ. συνάδελφε, ὅτι εἶναι δυνατὸν 250 βουλευταὶ ἐκ περιτροπῆς νὰ διαβάσουν μίαν ὀγκωδεστάτην δικογραφίαν διὰ νὰ μορφώσουν δικανικὴν γνώμην προκειμένου νὰ ἀποφασίσουν;
§51Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ παρελάσουν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ οἱ 9 βουλευταὶ τῆς Ἐπιτροπῆς οἱ ὁποῖοι προτείνουν τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν παραπομπήν.
§52Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλη ὑπόθεσις.
§53Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Θὰ παρελάσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ διατὶ ἐπιμένετε νὰ ὁμιλήσωμεν πρῶτοι;
§54Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀκριβῶς δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον, εἶπον ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸν νὰ ὁμιλήσουν πρῶτοι οἱ τρεῖς τῆς μειοψηφίας. Κανονικὸν εἶναι νὰ ἀναπτύξουν τὴν ὑπόθεσιν οἱ τῆς πλειοψηφίας. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὴν μειοψηφίαν, εἴπωμεν τὰς ἀντιλήψεις μας καὶ ἔλθετε σεῖς διὰ νὰ ἀνατρέψετε τῆς μικρᾶς αὐτῆς μειοψηφίας τὰς σκέψεις.
§55Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἕνας κι’ ἕνας, κ. συνάδελφε.
§56Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἠρώτησα ὅμως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ μοῦ εἶπεν: «Οὐδεὶς ἄλλος θὰ ὁμιλήσῃ ἐκτὸς τῶν τριῶν τῆς μειοψηφίας». Ἐγώ, ἐν πάσῃ περιπτώσει κατέρχομαι τοῦ βήματος, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ἡ πλειοψηφία.
§57Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, ὅτι συγχωρῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, δι’ ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν, ὅτι δηλαδὴ ἐγὼ εἶπον ἀνακριβείας. Τὸν συγχωρῶ διότι ὑποστηρίζει μίαν ἀσθενῆ ὑπόθεσιν καὶ πρέπει νὰ εἴμεθα γενναιόψυχοι. (Χειροκροτήματα). Κατὰ δεύτερον λόγον σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Πρόεδρε, πῶς προεξοφλεῖ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι δὲν θὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς; Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῶν μελῶν τῆς πλειοψηφίας ἐπέχει θέσιν ἀγορεύσεως. Ἐὰν ὅμως οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐπιθυμοῦν νὰ ὁμιλήσουν, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἅπαντες θὰ παρελάσουν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§58Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω, κύριοι.
§59Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρεκάλουν, κύριε συνάδελφε, ἐὰν ἠθέλατε νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε μίαν διακοπήν...
§60Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Ἀκόμη δὲν ἤρχισα καὶ μὲ διακόπτετε;
§61Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Ἤθελα νὰ εἴπω, ἐὰν θέλετε νὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
§62Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω τελευταῖος. Ἀνῆλθον τώρα εἰς τὸ βῆμα ἵνα εἴπω εἰς τὴν ἔντιμον συνέλευσίν σας ὅτι πρόκειται περὶ σοβαρᾶς καὶ λεπτῆς ὑποθέσεως. Πρέπει νὰ λείψουν, κύριοι, αἱ διακοπαί. Ὅποιος θέλει ἂς κρατήσῃ σημειώσεις καὶ ἂς ἀπαντήσῃ. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ εἶναι τακτικὸν εἶναι, μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς—διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν κατέχει τὴν ὑπόθεσιν—ὀφείλει τὸ Προεδρεῖον νὰ καλέσῃ κατὰ σειρὰν τοὺς τῆς πλειοψηφίας...
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;
§64Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶναι πλειοψηφία. Διότι εἶναι κατήγορος, διότι ζητεῖ τὴν παραπομπὴν καὶ διότι ἡμεῖς, ὡς κατὰ τεκμήριον κατηγορούμενοι, πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν τελευταῖοι. Πρὸ παντὸς ὅμως, κύριοι, πρέπει νὰ τακτοποιηθῶμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ σταθῶμεν καλῶς, ἄνευ διακοπῶν. Συζητοῦμεν ἓν θέμα σοβαρόν, ἓν θέμα θίγον ὄχι μόνον τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς συναδέλφου καὶ πρέπει, ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις, νὰ εἴμεθα εὐλαβεῖς, συνετοί, καὶ νὰ σταθῶμεν ὅπως ἐμπρέπει.
§65Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, ἐκτελοῦσα χρέη παρὰ Πλημμελειοδίκαις Εἰσαγγελέως, συντάσσει τὴν ἔκθεσίν της, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἀποτελεῖ, δηλαδή, ἡ ἔκθεσις πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως πρὸς τὸ Συμβούλιον, ὅπερ ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ Βουλή. Συνεπῶς ἡ ἔκθεσις ἡ ἰδική μας, περιλαμβάνουσα τὰς αἰτίας διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖ τὴν παραπομπὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀποτελεῖ τὴν ἐπὶ τούτῳ πρότασίν μας, ἡ ὁποία εἶναι γραπτή, στηρίζεται δὲ ὡς προκύπτει ἐξ αὐτῆς δι’ ὅλας τὰς σκέψεις της ἐπὶ ἐγγράφων καὶ μαρτυρικῶν καταθέσεων. Ἤδη παρατηρεῖται τὸ παράδοξον, ἓν μέλος τῆς πολυκεφάλου ταύτης Εἰσαγγελίας—διότι ὁ νόμος καθώρισε πολυκέφαλον Εἰσαγγελίαν, ἐκ 12 μελῶν—διαφωνεῖ πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας καὶ ἔρχετα νὰ ψέξῃ τὴν γνώμην αὐτῆς καὶ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη. Συνεπῶς ἐκεῖνοι ἔχουν τὸν λόγον, πρῶτον, διὰ νὰ ἀποδείξουν ὅτι ἔσφαλεν ἡ πλειοψηφία.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Ἐκ τῆς δεξιᾶς). Ὄχι.
§67Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ὀρθὸν καὶ ἐπιβεβλημένον θὰ ἦτο οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς νὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον πέραν τῶν ὅσων ἐν τῇ ἐκθέσει ἐξετέθησαν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως γίνεται τοῦτο καὶ ἡ μειοψηφία λαμβάνει τὸν λόγον, ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἴδωμεν τί πλείονα θὰ προσθέσῃ διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν, διότι ἡ κατηγορία ἡμῶν ἀποτελεῖται ἀπὸ τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν.
§68Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Νὰ τὴν ἀναπτύξετε διὰ νὰ ἀπαντήσωμεν κατόπιν.
§69Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ λέγει ὁ νόμος.
§70Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ κάμω μίαν διευκρίνησιν. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω, διότι ἐγὼ ἠρκούμην εἰς τὸ ὅτι μετὰ τῶν ἄλλων μελῶν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς κατεθέσαμεν ἐγγράφως τὴν ἔκθεσίν μας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Παρεκλήθην ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ κάμω μίαν πρόχειρον εἰσήγησιν καὶ ἔκαμα μίαν πρόχειρον εἰσήγησιν, ἀμερόληπτον, ἀπολύτως ἀντικειμενικὴν διὰ νὰ δώσω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Λαζανᾶν νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις του. Ὀφείλω νὰ κάμω αὐτὴν τὴν δήλωσιν. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὁμιλήσω, θὰ ἠρκούμην εἰς τὴν ἔκθεσιν.
§71Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐπιμένω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ τάξις ἡ ὁποία τηρεῖται δὲν εἶναι ἡ πρέπουσα. Ὑποχωροῦμεν ὅμως διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ ὑπόθεσις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μπικάκης ὅτι ἀποτελοῦμεν ἡμεῖς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχὴν οἱ 12 τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι πολὺ ἐπιτυχές. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν λέγει ὅτι οἱ 12 τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς συντάσσουν καὶ ὑποβάλλουν τὴν πρότασιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μετὰ γενικεύεται ἡ συζήτησις. Δὲν ἔχει τὴν τάξιν τῶν δικαστηρίων ἡ ὑπόθεσις, ἔχει τὴν τάξιν τοῦ Κοινοβουλίου. Θέλει συζήτησιν, θέλει ἔρευναν τὸ Κοινοβούλιον, θέλει νὰ δώσῃ εἰς ἕκαστον τῶν ἀποτελούντων τὸ Κοινοβούλιον ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς σκέψεως τῆς ὀρθῆς καὶ δικαίας, τῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ἐπιτροπή, κατηγορεῖ ἢ δὲν κατηγορεῖ.
§72Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸ παντὸς δὲν εἶσθε Εἰσαγγελία, εἶσθε ἀνάκρισις.
§73Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐὰν εἴμεθα Εἰσαγγελεῖς πρέπει νὰ ἀποχωρήσωμεν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διεξαχθῇ, κύριε Μπικάκη, ἀφορμὴν δίδει ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν δίδομεν, εἶναι δὲ ἐντελῶς ἀνώμαλος ἡ εἰσαγωγὴ τῆς συζητήσεως εἰς τὴν ὑπόθεσιν Χατζηπάνου, διὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργοῦ, ἐξηγοῦμαι ἀμέσως καὶ πιστεύω ὅτι θὰ μείνετε ἀπολύτως σύμφωνοι μὲ ἐμέ. Ὁ νομοθέτης τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, ἐφαντάσθη μίαν κατηγορίαν εἰς συζήτησιν τῆς Βουλῆς ἐναντίον ὑπουργοῦ ὑπηρετοῦντος ἢ τέως, συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀφίνει κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν πρότασιν 20 βουλευτῶν ζητούντων τὴν σύστασιν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἀνάκρισιν τῆς πράξεως δι’ ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος κατηγορήθη ὁ ὑπουργός. Μὲ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔγινε ἡ συζήτησις εἰς τὸ κοινοβούλιον, θὰ συνιστᾶτε ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τούτου. Τὶ ἔγινεν ἐν προκειμένῳ; Ἔγινεν ἐν προκειμένῳ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει γίνει, τοὐλάχιστον νομίζω ἐγὼ καὶ ὅσοι ἔχετε ἀσχοληθῆ μὲ τὰ δικαστήρια θὰ συμφωνήσετε. Ἔγινεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχῃ συμβῇ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν δικαστηρίων. Αὐτομηνύεται ὁ κατηγορούμενος, ὑποβάλλει μήνυσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον ὁ κατηγορούμενος. Ἐξεδόθη ἕνα βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν κατὰ παρεκτροπὴν τοῦ Συντάγματος ἐναντίον τοῦ Χατζηπάνου μὲ ἐκφράσεις ἀνοικείους εἰς δικαστικὸν ἔγγραφον. Ἦτο τὸ βούλευμα τοῦτο συνέχεια μιᾶς προεκλογικῆς προπαγάνδας εἰς τὸν ἡμερήσιον τύπον ἐναντίον τοῦ Χατζηπάνου, ἐναντίον τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος. Καὶ ὁ ἀτυχὴς κατηγορούμενος ἐν τῷ βουλεύματι Ὑπουργός, μὴ ἀπολογηθεὶς εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, μὴ ζητηθεὶς κἂν νὰ δώσῃ πληροφορίας, εἰς ποίους δικαστάς του ἐνόμισεν ὡς ὑστάτην ἄμυναν τῆς τιμῆς του νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὡς βουλευτὴς καὶ διὰ τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος νὰ ζητήσῃ συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐζήτησε σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς. Ἐνθυμεῖσθε ὅσοι παρίστασθε εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος ἀντιρρήσεις ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Σώματος. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ΣΚ–ΕΛΔ καὶ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἀξιότιμος κ. Σβῶλος, ὁ ἀξιότιμος κ. Μαῦρας, καὶ ὁ κ. Μπακόπουλος. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης χθές, ὑπεστήριξαν ὅτι δὲν συντρέχει περίπτωσις συστάσεως ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σβῶλος μάλιστα ἑρμηνεύων τὸ Σύνταγμα, ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ ἐλέγχου ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργοῦ. Ὅμως ἡ νομολογία τοῦ Κοινοβουλίου μας καὶ χθὲς ἀκόμη εἶναι ἀντίθετος. Συνεστήθησαν ἐξεταστικαὶ Ἐπιτροπαὶ ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν ἐθνοσυνέλευσιν διὰ ζητήματα ἐντελῶς ἄσχετα πρὸς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως ἢ πρὸς κατηγορούμενον Ὑπουργόν. Συνεστήθη ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ συναλλάγματος. Μελετῶν σχετικῶς εὑρίσκω τὴν συζήτησιν τοῦ 1911, ὅταν τὸ πρῶτον καθωρίσθη διὰ νόμου, νόμου μάλιστα ὑπάρχοντος καὶ ἰσχύοντος, ἡ σύστασις ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ εὑρίσκω ἐκεῖ τὰ ἀκόλουθα: «Πρότασις περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς ἐνέχει πάντοτε σπέρμα δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ............... ............... (ἀναγινώσκει) ...............». Αὐτὰ τὰ ἔλεγε ὁ Στ. Δραγούμης. Ἔκτοτε ἐνομολογήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν γίνεται μόνον ἐξ αἰτίας, ἐξ ἀφορμῆς ἢ διὰ τὸν ἔλεγχον Ὑπουργοῦ. Ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ συνιστᾶται διὰ πᾶν ζήτημα γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὅπερ ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν. Λέγω ταῦτα διότι ἔπρεπε νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ αἴτημα Χατζηπάνου περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Τότε ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐξετάζουσα τὸ πῶς κατὰ παρεκτροπὴν τοῦ Συντάγματος ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἔκρινε τὰς πράξεις Ὑπουργοῦ κατ’ οὐσίαν κατηγοροῦσα αὐτόν. ἐξετάζουσα ἀκόμη ἂν ὑπῆρχον στοιχεῖα ἐνοχοποιοῦντα ἢ ἀδίκημα Ὑπουργοῦ θὰ ἔφερε τὸ πόρισμα αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἔκριναν τὰ μέλη τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, συντρεχούσης δὲ περιπτώσεως θὰ ἔπρεπεν 20 βουλευταὶ ἐκ τῶν ἐχόντων γνώμην κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ὑποβάλουν σχετικὴν πρότασιν εἰς τὸ Σῶμα περὶ συστάσεως ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς Τότε ὁμαλῶς θὰ ἐφηρμόζετο ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμος. Ἀλλ’ ἀφοῦ διετυπώθησαν ἀντιρρήσεις διὰ τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο ἡ αὐτοκαταγγελία τοῦ Χατζηπάνου διὰ προτάσεως εἴκοσι βουλευτῶν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος νὰ συσταθῇ ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Ἄλλο μέσον ἀμύνης δὲν εἶχεν ὁ Χατζηπᾶνος. Τώρα ἀφοῦ οὐδεμία ἐγένετο ποτὲ συζήτησις κατηγορίας εἰς τὴν Βουλήν, ζητούμεθα ἡμεῖς ἡ μειοψηφία τῆς προτάσεως νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν διατὶ πιστεύομεν εἰς τὴν ἀθωότητα τοῦ Ὑπουργοῦ μειοψηφίσαντες εἰς τὴν πρότασιν τῆς πλειοψηφίας παραπομπῆς εἰς δίκην αὐτοῦ. Ἐζητήσαμεν νὰ ἀκουσθῇ πρώτη ἡ πλειοψηφία, νὰ ὑποστηριχθῇ δηλαδὴ ἡ κατηγορία καὶ ἔπειτα ἡμεῖς οἱ μειοψηφίσαντες νὰ ἀκουσθῶμεν. Τὶ δικαιότερον καὶ δικονομικώτερον ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν; Ἀρχὴ εἰς τὴν δικαιοσύνην τὴν ποινικὴν εἶναι νὰ ἀκούεται τελευταῖος πάντοτε ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου στρέφεται μία κατηγορία. Ἐδῶ ἀντεστράφησαν τὰ πράγματα. Θὰ ἀκουσθῆτε πρῶτα ἐσεῖς, λέγει ὁ κ. Μπικάκης, διὰ νὰ ἀντικρούσωμεν ἡμεῖς σᾶς. Νὰ γίνῃ λοιπὸν κατὰ τὸν τρόπον αὐτόν, ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην τῆς αἰτήσεως Χατζηπάνου περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο καὶ κάτι ἄλλο ὥστε νὰ ἐπακολουθήσῃ ἓν μέγα σφάλμα. Ἠμφεσβητήθη ἡ ἰσχὺς τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅσοι παρηκολουθήσατε τὴν θεωρίαν ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἐνταῦθα περὶ ἀναβιώσεως ἢ μὴ ἀναβιώσεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ Συντάγματος 1927 καὶ ἐψηφίσθη ἐσπευσμένως ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ νόμος περὶ ἀναβιώσεως τοῦ νόμου Τρικούπη 1876 περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν μὲ ὅλας τὰς ἀπὸ τότε γενομένας μέχρι σήμερον τροποποιήσεις αὐτοῦ. Ὅταν εἰς μίαν στιγμὴν ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἔβλεπον μίαν μεγάλην παρατυπίαν ἡ ὁποία θὰ γεννήσῃ καὶ ἐν τῇ παρούσῃ ὑποθέσει καὶ θὰ ἔχῃ μίαν ἀταξίαν, ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις. Μοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία, χάριν τῆς ἱστορίας, χάριν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, χάριν τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν θέλει πᾶς τις καλῆς πίστεως ὅτι διὰ νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλὰς πρέπει πρωτίστως νὰ ζήσῃ ὁ Κοινοβουλευτισμὸς νὰ τονίσω ὅτι ὁ περὶ ἀναβιώσεως τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου ψηφισθεὶς νόμος ἔχει διάταξιν ἀντισυνταγματικήν. Τὸ δὲ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμος εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος, εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς λειτουργίας τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος. Ἐν τῇ ἐσπευσμένῃ λοιπὸν συζητήσει τῆς ἀναβιώσεως τοῦ νόμου 1876 ἐψηφίσθη καὶ ὁ νόμος 871 τοῦ 1917, ὁ ὁποῖος εἶναι τροποποίησις τοῦ βασικοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ὁ νόμος τοῦ 1917 λέγει: «Ἀλέξανδρος Βασιλεύς..... ......... (ἀναγινώσκει) ............». Εἶναι ὁ Σεπτέμβριος τοῦ 1917, ὁ ἐθνικὸς διχασμὸς εἶχεν φθάσει εἰς τὸ κατακόρυφον. Ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις Βενιζέλου τῆς Θεσσαλονίκης εἶχεν ἐπανέλθη εἰς Ἀθήνας, εἶχεν ἀναβιώσει ἡ Βουλὴ τοῦ Μαΐου τοῦ 1915, ἡ Βουλὴ τῶν Λαζάρων ὅπως ἐκλήθη, θεωρηθείσης ἀντισυνταγματικῆς τῆς ἀκυρώσεως τῆς Βουλῆς 1916. Κατηγορήθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις Ράλλη καὶ Γούναρη ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ ἐνώπιον τοῦ Εἰδ. Δικαστηρίου Ὑπουργῶν. Ἔπρεπε ἐφαρμοζομένου τοῦ νόμου 1876 ὡς εἶχε νὰ εἰσαχθοῦν εἰς δίκην καὶ ἅπαντες οἱ συναίτιοι καὶ συναυτουργοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν τὴν Κυβέρνησιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ δὲν μετέβησαν εἰς Θεσσαλονίκην. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τεθῇ ἡ ἀνωτέρω διάταξις, ὅτι μόνον ἐκεῖνοι θὰ παραπεμφθοῦν ἐκ τῶν συναιτίων καὶ συνεργῶν οἱ ὁποῖοι δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς θὰ παρεπέμποντο εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Μένει ὅμως ἀκαθόριστον ἐὰν συναίτιος ἢ συναυτουργὸς δὲν παραπεμφθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν μαζὶ μὲ παραπεμπόμενον Ὑπουργὸν, δύνανται τὰ τακτικὰ δικαστήρια νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ αὐτόν; Δι’ ἐμὲ ἡ διάταξις εἶναι οὐσιαστικὴ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν παρεπέμποντο οἱ συναυτουργοὶ ἢ συνεργοὶ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ πλέον κατηγορία κατ’ αὐτῶν ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μία γνώμη καὶ ἡ διάταξις, ἀφήνει ἀμφισβήτησιν. Πλέον τούτου διὰ τοῦ ἰσχύοντος ἄνω νόμου τοῦ 1917, ἐξαλείφεται ἡ διάταξις τοῦ νόμου 1876 καθ’ ἥν δὲν γίνεται ἀνάκρισις καὶ κατὰ συναιτίων ἢ συνεργῶν πρὶν κατηγορηθῇ ὁ Ὑπουργός. Ἑπομένως θὰ γεννηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ζήτημα ἑρμηνείας κατὰ πόσον ἡ τακτικὴ Δικαιοσύνη θὰ δύναται μὴ ἀσκηθείσης ποινικῆς ἀγωγῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ Ὑπουργοῦ νὰ ἐνεργῇ ἀνάκρισιν, διέπουσα συναιτίους ἢ συνεργούς, ὑπουργικοῦ ἀδικήματος. Ἐὰν παρίστατο ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔκανα συστάσεις διὰ τὴν ταχυτέραν διόρθωσιν τοῦ νόμου, καταργῶν ὁλόκληρον τὸν νόμον τοῦ 1917. Σαφὴς ἦτο ὁ ν. τοῦ 1876, ὁ ὁποῖος διέτασσεν, ὅτι οὐδεμία ἀνάκρισις γίνεται κατὰ συνεργοῦ καὶ αὐτουργοῦ ἐφ’ ὅσον δὲν ἠσκήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ποινικὴ ἀγωγή. Ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νόμου τοῦ 1917 ἰσχύουσα εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ ὑπουργικοῦ ἀξιώματος ἀφοῦ θὰ δύναται ἡ τακτικὴ Δικαιοσύνη νὰ διώκῃ τοὺς συναιτίους ἢ συνεργούς, ὡς συνέβη εἰς τὴν κρινωμένην ὑπόθεσιν Χατζηπάνου.
§74Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν νομίζετε ὅτι ὑπάρχει κενὸν εἰς τὸν νόμον ἂς συμπληρωθῇ, ἀλλὰ ἡ γνώμη μου ὡς εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου, νομίζω καὶ τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη κατηγορίας τινὸς Ὑπουργοῦ καὶ ἀπεφάνθη κατὰ ἕνα τρόπον ἐπ’ αὐτῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ στάδιον ἐπεκτάσεως, τῆς κοινῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς τυχὸν περιπτώσεως καθ’ ἣν θὰ ἰσχυρίζετο ὅτι μεταγενεστέρως προέκυψαν στοιχεῖα ἐνοχῆς καὶ κατ’ ἄλλου συναιτίου ἢ συναυτουργοῦ τῆς αὐτῆς πράξεως.
§75Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἰς Ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων του διαπράττει ἀδίκημα καὶ εἰς τὸ ἀδίκημα ἐνέχονται ἰδιῶται ὡς συναίτιοι ἢ συνεργοί. Κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ παραιτηθέντος μάλιστα οὔτε ἠσκήθη οὔτε ἀσκεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ποινικὴ ἀγωγή. Εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια ὑποβάλλεται μήνυσις κατὰ τῶν συναιτίων ἰδιωτῶν. Ἡ διάταξις τοῦ νόμου 1876 καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ἀνάκρισις κατὰ τῶν συναιτίων ἢ συνεργῶν ἐφ’ ὅσον δὲν ἠσχολήθη ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, κατηργήθη ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1917. Ἐρωτῶ ἡ τακτικὴ Δικαιοσύνη νομίμως θὰ ἐνεργήσῃ ἀνάκρισιν ὅπως ἔγινεν εἰς τὴν κρινομένην ὑπόθεσιν Χατζηπάνου;
§76Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ ὑπάρξει παραγραφή.
§77Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἀδιστάκτως φρονοῦμεν ὄχι. Οὔτε δύναται νὰ παραβιάζεται τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος μὲ παραπομπὴν εἰς DALLOZ ὡς κάμνει τὸ βούλευμα ἢ μὲ σκέψεις ὡς ἐκεῖναι τῆς παραγραφῆς.
§78Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ μεσολαβήσει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὰ τῆς εἰδικῆς παραγραφῆς τοῦ ἀδικήματος, τότε ναί. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ παρέλθει ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς, τότε εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ρυθμίσεως.
§79Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Σαφὴς ὁ νόμος τοῦ 1876 ὅστις ἐν ἄρθρῳ 10 ἀπηγόρευσε τὴν ἀνάκρισιν κατὰ συναιτίων ἢ συνεργῶν ἐφ’ ὅσον δὲν ἐδιώχθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργός. Διωκομένων τῶν συναιτίων οὐσιαστικῶς διώκεται ὁ Ὑπουργὸς διότι τούτου θὰ κριθοῦν αἱ πράξεις καὶ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν ὅτι δὲν εἰσάγεται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τυπικῶς εἰς δίκην. Ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς τακτικῆς Δικαιοσύνης παραβιάζει τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 1876 ἐξηλήφθη ὑπὸ τοῦ νόμου 815 τοῦ 1917 ἰσχύοντος πλέον σήμερον καὶ πρέπει τὸ ταχύτερον ὁ νόμος 815 νὰ καταργηθῇ ὡς ἀντισυνταγματικὸς ἀντίθετος πρὸς τὸ γράμμα εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀπευθυνόμενος πρὸς ὑμᾶς ὡς πρὸς δικαστάς, διὰ νὰ σᾶς πείσω περὶ τῆς ἀθωότητος ἑνὸς ἀνθρώπου, τοῦ ὁποίου οἱ πλεῖστοι ἐγνωρίσατε καὶ ἐξετιμήσατε τὴν εὐγένειαν καὶ τὴν μόρφωσιν καὶ τὸ ἦθος Ἡ ὑπόθεσις ὅμως δὲν συνεζητήθη ποτὲ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας μόνον ἕνα πεπλανημένον βούλευμα τῆς τακτικῆς Δικαιοσύνης καὶ μίαν πρότασιν 9 ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐν πολλοῖς ἀντέγραψαν τὸ βούλευμα. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω κανένα, ἀντέγραψαν ὅμως τὸ βούλευμα, διότι μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα κατηγοροῦν Ὑπουργὸν ἐπὶ ἀπιστίᾳ μὲ τὸ ἄρθρον 402 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Μὲ τὸ ἄρθρον 402 δὲν εἶναι ὅμως νομικῶς δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ Ὑπουργός. Σφάλμα ἔπραξε ἡ τακτικὴ Δικαιοσύνη. Τὸ ἐπαναλαμβάνουν καὶ οἱ ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι. Τὸ ἄρθρον 402 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἀφορᾷ τοὺς διαχειριστὰς ξένων περιουσιῶν, τοὺς κηδεμόνας κληρονομιῶν, τοὺς ἐντολοδόχους ἐν γένει, καὶ συμπληροῖ τὸ ἄρθρον..... τοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν ἀφορᾷ Δημοσίους Ὑπαλλήλους. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ σᾶς κουράσω ἐὰν σᾶς ἀναγνώσω τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ ἄρθρου τούτου 402 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον, εἶναι νόμος τοῦ Δημητρακοπούλου τοῦ 1911. (Ἀναγινώσκει). Τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπιστίας τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου .... τοῦ ποινικοῦ νόμου ὅστις τελικῶς καθιεροῖ τὴν παράβασιν καθήκοντος ἐν ἄρθρῳ..... διὰ δὲ τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον προβλέπονται αἱ περὶ ἀπιστίας περιπτώσεις τὰς ὁποίας παρεῖδε τὸ βούλευμα Πλημμελιοδικῶν καὶ μετέπειτα ἡ πλειοψηφία τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἄρθρον 402 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐν προκειμένῳ. Ἡ πρότασις τῆς πλειοψηφίας ἀντιγράψασα τὸ βούλευμα καὶ θέλουσα κάτι περισσότερον νὰ στραφῇ ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ προτείνει τὴν παραπομπὴν καὶ ἑνὸς Τμηματάρχου τοῦ Παπαδάμ, καὶ τὸ χείριστον εἰσάγει εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ τὸν Σκόπαν. Προσέξατε, κύριοι, ἐὰν παραπεμφθῇ ὁ αὐτοκινητιστὴς Σκόπας εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον ἐπὶ ψευδομαρτυρίᾳ, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς περιβεβλημένος τὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ.
§80Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὡς συνεργὸς παραπέμπεται.
§81Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ πλάνη σας.
§82Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἅπαξ διὰ παντὸς εἰς ὅτι ἀφορᾷ ἐμὲ νὰ μὴ λέγετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνακριβές, ἢ ὅτι δὲν γνωρίζω τὸ ζήτημα, διότι δὲν σᾶς τὸ ἐπιτρέπω.
§83Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Θὰ πεισθῆτε, κύριε Βασιλειάδη, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ λέγω ὅτι ἐπλανήθητε.
§84Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἔχετε δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι θέλετε διὰ νὰ ὑποστηρίξετε τὰς ἀπόψεις σας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ εἶσθε πολὺ ἐπιφυλακτικὸς εἰς τὰς κρίσεις σας δι’ ἐμέ, διότι ἠξεύρετε ὅτι εἶμαι ἀπολύτως ἀντικειμενικὸς καὶ κατέχω τὴν ὑπόθεσιν καλύτερον ἀπὸ σᾶς. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω καὶ κάτι τι ἄλλο. Ἔρχεσθε διαρκῶς καὶ μοῦ λέγετε περὶ πεπλανημένης γνώμης. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: πεπλανημένη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἀνάκρισιν τακτικοῦ ἀνακριτοῦ; Πεπλανημένη εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Προέδρου Ἐφετῶν κ. Συργιαδάκη ὁ ὁποῖος διετάχθη νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν τῶν ὑγρῶν καυσίμων καὶ ἔβγαλε ἀπόφασιν ὁμοίαν μὲ τὴν ἰδικήν μας: Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνετε ὅτι δὲν κατέχω τὴν ὑπόθεσιν.
§85Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Συργιαδάκη εἶναι νέον στοιχεῖον τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή.
§86Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Σεῖς ἔξοχος νομικός, κύριε Μπακόπουλε ὑποστηρίζετε ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη τακτικῶν Δικαστῶν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ στοιχεῖον διὰ τὴν κρινομένην ὑπόθεσιν; Πᾶσα ἐνέργεια οἱουδήποτε Δικαστοῦ ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἔκθεσις αὐτοῦ μόνη ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ἀλλὰ καὶ ἱκανὴ νὰ κρίνῃ τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἰδοὺ τώρα τὶ λέγει ἡ παραπεμπτικὴ πρότασις τῆς πλειοψηφίας.... «(Ἀναγινώσκει)...............................». Ὑπάρχει τις ὅστις θὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι πρόκειται περὶ αὐτοτελοῦς κατηγορίας ψευδομαρτυρίας ἑνὸς σωφέρ; Μόνον ἂν δεχθῶμεν ἰδιότητα Ὑπουργοῦ εἰς τὸν Σκόπα δικαιολογεῖται ἡ πρότασις τῆς παραπομπῆς. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν εἶναι σαφής. Κατηγοροῦνται ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου ὁ Ὑπουργὸς, οἱ συναίτιοι καὶ οἱ συνεργοί.
§87Α. ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ ἀδικήματος.
§88Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Σκόπας παραπέμπεται δι’ ἄλλο ἀδίκημα, καὶ ὁ Ὑπουργὸς δι’ ἄλλο. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανές.
§89Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸν παρέπεμπεν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον τὸ βούλευμα καὶ ἡ πρότασις ἀντιγράφει.
§90Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐὰν παραπέμπεται διὰ ψευδομαρτυρίαν, κακῶς παραπέμπεται.
§91Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Διὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν μας δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ κἂν συζήτησις ὅτι ἕνας σωφὲρ προτείνεται νὰ παραπεμφθῇ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον μαζὺ μὲ Ὑπουργὸν δι’ ἀδίκημα ἰδικόν του ψευδομαρτυρίας.
§92Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πλειοψηφία ἀντέγραψε τὸ βούλευμα.
§93Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐγὼ ἐξετέλεσα τὸ καθῆκον μου πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐν συνεχείᾳ ἡ πρότασις τῆς πλειοψηφίας παραπέμπει εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον καὶ ἕνα δυστυχῆ ὑπάλληλον τὸν Παπαδάμ. Ἀκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ σκεπτικὸν θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε μὲ ποίαν δικαιολογίαν παραπέμπεται εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον εἷς Τμηματάρχης Ὑπουργείου: «Κατὰ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας ....... (ἀναγινώσκει) .......». Τὸ ὅτι ὁ Παπαδὰμ δὲν παρέστη εἰς τὸν μειοδοτικὸν διαγωνισμὸν τῆς 28.7.49, διηγεῖται ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Μακρυνικόλας, εἶχε διατάξει ὁ Ὑπουργὸς τὴν ματαίωσιν ἀλλ’ αὐτὸς ἐπροχώρησε μὴ ἔχων τὸ σχετικὸν ἔγγραφον ὅπερ ἐστάλη τὴν ἑπομένην· ἐὰν ἔχῃ οὕτω, ὀρθῶς ὁ ὑφιστάμενος τῷ Ὑπουργῷ ὑπάλληλος ἀπουσίασεν. Διὰ δὲ τὴν εἰς ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἀνάκρισίν του σύγχυσιν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἔγγραφον ἐξέτασίν του: (Ἀναγινώσκει τὴν κατάθεσιν). «Εἰς ἐρώτησιν ἐὰν αἱ τιμαὶ τὰς ὁποίας ὥρισεν ὁ Ὑπουργὸς 30% κάτω τοῦ ἐπισήμου τιμολογίου ἀπέφερον ζημίαν ἢ κέρδος ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἔναντι τῶν τιμῶν τῶν ἐπιτευχθεισῶν 1) ἐκ τῶν δημοπρασιῶν καὶ 2) ἐκ τοῦ ἐπισήμου τιμολογίου τὸ ὁποῖον ἐχρισιμοποιεῖτο μέχρι τοῦ Ἰουλίου 1949, ὁ μάρτυς ἀπαντᾷ ὅτι βάσει συνταχθέντος παρ’ ἐμοῦ πίνακος τὸ διαφυγὸν κέρδος τοῦ Δημοσίου δι’ ἁπάσας τὰς μεταφορὰς ἀναβιβάζεται εἰς 92.200.000 μηνιαίως ἀντιθέτως δηλώνω ὅτι ἡ διαφορὰ κομίστρων μεταξὺ 600 καὶ 720 δραχμῶν ἅτινα ἐπληρώνοντο ὑπὸ τῆς Κοινοπραξίας πρότερον καὶ 525–630 ἅτινα κατεβάλλοντο δυνάμει τῶν ἀποφάσεων Χατζηπάνου καταλείπει ἐνεργητικὸν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου 1.123.907.125 δραχμῶν. Εἰς 145 ἑκατομμύρια ὑπολογίζει μηνιαίως τὸ διαφυγὸν κέρδος ἡ πλειοψηφία, ὁ μάρτυς ὅμως λέγει τὴν ἀλήθειαν ὑποστηρίζων ὅτι εἶναι 92 καὶ ὄχι 145. Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα διότι εἴτε 92 ζημιώνει εἴτε 145 εἶναι τὸ αὐτό. Ἡ κατάθεσίς του ὑποδεικνύει τὸ σφᾶλμα τοῦ βουλεύματος ὡς πρὸς τὸ διαφυγὸν κέρδος διότι τὸ βούλευμα δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὸ ὑποδειχθὲν δι’ εἰδικοῦ ἐγγράφου τῆς Κοινοπραξίας πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα λογιστικὸν λάθος ἐξ ὑπολογισμοῦ ὡς καταβληθέντων κομίστρων καὶ εἰς καύσιμα ἅτινα μετεφέρθησαν διὰ θαλάσσης. Ἐκ τοῦ λάθους τούτου τὰ 92 ἑκατομμύρια ἔγιναν 145. Τὸ λάθος ἐπαναλαμβάνει καὶ ἡ πρότασις τῆς πλειοψηφίας. Προσέθεσεν ἀκόμη ὁ Παπαδάμ, ποία ἡ ὠφέλεια τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Χατζηπάνου παραχωρήσαντος τὰς μεταφορὰς μὲ ἔκπτωσιν 30% κάτω τῶν μέχρι τότε πληρωνομένων κομίστρων καὶ κατ’ ἀκρίβειαν τοῦ γενομένου πίνακος ἡ ὠφέλεια ἀναβιβάζεται εἰς 1.123.907.128 δραχμάς. Αὐτὰ λέγει ὁ Παπαδάμ, τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως, κληθεὶς νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν συμβάντων εἰς τὸ γραφεῖον του, διότι εἶναι μετὰ τὸν Μπαζιώτην, ὁ Τμηματάρχης τῆς Διευθύνσεως τῶν καυσίμων, ὁ ἁρμοδιώτερος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§94Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Μετὰ τὴν κατάθεσιν αὐτοῦ ἐτέθη εἰς διαθεσιμότητα.
§95Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. «Τὰ καθ’ ἕκαστον..... (Ἀναγινώσκει)................. τὰς μεταφοράς». Λέγει καμμίαν ἀνακρίβειαν; Ἀλλὰ καὶ ἂν λέγῃ ἀνακρίβειαν εἶναι ἔνοχος συνεργείας καὶ παραπεμπτέος ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου; Ἀλλὰ θὰ συνεχίσω τὴν κατάθεσιν τοῦ μάρτυρος τούτου. Ἰδίᾳ πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ πεισθῇ ὅτι πράγματι ὑπῆρχεν ἀνεπάρκεια βαρελίων κατὰ τὸν χρόνον τῶν δημοπρασιῶν, γεγονὸς ὅπερ δὲν δέχεται οὔτε ἡ πρότασις τῆς πλειοψηφίας, οὔτε τὸ βούλευμα τῶν Πλημμελειοδικῶν. «Ἀθῆναι τῇ.................. ................(Ἀναγινώσκει) ..............». Ἔγγραφον τῆς ΚΕΠ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν Μεταφορῶν: (Ἀναγινώσκει)..........................» Αὐτὰ εἶπεν ὁ δυστυχὴς αὐτὸς Παπαδάμ. Κατηγορήθη ὅτι ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἀταξίαν καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι συνεργός. Δὲν εἶπε καλὰ τὰ πράγματα. Δὲν τὰ εἶπεν κατὰ τὸν τρόπον ποὺ θὰ ἦσαν εὐχάριστα καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι συνεργός. Εἶναι ὅτι δὲν ὑπῆρχον ἀρκετὰ βαρέλια, ἐνῷ ὅπως βλέπετε εἰς τὴν πρότασιν, ὑποστηρίζει ἡ πλειοψηφία ὅτι ὑπῆρχεν ἀρκετὸς ἀριθμὸς βαρελίων, ὅμως ἐκτὸς τοῦ μάρτυρος Μακρυνικόλα, οὐδεὶς ἕτερος, οὐδεὶς ἀπελύτως ἐκ τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων, Δ)ντῶν Ὑπουργ., Δ)ντῶν τῶν ἑταιρειῶν SHELL, SOCONY κλπ. ἠμφισβήτησε τὸ γεγονὸς ὅτι πράγματι δὲν ὑπῆρχον βαρέλια ἀνάλογα διὰ τὰς μεταφορὰς κατὰ τὸν Ἰούλιον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἔκαμε τὴν δημοπρασίαν. Θὰ ἀναγνώσω κατόπιν ἔγγραφα ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ ἀνεπάρκεια τῶν βαρελίων καὶ πόσον ἐκ τῆς ἐλλείψεως τούτων διαμαρτύρονται τὰ κέντρα καταναλώσεως, ἔγγραφα ἀπὸ τοῦ 1948 μέχρι τοῦ 1950 ἰδίᾳ ἀφορῶντα τὴν ὑπὸ κρίσιν ἐποχήν, δηλ. τοῦ Ἰουλίου καὶ Αὐγούστου τοῦ 1949. Ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀντίθετα πρὸς τὰς ἀποδείξεις ὑποστηρίζει ὅτι ὑπῆρχεν ἐπάρκεια βαρελίων διότι ἡ δημοπρασία τῶν μεταφορῶν ἐγένετο διὰ βυτιοφόρα ἀλλὰ καὶ βαρέλια. Διὰ νὰ κάμῃ δημοπρασίαν καὶ μὲ βαρέλια, θὰ πῇ ὅτι ὑπῆρχον βαρέλια. Ράβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει. Εἰς τὴν κατὰ τὴν 25 Μαΐου ἀγόρευσίν του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπολογούμενος σᾶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πειστικῶς καὶ εἰλικρινῶς, ἔκαμα μίαν δημοπρασίαν οὐχὶ διὰ κατακύρωσιν ταύτης ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδω τί εἶναι τὸ κόμιστρον, διὰ νὰ ἴδω πόσα βυτιοφόρα ἔχομεν καὶ ἀναλόγως ἀποφασίσω τελικῶς τὰς μεταφορὰς κατὰ τὸν συμφερώτερον καὶ ἀσφαλέστερον τρόπον.......... (δὲν ἠκούσθη εὐκρινῶς) .......... καὶ μὲ ἀπόφασιν νὰ μὴ προωθοῦνται μὲ βαρέλια τὰ καύσιμα. Ὅτι τοῦτο εἶναι ἀκριβές, βεβαιοῖ καὶ εἷς ἐκ τῶν πλέον ἀξιοπίστων μαρτύρων, ὁ Γενικὸς Δ)τὴς τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν κ. Βακκᾶς, ὁ ὁποῖος καταθέτει «ὅτι τὰς δημοπρασίας ἀπεφασίσαμεν οὐχὶ ὡς σκοπὸν ἀλλ’ ὡς μέσον». Θὰ σᾶς ἀναγνώσω δύο ἀκόμα καταθέσεις μαρτύρων σχετικῶς μὲ τὴν ἀνεπάρκειαν βαρελίων. Ὁ μάρτυς Βούλγαρης, Διευθυντής: «Σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῶν βαρελίων ἡ Κοινοπραξία δι’ ἐπανειλημμένων ἐγγράφων τόσον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ ὅσον καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν ἐπέστησε τὴν προσοχήν των ἐπὶ τῆς ἐλλείψεως ταύτης τῶν βαρελίων ἥτις ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς δημοπρασίας καὶ μέχρι σήμερον».
§96Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Αὐτοὺς διατὶ δὲν τοὺς παρεπέμψατε;
§97Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν παρέπεμψα κανένα. Ἄλλος μάρτυς, ὁ Χωραφᾶς, Δ)τὴς τῆς Σόκονυ. Ἰδοὺ τί λέγει: «Βεβαιῶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι πάντοτε καὶ κατὰ Ἰούλιον 1949 καὶ Αὔγουστον 1949 ἦτο ἀδύνατον νὰ προωθηθοῦν εἰς τὰ χερσαῖα κέντρα καταναλώσεως τὰ ὑγρὰ καύσιμα διὰ βαρελίων, διότι εἰς ταῦτα καὶ σήμερον ἀκόμη ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ ἀδυναμία». Ἄλλος μάρτυς ὁ κ. Μπαζιώτης, Διευθυντὴς καυσίμων, λέγει διὰ τὰ βαρέλια τὰ ἑξῆς, ὁ Μπαζιώτης ὁ ὁποῖος δὲν παρεπέμφθη ἐπὶ συνεργείᾳ καίτοι λέγει περισσότερα ἀπὸ ὅσα λέγει ὁ Παπαδάμ: «Μετὰ πάροδον ἡμερῶν τινων μὲ ἐκάλεσεν ὁ Ὑπουργὸς καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς καθ’ ὅσον προϋποθέτουν σημαντικὸν ὄγκον μεταφορῶν διὰ βαρελίων τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν. Οἱ ἀνωτέρω ἰσχυρισμοὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἦσαν βάσιμοι». Ὁ μάρτυς Πασπαλιάρης, ὑπάλληλος, τῆς Σὲλλ ἀπαντᾷ ὅτι: «Διὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον 1949 ὡς μὲ ἐρωτᾶτε δὲν ἐνθυμοῦμαι εἰδικῶς ἐὰν ὑπῆρχεν ἔλλειψις βαρελίων, ἀλλὰ πάντοτε ὑπῆρχε καὶ ἀπὸ τῆς συστάσεώς της ἡ Κοινοπραξία ἐτόνιζε τὴν ἔλλειψιν κενῶν βαρελίων δι’ ἐγγράφων εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα». Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἄλλας καταθέσεις, διότι ἄλλως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσητε ἀσφαλῆ γνώμην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ὁ μάρτυς Τζανετόπουλος, Τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν, λέγει: «Ἐκ τοῦ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα ἐλέγχου μου ἐπὶ τῆς Κ.Ε.Π. ἀπὸ τοῦ 1946 ἕως 1948 καὶ μετέπειτα ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου 1949 ἀφ’ ἧς ἐποχῆς διωρίσθην μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς προωθήσεως καυσίμων Ὑπουργείου Μεταφορῶν, διεπίστωσα σημαντικὴν ἀνεπάρκειαν ἀριθμοῦ βαρελίων. Ὁμοίως ὅτι ἡ διὰ βυτιοφόρων αὐτοκινήτων ἐνεργουμένη μεταφορὰ παρουσιάζει πολλὰ πλεονεκτήματα κλπ.». Θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἔγγραφα ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται τί ἐγίνετο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, Ἰουνίου–Ἰουλίου–Αὐγούστου 1949, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀπεφάσισεν νὰ μὴ προωθήσῃ τὰ καύσιμα διὰ βαρελίων καὶ νὰ ἐκτιμήσετε τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς πλειοψηφίας ὅτι οὐδένα εἶχε λόγον νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὰς δημοπρασίας. «Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν. Λίαν ἐπεῖγον. Κ.Ε.Π. 3830)27.6.49 .......... .......... (Ἀναγινώσκει) ................». Τηλ)μα ἐκ Κυπαρισσίας τῆς 19.7.49: «Παρακαλοῦμεν μεριμνήσητε ............ (Ἀναγινώσκει) ..........». Σῆμα ἐπεῖγον: Κ.Ε.Π. Ἰούλιος 1949 θέμα: «Ἔγκρισις ἀποστολῆς 10 τόννων βενζίνης εἰς Ρέθυμνον καὶ Χανιά». «......... (ἀναγινώσκει) ..........». Σῆμα ἐπεῖγον: «Παραθέτομεν κατωτέρω κείμενον ὑπερεπείγοντος τηλ)τος ἐκ Πατρῶν «........(Ἀναγινώσκει) .........................». Ἐλάβομεν τὸ κάτωθι ἐπεῖγον τηλεγράφημα Πρακτορείου Πατρῶν: «Στρατιωτικὴ Μονὰς ................ ............ (ἀναγινώσκει) .............». Ἀπὸ τὴν Ἤπειρον. 23 Μαΐου: «Ἐν συνεχείᾳ ........ ................ (ἀναγινώσκει) ...........». Τηλεγράφημα Μυτιλήνης: «Παρακαλοῦμεν διατάξατε ... ................ (ἀναγινώσκει) ...........». Τηλεγράφημα Χίου: «....(ἀναγινώσκει) ......». 16 Ἰουλίου, ἀντίγραφον Ἄρτας: «....... (ἀναγινώσκει) .........................». Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἔγγραφα καὶ τηλεγραφήματα περὶ ἐλλείψεως βαρελίων εἰς τὰ διάφορα ἐπαρχιακὰ κέντρα καὶ διὰ νὰ μὴ μείνῃ καμμία ἀμφιβολία, κύριοι βουλευταί, ὅτι πράγματι ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔλλειψις βαρελίων καὶ ὅτι ὀρθοτάτη ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διαγωνισμοῦ, ὡς εἶχε δικαίωμα, καὶ νὰ παραχωρήσῃ τὺς μεταφορὰς εἰς βυτιοφορεῖς, θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ὁμιλίαν του εἰς τὴν Βουλὴν πρὶν ἢ συσταθῇ ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν 9 Αὐγούστου. «Ἀναφερόμενοι εἰς τὸ ὑπ’ ἀρ. 21. 6.49 ἔγγραφον .........(Ἀναγινώσκει) ......». Ποῖον ἄλλον ἔπρεπε νὰ συμβουλευθῇ ὁ Ὑπουργὸς διὰ νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν βαρελίων, ποῖον ἄλλον παρὰ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει τὰς μεταφορὰς τῶν πετρελαιοειδῶν, δηλαδὴ τὴν Κοινοπραξίαν; καὶ ἡ Κοινοπραξία τοῦ ἔλεγεν τὴν 21.6.49: «Ἡ ὅλη διαιώνισις καὶ προώθησις τῶν πετρελαιοειδῶν ....... (ἀναγινώσκει) ..................................».
§98Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῖος τὰ ἔστειλε τὰ ἔγγραφα αὐτά;
§99Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἡ Κοινοπραξία πετρελαιοειδῶν καὶ ἀπευθύνονται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ.
§100Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νομίζω μᾶς εἴπατε ὅτι εἶναι ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν.
§101Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἶναι ἄλλο αὐτό. (Ἀναγινώσκει). «Εἰς δὲ τὰς Πάτρας μόνον μὲ βυτιοφόρα δέον νὰ γίνῃ ἡ προώθησις. Πρὸς Θεοῦ μὴ χρησιμοποιήσετε βαρέλια, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐπάρκειαν». Ἐξηγήσατε τώρα, κ. βουλευταί, τὴν πρότασιν τῆς παραπομπῆς τοῦ Παπαδὰμ διότι ὑπεστήριξεν ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἐπάρκεια βαρελίων.
§102Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, διὰ νὰ τεθῇ ἐκτὸς ὑπηρεσίας ὁ μάρτυς, ὑποτίθεται ὅτι τὰ ὅσα κατέθεσεν μετεφέρθησαν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός, ἀλλὰ θέλω νὰ πληροφορηθῶ ἂν ἡ ἀνάκρισις ἐγένετο δημοσίᾳ.
§103Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὄχι.
§104Δ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἤθελα νὰ πληροφορηθῶ.
§105Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἶπα ὅτι τὴν ἑπομένην τῆς καταθέσεως τοῦ μάρτυρος τούτου, ὅστις ἦτο τμηματάρχης τῆς Διευθύνσεως καυσίμων τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν τίθεται εἰς διαθεσιμότητα. Σύμπτωσις χρόνου.
§106Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ μετὰ γίνεται συνεργός.
§107Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Μάλιστα. Ὁ Χατζηπᾶνος κατηγορεῖται, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐπροξένησε ζημίαν εἰς τὸ Δημόσιον, διότι δὲν ἐπεκύρωσε τοὺς διαγωνισμοὺς καὶ διότι ἔδωσε τὰς μεταφορὰς καὶ εἰς αὐτοκίνητα βαρελίων πλέον δὲ καὶ μὲ κόμιστρα ἐντελῶς ἄνισα, ὅτι ἀκόμη τὴν ζημίαν ἐπροξένησε μὲ δολίαν προαίρεσιν καὶ τοῦτο διότι ἔδωσε τὰς μεταφορὰς χαριζόμενος, εἰς τοὺς Σκόπα, Παπαδόπουλον κλπ. Τὰ δύο αὐτὰ στοιχεῖα, δηλαδὴ ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου ἡ γενομένη ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἡ πρόθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ζημιώσῃ, συντρέχοντα ἀμφότερα, θὰ συνίστων ἀδίκημα ποινικὸν οὐχὶ βεβαίως τοῦ ἄρθρου 402 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον πεπλανημένως ἀναφέρεται εἰς τὸ βούλευμα τοῦ ἐν Ἀθήναις Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν. Ἡ ζημία ἔγκειται εἰς τοῦτο, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ βουλεύματος καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς διέταξε μειοδοτικὴν δημοπρασίαν μεταφορᾶς τῶν καυσίμων καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς δημοπρασίας προσήγαγεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὰ ἀποτελέσματα μὲ τοὺς μειοδότας τῶν μεταφορῶν εἰς τὰ διάφορα κέντρα, ὁ Ὑπουργὸς ἠρνήθη νὰ τὰ ἐπικυρώσῃ καὶ παρεχώρησε ταύτας εἰς ἄλλους μεταφορεῖς μὲ κόμιστρον μεγαλύτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀπέδωσαν αἱ μειοδοσίαι. Ἐξηγήθη καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Ὑπουργὸς ὥστε θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπῆρχεν ἀληθῶς προκατάληψις κατὰ τούτου καὶ δυσπιστία διὰ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τις τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε μετὰ τόσης εἰλικρινείας, μετὰ τόσης πειστικότητος. Εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν εἶχον ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου καὶ δὲν ἐσκέφθην ποτὲ νὰ κάμω τὰς μεταφορὰς μὲ δημοπρασίας, ἤθελον δὲ νὰ ἀποφύγω τὰ βαρέλια καὶ τὴν σκέψιν αὐτὴν τοῦ Ὑπουργοῦ σᾶς τὴν δίδει ἀνάγλυφον ὁ Γ. Διευθυντὴς τῶν καυσίμων κ. Βακκᾶς. Εἶπεν οὗτος ἐξεταζόμενος, ὅπως σᾶς ἀνέγνωσα «Ὅταν διεκηρύξαμεν τὰς δημοπρασίας δὲν εἴχαμεν ὡς σκοπὸν ταύτας, ἀλλ’ ὡς μέσον». Ἡ σκέψις τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶπεν ὁ κ. Βακκᾶς, κατόπιν τῶν ὅσων σᾶς ἀνέγνωσα, ἦτο νὰ μὴ γίνῃ ἡ προώθησις τῶν καυσίμων διὰ βαρελίων. Εὑρέθη ὁ Ὑπουργὸς πρὸ ἀδυναμίας νὰ ἀκολουθήσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοπρασιῶν τὰ ὁποῖα τοῦ παρουσίασαν, διότι ἔπρεπε τοῦτο μὲν νὰ δώσῃ κόμιστρον ἄνισον διὰ τὰς Πάτρας π.χ. 200 δρχ., διὰ τὴν Τρίπολιν 700 δρχ., διὰ τὸ Κιάτον 550, τοῦτο δὲ νὰ διαθέσῃ σχεδὸν διὰ τὸ ½ τῶν μεταφορῶν τούτων βαρέλια τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ διαθέσῃ καὶ δὲν εἶχε νὰ διαθέσῃ. Σκέπτεται ὁ Ὑπουργὸς διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν καὶ ἡ ἀπόφασίς του ἦτο ἐκείνη τὴν ὁποίαν ὁ Διευθυντὴς τῶν καυσίμων Μπαζιώτης καταθέτει ὅτι ἐπανειλημμένως ὁ Ὑπουργὸς τοῦ λέγει δὲν δύναμαι νὰ ἀποφασίσω τὴν διὰ βαρελίων μεταφοράν, θέλω βυτιοφόρα διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὰς μεταφοράς. Εὑρίσκεται εἰς τὴν δύσκολον θέσιν κατόπιν τοῦ διαγωνισμοῦ, ὁ ὁποῖος διετάχθη ὡς μέσον διὰ νὰ ἐπιδιωχθῇ ὁ σκοπὸς τῆς προωθήσεως, εὑρέθη πρὸ τῆς ἀνάγκης ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ὀρθόν, τὸ πρέπον καὶ νὰ εἴπῃ θὰ δώσω μόνον εἰς βυτιοφόρα. Ἀλλά, προσέξατε, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τοῦτο, ὅτι θὰ ἔπραττε ἕνα σφάλμα μέγιστον ὡς Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν ἐὰν παρεχώρει τὰς μεταφορὰς μὲ ἄνισον κόμιστρον. Ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κυρία ὑποχρέωσις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ μὴ φέρῃ αὐτὴν τὴν ἀνισότητα τῶν κομίστρων, ἀλλοῦ 200, ἀλλοῦ 500 καὶ ἀλλοῦ 700 δρχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον. Εἶναι μία προσπάθεια καὶ μία ὀρθὴ πολιτική, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν, διὰ τοῦ δωδεκαμελοῦς Συμβουλίου του νὰ ἔχωμεν σταθερὸν καὶ ὡρισμένον τὸ κόμιστρον. Τὸ ἄλλο εἶναι ἀναρχία. Τόσον εἶναι τοῦτο ἀκριβές, τόσον εἶναι πρέπον, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας δὲν ἐπιτρέπει οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν μείωσιν τῶν ναύλων, εἰς τὴν προώθησιν τῶν ἐφοδίων τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ τελευταίως ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου τοῦ 1949 δι’ εἰδικοῦ νόμου ἀπηγόρευσε τὰς δημοπρασίας καὶ ὑπεχρέωσεν ὅλαι αἱ προωθήσεις τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐφοδίων εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ κέντρα νὰ γίνωνται μὲ ναύλους καθοριζομένους ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, δηλαδὴ ὀργάνου ὁμοίου ἐκείνου τοῦ Συμβουλίου τοῦ δωδεκαμελοῦς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Μεταφορῶν. Πῶς θέλετε, λοιπόν, ἐκεῖ μὲν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας οὐδαμοῦ νὰ ἐπιτρέπῃ μείωσιν, ἐδῶ δὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἐπόπτην, ρυθμιστὴν τῶν κομίστρων τὸν θέλετε ἐπὶ τοσοῦτον ἀτακτοῦντα, ὥστε τὸ κόμιστρον νὰ τὸ ἔχῃ εἰς ἄλλους 200 καὶ εἰς ἄλλους 700 δρχ. κατὰ χιλ. τόννον; Ὁ Ὑπουργὸς Χατζηπᾶνος ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ ἕνα κόμιστρον λογικόν, ἕνα κόμιστρον τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετεῖ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ καὶ τὸ συμφέρον τοῦ αὐτοκινήτου διὰ τὸ ὁποῖον ἐτάχθη ὁ ἐπόπτης ρυθμιστὴς καὶ προστάτης. Ἄλλο ὄργανον τὸ ὁποῖον νὰ συμβουλεύεται τεχνικῶς διὰ τὰ ὅρια τῶν κομίστρων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶχε ἀπὸ τὸ δωδεκαμελὲς Συμβούλιον. Καὶ ἀναγινώσκομεν εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς πλειοψηφίας ὁλοκλήρους σελίδας, αἱ ὁποῖαι χύνουν δηλητήριον ἐναντίον προσώπων τινων τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς. Δηλητήριον ἐναντίον προσώπων σεμνῶν διὰ τὰ ὁποῖα ἀληθῶς πρέπει νὰ ὑπερηφανεύηται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Μεταφορῶν, λέγω τοῦτο ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι διετέλεσα κάποτε καὶ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ συνειργάσθην μετ’ αὐτῶν. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους ἐὰν παρακολουθούσατε εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, θὰ ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι πρόκειται περὶ ἀληθῶν ἐπιστιμόνων, οἱ ὁποῖοι πράγματι σεμνύνουν τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦν. Πρόκειται περὶ τοῦ Παϊζάνη, τοῦ Νατσούλη, τοῦ Παπαδάμ, τοῦ ὁποίου Παπαδὰμ ἡ ἔκθεσις τῆς πλειοψηφίας ζητεῖ καὶ τὴν παραπομπὴν εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον.
§108Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀναφέρατε ἐπανειλημμένως τὸ ὄνομα τοῦ κ. Βακᾶ, Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν, καὶ λέγετε ὅτι ἔχει καταθέσει ὅτι ἡ δημοπρασία δὲν ἦτο σκοπός, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸ μέσον. Θὰ παρεκάλουν, διότι εἶναι οὐσιώδης ἡ ἄποψις τοῦ Γεν. Δ)ντοῦ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ μᾶς ἐδιαβάζατε ὁλόκληρον τὴν κατάθεσίν του, διότι νομίζω ὅτι εἶναι σημαντικωτάτη.
§109Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Μάλιστα κ. Πρόεδρε «Νομίζω ὅτι ἡ ἐνέργεια................................... ............. (ἀναγινώσκει)...........».
§110Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρακαλῶ κ. Πρόεδρε νὰ ζητήσητε νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§111Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ποῖα πρακτικά; Ἀφοῦ εἶναι γραμμένα εἰς τὴν κατάθεσιν. Ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ μόνον διὰ τὴν δημιουργίαν ἐντυπώσεων.
§112Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ἐντόνως). Ἐννοῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ διὰ τὴν δημιουργίαν ἐντυπώσεων. Ἀφήσατε τὸν κ. Βασιλειάδην νὰ κατηγορῇ ἕνα Γεν. Δ)ντὴν καὶ ἐμὲ ὅτι ζητοῦμεν νὰ δημιουργοῦμεν ἐντυπώσεις. Δέχομαι τὴν κατηγορίαν αὐτήν, κύριε Βασιλειάδη, καὶ ἐγὼ καὶ ὁ Γεν. Δ)ντὴς κάμνομεν ἐντυπώσεις καὶ μόνον σεῖς ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§113Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Θὰ ἦτο ἐν πλήρει ἀταξίᾳ, κύριοι συνάδελφοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν ἐὰν ἤκουε τὴν συμβουλὴν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου κ. Μπαζιώτη καὶ τοῦ ἑτέρου συνεργοῦ του σήμερον κ. Παπαδάμ, διότι ὁ Παπαδὰμ συνίστα εἰς τοὺς μειοδότας νὰ γίνῃ ἡ παραχώρησις τῶν μεταφορῶν. Θὰ ἦτο, λέγω, παράβασις καθήκοντος ἐὰν τοιοῦτον ἀποτέλεσμα μειοδοτικῆς δημοπρασίας ἐπεκύρου ὁ Ὑπουργός. Δὲν θὰ ἦτο δὲ μόνον παράβασις καθήκοντος, θὰ ἦτο γελοιοποίησις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν ἐὰν ἔλεγεν ὅτι τὰς μεταφορὰς ἐγκρίνω νὰ γίνωνται μὲ τὰ ἴδια αὐτοκίνητα ἀλλοῦ μὲ 200 δρχ. καὶ ἀλλοῦ μὲ 700 δρχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον. Αὐτὸ ἠξίωσεν ὁ κ. Μακρυνικόλας, αὐτὸ ἠξίωσε βέβαια καὶ ὁ κ. Μπαζιώτης ἀλλὰ ἦσαν ὑπάλληλοι, ὁ μὲν οἰκονομικὸς ὁ δὲ τῶν καυσίμων.
§114Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς διακόψω καὶ πάλιν κ. Λαζανᾶ διὰ νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὑπῆρχεν ἡ φράσις εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ κ. Μπαζιώτη, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς τοὺς μειοδότας κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Αὐτοκινήτων. Δὲν ἠμπορῶ νὰ θυμηθῶ πῶς ἔχει ἡ φράσις. Ἦλθε τότε ὁ κ. Μπαζιώτης καὶ τὸ ὑπεστήριξε. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εὑρεθῇ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἐὰν ὑπάρχῃ.
§115Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἶναι ὑπόθεσις Γερογιάννη. Ἔχω τὰ ἔγγραφα αὐτά. Ὁ Γερογιάννης ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἴτησιν μετὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταφορῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐζήτησε νὰ μεταφέρῃ τὰ καύσιμα ἀντὶ 450 δραχμῶν. Ἡ αἴτησίς του ἐκρίθη ὑπὸ τοῦ Συμβ. Αὐτοκινήτων ἐπὶ ζημίᾳ διὰ τὸ αὐτοκίνητον.
§116Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ ἐθίξατε αὐτὸ τὸ θέμα, λέγω ἀκριβῶς ὅτι θὰ ἐπεθύμουν νὰ εὑρεθῇ καὶ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τὸν κ. Μπαζιώτην καὶ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὑπῆρχε φράσις διὰ τῆς ὁποίας ἐλέγετο ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Αὐτοκινήτων δὲν ἔκρινε συμφόρους τὰς τιμὰς αὐτὰς καὶ παρακαλῶ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ν’ ἀναγνωσθῇ, διότι θέλω νὰ τὸ ἐνθυμηθῶ καὶ ἐγώ.
§117Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Εἴπατε προηγουμένως ὅτι κατόπιν τῶν δημοπρασιῶν τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν ὠφέλησε τὸ Δημόσιον 1.493.000.000. Ἐὰν μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν ὑπαγωγὴν τῶν καυσίμων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Μεταφορῶν, ἐρωτῶ: Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ἐνεργῇ δημοπρασίαν;
§118Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὄχι.
§119Γ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ. Ὥστε ἐὰν δὲν ἐνήργει δημοπρασίαν δὲν εἶχε καμμίαν εὐθύνην; Αὐτὸ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω.
§120Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὄχι βεβαίως. Ἕνα ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων στοιχείων τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προσάπτουν καὶ τὸ Βούλευμα καὶ ἡ πλειοψηφία τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι τὸ στοιχεῖον τῆς ζημίας καὶ τὸ στοιχεῖον τοῦ ἀδικήματος τούτου θὰ ἐξετάσω: πρῶτον ἐὰν πράγματι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν ἐπέφερε ζημίαν, διὰ νὰ ἐξετάσω ἔπειτα τὴν πρόθεσιν, ἐὰν εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ ἐπιφέρῃ ζημίαν, διότι ἐὰν ἐπῆλθε ζημία ἄνευ προθέσεως, δὲν ὑπάρχει ἀδίκημα. Λοιπόν, ὑπάρχει ζημία; Λέγουν ναὶ διότι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠκολούθησε τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ὑπαλλήλων, νὰ ἐγκρίνῃ τὴν μειοδοσίαν καὶ παρεχώρησε τὰς μεταφορὰς εἰς τοὺς τελευταίους μειοδότας; Δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ προστάτης τοῦ αὐτοκινήτου λέγει τὸ Βούλευμα! Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐὰν ἔπραττε τοῦτο ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἦτο ἀξιοκατάκριτος, θὰ ἦτο πράγματι ἄξιος κυρώσεων, ἀλλὰ θὰ ἦτο καὶ ἀξιογέλαστος, διότι θὰ ἔλεγεν εἰς τὸ κοινὸν ὅτι «ἐγὼ Ὑπουργὸς ὢν τῶν Μεταφορῶν, ρυθμιστὴς τοῦ κομίστρου τῶν αὐτοκινήτων, ἔδωσα—θὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν—εἰς τοὺς μὲν 200 δρχ. καὶ εἰς τοὺς ἄλλους 800 δρχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον τὴν μεταφορὰν τῶν καυσίμων. Τοιαύτη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῶν τελευταίων μειοδοτῶν. Ἂς μὴ ἐξετάσωμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι δίδων τὰς μεταφορὰς εἰς τοὺς τελευταίους μειοδότας θὰ ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς βαρέλια τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε. Ἀντελήφθη ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τῆς δημοπρασίας ὅτι λογικὸν καὶ δίκαιον ἦτο νὰ πληρώσῃ διὰ τὰς μεταφορὰς 30% κάτω τῶν κομίστρων τῶν πετρελαιοειδῶν. Ὑπάρχει ἐδῶ μία παρεξήγησις. Δὲν εἶναι 30% τὸ κόμιστρον κάτω τοῦ ἐπισήμου τιμολογίου, εἶναι 47½%. Τὸ κόμιστρον κανονίζεται ἀπὸ 12μελὲς Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν. Τὸ Συμβούλιον αὐτὸ λειτουργεῖ ἀπὸ τὸ 1945 καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ εἰδικούς. Καὶ τὸ συμβούλιον τοῦτο κανονίζει τὸ κόμιστρον τῆς μεταφορᾶς κατ’ ὀκᾶν καὶ κατὰ τόννον τῶν ἐμπορευμάτων. Ὅταν ἀλλάζῃ ἡ τιμὴ τῆς βενζίνης, τῶν ἐργατικῶν κλπ. ἀλλάζει καὶ ἡ τιμὴ τῶν κομίστρων. Τὸ κόμιστρον τοῦ Ἀπριλίου 1945 ἦτο 1000 δρχ. κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον, τὸ δὲ κόμιστρον τῶν πετρελαιοειδῶν ἀπὸ τοῦ 1946 ἦτο κάτω τῶν ἄλλων ἐμπορευμάτων 25%, διότι μεταφέρονται εἰς μεγάλας ποσότητας. Δι’ ἀποφάσεως τῶν τριῶν Ὑπουργῶν, Οἰκονομικῶν, Ἐφοδιασμοῦ καὶ Μεταφορῶν εἶχε κανονισθῆ ἡ ἔκπτωσις τοῦ 20%. Διὰ τὰ βυτιοφόρα ὅμως διότι ἐπιστρέφουν κενά, ἐνῷ τὰ φορτηγὰ μὲ τὰ βαρέλια παίρνουν ἄλλα ἐμπορεύματα, ἐδόθη αὔξησις 20%. Ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ ἐδόθη δι’ αὐτὸν τὸν λόγον 750 δρχ. διὰ τὰς διὰ βαρελίων μεταφορὰς διὰ δὲ τὰ βυτιοφόρα 900 δρχ. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ πλάνη τοῦ κ. Βασιλειάδη.
§121Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὰ κόμιστρα ἴσχυον προτοῦ ἀναλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Μήπως καθωρίσθησαν ὑπὸ τῆς
ΕΦΕΞ;
§122Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Τὰ κόμιστρα καθωρίσθησαν τὴν 6.4.49 διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 30388 ἀποφάσεως, τὸ γενικὸν κόμιστρον εἰς δρχ. 1000 ἄνευ γνώμης τοῦ 12μελοῦς Συμβουλίου Αὐτοκινήτων.
§123Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ κόμιστρον αὐτὸ ἴσχυε καὶ προηγουμένως; Ἴσχυε δηλαδὴ καὶ πρὸ τοῦ κ. Χατζηπάνου;
§124Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Τὸ κόμιστρον εἶχε καθορισθῆ δι’ ἀποφάσεως τῶν 3 Ὑπουργῶν. Θὰ πάρω τὴν ἀπόφασιν καὶ θὰ σᾶς εἴπω πόσον ἦσαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ 1948 εἶχε καθορισθῆ ἕνα κόμιστρον διὰ τὰ πετρέλαια εἰδικῶς, τοῦ ὁποίου τὸ ποσὸν ἦτο περίπου 600 δρχ.
§125Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Γνωρίζετε τὴν σύμβασιν τὴν ὑπογραφεῖσαν ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα τῆς ΕΦΕΞ καὶ πρόεδρον Κουτσογιάννην;
§126Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Εἶναι σύμβασις τῶν πετρελαιοειδῶν εἰς τὰς Πάτρας. Αἱ συμβάσεις περιλαμβάνουν κόμιστρον μικρότερον τοῦ ἀνωτάτου κομίστρου.
§127Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Ἀναφέρει ὡς ἐπίσημον κόμιστρον τὶς 1800, τὸ ὁποῖον ἰσχύει κατόπιν κοινῆς ἀποφάσεως τῶν 3 Ὑπουργῶν, διατὶ γράφεται ἐδῶ ὡς ἀναιτιολογήτως; Γνωρίζετε ποῖον ἦτο τὸ ἐπίσημον κόμιστρον;
§128Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. 720 δρχ.
§129Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Δηλαδὴ 1440 δρχ.
§130Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§131Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Τὸ ἔχετε γράψει εἰς τὴν ἔκθεσίν σας;
§132Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Μάλιστα!
§133Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Δὲν κατέχετε τὸ θέμα καθόλου διότι λέγετε ὅτι τὸ κόμιστρον τὸ καθώρισεν ὁ Ὑπουργὸς τὸ 1949. Πρῶτον δὲν τὸ καθορίζει ποτὲ ὁ Ὑπουργὸς τὸ κόμιστρον, διότι δὲν ἔχει τὴν δυνατότητα καὶ διότι αὐτὸ κανονίζεται βάσει τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντελῶς τεχνικοὶ καὶ ἐντελῶς ξένοι, ἑπομένως ἔγιναν ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ὅλαι αἱ διατυπώσεις αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται, μὲ μονογραφὰς τῶν Διευθυντῶν. Συνεπῶς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβές. Δεύτερον δὲν ηὐξήθη τὸ κόμιστρον διότι τὸ προηγούμενον κόμιστρον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι μία ἕως τρεῖς φορὰς περισσότερον, ἔχει βάσιν τὴν ἀφετηρίαν Ἀθηνῶν ἐνῷ ἡ ἀφετηρία ἡ ὁποία καθωρίσθη κατόπιν εἶναι ἀφετηρία Σκαραμαγκᾶ. Εἶναι διαφορὰ πολλῶν χιλ)τρων ἡ ὁποία μεταβάλλει τμηματικῶς τὴν ἀξίαν τοῦ κομίστρου. Τρίτον, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ κομίστρων τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀπριλίου 1949 ὁμιλοῦμεν περὶ ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν δὲν εἶχεν οὐδεμίαν σχέσιν καὶ οὐδεμίαν ἁρμοδιότητα σχετικῶς μὲ τὰς μεταφορὰς καυσίμων, διότι ἡ ἁρμοδιότης τῶν μεταφορῶν καυσίμων, ὡς λέγετε καὶ σεῖς εἰς τὴν ἔκθεσίν σας, ἤρχισεν ἀπὸ τὰς 14.7.49. Δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν νὰ μοῦ ἀποδώσητε πρόθεσιν, ὅπως ἀποδίδετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας καὶ νὰ μοῦ ἀμφισβητήσητε, ὅπως μοῦ ἀμφισβητεῖτε καὶ τὴν τιμὴν τῶν 900 δρχ. ὅτι δηλαδὴ ἐγὼ τὴν ἔκαμα ἐπίτηδες διὰ νὰ δημιουργήσω τιμὴν κατωτέραν καὶ νὰ κάμω τὴν διαφορὰν εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, διότι γνωρίζετε, πολὺ καλά, ὅτι εἰς τὰς 4 Σεπτεμβρίου δὲν ἤμην κἂν Ὑπουργὸς τῶν Καυσίμων, ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν. Πῶς λοιπὸν μεταχειρίζεσθε τοιοῦτον ἐπιχείρημα διὰ νὰ πείσετε καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς δικαστὰς ποὺ θὰ ἔλθουν αὔριον, ὅτι ἔχετε δίκαιον;
§134Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Μὲ προκαλέσατε καὶ πρέπει νὰ ἀπαντήσω. Τὸ κόμιστρον καθωρίζετο ἀπὸ τοὺς 3 Ὑπουργοὺς μέχρι καὶ τοῦ 1948 ὁπότε ἔγινεν ὁ νόμος 666.
§135Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Μέχρι τοῦ 1949 ἦτο μόνον ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ.
§136Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Λέγετε ἀνακριβείας. Νὰ διαβάσητε τὰ χαρτιά.
§137Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Θὰ σᾶς διαβάσω τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου.
§138Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούσητε. Εἰς τὴν ἔκθεσίν σας γράφετε ὅτι ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν διὰ τὰ καύσιμα εἶναι ἀπὸ τὰς 4 Ἰουλίου. Αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές.
§139Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Δὲν τὴν διαβάσατε, οὔτε θέλετε νὰ μὲ ἀντιληφθῆτε.
§140Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ πεισθοῦν περὶ τῆς ἀληθείας, θὰ πεισθοῦν ὅλοι οἱ ἄλλοι κ.κ. βουλευταὶ πλὴν τοῦ κ. Μπικάκη.
§141Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει αὕτη νὰ διεξάγεται μὲ ἠρεμίαν καὶ μὲ σεβασμὸν πρὸς τὸ συζητούμενον θέμα.
§142Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Μέχρι πότε εἶχεν ἁρμοδιότητα ὁ Ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ;
§143Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι πᾶν ὅτι λέγω ἐν τῇ ἐκθέσει μου στηρίζεται ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἐὰν θέλετε πρέπει νὰ μὲ ἀφήσετε νὰ εἴπω τὰ νούμερα καὶ τὰς χρονολογίας καὶ ὄχι νὰ δημιουργῆτε ἐντυπώσεις Κύριε Ὑπουργέ, προκαλέσατε μίαν ἀπάντησιν. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε λοιπὸν νὰ ἀπαντήσω. Τὴν διακίνησιν τῶν καυσίμων καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν γενικῶς τὴν εἶχε μέχρι τῆς 28ης Ἰανουαρίου 1949 ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐὰν κάμνω λάθος δὲν ἔχει σημασίαν διότι προκύπτει ἐξ ἐγγράφων. Ἔγινεν ὁ νόμος 666, ὅστις τὴν ἁρμοδιότητα τῆς διακινήσεως τῶν καυσίμων τὴν ἀπέδωσε πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν. Μετὰ τὸν νόμον ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 541 ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἥτις ὡλοκλήρωσε τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν ἐπὶ τῆς διακινήσεως τῶν καυσίμων τὸν Ἰούνιον τοῦ 1949. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως Ἐφοδιασμοῦ, ἡ ΕΦΕΞ, διεξεδίκει μετὰ ταῦτα, δι’ ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα τῆς διακινήσεως ἰσχυριζομένη ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχει τὸν οἰκονομικὸν λογ)σμὸν τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν Κοινοπραξίαν τῶν πετρελαιοειδῶν, διὰ τὰ καύσιμα, πρέπει παρὰ ταῦτα νὰ ἔχῃ καὶ τὸν λογ)σμὸν τῶν μεταφορῶν διότι εἶναι συνάρτησις τοῦ γενικοῦ τούτου λογαριασμοῦ. Ἐπηκολούθησεν ἔρις μακροχρόνιος μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργείων περὶ τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος. Ὁ Ὑπουργὸς Μεταφορῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διεξεδίκει νὰ λάβῃ τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ἀποκλειστικὴν τῆς διαχειρίσεως καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ 28)1)49 συνιστᾷ τὴν Ἐπιτροπὴν προωθήσεως τῶν Καυσίμων, ἡ ὁποία ἤρχισε τὴν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν διὰ τὴν διακίνησιν. Μόλις ὅμως, τὴν 14.7.49 τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ καὶ ἡ ὑπὸ ἐκκαθάρισιν ὑπηρεσία τῆς ΕΦΕΞ, παρῃτήθησαν ὁριστικῶς τῆς διευθετηθείσης ἁρμοδιότητος.
§144Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀπὸ τῆς χρονολογίας αὐτῆς πάει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§145Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Πρὶν ὅμως πάρῃ καὶ αὐτὴν τὴν τυπικὴν δήλωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐφοδιασμοῦ, ὁ Ὑπουργὸς Μεταφορῶν, στηριζόμενος εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διεξεδίκει καὶ παρεσκεύαζε τὴν παρ’ αὐτοῦ ἀποκλειστικὴν διακίνησιν τῶν μεταφορῶν. Παραλλήλως τὴν 6 Ἀπριλίου 1949, μεταβληθέντος τοῦ προηγουμένου καθεστῶτος τοῦ νὰ καθορίζεται τὸ κόμιστρον διὰ κοινῶν ἀποφάσεων τῶν 3 Ὑπουργῶν, μόνον ὁ Ὑπουργὸς Μεταφορῶν καθορίζει πλέον τὸ γενικὸν κόμιστρον πάντων τῶν ἐφοδίων καὶ ἡ Κοινοπραξία ἔκαμε καὶ ἔγγραφον καὶ ἐζήτησε νὰ ἐφαρμόσωμεν τώρα αὐτὸ τὸ κόμιστρον τὸ ὁποῖον μόνος του καθώρισεν ὁ Ὑπουργὸς Μεταφορῶν ναὶ ἢ ὄχι; Ναὶ λέγει τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ, καὶ ἐπακολουθεῖ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο. Μετὰ τὸν καθορισμὸν μόνον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν, ἐπακολουθεῖ δευτέρα ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν ἀπὸ 18 Ἀπριλίου, καθορίζουσα γενικῶς τὰ κόμιστρα τῶν πετρελαιοειδῶν εἰς δρχ. 900 κατὰ χιλ. τόννον ἁπλῆς διαδρομῆς διὰ τὰ βυτιοφόρα.
§146Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Προηγουμένως ἠρευνήσατε ποῖος ἦτο ὁ Γερογιάννης, πῶς μετέφερε εἰς τὰς Πάτρας;
§147Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Δὲν εἶχα λόγον νὰ ἐρευνήσω τί ἔκανε ὁ Γερογιάννης.
§148Π. ΚΑΝΤΖΙΑΣ. Πῶς δὲν εἴχατε ὑπ’ ὄψει νὰ ἐξακριβώσητε τὴν μεγαλυτέραν τῶν μεταφορῶν. Δι’ ὅλα μᾶς κάνετε λογαριασμούς, διὰ τὰς ἐκπτώσεις δὲν μᾶς κάνετε;
§149Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται ὁ κ. Μπικάκης ὅτι ὁ Ὑπουργὸς κατ’ αὐθαίρετον τρόπον καθώρισε τὰ κόμιστρα, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1949, θὰ ἀναγνώσω αὐτὴν ταύτην τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ πλέον ὅτι δὲν ὑπάρχει παρανομία, ἀλλὰ ὑπάρχει νομοταγὴς ὑπουργός, ὁ ὁποῖος σέβεται καὶ τὸν νόμον καὶ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἠθικήν.
§150Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὰ πρακτικά.
§151Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἡ ἀπόφασις λοιπὸν εἶναι......... ............. (Ἀναγινώσκει) ............ Δὲν ἐκδίδει λοιπὸν αὐθαίρετον ἀπόφασιν ὁ Ὑπουργός, κύριε Μπικάκη, τὴν ἐκδίδει βάσει τῶν νόμων, βάσει τῶν διαταγμάτων, καθ’ ἃ εἶχεν ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον καὶ κατόπιν ὑπευθύνου εἰσηγήσεως τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν. Πῶς λοιπὸν σεῖς καταγγέλλετε εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Ὑπουργόν; τοῦτο θὰ ἤθελα νὰ ἐξηγήσητε. Λοιπόν, λέγω, κύριοι, ὅτι τὸ κόμιστρον τοῦτο ὁ Ὑπουργός, προκειμένου περὶ τῶν πετρελαιοειδῶν, ὑποτιμᾷ. Δὲν εἶναι τὸ 30% μόνον, εἶναι τὸ 30% κάτω τοῦ ὑποτιμημένου κομίστρου, διότι τὸ ὑποτιμημένον κόμιστρον διὰ τὰ πετρελαιοειδῆ ἐπὶ τῶν 1000 δραχμῶν εἶναι 850 δραχμαὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, 850 δρχ. διὰ τὰ βαρέλια, 20% παραπάνω διὰ τὰ βυτιοφόρα. 750 δρχ. διὰ τὰ βυτιοφόρα. Τοῦτο τὸ ὑποτιμημένον ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ 25% κόμιστρον, ὑποτιμᾷ ἄλλην μίαν φορὰν ὁ Ὑπουργός, προκειμένου νὰ θέσῃ μίαν τάξιν εἰς τὰς μεταφορὰς καὶ τὰς 900 δραχμὰς τὰς ὑποβιβάζει εἰς 630 καὶ τὰς 750 τὰς ὑποβιβάζει εἰς 525, δηλαδὴ κατὰ 30% τοῦ κομίστρου τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποφασίσει προκειμένου περὶ τῶν πετρελαιοειδῶν. Πλέον τούτου ὥρισεν ἵνα τὰ χιλιόμετρα ὑπολογίζονται οὐχὶ ἀπὸ τῆς Ὁμονοίας τῶν Ἀθηνῶν ὡς συνέβαινεν ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀποθήκην τῆς ΚΕΠ, ἤτοι ἐπὶ ἔλασσον 15 χιλιόμετρα κατὰ διαδρομήν. Αὐτὴ εἶναι ἀκριβῶς ἡ ὠφέλεια τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ὁ Ὑπουργός. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς τὸν ὁποῖον δὲν ἔκανεν οὔτε τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, οὔτε ἡ πλειοψηφία, περὶ τῆς ὠφελείας τὴν ὁποίαν προσεκόμισεν εἰς τὸ Δημόσιον ὁ Ὑπουργός, ὑποβιβάσας τὸ μέχρι τῆς στιγμῆς κόμιστρον τῶν 900 δρ. εἰς δρχ. 630. Τὸ σύνολον τῆς τοιαύτης ὠφελείας πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐξ αἰτίας τῆς πράξεως αὐτῆς τὴν ὁποίαν ἔκανεν ὁ Ὑπουργός, ἀνέρχεται εἰς 1.123.125.000 δρχ. κατ’ ἀκριβέστατον λογαριασμὸν τῶν πληρωθέντων καὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἐπληρώνοντο, ἂν δὲν ἐγένετο ἡ ὑποτίμησις τὴν ὁποίαν ἔκανεν ὁ Ὑπουργός. Τοῦτο ἔπραξε, λοιπόν, ὁ Ὑπουργός. Πῶς ἐζημίωσε λοιπὸν τὸ Δημόσιον; Διὰ νὰ μὴ μείνῃ οὐδεμία ἀμφιβολία καὶ εἰς τὸν πλέον κακόβουλον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὅτι πράγματι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς πράξεως ἐπωφελοῦς διὰ τὸ Κράτος, θὰ τονίσω ὅτι αἱ τιμαὶ ἐκεῖναι τῆς μειοδοσίας, τὰς ὁποίας ἐπρότεινεν ὁ ἐντιμότατος κατὰ τὸν κ. Βασιλειάδην μάρτυς κ. Μακρυνικόλας.
§152Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ὁλόκληρος, ὄχι ἐγώ.
§153Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν μὲ παρακολουθεῖτε, ἐγὼ εἶπα διὰ τὸν κ. Μακρυνικόλαν. Λέγω, λοιπόν, καὶ τονίζω τοῦτο: Θὰ ἴδητε ὅτι ὁ Μακρυνικόλας εἶναι συνεταῖρος εἰς ἑταιρείαν μεταφορῶν. Διὰ νὰ μὴ μείνῃ, λοιπόν, καμμία ἀμφιβολία, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν ἀφῆκε ζημίαν οὐδὲ πόρρωθεν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπέτυχεν ἦτο τὸ MAXIMUM τῆς ὠφελείας, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως τακτοποιήσεως τῆς ὑποθέσεως τῶν μεταφορῶν, διότι ἔπρεπεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν, νὰ μὴ παρίδῃ καὶ τὴν ἀταξίαν τῶν αὐτοκινήτων, διὰ νὰ μὴ σᾶς μείνῃ καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἐπέτυχε τὸ MAXIMUM καὶ ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ κόμιστρον, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ Μακρυνικόλας καὶ δυστυχῶς καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πληρωθῇ, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἐνῷ πλησιάζει νὰ παρέλθῃ δωδεκάμηνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, παρ’ ὅλον τὸν θόρυβον τὸν δημοσιογραφικόν, παρ’ ὅλας τὰς μεγάλας καταγγελίας, παρ’ ὅλας τὰς ἐκθέσεις, τὰ βουλεύματα καὶ τὰς ἐκθέσεις τῆς πλειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν κατωρθώθη παρὰ νὰ πληρώνεται τὸ κόμιστρον ἐκεῖνο τῆς μεγάλης αὐτῆς πράγματι πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ὁ Ὑπουργὸς Χατζηπᾶνος. Διατί δὲν πληρώνεται ἐπὶ Στυλιανίδου; Διατί δὲν πληρώνεται ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ Ὑπουργοῦ κ. Ψαρροῦ τὸ κόμιστρον, τῶν τελευταίων μειοδοτῶν τὸ ὁποῖον μᾶς λέγουν διὰ τὸν Χατζηπᾶνον ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἐπροτίμησεν ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον; Διατί δὲν ἐκάλεσαν τοὺς μειοδότας ἐκείνους οἱ μετέπειτα ὑπουργοί, ὡς εἶχον δικαίωμα, νὰ ἀποδεχθῶσι τὰς μειοδοτικάς των προσφοράς; Οὐδεμίαν νόμιμον ὑποχρέωσιν διὰ δημοπρασίας ἔχουν ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς τὴν διακριτικὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξουσίαν ἡ παραχώρησις τῶν μεταφορῶν καυσίμων. Πῶς αὐτοὶ δὲν κατώρθωσαν νὰ σώσουν τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, τὸ ὁποῖον τόσον ἐζημίωσεν ὁ Χατζηπᾶνος; Ἀλλὰ πληρώνουν ἔκτοτε 590 δραχμὰς διὰ τὰ βυτιοφόρα ἀντὶ τῶν 630 τοῦ Χατζηπάνου, ἐκλιπαροῦντες καθημερινῶς τοὺς βυτιοφορεῖς καὶ διαρκῶς εὑρισκόμεθα εἰς ἀπεργίας καὶ στάσεις τῶν αὐτοκινήτων; Ποία εἶναι ἡ ζημία τοῦ Δημοσίου, ὥστε μὲ εὐσυνείδητον ἀπόφασιν καὶ σκέψιν νὰ εἴπῃ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ὅτι ὁ Χατζηπᾶνος παραδίδεται εἰς τὴν Δικαιοσύνην ἔνοχος διαπράξεως ζημίας κατὰ τοῦ Δημοσίου; Δὲν κατωρθώθη ἐπὶ δωδεκάμηνον νὰ ὑποβιβασθῇ παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατώρθωσεν ὁ Στυλιανίδης. Οὐδεμία λοιπὸν ζημία ἐπροξενήθη καὶ τὸ στοιχεῖον τοῦτο τοῦ ἀδικήματος εἶναι ἀνύπαρκτον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπαρκτὸν ὡς στοιχεῖον εἶναι ὅτι ὁ Χατζηπᾶνος τὰς 900 δρχ. καθώρισεν μὲ ἕνα τρόπον νοικοκυρεμένον, τίμιον, εἰλικρινῆ, ἠθικώτατον καὶ ἐμπρέποντα εἰς ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν, εἰς δραχμὰς 630 παγίως. Ἐὰν ἐνέκρινε τὰ ἀποτελέσματα τῶν δημοπρασιῶν ἔπρεπε νὰ εὕρῃ βαρέλια θὰ ἐγελοιοποιεῖτο δὲ ἡ ἀσκουμένη πολιτικὴ τῆς ρυθμίσεως τοῦ κομίστρου ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν. Ἀλλὰ θὰ σκέπτεταί τις μιᾶς τελευταίας ἀποφάσεως τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ κ. Ψαρροῦ. Ἐδόθη ἡ μεταφορὰ τῶν καυσίμων Πατρῶν, κατὰ σύμπτωσιν τὴν ἑπομένην τῆς ἐξετάσεώς του ὡς μάρτυρος κατηγορίας εἰς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς ἕνα αὐτοκινητιστὴν ὀνόματι Σκαρλῆν, καὶ ἐδόθη ἄνευ διαγωνισμοῦ ἀντὶ 450 δραχμῶν κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον. Εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν ὁ Σκαρλῆς, καὶ ἀνέβαινε καὶ κατέβαινε τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν καὶ ἐπέτυχεν ἐπὶ τέλους νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ μεταφορὰ μὲ 450 δραχμὰς κατὰ χιλιομετρικὸν τόννον. Προσέξατε ὅμως, κύριοι βουλευταί. Ὁ Σκαρλῆς εἶχεν ἓν αὐτοκίνητον 12 τόννων, ἀσύνηθες αὐτοκίνητον βυτιοφόρον, κατασκευάζει ἕτερον αὐτοκίνητον 15 τόννων, ὥστε ἔχει δύο αὐτοκίνητα, τὸ ἓν 12 τόννων καὶ τὸ ἄλλο 15 τόννων. Κύριοι, δὲν εἶμαι εἰδικὸς εἰς τὰ αὐτοκίνητα, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ μοῦ ἔδωκεν ἀρκετάς, τοὐλάχιστον στοιχειώδεις γνώσεις, ἀλλὰ καὶ σεῖς δύνασθε νὰ παρακολουθήσετε αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς εἴπω, διότι εἶναι ἁπλοῦν καὶ τῆς κοινῆς πείρας. Ὅσον τὸ αὐτοκίνητον εἶναι μεγαλύτερον, τόσον τὸ κόστος τῶν κομίστρων εἶναι ὀλιγώτερον, τὸ πρᾶγμα, δὲ εἶναι ἁπλοῦν διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μεταφέρει μὲ αὐτοκίνητον τῶν 15 τόννων ἔχει τὴν αὐτὴν σχεδὸν δαπάνην μὲ τὸν μεταφέροντα δι’ αὐτοκινήτου τῶν 3 τόννων. Ἐννοεῖτε, λοιπόν, ποία εἶναι ἡ ὠφέλεια ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει αὐτοκίνητον τῶν 15 τόννων. Τὸ λέγουν οἱ τεχνικοὶ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὸ ἐκθέτουν κατὰ τρόπον ἐπιστημονικόν, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν καὶ τὸ ἀντιλαμβάνεται πᾶς τις. Ὁ αὐτοκινητιστὴς αὐτὸς Σκαρλῆς, ὁ ὁποῖος, κατὰ σύμπτωσιν τὴν ἑπομένην τῆς ἐξετάσεώς του, ἐπέτυχε τὴν μεταφορὰν τῶν καυσίμων εἰς Πάτρας, εἶναι ὁ φανατικὸς μάρτυς ἐναντίον τοῦ κ. Χατζηπάνου.
§154Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Λέγετε, δηλαδή, ὅτι αὐτὸ τὸ ἔκαμεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς εἰς τὸν Σκαρλῆν πρὸς ἀμοιβήν του; Δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ.
§155Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἶπον ἐκ συμπτώσεως. Ὁ ἕνας μάρτυς ὁ Παπαδὰμ τὴν ἑπομένην τῆς καταθέσεώς του στέλλεται στὸ σπίτι του καὶ ὁ ἄλλος ὁ Σκαρλῆς μὲ τὸ βυτιοφόρον του εἰς τὰς Πάτρας. Σεῖς θὰ τὸ ἐξηγήσητε. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ συμπτώσεως. Ὁ Σκαρλῆς αὐτὸς μετὰ τὴν ἐξέτασίν του εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον ταύτης καὶ κατήγγειλε ὅτι κάποιος συμπολίτης του ἐξ Εὐβοίας τὸν ἠπείλησε διότι κατέθεσεν ἐναντίον τοῦ Χατζηπάνου. Ὅταν δὲ ἐγὼ εἶπον ὅτι ὑπάρχει εἰσαγγελεὺς διὰ νὰ τὸν καταγγείλῃ, ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι κατ’ ἀντιπαράστασιν. Εἰς τὴν κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασιν λέγει ὁ Μόλαρης ὁ ὁποῖος ἦτο κάποτε καὶ ὑπογραμματεὺς Εἰρηνοδικείου ὅτι εἶναι ψεύδη ὅσα λέγει ὁ Σκαρλῆς, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπικίνδυνος κομμουνιστὴς καὶ τοῦ ἔκαψαν οἱ ἀντάρται τὸ αὐτοκίνητον, διότι εἶχε φάει τὸ λάδι των, ὅταν, κατὰ τὴν κατοχὴν ἀνῆκεν εἰς τὸ ΕΑΜ, ὅπως γνωρίζει ὅλη ἡ Εὔβοια. Αὐτὸ καταγγέλλει.
§156Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Θὰ ἔλεγα καλύτερα νὰ μὴ τὰ ἀναγιγνώσκατε αὐτά. Κάμνετε κακὴν ὑπεράσπισιν, κύριοι συνάδελφοι.
§157Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδική μου ὑπόθεσις. Σεῖς νὰ κάμετε τὴν ἰδικήν σας ὑπεράσπισιν.
§158Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ οὔτε κατηγορῶ οὔτε ὑπερασπίζομαι κανένα.
§159Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἐγὼ δὲν κάμνω καμμίαν ὑπεράσπισιν, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ κάμνω ἕνα καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσα ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς. Προσεπάθησα παντὶ σθένει νὰ σχηματίσω τὴν εὐσυνείδητον γνώμην μου. Δὲν ὑπερασπίζομαι κανένα, ἐκθέτω τὴν γνώμην μου καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅ,τι λέγω εἶναι ἡ ἀκρίβεια καὶ πιστεύω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς σᾶς ἀπέδειξα τοὺς συλλογισμούς σας λανθασμένους. Εἶπον ὅτι παρεχωρήθη εἰς τὸν αὐτοκινητιστὴν Σκαρλῆν ἡ μεταφορὰ τῶν πετρελαιοειδῶν εἰς Πάτρας μὲ 12–15 τόννων αὐτοκίνητα καὶ μὲ κόμιστρον 450 δραχμάς. Ἤθελα νὰ εἶναι ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν, τὸν ὁποῖον εἰρήσθω ἐκτιμῶ, κατέχει δὲ πράγματι ἐπαξίως τὴν θέσιν του ὡς Ὑπουργὸς τῶν Μεταφορῶν. Ἀλλὰ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῶν καυσίμων Πατρῶν μὴ ἀκολουθήσας τὴν πολιτικὴν Χατζηπάνου, δὲν ἔσφαλλε ἁπλῶς, ἐζημίωσε ποικιλοτρόπως καὶ ἐμείωσε τὸ γόητρον τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἔδωσε τὴν μεταφορὰν αὐτήν, ἔγινεν ἀπεργία καθολικὴ τῶν βυτιοφόρων. Νομίζετε ὅτι δὲν εἶναι ζημία αὐτὴ ὅτι ἔχομεν ἀπεργίαν τῶν βυτιοφόρων; Ἠξεύρετε ὅτι ἐσταμάτησαν τὰ αὐτοκίνητα εἰς τὴν Πρωτεύουσαν, ἠξεύρετε ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐσταμάτησαν αἱ μεταφοραὶ ἐξ αἰτίας τῆς ἀπεργίας αὐτῆς; Δὲν κατωρθώθη πρὸς στιγμὴν διὰ διαφόρων ὑποσχέσεων, νὰ λυθῇ ἡ ἀπεργία καὶ νὰ συνεχίσουν οἱ βυτιοφορεῖς τὰς μεταφορὰς ὄχι μὲ τῶν 450 δραχμῶν κόμιστρον, ἀλλὰ μὲ τῶν 590, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἐλύθη ἡ ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις τῆς δικαίας διαμαρτυρίας ὡρισμένων βυτιοφορέων. Κύριοι, ὅταν ἔρχεται τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν, ἀποστολὴ τοῦ ὁποίου εἶναι νὰ ρυθμίζῃ τὸ κόμιστρον τοῦ αὐτοκινήτου, καὶ δίδει εἰς δύο αὐτοκίνητα τὰ ὁποῖα κατασκευάζει ἐκείνην τὴν στιγμὴν ὁ μεταφορεὺς τῶν δεκαπέντε τόννων καὶ μεταφέρει μὲ κόμιστρον μικρὸν καταστρέφει ὅλα τὰ ἄλλα αὐτοκίνητα τὰ ὁποῖα εἶναι 3 ἕως 6 τὸ πολὺ τόννων. Αὐτὸ δὲν λέγεται ὀρθὴ πολιτικὴ τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν. Ἂν τοῦτο ἐγίνετο π.χ. εἰς τὰ ἀλεστικὰ τῶν μύλων τὶ θὰ συνέβαινε; Ὁ μῦλος τοῦ Ἁγίου Γεωργίου εἶναι παραγωγῆς δεκαπλασίας ἀπὸ ὅ,τι εἶναι τοῦ Μοσχάτου. Καὶ ὅμως, ἐπιτρέπει τὸ Κράτος τὴν πληρωμὴν καὶ εἰς τοὺς δύο μύλους τοῦ αὐτοῦ δικαιώματος ἀλεστικῶν ὥστε νὰ ζήσουν καὶ οἱ μικροὶ μῦλοι. Τοῦτ’ αὐτὸ κάμνει τὸ Ὑπουργεῖον Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Βεβαίως τὸ βενζινόπλοιον τῶν 100 τόννων, εἰς ναῦλον τὸν ὁποῖον λαμβάνει, ἔναντι τοῦ πλοίου τῶν 15 καὶ 20 τόννων κερδίζει, ἀλλὰ πρέπει νὰ ζήσῃ καὶ τὸ πλοῖον τῶν 20 τόννων. Αὐτὴ ἔδει νὰ εἶναι καὶ ἡ πολιτικὴ ἑνὸς Ὑπουργοῦ Μεταφορῶν. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ Χατζηπάνου τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσεν ἐν προκειμένῳ καὶ ἔφερεν ἕνα ἰσοζύγιον, μίαν τάξιν μίαν ἀσφάλειαν, εἰς τὴν προώθησιν τῶν μεταφορῶν. Διὰ τὴν πολιτικὴν ἐκείνην λέγομεν ὅτι ἀξίζει ἐπαίνου καὶ οὐχὶ καταδίκης. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ὁ Χατζηπᾶνος διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς τῶν 630 δραχμῶν, ἐζημίωσε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὠφέλησε εἶναι προφανὲς καὶ ὁ ἰσχυριζόμενος ὅτι ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον παραβιάζει καὶ τὰ ἔγγραφα, παραβιάζει καὶ τὸ δίκαιον, παραβιάζει καὶ τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως τὸ στοιχεῖον τοῦτο τοῦ ἀδικήματος, ὥστε νὰ μὴ νοηθῇ πλέον πρᾶξις κολάσιμος τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκτὸς ἂν τὴν ὠφέλειαν χαρακτηρίζωμεν ζημίαν. Ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ἄλλο ἀπαραίτητον στοιχεῖον τῆς προθέσεως. Ἔπρεπε ὁ Χατζηπᾶνος ἐπὶ θυσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου του, νὰ φέρῃ ἐπανάστασιν εἰς τοὺς αὐτοκινητιστάς, ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς τὸν Μυτέλον διὰ τὸν ὁποῖον εἶχεν ἔγγραφα ἀπὸ τὴν ἀσφάλειαν, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος....
§160Σ. ΑΛΛΑΜΑΝΗΣ. Καὶ διὰ τοὺς ἄλλους μειοδότας ὑπῆρχον τοιαῦτα ἔγγραφα;
§161Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Τὸ λέγω παρεμπιπτόντως, ὅτι ὄχι μόνον εἶχεν ἄλλους λόγους νὰ μὴ τὸ δώσῃ εἰς τοὺς μειοδότας, ἀλλὰ εἶχε καὶ τὸ ζήτημα τοῦ Μυτέλου, διότι δὲν ἠμποροῦσε νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ δίδω εἰς τοὺς μέν, δὲν τὸ δίδω εἰς τοὺς δέ. Τὸ βούλευμα καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Ἐπιτροπῆς ὑποστηρίζουν ὅτι ὁ Χατζηπᾶνος ἐχαρίσθη. Ἐκ τῶν μαρτύρων οὐδεὶς ἀπολύτως λέγει ὅτι ἐχαρίσθη, οὐδεὶς μεταχειρίζεται τὴν λέξιν ταύτην. Μόνον ὁ Μακρυνικόλας ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἐχαρίσθη ὁ Ὑπουργὸς καὶ τὸ λέγει μὲ φανατισμόν. Λέγει ὅτι ἐχαρίσθη διότι ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴν ἐργασίαν εἰς τοὺς μειοδότας. Δηλαδή, ἐξάγει ἕνα συμπέρασμα ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐσεβάσθη τὴν μειοδοσίαν, δὲν ἐπεκύρωσε τὰ ἀποτελέσματα τῆς δημοπρασίας, ἄρα ἐχαρίσθη. Εἶναι μία σκέψις ἑνὸς οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἔχει τόσην πεῖραν, ὁ ὁποῖος ἔζησε εἰς τὴν παρακολούθησιν τῆς διώξεως ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν εἰς τὸ δημόσιον, ἔζησεν εἰς τὸ περιβάλλον τὸ ἀσχολούμενον εἰς τὴν μὴ διαφυγὴν τῶν φόρων τοῦ Δημοσίου. Δὲν ὑπολογίζει τὴν πολιτικὴν εὐθύνην Ὑπουργοῦ ὑπευθύνου διὰ τὰς μεταφορὰς καὶ ὑπολόγου διὰ τὰς τυχὸν ἀταξίας.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπῆρξε καὶ Διευθυντὴς τῆς ΕΦ-ΕΞ, κύριε συνάδελφε.
§163Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἦτο ὡς οἰκονομικός, κύριε συνάδελφε. Ἀλλὰ διατὶ διαμαρτύρεσθε. Ἐγὼ δὲν τὸν κατηγόρησα ἀκόμη, τώρα θὰ τὸν κατηγορήσω. Ἐγὼ τὸν ἐπῄνεσα. Εἶναι ἄνθρωπος προσηλωμένος εἰς τὸ καθῆκον του εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ταχθῇ. Ἀλλ’ ὁ Μακρυνικόλας ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὀλίγον τὴν πολιτικὴν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, νὰ ἐρωτήσῃ διατὶ δὲν ἐνέκρινε τὴν δημοπρασίαν καὶ δὲν ἔδωσεν τὰς μεταφορὰς εἰς τοὺς μειοδότας καὶ τὸν Μυτέλον μὲ 200 δρχ. ὥστε νὰ προσκομίσῃ εἰς τὸ Δημόσιον ὠφέλειαν 700 ἑκατομμυρίων ἥν οὗτος εὑρίσκει λανθασμένην ἀντὶ 400 ἑκατομμυρίων. Τὸν ἠρωτήσαμεν, μάλιστα, ἐὰν ἠσχολήθη ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς Δημοπρασιῶν ἢ ἐὰν οἱ διάφοροι οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὰς μειοδοτικὰς προτάσεις ἐὰν εἶχον τὴν ἱκανότητα τῶν μεταφορῶν καὶ ἀπήντησε: «τὶ μὲ ἐνδιέφερε». Καὶ ἐκεῖ εἰς τὴν Δημοπρασίαν προσηλωμένος ἦτο εἰς τοὺς ἀριθμούς. Ποῖος θὰ δώσῃ τὰ ὀλιγώτερα. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ἐὰν θὰ μεταφερθοῦν βενζίνες εἰς τὰς Πάτρας.
§164Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ ποὺ εἴπατε ἀναφέρεται εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ Μακρυνικόλα; Εἶναι σοβαρὸν καὶ πρέπει νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§165Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ὁ Μακρυνικόλας ἔδωσε εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐρώτησιν. Τὸν ἠρώτησα ἐὰν ἠσχολήθη ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Δημοπρασιῶν μὲ τὸ ἐὰν οἱ μειοδοτήσαντες ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσουν τὰς μεταφοράς. Ὁ κ. Μακρυνικόλας ἐσιώπησε καὶ μετ’ ὀλίγα δευτερόλεπτα μοῦ ἀπήντησε ὅτι δὲν εἶχε ὑποχρέωσιν. Τοῦ εἶπον ὅτι, κυρίως καὶ πρωτίστως, τὸ καθῆκον τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Δημοπρασιῶν εἶναι νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν οἱ μειοδόται εἶναι εἰς θέσιν νὰ διακινήσουν τὰ καύσιμα. Καὶ ἀπήντησε καὶ πάλιν ὅτι δὲν ἠρεύνησε τὸ σημεῖον τοῦτο.
§166Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ὁ ἔλεγχος περὶ τοῦ ἐὰν οἱ μειοδόται διαθέτουν ἢ ὄχι τὰ αὐτοκίνητα τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζονται ὅτι διαθέτουν ἦτο ἔργον ἄλλης ὑπηρεσίας, τῆς ὑπηρεσίας τῶν αὐτοκινήτων ποὺ κάμνει τὸν ἔλεγχον ποῖοι εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τῶν αὐτοκινήτων, εἰς ποῖον ἀνήκουν κλπ.
§167Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ παραδοξωτέρα ἀντίληψις ἡ ὁποία ἠκούσθη ποτὲ ἀπὸ ρήτορα τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ Δημοπρασιῶν δὲν θὰ ἐξετάσῃ ὡς πρώτιστον θέμα ἐὰν οἱ μειοδόται εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσουν τὴν ἐργασίαν.
§168ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸν Σκόπαν ἐξήτασε; Διότι ἐὰν ἐξήταζε θὰ διεπιστώνετο ὅτι δὲν διαθέτει κανένα αὐτοκίνητον. Ἐπῆρε ξένα αὐτοκίνητα, καὶ ἐπλήρωσε πολὺ ὀλιγώτερα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰσέπραξεν ἀπὸ τὸ Δημόσιον.
§169Π. ΧΑΤΖΗΠΑΝΟΣ. Λέγει ὁ Μακρυνικόλας: «Κατὰ πόσον οἱ μειοδοτήσαντες ἦσαν εἰς θέσιν νὰ πραγματοποιήσουν τὰς ἀναληφθείσας μεταφορὰς κατὰ τὰς προσφορὰς τῶν ὡς μειοδοτῶν ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐξήτασε τοῦτο». Μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου ἔφθασεν ὁ κ. Μακρυνικόλας. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τίποτε δὲν γράφει ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς.
§170Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τώρα διὰ τὸν Μακρυνικόλαν μίαν κατάθεσιν ἑνὸς ἀτυχοῦς ἀνθρώπου, τοῦ Παπαδοπούλου. Λέγω ἀτυχοῦς διότι εἶναι «ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς» κατὰ τὸ βούλευμα, ἀλλὰ καὶ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τῆς πράξεως τοῦ ἀδικήματος τοῦ Ὑπουργοῦ, χωρὶς νὰ τὸν γνωρίζῃ ὁ Ὑπουργός. Εἶναι δὲ ὁ Παπαδόπουλος ὁ μεγαλύτερος μεταφορεὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἔχει 70 αὐτοκίνητα. Καὶ εὑρῆκε τὴν εὐκαιρίαν ὁ Ὑπουργὸς Χατζηπᾶνος νὰ ἐξασφαλίσῃ δι’ αὐτοῦ μαζὶ μὲ τὸν Σκόπαν τὰς μεταφοράς, μὲ μίαν μείωσιν λίαν ἐπιτυχῆ,—δὲν λέγω μικράν. Διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι μικρά. Ἐπέτυχε, λοιπόν.... Ὁ Παπαδόπουλος μαζὶ μὲ τὸν Σκόπαν ὑπέβαλον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αἰτήσεις μετὰ τὰς δημοπρασίας καὶ προσεφέροντο νὰ ἐνεργήσουν τὰς μεταφορὰς διὰ τῶν βυτιοφόρων των καὶ ἀντὶ κομίστρου ἠλαττωμένου κατὰ 30% τοῦ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης πληρωνομένου καὶ ὁ Ὑπουργὸς τὴν προσφορὰν ἀμφοτέρων ἐν τῇ διακριτικῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ, ἀπεδέχθη. Ἐπέτυχε, λοιπόν, μὲ τὸν Παπαδόπουλον, ἐπέτυχε τὸ ἐλάχιστον κόμιστρον, ἐξησφάλισε τὴν ἐπάρκειαν τῶν ἐπαρχιακῶν κέντρων, διὰ νὰ κατηγορηθῇ ὁ δυστυχὴς Παπαδόπουλος ὡς ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ Χατζηπάνου, δηλαδή, ἐπίεσε μετὰ πάθους καὶ φορτικότητος τὸν Χατζηπᾶνον. Ἀφοῦ δὲν τὸν ἤξευρε, πῶς τὸν ἐπίεσε καὶ πῶς μετεχειρίσθη αὐτὰ τὰ μέσα, εἶναι ἄγνωστον. Λέγω αὐτὰ διὰ νὰ μὴν ὑποτιμηθῇ ὡς τοὐλάγιστον τοῦ Σκαρλῆ ἡ κατάθεσις τὴν ὁποίαν ἀναφέρει τῆς πλειοψηφίας ἡ γνώμη. Λέγει λοιπὸν ὁ κ. Παπαδόπουλος τὸν ὁποῖον οὔτε γνωρίζω καὶ τὸν ἐγνώρισα μίαν στιγμὴν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἶναι ἄνθρωπος φαίνεται ἰσορροπημένος, λέγω ἰσορροπημένος, διότι ἀκούσατε τὶ λέγει: «Ὡς πρὸς τὸν Σκαρλῆν ἀναφέρω ὅτι οὗτος εἶναι συνεταῖρος τοῦ Μακρυνικόλα, ἐλεγκτοῦ παρὰ τῷ ΚΕΠ».
§171Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Ποῖος τὸ λέγει;
§172Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ὁ Παπαδόπουλος.
§173Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε διαβάσει τὴν ἔκθεσιν;
§174Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ. Διὰ τοῦτο ἠρώτησα. Ἂν τὸ λέγει ὁ Μόραλης ἢ κανεὶς ἄλλος.
§175Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ἂν εἶναι ἀληθές, τὸ ἐξηλέγξατε αὐτό; Εἴχατε ὑποχρέωσιν νὰ τὸ κάμητε.
§176Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἔχετε λόγον ἐξαιρέσεως. Ὁ Δικαστὴς οὐδέποτε ἔχει λόγον ἐκδηλώσεως. Μὴν ἐκδηλώνεσθε.
§177Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Σεῖς ἐκδηλώνεσθε. Τὶ κάμνετε τώρα; Δὲν ἐκδηλώνεσθε;
§178Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐγὼ λέγω τὰς ἀπόψεις μου, λέγω τὴν πίστιν μου ἐπὶ τῆς ἀθωότητος τοῦ Χατζηπάνου. Λέγει, λοιπόν, ὡς πρὸς τὸν Σκαρλῆν ὅτι εἶναι συνεταῖρος τοῦ Μακρυνικόλα. Ἔπρεπε νὰ τὸν καταγγείλῃ. Διατὶ δὲν τὸν κατήγγειλε; «Τὴν ἡμέραν τῆς δημοπρασίας...... (Ἀναγινώσκει) ............................».
§179Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὁ κατηγορούμενος τὶ λέγει;
§180Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν εἶναι κατηγορούμενος. Ἐπειδὴ ἐκάματε τὴν πρότασιν, εἶναι κατηγορούμενος; Εἶσθε νομικός.
§181Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Εἶμαι νομικός, ἀλλ’ εἴπομεν νὰ μὴν κάμνωμεν διακοπάς.
§182Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπομεν ὅτι οἱ μάρτυρες μετεβλήθησαν εἰς κατηγορουμένους καὶ τοῦτο δεικνύει μίαν κατάπτωσιν.
§183Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ διαδικασία. Διαρκῶς γίνονται διακοπαί.
§184Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν σᾶς ἐνοχλοῦν, εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα.
§185Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν μᾶς ἐνοχλοῦν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ συμφωνῆτε καὶ σεῖς νὰ μὴ πάρῃ ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ τὴν μορφὴν τῆς ἀντιδικίας. Ὑπάρχει μία πρότασις ἀπὸ ὅλην τὴν Βουλήν, πλὴν τοῦ ἰδικοῦ σας κόμματος.
§186Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι οἱ μάρτυρες ὑπερασπίσεως μετεβλήθησαν εἰς κατηγορουμένους, διὰ νὰ ἀποφευχθῇ ἡ μαρτυρία των.
§187Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Πολὺ κακῶς τὸ λέγετε. Ὅλοι ἐξητάσθησαν ὡς μάρτυρες. Παρακαλῶ, καὶ ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ, ὅπως ἡ συζήτησις ἀπόψε διεξαχθῇ μὲ εὐπρέπειαν. Νομίζω ὅτι εἶναι μία βασικὴ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβωμεν. Ὑπὲρ πάντα ἄλλον, νομίζω ὅτι θὰ εἴχωμεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν. Δὲν ὁμιλοῦμεν καί, ἐν τούτοις, ἀκούονται φράσεις, ὅπως «αἶσχος» κλπ. Τὰ παρόντα μέλη τῆς Βουλῆς ποὺ μετεῖχον τῆς Ἐπιτροπῆς, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ βεβαιώσουν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διεξήχθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν ἐπιθυμεῖ, φαντάζομαι, κανεὶς νὰ δώσῃ αὐτὸν τὸν τόνον τῆς ἀντιδικίας. Ἐὰν οἱ συνάδελφοι ἐπιμένουν, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ τοὺς ἐπαναφέρετε εἰς τὴν τάξιν.
§188Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ μίαν φράσιν τοῦ κ. Μητσοτάκη, τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν εἶπε καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐπερίμενα ὅμως νὰ μὴ λεχθῇ ἐνταῦθα, ὅτι ὅλα τὰ κόμματα εἴμεθα ἐναντίον τοῦ Χατζηπάνου καὶ μόνον σεῖς δὲν εἶσθε ἐναντίον του.
§189Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Κύριε Συνάδελφε......... (δημιουργεῖται θόρυβος–Κωδωνοκρουσίαι. Ὁ κ. Λαζανᾶς συνεχίζει τὴν ὁμιλίαν του μὴ ἀκουόμενος εὐκρινῶς).
§190Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. ....... εἰς μίαν ὑπόθεσιν ἰδικήν μου καὶ ὄχι ἰδικήν σας, ἀπὸ σεβασμὸν εἰς μίαν ὑπογραφὴν τὴν ὁποίαν ἔθεσα ἐντίμως, εἰλικρινῶς, μὲ πίστιν μὲ ὑπερηφάνειαν, τὴν ὁποίαν ἔθεσα κάτωθι ἑνὸς ἱστορικοῦ ἐγράφου παραπομπῆς ἑνὸς Ὑπουργοῦ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον καὶ τὸ εἶπον καὶ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν θὰ εἶχον εἰς οἱονδήποτε κόμμα καὶ ἂν ἀνῆκον, καὶ δὲν ἀνέμενον ἀπὸ τὸν κ. Μητσοτάκην τὴν φράσιν αὐτήν.
§191Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ὡμίλησα δι’ ἐσᾶς.
§192Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Λυποῦμαι διότι συμπίπτει νὰ ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν, ὡς ἀνήκων εἰς τὴν πτέρυγα εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ὁ κ. Χατζηπᾶνος, ἀλλὰ τὴν πεποίθησιν αὐτὴν καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν ἔχω ὡς ἄτομον, ὡς ἄνθρωπος τίμιος, χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐπικρίνω τὴν ἰδικήν σας γνώμην.
§193Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Δὲν ὡμίλησα δι’ αὐτό. Δὲν δύνασθε νὰ διαστρεβλώνετε συνεχῶς τοὺς λόγους μου.
§194Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ξεύρω ἐγὼ νὰ ὁμιλῶ. Σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγετε ὅτι ὅλα τὰ κόμματα τῆς Βουλῆς, πλὴν ἡμῶν ἐκρίναμε τὸν Χατζηπᾶνον. Ἀφήσατε τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ κατὰ συνείδησιν. Αὐτὸ ἤθελα νὰ παρατηρήσω.
§195Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐμεῖς δὲν ἐκρίναμεν ἀκόμη.
§196Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Δὲν ἔπρεπε ὁ κ. Μητσοτάκης νὰ εἴπῃ τοιοῦτον τι.
§197Δ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κατάθεσις τοῦ Παπαδοπούλου ἦτο προγενεστέρα ἢ μεταγενεστέρα τῆς καταθέσεως Μακρυνικόλα;
§198Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Μεταγενεστέρα. Τὶ ἀξίαν ἔχει; Δὲν λέγει τίποτε ἐναντίον τοῦ Παπαδοπούλου ὁ Μακρυνικόλας. Ἐξεταστέον, λοιπόν, τώρα, τὸ ζήτημα τῶν προθέσεων τοῦ Ὑπουργοῦ διότι ἡ ζημία οὐ μόνον δὲν ἀπεδείχθη, ἀλλ’ ἀπεδείχθη τὸ ἀντίθετον, ὅτι ὠφέλησε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Οὐδεμία ἀπολύτως, ἐπίσης, ὑπάρχει ἀπόδειξις ὅτι ὁ Χατζηπᾶνος ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφέρεται διὰ τὸν Σκόπαν. Οὐδεὶς μάρτυς—καὶ ἠρωτήθησαν πολλοὶ—ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐγνώριζε κἄν ὁ Σκόπας τὸν Χατζηπᾶνον ἢ ὁ Χατζηπᾶνος τὸν Σκόπαν. Ἀντιθέτως ἀμφότεροι μετὰ τόνου ὑπεστήριξαν ὅτι οὔτε κατ’ ὄψιν ἐγνώριζεν ὁ εἷς τὸν ἄλλον, οὔτε ὁ Χατζηπᾶνος τὸν Σκόπαν, οὔτε ὁ Σκόπας τὸν Χατζηπᾶνον. Ἐβεβαιώθη ὅτι οὔτε μίαν φορὰν εἶδον τὸν Σκόπαν νὰ εἰσέρχεται εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κάλλιστα θὰ ἠμποροῦσε νὰ κάνῃ ἐὰν ἁπλῶς εἶχε μίαν γνωριμίαν μὲ τὸν ἀληθῶς εὐγενῆ αὐτὸν ἄνθρωπον—δὲν εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν, εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν πιστεύω διὰ τὸν Χατζηπᾶνον. Οὐδεὶς ὅμως, ἐπαναλαμβάνω, μάρτυς εἶπεν ὅτι εἶδε ποτὲ τὸν Σκόπαν νὰ ἔρχεται εἰς τὸ Γραφεῖον ἢ ὁπωσδήποτε νὰ πλησιάζῃ τὸν Ὑπουργόν. Οὐδεὶς ἐπίσης ἐβεβαίωσε στενὰς σχέσεις τοῦ Χατζηπάνου μετὰ τῆς Ὄλγας Κυριαζοπούλου, οὐδεὶς ἐβεβαίωσε φιλίαν μετ’ αὐτῆς. Αὐτὸ οὗτος ὁ κ. Χατζηπᾶνος, μετ’ ἀπολύτου εἰλικρινείας, εἶπεν, ὅτι «ἐγνώριζε τὴν κυρίαν αὐτήν· μετὰ τῆς κυρίας μου εἶχεν τυπικὰς σχέσεις, μιὰ ἢ δυὸ φορὲς τὸν χρόνο ἦλθε στὸ σπίτι μου». Δὲν ἐνθυμοῦμαι πῶς ἀκριβῶς τὸ διετύπωσε, πάντως ἔμεινεν ἡ ἐντύπωσις ὅτι εἶχε μίαν ἁπλῆν τυπικὴν γνωριμίαν. Ὅμως, ἐνῷ οὐδεμία ὑπάρχει περὶ τούτου μαρτυρία, καὶ εἰς τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸ βούλευμα ἐμφανίζεται φιλτάτη ἡ Ὄλγα Κυριαζοπούλου τοῦ Ὑπουργοῦ Χατζηπάνου. Σχέσεις καὶ δεσμοί, πόθεν τοῦτο ἐξάγεται; Ἐγώ, ὁ ὁποῖος παρηκολούθησα τὴν ἀνάκρισιν μέχρι τοῦ τελευταίου μάρτυρος, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησα ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν, ἀπορῶ, διότι δὲν ἤκουσα οὔτε ἕνα μάρτυρα, ὁ ὁποῖος νὰ καταθέτῃ ὅτι ἡ Κυριαζοπούλου εἶχε σχέσεις φιλικὰς μὲ τὸν Χατζηπᾶνον. Καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὸν Σκόπαν, πρῶτον, διατὶ ἐχαρίσθη ὁ Ὑπουργός, ὥστε νὰ διαπράξῃ ἀδίκημα χάριν τοῦ ἀγνώστου αὐτοῦ Σκόπα; Ἡ Κυριαζοπούλου, ἡ ὁποία, κατὰ τὸ βούλευμα, εἶναι ἡ φίλη τοῦ κ. Χατζηπάνου, ἡ τυπικῶς γνώριμος τῆς κ. Χατζηπάνου, ἀπουσιάζει κατὰ τὸν χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀγωνίζεται ὁ Ὑπουργὸς Χατζηπᾶνος εἰς τὸ Γραφεῖον του νὰ εὕρῃ τὴν λύσιν τῆς προωθήσεως τῶν μεταφορῶν τῶν καυσίμων. Καὶ ἀπουσιάζει ἀποδεδειγμένως εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Κατάσχεται τὸ διαβατήριόν της καὶ φαίνεται ἐξ αὐτοῦ ὅτι ἀπὸ τῆς 7 Ἰουλίου μέχρι τῆς 28 Αὐγούστου, καθ’ ὅλον δηλαδὴ τὸν χρόνον ἀκριβῶς ποὺ διεξάγονται αἱ δημοπρασίαι καὶ ὑπογράφει ὁ Ὑπουργὸς τὴν παραχώρησιν πρὸς Σκόπαν, Ε.Μ.Υ.Κ. καὶ Σιδηροδρόμους Χαλκίδος, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν ἀπουσιάζει εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν μητέρα της. Εἶναι Βελγὶς τὴν καταγωγὴν, ἡ μητέρα της διαμένει μονίμως εἰς Παρισίους καὶ μετέβη εἰς τὴν μητέραν της κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα. Πῶς, λοιπόν, ἠνωχλήθη μετὰ φορτικότητος καὶ πειθοῦς ἀπὸ τὸν Σκόπαν καὶ τὴν Κυριαζοπούλου ὁ Ὑπουργός, ὅπως ὑποστηρίξει ἡ πεπλανημένη τῶν συναδέλφων μας πρότασις; Τὸ μυστήριον ὅμως ἀπεκαλύφθη. Εἶναι τὸ συμβόλαιον δανείου τῆς 17 Σεπτεμβρίου μεταξὺ Σκόπα καὶ Κυριαζοπούλου. Τὸ συμβόλαιον τοῦτο ἀπετέλεσεν ἀπασχόλησιν μεγίστην καὶ διὰ τὸν ἀνακριτήν. Πράγματι εἰς τὸ συμβόλαιον αὐτὸ ἐμφανίζεται μία συνεργασία μεταξὺ Κυριαζοπούλου καὶ Σκόπα, ἐν συσχετισμῷ δὲ μὲ τὰς διαδόσεις αὐτάς, ὅτι ἡ Κυριαζοπούλου εἶναι φιλτάτη τοῦ Χατζηπάνου, ὅτι εἶναι πρόσωπον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν Ὑπουργόν, τὸ συμβόλαιον ἐκεῖνο ἐμφανίζεται πλέον ὡς ἀπὸ μηχανῆς ἀπόδειξις τῆς μετὰ φορτικότητος καὶ πειθοῦς πιέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ νὰ ὑπογράψῃ τὴν παραχώρησιν εἰς τὸν Παπαδόπουλον, εἰς τὸν Σκόπαν, τὴν Ε.Μ.Υ.Κ. καὶ 5–6 ἄλλους ἀκόμη κατόπιν, Γερογιάννηδες, κλπ. Τὸ συμβόλαιον αὐτὸ ἀμφότεροι, Σκόπας καὶ Κυριαζοπούλου, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, εἰς τὸν ἀνακριτήν, ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι εἰκονικόν, καὶ καλύπτει δάνειον. Ὁ δικηγόρος, τὸν ὁποῖον συνεβουλεύθησαν, καὶ ὁ συμβολαιογράφος, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ συμβόλαιον, ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ καταθέτουν ὅτι καλύπτει τοκογλυφικὸν δάνειον. Ὁ Σκόπας, φοβούμενος καὶ τὴν Ἐφορίαν καὶ τὴν δίωξιν ὡς τοκογλύφου, λέγει ὅτι ὁ τόκος ἦτο ὁ ἀγοραῖος, ἐν πάσῃ περιπτώσει προσδιορίζει σαφῶς ὅτι τὸ συμβόλαιον ἐκεῖνο ἦτο ἓν συμβόλαιον καλῦπτον δάνειον τοκογλυφικόν, μὲ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὅλοι γνωρίζετε τῆς σημερινῆς ἀγορᾶς. Καὶ πλέον τούτου, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἐζήτει χρήματα διὰ νὰ κάμῃ μίαν ἐπιχείρησιν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας πᾶς ἄλλος θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τοῦ χορηγηθῇ τὸ δάνειον. Ὅτι εἶναι δάνειον, κύριοι, ἐγὼ ἐπείσθην περὶ αὐτοῦ, ἐπείσθην ἐκ τοῦ ὅτι εἰς τὴν κατάσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀνακριτής, εὑρίσκει εἰς τὴν φυλλάδα τοῦ Σκόπα ἀναγεγραμμένον τὸ ποσὸν τοῦ συμβολαίου, τῶν 42½ ἑκ. δραχμῶν, ὡς χρέους τοῦ Σκόπα πρὸς τὴν Κυριαζοπούλου. Ἐὰν πράγματι δὲν ἐπρόκειτο περὶ εἰκονικοῦ συμβολαίου, ἀλλὰ περὶ συνεταιρισμοῦ, διατὶ ὁ Σκόπας νὰ χρεώνεται μὲ 42½ ἑκατομμύρια ἀπέναντι τῆς Κυριαζοπούλου εἰς τὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα κατάσχει ὁ ἀνακριτής; Ἐδῶ γίνονται πολλοὶ καὶ διάφοροι συλλογισμοί. Λέγει π.χ. ἡ πρότασις τῆς πλειοψηφίας: «Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εἰκονικὸν αὐτό; Εἶναι πράγματι συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον προδίδει τὴν μετὰ φορτικότητος πίεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ Κυριαζοπούλου θὰ πάρῃ τὰ 85%, εἶναι φίλη τοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι, ἐάν, ὅπως ἰσχυρίζωνται ὁ δικηγόρος καὶ ὁ συμβολαιογράφος ἐπρόκειτο πράγματι περὶ εἰκονικοῦ συμβολαίου καλύπτοντος δάνειον, διατὶ δὲν ἔπαιρναν ἀντίγραφον; Καὶ κατὰ τὴν πορείαν τῆς ἀνακρίσεως καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὸν συλλογισμὸν αὐτόν, τὸν ὁποῖον διατυπώνει καὶ ἡ πλειοψηφία. Κάμνω ἕνα συμβόλαιον εἰκονικόν, τὸ ὁποῖον καλύπτει δάνειον, διὰ νὰ ἐξασφαλίσω τὰ 42½ ἑκατομμύρια, καὶ συγχρόνως μοῦ λέγει: «Δὲν εἶναι εἰκονικόν, διότι, ἂν ἦτο εἰκονικόν, θὰ ἔπαιρνες ἀντίγραφον». Μά, κύριοι, ἂν ἔδιδα ἀντίγραφον ἐγώ, ἡ Κυριαζοπούλου, πρὸς τὸν Σκόπαν, διατὶ νὰ ἔκαμνα τὸ συμβόλαιον καὶ νὰ ἐπλήρωνα τόσα χρήματα διὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ; Ἡ ἀσφάλεια ἥτις ἐπεδιώκετο διὰ τοῦ συμβολαίου τοῦ δανείου ἐξηνεμίζετο διότι ὁ Σκόπας θὰ προέβαλεν ἑκάστοτε δυνάμει τοῦ ἀντιγράφου τὴν ἀκυρότητα αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ Σκόπας ἔχῃ τὸ ἀντίγραφον τὸ εἰκονικὸν διατὶ νὰ μὴ δώσῃ ἀντίγραφον ὁ Σκόπας πρὸς τὴν Κυριαζοπούλου; Λέγει ὅτι πιθανὸν νὰ ἐζημιώνετο καὶ πιθανὸν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἕνα ἀντίγραφον διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ τὰς ζημίας. Τίποτε δὲν ἐπρόκειτο ἡ Κυριαζοπούλου νὰ πάθῃ ἀπὸ τὰς ζημίας τοῦ Σκόπα, ἦτο βεβαία ἡ Κυριαζοπούλου δι’ αὐτὸ ἔδωσε τὰ 42½ ἑκατομμύρια διότι ἡ ἐργασία τοῦ Σκόπα, εἶναι ἐργασία προσοδοφόρος καὶ ἐπικερδής. Αὐτοὶ εἶναι οἱ τόκοι σήμερον, αὐτὴ εἶναι ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς ἀγορᾶς καὶ ἐξηγεῖται σαφῶς διατὶ μετέβη εἰς τὴν οἰκίαν τῆς Κυριαζοπούλου νὰ πάρῃ τὰ 42½ ἑκατομμύρια. Μετέβη διὰ νὰ πάρῃ τὸ αὐτοκίνητον, τὸ ὁποῖον ἐπώλει ἡ Κυριαζοπούλου ἀντὶ 200 λιρῶν, τὸ ὁποῖον ἐσκέφθη ὁ Σκόπας νὰ ἐνθυλακώσῃ διὰ νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰς ὑπαρχούσας τότε ἀνάγκας. Ἀλλὰ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πράγμα οἱ συλλογισμοὶ ποὺ κάμνουν εἶναι αὐθαίρετοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ πεποιθήσεως νὰ ἐκφράζεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον μία κατηγορία ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ διότι εἰς τὴν φαντασίαν του τοιαύτη ἔρχεται ἡ σκέψις, τοιαύτη ἡ ὑποψία ἢ ἡ ὑπόνοια. Πρέπει νὰ ἔχετε ἀπόδειξιν διὰ νὰ φέρετε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν κηλῖδα τῆς ἀπιστίας καὶ ὄχι μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ εἰς ὁλόκληρον τὸν θεσμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει τὸν θεσμὸν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ζῶμεν, δὲν θὰ ἔπρεπεν οὔτε τὸ Δικαστήριον, οὔτε ἡ Ἐπιτροπὴ, δὲν θὰ ἔπρεπε μὲ τοιούτους συλλογισμοὺς νὰ κατηγορῇ Ὑπουργέν. Ἔτι περαιτέρω κύριοι πιστεύω ἀκόμη ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατηγορία μὲ τοιαύτας ὑποθέσεις, μὲ τοιαῦτα στοιχεῖα. Καὶ ἂν ἀκόμη οἱοσδήποτε ἔξω τοῦ ὑπουργικοῦ μου γραφείου καυχᾶται καὶ διαδίδει ὅτι ἔχει μὲ ἐμὲ σχέσεις καὶ κατορθώνει νὰ ἔχῃ ἀνταλλάγματα λόγῳ τῶν διαδόσεων αὐτῶν, ἐὰν οἱοσδήποτε καὶ συγγενής μου ἀκόμη κατορθώνει νὰ πείθῃ τὸν ἀγαθὸν ἢ τὸν ἔξυπνον ὅτι μία ἔντιμος καὶ ἠθικὴ πρᾶξις ἰδική μου ὅτι εἶναι ἀπόρροια τῶν σχέσεών του μετ’ ἐμοῦ, ἐὰν τοιαῦτα κατορθώνει ἕνας ὥστε νὰ πείθῃ τὸν τρίτον, αὐτὰ ὅλα εἶναι ἀποδείξεις ὅτι ἐγὼ ἔπραξα ὅ,τι ἔπραξα διότι τοιαῦται ὑπῆρξαν αἱ διαδόσεις καὶ αἱ πράξεις τῶν ἔξω τοῦ ὑπουργείου μου ἀνθρώπων; Ἔχετε καμμίαν ἀπόδειξιν ὅτι ὁ Σκόπας ἠνώχλησε τὸν Ὑπουργὸν, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἀπόρροια τῶν σχέσεων, τῶν πιέσεων, τῶν παρακλήσεων, τῆς ὑποταγῆς πρὸς αὐτὸν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε τοιαύτην ἀπόδειξιν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῆτε τὸ ἕτερον στοιχεῖον τοῦ ἀδικήματος, τῆς προθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀδικήσῃ τὸ Δημόσιον λόγῳ τῶν σχέσεων ποὺ εἶχε μὲ ἀνθρώπους ἀγνώστους πρὸς αὐτόν; Εἶναι αὐθαίρετοι οἱ συλλογισμοὶ αὐτοί, εἶναι ἀδικαιολόγητοι αἱ ὑποψίαι σας, εἶναι ἀβάσιμοι αἱ προτάσεις σας, εἶναι καὶ συγχρόνως ἄδικοι ἐναντίον ἑνὸς ἀνθρώπου τὸν ὁποῖον δὲν δύνασθε τόσον εὐχερῶς νὰ κατηγορῆτε καὶ νὰ παραδίδετε εἰς τὴν κοινὴν τῶν ἀνθρώπων περιφρόνησιν. Οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν αὔριον ἡ ἀθώωσις τοῦ Χατζηπάνου εἰς τὸ Δικαστήριον, ἐὰν παραπεμφθῇ. Ἀξίαν διὰ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐθιξίαν τὴν ὁποίαν εὐθιξίαν ἀπέδειξεν ὁ κ. Χατζηπᾶνος, ἔχει ὅτι ἕνα Σῶμα κοινοβουλευτικόν, μία Βουλὴ λέγει ὅτι ὑπάρχουν ἐνδείξεις ἐνοχῆς μιᾶς πράξεως ἀπιστίας. Καμμίαν σημασίαν δὲν ἔχει δι’ ἕναν ὑπερήφανον ἄνθρωπον, ὅπως ὁ Χατζηπᾶνος, ἡ ἀθώωσις αὔριον παρὰ τοῦ δικαστηρίου. Εἶναι καὶ τοῦτο μέγιστον κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ διαπράξωμεν, νὰ τὸ διαπράξωμεν ἐὰν δικαιούμεθα νὰ τὸ διαπράξωμεν, ἐὰν ὑπάρχουν πράγματι λόγοι νὰ τὸ διαπράξωμεν. Ἀλλὰ οὐδεὶς τοιοῦτος λόγος ὑπάρχει ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. Πεπλανημένως τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἔφερεν ἐδῶ τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ἐπειδὴ παρίσταται ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πόσον τὸν ἐκτιμῶ καὶ τὸν σέβομαι, εἶμαι ὑποχρεωμένος αὐτὴν τὴν στιγμὴν χάριν τῆς ἱστορίας τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ μίαν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχετε ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅταν κατηγοροῦντες τινες τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς δικαιοσύνης τὴν αὐθαίρετον αὐτὴν καὶ κατάφωρον παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, παράβασιν τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος ἀπὸ δικαστάς, εἴπατε ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῶν δικαστῶν εἶναι ἐλέγξιμος νομικῶς, ἀλλ’ ὄχι πειθαρχικῶς. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν θὰ τὸ ἔλεγεν αὐτὸ ὁ Δημητρακόπουλος, ὁ Βενιζέλος, ὁ Γούναρης, ἔπρεπε καὶ σεῖς νὰ μὴν τὸ εἴπετε τοῦτο. Δὲν ἔρχομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ συζητήσω περαιτέρω τὸ θέμα διότι φοβοῦμαι τὴν παρεξήγησιν τῆς ὑποθέσεως Χατζηπάνου εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Φοβοῦμαι μήπως θεωρηθῇ ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς πράξεως τῆς ἀντισυνταγματικῆς, τῆς ἀδικαιολογήτου πράξεως τῶν δικαστῶν νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργῶν καὶ νὰ ζητοῦν πληροφορίας δι’ ἐγγράφων ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος ἡμεῖς δὲ νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ πρᾶξις των μόνον νομικῶς ἠμπορεῖ νὰ ἐλεγχθῇ καὶ νὰ μὴν λέγωμεν ὅτι ὁ δικαστὴς αὐτὸς ἥμαρτεν ἀδικαιολογήτως ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως τοιαύτη συζήτησις παρεξηγηθῇ ὅτι δῆθεν ἡμεῖς οἱ πιστεύοντες εἰς τὴν ἀθωότητα τοῦ Χατζηπάνου ἔχομεν ἐναντίον τῶν δικαστῶν διότι κατηγοροῦν ἀθῶον Ὑπουργόν. Θὰ ἔλθῃ ὅμως στιγμή, καὶ τὸ θεωρῶ τοῦτο ζήτημα τιμῆς διὰ τὴν Βουλήν, νὰ καθορίσῃ τὴν θέσιν τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνητικῆς, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ τὴν καθορίσῃ αὐτὴ ἡ αἴθουσα ἀπέναντι τῆς τρίτης ἐξουσίας τῆς δικαστικῆς. Δὲν εἶναι τὸ πρῶτον ὀλίσθημα τῆς δικαιοσύνης, κύριε Ὑπουργέ. Χθὲς ἠσχολήθη μία ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ διότι τὸ δικαστήριον ἠσχολήθη κατὰ παράβασιν ἐπίσης ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἠσχολήθη μὲ ἐπίλεκτον τοῦ Κοινοβουλίου μέλος, τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων. Δὲν εἶναι δυνατὸν τοιαύτη τακτικὴ νὰ συνεχισθῇ. Πρέπει νὰ τεθῇ ἕνας φραγμὸς καὶ ὑμεῖς εἶσθε ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ θέσητε τὸν φραγμόν. Ἰδοὺ διατὶ ὅταν ἐζήτησεν ὁ Χατζηπᾶνος τὴν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν τῶν πραγμάτων, ἰδοὺ ποίαν θέσιν εἶχεν ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ ἀναλύσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν καὶ ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς καὶ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἠσχολήθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον αὐθαίρετον κατὰ πόσον διέπραξε τὴν ἐκτροπὴν αὐτὴν ἡ δικαιοσύνη ἀσχολουμένη μὲ τὰς πράξεις ὑπουργοῦ. Ὁ φάκελλος αὐτός, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ἀνακριτικὰ ἔγγραφα, ἐντολαὶ πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῶν Ὑπουργείων, ἀνακριτικὰ ἔγγραφα τοῦ Εἰσαγγελέως, τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ Αʹ τμήματος κλπ. Πέστε μας τὶ ἔκαμεν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§199Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν τὸ θέμα νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Θέλω νὰ δώσω εὐθὺς ἀμέσως μίαν ἐξήγησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ὑπῆρξεν ἓν συνταγματικὸν θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς ἐτέθη, ὡρισμένην ἄποψιν. Τὸ βούλευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεσθε, δέχεται τὴν ἀντίθετον ἄποψιν ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα.
§200Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἐνδιαφέρει ὅτι δέχεται ἀνάκρισιν ἐναντίον ὑπουργοῦ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος.
§201Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὶ δέχεται δηλαδή; Δέχεται ὅτι ὑπῆρξε ἐν προκειμένῳ ἐν κενῷ δικαιώματι ὅτι ἀπὸ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν» μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν ἀνεβίωσαν ἐκεῖναι αἱ διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἴσχυον ὅταν ἔπαυσε νὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911; Ἐφ’ ὅσον δέχεται τοῦτο τὸ δικαστήριον ἡ ἐπέκτασις αὕτη τῆς ἐρεύνης εὑρίσκει μίαν νομικὴν βάσιν πότε θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πειθαρχικῶς. Ἡ ἐπέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ ἦτο δυνατὴ πειθαρχικῶς, πρῶτον, ἐὰν προσεκομίζοντο στοιχεῖα ὅτι οἱ δικασταὶ προσεδόκουν σκοποὺς ἀλλοτρίους ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους σκοποῖ κάθε δικαστήριον ἢ δεύτερον, ἐὰν περιέπιπτον εἰς ἀσύγνωστα νομικὰ σφάλματα. Δὲν περιέπεσαν εἰς ἀσύγνωστα νομικὰ σφάλματα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ πειθαρχικὸν παράπτωμα ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο θέμα, δὲν νομίζω ὅτι προσεκομίσθησαν στοιχεῖα ὅτι ἐπεδίωκον ἄλλους σκοποὺς ἀπὸ ἐκείνους τοὺς ὁποίους σκοπεῖ κάθε δικαστήριον. Δὲν θέλω νὰ ἐξομοιώσω οὐδόλως ἐμαυτὸν πρὸς τοὺς μεγάλους προκατόχους τῆς ἕδρας αὐτῆς. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅμως ὅτι δὲν ὑστερῶ ἀπέναντι οὐδενὸς, εἶναι ὅτι δὲν θὰ εἶχα οὐδένα δισταγμόν, ἐὰν ἐνόμιζα ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ πειθαρχικὴ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ παρέμβω, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ τὸ ἐπίστευον. Διότι ἡ πειθαρχικὴ παρέμβασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ὅπως ἡ πειθαρχικὴ παρέμβασις οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, ὅπου θὰ ὑπάρχῃ τὸ Πειθαρχικὸν Συμβούλιον τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ἐὰν ἡ ἐπέμβασις εἶναι ἢ δὲν εἶναι βάσιμος. Προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀσκοῦντας πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐναντίον τῶν δικαστῶν τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Εἶναι εὐπαθὴς ἡ θέσις τοῦ δικαστοῦ ἔναντι τῆς πολιτείας, ἐνῷ ἡ δικαιοσύνη μόνον μὲ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον διαθέτει καὶ δι’ αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλει μετὰ μεγίστης συνέσεως νὰ ἀσκῇ αὐτὸ τὸ καθῆκον του. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα αὐτό, τῆς ἐκ μέρους σας προσκομίσεως στοιχείων, προσκομίσατέ τα. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ τὰ ἐξετάσω μετὰ μεγάλης προσοχῆς.
§202Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Ἔχετε τὰς ἀντιρρήσεις σας καὶ τὰς ἀντιλήψεις σας ἀλλὰ τίποτε δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξ ὅσων εἴπατε νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην τοὐλάχιστον τὴν ἰδικήν μου ὅτι παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος ὁ Ὑπουργὸς κατηγορεῖται μόνον ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἔχομεν ἕνα βούλευμα τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀσχολεῖται μὲ κατηγορίαν ἑνὸς ὑπουργοῦ μὲ ἐκφράσεις μάλιστα ἀσυνήθεις εἰς δικαστικὰ ἔγγραφα. Τίποτα δὲν δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάκρισιν, κρίσιν καὶ ἐπίκρισιν Ὑπουργοῦ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος. Εἶναι στοιχειώδης ἀντίληψις οἱουδήποτε νομικοῦ, περισσότερον δικαστικοῦ καὶ θέλω ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐλέγχοντα τὴν Δικαιοσύνην, διότι τοῦ ἐναπομένει διὰ τὴν τρίτην ἐξουσίαν ὁ ἔλεγχος, θέλω τὴν ἀπολογίαν τῶν δικαστῶν διότι κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος μετεχειρίσθησαν τὰς φράσεις τὰς ὁποίας μετεχειρίσθησαν ἐναντίον Ὑπουργοῦ καὶ πῶς οὐσιαστικῶς ἐπιλαμβάνονται τῆς κρίσεως διὰ τὰς πράξεις του. Τίποτε δὲν δικαιολογεῖ, ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἀνέφερα εἶναι κατάφωρος παραβίασις τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ πρᾶξις; αὐτὴ βεβαίως εἶναι πειθαρχικῶς διώξιμος, στοιχεῖα τὰ ὁποῖα μᾶς ζητεῖτε νὰ σᾶς προσκομίσωμεν, σᾶς προσκομίζομεν. Εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ βούλευμα. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καθῆκον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶνε νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν εἶναι ὀρθὸν νὰ συνεχίζεται ἡ ἀντίληψις αὐτὴ εἰς οἱονδήποτε δικαστήν. Ἐγὼ ἀγαπῶ τὴν δικαιοσύνην καὶ θὰ κατηγορήσω πρῶτον τὴν ἀδικαιολόγητον ἀνάμιξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῶν δικαστῶν. Εἰς τὴν κατὰ Χατζηπάνου ἀνάκρισιν εἰς τὸ βούλεμα δὲν εὑρίσκω ἄλλην δικαιολογίαν εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν παρὰ μόνον ἕνα φανατισμόν.
§203Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὑπεβλήθη μήνυσις ἐναντίον μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι παρέβην τὸν νόμον περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ δὲν ἐφήρμοσα ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἐπαναφορᾶς ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τῶν προκατόχων μου εἶχον ἀποστρατευθῆ. Μετ’ ἐμοῦ συνεκατηγορήθησαν οἱ Σύμβουλοί μου ἀντιστράτηγοι ἐνώπιον τοῦ πενταμελοῦς Ἐφετείου. Τὸ πενταμελὲς Ἐφετεῖον ἔκρινε ἑαυτὸ ἀναρμόδιον, ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος εἶπεν ὅτι ὀρθῶς ἐκρίθη ἀναρμόδιον. Τὸ Ἐφετεῖον δὲν ἐπροχώρησεν εἰς τὴν κατὰ τῶν συνεργῶν ἀνάκρισιν.
§204Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω διὰ τὸ νομικὸν μέρος τοῦ θέματος καὶ χωρὶς κἂν ν’ ἀντιδικήσω. Εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν εὐκαιρίαν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἕνας ἀνακριτὴς ὁ ὁποῖος ἔκαμνε ἀνάκρισιν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἐναντίον παλαιῶν Ὑπουργῶν κατηγορηθέντων, ἢ μᾶλλον ἔκαμεν ἀνάκρισιν πρῶτον ἐναντίον Ἐπισκόπων κατηγορηθέντων διὰ δωροληψίαν, ὅταν διαρκούσης τῆς ἀνακρίσεως προέκυψε μία ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν ἦτο συνυπεύθυνον καὶ μέρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἀνακριτὴς ὅταν δὲν ὑπῆρχε κἂν ὁ νόμος ΦΠΣΤ ὁ ὁποῖος ἔγινε τὰ 1876, ἀμέσως ἐπὶ τῇ ἐλαχίστῃ ὑπονοίᾳ συμμετοχῆς Ὑπουργοῦ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἔκλεισε τὴ δικογραφίαν τὴν ὁποίαν εἶχε φθάσει εἰς τὴν μέση καὶ τὴν παρέπεμψεν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τὴν παρέπεμψεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ εὗρεν ὅτι ὀρθῶς ἔκαμε καὶ συνέχισεν ἐκείνη τὴν δίωξιν ἀναλαβοῦσα τὸ καθῆκον βάσει τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, συνέχισε τὴν δίωξιν ἐναντίον τῶν Ὑπουργῶν τοῦ κ. Βούλγαρη Βαλασοπούλου κλπ. Τὴν πρᾶξιν τοῦ Δικαστοῦ ἐκείνου, ἡ ὁποία δείχνει πλήρη σεβασμὸν πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ Συντάγματος, ὁ ὁποῖος κατενόησεν ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ ὄχι πλέον κατηγορίαν, ἀλλ’ οὐδὲ ἀνάκρισιν, διότι καὶ ἡ ἀνάκρισις εἶνε ἄσκησις κατηγορίας ὅταν πράξεις ἀποδιδόμεναι κατ’ εὐθεῖαν εἰς Ὑπουργόν, πῶς δὲν ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ νέους δικαστάς, οἱ ὁποῖοι χθὲς προήχθησαν καὶ ἔγιναν Ἐφέται ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ τὰ γνωρίζουν, νὰ τὰ σέβωνται καὶ ἐκεῖνοι ὅπως τὰ ἐσεβάσθη καὶ ὁ ἀνακριτὴς τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς; Θὰ ὁμολογήσετε κ. Ὑπουργὲ τὸ βαρύτατον σφάλμα τῶν δικαστῶν ἐκείνων. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως τῆς σημερινῆς ἀπὸ ἐντελῶς νομικῆς πλευρᾶς, τὸ βαρύτατον σφάλμα τὸ νομικόν, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ συμφωνῶ μὲ τὸν ρήτορα ἀπολύτως, περιέχει τὴν δυνατότητα βαρυτάτης πειθαρχικῆς κυρώσεως, εἶνε ὅτι ἤσκησαν κατηγορίαν ἐναντίον Ὑπουργοῦ διὰ πράξεις ἀναγομένας εἰς τὰ ὑπουργικά του καθήκοντα. Διετύπωσαν κατηγορίαν, δηλαδὴ εἶπον: «διὰ ταῦτα» ὁ Χατζηπᾶνος ἔκαμε τοῦτο καὶ ἐκεῖνο, μὲ πλήρη διατύπωσιν κατηγορίας. Μόνον ὅτι δὲν τὸν παρέπεμψαν. Βεβαίως ἀλλοίμονον ἐὰν τὸν παρέπεμπον. Ὥστε ἤσκησαν ἀνάκρισιν, ἡ ἀνάκρισις εἶναι δίωξις, ἡ δίωξις ἀπαγορεύεται, τὸ ἄρθρον 80 λέγει ὅτι μόνον ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ κατηγορίαν, διατυποῖ κατηγορίαν. Τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ τὰ πῆραν, τὰ ἐκαλούπωσαν μέσα εἰς τὰ νομικὰ περιβλήματα καὶ ἔκαμαν τὸ κατηγορητήριον πλῆρες καὶ μοῦ λέγετε ὅτι αὐτοὶ οἱ δικασταὶ δὲν ἔκαμαν παράβασιν τοῦ Συντάγματος; Δὲν τὸ ἐξετάζω ἐὰν τὸ ἔπραξαν ἐκ λόγων ἀναγομένων εἰς ἄλλους σκοπούς. Ἐγὼ λέγω τί θὰ ἐξέταζον ὡς ἕνας ἐπιθεωρητὴς Ἀρεοπαγίτης, ὁ ὁποῖος θὰ ἔβλεπε καὶ θὰ ἤλεγχε τὴν ἀπόφασιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον κ. Ὑπουργέ, ὅτι πρόκειται περὶ σφάλματος νομικοῦ, πρόκειται περὶ παραβάσεως τυπικῆς καὶ οὐσιαστικῆς, πρόκειται περὶ ἀντισυνταγματικῆς πράξεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησαν οἱ τρεῖς δικασταὶ καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸν Εἰσαγγελέα ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπον καὶ πρωτύτερα, δέχεται ἐκεῖνος κατ’ ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους τρεῖς δικαστάς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέου νόμου διὰ ν’ ἀναβιώσῃ ὁ νόμος ΦΠΣΤ, δέχεται ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει ἔκτοτε ἀπὸ τῆς ἐπαναφορᾶς τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δηλαδὴ τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1935. Δέχεται ὅτι ἰσχύει αὐτομάτως καὶ ἀφοῦ τὸ δέχεται τοῦτο, ὁ Εἰσαγγελεὺς προχωρεῖ, ἀσκεῖ κατηγορίαν καὶ κάμνει ἀνάκρισιν καὶ κάμνει δίκην. Αὐτό, κ. Ὑπουργέ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰλικρινῶς σᾶς τὸ λέγω, σέβομαι τοὺς δισταγμούς σας ἔναντι τοῦ κύρους τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ δικαιοσύνη καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ὀφείλει νὰ θίγεται εὐκόλως οὔτε μετ’ ἐπιπολαιότητος ν’ ἀσκῆται πειθαρχικὴ ἀγωγὴ σέβομαι τοῦτο, ἀλλὰ ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἤσκουν βαρυτάτην πειθαρχικὴν κατηγορίαν ἐναντίον τῶν δικαστῶν ἐκείνων διὰ τὸ νομικὸν μέρος.
§205Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Εἴπατε ὅτι δὲν εὑρίσκετε περίπτωσιν διὰ νὰ ἀσκήσετε πειθαρχικὸν ἔλεγχον.
§206Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ εἶπον ἀκριβῶς ἔτσι.
§207Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ἴδιο ὅτι δὲν ἠσκήθη πειθαρχικὸς ἔλεγχος. Ἐδῶ διατυποῦται μία κατηγορία ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ παραπέμπει τοὺς συνεργούς. Εἶναι φανερὸν ὅτι κρίνει παραπεμπτέον καὶ τὸν Ὑπουργόν. Ἀλλὰ, σᾶς ἐρωτῶ, δὲν εὑρίσκεται τοὐλάχιστον πειθαρχικὸν παράπτωμα τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν καλοῦν οὔτε εἰς ἀπολογίαν οὔτε ὡς μάρτυρα τὸν ἴδιον τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τοῦ ὁποίου τόσον σφοδρῶς καταφέρονται; Δὲν νομίζετε ὅτι αὐτὸ εἶνε κλασσικὴ παράλειψις, διότι παραπέμπουν ἄνθρωπον, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν εἶναι Ὑπουργὸς ἢ μέλος τῆς Βουλῆς; Οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, τὸν παραπέμπουν καὶ δέχονται ἀφ’ ἑαυτῆς ὡς ἔκδηλον, ὡς ἀνάγλυφον τὴν εἰκόνα ὅτι εἶναι αὐτουργὸς ἑνὸς ἀδικήματος. Ἐκεῖ στηρίζουν τὸ ὅλον σκεπτικὸν καὶ λέγουν ὅτι αὐτὸς ἔκαμεν αὐτὰς τὰς πράξεις καὶ ὑπάρχουν καὶ συνεργοὶ καὶ λέγουν ὅτι αὐτοὶ συνήργησαν εἰς τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, αὐτὸν δὲ τὸν Ὑπουργὸν δὲν δέχονται νὰ τὸν καλέσουν, οὐδὲ κἂν ὡς κατηγορούμενον, οὔτε ὡς μάρτυρα, διὰ νὰ δώσῃ μίαν ἐξήγησιν, γεγονὸς τὸ ὁποῖον ἀντιστρατεύεται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς πᾶσαν ἔννοιαν δικαιοσύνης, εἰς πάντα ἀπολύτως κανόνα δικονομικόν. Καὶ εἰς αὐτὸ ἀκόμη τὸ Πλημμελειοδικεῖον, τὸν οἱονδήποτε κοινὸν ἐγκληματίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περαιώσῃ οἱανδήποτε ἀνάκρισιν ἐὰν δὲν κληθῇ ὁ κατηγορούμενος. Ἐὰν δὲν ὑπάρχουν τὰ στοιχεῖα νὰ κληθῇ ὡς κατηγορούμενος ἐὰν ὑπάρχῃ οἱαδήποτε ἀσάφεια, θὰ κληθῇ τοὐλάχιστον νὰ ἐξετασθῇ ὡς μάρτυς. Αὐτήν, λοιπόν, τὴν ἀνήκουστον δι’ ἐμὲ παράλειψιν νὰ μὴ κληθῇ, οὔτε ὡς κατηγορούμενος οὔτε ὡς μάρτυς ὁ Ὑπουργὸς, τὸν ὁποῖον στολίζουν μὲ τὰ ὅσα τὸν στολίζουν, τὸν παραπέμπουν καὶ τοὺς ἄλλους ὡς δῆθεν συνεργοὺς καὶ δίδουν μίαν τοιαύτην ἔκτασιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐνῷ τὸ στοιχειωδέστατον τῶν καθηκόντων ἦτο νὰ τὸν καλέσουν ὡς κατηγορούμενον, εἴτε ὡς ἁπλοῦν μάρτυρα, διὰ νὰ δώσῃ οἱανδήποτε ἀπάντησιν καὶ σχηματίζουν ὁλόκληρον εἰκόνα χωρὶς νὰ καλέσουν ἐκεῖνον νὰ δώσῃ ἐξήγησιν, ἐκ τῆς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατραπῇ ὁλόκληρον τὸ βούλευμα. Δὲν νομίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι αὐτὸ τοὐλάχιστον εἶναι παράλειψις;
§208Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπογραμμίσω καὶ πάλιν ὅτι ἡ ἀνάμιξίς μου εἰς τὴν συζήτησιν ἀναφέρεται εἰς τὸ θεωρητικῶς καὶ ἀπροσώπως τιθέμενον ζήτημα καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἀνάμιξιν εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν.
§209Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀπὸ ὅλας τὰς πλευράς.
§210Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Τοῦτο διαπιστώνων, ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὰ ὅσα ἐλέχθησαν καὶ ἡ ἀπάντησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ βούλευμα δέχεται ὅτι δὲν ἀνεβίωσαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΦΠΣΤ ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 10 καὶ ἐφεξῆς, δέχεται ταυτοχρόνως ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑπάρχει περίπτωσις διαπράξεως ἀδικήματος ἀπὸ μέρους αὐτουργοῦ καὶ συνεργῶν. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέχεται ὅτι δὲν ἰσχύουν αἱ διατάξεις ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 10 καὶ ἐφεξῆς, ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δέχεται τοῦτο καὶ ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται πρὸ ἀδικήματος τελεσθέντος ὑπὸ τὴν ὑποκειμενικὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἀνέφερον προηγουμένως, πρὸ ποίου νομικοῦ διλήμματος τάσσεται. Πρὸ τοῦ ἑξῆς: Ἢ μὴ δυνάμενος πλέον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον θὰ θεωρήσῃ καὶ τοὺς συνεργοὺς ἐκφεύγοντας τῆς δυνατότητος τῆς ποινικῆς διώξεως, ἢ θὰ θεωρήσῃ ὅτι ὀφείλει τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοὺς συνεργοὺς νὰ συνεχίσῃ τὴν δίωξιν, τὴν ἀνάκρισιν καὶ ἐνδεχομένως τὴν παραπομπήν. Πρὸ τοῦ τοιούτου νομικοῦ διλήμματος ἐτέθησαν νομίζω καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου.
§211Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχε λύσις ἄλλη;
§212Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Μὲ συγχωρεῖτε, νὰ περατώσω τὴν συζήτησιν διότι σεῖς εἶσθε νομικὸς καὶ μὲ ἀντιλαμβάνεσθε, ἀλλὰ νὰ μὲ ἀντιληφθοῦν καὶ οἱ μὴ νομικοί. Εὑρεθέντες οἱ δικασταὶ πρὸ τοῦ διλήμματος, ἢ νὰ μὴ συνεχίσουν τὰ ὅσα ὁ νόμος ἐπιβάλλει ἐναντίον τῶν συνεργῶν, ἢ νὰ συνεχίσουν, προετίμησαν τὴν δευτέραν λύσιν, ἡ ὁποία δευτέρα λύσις ἐνδέχεται νὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ ἐνδέχεται νὰ μὴ εἶναι ἡ ὀρθή. Ἐπιθυμῶ ὅμως εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ μὴ λάβω θέσιν. Ἀλλὰ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἄποψις τὴν ὁποίαν ἐδέχθησαν εἶναι ἄποψις νομικὴ, νομίζω ὅτι εἶναι ὑποστηρίξιμος κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγχωρήσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἀποδοχῆς τῆς τοιαύτης ἀπόψεως ὡς πειθαρχικοῦ ἀδικήματος. Λέγω ὅτι ἐγὼ δὲν λαμβάνω θέσιν κἂν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος, λέγω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ εἴτε ἡ μία, εἴτε ἡ ἄλλη ἄποψις. Ἐφ’ ὅσον ἐδέχθημεν ὅτι πάντως ἡ λύσις τὴν ὁποίαν ἐδέχθησαν ἦτο μία λύσις νομικῶς ὑποστηρίξιμος καὶ ὑποστηρίξιμος κατὰ τρόπον τόσον ἐπαρκῆ, ὥστε πάντως νὰ μὴ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πειθαρχικὸν ἀδίκημα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐθεώρησαν ὅτι δύναται νὰ συνεχισθῇ ἡ ἀνάκρισις, ὡς πρὸς τοὺς συνεργούς, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ προβοῦν εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς πράξεως, ἡ ὁποία εἶναι πρᾶξις συνεργοῦ χωρὶς νὰ ἐκφύγουν κρίσεις καὶ περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι ἡ πρᾶξις τοῦ συνεργοῦ δὲν ὑπάρχει λογικῶς χωρὶς τὴν πρᾶξιν τοῦ αὐτουργοῦ.
§213Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τρίτη λύσις περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὁμιλεῖ, ἡ εὐθεῖα ἡ Συνταγματικὴ, ποία ἦτο; Νὰ κλείσῃ τὴν δικογραφίαν νὰ τὴν στείλῃ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἡ Βουλὴ πλέον ν’ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματά της ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ ἐὰν δὲν ἴσχυεν ὁλόκληρος ὁ νόμος ΦΠΣΤ, διότι ὅπως γνωρίζετε καὶ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ΦΠΣΤ ἦτο εἰς λειτουργίαν ἡ ποινικὴ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ βάσει τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος.
§214Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐθέσατε θὰ κριθῇ ἐνδεχομένως καὶ ἀπὸ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Δὲν θέλω νὰ λάβω θέσιν κἂν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ ζητήματος. Λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι ἡ ἄποψις αὐτὴ εἶναι ἄποψις νομικῶς ὑποστηρίξιμος κατὰ τρόπον ὥστε ν’ ἀποκλείεται ἡ ἀποδοχὴ τοῦ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πειθαρχικὸν ἀδίκημα. Δὲν λέγω κἄν, οὔτε ὅτι εἶναι, ἢ δὲν εἶναι ἡ ὀρθὴ ἄποψις. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα νομικὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχουν ὑποστηριχθῆ ἀπὸ ἐπιφανεῖς νομικοὺς ἐκ διαμέτρου ἀντίθετοι ἀπόψεις. Ἀλλοίμονον ἐὰν εἰς ἑκάστην τοιαύτην περίπτωσιν ἦτο δυνατὸν νὰ παρεμβαίνῃ πειθαρχικῶς ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ λέγῃ, διατὶ ἔπραξες τοῦτο, ἐνῷ διδάσκεται ἐκεῖνο. Ἐπιτρέψατέ μου νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Νομίζω ὅτι ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἐτήρησα καὶ ἡ τακτικὴ τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα ἦτο ἡ ἐνδεδειγμένη ἀπὸ ἀπόψεως Δικαίου καὶ ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι ὁ συνάδελφος κ. Χατζηπᾶνος ἔχει ἀδικηθῆ καὶ ἀπὸ τὸ βούλευμα καὶ ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἔχουν κάθε λόγον νὰ θέλουν οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι τελικῶς θὰ κρίνουν ἐὰν παραπεμφθῇ ὁ κ. Χατζηπᾶνος εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, νὰ κρίνουν ἔχοντες τὸ συναίσθημα τοῦ ηὐξημένου κύρους τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ κύρους ἐκείνου τὸ ὁποῖον θέτει φραγμὸν μεταξὺ τῆς Νομοθετικῆς Ἐξουσίας καὶ τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Διότι συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης γενικώτερον εἶναι νὰ ὑπάρχῃ ὁ φραγμὸς αὐτός. Καὶ ὁ φραγμὸς αὐτὸς δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν τακτικὴν ταύτην, διότι αὔριον δικασταὶ καὶ πάλιν θὰ κρίνουν καὶ αὐτήν, ἢ ἄλλην ὑπόθεσιν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ δικαίου ἐπιβάλλει νὰ ἔχῃ διατηρηθῇ ὁ φραγμὸς αὐτός. Εἰς τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ παρακολουθῇ νομικῶς τὸ θέμα, προκειμένου νὰ ἐκθέτῃ τὰς ἀπόψεις του προσεπάθησα νὰ τηρήσω τὴν θέσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Πολιτεία μοῦ τάσσει καὶ τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς Δικαιοσύνης ἐπιβάλλει. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς Ἀριστερᾶς).
§215Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι κάμνετε μίαν μετατόπισιν τοῦ θέματος. Ἐλαφρὰν μὲν ἀλλ’ ἐπαρκῆ, διὰ νὰ μὴ εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ. Διότι δὲν διαφωνῶ εἰς τὸ ὅτι ἐν αὐτῇ τῇ ἀντιλήψει καὶ τῇ συνειδήσει ἠκολουθήσατε τὴν στάσιν σας αὐτήν, αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον, δὲν διαφωνῶ εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς μεταξὺ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, διαφωνῶ εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι πέραν τοῦ φραγμοῦ αὐτοῦ ὀφείλει νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἔλεγχος, διότι καὶ ἐγὼ τὸ πιστεύω ὅτι ὀφείλει νὰ ὑπάρχῃ στάδιον ἐλέγχου, ἀλλὰ σᾶς ἠρώτησα καὶ μοῦ εἴπατε: Τὶ σκέπτεσθε διὰ τὸν Εἰσαγγελέα πάντοτε ἐν τῷ πνεύματι τοῦ ἐλέγχου ὁ ὁποῖος δέχεται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐπιστημονικὴ βάσις τὴν ὁποίαν δέχεται τὸ βούλευμα, δέχεται ὅτι ὁ νόμος ΦΠΣΤ ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1935 καὶ παρὰ ταῦτα ὁ Εἰσαγγελεὺς προτείνει εἰς τὸ Συμβούλιον τὴν παραπομπήν; Ὑπάρχει δι’ αὐτὸ δικαιολογία διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ ἐνδεχομένως διὰ τοὺς ἄλλους;
§216Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ὀφείλω νὰ εἴπω τὸ ἑξῆς: Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν πρότασιν στηρίζεται εἰς μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀσκήσει τὰ δικαιώματά της, δύναται τὸ Δικαστήριον ὡς πρὸς τοὺς συνεργοὺς νὰ ἐπιληφθῇ.......
§217Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχεται ὁ Εἰσαγγελεὺς ὅτι ἀνεβίωσαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ΦΠΣΤ.
§218Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν ὁποτεδήποτε θέλει νὰ ὁρίσῃ ὡς ἡμέραν συζητήσεως τοῦ ζητήματος τούτου καὶ θὰ προτείνω ἐγὼ τὴν πρόταξίν του.
§219Γ. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρεπέμφθην καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν συνεργῶν μου ἀντιστρατήγων συμβούλων εἰς τὸ Πενταμελὲς Ἐφετεῖον. Τὸ Πενταμελὲς Ἐφετεῖον μὲ παρέπεμψεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος εἶπεν ὅτι ὀρθῶς τὸ Πενταμελὲς Ἐφετεῖον ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον.
§220Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Σᾶς ἀπήντησα προηγουμένως. Ὑπάρχει μία ἄποψις, τὸ Δικαστήριον ἐδέχθη ἄλλην ἄποψιν. Τὸ Δικαστήριον ἔκαμεν ἕνα συλλογισμὸν ἴσως τὸν ἑξῆς: Θὰ τὸν κρίνῃ ὡς μάρτυρα ἢ ὡς κατηγορούμενον; Καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐξετάσῃ ὡς μάρτυρα ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον θὰ ἐξήταζεν ὡς κατηγορούμενον. Γνωρίζετε ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ὡρισμένην δικαστικὴν ἀρχήν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζεται ὡς μάρτυς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐνδέχεται νὰ εἶναι κατηγορούμενος.
§221Γ. ΛΑΖΑΝΑΣ. Οὐδαμῶς ἐπείσθην ἐκ τῶν λεχθέντων ὅτι δικαιολογεῖται ἡ ἔκδοσις τοῦ βουλεύματος καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθη. Χαρακτηρίζονται αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν κρίνονται καὶ κατακρίνονται κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 80. Οὔτε ἐκ τῶν θεωριῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὔτε ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπάρχει δικαιολογία τῆς σκαιᾶς παρεκτροπῆς. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ δικαιολογία τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ μὲ τὴν φρασεολογία ποὺ ἔχει. Εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοηθοῦν ἠθικοὶ αὐτουργοὶ καὶ πράξεις Ὑπουργῶν. Καὶ εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν δὲν ὑπάρχουν. Ἐδημιουργήθησαν διὰ νὰ κατηγορηθῇ ὁ κ. Χατζηπᾶνος. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον λέγετε ὅτι θέλετε μίαν ἡμέραν συζητήσεως διὰ νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπόθεσις, ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν δήλωσίν σας. Ἀλλὰ δὲν ἐπείσθην ἀπὸ τὰς θεωρίας. Τελειώνων, νομίζω ὅτι καθῆκον μου καὶ πρὸς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς ἐμὲ εἶναι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ Χατζηπᾶνος δὲν διέπραξεν ἀδίκημα, δὲν ἐζημίωσεν ἀλλ’ ὠφέλησε. Ἂς προσέξωμεν τὸν κομματικὸν ἀνταγωνισμὸν, ἐξ’ οὗ ἐπλήγη πάντοτε ἡ Ἑλλάς. Ἂς θελήσωμεν καὶ σήμερον ἀλλὰ καὶ αὔριον, ὁ μελετῶν τὴν ὑπόθεσιν νὰ μὴ εὕρῃ καθ’ ὑποψίαν φατριασμὸν διότι τοῦτο δὲν θὰ εἶναι πρὸς τιμὴν τῶν κομμάτων. Ἂς δώσῃ ἕκαστος τὴν ψῆφον κατὰ συνείδησιν. Ὁ Χατζηπᾶνος εἶναι ἐντελῶς ἀθῶος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξεν εἶναι ὅτι ὠφέλησε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον διὰ τῶν 2 ἀποφάσεων. Μόνον διὰ τὴν ἀμφιβολίαν θὰ δύναται νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς δύναται νὰ δεχθῇ ὅτι ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον. Οὔτε χαριστικῶς ἐνήργησεν ὁ Χατζηπᾶνος ὡς σᾶς ἀπέδειξε. Τὰς μεταφορὰς δὲν παρεχώρησεν ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς φερομένους ἠθικοὺς αὐτουργοὺς, παρεχώρησεν εἰς 5 ἀκόμη μεταφορεῖς ἐπὶ ἴσοις ὅροις καὶ οὔτε κατηγοροῦνται καὶ οὗτοι ὡς ἠθικοὶ αὐτουργοί, διότι οὐδεὶς δέχεται ὅτι καὶ πρὸς τούτους ἐχαρίσθη. Καὶ πλέον τούτων ἐὰν δεχθῆτε ὅτι Ὑπουργὸς χαριζόμενος καὶ ὅταν δὲν ζημιοῖ τὸ Δημόσιον καὶ ὅταν ὡς ἐν προκειμένῳ τὸ ὠφελῇ πρέπει νὰ παραπέμπεται εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἐρωτῶ ποῖος τῶν ὑπηρετούντων Ὑπουργῶν δὲν θὰ παραπεμφθῇ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον; (Χειροτήματα).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουτζουρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§223Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§225Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ καθαρῶς δικαστικὸν ἔργον καὶ ἔχομεν ἱερὰν ὑποχρέωσιν τοὐλάχιστον πρὸς τὴν συνείδησίν μας, νὰ μὴ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ κατατεθὲν πόρισμα τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ νὰ ἀκούσωμεν ὅλων τὰς ἀπόψεις, προκειμένου νὰ ἀποφασίσωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ συζήτησις νὰ γίνεται πρὸ κενῶν ἑδωλίων. Εἶναι ὡσὰν οἱ ἔνορκοι νὰ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν ἀκροαματικὴν διαδικασίαν καὶ νὰ ἐκδώσουν τὴν ἀπόφασίν των, ἀρκούμενοι εἰς τὸ παραπεμπτικὸν βούλευμα. Πρέπει νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν δι’ αὔριον.
§226Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τί φρονεῖ τὸ Προεδρεῖον. Νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι, ὅσοι πρόκειται νὰ λάβουν τὸν λόγον; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μείνωμεν μέχρι πρωΐας, ἄλλως νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν κύριε Πρόεδρε.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ συναινεῖ, νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον. Πρὶν ὅμως λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν ἔχω νὰ ἀνακοινώσω τὴν κατάθεσιν τῶν κάτωθι νομοσχεδίων: Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συγκροτήσεως τῆς Διοικήσεως τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως καὶ Ἀνασυγκροτήσεως τῶν Διοικητικῶν Γνωμοδοτικῶν, Ἐποπτικῶν Συμβουλίων ἁπάντων τῶν Ὑπουργείων ὡς καὶ τῶν ὑπὸ τὴν Ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτῶν τελούντων Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου». Ὁ κ. Χ. Ψαρρὸς (Ὑπ. Μεταφορῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ χορηγήσεως ἐπαγγελματικῶν ἀδειῶν ὁδηγῶν αὐτοκινήτων». Ὁ κ. Ι. Γκλαβάνης (Ὑπ. Οἰκισμοῦ καὶ Ἀνοικοδομήσεως) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ νόμου 5269)1931». Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, συνέχεια συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς περὶ παραπομπῆς τοῦ βουλευτοῦ τέως ὑπουργοῦ κ. Χατζηπάνου εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 12η νυκτερινή).