1950.07.03
3,212 rows · 24,757 words · 222 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48η
Δευτέρα 3 Ἰουλίου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 7.25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Μποῦτος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Εἰς μίαν διακοπὴν ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον: «Τοῦτο ἀποτελεῖ στέρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου» καὶ δὲν λέγουν τίποτα τὰ πρακτικά.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡμιλούσατε ἐν μέσῳ θορύβου καὶ δὲν ἠκούσθητε. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως ὡς διωρθώθησαν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι σήμερον τὴν πρωίαν ἐπεσκέφθη τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἡ Κυπριακὴ Πρεσβεία, ἡ ὁποία παρέδωκεν εἰς αὐτὸ τοὺς τόμους τοῦ Δημοψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔγινεν εἰς τὴν Κύπρον διὰ τὴν ἕνωσίν της μετὰ τῆς Ἑλλάδος. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§5Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐγένοντο προσφωνήσεις καὶ ἀντιφωνήσεις. Ἔπρεπε νὰ ἀνακοινωθοῦν αἱ προσφωνήσεις αὗται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἀναγνωσθοῦν πρὸς τὴν Βουλήν.
§7Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναγνωσθοῦν. Ὅπως ξεύρετε τὸ Κυπριακὸν ζήτημα θὰ εὕρῃ τὴν κατεύθυνσίν του διὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων ἐλπίζω δὲ καὶ τῆς Βουλῆς τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Χαίρω πολὺ ὅτι ἤχθημεν εἰς τὸν δρόμον αὐτὸν καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι λίαν εὐτυχὴς ὅτι δύναμαι νὰ συγχαρῶ βαθύτατα ὑμᾶς κύριε Πρόεδρε, ὡς προέδρου τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ποὺ μαζὶ μὲ τὸ Προεδρεῖον ἐδέχθητε τὰς δέλτους τοῦ Δημοψηφίσματος τοῦ Κυπριακοῦ λαοῦ. Θὰ παρακαλέσω ὅπως ἀνακοινωθοῦν εἰς τὸ Σῶμα αἱ προσφωνήσεις καὶ αἱ ἀπαντήσεις, διότι φυσικὸν εἶναι νὰ ἀνακοινωθοῦν καὶ καταχωρηθοῦν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ὡς καὶ ὁ σχετικὸς φάκελλος τῶν τόμων τοῦ δημοψηφίσματος.
§8Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Καὶ ἡμεῖς, κ. Πρόεδρε, ἐλάβομεν γνῶσιν τοῦ εὐχαρίστου αὐτοῦ γεγονότος τῆς παραδόσεως ὑμῖν τῶν τόμων τοῦ Δημοψηφίσματος παρὰ τῆς Κυπριακῆς Πρεσβείας. Ἀνεγνώσαμεν δὲ εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ τοὺς ἐκφωνηθέντας λόγους κατὰ τὴν παράδοσιν τόσον ἐκ μέρους τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Κυρηνείας, Ἀρχηγοῦ τῆς Κυπριακῆς Πρεσβείας, ὅσον καὶ ἐκ μέρους Ὑμῶν. Αἱ προσφωνήσεις αὗται ἑκατέρωθεν ἐπλήρωσαν ἐθνικοῦ ἐνθουσιασμοῦ τὰς ψυχὰς ὅλων τῶν Ἑλλήνων καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωσθῶσι καὶ ἐπισήμως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τελικῶς θὰ θελήσῃ νὰ ἀναλάβῃ εἰς χεῖρας της τὸ ἐξόχως ἐθνικὸν αὐτὸ ζήτημα καὶ θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ἵνα εὕρῃ τοῦτο τὴν μόνην λογικὴν λύσιν του, τὴν ἕνωσιν τῆς Μεγαλονήσου μετὰ τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος ἐν τῷ πλαισίῳ πάντοτε τῆς Ἑλληνο–Βρεττανικῆς φιλίας. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει ὡριμάσει εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται περαιτέρω ἀναβολὴ αὐτοῦ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις μετ’ ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος παρακολουθεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§10Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σχετικῶς, κ. Πρόεδρε, τοὺς λόγους τοῦ Γλάδστωνος, τῆς μεγάλης αὐτῆς ἠθικῆς Βρεττανικῆς προσωπικότητος, εἰπόντος σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ τὰ ἑξῆς: «Ὅτι μόνον ἡ ταχεῖα ἐπιστροφὴ τῆς Κύπρου εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὸν τρόπον τῆς καταλήψεως αὐτῆς καὶ τὸν χρόνον τῆς κατακρατήσεως αὐτῆς». Ἔκτοτε διέρρευσαν δεκάδες ὁλόκληροι ἐτῶν καὶ ὁ ἐθνικὸς πόθος τῶν Κυπρίων παραμένει ἀνικανοποίητος. Ποιούμεθα ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ διστάσῃ νὰ ἀναλάβῃ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικωτάτου αὐτοῦ ζητήματος, ὅπερ βαθύτατα συγκινεῖ τὴν ψυχὴν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς πεπολιτισμένης ἀνθρωπότητος. (Χειροκροτήματα).
§11Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀνακοινωθοῦν αὔριον αἱ προσφωνήσεις, διότι πιθανὸν νὰ προκληθῇ συζήτησις.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Ἔβρου κ. Α. Βλασακοῦδης ζητεῖ 20ήμερον ἄδειαν, προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν.
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισιν τῆς ἀπουσίας εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Α. Βλασακούδην. Τὸ κόμμα τῶν Ἀριστερῶν Δημοκρατικῶν καὶ Ἀριστερῶν Φιλελευθέρων διαμαρτύρεται, διότι ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὰς φυλακὰς τῶν Γιούρων. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ι. Βλαμίδης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράς, κλπ.
§15Ι. ΒΛΑΜΙΔΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 53177 17.6.50 ἐγγράφου του διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ Ποινικῆς Δικογραφίας καὶ λοιπῶν σχετικῶν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης κ. Παντελῆ Καλπακτσόγλου, κατηγορουμένου ἐπὶ τοκογλυφίᾳ καὶ ἀπρομελετήτοις τραύμασιν, ζητοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τούτου, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 53178) 23–6–50 ἐγγράφου του διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης μετὰ Ποινικῆς Δικογραφίας καὶ λοιπῶν σχετικῶν κατὰ τοῦ βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης κ. Π. Καλπακτσόγλου, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τοῦ Ἐθνικοῦ Νομίσματος, ζητοῦντος τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τούτου, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 63 τοῦ Συντάγματος. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν. Ὁ Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Γ. Σερπᾶνος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐθνικοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ κέντρου Ἀγρινίου, διαμαρτυρομένου δι’ ἀθλίαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν μελῶν του, λόγῳ μὴ διαθέσεως καπνῶν ἰδίᾳ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως καὶ ζητοῦντος λῆψιν μέτρων οἰκονομικῆς ἐνισχύσεώς των. Ὁ Βουλευτὴς Πειραιῶς καὶ Νήσων κ. Γ. Ἀνδριανόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν Ὑπαλλήλων Ὑπεραστικῶν Τηλεπικοινωνιῶν Ο.Τ.Ε. Πειραιῶς ζητούντων ἄμεσον τροποποίησιν τοῦ νόμου 1049, πρὸς διασφάλισιν καὶ κατοχύρωσιν δικαιωμάτων προσωπικοῦ. Ὁ Βουλευτὴς Ρεθύμνης κ. Ε. Παπαδόγιαννης καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ συνδέσμου λεπρῶν Ἀθηνῶν ζητούντων τὴν μεταφοράν των εἰς ἑτέραν πόλιν ἔχουσαν καλυτέρους κλιματολογικοὺς ὅρους, καθ’ ὅσον ἡ ἐδῶ διαμονή των καθιστᾷ ἐπισφαλῆ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεώς των, λόγῳ τοῦ ὑπερβολικοῦ ψύχους καὶ καύσωνος. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. Ἀνδριανόπουλος, Ι. Λύρας, Π. Κάντζιας καὶ Ε. Κοθρῆς καταθέτουν ἀναφορὰν τῆς ἐθνικῆς πανελληνίου ὁμοσπονδίας ἐπαγγελματιῶν καὶ ἰδιοκτητῶν αὐτοκινήτων ταξὶ καὶ ἀγοραίων ζητούσης ἀπαλλαγὴν τῶν μελῶν της ἀφ’ ἑνὸς ἐκ τοῦ φόρου καθαρᾶς προσόδου διὰ τοῦ χαρακτηρισμοῦ των ὡς μικροεπιτηδευματιῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ πάσης δημοτικῆς ἢ κοινοτικῆς φορολογίας κλπ. Ὁ Βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας κ. Κ. Παπακωνσταντίνου καταθέτει ἀναφορὰν τῶν κτηνοτρόφων τῆς ἐπαρχίας Γρεβενῶν, διαμαρτυρομένων διὰ χορήγησιν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἐλευθερία» δανείου δραχμῶν 4 δισεκατομμυρίων, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ κτηνοτρόφοι συμμοριόπληκτοι στεροῦνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. Ὁ Βουλευτὴς Ἠλείας κ. Σ. Πολυζωγόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου Κοινότητος Ἐπιταλίου διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην κατασκευὴν ὁδικῆς γεφύρας Ἀλφειοῦ μακρὰν τῆς φυσικῆς αὐτῆς θέσεως καὶ παραπλεύρως τῆς σιδηροδρομικῆς τοιαύτης. Ὁ Βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Κ. Μαρῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου τῶν ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ καὶ περιχώροις καταστηματαρχῶν πωλητῶν βενζίνης καὶ κατόχων σταθμῶν αὐτοκινήτων μετὰ βενζιναντλίας ζητοῦντος ἐλευθέραν διάθεσιν τῶν ὑγρῶν καυσίμων καταργουμένου ἐξ ὁλοκλήρου τοῦ ἤδη συστήματος τῆς διὰ δελτίου διαθέσεως τούτου. Ὁ Βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Γ. Ἀνδρουλακάκης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Μεσσαρᾶς Ἡρακλείου–Κρήτης ζητούσης ἄμεσον ἐκτέλεσιν ἔργων ἀρδεύσεως καὶ ἀποξηράνσεως. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. Κωστόπουλος καὶ Γ. Γεώργας καταθέτουν ἀναφορὰν τοῦ Α. Ἀσλανίδου κατοίκου Σερρῶν ζητοῦντος ἄμεσον μεταφορὰν τοῦ Σ. Ἀσλανίδου ἐκ φυλακῶν Κερκύρας εἰς φυλακὰς Σερρῶν. Ὁ Βουλευτὴς Κοζάνης κ. Δ. Ζησόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Διοικητικοῦ Συλλόγου Κοζάνης διαμαρτυρομένου διὰ μελετωμένην συγχώνευσιν τῶν Ταμείων ἀνεγέρσεως Δικαστικῶν μεγάρων καὶ ζητοῦντος τὴν καταπολέμησιν τοῦ σχετικοῦ Νομοσχεδίου. Ὁ Βουλευτὴς Κοζάνης κ. Δ. Ζησόπουλος καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου Πυροπαθῶν Ἄργους Ὀρεστικοῦ καὶ περιφερείας ζητοῦντος ἄμεσον ρύθμισιν τοῦ ζητήματος στεγάσεως καὶ ἀνοικοδομήσεως. Ὁ Βουλευτὴς Ἡρακλείου κ. Γ. Ἀνδρουλακάκης καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Ἀθλητικῆς Ἑνώσεως Ἡρακλείου «Ὁ Ἐργοτέλης» ζητούσης ἄμεσον χορήγησιν ἀναλόγου πιστώσεως διὰ συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐν λόγῳ Γυμναστηρίου. Ὁ Βουλευτὴς Ἀργ)νθίας κ. Π. Μπερτσεκᾶς καταθέτει ἀναφορὰν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν κατοίκων Νεμέας ζητούντων ἄμεσον ἀπαλλοτρίωσιν Μοναστηριακῶν ἐκτάσεων εἰς θέσιν Φρούσια, Βαθιὰ καὶ Πηγαδούλια τῆς κτηματικῆς περιφερείας Νεμέας πρὸς ἐγκατάστασιν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν. Οἱ Βουλευταὶ Κυκλάδων κ. κ. Τ. Πάρρης καὶ Π. Εὐριπαῖος καταθέτουν ἀναφορὰν ὑπαλλήλων ΟΤΕ Κυκλάδων διαμαρτυρομένων δι’ ἄνισον μεταχείρισίν των ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς ἐκ τῆς ΑΕΤΕ προερχομένους καὶ ζητούντων τὴν μισθολογικὴν ἐξίσωσιν μετ’ αὐτῶν. Ὁ Δήμαρχος, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, ὁ Πρόεδρος τῶν Βιομηχάνων, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Συνδέσμου Καφεπωλῶν Πύργου Ἠλείας διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην ματαίωσιν κατασκευῆς παρακαμπτηρίου ὁδοῦ Πύργου ἀπὸ σταθμὸν ΣΠΑΠ μέχρι ναϋδρίου Ἁγίας Παρασκευῆς. Ὁ κ. Ι. Ἀναστασάκος πολιτικὸς συνταξιοῦχος κάτοικος Ἰωαννίνων καὶ προσωρινῶς Ἀθηνῶν ζητεῖ ἀναγνώρισιν τῶν συνταξιοδοτικῶν δικαιωμάτων τῶν ἀπολυθέντων κατὰ τὸ κίνημα τοῦ 1945 καὶ μὴ ἀποκατασταθέντων εἰσέτι. Ὁ Δήμαρχος Λετρίνων ζητεῖ ἄμεσον ἐπισκευὴν τῆς κατεστραμμένης τουριστικῆς ὁδοῦ Κατακώλου–Ἀρχαίας Ὀλυμπίας. Ἀπαντήσεις Ὑπουργείων ἐπὶ συναφῶν ἐρωτήσεων κ. κ. βουλευτῶν. 1) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν: α) Ἐπὶ διαβιβασθείσης ἡμῖν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2893)1607 τῆς 8 Ἰουνίου ἐν. ἔ. ἐγγράφου σας ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ.κ. Β. Παπαρρηγοπούλου, Π. Πέννα, Κ. Παπακωνσταντίνου, Ι. Λύρα, Κ. Παπαδοπούλου, Α. Δημάκη, Γ. Ράλλη, Α. Δερδεμέζη, Κ. Καλκάνη, Σ. Ἀλιπράντη, Ν. Μπουραντᾶ, Δ. Γιαννοπούλου, Π. Σταθοπούλου, Γ. Πλατῆ, καὶ Π. Κάντζια σχετικῶς μὲ τὴν ἐπίσπευσιν ἐκδικάσεως τῶν ἐκκρεμουσῶν ὑποθέσεων ἀπονομῆς ὁριστικῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἀναπήρους καὶ τὰ θύματα τοῦ ἀντισυμμοριακοῦ ἀγῶνος, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν τὰ κάτωθι: Ι. Ἡ βραδύτης τῆς ὁριστικῆς συνταξιοδοτήσεως τῶν ὡς ἄνω ἀναπήρων καὶ θυμάτων προῆλθεν ἐκ δύο κυρίως λόγων: α) ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ ἀντισυμμοριακοῦ ἀγῶνος (1946) καὶ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1948 δὲν ὑφίστατο διάταξις νόμου ρυθμίζουσα τὸ δικαίωμα συντάξεως τῶν θυμάτων τοῦ ἀγῶνος τούτου, ὅτε δὲ κατ’ Ὀκτώβριον 1948 ἐξεδόθη ὁ ὑπ’ ἀριθ. 835 Α. Ν. ὑφίσταντο ἐκκρεμεῖς εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν περὶ τὰς 10.000 συνταξιοδοτικαὶ ὑποθέσεις αἵτινες καὶ καθ’ ἡμέραν ηὐξάνοντο λόγῳ τῆς ἐντάσεως τοῦ ἀγῶνος, β) εἰς τὴν ἔλλειψιν ἐπαρκοῦς προσωπικοῦ διὰ τὸν κανονισμὸν καὶ τὴν διεκπεραίωσιν τῶν ὡς ἄνω συσσωρευθεισῶν ὑποθέσεων. II. Ἡ συγκρότησις πλειόνων ἐκδικαστικῶν ἐπιτροπῶν δὲν κρίνεται σκόπιμος ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι λόγῳ τῆς φύσεως τῶν ὑποθέσεων νομίζομεν ὅτι ἐπιβάλλεται ἑνιαία κατεύθυνσις ἐπ’ αὐτῶν ὥστε νὰ μὴ διασπᾶται ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἰσότης ἐπὶ ἀντικειμένων ὑπὸ τὰς αὐτὰς διατάξεις ὑπαγομένων καὶ ἐκ τῶν αὐτῶν γεγονότων ἀπορρεόντων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ἡ συγκρότησις τούτων προσκρούει εἰς τὴν ἔλλειψιν εἰδικοῦ καὶ ἐμπείρου προσωπικοῦ. III. Πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τόσον τῶν οἰκογενειῶν τῶν φονευθέντων στρατιωτικῶν ὅσον καὶ τῶν ἀναπήρων τοῦ ἀντισυμμοριακοῦ ἀγῶνος καθιερώθη τὸ ἔκτακτον μέτρον τῆς δι’ ἡμετέρων διαταγῶν καταβολῆς εἰς τοὺς δικαιούχους μέχρι τῆς ὁριστικῆς συνταξιοδοτήσεώς των μηνιαίας προκαταβολῆς ἔναντι τῆς ἀπονεμηθησομένης συντάξεως, τὸ ποσὸν τῆς ὁποίας ἀντιστοιχεῖ εἰς τὰ 90% περίπου τοῦ ποσοῦ τῆς συντάξεως. IV. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἡ σημερινὴ βραδύτης θὰ ἐξακολουθήσῃ διότι στερούμεθα τοῦ ἀναγκαιοῦντος προσωπικοῦ. Σήμερον ἡ διεκπεραίωσις τῶν ἐκκρεμουσῶν ὑποθέσεων ἀνερχομένων εἰς 12.000 περίπου γίνεται τῇ βοηθείᾳ ἀπεσπασμένων ἐξ ἄλλων Ὑπ. ἐκτάκτων καὶ ἡμερομισθίων ὑπαλλήλων, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων εὐθὺς ὡς εἰδικευθῶσιν ἐπὶ τῶν συνταξιοδοτικῶν ὑποθέσεων ἀνακαλοῦνται παρὰ τῶν ἐξ ὧν ἀπεσπάσθησαν ὑπηρεσιῶν, γεγονὸς ὅπερ ἀποβαίνει εἰς βάρος τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῆς ὑπηρεσίας ἡμῶν καὶ τῆς ταχείας τακτοποιήσεως τῶν συνταξιοδοτικῶν ὑποθέσεων.
Ὁ Ὑπουργὸς
Γ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ
6) Εἰς ἀπάντησιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 179 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Λαντζούνη ἐν σχέσει μὲ τὴν κατάληψιν 1600 στρεμμάτων ἐν Κοινότητι Τριώδου Μεσσηνίας, πρὸς κατασκευὴν τοῦ ἀεροδρομίου Τριώδου κλπ. ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὅτι παρὰ τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀπαλλοτριώσεων τοῦ Ὑπουργείου οὐδὲν στοιχεῖον ὑφίσταται σχετικῶς μὲ τὴν κήρυξιν ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῆς ὡς ἄνω ἐκτάσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἱδρύσεως τοῦ ἀεροδρομίου. Ἀθῆναι τῇ 22.6.50
Ὁ Γενικὸς Δ)ντὴς
Θ. Δ. ΜΕΡΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
2) Τοῦ Ὑπουργείου Οἰκισμοῦ καὶ Ἀνοικοδομήσεως: α) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 152 ἐρωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Σβώλου παρέχονται αἱ ἀκόλουθοι πληροφορίαι: Τὸ Ὑπουργεῖον διὰ δύο ἐν ἐνεργείᾳ ἐργολαβιῶν ἐπιμελεῖται τῆς ἀποπερατώσεως 112 λαϊκῶν κατοικιῶν τοῦ συνοικισμοῦ 151. Αἱ ἐργασίαι εὑρίσκονται ἐν ἐκτελέσει. Ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἀριθμοῦ μέχρι τῶν 600 εἶναι ἐξηρτημένη ἐκ τῶν διατεθησομένων πιστώσεων καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ ἡ πρόοδος τῶν κατασκευῶν θὰ εἶναι ἐξηρτημένη ἐκ τῶν ἑκάστοτε παρεχομένων οἰκον. μέσων. Ὡς πρὸς τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν οἰκιῶν βομβοπλήκτων τῆς Θεσ)νίκης ἡ μετὰ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς σύμβασις δὲν προβλέπει τὴν ἐκτέλεσιν ἀστικῶν κατοικιῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ τύχῃ ἰδιαιτέρας μερίμνης καὶ σκέψεως. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ συνδρομὴ τοῦ Ὑπουργείου θὰ συνίσταται εἰς τὴν χορήγησιν ὑλικῶν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ἀθῆναι τῇ 17.6.60
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ
β) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 143 ἐρωτήσεως τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λ. Καραμαούνα, Ι. Γιαννικώστα καὶ Χ. Θυμογιάννη παρέχεται ἡ πληροφορία ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ σύμβασις μετὰ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς δὲν περιλαμβάνει κατασκευὴν ἀστικῶν οἰκοδομῶν. Ἡ στέγασις τῶν βομβοπλήκτων θ’ ἀποτελέσῃ ἀναμφιβητήτως ἀντικείμενον ταχείας μερίμνης τοῦ Ὑπουργείου. Διὰ τὴν μελέτην τῶν μέτρων ἐζητήθη ἤδη μικρὰ πίστωσις χρόνου (ὅρα ἐπίσημα πρακτικὰ 12.6.50 σελ. 9). Ἀθῆναι τῇ 17.6.50
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ
γ) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 289 ἐρωτήσεως παρέχεται ἡ πληροφορία ὅτι ἡ ἀνέγερσις νομαρχιακοῦ μεγάρου πρὸς στέγασιν τῆς Νομαρχίας Χίου ἤρτηται ἐκ τῆς διαθέσεως τῶν ἀναλόγων πιστώσεων παρὰ τοῦ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν. Ἡ κατὰ τὸ προσεχὲς οἰκονομικὸν ἔτος διατεθησομένη πίστωσις, ἐλαχίστας ἀνάγκας στεγάσεως δημοσίων ὑπηρεσιῶν θέλει ἱκανοποιήσει καὶ αὗται συγκεντροῦνται κυρίως εἰς τὴν συμπλήρωσιν καὶ ἀποπεράτωσιν ἡμιτελῶν κτιρίων. Ἀθῆναι τῇ 17.6.1950
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ
δ) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 127 ἐρωτήσεως παρέχεται ἡ πληροφορία ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐπραγματοποίησε προμήθειαν ἐγχωρίου ξυλείας κατὰ τὰ ἔτη 1947–49 εἰς ποσότητα 160.000 κυβικῶν μέτρων, προερχομένην ἐκ τῶν δασῶν Σουφλίου, Δράμας, Δραγοτέλι, Γρεβενῶν, Κρανιᾶς, Καλαμπάκας, Λαρίσης, Λαμίας, Βάλτου, Καλαβρύτων, Πάρνωνος, Θάσου κλπ. καὶ ἐν γένει ἐξ ὅλων τῶν περιοχῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐπίσης ἐπρομηθεύθη ἀποθέματα ἐγχωρίου ξυλείας εἰς ποσότητα 50.000 κυβικῶν μέτρων παρὰ προμηθευτῶν ἐν Καβάλᾳ, Θεσσαλονίκῃ, Βόλῳ, Εὐβοίᾳ, Τρικάλοις, Καρδίτσῃ, Ἰωαννίνοις, Κρήτῃ, Ἀγρινίῳ, Πάτραις Ἀμφίσσῃ, Ἁγίῳ Ὄρει. Ἑπομένως ἡ προμήθεια ξυλείας ἀπὸ τὴν περιοχὴν Καψάλια Εὐβοίας δὲν ἀποτελεῖ προνομιακὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου ὑπὲρ τῆς περιοχῆς ταύτης. Ἄλλως τε μετὰ τὴν δημοπρασίαν πρὸς προμήθειαν ξυλείας ἐκ τῆς δασικῆς περιοχῆς Καψάλια Εὐβοίας προεκηρύχθησαν καὶ ἄλλαι δημοπρασίαι εἰς διαφόρους περιοχὰς τῆς χώρας. Ἀθῆναι τῇ 17.6.50
Ὁ Ὑπουργὸς
Ι. ΓΚΛΑΒΑΝΗΣ
Ἡ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσόντων διορισμοῦ Παιδαγωγῶν Ἐθνικῶν Παιδικῶν Σταθμῶν καὶ Διευθυντριῶν Ἐθνικῶν Ἀγροτικῶν Νηπιοτροφείων καὶ Παιδικῶν Σταθμῶν».
§16Λ. ΙΑΣΩΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀνακοινωθοῦν καὶ αἱ ἀπαντήσεις τῶν ὑπουργείων ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις θὰ πρέπει νὰ διαβιβάζωνται πρῶτον εἰς τὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἐὰν δὲν λαμβάνουν ἱκανοποιητικὰς ἀπαντήσεις οἱ κ. κ. βουλευταί, τότε νὰ ἀνακοινοῦνται εἰς τὴν Βουλήν.
§18Δ. ΤΣΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ γίνῃ σύστασις εἰς τὰ Ὑπουργεῖα νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀναφορὰς ποὺ ἀποστέλλονται εἰς αὐτὰ καὶ νὰ ἀπαντοῦν καὶ νὰ δίδουν λύσεις ἐπὶ τῶν θιγομένων ζητημάτων. Διότι αἱ ἀναφοραί, κ. Πρόεδρε, ἀπευθύνονται πρῶτον εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ὡς πρέπει, καὶ ἐφόσον δὲν τύχουν ἀπαντήσεως καὶ ἱκανοποιήσεως, τότε ἔρχονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἀπασχολοῦν ὅπως τὴν ἀπασχολοῦν.
§19Δ. ΛΑΝΤΖΟΥΝΗΣ. Αἱ ἀπαντήσεις κ. Πρόεδρε εἶναι μόνον τυπικαί. Δὲν εἶναι οὐσιαστικαὶ καὶ δὲν μᾶς ἱκανοποιοῦν ἀπολύτως.
§20Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν λύσιν τῆς συνεχιζομένης ἀπεργίας τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπεραστικῶν τηλεπικοινωνιῶν ἐπεκταθείσης ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὰς ἀστικὰς τηλεπικοινωνίας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβετε τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§22Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι θέλω νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Κύριε Πρόεδρε, ὑβρίσθην προχθὲς ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑβρίσθητε.
§24Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφήσατε τὸν κ. βουλευτὴν νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα.
§25Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐδόθη ἡ ἐξήγησις ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα δὲν ἀφεώρουν τὸν κ. Δημάκην.
§26Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δέχομαι τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν δίδετε, ἀλλ’ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐδόθη. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐξήγησις εἰς τὰ πρακτικά, τὸ θέμα θεωρεῖται τερματισθέν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐξηγήσεις αὐταὶ ἔχουν ἀναγραφῆ εἰς τὰ πρακτικά.
§28Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ καταθέσω μίαν ἀναφορὰν τῶν παραγωγῶν τῆς πεδινῆς Ἠλείας, διαμαρτυρομένων ἐντόνως διότι ἀπηγορεύθη εἰς τὴν ΥΕΚΑ νὰ κάμῃ μεταφορὰς καρπουζίων καὶ τοιουτοτρόπως τὸ προϊόν τοῦτο ἐπιβαρύνεται πλέον τῶν 300 δρχ. κατ’ ὀκᾶν ἀπὸ τὰ κοινὰ ταμεῖα. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Μεταφορῶν διὰ νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν.
§29Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ τὴν συνεχιζομένην ἀπεργίαν τοῦ προσωπικοῦ τῶν τηλεπικοινωνιῶν....
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα, κ. συνάδελφε, νὰ ὁμιλήσητε.
§31Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. Λυποῦμαι πάρα πολύ, κ. Πρόεδρε, διότι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀντιληφθῆτε τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος. (Θόρυβος).
§32Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰς ὕβρεις ἐναντίον μου.
§33Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶπον καὶ πρὶν καὶ λέγω καὶ τώρα, ὅτι ἀφοῦ ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς τὸν λόγον νὰ εἴπῃ δύο λέξεις ἠμπορούσατε νὰ τοῦ τὸ εἴχατε ἐπιτρέψῃ. Ἔχω νὰ παρατηρήσω καὶ τὸ ἑξῆς: Ἐν τῷ μεταξὺ καθ’ ἣν ὥραν ὁ κ. βουλευτὴς ἐζήτει νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος παρουσιάσθη ἄλλος συνάδελφος μὲ μίαν ἀναφορὰν διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν καρπουζίων καὶ τὴν ἐδέχθητε καὶ οὕτω δὲν ἐπιτρέψατε νὰ ὁμιλήσῃ ὁ πρῶτος συνάδελφος. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ διαχείρισις τοῦ ζητήματος.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα καὶ δι’ αὐτὸ δὲν δίδω τὸν λόγον εἰς τὸν κ. Δημάκην.
§35Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὰ πρακτικά, κ. Πρόεδρε, λέγουν ὅτι ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησε περὶ «καφενείου» καὶ δι’ αὐτὸ ἠθέλησεν ὁ κ. συνάδελφος νὰ εἴπῃ δύο λόγια καὶ ἐνῷ ἐδέχθητε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς πέραν τοῦ χρόνου τῶν ἀναφορῶν δὲν ἐδέχθητε τὴν παράκλησιν τοῦ κ. συναδέλφου. Εἶναι τοῦτο ἕνας περίεργος τρόπος ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων σας, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὁ ὀρθός.
§36Σ. ΧΟΥΤΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ὑπάρχῃ προσωπικὸν ζήτημα.
§37Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὰ πρακτικὰ γράφουν μέσα ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι καφενεῖον. Ἐὰν ἡ πλειοψηφία τοῦ Σώματος θεωρῇ, ὅτι ἀποτελεῖ αὐτὴ καφενεῖον, θέμα συζητήσεως δὲν ὑπάρχει. Ἐγὼ πάντως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ αὐτό.
§38Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, σύμφωνα μὲ τὸν Κανονισμόν, βουλευτής, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι ἐδημιουργήθη εἰς βάρος του προσωπικὸν ζήτημα ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον καὶ νὰ περιορισθῇ μόνον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Σώματος, ἀφοῦ ἀκουσθῇ ὁ βουλευτής, νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ὑπάρχῃ πραγματικῶς προσωπικὸν ζήτημα ἢ ὄχι καὶ εἰς περίπτωσιν διαφωνίας καλεῖται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἡ Βουλή. Παρακαλῶ λοιπόν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ νὰ δοθῇ ὁ λόγος εἰς τὸν κ. συνάδελφον διότι ἔχει δημιουργηθῆ προσωπικὸν ζήτημα. (Ὁ κ. Πρόεδρος ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§39Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκάματε δηλώσεις δικτατορικῷ δικαιώματι, ὅτι καταργεῖτε τὸν Κανονισμόν. Πρώτην φορὰν εἶδον βουλευτὴν νὰ ζητῇ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος τὸν λόγον, διότι ἀναγράφεται εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι καφενεῖον, ὅτι εἶναι μάστιξ καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ νομίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ δώσετε τὸν λόγον. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς εἰς ἐμὲ ἀπευθύνετο. Εἰς τὴν δευτέραν μάλιστα διακοπὴν ὅταν εἶπεν ὅτι ὑβρίζομεν, μοῦ εἶπεν ὅτι «καὶ δευτέραν ἀνευλάβειαν διαπράττετε». Πῶς εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν ἀναγράφεται διατὶ δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου;
§40Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν γίνεται τόσος λόγος ὅτι παραβιάζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου προκειμένου νὰ ἀκούωνται ὕβρεις κατὰ τοῦ ἀγῶνος τὸν ὁποῖον διεξάγομεν.....
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠκούσθησαν ὕβρεις. Δὲν ὕβρισε κανείς, ἔχετε λάθος.
§42Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. ...... ὁ λαὸς καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον εἶναι περίεργον πὼς δὲν ἐπιδοκιμάζετε τὴν παράκλησιν ἑνὸς βουλευτοῦ διὰ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, διὰ νὰ σᾶς ἐξηγήσῃ ποῦ εὑρίσκεται τὸ προσωπικὸν ζήτημα. Εἶναι περίεργον πὼς ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἐκτελεῖται τοιουτοτρόπως. (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐφηρμόζετο τελείως ὁ Κανονισμὸς καὶ εἴχατε δώσει εἰς τὸν κ. συνάδελφον τὸν λόγον, θὰ εἶχε λήξει τὸ ζήτημα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐφήρμοζον τὸν Κανονισμὸν τότε. Θὰ ἔκαμον παράβασιν (Θόρυβος — κωδωνοκρουσίαι).
§44Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβ.–Ὑπ. Ἐσωτερ.). Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν δὲν δίδω ἐξηγήσεις, εἶναι διότι δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τὸν κ. βουλευτήν, ἐπειδὴ ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν πείθει ὅτι δὲν τὸν ἀφοροῦν οἱ λόγοι μου. Καὶ ἐκφράζω τὴν ἔκπληξίν μου διότι ταλαιπωρεῖ τὴν Βουλήν, ἐνῷ ἁπλῆ ἀνάγνωσις ἤρκει διὰ νὰ μὴ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ συνεχίζῃ τὰς διακοπάς του.
§45Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς προχθὲς παρενέπεσαν ὡρισμένα γεγονότα τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσαμεν καὶ πάλιν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Θὰ ἤθελον ἐπὶ τῶν γεγονότων αὐτῶν νὰ ἔχω μερικὰς ἐξηγήσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, σχετικῶς μὲ τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐκ τοῦ Ο.Η.Ε. τῆς Γενικῆς Γραμματείας αὐτοῦ καὶ τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωσε καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ θεωρῶ ὡς οὐχὶ ἐπαρκῆ. Θὰ ἤθελον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, αὔριον ποὺ θὰ γίνουν, ὅπως εἴπατε σχετικαὶ ἀνακοινώσεις δι’ ἄλλα ζητήματα καὶ δὴ διὰ τὸ Κυπριακὸν νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν ἐπὶ τῇ διατυπώσει ὡρισμένων τυχὸν ἐρωτημάτων νὰ ἔχωμεν μίαν ἀπάντησιν ἐὰν χρήζουν ἢ μὴ τοιαύτης. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐζητήθη ἀπὸ ἄλλους κ. κ. συναδέλφους νὰ συζητηθῇ τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα τῆς ἀπεργίας τοῦ Ο.Τ.Ε. Βεβαίως δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διακόψω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀλλὰ ἡ διακοπὴ τῶν τηλεπικοινωνιῶν ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἄνευ βελτιώσεως τῆς καταστάσεως εἶναι θέμα τοῦ ὁποίου πρέπει ἀμέσως νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ τί θὰ γίνῃ καὶ πότε θὰ τερματισθῇ καὶ ἐὰν θὰ τερματισθῇ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§47Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπ. Γεωργίας). Τὸ θέμα ἐξηντλήθη κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, ἔθιμον κοινοβουλευτικὸν νὰ δίδεται εἰς ὁμοίας περιπτώσεις καὶ ἰδιαίτερα ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως. Σέβομαι τὸ ἔθιμον καὶ δίδω ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἀπάντησιν. Προπολεμικῶς ἡ προστασία τοῦ σίτου ἦτο διπλῆ. Πρῶτον δασμολογικὴ δραχ. 2.02 κατ’ ὀκᾶν σίτου καὶ πλέον ταύτης πρόσθετος προστασία διὰ τῆς συγκεντρώσεως ἐξ ἑτέρων δύο περίπου δραχ. κατ’ ὀκᾶν. Καὶ τότε, ὅταν ὁ σῖτος εἶχε προστασίαν 4 περίπου δραχ. κατ’ ὀκᾶν, ὑπῆρχεν ὑγιὴς ἡ Ἐθνικὴ οἰκονομία καὶ ὑπῆρχεν ἀκόμη καὶ ἰσορροπία τῶν τιμῶν τῶν γεωργικῶν προϊόντων πρὸς τὰς τιμὰς τῶν βιομηχανικῶν. Ἐὰν ἠθέλαμεν ἀναγάγει τὴν ἄνω προστασίαν εἰς δραχμὰς σημερινὰς καὶ ἐπολλαπλασιάζομεν ταύτας ἐπὶ συντελεστὴν ὄχι 422, ὅσος εἶναι ὁ τιμάριθμος εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως, ἀλλὰ ἐπὶ συντελεστὴν 290, ὅσος εἶναι ὁ γενικὸς τιμάριθμος τοῦ Μαρτίου 1950 θὰ εἴχομεν δασμολογικὴν σημερινὴν προστασίαν δραχ. 580 κατ’ ὀκᾶν καὶ ἄλλας τόσας διὰ πρόσθετον προστασίαν συγκεντρώσεως κατ’ ὀκᾶν. Σήμερον ἀντὶ τῆς ἄνω προστασίας ὑπάρχει μόνον δασμὸς 264 δραχμαὶ κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι κατώτερος κατ’ ἀναλογίαν τοῦ προπολεμικοῦ κατὰ δραχμὰς 316 τὴν ὀκᾶν. Εἰς τὴν τιμὴν τῶν δραχμῶν 2.300, τιμὴν γενικὴν συγκεντρώσεως πέραν τῶν χρεῶν, ὁλοκληροῦται μόνον ἡ πλήρης δασμολογικὴ προστασία. Εἰς δὲ τὴν τιμὴν τῶν 3.000 δραχμῶν ἣν ὡρίσαμεν διὰ τὰ χρέη πρὸς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν τῶν ἀγροτῶν, οἵτινες ἔσπειραν μέχρις ἐκτάσεως 400 στρεμμάτων ἕκαστος, ὑπερκαλύπτεται καὶ ἡ πλήρης δασμολογικὴ προστασία καὶ ἡ προπολεμικὴ πρόσθετος προστασία, ἥτις ἐδίδετο εἰς τὸν σῖτον διὰ τῆς συγκεντρώσεως. Μεταπολεμικῶς ἡ συγκέντρωσις ἤρχισεν εἰς τὰ 1946, ὅτε τὴν γεωργικὴν πολιτικὴν ἤσκει τὸ Λαϊκὸν κόμμα. Τότε συνεκεντρώθησαν 67.240 τόννοι μὲ τιμὴν προκαταβληθεῖσαν 1.300 δραχμὰς καὶ ὑπεσχημένην διὰ νόμου ἑτέρων 300 δρχ. κατ’ ὀκᾶν σίτου. Αἱ 300 αὐταὶ δραχμαὶ τῆς ὀφειλῆς τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ρακενδύτους καὶ χειμαζομένους ἐπὶ τριετίαν ἀγρότας δὲν ἐπληρώθη ἀκόμη. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη διαχειριζομένη προϋπολογισμὸν μὲ τρισεκατομμύρια ἐτησίως δὲν εὗρε τρόπον καὶ νόμον νὰ ἐξοικονομήσῃ 15 δισεκατομμύρια δραχμὰς διὰ τὸν κόσμον τῆς ὑπαίθρου, ὅστις ἐπαγιδεύθη διὰ νὰ παραδώσῃ τὸ σιτάρι του. Τὸ 1947 συνεκεντρώθη ποσὸν μόνον 14.260 τόννων σίτου μὲ τιμὴν 1.900 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Καὶ τὸ 1948 συνεκεντρώθησαν 34.061 τόννοι μὲ τιμὴν 1.850 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Μᾶς ἐπέκριναν χθὲς ἀπὸ τὴν πλευρὰν τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος, ὅτι ἡ ἐφετεινὴ τιμὴ τῶν 3.000 δραχ. κατ’ ὀκᾶν διὰ τὰ χρέη καὶ 2.300 δραχ. διὰ τὴν ἄλλην συγκέντρωσιν δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι ὁ τιμάριθμος εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως, ὅστις τὸν Ἰούνιον τοῦ 1949 ἦτο 413,2 ἀνῆλθε τὸν Μάρτιον τοῦ 1950 εἰς 421,9, ἤτοι 9 μονάδας. Ἀλλὰ τὸ 1947 ὁ τιμάριθμος τῶν αὐτῶν εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως, ἦτο 250,3 καὶ τὸ 1950 ἀνῆλθεν εἰς 346,8, ἤτοι τότε εἶχεν ὑψωθῆ κατὰ 96,5 μονάδας. Καὶ παρὰ τὴν αὔξησιν ταύτην ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ ἤδη ἐπικρίνοντος Λαϊκοῦ κόμματος ἐμείωσε τὴν τιμὴν συγκεντρώσεως σίτου κατὰ 50 μονάδας. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ γεωργικὴ πολιτικὴ τοῦ ἐλέγχοντος κόμματος. Δίδω ἀκόμη τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ πραγματικὴ ἐνίσχυσις, ἥτις πέραν τῆς τιμῆς τοῦ ξένου σίτου τσὶφ Πειραιᾶ ἐδόθη εἰς τὸν συγκεντρωθέντα ἐγχώριον σῖτον, ὑπῆρξε κατὰ τὰ ἔτη 1946, 1947 καὶ 1948 μόνον 31½ δισεκατομ. δραχμῶν. Καὶ ἀπέναντι τοῦ ποσοῦ τούτου τὸ τότε κυβερνῶν Λαϊκὸν κόμμα ἐκράτησε καὶ διέθεσεν εἰς τὸν καιάδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ποσὸν 147 δισεκ. δραχ., ὅπερ εἶχε δοθῆ εἰς τὴν Ἀγροτικὴν Τράπεζαν, ὡς χρηματοδότησις τῆς συγκεντρώσεως τοῦ 1946 καὶ 1947 καὶ ἐνῷ τὸ συγκεντρωθὲν σιτάρι παρεδόθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἠναλώθη, τὸ ποσὸν παραμένει εἰς χρέωσιν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία βαρύνεται καὶ μὲ τόκους. Δηλαδὴ ἔδωσαν ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς 31½ δισεκατομμύρια δραχμῶν καὶ ὠφελήθησαν εἰς βάρος αὐτῆς 147 δισεκατομμύρια δραχμῶν. Καὶ ἦλθεν ἡ συγκέντρωσις σίτου τοῦ 1949. Καὶ ἐδόθη ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν τιμὴ ἀσφαλείας τοῦ σίτου δραχ. 2.500 κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ μόνον διὰ 50.000 τόννους. Ἔτσι κατώρθωσαν ὅλοι οἱ μεγάλοι παραγωγοὶ νὰ διολισθήσουν καὶ νὰ παραδώσουν αὐτοὶ εἰς τὴν συγκέντρωσιν τὰ σιτάρια των μὲ τὴν τιμὴν τῆς ἄνω ἀσφαλείας, ἐνῷ ἡ μεγάλη μᾶζα τῶν μικρῶν παραγωγῶν, κατώρθωσε νὰ παραδώσῃ μίαν ποσότητα 300–500 ὀκάδων, ἕκαστος παραγωγός, ὅλον δὲ τὸ ὑπόλοιπον πλεόνασμα τῆς παραγωγῆς των τὸ ἐξηνέμισαν εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον μὲ τιμὰς σίτου 1.700 καὶ 1.500 καὶ 1.300 καὶ ἀκόμη καὶ 1000 μόνον δραχ. κατ’ ὀκᾶν. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ γεωργική σας πολιτική. Κατηγορήθην ἀπὸ ρήτορας τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ δῆθεν ἀσυνεπείᾳ μου. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἔχω εἰς τὴν διάθεσίν σας τὰς ἀγορεύσεις μου ἐπὶ τῆς συγκεντρώσεως καὶ τοῦ 1948 καὶ τοῦ 1949. Ἰδοὺ τί ἔλεγα τότε: Ἄν ἐγὼ—ἔλεγα τότε—εἶχα τὴν εὐθύνην τῆς ἀσκήσεως τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς θὰ ἐνήργουν συγκέντρωσιν ὅλου τοῦ πλεονάζοντος καὶ διαθεσίμου σίτου τῆς σιτοπαραγωγῆς μας, ὁ ὁποῖος ὑπολογίζεται εἰς 150.000 τόννους, τοὐτέστιν εἰς 120.000.000 περίπου ὀκάδας σίτου. Καὶ θὰ ὥριζα τιμὴν συγκεντρώσεως ὄχι 1.850 δραχ., οὔτε 2.500 δραχ., ἀλλὰ τοὐλάχιστον 3.000 δραχ. κατ’ ὀκᾶν σίτου. Θὰ εἶχα λοιπὸν νὰ ἀντιμετωπίσω δαπάνην 400.000.000 ὀκάδων σίτου τοῦ σχεδίου Μάρσαλ μὲ τιμὴν τσὶφ Πειραιᾶ 1.200 δραχ., ἤτοι 470 δισεκατ. δραχ. καὶ δαπάνην 117 ἑκατομμυρίων ὀκάδων σίτου συγκεντρώσεως μὲ 3.000 δραχ. κατ’ ὀκᾶν, ἤτοι 351 δισεκατ. δραχ. Θὰ εἶχα λοιπὸν νὰ διαθέσω διὰ τὴν γενικὴν ἀρτοδότησιν ὅλου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος 515 ἑκτομμύρια ὀκάδες σίτου Μάρσαλ καὶ ἐγχωρίου συγκεντρώσεως συνολικῆς δαπάνης 830 δισεκατομ. δραχμῶν, ἡ ὁποία δίδει τὴν μικτὴν τιμὴν τοῦ σίτου, ἀμφοτέρων τῶν προελεύσεων εἰς δραχ. 1.600 περίπου κατ’ ὀκᾶν. Ἀπὸ τὴν βάσιν αὐτὴν τῆς μικτῆς τιμῆς τῶν 1.600 δραχ. κατ’ ὀκᾶν σίτου θὰ ἐξεκίνουν διὰ νὰ ἀσκήσω τὴν κοινωνικὴν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ ἄρτου, ἀφοῦ πλήρως θὰ εἶχα ἐξασφαλίσει τὴν προστασίαν τῆς σιτοπαραγωγῆς καὶ θὰ ἔλεγα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ὑποστῇ μίαν διαφορὰν τιμῆς 400 δραχ. κατ’ ὀκᾶν, ὡς ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν. Ὀφείλω ἐδῶ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σίτου τῆς 30 Μαΐου 1949 εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχον καὶ βουλευταὶ τῆς συμπολιτεύσεως, ἔγραφε ἐπὶ λέξει: «Ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθημεν νὰ συλλέξωμεν προκύπτει ὅτι τὸ κόστος τῆς καλλιεργείας τοῦ σίτου διὰ τοὺς μικροκαλλιεργητὰς ὑπερβαίνει τὰς 3.000 δραχ. ἰδίᾳ δὲ εἰς περιπτώσεις καθ’ ἃς γίνεται χρῆσις μηχανῶν. Αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ παρὰ τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς προτεινομένη τιμή, ἐὰν ἡ σημερινὴ δημοσιονομικὴ πραγματικότης δὲν μᾶς ἐπέβαλε τὸν περιορισμὸν αὐτῆς εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρχ. 2.700 διὰ τὸν σῖτον, 2.300 διὰ τὴν σίκαλιν καὶ 2.000 διὰ τὴν κριθήν». Βλέπετε λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε μόνον τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν κόμμα, ὡς ἀξιωματικὴ ἀντιπολίτευσις ποὺ ἐζήτησε τὴν τιμὴν τῶν 3.000 δρχ. κατ’ ὀκᾶν. Τὴν τιμὴν αὐτὴν τὴν ὡμολόγησεν ὡς ἀπαραίτητον καὶ αὐτὴ ἡ Διακομματικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ 1949. Ἀλλὰ δίδω ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ μερικοὺς ἄλλους χαρακτηριστικοὺς ἀριθμούς. Τὸ 1949 ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν ὑπὲρ αὐτῆς δύο εὐνοϊκώτατα στοιχεῖα. Πρῶτον ὅτι ἡ τότε παραγωγή, ἦτο μικροτέρα μόλις φθάσασα τοὺς 780.000 τόννους, τὸ δὲ δολλάριον ἐτιμᾶτο πρὸς 10.000 δρχ., ἄλλο ζήτημα ἐὰν μετὰ τὸν Σεπτέμβριον ἡ τιμή του ὑπερετιμήθη. Ὅταν ἐνηργεῖτο ἡ συγκέντρωσις τοῦ 1949 ὑπῆρχον ἀμφότερα τὰ εὐνοϊκὰ στοιχεῖα. Καὶ τότε ἡ μὲν τιμὴ ξενικοῦ σίτου τσὶφ Πειραιᾶ ἦτο, βάσει τῆς Διεθνοῦς Συμβάσεως, 1088 δρχ. κατ’ ὀκᾶν, πέραν δὲ τῆς Διεθνοῦς Συμβάσεως 1344, ἤτοι μέση τιμὴ ξενικοῦ σίτου τσὶφ Πειραιᾶ 1.200 δρχ. κατ’ ὀκᾶν. Μὲ τὴν τιμὴν αὐτὴν προέκυπτε τιμὴ ἀλεύρων Τ. 90 δρχ. 1475 κατ’ ὀκᾶν καὶ τιμὴ ἄρτου Τ. 90 (Ἀθηνῶν–Πειραιῶς) δρχ. 1.800 τὴν ὀκᾶν. Ἐὰν δὲ εἰς τὸν ἀλλοδαπὸν σῖτον ἠθέλατε προσθέσει καὶ ἐγχώριον σῖτον μὲ συγκέντρωσιν 120 ἑκατομμυρίων ὀκάδων, ἤτοι γενικὴν καὶ τιμὴν δρχ. 3.300 μετὰ τῶν ἐξόδων συγκεντρώσεως, θὰ εἴχετε ἐπὶ 390 ἑκατομ. ὀκάδων σίτου ξενικοῦ πρὸς δρχ. 1200 καὶ 120 ἑκατομ. ὀκάδων ἐγχωρίου πρὸς δρχ. 3.300 ἐν συνόλῳ ὀκάδες σίτου 510 ἑκατομ. καὶ συνολικὴν ἀξίαν δρχ. 864 δισεκατ. ἤτοι μέσην τιμὴν μικτοῦ σίτου 1.700 δρχ. ὡς ἔγγιστα ἡ ὁποία θὰ ἔδιδε τιμὴν ἀλεύρων Τ.90 δρχ. 2098 κατ’ ὀκᾶν καὶ τιμὴν ἄρτου Τ.90 (Ἀθηνῶν– Πειραιῶς) δρχ. μόνον 2.255 τὴν ὀκᾶν. Ἐὰν ἀντὶ τῶν 3.000 δρχ. ἐδίδετε μόνον δρχ. 2.300 τιμὴν συγκεντρώσεως, ἀλλὰ μὲ γενικὴν συγκέντρωσιν, εἴτε 120.000.000 ὀκάδων σίτου, τότε καὶ μετὰ τῶν ἐξόδων συγκεντρώσεως θὰ εἴχατε διὰ τὸ αὐτὸ ὡς ἄνω ποσὸν τῶν 510.000.000 ὀκάδων μικτοῦ σίτου μέσην τιμὴν σίτου δρχ. 1530 κατ’ ὀκᾶν, ἡ ὁποία θὰ ἔδιδε τιμὴν ἀλεύρων Τ.90 δρχ. 1805 καὶ τιμὴν ἄρτου Τ. 90 (Ἀθηνῶν–Πειραιῶς) δρχ. μόνον 2.045 κατ’ ὀκᾶν. Καὶ θὰ ἐσώζατε τὴν παραγωγὴν ἐν μεγάλῳ βαθμῷ, ἡ ὁποία ἐκατρακύλισεν εἰς 1.300 δρχ. κατ’ ὀκᾶν κατὰ μέσον ὅρον καὶ θὰ ἀπηλλάσσετε καὶ τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ τὸ βάρος 300 δισεκατομ. δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἴχατε εἴτε τὴν δύναμιν, εἴτε τὴν θέλησιν νὰ συλλάβετε τὸ ὅλον πρόβλημα τῆς προστασίας τοῦ σίτου καὶ τῆς παραλλήλου ἀσκήσεως μιᾶς ὑγιοῦς πολιτικῆς ἄρτου. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ 1950 καὶ εἰς τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεώς μας ἐξαγγελθέντα μέτρα ὑπὲρ τοῦ σίτου μὲ κόστος ἐφετινῆς παραγωγῆς δρχ. 2.350–2.420 κατ’ ὀκᾶν ἀνὰ τὴν Ἐπικράτειαν καὶ ἐν συσχετισμῷ καὶ μὲ τὸν τιμάριθμον εἰδῶν γεωργικῆς καταναλώσεως μὲ κόστος παραγωγῆς 2.750–2.883 δρχ. καὶ μὲ δύο δυσμενεῖς δι’ ἡμᾶς παράγοντας πρῶτον τιμὴν τοῦ δολλαρίου 15.000 δρχ. καὶ δεύτερον τὴν ἀνάγκην προστασίας μεγαλυτέρων πλεονασμάτων ἐφετινοῦ σίτου ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν περυσινὴν μικροτέραν παραγωγήν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἑνιαίαν τιμὴν δρχ. 2.600 τὴν ὀκᾶν εἰς γενικὴν συγκέντρωσιν σίτου. Θὰ ἦτο ἄδικον τὸ μέτρον τῆς ἑνιαίας τιμῆς διὰ μικροὺς καὶ μεγάλους παραγωγούς. Καὶ κατεφύγαμεν ὀρθότατα εἰς τὴν διαφοροποίησιν. Ἀπεβλέψαμεν κατ’ ἐξοχὴν νὰ προστατεύσωμεν τοὺς μικροὺς παραγωγούς, τῶν ὁποίων τὸ κόστος τῆς παραγωγῆς εἶναι ἀπείρως μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ κόστος τῆς παραγωγῆς τῶν μεσαίων καὶ μεγάλων παραγωγῶν. Ἀλλὰ ἂν ὡρίζαμεν δύο τιμὰς εἰς τὴν συγκέντρωσιν μὲ ἐξόφλησιν εἰς χρῆμα θὰ εἴχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ ἀτυχὲς προηγούμενον τῶν ἄλλων συγκεντρώσεων δηλ. νὰ διολισθήσουν εἰς τὴν παράδοσιν τῶν 3.000 δρχ. οἱ μεγάλοι παραγωγοὶ εἴτε ὑπὸ ἄλλα ὀνόματα, εἴτε ὑπὸ ἄλλα δικά των τεχνάσματα. Καὶ εὕρομεν τὸ μέσον τῶν χρεῶν, τὸ ὁποῖον δι’ ἡμᾶς δὲν ἀπετέλεσε σκοπόν, ἀλλὰ μέσον ἀποκλειστικῆς προστασίας τῶν μικρῶν παραγωγῶν, διότι ἐφόσον ἡ προστασία ἐξικνεῖται μόνον μέχρι τοῦ ποσοῦ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ χρέους δι’ ἕκαστον μικρὸν παραγωγόν, δὲν ὑπάρχει φόβος, οὔτε δυνατότης νὰ διολισθήσῃ ὁ μεγάλος παραγωγὸς καὶ νὰ πληρώσῃ δωρεὰν δι’ ἑαυτὸν ὑπὲρ τοῦ μικροῦ παραγωγοῦ. Εἶναι δὲ οἱ μικροὶ παραγωγοὶ οἱ καλλιεργοῦντες ἕκαστος μέχρις ἐκτάσεως 100 στρεμμάτων κατὰ τὴν ἐπίσημον στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τὰ 96 ἑκατοστὰ τῶν ὅλων καλλιεργητῶν. Καὶ ἔτσι μαζὶ μὲ τὴν ἀποκλειστικὴν προστασίαν τῶν μικρῶν παραγωγῶν τὰ χρέη τῶν ὁποίων ἐξ 140 δισεκατομμυρίων δραχμῶν θὰ καλύψουν συγκέντρωσιν σίτου μόνον ὡς πρὸς αὐτὰ 60.000 τόννων μὲ 3.000 δραχ. τὴν ὀκᾶν, ἐπιτελοῦμεν καὶ μίαν μεγάλην κοινωνικὴν μεταρρύθμισιν, ἀναβιοῦντες τὴν σεισάχθειαν τοῦ Σόλωνος, ὅστις ὑπετίμησε τὴν μνᾶν ἀπὸ 100 εἰς 70 ἀρχαίας δραχμὰς ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν δηλ. κατὰ 30% περίπου, πρὸς ὃ μέτρον ἰσοφαρίζει καὶ ἡ ἰδική μας προστασία ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν μικτῶν παραγωγῶν. Καὶ εὐεργετοῦμεν 300 περίπου χιλιάδας οἰκογενείας μικρῶν ἀγροτῶν. Παράλληλα ρευστοποιοῦμεν ὑπὲρ τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, ἄρα ὑπὲρ τῆς γεωργίας μας πρὸς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπανέλθουν μαζὶ μὲ τὰ δάνεια τῶν μέσων καὶ μεγάλων παραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσουν μὲ τιμὴν 2.300 δρχ. τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ οἱ μικροὶ θὰ πληρώσουν μὲ 3.000 δρχ. παγιωμένα ἀγροτικὰ χρέη πρὸς σιτοπαραγωγοὺς ἐκ 234 δισεκατομμυρίων δραχμῶν. Τὸ μέτρον εἶναι ἄξιον πολλῆς ἐξάρσεως καὶ εἴμεθα ὑπερήφανοι διὰ τὴν θέσπισίν του. Δὲν ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὸν Ἀρχηγὸν τῆς ἀξιωματικῆς ἀντιπολιτεύσεως κ. Κ. Τσαλδάρην, ἀλλὰ τὸν ἠκούσαμεν εἰς δηλώσεις του ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Τύπου. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Τσαλδάρης, ὅτι πέρυσι τὰ ἰδικά του μέτρα, ἄφηνον εἰς τὸν παραγωγὸν νὰ πωλῇ εἰς τὴν συγκέντρωσιν τὸ σιτάρι του πρὸς 2.500 δρχ. τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἀγοράσῃ τὸ ψωμί του πρὸς 1.800 δρχ. τὴν ὀκᾶν ἀπὸ τὸ δελτίον καὶ νὰ κερδίζῃ τὴν διαφορὰν τῶν 700 δραχμῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἐκ πλάνης περιέπεσεν εἰς ἀτυχεῖς συλλογισμούς. Οἱ χωρικοί μας δὲν πωλοῦν τὸ σιτάρι τὸ προοριζόμενον διὰ τὸ ψωμὶ τῆς οἰκογενείας των. Οἱ χωρικοί μας πωλοῦν τὸ πλεόνασμα σίτου των, ἵνα ἱκανοποιήσουν ἄλλας βιοτικὰς ἀνάγκας των. Καὶ προσθέτω ἀκόμη, ὅτι εἰς τοὺς χωρικοὺς τοὺς παραγωγοὺς σίτου τὸ δελτίον προσφέρει ἡμερησίως μόνον 50 δράμια σίτου. Ἐὰν ὑπολογίσητε τὴν γεωργικὴν οἰκογένειαν εἰς 4 ἢ 5 μέλη, τότε ἡ ὅλη ὑπόθεσις τοῦ δελτίου διὰ τὴν οἰκογένειαν αὐτὴν θὰ ἦτο ὑπόθεσις 200 ἕως 220 ὀκάδων σίτου ἐτησίως. Δι’ αὐτὰς θὰ ὠφελεῖτο τὴν τιμὴν τῶν 1800 δραχμῶν καὶ ταύτην θεωρητικῶς, διότι ἡ τιμὴ τοῦ σίτου εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον πέρυσι ἦτο κάτω τῶν 1500 δρχ. Ἔναντι δὲ αὐτῆς τῆς θεωρητικῆς ὠφελείας τὰ ἄστοχα μέτρα τῆς περυσινῆς πολιτικῆς τοῦ Λαϊκοῦ κόμματος ἀφῆκαν τὸν παραγωγὸν νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν συγκέντρωσιν μόλις 300 ἢ 500 ὀκάδας ἐν συνόλῳ μὲ τιμὴν 2.500 δρχ., διότι ἡ συγκέντρωσις ἦτο περιωρισμένη εἰς 50.000 τόννους, ὅλα δὲ τὰ ὑπόλοιπα πλεονάσματα τῆς παραγωγῆς του ἐξ ὀκάδων 2.000 καὶ 5.000 καὶ 10.000 καὶ ἐπέκεινα νὰ ἐξανεμισθοῦν μὲ τιμὴν ἐλευθέρας ἀγορᾶς εἰς τὸ ἐλεύθερον ἐμπόριον 1.500, εἴτε 1.300 ἢ καὶ μόνον 1.000 δρχ. μὲ τὸ περυσινὸν δρᾶμα τῆς ὑπαίθρου. Προσθέτω ἀκόμη, ὅτι διὰ τὸ δελτίον ἄρτου θὰ ἔπρεπε νὰ διατίθενται μηνιαίως 57.000 τόννοι σίτου. Καὶ διετίθεντο μόνον 45.000 τόννοι μηνιαίως. Ἀλλὰ καὶ τῶν 45.000 τούτων τόννων μέγα μέρος διετίθετο ὄχι ὡς ἄρτος τῶν δελτιούχων, ἀλλὰ μετὰ κοσκίνισμα, διετίθετο ὡς ἄλευρον τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς καὶ ἡ ἐπιδότησις εἶχε καταντήσει κατὰ σημαντικὸν ποσοστὸν εἰς εὔκολον πλουτισμὸν ὡρισμένων κερδοσκόπων. Δὲν ἀγνοεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι μεγάλο ποσοστὸν τῶν λαϊκῶν μαζῶν, παρὰ τὸ καθεστὼς τοῦ δελτίου ἄρτου, καταναλίσκουν ἄρτον λευκὸν μὲ τιμὴν δραχ. 3.600 κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλὰ καὶ ὅσοι δελτιοῦχοι ἐποιοῦντο χρῆσιν τοῦ δελτίου των εἰς τὰς πόλεις, καὶ οὗτοι, δεδομένου ὅτι ἡ μέση κατ’ ἄτομον κατανάλωσις ἄρτου ἐν Ἑλλάδι εἶναι 156 δράμια ἡμερησίως, εἶχον τὰ μὲν 100 δράμια μὲ τιμὴν 1.800 δρχ. τοῦ δελτίου τὰ δὲ 56 δράμια μὲ τιμὴν 2.600 δραχ. πυτιρούχου ἄρτου τῆς ἐλευθέρας ἀγορᾶς, ἤτοι κατὰ μέσον ὅρον εἶχον τὸν ἄρτον των μὲ 2.175 δρχ., ἤτοι 2.200 δρχ. τὴν ὀκᾶν. Μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ δελτίου πέραν τοῦ Νοεμβρίου καὶ μὲ τὴν διατήρησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου εἰς τὴν διατίμησιν τῶν 2.400 δρχ. κατ’ ὀκᾶν, ἐπέρχεται εἰς τὴν κατανάλωσιν πρόσθετος ἐπιβάρυνσις μόνον 200 δρχ. κατ’ ὀκᾶν ἄρτου, ἐπιβάρυνσις ὅλως ἀσήμαντος ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς σημασίας ἣν ἔχει ἡ προστασία τοῦ γεωργικοῦ μας κόσμου καὶ ὡς παραγωγοῦ καὶ ὡς μεγάλου καταναλωτοῦ διὰ τὰ ἀστικὰ κέντρα. Παράλληλα ἀπαλλάσσομεν καὶ τὸν Κρατικὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὰ ἐξαγγελθέντα Κυβερνητικὰ μέτρα, ἑνὸς βάρους του 300 δισεκατομ. δραχμῶν ἐτησίως. Τὰ ἐξαγγελθέντα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως μετέδωκαν ἀνὰ τὴν Χώραν καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἀγροτικούς μας πληθυσμοὺς καὶ αἰσιοδοξίαν καὶ ἐμπιστοσύνην. Χαρακτηριστικῶς ἀναφέρω, ὅτι τὴν 15 Ἰουνίου 1949 ἡ τιμὴ σίτου τοῦ Χρηματιστηρίου Θεσσαλονίκης ἦτο 1820–1870 δρχ. κατ’ ὀκᾶν σίτου. Τὴν 2 Ἰουλίου 1949 ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀναγγελίας τῶν μέτρων τῆς τότε Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ σίτου εἴχομεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον Θεσσαλονίκης τιμὴν σίτου δραχ. 1.720–1750, ἤτοι πτῶσιν δρχ. 100–120 κατ’ ὀκᾶν. Ἀντιθέτως ἐφέτος τὴν 15 Ἰουνίου 1950 εἴχομεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον Θεσσαλονίκης τιμὴν νέας ἐσοδείας σίτου δρχ. 2.020 κατ’ ὀκᾶν. Καὶ τὴν 23 Ἰουνίου 1950, δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἀναγγελίαν τῶν ὑπὲρ τοῦ σίτου μέτρων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἴχομεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον Θεσσαλονίκης τιμὴν σίτου νέας ἐσοδείας δραχ. 2.150 ἕως 2.180, ἤτοι ὕψωσιν δραχ. 130 –160 κατ’ ὀκᾶν. Σᾶς ἀναγινώσκω καὶ σημερινὴν κριτικὴν σοβαροῦ εἰδικοῦ ὀργάνου τῆς «Ναυτεμπορικῆς» τῶν Ἀθηνῶν: «Ἡ πίεσις —γράφει— ἑτοίμου ἐμπορεύματος νέας ἐσοδείας σίτου, παρ’ ὅτι σημαντική, ἐν τούτοις εἶναι μικροτέρα ἀπὸ τὴν σημειωθεῖσαν πέρυσι τὴν ἰδίαν περίπου ἐποχήν, ἀλλὰ καὶ ἡ ζήτησις εἶναι μικροτέρα..... Τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς ἀγορᾶς εἶναι ἡ ἐπιφυλακτικότης ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν (ἀγοραστῶν καὶ πωλητῶν), ἡ ὁποία ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν ἀναμονὴν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐξαγγελθέντων μέτρων καὶ τοῦ βαθμοῦ τῆς ἐπιτυχίας των». Συνεπῶς, ἂν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἀγορὰν παρατηρῆται εἴτε ὕψωσις, εἴτε συγκράτησις τῶν τιμῶν τοῦ σίτου, τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον θείας τινὸς προνοίας ἢ τύχης, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐξαγγελθείσης Κυβερνητικῆς πολιτικῆς ἐπὶ τῆς προστασίας τοῦ σίτου καὶ ἀποτέλεσμα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐξαγγελθέντων μέτρων. Τὸ παραλήρημα ἐνθουσιασμοῦ, ὅπερ ἐξεδήλωσεν ὁ ἀγροτικὸς κόσμος πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, οἵτινες τὸν συνώδευσαν εἰς τὸ Εʹ Περιφερειακὸν Συνέδριον τῆς Λαρίσης, τῶν Τρικκάλων, τῆς Καρδίτσης καὶ τοῦ Βόλου, αἱ ἀνθοδέσμαι τῶν κοριτσιῶν τοῦ Θεσσαλικοῦ κάμπου, τὸν ὁποῖον περιῆλθον καὶ ἡ ἀπειρία τῶν ἐπιστολῶν καὶ τῶν δημοσιευμάτων τοῦ Τύπου ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπαρχίαν μαρτυροῦν τὸν βαθμὸν τοῦ ἐνθουσιασμοῦ, τὸν ὁποῖον διήγειραν εἰς τὸν ἀγροτικόν μας κόσμον τὰ ὑπὲρ τοῦ σίτου ἐξαγγελθέντα μέτρα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ ὑπὲρ τὴν ὑλικὴν ἐνίσχυσιν δοκιμάζει διὰ πρώτην φορὰν ὁ παραγωγικὸς κόσμος, τὸ αἴσθημα ἱκανοποιήσεως καὶ χαρᾶς, διότι ἐπὶ τέλους εὑρίσκει στοργὴν ἀπὸ τὸ Κράτος. Πᾶσα προσπάθεια νὰ κλονισθῇ ἡ χαρὰ τοῦ γεωργικοῦ μας κόσμου καὶ ἡ πίστις του πρὸς τὸ Κράτος δὲν ἀποτελεῖ ἐθνικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὸν ἀγροτικόν μας κόσμον νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἔναρξιν, ἐντὸς τῶν ἡμερῶν αὐτῶν τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου καὶ νὰ μὴ πωλήσῃ οὔτε ὀκᾶν παραγωγῆς, κάτω τῶν ἐξαγγελθεισῶν τιμῶν. Πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἶναι ἡ παραγωγὴ νὰ μὴ εἶναι πλέον ἀγωνία, ἀλλὰ νὰ καταστῇ χαρὰ τοῦ μοχθοῦντος ἀγρότου. Ἐγκαινιάζεται μία καινούργια πολιτική, μία καινούργια ζωὴ τῆς ἡρωϊκῆς μας ὑπαίθρου. Καὶ ἡ προστασία τοῦ σίτου, ἂς χρησιμεύσῃ ὡς ἀπαρχὴ μιᾶς προσπαθείας, εἰς τὸ μέτρον τοῦ δυνατοῦ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὅλους τοὺς τομεῖς τῆς γεωργικῆς μας παραγωγῆς. Ἡ στοργὴ καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπάρχουν. Ἂς βοηθήσουν καὶ τὰ πράγματα καὶ ὁ Θεός. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως Σπηλιοπούλου.
§49Τ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ κάμω ὡρισμένας ἐρωτήσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει ἐξαντληθῆ νομίζω ἀπὸ πάσης πλευρᾶς.
§51Τ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε, μὴ μὲ διακόπτετε διότι μετὰ θὰ δεχθῶ ἐρωτήσεις. Ἰσχύει τοῦτο ἢ ὄχι;
§52Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Μάλιστα.
§53Τ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ λοιπόν: Ὡρίσθη τιμὴ συγκεντρώσεως 2.300 δρχ. Ἐὰν ἡ τιμὴ αὐτὴ ἀποτελῇ τὸ ἀνώτατον ἢ τὸ κατώτατον ὅριον, ἔχει σημασίαν αὐτό, κύριε Ὑπουργέ.
§54Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Τί θὰ πῇ αὐτό;
§55Τ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτῶ: ἡ τιμὴ τῶν 2.300 δρχ. εἶναι τὸ ἀνώτατον ἢ τὸ κατώτατον ὅριον τεχνικῶς;
§56Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Οὔτε ἀνώτατον οὔτε κατώτατον ὅριον, εἶναι τιμὴ 2.300 δραχμῶν.
§57Τ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὁρίζωμεν μίαν τιμὴν σίτου, εἴτε ἡ τιμὴ αὐτὴ εἶναι διεθνής, εἴτε ἐδῶ, τοῦτο προϋποθέτει μίαν βάσιν ξένων ὑλῶν καὶ εἰδικοῦ βάρους. Ἐὰν λοιπὸν αἱ ξέναι ὗλαι εἶναι ὡρισμένον ποσοστὸν καὶ τὸ εἰδικὸν βάρος ὡρισμένον ποσοστὸν καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ἀνώτατον ὅριον, τότε ἡ τιμὴ ἢ ἀνέρχεται ἢ κατέρχεται καὶ μέχρι 10% ἀκόμη. Ἐρωτῶ: τὶ ὡρίσθη πρὸς 2.300 δρχ.: Ποῖον τὸ ποσοστὸν τῶν ξένων ὑλῶν καὶ ποῖον τὸ εἰδικὸν βάρος;
§58Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Εἶναι τὸ ἐλάχιστον.
§59Τ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἀνέλθῃ ἡ τιμὴ πολύ.
§60Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διὰ τὸ κριθάρι τὶ τιμὴν ὡρίσατε;
§61Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). 1800 δρχ. ὑπάρχει τρόπος τὰ χρέη τῶν ἀγροτῶν τῶν Κυκλάδων νὰ πληρωθοῦν ὅπως θὰ πληρωθοῦν τὰ χρέη τῶν ἀγροτῶν τῆς ἄλλης Ἑλλάδος.
§62Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ὁ καλλιεργήσας κριθὴν ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος του;
§63Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Μάλιστα.
§64Χ. ΓΟΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπῶς ἰσχύει καὶ διὰ τοὺς μὴ καλλιεργήσαντας.
§65Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν σας δὲν προκαλεῖται καμμία ἐπιβάρυνσις δικαίωμά σας εἶναι, ὠφείλετε ὅμως νὰ τοὺς ἀποδείξητε. Ἐζητήσαμεν νὰ καταθέσετε τοὺς ἀριθμοὺς προχθές, ἀλλὰ δὲν τοὺς κατεθέσατε. Παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπέμβῃ ὥστε νὰ κατατεθοῦν οἱ ἀριθμοὶ αὐτοί. Οἱ ἰδικοί μας ἀριθμοὶ λέγουν ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μεγάλη ἐπιβάρυνσις.
§66Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Κύριε Στεφανόπουλε, προϋπολογισμὸς ὑπάρχει. Ὁ κ. Σακελλαρίου, χωρὶς νὰ ζητήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς ἀριθμούς, ἦτο κύριος τῶν ἀριθμῶν του ἐπὶ τοῦ θέματος. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀριθμοί; Ἐὰν ἡ πρόβλεψις εἶναι ὅτι θὰ συγκεντρωθοῦν 250.000 τόννοι τὸ συμπέρασμα εἶναι ἄλλο, καὶ ἄλλο ἂν ἡ πρόβλεψις εἶναι ὅτι θὰ συγκεντρωθοῦν 200.000. Ἑπομένως εἰς σᾶς ἀπόκειται νὰ εὕρητε τοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιούμενοι ὁδηγοῦν εἰς τὴν μὴ ἐπιβάρυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ἔχετε ὡς δεδομένον ὅτι οἱ 60.000 τόννοι εἶναι πρὸς 3.000 δραχμὰς καὶ ἡ ὑπόλοιπος συγκέντρωσις πρὸς 2.300, δὲν χρειάζεσθε ἄλλους ἀριθμούς. Οἱ ἀριθμοὶ εἶναι 60.000 τόννοι πρὸς 3.000, 2.300 πρὸς ἀπεριόριστον ποσόν, τὸ ὁποῖον ἕκαστος προβλέπει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τῆς πείρας.
§67Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς πόσον προβλέπει;
§68Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Σᾶς ἀπαντῶ. Ὅπως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχουν προβλέψεις εἰσπράξεων, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιβεβαιοῦνται, διότι αὐτὸ εἶναι προϋπολογισμός, καθ’ ὅμοιον τρόπον ἡ Κυβέρνησις ἔχει κάμει μίαν πρόβλεψιν τοῦ μεγίστου τῆς συγκεντρώσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος καὶ στηριζομένη εἰς τὰς προβλέψεις ὁδηγεῖται εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§69Σ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχει ἐπιβάρυνσις ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμός, ὁπότε ὁ συνάδελφός σας θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι προϋπολογισμὸς σημαίνει ἄλλο πρᾶγμα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζετε. Ὅταν κάμωμεν τὰς προβλέψεις ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ πιθανοτήτων θὰ μᾶς εἴπητε πόσο σιτάρι θὰ εἰσέλθῃ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, πόσο θὰ συγκεντρωθῇ καὶ κατόπιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τιμῶν αὐτῶν μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα ἔξοδα θὰ μᾶς εἴπητε τὸ ἀποτέλεσμα. Παρακαλῶ αὐτὸν τὸν πίνακα νὰ μᾶς τὸν καταθέσητε. Ἡμεῖς σᾶς λέγομεν ὅτι ἡ ἐπιβάρυνσις θὰ εἶναι τεραστία.
§70Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ ἔχουν ἐλεγχθῆ καὶ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἀπὸ τοὺς συμβούλους τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς καὶ εἶναι κατὰ πάντα ἀκριβεῖς. Ὁ προϋπολογισμὸς ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔχῃ ἔλλειμμα, ἀλλὰ θὰ κλείσῃ καὶ μὲ περίσσευμα.
§71Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε εἶναι σύμφωνος ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολή;
§72Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Μάλιστα.
§73Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσεν ἐπιστολὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς κ. Πόρτερ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐν ᾗ ἐδηλοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου τοὺς ὁποίους εὑρίσκει ἐξαιρετικὰ αἰσιοδόξους. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§74Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Βλέπετε, ὅτι ἐπαναλαμβάνετε τὸ ἴδιον. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ ἀνέθεσε τὴν ἀπόφασιν εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ χαίρομεν διότι τὴν ἀναλαμβάνομεν. Καθὼς γνωρίζομεν, ἐπὶ μακρὸν ἐντὸς αὐτῆς τῆς αἰθούσης ὑποστηρίζεται ὅτι αἱ ἀποφάσεις πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχομεν ἱκανοποιήσει αὐτὸ τὸν καθολικὸν αἴτημα. (Χειροκροτήματα). Δύο ἦσαν αἱ συστάσεις τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς: Πρῶτον: ἡ διατίμησις τοῦ ἄρτου νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰς 2.400 καὶ δεύτερον νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τῶν δύο αὐτῶν βάσεων, μὲ τὰς ὁποίας συνεφώνει καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐστηρίχθη ἡ πολιτικὴ μας τοῦ σίτου καὶ τοῦ ἄρτου. Ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω ὅτι δὲν πρόκειται ποτὲ ἡ Κυβέρνησις ἐρχομένη ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡς λόγον τῆς πολιτικῆς της τὴν γνώμην τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐχαράξαμε τὴν ἀκόλουθον πορείαν. Ἢ συμφωνοῦμεν καὶ ἡ εὐθύνη εἶναι ὁλόκληρος ἰδική μας, ἢ δὲν συμφωνοῦμεν καὶ τότε θὰ κρίνωμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα Κυβέρνησις. Οὐδέποτε ὅμως πρόκειται νὰ μεταθέσωμεν εὐθύνας. Ὅλαι αἱ εὐθῦναι καὶ τώρα καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶναι εὐθῦναι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§75Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν φαντάζομαι ὅτι θὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ θελήσῃ τὰς εὐθύνας τὰς ὁποίας ἔχει ἐκ τῆς θέσεώς της νὰ τὰς μετατοπίσῃ εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν. Τὰς ἀσθενεῖς πλευρὰς τὰς ἐκακίσαμεν εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ἡ ἐρώτησίς μου, ἦτο ἡ ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις χαράξασα τὴν πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ σίτου τὴν ὁποίαν ἐξήγγειλεν ἔχει σύμφωνον τὴν γνώμην τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς; Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέφυγε νὰ δώσῃ συγκεκριμένην ἀπάντησιν καὶ εἶπεν ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰς εὐθύνας θὰ τὰς φέρῃ ἡ Κυβέρνησις.
§76Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, δικαιοῦμαι νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, ὅτι τόσον ἐγγὺς καὶ τόσον ἐντόνως ὁμιλήσας δὲν ἠκούσθην ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ἐθνικοῦ κόμματος.
§77Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ ἰδικόν μου κόμμα δὲν εἶναι δύσκολον, ἄλλοι ἀλλάζουν ὀνόματα καὶ εἶναι δύσκολον νὰ διακριθοῦν. Τὸ ἰδικόν μου εἶναι Ἐθνικοφρόνων ὅπως εἶναι ὅλοι οἱ Ἕλληνες.
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ ὄνομα περιλαμβάνει ὅλον τὸν κόσμον, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι πόσους περιλαμβάνει τὸ κόμμα..... Εἶπον ὅτι συμφωνοῦμεν μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν. Διατί; Διότι ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ ὑπέδειξε δύο ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς τοῦ σίτου καὶ τοῦ ἄρτου: Πρῶτον ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰς 2.400, καὶ ἡ τιμὴ τὴν ὁποίαν ὡρίσαμεν εἶναι 2.300, ἤτοι μικροτέρα κατὰ 100 δρχ. Δεύτερον νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων μας, τὰ ὁποῖα ἀντλοῦνται ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν μακρῶν ἐτῶν τῆς συγκεντρώσεως τοῦ παρελθόντος πιστεύομεν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὑπάρξῃ ἐπιβάρυνσις. Ἰδοὺ διατὶ ὑπάρχει συμφωνία. Διότι αἱ ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν, ἔχουν γίνει δεκταὶ καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν βάσεων οἰκοδομεῖται ἡ πολιτική μας. Καὶ εἶναι πολιτική, ἡ ὁποία προστατεύει ἐπὶ τέλους τοὺς πολυπαθεῖς ἀγρότας τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐκφράζουν μὲ ὅλους τοὺς τρόπους τὴν εὐγνωμοσύνην των.
§79Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολὴν ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται ὅτι ἡ Ἀμερικανικὴ Ἀποστολὴ δὲν συμφωνεῖ μὲ τοὺς αἰσιοδόξους ἀριθμοὺς τοῦ Κυβερνητικοῦ σχεδίου. «................ .............. (ἀναγινώσκει) ........». Αὐτὴν τὴν στιγμὴν μανθάνομεν ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὑπάρχει συμφωνία. Χαίρω πολὺ ποὺ ἀκούω αὐτό, ἀλλὰ λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Συντονισμοῦ, διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς ἐξηγεῖ τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν.
§80Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Καταχρώμενος τῆς εὐμενείας μὲ τὴν ὁποίαν ἐπροσέξατε τὴν ἀγόρευσίν μου ἐπὶ τοῦ σίτου. Δύναμαι κ. Ὑπουργὲ τῆς Γεωργίας νὰ σᾶς ἀπευθύνω μερικὰ ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν ἤκουσα ἀπόψε;
§81Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Μάλιστα.
§82Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Αἰρομένου τοῦ δελτίου προβλέπεται περαιτέρω αὔξησις τοῦ ἄρτου;
§83Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Διετιμήθη εἰς τὰς 2.400. Συνεπῶς δὲν προβλέπεται.
§84Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Διατὶ ἐνῷ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν τιμὴν ἀλεύρου 2.265 εἰς τὰς Ἀθήνας ἔχομεν 2.330.
§85Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Ἀπὸ τελευταίας πληροφορίας τῆς ὑπηρεσίας μου διεπίστωσα ὅτι διὰ τὰς Ἀθήνας ἡ τιμὴ εἶναι 2.265.
§86Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ὁμιλεῖτε κ. Ὑπουργὲ περὶ διαφορισμοῦ τιμῆς. Δὲν θεωρῶ δίκαιον νὰ προσφέρωνται ὑπὸ τῆς συγκεντρώσεως αἱ αὐταὶ τιμαὶ καὶ διὰ τοὺς μεγάλους παραγωγοὺς καὶ διὰ τοὺς μεσαίους καὶ διὰ τοὺς μικρούς, διότι τὸ κόστος τῆς παραγωγῆς μιᾶς ἑκάστης τῶν κατηγοριῶν τούτων εἶναι διάφορον. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὁρισθῇ, διὰ τοὺς μικροὺς τιμὴ συγκεντρώσεως δρχ. 2.300 διὰ τοὺς μεσαίους δρχ.2.100 καὶ διὰ τοὺς μεγάλους δρχ.1900. Οὕτω θὰ ἐπροστατεύοντο καλύτερον οἱ μικροὶ παραγωγοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι πάσχουν πραγματικῶς.
§87Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ μεγάλη δυσχέρεια εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος συγκεντρώσεως. Δὲν εἴμεθα ὑπὲρ τῆς συγκεντρώσεως ὡς σκοποῦ ἀλλὰ ὡς μέσου. Ἂν ἐγένετο ὁ διαφορισμὸς τιμῆς τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε θὰ ἐτορπιλλίζετο τὸ ὅλον σύστημα, διότι ἂν ἐλέγαμεν 2.300, 2.100 καὶ 1.900 τότε θὰ περνοῦσαν εἰς τὰς 2.300 ὅλοι οἱ μεγάλοι, διότι ἔχουν τὴν δύναμιν. Δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον εὑρέθην εἰς δίλημμα. Νὰ δώσω μίαν τιμὴν ἦτο ἄδικον. Εὐτυχῶς ὑπῆρχεν τὸ χρέος αὐτό. Ἂν δὲν ὑπῆρχεν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἀμηχανίαν, διότι ἄλλως ὁ διαφορισμὸς τιμῆς θὰ ἦτο ἀνεφάρμοστος. Τώρα εἴμεθα ἥσυχοι ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παρεισφρύσουν οἱ μεγάλοι. Πέραν αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει τὸ χρέος τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης δὲν ὑπάρχει ἀπογραφὴ τῶν παραγωγῶν. Ἂν συνεπῶς ἠθέλαμεν νὰ κάνωμεν καὶ τρίτην κατηγορίαν, θὰ διατρέχαμεν τὸν κίνδυνον νὰ καταστρέψωμεν τὸ ὅλον σύστημα τῆς συγκεντρώσεως. Πέραν τούτου ἂν ὑπάρχουν μεγάλα κέρδη ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νὰ ἀποδοθῇ τὸ αἴσθημα τῆς Κοινωνικῆς δικαιοσύνης.
§88Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Εἶχον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ Ἀγροτικὴ Τράπεζα ἔχει ἀπογραφὴν ὅλων τῶν ἀγροτῶν, ὁπότε θὰ ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης κατατάξεως τῶν ἀγροτῶν εἰς τρεῖς κατηγορίας. Δὲν φοβεῖσθε τώρα κ. Ὑπουργὲ νὰ δημιουργήσητε κοινωνικὸν σάλον μεταξὺ τῶν καπνοπαραγωγῶν, τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, τῶν ἐλαιοπαραγωγῶν κλπ. οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν ἀναλόγους ἐπιδοτήσεις;
§89Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Ἐδῶ δὲν ὑπάρχει ἐπιδότησις. Ὑπάρχει τιμὴ ἀσφαλείας. Ἡ μεγαλυτέρα δὲ προστασία τῶν μικρῶν, γίνεται εἰς βάρος τῶν παραγωγῶν τῆς ἰδίας τάξεως. Ὄταν θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῶν ἄλλων προϊόντων θὰ ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ τοὺς βοηθήσωμεν.
§90Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Λέγετε κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἐπιδοτεῖτε ἀλλὰ τότε διατὶ λαμβάνετε τὰ μέτρα ὑπερτιμήσεως τοῦ ἄρτου τὸν ὁποῖον δίδετε εἰς τὸν κόσμον ἀπὸ 1800 εἰς 2.400; Αὐτὰ τὰ χρήματα τὰ παραπάνω δὲν ἐπιπίπτουν ἐπὶ τῶν σκελῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ καταμερισμὸς τῆς βοηθείας πρὸς ὅλους τοὺς παραγωγούς.
§91Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ μελετήσωμεν τὸ ζήτημα τῆς βοηθείας ὅλων τῶν παραγωγῶν.
§92Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς μηχανῆς ἀρτοποιήσεως τοῦ ἄρτου ὅπερ θὰ φέρῃ οἰκομίαν 300 δραχ. κατ’ ὀκᾶν τὶ ἔχετε νὰ εἴπητε κύριε Ὑπουργέ.
§93Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὑπουργ. Γεωργίας). Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργοῦ Ἐφοδιασμοῦ.
§94Δ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ. Μία μεγάλη γεωργικὴ ἐπιχείρησις εἶναι τῆς Κωπαΐδος. Κύριε Ὑπουργὲ γνωρίζετε ὑπὸ ποίας τραγικὰς συνθήκας εὑρίσκονται οἱ καλλιεργηταί. Τὸ κόστος τοῦ σίτου εἰς τὴν ἑταιρίαν λόγῳ τῆς χρησιμοποιήσεως μηχανικῆς καλλιεργείας δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1.000 δραχμάς, πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα ὥστε νὰ μὴν ἀποκομίζῃ ἡ ἑταιρία αὐτὴ τόσον τεράστια κέρδη. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἐπίσης μέριμνα διὰ τοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξοφλοῦν τὰ χρέη των πρὸς τὴν Α.Τ.Ε. ὅπως καὶ οἱ σιτοπαραγωγοί. Αὐτὰ τὰ δύο θέματα πρέπει νὰ μελετηθοῦν καὶ νὰ λυθοῦν.
§95Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Σᾶς δίδω τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις μελετᾶ τὰς ἀπόψεις καὶ ἐπιφυλλάσσεται ἐν καιρῷ νὰ ἀποφασίσῃ ἔχουσα πάντοτε ὑπ’ ὄψιν της τὴν ἀρχὴν ὅτι ἡ γῆ ἀνήκει εἰς τοὺς καλλιεργητάς.
§96Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς βγαίνει ὅτι ἀπαλλάσσεται ὁ προϋπολογισμὸς 380 δισ. ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλην μεριὰν εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου ἀπὸ 1800 εἰς 2400 δρχ. τὴν ὀκᾶν θὰ ἐπιπέσῃ ἐπὶ τῶν ἐργοζομένων. Θὰ ἤθελα νὰ ἀκούσω ἐὰν σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ἕνα ποσὸν τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ τὸ δώσῃ πρὸς αὔξησιν τῶν ἀποδοχῶν τῶν δραχμοσυντηρήτων ....
§97Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἀπάντησιν ὁ προϋπολογισμός.
§98Κ. ΜΑΝΙΑΔΑΚΗΣ. Θὰ πρέπει καὶ οἱ ἐργοδόται νὰ χορηγήσουν αὐξήσεις διὰ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου.
§99Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου θὰ φέρῃ γενικὴν αὔξησιν τοῦ τιμαρίθμου.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σιτικοῦ κηρύσσεται περαιωμένη.
§101Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ ἄλλου θέματος προτοῦ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Χριστάκου ἡ ὁποία διεκόπη προχθές. Ἄλλωστε πρόκειται περὶ ἡμέρας ἡ ὁποία ἔχει ταχθῆ ἀπὸ τὸν κανονισμὸν ὡς ἡμέρα ἐλέγχου. Πρέπει λοιπὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, νὰ τελειώσῃ διὰ νὰ δοθῇ καὶ ἀπάντησις.
§102Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Προκειμένου περὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Σπηλιοπούλου ἔχει λάβη ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ νὰ τὴν συζητήσῃ τὴν Παρασκευὴν καὶ αἰτήσει τῆς Κυβερνήσεως ἀνεβλήθη διὰ σήμερον. Πρόκειται κ. Πρόεδρε, περὶ σοβαροτάτου θέματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τοῦ Σώματος καὶ δὲν ἐπιτρέπεται κατ’ οὐδένα λόγον περαιτέρω ἀναβολή.
§103Ν. ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Συμμερίζομαι πλήρως τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐφόσον ἤρχισεν ἡ συζήτησις μιᾶς ἐπερωτήσεως πρέπει νὰ συνεχισθῇ χωρὶς νὰ ἠμπορῇ νὰ παρεμβληθῇ ἄλλο θέμα. Δὲν ἀντιλέγω ὅτι ἐλήφθη ἀντίθετος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸ τῆς λήψεως τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἔχει ληφθῇ ἄλλη ἀπόφασις νὰ μὴ συζητοῦνται ἄλλα θέματα κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Τὰ γενικά, βεβαίως, θέματα, ὅπως τοῦ καπνοῦ, τοῦ σίτου, τὸ Κυπριακὸν ὀρθῶς ἦλθον πρὸς συζήτησιν. Ἀλλά, πέραν αὐτῶν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμένον νὰ παρεμβάλωνται ἄλλα θέματα δευτερευούσης σημασίας καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καταργῆται ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὑπέβαλον καὶ σχετικὴν ἀναφορὰν τῶν Ἀριστερῶν Δημοκρατικῶν καὶ τῶν Ἀριστερῶν Φιλελευθέρων, εἰς τὴν ὁποίαν τονίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ θεσπίσωμεν νέας διατάξεις ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον διὰ τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν ὁμαλὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Εἶναι ἀρκετὸν νὰ τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς καὶ νὰ δοθῇ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Προέδρου ἐντολὴ νὰ μὴ ἀναγράφωνται εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ αἱ διακοπαί, ὁπότε καὶ θὰ ἐκλείψῃ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον γίνονται.
§104Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος ἔχει δίκαιον ὅταν ὑποστηρίζῃ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ διακόπτεται ἡ συζήτησις ἐπὶ μιᾶς ἐπερωτήσεως ἡ ὁποία ἤρξατο. Ἀλλ’ ἔχει ἄδικον κατὰ τοῦτο: Ὅτι κατὰ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἐπρόκειτο σήμερον νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ σιτικοῦ ζητήματος. Ἐν συνεχείᾳ θὰ συνεζητοῦντο ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις καὶ θὰ ἠκολούθουν ἐπερωτήσεις. Ἡ συζήτησις τοῦ κ. Σπηλιοπούλου εἶναι ἀναφορὰ καὶ συνεπῶς προηγεῖται τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ κανονισμὸς εἶναι ρητός. Συνεπῶς θὰ συζητηθῇ πρῶτον ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Σπηλιοπούλου καὶ κατόπιν ἡ ἐπερώτησις.
§105Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ κανονισμοῦ λέγει ρητῶς ὅτι πᾶσα ἄλλη πρότασις μὴ νομοθετικοῦ περιεχομένου, δύναται νὰ συζητηθῇ ἅμα τῇ ὑποβολῇ ὑπὸ 10 βουλευτῶν. Ὑπεβλήθη τὴν Παρασκευὴν ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, ἀνεβλήθη διὰ τὴν Δευτέραν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀναβάλωμεν καὶ πάλιν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Κ. Σπηλιοπούλου.
§107Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ ὑπὸ κρίσιν ἀναφορὰ δὲν εἶναι ἀπὸ τὰς κοινὰς καὶ τὰς συνήθεις. Εἶναι μία ἀναφορά, ἡ ὁποία, ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη, ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τοῦ Σώματος καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἡ Βουλή, λαμβάνουσα ἐπ’ αὐτῆς ἀπόφασιν, ἀναμφισβητήτως θὰ κάμῃ περίπου χρέη δικαστικά. Ἐλπίζω, κ. βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ τὴν προκειμένην ἀναφορὰν μὲ κριτήρια ἐντελῶς νομικά. Τὸ κατ’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἔχω τὸ εὐτυχὲς διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην προνόμιον νὰ μὴ συνδέωμαι δι’ οὐδενὸς δεσμοῦ ἄλλου, πλὴν τοῦ δεσμοῦ τῆς ἀπολύτου προσωπικῆς ἐκτιμήσεως, μὲ ἀμφοτέρους τοὺς ἐνδιαφερομένους εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, παρέχω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι θὰ εἰσηγηθῶ τὴν ἄποψίν μου χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσω παρὰ μόνον τὴν καθαρῶς νομικήν μου συνείδησιν. Τίθενται ἐνώπιόν μας, κ. βουλευταί, διὰ τῆς ὑπὸ κρίσιν ἀναφορᾶς δύο θέματα. Τὸ ἕνα εἶναι τυπικὸν θέμα ἁρμοδιότητος. Τὸ ἄλλο εἶναι οὐσιαστικὸν θέμα κρίσεως. Θὰ εἰσηγηθῶ εὐθὺς ἀμέσως ἓν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, πάντοτε βεβαίως δι’ ὀλίγων, ἀφοῦ προηγουμένως τοποθετήσω μὲ πᾶσαν ἀκρίβειαν τὸ ἱστορικὸν τοῦ θέματος διὰ τὴν πλήρη κατατόπισιν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 5ης Μαρτίου, κ. βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημ. Σοσιαλιστικοῦ κόμματος ἐξελέγη βουλευτὴς Ἀθηνῶν καὶ βουλευτὴς Λέσβου. Τὴν 30–3–50 ὁ κ. Παπανδρέου ὡρκίσθη ὡς βουλευτής. Τὴν 3–4–50 ἐκινήθη ὁ μηχανισμὸς τοῦ ἄρθρου 121 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου περὶ ἐπιλογῆς τοῦ ἐκλεγέντος εἰς δύο περιφερείας ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Δ. Σ. κόμματος καὶ ὁ κ. Παπανδρέου ἐξέλεξε τὴν βουλευτικὴν ἕδραν τῆς περιφερείας Λέσβου. Τὴν 3ην Ἀπριλίου κατὰ συνέπειαν ἐκκενώθη ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Δ. Σ. κόμματος εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀθηνῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκπληρῶν τὴν ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρέωσίν του, ἀσκῶν δηλαδὴ τὸ μηχανικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀνέθεσεν εἰς αὐτόν, νὰ καλέσῃ τὸν ἀναπληρωματικὸν βουλευτὴν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν κ. Παπανδρέου, ἐκάλεσεν εἰς ἀναπλήρωσιν αὐτοῦ, εἰς πλήρωσιν δηλαδὴ τῆς ἐκκενωθείσης θέσεως Ἀθηνῶν τοῦ Δ. Σ. κόμματος τὸν ἀξιότιμον κ. Α. Λαμπρόπουλον. Ὁ κ. Α. Λαμπρόπουλος ἦτο πράγματι ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν, πρῶτος εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἀνωτάτης ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὡς γνωστόν, κ. βουλευταί, ἀφοῦ ἐγκρίνῃ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν κατανομήν, καταρτίζει τὸν πίνακα τῶν βουλευτῶν τῆς τρίτης κατανομῆς καὶ τὸν πίνακα τῶν τῆς κατανομῆς αὐτῆς ἀναπληρωματικῶν βουλευτῶν. Ἡ Ἀνωτάτη ἐφορευτικὴ αὕτη Ἐπιτροπή, ἀπαρτιζομένη ἀπὸ τὸν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἕναν Ἀρεοπαγίτην καὶ δύο διευθυντὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ προεδρευομένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἶχεν ἤδη τὴν 14ην Ἀπριλίου καταρτίσει τὸ πρακτικόν της, τὸ ὁποῖον, ὅπως θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, εἶναι ἀπρόσβλητον ἀπὸ πᾶσαν δικαστικὴν ἢ διοικητικὴν ἢ νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὸ πρακτικὸν αὐτὸ ἡ Ἀνωτάτη ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὁρίζει ὅτι πρῶτος ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν εἶναι ὁ κ. Α. Λαμπρόπουλος. Ἐκάλεσεν λοιπὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς σύμφωνα μὲ τὰς ὑποδείξεις τῆς Ἀνωτάτης ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τὸν κ. Α. Λαμπρόπουλον νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν κ. Παπανδρέου εἰς τὴν ἕδραν Ἀθηνῶν. Ὁ κ. Λαμπρόπουλος προσελθὼν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὑπέγραψε δήλωσιν περὶ τοῦ ὅτι προτιμᾶ τὴν ἕδραν Ἀθηνῶν — διότι παρέλειψα νὰ ἀναφέρω ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος εἶχεν ἤδη ἀνακηρυχθῆ βουλευτὴς τακτικὸς Μεσσηνίας ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς καὶ εἶχεν ὁρκισθῆ εἰς τὴν Βουλὴν — ὑπέγραψε λοιπὸν ὁ κ. Λαμπρόπουλος τὴν δήλωσιν ὅτι καὶ δι’ αὐτὸν κινεῖται ὁ μηχανισμὸς τοῦ ἄρθρου 121 τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν καὶ προτιμᾶ τὴν ἕδραν Ἀθηνῶν. Ἐν συνεχείᾳ καὶ ἐπειδὴ αὐτομάτως ἐξεκενώθη, κατὰ συνέπειαν τῆς νέας αὐτῆς ἐπιλογῆς τοῦ κ. Λαμπροπούλου, ἡ ἕδρα τῆς Μεσσηνίας, ὁ αἰτῶν πρῶτος καὶ ἐκεῖνος ἀναπληρωματικός, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, βουλευτὴς τῆς μείζονος περιφερείας κ. Σπηλιόπουλος αὐτομάτως θὰ ὤφειλε νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν κ. Λαμπρόπουλον ὡς βουλευτὴς Μεσσηνίας. Καὶ πράγματι, ὁ κ. Σπηλιόπουλος, ὅπως φαίνεται ἐκ τῆς αἰτήσεως, καὶ δὲν ὑπάρχει περὶ αὐτοῦ ἀμφισβήτησις, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἀπεδέξατο τὴν ἕδραν τῶν Ἀθηνῶν, θὰ ἴδωμεν ἂν νομίμως ἢ ὄχι, ὑπέγραψε καὶ αὐτὸς δήλωσιν, ὡς βουλευτὴς Μεσσηνίας ἀναπληρῶν τὸν κ. Λαμπρόπουλον, ὅτι ἀνήκει εἰς τὸ Δ. Σ. κόμμα, ὅπως καὶ ὅλας ἐκείνας τὰς ἄλλας δηλώσεις, περὶ τοῦ ἐπαγγέλματος, κατοικίας κλπ. αἱ ὁποῖαι προκαταβολικῶς δίδονται εἰς τοὺς βουλευτὰς πρὸς ὑπογραφὴν ἅμα τῇ ἐκλογῇ των καὶ μάλιστα τοῦ ἐζητήθησαν ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ δύο φωτογραφίαι διὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ταυτότητος. Ἐν τῷ μεταξὺ, κ. βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος καὶ ἐκλεκτὸς, πράγματι, ἤδη συνάδελφος κ. Δερτιλῆς εἶχεν ὑποβάλει μίαν αἴτησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ παρεπονεῖτο ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσε τὸν κ. Λαμπρόπουλον εἰς ἀναπλήρωσιν τῆς κενωθείσης ἕδρας τοῦ κ. Παπανδρέου, δὲν ἦτο νόμιμος διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν εἰς αὐτήν, καὶ τοὺς ὁποίους εὐθὺς μετ’ ὀλίγον θὰ εἴπω. Ἐξ αἰτίας τῆς αἰτήσεως ταύτης φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐδίστασε, καὶ ὀρθῶς ἐθεώρησε καθῆκον του, ἐπειδὴ νομίζω, ἄλλωστε, ὅτι δὲν εἶναι καὶ νομικός, νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ δημιουργηθέντος θέματος. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Λιανόπουλος ἀπήντησε τὴν 17ην, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Ἀπριλίου, ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἐπειδὴ εἶναι τακτικὸς βουλευτὴς Μεσσηνίας δὲν δύναται, νὰ παραιτηθῇ τῆς ἕδρας τῆς Μεσσηνίας χάριν τῆς ἕδρας τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἑπομένως, εἶπε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ κληθῇ εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ κ. Παπανδρέου. Ἐπανελθὼν ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ὁ κ. Σπηλιόπουλος δι’ ἑτέρας αἰτήσεώς του καὶ ἰσχυρίζεται καὶ ἐκεῖνος, ὅτι ἦτο νόμιμον καὶ ὀρθὸν νὰ κληθῇ αὐτὸς νὰ ὁρκισθῇ εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ κ. Παπανδρέου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς νομικῆς αὐτῆς ἐμπλοκῆς, ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου τὴν 17ην Ἀπριλίου, δηλαδὴ αὐθημερόν, ἀπαντᾶ καὶ ἐκεῖνος περίπου, ὅπως ἀπήντησε καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Κατόπιν τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνόμισεν ἀρκετὸν ὅτι εἶχε δύο γνωμοδοτήσεις τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, συμφώνως πρὸς τὴν ἄποψιν ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κληθῇ νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν κ. Παπανδρέου καὶ ἑπομένως ἐκάλεσε νὰ ὁρκισθῇ τὸν κ. Δερτιλῆ, ὁ ὁποῖος καὶ ὡρκίσθη πράγματι ὡς βουλευτὴς Ἀθηνῶν. Οὕτω ἔληξε τὸ θέμα διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Σπηλιόπουλος κ. βουλευταί, κατόπιν τούτου, προσέβαλεν, κακῶς κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐνώπιον τοῦ Ἐκλογοδικείου τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ὁ ὁποῖος ἀντ’ αὐτοῦ ἐκάλεσε τὸν κ. Δερτιλῆ νὰ ὁρκισθῇ. Τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἀπεφάνθη ὅτι ἡ ἔνστασις αὐτὴ ἦτο ἐκπρόθεσμος κατ’ ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὁ ἐνιστάμενος ἀναρμοδίως ἐνίσταται. Μετὰ τοῦτο, ὁ κ. Σπηλιόπουλος κατέφυγεν πλέον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς συζητουμένης αἰτήσεώς του, παραπονούμενος ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Προέδρου καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ γεννηθὲν ζήτημα. Νομίζω κ. συνάδελφοι ὅτι εἰς τὸ ἱστορικὸν τοῦ θέματος ὑπῆρξα ἀπολύτως ἀντικειμενικὸς, τόσῳ μᾶλλον καθ’ ὅσῳ δὲν ἔκανα χρῆσιν παρὰ μόνον τῶν ἐγγράφων τοῦ φακέλλου.
§108Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἀμφότεραι αἱ γνωμοδοτήσεις ἀναφέρουν τοῦτο ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπιλογὴ ἀπὸ μὴ ἐκλεγέντα;
§109Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρουν ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἱστορικὸν, διὰ νὰ κατατοπισθῇ ἡ Βουλή. Ἤδη διὰ τῆς αἰτήσεώς του ὁ κ. Σπηλιόπουλος παραπονεῖται κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὅτι οὗτος κακῶς ὥρκισεν τὸν κ. Δερτιλῆν. Ὑπάρχουν, ὅπως εἶπον, δύο θέματα: Τὸ πρῶτον εἶναι τυπικὸν ἁρμοδιότητος καὶ τὸ ἄλλο εἶναι θέμα οὐσίας. Νομίζω ὅτι ὅλοι θὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα ἁρμοδιότητος, δηλαδὴ ἀμφισβητήσεως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει ἐδῶ μία πρᾶξις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ὅλαι αἱ πράξεις ὑπόκεινται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ κανεὶς ὅτι θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διὰ τῆς πράξεώς του νὰ δεσμεύσῃ τὸ Σῶμα μας. Διὰ τῶν πράξεων τοῦ Προέδρου, ἐκφράζεται ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, κατὰ συνέπειαν πρέπει αὗται νὰ τυγχάνωσιν τῆς ἐγκρίσεώς της. Δὲν νομίζω ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ καλέσῃ τὸν οἱονδήποτε Ἕλληνα καὶ νὰ τὸν ὁρκίσῃ ὡς βουλευτὴν ἀρκούμενος εἰς τὴν ἰδικήν του κρίσιν, καὶ θὰ ἦτο περίεργον νὰ μὴ δύναται νὰ τεθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς. Καὶ δι’ αὐτό, θέμα ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ἤκουσα προβαλόμενον ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ εἶναι τῆς ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ἀλλὰ εἶπα καὶ προηγουμένως ὅτι τὸ Ἐκλογοδικεῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἁρμοδιότητα διότι τόσον ἐκ τοῦ Συντάγματος ὅσον καὶ ἐκ τοῦ νόμου τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἔχει συγκεκριμένην ἁρμοδιότητα ἀναγομένην εἰς τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις τὰς κατὰ τὴν ἐκλογικὴν διαδικασίαν γενομένας. Βεβαίως εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Σπηλιοπούλου τὸ Ἐκλογοδικεῖον εἶπεν κατ’ ἀρχὴν ὅτι ἡ ἔνστασις εἶναι ἐκπρόθεσμος, ἀλλ’ εἶπεν ἐπίσης καὶ ὅτι ἡ ἁρμοδιότης του περατοῦται διὰ τῆς τρίτης κατανομῆς τῶν ἑδρῶν, ὁ ὁποῖον σημαίνει ἀναμφισβητήτως ὅτι πέραν τῆς τρίτης κατανομῆς δὲν ὑπάρχει ἐκλογικὴ διαδικασία, διαδικασία μάλιστα στρεφομένη περὶ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις, διὰ τὰς ὁποίας καὶ ἁρμόδιον τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Ἐὰν ἡ αἴτησις δὲν ἦτο ἐκπρόθεσμος, ὑποβληθεῖσα τὴν 25ην Ἀπριλίου, ἀναμφισβητήτως τὸ Ἐκλογοδικεῖον θὰ ἔλεγεν ὅτι εἶναι ἀναρμόδιον, διότι εἰς ὅλας τὰς παρομοίας ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι ἔφθασαν μέχρι τοῦ Ἐκλογοδικείου τοῦτο ἀπαντᾶ σταθερῶς ὅτι εἶναι ἀναρμόδιον διὰ πᾶσαν ἔνστασιν μὴ ἀναφερομένην εἰς παράβασιν λαβοῦσαν χώραν κατὰ τὴν ἐκλογὴν καί, τὸ πολύ, κατὰ τὴν ἐκλογικὴν διαδικασίαν. Ὁ τέως συνάδελφος κ. Ροζάκης, ὑποψήφιος βουλευτὴς Χίου, ὑπέβαλε καὶ αὐτὸς παρομοίαν ἔνστασιν καὶ ὑπάρχει ἐπὶ τούτου μία πόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «................................. ............ (ἀναγινώσκει) ............ Ὥστε, κύριε βουλευταί, καὶ μόνον ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ Ἐκλογοδικεῖον ὡστόσο καὶ σταθερῶς ἀπεφάνθη ἑαυτὸ ἀναρμόδιον, προκειμένου περὶ παραβάσεων ὑπαγομένων εἰς τὰς κατανομὰς καὶ μάλιστα εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἀνωτάτης Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν εἶναι νοητὸν νὰ μὴ ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἁρμοδιότητα προκειμένου νὰ κρίνῃ πράξεις τοῦ Προέδρου καὶ σχετιζομένας μάλιστα μὲ τὴν σύνθεσιν καὶ τὴν ὀρθὴν ἢ ὄχι, δὲν εἶναι νομίζω σκόπιμον νὰ ἐμμείνῃ, ἐνδεχομένως, ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἄποψιν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο καλῶς, ἐλλείψει ἁρμοδιότητος. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο, ἐγένετο καλῶς, διότι, νόμος τὸ θίγει, εἴμεθα σύμφωνοι ἀπολύτως. Ἀλλὰ νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἑαυτὴν τὴν ἁρμοδιότητα περὶ τόσου σημαντικοῦ θέματος, ὑπὸ τοιαύτας νομικὰς συνθήκας, εἶναι, νομίζω, κάτι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ παραδεκτόν. Ἄλλωστε, ὅπως εἶναι γνωστὸν, τὸ Σύνταγμα, κύριοι βουλευταί, ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Βουλὴν, βέβαια εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, περιοριστικῶς μάλιστα ἀναφερομένας, τὸ δικαίωμα, γεννωμένων ἀμφισβητήσεων, νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ ἄν τις εἶναι βουλευτής.
§110Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Νὰ ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ γενικῶς.
§111Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς Βουλῆς ἀνήκει εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἐκ τοῦ Συντάγματος κατονομαζομένας, ὅταν δηλαδὴ ὁ βουλευτὴς ἐζήτησεν ἐνδεχομένως τῶν προσόντων τῆς ἐκλογιμότητος ἢ ἔλαβε μέρος εἰς ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀσυμβίβαστα μὲ τὸ ἀξίωμά του. Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι, ἐγειρομένων ἀμφισβητήσεων, ἀποφαίνεται ἡ Βουλή. Ἀλλὰ πῶς, εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, νὰ μὴ ἐφαρμώσωμεν κατὰ μίαν λογικωτάτην ἀναλογίαν ἐδῶ τὴν ἰδίαν συνταγματικὴν διάταξιν, ὅταν ἐγείρεται ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ἂν ὁ Α κύριος ὀρθῶς εἶναι μέλος τῆς Βουλῆς ἢ ὁ Β κύριος ὀρθῶς ζητεῖ νὰ εἶναι μέλος αὐτῆς; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν θέμα τυπικὸν ἁρμοδιότητος. Ὑπάρχει ὅμως θέμα οὐσιαστικὸν κρίσιμον. Ποῖον εἶναι τὸ θέμα; Τὸ θέμα εἶναι, ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος ἐκάλεσε καλῶς τὸν δεύτερον ἀναπληρωματικὸν ἀντὶ τοῦ πρώτου, τὸ θέμα δηλαδὴ εἶναι, ποῖον ἔπρεπε νὰ καλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εὐθὺς ὡς ἐκκενώθη διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Παπανδρέου, ἡ θέσις τῶν Ἀθηνῶν. Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ ἀπαντᾶ ὁ νόμος εὐθέως καὶ σαφῶς. Διότι ὁ νόμος λέγει ὅτι, κενωθείσης ἕδρας καλεῖται εἰς ἀναπλήρωσιν ὁ πρῶτος ἀναπληρωματικός. Ἑπομένως — καὶ ἐδῶ ἀρχίζω πλέον νὰ ἐμφανίζω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν νομικὴν ἀξίαν τῶν δύο γνωμοδοτήσεων, αἱ ὁποῖαι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, παρέσυραν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μὴ νομικόν, πέραν τῆς νομικῶς ἀκριβοδικαίας κρίσεως.
§112Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὄχι τῶν δύο, εἶναι τέσσαρες.
§113Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Πρόεδρος.... Ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος λέγει ὅτι καλεῖται ὁ πρῶτος ἀναπληρωματικός, ὤφειλον νὰ εἴπουν οἱ γνωμοδοτήσαντες εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ὅτι δὲν εἶχε πλέον κανένα λόγον νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν ὁ κ. Λαμπρόπουλος, πέραν τῆς ἰδιότητος ὡς ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ταυτοχρόνως εἶχε καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Οὔτε ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς διακριτικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἀνωτάτης ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ Ἀνώτατον, σχεδόν, Δικαστικὸν Σῶμα, ὄχι μόνον ἐκ τῆς συνθέσεώς του καὶ ἐκ τῆς προεδρίας του, ἀνατεθειμένης εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐμπνεούσης ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς νομικῆς της θέσεως, μὴ διδούσης τὸ δικαίωμα προσβολῆς τῶν ἀποφάσεών της εἰς οὐδεμίαν, οὔτε δικαστικήν, οὔτε διοικητικήν, οὔτε νομοθετικὴν ἀρχήν, οὔτε εἰς τὴν Βουλήν. Διότι, κύριοι Βουλευταί, τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Βουλὴν ἀκόμη ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων ἀπὸ μέρους τῆς Ἀνωτάτης ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως τὸ ἀρνεῖται καὶ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον καὶ εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Καὶ ὀρθῶς, διότι τὸ Σύνταγμα θέλει νὰ προλάβῃ ὅπως, ἐνδεχομένως — δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς σημερινῆς Βουλῆς, εἶναι θεωρητικὸν τὸ θέμα — μία ἰσχυρὰ πλειοψηφία κοινοβουλευτικὴ κατορθώνει διὰ τῆς πιέσεως τοῦ ἀριθμοῦ της, νὰ μεταβάλλῃ τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς, νὰ μεταβάλλῃ τὴν σειρὰν τῆς ἀνακηρύξεως τῶν βουλευτῶν εἴτε τῶν τακτικῶν, εἴτε τῶν ἀναπληρωματικῶν, ὅπως τοὺς ὁρίζει εἴτε ἡ ἀπόφασις τοῦ Πρωτοδικείου εἴτε ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου, εἴτε, ἀκόμη περισσότερον καὶ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, ἡ ἀπόφασις τῆς Ἀνωτάτης ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§114Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§115Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος, λοιπόν, ἀνέθηκεν κυριαρχικῶς καὶ ἀνεξελέγκτως εἰς τὴν Ἀνωτάτην ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν νὰ ὁρίσῃ ποῖοι εἶναι οἱ ἀναπληρωματικοὶ βουλευταί. Καὶ ὅπως, ὅταν ὁρίζῃ ἡ Ἀνωτάτη ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, ποῖοι εἶναι οἱ βουλευταὶ τῆς Γʹ Κατανομῆς, δὲν δικαιοῦται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νὰ μεταβάλῃ τὴν σειρὰν αὐτῶν, ἔτσι δὲν δικαιοῦται καὶ ὅταν ὁρίζει ἡ Ἐπιτροπὴ τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη, νὰ μεταβάλῃ ἐξ οἱουδήποτε λόγου τὴν σειρὰν αὐτῶν. Ὁ νόμος, ὅταν λέγῃ, οἱ ἀναπληρωματικοὶ καλοῦνται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, δὲν ἀναθέτει, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, παρὰ μόνον τὴν μηχανικὴν ἐργασίαν τῆς κλήσεως τοῦ προσώπου, διότι ἤδη ὁ βουλευτὴς ἔχει αὐτομάτως ἀναπληρώσει τὸν ἀποχωρήσαντα ἢ τὸν παραιτηθέντα ἢ τὸν ἐξ οἱουδήποτε λόγου μὴ ὄντα πλέον βουλευτήν. Κατὰ τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς μας ἐκλογῆς ἡ πλήρωσις μιᾶς ἕδρας κενουμένης δὲν γίνεται διὰ πανηγυρικῆς τινὸς πράξεως, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον δὲν γίνεται διὰ τῆς ὁρκωμοσίας. Ἡ πλήρωσις γίνεται κατὰ ἕνα τρόπον ἐντελῶς αὐτόματον. Μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς δὲν χρειάζεται καμμία πανηγυρικὴ πρᾶξις καὶ ἑπομένως ὅταν ὁ νόμος ἀναθέτει εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ καλέσῃ τὸν πρῶτον ἀναπληρωματικόν, δὲν τοῦ ἀναθέτει, ἐπαναλαμβάνω, παρὰ μόνον μηχανικὴν ἐργασίαν κλήσεως ἑνὸς προσώπου, μίαν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ, ἀντὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, εἰς οἱοσδήποτε κλητὴρ τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἐν προκειμένῳ διακριτικὴ ἐξουσία εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Τί ἰσχυρίζεται τώρα ἡ ἀντίθετος ἄποψις; Ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος παρ’ ὅλα ταῦτα, ἦτο μὲν πρῶτος ἀναπληρωματικὸς βουλευτής, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ εἶχεν ἐκλεγεῖ τακτικὸς βουλευτὴς Μεσσηνίας καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρῇ ἀμφοτέρας τὰς ἰδιότητας. Εἶναι ἕν ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προεβλήθη ἐναντίον τῆς κλήσεως τοῦ κ. Σπηλιοπούλου. Ἡ ἀπάντησις εἶναι κύριοι, ὅτι εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ τὸ λέγῃ καὶ κανεὶς νόμος ὁ ὁποῖος νὰ δίδῃ εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κρίνῃ. Ὑπάρχει μόνον νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τὴν κενωθεῖσαν ἕδραν τὴν καταλαμβάνει ὁ πρῶτος ἀναπληρωματικὸς καὶ ὑπάρχει, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι τὴν ἁρμοδιότητα διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ προσώπου τήν ἔχει ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ πέραν τοῦ νόμου ὑπάρχει τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, ἀλλὰ εἶναι πρᾶγμα, ὅτι ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία ἔχει μόνη τὴν ἁρμοδιότητα τὴν ἀνεξέλεγκτον νὰ καθορίσῃ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναπληρώσῃ τὸν κ. Παπανδρέου, ὅταν ὥριζε ὅτι θὰ τὸν ἀναπληρώσῃ ὁ κ. Λαμπρόπουλος, ἐγνώριζεν ἡ Ἀνωτάτη ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος εἶναι πρῶτος τακτικὸς βουλευτὴς Μεσσηνίας καὶ ὅτι ὁ κ. Παπανδρέου παρῃτήθη τῆς ἕδρας του τὴν 3ην Ἀπριλίου καὶ ὅτι ἐκαλεῖτο αὐτομάτως ἄμεσος ἀναπληρωτής του ὁ κ. Λαμπρόπουλος, καὶ παρ’ ὅτι κ. Λαμπρόπουλος, ἐγνώριζεν ἡ Ἀνωτάτη ἐφορευτικὴ Ἐπι☐ ἁρμόδιον δικαστικὸν ὄργανον, τοῦ ὁποίου ἡ κρίσις δὲν ὑπόκειται εἰς καμμίαν ἔνστασιν καὶ καμμίαν προσβολήν, τὴν 14ην Ἀπριλίου, δηλαδὴ εἴκοσι ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Λαμπροπούλου ὡς βουλευτοῦ Μεσσηνίας καὶ δώδεκα ἡμέρας μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Παπανδρέου ἀπὸ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν καὶ ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι ἐπρόκειτο ἀμέσως νὰ ἀναπληρωθῇ ὁ κ. Παπανδρέου, τὴν 14ην Ἀπριλίου, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ γράφει καὶ εἰς τὰ πρακτικά της, ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος θὰ ἀναπληρώσῃ τὸν κ. Παπανδρέου εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ κύριοι συνάδελφοι, ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἠδύνατο καὶ ὤφειλε, ἂν ἐνόμιζεν ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν πρέπει νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν κ. Παπανδρέου, νὰ τὸν διαγράψῃ ἀπὸ πρῶτον ἀναπληρωματικάν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἀπώλεσεν ὁ κ. Λαμπρόπουλος τὴν ἰδιότητά του ὡς ἀναπληρωματικοῦ βουλευτοῦ ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός του ὡς τακτικοῦ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ὅταν συνέτασσεν ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ τὸν πίνακα τῶν ἀναπληρωματικῶν βουλευτῶν θὰ ἠδύνατο καὶ θὰ ὤφειλε, ἐὰν ἐνόμιζεν ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ἀπολύτῳ δικαιώματί της ὅτι ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν ἔχει τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀναπληρωματικοῦ βουλευτοῦ, νὰ τὸν διαγράψῃ. Ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμε. Διότι ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, προεδρευομένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀπαρτιζομένη ἀπὸ πρόσωπα τῶν ὁποίων τὸ νομικὸν κῦρος δὲν νομίζω ὅτι εὐχερῶς πλήσσεται ἐκ τῶν δύο γνωμοδοτήσεων ποὺ ἦλθον ἐδῶ, ἔκρινεν ὅτι ὁ νόμος δὲν ἐμποδίζει νὰ ὑφίστανται καὶ αἱ δύο ἰδιότητες παρὰ τῷ αὐτῷ προσώπῳ, ὅτι ὑπῆρχε νομικὴ διέξοδος ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν τῆς κατοχῆς δύο ἑδρῶν παρὰ τοῦ αὐτοῦ προσώπου καὶ ἡ διέξοδος αὐτὴ εἶναι ἡ κίνησις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ ἄρθρου 121 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ ἐν προκειμένῳ.
§116Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶχεν εἰς ὅλας τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας τὸ ὄνομα τοῦ κ. Παπανδρέου. Ἠδύνατο, κατὰ τὸν ἴδιον συλλογισμόν, νὰ τὸν ἔχῃ διαγράψει ἀπὸ τὰς περισσοτέρας.
§117Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν κ. Παπανδρέου;
§118Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ ἔχει γίνει ἡ ἐκλογή.
§119Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἴπατε τίποτε διαφορετικόν. Εἶπα καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ὥρισε τὸν κ. Λαμπρόπουλον ὡς ἀναπληρωματικὸν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἰδιότητός του ὡς τακτικοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας διότι, ὅπως γνωρίζετε, ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐλέγχει τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνακηρύξεως ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου, ὅπως τὸ Ἐφετεῖον ἐλέγχει τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀνακηρύξεως ὑπὸ τοῦ Πρωτοδικείου. Καὶ ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ πρακτικοῦ της ἔχει ἐνώπιόν της ὅλας τὰς κατανομὰς ὅλου τοῦ Κράτους, καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καθορίζει τὴν σειρὰν τῶν ἀναπληρωματικῶν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι εἶναι ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἤδη τακτικὸς βουλευτὴς πρὸ 20 ἡμερῶν καὶ ἐν ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι ἐκενοῦτο ἡ θέσις τῶν Ἀθηνῶν, δὲν διέγραψε τὸν κ. Λαμπρόπουλον, ἀλλὰ τὸν ἀφῆκε πρῶτον ἀναπληρωματικόν.
§120Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Εἰς αὐτό, σᾶς ἀπήντησα ἤδη ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιφερείας ἔχει τὸ ὄνομα Παπανδρέου, διότι ἔχει κάμει ἐπιλογὴν καὶ δὲν τὸν ἔχει διαγράψει.
§121Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει κάμει ἐπιλογήν.
§122Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Εἰς τὰς 3 Ἀπριλίου.
§123Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε μία διακοπήν;
§124Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσω τὴν σκέψιν μου. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν διέγραψε τὸν κ. Λαμπρόπουλον ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ἂν κενωθῇ ἡ θέσις τῶν Ἀθηνῶν θὰ τὴν καταλάβῃ ὁ κ. Λαμπρόπουλος, ἀκριβῶς τοῦτο, κατ’ ἐμέ, σημαίνει ὅτι ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι δὲν ὑπάρχει κώλυμα νὰ τὴν καταλάβῃ τὴν ἕδραν ὁ κ. Λαμπρόπουλος καὶ ἂν ἐκ τῶν ὑστέρων ἐγεννᾶτο δυσχέρεια νομικὴ, ἡ ὁποία θὰ εἶχεν ἀνάγκην διεξόδου, δυσχέρεια ἐγκειμένη εἰς τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῆς ὑπὸ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου κατοχῆς δύο ἑδρῶν θὰ ὑπῆρχεν ἡ δυνατότης τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ ἄρθρου 121, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατέληγεν ὥστε ὁ κ. Λαμπρόπουλος νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἐπιλέξῃ μίαν ἐκ τῶν δύο ἑδρῶν ἢ ἂν δὲν ἐπιλέξῃ, νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ εἶναι βουλευτὴς ἐκείνης τῆς περιφερείας εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τὰς περισσοτέρας ψήφους.
§125Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἠθελήσατε νὰ ἀντλήσετε ἕν ἐπιχείρημα καὶ διεπλατύνατε τὴν σκέψιν σας, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε κανεὶς λόγος, διότι ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαγράψῃ οὔτε τὸν κ. Παπανδρέου οὔτε κανένα. Ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή, ὡς ἀνώτατον δικαστικὸν ἐκλογικοῦ ὀργάνου, διαπιστοῖ γεγονότα.....
§126Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Δὲν εἶναι δικαστικὸν ὄργανον.
§127Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. ... καὶ τί διεκοίνωσεν; Ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀθηνῶν ἔρχεται πρῶτος ἀναπληρωματικὸς βουλευτής. Δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν διαγράψῃ, ἐπειδὴ παρῃτήθη ὁ κ. Παπανδρέου. Δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα.
§128Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Χρησιμοποιῶ τὸ ἐπιχείρημα, διότι ὑπάρχουν ἀντίθετοι γνωμοδοτήσεις, γνωμοδοτήσεις μάλιστα ὑποστηριζόμεναι ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἀνέμενα ὅτι θὰ ὑπέγραφον τοιαύτας νομικὰς κρίσεις. Διὰ τοῦτο χρησιμοποιῶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ἂν συνέβαινεν ὥστε νὰ μὴ πρέπει ὁ κ. Λαμπρόπουλος νὰ συνδυάσῃ οὐδ’ ἐπὶ ἕν λεπτὸν τὰς ἰδιότητας τοῦ ἀναπληρωματικοῦ καὶ τακτικοῦ, θὰ ὤφειλεν ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της ἄνευ αὐτοῦ. Τώρα, κύριοι βουλευταί, αὐτὴ εἶναι ἡ μία πλευρὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, ἐναντίον τῆς ἀπόψεως τῆς αἰτήσεως, ὁ ἰσχυρισμὸς δηλαδὴ ὅτι δὲν δύνανται εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον νὰ συμπέσουν αἱ ἰδιότητες τοῦ τακτικοῦ καὶ τοῦ ἀναπληρωματικοῦ βουλευτοῦ, ἰσχυρισμὸς ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι κατὰ ἕνα τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀντιμετωπισθῇ βάσει νομικοῦ συμπερασμοῦ, ἐξηγήθη ἤδη πρὸς ὑμᾶς ὅτι δὲν εἶναι βάσιμος. Περαιτέρω, προβάλλεται ἄλλο ἐπιχείρημα καὶ δημιουργεῖται ἄλλη βάσις, ἡ ἑξῆς: «Πολὺ καλά, μπορεῖ νὰ εἶσαι τακτικὸς βουλευτὴς Μεσσηνίας καὶ συγχρόνως νὰ εἶσαι ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ἀλλὰ δὲν σὲ καλῶ νὰ ἀναπληρώσῃς τὸν κ. Παπανδρέου, διότι δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῆς μιᾶς ἐκ τῶν δύο ἑδρῶν καὶ ἑπομένως, θὰ παρουσιασθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων ἡ νομικὴ δυσχέρεια τοῦ νὰ μὴ ἠμποροῦμε νὰ σὲ βγάλουμε ἀπὸ τὴν μίαν ἐκ τῶν δύο καὶ νὰ παραμείνῃς βουλευτὴς καὶ τῶν δύο ἑδρῶν, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἀντισυνταγματικόν». Διατί; Διατὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς; Διότι ὡρκίσθη ἤδη βουλευτὴς Μεσσηνίας τὴν 30 Μαρτίου. Καὶ λέγω. Τί σημαίνει αὐτό; Καὶ ὁ κ. Παπανδρέου ὡρκίσθη τὴν 30 Μαρτίου ὡς βουλευτὴς καὶ Ἀθηνῶν καὶ Λέσβου καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς ποίας ἄλλας περιφερείας ὡρκίσθη ὡς βουλευτής....
§129Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Ἠθικὸν εἶναι τὸ θέμα καὶ ὄχι νομικόν, διότι ὁ κ. Λαμπρόπουλος πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν ποὺ τὸν ἐξέλεξαν οἱ ψηφοφόροι του.
§130Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι διὰ τὴν κρίσιν μας ὡς βουλευτῶν, εἶναι διὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Λαμπροπούλου, ἐνδεχομένως, ἠθικόν. Διὰ τὴν κρίσιν μας, ὡς βουλευτῶν, εἶναι θέμα νομικόν. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἀναγκάσω τὸν κ. Λαμπρόπουλον νὰ μείνῃ βουλευτὴς Μεσσηνίας, οὔτε εἶναι ἔργον μου, νὰ τὸν προστατεύσω ἀπὸ πλευρᾶς τοιαύτης. Ἡ ὁρκωμοσία, βεβαίως, ἀντιλαμβάνεσθε, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιχείρημα. Μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν ὁ κ. Παπανδρέου ἔπαυσε νὰ εἶναι βουλευτὴς Ἀθηνῶν καὶ ἔμεινε βουλευτὴς Λέσβου. Ἀλλὰ προχωροῦν περαιτέρω οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς. Διατί; Διότι, ὁ ὅρος τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποίησεν ὁ νόμος εἰς τὸ ἄρθρον 121, ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι «ὁ ἐπὶ πλείονας τῆς μιᾶς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐκλογεὺς» δύναται νὰ κάμῃ τὴν ἐπιλογὴν κτλ., ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι τὸ «ἐκλογεὺς» αὐτό, σημαίνει ἐκλογεὺς εἰς μίαν ἐκ τῶν τριῶν κατανομῶν αἱ ὁποῖαι συνθέτουν τὴν Βουλὴν καὶ ἀπαρτίζουν τὴν σύνθεσιν τῶν μελῶν της. Κύριοι, θὰ ἴδωμεν εὐθὺς ἀμέσως πόσον καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι νομικῶς τελείως ἀνέρευστον. Πρὸς τὸ παρόν, θέλω νὰ ὑποβάλω ἓν ἐρώτημα εἰς ὑμᾶς: Λέγουν ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ ἐκλογήν, διότι ἤδη εἶναι τακτικὸς βουλευτὴς Μεσσηνίας. Ἐὰν ὁ κ. Λαμπρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη τακτικὸς βουλευτὴς τῆς Μεσσηνίας τὴν 5ην Μαρτίου καὶ ἀνεκηρύχθη τοιοῦτος τὴν 23ην Μαρτίου, ὁ ὁποῖος ὡρκίσθη ὡς βουλευτὴς ἐνταῦθα τὴν 30ὴν Μαρτίου, ἐὰν τὴν ἑπομένην τῆς ὁρκωμοσίας του παρῃτεῖτο — παρακολουθήσατε μίαν ὑποθετικὴν νομικὴν θέσιν — ἐὰν, λέγω, τὴν ἑπομένην τῆς ὁρκωμοσίας του παρῃτεῖτο, τὴν 3ην Ἀπριλίου θὰ ἐπηκολούθει ὡς ἐπηκολούθησεν, ἡ ἐπιλογὴ τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος καὶ ἡ κένωσις τῆς ἕδρας τῶν Ἀθηνῶν, τὴν 14ην Ἀπριλίου θὰ ἐπηκολούθει ἡ σύνταξις τοῦ πρακτικοῦ τῆς Ἀνωτάτης Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Λαμπρόπουλος ὡρίζετο ὡς πρῶτος ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Ἀθηνῶν καὶ τὸ ὁποῖον πρακτικὸν θὰ εὕρισκε πλέον τὸν κ. Λαμπρόπουλον ἰδιώτην, παραιτηθέντα αὐτοβούλως ἀπὸ τὴν ἕδραν του τῆς Μεσσηνίας καὶ ὄντα πλέον ἰδιώτην. Ὑπὸ τοιαύτην προϋπόθεσιν ἐρωτῶ: Θὰ ἐκαλεῖτο, κ. βουλευταί, ὁ κ. Λαμπρόπουλος εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ κ. Παπανδρέου εἰς τὴν κενὴν ἕδραν τῶν Ἀθηνῶν; Ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία;
§131Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ἀπαντήσατε σεῖς.
§132Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§133Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα σας. Ὁ ἅπαξ παραιτηθεὶς βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ παραιτηθῇ καὶ πάλιν;
§134Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλέπω κανένα νόμον νὰ τὸν ἐμποδίζῃ. Ἐγὼ λέγω τὸ ἑξῆς, καὶ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι ἔχετε μίαν ἀντίρρησιν ἐκεῖ ποὺ ἐνόμιζα ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχε, θέλω νὰ ἐπαναλάβω μὲ δύο λέξεις τὴν ὑπόθεσιν διότι φοβοῦμαι ὅτι δὲν μὲ παρηκολουθήσατε ἐπαρκῶς: Ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἐξελέγη βουλευτὴς καὶ ὡρκίσθη ὡς βουλευτὴς· δὲν ὡρκίσθη βεβαίως, ὡς βουλευτὴς Μεσσηνίας, διότι δὲν ὁρκίζεται κανεὶς βουλευτὴς οὔτε Μεσσηνίας, οὔτε Ἀρκαδίας· ὁρκίζεται κανεὶς ὡς βουλευτὴς τοῦ Ἔθνους. Ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγός σας ὡρκίσθη ἅπαξ ὡς βουλευτὴς τριῶν ἢ τεσσάρων περιφερειῶν.
§135Α. ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν εἶχεν ἐκλεγῆ οὔτε εἰς τὸν Νομὸν Μεσσηνίας, νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸς πρὸς ὅρκισιν;
§136Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιφύλαξιν τυχὸν τοῦ κ. Λαμπροπούλου. Λέγω, κ. Βγενόπουλε, τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ βουλευτής, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁρκιζόμενος, δὲν ὁρκίζεται ὡς βουλευτὴς Ἀττικῆς ἢ Τρικάλων ἢ Λαρίσης, ἀλλ’ ὡς βουλευτής. Καὶ σᾶς ἔφερα τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ ἀρχηγός σας δὲν ὡρκίσθη ἐδῶ, πρὸ τῆς ἐκλογῆς, οὔτε ὡς βουλευτὴς Λέσβου, οὔτε ὡς βουλευτὴς Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ὡς βουλευτὴς τοῦ Ἔθνους. Ἑπομένως τὸ θέμα εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ὁρκίζεται κανεὶς ὡς βουλευτής.
§137Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Θὰ ἤθελα τὴν γνώμην σας, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ὁ ἅπαξ παραιτηθεὶς τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ περιελθὼν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἰδιώτου, ὡς εἴπατε, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν αὐτὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα.
§138Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς ἀναπληρώσεως.
§139Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Πῶς; Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελα νὰ μοῦ εἴπητε τὴν γνώμην σας.
§140Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὑποστηρίζω, ὅτι ἀναμφισβητήτως θὰ ἐκαλεῖτο. Ἔχετε ἀντίθετον γνώμην;
§141Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Νὰ τὸ καταλάβω καὶ ἐγώ. Ὁ βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐκλέγεται διὰ νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὸ Ἔθνος καὶ προέρχεται ἐκ μιᾶς περιφερείας, παραιτούμενος τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ ἰδιωτεύων, θὰ ἠδύνατο, ἐὰν εἶχεν ἐκλεγῆ εἰς πέντε περιφερείας, κατ’ εὐτυχῆ σύμπτωσιν δι’ αὐτὸν καὶ ἀτυχῆ διὰ τοὺς ἄλλους, κάθε φορὰν ποὺ παρητεῖτο ἕνας ἢ ἀπέθνησκε, νὰ ἔρχεται...
§142Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κοΐνη, θὰ παρεκάλουν καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἀλληλοδιακοπτώμεθα χωρὶς λόγον καὶ νὰ μὴ δημιουργοῦμεν διὰ τοῦ θορύβου τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο θέμα δὲν ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην νομικὴν βάσιν.
§143Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Δὲν δέχεσθε διακοπάς, ἀλλ’ ἐὰν εἴχατε τὴν καλωσύνην θὰ σᾶς ὑπέβαλα τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: Ἐὰν μετὰ τὴν διετίαν ὁ συνάδελφος κ. Λαμπρόπουλος ὑπέβαλε μίαν παραίτησιν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν μετὰ διετίαν εἰς τὸν κ. Δερτιλῆν: «Φύγε σύ, κ. Δερτιλῆ, διότι μετὰ τὴν παραίτησίν του πιθανῶς ὁ κ. Λαμπρόπουλος θὰ ἔλθῃ, διότι ἐγὼ ἔκαμα τὴν ἐκλογὴν αὐτήν»;
§144Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρχε κενὴ θέσις;
§145Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Παρῃτεῖτο ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἀπὸ βουλευτὴς Μεσσηνίας. Ἀπὸ βουλευτής, δὲν ἔχει σημασίαν. Ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ εἶχε κληθῆ ὁ κ. Λαμπρόπουλος εἰς τὰς Ἀθήνας, θὰ εἶχε κληθῆ ὁ κ. Δερτιλῆς.
§146Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι, λέγω σφάλμα. Λέγω ὅτι ἔπρεπε μετὰ τὴν κένωσιν τῆς ἕδρας τοῦ κ. Παπανδρέου, νὰ κληθῇ ὁ κ. Λαμπρόπουλος.
§147Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Δὲν ἀντελήφθητε τὸ ἐρώτημά μου. Ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν ἔκαμε καμμίαν ἐπιλογήν, ἠσκεῖτο εἰς τὴν ἕδραν τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας.
§148Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ παρήρχετο ἡ προθεσμία τῆς ἐπιλογῆς; Βεβαίως. Ἀλλ’ ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἔκαμε χρῆσιν τῆς ἐπιλογῆς ἐντὸς τῆς προθεσμίας. Ἀφήσατε νὰ προχωρήσω, κύριοι. Νομίζω, ὅτι εἶμαι εἰς τὸ τέρμα τῆς ὁμιλίας μου. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἴσως ὑπάρξῃ περίπτωσις νὰ συνεννοηθῶμεν καλλίτερον. Λέγω, λοιπόν, κ. βουλευταί, ὅτι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐὰν ἡ ὑποθετικὴ αὐτὴ περίπτωσις ἠλήθευεν, ὁ κ. Λαμπρόπουλος θὰ ὤφειλε νὰ κληθῇ ἀναμφισβητήτως εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ κ. Παπανδρέου. Τώρα τοῦ τὸ ἀρνοῦνται. Τί διαφορὰ ὑπάρχει, κ. βουλευταί, μεταξὺ τῆς περιπτώσεως ποὺ ὑποθετικῶς ἀνέφερα, τῆς περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀναπλήρωσις τῆς ἕδρας τοῦ κ. Παπανδρέου θὰ εὕρισκε τὸν κ. Λαμπρόπουλον ἰδιώτην—διότι παρῃτήθη ἐκ τῆς βουλευτικῆς ἕδρας—καὶ τῆς περιπτώσεως κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν εὑρίσκει σήμερον ἀκόμη βουλευτήν, ἐπιζητοῦντα νὰ παραιτηθῇ τῆς ἕδρας του νομίμως, βάσει τοῦ ἄρθρου 121 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου; Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία διαφορά. Δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον, κ. βουλευταί, ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ εὕρωμεν μίαν στενὴν ἑρμηνείαν —στενὴν νομικῶς—ἡ ὁποία νὰ δικαιολογῇ τὸ πρωθύστερον σχῆμα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζουν αἱ δύο γνωμοδοτήσεις, αἱ ὁποῖαι ὡδήγησαν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν κρίσιν του. Διότι εἶναι πραγματικῶς, κύριοι, πρωθύστερον τὸ σχῆμα. Λέγομεν: «Ἠμπορεῖς νὰ εἶσαι πρῶτος ἀναπληρωματικός, ἀλλὰ δὲν καλεῖσαι εἰς ἀναπλήρωσιν τοῦ κ. Παπανδρέου, διότι δὲν ἔχεις τὸ μέσον νὰ ἐξέλθῃς ἀπὸ τὴν δυσχέρειαν τῶν δύο ἑδρῶν, δὲν ἔχεις δικαίωμα ἐπιλογῆς». Τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι, ἀντὶ νὰ δώσωμεν πλέον εἰς τὸν κ. Λαμπρόπουλον τὸ δικαίωμα ποὺ ἔχει καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀνεύρωμεν τὸν τρόπον, ποὺ ὁ νόμος ὁρίζει, διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον τῶν δύο ἑδρῶν, δημιουργοῦμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ ἀδιεξόδου περίπτωσιν, ὥστε νὰ τοῦ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα ποὺ ὁ νόμος τοῦ δίδει. Καὶ μετὰ τὸ παράδοξον αὐτὸ πρωθύστερον ἐπανέρχομαι εἰς ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγον: Ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἀναμφισβητήτως εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς. Τοῦ τὸ ἀρνοῦνται, ὡς εἶπον, διότι ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ὅρος «ἐκλεγεὶς» ἀφορᾷ τοὺς βουλευτάς, τοὺς ἐκλεγέντας ἐκ μιᾶς τῶν τριῶν κατανομῶν, καὶ ὄχι τοὺς ἀναπληρωματικούς. Ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὐτή, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἑρμηνεία Προκρούστου, διότι εἶναι κομμένη εἰς τὰ μέτρα τῆς ἐπιθυμίας μας, ἡ ὁποία εἶναι νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν κ. Λαμπρόπουλον νὰ γίνῃ ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς Μεσσηνίας.
§149Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διάκρισις μεταξὺ βουλευτῶν πρώτης, δευτέρας, τρίτης κατανομῆς.
§150Γ. ΚΟΪΝΗΣ..........
§151Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλπίζω νὰ σᾶς δώσω μίαν ἀπάντησιν ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι ἐριστή. Ὁ νόμος δὲν τὸ διεννοήθη νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὸν κ. Λαμπρόπουλον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς. Ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς δὲν περιορίζεται εἰς τὰς τρεῖς κατανομὰς καὶ νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ βασικὸν σφάλμα τῶν γνωμοδοτήσεων τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν ἀλλά, τῶν 2 καθηγητῶν κ. κ. Βαγλερῆ καὶ Σγουρίτσα. Αἱ τρεῖς κατανομαὶ συνθέτουν ἐν τῷ συνόλῳ τῶν τὴν ἐκλογικὴν διαδικασίαν, ἀλλὰ δὲν συνθέτουν τὴν Βουλὴν διότι ἡ Βουλὴ ἀπαρτίζεται ἀπὸ βουλευτὰς 1ης, 2ας καὶ 3ης κατανομῆς καὶ ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι, βάσει τῶν νόμων, μέχρι τινὸς ἦσαν ἀναπληρωματικοὶ βουλευταὶ καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς εἰσόδου των εἰς τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς γίνονται τακτικοί. Βεβαίως, ὁ τακτικὸς βουλευτὴς Μεσσηνίας καὶ ὁ ἀναπληρωματικὸς Ἀθηνῶν δικαιοῦται νὰ κάμῃ ἐπιλογήν, διότι τὴν ἐπιλογὴν τὴν κάμνει ὁ βουλευτὴς τῶν 2 ἑδρῶν.
§152Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Δὲν ἀντελήφθητε ἢ δὲν ἠθελήσατε νὰ δώσητε ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημά μου. Δὲν ὑπάρχει χρονικὸς περιορισμὸς διότι ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἐπιλογῆς διὰ νὰ καταρτισθῇ κάποτε ἡ Βουλὴ εἰς Σῶμα, διότι ἀπὸ τὴν 2αν καὶ 3ην κατανομὴν θὰ δοῦμε ποῖοι συνθέτουν τὴν Βουλὴν καὶ πότε αὕτη θὰ καταρτισθῇ εἰς Σῶμα...
§153Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν ἐξεταζομένην περίπτωσιν ἡ ἀπορία σας δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἐμπροθέσμως ἤσκησε τὸ δικαίωμα ἐπιλογῆς. Ὁ κ. Λαμπρόπουλος εἶχε τὴν προθεσμία καὶ τὴν ἔχει ἀκόμη—διότι ὡς γνωρίζετε ἡ προθεσμία ἐκτείνεται εἰς 8 ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως ἀμφοτέρων τῶν ἐκλογῶν, ἡ μία δὲ τῶν ἐκλογῶν, ὡς πρὸς τὸν κ. Μποῦτον, δὲν ἐπεκυρώθη ἀκόμη.
§154Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὑποτεθείσθω, ὅτι εἷς βουλευτὴς μιᾶς περιφερείας ἀποθνήσκει καὶ ἄλλος βουλευτὴς εἶναι πρῶτος ἀναπληρωματικὸς εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, τότε θὰ καλέσῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ εἴπῃ ποία περιφέρεια προτιμᾶ. Τότε θὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐπιλογήν, διότι τότε τὸ δικαίωμα θὰ εἶναι γεγενημένον.
§155Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὅταν δὲν μὲ παρακολουθῆτε εἰς τὸ σύνολον τῶν σκέψεών μου καὶ δὲν ἐπιτρέπετε νὰ ὁλοκληρωθῇ μία νομικὴ σκέψις. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι τὸ θέμα ἐδῶ δὲν ἔχει σημασία διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐμπροθέσμως ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἤσκησε τὴν ἐπιλογήν του, ἐὰν δὲ θέλετε ἡ ἀντίρρησίς σας νὰ ἐξετασθῇ ὡς θεωρητικὸν θέμα, θὰ ἔλεγα ὅτι ἐὰν τὸ δικαίωμα αὐτὸ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὸ ἀσκήσῃ ὁ βουλευτὴς τῶν δύο ἑδρῶν εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε τὴν δυνατότητα διότι εἶχε παρέλθει τὸ ὀκταήμερον θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ νομιμώτατα ἡ δευτέρα περίπτωσις τοῦ ἄρθρου 121 κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει προθεσμία πρὸς ἐπιλογὴν καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ προθεσμία πρὸς ἐπιλογὴν κινεῖται ὑποχρεωτικῶς καὶ αὐτομάτως ὁ μηχανισμὸς τοῦ νόμου, διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἔχοντος τὰς δύο ἕδρας νὰ κρατήσῃ ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν τῶν ψήφων. Εἶναι διπλοῦν τὸ δικαίωμα τοῦ ἔχοντος δύο ἕδρας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν καλοῦμεν νὰ ἐπιλέξῃ τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν. Τοῦτο ἀσκεῖται ἢ διὰ τῆς ὑποβολῆς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας δηλώσεως δι’ ἐπιλογὴν μιᾶς τῶν ἑδρῶν ἢ ἐὰν χαθῇ ἡ προθεσμία αὐτή, δι’ οἱονδήποτε λόγον, ὑποχρεοῦται ὁ βουλευτὴς νὰ καταλάβῃ ἐκείνην τὴν ἕδραν εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τὸν περισσότερον ἀριθμὸν τῶν ψήφων. Εἶναι ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Ὡς γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ἡ τυχὸν κενωθεῖσα βουλευτικὴ ἕδρα συμπληροῦται αὐτομάτως διὰ τοῦ πρώτου ἐπιλαχόντος τοῦ ἰδίου συνδυασμοῦ, ἑπομένως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος ἦτο ἀναγκαία νομικὴ συνέπεια, εὐθὺς ὡς ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος ἤσκησεν τὴν 31ην Ἀπριλίου 1950 τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς του καὶ εἶπεν ὅτι καταλείπω κενὴν τὴν ἕδραν τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ἕδρα αὐτὴ αὐθωρεὶ νὰ καταληφθῇ καὶ κατελήφθη ἀπὸ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἐκλογῆς ἦτο προωρισμένος νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν οἱονδήποτε βουλευτὴν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος τοῦ συνδιασμοῦ Ἀθηνῶν, τὸν παραιτούμενον ἢ ἀποχωροῦντα. Καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Λαμπρόπουλος οὕτω αὐτομάτως ἐγένετο βουλευτὴς Ἀθηνῶν ἀναγκαία συνέπεια ἦτο ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος θὰ ἔκαμε τὴν ἐπιλογὴν τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἐπεφύλαξεν ὡς δικαίωμα ἀλλὰ καὶ ὡς ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι ἔχουν δύο ἕδρας εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἂν μὲν ἔχῃ ὁ κ. Λαμπρόπουλος τὴν προθεσμίαν θὰ ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμά του ὡς τὸ ἤσκησεν καὶ ὁ κ. Παπανδρέου, ἐντὸς τῆς προθεσμίας, διότι ὁ νόμος δὲν γνωρίζει διακρίσεις μεταξὺ τῶν βουλευτῶν οἱασδήποτε κατανομῆς. Ἂν δὲ δὲν ἔχῃ τὴν προθεσμίαν, τότε ὑποχρεοῦται νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει τὸν μεγαλύτερον ἀριθμὸν ψήφων. Εἶπον ἤδη ὅτι ἐπεχειρήθη ἕνα πρωθύστερον σχῆμα εἰς τὰς γνωμοδοτήσεις, διὰ τοῦ ἑνὸς ἐπιχειρήματος, ὅτι δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ ἡ δυνατότης συμπτώσεως εἰς ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον τῶν ἰδιοτήτων τοῦ τακτικοῦ καὶ ἀναπληρωματικοῦ βουλευτοῦ, καὶ διὰ τοῦ ἄλλου ἐπιχειρήματος, ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχεν τοιαύτη δυνατότης δὲν ὑπάρχει ἔξοδος ἀπὸ τὸ ἀδιέξοδον. Οὕτω ἐπιχειρεῖται νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὸν κ. Λαμπρόπουλον τὸ δικαίωμα νὰ γίνῃ βουλευτὴς Ἀθηνῶν, διότι δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τοῦ ἀδιεξόδου. Ἀντιλαμβάνεσθε, κύριοι, πόσον τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐντελῶς ξένον πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου καὶ τὴν θέλησιν τοῦ νομοθέτου, διότι τὸ ἄρθρον 121 τοῦ νόμου εἶναι μέσον μόνον καὶ οὐχὶ κριτήριον. Ἡ βουλευτικὴ ἰδιότης προσκτᾶται κατὰ τὸν τρόπον ποὺ σᾶς εἶπον. Εἴτε πρωτογενῶς, εἴτε δευτερογενῶς, διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐπιλογῆς.
§156Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Ὑπὸ αἵρεσιν, πληρουμένης τῆς αἱρέσεως.
§157Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπληρώθη ἡ αἵρεσις διότι πληροῦται αὐτομάτως. Λυποῦμαι εἰλικρινῶς, κύριοι, διὰ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγκαίως καταλήγω. Δὲν ἔχω δεσμὸν πολιτικὸν πρὸς οὐδένα τῶν κ. συναδέλφων, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ καταπνίξω τὴν νομικήν μου συνείδησιν καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἀπετέλει προσβολὴν κατὰ τῆς νομικῆς μου συνειδήσεως, ἂν ἐφ’ ὅσον μοῦ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία, δὲν ἀπεφάσιζα νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν τί πιστεύω ἐν προκειμένῳ, διὰ τὴν οὐσίαν τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Σπηλιοπούλου. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω καὶ πάλιν τὴν λύπην μου, ἀλλὰ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ εἴπω ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ κ. Σπηλιοπούλου εἶναι νομιμωτάτη.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σβῶλος ἔχει τὸν λόγον.
§159Α. ΣΒΩΛΟΣ. Πράγματι, κ. συνάδελφοι, λεπτὸν θέμα συζητεῖ ἀπόψε ἡ Βουλὴ καὶ πρωτοφανές. Ἡ ἰδική μου τοποθέτησις δὲν πρόκειται νὰ εἶναι προκατειλημμένη ἐναντίον οὐδενὸς οὔτε εὐνοϊκὴ πρὸς οἱονδήποτε, διότι ἀγαπῶ καὶ τιμῶ ἐξ ἴσου τοὺς δύο ἐνδιαφερομένους βουλευτάς, δὲν ἔχω δὲ οὐδὲν ἀπολύτως πολιτικὸν ἐνδιαφέρον εἰς τὴν ὑπόθεσιν, μὲ ἐνδιαφέρει μόνον ἕνα θέμα ἀρχῆς. Ἂν λυθῇ κακῶς θὰ δημιουργήσῃ προηγούμενον τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀναμετρήσητε τὰς συνεπείας. Ἐν πρώτοις διερωτῶμαι ἂν συζητοῦντες εἴμεθα ἐντὸς τῶν πλαισίων τοῦ Κανονισμοῦ. Τί συζητοῦμεν ἀπόψε; Δὲν εἶναι βέβαια ἀναφορὰ ἐξ ἐκείνων ποὺ ρυθμίζει ὁ Κανονισμὸς ὡς μέσον ἐλέγχου ἔστω καὶ ἤπιον ἀλλὰ στρεφόμενον πάντως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Φυσικὰ δὲν εἶναι ἐρώτησις, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐπερώτησις. Μ’ ἐνδιαφέρει δὲ νὰ καθορίσωμεν τὴν τυπικὴν φύσιν τοῦ συζητουμένου ἐγγράφου ὁσονδήποτε καὶ ἂν τὸ σοβαρώτερον εἶναι ἄλλο ζήτημα...
§160Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εἴπατε ὅτι ὁ δισταγμός σας εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἂν κανονικῶς συζητοῦμεν. Αὐτὴν τὴν πλάνην σας θὰ σᾶς τὴν διασκεδάσω. Τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: «...... (Ἀναγινώσκει)....». Αὐτὴ εἶναι ἐρώτησις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ὑπὸ 10 βουλευτῶν, διὰ νὰ ἀρθῇ μία ἀδικία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, νομίμως εἰσάγεται καὶ συζητεῖται κ. καθηγητὰ τοῦ Συν)κοῦ Δικαίου.
§161Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἡ διακοπὴ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῶν Ἐθνικοφρόνων, ἀλλὰ νομίζω, οὔτε εἰς αὐτὸ ἐμπίπτει ἡ συζητουμένη ὑπόθεσις, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁπωσδήποτε ἐννοεῖ θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ ἐνδεχομένως. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενον δηλ. ἡ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς ἐν προκειμένῳ. Καὶ δι’ αὐτὸ τὸ τυπικὸν ζήτημα δὲν εἶναι τὸ κύριον. Τὸ κύριον εἶναι ἄλλο. Κατ’ οὐσίαν τί πρόκειται νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή, κατὰ τὴν αἴτησιν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν οἱ 10 βουλευταί; Θὰ κρίνῃ ἐκεῖνο ποὺ ἔκρινε ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ὅπως θὰ ξεύρετε καὶ τὸ Συν)γμα τοῦ 1844 καὶ τοῦ 1964 ὥριζον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐλέγχει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ ἀποφαίνεται περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Αὐτὸ ἦτο τὸ καθεστὼς ποὺ μετέβαλε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὁ κανονισμὸς τῆς Βουλῆς περιεῖχε διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἐρρύθμιζον τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σῶμα ἐνήργει τὸν ἔλεγχον τῶν πληρεξουσίων τῶν βουλευτῶν. Θὰ ἐνθυμοῦνται ἴσως ὅσοι παρεκάθησαν εἰς Βουλὰς πρὸ τοῦ 1911—ἴσως ὑπάρχει κανεὶς ἐκ τῶν παρόντων, ποὺ ἀνήκει εἰς τὴν κατηγορίαν αὐτὴν — ὅτι ἡ Βουλὴ διῃρεῖτο εἰς τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐξήλεγχον ὅλας τὰς ἐκλογάς. Διατὶ κατηργήθη τὸ σύστημα ἐκεῖνο θὰ τὸ ξεύρετε ἐπίσης. Τὸ σύστημα ἐκεῖνο κατηγορεῖτο, ὅτι κατ’ ἀνάγκην μετέβαλλε ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ ἐλέγχου, τὴν Βουλὴν εἰς ἕνα Σῶμα, τὸ ὁποῖον ὅσον καὶ ἂν ἤθελεν ἦτο δύσκολον νὰ ἐκφύγῃ τῆς χρησιμοποιήσεως κομματικῶν κριτηρίων εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἢ εἰς τὴν ἀκύρωσιν ὡρισμένης ἐκλογῆς. Ἡ κατακραυγὴ ὑπῆρξε μεγάλη καὶ ἐχαρακτηρίσθη ὡς μία ἀπὸ τὰς πλέον ἐξυγιαντικὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ Πολιτεύματός μας, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ συστήματος αὐτοῦ, διὰ τοῦ ἰσχύοντος ἔκτοτε συστήματος τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ὁ καμματικὸς ἔλεγχος ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ δικαστικοῦ. Δὲν ἰσχυρίζομαι ὅτι ὑπὸ τὸν τύπον ποὺ παρουσιάζεται ἡ σημερινὴ ὑπόθεσις εἶνε ἀκριβῶς τὸ ἴδιο μὲ τὴν παλαιὰν ἐξέλεγξιν βουλευτικῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι σοβαρὸν τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ συνείδησιν, σὰν ἄνθρωποι ποὺ σεβόμεθα τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Πολίτευμα καὶ νὰ κρίνωμεν ἂν δικαιούμεθα νὰ δημιουργήσωμεν πληρεξούσιον δι’ ἕνα βουλευτὴν ὁ ὁποῖος θὰ μπῇ, καὶ νὰ δώσωμεν ἐξιτήριον εἰς ἕνα βουλευτὴν ποὺ θὰ ἀποπεμφθῇ. Ἂν νομίζετε ὅτι αὐτὸ δὲν ὁμοιάζει ἐξ ἀποτελέσματος, πρὸς ὅ,τι θὰ ἔκανε πρὸ 40 ἐτῶν ἡ Βουλὴ κρίνουσα ἐπὶ τῶν διαμφισβητήσεων μιᾶς ἐκλογῆς ὡρισμένης περιφερείας, νὰ μὲ συγχωρῆτε, ἀλλὰ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ εἰς τὴν οὐσίαν δὲν ὑπάρχει. Ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν καὶ μᾶς ἀφορᾷ ὡς Βουλήν, προκύπτει ἀπ’ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ζητοῦν οἱ 10 βουλευταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀδιάβλητος... Ὄχι διότι τὸ θέλομεν, ἀλλὰ διότι τὸ θέμα εἶναι τὸ ὅτι πιστεύει ὁ κόσμος ἀκούων εἰς τοὺς διαδρόμους νὰ λέγεται ὅτι ὁ μέλλων νὰ εἰσέλθῃ ὡς βουλευτὴς ἐγκαταλείπει τὸ κόμμα, ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ ὁποίου ἐξετέθη.
§162Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἔχετε λάθος. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§163Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω τί διαδίδεται. Λύοντες ἑπομένως τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα θὰ ἔχωμεν τὴν ἐπίκρισιν ὅτι ἐχρησιμοποιήσαμεν κριτήρια κομματικὰ διὰ τὴν ἐπίλυσιν. Θὰ μοῦ ἀντιτάξετε ἴσως ὅτι ἡ προκειμένη συζήτησις εἶναι ἔλεγχος τῶν πράξεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ποὺ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου ἔχει πολλὰς ἁρμοδιότητας, δὲν εἶδον ὅμως πουθενὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα ἀνατροπῆς τῶν πράξεων αὐτῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁ Πρόεδρος ἔχει ἁρμοδιότητας πέραν τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ σώματος, διαχειριστικάς, διοικητικὰς καὶ ἐν γένει πολλάς, δὲν προβλέπεται ὅμως, καθόσον γνωρίζω, διαδικασία νομικῆς καταργήσεως ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῶν πράξεών του, καὶ ἐλέγχου, ὑπὸ νομικὴν ἔννοιαν, τῆς ἀσκήσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων του, πλὴν φυσικά, τῆς ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς ἀπὸ τὸν Πρόεδρον. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτηθῶ: Πῶς θὰ διορθωθῇ ἡ τυχὸν παράνομος ἐκλογὴ ὡρισμένου βουλευτοῦ; Ὑπῆρχαν νομικοὶ τρόποι. Μία εἶναι ἡ ἔνστασις ἐνώπιον τοῦ Ἐκλογοδικείου. Καὶ ὅπως γνωρίζετε ὑπεβλήθη τοιαύτη ἔνστασις ἀλλ’ ἀπερρίφθη ὄχι ὡς ἀπαράδεκτος ἀλλ’ ὡς ἐκπρόθεσμος. Τὸ Ἐκλογοδικεῖον θὰ ἔκρινε μὲ βάσιν τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἀνωτάτης Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου καὶ ἐνδεχομένως θὰ εὕρισκεν ὅτι αὕτη ἀπετέλεσε παράτασιν νόμου. Διότι ὁ νόμος περὶ ἐκλογοδικείου μεταχειρίζεται μίαν εὐρεῖαν ἔκφρασιν ὅταν ὁρίζῃ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι βασίζουν ἔνστασιν, λέγει δηλ. ὅτι ἀκυροῦται ἡ ἐκλογὴ «διὰ παραβάσεις τῶν νόμων καὶ ἐν γένει διὰ πλημμελείας τῆς ἐκλογῆς». Ἡ πρώτη περίπτωσις εἶναι εὐρυτάτη ἡ δευτέρα εἶναι στενωτέρα. Διὰ τῆς πρώτης διακοπῆς ἠμπορεῖ τὸ ἐκλογοδικεῖον ἀκόμη καὶ νὰ πλάσῃ δίκαιον.
§164Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ δύναται νὰ διορθώνῃ καὶ διαπραχθεῖσαν ἀτέλειαν, παράδειγμα ἡ περίπτωσις τοῦ τέως συναδέλφου κ. Χρυσοστόμου.
§165Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἄλλο θέλω νὰ εἴπω, ὅτι δηλ. βάσει τῆς ἑρμηνείας τοῦ ὅρου «παραβάσεις τῶν νόμων» θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τὸ ἐκλογοδικεῖον τῆς ὑποθέσεως ὡς ἡ προκειμένη, ὅπου ἕνας βουλευτὴς ἕλκει δικαιώματα καὶ ἄλλος χάνει δικαιώματα ἐκ τοιαύτης ἢ τοιαύτης ἑρμηνείας ὡρισμένης διατάξεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, δηλ. τῆς διατάξεως περὶ ἐπιλογῆς ἕδρας. Παράδειγμα εὐρείας ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ νόμου «περὶ ἐκλογοδικείου» καθ’ ἣν ἀκυροῦται ἡ ἐκλογὴ διὰ παραβάσεως τῶν νόμων εἶναι ἡ ἀκύρωσις, εἰς τὰ 1933 τῆς ἐκλογῆς Θεσσαλονίκης ἕνεκα τοῦ χωριστοῦ συλλόγου τῶν Ἰσραηλιτῶν, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη ἀντίθετος πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ διερωτῶμαι περαιτέρω διατὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἀνωτάτης Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσβληθῇ καὶ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς πρᾶξις συλλογικοῦ ὀργάνου διοικήσεως; Τὸ γεγονὸς ὅτι μετέχουν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν καὶ δικασταὶ δὲν μεταβάλλει αὐτὴν εἰς δικαστήριον διότι ἡ Ἐπιτροπὴ εἶναι διοικητικὸν ὄργανον καὶ ὄχι δικαστήριον ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως ἡ ἀπόφασις αὐτῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσβληθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἑπομένως τὸ θέμα νὰ κριθῇ δικαστικῶς ὡς ἁρμόζει.
§166Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως ὅτι καὶ εἰς δικαστικὰς ἀρχὰς ἀνατίθενται διοικητικὰ καθήκοντα. Τόσον τὸ πρωτοδικεῖον ὅσον καὶ ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀσκοῦν ἐν προκειμένῳ διοικητικὰ καθήκοντα καίτοι ἀποτελοῦνται ἀπὸ δικαστάς. Ἡ Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ εἶναι συλλογικὸν ὄργανον διοικήσεως.
§167Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ........
§168Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἕν εἶναι βέβαιον, πάντως: ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀποφανθῇ ἐν προκειμένῳ οὔτε ὡς δικαστήριον ἐκλογῶν διότι τῆς ἔχει ἀφαιρεθῆ πᾶσα τοιαύτη ἁρμοδιότης, οὔτε ὡς Βουλὴ διότι καμμία διάταξις τοῦ Συντάγματος ἢ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν τῆς παρέχει τοιαύτην ἐξουσίαν ἢ δυνατότητα.
§169Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον λέγει: «................... ......... (ἀναγινώσκει) .........». Ἐὰν γεννηθῇ ἀμφιβολία ἐκ τοῦ νόμου ἢ ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἀποφανθῇ.
§170Α. ΣΒΩΛΟΣ. Τὸ ἐπιχείρημα στρέφεται μᾶλλον ἐναντίον σας. Διότι εἰς τὸ ἄρθρον 70 ὑπάρχει μία εἰδικὴ πρόβλεψις καὶ δὴ ὄχι διὰ πᾶσαν ἔκπτωσιν, ἀλλὰ δι’ ὡρισμένας ἐκπτώσεις. Εἶναι γνωστή, ἄλλωστε, ἡ ἱστορία τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ κάποιος τρόπος ἐφόσον θὰ ἠγείρετο ἀμφισβήτησις νὰ λυθῇ καὶ δι’ αὐτὸ ἐθεσπίσθη ἡ διάταξις. Φυσικὰ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλέψῃ δικαστήριον καὶ κατ’ ἀνάγκην ἁρμόδιον ὄργανον ὡρίσθη ἡ Βουλή. Δὲν ἔχομεν ἀνάλογον συνταγματικὴν διάταξιν περὶ ἄλλων θεμάτων, οὔτε χωρεῖ ἐν προκειμένῳ ἀνάλογος ἐφαρμογή, διότι τὰ θέματα διαφέρουν ἀπολύτως μεταξύ των, ἡ δὲ πορεία ἡ ὁποία ἠκολουθήθη καὶ εἰς τὰ ἄλλα μετὰ τὸ 1911 Συντάγματά μας προκειμένου περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν διέπεται ἀπὸ τὴν αὐτὴν γραμμήν, δηλαδὴ τὴν παρεμβολὴν μόνον τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ἠμποροῦσε φυσικὰ νὰ ἰσχύσῃ καὶ ἡ ἀντίθετος τακτική. Εἰς τὴν Γαλλίαν π.χ. διατηρεῖται ἡ παλαιὰ ἀρχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐλέγχει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν, καὶ τοῦτο λόγῳ μιᾶς παραδεδομένης δυσπιστίας παρὰ τὸ δικαστικὸν σῶμα, δυσπιστίας ἡ ὁποία, φυσικὰ ἔχει ἀμβλυνθῆ ὅσον περνᾷ ἡ καιρός, ἀλλά, πάντως, εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι καὶ τὸ νέον Σύνταγμα διατηρεῖ τὴν διάταξιν καθ’ ἣν ἡ ἐκλογὴ ἐλέγχεται μόνον ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἑπομένως θὰ ἠμποροῦσε κάλλιστα νὰ ἰσχύσῃ καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ αὐτὸ σύστημα. Ἐν τούτοις εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1911 ἐγκατελείφθη. Ὑπῆρξε διαμάχη περὶ τὸ θέμα, ἀλλὰ ζωηρὰ ἐπίσης ἡ ὑπεράσπισις τοῦ νέου θεσμοῦ. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐμμέσως ἠμπορεῖ ἡ σημερινὴ Βουλή, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ θέματος τούτου, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παλαιὸν σύστημα ἔστω καὶ ἐὰν δὲν εὑρίσκῃ ἄλλον δρόμον διὰ νὰ διορθώσῃ ὅ,τι τυχὸν θεωρεῖ ἄδικον. Ἐπὶ τέλους ἐὰν θέλετε, ὑπάρχει μία λύσις τὴν ὁποίαν ἠμποροῦμε νὰ ὀνομάσουμε καισαρικὴν τομήν; Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ κυρώσεως τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων τῶν σχετικῶν μὲ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Βάλετε ἐκεῖ μίαν διάταξιν μὲ ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ λύσατε τὸ ἐπίμαχο ζήτημα τῆς οὐσίας, δηλ. ἑρμηνεύσατε αὐθεντικῶς τὰς διατάξεις περὶ ἐπιλογῆς ἕδρας. Δὲν εἰσηγοῦμαι τοιαύτην λύσιν. Ἐν πάση περιπτώσει ὅμως θὰ τὴν εὕρισκα εὐθυτέρα καὶ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ζητεῖται, νὰ ἀποφανθῇ δηλ. ἡ Βουλὴ κατ’ οὐσίαν μεταβαλλομένη εἰς δικαστήριον. Ἄλλωστε σᾶς ἐρωτῶ, ἐπὶ τῇ βάσει ποίας διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ Α εἶναι βουλευτὴς καὶ ὄχι ὁ Β; Δι’ αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ κἂν τοῦ θέματος. Θὰ ἔλεγα νὰ σταματοῦσε ἐδῶ ἡ συζήτησις, ἐὰν δηλαδὴ καλῶς εἰσάγεται τοιοῦτον θέμα καὶ νὰ σταθμίσετε τὰς συνεπείας τῆς ἀποφάσεως τὴν ὁποίαν θὰ λάβετε καὶ τοῦ κακοῦ προηγουμένου τὸ ὁποῖον θὰ καθιερώσετε. Ἐὰν λοιπὸν θέλετε τὴν γνώμην μου καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, θὰ ἔλεγα ὅτι διαφωνῶ πρὸς τὸν συλλογισμὸν τοῦ κ. Στεφανοπούλου. Διότι ὁ συλλογισμὸς τοῦ κ. συναδέλφου δίδει μίαν ἀπεριόριστον ἔκτασιν εἰς τὸ ἄρθρον 121 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Κύριοι βουλευταί, εὐχέρεια πολλαπλῶν ὑποψηφιοτήτων καὶ πολλαπλῆς ἐκλογῆς, καθόσον γνωρίζω, εἶναι σπάνιον εἰς τὴν σύγχρονον ἐκλογικὴν νομοθεσίαν τῶν διαφόρων χωρῶν. Πρὸ ὀλίγων μηνῶν ὅταν ἤμουν εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ ἔλεγα ὅτι ἔχω ἐκλεγῆ εἰς δύο περιφερείας μοῦ εἶπαν «τὶ ὡραῖον θὰ ἦτο νὰ ἠμπορούσαμεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τὴν εὐχέρειαν αὐτήν». Δὲν ψέγω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν εὐχέρειαν, ἀλλὰ λέγω ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ θεσμοῦ, καὶ ἐξαιρετικῆς διατάξεως, περὶ προνομίου καὶ ἄρα ἐπιβάλλεται στενὴ ἑρμηνεία. Κατὰ τὴν γνώμην μου ὁ ἐκλεγεὶς εἰς πλείονας περιφερείας καὶ ἑπομένως ὁ ἔχων δικαίωμα ἐπιλογῆς εἶναι ὁ ὄντως ἐκλεγεὶς τὴν στιγμὴν τῆς ἐπισημοποιήσεως τῆς ἐκλογῆς, ἀδιαφόρως ἐκ ποίας κατανομῆς, ὁ ὁλοκληρώσας δηλ. τὴν ἐκλογικήν του ὑπόστασιν κατὰ τὸν τρόπον ποὺ ὁρίζει ὁ ἐκλογικὸς νόμος.
§171Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ ἀναλογικὴ μεταξὺ τῶν τόσων ἀνωμαλιῶν ἔχει καὶ τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες ἕνα συνδυασμὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιτύχῃ καὶ μίαν ἕδραν, θεωροῦνται ὅτι ὅλοι εἶναι ἐκλεγμένοι, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποθάνῃ ὁ ἐπιτυχὼν καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ δεύτερος, νὰ ἀποθάνῃ ὁ δεύτερος καὶ νὰ ἔλθῃ ὁ τρίτος κ.ο.κ. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι οἱ μὲν ἐπιτυχόντες εἶναι τακτικοὶ βουλευταί, οἱ δὲ μὴ ἐπιτυχόντες εἶναι ἀναπληρωματικοί.
§172Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ὁ ἐκλεγεὶς ἔχει ὁλοκληρωμένην τὴν ἐκλογικήν του ἰδιότητα ὁ δὲ ἄλλος ἐνδέχεται νὰ καταστῇ βουλευτής, δηλαδή, τελεῖ ὑπὸ αἵρεσιν. Λέγω, λοιπόν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς στενὰ ὅρια καὶ κατὰ χρόνον καὶ κατ’ ἔννοιαν. Δικαίωμα ἐπιλογῆς εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὴν μίαν πλευρὰν ἔχετε μίαν ἕδραν ἠρτημένην καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην μίαν ἕδραν κεκτημένην, τοιοῦτον δικαίωμα ἐὰν τὸ δεχθῆτε, τότε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ περιορίσητε χρονικῶς. Ἄρα πρέπει νὰ ἀναγνωρίσετε τὴν ὕπαρξίν του ἀπεριορίστως, δηλαδή, καὶ ἂν ἐμφανισθῇ περίπτωσις πολὺ μετὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς συνόδους. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἄτοπον καὶ ἀσφαλῶς δὲν συνάδει πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 121 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐδὲ πρὸς τὸν σύνδεσμον τοῦ βουλευτοῦ πρὸς ὡρισμένην ἐκλογικὴν περιφέρειαν τὴν ὁποίαν μαζὶ μὲ τὸ ἔθνος ἐκπροσωπεῖ ἐπίσης ὁ ἐκλεγείς. Δι’ αὐτὸ καὶ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν χωρεῖ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐπιλογή.
§173Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ θέσεως ἠρτημένης ἢ μή. Ὁ ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς ἔρχεται εἰς τὴν θέσιν, τὴν κενωθεῖσαν θέσιν, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει γεγεννημένον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς.
§174Α. ΣΒΩΛΟΣ. Εἶναι δύο χωριστὰ πράγματα. Ἡ ἑρμηνεία στενῶς τοῦ ἄρθρου 121 δὲν τὸ συσχετίζει διότι δὲν πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ θεσμοῦ. Τὸ ἄρθρον 121 ὁμιλεῖ περὶ ἐκλεγέντος βουλευτοῦ. Νομίζω ὅτι ἐννοεῖ τὸν ἐκλεγέντα ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς δηλαδὴ τὸν κεκτημένον τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ καὶ ὄχι τὸν θεωρηθησόμενον ὡς ἐκλεγέντα διὰ τῆς ἀποκτήσεως τῆς ἰδιότητος τοῦ ἀναπληρωματικοῦ βουλευτοῦ. Εἶναι μία ἑρμηνεία μὲ τὴν λογικὴν βάσιν ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ θεσμοῦ, περὶ στενῆς ἑρμηνευτικῆς διατάξεως. Δὲν νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ἐπιχείρημα διότι εἶναι πιθανὸν νὰ τὸ ἀντικρούσετε εὔκολα. Νομίζω ὅμως ὅτι ὡς ἔχει ὁ νόμος ὁ ἐκλογικός, δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸν ἀλλάξωμεν, λέγει, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς τὸ ἔχει ὁ κεκτημένος τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ. Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμόσω τοὺς συλλογισμοὺς αὐτούς, ἐπαναλαμβάνω, χωρὶς καμμίαν ἀπολύτως εὐμένειαν ἢ δυσμένειαν ἐναντίον τῶν ἐνδιαφερομένων, διότι καὶ τοὺς τρεῖς δὲν τοὺς γνωρίζω, θὰ ἔλεγον, ὅτι θὰ ἤμην ὑπὲρ τῆς στενῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν εὑρίσκω τὴν πλέον ὀρθήν. Νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον συνειδήσεως νὰ προφυλάξω τὴν Βουλὴν ἀπὸ ἕνα λάθος τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἀποφανθῇ καὶ νὰ λύσῃ τὸ θέμα καὶ δεύτερον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἰδική μου γνώμη εἶναι ἡ τῆς στενῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 121 τοῦ νόμου τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται στενῶς διότι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ θεσμοῦ.
§175Δ. ΤΣΟΥΜΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω τὶ θὰ πράξῃ τελικῶς ἡ Βουλή, ἐὰν θὰ προβῇ δηλαδὴ ἢ ὄχι εἰς τὴν λύσιν τοῦ συζητουμένου θέματος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐνδιαφέρῃ τὴν Βουλὴν εἶναι τὸ ὅτι πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα.
§176Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δι’ ἐμὲ εἶναι θέμα ἀνύπαρκτον. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα τοιαύτην ἡ Βουλή.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Δερτιλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§178Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπισύρω τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ συζητουμένου θέματος. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς του ὁ ὑποψήφιος τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος, τοῦ Νομοῦ Μεσσηνίας κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς κ. Σπηλιόπουλος ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον ἕνα τῶν μελῶν της καὶ συγκεκριμένως τὸν ὁμιλοῦντα. Ἐρωτῶ ὑπάρχει ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς ἐν προκειμένῳ; Ἡ ἔκπτωσις ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐπέρχεται διὰ πράξεως τῆς Ἀνωτάτης Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ πράξεως τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἢ διὰ πράξεις αὐτοῦ τούτου τοῦ βουλευτοῦ ρητῶς ἀναφερομένας εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους. Ἔχομεν πράγματι βάσει αὐτῶν τῶν σαφῶν καὶ κατηγορηματικῶς περιοριστικῶν ἀναφερομένων διατάξεων, δύο ἐκπτώσεις μέχρι τοῦδε, τὴν ἔκπτωσιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη τὸ 1930 καὶ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Κ. Παποδάκη τὸ 1949. Ἀλλὰ ἐπαναλαμβάνω αἱ ἐκπτώσεις αὐταὶ δὲν ἦσαν ἀποτελέσματα ἀγώνων ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ἀποτελέσματα σαφῶν κατηγορηματικῶν καὶ περιοριστικῶν ἀναφερομένων διατάξεων. Διὰ νὰ ἴδωμεν ὅμως, κύριοι βουλευταὶ ἐὰν ὑπάρχῃ πρῶτα–πρῶτα πρόθεσις, διότι πρόθεσις, ὡς τουλάχιστον μᾶς εἶπεν ὁ συνάδελφος κ. Β. Στεφανόπουλος, δὲν ὑπάρχει. Μᾶς τὸ εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει διότι μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ τὴν κακὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου. Ἐάν, λοιπόν, δεχθῶμεν ὅτι ὑπάρχει, ἐν προκειμένῳ, κακὴ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου κατ’ ἀναντίρρητον τρόπον, δεχόμενοι τὴν ἄποψιν τοῦ ἐγκρίτου κ. Στεφανοπούλου δὲν ὑπάρχει βέβαια θέμα, διότι ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου ὑπάρχει ἔστω καὶ κακή. Κατ’ ἐμὲ εἶναι καλή, πολὺ καλή. Ἔστω καὶ κακὴ ὑπάρχει καὶ κατὰ συνέπειαν εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθωμεν νὰ ἐξηγήσωμεν καὶ νὰ ἑρμηνεύσωμεν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον παρεδέχθη καὶ ὁ ἀναπτύξας τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Σπηλιοπούλου ὅτι, τὴν κακὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν ὡς Βουλὴ καὶ ἐὰν τὴν δεχθῶμεν ὡς κακὴν δὲν ὑπάρχει κατὰ συνέπειαν τὸ θέμα αὐτό. Ἀλλὰ διὰ νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν διαδρομὴν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν νὰ σχηματίσωμεν μίαν γνώμην σαφῆ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω τὰ γεγονότα εἰς τρία στάδια. Εἶναι τὸ στάδιον τὸ πρὸ τῆς ὁρκωμοσίας καὶ τὸ στάδιον τὸ μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν καὶ τὸ στάδιον τὸ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου. Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν δημιουργεῖται ἰδία κατάστασις νομικὴ καὶ πραγματική. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀνεπτύχθη ἀπὸ τὸν κ. Β. Στεφανόπουλον πῶς προέκυψεν τὸ θέμα καὶ ἀνεπτύχθη ἐπίσης ὅτι ὁ ὁμιλῶν προσέφυγεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς διὰ μιᾶς αἰτήσεώς του ἀπετάνθη πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐζήτησεν τὴν νομικὴν ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως. Μέχρις ἐδῶ νομίζω ὅτι εἶναι μία νομικωτάτη ἐνέργεια τοῦ ὁμιλοῦντος διότι δὲν ἐζήτησεν τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν νομικὴν ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εὑρεθεὶς πρὸ μιᾶς ὀξυτάτης διαφωνίας ἐπὶ ἑνὸς τόσον σοβαρωτάτου θέματος ἀπετάνθη εἰς τήν, κατὰ κοινὴν συνείδησιν, ἁρμοδιωτέραν προσωπικότητα νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον. Καὶ κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν ἁρμοδιωτέρα προσωπικότης νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον εἶναι ὁ κ. Ν. Λιανόπουλος, ὁ γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀπετάνθη, λοιπόν, εἰς αὐτὴν τὴν ἁρμοδιωτέραν προσωπικότητα καὶ ἔλαβεν μίαν ἀπάντησιν. Πρὶν ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀπάντησιν, κ. βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπέστειλε τὸ ἔγγραφον ὄχι εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀλλὰ εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν κ. Λιανόπουλον, πιθανὸν διότι δὲν ὑπῆρχεν τότε Ὑπουργὸς διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ διάστημα τῆς παραιτήσεως τῆς ἀμιγοῦς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Ἀπηύθυνε πιθανῶς τὸ ἔγγραφον ἐκεῖ, ἐνεργήσας κατὰ κοινὴν συνείδησιν, διότι ὁ Γενικὸς Διευθυντὴς ἦτο ἡ ἁρμοδιωτέρα προσωπικότης ἡ δυναμένη κατὰ τρόπον ἀδιάβλητον νὰ ἐνεργήσῃ καὶ ἀποφανθῇ. Καὶ ὁ κ. Λιανόπουλος, ὡς γνωστὸν ἀπηύθυνε τὴν τακτοποίησίν του καὶ κατὰ τρόπον σαφῆ καὶ κατηγορηματικὸν καὶ ἀνενδοίαστον εἶπεν ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἐπιλογήν. Κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Ποέδρος ὤφειλεν ὑποχρεωτικῶς νὰ καλέσῃ τὸν ὁμιλοῦντα διὰ νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον τοῦ βουλευτοῦ. Τότε καὶ μόνον τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοῦ ἀπέστειλε τὸ μήνυμα τῆς ὁρκωμοσίας. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐνεφανίσθην πρὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς πρῶτον διὰ νὰ ὑποβάλω τὰ σέβη μου καὶ διὰ νὰ τοῦ ζητήσω πληροφορίας διὰ τὴν ὁρκωμοσίαν καὶ ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅτι, ἐν ὄψει τοῦ θέματος καὶ τῶν εὐθυνῶν καὶ ὡς ἀτόμου καὶ ὡς Προέδρου τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ θέμα διότι εὑρίσκετο πρὸ μιᾶς ὀξυτάτης διαφωνίας. Ἀπηυθύνθη καὶ εἰς ἑτέραν ἁρμοδιωτάτην προσωπικότητα ὡς μᾶς εἶπε χωρὶς νὰ μᾶς κατονομάσῃ τὴν προσωπικότητα αὐτήν. Καὶ ἀνεμέναμεν ὄχι μόνον ὁ ὁμιλῶν ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδιωτάτου αὐτοῦ προσώπου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀνέμενεν τὴν γνωμοδότησιν διὰ νὰ λύσῃ τὴν διαφορὰν περὶ τῆς κενωθείσης ἕδρας τῶν Ἀθηνῶν. Ἡ γνωμοδότησις ἦλθεν, κ. βουλευταί, καὶ ἦτο, ὡς ἐπληροφορήθην τότε, τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ κ. Μπουροπούλου. Καὶ ἡ γνωμοδότησις αὐτὴ τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἦτο σαφὴς καὶ κατηγορηματικὴ καὶ ἔλεγεν ἀνενδοιάστως ὅτι ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἐπιλογῆς. Κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Πρόεδρος ἐκάλεσε τότε τὸν ὁμιλοῦντα νὰ ὀμώσῃ τὸν ὅρκον τοῦ βουλευτοῦ. Σημειώσατε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν τὴν διαφωνίαν. Μέγα μέρος τῶν συναδέλφων ἀσχέτως παρατάξεως ἐγνώριζεν τὴν διαφωνίαν. Ὅλη ἡ πτέρυξ τοῦ Κόμματος εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω ἐγνώριζεν τὴν διαφωνίαν. Παρίστατο δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης διαφωνῶν κ. Λαμπρόπουλος —ἔχει σημασίαν αὐτὸ— καὶ οὐδεὶς διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ὁρκωμοσίαν μου. Ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἦτο καὶ ὁ κ. Σπηλιόπουλος ἐπικοινωνῶν μὲ τοὺς φίλους του καὶ γνωστοὺς του βουλευτάς. Καὶ κατὰ τὴν ὁρκωμοσίαν μου, ὄχι μόνον δὲν διεμαρτυρήθη τις, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ μὲ ὑπεδέχθη ὅπως θὰ ἴδητε καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ μὲ τὰς λέξεις «ἄξιος, ἄξιος». Ἤμην δὲ ὁ μόνος ὁρκιζόμενος ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Θὰ ἔλεγον ἀκόμη ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀναγνώρισιν ἐξ ὅλων τῶν πτερύγων. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἔχῃ ἠθικὴν καὶ τυπικὴν σημασίαν ἔχει καὶ μίαν οὐσιαστικὴν σημασίαν, διότι ἂν δεχθῶμεν ὅτι ὑπῆρχεν διαμαρτυρία ὡς πρὸς τὴν ὁρκομωσίαν τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ ἐσταματοῦσε ἡ ὁρκωμοσία μου καὶ νεώτεραι ἔρευναι ἦγον εἰς τὸ νὰ ὀμόσῃ τὸν ὅρκον ὁ κ. Σπηλιόπουλος, θὰ εἶχον ὅλο τὸ δικαίωμα καὶ ὅλον τὸν χρόνον νὰ προσφύγω εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον καὶ νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης καὶ νὰ ἔλθω πάλιν ἐδῶ βουλευτής. Διότι ἀναμφισβητήτως ὅπως θὰ ἴδητε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου τὴν ἐφοβεῖτο ὁ κ. Σπηλιόπουλος, διότι ἦτο βέβαιος ὅτι τὸ Ἐκλογοδικεῖον θὰ μὲ ἔφερε πάλιν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ἀλλὰ θὰ ἔλθω μὲ τὴν σειρὰν ν’ ἀναπτύξω τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῶν Ἐθνικοφρόνων ὁ ὁποῖος δὲν τὸ εἶπεν σήμερον, ἀλλὰ τὸ εἶπεν πρὸ ἡμερῶν. Υἱοθέτησα ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ κ. Σπηλιοπούλου ὁ ὁποῖος εἰς ἕνα μακροσκελέστατον γράμμα του, σᾶς ἀνέφερεν ὅτι δὲν ἔπραξεν τίποτε προσφυγὼν εἰς τὴν Βουλήν, παρὰ ἐμιμήθη τὸν κ. Δερτιλῆν ὁ ὁποῖος προσέφυγε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτησεν τὴν νομικὴν βάσανον τοῦ θέματος καὶ ὅ,τι ἔπραξεν ὁ κ. Δερτιλῆς ἔπραξε καὶ αὐτός. Κύριοι, διὰ νὰ τελειώσωμεν τὸ πρῶτον στάδιον, πρέπει νὰ τὸ ἐξαντλήσωμεν. Ὑπάρχει μία οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῆς προσφυγῆς τῆς ἰδικῆς μου, ἡ ὁποία ἐγένετο τὴν 16ην Ἀπριλίου, μὲ τὴν προσφυγὴν τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, ἡ ὁποία δὲν ἠξεύρω διατί, ἐγένετο μετὰ δύο μῆνας μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν μου καὶ 10 ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ποία εἶναι ἡ οὐσιώδης διαφορὰ καὶ ποία εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἰδικῆς μας σκέψεως καὶ ἡ ἀσυνέπεια τῆς σκέψεως τοῦ κ. Σπηλιοπούλου; Ἡ συνέπεια τῆς ἰδικῆς μας σκέψεως ἔγκειται εἰς τοῦτο: ὅτι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν βάσανον τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ὁρκωμοσίας μας, διότι μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν κύριοι βουλευταὶ ὁλοκληροῦται ἡ νομικὴ κατάστασις καὶ ἡ προσωπικότης τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἡ Βουλὴ πλέον δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως καὶ δὲν δύναται νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὸν βουλευτήν. Ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Πρόεδρος δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ποῖος θὰ ὁρκισθῇ πρὸ τῆς ὁρκωμοσίας, πρὶν ὁλοκληρωθῇ ἡ νομικὴ προσωπικότης τοῦ βουλευτοῦ. Ἅπαξ καὶ ὡρκίσθη ὁ βουλευτής, ἡ ὅλη μας νομοθεσία, τὸ ὅλον κατασκεύασμα τῆς νομοθεσίας μας, τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ σχετικοὶ νόμοι κρατοῦν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν μακρὰν τῆς καταστάσεως αὐτῆς καὶ τὴν κρατοῦν μακράν, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι ἀδιάβλητος καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ μακρὰν τῆς Βουλῆς τὴν κρίσιν πλέον περὶ τοῦ βουλευτοῦ διὰ νὰ μὴ εἶναι ὑποχείριος ὁ βουλευτής, ἢ ἡ γνώμη του, ἢ γενικῶς ἡ πολιτικὴ θέσις τοῦ βουλευτοῦ δεσμία—δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς παρούσης καταστάσεως, ἢ περὶ τοῦ ὁμιλοῦντος αὐτὴν τὴν στιγμήν—τῆς πλειοψηφίας. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν μίαν τεραστίαν διαφοράν. Ὅταν ὁ κ. Σπηλιόπουλος λέγῃ εἰς τὴν ἐπιστολήν του καὶ ὁ κ. Τουρκοβασίλης εἶπεν ὅτι τὸ ἴδιον ἔκαμεν ὁ κ. Δερτιλῆς, ὁ κ. Σπηλιόπουλος δὲν ἀνεφέρθη πρὸ τῆς ὁρκωμοσίας μου, οὔτε τὴν ἑπομένην τῆς ὁρκωμοσίας μου, ἀλλ’ ἀνεφέρθη μετὰ δύο μῆνας μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν μου καὶ 10 ἡμέρας μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου. Καὶ θὰ ἀνέμενον ἀπὸ τὸν ὀξυδερκέστατον ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῶν Ἐθνικοφρόνων, ὁ ὁποῖος πράγματι εἰς ὅλας τὰς συζητήσεις διεισδύει εἰς τὰ θέματα, νὰ ἐρευνήσῃ καὶ τὸ θέμα αὐτό, διατὶ ἐχρειάσθη τὸ δίμηνον αὐτὸ χρονικὸν διάστημα τῆς διασκέψεως ὁ κ. Σπηλιόπουλος καὶ τὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸν ἔκαμε ν’ ἀναμείνῃ ἐπὶ τόσον διάστημα. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐκοπίασα πολὺ νὰ εὕρω τὸ διατί, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσα. Ἐλπίζω ὅτι ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς θὰ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτό. Ἀλλὰ ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, θελήσωμεν νὰ ἐρευνήσωμεν, διότι ὀφείλομεν νὰ ἐρευνήσωμεν τὴν συμπεριφοράν, ἂς εἴπωμεν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἔναντι τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνήργησε μὲ σχολαστικὴν πράγματι εὐσυνειδησίαν, διότι, εὑρεθεὶς πρὸ ἑνὸς θέματος, ἀπηυθύνθη ποῦ κύριοι βουλευταί; Εἰς τὴν ἁρμοδιωτέραν Ἑλληνικὴν προσωπικότητα, εἰς τὴν προσωπικότητα ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν φύσει καὶ θέσει ἡ κοινὴ συνείδησις, ἡ συνείδησις ὅλων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἀδιακρίτως θέσεως, ἀδιακρίτως κατηγορίας, ἀδιακρίτως βαθμοῦ, ἀδιακρίτως μορφώσεως ἔχει δώσει τὸ δικαίωμα ἐπὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων τοὐλάχιστον νὰ γνωμοδοτῇ καὶ νὰ δίδῃ τὴν ὀρθὴν καὶ ἀδιάβλητον γνώμην αὐτοῦ, ἀπηυθύνθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Λιανόπουλον. Εἴπομεν καὶ πιστεύομεν ὅτι ὁ κ. Λιανόπουλος ἀποτελεῖ μίαν προσωπικότητα μὲ τεραστίαν πεῖραν ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν θεμάτων, ἀποτελεῖ μίαν προσωπικότητα ἡ ὁποία ἔχει ἐπεξεργασθῆ ὅλους τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους καὶ δύναται νὰ ἔχῃ κατὰ συνέπειαν τὸ σύνολον τῆς νομοθεσίας μας ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων ἐν νῷ καὶ δύναται νὰ γνωρίζῃ, ὄχι μόνον τὸ γράμμα, ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου. Τοὐταυτὸ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν διὰ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ φύσει καὶ θέσει προσωπικότητα πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει δικαίωμα, ἀλλὰ ὀφείλει καὶ πρέπει ν’ ἀπευθύνεταί τις διὰ μίαν γνωμοδότησιν. Κατὰ συνέπειαν αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἔπραττε πᾶς τις καὶ ἀκόμη οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν προσφυγήν, ἐὰν ἦσαν Πρόεδροι τῆς Βουλῆς, ἢ Ὑπουργοί, ἢ Πρωθυπουργοὶ καὶ εὑρίσκοντο πρὸ ἑνὸς τοιούτου θέματος καὶ ἤθελον νὰ ἔχουν μίαν ἀδιάβλητον γνώμην, ἔπραξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τὸ ἴδιον θὰ ἔπραττε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφανόπουλος καὶ ὁ κ. Τουρκοβασίλης ἐὰν ἦσαν εἴτε Πρόεδροι τῆς Βουλῆς, εἴτε ἁρμόδιοι Ὑπουργοί. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἦτο σχολαστικῶς εὐσυνείδητος. Ταῦτα, κύριοι, ὡς πρὸς τὸ στάδιον τὸ πρὸ τῆς ὁρκωμοσίας, ὅπου ὑπεστηρίξαμεν καὶ τότε διὰ τῆς προσφυγῆς μας καὶ ὑποστηρίζομεν καὶ σήμερον ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξήντλησε τὴν ἁρμοδιότητά της, διότι ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὁλοκληροῦται ἡ νομικὴ κατάστασις τοῦ βουλευτοῦ καὶ διὰ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἕνας βουλευτὴς πρέπει νὰ ἐπέλθουν αἱ πράξεις τῶν ὀργάνων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξαλείφουν τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀτόμου. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω πλήρη τὴν συναίσθησιν ὅτι ζῶ, ὑφίσταμαι, ὑπάρχω. Δὲν ὑπάρχουν ἐπίσης, εἰς τὸν νόμον αἱ σαφεῖς, κατηγορηματικαὶ καὶ περιοριστικῶς ἀναφερόμεναι διατάξεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἐπιφέρουν τὴν ἔκπτωσιν τοῦ βουλευτοῦ, διότι πρὸς αὐτὸ τείνει, εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως, τὸ αἴτημα καὶ ἡ προσφυγὴ τοῦ κ. Σπηλιοπούλου. Εἰσέρχομαι, κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν στάδιον. Παρατηροῦμεν μίαν δίμηνον ἀπουσίαν τοῦ κ. Σπηλιοπούλου ἀπὸ τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς. Πράγματι, ὁ κ. Σπηλιόπουλος, πιστεύων καὶ ὡς νομικὸς καὶ ὡς λογικὸς ἄνθρωπος ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξήντλησε τὰ δικαιώματά της, ἀνῆλθεν εἰς τὰς κλίμακας τοῦ Ἐκλογοδικείου. Τὸν συναντῶμεν ἐκεῖ, εἰς τὰς κλίμακας τοῦ Ἐκλογοδικείου, κάμνει τὴν προσφυγήν του εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Δὲν θὰ σχολιάσωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου, πάντως ἕνα εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν ὅτι πράγματι ὁ κ. Σπηλιόπουλος ἐπὶ τῆς συμπεριφορᾶς του αὐτῆς, τὶ μᾶς λέγει; Ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει πλέον ἁρμοδιότητα εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον, εἰς τὸ ὄργανον ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν ἔκδοσιν τῶν τοιαύτης φύσεως ἀποφάσεων. Μᾶς λέγει ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὤχλησε τὴν Βουλὴν ἐπὶ δίμηνον, κύριοι βουλευταί, ἀλλὰ θὰ ὑπάρξῃ καὶ ὑπάρχει ἡ ἀντίρρησις, ποὺ ὑπεστηρίχθη καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑπὸ ἐγκρίτων συναδέλφων — καὶ ἰδιαίτατα ἀπὸ τὸν ἔγκριτον συνάδελφον κ. Β. Στεφανόπουλον ὅτι: Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ τὸν οἱονδήποτε—ἔστω καὶ ὡς σχῆμα λεγόμενον τοῦτο—καὶ νὰ τὸν ὁρκίσῃ καὶ ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ......
§179Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία νομικὴ ὑπόθεσις Παρακαλῶ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶχε αἰχμὴν ἐναντίον οὐδενός.
§180Λ. ΔΕΡΤΙΛΗΣ. Προτοῦ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην ἑνὸς πρώην συναδέλφου, διότι ἠθέλησα νὰ ἔχω ἐκτὸς τῶν γνωμοδοτήσεων τῶν Καθηγητῶν κ. κ. Σγουρίτσα καὶ Δεγλερῆ τὰς ὁποίας κατέθεσα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἠθέλησα νὰ ἔχω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τὴν γνώμην ἑνὸς ἄλλου προσώπου, ἑνὸς διαπρεποῦς νομομαθοῦς καὶ ἔχοντος μίαν πεῖραν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ διότι ἦτο κοινοβουλευτικὸς καὶ ἀπηυθύνθην εἰς τὸν κ. Βαμβέτσον καὶ τοῦ ἔθεσα τὸ θέμα τῆς ἁρμοδιότητος. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ τις διαφωνῶν ὅτι ὁ κ. Βαμβέτσος δικαιοῦται νὰ ἔχῃ μίαν ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων. Δὲν θὰ διαβάσω τὴν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Βαμβέτσου, τὴν ὁποίαν θὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Βαμβέτσος χωρίζει εἰς δύο σημεῖα τὴν γνωμοδότησίν του, τὸ ἓν εἰς τὸ θέμα τῆς οὐσίας καὶ ἀποφαίνεται ὅτι εἶχεν ἁρμοδιότητα ὁ κ. Βασιλικὸς καὶ ὀρθῶς ὡρκίσθην ὡς βουλευτής, κατόπιν δὲ ὑπεισέρχεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς νὰ ἐλέγχῃ πράξεις τοῦ Προέδρου καὶ νὰ τὰς ἀνατρέπῃ. Λέγει ὁ κ. Βαμβέτσος ἐν συμπεράσματι «...... ............ (ἀναγινώσκει)..........». Ὑπάρχουν, κύριοι βουλευταί, ὡρισμέναι ἀρχαί, ἀνώταται καὶ κατώταται, εἰς τὰς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἔχει ἐμπιστευθῆ τὴν ἔκδοσιν τελεσιδίκων ἀποφάσεων. Ἀκόμη καὶ εἰς τὸν Πταισματοδίκην, ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία τὴν ἔκδοσιν τελεσιδίκων ἀποφάσεων. Τὰ τῶν ἐκλογῶν, ἐμπιστεύεται εἰς τὴν ἀνωτάτην Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον καί, διὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν, εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Τώρα, συμπτωματικῶς, θὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι ἔχουν γνωμοδοτήσει ὑπὲρ ἡμῶν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ὄργανα προϊστάμενα τῶν ἀτόμων ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ἀνωτάτην Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ τὸ Ἐκλογοδικεῖον διότι, ὡς γνωστόν, εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν ἦσαν 2 Διευθυνταὶ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν καὶ ἐκδίδει ἀποφάσεις τελεσιδίκους καὶ ἐδῶ ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Λιανοπούλου τοῦ προϊσταμένου ὀργάνου τῶν δύο Διευθυντῶν. Ἐπίσης ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία καὶ εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον ὅπου ὑπάρχουν ἐφέτος καὶ Ἀρειοπαγῖται καὶ ἐδῶ συμπτωματικῶς, ἀπὸ εὐσυνειδησίαν σχολαστικήν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει εἰς χεῖρας του τὴν ἀπόφασιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος δὲν φαντάζομαι νὰ ὑφίσταται εἰς κατάστασιν ὑφισταμένου ἔναντι τῶν Ἐφετῶν καὶ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν. Κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀσκεῖ δικαίωμα διδόμενον αὐτῷ ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ δύναται νὰ ἐκδώσῃ τελεσίδικον ἀπόφασιν, διότι, ὅπως μᾶς λέγει ὁ κ. Βαμβέτσος, ὑπάρχουν πολλαὶ ἁρμοδιότητες τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνέλεγκτοι ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀνατραποῦν ἀπὸ τὸ Σῶμα. Θὰ σᾶς εἴπω μίαν τὴν αὐστηροτέραν. Ἡ αὐστηροτέρα ποινὴ εἶναι ἡ ἀνάκλησις εἰς τὴν τάξιν, ἡ βαρυτέρα ἠθικὴ ποινὴ δι’ ἐκεῖνον ποὺ αἰσθάνεται τὴν ποινὴν καὶ ἐλπίζω ὅτι ὅλα τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου αἰσθάνονται τὴν βαρυτάτην ταύτην ποινήν. Παρὰ ταῦτα, παρὰ τὸ ὅτι ἀποτελεῖ κεφαλικὴν ποινήν, ἐν τούτοις, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ἀνέλεγκτος καὶ δὲν δύναται νὰ ἀνατραπῇ ἡ ποινὴ αὐτῆς. Ἐάν, ἔστω τὸ σύνολον τῆς Βουλῆς, διαφωνῇ μὲ τὴν πρᾶξιν αὐτήν, δὲν δύναται νὰ τὸν ἐλέγξῃ, δύναται, ἂν θέλῃ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἀπόφασίν του, διότι ἡ Πολιτεία, ὁ νομοθέτης, ἀναγνωρίζει εἰς αὐτὴν τὴν ἀνωτάτην αὐτὴν ἐξουσίαν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐν συνεχείᾳ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἰσχυρισμόν, εἰς τὴν νομικὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Β. Στεφανοπούλου, νὰ ἴδωμεν δηλαδή, πρῶτον, ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη ἀμφιβολία εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καί, δεύτερον, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ, δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ὁρκίσῃ τὸν οἱονδήποτε ἤ, ἔστω, τὸν δεύτερον ἢ τὸν τρίτον ἐπιλαχόντα; Κατ’ ἀρχήν, κύριοι συνάδελφοι, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τοῦτο: Δὲν εἶναι παραδεκτὸν οὔτε ὡς νομικὴ ὑπόθεσις ἡ λύσις ἢ ὁ ἰσχυρισμός, ὅτι δύναται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ πράξῃ ἓν τοιοῦτον ἀνοσιούργημα. Διότι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ γίνῃ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τεκμαίρεται ὅτι ἀποτελεῖ μίαν ἠθικὴν προσωπικότητα ἀποδεδειγμένως, ὅτι διαθέτει τὸ κῦρος καὶ ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα τῶν πολιτικῶν ἀρετῶν, τὰ ὁποῖα τοῦ δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναδειχθῇ εἰς τὸ ὕψιστον αὐτὸ ἀξίωμα. Διότι εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν ἀναβιβάζεται μόνον ἀπὸ τὴν εὔνοιαν ἢ ἐκτίμησιν τοῦ ἀρχηγοῦ του, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ψῆφον τῶν βουλευτῶν. Καὶ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ προβληθῇ ὡς Ποέδρος τῆς Βουλῆς ἕν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀποδεδειγμένως καὶ ἠθικὸν κῦρος καὶ πολιτικὴν ἀρετὴν καί, κατὰ συνέπειαν, ὄχι ἱκανὸν νὰ ἔχῃ καὶ νὰ ἀσκῇ τὸ λειτούργημά του μὲ πλήρη εὐσυνείδητον ἐνέργειαν. Διότι, εἰς τὸ κάτω–κάτω τῆς γραφῆς, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς κάμνωμεν τοιαύτας εὐκολίας (;) διὰ τὸν ἐκλεκτόν μας, τί σκέψεις πρέπει νὰ κάμῃ ὁ λαὸς δι’ ἡμᾶς, ὅταν πιστεύωμεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν τοιαύτην ἔκπτωσιν συνειδήσεως καὶ νὰ καλῇ τὸν πρῶτον τυχόντα ἢ οἱονδήποτε, ἐὰν προηγουμένως δὲν βασανίσῃ ἠθικῶς τὸ θέμα καὶ δὲν λάβῃ τὴν ἀδιάβλητον ἀπόφασιν; Ἀλλ’ ἂς δεχθῶμεν ὅτι μία Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἔκπτωσιν συνειδήσεως, ὥστε ἐκλέγει τοιοῦτον Πρόεδρον. Θὰ ἴδωμεν: Δύναται ὁ Πρόεδρος νὰ καλέσῃ τὸν οἱονδήποτε καὶ νὰ τὸν ὁρκίσῃ; Κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἐπρόσεξαν οἱ ἐπικαλεσθέντες τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι ἡ ὁρκωμοσία δὲν γίνεται ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὶ σημασίαν ἔχει αὐτὸ, κύριοι συνάδελφοι; Ἔχει τὴν ἑξῆς σημασίαν, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ θὰ εἰσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ πρέπει νὰ εἶναι ὁ πράγματι ἔχων δικαίωμα. Ἄς πάρωμεν μίαν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ὅτι ἕν τυχαῖον γεγονὸς σταματᾶ τὴν προσωπικότητα τοῦ ὁμιλοῦντος. Ἠμπορεῖ νὰ ὁρκίσῃ ἄλλον, πλὴν τοῦ κ. Ἀναργ. Δημητρακοπούλου, ποὺ εἶναι μετὰ ἀπὸ ἐμέ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς: Θὰ ἔλθῃ, λοιπόν, ὁ κ. Ἀναργ. Δημητρακόπουλος καὶ θὰ γνωρίζῃ ὅλη ἡ Βουλή, ὅτι ὁ κ. Ἀναργ. Δημητρακόπουλος εἶναι ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα νὰ ὁρκισθῇ. Ποῖος ἄλλος ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ καὶ ὁρκισθῇ; Ἐὰν εἰσέλθῃ καὶ ὁρκισθῇ ἕνας ἄλλος θὰ ἴδωμεν τὴν Βουλὴν ἀμέσως διαμαρτυρομένην καὶ σταματῶσαν τὴν ὁρκωμοσίαν. Διατί; Διότι ἡ ὁρκωμοσία γίνεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ δι’ αὐτὸ ὀρθώτατα ὁ νομοθέτης ὄχι μόνον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἠθικὴν προσωπικότητα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ γνωρίζων ὅτι δὲν δύναται καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ λάβῃ χώραν ὑποβολὴ προσώπου, διὰ τοῦτο ὥρισεν ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι ὄχι μόνον ἀνέλεγκτος, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναται νὰ ἀνατραπῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἐὰν δεχθῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει κενὸν εἰς τὸν νόμον, ὅτι πράγματι ὁ νομοθέτης δὲν προέβλεψε μίαν περίπτωσιν, εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ἓν τοιοῦτον ζήτημα τόσον πολὺ σοβαρόν, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Ἕλλην νομοθέτης ἠθέλησε νὰ κρατήσῃ μακρὰν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν κατὰ τρόπον τόσον ἔντονον καὶ ἐμφανῆ, εἶναι δυνατὸν ἀπὸ λογικὴν ἑρμηνείαν καὶ ὄχι ἀπὸ ρητὴν διάταξιν τοῦ νόμου νὰ μεταβληθῶμεν ἡμεῖς εἰς Ἐκλογοδικεῖον καὶ νὰ ἀποφασίζωμεν ἐὰν πρέπει νὰ εἶναι ἢ ὄχι βουλευτὴς ἓν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἤδη ὁλοκλήρωσε τὴν νομικήν του κατάστασιν ὡς βουλευτής; Δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν νόμον καὶ τὸ Σύνταγμα, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ νὰ σεβασθῶμεν τὰς διατάξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων θεμελιοῦται καὶ ἑδράζεται μία Πολιτεία ὠργανωμένη. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι βουλευταί, καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ὑπάρχει κενὸν εἰς τὸν νόμον, καὶ πάλιν δὲν δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν —μόνον ὡς πρὸς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ ἐὰν θέλωμεν καὶ τότε, νομοθετοῦντες, νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν γραμμὴν τοῦ νομοθέτου καὶ νὰ μὴ ὑπάρξῃ διάστασις τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς μὲ τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ νομοθέτου, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ. Δὲν ἠξεύρω ποῖον ὄργανον θέλετε νὰ κάμετε, ἀλλ’ ἐὰν θέλετε νὰ νομοθετήσητε καὶ νὰ εὑρεθῆτε πράγματι εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν ὅλην κατασκευὴν τοῦ νόμου, μὲ τὸ Σύνταγμα, μὲ τὸ πνεῦμα τῆς νομοθεσίας μας, ὀφείλετε καὶ πρέπει νὰ δημιουργήσητε μίαν ἔξω τῆς Βουλῆς ἐξουσίαν, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ τὰς πράξεις τοῦ Προέδρου. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ νομοθέτης κατὰ τρόπον ἐμφανῆ, κατὰ τρόπον ἐνδεικτικὸν μᾶς λέγει: «Πρὸς Θεοῦ, προσέξατε! Μὴ θέτετε τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, τὴν προσωπικότητα τοῦ βουλευτοῦ, τὴν τύχην τοῦ βουλευτοῦ, εἰς τὴν Βουλήν» —διότι, δὲν ἠξεύρω ποίους κινδύνους διαβλέπει. Ἤδη, κύριοι βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ τρίτον στάδιον, νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς κάτι ἄλλο ποὺ ἤκουσα σήμερον. Ἐλέχθη ὅτι ἡ ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἀποφασίζει καί, κατὰ συνέπειαν, ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸν πίνακα τῆς Α.Ε.Ε. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό. Διατί; Διότι ἡ Α.Ε.Ε. ἐκδίδει τὰ κατὰ τόπους ἀποτελέσματα, δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει της, οὔτε συνθέτει τὸ σύνολον τῶν διατάξεων, ὥστε νὰ ἐξάγῃ συμπεράσματα. Ἀπόδειξις τούτου καταφανής, αὐτὸ ποὺ εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Στεφανόπουλος: «Ἀφοῦ ἔκαμε τὴν ὁρκωμοσίαν του ὁ κ. Λαμπρόπουλος, διατὶ δὲν τὸν ἔσβυσε ἀπὸ τὸν κατάλογον τοῦ ἀναπληρωματικοῦ Ἀθηνῶν;» Διότι ἡ Α.Ε.Ε. κανένα δὲν σβύνει, κύριοι. Δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν της τὸ σύνολον τῶν ἀποφάσεων, ἀλλὰ τὰ τοπικὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τὸν λόγιν, κύριοι, παρ’ ὅλον ποὺ εἶχε παραιτηθῇ ὁ κ. Παπανδρέου ἀπὸ 5 ἕδρας, τὸν βάζει καὶ εἰς τὰς 5 ἕδρας. Διότι ἡ Α.Ε.Ε. δὲν παίρνει τὰς παραιτήσεις, νὰ τὰς συνθέτῃ καὶ νὰ βγάζῃ ἀποτελέσματα. Δὲν κάμνει πρόσθεσιν καὶ ἀφαίρεσιν καὶ νὰ παίρνῃ τὸ ὑπόλοιπον διὰ νὰ δώσῃ ἀποτελέσματα. Ἡ Α.Ε.Ε. διαπιστώνει τὰ κατὰ τόπους ἀποτελέσματα. Μετέπειτα ἐγεννήθη τὸ ζήτημα. Δὲν ἦτο θέμα τῆς Α.Ε.Ε. Μετέπειτα ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐπιλογῆς, τῆς ἐνεργηθείσης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Λαμπροπούλου, καί, κατὰ συνέπειαν, ἔργον τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἦτο νὰ ἴδῃ ἐὰν ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἄρθρου 121 τοῦ Ἐκλογικοῦ νόμου. Καὶ ἤδη, κύριοι, εἰσερχόμεθα εἰς τὸ τρίτον στάδιον, εἰς τὸ στάδιον τὸ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ὁ κ. Σπηλιόπουλος, γνωρίζει ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα, ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον —ἀπηυθύνθη δὲ ἐκπροθέσμως. Διατί; Ἀπηυθύνθη ἐκπροθέσμως, κατὰ μίαν ὑπόθεσιν, διότι ἁπλούστατα ἐφοβεῖτο τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ἤξευρε ὅτι ἐὰν ἐπήγαινεν ἐμπροθέσμως εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον, τὸ Ἐκλογοδικεῖον θὰ εἰσήρχετο εἰς τὴν οὐσίαν καὶ θὰ ἀπέρριπτε τὴν ὑπόθεσίν του. Ἕνας τρόπος ὑπῆρχε διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὸ Ἐκλογοδικεῖον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν, νὰ πάῃ εἰς αὐτὸ ἐκπροθέσμως. Δὲν ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος. Ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ πάῃ ἐμπροθέσμως τὸν εἶχε. Δὲν τὸν ἠμπόδισε κανείς. Εἶχε 80 ἡμέρας μπροστὰ του νὰ πάῃ εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Δὲν ἐπῆγε. Ἐπῆγε ἐκπροθέσμως, διότι ἤξευρε ὅτι, ἂν ἐπήγαινε ἐμπροθέσμως, δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ θορυβήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ δημιουργήσῃ ζήτημα. Θὰ ὑπεισήρχετο εἰς τὴν οὐσίαν τὸ Ἐκλογοδικεῖον καὶ θὰ κατέρρεεν ἡ ὑπόθεσίς του. Τὸ πόσον φοβεῖται τὸ Ἐκλογοδικεῖον ὁ κ. Σπηλιόπουλος ἀποδεικνύει καὶ τὸ γράμμα ποὺ σᾶς ἔστειλε. Τὶ ἔλεγε τὸ γράμμα; Διάφορα οὐσιώδη καὶ ἐπουσιώδη γεγονότα. Τί δὲν ἔλεγε; Τὸν ὀγκόλιθον, ὅτι δηλαδὴ προσέφυγεν εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον καὶ ἀπερρίφθη ἡ προσφυγή του! Διατὶ δὲν τὸ λέγει αὐτό; Διότι ἤξευρεν, ὡς νομικός, ὅτι, ἂν τὸ ἀνέφερεν αὐτό, δὲν ἐδικαιοῦτο πλέον νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ὀντότητά του ὡς νομικοῦ, ὁσονδήποτε διαπρεπὴς καὶ ἂν εἶναι ἢ ὄχι, δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναφέρῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ τὸ ἀπέκρυψεν. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν καὶ τὴν ἀπόδειξιν αὐτήν, ὅτι ὁ κ. Σπηλιόπουλος ἀπέκρυψεν, κακῶς κατ’ ἐμὲ βεβαίως, ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὸ τεράστιον αὐτὸ γεγονὸς ὅτι ἐπῆγεν εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον καὶ τοῦ ἀπέρριψε τὴν προσφυγήν του. Τώρα τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ἐπειδὴ δὲν ἀνάμενα, ὁμολογῶ, νομικοὶ νὰ ὑποστηρίξουν ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου δὲν ἀναγνωρίζει εἰς τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἁρμοδιότητα, τὸ λέγω αὐτὸ διότι θὰ παρουσιάσω μίαν γνωμοδότησιν συντομωτάτην, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑποβάλει ἀπὸ ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν, τοῦ ἁρμοδίου καθηγητοῦ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Ράμμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔθεσα τὸ ἐρώτημα, ἐὰν τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἔχῃ ἁρμοδιότητα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ ἀπαντᾶ ὁ κ. Ράμμος: «Ἐκ τῆς αἰτιολογίας ταύτης προκύπτει σαφῶς ............................ .......... (ἀναγινώσκει) ..........». Μᾶς τὸ λέγει, κύριοι, ποῖος; Ὁ καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν κ. Ράμμος. Κύριοι βουλευταί, εἰς ὅλα τὰ θέματα, ποὺ χωρεῖ ἑρμηνεία νομική, γνωρίζομεν, ὅτι πολλὲς φορὲς ὑπάρχουν τόσαι ἑρμηνεῖαι ὅσοι καὶ οἱ ἑρμηνεύοντες. Ἀκόμη καὶ εἰς τὸ θέμα, ἐὰν ἔχωμεν δικαίωμα ἢ ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκρίνωμεν ἢ ὄχι τὸ Σύνταγμα, ἄλλοι μᾶς λέγουν ἔχετε δικαίωμα, ἄλλοι λέγουν δὲν ἔχετε δικαίωμα, μὴ προχωρήσετε, θὰ κάμετε ἐπανάστασιν. Ἐκεῖ πράγματι χωροῦν καλόπιστοι ἑρμηνεῖαι καὶ δύναται ὁ νομικὸς νὰ ἀναπτύξῃ μίαν ἐλευθερίαν σκέψεως καὶ νομικῆς ἀντιλήψεως. Ἀλλὰ τὸ θέμα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι θέμα πρωτοετῶν ἢ δευτεροετῶν φοιτητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ ὅταν ἔρχεται ὁ κ. Ράμμος καὶ λέγει ὅτι διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τὸ δικαστήριον καθώρισεν ἁρμοδιότητα, ἔ τότε, κύριοι, ἐὰν δὲν γνωρίζῃ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ράμμος πότε ἕνα δικαστήριον καθίσταται ἁρμόδιον, τότε πρέπει νὰ ζητήσωμεν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Συντονισμοῦ νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ διὰ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ νομικοὺς ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν. Λοιπόν, δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἰσχυρισθῶμεν ὅτι τὸ δικαστήριον ἐκήρυξεν αὐτὸ ἀναρμόδιον. Ἄλλωστε καὶ ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος, ποὺ μᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Στεφανόπουλος, ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ δικαστήριον ἐκηρύχθη ἁρμόδιον. Μᾶς εἶπεν ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν Ροζάκη εἶπε τὸ δικαστήριον ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ δικάσω, διότι εἶναι ἄλλο ἁρμόδιον. Ἐδῶ δὲν ἔκαμε σκέψιν περὶ ἁρμοδιότητος; Ἐκεῖ ποὺ ἤθελε νὰ κάμῃ τὴν σκέψιν περὶ ἁρμοδιότητος τὴν ἔκαμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Ροζάκη, ποὺ εἶπεν ὅτι ἐκηρύχθη ἀναρμόδιον. Ἐκεῖ τὸ εἶπεν, ἐδῶ δὲν τὸ εἶπε. Συνεξεδίκασε μὲ ἄλλην ὑπόθεσιν καὶ ἔβγαλε τὴν ἀπόφασιν. Συνεπῶς τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἐκηρύχθη ἁρμόδιον. Τώρα λέγουν, μᾶς ἔβγαλεν ἄλλην ἀπόφασιν καὶ εἶπεν αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο. Κύριοι βουλευταί, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ μᾶς εἶπε τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. Στεφανόπουλος καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ ἔστω καὶ μίαν κακὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου. Θέλετε, κύριοι, νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι κακὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου; Τὸ παραδέχομαι, ἀλλὰ ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τὴν κακὴν τοῦ δικαστηρίου; Ὅτι ἐκηρύχθη ἁρμόδιον εἶναι φανερόν, ἠμποροῦμεν, ἐὰν θέλετε, νὰ τὸ στείλωμεν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν εἶναι ἁρμόδιον, ἀλλὰ τὸ ὅτι εἶναι ἡ ἀπόφασις καλὴ ἢ κακὴ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει. Νὰ δεχθῶμεν ὅτι εἶναι κακὴ ἡ ἀπόφασις, νὰ δεχθῶμεν ὅτι κακῶς τὸ ἐκλογοδικεῖον ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, ὅτι κακῶς τὴν ἐθεώρησεν ἐκπρόθεσμον, ὅ,τι θέλετε νὰ εἴπωμεν, ἕνα πρᾶγμα ὅμως εἶναι βέβαιον ὅτι ἀποτελεῖ ἀπόφασιν κατὰ συνέπειαν δικαστικὴν ἀληθῆ καὶ ἑπομένως ἐκ τοῦ νόμου δεδικασμένον καὶ ἐὰν δὲν θέλωμεν πράγματι νὰ κλονίσωμεν ἐκ βάθρων τὰς θεμελιώδεις ἐκείνας ἀρχάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἑδράζεται μία συντεταγμένη Πολιτεία, δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἄλλωστε, κύριοι βουλευταί, δὲν εἶναι ἡ μόνη ἀπόφασις, καλὴ ἢ κακή, τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ὅλοι ὅσοι προσέφυγον ἐκεῖ πιστεύουν ὅτι ἠδικήθησαν. Θὰ φέρωμεν ἐδῶ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου; Τὸ λέγω αὐτὸ παρ’ ὅλον ὅτι πιστεύω ὅτι δὲν χρειάζεται κἂν ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου καὶ παρ’ ὅλον ὅτι πιστεύω ὅτι μετὰ τὴν ὁρκωμοσίαν ὡλοκληρώθη ἡ πρᾶξις. Παρὰ ταῦτα ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ διὰ τὸν πλέον διστακτικὸν καὶ ἀπαιτητικὸν συνάδελφον ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου τοῦ δίδει τὴν ἀπάντησιν ὅτι δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ εἰσέλθωμεν ὡς Βουλὴ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Κατὰ συνέπειαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ὑποθέσεως καὶ διότι εἶνε ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἐξηντλημένη ὑπόθεσις, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα ὡς Βουλὴ νὰ κηρύξωμεν ἔκπτωτον ἕνα βουλευτήν. Μὴ παίζομεν, κύριοι βουλευταί, μὲ τὰς λέξεις. Ἔκπτωτος ἕνας βουλευτὴς κηρύσσεται μόνον εἰς τὰς ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἀναφερομένας διατάξεις. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ κηρύξετε ἔκπτωτον, κύριοι συνάδελφοι. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὲ κηρύξετε ἔκπτωτον, διότι δὲν ἔπραξα τίποτε ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσῆλθον εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ συνέπειαν δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπεισέλθωμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Μὲ συγχωρεῖτε διότι ὁμιλῶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλὰ πράττω τοῦτο πρῶτον ὡς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ἑαυτόν του, ἀλλὰ καὶ διότι εἶμαι Ἕλλην πολίτης καὶ βουλευτὴς καὶ θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὰς θεμελιώδεις ἐκείνας ἀρχὰς καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαρτίζουν καὶ θεμελιώνουν μίαν συγκεκροτημένην πολιτείαν. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχω νὰ σᾶς εἴπω τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον ὅτι εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ὑπάρχει ἕνας ἐπηρεασμὸς ἀποφάσεως, ὑπάρχουν πράγματι ἀποφάσεις τοῦ Ἐκλογοδικείου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν τίποτε ἄλλο ὑπὲρ αὐτῶν, παρὰ μόνον τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐκλογοδικείου καὶ ὑπάρχει ἡ σκέψις καὶ ἡ ἀντίληψις καὶ ἡ διάδοσις ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐταὶ τοῦ Ἐκλογοδικείου δὲν εἶναι ὀρθαί. Ἐὰν θέλετε νὰ φέρωμεν ὅλας τὰς ἀποφάσεις τοῦ Ἐκλογοδικείου, δέχομαι νὰ φέρωμεν καὶ τὴν ἰδικήν μου ὑπόθεσιν διότι τὸ Ἐκλογοδικεῖον ἐφ’ ὅσον ἐκηρύχθη ἁρμόδιον εἰς τὴν προσφυγὴν τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, θὰ ἐκηρύσσετο ἁρμόδιον καὶ εἰς τὴν προσφυγὴν τοῦ κ. Δερτιλῆ. Διότι κανεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ὅτι τόσοι καθηγηταὶ ἔβγαλαν μίαν ἀπόφασιν εἰς τὸ γόνατον. Ὅλαι αἱ ἀποφάσεις εἶναι ὀρθαί. Ἐπὶ τῶν νομικῶν θεμάτων χωροῦν πράγματι πολλαὶ ἑρμηνεῖαι, ἀλλὰ ἑρμηνεύει ἀδιαβλήτως ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ ἁρμόδιοι ἀρχαί, ὁ γενικὸς διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πρὸ παντὸς ὁ κ. Ν. Λιανόπουλος. Ὅταν λοιπὸν τόσαι ἑρμηνεῖαι ὑπάρχουν, τόσαι γνωμοδοτήσεις ἁρμοδίων καθηγητῶν, καὶ ἡ μόνη γνωμοδότησις ποὺ σᾶς ἀνεφέρθη ὡς ἐναντίον μου, τοῦ κ. Δένδια καὶ αὐτὴ ὑπὲρ ἐμοῦ εἶναι, λέγουσα ὅτι τὸ γράμμα τοῦ νόμου ὑπὲρ τοῦ Δερτιλῆ εἶναι τὸ δὲ πνεῦμα ὑπὲρ τοῦ Σπηλιοπούλου. Ἰδοὺ τὶ λέγει: «Καίτοι προσαρμόζεται.......... ......... (ἀναγινώσκει).........». Ἄρα καὶ κατ’ αὐτὸν εἶμαι βουλευτής, διὰ νὰ στηρίξῃ δὲ τὰ ὑπὲρ τοῦ Σπηλιοπούλου ἰδοὺ τὶ λέγει λογικῶς: «Ἀλλὰ καὶ................................. ......... (ἀναγινώσκει).........». Δηλαδὴ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου δὲν εἶναι ὑπὲρ τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, δηλαδή, ἔχω τὴν μίαν γνωμοδότησιν ποὺ μᾶς παρουσιάζει τὴν γνώμη τοῦ κ. Δένδια ἡ ὁποία μᾶς λέγει πρῶτον ἔχει ἄδικον ὁ πελάτης μου, δεύτερον δὲν καταλαμβάνω τὴν ὑπόθεσιν. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐξήντλησα τὴν ὑπόθεσιν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπάρχει μία ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου. Ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ἐκλογοδικείου ἐμφανίζεται ἐκ τῆς ἀποφάσεως. Μᾶς τὸ λέγει ὁ κ. Ράμμος. Ἔχομεν μίαν σειρὰν γνωμοδοτήσεων τῶν Λιανοπούλου, Μπουροπούλου, Σγουρίτσα, Δένδια, Βεγλερῆ. Θέλετε νὰ πιστεύσωμεν ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἐὰν τὸ δεχθῶμεν πιθανὸν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐλέγξῃ πιθανῶς τοὺς δικαστάς, νὰ τοὺς τιμωρήσῃ ἀλλὰ τὴν ἀπόφασιν δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν, κατὰ συνέπειαν ἔχομεν μίαν ἀπόφασιν. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς ὑμᾶς καὶ νὰ ζητήσω νὰ μὴ θελήσητε διὰ μιᾶς λογικῆς ἑρμηνείας νὰ ἐπεκτείνετε τὴν δικαιοδοσίαν σας καὶ τὴν ἁρμοδιότητά σας καὶ νὰ μὲ κηρύξετε ἔκπτωτον διότι εἰς τὰς αὐθαιρεσίας γνωρίζομεν πάντες τὴν ἀρχὴν δὲν δυνάμεθα ὅμως νὰ προδικάσωμεν τὸ τέλος. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ μίαν αὐθαιρεσίαν, μίαν ὑπέρβασιν ἐξουσίας τῆς Βουλῆς ἐὰν διὰ μιᾶς λογικῆς ἑρμηνείας εἰσέλθητε εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀνατρέψητε τὴν ἀπόφασιν. Πληροφορῶ ὅτι καὶ ἄλλοι τῶν ὁποίων ἀπερρίφθησαν αἱ ἐνστάσεις ἀπὸ τὸ Ἐκλογοδικεῖον παρακολουθοῦν τὴν ἀπόφασιν διὰ νὰ ἴδουν καὶ αὐτοὶ ποία ἑρμηνεία θὰ δώσητε καὶ νὰ προσφύγουν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ μεταβληθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἐπεκταθῇ εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἀποφάσεων εἰς Ἐκλογοδικεῖον, δικαίωμα τῆς πλειοψηφίας εἶναι νὰ τὸ κάμῃ ἀλλὰ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τῆς αὐθαιρεσίας μόνον τὴν ἀρχὴν γνωρίζομεν ὄχι καὶ τὸ τέλος. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν τὸ πρῶτον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς κατελήφθην ἀπὸ ἓν ὑπερήφανον συναίσθημα διότι εἶχον πλήρη τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἀνέρχομαι εἰς ἓν βῆμα τὸ ὁποῖον ἐλάμπρυνον ἐξέχουσαι προσωπικότητες. Σήμερον, κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι κατελήφθην ἀπὸ θλῖψιν, ἀπὸ θλῖψιν βαρυτάτην διότι ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ μὲ ἓν θέμα τὸ ὁποῖον ἔχει τόσην σημασίαν μὲ τὸ πρόσωπόν μου. Τεράστια ζητήματα ἀναμένουν τὴν λύσιν των καὶ πρέπει νὰ θλίβεται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸ δημιουργικόν της ἔργον. Θέλω νὰ πιστεύσητε ὅτι τοὐλάχιστον δι’ ἐμὲ οὐδέποτε εἰς τὸ μέλλον θὰ δώσω ἀφορμήν, εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιληφθῇ μὲ ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως θὰ ἔχῃ ἐπαφὴν μὲ τὸ ἄτομόν μου. Πιστεύω ὅτι τὸ Σῶμα θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ καὶ πάλιν νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον διὰ νὰ ἀσχοληθῶ μὲ θέματα δημιουργικά, μὲ θέματα τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὴν χώραν, μὲ θέματα τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουν τὸ κοινωνικὸν σύνολον.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγάκος ἔχει τὸν λόγον.
§182Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ μακρυγορήσω, κύριοι συνάδελφοι, ἔπειτα ἀπ’ ὅσα ἐξετέθησαν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πλευρῶν. Νομίζω ὅτι τὸ θέμα εἶνε ἁπλοῦν. Καταβάλεται μία προσπάθεια ἀπὸ ἕνα συνάδελφον ὁ ὁποῖος οὐδαμοῦ φαίνεται ἐκ τοῦ νόμου ὅτι εἶναι τοιοῦτος δι’ ἑνὸς στρατηγήματος νὰ ὑποκαταστήσῃ νομίμως ἐκλεγέντα βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐπαξίως εὑρίσκεται μεταξύ μας. Ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν πλευρὰν ἡ ὁποία ὑποστηρίζει τὴν αἴτησιν τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, ὅτι καὶ ὁ ἀναπληρωματικὸς βουλευτὴς εἶναι ἐκλεγεὶς βουλευτής, ὅτι λαμβάνει μισθόν, ψηφίζει, λαμβάνει τὴν κονκάρδα, ἀπολαμβάνει τῶν ἀσυλιῶν τὰς ὁποίας ἀπολαμβάνουν οἱ ἔχοντες ἐκλεγῆ καὶ ἔχει ὅλας τὰς ἄλλας προνομίας. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅτι λέγοντας ὁ νόμος «ἐκλεγεὶς βουλευτὴς» ἐννοεῖ καὶ τὸν ἀναπληρωματικὸν βουλευτήν. Δὲν χρειάζεται μακρὰ διατριβὴ περὶ τούτου. Θὰ ἀπετέλει σοβαρωτάτην ἔλλειψιν παρακολουθήσεως καὶ μελέτης τοῦ ζητήματος, ἂν ἡ Βουλὴ ἤρχετο νὰ δώσῃ μίαν οἱανδήποτε ἑρμηνείαν ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος εἶναι σαφὴς καὶ νὰ ὑποκαταστήσῃ οὕτω ἕνα βουλευτὴν δι’ ἑνὸς ἄλλου, ὁ ὁποῖος οὐδαμοῦ τοῦ νόμου στηρίζεται ἰσχυριζόμενος ὅτι εἶναι βουλευτής. Θὰ ἤθελα νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἀποφανθῇ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος κακῶς ἐκάλεσεν τὸν κ. Δερτιλῆ νὰ ὁρκισθῇ, διότι ὁ Πρόεδρος δικαιοδότησεν καὶ δυνάμεθα μὲν νὰ μεμφθῶμεν τοῦ Προέδρου ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν πρᾶξιν του.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρηστάκος ἔχει τὸν λόγον.
§184Δ. ΧΡΗΣΤΑΚΟΣ. Ὑπάρχει ἕνα θέμα ἀρχῆς καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος; Νομίζω ἁρμοδίως ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκπροσωπεῖ τὸ Σῶμα καὶ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τούτου σχετικῶς πρὸς πράξεις ἢ παραλείψεις του. Ἂν αὐθαιρετῶν οὗτος, λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου εἶναι θέσις πολιτικὴ καὶ δύναται διὰ πολιτικοὺς λόγους νὰ παραλείψῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουν οἱ νόμοι διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν ἑνὸς πολιτικοῦ συμφέροντος, διὰ μίαν τοιαύτην περίπτωσιν εἶναι αὐτονόητον ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ τοῦτο διότι ἐφ’ ὅσον δὲν χωρεῖ ἁρμοδιότης Ἐκλογοδικείου, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἰδιόρρυθμον, δὲν χωρεῖ παράλληλος προσφυγή, οὔτε ἁρμοδιότης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιμένω ὅτι εἶνε παραδεκτὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προτάσεως. Ὅταν τοῦτο γίνῃ δεκτὸν ἔρχεται ἕνα δεύτερον ζήτημα. Τί δέον γενέσθαι ἐπὶ τῆς οὐσίας; Ἀνεπτύχθησαν διάφοροι ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιρρωνύουν ἀμφοτέρας τὰς ἀπόψεις. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν θέλω νὰ ἔχω γνώμην, διότι δὲν μὲ ὠθεῖ οὐδὲν προσωπικὸν ἐνδιαφέρον. Εἰσέτι δὲν ἔχω ἐμβαθύνει εἰς τὸ ζήτημα καὶ θέλω νὰ τὸ μελετήσω ἀκόμη. Θέλω μόνον νὰ τονίσω ὅτι εἶνε ζήτημα προστασίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ Σώματος. Πάντως ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ἁρμοδίως καὶ παραδεκτῶς πρέπει νὰ ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπικάκης ἔχει τὸν λόγον.
§186Α. ΜΠΙΚΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν εἶναι λεπτόν, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους. Ἐξετέθησαν τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἐνέργεια τοῦ Προέδρου εἶναι μία πρᾶξις, ἡ ὁποία ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Σώματος, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς παραιτήσεως τοῦ κ. Λαμπροπούλου ἐκ τῆς ἕδρας Μεσσηνίας ἐκάλεσε καὶ ὥρκισε τὸν κ. Σπηλιόπουλον. Ὁ κ. Λαμπρόπουλος μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Ἀρχηγοῦ του τὴν 3ην Ἀπριλίου ὡς πρῶτος ἀναπληρωματικὸς κατέλαβε τὴν κενωθεῖσαν ἕδραν. Συνεπῶς εἶχεν οὗτος τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ καὶ Ἀθηνῶν καὶ Μεσσηνίας καὶ μετὰ τὴν 14.4.1950 ὁπότε ἐπερατώθη ἡ ἐκλογικὴ διαδικασία. Συνεπῶς ὀρθῶς καὶ νομίμως ἤσκησεν τὴν ἐπιλογὴν ὁ κ. Λαμπρόπουλος. Κρίνομεν τώρα ἐπὶ μιᾶς αἰτήσεως ἑνὸς ὁ ὁποῖος ἰσχυρίζεται ὅτι κατὰ νόμον κατέστη βουλευτής, διότι εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βουλῆς ὑφίσταται ἡ παραίτησις τοῦ κ. Λαμπροπούλου, ἀπὸ τὴν ἕδραν τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας. Τὸ ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ Βουλὴ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Σήμερον κρίνεται ποῖος ὁ νόμιμος βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ παρίσταται εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ὁ αἰτῶν ἢ ὁ συνάδελφος ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὰ καθήκοντά του. Ὑπάρχει ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς νὰ κρίνῃ τὴν πρώτην πρᾶξιν τοῦ Προέδρου.
§187Σ. ΧΑΤΖΗΜΠΕΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ δύο προγενέστεροι ρήτορες ἐξέφραζον προσωπικάς των γνώμας καὶ οὐχὶ τοῦ κόμματος.
§188Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον.
§189Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον διότι πρέπει νὰ τελειώνωμεν. Ἔχομεν ἕνα σωρὸ ἐργασίαν ἐκκρεμῆ.
§190Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Διὰ νὰ γίνῃ κρίσις ἀμφοτέρων πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλή.
§191Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Θὰ συνεχίσωμεν ἀπόψε.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τουρκοβασίλης ἔχει τὸν λόγον.
§193Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ θέμα μὲ τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖται ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παρονυχίς. Εἶναι σοβαρώτατον. Ἀφορᾷ τὴν σύνθεσιν τοῦ Σώματος καὶ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μετὰ προσοχῆς. Μὴ νομίσετε ὅτι ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος λόγος μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. Ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν καὶ οἱ μεμψιμοιροῦντες, ἀλλὰ ἐγὼ συνδέομαι περισσότερον μὲ τὸν κ. Δερτιλῆν, καὶ ὀλιγώτερον μὲ τὸν κ. Σπηλιόπουλον μὲ τὸ πατέρα τοῦ ὁποίου εἶχα φιλίαν διότι τὸν νέον δὲν τὸν γνωρίζω. Ὅταν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς μοῦ ἔκαμεν ἐξαιρετικὴν ἐντύπωσιν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι βουλευτὴς ὁ κ. Σπηλιόπουλος καὶ νὰ εἶναι βουλευτὴς ὁ καθ’ ὅλα ἀξιοπρεπὴς κ. Δερτιλῆς. Ἠκούσαμεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ὑποστηριχθεῖσα καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Δερτιλῆ ἐνῷ δι’ ἐγγράφου του οὗτος ζητεῖ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ θέμα τοῦτο. Εἰς ἄλλο ἔγγραφόν του πάλιν ὑποστηρίζει ὁ κ. Δερτιλῆς ὅτι δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα τὸ Ἐκλογοδικεῖον. Θὰ παρακαλέσω νὰ μὲ διαδεχθῇ εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Λαμπρόπουλος διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ πῶς ἀκριβῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἐξετέθη καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀθηνῶν καὶ Μεσσήνης. Εἰς τὴν περιφέρειαν Μεσσήνης ἐξελέγη ἐκ τῆς πρώτης κατανομῆς καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν Ἀθηνῶν ἀνεκηρύχθη ἀπὸ τὴν Ἀν. Ἐφορ. Ἐπιτροπήν, πρῶτος ἀναπληρωματικὸς τὴν 14ην Ἀπριλίου 1950. Τὶ θὰ εἴπῃ τοῦτο; Τὴν 15ην Ἀπριλίου καλεῖται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ δηλοῖ ὅτι προτιμᾷ τὴν ἕδραν τῶν Ἀθηνῶν. Εἰς τὴν περιφέρειαν Μεσσήνης πρῶτος ἀναπληρωματικὸς εἶναι ὁ κ. Σπηλιόπουλος. Ὁ κ. Σπηλιόπουλος ἔρχεται, παρουσιάζεται καὶ καταλαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ κ. Λαμπροπούλου καὶ δὲν ἐγεννήθη καμμία ἀμφιβολία περὶ τούτου. Τὴν 17ην ὑποβάλλει ὁ κ. Δερτιλῆς αἴτησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὶ λέγει; Ὅτι ἐγὼ θὰ ὁρκισθῶ ὡς ἀναπληρωματικὸς καὶ ὄχι ὁ κ. Λαμπρόπουλος ὁ ὁποῖος εἶναι πρῶτος, ἀλλ’ ἐγὼ ὁ ὁποῖος εἶμαι δεύτερος, διότι ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἐξελέγη βουλευτῆς Μεσσηνίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπέσῃ ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ ἡ ἐκλογὴ εἰς δύο περιφερείας. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 121 λέγει ὅτι δύναται ὁ εἰς πλείονας περιφερείας ἐκλεγεὶς νὰ ἐκλέξῃ ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν ἐκλογῶν, εἰς ποίαν περιφέρειαν θέλει νὰ εἶναι βουλευτής. Λοιπὸν ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην ἡμέραν ποὺ ἐξελέγη βουλευτὴς Ἀθηνῶν προσῆλθεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ ἔδωσεν αἴτησιν προτιμήσεως τῆς ἕδρας τῆς περιφερείας Ἀθηνῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κληθῇ ὁ κ. Δερτιλῆς —διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς εἴπω πόσην συμπάθειαν τρέφω— πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ἡ νομικὴ συνείδησις οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ εἶναι βουλευτὴς ὁ δεύτερος καὶ νὰ μὴν εἶναι ὁ πρῶτος; Νομίζω ὅτι δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία διὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Κύριοι βουλευταί, ἐδῶ δὲν πρόκειται νὰ ἀδικήσωμεν κανένα, ἀλλὰ νὰ κρίνωμεν ὡς ἕνα σῶμα μὲ κάποια σοβαρότητα. Δὲν εἶναι ζήτημα προσωπικόν, εἶναι ζήτημα ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ὁ νόμος λέγει ὅτι θὰ κληθῇ ὁ πρῶτος καὶ κατόπιν ὁ δεύτερος. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ κληθῇ ὁ δεύτερος ἐπειδὴ ὁ πρῶτος ἐξελέγη βουλευτὴς Μεσσηνίος. Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπει καμμίαν ἀμφισβήτησιν ἀπὸ οὐδεμιᾶς πλευρᾶς. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀπολύτως ἀντίθετος γνώμη. Μπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἐξ ἐνδιαφέροντος μόνον πρὸς τὸν κ. Δερτιλῆν. Καὶ ἤθελα νὰ μάθω ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ κόμματος κ. Παπανδρέου, ποίαν ἐπιστημονικὴν γνώμην ἔχει ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Φαντάζεται, ὅτι ὁ κ. Δερτιλῆς, ὁ καθ’ ὅλα ἀγαπητὸς νέος, ὅτι εἶναι βουλευτὴς Ἀθηνῶν; Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ συλλάβῃ καμμία ἀνθρωπίνη διάνοια. Καὶ θὰ ἤθελα νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Παπανδρέου, ποὺ ἔρριψεν τὸ βάρος του, εἰς ποῖον ἐκ τῶν σκελῶν τῆς πλάστιγγος; Εἰς τὸ σκέλος ποὺ λέγεται Σπηλιόπουλος ἢ εἰς τὸ σκέλος Δερτιλῆς; Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ψυχικῶς τοὐλάχιστον ὑπὲρ τοῦ κ. Σπηλιοπούλου. Διότι τοῦ ἔδωσε 5 ἕδρας εἰς τὴν Μεσσηνίαν διὰ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Λαμπροπούλου διὰ τὴν ὁποίαν ἐκλογὴν ἠγωνίσθη ὁ κ. Σπηλιόπουλος.
§194Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Μὴν εἰσέρχεσθε εἰς τὴν κομματικήν μου οἰκογένειαν ἀπρόσκλητος.
§195Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἔπρεπε νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§196Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα πολιτικὸν θὰ πρέπει νὰ ἐκτιμᾷ τὸ χρέος τῆς οὐδετερότητός μου ἀπέναντι τῆς διαμάχης.
§197Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
§198Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Πάλιν ἀπρόσκλητος.
§199Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὅταν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς αἰτήσεως αὐτῆς ἐγὼ ἀπουσίαζον καὶ ἔμαθα ὅτι συζητεῖται μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ ἀδικία ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸν νέον αὐτόν. Ὁ κ. Παπανδρέου, ὁ ὁποῖος σήμερον ὁμιλεῖ περὶ ἀδιαφορίας, μὲ διέκοψε κατὰ ἕνα τρόπον περίεργον.
§200Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι εἰσέρχεσθε ὑπερμέτρως εἰς προσωπικόν μου θέμα. Ἐξηγέρθην τότε ἐναντίον τῶν συνηθειῶν σας νὰ διακόπτετε συνεχῶς, καὶ δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ συσχετίζετε τὰς σχέσεις μου μὲ τοὺς πολιτικούς μου φίλους.
§201Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ μεγαλοστομία τοῦ κ. Παπανδρέου εἶναι μεγάλη ὥστε μὲ τόσον αὐστηρὸν τόνον νὰ ἀπαγορεύσῃ εἰς ἐμὲ ἔχοντα συνήθειαν νὰ ὁμιλῶ. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε τὸ μάθημα αὐτὸ νὰ τὸ δώσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του διότι ἀκριβῶς ὡμίλουν τὴν στιγμὴν ποὺ ὡμίλει καὶ ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὶ ἀπέγινεν ἡ ὑπόθεσις αὐτή.
§202Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντ. Κυβερνήσεως). Δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως ἀδιαντρόπως νὰ ἀσχολῆσθε μὲ τὰ οἰκογενειακὰ τοῦ ἰδικοῦ μου κόμματος.
§203Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ἔπρεπε νὰ πάρετε μίαν θέσιν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ἐὰν ἠμπορῇ κάθε εἷς βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ἀνακηρύσσεται πρῶτος ἀναπληρωματικὸς, νὰ μὴ καλῆται χηρευούσης θέσεως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔχετε γνώμην σύμφωνον μὲ τὴν ἰδικήν μου, ὅτι ἀκριβῶς ὁ κ. Λαμπρόπουλος τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεκηρύχθη πρῶτος βουλευτὴς Ἀθηνῶν καὶ βουλευτὴς τῆς Μεσσηνίας καὶ ἑπομένως καλῶς ἐκλήθη νὰ δηλώσῃ τὶ προτιμᾶ. Δὲν ὑπεισῆλθον εἰς τὰ οἰκογενειακά σας. Ὅταν ἦλθεν εἰς τὸ γραφεῖον μου τοῦ εἶπον ὅτι ἐὰν δὲν εἰσέλθετε εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπουσιάζετε ἀδίκως, ἡ Βουλὴ θὰ διαπράξῃ μίαν πρᾶξιν ἡ ὁποία πρέπει νὰ...... Σεῖς πρέπει νὰ παραμείνετε εἰς τὸ κόμμα τοῦ κ. Παπανδρέου, τοῦ εἶπον, καὶ μοῦ ἀπήντησεν, τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου. Ἑπομένως ἀδίκως ἀνησυχεῖ ἡ πλευρὰ τοῦ κ. Παπανδρέου. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν καί, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποκρύψω, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ διαπράξῃ μίαν τοιαύτην ἐνέργειαν θὰ θλίβεται μίαν ἡμέραν. Καμμία διάταξις δὲν ὑπάρχει ἡ ὁποία νὰ λέγῃ τὴν ἄποψιν αὐτήν. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι καταβάλλουν τὰς προσπαθείας αὐτὰς καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐπῆραν ἀπὸ τὸν.......... μίαν γνωμάτευσιν. Ἡ συζήτησις, κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συνεχισθῇ διὰ νὰ ἀκουσθοῦν καὶ ἄλλοι ρήτορες, διὰ νὰ ἀρθῇ μία τραγικὴ ἀδικία ἡ ὁποία γίνεται εἰς ἕνα νέον ὅστις ἐξελέγη βουλευτὴς καὶ ἔμεινε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, διατί; Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐκάλεσεν τὸν πρῶτον ἀναπληρωματικὸν —ἀλλὰ τὸν δεύτερον. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ προεδρεύοντος τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι ἀνεξέλεγκτος καὶ ἑπομένως ἐλέγχεται καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ ὡς κακὴ— καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ διορθώσῃ τὸ ἀδίκημα. Κύριοι βουλευταί, ἡ λέξις «ἐκλεγεὶς» δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν τῆς ἀπέδωσαν. Ἡ ἀναλογικὴ ἔχει ἄλλωστε τὸ ἑξῆς πρᾶγμα ὅτι δὲν γίνονται ἀναπληρωματικαὶ ἐκλογαὶ ἀλλὰ ἔρχονται οἱ ἀναπληρωματικοὶ τοῦ αὐτοῦ συνδυασμοῦ. Ἡ ἰδιότης, λοιπόν, τοῦ κ. Λαμπροπούλου ὡς βουλευτοῦ Μεσσηνίας, δὲν ἐμποδίζει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ τῶν Ἀθηνῶν.
§204Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δήλωσις τοῦ κ. Δερτιλῆ; Δὲν ἀπεσύρθη;
§205Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὑπάρχει, μάλιστα. Κύριοι βουλευταί, ἔγινε πολὺς λόγος περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Εἰσαγγελέως, ὅστις ἐχαρακτηρίσθη ὡς τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόδιον πρόσωπον καθὼς ἐπίσης καὶ περὶ τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν κ. Λιανοπούλου, οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι ἡ λέξις «ἐκλεγεὶς» ἐμποδίζει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς τοῦ κ. Λαμπροπούλου. Πῶς ὅμως ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτό; Θὰ ἐξαφανίσωμεν τὸν κ. Λαμπρόπουλον ἀπὸ τὴν περιφέρειαν Ἀθηνῶν. Οὗτος συνέπεσεν νὰ ἔχῃ δύο βουλευτικὰς ἕδρας. Ἐπροτίμησεν δὲ καὶ ἐξέλεξεν ὡς γνωστόν, τὴν ἕδραν τῶν Ἀθηνῶν. Δὲν ἐννοῶ τὶ εἶναι ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ ἀντίθετον ἐπιχείρημα. Ὁ κ. Λαμπρόπουλος μόλις ἔτυχε νὰ εἶναι βουλευτὴς δύο περιφερειῶν ἐδήλωσεν ὅτι ἤθελεν νὰ εἶναι βουλευτὴς Ἀθηνῶν. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι ἐὰν ὁ κ. Λαμπρόπουλος δὲν ἔκαμνε τὴν δήλωσιν περὶ τῆς ἕδρας, ποὺ ἔκαμε τὴν ρητὴν δήλωσίν του, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχετε ἀντίρρησιν ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἦτο ἁρμόδιος δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἦτο ὁ κ. Λαμπρόπουλος, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὑπεισέλθετε εἰς τὴν σκέψιν τοῦ κ. Λαμπροπούλου, διατὶ ὁ κ. Λαμπρόπουλος ἐπροτίμησε τὴν ἕδραν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὄχι τῆς Μεσσηνίας καὶ ἐπροτίμησεν τὴν Βουλὴν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ μία ἀντίθετος σκέψις; Θὰ ἦτο περίεργος. Κύριοι βουλευταί, πρέπει ἐν τῇ ἀποφάσει σας τῇ σχετικῇ μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητεῖται κατὰ τὴν ἑσπέραν αὐτήν, νὰ σκεφθῆτε ὅτι ἠμπορούσατε καὶ σεῖς νὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν θέσιν τοῦ κ. Σπηλιοπούλου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκαλοῦσε τὸν δεύτερον ἀναπληρωματικὸν καὶ ὄχι σᾶς, ὁ ὁποῖος θὰ εἶσθε πρῶτος ἀναπληρωματικός, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἀνεχθῆτε; Πῶς θὰ ἀνεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἀδικίαν ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Σπηλιοπούλου; Ὁ κ. Δερτιλῆς ἠθέλησε νὰ φέρῃ μερικὰ ἐπιχειρήματα, ὅτι ἐβράδυνε νὰ ὑποβάλῃ τὴν αἴτησιν του εἰς τὸ ἐκλογοδικεῖον. Ἐβράδυνε διότι ἐπερίμενε νὰ ἰδῇ εἶχε ζαλισθῆ ἀπὸ τὴν ἀδικίαν καὶ ἐβράδυνε. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον ἔτσι ὡς πραγματικοὶ Ἕλληνες δικασταὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κρίνετε τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Εἶσθε τὸ Σῶμα τὸ κυρίως ἁρμόδιον διὰ νὰ κρίνῃ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν νομοθεσίαν μας δὲν ὑπάρχει σχετικὴ διάταξις. Ἀσφαλῶς ἡ νομοθεσία ἔχει ἕνα κενὸν καὶ καλεῖσθε σεῖς διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας νὰ πληρώσητε αὐτὸ τὸ κενόν. Καὶ δὲν θὰ ἦταν ἄλλη ἡ ἀπόφασις παρὰ ὅτι ἔπρεπε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ καλέσῃ τὸν πρῶτον καὶ ὄχι τὸν δεύτερον ἀναπληρωματικόν. Ὁ νόμος λέγει ὅτι ὁ βουλευτὴς δύναται νὰ ἐκλεγῇ εἰς πλείονας τῆς μιᾶς περιφερείας, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιλέξῃ ποίαν θέσιν θέλει. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν συνέπεσε νὰ εἶναι βουλευτὴς ἐκ πρώτης κατανομῆς καὶ βουλευτὴς ἀναπληρωματικός, μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματός του συνέπεσε νὰ εἶναι βουλευτὴς δύο περιφερειῶν καὶ ἐξέλεξεν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἤθελε καὶ ἔδωσεν ἐπίσημον ἔγγραφον δήλωσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δήλωσιν, ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ εἶναι βουλευτὴς τῆς περιφερείας Ἀθηνῶν. Οὐδεὶς ἄλλος ἔχει περισσότερον ἀπὸ αὐτὸν δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὰ ζητήματα καὶ τὰ ἐκανόνισε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προτιμήσας τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν. Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταί, ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι τόσον μικρὸς καὶ θὰ ἐπεθύμουν ὅπως μὴ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ἀπόψε διὰ νὰ συνεχισθῇ καὶ αὔριον ἔστω καὶ μὲ τὸ τέταρτον τῆς ὥρας διὰ νὰ ὁμιλήσουν καὶ ἄλλοι ρήτορες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναπτύξουν τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ μείνῃ ἀμφιβολία ὅτι τὸ δίκαιον ἐξ ὁλοκλήρου ἀνήκει εἰς τὴν πλευρὰν τοῦ ὑποβαλόντος τὴν αἴτησιν βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Σπηλιοπούλου.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μόδης ἔχει τὸν λόγον.
§207Γ. ΜΟΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ περίπτωσις αὐτὴ εἰς τὴν ὁποίαν συνηντήθησαν ὁ κ. Τουρκοβασίλης καὶ ὁ κ. Χριστᾶκος μᾶς ὑπενθυμίζει καὶ μᾶς ζωντανεύει τοὺς εὐκλεεῖς τοῦ ....... καὶ ........ Καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἔκριναν οἱ δικασταὶ αὐτὸ τὸ θέμα καὶ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ ἁρμοδίου Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς ἀποδεικνύει ποῦ φθάνομεν καὶ ποῦ θὰ φθάσωμεν ἐὰν ὁ ἐκτροχιασμὸς πρὸς τὸν ὁποῖον σπρωχνόμεθα συνεχισθῇ. Δὲν ἠξεύρω οὔτε τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, οὔτε κανέναν ἄλλον. Ὁ ἐκτροχιασμὸς ἔγκειται ἐν τούτῳ, ὅτι ἡ Βουλὴ κατόπιν τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν της δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλλεται εἰς Ἐκλογοδικεῖον. Ἐρχόμεθα τώρα διὰ μιᾶς αἰτήσεως μιᾶς ἁπλῆς ἀναφορᾶς καὶ ξαναγινόμεθα Ἐκλογοδικεῖον, γινόμεθα δικαστήριον.
§208Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Κρίνει μίαν ἀπόφασιν ἑνὸς προσωρινοῦ Προέδρου, ὁ ὁποῖος μάλιστα δὲν ἐπεκοινώνησε μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ παραδόξως, διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα, μὲ Διευθυντὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§209Γ. ΜΟΔΗΣ. Σπεύδω νὰ δηλώσω ὅτι τὸν κ. Δερτιλῆν τὸν ἐγνώρισα διὰ πρώτην φορὰν ἐδῶ, τὸν κ. Σπηλιόπουλον δὲν τὸν γνωρίζω καθόλου. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δικαστήριον καὶ Ἐκλογοδικεῖον, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἠμποροῦσε νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον διὰ παντὸς τρόπου. Ἀλλὰ ἐλέχθη ὅτι τί σημασίαν ἔχει ἐὰν κανεὶς ἐξελέγη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς βουλευτὴς ἢ ἔγινε βουλευτὴς διὰ κληρονομίας. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὑπάρχει κάποιος νόμος περὶ συντάξεως βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε συζήτησιν δι’ ἕνα παρατατικόν, ἔλεγε «οἱ διατελέσαντες βουλευταί», δὲν ἔλεγε «οἱ διατελοῦντες».... Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Τουρκοβασίλην, ὁ ὁποῖος ἐκ Τριπόλεως μετώκησεν εἰς Θεσσαλονίκην, ἐὰν — Θεὸς φυλάξῃ — ἐκκενωθῇ μία θέσις εἰς τὴν Τρίπολιν ἢ κἄπου ἀλλοῦ εἰς τὸν συνδυασμόν του, θὰ δικαιοῦται καὶ τότε νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι παραιτοῦμαι ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην καὶ ἐπιστρέφω εἰς τὴν Τρίπολιν;
§210Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τί ἐπιχείρημα εἶναι αὐτό;
§211Γ. ΜΟΔΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημα ποὺ ἐπεκαλέσθητε σεῖς. Καὶ ἐγὼ ἤμην βουλευτὴς, ἀλλὰ δὲν ἐπάτησα μέσα.
§212Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Θὰ ηὔχεσο νὰ πεθάνουν οἱ ἄλλοι.
§213Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ κανεὶς παραιτοῦμαι ἀπὸ τὴν τάδε περιφέρειαν καὶ γίνομαι βουλευτὴς τῆς τάδε περιφερείας. Αὐτὸ θὰ ἐγένετο ἐὰν ἔλεγε ὁ νόμος «ὁ ἐκλεγόμενος εἰς δύο περιφερείας βουλευτὴς δικαιοῦται νὰ παραιτηθῇ» ἀλλά, ὅταν λέγῃ ὁ νόμος «ὁ ἐκλεγεὶς» πρέπει νὰ ἐξαγάγωμεν ὅτι ξεύρει τί λέγει καὶ δὲν δύναται νὰ γίνῃ σύγχυσις μεταξὺ τοῦ παρατατικοῦ καὶ τοῦ μέλλοντος.
§214Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρῃτήθη τῆς τροπολογίας. Ἐὰν ἦτο ὑποψήφιος εἰς τὰ Χανιὰ καὶ ἤρχετο πρῶτος ἀναπληρωματικὸς δι’ οἱονδήποτε λόγον, κατὰ τὴν θεωρίαν τὴν μέν, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιλέξῃ, κατὰ τὴν θεωρίαν τὴν ἄλλην δὲν ἔχει, ποῖος θὰ τὸ κρίνῃ;
§215Γ. ΜΟΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§216Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ἡ Βουλή, διότι οὔτε Ἐκλογοδικεῖον ὑπῆρχεν τότε οὔτε Ἀνωτάτη Ἐφορευτικὴ Ἐπιτροπή.
§217Γ. ΜΟΔΗΣ. Θὰ τὸ κρίνῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Πῶς θὰ γίνῃ ἡ Βουλὴ δικαστήριον;
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντες ἕτεροι ρήτορες, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς αἰτήσεως Σπηλιοπούλου κηρύσσεται περαιωμένη.
§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§220Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριε Πρόεδρε, τὴν Παρασκευὴν παρακαλῶ νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Χριστάκου διὰ τὰς φυλακὰς Γιούρων.
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 6.30 μ. μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως Σπηλιοπούλου καὶ ἐν συνεχείᾳ νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 1.45′ Πρωϊνὴ)