1950.05.17
1.236 στίχοι · 9.506 λέξεις · 88 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18η
Τετάρτη 17 Μαΐου 1950
Προεδρία κ. Δ. Β. ΓΟΝΤΙΚΑ
(Ὥρα 6.35′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ι. ΜΠΟΥΤΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἀκόλουθα: Ὁ κ. Ι. Μιχαὴλ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ προκαταβολῆς ἐπιδομάτων ἀνεργίας εἰς καπνεργάτας».
§4Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς ὁρίσῃ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ δέχωνται οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, διότι σήμερον καθίσταται μαρτυρικὸν νὰ ἴδωμεν ἕναν Ὑπουργόν. Νὰ μᾶς ὁρίσουν ὡρισμένας ὥρας.
§5Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ (Ὑπουργ. Δημ. Ἔργων). Ἐλήφθη ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου προχθὲς κατὰ τὴν ὁποίαν τὰς 2 ἡμέρας τὴν ἑβδομάδα τὰ Ὑπουργεῖα θὰ εἶναι τελείως κλειστά. Τὰς ὑπολοίπους ἡμέρας 11 –2 θὰ γίνωνται δεκτοὶ οἱ κ. κ. βουλευταί. Αἱ ἡμέραι ὅμως τοῦ κλεισίματος τῶν Ὑπουργείων, δὲν θὰ συμπίπτουν· τὰ μὲν θὰ εἶναι κλειστὰ Δευτέραν καὶ Πέμπτην, τὰ δὲ Τρίτην καὶ Παρασκευήν. Ὁροθετικὴ γραμμὴ ἐτέθη ἡ ὁδὸς Ἀμερικῆς– Κολοκοτρώνη.
§6Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἶχα παρακαλέσει καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπανέρχομαι καὶ πάλιν εἰς τὸ ζήτημα ἐὰν θὰ δέχωνται οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ καὶ τὰ Ὑπουργεῖα τοὺς κ. πρώην βουλευτὰς ὡς καὶ τοὺς νῦν καὶ παρακαλῶ ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα.
§7Ι. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὰ Ὑπουργεῖα πρέπει νὰ δέχωνται κάθε ἡμέρα 12–2 ὅλον τὸν κόσμον, διότι ὁ κόσμος ἔρχεται ἀπὸ ἐπαρχίες καὶ ταλαιπωρεῖται.
§8Θ. ΧΑΒΙΝΗΣ (Ὑπουργ. Δημ. Ἔργων). Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν. Δύο φορὲς τὴν ἑβδομάδα θὰ δέχωνται τὸ κοινὸν τὰ Ὑπουργεῖα. Κατὰ τοὺς θερινοὺς δὲ μῆνας θὰ ἐργάζωνται τὰ Ὑπουργεῖα μέχρι 2¼ καὶ τὸ ἀπόγευμα ἑκάστης Τετάρτης.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, συμφώνως πρὸς ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος κατήρτισα τὴν Διακομματικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ τὴν μελέτην τοῦ ναυτιλιακοῦ ζητήματος ἐκ τῶν κ. κ. 1) Α. Πρωτοπαπαδάκη, 2) Π. Κάντζια, 3) Σ. Βελλιανίτη, 4) Μ. Αἰλιανοῦ, 5) Θ. Κιζάνη, 6) Γ. Βασιλειάδη, 7) Δ. Παπαμιχαλοπούλου, 8) Ι. Ζίγδη, 9) Γ. Χατζησταυρῆ, 10) Π. Εὐριπαίου, 11) Ν. Ζορμπᾶ, 12) Δ. Ἀλιπράντη, 13) Π. Λιαρούτσου, 14) Λ. Μπουρνιᾶ, 15) Σ. Χατζήμπεη, 16) Κ. Ἀποσκίτη, 17) Δ. Ντάγγα, 18) Τ. Πάρρη, 19) Α. Σακελλαρίου καὶ 20) Α. Στράτου. Ἀνακοινῶ ἐπίσης τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Π. Χατζηπάνου. Ἀθῆναι τῇ 17 Μαΐου 1950 «Ἀξιότιμε Κύριε Πρόεδρε. Κατόπιν τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν ὑγρῶν καυσίμων, τοῦ ὁποίου ἔλαβον γνῶσιν ἐκ τῶν σημερινῶν ἐφημερίδων, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν τὴν Βουλήν, ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς πρὸς ἔλεγχον τῶν ἀφορώντων τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου πολιτείαν μου. Λυποῦμαι, διότι ἡ ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας παραίτησίς μου, τὴν ὁποίαν ἐν πάσῃ περιπτώσει θέτω εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται νὰ εὐχεράνῃ τὴν ταχυτέραν δικαστικὴν κρίσιν περὶ τῆς διὰ τοῦ βουλεύματος τούτου ἐκ προφανοῦς πλάνης διαμορφουμένης εὐθύνης μου. Λυποῦμαι ἰδιαιτέρως διότι ὁ κατὰ βαθεῖαν πεποίθησιν ἐρριζωμένος εἰς τὴν συνείδησίν μου σεβασμὸς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει σήμερον ἀνευθύνους παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν ἀφορωσῶν με σκέψεων καὶ συμπερασμάτων τοῦ βουλεύματος. Μόνον ἐνώπιον τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ δυνηθῶ ὑπευθύνως νὰ ἀντικρούσω πάντας καὶ νὰ ἀποδείξω τὴν ἀλήθειαν. Διότι, ἀτυχῶς, ἐπὶ Δικαστηρίῳ λόγῳ ἀναρμοδιότητος, ἀκόμη καὶ ἀποβάλλων τὴν βουλευτικήν μου ἰδιότητα, δὲν ἔχω τὴν εὐχέρειαν ταύτην, προκειμένου περὶ κατηγορίας ἀναφερομένης εἰς ἄσκησιν Ὑπουργικῶν καθηκόντων. Ἐλπίζω, ἐν τούτοις, ὅτι καὶ ὑμεῖς κ. Πρόεδρε καὶ ἡ Ἐθν. Ἀντιπροσωπεία θὰ συμφωνήσῃ ὅτι ἐκ τοῦ βουλεύματος τούτου γεννᾶται ἀμέσως δι’ ἐμὲ ἠθικὸν ζήτημα, τοῦ ὁποίου δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ταχεῖαν ἐκκαθάρισιν διὰ τῆς συστάσεως τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἀρνηθῇ τὴν πρὸς τοῦτο συγκατάθεσίν της. Μετὰ τιμῆς Π. Β. Χατζηπᾶνος»
§10Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν γενομένην αἴτησιν τοῦ κ. Χατζηπάνου. Τὸ θέμα αὐτὸ ἐπροκάλεσεν ἀφ’ ἑνὸς θόρυβον εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην καὶ τὰς ἐφημερίδας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μένει ἀκάλυπτος ἕνας Ὑπουργός, ἀσκήσας τὰ καθήκοντά του καὶ δυστυχῶς ὡς εἶναι γνωστόν, δὲν τοῦ παρέχεται οὐδεμία εὐχέρεια ἀπὸ οἱουδήποτε βήματος ἐπισήμου ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀνακρίβειαν τῶν ἀποδιδομένων εἰς αὐτὸν κατηγοριῶν καὶ ἑπομένως ν’ ἀποδείξῃ τὴν ἀλήθειαν. Φρονῶ, ὅτι ὅπως γράφει καὶ ὁ κ. Χατζηπᾶνος, ἐφ’ ὅσον αἱ κατηγορίαι ἀφοροῦν τὴν περίοδον τῆς ἀσκήσεως ὑπ’ αὐτοῦ τῶν Ὑπουργικῶν καθηκόντων καὶ ἡ παραίτησις ἢ μὴ παραίτησις ἐκ τῆς ἀσυλίας δὲν συντελεῖ εἰς οὐδέν, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὴν παροχὴν εὐχερείας πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας, δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδός. Νομίζω, ὅτι καὶ τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ σώματος —ἐφ’ ὅσον εἶναι πιθανὸν αὔριον νὰ ἀσκήσωμεν τὰ καθήκοντα ποὺ ἤσκησεν ὁ κ. Χατζηπᾶνος—ἐπιβάλλει ὅπως δώσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὴν δυνατότητα εἰς τὸ κατηγορούμενον πρόσωπον νὰ δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἐνώπιον οἱασδήποτε τεταγμένης ἀρχῆς τὴν κατηγορίαν, καὶ νὰ δύναται ν’ ἀπολογηθῇ καὶ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἀλήθειαν ἢ τὸ ὀλιγώτερον νὰ τοῦ παρασχεθῇ πρὸς τοῦτο τὸ Βῆμα τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς Ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους. Ἐπὶ πλέον θὰ εἶχα νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἀσκηθεῖσα πολιτικὴ κατὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τοῦ διαχειριζομένου τότε τὰ ζητήματα τῆς ἁρμοδιότητός του, δὲν ἠσκήθη κατ’ οὐσίαν, κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ ἠσκήθη καθ’ ὁλοκλήρου τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, μολονότι αἱ πράξεις τῆς ἀσκήσεως τῶν καθηκόντων ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἀφοροῦν τὸν ἀσκήσαντα ταύτας. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ μίαν Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ ἐργασθῇ ἐντατικῶς καὶ συντόνως καὶ νὰ ἐπιτελέσῃ ὅτι ὁ νόμος ὁρίζει, εἰς τρόπον ὥστε, βάσει τοῦ πορίσματος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ν’ ἀποφασίσωμεν τί θὰ κάνωμεν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλή, ὅπως καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις, θὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ἰδίαν ὁδὸν ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἥτις δίδει εἰς τοὺς δημοσίους ἄνδρας τὴν εὐχέρειαν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος νὰ δώσουν λόγον τῶν πράξεών των, ὅπως ἐπίσης δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, βάσει τῶν στοιχείων νὰ μορφώσουν γνώμην ἐπὶ τῶν ἀποδιδομένων κατηγοριῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ τὴν δυνατότητα ν’ ἀποκαθίσταται ἡ τιμὴ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἢ νὰ τιμωροῦνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρεξέκλιναν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των.
§11Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον καθ’ ὅλην τὴν τετραετίαν συνήνεσε πάντοτε εἰς τὴν παραπομπὴν εἰς Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔθιγον ὑπολήψεις πολιτικῶν προσώπων, δὲν θὰ ἀρνηθῇ καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Χατζηπάνου.
§12Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν συμφωνοῦμεν διὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ἀλήθειαν καὶ διαπιστωθῇ τοῦτο, θὰ λείψῃ πᾶσα ὑπόνοια, ἡ ὁποία θὰ βαρύνῃ τὸν πολιτικὸν κόσμον.
§13Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡμεῖς συμφωνοῦμεν νὰ γίνῃ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ ταχθῇ τακτὴ προθεσμία.
§14Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ θέσω μίαν ἄποψιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ τὴν Ἐπιτροπήν, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι αὐτὸ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὸ Σύνταγμα. Διότι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς βουλεύματος, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνει βαρεῖαν κατηγορίαν ἐναντίον ἑνὸς μέλους τοῦ Σώματος. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὁ Ὑπουργὸς ἐναντίον τοῦ ὁποίου στρέφεται τὸ βούλευμα, δύναται νὰ προσβάλῃ τοῦτο δημοσίᾳ. Ἀλλ’ ἐδῶ ὑπάρχει ἕνα κενὸν Συνταγματικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει ἐπειγόντως νὰ πληρώσῃ ἡ Βουλή. Ὅπως γνωρίζομεν, ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν εἶναι ἕνας νόμος τοῦ 1927, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει διατάξεις δύο κατηγοριῶν. Οὐσιαστικὰς εἰς τὰ ἄρθρα 1–9, αἱ ὁποῖαι καθορίζουν τὰ ἀδικήματα καὶ διατάξεις διαδικαστικάς, ἄρθρα 10–61, αἱ ὁποῖαι καθορίζουν τὴν διαδικασίαν, βάσει τῆς ὁποίας γίνεται ἡ κατηγορία ἐναντίον Ὑπουργῶν. Ὅπως γνωρίζομεν, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἐδέχθη δικαστήριον, τὸ ὁποῖον συγκροτεῖ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ δικάζῃ ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων αὐτῶν. Τὸ Σύνταγμα τῆς Δημοκρατίας ἠκολούθησε νέαν ὁδόν. Καθώρισεν ὡς ἁρμόδιον Δικαστήριον τὴν Γερουσίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ τούτῳ εἰδικῶς συγκροτουμένη ἐδίκαζε τὰ ἀδικήματα τῶν Ὑπουργῶν καὶ ὥριζε καὶ τὴν σχετικὴν διαδικασίαν. Ὅταν τὸ 1935 ἐτέθη εἰς ἰσχὺν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, αὐτομάτως ἠτόνησεν ὁ νόμος 3398, ὁ ὁποῖος προέβλεπε περὶ τῆς διαδικασίας ἐνώπιον τῆς Γερουσίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι νὰ ψηφίσῃ ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον νὰ κηρύξῃ ὑπερεπείγοντα. Δι’ αὐτὸ ὑποβάλλω πρότασιν νόμου «περὶ ρυθμίσεως ζητημάτων τινῶν, ἀναγομένων εἰς τὴν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νομοθεσίαν», οὕτως ὥστε νὰ ἐπανέλθουν ἐν ἰσχύϊ αἱ διαδικαστικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου ΦΠΣΤ τοῦ 1877. Ἡ πρότασις αὐτὴ νόμου θὰ πληρώσῃ ἕνα κενόν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς προηγουμένης Βουλῆς καὶ μέχρι σήμερον καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον συνάδελφον ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Δικαστηρίου νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τιμήν του ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ εὐθύνη, ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ εὐθύνη νὰ ἐπιβληθοῦν αἱ κυρώσεις τοῦ νόμου.
§15Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, τὸ θέμα τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ρυθμίζεται κατὰ διάφορον τρόπον, ὡς ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος κ. Μαῦρος, διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ἐρρυθμίζετο κατὰ διάφορον τρόπον διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Μετὰ τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, νομίζω ὅτι ἡ δημιουργηθεῖσα νομικὴ κατάστασις εἶναι ἡ ἑξῆς: Αὐτομάτως πᾶσαι αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατηργήθησαν ἢ μετεβλήθησαν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, συνεπείᾳ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος τοῦ 27 ἠτόνησαν, περιλαμβανομένης καὶ τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία κατήργησεν εὐθέως διατάξεις τινὰς τοῦ νόμου ΦΠΣΤ. Συνεπῶς σήμερον αὐτομάτως ὁλόκληρος ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἀναβιώσας ἰσχύει ὡς ἴσχυε κρατοῦντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐπ’ αὐτοῦ προέκυψε καὶ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἔχει μάλιστα ἐκδοθῆ ἀπόφασις τῆς Ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, νομίζω ἡ ὑπ’ ἀριθ. 438 τοῦ 1948, ἡ ὁποία ἔχει ἐπιλύσει τὸ ζήτημα. Συνεπῶς δὲν νομίζω ὅτι συντρέχει λόγος καταθέσεως σχεδίου ἢ προτάσεων νόμου, διότι δὲν ὑπάρχει κενὸν πρὸς πλήρωσιν.
§16Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναντιρρήτως μία θεωρία, ἡ ὁποία λέγει ὅτι ὅταν καταργῆται νόμος ὁ ὁποῖος καταργεῖ ἄλλον νόμον, ἀναβιώνουν καὶ οἱ νόμοι οἱ καταργηθέντες. Ἀλλὰ δὲν εἶναι γενικῶς παραδεδεγμένη. Ἀντιθέτως κρατεῖ ἡ ἄποψις ὅτι ἡ κατάργησις νόμου καταργοῦντος ἄλλον νόμον δὲν ἔχει ὡς συνέπειαν τὴν ἀναβίωσιν τῶν καταργηθέντων νόμων. Ἀλλὰ θὰ ἤθελα νὰ ἔχω τὴν γνώμην σας ἐπὶ τούτου: Τί θὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπή, ὅταν ὑπάρχῃ βούλευμα; Θὰ θέσωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΦΠΣΤ; Ὑπάρχει στάδιον συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἐφ’ ὅσον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀπεφάνθη ἤδη;
§17Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ ἄποψις ὅτι ἐν προκειμένῳ ἡ δικαστικὴ κρίσις δεσμεύει τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι προσκρούει εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς εἰδικῆς δωσιδικίας τῶν Ὑπουργῶν. Διότι ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς δωσιδικεῖ κατὰ ἰδιαίτερον τρόπον μόνον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ κρίσις κοινοῦ ποινικοῦ δικαστηρίου νὰ δεσμεύῃ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία μόνη δύναται νὰ κατηγορήσῃ Ὑπουργόν.
§18Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰδικώτερον ὑπὲρ τῆς ἀπόψεώς σας καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργούς της. Κατὰ συνέπειαν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχουν αἱ προϋποθέσεις τῆς ἀσκήσεως τῆς διώξεως. Τὸ λέγω τοῦτο διὰ νὰ τονίσω ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς.
§19Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, ἤχθη τὸ θέμα εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Εἶχον μηνυθῆ Ὑπουργοί, μὲ κατηγορίαν ὅτι δὲν ἐξετέλουν τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν ὀργανικὸν περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὁ μὴ συμμορφούμενος μὲ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὑπέχει ποινικὴν εὐθύνην.
§20Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρητικήν.
§21Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ «θεωρητικὴν» ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ τὸ κάμῃ καὶ πρακτικὴν εὐθύνην, διότι ἄλλως εἶναι γελοιοποίησις τῶν πάντων. Ὁ Ἄρειος Πάγος, λοιπόν, εἶπεν ὅτι ὑπάρχει τὸ ἀδίκημα, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐπιληφθῇ. Ἁρμόδιον εἶναι τὸ Δικαστήριον τὸ δικάζον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Καὶ τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει, διότι κατηργήθη ἡ Γερουσία, κατηργήθη τὸ εἰδικὸν δικαστήριον τῶν 30 γερουσιαστῶν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχει ἕνα ἀμφισβητούμενον θέμα, ὀρθὸν εἶναι νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαύρου καὶ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Δὲν χάνομεν τίποτε νὰ εἴπωμεν ὅτι ἰσχύει ὁ παλαιὸς νόμος. Ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι πᾶσαν νομικὴν ἀμφισβήτησιν νὰ τὴν τέμνῃ, διὰ τῆς ἀσκήσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τῆς παρέχει τὸ Σύνταγμα. Τοῦτο εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀληθές, καθ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἐξουσίαν τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν νόμων ὅταν ὑπάρχῃ εἰς τὰ δικαστήρια νομικὴ ἀμφισβήτησις.
§22Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ἔλαβον διέπεται ἀπὸ τὴν ἑξῆς ἀρχήν: Νὰ μὴ ρυθμισθῇ διὰ νόμου ἐκκρεμοῦντος συγκεκριμένον ζήτημα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ ἀπὸ τὴν ὁποίαν διέπομαι. Εἶναι μία ἀρχὴ δικαίου καὶ ἀντικειμενικότητος. Δὲν νομίζω ὅτι εἰς τὴν οὐσίαν ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μαύρου καὶ τῶν ἀπόψεων τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω, διότι ὁ κ. Μαῦρος ζητεῖ διὰ νόμου νὰ θεσπισθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρεῖ ὅτι αὐτομάτως ἰσχύει. Κατατιθεμένης προτάσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψουν ζητήματα κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν λύσιν, ἡ ὁποία θεωρεῖ αὐτομάτως ὑφιστάμενον τὸ νομικὸν ἐκεῖνο καθεστώς, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Μαῦρος νὰ καθιερωθῇ διὰ ψήφου τῆς Βουλῆς.
§23Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον θετικόν, δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δωσιδικοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία ἐὰν ἰσχύῃ ὁ νόμος καὶ ὅτι καταργηθέντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἐπαναβιώσαντος τοῦ 1911 ἐπανεβίωσεν ὁ νόμος περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε νομίζω, συμφωνῶν μὲ ὑμᾶς, ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν διάστασιν γνωμῶν, ἡ ὁποία ὑπάρχει διὰ μίαν θετικὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία καὶ οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους λέγατε τοὺς ἀποδέχομαι, διότι ἐφ’ ὅσον θὰ συζητηθῇ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ ὑπάρχων νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὑπάρχοντος Ὑπουργοῦ ὑπὸ κατηγορίαν, τὸ πρᾶγμα δίδει ἀφορμὴν μιᾶς ἀκριβοῦς ἐρεύνης καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταχειρισθῇ τρόπον ἀπάδοντα ἐντελῶς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τὴν συζήτησιν τὴν ὁποίαν διεξάγομεν τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἀποκρυσταλλώσωμεν τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, νομίζω ὅτι δὲν ὑφίσταται περαιτέρω ἀνάγκη ἄλλης πράξεως τῆς Βουλῆς.
§24Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι τὸ θέμα τὸ νομικόν, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη, θὰ πρέπῃ κάπως νὰ λυθῇ καὶ χαίρω πολύ, διότι ἐγένετο καὶ πρότασις ἀπὸ τῆς πλευρᾶς ἐκείνης. Νὰ γίνῃ ἑπομένως ἡ σύστασις Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁριζομένης προθεσμίας ταχυτάτης. Καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, διαρκούσης τῆς πορείας τῆς ὑποθέσεως, νὰ ἐπιλαμβάνεται αὕτη νομοθετικῶν μέτρων σχετικῶς μὲ μίαν ὑπόθεσιν ἐκκρεμοῦσαν, νὰ κριθῇ τότε αὕτη ἀπὸ τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ληφθοῦν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα καὶ τότε ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ πλειοδοτήσωμεν. Ὅπως ἐξεδηλώθη ἡ ἀντίληψις ἐκ μέρους ἐκείνης τῆς πλευρᾶς, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ μία Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, διότι ἐπανειλημμένως εἰς τοιαύτας ἀναλόγους περιστάσεις ἐγένοντο Ἐξεταστικαὶ παντοῦ Ἐπιτροπαὶ καὶ τὸ πόρισμα αὐτῶν ἐξεταζόμενον ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ κρίνῃ καὶ θὰ τάμῃ τὴν ὁδόν, ἐὰν πρόκειται περὶ διώξεως ἢ μή. Νομίζω ὅτι εἶναι σαφὲς τὸ πρᾶγμα. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφίνωμεν ἐντελῶς ἀναπολόγητον ἕν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει οὐδὲν ἄλλο βῆμα διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ δώσῃ τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρειάζονται ἐν προκειμένῳ.
§25Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δύο χωριστὰ ζητήματα ἐτέθησαν ἀπόψε. Τὸ ἕν εἶναι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν κατηγορίαν ἡ ὁποία διατυπώνεται εἰς δικαστικὸν βούλευμα ἐναντίον Βουλευτοῦ τέως Ὑπουργοῦ. Τὸ ἄλλο εἶναι ἡ πρότασις τοῦ συναδέλφου κ. Μαύρου περὶ πληρώσεως τοῦ κενοῦ ποὺ ὑπάρχει, ἐν σχέσει μὲ τὴν νομοθεσίαν «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα. Πράγματι εἰς πάντα κατηγορούμενον, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς κατηγορούμενον διαχειρισθέντα τὰ κοινά, ὑπὸ τὴν ἐπισημοτάτην τῶν ἰδιοτήτων, εἰς ἕν ἐλεύθερον πολίτευμα, πρέπει νὰ δίδωνται τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καὶ δι’ αὑτὸν ἰσχύει τὸ ἀξίωμα ὅτι πᾶς κατηγορούμενος, μέχρι τῆς καταδίκης του τεκμαίρεται ἀθῶος. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω εἰδικῶς διὰ τὸν τέως Ὑπουργὸν κ. Χατζηπᾶνον νὰ ἀποδειχθῇ ἀθῶος. Τὸ ζήτημα ὅμως εἶναι ἄλλο: Ποῖος εἶναι ὁ ἐπιβεβλημένος δρόμος, διὰ νὰ παρασχεθοῦν εἰς τὸν κατηγορούμενον πρώην Ὑπουργὸν τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του. Ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι ἐν προκειμένῳ ὁ δρόμος. Παρατηρῶ, ἐν πρώτοις, ὅτι εἰς τὴν προηγουμένην Βουλὴν κάπως διηυρύνθη ἡ ἔννοια καὶ ὁ σκοπὸς τῶν Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν. Αἱ Ἐπιτροπαὶ αὐταί, τὸ γνωρίζετε ὅσον καὶ ἐγώ, εἶναι θεσμὸς ἀναγόμενος εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, εἰς τὴν σχέσιν Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς. Εἶναι ἕνα ἀκραῖον καὶ σκληρὸν μέσον ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ ἐξεταστικήν, δηλαδὴ ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ὅταν δυσπιστῇ, ὅταν δὲν ἱκανοποιῆται ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις καὶ τὰς πληροφορίας ποὺ δίδει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν γεγονότων ποὺ τὴν ἐνδιαφέρουν. Ἡ ἔρευνα ἐπὶ τῆς εὐθύνης ὡρισμένου Βουλευτοῦ, ἔστω καὶ πρώην Ὑπουργοῦ, ἔρευνα ἐπὶ ποινικῆς αὐτοῦ εὐθύνης δι’ ὑπουργικὰς πράξεις, δὲν εἶναι πρᾶγμα ποὺ ἐμπίπτει εἰς τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν. Αἱ Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαὶ κυρίως ἐκφράζουν ἤδη μίαν δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἀπονέμουν δικαιοσύνην πρὸς κατηγορηθέντα Ὑπουργόν. Ὁ τέως Ὑπουργὸς καὶ νῦν Βουλευτής, ἐφ’ ὅσον κατηγορήθη ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς δι’ ὑπουργικὰς πράξεις του, θὰ ὑπερασπισθῇ τὸν ἑαυτόν του μόνον διὰ τῆς διαδικασίας ἡ ὁποία προβλέπεται διὰ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ εὐθύνη αὕτη εἶναι ἰδιάζουσα καὶ διάφορος ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην καὶ ἐκείνην τὴν ὁποίαν δυνατὸν νὰ ὑπέχῃ ὁ Βουλευτής. Ἑπομένως διὰ τὸν κατηγορούμενον τέως Ὑπουργὸν μία ὁδὸς ὑπάρχει, ἡ ὁδὸς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Διότι κατηγορεῖται διὰ πράξεις τῆς ὑπουργικῆς του ἐξουσίας. Ἑπομένως μένει τὸ θέμα, ποία εἶναι ἡ σημερινὴ νομοθεσία περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, εἰδικῶς ὡς πρὸς τὴν διαδικασίαν. Πράγματι ὑπάρχει ἕνα κενόν. Δὲν εἶναι ἀκίνδυνον νὰ δεχθῶμεν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τὴν ἀρχήν, ὅτι ἐὰν ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος καταργεῖ προηγούμενον νόμον κατηργήθη, ἀναβιοῖ αὐτομάτως ὁ παλαιὸς καταργηθεὶς νόμος. Εἶναι ἀρχή, τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ δὲν γνωρίζομεν εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα ἠμπορεῖ ἑκάστοτε νὰ μᾶς ἀγάγῃ. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὡς ὀρθὸν καὶ ἀναγκαῖον τέτοιο συμπέρασμα, διότι μεταξὺ καταργήσεως τοῦ νέου καὶ ἀναβιώσεως τοῦ παλαιοῦ, ἠμπορεῖ νὰ εἶναι προτιμότερον κάτι ἄλλο, διάφορον καὶ πρὸς τὰ δύο. Φέρ’ εἰπεῖν, ἐπειδὴ κατηργήθη ὁ νόμος τοῦ 1928 περὶ τῆς διαδικασίας τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ θεσπισθῇ ἄλλη διαδικασία καλλιτέρα καὶ αὐτῆς καὶ ἐκείνης τοῦ νόμου τοῦ 1877, ὁ ὁποῖος κατηργήθη τὸ 1928. Δι’ αὐτὸ δὲν δέχομαι τὴν ἄποψιν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἔστω καὶ ἄν στηρίζεται εἰς ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν τὸ νομίζω οὔτε κοινοβουλευτικόν, οὔτε Συνταγματικόν, διὰ τὸν ἑξῆς ἀκόμη λόγον. Ἐδῶ, κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ θεσμοῦ σοβαρωτάτου. Οἱ Ὑπουργοὶ διαχειρίζονται τὰ κοινά. Καὶ ἡ δρᾶσις των συμβαδίζει μὲ τὸν θεσμὸν τῆς ποινικῆς εὐθύνης των ὡς μιᾶς ἐκ τῶν βασικῶν ἐγγυήσεων τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Δὲν εἶναι μόνη ἐγγύησις ἡ πολιτικὴ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν. Εἶναι καὶ ἡ ποινικὴ ὡς ἕν τῶν θεμελιωδῶν ἱστορικῶν στοιχείων τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἐρωτῶ: Προκειμένου περὶ τοιούτου στοιχείου τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ὀρθὸν νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἀοριστίαν περὶ τοῦ τί ἰσχύει; Ὁ νόμος ὁ πάγιος τοῦ Τρικούπη καθιερώνει τὰς περιπτώσεις τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τὸ οὐσιαστικὸν Δίκαιον. Ἀλλὰ τὸ πρακτικῶς σπουδαιότερον εἶναι ἡ διαδικασία. Εἶναι σωστὸν εἰς τὸ θέμα αὐτὸ νὰ εὑρισκώμεθα εἰς ἀοριστίαν καὶ νὰ στηριζώμεθα εἰς ὅ,τι ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπεφάνθη χθές: Νομολογία εἶναι αὐτή, αὔριον μεταβάλλεται. Καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὑπεράνω τῆς νομολογίας δὲν εἶναι ἡ θέλησις ἡμῶν ὡς Σώματος νομοθετοῦντος καὶ ὡς Σώματος πολιτικοῦ; Καὶ δὲν εἶναι ὀρθότερον νὰ γνωρίζωμεν ὁ καθ’ ἕνας ἐὰν ποτὲ γίνωμεν Ὑπουργοί, ὑπὸ ποίαν διαδικασίαν θὰ κριθῶμεν ἐὰν παραβῶμεν τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐὰν εὑρεθῶμεν μίαν ἡμέραν ὑπόδικοι; Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαύρου εἶναι, κατ’ ἀρχήν, ὀρθή. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπῃ νὰ λάβῃ μορφὴν ἑρμηνευτικοῦ νόμου ἢ ἐὰν εὐθέως πρέπῃ νὰ ὁρίσῃ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1935 ποὺ κατηργήθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὅτι ἀπὸ τοῦ 1935 ποὺ κατηργήθη τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ ἐπανεφέρθη εἰς ἰσχὺν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ἀνεβίωσαν αἱ διαδικαστικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου ΦΠΣΤ. Συνοψίζω: Τάσσομαι ἐναντίον τῆς Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ βοηθήσῃ τὸν κατηγορούμενον, ἐν προκειμένῳ, Βουλευτήν. Διότι εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ Ἐπιτροπή; Θὰ βγάλῃ ἕνα πόρισμα, ἐνδεχομένως ἀθωωτικὸν διὰ τὸν Ὑπουργόν. Παραμένει ὅμως τὸ δικαστικὸν ἐναντίον του βούλευμα. Καὶ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ καὶ κάτι χειρότερον. Ἐκ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως ἐναντίον τῶν συναιτίων τοῦ Ὑπουργοῦ ἠμπορεῖ νὰ παραμείνῃ μία κατηγορία ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔστω καὶ ἄν δὲν ἐδικάσθη, καὶ ἡ κατηγορία αὐτὴ δὲν ἐξαλείφεται, διότι τὸ πόρισμα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἠμπορεῖ μὲν οὐσιαστικῶς νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ κατηγορηθέντος, ἀλλὰ τυπικῶς δὲν ἠμπορεῖ, διότι ἀποτελεῖ ποινικὴν ἀπόφασιν ἀπαλλακτικὴν τοῦ κατηγορηθέντος. Ἑπομένως ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως δὲν τὸν βοηθοῦμεν. Ὄσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον θέμα, τάσσομαι μὲ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Μαύρου.
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς θὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν ἀναδρομικῶς;
§27Α. ΣΒΩΛΟΣ. Αἱ οὐσιαστικαὶ διατάξεις δὲν ἐθίγησαν, πρόκειται περὶ δικονομικῶν διατάξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἰσχύει ἡ ἀναδρομικότης τοῦ νόμου.
§28Θ. ΔΕΣΥΛΛΑΣ. Κρίνετε δικαιολογημένην τὴν ἀπόφασιν τὴν παραπεμπτικὴν τοῦ βουλεύματος; Ἠμπορεῖ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δὲν ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν, νὰ κατηγορῆται ἀναπολόγητος;
§29Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ἐδῶ νὰ κρίνωμεν τὸ βούλευμα. Εἶναι καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐλέγξιμος, πιθανὸν νὰ ἔσφαλε τὸ βούλευμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ χῶρος καὶ οἱ ἄνθρωποι ποὺ θὰ τὸ ἐλέγξουν μετὰ κύρους νομικοῦ.
§30Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὴ ἡ κατηγορία ἡ ἀποδιδομένη διὰ τοῦ βουλεύματος εἶναι κατ’ οὐσίαν ἀνεξέλεγκτος, διότι δὲν χωρεῖ ἀνακοπή. Θέλω νὰ ἐπαναλάβω ὅτι αὐτὴ ἡ κατηγορία εἶναι μία ἀνεξέλεγκτος πρᾶξις ἐναντίον ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ ἀσκήσαντος ἕνα ἀνώτατον λειτούργημα, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν ἠμπορεῖ αὐτὸ τὸ πρόσωπον νὰ ἀμυνθῇ παρὰ μόνον ἐὰν ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἢ μιᾶς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα. Δι’ αὐτὸ ἐπιμένω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, χωρὶς νὰ ἀποκρούω τὴν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε. Ὑπάρχει ἕνα ἀδίκημα. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἀδίκημα, θὰ ἐκάμνατε ἕνα νόμον διὰ τὸ ἀδίκημα αὐτό. Δι’ αὐτὸ ἐπανέρχομαι ἐπὶ τῆς ἀπόψεως τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν. Ἐπιβάλλεται, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, νὰ κάμητε ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, διότι αὐτὸ συνέβη καὶ ἄλλοτε. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐπιβάλλεται ἀπολύτως νὰ γίνῃ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, νὰ ταχθῇ χρονικὸν ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ φέρῃ τὸ πόρισμά της καὶ μετὰ τοῦτο, ἐὰν γεννηθοῦν ζητήματα ἢ ἀμφιβολίαι ἐκ τοῦ ἐλέγχου τὸν ὁποῖον θὰ κάμῃ ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, τότε ἠμπορεῖ ἡ Βουλή, ἐὰν θέλῃ, νὰ λάβῃ τὸ μέτρον αὐτὸ ἢ ὄχι. Ἐγὼ μάλιστα ἔθιξα ἐξ ἀρχῆς, ὅταν ὑπεστήριζα τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Χατζηπάνου, εἶπον ὅτι ὑπάρχει τὸ κενὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ πρέπῃ νὰ πληρωθῇ. Ἡ πλήρωσις τοῦ κενοῦ, ἡ ἀπαραίτητος, σήμερον εἶναι ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία.
§31Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε, κύριε Πρόεδρε, περὶ πολιτικῆς εὐθύνης, ἀλλὰ δὲν πρόκειται δυστυχῶς περὶ αὐτοῦ. Πολιτικὴ εὐθύνη δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, εἰμὴ μόνον ὡς πρὸς σημερινὸν Ὑπουργόν.
§32Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀπεσαφήνισα εἰς τὴν ἀρχήν, διότι εἶπον ὅτι ὁ ἀσκηθεὶς ἔλεγχος ἀντὶ νὰ στρέφεται κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀπὸ τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας γνώμης, στρέφεται κατὰ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ του. Ἔκαμα μίαν διάκρισιν καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ εὐθῦναι νὰ ἀφοροῦν τὰ κόμματα ὅταν ἐκδιδομένης μιᾶς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία καταδικάζει ἕνα μέλος τοῦ Κόμματος, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τούτου δὲν λαμβάνει τὰ δέοντα μέτρα.
§33Α. ΣΒΩΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, περὶ αὐτοῦ. Ἐδῶ ἕνας Βουλευτής, πρώην Ὑπουργός, δι’ ἑνὸς δικαστικοῦ βουλεύματος κατηγορεῖται συγκεκριμένως δι’ ὡρισμένην πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐὰν εἶναι ἀληθής, ἐμπίπτει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργοῦ.
§34Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῖος θὰ τὸ ἐξετάσῃ;
§35Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ κατηγορουμένου διὰ πρᾶξιν τῆς ὑπουργίας του, δὲν βλέπω ἄλλον τρόπον νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ μέσον μιᾶς ὑπερασπίσεως, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ἐντύπωσιν ποὺ ἐδημιούργησεν ἕνα βούλευμα, δὲν βλέπω παρὰ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ πῶς θὰ ἀνατρέψῃ τὸ βούλευμα ποὺ εἶναι εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου;
§36Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν παρακολουθῶ αὐτὰ τὰ θέματα διὰ νὰ γνωρίζω τοὺς νόμους, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχει νόμος καθορίζων τὰς ἐργασίας τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὴν διαδικασίαν. Ὑπάρχει, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ νόμος τοῦ 1911. Λέγω ὅτι ἡ ἔννοια τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν δὲν νομίζω ὅτι δὲν εἶναι αὐτή. Δηλαδὴ κατηγορεῖται ὁ πρώην Ὑπουργός, κάμνομεν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν. Νομίζω ὅτι εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια.
§37Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ἡ Βουλὴ κατηγορεῖ τοὺς Ὑπουργούς, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ πρέπῃ νὰ ἔχῃ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον κρίνουσα καὶ ἐκτιμῶσα νὰ μεταβάλῃ εἰς κατηγορητήριον. Ποῖον εἶναι, λοιπόν, τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον θὰ πείσῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅτι τὸ Α. μέλος της, πρώην Ὑπουργός, εἶναι παραπεμπτέος διὰ τὴν Α. πρᾶξιν; Αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐρώτημα. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κενὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ πληρωθῇ διὰ μιᾶς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ Βουλὴ ὑποχρεωμένη νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον συνεκέντρωσεν ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη, ὄχι μόνον διότι δὲν ἤκουσε τὸν κατηγορούμενον, ἀλλὰ διότι κατ’ ἄλλον τρόπον κρίνει ἡ τακτικὴ δικαιοσύνη καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Καὶ εἰς τὴν διαφορὰν αὐτὴν τοῦ τρόπου τῆς κρίσεως καὶ σταθμίσεως τῶν μέτρων τῆς παραπομπῆς ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, εἰς τὴν διαφορὰν ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον ἐστηρίχθη τὸ Σύνταγμα. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, ἔστω καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν καὶ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς συγκεντρώσεως τοῦ αὐτοῦ δικαστικοῦ πραγματικοῦ ὑλικοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου κρίνουσα, ἐκτιμῶσα καὶ στηριζομένη θὰ παραπέμψῃ τὸν οἱονδήποτε πρώην Ὑπουργόν.
§38Α. ΣΒΩΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι ἔχω ἤδη ἀπαντήσει. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα εἶναι δύο χωριστὰ θέματα εἰς τὸ ἄρθρον, νομίζω, 58.
§39Φ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ 80 εἶναι αὐτό. Τὸ 58 εἶναι περὶ συστάσεως Ἐπιτροπῆς.
§40Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἔστω. Πάντως ἔχομεν μίαν σαφῆ διάκρισιν μεταξὺ τῆς κινήσεως τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς κατὰ Ὑπουργῶν καὶ τῆς συστάσεως Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ κινήσῃ τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἡ Βουλή, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἕνα μόνον στοιχεῖον, λ. χ. τὸ βούλευμα, ἀλλὰ δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οἱαδήποτε στοιχεῖα, εἴτε ὑπέρ, εἴτε κατὰ τοῦ κατηγορηθέντος. Πάντως ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ συνδέεται ἐν γένει μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ τὴν σχέσιν Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς.
§41Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν νὰ πάρῃ τὸ βούλευμα, νὰ τὸ ἀναλύσῃ καὶ νὰ κάμῃ ἐπικρίσεις ἢ κρίσεις ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως; Θὰ παραλάβωμεν δηλαδὴ τὸ βούλευμα αὐτὸ καὶ θὰ εἴπωμεν εἰς τὸ τάδε σημεῖον εἶναι ἀνακριβές.
§42Α. ΣΒΩΛΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι δύο πράγματα διαφορετικά. Ἡ διαδικασία τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» δὲν εἶναι ἔλεγχος, εἶναι κατηγορία, εἶναι ποινικὴ κατηγορία. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ νόμου ΦΠΣΤʹ θὰ ὑποβάλουν τὴν πρότασιν περὶ ἀσκήσεως ποινικῆς διώξεως ἐναντίον Ὑπουργοῦ, ὑποτίθεται ὅτι θὰ ἔχουν ὡρισμένα στοιχεῖα εἰς χεῖρας των, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Βουλὴ πιθανὸν νὰ μὴν εὕρῃ τὰ στοιχεῖα αὐτὰ ἐπαρκῆ. Πόθεν θὰ ἀντλήσουν οἱ Βουλευταὶ αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, δὲν ἔχει σημασίαν. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς νομικῆς φύσεως τῶν δύο θεσμῶν καὶ ὄχι περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἀσκηθῇ ἡ δίωξις. Διότι ἐνδέχεται εἴτε νὰ μὴ ὑπάρξῃ πρωτοβουλία περὶ ἀσκήσεως διώξεως κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ὅτι τὰ στοιχεῖα εἶναι τόσον ἀνάξια λόγου, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπουν ἄσκησιν ποινικῆς διώξεως. Ἐὰν ὑπάρχουν Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι θεωροῦν ὅτι ἀρκεῖ τὸ βούλευμα διὰ τὴν δίωξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ στηριχθοῦν εἰς αὐτὰ τὰ στοιχεῖα. Ἄλλοι θ’ ἀντιτάξουν ἴσως αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅτι δὲν ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν, ὅτι δὲν ἔχει κῦρος τὸ βούλευμα αὐτὸ κλπ. Ἀλλὰ αὐτὰ εἶναι οὐσιαστικαὶ κρίσεις, προκειμένου νὰ ἀσκηθῇ ποινικὴ ἀγωγή. Ἡ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ ὅμως δὲν καλύπτει οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο.
§43Γ. ΜΑΥΡΟΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι πὼς θὰ παραχωρηθοῦν εἰς τὸν συνάδελφον τὰ μέσα ν’ ἀνατρέψῃ τὸ βούλευμα. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ εἴπῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν ἴχνος εὐθύνης τοῦ κατηγορουμένου Ὑπουργοῦ, πῶς ἡ Βουλὴ θὰ ἀπαγγείλῃ ἐν συνεχείᾳ κατηγορίαν ἐνώπιον εἰδικοῦ Δικαστηρίου διὰ ν’ ἀνατραπῇ τὸ βούλευμα;
§44Α. ΣΒΩΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου, χωρὶς νὰ εἰσέλθω ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§45Γ. ΚΟΪΝΗΣ. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ φιλολογία τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ πιθανὸν καὶ τὰ στοιχεῖα, ἢ καὶ ἐὰν τὰ ἔχῃ, δὲν θὰ πρόκειται ν’ ἀσκήσῃ ποινικὴν ἀγωγήν, ἢ νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα. Ποίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς; Ἐπειδὴ προεβλήθη ἀπὸ μέρους τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἡ παράκλησις διὰ νὰ δοθῇ ὁ τρόπος τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ συναδέλφου, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἠμποροῦσαν νὰ εἴπουν, νὰ ἀσκήσουν οἱ ἴδιοι, ἄν δὲν εὑρίσκουν ἄλλον τρόπον, οἱ ἴδιοι οἱ 20 Βουλευταὶ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, τὴν ὁποίαν προβλέπει ὁ νόμος, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἔρευνα ἡ δικαστική, διότι ἄλλως θὰ ἐμπλακῶμεν εἰς μίαν φιλολογίαν τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀφορᾷ πολιτικὸν ἔλεγχον. Ἄς φαντασθῶμεν ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ μία δικαστικὴ ἀπόφασις περὶ συνεργίας, ὁπότε μένει κενόν, διότι θὰ ἔλθῃ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχος, ἀλλὰ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ καταδικάζῃ διὰ συνεργασίαν.
§46Ι. ΠΡΟΚΟΠΑΚΗΣ. Ἡ σύστασις τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπαράδεκτος. Ὄχι πλέον διότι δὲν θέλομεν ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε διαχειριστὴς τῶν κοινῶν, Ἕλλην Ὑπουργός, ἀλλὰ διότι ἐὰν ἡ ἀπόφασις εἶναι ἐναντίον τοῦ κατηγορουμένου, δὲν θίγεται ἡ δικαιοσύνη, ἐὰν ὅμως εἶναι ἀπαλλακτική, θὰ στρέφεται ἐναντίον τῆς δικαιοσύνης, ὁπότε θὰ εἴμεθα ὑπόδικοι ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης.
§47Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ἀρχηγὸν τῆς ΕΛΔ, ὅτι δύο διακεκριμένα θέματα συνεζητήθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ἄν ἐνδείκνυται, δύναμαι νὰ εἴπω, καὶ ἂν ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, καὶ τὸ δεύτερον εἶναι ἄν πρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀντιμετωπίσῃ θαρραλέως καὶ εὐθέως τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ νόμου κανονίζοντος τὰ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν σοβαρῶς ἀμφότερα τὰ θέματα, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν εἶναι τριμερής. Εἶναι πολιτική, συνισταμένη εἰς τὴν ἀποπομπὴν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ σφάλλοντος Ὑπουργοῦ, εἶναι ποινική, συνισταμένη εἰς τὴν ὑπὸ ποινικοῦ δικαστηρίου καταδίωξιν τῆς παραβάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ εἶναι καὶ ἀστικὴ εὐθύνη, συνισταμένη εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ζημιωθέντα ἐκ τῆς παρανόμου πράξεώς του. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον θέμα, εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκθέσω πρὸ ὀλίγου τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλήν. Ὑποστηρίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη καὶ ἁπλῆ ἀμφιβολία ἄν ὑπάρχῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον, ἀμφιβολία ἐκδηλωθεῖσα καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τάμῃ τὸ ζήτημα. Θὰ ἦτο λυπηρόν, ἄν ἡ Βουλὴ δὲν ἐπελαμβάνετο τοῦ ζητήματος. Θὰ ἦτο καταδίκη τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἄν πᾶν ἀμφισβητούμενον νομικὸν θέμα δὲν τὸ ἔλυε, καθ’ ὃ ἔχει οὐ μόνον δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἥν ἔχει ὑποχρέωσιν, ἄν δὲν τὸ ἔλυεν ἀσκοῦσα τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἐξουσίαν, ἀλλὰ τὸ ἄφηνε νὰ τὸ λύσῃ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Τοιαύτη τις ἐνέργεια θὰ κατέληγεν εἰς σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἔμμεσος παραβίασις τοῦ Συντάγματος. Διὰ τὸ πρῶτον θέμα, λοιπόν, νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μαύρου. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον θέμα, τάσσομαι ἀποφασιστικῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον. Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, διὰ νὰ καταλογίσῃ εὐθύνην ἢ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀθωότητα τοῦ ἐγκαλουμένου Ὑπουργοῦ, μόνην ἔννοιαν θὰ εἶχε τὸ νὰ ἀπομακρύνῃ ἐνδεχομένως τὸν Ὑπουργὸν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον κατέχει. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Χατζηπᾶνος δὲν εἶναι σήμερον Ὑπουργός. Ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν ὡρισμένη ἐνέργεια βλαπτικὴ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ ἀποτελοῦσα παραβίασιν κειμένων νόμων καὶ ἑπομένως ὑπάρχει ἀδίκημα. Ἐπ’ αὐτοῦ ἐξεδόθη ἕν βούλευμα δικαστικόν, δὲν ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν, διότι λόγῳ τοῦ βουλευτικοῦ του ἀξιώματος δὲν ἠδύνατο νὰ ἀσκηθῇ δίωξις ἐναντίον του ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς, διότι καὶ ἡ κλῆσις εἰς ἀπολογίαν οἱουδήποτε κατηγορουμένου ἀποτελεῖ δίωξιν. Ὑποστηρίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, διὰ νὰ δοθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τὸν κατηγορούμενον συνάδελφον νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του. Παρατηρῶ, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς τάξεως, στενῶς ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, παρέχεται ἀπόλυτος ἡ εὐχέρεια νὰ ζητήσῃ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας του καὶ νὰ γίνῃ κίνησις τῆς διαδικασίας τῆς διώξεως βάσει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Συνεπῶς ἐπανερχόμεθα ἀμέσως πλέον εἰς τὸ πρῶτον θέμα, τῆς ἀνάγκης διαλευκάνσεως τῆς ὑποθέσεως. Κύριοι Βουλευταί, ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ συνεδριάσει, θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Ἑπομένως, ἡ ταχύτης τὴν ὁποίαν ἐπικαλοῦνται οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς ἀντιθέτου γνώμης, δὲν συντρέχει ἐν προκειμένῳ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ πρώτη μετὰ τὰς ἐκλογὰς Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου, ὡς πρῶτον ἔργον της ἐθεώρησε τὴν ἀνάγκην συστάσεως Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν πρὸς διαλεύκανσιν ὡρισμένων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ κοινὴ γνώμη ἐθεώρησεν ὡς ἐπιλήψιμα, ἀδιάφορον ἄν δικαίως ἢ ἀδίκως, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὴν κοινὴν γνώμην εἶχεν ἐπικρατήσει ἡ ἄποψις, ὅτι εἰς ὡρισμένα Ὑπουργεῖα ἐγένοντο ὑπερβασίαι, ὑπερβαίνουσαι τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Ἐθεωρήσαμεν τότε, ὡς Κυβέρνησις, ὑποχρέωσιν νὰ διαλευκάνωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀνεθέσαμεν εἰς ἀνωτάτους δικαστικούς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, τὴν διενέργειαν ἀνακρίσεων ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων. Εἶχεν ἀνατεθῆ τότε εἰς τὸν ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ ὡς Ὑπουργὸν τότε τῆς Δικαιοσύνης, ἡ πραγματοποίησις τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν, ἔκαμα δύο Ἐπιτροπάς, μίαν διὰ τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως τῶν αὐτοκινήτων καὶ ἄλλην εἰδικὴν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀφορᾷ σήμερον, δηλ. τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομίμου, τοῦ ὀρθοῦ καὶ τοῦ πρέποντος—εἶναι ἡ φράσις, καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, τῆς ὑπουργικῆς ἀποφάσεως—τῆς συμβάσεως τῶν ὑγρῶν καυσίμων. Ἡ ἐξέτασις ἀνετέθη εἰς τοὺς δικαστικούς, οἱ ὁποῖοι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἶναι ἀνώτεροι πάσης οἱασδήποτε ὑποψίας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως τότε, ἐχαρακτήρισε τὴν τοιαύτην ἰδικήν μου ἐνέργειαν ὡς διεπομένην ἀπὸ κομματικοὺς σκοπούς. Ἄς μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι μᾶς ἠδίκησε, μᾶς ἠδίκησε πολύ. Ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου ἔκαμε τὰς ἀνακριτικὰς αὐτὰς ἐπιτροπάς, ὄχι μόνον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Μεταφορῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν τετραετίαν ἦτο εἰς τὰς χεῖρας Ὑπουργῶν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν καὶ εἰς Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα διηυθύνθησαν ἀπὸ Ὑπουργοὺς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἡ ἄποψις αὕτη τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ὅτι ἡ ἀνάθεσις τοιούτου ἔργου εἰς ἀνωτάτους δικαστικοὺς ὑπηγορεύθη ἀπὸ κομματικοὺς σκοποὺς καὶ ἀπὸ κομματικὰς σκέψεις, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων ἀβάσιμος. Διότι, κύριοι Βουλευταί, ἐκ κομματικῶν λόγων καὶ ἐκ κομματικῆς ἀντιθέσεως ἡμεῖς ἀνεθέσαμεν εἰς ἀνωτάτους δικαστικοὺς καὶ ἀρεοπαγίτας νὰ κάμουν ἔρευναν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ τῶν πεπραγμένων τοῦ Ὑπουργείου Ἐφοδιασμοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας; Ἐκ κομματικῆς ἀντιθέσεως ἡμεῖς ἐθέτομεν ὑπὸ κρίσιν τὰς ἐνεργείας τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὡς Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ, τοῦ σημερινοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἀνεδείξαμεν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦτο;
§48Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Ποῖος ἀπέδωσεν εἰς ὑμᾶς τοιαύτην αἰτίασιν;
§49Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος.
§50Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Οὐδέποτε εἶπε τοιοῦτον πρᾶγμα.
§51Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὡμιλοῦσεν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι ἐγένετο ἀπὸ κομματικοὺς λόγους.
§52Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ συγκεκριμένου θέματος.
§53Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχει ἀνατεθῆ ἡ ἔρευνα τοῦ ζητήματος εἰς εἰδικοὺς ἀνωτάτους δικαστικοὺς λειτουργούς, νομίζω ὅτι ὀρθόν, ἀλλὰ καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ ἀναμείνῃ ἡ Βουλὴ τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ. Διότι, ἀντιθέτως, ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, θὰ συμβοῦν δύο μὴ ὀρθὰ πράγματα. Πρῶτον, ἐὰν μὲν ἡ Ἐπιτροπὴ στηριχθῇ εἰς τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἡ δικαστικὴ ἔρευνα συνεκέντρωσε καὶ βάσει τῶν ὁποίων ἐξεδόθη τὸ γνωστὸν βούλευμα, τότε δυοῖν θάτερον θὰ γίνῃ: Ἢ ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, ἡ κοινοβουλευτική, θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὸ πόρισμα τῶν δικαστηρίων, ὡς ἐκτίθεται εἰς τὸ βούλευμα, ἢ θὰ διαφωνήσῃ — καὶ τότε ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν μὲ τὰ δικαστήρια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθόν, οὔτε βοηθεῖ εἰς τὴν διαλεύκανσιν τοῦ ζητήματος. Ἐάν, ἐξ ἄλλου, ζητήσῃ νὰ κάμῃ μίαν λεπτομερῆ ἔρευναν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, θὰ ὑπάρξῃ τόση χρονοτριβή, ὥστε τοῦτο ὄχι μόνον δὲν θὰ ὠφέλει τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μας, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἀλλὰ τοὐναντίον θὰ ἔβλαπτεν αὐτόν. Ἐρωτῶ δὲ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξουν καὶ νὰ ἐργάζωνται κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψει της τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ καταλήξῃ ἐὰν δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀρχηγοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, θὰ ἀποτελματωθῇ τὸ ζήτημα, ἐπὶ ζημίᾳ ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅταν ἐκάλεσα τότε τοὺς δικαστικούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ ἐργασία αὐτή, τοὺς εἶπα ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου δὲν ἔχει καμμίαν αἰχμὴν ἐναντίον οὐδενός, ἐπειδὴ ὅμως ἡ κοινὴ γνώμη ἔχει συνταραχθῆ ἀπὸ τὰ δημοσιεύματα αὐτά, ἔργον δικαιοσύνης καὶ ἔργον πολιτικῆς σκοπιμότητος καὶ ἀνάγκη εἶναι νὰ διαλευκανθοῦν αὐτὰ τὰ ζητήματα κατὰ τὸν ἀντικειμενικώτερον τρόπον. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀνετέθη ἡ ἔρευνα εἰς τοὺς ἀνωτάτους δικαστικούς, εἰς τρόπον ὥστε ἐὰν ἡ δικαστικὴ αὐτὴ ἔρευνα, ἡ κατόπιν ἐνόρκων καταθέσεων γενομένη, ἀποδείξῃ ἐνοχὴν εἴτε πολιτικήν, εἴτε ποινικήν, νὰ ἐπιβληθοῦν αἱ δέουσαι κυρώσεις, ἐὰν δ’ ἀντιθέτως ἀποδείξῃ ἀθωότητα—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον τοὺς ἐτόνισα ὅτι ἐγὼ εὔχομαι ὡς Ὑπουργὸς καὶ πολιτικός—τότε νὰ ἀποδοθῇ πλήρης δικαιοσύνη εἰς πάντα, τὸν ὁποῖον τὰ δημοσιεύματα ἔθιγον καὶ νὰ ἀποκατασταθῇ πλήρης καὶ ἀκεραία ἡ πολιτικὴ τιμὴ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, κύριοι Βουλευταί, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μαύρου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τάσσομαι ἐναντίον τῆς προτάσεως περὶ συστάσεως κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἔργον δὲ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι, τὸ ὁποῖον καθίσταται ἐπιτακτικώτερον ἐκ τῆς σημερινῆς συζητήσεως, νὰ δώσῃ ὁδηγίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν δύο δικαστικῶν, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὴν ἔρευναν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἐργασίαν των.
§54Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Αἱ ὁδηγίαι ἐπισπεύσεως ἔχουν ἤδη δοθῆ.
§55Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δηλαδὴ σεῖς προτείνετε νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἀνάκρισις τῶν δύο δικαστικῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ κατόπιν νὰ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις; Νὰ ἀναμείνῃ, δηλαδή, ἡ Βουλὴ τὴν κρίσιν τῶν δύο δικαστικῶν;
§56Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ ἐπιταχύνεται τὸ θέμα καὶ διαλευκαίνεται. Ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις—βούλευμα, πόρισμα τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν, πόρισμα τῆς Βουλῆς. Τί θὰ γίνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Νομίζω δέ, κύριοι Βουλευταί, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ μόνον ὡρισμένον πρόσωπον, ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν τιμὴν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, νομίζω ὅτι ἡ ἀναμονὴ ἐπί τι βραχὺ ἀκόμη χρονικὸν διάστημα δὲν βλάπτει. Τονίζω καὶ πάλιν, ὅτι ἐγὼ ἀτομικῶς, ἀκριβῶς διὰ τὴν ἐπιτάχυνσιν τῆς πλήρους διαφωτίσεως τῆς ὑποθέσεως, ἀνέθεσα τὸ ζήτημα εἰς ἀνωτάτους δικαστικούς.
§57Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν γεννᾶται καμμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ σύστασις Ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν ἀποτελεῖ ἕν εἶδος ἐλέγχου κυβερνητικοῦ, δηλαδὴ εἰς διαπίστωσιν πολιτικῆς εὐθύνης, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ, ἐὰν ἀποδειχθῇ, εἰς ἔκπτωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπὸ τὸ ἀξίωμά του. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐδέχθημεν εἰς τὸ παρελθὸν ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ συστήσωμεν Ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς, χωρὶς τὸ πρόσωπον νὰ εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καί, συγκεκριμένως, ὁ ὑμέτερος Ἀρχηγὸς κ. Σ. Βενιζέλος διὰ μίαν κατηγορίαν, ἡ ὁποία εἶχε τότε ἀπασχολήσει τὰ δικαστήρια καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀπαλλαγῆ, ἠξίωσεν ὅπως συσταθῇ Ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Καὶ συνέστη ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ κατέθεσε τὸ πόρισμά της, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποκατασταθῇ πλήρως ἡ ὑπόληψις ἑνὸς πολιτικοῦ ἀνδρός. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ αὐτὴ περίπτωσις προκειμένου περὶ τοῦ κ. Χατζηπάνου. Τὸ δικαστήριον ἐξέδωκε τὸ βούλευμα—ἀδιάφορον ποῖον εἶναι, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ὡς Σῶμα πολιτικόν, δύναται νὰ συστήσῃ μίαν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ συγκροτηθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ Κόμματα καὶ θὰ μᾶς φέρῃ τὸ πόρισμά της, διὰ νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ὑπόληψιν τὴν τρωθεῖσαν, ἐὰν ὄντως ἐτρώθη, ἑνὸς συναδέλφου μας ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς πλευρᾶς, δηλαδή, ὑπάρχει ἕν προηγούμενον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία συνέστησεν Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴν διὰ συνάδελφον μὴ Ὑπουργόν, προκειμένου νὰ διαπιστωθῇ πλήρως ἡ ἀθωότης αὐτοῦ.
§58Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, δὲν ὡμίλησα ἁπλῶς θεωρητικῶς. Τοὐναντίον τὸ βάρος τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἰδικῶν μου ἐπιχειρημάτων τὸ ἔδωκα εἰς τὴν πρακτικὴν ἀνάγκην ἐπιταχύνσεως ἀφ’ ἑνὸς τοῦ θέματος καὶ ἀποφυγῆς συγχύσεως, ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ εἶπον, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς ὡρισμένας δικαστικὰς ἀποδείξεις, ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν ἐκκρεμῆ καὶ βαίνουσαν ταχέως, κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐργασίαν τῆς ἀνακρίσεως ἀπὸ τοὺς ἀνωτάτους δικαστικούς, ἔργον σκόπιμον εἶναι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως νὰ ἀναμείνωμεν αὐτὸ τὸ πόρισμα καὶ τότε ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων αὐτῶν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα. Καὶ νὰ τὸ λύσωμεν, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ πείθῃ καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς ἐγένετο σοβαρὰ καὶ ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἐγένετο ἀπολύτως ἀντικειμενικὴ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων θετικῶν στοιχείων.
§59Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δηλαδὴ ἀναστολὴν ζητεῖτε σεῖς;
§60Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλιγοήμερον καὶ τότε θὰ σκεφθῶμεν τί θὰ γίνῃ.
§61Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Καίτοι ἡ γνώμη ἡ διατυπωθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τοιοῦτον κῦρος, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην τῆς ἰδικῆς μου ἐνισχύσεως, φρονῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή. Διότι δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ δικαίου, ὑπάρχει ἑρμηνευτικὴ ἀρχή, ὅτι καταργουμένου ἑνὸς νόμου, ἐπανέρχεται, ἐὰν ἡ ἑρμηνεία τὸ συγχωρῇ, ἐπανέρχεται εἰς ἰσχὺν ὁ καταργηθεὶς νόμος δι’ αὐτοῦ. Ἐδῶ ἔχομεν τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπανῆλθεν ἐν ἰσχύϊ, δέον κατὰ πᾶσαν ἑρμηνείαν νὰ γίνῃ δεκτόν, ἐπανέφερεν ὁλόκληρον τὸ καταργηθὲν σύστημα τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. Διατί; Διότι τὸ ἄρθρον 80 πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὡς ἔχει ἡ διατύπωσίς του, σχεδὸν ἐπανέφερεν ἐν τῷ συνόλῳ του αὐτὸν τὸν νόμον. Διότι τί λέγει: «Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τοὺς περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμους ἐνώπιον τοῦ ἐπὶ τούτῳ Δικαστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, συγκροτεῖται ἐκ δώδεκα δικαστῶν κληρουμένων κλπ. κατὰ τὰ εἰδικώτερον διὰ νόμου ὁριζόμενα». Ἑπομένως, μὲ τὸ ἑρμηνευτικὸν αὐτὸ στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ Σύνταγμα, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ ἀντίθετος ἑρμηνεία; Δὲν φρονῶ ὅτι δύναταί τις σοβαρῶς νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτό, ὅταν δεχώμεθα, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δεχθῶμεν, ὡς ἰσχύουσαν τὴν ἀρχήν, ὡς ἑρμηνευτικὴν ἀρχήν, αὐτὴν περὶ τῆς ὁποίας ὁ λόγος. Εἶναι δὲ κατὰ μείζονα λόγον δεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ καὶ μὲ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ε.Λ.Δ. κ. Σβῶλος, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κενὸν προκειμένου περὶ ἑνὸς τόσον σοβαροῦ ζητήματος; Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κενὸν καὶ βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀντίθετος ἑρμηνεία, ἡ ὁποία, παρὰ τὴν σοβαρότητα ποὺ ἀναγνωρίζει ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, τὴν θέτει ὅμως εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ συνάγῃ ὡς συμπέρασμα τὴν ἀνυπαρξίαν τοῦ νόμου καὶ ἑπομένως ὕπαρξις κενοῦ ἐπὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος. Ἑπομένως ἡ γνώμη τοῦ κ. ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἡ ὀρθὴ γνώμη, ἡ συναγομένη ἑρμηνευτικῶς, ὥστε νὰ παρέλκῃ πᾶσα πρότασις νόμου ἑρμηνευτικοῦ, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ὑποβαλὼν τὴν ἑρμηνευτικὴν αὐτὴν πρότασιν νόμου ἐπρότεινε τὴν συμπλήρωσιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, διότι ἀναμφισβητήτως ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, συνταχθεὶς καὶ ἰσχύσας κατὰ μίαν περίοδον, ἡ ὁποία ἀπέχει ἀπὸ σήμερον 200 χρόνια, ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεων τινῶν, διότι πολλὰ εἶναι τὰ ὑπάρχοντα κενά. Ἡ ἁπλῆ ἑρμηνεία εἶναι περιττή, σύμφωνα πρὸς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα. Κύριοι Βουλευταί, ἴσως γεννηθῇ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἡμεῖς ὑποστηρίξαντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῶν ἐπὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν, ἐπιζητοῦμεν νὰ ἀποκρούσωμεν μίαν εὐθύνην ἀποδιδομένην εἰς ἓν μέλος τοῦ Κόμματός μας, εἰς τὸν διατελέσαντα Ὑπουργὸν κ. Χατζηπᾶνον, ἐνῷ ἡμεῖς ἀντιθέτως διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἐνισχύομεν, ζητοῦμεν νὰ ἀνοιχθῇ ὁ δρόμος τῆς διερευνήσεως τῆς πολιτείας τοῦ κατηγορηθέντος Ὑπουργοῦ.
§62Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐγεννήθη εἰς ἐμὲ τοιοῦτον ζήτημα.
§63Α. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΗΣ. Δὲν ἐννοῶ σᾶς. Λέγομεν ὅτι ὑπάρχει ἕν βούλευμα ἐναντίον τοῦ Ὑπουργοῦ αὐτοῦ καὶ διότι ὑπάρχει τὸ βούλευμα ὑπάρχει ἕνα πρόκριμα. Ἀλλά, κύριοι, ἐδιαβάσατε τὸ βούλευμα; Φαίνεται ὅτι δὲν τὸ ἐδιαβάσατε. Διότι τὸ βούλευμα δὲν ἀπευθύνει κατηγορίαν κατὰ τοῦ κ. Χατζηπάνου. Τὸ βούλευμα τὸν κ. Χατζηπᾶνον τὸν θεωρεῖ ὑπεύθυνον ὄχι ἀδικήματος τιμωρουμένου ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον μόνον κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ποινικὸν ἀδίκημα. Διότι θεωρεῖ τὸν κ. Χατζηπᾶνον ὑπεύθυνον, διότι ἐγένετο ὑπαίτιος οὐσιώδους ζημίας εἰς τὸ Δημόσιον, τοιοῦτον δὲ ποινικὸν ἀδίκημα δὲν ἀναγράφει ὁ ποινικὸς νόμος καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἄλλα τὰ συγγενῆ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα παραπέμπει τοὺς δύο ἄλλους κατηγορουμένους, καὶ ἄλλο τὸ ἀφορῶν τὸν κ. Χατζηπᾶνον καὶ ζητεῖ νὰ κριθῇ δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν διὰ τὸ ἀδίκημα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰδικὸν ἀδίκημα ἀναγραφόμενον εἰς τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Διότι ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, πλὴν τῶν ποινικῶν ἀδικημάτων, τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀναγράφει καὶ ἀδικήματά τινα, τὰ ὁποῖα εἰδικῶς ἀφοροῦν τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργούς, μεταξὺ δὲ αὐτῶν ἕνα ἀδίκημα εἶναι καὶ τὸ ἀδίκημα τῆς οὐσιώδους βλάβης τοῦ Δημοσίου. Εἶναι δυνατὸν δι’ ἕνα οἱονδήποτε ἄλλον ἁπλοῦν ἰδιώτην νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀδίκημα, ἀλλὰ διὰ τὸν διατελέσαντα Ὑπουργὸν αὐτὸ ἡ οὐσιώδης βλάβη τοῦ Δημοσίου ν’ ἀποτελῇ ἀδίκημα. Ἑπομένως τὰ ἐκ τοῦ βουλεύματος προκύπτοντα στοιχεῖα δὲν εἶναι τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζουν ἢ δύνανται νὰ ἀποτελέσουν τὸ ἔρεισμα κατηγοριῶν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, οὐσιώδους βλάβης, διότι τὸ βούλευμα ἀσχολεῖται διὰ τὰ ποινικὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἀποδίδει εἰς τὸν κ. Χατζηπᾶνον. Διότι ἐὰν τὸν ἐθεώρει ἔνοχον, θὰ ἐζήτει ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας, διὰ νὰ τοῦ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν καὶ μετὰ τοῦτο τότε θὰ κρίνῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ ζητήσῃ τὴν παραπομπήν του διὰ τὰ ἀδικήματα αὐτὰ καὶ διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς οὐσιώδους βλάβης τοῦ Δημοσίου. Ἐρχόμεθα τώρα μὲ αὐτὸ τὸ οὕτω πως ἐμφανιζόμενον ἀνακριτικὸν ὑλικὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι δυνάμεθα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ καὶ μόνον τοῦ βουλεύματος, αὐτοῦ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς οὐσιώδους βλάβης νὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς ὡς Βουλὴ νὰ κινήσωμεν ποινικὴν ἀγωγήν. Ἐνῷ, ὅπως λέγει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἡ πρότασις ἡ ὑποβαλλομένη ἀπὸ 20 Βουλευτὰς ἀναπτύσσεται, συζητεῖται εἰς τὴν Βουλὴν ἢ ἀναπτύσσονται τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή. Ἐδῶ δὲν ἔχομεν κανένα στοιχεῖον, πλὴν ἑνὸς ξηροῦ βουλεύματος, διὰ νὰ κρίνωμεν ἡμεῖς, ὁπότε, μὴ ὑπάρχοντος οὐδενὸς στοιχείου, θὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσωπικῶν μας διαθέσεων ἢ ἀντιθέσεων. Ἐνῷ ἡμεῖς διὰ τῆς προτάσεώς μας πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, τί λέγομεν; Κύριε, κάμετε μίαν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐντὸς 15 ἡμερῶν νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον νὰ συγκεντρωθοῦν τὰ ὑπάρχοντα ἐκεῖνα στοιχεῖα, καθὼς καὶ νέα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπάρξουν καὶ ἡ Βουλή, διαφωτιζομένη οὕτω διὰ τῆς ἐμφανίσεως καὶ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν στοιχείων αὐτῶν, νὰ κρίνῃ περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ μή, ἡ περὶ τῆς συστάσεως τοιαύτης προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν. Ἑπομένως ὁ τρόπος αὐτός, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύομεν ἡμεῖς, δὲν εἶναι τρόπος, ὁ ὁποῖος ἐπιζητεῖ νὰ συσκοτίσῃ τὰ πράγματα, ἀλλὰ εἶναι ὁ μόνος τρόπος διαφωτίσεως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας μὲ στοιχεῖα καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ βούλευμα καὶ μὲ νέα στοιχεῖα, διότι ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ ζητήσῃ ἀντίγραφα τῶν στοιχείων ἐκείνων καὶ θὰ τὰ ἐμφανίσῃ ἐδῶ καὶ μὲ τὰ συμπληρούμενα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ συλλέξῃ αὐτὴ ἡ ἰδία θὰ δύναταί τις εὐσυνειδήτως κρίνων νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς κινήσεως ἢ μὴ τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἐπρότεινε ἕνα ἄλλο. Ἐπρότεινεν ὅτι αὐτὸ τὸ ἔργον δύναται νὰ τὸ ἐκτελέσῃ ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Δὲν ἀποκρούω τὴν ἄποψιν, διότι καὶ ἡ ἐξ ἀνωτάτων δικαστῶν Ἐπιτροπὴ τοῦ Ὑπουργείου Μεταφορῶν εἶναι Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία δύναται νὰ συλλέξῃ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ προσκομισθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ φρονῶ ὅτι ἐπειδὴ εἶναι ἐπιφορτισμένη μὲ ἕνα τεράστιον ὄγκον ἐρεύνης τοῦ Ὑπουργείου ὁλοκλήρου, θὰ βραδύνῃ. Ἐνῷ ἡ ὑφ’ ἡμῶν προτεινομένη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, στηριζομένη εἰς τὴν δικογραφίαν, ἡ ὁποία θὰ ζητηθῇ, καθὼς καὶ εἰς τὰ ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσῃ, ἴσως δὲ καὶ εἰς χωριστὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ συλλέξῃ, θὰ ἔλθῃ μετὰ 15 ἡμέρας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ κρίνῃ αὕτη τὴν ὑπόθεσιν, οὕτως ὥστε θέτουσα ἡ Βουλὴ τὴν χεῖρα της καὶ ἐπὶ τῆς καρδίας της καὶ ἐρευνῶσα τὴν συνείδησίν της, νὰ δύναται νὰ προχωρήσῃ πεφωτισμένως εἰς διατύπωσιν γνώμης ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Αὐτά, κύριοι, ζητοῦμεν, δὲν ζητοῦμεν νὰ συγκαλύψωμεν, ἀντιθέτως ζητοῦμεν καὶ θέλομεν διερεύνησιν ὅλων τῶν πράξεων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν Ὑπουργῶν καὶ μάλιστα ὄχι μόνον τῶν τῆς παρελθούσης τετραετίας, ἀλλὰ καὶ μεγαλυτέρας περιόδου, διότι ὁ πολιτικὸς κόσμος πρέπει νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος καὶ τῆς ἐλαχίστης ὑπονοίας. Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε εἶχον ὑποστηρίξει ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ ὁ νόμος τοῦ «πόθεν ἔσχες» καὶ θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ θεσπισθῇ σήμερον.
§64Ν. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπα ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ὑπόνοια ἐκ μέρους μου, ὅτι θέλετε νὰ κάμετε παρέλκυσιν τοῦ θέματος. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, κατόπιν τῆς συζητήσεως τῆς σημερινῆς, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ πάσης ἄλλης δικαστικῆς ἐργασίας ὁ ἐφέτης κ. Σταυρόπουλος, οὕτως ὥστε νὰ φέρῃ τὸ ταχύτερον εἰς πέρας τὸ προανακριτικὸν ἔργον.
§65Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς σημερινῆς συζητήσεως, θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἡ σύστασις περὶ ταχείας ἐνεργείας τῆς εἰδικῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑγρῶν καυσίμων, γίνῃ παρομοίως καὶ πρὸς τὴν εἰδικὴν ἀνακριτικὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας καὶ εἰδικῶς τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου ἐνεργούμενος ἔλεγχος εἰς τὸ Ταμεῖον Ὑγείας τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, παρουσίασε κατάχρησιν δεκάδων ἑκατομμυρίων διὰ τὴν χρῆσιν 1946–47. Ἐζητήθη ἤδη ἡ παραπομπὴ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῶν ὑπευθύνων, ὁ ἔλεγχος συνεχίζεται καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν καταχρασθέντων ποσῶν ἀνέρχεται καθημερινῶς.
§66Α. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Χρειάζονται τέτοιες συστάσεις;
§67Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Χρειάζονται, διότι ἡ ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ συνέστη πρὸ 35 ἡμερῶν καὶ μόλις προχθὲς ἐπελήφθη τοῦ ἔργου της.
§68Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ (Ὑπουργ. Γεωργίας). Ἔλαβον γνῶσιν ἀνεπισήμως τῆς παρατηρηθείσης διαχειριστικῆς ἀνωμαλίας καὶ ἔδωσα ἐντολὴν ἐπισπεύσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§69Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀνέρχομαι εἰς τὸ Βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω ἀντικειμενικῶς, διότι ἐπιθυμῶ ὅπως οἱοσδήποτε καὶ ἄν εἶναι καὶ εἰς οἱανδήποτε πτέρυγα καὶ ἄν ἀνήκῃ ὁ διατελέσας Ὑπουργός, νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του. Πολὺ περισσότερον ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, καθ’ ἥν ἔχομεν ἐνώπιόν μας ἕν βούλευμα, τὸ ὁποῖον παραπέμπον ἄλλους, ὁμιλεῖ περὶ εὐθύνης ὄχι πολιτικῆς μόνον, ἀλλὰ καὶ ποινικῆς ἑνὸς διατελέσαντος Ὑπουργοῦ. Πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ χυθῇ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, διότι, ὡς ὀρθῶς ὁμιλεῖ τὸ βούλευμα, δὲν εἶναι ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ περὶ τῆς εὐθύνης ἢ μὴ τοῦ διατελέσαντος Ὑπουργοῦ τῶν Μεταφορῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ μία ἁρμοδία ἀρχή, ἡ ὁποία νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος καὶ νὰ δώσῃ ἕνα τέλος τελεσίδικον εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Αὐτὸ εἶναι σύμφωνον μὲ τὰς ἀντιλήψεις ὅλων ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ αἴσθημα τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ὑπὸ κατηγορίαν ἢ μᾶλλον ὑπὸ ὑπόνοιαν διατελῶν πρώην Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ τὸν συγχαίρω δι’ αὐτό, μίαν αἴτησιν καὶ ζητεῖ νὰ εἰσαχθῇ εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, ἵνα δώσῃ λόγον. Τὸ θέμα μας εἶναι κατὰ ποῖον τρόπον καὶ Συνταγματικὴν διαδικασίαν, ὁ ὑπὸ κατηγορίαν, ἄς εἴπωμεν, πρώην Ὑπουργὸς θὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 80 λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ Βουλή ......... (Ἀναγινώσκει)». Ἡ Βουλὴ εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία νὰ κατηγορήσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ νὰ τοὺς εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἐγεννήθη τὸ νομικὸν θέμα ἐὰν ἰσχύῃ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἑρμηνείαν αὐτῆς τῆς προτάσεως, ἐγὼ δέχομαι ὅτι ἰσχύει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἐὰν λοιπὸν γίνῃ αὐτὸ καὶ εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ κινηθῇ ἡ Βουλή, διὰ νὰ κατηγορήσῃ τὸν Ὑπουργὸν καὶ γεννᾶται θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι πρέπει νὰ συζητήσωμεν καὶ ὅλοι πρέπει νὰ λάβωμεν τὰς ἀποφάσεις μας. Κύριοι, πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα· ἀλλὰ πῶς ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ οἱονδήποτε στοιχεῖον; Μήπως ἐκ τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἐνώπιον ἡμῶν, κατὰ τρόπον ποῦ ὁ κατηγορούμενος πρώην Ὑπουργὸς θὰ ἀπολογηθῇ, θὰ προτείνῃ καὶ μάρτυρας ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου; Πιστεύω ὅτι χρειάζεται νὰ γίνῃ μία ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν θὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα, θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν διαδικασίαν αὐτήν. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἔχει μίαν ἰδιορρυθμίαν, δηλαδὴ πρέπει νὰ ὑπάρξουν πρῶτα στοιχεῖα κατηγορίας, προκύπτοντα ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπὸ τοῦ Σώματος καὶ μετὰ νὰ παραπεμφθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου ὁ κατηγορούμενος Ὑπουργός, διὰ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Ἡ Βουλή προκειμένου νὰ σχηματίσῃ γνώμην, πρέπει πρῶτον νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα. Πρέπει λοιπὸν τὸ ταχύτερον νὰ σχηματισθῇ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐντὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν νὰ ἐξαγάγῃ τὸ πόρισμά της καὶ ὅπερ θὰ πρέπῃ τὸ συντομώτερον νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ αὕτη ἐὰν πρέπῃ νὰ εἰσαχθῇ ὁ κ. Χατζηπᾶνος ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν.
§70Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει μία πλάνη εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. συναδέλφου. Ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ συνιστᾶται δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τῆς Κυβερνήσεως. Συνεπῶς, κακῶς ἀπευθύνεται πρὸς ἐμὲ ὁ κ. συνάδελφος.
§71Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κάθε πολιτικὸς ἀνὴρ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δίδῃ λόγον τῶν πράξεών του, πρέπει δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια εἰς τοὺς συναδέλφους νὰ χρησιμοποιήσουν ὅλα τὰ στοιχεῖα διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀθωότητός των.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χλουβεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§73Μ. ΧΛΟΥΒΕΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι νομολόγος, οὔτε κἂν δικηγόρος. Μοῦ εἶναι ἀδιάφορος ἡ θεωρία καὶ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ ψήφισμα ΧΨΩ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ἐφ’ ὅσον οἱαδήποτε ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου συναδέλφου καὶ πρώην Ὑπουργοῦ δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ βουλεύματος, ἔστω καὶ ἐὰν τὸν βγάζῃ ἀθώα περιστερά, τί θὰ γίνῃ; Τὸ Σῶμα θὰ εὑρεθῇ εἰς δύσκολον θέσιν καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἀξιοπρεπείας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως κοινῆς γνώμης, ἐὰν βγάλῃ ἀπαλλακτικὴν ἀπόφασιν ἡ Ἐπιτροπή, ἐφ’ ὅσον θὰ ὑφίσταται τὸ βούλευμα. Ἡ λύσις τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ μόνον ποὺ θὰ ἐπιφέρῃ θὰ εἶναι ἡ ἀποτελμάτωσις τῆς ὑποθέσεως καὶ μίαν ἀνωμαλίαν, διότι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς δύσκολον θέσιν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Δικαιοσύνη. Πρέπει, δι’ ἐμέ, νὰ καταργηθῇ τὸ προνόμιον τῶν Βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν καὶ νὰ πηγαίνωμεν καὶ ἡμεῖς ὅλοι, ὅπως ὅλος ὁ κόσμος, εἰς τὰ δικαστήρια.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσοτάκης ἔχει τὸν λόγον.
§75Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Τὸ θέμα ἀπὸ νομικῆς πλευρᾶς ἔχει ἐξαντληθῆ κατόπιν τῶν ἀγορεύσεων τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἵτινες προηγήθησαν ἐμοῦ, ἔχει ὅμως καὶ ἄλλην πλευράν, ἡ ὁποία δὲν τελειώνει διὰ τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἑξῆς καταστάσεως: ἐναντίον συναδέλφου, τέως Ὑπουργοῦ, διετυπώθη μία κατηγορία καὶ ἕνα βούλευμα δικαστικόν, τὸ ὁποῖον μάλιστα, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Σβῶλος, δὲν ὑπόκειται εἰς οὐδὲν ἔνδικον μέσον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, γεγονὸς ὅπερ ἐτάραξε τὴν κοινὴν γνώμην, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ ὅτι αἱ σημεριναὶ ἐφημερίδες ποὺ δημοσιεύουν τὸ βούλευμα τοῦτο, εἶχον ηὐξημένην κυκλοφορίαν. Ἐγὼ εὔχομαι καὶ ἐλπίζω καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, αἱ κατηγορίαι νὰ μὴ εἶναι ἀληθεῖς, ἀλλὰ ἡμεῖς εὑρισκόμενοι πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν μόνην ἐνδεικνυομένην ὁδόν, ἤτοι νὰ παραπέμψωμεν τὸν κατηγορούμενον ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ὅπου θὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Οἱαδήποτε ἄλλη λύσις οὔτε τὸν κ. συνάδελφον εὐκολύνει, οὔτε τὸ πολιτικὸν πρόβλημα λύει, διότι, ἔστω καὶ ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ εἴπῃ ὅτι οὐδὲ σκιὰ κατηγορίας εὐσταθεῖ κατὰ τοῦ κ. Χατζηπάνου, ἡ Βουλὴ τί θὰ πράξῃ; Θὰ ἀξιώσῃ νὰ ὑπάρχῃ ἕνα βούλευμα ὡς ρετσινιὰ ἢ θὰ παραπέμψῃ ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου τὸν κ. συνάδελφον, ὁπότε θὰ ὑπάρχῃ τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς πρόκριμα; Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει παρὰ εἷς δρόμος, ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τὴν κανονικὴν καὶ τὴν εὐθεῖαν, διότι πᾶσα ἄλλη λύσις θὰ δώσῃ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ἔννοιαν προσπαθείας παρελκύσεως. Αἱ ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουν αὐτὸν τὸν προορισμόν. Ἀπὸ τὴν πεῖραν τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει, ὑποθέτω, οὐδεὶς λόγος νὰ μὴ νομίζωμεν ὅτι θὰ παρατηρηθῇ καὶ εἰς τὴν σημερινήν, γνωρίζομεν ὅτι αἱ τοιαῦται Ἐπιτροπαὶ οὐδέποτε ἐπεράτωσαν οὐδὲν ἔργον. Οἱανδήποτε προθεσμίαν καὶ ἄν θέσωμεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἔχῃ καταλήξει εἰς πορίσματα, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ὑποχρεώσωμεν νὰ καταλήξῃ εἰς γνώμην. Κατὰ συνέπειαν, θὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι τὸ ζήτημα παραπέμπεται εἰς τὰς καλένδας. Χρέος ὅλων μας λοιπὸν εἶναι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν μόνην ὁδόν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ μόνον Δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου δύναται νὰ δώσῃ λόγον, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐκ τοῦ νόμου, διότι ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι ὑπάρχει κενὸν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτήν, χρέος μας εἶναι νὰ πληρώσωμεν τὸ κενὸν αὐτὸ καὶ νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον καὶ νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν ἰσχύϊ τὰ καταργηθέντα ἄρθρα τοῦ παλαιοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἔτσι μόνον δύναται νὰ ἀντιμετωπισθῇ τὸ θέμα.
§76Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐφ’ ὅσον γίνεται διαρκῶς λόγος περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ νόμου ἐν ἰσχύϊ, σᾶς δηλῶ ὅτι ὑπάρχει ἡ ὑπ’ ἀριθ. 438 τοῦ 1948 ἀπόφασις τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῆς ὁποίας ἔχει ὁριστικῶς ἐπιλυθῆ τὸ ζήτημα ὅτι ἀνεβίωσαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν.
§77Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμετε μίαν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ λέγετε ὅτι ἀποδέχεσθε τὴν ἀναβίωσιν τῶν ἄρθρων αὐτῶν, διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα αὐτό.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 10′ λεπτά.
(Ὥρα 9.30′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 9.45′ μ. μ.)
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Κύριοι Βουλευταί, ἐκ μέρους 20 συναδέλφων κατετέθη ἡ ἑξῆς πρότασις: «Ἡ ὑπὸ τοῦ ἐξ Εὐβοίας συναδέλφου, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ δημοσιευθέντος βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν ζητηθεῖσα σύστασις Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἀποσκοπεῖ προδήλως, ὅπως ἐπιτρέψῃ τὴν πλήρη διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης διὰ τῆς ἐνεργείας ἀνακρίσεως, παράσχει δ’ ἅμα εἰς τὸν ἴδιον τὴν εὐχέρειαν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἀποδοθεῖσαν εἰς αὐτὸν κατηγορίαν. Ἀφοῦ ὅμως κατὰ τῆς αἰτήσεως ταύτης διετυπώθησαν ἀντιρρήσεις καὶ δεδομένου ὅτι δὲν ἀπομένει εἰς τὸν δοκιμαζόμενον ἀναπολόγητον συνάδελφον ἄλλος τρόπος, ὅπως διὰ τῆς διερευνήσεως τῆς ὑποθέσεως ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του, προτείνομεν ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμος διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1549)1950 βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν Ἀθηνῶν ἀποδιδομένην κατηγορίαν εἰς τὸν ἐξ Εὐβοίας συνάδελφον κ. Πᾶνον Χατζηπᾶνον. Ἐν Ἀθήναις τῇ 17 Μαΐου 1950. Οἱ προτείνοντες Βουλευταί: Α. Νικολαΐδης, Λ. Εὐταξίας, Β. Βασιλικός, Α. Καραθόδωρος, Θ. Δεσύλλας, Δ. Θεοχαρίδης, Ι. Μαρινάκος, Α. Δερδεμέζης, Ε. Κεφαλογιάννης, Γ. Βογιατζῆς, Α. Δημάκης, Χ. Καραπιπέρης, Γ. Ἀνδριανόπουλος, Ν. Καζαντζῆς, Ε. Παπαδόγιαννης, Π. Κάντζιας, Μ. Αἰλιανός, Σ. Στεφανόπουλος, Γ. Ράλλης, Ι. Λύρας».
§80Π. ΜΟΥΤΖΟΥΡΙΔΗΣ. Νὰ σημειωθῇ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ ὑπογράφοντες τὴν πρότασιν κύριοι Βουλευταὶ ἀνήκουν ἅπαντες εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα.
§81Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκτυπωθῇ ἡ πρότασις καὶ νὰ διανεμηθῇ, ἵνα ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἐντὸς 8 ἡμερῶν.
§82Κ. ΡΕΝΤΗΣ. Τὸ ὅτι ἡ πρότασις προέρχεται ἀπὸ τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, ἔχει ἰδιαιτέραν σημασίαν διὰ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§83Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ὅπως τὸ καπνικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ ἀπόψε, συζητηθῇ κατὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν, ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δεδομένου ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀσχοληθῆ ἀρκούντως μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§84Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ καπνικοῦ εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀπόψε ἡ συζήτησις, παρακαλῶ καὶ ἐγώ, ὅπως ὁρισθῇ ἡ προσεχὴς Παρασκευὴ ἡμέρα συζητήσεως τοῦ θέματος.
§85Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (Ἀντιπρ. Κυβερνήσεως). Καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν, ὅπως συζητηθῇ τὸ καπνικὸν ζήτημα τὴν προσεχῆ Παρασκευήν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν;
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευὴν καὶ ὥραν 6ην μ. μ., μὲ ἀντικείμενον Ἡμερησίας Διατάξεως συζήτησιν τοῦ καπνικοῦ ζητήματος καὶ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 10.15′ μ. μ.)