1949.06.09
2.169 στίχοι · 15.607 λέξεις · 141 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58η
Πέμπτη 9 Ἰουνίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 8 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσιν τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5317) 8.6.49 ἐγγράφου του διαβιβάζει τὸ ὑπ’ ἀριθ. 931 σχετ. 9131 ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν μετὰ τῶν ἀντιγράφων τῶν βουλευμάτων 1660 τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν καὶ τοῦ 73 τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ Κερκύρας κ. Σπύρου Θεοτόκη, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 63 τοῦ Συντάγματος. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν).
§4Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ αʹ ἀντιπρόεδρος κ. Π. Μουτζουρίδης).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοτόκης ἔχει τὸν λόγον.
§6Σ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἠκούσατε, κύριοι βουλευταί, τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Προεδρείου, ὅτι διεβιβάσθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης αἴτησις τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν περὶ ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας ἐν σχέσει πρὸς τὴν γνωστὴν ὑπόθεσιν τοῦ λαθρεμπορίου συναλλάγματος. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πρὸ 40 περίπου ἡμερῶν ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Πλημμελειοδικῶν βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου, μετὰ ἐξονυχιστικὴν ἔρευναν τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν τῆς ὑποθέσεως, ἐθεωρήθη καὶ δι’ ἐμέ, μαζὶ μὲ ὡρισμένους ἄλλους πολιτικούς, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν «οὐδὲ σκιὰ ὑποψίας» ἀναμίξεώς μου εἰς τὴν ὑπόθεσιν λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἐκ τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἐκτιμῶν τὰς ἀπόψεις τοῦ πρωτοδίκου βουλεύματος, ἐθεώρησεν ὅτι τοῦτο, εἰδικῶς δι’ ἐμέ, ἦτο πλημμελὲς καί, ἐν συνεχεία, ἀνέκοψε δι’ ὡρισμένους γενικοὺς λόγους καὶ εἰδικοὺς δι’ ἐμὲ τὸ πρωτόδικον βούλευμα. Κατόπιν αὐτοῦ, ἐπελήφθη τῆς ἀνακοπῆς τὸ Συμβούλιον Ἐφετῶν, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς ἀνακοπῆς ἀπετέλει πρᾶξιν διώξεως καί, μὴ προηγηθείσης τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἀνακοπῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν μου. Κατόπιν αὐτοῦ, εἶναι προφανὲς ὅτι, ὑπαρχούσης τῆς ἐκκρεμότητος ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ Συμβούλιον διὰ τὸν τυπικὸν αὐτὸν συνταγματικὸν λόγον, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐρεύνης τῆς ἀνακοπῆς καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ, δυστυχῶς, νὰ παραιτῆται τῆς βουλευτικῆς του ἀσυλίας, ἡ ἄρσις τῆς ὁποίας εἶναι δικαίωμα μόνον τοῦ Σώματος, κινούμενον κατόπιν αἰτήσεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἐφρόντισα τὴν ἑπομένην, ἐν συνεχείᾳ καὶ ἐν συνεπείᾳ πρὸς τὴν ἀσκηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ἀνακοπήν, νὰ ζητήσω δι’ αἰτήσεώς μου ὅπως ἀμέσως διαβιβάσῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τὴν αἴτησιν ἄρσεως τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας, τὴν ὁποίαν καὶ ἠκούσατε ἀπόψε. Κύριοι βουλευταί, κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὸ Σῶμα, ὅπως θελήσῃ καὶ στέρξῃ τὸ ταχύτερον δυνατὸν διὰ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία, κύριοι βουλευταί, εἶναι συνταγματικὸν προνόμιον τῶν ἐκπροσώπων τοῦ Ἔθνους διὰ τὴν καλυτέραν ἐνάσκησιν τῶν βουλευτικῶν των καθηκόντων. Δὲν νοεῖται, ὅμως, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ δικαίου, ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία νὰ ἀποτελῇ ἀφόρητον τροχοπέδην διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ βουλευτοῦ ἔναντι οἱασδήποτε κατηγορίας. Ὅταν οἱ Ἕλληνες πολῖται ἔχουν δικαίωμα νὰ προστρέχουν εἰς τὴν δικαιοσύνην τοῦ τόπου των διὰ τὰς πράξεις ἢ παραλείψεις των καὶ διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ἀθωότητός των, δικαιοῦμαι νὰ πιστεύω, ὅτι οἱ ἐκπρόσωποι τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατὰ μέγιστον λόγον, ἔχουν δικαίωμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ δύνανται νὰ προσφεύγουν εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος των διὰ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἑαυτοῦ των. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ζητῶ τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου. Νομίζω ὅτι ἡ ἔκκλησίς μου αὕτη εὑρίσκεται ἐν πλήρει συμπνοίᾳ μὲ τὴν ἄποψιν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικῶν Κομμάτων. Διότι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠγέρθη ὁ θόρυβος, ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ πολιτικὰ Κόμματα τῆς χώρας, τὰ ἐν τῇ Βουλῇ ἐκπροσωπούμενα, ὡς θέσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος εἶχον τὴν ὅσον τὸ δυνατὸν πληρεστέραν διαλεύκανσιν καὶ ταχυτέραν ἐκκαθάρισιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ δυνατότης τῆς κρίσεως ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Ἐφετῶν τῆς περιπτώσεώς μου, ἀποτελεῖ συμβολὴν εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεμίχθη καὶ τὸ ὄνομά μου. Κύριοι βουλευταί, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, κάμνω ἔκκλησιν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅπως στέρξῃ καὶ συνεργήσῃ τὸ ταχύτερον διὰ τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας. Ἀποτείνομαι καὶ πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὸν Κανονισμόν, πρῶτα θὰ κρίνουν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης αἰτήσεως τοῦ κ. Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν. Καί, τέλος, παρακαλῶ καὶ τὸ Προεδρεῖον, ὅπως θελήσῃ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν σχετικὴν διαδικασίαν, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον δυνηθῶ νὰ ὑπερασπίσω τὸν ἑαυτόν μου, ὡς ἔχω κάθε δικαίωμα, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μου. Κύριοι βουλευταί, ἀπαλλάξατέ με τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας. (Χειροκροτήματα).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Ἐμμανουηλίδης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κ.λ.π.
§8Ε. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Α. Δημητρᾶτος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συλλόγου ὑπαλλήλων Ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν, διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ χορήγησιν τοῦ 30% τῶν συλλογικῶν συμβάσεων εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ Φωταερίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Μ. Καρζῆς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προμηθευτικοῦ Συνεταιρισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Υ.Ε.Κ.Α. Νέου Φαλήρου διαμαρτυρομένων διὰ τὴν μὴ χορήγησιν ὡρισμένης ποσότητος εἰδῶν τροφίμων κ.λ.π. Ὁ βουλευτὴς Ἔβρου κ. Φ. Μανουηλίδης καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Κοινοτάρχου Σαμοθράκης ζητοῦντος ψεκασμὸν διὰ D. D. T. μαστιζομένης τῆς νήσου ἐξ ἑλονοσίας. Ὁ βουλευτὴς Πρεβέζης καὶ Ἄρτης κ. Π. Γαρουφαλιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν Νομοῦ Ἄρτης, ζητούντων ἄμεσον βελτίωσιν τῶν συντάξεών των. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἀλιβερίου, ζητοῦντος ἄμεσον ἀποστολὴν πιτύρων πρὸς καταδίωξιν ἀκρίδων. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Ἐμποροβιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Εὐβοίας, διαμαρτυρομένου διὰ διάθεσιν σπορελαίου μέσῳ Ἀγροτικῆς Τραπέζης. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Συνεταιρισμοῦ Ψαχνῶν, ζητοῦντος χορήγησιν ἀδείας εἰσαγωγῆς πατατοσπόρου ἀπ’ εὐθείας εἰς Συνεταιρισμόν. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Ι. Μπουρνιᾶς καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου Καρύστου, διαμαρτυρομένου δι’ ἄδικον κατάταξιν τῆς τάξεώς των εἰς τὴν φορολογίαν τῶν εὐπόρων. Οἱ βουλευταὶ Τρικάλων κ. κ. Δ. Θανόπουλος καὶ Κ. Μπαλτᾶς καταθέτουν τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου, Ἐπαγγελματικῆς Ἑνώσεως καὶ ἄλλων Σωματείων Σοφάδων, ζητούντων τὴν τροποποίησιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ Δήμων, ὥστε ἡ κωμόπολις Σοφάδων, ἀριθμοῦσα ἄνω τῶν 4.000 κατοίκων, νὰ παραμείνῃ ὡς Δῆμος. Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Κωστόπουλος, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Κουφαλίων καὶ παρακαλεῖ διὰ τὴν ἐνδελεχῆ ἐξέτασιν τῶν ἐν αὐτῷ περιλαμβανομένων καταγγελιῶν κατὰ τοῦ Δημάρχου Κουφαλίων Πυργίδου Γεωργίου. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Σωτηρόπουλος, καταθέτει τηλεγραφήματα τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐμπορικοῦ καὶ Βιομηχανικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πατρῶν καὶ τοῦ Συνδέσμου Βιομηχάνων, ζητούντων ὅπως συμπληρωθοῦν αἱ δευτεροβάθμιοι Ἐπιτροπαὶ ἐκδικάσεως ἐφ’ ἅπαξ εἰσφορᾶς καὶ δι’ ἄλλων μελῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Πολυζώης Οἰκονομίδης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Ι. Μπούνια, Α. Καρπέτα καὶ Γ. Γρηγοριάδου, κατοίκων Αἰγιαλείας, ζητούντων μετάβασιν τῶν διδασκάλων εἰς ὀργανικάς των θέσεις. Οἱ βουλευταὶ Πέλλης κ. κ. Π. Καλλιγκάτσης καὶ Χ. Βόσκογλου καταθέτουν τηλεγράφημα τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κόσμου Γιαννιτσῶν, διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ὑπερβολικὴν κατάταξιν τῆς περιφερείας Γιαννιτσῶν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν εὐπόρων. Οἱ Φιλελεύθεροι νέοι Νέας Ἰωνίας διαμαρτύρονται διὰ τὰ λεχθέντα εἰς βάρος Σοφοκλῆ Βενιζέλου. Οἱ σανδαλοποιοὶ καὶ ὑποδηματοποιοί Σερρῶν, ζητοῦν ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ πώλησις ὑποδημάτων παρὰ τῆς Ἑνώσεως Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν. Οἱ Τ.Τ.Τ. ὑπάλληλοι Ἰωαννίνων διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην ἐκχώρησιν τηλεπικοινωνιῶν εἰς Ἑταιρίαν. Ἡ Ὁμοσπονδία Ἐπαγγελματιῶν Βιοτεχνῶν Κερκύρας, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μὴ εἰσέτι ἐπίλυσιν ζητήματος βιβλίων. Ἡ Ἕνωσις Γεωργικῶν Συνεταιρισμῶν Ἄρτης–Φιλιππιάδος, ζητεῖ ματαίωσιν τῆς γενομένης ἀποστρατείας μοιράρχου Ἄρτης Α. Θανοπούλου. Ὁ Συμβολαιογραφικὸς Σύλλογος Ἰωαννίνων, ζητεῖ ἄμεσον ἀκύρωσιν τοῦ ἄρθρου 11 Α.Ν. 921)49 καὶ κατοχύρωσιν τῶν δικαιωμάτων των, τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τοῦ ἄρθρων 29 Α.Ν. 366)36. Ἡ Ἕνωσις Τραυματιῶν Πατρῶν 1940–41 ζητεῖ τὴν ἐπαναφορὰν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀπολυθέντος τραυματίου πολέμου 1940–41 ἀγροτικοῦ διανομέως Ι. Λοΐζου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἀκράτας διαμαρτύρεται διὰ συνεχιζομένην ἄδικον καὶ ἀντισυνταγματικὴν συνέχισιν τῆς ἐγκαθείρξεως τῶν διατελεσάντων ἐπὶ Κατοχῆς Ὑπουργῶν. Ὁ Δήμαρχος καὶ διάφορα ἄλλα Σωματεῖα Ἰωαννίνων ζητοῦν ὅπως ἡ πόλις τῶν Ἰωαννίνων ἐξαιρεθῇ τῆς βαρυτάτης φορολογίας τῶν εὐπόρων. Ἡ Ἕνωσις Πολεμιστῶν Πολυτέκνων Ἑλλάδος, ζητεῖ ὅπως οἰκόπεδα πωληθέντα ἐπὶ κατοχῆς καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἔκτισαν δωμάτια κατὰ τὴν κατοχὴν καὶ μετέπειτα μέχρις σήμερον οἱ ἀγορασταί, ἐξαιρεθῶσιν τοῦ σχετικοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος κ.λ.π. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ περιφερείας Ἀργοναυπλίας, διαμαρτύρονται διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καθυστέρησιν ἐκδόσεως ἀδείας πωλήσεως καπνῶν ἐν Ὁλλανδίᾳ. Ὁ Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ἀναπήρων Πολέμου Ἀξιωματικῶν νόμου 2588 Ἀθηνῶν, διαμαρτύρεται διὰ τὴν προσγενομένην ἀδικίαν πρὸς τὸν ἀνάπηρον πολέμου ἀξιωματικὸν Διονύσιον Κλαδᾶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Πλατῆς, Γ. Ἀριστείδου, Κ. Θεοφανόπουλος, Χ. Ψαρρός, Μ. Βαρβιτσιώτης, Ν. Καράμπελας, Κ. Οἰκονομίδης, Ε. Κουλουμβάκης κ. ἄ., καταθέτουσιν πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Α. Ν. 955 «περὶ φοιτητικῶν ζητημάτων». Ἡ ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας Σώματος Ἑλλήνων Προσκόπων». Ἡ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ Α. Ν. 1786)39 «περὶ ρυθμίσεως καὶ ἐπεκτάσεως δενδρωδῶν καλλιεργειῶν». Ἡ ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 949)1949 «περὶ ἀναθέσεως ὑπογραφῆς ἐγγράφων καὶ πράξεων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ Ὑγιεινῆς εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα καὶ Γενικοὺς Διευθυντὰς κ. λ. π. τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς», καὶ 2) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 5762)1933 νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Ἰουλίου 1933 Β. Διατάγματος «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΣΝΣʹ τῆς 20 Μαρτίου 1908 καὶ 2930 τῆς 26ης Ἰουλίου 1922 «περὶ ἀπολυμαντηρίων». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν σχεδίων νόμων 1) «περὶ ἐξομοιώσεως τῶν πλοίων τοῦ Ε.Υ.Ι. πρὸς κρατικὰ ὡς πρὸς ὡρισμένας ὑποχρεώσεις» καὶ 2) «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν θυμάτων τοῦ ναυαγήσαντος ἀτμοπλοίου «Χειμάρα». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος, Χ. Βαλῖνος, Π. Γαρουφαλιᾶς, Π. Δαπέργολας, Ν. Ἔξαρχος, Η. Ζουμπουλάκης, Π. Ἡλιάδης. Κ. Θεοφανόπουλος, Κ. Καλαμαρᾶς κ. ἄ., καταθέτουσι πρότασιν νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ν. Δ. 594)1948». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Φράγκος, Δ. Πετροπουλάκος, Ι. Παπαρτεμίου, Γ. Γραφάκος, Ν. Καράμπελας, Δ. Σαρρῆς, Ε. Κουλουμβάκης καὶ Π. Σταθόπουλος, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐθελοντῶν ἀνακατεταγμένων καὶ μονίμων ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ε. Γαλενιανός, Γ. Βογιατζῆς καὶ Θ. Διακουμόπουλος καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐθελοντῶν ἀνακατεταγμένων καὶ μονίμων ὁπλιτῶν τοῦ Στρατοῦ Ξηρᾶς». Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Μπέλλας, καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος «περὶ τῶν ἐπὶ Κατοχῆς συναφθεισῶν ἀγοραπωλησιῶν». (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Ι. Θεοτόκης).
§9Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ δύο ἡμερῶν διενεμήθη ἔκθεσις μιᾶς Ἐπιτροπῆς σχετικῶς μὲ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ σίτου. Ἐλήφθη ἀπόφασις πότε θὰ συζητηθῇ τὸ θέμα τοῦτο;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις.
§11Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, θέλω νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐφ’ ὅσον ἦλθε πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου καὶ ἐπειδὴ τὸ θέμα τοῦτο εἶναι μέγα καὶ κρατεῖ εἰς συγκίνησιν μέγα μέρος τοῦ λαοῦ, ἐὰν συμφωνῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ συναινῇ καὶ ἡ Βουλή, αὔριον, κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ ἐλέγχου, νὰ προτάξωμεν τὸ θέμα τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου.
§12Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερ.). Αὔριον θὰ προβῇ εἰς ἀνακοινώσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§13Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Θὰ ἀκούσωμεν τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐν συνεχείᾳ θὰ λάβωμεν τὸν λόγον.
§14Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου γίνῃ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει καλῶς, διότι ἄλλως θὰ πρέπει νὰ συνεχισθῇ ἡ ἐπερώτησις περὶ τηλεπικοινωνιῶν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον λαμβάνει ἀπόφασιν ἡ Βουλή, δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συγκεντρώσεως τοῦ σίτου.
§16Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει πρὸς τὸν Κανονισμόν, νὰ τὸ φέρωμεν πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν Α. Ν. 1676) 39 καὶ 2452)40 «περὶ
προστασίας φυματικοῦ προσωπικοῦ
Τ.Τ.Τ.».
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς τὸ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν Α. Ν. 1676)39 καὶ 2452)40 «περὶ προστασίας φυματικοῦ προσωπικοῦ Τ.Τ.Τ.». Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως Ψηφισμάτων Ν. Δ. καὶ Α. Ν.». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βαμβέτσος.
§20Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀγορεύων ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως πρό τινος χρόνου, ἐξέφραζον τὸν φόβον ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεταχειρίζεται τὴν Δʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐπὶ χιτλερικοῦ ἐν Γερμανίᾳ καθεστῶτος ἐχρησιμοποιεῖτο τὸ Γερμανικὸν Ράϊχσταγκ, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ συνέρχεται ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, νὰ χειροκροτῇ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ παρέχῃ εἰς αὐτὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, συνοδευομένην μὲ διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἡ τοιαύτη συνεχιζομένη ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, ἄγει εἰς τὴν ἐμφάνισιν ἐνώπιον ἡμῶν σχεδίου Ψηφίσματος, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται......
§21Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτερ.). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν δήλωσιν; Ἡ Κυβέρνησις, ἀντιμετωπίζουσα τὰς διαφόρους ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι σχετικῶς ἐξεφράσθησαν εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Ψηφίσματος αὐτοῦ, θὰ ὑποβάλῃ ἐντὸς τῆς ἑσπέρας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ Ψηφίσματος, αἱ ὁποῖαι, τυγχάνουσαι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Σώματος, θὰ καλύψουν καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπαινίσσεται ὁ κ. Βαμβέτσος.
§22Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, διατί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ταλανίζετε τὴν Βουλήν; Ἀνακοινώσατέ μας τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ τὰς ἔχουν ὑπ’ ὄψιν οἱ ρήτορες καὶ ἀναλόγως νὰ ὁμιλήσουν. Θὰ μᾶς ἀφήσετε νὰ ὁμιλοῦμεν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποίας ἀποφάσεις ἐλάβατε; (Χειροκροτήματα). Τόσην σκληρότητα ἀπὸ μέρους σας, ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὴν καταλαβαίνω.
§23Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ μὲ ἐπηρεάσουν αἱ ὑποβληθησόμεναι τροπολογίαι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοθετήματος. Αἱ τροπολογίαι αὗται δυνατὸν νὰ μετριάσουν κἄπως τὸ κακόν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποσύρῃ ἐν τῷ συνόλῳ του τὸ Ψήφισμα, ἡ ἰδική μου ὁμιλία θὰ παραμείνῃ ἀκεραία. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι ἴσως διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον ἐμφανίζεται τοιοῦτον νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἀπὸ τὸ Σῶμα νὰ ψηφίσῃ συλλήβδην καὶ ἀναδρομικῶς 286, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν ἐκδιδόμενα τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1946 καὶ τῶν ὁποίων τέρμα ἦτο ὁ Ἀπρίλιος 1949. Τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν μέχρι τῆς σήμερον, ὅτε ηὐδόκησε νὰ μᾶς διανείμῃ τὸν πίνακα αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἄγνωστος εἰς τὸ Σῶμα καὶ ὁ ἀριθμὸς καὶ οἱ τίτλοι ἀκόμη. Ἡ δὲ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ σχέδιον Ψηφίσματος, δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον οὔτε μίαν στοιχειώδη αἰτιολογίαν νὰ περιλάβῃ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν ἀντικανονικὸν αὐτὸν τρόπον τῆς ἐμφανίσεως τοῦ νομοθετήματος, τοὐναντίον ἐκ τοῦ ὕφους τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, φαίνεται ἡ Κυβέρνησις οἱονεὶ κατηγοροῦσα ἡμᾶς, διότι ἕως τώρα δὲν ἐψηφίσαμεν αὐτά. Τὰ πρῶτα ἐκ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, ἐξεδόθησαν μεταξὺ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαρτίου 1946 καὶ τῆς 13.5. 1946, καθ’ ἣν ἡμέραν ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἔχομεν μίαν ἄλλην σειράν, εἶναι ἑπτὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1947. Εἶναι, ἐπίσης δεκαπέντε Ψηφίσματα, ἐκδοθέντα, μετὰ σύμφωνον γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα ὅμως τὸ Σῶμα, διὰ τοῦ περὶ ἐξουσιοδοτήσεως Ψηφίσματός του, εἶχε θέσει ὡς ὅρον ὅτι ταῦτα ἐτέλουν ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, ἦτο φυσικὸν ὁ σεβασμὸς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν νὰ τὰ ἀγάγῃ, διὰ τὴν ψήφισιν, ἐνώπιον τοῦ Σώματος κατὰ τὴν κανονικὴν διαδικασίαν. Ἠκολούθησαν ἀναγκαστικοὶ νόμοι τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1947, διαρκούσης τῆς βραχείας διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐξεδόθησαν ἕτερα νομοθετήματα κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἀνεβλήθησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς τὸν Μάϊον καὶ Ἰούνιον τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐξεδόθησαν ὀλίγα νομοθετήματα μεταξὺ Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου. 40 νομοθετήματα κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1948 καὶ Ἰανουάριον τοῦ 1949 πρὸ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον πρὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ἀμέσως προηγουμένην της μορφὴν καὶ εὐθὺς ἅμα τῷ σχηματισμῷ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης μέχρι τῆς σημερινῆς, καὶ 90 ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τέλους Ἀπριλίου, ὅτε διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξάρω μερικὰ σημεῖα ἄξια λόγου. Πολλὰ ἐκ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν ἐξεδόθησαν τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἢ τὰς δύο–τρεῖς τελευταίας ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, γνωρίζετε δὲ κατὰ ποῖον τρόπον ἐνεφανίζοντο τὰ νομοθετήματα αὐτά. Τὴν 22.6.1949 ἐξεδόθησαν 36 νομοθετήματα· τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦτο ἀδύνατον, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, νὰ ἐκτυπωθοῦν 36 νομοθετήματα, εἶναι πρόδηλον ὅτι ἐγένετο προχρονολόγησις —διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶ τὴν ἀκριβῆ νομικὴν ἔκφρασιν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ τὸν ποινικὸν χαρακτῆρα τῆς ἐν λόγῳ προχρονολογήσεως— νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν πολλὰς ἡμέρας βραδύτερον, ὅταν τὸ Σῶμα εἶχε συνέλθει.
§24Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Πρόκειται περὶ ἀπάτης;
§25Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ λέγεται εἰς τὴν νομικὴν γλῶσσαν πλαστογραφία. Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικὸν εἶναι τοῦτο. Τὴν 15ην Ἰανουαρίου ἐνεστῶτος ἔτους, παραιτεῖται ἡ διὰ μιᾶς ψήφου, ὡς ἐνθυμεῖσθε, περιβληθεῖσα τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος Κυβέρνησις τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν ἡ παραιτουμένη Κυβέρνησις ἐξέδωσεν 20 νομοθετήματα, ἐνῷ ἦτο ἤδη ὑπὸ παραίτησιν μὲ ἡμερομηνίαν 15 Ἰανουαρίου, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνῆλθεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Ἐσχηματίσθη τὴν 20.1.1949 ἡ νέα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν τοῦ σχηματισμοῦ της καὶ προτοῦ περιβληθῇ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος, Κυβέρνησις δηλαδὴ ὑπὸ αἵρεσιν, ἔσπευσε νὰ ἐκδώσῃ 4 νομοθετήματα. Τέλος, ἐκ τῶν 90 νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν μεταξὺ 5.2.1949 καὶ 30.4.1949, 33 νομοθετήματα ἐξεδόθησαν τὴν 29.4.1949, τὴν προηγουμένην τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπαναληφθέντος τοῦ ἰδίου ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον προανέφερα ὡς πρὸς τὴν προχρονολόγησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν καὶ κυκλοφορίαν αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων. Αὐτὰ ὅλα τὰ νομοθετήματα, 286 τὸν ἀριθμόν, εἰσάγονται σήμερον πρὸς συλλήβδην κύρωσιν χωρὶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ περιλαμβάνεται οὔτε τὸ κείμενον αὐτῶν, οὔτε οἱ τίτλοι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, εὐδοκίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἐδόθησαν πρὸς ἡμᾶς δι’ ἐκτάκτου παραρτήματος, ὀλίγον πρὸ τῆς συνεδριάσεως. Ἀνέγνωσα καὶ ἤκουσα εἰς τὸ ραδιόφωνον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκπληττώμεθα δι’ αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν νομοθετημάτων, διότι λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει βίον περίπου τριάκοντα ὀκτὼ μηνῶν, ἀναλογοῦν 6–7 μηνιαίως. Δὲν ἠξεύρω ποῖος εἶναι ὁ εὐφυής, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν αὐτὸν τὸν συλλογισμόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι μία στοιχειώδης κριτικὴ αὐτοῦ τοῦ ἀποφθέγματος πείθει, ὅτι πρόκειται περὶ ὑπολογισμοῦ ἐσφαλμένου, διότι δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου καθ’ ὃν δὲν ἐλειτούργησεν ἡ Βουλή, οὔτε αἱ Ἐπιτροπαὶ Ἐξουσιοδοτήσεως. Ὁ χρόνος τοιαύτης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἶναι περίπου ἑξάμηνος, ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ἑξαμήνου, λοιπόν, ἐξεδόθησαν αὐτὰ τὰ 286 νομοθετήματα, ἀντιστοιχοῦν δηλαδὴ 47 νομοθετήματα μηνιαίως, ἐκδοθέντα ἀνωμάλως. Ἐλπίζω ὅτι ὁ στατιστικὸς ὁ ἀνακοινώσας ἐκείνους τοὺς ἀριθμούς, δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ὑπ’ αὐτοῦ γενομένην ἀνακοίνωσιν. Κύριοι βουλευταί, ἐνῷ ἦτο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκκρεμὴς ἡ τύχη τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν καὶ ἀνεμένετο εὐλόγως ὅτι ἡ ψήφισις αὐτῶν θὰ γίνῃ κατὰ τὴν συνήθη νομοθετικὴν διαδικασίαν, ἡ Κυβέρνησις ἀνεκάλυψεν αἰφνιδίως ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο δυνατόν, ὡς ἐκ τοῦ ρυθμοῦ μὲ τὸν ὁποῖον βαίνουν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος. Ὁ ρυθμός, ὅμως, οὗτος δὲν βαρύνει τὸ Σῶμα, ἀλλὰ βαρύνει τὴν ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικὴν ἡγεσίαν καὶ ὁ ρυθμὸς οὗτος δὲν ἦτο ἄγνωστος εἰς τὴν πολιτικὴν ταύτην ἡγεσίαν. Ἑπομένως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ ὅτι, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐξέδιδεν ἀθρόως τοιαῦτα νομοθετήματα, ἐγνώριζεν ἤδη τὸν ρυθμὸν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ ἔπραττεν τοῦτο ἐν πλήρει γνώσει περὶ τῶν δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἀντιμετώπιζεν ἡ διὰ τῆς κανονικῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ ἐπικύρωσις τῶν ἐν λόγῳ νομοθετημάτων καὶ ἑπομένως δυοῖν θάτερον. Ἢ ὑπέθετεν ὅτι, παρὰ τὸν ρυθμὸν τοῦτον, θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἔγκρισις αὐτῶν κατὰ τὴν συνήθη διαδικασίαν, ἢ ἡ Κυβέρνησις, ἐκ βαρείας προθέσεως —θὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἠπίαν φρασεολογίαν— ἐκ βαρείας προθέσεως, ἐν γνώσει ὅτι τοῦτο ἦτο ἀδύνατον, ἤθελε νὰ φέρῃ τὸ Σῶμα πρὸ τῆς ἠθικῆς πιέσεως, ἢ ψηφίζετε συλλήβδην ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια ἢ θὰ φέρετε μίαν ἄρσιν σειρᾶς τετελεσμένων γεγονότων. Αὐτὴν τὴν βαρεῖαν προαίρεσιν ἐπιθυμῶ ἀπεριφράστως νὰ καταδικάσω, διότι δὲν εἶναι νοητὸν Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει κατὰ κόρον, ὁσάκις ἐμφανίζεται ἐνώπιον ἡμῶν, διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, ὅτι εἶναι πιστὴ τηρήτρια τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, νὰ δύναται νὰ ἐκδίδῃ ἀναγκαστικὰ νομοθετήματα ἐν γνώσει ὅτι ταῦτα τελοῦν ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεώς των ὑπὸ τοῦ Σώματος καὶ νὰ θέλῃ νὰ κυρωθοῦν ὑπὸ τοῦ Σώματος ἐντὸς τοῦ ἀπομένοντος χρονικοῦ διαστήματος. Ἑπομένως, ἐπιθυμεῖ νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τοῦ Σώματος ἠθικὴν πίεσιν νὰ τὰ ψηφίσῃ ὅλα ὁμαδικῶς ἢ ἄλλως νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ Σῶμα, ἀντ’ αὐτῆς, τὰς εὐθύνας τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως. Τὴν ἠθικὴν ταύτην ἀνωμαλίαν ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνετε. Ἀλλὰ ἡ σπουδὴ τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ ἦτο τόσον μεγάλη, ἐὰν δὲν ἀνέκυπτεν ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασεν αὐτὴν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου Ψηφίσματος. Διότι, ἐὰν δὲν εἶχε μεσολαβήσει τὸ γεγονὸς τοῦτο, δὲν θὰ ἐπρόκειτο, νὰ εἶσθε βέβαιοι, νὰ ἤρχοντο πρὸς κύρωσιν τὰ Ψηφίσματα καὶ οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι, ἀλλὰ θὰ παρέμενον σιωπηρῶς ἐν ἰσχύϊ, ἐξακολουθοῦντες νὰ δημιουργοῦν μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀδύνατον, φυσικά, μετὰ μίαν σειρὰν ἐτῶν, νὰ ἀνατραπῇ.
§26Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Προϋπῆρχον τὰ σχέδια τῆς ὑποβολῆς, τῶν γεγονότων.
§27Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Βεβαίως, θὰ προϋπῆρχον τὰ σχέδια, ἀλλὰ ἐπειδὴ θὰ ἐπρόκειτο περὶ 286 σχεδίων, ἦτο φυσικὸν ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιψηφισθοῦν ταῦτα. Ἑπομένως, τὰ σχέδια θὰ παρέμενον σχέδια καὶ θὰ εἰσήγοντο ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέσπευδον ἢ θὰ ἤθελον νὰ ἐπισπεύσουν οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί. Θέλω νὰ κάμω μίαν τιμητικὴν ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἴσως ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ 2 νομοθετήματα κυρωτικὰ ἀναγκαστικῶν νόμων ἐκδοθέντων ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς καὶ ἀφορώντων τὸ Ὑπουργεῖον του, ἤτοι τοῦ νομοθετήματος περὶ Νομαρχῶν καὶ τοῦ νομοθετήματος περὶ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τῶν γυναικῶν.
§28Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζητήθησαν αὐτά.
§29Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὰ κατέθεσε μόνος του, κ. συνάδελφε. Τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. Τὸ γεγονός, λέγω, τὸ νεώτερον, τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον Ψηφίσματος, ἦτο μία ἱστορικὴ καὶ μνημειώδης ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου τῆς χώρας Διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελέσῃ σταθμὸν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης καὶ θὰ ἀποτελέσῃ αἰώνιον τίτλον τιμῆς διὰ τοὺς ἐκδόσαντας αὐτὴν καὶ διὰ τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον τὴν ἐξέδωκεν. (Χειροκροτήματα). Τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἱκανοποίησε τὰς προβλέψεις τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ ἱδρυτὴς αὐτοῦ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων Ἐλευθέριος Βενιζέλος καὶ τὰς ὁποίας ἐξέφρασε κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, καὶ ἐναρκτήριον, τῶν ἐργασιῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸ ὁποῖον ἐξηκολούθησε τὴν παράδοσιν, τὴν ἀρξαμένην ὑπὸ τὸν μέγα νομομαθῆ Κ. Ρακτιβὰν καὶ ὑπὸ τὴν σημερινὴν αὐτοῦ Προεδρίαν.
§30Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὸν θαυμασμόν καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην της πρὸς τὸ Ἀνώτατον αὐτὸ Δικαστήριον. (Χειροκροτήματα).
§31Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Θὰ γνωρίζετε, κύριοι, τὸ ἀνέκδοτον τοῦ Μεγάλου Φρειδερίκου, ὁ ὁποῖος ὅταν ἀνήγειρε μίαν ἔπαυλιν εἰς τὸ Potsdam, πλησίον τοῦ Βερολίνου, ἠθέλησε νὰ καταλάβῃ ἑνὸς μυλωθροῦ τὸν ἀνεμόμυλον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐγγὺς τῆς ἐπαύλεως. Ἀλλὰ ὁ μυλωθρὸς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐδέχετο τὴν πίεσιν αὐτὴν καὶ διεμήνυσεν εἰς τὸν Αὐτοκράτορα, ἀπόλυτον μονάρχην τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι «ὑπάρχουν, ὅμως, δικαστήρια εἰς τὸ Βερολῖνον» καὶ πράγματι ὑπῆρχον δικαστήρια καὶ ὁ Αὐτοκράτωρ δὲν ἠδυνήθη νὰ καταλάβῃ τὸν μῦλον. Ὁ δὲ μῦλος αὐτὸς ἐσώζετο, τοὐλάχιστον μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν· δὲν γνωρίζω ἐὰν οἱ βομβαρδισμοὶ ἐφείσθησαν αὐτοῦ, ὡς αἰώνιον μνημεῖον τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, πρὸ τῆς ὁποίας ἔκυψε καὶ εἷς ἀπόλυτος μονάρχης. Ἀνάλογον παράδειγμα πρὸς τὸν μῦλον τοῦ Potsdam, θὰ εἶναι καὶ ἡ ἀπόφασις 1041)49 τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Διὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, τὸ ἀνώτατον τῆς χώρας Δικαστήριον, ἐν εὐρύτητι σκέψεως, ἀλλὰ καὶ πιστῇ ἐφαρμογῇ τῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, ἔθεσε μερικὰς ἀρχάς, ἐντὸς τῶν ὁποίων καὶ ἡ κυβερνητικὴ ἐξουσία δὲν θὰ ἀνακόπτεται καὶ οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ θὰ εἶναι σεβαστοί. Ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καθορίζει, ἐν πρώτοις, ὅτι τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα θέτει σαφῶς τὰ ὅρια τῆς λειτουργίας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ καθορίζει τὰ ὄργανα ὑπὸ τῶν ὁποίων θὰ ἀσκῆται. Προσθέτει δέ, ὅτι νομοθετικὰ διατάγματα ἢ νόμοι ἀναγκαστικοί, ἐκδιδόμενοι ἄνευ νομοθετικῆς ἐξουσιοδοτήσεως, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι εἰδικὴ καὶ ὡρισμένη, ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἶναι ἄκυροι. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐπίσης, ἐν εὐρύτητι ἀντιλήψεως, ἀναγνωρίζει τὰς τελευταίας ἀνωμαλίας τὰς προκυψάσας παρ’ ἡμῶν κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν τῆς συνταγματικῆς ἱστορίας, τῆς κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐλλείψεως ἢ ἀπουσίας τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς ἀνέχεται παρέκκλισίν τινα ἀπὸ τὴν συνταγματικὴν ὀρθοδοξίαν. Ἡ παρέκκλισις αὐτὴ εἶναι διττή, εἶναι παρέκκλισις ἡ ὁποία ὑπάρχει ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ποσῶς Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, διότι δὲν λειτουργεῖ ὁμαλῶς τὸ πολίτευμα, ὅταν δηλαδὴ ἔχωμεν τὰς λεγομένας «ντὲ φάκτο» Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι, διὰ πραξικοπήματος ἐπιβληθεῖσαι, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἱδρύουν ἴδιον δίκαιον καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη περίπτωσις, εἰς τὴν ὁποίαν κάμνει μίαν συγκατάβασιν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ δὲν περιορίζεται μόνον εἰς αὐτὴν τὴν εὐνόητον περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναστέλλονται οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ καὶ λειτουργεῖ ἓν suis qeneris καθεστὼς ἀνωμάλου, καθεστὼς «ντὲ φάκτο» καὶ ὄχι «ντὲ γιοῦρε». Ἐπιτρέπει καὶ μίαν ἄλλην περίπτωσιν παρεκκλίσεως, ὅταν δηλαδὴ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλλουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἐπείγοντα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμείνῃ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖ, ἐπίσης, ἀναγνωρίζει ὀρθῶς τὴν παρέκκλισιν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν εἶναι Δικαστήριον τύπων, ἀλλὰ εἶναι Δικαστήριον οὐσίας, Δικαστήριον ἀντιλαμβανόμενον τὰς σημερινὰς συνθήκας τῆς ζωῆς, ἀντιλαμβανόμενον τὴν ἀνάγκην ἀντιμετωπίσεως ἐκτάκτων συνθηκῶν καὶ ἐκτάκτων μέτρων. Λέγει, ὅμως τοῦτο, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ πρέπει νὰ τεθοῦν δύο περιορισμοί: Ἕνας περιορισμὸς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ περιεχομένου καὶ ἕτερος περιορισμὸς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς κυρώσεώς των. Τὸ περιεχόμενον αὐτῶν τῶν ἀναγκαστικῶν νομοθετημάτων θὰ πρέπει νὰ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ δικαιολογῇ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν, λόγῳ ἐκτάκτων, πράγματι, συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλει μία καλῶς ἐνεργοῦσα Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ ἀμέσως. Ἀπὸ ἀπόψεως κυρώσεως, ὅτι πρέπει τὰ νομοθετήματα αὑτὰ νὰ εἰσάγωνται ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν ἅμα τῇ συγκλήσει αὐτῆς καὶ νὰ ψηφίζωνται προτοῦ αὕτη διακόψῃ τὰς ἐργασίας της. Ἔχει δηλαδὴ ἡ κοινοβουλευτικὴ συνταγματικὴ Κυβέρνησις ὑποχρέωσιν, ἐὰν εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ τοιαῦτά τινα νομοθετήματα, νὰ προσέλθῃ ἀμέσως εἰς τὸ Σῶμα καὶ νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἔπραξεν ἄλλοτε ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, συγγνώμην ἀπὸ τὸ Σῶμα διὰ τὴν παρέκκλισιν ἀπὸ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ συγχρόνως νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἄμεσον κύρωσιν αὐτῶν προτοῦ διακοποῦν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξῃ, τότε καὶ αὐτὰ τὰ ἐπείγοντα νομοθετήματα, ἀποβάλλουν πᾶσαν ἰσχύν. Βλέπετε, κύριοι, πόσον ὡραία, πόσον πολιτικὴ ἀλλὰ καὶ ἐν ταὐτῷ νομική, εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Λέγει, εἰδικῶς ὡς πρὸς τὰς παρούσας συνθήκας, τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας, τὶ ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ καὶ τὶ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἀναγνωρίζει, δηλαδή, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐκδοθοῦν νόμοι λήψεως μέτρων ἀφορώντων τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, λήψεως μέτρων ἀφορώντων τὴν ὀργάνωσιν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων, μέτρων ἀφορώντων τὴν σύνθεσιν τῶν στελεχῶν τοῦ Στρατεύματος ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἀφορώντων τὴν δημοσίαν ὑγείαν, ἀναγκαίων πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὑποχρεώσεων πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος οἰκονομικῆς ἀνασυγκροτήσεως τῆς χώρας καὶ προσθέτει κ.λ.π., δηλαδὴ δὲν θεωρεῖ τὸν πίνακα αὐτὸν ἐξαντλητικόν, ἀλλὰ δέχεται καὶ ἐπὶ ἄλλων τινων θεμάτων νὰ ἐξετάσῃ ἀπὸ περιπτώσεως εἰς περίπτωσιν, ἐὰν θὰ ἐδικαιολογοῦντο ἀπὸ ἔκτακτον τῶν πραγμάτων ἀνάγκην οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι. Ἐπειδὴ εἰς τὸ παρελθὸν ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι, χαρακτηρίσασαι τὰς ἀποφάσεις αὐτὰς τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὡς ἐπέμβασιν εἰς τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, ὀφείλω εὐθὺς ἀμέσως νὰ εἴπω ὅτι μία τοιαύτη ἀντίληψις θὰ ἦτο ἀπολύτως ἐσφαλμένη. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οὕτω πως ἀποφαινόμενον καὶ ἐρευνῶν ἐν ἑκάστῃ συγκεκριμένῃ περιπτώσει ἐὰν ἀναγκαστικὸν τι νομοθέτημα ἦτο ἢ ὄχι ἐπιβεβλημένον ἐκ τῆς ὑπαρχούσης ἀνάγκης, τοῦτο πράττον, λέγω, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οὐδαμῶς ἐπεμβαίνει εἰς τὰ κυβερνητικὰ ἔργα, ὅλως τοὐναντίον, τοῦτο πράττον, κάμνει μίαν συγκατάβασιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπολύτου καὶ ἀκάμπτου νομιμότητος ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς σκοπιμότητος. Δηλαδή, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι πᾶν νομοθέτημα, ἐκδοθὲν ἀνωμάλως παρὰ τοὺς ὅρους τοὺς περιεχομένους ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι ἐκ τούτου καὶ μόνον ἄκυρον, ἐν τούτοις δέχεται νὰ κάμῃ μίαν ἐξαίρεσιν, ἀναγνωρίζον τὴν ὕπαρξιν ἐκτάκτων τινων περιστάσεων, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποστῇ τῶν κειμένων συνταγματικῶν διατάξεων. Δὲν ἐπεμβαίνει, ἑπομένως, εἰς τὰ κυβερνητικὰ ἔργα, ἀλλὰ ἀνέχεται μετὰ δυσφορίας, διὰ λόγους ὑπάρξεως ἐκτάκτων συνθηκῶν, μίαν παρέκκλισιν, ὁσάκις πράγματι αἱ συνθῆκαι τὸ ἐπιβάλλουν. Τελικῶς καθορίζει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι, ὑπαρχούσης σήμερον Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐχούσης εὐρεῖαν συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν αὐτὴ ἐπιθυμῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοιούτων ἀνωμάλων νομοθετημάτων, νὰ προΐδῃ τὴν ἐν τῷ Καταστατικῷ Χάρτῃ τῆς χώρας ἀναγραφὴν διατάξεως, ἡ ὁποία καθορίζει τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λειτουργῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς. Αὐταί εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, αἱ γενικαὶ γραμμαὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, γενικαὶ γραμμαὶ αἱ ὁποῖαι λύουν πλεῖστα τῶν ζητημάτων ἐκείνων καὶ αἴρουν πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ προεβάλλοντο ἀπὸ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς, ὡς δικαιολογητικὰ τῆς ὑποβολῆς καὶ ψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος. Ἀλλὰ τὰ νομοθετήματα, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, ἦσαν ἆρά γε νομοθετήματα τὰ ὁποῖα δικαιολογοῦνται ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων; Ἐὰν ἦσαν τοιαῦτα, τότε ἡ μόνη μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἦτο νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἐπικύρωσιν αὐτῶν, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ πρὸ τῆς περιπτώσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν, συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοιαῦτα νομοθετήματα ἀποβάλλουν τὴν ἰσχύν των μὴ κυρωθέντα μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, διότι ἐὰν ἦτο τοῦτο, θὰ ὑπῆρχον πλεῖστοι ἄλλοι τρόποι, κατὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ κύρωσις τῶν νομοθετημάτων τούτων. Καὶ ἕνα τῶν τρόπων αὐτῶν, ὑπέδειξα ὁ ἴδιος αὐτεπαγγέλτως, κατὰ εὐρυτέραν ἑρμηνείαν τῶν καθηκόντων μου ὡς Προέδρου τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, θελήσας, οὐχὶ νὰ φέρω δυσχερείας, ἀλλὰ νὰ ὑποβοηθήσω τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως εἰς αὐτὸ τὸ ἀδιέξοδον ἐνώπιον τοῦ ὁποίου αὕτη εὑρίσκεται, ἀλλὰ λύσιν ἡ ὁποία θὰ ἐνέχῃ ἐν ἑαυτῇ καὶ σεβασμὸν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ σεβασμὸν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν τῆς χώρας πολίτευμα. Ὑπέδειξα τοὐτέστι τὴν ἑξῆς λύσιν: Νὰ κυρωθοῦν, δι’ ἑνὸς Ψηφίσματος, τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματος οἰκονομικῆς βοηθείας, τοῦ γνωστοῦ ὡς προγράμματος Μάρσαλ, τὰ δὲ ἄλλα νομοθετήματα νὰ εἰσαχθοῦν διὰ χωριστῶν Ψηφισμάτων κατὰ Ὑπουργεῖα. Ἀλλὰ τὰ Ψηφίσματα αὐτὰ νὰ περιέχουν τὰ κείμενα τῶν κυρωτέων νομοθετημάτων εἰς τρόπον, ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νὰ γνωρίζῃ τὶ πρόκειται νὰ ἐγκρίνῃ καὶ νὰ ἐπιφυλάσσεται ποῖα ἐξ αὐτῶν ἐνδεχομένως θὰ ἐγκρίνῃ ἢ ποῖα θὰ κρίνῃ ὅτι δὲν δικαιολογοῦνται, εἴτε κατὰ τύπους εἴτε κατ’ οὐσίαν καὶ ὀφείλουν ἀναδρομικῶς νὰ ἀκυρωθοῦν. Ἀλλ’ ἐνῷ πρὸς στιγμὴν εἶχον τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ ἐγένετο δεκτή, ἐπὶ μακρὰς ἡμέρας, πλέον τοῦ δεκαημέρου, οὐδεμία ἐγένετο προσπάθεια διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ αὐτὴ ἡ λύσις, ἡ ὁποία θὰ εἶχε προαχθῇ, ἐὰν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐφηρμόζετο. Ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, τὴν παραμονὴν τῆς δημοσιεύσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, κατετέθη ἐσπευσμένως τὸ ὑπὸ κρίσιν σχέδιον Ψηφίσματος. Λέγω, λοιπόν, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι ἦτο μόνον ζήτημα διαδικασίας, ἀλλὰ θὰ ἦτο καὶ ζήτημα περιεχομένου τῶν νομοθετημάτων. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐμφανίσῃ ἐνώπιον ἡμῶν τὰ κείμενα τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν, διότι, ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θεωρῆται πιστὸς τηρητὴς τῶν διαταγῶν τοῦ Κόμματος, θὰ ἀνελάμβανε ἐνώπιον τῆς συνειδήσεώς του — θὰ ἔλεγον κάτι περισσότερον, ἐνώπιον τοῦ ἀνθρωπισμοῦ του — τὴν εὐθύνην νὰ περιβάλῃ διὰ τῆς ψήφου του μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ νομοθετήματα. Ἀρχίζω, κύριοι, ἀπὸ τὰ νομοθετήματα τῆς πρώτης περιόδου. Τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ἐξεδόθησαν πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Μεταξὺ τούτων, π.χ., περιλαμβάνεται νομοσχέδιον περὶ συστάσεως θέσεως Γενικοῦ Γραμματέως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ Ἐργασίας. Δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον λόγον ἡ σύστασις τῆς θέσεως τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνῃ ὀλίγας ἡμέρας μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Φαίνεται ὅτι ἡ ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 3ης Μαρτίου προελθοῦσα πρώτη Κυβέρνησις ἤθελε νὰ σπεύσῃ νὰ καταλάβῃ τὰς ἐπικαίρους κομματικὰς θέσεις καὶ ὅπου δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται νὰ ἐκδώσῃ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέπουν τὴν τοιαύτην κατάληψιν. Ἔχομεν, λοιπόν, ἐκτὸς τοῦ περὶ ἱδρύσεως θέσεως Γενικοῦ Γραμματέως, ἄλλο νομοσχέδιον, περὶ τροποποιήσεως τῶν ὅρων τῆς διοικήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Θεάτρου. Ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ ἀμέσως νὰ καταρτίσῃ τὴν Διοίκησιν αὐτοῦ κατὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πλειοψηφίσαντος Κόμματος. Ἔχομεν, ἀκόμη, νομοσχέδιον περὶ προσωρινῆς Διοικήσεως τοῦ Α.Σ.Ο., σπουδαιοτάτης ἐπάλξεως, ἡ ὁποία ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ καταληφθῇ ὡς ἐπίκαιρος. Ἔχομεν ἀκόμη νομοθετικὸν διάταγμα «περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὸ προσωπικὸν τῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος». Καὶ ἐκεῖ ὁ κομματικὸς ὀργασμὸς ἠδυνήθη πλήρως νὰ ἐπεκταθῇ. Αὐτὰ εἶναι χαρακτηριστικὰ νομοθετήματα τῶν πρώτων μετεκλογικῶν ἡμερῶν, τὰ ὁποῖα ἀμέσως ὄζουν ἀπὸ τὴν πολλαπλῆν κομματικὴν διάθεσιν, τὴν διάθεσιν τῆς εἰσβολῆς τοῦ Κόμματος εἰς ὡρισμένας θέσεις, ἐκ τῶν ὁποίων ἦτο μακράν. Ἀλλὰ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ ἄλλα τινὰ νομοθετήματα, τῶν τελευταίων Κυβερνήσεων, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ δὲν θὰ διεξεδίκουν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἠθικὸν κῦρος. Ἐξεδόθη, π.χ., ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ ἕνας Α. Ν. ὑπ’ ἀριθ. 783, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεδιώχθη νὰ ἀπαλλαγοῦν ὡρισμένα τραπεζιτικὰ ἱδρύματα τῆς ποινικῆς διώξεως δι’ ἀδικήματα τοκογλυφίας. Τοιοῦτον νομοθέτημα, κύριοι, ἂν εἰσήγετο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, θὰ ἀπερρίπτετο διὰ βοῆς, καὶ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἐτόλμα νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Σώματος Ὑπουργὸς διὰ νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ.
§32ΦΩΝΑΙ. Αἶσχος, αἶσχος.
§33Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐξεδόθη νομοθέτημα, περὶ θέσεως οἰκονομικοῦ ἐπιτρόπου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Θὰ ἔπρεπε καὶ τοῦτο νὰ περιβληθῇ τὴν μορφὴν τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου; Ἐξεδόθη τὸ ὑπ’ ἀριθ. 822 νομοθέτημα, περὶ ἱδρύσεως ἀποθήκης κτηνιατρικῶν ἐφοδίων. Τοῦτο ἀφορᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ εἶχεν κατ’ ἐπανάληψιν εἰσαχθῆ εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ λόγῳ τῆς σωρείας τῶν προσωπικῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας περιεῖχεν, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν τὸ ἀπέσυρεν, εὑρῆκεν, ὅμως, τὴν εὐκαιρίαν, κατὰ διακοπήν τινα τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἐψήφισεν ὡς ἀναγκαστικὸν νόμον. Ὑπάρχει ἓν ἄλλο νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἔκδοσίν του ὑπὸ μορφὴν ἀναγκαστικοῦ νόμου, μολονότι τοῦτο εἶχεν εἰσαχθῆ ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἔτυχεν ἐπεξεργασίας. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἀφεώρα συνταξιοδότησιν τῶν θυμάτων τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ συμπλήρωσιν τῆς συνταξιοδοτικῆς νομοθεσίας. Διατί, ὅμως, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ηὐτύχησε νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τοῦ Σώματος; Διότι ἐν τούτῳ περιείχοντο δύο διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσέβαλε ὄχι μόνον δικαιώματα ὡρισμένων Ἑλλήνων, θυμάτων τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ, ἀλλὰ προσέβαλε καὶ τὴν ἠθικὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, ὡς πρὸς τὴν κρίσιν τοῦ ἀγῶνος τούτου. Διότι ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, εἶχον ἀπονεμηθῆ συντάξεις δι’ ἀποφάσεων καὶ τοῦ τμήματος, ἀλλὰ καὶ τῆς ὁλομελείας, εἰς τὴν ὁποίαν κατέφυγε, κατὰ τὸν νόμον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς θύματα τοῦ ἀγῶνος ἐκ τοῦ ἀμάχου πληθυσμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργός, δι’ ἑνὸς ἐγγράφου του, τὸ ὁποῖον, ἀτυχῶς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐρυθριάσῃ, διότι ἦτο ἔγγραφον —εἶναι γνωστὸν ὅτι scripta non erubescunt διὰ τοῦ ἐγγράφου του αὐτοῦ πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐχαρακτήρισε τὰ θύματα αὐτὰ ὡς θύματα ἐμφυλίου σπαραγμοῦ καὶ ὡς τοιαῦτα μὴ δικαιούμενα συντάξεως. Καὶ ὅταν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐν ὁλομελείᾳ, ἀπέρριψε τὴν τοιαύτην ἀντίθετον πρὸς τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τοῦ λαοῦ ἀντίληψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὗτος ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, δι’ εἰδικῆς διατάξεως περιβεβλημένης τὴν μορφὴν τοῦ Α. Ν., νὰ ἀνατρέψῃ ἀναδρομικῶς τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐβασίζοντο αἱ ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Παρέμεινεν, ὅμως, κατ’ ἐμέ, ἕνα βαρύτατον ἠθικὸν πλῆγμα, κατὰ τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Ἔθνους, διότι Ἕλλην Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ Α. Ν. υἱοθέτει τὴν ἀπαράδεκτον ἀντίληψιν ὅτι ὁ ἀγὼν τοῦ Ἔθνους κατὰ τῆς προδοσίας ἀπετέλει ἐμφύλιον σπαραγμὸν καὶ κατὰ συνέπειαν τὰ θύματα αὐτοῦ δὲν ἐδικαιοῦντο συντάξεως. Καὶ ἐπὶ τούτου, κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ νὰ ἐκδώσητε τὴν ἠθικήν σας ἀπόφασιν. Ὑπεβλήθη, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ καιροῦ νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύετο μία δευτέρα θέσις ἀναπληρωτοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ ἐν τῇ Γενικῇ Διευθύνσει Δημοσίου Λογιστικοῦ. Ἴσως ἡ ἵδρυσις τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ εἶναι συζητήσιμος, τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον κατέλαβε ταύτην εἶναι κατὰ πάντα ἄξιον, ἀλλὰ τὸ νομοθέτημα, εἰσαχθὲν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔτυχε τῆς ἐπιδοκιμασίας αὐτῆς. Ὑπῆρχεν, ἑπομένως, τὸ ἐνδεχόμενον ὅτι τὸ Σῶμα δὲν ἔβλεπεν εὐχαρίστως μίαν τοιαύτην νομοθετουμένην νέαν θέσιν. Ἀντί, λοιπόν, νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τοῦ πυρῆνος αὐτοῦ τοῦ Σώματος, ἡ Κυβέρνησις, ἐθεώρησε σκόπιμον τὴν ἵδρυσιν τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ τὴν ἐπιτύχῃ δι’ Α.Ν. μὲ ἀριθμὸν 859. Ἕνα, πράγματι ἐπεῖγον καὶ ἄξιον παντὸς ἐπαίνου, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνῃ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τὴν σύγκλησιν τοῦ Σώματος, ἦτο ὁ ὑπ’ ἀριθ. 876 Α.Ν. «περὶ καταργήσεως τῆς θέσεως τοῦ μαρμαροτεχνίτου παρὰ τῇ Ἀνωτάτῃ Σχολῇ Καλῶν Τεχνῶν» καὶ ἀντ’ αὐτοῦ τῆς ἱδρύσεως θέσεως ἀρχιτεχνίτου μαρμάρου. (Γέλωτες).
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος αὐτός;
§35Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὴν 15.1.1949. Ὁπωσδήποτε, κύριοι, ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ τὴν σκοπιμότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ἀπαραιτήτως νὰ περιβληθῇ τὴν μορφὴν Α. Ν. Ἕνα ἄλλο, ἐπίσης, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον, σοβαρῶς αὐτὴν τὴν φοράν, ἔπρεπε νὰ περιβληθῇ τὴν μορφὴν Α. Ν., ἦτο τὸ νομοθέτημα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν σύστασιν καὶ λειτουργίαν μονίμου ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας παρὰ τῷ Ὀργανισμῷ Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς Συνεργασίας. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον προέβλεπε δημιουργίαν εἰδικῶν θέσεων ἄνευ προσόντων καὶ ἀμοιβὰς παχυλὰς εἰς λίρας Ἀγγλίας, ἠμποροῦσε νὰ ἀναμείνῃ ὀλίγας ἡμέρας διὰ νὰ ὑποβληθῇ πρὸς συζήτησιν εἰς τὸ Σῶμα, ὥστε νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τὸν τρόπον τῆς καταρτίσεως καὶ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἔχουν οἱ ἀποτελοῦντες ταύτην. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἐξεδόθη ὡς Α. Ν. 877. Ἔχομεν, ἐπὶ πλέον, δύο νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἀπέβλεπον εἰς κύρωσιν πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, κ.κ. βουλευταί, αἱ μετεκλογικαὶ Κυβερνήσεις δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τὴν ἔκδοσιν μόνον Α. Ν., ἀλλὰ μετεχειρίσθησαν καὶ ἄλλας μεθόδους, τὰς μεθόδους τῶν Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομοθετικοῦ περιεχομένου, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται καὶ ἐφαρμόζονται ὡς οἱ Α.Ν. καὶ ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, κύριοι, στοιχειώδης εὐπρέπεια ἐπιβάλλει τὰς πράξεις αὐτὰς τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις, ὡς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐξέδωσεν ἀνωμάλως, αὐτὰς τὰς πράξεις νὰ μὴ τὰς κυρώσῃ δι’ ἄλλου νομοθετήματος ἐκδοθέντος καὶ τούτου ἀνωμάλως ὑπὸ τῆς ἰδίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἠκούσθη ποτὲ μίαν Πρᾶξιν Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ τὴν ἔχετε κεκυρωμένην δι’ Α.Ν., κατὰ τὸ παλαιόν, δικτατορικῆς ἐποχῆς, ρητὸν «Θεόδωρος κερνᾷ, Θεόδωρος πίνει»; Ἔχομεν δύο τοιαῦτα νομοθετήματα, διὰ τῶν ὁποίων κυροῦνται δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐξεδόθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου Δικαιοσύνης τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1949 εἷς ἀναγκαστικὸς νόμος «περὶ προσωρινῆς ἀποσπάσεως συμμοριοπλήκτων συμβολαιογράφων καὶ δικαστικῶν κλητήρων». Ὁ νόμος ἦτο ἐπείγων καὶ ἐξεδόθη ὡς ὑπ’ ἀριθ. 921. Ἀλλ’ εἰς τὸ νομοθέτημα αὐτὸ περιελήφθη καὶ μία διάταξις ἐναντίον τῆς ὁποίας ἐλάβομεν διαμαρτυρίας τοῦ Συμβολαιογραφικοῦ Συλλόγου μιᾶς ἠπειρωτικῆς περιφερείας, μία διάταξις διὰ τῆς ὁποίας συμβολαιογράφος, ἀπολυθεὶς τῆς θέσεώς του κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἐπανήρχετο εἰς τὴν θέσιν του διὰ προσωπικῆς διατάξεως ἐν τῷ ἀναγκαστικῷ τούτῳ νόμῳ. Σᾶς ἐρωτῶ, ποία εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ὁποία ἐπέτρεπε νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν ἀναγκαστικὸν αὐτὸν νόμον τοιαύτη προσωπικὴ διάταξις;
§36Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§37Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰς τὸ τέλος, ἅμα τελειώσω τὴν ἀγόρευσίν μου.
§38Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε νὰ σᾶς ἀπαντήσω, διότι ἡ Κυβέρνησις δικαιοῦται ν’ ἀπαντήσῃ.
§39Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν δέχομαι διακοπάς.
§40Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, σεβασθῆτε τὸν Κανονισμόν. Οὐδεὶς δύναται νὰ διακόψῃ τὸν ρήτορα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπήν. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§42Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτ.). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ὅπως ἅπαξ διὰ παντὸς κανονισθῇ τὸ ζήτημα. Ἐὰν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ δικαιοῦνται ἢ ὄχι νὰ διακόπτουν τοὺς ρήτορας.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, δὲν δικαιοῦνται. (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐλέχθη ὅτι δὲν δικαιοῦνται νὰ διακόπτουν, ἁπλῶς δικαιοῦνται νὰ λαμβάνουν τὸν λόγον, ὁσάκις τὸν ζητήσουν.
§45Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Ἐξωτ.). Δὲν θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ βοῆς, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἅπαξ διὰ παντός.
§46Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τί ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ Κανονισμός. (Θόρυβος... Φωναί...).
§47Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§48Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ζητήματα Κανονισμοῦ δὲν γεννῶνται διαρκούσης ἀγορεύσεως.
§49Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐγεννήθη ἕνα παρεμπίπτον ζήτημα, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ διακόψῃ τὸν ρήτορα.
§50Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δώσατε τὴν ἀπάντησιν, κ. Πρόεδρε. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι δὲν διακόπτεται ὁ ρήτωρ...
§52Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω ὑπὸ τοιούτους ὅρους.
§53Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ξεύρετε ὅτι εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν, κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς.... (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὶ ἔγινεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν. Δὲν δίδω τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτετε τὸν ρήτορα ἐφ’ ὅσον δὲν θέλει. Προχωρῆτε, κ. Βαμβέτσο.
§55Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἕνα ἄλλο νομοθέτημα, ἀσφαλῶς ἠθικῆς τάξεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμένῃ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἦτο τὸ ὑπ’ ἀριθ. 950 «περὶ προσωρινῆς πληρώσεως τῆς κενῆς θέσεως διευθυνούσης ἀδελφῆς τοῦ σανατορίου «Σωτηρία». Καὶ αὐτὸ ἐγένετο τὴν 29ην Ἀπριλίου, ἤτοι δύο ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Θεωρῶ, ἐπίσης, ὡς ἀνώμαλον τὸ ὑπ’ ἀριθ. 971 νομοθέτημα, τὸ ἀφορῶν ἀπονομὴν ἠθικῆς ἀμοιβῆς εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνταρτικὰς ὁμάδας, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαλεῖται ἕνα προηγούμενον νομοθέτημα —καλῶς ἐκεῖνο ἐκδοθὲν ὑπὸ μορφὴν ἀναγκαστικοῦ νόμου— καὶ τὸ ὁποῖον ἐξεπροσώπει τὰς ἀπόψεις τῆς μετὰ μακρὰν συζήτησιν καταληξάσης εἰς ὡρισμένα πορίσματα Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς. Καὶ αὐτὸ τὸ νομοθέτημα ἐξεδόθη δύο ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Αὐτά, κύριοι, εἶναι κατ’ ἐπιλογὴν νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα προχείρως ἠδυνήθην νὰ ἐξεύρω ἐκ τοῦ καταλόγου τῶν 286 νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον καλούμεθα νὰ κυρώσωμεν. Τιθέμεθα πρὸ τοῦ ἑξῆς προβλήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς: Τὶ θέλετε, κύριοι; Ἐὰν δὲν κυρώσητε νομοθετικῶς ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα, θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ χάος. Τὸ χάος; Διατί; Διότι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ τὸ πολίτευμα, ἐπιθυμεῖ νὰ γνωρίζῃ τὶ πρόκειται νὰ κυρώσῃ. Καὶ τὶ πρόκειται νὰ ἀκυρώσῃ; Διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκ προθέσεως ἀφῆκε τόσον χρονικὸν διάστημα, δι’ ὡρισμένα μάλιστα νομοθετήματα μέγιστον χρονικὸν διάστημα, τριετίαν, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν κύρωσιν τοῦ Σώματος; Ἐπετρέπετο, ἐπὶ παραδείγματι, κύριοι βουλευταί, νὰ παραμένῃ ἐπὶ τριετίαν ἐκκρεμὲς τὸ σπουδαιότερον νομοθέτημα, τὸ ἀφορῶν τὴν ρύθμισιν τῶν σοβαρωτάτων μεταξὺ ἰδιωτῶν σχέσεων, δηλαδὴ ὁ Ἀστικὸς Κῶδιξ; Ἐπιτρέπεται ἐπὶ μίαν τριετίαν νὰ μὴ εὑρεθῇ μία συνεδρίασις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ὁποίαν, δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου ἐξ ἑνὸς μόνον ἄρθρου ἀποτελουμένου, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ νομιμοποιήσωμεν τὸν Ἀστικὸν τῆς χώρας Κώδικα; Ὑπάρχει καμμία δικαιολογία διὰ τοὺς διατελέσαντας Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης, ἀπὸ τῆς 1ης Ἀπριλίου μέχρι σήμερον τὸ ὅτι δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑποβάλουν τὸ ἁπλούστατον αὐτὸ νομοθέτημα; Εἶναι ἢ ὄχι βαρυτάτη ἡ ἀμέλεια τῶν Ὑπουργῶν τούτων; Ἑπομένως, ἡμεῖς θὰ φέρωμεν τὸ χάος ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσον χρόνον ἠμέλησαν νὰ ἐκτελέσουν τὰ καθήκοντά των; Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι βουλευταί, μία Κυβέρνησις ἀνωμάλως λειτουργοῦσα καὶ παραβιάζουσα τὸ πολίτευμα, νὰ ἔρχεται τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ νὰ λέγῃ εἰς ἡμᾶς, σώσατέ με, ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ τὸ χάος. Τοὐναντίον, ἡ Κυβέρνησις, γνωρίζουσα τὰς δυσχερείας τῆς κυρώσεως τοιούτων ἀναγκαστικῶν νόμων, γνωρίζουσα μάλιστα ἐκ τῶν προτέρων ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν δὲν ἦσαν κἂν ἠθικῶς ἀνεπίληπτοι, τὸ ἔκαμεν ἐπίτηδες νὰ μὴ ἐμφανίσῃ τὰ νομοθετήματα αὐτὰ μεμονωμένα πρὸς κύρωσιν, διότι ἐγνώριζεν ὅτι πλεῖστα ἢ τινὰ ἐξ αὐτῶν θὰ ἠκυροῦντο. Ἠθέλησε δὲ διὰ τῆς ὁμαδικῆς αὐτῆς κυρώσεως, νὰ ἔλθουν ἐπὶ τὸ αὐτὸ δίκαια καὶ ἄδικα, ὥστε νὰ μὴ ἀφήσῃ τὶ τὸ ἀνεπικύρωτον καὶ νὰ ἐπικυρώσῃ δημιουργηθείσας πραγματικὰς καταστάσεις. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, αἱ μικρογραφίαι τοῦ Σώματος, οἷαι εἶναι αἱ Ἐπιτροπαὶ αἱ Κοινοβουλευτικαὶ τῆς Βουλῆς, εἶχον κατ’ ἐπανάληψιν τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκφράσουν τὰς γνώμας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι κατὰ πλάσμα ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐκπροσωποῦν καὶ τὰς γνώμας τοῦ Σώματος, ἐφ’ ὅσον αἱ Ἐπιτροπαὶ γίνονται κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν τοῦ Σώματος, αἱ μικρογραφίαι αὐταὶ εἶχον κατ’ ἐπανάληψιν, λέγω, τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν τῆς ἐπιτρέπουν νὰ ἐκδώσῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους. Σᾶς ἀναφέρω δύο παραδείγματα, τὰ ὁποῖα προχείρως ἐνθυμοῦμαι. Εἰσήχθη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πρῶτον, καὶ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπὴν κατόπιν, σχέδιον Ψηφίσματος περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1945–1946, διότι ἐν παρόδῳ εἰρήσθω κ. βουλευταί, εἴχομεν τριετῆ κοινοβουλευτικὸν βίον καὶ τὸ Σῶμα δὲν ἀπησχολήθη οὐδὲ μὲ ἕνα Προϋπολογισμόν, ἐνῷ ἔχομεν δύο τερματισθέντα, τὸ ἓν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τερματιζόμενον, καὶ ἓν ἐπὶ θύραις τέταρτον, οἰκονομικὰ ἔτη. Οὐδείς, λοιπόν, Προϋπολογισμὸς δὲν περιεβλήθη τὴν νομικήν, τὴν συνταγματικήν του μορφὴν καὶ χρόνον τινὰ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πρώτου ἔτους, ἐνεφάνισεν ἐνώπιον τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος κατόπιν, Ψήφισμα περὶ κυρώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ Ψηφίσματος καὶ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἰσηγουμένου τοῦ ἐξ Ἀθηνῶν συναδέλφου κ. Μπακοπούλου, ἀπέρριψε τὸ σχέδιον αὐτὸ Ψηφίσματος ὡς ἀντικείμενον πρὸς βασικὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, τὸν Ἰούνιον τοῦ παρελθόντος ἔτους, εἶχεν ἐκδοθῆ, προτάσει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναγκαστικὸς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιεῖτο ἓν Ψήφισμα περὶ στρατιωτικῶν προαγωγῶν, ἐκδοθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως καὶ τελοῦν αὐτὸ τοῦτο, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς κυρώσεως τοῦ Σώματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν ἀνετρέποντο ἄρδην ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δύο ἢ τρεῖς μῆνας προηγουμένως ἐθεωροῦντο ὡς καλῶς ἔχοντα καὶ εἰς τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπιμείνει ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τὸ νομοθέτημα αὐτὸ εἰσήχθη εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐπίσης ἐξ ἀντιπροσώπων ἁπάντων τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Κομμάτων, δηλαδὴ Κομμάτων μετεχόντων τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία Ἐπιτροπὴ παμψηφεὶ ἀπέρριψε τὰς πλείστας τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, πλὴν μιᾶς ἢ δύο, διὰ τὰς ὁποίας ἐθεώρησε δικαιολογημένην τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου, διότι ἐπρόκειτο περὶ συγκροτήσεως Στρατιωτικῶν Συμβουλίων ἐν καιρῷ πολέμου, ἀπέρριψεν ὅλα τὰ ἄλλα καὶ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τοῦ ὅτι δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ἐκδόσεως διοικητικῶν πράξεων, βασιζομένων εἰς αὐτὸ τὸ ὑπὸ ταύτης ὡς ἀκυρωτέον κρινόμενον νομοθέτημα καὶ ὑπέσχετο πρὸς αὐτόν, ὅτι θὰ ἠγωνίζετο πάσῃ δυνάμει διὰ νὰ ἀκυρώσῃ καὶ τὸ νομοθέτημα καὶ τὰς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐκδιδομένας τυχὸν διοικητικὰς πράξεις. Λυποῦμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι παρὰ τὴν τοιαύτην προειδοποίησιν ἐξεδόθησαν διοικητικαὶ πράξεις. Καί, σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι τοῦτο πρᾶξις ἠθικὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν γνωρίζουσα τὴν ἀντίληψιν τῆς μικρογραφίας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ προειδοποιηθεῖσα ὑπὸ ταύτης, ἐξακολουθεῖ νὰ ἐφαρμόζῃ ἀναγκαστικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἡ ἁρμοδία κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἔκρινεν ὡς ἀκυρωτέον; Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ἐγνώριζε τὸν ρυθμὸν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, εἶχε δὲ ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς καὶ συγκεκριμένας προτάσεις διὰ τῶν ὁποίων ὁ ρυθμὸς αὐτὸς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπισπευσθῇ. Καὶ ἐνῷ ὅλοι σχεδὸν οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει παράγοντες ἀνεγνώριζον τὴν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν μεταρρυθμίσεων, ἐν τούτοις οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπιβολὴν αὐτῶν. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι ἤδη κατ’ Αὔγουστον ἢ Σεπτέμβριον 1946, ὅτε συνεζητεῖτο ὁ ὑπὸ αἵρεσιν καὶ αὐτὸς τελῶν διὰ Ψηφίσματος Κανονισμὸς τοῦ Σώματος, εἶχον ὑποβάλει συγκεκριμένας προτάσεις τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέτρεπον τὴν εὔρυθμον καὶ ταχεῖαν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς. Τὰς τροποποιήσεις αὐτὰς ἀργότερον υἱοθέτησαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι καὶ πολιτικὰ Κόμματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὰς ὑπέβαλον καὶ πάλιν τὴν 1ην Ὀκτωβρίου παρελθόντος ἔτους, τὴν πρώτην ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν συνῆλθεν ἡ Βουλὴ καί, ἐνῷ ἐκρίνοντο αἱ τροποποιήσεις αὐταὶ ὡς ἀπαραίτητοι, μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο, διὰ νὰ καταστῇ ταχυτέρα ἡ λειτουργία τῆς Βουλῆς. Ἑπομένως, τὰς εὐθύνας πάσης τυχὸν συνεπείας φέρει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἀνέλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τοιούτων μέτρων τροποποιητικῶν τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐργαζόμεθα. Ἀλλά, κύριοι, θὰ ἐπέλθῃ ἓν ἄλλο χάος, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, χάος ἠθικῆς τάξεως, ἐὰν διὰ τῆς ὁμαδικῆς αὐτῆς κυρώσεως ἀνατρέψωμεν ἐμμέσως ἀποτελέσματα ἀπορρέοντα εἴτε ἐξ ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων τῆς χώρας ἀκυρουσῶν τὰ νομοθετήματα αὐτὰ ὡς ἀντισυνταγματικὰ καὶ ἄκυρα, εἴτε καὶ δικαιώματα ἰδιωτῶν προσφυγόντων ἤδη εἰς τὰ δικαστήρια καὶ ἀναμενόντων τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ὅταν κατ’ ἐπανάληψιν, εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν, ἐξεδηλώθη ἀπὸ μέρους μελῶν τοῦ Σώματος ἡ ἄποψις ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ θίγωνται δικαιώματα οἱουδήποτε πολίτου, ὅταν ἡμεῖς ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐδέχθημεν ὅτι ἡ ἰσότης τῶν διαδίκων εἶναι πλήρης καὶ ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ τὸ Δημόσιον δύναται ὑπὲρ ἑαυτοῦ νὰ θέτῃ ἰδίους κανόνας κατ’ ἄνισον τρόπον ἐναντίον τῶν μετ’ αὐτοῦ ἀντιδικούντων, ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν ἔναντι ἑνὸς ζητήματος, διὰ τοῦ ὁποίου κυροῦνται ἀναδρομικῶς ὅλα τὰ νομοθετήματα; Ἐγένετο λόγος, ἀκόμη, περὶ νομοθετημάτων τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ἀντὶ παντὸς τρόπου νὰ κυρωθοῦν ταχέως διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ κενοῦ. Ἐπὶ τούτου, εἶπον ἤδη, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας δὲν θεωρεῖ αὐτὰ ὡς ἄκυρα, ἑπομένως ἔχομεν ἀρκετὴν ἄνεσιν χρόνου μέχρι τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν κύρωσιν αὐτῶν, δι’ ἑνὸς ἰδίου, περὶ τούτων, Ψηφίσματος. Ἀλλά θεωρῶ τὴν ὁμαδικὴν τῶν νομοθετημάτων τούτων ψήφισιν ὡς μὴ ὀρθήν, διότι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ νομοθετήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τὸ ἐνδεχόμενον ἀκυρώσεως αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Σώματος, θὰ ἔπρεπε, ὅμως, τοὐλάχιστον, νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνὴ αὐτοῦ. Παρεδόθη, κύριοι, δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου ἐκδοθέντος τὴν 31.12.1948 ἡ Διοίκησις ἑνὸς σοβαρωτάτου ὀργανισμοῦ, τοῦ Ι.Κ.Α., εἰς ἀλλοδαπὸν μὲ κυριαρχικὰ δικαιώματα, Ποία εἶναι ἡ κατάστασις εἰς τὸ Ἵδρυμα τοῦτο, κύριοι, θὰ τὸ ἀντιληφθῆτε μετ’ ὀλίγον. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι σήμερον ὄχι μόνον συνοδοιπόροι ἔχουν πρωτεύουσαν θέσιν πλησίον τῆς ὁμάδος τῶν διοικούντων τὸ Ἵδρυμα, ἀλλὰ ὅτι καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς Νομιμοφροσύνης, αἱ ἐκδοθεῖσαι ἐν σχέσει πρὸς τὸ προσωπικὸν τοῦ Ἱδρύματος Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων, ὑποβληθεῖσαι δὲ πρὸ πολλοῦ, δὲν ἐκτελοῦνται, διότι ὁ μόνος ἔχων τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσιεύειν τοιαύτας ἀποφάσεις ἀλλοδαπὸς Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ Ἱδρύματος ἀρνεῖται νὰ ἀποστείλῃ αὐτὰς πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Ἀφήνω, κύριοι, τὴν ἄλλην ἀναστάτωσιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἢ κινδυνεύει νὰ ἐπέλθῃ ἐν σχέσει πρὸς τὴν συγχώνευσιν τῶν Ἀσφαλιστικῶν Ταμείων. Ἀφήνω ὅτι εἰς οὐδὲν ἐβελτιώθη ἡ κατάστασις ἐν τῷ Ἱδρύματι, ἀφήνω διάφορα ἄλλα ἄτοπα ἐν τῇ Διοικήσει τοῦ Ἱδρύματος καὶ σκέπτομαι πῶς εἶναι δυνατόν, ἐν ὀνόματι τοῦ σχεδίου Μάρσαλ πάντοτε, νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ δεχώμεθα τοιαύτας ἀναμίξεις εἰς ἔργα καθαρῶς διοικήσεως, ἀλλοδαπῶν παραγόντων. Θὰ σᾶς ἀναφέρω, ἀκόμη, κύριοι, ἓν γεγονὸς ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπέστησε τὴν προσοχήν μας κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐκτὸς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὁ ἐκ Λαρίσης συνάδελφος κ. Ἀντωνόπουλος. Συνεστήθη, κύριοι, κατὰ πίεσιν ἢ μετ’ ἐλευθέραν ἀποδοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, μία μικτὴ Ἑλληνοαμερικανικὴ Ἐπιτροπὴ Ἀναδιοργανώσεως τῶν Κρατικῶν Ὑπηρεσιῶν. Ὑπεστήριξα πάντοτε καὶ ἐμμένω εἰς τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὅτι οἱαιδήποτε καὶ ἐὰν εἶναι αἱ συμβατικαί μας ὑποχρεώσεις, ἂν καὶ δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχουν, οἱαιδήποτε καὶ ἐὰν ἦσαν, εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτον νὰ ἀνατίθεται ἡ ἄσκησις ἐργασίας νομοπαρασκευαστικῆς ἐργασίας ὀργανωτικῆς ὑπηρεσιῶν, εἰς πρόσωπα ξένα ὄχι μόνον πρὸς τὴν νοοτροπίαν μας, ὄχι μόνον πρὸς τὴν ψυχοσύνθεσίν μας, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν γλῶσσαν μας, εἰς πρόσωπα τὰ ὁποῖα λαμβάνουν πληροφορίας ἀπὸ ὀλίγους ἀγγλομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι τὰ περιβάλλουν καὶ οἱ ὁποῖοι θέλουν, ἀντὶ ἁδρᾶς ἀμοιβῆς, νὰ παρέχουν ὄχι πάντοτε εὐπρεπεῖς ὑπηρεσίας ἔναντι τῆς χώρας, πρὸς τοὺς παρ’ οἷς ἐργάζονται. Ἐδημιουργήθη, λοιπόν, λέγω, μία μικτὴ Ἑλληνοαμερικανικὴ Ἐπιτροπὴ Ἀναδιοργανώσεως τῶν Κρατικῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ εἰς τὸ τεῦχος αὐτὸ — σᾶς διενεμήθη χθὲς — εἰς τὴν σελίδα 16, γράφονται τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἐπιτροπὴ υἱοθέτησε «τὴν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων μελῶν τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς προταθεῖσαν ἑπομένην διάταξιν», δηλαδὴ ἀφήνει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἦτο ἀξίωσις εἰς ἣν ὑπέκυψαν τὰ Ἑλληνικὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. συναδέλφους καὶ τοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν ἔλαβον γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ ἐντύπου, νὰ ἀπαντήσουν ἐὰν θὰ πρέπει αὐτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀκούσατέ την: «Τὰ καθήκοντα καὶ αἱ ἁρμοδιότητες ἐν γένει τῶν βουλευτῶν, καθορίζονται ἐν τῷ Συντάγματι, τοὺς νόμους καὶ τῷ Κανονισμῷ τῆς Βουλῆς. Ἐξαιρουμένων δὲ τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος προβλεπομένων περιπτώσεων κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ συστάσεως Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, ὡς καὶ τῆς κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ὑποβολῆς αἰτήσεων καὶ συστάσεων, ἀπαγορεύεται εἰς αὐτοὺς οἱαδήποτε ἄλλη καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀνάμιξις εἰς τὰ τῆς ἐνεργοῦ διοικήσεως». Ἡ Ἐπιτροπὴ διέταξε τὴν ἀναγραφὴν αὐτῆς τῆς διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία θὰ ἀπαγορεύῃ εἰς τοὺς βουλευτὰς τοιαύτην ἀνάμιξιν εἰς τὰ ἔργα τῆς ἐνεργοῦ διοικήσεως, δηλαδὴ θὰ ἀπαγορεύῃ εἰς αὐτοὺς νὰ βλέπουν τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ν’ ἀναπτύσσουν εἰς αὐτοὺς τὰ εὔλογα αἰτήματα ἀτόμων, ὁμάδων ἢ ὀργανώσεων.
§56Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπωφελὲς εἰς τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν καθημερινῶς ἀπὸ...
§57Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδικός μου λογαριασμός.
§58Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.).... ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐμφανίζετε παρομοίους χαρακτηρισμοὺς κατὰ τῆς χώρας, ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιβίωσιν τοῦ Ἔθνους;
§59Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀφήσατε τὴν δημοκοπίαν καὶ ἀκούσατε τὴν φωνὴν τοῦ Ἔθνους. Μὴ θέλετε νὰ πλαστογραφήσετε τὰ λόγια μου. Δὲν βλάπτεται ἡ χώρα ποτέ, ὅταν ὡρισμένα ἄτομα καθ’ ὑπέρβασιν τῶν δικαιωμάτων των καὶ ἀσεβοῦντα πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς χώρας ταύτης, ἐπιδιώκουν νὰ ἀνατρέψουν τὸ πολίτευμα τῆς χώρας καὶ νὰ περιορίσουν τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Τοὐναντίον, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, σεβομένη ἑαυτήν, θὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπληροφορήθη ὅτι ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, ἡ ὁποία εἶχεν ἀξιοπρέπειαν καὶ σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους τῆς χώρας της, διότι ὅταν ἔστειλαν πρὸς αὐτὴν ἀνάλογα παιδάρια μὲ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνουν κατ’ ἀνάλογον πρὸς τὸν ἐδῶ τρόπον, ἀπηγόρευσεν εἰς αὐτοὺς πᾶσαν εἴσοδον εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Τοὺς ἐπέτρεψε νὰ διασκεδάζουν μὲ τὰ αὐτοκίνητα, ἀλλὰ ἔστειλεν Ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὸν ἄλλοτε Πρωθυπουργὸν τῆς Γαλλίας, τὸν γηραιὸν κ. Μπλούμ, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς τὴν Ἀμερικήν, ἀνέπτυξε τὰς ἀπόψεις τῆς Ἐθνικῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἀμερικανικὴν Κυβέρνησιν, εὗρε πλήρη κατανόησιν, εὗρε πλήρη δικαίωσιν ἀπὸ τοὺς ἀξίους ἀντιπροσώπους τῆς χώρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εὕρουν, βεβαίως, οἱ δοῦλοι, οἱ ὁποῖοι μόνον ἐκτελοῦν διαταγὰς τοῦ τελευταίου τυραννίσκου τοῦ ὁποίου τὰς πιέσεις ἀγνοοῦν οἱ ἐν τῷ κέντρῳ προϊστάμενοί του. Νὰ λείψῃ αὐτὴ ἡ νέα δημοκοπία καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ πράγματα μὲ ἐθνικὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ ὄχι μὲ δουλικὴν ὑποταγὴν εἰς πᾶν κέλευσμα, ὁποθενδήποτε προερχόμενον. (Ζωηρὰ Χειροκροτήματα). Ἀπόδειξις, κύριοι, τοῦ πόσον δίκαιον ἔχω, λέγων ταῦτα, εἶναι ἕνα νομοθέτημα τὸ ὁποῖον μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μᾶς εἰσηγήθησαν ἐδῶ καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν ἐζήτησαν ἐσπευσμένως διὰ νὰ τὸ ἐγκαταλείψουν, ἀφοῦ μᾶς ἀπησχόλησαν ἐπὶ μίαν συνεδρίασιν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἄλλα ἐπείγοντα ἔργα μας. Μᾶς ἐφέρατε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου, ἀδυνατοῦντες νὰ διοικήσητε τὴν Διεύθυνσιν Ἐξωτερικοῦ Ἐμπορίου, λόγῳ τῶν ὑπερυπουργικῶν ἐπεμβάσεων ἀναρμοδίων προσώπων, ἠθελήσατε νὰ ἀσκήσητε κατασταλτικὴν ἐνέργειαν διὰ τρομοκρατίας, διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου καὶ τῆς παραπομπῆς τῶν ἐνόχων εἰς τὰ Στρατοδικεῖα. Ἀλλά, κύριοι, ἐὰν οἱ ὀργανωταὶ ἦσαν ἄξιοι τῆς θέσεώς των, ἂν ἦτο δυνατόν, πρᾶγμα ἀτυχῶς ἀδύνατον, νὰ λειτουργήσῃ ὁμαλῶς ἡ ὑπηρεσία, δὲν θὰ ἐχρειάζετο τίποτε ἀπὸ αὐτά, διότι θὰ ἤρκει ἑνὸς ἀποφοίτου Γυμνασίου ἡ ὀργανωτικὴ ἱκανότης διὰ νὰ ἔχῃ τάξιν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκδοσιν ἀδειῶν ἐξαγωγῆς. Καὶ ποία ἦτο ἡ τάξις; Νὰ ἀνοίξῃ ἕνα δεφτέρι, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ καταγράψῃ, κατὰ στήλας, τὰ διάφορα εἴδη τῶν κυρίων ἐμπορευμάτων καὶ ἑκάστην ἄδειαν, ἡ ὁποία θὰ ἐξεδίδετο, αὐτοστιγμεὶ θὰ κατεχωρεῖτο εἰς τὴν οἰκείαν στήλην καὶ θὰ ἠδύνατο καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Γενικὸς Γραμματεὺς καὶ ὁ κλητὴρ τοῦ Ὑπουργείου, εἰς οἱανδήποτε στιγμήν, ἀνοίγοντες πρὸ αὐτῶν τὸ βιβλίον, νὰ γνωρίζουν ποῖαι καὶ πόσαι ἄδειαι ἔχουν ἐκδοθῆ. Τὸ ὑπέδειξα αὐτὸ πρὸ ἔτους, διὰ μιᾶς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον καταθέσει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Καὶ ἐπειδὴ οἱ μεγάλοι ὀργανωταὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιληφθοῦν τὴν ἁπλουστάτην αὐτὴν ἔννοιαν, εὑρέθημεν πρὸ τοῦ θεάματος νὰ μὴ γνωρίζωμεν πόσας ἀδείας ἔχομεν ἐκδώσει, νὰ ἀκυροῦμεν ἀδείας ἐκδιδομένας καὶ νὰ ζητοῦμεν ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν ἔγκρισιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργείου, ἀπειλοῦντες καὶ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Κύριοι, αὐτὴ εἶναι ἡ δημοκοπικὴ στάσις, ἡ ὁποία φθάνει εἰς τὴν ὑποταγὴν καὶ εἰς τὴν δουλείαν πρὸ παντὸς ἐξωτερικοῦ κελεύσματος. Ἑπομένως, νὰ λείψουν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ νὰ λείψουν αὐτὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Ἀνάξιοι Γραικύλοι, σύμβουλοι τῶν ἀλλοδαπῶν ὀργανωτῶν, ὑποδεικνύουν εἰς αὐτοὺς ἑκάστοτε λύσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπὸ τὴν πατρίδα των δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὰς γνωρίζουν. Ποῦ θέλετε νὰ γνωρίζουν εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν νόμων ἢ πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ αἵρεσιν κυρώσεώς των διὰ νόμου ἢ Ψηφισμάτων ὑπὸ αἵρεσιν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κυροῦνται διὰ Ψηφισμάτων ὑπὸ τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Δὲν γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι τοιαῦτα πράγματα. Ἐκεῖνοι σέβονται τὸ πολίτευμά των καὶ δι’ αὐτὸ ἡ χώρα των εἶναι μεγάλη. Ἡ χώρα ἐκείνη εἶναι μεγάλη, ἡ ὁποία, πρὸ παντός, σέβεται τὸ πολίτευμά της. Εὑρέθη ἡ ἀμερικανικὴ Κυβέρνησις πρὸ ἑνὸς μεγίστου προβλήματος ἐθνικοῦ συμφέροντος, τῆς ἀσφαλείας αὐτῶν τούτων τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Ἔπρεπε νὰ συνομολογήσῃ ἕνα σύμφωνον μὲ ἄλλας χώρας, διὰ τοῦ ὁποίου συμφώνου ἀνελάμβανεν ὡρισμένας ὑποχρεώσεις παροχῆς βοηθείας, ἐν περιπτώσει κινδύνου πολέμου. Ἀλλὰ ὑπῆρχε μία συνταγματικὴ διάταξις ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸν πόλεμον κηρύσσει μόνον ἡ Γερουσία. Δὲν ἠθέλησαν νὰ πιέσουν, κύριοι, ὄχι κἂν πρὸς σύμβασιν ἀντίθετον πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, μολονότι ζωτικὰ συμφέροντα τῆς χώρας των τὸ ἐπέβαλλον, δὲν ἠθέλησαν κἂν νὰ ἀχθοῦν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματός των διὰ νὰ ἐπιτρέψουν παραίτησιν ἀπὸ ταύτης, ἀλλὰ ἠνάγκασαν πάντας τοὺς ἐπισυμβαλλομένους νὰ δεχθοῦν τὴν σύμβασιν αὐτὴν μὲ τὸν περιορισμὸν ὅτι διὰ ταύτης δὲν μεταβάλλονται τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων. Μία χώρα τοιαύτη, κύριοι βουλευταί, ἡ ὁποία τοιοῦτον ἔχει σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμά της, φαντάζεσθε ποτὲ ὅτι ἐὰν ἐπληροφορεῖτο ὅτι οἱ ἐδῶ ἀντιπρόσωποί της πιέζουν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραβῇ τὸ Σύνταγμα τῆς χώρας, δὲν θὰ τοὺς ἀνεκάλει εἰς τὴν τάξιν; Ἰδοὺ τὶ ἐδημοσιεύετο χθὲς σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τοῦ Ἀτλαντικοῦ Συμφώνου, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Γερουσίας ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἡ ὁποία ἐκύρωσεν ὁμοφώνως τὸ Ἀτλαντικὸν Σύμφωνον, ἀναφέρει εἰς τὴν ἔκθεσίν της .... .... (ἀναγινώσκει) .... «τίποτε εἰς τὴν συνθήκην, περιλαμβανομένης καὶ τῆς προβλέψεως ὅτι μία ἐπίθεσις ἐναντίον ἑνὸς τῶν συμβαλλομένων θὰ ἐθεωρεῖτο ἐπίθεσις ἐναντίον ὅλων, αὐξάνει ἢ μειώνει τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Κογκρέσσου ἢ ἀλλοιώνει τὰς μεταξὺ των σχέσεις». Αὐτοί, κύριοι, εἶναι μεγάλοι λαοί, αὐταὶ εἶναι μεγάλαι Κυβερνήσεις, ὄχι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ξεσχίζουν τὸ πολίτευμα, ὄχι αἱ Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι δέχονται τὴν καθημερινὴν παραβίασιν αὐτοῦ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι τόσον μεγάλο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἀπὸ ἡμᾶς, ὥστε θὰ πρέπει νὰ ἀναλογισθῆτε σοβαρῶς ἂν ἐπιθυμῆτε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς λειτουργίας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἂν ἐπιθυμῆτε σοβαρῶς νὰ ὑπάρχῃ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία νομοθετοῦσα καὶ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐλέγχουσα τὴν Κυβέρνησιν. Ἂν ψηφίσετε τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον, ὄχι μόνον αὐτοκτονεῖτε σεῖς οἱ ἴδιοι ὡς βουλευταί, ὄχι μόνον καταλύετε τὸ πολίτευμα, διότι δὲν θὰ δικαιοῦσθε πλέον νὰ εἴπητε τίποτε πρὸς οἱονδήποτε ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ σᾶς καταργήσῃ πλήρως καὶ τυπικῶς, διότι θὰ θεωρηθῆτε ἀνάξιοι νὰ ἀσκῆτε τὸ νομοθετικόν σας λειτούργημα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι προσβάλλετε καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἀνθρωπισμόν σας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αὐτοκαταργηθῶμεν μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ κυρώνωμεν νομοθετήματα τῶν ὁποίων μόλις σήμερον ἐπληροφορήθημεν τὰς ἐπικεφαλίδας, τῶν ὁποίων ὅμως ἀγνοοῦμεν πλήρως τὸ περιεχόμενον. Μία τοιαύτη ἀρχὴ εἶναι τόσον σοβαρά, εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε οὐδὲν ἄλλον χάος, ὁσονδήποτε μέγα καὶ ἂν εἶναι, δύναται νὰ ἀντικρύσῃ. Τὸ χάος, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ Σώματος καὶ τῆς ἀναθέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς Κυβέρνησιν νομοθετοῦσαν καθ’ ὃν σᾶς ἐξέθεσα τρόπον καὶ Κυβέρνησιν ἐρχομένην ἐκ τῶν ὑστέρων δι’ ἑνὸς ὁμαδικοῦ νομοθετήματος νὰ ἐπιτύχῃ τὴν κύρωσιν τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν. Ἠκούσατε, πράξατε. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§60Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διέκοψε τὸν ρήτορα, ὁ ρήτωρ ἐπεκαλέσθη τὸν Κανονισμόν, συνεπικουρούμενος δὲ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὸν διακόψῃ, διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Πρόκειται περὶ ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ Κανονισμὸς ὁμιλεῖ περὶ αὐτοῦ εἰς τὰ ἄρθρα 20 καὶ 21 αὐτοῦ, εἰς μὲν τὸ πρῶτον περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν δίδεται ὁ λόγος εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, εἰς δὲ τὸ ἄρθρον 21 λέγει ὅτι ἀρνουμένου τοῦ ρήτορος καὶ τοῦ Προέδρου, δὲν δίδεται ὁ λόγος εἰς πάντα ζητοῦντα νὰ διακόψῃ. Κατὰ συνέπειαν, ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἄρθρου 21, προκύπτει ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ διακόψῃ τὸν ρήτορα ἂν εἰς τὸ τοιοῦτον δὲν συμφωνῇ ὁ ἴδιος ἢ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ περὶ ἐθίμου κοινοβουλευτικοῦ... (Θόρυβος).
§61Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ γραπτὸν δίκαιον, δὲν ἰσχύουν τὰ ἔθιμα.
§62Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Τὸ ζήτημα ἤχθη εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1946, προεδρεύοντος τοῦ κ. Ἐρριώ. Εἶναι ὁ αὐτὸς Κανονισμὸς μὲ τὸν ἰδικόν μας. Ὡμίλει εἷς βουλευτὴς ἀνήκων εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠθέλησε νὰ τὸν διακόψῃ, ὁ βουλευτὴς ἠρνήθη, ὁ Πρόεδρος τοῦ ὑπέδειξε ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν λαμβάνει τὸν λόγον ἐκ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἢ τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ λαμβάνει τὸν λόγον κατ’ ἔθιμον κοινοβουλευτικόν.
§63Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἰσχῦον ἐν Γαλλίᾳ.
§64Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Πάντοτε ἴσχυον τοιαῦτα ἔθιμα. (Δημιουργεῖται θόρυβος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λέγει κάτι ἀπὸ τῆς θέσεώς του, μὴ ἀκουόμενος, λόγῳ τοῦ θορύβου).
§65Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς ἠγέρθη καὶ ὑπέμνησε εἰς τὸν βουλευτὴν πάλιν τὸ ἔθιμον καὶ διέκοψε τὴν συνεδρίασιν, ταχθεὶς ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ὅτι δύναται πᾶς Ὑπουργὸς νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, διὰ νὰ δίδῃ ἐξηγήσεις. (Θόρυβος).
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τηροῦμεν τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ἐφ’ ὅσον ...... (δὲν ἀκούεται λόγῳ τοῦ θορύβου) ...... ἀλλὰ τοιοῦτον ἔθιμον ποτὲ δὲν θὰ ἰσχύσῃ.
§67Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Λυποῦμαι ὅτι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσω ριζικῶς εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Νομίζω τοῦτο ὀλίσθημα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ὀλίσθημα εἶναι καὶ ἡ κατ’ ἐπανάληψιν ἔκδοσις ἀναγκαστικῶν νόμων. Παρὰ τὸ Σύνταγμα καὶ ἔτι μεγαλύτερον ὀλίσθημα εἶναι ἡ ὑποβολὴ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοθετήματος. Ἔχων ὑπ’ ὄψιν τοῦτο, οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ πλειστάκις καὶ δι’ ἀναφορῶν καὶ δι’ ἐρωτήσεων, ἀλλὰ καὶ λαβὼν τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ μηνῶν, ἐπεσήμανα τὸν κίνδυνον καὶ ἐδήλωσα ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὸν καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἵνα τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐξέδωκε ὑπὸ τὸν τύπον τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων καὶ παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν, λέγω, νὰ τοὺς φέρῃ τὸ ταχύτερον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δυστυχῶς καὶ εἰς τοῦτο δὲν εἰσηκούσθην τότε καὶ εὑρισκόμεθα ἤδη πρὸ τοῦ θεάματος αὐτοῦ, νὰ ἐπιζητῆται δι’ ἑνὸς καὶ μόνον Ψηφίσματος ἡ κύρωσις 286 ἐν τῷ συνόλῳ νόμων, τοὺς ὁποίους οὔτε κἂν ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἐξετάσῃ ἐν λεπτομερείᾳ, ὅπως ἀξιοῖ ἡ συνείδησις παντὸς βουλευτοῦ, συναισθανομένου πλήρως τὸ καθῆκον του. Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, βάσει τῶν ὁποίων παρέσχεν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης της, ἐτόνιζον σαφῶς, ρητῶς, κατηγορηματικῶς, ὅτι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων θὰ ἔκαμνε ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐν ἀπολύτῳ ἀνάγκῃ καὶ δι’ ὡρισμένα μόνον θέματα, οἷον τὸ θέμα τῆς δημοσίας τάξεως, τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, τῆς ὑγιεινῆς καί, ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ διὰ τὰ θέματα, ἐν ἀπολύτῳ καὶ κατεπειγούσῃ ἀνάγκῃ. Αὐταὶ ἦσαν αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ταύτας τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία παρέσχεν ἄμεσον τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Ἀτυχῶς, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο παρεβιάσθησαν αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τρόπον, δύναμαι νὰ εἴπω, ἰταμόν. Διότι ἐξεδόθη, παρὰ τὰς ρητὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, σωρεία ὅλη ἀναγκαστικῶν νόμων, πέραν τῶν θεμάτων ἐκείνων διὰ τὰ ὁποῖα ἔδωκε τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης της ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀναπηδᾷ αὐτομάτως τὸ ἐρώτημα καὶ ἔρχεται εἰς τὰ χείλη καὶ τὸν νοῦν παντὸς βουλευτοῦ ἡ σκέψις: Ἐν τίνι δικαιώματι καὶ μὲ ποίαν ἁρμοδιότητα ἡ Κυβέρνησις ἐξέδωσε τοὺς νόμους αὐτούς, παρὰ τὰ κεκανονισμένα, παρὰ τὰς ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, παρὰ τοὺς θεσμοὺς τοὺς δημοκρατικούς, παρὰ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ἀλλὰ καὶ παρὰ αὐτὰς ταύτας τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις; Διὰ τοὺς λόγους, λοιπόν, αὐτούς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ κανεὶς τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ Ἀνώτατον Διοικητικὸν Δικαστήριον τοῦ Κράτους εἶπεν, ὅτι, δηλαδή, οἱ νόμοι αὐτοὶ ἐξεδόθησαν παρ’ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἁρμόδιον εἰς ἔκδοσιν νόμων. Οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, κύριοι βουλευταί, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τηρουμένη ἡ ἀρχὴ αὐτή, ἐνῷ ρητὴ καὶ σαφὴς εἶναι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἐν τῷ Συντάγματι, ἐάν, λέγω, ἡμεῖς ἀναμίξωμεν τὰς ἐξουσίας ταύτας καὶ εἴπωμεν ὅτι καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν. Τοῦτο ἀποτελεῖ πρόρριζον, ἐκ βάθρων κατάλυσιν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, κατάργησιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλά, μήπως, ἄρα γε, καὶ προηγουμένως καὶ Ψηφίσματα ὁλόκληρα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως, εἰσήχθησαν ποτὲ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Μήπως καὶ ἄλλοι νόμοι, ὡς Νομοθετικὰ Διατάγματα ἐκδοθέντες, εἰσήχθησαν ποτέ, ὅπως καθορίζει τὸ Σύνταγμα, εἰς τὴν πρώτην σύνοδον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ψηφισθοῦν ἐκ τῶν πρώτων; Οὐδὲν ἐγένετο ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν Χάρτου νὰ γίνῃ. Ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ παρέλθῃ μία ὁλόκληρος τριετία καὶ νὰ μὴ ἴδῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία οὐδὲ ἕνα ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν παρὰ τὸ Σύνταγμα, παρὰ τοὺς νόμους, παρὰ τὸ δημοκρατικόν μας πολίτευμα. Καὶ τὶ ἔρχεται σήμερον ἡ Κυβέρνησις, προβαίνουσα εἰς ἕνα νέον, μεγαλύτερον ὀλίσθημα, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω μὲ τὴν μετριωτέραν, τὴν ἠπιωτέραν ἔκφρασιν ὅτι ἀποτελεῖ ὕβριν καὶ ὕβριν δεινὴν πρὸς τὸ Σῶμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας (χειροκροτήματα), τὶ ἔρχεται καὶ λέγει πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο ἕνας ἀρχιτσέλιγγας νὰ ὁδηγήσῃ ἕνα ποίμνιον καὶ μίαν ἀγέλην; Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ ὑποβολὴ τοῦ Ψηφίσματος ἀποτελεῖ δεινὴν ὕβριν ἐναντίον τοῦ Σώματος. Ἐκλαμβάνεται ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὡς μία ἀγέλη προβάτων, τὴν ὁποίαν ὁδηγεῖ ἕνας οἱοσδήποτε τσέλιγγας. (Χειροκροτήματα). Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐρριζωμένος εἶναι εἰς τὴν ψυχήν μου ὁ ἀπόλυτος σεβασμὸς πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, πρὸς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην. Διότι ἔχω ἐρριζωμένην τὴν συναίσθησιν ὅτι ἐὰν κλονισθοῦν τὰ βάθρα τοῦ πολιτεύματος, δὲν θὰ ἀπομείνῃ τίποτε πλέον ὄρθιον εἰς τὴν θέσιν του. Καὶ διατί, κύριοι, εἶναι ὕβρις αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐχαρακτήρισα ὡς ὕβριν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, αὐτή, δηλαδή, αὕτη ἡ κατάθεσις τοῦ Ψηφίσματος; Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν 286 νόμους νὰ τοὺς μελετήσῃ ὁ βουλευτής, νὰ τοὺς ἀντιληφθῇ, νὰ εὕρῃ τὰ τρωτά των, νὰ εὕρῃ τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐλέγξῃ, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ βελτιώσῃ, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ συμπληρώσῃ. Τὶ ἔρχεται, λοιπόν, καὶ λέγει ἡ Κυβέρνησις: Σᾶς καλῶ ἀγεληδὸν νὰ μοῦ ψηφίσετε ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἑσπέρᾳ 286 νόμους, τῶν ὁποίων δὲν ἔχετε κἂν γνῶσιν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν κατατεθῆ, δὲν ἔχουν διανεμηθῆ, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχετε τὸν καιρὸν νὰ τοὺς μετρήσετε κἄν, δὲν ἔχετε τὸν καιρὸν νὰ διαβάσετε τὰς ἐπικεφαλίδας των, καὶ ὅμως ἐγὼ σᾶς καλῶ νὰ τοὺς ψηφίσετε; Ἀλλά, πρὸς ποίους ἀπευθύνεται μὲ τὴν τοιαύτην ἔκφρασιν ἡ Κυβέρνησις; Ἀπευθύνεται, κύριοι, πρὸς ἕνα εὐφυὲς καὶ ἔντιμον Σῶμα, τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ὑπερηφάνειαν καὶ πιστεύει ὅτι πᾶν ὅ,τι ψηφίζει τὸ ἐλέγχει, τὸ μελετᾷ καὶ δίδει τὴν ψῆφον του κατὰ συνείδησιν καὶ κατὰ τὴν ἐλευθέραν, ἂς εἴπωμεν, ἐκ τῆς συζητήσεως προελθοῦσαν πεποίθησίν του.
§68Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πάντως ἐν γνώσει.
§69Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Πάντως ἔχουν μίαν ἰδέαν τοῦ πράγματος. Ἀλλὰ εἶναι ἀνήκουστον, εἶναι δι’ ἐμὲ ἐξωφρενικόν, νὰ εἰσάγῃ μία Κυβέρνησις 286 νόμους καὶ νὰ ἀπευθύνεται ὡς πρὸς πρόβατα, ὡς εἶπον, τὰ ὁποῖα ὁδηγεῖ ὁ τσέλιγγας μὲ τὴν ράβδον καὶ νὰ τοὺς λέγῃ: Καλεῖσθε νὰ ψηφίσετε αὐτούς, ἔστω καὶ ἂν δὲν γνωρίζετε οὐδὲ ἕνα! Ἀλλά, ἐρωτᾶται, ἐὰν ὑπάρχῃ σκανδαλώδης νόμος, ἐὰν ὑπάρχῃ σκάνδαλον, ἐὰν ὑπάρχῃ σκανδαλώδης διάταξις, ἔχομεν, ἄραγε, τὸν χρόνον καὶ τὴν εὐκολίαν ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι πρὸ ἡμῶν, διὰ νὰ μελετήσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ἄρθρα, διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ κρύπτεται ἐντὸς αὐτῶν καὶ διὰ μέσου τῶν γραμμῶν; Πῶς, λοιπόν, καὶ μὲ ποίαν σκέψιν ἤρεμον καὶ ὁμαλήν, ἡ Κυβέρνησις ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἓν τοιοῦτον σχέδιον καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρίσωμεν ἄλλως παρὰ ὡς ὕβριν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν αὐτὴν ταύτην τὴν ὑποβολὴν τοῦ Ψηφίσματος; Ἠκούσατε καὶ πρὸ ὀλίγου ὅτι ὑπάρχουν ἀναρίθμητοι προσωπικαὶ διατάξεις. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ὅτι ὑπάρχουν καὶ ὑποκρύπτονται σκανδαλώδεις διατάξεις. Ἠκούσατε καὶ τὸ ἀνήκουστον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντανακλᾷ εἰς βάρος τῆς τύχης τῶν ἀγροτῶν τῆς Ἑλλάδος. Ὅτι, δηλαδή, ἐνῷ κατὰ νόμον, τὸν ὁποῖον πρὸ ὀλίγων μηνῶν εἴχομεν ψηφίσει, τὸν νόμον περὶ ἐμπορίου, ὅτι ἐνῷ εἰς τὸν νόμον αὐτὸν λέγομεν ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἢ οἱαδήποτε ἄλλη Τράπεζα νὰ λαμβάνῃ περισσότερα ἀπὸ τὸν νόμιμον τόκον, διότι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῶν προμηθειῶν ἐκαλύπτετο μία ἀφόρητος καὶ ἄφθαστος τοκογλυφία εἰς βάρος τῶν πενομένων ἀγροτῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ νὰ λάβουν ἓν χιλιόδραχμον ἔπρεπε νὰ πληρώσουν 1.100 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις, ἐνῷ τὰ δικαστήρια τῆς Ἑλλάδος κατεδίκασαν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν τὴν τοκογλυφίαν αὐτήν, ἐν ὄψει τοῦ νόμου ἐκείνου, ἔρχονται, λέγω, τὰ δικαστήρια καὶ θέτουν τὰς ἀπαιτουμένας κυρώσεις καὶ ἐνῷ ἡ τοκογλυφία αὐτὴ εἶναι εἰς βάρος τῶν πενομένων καὶ δυστυχούντων ἀγροτῶν, τῶν ἀγροτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὰ πάντα εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος καὶ οἱ ὁποῖοι χύνουν τὸ αἷμα των καὶ ἐνῷ, λέγω, ἐξεδόθησαν καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις εἰς βάρος τῶν τοκογλύφων ἐκείνων Τραπεζῶν, ἔρχεται ὁ νόμος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς ἀπαλλάσσει πάσης ποινῆς μὲ ἀναδρομικὴν ἰσχύν, διὰ νὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύουσα ἡ τοκογλυφία εἰς βάρος τοῦ ζωτικωτέρου στοιχείου, τοῦ στοιχείου ἐκείνου τὸ ὁποῖον κρατεῖ τὴν Ἑλλάδα εἰς τοὺς πόδας της. (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εὐνομούμενον Κράτος, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐρριζωμένα εἰς τὴν ψυχήν μας δημοκρατικὰ φρονήματα, πρέπει νὰ κρατήσῃ ὡς κανὼν ἀπαράβατος ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος. Διότι ἅπαξ ἐκτραπῶμεν ἐκ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει τὸ Σύνταγμα, τότε μύρια κακὰ ἕπονται καὶ ὑπὸ τὸν τύπον αὐτὸν κεκαλυμμένη δικτατορία δύναται νὰ προκύψῃ, κυβερνητικὴ δικτατορία, ἀλλὰ δύναται νὰ προκύψῃ καὶ κατάργησις κατ’ οὐσίαν αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία παύει πλέον νὰ ἔχῃ ἀξιοπρέπειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παύσῃ πλέον νὰ προσβλέπῃ ὁ ἑλληνικὸς λαός, διότι θὰ ἀντιλαμβάνεται ὅτι δὲν ἐκτελεῖ τὸν προορισμόν της, ὅτι εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἡ ὁποία ὑπείκει εἰς κελεύσματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν πλήρη, ἀπόλυτον, σαφῆ, κατηγορηματικήν, ἀναμφίβολον ἐκτροπὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ὀλίσθημα αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ νὰ ὑποβάλῃ τὸ Ψήφισμα τοῦτο, εἶναι πολὺ βαρύτερον ἀπὸ τὰ ὀλισθήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔκαμε προβαίνουσα εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων. Τὸ θεωρῶ πολὺ βαρύτερον, διότι εἶναι συνυφασμένον μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, μὲ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τοῦ σεβασμοῦ καὶ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Σᾶς ἐρωτῶ· ἐὰν σᾶς ἔλεγεν, ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἕνας οἱοσδήποτε ἰδιώτης, ψηφίσατε αὐτὰ τὰ 10 νομοσχέδια χωρὶς νὰ τὰ διαβάσετε, δὲν θὰ ἐθεωρεῖτε τοῦτο ὡς ὕβριν προσωπικὴν ἐναντίον σας; Ἐὰν καθ’ ὁδὸν σᾶς ἐσταματοῦσεν οἱοσδήποτε καὶ σᾶς ἔλεγεν, ἔχω 10 νομοσχέδια, ὄχι 286, σᾶς παρακαλῶ, κύριε, νὰ μοῦ τὰ ψηφίσετε, δὲν θὰ ἀπετέλει τοῦτο ὕβριν ἐναντίον σας; Δὲν θὰ μᾶς ἐξελάμβανε, δηλαδὴ, ὁ ἰδιώτης αὐτός, ὡς ἀνθρώπους ἀβούλους, ὡς ἀνθρώπους ἀσυνειδήτους; Διατὶ θὰ μετέβαλε χαρακτηρισμὸν ἡ στάσις αὐτή, ὅταν ἡ ἐρώτησις αὐτὴ τοῦ πολίτου προέρχεται ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὁπότε εἶναι βαρυτέρα ἡ πρᾶξις. Τὶ θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι, βεβαίως, ἄγνωστον, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὸν ὀλίσθημα, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὰς πράξεις αὐτάς, τὰς ἐκτροπὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πιστεύω ὅτι κάτι τὶ θὰ ἔχῃ ἐν νῷ διὰ νὰ ἐξεύρῃ μίαν λύσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Πιστεύω, ἀπολύτως ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ μίαν λύσιν, διότι ὅταν προέβαινε εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν πολυνομίαν τῶν 286 Α. Ν., ὅταν, λέγω, γίνωνται αὐτά, εἶναι ὑποχρεωμένος πᾶς λογικὸς ἄνθρωπος νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἐξεύρει τὴν λύσιν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν προκύψῃ οἱαδήποτε ἀπόρριψις τοῦ παρόντος Ψηφίσματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ποτὲ καὶ νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ φαντασθῇ ὅτι ἀσυζητητί, ἀμελετήτως, χωρὶς νὰ ἔχωμεν γνῶσιν τῶν 286 αὐτῶν νόμων, ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, ὡς πρόβατα, νὰ ψηφίσωμεν αὐτούς, ὑπείκοντες εἰς τὸ κέλευσμα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἡγεῖται. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τὸ εἶχεν ἐν νῷ, διότι θὰ ἀπετέλει τὴν δεινοτέραν περίπτωσιν. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἔχῃ μίαν λύσιν ἡ Κυβέρνησις ἐν νῷ καὶ θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δεχθῶμεν οἱανδήποτε λύσιν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ πρυτανεύσῃ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν ὡς βουλευτῶν, ὡς ἀτόμων καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν ὡς ἀποτελούντων τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, λύσιν συνταγματικήν, λύσιν κειμένην ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν δημοκρατικῶν θεσμῶν. Διότι, ἐὰν ἐγκαταλείψωμεν τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης, τὴν ἀπόλυτον προσήλωσιν πρὸς τὸ Σύνταγμα, θὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφή. Ἔχω ἐν ἐμοὶ ἐρριζωμένην τὴν ἰδέαν τοῦ δικαίου καὶ τὴν ἰδέαν ὅτι πᾶσα παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, εἰς ὀλέθρια ὁδηγεῖ ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, τὶ ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις ὅταν ἐτίθετο ἐπιτακτικῶς ἓν ζήτημα; Ἢ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Κράτος ἔκθετον ἢ νὰ ἐξέλθῃ τῶν νομίμων ὁρίων. Καὶ ἡ ἀπάντησις εἶναι· ὅταν τὸ Κράτος κλυδωνίζεται, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ οὐδεμία ἄλλη σανὶς σωτηρίας, ὅταν τεράστια ὀρθοῦνται τὰ κύματα ἐναντίον τοῦ πλοιαρίου τοῦ Κράτους καὶ πρόκειται αὐτὸ νὰ καταποντισθῇ, τότε, βεβαίως, ἔχει ὑποχρέωσιν πλέον, ὄχι ἁπλῶς δικαίωμα, ἀλλὰ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θὰ ἔπρεπε ἀμέσως νὰ ψηφίσωμεν. Ἀλλὰ ὑπάρχει, ἆραγε, τοιαύτη περίπτωσις ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι εἰς τοὺς 286 αὐτοὺς Α. Ν., παρὰ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι μόνον εἰς ὡρισμένα θέματα θὰ ἐξέδιδεν Α. Ν., ὑπάρχει κανένα παράδειγμα ὅτι τὸ Κράτος εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ τοιούτους νόμους ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας; Δὲν ὑπάρχει οὔτε μία, ἴσως, περίπτωσις τοιούτου φαινομένου, ὥστε νὰ σείωνται τὰ θεμέλια τοῦ Κράτους ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἐξεδίδοντο οἱ ἀναγκαστικοὶ αὐτοὶ νόμοι. Ἠκούσατε ὅτι καὶ 2–3 ἡμέρας πρὸ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ἐξεδίδοντο Α. Ν. καὶ μάλιστα νόμοι μὲ ἐντελῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα. Δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐκλονίζετο ἡ ὑπόστασις τοῦ Κράτους ἐὰν μία ἀδελφὴ νοσοκόμος διωρίζετο μετὰ δύο ἡμέρας. Δὲν νομίζω, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐσείοντο ἐκ θεμελίων τὰ βάθρα τοῦ Κράτους, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ μαρμαροτεχνίτης τοῦ Ὑπουργείου διωρίζετο μαρμαρογλύπτης καὶ μύριοι ἄλλοι τοιούτου εἴδους Α.Ν. καὶ Νομοθετικὰ Διατάγματα. Ἀλλ’ οὐδὲ αὐτὰ τὰ Ψηφίσματα, κύριοι, τὰ Ψηφίσματα τὰ ὁποῖα ὅσα ἐξεδόθησαν, ἐξεδόθησαν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Ἐπιτροπῆς Ἐξουσιοδοτήσεως οὐδὲ αὐτὰ τοὐλάχιστον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ Κυβέρνησις. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὑρισκόμενος πρὸ τῆς ἀνάγκης ἐκπληρώσεως εὐρυτέρου καθήκοντος, ἐκπληρώσεως εὐσυνειδήτως τῶν ὑποχρεώσεών μου, λυποῦμαι διότι ἔρχομαι εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ πρέπει νὰ τηροῦνται καὶ κατευθυντήριος γραμμή μας πρέπει νὰ εἶναι ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος. Ὅταν ἀξιοῦμεν ἀπὸ τὸν τελευταῖον πολίτην τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος, κατὰ ποίαν λογικὴν σκέψιν καὶ εἱρμὸν θὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ τελευταῖος πολίτης ὑποχρεοῦται νὰ τηρήσῃ τὸ Σύνταγμα καὶ δὲν ὑποχρεοῦται νὰ τηρήσῃ τὸ Σύνταγμα ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία; Ἔχω ἀσφαλῆ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, αἰρωμένη εἰς τὸ ὕψος της, θὰ ἀπαντήσῃ ἀρνητικῶς διὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν Ψήφισμα. (Χειροκροτήματα).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Παπαδημητρίου ἔχει τὸν λόγον.
§71Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. Νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον, ὁπότε θὰ δοθῇ εὐκαιρία εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα.
§72ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θέλετε νὰ διεξέλθωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ νὰ γίνουν δεκτὰ ὅσα νομοσχέδια δὲν ἔχουν συζήτησιν;
§74ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐπεκτάσεως τῆς περὶ ἰατρικῶν, ὀδοντιατρικῶν καὶ φαρμακευτικῶν ἐπαγγελμάτων νομοθεσίας εἰς τὴν Δωδεκάνησον».
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ ἐπεκτάσεως τῆς περὶ ἰατρικῶν, ὀδοντιατρικῶν καὶ φαρμακευτικῶν ἐπαγγελμάτων νομοθεσίας εἰς τὴν Δωδεκάνησον», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Μόνη συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45 (βʹ περιόδου), 1945–46, 1946–47 καὶ 1947–48, ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου, οἰκονομ. ἔτους 1948 –49».
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς μόνην συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων πραγματοποιηθεισῶν κατὰ τὰ οἰκονομικὰ ἔτη 1944–45 (βʹ περιόδου), 1945–46, 1946–47 καὶ 1947–48, ἁρμοδιότητος Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἀπαιτουμένων πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τούτου, οἰκονομ. ἔτους 1948 –49». Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ καταβολῆς προσθέτου προικὸς εἰς θυγατέρας μετόχων ἢ μερισματούχων Μ.Τ.Β.Ν. καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Μ.Τ.Β.Ν. διατάξεων».
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ὡς ἐτροποποιήθη τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ καταβολῆς προσθέτου προικὸς εἰς θυγατέρας μετόχων ἢ μερισματούχων Μ.Τ.Β.Ν. καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ Μ.Τ.Β.Ν. διατάξεων». Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 918)1949 «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν. Δ. 217)1947 «περὶ περιορισμοῦ ὀργανικῶν θέσεων ἀνωτέρων στελεχῶν κ. λ. π.».
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ὡς ἐτροποποιήθη τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. 918)1949 «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ν. Δ. 217)1947 «περὶ περιορισμοῦ ὀργανικῶν θέσεων ἀνωτέρων στελεχῶν κ. λ. π.». ἐτροποποιήθη, τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ διδάκτρων καὶ ἐξετάστρων ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ».
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ διδάκτρων καὶ ἐξετάστρων ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ». Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. ὑπ’ ἀριθ. 922)1949 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου 6086)1931 περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως».
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ Α. Ν. ὑπ’ ἀριθ. 922)1949 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου 6086)1931 περὶ ναυτικῆς στρατολογίας, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη μεταγενεστέρως». Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ ἀναγνωρίσεως γενομένης μεταφράσεως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν τῶν ἐν τοῖς Ἰταλικοῖς νηολογίοις Ρόδου ἐγγραφῶν πρὸς μεταφοράν των εἰς τὰ Ἑλληνικὰ νηολόγια».
§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν, δεκτόν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη, τὸ σχέδιον νόμου: «Περὶ ἀναγνωρίσεως γενομένης μεταφράσεως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν τῶν ἐν τοῖς Ἰταλικοῖς νηολογίοις Ρόδου ἐγγραφῶν πρὸς μεταφοράν των εἰς τὰ Ἑλληνικὰ νηολόγια». (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τὴν προεδρικὴν ἕδραν καταλαμβάνει ὁ βʹ Ἀντιπρόεδρος κ. Γ. Ἀστερίου).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως Ψηφισμάτων, Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ ἀναγκαστικῶν νόμων». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§90Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Κύριοι βουλευταί. Ἤθελα νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν σας, σύντομον κείμενον τροπολογίας, τὸ ὁποῖον φέρει καὶ τὴν ἰδικήν μου ὑπογραφὴν καὶ βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν καὶ ἄλλων μελῶν τοῦ Σώματος, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν καὶ ὑπὸ συζήτησιν Ψηφίσματος περὶ κυρώσεως τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, ἔχον ὡς ἑξῆς καὶ τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς συμπληροῖ καὶ μεταβάλλει τὴν ἔννοιαν τοῦ ὑπὸ κρίσιν τεθέντος Ψηφίσματος. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 2...... (ἀναγινώσκει)......»...
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τὸ μελετήσωμεν.
§92Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Ἠλείας). Εἶναι μία τροπολογία αὐτή.
§93Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Κατόπιν τῆς πληρεστέρας αὐτῆς διατυπώσεως τοῦ Ψηφίσματος, λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ εἴπω δι’ ὀλίγων ὅτι νομίζω τοὐλάχιστον ὑπερβολικὴν τὴν ἐξαπολυθεῖσαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θυελλώδη ἐπίθεσιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τρέφουν τὸν βαθύτερον δυνατὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικούς μας θεσμούς καὶ ὅταν λέγω τοῦτο ἐννοῶ φυσικά, κατὰ πρῶτον λόγον, τὰ καθήκοντα καὶ τὰς ἁρμοδιότητας τῶν κυριωτέρων Σωμάτων καὶ ὀργάνων τὰ ὁποῖα συνιστοῦν τὴν Πολιτείαν καί, πρώτου ἐξ ὅλων, τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος.
§94Ι. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐμπράκτως, κ. Ὑπουργέ, νὰ τὸ ἀποδείξετε.
§95Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Καὶ ἐμπράκτως, κύριε συνάδελφε. Δὲν παρέλειψα ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκτελῶ, νὰ ἀποτελῶ ἀνασχετικὸν φραγμὸν καὶ κατέστην ὀχληρὸς καὶ ἐνοχλητικὸς πολλάκις, τὸ ᾐσθάνθην καὶ τὸ διεπίστωσα, εἰς τοὺς συναδέλφους μου, εἴτε ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νὰ ὑπενθυμίζω πάντοτε πὼς πρέπει νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ ἐκτάκτου ἐκείνου μέτρου, τοῦ ὁποίου καὶ μόνον εἰς ἐκτάκτους ὡσαύτως περιστάσεις, ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ χρῆσις, τῆς ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων. Διότι τὸ δυνατὸν τῆς ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων, τὸ νόμιμον, ἂς τὸ εἴπωμεν, παρὰ τὸ ἄνομόν των, κατὰ τὸ ὀξύμωρον αὐτὸ σχῆμα τῆς ἐκφράσεως, δὲν νομίζω ὅτι οὐδεὶς θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ ἀμφισβητήσῃ. Βεβαίως γνωρίζομεν, ὅπως προχθὲς μᾶς τὸ ὑπέμνησε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δι’ ἡμᾶς τοὐλάχιστον εἶναι περιττός, μία δικαστικὴ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅτι τὸ νομοθετεῖν συντίθεται ἀπὸ δύο ὄργανα τῆς πολιτείας συμπράττοντα πρὸς ἄλληλα, τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους. Τὸ γνωρίζομεν ὅλοι καὶ ὅσοι μετέχομεν τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὅσοι βέβαια δὲν μετέχουν αὐτῆς καὶ ἔφθασαν μέχρι τῆς πρώτης τάξεως τοῦ Πανεπιστημίου ἢ καὶ ἀκόμη ὅσοι δὲν ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν καὶ περιστάσεις ἐντελῶς ἀδήριτοι καὶ ἐπιτακτικαὶ ἐπαναλαμβανόμεναι εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Ἐθνῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ παρὰ τὴν τήρησιν τὴν αὐστηρὰν καὶ ἱερὰν τῶν αὐστηροτάτου τύπου Συνταγμάτων, καὶ πάλιν ἐπιτρέπουν καὶ δικαιολογοῦν καὶ ἐπιβάλλουν ὡρισμένας παρεκκλίσεις ἀπὸ τὸν αὐστηρὸν αὐτὸν κανόνα. Τοιαῦται κατ’ ἐξοχὴν περιστάσεις, εἶναι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, ὅπου τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, ὄχι βεβαίως εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀσφαλῶς ὑπαρκτοὶ καὶ συνειδητοὶ διὰ τὰ μέλη τοῦ Σώματος —τὰ ὁποῖα ἐγκρίνουν τὸ πρᾶγμα— ἀπέρχεται εἰς διακοπήν, ἀναθέτει εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν τὴν διακυβέρνησιν καὶ τὴν εὐθύνην ἀκεραίαν, τὴν εὐθύνην διὰ τὴν περαιτέρω διακυβέρνησιν τῆς χώρας.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, κύριε Ὑπουργέ.
§97Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Κύριε συνάδελφε, αὐτὸ ὑπαινίσσομαι καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς φρονῶ καὶ λέγω καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι ἀμφισβητεῖται, κατὰ τὰς περιόδους αὐτάς, τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν εἰς τὰς οὕτω ἀπομεμονουμένας, ἂς τὸ εἴπωμεν, προσωρινῶς τῆς συνεργασίας μετὰ τῆς Βουλῆς, Κυβερνήσεις. Καίτοι τοῦτο, τοῦτο καὶ μόνον, εἶναι τὸ παράπτωμα, τὸ ὁποῖον τόσον βαρύτατα ἀπευθύνεται κατὰ τῆς κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἔγκλημα καθοσιώσεως, ὡς καταπρόδοσις τοῦ ἐθνικοῦ της καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ της καθήκοντος. Αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἡ ξηρά, ἡ γυμνὴ ἀλήθεια, ὡς πρὸς τὰ συνιστῶντα τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, ἀντικειμενικὰ περιστατικά. Γνωρίζετε, βεβαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὄχι οἰκείᾳ θελήσει, ἀλλὰ συναινούσης βεβαίως τῆς Βουλῆς, συναινούσης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία καὶ κυρίαρχος εἶναι καὶ κυρίαρχος πάντοτε θὰ παραμένῃ, ὡς ἐκφράζουσα τὴν θέλησιν τοῦ κυρίαρχου λαοῦ, λέγω μὲ τὴν θέλησιν καὶ τὴν συναίνεσιν τῆς κυριάρχου Ἀντιπροσωπείας, ἀπῆλθεν εἰς ἔργον κυβερνητικὸν ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ δὲν ἀπῆλθεν ἁπλῶς διότι ἐξεμαίευσε, τρόπον τινά, τοιαύτην ἀπόφασιν ἀπὸ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα καταλαμβανόμενον ἐξ ἀπίνης ἀπὸ τὸν νήδυμον, διὰ νὰ ἐπιτρέψῃ, ὡς παρέστησαν οἱ προλαλήσαντες πρὸ ἐμοῦ ρήτορες, ἐν ἑαυτῇ τὸ νομοθετεῖν, ἀλλὰ ἔπραξε τοῦτο ἐν πλήρει συνειδήσει τοῦ τὶ ἐγένετο καὶ διότι αἱ ἐθνικαὶ περιστάσεις καὶ μόναι τὸ ἐπέβαλον καὶ διότι τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ κυρίαρχον Σῶμα, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἀνέθηκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς ἐπανειλημμένας περιστάσεις, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς τριετίας αὐτῆς, ἀφ’ ἧς ὑπάρχει Βουλή, νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον της. Καὶ ἦτο φυσικὸν καὶ ὑπὸ ὁμαλὰς ἀκόμη περιστάσεις ἐὰν ἐτελοῦμεν, νὰ χρειάζωνται πολλὰ θέματα νομοθετικὴν ρύθμισιν. Ρύθμισιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ γίνεται δι’ ἁπλῆς διοικητικῆς ἀποφάσεως τῶν καθ’ ἕκαστον Ὑπουργῶν καὶ Ὑπουργείων, ρύθμισιν ἡ ὁποία, φυσικώτατα, μόνον διὰ νομοθετικῶν μέτρων εἶναι δυνατή. Καὶ τοῦτο, ἁπλούστατα, ἔπραξε ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἵνα εἶμαι ἀκόμη σαφέστερος, θὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν διακοπὴν τὴν καὶ ἴσως μακροτέραν πάσης εἰς διάρκειαν, ἡ Κυβέρνησις ἀπερχομένη εἰς αὐτὴν τὴν καταναγκαστικὴν ἐκ τῶν ἐθνικῶν γεγονότων ἀπουσίαν ἀπὸ τοῦ Σώματος, ἐφρόντισε νὰ ζητήσῃ τὴν συναίνεσιν αὐτοῦ, ὄχι ἁπλῶς διὰ νὰ κυβερνήσῃ, ἀλλὰ ἵνα καὶ νομοθετήσῃ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Φυσικώτατα, ἐχρησιμοποίησε τὸ γνωστὸν μέσον, τὸ μόνον εἰς τὴν διάθεσίν της μέσον, τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων.
§98Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας.
§99Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἀσφαλῶς ἀνεγράφησαν τὰ θέματα. Ἀλλὰ τὰ θέματα τὰ ἀναγραφέντα, ἀφεώρων τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας ποὺ ἦσαν ἀνεπίδεκτοι ἀναβολῆς.
§100Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὄχι, ὅμως, καὶ τὴν σύστασιν κοινοῦ ταμείου φορτηγῶν αὐτοκινήτων.
§101Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Πιθανὸν αἱ μεταφοραὶ τῆς περιοχῆς ἐκείνης νὰ ἐπέβαλον καὶ τοῦτο ἀκόμη. Εἶναι λίαν πιθανὸν νὰ παρήχθησαν περιστάσεις καὶ συνθῆκαι, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον νὰ μὴ ἦτο ἀδικαιολόγητον. Πάντως, κύριοι συνάδελφοι, τὸ κατατιθέμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νομοθέτημα, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὸ συμπληρώσω διὰ τῆς κατατεθείσης τροπολογίας, παρέχει εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς πάντα συνάδελφον ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου τόσον ζηλοτύπως καὶ ὀρθότατα ἔχεται ἡ Βουλή, τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμά της, ὅπως αὐτὴ ἐγκρίνῃ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Καὶ παρέχεται ἀκεραία ἡ εὐκαιρία αὐτή, σήμερον παρέχεται ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἀναδρομικῶς. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι διὰ τοῦτο ὑπεύθυνος ἡ Κυβέρνησις.
§102Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀκεραία ἡ εὐκαιρία, ὅταν φέρωνται πρὸς κύρωσιν 245 νομοθετήματα;
§103Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐὰν θέλετε νὰ μὲ παρακολουθήσητε ὀλίγον, ἀλλὰ μὲ ἀντικειμενικότητα καὶ μὲ τὴν καλὴν πίστιν, ἡ ὁποία γνωρίζω ὅτι χαρακτηρίζει ἕνα ἕκαστον ἐξ ὑμῶν. Ἰδοὺ ποῖαι εἶναι ἀπὸ τῶν ἀρχῶν τοῦ 1948 αἱ διακοπαὶ καὶ τὰ διαστήματα τὰ ἄνευ διακοπῶν καὶ μὴ λειτουργίας τοῦ Σώματος.
§104Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ πταίει;
§105Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Εἰς τὰς 10 Μαΐου 1948..... (Ἀναγινώσκει). Ἀκολούθως ἔχομεν τὴν φυσιολογικὴν λῆξιν τῆς συνόδου ἐκείνης τὴν 12ην Αὐγούστου 1948. Ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς τρίτης συνόδου τὴν 1ην Ὀκτωβρίου.
§106Ε. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Ἄνευ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, διὰ διατάγματος.
§107Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Πάντως ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, διότι εἶχε πληρωθῆ ὁ χρόνος ὁ συναπτὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς συνόδου.
§108Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ διατάγματος διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν, εἶναι πρᾶξις παράνομος.
§109Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὸ Σύνταγμα δὲν ποιεῖται διάκρισιν, μεταξὺ Ἀναθεωρητικῶν καὶ μὴ Βουλῶν.
§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι.
§111Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἔτσι εἶναι. Πάντως διΐστανται αἱ ἀντιλήψεις μας. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς τὴν ἐκφραζομένην εἰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις ἀντίληψιν, ὑμεῖς εἰς τὴν μὴ στηριζομένην ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Τὴν σέβομαι, ἀλλὰ δὲν τὴν συμμερίζομαι.
§112Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Πάντως διΐστανται αἱ ἀντιλήψεις μας. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς τὴν ἐκφραζομένην εἰς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις ἀντίληψιν, ὑμεῖς εἰς τὴν μὴ στηριζομένην ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Τὴν σέβομαι, ἀλλὰ δὲν τὴν συμμερίζομαι.
§113Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κάμνει τὸν χειρότερον τρόπον ὑπερασπίσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος. Ἡ Κυβέρνησις, ὁμιλοῦσα περὶ Συντάγματος καὶ περὶ Συνταγματικῆς εὐλαβείας, δὲν τὴν ἐτήρησεν οὐδέποτε. Ἑπομένως, αὐτὴν τὴν στιγμὴν μίαν ὑποχρέωσιν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, νὰ κύψῃ τὴν κεφαλήν, νὰ ζητήσῃ συγγνώμην καὶ νὰ εὕρῃ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἕνα modus vivendi. Ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, κ. Ὑπουργέ, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐλέγχετε, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις.
§114Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ Κυβέρνησις οὔτε σκέπτεται, οὔτε ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ὑφίσταται κατ’ ἀνοχὴν τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ ποὺ προτείνει ὁ κ. Τουρκοβασίλης, εἶναι ἀνοχή. Ἡ Κυβέρνησις ἔτυχε καὶ ἐλπίζει ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ τύχῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς.
§115Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Τὸ ψήφισμα αὐτό, ἐὰν ἡμεῖς, ὡς Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, εἴχομεν ὀλίγην φιλοτιμίαν, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνατρέψωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπόψε.
§116Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἡ Κυβέρνησις εἶναι κοινοβουλευτική, ἀπορρέει ἐκ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ εἶναι εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἑτοίμη νὰ δεχθῇ τὴν ψῆφον τὴν ἀντίθετον τῆς Βουλῆς.
§117Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἐγὼ τοὐλάχιστον, διὰ τὸν τομέα τὸν ἀφορῶντα εἰς ἐμέ, ἐπειδὴ ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ..... (δὲν ἠκούσθη).
§118Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἡ Κυβέρνησις;
§119Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ἔθεσε πολιτικὸν ζήτημα ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ εἶναι πολιτικὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶναι ἑπόμενον ὅταν ἡ Βουλὴ θέλῃ..... (δὲν ἠκούσθη).
§120Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δηλαδὴ δὲν θέτει ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐπισήμως...
§121Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Κυβέρνησις, παρὰ νὰ διέπεται ἀπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ κατὰ συνείδησιν κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις. Λέγω, λοιπόν, ὅτι διὰ νὰ δώσω μίαν εἰκόνα τοῦ εἴδους τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, θὰ περιστραφῶ καὶ θὰ περιορισθῶ κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν τομέα τὸν ἀφορῶντα τὸ ὑπουργεῖον μου καὶ θὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν μὲ ὅσην ἠμπορῶ ἀντικειμενικότητα, ὅτι δὲν ἐξῆλθε τοῦ Ὑπουργείου μου διάταξις νόμου μὴ ἐπιβληθεῖσα ἀδιρήτως ἐκ τῶν περιστάσεων.
§122Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁρκίζεσθε;
§123Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Μάλιστα. Ὡρισμέναι πράξεις, ἔστω καὶ ἂν αὗται περιεβλήθησαν τὸν τύπον ἐπισήμων πράξεων, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναφερθοῦν κἄν, τόσον εἶναι ἀσήμαντοι. Ἐν τούτοις θὰ ἀναφέρω δύο ἐκ τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, ἅτινα ἔτεινον εἰς τὴν σύντμησιν προθεσμιῶν, διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νομικῶς καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα εἰδικοὶ λόγοι καθίστων ἐπιτακτικά, νὰ ἔλθῃ πρὸ τοῦ ἀκροατηρίου ἡ δίκη διὰ τὸν φόνον τοῦ Πόλκ. Ἔγιναν οἱ δύο αὐτοὶ νόμοι κατὰ παράκλησιν τῶν ἁρμοδίων δικαστικῶν ἀρχῶν. Διὰ τὸ ⅒ τοῦ συνόλου τῶν νομοθετημάτων, ὅσα ἀφοροῦν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀναλαμβάνω νὰ προβῶ εἰς λογοδοσίαν, εἰς μίαν λογοδοσίαν ἀπευθυνομένην καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην διὰ νὰ γνωσθῇ ποία ὑπῆρξεν ἡ στάσις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι θεματοφύλαξ τῶν νόμων καὶ τῶν σχετικῶν κανόνων περὶ νομοθεσίας.
§124Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑποβάλλετε ψήφισμα κυρώσεως 285 νόμων.
§125Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικ.). Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι αἱ περίοδοι τῶν διακοπῶν, τὰς ὁποίας σᾶς ἀπηρίθμησα ἦσαν τόσον μακραί, ἄλλωστε τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος ἀφήρεσε 2 ἐκ τῶν 3 ἡμερῶν νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς ἑβδομάδος, συνεπῶς ἀπέμεινε μία μόνον ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας τῆς ἑβδομάδος. Καὶ ἐρωτῶ, αἱ ἀπομένουσαι 270 ἡμέραι μέχρι συμπληρώσεως τῆς 4ετίας τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβεν αὕτη ἐντολήν, ὑπάρχει ὁ ὁλικὸς χρόνος διὰ νὰ εἰσαχθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα; Ἐὰν πάρετε μολύβι καὶ χαρτὶ θὰ ἰδῆτε ὅτι ἦτο ἀδύνατον, συμπληρωματικῶς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα, νὰ κυρωθοῦν τὰ νομοθετήματα ταῦτα. Παραλλήλως ἂς σημειωθῇ ὅτι ὑπάρχει σημαντικὸς ἀριθμὸς ἄλλων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀπασχολήσουν τὴν Βουλὴν τὰς νομοθετικὰς ὥρας. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. ἐπικριτὰς τῆς Κυβερνήσεως, πῶς θὰ συνδυάσουν τὰ πράγματα, ὥστε καὶ τοῦτο πράττειν καὶ ἐκεῖνο μὴ ἀφιέναι;
§126Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νομοθετήματα τοῦ Ἀπριλίου 1946 ἔπρεπε τώρα νὰ ἔλθουν πρὸς κύρωσιν;
§127Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Τὰ πρῶτα αὐτὰ νομοθετήματα ἦσαν 110, τὰ πλεῖστα ἐκδοθέντα ἐπὶ προεδρίας τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νῦν κ. προέδρου τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ αὐτὴ ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἦλθε τμηματικῶς ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας, ἐξ αὐτῶν δὲ μένει πρὸς κύρωσιν ὑπόλοιπον 44 νομ. διαταγμάτων. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ἐπὶ ἑσπέρας ὁλοκλήρους ἀπησχολούμεθα πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως, χωρὶς ποτὲ νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοθετικῆς ἐργασίας, διότι πρό τινων ἀκόμη μηνῶν ἠσχολούμεθα ἀκόμη μὲ τὴν ἀτυχῆ Πελοπόννησον καὶ ἄλλα σχετικὰ θέματα.
§128Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐξακολουθεῖ εἰς ἄλλας περιοχὰς τῆς χώρας.
§129Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι ὁ ἔλεγχος εἶναι ἄδικος, ἀδικαιολόγητος καὶ ἀσύστατος.
§130Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Διὰ τὸν διορισμὸν νοσοκόμου ἀπαιτεῖται ἀναγκαστικὸς νόμος;
§131Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ γνωρίζω τὶ κάμνουν ὅλοι οἱ κ.κ. συνάδελφοί μου, πάντως ὑπῆρξα πάντοτε ἀνασχετικὸς καὶ δυσηρέστησα πολλοὺς τῶν κ.κ. συναδέλφων μου.
§132Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐὰν ἦσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ σᾶς ἔφερναν 286 νόμους χωρὶς νὰ τοὺς διαβάσετε νὰ τοὺς κυρώσετε σεῖς ὡς Μελᾶς θὰ τὸ ἐκάμνατε;
§133Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἴσως ἐγὼ εὕρισκον ὑπερβολικὸν νὰ μοῦ ἐζητεῖτο κάτι τέτοιο, ἀλλὰ ἐὰν εἶχα ὑπ’ ὄψιν μου τὰς τόσας διακοπὰς τοῦ Σώματος, δὲν θὰ ἀμφισβητοῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθουν πρὸς ψήφισιν οἱ νόμοι αὐτοί, κατὰ τὴν συνήθη διαδικασίαν. Τὸ ψήφισμα ἤδη, ὡς ἐτροπολογήθη, ἐπιτρέπει πλέον ἀνέτως, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ἐντατικῆς ἐργασίας, τὴν ρύθμισιν τοῦ ἐκκρεμοῦς τούτου ζητήματος. Παρέχει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ὑποβαλλομένης τροπολογίας, δυνατότητα λύσεως τοῦ ζητήματος. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τώρα νὰ ἀναφερθῶ καὶ εἰς μίαν προσωπικὴν ἐπίκρισιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος κατὰ πάντα πρόεδρος τῆς Συντ)τικῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς καὶ εἰς τὴν ἀήθη ἔλλειψιν προθυμίας νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ ἀπευθύνω μίαν διακοπὴν διὰ νὰ δώσω μίαν διασάφησιν, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Μὲ κατηγόρησεν ὅτι εἰς ἓν νομοθέτημα, ἀφορῶν ἀνταρτοπλήκτους συμβολαιογράφους, περιελήφθη διάταξις προσωπική. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀληθές. Ἡ διάταξις αὐτή, κύριοι συνάδελφοι, περιέχεται ἤδη εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου καταργηθέντος ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου προκατόχου μου καὶ ἐνόμισα, ὅτι κάποιος λόγος σοβαρὸς θὰ ὑπῆρχε διὰ νὰ διατυπωθῇ. Ἔκτοτε, σωρεία τηλεγραφημάτων κατέφθασαν ἀπὸ τὴν Ἤπειρον, διάγουσαν τότε ὑπὸ τὰς χειροτέρας ἡμέρας ὅπου ἐπέρασεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸν τριετῆ ἀγῶνα τοῦ Ἔθνους διὰ τὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς χώρας. Καὶ ἕνας συμβολαιογράφος, ὁ ὁποῖος εἶχε διορισθῆ, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος τῇ προσφυγῇ ἄλλου ἐξετοπίσθη, καταλαμβανομένης τῆς θέσεως παρ’ ἐκείνου, ἀφυπηρέτησε καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη ἀφυπηρετήσῃ εἶχε χάσει τὴν θέσιν του: Ὅλα τὰ ἐν Ἠπείρῳ κέντρα σκέψεως, διανοήσεως καὶ ἐθνικῆς δράσεως, διὰ τηλεγραφημάτων των, ἐξέφρασαν ὁμοθύμως τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ ἀδικηθῇ ὁ νέος αὐτός, ὁ ὁποῖος εὐόρκως ὑπηρέτησε τὴν πατρίδα. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν, εἰσηγούμενος τὸ νομοθέτημα εἰς τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ἐπέστησα τὴν προσοχήν του ὅτι εἶναι προσωπικὴ καὶ εἶπον ὅτι ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ἔχουν τὰ πράγματα. Θὰ παραμείνῃ, δηλ., ἐπί τινα χρόνον ἕνας ὑπεράριθμος συμβολαιογράφος κριθείς, ἀλλὰ ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβῃ θέσιν ὀργανικὴν μόλις κενωθῇ θέσις, καταργουμένου τοῦ κακοῦ. Αὐτὸ ἀνομολογῶ εἶναι τὸ ἁμάρτημά μου ἀπὸ ἀπόψεως ἀκριβοδικαίας ἐννοίας τῆς νομοθετικῆς ὀρθοδοξίας. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ἐπὶ πολὺν καιρόν, ἀντέστην εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι αἰσθάνομαι μίαν φυσιολογικὴν ἀποστροφὴν πρὸς τὰς προσωπικὰς διατάξεις. Τὸν νέον δηλῶ ἐπισήμως καὶ ὑπευθύνως, ὅτι δὲν γνωρίζω οὔτε κατ’ ὄψιν, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἐν Ἠπείρῳ πολιτεύομαι. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἁμαρτωλὸς διάταξις ποὺ ἀφορᾷ τὸ νομοθέτημα αὐτό. Ἀφήνω τὴν κρίσιν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ὑπενεθύμιζα, ὅμως, πρὸς τὸν ἀξιότιμον τιμητήν μου, ὅτι μόλις εἶχον ἀναλάβει τὰ καθήκοντά μου ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ δὲν εἶχα ἐνημερωθῆ ἐπαρκῶς εἰς τὴν ἰδιάζουσαν νομοθεσίαν τὴν διέπουσαν τὰ συμβολαιογραφικὰ ζητήματα, ἦλθεν ἐκεῖ ὡς φίλος καὶ μοῦ ἐζήτησε μίαν συμβολαιογραφικὴν θέσιν δι’ ὡρισμένον πρόσωπον. Ποῖον πρόσωπον; Κάποιο ἄγνωστον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἀντικαταστήσῃ συμβολαιογράφον, ποὺ ἦτο ἑτοιμοθάνατος, ὡς μέλλων σύζυγος, ὅταν θ’ ἀνευρίσκετο, τῆς κόρης τοῦ ἀσθενοῦς. Καὶ ὅμως διωρίσθη βάσει διατάξεως, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἁμαρτωλὴν καὶ θὰ φέρω περὶ τούτου σχετικὸν τροποποιητικὸν νομοσχέδιον, διότι πρόκειται περὶ διαδόχου, κληρονομικῷ δικαιώματι, ὄχι μόνον τῶν ἀμέσων συγγενῶν ἀλλὰ καὶ τῶν ἐξ ἀγχιστείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις, προσομοιάζουσα μὲ τὰ apanages τοῦ μεσαίωνος. Ἀφήνω πλέον τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ μόνη της, ἀφοῦ μελετήσῃ τὴν τροπολογίαν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ τόνος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συζήτησιν, δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν ἐχαρακτήρισεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξεν εὐθαρσῶς καὶ καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον καὶ ἐπιτακτικὴν ὑποχρέωσιν νὰ πράξῃ καὶ δὲν ἔκαμε παρὰ τὸ καθῆκον της. Καὶ ἂν τὰ νομοθετήματα εἶναι τόσα, ἔστω καὶ ἂν τὸ τῆς νοσοκόμου τὸ χαρίζω εἰς τοὺς ἐπικριτάς, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξῆλθε τῶν ἐσκαμμένων. Ἡ Κυβέρνησις νομίζω ὅτι πράττει τὸ καθῆκον της, καὶ τὸ συνταγματικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ ἐθνικόν. (Χειροκροτήματα).
§134Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος· ἀνέβαλε τὴν ἀπόφασίν της διὰ νὰ δώσῃ τὸν καιρὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ τὰς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν καὶ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸ Σῶμα μίαν ἄλλην πρότασιν, δυναμένην κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ συμβιβάσῃ τὰς ἀπόψεις τῆς Συντ)κῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρ. 56 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ Συντ)τικὴ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη, θὰ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν δέχεται νὰ τῆς δώσῃ μίαν μικρὰν προθεσμίαν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, ἂν δέχεται νὰ τῆς δώσῃ μίαν μικρὰν παράτασιν, διὰ νὰ παρασχεθῇ ὁ καιρὸς νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν Συντ)τικὴν Ἐπιτροπήν.
§135Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἀπολογούμενος, καὶ τὸν τιμᾷ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἀπελογήθη, διὰ τὸ ἁμάρτημα τὸ ὁποῖον διέπραξε, νὰ περιλάβῃ εἰς ἀναγκ. νόμον, ὁ ὁποῖος ἔδει νὰ περιεῖχε μόνον ἐπειγούσας διατάξεις σχετιζομένας μὲ τὴν κατάστασιν ἐν τῇ χώρᾳ καὶ ὄχι προσωπικὰς διατάξεις, προσέθεσε καὶ κατὰ ἕνα περίεργον τρόπον μίαν φιλικήν, πράγματι, συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον μετ’ αὐτοῦ καὶ τὴν ὁποίαν εἴτε δὲν σᾶς ἄφησε νὰ τὴν ἀντιληφθῆτε, εἴτε τὴν ἐχρωμάτισε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ τὴν ἐμφανίσῃ ὡς κάπως μὴ ἐπιτρεπομένην. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ἑξῆς ἁπλουστάτου ζητήματος: Ὑπάρχει νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἀποθνήσκοντος συμβολαιογράφου, τὴν θέσιν αὐτοῦ καταλαμβάνουν οἱ στενοὶ αὐτοῦ συγγενεῖς, δηλαδὴ εἴτε οἱ υἱοί, εἴτε οἱ ἐπὶ θυγατρὶ γαμβροί, εἴτε οἱ ἀνεψιοί. Ὁ νόμος αὐτός, μάλιστα, ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισε δικαιώματα ἑνὸς μάλιστα ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀνεψιὸς συμβολαιογράφου, καὶ ἐδικαιώθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον Ἐπικρατείας. Ἐπέστησα, λοιπόν, τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μήπως σπεύσῃ διὰ λόγους κομματικοὺς καὶ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν αὐτὴν διὰ προσώπου ἄλλου, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ θυγατρὸς συμβολαιογράφου, ἡ ὁποία συνῆπτε γάμον. Αὐτὸ ἦτο τὸ διάβημα, τὸ ὁποῖον ἔκαμον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Μάλιστα, παρὰ τὸ διάβημα τοῦτο, συνέβη ὥστε νὰ ὑπάρξῃ εἷς φίλος τοῦ κόμματος. Καὶ εἶναι ἄμεσος καὶ ἐπικειμένη χρῆσις ἢ μᾶλλον κατάχρησις τοῦ νόμου, καὶ πρόκειται νὰ διορισθῇ ἄλλος ἀντὶ τοῦ συζύγου τῆς ὀρφανῆς κόρης τοῦ συμβολαιογράφου καὶ ἐπεκαλέσθην τὴν βοήθειαν τοῦ κ. Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως. Διεπράχθη αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, εἰς βάρος μιᾶς ὀρφανῆς κόρης ἑνὸς συμβολαιογράφου. Αὐτὸ ἦτο τὸ διάβημα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, τί σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ ἀναγκαστικοῦ νόμου, μὲ τὸ ζήτημα τοῦ συμβολαιογράφου, ὁ ὁποῖος ἠδικήθη; Αὐτὸ εἶναι καθαρῶς φιλανθρωπικὸν ζήτημα, καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας.
§136Κ. ΡΟΔΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Ὑγιεινῆς). Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως ἐγένετο συζήτησις δι’ ἓν νομοθετικὸν διάταγμα τοῦ Ὑπουργείου Ὑγιεινῆς διὰ μίαν ἀρχινοσοκόμον διευθύντριαν, ἐθεώρησα καλὸν νὰ σᾶς δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις. Εἰς τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκεται ὡς ἀπεσταλμένη τῆς Παγκοσμίου Ἑνώσεως Ὑγείας μία Ἑλβετὶς ἀρχινοσοκόμος μὲ ἐξαιρετικὰ προσόντα. Ἡ παραμονή της ἐδῶ ἔληγε τὴν 30 Ἀπριλίου δαπάναις πάντοτε τῆς Παγκοσμίου Ὀργανώσεως Ὑγείας. Ἐπειδὴ ἡ κατάστασις εἰς τὴν «Σωτηρίαν» εἶναι δραματική, ἐζητήσαμεν τὴν συνδρομήν της διὰ τὴν ἵδρυσιν σχολῆς πρὸς μετεκπαίδευσιν ἀδελφῶν νοσοκόμων, πολλαὶ τῶν ὁποίων δὲν γνωρίζουν οὔτε ἀνάγνωσιν οὔτε γραφήν. Συνεπῶς πρόκειται περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἔβαλε μίαν τάξιν εἰς τὴν «Σωτηρίαν» καὶ ἀνεκούφισε μὲ τὴν παρουσίαν της χιλιάδας δυστυχῶν νοσηλευομένων. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, περὶ προσωπικοῦ τινος νομοθετήματος, ἀλλὰ νομοθετήματος ἐσπευσμένης λήψεως διότι αὕτη θὰ ἀνεχώρει, ὡς εἶπον, τὴν 1ην Μαΐου. Ἄλλωστε, οὐδεμία ἐπιβάρυνσις ἐπῆλθεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐξ αὐτοῦ.
§137Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπεδείχθη ἀπὸ τὰ δύο ταῦτα ἐπεισόδια, πόσον εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθοῦν ὅλα τὰ νομοσχέδια.
§138Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Θὰ ἐδέχετο ἡ Βουλὴ νὰ συνεχίσωμεν αὔριον τὴν συζήτησιν τοῦ ψηφίσματος, κύριε Πρόεδρε;
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συνεχίσωμεν αὔριον;
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον ὥραν 6.30 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως συνέχισιν συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος «περὶ κυρώσεως ψηφισμάτων Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ Ἀναγκαστικῶν Νόμων». (Ὥρα 10.55′ μ.μ.)