1949.06.07
1.176 στίχοι · 8.961 λέξεις · 66 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56η
Τρίτη 7 Ἰουνίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Ε. Γαλενιανός, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Ε. ΓΑΛΕΝΙΑΝΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ἐπισυμβάντος δυστυχήματος τῆς Ἀεροπορικῆς Ἑταιρίας συζήτησις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ σήμερον κατὰ τὸν Κανονισμόν. Ἑπομένως ἐὰν θέλῃ τις νὰ ὁμιλήσῃ, θὰ ὁμιλήσῃ αὔριον.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λυκουρέζος.
§4Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶναι, κύριοι βουλευταί, ἀπογοητευτικὸν ὅτι εἶναι σήμερον ἡ ἑβδόμη κατὰ σειρὰν συνεδρίασις, καθ’ ἣν συζητοῦμεν τὸ ψήφισμα καὶ εὑρισκόμεθα μόνον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου. Ἐὰν μὲ παρόμοιον ρυθμὸν πρόκειται νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, θὰ χρειασθοῦν ἴσως ἄλλαι τόσαι συνεδριάσεις διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Ψηφίσματος, ματαιοῦντες οὕτως αὐτὸν τοῦτον τὸν σκοπὸν του, ἵνα, δηλαδή, διὰ συντόμου συζητήσεως δυνηθῶμεν νὰ παραμερίσωμεν ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα δὲν χρήζουν συζητήσεως καὶ δυνηθῇ κατόπιν ἡ Βουλή, εἰσερχομένη εἰς τὸ κυρίως ἀναθεωρητικόν της ἔργον, νὰ συζητήσῃ τὰ θέματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, ἀναμφισβητήτως, ἔχουν ἀνάγκην ἀναπτύξεως. Τὸ πρᾶγμα ὀφείλεται, κύριοι, εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐφθάσαμεν, μετὰ τρία ὁλόκληρα ἔτη, εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἴχομεν ἀρχίσει, δηλαδὴ νὰ εἴχομεν προκαθορίσει ποῖαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος δὲν χρῄζουν ἀναθεωρήσεως καὶ νὰ μελετήσωμεν ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθοῦν εἰς ἀναθεώρησιν. Ἀντὶ τούτου, ἐγένετο μία μακρὰ ἐργασία, ἐπὶ ἔτη, εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατήρτισεν ἓν πλῆρες καὶ ὁλόκληρον Σύνταγμα. Καὶ μετὰ τὸ Σχέδιον αὐτὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, κατελήξαμεν νὰ συζητοῦμεν ποῖαι διατάξεις χρήζουν ἀναθεωρήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπήρξαμεν ἀρκετά, ἂς τὸ εἴπω, θαρραλέοι, διότι, νομίζω, ὅτι πλεῖσται ὅσαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, θὰ ἠδύναντο νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ Ψηφίσματος. Ἀντ’ αὐτοῦ, ἐνῷ ὑπήρξαμεν πολλοὶ φειδωλοὶ εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν διατάξεων τοῦ 1911, αἱ ὁποῖαι δὲν χρῄζουν ἀναθεωρήσεως, ἀντιθέτως, διὰ τῶν ἄρθρων 2, 3 καὶ 4, ἐπιδιώκεται ἡ ἀθρόα ψήφισις διατάξεων εἴτε τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, εἴτε καὶ τοῦ Σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διατάξεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι φυσικὸν νὰ προκαλοῦν συζητήσεις. Καὶ οὕτως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἑβδόμην κατὰ σειρὰν συνεδρίασιν καὶ εὑρισκόμεθα μόνον εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συζητήσεως τοῦ 3ου ἄρθρου. Εἶναι δ’ ἐξ ἴσου ἀπογοητευτικὸν, ὅτι οὐδεμία διάθεσις δεικνύεται ἀπὸ τοὺς κυρίους συναδέλφους διὰ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Κατὰ κανόνα αἱ συνταγματικαὶ συζητήσεις διεξάγονται ἐνώπιον πολὺ περιωρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, μόλις δὲ προχωρήσῃ ὀλίγον ἡ ὥρα δὲν ἀπομένουν εἰς τὴν αἴθουσαν πέραν τῶν 15–20 συναδέλφων. Καὶ οὕτω καταλήγομεν καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον, ὅτι ἀναπτύσσομεν καὶ ὑποστηρίζομεν ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ὡρισμένας τροπολογίας, καὶ ὅταν θὰ ὑποβληθοῦν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, οἱ πλεῖστοι τῶν κ. κ. συναδέλφων θὰ καλοῦνται νὰ ἀποφανθοῦν ἐπὶ ἀπόψεων τὰς ὁποίας οὐδέποτε ἤκουσαν! Θὰ ἤθελα, κύριοι βουλευταί, νὰ κάμω ἐλαχίστας παρατηρήσεις εἰς ὡρισμένα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται διὰ τοῦ ἄρθρου 3. Πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου 85, διὰ τοῦ ὁποίου καθορίζεται ὅτι «ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαίωμα......... ............... (ἀναγινώσκει)............». Ἀλλὰ γίνεται μία νέα προσθήκη, ὅτι «ἀμνηστία ἐπὶ κοινῶν ἀδικημάτων οὐδὲ διὰ νόμου ἀπονέμεται». Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ἠμφισβητεῖτο ἐὰν καὶ κατὰ πόσον δύναται νὰ χορηγηθῇ καὶ διὰ νόμου ἀμνηστία — εἶναι δὲ γνωστὴ καὶ ἡ διαφωνία μεταξὺ τῶν ἀειμνήστων καθηγητῶν Σαριπόλου καὶ Ἡλιοπούλου ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐνῷ προσωπικῶς πάντοτε ὑπεστήριζα, ὅτι ἐπὶ κοινῶν ἀδικημάτων οὐδὲ διὰ νόμου δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ ἀμνηστία, βάσει τῆς ἰσχυούσης συνταγματικῆς διατάξεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ θέμα προκαλεῖ συζήτησιν, διότι ὑπάρχει καὶ ἡ ἄποψις ὅτι εἶναι τοιαύτη σήμερον ἡ πραγματικότης, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν τοιαῦται ἐξελίξεις, ὥστε δὲν θὰ πρέπει διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ δεσμευθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὸ νὰ μὴ δικαιοῦται νὰ χορηγῇ ἀμνηστίαν ἐπὶ κοινῶν ἀδικημάτων. Δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατάξεως, δηλαδὴ ὅτι πρέπει ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ χορήγησις ἀμνηστίας ἐπὶ κοινῶν ἀδικημάτων. Ταῦτα κατὰ θεωρίαν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωμεν τὴν πραγματικότητα. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἄποψις, ὅτι δὲν δύναται νὰ χορηγηθῇ ἀμνηστία ἐπὶ κοινῶν ἀδικημάτων, ὡδήγησαν ἐπανειλημμένως εἰς τὸ παρελθὸν τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς Βουλάς, εἰς τὸ νὰ ψηφίζουν νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ οὐσιαστικὴ ἀμνηστία, ἔστω καὶ ἂν προέβλεπον περὶ παραγραφῆς ἢ ἀποσυμφορήσεως ἢ ἔφερον τὴν Α ἢ τὴν Β ἐπικεφαλίδα· πάντως ἦσαν ἀμνηστία. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ θέμα ἠμπορεῖ νὰ προκαλέσῃ πολλὰς συζητήσεις καὶ διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἄνευ συζητήσεως νὰ ἐπιδιώξωμεν εἰσαγωγὴν διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἀμνηστία ἐπὶ κοινῶν ἀδικημάτων οὐδὲ διὰ νόμου δύναται νὰ χορηγηθῇ. Συνεπῶς προτείνω ὅπως τὸ ἄρθρον 85 παραπεμφθῇ εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Περαιτέρω, νομίζω ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον 46 θὰ ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι δὲν χρήζει ἀναθεωρήσεως τὸ ἄρθρον 65, τὸ ὁποῖον καθορίζει, ὅτι «ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ..... ............. (ἀναγινώσκει)............». Τὸ νὰ προσθέσωμεν ἓν ἄρθρον μὲ τέσσαρας παραγράφους καὶ μίαν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἰς τὸ παρελθὸν προεκάλεσαν οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην συζήτησιν, νομίζω ὅτι εἶναι ἄσκοπον. Περαιτέρω θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 45, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία σκοπιμότης νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ καλῶς ἔχον ἄρθρον 74. Διατί πρέπει νὰ καθορίσωμεν εἰδικὴν ἀπαρτίαν καὶ εἰδικὴν πλειοψηφίαν διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου καὶ τῶν Ἀντιπροέδρων τῆς Βουλῆς; Ἐπὶ μίαν ἑκατονταετίαν τὸ ἄρθρον 74 τοῦ Συντάγματος ἐφηρμόσθη καὶ δὲν νομίζω ὅτι προεκάλεσε ζητήματα. Περαιτέρω, θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ Σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι δι’ ἐμὲ ἀπολύτως ἀπαράδεκτον. Πρῶτον, ἔχει μίαν ἀπαράδεκτον ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν, ὅτι τὸ προβάδισμα ἔναντι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Τὸ προβάδισμα ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀναμφισβητήτως ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ σπεύσωμεν νὰ καθιερώσωμεν δι’ ἑρμηνευτικῆς δηλώσεως ἐν τῷ Συντάγματι τὸ προβάδισμα καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ἐγκρίνῃ ἄνευ συζητήσεως. Ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Ἡ ψήφισις παρομοίας διατάξεως δὲν θὰ εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἐκδήλωσις ἑνὸς πνεύματος βουλευτοκρατίας ἀφορήτου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀνεκτὸν καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν ὁποίαν ζῶμεν. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι εἶναι τελείως ἀπαράδεκτον ὄχι μόνον διότι, κατὰ θεωρίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελῇ ἀντικείμενον συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς τάξεως, νὰ ὑπάρχῃ συνταγματικὴ διάταξις — καὶ νὰ σπεύδωμεν σήμερον μάλιστα διὰ Ψηφίσματος νὰ τὴν καθιερώσωμεν — ὅτι οἱ βουλευταὶ ἀπολαμβάνουν ἀτελείας τηλεφωνικῆς διὰ τὰ τηλεφωνήματά των. Αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτον. Εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον, ἐὰν κρίνετε προσῆκον, πρέπει νὰ ρυθμισθῇ διὰ νόμου. Ἀλλὰ τὸ νὰ σπεύδωμεν νὰ καθιερώσωμεν διὰ διατάξεως ηὐξημένης τυπικῆς δυνάμεως τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν βουλευτῶν ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν τελῶν διὰ τὰς ἀστικὰς συνδιαλέξεις των, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν συνάδει.... καὶ νὰ συζητῆται κἂν... μὲ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς. Συνεπῶς, νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ ἄρθρον 51 καί, τοὐλάχιστον, πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Αὗται εἶναι, κύριοι βουλευταί, αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχα νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Θὰ ἀπέμενε μία παρατήρησις ἐπὶ τοῦ εἰς τὸ ἄρθρον 3 περιλαμβανομένου ἄρθρου 76 (§ 2) τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ θέμα συνάπτεται πρὸς τὰς διατάξεις, τὰς περιλαμβανομένας εἰς τὸ ἄρθρον 4 γενικῶς περὶ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἐπιφυλάσσομαι, μεθ’ ὅσα εἶπον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, νὰ ἀναπτύξω τὰς σχετικὰς ἀπόψεις μου κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 4.
§5Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ (Ὑπ. Ἀεροπορ.). Κύριοι βουλευταί, ὑπεβλήθη μία τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχω καταθέσει «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Ν. Δ. 119 κλπ.». Βεβαίως, ἀναμφισβήτητον εἶναι τὸ δικαίωμα ἑκάστου βουλευτοῦ νὰ συμφωνῇ ἢ διαφωνῇ πρὸς ἕνα νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατετέθη, καὶ νὰ διατυπώνῃ τὰς τροπολογίας του. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι φράσεις ὡς ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἀναγνώσω — καὶ αἱ ὁποῖαι περιέχονται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς κατατεθείσης τροπολογίας — δὲν ἐπιτρέπονται καὶ δὲν εὑρίσκονται εἰς συμφωνίαν μὲ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Εἰς ἓν σημεῖον π. χ., κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἀεροπορίας ὅτι «πράττει τοῦτο διὰ νὰ ἐξαπατήσῃ τὴν Βουλήν». Παρακάτω «ἵνα δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς τοὺς φίλους του». Περαιτέρω: «Εἶναι φανερὰ ἡ κακόπιστος προσπάθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ», ἢ «ἡ προσπάθειά του νὰ μονιμοποιήσῃ φίλους του κλπ. εἶναι σκανδαλώδης καὶ ἀνήκουστος». Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι παρόμοιαι φράσεις. Τὴν τροπολογίαν ὑπογράφουν οἱ ἑξῆς κ. κ. συνάδελφοι: Κουλουμβάκης, Θεοχαρίδης, Παπαδημητρίου, Θανόπουλος, Ἀθανασίου, Μαλινδρέτος, Κονίτσας, Πολυζωγόπουλος, Βρεττᾶκος, Πιπιλιάγκας, Πάζης, Ν. Βαρβιτσιώτης, Ἰωάννου, Βολουδάκης, Γύπαρης, Σαρρῆς, Καρζῆς, Κακαρᾶς, Κοθρῆς, Σταθόπουλος, Ν. Ζέρβας κ. ἄ. Ἐλπίζω, κ. συνάδελφοι, ὅτι τοιαύτην γνώμην περὶ ἐμοῦ δὲν ἔχουν οἱ ὑπογράψαντες τὴν τροπολογίαν καί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, θὰ παρεκάλουν νὰ τὸ δηλώσουν.
§6Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπεγράψαμεν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον τῆς προτάσεως καὶ οὐχὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Διότι, ἐὰν εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν τοιαύτην αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, οὔτε τὴν πρότασιν θὰ ὑπεγράφομεν.
§7Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν ὑπογραψάντων, ἐκφράζω τὴν λύπην μου διότι ἐξηπατήθην καὶ ὑπέγραψα μίαν τοιαύτην πρότασιν, δηλῶ δὲ ὅτι ἀνακαλῶ.
§8Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δυὸ λέξεις, κύριε Πρόεδρε. Ἐφ’ ὅσον ἐπετράπη εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἀεροπορίας ἡ παρεμβολή του εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, θὰ παρεκάλουν νὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ τοῦ ἀπευθύνω δύο λέξεις. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ συνίστων, ἐπειδὴ εὑρίσκεται πρὸ ἡμῶν καὶ ἡ ἐπερώτησις διὰ τὸ θέμα τῆς ἀεροπορίας καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, θὰ συνίστων νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ ἔλθῃ κατόπιν τὸ νομοσχέδιον εἰς τρόπον, ὥστε ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ γίνῃ ὑπὸ τὸ βάρος ἀνεξακριβώτων αἰτιάσεων. Ἀπὸ ἀπόψεως τακτικῆς, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο τὸ πρέπον καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ σύστασις, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω.
§9Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. (Ὑπ. Ἀεροπορίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μου νὰ ἀπαντήσω.
§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐκτὸς Κανονισμοῦ ἡ συζήτησις αὐτή.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Δημάκη.
§12Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εὑρίσκω δικαίαν τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἀγανάκτησιν μετέφερεν προχθὲς καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ τῶν μακρηγοριῶν, δὲν θὰ φθάσωμεν ποτὲ εἰς ἀποτέλεσμα καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοῦτο ἔχει προκαλέσει, κύριοι, ἀποκαρδίωσιν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην καὶ ἀγανάκτησιν, τὸ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπὶ 4 συναπτὰ ἔτη, δὲν κατώρθωσε οὔτε Σύνταγμα νὰ δώσῃ. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου, κύριοι βουλευταί, μέχρι τοῦ σημείου νὰ δώσωμεν ἕνα Σύνταγμα εἰς τὴν χώραν ἀσυζητητί, νομίζω, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι μεγάλη.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος πταίει;
§14Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Πάντως ὄχι ἐγώ, ὅστις εἶμαι βουλευτὴς ἑπτὰ μηνῶν. Νομίζω ὅμως ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ συντελέσωμεν οὕτως ὥστε τὸ Σύνταγμα αὐτὸ νὰ τὸ δώσωμεν καὶ πολὺ ταχέως μάλιστα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἔκανα τὴν πρότασιν προχθὲς καὶ τὴν ὑποβάλλω καὶ σήμερον, νὰ περιορισθῶσιν αἱ ἀγορεύσεις ἁπάντων ἡμῶν, νὰ μὴ φθάνωμεν εἰς ἀπεραντολογίας, οὕτως ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 11, τὸ ὁποῖον λέγει: «Τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν..................... .......... (ἀναγινώσκει)................». Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ἔχει, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατάχρησις αὐτοῦ, διότι οἱοσδήποτε ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐκδικηθῇ οἱονδήποτε, ὑποβάλλει σχετικὴν καταγγελίαν εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἀρχὴ νὰ διατάξῃ νὰ παραβιασθῇ τὸ ἀπόρρητον. Πρέπει νὰ τεθῇ προσθήκη διὰ τῆς ὁποίας θὰ λέγωμεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει μήνυσις καὶ λόγος οὐσιώδης, τότε τὸ Συμβούλιον θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παραβιάζῃ τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 85. Πολὺ εὐλόγως ὁ συνάδελφος εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Τὸ ἄρθρον 85 ὁμιλεῖ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως νὰ χαρίζῃ............ (ἀναγινώσκει)....... Κύριοι, ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀμνηστίας καὶ χάριτος εἶναι γνωστή. Χάρις ἀπονέμεται κατὰ τὴν νομικὴν ἔννοιαν, λόγῳ τῆς διαγωγῆς τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύει ὁ κατάδικος, καὶ λόγῳ τῆς βεβαιώσεως τῶν ὑπευθύνων. Χαρίζεται μέρος τῆς ποινῆς, ἀλλὰ αἱ συνέπειαι παραμένουν. Ἀναγνωρίζεται δηλ. ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσε καὶ ἡ ποινὴ ἡ καταγνωσθεῖσα ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου. Ἡ ἀμνηστία ἔχει ἄλλον σκοπόν. Ἀμνηστία, κύριοι, εἶναι ἡ ἀποκατάστασις μιᾶς γενομένης ἀδικίας εἰς ἕνα πρόσωπον, ἢ εἰς πρόσωπα. Διὰ τῆς ἀμνηστίας αἴρονται αἱ συνέπειαι, καὶ τὸ ἀξιόποινον αἴρεται ἐντελῶς διὰ τῆς ἀμνηστίας, ἐνῷ διὰ τῆς χάριτος εἶναι τὸ ἀντίθετον.
§15Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡ ἀμνηστία αἴρει τὸ ἄδικον τοῦ χαρακτῆρος τῆς πράξεως.
§16Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Συμφωνοῦμεν εἰς αὐτό. Εὐλόγως εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀμνηστίας πρέπει νὰ συζητηθῇ, διότι διὰ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἄρθρου 85, ὑποστηρίζεται ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἀμνηστία ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων διὰ νόμου, παρὰ μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Πρέπει νὰ θεσπίσωμεν τὴν διάταξιν ὅτι διὰ νόμου ἡ ἀμνηστία πρέπει νὰ ἀπονέμεται, ὄχι μόνον ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ συνθέτων ἀδικημάτων. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, φθάνουμε εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀμνηστεύουμε τοὺς μεγάλους ἐγκληματίας καὶ τοὺς μεγάλους δολοφόνους, θὰ ἦτο ἄδικον καὶ τελείως παρακεκινδυνευμένον νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ δώσωμεν ἀμνηστίαν εἰς κοινὰ ἐγκλήματα, ὅταν ἀκόμη ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζῃ ὅτι ἐπλανήθη. Πρέπει λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν αὐτήν, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων πρέπει ἡ ἀμνηστία νὰ χορηγῆται διὰ νόμου.
§17Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ χορηγῆται ἀμνηστία ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων;
§18Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Μάλιστα. Διατί ὄχι, ὅταν ἡ Πολιτεία ἀναγνωρίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ἀποκαταστήσῃ μίαν ἀδικίαν ἡ ὁποία ἐγένετο; Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο χρῄζει μεγάλης μελέτης καὶ ὅτι πρέπει νὰ δώσωμεν μεγάλην προσοχὴν εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Κύριοι βουλευταί, ὅταν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τῆς 19ης Ἰανουαρίου 1946, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὰ τῆς συγκλήσεως τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ τὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν, τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἔλεγε: «Ἡ ἐκ τῆς ἐκλογῆς ................. (ἀναγινώσκει) .............». Καὶ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὁρίζει τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ἡμῶν εἰς ποῖον σημεῖον θὰ προβῇ εἰς τὴν τυχὸν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Καὶ ὁρίζει ρητῶς καὶ λέγει ὅτι «ἔχει καὶ τὴν ἐξουσίαν», δηλαδή, δυνητικὸν εἶναι τὸ δικαίωμά της, ἐὰν θέλῃ, νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν ὡρισμένων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πλὴν τῶν καθοριζουσῶν τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, κύριοι βουλευταί, ὅπως βλέπω, μέσα συμπεριλαμβάνεται νέον Σύνταγμα, παρὰ τὸ διάταγμα τοῦτο. Ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον αὐτό, ἀσχολεῖται ἐπὶ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος ἔχει καθορίσει τὸ Σύνταγμα.
§19Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Δὲν τὴν ἀναθεωρεῖ.
§20Α. ΔΗΜΑΚΗΣ. Ὁμιλεῖ περὶ τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἐν συνεχείᾳ καταργεῖ ὡρισμένα ἄρθρα. Καταργεῖ τὸ ἄρθρον 44. Ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ ἄρθρον 39 περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν. Τὸ ἄρθρον λέγει: «.......... (ἀναγινώσκει) ..............». Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται ἐπὶ ἀναλογικῆς, πρέπει νὰ γίνεται καὶ προκειμένου περὶ ἐκλογῶν μὲ τὸ πλειοψηφικὸν σύστημα. Νὰ ἔρχεται δηλαδὴ ὁ πρῶτος ἐπιλαχὼν καὶ νὰ καταλαμβάνῃ τὴν κενωθεῖσαν ἕδραν ἐν περιπτώσει παραιτήσεως ἢ θανάτου βουλευτοῦ τινός, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ρίπτεται ὁ λαὸς κατὰ διαστήματα εἰς ἐκλογικὸν σάλον. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 51, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα συνάδελφον ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνευτικὴν ἄποψίν του, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ προβάδισμα ἔναντι τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 98 τοῦ Συντάγματος καλῶς ἔχει καὶ κακῶς ἀντικατεστάθη ἀπὸ τὸ ἄρθρον 68. Αὐτὰ εἶχα νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομίζω ὅτι τὰ δύο νέα ζητήματα, τὸ τῆς ἀμνηστίας καὶ τοῦ ἄρθρου 39, ὅτι πρέπει νὰ τὰ προσέξωμεν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§22Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον ἵνα ζητήσω τὴν ἐξαίρεσιν 4 ἄρθρων ἐκ τῶν προτεινομένων εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Ψηφίσματος καὶ τοῦτο διότι νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ τύχουν συζητήσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ταῦτα εἶναι τὸ ἄρθρον 20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 11, τὸ ἀφορῶν τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, διότι διὰ τῆς γενομένης συζητήσεως, ἐπιτρέπεται τὸ ἀπαραβίαστον τῶν ἐπιστολῶν, βάσει δικαστικῆς ἀποφάσεως, ὑφ’ οὓς ὅρους θέλει ὁρίσει ὁ νόμος. Ἐπειδὴ δὲν ξεύρομεν ποίους ὅρους θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος, νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπ’ αὐτοῦ. Δεύτερον εἶναι τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος τοῦ 11, τὰ ἄρθρα δηλ. 69 καὶ 70 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ τρίτη διάταξις ἡ ὁποία κρίνω σκόπιμον νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διαγραφομένην ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ψηφίσματος, εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἡ ἀφορῶσα τὴν χορήγησιν μισθῶν καὶ συντάξεων βάσει νόμου. Εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς παρέμεινεν ὡς ἦτο ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, εἰς τὸ δεύτερον ὅμως μέρος συνεπληρώθη καὶ οἱ περιορισμοὶ τοῦ ἄρθρου 61 ἐπεκτείνονται καὶ ἐπὶ τῶν ὀργάνων τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ ἄλλων νομικῶν προσώπων τοῦ Δημοσίου Δικαίου. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ὑπερβαίνει τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἴσως ἤθελε ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ καταντήσῃ εἰς μίαν κατάργησιν τῆς αὐτοτελείας τῶν ὀργανισμῶν τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, οἱ ὁποῖοι νὰ γίνουν ἕρμαια τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ἡ τελευταία διάταξις εἰς τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὡς αὕτη ἀντικατεστάθη ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 24, περὶ καταστάσεως πολιορκίας. Διὰ τῆς γενομένης τροποποιήσεως ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ κήρυξις καταστάσεως πολιορκίας καὶ συνεπῶς ἡ ἄρσις ὡρισμένων συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ὄχι μόνον εἰς τὴν παλαιὰν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 91, ἀλλὰ καὶ εἰς περίπτωσιν σοβαρᾶς διαταραχῆς τῆς χώρας καὶ εἰς ἐσωτερικοὺς κινδύνους. «........... (ἀναγινώσκει)...............». Ὁ ὅρος αὐτὸς εἶναι πολὺ ἀόριστος καὶ ἡ κρίσις περὶ τοῦ πότε ὑφίστανται τοιοῦτοι κίνδυνοι, εἶναι ἐπίσης κάτι τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς αὐθαίρετον κρίσιν. Δὲν νομίζω, ὅτι τοιαύτης σπουδαιότητος τροποποίησις, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἐπιτροχάδην διὰ τῆς μεθόδου τοῦ Ψηφίσματος αὐτοῦ. Νομίζω σκόπιμον νὰ παραπεμφθῇ ἡ διάταξις αὐτὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰς τρόπον ὥστε, ἐν ὄψει τῆς σημασίας της νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα. Αὐτὰ εἶναι τὰ 4 ἄρθρα, τῶν ὁποίων προτείνω τὴν διαγραφὴν καὶ αὐτοὶ ἦσαν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐζήτησα τὸν λόγον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§24Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ὑπάρχουν, κύριοι συνάδελφοι, ὡρισμέναι διατάξεις εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Ψηφίσματος, διὰ τὰς ὁποίας ἔχω ἐνδοιασμούς. Διὰ τὰς περισσοτέρας ἐξ αὐτῶν νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην μου διὰ τῆς θετικῆς ἢ τῆς ἀρνητικῆς ψήφου μου. Διὰ τρεῖς μόνον διατάξεις θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ πρώτη ἐκ τῶν διατάξεων τούτων, ἀφορᾷ τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν. Ὀρθήν, νομίζω, τὴν χρησιμοποίησιν καὶ τῶν ἐπιστολῶν, ὡς ἀποδεικτικοῦ μέσου διὰ τὴν ἀπόδειξιν ἐγκλημάτων. Φοβοῦμαι, ὅμως τὴν κατάχρησιν, φοβοῦμαι δηλαδὴ μήπως ἡ ἐφαρμογὴ δὲν περιορισθῇ εἰς τὴν διαλεύκανσιν ἐγκλημάτων τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἀλλὰ φθάσωμεν, διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς, διὰ βεβιασμένων ὑπό τινων μηνύσεων, εἰς τὴν παραβίασιν τοῦ ἀπορρήτου τῆς πολιτικῆς ἀλληλογραφίας. Κατὰ συνέπειαν, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, διὰ νὰ εὑρεθῇ διατύπωσις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐξαιρῆται ἡ ἐφαρμογὴ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων. Ἡ δευτέρα περίπτωσις εἶναι τοῦ ἄρθρου 24, δηλαδὴ τῆς ἀμύνης τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ἐλευθερίας, ἐναντίον τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον διατρέχει ὑπὸ τὴν ἐπιβουλὴν τῶν ὁλοκληρωτικῶν ἰδεολογιῶν. Ἡ διάταξις αὐτή, κατὰ βάσιν, εἶναι ἀναγκαία. Ἔχω, ὅμως, ἀντιρρήσεις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν, διότι ἡ ἁπλῆ διαταραχὴ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀκόμη περισσότερον ἢ ἁπλῆ ἀπειλή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσουν ἀναστολὴν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διότι ἐὰν μὲ τόσην γενικότητα καὶ ἀσάφειαν καὶ οὐχὶ δι’ ἀπολύτως σοβαρὰν αἰτίαν, δύνανται νὰ ἀναστέλλωνται αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ δὴ ἡ περὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν, ὑπάρχει κίνδυνος ἀλλοιώσεως καὶ αὐτῆς τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος. Πιστεύω ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ συζητηθῇ. Ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον ὀρθὴν τὴν διατύπωσιν ἐὰν ἀφεώρα τὴν διασάλευσιν καὶ οὐχὶ τὴν ἁπλῆν διαταραχὴν καθὼς καὶ τὸν προφανῆ κίνδυνον διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ οὐχὶ τὴν ἁπλῆν ἀπειλήν. Τέλος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 46 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ πῶς ἡ Βουλή, διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, καθορίζει τὰ τῶν ἐργασιῶν της, εἴτε ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 46 τοῦ σχεδίου, εἴτε τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ δι’ οὐσιαστικωτάτης διατάξεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ λάβῃ θέσιν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὸν Κανονισμόν. Διὰ διατάξεως ἐξασφαλιζούσης τὸν περιορισμὸν τῆς πολυλογίας —καθοριζομένου ἀνωτάτου ὁρίου ἀγορεύσεων— διότι ἂν δὲν ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, φοβοῦμαι ὅτι τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα θὰ βαίνῃ συνεχῶς φθῖνον, θὰ ἐκτίθεται ἀπέναντι τοῦ λαοῦ, θὰ διαψεύδῃ πάντοτε τὰς προσδοκίας, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ λύσῃ ζητήματα διὰ τῆς δημιουργικῆς ἐργασίας της.
§25Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς εἴπατε; «Δημιουργικῆς ἐργασίας»; Δηλαδὴ ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν κάνομεν τώρα;
§26Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριε συνάδελφε, ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ σημερινοῦ ρυθμοῦ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ταῦτα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ψηφίσματος. Καὶ ἤδη ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι εἶναι κατ’ ἐξοχὴν μάταιον ἔργον τὸ νὰ συζητῶμεν χωρὶς νὰ καταλήγωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἀκολούθους ὀλίγας λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἐκφράζουν τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς κἄποιον ἀποτέλεσμα. Πράγματι, παρατηρεῖται κἄποια ἀπροθυμία, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ εὐθύνη δὲν βαρύνει, κατὰ κύριον λόγον, τὴν Βουλήν. Ὑπάρχουν ὡρισμένα βασικώτερα μειονεκτήματα εἰς τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας. Δὲν εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, προσδιωρισμένος ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐργασθῇ ἡ παροῦσα Σύνοδος, ἀφοῦ ἐκάναμεν τὸ λάθος νὰ δεχθῶμεν ὅτι Σῶμα Συντακτικὸν διέπεται ὑπὸ τῶν περὶ Συνόδων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὅταν, λοιπόν, ὑπάρχῃ ἀμφιβολία μεταξὺ τῶν κ. κ. συναδέλφων περὶ τοῦ πόσον χρόνον θὰ ἐργασθῶμεν, δὲν εἶναι φανερὸν ὅτι ἐργαζόμεθα ἄνευ προγράμματος καὶ ματαιοπονοῦμεν καὶ εἶναι λογικὸν νὰ πιστεύωμεν ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπαραίτητος ἐκείνη προθυμία, διὰ νὰ ἐπιτελέσωμεν τόσον ὄγκον ἐργασίας; Πιστεύω, λοιπόν, ὅτι προϋπόθεσις νὰ ἀποδώσῃ ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παροῦσαν της Σύνοδον, εἶναι πρῶτον νὰ καθορισθῇ ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ λειτουργήσῃ ἡ Βουλή, διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ πάντοτε ἡ ἰδέα ὅτι ἐργαζόμεθα ματαίως, διότι αἰφνιδιαστικῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον Διατάγματος λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου. Δεύτερον, νὰ καταρτισθῇ ἓν πρόγραμμα ἐργασιῶν διὰ τὸν χρόνον αὐτόν, τὸ δὲ πρόγραμμα νὰ εἶναι πρόγραμμα μετριόφρον, νὰ μὴ περιέχῃ ἀκατόρθωτα πράγματα. Μετὰ ταῦτα, ἔρχεται, ὡς τρίτον, μία ἔκκλησις πρὸς ὅλους τοὺς κ. κ. συναδέλφους, διὰ νὰ βοηθήσουν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τούτου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς παρουσίας των, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τοῦ περιωρισμένου χρόνου τοῦ λόγου. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, δὲν προσδιορισθῇ ὁ χρόνος τῶν ἐργασιῶν, ἐὰν δὲν γίνῃ τὸ πρόγραμμα τοῦτο κατόπιν συνεννοήσεως τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἡ συνέχισις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἰς οὐδὲν θὰ καταλήξῃ ἀποτέλεσμα, παρὰ μόνον εἰς τὴν φθορὰν ἡμῶν ὡς Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος ἔχει τὸν λόγον.
§28Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐν ἄκρᾳ συντομίᾳ νὰ διατυπώσω ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, κ. βουλευταί, τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος. Ἐν πρώτοις, διὰ τοῦ ἄρθρου 3, μᾶς προτείνεται νὰ δεχθῶμεν 24 ἐν ὅλῳ ἄρθρα τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως ἅτινα δὲν ἀπέχουσι μὲν οὐσιωδῶς τῆς διατυπώσεως καὶ τοῦ περιεχομένου τῶν ἀντιστοίχων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 οὐχ’ ἧττον ὅμως τινὰ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι διαφοράς, αἵτινες πρέπει νὰ συζητηθοῦν. Οὕτω, πρῶτον: Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 11 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, παρεισάγει ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι, ὁμολογουμένως, θὰ ἔπρεπε νὰ τύχουν εὐρείας συζητήσεως. Ἐγώ, πάντως, ἐμμένω εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ συνεπῶς θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῇ αὐτὸ τῆς ὁμαδικῆς ἐγκρίσεως. Ἐν συνεχείᾳ, ὡς πρὸς τὰ ἄρθρα 34 καὶ 46 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ μισθοῦ, τῆς χορηγίας καὶ τῆς ἀμοιβῆς, ἡ ὁποία δὲν ἀναγράφεται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν κ.λ.π., νομίζω ὅτι καλῶς ἔχουν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καὶ ἐμμένω εἰς τὴν διατύπωσιν καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν ἄρθρων 61 καὶ 65 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ἐξεπλήρωσαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐθεσπίσθησαν καὶ οὐδεὶς λόγος συντρέχει νὰ ἀνακινήσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1949, θέματα ὡς τὰ ἀφορῶντα τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως εἶναι θέματα Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅστις εἶναι κοινὸς νόμος καὶ δὲν εἶναι οὔτε ἠμπορεῖ νὰ εἶναι θέματα ἀκάμπτου Συνταγματικῆς Διατάξεως. Ἐν συνεχείᾳ, ὡς πρὸς τὰ ἄρθρα 39 καὶ 45 καὶ τὴν Ἑρμηνευτικὴν Δήλωσιν τοῦ ἄρθρου 51 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, αὐτὰ χωλαίνουν ὡς πρὸς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχουν, ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς Ἐπιτροπῆς διατυπωθῆ, ἐμμένω δὲ εἰς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ζητῶ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτῶν ἐκ τῆς ὁμαδικῆς ψηφίσεως, καὶ τοῦτο διότι ἡ παρεμβολὴ μιᾶς εἰδικῆς φράσεως εἰς τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Συντάγματος καὶ 39 σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, σχετικῶς μὲ τὴν πλήρωσιν τῶν κενουμένων βουλευτικῶν ἑδρῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βουλευτικῆς περιόδου, νομίζω ὅτι δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀρτίωσιν τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν λειτουργίαν τοῦ παρ’ ἡμῖν ὑγιοῦς κοινοβουλευτικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου, δυναμένη, ἀντιθέτως, νὰ συντελῇ εἰς σάλον καὶ πολιτικὴν ἀρρυθμίαν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκλέγεται ὁ Πρόεδρος καὶ οἱ Ἀντιπρόεδροι τῆς Βουλῆς, περὶ οὗτινος τὸ ἄρθρον 45 τοῦ σχεδίου ἔναντι τοῦ 74 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, νομίζω ὅτι δὲν συντρέχει λόγος νὰ περιλάβωμεν εἰδικὴν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα ἀφοῦ εἶναι καθαρῶς θέμα Κανονισμοῦ ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς των. Τέλος, ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνευτικὴν δήλωσιν τοῦ ἄρθρου 51 τὴν ἀφορῶσαν τὸ προβάδισμα τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἐθνικὸν κῦρος τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἶναι ἀναμφισβητήτως μεγαλύτερον ἀπὸ τὸ κῦρος τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ Σώματος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν ἀνεξάρτητον πλήν, συνηθέστατα, εἶναι pars indivisus τοῦ νομοθετικοῦ, ἀλλ’ ὅμως δὲν δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι εὑρίσκεται ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις δύναται νὰ μὴ εἶναι κἂν μέλος τῆς Βουλῆς, εἰς ἠθικὸν ὕψος μεῖζον ἐκείνου εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐθνικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Οὐχ’ ἧττον εἶναι ἐπίσης σοβαρῶς συζητήσιμον κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν θέσωμεν εἰς ἥσσονα μοῖραν ἀπὸ ἀπόψεως προβαδίσματος ἔναντι τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Πάντως, τὸ θέμα χρῄζει συζητήσεως διὰ νὰ πεισθῇ τις ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἀπόψεως. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι θὰ ἀπετέλει Βυζαντινισμὸν διὰ τὴν ἐποχήν μας νὰ συζητῶμεν αὐτὰ τὰ θέματα καὶ νὰ θέλωμεν νὰ τὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα, καθ’ ἣν ὥραν διεξάγομεν πόλεμον, καὶ νὰ μακρηγοροῦμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ προβαδίσματος τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ δὲν προσήκει τώρα νὰ μᾶς ἀπασχολῇ, προτείνω νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Ἔχω ζωηράς, ἐπίσης, ἀμφιβολίας ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα τῆς μεταβολῆς τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου 91 ἐδάφιον Β, Γ, Δ, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τούτου ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ σχεδίου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς καλύπτει τὰς ἀνάγκας ἐκείνας τὰς ὁποίας θέλει νὰ καλύψῃ ἡ διατύπωσις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Ζωηρὰς ἐπιφυλάξεις θὰ εἶχον ἀκόμη ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς 92, 96 καὶ 97. Δὲν γνωρίζω ἐὰν πάντοτε ἡ χώρα μας θὰ ἔχῃ τὴν ἰδίαν θείαν εὐλογίαν νὰ ἔχῃ ὡς Βασίλισσαν προσωπικότητα ὁμοίαν Ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει ταύτην τὴν στιγμὴν (Χειροκροτήματα). Οὐχ’ ἧττον, ὅμως, δὲν δυνάμεθα ἐκ τῆς ἐξαιρέτου καὶ ἐξόχου προσωπικότητος μιᾶς ἱστορικῆς περιπτώσεως, ὡς ἡ σημερινή, νὰ θεσμοδοτήσωμεν διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ μᾶς φέρουν εἰς δυσχερῆ θέσιν μίαν ἄλλην ὥραν καὶ ὑπὸ ἄλλας συνθήκας καὶ ὑπὸ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὔχομαι ποτὲ νὰ μὴ εἶναι κατώτερα τῆς ἐξόχου σημερινῆς προσωπικότητος τῆς Βασιλίσσης μας. Ὡς θεσμός, ὅμως, τὰ ὅσα προτείνονται εἰς τὰ ὡς ἄνω ἐδάφια, διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ὁ τράχηλος τοῦ λαοῦ εἶναι σκληρὸς εἰς τὰ πολιτειακὰ θέματα, φρονῶ ὅτι εἶναι ἐσφαλμένα. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἔχῃ λόγους πολλοὺς καὶ ποικίλους ἡ Βουλὴ διὰ νὰ δεχθῇ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς διατυπώσεως τοῦ Ψηφίσματος. Ζητῶ μόνον ἵνα ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ περισσοτέρας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νὰ σταθμίσῃ καλῶς τὸ ἐὰν χρειάζεται νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν μορφὴν τοῦ Ψηφίσματος ὡς εὑρίσκεται πρὸ ἡμῶν, ἢ ἐὰν ἀξίζῃ νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον μᾶς προφυλάττει ἀπὸ δυσμενεῖς ἐξελίξεις ἃς ὀφείλομεν νὰ προβλέπωμεν, ὅσοι θετικῶς πολιτευόμεθα. Ὑποθέτω ὅτι γίνομαι ἀρκετὰ ἀντιληπτὸς ἀπὸ τοὺς γνωρίζοντας τὸ θέμα καὶ ὅτι ὁ κατὰ πάντα ἔντιμος καὶ παρακολουθῶν τὰς συζητήσεις μετ’ ἐξαιρέτου ἀποδοτικότητος περινούστατος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τίποτε περισσότερον δὲν ἔχω νὰ προσθέσω.
§29Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. συνάδελφος, συνεζητήθη ἐκτενέστατα εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Βασίλισσά μας κατέκτησε τὰς καρδίας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αἱ ἱκανότητές της ὑπερέβησαν πᾶσαν προσδοκίαν. Δεδομένης τῆς ἡλικίας της, εἶναι δυνατὸν διὰ Συνταγματικῆς Διατάξεως νὰ καθορισθῇ ὡς Ἀντιβασίλισσα, διότι εἶναι νεωτάτη καί, ἑπομένως, ἡ προοπτικὴ εἶναι μεγίστη. Ὁ χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀναθεωρεῖται τὸ Σύνταγμα, ἐπιτρέπει ὥστε νὰ ἔχωμεν τὸν καιρὸν ἐνδεχομένης ἀναθεωρήσεως. Ὥστε, τιμῆς ἕνεκεν πρὸς τὴν Βασίλισσάν μας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραμείνῃ ἡ διάταξις ὡς τὴν ἐδέχθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή.
§30Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Κύριε Οἰκονομίδη, ὀλίγοι εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀντιληφθῶσι ἐκ τοῦ πλησίον ὁποία θεία εὐλογία ἐπεφυλάχθη εἰς τὴν πατρίδα μας διὰ τῆς ἀνόδου τῆς Βασιλίσσης Φρειδερίκης εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Θρόνον. Καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως, ὡς πολιτικὸς ἐκπρόσωπος τοῦ λαοῦ τοῦ Πειραιῶς, ἔχω πολλοὺς λόγους ἰδιαιτέρας εὐγνωμοσύνης πρὸς τὴν ἀπαράμιλλον Βασίλισσάν μας. Ἀλλὰ ἄλλο εἶναι τὸ θέμα τοῦ προσώπου εἰς τὸ ὁποῖον μόνον τυφλὴ ἐμπιστοσύνη δικαιολογεῖται καὶ ἄλλο τὸ θέμα τῶν αὐριανῶν πιθανοτήτων, ἃς ὀφείλω ὡς πολιτικὸς νὰ προβλέψω μὲ τὴν πεῖραν τῆς ζωῆς καὶ τῶν ἀνθρωπίνων θεσμῶν. Εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν εἶναι πολλοὶ οἱ ὁποῖοι μὲ ἀντιλαμβάνονται τὶ ἐννοῶ. Καὶ ἐπίσης πολλοὶ οἱ κατανοοῦντες καὶ τὴν ἐγκράτειαν τῆς γλώσσης μου καὶ ὅτι δὲν πρέπει, οὔτε εἶναι κατάλληλος ὥρα, νὰ ἐπεκταθῶ. Διετύπωσα τὰς ἀπόψεις μου. Καὶ ἂν ἡ προσωπικότης τῆς Βασιλίσσης μας ἐπηρεάζῃ τὰς σκέψεις μας, τότε καὶ ἐγὼ θὰ ζητήσω νὰ μοῦ συγχωρηθῇ διότι κἄποτε πρὸ τῆς προσωπικότητος τῆς Βασιλίσσης Φρειδερίκης ἐδέησε νὰ καμφθῶ καὶ τοῦτο ἴσως μὲ βαθεῖαν ἐνδόμυχον —λόγῳ τῆς Βασιλίσσης— ψυχικῶς ἀναζητουμένην ἱκανοποίησιν!... (Χειροκροτήματα).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§32Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς διεξαγομένης συζητήσεως περὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ τὸ συμβαῖνον δὲν εἶναι συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ἀποχωρῶ.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§34Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω διὰ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα θίγονται καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων καλούμεθα σήμερον νὰ συζητήσωμεν διὰ νὰ νομοθετήσωμεν. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, διότι ἡ ἐπιψήφισίς των θὰ γίνῃ καὶ ἡ συζήτησις γίνεται συλλήβδην καὶ ἀθρόως. Συνεπῶς, ὅ,τι καὶ ἂν λεχθῇ, ὅσα καὶ ἂν ἀναπτύξωμεν ὑπὲρ ἢ κατὰ ὡρισμένης διατάξεως τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλά, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀσκήσωμεν οὐδεμίαν ἐπίδρασιν καὶ δὲν δύνανται νὰ τελεσφορήσουν εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν γνωμῶν ἢ τῶν ἀπόψεων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καίτοι γνωρίζουν τοῦτο, ὅμως δὲν καταδέχονται νὰ παραστοῦν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Τούτου δεδομένου, θεωρῶ περιττὴν πᾶσαν ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν θιγομένων διὰ τοῦ ἄρθρου 3 συζήτησιν καίτοι ἔχω ὑποβάλει ὡρισμένην, ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τροπολογίαν διὰ τῆς ἀπὸ 25 Μαΐου 1948 προτάσεώς μου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ὅταν θὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλκάνης ἔχει τὸν λόγον.
§36Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Κύριοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἤκουον πρὸ ὀλίγου τὴν ἀντίρρησιν τοῦ κ. Σφαέλλου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄρθρα 93 κυρίως καὶ 96 τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, τὰ ἄρθρα αὐτὰ νομίζω ὅτι θὰ ἐπιψηφισθοῦν καὶ πρέπει νὰ ἐπιψηφισθοῦν ὁμοθύμως παρ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀκριβῶς τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα, εἰς τὸ αἴσθημα ὅλων γενικῶς τῶν Ἑλλήνων. Ὅπως ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου καὶ ὅπως συνεζητήθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ Βασίλισσα τῆς Ἑλλάδος εἶναι πεπροικισμένη μὲ τοιαῦτα χαρίσματα, εἶναι πεπροικισμένη μὲ τοιαύτην ἀντίληψιν καὶ ἔχει βαθέως ἐρριζωμένα τὰ ἐθνικὰ φρονήματα, ἡ δὲ στοργή της καὶ ἡ δρᾶσις της κατέστησαν τὴν Βασίλισσαν θεώρημα ὑπέροχον, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι ἡ Βασίλισσα εἶναι εἰς τὴν καρδίαν ὅλων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ παρατήρησις αὐτή, ἡ ὁποία θέτει, τρόπον τινά, τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Τὸ ἄρθρον 95 ὁρίζει ὅτι εἰς περίπτωσιν θανάτου τοῦ Βασιλέως καὶ ὁ Διάδοχος εἶναι ἀνήλικος, ἡ Βασίλισσα ἀσκεῖ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν μέχρις ἐνηλικιώσεώς του. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βασίλισσα ἔχει ὅλα τὰ χαρίσματα καὶ εἶναι ὑπέροχος μὲ αἰσθήματα πραγματικῶς ἐθνικά, δὲν νομίζω ὅτι ἔρχεται εἰς καμμίαν ἀντίθεσιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἄρθρον 93 τοῦ Συντάγματος. Ἐπίσης, τὸ ἄρθρον 96, λέγει «........». (Ἀναγινώσκει). Εἰς ποῖον σημεῖον δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις; Ἄν ὑποτεθῇ καὶ ἐκλείψῃ κατὰ τὰ χρόνια ταῦτα ἡ Βασίλισσα, εἶπεν ἕνας συνάδελφος. Λέγω λοιπὸν εἰς αὐτὸν ὅτι μέχρις ὅτου ἐκλείψῃ, πολλὲς φορὲς θὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα. Ἡ ἀντίρρησις, λοιπόν, αὐτή, δὲν εἶναι βάσιμος. Ἡ δρᾶσις καὶ τὰ προσόντα τῆς Βασιλίσσης μας εἶναι τόσον ὑπέροχα, ὥστε νὰ εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως. (Χειροκροτήματα).
§37Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανα τὸν λόγον εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς Ἀντιβασιλείας. Ἐλέχθη, ὅμως, ὅτι τὰ ἄρθρα τίθενται διὰ τὴν μεγάλην Βασίλισσαν τῶν Ἑλλήνων. Οὐδεὶς παραγνωρίζει τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὰς ἀρετὰς τῆς πρώτης Ἑλληνίδος. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἀποτελεῖ νόμον, ἀλλὰ θεμελιώδη κατευθυντήριον νόμον καὶ θεσπίζεται διὰ πᾶσαν Βασίλισσαν. Τὸ λεχθὲν ὅτι μέχρις ὅτου ἐκλείψῃ ἡ Βασίλισσα θὰ τροποποιηθῇ πολλάκις τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχει βασιμότητα. Καὶ ἐρωτᾶται: Κινούμεθα πρὸς τὰ ἐμπρὸς ἢ πρὸς τὰ ὀπίσω; Κράτη ἔχοντα ἐξαιρετικὸν πολιτισμόν, ἔχουν ὄχι μόνον Ἀντιβασιλείαν διὰ Βασιλίσσης, ἀλλὰ Βασίλισσας. Ὅ,τι ὑπῆρχεν ἐξωτερικῶς, ἐχορηγήθη διὰ τῆς παροχῆς ψήφου εἰς τὰς γυναῖκας διὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς, μετ’ οὐ δὲ πολὺ θὰ δοθῇ καὶ διὰ τὰς πολιτικάς. Τοῦτο ἐγένετο καὶ θὰ γίνῃ καλῶς.
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, κακῶς.
§39Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἤθελα, λοιπόν, νὰ εἴπω ὅτι καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον. Θὰ ἤθελα νὰ κάμω καὶ μίαν παρατήρησιν δι’ ἄλλην διάταξιν, τὴν τοῦ ἄρθρου 52, περὶ ἀπουσιῶν τῶν βουλευτῶν. Αἱ ἀντιλήψεις αὐταὶ περὶ βουλευτῶν, τοὺς ὑποβιβάζουν εἰς μαθητάς. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλοὶ τῶν συναδέλφων εἶναι σπάνιοι εἰς τὰς ἐμφανίσεις των εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μειώσῃ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ καθῆκον τῶν βουλευτῶν, διότι τεκμαίρεται ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ὅτι ἐκτελοῦν τὸ καθῆκον των. Δὲν εἶναι δεκτὸν νὰ ἀναγινώσκεται κατάλογος. Τοιαῦται διατάξεις δὲν ὑπάρχουν εἰς οὐδένα Σύνταγμα. Κατὰ συνέπειαν, φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διαγραφῇ.
§40Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπιδοκιμάζω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου λεχθέντα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 53 τοῦ Συντάγματος. Τὰ Συντάγματα εἶναι ἀπρόσωπα καὶ δὲν συνδέονται μὲ πρόσωπα. Ὅλοι μας ἔχομεν σεβασμὸν πρὸς τὴν σημερινὴν Βασίλισσαν, διὰ τὰ ἔξοχα αἰσθήματα καὶ τὴν πατριωτικὴν της δρᾶσιν. Τοῦτο, ὅμως, δὲν σημαίνει ὅτι εἰς τὰ Συντάγματα δυνάμεθα νὰ νομοθετῶμεν ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένα πρόσωπα καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν προσώπων αὐτῶν. Τὰ Συντάγματα εἶναι ἀπρόσωπα καὶ νομίζω ὅτι καλῶς ἔχει ἡ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος περὶ Ἀντιβασιλείας.
§41Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Καὶ πάλιν αἰσθάνομαι τὴν αὐτὴν στενοχωρίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφρασα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σειρὰν τῶν ὑπὸ συζήτησιν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἀναθεωρηθῶσιν. Ἀλλὰ πλέον δὲν πρόκειται νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν προσπάθειαν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος.
§42Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τοῦτο ἐγένετο κατόπιν συμφωνίας μετὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§43Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐξακολουθῶ νὰ φέρω, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχον ἐξ ἀρχῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, λέγω ὅτι δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ ἀνακόψῃ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως καὶ εὔχομαι νὰ εὐοδωθῇ καὶ νὰ δυνηθοῦν ὅλα τὰ μέλη νὰ συντελέσουν, ὥστε νὰ δοθῇ ἕνα τέρμα εἰς τὰς συζητήσεις αὐτὰς καὶ αὐτὸς ἄλλως τε εἶναι ὁ σπουδαιότερος λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ κάνει νὰ εὔχωμαι διὰ τὴν πρόοδον τοῦ Ψηφίσματος. Ἐλαχίστας παρατηρήσεις θὰ ἤθελον νὰ κάνω ἐν προκειμένῳ καὶ ἐπαναλαμβάνω παρατήρησιν γενομένην καὶ ὑπό τινος ἀξιοτίμου συναδέλφου. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ σχεδίου, ἀντίστοιχον τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ 61 τοῦ Συντάγματος. Τὴν δευτέραν παράγραφον, τὴν ἀφορῶσαν τὸν περιορισμὸν τῶν δαπανῶν, τὴν εὑρίσκω ἄσκοπον, διότι ἐνδέχεται κάλλιστα ἐν τῇ λειτουργίᾳ των νὰ εὑρεθοῦν περιπτώσεις καὶ ἐκδηλώσεις τῆς λειτουργίας αὐτῆς, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀναμένουν νὰ ὑπάρξῃ νόμος προηγούμενος τῶν δαπανῶν, ἡ ἔλλειψις τοῦ ὁποίου δυνατὸν νὰ προκαλέσῃ οὐσιαστικὴν καὶ σπουδαίαν ζημίαν συμφερόντων καὶ παράλειψιν ἔργων. Δὲν ξεύρω καὶ ἐγὼ ποίας δυσαρέστους συνεπείας δύναται νὰ ἔχῃ. Διὰ τοῦτο, τὴν πρότασιν νὰ παραλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, τῆς δευτέρας παραγράφου, καὶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ τολμηρὸν τοῦτο ἅλμα, καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἄνευ συνταγματικῆς δεσμεύσεως καὶ νὰ ἀφεθῇ ἡ ρύθμισις τῶν ἑκάστοτε ἐμφανιζομένων περιπτώσεων εἰς τὸν κοινὸν νομοθέτην. Ἐφιστῶ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. ἀξιοτίμων συναδέλφων, διότι δυνατὸν νὰ προκύψουν δυσάρεστοι συνέπειαι ἐκ τῆς τοιαύτης δεσμεύσεως. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ συγκρατηθῇ ἡ παρατήρησις αὐτή, καὶ νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος ὡς ἔχει, διότι οὕτω προστατεύονται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διαγραφῇ ἡ δευτέρα παράγραφος.
§45Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἐκτὸς αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον 45 νέον καὶ 74 παλαιόν, ὅτι δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ υἱοθετηθῇ εἰδικὴ πλειοψηφία. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἔχει καλῶς καὶ πρέπει νὰ μείνῃ ὡς ἔχει. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 51 τοῦ σχεδίου, ἀντίστοιχον τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ ἄρθρον 75 τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω ἀπεριφράστως τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐποικοδομητικὸν τοῦ κύρους καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ λαοῦ, νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, εἰς τὸν Καταστατικὸν Χάρτην τῆς χώρας, διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ βουλευταὶ θὰ ἀπολαμβάνουν τηλεφωνικῆς ἀτελείας δι’ ἀστικὰς γραμμάς. Δὲν ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ θίξῃ κεκτημένα δικαιώματα, τῶν ἀξιοτίμων κ.κ. συναδέλφων, ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο νὰ τεθῇ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις, ἂν ἠθέλαμεν, καὶ οὐχὶ ὡς συνταγματικὴ διάταξις.
§46Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ὑπάρχουν παρόμοιαι διατάξεις διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ.
§47Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἐπίσης τὰ περὶ προβαδίσματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὸν ἀπέραντον σεβασμὸν ποὺ τρέφω πρὸς τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα καὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ὅτι πρόκειται περὶ θέματος αὐστηρῶς ἐθιμοτυπικοῦ, καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συνταγματικῆς διατάξεως. Τοιαῦτα πράγματα ἀποτελοῦν κοινοβουλευτικὴν παράδοσιν, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τηρῶμεν κατὰ τὴν ἐνάσκησιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Ἐν οὐδεμιᾷ, ὅμως, περιπτώσει εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ θέσιν ἕνας τοιοῦτος ἐθιμοτυπικὸς κανὼν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ ἔρχομαι εἰς ἄλλο οὐσιαστικώτερον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔγινε οὐδεὶς λόγος. Ἐννοῶ τὸ ἄρθρον 103 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ δικαίωμα δηλονότι τῶν Ὑπουργῶν νὰ προσέρχωνται εἰς τὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπάς. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον νὰ προσέρχωνται οἱ Ὑπουργοὶ ἐνώπιον τῶν Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, διότι θὰ παρέχουν ὡρισμένα φῶτα, ὡς ἁρμόδιοι, ἐνώπιον τῶν Ἐξεταστικῶν αὐτῶν Σωμάτων. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω κατά τινα λόγον τὸ κῦρος τῶν Σωμάτων αὐτῶν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστῇ τὴν παραμικράν, ἔστω, μείωσιν ἐὰν παρίσταται ὁ ἁρμόδιος, ὁ κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργός. Νομίζω ὅτι ἔχει ἀναφαίρετον δικαίωμα νὰ παρίσταται, ἐν ἀνάγκῃ, ἐνώπιον τοῦ ἐξεταστικοῦ αὐτοῦ ὀργάνου, τὸ ὁποῖον ἔταξεν ἡ Βουλή.
§48Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖ οἱονεὶ μομφὴν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ.
§49Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Δὲν ἀποτελεῖ ἀναγκαστικῶς μομφήν. Ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἔστω καὶ ἐὰν πρόκειται αὔριον νὰ μειοψηφήσω ὡς βουλευτής. Ὅλοι εἴμεθα ἁπλοῖ βουλευταί, ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ Συντάγματος. Πάντως, ἡ γνώμη μου εἶναι σαφής. Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ μίαν μόνην λέξιν ἀκόμη θὰ ἔπρεπε νὰ προσθέσω διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. συνάδελφον ἐκ Πειραιῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄρθρα 93 καὶ 96, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνουν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν Ἀντιβασιλείαν τὸ πρόσωπον τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος. Ἀσυζητητὶ πιστεύω ὅτι οἱ θεσμοὶ οἱ συνταγματικοὶ εἶναι ἀπρόσωποι. Εἶναι, πράγματι, σφάλμα νὰ ταυτίζωμεν τὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως μὲ τὴν ὕπαρξιν ἐκλεκτῶν καὶ ἐξαιρετικῶν προσώπων. Ἐδῶ πρόκειται περὶ θεσμοῦ, οὔτε κἂν περὶ διατάξεως, καὶ ἑπομένως ὁ θεσμὸς αὐτός, νεωστὶ εἰσηγούμενος, ἀποτελεῖ μίαν παρέκκλισιν σαφῆ ἀπὸ τὸ μέχρι τοῦδε παγίως ἰσχῦσαν συνταγματικὸν καθεστώς, εἴτε μοναρχικὸν πολίτευμα ἦτο εἴτε δημοκρατικόν. Ὑποχρέωσις τοῦ καθήκοντος ὡς Ἕλληνος πολίτου μοῦ ὑποβάλλει νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον σήμερον κατέχει ἐν τῇ πολιτείᾳ ἀξίωμα τόσον περίλαμπρον, ἐξεπλήρωσεν καὶ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του τόσον ἐντὸς ὅσον καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς.... (δὲν ἠκούσθη).... κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἠμπορῇ παρὰ νὰ ἐμπνέῃ τὸν σεβασμὸν παντὸς Ἕλληνος, διὰ τῆς ἐξαιρέτου δράσεως καὶ ἀκτινοβολίας του εἰς ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς τομεῖς. Τοῦτο, ὅμως, εἶναι ἄλλο ζήτημα καὶ ἐντελῶς ἄλλο τὸ θέμα νὰ θεσπίσωμεν συνταγματικὴν διάταξιν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§50Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 34. «Οὐδεμία δαπάνη..... (ἀναγινώσκει).....». Ἐὰν αὐτὴ ἡ διάταξις ψηφισθῇ θὰ σημάνῃ τοῦτο οὐσιαστικὴν κατάργησιν τῆς αὐτονομίας τῶν Ὀργανισμῶν Αὐτοδιοικήσεως καὶ εἰδικώτερον τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, καθ’ ὅσον ἐπιψηφιζομένης τῆς διατάξεως ταύτης, οὐδεὶς Ὀργανισμὸς ἐκπληρῶν σκοποὺς κοινωφελεῖς, θὰ δύναται νὰ διατηρηθῇ καὶ νὰ λειτουργήσῃ. Παρακαλῶ, συνεπῶς, τὴν Βουλήν, ἀποδεχομένη τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν ταύτην.
§51Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διαφωνῶ ριζικῶς καὶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαγραφὴν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 34, τὸ ὁποῖον προφανῶς παρενοήθη. Δὲν λέγει τὸ ἄρθρον 34, ὅτι αἱ δαπάναι θὰ καθορίζωνται ἐν τῷ νόμῳ καὶ πόσαι ἑκάστοτε, λέγει τοῦτο, ὅτι ὅταν ἱδρύεται ἕνα Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι δημιούργημα τοῦ Κράτους, τὸ Κράτος καθορίζει τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Νομικοῦ Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, καθορίζει τόσον τὰ ἔσοδα ὅσον καὶ τὰ ἔξοδα. Ἐὰν ἕκαστος Ὀργανισμὸς Δημοσίου Δικαίου εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἴδιος νὰ προσθέτῃ κεφάλαια δαπανῶν, τὰ ὁποῖα δὲν τοῦ ἐπιτρέπει ὁ νόμος, τοῦτο θὰ ἦγεν εἰς ἄτοπον, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς χρεωκοπίαν τὸν Ὀργανισμὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἄλλο ἔσοδον, πλὴν ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐπίσης τοῦ δίδει ὁ νόμος. Εἶναι, ἑπομένως, πλήρης ἡ παρανόησις τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ὁ νόμος, ὁ δημιουργῶν τὸ Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου καθορίζει σαφῶς τὶ δικαιοῦται νὰ λαμβάνῃ καὶ τὶ κατὰ κεφάλαιον δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ. Τὰ λεγόμενα ἀπὸ τὸν κ. συνάδελφον περὶ ἐπιδομάτων ἀνεργίας, οὐδαμόθεν ἀποκλείονται, ἐὰν ὁ νόμος χορηγῇ τοιαῦτα δικαιώματα εἰς τὸν Ὀργανισμὸν Δημοσίου Δικαίου, ἐὰν ὅμως ὁ νόμος δὲν δίδει τὸ δικαίωμα παροχῆς τοιούτων ἐπιδομάτων, τότε θὰ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ καθορίζῃ τὴν δαπάνην. Ἡ διάταξις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ τὸ Νομικὸν Πρόσωπον Δημοσίου Δικαίου. Διότι, ἡ πεῖρα μᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοιαύτης συνταγματικῆς διατάξεως, μόνον καταχρήσεις ἐγένοντο μέχρι τοῦδε. Ἐπίσης, διαφωνῶ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ προβαδίσματος. Ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν εἶναι διάταξις ἐθιμοτυπίας, εἶναι μία φυσικὴ συνέπεια τοῦ γεγονότος ὅτι ὅλαι αἱ ἐξουσίαι ἀπορρέουν ἐκ τοῦ Ἔθνους καὶ ἀσκοῦνται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα. Ὅταν, ἑπομένως, τὸ κύριον Σῶμα, ἡ κυρία ἐξουσία, εἶναι ἡ νομοθετικὴ καὶ τὸ κύριον ὄργανον τοῦ Κράτους εἶναι ἡ Βουλή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῶμεν ποτὲ ὅτι τούτων θὰ προηγῆται ὁ ἐκπρόσωπος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἑπομένως δὲν εἶναι προβάδισμα, εἶναι ἀπαραίτητος συνταγματικὴ διάταξις καὶ κύρωσις τῶν περὶ πολιτεύματος διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἡ τρίτη διάταξις, εἶναι ἡ περὶ Ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν. Καὶ ἐν τούτῳ, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δίκαιον. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἐτέθη μετὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 78 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον οὐδὲν προβλέπει περὶ τοῦ δικαιώματος τῶν Ὑπουργῶν νὰ παρίστανται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις. Καὶ τὸ πρῶτον, ἐν τῷ ἄρθρῳ 90 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἐτέθη τὸ δικαίωμα τῶν Ὑπουργῶν νὰ ἔχουν εἴσοδον ἐλευθέραν εἰς τὰς Ἐπιτροπάς. Ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ἡμεῖς περιελάβομεν ἐδῶ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ καθαρὰ ἀντιγραφὴ διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἰσχυσάσης καὶ εὐδοκίμως λειτουργησάσης ἐπὶ μίαν 8ετίαν. Δὲν τὴν περιελάβαμεν αὐτουσίαν, διότι ἐκείνη ὡμίλει καὶ περὶ Γερουσίας καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον παρέστη ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῇ φραστικῶς τοὐλάχιστον. Ἄλλως, τὸ ἄρθρον 90 λέγει: «...... (ἀναγινώσκει) ......». Ἐξήγησα πρὸ ὀλίγου, ἐν διακοπῇ, διὰ ποῖον λόγον δὲν πρέπει νὰ ἔχουν δικαίωμα νὰ παρίστανται οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τὰς Ἐξεταστικὰς Ἐπιτροπάς, ἐφ’ ὅσον ἐνίοτε αὐτοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατηγορούμενοι καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν δικαιωματικῶς νὰ παρίστανται. Δι’ αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ καλῇ τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ ὄχι οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἔχουν αὐτοδικαίως τὸ δικαίωμα νὰ παρίστανται. Ἑπομένως, νομίζω ὅτι καὶ αἱ τρεῖς αὗται διατάξεις ἔχουν καλῶς. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ περὶ Ἀντιβασιλείας, συμφωνῶ μὲ τοὺς προλαλήσαντας κ.κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν παραμονὴν τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι.
§52Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Θέλω νὰ ἀνταπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς ἐν σχέσει μὲ τὸ περιττὸν τῆς διαγραφῆς τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 34. Δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς συγκεκριμένης δαπάνης. Εἰς μίαν θεομηνίαν, εἰς μίαν συμφοράν, εἷς Ὀργανισμὸς θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ἐκ τῶν πραγμάτων νὰ προβῇ εἰς ὡρισμένας παροχάς, τὰς ὁποίας κανεὶς νόμος καὶ καμμία νομοθετικὴ διάταξις καὶ κανεὶς φορεὺς δὲν προβλέπει, οὔτε μπορεῖ νὰ προΐδῃ. Ἡ διατήρησις τῆς διατάξεως αὐτῆς μπορεῖ νὰ παράσχῃ πράγματα εἰς τὰ Νομικὰ Πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ εὑρεθοῦν οὕτω εἰς θέσιν νὰ μὴ δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὸν προορισμόν των.
§53Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἐντελῶς διάφορος ἡ διαδικασία τῶν γενικῶν διατάξεων ποὺ ἀφοροῦν τοὺς Ὀργανισμοὺς Δημοσίου Δικαίου, ἀπὸ τὴν διαδικασίαν ποὺ ὁρίζει τὸ Καταστατικόν, ὁ Ὀργανισμὸς δηλαδή, τοῦ Ν.Π.Δ. Δικαίου. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ζητοῦμεν τὰ πάντα νὰ τὰ ρυθμίζῃ ὁ νόμος. Κατὰ συνέπειαν, ὁλόκληρος ὁ Καταστατικὸς Χάρτης ὁ διέπων τὴν λειτουργίαν τῶν Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου ἀχρηστεύεται, ὅπως ἀχρηστεύεται ἐξ ὁλοκλήρου ἡ ἐξουσία τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ οὐσιαστικῶς καταργεῖται πλήρως ἡ αὐτονομία ὅλων τῶν Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου. Προχείρως σᾶς λέγω ὅτι ἔχομεν τὴν περίπτωσιν τῶν φυματικῶν Αʹ, Βʹ καὶ Γʹ κατηγορίας, αἱ κατηγορίαι δὲ αὐταὶ ρυθμίζονται ἑκάστοτε διὰ καταστατικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐγκρίνονται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου Κοιν. Ἀσφαλίσεων καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας. Ἔχομεν τὰς περιπτώσεις τῶν εἰδικῶν ἐπιδομάτων καὶ τὰς περιπτώσεις τῆς ἀνεργίας, αἱ ὁποῖαι καθορίζονται κατὰ ἐποχιακὰς περιόδους. Σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ προβλεφθῇ διὰ νόμου ἡ ἐποχιακὴ ἀνεργία, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ προβλεφθῇ διὰ νόμου ἡ περίπτωσις τῶν εἰδικῶν κατηγοριῶν τῶν φυματικῶν, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ προβλεφθῇ διὰ νόμου ἡ περίπτωσις τῆς προστασίας τῆς μητρότητος καὶ ἄλλων εἰδικῶν περιπτώσεων. Εἶναι ἀντικείμενα ἐξεταστέα καὶ ἐρευνητέα παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῶν Ὀργανισμῶν Κοινωνικῆς Ἀσφαλίσεως. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτό, ἐὰν τυχὸν ψηφισθῇ, θὰ ἔλθῃ εἰς μίαν σύγκρουσιν πρὸς τὴν ὑφισταμένην πραγματικότητα καὶ θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δι’ αὐτὸ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν ἄποψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι πρέπει ἡ διάταξις αὐτὴ νὰ ἀπαλειφθῇ.
§54Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τὴν ἄποψιν τοῦ προβαδίσματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, παρὰ τὴν ἀντίθετον γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ παρὰ τὴν γνώμην τῶν πλείστων τῶν βουλευτῶν. Ἐρωτᾶται τὸ ἑξῆς: Στηριζόμεθα ἐπὶ τῶν ἐθίμων, τὰ ὁποῖα πρὸ μιᾶς ἑκατονταετίας ἔχομεν ἢ εὑρισκόμεθα πρὸ συνταγματικοῦ κενοῦ καὶ καταρτίζομεν Σύνταγμα ἐξ ὑπαρχῆς ἐπὶ τῇ βάσει ἄλλων ὑποδειγμάτων; Κατ’ ἀρχὴν τὰ περὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι συνταγματικὴ διάταξις, διότι οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1927 ὑπῆρχε διάταξις περὶ Πρωθυπουργοῦ. Τὸ πρῶτον, κατὰ τὸ 1927, εἰς τὸ Σύνταγμα προσετέθη διάταξις τοιαύτη. Δὲν ἦτο πρόσωπον ἀνύπαρκτον ὁ Πρωθυπουργός, ἀλλὰ προήρχετο ἐκ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν τῆς χώρας καὶ προήδρευε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸ πρῶτον πρόσωπον τὸ ὁποῖον ὑπερεῖχεν ἐν τῷ Κράτει ἀπὸ ἀπόψεως ἀνωτέρας πολιτειακῆς διαβαθμίσεως, ἦσαν οἱ Βασιλεῖς γενικῶς, πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ὑπεῖχον εὐθύνην, τὴν διάταξιν δὲ αὐτὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἔρχεται νὰ τὴν ἐνισχύσῃ τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον κατηρτίσατε ἐν σχεδίῳ. Ἤδη λέγεται ὅτι πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι τὴν διάταξιν περὶ προβαδίσματος τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχει ἀξίαν τὶς κινεῖται πρὸς τὰ ἐμπρός. «Προβάδισμα» εἶναι λέξις ἑλληνική, ἡ ὁποία προῆλθεν ἀπὸ τὴν ὑπαλληλοκρατίαν, ἀγωνιζομένην νὰ διασώσῃ ἑαυτήν, ὁσάκις δὲν δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ διὰ τοῦ κύρους καὶ τῆς αὐθεντίας. Ἡ ἔννοια τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι κάτι τὶ τὸ σοβαρώτερον. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ Πρωθυπουργός, θεωρεῖται ἀκέφαλος ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ἡ ἐκπροσώπησις τῆς χώρας, ἀλλά, κατὰ μίαν φράσιν ἑνὸς ἐκ τῶν παλαιοτέρων συναδέλφων, καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος. Δὲν δυνάμεθα, λοιπόν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν παράδοσιν τὴν ἱστορικὴν καὶ νὰ ἀφήσωμεν νὰ προβαδίζῃ ὁ κατὰ πάντα ἄξιος ἑκάστοτε Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπηχεῖ οὐδὲν εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Εἶναι ἄγνωστος ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅπως εἶναι ἄγνωστος ὁ λόρδος δήμαρχος τοῦ Λονδίνου. Οὔτε δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀξιώσωμεν, πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οἱονδήποτε κῦρος καὶ ἂν ἔχῃ συνταγματικόν, κοινωνικόν, νομικόν, νομοθετικόν, νὰ ἀξιώσωμεν τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀξιώσωμεν πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§55Β. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑφυπ. Οἰκονομ.). Τὸ ἀξιοῦμεν διὰ τὴν Βουλὴν ὡς σύνολον.
§56Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Εἶναι σύνολον προσώπων εἰδικῶς ἀσκούντων μίαν μόνον ἁρμοδιότητα, τὴν νομοθετικήν. Ἡ νομοθετικὴ ἁρμοδιότης γίνεται εἰς ἐπήκοον τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ γίνεται πολλάκις καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ λαοῦ. Ἡ ἁρμοδιότης, ὅμως, ἡ ἀσκουμένη ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, γίνεται ὑπὸ τὸ φῶς, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον, ὑπὸ τὴν κρίσιν παντός.
§57Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Βουλὴ καταργεῖ τοὺς Ὑπουργούς. Δὲν προηγεῖται, λοιπόν, ἡ Βουλὴ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου;
§58Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Δύνασθε νὰ ἔχητε οἱανδήποτε γνώμην, ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ τὴν ὑποστηρίξητε, νὰ τὴν ἀκούσωμεν, δὲν δύνασθε, ὅμως, νὰ ἐπιβληθῆτε. Εἶναι ἡ γνώμη σας καθ’ ὅλα σεβαστὴ καὶ ἀξία πάσης προσοχῆς. Ἡ δική μου, ὅμως, γνώμη, εἶναι γνώμη προκύπτουσα ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ Ἔθνους. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ κρημνίζωμεν πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα στηρίζονται τὰ πολιτεύματα. Ἂν αὔριον σχηματίσωμεν Γερουσίαν, θὰ προτάξωμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Γερουσίας, ἢ τὸν Πρόεδρον τῆς Διακομματικῆς Ἐπιτροπῆς; Ὁ λαὸς θέλει ἕνα θεσμόν. Θέλετε νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι ψευδής; Πάντως, οἱ θεσμοὶ ἀποτελοῦν τὴν παράδοσιν ὄχι μόνον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν λαῶν καὶ ἀλλοίμονον εἰς τοὺς λαούς, οἱ ὁποῖοι κρημνίζουν τοὺς θεσμοὺς διότι νομίζουν ὅτι θὰ ἀποδώσουν εἰς ἕνα Σῶμα μίαν αἴγλην, ἡ ὁποία δὲν δύναται ἀπὸ κανένα νὰ ἀντισταθμισθῇ.
§59Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 61 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 διὰ τοῦ ἀντιστοίχου ἄρθρου 34 τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἦλθε πρὸς συζήτησιν κατόπιν ἰδικῆς μου τροπολογίας, ἐπιθυμῶ νὰ κάμω μίαν διασαφήνισιν, διότι φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Βαμβέτσος ἔμπλεξε ὀλίγον τὰ πράγματα καὶ τὰ ἔμπλεξε κατὰ τοῦτο: Ὅταν λειτουργῇ εἷς Ὀργανισμὸς Δημοσίου Δικαίου καί, κατὰ μείζονα λόγον, ὅταν λειτουργῇ ἡ τοπικὴ αὐτοδιοίκησις, οἱ Δῆμοι καὶ αἱ Κοινότητες, δὲν λειτουργοῦν μὲ τὸ «ἔτσι θέλω», λειτουργοῦν ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς νομοθεσίας. Ἑπομένως, διέπονται ἀπὸ νομικοὺς κανόνας, ἔχουν νομίμους εὐθύνας ἐξικνουμένας πέραν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τῆς ὁδοῦ Κοραῆ καὶ φθανούσας μέχρι τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων. Τὶ ζητεῖται, ὅμως, καὶ ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δευτέρας αὐτῆς παραγράφου, θὰ τὸ ἐννοήσωμεν ἂν τὴν συσχετίσωμεν μὲ τὴν πρώτην παράγραφον, μὲ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ ἑνιαῖον ἄρθρον. Τὸ Δημόσιον ἐκτελεῖ τὰς δαπάνας του βάσει νόμου, δι’ ὡρισμένας ὅμως δαπάνας ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος. Μισθός, σύνταξις, ἀμοιβαὶ κ.λ.π. εἴτε ἀναγράφονται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, εἴτε παρέχονται ἄνευ νόμου εἰδικοῦ. Δὲν ἰσχύουν αἱ γενικαὶ διατάξεις. Τὴν διάταξιν αὐτὴν ζητεῖτε νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τοὺς Ὀργανισμοὺς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἢ εἰς Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, δηλαδὴ κάθε ἔτος θὰ πρέπει νὰ γίνεται ἀπὸ ἕνας νόμος, νὰ ὑποβάλλεται ὁ προϋπολογισμὸς εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, νὰ ἐλέγχεται, νὰ συζητῆται καὶ νὰ ὁρίζουν οἱ μαχαραγιάδες αὐτοὶ τῶν Ἀθηνῶν ἂν θὰ προχωρῇ ὁ Δῆμος εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Καὶ διὰ νὰ ἴδητε πῶς ἔχουν συνταχθῆ μερικαὶ διατάξεις, κύριοι, ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ σχέδιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διατυπωθεῖσα πάλιν τῇ εἰσηγήσει τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται ἡ νομοθετικὴ πρωτοβουλία τῆς Βουλῆς ἐπὶ πάσης φύσεως οἰκονομικοῦ νομοσχεδίου. Συνέχεια τῶν προσπαθειῶν αὐτῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, μήπως καὶ τοῦ ξεφύγει τίποτε, εἶναι καὶ ἡ τροποποίησις αὐτή, ποὺ ζητεῖται νὰ εἰσαχθῇ διὰ τῆς μεθόδου τοῦ Ψηφίσματος εἰς τὸ ἄρθρον 61. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ δίκαιον καὶ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Δὲν λέγω νὰ τὸ ἀπορρίψωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ βγάλωμεν ἀπὸ τὸ Ψήφισμα καὶ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀνάγκην συζητήσεως. Ὄχι, ὅμως, καὶ νὰ νεκρώσωμεν, κύριοι, τοὺς Ὀργανισμοὺς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως. Ἤδη ἔχουν ὑποστῆ πλῆγμα δεινόν. Ὅλαι αἱ φορολογίαι, αἱ εἰδικαί, αἱ ὁποῖαι εἶχον κατὰ καιροὺς ἐπιβληθῆ εἴτε ὑπὲρ τῆς Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως, εἴτε ὑπὲρ Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εὑρῆκε τὸν τρόπον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βάλῃ ὁπωσδήποτε τὴν μύτη του σ’ αὐτές, ἐχάθησαν διὰ τοὺς σκοποὺς διὰ τοὺς ὁποίους ὑπῆρχον. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, κύριοι —τὸ εἴδατε καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας— πρὶν περάσουν δύο μῆνες ἀπὸ τὴν περίφημον κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν, ἀκούομεν ὅτι αἰσθάνονται πάλι τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ ἐπαναφέρουν. Καὶ σκέπτονται νὰ τὰ ἐπαναφέρουν ὄχι διότι ἡ κατάργησίς των δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς μίαν ἀνάγκην, ἀλλὰ διότι ἔγινεν ὅ,τι ἔγινεν ἄλλοτε μὲ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου εἰς τὸν δημόσιον κορβανᾶν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτούς, κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἀπὸ τὸ ἄρθρον 3 καὶ νὰ συζητηθῇ ἐν ἀνέσει μαζὶ μὲ τὰς ἄλλας τροπολογίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Καὶ ἂν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν τὴν παντοκρατορίαν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, νὰ τὴν δημιουργήσωμεν ἀφοῦ, ὅμως, προηγουμένως συζητήσωμεν τὸ ζήτημα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§61Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι περιπλέκεται τὸ ζήτημα ἐν τῇ ἐξετάσει του. Οἱ Ὀργανισμοὶ αὐτοὶ καὶ τὰ Ν.Π.Δ.Δ. ἔχουν εἰσπράξεις. Αἱ εἰσπράξεις αὐταὶ πῶς γίνονται, βάσει νόμου ἢ ἄνευ νόμου; Πρόδηλον εἶναι τὸ πρᾶγμα, ὅτι ἄνευ νόμου δὲν δύνανται νὰ ἐνεργήσουν εἰσπράξεις. Τὰς κάμνουσι βάσει νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, τὶ θὰ εἰσπράττουν καὶ πῶς θὰ τὸ εἰσπράττουν. Λογικόν, ἑπομένως, εἶναι ἐφ’ ὅσον αἱ πρόσοδοι καὶ αἱ εἰσπράξεις γίνονται βάσει νόμου καὶ τὰς δαπάνας νὰ τὰς προσδιορίζῃ ὁ νόμος. Τὸ ἀντίθετον θὰ ἦτο ἀκατανόητον, διότι θὰ καθιεροῦτο ἡ ἄνευ ἐλέγχου καὶ ἐγκρίσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος διάθεσις τῶν εἰσπράξεων. Κύριοι, θὰ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς μίαν ρῆσιν, τὴν ὁποίαν, ἄλλα ἀναζητῶν, ἀνεῦρον εἰς ἀγόρευσιν τοῦ ἀειμνήστου ἱδρυτοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ὅτι ἡ καλυτέρα καὶ ἐντιμωτέρα διαχείρισις ἐξ ὅλων τῶν διαχειρίσεων τῶν συλλογικῶν ὀργάνων, εἶναι ἡ διαχείρισις τοῦ Δημοσίου, χάρις εἰς τὰ διπλοκόσκινα τῶν διαφόρων ἐλέγχων. Καὶ ἡ πραγματικότης, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, εἶναι ὅτι καταχρήσεις, ἀτασθαλίαι καί, γενικῶς, ἀλόγιστος διάθεσις τοῦ χρήματος, τοῦ εἰσπραττομένου δυνάμει νόμων ἀπὸ τὰ Ν.Π.Δ.Δ. καὶ τοὺς Ὀργανισμοὺς Αὐτοδιοικήσεως, εἶναι μεγάλα καὶ σοβαρά. Τὸ νὰ ζητῆται ὅπως αἱ δαπάναι τῶν Ὀργανισμῶν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως καὶ ἄλλων Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου ἐνεργοῦνται ἄνευ νόμου, ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ νὰ παραδώσωμεν τὴν διαχείρισιν τοῦ πλούτου τῶν Ὀργανισμῶν αὐτῶν εἰς ἀνεξέλεγκτα πρόσωπα. Πρέπει νὰ σημειωθῇ, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ κατὰ τοὺς νόμους πρόσοδοι καὶ προϋπολογισμοὶ τῶν ἐσόδων τῶν Ὀργανισμῶν Τοπικῆς Αὐτοδιοικήσεως καὶ τῶν Νομικῶν Προσώπων Δημοσίου Δικαίου διαφόρου φύσεως καὶ μορφῆς, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἱδρυθῆ ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ μέχρι σήμερον, ὑπερβαίνουν κατὰ πολὺ τὸ σύνολον τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ διατήρησις τῶν Ὀργανισμῶν τούτων εἶναι, δυστυχῶς, ἀνατιθεμένη εἰς Συμβούλια καὶ πρόσωπα ἀνεξέλεγκτα, ἐξ οὗ λόγου αἱ ἀποκαλυπτόμεναι καταχρήσεις καὶ ὅσαι ἄλλαι δὲν ἔχουν ἴδη τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Θὰ ἦτο αὐτόχρημα παραγνώρισις τῆς πραγματικότητος τὸ νὰ ζητῶμεν τὴν ἀπάλειψιν ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς διατάξεως ταύτης, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ νομοθετήσωμεν δραστηριωτέρας τοιαύτας διατάξεις πρὸς περιφρούρησιν τοῦ χρήματος τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ρήτορος ἐπιθυμοῦντος νὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος, κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 4.
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ.μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.)