1949.05.31
1.537 στίχοι · 11.797 λέξεις · 53 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52α
Τρίτη 31 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγιγνώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμὸς βουλευτῶν διὰ νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν, παρακαλῶ ὅπως προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 2 καὶ ὅταν ἔλθουν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, διενεργοῦμεν τὴν ψηφοφορίαν.
§4Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ τονισθῇ καὶ νὰ ἀναγραφῇ ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων εὑρίσκονται εἰς Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι συνεδριάζουν ταύτην τὴν στιγμήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
Συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς προτάσεως ψηφίσματος περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Θ. Οἰκονόμου ἔχει τὸν λόγον.
§6Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ψηφίσματος, κύριοι συνάδελφοι, ἐπαναφέρεται ἐν ἰσχύϊ ἢ μᾶλλον προστίθεται εἰς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα τοῦ 1911 τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀκολούθως: «Ἡ ἐργασία, ἤτοι πνευματικὴ καὶ σωματική, διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, μεριμνῶντος συστηματικῶς ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἐμψυχώσεως τῶν ἐργαζομένων τάξεων, ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν» ............ (ἀναγινώσκει)............ Ἠκούσθη, κύριοι, κατὰ τὴν παροῦσαν συνεδρίασιν ἐνταῦθα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ παρεῖλκεν ἡ ἀναγραφὴ τοῦ ἄρθρου τούτου εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, διότι εἶναι αὐτονόητον ὅτι τὸ Κράτος παρέχει τὴν ὑποστήριξίν του εἰς τὰς ἐργαζομένας τάξεις. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι παραγνωρίζομεν τὴν πραγματικότητα, ἐὰν συζητῶμεν, ἐὰν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ ὑπὸ κατασκευὴν νέον Σύνταγμα τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας διάταξις προστασίας τῆς ἐργασίας. Λησμονοῦμεν, φαίνεται, ὅτι δὲν ζῶμεν, δυστυχῶς εἰς τὴν εἰδυλλιακὴν ἐποχὴν τοῦ 1911, διότι πλὴν τῶν 2 Βαλκανικῶν πολέμων, ἔλαβον χώραν 2 Παγκόσμιοι πόλεμοι, οἱ ὁποῖοι συνεκλόνισαν ἐκ θεμελίων τὴν ἀνθρωπότητα καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπέφερον βαθείας κοινωνικάς, πολιτικὰς καὶ οἰκονομικὰς μεταβολάς. Τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1789 καὶ ἡ διακήρυξις τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ὁποίαν μὲ ἔξαλλον ἐνθουσιασμὸν ἐχαιρέτισε τότε ὁ κόσμος, ὁ ὁποῖος ἐδούλευεν εἰς τοὺς φεουδάρχας καὶ τοὺς εὐγενεῖς καὶ τὸν κλῆρον, οἱ ὁποῖοι κατεῖχον εἰς χεῖρας των τὴν γῆν καὶ τὸν πλοῦτον, δὲν συγκινοῦν πλέον τοὺς ἀνθρώπους, διότι αἱ ἀρχαὶ αὐταὶ θεωροῦνται πλέον κτῆμα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἀναπόσπαστον μέρος τῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου. Παραλλήλως πρὸς τὴν πολιτικὴν δημοκρατίαν, τὴν ὁποίαν ἐστερέωσεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1789, ὁ κόσμος βαδίζει πρὸς νέας κατευθύνσεις, ζητεῖ μίαν κοινωνικὴν δημοκρατίαν. Πολὺ ὀρθῶς ὁ Haurion, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς ὡς αὐστηρῶν καὶ συντηρητικῶν ἀρχῶν, εἶπεν ὅτι καλαὶ καὶ ἅγιαι εἶναι αἱ ἐλευθερίαι αἱ προσωπικαί, ἀλλὰ τί νὰ τὴν κάνῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἰδιοκτησίας π. χ. ἐκεῖνος, ποὺ εἶναι καταδικασμένος ποτὲ νὰ μὴν ἀποκτήσῃ ἰδιοκτησίαν; Διὰ τοῦτο τὰ Συντάγματα πρέπει νὰ φροντίζουν ὄχι μόνον νὰ ἐξασφαλίσουν τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ νὰ ἐξασφαλίσουν εἰς τὰ ἄτομα καὶ μίαν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν κατάστασιν, ἄνευ τῆς ὁποίας αἱ πολιτικαὶ ἐλευθερίαι ἀποτελοῦν πραγματικὴν οὐτοπίαν καὶ λέξιν ἐστερημένην σημασίας. Πρέπει νὰ περιληφθοῦν, κύριοι, εἰς τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα, καὶ νέαι θεωρίαι περὶ τῆς κοινωνικῆς δημοκρατίας καὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου. Ἤδη μετὰ τὸ τέλος τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου, εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα, τῶν Νέων Δημοκρατιῶν καὶ ἰδιαίτερα εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, περιελήφθησαν διατάξεις διασαφήζουσαι τὰ κοινωνικὰ δικαιώματα τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἐργαζομένων. Ἀλλὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπηκολούθησεν ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἔλαβον μέρος ὅλαι αἱ ἐργαζόμεναι τάξεις καὶ προσέφεραν αἷμα καὶ θυσίας χάριν τῆς Ἐλευθερίας καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἐργαζόμενος ὅμως κόσμος τὰς ἐννοίας αὐτὰς δὲν τὰς θεωρεῖ κεχωρισμένας τῶν ἐννοιῶν τῆς Κοινωνικῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς δικαίας κατανομῆς τῶν ἀγαθῶν. Καθ’ ὃν χρόνον, κύριοι, εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τῆς 27–10–46 περιελήφθησαν διατάξεις αἱ ὁποῖαι προστατεύουν τὰ κοινωνικὰ δίκαια τοῦ ἀνθρώπου καὶ κατοχυρώνουν τὴν ἐργασίαν ὡς κοινωνικὸν λειτούργημα, ὡς αἱ διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας «ἕκαστος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐργάζεται, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀντίστοιχον δικαίωμα νὰ τῷ χορηγηθῇ ἐργασία» κάθε ἐργαζόμενος ἄνθρωπος δικαιοῦται νὰ προστατεύῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ διὰ συνδικαλιστικὰς ἐνεργείας καὶ νὰ προσχωρήσῃ εἰς συνδικάτον τῆς ἐκλογῆς του, κάθε ἐργάτης μετέχει διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ εἰς τὸν συλλογικὸν καθορισμὸν τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας καὶ τὴν διοίκησιν τῶν ἐπιχειρήσεων. Ἡ συζήτησις ἂν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον παρέχει Πλατωνικὴν προστασίαν τῆς ἐργασίας, εἶναι ἀνεδαφική. Ἂς μὴν πλανώμεθα, κύριοι. Ἡ Δημοκρατία, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1789 ἐν Γαλλίᾳ, κατήργησε μὲν τὴν φεουδαρχίαν τῶν εὐγενῶν καὶ τοῦ κλήρου, εἰς τὴν θέσιν ὅμως αὐτῶν ἐδημιουργήθη μία ἄλλη φεουδαρχία, ἡ φεουδαρχία τῆς βιομηχανίας καὶ τοῦ πλούτου. Κατὰ τῆς ὀλιγαρχίας αὐτῆς ἐπάλαισε, διὰ τῆς Δημοκρατίας καὶ τῶν συνδικαλιστικῶν ἐλευθεριῶν, ὁ ὀργανωμένος ἐργατικὸς κόσμος. Ἤδη ὅμως δὲν ἐξαρκοῦν αἱ διατάξεις αὗται καὶ τὰ μέσα τὰ παρεχόμενα εἰς τοὺς ἐργάτας, διὰ νὰ τοὺς ἐξασφαλίσουν μίαν τοιαύτην κοινωνίαν, ἡ ὁποία θὰ τοὺς ἐπιτρέψῃ νὰ ζήσουν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐργασίας των. Δύο μεγάλα ζητήματα ἐκληροδότησεν ὁ 18ος αἰὼν εἰς τὸν κόσμον τοῦ 19ου αἰῶνος. Τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐργατῶν. Καὶ ἡ μὲν ἀποκατάστασις τῶν ἀγροτῶν ἐγένετο, διότι καὶ ἡ γῆ εἶναι σχετικῶς μεγάλη καὶ ἐπιδεκτικὴ διανομῆς, ἡ ἀποκατάστασις ὅμως τῶν ἐργατῶν εἶναι δύσκολος διότι αἱ Βιομηχανίαι εἶναι ὀλίγαι καὶ ἀνεπίδεκτοι τεμαχισμοῦ, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐργάται πολλοὶ καὶ καθημερινῶς αὐξανόμενοι κατ’ ἀριθμόν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἐγεννήθη ὀξὺ τὸ πρόβλημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Δι’ αὑτὸ ἐξηνέχθησαν διάφοροι θεωρίαι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ αἱ ἀκρότητες ὅτι πρέπει ὅλαι αἱ ἐπιχειρήσεις νὰ περιέλθουν εἰς ἓν Κράτος καπιταλιστὴν καὶ ἐργοδότην. Ἡ κατάστασις ὅμως αὐτή, εἶναι ἀπαράδεκτος διότι ἐπιφέρει τὴν μονοπώλησιν τῶν ἀγαθῶν εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον οὕτω χορηγεῖ διὰ τοῦ δελτίου τὰ οἰκονομικὰ ἀγαθὰ εἰς τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ κόμματος καὶ καταδικάζει εἰς θάνατον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεπιθύμητοι. Ἀλλὰ καὶ αἱ σοσιαλιστικαὶ θεωρίαι τῆς ἐθνικοποιήσεως τῶν μεγάλων ἐπιχειρήσεων καὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν ὑπὸ μιᾶς ἀνευθύνου γραφειοκρατικῆς ὑπαλληλίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐοδωθῶσι παρ’ ἡμῖν διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ Κράτος ἀπεδείχθη τελείως ἀνίκανον νὰ ὀργανώσῃ μεγάλας ἐπιχειρήσεις, ἐξ ἄλλου δὲ καὶ κυρίως διότι τὸ σύστημα τοῦτο προσκρούει εἰς τὸ ἀτομιστικὸν πνεῦμα τῆς φυλῆς, ἐμφορουμένης ὑπὸ ἀκράτου ἀτομικῆς πρωτοβουλίας, ἥτις ἐθαυματούργησε, προαγαγοῦσα τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν εἰς βαθμὸν ἀξιόλογον ἐν σχέσει πρὸς τὰ πτωχὰ μέσα τῆς δημοσίας οἰκονομίας μας. Ἀλλ’ ἡ πρόοδος αὕτη τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὸ κεφάλαιον, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐργασίαν, διότι ἐργασία καὶ κεφάλαιον, εἶναι ἀμφότερα ἰσοδύναμοι συντελεσταὶ τοῦ πλούτου καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν. Διὰ τοῦτο, λοιπόν, ἐρχόμεθα εἰς τὰς ὀρθοδόξους θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Δύο δὲ θεωρίαι ἐξηνέχθησαν ἐν προκειμένῳ. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ἐργατῶν. Δηλαδὴ διὰ τῆς μονιμοποιήσεως τρόπον τινὰ τῶν ἐργατῶν μεταφερόμεθα εἰς μίαν ὑπαλληλικὴν τάξιν, ἐφαρμοζομένων καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῶν ἀρχῶν τοῦ ὑπαλληλισμοῦ. Τὸ τοιοῦτον ὅμως δοκιμασθὲν παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ νόμου 414)42 ἀπέτυχε, διότι ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν δημιουργίαν ὀκνηρῶν καὶ ἀσυδότων ἐργατῶν, τοὺς ὁποίους ὁ ἐργοδότης δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπολύσῃ. Δεύτερος τρόπος ἐδιδάχθη ἡ συνεργασία κεφαλαίου καὶ ἐργασίας διὰ τῆς συμμετοχῆς ταύτης εἰς τὰ κέρδη τῆς ἐπιχειρήσεως, ὁ συνεταιρισμὸς τουτέστιν ἐργασίας καὶ κεφαλαίου. Νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν εἶναι ξένον πρὸς τὴν οἰκονομικὴν Ἱστορίαν τοῦ τόπου. Εἶναι γνωστὸν τὸ παράδειγμα τῶν Ἀμπελακίων, ὅπου ὑπῆρχε καὶ ηὐδοκίμησεν ὁ συνεταιρισμὸς ἐργατοϋπαλλήλων καὶ κεφαλαιούχων. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης ὅτι, πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως ἢ καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς, ὅλοι οἱ καπεταναῖοι, οἱ διαθέτοντες ἱστιοφόρα καὶ σκάφη, εἶχον συνεργασίαν μὲ τὰ πληρώματα τῶν πλοίων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ὄχι μόνον τὸν ἐργάτην ἀπὸ ὄργανον παραγωγῆς προάγει εἰς πραγματικὸν παράγοντα τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας, ἀλλὰ συγχρόνως συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἄρῃ τὸν ἀκήρυκτον πόλεμον, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει τὴν προαγωγὴν τῆς ἐργασίας, καὶ τὴν πλήρη ἀπόδοσιν αὐτῆς, καὶ ἐγκυμονεῖ κινδύνους. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ θὰ ἦτο ἐπωφελὲς καὶ δι’ αὐτὰς αὕτας ἀκόμη τὰς ἐπιχειρήσεις. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα εἰς Ἀμερικανικὸν περιοδικόν, τὸ «Μέλλον», εἰς τὸ ὁποῖον ἐκτίθεται πῶς μία ἐπιχείρησις βιομηχανίας ἄρτου, ἡ Continental Tuper, διηυθέτησε τὸ ἐργατοϋπαλληλικὸν αὐτὸ ζήτημα. Κατὰ τὸ 1946 οἱ ἐργάται αὐτῆς τῆς ἐπιχειρήσεως ἠξίωσαν τρίτην αὔξησιν ἀπὸ τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου κατὰ 15% τῶν ἡμερομισθίων των. Οἱ διευθυνταὶ τῆς ἐπιχειρήσεως ἔδωσαν ἐντολὴν εἰς τὸ λογιστικὸν προσωπικὸν αὐτῆς νὰ ἐρευνήσῃ ἀπὸ τοῦ 1936 μέχρι τοῦ 1940, ὅτε δὲν εἶχεν ἐκδηλωθῆ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὁ κρατικὸς παρεμβατισμός, εἰς ποῖον ποσοστὸν τῆς διὰ τῆς βιομηχανοποιήσεως ἐπερχομένης ὑπεραξίας τῆς πρώτης ὕλης ἀνήρχετο ἡ μισθοδοσία τοῦ ἐργατοϋπαλληλικοῦ προσωπικοῦ. Οἱ λογισταὶ διεπίστωσαν ὅτι ἡ μισθοδοσία αὕτη τῶν ἐργατῶν ἀνήρχετο εἰς 30,15% ἐπὶ τῆς ὑπεραξίας τοῦ βιομηχανοποιημένου προϊόντος, διεπίστωσαν δηλαδὴ ὅτι ἐνῷ π. χ. ἡ ἀξία τῆς πρώτης ὕλης ἦτο 100 δραχμαὶ καὶ τοῦ βιομηχανοποιημένου προϊόντος ἦτο 150, ἐπὶ τῆς ὑπεραξίας ταύτης τῶν 50 δραχμῶν τὸ ποσοστὸν τῶν ἐργατοϋπαλληλικῶν μισθῶν ἦτο 30,15%. Κατόπιν τούτου οἱ διευθυνταὶ ἀπετάθησαν εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ τοὺς εἶπον ἐὰν δέχωνται τὸ 30,15% ἐπὶ τῆς οὕτω προσδιδομένης διὰ τῆς κατεργασίας ὑπεραξίας τῆς πρώτης ὕλης. Αὐτοὶ ἐδέχθησαν. Ἐκεῖνο δέ, ποὺ προέκυψεν ἐκ τοῦ συνεταιρισμοῦ τούτου, ἦτο ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον 4μηνον ἡ ἐπιχείρησις παρουσίασεν οἰκονομίαν 3.400 δολλαρίων, μόνον ἀπὸ τὸ σχοινὶ περιτυλίγματος διὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν δεμάτων. Ἐκέρδιζον καὶ κάτι ἄλλο. Ἐξήχθη περὶ τοὺς 100 τόννους χάρτου, τὸ ὁποῖον ἐνῷ ἐχαρακτηρίζετο ὡς χαρτὶ ἀξίας 25 δολλαρίων ἀπὸ τὸν ἀποθηκάριον, κατὰ τόννον, ἦτο χάρτης ἐξαιρετικῆς ποιότητος, τὸν ὁποῖον ἐπώλει ἡ Ἑταιρία πρὸς 90 δολλάρια κατὰ τόννον. Ἐπὶ πλέον συνέβη καὶ κάτι ἄλλο: Ἐνῷ πρῶτα ἦσαν διάσπαρτα τὰ χαρτόνια ἐπὶ τοῦ δαπέδου τοῦ ἐργοστασίου, μὲ τὸν συνεταιρισμὸν ποὺ συνεστήθη δὲν ἐγίνετο καμμία σπατάλη. Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐφηρμοσθέντος συστήματος ὑπῆρξεν ὅτι οἱ ἐργάται ἀντὶ νὰ πάρουν 8,75 δολλάρια καθ’ ἑβδομάδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνελόγουν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ 15%, ἐπῆραν 16,86, ἤτοι ἔλαβον τὸ διπλάσιον περίπου τῆς αὐξήσεως, τῆς συμμετοχῆς των εἰς τὰ κέρδη ἀνελθούσης οὕτω εἰς 23%. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Πλατωνικὴ προστασία, ἡ παρεχομένη εἰς τὴν ἐργασίαν διὰ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, δὲν ἀνταποκρίνεται πλέον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς σημερινῆς ἐποχῆς καὶ τῆς σημερινῆς κοινωνίας. Νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ παρὸν πρέπει νὰ δώσῃ οὐσιαστικωτέραν προστασίαν εἰς τὴν ἐργασίαν, εἰς τὸν κατ’ ἐξοχὴν παράγοντα τοῦ πλούτου καὶ τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀγαθῶν. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει μεταφερόμενον εἰς τὸ ὑπὸ κατασκευὴν Σύνταγμα τὸ ἄρθρον 22, συγχρόνως δὲ νὰ προστεθῇ δευτέρα παράγραφος, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ οὕτω, συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν μου: «Ἡ ἐργασία ἀναγνωρίζεται προέχων συντελεστὴς τῶν κοινωνικῶν ἀγαθῶν καὶ ὁ συνεταιρισμὸς ἐργασίας καὶ κεφαλαίου ἀποτελεῖ τὴν κατευθυντήριον γραμμὴν τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς προστασίας». Τοὐτέστιν δὲν ψηφίζομεν συνεταιρισμὸν ἐργασίας καὶ κεφαλαίου, ἀλλὰ παρέχομεν τὴν δυνατότητα εἰς τὸν μέλλοντα νομοθέτην νὰ ρυθμίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐργασίας διὰ νόμου, εἰσάγων τὸν συνεταιρισμὸν ἐργασίας καὶ κεφαλαίου καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε κρίνει πρόσφορον, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἐργατικῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐργοδοτικῆς τάξεως. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἔργον τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ προτρέχῃ τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννήσουν βιαίας λύσεις, ἐπιζημίας διὰ τὸ Κράτος, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον διὰ τοὺς ἐργοδότας. Νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη τροποποίησις τοῦ ἄρθρου ἐξυπηρετεῖ τὰς συγχρόνους κοινωνικὰς ἀνάγκας. (Χειροκροτήματα).
§7Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἀντικείμενον τῆς ζητήσεως ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ ψήφισιν ψηφίσματος δὲν εἶναι ἐὰν θὰ διατυπωθοῦν οὕτως ἢ ἄλλως αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ 1911, ἀλλ’ ἐὰν ὡς ἔχουσι εἶναι σκόπιμον νὰ μεταφερθοῦν. Τούτου τεθέντος εὑρίσκω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ 1927. Ἡ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 20 νὰ συμπληρωθῇ ὡς ἀκολούθως. «......... ............... (ἀναγινώσκει).............. Ἐκρίθη σκόπιμον κατὰ τὸ 1935 νὰ συμπληρωθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἡ συνταγματικὴ κατοχύρωσις τοῦ περιεχομένου τῶν διαθηκῶν καὶ κωδικέλλων ἀποτελεῖ τροχοπέδην εἰς τὸν νομοθέτην, ἐὰν ἤθελεν οὗτος νὰ τροποποιήσῃ τὸ περιεχόμενόν της. Ὑπάρχουν πολλαὶ περιπτώσεις μεταβολῆς τῶν συνθηκῶν, ἀλλὰ παρέμενεν ἐγκύπτον ζήτημα ἀνεκτέλεστον. Καὶ παραμένουν κληροδοτήματα μεγάλης σημασίας ἀχρησιμοποίητα. Σκόπιμος, λοιπόν, καὶ ὀρθὴ εἶναι ἡ τεθεῖσα εἰς τὴν τετάρτην συντακτικὴν πρᾶξιν ἐξουσιοδότησις, ὅπως διὰ νόμου ἀντικαθίσταται ὁ ὑπὸ διαθήκης τιθέμενος σκοπὸς τοῦ διαθέτου διὰ νέου σκοποῦ, ὥστε νὰ μὴ παραμένουν εἰς τὰς Τραπέζας τὰ κληροδοτήματα ἀχρησιμοποίητα. Ἂν δὲν πράξωμεν τοῦτο, θέτομεν εἰς τὸν κοινὸν νομοθέτην τροχοπέδην, διότι θὰ παρίσταται οὗτος ἁπλοῦς θεατὴς μὴ δυνάμενος νὰ τροποποιήσῃ τὸν ὑπὸ τοῦ διαθέτου τεθέντα σκοπόν, ὅστις ἀπεδείχθη ἀπραγματοποίητος. Συνεπῶς νομίζω ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ συμπεριλάβωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 20, νὰ τὴν συμπεριλάβωμεν συμπληρωμένην, ὅπως εὑρίσκεται εἰς τὴν συντακτικὴν πρᾶξιν τοῦ 1935. Ἡ διάταξις τοῦ 1927 ἐτέθη διὰ νὰ μὴ γίνεται κατάχρησις τῆς θελήσεως τοῦ διαθέτου καὶ ἀνακοπῇ ὁ ζῆλος τῶν διαθετῶν. Ἀλλὰ ἐνῷ ἐτέθη καλῶς, ἀπέδειξεν ὅτι ἀπετέλει τροχοπέδην τῶν διαθετῶν καὶ ἠναγκάσθη ὁ νομοθέτης τοῦ 1935 νὰ τὴν συμπληρώσῃ.
§8Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνατύπωσιν τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν ἀνατύπωσιν, τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον κατὰ λάθος περιελήφθη εἰς τὸ ἄρθρον 2, περιελήφθη εἰς τὸ ἄρθρον 1 ὅπου καὶ ἀνήκει. Διότι εἰς τὸ ἄρθρον 1 περιλαμβάνονται διατάξεις ἰσχύουσαι.
§9Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τότε ἀποβαίνει ἄσκοπος ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκανα, ἂν ἐψηφίσθη κατὰ τὴν διατύπωσιν αὐτήν.
§10Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὁμιλεῖ περὶ τῆς Ζʹ Συντ. Πράξεως τὸ ἄρθρον 1.
§11Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ Ζʹ συντακτικὴ πρᾶξις εἰσάγει τὴν διάταξιν περὶ Ἁγίου Ὄρους, ἡ Δʹ συντακτικὴ πρᾶξις εἰσάγει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ 1927 τροποποιουμένην καὶ ἀπὸ τὴν περιεχομένην εἰς τὸ ἄρθρον 1 παρ. 2. Ἀλλὰ εἶχε γίνει λάθος, κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν, μήπως δὲν ἔχετε τὴν ἀνατύπωσιν;
§12Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν περιλαμβάνεται καὶ ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρατήρησίν μου, τὸ πρᾶγμα ἔχει καλῶς. Τὸ ζήτημα ἔχει ἀξίαν κατὰ ποῖον τρόπον ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 1. Ἂν ἐψηφίσθη κατὰ τὸ πρῶτον σχέδιον, πρέπει νὰ συμπεριελήφθη. Ἂν ἐψηφίσθη κατὰ τὸ δεύτερον σχέδιον, πρέπει νὰ τὴν περιλάβωμεν ἤδη. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐγὼ συμφωνῶ ἐπὶ τῆς βάσεως, νὰ περιληφθῇ ὡς ἔχει εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς Δʹ συντακτικῆς πράξεως. Καὶ τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν παρατήρησίν μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22. Διὰ τοῦ ἄρθρου 22 τίθεται μία κατευθυντήριος γραμμή, ἔχουσα ὡς ἀκολούθως: «Ἡ ἐργασία....... ................ (ἀναγινώσκει).............. Αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι εἰρημέναι ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 τὰς ἔχει παραλάβει ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης. Εἰς τὸ Σύνταγμα εἴθισται βέβαια νὰ ὑπάρχουν καὶ διακηρύξεις καὶ εἴθισται νὰ ὑπάρχουν καὶ κατευθυντήριοι γραμμαὶ ἄνευ κυρώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν ὑποδείξεις διὰ τὸν ἁπλοῦν νομοθέτην. Ἀλλ’ ἀρετὴ τῶν κατευθυντηρίων γραμμῶν εἶναι ν’ ἀναφέρωνται εἰς τοιαύτας πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνάγονται εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ εἰς τὸ μέλλον. Ἡ τοποθέτησις κατευθυντηρίων γραμμῶν ἐπὶ γεγονότων τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς ἐνεργείας κυβερνητικάς, αἱ ὁποῖαι πρὸ πολλοῦ ἔχουν ληφθῆ, ἀποτελοῦν ἀχρήστους διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβαρύνουν τὸ νομοθετικὸν κείμενον τοῦ Συντάγματος καὶ καταλήγουν εἰς τὸ νὰ ἀποτελοῦν οὐχὶ συνταγματικὰς διατάξεις, ἀλλὰ εὐχολόγιον, ὅπως εἶπε καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἷς πληρεξούσιος. Αἱ διατάξεις αὐταὶ ἐλήφθησαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, ἀλλ’ εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης βεβαίως εἶχον τὸν λόγον νὰ ὑπάρχουν αἱ διατάξεις αὐταί. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης ἀποτελεῖ ἕνα Σύνταγμα συμβιβασμοῦ τῶν σοσιαλιστῶν τῆς Γερμανίας μετὰ τῶν κομμουνιστῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, ἡ ἐπανάστασις εἰς Ρωσσίαν ἦτο ἐπίκαιρος καὶ ἐκλονίζοντο τὰ πάντα, ὄχι μόνον ἡ ἐλευθερία τῆς ἐργασίας ἀφῃρεῖτο ὁλοκληρωτικῶς, ἀλλὰ καὶ ὁ ἐργαζόμενος ὑπεδουλοῦτο τελείως ἀπέναντι τοῦ πανισχύρου ὁλοκληρωτικοῦ Κράτους τῆς Ρωσσίας καὶ δὲν εἶχε δικαίωμα οὔτε ἐπιλογῆς τῆς ἐργασίας, ἦτο ἁπλῶς στρατευμένος, ἦτο ἁπλοῦν ἐργαλεῖον τῆς τεραστίας κρατικῆς μηχανῆς. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ γάμος σχεδὸν εἶχε κλονισθῆ πρόρριζα. Οἱ ἀγωνιζόμενοι κατὰ τοῦ κύματος τοῦ κομμουνισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνέτρεπε θεμελιώδη δικαιώματα τοῦ πολίτου, ἠγωνίζοντο, προσεπάθουν, διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν, νὰ περιφρουρήσουν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ γάμου. Ἑπομένως διὰ τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης ἦσαν διατάξεις ἐπιβεβλημέναι. Διὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927 ὅμως ἦσαν διατάξεις ἄνευ λόγου, ἀπετέλουν ἁπλῶς μίμησιν ἄνευ ἀνταποκρίσεως πρὸς ἐσωτέραν τινὰν ἀνάγκην. Ἡ διάταξις αὐτὴ μοῦ ὑπενθυμίζει μαθητὴν Γυμνασίου, ὁ ὁποῖος ἀντιγράφων τὸ θεώρημα, τὸ ὁποῖον εἶχε παπαγαλίσει, εἶδεν εἰς τὸ τέλος μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἔλεγε «παρατήρ.» καὶ ἔγραψε ἐκεῖνος χωρὶς νὰ χρειάζεται τὸ «παρατήρ.». Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 22 περὶ ἐργασίας πνευματικῆς ἢ σωματικῆς. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς διαθέτει τὴν πλέον προοδευτικὴν ἐργατικὴν νομοθεσίαν ἀπὸ τοῦ 1914. Ἀπὸ τοῦ 1912 ὑπάρχουν διατάξεις περὶ ἐργατικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ 1914 ἤρχισε νὰ προχωρῇ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας κατὰ τρόπον ἀξιέπαινον καὶ προοδευτικώτατον, ὥστε ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τοῦ 1927 νὰ μὴ προσθέτῃ ἀπολύτως τίποτε. Ἡ διάταξις τοῦ 1927 δίδει ἄχρηστον συμβουλὴν εἰς τὸν νομοθέτην. Σήμερον ἐὰν ὑπάρχῃ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον Συνταγματικῶς πρέπει νὰ ρυθμισθῇ, αὐτὸ δὲν εἶναι ἡ προστασία τῆς ἐργασίας εἴτε κατὰ τὸν α, εἴτε κατὰ τὸν β τρόπον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς ἐλευθέρας ρυθμίσεως τοῦ ἐργατικοῦ συναλλάγματος, οὔτε σκοπὸς εἶναι νὰ παραθέσωμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κοινοῦ νομοθέτου, ἀλλὰ νὰ θέσωμεν διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ λύσωμεν τὰς χεῖρας τοῦ νομοθέτου. Ἕν πρόβλημα, δι’ ἐμὲ χρῇζον προσοχῆς, εἶναι τὸ πρόβλημα τῆς ἀπεργίας καὶ χρῄζει προσοχῆς διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι δικαίωμά μου εἶναι νὰ ἐργάζωμαι ἢ νὰ μὴ ἐργάζωμαι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐργάζωμαι ὑπὸ τὸν α ἢ β ὅρον, εἰς τὸν α ἢ β τόπον, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας φέρεται κατὰ τὴν κρατοῦσαν ἑρμηνείαν, κατωχυρωμένον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 καὶ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 11 περὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο αὐτῶν ἄρθρων ἑρμηνευτικῶς γίνεται δεκτὸν ὅτι συνταγματικῶς εἶναι κατωχυρωμένον τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, δηλαδὴ τοῦ ἐργάζεσθαι ἢ μὴ ἐργάζεσθαι. Τὸ μὴ ἐργάζεσθαι ὁμαδικῶς σημαίνει ἀπεργίαν. Ἐντεῦθεν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας ἐνδεχομένως νὰ θεωρηθῇ ἀντισυνταγματική. Δὲν προτείνω βέβαια δι’ ὅσων λέγω νὰ λάβωμεν θέσιν καὶ νὰ ρυθμίσωμεν τὸ πρόβλημα. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, εἶναι εἴτε τώρα, εἴτε βραδύτερον, νὰ λύσωμεν τὰς χεῖρας τοῦ νομοθέτου ἵνα ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων νὰ ρυθμίσῃ τὸ πρόβλημα τοῦτο. Συνεπῶς δὲν βλέπω ὅτι τὸ θέμα ἔχει ἀνάγκην ρυθμίσεως διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν δευτέραν διάταξιν, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸν γάμον. Βεβαίως ὁ γάμος εἶναι θεσμὸς θεμελιώδης πάσης κοινωνίας, ὄχι μόνον χάριν τῆς εὐδαιμονίας τῶν συζύγων, ἀλλὰ ἔχει καὶ κοινωνικὴν ἀποστολήν, χάριν τοῦ Ἔθνους, διότι δίδει συνέχειαν τῆς φυλῆς. Ὡς τοιοῦτος θεσμὸς παρ’ οὐδενὸς πεπολιτισμένου Κράτους ἠμφισβητήθη ποτέ. Ἡ διάταξις δὲ αὐτὴ ἐτέθη ἐν Γερμανίᾳ λόγῳ τῶν ἰσχυόντων, ὡς σᾶς εἶπον ἐν Ρωσσίᾳ, ὅπου ὁ γάμος ἐθεωρεῖτο οἱονεί... νομή, ὅπως λέγει Ρῶσσος συγγραφεύς, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν θέλω αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Δηλαδὴ οἱ συζῶντες, ἔχοντες τὸ corpus καὶ τὸ animus ἐθεωροῦντο σύζυγοι κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ 1919 ἄνευ τινὸς συμβάντος πολιτειακοῦ χαρακτῆρος ἢ ἄνευ τινὸς συμβάντος μυστηριακοῦ χαρακτῆρος καὶ ἡ λύσις τοῦ γάμου ἦτο πρόβλημα ἁπλῆς διαστάσεως τοῦ ἑτέρου τῶν δύο συζύγων. Διὰ τοῦτο εἰσήχθη ἡ διάταξις αὐτὴ ἐν Γερμανίᾳ. Παρ’ ἡμῖν ὅμως οὐδέποτε ἠμφισβητήθη, τοῦτο δὲ συνομολογεῖται καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Οὐδέποτε ἠμφισβητήθη ὁ θεσμὸς τοῦ γάμου, διότι καὶ ἐξ ἄλλων διατάξεων, τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἰσχύουν παρ’ ἡμῖν οἱ κανόνες τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἐπαρκῶς ρυθμίζεται ὄχι μόνον ὁ γάμος, ἀλλὰ καὶ ὁ μονογαμικὸς θεσμὸς καὶ τὰ κωλύματα τοῦ γάμου, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ λόγου ἑτέρα συνταγματικὴ ρύθμισις. Τόσον ἡ διάταξις αὐτὴ ἐθεωρήθη κενὴ περιεχομένου, ὥστε καὶ οἱ σύγχρονοι Γερμανοὶ συνταγματολόγοι κατέληξαν νὰ εἴπουν ὅτι δι’ αὐτῆς προστατεύεται ἡ μονογαμία. Δὲν εἶναι νομίζω δυνατὸν νὰ συζητοῦμεν σοβαρῶς, ἐν ἔτει 1949, ὅταν καὶ τὰ ἀπολυταρχικὰ κράτη ἀλληλοδιαδόχως καταργοῦν τὸν θεσμὸν τῆς πολυγαμίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν Ἑλλάδι, μετὰ πάροδον 4.000 ἐτῶν μονογαμικοῦ βίου, νὰ διατρέχῃ κίνδυνον ὁ μονογαμικὸς θεσμὸς ἐκ μέρους τοῦ κοινοῦ νομοθέτου, ὥστε νὰ ἔχῃ ἀνάγκην συνταγματικῆς κατοχυρώσεως. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιληφθοῦν εἰς τὸ Σύνταγμα διατάξεις, αἱ ὁποῖαι οὐδένα σκοπὸν ἐξυπηρετοῦν καὶ ἀποτελοῦν τυφλὴν μίμησιν ἀλλοτρίων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν κανένα σκοπὸν καὶ εἶναι τελείως ἄχρηστοι. Δὲν πρέπει νὰ ἀποδειχθῶμεν ἀνάξιοι μιμηταὶ ὀθνείων θεσμῶν καὶ στενῶν ἰδεῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθοῦν αἱ δύο αὐταὶ διατάξεις, ὡς μὴ ἔχουσαι οὐδένα σκοπόν. (Χειροκροτήματα).
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι φυσικόν, κύριοι συνάδελφοι, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου καὶ κατὰ τὸ συναίσθημά μου, ὅτι ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα τὴν φορὰν ταύτην ἀπογοητευμένος. Αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις εἶναι τὰ θεμέλια καὶ οἱ κεντρικοὶ ρυθμοὶ τοῦ Κράτους καὶ συζητοῦνται καὶ ἄλλοι τρόποι, συζητοῦνται ἀπὸ συνηθροισμένα ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, ἀπὸ παρόντας ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἡγετικὴν θέσιν εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Κοινοβουλίου. Μὲ καταφανῆ ἔλλειψιν ἀπαρτίας καὶ χωρὶς κανένα ἀπολύτως ρυθμὸν εἰς τὰς συζητήσεις μας εἶναι κάτι τὸ ἀσυγχώρητον ὅτι συζητοῦμεν περὶ Συντάγματος. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅσον δύναμαι ὀλιγωτέρας. Ἀκούω συχνὰ νὰ γίνεται ἐπίκλησις τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις κατήργησεν ἐντελῶς καὶ ὅ,τι πρὸ αὐτῆς ὑπῆρχε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ συνδικαλισμοῦ, ὅλας τὰς συντεχνίας, ὅλους τοὺς συνεταιρισμοὺς τοὺς κατήργησε καὶ ἀνεκήρυξε τὴν ἀτομικὴν πρωτοβουλίαν ἀπόλυτα. Τώρα δεῖγμα μέγα τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ὁ συνδικαλισμός. Ἀκούω, ἐπίσης συχνά, νὰ προφέρεται τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, τὸ Σύνταγμα μιᾶς σοσιαλιστικῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὸν χιτλερισμόν. Διότι πάλιν θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα. Ὀρθότατα εἶπε ὁ Πλάτων αὐτό, τὸ ὁποῖον πολλάκις εἶπα, κύριοι, καὶ πρὸς ὑμᾶς: «Πᾶσα ὑπερβολὴ ἄγει εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα». Λοιπὸν δὲν χρησιμεύει ἡ εἰσήγησις οὔτε τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, οὔτε τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης. Ἀλλὰ ἐπικαλούμεθα καὶ τοὺς γενομένους πολέμους. Βέβαια οἱ πόλεμοι, καὶ μάλιστα οἱ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ἔσχον ἐπίδρασιν εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον τῶν ἀνθρώπων καὶ ἑπομένως εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διατυποῦνται τὰ πολιτεύματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθόν, νὰ ἀντιλαμβανώμεθα, ποία εἶναι ἡ ἀντίληψις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διηύθυναν καὶ δὴ ἐπιτυχῶς τοὺς πολέμους αὐτούς; Ποῖος εἶναι ὁ κύριος νικητὴς τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ὁ Οὐΐνστων Τσῶρτσιλ; Ἀπόφοιτος τοῦ σχολείου τῶν Πρωθυπουργῶν, τῶν ὑποψηφίων Πρωθυπουργῶν, τῆς σχολῆς τοῦ Ἤτον, δημοσιογράφος διακεκριμένος, ἀφοῦ ὑπῆρξε προηγουμένως καὶ ἀξιωματικός, ἡρωϊκός, πολεμήσας κατ’ ἐπανάληψιν καὶ τραυματισθεὶς ἐπίσης, δημοσιογράφος, λέγω, διακεκριμένος, συγγραφεύς, πολιτικός, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε καὶ εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ εἰς τὸ κόμμα τῶν Συντηρητικῶν κατ’ ἐπανάληψιν, διεκρίθη ἐξόχως εἰς τὴν διεύθυνσιν Ὑπουργείων, διηύθυνε δὲ τέλος τὸν πόλεμον, εἶναι ὁ μέγας, λέγω, νικητὴς τοῦ δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Εἶναι, ἄρα, ὁ μέγας διδάσκαλος τῶν πορισμάτων ἐκ τοῦ πολέμου αὐτοῦ, ὅτι, ἂν θέλῃ ἡ Ἀνθρωπότης νὰ σώσῃ τὸν πολιτισμόν της, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν πρόοδόν της, πρέπει νὰ καταργήσῃ ἐντελῶς τὰς δημοκοπικὰς λέξεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦν ὀλίγους βαγαπόντας καὶ πλήθη «κορόϊδων!» Τὰ ἀριστερὰ δόγματα, αἱ σοσιαλιστικαὶ θεωρίαι εἶναι διὰ νὰ τὰς προφέρουν οἱ δημοκόποι καὶ νὰ παρασύρωνται οἱ ἀπλοϊκοὶ ἄνθρωποι καὶ νὰ καταστρέφωνται οἱ ρυθμοὶ τῶν πολιτευμάτων. Ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς τούτου, θὰ εἴπω προκαταβολικῶς καὶ κάτι ἄλλο. Αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις πρέπει νὰ ἔχουν μίαν θετικότητα, πρέπει νὰ ἔχουν κάτι τὸ ἀπαραίτητον, πρέπει νὰ μὴ εἶναι πολύλογοι, νὰ μὴ περιέχουν περιττολογίας. Διατί; Διότι, ὅπως εἶπον προηγουμένως, «πᾶσα ὑπερβολὴ ἄγει εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα». Ἄν τὰ Συντάγματα περιέχουν διατάξεις περιέχουν διατάξεις περὶ πάντων καὶ πασῶν καὶ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας, θὰ ἀναγκασθοῦν μετὰ ταῦτα νὰ παρεκτραποῦν οἱ νομοθέται, αἱ Κυβερνήσεις καὶ νὰ ἀνατραποῦν τὰ πολιτεύματα, τὰ καλῶς ἔχοντα. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, κύριοι, ἐγώ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν καὶ ποῖοι τινὲς ἀείμνηστοι ἄνθρωποι συνέταξαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, πολλάκις διεμαρτυρήθην, διότι ἤκουσα ἐπικλήσεις τοῦ Συντάγματος τούτου. Εἶναι διατάξεις ἀριστερίζουσαι, σοσιαλίζουσαι, πολύλογοι, περιτταί, ἐντελῶς περιτταί, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ Κράτος καὶ μάλιστα Κράτος σύγχρονον, τὸ ὁποῖον δὲν μεριμνᾷ περὶ τῆς ἐργασίας, περὶ τῶν ἐπαγγελμάτων, περὶ τῆς καλῆς διαβιώσεως τῶν ἀνθρώπων; Αὐτά, ὅμως, τὰ ρυθμίζουν οἱ ἑκάστοτε νόμοι καὶ αἱ ἑκάστοτε πρωτοβουλίαι τῶν Κυβερνήσεων καὶ δὴ τῶν Βουλῶν. Ἀναγινώσκω, κύριοι, τὰ ἄρθρα περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, διότι θέλω νὰ προτείνω ἀπόρριψιν τοῦ ἄρθρου 22: «Ἡ ἐργασία εἴτε πνευματικὴ καὶ σωματικὴ διατελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, μεριμνῶντος συστηματικῶς ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἐξυψώσεως τῶν ἐργαζομένων τάξεων, ἀστικῶν καὶ ἀγροτικῶν». Πρὸς τί ἡ διάταξις αὐτή; Εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν φροντίζει περὶ τῶν ἀγροτῶν καὶ περὶ τῶν ἐργατῶν, περὶ τῆς ἐργασίας, περὶ τῆς ἐπιστήμης, περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας κλπ. κλπ.; Εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ Κράτος τοιοῦτον. Λοιπὸν ἐδῶ περιττολογοῦμεν, ἂν μοῦ ἐπιτρέπετε τὴν ἔκφρασιν, φλυαροῦμεν; Πρὸς τί αὐτὴ ἡ διάταξις; Τί χρησιμεύει; Προχωρῶ εἰς τὸ ἄρθρον 24: «Ὁ γάμος, ὡς θεμέλιον τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου καὶ τῆς συντηρήσεως καὶ προαγωγῆς τοῦ Ἔθνους, διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἰδιαιτέραν προστασίαν τοῦ Κράτους». Τί εἶναι ὁ γάμος; Τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνικῆς προκοπῆς, τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς, τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας, τῆς κοινωνικῆς εὐρυθμίας. Ὁ γάμος, τὸ μυστήριον, «τὸ μέγα μυστήριον», ὅπως λέγει ὁ ἱερεὺς κατὰ τὴν τέλεσιν τοῦ μυστηρίου τούτου, «μέγα ἐστίν». Ἀναμφισβητήτως, ὑπάρχει δὲ κανεὶς Ἕλλην μὲ στοιχειώδη ἀντίληψιν, μὲ στοιχειώδη λογικήν, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ ὅτι ὁ γάμος εἶναι κάτι τὸ ὑψηλῆς ἐννοίας, ἠθικῆς, ὑψηλοῦ καὶ μεγάλου προορισμοῦ, κοινωνικοῦ, ἑπομένως καὶ ἐθνικοῦ; Ἐγώ, κύριοι, πιστεύω ὅτι καὶ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821, εἶναι προϊὸν μεγαλειῶδες τοῦ μεγαλειώδους ἑλληνικοῦ γάμου. Γυναῖκες ὡπλισμέναι μὲ μίαν ὑπερτάτην χριστιανικὴν ἠθικήν, ἀλλὰ καὶ μὲ μίαν ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν πατρίδα των ὁλόψυχον, διέπλασσαν ἄνδρας φιλοτίμους, ἀντιμετωπίζοντας πάντα κίνδυνον ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Εἶναι κανεὶς Ἕλλην, ὅστις νὰ τὸ ἀγνοῇ αὐτό; Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ γράψωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα; Δὲν περιέχεται αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὅλη ἡ ἔννοια εἰς τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματός μας, εἰς τὰ περὶ τῆς Ὀρθοδόξου δηλαδὴ Ἐκκλησίας μας ἄρθρα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τηροῦμεν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας καὶ τὰ δόγματα τὰ θρησκευτικὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας; Εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσωμεν ἄρθρα, διότι δανειζόμεθα τοιαύτας, ὄχι πολὺ σοβαρὰς ἐκφράσεις ἀπὸ τὸ σοσιαλιστικὸν Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης; Προχωρῶ: Ἄρθρον 88: «Πάντες οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ὑπεύθυνοι διὰ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἕκαστος δὲ ἐξ αὐτῶν ἰδιαιτέρως διὰ τὰς πράξεις τῆς ἁρμοδιότητός του». Τί προσφέρει καὶ τὸ ἄρθρον αὐτό; Καὶ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος; «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διὰ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι πολυτελεστέρα ἡ ἔκφρασις αὐτή; Ὑπεύθυνοι εἶναι οἱ Ὑπουργοί. Βέβαια ἕκαστος ἔχει ἀναλάβει ἕνα κύκλον ἁρμοδιότητος, ἐν τῷ συνόλῳ των ἀποτελοῦν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὴν μίαν καὶ ἀδιαίρετον. Καὶ μεταχειριζόμεθα τὴν ἔκφρασιν αὐτήν, διότι ἐπ’ ἐσχάτων ἔπαθε καὶ αὐτὴ τῶν παθῶν της τὸν τάραχον, καθ’ ὅσον βλέπετε, σοῦ λέει ὁ ἄλλος (!) κατὰ τὸν Τσατσιστὴ λεγόμενον, ἔχομεν καὶ τὸ «Κυβερνητικὸν Συντονιστικὸν Συμβούλιον», δηλ. οἱ ἄλλοι Ὑπουργοί, εἶναι πάρα κάτω! Ἄνδρες, εἰς τῶν ὁποίων τὴν φιλοτιμίαν πιστεύω, τὸ δηλώνω ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι τὸ πιστεύω, εἰς τὴν φιλοτιμίαν των τὴν ἐξαιρετικὴν μὲ τὴν φράσιν μου αὐτὴν δὲν ἔπρεπε νὰ μειδιοῦν ἀλλὰ νὰ τραβοῦν, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τὰ μαλλιά των, διότι δὲν παρῃτήθησαν ἀκόμη, ἄνδρες, ἐξόχως φιλότιμοι, ἔπρεπε νὰ ἔχουν παραιτηθῆ, ὅταν ἱδρύθη αὐτὸς ὁ θεσμὸς ὁ συχαμένος, ὁ ἀποτρόπαιος, τοῦ «Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου»!:. Ποία, λοιπόν, εἶναι ἡ ἀνάγκη καὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ; Καμμία. Διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ἀσκεῖται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐν τῷ συνόλῳ της. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 92: «Τὸ ἀσυμβίβαστον, τὸ θεσπιζόμενον ὡς πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ, ἰσχύει καὶ διὰ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ Ὑφυπουργοῦ. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς περιττή, διότι πρέπει, τέλος πάντων, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ποθοῦμεν καὶ λέγομεν, ὅτι τὸ ποθοῦμεν συχνά, νὰ μιμηθῶμεν τοὺς Ἄγγλους κοινοβουλευτικούς, πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν παγίως, καθαρῶς, ἀδιαταράκτως, ἀναποτρέπτως, νὰ εἶναι πάντοτε οἱ Ὑπουργοὶ βουλευταὶ καὶ ἑπομένως καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀπολύτως περιττή. Μὴ φαντάζεσθε, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει εἷς ἐξ ὑμῶν, ὁ ὁποῖος νὰ ἐκτιμᾷ περισσότερον ἐμοῦ τὸν σήμερον κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Συνειργάσθην μετ’ αὐτοῦ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Πολιτεύματος τοῦ 1911, εἰς τὴν ἀναθεώρησιν δηλ. τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἰσχυρίζομαι, ὅτι οἱ δυό μας εἴμεθα τότε οἱ πρωτοστάται τῆς ἀναθεωρήσεως ἐκείνης. Ἐκτιμῶ τὴν ἐπιστημονικήν του κατάρτισιν ἐξαιρετικῶς (ὄχι τὴν οἰκονομολογικήν του). Ἀλλὰ βλέπω πρὸς αὐτὸν μετὰ ὀργῆς, διότι εὑρίσκεται εἰς μίαν ἀναθεωρητικὴν Συνέλευσιν ὁ μὴ βουλευτής, ὁ μὴ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ τοιουτοτρόπως διασπᾶται ἡ ἔννοια ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ψυχὴν ὅλων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ὅτι ὅλοι μαζὶ καὶ εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν ἀντιπροσωπείαν ἐδῶ, ἡ ὁποία κατὰ τὴν ρητὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ ἐξασφαλίζει τοὺς θεσμούς, ἐξασφαλίζει τὴν εὐνομίαν, ἐξασφαλίζει τὴν τάξιν, ἐξασφαλίζει τὴν πρόοδον, ἐξασφαλίζει τὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους. Δὲν ὑπάρχει λοιπόν οὐδεὶς λόγος καὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως. Ἄλλο ἄρθρον εἶναι τὸ 108, διὰ τὸ ὁποῖον ἐξαιρετικῶς ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν προσοχήν: «Ἡ διοίκησις τοῦ Κράτους ὀργανοῦται κατὰ σύστημα ἀποκεντρωτικόν». Δὲν προχωρῶ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἄρθρου διότι τὸ θεωρῶ περιττόν. Αὐτὴ ἡ λέξις, κύριοι, «ἀποκέντρωσις», εἶναι μαζὶ μὲ τὴν σειρὰν τῶν δημοκοπιῶν καὶ τῶν σφαλμάτων, εἰς τὴν σειρὰν τῶν βλαβῶν, τῶν παρεκτροπῶν, τῶν δημοκοπιῶν, αἱ ὁποῖαι μαστίζουν τὴν Πατρίδα μας, ἰδίως ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 ἐπωφεληθεῖσαι ἀπὸ τὴν τότε ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους, εἰσχωρήσασαι εἰς τὴν νομοθεσίαν μας καὶ εἰς τὴν ἐν γένει λειτουργίαν τοῦ κυβερνητικοῦ βίου. Καὶ ἤρχισαν ἀπὸ τῆς ἀσεβείας πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, ἐπροχώρησαν εἰς τὴν κατάργησιν, τὴν κατάλυσιν τοῦ πρώτου βαθμοῦ τῆς πολιτικοκοινωνικῆς ἱεραρχίας τῆς χώρας μας, εἰς τὴν κατάργησιν τῶν δήμων! Οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι τότε ἠγωνίσθημεν, οὐδεὶς ἦτο ὑπὲρ τῆς μέχρι τότε νομοθεσίας τῶν δήμων, ἀλλ’ ὅσον μετὰ προσοχῆς ἔχομεν μελετήσει τὰ θέματα καὶ τὰ ζητήματα, δὲν ἐπεδοκιμάσαμεν τὴν κατάργησιν τῶν δήμων, διότι δὲν νομίζαμεν ὅτι πᾶς νοσῶν φονεύεται! Ἔπρεπε νὰ θεραπευθῇ, ἁπλῶς καὶ ἡ νόσος τῶν δήμων. Βέβαια, ἔπρεπε νὰ μειωθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ δημάρχου, βέβαια νὰ ρυθμισθῇ αὐστηρότερον ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῶν δήμων, ἀλλ’ ὅσοι μετὰ προσοχῆς ἔχομεν μελετήσει τὰ ☐ ☐σῶποι τῆς πολιτικοκοινωνικῆς ἱεραρχίας εἰς τὸν πρῶτον της βαθμόν. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, ὑπῆρχον δήμαρχοι, πρώην δήμαρχοι, ὑποψήφιοι δήμαρχοι, δύσκολον, ἴσως ἀδύνατον ἐντελῶς θὰ ἦτο νὰ δημιουργηθῇ ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ καὶ τὰ παρόμοια. Μετὰ ταῦτα, ἐπροχώρησαν εἰς τὴν χαλάρωσιν καὶ τοῦ δευτέρου βαθμοῦ τῆς πολιτικῆς μας ἱεραρχίας διὰ τῶν ψηφοδελτίων, διὰ τῶν σταυρῶν, διὰ τῆς Ἀναλογικῆς, διὰ τῆς μοναρχικῆς ἐξουσίας τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ οἱ βουλευταὶ ὑπέστησαν μείωσιν τοῦ γοήτρου καὶ τοῦ κύρους των. Καὶ ὁ δεύτερος λοιπὸν βαθμὸς τῆς πολιτικοκοινωνικῆς μας ἱεραρχίας, ἐχαλαρώθη εἰς βαθμὸν σπουδαιότατον. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ὁ τελευταῖος βαθμὸς καὶ ὁ ὕπατος βαθμὸς τῶν ἀναλαμβανόντων ἐκ περιτροπῆς τὴν διακυβέρνησιν τῆς χώρας ὑπέστη καὶ αὐτὸς τῶν παθῶν του τὸν τάραχον. Εἴδετε ἢ δὲν εἴδετε ἀνθρωπάρια 15 λεπτῶν νὰ γίνωνται Ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ 1936 καὶ ἐντεῦθεν; Ναὶ ἢ ὄχι; Ἀκόμη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη θὰ ἐνθυμῆσθε κατὰ ποῖον τρόπον συγκροτοῦνται αἱ Κυβερνήσεις; Ἐὰν μὲ προκαλέσητε, θὰ ἀρχίσω νὰ ὀνομάζω τὰ ἀνθρωπάρια αὐτά.
§14Π. ΓΥΠΑΡΗΣ. Ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ τὰ πῆτε πρὶν σᾶς προκαλέσουν.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ θεωρῶ περιττόν. Εἶναι οἱ Πελτέκηδες, οἱ Καζαντζάκηδες, οἱ Ἀγγελόπουλοι, οἱ Σβῶλοι κλπ. κλπ. Ἄς μὴ φθάσω μέχρι προκλήσεων ἐγγύτερον! Λοιπὸν εἰς αὐτὴν τὴν σειρὰν τῆς ἀποσυνθέσεως τοῦ πολιτικοκοινωνικοῦ μας ρυθμοῦ εἶναι καὶ ἡ λέξις τῆς «ἀποκεντρώσεως». Εἰς αὐτὴν τὴν σειρὰν εἶναι καὶ ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἑβδομάδας ἀπασχολούμεθα ὅλοι μὲ τὸν θεσμὸν περὶ νομαρχῶν. Καὶ ἤκουσα μάλιστα καὶ μίαν πομπώδη φρασεολογίαν, ὅτι εἶναι ἰδικόν του τὸ πρόγραμμα, τὸ πρόγραμμα νὰ εἶναι ὁ νομάρχης μόνιμος. Ὁ νομάρχης νὰ μὴ ὑπακούῃ, δύναταί τις εἰπεῖν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μὴ ὑπάρχῃ μία ἐπικοινωνία διηνεκής, σκέψεων καὶ πράξεων, μεταξὺ τοῦ νομάρχου καὶ τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ μεταξὺ ἀντιπροσωπευομένου καὶ ἀντιπροσώπου, διότι πρέπει τάχα, λέγει ἡ δημοκοπία, νὰ παύσουν οἱ κομματικοὶ νομάρχαι. Καὶ διατί, κύριοι, θὰ παύσουν οἱ κομματικοὶ νομάρχαι, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχουν οἱ κομματικοὶ ὑπουργοί; Κατὰ μείζονα λόγον, λοιπόν, νὰ παύσουν οἱ κομματικοὶ Ὑπουργοί. Ἀλλὰ τότε ποῦ πηγαίνομεν; Πηγαίνομεν ἢ δὲν πηγαίνομεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ Συστήματος; Ὄχι λοιπὸν νὰ παύσουν τὰ κόμματα, ὄχι νὰ παύσουν οἱ κομματικοὶ νομάρχαι καὶ οἱ κομματικοὶ Ὑπουργοί, ἀλλὰ ἁπλῶς καὶ κυριολεκτικῶς, νὰ διορθωθοῦν τὰ κόμματα. Νὰ καταρτίσωμεν ἐκλογικὸν σύστημα, ὥστε νὰ ἔλθουν ἐδῶ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀποτελοῦν «συνέδρια βασιλέων», ὅπως ἐλέχθη κάποτε εἰς τὴν παλαιὰν ἱστορίαν, ὥστε νὰ μὴ τολμοῦν νὰ συγκεντροῦνται ἐκεῖ ἀνθρωπάρια. Θέλω νὰ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ὁ κ. Μελᾶς συμφωνεῖ μὲ τὴν γνώμην μου αὐτήν. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὸν παραπλεύρως ἀξιόλογον ἐπιστήμονα, διότι θὰ ἐπεθύμουν καὶ θὰ τὸν συνεβούλευον, ἀκριβῶς διότι εἶναι καλὸς ἐπιστήμων καὶ καλὸς ἄνθρωπος, ἀκριβῶς διότι πιστεύω ὅτι θὰ γίνῃ καλὸς πολιτευτής, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ δεχθῇ χαρτοφυλάκιον μόλις ἐγένετο βουλευτής. Ἀπαιτεῖται μία ἐμπειρία, μία γνῶσις ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ μία ἄσκησις διὰ τὴν ἀνάληψιν τοῦ ὑπουργικοῦ λειτουργήματος.
§16Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνεται τοιαύτη συζήτησις, ἐφ’ ὅσον συζητοῦμεν τὸ Σύνταγμα.
§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποσβεσθῇ ἡ λέξις ἀποκέντρωσις. Ἡ ἀποκέντρωσις σημαίνει ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους. Ἀκούσατε δι’ ἐλαχίστων καὶ τὴν ἱστορίαν της. Εἰς τὰ 1930 μᾶς ἐκόμισαν νομοσχέδιον, τὰ εἶπον αὐτὰ καὶ ἄλλοτε, θὰ τὰ ἐπαναλάβω χιλιάκις ἐφ’ ὅσον θὰ μὲ βοηθῇ ὁ Θεὸς νὰ ἐκτελῶ τὸ καθῆκον μου, παρὰ τὴν ἡλικίαν μου, μᾶς ἔφεραν νομοσχέδιον ὑπὸ τὸν τίτλον «Καταστατικὸν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων», διὰ τοῦ ὁποίου κατηργεῖτο, τρόπον τινά, ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις! Αὐτὸ λοιπὸν θέλετε; Καὶ ἐγένετο τότε καὶ μία ἐργασία τραγελαφική, μωροτάτη ἀπὸ μέρους δοκησισόφων, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν εἰς τὴν Γερμανίαν, μία ἐργασία μωρά, μωροτάτη! Διότι, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἱεραρχία, ἐὰν δὲν ὑπάρχει ἱεραρχία, δὲν ὑπάρχει ρυθμός. Ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν δὲν εἶναι οἱ νομάρχαι κομματικοί, τότε θὰ παύσουν νὰ εἶναι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ κομματικοί. Ὄχι, κύριοι. Πρέπει νὰ καταρτίσωμεν καλὴν Βουλὴν καὶ ἡ καλὴ Βουλὴ θὰ καταρτίσῃ καλὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ καλὴ Κυβέρνησις θὰ διορίζῃ καλοὺς νομάρχας. Ἡ χώρα μας εἶναι μικρά. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ἀποκεντρώσεως. Ἀλλὰ βέβαια, νὰ παύσουν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ νομίζουν ὅτι εἶναι μονάρχαι. Νὰ σταματήσῃ ἡ γραφειοκρατία, ἡ ὁποία διαιωνίζει τὰς ὑποθέσεις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν θὰ κατορθωθῇ μὲ αὐτὰ τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σκόπιμα, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀπὸ ἄγνοιαν, μόνον ἀπὸ ἀμάθειαν, εἶναι ἀπὸ τὰ ὅπλα τοῦ μεγάλου ἐχθροῦ τοῦ Χριστιανικοῦ Κόσμου καὶ τοῦ Πολιτισμοῦ, εἶναι ἀπὸ τὰ ὅπλα τοῦ Κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀνατρέψῃ τὴν παγκόσμιον πρόοδον, τὸν παγκόσμιον ρυθμόν, ὅλα τὰ πολιτεύματα εἰς ὅλας τὰς Χώρας. Ἐὰν θέλωμεν, νὰ συζητήσωμεν τὰ ζητήματα ὡς ἔχουν, ὅταν λέγωμεν, κύριοι, «συνοδοιπόροι», λέγομεν μίαν λέξιν περιληπτικωτάτην καὶ ἐὰν τὴν ἐννοήσωμεν εἰς τὸ βάθος της, θὰ κατανοήσωμεν ὅτι ἀπὸ ὅλα τὰ σημεῖα, ἀπὸ ὅλας τὰς κατευθύνσεις, συνοδοιποροῦν καὶ ὑπονομεύουν τὰ σημερινὰ πολιτεύματα, τὴν σημερινὴν πρόοδον τοῦ Κόσμου.
§18Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Ὁ νόμος περὶ νομαρχῶν εἶναι ὁ παλαιὸς νόμος τοῦ Βενιζέλου τοῦ 1929.
§19Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν φίλον μου κ. Ζαΐμην: «Ἀκριβῶς διότι λέγεσαι Ζαΐμης», εἶπεν πρὸς αὐτόν, «ἀγαπητὲ Φωκίων, ἔπρεπε νὰ τὸ σχίσῃς αὐτὸ τὸ τραγελαφικὸν νομοθέτημα, διὰ νὰ φωνάξωμεν ζήτω ὁ Ζαΐμης». Ὑπῆρξεν ἄλλος Ὑπουργὸς μὲ ἱστορικὸν ὄνομα καὶ ἀπέρριψε τὸ χαρτοφυλάκιον. Εἶμαι ὑπερήφανος διότι εἶναι ἰδιαίτερος συμπατριώτης μου. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κυβερνήσεις καθὼς πρέπει, Βουλαὶ σεβόμεναι ἑαυτάς, νὰ ἀνέχωνται τὴν ἔλευσιν εἰς τὴν Χώραν μας ἐπιστημόνων, τῶν ὁποίων ἀγνοοῦμεν καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἐμπειρίαν εἰς αὐτὰ τὰ θέματα καὶ νὰ μᾶς καταρτίζουν νόμους τοιούτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ μὴ ὑποπτευώμεθα, ὅτι κάτι συμβαίνει εἰς αὐτὴν τὴν προσπάθειαν νὰ ἀποσυνθέσωμεν τὸ Κράτος, διότι ἀποσύνθεσιν σημαίνει ἡ ἀποκέντρωσις, μάλιστα εἰς μίαν μικρὰν Χώραν. Κύριοι, δημοσιογραφῶ ἀπὸ 59 ἐτῶν, δικηγορῶ, νομίζω εὐδοκίμως, ἀπὸ 49 ἐτῶν, ὑπῆρξα συνδιευθυντὴς καὶ ὁ κύριος συντάκτης ἐπιστημονικοῦ ἐντύπου, νομίζω τοῦ δυσκολωτέρου ἐντύπου, τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, πολιτεύομαι ἀπὸ 39 ἐτῶν, ἔχω λοιπὸν μίαν ἐμπειρίαν. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ἅπαξ καὶ δίς, θὰ σᾶς τὸ λέγω ἐν ἀνάγκῃ ἑκατοντάκις ὑπὸ τὴν ἄλλην ἄποψιν, τὴν ἠθικήν: «δικαιοῦμαι νὰ σᾶς κυττάξω ὅλους κατάματα». Λέγω ἐνταῦθα τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν ἐσπούδασα, τὴν ὁποίαν ἐμελέτησα, τὴν ὁποίαν ἔζησα, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀγωνίζομαι καὶ ἀγωνίζομαι καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ σᾶς πείσω, ὅτι πρέπει νὰ αἰσθανθῶμεν βαθέως τὰς εὐθύνας μας ἐνώπιον τῆς Πατρίδος μας καὶ τῆς Ἱστορίας (ραγδαῖα χειροκροτήματα). Ζητῶ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 2 ἐξ ὁλοκλήρου.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σφαέλλος, ἔχει τὸν λόγον.
§21Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Διερμηνεύων εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, κύριοι συνάδελφοι, τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς ἀπόψεις τοῦ πειραϊκοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ εἶναι εἷς ἐκ τῶν παραγωγικωτέρων καὶ ἐργατικωτέρων τῆς Χώρας μας, καὶ τὰς πεποιθήσεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι φέρουν τὸ μεγαλύτερον βάρος τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ, λαοῦ ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται κατὰ τὸ μεγαλύτερον μέρος ἀπὸ σκληρῶς ἐργαζόμενον κόσμον, εἶναι φυσικὸν ὅτι ἔρχομαι νὰ ἐκφράσω τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν ἱκανοποίησίν μου, διότι εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Ψήφισμα καὶ συγκεκριμένως εἰς τὸ ἄρθρον 2 μεταξὺ τῶν ἄλλων προτάσεων τῆς ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἄρθρον 22, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῆς ἐργασίας. Ἀφ’ ἑτέρου, αἰσθάνομαι θλῖψιν εἰλικρινῆ, τὸ μὲν διότι τὸ ἄρθρον ἔχει διατυπωθῆ μειονεκτικῶς, τὸ δὲ διότι ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὅπως καὶ τῶν περισσοτέρων καὶ τῶν σοβαρωτέρων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, διεξάγεται οὐσιαστικῶς μεταξὺ συναδέλφων οἱ ὁποῖοι πάντως δὲν ἀποτελοῦν Σῶμα, διότι δὲν εὑρισκόμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ διεξάγεται δυστυχῶς ἡ συζήτησις εἰς τόσον στενὸν κύκλον, ὥστε ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην μας ψηφίζοντες, ὑπερψηφίζοντες ἢ καταψηφίζοντες τὰς προτάσεις, θὰ ψηφίσωμεν «τυφλοὶ τὰ τ’ ὦτα, τόν τε νοῦν, τὰ τ’ ὄμματα» ὡς εἶπεν ὁ Οἰδίπους πρὸς τὸν Τειρεσίαν. Καὶ τὰ κενὰ ἑδώλια δὲν ψηφίζουν, δὲν ἔχουν κρίσιν καὶ δὲν ἔχουν νοῦν. Καὶ ἐδῶ ψηφίζομεν καταστατικὸν χάρτην τῆς Χώρας, καὶ πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ ψηφίζων τί ψηφίζει. Ἐκφράζω λοιπὸν τὴν λύπην μου, διότι καὶ τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ 22, συζητεῖται κατὰ τρόπον ἄκρως ἀπογοητευτικόν, ἐνῷ θὰ ἔπρεπε νὰ παρίστανται ὅλοι ἐδῶ διὰ νὰ ἀγωνισθῶμεν διὰ τὴν καλυτέραν, εὐστοχωτέραν καὶ πλέον σύγχρονον διατύπωσίν του. Διότι ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν καὶ ὑποστηρίξωμεν, ὅσον προοδευτικοὶ καὶ συγχρονισμένοι ἐὰν θέλομεν νὰ ἐμφανισθῶμεν, ὅλα αὐτὰ θὰ εἶναι μάταια, ἀφοῦ θὰ ἔλθουν νὰ ψηφίσουν τελικῶς οἱ πολλοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἤκουσαν, δὲν παρηκολούθησαν, οὔτε εἰργάσθησαν καὶ φυσικὰ οἱ μὴ ἐργασθέντες οὐδὲ θὰ συγκινηθοῦν καὶ διὰ τὸ ἄρθρον περὶ ἐργασίας!!! Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον αὐτό, καθὼς καὶ τὸ ἄρθρον περὶ ἰδιοκτησίας καθὼς καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, κοινωνικοοικονομικῆς σημασίας, ἀποτελοῦν λυδίαν λίθον βάσει τῶν ὁποίων θὰ κριθῇ τὸ ὅλον συγχρονισμένον ἢ μὴ πνεῦμα τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς παρούσης Βουλῆς. Δὲν δυνάμεθα νὰ συγκινούμεθα διὰ τὸ ἄρθρον «περὶ ἰδιοκτησίας», ὅπως εἶναι φυσικὸν νὰ συγκινηθῇ ἡ παροῦσα Βουλή, χωρὶς ἐκ παραλλήλου νὰ συγκινούμεθα καὶ διὰ τὸ ἄρθρον «περὶ ἐργασίας». Ἂν τὸ ἄρθρον «περὶ ἰδιοκτησίας» εἶναι θεμελιώδους σημασίας ἄρθρον, διὰ τὴν κοινωνικοοικονομικὴν διάρθρωσιν τῆς Χώρας καὶ προστατεύει τοὺς Ἕλληνας κατέχοντας, τὸ ἄρθρον «περὶ ἐργασίας» δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡς μόνον πολύτιμον ἰδιοκτησίαν ἔχουν τὰς παραγωγικὰς χεῖρας των ἢ τὸν νοῦν των καὶ τὴν δημιουργικὴν πνοήν των εἶναι ἀπολύτως ἰσότιμον πρὸς τὸ τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ ἀτυχῶς τὸ ἄρθρον 22 περὶ ἐργασίας, ὡς διατυποῦται εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος δὲν ἱκανοποιεῖ τοὺς ἐργαζομένους παραγωγικοὺς Ἕλληνας οὔτε καλύπτει τὰ αἰτήματα αὐτῶν ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐποχὴν καὶ μειονεκτεῖ θετικῶς. Καὶ τοῦτο διότι λησμονεῖ ὅτι ἡ ἐργασία εἶναι ἠθικὸν προνόμιον ἀλλ’ ἐν τ’ αὐτῷ καὶ ἠθικὴ ὑποχρέωσις πρὸς τὸ κοινωνικὸν σύνολον ἀπορρέουσα ἀπὸ αὐτὸ τοῦτο τὸ κοινωνικὸν συμβόλαιον. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ ἐργασία εἶναι ἐθνικὸν κεφάλαιον καὶ ἐθνικὸς πλοῦτος ἔχων ἀνάγκην προνοίας καὶ περισυλλογῆς ὅλως κάθε ἄλλη μορφὴ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἀκριβῶς δὲ ἐν τῇ προστασίᾳ τῆς ἐργασίας δικαίως ἐπιβάλλεται νὰ ἀναμιμνησκόμεθα ὅτι περιλαμβάνεται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστατεύεται ὡς μία μορφὴ προστασίας τοῦ κεφαλαίου «Ἐργασία», ἀπὸ τὰς ἐπιβουλὰς ἢ τὴν κακὴν μεταχείρισιν ἀστόργων χειριστῶν καὶ ἰθυνόντων τῆς ἐργασίας, ζωϊκῆς ἢ πνευματικῆς. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ ἀπεργία καὶ ἐν τῇ ὡς ἄνω ἐννοίᾳ καὶ μορφῇ πάλιν δὲν δύναται νὰ ὑπερτερήσῃ αὐτῆς ταύτης τῆς ἱερότητος τοῦ δικαιώματος τῆς ἐργασίας, ἰδίᾳ ὅταν αὕτη κινδυνεύῃ ὡς ἀγαθὸν κοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν τοῦ κοινωνικοῦ συνόλου. Τότε, ἐντὸς πλαισίων τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος, ἡ ἀπεργία εὑρισκομένη ἐν συγκρούσει πρὸς γενικώτερα ἐθνικὰ καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα, εἶναι φανερὸν ὅτι ὑστερεῖ καὶ ὑποτάσσεται εἰς τὴν ἐργασίαν. Περὶ ὅλων, ὅμως, αὐτῶν, τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον δὲν προνοεῖ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ τὰ σημεῖα ὅπου ὑστερεῖ. Ὑστερεῖ καὶ εἰς τὴν θέσπισιν Ἐργατικῶν Δικαστηρίων εἰδικῆς διαδικασίας πρὸς ταχεῖαν ἐπίλυσιν τῶν συναφῶν διαφορῶν.
§22Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ προβλέπει εἰδικὸν ἄρθρον ὅτι αἱ ἐργατικαὶ διαφοραὶ θὰ λύνωνται κατὰ τρόπον ἄλλον ἢ διὰ τῶν Ποινικῶν Δικαστῶν. Τὸ Σύνταγμα τὸ ὁποῖον θὰ κάμωμεν δὲν θὰ εἶναι ἄξιον τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ σήμερον εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἐλάχιστα, διότι ἀντιλαμβάνεσθε τὶ θὰ ἐγένετο ἂν ἀνεζητούσαμεν ὀρθῶς τὰ περισσότερα.
§23Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἀκριβῶς διότι ἀντιλαμβάνομαι τὰ ὅσα ὑπονοεῖτε, καὶ διότι ἀκριβῶς εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, διότι προβλέπω ὅτι μετὰ τὸ σημερινὸν Ψήφισμα, προβλέπω ὅτι ἂν τὸ ψηφίσωμεν, θὰ ἐπακολουθήσῃ ἄλλο μὲ πρότασιν συνοπτικῆς συζητήσεως καὶ ψηφίσεως ἄλλων ἄρθρων καὶ τέλος θὰ ἔλθῃ ὡς Πλὰξ τὸ ὑπὸ ὡς Κασσάνδρας ἀπὸ τριετίας προλεγόμενον καὶ προτεινόμενον ὑπὸ σεβαστοῦ συναδέλφου ἡ συλλογικὴ καὶ δι’ ἑνὸς Ψηφίσματος ἐπιψήφισις τοῦ ὅλου ὑπολοίπου κειμένου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἐνόμισα ἐν τῇ ὑποστηρίξει τῶν κατατεθειμένων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τροπολογιῶν μου ἐπιβεβλημένον νὰ κάμω λόγον ἐδῶ περὶ τῶν Εἰδικῶν Δικαστηρίων Ἐργατικῶν Διαφορῶν. Ἄλλως τε καὶ ὡς θέμα παρουσιάζει ἐδῶ ἰσότιμον ἀξίωσιν ταξιθετήσεως, λόγῳ συνοχῆς μὲ τὸ θέμα τῆς προστασίας τῆς ἐργασίας. Ἐξ ἄλλου, ἡ κατ’ ἀντιγραφὴν τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἐπανάληψις εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Ψηφίσματος τοῦ νέου ἄρθρου «περὶ ἐργασίας», νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν ἑνὸς ἀποκαθαρμοῦ, μιᾶς ἀποτοξινώσεως μαρξιστικῆς τινος ἐπιδράσεως, ἡ ὁποία πρὸ ἑκατονταετίας καὶ πλέον πρὶν κἂν τῆς διατυπώσεως τοῦ κομμουνιστικοῦ μανιφέστου, ἴσως νὰ ἐθεωρεῖτο ἀμαχήτως ἐπιστημονική, ὅμως εἰς τὴν ἐποχήν μας εἶναι ἤδη παρωχημένη, ἰδίᾳ εἰς τὴν ὡς ἑνιαῖον ἐθνικὸν καὶ κοινωνικὸν σύνολον ἀγωνιζομένην Ἑλλάδα τοῦ 1949. Ἐγένετο λόγος περὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξαγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καινοφανεῖς θεωρίας, περὶ ὑπάρξεως ἢ ἀνυπαρξίας τάξεων. Δὲν ἐξετάζω ἐὰν αἱ θεωρίαι αὐταὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν τὴν ἰσχύν τὴν ὁποίαν εἶχον ὅταν ἐξηνέχθησαν τὸ πρῶτον. Νομίζω, ὅμως, ὅτι τὰ διαρρεύσαντα 150 ἔτη δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἀποδείξουν ὅτι συμφέρει εἰς τὴν κοινωνικὴν ὁλότητα ἡ διάκρισις αὐτῆς εἰς τάξεις. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχουν συμφέροντα ὁμάδων, συμφέροντα τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ χωρίσουν κατὰ τρόπον μαρξιστικὸν τὴν σύνθεσιν, τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἠθικὴν μορφὴν τῆς Κοινωνίας, ἀλλὰ θὰ κατέληγον εἰς συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρουν τοὐλάχιστον εἰς τὴν πατρίδα μας, ὅπως φαίνεται ὅτι δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς ἀληθῆ ἢ δίκαια ἢ συμφέροντα καὶ εἰς ἄλλας χώρας προοδευτικάς, δημοκρατικάς, πλουσίας καὶ μεγάλας, ὅπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἡ ὁποία εἶναι μία ἐκ τῶν κυριωτέρων συνδικαλιστικῶν χωρῶν, καὶ ὅπου ἔδρασαν αἱ κοινωνικαὶ καὶ πολιτικαὶ φυσιογνωμίαι ἀγῶνος ὡς τοῦ Ἄτλυ, τοῦ Μπέβιν, τοῦ Κρίπς, τοῦ Χέντερσον, τοῦ Σνάουντεν κ.λ.π. Αὐτὸς ὁ ἱδρυτὴς τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος, ὁ Ράμσεϋ Μὰκ Ντόναλντ εἰς παλαιόν του σύγγραμμα περὶ «Σοσιαλισμοῦ», λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει κοινωνία διῃρημένη εἰς τάξεις, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ προοδεύσῃ. Ἡ οὐτοπία μιᾶς διῃρημένης εἰς τάξεις κοινωνίας, τάξεις μισουμένας, ἀνταγωνιζομένας μὲ καταστροφὰς καὶ ἐπαναστάσεις καὶ ἀναδυομένης καὶ πλεούσης ἀκολούθως εἰς τὰ νερὰ τῆς γαλήνης καὶ τῆς προόδου, ἐν ἀδελφοσύνῃ, εἶναι οὐτοπία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν σκέψιν τῶν φιλοσόφων, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μέθοδος, ἡ ὁποία νὰ συντελῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ πρόοδον τῆς Κοινωνίας καὶ εἰς τὴν εὐτυχίαν της, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἶναι δυνατὸν τοῦτο ν’ ἀποτελῇ σκοπὸν πολιτικῶν, πονούντων τὸν λαόν των. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ θὰ ἦτο εὐχερεστέρα, ἐὰν ἐγίνετο ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἔχω καταθέσει. Θὰ σᾶς διαβάσω ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 22, ὅπως τὸ διετύπωσα. Ἄρθρον 22 «Ἡ ἐργασία, εἴτε πνευματικὴ εἴτε σωματική, εἶναι τὸ πρώτιστον ἠθικὸν προνόμιον καὶ ἡ ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου ὡς πρὸς τὸ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι. Ἡ ἐργασία τελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, μεριμνῶντος συστηματικῶς ἐπὶ τοῦ καθήκοντος τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς ἐξυψώσεως τῶν ἐργαζομένων παραγωγικῶν Ἑλλήνων, ἀστῶν καὶ ἀγροτῶν, καθὼς καὶ διὰ τὴν ἀσφάλισιν τῆς τύχης τῶν ἐργαζομένων ἅμα τῇ παρεμποδίσει αὐτῶν ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως αὐτῶν — ὡς εἰδικοὶ νόμοι τῶν Κοινωνικῶν Ἀσφαλίσεων ὁρίζουν— ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ ἐθνικοῦ λειτουργήματος τῆς ἐργασίας. Ἡ ἐργατικὴ προστατευτικὴ νομοθεσία ἐφαρμόζεται ἐξ ὁλοκλήρου πρὸς προστασίαν τῶν Δημοσίων Ὑπαλλήλων καὶ Ὑπηρετῶν καὶ τῶν ἐργαζομένων παρὰ τοῖς Ὀργανισμοῖς Δημοσίου Δικαίου εἰς ἃς περιπτώσεις οὗτοι δὲν προστατεύονται ὑπὸ εἰδικῶν νόμων. Ἐπὶ ζητημάτων καὶ διαφορῶν ἐργασίας, νόμος θέλει ὁρίσει εἰδικῆς συνθέσεως δικαστήρια καὶ διαδικασίαν». Ἑρμηνευτικὴ δήλωσις. Ἐν τῇ ἀληθῇ ἐννοίᾳ τῆς προστασίας τῆς ἐργασίας ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς ἐπικρατέστερον τοῦ τῆς ἐργασίας ἢ γενικωτέρων ἐθνικῶν καὶ κοινωνικῶν συμφερόντων, πάντοτε δὲ ἐφ’ ὅσον ἀσκεῖται ἐντὸς τῶν πλαισίων εἰδικῶς ρυθμιζόντων τοῦτο νόμων. Θὰ ἤθελα νὰ προσθέσω, εἰς ὅσα πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, ὀλίγα τινα ἐν σχέσει μὲ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Οἰκονόμου. Ἡ τροπολογία αὐτή, ὁμολογουμένως, διαπνέεται ἀπὸ ἕναν ἐθνικὸν παλμόν. Ὅσοι ἐνέκυψαν εἰς τὴν μελέτην τοῦ τρόπου ζωῆς καὶ τῆς ἐπιβιώσεως καὶ τῆς προόδου τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ, ὅσοι ἐμελέτησαν ὄχι μόνον τὸν θεσμὸν τοῦ Συνεταιρισμοῦ τῶν Ἀμπελακίων, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Οἰκονόμου, ἀλλὰ καὶ ὅσοι ἀνέκυψαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Συνεταιρισμῶν τῆς Χίου, τῶν ναυτικῶν Συνεταιρισμῶν τῆς Ὕδρας καὶ ἄλλων νήσων τῆς Σμύρνης καὶ τοῦ Μελενίκου, διότι συνεχῶς ἐρευνῶνται καὶ συνεχῶς ἀνακαλύπτονται μορφαὶ συνεταιριστικῆς ἐργασίας, συνεταιριστικῆς δράσεως καὶ τῆς κοινωνικῆς καὶ οἰκονομικῆς ζωῆς τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ καταπληκτικαὶ καὶ τελειόταται, ἀναμφισβητήτως ᾐσθάνθησαν ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου, ἡ ὁποία, ὁμολογουμένως, θέλει νὰ διανοίξῃ τὴν χρυσῆν γέφυραν, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνικοοικονομικὴν αὔριον. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ τρόπος καὶ ἡ μορφὴ τῆς κοινωνικῆς καὶ τῆς οἰκονομικῆς συνθέσεως τῆς σημερινῆς ζωῆς, θὰ ὑποστῇ μεταβολήν. Δὲν ἠμπορεῖ, ὅμως, εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὐλάχιστον, νὰ ὑποστῇ τὴν μεταβολὴν ἐκείνην τὴν ὁποίαν μᾶς εὐαγγελίζεται ὁ Μαρξισμός. Διότι οὗτος δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ἔχῃ τὴν μορφὴν τῆς βίας, τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς δικτατορίας, μορφὴν τὴν ὁποίαν παρουσιάζει εἰς τὰς χώρας τοῦ σλαυϊκοῦ σιδηροῦ παραπετάσματος, εἴτε ἐκείνην τὴν μορφὴν ποὺ ἔχει εἰς τὰς χώρας τῶν δορυφόρων, εἴτε εἰς τὸ πρωτότυπον αὐτῆς. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ αὐγὴν ποὺ συγκινεῖ τὰς ἐλευθέρας πολιτείας καὶ τοὺς ἐλευθέρους λαούς, εἶναι τὸ θέμα τῆς συνεταιριστικῆς κινήσεως καὶ τῆς ἐλευθέρας ρυθμίσεως τῶν ἀντιτιθεμένων οἰκονομικῶν συμφερόντων καὶ φαινομένων διὰ τῆς συνεννοήσεως τῆς συνεταιριστικῆς καὶ συνδικαλιστικῆς ἄνευ τῆς παρεμβάσεως τῆς κρατικῆς ἐξουσίας εἰμὴ κατευθυντηρίως. Καὶ εἰς αὐτό, ἀσφαλῶς, κατατείνει ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου, ἕνα κρᾶμα ἐλευθέρων ἀρχῶν, ἕνα κρᾶμα ἀρχῶν κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ πίστεως πρὸς τὰ ἰδεώδη τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας θερμὸς συνήγορος ἐστάθη ὁ Κάρολος Ζὶντ καὶ οἱ ὀπαδοί του. Τὸ κρᾶμα τῶν ἰδεωδῶν αὐτῶν ἔχει ἐξωθήσει τὰς πολιτείας νὰ ἀναζητοῦν μίαν νέαν μορφὴν κοινωνικοοικονομικῆς συμβιώσεως τῶν ἀνθρώπων. Καὶ εἰς τὴν ἀναζητουμένην μορφὴν εἶναι δυνατὸν ὁ ἑλληνικὸς νοῦς νὰ δώσῃ μίαν πρωτοποριακὴν λύσιν εἰς τὸ πρόβλημα αὐτό, πρωτοποριακὴν λύσιν ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι πρωτοπόρος ἔστω καὶ ἐὰν λαμβάνῃ βασικῶς συνεταιριστικὴν μορφήν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη καὶ εἰς τὴν ξένην, συνεταιριστικὴν μορφὴν ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ ἐκηρύχθη καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Δανίᾳ καὶ Ἰρλανδίᾳ καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην καὶ ἐπεζητήθη ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς εἰς τὰς σκανδιναυϊκὰς χώρας καὶ τὰς Κάτω Χώρας. Ἡ συγκεκριμένη μορφὴ συνεταιρισμῶν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ διευκολύνῃ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Οἰκονόμου, εἶναι μορφὴ εἰσέτι κἄπως συγκεχυμένη καὶ ἀκαθόριστος, εἶναι μορφὴ ἡ ὁποία θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν αὔριον τῆς ἑλληνικῆς οἰκονομίας καὶ θὰ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς ἐὰν αἱ ἀντιθέσεις τῶν κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος τεθοῦν εἰς τὴν κοίτην πρὸς τὴν ὁποίαν προγραμματίζει ἡ τροπολογία τοῦ κ. συναδέλφου. Διότι ὅλα ὅσα ἀνεπτύχθησαν πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, ὅσα ἀνεπτύχθησαν καὶ ἀπὸ τὸν ὑποφαινόμενον, ἔχουν ἕνα καὶ κύριον σκοπόν, τὸν σκοπὸν ν’ ἀποδοθῇ ἡ τιμὴ καὶ ὁ ὕμνος εἰς τὴν ἐργασίαν, τὴν κάθε ἐργασίαν, καὶ εἰς τὰ δικαιώματά της, ὅπως ἀπεδόθη ἡ τιμὴ καὶ ὁ ὕμνος εἰς τοὺς ἄλλους τομεῖς ποὺ ἀποτελοῦν θεμέλιον τοῦ πολιτικοῦ καὶ κοινωνικοῦ καθεστῶτος τῆς χώρας μας. Πρέπει, ὅμως, ταὐτοχρόνως νὰ μὴ λησμονήσωμεν καὶ κάτι ἄλλο, τὸ ὅτι ὁ ἐργαζόμενος, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀνοικοδομεῖ καθημερινῶς τὴν ζωὴν τῆς κοινωνίας, τὴν ζωὴν τοῦ Ἔθνους, ὀφείλει νὰ ἔχῃ δικαιώματα κατὰ πολὺ ἐπηυξημένα εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπηρεάζειν τὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν ζωήν. Δὲν δυνάμεθα, δυστυχῶς, παρὰ πᾶσαν ἐπιθυμίαν μας, νὰ κάμωμεν ἄλλας τιμητικὰς διακρίσεις πρὸς τὴν μητέρα τῆς ζωῆς «ἐργασίαν». Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ βουλεύεται διὰ τὰ κοινὰ πρωτίστως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐργάζεται πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνικῆς προόδου, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῇ προνομιακῶς εἰς τὸν κάθε καὶ κατὰ πάντα τρόπον ἐργαζόμενον καὶ συνεπῶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι νὰ ἀνήκῃ μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ἀποδείξουν εἰς κάθε στιγμὴν ὅτι ὄντως εἶναι κατὰ οἱονδήποτε, πνευματικὸν ἢ ὑλικόν, τρόπον παραγωγικοὶ ἄνθρωποι καὶ χρήσιμα στοιχεῖα εἰς τὴν ζωὴν τῆς πατρίδος καὶ τοῦ τόπου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπόλοιπα συνταγματικὰ ἄρθρα, τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Ψηφίσματος, δὲν θὰ μὲ ἀπασχολήσουν. Καὶ δὲν θὰ μὲ ἀπασχολήσουν διότι παρ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὡς πρὸς τὰ ἄρθρα ἀπὸ 88 ἕως 117 ἐκφράζω τὴν συμφωνίαν μου, εἰδικῶς διὰ τὸ ἄρθρον 24 περὶ γάμου, νομίζω ὅτι ἔχουν κατατεθῆ συγγενεῖς τροπολογίαι καὶ ἄλλων συναδέλφων, πρὸς ἃς κατ’ ἀρχὴν συντάσσομαι. Συντάσσομαι δὲ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ μὲ τὰς τροπολογίας τῶν συναδέλφων, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν νὰ δώσουν περιεχόμενον οὐσιαστικώτερον ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς προστασίας τῆς οἰκογενείας, πιστεύων ὅτι πρέπει ν’ ἀπασχολήσουν σοβαρῶς τὴν Βουλήν. Ὑπῆρξαν σχετικαὶ ἀντιρρήσεις ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ ἀπαραιτήτου ἢ μὴ συνταγματικῶς ἐκ μέρους τοῦ ἐκλεκτοῦ συναδέλφου, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ, κ. Θηβαίου. Ὑπῆρξαν, δηλαδή, ἀντιρρήσεις εἰς τὸ ἐὰν θὰ πρέπει νὰ περιληφθοῦν τὰ ἄρθρα αὐτά —δίκην εὐχῶν— εἰς τὸ Σύνταγμά μας ἢ ἀποτελοῦν, ἁπλῶς, θέματα νομοθετικῆς ρυθμίσεως. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἰδιαιτέρως τὸ ἄρθρον περὶ «ἐργασίας», τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἔννοιαν εὐχῆς μόνον, καθὼς καὶ τὸ περὶ «γάμου» θ’ ἀποτελοῦν τίτλον τιμῆς διὰ τὴν Βουλήν μας. Καὶ τὸ νὰ τὰ συζητῇ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ νὰ τὰ περιλαμβάνῃ εἰς τὸ Ψήφισμα τὰ ἄρθρα αὐτά, ἐπαναλαμβάνω, ἔστω καὶ μὲ ἄλλην τινά, εὐστοχωτέραν κοινωνικοῦ περιεχομένου διατύπωσιν, εἶναι κάτι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ κάπως μεγαλύτερον κῦρος εἰς τὴν ὅλην οὐσιαστικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἕως τώρα ἠθελήσαμεν, ἀλλ’ ἴσως νὰ μὴ κατωρθώναμεν, νὰ ἐπιδείξωμεν εἰς τὸ Σῶμα τοῦ ὁποίου ἀποτελοῦμεν μέλη καὶ τοῦ ὁποίου δὲν γνωρίζω ἐὰν ὅλοι εἴμεθα ἐνθουσιασμένοι ἀπὸ τὴν ἕως τώρα ἀπόδοσιν. Ὥστε τοὐλάχιστον ἐξ ἀφορμῆς τῶν παρόντων καὶ ἄλλων τινῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν ἐπίλυσιν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν προβλημάτων νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν βελτιώσεως τῆς δι’ ἡμᾶς ἀντιλήψεως τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δι’ ἑαυτοὺς δὲν ἔχομεν, δυστυχῶς, ἀκόμη τόσον εὐνοϊκὴν σχηματίσει διὰ τὴν ἕως τώρα ἐπιτελεσθεῖσαν παρ’ ἡμῶν ἐργασίαν!... (Χειροκροτήματα).
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις δὲν πρέπει νὰ γίνεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§25Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐὰν θὰ μποῦν ἢ ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν τροπολογίαι ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Δὲν τὸ νομίζω ὀρθόν. Αἱ τροπολογίαι ὀφείλουν νὰ λέγουν τὸ τάδε ἄρθρον νὰ μὴ περιληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Ψηφίσματος.
§27Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἡμεῖς καταθέσαμεν τροπολογίαν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν ἀκριβῶς, τῆς ἐξαιρέσεως τῶν ἄρθρων.
§28Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν πρέπει νὰ ἐξαιρεθοῦν ἢ ὄχι, πρέπει νὰ ἀναπτυχθοῦν αἱ τροπολογίαι καὶ τότε θὰ κρίνωμεν ἡμεῖς ἐὰν πρέπει νὰ τὰ ἐξαιρέσωμεν ἢ ὄχι.
§29Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ τὸ σχέδιον αὐτὸ περιλαμβάνει πρὸς ἔγκρισιν μίαν σειρὰν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἀρκετὰ εὔλογον τὸ γεγονὸς ὅτι ἓν μέλος τοῦ Σώματος ἠμπορεῖ ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου νὰ κάνῃ μίαν παρατήρησιν ἡ ὁποία πρόκειται νὰ προσλάβῃ τὴν μορφὴν τῆς τροπολογίας.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτό, κύριε Ὑπουργέ. Ἐδῶ ὑπάρχουν τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι λέγουν τὸ ἄρθρον 22 νὰ τροποποιηθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα ἐὰν πρέπει νὰ τεθῇ ἢ ὄχι τὸ οἱονδήποτε ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἢ ὄχι εἰς τὸ συζητούμενον ἄρθρον τοῦ σχεδίου.
§31Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Διὰ νὰ ἐξαιρεθῇ ἢ ὄχι, πρέπει νὰ καταθέσωμεν τροπολογίαν καὶ βασικῶς νὰ τὴν ἀναπτύξωμεν, ἄλλως τὸ νὰ περιληφθῇ ἢ ὄχι εἰς τὰ συλλήβδην ψηφιζόμενα ἢ ὄχι θὰ ἐκινδύνευε νὰ εἶναι ζήτημα τύχης, ἀντιλήψεως ἢ πεισμάτων. Καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι σοβαρὰ πράγματα.
§32Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἔχετε δίκαιον ἀπολύτως, διότι τὸ θέμα εἶναι τοῦτο. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει αὐτὰ τὰ ἄρθρα θὰ μείνουν ἀτροποποίητα. Ἡ μόνη τροπολογία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ὑποβληθῇ, δὲν εἶναι ἐκείνη ποὺ περιλαμβάνει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ψηφιζομένων ἄρθρων, ἀλλὰ ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξαίρεσιν ἑνὸς ἄρθρου διὰ νὰ μείνῃ νὰ συζητηθῇ κατόπιν. Δὲν ἠμπορεῖ διὰ κανένα ἄρθρον νὰ γίνῃ τροπολογία.
§33Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τῆς ὑποβολῆς τροπολογιῶν, τὸ ὁποῖον θίγεται εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν μαζὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀκολουθουμένης διαδικασίας, νομίζω ὅτι δὲν κάνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι πολὺ ἁπλοῦν. Εἰς μόνον τὸ ἄρθρον 1, ὅπου πρόκειται περὶ διατηρήσεως διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος τοῦ 1911, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ τροπολογιῶν. Προκειμένου περὶ τῶν ὑπολείπων ἄρθρων, τὰ ὁποῖα εἰσάγουν νέον δίκαιον, νομίζω ὅτι ἡ μὲν ὑποβολὴ τροπολογιῶν πρέπει νὰ γίνεται, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ γίνουν ἄνευ συζητήσεως, ἐὰν δὲ αἱ τροπολογίαι προκαλέσουν μακρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ εἰς παράτασιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Ψηφίσματος, τότε νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰ ἐπίμαχα ἄρθρα, διότι εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς τροπολογίας νὰ προβληθοῦν ὡρισμέναι φραστικαὶ μεταβολαί. Ἐζήτησα, κύριοι συνάδελφοι, τὸν λόγον μόνον διὰ νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, ἀλλὰ ἐλέχθησαν ἐν τῷ μεταξὺ ὡρισμένα πράγματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλω μίαν συντομωτάτην ἀπάντησιν. Ὡς πρὸς μὲν τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, νομίζω ὅτι τοῦτο μίαν δύναται μόνον νὰ ἔχῃ πρακτικὴν σημασίαν, τὴν σύστασιν τοῦ συνταγματικοῦ νομοθέτου διὰ τὴν εὔνοιαν τῶν ἐγγάμων καὶ τῶν πολυμελῶν οἰκογενειῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη πρακτικὴ σημασία, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον περὶ ἀποκεντρώσεως, δὲν ὑπάρχει, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὴν σκέψιν οὐδενὸς τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὸ ἄρθρον τοῦτο, οἱονδήποτε ἴχνος σκέψεως ἢ ὑπονοίας ὅτι ἐννοεῖ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν χαλάρωσιν τῆς ἑνότητος τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους. Τὸ ἄρθρον περὶ ἀποκεντρώσεως ἀποβλέπει εἰς τὴν λύσιν ὡρισμένων προβλημάτων τοπικῶς ὑπὸ τοῦ Κράτους, τούτου εὑρισκομένου ἐγγύτερον πρὸς τοὺς πολίτας, διὰ νὰ μὴ σωρεύωνται ταῦτα τὰ προβλήματα εἰς τὸ κέντρον καὶ μένουν ἄλυτα καὶ χρονίζοντα εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν κεντρικῶν ὑπηρεσιῶν. Σκοπός, ἑπομένως, τοῦ ἄρθρου, ὑπ’ αὐτὴν μόνον τὴν ἔννοιαν μέλλοντος νὰ ψηφισθῇ, εἶναι ἡ σύσφιγξις τῶν δεσμῶν τοῦ πολίτου πρὸς τὸ Κράτος καὶ οὐχὶ τὸ ἀντίθετον, διότι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτήν, πιστεύω ὅτι ἀντιμετωπίζεται εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ θέμα τοῦ ἄρθρου 22, τὸ ὁποῖον πιστεύω ὅτι εἶναι λίαν οὐσιώδους σημασίας. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος αὐτή, ἡ ὁποία εἶναι διάταξις κοινωνικοῦ περιεχομένου ὅσον καὶ ἡ περὶ ἀπαλλοτριώσεων γεωργικῶν συνεταιρισμῶν καὶ ἀστικῶν. Δὲν προτείνω τὴν προσθήκην αὐτήν, διότι ἡ πρότασις περὶ προσθήκης διατάξεων, ὁδηγεῖ εἰς τὴν ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Ψηφίσματος τούτου, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ σχεδίου Ψηφίσματος τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 καὶ ἐφ’ ὅσον πιστεύω ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ διάταξις περὶ ἐργασίας εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶμαι ὑποχρεωμένος, δι’ ἐλαχίστων, νὰ ὑποστηρίξω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ ἡ διατύπωσις τῆς περὶ ἐργασίας διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πράγματι κατὰ τρόπον πολὺ ἀόριστον καὶ πλατωνικὸν διατυπωμένον τὸ ἄρθρον τοῦτο. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, πρέπει νὰ προστεθοῦν δύο οὐσιώδους σημασίας προσθῆκαι. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους διὰ τὴν εὕρεσιν ἐργασίας εἰς τοὺς πολίτας καὶ ἡ δευτέρα ἀφορᾷ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῆς ἱκανοποιητικῆς ἀμοιβῆς τῶν ἐργαζομένων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον κατέθεσα τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐὰν πρόκειται, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ θέμα διὰ ψηφοφορίαν, νὰ προκαλέσῃ ἀντιρρήσεις, βεβαίως τότε πρέπει νὰ παραπεμφθῇ τὸ ἄρθρον εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν, ἀφαιρουμένου τοῦ ἄρθρου ἀπὸ τὸ ἄρθρον τοῦ Ψηφίσματος. Ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν προτείνω, εἶναι ἡ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). Κύριοι, συνάδελφοι, ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν προτείνω, στηρίζεται ἐπὶ τῆς πίστεως τὴν ὁποίαν ἔχω ὅτι ἀποτελεῖ θεμελιώδη ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους ὁ ἀγὼν κατὰ τῆς ἀνεργίας καὶ τῆς πενίας τῶν ἐργαζομένων. (Χειροκροτήματα).
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Παπαληγούρας ἔχει τὸν λόγον.
§35Π. ΠΑΠΑΛΗΓΟΥΡΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κατ’ ἀρχὴν ὁ ὥριμος συνταγματικὸς νομοθέτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ Σύνταγμα παρὰ διατάξεις τινάς, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν κανόνα δικαίου καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐν ἑαυταῖς τὸ τυπικὸν γνώρισμα παντὸς κανόνος δικαίου. Πιστεύω ὅτι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις ἔχουν τοῦτο τὸ νόημα, ὅταν τὰ παραβαίνῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, τὰ δικαστήρια δύνανται διὰ τῶν ἀποφάσεών των νὰ ἐπαναφέρουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν παραβιασθεῖσαν συνταγματικὴν τάξιν. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι συνταγματικαὶ διασφαλιστικαὶ κυρώσεις. Τὴν κυριωτέραν συνταγματικὴν διάταξιν ἀποτελεῖ, ἢ μᾶλλον ὁ ἔλεγχος τῶν νομοθετικῶν πράξεων ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης ἀποτελεῖ τὴν κύρωσιν τῶν κυριωτέρων συνταγματικῶν διατάξεων. Προϋπόθεσις τῆς λειτουργίας τῆς κυρώσεως αὐτῆς, εἶναι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις νὰ εἶναι ἐξωτερικῶς σαφεῖς καὶ νὰ εἶναι, μάλιστα, μονοκόμματοι. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ἀντιτίθεμαι πρὸς τὰς γενικὰς κατευθυντηρίους γραμμάς, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς πολλὰ τῶν νεωτέρων Συνταγμάτων. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ 1927, συντρέχει λόγος νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις. Ὁ κύριος λόγος εἶναι πολιτικός. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν πιστεύω ὅτι συντρέχει ὕψιστος πολιτικὸς λόγος νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις προστατεύουσα τὴν ἐργασίαν, διότι δὲν πρέπει νὰ —μολονότι ἡ διάταξις εἶναι ἀσαφής— φανῇ ὅτι καταργεῖται ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς, δεδομένου ὅτι ἡ πρᾶξις μας αὕτη εἶναι πολιτικὴ καὶ νομοθετικὴ καὶ θὰ παρεξηγηθῇ. Αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις ὑπὸ τοῦ κ. Θηβαίου εἶναι ὀρθαί, πράγματι ἡ διάταξις αὕτη ἐνεφανίσθη εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης ὑφ’ ἃς συνθήκας ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Εὐβοίας. Νομίζω, ὅμως, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως ταύτης ἤλλαξε. Ἐν τούτοις, πρέπει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 22 νὰ διατηρηθῇ. Θὰ ἐπεθύμουν θετικωτέραν διάταξιν. Νομίζω ὅτι ἓν τῶν προσόντων τοῦ σχεδίου Συντάγματος τῆς Ἐπιτροπῆς εἶναι ὅτι αὕτη ἔχουσα συναίσθησιν ὅτι δὲν ὡρίμασε ὁ καιρὸς διὰ διατύπωσιν ὁριστικῶς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καὶ φρονοῦσα ὅτι ἀδυνατεῖ ἡ σημερινὴ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς διατύπωσιν προστατευτικωτέρας διατάξεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐργασίας, διετύπωσε ὡρισμένας κατευθυντηρίους γραμμάς, πρᾶγμα ποὺ θὰ ἀφήσῃ εἰς τὸ Ἔθνος τὴν ἐλπίδα ὅτι ἄλλη Βουλὴ—ὅταν θὰ ἔχουν περισσότερον ἀποκρυσταλλωθῆ αἱ ἰδέαι— θὰ προβῇ εἰς συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔχει ἔννοιαν σχεδὸν πλατωνικὴν καὶ θὰ θέση θετικὴν διάταξιν δεσμεύουσαν τὸν νομοθέτην. Πιστεύω ὅτι ἡ μᾶλλον ἀνταποκρινομένη πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἄρθρου τροπολογία, εἶναι ἡ τοῦ κ. Καλλία, ἣν θέλω ὑποστηρίξῃ. Σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῆς ἀπεργίας, νομίζω ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται ὅτι λόγοι ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς ἐπιβάλλουν τὴν διασφάλισιν αὐτῆς διὰ θετικῆς διατάξεως. Εἶναι ἀπαράδεκτον διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας νὰ χρειάζεται προηγουμένη ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας βασίζεται εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἐργαζομένων, ὅποτε θέλω ἐργάζομαι ὅποτε θέλω δὲν ἐργάζομαι. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, κύριοι, δὲν θεμελιοῦται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς. Θεμελιοῦται ἐπὶ μόνης τῆς βάσεως καθ’ ἣν οἱ ἐργαζόμενοι ἐπιθυμοῦν ἀκριβῶς νὰ ἐργασθοῦν, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦν ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι καὶ τὴν ἐργασίαν των καθιστοῦν παραγωγικωτέραν καὶ τοὺς ἰδίους καθιστοῦν, διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν, ἀξιοτέρους πολίτας. Κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν διενεργοῦμεν καθ’ ὃν τρόπον διενεργοῦμεν σήμερον, εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δώσῃ ἕνα νομοθέτημα ἄρτιον. Ἡ ἀξία τῆς ἐργασίας συνίσταται ἐν τούτῳ. Εἰς τὸ ὅτι θὰ δώσωμεν τέρμα εἰς τὴν Συνταγματικὴν ἀνωμαλίαν. Δὲν πρόκειται νὰ καταλήξωμεν εἰς τὰς τελικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ δειχθοῦν ἱκαναὶ νὰ ζήσουν ἐπὶ δεκαετηρίδας, διότι ἂν εἴχαμεν τοιαύτας ἀντιλήψεις, θὰ ἀπετέλει οὐτοπίαν. Θὰ κατέλθω τοῦ βήματος μὲ μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Κατήντησε, κύριοι βουλευταί, νὰ ὁμιλοῦν ἐκεῖνοι ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι δυοῖν θάττερον· ἢ θὰ περιμένουν μεταθανάτιόν τινα..... τῆς παρουσίας των ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἢ πιστεύουν εἰς τὴν ἱστορικὴν ἀξίαν ἐκείνων τὰ ὁποῖα λέγουν. Πιστεύουν, δηλαδή, ὅτι οἱ διάφοροι ἱστορικοὶ θὰ ἐρευνήσουν τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ θὰ ἐνθυμηθοῦν τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Θεσσαλίας ἢ Εὐβοίας ἢ ἐμὲ τὸν ἴδιον καὶ θὰ γράψουν ὅτι εἴπαμε σπουδαῖα πράγματα. Νομίζω ὅτι σκοπὸς τῆς συζητήσεως εἶναι νὰ ἐπηρεάσωμεν τοὺς ἄλλους συναδέλφους, ἀλλὰ ἐδῶ γίνεται τοῦτο τὸ παράδοξον. Συζητοῦν πέντε ἄνθρωποι, συνήθως οἱ αὐτοί, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐπηρεασθοῦν. Κατόπιν γίνεται μία ψηφοφορία, εἰς τὴν ὁποίαν παρίστανται ἀνίδεοι τῶν συζητήσεων συνάδελφοι καὶ προσπαθοῦμε ἔτσι, κύριοι, νὰ ἀποδώσωμεν ἔργον ὠφέλιμον.
§36Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Κύριοι συνάδελφοι, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συνταχθῶ ὁλοψύχως μὲ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ ἄρτι κατελθόντος ἀπὸ τοῦ βήματος συναδέλφου, ὡς πρὸς τὸ πικρὸν παράπονον, διὰ τὴν ἀραιὰν παράστασιν τῶν κ. κ. συναδέλφων κατὰ τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις. Εἶναι, ἀλήθεια, κρῖμα, ὅτι κατὰ συνέχειαν παρατηρεῖται ἡ τόσον ὀγκώδης ἀπουσία τῶν κ. κ. συναδέλφων ἀπὸ τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι, τέλος πάντων, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀνταλλαγαὶ ἀστεϊσμῶν, ἀλλὰ ἀφοροῦν αὐτὸ τοῦτο τὸ πολίτευμά μας. Ἐρχόμενος ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 2 τοῦ Ψηφίσματος, θὰ ἔλεγον ὅτι βέβαια μία δύο ἐκ τῶν διατάξεων αὐτῶν φαίνεται ὅτι διατηροῦν πλατωνικὸν χαρακτῆρα, ἰδιαιτέρως ἡ πρώτη μετὰ τὴν ἀνατύπωσίν του, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 22 περὶ ἐργασίας, ἡ ὁποία δὲν προχωρεῖ εἰς τὸν καθορισμὸν ἄλλης τινός, οὔτε κἄν κατευθυντηρίου, γραμμῆς. Διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους πολλοὶ ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων ἔχουν ἐκθέσει καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπρυτάνευσαν εἰς τὰς σκέψεις τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι δηλαδὴ ἡ διάταξις ἡ περιλαμβανομένη εἰς τὸ παλαιότερον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρὸ εἰκοσαετίας ἴσχυσεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ ἔπρεπε μετὰ 22 ἔτη νὰ ἔλθωμεν παλινδρομοῦντες εἰς πρόοδον, νὰ τὸ ἀπαλείψωμεν καὶ τοῦτο διὰ λόγους προοδευτικότητος καὶ ἱστορικούς. Ἐὰν θέλωμεν νὰ τὴν διατηρήσωμεν νὰ τὴν διατηρήσωμεν. Ἀλλά, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, δὲν δύναμαι νὰ μὴ συνταχθῶ μὲ μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Σφαέλλος, ὅτι ἡ τοιαύτη κατάταξις τῶν ἐργαζομένων εἰς τάξεις, εἶναι διάταξις, εἶναι ὅρος, ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελον νὰ ἐκλείψῃ καὶ νὰ εἴπωμεν ἁπλῶς τῶν ἐργαζομένων ἀστῶν καὶ ἀγροτῶν. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, διότι ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ τάξεων, τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐτόχρημα ἐρεθιστικόν. Νομίζω ὅτι ὑπάρχουν κατηγορίαι πολιτῶν, τοὺς ὁποίους λόγοι συμφέροντος συνδέουν. Κατὰ ταῦτα, ἂς παραμείνῃ τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἔχει, μὲ τὴν τροπολογίαν μόνον αὐτήν.
§37Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι.
§38Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Αὐτὸ προτείνω ἐγώ, διότι τὸ θεωρῶ ἀπολύτως ἀναγκαῖον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 24, τὸ περὶ γάμου καὶ πολυτέκνων οἰκογενειῶν, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸ μᾶλλον πλατωνικὴν διατύπωσιν ἔχει παρὰ κατευθυντηρίους γραμμὰς χαράσσει. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀποτελεῖ θεσμόν. Μολαταῦτα, ἂν καὶ δὲν τὸ θεωρῶ ποσῶς ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ, ἂν ἡ Βουλὴ τὸ θεωρεῖ χρήσιμον καὶ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§39Δ. ΣΦΑΕΛΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ συνεζητήθη καὶ θὰ ἐφαρμόζεται ἡ οἰκογενειακὴ ψῆφος.
§40Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Θὰ ἤθελον νὰ διατυπώσω τὴν ἑξῆς ἀντίρρησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομικὴν ἀξίαν τῶν κατευθυντηρίων διατάξεων. Ἔχει λεχθῆ ἐπανειλημμένως ὅτι αἱ κατευθυντήριοι διατάξεις εἶναι διατάξεις ἄνευ νομικοῦ περιεχομένου, διότι δὲν περιλαμβάνουν κανόνα δικαίου. Εἰς τὸ θέμα αὐτὸ ἔχω ἀντίθετον γνώμην καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τὴν διατυπώσω, ἐν συνόψει, ὡς ἑξῆς: Ἡ κατευθυντήριος διάταξις, αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ καὶ μόνη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Δὲν συνιστᾷ, αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, κανόνα δικαίου, ἀλλὰ εἶναι νόμος εἰς πραγματοποίησιν τῆς δεδομένης ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κατευθυντηρίου θεσπίσεως. Ὁ νόμος αὐτὸς τυγχάνει ἤδη ἰδιαιτέρως, οὕτως εἰπεῖν, συνταγματικῆς προστασίας καὶ δύναται μὲν νὰ τροποποιηθῇ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ καταργηθῇ. Καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ ἀξία ἡ νομικὴ τῆς κατευθυντηρίου διατάξεως.
§41Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Δηλαδή, αὐστηρῶς τύποις, ἠμπορεῖ νὰ καταργηθῇ, ἀλλὰ ἔχει μίαν εἰδικὴν ἐπηυξημένην ἀξίαν, ὅτι ἕλκει τὴν καταγωγήν του ἀπὸ διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§42Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον περὶ ἐργασίας, γίνεται κἄποια σύγχυσις καὶ ἐκεῖ εἶναι ἡ διαφωνία μας. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927, δὲν ἀφορᾷ τὸν ἐργάτην, ἀλλὰ τὴν ἐργασίαν. Ὁ ἐργάτης τυγχάνει προστασίας ὑπὸ ἄλλου νόμου τῆς Πολιτείας. Δὲν εἶναι καθόλου κατευθυντήριος γραμμή, εἶναι θετικὴ διάταξις, προστατεύουσα τὴν ἐργασίαν. Μὴ βλέπετε ποὺ δὲν τὴν ἐφηρμόσαμεν ποτέ. Μὴ συγχέετε τὰ πράγματα, ἐργάτης καὶ ἐργασία. Πρόκειται περὶ ἐργασίας καὶ ἡ διάταξις ἔχει ὀρθῶς. Ἐὰν δὲ δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, τοῦτο συνέβη καὶ μὲ ἄλλας διατάξεις.
§43Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Τὸ ἄρθρον 88 ..... (δὲν ἠκούσθη).... ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Καὶ νομίζω, ὅτι καλύπτει τὸ θέμα, διότι εἰδικὴ γίνεται μνεία περὶ συλλογικῆς εὐθύνης. Καὶ αὕτη περιέχεται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐθύνης. Δὲν νοεῖται κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη ἄνευ τῆς παραλλήλου καὶ ἀντιστοίχου καὶ αὐτομάτως ἐπενεργούσης συλλογικῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ ὑπουργικῆς εὐθύνης. Διὰ τοῦτο, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπαναλήψεως τοῦ ἄρθρου 88 ...... (δὲν ἠκούσθη).
§44Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καθώριζεν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος περιῆλθεν εἰς ἀχρηστίαν.
§45Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτό, τελεῖ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὸ ἄρθρον 98. Διὰ τοῦ ἄρθρου 98 καθιεροῦται τὸ πρῶτον ὁ θεσμὸς τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου. Ἐάν, λοιπόν, περιλάβωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 98 καὶ καθιερώσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατ’ ἀνάγκην θὰ περιλάβωμεν καὶ τὴν ἄλλην διάταξιν. Ἢ θὰ περιλάβωμεν καὶ τὰς δύο, ἢ θὰ τὰς διαγράψωμεν.
§46Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Εἰς τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου ...... περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων (ἀναγινώσκει). Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ ψήφισμα ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματός μας, ἀλλὰ ἔχουσα θέσιν πράγματι εἰς τὸν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα, ὅπου ἡ ἀντιστοίχως ὑπάρχουσα διάταξις θὰ λάβῃ συντόμως ἰσχὺν νόμου. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον νομίζω ὅτι μὲ τὴν διατύπωσιν, ποὺ ἔχει, εἶναι ἄτοπον νὰ περιληφθῇ, διότι θὰ ἐσήμαινε ὅτι ὁ ὑπάλληλος ὁ ἐργαζόμενος ὄχι καθ’ ὑπερωρίας, ἀλλὰ πέραν τῶν 8–24 ὡρῶν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμειφθῇ οὔτε κατὰ ἕνα μονόλεπτον πέραν τῶν ὅσων λαμβάνει μὲ βάσιν τὸν ὀργανικὸν μισθόν. Ἤδη ὅσα λαμβάνουν πλεῖστοι δὲν ὑπερβαίνουν τὸ διπλάσιον τῶν ἀποδοχῶν των, λόγῳ πολυετοῦς ὑπηρεσίας, οἰκογενειακῶν βαρῶν κ.λ.π. Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰς ἐπιτροπὰς κωδίκων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμποροῦν νὰ λειτουργήσουν ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀμειφθοῦν μὲ τὰ στοιχειώδη μέσα συντηρήσεώς των. Κατὰ ταῦτα, νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ ὅτι εἶναι διάταξις τοῦ Ὑπαλληλικοῦ Κώδικος. Ὑπὸ τὰς συνθήκας αὐτὰς νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κηρύξωμεν περαιωμένην τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος.
§47Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Οἱ ἀνώτεροι Δημόσιοι Ὑπάλληλοι φροντίζουν ἑκάστοτε διὰ τῶν νόμων νὰ δημιουργοῦν συμμετοχὰς εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς καὶ νὰ πολλαπλασιάζουν τοὺς μισθούς των.
§48Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Ἡ διάταξις εἶπον ἔχει θέσιν εἰς τὸν Ὑπαλληλικὸν Κώδικα, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει μὲν μίαν ἐπηυξημένην συντακτικὴν δύναμιν, πάντως ἐπικρατεῖ.
§49Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ὁ Ὑπαλληλικὸς Κῶδιξ εἶναι νόμος ἁπλός, μεταβαλλόμενος ἑκάστοτε δι’ ἄλλου νόμου. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀνακόψωμεν τὸ ἄτοπον αὐτὸ πρέπει νὰ θέσωμεν μίαν διάταξιν, ἕνα φραγμόν.
§50Κ. ΔΗΛΑΒΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅλοι οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22, τοῦ ἐπιμάχου αὐτοῦ ἄρθρου περὶ ἐργασίας, ἢ εἶπον ὅτι τοῦτο εἶναι πλατωνικόν, αὐτὸς δὲ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ὥριμον ἢ μᾶλλον δὲν εἶναι διαμορφωμένον καλῶς, ὥστε νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, δηλαδὴ τῆς ζωῆς τῶν ἐργαζομένων μαζῶν. Αὐτὰ εἰς ἐνίσχυσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον, ὅταν ὡμίλησα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ψηφίσματος. Εἶπον ὅτι ἔπρεπε τὸ ἄρθρον 22 νὰ παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν συζήτησιν ὁμοῦ μὲ τὰ ἄλλα πρὸς συζήτησιν ἄρθρα, διότι ἡ συζήτησις αὐτῶν εἶναι ἀρκετὰ σοβαρά, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ συζητηθῇ δι’ ἑνὸς ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει νὰ συντομεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον κατέθεσα μίαν τροπολογίαν, ὥστε νὰ παραπεμφθοῦν εἰς ἰδιαιτέραν συζήτησιν. Πρόκειται περὶ ἄρθρου ἀφορῶντος τὴν εὐζωΐαν τῶν ἐργατικῶν μαζῶν καὶ νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ προσέξωμεν περισσότερον. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάνωμεν συνταγματικὰς συζητήσεις μὲ 10 ἀνθρώπους. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 22, παρ’ ὅλον ὅτι ἔχει κοινωνικὸν περιεχόμενον, εἶναι διάταξις καθαρῶς οἰκονομική. Καὶ ἂν μὲν ἐπρόκειτο περὶ 100–1000 ἀνθρώπων δὲν θὰ ἐπέμεινον, ἀλλὰ πρόκειται περὶ 7½ ἑκατ. ἀνθρώπων, καὶ θέλομεν διὰ μιᾶς διατάξεως νὰ δείξωμεν τὸν φιλεργατισμόν μας καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἐργασία τελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ σταματήσῃ τὰς ἐργασίας της, ἂν δὲν ἐξετάσῃ τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα. Καὶ ἐν τούτοις ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εὑρίσκεται πρὸ διλήμματος, διότι πρόκειται περὶ κατευθύνσεων, αἱ ὁποῖαι ἐμποδίζουν τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ὅλον ζήτημα, μὲ πνεῦμα φιλεργατικόν, ἀλλ’ ἂς προσέξωμεν μήπως ἔχομεν βλάβην. Κύριοι, διὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ἐπέρχεται μία οὐσιωδεστάτη μεταπολίτευσις. Πρὸ τῆς διατάξεως αὐτῆς, μέχρι σήμερον, προστάτης τῆς ἐργασίας ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὴν ἐδημιούργησε καὶ τὴν προήγαγε. Τόσον εἶναι αὐτονόητον τοῦτο, ὥστε εἶναι ἐντὸς τῆς συνειδήσεως παντός, ὅτι ὁ διευθύνων μίαν ἐργασίαν εἶναι ἀνεπηρέαστος ἀπὸ ξένας γνώμας. Ἀλλοίμονον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διευθύνει μίαν ἐργασίαν καὶ ἐπηρεάζεται ἀπὸ ξένας γνώμας, διότι ἔτσι δὲν θὰ γνωρίζῃ τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ποδηγετήσῃ. Εἶναι περισσότερον δύσκολον τὸ πρᾶγμα, ἀπὸ ὅσον φαίνεται. Ἡ ἀποτυχία εἶναι ὁ κανὼν καὶ ἡ πτώχευσις εἶναι πάντοτε ἐπὶ θύραις. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δίδομεν κατευθύνσεις εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐθριάμβευσεν, ὡς προστάτης τῶν ἐλευθεριῶν. Ὅταν λέγωμεν ὅτι ἡ προστασία τελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, θὰ πῇ ὅτι δὲν τελεῖ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ δημιουργοῦ της. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐργαζομένου, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐργασίας. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ. Ὅταν λέμε ὅτι τὸ Κράτος προστατεύει τὴν ἐργασίαν, γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀμφιβολία: Ὅτι δυσκόλως τις θὰ ἐπιχειρήσῃ ἐργασίαν ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ δὲν θὰ ἐξουσιάζῃ τὴν ἐργασίαν του. Μήπως τυχὸν ἔχομεν τόσο πολλὴν ἐργασίαν, ὥστε νὰ μὴ μᾶς ἐνδιαφέρῃ; Ὄχι. Περιμένομεν ἀπὸ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, ἀπὸ τὸ ξένον χρῆμα, τὸ ὁποῖον ἀπεκτήθη ἐν τῇ ξένῃ ὑπὸ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἕλληνος, νὰ λάβωμεν χρήματα καὶ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ἐργασίαν νὰ ἀποκτήσωμεν ἀγαθὰ διὰ νὰ ζήσουν οἱ ἐργάται. Πῶς συμβαίνει νὰ κάνωμεν ἐν ταχύτητι μίαν..... χωρὶς νὰ ἐρευνήσωμεν ἂν ὁ παρεμβατισμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ὥριμος ἢ ὄχι καὶ ἂν τὰ σοσιαλιστικὰ κινήματα ἔχουν ἢ δὲν ἔχουν θέσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἔχομεν ξεχάσει καὶ ἐρχόμεθα καὶ κάνωμεν μίαν διάταξιν καὶ λέγομεν νὰ τὴν κάνωμεν καὶ γρήγορα, ἐνῷ ἡ διάταξις αὕτη δὲν προστατεύει τὸν ἐργαζόμενον. Ἂν σήμερα δώσωμεν μεγάλο ἡμερομίσθιον εἰς τὸν ἐργάτην, διὰ τὴν πρώτην ἑβδομάδα θὰ τοῦ ἐπαρκέσῃ, ἀλλὰ διὰ τὴν ἄλλην ὄχι. Ἄν τὸ ἡμερομίσθιον δὲν ἔχει σταθερότητα, δὲν τὸν ὠφελεῖ τίποτε. Τί σημαίνει νὰ τὸν κάνωμεν μέτοχον εἰς τὴν ἐπιχείρησιν; Ἡ ἐπιχείρησις ὅταν θὰ βαίνῃ κατὰ κρημνῶν, τί ὠφελεῖ νὰ τὸν πάρωμεν καὶ αὐτὸν μαζί; Ἀλλὰ ἐκτὸς αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλη δυσχέρεια. Οἱ κρατικοὶ προϋπολογισμοὶ εἶναι ἄκρως βαρεῖς. Ἄν τοὺς βαρύνωμεν περισσότερον ἀκόμη, μὲ τὴν δῆθεν μέριμναν τῶν ἐργαζομένων, θὰ φτάσωμεν τελικῶς εἰς καταβαράθρωσιν ἀκόμη μεγαλυτέραν τῶν ἐργαζομένων ἐργατῶν, ὑπαλλήλων ἢ οἱωνδήποτε μισθωτῶν. Ἡ πολυνομία καὶ ὁ παρεμβατισμὸς ἤδη ἔχουν δείξει τὰ κακά των ἀποτελέσματα. Ὅλοι οἱ νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων τὸ Κράτος ἐπιχειρεῖ νὰ κάνῃ μίαν δῆθεν ἐθνικὴν ζωήν, ὅλοι οἱ νόμοι περὶ τῶν εἰσαγωγῶν, ὅλοι οἱ νόμοι περὶ τῆς μικρᾶς κυκλοφορίας, ὅλα αὐτὰ στραγγαλίζουν τὸν Ἕλληνα καὶ ἐμποδίζουν τὰς ἐργαζομένας τάξεις νὰ ἔχουν μίαν στοιχειωδῶς καλὴν ζωήν. Ἐρωτῶ, λοιπόν, πῶς εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ζωῆς τῶν ἐργατῶν μας; Διατί δὲν πράττομεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι βασικῶς ἀναγκαῖον καὶ πράττομεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποβαίνουν εἰς βάρος τῶν ἐργαζομένων; Καὶ διατί νὰ λέγωμεν ὅτι δῆθεν κοπτόμεθα δι’ αὐτούς, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἀρκετὰ ἀγαθὰ διὰ νὰ ἀντικρύσουν τὰς στοιχειωδεστέρας αὐτῶν ἀνάγκας; Χρειάζεται, λοιπόν, νὰ μελετήσῃ ἡ Βουλὴ βαθειὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, νὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν της ὅλαι αἱ βάσεις τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι αἱ βάσεις της εἶναι ἐσφαλμέναι καὶ ἀποβαίνουν εἰς βάρος τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, βλέπομεν ὅτι τὸ ἄρθρον 22 εἶναι τὸ μᾶλλον ἀπρόσφορον μέσον διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπόν μας, ὁ ὁποῖος εἶναι κοινός, διότι δὲν νομίζω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θεωρῇ σκοπὸν τῆς πολιτικῆς του ζωῆς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου τῶν ἐργαζομένων τάξεων. Τὸ ἄρθρον, ὅμως, τοῦτο εἶναι ἀπρόσφορον, εἶναι συγκεχυμένον, εἶναι καὶ βλαβερόν. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τοῦ Συντάγματος τῆς Βαϊμάρης. Μόνον ὅταν ἀκούω Βαϊμάρη, μοῦ ἔρχεται ρῖγος. Καὶ ὁ τρόπος ποὺ ἔγινε τὸ Σύνταγμα τῆς Βαϊμάρης, συνηγορεῖ ὅτι μὲ τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν. Εἰς τὴν Γερμανίαν, ἀκόμη καὶ εἰς ἄλλας ἐποχάς, ὁ Γερμανὸς ἐργαζόμενος, εἴτε ἐξαρτώμενος εἴτε προϊστάμενος, ζητεῖ πάντοτε μίαν παρέμβασιν κρατικήν, ἵνα συμμορφωθῇ πρὸς αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία τοῦ γερμανικοῦ λαοῦ. Εἶπον τὰ ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐναντίον τοῦ ἄρθρου. Ἔχω δὲ μίαν τροπολογίαν νὰ ὑποβάλω, δι’ ἣν ἀπευκταίαν περίπτωσιν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ περιλάβῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο καὶ τὸ ψηφίσῃ ὁμαδικῶς διὰ τοῦ ψηφίσματος. Ἡ τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει)...... Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι πλησιέστατα πρὸς τὸν ὑφ’ ὅλων τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Διότι δὲν λέγει ὅτι τὸ Κράτος προστατεύει τὴν ἐργασίαν, ἀλλὰ λέγει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν: πᾶς ἐργαζόμενος δικαιοῦται τῆς προστασίας τοῦ Κράτους. Τοῦτο λέγω ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ, ἄν τυχὸν βιασθῶμεν καὶ τὸ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον. Διότι αὐτὸ δὲν μὲ ἱκανοποιεῖ, διότι ὑπάρχουν Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάπηροι, καὶ δὲν θέλουν νὰ ἐργασθοῦν. Δὲν πρέπει νὰ τύχουν τῆς προστασίας τοῦ Κράτους; Τὸ Σύνταγμα εἶναι Σύνταγμα ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν δι’ ἣν περίπτωσιν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου 2 καθ’ ὃ μὴ ὡρίμου καὶ περιττοῦ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ νὰ διακόψωμεν.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30 μ.μ. μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως συνταγματικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 9.55′ μ.μ.)