1949.05.25
1,922 rows · 14,700 words · 194 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 48η
Τετάρτη 25 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.55′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§4Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπὸ Βουλῆς μὴ εὑρισκομένης ἐν ἀπαρτίᾳ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, ἐὰν θέλετε, ὑποβάλλατε ἔνστασιν ἔγγραφον καὶ ὄχι προφορικήν. Κύριοι βουλευταί, ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος Ἐπιτροπῆς, μοῦ ἀπηύθυνε σήμερον ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ ὅπως παρατείνω τὴν προθεσμίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν θέσει εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ Ψηφίσματος, περὶ τῶν συναφθεισῶν ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων ἐπὶ κατοχῆς. Ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς λήγει σήμερον καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ παράτασιν, τοῦτο γίνεται μόνον δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ λάβῃ ἀπόφασιν, ἔχει καλῶς. Ἐρωτῶ, λοιπόν, τὴν Βουλήν: δέχεται τὴν παροχὴν παρατάσεως; (Φωναί. Θόρυβος). Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ζητεῖ νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖ τὴν ἀναβολήν. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§6Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν ὡρίσθη εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς 10ης Μαΐου δεκαπενθήμερος προθεσμία, συγχρόνως μᾶς ἐδόθη πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ τὸ σχέδιον Ψηφίσματος περὶ τῶν ψηφιστέων Συνταγματικῶν διατάξεων. Τοῦτο ἀπήτησεν δύο συνεδριάσεις. Ἡ πρώτη συνεδρίασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπησχολήθη ἡ Ἐπιτροπὴ μὲ τὸ Ψήφισμα τῶν ἀγοραπωλησιῶν, ἦτο τῆς Δευτέρας. Ἡ Ἐπιτροπὴ συνεδριάζει τρὶς τῆς ἑβδομάδος, Δευτέραν, Τετάρτην καὶ Παρασκευὴν ἐπὶ τρίωρον. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, ἑπομένως, χάριν τῆς καλυτέρας ἐπεξεργασίας του, ζητοῦμεν τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας. Ἐὰν τὸ Σῶμα νομίζῃ, ὅτι θέματα τοιαύτης σοβαρότητος δὲν πρέπει νὰ παίρνουν παράτασιν, εἶναι κυρίαρχον νὰ μὴ μᾶς τὴν δώσῃ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§8Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν, κύριε Πρόεδρε. Κύριοι, τὸ σχέδιον Ψηφίσματος εἶναι γεγονὸς ὅτι κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1948. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ἡ Βουλὴ ἔκλεισε τὰς πύλας της μερίμνῃ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐρρύθμιζεν τὸ ζήτημα δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἦτο δύσκολον, τοὐλάχιστον εἰς ἐμέ, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης ἑνὸς τόσον οὐσιώδους ζητήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν φέρει ὄχι μόνον τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης του, ἀλλὰ καὶ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις, ἤθελε νὰ τὸ ρυθμίσῃ δι’ ἀναγκαστικοῦ νόμου, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναλάβωμεν τὸν ρόλον οὔτε τοῦ πραγματογνώμονος, οὔτε τοῦ ἐμπειροτέχνου, οὔτε τοῦ συμβούλου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τώρα ποὺ τὸ ζήτημα ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐπιλαμβανόμεθα, καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ οἱ εἰσηγηταί, ἀλλ’ εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον, τόσον σοβαρὸν ζήτημα, ἄνευ ἐπεξεργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Προτείνω νὰ δοθῇ μικρὰ παράτασις, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ τοῦτο κωλυσιεργία εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς.
§9Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Θὰ ηὐχόμην, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, νὰ καταλήξῃ εἰς ὁμόφωνον σχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀναμφισβητήτως, λοιπόν, πρέπει νὰ τῆς δοθῇ 15 ἡμερῶν προθεσμία.
§10Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). Ὑπάρχει τὸ κυβερνητικὸν σχέδιον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Γονῆς ἔχει τὸν λόγον.
§12Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἓν ἀπὸ τὰ σοβαρώτερα ζητήματα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ τὸ Σῶμα, εἶναι, ἀναμφισβητήτως, τὸ ὑπὸ κρίσιν Ψήφισμα. Δι’ ἐπανειλημμένων ἀναβολῶν καὶ καθυστερήσεων παρῆλθον 4 ἔτη χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὶ πρόκειται νὰ γίνῃ. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τὶς ἐξ ἡμῶν ὅστις νὰ μὴ ἔχῃ γνώμην ἐσχηματισμένην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζω ὅτι ἐὰν δοθῇ νέα ἀναβολὴ τούτου, θὰ σημαίνῃ ὅτι τὸ Σῶμα δὲν σκοπεῖ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ θέματος. Δοθέντος, λοιπόν, ὅτι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἐσχηματισμένην γνώμην, καὶ ὅτι τὸ θέμα τοῦτο θὰ ἀπασχολήσῃ πολλὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, τὸ Σῶμα, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, θὰ ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ ἐπιφέρῃ τὰς διαφόρους τροπολογίας. Μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Σώματος μία ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος νὰ διατίθεται εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν, δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν δώσωμεν καὶ τὴν αἰτουμένην ἀναβολήν. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, ἀφοῦ ἐπὶ τρία καὶ πλέον ἔτη δὲν κατώρθωσε τὸ Σῶμα νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, παρὰ νὰ τρωθῇ τὸ κῦρος τοῦ Σώματος καὶ νὰ δώσωμεν τὴν ἐντύπωσιν, διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ὑπεκφυγῆς ἀπὸ τοῦ νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἄλλως τε, ἡ Ἐπιτροπή, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ συνεχίζωνται αἱ συζητήσεις, ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ τὰς γνώμας καὶ τὴν ἀπόφασίν της. Ἂς μὴ δώσωμεν, λοιπόν, τὴν παράτασιν αὐτήν, διότι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ ἡ ἀναβολὴ θὰ εἶναι ἓν βάρος διὰ τὸ Σῶμα καὶ ἐὰν ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸ Σῶμα, πρέπει νὰ ἀποκρούσουν τὴν πρότασιν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ὑπεκφυγήν, χωρὶς πρακτικὸν σκοπόν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§14Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κατὰ τὴν πρὸ 15 ἡμερῶν περίπου συζήτησιν, ἠκούσθησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ζωηραὶ διαμαρτυρίαι διὰ τὴν παράλειψιν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως εἰσαγάγει πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐκ μέρους τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων. Ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὸ Σῶμα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δέον νὰ συζητηθῇ τὴν 25ην τρέχοντος, ὡς τακτὴν ἡμέραν. Καὶ ὁ ἑλληνικὸς λαός, ὁ ἐνδιαφερόμενος, ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔλαβε σοβαρὰν ἀπόφασιν νὰ συζητήσῃ τὸ σχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκκρεμεῖ ἀπὸ ἐτῶν καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον οἱ ἀξιότιμοι ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ὁ Τύπος, κλονίζει τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ κρατεῖ εἰς δύο παρατάξεις τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἑτοίμους νὰ ἀλληλοσφαγοῦν.
§15Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μὴ δημοκοπῆτε.
§16Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει μία τεραστία ὀξύτης μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἡ Βουλή, κατόπιν ἐμπεριστατωμένης συζητήσεως, ἔλαβεν ἀπόφασιν προχθὲς νὰ συζητηθῇ τὴν 25ην τρέχοντος. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια πρὸς συζήτησιν, χωρὶς νὰ περάσουν ἀπὸ ἐπιτροπήν. Αὐτὸ τὸ γνωρίζει ἡ Βουλή, τὸ συνεζήτησεν ὁ Τύπος, τὸ γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος. Ἐὰν τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἔχουν νὰ προσθέσουν τίποτε, ἡ συζήτησις θὰ εἶναι μακρὰ καὶ θὰ ἔχουν τὴν εὐκαιρίαν πρὸς τοῦτο. Ἀναγκάζομαι νὰ συνεχίσω τὸν λόγον μου, ἐπειδὴ ὁ ἀξιότιμος κ. Πολίτης εἶπεν ὅτι δημοκοπῶ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Βουλὴ μὲ εὑρίσκῃ δημοκόπον. Λέγω, ὅμως, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγός μου εἶπεν ὅτι ὑπάρχει Διάταγμα ἕτοιμον διαλύσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἐὰν τυχὸν ἔλθουν περιστάσεις ἀντίξοοι, θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον πάλιν εἰς τὰς καλένδας.
§17ΣΟΦ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Σεῖς πῶς τὸ γνωρίζετε αὐτό, ἡμεῖς δὲν τὸ ξεύρομεν.
§18Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Εἶναι μεγάλη ἡ ἀπόστασις τῶν 15 ἡμερῶν. Νομίζω ὅτι ἡ ἀξιότιμος Ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας τὰ μέλη, ὄντως, ἔχουν ἰδιαιτέρως μελετήσει τὸ θέμα, θὰ ἔχουν ὅλον τὸν καιρὸν νὰ σχηματίσουν γνώμην καὶ νὰ τὴν εἴπουν ἀπὸ τὸ βῆμα. Διότι ἡ συζήτησις αὐτὴ θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἂν ὄχι μῆνας, ἐν τῇ Βουλῇ. Δι’ αὐτό, ἐγὼ προτείνω νὰ μὴ δοθῇ ἡ αἰτουμένη ἀναβολή.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου ἔχει τὸν λόγον.
§20Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δοκιμάζω ἱκανοποίησιν ἀπὸ τὴν εὐαισθησίαν τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τῆς ταχθείσης προθεσμίας. Ἀποτελεῖ τοῦτο μίαν ἀπόδειξιν ὅτι ἐννοεῖ νὰ συνεχίσῃ καὶ νὰ εὐοδώσῃ τὸ ἔργον της. Ἐκτιμῶ κατ’ ἀξίαν τὰ ἐπιχειρήματα τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐργάζεται, πράγματι, μὲ πολὺν ζῆλον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ πάλιν μία παραγνώρισις τοῦ χρόνου, ἐὰν χρησιμοποιῶνται μὲ τόσην ἄνεσιν αἱ δεκαπενθήμεροι ἀναβολαί, ὥστε τὸ σύνολον νὰ ἀποτελέσῃ μῆνας, ἡ πρόβλεψις, ἡ εὐχή μας, νὰ εὐοδωθῇ τὸ ἔργον μας, θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ. Ἰδοὺ διατί, κύριε Πρόεδρε, ἐκφράζω τὴν ἱκανοποίησίν μου καὶ πρὸς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία οὕτως ἐργάζεται καὶ εἶναι βεβαρημένη μὲ πλῆθος ἐργασίας, καὶ εἶναι, ἀληθῶς, ἀτύχημα ὅτι εἶναι ἡ ἰδία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιμελῆται τοῦ συνόλου τῶν θεμάτων αὐτῶν. Θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἐὰν ἦσαν δύο, ὥστε ἑκάστη νὰ ἐπιμελῆται ὡρισμένων θεμάτων καὶ νὰ ἐπισπεύδῃ τὸ ἔργον. Ἐκφράζων τὴν ἱκανοποίησίν μου διὰ τὸ ἔργον της, προτείνω νὰ μὴ ἀπολεσθῇ χρόνος. Ὅπως ἐλέχθη, μίαν ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, ἑκάστην Πέμπτην, διαθέτομεν διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν καί, ἑπομένως, αὔριον νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν. Ἐλέχθη ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι ἕτοιμος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν αὔριον ἡμεῖς νὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ τὴν συζήτησιν ἑνὸς συγκεκριμένου θέματος, τοῦ συμβιβασμοῦ, ὁ ὁποῖος, κατὰ κοινὴν συνείδησιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὁμοφώνως καὶ ἡ διάταξις περὶ τοῦ ὁποίου, ἐὰν εἶχε ψηφισθῆ, πρὸ ἐτῶν, μέγα μέρος τοῦ ἐπιμάχου ζητήματος θὰ εἶχε λήξει. Ἐπὶ τέλους, λοιπόν, ἂς ψηφίσωμεν αὔριον μεμονωμένως, μετὰ συζήτησιν, τὴν διάταξιν περὶ συμβιβασμοῦ καὶ κατόπιν, τὴν προσεχῆ Πέμπτην, διότι καὶ ἐὰν ἀρχίσωμεν αὔριον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ μας, ἡ συνέχισις θὰ γίνῃ τὴν ἄλλην Πέμπτην καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν ἐξέτασιν τοῦ συνόλου τοῦ ψηφίσματος. (Χειροκροτήματα).
§21Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν ὡς πρὸς τὸ Ψήφισμα καί, βεβαίως, εἴχομεν τάξει τακτὴν ἡμέραν τὴν 15ην, ἀπὸ τῆς 10ης Μαΐου, διὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχῃ μιᾶς ἕως δύο ἡμερῶν ἐργασίας ἀνάγκην, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν μελέτην, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει κώλυμα νὰ τῆς παραχωρηθῇ αὐτὴ ἡ μικρὰ πίστωσις χρόνου, χωρὶς νὰ δοθῇ ἡ ἐντύπωσις, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησε ὁ συνάδελφος κ. Λεονάρδος, ὅτι ὀρρωδεῖ τὸ Σῶμα πρὸ τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἀλλά, ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, εἶπε καὶ κάτι ἄλλο, ἐξαιρετικῶς ἐνδιαφέρον καὶ σοβαρόν, ὅτι θὰ ἦτο ἐνδιαφέρον καὶ ἄξιον λόγου νὰ ἀποσπασθῇ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 15, ἡ ἐπιτρέπουσα τὸν συμβιβασμόν. Καὶ νομίζω ὅτι καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ σύσσωμος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν συμβιβαστικὴν ρύθμισιν τοιούτων διαφορῶν διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν φόρτον αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του. Ὅμως, θὰ ἐτόλμων νὰ ἀντείπω εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι ἐὰν ψηφίσωμεν ὑπὸ μορφὴν Ψηφίσματος, κατ’ ἀνάγκην, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ μεμονωμένη εὐχέρεια συμβιβασμοῦ, θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος νὰ παρατηρήσω ὅτι ἀπὸ μίαν ἀνθρωπίνην φορὰν τῶν πραγμάτων, θὰ ἠγόμεθα εἰς τὸ νὰ εἴπωμεν, ἐνδεχομένως, ὅτι δὲν χρειάζεται πλέον ἄλλη νομοθετικὴ ρύθμισις τοῦ ζητήματος, ἀφοῦ ἐπετράπησαν οἱ συμβιβασμοί. Θὰ ἐφθάναμεν εἰς περισσοτέραν χαλαρότητα πρὸς τὴν ἀντιμετώπισιν καὶ τὴν ἐξέτασιν καὶ τὴν μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῷ συνόλῳ, διότι θὰ ἐλέγομεν, τέλος πάντων, ἠμποροῦν νὰ συμβιβασθοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐὰν θέλουν. Δὲν χρειάζεται τίποτε περισσότερον. Καὶ αὐτὸ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ἀπομακρύνῃ τὴν πραγματικὴν ἀντιμετώπισιν καὶ συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ κυρίου νομοθετήματος. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐτόλμων νὰ διατυπώσω τὴν παράκλησιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν, χωρὶς νὰ προυψηφίσωμεν τὸ εἰδικὸν αὐτὸ Ψήφισμα. Ἰδιαιτέρως θὰ ἐπέσυρον τὴν προσοχὴν καὶ τὴν σκέψιν τῶν ἀγαπητῶν συναδέλφων ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§23Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τὴν χθεσινήν, ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας, ὑποβολὴν προτάσεως Ψηφίσματος, ἀφορώσης μόνον τὸ ζήτημα τῶν συμβιβασμῶν, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος σήμερον, λαβοῦσα σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐπελήφθη ἀμέσως τῆς συζητήσεως τοῦ σχεδίου αὐτοῦ τοῦ Ψηφίσματος. Μετὰ μακρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία κατηνάλωσε τὸ μεγαλύτερον μέρος τῆς συνεδριάσεως κατ’ ἀνάγκην, ἡ Ἐπιτροπή, μὲ ἀρκετὴν πλειοψηφίαν, ἀπεφάσισε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης Ψηφίσματος, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Πρῶτον, διότι νομίζει ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Ψηφίσματος αὐτοῦ τοῦ μεμονωμένου, ὅσον ἀφορᾶ τοὺς συμβιβασμούς, θὰ προδικάσῃ, ἔν τινι μέτρῳ, τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ κύριον ζήτημα. Εἶναι ἀδύνατον ἐδῶ νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ συμβιβασμοῦ, χωρὶς νὰ ἀναπτυχθοῦν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅλαι αἱ ἀπόψεις ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Δὲν πρόκειται, ἑπομένως, νὰ ἔχωμεν κανένα κέρδος χρόνου. Ἔχω, ἀκόμη, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ δύο ἄρθρα, ἐκ τῶν 27 παρόντων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, σήμερον ἐζήτησαν τὸν λόγον τὰ 17. Ἐὰν τὴν ἀναλογίαν αὐτὴν τὴν τηρήσητε καὶ εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Σώματος, δὲν πρόκειται κανένα κέρδος νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ τοῦ μεμονωμένου ζητήματος, ζητήματος τὸ ὁποῖον εἶναι νομικῶς καὶ πρακτικῶς ἄνευ σημασίας. Διότι, οὐδεὶς νομικὸς σοβαρός, δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συμβιβασμοῦ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν δικαίων. (Χειροκροτήματα). Διὰ ποῖον λόγον νὰ γίνῃ εἰδικὸν Ψήφισμα διὰ νὰ συμβιβάζωνται οἱ δικαιούμενοι νὰ συμβιβασθοῦν; Τίθεται, ὅμως, καὶ ἕνα ἄλλο σοβαρὸν ζήτημα. Ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διάταξις, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, πολλοὶ ὑπάρχουν, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ κἄποια τροπολογία κατὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, εἴτε ἐπὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς, εἴτε ἐπὶ τῆς ἄλλης, ἀναλόγως τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἕκαστος θὰ προτείνῃ; Ἀλλὰ ὁ συμβιβασμὸς θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐπιβολὴν μιᾶς φορολογίας καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ δυσχεράνῃ αὐτήν. Διότι, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι, οἱ συμβιβαζόμενοι, ἐν γνώσει ὅτι αὔριον θὰ ἐπιβληθῇ μία τοιαύτη φορολογία, θὰ θέτουν ἕνα εἰκονικὸν ποσὸν συμβιβασμοῦ, διὰ νὰ ἀποφύγουν αὐτήν. Ἢ, ἐὰν τυχὸν ἐφοβοῦντο αὔριον ἕνα φόρον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀντὶ νὰ εὐχεράνωμεν τοὺς συμβιβασμούς, θὰ τοὺς δυσχεράνωμεν ἔτι μᾶλλον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐν πλειοψηφίᾳ τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶπον ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμος ὁ ἀποχωρισμὸς τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἡ ψήφισις ἑνὸς Ψηφίσματος τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ λέγῃ τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν κοινοτυπίαν ὅτι οἱ δικαιούμενοι νὰ συμβιβασθοῦν θὰ συμβιβάζωνται, τοὐναντίον δὲ θὰ δημιουργήσωμεν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὅτι διὰ τοῦ Ψηφίσματος τούτου δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ λύσωμεν τὸ κύριον ζήτημα καὶ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου προσπαθοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἑπομένως, νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος περὶ εἰσαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ Ψηφίσματος αὔριον, δὲν ἔχει πρακτικὴν σημασίαν καὶ δὲν πρόκειται κατ’ οὐδὲν νὰ προωθήσῃ τὴν κατάστασιν. Ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀνεφάρμοστος διότι εἴτε τὸ Σῶμα νομίζει ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρατείνῃ τὰς προθεσμίας τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁπότε ὅμως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν παραλλήλως νὰ ἐργάζεται καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ἔχωμεν εἰσηγήσεις ἐδῶ καὶ εἰσηγήσεις ἐκεῖ, εἴτε τὸ Σῶμα θὰ θεωρήσῃ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προηγηθῇ ἡ προεργασία τῆς Ἐπιτροπῆς. Εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἄλλο ἀποφασισθῇ, εἰς ὑμᾶς ἐναπόκειται πλέον νὰ ἀποφασίσετε ἓν ἐκ τῶν δύο. Δι’ ἡμᾶς, δὲν θὰ εἶναι πολὺ δυσάρεστον νὰ μᾶς ἀπαλλάξετε ἀπὸ τὸ βάρος τῆς ἐπεξεργασίας ἑνὸς τοιούτου νομοθετήματος. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα τόσον εὔκολοι εἰς τὸ νὰ δημιουργοῦνται ἐντυπώσεις. Ἕν νομοθέτημα τοιαύτης σημασίας, δὲν θὰ πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ Σῶμα ἄνευ μιᾶς ἐπεξεργασίας. Ἐνῷ διὰ κοινότατα νομοσχέδια δίδονται παρατάσεις προθεσμιῶν, πῶς θέλετε ἓν τοιοῦτον νομοθέτημα ποὺ θὰ προκαλέσῃ ἀναστάτωσιν ὁπωσδήποτε, πῶς θὰ θελήσετε νὰ τὸ φέρετε ἐδῶ, ἐνώπιον 354 ἀνθρώπων νὰ τὸ συζητήσουν χωρὶς καμμίαν ἐπεξεργασίαν; Νομίζω ὅτι εἶναι θάρρος ἀγνοίας ὅταν κανεὶς ἐπιμένῃ εἰς τὸ νὰ φέρῃ τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ἐνώπιον τοῦ Σώματος ἄνευ ἐπεξεργασίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁπωσδήποτε, τὸ Σῶμα εἶναι κυρίαρχον νὰ ἀποφασίσῃ. Ἄν νομίζῃ ὅτι εὐσυνειδήτως δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, δύναται νὰ τὸ φέρῃ. Ὅταν σᾶς εἶπον ὅτι θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν ἐντὸς 15 ἡμερῶν, ἠννόουν θὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν ἐντὸς τόσης προθεσμίας, ἀφ’ ἧς θὰ ἔλθῃ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ μοῦ εἴπητε ὅτι παρεβιάσαμε τὴν προθεσμίαν. Ἡ προθεσμία αὐτὴ εἶναι τὸ μίνιμουμ δυνατόν, διότι λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος ὑπάρχουν ἓξ (6) εἰσηγηταί. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ αἱ ἀπόψεις εἶναι πολλάκις διάφοροι. Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα θέλουν ἕνα χρόνον καὶ μίαν ἤρεμον συζήτησιν. Πάντως ἡ Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται τρὶς τῆς ἑβδομάδος ἀπὸ τῆς 11ης καὶ ἡμισείας μέχρι τῆς 2ας μ. μ. Νομίζω ὅτι οὐδεμία Ἐπιτροπὴ ἐργάζεται τόσον, ὅσον ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή. Πέραν τούτου σᾶς λέγω ὅτι θὰ κάνωμεν πᾶν τὸ δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν, ἀλλὰ ἐὰν θέλετε νὰ τὸ εἰσαγάγετε βιαστικά, θὰ ἀναλάβετε σεῖς τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τοῦ Σώματος.
§24Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλης σημασίας Νομοθετήματος, ἀλλὰ χρειάζονται ἓξ εἰσηγηταί;
§25Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχουν πολλαὶ ἀντιλήψεις. Ἐκάματε τὸ σχέδιόν σας. Ἀλλὰ ἐκ τῶν τριῶν εἰσηγητῶν ἕκαστος προέτεινε μίαν ἰδίαν λύσιν. Ὅλαι αὗται αἱ λύσεις εἶναι συζητήσιμοι. Θέλετε νὰ μὴ τὰς ἀκούσητε, τότε νὰ τὸ συζητήσωμεν, θέλετε νὰ τὰς ἀφήσωμεν νὰ ἀναπτυχθοῦν, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὰς συζητήσωμεν. Ἄλλην λύσιν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας συνάδελφος, ἄλλην λύσιν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πειραιῶς συνάδελφος καὶ ἄλλην ὁ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας. Εἰς τὸ Σῶμα ἀπόκειται, ἐν ὄψει τῆς σοβαρότητος τοῦ ζητήματος, ν’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει νὰ γίνῃ ἄνετη ἐπεξεργασία ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἢ ἂν ἄνευ τοιαύτης δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην νὰ δώσῃ ἀμέσως λύσιν εἰς τοιοῦτον ζήτημα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§27Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον τὸ ψήφισμα τοῦτο, διαχωρίσας δύο διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος, ἀναφέρονται εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον καὶ ἡ ὁποία τὸ συνοδεύει.
§28Γ. ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ. Ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ 15 ἡμερῶν παρατάσεως, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι δὲν πρόκειται, παρὰ περὶ μιᾶς Πέμπτης. Δὲν ζητοῦμεν παρὰ νὰ ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα συζητήσεως τοῦ Ψηφίσματος μίαν ἑβδομάδα ἀργότερον.
§29Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ διὰ ποίους λόγους ἔγινε ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀναβολὴ εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν σήμερον.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως τοῦτο.
§31Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἐπετράπη εἰς τὸν κ. Βαμβέτσον νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ διὰ ποίους λόγους πρέπει νὰ ψηφισθῇ; Ἀναφέρονται, λοιπόν, κύριοι, οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους προετάθη τὸ Ψήφισμα αὐτό. Οὐσιαστικῶς δὲ εἶναι ὁ ἑξῆς λόγος, ὅτι ἐνεφανίσθησαν εἰς ἐμὲ ἀγοραστὴς καὶ πωλητὴς τῆς κατοχῆς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ πωλήσουν εἰς τρίτον τὸ ἀγορασθὲν καὶ ὁ τρίτος ἀγοραστὴς ἐδίσταζεν, ἐκκρεμούσης τῆς Συντακτικῆς Πράξεως, διὰ τῆς ὁποίας ρητῶς εἰς τὸ ἄρθρον 9 παράγραφος 3 καὶ ἄρθρον 15 γίνεται λόγος περὶ ἀναγνωρίσεως ὡς ἐγκύρων τῶν γενομένων ἢ γενησομένων ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας συμβιβασμῶν καὶ ἀπαλλαγῆς τῶν τελευταίων ἀπὸ πάσης φορολογίας.
§32Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου.
§33Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιπροσθέτως ὁ κ. Λαγᾶκος, ὑποστηρίζων καὶ αὐτὸς τὴν ἄποψιν, ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τὸ παρὸν ψήφισμα, ἀνέφερεν ὅτι οἱ νομικοὶ σύμβουλοι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ὑποθέτω πρόκειται περὶ σοβαρῶν νομικῶν, οἱ νομικοὶ σύμβουλοι λέγω τῆς Τραπέζης ταύτης, προκειμένου ἡ Τράπεζα νὰ ἀγοράσῃ ἕνα ἀκίνητον ἀγορασθὲν ἐπὶ κατοχῆς τὴν συνεβούλευσαν ἐφ’ ὅσον ἐκκρεμεῖ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ἀγοράν. Λοιπὸν ἔχομεν ἀναμφισβήτητον ὅτι στασιάζεται τὸ ζήτημα ἐφ’ ὅσον ἐκκρεμεῖ τὸ Ψήφισμα, ἐὰν ἐκεῖνοι ποὺ ἀγοράζουν, ἀγοράζουν ἐγκύρως ἢ ὄχι. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθη τὸ Ψήφισμα καὶ ἐνῷ ἐγένοντο παρὰ μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς αἱ δέουσαι φραστικαὶ διατυπώσεις μεταβάλλουσαι ἐν μέρει τὸ Ψήφισμα, τὰ αὐτὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς εὐθὺς μεταγενεστέρως ὑπέβαλον πρότασιν ὅπως μὴ γίνῃ δεκτὸν τὸ Ψήφισμα...
§34Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἀναβολήν.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ εἶχον ὁμιλήσει τὸ ἥμισυ τῶν μελῶν, ὑπεβλήθη πρότασις ἀναβολῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Παραβάντη, ὄχι ἐπ’ ἄπειρον, ἀλλὰ ὅπως γίνῃ ἡ συζήτησις μετὰ τὸ πέρας τῶν εἰσηγήσεων ἐπὶ τοῦ ὅλου Ψηφίσματος. Ἑπομένως ἐὰν αἱ εἰσηγήσεις τῶν εἰσηγητῶν περατωθοῦν τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα, ἀναμφισβητήτως πρέπει καὶ τοῦτο νὰ ψηφισθῇ, διότι δι’ αὐτοῦ θὰ διευκολύνωνται οἱ συμβιβασμοί.
§36Α. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Κάθε πρότασις ἀναβολῆς μᾶς ἐμβάλλει εἰς ἀνησυχίας καὶ ὑποψίας μήπως δὲν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι θέλομεν νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον.
§37Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναβολῆς.
§38Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ (Ἀργ)θίας). Φρονοῦμεν ὅτι τὸ Ψήφισμα τοῦτο πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ.
§39Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὡς λόγος τῆς ἀναβολῆς ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, διότι ἀπεφασίσθη ὄχι ἡ ὁριστικὴ ἀναβολή, ἀλλ’ ἀπεφασίσθη ἡ ἀναβολὴ μέχρι πέρατος τῶν εἰσηγήσεων ἐπὶ τοῦ ὅλου Ψηφίσματος, ὡς λόγος, λέγω, τῆς ἀναβολῆς ἐφέρετο ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προδικάσῃ ἡ ψήφισις τούτου τὰς ἀντιλήψεις τῆς Βουλῆς. Κατὰ τίνα ὅμως τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ὅταν ὁμολογῆται παρ’ ὅλων ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ κάποια διαρρύθμισις καὶ κάποια τακτοποίησις αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§40Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι διότι τὰ πράγματα δὲν παρίστανται ὅπως πράγματι ἔγιναν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐξετέθησαν ὑπὸ συναδέλφων καὶ δὴ ὑπ’ ἐμοῦ οὐσιαστικοὶ λόγοι διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος. Ἐὰν θὰ γίνῃ συζήτησις πρέπει ὅλοι νὰ ἐκθέσωμεν ποία ἦτο ἡ ἄποψις ἑκάστου συναδέλφου εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Εἴπατε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι θὰ ὁμιλήσουν δύο ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς καὶ δύο κατὰ τῆς ἀναβολῆς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μιχαλακόπουλε, σᾶς παρακαλῶ νὰ συμπεράνητε.
§42Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὅτι, κύριοι, θὰ γίνῃ μακρὰ συζήτησις ἐπὶ τοῦ κυρίου Ψηφίσματος εἰς τὴν Βουλήν, ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς μᾶς τὸ εἶπε. Σᾶς λέγει «θέλετε νὰ ψηφίσετε ἕνα τόσον σοβαρὸν Ψήφισμα ἐπὶ τροχάδην; Ἢ φρονεῖτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ πρὸ μηνὸς τοὐλάχιστον καὶ ἀμφιβάλλω μάλιστα ἐὰν θὰ τελειώσῃ μέχρι τέλους τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης συνόδου τῆς Βουλῆς». Εἶναι ἐνδεχόμενον λοιπὸν νὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς συμβιβασμοὺς οἱ ὁποῖοι πρόκειται ἐν τῷ μεταξὺ νὰ γίνουν διότι οἱ μέλλοντες νὰ συμβιβασθοῦν θὰ διστάσουν νὰ πράξουν τοῦτο, πρὸ τῆς ἐνδεχομένης φορολογίας. Ἀκριβῶς αὐτὸ προβλέπει τὸ Ψήφισμα, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ σπεύσουν νὰ συμβιβασθοῦν θὰ ἀπαλλάσσωνται τῆς φορολογίας, διὰ νὰ ὠθήσωμεν πρὸς τοὺς συμβιβασμούς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μιχαλακόπουλε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ Ψηφίσματος, θὰ ὁμιλήσετε μόνον ἐπὶ τῆς παρατάσεως ἢ μὴ τῆς προθεσμίας.
§44Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ψήφισμα εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ αὔριον, ὁπότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου.
§45Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸν διαχωρισμὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος περιμένει 3 χρόνια, ὅτι ἐγκαταλείπεται ἡ μεγάλη ὑπόθεσις. Ἐπίσης θὰ ἤθελα νὰ κάμω μίαν παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Βαμβέτσον, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶμεν τὴν καταβαλλομένην προσπάθειαν, τόσον αὐτοῦ, ὅσον καὶ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν πρόοδον τοῦ ζητήματος, καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ προστεθῇ μία συνεδρίασις ἀκόμη τῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε τὸ Ψήφισμα νὰ ἔλθῃ ἐντὸς τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος καὶ μάλιστα τὴν προσεχῆ Πέμπτην πρὸς συζήτησιν εἰς τὴν Βουλήν, ἔστω καὶ ἂν δὲν ὑποβληθοῦν αἱ εἰσηγήσεις ὅλων τῶν εἰσηγητῶν.
§46Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι, κ. Πρόεδρε, τοῦ λόγου καὶ συμφωνῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βενιζέλου.
§47Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ ἀρχίσῃ, ἐπειδὴ εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐξαντληθῇ οὔτε εἰς 2, οὔτε εἰς 3, οὔτε εἰς 4 συνεδριάσεις, νὰ ἐπεξετείνετο κατὰ συνέχειαν ἐπὶ συναπτὰς ἡμέρας. Νὰ ὑπάρχῃ δηλαδὴ κάποια συνέχεια τῆς ἐργασίας, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ βεβαιότης ὅτι θὰ ἀποδώσῃ τὸ ἔργον μας.
§48Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τὸ κάμετε διότι εἶναι Ψήφισμα.
§49Ε. ΓΟΝΗΣ. Τὸ Ψήφισμα λέγει ὅτι ὡρισμέναι ἡμέραι εἶναι διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν καὶ ὡρισμέναι δι’ ἔλεγχον.
§50Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν ἐναντίον τῆς μεμονωμένης ψηφίσεως τοῦ συμβιβασμοῦ, δὲν μᾶς πείθουν. Δὲν μᾶς πείθει ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία ψηφίσασα τὸν συμβιβασμόν, θὰ παραδοθῇ ἔπειτα εἰς τὸν λήθαργον τῆς μακαριότητος, ὅτι δῆθεν ἐπετέλεσε τὸ καθῆκον της. Ἐν τούτοις, ἐὰν ἡμεῖς ἐπροτείναμεν τὴν πρόταξιν, εἶναι πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συζητήσεως, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἶναι ἑτοίμη πρὸς συζήτησιν. Ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ πρὸς διευκόλυνσιν δὲν γίνεται δεκτὴ καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, διότι περὶ νομοθετήματος πρόκειται, ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὴν πιστὴν τήρησιν τῆς προθεσμίας, ἡ ὁποία ἐτάχθη, εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως καὶ δηλοῦμεν ὅτι τὴν θεωροῦμεν δυνατὴν διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον. Δὲν εἶναι τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον θὰ ἀσκήσῃ ἀποφασιστικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἔχουν ἐπὶ τόσα ἔτη ἀσχοληθῆ μὲ τὸ θέμα, ἕτοιμοι εἰσηγήσεις ὑπάρχουν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς. Θὰ εἶναι δυνατὸν ἑπομένως, ἐὰν μείνωμεν πιστοὶ εἰς τὴν προθεσμίαν, νὰ ἀκούσωμεν τοὺς εἰσηγητάς, οἱ ὁποῖοι ἤδη ἔχουν ὑποβάλει τὰς ἐκθέσεις των καὶ νὰ συνεχίσωμεν ἀνέτως τὴν συζήτησιν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει τις ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ ὁμιλήσῃ;
§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ζητήσει, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Κουλουμβάκη.
§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φοβοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἀκινήτων ἐπὶ κατοχῆς θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ ὅσον καὶ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲν ἀκούσετε τὴν γνώμην μου. Ἡ γνώμη μου εἶναι διὰ μὲν τὸ Σύνταγμα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὡς συνεληρώθη εἰς τὰ 1935. Ὅσον δὲ ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τὸ συζητούμενον τώρα, νὰ καταργήσωμεν τὴν 114 Συντακτικὴν πρᾶξιν καὶ νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὴν κειμένην νομοθεσίαν. Ἐὰν δὲν μὲ ἀκούσετε καὶ εἰς αὐτό, ἐγὼ ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βενιζέλου.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ρήτορος, τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς κ. Βαμβέτσου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἐπὶ 15 ἡμέρας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας ἐπὶ 15 ἡμέρας παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν). Διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις διὰ τὸ ἀποτέλεσμα, τίθεται καὶ ἀντιστρόφως τὸ ἐρώτημα. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας ἐπὶ 15 ἡμέρας, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν). Ἑπομένως ἐγένετο ἀποδεκτὴ ἡ πρότασις «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἐπὶ 15 ἡμέρας» διὰ νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ σχέδιον ψηφίσματος «περὶ ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς».
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Κύριοι βουλευταί, χθὲς ἐκηρύχθη περαιωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως ψηφίσματος περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἤδη πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως ψηφίσματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος κατέθεσε δήλωσιν, ἔχουσαν οὕτω:
ΔΗΛΩΣΙΣ
τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν Θεμ. Δ. Τσάτσου Περαιωθείσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος δικαιολογῶ τὴν ψῆφον μου ὡς ἑξῆς: Θεωρῶ ἀνεπαρκῆ τὸν ἀπομένοντα χρόνον μέχρι λήξεως τῆς περιόδου πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ σχεδίου τούτου καὶ τῶν ἐκτὸς αὐτοῦ διατάξεων, τὸ μὲν διότι τὸ ἄρθρ. 3 θὰ προκαλέσῃ μακρὰς συζητήσεις ὡς πρὸς ἕκαστον ἄρθρον ἐκ τῶν λαμβανομένων ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ ἀθρόα ἐπιψήφισις, τὸ δὲ διότι ἀφίενται πολλὰ ἄρθρα ἐκτὸς τοῦ ὑπὸ ψήφισιν σχεδίου ψηφίσματος πρὸς διεξαγωγὴν εἰδικῆς ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου συζητήσεως. Διὰ τοῦτο ὑπεστήριξα καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι ἔδει νὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ὡς ἀπώτεραι προτάσεις, αἱ προτάσεις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ε. Κουλουμβάκη κλπ. καὶ Θ. Κώη κλπ. Τούτου μὴ γενομένου — καὶ μὴ γενομένου παρὰ τὸν Κανονισμὸν — ἀναγκάζομαι νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς κατ’ ἀρχὴν παραδοχῆς τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, διότι δὲν τίθεται πρὸ ἐμοῦ τὸ ἐνδεδειγμένον ἐρώτημα ἐὰν προτιμῶ τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον ἢ τὴν μίαν ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἀναφερομένων προτάσεων, ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα ἐὰν προτιμῶ τὴν καθ’ ἕκαστον συζήτησιν ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἢ τὸ ὑπὸ ψήφισιν σχέδιον καὶ τὸ σχέδιον τοῦτο συντομεύει ἀνεπαρκῶς κατ’ ἐμέ, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει συντομεύει τὸ ἀναθεωρητικὸν ἡμῶν ἔργον.
Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ
Οἱ παραδεχόμενοι κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν ψηφίσματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν κ. κ. βουλευτῶν). Ἑπομένως ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτὴ ἡ πρότασις ψηφίσματος τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος».
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει μία πρότασις ἰδική μου ἀπωτέρα, τῆς ὁποίας ψηφιζομένης, εἶναι περιττὸν καὶ τὸ Ψήφισμα τοῦτο καὶ οἱονδήποτε ἄλλο Ψήφισμα. Εἶναι πρότασις κατατεθειμένη πρὸ μηνῶν, τυπωμένη, κυκλοφορήσασα. Κατὰ τὴν πρότασίν μου νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὡς συνεπληρώθη δι’ ἄρθρων τινῶν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1935. Ἐὰν ἡ πρότασίς μου γίνῃ δεκτή, κύριοι, τελειώνει ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Συντάγματος.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σχέδιον ψηφίσματος ἐγένετο δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἑπομένως δὲν χωρεῖ συζήτησις. Ἀλλὰ τὸ ὑμέτερον σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὰς 20–10–1948 παρεπέμφθη εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν, καθὼς ἐπίσης καὶ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν κ. κ. Μόσχου, Πηλείδη κλπ., τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ παρεπέμφθη εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ὡς ἀποτέλεσμα καὶ ἀπαύγασμα τῆς ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ συζητήσεως τῶν δύο αὐτῶν σχεδίων ἦλθε τὸ παρὸν Ψήφισμα.
§58Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, οὔτε εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§59Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Ἐφ’ ὅσον ἐτερματίσθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς νὰ προχωρήσωμεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα, νὰ προχωρήσωμεν, ἀλλὰ εἶναι ἀπωτέρα ἡ πρότασίς μου, χωρὶς ἀμφιβολίαν.
§61Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὸν κ. συνάδελφον, λέγω τοῦτο. Εἶναι δυνατὸν ἡ πρότασίς του νὰ θεωρηθῇ ὡς τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρ. 1 τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἑπομένως δύνασθε νὰ διεξαγάγητε ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. συναδέλφου, ἀποτελούσης τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 1.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, δὲν εἶναι ὀρθὸν τοῦτο.
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις περὶ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι συζήτησις κομματική. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος κύριος ἀρχηγός μου ἐπιμένει νὰ κάμωμεν ἕνα συμβιβασμόν, δέχομαι νὰ κάμω αὐτὸν τὸν συμβιβασμὸν καὶ νὰ ἀναβάλωμεν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα νὰ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ Γραμματέως τὸ ἄρθρον 1).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§66Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. συνάδελφοι, ὅπως ἀποδεχθῆτε νὰ προστεθοῦν ὡς μὴ ἀναθεωρητέα καὶ τὰ ἄρθρα 22, 56, 57 καὶ 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Τὸ 22 ἔχει οὕτω: «Ἡ Νομοθετική..... (ἀναγινώσκει).
§67Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν περιελήφθη, διότι ὑπάρχουν προτάσεις περὶ Γερουσίας καὶ ἐὰν περιελαμβάνετο θὰ ἐτερματίζετο ἡ συζήτησις περὶ Γερουσίας.
§68Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου οἱαδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ πρότασις ἀλλὰ καὶ διότι φρονῶ ὅτι καὶ περὶ τῶν ἄλλων μὴ συζητητέων τάχα ἄρθρων, δύνανται νὰ ὑπάρξουν προτάσεις· ἀκόμη πιστεύω ὅτι θὰ ἀπορριφθοῦν προτάσεις περὶ Γερουσίας, διότι εἴμεθα Κράτος μικρόν, δὲν ἔχομεν πληθυσμὸν ὁ ὁποῖος νὰ ἀποδίδῃ τόσον πλουσίαν διὰ δύο σώματα ἀντιπροσωπείαν, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἔχομεν ἀνάγκην καὶ νὰ συνέλθωμεν κοινοβουλευτικῶς, ἕνεκα τῆς τρομερᾶς διακοπῆς ἐπὶ μίαν 12ετίαν τοῦ Κοινοβουλευτισμοῦ, διότι ἐὰν θέλωμεν νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς εὐθύνας μας ἀπέναντι τῆς ἱστορίας τῆς Πατρίδος μας καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατὰ τὰ τελευταῖα 3 ἔτη ἀπὸ τοῦ 1946, δὲν ἀνεστήλωσαν ὅσον ἔπρεπε τὸν Κοινοβουλευτισμόν. Ἐπιμένω λοιπὸν νὰ τεθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 22 διότι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θέλουν νὰ ἐπιτύχουν οἱ παραλείψαντες αὐτὸ εἶναι νὰ τεμαχίσουν τὴν Βουλήν. Θέλω λοιπὸν νὰ ἀποκλείσω ἀπὸ τοῦδε αὐτὴν τὴν ἐπιβουλὴν κατὰ τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος διότι ἡ κατατεμάχισις τῆς Βουλῆς εἰς Ἐπιτροπὰς Ἐξουσιοδοτήσεως, ὅπως εἶπα καὶ πρὸ ἡμερῶν, ὄχι μόνον ὑπὸ ἔποψιν οὐσιαστικὴν ἀπεδείχθη ἐπιβλαβὴς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄποψιν τοπικήν. Θέλω νὰ τεθοῦν ἐπίσης καὶ τὰ ἄρθρα 56 καὶ 57 διότι καὶ αὐτὰ ὁμιλοῦν περὶ νομοθεσίας ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως καὶ ὑπὸ οὐδενὸς ἄλλου. Διότι ἐκτὸς τῆς ἐπιβουλῆς τὴν ὁποίαν εἶπα προηγουμένως, φοβοῦμαι μήπως ἐξακολουθήσῃ καὶ ἡ ἄλλη, ἡ ἐκτραχύλισις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος, ἡ ἐπιβουλὴ διὰ τῶν ἀναγκαστικῶν νόμων, αὐτὸ τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερε καὶ εἰς ἀδιέξοδον ἀκόμη διότι προσέξατε, ἑκατοντάδας ὅλας ἀναγκαστικοὺς νόμους οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν πραγματικὰς καταστάσεις μᾶς τοὺς φέρνουν νὰ ψηφίσωμεν «en block». Διὰ τοῦτο ἐγώ, κ. συνάδελφοι, ἐπιμένω νὰ περιληφθοῦν αὐτὰ τὰ ἄρθρα, ἀλλὰ θέλω νὰ περιληφθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ 1917 παραβιάζεται ἀσυστόλως, ἀφ’ ὅτου ἡ ἑλληνικὴ παιδεία ἔχει παραδοθῆ εἰς τοὺς διαδόχους τοῦ Γληνοῦ, τοῦ κομμουνιστοῦ ἐκείνου Γληνοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε ἐκδιώξει διὰ πρακτικοῦ της ἡ κοινότης Κάστρου τῆς Λήμνου, πρὶν ἀπελευθερωθῇ ἡ Λῆμνος, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους παρακαλῶ νὰ φροντίσητε νὰ πληροφορηθῆτε. Εἰς τοιοῦτον ἄνδρα, εἰς τοιοῦτον κάθαρμα καὶ προδότην εἶχε παραδοθῆ ἔκτοτε ἡ ἐκπαίδευσις, ἡ ὁποία καὶ τελεῖ ἀκόμη ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν διαδόχων του. Ὅσοι ἔχουσι μέσα των αἷμα ἑλληνικὸν πρέπει νὰ δεχθοῦν ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον 107 διότι ἄλλως πρέπει νὰ σκεφθοῦν τὴν τεραστίαν εὐθύνην των ἀπέναντι τῆς Πατρίδος, ἡ ὁποία, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, εἶναι προωρισμένη νὰ ἀποθάνῃ καὶ θὰ εἴμεθα τρομερὰ ὑπεύθυνοι ἔναντι τῆς ἱστορίας μας. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προστεθοῦν καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2.
§69Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Πρόεδρον, κατὰ τίνα τρόπον θὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις ἐπὶ ἑκάστης τροπολογίας καὶ τῶν ὑποβαλλομένων προτάσεων.
§70Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κύριε Πρόεδρε, μίαν λέξιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς λήψεως ἀποφάσεων, ἐτηρήθη ἡ ἑξῆς τακτική: ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου διετυποῦτο ἐρώτησις ἐὰν χρήζῃ τοῦτο συζητήσεως ἢ ὄχι, ὥστε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ἢ ὄχι καὶ μὲ αὐτὸ τὸ κριτήριον ἐλάμβανεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπόφασιν ἐὰν χρειάζεται συζήτησις ἢ ὄχι καὶ ἐὰν πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἢ ὄχι. Νομίζω ὅτι μία τοιαύτη ψηφοφορία, γενομένη ἑκάστοτε, θὰ συνετέλει εἰς τὴν ταχεῖαν λῆψιν ἀποφάσεων.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὅμως τὸ μειονέκτημα ὅτι ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη ὑπάρχουν συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ἀντικρούσουν. Πῶς θὰ ὁμιλήσουν; Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ γίνῃ εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως.
§72Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡμεῖς διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν ἐκάναμεν αὐτὸ καὶ ἐτελειώναμεν ἀμέσως. Ἐνῷ τώρα εἰσερχόμεθα εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν ἀμέσως.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως θὰ ζητηθῇ ἡ ψηφοφορία. Ὁ κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον.
§74Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὑπεβλήθη μία τροπολογία ἀπὸ τὸν κ. Κουλουμβάκην. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐζητήσαμεν τὸν λόγον νὰ ἀπαντήσωμεν, θέλομεν νὰ ἀποκρούσωμεν, ποῖος θὰ μᾶς στερήσῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα;
§75Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ τροπολογία μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 εἶναι ἡ ἑξῆς: νὰ διαγραφῇ τὸ ἄρθρον 54 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, διότι ὁρίζει πολὺ μικρὸν, ἐλάχιστον χρόνον διαρκείας τῆς Συνόδου. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν προσθήκην ἄρθρων νομίζω, ὅτι αὐτὸ ἀντιβαίνει εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ Ψηφίσματος, διότι μόνον τὰ ἀναμφισβήτητα εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται ὁμαδικῶς. Τέλος, ὅσον ἀφορᾶ τὸν τρόπον τῆς ἐκθέσεως ἀπὸ τοῦ βήματος γνωμῶν ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 107, νομίζω ὅτι διὰ τὴν ὁμαλότητα τῶν συζητήσεων χρειάζεται περισσότερος σεβασμὸς τῆς γνώμης τῶν ἄλλων, δοθέντος ὅτι ἐκεῖνοι δύνανται νὰ ἀντιτάξουν ὅτι ἡ γλῶσσα ποὺ καθυβρίζεται, εἶναι ἡ γλῶσσα τοῦ Ἐθνικοῦ μας Ὕμνου.
§76Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τοῦ Ἐθνικοῦ μας Ὕμνου.
§77Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ὅλος ὁ λαὸς ὁμιλεῖ..... (δὲν ἀκούεται)... μόνον ὁ κ. Κουλουμβάκης δὲν κάνει τίποτα ἄλλο παρὰ νὰ ὑβρίζῃ τὸ σύνολον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουλουμβάκη, δέχομαι αὐτὴν ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 107. Δὲν τὴν δέχομαι ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, διότι, ὡς ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου σχετικῶς μὲ τὰ ἄρθρα τὰ ἄλλα, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος καὶ διότι ἔχω ὑποβάλει 2 τροπολογίας ἀφορώσας τὸ ἄρθρον 70 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ψηφίσματος καὶ τὸ ἄρθρον 100. Εἰς μὲν τὸ ἄρθρον 70 νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ δευτέρα παράγραφος κατὰ τὴν ὁποίαν: «....(ἀναγινώσκει) ....»· καὶ τοῦτο διότι διὰ τῆς ὑποβολῆς ὑποψηφιότητος εἰς πλείστας ἐκλογικὰς περιφερείας, ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ ἐκλογέως, ὁ ὁποῖος ἐκ φόβου, μήπως ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος ἀποτύχῃ, ἀναγκάζεται νὰ κάνῃ ἀβαρίαν τῶν προτιμήσεών του. Ἡ ἄλλη τροπολογία ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον 100 τοῦ Συντάγματος καὶ βασίζεται εἰς ἤδη ληφθὲν μέτρον. Ἐλάβομεν μέτρα διὰ τοὺς κομμουνιστὰς καὶ εἴπομεν ὅτι στεροῦνται ἰσοβίως τῆς συντάξεως. Ἡ ἔκρυθμος κατάστασις, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον, δὲν μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι θὰ ἐκλείψῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἔχομεν πολλὰ παραδείγματα ἀπὸ τὸ 1915, ὅταν αἱ Ἐθνικαὶ Στρατιωτικαὶ Δυνάμεις πολλὰς φορὰς ἀναμιγνυόμεναι εἰς τὰς πολιτικὰς ἐκδηλώσεις, ὄχι ὀλίγα κακὰ προὐξένησαν εἰς τὸ Κράτος. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ παγία διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν ὁποίαν «καταδικασθέντες.... (ἀναγινώσκει)....». Διότι παρετηρήθη τὸ φαινόμενον, οἱ μετασχόντες εἰς κινήματα νὰ στεροῦνται προσωρινῶς τῆς συντάξεώς των καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔρχεται ὁ νομοθέτης καὶ νὰ τὰ χαρίζῃ αὐτά.
§79Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν πρέπει νὰ ζητήσωμεν τὴν διαγραφὴν τῶν ἄρθρων 70 καὶ 100 καὶ ὅταν διαγραφοῦν αὐτὰ μετὰ νὰ ζητήσετε νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἡ τροπολογία σας.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας ἔχει τὸν λόγον.
§81Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔλαβα ποτὲ τὸν λόγον διότι πιστεύω ὅτι θὰ πρέπει νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Εἶπον καὶ ἄλλοτε καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω δι’ ὑστάτην πλέον φοράν, ὅτι ἡ πολυλογία καὶ ἡ ἀμετροέπεια δὲν εἶναι συστατικὰ τῆς συζητήσεως εἰς τὴν συζήτησιν περὶ Συντάγματος. Καθ’ ἕνας, βεβαίως, εἰς ἓν Δημοκρατικὸν Πολίτευμα, ἔχει ἰδίας πεποιθήσεις καὶ ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι σεβασταί. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἀντίθετοι ἀρχαί, ἀντιλήψεις καὶ πεποιθήσεις. Ἐγὼ ἐκτιμῶ ἀπολύτως καὶ ἀγαπῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴν κ. Κουλουμβάκην, ὁ ὁποῖος ἐκηρύχθη, φερ’ εἰπεῖν, κατὰ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, διαφωνῶν πρὸς τὸν ὑμνηθέντα ἀρχηγόν του Ἐλευθέριον Βενιζέλον, τοῦ ὁποίου τὴν σοφίαν ἀείποτε ἐξύμνησε καὶ ἐξυμνεῖ, νομίζω ὅμως ὅτι ὡρισμένα θέματα, ἀνεξαρτήτως τῆς ὀρθότητος τῶν σκέψεων τοῦ μὲν ἢ τοῦ δέ, πρέπει νὰ συζητῶνται ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν Βουλήν, κύριοι βουλευταί. Ὑπάρχουν θέματα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ γίνουν συζητήσεις ἐξονυχιστικαὶ καὶ εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐθαιρέτως νὰ ἐπιβάλλωμεν ὁ εἰς τὰς σκέψεις του ἐπὶ τοῦ ἄλλου. Πρέπει νὰ γίνεται συζήτησις. Βλέπετε, λοιπόν, πόσον ὀρθῶς πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μὴν θίξῃ τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀρκετά, ὅσα ἀναγράφονται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ἐγώ, κύριοι, εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου πρώτου τῆς Ἐπιτροπῆς.
§82Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος κατ’ ἀρχὴν οὔτε εἶπον καμμίαν φράσιν ἀμετροεπῆ, εἶπον ὅτι τὰ τελευταῖα κλυδωνισμῶν ἔτη δὲν συγχωροῦν τὴν συγκρότησιν δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Μόνον αὐτὰ εἶπον. Τώρα εἶπον ἓν ἄλλο, ὅτι δὲν χωρεῖ συζήτησις. Διατί εἶσθε βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις καὶ γι’ αὐτό;
§83Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν τὸ ἤκουσα αὐτό. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ ἀξιότιμος κύριος βουλευτὴς ἐξ Ἀθηνῶν, εἶναι πράγματι σοφός, ἔχει ἀντίληψιν ὀξυτάτην, ἀλλὰ ἔχει καὶ τὸν ἐγωϊσμὸν τῆς καταγωγῆς του. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς σοφίας τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, κηρύσσεται κατόπιν κατὰ τοῦ Ἐλευθ. Βενιζέλου. Αὐτὸ μοῦ κάμει ἐντύπωσιν. Γνωρίζει πόσον τὸν λατρεύω, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὸν λακωνικόν του ἐγωϊσμόν.
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐδῶ παρεξηγεῖτε, διότι ἐγώ, ὅσον ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τοῦ ἄρθρου 107, τὸ ὁποῖον διετυπώθη ὑπὸ τοῦ Βενιζέλου, διεφώνουν ἀπὸ τότε.
§85Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς ἐπιμένει ἀπολύτως εἰς τὰς ἰδέας του. Εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς, ἀλλ’ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούσῃ καὶ τὰς ἀντιθέτους ἀντιλήψεις. Ὅταν λέγῃ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ περὶ τοῦ ἐναντίον συζήτησις, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι σφάλλει. Ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Γονατᾶς, ἡ σκέψις ἐκείνη τῆς ἱδρύσεως τοῦ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ἦτο σοφή. Ἀλλὰ διατί θέλομεν νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν περὶ μονῆς ἢ διπλῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἀκούσωμεν καμμίαν συζήτησιν, διότι ὁ κλυδωνισμὸς καὶ δὲν ξεύρω τί ἄλλο ἐμποδίζει τάχα τὴν συγκρότησιν δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, κ. βουλευτὰ ἐξ Ἀθηνῶν, θὰ ἀκουσθοῦν αἱ γνῶμαι σας κατὰ τὴν συζήτησιν. Θὰ πρέπει ὅμως νὰ ἀκούσετε καὶ τὰς ἀντιθέτους ἀντιλήψεις. Πῶς θέλετε, λοιπόν, νὰ κηρυχθῶμεν ὑπὲρ τῆς μονήρους Βουλῆς ἄνευ συζητήσεως. Δὲν νομίζετε ὅτι εἰς τὰ σοβαρὰ θέματα ἐπιβάλλεται ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης Σύνταγμα ἄξιον τῆς ἱστορικῆς μας ἀποστολῆς; Παρὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 εἶναι ἱερὸν καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις, διότι συνέπεσε νὰ τὸ ψηφίσῃ ὁ κ. ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτής; Καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ ἐψήφισαν τὰ ἄλλα Συντάγματα, καὶ μάλιστα τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε καὶ ὁ Ἐλ. Βενιζέλος;
§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἐψήφισεν ὁ Ἐλευθ. Βενιζέλος.
§87Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Τὸ ἐψήφισε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Λοιπὸν ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὀρθῶς ἡ Ἐπιτροπὴ τὸ ἔθεσεν ὑπὸ συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τότε μετὰ προσοχῆς θὰ ἀκούσητε καὶ τὰς ἰδικάς μας. Ἐὰν θέλετε, κ. βουλευτά, νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ νὰ δώσωμεν τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, ὀρθῶς νομίζω, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὡς μὴ ἀναθεωρητέα τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα ἔκρινε καὶ πρέπει ἄνευ μακρᾶς συζητήσεως νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον πρῶτον καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων μὲ ἐλευθέραν συνείδησιν, μὲ ἠρεμίαν καὶ μὲ δημοκρατικὴν τὴν ψυχήν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαδῆμος ἔχει τὸν λόγον.
§89Α. ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ. Δὲν θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν οὔτε ἐπὶ ἓν λεπτόν, ἐὰν δὲν ἐλάμβανε χώρα ἡ ὑποβολὴ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἐπὶ τοῦ Ψηφίσματος. Γεγονὸς εἶναι ὅτι προσπαθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Ψήφισμα τὸ ὑποβληθὲν ἐκ μέρους τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀποτελεῖ δὲ παρήγορον φαινόμενον τὸ ὅτι ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτὸν τὸ Ψήφισμα καὶ ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Κατὰ συνέπειαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ἔχει μὲν ἀγαθὴν πρόθεσιν, πάντως ὅμως φέρει τὴν μορφὴν παρελκύσεως τῆς συζητήσεως. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἐφ’ ὅσον ὑπεβλήθη πρότασις, ἐξαιρετικῆς σοβαρότητος μάλιστα, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τὴν γνώμην ἐπ’ αὐτῆς. Κατ’ ἀρχὴν ὅπως καὶ ἄλλοτε ὑπεστήριξα θὰ ἔπρεπε νὰ ἐμμείνωμεν εἰς ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, κατοχυροῦντες αὐτὰ δι’ ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ κηρύσσοντες αὐτὰ μὴ ἀναθεωρητέα. Εἰδικῶς τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως νομοτεχνικῆς πάσχουν ἀπὸ ὡρισμένας διαμαρτίας καὶ ἐλλείψεις. Εἰδικώτερον μάλιστα τὸ δεύτερον. Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀξίαν τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ ἄρθρων τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς 18ης Μαρτίου 1844 καταχωρηθέντα εἰς τὸ Σύνταγμα ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος ὑπὸ τῆς Αʹ Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῶν Ἑλλήνων, διετηρήθησαν μὲ ἐλαχίστας τροπολογίας εἰς τὰ Συντάγματα τῶν 1864 καὶ 1911. Ὀρθῶς δι’ αὐτῶν ἐρρυθμίσθησαν αἱ σχέσεις Πολιτείας καὶ Ἐκκλησίας καὶ κατωχυρώθη ἡ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς λατρείας, ὥστε οὐδεὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος ἀναταραχῆς, καλῶν κειμένων πραγμάτων. Ἐὰν ἀρχίσωμεν συζητοῦντες ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τότε δὲν θὰ ἴδωμεν εἰς τὰς ἡμέρας τῆς παρούσης βουλευτικῆς περιόδου Σύνταγμα. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων 22, 56 καὶ 57 δὲν θὰ προσθέσω τι, παρὰ τὸ γεγονός, ὅτι ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἔχουν ἀπολύτως δίκαιον οἱ προτείναντες κ. συνάδελφοι. Τὸ ἄρθρον, ὅμως, 107 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἐκ τῶν οὐσιωδεστέρων. Πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ, ὅμως, ἐπιτρέπεται νὰ μᾶς χωρίσῃ εἰς δύο ἀντίθετα στρατόπεδα, δημοτικιστῶν καὶ καθαρευουσιάνων. Ἡ γλῶσσα, ἡ ἑλληνική, δὲν εἶναι οὔτε γλῶσσα δημοτική, οὔτε γλῶσσα καθαρεύουσα. Ἡ γλῶσσα ἡ ἑλληνικὴ εἶναι μία. Ἀποτελεῖ ὄργανον, τοῦ ὁποίου κάθε Ἕλλην δύναται ἐλευθέρως νὰ ποιῆται χρῆσιν, οἵαν νομίζει ἐκεῖνος, ἀναλόγως τῆς μορφώσεώς του καὶ τῶν ἀντιλήψεών του. Διότι, ἐὰν δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν πᾶς Ἕλλην τῆς γλώσσης του ἐλευθέρως, τότε δὲν πρόκειται περὶ Κράτους ἐλευθέρου. Κατὰ συνέπειαν, δὲν πρέπει νὰ χρωματισθῇ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐξ αἰτίας τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως περὶ γλώσσης. Πρὸ τριάκοντα ἐτῶν, περίπου, ἐκλεκτὸς Ἕλλην φιλόλογος, δημοσιογράφος καὶ λόγιος, ὁ Μιχαὴλ Μητσάκης, ἐδημοσίευσε, μεταξὺ ἄλλων, καὶ τὴν «θλίψιν μαρμάρου», μικρὸν πόνημα κατὰ τὴν τεχνοτροπίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ ὁποῖον περιέλαβεν εἰς τόμον διηγημάτων καὶ χρονογραφημάτων. Τὸ ἔγραψεν εἰς δύο ἰδιώματα· τὴν καθαρεύουσαν καὶ τὴν δημοτικήν. Δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ καλύτερον. Μεταξὺ τῶν ἔργων τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς λογοτεχνίας ὑπάρχει καὶ ἡ Ἀντιγόνη τοῦ Σοφοκλέους. Τοῦ ἀθανάτου, ὅμως, αὐτοῦ ἔργου ἐξεπονήθη, πρὸ τεσσαράκοντα περίπου ἐτῶν, μία μετάφρασις ὑπὸ τοῦ ποιητοῦ καὶ πολεμιστοῦ Κ. Μάνου. Μετάφρασις ἀρτία καὶ θαυμαστὴ εἰς τὴν δημοτικήν. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὴν ὠδὴν πρὸς τὸν Ἥλιον, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ μετάφρασις ἐγγίζει τὸ κάλλος τοῦ πρωτοτύπου. Ἡ ἑνότης τῆς γλώσσης καταδεικνύεται σαφῶς ἐκ τῆς κατὰ τὴν αὐτὴν ἔντασιν καὶ ἐνάργειαν ἀποδόσεως εἰς οἱονδήποτε ἰδίωμα τῶν αὐτῶν διανοημάτων κατὰ τὸν τρόπον τοῦ γράφοντος. Προκειμένου περὶ λογοτεχνίας, ποιήσεως κ.λ.π. οὐδεὶς δύναται νὰ παρίδῃ ὅτι ἡ καθομιλουμένη (δημοτικὴ) προσάδει εἰς τὸ εἶδος τοῦτο, εἰς ἔργα ὅμως βαρείας φιλολογίας, φιλοσοφίας καὶ ἐπιστήμης, δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ δημοτική. Ἐνταῦθα, ὅμως, πρέπει νὰ τονίσω ὅτι κάπως ἀκαίρως ἐπελήφθην τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, δηλαδὴ τῆς γενικωτέρας περὶ γλώσσης συζητήσεως, διότι τὸ ἐπίμαχον ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ «ἐπισήμου γλώσσης». Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσονται τὸ πολίτευμα καὶ τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὰ κείμενα, δὲν νοεῖται ἄλλη ἀπὸ τὴν λεγομένην καθαρεύουσαν, ὡς αὕτη ἐξελίσσεται. Τὸ Σύνταγμά μας, οἱ νόμοι, αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, αἱ πράξεις τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν, ἀποτελοῦν κείμενα τοιαύτης γενικότητος καὶ τοσαύτης σοβαρότητος, ἀφοῦ ἐμφανίζουν τὴν προσωπικότητα τῆς Πολιτείας καὶ διέπουν τὰς τύχας τοῦ λαοῦ. Τὰ κείμενα αὐτά, ἀποτελοῦντα κτῆμα ὅλων τῶν Ἑλλήνων, πρέπει νὰ εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν σεβαστὰ καὶ ἀφ’ ἑτέρου εὔληπτα καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον νοητά, χωρὶς νὰ δύναται νὰ χωρήσῃ παρερμηνεία τις, ἡ ὁποία ἐνδέχεται νὰ δημιουργήσῃ πολιτικὴν ἢ κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν ἀστάθειαν καὶ νὰ γίνῃ πρόξενος ζημιῶν. Διὰ τοῦτο, ὄχι μόνον ἐπιβάλλεται ἡ χρησιμοποίησις κατὰ τὴν σύνταξιν τῶν ἐπισήμων αὐτῶν ἐγγράφων τῆς παγίως πλέον μορφωθείσης αὐτῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν ἐπίσημον καλοῦμεν, ἀλλὰ καὶ ἡ διατήρησις ὡρισμένων τυπικῶν φράσεων, ἡ ἀλλαγὴ τῶν ὁποίων δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν. Προσάδει, ἄλλως, τοῦτο καὶ εἰς τὴν ἐπίσημον ἐμφάνισιν, τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κράτους καὶ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν καθολικότητα τῆς ἐννοίας πάσης πράξεώς του. Ἡ διατήρησις, ὅθεν, τῆς γλώσσης αὐτῆς «τῶν κειμένων» ὡς «ἐπισήμου», ἐνῷ συμβάλλει εἰς τῆς Πολιτείας τὴν αὐθεντίαν, δὲν παραβλάπτει οὐδὲ ἀνακόπτει τὴν πρόοδον τῆς παρ’ ἡμῖν λογοτεχνίας, ἡ ὁποία ἐλευθέρα καὶ ἀνεπηρέαστος ἐκ τῆς ἐπισήμου γλώσσης, κινεῖται μὲ τὴν πνοὴν τῶν ἀξίων ἐργατῶν της πρὸς εὐρυτέρους ὁρίζοντας. Ἡ χρῆσις καὶ ἡ κατανόησις ὅμως τῆς ἐπισήμου γλώσσης, ἀπαιτοῦν σχολικὴν προπαίδευσιν παρέχουσαν ἐπαρκεῖς πρὸς τοῦτο γνώσεις. Πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν γλῶσσαν μας, μίαν καὶ ἑνιαίαν, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τῆς ἀγορεύσεώς μου, νὰ τὴν κάμωμεν κτῆμα καὶ ὄργανον τῆς ὀρθῆς ἐκφράσεως τῶν σκέψεων καὶ διανοημάτων μας καὶ ἀφοῦ τὴν διδαχθῶμεν καὶ τὴν ἐκμάθωμεν, νὰ χρησιμοποιῶμεν ἐλευθέρως. Τὰ Σχολεῖα μας καὶ οἱ ἄξιοι ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης ἐκπαιδευτικοί μας λειτουργοί, ἔκαμαν μέχρι τοῦδε τὸ καθῆκόν των. Τὸ ἰδικόν μας καθῆκον εἶναι νὰ μὴ χωρισθῶμεν καὶ νὰ μὴ ἐμπνεύσωμεν ἢ ὑποθάλψωμεν διαιρέσεις, ἀλλὰ νὰ διατηρήσωμεν τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματός μας, ποὺ ἔχει ἐν αὐτῷ δύο μεγάλας ἐννοίας, τὴν παράδοσιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν. (Χειροκροτήματα).
§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1822, μέχρι σήμερον, ὑπάρχει μία ἐπίσημος γλῶσσα εἰς τὸ Κράτος. Αὐτῆς τῆς γλώσσης τὴν παραφθορὰν ἀποκρούω. Δὲν παραδέχομαι οὔτε καθαρεύουσαν, οὔτε ἀκάθαρτον, οὔτε δημοτικήν. Τὰ τραγούδια δὲν εἶναι ἐπίσημος γλῶσσα.
§91Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσ.). (Δὲν ἠκούσθη).
§92Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐὰν δέχεται τὴν μὴ ἀναθεώρησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν 1 παράγραφον καὶ ἐν συνεχείᾳ νὰ ἐρωτηθῇ ἐὰν θέλῃ νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα ἄρθρα. Ἕως τώρα ἔχομεν ἀναμίξει τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν. Νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γίνῃ διαχωρισμός, διότι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀθηνῶν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν. Ὡς πρὸς λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Παπανδρέου διὰ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, συμφωνῶ, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι προώθησις τοῦ ἄρθρου 107 θὰ προκαλέσῃ μεγάλην ἀντίδρασιν. Τὴν ἄποψιν αὐτὴν τοῦ κ. Παπανδρέου εἶχα προτείνει καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη συμφωνῶ νὰ προστεθῇ ἡ παράγραφος 1 τοῦ ἄρθρου 56. Ἐπίσης θὰ ἤθελα νὰ εἴπω ὅτι πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν οἱ κ.κ. συνάδελφοι ὅτι τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 δὲν ἰσχύει, διότι ἔχει ἀντικατασταθῆ διὰ τῆς 7 Συνταγματικῆς πράξεως τοῦ 1935 καὶ τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1917.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν ἐγγεγραμμένοι εἰσέτι 13 ρήτορες... (Θόρυβος, φωναί).
§94Α. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, πρέπει νὰ καθορίσωμεν τὸν τρόπον καὶ χρόνον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίζωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲν κανονίσωμε τὸ θέμα αὐτό, εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν. Δυστυχῶς, ὑπάρχει μία παρανόησις εἰς τὸ θέμα τοῦτο. Ἦλθε πρὸς ψήφισιν τὸ ἄρθρον 1, πρέπει νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπ’ αὐτοῦ καὶ μετὰ νὰ ἔλθουν πρὸς συζήτησιν αἱ ἄλλαι προτάσεις, ὅπως τοῦ κ. Κουλουμβάκη. Ἔχω τὴν γνώμην νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἔχει.
§95Θ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀφοῦ εἰσαχθῇ καὶ τεθῇ ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον 1 καὶ συμφωνήσωμεν ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, μετὰ θὰ ἔλθῃ πρὸς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ νὰ εἴπωμεν νὰ προστεθῇ καὶ αὐτὴ εἰς τὸ ἄρθρον. Συζήτησις ἐφ’ ὅλων τῶν τροπολογιῶν συγχρόνως, εἶναι ἀδύνατος.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§97Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔμεινα μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι σκοπὸς τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος ἦτο νὰ συντομεύσωμεν τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸ ἄρθρον 1 αὐτοῦ ὡς μὴ χρήζοντα ἀναθεωρήσεως, ὁ σκοπὸς αὐτὸς δὲν ἐπιτυγχάνεται. Διὰ νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν ἐκκρεμότητα αὐτὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ ἦτο σκοπιμώτερον ὅπως εἰς τὰ ἄρθρα αὐτὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ψηφίσματος, προστεθοῦν καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, καὶ τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον αἱ προτεινόμεναι τροποποιήσεις εἶναι ἐπουσιώδεις, θὰ ἠδυνάμεθα μόνον νὰ ἐξαιρέσωμεν τὸ περὶ ἰδιοκτησίας ἄρθρον 17 ὅπως τροποποιήσωμεν καὶ ἐναρμονίσωμεν τοῦτο πρὸς τὰς μεταπολεμικὰς οἰκονομικοκοινωνικὰς συνθήκας. Ἐφ’ ὅσον, ὅμως, ἐπιφυλλασσόμεθα διὰ τοῦ ψηφίσματος νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ πολλῶν ἄρθρων, δὲν βλέπω διατὶ δὲν θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 8 καὶ 91 ἐδάφιον αʹ καὶ νὰ τροποποιήσωμεν αὐτά, οὕτως ὥστε νὰ ἐφαρμόζωνται εἰς τὸ μέλλον, διότι μέχρι τοῦδε πολλάκις παρεβιάσθησαν, ἑρμηνευόμενα κατὰ τὸ συμφέρον τῶν ἑκάστοτε ἐφαρμοζόντων αὐτά, κατὰ τὴν μέθοδον τοῦ φούρνου τοῦ Νασρεδὶν Χότζα. Κατ’ αὐτά, οὐδεὶς ἀφαιρεῖται ἄνευ τῶν παρὰ τοῦ νόμου ὡρισμένου εἰς αὐτὸν δικαστοῦ, οὔτε ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἐκτάκτων δικαστηρίων. Καί, ἐν τούτοις, πρόσφατα εἶναι τὰ παραδείγματα διαφόρων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπὸ μορφὴν Συντακτικῶν πράξεων τὰ κατήργησαν. Ἴσως νὰ εἶναι ἐλλιπῆ...
§98Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἐφηρμόσθη τὸ ἄρθρον αὐτό; Ἡ 6 Συντακτικὴ πρᾶξις δὲν τὸ κατήργησε.
§99Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ κακοηθεστάτης πράξεως. Ὁ Λούβαρης, ὁ Κατσιμῆτρος καὶ ἄλλοι ἐξαίρετοι ἄνδρες, εἶναι προδότες;
§100Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπαινέσω τὴν διακοπὴν διὰ σοφίαν. Καταστρατήγησις μιᾶς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἄγει εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα μὲ τὴν κατάργησίν του. Καὶ ἡ καταστρατήγησις τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 91, ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε νὰ καθιστᾷ ὑπευθύνους τοὺς συντάκτας καὶ ἐφαρμοστὰς τῶν περιφήμων ἐκείνων Συντακτικῶν πράξεων ἔναντι τοῦ νόμου. Γνωρίζει ὁ διακόψας με κ. συνάδελφος ὅτι καὶ τὸ Ἀνώτατον Διαιτητικὸν Δικαστήριον ἀπεφάνθη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσουν νομοθετήματα ὑπὸ τύπον Συντακτικῶν πράξεων, ὅταν δὲν παρίσταται ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη θεσπίσεως αὐτῶν καὶ δὲν κινδυνεύει ἡ Πολιτεία. Ποία ἐξαιρετικὴ ἀνάγκη ὑπῆρχε διὰ νὰ ψηφισθῇ ἡ 6 Συντακτικὴ πρᾶξις;
§101Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Πολὺ καλὰ ἔγινε καὶ ἐψηφίσθη ἡ 6 Συντακτικὴ πρᾶξις. Αὐτὸ ἐζήτει ἡ δικαιολογικὴ συνείδησις τοῦ Ἔθνους.
§102Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀπήτησεν ἡ ἐξεζητημένη ἐπίδειξις προσηλώσεως πρὸς ξένους παράγοντας, οἱ ὁποῖοι, ἄλλως τε, δὲν ἠξίωσαν τοιαύτην προσήλωσιν. Ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως εὑρίσκωνται εἰς τὰς φυλακὰς οἱ πολιτικοὶ δυνάμει τῆς 6 Συντακτικῆς πράξεως, ἐρωτήσατε τὴν συνείδησίν σας, κύριε συνάδελφε. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος πολλάκις παραβιασθέν, οὐχὶ ἐπαναστατικῷ δικαίῳ, ἀλλ’ ἴσως λόγῳ ἐλλιποῦς διατυπώσεως, νομίζω ὅτι χρῄζει ἀναθεωρήσεως καὶ νὰ τὸ διατυπώσωμεν κατὰ τρόπον διασφαλίζοντα τὴν ἐφαρμογήν του καὶ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως ἑνὸς ἄρθρου ἀνακύπτει ἐκ τῆς πείρας τῆς ἐφαρμογῆς του καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν ὑπόκειται εἰς συχνὰς παραβιάσεις.
§103Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ νόημά μου ἦτο τοῦτο, ὅτι τὸ ἄρθρον 91 δὲν παρεβιάσθη, θὰ παρεβιάζετο ἐὰν ἐξεδίδετο νόμος ἀντίθετος πρὸς αὐτό. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἠσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην διὰ συντακτικῆς πράξεως, νὰ τὸ τροποποιήσουν, σημαίνει ὅτι τὸ ἄρθρον 91 ὡς συνταγματικὴ διάταξις μένει σεβαστή.
§104Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀπῃτεῖτο πολὺς χρόνος διὰ ν’ ἀναπτύξωμεν τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Συντακτικὴ αὐτὴ πρᾶξις εἶναι ἄκυρος καὶ ἰσοδυναμεῖ πρὸς κατάργησιν τοῦ ἄρθρου. Αὐτό, ἄλλωστε, ἐκτὸς τοῦ θέματός μας. Σᾶς λέγω μόνον πᾶσα ἐκδοχὴ καὶ πᾶσα ἑρμηνεία ἔχει τὴν εὐλογοφανῆ, τοὐλάχιστον, δικαιολογίαν της. Δικαιολογία εὔλογος δὲν ὑπάρχει δι’ ὅσα συνετελέσθησαν παρὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ 91. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔχει ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ψηφίσματος. Ἀφ’ ἑτέρου, ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἄρθρα, πλὴν τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ψηφίσματος, μὴ χρῄζοντα ἀναθεωρήσεως. Ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν συνάδελφος ἐπρότεινεν ὅπως εἰς αὐτὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 22 ὡς μὴ χρῇζον ἀναθεωρήσεως. Τοῦτο ὁρίζει τοὺς παράγοντας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεύς. Τινὲς ὑποστηρίζουν ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ Γερουσία. Ἐὰν τοιοῦτον ζήτημα ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου τότε καὶ θὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπον καὶ κατὰ τὸ 1927 κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας. Ἱδρύθη μὲν τότε ἡ Γερουσία, ἀλλὰ δὲν παρῆλθε πολὺς χρόνος καὶ ἐκρίθη περιττὴ καὶ κατηργήθη. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἱδρύθη καὶ κατηργήθη ἡ Γερουσία. Τὸ ἴδιο ἔχει συμβῆ καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Καὶ ἀλλαχοῦ τὰ δεύτερα αὐτὰ Νομοθετικὰ Σώματα τείνουν ν’ ἀχρηστευθοῦν τελείως. Ὅπως συμβαίνει καὶ μὲ τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀπὸ τὸ 1911 ὁ Λόϋδ Τζὼρτζ διὰ νόμου act of Parliament, κατήργησε πολλὰς ἀπὸ τὰς νομοθετικὰς ἁρμοδιότητας καὶ ἱκανότητας τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ 1 τοῦ Ψηφίσματος πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ τὸ ἄρθρον 107, τὸ περὶ ἐπισήμου γλώσσης, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι τοῦτο δὲν πρόκειται νὰ διαγραφῇ οὔτε νὰ τροποποιηθῇ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔχουν γίνει μακρόταται συζητήσεις καὶ ἔχουν λεχθῆ πολλά. Εἶναι γνωστὰ τὰ ἑκατέρωθεν ἐπιχειρήματα. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι ἡ καθαρεύουσα ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους καὶ κοινὸν μέσον συνεννοήσεως τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων. Φαντασθῆτε τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα γραφόμενα εἰς τὴν δημοτικὴν τοῦ τόπου ὅπου γράφονται. Οἱ νομάρχαι τῆς Κρήτης νὰ γράφουν εἰς τὴν κρητικήν, οἱ νομάρχαι τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν Ρουμελιώτικην, οἱ νομάρχαι τῆς Πελοποννήσου εἰς τὴν Μωραΐτικη. Πλήρης βαβυλωνία! Καὶ διάφορα θέματα τοῦ συγχρόνου ρεύματος τῆς νοσηρᾶς προοδευτικότητος λέγουν μεταξὺ τῶν ἄλλων προχείρων καὶ ἐπιπολαίων ἐπιχειρημάτων των «μὰ δὲν εἶναι ἑλληνικὴ γλῶσσα ἡ τοῦ Ἐθνικοῦ Ὕμνου μας»; Εἶναι, βλέπετε, οἱ προωδευμένοι ἄνθρωποι. Βιάζονται νὰ φανοῦν ὡς τοιοῦτοι καὶ δὲν ἔχουν χρόνον νὰ ἐμβαθύνουν εἰς τὸ ζήτημα διὰ νὰ μάθουν μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι ἡ γλῶσσα τῆς ποιήσεως πάντοτε, εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας, διαφέρει ἀπὸ τὴν γλῶσσαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πεζοῦ λόγου.
§105Ν. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὑπόσχομαι νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν ἐπίσημον τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀεροπορίας, ἐν Μ. Ἀνατολῇ γραμμένην, «σὲ πλέρια» κομμουνιστικὴν γλῶσσαν.
§106Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀφάνταστος ὁ γλωσσικὸς κυκεών, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπακολουθήσῃ εἰς τὴν ἐπίσημον ἔγγραφον συνεννόησιν ἐὰν διαγραφῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶμαι γλωσσολόγος οὔτε γλωσσαμύντωρ, χρησιμοποιῶ καὶ ἐγώ, ὅπως ὅλοι μας, τὴν δημοτικὴν εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἀλληλογραφίαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν καθαρεύουσαν ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Καὶ λέγων «καθαρεύουσαν» ἐννοῶ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὑπαγομένην εἰς τοὺς κανόνας τῆς ἑλληνικῆς γραμματικῆς. Τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία εἶναι, ὡς εἶπον, τὸ κοινὸν μέσον συνεννοήσεως ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Τὸ περὶ διγλωσσίας ἐπιχείρημα τῶν «δημοτικιστάδων» εἶναι καὶ αὐτὸ ἄνευ σημασίας. Διγλωσσία ὑπῆρξε πάντοτε εἰς ὅλους τοὺς αἰῶνας καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐποχάς. Καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ Αἰσχύλος ἔγραφεν, εἰς τὸ αὐτὸ ἔργον, εἰς δύο γλώσσας.
§107Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰσερχόμεθα εἰς λεπτομερείας ἄλλων ἄρθρων.
§108Γ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω ταῦτα διὰ νὰ δικαιολογήσω ἐν ὀλίγοις καὶ τὸ ἄρθρον 107, πρέπει νὰ περιληφθῇ μεταξὺ τῶν μὴ χρηζόντων ἀναθεωρήσεως. Καὶ ἂν τυχὸν ἐκρίνετο ὡς ἀναθεωρητέον, θὰ ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ ἐπὶ τὸ αὐστηρότερον. Ἐπίσης δέον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ Ψηφίσματος καὶ τὰ ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ ἐξ Ἀθηνῶν κ. συνάδελφος.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λόντος ἔχει τὸν λόγον.
§110Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Θέλω νὰ καταστήσω ἀπολύτως σαφὲς εἰς τὴν Βουλήν, ὅ,τι, ἄλλωστε ἐλέχθη καὶ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ περιέλαβεν εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Ψηφίσματος τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐγίνοντο, κατὰ τεκμήριον ἀντικείμενον συζητήσεως. Καὶ τοῦτο, διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμεῖ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα, ἡ ταχυτέρα ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος. Δι’ αὐτὸ καὶ δὲν περιελάβομεν ἄλλα ἄρθρα ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ὁμογνωμοῦμεν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀθηνῶν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ προκαλέσουν συζητήσεις μακρὰς ἐν τῇ Βουλῇ. Π. χ. τὸ ἄρθρον 107, ἀνεξαρτήτως τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω ἐγὼ ἢ ὁ κ. Κουλουμβάκης ἢ ἄλλοι συνάδελφοι, εἶναι ἄρθρον τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ βεβαίως μακράς, μακροτάτας συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἐπιθυμία ὅλων μας εἶναι νὰ περαιώσωμεν τὸ ταχύτερον τὸ Συνταγματικὸν ἔργον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐξελέγη ἡ Βουλὴ αὐτὴ καὶ τὸ ὁποῖον καθυστέρησε τόσον, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν διαδικασίαν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Παπακωνσταντίνου. Δηλαδὴ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα περιελήφθησαν ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ ἀποτελοῦν τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, αὐτὰ νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Σῶμα, ἐὰν δέχεται νὰ παραμείνουν ἄνευ ἀναθεωρήσεως. Εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, χωρὶς συζήτησιν ἐὰν ὑπάρχῃ συζήτησις ἢ ὄχι ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει συζήτησις νὰ προστίθενται, διὰ νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως. Διότι ἐὰν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ πολλὰς συνεδριάσεις θὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου, χωρὶς νὰ καταλήξωμεν εἰς οὐδὲν συμπέρασμα ταχύ, ὅπως εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ Ψηφίσματος καὶ ἡ εὐχὴ τοῦ Σώματος. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα καὶ νὰ παρακαλέσω ὅπως γίνῃ ἀποδεκτὸν νὰ εἰσέλθωμεν ἄνευ περαιτέρω κατ’ οὐσίαν συζητήσεων καὶ προσθηκῶν ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων, τῶν προτεινομένων διὰ νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἐρώτημα ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχεται ἢ ὄχι ὅσα ἄρθρα περιλαμβάνονται εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ παραμείνουν μὴ ἀναθεωρητέα. Πέραν αὐτοῦ θὰ πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὴν ταχεῖαν δικονομίαν. Ὅταν ἀντιλαμβανώμεθα ὅτι ὑπάρχει ἕνα ἄρθρον προκαλοῦν συζήτησιν νὰ τὸ ἀφήνωμεν διὰ νὰ συζητηθῇ κατὰ τάξιν, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά του, οὕτως ὥστε νὰ προχωρήσωμεν ταχέως εἰς τὸ ἔργον. Νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα. Διότι τοῦτο εἶναι ἐπιθυμία τοῦ Σώματος, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τῆς ἑλληνικῆς κοινῆς γνώμης.
§111Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Λόντος, καθιστοῦν τὴν συζήτησιν ἀτελεύτητον.
§112Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ὑπεστήριξα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἐὰν δὲ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἐνδεχομένως δὲν χρῄζουν συζητήσεως, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς αὐτά. Διότι θὰ ἐξακολουθήσῃ συζήτησις συνεχής, περὶ τοῦ ποῖα ἄρθρα θὰ πρέπει νὰ μποῦν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Ψηφίσματος ἢ ὄχι. Συνεπεῖς ἡμεῖς μὲ τὸν κ. Τσάτσον, θὰ προτείνωμεν καὶ ἄλλα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα μεταγενεστέρως θὰ θεωρηθοῦν ὡς μὴ χρῄζοντα συζητήσεως. Ἀλλὰ ἂς ψηφίσωμεν αὐτὰ καὶ μεταγενεστέρως βλέπομεν. Ἐὰν ἐζήτησα τὸν λόγον εἶναι καὶ δι’ αὐτό, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον. Ἤθελον νὰ ἐναντιωθῶ, πάσῃ δυνάμει, εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι προτείνεται νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 1 καὶ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐπὶ πλέον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως διὰ τοὺς ἀνοικείους χαρακτηρισμούς, οἱ ὁποῖοι ἑκάστοτε ἀκούονται ἐναντίον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαφορετικὴν γνώμην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον καὶ νὰ τονίσω ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ ζωντανὴ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ γλῶσσα τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ γονεῖς μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται ἀντικείμενον καπηλείας εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι θὰ ἐπικρατήσῃ ὁπωσδήποτε. (Χειροκροτήματα).
§113Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβ.). Προκειμένου περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἓν ἕκαστον ἄρθρον, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν θὰ ἐτελειώναμεν ποτέ. Διότι, καθὼς γνωρίζουν ὅλοι οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν μὲ αὐτὰ τὰ θέματα, ἐπὶ οὐδενὸς θέματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντιδικία. Νομίζω ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κρίνεται γενικῶς καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πεῖραν, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις πρέπει νὰ μένουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον χρόνον ἄθικτοι. Ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ ὑπάρχῃ διαφωνία νὰ τροποποιηθῇ αὐτὴ ἢ ἐκείνη ἡ διάταξις, δὲν ἐχάθη διόλου ὁ χρόνος, ἀρκεῖ αἱ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος νὰ μένουν ἀνέπαφοι, καὶ αὐταὶ παραμένουν τοιαῦται. Ἐὰν θελήσωμεν, συζητοῦντες τὸ ἄρθρον 1 νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς ἀντιθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν μεταξὺ ἡμῶν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου, νομίζω ὅτι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Ὑποθέτω ὅτι θὰ δυνάμεθα νὰ συζητοῦμεν καὶ τὸν ἄλλον αἰῶνα, χωρὶς νὰ καταλήξωμεν εἰς καμμίαν συμφωνίαν. Καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι αὐτὰ ὅλα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὡς μὴ ἀναθεωρητέα νὰ τὰ ἀφήσωμεν ὅπως εἶναι, χωρὶς νὰ κάμωμεν καμμίαν ἄλλην συζήτησιν.
§114Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ κυριώτερος συνεργάτης μου, διότι κυρίως οἱ δύο μας ἀνεθεωρήσαμεν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ τὸν λόγον προκειμένου περὶ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα εἶναι μονομερὴς πρᾶξις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀνήκει.
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχει τὸ δικαίωμα.
§116Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχει τὸ δικαίωμα.
§117Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ἀντιπρ. Κυβερν.). Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ ὅσα λέγετε καὶ ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι μὴ ὢν μέλος τῆς Βουλῆς, ἀνεμίχθην εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§118Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικ.). Εὐχαριστῶ καὶ ἐγὼ διότι ἀπήλλαξε τὸ ὑπεύθυνον μέλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§120Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ὁμολογήσετε μετ’ ἐμοῦ ὅτι πράγματι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος καὶ ἐν γένει ἐπὶ τοῦ Ψηφίσματος αὐτοῦ χρῄζει Δηλίου κολυμβητοῦ. Διότι δὲν εἶναι αἱ διατάξεις τοποθετημέναι καὶ τακτοποιημέναι πρὸς ρύθμισιν ἑκάστου θεσμοῦ καὶ ἑκάστου θέματος, ἀλλὰ εἶναι εἰλημμέναι ἀπὸ διάφορα κεφάλαια καὶ κατεσπαρμέναι τῇδε κακεῖσαι. Καὶ λέγω εἰς τὸν κ. εἰσηγητήν, ὁ ὁποῖος προηγουμένως διεμαρτυρήθη διὰ τὸν λόγον ὅτι ἀνεφέρθησαν καὶ διατάξεις ἄλλων ἄρθρων τοῦ ὑπὸ κρίσιν ψηφίσματος, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ἄρθρου 1, ὅτι δεδικαιολογημένως οἱ κ. κ. συνάδελφοι τοῦτο ἀνέφερον. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1, τὸ ὁποῖον συζητεῖται, ὁρίζεται ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 8 καὶ 91 ἐδάφιον αʹ, δὲν χρῄζουν ἀναθεωρήσεως. Ἐλησμόνησεν ὁ κ. εἰσηγητὴς ὅτι τὸ ἄρθρον 91 ἀντικαθίσταται δι’ ἑτέρου ἄρθρου εἰς τὸ ἄρθρ. 3 τοῦ Ψηφίσματος. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές. Λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 1ον ὅτι διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 91, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος, λέγεται ὅτι ἀντικαθίστανται τὰ ἐδάφια Β, Γ καὶ Δ. Λέγω, λοιπὸν ὅτι, προκειμένης συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ Ψηφίσματος, δικαιολογημένον εἶναι, ἐφ’ ὅσον συμπλέκεται τὸ ἄρθρον 91 καὶ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος, ἀλλ’ ἀντικαθίστανται τὰ ἐδάφια Β, Γ καὶ Δ τοῦ ἄρθρου 91 διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος, ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 1 νὰ συμπλέκεται μὲ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ψηφίσματος.
§121Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Νομίζω ὅτι τὸν κ. συνάδελφον καὶ γείτονά μου ἐξ Αἰγιαλείας, δὲν θὰ τὸν ἐπείραζε τόσον πολὺ ὁ διαχωρισμὸς τοῦ ἄρθρου 91 τὸ ὁποῖον περιέχει θέματα τὰ ὁποῖα μᾶλλον δὲν εἶναι συναφῆ. Τὸ ἄρθρον 8 καὶ τὸ ἐδάφιον Α τοῦ ἄρθρου 91, εἶναι ἀπολύτως σχετικὰ καὶ εἶναι φυσικὸν ν’ ἀντιμετωπίζωνται ἀπὸ κοινοῦ. Τὰ ἑπόμενα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 91 ἀφοροῦν τὴν ἄρσιν τῆς προστασίας τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων. Λοιπόν, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν τὰ ζητήματα αὐτά, οὔτε ὑπάρχει ἀντίφασις.
§122Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο παρεξήγησις. Δὲν ὡμίλησα περὶ ἀντιφάσεως. Εἶπον ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ συσχέτισις διότι, ἐνῷ μεταβάλλεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον 91, ἐδῶ ἐμφανίζεται ὅτι συζητοῦμεν μόνον τὴν παράγραφον 1. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα μὲ συνείδησιν ἐλαφρὰν ὅτι εἶναι κάτι τι τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ἀργότερον νὰ τὸ μεταβάλωμεν. Ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν ὁλόκληρον τὴν προσοχήν μας, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἀνεφέρθη παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου προηγουμένως ὅτι εἶναι σχετικὰ τὰ θέματα τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Ψηφίσματος μὲ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ἰδίου Ψηφίσματος καὶ ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ὁμιλοῦν τὰ ἄρθρα 91 καὶ τὸ ἄρθρον 3 περὶ τῶν ἐξαιρετικῶν ἐκείνων περιπτώσεων καθ’ ἃς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀναστολὴ τῆς ἰσχύος τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 97 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει περὶ Στρατοδικείων, Ναυτοδικείων κλπ. Νομίζω ὅτι ἐφ’ ὅσον ὡμιλήσατε καὶ ἐρρυθμίσατε τὰ περὶ καταστάσεως ἀνάγκης καὶ τὰ περὶ ἄρσεως τῆς προστασίας τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων, νομίζω ὅτι ἡ λειτουργία τῶν Στρατοδικείων καὶ Ναυτοδικείων καὶ τῶν δικαστηρίων τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι τακτικά, ἀλλ’ ἐκτάκτου δικαιοδοσίας δικαστήρια, νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε......
§123Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶναι ἐξαιρετικῆς διαδικασίας δικαστήρια, ἀλλ’ εἶναι τακτικὰ δικαστήρια.
§124Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἔχει, θὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἂν αἱ διατάξεις ἑκάστου τῶν διατηρουμένων αὐτῶν ἄρθρων, ἂν ἀντιτίθενται εἴτε εἰς κειμένας διατάξεις τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος ἢ τοῦ σχεδίου ἢ δύνανται νὰ εἶναι ἀντίθετοι μὲ διατάξεις ἐπὶ θεμάτων ἐφ’ ὧν ἡ Βουλὴ θὰ κληθῇ νὰ ἀποφασίσῃ. Τὰ ἄρθρα 23 καὶ 25, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται διατηρητέα, ἀναφέρονται εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας. Ἀλλά, κ. συνάδελφοι, ἐὰν ἡμεῖς ψηφίσωμεν ὡς ἔχουν τὰ ἄρθρα αὐτὰ καὶ αὔριον, ἐξ ἀφορμῆς ἐκκρεμοῦς προτάσεως εἰς τὴν Βουλήν, γίνῃ δεκτὴ ἡ σύστασις καὶ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, ἐρωτῶ: δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς δεσμευμένοι ἐκ τῆς ψηφίσεως τοιαύτης διατάξεως; Καὶ δὲν θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν; Ἀναμφισβητήτως, πᾶς καλόπιστος θὰ εἴπῃ ναί.
§125Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂν ἱδρυθῇ Γερουσία, δὲν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ προτείνῃ νόμους.
§126Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τὸ τροποποιοῦμεν τότε.
§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε, διατί τὸ βάζομεν ἐδῶ;
§128Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Διότι εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, ἐνῷ διατηροῦμεν τὰ ἄρθρα 23, 25, 27 καὶ 28 διὰ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου 1, ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὰ ἄρθρα 20, 21 καὶ 24 τοῦ ἰδίου κεφαλαίου τὰ τροποποιοῦμεν, τὰ μεταβάλλομεν καὶ τὰ θέτομεν κατὰ τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶχε θέσει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1927! Δὲν ἠξεύρω πῶς ἐσκέφθη ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ὥστε ἄλλα ἄρθρα τοῦ ἰδίου κεφαλαίου νὰ θεωροῦνται διατηρητέα καὶ ἄλλα οὐχί.
§129Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀπεχωρίσαμεν ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα, μετὰ ἔρευναν, ἐκρίθη ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ὑποστοῦν καμμίαν μεταβολήν.
§130Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα ἐπὶ τῶν ἄρθρων 23, 25, 27 καὶ 28, τὰ ὁποῖα θεωρεῖτε διατηρητέα, ἐνῷ τὰ ἄρθρα 20, 21 καὶ 24 τοῦ ἰδίου κεφαλαίου θὰ συζητηθοῦν.
§131Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κανένας νόμος, κ. συνάδελφε, δὲν ἐξετάζεται ἢ ἑρμηνεύεται ἕνα–ἕνα κομματάκι χωριστά. Ἂν συνδιάσητε καὶ τὸ ἄρθρο 3 τοῦ Ψηφίσματος, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἔχουν θέσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε.
§132Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπιδιώκομεν τὸ αὐτὸ πρᾶγμα. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι νομοθετικῶς ὀρθόν, ἄρθρα τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ἄλλα μὲν νὰ θεωροῦνται ὡς χρήζοντα συζητήσεως, ἄλλα δὲ ὡς διατηρητέα. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ ἠμποροῦμεν νὰ καταλήξωμεν καὶ νὰ προχωρήσωμεν. Λέγω λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 21, 22.....
§133Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 23 ἐὰν ἐγκριθῇ καὶ ἱδρυθῇ Γερουσία, πάει τὸ 22.
§134Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι τὸ ἄρθρον 7.
§135Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 7 δὲν διαλανθάνει τῆς προσοχῆς μας, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ διαλανθάνῃ καὶ τῆς ἰδικῆς σας προσοχῆς.
§136Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ σχεδίου, θὰ προσθέσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον περὶ προτάσεων νόμων καὶ τὴν Γερουσίαν.
§137Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς προεξοφλεῖτε τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι Γερουσία καὶ δὲν θὰ εἶναι Συμβούλιον, ὅπως εἶναι εἰς τὴν Γαλλίαν; Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, ρητῶς ἡ Βουλὴ ἔχει δεχθῆ καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ πάλιν ἐὰν τὸ δικαίωμα αὐτὸ θὰ δοθῇ εἰς τὸ δεύτερον Νομοθετικὸν Σῶμα.
§138Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδεμίαν εὐθύνην διὰ τὸ τί περιελήφθη ἢ ὄχι εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Ψηφίσματος. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐὰν διαβάσετε τὸ ἄρθρον 7 θὰ ἰδῆτε ὅτι πλεονεκτεῖ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς τὸ Ψήφισμα εἴτε προστεθῇ ἡ Γερουσία, εἴτε τὸ Συμβούλιον, εἴτε ὁ,τιδήποτε.
§139Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει πάρει μόνον τυπικὰς συναρμολογήσεις ἡ Ἐπιτροπή. Πρέπει νὰ ξέρετε ὅτι, ὅταν γίνωνται κώδικες νόμων, ἔχουν προκύψει τοιαῦτα ζητήματα. Ἔχουν προκύψει αὐτὰ καὶ εἰς ζητήματα συναρμολογήσεων καὶ κωδίκων. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν συναρμολογήσατε τὰς διατάξεις μεταβαλλομένης ὅπου ἀπαιτεῖται τῆς σειρᾶς τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Τὸ νὰ λέγετε, κύριοι, ὅτι ἀποτελεῖ φραστικὴν μεταβολὴν τὸ δικαίωμα τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ βάλῃ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων καὶ τὴν Γερουσίαν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀρκετὰ σᾶς ἀπησχόλησα. Εἰς τὸ Ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε τὰς μεταβολὰς ἢ τὰς προσθήκας, τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ τὰς φέρῃ ἡ Ἐπιτροπὴ κατὰ κεφάλαια τοῦ Συντάγματος, ὅπως εἶναι τὸ Σύνταγμα συναρμολογημένον καὶ νὰ εἴπῃ: εἰς τὸ κεφάλαιον Α διατηρεῖται αὐτὸ καὶ ἐκεῖνο. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔγινε καὶ δὲν θὰ πρέπει τώρα νὰ παρακωλυθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἶναι διατάξεις ἀναφερόμεναι εἰς τὰ ἴδια κεφάλαια, ἔστω καὶ ἂν περιλαμβάνωνται ἢ θίγωνται εἰς ἄλλα ἄρθρα τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος. Ὅταν συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 1 δὲν ἔχω ἀντίρρησιν οὐδεμίαν εἰς τὴν διατήρησιν τῶν ἄρθρων 8, 15, 18, 19, 25, 27 καὶ 28, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ὀφείλομεν μαζὶ μὲ αὐτὰ νὰ κρίνωμεν καὶ τὰ ἄρθρα τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον, ἔστω καὶ ἂν περιλαμβάνωνται εἰς τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος καὶ τὸ ἄρθρον 21, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτό. Ἰδιαίτατα ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὸ ἄρθρον 23, διατηροῦντες τὸ δικαίωμα εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφασίσει τὴν συγκρότησιν καὶ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος, διατηροῦντες τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων ἢ τῆς ρυθμίσεως καθ’ ὃν τρόπον ἤθελεν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσει τοῦτο. Ἔρχεται ἔπειτα τὸ ἄρθρον 1, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ ἐν ἰσχύϊ τὰ ἄρθρα 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36 ἀφήνει τὸ 37. Μένει ἔξω τὸ ἄρθρον 37 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, διότι τὰ ἄρθρα 29, 30, 31 καὶ 32 εἶναι εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ Συντάγματος περὶ Βασιλέως. Τροποποιοῦνται δι’ ἄλλου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος τὰ ἄρθρα 38 καὶ 39, διατηρεῖται τὸ 40 καὶ 41, τροποποιεῖται τὸ 42, 43 καὶ 44.
§140Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εὑρίσκετε ὅλα αὐτὰ παράνομα;
§141Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι παράνομα, ἀπαράδεκτα.
§142Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν εἰς τὸ νὰ ἀντιληφθῶμεν τὸ θέμα καλύτερον. Λέγω, λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὅταν θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ θὰ ἀποφασίσωμεν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι τὰ θέματα αὐτὰ εἶναι ἐπιστημονικά, πρόκειται περὶ ἐπιστημονικῆς βασάνου καὶ ἐργασίας. Αὐτά, κύριοι, προκαλοῦν τὸ ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον μου, καὶ τὴν ἀπασχόλησίν μου καὶ τὴν ἰδικήν σας προσοχὴν ἐπὶ πλέον. Λέγω λοιπόν, ὅτι εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ Βασιλέως, προτείνεται ἡ διατήρησις τῶν ἄρθρων 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35. Οὐδεὶς ἔχει νὰ ἀντιλέξῃ. Τώρα τὸ 38 ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 2. Τὸ ἄρθρον 39 ἐπίσης καὶ τὰ 42, 43, 44, νὰ συζητηθοῦν εἰς τὸ ἄρθρον 2 καὶ μένει τὸ ἄρθρον 37, τὸ ὁποῖον δὲν ἐκρίθη οὔτε ἀναθεωρητέον, οὔτε διατηρητέον, οὔτε τροποποιητέον ἀπὸ τὸ Ψήφισμα, ἀλλὰ ἐκρίθη ὅτι θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως καὶ κατὰ ρητὴν τοῦ κ. Λόντου διατύπωσιν πρόκειται ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἰς τὴν Βουλὴν θὰ προκαλέσουν ἰδιαίτερον ἐνδιαφέρον.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι ὥρα νὰ περατώσετε τὸν λόγον σας. Νὰ εἶσθε σύντομος.
§144Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου εἰς ἔνδειξιν διαμαρτυρίας ἐναντίον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ὅστις ἐπιζητεῖ τὸν περιορισμὸν τῆς συζητήσεως.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε.
§146Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἀφῃρέσατε τὸν λόγον ἀπὸ τὴν ἕδραν σας, ὅταν εὑρισκόμουν ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔρχομαι ἐδῶ καὶ ἐργάζομαι, δὲν ἔρχομαι νὰ ἀπεραντολογήσω καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπον, εἶναι ἁρμόδιοι οἱ κ. συνάδελφοι νὰ κρίνουν ἐὰν εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος ἢ ὄχι. Ἴσως νὰ θέλετε νὰ διαλύσετε τὴν Βουλὴν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν δὲν θέλετε νὰ τὴν διαλύσῃ ἄλλος.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον νὰ εἶσθε σύντομος, κύριε συνάδελφε, δὲν σᾶς ἀφῄρεσα τὸν λόγον.
§148Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρξεν οὐδὲν προγούμενον εἰς οὐδεμίαν Βουλήν, νὰ συστηθῇ εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ περιορίσουν τὰς ἀγορεύσεις των. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπερασπίσωμεν τὰ δικαιώματά μας. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξωμεν, ἡ Βουλὴ καταλύει ἑαυτήν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθετε νὰ συνεχίσετε τὴν συζήτησίν σας;
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ συνεχίσῃ, νὰ συνεχίσῃ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνομεν τὴν παράκλησιν πρὸς τοὺς κ. κ. βουλευτάς, νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν σύντομοι.
§152Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, φρονῶ ὅτι θὰ πρέπει καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ δεκτὸν ὅπως ἐπίσης καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ τῶν κ. κ. εἰσηγητῶν, ὅτι ἐν τῇ συζητήσει τὴν ὁποίαν θὰ κάνωμεν ἐπὶ τῶν διατηρητέων διατάξεων, βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ καὶ συζήτησις ἐπὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ κεφάλαιον τῆς τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος. Πρὸς τοῦτο δὲ ὑποβάλλω πρότασιν ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1 προστεθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος ὡς διατηρητέον: «........ (ἀναγινώσκει) ........». Διότι δὲν εὑρίσκω λόγους, οἱ ὁποῖοι νὰ μὲ πείθουν, ἀφοῦ ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον περὶ βασιλικῆς ἐξουσίας διατηρεῖται εἴτε τροποποιεῖται, ἀφίεται τὸ ἄρθρον αὐτό, διὰ νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας συζητήσεως. Θεωρῶ δέ, κ. βουλευταί, ὅτι ἐνῷ ὅλα τὰ ἄρθρα εἶναι λεπτομερειακά, εἰς αὐτὸ ἐμπεριέχεται ἡ βασικὴ ἔννοια τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ὑποβάλλω τὴν ἰδιαιτέραν αὐτὴν πρότασιν. Ἐφιστῶ δὲ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχὴν τῶν μελῶν τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ δὲ συζήτησις ἀφ’ ἑτέρου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 37, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῇ. Ἀφοῦ περὶ ὁλοκλήρου κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος γίνεται συζήτησις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ αὐτὸ τὸ θέμα χωρὶς τὴν ρύθμισιν τὴν ἰδικήν μας. Κύριοι συνάδελφοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζητήθη διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος νὰ τὸ περάσωμεν συνολικῶς καὶ νὰ εἴπωμεν ναὶ ἢ ὄχι, δὲν γίνεται. Διότι τὰ θέματα θὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἔλθουν εἴτε κατὰ τὸν ἕνα τρόπον, εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς τάξεως τῆς ψηφίσεως τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος, ἀποτελεῖ ματαιοπονίαν, διότι τὸ κάθε ἄρθρον θὰ τὸ συζητήσουμε καὶ ἐκεῖνα ποὺ θὰ προκαλέσουν συζήτησιν καὶ ἐκεῖνα ποὺ θὰ συζητήσουμε σήμερον. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ τὸ ἀποφύγωμεν τοῦτο. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἐπὶ τῶν ὑπολοίπων ἄρθρων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ ἄρθρον 1, ὡς διατηρητέων, νὰ λάβω τὸν λόγον δευτερολογῶν, καθ’ ἃ ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δικαίωμα.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μαλινδρέτος ἔχει τὸν λόγον.
§154Ν. ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει τροπολογία διὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ἐκλογικὸν σύστημα. Ἡ τροπολογία αὕτη προβλέπει τὴν καθιέρωσιν τοῦ σφαιριδίου ἀντὶ τοῦ ψηφοδελτίου, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὴν δυνατότητα ἡ Βουλὴ νὰ καθορίζῃ ἑκάστοτε τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς. Παρακαλῶ, ἡ τροπολογία αὐτὴ νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§156Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως γνωρίζετε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγεται συζήτησις, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, αὐτὸ δὲ κρίνεται πρῶτον παρ’ ἡμῶν καὶ ἔπειτα δι’ ἐνστάσεως. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ καλέσητε νὰ ὁμιλήσω; ἀλλὰ ἐὰν θὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀλλάξῃ γνώμην ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον αὐτό, ποῖον θέλετε νὰ μεταπείσω, τὸν κ. Τσάτσον, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε σώνει καὶ καλά; Ὀφείλω νὰ τοῦ ἀπαντήσω ὅτι προκειμένου περὶ νομοθετικῆς ἐργασίας, εἴμεθα κάπως ἐλαστικώτεροι, προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ Συντάγματος, κύριε Πρόεδρε, ποὺ δὲν εἶναι κομματικὸν ζήτημα, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τηρήσητε τὴν αὐτὴν διαδικασίαν. Θέλω νὰ εἶναι βουλευταὶ διὰ νὰ ὁμιλήσω. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λάβετε ἀπόφασιν σεῖς οἱ 17.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λεονάρδε, καλεῖσθε νὰ λάβετε τὸν λόγον.
§158Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν Κανονισμόν.
§159Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι κἄποιο αἴσθημα θλίψεως θὰ μᾶς καταλάβῃ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους, ὅταν τυχόν, ἀναγινώσκοντες τὰ πρακτικὰ τῆς παρούσης Βουλῆς, θὰ διαπιστώσωμεν ὅτι τινὲς ἐξ ἡμῶν, δὲν ἐξαιρῶ καὶ τὸν ἑαυτόν μου, διὰ νὰ ἔχωμεν ἐπαρκές, κατὰ τὴν φιλοδοξίαν μας ἀκροατήριον, ἠθελήσαμεν νὰ παρεμβάλωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος δυσχερείας, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ προέχον ζήτημα εἶναι νὰ συντελεσθῇ ταχέως, θὰ ἔλεγον ἐγκαίρως, τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς. Δὲν εἶναι, βεβαίως, τὸ θέμα τῆς συζητήσεως, οὔτε πρόκειται νὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ὅλοι γνωρίζετε ὡς καὶ ἐγώ, καὶ ἴσως καλύτερον ἐμοῦ, ὅτι ἡ διαμόρφωσις τῆς διεθνοῦς καταστάσεως ἐπιβάλλει τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου. Ἐγὼ θὰ εἶμαι, πάντως, εἰς τὸ θέμα αὐτό, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ παρεμβάλῃ τὰ ὀλιγώτερα προσκόμματα διὰ τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Ψηφίσματος περιέχει ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 τὰ ὁποῖα ἡ Ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ διατηρηθοῦν καὶ ὄχι μόνον ἐπιβάλλεται νὰ διατηρηθοῦν, ἀλλὰ εἶναι περιεχομένου τοιούτου, ὥστε ἡ διατήρησίς των νὰ μὴ πρόκειται νὰ προκαλέσῃ μακρὰν συζήτησιν. Δὲν ἔχω ἀντιρρήσεις εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν Ψηφίσματος, πλὴν ἑνός. Πιστεύω ὅτι, πράγματι, δὲν ὑπάρχει λόγος σπουδαῖος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλλῃ μεταβολήν τινα. Καὶ δι’ αὐτὸ συμφωνῶ μὲ τὴν διατήρησίν των ὡς ἔχουν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Φρονῶ δὲ ὅτι ἐνδείκνυται, ἐὰν ὄχι σήμερον, ἐπὶ τέλους, προκειμένου περὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἑκάστοτε ἄρθρα τοῦ Ψηφίσματος, ἔχουν τὴν ἔννοιαν ὄχι ὅτι ἀποκλείεται εἰς τὴν ἑκάστοτε κατηγορίαν προσθήκη καὶ ἑτέρων ἄρθρων, ἀλλ’ ὅτι, πάντως, αὐτὰ γίνονται ἀθρόως δεκτά. Ἐὰν τινὲς ἐξ ἡμῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ περιλαμβάνομαι, εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἐνδείκνυται ἡ προσθήκη καὶ ἑτέρων ἄρθρων, ἐπιβάλλεται, διὰ νὰ διευκολύνωμεν καλοπίστως τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ προσθέσωμεν τὰ ἄρθρα αὐτὰ βραδύτερον. Τηρῶ τὴν ἀρχὴν ταύτην προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 1, — καὶ εἶναι πολλὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα πιστεύω ὅτι ἔπρεπε νὰ προστεθοῦν εἰς τὸ ἄρθρον 1 — θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς ἐκεῖνα τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται νὰ διαγραφῇ, τοῦ ἄρθρου 1. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος ἔχει συμπληρωθῆ διὰ τῆς ΚΑ συντακτικῆς πράξεως τῆς 14ης Μαΐου 1935 καὶ ἀνεμορφώθη διὰ τῆς ἀπὸ 15 Φεβρουαρίου 1945 συντακτικῆς πράξεως. Νομίζω ὅτι αἱ μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι ἔχουν γίνει εἰς τὸ ἄρθρον 91 ἐπιβάλλεται νὰ διατηρηθῶσιν ὡς παγία διάταξις καὶ ἀφοροῦν εἰς τὴν δυνατότητα τῆς ἐπιβολῆς τῶν περιορισμῶν καὶ εἰς περίπτωσιν «ὄχι μόνον ἐπιστρατεύσεως ἕνεκα... ......... (ἀναγινώσκει)...........», ἀλλὰ καὶ εἰς περίπτωσιν ἐσωτερικοῦ κινδύνου. Πλὴν τῆς μεταβολῆς ταύτης, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει νὰ προλάβῃ τὴν περίπτωσιν καὶ ἐσωτερικῶν κινδύνων, δηλαδὴ τῆς κηρύξεως Στρατιωτικοῦ Νόμου ὄχι μόνον εἰς περίπτωσιν ἐξωτερικοῦ κινδύνου, ἀλλὰ καὶ ἐσωτερικοῦ τοιούτου, πλὴν τῆς περιπτώσεως ταύτης, νομίζω ὅτι ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν ὅτι καὶ ἂν ὑπάρχουν καὶ ἄλλα πρόσθετα ἄρθρα, πάντως αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ ἄρθρον 1, γίνονται δεκτὰ ἀπὸ ὅλους.
§160Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μὰ τὸ 91 § 1 διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ.
§161Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Συμφωνῶ, πρόκειται περὶ παραδρομῆς.
§162ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρεμβάλλετε δυσκολίας ἕνεκα παρανοήσεων.
§163Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχω παρεμβάλλει δυσκολίας ἕνεκα κατανοήσεως, οὐδέποτε ὅμως ἕνεκα παρανοήσεως.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μακκᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§165Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω δύο λόγια καὶ μόνον, διὰ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος. Κηρύσσομαι δι’ αὐτό ...... (δὲν ἀκούεται) ... Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας πρὸ ὀλίγου ἐτόνισεν, ὅτι οὐδεὶς μᾶς κωλύει καὶ τοὐναντίον τὰ πάντα μᾶς ὑπαγορεύουν, εἰς τὸ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τοῦ ἐν λόγῳ Ψηφίσματος. Πράγματι, ὀφείλομεν νὰ τονίσωμεν ὅτι ἡ θύρα παραμένει ἀνοικτὴ καὶ εἰς πᾶν ἐπὶ πλέον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκρίνετο ὡς μὴ ἀναθεωρητέον καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο καὶ εἰς τὸ μέλλον διὰ τῆς αὐτῆς μεθόδου νὰ ψηφισθῇ, ὡς ὑφιστάμενον καὶ ὡς ἀναλλοίωτον. Ἡ θύρα παραμένει ἀνοικτή. Ἑπομένως τίποτε δὲν μᾶς ἐμποδίζει, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι αὐτὰ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ ἄρθρῳ πρώτῳ τοῦ σχεδίου ψηφίσματος, ὅτι πρέπει νὰ μείνουν ἀναλλοίωτα, τίποτε δὲν μᾶς ἐμποδίζει, κύριοι, ἐπὶ τέλους νὰ κλείσωμεν τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν. Κύριοι βουλευταί, ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ τονίσω, ὅτι ὑπάρχουν λόγοι, καθ’ ἡμέραν γενόμενοι ἐπιτακτικώτεροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουν τὴν ταχεῖαν ἐκπλήρωσιν ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς τοῦ Συντακτικοῦ της ἔργου, τὸ ὁποῖον τῆς ἀνετέθη. Οἱ λόγοι αὐτοὶ φαντάζομαι ὅτι εἶναι εὐνόητοι, δι’ ὅλους τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἔχομεν ὅλοι ἐξ ἴσου συνειδητοποιήσει τὴν ἀνάγκην αὐτήν, πρέπει συμφωνοῦντες, ὡς πρὸς τὸν σκοπόν, νὰ συμφωνήσωμεν καὶ ὡς πρὸς τὰ μέσα. Καὶ τὰ μέσα διὰ τὴν ἐπίτευξιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ εἶναι νὰ μὴν παρεμβάλλωνται ἀτέρμονες συζητήσεις, ἐκεῖ τοὐλάχιστον ὅπου εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὴν Βουλήν, νὰ συμφωνήσωμεν ἀπόψε ὅτι ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 καὶ ἡ ψηφοφορία, καὶ μόνον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. (Χειροκροτήματα).
§166Θ. ΚΩΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 1, ὑπάρχουν καὶ διατάξεις τινὲς αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ προστεθοῦν καὶ εἶτα νὰ κηρυχθῇ ἡ συζήτησις περαιωμένη.
§167Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Μπορεῖ, κύριε συνάδελφε, νὰ προστεθοῦν ὁποτεδήποτε θελήσωμεν. Ἡ θύρα παραμένει ἀνοικτή.
§168Θ. ΚΩΗΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι, πρέπει νὰ τύχουν εἰδικῆς ἐπεξεργασίας καὶ συζητήσεως παρὰ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἐκφέρῃ τὴν ἀπόφασίν της. Ἔτσι γίνεται, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ προτείνωμεν τροπολογίας καὶ νὰ ἀγορεύωμεν ἐπ’ αὐτῶν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡμεῖς παραδεχόμεθα τὸ ἄρθρον 1, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀποκλείει τὴν παραδοχὴν καὶ ἄλλων ἄρθρων.
§170Λ. ΜΑΚΚΑΣ. Ἐγώ, κύριε Κώη, τροπολογίαν ἰδικήν σας δὲν ἔχω.
§171Θ. ΚΩΗΣ. Διενεμήθη ἤδη.
§172Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τὸν λόγον παρακαλῶ. Ἐὰν γίνεται διὰ τὰς τροπολογίας ἰδιαιτέρα συζήτησις, τότε δὲν κάνομεν ἀπολύτως τίποτε. Θὰ πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνονται, ὥστε νὰ θεωρηθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάθε ἕνας ποὺ ὑποβάλλει τροπολογίας, θέλει νὰ μιλήσῃ.
§174Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἄρα νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. Κώης.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§176Θ. ΚΩΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ἄρθρον 65 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος διαλαμβάνει ὅτι: «...... (ἀναγινώσκει) ..................». Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐν τῇ συντομίᾳ του εἶναι ἐπιστημονικώτατον καί, ὡς ἡρμηνεύθη καὶ ἐφηρμόσθη, σημαίνει ὅτι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἰδιότυπος νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τροποποιηθῇ, οὔτε νὰ μεταβληθῇ, οὐδὲ καὶ διὰ νόμου, παρὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐνῷ λοιπὸν ταῦτα εἶναι παραδεδεγμένα, προτείνεται ὅπως τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἄρθρου 46 «..... .......... (ἀναγινώσκει)............».
§177Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Καὶ εἰς ἄλλο ἄρθρον παρατηρεῖται τὸ αὐτό.
§178Θ. ΚΩΗΣ. Θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι πρέπει νὰ μεταφερθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον ὡς εἶναι: «....... ἀναγινώσκει)...». Καὶ ἐνῷ λέγονται ὅλα ταῦτα, ὑπάρχει καὶ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις: «................ (ἀναγινώσκει)..........». Ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί, εἶναι διατύπωσις αὐτή, ὥστε νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι; Αὐτὸς ὁ ἀφόρητος πλατυασμὸς ποὺ δίδει τὴν ἑρμηνείαν ὅτι ἔχει ἰσχὺν νόμου, ἐνῷ εἶναι ἰδιότυπος νόμος καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ μὴ ἰδιοτύπου νόμου; Ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα ἔχουν ἐπικρατήσει εἰς τὴν ἐπιστήμην, ἐφηρμόσθησαν καὶ εἶναι τόσον φανερά, ὥστε νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ προσθέσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι τοιοῦτον πλατυασμόν, μετὰ ἑρμηνευτικῆς μάλιστα δηλώσεως καὶ νὰ ὁμιλῶμεν περὶ Διατάγματος τῆς Βουλῆς, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου τινός ἢ περὶ Διατάγματος Ἐκτελεστικοῦ. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον προτείνω ὅπως τὸ ἄρθρον 65, τοῦ ὁποίου ὅλοι τὴν ἔννοιαν γνωρίζομεν, προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 1.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λεονάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§180Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, διὰ νὰ τονίσω ὅτι δὲν ἀφίσταμαι τῶν ὅσων προηγουμένως ἐξέθηκα, ὅτι ὁ Κανονισμὸς καὶ τὸ Σύνταγμα παραβιάζονται. Κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴς κ. Τσάτσος, τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τὴν μόρφωσίν του, παρουσιάζει ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐδιάβασα εἰς τὴν «Ἑλλάδα» καὶ τὸ ὁποῖον πιστεύει ὅτι εἶναι ἀδύνατον μὲ τὸ Ψήφισμα αὐτό, νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὅτι ὁ χρόνος δὲν εἶναι ἀρκετός. Ἐν τούτοις ὅμως ἐπισπεύδει τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος.
§181Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πράγματι, κύριε συνάδελφε, ἐκ πρώτης ὄψεως ἴσως ἐμφανίζομαι περιπίπτων εἰς ἀντίφασιν. Ἐνῷ φρονῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ χρόνος τὸν ὁποῖον τάσσει ἡ παραδοχὴ τοῦ Ψηφίσματος, λέγω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ ἀγωνίζομαι νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντιφάσεως. Συγκρίνω τὸ Ψήφισμα μὲ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ Συντάγματος καὶ λέγω ὅτι, ἂν καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος διὰ τὴν ἄνετον ψήφισιν τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον, ἑπομένως πρέπει νὰ συντομεύσωμεν τὸν χρόνον τῆς διαδικασίας.
§182Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐγὼ προσπαθῶ, ὅπως ὁ κ. Τσάτσος, νὰ εἶμαι συνεπὴς μὲ τὸν ἑαυτόν μου. Δὲν παραδέχομαι ποτὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν παρ’ ὅλας τὰς εὐχάς μου, διὰ τοῦ Ψηφίσματος νὰ κάμωμεν τὸ Σύνταγμα. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι, μολονότι ἀντήλλαξα φιλοφρονήσεις μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀθηνῶν βουλευτὴν κ. Κουλουμβάκην, ὁ ὁποῖος πιστεύει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν διότι ὑπολείπονται 90 ἄρθρα, ἢ ἔστω 45, καὶ ἔχομεν ἕνα μῆνα ποὺ ἤνοιξε τὰς πύλας της ἡ Βουλὴ καὶ εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὸ πρῶτον στάδιον τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος, ὀφείλω λέγω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Κουλουμβάκην, ἢ νὰ κάμωμεν μίαν ὀλιγομελῆ Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ τὴν ὑποχρεώσωμεν νὰ μὴν φέρῃ περισσότερα τῶν 10 ἄρθρων, ἢ διαφορετικὰ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν συντακτικῶν πράξεων τοῦ 1935. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν υἱοθετῶ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ κ. Κουλουμβάκη καὶ ἀφοῦ τελειώσῃ ἡ συζήτησις νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν ἡ ἑξῆς τροπολογία: Ὅτι θὰ παραμείνῃ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 ὡς ἐτροποποιήθη τὸ 1935.
§183Κ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸ Ψήφισμα ἔχει γίνει δεκτὸν κατ’ ἀρχήν;
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια.
§185Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἤθελον νὰ μοῦ δώσητε μίαν διασαφήνισιν: Ἐὰν ψηφισθοῦν τὰ ἄρθρα αὐτὰ τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἢ καὶ ἄλλα τινά, τὰ ὁποῖα θὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, ὡς ἐπίσης μὴ χρήζοντα ἀναθεωρήσεως, καὶ συμπέσῃ νὰ ἐπέλθῃ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τί θὰ σημαίνει; Ὅτι αὐτὰ ἐψηφίσθησαν καὶ τὰ ἄλλα δὲν ψηφίζονται.
§186Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀποτελεῖ ἑνότητα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ποτὲ ὡς ψηφισθὲν ἓν τμῆμα τοῦ Συντάγματος, ἐὰν παραμείνῃ ἀψήφιστον τὸ ὑπόλοιπον, καὶ ἐκκρεμὲς ἀπὸ ἀπόψεως ψήφου τῆς Βουλῆς. Ἐξ ἄλλου νομίζω, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιμονή, μὲ τὴν ὁποίαν ὑμεῖς καὶ ἄλλοι τινές, ὡς ὁ κ. Κουλουμβάκης, ἐπιστρέφουν εἰς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν τῆς ἐγκρίσεως ἐκ νέου, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911 ὅπως ἔχει, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιμονή, λέγω, ἀποτελεῖ χωρὶς νὰ τὸ θέλετε, ἓν εἶδος ἐμποδίου, εἰς τὸ ἔργον τὸ συνταγματικόν, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἀναλάβει. Διότι, αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, διαιωνίζει τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουν ὑπερνικηθῆ, καὶ θὰ ἦτο δυνατόν, ἔστω καὶ χωρὶς νὰ προσθέσωμεν ἄλλα ἄρθρα, νὰ εἴχωμεν καταλήξει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 1, καὶ νὰ εἴχομεν προχωρήσει κατὰ τρόπον θετικὸν καὶ πρακτικὸν περαιτέρω. Κάμνω λοιπὸν τὴν πρότασιν αὐτήν, καὶ τὴν παράκλησιν διατυπώνω ταύτην πρὸς τὴν Βουλήν: Ἐγώ, διὰ νὰ εἶμαι πρακτικός, ἀπεφάσισα νὰ θυσιάσω πολλὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ θυσιάσωμεν ὀλίγον τμῆμα τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας τοῦ διανοητικοῦ. Ὁ καθένας ἔχει ὡρισμένας σκέψεις, ὡρισμένας ἰδιοτροπίας, τὰς ὁποίας θέλει νὰ ἴδῃ ἀποκρυσταλλουμένας εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐπείγει ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπολείπονται παρὰ ὀλίγοι μῆνες μέχρις ὅτου λήξῃ, ὄχι ἁπλῶς ἡ σύνοδος, ἀλλὰ καὶ ἡ περίοδος τῆς σημερινῆς Βουλῆς, δι’ αὐτὸ πρέπει, ὄχι μόνον ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ὅλοι μας, νὰ ἀποφασίσωμεν νὰ θυσιάσωμεν τὰς ἰδιαιτέρας ἐπιστημονικὰς κατευθύνσεις καὶ ἰδιοτροπίας, τὰς ὁποίας εἴχομεν, καὶ νὰ μείνωμεν σύμφωνοι εἰς τὰ περισσότερα τῶν ἄρθρων, ὄχι μόνον εἰς τὰ 45, ἀλλὰ εἰς τὰ 85, νὰ συζητήσωμεν ἐλάχιστα ἄρθρα, ἔχουν δὲ τὰ σημαντικώτερα τῶν ἄρθρων συζητηθῆ, καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν ἐντὸς μιᾶς ἢ δύο ἑβδομάδων. Ἐὰν θέλωμεν, τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω θερμότατα, νὰ τὸ θελήσωμεν. Ἀπόψε ἡ συζήτησις, εἶχε μίαν φάσιν, ἡ ὁποία ἦτο ἀρκετὰ ἱκανοποιητική. Σχεδὸν ὅλοι, πλὴν ἑνὸς ἢ δύο, ἐκ τῶν ὁμιλησάντων, εἶπον ὀλίγας λέξεις. Αὐτὸ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι εἶναι δυνατὸν κάλλιστα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, μὴ ἐπιμείνετε νὰ εἶναι παρόντες ὅλοι οἱ βουλευταί, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται πάρα–πάνω ἀπὸ 2–3 ἀγορεύσεις τὴν ἡμέραν, διότι μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο–τριῶν πρώτων ἀγορεύσεων, θὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς βουλευτῶν, καὶ τότε ἡ διαιώνισις θὰ εἶναι μοιραία.
§187Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ἐπείσθητε ἀπὸ τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι, ἐγὼ παρουσιάζομαι ὁ διακόπτων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ διακοπτόμενος, διότι ἡ ἀπορία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα, δὲν ἐφανταζόμην ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀρχηγὸν τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος, νὰ ἐπιδείξῃ ὅλην τὴν μόρφωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τὴν ὁποίαν σεβόμεθα. Ἐγὼ λέγω νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ 10 μόνον ἄρθρα καὶ νὰ τὰ συζητήσωμεν ἐν ἀνέσει, καὶ ὄχι εἰς τὰ 45, τὰ ὁποῖα, ὅπως λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς, νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἐντὸς μιᾶς–δύο ἑβδομάδων. Ἐγὼ εἶμαι πλέον σύντομος.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστόμου ἔχει τὸν λόγον.
§189Γ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Ὑπήρξαμεν, κύριοι βουλευταί, ἐξ ἐκείνων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευον καὶ πιστεύουν, ὅτι ἡ παροῦσα βουλευτικὴ περίοδος δὲν ἦτο ἐκείνη καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ τοῦτο τὸ ὑποστηρίζομεν οὐχὶ εἰς θεωρητικοὺς ἀλλὰ πραγματικοὺς λόγους. Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλάς, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πυρπολεῖται καὶ συνταράσσεται, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, οἱ προερχόμενοι ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, δὲν διαθέτουν τὴν ἀπαιτουμένην ψυχικὴν ἠρεμίαν, λόγῳ τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως εἰς τὰς ἐπαρχίας, νὰ συμβάλουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Θέλω νὰ εἴπω δηλαδὴ τοῦτο: ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἀναθεωρούμενον, δὲν ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τῆς ὁλότητος τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θὰ τὴν ἐξεπροσώπει τότε μόνον, ἐὰν εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἦτο δυνατὸν νὰ παραστοῦν ἅπαντες οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἐν ἠρέμῳ ψυχικῇ καταστάσει. Ἐλέχθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, διότι ὑπολείπονται ὀλίγοι μόνον μῆνες. Θὰ δώσωμεν, καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ ἔργον αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι ὁλοκληρωμένον, θὰ εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ παρέχῃ αἰχμάς, ἐναντίον τῶν ὁποίων, ἄλλαι Βουλαί, εἴτε ἁπλαῖ εἴτε ἀναθεωρητικαί, θὰ δύνανται νὰ στραφῶσι. Καλῶς ἢ κακῶς ὀφείλομεν νὰ τερματίσωμεν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ὁμιλῶν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος, συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος συναδέλφου κ. Σωτηροπούλου, ὅστις εἰς πολλὰ σημεῖα ἔχει ἀπόλυτον δίκαιον, διότι εἶπε, τοῦτο ὀρθὸν κατ’ ἐμέ: ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἀθρόως, καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ πρὸς συζήτησιν ἄλλα, ἀνήκοντα εἰς τὰ αὐτὰ κεφάλαια τοῦ Συντάγματος, ἔχοντα τὰ μὲν σχέσιν ἢ ἐξάρτησιν πρὸς τὰ δέ. Δὲν δυνάμεθα, παραδείγματος χάριν, νὰ ψηφίσωμεν ὡρισμένα ἄρθρα, τοῦ περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας κεφαλαίου, καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἐκκρεμῆ πρὸς συζήτησιν ἄλλα τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ὅταν ὑπάρχῃ πρότασις περὶ ἐπανιδρύσεως καὶ δευτέρου Νομοθετικοῦ Σώματος. Ἂν τοῦτο πράξωμεν, θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀδιεξόδου. Ἔχω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν: Ἅπασαι αἱ εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος διατάξεις, διατηρηθῶσιν ἐν ἐκκρεμότητι καὶ ψηφισθῶσιν ἀθρόως μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, καὶ τὴν ψήφισιν τῶν συζητητέων διατάξεων.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§191Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἐπανειλημμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὑπὸ τύπον ἀπειλῆς, ἐξετοξεύθη εἰς τὴν πτέρυγά μας ἡ φράσις «δὲν θὰ τὸ ψηφίσετε», ὡς ἐὰν ἡμεῖς, οἱ πλειοψηφήσαντες κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἐξελέγημεν μὲ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν καὶ ὄχι ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία διεκήρυξεν εἰς τὸν λαὸν ὅτι θὰ φέρῃ τὸν Βασιλέα καὶ θὰ ψηφίσῃ τὸ Σύνταγμα. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ κάμωμεν τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν θὰ γίνωμεν ἡμεῖς οἱ Ἡρακλεῖς τῶν εὐθυνῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅπου καὶ ἂν τὰ Συντάγματα ψηφίζωνται ὑπὸ τῶν Συνελεύσεων, αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὴν θεωρίαν, εἰς τὴν πρᾶξιν οἱ ἡγέται τῆς πλειοψηφίας κατευθύνουν τὰς συνελεύσεις. Ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος ἔδωσε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911, ἀλλὰ καθημερινῶς ἦτο ἐκεῖ, διανυκτερεύων καὶ μαχόμενος. Ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποῦσα καὶ ἐκ περιτροπῆς ἄρχοντες ὡρισμένοι Ὑπουργοί. Ἐπιθυμοῦμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ παύσῃ ὁ ταλαίπωρος ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ταλαιπωρῆται μὲ ζητήματα πολιτικά. Δὲν παραβλέπομεν ὅτι τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι αἰώνια. Συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀρχηγὸν τοῦ Ἑνωτικοῦ Κόμματος ὅτι τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι αἰώνια καὶ ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς ἑκάστοτε ἐποχὰς καὶ εἰς τὰς ἑκάστοτε κοινωνικὰς ἀνάγκας· καὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ 1864 δὲν εἶναι οὔτε τοῦ 1911 οὔτε τοῦ 1927. Δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, μὲ ὅλην τὴν ἀβαρίαν τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶμεν καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν εἰς τὴν ἀντίληψίν μας, νὰ δώσωμεν ἓν νέον Σύνταγμα, τὰ μείνουν 4–5 ἄρθρα θεμελιώδη, τὰ ὁποῖα ἔχουν κοινωνικὴν σημασίαν καὶ ἀφοροῦν τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ἐκεῖνα θὰ τὰ συζητήσωμεν. Ἀλλὰ ὅλα τὰ ἄλλα, μὲ γραμματικὰς τινὰς διαφοράς, εἶναι τὰ ἄρθρα ποὺ ἀφοροῦν τὸν Βασιλέα καὶ ἀφοροῦν κοινοτυπίας, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν ἀπὸ τὸ 1864 καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν. Λοιπόν, κύριοι, ἐὰν πραγματικῶς θέλωμεν νὰ δώσωμεν Σύνταγμα, θὰ ἠμπορούσαμεν τὰ 98 ἄρθρα νὰ τὰ ψηφίσωμεν ἐν μιᾷ ἑσπέρᾳ καὶ τὰ 10 νὰ μᾶς ἀπασχολήσουν, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὰς ἐργαζομένας τάξεις, ὅπως τὴν τάξιν τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπὸ τὸ 1946 ἐκκρεμεῖ τὸ ψήφισμα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν. Ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα δὲν συγκινοῦν τὸν ἑλληνικὸν λαόν, διότι πρόκειται περὶ τύπων καὶ κοινοτυπιῶν· (χειροκροτήματα).
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑπὸ κρίσιν Ψηφίσματος ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν παρισταμένων συναδέλφων πρὸς λῆψιν ἀποφάσεως ἐπ’ αὐτοῦ, δέχεσθε νὰ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τὴν λῆψιν ἀποφάσεως καὶ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6.30′ μ. μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως νομοθετικὴν ἐργασίαν. (Ὥρα 10.30′ μ. μ.)