1949.05.04
3,064 rows · 23,105 words · 220 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33η
Τετάρτη 4 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 7.20′ μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Πετρολιᾶς, ζητεῖ ἄδειαν, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ἔγκρισίν της, διὰ τὴν χορήγησιν ἀδείας εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Χ. Πετρολιᾶν. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῶν κ.κ. βουλευτῶν, περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Ν. Ἀβραάμ, ἔχει τὸν λόγον.
§6Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ ζήτημα τὸ τιθέμενον, κύριοι βουλευταί, ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῆς διατυπωθείσης κατὰ τρόπον, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, κοινοβουλευτικῶς πρωτότυπον, ἀφορᾷ τὴν ἀποδοχὴν ἢ μὴ τῆς αἰτήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία προφανῶς ὑπηγορεύθη ἀπὸ αἴσθημα, ἄξιον βεβαίως ἐκτιμήσεως, ἐξαιρετικῶς προσωπικῆς ἠθικοπολιτικῆς εὐθιξίας καὶ φέρει χαρακτῆρα ἰδιαιτέρως καὶ πολλαπλῶς σοβαρόν. Διότι ἅπτεται ἀμέσως τῶν ἀνωτέρων ἐλεγκτικῶν, σχεδὸν δικαστικῆς φύσεως, δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἄν δὲ ὅλα κατὰ κανόνα τὰ θέματα τὰ συζητούμενα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἡ ὁποία ἔχει κληθῆ τέμενος τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας εἶναι φυσικὸν καὶ ἐπιβεβλημένον ὅπως συζητοῦνται μετὰ τῆς προσηκούσης καὶ ἀναλόγου πρὸς τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν εὐπρεπείας καὶ ἀντικειμενικότητος, ἰδιαιτέρως θέματα ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῶν, πρέπει νὰ συζητοῦνται πράγματι καθ’ ὃν περίπου τρόπον ἐξετάζονται καὶ εἰς τοὺς ναοὺς τῆς Δικαιοσύνης, ἄνευ ὀργῆς καὶ τάχους. Ἡ πρότασις τῶν κ.κ. συναδέλφων ἡ κατατεθεῖσα εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἀνακοινωθεῖσα ἔχει διατυπωθῇ μετά τινος προφανοῦς προχειρότητος, ὡς ἑξῆς: «Λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὴν δήλωσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων κ. Σ. Βενιζέλου περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς σχετικῶς πρὸς τὴν ἐν αὐτῇ αἰτίασιν, τοὐτέστι ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν Δικαιοσύνην νὰ ἀναμίξῃ εἰς τὸ βούλευμα διὰ τὴν λαθρεμπορίαν συναλλάγματος μίαν καθαρῶς προσωπικὴν ὑπόθεσιν τελείως ἄσχετον πρὸς τὴν εἰς τὸ σημειωματάριον Νικολαΐδου δοσοληψίαν καὶ οἱανδήποτε ποινικὴν παράβασιν προτείνομεν ὅπως συσταθῇ τοιαύτη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος... κλπ.». Ὑπεστηρίχθη καὶ χθὲς ὑπὸ μέλους τοῦ Σώματος τούτου, ἔχοντος σχετικὴν πεῖραν, ἀσκήσαντος δὲ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τὴν ὑπεύθυνον διοίκησιν ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τῆς Δικαιοσύνης τῆς χώρας, ὅτι ἡ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἄσκησις κριτικῆς καὶ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστικῶν Συμβουλίων καὶ τῶν Δικαστηρίων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, ἡ ἐξέτασις δῆλα δὴ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ἄγουν τοὺς δικαστὰς νὰ ἀποφαίνωνται κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως, δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς. Συνέπεσεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὁ ὁμιλῶν πλειστάκις καὶ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὑπὸ τὴν ὑπεύθυνον ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ τὸ παρακολουθήσῃ, νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐξ ἀφορμῆς σχετικῶν ἐπερωτήσεων. Καὶ προηγουμένως, ἀφ’ ἧς ἴσχυεν παρ’ ἡμῖν τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον προέβλεπε τόσον τὴν λεγομένην ποινικὴν ἀσυλίαν καὶ τὸ ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ἀκαταδίωκτον τῶν βουλευτῶν, ὅσον καὶ τὸ θέμα τοῦ διοικητικοῦ ἐλέγχου τῶν ὀργάνων τῆς πράγματι ἀνεξαρτήτου Δικαστικῆς Ἐξουσίας καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἔργα αὐτῆς ἀντιμετωπίσθη πολλάκις ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς καὶ εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς τῆς Δικαιοσύνης ὁσάκις ἐζητεῖτο ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας τοῦ βουλευτοῦ ἀπὸ μέρους τῆς Δικαστικῆς ἀρχῆς. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν οὐσιαστικὴν ἀφορμὴν τῆς διεξαγομένης σχετικῆς συζητήσεως θεωρῶ καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου νὰ εἴπω παρεμπιπτόντως, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ὁ υἱὸς τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀπολύτως προσωπικὴν ἀνάγκην συστάσεως οἱασδήποτε Ἐπιτροπῆς ἵνα ἀποκατασταθῇ ἔναντι τῆς δημοσίας γνώμης ἐὰν ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης φραστικῆς διατυπώσεως τοῦ οὐσιαστικῶς ἀπαλλακτικοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος, ἐκ τοῦ τρόπου τῆς καταχωρήσεως εἰς τὸν τύπον, ἐξ ὑπερβολικῆς εὐθιξίας, ἐθεώρησεν ὅτι θὰ παρήγετο γενικώτερον ἡ ἐντύπωσις ὅτι ὁπωσδήποτε θίγεται ἠθικῶς ἐν τῇ πραγματικότητι, ὅπως ὑπεστήριξε καὶ ὁ ἀγαπητὸς συνάδελφος ὁ ἀναπτύξας τὴν πρότασιν κ. Ψαρρός, οὐδεὶς ἐπίστευσεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ περίπτωσις τοῦ κ. Βενιζέλου εἶχε τὴν ἔννοιαν οἱασδήποτε ἐνόχου προσωπικῆς ἀναμίξεώς του εἰς τὴν ὑπόθεσιν ἐφ’ ἧς τὸ δικαστικὸν βούλευμα. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ὑπεμνήσθη ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἓν πραγματικὸν γεγονός, ὅτι παρὰ τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐκλήθη ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ φερομένου κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ὡς ἀναμεμιγμένου εἰς τὴν ποινικὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἦτο ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν τούτοις ἐνῷ ὑπεμνήσθη τὸ γεγονὸς αὐτό, δὲν κατελογίσθη ὡς ἔδει ἡ ἀποκλειστικὴ πολιτικὴ εὐθύνη εἰς τὸν ἴδιον τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσε τὸν κ. Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, παρουσίᾳ τοῦ ὑπουργοῦ αὐτοῦ. Καὶ κατὰ τρόπον ἐμφανίζοντα ἔκδηλον τὴν ἀντίφασιν μεταξὺ τοῦ «ἐπειδὴ» καὶ τοῦ «διὰ ταῦτα», κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἐδώσατε ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐγκρίνετε τὸν ἀνασχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀπομάκρυνσιν τοῦ Νέου Κόμματος.
§7Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἦτο δύσκολον νὰ καταλογίσω εὐθύνας ἀφ’ ἧς ἐδήλωσα ὅτι θεωρῶ τὴν Κυβέρνησιν ἀκέφαλον.
§8Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὴν θεωρεῖ ἀκέφαλον, ἀλλὰ τὴν... ψηφίζει!
§9Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Διὰ τοὺς ἄλλους!
§10Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Θὰ ἀκούσητε καὶ διὰ τοὺς ἄλλους καὶ δὴ διὰ τὴν δευτέραν κεφαλήν, τὸν Ἀντιπρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Πολιτικὸν Σῶμα εἴμεθα, κύριοι βουλευταί, καὶ περὶ πολιτικῶν, ἐὰν θέλετε, καὶ ἠθικοπολιτικῶν εὐθυνῶν ὑπουργῶν καὶ ἡγετῶν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν καὶ νὰ κρίνωμεν ἐνταῦθα. Ἀκούσατε, λοιπόν, δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὶν ἢ γεννηθῇ ὁ μεγαλύτερος θόρυβος καὶ πρὸ τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀποχωρήσεως ἐξ αὐτῆς τοῦ Νέου Κόμματος: «Τὸ πόρισμα τῆς Δικαιοσύνης θὰ ρυθμίσῃ καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος». Δηλώσεις τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως: «Τὰς πολιτικὰς εὐθύνας ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐξαρτᾷ ἀπὸ τὰς ποινικὰς εὐθύνας». Δηλώσεις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Μελᾶ: «Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν οἱ πολιτικοὶ διὰ δημοσιευμάτων νὰ ἐπικρίνουν τοὺς δικαστικοὺς καὶ μάλιστα τὴν κορυφὴν τῆς Δικαιοσύνης τιμῶσαν πράγματι τὸ σοβαρὸν ἀξίωμα ποὺ κατέχει διὰ τὴν ἔκφρασιν οἱασδήποτε γνώμης ...... (ἀναγινώσκει)...... πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐλέγχου δύναται οὗτος νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ...... κλπ.».
§11Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης) Ἀπὸ ποῦ τὰ ἔχετε αὐτά;
§12Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὰ ἀντέγραψα ἀπὸ τὰς ἐφημερίδας: «... ......... (ἀναγινώσκει).........». Καὶ ἐν συνεχείᾳ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δηλώνει, ὅτι ἀπὸ τὸ πόρισμα τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἐξαρτᾶται καὶ ἡ λύσις τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος.
§13Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν προέβην εἰς τοιαύτην δήλωσιν ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι.
§14Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἔχετε δίκαιον. Ἡ διατύπωσις αὐτὴ εἶναι εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ σεῖς ὁπωσδήποτε διετρανώσατε ταὐτοχρόνως ὁλόκληρον τὴν ἐμπιστοσύνην σας εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνεξαρτήτου Δικαιοσύνης.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης). Ὥστε δὲν τὴν ἐμπιστεύεσθε τὴν Δικαιοσύνην; Εἴπατε ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές!
§16Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι, κύριε συνάδελφε.
§17Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐπαναλαμβάνω: ..... (ἀναγινώσκει παρομοίας ἐπανειλημμένας δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ἀντιπροέδρου καὶ τοῦ κ. Τσαλδάρη, δηλοῦντος τὰ ἑξῆς:) «Ἁρμόδιος ὅπως ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα εἶναι ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ὑπέχει καὶ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην».
§18Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κακῶς, κάκιστα, δὲν ἔχουν οὐδεμίαν σχέσιν αἱ πολιτικαὶ μὲ τὰς ποινικάς.
§19Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτό. Δηλώσεις ἐξ ἄλλου τοῦ κ. Ζέρβα, μετὰ τὴν παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίσκεψίν του: «Ἀπὸ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας μοῦ ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶμαι ἀπολύτως ἱκανοποιημένος». Ἐν συνεχείᾳ ἄλλη δήλωσις τοῦ κ. Σοφούλη: «Μέχρι τῆς 11ης Ἀπριλίου θὰ ἐκδοθῇ τὸ πόρισμα καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν λύσιν τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος». Ἤθελον, λοιπόν, νὰ ἐρωτήσω ποῖοι πραγματικοὶ λόγοι ἐν τῷ μεταξὺ συνέτρεξαν, ὥστε νὰ διακοπῇ ἡ ἀναμονὴ τοῦ πορίσματος τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ γίνῃ ἡ μεταβολὴ αἰφνιδίως. Ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις. Ἴσως θελήσῃ νὰ τὰς δώσῃ ὅταν ἀναπτυχθοῦν αἱ σχετικαὶ ἐπερωτήσεις αἱ ὑποβεβλημέναι ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος, πρὸ τῆς ἀναπτύξεως τῶν ὁποίων νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι προώρως προὐκλήθη καὶ εἰσήχθη ἀπὸ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τώρα μετὰ σπουδαιότητος ποία ἡ ἀληθὴς ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος περὶ τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν καὶ ποία ἡ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ κοινοβουλευτικὴ νομολογία: Κατὰ τὸ παρελθὸν πάντοτε ἡ σύστασις τοιούτων Ἐπιτροπῶν ἦτο τὸ πόρισμα ἀναπτύξεως ἐπερωτήσεων καὶ ἀσκήσεως κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου κυρίως καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ καθ’ ὡρισμένων μελῶν αὐτῆς. Εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1925 μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν ἐπερωτήσεως καθ’ ὡρισμένου ὑπουργοῦ ἐζητήθη ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὅμως ἀπεκρούσθη ἀπὸ τὸν τότε ἀρχηγὸν τῶν Προοδευτικῶν Φιλελευθέρων μακαρίτην Γεώργ. Καφαντάρην μὲ τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ σύστασις αὐτῆς θὰ καθίστα ὑπόδικον ἐνώπιον τοῦ Σώματος τὸν ὑπουργὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐζητεῖτο αὕτη. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ἐπιχειρημάτων καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως Ἀνδρέας Μιχαλακόπουλος ἀντετάχθη ἐντόνως κατὰ τῆς σχετικῆς προτάσεως τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Εἰς τὴν Βουλήν, ἐξ ἄλλου, τῆς περιόδου 1928–1932 ἐπὶ τῆς Πρωθυπουργίας τοῦ Ἐλευθ. Βενιζέλου διὰ τὴν περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπενθύμισεν ὁ κ. Παπανδρέου, τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξηναγκάσθη ὄχι μόνον νὰ παραιτηθῇ ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ δημοσίου βίου, ὅταν μετὰ τὴν παραίτησίν του, ὅπως ὑποβάλῃ μήνυσιν κατὰ τῶν συκοφαντῶν του, ἐζητήθη ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, τὴν πρότασιν ταύτην ἀπέκρουσεν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἐλευθ. Βενιζέλος, εἰπών, μεταξὺ τῶν ἄλλων: «Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, διότι ἐφ’ ὅσον ὁ ὑπουργὸς παρῃτήθη ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως προσφύγῃ εἰς τὴν Δικαιοσύνην μηνύων τοὺς συκοφάντας του καὶ λαμβάνων ἐκ προκαταβολῆς τὴν θέσιν τοῦ κατηγορουμένου, διότι ἐπὶ συκοφαντικῆς δυσφημίσεως ὁ καταγγέλλων ἀνοίγει τὴν θύραν τῆς ἀποδείξεως τῆς ἀληθείας ὑπὸ τοῦ συκοφάντου, ἡ σύστασις τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς θὰ καταστήσῃ πρὸ τῆς κρίσεως τῆς Δικαιοσύνης χείρονα τὴν θέσιν αὐτοῦ». Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶχεν ἐκεῖνος θέσει τὴν ἀρχὴν ὅτι ὑπουργὸς δυσφημούμενος ἰδίᾳ διὰ πράξεις ἀναγομένας εἰς τὸν κύκλον τῶν δημοσίων αὐτοῦ καθηκόντων ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν καὶ νὰ θέτῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἀνεξαρτήτου Δικαστικῆς Ἐξουσίας ὁλόκληρον τὸν δημόσιον καὶ ἰδιωτικὸν ἀκόμη βίον αὐτοῦ, ἰδίᾳ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου περὶ τύπου νόμου. Ἀλλ’ ὡς εἶπον ἐν ἀρχῇ ἡ σύστασις τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἐλεγκτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς τὸ ἀποσκοποῦν τὴν ἀνεύρεσιν ὑπουργικῆς εὐθύνης δι’ ὡρισμένας πράξεις ἢ παραλείψεις αὐτοῦ καὶ ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον κεφάλαιον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ δικαίου. Ποῖον τοιοῦτον σκοπὸν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ σύστασις; Ποῖα πράγματα πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐρευνήσῃ; Πῶς ἐσκέφθησαν οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ Ἀνακριταὶ καὶ οἱ Δικασταί, οἱ μετασχόντες τῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐκδώσαντες τὸ βούλευμα περὶ τοῦ ὁποίου ὁ λόγος; Δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον κοινοβουλευτικῆς ἐρεύνης τὸ θέμα αὐτό; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ μετεβάλετο εἰς Ἀνώτερον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἢ Δικαστήριον, ὅπερ θὰ ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ εἰς ἀνάκρισιν τοὺς δικαστικοὺς αὐτοὺς λειτουργοὺς ἐρευνῶν καὶ τὴν ὅλην δικαστικὴν ὑπόθεσιν ἵνα κρίνῃ διὰ ποίους λόγους ἀνέμιξαν καὶ τὸ ὄνομα, τὸ πράγματι λευκὸν τοῦ κ. Βενιζέλου, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ Δημητρακοπούλου τοῦ 1911 περὶ λειτουργίας τῶν Ἐπιτροπῶν αὐτῶν ἀσκοῦν αὗται ἀνακριτικὰ καθήκοντα, δύναται νὰ ἐξετάσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν καὶ μάρτυρας. Καὶ ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς δικαιοδοσίας της αὐτῆς ὀφείλει εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἐξετάσῃ τὸν ἀρεοπαγίτην, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχεν ἀναθέσει τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἀνακρίσεως, τὸν γνωστὸν ἀνώτερον δικαστικὸν κ. Κυριακόπουλον. Διότι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ὡς εἶχεν ἀνακοινωθῆ ὁ κ. ὑπουργὸς δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1929 διὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐπικυρωθῆ τὸ Ν. Δ. τῆς Κυβερνήσεως Κονδύλη, τοῦ 1926, ἀνέθεσεν εἰς αὐτὸν τὴν τοιαύτην ἄμεσον ἐποπτείαν καὶ παρακολούθησιν τῆς ἀνακρίσεως. Καὶ ὁ ἐπόπτης οὗτος ἤσκησε τὰ καθήκοντά του αὐτὰ κατὰ τὸν πλέον αὐστηρὸν τρόπον ἀφοῦ καὶ προχθὲς ἀκόμη ὁ ἴδιος παρηκολούθησεν αὐτοπροσώπως καὶ τὴν μὴ παράδοσιν εἰς τοὺς δημοσιογράφους τῶν ἀντιγράφων τοῦ βουλεύματος μετὰ τὴν ἔκδοσιν καὶ δημοσίευσιν αὐτοῦ, εἶχεν ἐξ ὁλοκλήρου ἀναπληρώσει τὸν ἐκ τῶν παγίων δικονομικῶν διατάξεων ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα Ἐφετῶν εἰς τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς ἐποπτείας καὶ διευθύνσεως τῆς ἀνακρίσεως ἐφ’ ὅσον εἶχε λάβει εἰδικὴν πρὸς τοῦτο ἐντολὴν ἀπὸ τὸν ὑπουργόν. Τὸ ζήτημα ἂν καλῶς καὶ νομίμως ἐνήργησεν ὁ ὑπουργὸς διορίσας ἐν προκειμένῳ ἐπόπτην ἀρεοπαγίτην παρὰ τῷ Εἰσαγγελεῖ τῶν Ἐφετῶν δύναται βεβαίως νὰ ἐξετασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δι’ ἀσκήσεως ἐλέγχου στρεφομένου ἀποκλειστικῶς κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἀναζήτησις πειθαρχικῶν εὐθυνῶν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνηται διὰ συζητήσεων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἴτε ἐν ὁλομελείᾳ εἴτε ἐνώπιον κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν. Εἰς τὴν Βουλὴν τῷ 1933 καὶ 1934 ἐξ ἀφορμῆς τῆς γνωστῆς ὑποθέσεως τῆς ἀποπείρας κατὰ τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου καὶ τῶν σχετικῶν ἐπερωτήσεων εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ συζήτησιν τῶν ὁποίων μετέσχεν ἐνεργῶς ὁ ὁμιλῶν ὡς καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, ἐγένετο πράγματι κριτικὴ καὶ δὴ μετὰ δριμύτητος ἐξαιρετικῆς καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ τότε ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἄλλων ρητόρων τῆς Συμπολιτεύσεως κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ ἀνακριτοῦ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν καὶ ἄλλων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τῶν τοιούτων ἐκδηλώσεων δὲν ἀντετάχθημεν τότε μόνον ἡμεῖς οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως χαρακτηρίσαντες αὐτὰς ὡς ἀπροσκάλυπτον εἰσβολὴν τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ τέμενος τῆς Δικαιοσύνης καὶ βεβήλωσιν αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀντισαγγελεὺς τοῦ Ἄρ. Πάγου κ. Χοϊδᾶς διὰ τῶν ἱστορικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπηύθυνε καὶ πρὸς τὸν ὑπουργὸν καὶ πρὸς τὴν Βουλήν. Τελευταῖον εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπὴν ἐκρίθη, μετὰ συζήτησιν, σκόπιμον ὅπως προστεθῇ εἰς τὴν σχετικὴν συνταγματικὴν διάταξιν ἑρμηνευτικὴ δήλωσις πρὸς ἀποσαφήνισιν τῆς διαστολῆς τοῦ ἀνεξελέγκτου ἀπὸ τοῦ ἀνεξαρτήτου τῆς δικαστικῆς κρίσεως καθορίζουσα τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτῆς ὑπὸ τὴν διατύπωσιν: «Οἱ Δικασταὶ εἶναι ἀνεξάρτητοι ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθαρῶς δικαστικῶν αὑτῶν καθηκόντων ἤτοι ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῆς δικαστικῆς αὑτῶν κρίσεως». Διότι πράγματι ἐν τῇ οὐσιαστικῇ αὑτῶν κατὰ συνείδησιν δικαστικῇ κρίσει ἔγκειται ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὑπόκεινται βεβαίως εἰς ἔλεγχον ἀσκούμενον ὡς ὁρίζουν αἱ σχετικαὶ διατάξεις παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δυνάμενος ἁρμοδίως νὰ κινήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἀγωγήν. Ὡς ἔλεγον ὑπευθύνως, καὶ ἄλλοτε οὐδεὶς ἀνυπεύθυνος καὶ ἀνεξέλεγκτα ἐκ τῶν ἀσκούντων δημοσίαν ἐξουσίαν, πηγάζουσαν καὶ ἀνήκουσαν κατὰ τὸν θεμελιώδη συνταγματικὸν ὁρισμὸν εἰς τὸν λαόν. Εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος, ὅτι διετάχθη διοικητικὸς ἔλεγχος διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας τῶν ἀνακρίσεων. Καὶ ὀρθῶς, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον κατηγγέλθη ἁρμοδίως παράβασις δυναμένη νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐλέγχονται καὶ οἱ δικασταὶ κατὰ τὸν νόμον, οἱ δικασταὶ οἱ ἀσκοῦντες τὴν ἱερὰν καὶ ὑπερτάτην δικαστικὴν ἐξουσίαν. Διότι, ὡς εἶπον οὐδεὶς τῶν ἀσκούντων δημοσίαν ἐξουσίαν, εἰς τὴν δημοκρατικήν μας πολιτείαν, ἀνεξέλεγκτος καὶ ἀσύδοτος. Δὲ γνωρίζω μόνον ἂν ὁ τύπος, ὁ ἀσκῶν τὴν ἄλλοτε μὲν ὀνομαζομένην ὡς τετάρτην ἐξουσίαν, τὴν μὴ προβλεπομένην ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐξελιχθεῖσαν δὲ παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν πρᾶξιν εἰς ὑπερεξουσίαν, τιθεμένην εὐχερῶς ὑπεράνω ὅλων τῶν ἐξουσιῶν παρ’ ὅλας τὰς νομοθετικὰς μεταρρυθμίσεις, ἔχῃ κατορθωθῆ νὰ καταστῇ ὑπεύθυνος καὶ νὰ λογοδοτῇ, ἢ παραμένει σχεδὸν ἀσύδοτος οὐσιαστικῶς ἐλέγχων αὐτὸς ἀνεξελέγκτως καὶ κηδεμονεύων τὰ πάντα καὶ πάντας εἰς ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τῆς δημοσίας μας ζωῆς καὶ Κυβερνήσεις καὶ Βουλὰς καὶ ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας μετὰ περισσῆς εὐχερείας, ἀνέσεως καὶ ἐλευθερίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ὁπωσδήποτε δὲν δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἔρευναν τῶν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἐκκρεμῶν καὶ κρινομένων ὑποθέσεων. Εἶπον ἀνωτέρω τί ἐγένετο καὶ ἐλέχθη εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀποπείρας κατὰ τοῦ Ἐλ. Βενιζέλου περὶ τῆς τοιαύτης ἁρμοδιότητος ἢ μὴ τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι τότε ἐξ ἀφορμῆς τῶν σχετικῶν συζητήσεων, ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ἐκδηλώσας τὴν θεωρητικὴν ἀντίθεσίν του πρὸς τὴν συνταγματικὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν ἐτόνισεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ ὅτι εἰς τὸ γεννηθὲν ζήτημα τῆς συγκρούσεως αὐτῆς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν Νομοθετικὴν λόγῳ τῶν ἀναφερθέντων ἐγγράφων τοῦ ἀντεισαγγελέως Ἀρ. Π. κ. Χοϊδᾶ πρέπει νὰ δοθῇ ἡ λύσις διὰ τῆς ὑποκύψεως τῆς Δικαστικῆς εἰς τὴν Ἐκτελεστικὴν εἰς τὴν ὁποίαν καὶ περιέχεται πολιτειολογικῶς.
§20Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι τὰ εἶπεν αὐτὰ ὁ Ἰωάννης Μεταξᾶς ὁ ὁποῖος εἶχεν εἴπει: «Ἔχετε τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ὑπ’ ὄψιν σας;».
§21Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Βεβαίως καὶ τὸ ἐνθυμοῦμαι καλῶς. Ἄλλως ἐφήρμοσε πρακτικῶς εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς 4ης Αὐγούστου τὴν θεωρίαν του αὐτήν.
§22Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, κ. συνάδελφε, ὅτι κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον νέα πρότασις τροποποιητικὴ τῆς πρώτης, ἡ ὁποία πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ.
§23Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τὸ ἔχω. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἡ νέα διατύπωσις τῆς προτάσεως τὴν καθιστᾷ ἀπολύτως ἀπαράδεκτον, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ὑπ’ αὐτῆς διορισθησομένη ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ νὰ καταστῇ προανακριτικὸν ὄργανον διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς; Νὰ συλλέξῃ στοιχεῖα διὰ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν περαιτέρω ἐνέργειαν πρὸς διοικητικὸν ἔλεγχον; Ἀλλ’ ἀκούω ὅτι ἠσκήθη ἀνακοπὴ παρὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν κατὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ πρωτοβαθμίου Συμβουλίου. Τόσον τὸ χειρότερον. Διότι ἡ ἐκκρεμότης τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἔτι πλέον καθαρὰ καὶ ἡ εἰς τὸ στάδιον αὐτὸ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀποκλείεται ἀπολύτως. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς ξενίζῃ τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ βουλεύματος, βουλευταὶ ἐδιώχθησαν ποινικῶς καὶ ἐχαρακτηρίσθησαν κατηγορούμενοι χωρὶς νὰ ζητηθῇ προηγουμένως ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας καὶ τοῦ ἀκαταδιώκτου καὶ νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς. Διότι εἰς τὴν πρᾶξιν συμφώνως πρὸς τὴν νομολογίαν καὶ τὴν ἑρμηνείαν τῆς σχετικῆς συνταγματικῆς διατάξεως.... (δὲν ἠκούσθη).... Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔχουν ἐκδοθῇ σωρεία δικαστικῶν βουλευμάτων ἀπαλλακτικῶν ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅσον ἔχει νομολογηθῇ καὶ ἔχει κρατήσει εἰς τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν ὅτι σκοπὸς τῆς σχετικῆς συνταγματικῆς διατάξεως εἶναι ἡ περιφρούρησις τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ βουλευτοῦ, ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐκπληρώσεως τῆς ἐντολῆς αὐτοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖται ἡ αὐτοπρόσωπος ἐν τῇ Βουλῇ παράστασις αὐτοῦ καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἀπαγορεύεται νὰ ἐπιχειρηθῇ πᾶσα πρᾶξις ποινικῆς διαδικασίας συνιστῶσα δίωξιν ἀφορῶσα τὸ πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ καὶ δυναμένη νὰ παρακωλύσῃ τοῦτον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς του. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ συμβῇ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ καθίσταται προσωπικὴ.... (δὲν ἠκούσθη).... καὶ ἀπαγγέλλεται προσωπικὴ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία ἐνῷ δὲν ἀπαγορεύονται αἱ ἀνακριτικαὶ ἁπλῶς πράξεις ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς. Καὶ κατὰ τὰς σχετικὰς συζητήσεις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς περὶ ἀσυλίας καὶ ποινικῶς ἀκαταδιώκτου τῶν βουλευτῶν διατάξεως τοῦ Συντάγματος, παρόμοιαι διετυπώθησαν γνῶμαι παρὰ τῶν ἀειμνήστων Μιχαλακοπούλου, Καφαντάρη καὶ ἄλλων πολιτικῶν. Ὁ Α. Μιχαλακόπουλος ἔλεγε: Δὲν εἴμεθα δικαστήριον ἢ δικαστικὸν συμβούλιον καὶ δὲν δικαιούμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας ἐπὶ ἐκκρεμῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων. Ὁ δὲ Γεώργ. Καφαντάρης: «Ἡ ἀσυλία δὲν σημαίνει ἀσυδοσίαν. Σκοπός της εἶναι νὰ προλάβῃ καταχρήσεις ἐκ μέρους τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ οὐχὶ ἐκ μέρους τῆς Δικαστικῆς, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γίνουν εἰς βάρος ὅλων τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τῶν νόμων. Αἱ διατάξεις αὐταὶ ἀποβλέπουν εἰς τὴν προστασίαν τοῦ Σώματος ἐναντίον καταδιώξεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πολιτικοὺς σκοπούς». Ὁ δὲ κ. Γ. Παπανδρέου εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1924 ἐπίσης: «Ἡ ἀσυλία δὲν προστατεύει τὸν βουλευτὴν κατὰ τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τῆς ἐκτελεστικῆς κλπ.».
§24Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Τὸ ζήτημα ἔχει οὕτω: Ἐὰν δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις ἀναγραφῆς εἰς τὸ σημειωματάριον, ἀλλὰ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἄλλα στοιχεῖα, οἱονδήποτε πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἐνδεχομένως εἶχε συναλλαγῆ μὲ τὸ γραφεῖον Νικολαΐδη εἶναι κατηγορούμενον; Μόνον ὁ Σοφοκλῆς Βενιζέλος εἶχεν αὐτὰς τὰς δοσοληψίας; Πῶς λοιπὸν φέρεται ὡς ἀπαλλασσόμενος ὁ κ. Βενιζέλος καὶ δὲν φέρονται ὡς ἀπαλλασσόμενοι ὅλοι ὅσοι εἶχον συναλλαγὰς μὲ τὸ γραφεῖον αὐτό; Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον προέχει ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ διὰ τὸ ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις. Πᾶσα περαιτέρω συζήτησις νομίζω, ὅτι οὐδεμίαν ἀπολύτως πρακτικὴν ἀξίαν ἔχει.
§25Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀκριβῶς ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως ἀποκλείεται ἀπολύτως καὶ εἶναι ἔξω πάσης ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ ὑποστηρίζω.
§26Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἀπαντῶ εἰς τὰ λεγόμενά σας, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς.
§27Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ ἀποδίδετε διάφορον ἔννοιαν εἰς τὰ λεγόμενά μου. Αἱ παρατηρήσεις σας δὲν εἶναι ὀρθαὶ καὶ δὲν εὑρίσκουν κανὲν ἔρεισμα εἰς τὰ πορίσματα καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς νομολογίας καὶ τῆς ἐκ τοῦ παρελθόντος μακρᾶς πείρας ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐγὼ στηρίζω τοὺς ἀκλονήτους ἰσχυρισμούς μου, συμφώνως πρὸς τοὺς ὁποίους ὁπωσδήποτε δὲν δικαιούμεθα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐρευνήσωμεν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐσκέφθη κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον.
§28Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι τὰ ὅσα εἴπατε περὶ Χατζάκου, Μιχαλακοπούλου, Καφαντάρη κλπ. εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ἀξίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§29Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἐγὼ νομίζω ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπέμνησα ἐγὼ εἶναι ἐντὸς τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὰ ἐπαναλάβω ἐξ ἀφορμῆς τῶν διακοπῶν σας τῶν ἀσχέτων πρὸς τὸ θέμα.
§30Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀπαντῶ εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε.
§31Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα. Ἂν δύναται, ἂν εἶναι ἁρμοδία κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§32ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὸν ἀσκήσῃ ὁ ὑπουργὸς κατ’ ἐντολὴν τῆς Βουλῆς.
§33Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Ἀβραάμ, μίαν διακοπήν, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ αὐτὸ ὡς βεβήλωσις, διότι ἐγώ, ἄμοιρος περὶ τὰ νομικά, θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ ἱερὰ τεμένη τῆς νομικῆς ἐπιστήμης. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Ἀβραάμ, κατὰ ποῖον τρόπον ἕνας πολιτικὸς ἀνὴρ θιγόμενος ἀπὸ μίαν ἔστω καὶ ἀπαλλακτικὴν ἀπόφασιν οἱουδήποτε δικαστηρίου, κατὰ ποῖον τρόπον ὁ πολιτικὸς αὐτὸς ἀνὴρ θὰ δείξῃ τόσον εἰς τὸ Σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει, ὅσον καὶ εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος τὸν ἐξέλεξεν, ὅτι ὄχι δὲν ὑπάρχει σκιὰ ἐνοχῆς του, ἀλλὰ ὅτι κακῶς, κάκιστα ἐδημιουργήθη ζήτημα δι’ αὐτόν; Νομίζω, ὅτι ἡ τοποθέτησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βενιζέλου, ὅταν παρεκάλει τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τῶν 40 βουλευτῶν περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, εἰς τοῦτο ἀποβλέπει, εἰς τὸ νὰ πείσῃ πρῶτον τὸ Σῶμα, ἔπειτα τὸν λαὸν ὅτι ὄχι δὲν ὑπάρχει ψόγος κατ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅτι κακῶς, κάκιστα ἐδημιουργήθη τὸ θέμα.
§34Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Κύριε Ἀβραάμ, μ’ ὅλον ὅτι οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνατρέψῃ ἕνα βούλευμα, καὶ πολὺ περισσότερον νὰ τὸ ἐλέγξῃ, δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως εἰς μίαν ἐλευθέραν χώραν νὰ ἐμποδίσητε κριτικὴν ἐναντίον τοῦ βουλεύματος καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἀπὸ τὸν λαόν. (Χειροκροτήματα).
§35Β. ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι δικαίωμα παντὸς πολίτου νὰ ἐλέγχῃ τὴν ὀρθότητα μιᾶς ἀποφάσεως.
§36Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ. Ὅτι ὁ βουλευτὴς ἔναντι τῶν τυχὸν ὑπερβασιῶν τῶν ὀργάνων τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας ἔχει ἴσα δικαιώματα πρὸς ὅλους τοὺς πολίτας. Ἡ ἀσυλία δὲν εἶναι προνομία ἐξασφαλίζουσα ἀσυδοσίαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ τῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν ἔναντι τῆς Δικαιοσύνης. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς ἐκ τοῦ Συντάγματος καθιερωμένης ὑπὲρ τῶν ὑπουργῶν διὰ παραβάσεις ποινικὰς διαπραχθείσας ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ὑπουργικῶν αὐτῶν καθηκόντων ἀποκλειστικῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς πρὸς ἄσκησιν καὶ τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς. Χθὲς ἀκόμη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπεστήριξεν, ὅτι ἄλλο ποινικὸς νόμος καὶ ἄλλο ἠθικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος ηὐξημένος πολιτικὸς ἠθικὸς νόμος. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τῆς προσκρούσεως ἢ μὴ εἰς τοὺς ἠθικοπολιτικοὺς νόμους δύναται νὰ γίνῃ βεβαίως συζήτησις ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἔλεγχος πειθαρχικὸς τῶν ὀργάνων τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας διὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἐφαρμογὴν τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπὶ ἰδιωτικῆς ὑποθέσεως ἀφορώσης βουλευτὴν δὲν εἶναι ἐκ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἐπιτετραμμένος.
§37Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Νὰ γίνῃ ἔλεγχος τοῦ βίου, ὅπως λέγεται, ὅλων τῶν πολιτικῶν.
§38Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Σύμφωνος, κύριε Κίνια, καὶ ὅλων τῶν ἡγετῶν καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ σας.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸ Προεδρεῖον, συνιστᾷ ψυχραιμίαν. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀποσυρθείσης τῆς συζητουμένης μέχρι τῆς ὥρας προτάσεως καὶ ὑποβληθείσης νέας, ἡ ὁποία καθορίζει καὶ πολλὰ ἀμφισβητούμενα ζητήματα, λύει....
§41Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. (Ὑπ. Τύπου). Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, προτοῦ προχωρήσητε.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .... (δὲν ἠκούσθη).... νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀναγνώσω πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ Προεδρείου. Ὁ κ. ὑπουργὸς τοῦ Τύπου, ἔχει τὸν λόγον.
§43Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. (Ὑπ. Τύπου). Κύριοι συνάδελφοι, οἱ δημοσιογράφοι ἐξεκένωσαν τὰ θεωρεῖα, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος φέρεται εἰπών, ὅτι ὁ τύπος εἶναι ἀσύδοτος καὶ κακοποιός.
§44Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Τί εἶναι αὐτά; Πῶς παρεμβαίνετε σεῖς, κ. Αἰλιανέ; Ἡ λέξις «κακοποιός», δὲν ἐλέχθη. Σεῖς δὲν ἦσθε παρών!
§45Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. (Ὑπ. Τύπου). Κύριε συνάδελφε, παρακαλεῖσθε νὰ δώσητε ἐξηγήσεις, διότι ὁ τύπος δὲν εἶναι οὔτε «κακοποιός», οὔτε ἀσύδοτος.
§46Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ποῖος εἶσθε σεῖς καὶ ποίαν ἔχετε ἁρμοδιότητα νὰ ζητῆτε ἀπὸ ἐμὲ ἐξηγήσεις; Ἐπειδὴ εἶσθε ὑπουργὸς τοῦ Τύπου, νομίζετε ὅτι ἔχετε ἁρμοδιότητα νὰ ἀσκήσητε λογοκρισίαν ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μου ἀγορεύσεως; Σεῖς μάλιστα προσωπικῶς, ὁ γνωστὸς ἐκδότης τοῦ «Οἰκονομολόγου τῶν Ἀθηνῶν»; (Ἀνερχόμενος ἐν ὀργῇ εἰς τὸ βῆμα): Κύριοι βουλευταί, εἶμαι γνωστὸς εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, καὶ καυχῶμαι δι’ αὐτό, καὶ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ὡς πατὴρ τοῦ νέου νόμου 5060 «περὶ Τύπου», ὁ ὁποῖος καθιερώθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, καὶ τοῦ ὁποίου εἰσηγητής, ἐμπνευστὴς κυρίως, ὑπῆρξεν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων.
§47Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰσηγητὴς ἤμην καὶ ἐγώ.
§48Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Εἰσηγητὴς ἦτο καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης. Αἱ δίκαι δὲν πρέπει νὰ διεξάγωνται ἀπὸ τῶν στηλῶν τῶν ἐφημερίδων, πρέπει νὰ διεξάγωνται ἀπὸ τὰ τακτικὰ δικαστήρια, τὴν κατωχυρωμένην ἐκ τοῦ Συντάγματος δι’ ὡρισμένων ἐγγυήσεων ἀνεξάρτητον δικαστικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν εἶχεν ἡ χρῆσις τῆς λέξεως «ἀσύδοτος» παρ’ ἐμοῦ, ὅτι ἰδίᾳ εἰς τὰ δημοσιεύματα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὰς δικαστικὰς ὑποθέσεις, ἔχει καταστῆ ὁ τύπος ἀσύδοτος. Καὶ ἀπὸ τὸν μακαρίτην Δημητρακόπουλον, εἶχε τεθῆ εἰς τὸ σχέδιον νόμου περὶ τύπου, ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ὅλας τὰς ξένας νομοθεσίας, ὅτι, προκειμένου περὶ ὑποθέσεων ποινικῶν, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν καὶ γενικώτερον δημόσιον ἐνδιαφέρον, δύνανται ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς νὰ ἐκδίδουν μίαν πρᾶξιν, διὰ νὰ ἀπαγορεύουν τὰς σχετικὰς δημοσιεύσεις. Εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, οἱ δικαστικοὶ λειτουργοί, λόγῳ τοῦ προκληθέντος θορύβου, ἐδίστασαν νὰ ἐκδώσουν σχετικὴν πρᾶξιν. Ἀλλ’ ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς δημοκρατουμένας χώρας ὅλοι οἱ πολῖται, ὑπὸ τὸ ἀστικὸν καθεστώς, προσφεύγουν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἵνα ἐπὶ τοῦ δεδικασμένου, ὅπερ ἀντὶ ἀληθείας παραλαμβάνεται, στηρίζουν τὴν ἄμυνάν των κατὰ τῆς συκοφαντίας. Ἰδίᾳ οἱ δημόσιοι ἄνδρες, οἱ συκοφαντούμενοι, εἰς πλείστας περιπτώσεις κατὰ τὸ παρελθὸν προέταξαν τὸ δεδικασμένον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην. Καὶ τὸ δεδικασμένον πρέπει νὰ γίνεται γενικώτερον σεβαστόν. Δὲν εἶναι ἀνεκτὸν νὰ τίθεται κριτὴς ὅλων καὶ ἐπικριτὴς καὶ κηδεμὼν ὁ Τύπος. Καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὴν τυποκολακείαν, τὸ χειρότερον εἶδος τῆς δημοκολακείας. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, δι’ ὀλίγα λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§51Μ. ΑΙΛΙΑΝΟΣ. (Ὑπ. Τύπου). Δὲν ἐζήτησα νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸν κ. συνάδελφον τὴν γνώμην μου ἢ τὴν ἀντίληψίν μου, ἀλλ’ ὡς ὑπεύθυνος διὰ τὸν Τύπον ὑπουργός, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§52Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Κακῶς, κάκιστα. Τὸ ζήτημα εἶναι γενικώτερον. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρεμβαίνουν καὶ οἱ δημοσιογράφοι εἰς τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς. Τί εἶναι αὐτά, κ. ὑπουργέ; Ἐκτρέπεσθε ἀσυγγνώστως.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, σεῖς ἐδώσατε ἀπάντησιν καὶ εἴπατε ὅτι οὐδέποτε ἐλέχθη καὶ ὅλοι τὸ ἐβεβαίωσαν.
§54Ν. ΑΒΡΑΑΜ. Ἂς γράψουν ὅ,τι θέλουν, δὲν μὲ ἐνδιαφέρει προσωπικῶς. Τὴν ἀληθῆ —ὄχι τὴν (δὲν ἠκούσθη)— ἐξασφάλισιν ἐγὼ διὰ τοῦ νόμου περὶ Τύπου καὶ τὴν ἄσκησιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἐζήτησα πάντοτε νὰ ὑψώσω. Οὐδεὶς ἔψεξε τὸν Ἡρακλέα. Ὑπεβλήθη ἐξεπίτηδες καὶ κακοπίστως μία ἀνακρίβεια εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ τὴν υἱοθετήσῃ καὶ ἐπενέβη ἀναρμοδίως, ἐνῷ οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχεν ἐπεμβάσεώς του καὶ ὑπερασπίσεως τοῦ Τύπου, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ἔθιξε καὶ οὐδεὶς ὕβρισεν.
§55Γ. ΣΑΡΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. ὑπουργὸς τί ἔπραξεν ὅταν ὁ τύπος ἀπεκάλεσε τὴν Βουλὴν «χαραμοφάηδες». Τί ἔκανε καὶ τώρα κόπτεται ὁ κ. ὑπουργός; Ἐὰν ὁ Τύπος εἶναι ὑπεράνω τοῦ Κράτους, τότε μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ Προεδρεῖον ἔχει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὁ κ. Ἀβραὰμ ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ἀναφερόμενος εἰς τὸν Τύπον, εἶπε τὴν λέξιν, ὅτι οὗτος εἶναι «ἀσύδοτος», ὄχι ὅμως καὶ τὴν ἑτέραν λέξιν.
§57Β. ΒΑΣΙΛΙΚΟΣ. .... (Ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).....
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐπεισόδιον θεωρεῖται λῆξαν. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις τροποποιηθεῖσα, ἔχει οὕτω: «Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταί, λαβόντες ὑπ’ ὄψει τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δήλωσιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Βενιζέλου, ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, ὅτι κατόπιν τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεφέρθη καὶ τὸ ὄνομά του, χωρὶς νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν καμμίαν σχέσιν, ὡς ἀναφέρει καὶ τὸ βούλευμα, ἐπιβάλλεται ὁ καταρτισμὸς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, θεωροῦν ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ σύστασις τῆς αἰτηθείσης ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν προκύπτουν πολιτικαὶ εὐθῦναι, καθὼς καὶ ἐὰν προκύπτουν στοιχεῖα πρὸς ἄσκησιν πειθαρχικῆς διώξεως ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ βουλευταὶ Λ. Κουτσοπέταλος, Α. Βαχλιώτης, Γ. Μπακατσέλος, Χ. Ψαρρός, Σ. Κωστόπουλος, Γ. Σκουλᾶς, Α. Ἀναγνωστόπουλος, Μ. Σάπκας, Γ. Βογιατζῆς, Ν. Κρασαδάκης, Σ. Σαββίδης, Π. Χρυσοχέρης, Α. Τσεριώνης, Α. Δημητρακόπουλος, Δ. Χατζηγιάννης, Μ. Βαρβιτσιώτης, Α. Φράγκος, Ν. Βλιάμος, Β. Βύζας, Γ. Γκίνης, Γ. Δρόσος κλπ.».
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Χειροκροτήματα).
§60Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἀδικοῦμεν περισσότερον ἡμεῖς τὸν κ. Βενιζέλον καὶ δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ καταφερώμεθα ἐναντίον τοῦ βουλεύματος. Ὅταν ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει οὔτε ὑπόνοια οὔτε σκιὰ ὑπάρξεως πολιτικῶν εὐθυνῶν, ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπάρχουν πολιτικαὶ εὐθῦναι, κάμνομεν κάτι περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι κάμνει τὸ βούλευμα.
§61Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριοι βουλευταί, ἀποσυρθείσης τῆς προηγουμένης προτάσεως, ὑπεβλήθη νέα πρότασις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροποποίησις.
§63Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἀποτελεῖ τροποποίησιν, ἀποτελεῖ νέαν πρότασιν. Ἐφ’ ὅσον ὑπεβλήθη νέα πρότασις, νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ κληθῇ νὰ ὁμιλήσῃ εἷς ὑπὲρ καὶ εἷς κατά, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν τῆς νέας ταύτης προτάσεως. Κύριοι βουλευταί, χθὲς εἶχεν ὑποβληθῆ μία πρότασις, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, μὲ ἀντικείμενον ἔρευναν ἐπὶ τοῦ ἔργου καὶ ἔλεγχον τῆς δικαιοσύνης.
§64Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔλεγεν αὐτὸ ἡ πρότασις.
§65Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ δακτυλογραφηθῇ ἡ πρότασις καὶ νὰ μᾶς διανεμηθῇ, διὰ νὰ τὴν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν μας.
§66Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἡ χθὲς ὑποβληθεῖσα πρότασις, ἔχει ὡς ἑξῆς: «.... (ἀναγινώσκει) ....». Λοιπόν, ἐρωτῶ, ὅταν ζητῆται νὰ ἐρωτηθῇ, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν δικαιοσύνην νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν Α ἢ Β ἀπόφασιν, ἀποτελεῖ, κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἢ δὲν ἀποτελεῖ ἔλεγχον τοῦ ἔργου τῆς δικαιοσύνης; Συνεπῶς, ὅπως εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξῃ πρὸς τὸ Σῶμα κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων ἡ Κυβέρνησις, ἡ πρότασις αὕτη θὰ ὡδήγει εἰς ἄτοπα μεγάλα, διότι ἔλεγχος τοῦ ἔργου τῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἶναι ἀπαράδεκτος.
§67ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ὁμιλεῖτε;
§68Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἤδη, ἡ νέα πρότασις ζητεῖ σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐρευνήσῃ ἐὰν τυχὸν ὑπάρχουν πολιτικαὶ εὐθῦναι ἢ ἂν ὑπάρχουν στοιχεῖα διὰ νὰ ἀσκήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πειθαρχικὴν δίωξιν. Εἶναι προφανές, ὅτι πρόκειται περὶ νέας προτάσεως καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κληθῇ νὰ ὁμιλήσῃ εἷς ὑπὲρ καὶ εἷς κατὰ καὶ ζητῶ τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς προτάσεως.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§70Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, ἀποτελεῖ κοινὸν καθῆκον νὰ συντομεύωμεν τὰς διαδικαστικὰς συζητήσεις, διὰ νὰ εἰσερχώμεθα εἰς τὴν οὐσίαν τῶν ζητημάτων, νὰ συμπεραίνωμεν καὶ νὰ λαμβάνωμεν ἀποφάσεις. Ἡ μεγάλη ἀταξία τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, συνίσταται εἰς τὴν παρεμβολὴν δευτερευόντων θεμάτων, ἡ ὁποία ἐξοδεύει πολὺν χρόνον καὶ ἀφήνει εἰς τὴν διάθεσιν ὀλιγώτερον χρόνον διὰ τὴν οὐσίαν τῶν μεγάλων ζητημάτων. Εὑρίσκονται ἐνώπιον ὑμῶν οὐσιώδη θέματα, τὰ θέματα τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὰς πολιτικὰς εὐθύνας. Κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ἡ Βουλὴ ἠσχολήθη μὲ κρίσιμα θέματα καὶ πρόκειται περὶ τῶν θεμάτων αὐτῶν νὰ καταλήξῃ εἰς ἀποφάσεις. Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῶν πολιτικῶν συζητήσεων ἀνεπτύχθησαν τὰ θέματα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν κομμάτων καὶ μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἦλθε κατόπιν ἡ διευκρίνισις τῶν σχέσεων τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς τὸν στρατὸν καὶ κατόπιν πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Καὶ ὑπῆρξεν εὐχάριστος διαπίστωσις, ὅτι ὅλοι εἴμεθα ὁμόφωνοι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ ὀλίγου, ἀπετέλεσε τὴν διαπίστωσιν τῆς ὁμοφωνίας μας. Ἀπεκομίσαμεν σήμερον τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι διεπιστώθη κατὰ τρόπον ὁμόφωνον, ὅτι οὐδεὶς εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχει τὴν πρόθεσιν νὰ παραβιάσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἐννοεῖ νὰ ἀσκήσῃ μόνον ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, ὅσα προκύπτουν ὑπὲρ αὐτῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κειμένους νόμους. Ὑπεστηρίχθη χθές, ὅτι ἐφ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ πρόθεσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, καθὼς καὶ τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὴν πρότασιν, θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ πρότασις νὰ διατυπωθῇ κατὰ τρόπον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀληθεῖς των προθέσεις. Δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως, παρὰ μόνον ζήτημα διατυπώσεως, διὰ νὰ τερματισθῇ μία διαφωνία, ὄχι ἐπὶ τῆς οὐσίας, ἡ ὁποία οὐδέποτε ὑπῆρξεν, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς διατυπώσεως, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβεβαιώνῃ τὴν καλήν μας θέλησιν νὰ διατηρήσωμεν πλήρη τὸν σεβασμὸν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ καὶ πλήρη τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. (Χειροκροτήματα). Τούτου δεδομένου, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν καὶ πάλιν τὴν διαιώνισιν μιᾶς ματαίας συζητήσεως. Πρόκειται, κύριοι βουλευταί, οὐσιαστικῶς, περὶ τῆς αὐτῆς προτάσεως. Γνωρίζω ὅτι ἐὰν γίνῃ μία γραμματικὴ ἐξέτασις, μπορεῖ νὰ διαπιστωθῇ διαφορά, διότι ἠθελήσαμεν νὰ ὑπάρξῃ διαφορά. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Καὶ ὁ θόρυβος τῶν διακοπῶν καὶ ὁ ἐκνευρισμὸς δὲν ὑπηρετεῖ τὸ ἔργον μας. Ὁ κατευνασμός, ὅμως, κ. Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, καὶ δι’ ὑμᾶς καὶ δι’ ἡμᾶς, καθίσταται καὶ πάλιν ἐπίκαιρος. (Γέλωτες). Δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, προβαίνω εἰς μία εἰδικὴν σύστασιν. 1) Νὰ μὴ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ νὰ δεχθῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ συνεχίσεως τῆς συζητήσεως. 2) Ἐφ’ ὅσον, καὶ ἂν εἶναι δυνατόν, ἐφ’ ὅσον ὅλοι ἀνταπεκρίθημεν εἰς τὴν φιλότιμον ἔκκλησιν τοῦ κ. Βενιζέλου νὰ καταρτισθῇ μία ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ἐζήτησε, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανὲν στάδιον περαιτέρω συζητήσεως. Ἠρεμία, ἀνταπόκρισις ὁμόθυμος διὰ βοῆς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας πρὸς τὴν φιλότιμον ἔκκλησίν του. (Χειροκροτήματα).
§71Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας. Ἡ πρώτη πρότασις ἀπεσύρθη καὶ ὑπεβλήθη νέα. (Θόρυβος).
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροποποιημένη.
§73Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἰδία — τὸ Προεδρεῖον νομίζει ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας προτάσεως — ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Θεωρεῖ ταύτην τροποποιημένην ἢ ὄχι; Οἱ δεχόμενοι ὅτι πρόκειται περὶ τροποποιημένης προτάσεως, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§76Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰ πρακτικά σας τί λέγουν; Λέγουν ὅτι ἀπεσύρθη ἡ πρότασις. (Θόρυβος).
§77Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἔπρεπε νὰ μοῦ δοθῇ ὁ λόγος, διὰ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς προτάσεως. Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι μοῦ ἀφαιρέσατε δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀπὸ τὸν Κανονισμόν. Οὐδέποτε ἡ πλειοψηφία εἶναι δυνατὸν νὰ παραβαίνῃ τὸν Κανονισμόν.
§78Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σωτηρόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§80Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθεώρησα ὑποχρέωσίν μου νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἐθεώρησα, λέγω, ὑποχρέωσίν μου νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπὸ νομικῆς κυρίως πλευρᾶς, διότι τὴν πολιτικὴν πλευρὰν ἐξήτασαν οἱ προλαλήσαντες ἐμοῦ, ἰδιαίτατα δὲ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ἐνώπιον ἡμῶν συζητεῖται ἡ πρότασις περὶ συγκροτήσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ὡς κατὰ τὸ περιεχόμενόν της ἐτροποποιήθη διὰ τῆς σήμερον ὑποβληθείσης τροπολογίας. Ἀφορμήν, ὡς εἶναι γνωστόν, πρὸς ὑποβολὴν τῆς προτάσεως, ἔδωσε τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1690 βούλευμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ὅτι «ὁ εἰσαγγελεὺς ............ (ἀναγινώσκει) .............». Τὸ ἴδιον βούλευμα ἀναφέρει, ὅτι ἡ ἀνάκρισις κατηυθύνθη καὶ ἐναντίον τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐν τ’ αὐτῷ δὲ ἀναγράφει ἐπὶ λέξει: «Νὰ ἐνεργηθῇ δίωξις .... (ἀναγινώσκει) ....». Ταῦτα γράφονται ἐπὶ ὑποθέσεως δι’ ἣν ἰσχυρίζεται ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, διὰ τῆς κατατεθείσης εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεώς του, ὅτι ἦτο ὑπόθεσις προσωπική, τὰ πραγματικὰ στοιχεῖα τῆς ὁποίας οὐδενὸς ποινικοῦ νόμου παράβασιν ἠδύναντο νὰ συγκροτήσωσι καὶ ὡς τοιαῦτα δὲν ἠδύναντο νὰ δώσουν ἀφορμὴν εἰς ἀνακριτικὴν παραγγελίαν καὶ ἀνάκρισιν κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τῶν νόμων. Ζητεῖται δὲ διὰ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπογεγραμμένη παρὰ πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, ζητεῖται, λέγω, ἡ συγκρότησις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπειδὴ εἶναι γνωσταὶ αἱ νόμιμοι προϋποθέσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀσκεῖται δίωξις ἢ ἀνάκρισις κατὰ τῶν βουλευτῶν, ὑπῆρξεν εὔλογον καὶ δικαιολογημένον τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν κυρίων συναδέλφων, ἐνδιαφέρον τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει ἡ βουλευτική των ἰδιότης, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ καὶ νὰ συγκεντρώσῃ τὰ στοιχεῖα ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, πῶς τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐξέδοτο τοιοῦτον βούλευμα, παρενεῖρον ἑαυτὸ εἰς ἔργα ἀλλότρια, ἔργα τῆς Βουλῆς, ἡ ἄδεια τῆς ὁποίας ἀπαραιτήτως ἀπαιτεῖται, ὄχι μόνον πρὸς ἐνέργειαν ἀνακριτικῶν πράξεων, ὄχι μόνον πρὸς ἐνέργειαν τῆς παραπομπῆς διὰ τῆς ὑποβολῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο, τῆς προτάσεως τοῦ εἰσαγγελέως πρὸς τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξακριβώσῃ καὶ ἐπὶ πλέον ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ οὐσιαστικοί, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦν πολιτικὰς εὐθύνας καὶ ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι οἱ τυπικοί, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν, εἰσαγγελέα καὶ ἀνακριτὰς νὰ ἀγνοήσουν τὴν ὕπαρξιν διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία διάταξις ἀναφέρεται εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἀσκήσῃ τὰ ἔργα της, προκειμένου περὶ βουλευτῶν. Καὶ εἶναι ἄξιος ὑπερτάτης τιμῆς ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, διότι ἔδωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀφορμὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ τῆς ἐπιτρέψῃ νὰ διαπιστώσῃ τὴν ὕπαρξιν τῆς ἐπεμβάσεως αὐτῆς τῶν ὀργάνων τῆς δικαιοσύνης εἰς τὰς ἁρμοδιότητας, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Βουλὴ καὶ μετ’ ἔγκρισιν τῆς ὁποίας δύνανται νὰ ἀσκήσουν τὰ καθήκοντά των οἱ κύριοι δικασταὶ ἐναντίον τῶν βουλευτῶν. Τοῦτο δὲ ὄχι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν βουλευτῶν, ἀλλὰ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς ἡ ἀνάκρισις δὲν δύναται νὰ διενεργηθῇ μὲ πληρότητα, δηλαδὴ νὰ γίνῃ κατ’ οἶκον ἔρευνα, κατάσχεσις κλπ. Προεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ζητῆται ἡ συγκρότησις ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τὸν ἴδιον καὶ ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ζητῆται ἡ συγκρότησις τοιαύτης ἐπιτροπῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἐλέγχου πράξεων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Κύριοι, εἶναι καινοφανεῖς αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν διὰ τὸ θέμα τοῦτο. Διότι, ἐκτὸς τῶν ξένων Βουλῶν, ὑπὸ τὴν αὐτὴν μὲ τὴν ἑτέραν διατύπωσιν τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, καὶ εἰς τὴν ἑλληνικὴν συνεκροτήθησαν κατὰ τὸ παρελθόν, βάσει τῆς καὶ ἤδη ἰσχυούσης διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τοιαῦται ἐπιτροπαί. Οὕτω τὸ 1882 συνεκροτήθη ἀνακριτικὴ καὶ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς Ταμειακῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς Ταμειακῆς ὑπηρεσίας. Ὁμοίας φύσεως ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη, προτάσει τοῦ βουλευτοῦ Κυριακούλη Μαυρομιχάλη, διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως 170 ἑκατομμυρίων τοῦ Ταμείου Ὁδοποιίας. Ὡς δὲ διδάσκει καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου πατὴρ Σαρίπολος, «αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ δύνανται νὰ συγκροτηθοῦν καὶ χρησιμοποιηθοῦν πρὸς διαπίστωσιν καὶ τῶν αἰτίων καλῆς ἢ κακῆς λειτουργίας τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν». Ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὑπὸ ὁμοίαν διατύπωσιν τοῦ Συντάγματος, συνεκροτήθη ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, προτάσει αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ἔλεγχον τῆς λειτουργίας τῶν Ταμειακῶν ὑπηρεσιῶν. Ἐν Ἀγγλίᾳ πάντοτε συγκροτοῦνται τοιαῦται ἐπιτροπαὶ πρὸς διαπίστωσιν τῆς κανονικῆς καὶ συμφώνου πρὸς τοὺς νόμους λειτουργίας τῶν κρατικῶν ὑπηρεσιῶν. Συνεπῶς φρονοῦμεν, ὅτι τὸ θέμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐζητήθη ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει καλῶς καὶ δὲν ἀπαιτεῖται προσθήκη ἢ ἄλλη τροποποίησις. Ἡ Βουλή, ὡς κυρίαρχον Σῶμα, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐποπτεύῃ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἔχει δικαίωμα ἐλέγχου τούτων.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τῆς Δικαιοσύνης;
§82Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δικαστικὴ λειτουργία ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν γενικὴν προσωνυμίαν «δικαιοσύνη», δὲν παύει νὰ ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀσκούμενον ὑπὸ ταύτης πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐφορεύει τὴν καλὴν λειτουργίαν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῆς. Εἶναι, κύριοι, τὸ αἴτημα τῆς συγκροτήσεως τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τοῦ ὁποίου βάλλουν οἱ ἀντιφρονοῦντες, εἶναι αἴτημα, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, τιμᾷ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸ ἐζήτησε καὶ θὰ ἐξυψώσῃ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ τὸ ἀποφασίσῃ. Ἂς μὴ ἀσχάλλουν δὲ οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ κρίνῃ ἢ νὰ δικάσῃ, ὅπως παραπλανητικῶς ἐκθέτουν ἐνώπιον ἡμῶν. Δὲν πρόκειται νὰ κρίνῃ ἢ νὰ δικάσῃ ἡ Βουλὴ τὸ οὐσιαστικὸν περιεχόμενον τοῦ βουλεύματος, ἡ διὰ τὸ ὁποῖον κρίσις ἀνήκει εἰς τὰ ἀνώτερα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν δικαστήρια. Ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ ἐλεγκτικοῦ τούτου ἔργου, θὰ συγκεντρώσουν τὸ ὑλικὸν καί, ἐὰν ὑπάρξῃ περίπτωσις, θὰ παραπέμψουν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην πρὸς δίωξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τοὺς νόμους. Ἀλλὰ ὁ τοιοῦτος ἔλεγχος τῆς νομιμότητος τῆς λειτουργίας καὶ τῆς ἀσκήσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, αὐτὸς οὗτος ὁ ἔλεγχος δὲν ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν, ὡς ἀντιφρονοῦντες καὶ ἄλλοι ὑπέβαλον, τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ὄχι. Καὶ δὲν εἶναι, ὡς ἐδογμάτισε προηγουμένως συνάδελφος ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς, ἀντιποίησις ἔργων δικαστικῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἰδία ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διὰ πολλῶν ἀποφάσεών της, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων μνημονεύει τὴν ὑπ’ ἀριθ. 261)1932 ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐδέχθη ὅτι ἡ μόνη ἐπέμβασις εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δύναται νὰ γίνῃ διὰ νόμου τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὁ ὁποῖος καταλύει ἀπόφασιν τελεσίδικον καὶ ἀμετάκλητον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δηλαδὴ ὑπάρχει ἐπέμβασις, ὅταν διὰ νόμου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καταργῇ πρᾶξιν ἢ ἀπόφασιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὄχι δὲ ὅταν ἡ Βουλὴ ἀσκοῦσα ὄχι νομοθετικὰ ἔργα, ὄχι τὰ ἔργα τὰ κυβερνητικὰ τῆς στηρίξεως τῆς κυβερνήσεως διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης της, ἀλλὰ τὸ ὑπέρτατον καὶ ἀναφαίρετον εἰς αὐτὴν δικαίωμα τῆς κυριαρχίας, τὴν ὁποίαν ἐνσωματεῖ καὶ ἀσκεῖ ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ, ὅταν ἀσκῇ, λέγω, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἡ Βουλή, εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν οὔτε ἐπέμβασιν διὰ τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς ἐξουσίας ἐπιτελεῖ, οὔτε ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης. Ἀσκεῖ τὸ ὑπέρτατον ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλέγεται ἀπὸ τὸν λαόν. Οὔτε δὲ ἀντίκειται ὁ ἔλεγχος αὐτός, ὡς προβάλλουν οἱ ἀντιφρονοῦντες, εἰς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, οὔτε ἀποτελεῖ ὕβριν κατὰ τῆς δικαιοσύνης. Ὄχι. Τοὐναντίον ὕβριν κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἀποτελεῖ, ἢ δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἡ παραβίασις ρητῶν καὶ κατηγορηματικῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους δικαστῶν καὶ ὄχι τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Διότι ἡ δικαιοσύνη ἐξυψοῦται ὅταν παράνομοι πράξεις ἐλέγχονται. Ὁμοία συζήτησις, κύριοι, οὔτε τὸ πρῶτον γίνεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐπὶ θέματος σχετικοῦ μὲ τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης. Οὐδὲν τούτου ἀνακριβέστερον. Ἔχω νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίᾳ εἰς τοὺς ἐκ τῶν βουλευτῶν μὴ νομικούς, ὅτι τὸ 1901 ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου μέχρι τοῦ μηνὸς Μαρτίου ἐπὶ 4 ὁλοκλήρους μῆνας, ἡ Βουλή, τὰ δικαστήρια καὶ ὁ λαὸς ὁλόκληρος εἶχον συγκινηθῆ, εἶχε φθάσει ἡ συγκίνησίς των μέχρι ὑπερτάτου σημείου ἐπὶ παρομοίας ὑποθέσεως. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνήργησε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν σύλληψιν βουλευτοῦ διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς συνόδου, ἀλλ’ ἐν διακοπαῖς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Καὶ τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐπεκύρωσε τὴν τοιαύτην σύλληψιν καὶ προφυλάκισιν τοῦ βουλευτοῦ. Ἐγένετο ἀνακοπὴ ἐκ μέρους τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἐπεκυρώθη ἡ ἀπόφασις αὐτὴ καὶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἅπαξ ἅπαντες οἱ ὑπάρχοντες νομικοί, Σαρίπολος, Φλογαΐτης, Στεφάνου, Παπαμιχαλόπουλος, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Τζιβανόπουλον, εἶπον ὅτι ἦτο πράγματι ἄξιος προφυλακίσεως ὁ βουλευτὴς αὐτὸς διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διέπραξε, πλὴν δὲν ἠδύνατο νὰ συλληφθῇ. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐξαρθεῖσα εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της, καὶ μετὰ μακρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, ἤσκησεν ἀναίρεσιν ὑπὲρ τοῦ νόμου κατὰ τοῦ βουλεύματος ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀπορριφθῆ ἡ ἀνακοπὴ τοῦ ἐντάλματος προφυλακίσεως, ἤσκησεν ἀναίρεσιν ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Τζιβανόπουλος, ὁ εἰσαγγελεὺς τότε τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ μακρᾶς καὶ ἐμπεριστατωμένης ἀγορεύσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου ὑπεστήριξε, κύριοι, ὅτι τὰ δικαστήρια ἐξ ἐπαγγέλματος ὀφείλουν νὰ λαμβάνουν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑπὸ τοῦ θεμελιώδους νόμου τοῦ Συντάγματος τιθεμένους κανόνας λειτουργίας τῶν κρατικῶν ἐξουσιῶν καὶ ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θὰ ἦτο σφετεριστὴς ἁρμοδιοτήτων τῆς Βουλῆς ἀποφαινομένης ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς ἐνέργειαν οἱασδήποτε πράξεως ἐναντίον τοῦ βουλευτοῦ. Καὶ ἐστήριξεν τὴν γνώμην του, ἐρειδόμενος καὶ εἰς ἀποφάσεις τοῦ Γαλλικοῦ Ἀκυρωτικοῦ καὶ τοῦ Γερμανικοῦ Ἀκυρωτικοῦ καὶ διδασκαλίας συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ὁμοιομόρφως ἐπανελάμβανον τὰ ἴδια ἐπὶ ὁμοίων διατάξεων, αἱ ὁποῖαι καὶ εἰς τὰς νομοθεσίας τῶν χωρῶν αὐτῶν εἶναι διατάξεις ὁμοίου μὲ τὴν τοῦ ἰδικοῦ μας Συντάγματος περιεχομένου. Ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία δὲν εἶναι προνόμιον τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἐὰν ἤθελεν ὁ βουλευτὴς ὑποβάλει εἰς τὸν ἀνακριτήν, προσερχόμενος αὐτεπαγγέλτως, παραίτησιν τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας, καὶ τότε τὰ ὄργανα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὑποχρεοῦνται νὰ τηρῶσι τὰς ρητὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 62 καὶ 63 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἀνέφερε καὶ ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου τοῦ REIMES, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία εἶναι μία ἐγγύησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δημιουργημένη δι’ αὐτὸν τοῦτον τὸν βουλευτήν, ἀλλὰ διὰ τὴν Βουλὴν ἐν τῷ συνόλῳ της καὶ ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸ Σύνταγμα περὶ βουλευτικῆς ἀσυλίας καὶ αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος αἱ πραγματευόμεναι περὶ τοῦ δικαστηρίου παραπομπῆς τῶν ὑπουργῶν διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις των, εἶναι κανόνες ποινικοῦ δικαίου καὶ ποινικῆς δικονομίας καὶ δὲν εἰσάγουν προσωπικὰ προνόμια, εἶναι κανόνες οἱ ὁποῖοι ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τοῦ δημοσίου συμφέροντος καὶ ὡς τοιοῦτοι ἀναγκαστικὸν δίκαιον. Ἀποτελεῖ δὲ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς δικονομικὴν προϋπόθεσιν, ἄνευ τῆς ὁποίας αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ δὲν δύνανται νὰ ἐπιληφθοῦν ἀνακρίσεως ἐναντίον βουλευτοῦ δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν. Ἐπειδὴ τὰ ἀνωτέρω, κύριοι συνάδελφοι, ἔδει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν των ὁ εἰσαγγελεὺς ὅστις ἤσκησε τὴν δίωξιν καὶ οἱ δικασταὶ οἱ ὁποῖοι ἐξέδοντο τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ἀρχηγὸν τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασιν καὶ ἐξήγειρε τὴν συνείδησιν τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι κήδονται τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος καὶ ἐζήτησαν τὴν συγκρότησιν Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῷ τέλει τῆς διαπιστώσεως τῶν τοιούτων παραβάσεων, νόμιμος εἶναι ἡ πρότασις, οὐσιαστικῶς καὶ τυπικῶς. Κύριοι, αἱ Συνταγματικαὶ ἐγγυήσεις δὲν εἶναι μόνον διὰ τοὺς βουλευτὰς ἐγγυήσεις καὶ οἱ δημοσιονομικοὶ αὐτοὶ κανόνες δὲν ἀναφέρονται μόνον διὰ τοὺς βουλευτὰς εἰς τὸ Σύνταγμα. Κατὰ τὸ ἄρθρον 29 ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων τῆς χώρας, ὁ Βασιλεύς, περιβάλλεται μὲ ἐγγυήσεις μὴ εὐθύνης. Οἱ ὑπουργοὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 80 μόνον ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς καταδιώκονται καὶ παραπέμπονται εἰς Δικαστήριον, καὶ οἱ βουλευταὶ κατὰ τὰ ἄρθρα 62 καὶ 63 ἔχουν τὸ ἀπαραβίαστον, ἔχουν τὴν ἀσυλίαν. Δὲν ἠμποροῦν, κύριοι, αἱ πράξεις τριῶν κατωτέρων δικαστῶν καὶ ἑνὸς ἀντεισαγγελέως νὰ κατασπιλώνουν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ συνόλῳ της καὶ τὴν λαμπρότητα, τὴν ὁποίαν αὕτη ἔχει, δὲν δύνανται νὰ τὴν κατασπιλώσουν διότι καὶ αὐτοὶ ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον καὶ δὲν ἀποτελοῦν, ἐν τῷ συνόλῳ τὴν δικαιοσύνην. Ἡ δικαιοσύνη ἐν τῷ συνόλῳ της ἀπαρτίζεται ἀπὸ τοὺς τρεῖς βαθμούς, τῆς δικαιοδοσίας καὶ τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον. Διεπιστώθη, ὅτι ἐχρειάζετο, προκειμένης ἀπαλλαγῆς ἢ πρόσκλησις ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἠσκήθη ἡ κατηγορία. Ἐλέχθη καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ἐπροκάλεσε τὴν ἀγανάκτησιν ὅλων μας, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν νὰ καλέσῃ ἐκείνους, κατὰ τῶν ὁποίων διεξάγεται ἀνάκρισις, διὰ νὰ τοὺς ἀπαγγείλῃ τὴν κατηγορίαν. Καὶ ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὅτι καὶ ἄλλοι βουλευταί, ἀπηλλάγησαν, χωρὶς νὰ κληθοῦν εἰς ἀπολογίαν καὶ ὅμως καὶ αὐτὸ εἶναι ἀνακριβές. Ἡ Ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, κύριοι, θὰ ἀποτελέσῃ ἀναμφισβητήτως, διὰ τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἔργον ἐξυψωτικόν, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φαντάζονται ὅτι δύνανται νὰ γίνουν ἐπιλήσμονες τῶν ὑποχρεώσεών των, καὶ νὰ ὀρθώσουν τὸ ἀνάστημά τους παραβιάζοντες τὰ ἱερά των καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἐνεπιστεύθη ἡ πολιτεία, δίδοντας οὕτω ἕνα παραδειγματικὸν μάθημα. (Χειροκροτήματα).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις, παρὰ τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, περὶ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῶν ἀγορεύσεων εἰς ¼ τῆς ὥρας.
§84ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, δεκτή.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος ἔχει τὸν λόγον.
§86Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἔλαβον γνῶσιν τοῦ βουλεύματος, ἐκ δημοσιεύματος εἰς ἀπογευματινὴν ἐφημερίδα, διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, δὲν εἶχον δὲ τὸν καιρόν, λόγῳ τῆς διεξαγομένης συζητήσεως νὰ τὸ μελετήσω μετὰ τῆς ἐμπρεπούσης προσοχῆς, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον εἶχε δημοσιευθῆ μία περίληψις εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἁπλῶς, εἰς ἓν βλέμμα, τὸ ὁποῖον ἔρριψα εἰς τὸ βούλευμα διεπίστωσα ἀμέσως μίαν μεγάλην ἀνωμαλίαν, τὴν ἀνωμαλίαν, δηλαδή, ὅτι εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον τοῦ βουλεύματος περιελαμβάνετο μία φράσις, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζετο ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία κατὰ τῶν 3 βουλευτῶν. Ἡ ἀνάμιξις εἰς τὴν αὐτὴν φράσιν, καὶ εἰς τὸ αὐτὸ κεφάλαιον 3 προσώπων, τὰ ὁποῖα ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ βουλεύματος εἶχον διάφορον τὴν θέσιν ἐν τῇ ὑποθέσει, ἢ διὰ τὴν ἀκρίβειαν, ἐκ τῶν ὁποίων, τὸ ἓν οὐδόλως συνεδέετο μὲ τὰ ἄλλα δύο, μοὶ ἐνέβαλε τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο, εἶχεν ὕπουλον σκέψιν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ θεωρήσω τυχαῖον αὐτὸ τὸ γεγονός. Ἐκ τῆς λεπτομεροῦς ὅμως μελέτης τοῦ βουλεύματος, προέκυψε μία σειρὰ παραβάσεων αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦν τὴν ἀπαίτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Σῶμα, ὅπως διεξαχθῇ πειθαρχικὴ ἀνάκρισις ἐναντίον τῶν ἐκδόντων, τὸ βούλευμα, δικαστῶν. Καὶ ἐν τούτῳ καθορίζεται σαφῶς ἡ δικαιοδοσία τοῦ Σώματος, ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν. Ὅταν ὑπεβλήθη χθὲς τὸ πρῶτον κείμενον τῆς προτάσεως, ἐγεννήθη εὐλόγως ἡ ἀπορία, ἐὰν δικαιοῦται ἡ Βουλή, νὰ ὁρίσῃ Ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν, ἐὰν δηλαδή, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν εἰς τὰ ἔργα τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, πράγματι εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ ὅπως ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου, ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, καθώρισε διὰ τοῦ σχεδίου αὑτῆς, τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Ἡ ἀνεξαρτησία ὅμως αὕτη ἔχει μίαν καθιερωμένην ἔννοιαν, ὅτι δηλαδή, ὁ δικαστὴς δικαιοῦται κατὰ συνείδησιν νὰ ἑρμηνεύῃ τὸν νόμον καὶ τὰ ἐνώπιον αὐτοῦ πραγματικὰ περιστατικά, τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει, ὅτι ὁ δικαστὴς εἶναι ἀσύδοτος. Ὁ δικαστὴς ἐλέγχεται πολλαπλῶς, ἐλέγχεται κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν κρίσιν του, τόσον τῶν νομικῶν, ὅσον καὶ τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχουν οἱ πλείονες βαθμοὶ δικαιοδοσίας. Τοῦτο οὐδόλως ἀποτελεῖ βλάβην τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀνθρώπινος καὶ εἶναι φυσικὸν οἱ ἄνθρωποι νὰ πλανῶνται. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον τὸν κατώτερον δικαστήν, τὸν ἐλέγχει ὁ δεύτερος βαθμὸς δικαιοδοσίας καὶ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ προϋποθέσεις —ἔστω ὁ ἀδόκιμος ὅρος— καὶ ὁ τρίτος βαθμός. Εἷς ἄλλος ἔλεγχος, εἶναι ὁ ἐπιστημονικός, τὸν ὁποῖον ὅλοι μας γνωρίζομεν, ὅτι γίνεται εἴτε διὰ δικῶν, εἴτε διὰ δημοσιευομένων σχολίων εἰς τὰ νομικὰ περιοδικά. Καὶ ὁ τρίτος ἔλεγχος, εἶναι ὁ πειθαρχικός, ὀφείλει δηλαδή, ἡ διοίκησις τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία ἔχει ὡς κορυφὴν τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ παρακολουθῇ τὰς πράξεις τῶν δικαστῶν καὶ νὰ ἐρευνᾷ ἐὰν αὗται ἀποτελοῦν ἐκδήλωσιν τῆς γνησίας καὶ ἀμερολήπτου αὐτῶν κρίσεως. Ἐὰν οἱ δικασταὶ δὲν ἔκριναν κατὰ τὴν ἀνεπηρέαστον αὑτῶν κρίσιν, ἡ τοιαύτη κρίσις των ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον τῶν πειθαρχικῶν προϊσταμένων των. Αὐτὸν τὸν ἔλεγχον, τὸν ἐποπτεύει γενικώτερον, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει ἕνας κρίκος μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡμεῖς, δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐλέγξωμεν ἀμέσως τὰς δικαστικὰς πράξεις, δὲν δικαιούμεθα νὰ τὰς ἀκυρώσωμεν, οὔτε καὶ διὰ νόμου, Δικαιούμεθα ὅμως νὰ ἐλέγξωμεν τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ παρακολουθῶμεν τὰ βήματα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς του δικαιοδοσίας. Καὶ ὀφείλει, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἀσκῇ πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν, ὅταν θεωρῇ, ὅτι ὑπάρχουν αὗται αἱ 2 προϋποθέσεις, εἴτε δηλαδή, ἀσύγγνωστος... (δὲν ἠκούσθη).... εἴτε ἐνδείξεις ἐπηρεασμοῦ τοῦ δικαστοῦ ἐν τῇ ἐκδόσει τῆς ἀποφάσεως. Ἐν τῷ ἔργῳ, ὅμως, τούτῳ ἐμμέσως διατυποῦμεν ἡμεῖς κριτικὴν τῆς δικαστικῆς κρίσεως, διότι ὅταν ἐλέγχωμεν τὸν ὑπουργόν, διότι ἤσκησεν ἢ δὲν ἤσκησεν τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν τῶν ἐνόχων, κατ’ ἀνάγκην θὰ κρίνωμεν τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ, τοῦ ἀσκοῦντος τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν καὶ δικαιολογοῦν ἢ δὲν δικαιολογοῦν τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς του δικαιοδοσίας. Οὕτως πως ἑπομένως, τίθεται σαφῶς, ἀπὸ ἀπόψεως Συνταγματικῆς, τὸ δικαίωμα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐλέγχουσα τὴν ἄσκησιν ἢ τὴν μὴ ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, θὰ ἐξετάσῃ ἐὰν τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται πρὸ ἡμῶν, δικαιολογοῦν κατὰ τὴν κρίσιν της, τὴν ἄσκησιν τοιαύτης. Καὶ ἐρωτᾶται: Τὸ βούλευμα τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, δικαιολογεῖ τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας; Καὶ ἓν δεύτερον ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, ἐκ τῶν σήμερον γενομένων γνωστῶν· μήπως τυχὸν, ἡ ἄσκησις τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀνακοπῆς ἐναντίον τοῦ βουλεύματος ἐκ μέρους τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, παρακωλύει τὸ ἄλλον ἔργον, τὸ πρῶτον, τῆς ἀσκήσεως, δηλαδή, τοῦ ἐλέγχου, ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι πειθαρχικὸν παράπτωμα; Ἀρχίζω μὲ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἁπλούστερον, διὰ νὰ δώσω ἀμέσως ἀρνητικὴν ἀπάντησιν. Ἡ ἄσκησις τῶν ἐνδίκων μέσων δὲν ἐμποδίζει τὸν ἔλεγχον τοῦ κατωτέρου βαθμοῦ τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας ἀπὸ τὸν ἀνώτερον βαθμόν, τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας, εἴτε τὸ δευτεροβάθμιον ἐπικυρώσει, εἴτε ἀκυρώσει τὸ βούλευμα. Εἰς δὲ τὴν δευτέραν περίπτωσιν τῆς ἀκυρώσεως, τότε θὰ γεννηθῇ ζήτημα, ὅπως γεννᾶται καὶ διὰ τὸ πρωτοβάθμιον ἀναλόγου εὐθύνης τοῦ δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Ἑπομένως, ἡ ἀσκηθεῖσα ἀνακοπὴ οὐδαμῶς παρακωλύει τὸ ἔργον ἡμῶν, ἐὰν πρέπει ἢ ὄχι, νὰ ὁρίσωμεν Ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν. Καὶ ἑπομένως, ἔρχεται τὸ πρῶτον ζήτημα, δικαιολογοῦν τὰ πραγματικὰ περιστατικά, δηλαδή, τὸ ἐνώπιον ἡμῶν κείμενον τῆς Εἰσαγγελικῆς προτάσεως καὶ τοῦ βουλεύματος, τὴν σκέψιν περὶ τῆς ἀνάγκης ἀσκήσεως πειθαρχικῆς διώξεως ἐναντίον τῶν μετασχόντων εἰς τὸ βούλευμα προσώπων; Ἐν τούτῳ, ἐπιθυμῶ πρῶτον, νὰ κάμω μίαν ἐλαφρὰν διάκρισιν. Νομίζω, ἐκ τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναπτύξω, ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, εἶναι αἰσθητῶς μικροτέρα, ἀπὸ τὴν εὐθύνην τῶν Δικαστῶν. Ἐὰν μελετήσητε, μετὰ προσοχῆς, τὴν Εἰσαγγελικὴν πρότασιν καὶ τὰς σκέψεις τοῦ βουλεύματος, θὰ ἴδητε ἐπὶ σοβαρῶν ζητημάτων, διαφωνίας, αἱ ὁποῖαι ἀφήνουν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ Εἰσαγγελικὴ πρότασις, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπηρεασμοῦ ἔχει πλεῖστα ὑπὲρ ἑαυτῆς ἐλαφρυντικά, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὑπάρχουν τοιαῦτα.
§87Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κολοσσιαίαν διαφοράν.
§88Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπάρχουν ὅμως, μερικὰ κοινὰ ἁμαρτήματα. Τὸ πρῶτον κοινὸν ἁμάρτημα, τὸ ὁποῖον βαρύνει κατὰ πρῶτον λόγον, τὸν Εἰσαγγελέα ἐν ἀρχῇ, εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ βουλεύματος. Κύριοι, ἐπέστησε τὴν προσοχήν σας καὶ ἀνέπτυξεν ἐπαρκῶς τὰς ἀπόψεις αὐτάς, ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἐτόνισεν, ὅτι ἐν ἀρχῇ τῆς Εἰσαγγελικῆς προτάσεως λέγει καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι ἴσως καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ τὸ ἐπρόσεξεν: «................ ........ (ἀναγινώσκει)........................». Ἐρωτῶ: Πῶς ἠδύνατο ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ εἰσαγάγῃ πρὸς δίωξιν βουλευτήν, προτοῦ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς διώξεως αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Σώματος; Ἡ πρώτη σοβαρωτάτη παράβασις, ἐκ μέρους τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς εἶναι βασική. Ἑπομένως, ἔχομεν μίαν βαρυτάτην παράβασιν ἐκ μέρους τῆς Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἔδωκε παραγγελίαν πρὸς δίωξιν ἐναντίον 3 προσώπων, τῶν ὁποίων ἀναμφισβητήτως ἐγνώριζε τὴν πολιτικὴν ἰδιότητα.
§89Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε, μίαν διευκρίνησιν;
§90Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν θέλω διακοπάς.
§91Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ τὰ ἐξάγετε ἀπὸ τὸ δημοσιευόμενον μόνον εἰς τὰς ἐφημερίδας κείμενον;
§92Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἔτσι γράφουν αἱ ἐφημερίδες.
§93Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τυχὸν εἶναι ἄλλη ἡ ἔννοια. «Εἰσάγοντες κατ’ ἀκολουθίαν τῆς τάδε παραγγελίας μας...». Ἡ παραγγελία εἶχεν ἀναφέρει ὀνόματα; Τὸ ἔχετε ἐξηκριβωμένον;
§94Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐδῶ δὲν κάμνομεν......
§95Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένον, ἐὰν ἡ παραγγελία ἀνεφέρετο εἰς ὀνόματα. Ἡ ἀρχικὴ παραγγελία, ὄχι.
§96Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, καταστείλλατε, σᾶς παρακαλῶ, τὰ εὔλογα συγγενικά σας αἰσθήματα, ἀφήσατέ με. Δὲν δέχομαι οὐδεμίαν διακοπήν. Ἐπιθυμῶ νὰ τελειώσω γρήγορα καὶ νὰ ὁμιλήσω καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ θέλω. Γνωρίζετε, ὅτι δὲν ἐπηρεάζομαι ἀπὸ φιλίας, οὔτε ἀπὸ ἔχθρας καὶ ὅτι ὁμιλῶ πάντοτε ἀμερολήπτως.
§97Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διευκρίνησιν ἤθελον, ἐὰν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν παραγγελίαν.
§98Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἑπομένως ἐκθέτω τὰ πράγματα, ὅπως τίθενται ἐνώπιον ἡμῶν. Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς ἔδωκε παραγγελίαν, διὰ νὰ διεξαχθῇ ἀνάκρισις κατὰ τῶν τάδε, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει παράβασις. Ἐὰν ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν ἔδωκε παραγγελίαν......... (Θόρυβος — δὲν ἀκούεται).
§99Δ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διευκρίνησιν ζητῶ, κύριε συνάδελφε.
§100Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαγάγωμεν μίαν συζήτησιν ἠρέμα; Κύριοι, ἐγὼ συζητῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γεγονότων τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ βουλεύματι. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διεπίστωσεν, ὅτι ἡ μὲν πρότασις ἦτο ἀνώνυμος, ἁπλῶς δὲ ἡ δικογραφία ἐγένετο ἐπώνυμος, τότε ἡ κατανομὴ τῶν εὐθυνῶν...(θόρυβος, δὲν ἠκούσθη).... Ἐὰν αὐτὸς ὁ Εἰσαγγελεὺς κατωνόμασε τὰ πρόσωπα, νομίζω, ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς ἔχει τὰς πρώτας εὐθύνας. Ἐὰν ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει ἀορίστου Εἰσαγγελικῆς προτάσεως διεξήχθη ἀνάκρισις κατὰ τῶν τάδε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἀνακρίσεως κατὰ τῶν τάδε, προκύπτει ἐκ τοῦ βουλεύματος καὶ τὸ ἀποδέχονται τοῦτο οἱ ἴδιοι, οἱ ὁποῖοι βάζουν τὴν φράσιν αὐτὴν καὶ ἐν τούτῳ ὑπάρχει παράλειψις ἀπὸ τὰ δικαστικὰ καθήκοντα, κατὰ τῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Πρώτη παράβασις καὶ σαφής. Τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι τοῦτο. Διετυπώθη πράγματι, ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συλλεχθοῦν τὰ στοιχεῖα κατὰ βουλευτῶν, ἀλλὰ ἐὰν ἐκ τῶν στοιχείων τῶν συλλεγομένων προκύπτει ἡ ἀπιθανότης ὑπάρξεως ἀδικήματος, δύναται τὸ Συμβούλιον νὰ ἐκδώσῃ ἀπαλλακτικὸν βούλευμα, χωρὶς νὰ παραστῇ ἀνάγκη διώξεως. Ἡ γνώμη αὐτὴ, εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ μόνον ὀρθή. Εἶναι ὀρθὴ κατὰ τοῦτο· ὅτι πράγματι ὁσάκις εἰς ἀδίκημά τι φέρεται ἀναμεμιγμένος βουλευτής, ἡ βουλευτικὴ ἀσυλία δὲν ἐμποδίζει τὴν ἀνακριτικὴν ἀρχὴν νὰ συλλέξῃ στοιχεῖα. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἥμισυ, ἡ γνώμη τοῦ κ. Μπουροπούλου, εἶναι κατ’ ἐμέ, ἐσφαλμένη, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελέως, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ὅτι δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ ἀπαλλακτικὸν βούλευμα, ὁ μὴ δικαιούμενος νὰ ἐκδώσῃ καταδικαστικὸν βούλευμα. Εἶναι μία βασικὴ ἀρχὴ τοῦ δικαίου, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ καταργεῖν, ἔχει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ δημιουργεῖν. Καὶ ἔχομεν τὸν κανόνα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν: «CUJUS EST LEGEM CONDERE LIUS EST LEGEM INTERPRETARE». Δὲν δύναμαι ὅμως, νὰ φαντασθῶ, ὅτι δύναται νὰ ἀπαλλάξῃ τίς, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ καταδικάσῃ, ὅτι δύναται νὰ μὴ παραπέμψῃ τις, ὁ ὁποῖος, δὲν δύναται καὶ νὰ παραπέμψῃ. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ παραπέμψῃ τὸν βουλευτήν, καθ’ ὃ ἀπολαύοντα ἀσυλίας, ἄνευ ἀδείας τοῦ Σώματος, δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ ὁπωσδήποτε ἐξετάσεως ὑποθέσεως ἀφορώσης τὸν βουλευτήν, διὰ νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν. Ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν, θὰ εἶχε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καταδικάσῃ. Ἑπομένως εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τῆς ἀνωτάτης Εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ ὅτι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε νὰ κάμῃ ὁ δικαστής, ἐὰν εὕρῃ ὅτι δὲν ὑπάρχουν στοιχεῖα κατὰ τοῦ βουλευτοῦ, εἶναι νὰ σιωπήσῃ. Ἀλλὰ ἐδῶ τὸ παράπτωμα τῶν δικαστῶν εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον βαρύτατον, καθ’ ὅσον ἐτήρησαν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Ἐκ τοῦ βουλεύματος προκύπτει, ὅτι εἰς τὸ σημειωματάριον αὐτὸ ἦσαν ἐγγεγραμμένα πρόσωπα πλείονα τοῦ ἑνός. Καὶ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς χαρακτηριστικὴ φράσις ἐν τῷ βουλεύματι, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, κ. ὑπουργέ, τῆς Δικαιοσύνης. Λέγει, λοιπόν, τὸ βούλευμα, εἰς τὸ σημεῖον αὐτό: «................................ ....... (ἀναγινώσκει).............», καὶ ἀναφέρει τέσσαρα ὀνόματα, περὶ τῶν ὁποίων λέγει, ὅτι οὐδεμία ἐξεδηλώθη πρόθεσις, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ὑπόνοια. Ἀλλὰ οὐδεμία ὑπόνοια κατὰ τὸ βούλευμα ὑπάρχει κατὰ τῶν τριῶν μελῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Κατὰ ποῖον τρόπον, τὸ ἴδιον βούλευμα διὰ μὲν τὰ μέλη τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, περὶ ὧν οὐδεμία ὑπάρχει ὑπόνοια, ἔχει κεφάλαιον διὰ τοῦ ὁποίου τὰ ἀπαλλάσσει, ἐνῷ διὰ τὰ ἄλλα πρόσωπα δὲν ἐκδίδει ἀπόφασιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ κατηγορία κατ’ αὐτῶν; Τοῦτο εἶναι προφανὴς μεροληψία εἰς βάρος τῶν μελῶν τοῦ Σώματος, διότι ὁ δικαστὴς ἐθεώρησεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἀπαλλάξῃ σιωπηρῶς τοὺς ἰδιώτας, ἀλλὰ ἐθεώρησεν, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαλλάξῃ ρητῶς τοὺς βουλευτάς. Εἴτε τὸ θέλετε τοῦτο ὡς μεροληψίαν ὑπὲρ τοῦ Σώματος, εἴτε κατά, πάντως εἶναι μία ρετσινιά, διότι ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ὑπόνοια, οὔτε διὰ τοὺς μὲν, οὔτε διὰ τοὺς δέ, ἐν τούτοις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τοὺς μὲν νὰ ἀπαλλάξῃ ρητῶς τῆς κατηγορίας, τοὺς δὲ ἄλλους σιωπηρῶς. Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, ἄλλα μέτρα καὶ ἄλλα σταθμά, ἐφαρμόζει ὁ δικαστὴς διὰ δύο κατηγορίας προσώπων εἰς τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν εὑρισκόμενα, νομίζω, ὅτι ἐν τούτῳ ὑπάρχουν δύο πειθαρχικὰ παραπτώματα. Τὸ τρίτον πειθαρχικὸν παράπτωμα, εἶναι ἡ ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ ἀνάμιξις τριῶν μελῶν τοῦ Σώματος μὴ εὑρισκομένων εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν πρὸς ἄλληλα. Διότι τὰ μὲν δύο μέλη τοῦ Σώματος, ἦσαν ἐγγεγραμμένα εἰς τὸ σημειωματάριον καὶ ἑπομένως ἦσαν εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ τοὺς ἄλλους ἰδιώτας, ἐνῷ τὸ τρίτον μέλος τοῦ Σώματος, δὲν εἶχε σχέσιν μὲ τὸ σημειωματάριον. Περὶ αὐτοῦ, δὲν ὑπῆρχε σχέσις τὶς μὲ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν τοῦ λαθρεμπορίου συναλλάγματος. Ἐν τούτοις θὰ πεισθῆτε, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἁπλῆ ἀμέλεια, εἶναι βαρυτάτη, εἶναι δόλος.
§101ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δόλος. (Χειροκροτήματα).
§102Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἁπλῆ ἀμέλεια ἢ ἀπροσεξία. Νομίζω, ὅτι εἶναι δόλος.
§103Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσ.)... (Δὲν ἠκούσθη).....
§104Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρακαλῶ, κ. ὑπουργέ, νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ὁλοκληρώσω τοὺς συλλογισμούς μου. Πιστεύω, ὅτι ἀποτελεῖ δόλον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν δύο διαφορετικὰ πραγματικὰ περιστατικά, νὰ τεθοῦν ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ. Νὰ τεθοῦν, δηλαδή, εἰς τὴν ἰδίαν φράσιν 3 βουλευταί, διὰ νὰ δύναται νὰ γίνεται συζήτησις ἀπὸ μιᾶς πλευρᾶς καὶ περὶ τῶν τριῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος: ἔπρεπε συγχρόνως εἴτε νὰ κατασπιλωθοῦν τρεῖς, εἴτε νὰ ἀπαλλαγοῦν τρεῖς. Αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ἀλληλεγγύης τῶν τριῶν ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε τὴν ἐν τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ προσθήκην πάντων τῶν προσώπων. Καὶ ὅτι πρόκειται περὶ δόλου, κ. βουλευταί, θὰ πεισθῆτε εὐθὺς ἀμέσως ἐξ αὐτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω: Ἐν τῷ αὐτῷ βουλεύματι γίνεται συζήτησις περὶ ἄλλων δύο προσώπων ἑνὸς Γαλιατσάτου καὶ ἑνὸς Κανέλλου. Ὡς πρὸς αὐτοὺς τοὺς δύο, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπίσης ἄγνωστοι εἰς τὸ σημειωματάριον, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἄλλων στοιχείων φέρονται κάπως ἀναμεμιγμένοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν, δι’ αὐτοὺς τοὺς δύο τὸ βούλευμα, δημιουργεῖ χωριστὰ κεφάλαια; Ἕνα κεφάλαιον διὰ τοὺς τρεῖς βουλευτάς, ἕνα χωριστὸν διὰ τὸν Γιαλιατσᾶτον καὶ ἕτερον ἐπίσης χωριστὸν διὰ τὸν Κανέλλον. Πῶς εἶναι δυνατόν, οἱ ἴδιοι δικασταὶ νὰ ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποσπάσουν τοὺς δύο ἰδιώτας, ἀπὸ τοὺς μὴ ἀναμεμιγμένους εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συναλλάγματος; Πῶς ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον τοὺς δύο ἰδιώτας νὰ τοὺς χωρίσουν εἰς δύο κεφάλαια καὶ τὸν ἕνα βουλευτήν, ὁ ὁποῖος, ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας ἀνεφέρετο ἀναμεμιγμένος τυχαίως εἰς τὴν ὑπόθεσιν, νὰ τὸν βάζουν μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸ σημειωματάριον; Θὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι τυχαῖον, ἁπλῆ ἀμέλεια; Ὅτι δὲν εἶναι βαρυτάτη ἀμέλεια ἢ δόλος; Ἰδού, κύριοι, δύο σημεῖα: Ἔχομεν ἕνα πρωτοφανὲς γεγονός, ἄγνωστον μέχρι σήμερον εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστικὰ χρονικά: Νὰ γίνεται πολιτικὴ ἐκμετάλλευσις ἑνὸς δικαστικοῦ βουλεύματος, διὰ τῆς ἀτόπου ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἀναμίξεως τριῶν ὀνομάτων, ἐκ τῶν ὁποίων, τὸ ἓν εἶναι ἄσχετον πρὸς τὰ δύο ἄλλα. Αὐτὸ εἶναι τὸ δεύτερον κεφάλαιον, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γίνῃ πειθαρχικὴ δίωξις. Καὶ ἔρχονται ἔπειτα οἱ ἀκροβατισμοὶ εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν. Ἤκουσα, ὅτι εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ἐχαρακτήρισε τὸ βούλευμα, ὄχι ὡς βούλευμα, ἀλλὰ ὡς ὑπόμνημα δικηγόρου. Φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι ὑπόμνημα κακῶν δικηγόρων τῆς παλαιᾶς σχολῆς, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ ἑρμηνεύσουν τὰ διάφορα γεγονότα διὰ τροποποιήσεων καὶ καλπονοθεύσεων κατὰ τὸν τρόπον τὸν εὐμενέστερον, διὰ τοὺς τυχὸν ὑπὸ κατηγορίαν πελάτας των. Ὡς πρὸς τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν ἔχομεν τρεῖς ἐγγραφὰς κονδυλίων. Οἱ δύο ἀριθμοὶ εἶναι 100. Ἐντρέπετο φυσικὰ τὸ Συμβούλιον νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸ εἶναι ἑκατὸν χιλιάδες δραχμαί. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπουν, ὅτι ἕνας ἀρχηγὸς Κόμματος εἶχε σχέσιν μὲ τὸν καταδικασθέντα δι’ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν; Εἶπον, λοιπόν, ὅτι αὐτὰ τὰ ἑκατὸν εἶναι χρυσαῖ λίραι, ἀλλὰ ἔχομεν παρακάτω μεγαλύτερα ποσά. 200....... Ἐδῶ, κύριοι ἐξαφνικά, ἐνῷ εἶναι τὸ ἴδιον σημειωματάριον, ὁ ὁμοειδὴς αὐτὸς ἀριθμὸς μεταβάλλεται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου ἀπὸ λίρας εἰς δραχμάς. Ἐδῶ πιστεύει ὅτι ὁ ἀριθμὸς 200 εἶναι 200.000 δραχμαὶ καὶ ὅτι παρελείφθησαν τὰ τρία μηδενικά. Τὸ ἴδιον ὑποστηρίζω καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐγγράφων, ἀφορώντων τὸ ἕτερον πρόσωπον ὅπου ἔχει 225, 2750 καὶ 6.725.000. Δηλαδὴ ἑπταψηφίους ἀριθμούς. Ἐπομένως, σᾶς ἐρωτῶ: ποῖος δικαστὴς εὐσυνείδητος, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ἕνα τοιοῦτον πειστήριον, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ὅτι ἕνας λογικὸς ἄνθρωπος κρατᾷ ἕνα σημειωματάριον δοσοληψιῶν ἀναμὶξ εἰς δραχμὰς καὶ εἰς λίρας, θὰ ἐξεχώριζε ἐὰν γράφωνται 500 ἐννοοῦσε 500 λίρας, ἢ ἐννοοῦσε 500 χιλιάδας, τηρῶν δηλαδὴ τὸ αὐτὸ σύστημα;
§105Ε. ΓΟΝΗΣ. (Ὁμιλεῖ ἐν μέσῳ θορύβου μὴ ἀκουόμενος).
§106Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πείσῃ ἐμὲ τὸν νομικόν, ὁ δικαστὴς ὅτι ὑπῆρξεν εὐσυνείδητος εὑρίσκων ἐνώπιον αὐτοῦ αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς καὶ ἑρμηνεύων κατὰ βούλησιν, ὅτε μὲν εἰς χρυσᾶς λίρας, ὅτε δὲ εἰς δραχμάς, τῶν ὁποίων ἀπεκόπησαν τὰ 3 τελευταῖα μηδενικά, χάριν εὐκολίας. Ἀλλὰ περὶ τῆς εὐσυνειδήτου κρίσεως τῶν δικαστῶν ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἐνδείξεις ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν περιστατικῶν πάντοτε τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸ βούλευμα. Ὅλας τὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον μεταξὺ τῶν καταθέσεων τὰς ἑρμηνεύουν πάντοτε ὑπὲρ τοῦ πολιτικοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασιν μὲ τὴν ἄλλην κατάστασιν. Διότι ἐδῶ, ὅπως καὶ προφορικῶς ἐξέθεσα εἰς ἕνα τῶν μετασχόντων τοῦ Συμβουλίου, εὑρισκόμεθα πρὸ τῶν ἑξῆς προσώπων. Καὶ πρῶτον πρόσωπον εἶναι ὁ ὑποψήφιος κατηγορούμενος, τὸ ἄλλο πρόσωπον εἶναι ὁ καταδικασθεὶς χρηματιστὴς ὁ ὁποῖος ἀνέγραψεν αὐτὸν εἰς τὰ βιβλία του καὶ τρίτον πρᾶγμα εἶναι τὸ βιβλίον. Ὁ μὲν κατηγορούμενος ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅ,τι θέλει πρὸς ὑπεράσπισίν του, εἶναι ἐλεύθερος νὰ διατυπώσῃ οἱονδήποτε θέλει αὐτὸς ἐπιχείρημα. Ὁ ἄλλος εἶναι ὁ φίλος, ὁ συγκατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη καταδικασθῆ, πρόσωπον ὕποπτον ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὸ ὁποῖον πρόσωπον, λόγῳ τῆς ἀτυχοῦς διεξαγωγῆς τῆς ὅλης δίκης ἐνδεχομένως νὰ μὴ εἶχε κανένα λόγον πλέον νὰ θίξῃ τὸν συνεργάτην του. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕνας ἀψευδής, μὴ μεταβαλλόμενος, μὴ ψευδόμενος μάρτυς. Αὐτὸς εἶναι τὸ ἔγγραφον. Πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον νὰ τὸ ἑρμηνεύετε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ ὑποψηφίου κατηγορουμένου; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀλλοιώνητε ἐπὶ τῇ βάσει, ἔστω καὶ χάρις εἰς δικαστικὴν ἀμέλειαν, δυνατὸν γενομένων συνεννοήσεων μεταξὺ ὑποψηφίου κατηγορουμένου καὶ δανείσαντος ἢ χρηματοδοτήσαντος, ὅταν ἔχετε μπροστά σας τόσα τεκμήρια ἀντίθετα, τὰ ὁποῖα σᾶς πείθουν περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐξήγησις αὕτη εἶναι ἀνακριβής; Ἀλλὰ ὅταν εὑρισκώμεθα πλέον πρὸ ἐκδήλων ἀντιφάσεων, πρὸ ἐκδήλων διαφωνιῶν, ὅταν ἔχετε τὸν μὲν ἕνα λέγοντα ὅτι ἐδανείσθη ἐπὶ τόκῳ, τὸν ἄλλον λέγοντα ὅτι δὲν ἐδάνεισεν ἐπὶ τόκῳ, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ τίμιος δικαστὴς νὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ πιστεύω τὸν κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος μοῦ λέγει ὅτι ἐδανείσθη ἐπὶ τόκῳ καὶ δὲν πιστεύω τὸν μὴ ἔχοντα κανένα λόγον, ἐπαναλαμβάνω, νὰ θίξῃ τὸν συνάδελφόν του ἐν τῇ δίκῃ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε ἐπῆρα τόκον ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον. Ἠθέλησαν δηλαδὴ καὶ τὴν πολιτικὴν ἀκόμη εὐθύνην νὰ τὴν καταστήσουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἀμφίβολον. Ἰδοὺ λοιπόν, κύριοι, καὶ ἄλλη μία σοβαρωτάτη παράβασις, διὰ τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι ὑπῆρξεν εὐσυνείδητος καὶ ἀνεπηρέαστος ἡ κρίσις τῶν ἐκδόντων τὸ βούλευμα δικαστῶν. Ἐν τούτοις, ἐπὶ τῶν σημείων αὐτῶν ὑπάρχουν μερικαὶ παρεκκλίσεις ἐν τῇ εἰσαγγελικῇ προτάσει καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅτι ὡς πρὸς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχήν, νομίζω ὅτι πρέπει ἡ ὑποβλητέα πειθαρχικὴ τιμωρία νὰ εἶναι ἐλαφροτέρα, διότι ἐκεῖ εἰς μερικὰ σημεῖα πράγματι ὁ εἰσαγγελεὺς τονίζει τὴν δυσκολίαν καὶ εὑρίσκει μόνον ὅτι δὲν ἔχει ἐπαρκῆ στοιχεῖα, μολονότι κατ’ ἐμὲ ἐπαρκὲς στοιχεῖον ἦτο τὸ βιβλίον. Ἐδῶ, πρὸ τοῦ βιβλίου, κύριοι, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, ὤφειλε νὰ διεξαχθῇ ἀνάκρισις τακτικὴ καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔδει νὰ σταματήσῃ ἡ διεξαγωγὴ τῆς διαδικασίας καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια διώξεως, ὁπότε πλέον θὰ ὑπῆρχεν ὅλη ἡ ἄνεσις. Δὲν πιστεύω βέβαια, ὅτι ἐὰν ἐγένετο αὐτὸ θὰ ἐπήρχοντο πολὺ διάφορα τὰ ἀποτελέσματα, λόγῳ τῆς ἀτυχοῦς μεθόδου, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη ἐν τῇ δίκῃ αὐτῇ καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπέστησα ἔκτοτε δι’ ἐπιστολῶν δημοσιευθεισῶν, τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐλέγχω τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν τὴν διεξαγοῦσαν τὴν ἀνάκρισιν, διὰ τὸν ἀτυχῆ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὴν διεξήγαγε. Καὶ ὁ τρόπος ἦτο ἀτυχὴς διὰ τὸν ἑξῆς λόγον; Ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατεσχέθη ἕνα ἔγγραφον πειστήριον, ποῖον ἦτο τὸ ἔργον τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ ἀνακριτοῦ οὐχὶ τοῦ ἔχοντος δίπλωμα νομικῆς, ἀλλὰ τοῦ παρακολουθήσαντος τριετεῖς φοιτητικὰς σπουδὰς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ; Θὰ καλέσῃ ἀμέσως τὸν γράψαντα τὸ σημειωματάριον καὶ θὰ τὸν ἀπομονώσῃ. Θὰ τοῦ ζητήσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ περιεχομένου καὶ κρατῶν αὐτὸν εἰς ἀπομόνωσιν, θὰ καλέσῃ ἕνα ἕκαστον τῶν ἐν τῷ σημειωματαρίῳ ἀναφερομένων καὶ θὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν, ὑπὸ τύπον μαρτυρικῆς καταθέσεως, ἐξηγήσεις περὶ τῶν ἐγγράφων καὶ τότε θὰ ἔβλεπε ἐὰν θὰ ἦσαν τόσον ὀλίγαι ἢ ἐὰν θὰ ἦσαν περισσότεραι αἱ ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ προέκυπτον ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. (Χειροκροτήματα). Τοῦτο δὲν ἐγένετο ἐπὶ μῆνας, κύριοι. Κατὰ τοὺς μῆνας αὐτοὺς ὑπῆρχε ἐλευθερία συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων τῆς μιᾶς ὑποθέσεως καὶ τῶν ὑποψηφίων κατηγορουμένων τῆς ἑτέρας. Ἀλλὰ εἶναι καὶ κάτι ἄλλο. Ὑπῆρχον καὶ δύο ἐκκρεμεῖς δίκαι ὡς δαμόκλειος σπάθη ἐναντίον τοῦ ἑνός, τοῦ γράψαντος τὸ σημειωματάριον. Καὶ ἡ δαμόκλειος αὐτὴ σπάθη ἐπέτρεπεν ἴσως εἰς τοὺς τυχὸν συνενόχους τοῦ ἀσκοῦντος μάλιστα ὑψίστην κρατικὴν λειτουργίαν, νὰ παρέχουν τυχὸν διαβεβαιώσεις, νὰ δίδουν τυχὸν ἐλπίδας ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, ἐὰν τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἐφέρετο κοσμίως ἔναντι αὐτῶν νὰ τὸ βοηθήσουν εἰς περαιτέρω ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεως — καὶ θὰ ἰδῆτε εὐθὺς ἀμέσως ὅτι ἡ βοήθεια αὐτὴ ἐδόθη. Καὶ λέγω ἐφ’ ὅσον τοῦτο ἐγένετο κατ’ αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀδιάβλητος ἡ μαρτυρία τοῦ ἤδη διαβεβλημένου καταδίκου, ὅταν κατάδικος εἶναι ὁ μαρτυρήσας; Λέγω ὅτι ἐδόθησαν ἐλπίδες καὶ αἱ ἐλπίδες ἐπραγματοποιήθησαν. Κατὰ τοῦ αὐτοῦ προσώπου ὑπῆρχον δύο ἐκκρεμεῖς δίκαι, ἡ μία ἐπὶ λαθρεμπορίῳ συναλλάγματος, ἡ ἄλλη ἐπὶ λαθρεμπορίῳ ὡρολογίων. Κατὰ κοινὴν γνώμην ὅλων τῶν συναδέλφων δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι παρηκολούθησαν τὴν ὑπόθεσιν ὅλων τῶν ἐν τῇ πρωτοδίκῳ δίκῃ ἀναμιχθέντων προσώπων, ὁ καταδικασθεὶς Νικολαΐδης ἦτο ὁ ἐπιτελικὸς νοῦς τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων, ἦτο τὸ κύριον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ὅλης πορείας τῶν ἀνακρίσεων καὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν, ἀποτελεῖ τὸν δεύτερον, μετὰ τὸν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκόμενον νοῦν τῆς σπείρας ἐν Ἑλλάδι, ἦτο ὁ ὀφθαλμὸς τῆς σπείρας ἐν Ἀθήναις. Αὐτὸς κατεδικάσθη πρωτοδίκως δι’ ἀμφοτέρας τὰς πράξεις καὶ ἤσκησεν ἔφεσιν. Καὶ διὰ μὲν τὴν μίαν τῶν ἐφέσεων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ἐπεκυρώθη, κάπως μετριασθεῖσα ὡς πρὸς τὰ ποσά, ἡ πρωτόδικος ἀπόφασις. Ἀλλὰ εἰς τὴν ἑτέραν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν πρώτην περιεῖχε τὰ αὐτὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ αὐτὰ στοιχεῖα, τοὺς αὐτοὺς φακέλλους ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ εὑρεθέντας, ἐν τῷ δευτεροβαθμίῳ δικαστηρίῳ, ὁ κατηγορούμενος ἠθωώθη. Ἠθωώθη, κύριοι! Καὶ ἠρώτησα τότε τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἠρεύνησεν ἐὰν ὑπῆρξεν εὐσυνείδητος ἡ ἀθωωτικὴ ἀπόφασις, ἡ ὁποία ἐπεδιώκετο, ὅπως εἴχομεν ἤδη πρὸ πολλοῦ πληροφορηθῆ, ἐν τοῖς παρασκηνίοις ἐπὶ πάσῃ θυσίᾳ εἴτε διὰ νὰ καθησυχασθῇ ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπικίνδυνος μάρτυς, εἴτε διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἓν δεδικασμένον ὑπὲρ ἄλλων κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμφανισθοῦν ἀναμεμιγμένοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ συναλλάγματος, ἀλλὰ μὴ ἀναμεμιγμένοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν ὡρολογίων, πολὺ βαρυτέραν, ἀπὸ ἀπόψεως τῆς πειθαρχικῆς, ἐὰν πράγματι οἱ ἐν λόγῳ δικασταὶ ἀπεφάνθησαν κατὰ συνείδησιν; Διότι ἠκούσαμεν, ἀνευθύνως τὸ λέγω τοῦτο, δὲν ἀναλαμβάνω καμμίαν εὐθύνην, διὰ τὴν φράσιν, ὅτι εἷς ἐκ τῶν ἐκδόντων δικαστῶν, εἶπεν ὅτι ἐξέδωκεν ἀπόφασιν παρὰ τὴν συνείδησίν του, πρὸ ὑψίστου ἐθνικοῦ συμφέροντος. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν αὐτό, κύριοι, πράγματι εἶναι ἀληθές, ἐὰν ὑπῆρξαν πρόσωπα ἐμφυσήσαντα αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἐρωτῶ, ἐὰν τυχὸν αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἶναι ἀληθές, δὲν εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ὑπῆρξε μία σειρὰ ἀλληλουχιῶν, ἡ ὁποία ἔτεινεν εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα; Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, λέγω, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἡ δικαστικὴ κρίσις, ἔδει νὰ ἐρευνηθῇ, καὶ ἐνδεχομένως νὰ ἀποδειχθῇ ὡς μὴ οὖσα ἀνεπηρέαστος ἢ ὡς ὀφειλομένη εἰς ἀσύγγνωστον κουφότητα. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἓν ἄλλο σημεῖον. Αὐτὰ τὰ περιώνυμα πειστήρια ἦσαν κατεσχημένα, ὑπῆρχεν ἡ πρᾶξις κατασχέσεως, καὶ ἀπετέλουν μέρος τῆς δικογραφίας. Ἀναγράφονται, ὡς γίνεται συνήθως, εἰς τὸ ἐξώφυλλον τῆς δικογραφίας, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται ἐν τῷ φακέλλῳ. Φαίνεται ὅτι ὑπῆρχον τὰ ἔγγραφα αὐτά, ὅταν ἐδικάζετο ἡ ὑπόθεσις, ἐνώπιον τοῦ Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ἀλλὰ τότε ἀκόμη ὁ δημόσιος θόρυβος, δὲν ἦτο τόσον ὀξύς, ὅπως ἐγένετο βραδύτερον. Κατὰ τὸ χρονικὸν ὅμως διάστημα αὐτό, μεταξὺ τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς δίκης, εἰς τὸ Ἐφετεῖον, τὰ πράγματα εἶχον φουντώσει, ἡ κοινὴ γνώμη εἶχεν ἐνδιαφερθῆ καὶ αἱ ἐφημερίδες ἔγραφον καθημερινῶς. Καὶ τότε, γίνεται τὸ ἑξῆς πρωτοφανὲς εἰς τὰ δικαστικὰ χρονικὰ πράγματα, ὅτι ὁ διεξάγων τὴν ἀνάκρισιν ζητεῖ νὰ ἀφαιρεθοῦν τὰ δύο αὐτὰ πειστήρια, τὰ ἀναγραφόμενα ἐπὶ τοῦ ἐξωφύλλου τοῦ φακέλλου, νὰ παραδοθοῦν εἰς αὐτὸν διὰ νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀνάκρισιν ἐναντίον ἄλλων προσώπων καὶ χωρὶς κἂν νὰ ληφθοῦν ἀντίγραφα αὐτῶν πρὸς χρῆσιν διὰ τὴν περαιτέρω ἀνάκρισιν, ἢ νὰ μείνουν τὰ πρωτότυπα ἢ τοὐλάχιστον τὸ ἀντίστροφον. Ἀφαιροῦνται ἀδείᾳ καὶ τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς τὰ πειστήρια ταῦτα ἐκ τοῦ φακέλλου καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου ἡ δικογραφία ἐμφανίζεται κολοβὴ κατὰ δύο σοβαρώτατα ἔγγραφα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐθεμελιοῦτο ἡ εὐθύνη τῶν κατηγορουμένων.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι συζητεῖται ἡ πρότασις; (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§108Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, προδήλως, δὲν παρακολουθεῖ τὴν ἀγόρευσίν μου, διότι εἰς τὴν θέσιν του δὲν ἀκούομαι εὐκρινῶς. Ἐγὼ ἐκ τοῦ σημείου τούτου, θέλω νὰ συναγάγω τὴν ὕπαρξιν πειθαρχικῆς εὐθύνης ὡρισμένων δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ νὰ δικαιολογήσω τὴν σύστασιν Ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν. Λέγω, ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ φακέλλου δύο σοβαρώτατα ἔγγραφα. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀφῃρέθησαν εἶναι ἀντιληπτὸς καὶ εἰς παιδιὰ κάτω τοῦ ὀγδόου ἔτους τῆς ἡλικίας. Ἀφῃρέθησαν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ τὰ ἴδουν οἱ προσεκτικοὶ καταστάντες πλέον δικηγόροι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ συνάδελφος ἐν τῇ Βουλῇ αὐτῇ, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως θὰ ἐκοινολόγουν τὸ ἔγγραφον αὐτό, τὸ περιώνυμον σημειωματάριον. Ὑπῆρχε μάλιστα καὶ φόβος, ἀλλοιώσεως καὶ ἐξαφανίσεως. Καὶ ἐπειδὴ ὑπῆρξαν αὐτοὶ οἱ φόβοι καὶ εἶχον βασίμους λόγους νὰ πιστεύω, ὅτι ὑπῆρχε πράγματι τοιαύτη κίνησις ἐθεώρησα καθῆκον μου, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ λάβῃ μέτρα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πλάϊ εἰς τὸν ἁγιασμὸν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ γάτα, ἄφησα νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι εἶχον καὶ ἐγὼ ἀντίγραφον τοῦ σημειωματαρίου αὐτοῦ. Αὐτὰ τὰ σημειωματάρια ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸν φάκελλον, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐπισήμως ὁ κόσμος, περὶ τοῦ τὶ περιεῖχον. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὴ ἦτα ἡ δολία προαίρεσις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀφαίρεσιν, ὑπάρχει πειθαρχικὴ εὐθύνη τῶν κριτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐθεώρησαν ἀπαραίτητον τὴν προσκόμισίν των. Διότι δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω εὐσυνείδητον δικαστὴν νὰ δικάζῃ κατηγορουμένους καὶ τὰ κυριώτερα σώματα τοῦ ἐγκλήματος νὰ ἀπουσιάζουν. Ὑπάρχει λοιπόν, εὐθύνη, πρῶτον τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ ζητήσαντος τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Δεύτερον, τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ συναινέσαντος εἰς τὴν ἀφαίρεσιν καὶ τῶν κατ’ ἔφεσιν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐδίκασαν χωρὶς νὰ ζητήσουν τὴν προσκόμισιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Κύριοι, ὅταν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅλα αὐτὰ τὰ ὀγκώδη κεφάλαια κατηγορίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσετε ἀνεξέλεγκτον τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία προειδοποιηθεῖσα παρ’ ἡμῶν δημοσίᾳ, ὅτι διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ τραυματισθῇ ἀνεπανορθώτως ἐνόμιζε, μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, ὅτι ἔδει νὰ ἐμμένῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν τακτικήν, ἡ ὁποία ὄχι ἁπλῶς τὴν ἐτραυμάτισεν, ἀλλὰ τὴν ἐτραυμάτισε θανατηφόρως. Καὶ μόνον ἡ ἄσκησις δραστηριοτάτης πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἐπὶ πάντων τῶν προσώπων τούτων, θὰ εἶναι ἡ μόνη ἠθικὴ ἱκανοποίησις τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ νομικοὶ θὰ αἰσθανθῶμεν, οἱ ὁποῖοι ἐπλήγημεν βαθύτατα εἰς τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην καὶ τὴν ἔχομεν αὐτὴν τὴν πίστιν, διότι ἡμεῖς διακονοῦμεν τὴν Δικαιοσύνην ἐπὶ μίαν περίπου 40ετίαν καὶ ἑπομένως ὑπὲρ πάντα ἄλλον θέλομεν, ἡ Δικαιοσύνη νὰ παραμείνῃ ἐσαεὶ ἀλώβητος καὶ λευκή, οἵαν τὴν ἐγνωρίσαμεν εἰς τοὺς νεανικούς μας χρόνους. Εὑρισκόμεθα, λοιπόν, κύριοι, σαφῶς πρὸ μιᾶς καταστάσεως πειθαρχικῶν παραβάσεων, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦν τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν, τῶν πειθαρχικῶν προϊσταμένων, πάντων τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ σειρᾷ τῆς ἀγορεύσεώς μου, ἀνέφερον. Τούτων δοθέντων, εἶναι φυσικόν, ὅτι ἡ πρότασις περὶ συστάσεως Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, καθ’ ὃ σημεῖον ζητεῖ τὸν ἔλεγχον τῆς ἀσκήσεως πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ, πρὸς τὴν ἔννοιαν Συνταγματικῆς διατάξεως, διότι ἐδῶ δὲν ζητοῦμεν τὴν ἐξαφάνισιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, δὲν ζητοῦμεν νὰ ἐλέγξωμεν τὸ περιεχόμενον τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς, ἡμεῖς ζητῶμεν ν’ ἀσκηθῇ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου διοικητικοῦ προϊσταμένου, ὁ ὁποῖος εἶναι μέλος τοῦ Σώματος καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀσκηθῇ ἐν τῇ πληρεστάτῃ δυνάμει της, ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία, διότι ἐπιθυμοῦμεν νὰ παραμείνῃ ἐσαεὶ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦν αἱ δύο φωτογραφίαι, αἱ ἀνηρτημέναι εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, αἱ τοῦ Πολυζωγοπούλου καὶ τοῦ Τερτσέτη τῶν ὁποίων τὴν ἀνάρτησιν διέταξεν εἷς μέγας νομικὸς, ὁ Νικόλαος Δημητρακόπουλος. Θέλομεν νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι ἡ ἐντύπωσις τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν συνεννοήσει μετὰ διαφόρων προσώπων ἰσχυρῶν ἢ μή, ἐκδίδουν δικαστικὰς ἀποφάσεις. Θέλομεν ἐκεῖ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅταν μάλιστα ταύτης μετέχουν μέλη τοῦ Δικηγορικοῦ Σώματος, τὰ ὁποῖα πονοῦν τὴν Δικαιοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀσυγκίνητος πρὸ τοῦ θεάματος αὐτοῦ καὶ ἑπομένως εἶναι ἀπαραίτητον νὰ παρακολουθῇ βῆμα πρὸς βῆμα, τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἔργου τῶν δικαστῶν, διότι εἶναι φυσικὸν ἔπειτα ἀπὸ ἕνα πόλεμον, ὅλα τὰ ἤθη νὰ ἔχουν κάπως ἐκλύσει καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τὸ ἦθος μερικῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνθέξουν εἰς τὸν πειρασμὸν τῶν ἐποχῶν αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ θέλομεν νὰ τερματισθῇ τὸ ζήτημα διὰ τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κόρη τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ Κράτους. Ἰδού, λοιπόν, κύριοι, πῶς εἶναι ἀπολύτως δικαιολογημένον, τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεως. Ἐάν βεβαίως ἡ πρότασις εἶχεν ὅπως διετυπώθη χθές, ἐγὼ δὲν θὰ ἤμουν σύμφωνος μὲ τὴν διατύπωσιν καὶ δι’ αὐτὸ ἀπὸ τῆς χθὲς εἶχον συντάξει μίαν τροποποίησιν, ἡ ὁποία δὲν ἀνεκοινώθη χθὲς λόγῳ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἡ ὁποία ἐλήφθη ἐν μέρει ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν σήμερον συζητουμένην πρότασιν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐλήφθη μόνον ἐν μέρει καὶ θὰ ἔπρεπε ἡ σημερινὴ πρότασις νὰ τροποποιηθῇ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποδείξω. Πάντως, δὲν θὰ ἦτο ποτὲ δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ἐννοεῖ νὰ ἐλέγχῃ τὸ περιεχόμενον τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων ἀπὸ ἀπόψεως δικαστικῆς, διότι τοῦτο πράγματι ἀποτελεῖ ἐπέμβασιν εἰς τὰ δικαστικὰ ἔργα. Τοῦτο δὲ εἶναι ἐκ κειμένων ἀπηγορευμένον, εἶναι ἀπηγορευμένον ἐκ κειμένων, διότι ὅταν τὸ κάπως εὐρύτερον ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς δικαιοσύνης Σύνταγμα τοῦ 1927 εἶχε θέσει μίαν εἰδικὴν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 118 ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, εἶχε περιορίσει τὸν ἔλεγχον αὐτὸν εἰς τὰς διοικητικὰς καὶ πειθαρχικὰς αὐτῶν ἐνεργείας. Καὶ τοῦτο σημαίνει ὅτι ὁ Συνταγματικὸς Νομοθέτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἐν αὐτῷ μεγάλο ἅλμα εἰς τὸ νὰ θέτῃ τὴν δικαιοσύνην ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους καὶ ἰδίως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, κάμνει εἰδικὴν μνείαν ἐπὶ τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης, τὸν ὁποῖον ἐμιμήθημεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ Συνταγματικῇ Ἐπιτροπῇ ἀντιγράψαντες τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος τοῦ 1927 ἔθεσε τὸν ἔλεγχον περιορισμένον μόνον εἰς τὰς διοικητικὰς καὶ τὰς πειθαρχικὰς ἐνεργείας, ἀκριβῶς τοῦτο κάμνομεν σήμερον. Ζητοῦμεν τὸν ἔλεγχον τῶν πειθαρχικῶν ἐνεργειῶν καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν φθάσει εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ἐκ μέρους τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὸ πρῶτον στάδιον ζητοῦντες τὸν ἔλεγχον ὅσον ἀφορᾷ τὴν δρᾶσιν τοῦ ὑπευθύνου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ, τοῦ δυναμένου νὰ ἀσκήσῃ τὸν πειθαρχικὸν ἔλεγχον. Ἀλλὰ ἔρχεται τὸ ἕτερον μέρος τῆς προτάσεως τὸ ἀφορῶν τὸν ἔλεγχον τῆς ὑπάρξεως πολιτικῶν εὐθυνῶν. Προχθὲς οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν καθορίσαμεν σαφῶς τὰ ὅρια τῆς πειθαρχικῆς καὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης. Ἐὰν τὸ βούλευμα ἦτο πλήρως διὰ πάντας ἀπαλλακτικόν, θὰ ἦτο ἀπαλλακτικὸν ἀπὸ ἀπόψεως τῆς διαπράξεως, ἢ μὴ διαπράξεως κολασίμου πράξεως, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ποτὲ ἀπαλλακτικὸν ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς εὐθύνης, διότι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη εἶναι πολὺ εὐρυτέρα τῆς ποινικῆς, εἶναι ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη ὅτι ὑπάρχει μία ἀναλογία, μάλιστα ἀναλογία εὐμενεστέρας ἔτι διὰ τὴν ἄποψιν ποὺ ὑποστηρίζω μεταξὺ τῆς σχέσεως τῆς πολιτικῆς εὐθύνης καὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς σχέσεως τῆς ποινικῆς εὐθύνης καὶ τῆς πειθαρχικῆς εὐθύνης. Ὅπως ἕνα διαχειριστὴν ταμείου κατηγορούμενον ἐπὶ ὑπεξαιρέσει καὶ ἀθωούμενον λόγῳ ἀμφιβολιῶν δὲν τὸν διατηρεῖτε ἀπαραιτήτως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μολονότι ἠθωώθη διότι σκέπτεσθε: «Ἀμφιβάλλει μὲν ὁ ποινικὸς δικαστὴς ἐὰν ὑπεξαίρεσεν ἢ δὲν ὑπεξαίρεσεν, ἀλλὰ πῶς ἐγὼ θὰ τοῦ ἐμπιστευθῶ τὰ χρήματα αὐτά, καὶ πῶς θὰ τὸν ἀφήσω νὰ ἐπιτελῇ τὰ ἔργα τοῦ διαχειριστοῦ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς τιμιότητός του;» Ἰδοὺ διατὶ ἡ πειθαρχικὴ δικαιοσύνη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἢ διαπράξατε μίαν πρᾶξιν σχετικὴν μὲ τὸ δίκαιον τῶν σχέσεων τῶν δύο φύλων καὶ ἀπαλλάτεσθε ἀπὸ τὸν ποινικὸν δικαστήν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶσθε δημόσιος ὑπάλληλος, νὰ ἔχετε τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον, ὥστε νὰ ἐξακολουθῆτε νὰ παραμένετε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετῆτε; Ἐὰν αὐτὰ ἰσχύουν δι’ ἕνα ἁπλοῦν ἐφοριακὸν γραμματέα, ἢ ταμειακὸν γραμματέα, ἢ κλητῆρα ἐφορίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἰσχύουν δι’ ἕνα πολιτικόν; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας πολιτικός, διότι ἀπηλλάγη ἀπὸ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, νὰ εἶναι πολιτικῶς ἀνεύθυνος; Ἑπομένως εἶναι εὔλογος ἡ ἐπιθυμία παντὸς χρηστοῦ πολιτευτοῦ, οἷος εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐργασίας ὑπουργός, νὰ θελήσῃ νὰ διασφαλισθῇ ἡ ὕπαρξις ἢ μὴ ὕπαρξις πολιτικῆς εὐθύνης. Εἶναι δέ, καθῆκον ἡμῶν νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἐπιθυμίαν, ὄχι μόνον λόγῳ τῆς ἀνάγκης τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς εὐλόγου πολιτικῆς εὐθιξίας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον σοβαρότερον λόγον. Ὅταν ἀπὸ τῆς μεθαύριον θὰ ἀρχίσῃ συζητουμένη ἡ ἐπερώτησις περὶ τῶν ὅλων ἐνόχων ἐν τῇ ὑποθέσει τοῦ λαθρεμπορίου συναλλάγματος καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἡ ἐπερώτησις θὰ καταλήξῃ εἰς τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ἂν θὰ δεχθῶμεν τὴν σήμερον ὑπὸ κρίσιν πρότασιν καὶ ἀφήσωμεν νὰ γίνῃ σήμερον ἢ μεθαύριον ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ διὰ πάντας, σᾶς ἐρωτῶ δὲν θὰ γίνωμεν ἡμεῖς ἔνοχοι τῆς αὐτῆς παραβάσεως διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦμεν τὸ Συμβούλιον Πλημμελειοδικῶν, δὲν θὰ ἑνώσωμεν δηλ. ἡμεῖς ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει ἡμῶν περὶ συστάσεως κοινῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, τρία διάφορα πολιτικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἔχουν οὐδένα σύνδεσμον πρὸς ἄλληλα καὶ τῶν ὁποίων αἱ πράξεις δὲν ἔχουν οὐδένα σύνδεσμον πρὸς ἀλλήλας; Διὰ τοῦτο εἶναι ἠθικὸν καθῆκον ἡμῶν νὰ ἀπομονώσωμεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τὴν ἄσχετον πρὸς λαθρεμπόριον συναλλάγματος καὶ ἐπὶ ταύτης καὶ μόνης νὰ συστήσωμεν ἐξεταστικὴν Ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς σημερινῆς προτάσεως, νομίζω, ὅτι θὰ πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐλαφρὰ τροποποίησις. Θὰ πρέπει δηλ. νὰ καθορισθῇ ὅτι ἀφορᾷ ἡ πρότασις μόνον τὸν ἐκ Σερρῶν βουλευτὴν καὶ ὑπουργὸν Ἐργασίας. Δυστυχῶς ἡ διατύπωσις εἶναι κάπως γενικωτέρα. Ἡ διατύπωσις λέγει ἂν προκύπτῃ πολιτικὴ εὐθύνη οἱουδήποτε. Καὶ δι’ αὐτῆς τῆς διατυπώσεως θὰ γίνῃ μία ἀτέρμων συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι περὶ τοῦ συνόλου τῶν γεγονότων καὶ δὲν θὰ τελειώσῃ ποτέ. Ἑπομένως πρέπει νὰ περιορισθῇ.... (δὲν ἠκούσθη).
§109Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὸ προοίμιον τὸ ἀποκλείει.
§110Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἡ ἔννοια τῆς δηλώσεως τὴν ὁποίαν κατέθεσα εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο ὅτι ἐζήτουν ἔλεγχον διὰ τὴν ἰδικήν μου περίπτωσιν.
§111Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Σεῖς μὲν αὐτὸ ἐζητήσατε, ἀλλὰ ἡ πρότασις, δὲν γνωρίζω ἂν ἐγράφη ἐξ ἀπροσεξίας ἢ ἂν ὑπάρχῃ καὶ ἐλαφρὰ πρόθεσις, ἂν πρόκειται περὶ ἐλαφρᾶς πεπονόφλουδας, εἶναι διάφορος καὶ πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ διὰ νὰ παύσῃ κάθε ὑπόνοια, καὶ διὰ νὰ μὴ πελαγοδρομήσῃ ἡ συζήτησις. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη ἀπό τε τῆς νομικῆς καὶ οὐσιαστικῆς πλευρᾶς. Ὅτι νομικῶς μὲν ἡ πρότασις ὡς σήμερον ἐτροποποιήθη, δὲν ἀποτελεῖ παράπαν παρέμβασιν εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ παρέμβασιν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀσκήσεως πειθαρχικῆς δικαιοσύνης ἐκ μέρους τοῦ διοικητικοῦ προϊσταμένου, ἔναντι ἡμῶν ὑπευθύνου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὅσον ἀφορᾶ δὲ τὴν οὐσίαν ἀποτελεῖ ἔρευναν περὶ τῆς ὑπάρξεως οὐχὶ ποινικῶν, ἀλλὰ πολιτικῶν εὐθυνῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον οὕτω πως ἐντοπίζεται τὸ ζήτημα καὶ ἐπὶ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως καὶ ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν οἱαδήποτε ἐξέλιξις ἐν τῇ ποινικῇ δίκῃ. Εἴτε γίνει ἀνακοπή, εἴτε δὲν γίνει ἀνακοπή, εἴτε θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, εἴτε δὲν γίνει δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, παραμένει ἀκέραιον τὸ ἔργον τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, πλήρως ἀνεπηρέαστον καὶ σταθερῶς ἀπομονωμένον ἀπὸ τὴν διοικητικὴν δικαιοσύνην. Τούτων τεθέντων ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ διστάσῃ οὔτε τὸ παράπαν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως, διὰ νὰ δώσῃ αὐτὴ πρώτη τὸ παράδειγμα, ὅτι ἀντιλαμβάνεται τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας, αἱ ὁποῖαι ὤθησαν τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Ἐργασίας ὑπουργόν, εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι ἀντιλαμβάνεται λέγω αὐτὴν τὴν πολιτικὴν εὐθιξίαν καὶ ἐξαίρεται καὶ αὐτὴ εἰς ἀνάλογον ἀντίληψιν περὶ τῶν καθηκόντων τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν καὶ ὅτι δὲν θέλει νὰ ἀφήσῃ οὔτε τὴν δικαιοσύνην σπιλωμένην, ἀλλὰ οὔτε καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ καὶ διὰ ὑπόπτου καὶ ὑπούλου τρόπου κατασπιλωμένους. (Χειροκροτήματα).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης, ἔχει τὸν λόγον.
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶχον τὴν τιμήν, πρὸ δύο ἡμερῶν, νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι σέβομαι καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ προσέθηκα ὅτι ἄλλο ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἄλλο ὁ ἀποχωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν ἀπὸ τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους. Αἱ ἐξουσίαι βεβαίως, εἶναι διακεκριμέναι, ἀλλὰ ἐνῷ εἶναι διακεκριμέναι, εἶναι ἐξουσίαι τοῦ Κράτους, τοῦ ἑνιαίου Κράτους. Ἡ ἑνότης δέ, ἐκπροσωπεῖται ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπὸ τῆς τυπικῆς ἀλλ’ ἠθικῶς ἐπιβλητικῆς, ἐξουσίας τοῦ Βασιλέως, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ὑπὸ τῆς πολιτικῶς εὐρυτάτης καὶ λογικωτάτης ὑπευθύνου ἐξουσίας τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ Κοινοβούλιον καθὼς ἐλέγχει τὰς πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὁμοίως ἐλέγχει καὶ τὰς πράξεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι βεβαίως, ἐγένετο δεκτὸν εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη διὰ τοῦ ἐλέγχου αὐτοῦ νὰ μὴ ἀνατρέπωνται αἱ πράξεις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ νὰ κρίνωνται καὶ ἀναλόγως τῆς κρίσεως νὰ ἐπακολουθῇ πειθαρχικὴ δίωξις τῶν παρεκτρεπομένων δικαστῶν. Ἐπομένως ἡ συζήτησις ἡμῶν εἶναι ὀρθοτάτη, δὲν ἀντιτίθεται καθόλου πρὸς τὸ πολίτευμά μας, τὸ ὁποῖον πολίτευμά μας ὀνομάζεται Κοινοβουλευτικόν. Διότι τὸ Κοινοβούλιον εἶναι ἡ ὑπάτη δύναμις, ἐξουσία, δρᾶσις τοῦ Κράτους. Ὀρθότατα, λοιπόν, συζητοῦμεν νὰ διορισθῇ μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὴν συζητουμένην ὑπόθεσιν. Τώρα ποία εἶναι τὰ στοιχεῖα, πῶς θὰ ἐνεργήσῃ ἡ ἐξεταστικὴ αὐτὴ Ἐπιτροπή, εἶναι ἄλλο ζήτημα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα, εἰς τοῦτο διαφωνῶ, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ προκαταλάβω τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐνέργεια τῆς Ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι κατὰ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς καὶ οὐχὶ κατὰ τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς μου καὶ τὰς διακρίσεις καὶ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ προχωρήσω εἰς τὸν λόγον μου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε ἴσως νὰ ἐξετασθῇ, θὰ ἦτο μήπως ἡ ἄσκησις τῆς ἀνακοπῆς δώσῃ ἴσως τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ μία ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἰδική μας; Νομίζω ὄχι. Διότι ἡ κρίσις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν θὰ εἶναι πάντως περιορισμένη ἐντὸς τῆς λειτουργίας τῆς δικαστικῆς, ἐνῷ ἡ κρίσις ἡ ἰδική μας θὰ εἶναι πολὺ εὐρυτέρα καὶ πρέπει νὰ εἶναι πολὺ εὐρυτέρα διὰ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἡ ὁποία ἐξ αἰτίας εἴτε παρεκτροπῶν οὐσιαστικῶν, εἴτε ἀπροσεξιῶν, εἴτε πολιτικῆς ἀπειρίας, εἴτε καὶ περὶ παιδαριώδους ἀντιλήψεως ὑπέστη ἕνα διασυρμὸν ἡ ὑπόληψις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἕνα διασυρμὸν ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἔχομεν, ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ ὑποχρέωσιν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ὑπόληψιν τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, διότι ἐκεῖ εἶναι ὅλαι αἱ ἐλπίδες διὰ τὸ ἱστορικὸν μέλλον τῆς Πατρίδος μας. Ἐὰν παύσωμεν νὰ ἔχωμεν ὑπόληψιν θὰ δώσωμεν ἐπιχειρήματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιτίθενται πρὸς τὸ πολίτευμά μας καὶ τὸ ὑπονομεύουν. Γίνεται ὑπονόμευσις; Ναί, κύριοι βουλευταί, γίνεται ὑπονόμευσις.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κάτι ξεύρετε.
§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως κάτι γνωρίζω, διότι ὅπως εἶπον, εἶχον τὴν ἀφέλειαν οἱ ἠλίθιοι ἄνθρωποι νὰ νομίσουν ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ νὰ μὲ προσελκύσουν κάπως.
§116Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ εἴπατε καὶ χθές, καὶ πρέπει νὰ τὸ καθορίσετε κάπως καλύτερα.
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἄλλοτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν μοῦ ἐδηλώθη ὅτι ἐντὸς 60 ἡμερῶν τὸ πολὺ θὰ εἶναι Κυβέρνησις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι Πρόεδρος ἐξωκοινοβουλευτικὸς ἀνήρ, ἀλλ’ οὐσιαστικὸς Κυβερνήτης θὰ εἶναι βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη ἀμφιβάλλω ἐὰν προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν εἰς τρία λεπτὰ τῆς ὥρας.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Κίνιας, ἔχει τὸν λόγον.
§119Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Διὰ νὰ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν, ..... (ὁ ρήτωρ δὲν ἠκούσθη ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι εἶχε στραφῆ πρὸς τὸ μέρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ τήρησις ἐστενογραφημένων πρακτικῶν. Ἀναγινώσκει ὡρισμένας περικοπάς). ..... Ἐπὶ προανακρίσεως, λέγει ὁ Ἄρειος Πάγος, οὔσης συνοπτικῆς: «........ (ἀναγινώσκει)............». Σαφὴς πλέον εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Σταθερά, παγία ἡ νομολογία ὅτι προκειμένου περὶ τακτικῆς ἀνακρίσεως δὲν περαιοῦται ἡ δικογραφία, ἂν δὲν κληθῇ εἰς ἀπολογίαν ὁ κατηγορούμενος. Τὸ περὶ οὗ πρόκειται βούλευμα χωρὶς νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τοὺς κατηγορουμένους πολιτικοὺς μεθ’ ὧν ἀνέμιξε καὶ τὸν ἀθῶον καὶ ἔντιμον ἀρχηγὸν τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ἐπεραίωσε τὴν ἀνάκρισιν. Ἐγένετο πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως, κατὰ παράβασιν τῆς κειμένης νομολογίας καὶ ἠθώωσε τοὺς δύο. Ἐπίσης ὄχι μόνον ἡ νομολογία εἶναι παγία, κ. ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀγνοήσουν οἱ δικασταί, ἀλλὰ ἀκούσατε τί λέγει ὁ ἀείμνηστος Κωνσταντόπουλος: «ἡ ἐξέτασις......... .......... (ἀναγινώσκει)............». Σᾶς ἀνέγνωσα αὐτό, κ. ὑπουργέ, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τὸ βούλευμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη ἐναντίον τριῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας μας, εἶναι παράνομον παρὰ τὴν νομολογίαν καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιστήμης. Πῶς διετυπώθη τοιοῦτον βούλευμα καὶ ἠγνόησαν καὶ τὴν νομολογίαν καὶ τὴν ἐπιστήμην καὶ πῶς... (δὲν ἠκούσθη).... ὡς ὑπερασπισταὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ὡς ἐπικεφαλῆς τοῦ Σώματος τῶν δικαστῶν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ παραξενευώμεθα. Γνωρίζομεν τί συμβαίνει εἰς τὸν τόπον μας. Ὅταν ἓν πολιτικὸν κόμμα ἢ εἷς πολιτικὸς ἀρχηγὸς θίγεται, ἔχει τὴν εὐθιξίαν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ κριτηρίου, ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ὅταν ὅμως δὲν ἔχῃ τὴν εὐθιξίαν ὁ πολιτικὸς ἀνὴρ φοβεῖται νὰ ἔλθῃ πρὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου κριτηρίου καὶ δὲν ὁμιλεῖ, ἀλλὰ σιγᾷ, ἀπὸ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ πολιτικὸς αὐτὸς ἀνὴρ ἀνομολογεῖ τὴν χρεωκοπίαν του ὡς πολιτικοῦ καὶ ἠθικοῦ ἀνδρός. Κατὰ σύμπτωσιν περίεργον, κ. βουλευταί, ἀλλὰ ἱστορικήν, τρεῖς εἶναι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι θίγονται διὰ τοῦ βουλεύματος. Καὶ μόνον ὁ εἷς, ὁ κ. Βενιζέλος, οὗτινος δὲν εἶμαι φίλος, διότι ὁμιλῶ ἀπὸ πεποιθήσεως καὶ συνειδήσεως δικηγορικῆς καὶ ἀνθρωπίνης καὶ ὡς πολιτικὸς ὁ κ. Βενιζέλος ἦλθεν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ Σώματος τοῦ ἐθνικοῦ τούτου κριτηρίου καὶ εἶπεν: «Κύριοι δὲν ἐννοῶ νὰ ὑπάρξῃ οὔτε ὑπόνοια οὐδὲ πόρρωθεν κατὰ τοῦ ὀνόματός μου καὶ τῆς πολιτικῆς μου ἱστορίας». (Χειροκροτήματα). Ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ὁ περίεργος ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος, περίεργον διαγράφει τακτικὴν καὶ πρωτοφανῆ εἰς τὴν Κοινοβουλευτικὴν ζωὴν τῆς χώρας μας. Ποίαν τακτικήν; Κατώρθωσε νὰ μὴ ἀπολογηθῇ κατὰ παράβασιν τῆς κειμένης νομολογίας καὶ τῶν κειμένων νόμων καὶ τῆς ἐπιστήμης, κατώρθωσε νὰ μὴ ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος του. Ἔχουν τὴν ἀξίωσιν νὰ ὀχυροῦνται ὄπισθεν ἑνὸς βουλεύματος, τὸ ὁποῖον κατηγγείλαμεν καὶ ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ἐκδοθὲν κατὰ παράβασιν τῆς κειμένης νομολογίας καὶ κατὰ παράβασιν τῆς ἐπιστήμης, νὰ ὀχυροῦνται, λέγω, ὄπισθεν αὐτοῦ διὰ νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι ἔλαβον ἄφεσιν ἁμαρτιῶν. Καὶ δὲν ἔρχεται ὁ ἴδιος πρὸ τοῦ Σώματος διὰ ν’ ἀποκρούσῃ τὰς πολιτικὰς εὐθύνας, ὅπως ἔπραξαν ἄλλοι, τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα κατὰ σύμπτωσιν ἀνεμίχθη εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν ἔρχεται ἐνώπιον τοῦ Σώματος, διότι γνωρίζει τί τὸν βαρύνει καὶ τί θ’ ἀκούσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θ’ ἀκουσθοῦν λόγοι πατριωτισμοῦ, εἰλικρινείας καὶ εὐθύτητος. Τὸ Νέον Κόμμα δὲν ἀκολουθεῖ τὸ δόγμα τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας, διότι νέα εἰσήγαγε συστήματα. Κατορθώνει καθημερινῶς νὰ βάλῃ, διὰ τοῦ προσκειμένου πρὸς αὐτὸ τύπου, ὄχι μόνον κατὰ τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ καθ’ ὅλου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας καὶ κατὰ τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ. Ἄλλας εἶχεν ἐπιδιώξεις, ἄλλα εἶχεν ἐν νῷ, ἄλλα ὠνειρεύετο καὶ ἀλλέως τὰ πράγματα ἐξειλίχθησαν διὰ τὸ Νέον Κόμμα. Ἀκούσατε, κ. βουλευταί, ποίαν εἶχε γνώμην περὶ τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας εἷς ἠθικὸς καὶ μέγας πολιτικὸς ἀνήρ, ὁ Νικόλαος Δημητρακόπουλος. Ἀγορεύων εἰς τὴν Βουλὴν τὴν 11.6.1911 κατόπιν ἐπερωτήσεως, γενομένης ὑπὸ τοῦ τότε βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουλουμβάκη, ἔλεγεν ἐν κατακλεῖδι ὁ Δημητρακόπουλος: «Ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅμως ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσω συγγνώμην................ ................ (ἀναγινώσκει) ................». Σᾶς ἀνέγνωσα αὐτά, κ. βουλευταί, διὰ νὰ σᾶς κάμω ἕνα παραλληλισμὸν μεταξὺ τῆς σημερινῆς καὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1912, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔδρων τὰ παλαιὰ κόμματα καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν, τέλος πάντων, ἔγινεν ὅ,τι ἔγινεν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ ἐν τούτοις ὁ φιλικὸς πρὸς τὸ Νέον Κόμμα τύπος δὲν πιστεύει τίποτε ἄλλο σήμερον, παρ’ ὅτι ἐχρεωκόπησαν ὅλα τὰ ἐθνικὰ πολιτικὰ κόμματα —δηλαδὴ ὅ,τι λέγουν καὶ οἱ κομμουνισταὶ—καὶ δὲν μένει ὡς σωτὴρ κατὰ τὸ Νέον Κόμμα εἰ μὴ μόνον ὁ ἀρχηγός του, ὅπως κατὰ τοὺς κομμουνιστὰς ὁ Ζαχαριάδης! (Χειροκροτήματα).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σταμούλης, ἔχει τὸν λόγον.
§121Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ὃν ἐζήτησα. Θὰ σᾶς παρακαλέσω μόνον νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε ἀπὸ τῆς θέσεώς μου νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ πείθουν νὰ παραιτηθῶ. Πρῶτον, διότι πιστεύω ἐξαντληθὲν τὸ θέμα εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἔμεινεν εἰς τὸ Σῶμα οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νὰ συσταθῇ ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιπροπὴ καὶ τῆς πρὸς αὐτὴν ἐξουσιοδοτήσεως τῆς ἐρεύνης τοῦ καταγγελλομένου δόλου τῶν ἐκδόντων τὸ κατηγορούμενον βούλευμα καὶ ἀπὸ προθέσεως ἀναμιξάντων τὸν κ. Βενιζέλον. Καί, δεύτερον, διότι ἐπιθυμῶ τὸν ταχύτατον τερματισμὸν τοῦ ζητήματος, ὥστε νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης ἐσπιλωμένος ἕνας λευκὸς πολιτικός, τεθεὶς ὡς ἀσπὶς διὰ τὴν συσκότισιν τῆς εὐθύνης ἄλλων, βαρυνομένων διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοῦ ὀνόματός των ἐν τῷ μυστικῷ σημειώματι τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος. Παρακαλῶ νὰ μὲ μιμηθῶσι καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἐγγεγραμμένοι συνάδελφοι. (Χειροκροτήματα).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Γονατᾶς, ἔχει τὸν λόγον.
§123Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη παρ’ ἀρκετῶν συναδέλφων περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἀποτελεῖ τὴν οὐσιαστικοποίησιν τῆς ἐπιθυμίας τῆς ἐκδηλωθείσης παρὰ τοῦ κ. Βενιζέλου προερχομένης ἀπὸ τὴν δικαίαν, ἄκρατον εὐθιξίαν ὅταν εἶδε τὸ ὄνομά του ἀναγεγραμμένον εἰς μίαν ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν εἶχε σχέσιν. Τὸ ζήτημα ἐξητάσθη περισσότερον ἀπὸ ἀπόψεως τυπικῆς, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἐὰν ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς προσκρούει εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης καὶ ὀλιγώτερον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οὐσίας. Καὶ ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι ἐὰν ἡ σύστασις τῆς τοιαύτης ἐπιτροπῆς θὰ προσέκρουεν εἰς τὸ δόγμα τὸ ὑπὸ τοῦ Συντάγματός μας καθιερωμένον τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης. Ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ δὲν ταυτίζομεν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαιοσύνης μὲ τὸ ἀνεξέλεγκτον αὐτῆς. Νομίζομεν ὅτι καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὅπως καὶ πᾶσα ἄλλη ἐξουσία, ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον. Καὶ δὲν νομίζομεν ὅτι θὰ προσέκρουε καθόλου ἡ σύστασις μιᾶς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ὑπεδείκνυε κατόπιν τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἔκαμνε, θὰ ὑπεδείκνυεν εἰς τὸ ἁρμόδιον ὄργανον τῆς Πολιτείας ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ὄργανον ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ὑπεδείκνυεν ὅτι τὰ στοιχεῖα, ποὺ ἀνεφέρθησαν, ὅτι δὲν ὑπῆρξαν σύμφωνα μὲ τὴν νόμιμον διενέργειαν μιᾶς ὑποθέσεως καὶ οὕτω ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ διηυκολύνετο εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν διοικητικόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἐνήργει. Παρὰ ταῦτα ὅμως, λόγῳ τῶν δυσκόλων ἡμερῶν, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἴσως θεωρηθῇ ὡς μία πολυτέλεια, ἢ ὡς μία ἐπίδειξις ὁ καταρτισμὸς μιᾶς τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία πρόκειται ἐκ τῶν προτέρων, εἶναι βέβαιον ὅτι πρόκειται νὰ ἀποδείξῃ τὸ ἄσπιλον τοῦ κ. Βενιζέλου. Δι’ αὐτὸ θὰ εἶχα τὴν γνώμην νὰ ἐδέχετο ὁ κ. Βενιζέλος μετὰ τὴν τόσον πανηγυρικὴν καὶ ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν ἀναγνώρισιν τῆς ἀπολύτου μὴ ἀναμίξεώς του εἰς μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν, ἐὰν ἐθεώρει ἱκανοποιητικὴν τὴν ἐκδήλωσιν τῶν ὁμογνωμόνων αἰσθημάτων τῆς Βουλῆς καὶ ἀπήλλασσε τὴν περαιτέρω διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔκαμνε μία τοιαύτη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή. Αὐτὸ δέ, λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ τὸ συστήσω πρὸς τὸν κ. Βενιζέλον, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφιβάλῃ εἰς τὴν ἰδικήν μου εἰλικρίνειαν τῶν προθέσεων, τὰς ὁποίας περιέχει ἡ πρότασίς μου αὐτή, τόσον λόγῳ συνδέσμου φιλικοῦ μετὰ τοῦ πατρός του, ὅσον καὶ ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντός μου πρὸς τὸν ἴδιον. Ἐὰν ὅμως ὁπωσδήποτε ὁ ἴδιος θεωρήσῃ ἀπαραίτητον τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς αὐτῆς Ἐπιτροπῆς, ἡμεῖς δηλοῦμεν ὅτι θὰ ὑπερψηφίσωμεν τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἀκόμη δὲ περισσότερον ὅπως ἐτροποποιήθη ἤδη καὶ δὲν ἀφήνει οὐδὲν σημεῖον ἐλέγξιμον, ὅτι προσκρούει εἰς τὰς καθιερωμένας ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος ἀρχάς. Ἐπίσης δέ, ἀκόμη, πιστεύομεν ὅτι ὄχι μόνον ὁ δημόσιος βίος, ἀλλὰ καὶ ὁ ἰδιωτικὸς βίος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι δημόσιος. (Χειροκροτήματα).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος, ἔχει τὸν λόγον.
§125Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὅταν, κ. βουλευταί, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἀφορμῆς τῆς δηλώσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων ὡμίλησα καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπεστήριξα ὅτι σύστασις ἐπιτροπῆς πρὸς ἔλεγχον τῆς Δικαιοσύνης ἦτο ἀπαράδεκτος. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὑπὸ 40 κ. συναδέλφων προτάσεως διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ ἔλεγχον ἡ Δικαιοσύνη, τὸ Νέον Κόμμα κατέθεσε δήλωσιν ὅτι τοιαύτη ἀπόφασις τοῦ Σώματος θὰ ἦτο παραβίασις σαφὴς τοῦ Συντάγματος καὶ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανε μέρος οὔτε εἰς τὴν συζήτησιν, οὔτε εἰς τὴν συγκρότησιν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς. Αἰσθανόμεθα, κ. βουλευταί, ἰδιαιτέραν ἱκανοποίησιν, ὅτι οἱ 40 συνάδελφοι ἀπέσυρον τὴν πρότασιν ἐκείνην καὶ ὑπέβαλον νέαν. Ἀκριβῶς, κ. βουλευταί, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νέας προτάσεως εἶχον τὴν γνώμην ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔδει νὰ κληθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ἐὰν θὰ συνεζήτει τὴν νέαν ταύτην πρότασιν καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔδει νὰ κληθῇ εἷς ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν κεκηρυγμένων ὑπὲρ τῆς προτάσεως καὶ εἷς ἐκ τῶν κεκηρυγμένων κατ’ αὐτῆς νὰ ὁμιλήσουν. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσω κατά, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω διατὶ δὲν μοῦ ἐδόθη, τοῦ κ. Προέδρου προτιμήσαντος νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἀπεφάνθη, παρὰ τὸν Κανονισμόν, ἐπὶ θέματος σαφοῦς, ὅτι ἡ πρότασις δὲν εἶναι νέα, ἀλλὰ τροποποιημένη ἡ παλαιὰ καὶ συνεπῶς ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω νὰ λάβω τὸν λόγον, κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως διὰ νὰ διατυπώσω τὰς ἀπόψεις μου. Κύριοι βουλευταί, τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ θίξω, εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα εἶναι στενῶς συνδεδεμένα μὲ βασικὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος. Γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι μοῦ εἶναι ἐξαιρετικὰ δυσάρεστον νὰ ἀντιτάσσωμαι εἰς μίαν τόσον ζωηρῶς ἐκδηλωθεῖσαν ἐκ μέρους του ἐπιθυμίαν καὶ δὲν θὰ τὸ ἔκαμνα ἐὰν ἡ ἀπόφασις, εἰς τὴν ὁποίαν τείνει νὰ καταλήξῃ ἡ Βουλή, δὲν ἦτο ἀπόφασις, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, ὑπὸ οὐδεμίαν περίπτωσιν εἶναι δυνατὸν νὰ συγχωρηθῇ. Τὰ ζητήματα τοῦ ἐλέγχου, διὰ τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῶν ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν, τὰ ζητήματα τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα ρυθμίζονται ὑπὸ διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν συνθηκῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἡ παραβίασις τῶν ὁποίων εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνος. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, ἠθέλομεν σήμερον, ἱκανοποιοῦντες τὸ αἴτημα τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας νὰ πιστεύσῃ ὅτι πολὺ θὰ τὸ ἐπεθύμουν, ἐὰν λέγω, κατ’ ἐξαίρεσιν, παραβιάζοντες βασικοὺς κανόνας καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἠθέλομεν προχωρήσει εἰς τὴν σύστασιν τῆς ζητουμένης Ἐπιτροπῆς, τοῦτο θὰ ἀπετέλει προηγούμενον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω εἰς ποῖα ἄτοπα δύναται νὰ ὁδηγήσῃ. Ζητεῖται, κ. βουλευταί, ἡ σύστασις Ἐπιτροπῆς διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν προκύπτουν πολιτικαὶ εὐθῦναι, καθὼς καὶ ἐὰν προκύπτουν στοιχεῖα πρὸς ἄσκησιν πειθαρχικῆς διώξεως ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Πρὶν εἰσέλθω, κ. βουλευταί, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δύο αὐτῶν τμημάτων τῆς προτάσεως, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν μερικὰς βασικὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ δημοκρατικόν μας πολίτευμα. Ἡ εὐθύνη ἡ ὑπουργικὴ διακρίνεται εἰς ποινικὴν καὶ εἰς πολιτικήν. Καὶ ἡ μὲν ποινικὴ εὐθύνη, ρυθμιζομένη ἀπὸ τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπὸ τοὺς εἰδικοὺς περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμους, διέπεται ὑπὸ τῶν διατάξεων τῶν νόμων τούτων τῆς Βουλῆς ἐχούσης τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς ὑπουργούς, ἡ δὲ πολιτικὴ εὐθύνη τοῦ ὑπουργοῦ ὑφίσταται ἀπὸ δύο ἀπόψεις. Ὑπάρχει πολιτικὴ εὐθύνη τοῦ ὑπουργοῦ ἀπέναντι τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ ὑπάρχει πολιτικὴ εὐθύνη τοῦ ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, ἡ λεγομένη Κοινοβουλευτικὴ εὐθύνη. Αὐτὴ ἡ εὐθύνη τοῦ ὑπουργοῦ ἡ κοινοβουλευτική, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία προκύπτει ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τῶν ἄρθρων 58 καὶ 78 συνδεομένη πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὡς μόνην κύρωσιν ἔχει τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ εἴτε περὶ ποινικῆς εὐθύνης ὁμιλοῦμεν, εἴτε περὶ πολιτικῆς, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πρόκειται περὶ πράξεων ἢ παραλείψεων τοῦ ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπουργικῶν του καθηκόντων. Δὲν νοεῖται ποινικὴ εὐθύνη ὑπουργοῦ, δὲν νοεῖται πολιτικὴ εὐθύνη ὑπουργοῦ διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι δὲν σχετίζονται μὲ τὴν ἄσκησιν τῶν δημοσίων καθηκόντων του. Ἐὰν ὑπουργὸς ὑποπέσῃ εἰς πράξεις ποινικῶς διωκτέας, ἀλλὰ μὴ ἐχούσας σχέσεις μὲ τὴν ἄσκησιν τῶν ὑπουργικῶν του καθηκόντων κρίνεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κοινοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ὅτι διὰ τὸν ὑπουργὸν αὐτὸν δημιουργοῦνται πολιτικαὶ εὐθῦναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι πιθανὸν νὰ ὁδηγήσουν εἰς παραίτησιν αὐτοῦ. Συνεπῶς ἐπαναλαμβάνω, εἴτε περὶ ποινικῆς εὐθύνης ὁμιλοῦμεν, εἴτε περὶ πολιτικῆς, δὲν ἐννοεῖται τοιαύτη παρὰ μόνον διὰ πράξεις ἢ παραλείψεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς ἄμεσον συνάρτησιν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπουργικῶν καθηκόντων. Ἡ δὲ Βουλή, κ. βουλευταί, ἀσκεῖ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου διὰ δύο μέσων, τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῶν. Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθοῦν διὰ νὰ ἐλέγξουν πράξεις ὑπουργῶν αἱ ὁποῖαι δὲν εὑρίσκονται ἐν συναρτήσει πρὸς τὰ ὑπουργικά των καθήκοντα. Ἀλλοίμονον, ἐὰν καθιερώσωμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι δύναται νὰ συνιστῶνται ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαὶ διὰ νὰ ἐλέγξουν τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν ὑπουργῶν ἢ τῶν βουλευτῶν. Εἰδικώτερον, ἔλεγχος τοῦ ἰδιωτικοῦ ἢ δημοσίου βίου τῶν βουλευτῶν ὑπὸ ἐξεταστικῶν Ἐπιτροπῶν εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ὄχι μόνον προσκρούει πρὸς τὴν ἀρχὴν ὅτι οἱ βουλευταὶ λογοδοτοῦσι μόνον πρὸς τὸν λαὸν μὴ ὑποκείμενοι εἰς ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ὁδηγεῖ εἰς σοβαρώτατα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελοῦν πολὺ ἐπικίνδυνον ὅπλον εἰς χεῖρας μιᾶς κακῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τυχὸν ἤθελε κριθῇ ὁ βουλευτὴς ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, διὰ πράξεις τὰς ὁποίας διέπραξε κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, τότε, κ. βουλευταί, τοιαύτη τυχὸν διαπίστωσις κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο παρὰ παραβίασις τοῦ ἄρθρου 62 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι ὁ βουλευτὴς οὔτε διώκεται οὐδ’ ὁπωσδήποτε ἐξετάζεται ἕνεκα γνώμης ἢ ζήλου του κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του. Τί εἶναι λοιπόν, ἐκεῖνο, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ ἐξετάσῃ μία ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπή, ἐν σχέσει μὲ τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἑνὸς βουλευτοῦ; Θὰ καθιερώσωμεν λοιπόν, τὴν ἀρχήν, οὐδαμοῦ ἰσχύουσαν καὶ οὐδαμοῦ προβλεπομένην, ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπαὶ καλοῦνται νὰ ἀποφανθοῦν ἐπὶ ἠθικῶν θεμάτων; Ἀναλογίζεσθε εἰς ποῖα ἄτοπα δυνάμεθα νὰ ὁδηγηθῶμεν; Τὸ ζήτημα, εἶναι θέμα ἀρχῆς καὶ διὰ τοῦτο οὔτε ἡ συναίνεσις τοῦ ἐνδιαφερομένου εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν σύστασιν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, διότι οὕτω θὰ ἦτο εὐχερὲς νὰ δημιουργηθῇ τὸ προηγούμενον, καταλυομένης τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς. Αὐταὶ εἶναι βασικαὶ ἀρχαὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας πολιτεύματος, κύριοι, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ἀτιμωρητὶ νὰ παραβαίνωμεν, ὁσονδήποτε καὶ ἐὰν θελήσωμεν νὰ φανῶμεν ἀρεστοὶ εἰς τὸν κ. Βενιζέλον. Ἀλλὰ διερωτώμεθα περαιτέρω, κ. βουλευταί, τί σημαίνει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐὰν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν προκύπτουν πολιτικαὶ εὐθῦναι; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ὑπέχει πολιτικὰς εὐθύνας διὰ πράξεις ἀσχέτους πρὸς τὰ ὑπουργικά του καθήκοντα; Νομίζετε ὅτι δύνασθε διὰ μιᾶς ἀποφάσεως νὰ κηρύσσετε ὑπαρχούσας ἢ μὴ ὑπαρχούσας πολιτικὰς εὐθύνας, ἐκεῖ ἔνθα δὲν νοεῖται ἡ ὕπαρξις τοιούτων; Οὕτω πράττοντες καταλύομεν καὶ καταργῶμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς πολιτικῆς εὐθύνης. Εἶναι συνεπῶς κατὰ τὸ τμῆμα τοῦτο ἀπολύτως ἀπαράδεκτος ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις καὶ εἶναι περίεργος ἡ θεωρία, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θεωρία, ἡ ὁποία τείνει εἰς τοῦτο, νὰ καθιερωθῇ τὸ προηγούμενον. Εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, οὐδεμίαν τοιαύτην σκέψιν θέλω νὰ ἀποδώσω, ἀλλὰ πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἓν καὶ μόνον σκοπὸν εἶχον, νὰ ἐπιτύχουν τὴν καθιέρωσιν τοῦ προηγουμένου. Κύριοι βουλευταί, ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, διότι σᾶς λέγω, ὅτι ἐὰν λάβετε αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν πολὺ γρήγορα θὰ μετανοήσῃ ἡ Βουλὴ δημιουργοῦσα τοιοῦτον προηγούμενον. Ἀλλὰ θὰ ἐξετάσωμεν, κύριοι βουλευταί, καὶ τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς προτάσεως. Ἡ πρότασις λέγει νὰ ἐξετασθῇ: «Ἐὰν προέκυψαν στοιχεῖα πρὸς ἄσκησιν πειθαρχικῆς διώξεως ἐκ μέρους τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης». Δηλαδή, κύριοι, τὸ πρᾶγμα πλέον λαμβάνει ἄλλην μορφήν, λαμβάνει μορφήν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν ἀξιότιμον κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἐδῶ ζητεῖται νὰ συσταθῇ μία ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ θέματος τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θέματος κατ’ ἐξοχὴν τῆς ἁρμοδιότητός του. Δηλαδὴ αὐτὴν τὴν στιγμήν, χωρὶς καμμίαν συζήτησιν, χωρὶς νὰ διατυπωθῇ οὐδεμία ἐπερώτησις, χωρὶς νὰ διαπιστωθῇ οἱαδήποτε παράλειψις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιαύτη εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, ζητοῦμεν σύστασιν Ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν προκύπτουν στοιχεῖα πρὸς ἄσκησιν διώξεως πειθαρχικῆς κατὰ τῶν δικαστῶν. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστόν, κατὰ τοὺς ἰσχύοντας βασικοὺς νόμους περὶ ὀργανώσεως τῆς Δικαιοσύνης, πῶς ἀσκεῖται ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία κατὰ τῶν δικαστῶν. Ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκτιμῶν κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον τὰ πράγματα, νομίζῃ ὅτι ἔλαβον χώραν πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐπισύρουν τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ ἐντολὴν εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα διὰ τὴν ἔγερσιν τῆς πειθαρχικῆς ἀγωγῆς. Καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς ὑποχρεοῦται νὰ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν χωρὶς ἐκ τούτου καὶ νὰ δεσμεύεται ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως ἐὰν δὲν συμμερίζεται καὶ οὐσιαστικῶς τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Ἐν προκειμένῳ, λοιπόν, τί λέγομεν; Ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παρημέλησε τὰ καθήκοντά του, καὶ ὅτι μὴ ἀσκήσας, μὴ δώσας ἐντολὴν διὰ νὰ ἀσκηθῇ ἡ προβλεπομένη διαδικασία διὰ τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν, παρέβη τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπουργικῶν του καθηκόντων ὡς προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν τοῦτο οὕτως ἔχῃ —καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια—ἀπόκειται βεβαίως εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς συνεπείας τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, μὲ ἀντικείμενον ἐρεύνης, ἐὰν ὀρθῶς ἢ μὴ ἔχῃ μέχρι τοῦδε ἐκτελέσει τὰ καθήκοντά του, ὡς ἀνώτατος ἐπόπτης, ὡς προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός. Προσέξατε τὴν διατύπωσιν: «Ἐὰν προέκυψαν στοιχεῖα πρὸς ἄσκησιν πειθαρχικῆς διώξεως». Ποῖος θὰ τὸ κρίνῃ; Ποῖος πρόκειται νὰ κρίνῃ, ἐὰν προέκυψαν στοιχεῖα πρὸς ἄσκησιν πειθαρχικῆς διώξεως; Ὥστε δηλαδή, θὰ καταργήσωμεν τὰ Πειθαρχικὰ Συμβούλια, θὰ καταργήσωμεν τοὺς Εἰσαγγελεῖς, θὰ καταργήσωμεν τοὺς ἀνακριτάς, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων ἀσκοῦν κατὰ νόμον τὸν ἔλεγχον καὶ θὰ συστήσωμεν Κοινοβουλευτικὰς Ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι θὰ θέσουν οὐσιαστικῶς ὑπὸ ἔλεγχον τοὺς δικαστάς; Καὶ θὰ παραγγείλουν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: Κύριε ὑπουργέ, κατὰ τοῦ τάδε δικαστοῦ προέκυψαν κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, αὐτὰ τὰ στοιχεῖα πρὸς ἄσκησιν πειθαρχικῆς διώξεως.
§126Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχετε τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ μὲ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ποὺ λέγετε; Ὅπως πᾶς πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν δικαστικὴν ἱεραρχίαν τὴν ἐπανόρθωσιν προσβληθέντος δικαίου του, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον εἷς βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ διαγνωσθῇ ὅτι ἠδικήθη καὶ νὰ τονώσῃ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν παραγγελίαν πρὸς διενέργειαν διοικητικῶν ἀνακρίσεων. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§127Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Πλανᾶσθε, κύριε συνάδελφε, ὁ ἀδικηθεὶς πολίτης προσφεύγει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ οἱ νόμοι χορηγοῦν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα διὰ νὰ ἀσκήσῃ, ἐὰν νομίζῃ ὅτι συντρέχει περίπτωσις, τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ προστατεύσῃ τὸν πολίτην καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Ἐὰν λοιπόν, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης λαμβάνων τὴν ἀναφορὰν τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται, δὲν ἐνεργήσῃ τὰ προσήκοντα, τότε δύναται ἡ Βουλή, νὰ ἐλέγξῃ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι δὲν ἤσκησε τὰ δικαιώματά του. Κύριοι βουλευταί, ἂς μὴ κρυβώμαστε πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλό μας, ἡ σύστασις τῆς ζητουμένης Ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κατάργησις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφαίρεσις ἐξ αὐτοῦ τῶν ἁρμοδιοτήτων του καὶ τῶν καθηκόντων του, τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει νὰ ἀσκήσῃ πλέον ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, ἐξ ἀφορμῆς τῆς προτάσεως αὐτῆς καὶ διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ θεμελιώσῃ μὲ διαφόρους καινοφανεῖς θεωρίας, τὰς ἀπόψεις του, βουλευτὴς ἐκ τῶν προλαλησάντων, ὅτι δηλαδή, πρέπει νὰ συσταθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸς συλλογὴν τῶν στοιχείων, διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς διώξεως, ὑπεισῆλθεν, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ μέρους τῆς ὑποθέσεως. Καὶ ὡμίλησεν ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ, καίτοι ὁ κύριος Πρόεδρος τὸν παρετήρησεν. Αὐτὸς ἐπέμεινε καὶ ἐλέχθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πράγματι καταπληκτικά. Κύριοι βουλευταί, ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οἱ δικασταὶ εὑρίσκοντο ἐν δόλῳ, ἠκούσθη τρὶς ἡ βαρεῖα αὐτὴ ὕβρις καὶ δυστυχῶς ἠκούσθησαν ἐπαναλήψεις τῆς λέξεως «δόλος» ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην. Καὶ ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κύριος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τὸν ἐρωτήσω, ἠγέρθη νὰ διαμαρτυρηθῇ Εἰς σχετικὴν ἀπόπειράν του, δὲν τὸν ἄφησεν ὁ ὁμιλῶν βουλευτὴς νὰ τὸν διακόψῃ, δὲν ἐνόμισεν ὅμως κατόπιν ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπώσῃ μίαν ἔντονον διαμαρτυρίαν, ὅτι οἱ τακτικοὶ δικασταὶ ἐναντίον τῶν ὁποίων ἐπὶ τέλους δὲν ἔχει ἀσκηθῇ δίωξις, οὔτε κατεδικάσθησαν ὅτι παρέβησαν τὸν νόμον, ὅτι οἱ τακτικοὶ δικασταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διασύρωνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐνήργησαν ἐκ δόλου. Τί ἠθέλαμεν δηλαδὴ νὰ κάμουν οἱ δικασταὶ διὰ νὰ ἀρέσῃ εἰς τὸν βουλευτὴν Τρικκάλων τὸ βούλευμα; Ἔπρεπε ἡ δικαιοσύνη νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Μαρκεζίνης εἶναι λαθρέμπορος διὰ νὰ ἱκανοποιηθῇ ὁ κ. Βαμβέτσος; Καὶ τολμᾷ ὁ κ. Βαμβέτσος νὰ ὁμιλῇ περὶ ἠθικῆς; Καὶ τολμᾷ ὁ κ. συνάδελφος, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ὀρέξεις του νὰ ὁμιλῇ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως μὲ τόσον ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν, ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόφασις δικαστικὴ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παραποιῇ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀριθμούς; Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραποιηθῇ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως τοιουτοτρόπως, διότι ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως διεπιστώθη πλήρως ὑπὸ τοῦ βουλεύματος.
§128Π. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον τὰ βουλεύματα καὶ αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις;
§129Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως περὶ ἧς ἐξεδόθη τὸ βούλευμα καὶ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. 15 ὁλόκληρες σελίδες τοῦ βουλεύματος ἀσχολοῦνται μὲ τὴν περίπτωσιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη, 30 ὁλόκληρες σελίδες ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ ἀποφαίνεται ἡ δικαιοσύνη ὅτι οὐδὲ σκιὰ ὑποψίας δύναται νὰ ὑπάρξῃ δι’ αὐτούς. Ἀλλὰ ἐγένετο διαστροφή. Ὡμίλησεν ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων περὶ τοῦ ἀριθμοῦ 1500 καὶ ἐγένετο τοῦτο σκοπίμως, διότι ὁ ἀριθμὸς 1500 ἠλέγχθη ταὐτοχρόνως εἰς τὰ λογιστικὰ βιβλία τοῦ γραφείου καὶ εἰς τὸ ἔμβασμα τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι πρόκειται περὶ 1.500.000 δρχ. τοῦτο ἐπαναλαμβάνω, διεπιστώθη, ἀλλὰ ἐτόλμησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Τρικκάλων διαστρέφων τὰς ἐπισήμους ταύτας διαπιστώσεις, νὰ ὁμιλῇ περὶ δόλου τῶν δικαστῶν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἔχομεν κἂν δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Προβλέποντες δὲ ὅσα ἔμελλον νὰ συμβοῦν, ἐζητήσαμεν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἂν θὰ ἔπρεπε κἂν νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις, διότι τοῦτο εἶναι τὸ θέμα. Ἂν ἠμπορῇ νὰ γίνῃ πρότασις πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐν λόγῳ ὑπόθεσιν. Πρόκειται, κ. βουλευταί, περὶ θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ προσέξατε μὴ παρασυρθῆτε λαμβάνοντες ἀπόφασιν διὰ τὴν ὁποίαν πολὺ θὰ μετανοήσητε, διότι θὰ εἶσθε ὑπεύθυνοι τῆς δημιουργίας ἑνὸς λίαν ἐπικινδύνου προηγουμένου.
§130Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Νομίζω ὅτι ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ὑπενίσσεσθε, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ λέγετε, ἂν ἡ Βουλὴ ἐζήτει ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἐζητήσαμεν ἡμεῖς, τὴν ἐζήτησα ἐγὼ προσωπικῶς καὶ νομίζω ὅτι ὑπάρχει κάποια διαφορὰ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§131Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀπαντῶν προηγουμένως εἰς διακοπὴν τοῦ κ. Κοθρῆ, εἶπον ὅτι οὔτε ἡ συναίνεσις τοῦ ἐνδιαφερομένου βουλευτοῦ, δύναται νὰ καλύψῃ τὴν παράβασιν αὐτήν. Φαντασθῆτε μίαν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν εἷς ἢ δύο βουλευταὶ ἐμφανίζονται συναινοῦντες εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς μὲ τοιοῦτον ἀντικείμενον ἐρεύνης καὶ συνιστᾶται αὕτη καὶ δημιουργεῖται προηγούμενον καὶ μετ’ ὀλίγον χρόνον ἀρχίζει ἡ συγκρότησις παρομοίων ἐπιτροπῶν. Σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως κ. ὑπουργέ, ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν τὸ ὅτι εἶναι ἰδική σας ἡ πρότασις, διότι δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ νὰ ὑποβάλῃ ἑαυτὸν εἰς ἔλεγχον, διότι τὰ ὅρια τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐλέγχου διαγράφονται σαφῶς ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς κανόνας τοῦ πολιτεύματος καὶ δὲν δύναται ἡ συναίνεσις τοῦ βουλευτοῦ νὰ μεταβάλῃ τὰς θεμελιώδεις αὐτὰς ἀρχάς.
§132Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ.
§133Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὰ θέματα ταῦτα ἀποτελοῦν θέματα ἀρχῆς. Δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλε καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν ἐπιστολὴν ταύτην θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω.................... (Ἀναγινώσκει).............. Αὐτὴ ὑπῆρξε, κύριοι, ἡ ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ οὕτω δι’ ἡμᾶς ἔχει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τόσον δυσχερές, διὰ νὰ κατανοηθῇ καὶ ἀπὸ μὴ νομικοὺς καὶ συνταγματολόγους καὶ ἀπὸ τοὺς μὴ ἔχοντας μακρὰν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν, ἡ ὁποία ἴσως ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κατανόησιν πολυπλόκων κοινοβουλευτικῶν ζητημάτων. Τὰ πράγματα εἶναι τόσον ἁπλᾶ. Διατὶ λοιπὸν νὰ δημιουργήσωμεν τοιοῦτον προηγούμενον μὲ τὸ ὁποῖον νὰ παραβιάζωμεν τὸ Σύνταγμα, τοὺς κανόνας τοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ δημιουργοῦμεν ζητήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζομεν τὶ δύναται νὰ προκύψῃ; Θὰ εἶχα νὰ σᾶς προτείνω τοῦτο: Ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἶναι Βουλὴ μὲ συνταγματικὴν ἐξουσίαν. Ἄν εἶναι ἡ πλειοψηφία της περισσότερον θαρραλέα. Κάμετε, κ. βουλευταί, ἕνα ψήφισμα καὶ εἴπητε. Ὁ Μαρκεζίνης, εἶναι ἔτσι κι’ ἔτσι, ὁ Θεοτόκης εἶναι ἔτσι κι’ ἔτσι, ὁ Λυκουρέζος εἶναι ἔτσι κι’ ἔτσι· ἀποκαλέσατέ μας λαθρεμπόρους, ἢ ὅ,τι ἄλλο θέλετε. Ποία, τώρα, θὰ εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ψηφίσματος; Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὰ ψηφίσματα ἔχουν κάποιαν ἀξίαν, ὅταν τὰ ἀντιπροσωπευτικὰ Σώματα, εὑρίσκωνται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλὰ ἡ Δʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔπαυσε πρὸ πολλοῦ νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν κοινὴν γνώμην. (Χειροκροτήματα).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Στρᾶτος, ἔχει τὸν λόγον.
§135Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μίαν προεισαγωγικὴν δήλωσιν, διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ εἶμαι συνεπὴς εἰς τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα, νὰ μὴ μακρυγορήσω. Δὲν θὰ δεχθῶ καμμίαν διακοπὴν καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. συναδέλφους, ὅπως ἐγὼ τοὺς σέβομαι ὅταν ὁμιλοῦν, καὶ αὐτοὶ νὰ σεβασθοῦν τὴν παράκλησίν μου καὶ μὴ μοῦ κάμουν διακοπάς, διότι ἄλλως δὲν θὰ πταίω ἂν μακρυγορήσω. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, ἂν ἕνας θόρυβος ἐξαιρετικὰ πρωτοφανὴς εἰς τὰ πολιτικὰ χρονικὰ τοῦ τόπου, δὲν μὲ ἠνάγκαζε νὰ ἀναθεωρήσω αὐτὴν τὴν ἀπόφασίν μου, ἐνθυμούμενος ὅτι κάποτε καὶ ἄλλος ἄνθρωπος διὰ τοῦ αὐτοῦ θορύβου, εἶχεν ἀδίκως κατηγορηθῆ καὶ ἐπὶ μῆνας ἠγωνίζετο νὰ ἀποδείξῃ εἰς ἐλαχίστους, εὐτυχῶς, μετρημένους εἰς τὰ δάκτυλα, ὅτι εἶχε δίκαιον καὶ ὅτι ἦτο συκοφαντία ἐναντίον του. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀείμνηστος πατήρ μου καὶ μόνον ὅταν ἀπέθανε πτωχός, ὑπῆρξεν ἡ πλήρης ἀπόδειξις ὅτι ἦτο τίμιος. Διότι ἀκόμη ὑπῆρχον οἱ ἐλάχιστοι ἀμφιβάλλοντες καὶ ἐπὶ ἔτη συκοφαντοῦντες.
§136Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Καθόλου!
§137Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρῆτε, κ. Καλκάνη, τὴν ἱστορίαν τῆς οἰκογενείας μου, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ τὴν γνωρίζω καλλίτερα ἀπὸ ὑμᾶς.
§138Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Ὑπῆρχεν ἀπόλυτος σεβασμὸς εἰς τὸ ὄνομά του.
§139Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι, ζητεῖται διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, ἡ σύστασις μιᾶς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ συνάδελφος κ. Λυκουρέζος, ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ὑμῶν καὶ τὸ συνταγματικὸν καὶ τὸ πολιτικὸν θέμα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω ὀλίγον τι τὸ πολιτικὸν θέμα καὶ πρὸ παντὸς τὴν πραγματικότητα. Ζητεῖται νὰ συσταθῇ μία ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία τί θὰ κάμῃ; Ἐπαναλαμβάνω, τί θὰ κάμῃ; Θὰ ἐξετάσῃ πολιτικὰς εὐθύνας! Τί ἐννοεῖτε δηλαδὴ μὲ αὐτό; Ἐὰν ὁ κ. Σοφοκλῆς Βενιζέλος εἶναι καλὸς πολιτικός; ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων ἀσκεῖ καλῶς τὰ καθήκοντά του ὡς πολιτικός, ἐὰν ἔχῃ εὐθύνην πολιτικήν, διότι ἔτυχε νὰ γνωρίζῃ ἕνα πρόσωπον, ἢ συνεδέετο ἢ συνανεστρέφετο ἕνα πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μεταγενεστέρως ἀπεδείχθη ὅτι ἦτο λαθρέμπορος; Τί νὰ ἐξετάσῃ λοιπόν, ἡ ἐπιτροπή; Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσητε, τί θὰ ἐξετάσῃ, τὸ ἦθος τοῦ κ. Βενιζέλου; Ὥστε θὰ θελήσητε, κύριε Βενιζέλε, νὰ λάβετε πιστοποιητικὸν ἤθους ἀπὸ τὴν Βουλήν; Δὲν ἀρκεῖ ὁ λαὸς νὰ σᾶς κρίνῃ, ὁ Ἑλληνικὸς λαός;
§140Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δὲν ἐπιτρέπεται. Νομίζω ὅτι ἡ περίπτωσις ἡ ἰδική μου, ὅπως ἄλλωστε ἀναγνωρίζει καὶ τὸ βούλευμα, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος. Ἐν τούτοις εἰς τὸ διατακτικὸν τοῦ βουλεύματος περιλαμβάνομαι καὶ ἐγώ. Καὶ δικαίως ἠμπορεῖ νὰ ἐρωτήσῃ κανείς, μήπως ὑπάρχουν ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησεν ἡ ἀνάκρισις νὰ καλύψῃ διὰ τὸν κ. Βενιζέλον; Νομίζω λοιπόν, ὅτι διὰ τὴν πολιτικήν μου εὐθιξίαν, ἐπιβάλλεται καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
§141Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ὁποία θὰ εἴπῃ τί;
§142Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἐὰν ὑπάρχουν ἄλλα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπέκρυψεν ἡ ἀνάκρισις, ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ.
§143Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπέκρυψεν ἡ ἀνάκρισις. Συνεπῶς θέλετε τὸν ἔλεγχον τῆς δικαιοσύνης; Θὰ κάμωμεν ἔλεγχον τῆς δικαιοσύνης; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι ἡ ἀρχικὴ διατύπωσις τῆς προτάσεως περὶ ἐλέγχου τῆς δικαιοσύνης, ἦτο ἡ ὀρθή, διότι σήμερον, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀποκαλύπτεται τί τὴν θέλετε τὴν ἐπιτροπήν.
§144Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Τὸ εἶπον καὶ χθὲς ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ ἔλεγχον ἀλλὰ κριτικήν. Καὶ κριτικὴν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ οἱοσδήποτε, καὶ ὁ τελευταῖος πολίτης.
§145Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὰ τί λέγετε, κ. Βενιζέλε;
§146Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Κριτικὴν μιᾶς ἀποφάσεως.
§147Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅτι ἐπλανήθη τὸ Συμβούλιον κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως; Δὲν εἶναι ἔλεγχος αὐτός; Τί πρόκειται λοιπόν, νὰ εἴπῃ, ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή; Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ δὲν πρόκειται νὰ κρίνῃ πολιτικὰς εὐθύνας, ὅπως διατυποῦται εἰς τὴν πρότασιν, διότι οὐδεὶς κατηγόρησε τὸν κ. ἀρχηγὸν τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ἔχει κάμει πολιτικήν τινα παράβασιν, ἐκτὸς ἐὰν ἐπιμένῃ ὁ κ. Βενιζέλος, εἰς τὸ νὰ πάρῃ ἕνα πιστοποιητικὸν ἠθικῆς ἐκ μέρους 7, 10, 20 ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελέσουν τὴν ἐπιτροπήν. Αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ τὸ δώσῃ ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Τὰς πολιτικὰς εὐθύνας ἑνὸς πολιτευομένου, ἑνὸς βουλευτοῦ, μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰς κρίνει. Διότι, ἐὰν ὑμεῖς, κύριοι, ὅλοι σας, ἔλθητε καὶ εἴπητε ὅτι ἕνας βουλευτής —διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης ὑπουργοῦ, ἀλλὰ περὶ εὐθύνης βουλευτοῦ— ἐὰν ὅλοι σας εἴπητε ὅτι ὁ βουλευτὴς αὐτὸς ἐδῶ δὲν εἶναι καλός, ἔχει πολιτικὰς εὐθύνας καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸν ψηφίσει, τότε τί ἀξίαν ἔχει ἡ ἀπόφασίς σας; Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἕτερον θέμα. Ἡ κατάργησις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐρωτῶ: Ὑφίσταται σήμερον ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἢ εἶναι ὑπὸ παραίτησιν;
§148Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἐκφράζει ὁ ὅρος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μέχρις ὅτου ἄλλος τὸν ἀντικαταστήσῃ.
§149Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§150Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ ἔχητε πάντοτε ὑπ’ ὄψιν σας. (Χειροκροτήματα).
§151Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἀλλὰ τὸ θέμα δὲν εἶναι αὐτό. Σεῖς δὲν γνωρίζετε ἐὰν πρέπει νὰ ἀσκήσητε πειθαρχικὴν δίωξιν κατὰ τῶν δικαστικῶν ὀργάνων καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ νὰ σᾶς τὸ εἴπῃ; Ἐὰν ναί, τότε σᾶς καταργεῖ ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή.
§152Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐπιτρέψατέ μου τὴν εὐθιξίαν, νὰ ἔχω ἐγὼ περὶ αὐτοῦ.
§153Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν εὐθιξίαν, βεβαίως, τὴν ἔχει ἕκαστος δι’ ἑαυτόν. Αἱ διαπιστώσεις ὅμως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γίνουν. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ — γνωρίζει τὰ αἰσθήματά μου καὶ γνωρίζει τὴν ἐξαιρετικὴν συμπάθειαν καὶ ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς αὐτὸν — καὶ δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσῃ, νὰ τὸν ἐρωτήσω: Διατί ἐξηγέρθη, ὅταν ἀνέγνωσε τὸ ὄνομά του εἰς τὸ βούλευμα; Δὲν ἐγνώριζε ὅτι θὰ ἀναφερθῇ; Δὲν ἐξητάσθη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἀνακριτοῦ; Δὲν ἐξητάσθη αὐτὸς καὶ ἀρκετοὶ φίλοι του ὡς μάρτυρες; Συνεπῶς δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκπλαγῇ.
§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξεπλάγη ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§155Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Βενιζέλος νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω ὅτι εἰς παρομοίαν περίπτωσιν ἔκρινε ὅτι τέως συνάδελφός του ἔπρεπε νὰ εἶχε παραιτηθῆ, ὁ ἴδιος δὲ ἐκκρεμούσης — διότι μετὰ τὴν ἀσκηθεῖσαν ἀνακοπὴν ἐκκρεμεῖ — τῆς ὑποθέσεως, παραμένει ὑπουργός. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον πρόσωπον ἐν τῇ Κυβερνήσει, κατὰ πάντα ἠθικὸν καὶ τίμιον, τὸ ὁποῖον κατὰ κακήν του τύχην, εὑρίσκεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὑπὸ κατηγορίαν, ὄχι ὑπὸ ἀνάκρισιν, διότι ἔχει ὑποβληθῆ μήνυσις κατ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὴν ἔφεσιν ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων καὶ ὡς μέλος ἢ Πρόεδρος μιᾶς διοικήσεως, μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας, ἐμηνύθη καὶ ὅμως ἐξακολουθεῖ νὰ παραμένῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει. Ὁ κ. Α. Διομήδης. Ὑπάρχει μήνυσις ἐναντίον του, ὡς Προέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας. Ὄχι πὼς ἔχει κάμει τίποτε ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ὅμως ἐμηνύθη ὁλόκληρον τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τὸν ἐπῆρε καὶ αὐτὸν τὸ σχέδιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀποδεικνύεται ὅτι ὅλος ὁ θόρυβος, καὶ ὁ σκοπὸς τῆς συζητήσεως, δὲν εἶναι νὰ ἀνεύρωμεν τὴν ἀλήθειαν, δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ εὐθιξία, δὲν εἶναι ἡ προσπάθεια ἀνακαλύψεως τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν, δὲν εἶναι τὸ νὰ πάρωμεν πιστοποιητικὸν ἠθικῆς ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἁπλῶς πῶς νὰ πνίξωμεν ἕνα πολιτικῶς ἐπικίνδυνον τυχὸν ἀντίπαλόν μας.
§156Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ διευκρινίσητε, ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν ἐπικίνδυνον.
§157Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχω πνεῦμα κακίας καὶ τὸ μυαλό μου συνήθως, δὲν πάει εἰς τὴν κακότητα. Δι’ ἐμέ, πᾶς ἄνθρωπος, μέχρις ἀποδείξεως τῆς ἐνοχῆς του, εἶναι ἀθῶος. Φαίνεται δι’ ὑμᾶς, ἔστω καὶ μὲ τὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀθῳότητος, θέλετε νὰ ἐξακολουθῆτε νὰ τὸν θεωρῆτε ἔνοχον. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ προσπάθεια, τοῦ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα τοῦ τόπου, ἓν νέον σῶμα, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ τῶν βουλευτῶν, ὅπως σᾶς ἐξήγησε καὶ ὁ κ. συνάδελφός μου, ὁ κ. Λυκουρέζος, εἶναι ἄκρως ἐπικίνδυνος, διότι σὺν τῷ χρόνῳ, θὰ φέρῃ τὴν πλειοψηφίαν, εἴτε τὸ θέλει εἴτε δὲν τὸ θέλει, εἰς τὴν κατάπνιξιν τῆς μειοψηφίας. Καί, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, λυποῦμαι ποὺ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ καὶ Δημοκρατικοῦ Κόμματος, διότι θὰ τὸν ἠρώτουν, δὲν φοβεῖται τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν, ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος; Δὲν εἶναι αὐτὸ μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας ἐπιτροπάς, διότι θὰ καθιερώσῃ δικτατορίαν τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσῃ εἰς πραγματικὴν δικτατορίαν. Αὐτὴν τὴν ἐκτροπὴν δὲν τὴν φοβεῖται;
§158Η. ΛΑΓΑΚΟΣ. Τὸ νὰ τίθεται κανεὶς ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν συναδέλφων του, δὲν εἶναι μειωτικόν.
§159Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ βουλευτής, κύριε συνάδελφε, τίθεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ, καὶ ὄχι τῶν συναδέλφων. Ὅταν κύριοι, κατήντησε νὰ κατηγοροῦμαι καὶ ἐγὼ ἐπὶ δημοκοπίᾳ, ὁ ὁποῖος τόσον σπανίως ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ὑπερασπίζω μόνον δικαίας ὑποθέσεις, ἔ, τότε, ποῦ κατηντήσαμε καὶ ποῦ πᾶμε; Ἀλλά, κύριοι, ἐνομίσατε ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἡ κατάστασις αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς τόπου, εἶναι τόσον καλή, εἶναι τόσον ὡραία, ὥστε μετὰ τὴν ἔκδοσιν ἀπαλλακτικοῦ πλήρους βουλεύματος, μετὰ τὴν πλήρη ἀθώωσιν πολιτικῶν ἀνδρῶν, νὰ θέλωμεν νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ τοὺς κατασπιλώνωμεν; Ποῖος θὰ κερδίσῃ ἀπὸ αὐτήν τὴν ἱστορίαν; Ὄχι πάντως ἡμεῖς, ἀλλ’ οἱ κομμουνισταί, διότι αὐτὸ τὸ σημεῖον τὸ ἐκμεταλλεύονται καθημερινῶς οἱ κομμουνισταί, καὶ πᾶμε ἡμεῖς, οἱ λεγόμενοι ἐθνικισταί νὰ δώσωμεν ὅπλα εἰς τοὺς κομμουνιστάς. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἦλθον πρὸ 2 ἡμερῶν ἀπὸ μίαν μακρὰν καὶ ἀρκετὰ κουραστικὴν περιοδείαν. Εἶδον ἕνα λαόν ὁ ὁποῖος ὑποφέρει. Εἶδον ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος πεινάει. Εἶδον ἕνα λαόν, ὁ ὁποῖος μέσα εἰς τὴν καρδιά του δὲν ἔχει παρὰ μίαν καὶ μόνον εἰκόνα, τὴν Ἑλλάδα. Ἔ, κύριοι, νομίζω ὅτι θὰ ἠμπορούσαμεν νὰ συζητήσωμεν δι’ αὐτὸν τὸν λαόν, ἀντὶ νὰ προσπαθοῦμε νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον νὰ σφαγιάσωμεν τοὺς πολιτικούς μας ἀντιπάλους.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Τσάτσος ἔχει τόν λόγον.
§161Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, λέγει ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ εἴπω ὅσα προτίθεμαι νὰ εἴπω, διότι ἀποχωροῦν τὰ μέλη τοῦ Νέου Κόμματος. Θὰ ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ παρουσία ἢ ἀπουσία τῶν μελῶν τοῦ Νέου Κόμματος, μοῦ εἶναι παντελῶς ἀδιάφορος. (Χειροκροτήματα). Κύριοι βουλευταί, ἀνεπτύχθησαν προηγουμένως, ἀπὸ δύο συναδέλφους, ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος. Δὲν πρόκειται νὰ μακρυγορήσω. Θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, ὅτι δύο εἶναι τὰ σκέλη τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως. Τὸ ἓν σκέλος ἀφορᾷ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐὰν ἐκ τοῦ συνόλου τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν, προκύπτουν πολιτικαὶ εὐθῦναι. Ἄν καὶ ἐκ τῆς διατυπώσεως αὐτῆς δὲν συνάγεται κἂν ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν δέον νὰ ἐννοηθοῦν αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι, ποῖος εἶπεν εἰς τοὺς συναδέλφους τοῦ Νέου Κόμματος, ὅτι ὡς πολιτικαὶ εὐθῦναι νοοῦνται αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι, τῶν περὶ ὧν πρόκειται προσώπων, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἦσαν ὑπουργοί; Εἶναι ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ πολιτικὴ εὐθύνη διὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, δέον ἀπαραιτήτως, νὰ ἀνάγεται εἰς πράξεις ἢ παραλείψεις ὑπουργῶν, ἀντίληψις, ἡ ὁποία στενεύει τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἀκόμη δεχθῶμεν τὴν ἄποψιν, ὅτι ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς διαπίστωσιν πολιτικῶν εὐθυνῶν, δύναται νὰ ἀναφέρεται μόνον εἰς πράξεις ὑπουργῶν, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὅτι, ὅταν ἕνα ὡρισμένον πρόσωπον, ἔχῃ ὑποπέσει πρὶν γίνῃ ὑπουργός εἰς ἀδικήματα τοιαύτης φύσεως καὶ τοιαύτης ἀπηχήσεως, ὥστε ἡ ἐνάσκησις τῶν ὑπουργικῶν του καθηκόντων νὰ καθίσταται ἐπισφαλής καὶ πρὸ αὐτῆς νὰ καθίσταται ἠθικῶς ὕποπτος, ὑπάρχει εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐνάσκησιν τῶν ὑπουργικῶν καθηκόντων, ἀπὸ μέρους τοιούτων προσώπων, ἓν θέμα πολιτικῆς εὐθύνης. Συνεπῶς, ὅλαι αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν προηγουμένως, παρέλκουσι, διότι ὁ ὁμιλητής ὁ πρῶτος ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Νέου Κόμματος, ἐνόμισεν ὅτι ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου διχοτομεῖται, ὅπως διχοτομοῦνται ὁ χρόνος καὶ τὰ γεγονότα καὶ ὑπάρχοντα γεγονότα, τὰ μέχρι τῆς ὑπουργίας καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπουργίας ὑποστηρίζει, ὅτι ἀρχίζει μία νέα ζωή, ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἠθικὴ του προσωπικότης. Αἱ εὐθῦναι του εἶναι κάτι, τὸ συνεχὲς καὶ δὲν ἀρκεῖ ὁ περίεργος συλλογισμὸς διὰ νὰ τὴν διχοτομήσῃ. Τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ὑπουργός, εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὸ σύνολον τῆς δράσεώς του καὶ δὲν δύναται ἐὰν ἡ τοιαύτη δρᾶσις τὸν ἐμποδίζῃ εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων του νὰ ἐπικαλεῖται ἕνα περίεργον παράδειγμα ἐλλείψεως πολιτικῆς εὐθιξίας, νὰ λέγῃ ὅτι πιθανὸν νὰ εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τὸ α ἢ β πρᾶγμα, ἀλλὰ, ὅταν διέπραττον τὰς πράξεις αὐτάς δὲν ἤμην ὑπουργός.
§162Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κύριον συνάδελφον, ὅτι προκειμένου καὶ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων ἀκόμη, ἐδέχθημεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ κώδικος, ὅτι ἐξετάζεται ὁ ἰδιωτικός των βίος καὶ ὁ πρὸ τῆς εἰσόδου των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§163Θ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Πλὴν τούτου, κύριε συνάδελφε, ὑπάρχει καὶ ἄλλο σκέλος τῆς προτάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσις ἀσκήσεως πειθαρχικῆς διώξεως, ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ ἐλέχθη ὅτι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως εἶναι νὰ ὑπεισέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ ὅτι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν θεμελιώδη πράγματι ἀρχὴν τοῦ πολιτεύματος περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἀλλὰ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, τοῦτο μόνον ἐμποδίζει, νὰ ἀσκήσῃ ἡ Βουλὴ δικαστικὰ καθήκοντα, νὰ δικάσῃ, νὰ ἐκδώσῃ δηλαδὴ δικαστικὰς ἀποφάσεις, δὲν ἐμποδίζει νὰ παρακολουθῇ καὶ νὰ ἐξετάζῃ πῶς ἀσκεῖται ἡ δικαστικὴ λειτουργία. Θὰ εἶχον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰς τὴν νεωτέραν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν, ἡ γνωστοτέρα περίπτωσις συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἀνεφάνη τὸν Μάρτιον τοῦ 1914 εἰς τὴν Γαλλίαν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποθέσεως ROSET καὶ ἐν συσχετίσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν. CAYOR. Τότε ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ γνῶμαι ὅλων τῶν ἐπιφανῶν δημοσιολόγων τῆς ἐποχῆς καὶ διετύπωσαν γνώμην οἱ ἐπιφανέστεροι πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Γαλλίας καὶ ἡ ἔρευνα τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἀπέληξεν εἰς τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ὁ Γενικὸς Εἰσαγγελεὺς τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας FAURE εἰς τὴν ὑπόθεσιν ROSET εἶχεν ὑποπέσει εἰς παραπτώματα φύσεως πειθαρχικῆς καὶ ἀποτέλεσμα τοῦ πορίσματος, τὸ ὁποῖον τότε ἐξεδόθη, ὑπῆρξεν ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Γενικοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἄλλη χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, μετὰ τόσου πείσματος νὰ τηρεῖται, ὡς εἰς τὴν Γαλλίαν. Συνεπῶς, νομίζω, ὅτι ἡ ἀναζήτησις πρὸς ἀποφυγὴν ἑνὸς ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸ πολίτευμά μας, μιᾶς δῆθεν ἀντιθέσεως τῆς συστάσεως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, δὲν ἀποτελεῖ, παρὰ μόνον τοῦτο, ἕνα πρόσθετον δεῖγμα τοῦ πανικοῦ, τοῦ σχεδὸν κωμικοῦ, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔχει καταληφθῆ ὁλόκληρον τὸ Νέον Κόμμα καὶ ὁ ἀρχηγός του. (Χειροκροτήματα).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§165Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι βουλευταί, κυρίως εἰπεῖν, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον ἀπόψε, διότι νομίζω ὅτι ἡ σύμπτωσις τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Σώματος ὑπῆρξε πλήρης, ἐξαιρέσει μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἤδη χθὲς εἶχα τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναπτύξω δι’ ὀλίγων τὰς ἀντιλήψεις μου, ὡς πρὸς τὸ θέμα, τὸ κυρίως θέμα, τοῦ ἐὰν ἠμπορεῖ νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ καθ’ ἃ ἐκλεκτὸν μέλος τοῦ Σώματος ἐζήτησε, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ θίξωμεν τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Χωρὶς δηλαδὴ νὰ προσβάλωμεν τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἐφ’ ὅσον περὶ δικαστικοῦ θέματος καὶ ἐρεύνης αὐτοῦ ἔστω καὶ ἐμμέσως πρόκειται. Νομίζω ὅτι ὑπῆρξα σαφὴς λέγων ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς θὰ ἦτο κυρίως πολιτικὸν καὶ κατὰ τοῦτο ἔστω καὶ μὲ αὐστηροτάτην ἔννοιαν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, δὲν θὰ ἐπήρχετο προσβολή τις ἐκ τοῦ λόγου τούτου. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ δόγμα περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἔχει ὑποστῆ ἐξέλιξιν. Εἶναι πολὺ πλέον συγκεκριμένα σήμερον τὰ ὅρια τῶν ἐξουσιῶν ἢ ἄλλοτε. Βεβαίως, δὲν εὑρισκόμεθα πλέον εἰς τὰς ἡμέρας τοῦ MONTESCIE. Πάντως ὅμως εἶναι γεγονὸς ὅτι ἡ διάκρισις παραμένει, ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐκεῖ ὅπου ἐπέρχεται μία σύγχυσις, εἶναι μεταξὺ ἐκτελεστικῆς καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας μόνον. Κατὰ συνέπειαν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ διαφυλάξωμεν αὐτὴν τὴν ἀνεξαρτησίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀληθινὴν ἀνάγκην. Ἀλλὰ καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς δικαιοσύνης παραμένει ἀλώβητος διὰ τῆς τιθεμένης προτάσεως, ὅπως τίθεται. Εἶπα ἤδη χθές, ποῖα αἰσθήματα ἐγέννα εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον ὡς μέλους τοῦ Σώματος αὐτοῦ καὶ ὡς Ἕλληνος πολίτου ἡ ἐκδήλωσις, ἡ πηγαία, ἡ αὐθόρμητος τοῦ ἀγαπητοῦ συναδέλφου, ὑπουργοῦ τῆς Ἐργασίας, κ. Σοφοκλῆ Βενιζέλου. Διότι τί ἐζήτησε; Περὶ τίνος ἐπρόκειτο; Ἐθεώρησεν ἑαυτὸν πληττόμενον εἰς τὴν εὐθιξίαν αὐτοῦ, εἰς τὴν συνείδησίν του περὶ πολιτικῆς ἠθικῆς, εἰς τὴν ἀντίληψίν του περὶ πολιτικῆς εὐθιξίας. Ὑπογραμμίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ πολιτικὴ εὐθιξία εἶναι καὶ θὰ ἀποτελῇ πάντοτε τὸ πρωταρχικὸν καὶ κύριον γνώρισμα τῶν δημοσίων καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. (Χειροκροτήματα). Κατὰ ταῦτα καὶ ἀπὸ χθὲς ἤδη εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ἀπόψε, παρακολουθῶ ψυχικῶς καὶ συντάσσομαι νοερῶς ἐξ ὁλοκλήρου μὲ τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως ὡς αὕτη τίθεται ἐνώπιον ὑμῶν ἀπόψε, διότι χθὲς περιεῖχε τρωτὰ καὶ ἐλαττώματα κατὰ τὸ πρῶτον μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν δικαιοσύνην καὶ εἰς τοῦτο εἶχον λάβει τὸν λόγον, ἵνα σημειώσω τὰς παρατηρήσεις μου. Ἀπόψε ἀσμένως ἀποδέχομαι τὸ κείμενον, ὡς διατυποῦται. Ἐπειδὴ τὸ δεύτερον μέρος, ἐμὲ ἀποκλειστικῶς ἀφορᾷ εἰς τὰς συνεπείας του εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, νὰ χαρακτηρίσουν τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὡς οἱονεὶ ἐξαφανιζόμενον καὶ καταργούμενον, σπεύδω νὰ τοὺς διαβεβαιώσω περὶ τῶν ἑξῆς: Ἡ ἔννοια τῆς συνεχιζομένης παραμονῆς μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι ὅτι παραμένω μέλος αὐτῆς ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν μειωμένος. Παραμένω ὅπως ἐδήλωσα καὶ πρὸ ὀλίγου, εἰς τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐνεπιστεύθη ἡ πατρίς μου μὲ πλήρη συνείδησιν τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας συνεπάγεται τοῦτο δι’ ἐμέ. (Χειροκροτήματα). Ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐδεχόμην, ἀλλὰ αὐθωρεὶ θὰ ὑπέβαλα τὴν παραίτησίν μου, ἐὰν ἐνόμιζον ὅτι μειοῦμαι ἐν τῇ φιλοτιμίᾳ μου ὡς δημοσίου ἀνδρός, ἢ κυριώτερον ἐν τῇ ἀσκήσει καὶ τῇ πληρότητι τῆς ἀσκήσεως καὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος, τοῦ ὁποίου ἐλάχιστος ἐγὼ ὑπηρέτης ἐτάχθην. Κυρίως διὰ τὸν δεύτερον λόγον δὲν θὰ παρέμενα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν φορεὺς τοῦ ἀξιώματος αὐτοῦ, ἐὰν ἀμφέβαλα τὸ παράπαν διὰ τὴν τοιαύτην πρότασιν. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἡ πρότασις, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὡς τὴν ἀντιλαμβάνομαι, χωρὶς καμμίαν ὑποκρισίαν, χωρὶς καμμίαν συμπαιγνίαν μὲ τὴν συνείδησίν μου, νομίζω ὅτι δὲν μεταβάλλει τὰ καὶ ἤδη ἰσχύοντα καὶ τὸ καθεστὼς τὸ ἀφορῶν τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπέναντι τοῦ Σώματος, ὡς μέλους τοῦ κοινοβουλίου καὶ ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἐὰν σήμερον, κύριοι, ἔχουν νὰ ἀποδώσουν κάτι εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἐὰν ἡ δικαιοσύνη θεωρηθῇ τυχὸν ὅτι χωλαίνει ἢ ὑστερεῖ εἰς οἱανδήποτε ἐκδήλωσιν τῆς δράσεώς της, βεβαίως δὲν θὰ κληθῇ ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου νὰ λογοδοτήσῃ, οὔτε ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν οὔτε ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου —διότι καὶ ἰσοβιότητος ἀπολαμβάνουν καὶ μονιμότητος οἱ ἀνεξάρτητοι δικασταί μας καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς ἀναλόγως— ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ αὐθωρεὶ ὑπὸ μορφὴν ἐλέγχου καὶ ἐπερωτήσεως ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς σύνδεσμος, ὡς ὀφθαλμός, ἂς εἴπωμεν, τῆς Κυβερνήσεως, παρ’ ὅλον τὸν χωρισμὸν καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποτελεῖ τὸ μόνον στοιχεῖον διὰ τοῦ ὁποίου ἀπομένει ἡ σύνδεσις καὶ ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Δὲν βλέπω λοιπόν, κύριοι, —τὸ λέγω καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἀνυποκρίτως — ὅτι ὑπέστη τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μείωσίν τινα ἐκ τοῦ ὅτι ἐλέχθη ἐνταῦθα ὅτι τὸ ὄργανον τὸ συνιστώμενον διὰ τοὺς λόγους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνιστοῦν τὰ ἐντελῶς χαρακτηριστικὰ συστατικὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν, θίγει τὰ καθήκοντα καὶ τὶς ἁρμοδιότητες τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν πρόκειται περὶ δικαστικῶν θεμάτων, βεβαίως, τότε δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἀλλὰ διὰ τῆς εἰς ἄτοπον ἀπαγωγῆς, ἂν μὴ καὶ διὰ τῆς ἐνσυνειδήτου πίστεως ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς πολιτικὸν σῶμα προβλέπει, προκύπτει ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ δὲν ἀποτελεῖ ἴδιον βαθμὸν δικαιοδοσίας, ἔστω καὶ ἂν περιβάλλεται τοῦτο μὲ εὐρέα δικαιώματα ὡς οἱονεὶ ἀνακριτικὰ καθήκοντα, ἤτοι ἐξέτασιν μαρτύρων κλπ. Καὶ ἀνακριβῶς ὑποστηρίζεται ὅτι μόνον τὰς κυβερνητικὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν ἔχει ὡς ἔργον νὰ ἐρευνᾷ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν πράξεων ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὡς δημοσίου ἀνδρός, τῶν ἀναγομένων ἀμέσως καὶ συνεπῶς εἰς τὸν περιωρισμένον κύκλον τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τῶν καθηκόντων του. Ἀφορᾷ τὰ γεγονότα, ἔστω καὶ ἐμμέσως καθαπτόμενα τῆς δημοσίας αὐτοῦ ἐμφανίσεως καὶ ἐμφανίσεως ἡ ὁποία παρακολουθεῖ τοὺς δημοσίους ἄνδρας ὁπουδήποτε καὶ ἂν εὑρίσκωνται οὗτοι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἵστανται. Αὐτὴ εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀλλὰ ἤθελον, παρ’ ὅλα ταῦτα, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μή κατέλθω τοῦ βήματος τούτου, χωρὶς νὰ διατυπώσω ἔντονον διαμαρτυρίαν, ἐν τῇ ἀσκήσει ἀκριβῶς τῶν καθηκόντων τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἤκουσα δηλονότι διακεκριμένον μέλος τοῦ Σώματος τούτου —ἀπὸ τὰ πλέον διακεκριμένα καὶ τὰ πλέον διακεκριμένα μεταξὺ τοῦ νομικοῦ κόσμου,— τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Τρικκάλων κ. Βαμβέτσον, ὁ ὁποῖος ἔκαμε μίαν ὁμολογουμένως θαυμαστὴν εἰς εὐγλωττίαν, ὡς τόσον συχνὰ κάμνει, ἀγόρευσιν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ρύμην τοῦ λόγου του, ἤχθη εἰς τὸ νὰ εἴπῃ πράγματα ἐντελῶς ἀπαράδεκτα. Ὅτι δηλ. διέγνωσεν εἰς τὸ βούλευμα τοῦ Συμβουλίου Πλημμελιοδικῶν ὄχι μόνον ἀμέλειαν, ἀλλὰ καὶ δόλον. Τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν τοῦ κ. συναδέλφου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποκρούσω εἰς τὸν ἐντονώτερον τόνον. Δυνατὸν ἐν τῇ προόδῳ τῆς μελέτης νὰ ἀχθῶ εἰς τὸ νὰ διαπιστώσω, κατὰ τὴν κρίσιν μου, παραπτώματα ἢ παραλείψεις, ἢ ἀστοχίας, ὁπότε θὰ ἀσκήσω ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος μοῦ ἀναθέτει καὶ ὡς δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ὡς καθήκοντα.
§166Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἀποκλείεται νὰ καταλήξητε καὶ σεῖς εἰς ὅ,τι κατέληξα καὶ ἐγώ.
§167Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν πραγματικῶς εἶναι ἄξιον τιμῆς. Εἶπα καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μὲ τοῦτο δὲν προκαταλαμβάνω τὰ γεγονότα, οὔτε τὸ καθῆκον μου παραμερίζω, καὶ θὰ τὸ ἐκτελέσω πιστῶς. Ἀλλὰ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, θὰ ἤθελον νὰ μὴ τὸν εἶχα ἀκούσει.
§168Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐφ’ ὅσον σεῖς λέγετε ὅτι ἀκόμη δὲν κατελήξατε εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, διὰ ποῖον λόγον θίγετε προκαταβολικῶς...
§169Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω ἐντόνως αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἐν ὀνόματι τῆς δικαιοσύνης.
§170Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἐφ’ ὅσον λέγετε ὅτι ἀκόμη δὲν κατελήξατε εἰς συγκεκριμένα συμπεράσματα, διὰ ποῖον λόγον θέλετε ἐκ προοιμίων νὰ ἀποκλείσητε κατὰ τὴν κρίσιν σας, τὸ ἐνδεχόμενον διαπιστώσεως τοῦ αὐτοῦ συμπεράσματος εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξα ἐγώ, μετὰ τεσσαρακονταετῆ πεῖραν περὶ τὰ δικαστικὰ πράγματα, ἐρχόμενος καθημερινῶς εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ δικαστήρια καὶ γνωρίζων τὴν νοοτροπίαν των. Μετὰ ἤρεμον καὶ ἐπισταμένην μελέτην τοῦ βουλεύματος, ἔχω καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτό. Σεῖς δὲν ἐμελετήσατε ἀκόμη τὸ βούλευμα. Διατὶ σπεύδετε νὰ μὲ καταδικάσετε;
§171Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ μακρὰ νομική σας πεῖρα, εἶναι φυσικόν, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, νὰ γνωρίζω ὀλίγον τί περισσότερα ἀπὸ ὑμᾶς καὶ τὸ βούλευμα ἐμελέτησα καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι τὰ πράγματα, ὅπως θέλομεν νὰ τὰ παρουσιάσωμεν. Δὲν ἀποκλείω ὅτι εἶναι ἐνδεχομένως δυνατὸν νὰ ἀχθῶ εἰς ἔλεγχον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικάζωμεν ἐκ προοιμίων ἐντιμοτάτους δικαστάς, διὰ τοῦ βαρέος καὶ ἀπαραδέκτου χαρακτηρισμοῦ τοῦ δόλου, ὅστις δὲν ὑπάρχει. Θὰ ἤθελα ἀκόμη νὰ ἀπαντήσω εἰς ἓν ἐρώτημα, καθ’ ἣν ἀνέλαβον ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν ἀρχηγῶν τῶν διαφόρων κομμάτων ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν κατὰ διάφορον τρόπον μεταχείρισιν κατὰ τὴν ἐξέτασίν των ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ δύο ἀρχηγῶν κομμάτων, τοῦ κ. Ζέρβα καὶ τοῦ κ. Μαρκεζίνη, τοῦ μὲν ἑνὸς ἐξετασθέντος εἰς τὸ ἀνακριτικὸν γραφεῖον, τοῦ δὲ ἑτέρου κατ’ οἶκον. Θὰ ἀπαντήσω, ἐπιβεβαιῶν τὰ ὅσα χθὲς περίπου ὑπηνίχθην ἐνώπιον τοῦ Σώματος καὶ τὰ ὁποῖα σήμερον ὑπευθύνως βεβαιῶ. Ὅτι δηλαδὴ ἡ ἀνάκρισις τοῦ ἑτέρου ἀρχηγοῦ ἐγένετο αὐτὴν ταύτην τὴν στιγμὴν τῆς παραιτήσεως τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ πράγματος μὴ ὄντος γνωστοῦ οὐδὲ κἂν μέχρι τῆς πλατείας τοῦ Συντάγματος, οὐδὲ κἂν μέχρις ὅλων τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς παραιτήσεως γνωσθείσης εἰς τοὺς ὑπουργούς, καθ’ ἣν στιγμὴν διεξήγετο ἡ ἐνωρίτερον βεβαίως ἀποφασισθεῖσα ἐξέτασις τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Καὶ ἑπομένως θὰ πιστεύσῃ τὸ Σῶμα καὶ θὰ πιστεύσῃ πρῶτος, νομίζω, ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, ὅτι ὄχι μόνον πρόθεσις χρησιμοποιήσεως δύο μέτρων καὶ δύο σταθμῶν δὲν ὑπῆρξεν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἀντικειμενικὴ ἡ ἐνέργεια τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς. Ὡς ὑπουργὸς ὁ κ. Μαρκεζίνης, ἐξητάσθη κατ’ οἶκον. Καὶ περὶ ὑπουργῶν μὲν ἡ δικονομία δὲν προβλέπει ἰδιαιτέραν μεταχείρισιν, μόνον δὲ περὶ Βασιλοπαίδων κάμνει λόγον. Ἀλλὰ κατ’ ἔθιμον, ἔχει ἐπικρατήσει, οἱ ὑπουργοὶ νὰ ἐξετάζωνται κατ’ οἶκον. Τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν παρέχω πρὸς τὸ Σῶμα, διότι ἐδεσμεύθην χθὲς νὰ φέρω ἀπάντησιν καὶ ἡ ἀπάντησις εἶναι οἵα σᾶς τὴν λέγω.
§172Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω ὅτι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐλάβατε καὶ αἱ ὁποῖαι σᾶς ὑποχρεώνουν νὰ φθάσητε εἰς τὴν διατύπωσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν τώρα κάμνετε, νομίζω ὅτι αἱ πληροφορίαι σας, εἶναι λανθασμέναι ὀλίγον τί. Ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως θὰ ἐνθυμῆσθε, ἐγνώσθη ἀπὸ τῆς ἑσπέρας καὶ ἡ ἐξέτασις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος ἐγένετο τὴν ἑπομένην ἑσπέραν, τοὐτέστιν μετὰ 24 ὥρας καὶ πλέον. Αὐτὰ οἱοσδήποτε καὶ ἂν θέλῃ νὰ τὰ ἀλλοιώσῃ, θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω καὶ πρὸς αὐτὸν καὶ πρὸς τὴν ἀνάκρισιν μάρτυρας ἀψευδεῖς. Ἄν τώρα, ἐκ τῶν ὑστέρων θέλωμεν νὰ ἐξαγάγωμεν συμπεράσματα ἀπαλλάσσοντα ἐν μέρει τὸν ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἐκτροπὴν αὐτὴν δικαστικόν, αὐτὸ εἶναι ἄλλο θέμα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς λέγω, εἶναι ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει, ὅπως τὸ εἶπον.
§173Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τὰ πράγματα δὲν ἔχουν ὅπως θέλετε νὰ τὰ παραστήσητε καὶ ἔχουν ὅπως τὸ λέγω ἐγώ.
§174Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τουλάχιστον, μετὰ 24 ὥρας.
§175Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ κάμω λοιπὸν καὶ ἄλλην ἐξέτασιν καὶ ἐγγυῶμαι πρὸς τὸ Σῶμα ὅτι θὰ φέρω τιμίαν καὶ πιστὴν ἀναμετάδοσιν τῶν ὅσων καὶ πάλιν θὰ ἐξακριβώσω. Δὲν ὑπῆρξε διάφορος μεταχείρισις.
§176Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἤμην τότε ὑπουργός, ὅταν ἀνεκοινώθη εἰς μίαν δεξίωσιν ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπιστρέψας ἀπὸ τὴν δεξίωσιν εἰς τὴν οἰκίαν μου ἐπληροφορήθην ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι ὁ ἀνακριτὴς ἦτο ἐκεῖ εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀρχηγοῦ μου καὶ ἐλάμβανε τὴν κατάθεσίν του. Εἶχεν ἀρχίσει δηλ. ἡ ἐξέτασις πρὶν ἢ μάθωμεν τὴν παραίτησιν καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Τσαλδάρη, ὅτι τὴν παραίτησιν ἐπληροφορήθημεν εἰς τὴν δεξίωσιν ἐκείνην.
§177Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε Γονῆ, ἐπικυρώνω τὸ πρῶτον μέρος τῶν ὅσων λέγετε.
§178Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐκεῖ ἐπληροφορήθημεν τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως.
§179Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Τὰ πέραν τούτου δὲν τὰ γνωρίζω.
§180Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Πάντως, κ. ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ, μὴ σπεύδετε νὰ διαπιστώνετε τοιαῦτα πράγματα.
§181Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνετε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος καὶ νὰ μὴ μεταχειρίζεσθε τὸν τόνον, ποὺ ἐχρησιμοποιήσατε διὰ τὸν ἀνακριτήν, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀνακοινώσω καὶ μερικὰ σημεῖα τῆς ἐπιστολῆς σας, ἀποτελοῦντα βαρείας ἀνακριβείας.
§182Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ εἴπητε καὶ πρὸς τὸ Σῶμα καὶ πρὸς ἐμὲ ποῖα εἶναι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα σεῖς θεωρεῖτε ἀνακριβῆ καὶ τὰ ὁποῖα ἔγραψα εἰς τὴν ἐπιστολήν μου. Δὲν δύνασθε νὰ λέγετε τοιαῦτα πράγματα πρὸς τὸ Σῶμα. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ εἴπητε ποῖα εἶναι τὰ ἀνακριβῆ σημεῖα.
§183Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Γράφετε εἰς τὴν ἐπιστολήν σας περὶ μαρτύρων καὶ περὶ τρόπου ἐρεύνης ὡρισμένων μαρτύρων ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνέγνωσα τὰς καταθέσεις τῶν προσώπων αὐτῶν καὶ οὐδὲ ἴχνος ἀκριβείας, ὑπῆρχεν εἰς τὰ γραφόμενά σας. Εἴπατε χθὲς μὲ εἰρωνείαν, ὅτι ἀπὸ κοινὴν πολιτικὴν ἀσθένειαν, τόσον ἐγὼ ὅσον καὶ οἱ εἰσαγγελεῖς Ἀρείου Πάγου καὶ Ἐφετῶν, ποὺ ἔλαβον ταὐτοσήμως τὴν ἐπιστολήν σας αὐτὴν δὲν σᾶς ἀπηντήσαμεν. Σᾶς εἶπα ὅτι ἀσθενῶν δὲν ἀπήντησα καὶ ἐξ ἁπλῆς ἁβρότητος σᾶς ἐζήτησα συγγνώμην. Ἀλλὰ ὅταν μοῦ λέγετε ὅτι ἡ ἀσθένεια ἦτο συλλογικὴ καὶ ὅτι οἱ κ.κ. εἰσαγγελεῖς Ἀρείου Πάγου καὶ Ἐφετῶν δὲν σᾶς ἀπήντησαν, σᾶς ἐτόνισα ἤδη χθὲς ὅτι τῶν ἀνωτάτων δικαστικῶν ἔργον δὲν εἶναι νὰ ἀπαντοῦν εἰς τὸν οἱονδήποτε, ἔστω καὶ ὑψηλὰ ἱστάμενον πολίτην, ἀλλὰ εἶναι ἔργον αὐτῶν νὰ ἀπαντοῦν διὰ δικαστικῶν πράξεων ἢ ἀποφάσεων. Ἀλλοίμονον ἂν αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ἦσαν ὑποχρεωμέναι ἀνταποκρινόμεναι διὰ τοῦ ταχυδρομείου, νὰ δίδουν ἀπαντήσεις εἰς οἱονδήποτε, ἐπὶ δικαστικῶν θεμάτων.
§184Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ἐζήτησα ἐγὼ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καί....
§185Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Δὲν δύνασθε νὰ ζητῆτε ἀπὸ τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς ἀπάντησιν.
§186Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Βλέπω ὅτι δὲν ἐχάσαμεν τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων καὶ φράσεων, ἀλλὰ θὰ χάσωμεν καὶ τὴν ἔννοιαν τῶν πράξεων, θὰ ἀλλάξουν ὅλα ἐδῶ.
§187Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Τί θέλετε νὰ εἴπητε; Ἐξηγηθῆτε.
§188Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Μοῦ λέγετε ὅτι ἐζήτησα ἐγὼ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα Ἐφετῶν καὶ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ μοῦ ἀπαντήσουν ἐπὶ θεμάτων δικαστικῶν. Κατήγγειλα ὡρισμένα πράγματα καὶ νομίζω ὅτι ὤφειλεν ὁ οἱοσδήποτε εἰσαγγελεύς......
§189Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Μὴ διαστρέφετε ἐκεῖνα ποὺ λέγω. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω διαστροφὴν τῶν λόγων μου. Εἴπατε χθὲς ἐδῶ καὶ ἐζητήσατε ἀπάντησιν τόσον ἀπὸ ἐμὲ ὅσον καὶ ἀπὸ τοὺς δύο εἰσαγγελεῖς, παραπονούμενος ὅτι δὲν τὴν ἐλάβατε καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ ἐξ ἁπλῆς ἁβρότητος σᾶς ὡμίλησα περὶ πολυημέρου ἀσθενείας μου, εἰρωνευόμενος ὡμιλήσατε περὶ συλλογικῆς ἀσθενείας.
§190Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν εἶπον συλλογικήν. Εἶπον πολιτικήν.
§191Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἴσως, ἀλλὰ σᾶς ἀπαντῶ. Ἐκλήθητε ἁπλούστατα εἰς τὴν ἀνάκρισιν. Λέγω καὶ ἐμμένω εἰς ὅσα εἶπον. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς τὸ Σῶμα καὶ θὰ εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὸ Σῶμα καὶ πρὸς πάντας, ὅτι τὰ πράγματα ἔχουν ἀκριβῶς ὅπως τὰ ἐξέθεσα καὶ ἡ ἐν προκειμένῳ ἐνέργεια τῆς ἀνακρίσεως ὑπῆρξεν ἀπολύτως ἀντικειμενικὴ καὶ ἄψογος.
§192Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διότι ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ θέματος, θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω ὀλίγας λέξεις. Θὰ ἐπεθύμουν, πρῶτον, νὰ ἐπιβεβαιώσω ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αἰσθάνεται ὅτι δὲν ἀποτελεῖ μείωσιν ἰδικήν του ἡ σύστασις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι καὶ ἀληθὴς καὶ ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα τοῦ Σώματος. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἐπεθύμουν, ἐπίσης, νὰ προσθέσω ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον τὸ Σῶμα κατέβαλε προσοχὴν διὰ τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως, ἀποδεικνύει πόσην εὐλάβειαν ἔχει πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ πόσον ἐπιθυμεῖ νὰ προστατεύσῃ τὴν διατήρησιν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς καὶ εἰς τὸ μέλλον. Εἰς οὐδένα θὰ ἐπιτραπῇ ἡ παραμόρφωσις τῆς θελήσεως καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Σώματος, ὅπως εὑρισκόμενοι ἐνώπιον τοιαύτης περιστάσεως, ἐξασφαλίσῃ τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων του κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ εἰς τὸ ἀκέραιον τὸ κῦρος τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν, τέλος, νὰ προβῶ καὶ εἰς μίαν ἄλλην διαπίστωσιν. Συνήθως διαπράττεται ἓν σφάλμα, ὅταν ὁμιλοῦμεν δι’ ὡρισμένα πρόσωπα νὰ γενικεύωμεν τὴν ἰδιότητά των. Ὅταν ὁμιλοῦμεν δι’ ὡρισμένους δικαστάς, νὰ λέγωμεν ἡ δικαιοσύνη. Διαμαρτύρομαι...
§193ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σωστό. (Χειροκροτήματα).
§194Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν, προτοῦ ληφθῇ ἡ ἀπόφασις, νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διευκρίνησις. Οὐδεὶς εἶπεν «ἡ δικαιοσύνη». Διότι ἐὰν τὸ ἔλεγε, δὲν θὰ ἦτο ἀκριβές. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησε, ἦτο τὸ θέμα τὸ συγκεκριμένον ὡρισμένων προσώπων. Καὶ ἂν ἠσχολήθημεν μὲ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν παραπτωμάτων τῶν ὡρισμένων προσώπων, ἔγινε τοῦτο ἐν ὀνόματι ἀκριβῶς καὶ τῆς ἐννοίας τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς προσωπικῆς συνθέσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία τιμᾷ καὶ σέβεται καὶ τὴν ἔννοιαν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν ἔξοχον προσωπικὴν σύνθεσιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος τῆς Ἑλλάδος, τιμᾷ τοὺς ὑπερόχους δικαστάς μας. Καὶ μὲ τὴν εὐκαιρίαν αὐτήν, κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν τὴν ἀπόφασιν τῆς συστάσεως τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ διακήρυξις ὅτι τιμῶμεν καὶ τὴν δικαιοσύνην καί, εἰς τὴν μεγίστην των ἔκφρασιν, τὸ σύνολον τῶν δικαστῶν τῆς Ἑλλάδος, ἀξίων τοῦ ὑψηλοῦ των λειτουργήματος καὶ τῆς πατρίδος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§195Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Πρὶν ζητηθῇ ἡ ἔγκρισις τῆς προτάσεως ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ μεθαύριον πρὸ δυσχερειῶν, θὰ πρέπει νὰ δηλωθῇ καὶ νὰ διευκρινισθῇ, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ ἀφορᾷ μόνον τὸν κ. Βενιζέλον καὶ κανένα ἄλλον.
§196ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ρητόρων ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Ἡ πρότασις, ὡς διετυπώθη τελικῶς, ἔχει ὡς ἑξῆς: Οἱ ὑπογεγραμμένοι βουλευταὶ..... ........... (Ἀναγινώσκει)...... Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, δέχεται τὴν πρότασιν; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι τῶν κ.κ. βουλευτῶν).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δέχεσθε νὰ συγκροτηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ 21 μέλη;
§199Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον ὀλιγομελεστέρα εἶναι, τόσον τὸ καλύτερον. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ εἶναι συντεθειμένη κατ’ ἀναλογίαν.
§200Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ὀλιγομελὴς καὶ ὄχι κατ’ ἀναλογίαν τῆς δυνάμεως τῶν κομμάτων. Ὁλόκληρον τὸ Σῶμα θὰ ἐκφρασθῇ ἐν προκειμένῳ, ἄνευ οἱασδήποτε κομματικῆς ἀποχρώσεως.
§201Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Διαφωνῶ ἀπολύτως μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Διαφωνῶ, διότι ἔτσι θὰ δώσετε τὴν ἔννοιαν τοῦ διαβλητοῦ τῆς ἀποφάσεώς σας. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ δύνανται νὰ εἴπουν ὅτι τὸ Σῶμα κατήρτισε τὴν ἐπιτροπὴν βάσει τῶν ἀπόψεων τῆς πλειοψηφίας. Δώσατε εἰς ὅλα τὰ Κόμματα τὸ δικαίωμα νὰ μετάσχουν αὐτῆς.
§202Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ μὴ μετάσχουσι καὶ καθόλου δικοί μου βουλευταί.
§203Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κατώτερον ὅριον δὲν ὑπάρχει. Ὑποχρέωσις ἀναλογίας ἐν τῇ συνθέσει δὲν ὑπάρχει. Ἔχομεν τὴν πρᾶξιν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ Κώδικος ἦτο 9μελής, εἰς ταύτην δι’ ἐξεπροσωπεῖτο ἕκαστον Κόμμα, μικρὸν ἢ μεγάλο, δι’ ἑνὸς. Ἐπομένως ὄχι μόνον δὲν θὰ συμβῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ζέρβας, ἀλλὰ τοὐναντίον, τὰ πλειοψηφοῦντα κόμματα θὰ ἐμφανίζωνται ἐξησθενημένα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὲρ τῶν μειοψηφούντων κομμάτων. Ἐπομένως, δὲν θὰ εἶναι διαβλητὴ ἡ σύνθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινα νὰ ὁρισθῇ 15μελής.
§204Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Τρικάλων, νομίζω ὅτι δὲν ἀντελήφθη τὰ πράγματα. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ μετάσχουν ἁπλῶς ὅλα τὰ κόμματα.
§205Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτ.). Κύριε Πρόεδρε, ὁρίσατέ την 15μελῆ.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§207ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνω ἐπίσης νὰ θέσωμεν προθεσμίαν 1½ μηνός.
§209ΖΕΡΒΑΣ. Εἶναι πολύ. Μόνον 20 ἡμέρας.
§210Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπ. Ἐργασίας). Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ χρονίσουν, ἀλλὰ νὰ ἐπισπευθοῦν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς.
§211Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Χωρὶς προσδιορισμὸν προθεσμίας.
§212Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπ. Ἐργασίας). Μὴ βάζετε προθεσμίαν, κ. Πρόεδρε, εἴπατε «τὸ ταχύτερον».
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ θέλω τὴν προθεσμίαν, διὰ νὰ φέρῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς πέρας τὸ ἔργον της.
§214Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐδῶ εἶναι ἡ καλὴ θέλησις τῆς ἐπιτροπῆς. Διότι καὶ προθεσμίαν ἐὰν βάλετε, ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ζητήσῃ παράτασιν. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἐκφρασθῇ μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως, θὰ εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Σώματος διὰ τὸν ταχύτερον δυνατὸν τερματισμὸν τοῦ ἔργου, ἄνευ προθεσμίας.
§215ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§216Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ποῖος θὰ καθορίσῃ τὰ πρόσωπα– μέλη τῆς ἐπιτροπῆς;
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μετὰ γνώμην τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κομμάτων.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς ἑσπέρας τῆς σήμερον θὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου θέματος, τὸ ζήτημα Παπαδάκη, μεθ’ ὃ θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ συζήτησις τῶν ἄλλων ἐπερωτήσεων. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§219ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, διὰ σήμερον Πέμπτην καὶ ὥρα 6 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, λῆψις ἀποφάσεως ἐπὶ τῶν ἀμφισβητήσεων διὰ τὴν ἔκπτωσιν ἢ μὴ ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Παντελῆ Παπαδάκη καὶ ἐν συνεχείᾳ συζήτησιν ἐπὶ τῶν διανεμηθεισῶν ἡμερησίων διατάξεων ἀναφορῶν, ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων.