1949.05.02
6,955 rows · 53,498 words · 218 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31η
Δευτέρα 2 Μαΐου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ μέχρι σήμερον, αἱ ἔνοπλοι δυνάμεις τοῦ Ἔθνους συμπαραστατούμεναι ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ἀπὸ τοὺς Μεγάλους Συμμάχους μας καὶ συνεχίζουσαι τὴν ἡρωϊκήν των προσπάθειαν κατὰ τοῦ ξενοκινήτου συμμοριτισμοῦ, ἐπετέλεσαν ἄθλους, πρὸ τῶν ὁποίων ὑποκλίνεται εὐλαβῶς πᾶσα Ἑλληνικὴ ψυχή, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐνέγραψαν καὶ δι’ ἄλλην μίαν φορὰν περιλάμπρους καὶ ἀνεξιτήλους τίτλους τιμῆς καὶ δόξης εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου καὶ εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους. Ἐν μέσῳ βαρυτάτου χειμῶνος καὶ εἰς τὰ ἀποκρημνότερα ὑψίπεδα τῆς ὀρεινῆς χώρας μας, αἱ Ἐθνικαὶ Δυνάμεις παλαίουσαι μὲ ἀδάμαστον ἀποφασιστικότητα, ἐξήρθρωσαν καὶ ἀποσυνέθεσαν τὰς ὠργανωμένας φωλεὰς τοῦ συμμοριτισμοῦ, ὅπου δὲ οὗτος ἐτόλμησε νὰ λάβῃ ἐπιθετικὴν στάσιν, ὑπεχρεώθη ν’ ἀποχωρήσῃ συντετριμμένος καὶ κατισχυμένος εἰς τὰ κρυσφήγετα δυστυχῶς τῶν βορείων φίλων του καὶ ὑποστηρικτῶν του. Ὁ Γράμμος, ἡ Φλώρινα, ὁ Ἀχελῶος, τὰ Τζουμέρκα, τὰ Κερδύλλια ὄρη, τὸ Ἀμύνταιον καὶ ἐπ’ ἐσχάτων πάλιν ὁ Γράμμος ἔγιναν καὶ γίνονται καθ’ ἑκάστην ὁ τάφος τοῦ ἐπαράτου ἐχθροῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου οἱ ἀγῶνες τῶν Ἐθνικῶν Δυνάμεων ἀπέδωκαν ὑπὲρ ποτε δαψιλεῖς τοὺς καρπούς των εἶναι ἡ πολυπαθὴς Πελοπόννησος, τὸ παλαιὸν τοῦτο λίκνον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐλευθερίας. Τὸ φίλτατον τοῦτο τμῆμα τῆς χώρας, ἐκκαθαρισθὲν ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν πλέον ἀπὸ τὸ συμμοριτικὸν ἄγος, ἀναπνέει τὸν ἀέρα τῆς ἐλευθερίας, καὶ οἱ κάτοικοι εὐλογοῦν τὰς συμπραξάσας ἐθνικὰς δυνάμεις τοῦ Στρατοῦ, τῆς Χωροφυλακῆς, τοῦ Στόλου, τῆς Ἀεροπορίας καὶ τὴν ἀξίαν αὐτῶν ἡγεσίαν. Μὲ ὑπερηφάνειαν λοιπὸν τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα τοῦ Ἔθνους, ἐπὶ τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, στρέφει τὴν πρώτην σκέψιν πρὸς τοὺς ἐνδόξους Προμάχους τῆς Πατρίδος καὶ στέλλει διὰ τοῦ παρόντος εἰς αὐτοὺς διάπυρον πατριωτικὸν χαιρετισμόν, καὶ μετὰ τῆς ἐκφράσεως τῆς Ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης, κηρύσσει αὐτοὺς ἀξίους τῆς Πατρίδος. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης). Ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς Μεγάλους μας Νεκρούς, οἱ ὁποῖοι ἀκούσαντες τὰ πατροπαράδοτα διὰ τὴν Φυλὴν μας προστάγματα τοῦ «Ἢ ΤΑΝ Ἢ ΕΠΙ ΤΑΣ» καὶ «ΑΙΕΝ ΑΡΙ-ΣΤΕΥΕΙΝ» ἔπεσαν ὁλοκαυτώματα τῶν Ἐθνικῶν Ἰδεωδῶν δώσαντες τὴν πολύτιμον ζωήν των ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν καὶ τῶν ὁποίων ἐν τῇ μέθῃ τοῦ θανάτου τὸ αἰγλῆεν ἴνδαλμα τῆς Πατρίδος κατηύγασε τὰς τελευταίας στιγμάς, δὲν εὑρίσκομεν λέξεις καταλλήλους διὰ νὰ ἐξάρωμεν τὸ μέγεθος τῆς θυσίας των καὶ τὸ ὕψος τῆς ἀρετῆς των. Ἂς γεραίρωμεν μόνον εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων τὴν ἀθάνατον μνήμην των, ἂς σκεπάζωμεν διαρκῶς μὲ δάφνας καὶ μὲ ἐαρινὰ ἄνθη τῆς Πατρίδος τοὺς νεοπαγεῖς τάφους των, καὶ ἂς ἐπαναλάβωμεν πάλιν ὅλοι μας τὸν ὅρκον, ὅτι θὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως τὸ χυθὲν αἷμα των ἀξιοποιηθῇ προσηκόντως ὑπὲρ μιᾶς Ἑλλάδος Μεγάλης, ἀνταξίας τῶν ἱστορικῶν της πεπρωμένων, Σεβαστῆς πάντοτε εἰς τοὺς φίλους της καὶ τρομερᾶς εἰς τοὺς ἐχθρούς της. Θὰ εἶναι τοῦτο ἡ μόνη ἀνακούφισις τῶν ἡρωϊκῶν ψυχῶν των καὶ ἡ μόνη ἀμοιβὴ τῆς μεγάλης των Ἐθνικῆς αὐτοθυσίας, τῆς ἀρετῆς των καὶ τῆς ἀνδρείας των. Ἤδη παρακαλῶ ὅπως, πρὸς τιμὴν τῆς μνήμης τῶν ἡρωϊκῶν μας Νεκρῶν, τηρήσωμεν ὄρθιοι ἑνὸς λεπτοῦ σιγὴν καὶ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ πέντε λεπτά. (Ἐγείρονται ἅπαντες οἱ κ.κ. βουλευταί, καὶ τηρεῖται ἑνὸς λεπτοῦ σιγή, διακόπτεται δὲ ἡ συνεδρίασις διὰ 5 λεπτά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ διάστημα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὡς γνωρίζετε ἐπῆλθε κυβερνητικὴ μεταβολὴ καὶ παρακαλῶ τὸν Γραμματέα κ. Α. Ταλιαδοῦρον, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ διατάγματα.
§3Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγιγνώσκει). Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Κύριε Πρόεδρε. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Διατάγματος ὑπὸ χρονολογίαν 14 Ἀπριλίου 1949 εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Θεμιστοκλέους Σοφούλη. Ὁμοίως δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς ἰδίας χρονολογίας εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ ἄνευ Χαρτοφυλακίου κ. Ἀλεξάνδρου Διομήδους. Ἐπίσης, δι’ ἑτέρου Διατάγματος τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὰς παραιτήσεις τῶν ὑπουργῶν κ.κ. Κωνσταντίνου Τσαλδάρη, ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, Σοφοκλῆ Βενιζέλου ἄνευ χαρτοφυλακίου, Σπυρίδωνος Μαρκεζίνη, ἄνευ Χαρτοφυλακίου, Παναγιώτου Κανελλοπούλου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Γεωργίου Μελᾶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Φωκίωνος Ζαΐμη ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, Κωνσταντίνου Ρέντη ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως, Κωνσταντίνου Τσάτσου ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας, Στεφάνου Στεφανοπούλου ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, Δημητρίου Χέλμη ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Ἀθανασίου Καψάλη ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Σταύρου Νικολαΐδη ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων, Πάνου Χατζηπάνου ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν, Ἐμμανουὴλ Παπαδόγιαννη ἐπὶ τῆς Ἀνοικοδομήσεως, Δημητρίου Βουρδουμπᾶ ἐπὶ τῶν Τ.Τ.Τ., Χρήστου Γουλοπούλου ἐπὶ τῆς Γεωργίας, Κωνσταντίνου Ροδοπούλου ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς, Κωνσταντίνου Καραμανλῆ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, Εὐαγγέλου Ἀβέρωφ ἐπὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν, Ἐμμανουὴλ Κ. Μαρινάκη ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, Ἐλευθερίου Γονῆ ἐπὶ τῆς Ἐργασίας, Γερασίμου Βασιλειάδη ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, Ἀριστείδου Πρωτοπαπαδάκη ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας, Κωνσταντίνου Κορόζου Ὑπουργοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Βορείου Ἑλλάδος, Ἐμμανουὴλ Λουλακάκη Ὑπουργοῦ ἄνευ Χαρτοφυλακίου ἀσκοῦντος καθήκοντα Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, Βασιλείου Στεφανοπούλου Ὑπουργοῦ ἄνευ Χαρτοφυλακίου ἀσκοῦντος καθήκοντα Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Μιχαὴλ Αἰλιανοῦ Ὑπουργοῦ ἄνευ Χαρτοφυλακίου ἀσκοῦντος καθήκοντα Ὑφυπουργοῦ Τύπου καὶ Πληροφοριῶν. Ὡσαύτως δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς ἰδίας χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸν κ. Θεμιστοκλῆν Σοφούλην. Ὁμοίως δι’ ἑτέρου Διατάγματος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἄνευ Χαρτοφυλακίου τὸν κ. Ἀλέξανδρον Διομήδην. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Διατάγματος τῆς ἰδίας χρονολογίας εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑπουργούς, ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Κωνσταντῖνον Τσαλδάρην, ἄνευ Χαρτοφυλακίου καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Ἐργασίας, τὸν κ. Σοφοκλῆν Βενιζέλον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κ. Παναγιώτην Κανελλόπουλον, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸν κ. Γεώργιον Μελᾶν, ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν κ. Φωκίωνα Ζαΐμην, ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως, τὸν κ. Κωνσταντῖνον Ρέντην, ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας, τὸν κ. Κωνσταντῖνον Τσάτσον, ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, τὸν κ. Στέφανον Στεφανόπουλον, ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Δημήτριον Χέλμην, ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων τὸν κ. Σταῦρον Νικολαΐδην, ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν τὸν κ. Πᾶνον Χατζηπᾶνον, ἐπὶ τῆς Ἀνοικοδομήσεως τὸν κ. Ἐμμανουὴλ Παπαδόγιαννην, ἐπὶ τῶν Τ.Τ.Τ. τὸν κ. Δημ. Βουρδουμπᾶν, ἐπὶ τῆς Γεωργίας τὸν κ. Χρῆστον Γουλόπουλον, ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς τὸν κ. Κωνσταντῖνον Ροδόπουλον, ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας τὸν κ. Κωνσταντῖνον Καραμανλῆν, ἐπὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν τὸν κ. Εὐάγ. Ἀβέρωφ, ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας τὸν κ. Ἐμμανουὴλ Μαρινάκην, ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Γεράσιμον Βασιλειάδην, ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας τὸν κ. Ἀριστείδην Πρωτοπαπαδάκην, Ὑπουργὸν ἄνευ Χαρτοφυλακίου, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ ἄσκησις τῶν καθηκόντων Ὑφυπουργοῦ Τύπου καὶ Πληροφοριῶν, τὸν κ. Μιχαὴλ Αἰλιανόν, Ὑπουργὸν ἄνευ Χαρτοφυλακίου εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ ἄσκησις τῶν καθηκόντων Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν κ. Βασίλειον Στεφανόπουλον, Ὑπουργὸν ἄνευ Χαρτοφυλακίου εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ ἄσκησις τῶν καθηκόντων Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, τὸν κ. Ἐμμ. Λουλακάκην, Ὑπουργὸν Γενικὸν Διοικητὴν Βορείου Ἑλλάδος, τὸν κ. Κωνσταντῖνον Κορόζον. Ὡσαύτως δι’ ἑτέρου Διατάγματος τῆς 18 Ἀπριλίου ἐ.ἔ. εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸν κ. Γεώργιον Μαῦρον. Δεχθῆτε, ἀξιότιμε κύριε Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς Ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Θ. Σοφούλης.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Διομήδης, ἔχει τὸν λόγον, ἵνα ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως.
§5Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀνασχηματισθεῖσα Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν σημερινήν της μορφήν, συνεχίζει τὸ ἀρξάμενον ἔργον, τὸ καθορισθὲν διὰ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς 1ης Φεβρουαρίου 1949, αἵτινες ἔτυχον τῆς ἐγκρίσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ψήφου της τῆς 4ης Φεβρουαρίου 1949. Ἐξωτερικῶς τηρεῖ ἀδιατάρακτον τὴν γραμμὴν τῆς συμπράξεως μετὰ τῶν Μεγάλων της Συμμάχων. Ἡ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ συνδρομὴ τούτων εἶναι πολύτιμος, τόσον εἰς τὸν σκληρὸν πολεμικὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξάγει ἡ Ἑλλάς, ὅσον καὶ εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ διπλωματικοῦ πεδίου προσπαθείας της, στηριζομένας πάντοτε εἰς τὴν διεθνῆ συνεργασίαν, ἐκδήλωσις τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Ο.Η.Ε. Ἀληθῶς, ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ πεδίου ἀναπτύσσεται ἡ συνεργασία ἀποτελεσματικώτερον καὶ μὲ γοργότερον ρυθμόν. Σαφὲς εἶναι τὸ συμφέρον μας νὰ καλλιεργήσωμεν τοὺς δεσμοὺς τῆς χώρας μας μὲ τοὺς διεθνεῖς οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς. Ἡ ἀνάπτυξις τούτων ἀποτελεῖ ἓν ἀπὸ τὰ εὐοίωνα σημεῖα τῆς μεταπολεμικῆς περιόδου, ἰδίᾳ δὲ ἡ Ὀργάνωσις Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς Συνεργασίας, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας προσφάτως ἐξελέγη ὡς μέλος καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἡ ἐπιτυχὴς πραγματοποίησις τοῦ τετραετοῦς προγράμματος τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ ἐξαρτᾶται ἐν ὄχι μικρῷ μέτρῳ, ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐν Παρισίοις ἑδρευούσης ὀργανώσεως αὐτῆς. Ἡ ἐνεργὸς συμμετοχή μας δίδει τὴν εὐκαιρίαν καὶ δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ μεριμνήσωμεν συγχρόνως δὲ θετικῶς νὰ συμπράξωμεν εἰς τὴν μεταπολεμικὴν προσπάθειαν τῆς ἱδρύσεως ἰσχυρᾶς Εὐρωπαϊκῆς κοινοπολιτείας. Διὰ τὴν μὴ δυναμένην μόνον μὲ τὰς ἰδίας της δυνάμεις νὰ ἰσορροπήσῃ Ἑλληνικὴν οἰκονομίαν, ἡ ἀμερικανικὴ βοήθεια ἀποτελεῖ πολύτιμον συνδρομήν. Καὶ εἰς τὰς λόγῳ τῶν ἐκτάκτων συνθηκῶν προκυπτούσας δαπάνας ἔρχεται αὕτη ἀρωγὸς καὶ τὴν ἀνασυγκρότησιν εἰς πολλοὺς τομεῖς προάγει, καὶ τὴν προμήθειαν τῶν ἀναγκαίων ἐφοδίων διὰ τὴν συντήρησιν καὶ ἐργασίαν τοῦ λαοῦ ἀσφαλίζει, καλύπτουσα τὰ ἀναπότρεπτα ἀκόμη ἀνοίγματα τῆς οἰκονομίας μας. Κατὰ τὸ ἔτος 49–50, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἀρχίζει ἐντονωτέρα προσπάθεια εἰς τὴν πλευρὰν τῶν ἐγγειοβελτιωτικῶν ἔργων, ἐπίσης δὲ καὶ κυριώτατα, ἀρχίζει ἡ κατασκευὴ ὑδροηλεκτρικῶν καὶ ἄλλων ἐνεργειακῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὴν ἀπαραίτητον προϋπόθεσιν διὰ τὴν εὐρυτέραν ἐκβιομηχάνησιν τῆς χώρας. Εἰς διαφόρους τομεῖς ταύτης, συμφώνως πρὸς ληφθείσας ἤδη ἀποφάσεις, προχωρεῖ ἡ ἀναγκαία προπαρασκευὴ μὲ ταχὺν ρυθμόν. Πιστὴ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὰς ἐγκριθείσας δηλώσεις της, τῆς 1 Φεβρουαρίου, ἐπιδιώκει μὲ αὐστηρὰν προσήλωσιν εἰς τὰς δημοκρατικὰς ἀρχὰς, νὰ καταστήσῃ ὁσημέραι δικαιοτέραν καὶ εὐεργετικωτέραν τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως. Ὁ πρῶτος νόμος ἐν τῇ προπαρασκευῇ τῆς ἀποκεντρώσεως ἐδημοσιεύθη ἤδη. Ἐπὶ τῆς ἀπροσωπολήπτου αὐτοῦ ἐφαρμογῆς, ὡς καὶ τῆς ἐπιμελοῦς πραγματοποιήσεως τῶν θεσμῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως, στηρίζει ἡ Κυβέρνησις τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ριζωθοῦν βαθύτερον εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ αἱ ἀρχαὶ τῆς ἀληθινῆς δημοκρατίας, ἡ ὁποία τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου συνδέει ἐνεργότερον μὲ τὴν ἐκτέλεσιν ὑπευθύνων καθηκόντων. Διὰ νὰ προαχθοῦν, ὅμως πάντα ταῦτα, νὰ μετατοπισθοῦν εἰς πραγματικότητα καὶ γενικὴν συνείδησιν, σήμερον μάλιστα, ὁπότε τίθενται πρὸ τοῦ Κράτους πολύπλευρα θέματα, οἰκονομικοῦ, κοινωνικοῦ καὶ ἐκπολιτιστικοῦ χαρακτῆρος, χρειάζεται ἐντατικωτέρα καὶ εὐρυτέρα ἐνεργὸς σύμπραξις Ἑλλήνων καὶ Ἑλληνίδων, μὲ πνεῦμα στενῆς συνεργασίας καὶ ἀλληλεγγύης ὅλων ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ. Εἰς ὅσας περιοχὰς συντελεῖται ἀποκατάστασις τῆς τάξεως, ἡ Κυβέρνησις καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως ἡ διοίκησις ἀποβῇ ὑποδειγματική, ἀσφαλίζουσα δικαιοσύνην καὶ ἰσονομίαν. Τὴν Πελοπόννησον ἔχει τὴν φιλοδοξίαν νὰ καταστήσῃ πρότυπον, διὰ τῆς ταχείας δὲ ἐκεῖ ἐνάρξεως εὐρυτέρων ἔργων ἀνασυγκροτήσεως, καὶ ἡ ἐργασία θὰ γίνῃ ἐντατικωτέρα καὶ τὰ κεφάλαια θὰ κυκλοφοροῦν ἀφθονώτερα. Τὰ διάφορα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο βεβαίως δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθοῦν ὅλα ἐντὸς τριμήνου. Εὑρίσκονται ἐν τῷ γίγνεσθαι, οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ὅμως ἐσταμάτησεν ἡ φροντὶς ὅπως, ἐφ’ ὅσον ἡ μελέτη των ὡριμάζει καὶ καταλήγει εἰς συμπεράσματα, νὰ τίθενται ταῦτα ἀμέσως εἰς ἐφαρμογήν. Εἰς τὸ φορολογικὸν πεδίον ἔχομεν ἁπτὰ ἤδη δείγματα τούτου. Γίνεται δικαιοτέρα ἡ ρύθμισις τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ ἐπιτυγχάνεται ἐξασφάλισις μὴ διαφυγῆς αὐτῆς. Μέθοδοι βεβαιώσεως, ἀνήκουσαι εἰς περασμένας πλέον οἰκονομικὰς ἐποχὰς, ἀντικαθίστανται διὰ συγχρονισμένων συστημάτων, ἀποδοτικωτέρων διὰ τὰ δημόσια οἰκονομικά, ἀσφαλιζόντων δὲ μείζονα φορολογικὴν ἰσότητα. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν εὐπόρων ἐτέθη ἤδη εἰς ἐφαρμογήν, προσδοκᾶται δὲ ἀπόδοσις ἐκ τούτου, ἐπιτρέπουσα προσθέτους δαπάνας ἀναγκαίας, ἄνευ δημιουργίας νέου ἀνοίγματος. Διὰ μείζονος ταχυτέρας καὶ τακτικωτέρας ἐλευθέρας ἐν πολλοῖς εἰσαγωγῆς βασικῶν, διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ πληθυσμοῦ, προϊόντων, καθίσταται δυνατὴ ἀφθονωτέρα διάθεσις τούτων, εἰς τιμὰς ἐλεγχομένας. Ὅσον οὔπω καταλήγομεν ἐπίσης εἰς ἐξασφάλισιν λειτουργίας διανομῶν εἰς τιμὰς χαμηλὰς καὶ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρυτέρας μάζας τοῦ πληθυσμοῦ. Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐχορηγήθη πολεμικὸν ἐπίδομα ἴσον εἰς ὅλους ἀνεξαρτήτως βαθμοῦ. Ἐπίσης ἐδιπλασιάσθησαν τὰ ἐπιδόματα εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν μαχομένων, δεῖγμα ἁπτὸν τῆς μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τοῦ στρατευμένου τμήματος τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει σαφῆ ἐπίγνωσιν τῆς μειονεκτικῆς θέσεως εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ εὐρεῖα τάξις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἀφωσίωσαν τὴν ζωὴν των εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἀμέσως μὲν νῦν καὶ ἐπὶ τρίμηνον ἀσφαλίζεται εἰς αὐτοὺς δωρεὰν παροχὴ τροφίμων εἰς κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπαρκεῖς ποσότητας. Ἡ ἐπικουρία ὅμως αὕτη, ἐπεκτεινομένη μέχρι τῆς κατὰ Ἰούνιον λήξεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, εἶναι προσωρινοῦ καὶ βεβαίως μὴ ἱκανοποιητικοῦ χαρακτῆρος. Ἐγένετο ὅμως δεκτὸν ἀπὸ συμφώνου μὲ τοὺς ἁρμοδίους συμβούλους τῆς ἀποστολῆς βοηθείας, ὅτι ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς οἰκονομικοῦ ἔτους νέα θὰ ἰσχύσῃ μισθοδοτικὴ κατάστασις. Πρὸς ρύθμισιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει πολλὰς πλευράς, ὄχι μόνον καθαρῶς οἰκονομικῆς φύσεως, ἀλλὰ καὶ κοινωνικῆς προνοίας, συνεστήθη μικτὴ ἐπιτροπὴ ἐξ ὑπουργῶν καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἥτις ἐρευνᾷ κατὰ βάσιν ὁλόκληρον τὸ ὑπὸ κρίσιν θέμα καὶ θὰ ὑποβάλῃ πρακτικὰς λύσεις πρὸς ἐφαρμογήν. Ἐν ἐπιγνώσει τῆς ἠθικῆς καὶ πρακτικῆς σημασίας ἣν ἔχει διὰ τὸ Κράτος καὶ τὸν λαὸν ὁλόκληρον ἡ δημοσία ὑπηρεσία, θέλησις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅπως ἀνυψώσῃ τὴν δημοσίαν λειτουργίαν εἰς τὸ ἐπίπεδον τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλουν αἱ σύγχρονοι ἀνάγκαι τοῦ πολυπλεύρου εἰς τὴν ἀποστολὴν τοῦ Κράτους. Διὰ μελετωμένης ὀργανώσεως, ἥτις θὰ φροντίζῃ διὰ τὴν τεχνικὴν καὶ ἄλλην ἀνάπτυξιν καὶ τὴν ἀπαιτουμένην μετεκπαίδευσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, εἶναι βεβαία ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ καὶ ἑνιαίους κανόνας ρυθμίζοντας τὴν κατάστασιν αὐτοῦ καὶ τὰς συνθήκας τῆς τελειοποιήσεως καὶ προαγωγῆς αὐτοῦ θὰ ἀσφαλίσῃ. Ὑλικῶς θὰ ἐνισχύσῃ ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, διὰ τῆς βαθμιαίας δὲ ὀργανώσεως ὑπὲρ αὐτοῦ κοινωνικῆς προνοίας, θὰ ἐπιδιώξῃ νὰ καταστήσῃ τὴν θέσιν αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του, ἐλευθέραν ἀπὸ τὰς συνθλιβούσας αὐτὸν μερίμνας. Ὁ τομεὺς ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ κατάστασις ἐβελτιώθη οὐσιωδῶς, εἶναι ὁ στρατιωτικός. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει οὔτε δικαιοῦται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ ἐπελθοῦσα βελτίωσις ἀποτελεῖ ἔργον της. Ἀρκεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ τιμὴ τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ διακηρύξῃ, ὅτι ἡ σημειωθεῖσα εἰς τὸν ἀγῶνα στροφὴ εἶναι ἔργον τοῦ Ἔθνους καὶ εἰδικώτερον τῶν ἐνόπλων αὐτοῦ δυνάμεων. Ἀναγκαῖον ὅμως εἶναι νὰ ὑπομνησθῇ, ὅτι ἡ στροφὴ αὕτη συνεδυάσθη χρονικῶς μὲ τὴν μεταβολήν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὴν μορφὴν τῆς ἀνωτάτης ἡγεσίας καὶ εἰς τὴν στρατιωτικὴν διαχείρισιν τοῦ πολέμου. Τὴν Κυβέρνησιν, ὑπὸ τὴν πρώτην αὐτῆς μορφὴν καὶ σύνθεσιν, ὑπεδέχθη, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ἡ ἱστορία καὶ ἡ τύχη μὲ ὕφος σκοτεινόν. Τὸ δρᾶμα τοῦ Καρπενησίου, τὸ ὁποῖον ἤρχισε τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὡρκίσθημεν, ὑπῆρξε τὸ τελευταῖον ἀπὸ τὰ βαρέα πλήγματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη κατὰ τὸν χειμῶνα ὁ στρατὸς καὶ ὁ λαός. Ἔκτοτε ἤρχισεν ἡ στροφή. Ἔκτοτε ἤλλαξαν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν. Τὴν παροδικὴν ἐπιτυχίαν τοῦ Καρπενησίου ἐπλήρωσεν ὁ ἐχθρὸς ἀκριβότατα. Ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς Φλωρίνης μετεστράφη εἰς περίλαμπρον νίκην τῶν ὅπλων μας. Ἡ μάχη τῶν Κερδυλλίων ὑπῆρξε σταθμὸς σημαντικὸς εἰς τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἀγῶνος. Ἡ Πελοπόννησος ἐξεκαθαρίσθη πλήρως καὶ ἀνέκτησε τὴν ζωήν της, εἰσερχομένη πλέον ὁριστικῶς εἰς τὸ στάδιον τῆς εἰρηνικῆς ἀνασυγκροτήσεώς της. Ἡ σχεδιασθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐχθροῦ ἐπιχείρησις κατὰ τῆς Ἄρτης προελήφθη ἐγκαίρως καὶ δὴ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀπέβη ὀδυνηρότατος διὰ τοὺς συμμορίτας. Ἡ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ Ἀμυνταίου ὑπῆρξεν αἰφνιδιασμός, οὐχὶ δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἐπιτεθέντας. Τέλος, ἡ μεγάλη ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ἀλβανικοῦ ἐδάφους ἀνέλαβεν ὁ κομμουνιστικὸς συμμοριτισμὸς εἰς τὴν περιοχὴν τοῦ Γράμμου, ἀπέτυχε καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ εἰς ὅλους αὐτῆς τοὺς ἀντικειμενικοὺς σκοπούς, τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικούς. Ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ καθῆκον της ὅπως διερμηνεύσῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους πρὸς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις καὶ ὅπως ἐκφράσῃ τὴν εὐαρέσκειαν αὐτῆς πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον, πρὸς τοὺς διοικητὰς τῶν τριῶν σωμάτων στρατοῦ καὶ πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτοὺς ἢ ἄλλας ἀνεξαρτήτους διοικήσεις, αἱ ὁποῖαι διεκρίθησαν κατὰ τοὺς ἀγῶνας τῶν τελευταίων μηνῶν. Τὸ Ἔθνος εἶναι ὑπερήφανον διὰ τὰς ἐνόπλους δυνάμεις του, τὸν Στρατόν, τὸ Ναυτικόν, τὴν Ἀεροπορίαν καὶ τὴν Χωροφυλακήν, καθὼς καὶ διὰ τὴν Ἀστυνομίαν Πόλεων, τῆς ὁποίας αἱ ἐπιτυχίαι εἰς τὴν ἐξάρθρωσιν τοῦ συνωμοτικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ κομμουνισμοῦ ὑπῆρξαν μεγάλαι. Καὶ εἶναι ὡραῖον τὸ χρέος τῆς Κυβερνήσεως ἀπονεμούσης τὸν ἁρμόζοντα ἔπαινον πρὸς τοὺς ἡγήτορας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἀνωνύμους γενναίους πολεμιστάς, οἱ ὁποῖοι πειθόμενοι εἰς τὰ ρήματα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἱστορίας μας, περιορίζουν ὡς αἰώνιοι Ἕλληνες τὴν ἐκλογὴν των μεταξὺ νίκης καὶ θυσίας. Κατὰ τοὺς ἐρχομένους μῆνας ὁ ἀγὼν θὰ ἐνταθῇ. Ἡ Κυβέρνησις προσβλέπει μὲ ἀπόλυτον καὶ θετικὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ νέα ἐπικείμενα στάδια τοῦ ἀγῶνος. Ἡ βούλησις τοῦ Ἔθνους, ὅπως νικήσῃ θὰ ἐκδηλωθῇ ἔτι ἀποτελεσματικώτερον εἰς τὸ μέλλον. Μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως, μὲ τὴν ἀδάμαστον ψυχὴν τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου καὶ τὴν ἡρωϊκὴν καρτερίαν τοῦ λαοῦ, ἡ Ἑλλὰς θὰ νικήσῃ. Ἐπὶ τῶν δηλώσεων αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος κ. Παπανδρέου, ἔχει τὸν λόγον.
§7Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, συμμεριζόμεθα τὴν ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης τοῦ Ἔθνους πρὸς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις. Ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος αἰσθάνεται θαυμασμὸν καὶ εὐγνωμοσύνην πρὸς τοὺς ἀπαραμίλλους ὑπερασπιστὰς τῆς ἐλευθερίας. Ὑποκλινόμεθα ἐνώπιον τῆς μνήμης τῶν ἀθανάτων νεκρῶν μας. Συμπαριστάμεθα μὲ εὐλάβειαν εἰς τὸ πλευρὸν τῶν ἱερῶν τραυματιῶν μας. Καὶ ἀπευθύνομεν τὸν ὑπερήφανον χαιρετισμὸν τῆς Πατρίδος πρὸς τοὺς γενναίους μας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν καταστῆ ἄξιοι τῶν ἐνδοξοτέρων παραδόσεων τοῦ Γένους. (Χειροκροτήματα). Ἀποβλέπομεν καὶ ἡμεῖς μὲ αἰσιοδοξίαν καὶ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ μέλλον. Καὶ δὲν θὰ παύσωμεν νὰ ἐκφράζωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην μας πρὸς τοὺς μεγάλους συμμάχους διὰ τὴν πολύτιμον βοήθειάν των, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐξασφαλισθῆ ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Ἀλλὰ θεωροῦμεν καθῆκόν μας ἀπὸ τὸ ἐπίσημον αὐτὸ βῆμα νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν διαμαρτυρίας πρὸς τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Ἡνωμένων Ἐθνῶν. Ἐξεδήλωσεν ἀσφαλῶς τὴν καλήν του θέλησιν, ἀπέδωκε δικαιοσύνην μὲ τὰς ἀποφάσεις του, ἀλλὰ ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη δὲν ἔχει λάβει θετικὰ μέτρα πρὸς τερματισμὸν τῆς συμμοριακῆς ἐνισχύσεως καὶ εἰσβολῆς ἀπὸ τὰ ἐδάφη τῶν γειτονικῶν μας χωρῶν. Καὶ διότι ἀκριβῶς ἡ λῆψις τῶν ἀποτελεσματικῶν αὐτῶν μέτρων καθυστερεῖ, ἐξακολουθεῖ ἡ εἰσβολὴ νὰ πληρώνεται συνεχῶς μὲ τὸ πολύτιμον αἷμα τῶν ἡρώων καὶ τῶν μαρτύρων μας. Προχθὲς ἀκόμη, εἴχομεν τὴν περιπέτειαν τῆς εἰσβολῆς εἰς τὸν Γράμμον. Διαμαρτυρόμεθα, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, διὰ τὴν καθυστέρησιν αὐτὴν καὶ ζητοῦμεν ἐν ὀνόματι τοῦ ἱεροῦ Ἑλληνικοῦ αἵματος, τερματισμὸν τῆς τραγῳδίας. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα). Εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐξωτερικῶς «ἐξακολουθεῖ ἀδιατάρακτον τὴν γραμμὴν τῆς συμπράξεως μετὰ τῶν μεγάλων συμμάχων». Ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος εἶναι σύμφωνον Κατὰ τὴν διάρκειαν ὅμως τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς ὑπεγράφη τὸ Ἀτλαντικὸν σύμφωνον, εἰς τὸ ὁποῖον συμμετέσχεν ἡ Ἰταλία καὶ δὲν συμμετέσχεν ἡ Ἑλλάς. Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀπορήσωμεν καὶ νὰ παραπονεθῶμεν. Ἡ Ἑλλάς, βεβαίως, ἔχει τὴν ἀνεκτίμητον βοήθειαν τοῦ δόγματος Τροῦμαν. Ἤκουσεν ἐπίσης ἐνθαρρυντικοὺς λόγους ἔπειτα ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἀτλαντικοῦ Συμφώνου. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ μὴ διαπιστώσῃ, ὅτι ἔπειτα ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν ὑπογραφὴν αὐτήν, συνετελέσθη μία διαφοροποίησις ἐγγυήσεων ἀπέναντι τῶν διαφόρων λαῶν. Καὶ ἐρωτᾶται: Εἶναι ἴσαι αἱ ἐγγυήσεις; Ἀλλὰ τότε διατὶ τοῦτο δὲν καθορίζεται σαφῶς; Εἶναι ἄνισοι αἱ ἐγγυήσεις; Ἀλλὰ τότε ἀντὶ κατοχυρώσεως ἔχομεν ὑπονόμευσιν τῆς εἰρήνης (Χειροκροτήματα). Θὰ πρέπει ἐπὶ τέλους κάποτε τὰ παθήματα τοῦ παρελθόντος νὰ γίνουν μαθήματα. Καὶ οἱ δύο μεγάλοι πόλεμοι τῆς γενεᾶς μας ὀφείλονται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀβεβαιότητα διὰ τὴν στάσιν μεγάλων δυνάμεων. Εἰς τὰ 1914 ὁ Κάϊζερ ἤλπιζεν ὅτι δὲν θὰ ἐπενέβαινεν ἡ Μεγάλη Βρεταννία. Εἰς τὰ 1939 ὁ Χίτλερ ἤλπιζεν ὅτι δὲν θὰ τοῦ ἐπιτεθῇ ἀμέσως οὔτε ἡ Ἀμερικὴ οὔτε ἡ Ρωσία. Καὶ ἐνεθαρρύνθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ τὰ παθήματα ἀκριβῶς αὐτὰ θὰ πρέπει νὰ γίνουν μαθήματα. Θὰ πρέπει ἐπὶ τέλους, νὰ γίνῃ κοινὴ συνείδησις, ὅτι ἡ μὴ ἔγκαιρος παροχὴ ἴσων ἐγγυήσεων, ἐνθαρρύνει τὸν πειρασμὸν τῆς εἰσβολῆς καὶ ὁδηγεῖ ὄχι εἰς εἰρήνην, ἀλλὰ εἰς πόλεμον. Μία εἶναι ἡ ἀλήθεια: Μόνον ἡ ἕνωσις ὅλων τῶν ἐλευθέρων λαῶν, ἡ διατήρησις σταθερᾶς ὑπεροχῆς ὑλικῆς δυνάμεως καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς ἀμύνης ἠμποροῦν νὰ ἀποτρέπουν τὸν πόλεμον. Καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ τῶν μεγάλων δημοκρατιῶν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ κόσμου. Ἡ Ὀργάνωσις τῆς Εὐρωπαϊκῆς Οἰκονομικῆς Συνεργασίας, ἀποτελεῖ πράγματι «εὐοίωνον γεγονός». Καὶ εἶναι ἀληθῶς πολύτιμος ἡ ἀμερικανικὴ βοήθεια, ὄχι μόνον διὰ τὸν ἀγῶνα τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας. Καὶ εἶναι εὐχάριστος ἡ πληροφορία, ὅτι ἀρχίζει ἡ κατασκευὴ ὑδροηλεκτρικῶν καὶ ἄλλων ἐνεργειακῶν ἔργων. Ἡ Κυβέρνησις, ἐπανέλαβε σήμερον, ὅτι ἐπιδιώκει νὰ καταστήσῃ δικαιοτέραν τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως. Ὀφείλομεν νὰ τὴν πληροφορήσωμεν, ὅτι καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὸ στάδιον τῶν ἐπαγγελιῶν. Διότι τὸ Κράτος ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι κομματικόν. Ἐδοκιμάσαμεν ἱκανοποίησιν, διότι υἱοθέτησε τὰ διοικητικά μας νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἴχομεν συντάξει, ὅταν διηυθύναμεν πρὸ δύο ἐτῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἐχάρην ἰδιαιτέρως, διότι καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὁ ὁποῖος τότε εἶχε τόσον σφοδρῶς διαφωνήσει, ἔμεινε τώρα σύμφωνος. Φαίνεται, ὅτι χρειάζεται εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, μεγάλη ἀπόστασις τόπου καὶ χρόνου, διὰ νὰ συμφωνῇ μὲ τὰς γνώμας μας... Ἐκτὸς ἐὰν ἡ ἀνάβλεψις ὀφείλεται εἰς τὴν ἐπιφοίτησιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος... τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς. Τὸ αἴτημα τοῦ λαοῦ μας εἶναι ἡ ἰσοπολιτεία, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους δὲν ἀπαιτεῖ δαπάνας, ὅπως ἡ ἀνασυγκρότησις. Ἀπαιτεῖ ἁπλῶς τιμίαν θέλησιν καὶ δύναμιν ἐπιβολῆς. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐπιτέλεσις τοῦ ὁποίου ἀκόμη καθυστερεῖ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐπαγγελθῆ νέαν οἰκονομικὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ δὲν τὴν εἴδαμεν ἀκόμη εἰς τὴν πρᾶξιν. Ἐξακολουθεῖ, κατὰ βάσιν, ἡ συνέχεια τῆς παλαιᾶς. Δειλὰ εἶναι τὰ βήματα, τὰ ὁποῖα ἐπεχειρήθησαν πρὸς τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν. Καὶ τὸ δυσμενὲς ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν ἤδη: Εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ τιμαρίθμου, ἡ μεγάλη ἀκρίβεια τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία κατέστησεν ἀβίωτον τὸν βίον τῶν ἀπόρων τάξεων καὶ ἰδίως τῶν μισθωτῶν. Καὶ αὐτὴ ὡδήγησεν εἰς τὴν πρόσφατον γενικὴν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Σεβόμεθα τὸν συνδικαλισμόν. Ἀλλὰ δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Διότι μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει σχέσις ἐργάτου καὶ ἐργοδότου. Εἶναι λειτουργοὶ τῆς πολιτείας, φορεῖς τῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους. Καὶ «ἐὰν τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἔν τινι ἁλισθήσεται;» Ἀλλὰ εἶχαν τόσον δίκαιον εἰς τὰ αἰτήματά των οἱ ἐσταυρωμένοι αὐτοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὥστε ὁλόκληρος ἡ κοινὴ γνώμη ἐστάθη εἰς τὸ πλευρόν των. Ἡ Κυβέρνησις ἔπταισε, διότι μὲ τὴν καθυστέρησιν τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν στοιχειωδῶν αἰτημάτων των, κατέστησεν ἀναπόφευκτον τὴν ἀπεργίαν των. Ἀλλὰ ἔπταισεν ἐπίσης καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς ἀπεργίας. Πρωτοφανὴς ὑπῆρξεν ἡ ἀποσύνθεσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἄλλοι ὑπουργοὶ ἐκήρυττον ἐπιστράτευσιν καὶ παρέπεμπον τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους εἰς τὰ στρατοδικεῖα καὶ ἄλλοι ἐδήλωναν ὅτι τάσσονται εἰς τὸ πλευρὸν τῶν ἀπεργῶν. Καὶ παρετάθη τοιουτοτρόπως ἡ ἀπεργία ἐπὶ μακρὸν πρὸς μεγάλην οἰκονομικὴν ἐθνικὴν ζημίαν τοῦ Κράτους. Ὁ πατριωτισμὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τοὺς ὡδήγησεν εἰς τὴν λῆξιν τῆς ἀπεργίας, χωρὶς ἱκανοποίησιν τῶν αἰτημάτων των. Ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ τηρήσῃ. Θὰ παρακολουθήσωμεν ἀγρύπνως τὰς ἀποφάσεις της. Ἀλλὰ ὀφείλει ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς κατὰ τρόπον ἀποτελεσματικὸν καὶ εἰς τοὺς τραγικοὺς πληθυσμοὺς τῆς ὑπαίθρου, οἱ ὁποῖοι ἐπιστρέφουν εἰς τὰς οἰκίας των ὅπου ἔχει ἐξοντωθῆ ὁ συμμοριτισμός. Τὸ Δημοκρατικὸν Σοσιαλιστικὸν Κόμμα ἔχει διὰ μακρῶν ἀναπτύξει τὸ οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικὸν πρόγραμμά του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ ἑνὸς ἔτους, καθὼς ἐπίσης βραδύτερον καὶ κατὰ τὴν σύσκεψιν μετὰ τῆς Ἀμερικανικῆς οἰκονομικῆς ἀποστολῆς. Καὶ ἡ πορεία τῶν πραγμάτων μᾶς ἐδικαίωσεν εἰς ἀκέραιον. Θὰ ἔχωμεν προσεχῶς εὐκαιρίαν εἰς εἰδικὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, πιστεύομεν ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας, νὰ ἀσχοληθῶμεν ἀναλυτικώτερον μὲ τὸ ζήτημα. Τὸ συμπέρασμα ἡμῶν εἶναι ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρέσχε μεγαλοστόμους ἐπαγγελίας τὸν Ἰανουάριον καὶ ἔχει σήμερον νὰ παρουσιάσῃ, ἔπειτα ἀπὸ τρεῖς μῆνας, ἰσχνὰς ἀποδόσεις. Θὰ ἐδικαιούμεθα διὰ τοῦτο νὰ ἄρωμεν τὴν ψῆφον ἀνοχῆς, τὴν ὁποίαν τότε ἐδώσαμεν. Ἀλλὰ διότι ἀναγνωρίζομεν τὴν καλήν της θέλησιν καὶ διότι μὲ τὰς σημερινάς της δηλώσεις ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ἔργον της εὑρίσκεται ἀκόμη «ἐν τῷ γίγνεσθαι», εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τῆς ἀνανεώσωμεν τὴν ψῆφον μας, διὰ νὰ τῆς παράσχωμεν ὅλην τὴν χρονικὴν διάρκειαν, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἀπαραίτητον διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου της. Αὐτὴ ἄλλως τε ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἡ πολιτική μας. Εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τῶν Ἐθνικῶν Κομμάτων παρέσχομεν μίαν λογικὴν πίστωσιν χρόνου, διὰ ν’ ἀποδείξουν ἐὰν ἠμποροῦν νὰ πραγματοποιήσουν τὰς ἐπαγγελίας των. Τὸ γενικώτερον συμπέρασμα ἡμῶν, ὅταν θεωροῦμεν τὴν πολιτικήν μας ζωήν, εἶναι ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὸ κρίσιμον ἐλάττωμα τῆς προηγουμένης: Νὰ εἶναι ἀκέφαλος. Καὶ ἀκέφαλος Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ εὐδοκιμήσῃ. Κυβέρνησις εἶναι ὁ Πρωθυπουργός. Χωρὶς Πρωθυπουργὸν ὑπάρχουν ὑπουργοί, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις. Ἐφ’ ὅσον αὐτὴ ἡ ἀλήθεια δὲν καταστῇ κοινὴ συνείδησις, εἰς μάτην θὰ ἀναμένωμεν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Τὸ πρόβλημα ὅλων τῶν λαῶν καὶ ὅλων τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ ἰδίως τὸ Ἑλληνικόν, καὶ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν σημερινῶν κρισίμων περιστάσεων, εἶναι πρόβλημα Κυβερνήτου. Αἱ περιστάσεις δὲν ἀντιμετωπίζονται ἁπλῶς μὲ τὸν συμβατικὸν ἀριθμητικὸν κοινοβουλευτισμόν. Χρειάζεται δυναμικός, δημιουργικὸς κοινοβουλευτισμός. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτημα τῶν περιστάσεων. Καὶ εἰς τὸ αἴτημα τοῦτο ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν ἱκανοποίησιν. Κύριοι βουλευταί, Ἐνώπιον ἡμῶν ὑπάρχουν σήμερον δύο θέματα. Εἶναι πρῶτον ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου καὶ αἱ ἐπαγγελίαι διὰ τὸ μέλλον. Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἤδη ἐλάβομεν θέσιν. Καὶ ὑπάρχει ἐπίσης τὸ θέμα τῆς προσωπικῆς συνθέσεως τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εἰσερχόμεθα τώρα εἰς αὐτὴν τὴν ἐξέτασιν. Ἐξηγήσαμεν διὰ ποίους λόγους θέλομεν νὰ ἀνανεώσωμεν τὴν ψῆφον μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ θέλομεν νὰ δώσωμεν ψῆφον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη σημαντικὸν λόγον. Διὰ νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Νέου Κόμματος. Ὑπάρχουν δύο κατηγορίαι εὐθυνῶν, εἶναι αἱ εὐθῦναι αἱ σχετιζόμεναι ἀμέσως μὲ τὴν σπεῖραν τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος. Καὶ εἶναι αἱ εὐθῦναι αἱ ὁποῖαι σχετίζονται μὲ τὴν παραμονὴν καὶ τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ νέου κόμματος. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν σήμερον μὲ τὰς πρώτας. Ἀποτελοῦν τὸ θέμα τῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐν συνεχείᾳ μὲ τὴν ψῆφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θ’ ἀναπτυχθοῦν. Θ’ ἀρκεσθῶμεν μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην αὐτὴν κατηγορίαν τῶν εὐθυνῶν, εἰς τὴν διατύπωσιν ὡρισμένων γενικῶν ἀρχῶν τοῦ δημοσίου βίου. Τίθεται τὸ ἐρώτημα: Ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ δικαστικὴ δίωξις, τότε δὲν θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ τὸ θέμα τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν σπεῖραν τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος ἐξηντλημένον; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀρνητική. Ἐὰν ὑπῆρχε μόνον ὁ ποινικὸς νόμος, τὸ θέμα θὰ ἔπρεπε νὰ θεωρηθῇ λῆξαν, μετὰ τὴν ἔκδοσιν ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος. Διότι λειτουργὸς τοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Ἀλλὰ ὑπάρχει διὰ τοὺς πολίτας πέραν τοῦ ποινικοῦ καὶ ἠθικὸς νόμος. Καὶ ὑπάρχει διὰ τοὺς δημοσίους ἄνδρας, πέραν καὶ τοῦ ἠθικοῦ καὶ ὁ πολιτικὸς νόμος. Ὁ ἠθικὸς νόμος ἀφορᾶ τὸ κοινωνικὸν ἦθος τῶν πολιτῶν. Ὁ πολιτικὸς νόμος ἀφορᾶ τὸ πολιτικὸν ἦθος τῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Καὶ ὅπως κριτὴς τοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι ἡ δικαιοσύνη, κριτὴς τοῦ πολιτικοῦ νόμου εἶναι ἡ Βουλή. Καὶ τελικὸς κριτὴς κρινόντων καὶ κρινομένων εἶναι ὁ λαός. Καὶ εἶναι διάφορα τὰ κριτήρια. Ἡ ἀμφιβολία εἰς τὴν δικαιοσύνην εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Ἡ ἀμφιβολία εἰς τὸν δημόσιον βίον εἶναι ἐναντίον τοῦ δημοσίου ἀνδρός. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ κρίνῃ τὰς εἰδικὰς εὐθύνας τῶν δημοσίων ἀνδρῶν καὶ νὰ ἀποφαίνεται διὰ τὸ πολιτικὸν ἦθος. Διὰ τὴν ἀξιότητα ἢ τὴν ἀναξιότητά των. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ παράδοσις, ἡ ἐγγύησις καὶ ἡ δόξα τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων. (Χειροκροτήματα). Σπανίως ὑπάρχει παράδειγμα ἐκπτώσεως δημοσίων ἀνδρῶν κατόπιν δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ὁ κανὼν εἶναι, ὅτι χωρὶς δικαστικὰς ἀποφάσεις, δημόσιοι ἄνδρες ἐξέπεσαν ἀπὸ κυβερνητικὰ ἀξιώματα, ἐγκατέλειψαν τὴν Βουλήν, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀποσυρθοῦν ἀπὸ τὸν δημόσιον βίον, διότι ὑπέκυψαν εἰς τὸν ἄγραφον, ἀλλὰ καταθλιπτικὸν καὶ παντοδύναμον νόμον τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας, τῆς πολιτικῆς φιλοτιμίας, τὸν ὁποῖον ὑπαγορεύει τὸ δημόσιον φρόνημα τῶν ἐλευθέρων λαῶν. Ἰδοὺ διατὶ καὶ εἰς περίπτωσιν μὴ ποινικῆς διώξεως, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις παραβάσεως τοῦ ἠθικοῦ καὶ πολιτικοῦ νόμου, διὰ τὰς στενωτάτας σχέσεις μὲ τὴν διεθνῆ σπεῖραν τῶν λαθρεμπόρων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλεν ἤδη ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη τὴν καταδίκην. Σήμερον θὰ εἰσέλθωμεν μόνον εἰς τὴν συζήτησιν τῆς δευτέρας κατηγορίας τῶν εὐθυνῶν, αἱ ὁποῖαι σχετίζονται μὲ τὴν παραμονὴν καὶ τὴν βιαίαν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Νέου Κόμματος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Προκειμένου περὶ τῶν εὐθυνῶν αὐτῶν τίθεται τὸ γενικώτερον ἐρώτημα: Συμφέρει εἰς τὸν δημόσιον βίον ἡ συζήτησις τοιούτων θεμάτων; Ἐνῷ ὁ Στρατὸς μάχεται καὶ τὸ Ἔθνος διεξάγει τὸν ὑπέρτατον ἀγῶνα, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν τύπον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ γίνεται συζήτησις περὶ καταχρήσεων καὶ σκανδάλων; Ἀπαντῶμεν. Δὲν συμφέρει νὰ ἔχουν ὑπάρξει τοιαῦτα ζητήματα. Ἐκεῖ εὑρίσκεται ἡ εὐθύνη. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἔχουν ὑπάρξει, ὄχι ἁπλῶς συμφέρει ἀλλὰ ἐπιβάλλεται, χρέος ἀποτελεῖ, ἡ συζήτησις καὶ ἡ διευκρίνησις τῆς ἀληθείας. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν καθεστώτων τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς βίας. Τὰ καθεστῶτα τῆς ἐλευθερίας ἀποκαλύπτουν, τὰ καθεστῶτα τῆς βίας συγκαλύπτουν. Ἀλλὰ ἡ συγκάλυψις ὁδηγεῖ εἰς τὴν σῆψιν, ἐνῷ ἡ ἀποκάλυψις ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἐξυγίανσιν. Ὁ βαθμὸς τῆς ἀντιδράσεως εἰς τὴν νόσον κρίνει τὴν ὑγείαν καὶ τὴν ζωτικότητα τῶν ὀργανισμῶν. Τίθεται ἀκόμη τὸ ζήτημα. Ἐπιτρέπεται ν’ ἀσκῆται ἀντιπολίτευσις ἐπὶ τῶν ἠθικῶν θεμάτων; Ἀλλὰ τὴν ἀπάντησιν ἔχομεν ἤδη δώσει, εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Προκειμένου περὶ τῶν ἠθικῶν θεμάτων, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπάρχῃ ἡ διάκρισις Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς πολιτικὰς ἀντιθέσεις. Προκειμένου περὶ τῶν ἠθικῶν θεμάτων πίπτουν τὰ τείχη Κυβερνήσεως καὶ Ἀντιπολιτεύσεως. Οὔτε οἱ ὁμόφρονες ἐπιτρέπεται, ἀπὸ λόγους πολιτικῆς ἀλληλεγγύης, νὰ ὑποστηρίζουν ἄτοπον πρᾶξιν. Οὔτε οἱ ἀντίπαλοι ἐπιτρέπεται, ἀπὸ ἀντίθετον πολιτικήν, νὰ ἐπιρρίψουν ἠθικὴν μομφήν. Ἐνώπιον τῶν ἠθικῶν θεμάτων, ὑπάρχουν μόνον ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, κρίνοντες κατὰ συνείδησιν. Καὶ οἱ ὁποῖοι, κρίνοντες τοὺς ἄλλους, κρίνονται ἀπὸ τὸ Ἔθνος. Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετὴ τῆς Δημοκρατίας. Ὅτι καὶ οἱ κρίνοντες κρίνονται. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Καὶ τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα. Ὅπως γνωρίζει ἡ Βουλή, τὸ ζήτημα τῆς ἀναγραφῆς τῶν ὀνομάτων πολιτικῶν προσώπων εἰς τὰ σημειωματάρια τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων ἦλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα ἀπὸ ἄλλην μερίδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἡμεῖς διὰ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν οὐδὲν ἐγνωρίζαμεν. Καὶ σήμερον ἀκόμη γνωρίζομεν μόνον, ὅσα ἔχουν ἀναγραφῆ εἰς τὸν τύπον. Ὅταν ὅμως τὸ θέμα ἦλθεν εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ εὐλόγως συνεκίνησε τὴν κοινὴν γνώμην, τότε ἐλάβομεν θέσιν. Προέβημεν εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ ἄμεσος τερματισμὸς τοῦ ζητήματος. Διότι ἡ παράτασις τῆς ἐκκρεμότητος ἠλάττωνε τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπενόμευε, γενικώτερον τὸν δημόσιον βίον τῆς Χώρας. Καὶ ὁ ἄμεσος τερματισμός, ἐδηλώσαμεν, ἦτο δυνατὸς μὲ δύο τρόπος: Ἢ μὲ τὴν πλήρη ἀλληλεγγύην τῆς Κυβερνήσεως, ἢ μὲ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ Νέου Κόμματος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ τίθεται τὸ ἐρώτημα: Θὰ ἐνδίδωμεν λοιπὸν εἰς τὴν δημοκοπίαν καὶ τὴν συκοφαντίαν; Θὰ ὑποχρεώνωμεν τοὺς ὑπουργοὺς νὰ παραιτοῦνται καὶ τὰς Κυβερνήσεις νὰ διαλύωνται, διότι ἀσύδοτοι συκοφάνται ἐπιχειροῦν νὰ τοὺς σπιλώσουν; Ἀπαντῶμεν. Οὐδέποτε! Οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ καθιερώσωμεν αὐτὸ τὸ προηγούμενον εἰς τὸν δημόσιον βίον. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀντιπαρερχώμεθα μὲ περιφρόνησιν τοὺς εὐτελεῖς συκοφάντας. Ἀλλὰ ἐπρόκειτο, εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, περὶ ἀσυδότων συκοφαντιῶν; Ἦσαν εὑρήματα νοσηρᾶς φαντασίας ἢ κακοβούλου προθέσεως, ὅσα ἐγράφοντο; Ἀλλὰ συνέβαινε, κύριοι βουλευταί, ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Οὐδέποτε ὑπῆρξε τόση συρροὴ δυσμενῶν περιστατικῶν, ἡ ὁποία νὰ καθιστᾷ βάσιμον τὴν ὑποψίαν: Ἡ διεθνὴς σπεῖρα τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος. Ἡ ἀναγραφὴ τῶν ὀνομάτων τοῦ Νέου Κόμματος εἰς τὰ σημειωματάρια τῶν λαθρεμπόρων. Καὶ ὁ στενώτατος προσωπικός, φιλικὸς σύνδεσμος. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἦσαν πραγματικὰ γεγονότα; Εἶναι μήπως σκοτεινὸν εὕρημα τοῦ φθόνου καὶ τῆς σκευωρίας τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου ἐναντίον τῶν «νέων ἀνδρῶν» ἡ συρροὴ ὅλων αὐτῶν τῶν δυσμενῶν περιστατικῶν; Καὶ δὲν ἦτο εὔλογος ἡ ὑποψία τῆς κοινῆς γνώμης, τῆς ἀπολύτως καλοπίστου κοινῆς γνώμης, ὅταν εἶδεν, ὅτι ἀπὸ ἕνα στενώτατον κύκλον φίλων, ταὐτοχρόνως ἡ μία μερὶς κατήρχετο εἰς τὰς φυλακάς, ὡς ἡγεσία τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων καὶ ἡ ἄλλη ἀνήρχετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας; (Χειροκροτήματα). Ἰδού, διατί, εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνεται λόγος περὶ ἀσυδότων συκοφαντιῶν, περὶ «ἀνευθύνου τύπου» καὶ ἐπαγγελματικοῦ φθόνου. Εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ἐπικρινομένων, ἡ ὑποψία, δυστυχῶς, εἶχε καταστῆ εὔλογος. Τίθεται ὅμως τὸ δεύτερον ἐρώτημα: Διατὶ νὰ μὴ ἀνεμέναμεν τὸ δικαστικὸν πόρισμα; Πρῶτον, διότι ἡ πολιτικὴ εὐθιξία δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ παραμένουν εἰς τὰς θέσεις των, ὅταν συμφύρωνται τὰ ὀνόματά των εἰς τὴν δίκην μιᾶς σπείρας λαθρεμπόρων. Καὶ δεύτερον, διότι ἡ παραμονή των εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ἐπηρεασμοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ συνέβη μάλιστα εἰς τὴν συγκεκριμένην περίπτωσιν, νὰ μὴ εἶναι μόνον ὑποθετικὴ ἡ ἐντύπωσις. Τὴν ἐτροφοδότησεν ἀτυχὲς γεγονός. Ὅταν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκάλεσε τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου παρίστατο καὶ ὁ ὑπουργὸς—ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος. Καὶ οὔτε κἂν ἀνεχώρησε τότε. Μετέσχεν εἰς τὴν συζήτησιν διὰ τὴν ὑπόθεσίν του. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσεπάθησε νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐντύπωσιν, δηλώσας, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην παρίστατο καὶ «τρίτον» πρόσωπον. Ἀλλὰ βεβαίως, οὔτε ἡ μεταμόρφωσις αὐτὴ τοῦ ἐπωνύμου ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος εἰς ἀνώνυμον τρίτον πρόσωπον, ἦτο προωρισμένη νὰ ἐλαττώσῃ τὴν δυσμενῆ ἐντύπωσιν ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς γεγονότος. Ἰδοὺ λοιπὸν διατὶ — διότι ἀκριβῶς διήρκει ἡ δίκη— ἐπεβάλετο ὄχι ἡ ἀναμονὴ τοῦ δικαστικοῦ πορίσματος, ἀλλὰ ἡ ἄμεσος παραίτησις. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ τρίτον ἐρώτημα: Δὲν εἶναι ὁμολογία ἐνοχῆς ἡ παραίτησις; Εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον! Ἡ περίτρομος προσκόλλησις εἰς τὴν Ἀρχὴν παρέχει τὴν ἐντύπωσιν ἐνοχῆς. Ἐνῷ ἀντιθέτως, ἡ ἄμεσος καὶ αὐθόρμητος παραίτησις παρέχει τὴν ἐντύπωσιν τῆς αὐτοπεποιθήσεως. Εἶναι ὑπερήφανος καὶ γενναία καὶ φιλότιμος πρᾶξις. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξίωσις τῶν λαῶν. Θέλουν ὑπερηφάνους καὶ γενναίους καὶ φιλοτίμους τοὺς ἡγέτας τους. Διὰ νὰ ἀντλήσωμεν παραδείγματα, ἂς ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν πρόσφατον πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Ἂς ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παράδειγμα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Εἶχεν ὁ ἄξιος ἀρχηγὸς τὸ θάρρος τῆς ἀντιδημοτικότητος, τὴν πρώτην αὐτὴν ἀρετὴν τῶν ἀληθῶν δημοσίων ἀνδρῶν. Ὑπερήσπιζε τὰς πεποιθήσεις του, ἀδιαφορῶν διὰ τὰς συνεπείας. Καὶ διὰ τοῦτο, ὅταν ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς διώξεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Χημείου τοῦ Κράτους δὲν ἐδίστασεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, νὰ διακηρύξῃ, ὅτι τὸν ἐθεώρει ἀθῶον, «ἐντιμότατον» μέχρι δικαστικῆς ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου.... Ἀλλ’ ὅπως ὥρθωσε τὸ ἀνάστημά του ἐναντίον τῆς συκοφαντίας τοῦ «ἀνευθύνου τύπου», ὥρθωσεν ἐπίσης, τὸ ἀνάστημά του καὶ ἐναντίον ὑπουργῶν του, ὅταν ἔκρινεν, ὅτι παρεβίασαν τὴν παράδοσιν τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας. Καὶ ἐπρόκειτο περὶ ὑπουργῶν του μεγάλης ἱκανότητος τοὺς ὁποίους καὶ ἠγάπα. Τοὺς ἀπηύθυνεν ἐπιστολὴν συνιστῶν παραίτησιν. Καὶ παρῃτήθησαν ὡς ὑπουργοί. Παρῃτήθησαν ὡς βουλευταί. Καὶ ἐγκατέλειψαν τελικῶς τὸν δημόσιον βίον τῆς χώρας. Αὐτὸ εἶναι τὸ δίδαγμα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου.... Ἐνῷ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν τί συνέβαινεν; Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ἠρνεῖτο νὰ παραιτηθῇ. Οἱ συνάδελφοί του, ἔπειτα ἀπὸ τὰς συμβατικὰς ἁβρότητας τῶν πρώτων ἡμερῶν, τοῦ ὑπεδείκνυον μὲ ὅλους τοὺς τρόπους, τὴν ἀνάγκην τῆς παραιτήσεως. «Ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν του, ἐδήλωσεν εἰς μάτην ὁ κ. Βενιζέλος, θὰ παρῃτούμην». Καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος, ἀντὶ νὰ ἐπιδείξῃ, ὅπως ἀνεμένετο, «ρωμαλέαν» περιφρόνησιν πρὸς τὴν Ἀρχήν, ἐπεδείκνυεν, ἀντιθέτως, «βρωμαλέαν» προσκόλλησιν.... Ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη τελικῶς νὰ ἑτοιμάσῃ διάταγμα ἀποδοχῆς τῆς παραιτήσεώς του, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ! Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ προσπάθεια δὲν ηὐδοκίμησε. Καὶ εὑρέθη τελικῶς ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις, νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωὴν ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὸν θανάσιμον ἐναγκαλισμὸν τοῦ Νέου Κόμματος.... Αὐτὴ εἶναι ἡ θλιβερὰ ἱστορία. Καὶ αὐτὴ συνιστᾷ τὰς βαρείας πολιτικάς, κοινοβουλευτικὰς εὐθύνας τοῦ Νέου Κόμματος. Ἡ τακτικὴ αὐτή, τὸ πολιτικὸν αὐτὸ ἦθος, ὑπῆρξε πρωτοφανές, ὑπῆρξε πράγματι νέον εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου. Οὐδέποτε οἱ «παλαιοί», ὁσονδήποτε ἀξιοκατάκριτοι εἰς ἄλλα κεφάλαια, κατέστησαν ὑπεύθυνοι τοιαύτης πράξεως. Ἐπὶ ἕνα μῆνα εἶχεν ἀποσυντεθῆ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τελικῶς ἐξερράγη κυβερνητικὴ κρίσις, μὲ ὅλας τὰς συναφεῖς δυσμενεῖς συνεπείας, εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ Νέον Κόμμα μὲ τὴν στάσιν του, κατέστη ὑπεύθυνον, διότι παρεβίασε τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, τὴν παράδοσιν τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας, τῆς πολιτικῆς φιλοτιμίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τιμὴν καὶ δόξαν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν μας. Ἀλλὰ ὑπάρχουν, πέραν τῶν πολιτικῶν καὶ ἠθικαὶ εὐθῦναι τοῦ Νέου Κόμματος. Εἶναι ἡ ἐπαίσχυντος πρᾶξις τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Συνδέσμου τῶν Βιομηχάνων. Ὄργανον ὑπῆρξεν ὁ βιομήχανος, ἐμπνευστὴς ὑπῆρξε τὸ Νέον Κόμμα. Οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες εἰς ὅλα τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα, οὔτε εἶναι, οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ θεωροῦνται ἰδιωτική, ἢ ἐπαγγελματικὴ ὑπόθεσις τῶν κομμάτων. Ἀλλοίμονον εἰς τὰς Δημοκρατίας, ἐὰν ἐξέπιπτον εἰς αὐτὸ τὸ ἐπίπεδον, τῆς παρακμῆς...... Οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες εἰς τὰς δημοκρατίας εἶναι ὑπόθεσις ὅλων τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι συμβάλλουν, μὲ ὅλα τὰ μέσα των, εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῶν κοινῶν ἰδεῶν. Δι’ αὐτό, οἱ ἐκλογικοὶ ἀγῶνες ἐνισχύονται καὶ πολιτικῶς καὶ οἰκονομικῶς καὶ ἠθικῶς ἀπὸ τοὺς ὁμόφρονας. Καὶ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1946. Μία ὁμὰς εὐπόρων πολιτῶν, ἀπὸ γενικωτέρας εἰσφοράς, προσέφερε μίαν ἐλαχίστην οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν εἰς τὰ ἐθνικὰ κόμματα, διὰ τὴν καταπολέμησιν τοῦ κομμουνιστικοῦ συνθήματος τῆς Ἀποχῆς. Ἰδεολογικῶς ὁμόφρονες δὲν ἦσαν οἱ εἰσφέροντες ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν θεμάτων. Ἡ ἰδεολογικὴ ὁμοφροσύνη συνιστᾶτο μόνον εἰς τὸ ἐθνικὸν θέμα, εἰς τὸ κοινὸν πατριωτικὸν καθῆκον τῆς πολιτικῆς καταπολεμήσεως τοῦ κομμουνισμοῦ, ὁ ὁποῖος διέθετε καὶ ὀργάνωσιν ἐπικίνδυνον καὶ ἀμύθητα οἰκονομικὰ μέσα. Τὸ περιστατικόν, ἑπομένως, εἶναι καὶ σύνηθες καὶ ἀνεπίληπτον. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο κανεὶς σχετικῶς νὰ σημειώσῃ εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἡ οἰκονομικὴ συμβολὴ τῶν εὐπόρων εἰς τὸν κοινὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ὑπῆρξεν ἀσήμαντος. Ἐνῷ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἡ αὐτοθυσία τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ ὑπῆρξεν ἀπεριόριστος καὶ πρὸ παντὸς τῶν στελεχῶν τοῦ πτωχοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Οὔτε τὸ γεγονὸς ἑπομένως, οὔτε ἡ δημοσία ἀνακοίνωσίς του ἦτο ἄτοπος. Ἄτοπος ὑπῆρξε, πρῶτον ἡ παραποίησις τοῦ γεγονότος. Ἡ εἰσφορὰ δὲν ὑπῆρξε προσωπική. Ὑπῆρξεν ἀπρόσωπος τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ ἡ μεγάλη εὐθύνη εὑρίσκεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις αὐτὴ ἔγινεν εἰς τὸν ἀνακριτὴν τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων τοῦ συναλλάγματος, ἐνῷ τὸ θέμα ἦτο ἀπολύτως ἀλλότριον. Ἡ ἀνεξιλέωτος εὐθύνη εὑρίσκεται εἰς τὸ γεγονός, ὅτι ἐπεδιώχθη ἡ συσχέτισις ἐκείνης τῆς πατριωτικῆς εἰσφορᾶς μὲ τὸ ἔγκλημα τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων. Ἡ πρόθεσις ἦτο προφανής. Νὰ καταστῇ ὕποπτος ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Χώρας, διὰ νὰ ἐξομοιωθῇ μὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ βιομηχάνου. Ἀλλὰ ἡ κοινὴ γνώμη, μὲ τὸ ὑγιὲς ἔνστικτόν της, ἀντέδρασε. Καὶ κατεδίκασε τὴν σκευωρίαν καὶ τοὺς ἐργάτας της καὶ τοὺς ἐκτελεστὰς καὶ τοὺς ἐμπνευστάς της. Εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ τὸ περιστατικὸν αὐτὸ ὡδήγησεν εἰς τὴν ὁριστικὴν ἠθικὴν καταδίκην τοῦ Νέου Κόμματος, διὰ τὰς ἀθεμίτους μεθόδους του.... (Χειροκροτήματα). Εἶχον ἀπειλήσει οἱ ἡγέται τοῦ Νέου Κόμματος ὅτι ὡς ἄλλοι Σαμψών, θὰ ἔσειαν τοὺς κίονας τοῦ Ναοῦ, διὰ νὰ ἀποθάνουν μετὰ τῶν ἀλλοφύλων καὶ ἀπέθανον, ἁπλούστατα μετὰ τῶν ......φίλων. Τὰ κριτήρια τῆς ἠθικῆς ποιότητος τῶν εἰσφορῶν εἰς τὰ κόμματα, εἶναι ἡ ἀνιδιοτέλεια, ἡ ἰδεολογικὴ ὁμοφροσύνη, ἡ ἀπόλυτος ἔλλειψις ἀντιπαροχῆς. Καθ’ ὅσον μᾶς ἀφορᾷ, ἅπαξ μόνον συνηντήθημεν μὲ τοὺς βιομηχάνους μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1946. Ὅταν ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὠργάνωσα τὴν Ἐθνικὴν Περίθαλψιν τῶν Μαχομένων. Τότε ἐζήτησα καὶ ἔλαβα ἀπὸ μὲν τὸ σύνολον τῶν εὐπόρων 40 δισεκατομμύρια ἀπὸ δὲ τοὺς βιομηχάνους, εἰδικῶς δέκα δισεκατομμύρια. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀντιπαροχή!...... Ἀλλὰ μὲ τὴν σειράν των, θὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἄλλας περιπτώσεις ἀντιπαροχῶν. Θὰ ἔλθουν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων. Τότε, θὰ παράσχῃ βεβαίως πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ τέως ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τοῦ Νέου Κόμματος, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁρκισθεὶς τὴν 20 Ἰανουαρίου, προήδρευσεν αὐτοπροσώπως, τὴν ἑπομένην 21 Ἰανουαρίου, τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἰδιωτικῶν ἀνταλλαγῶν διὰ νὰ ἐγκριθῇ ἡ ἰδιωτικὴ ἀνταλλαγὴ τοῦ ἰδεολογικοῦ φίλου του, «ἐθελοντοῦ τοῦ θανάτου». Τόση ἦτο ἡ βία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀρχῶν τοῦ Νέου Κόμματος! Αὐταὶ λοιπὸν εἶναι αἱ ἠθικαὶ εὐθῦναι τοῦ Νέου Κόμματος, αἱ ὁποῖαι προστίθενται εἰς τὰς πολιτικάς, κοινοβουλευτικάς του εὐθύνας. Ἀλλὰ πέραν τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν ἠθικῶν εὐθυνῶν, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι εὐθῦναι, ἀκόμη βαρύτεραι, διὰ τὰς συνεπείας, εἰς τὰς ὁποίας ἠδύναντο νὰ ὁδηγήσουν. Εἶναι εὐθῦναι, κυριολεκτικῶς ἐθνικαί. Εἶναι ἡ προσπάθεια νὰ προωθηθῇ ὅπως ἀνεγράφη, ἡ κυβερνητική, εἰς καθεστωτικὴν κρίσιν. Εἶναι ἡ ἔνοχος προσπάθεια ἀναμίξεως παραγόντων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπεράνω τῶν κομμάτων καὶ ἐκτὸς τῶν κομμάτων. Εἶναι ἡ ἀπειλὴ ὑπονομεύσεως τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Θὰ μᾶς ἐρωτήσουν. Αἱ ἀποδείξεις; Ποῦ εἶναι αἱ ἀποδείξεις; Ἡ πρώτη ἀπάντησις εἶναι, ὅτι εἰς τὰ πολιτικὰ σώματα δὲν χρειάζονται ἔγγραφοι ἀποδείξεις. Ἔχουν τὰς πληροφορίας των. Ἡ δευτέρα ἀπάντησις εἶναι ὅτι ὑπάρχουν, μολαταῦτα, καὶ ἀποδείξεις. Εἶναι τὰ δημοσιεύματα τοῦ τύπου τῆς 13 καὶ 14 Ἀπριλίου. Γράφει τὸ «Βῆμα» τῆς 13 Ἀπριλίου: «Πληροφορίαι ἀναφέρουν, ὅτι δὲν ἀποκλείεται ὁ σχηματισμὸς ὑπὸ τοῦ κ. Σοφούλη Κυβερνήσεως ἄνευ τῆς συμμετοχῆς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Προσθέτουν μάλιστα αἱ πληροφορίαι αὐταί, ὅτι ἐὰν μία τοιαύτη Κυβέρνησις ἐμφανισθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν λάβῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειοψηφίας, ὁ κ. Σοφούλης ἔχει ἐξασφαλίσει ἀπὸ τοῦδε τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Βασιλέως διὰ τὴν δημοσίευσιν Διατάγματος διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ προκηρύξεως ἐκλογῶν ἐντὸς τετραμήνου ἢ πενταμήνου». Καὶ γράφει τὸ «Βῆμα» τῆς 14 Ἀπριλίου: «Ἔγκυροι πολιτικοὶ παράγοντες παρεῖχον χθὲς τὸ βράδυ τὴν ἐξήγησιν ὅτι ὁ κ. Σοφούλης, παρὰ τὸ ὅτι ἔχει ἀπὸ τὸν Βασιλέα ἐν λευκῷ τὴν ἐντολὴν νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν τῆς προτιμήσεώς του, ἔκρινε καλύτερον νὰ μείνῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὸ σχῆμα τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως διὰ νὰ μὴ ἐπέλθουν παράλληλοι μεταβολαὶ εἰς τὴν σύνθεσιν τῶν διαφόρων παρατάξεων ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὅμως ἡ νέα Κυβέρνησις συναντήσῃ ἀντίδρασιν ὁθενδήποτε, ὁ κ. Σοφούλης εἶναι ἀποφασισμένος νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν Βασιλέα ἀνανέωσιν τῆς ἐντολῆς — καὶ πιστεύει ὅτι θὰ τὴν λάβῃ ἀμέσως — διὰ νὰ προχωρήσῃ εἰς ἄλλας λύσεις, διὰ τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον συγκατάθεσιν τοῦ Βασιλέως». Ἀλλὰ διάλυσις τῆς Βουλῆς, χωρὶς προκήρυξιν τῶν ἐκλογῶν ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν, δὲν εἶναι δημοκρατικὴ λύσις. Εἶναι Δικτατορία! Αὐτὸ εἶναι τὸ ὄνομά της. Καὶ κανεὶς δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ τὴν ὑποστῇ, οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν, οὔτε ἐκτὸς αὐτῆς, ἀπὸ τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐγκαρτερεῖ, καὶ τὸν Στρατὸν ὁ ὁποῖος μάχεται (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Διὰ τοῦτο, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁμόφωνος εἶναι ἡ ἀποδοκιμασία τῶν σκοτεινῶν αὐτῶν καὶ ἀνόμων προθέσεων. Ἡ ἀποδοκιμασία ἐναντίον τῶν βλασφήμων καὶ τῶν καπήλων, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦντες νὰ εὐδοκιμήσουν ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τοῦ Ἑλληνικοῦ οὐρανοῦ, σκευωροῦν ἐναντίον τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ προσπαθοῦν μὲ τὴν κυκλοφορίαν ψιθύρων νὰ σχετίσουν τὰς ἰδικάς των εὐθύνας μὲ τὸν ἀνεύθυνον Ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὰς καρδίας τοῦ λαοῦ μας, καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει ἀπόφασιν νὰ παραμείνῃ, πάντοτε πιστὸς τηρητὴς τοῦ Πολιτεύματος τῆς Βασιλευομένης Δημοκρατίας. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης). Κύριοι βουλευταί, αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ ἐγκρίνωμεν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Νέου Κόμματος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Αἱ βαρεῖαι εὐθύναι του εἶναι πολιτικαί, ἠθικαί, ἐθνικαί. Ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ἔχομεν δικαιώματα καὶ καθήκοντα. Τὰ δικαιώματα συνίστανται εἰς τὸν σχηματισμὸν τῶν Κυβερνήσεων, εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐλέγχου καὶ τὸν καταλογισμὸν τῶν εὐθυνῶν. Τὰ καθήκοντα συνίστανται εἰς τὴν καλὴν πίστιν τὴν εὐπρέπειαν καὶ τὴν περιωπὴν τῶν συζητήσεων. Ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι καιροφυλακτοῦν, ὅτι ἐνεδρεύουν οἱ ἐχθροὶ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Ἀπὸ σφάλματα ἰδικά μας θέλουν νὰ ἀντλήσουν ἐπιχειρήματα διὰ τοὺς σκοπούς των. Ἂς ἀπογοητεύσωμεν τὰς ἐλπίδας των. Ἂς ἀποδείξωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἔχει πλήρη συνείδησιν καὶ τῆς κρισιμότητος τῶν περιστάσεων καὶ τῆς μεγάλης ἀποστολῆς της. Ὅτι ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἀσκήσῃ καὶ τὰ δικαιώματα, καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τῆς ἀνήκουν. Τοιουτοτρόπως θὰ ἀποκαταστήσῃ καὶ θὰ ὑψώσῃ τὸ γόητρόν της. Θὰ καταστῇ ἀξία τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων κ. Σ. Γονατᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§9Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Πρὸ τριῶν ἀκριβῶς μηνῶν, ἤτοι τὴν 4ην Φεβρουαρίου ἡ Κυβέρνησις ἔτυχε τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, μὲ σημαντικὴν μάλιστα πλειοψηφίαν λαβοῦσα 245 ψήφους μεταξὺ 286 ψηφισάντων. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἡ αὐτὴ πλειοψηφία εἰς τὴν ὁποίαν δὲν καταλεγόμεθα καὶ ἡμεῖς, ἐνέκρινε πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ὁποίαν ἀτόπως αὕτη συνεδύασε μὲ τὴν πρὸς αὐτὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, πρὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ἐπὶ τετράμηνον, ἤτοι μέχρι τῆς 4ης Ἰουνίου, ὅπως ἀπερίσπαστος διεξαγάγῃ τὸ κυβερνητικόν της ἔργον, μὲ ἐπιπρόσθετον μάλιστα δικαιοδοσίαν, ὅπως ρυθμίζῃ τὰ ἐπείγοντα ζητήματα δι’ ἀναγκαστικῶν νόμων. Παρὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις παρουσιάζεται σήμερον πρὸ τῆς Βουλῆς, ἕνα μῆνα πρὸ τῆς λήξεως τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ζητεῖ καὶ πάλιν τὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. Ἡ Βουλὴ ἀνέμενε καὶ δικαίως, νὰ πληροφορηθῇ τί ἀκριβῶς συνέβη τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν τοιαύτην μεταβολήν. Αἱ πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσαι δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως δὲν νομίζω ὅτι ἀνταπεκρίθησαν εἰς ὅσα ἡ Βουλὴ ἀνέμενε νὰ ἀκούσῃ καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ μάθῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἀποσιωπῶσα τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον συνετάραξε τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν παραίτησιν καὶ τὸν ἀνασχηματισμόν της μιμεῖται στρουθοκάμηλον, ἡ ὁποία χώνουσα τὴν κεφαλήν της εἰς τὴν ἄμμον νομίζει ὅτι ἀποφεύγει τὸν κίνδυνον. Θὰ ἐνομίζαμεν χρήσιμον ὅπως ἡ Κυβέρνησις συμπληρώσῃ τὰς ἀνακοινώσεις της διὰ μιᾶς δηλώσεως περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν σκέπτεται νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Σώματος πρὸς συζήτησιν. Ἴσως τοῦτο θὰ διευκολύνῃ τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Αὐτὸ ὅμως δὲν μᾶς κωλύει νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διεχειρίσθη τὸ ζήτημα τοῦτο. Καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ ἐπιληφθῇ ἀμέσως τοῦ θέματος, μόλις τοῦτο ἐνεφανίσθη καὶ νὰ λάβῃ μίαν σταθερὰν ἀπόφασιν δι’ ἧς θὰ ἐτερματίζετο τὸ ταχύτερον ἕνα ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶχεν ἄμεσον ἐπίδρασιν τόσον ἐπὶ τοῦ ἰδικοῦ της ἠθικοῦ κύρους, ὅσον καὶ γενικώτερον ἐπὶ τοῦ ἠθικοῦ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Ἀντὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἀναβλητικότητος τὴν ὁποίαν ἀπὸ συστήματος τηρεῖ ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται, προσεπάθησε νὰ παρελκύσῃ καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ προέβαινεν ἑκάστοτε εἰς ἀντιφατικὰς καὶ ἀλληλοσυγκρουομένας δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγέννησαν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν ἐπεζητεῖτο κἂν ἡ πραγματικὴ κάθαρσις τοῦ δημιουργηθέντος δράματος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐξῆψεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν δημοσίαν γνώμην, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀναγκασθῇ νὰ προβῇ εἰς τὸν ἀνασχηματισμόν της ὑπὸ τὸν ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιόν μας, ἀφοῦ ἐπὶ 20 ἡμέρας ἐταλάνισε μὲ τὴν ἀναποφασιστικότητά της τὴν κοινὴν γνώμην. Ἦτο φαίνεται δύσκολον νὰ συμπέσουν αἱ ἀντιλήψεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν 5 συνεργαζομένων ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων ἐπὶ τῆς ἐπιβαλλομένης λύσεως καὶ τοῦτο προήρχετο ἐκ τοῦ ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν ἐξελέγησαν κατὰ πρῶτον βουλευταί. Παρὰ τὰ πολλὰ ἄλλα των προσόντα ἐστεροῦντο τῆς κοινοβουλευτικῆς πείρας καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀντιλήψεως τῆς σωματικῆς ψυχολογίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ θεμάτων ἠθικῆς τάξεως. Καὶ οὕτω ἠναγκάσθη ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ καὶ πολιτικῶς ἐμπειρώτερος νὰ ἐκβιάσῃ τὴν λύσιν ὑποβαλὼν ἄνευ προσυνεννοήσεως τὴν παραίτησίν του. Τὸ διαρρεῦσαν τρίμηνον καθ’ ὃ ἔμεινεν ἀπερίσπαστος ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὴν ἐνοχλητικὴν Βουλὴν δὲν ἐχρησιμοποιήθη δυστυχῶς διὰ τὴν ἐπίλυσιν οὐδενὸς ζητήματος ἐξ ὅσων ἐπηγγέλθη κατὰ τὰς τότε προγραμματικὰς δηλώσεις της. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δημιουργήσει διάφορα κυβερνητικὰ καὶ συντονιστικὰ συμβούλια καὶ Ἐπιτροπὰς ἐξ ὑπουργῶν καὶ ἀνέθετεν εἰς τοὺς ἄνευ χαρτοφυλακίου ὑπουργοὺς τὴν ἐξέτασιν διαφόρων θεμάτων μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπισπεύσῃ τὴν λύσιν των. Εἰς τὴν πραγματικότητα ὅμως οὐδὲν ἐκ τούτων ἐπέλυσεν, ἀντιστρόφως μάλιστα τὰ περιέπλεξε καὶ ἐπεδείνωσε τὴν ὅλην κατάστασιν ὥστε καὶ αὔξησιν σημαντικὴν νὰ ἔχωμεν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ τριμήνου τῆς ἀκριβείας τῆς ζωῆς καὶ ἔλλειψιν ἐλαίου καὶ ἄλλων ἀπαραιτήτων εἰδῶν καὶ γενικῶς νὰ ἔχῃ δημιουργηθῆ τοιαύτη κατάστασις ὥστε καὶ νὰ δεχώμεθα καθημερινῶς διαμαρτυρίας τῶν καπνοπαραγωγῶν, τῶν ἁλιέων, τῶν ἐπαγγελματιῶν, καὶ δὴ τῶν μικροεπαγγελματιῶν καθ’ ὧν ἐξαπέλυσε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀληθῆ ἐκστρατείαν κατὰ τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα, δι’ ἐπιβολῆς εἰς αὐτοὺς τεραστίων ἀναδρομικῶν μάλιστα προστίμων, καθὼς καὶ τῶν ἐμπόρων τῶν πάσης φύσεως κατηγορίας ἐργατῶν ζητούντων τὴν ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων των. Καὶ τέλος ἀντὶ νὰ προλάβῃ τὴν πανυπαλληλικὴν ἀπεργίαν διὰ τὴν ἀποφυγὴν τῆς ὁποίας ὑπῆρχεν ὅλη ἡ καλόπιστος διάθεσις ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων διὰ τῆς παρελκύσεως τῶν ἀπὸ μακροῦ ἀρξαμένων ἐπὶ τοῦ δημοσιοϋπαλληλικοῦ ζητήματος συζητήσεων, ἐπροκάλεσε τὴν ἀπεργίαν, ἡ ὁποία παρετάθη ὅσον οὐδέποτε ἄλλοτε, μὲ σημαντικὰς ζημίας διὰ τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἀφ’ ἧς δὲ ἐξερράγη ἡ ἀπεργία ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις πλήρη ἀσυναρτησίαν εἰς τὰς ἐνεργείας της καὶ ἀνικανότητα πρὸς καταστολὴν ἢ πρὸς λῆξιν αὐτῆς. Τὴν πρώτην ἡμέραν συλλαμβάνει τὴν διοικοῦσαν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀπεργῶν, τὴν δευτέραν ἀναγγέλλει τὴν παραπομπὴν εἰς τὰ στρατοδικεῖα τῶν ἀπεργούντων, τὴν τρίτην ἀπολύει τοὺς συλληφθέντας, τὴν τετάρτην κηρύσσει πολιτικὴν ἐπιστράτευσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν προσέρχεται κανεὶς καὶ κατόπιν κάμνει ἐκκλήσεις πατριωτικὰς καὶ ἀναμένει ἀδρανὴς τὴν λύσιν τῆς ἀπεργίας ἐκ τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ πράγματι ἐλύθη αὕτη. Ἐνῷ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ, τοὐλάχιστον τὴν λειτουργίαν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων τῶν ὁποίων ἡ μὴ λειτουργία κατετυράννησε τόσον τὴν κοινωνίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο εὔκολον νὰ γίνῃ δι’ ἀξιωματικῶν, ναυτῶν καὶ στρατιωτῶν, τῶν ὁποίων μέγας ἀριθμὸς ἔχει ἀσκηθῆ εἰς τὰς μεταβιβάσεις. Καὶ ὄχι μόνον ἀνέμενε μακαρίως ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀφ’ ἑαυτῆς λύσιν τῆς ἀπεργίας, ἀλλ’ ἀκολουθοῦσα τὴν αὐτὴν μέθοδον, ἀπήργησε καὶ ἡ ἰδία καὶ ἐπὶ 20 καὶ πλέον ἡμέρας, οὐδ’ ἅπαξ συνῆλθε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κριθὲν καὶ αὐτό, μετὰ τὴν Βουλήν, ὡς ἄχρηστον, καὶ παρέμεινον οὕτω ἀκόμη περισσότερον ἀπερίσπαστοι οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει πολιτικοὶ ἀρχηγοί, ἀφίσαντες νὰ παραλύσῃ ἐξ ὁλοκλήρου ἡ κρατικὴ μηχανὴ καὶ νὰ ἀκουσθοῦν δυσμενῆ σχόλια εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Αἱ δὲ περιεχόμεναι εἰς τὰς σημερινὰς κυβερνητικὰς δηλώσεις ἀφηρημέναι ὑποσχέσεις περὶ ἠθικῆς ἀνυψώσεως καὶ ὑλικῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀντὶ νὰ μᾶς καθησυχάσουν μᾶς ἐμβάλλουν εἰς ἀνησυχίαν ὅτι τὸ ὅλον θέμα εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς τὰ σπάργανα τῆς θεωρητικῆς μελέτης, ἐκ τῆς ὁποίας ὁμολογοῦμεν ὅτι δὲν προσδοκῶμεν ἱκανοποιητικὰ ἀποτελέσματα. Ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀνεφέρθη εἰς τὰς πρὸ τριμήνου γενομένας παρ’ αὐτῆς προγραμματικὰς δηλώσεις οὕτω καὶ ἡμεῖς ἀναφερόμεθα εἰς τὰς γενομένας τότε παρ’ ἡμῶν ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξακολουθοῦν ἰσχύουσαι, τονωθεῖσαι μάλιστα ἐκ τῶν πραγμάτων. Ὡς πρὸς τὴν τηρουμένην, εἰς τὰς γενικάς της γραμμάς. Ἐξωτερικὴν πολιτικήν, τὴν πίστιν μας ἐπὶ τὸν Ο.Η.Ε. καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μας διὰ τὴν παρεχομένην πρὸς τὴν Ἑλλάδα βοήθειαν, ἐκ μέρους τῶν Μεγάλων κατὰ τὸν πόλεμον συμμάχων μας, εἴμεθα, νομίζω, ὅλοι ἀπολύτως σύμφωνοι. Διὰ τὰς ἀστόχους, ὅμως, δηλώσεις, ἢ ἐνεργείας ἢ παραλείψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν μας ζητημάτων, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμᾶς ὑπάρχουν, δὲν κρίνομεν σκόπιμον οὔτε ἐπίκαιρον νὰ φέρωμεν σήμερον τὸν λόγον. Ζητοῦμεν ὅμως ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς σχετικὴν συζήτησιν. Εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐνημερώνει ἑκάστοτε τὴν Βουλὴν περὶ τῆς πορείας τῶν ἐξωτερικῶν μας ζητημάτων, ὅπως γίνεται εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς τῶν Κρατῶν, τῶν διαβιούντων ὑπὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Εἰς τὴν διεθνῆ οἰκονομικὴν συνεργασίαν, περὶ ἧς ὁμιλοῦν αἱ κυβερνητικαὶ δηλώσεις, τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ὁποίας πάντοτε εὐχόμεθα, ἕνας πτωχὸς οἰκονομικὸς παράγων, ὅπως ἡ Ἑλλάς, δὲν πρόκειται νὰ παίξῃ παρὰ ρόλον οὐραγοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει σημασίαν δι’ ἡμᾶς εἶναι ἡ ἱκανότης τῶν ἐκπροσώπων μας εἰς τοὺς διαφόρους αὐτοὺς διεθνεῖς οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς, ὥστε νὰ κατανοηθοῦν παρ’ αὐτῶν αἱ τεράστιαι ἀνάγκαι μας, αἱ προελθοῦσαι ἐκ τῶν καταστροφῶν, ἃς ὑπέστημεν καὶ ὑφιστάμεθα, λόγῳ τῆς συμβολῆς μας εἰς τὴν νίκην παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν συμμάχων καὶ τῆς συνεχιζομένης ἀντιστάσεώς μας κατὰ τῆς ἐπιθέσεως πρὸς κατάργησιν τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν δημοκρατικῶν λαῶν, ὅπως ἔχῃ σημασίαν καὶ ἡ ἱκανότης τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἐπωφελεστέραν χρησιμοποίησιν τῆς παρεχομένης βοηθείας. Τὰς ὑποσχέσεις περὶ διαθέσεως ἀφθόνων ἀγαθῶν εἰς ἐλεγχομένας τιμάς, περὶ ὧν ὁμιλοῦν αἱ δηλώσεις, καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως διανομῶν εἰς τιμὰς χαμηλάς, κατόπιν τῆς κτηθείσης πείρας ἐπὶ παρομοίων ὑποσχέσεων, ὁ λαὸς τὰς ἐκλαμβάνει ὡς εἰρωνείαν, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἄξιος. Ἡ Κυβέρνησις φαίνεται εὐχαριστημένη ἀπὸ τὴν ἀπατηλὴν ἐντύπωσιν ὅτι διετήρησε τὴν σταθερότητα τῆς τιμῆς τῆς δραχμῆς. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ δραχμὴ διετήρησε τὴν σταθερότητά της ἔναντι τοῦ χρυσοῦ, ἀπώλεσε, τοὐλάχιστον, τὸ ⅓ τῆς ἀγοραστικῆς της ἀξίας, λόγῳ τῆς ἀντιστοίχου ὑψώσεως τῶν τιμῶν, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητός της, εἴτε ἐκ τῶν ἀστόχων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, εἴτε ἐκ τῆς παραλείψεως ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἐγκαίρως. Διὰ νὰ παραμείνῃ δηλ. ὁ πολίτης εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον διαβιώσεως, εἰς τὸ ὁποῖον ἔζη καὶ προηγουμένως, πρέπει σήμερον νὰ δαπανήσῃ κατὰ τὸ ⅓ περισσοτέρας δραχμὰς ἀπὸ ὅσας ἐδαπάνα προηγουμένως. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχει τὰς ἐπὶ πλέον αὐτὰς δραχμάς, κατ’ ἀνάγκην ἔχει ὑποβιβάσει τὸ καὶ προηγουμένως χαμηλὸν ἐπίπεδον τῆς διαβιώσεώς του, μέχρις ἀπαθλιώσεως. Αἱ πομπώδεις ἐκφράσεις τῶν δηλώσεων, περὶ τὴν ἔννοιαν τῆς λειτουργίας τῆς διοικήσεως, τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως δὲν μᾶς συγκινοῦν, διότι ἡμεῖς ἐν τῇ πραγματικότητι, βλέπομεν μόνον μίαν ἀγωνιώδη προσπάθειαν συμβιβασμῶν τῶν κομματικῶν συμφερόντων, τῶν μετεχόντων ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων. Δὲν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τῶν διαψευσθεισῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὅλους τοὺς τομεῖς, καθὼς καὶ ἐπὶ τῆς ἀθετήσεως τῆς ρητῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωσεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν θέλει ἐκδώσῃ ἀναγκαστικοὺς νόμους, παρὰ μόνον ἐπὶ θεμάτων ἐπειγούσης φύσεως, σχέσιν ἐχόντων μὲ τὴν καταστολὴν τῆς ἀνταρσίας. Ὅλοι δὲ γνωρίζομεν τὴν πληθὺν τῶν ἐκδοθέντων τοιούτων νόμων ἐπὶ οὐδόλως ἐπειγόντων καὶ ἐντελῶς ἀσχέτων πρὸς τὴν ἀνταρσίαν θεμάτων. Ἐξηκολούθησε δὲ ἀτόπως νὰ ἐκδίδῃ τοιούτους νόμους καὶ μετὰ τὴν πρόσκλησιν τῆς Βουλῆς καὶ προτοῦ κἂν ἡ νέα Κυβέρνησις τύχῃ ψήφου ἐμπιστοσύνης παρ’ αὐτῆς. Τὸ μόνον θέμα, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ἐπεῖγον καὶ ἄξιον εὐρυτέρας συζητήσεως, καίτοι ὑπῆρχον καὶ πολλὰ ἄλλα, ἦτο τὸ θέμα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ κατήρτισε διακομματικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην αὐτοῦ. Ἡμεῖς, καίτοι ἐθεωρήσαμεν τὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον καταρτισμὸν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς ἀντικανονικόν, ἐν τούτοις, λόγῳ τῆς βαρύτητος τὴν ὁποίαν ἀπεδίδομεν εἰς τὸ θέμα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἐφ’ ὅσον μάλιστα εἴχομεν ἐπικρίνει τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν εἶχεν εἴπει οὔτε λέξιν περὶ αὐτοῦ εἰς τὰς προηγουμένας της δηλώσεις, μετέσχομεν τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς. Παρὰ τὸ ἐπεῖγον ὅμως τῆς συστάσεώς της, δὲν ἠκούσαμεν μέχρι σήμερον τίποτε περὶ τῆς προόδου τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ ὁποία ἐπηρεάζεται ἀπὸ ἀσταθμήτους παράγοντας, εἶχε βασίσει πολλὰς ἐλπίδας ἐπὶ τῇ ἐγκαταστάσει τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας ὅμως εἶδε συντόμως διαψευδομένας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὴν ἀπογοήτευσιν, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐχρειάζετο τόνωσις τοῦ ἠθικοῦ, διὰ τὴν ψυχικὴν ἀντοχὴν τοῦ λαοῦ μας εἰς τόσας δοκιμασίας. Ἀπαιτεῖται Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡ παρουσία νὰ ἐξυψώνῃ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, λόγῳ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει, ὡς ἐκ τῆς συνθέσεώς της, πρᾶγμα ποὺ ἀπώλεσε, δυστυχῶς, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ὡς μόνον ἐνθαρρυντικὸν καὶ παρήγορον σημεῖον παραμένει πάντοτε τὸ ἡρωϊκὸν ἔργον τοῦ Στρατοῦ μας, ὁ ὁποῖος ἀντεμετώπισε καὶ πάλιν τελευταίως τόσον ἐπιτυχῶς, διὰ σκληρῶν ἀγώνων, μίαν νέαν αὐθάδη ἐπίθεσιν, παρασκευασθεῖσαν ἐν πάσῃ ἀνέσει, ἐπὶ τῶν πέραν τῶν συνόρων μας ἐδαφῶν καὶ ἐξαπολυθεῖσαν αἰφνιδιαστικῶς κατὰ τῶν πλευρῶν τοῦ ἐν Ἠπείρῳ Στρατοῦ μας, λόγῳ τῆς μειονεκτικῆς χαράξεως τῶν συνόρων μας. Τὸ ἔργον ὅμως τοῦτο οὐδόλως δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ παρουσιάσῃ ὡς ἰδικήν της ἐπιτυχίαν, μετὰ μάλιστα, τὴν πλήρη αὐτοτέλειαν, τὴν ὁποίαν ἐχορήγησεν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Στρατοῦ —τὸ παραδέχεται ἄλλωστε ἐν μέρει καὶ ἡ ἰδία— ἀλλ’ ἡ ὅλη τιμὴ καὶ ἡ εὐγνωμοσύνη τοῦ Ἔθνους, ὀφείλεται εἰς τὰ ἡρωϊκὰ τέκνα τῆς Ἑλλάδος, τὰ ἀποτελοῦντα, μετὰ τῶν ἀξίων στελεχῶν των, τὸν Ἐθνικὸν Στρατόν, εἰς τὸν ὁποῖον περιελαμβάνομεν τὴν Ἀεροπορίαν, τὸ Ναυτικὸν καὶ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, ὁ ὁποῖος συνεχίζει τὰς ἐνδόξους παραδόσεις του μετὰ καρτερίας καὶ εὐψυχίας ἀξίας παντὸς θαυμασμοῦ. Ὀφείλεται ἐπίσης εἰς τὸ ἀδάμαστον φρόνημα τοῦ λαοῦ μας, ἰδίᾳ τοῦ ἀγροτικοῦ, ὁ ὁποῖος, παρὰ τὰς δοκιμασίας του, ἐννοεῖ νὰ μὴ καταθέσῃ τὰ ὅπλα πρὸ τῆς τελικῆς νίκης. Εἶναι εὐχάριστον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν περιέλαβεν εἰς τὰς νέας προγραμματικάς της δηλώσεις, τὴν διακοπὴν καὶ πάλιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διότι φαίνεται ὅτι ἐπείσθη, ὅτι καὶ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ γεννηθῶσι δυσκολίαι, τῶν ὁποίων ἡ ἐπίλυσις ἀπαιτεῖ καὶ πάλιν τὴν παρουσίαν τῆς Βουλῆς. Ἡμεῖς, τὸ Κόμμα τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων, μετὰ λύπης βλέπομεν ὅτι ἐπηλήθευσαν, καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν αἱ δυσμενεῖς προβλέψεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν κάμει περὶ τῆς ἱκανότητος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰ δύσκολα προβλήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει ἡ χώρα μας, καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα περισσότερον ἐνισχυμένοι εἰς τὰς προβλέψεις μας ἐκείνας, διότι τὸ μεσολαβῆσαν ἔκτοτε διάστημα, μᾶς ἔδωσεν ἁπτὰ δείγματα, ὅτι οὔτε ἡ ἀπουσία τῆς Βουλῆς, οὔτε ἡ ἐνίσχυσις τῆς Κυβερνήσεως διὰ ψῆφον ἀνοχῆς μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὴν κατέστησαν ἱκανὴν νὰ ἐπιλύσῃ οἱονδήποτε ἐκ τῶν ζωτικῶν ζητημάτων, ἀντιστρόφως, μάλιστα, οἱ ἄστοχοι χειρισμοὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων ἐχειροτέρευσαν τὴν κατάστασιν ἀπὸ τοῦ σημείου, ὅπου εὑρίσκετο ὅταν ἀνέλαβε τὴν ἀρχήν. Δὲν βλέπομεν, ὅθεν νὰ συντρέχῃ κανεὶς λόγος νὰ μεταβάλωμεν τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐτηρήσαμεν μέχρι τοῦδε καὶ συνεπῶς θὰ ἀρνηθῶμεν καὶ πάλιν νὰ περιβάλωμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης μας. (Χειροκροτήματα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος κ. Ν. Ζέρβας, ἔχει τὸν λόγον.
§11Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις συνεχίζει τὸ ἔργον της, εἶπεν ἀρχόμενος τῆς ἀναγνώσεως τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος αὐτῆς. Καὶ ὅμως, μὲ τὴν σειράν μας, θὰ εἴπωμεν, θὰ συνεχίσωμεν τὸ ἰδικόν μας ἔργον, τὸ ὁποῖον συνίσταται, εἰς τὴν ἄσκησιν καλοπίστου ἐλέγχου ἐκ μέρους ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν πάσης καλῆς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι ἄρνησις, ἀλλὰ εἶναι ἀναγκαῖον συμπλήρωμα συμβούλου, διὰ τὴν καλὴν διεξαγωγὴν τοῦ ἔργου τῶν Κυβερνήσεων. Θὰ ἠθέλαμεν νὰ ἀπαντήσωμεν, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, ἀπὸ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον, νὰ ἀπαντήσωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ εὐχή μας εἶναι διάπυρος ὅπως αἱ ἐπαγγελίαι της αὗται πραγματοποιηθοῦν. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ μεσολαβῆσαν τρίμηνον δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ στηρίξωμεν ἐλπίδας καὶ δὲν συντρέχει εἰς τὸ νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ πραγματοποιηθοῦν αἱ ἐπαγγελίαι της. Νομίζομεν δὲ ὅτι ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι μόνον ἰδική μας ἀλλὰ ὅπως πιστεύομεν εἶναι γνώμη ὁλοκλήρου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ εἶναι ἄσχετον ἐὰν λόγοι σκοπιμότητος ἐπιβάλλουν εἰς τὸ μεῖζον μέρος τῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ δέχεται ἀναγκαστικῶς ὡς εὐσταθούσας τὰς προσδοκίας αὐτῆς. Πιστεύομεν δέ, ὅτι μὲ τὴν γνώμην ἡμῶν, εἶναι συντεταγμένον καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος καὶ ὅτι τοῦτο δυσπιστεῖ ἀπόλυτα ἐπὶ ὅσων διεκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις σήμερον, καὶ τοῦτο, διότι ἡ πικρὰ πεῖρα ἐκ τοῦ παρελθόντος δὲν τῆς ἐπιτρέπει νὰ ἔχῃ ἐλπίδας ἐπαληθεύσεως ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν τῶν τελευταίως ἐξαγγελθέντων μέτρων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις. Εἴθισται ὅμως νὰ ἀπαντᾷ ἡ Ἀντιπολίτευσις εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τοῦτο ἕνας κοινός, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, τύπος. Ἡ κοινότης ὅμως τοῦ τύπου αὐτοῦ λόγῳ τοῦ κρισίμου τῶν στιγμῶν, ἐπιβάλλεται ὅπως μὴ ὑπάρξῃ καὶ σήμερον ἵνα μὴ συμβῇ ὅ,τι συνέβαινεν ἑκάστοτε κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐπιβάλλεται λέγω ὅπως ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐν τῇ ἀπαντήσει της, μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὸν κοινὸν αὐτὸν τύπον, ἀλλὰ προχωρήσῃ ἔτι πλέον καὶ ἀποδείξῃ ὡρισμένα μέτρα, διὰ νὰ ἀκουσθοῦν ταῦτα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ ληφθοῦν ταῦτα παρ’ αὐτῆς ὑπ’ ὄψιν. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, μὲ ὅσα ἐπαγγέλλεται ἡ Κυβέρνησις σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τῆς ἐξωτερικῆς της πολιτικῆς γραμμῆς. Ἕν μόνον θὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ θὰ τὸ τονίσωμεν ἰδιαιτέρως. Νὰ προσέξῃ πολὺ εἰς τὰ νέα συνθήματα, καὶ εἰς τὰς νέας τάσεις, αἱ ὁποῖαι ἤρχισαν νὰ διαφαίνωνται, ἀκριβῶς ἀπὸ ἐκείνην τὴν πλευράν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει κυρίως τὴν προσπάθειά της, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν σκοπῶν τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Κατὰ κόρον τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐμφανίζεται μία νέα τάσις συμφιλιωτική, ἔχομεν μίαν νέαν ἐμφάνισιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ ἀρχίζει μάλιστα ἡ τάσις αὐτὴ νὰ παίρνῃ καὶ μίαν συγκεκριμένην μορφήν. Γίνεται διὰ τοῦ τύπου γνωστόν, ὅτι συζητεῖται κἄτι περὶ ἀπεμπολήσεως ἀπὸ μέρους τοῦ Ἔθνους τῶν ἱερῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἡρωϊκῆς Βορείου Ἠπείρου. Διακηρύσσομεν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου τούτου βήματος, μὲ τὴν ἔστω πτωχὴν φωνήν μας, διὰ νὰ ἀκουσθῇ εἰς ὁλόκληρον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησίς μας, διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἡ δικαία μας διαμαρτυρία, διότι συζητοῦνται ἀπὸ οἱουδήποτε ἔστω καὶ ἐὰν οὗτοι εἶναι οἱ ἐκλεκτοὶ καὶ μεγάλοι μας φίλοι, συζητεῖται λέγομεν τὸ ἱερὸν ἡμῶν δικαίωμα καὶ δίκαιον σχετικῶς μὲ τὴν ταχίστην Ἕνωσιν τῆς Βορείου Ἠπείρου μὲ τὴν Μητέρα Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§12Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Κύριε συνάδελφε, νομίζω, ὅτι κάμνετε μίαν σύγχυσιν, τὴν ὁποίαν ὀρθὸν εἶναι νὰ διαλευκάνωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκ μέρους τῶν συμμάχων μας, οὐδέποτε ἐνεφανίσθη τοιοῦτον ζήτημα. Ἐνεφανίσθη τὸ ζήτημα, ἐκ μέρους τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι ἐκ μέρους τῶν φίλων μας.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐχθρὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ κ. Ἔβατ;
§14Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἐνεφανίσθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ἔβατ.
§15Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Χαίρω πολύ, ἀξιότιμε κ. ὑπουργέ, ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι σᾶς ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ εἴπητε αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Θὰ εἶχον ὅμως τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ σᾶς, νὰ εἴχατε τονίσει τοῦτο εὐθὺς ὡς ἦλθεν εἰς φῶς, ἡ τοιαύτη προσπάθεια. (Χειροκροτήματα).
§16Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν χρειάζεται. Δίδετε περισσοτέραν σημασίαν εἰς τοὺς λόγους καὶ οὐχὶ εἰς τὰ ἔργα, διότι τὰ ἔργα .... (δὲν ἠκούσθη).
§17Δ. ΜΠΕΗΣ–ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως ἀφήσατε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην νὰ ὑπάρχῃ ἡ πεποίθησις αὐτή.
§18Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Εἰς ὅσους ἀποδίδουν περισσοτέραν σημασίαν εἰς τοὺς λόγους καὶ ὄχι εἰς τὰ ἔργα.
§19Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν θέμα καὶ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας στηρίζει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ νέου αὐτοῦ παράγοντος τῆς εὐρωπαϊκῆς συνεργασίας, ἢ τῆς γενικῆς συνεργασίας τῶν ἐλευθέρων ἐθνῶν, ἡ ἐλπὶς αὐτὴ μᾶς εὑρίσκει συμφώνους. Ἐπειδὴ πράγματι, ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, μὲ ἀδιάπτωτον τὸ ἐνδιαφέρον παρακολουθεῖ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὴν ἐπιτυχεστέραν ἔκβασιν τῶν δικαίων ἀπαιτήσεων καὶ ἀξιώσεων τοῦ Ἔθνους, θὰ ἤθελον νὰ ἀκούσω ἐκ μέρους αὐτοῦ τοῦτο: Πιστεύομεν πράγματι εἰς τὴν μεγάλην ἀπόδοσιν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἀπὸ μίαν τοιαύτην συνεργασίαν, πιστεύομεν, ὅτι ἡ Εὐρωπαϊκὴ Κοινοπολιτεία θὰ εἶναι ἕνα ἀγαθόν, ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ ἐπιδράσῃ καὶ ἐφ’ ἡμῶν. Ἐὰν ναί, τότε ἔχομεν νὰ κάμωμεν μίαν παρατήρησιν: Παρατηροῦμεν, ὅτι ὑπάρχει, μία ἄδικος μεταχείρισις ἡμῶν, ἐν σχέσει μὲ ὅλα τὰ ἄλλα Ἔθνη, ἅτινα συνεργάζονται πρὸς δημιουργίαν αὐτῆς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Κοινοπολιτείας. Θὰ ἠθέλαμεν, ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἡ Κυβέρνησις, καὶ εἰδικώτερον ὁ ὑπεύθυνος ὑπουργός, ὅπως ἄρουν τὴν ἀδικαιολογήτως μειονεκτικὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ πτωχή, ἀλλὰ ἡρωϊκὴ Ἑλλάς, εὑρίσκεται ἐν σχέσει μὲ τὰ ἄλλα συνεργαζόμενα Ἔθνη. Καὶ ἐνῷ στηρίζομεν πολλὰς ἐλπίδας, δικαίας ἄλλωστε, εἰς τὴν θαρραλέαν, εἰς τὴν μεγαλανθρωπιστικὴν ἐνίσχυσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς κάμνουν οἱ σύμμαχοι καὶ εἰδικώτερον ἡ μεγάλη δημοκρατία τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐκφράζομεν διὰ μυριοστὴν φορὰν τὴν εὐγνωμοσύνην μας, ἐν τούτοις ὑπάρχει, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ τονίσωμεν τὸ γεγονός, γεγονὸς ὅπερ μᾶς ἐπιβάλλει συνῳδὰ πρὸς τὴν ἔκφρασιν τῆς εὐγνωμοσύνης μας, νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν μεγάλην μας σύμμαχον, τὸ παράπονο, ὅτι ὄχι μόνον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρισκώμεθα εἰς μειονεκτικὴν θέσιν, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον ἠλπίζαμεν εἰς μίαν διάκρισιν ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἄλλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἡ μεγάλη αὐτὴ δύναμις ἦλθε νὰ σώσῃ ἀπὸ τὴν καταστροφήν. Ἂς ἐλπίσωμεν τοὐλάχιστον, ὅτι ἀπὸ τοῦδε καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως ἐπιτύχῃ αὐτὴν τὴν δικαίαν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν διάκρισιν. Μετὰ ἀνεξηγήτου ἀδιαφορίας, ἀντιπαρῆλθεν ἡ Κυβέρνησις ἕνα τεράστιον θέμα. Καὶ ἤξιζε τὸ θέμα τοῦτο ἰδιαιτέρας μνείας. Καὶ τὸ θέμα τοῦτο εἶναι τὸ θέμα τῆς στοργῆς καὶ τοῦ πόνου, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐπιδεικνύῃ πᾶσα Κυβέρνησις πρὸς τὸν ἀγρότην καὶ τὸν ἐργάτην. Δέν ἠκούσαμεν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε μίαν «λέξιν» ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Θέλω νὰ ἀποδώσω τοῦτο εἰς παράλειψιν τοῦ συντάκτου τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων. Θὰ εἴχομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὕστερα ἀπὸ τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἐκφράζει περὶ ἀποκαλύψεως νέων γαιῶν καὶ τῆς τελέσεως ἔργων ὑδροηλεκτρικῶν ἐνεργειῶν, νὰ εἴπωμεν λέγω, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀξίζουν πρῶτοι ὅπως τύχουν τῆς στοργῆς καὶ τοῦ πόνου, ἂν μὴ καὶ μόνοι, εἶναι οἱ ἀκτήμονες Ἕλληνες μαχηταί, καὶ ἔπειτα ἔρχονται κατὰ σειρὰν προτιμήσεως, ὅλοι οἱ ἄλλοι Ἕλληνες. Ἐπίσης εἴδομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔκαμε καὶ μίαν ἄλλην παράλειψιν, δὲν ἀνέφερεν οὔτε κἂν ἕνα λόγον δι’ ἕνα μαρτυρικόν, ἀλλὰ ἡρωϊκὸν τμῆμα τοῦ Ἔθνους, δὲν ἀνέφερε τὶ περὶ τῶν συμμοριοπλήκτων. Εἶναι, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, οὗτοι περίπου τὸ ἕβδομον τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνήκουν κυρίως εἰς τὸ καλύτερον τμῆμα τοῦ Ἔθνους. Ἀνήκουν κατὰ τὸ σύνολον εἰς τὴν ἁγνὴν ἀγροτιά. Καὶ ἂν ἔχῃ κάτι ποὺ πρέπει νὰ θαυμάσῃ ἡ ἀνθρωπότης, τοῦτο εἶναι ἡ καρτερία, ἡ ὑπομονὴ καὶ πρὸ παντός, ὁ μέχρι τοῦ ἀκαταλογίστου φθάνων ἡρωϊσμὸς τῶν ἡρωϊκῶν αὐτῶν τέκνων τῆς Ἑλλάδος, τῶν συμμοριοπλήκτων. (Χειροκροτήματα). Ἤξιζαν αἱ εὐγενεῖς καὶ γενναῖαι αὐταὶ τάξεις τῶν συμμοριοπλήκτων, μιᾶς λέξεως, ἐκφράσεως, ἐθνικῆς, δύναμαι νὰ εἴπω, εὐγνωμοσύνης, διότι παρ’ ὅλα τὰ μαρτύρια, παρ’ ὅλους τοὺς πόνους, παρ’ ὅλας τὰς ἀγωνίας, παρ’ ὅλας τὰς δοκιμασίας, ἔμειναν σταθεροὶ ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ἐπάλξεων, ὑπερβάλλοντες εἰς κάθε θυσίαν καὶ τὴν τολμηροτέραν προσδοκίαν ἡμῶν. Εἶναι ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἡ σημερινὴ ὑπόστασις τοῦ Ἔθνους. Τὸ μαχόμενον τμῆμα αὐτοῦ, ὁ Ἐθνικὸς Στρατός, ἀφ’ ἑνὸς καὶ οἱ μετὰ καρτερίας ὑπομένοντες καὶ τοὺς πόνους καὶ τοὺς σπαραγμούς, συμμοριόπληκτοι, εἶναι τὰ δύο μεγαλειώδη σκέλη, εἰς ἃ ὀφείλεται κάθε θαυμασμὸς καὶ κάθε εὐγνωμοσύνη ἐκ μέρους τοῦ Ἔθνους. Ὁμολογουμένως εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὅπως φαντάζομαι καὶ ὅλοι ὅσοι πρόκειται νὰ παρελάσητε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος λέγω, νὰ συγχαρῶ, τὸν συγγράψαντα τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, διὰ τὴν ἀναγραφὴν τῆς ὡραίας ἐκείνης δηλώσεως, διὰ τῆς ὁποίας τονίζεται: «Θὰ ἐμμείνωμεν σταθερῶς εἰς τὰς δημοκρατικάς μας ἀρχὰς καὶ ἀντιλήψεις καὶ θὰ προστατεύσωμεν τοὺς δημοκρατικοὺς θεσμούς». Ὡραιότεροι λόγοι, δὲν δύνανται νὰ ἀκουσθοῦν. Οἱ λόγοι ὅμως πρέπει νὰ συνεπικουροῦνται ἀπὸ τὰ ἔργα, πρέπει νὰ διαπιστοῦνται ἀπόλυτα ἀπὸ τὰς πράξεις. Καὶ ἐρωτᾶται. Ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διαπίστωσις; Ἔχουν πράγματι οἱ μεγάλοι αὐτοὶ λόγοι ἐν ταῖς πράξεσι τὴν ἀνταπόδοσίν των; Λυποῦμαι, διότι εἰς τὸ θέμα αὐτὸ θὰ διαφωνήσω ριζικῶς μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Δέν εἶναι τοῦ παρόντος, δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἀποψινὴν μας ὁμιλίαν, ἡ πρόθεσίς μας, νὰ ἀναπτύξωμεν τοὺς λόγους τῆς διαφωνίας μας αὐτῆς. Πιστεύομεν ὅμως, ὅτι πολὺ ταχέως, τόσον ἡμεῖς, ὅσον καὶ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, θὰ ἔχωμεν τὴν εὐκαιρίαν, νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς πείθουν, ὅτι τὰ ἐξαγγελλόμενα παρ’ αὐτῆς, παχύτατα λόγια, δὲν συμφωνοῦν μὲ τὰ πραττόμενα ἀπὸ μέρους ὡρισμένων παραγόντων τοῦ Κράτους. Ἐπιχειροῦσα ἡ Κυβέρνησις, νὰ προσδιορίσῃ τὸν σεβασμὸν αὐτῆς, πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας καὶ νὰ τονίσῃ τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῆς ὑπὲρ αὐτῶν, θέλουσα λέγω, ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὸν προσδιορισμὸν αὐτόν, ἀναμιμνήσκεται τοῦ λαμπροῦ της ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἤρξατο ἐφαρμόζουσα. Ἀναμιμνήσκεται τοῦ ἔργου τῆς αὐτοδιοικήσεως ἢ καθ’ ἡμᾶς τῆς ἀποκεντρώσεως, ὅπως θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν ἀποκαλοῦμεν. Καὶ μᾶς λέγει. Εἴδατε, ἀρχίσαμεν ἐφαρμόζοντες ἕνα εὐρὺ πρόγραμμα, αὐτοδιοικήσεως. Ὁμολογῶ, ὅτι τὰ πρῶτα βήματα, τὰ ὁποῖα ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα αὐτό, αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς πείθουν, ὅτι ἢ εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ ἡ Κυβέρνησις, βλέπουσα, ὅσα λέγει, εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, ἢ ἡμεῖς, κύριοι, δὲν θεωρούμεθα ὡς ἓν σοβαρὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀκούῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνίοτε ἔστω, μερικὰ σοβαρὰ πράγματα. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, μὲ λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Ἐλπίζω, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, θὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην μας, καὶ τότε θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, πόση ἀπόστασις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ὅσων γράφονται εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πράττονται. Ἀπόστασις τεραστία. Θὰ ἠκούσατε ὅμως, ὅλοι σας, καὶ θὰ ἀνεγνώσατε γραφόμενα κατ’ ἐπανάληψιν τὰ ποικίλα καὶ τόσα ὀλισθήματα τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν ὡρισμένων Νομαρχῶν, ὅπως καὶ τὸν διορισμὸν ὡρισμένων δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχῶν. Ἐν τούτοις θὰ εἴμεθα ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐπιεικεῖς, μὲ τὴν προσμονήν, ὅτι μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ μὲ τὴν ἐξονυχιστικὴν ἐκ μέρους αὐτοῦ ἐξέτασιν τῶν ἐπὶ μέρους ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, λέγω, θὰ προκύψῃ κάτι τὸ ἀγαθόν, θὰ προκύψῃ τὸ ἀγαθόν, νὰ ἴδωμεν τὴν Κυβέρνησιν, προσγειουμένην. Εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, θὰ ἤθελον νὰ ἐκφράσω τὴν εἰλικρινῆ μου θλῖψιν, διότι εἶδα ἕνα παμφίλτατον καὶ ἀγαπητὸν ὑπουργόν, κατὰ πάντα ἄξιον παντὸς ἐπαίνου καὶ τιμῆς, εἶδα τὸν κ. Ζαΐμην, ἐκτρεπόμενον ἀπὸ τῆς ὀρθῆς ὁδοῦ, τὴν ὁποίαν ἐπίστευα, ὅτι μετὰ πάσης εὐλαβείας θὰ ἠκολούθει. Ὁμολογουμένως, ἡ παρουσία ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ πάλιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ἀντιπροέδρου αὐτῆς, παρὰ τὰς διαμαρτυρίας, τὰς ὁποίας πιθανὸν θὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν κ. Κουλουμβάκην, ἡ παρουσία, λέγω, τοῦ κ. Ἀντιπροέδρου, ἐν τῇ Κυβερνήσει, μᾶς δίδει τὰς ἐλπίδας, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ βελτίωσίς τις εἰς τὸ θέμα... (δὲν ἠκούσθη).
§20Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε 354 βουλευταί, δὲν ἔχουν οὐδεμίαν ἀξίαν καὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἀπ’ ἔξω ὁ σωτήρ; Ὡραῖα. Μπράβο.
§21Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ θέμα τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως τῶν ἀμέσων φόρων, ὅπως καὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν εὐπόρων. Δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσῃ ὁ συμπατριώτης κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ παιδικός μου φίλος, ἐὰν τοῦ εἴπω, ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἐπὶ τριετίαν ἄσκησιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ λειτουργήματος, τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοῦ, ἀσχέτως τοῦ ὅτι ἡ ἄσκησις αὐτή, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς φύσεως, τοῦ λειτουργήματος δημιουργεῖ ὀξυτάτας ἀντιθέσεις καὶ ἀντιδημοτικότητα, δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσῃ, λέγω, ἐὰν τοῦ εἴπω μὲ λύπην μου, ὅτι ἀπέτυχεν οἰκτρῶς, οἰκτρότατα. Ἀλλὰ ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις, κάτι τι τὸ τόσον ἐπαγωγόν, κάτι τὸ ὁποῖον ὁ λαὸς ἀναμένει μετὰ μιᾶς ἐλπίδος, ἐλπίδος, ἡ ὁποία σχεδὸν ἰσοῦται μὲ τὴν τοιαύτην τοῦ πόθου ποὺ ἔχει νὰ ζήσῃ, ὑπόσχεται λέγομεν, ἡ Κυβέρνησις, τὴν πτῶσιν τῶν τιμῶν, τὴν πτῶσιν, ὅπως εἴθισται νὰ λέγεται τοῦ τιμαρίθμου. Νομίζω, ὅτι τὴν αὐτὴν ὑπόσχεσιν μᾶς ἔδωσε καὶ πρὸ τριμήνου. Δὲν ἠξεύρω τὶς πταίει, ὁ εἰδικός, ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ὑπουργός, καὶ ἐκλεκτὸς πολιτευτής, νέος μέν, ἀλλὰ γεμᾶτος θέλησιν ὑποσχομένην πολλὰ διὰ τὸ μέλλον, ὁ κ. Ἀβέρωφ, ἢ ἡ Κυβέρνησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχει μέχρις ὥρας ἀπολύτως διαπιστωθῆ εἶναι τοῦτο, ὅτι κατὰ τὸ τρίμηνον αὐτὸ διάστημα ὁ τιμάριθμος, ὄχι μόνον δὲν κατῆλθεν, ἀλλὰ ἀνῆλθε. Πιθανῶς νὰ πιστεύητε, ὅτι ἀνῆλθον καὶ αἱ πολιτικαὶ μετοχαὶ τοῦ κ. ἐπὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ ὑπουργοῦ. Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, τὸν συγχαίρω, διὰ τὴν δεξιότητά του αὐτήν. Ἐλπίζω ἄλλοτε νὰ μᾶς δοθῇ ἡ κατάλληλος εὐκαιρία νὰ τὸν συγχαρῶμεν μὲ μεγαλυτέραν ζέσιν. Μέ συγκίνησιν, κύριοι, ἠκούσαμε πρό τινος χρόνου τὴν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ αὐξήσῃ κατά τι τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Σώματος, τοῦ ἡρωϊκοῦ Σώματος τῶν Ἑλλήνων Ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ διπλασιάσῃ τὰς ἐνισχύσεις, τὰς ὁποίας ἔδιδεν ὡς τώρα εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν θρυλικῶν μας μαχητῶν. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πρᾶξις, ὡραιοτέρα ἀπὸ ὅσας εἴδομεν νὰ πράττῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ δυστυχῶς εἶναι ἐλάχισται ἐκεῖναι, ἃς κατὰ τὸ τρίμηνον τῆς διακυβερνήσεως τῆς χώρας διάστημα, ἐπραγματοποίησε. Ἀξίζουν οἱ ἡρωϊκοί μας ἀξιωματικοί, ἀξίζει ὁ ἡρωϊκὸς κόσμος τῶν μαχητῶν μας πάσης στοργῆς καὶ πάσης ὑποστηρίξεως ἀπὸ μέρους τόσον τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐξαντληθῇ ἕως ἐκεῖ ἡ στοργὴ καὶ ἡ συμπόνοια τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν νομίζομεν, τὸ λέγομεν μετὰ παρρησίας, ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἡ δοθεῖσα ἐνίσχυσις, θὰ πρέπει δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, ὥστε νὰ ἐνισχύσῃ ἐπαρκέστερον τόσον τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς μαχομένους ἀξιωματικούς, ὅσον καὶ τοὺς ἡρωϊκούς μας μαχητὰς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον σημειοῦμεν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, εἶναι ὅτι, ὀφείλει παραλλήλως νὰ σκεφθῇ καὶ ἕνα ἄλλον ἡρωϊκὸν κόσμον, τὸν κόσμον τῶν τιμίων Ἑλλήνων μαχητῶν τῆς ἄλλοτε, τὸν κόσμον τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν, ὅπως ὀφείλει νὰ σκεφθῇ τὸν μαρτυρικὸν καὶ ἀκατάβλητον κόσμον τῶν συνταξιούχων μας, ὅπως ἐπίσης ὀφείλει νὰ ἐξομοιώσῃ πρὸς τὸν κόσμον αὐτὸν τῶν μισθοδιαίτων καὶ δεινοπαθουσῶν τάξεων, νὰ ἐξομοιώσῃ, λέγομεν, καὶ ὅλους τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν, εἴτε εἰς τὰς κοινοτικὰς καὶ δημοτικὰς τάξεις, εἴτε ἀποτελοῦν οὗτοι μέρος νομικῶν προσώπων δημοσίου δικαίου. Καὶ τώρα σταματοῦμεν ἐπὶ ἑνὸς οὐσιώδους θέματος, τοῦ θέματος τῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοσίων μας ὑπαλλήλων. Δὲν ὑπάρχουν λόγια, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσουν πλήρως τὸ δρᾶμα αὐτοῦ τοῦ ἀκαμάτου, ἀλλὰ μαρτυρικοῦ κόσμου. Οἱ Ἕλληνες δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ὅτι ἵστανται ἀπὸ ἀπόψεως ἤθους καὶ ἠθικῆς, ἐν συγκρίσει μὲ τοὺς ὑπαλλήλους ὅλου τοῦ ἄλλου κόσμου, δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, ἵστανται, λέγω, εἰς ἕνα ὕψος τοιοῦτον, πού, ἐγὼ προσωπικῶς καὶ φαντάζομαι ὅτι καὶ κάθε ἄλλος τίμιος ἄνθρωπος, πρέπει νὰ τοὺς θαυμάζῃ. Ὑπάρχουν οἱ ἐπικρίναντες τὴν τελευταίαν στάσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἡμεῖς, κύριοι, χωρὶς νὰ θέλωμεν νὰ ὑπεισέλθωμεν ἐὰν τὸ ἀπεργεῖν εἶναι δικαίωμα ἢ ὄχι τῶν ὑπαλλήλων, θὰ εἴπωμεν μίαν ἀλήθειαν, ὅτι πᾶσα ὑπομονὴ ἔχει καὶ τὰ ὅριά της. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπομένουν οἱ μάρτυρες αὐτοὶ ἐπ’ ἀόριστον καὶ ἐπ’ ἄπειρον. Καὶ ἐὰν ἔφθασαν ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν, ἀμυνόμενοι τῆς αὐτοσυντηρήσεώς των, τοῦτο ὀφείλεται κυρίως καὶ μοναδικῶς εἰς τὴν πλήρη, τὴν παντελῆ καί, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν ἐγκληματικὴν ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἔλλειψιν κατανοήσεως. Οὐδέποτε ἠνόησεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ τὶ ὀφείλει εἰς τὸ σῶμα αὐτὸ τῶν τιμίων Ἑλλήνων ἐργατῶν. Καὶ εἰδικώτερον ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. ὑπουργὸς εὑρίσκεται εἰς μίαν θανάσιμον, ἀνεξήγητον ἀντιδικίαν πρὸς τὸ τίμιον αὐτὸ σῶμα. Ἔχει οὕτω δημιουργηθῆ ἕνα χάσμα ἀγεφύρωτον μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ Κράτους. Εἶναι λυπηρὸν τοῦτο, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Νομίζουν καὶ δικαίως μάλιστα οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὅτι τὸ Κράτος, ὄχι μόνον εἶναι ἄπονον πρὸς αὐτούς, ἀλλ’ ὅτι καὶ διάκειται ἐχθρικῶς. Οὔτε κἂν ἕνας φιλικὸς λόγος δὲν ἠκούσθη ποτὲ ἀπὸ τὰ χείλη τῶν κυβερνώντων πρὸς τοὺς μάρτυρας αὐτούς, πρὸς τοὺς ἐργάτας αὐτοὺς τῆς ἐθνικῆς μας προσπαθείας. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι, ἔστω καὶ ἀργά, κατανοήσασα ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὀφείλει νὰ παύσῃ ἡ ἀδιαφορία της πρὸς τὸ σῶμα τῶν ὑπαλλήλων, θὰ λάβῃ ὅπως ὑπόσχεται διὰ τοῦ στόματος τοῦ ἀντιπροέδρου αὐτῆς, τὰ ὁριστικὰ πλέον ἐκεῖνα μέτρα, πρὸς ριζικὴν βελτίωσιν τῆς θέσεώς των. Βεβαίως καλῶς ποιοῦσα ἡ Κυβέρνησις καὶ καλύτερον αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρός της, ἀπένειμε τὸν δίκαιον ἔπαινον, κηρύξασα ἀξίους τῆς πατρίδος τοὺς μαχητὰς τοῦ Ἔθνους τὴν ὥραν ταύτην τὴν κρίσιμον. Ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, μία εἶναι ἡ εὐχὴ ὅλων ἡμῶν, νὰ ἴδωμεν πρῶτον τὴν Ἑλλάδα ἀνακτῶσαν τὴν οὐσιαστικὴν ἐλευθερίαν της, δεύτερον τὴν χώραν μας ὁλοκληροῦσαν τοὺς πόθους της καὶ τρίτον νὰ ἴδωμεν μίαν Ἑλλάδα ἐξυγιασμένην, ἀποκεκαθαρμένην Ἑλλάδα, ὡσὰν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπόθησαν ὅσοι ἔδωσαν τὴν ζωήν των ὑπὲρ τῆς ζωῆς τῆς χώρας των. Καὶ ἀβίαστα ἔρχεται καὶ εἰς τὸ στόμα ἡμῶν ἡ ἀνάγκη νὰ ἐκφράσωμεν τὸν θαυμασμόν μας πρὸς τὰ ἡρωϊκὰ τέκνα τῆς μαχομένης πατρίδος. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν ὅμοιον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ἡ Ἑλλάς. Παρῆλθεν δεκαετία ἀφ’ ἧς ἡ Ἑλλὰς μόνη ἀπεφάσισε νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τὴν βίαν, τὴν ὠμὴν καὶ σκληρὰν βίαν, τὰ πτωχά της στήθη. Ἔκτοτε οὔτε μιᾶς ὥρας ἀνασασμός, οὔτε μιᾶς στιγμῆς ἀνάπαυσις. Συνεχίζει τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ ἀνθρώπου, συνεχίζει τὴν θυσίαν ὑπὲρ τῆς πανανθρωπίνης ἐλευθερίας, χωρὶς νὰ ἀναμένῃ ἀπὸ πουθενά προσμονὴν συμπαραστάσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη, ἡ ἄφθαστος δύναμις, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Ἔθνος μας. Θὰ μοῦ εἴπητε Καὶ δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ συμπαράστασις τῶν συμμάχων μας; Εὐγνωμονοῦμεν διὰ μυριοστήν, ἐὰν θέλετε, φορὰν τοὺς συμμάχους μας διὰ τὴν οὕτω πως ἐκδηλουμένην συμπαράστασίν των. Ἀπαντῶμεν ὅμως. Ὅταν ποταμοὶ αἱμάτων ἔχουν χυθῆ, ὅταν βουνὰ ὁλόκληρα ἀπὸ ἁγνὰ κορμιὰ ἐλευθέρων ἀνθρώπων ἔχουν πέσει, ὅταν ἕνας μικρὸς λαὸς ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἀγωνίζεται μόνος, κατάμονος, ἀναμένει ἀπὸ τοὺς συμμάχους, ὄχι τὴν ἁπλῆν βοήθειάν των. Ἀναμένει τὴν οὐσιαστικὴν συμπαράστασίν των. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι ὁ μέγας Θεὸς θὰ φωτίσῃ τοὺς καλούς μας συμμάχους καὶ θὰ δείξῃ εἰς αὐτοὺς ποῖος δρόμος εἶναι ὁ ὀρθός. Ἐν τούτοις ὅμως δὲν παύει τὸ γεγονὸς αὐτὸ νὰ μειώνῃ τὴν πρὸς τοὺς συμμάχους μας ἐμπιστοσύνην. Ἀλοίμονον ἐὰν πλανηθῶμεν εἰς τὴν ἄποψίν μας αὐτήν. Ἀλοίμονον ὄχι μόνον δι’ ἡμᾶς ἀλλὰ καὶ δι’ ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα. Ἐὰν τοῦτο συμβῇ τότε θὰ ἔχῃ αὕτη μίαν τύχην φοβεράν, μίαν τύχην οἰκτράν. Τοῦτο εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν καὶ εἰδικώτερον εἰς τοὺς συμμάχους μας. Ὅτι ὁ κίνδυνος πάντοτε προήρχετο καὶ προέρχεται ἀπὸ τὰ ἀνελεύθερα συστήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ κανόνα στραγγαλίζουν τὰς ἐλευθερίας τῶν φιλελευθέρων λαῶν. Ἄλλοτε ἡ ἀπολυταρχία, ὕστερα ὁ ἐθνικὸς σοσιαλισμὸς καὶ τέλος ὁ κόκκινος φασισμός, εἶναι τὰ ἀνελεύθερα συστήματα, ἅτινα ἐστραγγάλισαν πᾶσαν ἔννοιαν ἐλευθερίας καὶ δικαιοσύνης. Ὀφείλουν οἱ σύμμαχοί μας τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν φορὰν, συνερχόμενοι καὶ βλέποντες ποῖος εἶναι ὁ ὀρθὸς δρόμος, νὰ ἔλθουν, ὅπως ἐτόνισα πρὸ ὀλίγου, ὄχι ἁπλῶς συμπαραστάται, ὄχι τύποις τοιοῦτοι, ἀλλὰ οὐσίᾳ καὶ μόνον οὐσίᾳ, πρὸς τὸ μαχόμενον Ἔθνος μας. Εὐτυχῶς ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος, προστατεύει τὸν περιούσιον λαόν, βοηθεῖ ὥστε αὐτὸ τὸ ἄφθαστον πνεῦμα θυσίας, μὲ τὸ ὁποῖον ἐμφορεῖται τὸ σύνολον τοῦ Ἔθνους, νὰ μείνῃ ἀδιάθετον καὶ ἀναλοίωτον. Λαὸς καὶ στρατὸς προσπαθοῦν νὰ διδάξουν τὸν κόσμον ὁλόκληρον ποῖον εἶναι τὸ χρέος του. Διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ἐντὸς μιᾶς 30ετίας ὁ ἑλληνικὸς λαὸς χαράσσει τὸν δρόμον τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος πρὸς ὅλους, τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον ὀφείλουν νὰ ἀκολουθήσουν ὅλοι οἱ ἐλεύθεροι ἄνθρωποι. Διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν τὸ πνεῦμα τῆς ὑπερτάτης θυσίας διὰ τὴν κατάκτησιν τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας πετάει ἀπὸ ἐδῶ, ἀπὸ τὰ αἱματοβαμμένα μας χώματα καὶ διασχίζοντας τοὺς αἰθέρας, καλεῖ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ ζήσουν καὶ νὰ ἀποθάνουν ἐλεύθεροι διὰ νὰ τοὺς εἴπῃ: Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ πρὸς τὸν ἐλεύθερον ἄνθρωπον χρέος σας. Μιμηθῆτε μας. (Χειροκροτήματα).
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον, ἵνα ἀναγνώσῃ δήλωσιν τοῦ Νέου Κόμματος.
§23ΧΡ. ΘΗΒΑΙΟΣ. (Ἀναγιγνώσκει). «Τὴν χρονικὴν περίοδον ἀπὸ τῆς ὁρκωμοσίας τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Νέον Κόμμα συμμετεῖχε, μέχρι σήμερον πρέπει νὰ τὴν διαιρέσωμεν εἰς τρία τμήματα. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον δίμηνον τῆς τότε Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ «ἀποδοτικόν». Τὸ δεύτερον ἀφορᾷ τὸν χρόνον ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς κατὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος συκοφαντικῆς ἐπιθέσεως, ἄχρι τῆς παραιτήσεως τῆς τότε Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομασθῇ «στάδιον ὑπονομεύσεως τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου». Καὶ τὸ τρίτον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ζητεῖ σήμερον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος. Τὸ Νέον Κόμμα θεωρεῖ καθῆκον του νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὸ Σῶμα ὅτι ἡ παρατηρηθεῖσα κατὰ τὸ πρῶτον δίμηνον τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως σπουδαία μεταβολή, ἡ ὁποία ἔγινε πλήρως ἀντιληπτὴ καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀνεπτέρωσε τὸ ἠθικὸν τοῦ λαοῦ, καὶ ἐτόνωσε τὴν πίστιν τῶν μεγάλων μας φίλων διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, ὠφείλετο εἰς τρεῖς λόγους: α) Εἰς τὴν ἀνεκτίμητον συμβολὴν τοῦ ἀρχιστρατήγου Παπάγου, ὅστις κατώρθωσεν ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου νὰ μεταβάλῃ τὴν εἰκόνα τοῦ πολεμικοῦ ἀγῶνος. β) Εἰς τὴν λαμπρὰν λειτουργίαν τοῦ κυβερνητικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε κυβερνητικὴν ἀναρχίαν διὰ συντονισμένης κυβερνητικῆς γραμμῆς καὶ γ) Εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἦτο ἡ πρώτη μετὰ τὰς ἐκλογάς, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ὑπάρχουσα ἰσορροπία δυνάμεων ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν νὰ εἶναι ἀληθῶς Κυβέρνησις συνεργασίας. Ἅπασαι αἱ πρὸ αὐτῆς ἀνεξαρτήτως τῆς μορφῆς των, (ὡς Κυβερνήσεις Τσαλδάρη–Γονατᾶ–Ἀλεξανδρῆ ἢ Μαξίμου ἢ Σοφούλη–Τσαλδάρη) εἰς ὅλα τὰ διαδοχικά των στάδια ἦσαν πράγματι καὶ πάντοτε κομματικαὶ Κυβερνήσεις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Εἰς τὸ στάδιον τῆς κυβερνητικῆς ὑπονομεύσεως τὸ Νέον Κόμμα καίτοι αὐτὸ ἔχει ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ εὐρέως μετὰ τὴν πανηγυρικὴν μάλιστα ἀπόφασιν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν τὸ πράττει σήμερον ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης οὐδόλως ἀποβλέπον εἰς ὄξυνσιν καταστάσεως εἰς ὥρας τόσον κρισίμους διὰ τὸ Ἔθνος μέσῳ σκληροῦ στρατιωτικοῦ ἀγῶνος καὶ ἔναντι μεγίστων οἰκονομικῶν καὶ κοινωνικῶν προβλημάτων καὶ ὅταν ἐν Ἀμερικῇ διακυβεύωνται ὕψιστα ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀφίνει τὸν ρόλον αὐτὸν εἰς τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος συνηθισμένους νὰ τὸν ὑποδύωνται. Ἀδυνατεῖ ὅμως νὰ ἀποσιωπήσῃ βαρύτατον ἠθικὸν ἀπαράδεκτον ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ζητεῖ σήμερον τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἀφῆκε τὸν σεβαστὸν Πρόεδρόν της ἀπομεμονωμένην εἰς τὴν ὑγιᾶ γραμμὴν τὴν ὁποίαν οὗτος ἐχάραξεν ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον ἐξεδηλώθη ἡ ἀχαρακτήριστος συκοφαντία καὶ προετίμησε, δύο μέτρα καὶ δύο σταθμὰ ἐφαρμόζουσα, νὰ ζητήσῃ μόνον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος τὴν παραίτησιν καὶ νὰ γίνῃ οὕτω πρόξενος σάλου ἀπολύτως ἐπιζημίου διὰ τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Τὴν ἀπάντησιν περὶ τῆς ἠθικῆς καὶ πολιτικῆς σημασίας τῆς ἐνεργείας ἐκείνης δίδει πλήρως ἡ πανηγυρικὴ ἀπόφασις τῆς δικαιοσύνης. Ταῦτα προδικάζουν τὸ τρίτον στάδιον. Ἡ Κυβέρνησις ἀπολέσασα τὴν ἰσορροπίαν της ἐπανέρχεται καθ’ ἡμέραν ζωηρότερον καὶ πλησιέστερον πρὸς τὰ παμπάλαια σχήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὅπερ ἠνάγκασε τὴν παραιτηθεῖσαν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ εἰς τὰς τότε προγραμματικάς της δηλώσεις καὶ ὀρθῶς, ὅτι ἡ πατρὶς ἔφθασεν εἰς τὰ ὅρια ὑπερτάτου κινδύνου. Εἶναι προφανὲς ὅτι οὕτω ἡ Κυβέρνησις φέρεται εἰς πλήρη ἀποτυχίαν. Καὶ ἡ ἀπαισιόδοξος αὕτη σκέψις ἐνισχύεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἠθικῶς καὶ πολιτικῶς ἐχειρίσθη τὸ ἀσήμαντον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη ὡς μέγας!! τεχνητὸς ὕποπτος θόρυβος καὶ κυβερνητικὴ ἀδυναμία. Διὰ τοὺς ἁπλοῦς αὐτοὺς λόγους τὸ Νέον Κόμμα θὰ καταψηφίσῃ τὴν Κυβέρνησιν». Ἡ ἰδιάζουσα θέσις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀσκήσω τὸν δέοντα ἔλεγχον ἐπὶ τῶν καινοφανῶν πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν θεωριῶν καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Τὸ ζήτημα ὅμως τίθεται οὕτω: Τὴν ἀνάκρισιν ἀπησχόλησαν τρία πολιτικὰ πρόσωπα. Καὶ ἐρωτᾶται διατὶ ὁ θόρυβος ἐγίνετο διὰ δύο μόνον πρόσωπα; καὶ διατὶ οἱ ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀρχηγοὶ δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν αὐτὴν ἠθικὴν εὐεξίαν καὶ διὰ τὸ τρίτον πρόσωπον; Περαιτέρω δὲ τὸ ζήτημα τίθεται οὕτω: Ἢ ἡ καταλαλιὰ τῶν δρόμων στρεφομένη κατὰ τῶν δύο πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἦτο ἁπλῶς συκοφαντία, ἢ ἦτο ἀκριβής. Ἐὰν πράγματι ἦτο ἀκριβὴς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ἔδει νὰ ἐξαφανισθῇ ἀπὸ τὸν πολιτικὸν στίβον τῆς Χώρας. Ἐὰν δὲ ἦτο συκοφαντία ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ στιγματίσῃ αὐτήν. Οἱ βουλευταί, κατὰ τὸ Σύνταγμα λογοδοτοῦν ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους καὶ δικάζονται ὑπὸ τῶν κοινῶν δικαστηρίων. Ταῦτα ἐξέδωκαν ἤδη τὴν ἀπόφασίν των. Παρὰ ταῦτα, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος ἠγνόησε τοῦτο κατὰ τὸν ἔλεγχόν του καὶ τοῦτο μαρτυρεῖ τὴν ἠθικὴν στάσιν τοῦ γενομένου ἐλέγχου.
§24Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι, διότι ὁ ρήτωρ παρεβίασε τὸν κανονισμόν. Δὲν πρόκειται περὶ συκοφαντίας, ἀλλὰ περὶ ὁμολογίας. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ὡμολόγησεν ὅτι ἐδανείζετο.... (Θόρυβος, φωναί, κωδωνοκρουσίαι. (Ὁ κ. Ζουμπουλάκης ὁμιλεῖ ἐντόνως μὴ ἀκουόμενος).
§25Κ. ΜΠΑΚΟΛΑΣ. Ζήτω ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη.
§26Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. (Στρεφόμενος πρὸς τὸν κ. Κουλουμβάκην). Λόγῳ τῆς ἡλικίας σας δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅπως πρέπει.
§27Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τὸ λησμονήσετε αὐτό. Σᾶς προκαλῶ, σᾶς προκαλῶ.
§28Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, λυποῦμαι εἰλικρινῶς διὰ τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος προκαλεῖται ἀπὸ τοὺς ὀπαδοὺς τοῦ Νέου Κόμματος εἰς μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ἀπόλυτον ψυχραιμίαν καὶ ἡ ὁποία τοὺς ἀφορᾷ. Αἱ φωναὶ καὶ ὁ θόρυβος δὲν εἶναι τὰ μέσα μὲ τὰ ὁποῖα θ’ ἀντιμετωπισθῇ ἡ ὑπόθεσίς των, οὔτε εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἁρμόζουν εἰς σοβαρὰς συζητήσεις. Αἱ φωνασκίαι εἶναι τὸ ὅπλον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι στεροῦνται ἐπιχειρημάτων καὶ οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νὰ συγκαλύψουν τὴν ἀλήθειαν διὰ τῶν φωνῶν καὶ τοῦ θορύβου. Μόνον αἱ συζητήσεις εἰς σοβαρὸν τόνον ἀποδεικνύουν τὰς ἀληθείας. Τὰ ἐπιχειρήματα, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἡ σοβαρότης τῆς συζητήσεως καὶ ἡ ψυχραιμία, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀποκαλύπτουν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ τρέπουν εἰς φυγὴν τοὺς συκοφάντας, ἐὰν βεβαίως πρόκειται περὶ συκοφαντῶν. Λυποῦμαι τώρα πάρα πολὺ καὶ διαμαρτύρομαι, διότι ἡ δήλωσις τοῦ Νέου Κόμματος, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη ἀπὸ ἔγκριτον καὶ συμπαθῆ συνάδελφον, ὡμίλησε περὶ συκοφαντίας, δῆθεν ἐναντίον τοῦ ἀπουσιάζοντος ἀκόμη καὶ σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος. Ἐπειδὴ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι διὰ δηλώσεων, γενομένων εἰς τὸν τύπον ὅπως ἐκκαθαρισθῇ ὁ πολιτικὸς ὁρίζων, ὁ ὁποῖος ἐφαίνετο ἀρκετὰ τεθολωμένος ἀπὸ τὰς διαφόρους δηλητηριώδεις διαδόσεις, εἶμαι ὑποχρεωμένος ὄχι μόνον νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἀλλὰ καὶ νὰ δηλώσω ὅτι δοκιμάζω συναίσθημα λίαν δυσάρεστον νὰ ἀκούω ἀπὸ συναδέλφους, τοὺς ὁποίους ἐφανταζόμην περισσότερον σοβαρούς, ὅτι ἡ προσπάθεια ἐκείνη ἀποκαθάρσεως τοῦ διαβαλλομένου συνεχῶς καὶ γενικῶς πολιτικοῦ κόσμου καὶ ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας, ἀποτελεῖ συκοφαντίαν. Οὔτε δύνανται οἱ συνάδελφοι τοῦ κακῇ τῇ μοίρᾳ ἐμφανισθέντος Νέου Κόμματος, ν’ ἀντιμετωπίσωσι μίαν τόσον βαρεῖαν κατηγορίαν ἐναντίον τοῦ ἀρχηγοῦ των μὲ μόνον τὸ ἐπιχείρημα τῆς διαβολῆς. Ἴσως, κ. βουλευταί, δὲν θὰ ἐλάμβανον κἂν τὸν λόγον διὰ νὰ ὁμιλήσω, ἐὰν δὲν ἤκουον τὴν πρὸ ὀλίγου ἀναγνωσθεῖσαν δήλωσιν τοῦ Ν. Κόμματος, περιέχουσαν δυστυχῶς τόσας ἀνακριβείας ἢ καὶ ἐὰν ὡμίλουν θὰ ἔλεγον ὀλίγα τινὰ διότι ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς ἀνασχηματισθείσης Κυβερνήσεως, ἀποτελούσας, τρόπον τινά, καὶ ἀπολογισμὸν τῶν ἔργων της, δὲν εὑρίσκω τίποτε εἰλικρινῶς, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπραγματοποιήθη. Ἀλλὰ καὶ αἱ νέαι ἐπαγγελίαι της εἶναι τόσον ἀόριστοι καὶ ἀσαφεῖς, ὥστε ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ ἐξ αὐτῶν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ οὔτε ἁπλῆς ἀνοχῆς, δὲν θὰ ἐπετρέπετο εἰς ἡμᾶς νὰ δώσωμεν. Ἔχει ὅμως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἐνεργητικόν της μίαν πολιτικὴν πρᾶξιν ὄντως ὡραίαν καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὄντως ὡραία εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον δίδει τὴν ὑποχρέωσιν ὄχι ἁπλῶς νὰ τὴν ἐξάρω μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ παράσχω ψῆφον ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἅμα τῷ πρώτῳ πρὸ τριῶν μηνῶν καταρτισμῷ τῆς ἤδη ἀνασυντεθείσης Κυβερνήσεως, ἢ ὀρθότερον τῆς ἐξυγιανθείσης Κυβερνήσεως, ἡμεῖς ὁμιλοῦντες ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων ἐκακίσαμεν αὐτὴν καὶ ἐχαρακτηρίσαμεν ταύτην ὡς ἀτυχὲς κυβερνητικὸν σχῆμα. Ἡ αἰτία ἦτο ὅτι διὰ τοῦ ἐν λόγῳ σχήματος ἐτορπιλλίσθη ἡ ἔκκλησις τῆς Α.Μ. τοῦ Βασιλέως, ἀξιώσαντος ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων κληθέντας εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ὅπως δώσωσι λύσιν εἰς τὸ κυβερνητικὸν πρόβλημα, διὰ τοῦ σχηματισμοῦ οἰκουμενικοῦ Ὑπουργείου, ἐντὸς 24 ὡρῶν. Ἡ βασιλικὴ ἐκείνη ἔκκλησις περιεῖχε καὶ μίαν, τρόπον τινά, ἀπειλήν, ἀπειλὴν καθ’ ἣν ἐὰν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων δὲν ἤθελον συμφωνήσει ὅπως συγκροτήσουν οἰκουμενικὴν Κυβέρνησιν, τότε ἀφήνετο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Ἀνώτατος ρυθμιστὴς τοῦ Πολιτεύματος, θὰ προέβαινεν εἰς λύσιν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον κάπως ἀφισταμένην τῶν αὐστηρῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Ἡ περικοπὴ ἐκείνη τῆς ἐκκλήσεως, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐπεκρίθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὡς πολιτικὴ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν τὴν εὐθύνην ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡμεῖς καὶ ἄλλοι ἀρχηγοὶ κομμάτων ἀπεδέχθημεν τὴν βασιλικὴν ἔκκλησιν ἄνευ ἀντιρρήσεων, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς μᾶς ἐτόνισεν ὅτι τοῦτο ἀπετέλει ἐπιθυμίαν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ἀπετέλει ἐπιθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπετέλει ἐπιθυμίαν τοῦ ἀγωνιζομένου Στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ συμμαχικοῦ παράγοντος. Τὸ τελευταῖον μᾶς ἐτόνισεν ἰδιαιτέρως καὶ προφορικῶς ἐκτὸς τῆς ἀναγνωσθείσης πρὸς ἡμᾶς ἐγγράφου ἐκκλήσεώς του ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεύς. Πῶς αὐτὴ ἡ πρότασις τοῦ Βασιλέως ἐματαιώθη, ποῦ ὠφείλετο ἡ μὴ πραγματοποίησίς της; Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀκόμη καὶ σήμερον γνωρίζει ὅπως ἐπίσης ἀγνοεῖ διὰ τίνα λόγον ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς ὑπανεχώρησεν εἰς τὴν ἀρχικήν του πρότασιν. Ποῖοι κακοὶ σύμβουλοι τὸν ὤθησαν πρὸς τοῦτο; Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεδέχθη μετὰ πολλῆς προθυμίας τὴν Βασιλικὴν ἔκκλησιν, ὡς τοῦτο ἀπεδείχθη ἐκ τῆς σωρείας τῶν τηλεγραφημάτων ὅλων τῶν ὀργανώσεων καὶ ὅλων τῶν Σωματείων, ἐξ ὅλων τῶν πόλεων, τὰ ὁποῖα κατέκλυσαν τὰ Ἀνάκτορα. Καὶ ὅμως ἡ Βασιλικὴ ἐκείνη ἔκκλησις ἐματαιώθη. Ὁ Βασιλεὺς ὑπανεχώρησεν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν του ἐκείνην καὶ ἐσχηματίσθη κατὰ ἕνα περίεργον τρόπον μία Κυβέρνησις ποὺ δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶχεν αὐτὴν τὴν σύνθεσιν. Ἐπιστεύθη κατ’ ἀρχὰς ὅτι ὁ συμμαχικὸς παράγων ἠθέλησε τὸν ἀποκλεισμὸν ὡρισμένων κομμάτων ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ ἐπηκολούθησαν ταὐτόσημα καὶ ταὐτόχρονα ἀνακοινωθέντα τῶν δύο Πρεσβειῶν, διὰ τῶν ὁποίων διεσκεδάζοντο αἱ κυκλοφορήσασαι φῆμαι. Ἡμεῖς τότε ἠρνήθημεν ἐμπιστοσύνην εἰς τοιαύτην Κυβέρνησιν κατὰ τοιοῦτον σκοτεινὸν τρόπον καταρτισθεῖσαν καὶ ἡ ὁποία φαίνεται δὲν ἦτο ἄσχετος πρὸς τὸ σκάνδαλον τῆς λαθρεμπορίας τοῦ συναλλάγματος καὶ ἐδηλώσαμεν ὅτι θὰ καταψηφίσωμεν αὐτὴν ὅπως καὶ πράγματι τὴν κατεψηφίσαμεν. Καὶ ἡ καταψήφισις ἐκείνη περιεῖχε τὴν ἔννοιαν τῆς σοβαρωτέρας διαμαρτυρίας διὰ τὴν ἀπὸ ἀορίστους δυνάμεις ματαίωσιν τῆς ἐκκλήσεως τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ ἡ παμψηφία τῆς Βουλῆς δύναταί τις νὰ εἴπῃ τότε ἐπεδοκίμασε τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως τοῦθ’ ὅπερ ἠνάγκασε καὶ ἡμᾶς, μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, νὰ δηλώσωμεν, ὅτι λόγῳ τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διέτρεχεν ἡ πατρίς μας, διότι ἐπέκειτο ἡ ἔναρξις τῆς 2ας Συνόδου τῆς 3ης περιόδου τοῦ Ο.Η.Ε., ὅτι τασσόμεθα εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἠθέλαμεν ὅπως ἡ ἐθνική μας ἀντιπροσωπεία εἰς τὸν ΟΗΕ, νὰ εἶναι ἐξουσιοδοτημένη ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀπελάμβανε τῆς εὐρυτάτης δυνατῆς κοινοβουλευτικῆς βάσεως, εἴ δυνατὸν μιᾶς πανεθνικῆς κοινοβουλευτικῆς βάσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐδηλώσαμεν ὅτι τασσόμεθα εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτῳ ὅμως τῷ μεταξὺ τὸ σκάνδαλον τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος, τὸ ὁποῖον εἶχε συγκλονίσει κυριολεκτικῶς τὴν χώραν, προσελάμβανε διαστάσεις καὶ ἤρχιζε νὰ ἁπλώνῃ τὴν σκιάν του βαθεῖαν καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Οἱ ἐπιτελεῖς ἐκ τῶν οἰκονομικῶν συμβούλων τοῦ Νέου Κόμματος ἀπεδείχθη ὅτι μετεῖχον εἰς τὸ σκάνδαλον, συνελαμβάνοντο δέ, ἐδικάζοντο καὶ κατεδικάζοντο. Εἷς ἑνὸς μάλιστα ἐκ τῶν ἐπιτελῶν ἐκείνων τοῦ Ν. Κόμματος οἰκονομικῶν συμβούλων αὐτοῦ τὸ ἰδιαίτερον καὶ μυστικὸν ἡμερολόγιον εὑρέθησαν ἀναγεγραμμένα ὀνόματα πολιτικῶν ἀνδρῶν χρεωμένων μὲ διάφορα ποσὰ λιρῶν. Μία πρωϊνὴ ἐφημερὶς πάνυ ἀξιεπαίνως καὶ λίαν εὐθαρσῶς καταγγέλλει τὸ βαρυσήμαντον αὐτὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐβάρυνε τὸν πολιτικὸν κόσμον ὁλόκληρον διὰ κυρίου ἄρθρου της. Ἡμεῖς πρῶτοι, ὅτε ἐλάβομεν γνῶσιν τοῦ ἄρθρου τῆς πρωϊνῆς ἐφημερίδος, προέβημεν εἰς δηλώσεις πρὸς τὸν Τύπον, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητοῦμεν ὅπως ἀναφερθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγεγραμμένα εἰς τὸ ἰδιαίτερον καὶ μυστικὸν ἡμερολόγιον τοῦ ἐπιτελάρχου, νὰ εἴπωμεν οὕτω, καὶ ἀρχηγοῦ καὶ κυρίου μοχλοῦ τῆς διεθνοῦς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων ἐν Ἑλλάδι ἵνα μὴ διακυβεύεται ἡ ὑπόληψις ὁλοκλήρου τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς χώρας. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τόσον ἀπὸ τὰς ἀνακρίσεις, αἱ ὁποῖαι παρὰ τὴν μυστικότητα αὐτῶν ἐξέφευγον καὶ περιήρχοντο καὶ εἰς τὴν δημοσιότητα τμήματα αὐτῶν, ὅσον καὶ ἀπὸ τὰς εἰδήσεις τῶν ἐφημερίδων, ἀνεδύετο κατὰ τρόπον διαυγῆ ἡ τόσον συμπαθὴς φυσιογνωμία τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος. Ἡμεῖς ὅταν ἐξεκινήσαμεν εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τῆς ἐξυγιάνσεως δὲν εἴχαμεν εἰδικώτερον ὑπ’ ὄψιν μας τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος καίτοι ἡ κομματικὴ διαχείρισις τούτου ἦτο ὑπερπολυτελὴς καὶ πλουσία. Καὶ ὅταν προέβη εἰς μίαν πρώτην ἐξήγησιν ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος καὶ βουλευτὴς Κυκλάδων καὶ προέβη εἰς τὴν ἐξήγησιν αὐτήν, ὅταν ἐζητήθη ἀπὸ βουλευτὰς τοῦ κόμματος ἡμῶν, νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡρισμένα ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ διελευκαίνετο ἡ ὑπόθεσις τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος προέβη εἰς μίαν πρώτην ἐξήγησιν, ἔχουσα οὕτω: Πρῶτα ὁ Θεός, ὑπάρχει Δικαιοσύνη εἰς τὸν τόπον αὐτόν, καὶ συγκατετίθετο καὶ αὐτὸς εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν αἰτηθέντων, ἐκ μέρους τῶν φίλων μας βουλευτῶν, ἐγγράφων εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἔκτοτε, κύριοι βουλευταί, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ἔφραξεν ἑρμητικῶς τὸ στόμα του καὶ δὲν ἐξήρχετο ἀπὸ αὐτὸ οὐδεμία λέξις, διὰ νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις εἰς τὴν ἀγωνιῶσαν κοινὴν γνώμην ἀξιοῦσαν ἐξηγήσεις κατὰ τῶν ἀποδοθεισῶν εἰς αὐτὸν βαρειῶν κατηγοριῶν. Παρῆλθον οὕτω 11 ἡμέραι, ὁ τύπος ἐμαίνετο, ἡ κοινὴ γνώμη ἠγωνία καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ἐτήρει σιγὴν ἰχθύος. Τὴν 12ην ἡμέραν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, προέβη ἐπὶ τέλους εἰς δηλώσεις καὶ τὶ εἶπεν; Ὅτι μὲ τὸν ἐπιτελάρχην τῆς σπείρας τοῦ λαθρεμπορίου, μὲ τὸν κ. Ν. Ν. εἶχαν κοινωνικὰς σχέσεις καὶ ὅτι ἐδανείζετο παρ’ αὐτοῦ ὡρισμένα ποσὰ λιρῶν πρὸς ἱκανοποίησιν κομματικῶν ἀναγκῶν. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι βουλευταί, αὐτὴ ἡ δήλωσις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ν. Κόμματος τὶ εἶναι; Εἶναι ἁπλῆ ἀπόδειξις, ὅπως λέγεται εἰς τὴν δικαστικὴν γλῶσσαν ἢ εἶναι μία πλήρης καὶ σαφὴς ὁμολογία, τῶν κατηγοριῶν αἱ ὁποῖαι τοῦ ἀπηυθύνθησαν, ὅταν λέγῃ φέρ’ εἰπεῖν, ἔχω κοινωνικὰς σχέσεις.
§29Κ. ΜΠΑΚΟΛΑΣ. ..... (ὁμιλεῖ μὴ ἀκουόμενος).
§30Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἀγορητής, λέγων αὐτά, ὅτι εἶπεν, εἶναι ἕνα ψεῦδος, διότι δὲν ὡμίλησε ποτὲ περὶ λιρῶν.
§31Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ διακόψας με κ. βουλευτὴς δὲν ἀνήκει εἰς τὰς εἰδικάς μας συνηθείας, οὐχ ἧττον ἀπαντῶ ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ διὰ τὸ Ν. Κόμμα καὶ διὰ τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, νὰ μὴ γίνωνται τοιούτου εἴδους διακοπαί. Ἐγὼ θὰ τελειώσω τὴν ὁμιλίαν μου μετ’ ὀλίγον, θὰ μὲ διαδεχθῆτε ἐὰν θέλετε εἰς τὸ βῆμα καὶ θὰ ἀνατρέψετε αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπον ἐγώ, ἐὰν ἐννοῆτε ἔχετε αὐτὴν τὴν δύναμιν νὰ ἀνατρέπετε τὰς ἀληθείας. Κατόπιν αὐτῶν λέγω, ἤτοι τῆς ὁμολογίας εἰς ἣν προέβη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ν. Κόμματος κατέστη ἠθικῶς ἐπιβεβλημένη ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Νέου Κόμματος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως οὕτω δοθῇ μία διέξοδος εἰς τὴν ὁλονὲν ὀγκουμένην λαϊκὴν δυσφορίαν κατὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ν. Κόμματος. Ὅμως τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἴσως ἐκ μιᾶς κακῶς ἐννοουμένης συναδελφικῆς ἁβρότητος, ἴσως καὶ διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν, ἐπέδειξαν τὸ πρῶτον μίαν τάσιν ἐλαφρᾶς, συγκαλύψεως τοῦ σκανδάλου, διὰ τῆς ἐκδόσεως ἑνὸς γλυκαναλάτου ἀνακοινωθέντος, εἰς τὸ ὁποῖον δεινῶς κακομεταχειρίσθησαν τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὗτος ἐφέρετο δῆθεν εἰπών, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ κατατεθοῦν τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ὅμως εἶχον κατατεθῇ εἰς ἄλλην δίκην καὶ πλῆθος δικηγόρων καὶ ἄλλου κόσμου εἶχε λάβει γνῶσιν αὐτῶν, ἀλλὰ ὅτι ἐκ τῆς ἀνακρίσεως δῆθεν τίποτε δὲν προέκυπτεν τὸ ὁποῖον νὰ θίγῃ τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος. Εἶμαι βέβαιος, πῶς ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν ὁποῖον γνωρίζω καὶ ἐκτιμῶ, εἶναι ἀδύνατον νὰ προέβη εἰς τοιούτου εἴδους δηλώσεις, διότι γνωρίζει τὰ καθήκοντά του, γνωρίζει ὅμως καὶ τὰ δικαιώματά του καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε πίεσιν ἔστω καὶ ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ τοῦ ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος τὸν περιέφερεν ἀπὸ τοῦ γραφείου τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§32Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ὁμιλῆτε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι τὸ ἀπαγορεύω ἁπλούστατα. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγετε τοιαῦτα πράγματα.
§33Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Σεῖς δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύσετε νὰ λέγεται ἡ ἀλήθεια. Ὅσα λέγω εἶναι δυστυχῶς δι’ ὑμᾶς καὶ τὴν δικαιοσύνην ἀληθῆ. Ἀπολύτως ἀληθῆ. Ἐπαναλέγω λοιπὸν ὅτι τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου περιέφερεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ γραφείου εἰς γραφεῖον ὥσπερ ἡ Ἀντιγόνη τὸν Οἰδίποδα. Τὸ πρῶτον ἀνακοινωθὲν εἰς τὸ ὁποῖον προέβη ἡ Κυβέρνησις εἶχεν οὕτω: «Κατόπιν τῶν πληροφοριῶν ἃς παρέσχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ Εἰσαγγελεὺς δὲν ὑπάρχει πολιτικὸν ζήτημα καὶ θεωρεῖ τοῦτο τερματισθέν». Ὅμως ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁποία ὑπέστη αὐτὴν τὴν γκάφαν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ λόγον μίαν ἡμέραν, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος καὶ ἐφημερίδες τινὲς αἱ περισσότεραι μάλιστα ἐφημερίδες τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τύπου, καὶ αἱ θεωρούμεναι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ αἱ σοβαρώτεραι εἶχον καὶ αὐταὶ λάβει μίαν στάσιν κἄποιας ἀνοχῆς, μιᾶς καλομεταχειρίσεως —νὰ εἴπωμεν οὕτω ἀπὸ ἀπόψεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος— τοῦ ζητήματος τοῦ σκανδάλου τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος. Τὸ ἀναγνωστικὸν κοινὸν ὅμως τῶν ἐν λόγῳ ἐφημερίδων, τὸ ὁποῖον εἶναι εἷς καὶ ὁ καλλίτερος χαλινὸς τῆς παρεκτρεπομένης δημοσιογραφίας τῆς μὴ σεβομένης τὴν κοινὴν γνώμην ἀνεκάλεσε τινὰς ἐξ αὐτῶν εἰς τὴν τάξιν καὶ ἐδίδαξε αὐτὰς ὅτι πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικώτεραι, πράγματι δὲ εἴδομεν τινὰς ἐκ τῶν ἐφημερίδων αὐτῶν νὰ κάμνουν μίαν στροφὴν ὄχι βεβαίως 180 μοιρῶν, ἀλλ’ ἀρκετῶν μοιρῶν ἔναντι τοῦ σκανδάλου καὶ τῶν ἐκ τούτου ἀπορρεουσῶν πολιτικῶν καὶ ἠθικῶν εὐθυνῶν. Τινὲς ὅμως ἐξηκολούθησαν τὸν δρόμον τοῦ κατηφόρου. Μία δὲ ἐξ αὐτῶν ἀπογευματινὴ ἐφημερὶς ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ γεννήτωρ τοῦ Νέου Κόμματος καὶ ἡ ὁποία ἐθίγετο κἄπως περισσότερον ἐκ τῶν εὐθυνῶν τοῦ Νέου Κόμματος ἐξηκολούθησεν εἰς δριμύτερον μάλιστα ὕφος νὰ ὑβρίζῃ ὅλους τοὺς ἔχοντας τὴν πρωτοβουλίαν ἀποκαλύψεως τῶν ὑπευθύνων καὶ οἱ ὁποῖοι εἴμεθα οἱ ἐντεταλμένοι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νὰ ἀσκῶμεν τὸν πολιτικὸν ἔλεγχον. Ἐμὲ δὲ προσωπικῶς μὲ ἔφερεν εἰς δυσχερῆ θέσιν ἡ ὑβρεομανὴς καὶ συκοφαντικὴ στάσις τῆς ἐν λόγῳ ἐφημερίδος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ὑποπέσω εἰς μίαν παρεκτροπὴν κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς διὰ τὴν ὁποίαν παρεκτροπήν, πρῶτος ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν λύπην μου καὶ διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀπασχοληθῇ προσεχῶς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ὡς ἐλπίζω. Ὅμως δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἀμύνης κατὰ τῶν ἐκ συστήματος συκοφαντῶν. Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος εἶναι υἱὸς παλαιοῦ μας φίλου, μολονότι δὲν τὸν γνωρίζω πολὺ εἶναι φίλτατος ἀπὸ πάσης πλευρᾶς. Λέγουν μάλιστα περὶ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι εὐφυής, δὲν νομίζω ὅμως ὅτι ἐν προκειμένῳ ἐνήργησεν εὐφυῶς. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες κρινόμεθα ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην καθημερινῶς, κάθε ὥραν, κάθε στιγμήν, καὶ ὀφείλομεν ἀμέσους ἐξηγήσεις πρὸς αὐτήν. Εἴμεθα οἱ ἐντολοδόχοι τοῦ λαοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σταυρός μας. Δὲν εἴμεθα ἄνθρωποι ποὺ μποροῦμε νὰ κλεισθοῦμε εἰς τὰ σπίτια μας. Κρινόμεθα συνεχῶς. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν —τρόπος τοῦ λέγει— αἱ ποινικαὶ εὐθῦναι. Μᾶς ἐνδιαφέρουν κυρίως αἱ πολιτικαί, αἱ ἠθικαὶ εὐθῦναι. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει τί εἶπεν ὁ Κοντολέφας ἢ τί θὰ ποῦν τὰ βουλεύματα. Βεβαίως μᾶς ἐνδιαφέρουν καὶ αὐτά, ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτῶν αἱ ἠθικαὶ εὐθῦναι τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἔχουν κολοσσιαίαν σημασίαν. Πολὺ περισσότερον αἱ ποινικαὶ τοιαῦται ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ καὶ ἄνευ, ἐπαναλαμβάνω, αὐτῶν, αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι συγκινοῦν βαθέως τὸν Ἕλλην. λαόν καὶ πολιτικαὶ εὐθῦναι ὑπάρχουν πολλαὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Ὁ κ. Μαρκεζίνης διότι εἶναι πρωτόπειρος, δὲν ἐσκέφθη καλῶς καὶ δὲν ἐσκέφθησαν καὶ οἱ φίλοι του, νὰ δώσουν ἔστω αὐτοὶ μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἀπῄτει αὐτὴν ἐπιτακτικῶς. Ἡ Κυβέρνησις, ὅπως προεῖπον, ἠθέλησε κατ’ ἀρχὰς νὰ μπερδέψῃ κάπως τὰ πράγματα διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ πρώτου ἀνακοινωθέντος. Πρὸ τῆς πιέσεως ὅμως τῆς κοινῆς γνώμης ἠναγκάσθη νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ πρῶτον ἀνακοινωθὲν, καὶ νὰ θεωρήσῃ τὸ πολιτικὸν ζήτημα ἠρτημένον, παρεδέχθη δηλαδὴ ὅτι ὑπάρχει πολιτικὸν ζήτημα ἐκκρεμές. Καὶ οἱ ἡγέται ἐν τῇ Κυβερνήσει, λόγῳ συναδελφικῆς ἁβρότητος ἠθέλησαν κατ’ ἀρχὴν κάπως νὰ καλύψουν τὸ πρᾶγμα, ὑπὸ τὴν πίεσιν ὅμως τῆς κοινῆς γνώμης μετέπειτα, ἤρθησαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ ὕψος τῶν περιστάσεων καὶ εὐθυνῶν των καὶ ἤρχισαν ν’ ἀποχωρίζουν τὰς εὐθύνας των καὶ νὰ σκέπτωνται πλέον καὶ αὐτοὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ν. Κόμματος. Ἀλλὰ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ν. Κόμματος καὶ πάλιν δὲν ἠννόει νὰ παραιτηθῇ. Τοῦ ὑπέδειξαν πολλοὺς τρόπους, εἶπον π.χ. ἄλλοι ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀρχηγοὶ ὅτι ἐὰν ἦσαν εἰς τὴν θέσιν του, θὰ παρῃτοῦντο, ἀλλ’ αὐτὸς δὲν ἠθέλησε νὰ παραιτηθῇ ἦτο καθηλωμένος ἐπὶ τοῦ ἀξιώματος. Καὶ προσεπάθει μὲ κάθε τρόπον νὰ παραμείνῃ. Τὰ ἀξιώματα, κ. βουλευταί, τὰ κυβερνητικά, εἶναι ὡραῖα, ἔχουν αἴγλην μόνον ὅταν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰ φέρουν ἔχουν ὑπερβολικὴν εὐθιξίαν, ἄνευ ταύτης ὅλα τὰ ἀξιώματα χάνουν τὴν αἴγλην των. Ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀδιαφορῶν πρὸς τὰς ἠθικὰς ἐπιταγὰς ἐκράτει τὴν ἐν τῇ Κυβερνήσει θέσιν διὰ τῆς βίας. Διὰ τῆς βίας ἐπιδιώκει νὰ παραμείνῃ συνεργάτης τοῦ κ. Τσαλδάρη καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἐπιτρέπεται παραμονὴ ἐν τῇ ἐξουσίᾳ πάσῃ θυσίᾳ, κ. βουλευταί. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὑπεδείχθησαν πολλὰ μέτρα. Ἀκόμη ἐγένετο καὶ διάταγμα ἀποδοχῆς μὴ ὑποβληθείσης παραιτήσεως. Ἀλλὰ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ν. Κόμματος ἦτο ἀνένδοτος καὶ ἐπεκαλεῖτο τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους. Ὅλα αὐτὰ ὀφείλονται εἰς τὴν φιλοδοξίαν του. Μὲ τὴν πτῶσιν του ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ παρασύρῃ τὸ πᾶν. Εἶχε καταληφθῆ ἀπὸ μανίαν ὀλέθρου. Ὁ Πρόεδρος ὅμως τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Παπανδρέου, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀκέφαλος, εὑρεθεὶς πρὸ τῆς τοιαύτης μανίας τοῦ κ. Μαρκεζίνη, ἐπιθυμοῦντος νὰ ἐκθέσῃ τοὺς πάντας, εὗρε τὸν κατάλληλον τρόπον ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὸν κ. Μαρκεζίνην, διὰ τῆς ὑποβολῆς τῆς παραιτήσεως ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἦτο ἡ μόνη ἐναπομείνασα ὁδός, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ ἡ Κυβέρνησις τῶν ὑπόπτων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ν. Κόμματος καὶ τοιουτοτρόπως βλέπομεν τὴν σημερινὴν ἄνευ τοῦ Ν. Κόμματος ἀνασυντεθειμένην Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ζητεῖ ν’ ἀναβαπτισθῇ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς. Ἔκτοτε εἴχομεν δηλώσει ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ Ν. Κόμματος δὲν πρόκειται νὰ μειώσῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἑπομένως τὴν σταθερότητα αὐτῆς, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον τὸ ἠθικὸν αὐτῆς κῦρος. Τοὐναντίον θὰ ἐξυγιανθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ δυνηθῇ οὕτω ἀκώλυτος νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της. Διὰ τῆς δηλώσεώς μας αὐτῆς τότε ἐδέχθημεν νὰ ὑπερψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ κ. Μαρκεζίνη καὶ τοῦτο διότι κατηγορήθημεν ἀπὸ τὸν τύπον ὅτι εἰς τοιαύτας κρισίμους ἐθνικὰς στιγμὰς ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν κυβερνητικὰς ἀνατροπάς. Θὰ εἴμεθα ἀνάξιοι καὶ τῆς θέσεώς μας καὶ τῶν στιγμῶν, ἃς διατρέχει ἡ πατρὶς μας, ἐὰν ἐσκεπτόμεθα τοιουτοτρόπως. Νὰ ἐπιδιώξωμεν κυβερνητικὰς ἀνατροπὰς διὰ νὰ κερδίσωμεν τί; Ἐδηλώσαμεν κατηγορηματικῶς ὅτι θὰ παράσχωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀρκεῖ νὰ ἀπεμακρύνετο αὐτῆς τὸ Νέον Κόμμα. Ἑπομένως εἴμεθα ἔκτοτε δεσμευμένοι καὶ θὰ ψηφίσωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Θὰ πράξωμεν δὲ τοῦτο εὐχαρίστως διότι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε μίαν ὄντως ὡραίαν πολιτικὴν πρᾶξιν, ἥτις ἤρεσε εἰς τὸν λαὸν καὶ διὰ τὴν ὁποίαν χαίρω ἰδιαιτέρως ὅτι ἐπεδοκίμασεν αὐτὴν καὶ ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεύς μας. Ἔχει μεγάλην σημασίαν, κύριοι, ὅτι τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἐνέκρινε ὁ Βασιλεὺς ἀπολύτως.
§34Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐρωτῶ, ἂν ἕνα βούλευμα ἐνδιαφέρῃ ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν.
§35Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὄχι, βεβαίως. Οὐδόλως ἐνδιαφέρει ἡμᾶς τὸ κάπως ἀνωμάλως ἐκδοθὲν δικαστικὸν βούλευμα περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσωμεν προσεχῶς. Ἐκεῖνο, ὅπερ μᾶς ἐνδιαφέρει, τὸ εἴπομεν καὶ θὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν εἶναι ὅτι ἡ Α.Μ. ἐνέκρινε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως. Πῶς ἔχομεν ἀποδεδειγμένον τοῦτο; Μὲ τὸ νὰ ἀναθέσῃ ὁ Βασιλεὺς τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ ἴδια πρόσωπα. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ κ. Μαρκεζίνη ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὰς σκέψεις τοῦ Βασιλέως, δὲν θὰ ἀνέθετε τὴν ἐντολὴν εἰς τὴν ἰδίαν Κυβέρνησιν. Αὐτὰ δὲ τὰ τονίζω ἰδιαιτέρως, ὄχι διότι εἶμαι βασιλόφρων καὶ μάλιστα δογματικῶς πιστεύω εἰς τὴν Βασιλείαν ὡς εἰς θρησκείαν, διὰ τὸ καλὸν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ τὸ λέγω ἐπειδὴ πρό τινος συγκροτήματά τινα, ἐφημερίδες τινές, ἔγραψαν μερικὰς δῆθεν εἰδήσεις, αἱ ὁποῖαι προφανῶς εἶχον ὡς σκοπὸν νὰ θίξουν τὸ ἱερὸν πρόσωπον τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ ὑποτιμήσουν τὰς ἀγαθὰς ταύτας καὶ εὐγενεστάτας προθέσεις ὁλοκλήρου τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔκανε μίαν διακοπήν. Ἂν τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη, ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς πολιτικὰς εὐθύνας. Ἀνεξαρτήτως τῆς ὀρθότητος ἢ μὴ τοῦ ἐκδοθέντος κατεπειγόντως δικαστικοῦ βουλεύματος, διὰ τὸ ὁποῖον κατεβλήθη ἐξιδιασμένη προσπάθεια ὅπως ἴδῃ τὸ φῶς τῆς δημοσιότητος πρὸ τῆς συνεδριάσεώς μας ἀπόψε, οὐδεμίαν σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ διὰ τὰς συζητουμένας εὐθύνας. Εἶναι τελείως ἄσχετοι αἱ ποινικαὶ εὐθῦναι μὲ τὰς πολιτικὰς τοιαύτας. Ἡμεῖς δὲν ὑπεστηρίξαμεν ὅτι ὁ κ. Μαρκεζίνης ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συστάσεως μὲ τὸν ἰδιαιτέρως ἀγαπητόν μου κ. Ν. Νικολαΐδην, τὸν ἀρχηγὸν τῆς διεθνοῦς σπείρας καὶ μὲ τὸν κουμπάρον του Κανελλόπουλον, συνωμολόγησαν ἀμοιβαίαν συνδρομὴν διὰ νὰ ἐξαγάγωσι τὸ ἑλληνικὸν συνάλλαγμα εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ὥστε νὰ ἀξιοῦμεν ποινικὰς εὐθύνας διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην ἐκτὸς ἐὰν τοῦτο προκύψῃ ἐκ τῆς ἀνακρίσεως. Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν ὅτι ὑπάρχουν τεράστιαι πολιτικαὶ εὐθῦναι. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες κρίνονται ἀπὸ τὰς τοιούτου εἴδους εὐθύνας. Καὶ ὅπως εἶπεν ὁ πρῶτος ρήτωρ, σήμερον ὅπερ ἄλλωστε καὶ ἡμεῖς ἐτονίσαμεν εἰς δηλώσεις μας, τὸ πολιτικὸν δίκαιον εἶναι κατὰ πολὺ αὐστηρότερον τοῦ πειθαρχικοῦ καὶ τοῦ ποινικοῦ. Δύναται φερ’ εἰπεῖν εἷς δημ. ὑπάλληλος νὰ κατηγορηθῇ διὰ μίαν πρᾶξιν, νὰ φθάσῃ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ νὰ ἀθωωθῇ, ἀλλὰ τὸ πειθαρχικὸν συμβούλιον τὸν ἀπολύει τῆς θέσεώς του, διότι τὸ πειθαρχικὸν δίκαιον εἶναι αὐστηρότερον τοῦ ποινικοῦ καὶ τὸ πολιτικὸν ἀκόμη αὐστηρότερον τοῦ πειθαρχικοῦ. Συνεπῶς ἡ ἐπίκλησις τοῦ βουλεύματος, ἀνεξαρτήτως, ἐπαναλαμβάνω, τῆς ὀρθότητός του, δὲν ἔχει ἀξίαν καμμίαν. Οὔτε τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν τῷ βουλεύματι, κατὰ τρόπον καταπληκτικῶς περίεργον, ἀναφέρεται διὰ πρώτην φορὰν καὶ τὸ ὄνομα ἄλλου ὑπουργοῦ, μὴ ἔχοντος οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν λαθρεμπορίαν τοῦ συναλλάγματος καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος συνέτρεχεν ἀπομακρύνσεώς του ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ διὰ τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Μαρκεζίνη ὑπάρχει κομβολόγιον περιπτώσεων καὶ συμπτώσεων, αἱ ὁποῖαι καθιστῶσι τὴν εὐθύνην του ἔκδηλον, τὴν ἄλλωστε ὁμολογουμένην καὶ παρ’ αὐτοῦ. Κατὰ ταῦτα, ὁ ἐγκέφαλος τῆς διεθνοῦς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων ἀπεδείχθη δικαστικῶς ὅτι εἶναι οἱ οἰκονομικοὶ ἐπιτελάρχαι καὶ οἱ οἰκονομικοὶ σύμβουλοι τοῦ Νέου Κόμματος. Πῶς λοιπόν, δύναται νὰ λεχθῇ διὰ τὸν κ. Βενιζέλον τὸ ἴδιον; Ἑπομένως δὲν δικαιοῦνται οἱ κ. συνάδελφοι, οἱ ἔχοντες τὴν δυστυχίαν νὰ ἀνήκουν εἰς τὸ Νέον Κόμμα, νὰ παραπονοῦνται καὶ νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι ὑπάρχουν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Ὁ Ν. Νικολαΐδης δὲν εἶναι τυχαῖον πρόσωπον διὰ τὸ Νέον Κόμμα. Εἶναι ὁ οἰκονομικὸς διαχειριστὴς αὐτοῦ ἀποδεικνύεται δὲ καὶ ἀρχηγὸς τῆς σπείρας τῶν λαθρεμπόρων ἐν Ἑλλάδι. Δὲν ὑπάρχει ὅμως ἡ αὐτὴ σύμπτωσις περιστατικῶν καὶ διὰ τὸ τρίτον πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησαν εἰς τὴν δήλωσίν των, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Νέου Κόμματος, οἵτινες ἐκάκισαν τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐννοεῖται δὲν ἔχω οὐδεμίαν συμπάθειαν, ὅτι μεταχειρίζεται δῆθεν δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά.
§36Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἀφοῦ τὴν ὑπερψηφίζετε, πῶς λέτε, ὅτι δὲν ἔχετε συμπάθειαν;
§37Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν μὲ προσέξατε. Εἶπον ὅτι τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἔργον εἶναι ἴσον τῷ μηδενί. Τί νὰ προσέξω ἀπὸ τὰς κυβερνητικὰς δηλώσεις; Οὐδεμία ἐκ τῶν ἐπαγγελιῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐπραγματοποιήθη. Ἐκτιμῶ μόνον τὴν πολιτικὴν πρᾶξιν τῆς ἀπομακρύνσεως ἐξ αὐτῆς τοῦ Νέου Κόμματος καὶ ἐξ αἰτίας αὐτῆς καὶ μόνης παρέχω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὄχι διὰ τὸ κυβερνητικὸν ἔργον της, ὅπερ εἶναι ἀνάξιον τῆς παραμικροτέρας προσοχῆς, φίλε κ. Ζέρβα. Βραβεύω καὶ γεραίρω τὴν ἐξυγιαντικὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀρχίζει ἀπὸ τοὺς κόλπους της. Ἔχομεν ἀνάγκην κ. βουλευταί, ἐξυγιάνσεως καὶ αὐτὴ θὰ ἀρχίσῃ, πρέπει ν’ ἀρχίσῃ, ἀπὸ τὸν πολιτικὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τοὺς ἀρχιτέκτονας, διὰ νὰ ἀνασυγκροτήσωμεν τὸ νέον λαμπρόν μας οἰκοδόμημα, ἤτοι τὴν ἠθικὴν Ἑλλάδα. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐξαίρω καὶ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἐπιδοκιμάζω. (Χειροκροτήματα), καὶ δι’ αὐτὸ καὶ μόνον θὰ παράσχωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἤθελον ἐρευνήσει τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, δέν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσω πουθενά. Νὰ σταματήσω εἰς τὴν ἔκρηξιν τῆς ἀπεργίας τῶν δημ. ὑπαλλήλων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἱκανὸν ν’ ἀνατρέψῃ πέντε Κυβερνήσεις; Ἀφῆκε δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις μοιρολατρικώτατα πρῶτον νὰ ἐκραγῇ ἡ ἀπεργία κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχον μὲ τὸ μέρος των οἱ ὑπάλληλοι ὅλον τὸ δίκαιον καὶ ἀφοῦ ἐκηρύχθη ἡ ἀπεργία, τότε ἀρχίζει νὰ ἀφυπνίζεται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸν λήθαργόν της καὶ νὰ σκέπτεται τί ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ διὰ νὰ λήξῃ ἡ ἀπεργία. Ὁ ἐν γένει δὲ τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῆς ἀπεργίας ἦτο ἀξιοθρήνητος, ἡ δὲ παράτασις αὐτῆς παρέλυσε τελείως τὴν κυβερνητικὴν μηχανὴν καὶ ἐξέθηκε μεγάλως τὴν χώραν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ξένου κόσμου. Δὲν εἶναι μικρὸν τὸ ζήτημα. Νὰ διεξάγωμεν ἕνα τρομερὸν ἀγῶνα καὶ ν’ ἀφίνῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκραγῇ πανυπαλληλικὴ ἀπεργία καὶ νὰ παρατείνηται ἐπὶ τόσον χρόνον. Ἀλλὰ μόνον ἡ ἀπεργία; Ἔχομεν τὸν τιμάριθμον, ὁ ὁποῖος ἔφυγεν τελείως ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔφθασεν εἰς ὕψη δυσθεώρητα. Ἔχομεν τὴν ἀκρίβειαν τοῦ βίου, συνεπείᾳ τούτου, ἡ ὁποία ἔφερε τὴν ἀπόγνωσιν εἰς ὅλους μας. Οὐδεμία παρακολούθησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεὶς ἔλεγχος ἐπὶ τῶν τιμῶν ἰδίᾳ τῶν βασικωτέρων εἰδῶν διατροφῆς. Ἐφ’ ὅσον λέγομεν ὅτι ἔχομεν διευθυνομένην οἰκονομίαν, ὀφείλομεν παραλλήλως νὰ ἔχωμεν καὶ ἔλεγχον τῶν τιμῶν. Ὅμως ἀφῆκεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὀργιάζῃ ἡ αἰσχροκέρδεια, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται ἡ ἀπότομος ὕψωσις τῶν τιμῶν, τῶν λαχανικῶν, τοῦ ἐλαίου, τοῦ σάπωνος καὶ ἄλλων εἰδῶν βασικῆς ἀνάγκης. Μόνον εἰς μίαν περικοπὴν τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐσταμάτησα καὶ ἐξεκουράσθη ὀλίγον ἡ ψυχή μου. Εἶναι ἡ περικοπὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι ἔχει τὴν φιλοδοξίαν νὰ καταστήσῃ τὴν Πελοπόννησον πρότυπον διὰ τῆς ταχείας διενεργείας ἔργων ἀνασυγκροτήσεως. Ἐπειδὴ χθὲς ἐπέστρεψα ἀπὸ περιοδείαν μου ἀνὰ τὴν Πελοπόννησον, τὴν ὁποίαν περιῆλθον ὅλην σχεδὸν κατὰ τὰς ἑορτὰς τοῦ Πάσχα, πλὴν τοῦ Νομοῦ Ἀχαΐδος, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τὸ μέγεθος τῆς χαρᾶς τοῦ κατεστραμμένου ἀπὸ τὸν συμμοριτισμὸν λαοῦ αὐτῆς, τοῦ ὁποίου εἶμαι καὶ ἐντεταλμένος νὰ φέρω εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν τὸν ἐλεύθερον χαιρετισμόν του καὶ ὅλως ἰδιαιτέρως τὴν εὐγνωμοσύνην του, τὴν βαθεῖαν πρὸς τὸν στρατὸν ξηρᾶς, θαλάσσης καὶ ἀέρος καὶ τὴν Βασιλικὴν Χωροφυλακήν, τοὺς ΜΑΥ καὶ ἐν γένει πρὸς ὅλας τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις. Ἅπασαι ὁμολογουμένως, διὰ τῶν ἐπιχειρήσεων, τὰς ὁποίας ἀνέλαβον —καὶ τὰς ἀνέλαβον μετὰ φιλοτιμίας πολλῆς καὶ αὐτοθυσίας— καὶ διὰ τῆς ὁλοψύχου ἐνισχύσεως τοῦ λαοῦ τῆς Πελοποννήσου ἐπέτυχον ἐντὸς ἐλαχίστου σχετικῶς χρόνου, νὰ καταρρεύσῃ ὁ συμμοριτισμὸς καὶ νὰ ἐλευθερωθῇ μὲν ἡ Πελοπόννησος, πλὴν νὰ εὑρίσκεται, δυστυχῶς, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς εἰς πλήρη καταστροφήν. Εἶναι ἀφάνταστος καὶ ἀσύλληπτος ἡ δυστυχία τῆς ὑπαίθρου τῆς Πελοποννήσου. Οὔτε ὁ Ἰμπραὴμ δὲν ἐπροξένησε τόσας καταστροφάς ὅσας ὁ συμμοριτισμὸς ἐν Πελοποννήσῳ. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον ἐχάρην ἰδιαιτέρως, ἀκούσας τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὴν Πελοπόννησον ἔχει τὴν φιλοδοξίαν νὰ καταστήσῃ πρότυπον, διὰ τῆς ἐνάρξεως ἔργων μεγάλων καὶ ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, μὲ τὰ οἰκονομικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ Κυβέρνησις χάρις εἰς τὸ σχέδιον Μάρσαλ. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος καὶ σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι ἂν πράγματι συμβῇ τὸ τοιοῦτον, ὅπερ ὑπόσχεται τόσον πανηγυρικῶς ἡ Κυβέρνησις, ἐντὸς βραχέος χρόνου ὁ λαὸς αὐτὸς θὰ ἀναλάβῃ καὶ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς πλήρη ἀκμήν. Ἀλλὰ ποῦ ἀλλοῦ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων νὰ σταματήσω; Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐφοδιασμοῦ; Τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ περὶ ἄλλα τυρβάζον, οὐδόλως ἠσχολήθη μὲ τὰ ζητήματά του. Π.χ. καμμιὰ παρακολούθησις τῶν τιμῶν γενικῶς, οὔτε ἀκόμη ἐπὶ τῶν εἰδῶν διατροφῆς, ποὺ ὑπάρχει τόση ἀνάγκη. Οὐδεμία καταπολέμησις τῆς αἰσχροκερδείας, οὐδεμία ἐνημέρωσις περὶ τῶν ὑπαρχόντων ἀποθεμάτων γεωργικῆς παραγωγῆς. Εἰς τὴν Τεγέαν π.χ. ὑπάρχει σήμερον ἀπόθεμα δύο ἑκατ. ὀκάδων πατάτας, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πάρνωνος ἐπίσης 2 ἑκατ. εἰς ἄλλην περιφέρειαν τῆς Μαντινείας ἓν ἑκατ. καὶ παρὰ τὰ ἀποθέματα αὐτά, φέρομεν πατάταν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, πρὶν καταναλωθῶσιν αἱ ὑπάρχουσαι ποσότητες καὶ οὕτω ὁ τόσον δοκιμασθεὶς λαὸς τῆς ὑπαίθρου τῆς Πελοποννήσου, ὑφίσταται ζημίας ὁλοκλήρων δισεκατομμυρίων δραχμῶν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς οἰκονομικῆς του ἀπαθλιώσεως. Αὕτη εἶναι ἡ Κυβέρνησις καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον της. Ἐν γένει δὲ εἶναι τόσον πλημμελὴς ὁ μηχανισμὸς τῶν ἐξαγωγῶν καὶ εἰσαγωγῶν καὶ χωλαίνει τόσον ἐπικινδύνως, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναμένωμεν βελτίωσίν τινα, ἂν δὲν ἀφυπνισθῇ ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον καθ’ ὃν λειτουργεῖ ὁ ἐν λόγῳ μηχανισμός. Ἐκεῖ ἐπίσης ὀφείλεται ἡ ὕψωσις τοῦ τιμαρίθμου καὶ ἡ ἀκρίβεια τῆς ζωῆς, ἡ ὁποία ἔχει φέρει εἰς ἀπόγνωσιν ὅλους τοὺς μισθοσυντηρήτους καὶ συνταξιούχους πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς. Δὲν ἔχω λοιπόν, ποῦ νὰ σταθῶ ἀλλοῦ εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, διὰ νὰ ἐπαινέσω τὴν Κυβέρνησιν. Ὅλον τὸ τρίμηνον κυβερνητικὸν ἔργον εἶναι ἰσχνότατον καὶ δεκτικὸν τῆς σοβαρωτέρας κριτικῆς. Εὔχομαι μόνον νὰ φωτίσῃ ὁ Θεὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ καθοδηγήσῃ τὸ ἔργον της διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ μας. Ὅπως εὔχομαι ἐπίσης καὶ εἰς τὸν συμμαχικὸν παράγοντα νὰ μελετήσῃ περισσότερον ἐπισταμένως τὴν πολιτικὴν κατάστασιν τῆς χώρας μας. Τὴν ἐμπιστοσύνην μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν παρέχομεν μέχρι τῆς 4ης Ἰουνίου, δηλαδὴ μέχρις ἐξαντλήσεως τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ παραιτηθεῖσα καὶ ἐνέκρινε ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ψηφίσματος. Ἐκεῖθεν θὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν παροχὴν ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τὴν ἀπόδοσιν τῆς Κυβερνήσεως δηλ. καὶ ἀπὸ τὴν ἐπιτυχῆ διαχείρισιν τῶν ζωτικῶν ζητημάτων τῆς χώρας. Ἔχει ὅμως καὶ μίαν δικαιολογίαν μικρὰν ἡ Κυβέρνησις μὴ ἀποδώσασα κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ τριμήνου. Ἐπὶ ἕνα περίπου μῆνα μὲ τὰ διάφορα Μαρκεζινικὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀναγκαῖον τὸν ἀνασχηματισμόν της, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐργασθῇ καὶ ἑπομένως ἂς ἐλπίσωμεν ἐντεῦθεν καὶ ἐφεξῆς ὅτι θὰ ἐργασθῇ πολὺ περισσότερον καὶ θὰ ἀποδώσῃ διὰ νὰ ἔχῃ πάντοτε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ ἡμῶν. (Χειροκροτήματα).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀλεξανδρῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§39Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπεριμέναμεν ἔπειτα ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν λόγον ἵνα φέρῃ τὰς ἐπ’ αὐτῶν παρατηρήσεις της καὶ δυνηθῶμεν οὕτω νὰ κρίνωμεν ποία ἡ τηρητέα ἐκ μέρους ἡμῶν ἐν προκειμένῳ στάσις. Ἀτυχῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπροτίμησε καὶ ἀπόψε νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν συνήθη πολιτικήν της τῆς σιωπῆς. Κατόπιν τούτου εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ ἡμεῖς ἀκολουθοῦντες τὸ παράδειγμά της νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν δηλώσεως ἀπαντητικῆς εἰς τὰς προγραμματικὰς αὐτῆς δηλώσεις ἐπιφυλασσόμενοι νὰ λάβωμεν τὸν λόγον ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἠθέλομεν τὸ κρίνει σκόπιμον (ἀναγινώσκει). «Ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπιθυμῶ, κύριοι βουλευταί, νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι καὶ πάλιν ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν θέλομεν ἀρνηθῆ ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτὴν διὰ τοὺς ἑπομένους λόγους. Τὸ τρίμηνον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἐσημείωσεν ἢ σταδιοδρομίαν πολιτικῶν σκανδάλων, ἀπεργιῶν καὶ καταπτώσεως τοῦ κυβερνητικοῦ γοήτρου. Ἡ κατηγορία τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος εἶναι τῆς δικαιοδοσίας τῶν δικαστηρίων καὶ ἐξητάσθη παρ’ αὐτῶν καὶ δὲν προτιθέμεθα σήμερον νὰ καταγίνωμεν ἐπ’ αὐτοῦ μὲ μίαν πρόωρον συζήτησιν. Ὅ,τι ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ πολιτικὴ στάσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς εἶναι εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ αὐτὸ καὶ δίκαιος καὶ ἐπιβεβλημένος. Εἰς τὰ τοιούτου εἴδους ζητήματα ὅ,τι προέχει εἶναι ἡ ἐπιμελὴς προσπάθεια τῶν κυβερνώντων νὰ μὴ διαβληθῇ ἀπὸ κανένα τὸ γόητρον τῆς πολιτικῆς ἡγεσίας διότι ἡ δημιουργία λαϊκῆς γνώμης ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος διαχειρίζεται ἀνηθίκως καὶ σκανδαλωδῶς τὰ κοινά, μόνον ἐθνικῶν ζημιῶν καὶ καταστροφῶν θὰ εἶναι ἀπότοκος. Ὅταν ὅθεν συμβῇ νὰ δημιουργηθοῦν τοιαῦτα λυπηρὰ γεγονότα, θίγοντα τὸ γόητρον τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ὁλοκληρωτικῶς, εἴτε διά τινα τῶν μελῶν αὐτῆς, ἡ γοργότης πρὸς ἄμεσον καὶ ἀνεπίληπτον λογοδοσίαν εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποσοβηθῇ οὕτω ἐθνικὴ ζημία. Αὐτὴ ὑπῆρξε κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ τακτικὴ τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων ὅταν συνέβη νὰ δημιουργηθοῦν σχετικὰ ζητήματα, θίγοντα τὴν ὑπόληψιν κυβερνητικῶν μελῶν καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνησθῇ ὅτι ἡ ἔντιμος αὕτη ἀντίληψις αὐτῶν κατὰ τὴν ἄσκησιν τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἔφερε ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραιτηθῇ τοῦ ἀξιώματος, ὅταν συνέβη πολιτικός του ἀντίπαλος νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ κακουργήματι, τὴν δὲ Κυβέρνησιν Βενιζέλου ν’ ἀξιώσῃ ἀμέσως τὴν παραίτησιν δύο ὑπουργῶν, τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, μόλις ἠγέρθη κατ’ αὐτῶν σοβαρὰ ὑπόνοια ἐπὶ καταχρήσει τῆς ἐξουσίας. Ἡ γοργότης ὑπῆρξε κατὰ τοῦτο ἡ κυριωτέρα αὐτῶν ἐνέργεια. Αὕτη συνέτεινε, ν’ ἀποφευχθῇ ἡ δημιουργία τυχὸν πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ν’ ἀρθοῦν ἐξ ἄλλου τὰ ἐκ τῆς χρονοτριβῆς ἐμπόδια διὰ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῆς δικαστικῆς ὑποθέσεως καὶ πρὸ παντός, νὰ ἐνισχυθῇ ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὸ ἔντιμον τῶν ἀρχόντων τοῦ Κράτους. Οὕτω τὸ μεγαλύτερον κεφάλαιον μιᾶς χώρας, τὸ κῦρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου, περιεφρουρεῖτο πλήρως. Δυστυχῶς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν δὲν ἐτηρήθη διόλου ἡ ἀξιόλογος αὕτη πολιτικὴ γραμμή. Καὶ ἦτο τοῦτο σήμερον παρὰ ποτὲ ἀναγκαῖον, ὅτε ἡ οἰκονομικὴ βοήθεια εἰς τὴν Ἑλλάδα ρέει ἀφθόνως ἀπὸ τὰ θυλάκια τῶν συμμάχων καὶ φίλων ἡμῶν καὶ οἱαδήποτε καὶ ἡ ἐλαχίστη ὑποψία διὰ τὴν ἐντιμότητα τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινὰ καὶ τὴν κρατικὴν περιουσίαν τοῦ τόπου ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα καθολικῶς διὰ τὴν ἐθνικήν μας ὑπόστασιν. Δυστυχῶς, οὔτε τὰ ἀγαθὰ παραδείγματα τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τοῦ παρελθόντος, οὔτε αἱ ἐπικίνδυνοι περιστάσεις ποὺ διερχόμεθα ἴσχυσαν ὥστε ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν ὀρθὸν καὶ ἔντιμον δρόμον. Ἀναποφάσιστος καὶ παλιμβουλοῦσα ἀφῆκε νὰ δημιουργηθῇ μία ἐσφαλμένη ἴσως ἀντίληψις ὅλων ὅτι δὲν ἤθελε νὰ πράξῃ τὸ καθῆκον της. Προβαίνουσα εἰς δηλώσεις αἰνιγματώδεις, εἰς ἀνεπιτηδείους συγχρωτισμοὺς μὲ τὴν δικαιοσύνην, ἔξω τῶν ἐπισήμων μὲ αὐτὴν ἐπαφῶν διὰ τοῦ νομίμου ἀντιπροσώπου, ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, μὲ ἀκατανόητον βραδυπορίαν διὰ τὴν δικαστικὴν περαίωσιν τῆς ὑποθέσεως, ἐξενεύρισε τὴν κοινὴν γνώμην εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε, κατὰ τὴν ὥραν αὐτήν, καθ’ ἣν ὠφείλετο μία δυναμικὴ καὶ ἀπερίσπαστος ἐργασία διὰ τὸν κάθε Ἕλληνα πρὸς ἐπιτυχῆ ἀντιμετώπισιν τοῦ ἀνταρτοπολέμου, νὰ ἀφεθῇ κατὰ μέρος πᾶσα ἄλλη ἐνασχόλησις τῆς κοινῆς γνώμης πέραν τοῦ θέματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον τόσον ἔθιξε τὴν τιμήν της, ὥστε νὰ ἐκσφενδονίζωνται καθαρὰ καὶ ἐκ μέρους τοῦ τύπου καὶ ἀκόμη ἐκ τῶν πεζοδρομίων ἀπειλαὶ κατὰ τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας τοῦ τόπου. Ἐπὶ πλέον, εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ἔβλεπέ τις ἢ στήλας ὁλοκλήρους τῶν ἐφημερίδων, ἐνασχολουμένας ἐπὶ τοῦ σκανδάλου τούτου, ἐνῷ παρημελοῦντο ἄλλα ζωτικὰ τοῦ τόπου ζητήματα, σχετιζόμενα μὲ τὴν στρατιωτικήν μας ὑπόθεσιν καὶ τὴν οἰκονομικήν μας ζωήν. Καὶ ἔπρεπε νὰ κορυφωθῇ τοιουτοτρόπως ἡ κοινὴ ἀγανάκτησις διὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν της. Τὸ καθῆκον ὅπερ ἐπεβάλετο ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Οὕτω τέλος εἰσῆλθεν εἰς τὸν πραγματικὸν αὐτῆς δρόμον, τὸν δικαστικόν, μία λυπηρὰ ὑπόθεσις ἀπὸ τὴν ὁποίαν μόνον ἡ Κυβερνητικὴ ἀβουλία, ἡ ἔλλειψις πολιτικῆς πεποιθήσεως καὶ ἡ ἀνικανότης διὰ ραγδαίας καὶ σοβαρὰς ἀποφάσεις εἰς σοβαρὰ ζητήματα, μᾶς ἐπλησίασαν εἰς δύο δάκτυλα ἀπὸ ἐθνικὰς καταστροφάς. Ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἔφθανεν ἡ τρομερὰ αὐτὴ ὑπόθεσις ἐδημιουργεῖτο παραπλεύρως μία ἄλλη ὄχι μικροτέρας ἐθνικῆς σημασίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπαλληλικὴ ἀπεργία. Δὲν ἐδημιουργεῖτο ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἡ κυριολεξία εἶναι ὅτι τὴν ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι γνωσταὶ αἱ γνῶμαι ἡμῶν διὰ τὰς ἀπεργίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, αἵτινες, καθ’ ἡμᾶς, σπανίως δικαιολογοῦνται, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν παρὰ μετὰ βαθεῖαν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι ἡ ἀπεργία αὐτὴ ἦτο ἄκρως δεδικαιολογημένη. Τοῦτο ἐπιστοποίησε καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις τελειωτικῶς ἀπεδέχθη λύσιν εὐνοοῦσαν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀλλ’ ἡ λύσις αὕτη ἐξεβιάσθη ἀπὸ τὴν ἄτεγκτον ἐπιμονὴν τῶν ἀπεργῶν, ὕστερα ἀπὸ 12 ἡμερῶν σχοινοτενεῖς διαπραγματεύσεις, παλιμβουλίας καὶ μικρότητας εἰς κρατικοὺς λεονταρισμοὺς μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ καταπέσῃ τὸ κυβερνητικὸν γόητρον καὶ κῦρος. Διότι, πῶς ἄλλως νὰ ὀνομασθοῦν, ὄχι μόνον αἱ ἀπειλαὶ καταδιώξεων, ἀλλ’ ἡ ἔκδοσις ἐνταλμάτων καὶ ἡ πραγματοποίησις συλλήψεων τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀπεργῶν διὰ νὰ διαταχθῇ ἡ ἀποφυλάκισίς των ἀμέσως τὴν ἑπομένην, ἔπειτα ἀπὸ τὴν τολμηρὰν ὅσον καὶ λυπηρὰν διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους δήλωσιν αὐτῆς «δὲν τοὺς φοβίζουν τοιαῦται ἀπειλαί, διότι ἐφ’ ὅσον τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ αὐτῶν τελειωτικῶς τὸ Κράτος θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ὑποκύψῃ». Καὶ ἀληθῶς ὑπέκυψε καὶ αἱ συλλήψεις ἠκυρώθησαν καὶ τὰ αἰτήματα ἐγένοντο ἀποδεκτά. Ἀλλ’ ὁποία πτῶσις τοῦ κυβερνητικοῦ ἰμπέριουμ! Ὅλων ἡ ἐντύπωσις ὑπῆρξεν ὅτι τὸ Κράτος, οὕτως ἐλεεινὰ ἐνεργοῦν, δὲν ὑφίσταται! Εἶναι ταῦτο μία κατάδηλος ἀπόδειξις τῆς πλήρους ἀνεπαρκείας τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν. Ἐγνώριζεν αὕτη τὸ δίκαιον τῶν ἀπεργούντων, διότι ἡ ἰδία αὐτῆς ἀβελτηρία τὸ ἐδημιούργησε. Διατὶ λοιπὸν ὅλη αὐτὴ ἡ πολυήμερος στρεψοδικία, ὅλη αὐτὴ ἡ δῆθεν ἀνδροπρεπὴς καὶ ἀγέρωχος στάσις, ἀφοῦ ἐγνώριζε τὴν λογικότητα τοῦ αἰτήματος καὶ εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ τὸ δικαιώσῃ; Καὶ διατὶ δὲν ἔδειξε κατὰ τοῦτο τὴν γοργότητα ἣν ἐπέβαλον αἱ περιστάσεις; Ἡ ζημία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ὑπῆρξεν ἀπέραντος. Ζημία οἰκονομικὴ τοῦ τόπου ἀπὸ τὸ σταμάτημα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἀλλὰ μεγαλυτέρα ζημία ἀκόμη ἀπὸ τὴν θλιβερὰν ἐντύπωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν δημιουργίαν δύο κολοσσιαίων κοινωνικῶν σκανδάλων, ὀφειλομένων εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἀνικανότητα καὶ κακοπιστίαν. Ὁ ἀνταρτικὸς κόσμος, αὐτὸς ὁ μεγάλος ἐχθρὸς τῆς χώρας, τόση ᾐσθάνθη ἐξ αὐτοῦ σημαντικὴν ὠφέλειαν, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία του ραγδαία ἐξόρμησις ἀπὸ τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος αὐτὴν νὰ ἔχῃ τὴν αἰτίαν περισσότερον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην. Αὐτὰ ὑπῆρξαν, κύριοι βουλευταί, τὰ μεγάλα ζητήματα, ἅτινα ἀνεστάτωσαν τὴν χώραν κατὰ τὸ τρίμηνον διάστημα τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς. Ἐὰν δι’ ἡμᾶς, τοὺς ἐν τῷ τόπῳ βιοῦντας, εἶναι δύσκολον νὰ διαχωρίσωμεν σαφῶς ὅτι ἡ δημιουργία αὐτῶν δὲν εἶναι δεῖγμα κάποιας σαπίλας ποὺ λυμαίνεται τὸν τόπον, ἀλλ’ εἶναι κατασκεύασμα τῆς κυβερνητικῆς ἀνικανότητος πρὸς σοβαρὰν καὶ ἠθικὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι ἀνάγκη ποσῶς νὰ ἐξαρθῇ ἡ μεγάλη ζημία ἣν ταῦτα ἐδημιούργησαν πλησίον τοῦ διεθνοῦς κόσμου ὅστις εἶναι ἀδύνατον ἀπὸ μακρὰν νὰ διακρίνῃ τὴν ἀλήθειαν. Εἶναι δὲ ὁ κόσμος οὗτος ἐκεῖνος, τῆς καλῆς τοῦ ὁποίου διὰ τὴν Ἑλλάδα γνώμης, ὅπως ἐπιτευχθῶσιν οἱ ἐθνικοί μας σκοποί, ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Ποῖος ὅμως εἶναι ἱκανὸς νὰ φωτίσῃ τὴν διεθνῆ αὐτὴν ἀτμόσφαιραν διὰ τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς πατρίδος ἡμῶν; Βεβαίως ὄχι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ὅμως εἶναι ἡ ἐντεταλμένη πρὸς τοῦτο. Ἐπίσημος δήλωσις μιᾶς τῶν ἐγκριτωτέρων δημοσιογράφων τῆς Ἀμερικῆς τῆς Κας Τόμσον, γενομένη εἰς τὸν ἑλληνικὸν τύπον, μᾶς γνωρίζει ὅτι ἦλθεν ἐδῶ διὰ νὰ ἀντιληφθῇ ἰδίοις ὄμμασι τὶ ἀκριβῶς συμβαίνει εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ παντελὴς ἔλλειψις ἑλληνικῆς προπαγάνδας ἐν Ἀμερικῇ καὶ τὸ ἔργον τῆς προπαγάνδας τῶν κομμουνιστῶν ἐναντίον μας, ἀφίνει τὴν μεγάλην ἀμερικανικὴν δημοκρατίαν εἰς τὸ ἄπλετον σκότος διὰ τὴν ἐδῶ κατάστασιν, ὡς καὶ τὴν μεγάλην προσπάθειαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐπανειλημμένως ἔχομεν κατηγορήσει τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἔλλειψιν κάθε ἀληθοῦς κατανοήσεως τῶν ἑλληνικῶν ζητημάτων εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξάρωμεν καὶ πάλιν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ πόσον θανασίμως ὑποφέρουν τὰ ἑλληνικὰ θέματα ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξίαν ἀληθοῦς προασπίσεως αὐτῶν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, κύριοι βουλευταί, δι’ οὓς καὶ πάλιν ὡς κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Προεδρεύων Αʹ Ἀντιπρόεδρος Π. Μουτζουρίδης). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δημητρᾶτος.
§41Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ἀδυνατῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁμιλήσω πρὸ κενῶν ἑδωλίων. Ἄλλωστε ἡ ὥρα εἶναι ἑνδεκάτη καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν δι’ αὔριον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι σοβαρὸν καὶ πρέπει νὰ τελειώσωμεν ἐντὸς τῆς ἑσπέρας.
§43Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παραμένῃ ἐκκρεμὲς ἐπὶ μακρὸν, ἐπιβάλλεται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Π. Μουτζουρίδης). Ὁρίστε, κ. Δημητρᾶτε.
§45Α. ΔΗΜΗΤΡΑΤΟΣ. Ἀφίνω τὸν κ. Πρόεδρον εἰς τὴν ἐλευθέραν του συνείδησιν νὰ κρίνῃ, σἂν τίμιος ἄνθρωπος, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀπαρτία.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Π. Μουτζουρίδης). Τὸν λόγον ἔχει, ὁ κ. Α. Βαμβέτσος.
§47Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι ἰδιαίτερον προνόμιον τῶν ἀνεξαρτήτων βουλευτῶν, κ. βουλευταί, νὰ ὁμιλοῦν ἐνώπιον ἀραιῶν ἑδωλίων, χάρις εἰς τὴν πείσμονα ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέλῃ νὰ λάβῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας. Νομίζω ὅτι τοῦτο γίνεται μᾶλλον ἐξεπίτηδες, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐμφανίζουσαν πλήρως καὶ ἐλευθέρως τὴν γνώμην της καὶ ἐφ’ ὅσον παρέχεται κατ’ ἀνάγκην τὸ ποτήριον τῶν ἀρχηγῶν, ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἀποφεύγει ὅλους τοὺς ἄλλους ρήτορας. Ἀφήνω εἰς ἡμᾶς νὰ ἐκτιμήσητε τὴν πολιτικὴν αὐτὴν εὐθιξίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἐν τούτοις ἔρχεται ἐνώπιον ἡμῶν ἐν ὀνόματι τῆς πολιτικῆς εὐθιξίας. Τερματίζων τὴν ἀγόρευσίν μου τῆς 2ας Φεβρουαρίου, ἔλεγον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ πέσῃ προτοῦ λήξῃ τὸ τετράμηνον, διὰ τὸ ὁποῖον μᾶς ἐζήτει ἐμπιστοσύνην καὶ αὐτὸ ἦτο μία μικρὰ παρηγορία περὶ τοῦ ὅτι ὁ ἀποχωρισμός μας δὲν θὰ εἶναι μακρός. Δὲν θέλω νὰ διεκδικήσω προνόμιον προφήτου δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον τότε, ἀλλ’ ὡς βλέπετε, πρὶν λήξῃ τὸ τετράμηνον, ἐκλήθημεν καὶ πάλιν διὰ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν νέαν μορφὴν τῆς νέας μεταμορφώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Οὐσιαστικῶς ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἤδη πέσει πρὸ ἑνὸς μηνός. Ἐπομένως ὁ ἀποχωρισμός μας θὰ ἦτο μόνον δίμηνος, θὰ ἐξήντλει δηλαδὴ μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ χρόνου. Ἄν ὁ χρόνος παρετάθη ἐπὶ ἕνα μῆνα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκθέσωμεν εὐθὺς ἀμέσως καὶ τὰ ὁποῖα διαπιστώνουν τὴν βαρεῖαν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ διεκδικήσω, λέγω, δάφνας προφήτου διότι ἦτο προφανές ὅτι Κυβέρνησις τῆς συνθέσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι Κυβέρνησις διαρκείας. Καὶ τοῦτο διότι εἴδομεν ξαφνικὰ εἰσερχόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἕνα κομμουνιστικὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε τηρήσει μίαν περίεργον στάσιν. Δεύτερον, διότι εὐθὺς ἀπὸ τότε εἶχον ἀρχίσει νὰ ψιθυρίζωνται διάφορα ὀνόματα, ὡς ἀναμεμιγμένα εἰς τὴν τότε ἐκκρεμῆ ἤδη ὑπόθεσιν τοῦ συναλλάγματος καί, ἑπομένως, ἦτο πρόδηλον, ὅτι κάτι τι θὰ συνέβαινε, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέφερε τὴν ἀνάγκην τῆς κυβερνητικῆς μεταβολῆς. Λέγω, ὅτι ὁ κομματικὸς ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος συμμετέσχε τὸ πρῶτον τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μᾶς εἶχε δώσει δείγματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐκπλαγῶμεν διὰ τὴν εἴσοδόν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Πράγματι, ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς συστάσεως τοῦ Νέου Κόμματος, εἴχομεν ἀρχίσει νὰ ἔχωμεν σοβαρὰς ἀμφιβολίας περὶ τῆς γραμμῆς, τὴν ὁποίαν τοῦτο θὰ ἐτήρει. Εἶναι ἀληθὲς μάλιστα, ὅτι εἴχομεν αὐτὰς τὰς ἀμφιβολίας, χωρὶς νὰ προσέξωμεν μερικὰς ἐνδείξεις, αἱ ὁποῖαι παρείχοντο ἀπὸ τὰς πρώτας αὐτοῦ ἐκδηλώσεις. Τὴν 27ην Φεβρουαρίου 1947, μίαν κοσμοϊστορικὴν ἡμέραν διὰ τὸν πολιτικὸν βίον τῆς χώρας, ἐκοινοποιεῖτο μία δήλωσις πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς περὶ συστάσεως ἑνὸς κόμματος τοῦ ὁποίου τὸ ἔμβλημα οὐδεὶς τότε εἶχε προσέξει. Τὰ μεταγενέστερα γεγονότα θὰ μᾶς κάμουν νὰ δεχθῶμεν ὅτι τὸ ἔμβλημα εἶχεν ἐκλεγῆ προσηκόντως. Τὸ ἔμβλημα ἦτο ἡ «μέλισσα» (γέλωτες). Συγχρόνως, διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἀνεκοινοῦτο ἓν πολιτικὸν πρόγραμμα καὶ εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτὸ δὲν ἀπεδόθη ἀτυχῶς τότε ἡ προσήκουσα σημασία. Ὑπάρχουν, ὅμως, διάφοροι κύκλοι τῆς ἡμεδαπῆς καὶ τῆς ἀλλοδαπῆς, οἱ ὁποῖοι μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ὡμίλουν περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ Νέου Κόμματος, τὸ ὁποῖον ἔλυεν ὅλα τὰ ζητήματα. Πράγματι, τὸ πρόγραμμα αὐτό, κύριοι, ἂν θελήσετε νὰ τὸ μελετήσετε, θὰ σᾶς δώσῃ τὴν λύσιν ὅλων τῶν προβλημάτων, δίδει δι’ ὀλίγων λέξεων λύσεις εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Ἡ μωρία φράσις τοῦ προγράμματος, εἶναι ἡ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Κηρύσσομεν τὸν πόλεμον κατὰ παντὸς πολιτικοῦ δογματισμοῦ. Πρωταρχική μας σκέψις εἶναι ἡ ἀντιμετώπισις τῆς ἑλληνικῆς πραγματικότητος. Δι’ ἡμᾶς ἓν μόνον πρόγραμμα εἶναι παραδεκτόν: Εἰς τὰ συγκεκριμένα προβλήματα συγκεκριμέναι λύσεις». Αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐνθυμίζει τὰ πάσσ–παρτού, τὰς ἀντικλεῖδας διαρρηκτῶν, εἶναι εὐκολώτατον, βεβαίως καὶ μπορεῖ νὰ συντάξῃ πᾶς τις τοιαῦτα προγράμματα καὶ πραγματικῶς ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὸν θαυμασμόν μου πρὸς ἐκείνους τοὺς παράγοντας, οἱ ὁποῖοι τοιαύτας προγραμματικὰς ἀρχὰς θεωροῦν ὡς μοναδικὰ προγράμματα, δίδοντες λύσεις εἰς ὅλα τὰ μεγάλα σύγχρονα προβλήματα, ὥστε νὰ νομίζουν ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται, ἔστω καὶ δι’ ἐκτροπῆς ἐκ τοῦ πολιτεύματος. Τὸ ἀτύχημα εἶναι ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς δὲν συνεμερίσθη αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὴν ἀπάντησίν του τὴν ἔδωσε διὰ δύο ἐνδείξεων. Ἡ πρώτη ἦτο ἡ μία αἱμορραγία, ἡ ὁποία κατέλαβε τὴν δημοσιεύσασαν τὸ σοβαρὸν αὐτὸ πρόγραμμα ἐφημερίδα, παρὰ τὴν γενναίαν αἱματοδοσίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς αὐτὴν ἀπὸ τὸν ἐπίσημον τοῦ κόμματος αἱμοδότην, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ σημερινοῦ βουλεύματος, εἶχε διαθέσει πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ φιλικοῦ πρὸς τὸ κόμμα τύπου... 150.000.000 δραχμῶν, δηλ. συμφώνως πρὸς τὰς φορολογικὰς δηλώσεις τοῦ κυρίου τούτου, τὰς ὁποίας μοῦ ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁλόκληρον περίπου τὸ ἐτήσιον εἰσόδημά του.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ὄνομα τοῦ αἱμοδότου.
§49Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι γνωστὸν τὸ ὄνομα.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Κατσάμπας.
§51Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἡ ἑτέρα ἀπήχησις, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ πρόγραμμα αὐτὸ εἶναι ὅτι ἐξηφανίσθη ἢ ἀκριβέστερον ἐξέπνευσε καὶ τὸ ἕτερον ὄργανον τοῦ Κόμματος ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος. Ἐὰν τὰ δύο ὑπόλοιπα δημοσιογραφικὰ ὄργανα ζοῦν καὶ δὲν ἐσίγησε ἡ φωνὴ κήρυκος τοῦ ἑνὸς καὶ δὲν ἐσβέσθη ἡ πυρὰ τῆς ἑστίας τοῦ ἑτέρου, τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς μακροχρονίου πελατείας, ἡ ὁποία ὅμως ταχέως βαίνει φθίνουσα. Τὸ Κόμμα αὐτὸ ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς του ἐτήρησε μίαν περίεργον τακτικήν. Ὁ μὲν ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος ἐνεφανίζετο σπανιώτατα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νομίζω δὲ ὅτι ἀριθμοῦνται εἰς τὰ δάκτυλα τῆς μιᾶς χειρὸς αἱ συνεδριάσεις κατὰ τὰς ὁποίας μᾶς ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ παρίσταται. Ἡ ἐπὶ τῶν μεγάλων δὲ ζητημάτων δρᾶσις του ὑπῆρξεν εἴτε τελεία σιωπή, εἴτε θετικὴ ὑποστήριξις τοῦ μεγάλου κεφαλαίου. Εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ἐνώπιον τοῦ σώματος, εἰς τὰ ζητήματα τῶν ἐπερωτήσεων σχετικῶς μὲ τὸν φόρον τῶν πλουτισάντων, εἰς τὰ ζητήματα τὰ σχετικὰ μὲ τὴν καπνοβιομηχανίαν ἢ τὰς βιομηχανικὰς πιστώσεις κλπ., παντοῦ τὸ Κόμμα, εἴτε ἐτήρησε σιωπήν, εἴτε ἔλαβε θέσιν ὑποστηρίξεως τοῦ κεφαλαίου. Ἦτο, ἑπομένως, φυσικὸν νὰ διαισθάνεται κανείς, ὅτι ὑπῆρχον ἰδιαίτεροι τινὲς δεσμοὶ πρὸς τὸ κεφάλαιον. Ἡ ὅλη πολιτική του ἦτο ἀντικοινοβουλευτικὴ καὶ ἠδυνάμεθα νὰ διαισθανθῶμεν, ὅτι ἐτάσσετο μᾶλλον πρὸς λύσεις ἐκτρόπους. Ἐν τούτοις τὴν 20ὴν Νοεμβρίου, παρουσιάσθη τὸ περίεργον φαινόμενον, ὅτι ξαφνικὰ τὸ Κόμμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπεῖχε σχεδὸν τῆς ἐγκρίσεως ὅλων τῶν Κυβερνήσεων τῶν προηγουμένων, ἐν τούτοις τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἐνεφανίσθη ὡς ὁ κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ δι’ ἀγορεύσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀρχηγοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφον τοῦ Κόμματος, ἀλλὰ διὰ μιᾶς ἐγγράφου δηλώσεως, ἡ ὁποία ἀπεστάλη πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Ἐν τούτοις κατὰ τὰς πρωϊνὰς ὥρας, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος ἐνεφανίσθη μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ εἴπῃ τὸ τελευταῖον ναί, ἐκεῖνο δηλαδὴ τὸ ναί, τὸ ὁποῖον ἔσωσε τὴν Κυβέρνησιν. Ἐγεννήθη τότε παρ’ ἡμῖν πᾶσιν ἡ ἀπορία περὶ τῶν λόγων αὐτῆς τῆς αἰφνιδίας μεταβολῆς τῆς στάσεως τοῦ Νέου Κόμματος. Ὑπωπτεύθημεν πρὸς στιγμήν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἀπὸ ἁπλῆν ἐπιθυμίαν τῆς ἐξαθλιώσεως τοῦ πολιτικοῦ κόσμου διὰ νὰ δικαιολογήσῃ ἐκτρόπους λύσεις. Ἴσως τινὲς τότε δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ συνδυάσουν τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ μίαν προσγείωσιν ἑνὸς ἀεροπλάνου εἰς μίαν νῆσον τοῦ Ἰονίου Πελάγους. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἐσώθη καὶ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης παρετηρήθη μία προσπάθεια τοῦ, ἕως τότε ἐπέχοντος τῶν εὐθυνῶν, κόμματος νὰ μετάσχῃ, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὅταν ἀναγκαστικῶς μετὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Χριστουγέννων ἐξερράγη ἡ κυβερνητικὴ κρίσις τῆς μόλις εἰς τοὺς πόδας της ἱσταμένης Κυβερνήσεως τῆς ἡμισείας ψήφου, τότε ἐγένετο γενικῶς ἀντιληπτόν, ὅτι τὸ Κόμμα ἐπεδίωκε τὴν εἰσβολὴν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ τὴν ἐπεδίωκε διὰ δύο τρόπων, εἴτε διὰ τῆς ἐκτροπῆς ἐκ τοῦ πολιτεύματος, εἴτε διὰ τῆς δημιουργίας Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεβάλετο καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἡ συνεργασία του. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τοῦ σχηματισμοῦ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως προηγήθη ἓν διάγγελμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτίθεντο οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοὶ ἐνώπιον διλήμματος ἢ νὰ καταρτίσουν Κυβέρνησιν οἰκουμενικήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ συνεργασθοῦν ὅλοι των, ἴσως ἀπὸ τὴν ὑστερόβουλον σκέψιν ὅτι μία τοιαύτη συνεργασία δὲν ἦτο δυνατὸν ἴσως διὰ νὰ μετάσχῃ ὁπωσδήποτε τὸ Νέον Κόμμα ἢ ἄλλη θὰ ἐδίδετο λύσις, ἡ ὁποία ἀφίνει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι δὲν θὰ ἦτο λύσις σαφῶς κοινοβουλευτική. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τί παρασκηνιακῶς ἐλέχθη περὶ τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ διλήμματος, δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι πράγματι εἶχε γίνει μία καθαρὰ στροφὴ πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τῆς συμμετοχῆς τοῦ Νέου Κόμματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καί, ἐνῷ ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν 10ην Ἰανουαρίου συνελαμβάνετο ὁ ἥρως τοῦ σκανδάλου, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν τελευταίαν κρίσιν, τὴν 15ην Ἰανουαρίου, παραιτεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν 20ὴν Ἰανουαρίου ἐσχηματίζετο ἡ νέα Κυβέρνησις, συμμετέχοντος καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος. Ἴσως αὗται αἱ συμπτώσεις τῶν ἡμερομηνιῶν νὰ εἶναι τυχαῖα, ἴσως νὰ μὴ ἔχουν καὶ σημασίαν τινά. Ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ κρίνητε ἐὰν ὑπάρχῃ τύχη ἢ πράγματι ἐγνωσμένη καὶ ἠθελημένη ἐνέργεια. Περὶ τὰ μέσα Μαρτίου ἡ κρίσις ἐξερράγη. Ἐγένετο θόρυβος δημοσιογραφικὸς περὶ ὡρισμένων ὀνομάτων, ἀναφερομένων εἰς ἓν σημειωματάριον τοῦ ἑτέρου τῶν ἀρχηγῶν τῆς σπείρας καὶ περὶ τῶν ἰδιαιτέρων δεσμῶν, οἱ ὁποῖοι συνέδεον τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος πρὸς τὸν ἕνα ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῆς σπείρας καὶ δύο πρόσωπα τοῦ Νέου Κόμματος πρὸς τὸν κύριον ἀρχηγόν, τὸν ἐγκέφαλον τῆς σπείρας. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἦτο φυσικὸν νὰ ἀναμένεται, ὅτι ὁ μετέχων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀναγεγραμμένος εἰς τὸ σημειωματάριον θὰ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του διὰ νὰ ἀφίσῃ ἐλεύθερον τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἐπηρεάζεται τοῦτο καθ’ οἱονδήποτε τρόπον διὰ τῆς παραμονῆς του εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Ἀτυχῶς τοῦτο δὲν ἐγένετο καὶ συνέβη ὥστε νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι πράγματι δὲν ἦτο ἀπρόσκοπτον τὸ δικαστικὸν ἔργον. Λυποῦμαι, διότι σήμερον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαψεύσω τὰς κατηγορηματικὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας μοῦ εἶχε κάμει τότε ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἐξέφραζον μερικοὺς ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς πορείας τοῦ δικαστικοῦ ἔργου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2ας Φεβρουαρίου. Διότι σήμερον τὰ γεγονότα πλέον ἐπῆλθον καὶ ἡ ἄποψίς μου, ἐκ τῶν ὑστέρων, εἶναι δικαιολογημένη. Πρὶν ὅμως ἐξετάσωμεν τὴν δικαστικὴν μορφὴν τοῦ ζητήματος, θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ ἀποχωρίσω σαφῶς τὴν δικαστικὴν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς κρίσεως. Ὁ τακτικὸς δικαστὴς ἔχει νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει σαφῶν ἀποδείξεων, ἐνῷ ὁ πολιτικὸς δικαστὴς ἔχει νὰ κρίνῃ, περὶ τῆς πολιτικῆς εὐθύνης καὶ εἰς ταύτην εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ καὶ ἡ ἁπλῆ ἔνδειξις καὶ ἡ ἁπλῆ ὑπόνοια καὶ ἡ ἁπλῆ ἀμφιβολία. Ὁ ποινικὸς δικαστὴς δὲν δύναται νὰ καταδικάσῃ παρὰ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει πλήρων ἀποδείξεων καὶ πράγματι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ἡ ἀμφιβολία εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη ἀπὸ ἕνα προλαλήσαντα ρήτορα. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, ἐκεῖ τὰ πράγματα εἶναι πολὺ βαρύτερα. Ἐκεῖ ὁ πολιτικὸς δικαστὴς ὀφείλει νὰ προβλέψῃ μήπως καὶ ἐλαφρὰ ὑπόνοια βαρύνει κατηγορούμενόν τινα καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τὸν καταδικάσῃ ἔστω καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἁπλῶν ὑπονοιῶν. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ ἐντοπίσω τὸ ζήτημα, πῶς ἔχει ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς καὶ πῶς ἔχει ἀπὸ ἀπόψεως ποινικῆς. Τὸ ποινικὸν ἀδίκημα ἦτο ἀδίκημα λαθρεμπορίου συναλλάγματος. Ἐὰν θέλετε, ἐγὼ προσωπικῶς, δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει συνενοχὴ εἰς τὸ ἀδίκημα τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον προκύπτει σαφῶς κατ’ ἐμέ, ὁσαδήποτε καὶ ἂν λέγωνται ἀντίθετα ἐν τῷ δικαστικῷ βουλεύματι, εἶναι ὅτι ὁ κομματικὸς αὐτὸς ὀργανισμὸς ἐχρηματοδοτεῖτο ἀπὸ τὴν σπεῖραν τῶν λαθρεμπόρων. Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ γεγονὸς εἶναι ἀρκετὸν διὰ νὰ καταδικάσῃ ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς τὸ Νέον Κόμμα. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ξένον πρὸς τὴν ποινικὴν μορφὴν τοῦ ζητήματος. Τὸ γεγονὸς ὅτι εἷς πολιτικὸς ὀργανισμὸς χρηματοδοτεῖται ἀπὸ μίαν σπεῖραν λαθρεμπόρων, αὐτὸ τὸ γεγονὸς καθιστᾷ τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν πολιτικῶς, ὄχι ὅμως ποινικῶς καταδικαστέον. Θὰ ἐρωτήσετε, κύριοι, καὶ θὰ τεθῇ καὶ πάλιν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, περὶ τοῦ τί πρέπει νὰ κάμνουν τὰ πολιτικὰ κόμματα ποὺ ἔχουν ἀνάγκην χρηματοδοτήσεως. Ὁ ἀγορεύων αὐτὴν τὴν στιγμήν, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χρειασθῇ χρηματοδότησιν. Ἀλλὰ ἀντιλαμβάνομαι πλήρως τὴν ἀνάγκην τῶν πολιτικῶν ὀργανισμῶν εἰς τὸ νὰ ζητοῦν πολλάκις τὴν βοήθειαν τῶν οἰκονομικῶς κρατούντων φίλων των, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν πολλαπλῶν ἀναγκῶν τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ἐφ’ ὅσον παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι διαδεδομένη ἡ ἐγγραφὴ πολιτῶν εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα, ἡ καταβολὴ συνδρομῶν, ἡ ἐκ τῆς μεγάλης μάζης τοῦ λαοῦ προέλευσις, διὰ μικρῶν εἰσφορῶν τοῦ ἀναγκαίου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῶν κομμάτων, εἶναι φυσικόν ὅτι τὰ κόμματα ἀναγκάζονται, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀρχηγοὶ αὐτῶν δὲν διαθέτουν ἰδίαν περιουσίαν, νὰ καταφεύγουν εἰς χρηματοδότας. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται, εἶναι τοῦτο: Ἂν ἡ χρηματοδότησις αὐτῶν γίνεται ἔναντι ἀνταλλάγματος ἢ ὄχι καὶ ἂν ὁ χρηματοδοτῶν εἶναι πρόσωπον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ προδίδῃ μορφήν τινα εἰς τὸν χρηματοδοτούμενον διὰ τῆς χορηγήσεως τῶν χρημάτων. Ὅταν λαμβάνῃ τις ἀμέσως χρήματα ἀπὸ τὸ μεγάλο κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι συνηθισμένον νὰ δαπανᾷ τὰ χρήματά του ἄνευ ἀνταλλαγμάτων, εἶναι πολὺ φυσικὸν ὅτι ἀναλαμβάνει ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ὡρισμένας ὑποχρεώσεις καὶ ἐν τούτῳ, νομίζω, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται κομματικὸς αὐτὸς ὀργανισμὸς ἀπέδειξεν ὅτι εἶχε τοιαύτας ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις διὰ τῆς ὅλης του στάσεως ἔναντι τοῦ μεγάλου κεφαλαίου, ὁσάκις ἐγεννήθησαν τοιαῦτα ζητήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὲν θέλω διὰ τούτων νὰ καταδικάσω ἐξ ὁλοκλήρου τὸ κεφάλαιον. Τὸ κεφάλαιον τῆς χώρας, βεβαίως, εἶναι χρήσιμον, ἀλλὰ πρέπει νὰ κάμνῃ κανεὶς τὴν διάκρισιν μεταξὺ τοῦ ἀγαθοποιοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ κακοποιοῦ κεφαλαίου καὶ συνήθως τὸ τελευταῖον τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προσφεύγει εἰς τὰ πολιτικὰ κόμματα καὶ τὰ χρηματοδοτεῖ, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοὺς ὑπόπτους αὐτοῦ σκοπούς. Διὰ τούτων δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω θέσιν ἔναντι τοῦ ζητήματος, τὰ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐσχάτως, σχετικῶς μὲ μίαν ὡρισμένην πρᾶξιν τοῦ τέως ὑπουργοῦ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔναντι τοῦ χρηματοδότου τοῦ κόμματος. Καὶ τοῦτο, διότι πιστεύω, ὅτι ὁ τέως ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶναι καὶ ἔντιμος ἄνθρωπος καὶ ὑπῆρξε καὶ καλός, δύναμαι νὰ εἴπω εἷς τῶν ἀρίστων ὑπουργῶν, καὶ θὰ λυπηθῶ πραγματικὰ ἂν ἐκ τῆς διεξαγωγῆς τῆς συζητήσεως, προέκυπτε διάψευσις αὐτῆς τῆς ἐλπίδος καὶ αὐτῆς τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἔχω πρὸς τὸ πρόσωπόν του. Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ πρᾶξις του ἦτο ἀπολύτως ἐν τάξει καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχής ἂν δυνηθῶ νὰ τὸ διαπιστώσω μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς ἐπερωτήσεως, διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὰ δημοσιευθέντα στοιχεῖα δὲν μὲ ἔπεισαν περὶ τοῦ ὅτι ὑπῆρξεν ἐν ἀταξίᾳ. Λυποῦμαι πράγματι, διότι δι’ αὐτῆς τῆς μεταβολῆς ἐχάσαμεν καὶ τὸν ὑπουργὸν αὐτὸν καὶ τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐργασίας, τοῦ ὁποίου ἡ δρᾶσις, κατὰ τὸ βραχὺ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον παρέμεινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Ἐργασίας, ὑπῆρξε γόνιμος. Ἀτυχῶς, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ φέρουν τὰς τύχας τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουν καὶ παρεσύρθησαν, βεβαίως εἰς τὴν πτῶσιν ἀπὸ τὴν πτῶσιν τοῦ κόμματός των. Ἐφ’ ὅσον οὕτω πῶς τίθεται τὸ ζήτημα πολιτικῶς, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ ἡ πολιτικὴ εὐθύνη ἔχει διάφορα κριτήρια ἀπὸ τὴν ποινικὴν εὐθύνην καὶ βασίζεται ἐπὶ ἄλλων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ξένα πρὸς τὴν κρίσιν τοῦ ποινικοῦ δικαστοῦ, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς ἐρωτᾶται ἂν τὸ δικαστικὸν ἔργον διεξήχθη κατὰ τρόπον ὁμαλὸν ἀπολύτως. Νομίζω, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι λυποῦμαι βαθύτατα δι’ αὐτό, πλὴν παλαιὸς νομικὸς καὶ δικηγορῶν ἀπὸ 38 ἐτῶν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ὀφείλων νὰ διαπιστώσῃ ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, σοβαρῶς τραυματισμένη ἡ δικαιοσύνη. Ἐξῆλθε σοβαρῶς τραυματισμένη ἡ δικαιοσύνη ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, πρῶτον λόγῳ τοῦ μεγάλου τραύματος, τὸ ὁποῖον διέπραξεν, ἴσως τῇ ἀνοχῇ ἀτυχῶς τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ κορυφὴ τῆς ἱσταμένης δικαιοσύνης, δεχθεῖσα νὰ εὑρεθῇ ἔστω καὶ δι’ ὀλίγα λεπτὰ ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ μεθ’ ἑνὸς ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἔστω ἡ ὑπόνοια ὅτι ἦτο ἐνδεχομένως ἔνοχος.
§52Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Εὐτυχῶς ὅτι ἀπουσιάζει διότι ἄλλως θὰ σᾶς τὸ ἀπηγόρευε.
§53Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ μοῦ τὸ ἀπαγορεύσῃ, λέγω, λοιπόν, ὅτι ὑπῆρξε βαρύτατον σφάλμα ὅτι ἐδέχθη ἡ κεφαλὴ τῆς ὀρθίας δικαιοσύνης νὰ εὑρεθῇ ἐν τῷ αὐτῷ χώρῳ μετὰ ἑνὸς ὑπουργοῦ, κατὰ τοῦ ὁποίου ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχουν ὑπόνοιαι περὶ συνενοχῆς του εἰς μίαν τοιαύτην πρᾶξιν. Ὑπῆρξε βαρὺ σφάλμα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἱσταμένης δικαιοσύνης, διότι οὗτος κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρέθη εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ἀντεμετώπιζε τὸν ἐν λόγῳ κύριον, ὤφειλε νὰ ἐξέλθῃ ἢ νὰ ζητήσῃ νὰ ἐξέλθῃ ὁ ἄλλος. Τοῦτο εἶναι τραῦμα βαρύτατον κατὰ τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς θὰ τὴν βαρύνῃ ἐπὶ μακρόν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ ὅλος τρόπος, καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ δίκη αὐτή, εἶναι τρόπος ἀνώμαλος. Ἐν πρώτοις, ὑπάρχουν δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἦσαν σπουδαιότατα ἓν σημειωματάριον καὶ ἓν τετράδιον ξένων γλωσσῶν, τὸ ὁποῖον περιεῖχε συνθηματικὰς ἐκφράσεις. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διεξάγεται δίκη ἐναντίον τοῦ συντάκτου αὐτῶν τῶν δύο σημειωματαρίων, χωρὶς τὰ δύο αὐτὰ σπουδαῖα πειστήρια νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ ὁ δικαστὴς τὴν δικανικήν του πεποίθησιν περὶ τῆς ἀποδιδομένης εἰς τὸν κατηγορούμενον ἐνοχῆς, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον ἐνώπιόν του; Καί, ἀτυχῶς αὐτὰ τὰ δύο ἔγγραφα ἀφηρέθησαν ἀπὸ τὸν φάκελλον τῇ αἰτήσει τοῦ ἀνακριτοῦ καὶ τῇ συναινέσει τοῦ εἰσαγγελέως. Καὶ ἐρωτῶ: Ὅταν ἡ δίκη διεξήχθη ἐνώπιον τοῦ δευτέρου βαθμοῦ αὐτὰ τὰ βιβλία δὲν ὑπῆρχον καὶ εἰς τὸν δεύτερον βαθμόν, ὁ εἷς τῶν κατηγορουμένων ὁ ὁποῖος κατὰ κοινὴν ὁμολογίαν πάντων τῶν δικαστῶν καὶ ἄλλων ἀνακριτικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, ἦτο ὁ ἐπιτελικὸς νοῦς τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ἠθωώθη διὰ τὸ λαθρεμπόριον τῶν ὡρολογίων; Σᾶς ἐρωτῶ πῶς δύνασθε νὰ πείσετε, ὄχι ἕνα ἁπλοῦν πολίτην, ἀλλὰ ἕνα νομικόν, περὶ τοῦ ὅτι ἡ κρίσις αὐτὴ δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ ἀτελὲς τοὐλάχιστον τοῦ φακέλλου; Ἑπομένως, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ἀποτελεῖ μίαν βαρεῖαν εὐθύνην τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διὰ τὴν ὁποίαν, νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ λόγον. Τὸ τρίτον μέρος τοῦ ζητήματος εἶναι ὅτι εἰς τὸ σημειωματάριον αὐτὸ ἦσαν ἀναγεγραμμένα πλεῖστα ὀνόματα. Τὸ ἔργον τοῦ ἀνακριτοῦ, τοῦ στοιχειωδῶς γνωρίζοντος νὰ ἀσκῇ τὸ ἔργον του, ἦτο, πρῶτον, νὰ ἀπομονώσῃ τὸν συγγραφέα τοῦ σημειωματαρίου καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις καὶ ἔπειτα, χωρὶς νὰ ἀφήσῃ νὰ χαθῇ οὔτε ἑνὸς λεπτοῦ χρόνος, νὰ ἀρχίσῃ νὰ ἐξετάζῃ τοὺς μάρτυρας, τὸν ἕνα μετὰ τὸν ἄλλον, ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀναγεγραμμένοι. Ἀντὶ τούτου, παρέστη ἀνάγκη νὰ κάμωμεν σειρὰν δημοσιογραφικῶν ἐπιθέσεων καὶ δημοσιεύσεων πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἀρχίσῃ, ἔπειτα ἀπὸ μῆνας, τὸ ἔργον τοῦτο, ὅτε ἐν τῷ μεταξὺ, ἐπῆλθε μία συνεννόησις μεταξὺ τοῦ συντάκτου καὶ τῶν ἀναγραφέντων προσώπων καί, ἑπομένως, εἶχε προπαρασκευασθῆ ἓν ἔδαφος τοιαύτης ἢ τοιαύτης ὑπερασπίσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία περαιτέρω εὐθύνη τῆς δικαιοσύνης. Ὁ ἀποπεμφθεὶς ὑπουργός, ἀφοῦ ἐπὶ μῆνας ἐσίγησεν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν ἐγγραφῶν, τελικῶς, πιεζόμενος, ἠναγκάσθη νὰ δηλώσῃ ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ αὐταὶ σημαίνουν ἁπλῶς νόμιμον αὐτοῦ δανεισμόν. Θὰ εἴπητε, ὅτι τὸ ἀδίκημα εἶναι μικρὸν καὶ ἀσήμαντον, ἀλλ’ ὅταν ὁ δημοσιεύων εἰς τὰς ἐφημερίδας μίαν ἀγγελίαν, ὅτι πωλεῖ τὸ οἰκόπεδόν του ἀντὶ 150 χρυσῶν λιρῶν, καλεῖται ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα καὶ εἰσάγεται εἰς δίκην δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, πῶς θέλετε ὁ ἁπλοῦς Ἕλλην πολίτης ν’ ἀνεχθῇ ὅπως ἕνας πολίτης, φιλοδοξῶν νὰ εἶναι ἀρχηγὸς Κόμματος καὶ μετέχων τῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, τοῦ δανεισμοῦ χρυσῶν λιρῶν; Ἑπομένως, καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω, ὑπάρχει ἀταξία ἐν τῷ ἔργῳ τῷ δικαστικῷ, τὴν ἀταξίαν δ’ αὐτὴν συμπληρώνει τὸ σημερινὸν βούλευμα, τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσα τὰς κυρίας γραμμὰς ἔν τινι ἀπογευματινῇ ἐφημερίδι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ἄτακτον ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι, ὅτι γίνεται μία ἀπαράδεκτος ἕνωσις ἐν τῇ αὐτῇ αἰτιολογίᾳ καὶ τῷ αὐτῷ κεφαλαίῳ τοῦ διατακτικοῦ πλειόνων τοῦ ἑνὸς προσώπων, δηλαδή, καὶ ἑνὸς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης δὲν ἦτο γνωστὸν ὡς ἀναμεμιγμένον κατὰ οἱονδήποτε τρόπον. Καὶ μολονότι οὐδείς, εἴτε ἐντός, εἴτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν αὐτὸ πρόσωπον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ ἔστω καὶ πόρρωθεν μίαν ὑπόνοιαν ἔστω ἀήθους ἢ ἀτάκτου ἀναμίξεως, ἐν τούτοις τὸ βούλευμα κάμνει μίαν καταχθόνιον συνένωσιν, (χειροκροτήματα), διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὁμοία εἶναι ἡ μομφή. Νομίζω, ἑπομένως, ὅτι ἔχει καθῆκον ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ καλέσῃ τὸν Εἰσαγγελέα καὶ ν’ ἀξιώσῃ, ὅπως ἀνακόψῃ τὸ βούλευμα, διότι εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ νομικῶς καὶ πολιτικῶς νὰ ὑφίσταται αὐτὸ τὸ ἔγγραφον, τὸ σήμερον δημοσιευθέν, ὡς γνώμη τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, ὅταν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἔχῃ σκέψεις ὑπούλους, ἔχει σκέψεις ὑπόπτους... (Φωναί: Σωστό. Χειροκροτήματα). Τὸ βούλευμα παρέχει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν γραμμήν, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, τρία πολιτικὰ πρόσωπα. Καὶ εὐλόγως τοῦτο παρετηρήθη πρὸ ὀλίγου, ἀπὸ τὸν ἐκπροσωπήσαντα τὸ Νέον Κόμμα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ. Ἡ ἀνακοπὴ τοῦ βουλεύματος, ἐπαναλαμβάνω, πρέπει νὰ γίνῃ ἀμέσως, διότι εἶναι ἀπαράδεκτον, νὰ δημιουργηθῇ αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις τῆς ἰσότητος τῶν τριῶν. (Χειροκροτήματα). Οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν διὰ τὸν ἕνα νὰ γεννηθῇ τοιαύτη σκέψις, ἐνῷ διὰ τὸν ἄλλον ὑπάρχει ἡ σύμπτωσις πλειόνων περιστατικῶν, ὑπάρχει ἓν ἄθροισμα γεγονότων, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦν, διάφορον ἐντύπωσιν. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἐὰν τὸ μετ’ ἀνακοπὴν βούλευμα θὰ εἶναι ἀπαλλακτικόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πιστεύω εἶναι, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ δευτεροβάθμιος δικαστὴς νὰ ἀνεχθῇ αὐτὴν τὴν ἀθέμιτον ἕνωσιν. Καὶ ἐὰν τυχὸν ἀθωωθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ζήτημα θὰ λήξῃ δι’ αὐτοὺς ποινικῶς, ἀλλὰ δὲν θὰ λήξῃ πολιτικῶς, μολονότι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ποινικῆς ἐπὶ τῇ βάσει καὶ μόνον τῆς ὁμολογίας ἠμπορεῖ νὰ ἀπαγγελθῇ κατηγορία ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων, «περὶ προστασίας τοῦ ἐθνικοῦ νομίσματος», μόνον καὶ μόνον διὰ τὸ γεγονὸς τοῦ δῆθεν νομίμου, ἀλλὰ πράγματι ἀθεμίτου δανεισμοῦ εἰς λίρας. Διατὶ δὲ αὗται αἱ καβαλλιστικαὶ σκέψεις τοῦ βουλεύματος, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ δανεισμοῦ εἰς δραχμάς, αἱ ὁποῖαι μετεφράσθησαν εἰς λίρας κλπ.; Αὐτὰ εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ διευκρινισθῶσιν δικαστικῶς. Διότι τὰ πρόσωπα εἶναι δύο, ὁ κατηγορούμενος καὶ ὁ δανείσας, καὶ τὸ βιβλίον. Καὶ ἂν οἱ δύο ἠμποροῦσαν νὰ εἴπουν πράγματα σύμφωνα πρὸς τὸ συμφέρον των, τὸ βιβλίον ἦτο ὁ ἀψευδὴς μάρτυς. Ἐπομένως, ὤφειλε ν’ ἀπαγγελθῇ κατηγορία. Καὶ πρὸς τοῦτο ἔδει νὰ ζητηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς ἀντὶ νὰ ἐκδοθῇ τὸ περιώνυμον τοῦτο βούλευμα.
§54Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Συνῳδὰ πρὸς τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἐκάματε πρὸ ὀλίγου, καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι τόσον εὔστοχοι, δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, ἐν συνεχείᾳ, ὁ τρόπος τῆς δημοσιεύσεως τοῦ βουλεύματος, ὀλίγον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Αὐτὴν τὴν σπουδήν, τὴν ἐσπευσμένην δακτυλογράφησιν, δὲν τὰ συσχετίζετε;
§55Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἴσως νὰ ἔχουν σημασίαν, ὅλα αὑτά!
§56Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ἡμεῖς, ἐτονίσαμεν κατ’ ἐπανάληψιν, ὅτι δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν αἱ ποινικαὶ εὐθῦναι. Μᾶς ἐνδιαφέρουν αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι.
§57Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὸ ζήτημα, κ.κ. βουλευταί, ἦτο πολιτικῶς ὀξύ, ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθη. Καὶ λυποῦμαι, διότι ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἐνόμισεν, ὅτι ὤφειλεν ἀμέσως νὰ λάβῃ τὰς ἀναγκαίας ἀποφάσεις. Λυποῦμαι δέ, ἰδιαιτέρως, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους ἔδειξεν, ἔστω καὶ τόσον ἀργά, τόσην πολιτικὴν εὐθιξίαν, ὥστε νὰ θεωρήσῃ ἀναγκαίαν τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ὑπευθύνου μέλους αὐτῆς, δὲν εἶχε καὶ τὴν ἐπιβαλλομένην ἐπίσης εὐθιξίαν νὰ δικαιολογήσῃ εἰς τὸ Σῶμα τοὺς λόγους τῆς μεταβολῆς. Εἶναι, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται τοιαύτη οὐσιώδης κυβερνητικὴ μεταβολή, ἀπομάκρυνσις ἑνὸς κόμματος ἐκ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμφάνισις τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς μὲ μίαν κεφαλὴν ἐπὶ ἔλασσον, χωρὶς νὰ θεωρῇ ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ της. Διότι, βεβαίως, ἐὰν ἐξήγει τοὺς λόγους, ὤφειλε νὰ ἐξηγήσῃ καὶ τοὺς λόγους τοῦ βραδέος ἀποκεφαλισμοῦ. Διότι, ἐὰν αὐτὴ ἡ ἀπομάκρυνσις ἦτο ἀναγκαία, ἦτο ἀναγκαία ὄχι τὴν ἡμέραν ποὺ ἔγινεν, ἀλλὰ τὴν ἡμέραν ποὺ τὸ πρῶτον προέκυψεν ἡ περίπτωσις. Λαμβάνουσα μάλιστα ὑπ’ ὄψει καὶ τοὺς διαφόρους ψιθύρους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐκ μέρους ἐπιτελῶν διαφόρων κομμάτων μετεδίδοντο, θὰ ὤφειλε νὰ καθορίσῃ τὶς πταίει διὰ τὴν παράτασιν τῆς ἐκκρεμότητος. Ἦτο ἆρα γε, ἀληθές, ὅτι ἠπειλεῖτο, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, ἐκτροπὴ ἐκ τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ἀπεχώρει ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος, ἐκ τῆς Κυβερνήσεως; Ἦτο ἀληθές, ὅτι ἀξιωματοῦχοι τῆς Πολιτείας εἶχον συνδέσει τὴν ἐν τῇ Πολιτεία θέσιν των μὲ τὴν παραμονὴν αὐτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει; Αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα θὰ ὤφειλε νὰ πληροφορηθῇ τὸ Σῶμα καί, διὰ τοῦ Σώματος, ἡ κοινὴ γνώμη. Διότι θὰ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζονται συνδεόμενοι μὲ ὡρισμένον πολιτικὸν κόμμα, ὅταν κατέχουν ὡρισμένην θέσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Διότι ἡ κατοχὴ μιᾶς οἱασδήποτε θέσεως ἐν τῇ Πολιτείᾳ, προϋποθέτει τὸ ἀκομμάτιστον. Ἀλλοίμονον ἐὰν ἕκαστος ἀξιωματοῦχος ἐξήρτα τὴν θέσιν του ἐν τῇ Πολιτείᾳ, εἰς τοιαύτας μάλιστα κρισίμους στιγμάς, ἐκ τῆς παραμονῆς τοῦ Α ἢ Β ἐν τῇ Κυβερνήσει. Νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ παράλειψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀφῆκε τὴν κατάστασιν ἐπὶ τόσον χρόνον καὶ προεκάλεσεν ὅλην αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν εἰς ὁλόκληρον τὸν κρατικὸν μηχανισμόν, ὁ ὁποῖος κυριολεκτικῶς παρέλυσε, διότι ἐπὶ τέσσαρας περίπου ἑβδομάδας Κράτος δὲν ὑπῆρχεν. Ἐπὶ τέλους, ἔστω καὶ ἀργά, ἐγένετο ὅ,τι ὤφειλε νὰ γίνῃ, μὲ μόνον τὸ κακόν, ὅτι ἡ Χώρα ὑπέφερε δεινῶς, ἂν ληφθῇ, μάλιστα, ὑπ’ ὄψιν ὅτι, κατὰ τὴν ἰδίαν ἐκείνην ἐποχὴν ἐξερράγη καὶ ἡ ἀπεργία τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία συνετέλεσεν εἰς τὴν πλήρη παράλυσιν ὁλοκλήρου τοῦ Κρατικοῦ μηχανισμοῦ. Καὶ εἶναι ἐπίσης θλιβερόν, ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις συνεδυάσθη μὲ τὸν βαρὺν τραυματισμὸν τόσων καὶ προσωπικοτήτων καὶ ἐξουσιῶν, ὥστε νὰ ὑποστοῦν τὴν μείωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν. Καὶ ἐν τούτῳ, νομίζω, ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς δώσῃ μίαν ἐξήγησιν. Διότι, ἐὰν κατὰ τὴν προηγουμένην αὐτῆς ἐμφάνισιν δὲν ᾐσθάνθη τὴν ἀναγκαίαν εὐθιξίαν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ἀλλ’ ἔσπευσεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν μὲ μίαν ἄνευ προηγουμένου περιφρόνησιν πρὸς τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἠγωνίσθη ἐπὶ ὥρας νὰ ἐκθέσῃ τὰς ἀπόψεις του —τάς, ἀδιαφόρως ὀρθὰς ἢ μή— πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδεμία Κυβέρνησις μέχρι τοῦδε ἐτόλμησε νὰ κάμῃ, διότι εἶναι κανὼν Κοινοβουλευτικός, αἱ Κυβερνήσεις πρὸ τῆς ψηφοφορίας ν’ ἀπαντοῦν εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ προγράμματός των γενομένας ἐπικρίσεις, νομίζω, λέγω, ὅτι σήμερον τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἐπαναλάβῃ αὐτὴν τὴν βαρυτάτην παράλειψιν καὶ θὰ θελήσῃ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἐπὶ ὅλων τῶν ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα τίθενται πρὸς αὐτήν. Ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς πρώτης Φεβρουαρίου, ἀνεκοίνωσε πρὸς ἡμᾶς ἓν μακρὸν πρόγραμμα. Τὸ πρόγραμμα αὐτὸ δὲν ἦτο πρόγραμμα τετραμήνου δράσεως, ἦτο πρόγραμμα μακρᾶς πνοῆς, θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὀνομασθῇ πρόγραμμα πενταετές. Ἦσαν τόσα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα περιείχοντο ἐν τῷ προγράμματι ἐκείνῳ, ὥστε εἶπον τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐκτὸς τόπου καὶ χρόνου, ὑποσχομένη, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τόσον βραχέος χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἐκπληρώσῃ ὅλας ἐκείνας τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδιδεν εἰς τὸν λαὸν διὰ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ὁπωσδήποτε, ἐφ’ ὅσον σήμερον παρῆλθον τὰ τρία τέταρτα τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀρχῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀνεμένομεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λογοδοτήσῃ πρὸς ἡμᾶς, τί ἔπραξε κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον κατεῖχε τὴν ἀρχήν. Ἐὰν θελήσετε νὰ ἀναγνώσητε καὶ πάλιν τὰς πομφόλυγας τοῦ προγράμματος τῆς 1ης Φεβρουαρίου, θὰ διαπιστώσετε, ὅτι ἴσως διὰ πρώτην φορὰν ἐμφανίζεται τόσον ταχεῖα ἀπογοήτευσις δι’ ἐλπίδας, αἱ ὁποῖαι εἶχον παρασχεθῆ. Διότι, πλὴν ἑνὸς σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον μάλιστα ἡ Κυβέρνησις, δὲν εἶχεν ἀποδώσει τὴν ἐμπρέπουσαν σημασίαν, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως, κατὰ τὰ ἄλλα, ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχει νὰ δώσῃ σχεδὸν τίποτε ὡς δρᾶσιν κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἤδη διαχειρίζεται τὰ κοινά. Ἡ μόνη ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ πεδίου. Ἀλλ’ εἶναι ἆραγε αὐτὴ ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως, ἢ εἶναι ἐπιτυχία τῆς ὁρμητικότητος τοῦ μαχομένου Ἔθνους, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀντιλαμβάνεται, ὅτι μάχεται τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, καὶ ἑπομένως, κάμνει πραγματικὰ θαύματα διὰ νὰ διορθώσῃ μάλιστα ἐγκληματικὰ σφάλματα τῆς Κυβερνήσεως; Μὴ λησμονῆτε, κύριοι, ὅτι σήμερον γίνεται ἡ δευτέρα μάχη τοῦ Γράμμου καὶ ἑπομένως, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία συνεχίζει τὴν δρᾶσιν προηγουμένης Κυβερνήσεως, νὰ ἀποδώσετε εὔσημον ἐπιτυχίας, διότι διὰ δευτέραν φορὰν κρατεῖται ἢ καταλαμβάνεται ἡ ἰδία ὀχυρὰ θέσις. Ἑπομένως, ἡ ἐπιτυχία αὐτὴ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιτυχία τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐπιτυχία, ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τόσον τοῦ δρῶντος εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὅσον καὶ τοῦ ἐν τοῖς μετόπισθεν, διότι ἀντιλαμβάνεται πλέον, ὅτι αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ τελευταία προσπάθεια πρὸς τερματισμὸν τῆς ἀνωμαλίας. Ἑπομένως, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, δὲν ἔχει τίποτε ὑπὲρ ἑαυτῆς ἡ Κυβέρνησις, ἐκτὸς ἐὰν θεωρήσωμεν ὡς ἐγγραπτέον εἰς τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς, μόνον τὸν διορισμὸν τοῦ ἀρχιστρατήγου, ὁ ὁποῖος ἔδωκε μίαν ἑνότητα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἀγῶνος, διορισμὸν ὅμως, ὁ ὁποῖος συνεζητεῖτο ἤδη πρὸ πολλοῦ καὶ αὐτὸς ἐπίσης μὲ ἐξαιρετικὴν βραδύτητα ἔλαβε χώραν. Πάντως πέραν τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ θάρρος νὰ διεκδικήσῃ δάφνας διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἐπιτυχίας. Ἐν τούτοις, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ πρέπει νὰ παρατηρήσω ἀκόμη, τὰ ἑξῆς: Ἦτο γνωστόν, ὅτι, προτοῦ ὁ Ἀρχιστράτηγος ἀναλάβει τὴν ὑψηλὴν αὐτὴν θέσιν, εἶχε θέσει ὡρισμένους ὅρους. Καὶ εἷς ἐκ τῶν ὅρων αὐτῶν, ἦτο ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως τοῦ Στρατοῦ. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ εἶχα ἐρωτήσει τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2 Φεβρουαρίου, ἐὰν πράγματι ἔχῃ λάβει τοιαύτην διαβεβαίωσιν καὶ ἐὰν πράγματι πρόκειται ἡ αὔξησις αὐτὴ νὰ λάβῃ χώραν. Ἡ Κυβέρνησις, φυσικὰ δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ μᾶς δώσῃ ἀπάντησιν, ἀλλὰ τὸ ζήτημα ὑφίσταται ὀξύ. Εἷς ἐκ τῶν μᾶλλον διακεκριμένων στρατιωτικῶν κριτικῶν, τοῦ ὁποίου αἱ κριτικαὶ μαρτυροῦν ἀπόλυτον ἀμεροληψίαν καὶ κρίσιν, ὁ στρατηγὸς Μερεντίτης, ὁ ὁποῖος συχνότατα γράφει κριτικὰς ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ «Βήματος», ἤδη κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, συζητῶν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιτυχιῶν, καθώριζεν ὡς ἀπαραίτητον τὴν αὔξησιν τοῦ Στρατοῦ, κατὰ τρεῖς τοὐλάχιστον μεραρχίας. Ὅταν λοιπόν, τοῦτο λέγεται δημοσίᾳ, καὶ λέγεται καθ’ ἣν στιγμὴν, αἱ εἰδήσεις, αἱ στρατιωτικαὶ ἐλέγχονται, τοῦτο σημαίνει ὅτι πράγματι καὶ ἡ σημερινὴ στρατιωτικὴ ἡγεσία θεωρεῖ τὴν αὔξησιν αὐτὴν ἀπαραίτητον. Ὁμολογῶ, ὅτι πρὸ πολλοῦ, εἶχον ποιάν τινα ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ αὐτὴν τὴν μετέβαλον ἀπὸ τοῦ λάθους τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου. Ἀπὸ τότε πιστεύω καὶ ἐγώ, ὅτι αἱ ὑπάρχουσαι δυνάμεις δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὸν ταχὺν τερματισμὸν τῆς ἀνταρσίας, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τὸ ἐὰν θὰ τελειώσῃ ἡ ἀνταρσία, ἀλλὰ τὸ πότε θὰ τελειώσῃ. Καὶ εἰδικῶς ἡ Πελοπόννησος, κατὰ τὸν στρατηγὸν Μερεντίτην, θὰ εἶχεν ἤδη πρὸ πολλοῦ ἐκκαθαρισθῆ ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τοῦ Στρατοῦ. Δὲν εἶναι, ὅπως κακῶς ἀντιλαμβάνονται οἱ ξένοι ἐμπειρογνώμονες, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐνόπλων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ συντρίψωμεν, ὁ ὁποῖος ἔχει σημασίαν, σημασίαν ἔχει ἡ ἔκτασις, ὁ χῶρος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ δρᾶσις καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ τὸν χῶρον τῆς Πελοποννήσου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκεῖ δρωσῶν δυνάμεων, εἶναι ἀναμφίβολον ὅτι, ἐὰν εἴχομεν τὸν ἀνάλογον πρὸς τὸν χῶρον ἀριθμόν, ὁ τερματισμὸς θὰ εἶχεν ἤδη λάβει χώραν πρὸ πολλοῦ καὶ ἑπομένως, θὰ εἴχομεν ἀπαγκιστρώσει ἐκεῖθεν δυνάμεις ἵνα τὰς χρησιμοποιήσωμεν ἀλλαχοῦ. Ἐπιθυμῶ, ἑπομένως, νὰ ἔχω σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπάντησιν, ἐὰν καὶ ποίας ἐνεργείας ἔκαμε μέχρι τοῦδε διὰ τὴν αὔξησιν τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως τοῦ Στρατοῦ, καὶ ἐὰν ἐλπίζῃ ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, ἐὰν παρέστησεν ὅπου δεῖ, ὅτι τὰ ὅρια τῆς ἀντοχῆς εἶναι πεπερασμένα καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιοῖ κανεὶς ὑπεράνθρωπον δρᾶσιν ἀπὸ ἕνα Ἔθνος, ὅταν ἡ δρᾶσις αὐτὴ ὑπόκειται κατ’ ἀνάγκην εἰς ὡρισμένα ὅρια. Συναφὲς μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, εἶναι βεβαίως καὶ τὸ ζήτημα τοῦ κλεισίματος τῶν συνόρων καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ δὲν βλέπομεν οὐδεμίαν ἀπολύτως πρόοδον. Θὰ ἤθελα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἐγνώριζον ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι διατεθειμένη ἐνώπιον τοῦ ΟΗΕ, ἤδη ὁπότε ἐπέτυχεν αὐτὴν τὴν πλατωνικὴν ἀπόφασιν τῆς εὐθύνης τῶν βορείων γειτόνων, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀνταρσίαν, ἐὰν εἶναι διατεθειμένη, νὰ κάμῃ καὶ τὸ δεύτερον βῆμα, τοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν λῆψιν ὡρισμένων μέτρων, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συνόρων. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ κατηγορηματικὴν ἀπάντησιν. Τέλος, διὰ νὰ τερματίσω τὰς σκέψεις μου, ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ ὡρισμένων ὑπερβασιῶν, αἱ ὁποῖαι παρατηροῦνται ἐσχάτως, ἰδίως δὲ ἐπὶ ὡρισμένων ἀσεβειῶν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Θὰ ἀγνοῇ ἴσως ἡ Βουλή, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν μας, ἐλήφθη εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἓν ἀτυχὲς ἔγγραφον ἀνωτάτης στρατιωτικῆς ἀρχῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ἡ ἄδεια τῆς διώξεως βουλευτοῦ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξεφώνησεν ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶναι τοῦτο ἀπολύτως ἀπαράδεκτον, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀπαράδεκτα καὶ ἕτερά τινα ἀξιοθρήνητα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν ἀτυχῶς ἐσχάτως, ἐναντίον συναδέλφων μας ἐν Θεσσαλικῇ πόλει καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων, νομίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρέπει εἴτε νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, εἴτε νὰ δώσῃ κατηγορηματικὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ τοιοῦτον. Ὅλοι σεβόμεθα καὶ ἀγαπῶμεν τὸν Στρατόν, τὸν Στρατὸν τὸν ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ τὸν Στρατὸν τὸν προερχόμενον ἐκ τῶν λαϊκῶν μαζῶν. Ἀλλ’ ὁ Στρατὸς ὁ ἐξ ἐπαγγέλματος, ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι εἶναι ἕνας παράγων τῆς λειτουργίας τοῦ Κράτους, τελῶν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως καὶ σεβόμενος τὸ πολίτευμα τῆς χώρας. Διότι ἡ δύναμις τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν στρατιωτικῶν ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι ἔχουν τὸ δικαίωμα τοῦ διατάσσειν τὰ μαχόμενα τέκνα τοῦ δημοκρατικοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἑπομένως, ἡ δύναμις αὐτὴ δὲν ἐδόθη πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκπληρώσεως ἄλλων σκοπῶν, πλὴν ἐκείνων καὶ μόνον διὰ τοὺς ὁποίους ἐτάχθη ὁ Στρατός. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εἶναι ἁπλοῦς θεατὴς ὡρισμένων γεγονότων. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, βεβαίως, σήμερον μὲ τὰς ἐξουσίας τὰς πολλάς, τὰς ὁποίας περιέβαλε τὸν Ἀρχιστράτηγον, κατήντησε νὰ ἀποτελῇ τὸν συνδετικὸν κρίκον, τὸν πρέσβυν τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῷ Στρατῷ, ὅπως περίπου ἐχαρακτήριζε τὴν θέσιν του συνάδελφός του ἐν τῇ Κυβερνήσει. Νομίζω, ὅτι ὁ ρόλος αὐτὸς ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς καὶ κοινοβουλευτικῆς, δὲν εἶναι παραδεκτός. Πρέπει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ εἶναι ὁ ἀνώτατος διοικητής. Ὅταν συνεζητοῦμεν τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια, εἴχομεν καθορίσει σαφῶς τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἴπομεν τότε, ὅτι βεβαίως θέλομεν ἀποκέντρωσιν τοῦ στρατεύματος, ὅπως καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, ὑπὸ τὴν ρητὴν ἔννοιαν, ὅτι δὲν πρέπει τὸ κόμμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὸ στράτευμα, ἀλλὰ ἄλλο τὸ κόμμα, καὶ ἄλλο τὸ Κράτος. Τὸ Κράτος κυβερνᾷ διὰ τοῦ ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντλεῖ τὴν δύναμίν του ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης μας. Ἑπομένως, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι, ὁ ἄμεσος ἐπόπτης τῶν γινομένων εἰς τὸ στράτευμα, καὶ ὀφείλει νὰ μᾶς διαβεβαιώσῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐκεῖ, οὐδαμοῦ, τάσεις πρὸς δημιουργίαν ἐκτροπῶν ἐκ τοῦ πολιτεύματος. Παρετηρήθησαν ἐσχάτως, ὡρισμέναι δηλώσεις, ὡρισμέναι τοιχοκολλήσεις ἔχουσαι διαφόρους ὑπογραφάς, τῶν ὑπογραφῶν αὐτῶν τὴν ἐξήγησιν ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, μέχρι σήμερον ὅμως, δὲν τὴν ἐλάβομεν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὑποχρέωσίς του νὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν.
§58Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Κύριοι βουλευταί, αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων συνάδελφος, ἀνταποκρίνονται πλήρως πρὸς τὰς σκέψεις αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις, διενοήθη νὰ στερηθῇ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνέθεσεν εἰς αὐτὴν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ὁ λαός. Κακῶς διετύπωσεν, ἐὰν διετύπωσε, συνάδελφός μου τὴν σκέψιν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀποτελεῖ ἁπλοῦν πρέσβυν τῆς Κυβερνήσεως παρὰ τῷ Στρατῷ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀσκεῖ πλήρως τὰ καθήκοντα τῆς ἐποπτείας ἐπὶ τῆς... (δὲν ἠκούσθη)... τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς ἡγεσίας του καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ἀποτελεῖ τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην καὶ δὴ, ὄχι μόνον δυνάμεις ἀλλὰ καὶ ἐνεργείᾳ, τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὲρ ἄνω τῆς ἡγεσίας τοῦ στρατεύματος. Διαβεβαιῶ, λοιπόν, τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τρικάλων συνάδελφον, ὅτι κακῶς κρίνει τὴν σχέσιν Κυβερνήσεως καὶ Στρατοῦ, ὅτι βασίζεται ἐπὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα πλήρη συνείδησιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει παρ’ ὑμῶν, καὶ ἑπομένως παρὰ τοῦ Ἔθνους, ἀσκεῖ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ ἀσκῇ, τὴν ἀπόλυτον καὶ πλήρη ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς ἡγεσίας τοῦ στρατεύματος. Εἰδικώτερον, ἔχω καθῆκον νὰ ἀπαντήσω εἰς ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικάλων συνάδελφος, σχετικῶς πρὸς πράγματι θλιβερώτατον ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἐσημειώθη πρό τινων ἡμερῶν. Ἐκφράζω τὴν λύπην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνωτάτης ἡγεσίας τοῦ Στρατοῦ, καὶ ὁλοκλήρου τοῦ γενναίου καὶ ὑπερηφάνου Σώματος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, διὰ τὰ ἀσυγχώρητα ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα ἐσημειώθησαν πρό τινων ἡμερῶν, εἰς βάρος τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης συναδέλφου κ. Θανοπούλου, ἀνδρὸς, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλομεν βαθυτάτην τιμὴν, διότι καὶ τὸ ἦθος του τὸ πατριωτικὸν καὶ ἡ γενναιότης του ἡ προσωπικὴ, ἀλλὰ καὶ ἡ σεμνότης, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ἐπιβάλλουν ἰδιαίτερον σεβασμόν. (Χειροκροτήματα). Τὰ σημειωθέντα ἔκτροπα, τὰ ἐκδηλωθέντα ἐν Καρδίτσῃ εἰς βάρος τῆς κατοικίας, τῆς οἰκογενείας καὶ τοῦ προσώπου τοῦ ἀξιοτίμου καὶ ἀγαπητοῦ συναδέλφου κ. Θανοπούλου, ὠφείλονται εἰς μεμονωμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ συγκαταλέγουν ἑαυτὰ εἰς τὸν τιμημένον Ἑλληνικὸν Στρατόν. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἀνωτάτη ἡγεσία τοῦ στρατεύματος ἔλαβε πάραυτα τὰ σκληρότερα μέτρα, ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλησμόνησαν, ὅτι ὀφείλουν τιμὴν καὶ σεβασμόν, ὄχι μόνον ἀπέναντι ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτοῦ τούτου τοῦ Στρατεύματος. Ὁ διοικητὴς τῆς φρουρᾶς Καρδίτσης, προεφυλακίσθη, πάραυτα, ἐὰν εὐθύνεται αὐτὸς ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, ὅσοι εὐθύνονται, θὰ ὑποστοῦν βαρυτάτας τὰς κυρώσεις τοῦ νόμου. Ἐπωφελοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς, εὐκαιρίας θλιβερᾶς ἀλλὰ ὠφελίμου, διὰ νὰ τονίσω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός, καὶ συγκεκριμένως τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, αἰσθάνεται βαθύτατον σεβασμὸν ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, καὶ γνωρίζει, ὅτι προϋπόθεσις τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, ἐν ὀνόματι τοῦ ὁποίου διεξάγεται ὁ ἐναντίον τοῦ κομμουνιστικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ ἀγών, προϋπόθεσις τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν δικαίωσιν τὴν ἱστορικὴν τοῦ ἀγῶνος μας, ἀποτελεῖ ἀκριβῶς ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος τούτου. Ἐξ ἄλλου ὅμως, ἐπωφελοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, τῆς εὐκαιρίας καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ συμφωνήσετε πρὸς τὰς σκέψεις μου αὐτάς, ὅπως ἐκφράσω καὶ ἀντιστρόφως τὸν σεβασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, πρὸς τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, (χειροκροτήματα), τὸ ὁποῖον Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ὅπως ἀπέδειξε πάντοτε, ὂν γενναῖον καὶ ὑπερήφανον ἀπέβαλεν ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἐκ τῶν κόλπων του, ἐκεῖνα τὰ μεμονωμένα ἄτομα, τὰ ὁποῖα τυχὸν δὲν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὴν τιμήν, ἡ ὁποία συνδέεται πρὸς τὴν παράδοσιν τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ σεβασμὸς αὐτός, ὁ ἀμοιβαῖος μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ἀποτελεῖ ὄχι μόνον τὴν πραγματικότητα τοῦ παρόντος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐγγύησιν τοῦ μέλλοντος. Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ Ἕλληνες, εἶναι λειτουργοὶ τοῦ πολιτεύματος, ὑπακούοντας εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ δεχόμενοι ἐντολὰς ἀπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Ἔθνους καὶ συγκεκριμένως ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῆς βασιζομένην Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. (Χειροκροτήματα).
§59Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι πολὺ εὐτυχής, ὅτι ἔδωκα τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἀπόψεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε καὶ αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως εἶναι καὶ ἀπόψεις ὁλοκλήρου τῆς αἰθούσης ταύτης. Χαίρω ἰδιαιτέρως διὰ τὴν πράγματι κατηγορηματικὴν δήλωσίν του καὶ τὴν λαμβάνω καὶ ἐγώ, καὶ ὑποθέτω καὶ τὸ Σῶμα, ὑπὸ σοβαρωτάτην σημείωσιν, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι γεγονότα τοιαῦτα, δὲν πρόκειται νὰ ἐπαναληφθοῦν, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἄλλαι ἥσσονες παραβάσεις, μὴ φθάνουσαι ἴσως μέχρι τοῦ σημείου εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν τὰ τελευταῖα γεγονότα τῆς Καρδίτσης θὰ κολάζωνται ταχέως καὶ παραδειγματικῶς. Ἀναμένω ἐπίσης, ὅτι θὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ αὐτὸν ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν, ἂν ὄχι σήμερον, τὸν κολασμὸν ἐπίσης καὶ τῆς ἀπρεποῦς ἐκείνης πράξεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, τῆς ἀποστολῆς δηλ. ἐγγράφου πρὸς τὸ Σῶμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο δίωξις βουλευτοῦ, δι’ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἀσκῶν τὸ βουλευτικόν του λειτούργημα, εἶπεν. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ τὴν Κυβέρνησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ διαχωρισμοῦ τῆς κυβερνητικῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς σφαίρας δράσεως, διότι καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐπανέλαβε σχεδὸν κατὰ λέξιν, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπεστήριξα, ὅτι δηλ. κυβερνᾷ ὁ λαὸς διὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ Στρατὸς καὶ πᾶσαι αἱ λοιπαὶ λειτουργίαι, εἶναι ὄργανα τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐπαναστατοῦν ἐναντίον τοῦ κρατικοῦ σώματος. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἡ βεβαίωσις εἶναι σαφὴς καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῆς τῆς σαφηνείας θὰ ἐμμείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπολύτως καὶ ὅτι θὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐπανάληψιν, ἐπαναλαμβάνω, γεγονότων τοιούτων, τὰ ὁποῖα νὰ δημιουργοῦν τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ὑπάρχουν μεταξὺ τῶν στρατιωτικῶν κύκλων καὶ πρόσωπα ἔχοντα ἄλλους σκοπούς, ὑποκαταστάσεως δηλαδὴ ἑαυτῶν εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἰδίᾳ τοιαύτας, ὡς αἱ προκύπτουσαι ἀπὸ τὰς ἐμφανεῖς δηλώσεις καὶ τὰς ἐμφανεῖς τοιχοκολλήσεις, ὡς ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἶχον λάβει χώραν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν τῆς ἐργασίας καὶ τῆς νίκης. Θὰ ἤθελον ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἐνεργήσῃ αὐστηροτάτας ἀνακρίσεις, διὰ νὰ διαπιστώσῃ, ἐὰν μεταξὺ τῶν ὑπευθύνων ὑπάρχουν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν ἐνεργῷ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ ἐπιβάλῃ ἐπ’ αὐτῶν τάχιστα τὰς ἀναγκαίας κυρώσεις.
§60Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὑπὸ τίνος διεβιβάσθη ἡ αἴτησις;
§61Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Νομίζω, ὑπὸ τῆς Στρατιωτικῆς Διοικήσεως Ἀθηνῶν.
§62Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν;
§63Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον συνάδελφον νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ μίαν μικράν, πολὺ μικρὰν διακοπήν. Κύριε Πρόεδρε, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἡμεῖς ἀπόψε ἐπεδιώξαμεν νὰ ἀποφύγωμεν ἀπολύτως οἱανδήποτε ἀνάμιξίν μας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀφορμὴν τοῦ ἀνασχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐμφανίσεώς της, ὑφ’ ὃ σχῆμα ἐμφανίζεται αὕτη σήμερον. Καὶ ὁ λόγος ἦτο ἁπλοῦς, ἠθελήσαμεν νὰ περατωθῇ τὸ ταχύτερον τὸ θέμα τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Σώματος πρὸς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἴχομεν τὴν ἀπόφασιν ἀμέσως, ὡς θὰ ἤρχετο τὸ θέμα τῆς συζητήσεως τῶν ὑποβληθεισῶν ἐπερωτήσεων, τόσον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ἐνόχων διὰ τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος, ὅσον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ προκείμενον θέμα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τοῦ βήματος ἀγορητὴς ἐχειρίσθη, νὰ ὁμιλήσωμεν. Δηλαδὴ ἠθελήσαμεν νὰ παρέλθῃ ἡ νὺξ αὐτή, χωρὶς ὀξύτητας, καὶ χωρὶς τὴν δημιουργίαν πνεύματος, ὅπως δυστυχῶς τείνει δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ δημιουργηθῇ, μὴ ἀνταποκρίσεως τοῦ Σώματος πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα τοῦ Ἔθνους. Ἠθέλαμεν δηλαδή, ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅλους τοὺς φωνασκούς, ὅτι ἵσταται εἰς τὸ ὕψος της καὶ ὅτι τὰ κηρύγματα περὶ ἐκπτώσεως εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ κηρύγματα τείνοντα νὰ δημιουργήσουν ἀφορμὰς πρὸς ἐκτροπὴν ἀπὸ τὴν καθεστηκυῖαν τάξιν, καὶ εἴπομεν ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν θέσιν καὶ θὰ εἴπομεν τὴν γνώμην μας διὰ τὰ θέματα αὐτά. Ἀλλά, ἅπαξ ὅμως ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀγαπητός μου φίλος καὶ τέως συνεργάτης, (γέλωτες), ἐκ Τρικάλων πολιτευτὴς κύριος Βαμβέτσος, ἔθιξεν τὸ ζήτημα, ἐφόσον μάλιστα, ἀφορᾷ προσφιλές μου τέκνον, συμμαχητήν μου ἐξαιρετικόν, ἀλλά, πρὸ παντός, ἀγωνιστὴν τοῦ Ἔθνους, διὰ τὸν ὁποῖον ὄχι μόνον ἐγώ, ὄχι μόνον ὁ λαός, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ, ἀλλὰ ὅλοι οἱ συμμαχηταί, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον νὰ τὸν γνωρίσουν, ὑπερηφανεύονται, ἐφόσον λέγω ἔθιξε θέμα συνδεόμενον μὲ τὸν συμμαχητήν μου Θανόπουλον, ὀφείλω νὰ εἴπω, ἀπαντῶν κυρίως πρὸς τὸν ἀγαπητόν μου ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν: Κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, πρέπει νὰ τὸ πιστεύσετε, σᾶς τὸ δηλώνω ἐν εἰλικρινείᾳ καὶ νὰ τὸ πιστεύσῃ καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅτι δὲν θὰ ἤθελον τίποτε ἄλλο αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν θὰ ἐπεθύμουν τίποτε περισσότερον αὐτὴν τὴν στιγμήν, παρὰ νὰ εἶναι πράγματι ἀληθὴς ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν μεταφέρατε εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Πράγματι, ἐὰν ἔχεται ἀληθείας τοῦτο, δηλ. ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ μεμονωμένων ἀτόμων καὶ μεμονωμένων ἐνεργειῶν, τότε, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἅπαξ ἔφθασε τὸ πρᾶγμα ἕως ἐδῶ, ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν. Νὰ καταγγείλωμεν, νὰ καταγγείλωμεν μὲ τὸν πλέον ἐμφαντικὸν τρόπον, διότι δυστυχῶς δὲν πρόκειται περὶ μεμονωμένων ἀτόμων, διότι ἀρχίζει τὸ κακὸν ἀπὸ .... (δὲν ἠκούσθη) .... Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ μοῦ εἴπῃ ἐὰν ἐκάλεσε πολὺ πρὸ τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ, τὸν κ. Θανόπουλον, τὸν ὁποῖον γνωρίζω ὅτι πράγματι ἐκτιμᾷ καὶ πράγματι θεωρεῖ .... (δὲν ἠκούσθη), Καὶ ἐκάλεσεν ὁ κ. ὑπουργὸς τὸν κ. Θανόπουλον καὶ τοῦ ὑπέδειξε νὰ ἀνακαλέσῃ ὅσα εἶπεν, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀξίωσις ὄχι τοῦ μαχομένου Στρατοῦ, ἀλλὰ τῶν ὑψηλῶν, ὑψηλοτάτων ἡγητόρων τοῦ Στρατεύματος.
§64Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργ. Στρατιωτικῶν). Οὐδέποτε ἐζήτησα νὰ ἀνακαλέσῃ.
§65Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν, νὰ δηλώσῃ ἐὰν ἐκάλεσε δὶς τὸν κ. Θανόπουλον, καὶ ἔλαβεν δὶς τὴν ἀπάντησιν τούτου σχετικῶς μὲ τὰ ἔκτροπα τὰ συμβάντα πρὸ τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ βουλευτοῦ διὰ τὴν περιοχήν του, ἵνα συνεορτάσῃ μετὰ τῶν συμπολιτῶν του Θεσσαλῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γίνει ὁλοκαύτωμα, διότι δὲν ὑπάρχει σπίτι, οὔτε καλύβα ποὺ νὰ μὴ ἔχῃ δώσει νεκροὺς εἰς τὸν ἀγῶνα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ, κ. ὑπουργέ, δὲν σᾶς ἐπεσκέφθη ὁ κ. Θανόπουλος καὶ δὲν σᾶς ἀνέφερε συγκεκριμένα γεγονότα καὶ ἀπειλάς; Ἀλλὰ μήπως εἶσθε ὁ μόνος τὸν ὁποῖον ἐπεσκέφθη, δὲν εἶναι καὶ ἡ ἀνωτάτη στρατιωτικὴ ἡγεσία; Δὲν σᾶς εἶπεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συμβοῦν; Δὲν εἶχε τοὺς φόβους, ὅτι θὰ ἀντιμετώπιζε τὰς ἀπειλὰς αὐτάς; Καταγγέλλω μετὰ παρρησίας καὶ ἄνευ δισταγμοῦ, ὅτι τελευταίως, ἤρχισε νὰ ἐμφανίζεται μία περίεργος νοοτροπία. Λυποῦμαι διότι ἀπασχολῶ εἰς τοιαύτας κρισίμους στιγμὰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν μὲ τοιαῦτα θέματα. Ἐπιτρέπεται ὅμως εἰς ἡμᾶς νὰ ἀφήσωμεν τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύῃ ὅτι εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἕνας ἀξιωματικὸς ἠθέλησε νὰ καταλύσῃ ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Θανοπούλου πᾶσαν ἔννοιαν ἐλευθερίας καὶ σκέψεως; Ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνα γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ πρέπει νὰ μάθῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τοῦ βήματος κ. συνάδελφος. Ἡ ἀνωτάτη τοῦ Στρατοῦ ἡγεσία ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὴν Βουλήν, ζητοῦσα τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας ἀπὸ τὸν βουλευτήν, ἐπικαλουμένη κατηγορίαν βάσει τοῦ Γʹ ψηφίσματος, κατηγορίαν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ καὶ διὰ ποῖον λόγον; Δι’ ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Καὶ τί ἔπραξεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀναισχύντου καὶ ἀπαραδέκτου ἐνεργείας; Οὐδέν, καὶ δι’ αὐτὸ φθάσαμεν ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν. Τὸ Ἔθνος σύσσωμον, κ. συνάδελφοι, ἐπὶ 10ετίαν, καὶ πλέον ἀγωνίζεται ἀγῶνα σκληρόν, ὄχι διὰ νὰ ἔχῃ σατράπας καὶ σατραπίσκους ἐπικεφαλῆς τῆς ἡγεσίας του, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν, ἀξιοπρέπειαν καὶ πρὸ παντὸς ὑπερηφάνειαν. (Χειροκροτήματα). Διαδηλοῦμεν καὶ προσπαθοῦμεν μὲ τὴν δήλωσίν μας αὐτὴν νὰ πείσωμεν τοὺς ἐκτραπέντας νὰ συνέλθουν, διότι πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τους ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ ἤμεθα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ δεχθῶμεν ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἐκτροπὴν ἀπὸ τὸ ὡραῖον Δημοκρατικόν μας πολίτευμα, τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐδίδαξεν εἰς ὅλους σεβασμὸν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, τὸν νόμον, καὶ τὴν ἐλευθερίαν σκέψεως. (Χειροκροτήματα).
§66Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὁμιλήσῃ μετ’ ἐμέ, ἐπ’ αὐτοῦ. Ἠκούσαμεν εὐχαρίστως ἀμφοτέρας τὰς ἀγορεύσεις, ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν νὰ μὴ ἐπαναληφθοῦν ἀγορεύσεις ὑπὸ μορφὴν διακοπῶν. Δὲν ἠθέλησα, κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας λόγῳ τῆς λεπτότητος τοῦ θέματος καὶ ἠρκέσθην εἰς μίαν γενικωτάτην διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν κατόπιν μιᾶς ἀλληλογραφίας μου μὲ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν δυστυχῶς δὲν ἔλαβον ἀπάντησιν, ἤμην ὡς ἐκ τῆς σιωπῆς του ὑποχρεωμένος νὰ κάμω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπεκταθῇ ἡ συζήτησις αὐτὴ καὶ παραμένομεν μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι καθορίζει σαφῶς τὰ ὅρια τῆς δράσεως, τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν διαφόρων ὀργάνων τοῦ Κράτους ἀφ’ ἑτέρου. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις πράγματι εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς πάντων τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους καὶ λαμβάνει ἔναντι ἡμῶν ὑπεύθυνον θέσιν περὶ τοῦ ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος οἱασδήποτε ἐκτροπῆς. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξῃ, διότι αἱ εὐθῦναι της θὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ πρᾶγμα ἐτέθη καὶ ἡ ἀπάντησις ἐδόθη, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς, αἱ εὐθῦναι αἱ Κυβερνητικαὶ εἶναι σοβαραί, ἂν τυχὸν ἤθελε συμβῆ ἔστω καὶ τὸ μικρότερον περιστατικόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε διαψεύσει τὰς δηλώσεις αὐτάς. Θὰ παρεκάλουν τὸ Σῶμα νὰ ἀρκεσθῇ εἰς αὐτὰ καὶ νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω μὲ τὴν διαπίστωσιν, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Στρατὸς εἶναι ὄργανον τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοῦ Ἀρχιστρατήγου μέχρι τοῦ τελευταίου στρατιώτου, καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐκδίδῃ διαταγὰς καὶ νὰ ἐκτελῇ αὐτὰς ἔναντι οἱουδήποτε καὶ ὅτι οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον ἐκτροπῆς. Ἀναμένομεν ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἀπαντήσῃ καὶ εἰς αὐτὰ καὶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἰωαννίνων συνάδελφος. Διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀφῆκε νὰ παρέλθῃ ἡ ὀκταήμερος προθεσμία ἀναπάντητος, μολονότι τοῦ ἐπέστησα τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῆς προθεσμίας ταύτης, νομίζω, ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ζητήματος, ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, καθὼς ἐπίσης καὶ ἐπὶ τῶν φημῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι κυκλοφοροῦν ἀπό τινων ἡμερῶν καὶ τῶν τοιχοκολλημάτων ἅτινα ἔλαβον χώραν τελευταίως. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ δώσῃ σαφεῖς ἐξηγήσεις. Τερματίζω τὸ κεφάλαιον τοῦτο καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐξεφράσαμεν καὶ πρὸ ὀλίγου τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ τῶν διαβημάτων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἢ δὲν ἐγένοντο ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Ο.Η.Ε. ἐν σχέσει πρὸς τὸ κλείσιμον τῶν συνόρων, διὰ νὰ τερματισθῇ αὐτὴ ἡ διαρκὴς αἱμορραγία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ἀτλαντικοῦ Συμφώνου ἐγεννήθησαν καὶ ἄλλα τινὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλω δυστυχῶς νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὴν διαχείρισιν τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ παρεμπιπτόντως θὰ ἤθελον νὰ εἴπω τοῦτο: Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐφεξῆς, ἡ διαχείρισις τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων, ἀπὸ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις ἀφέθη ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἀπουσιάζοντα τὴν στιγμὴν αὐτὴν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνῷ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ δὲν εἶναι παρωνυχίς, ὥστε νὰ ἀφίεται ὡς μονοπώλιον εἰς μόνον τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καθορίσῃ τὴν ἀκολουθητέαν πλήρη καὶ γενικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἐλέγχουσα τὰς πράξεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀπορῶ δέ, διότι, γνωρίζων ὅτι ὡρισμένα ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ὡρισμένων σημείων ἔχουν διαφόρους ἀντιλήψεις, ἐν τούτοις βλέπω τὴν αὐτὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, συνεχῶς ἀκολουθουμένην ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν μέχρι σήμερον. Καὶ ἐρωτῶ τί κάνουν τὰ ἄλλα μέλη τῆς Κυβερνήσεως; Εἶναι σύμφωνα πρὸς τὰς ἑκάστοτε ἐκδηλώσεις τοῦ ὑπουργοῦ, ἢ διαφωνοῦν πρὸς αὐτόν; Ἀναφέρομαι, κύριοι εἰς μίαν ἀτυχῆ πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἐγένετα καθ’ ἣν στιγμὴν συνεζητεῖτο τὸ Ἀτλαντικὸν Σύμφωνον, ὁπότε ἡμεῖς ἀπεβλέπομεν εἰς ἕνα οὐτοπικὸν μεσογειακὸν σύμφωνον, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρχιζεν ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν καὶ θὰ ἔφθανε μέχρι τοῦ Πακιστάν. Καὶ διετυποῦτο τοιαύτη ἰδέα τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐμφανές, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, δὲν εἶναι κἂν διατεθειμένα νὰ μετάσχουν τοιούτου συμφώνου, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῆς σκέψεως αὐτῆς, ἔχομεν νὰ διαπιστώσωμεν ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠσχολήθη δι’ ἓν ζήτημα τόσον μεγάλο, καθ’ ἣν στιγμὴν ἄμεσα καὶ φλέγοντα ζητήματα ἐνδιαφέρουν τὸν τόπον αὐτόν. Λυποῦμαι διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν σχέσεων πρὸς μίαν τέως ἐχθρικὴν χώραν καὶ ἤδη τόσον ἀγαπητὴν εἰς τοὺς συμπατριώτας μας, δὲν ἐτηρήθη ἡ προσήκουσα στάσις. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἐδημιουργήθη ἕνα εἶδος ἀντιδικίας, μεταξὺ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς χώρας ἐκείνης καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐκάναμε διάφορα σχέδια ὑπονομεύσεως τῆς πολιτικῆς τῆς χώρας ἐκείνης, μολονότι εἴχομεν γνῶσιν τῆς προστασίας, τῆς ὁποίας ἀπολαμβάνει παρὰ τῶν ἄλλων συμμάχων. Πρέπει νὰ μετάσχωμεν καὶ ἡμεῖς τῶν ἐγγυήσεων τοῦ Ἀτλαντικοῦ Συμφώνου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκλεισθῶμεν ἡμεῖς ὡς μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν πλευρὰν τοῦ Ἀτλαντικοῦ Ὠκεανοῦ, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται δεκτὴ εἰς τὸ σύμφωνον ἄλλη χώρα, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ δὲν ἔχει πλευρὰς πρὸς τὸν Ἀτλαντικὸν Ὠκεανόν. Ἀλλὰ διὰ τῶν ἀλλοπροσάλλων σχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα περιεπλάκημεν, ἀφήσαμεν τὸ κύριον ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ στρέψωμεν τὴν ὅλην προσοχήν μας. Ἡ Ἰταλία μετέσχε τοῦ Ἀτλαντικοῦ Συμφώνου, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἀναμένομεν συμμετοχήν, καὶ ἀντὶ αὐτοῦ, οὔτε κατηγορηματικὴν ἐγγύησιν ἐλάβομεν περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς χώρας ἡμῶν. Ἡ κατηγορηματική, λέγω, ἐγγύησις δὲν ἐδόθη, ἀλλὰ ἐξεδηλώθη διὰ γενικωτάτων ἐκφράσεων τὸ ἐνδιαφέρον ὡρισμένων ἐκ τῶν μετασχόντων Κρατῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑλληνικὴν ἀσφάλειαν. Τὸ ἐνδιαφέρον αὐτὸ πᾶν ἄλλο παρὰ ἱκανοποιητικὸν εἶναι. Οὐδεμίαν ἐκδήλωσιν ἔχομεν δι’ οἰκονομικὴν ἐνίσχυσιν οὔτε διὰ στρατιωτικὴν οὔτε δι’ ἄλλην βοήθειαν. Διότι δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ ἡμῶν, ὅτι σήμερον ἡμεῖς μόνον ἐξ ὅλων τῶν χωρῶν τοῦ κόσμου, μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κίνας, μαχόμεθα ἐναντίον τοῦ κοινοῦ κινδύνου καὶ ὅτι τὸ αἷμα, τὸ ὁποῖον χύνεται, εἶναι αἷμα ἑλληνικόν. Ἂν οἱ ἄλλοι ἁπλῶς ἐνδιαφέρωνται διὰ τὸ ἑλληνικὸν ζήτημα, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν πόσον ὀλίγοι εἴμεθα, θὰ πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα καὶ διὰ τὴν ζωὴν ἀκόμη καὶ ἑνὸς καὶ μόνον Ἕλληνος. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμένωμεν μὲ τὰς χεῖρας ἐσταυρωμένας καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας. Νομίζω, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰ οὐτοπικὰ ἐκεῖνα σχέδια καὶ νὰ παραλείπωμεν τὰς ἀτυχεῖς πρὸς τοὺς δημοσιογράφους δηλώσεις μας, περὶ ἐνδεχομένης συμμαχίας μὲ τοὺς γείτονας, αἱ ὁποῖαι τόσην προεκάλεσαν ἀντίδρασιν καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν σοβαρῶς, μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας μας καὶ τὸ ζήτημα τῆς παροχῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα σοβαρῶν ἐγγυήσεων ἐκ μέρους τῶν ἄλλων μετεχόντων τοῦ Ἀτλαντικοῦ Συμφώνου Κρατῶν. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ ἀντιπαρέλθω τὰς ἐπιθέσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἑκάστοτε εἰς τὴν χώραν μας, ἐναντίον τοῦ διακεκριμένου Προέδρου τοῦ Ο.Η.Ε. καὶ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστραλίας κ. Ἔβαττ. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν θὰ ἐμφανιζώμεθα τόσον ἀπροκαλύπτως ἐναντίον ἑνὸς τόσον καλοῦ φίλου τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἴσως νὰ πλανᾶται, ἀλλὰ ἀσφαλῶς δὲν ἔχει καμμίαν κακὴν διάθεσιν. Δὲν πρόκειται περὶ συνοδοιπόρου οὔτε κομμουνιστοῦ, πρόκειται περὶ ἑνὸς σοσιαλιστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡρισμένην ἀντίληψιν σχετικῶς μὲ τὴν λύσιν τοῦ βαλκανικοῦ προβλήματος. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τοῦ νὰ θεωρήσωμεν δηλαδὴ ἐσφαλμένην τὴν πολιτικήν του γραμμήν, μέχρι τοῦ σημείου νὰ χαρακτηρίζωμεν ὡς συνοδοιπόρον τὸν κ. Ἔβαττ, νομίζω ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη. Ὁ κ. Ἔβαττ ἔχει μίαν πεπλανημένην γνώμην, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος τὴν ἔχει. Πολλοὶ ἐκτὸς τῆς χώρας μας εὑρισκόμενοι, οἱ ὁποῖοι βλέπουν ἀπὸ μακρόθεν αὐτὸ τὸ δρᾶμα, τὸ ὁποῖον παίζεται ἐπὶ τῆς ἑλληνικῆς γῆς, εἶναι φυσικόν, νὰ μὴν ἀντιλαμβάνωνται τὰ πράγματα τόσον σαφῶς, ὅπως τὰ βλέπομεν ἡμεῖς. Δὲν θὰ ἠθέλομεν νὰ τοὺς εὐχηθῶμεν νὰ ἔχουν καὶ εἰς τὸν τόπον των παρομοίαν τύχην. Θὰ ἦτο τοῦτο σκληρὸν ἐκ μέρους μας. Ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐργασθῶμεν πραγματικῶς διὰ νὰ τοὺς διαφωτίσωμεν. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ὁ συμπολίτης μου καὶ πρὸ ὀλίγου κατελθὼν τοῦ βήματος, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς συνεντεύξεως, ἡ ὁποία πρὸ ἡμερῶν ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν «Καθημερινὴν» καὶ ἡ ὁποία πράγματι παρουσιάζει μίαν Ἀμερικανίδα δημοσιογράφον ἐκφράζουσαν τὴν ἔκπληξίν της διὰ τὴν ἑλληνικὴν προπαγάνδαν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἡ ὁποία μάλιστα ὑποδεικνύει καὶ συγκεκριμένους τρόπους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἡ προπαγάνδα αὐτὴ θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ μέθοδος, ἡ ὁποία ἠκολουθήθη διὰ τῶν ἑορτῶν τὸν προπαρελθόντα μῆνα, δὲν ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκοῦντο ἀπὸ αὐτήν. Ἴσως διότι ἔγιναν εἰς γλῶσσαν ἑλληνικὴν μακρὰν τῆς Ἀμερικῆς, δὲν εἶχον τὴν ἀπήχησιν τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχουν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον. Θὰ πρέπει νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις σοβαρώτερον τὸ θέμα καὶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσῃ εἴτε διὰ τῆς ἀποστολῆς εἰδικῶν εἴτε διὰ μιᾶς τονώσεως τῆς ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας εἰς Ἡνωμένας Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφίβολον, εἶναι ὅτι εὑρίσκονται οἱ ἐν Ἀμερικῇ ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν ἑλληνικῶν πραγμάτων, ἀποδεχόμενοι τὰς πληροφορίας δημοσιογράφων, ἐρχομένων ἐδῶ δι’ ὀλίγας ἡμέρας καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπικοινωνοῦν μὲ ὀλίγους κύκλους τῶν σαλονιῶν, οἱ ὁποῖοι φυσικὸν εἶναι, ὅτι δὲν δύνανται νὰ δίδουν πάντοτε ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ἑλληνικῆς καταστάσεως. Χαίρω ἰδιαιτέρως, ἐξ ἄλλου, διότι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ διαβήματός του, τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη σήμερον, προεκάλεσε μίαν ἐπανόρθωσιν εἰς τὰς τηλεγραφηθείσας δηλώσεις τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Θὰ ἔχαιρον περισσότερον, ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγίνετο μόνον διότι ἐθίγη οὗτος ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐν τῇ κρίσει, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἐξέφρασε περὶ τῆς ἀπηχήσεως τοῦ κόμματος τούτου παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο ὁσάκις ἐθίγετο ὄχι μόνον τὸ Κόμμα, ἀλλὰ ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, ἐὰν καθίστατο κατανοητὴ εἰς τοὺς ἐνταῦθα πολιτικολογοῦντας ἐκπροσώπους ξένων δυνάμεων, ὅτι ἡ θέσις αὐτῶν ἐνταῦθα εἶναι ἁπλῶς ἡ θέσις τοῦ νὰ ἐκπροσωποῦν τὴν πατρίδα των καὶ ὄχι νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς ἑλληνικὰς πολιτικάς, εἰς τὰς ἑλληνικὰς κομματικὰς ζυμώσεις καὶ ἐὰν καθίστατο γνωστὴ εἰς τὰς Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας ἐκπροσωποῦν οἱ πρέσβεις οὗτοι, ὅτι μία τοιαύτη πολιτικὴ ἀνάμιξις ξένων προσώπων, εἶναι εἰς τὴν χώραν αὐτὴν ἀπαράδεκτος. Ἐὰν ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ αὐτὸ τὸ διάβημα, ἐπεξετείνετο πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν, τότε ἐλπίζω ὅτι πράγματι πολλὰ θὰ ἀπεφεύγοντο, πάρα πολλὰ θὰ διωρθοῦντο καὶ δὲν θὰ εἴχομεν τὸ φαινόμενον αὐτὸ εἰς κάθε κυβερνητικὴν μεταβολὴν νὰ ἐμφανίζεται ὁ δεύτερος γραμματεὺς πρεσβείας, νὰ βολιδοσκοπῇ τοὺς πολιτικοὺς ἀρχηγοὺς καὶ νὰ καταβάλλῃ προσπαθείας πρὸς τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον λύσεως τῆς κυβερνητικῆς κρίσεως. Αὐτὸ εἶναι δι’ ἡμᾶς ἀπαράδεκτον. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ συνεχίσῃ ἐπὶ τὸ γενικώτερον τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔκαμε προχθὲς καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ἐπικρίσεις οἱωνδήποτε κυβερνητικῶν πράξεων, ἐξερχομένων τῶν ὁρίων τῶν καθαρῶν διπλωματικῶν των καθηκόντων, ὑποδεικνύων συνάμα ποία θὰ ἦτο ἡ τύχη οἱουδήποτε Ἕλληνος πρεσβευτοῦ ἐν ξένῃ χώρᾳ, ἐὰν ἔκαμνε καὶ αὐτὸς τὸ ἴδιον παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἢ παρὰ τοῖς κόμμασι τῆς χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι διαπεπιστευμένος. Ὅταν συνεζητεῖτο, κύριοι, τὸ ἑλληνο–ἀμερικανικὸν σύμφωνον ἐνώπιον ὑμῶν, τότε ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν σχέσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ προέκυπτον μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπων τῆς ξένης ἀποστολῆς. Ἐτόνισα τότε, ὅτι τὸ σύμφωνον αὐτὸ περιεῖχε ἐξαιρετικῶς δυσμενεῖς διὰ τὴν χώραν μας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἴσχυον διὰ τὰ ἄλλα Κράτη τῆς εὐρωπαϊκῆς βοηθείας. Τότε ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς καὶ ἐπικαλοῦμαι καὶ αὖθις τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀγαπητοῦ ἐκ Λέσβου συναδέλφου, περὶ τῶν δηλώσεων τούτων, διότι δὲν ἀνεγράφησαν ἐντελῶς ἀκριβῶς εἰς τὰ πρακτικά, τότε μᾶς ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἐλευθέρα νὰ τροποποιήσῃ καὶ νὰ μετριάσῃ τὰ δικαιώματα τῶν ἐνταῦθα ἐκπροσώπων τῆς ξένης ἀποστολῆς, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἀποτελοῦν ταῦτα ἐμπόδιον καὶ φραγμὸν εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συζήτησις αὕτη ἐγένετο, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, τὴν 2αν Ἰουλίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Παρήλθον ἔκτοτε μέχρι σήμερον μῆνες δέκα, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν εἴδομεν οὐδεμίαν πρόοδον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τοὐναντίον αἱ ἰδικαί μας, ἀτυχῶς μονομερεῖς, διαρκεῖς ἐπικρίσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς καθίστων ἐνίοτε δυσαρέστους καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς, ἀλλὰ τὰς ὁποίας παρὰ ταῦτα, θὰ ἐξακολουθήσωμεν, μὲ ὅλον τὸν κίνδυνον νὰ βλέπωμεν ἡμᾶς ἀπομακρυνομένους τῆς ἀρχῆς, διότι δὲν θεωροῦμεν ὅτι τοῦτο εἶναι προορισμὸς μας, ἀλλὰ προορισμός μας εἶναι νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν, αἱ ἐπικρίσεις ἡμῶν, λέγω, αὗται, δὲν εὗρον καμμίαν ἀπήχησιν παρὰ τῇ Κυβερνήσει τῆς φίλης καὶ συμμάχου χώρας. Τότε, μεταξὺ ἄλλων, ἐφίστων τὴν προσοχήν σας καὶ ἐπὶ τοῦ ὅτι αἱ ἀποδοχαί, αἱ ὁποῖαι κατεβάλλοντο ἐδῶ εἰς ὡρισμένα πρόσωπα τῆς ξένης ἀποστολῆς, ἦσαν ἐξαιρετικῶς δυσανάλογοι πρὸς τοὺς μισθοὺς τοὺς συνήθεις ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, διότι ὁ ἕνας μόνον ὑφιστάμενος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας λαμβάνει μισθὸν ὅσον ὅλα τὰ μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ γενικώτερον ὅτι ἡ θέσις αὐτῶν τῶν ξένων ἀντιπροσώπων ἐδῶ, λαμβάνει μίαν μορφὴν κάπως σοβαρωτέραν ἀπὸ τὴν θέσιν ἁπλῶν συμβούλων. Ἡ ἄποψίς μου αὕτη εὗρε ἐν τούτοις, κάποιαν ἀπήχησιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπου αἱ ἀποδοχαὶ αὗται φαίνονται ἐξαιρετικαί, καὶ ἀνεγράφη ἐσχάτως εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἕνας ἄλλος συνάδελφος τοῦ ὁμιλοῦντος πρὸς ὑμᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ ἐκεῖνος δὲν ἀνέχεται φαίνεται παρόμοια γεγονότα εἰς τὴν χώραν του καὶ κατέθεσεν ἐσχάτως μίαν ἔκθεσιν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως διετάχθησαν ἀνακρίσεις. Ἐὰν καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπεβοήθη τὸ ἔργον αὐτὸ μερικῶν Ἀμερικανῶν γερουσιαστῶν καὶ βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβάνονται τὴν δυσχερῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιέρχεται ἡ χώρα των, ὅταν τοιαῦτα ἄτοπα παρατηροῦνται ἐν τῇ μικρᾷ ταύτῃ χώρᾳ, ἐὰν τοὐλάχιστον ἔδιδεν εὐρεῖαν δημοσιότητα εἰς τοὺς ἰδικούς μας λόγους, χωρὶς νὰ ἐμφανίζῃ ἡμᾶς ὡς εὑρισκομένους δῆθεν εἰς ἐχθρικὴν στάσιν πρὸς τὴν χώραν ἐκείνην, διότι πράγματι οὐδεμίαν ἔχομεν τοιαύτην διάθεσιν, ἀλλὰ εἴμεθα ἀπολύτως εἰλικρινεῖς φίλοι καὶ ἐξ εἰλικρινείας καὶ φιλίας λέγομεν αὐτὰ τὰ πράγματα, τότε νομίζω ὅτι πολλὰ πράγματα τῶν παρ’ ἡμῖν γενομένων δὲν θὰ ἐγίνοντο. Ἐπὶ παραδείγματι σημειῶ, ὅτι ἐδημοσιεύθη ἐσχάτως εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς εἰσαγωγὰς καὶ ἐξαγωγάς, εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν. Πράγματι, κατ’ ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν, ἐκ τῆς ἀμέσου βοηθείας τῶν 146 ἑκατ. δολλαρίων, μέχρι τῆς 1ης Ἀπριλίου, δὲν εἶχε δοθῆ ἐξουσιοδότησις ἀγορᾶς διὰ 25 ἑκατομμύρια δολλάρια. Ἐπίσης δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν ἄλλα 14 ἑκατ. δολλάρια μολονότι δι’ αὐτὰ ὑπάρχει ἔγκρισις. Ἔχομεν δηλαδὴ 39 ἑκατομ. δολλάρια ἐκ τῆς ἀμερικανικῆς βοηθείας, μὴ χρησιμοποιούμενα. Ἐπίσης δὲ ἐκ τῆς ἐμμέσου βοηθείας τῶν 66.800.000 δολλαρίων, μᾶς ὀφείλονται ἀκόμη 48.200.000 δολλάρια, δηλαδὴ περίπου τὰ ⅔ τῆς ἐμμέσου βοηθείας. Τὴν εὐθύνην αὐτὴν βεβαίως, τὴν φέρουν οἱ ἑκάστοτε ὑπουργοὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἀλλὰ ὅταν, ἡμῶν διαμαρτυρομένων, ἐψηφίσατε συμβάσεις καὶ νόμους διὰ τῶν ὁποίων οὐσιαστικῶς κατηργήσατε τοὺς ὑπουργοὺς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἐτάξατε τοὺς ὑπουργοὺς ὑφισταμένους τῶν ἀλλοδαπῶν ὑπαλλήλων, πῶς θέλετε οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ θεωροῦνται ὑπεύθυνοι δι’ αὐτὰς τὰς παραλείψεις; Καὶ τί ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου διὰ νὰ περιορίσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον τῶν ξένων ἐνταῦθα συμβούλων, τὸ ὁποῖον καθημερινῶς δυσχεραίνει τὴν λειτουργίαν τῶν ἑλληνικῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ τὸ ὁποῖον φέρει τόσα ἄτοπα εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Διότι, κύριοι βουλευταί, ὅταν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἓν τόσον μεγάλο ποσὸν βοηθείας εἶναι ἀχρησιμοποίητον, ὅτι δηλαδὴ ἀγαθὰ ἐκπροσωποῦντα περίπου 80 ἑκατ. δολλάρια δὲν φθάνουν ἐξ αἰτίας τοῦ Α ἢ Β ὑπαλλήλου, ἀντιλαμβάνεσθε ὅτι ἡ σημερινὴ κατάστασις τῶν τιμῶν θὰ ἦτο διαφορετική, ἐὰν τὰ 80 ἑκατομ. δολλάρια ἀγαθῶν εἶχον εἰσαχθῆ εἰς τὴν χώραν αὐτήν. Θὰ ζητήσητε εὐθύνας ἀπὸ ποῖον; Ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας; Ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ὅτι σεῖς, κύριοι, διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε κατὰ πρότασιν τοῦ προκατόχου μου, ἐδεσμεύσατε τὰς χεῖρας μου. Καὶ ἑπομένως κατὰ ποῖον τρόπον θὰ εἶναι ὑπεύθυνος ὁ ὑπουργὸς αὐτός, ὁ οὐσιαστικῶς ἀνεύθυνος; Ἐλπίζω, βεβαίως, ὅτι ὁ νέος ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος γνωρίζει καλῶς τὴν κατάστασιν τῆς ἀγορᾶς καὶ ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μὲ τὴν «πιάτσαν», ὅπως λέγουν, δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὸς ὁ ρυθμὸς δράσεως τῶν ὑφισταμένων του. Καὶ ἐὰν κρίνω ἀπὸ τὰ πρῶτα του βήματα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι ταῦτα εἶναι ἀπολύτως ἱκανοποιητικά, ἀρκεῖ νὰ μὴ σταματήσῃ ὁ ἐνθουσιασμὸς τῶν πρώτων ἡμερῶν, διὰ νὰ μὴ ἔχῃ καὶ αὐτὸς τὴν τύχην τῶν προκατόχων του, οἱ ὁποῖοι σὺν τῷ χρόνῳ εὑρέθησαν εἰς ὑποδεεστέραν θέσιν ἀπὸ τοὺς ὑφισταμένους των. Ἄλλο ἓν σημεῖον, ἀνακῦψαν ἐσχάτως πρέπει νὰ τονίσω δηλαδὴ ὅτι πλεῖστα ἔργα ἐκ τῶν κατασκευασθέντων ἀπὸ ἀμερικανικῆς ἑταιρείας, ἔχουν ἤδη ἀρχίσει νὰ φθείρωνται καὶ παρουσιάζουν πολλὰς τεχνικὰς ἀτελείας. Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ εἶχον ἐπιστήσει κατ’ ἐπανάληψιν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Δημ. Ἔργων καὶ ἔλαβον παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐνεργεῖ μὲν καὶ αὐτὸς ἔλεγχον, ἀλλὰ μόνον οἰκονομικὸν ἔλεγχον, ἐνῷ τὸν τεχνικὸν ἔλεγχον, οὐδαμῶς ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, ἀλλὰ ὁ ἔλεγχος αὐτὸς διεξάγεται ἀπὸ ἓν ἄτομον, ξένον μηχανικόν, τοῦ ὁποίου τὴν ἐργασίαν τὴν βλέπετε ἀπὸ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθον τὰ ἔργα ταῦτα. Ἐπὶ πλέον ὀφείλω νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι οἱ ξένοι ἐργολάβοι, διαλύοντες τὰ γραφεῖα των, ἄφησαν σειρὰν ἐκκρεμοτήτων οἰκονομικῶν, δὲν γνωρίζω δὲ κατὰ ποῖον τρόπον οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἦλθον εἰς συναλλαγὰς μετ’ αὐτῶν, θὰ εὕρουν τὸν τρόπον νὰ ἐξοφληθοῦν. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἕνας ἰατρὸς τῆς περιφερείας μου, ἔχων λαμβάνειν 7 ἑκατ. δραχμῶν, ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὸ γραφεῖον ὁδοποιΐας, ἀπὸ τὸ ὁποίου ἐξηρτᾶτο τὸ ἔργον, καὶ δὲν ἔλαβε καμμίαν ἀπάντησιν διὰ τὴν ὀφειλὴν αὐτήν. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, νομίζω ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ πρέπει νὰ σκεφθῇ κἄπως ἑλληνικώτερον καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν σοβαρὰν ἐξήγησιν περὶ τῶν σχέσεων ἡμῶν, πρὸς τὴν ξένην ἀποστολήν. Νομίζω, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον σήμερον, νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀνέλθωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ ἄλλα Κράτη τῆς βοηθείας καὶ νὰ μὴ ὑφιστάμεθα τὰς ἐκβιάσεις, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ζητήματος τῶν τηλεπικοινωνιῶν. Δὲν διστάζω, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐκβιάσεως, διότι τοῦτο ἀνεγράφη εἰς τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τοῦ Ὑπουργείου Συντονισμοῦ, τὸ ἐκδιδόμενον ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀγὼν Ἐπιβιώσεως», τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι δὲν θὰ μᾶς δοθῇ πίστωσις 2 ἑκατ. περίπου δολλαρίων διὰ τὴν προμήθειαν ὑλικῶν τηλεπικοινωνιῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγγραφῆ εἰς τὸ πρόγραμμα, ἐὰν προηγουμένως δὲν δεχθῶμεν τὴν ἐκχώρησιν αὐτὴν εἰς μίαν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, ἢ εἰς ἕνα ὀργανισμὸν ἰδιωτικοῦ δικαίου. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν ἐκβιάσεων δὲν εἶναι δυνατὸν ἀσφαλῶς νὰ ἔχουν γνῶσιν τὰ ἀνώτατα ὄργανα τῆς Ἀποστολῆς, ὅπως εἶναι ἐπίσης ἀδύνατον νὰ ἔχουν γνῶσιν τῶν ἐκβιαστικῶν αὐτῶν μεθόδων καὶ οἱ συνάδελφοι ἡμῶν τῶν ἄλλων Κρατῶν τῆς βοηθείας, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ παρομοίας συνθήκας. Θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ πλέον, καθὼς εἶπον, ἑλληνικώτερον καὶ νὰ μὴ ἀνέχεται αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἐκβιάσεις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πιστεύῃ πράγματι, ὅτι δύναται σήμερον, ὕστερον ἀπὸ ἑκατὸν τόσων ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τὰ τηλεγραφεῖα ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος, νὰ τὰ ἐκχωρήσῃ εἰς μίαν ἐπιχείρησιν ἰδιωτικοῦ δικαίου, τότε ὀφείλει νὰ τὸ εἴπῃ σαφῶς καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ τολμήσῃ καμμία Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ἐκχωρήσῃ σήμερον, μίαν κρατικὴν ὑπηρεσίαν εἰς ἕνα ὀργανισμὸν ἰδιωτικοῦ δικαίου, εἰς μίαν ἐπιχείρησιν μὴ τελοῦσαν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου, προδήλως αὐτὸ εἶναι ἀποτέλεσμα σαφοῦς ἐκβιασμοῦ, διὰ νὰ μᾶς δοθοῦν τὰ ὑλικὰ ἐκεῖνα. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀρνηθῇ τὴν παραχώρησιν τῶν ὑλικῶν, ἐὰν αὐτὴ συνδυάζεται μὲ τὴν ἐξάρθρωσιν μιᾶς δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι εἶναι ἀπαράδεκτον νὰ ἐκχωρήσωμεν εἰς ἰδιωτικὸν ὀργανισμὸν τὰς τηλεπικοινωνίας. Φαντασθῆτε τὰ τηλεγραφεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους εἰς τὰς χεῖρας των, νὰ τὰ παραδώσωμεν εἰς ἕνα ὀργανισμὸν ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας καὶ τοῦτο: ὅτι ὁ ἐκβιασμὸς αὐτὸς γίνεται διὰ νὰ ἀνατεθῇ τὸ ἔργον εἰς ἕνα ὀργανισμὸν ἰδιωτικοῦ δικαίου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἑτοίμην πρὸς ὑπογραφὴν μίαν ἀνήθικον καὶ σκανδαλώδη σύμβασιν, τῆς ὁποίας ἀπόπειρα, ἀποτυχοῦσα ὅμως ἐκεῖ, ἐγένετο καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, σύμβασιν δι’ ἧς ἐπιδιώκεται ἡ ἀνάθεσις τῆς παροχῆς συμβουλῶν ἔναντι παχυλῶν ἀμοιβῶν καὶ πρὸ παντός, ἀνεξελέγκτων προμηθειῶν εἰς ἀμερικανικὴν ἑταιρίαν. Δι’ αὐτὸ θέλουν ἕνα ὀργανισμὸν ἰδιωτικοῦ δικαίου, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸς ὁ ἔλεγχος, διότι ἐὰν ἦτο δημοσίου δικαίου, τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του, θὰ τὴν εἶχεν ὁ ὑπουργὸς καὶ θὰ ἤρχετο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἐνώπιον ἡμῶν, ἐνῷ τώρα ἐπιδιώκεται νὰ συναφθῇ μία σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀνατεθῇ εἰς μίαν ἰδιωτικὴν ἑταιρίαν τὸ ἔργον αὐτό. Σᾶς κατήγγειλα κατὰ τὴν τελευταίαν μου ἀγόρευσιν τῆς 2ας Φεβρουαρίου, τὸ σκάνδαλον τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ διαπραχθῇ σχετικῶς μὲ τὴν ἀνάθεσιν τῆς προμηθείας ὑλικῶν διὰ τὰς τηλεπικοινωνίας, εἰς τὴν ἰδίαν αὐτὴν ἑταιρίαν, ἐπὶ καταβολῇ διακοσίων τριάκοντα χιλιάδων δολλαρίων ὑπεράνω τῆς τελευταίας προσφορᾶς σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς, χάρις εἰς διαφόρους ἐπεμβάσεις καὶ ἴσως καὶ εἰς τὰς ἰδικάς μου ἐπικρίσεις τελικῶς ἀπεφεύχθη, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν θὰ ἀπεφεύγετο, ἐὰν ἐγένετο ἡ ἐκχώρησις τῶν τηλεπικοινωνιῶν εἰς ἰδιωτικὴν ἑταιρίαν. Ἑπομένως, κύριοι, θὰ πρέπει ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ χαραχθῇ μία ἐπίσημος πολιτική, νὰ γίνῃ μία ἐξήγησις σαφής, περὶ τοῦ ὅτι ἡ βοήθεια εἰς τὴν Ἑλλάδα θὰ γίνεται ἀνιδιοτελῶς καὶ κατὰ τὸν τρόπον ποὺ γίνεται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη. Καὶ ὅτι οὐδεὶς ὅρος θὰ εἶναι ἀνεκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὁ ὁποῖος θὰ διαφέρῃ κατ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἰσχύουν διὰ τὰς ἄλλας χώρας τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ. Εἰδικῶς θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ὅτι εἰς τὸ τελευταῖον τεῦχος τοῦ δελτίου τοῦ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως, δημοσιεύεται μία σειρὰ συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι συνήφθησαν μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως καὶ τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς, τῶν ὁποίων οἱ ὅροι, κύριοι, εἶναι καταπληκτικοί. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς διαβάσω τοῦτο: (ἀναγινώσκει). «Ἡ Ἀποστολὴ θὰ ὁρίσῃ σύμβουλον οἰκισμοῦ, ἵνα βοηθήσῃ τὸν ὑπουργὸν Ἀνοικοδομήσεως. Διὰ τὴν δαπάνην των διὰ τὸ πρόγραμμα οἰκισμοῦ διαθεσίμων κεφαλαίων θὰ ἀπαιτεῖται ἡ προηγουμένη ἔγκρισις τοῦ ἐπιτρόπου οἰκισμοῦ. Προτιμᾶται ἡ ἀγγλικὴ διατύπωσις τῆς προγραμματικῆς ταύτης συμβάσεως διὰ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον Ἀνοικοδομήσεως θὰ ἀποδίδῃ κανονικῶς λογαριασμὸν συμφώνως πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ Ἀποστολῆς Δ.Ο.Σ. ὁριζόμενα. Ἐὰν ὅμως ἡ σύμβασις ἥτις δύναται νὰ ἀκυρωθῇ ἢ τροποποιηθῇ παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀποστολῆς Δ.Ο.Σ.... Τὰ σχέδια θὰ ἐγκρίνωνται ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀποστολῆς ἢ τῶν συμβούλων οἰκισμοῦ ἢ τῶν ἐπιτρόπων οἰκισμοῦ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον θὰ ὑποβάλῃ σχέδια, ἐκθέσεις καὶ θὰ τηρῇ τὰ στοιχεῖα, ἅτινα ἤθελε κρίνει κατὰ καιροὺς ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δ.Ο.Σ.». Εἶναι τρεῖς συμβάσεις δημοσιευθεῖσαι ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸ τελευταῖον ὑπ’ ἀριθ. 3 τεῦχος τοῦ Δελτίου τοῦ Ὑπουργείου Ἀνοικοδομήσεως, αἱ ὁποῖαι καταργοῦν κάθε ἔννοιαν κρατικῆς λειτουργίας καὶ αἱ ὁποῖαι μεταβιβάζουν πάντα τὰ δικαιώματα εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ξένης Ἀποστολῆς. Ἐξετάζων περαιτέρω τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου, ἐν σχέσει μὲ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξάρω τὸ ἔργον τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Βεβαίως, ἡ διαβεβαίωσις, ἡ ὁποία μᾶς ἐδόθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι πρόκειται ἐντὸς τοῦ προσεχῶς λήγοντος τετραμήνου, νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ αὐτοδιοίκησιν, ἐγένετο ἀναμφισβητήτως ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἐπιστημονικῆς διακρίσεως τῶν δύο αὐτῶν ὅρων, καὶ τῆς σχέσεως τοῦ ὅρου τῆς ἀποκεντρώσεως, μὲ τὸν ὅρον τῆς αὐτοδιοικήσεως. Διὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ἔχομεν μίαν μόνην προεργασίαν, ἡ ὁποία ἔχει γίνει, ἀπὸ τὴν παλαιὰν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ὑπουργ. τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν διοικητῶν κωδίκων, τῆς ὁποίας πρὸ εἰκοσιπενταετίας ἀπετέλουν μέλος καὶ τὴν ὁποίαν προεργασίαν υἱοθέτησεν εὐθὺς ἀμέσως τότε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου, συνάδελφος, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς Ἐπαναστάσεως. Πλὴν αὐτῆς τῆς προεργασίας, ἡ ὁποία ἔχει εἰκοσιεπταετῆ βίον καὶ ἡ ὁποία φυσικὰ δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς σημερινὰς συνθήκας, οὐδεμία ἄλλη προεργασία αὐτοδιοικήσεως δευτέρου βαθμοῦ ὑπάρχει εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἑπομένως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις τοῦ Φεβρουαρίου μᾶς ὡμίλει περὶ ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, προφανῶς συνέχεε τὰς δύο αὐτὰς ἐννοίας. Διότι πράγματι μόνον περὶ ἀποκεντρώσεως ὑπάρχει προεργασία, ἀλλὰ καὶ ἡ προεργασία αὐτὴ ἐφηρμόσθη μόνον κατὰ τὸ ¼, δηλαδή, μόνον κατὰ τὸ πρῶτον αὐτῆς σκέλος τὸ ἀφορῶν τὸν διορισμὸν τῶν Νομαρχῶν. Εἶναι ἐπιτέλους καὶ αὐτὸ ἕνα καλὸν δεῖγμα, μία καλὴ ἀρχή, ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἀλλά, φαίνεται, ὅτι ἐκ συστολῆς, ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ μὴ ἐμφανισθῇ ἐγκαταλείπουσα ὁλόκληρον τὸ πρόγραμμά της, ὠνόμασε τὸ νομοθέτημα αὐτὸ ὡς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ σχεδίου τῆς ἀποκεντρώσεως, ἐνῷ θὰ ἠδύνατο νὰ ὀνομασθῇ ἁπλῶς «περὶ διορισμοῦ τῶν Νομαρχῶν».
§67ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ Νομάρχαι εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως.
§68Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, διαφωνῶ μαζὶ σας ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, διότι καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, ὅτι πρέπει νὰ τερματισθῇ ἡ ἔννοια τοῦ Νομάρχου–Κόμματος καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Νομάρχου–Κράτους. Ὁ Νομάρχης εἶναι ἐκπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐχὶ τῆς Κυβερνήσεως–Κόμματος, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀσκούσης τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἑπομένως, ὁ τοιοῦτος Νομάρχης, πρέπει νὰ εἶναι Νομάρχης μόνιμος, νὰ μὴ αἰσθάνεται, ὅτι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Κόμμα, τὸ ἑκάστοτε κυβερνῶν. Αὐτὰ τὰ λεγόμενα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἑκάστοτε τὴν πολιτικὴν της, αὐτὰ εἶναι λόγια, τὰ ὁποῖα λέγονται μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ δικαιολογοῦν τὸν κομματισμὸν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Νομαρχῶν. Ἄλλη εἶναι ἡ οὐσία. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὅταν ὁ Νομάρχης εἶναι μόνιμος ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, θὰ δύναται νὰ ἐκτελέσῃ πάντοτε τὰς ἐντολὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ Κόμμα καὶ εἶναι Νομάρχης ἀκομμάτιστος. Χαίρω, διότι ἀρχίζομεν νὰ ἔχωμεν Νομάρχας μονίμους, τῶν ὁποίων ἡ ἐκλογὴ θὰ γίνῃ ἀπὸ ἕνα ὄργανον πολυμελὲς, εἰς τὸ ὁποῖον, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην. Ἐπίσης, νομίζω, ὅτι ἀποτελεῖ μίαν πρόοδον καὶ ἡ δρᾶσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς αὐτοδιαθέσεως πρώτου βαθμοῦ. Αἱ ἀπολύσεις τῶν Δημάρχων, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν μέχρι τοῦδε ἦσαν λελογισμέναι. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς ἡ ἐκλογὴ τῶν ἀντικαταστατῶν, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ σπουδαιότερον, ἐφ’ ὅσον κακοὶ δημοτικοὶ ἄρχοντες ἀπελύθησαν. Ἐὰν μάλιστα λάβωμεν, ὑπ’ ὄψει, καὶ τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἐφεξῆς ἀλλάξῃ τὸ σύστημα τοῦ διορισμοῦ τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν ἀρχῶν ἔχει τεθῆ ἡ ὀρθὴ βάσις, τὴν ὁποίαν εἶχε θέσει ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ βάσις τοῦ κριτηρίου, τῶν τελευταίων ἐκλογῶν τοῦ μόνου ἄλλωστε δυνατοῦ, ἂν καὶ ἀπέχομεν πολὺ ἀπὸ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι ἀφίστανται δεκατέσσαρα ἔτη, ἀλλὰ ἄλλο δὲν ἔχομεν. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ἡ βάσις αὐτὴ εἶναι ὀρθὴ καὶ ἐὰν ἀντικαταστήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λόγῳ φρονημάτων ἢ δι’ ἄλλους λόγους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκοῦν τὰ ἔργα αὐτῶν κατὰ ἕνα τρόπον ἀδιάβλητον, νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ λύσις θὰ εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, ἀρκεῖ οἱ νέοι Νομάρχαι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εἶναι κομματικοί, νὰ εἶναι κατάλληλοι διὰ νὰ ὑποδείξουν τοὺς καταλλήλους ἀντικαταστάτας τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχόντων. Πάντως τὸ καθεστὼς τὸ κομματικόν, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπικρίνομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸ καθεστὼς τῶν κομματικῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ εἶναι, ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ μίαν ἄλλην ἀποτυχίαν ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὰς προγραμματικὰς της δηλώσεις τοῦ Φεβρουαρίου, ὅταν μᾶς ὡμίλει περὶ τοῦ ἀνυπολογίστου κέρδους, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπεκομίζετο, ἐὰν κατὰ τὴν φιλοδοξίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἐντὸς τοῦ προσεχοῦς μέλλοντος ἐγίνοντο αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί. Τὸ ὅτι ἐγκαταλείπεται αὐτὸ τὸ ἀνυπολόγιστον κέρδος καὶ ἀντ’ αὐτοῦ γίνεται λόγος περὶ διορισμοῦ τῶν Δημάρχων, ἀποδεικνύει πόσον ἐσπευσμέναι καὶ ἀφελεῖς ἦσαν ἐκεῖναι αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, μᾶς εἶχεν ὑποσχεθῆ, κύριοι, τότε μίαν κοινωνικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία θὰ συνίστατο εἰς τὸ ὅτι «ὁ ποικίλος κόσμος τῆς καθημερινῆς βιοπάλης θὰ μετεῖχε εἰς συνεχῶς προϊοῦσαν κλίμακα τῶν ἑκάστοτε παραγομένων κοινωνικῶν ὠφελημάτων». Μεγαλοπρεπέσταται φράσεις, ἀλλὰ αἱ φράσεις αὐταὶ αἱ μεγαλοπρεπεῖς κατέληξαν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε, οἱ μισθωτοὶ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποζοῦν ἐκ τῶν παρεχομένων εἰς αὐτοὺς μισθῶν καὶ νὰ ὑπάρχῃ μία γενικὴ ἀναστάτωσις, τόσον εἰς τὸν κόσμον τῶν δημοσίων μισθωτῶν, ὅσον καὶ εἰς τὸν κόσμον τῶν ἰδιωτικῶν μισθωτῶν, καὶ μία τάσις πρὸς ἀναπροσαρμογὴν τῶν μισθῶν. Ἀποτέλεσμα, βεβαίως, αὐτῆς τῆς τάσεως ἦτο ἡ τελευταία ὑπαλληλικὴ ἀπεργία. Ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τὸ συνδικαλιστικὸν καὶ τὸ ἀπεργιακόν, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐνώπιον τοῦ Σώματος, εἶχον εἴπει, ὅτι δὲν ἔπρεπε ἐπ’ οὐδενὶ λόγω νὰ περιορισθοῦν τὰ συνδικαλιστικὰ δικαιώματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καί, ὅτι ἄσχετον πρὸς ταῦτα ἦτο τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας. Διότι ἡ ἀπεργία διευκολύνεται μὲν κατά τι διὰ τοῦ συνδικαλισμοῦ, ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἄνευ συνδικαλισμοῦ. Βεβαίως, ἡ ἀπεργία εἶναι καταδικαστέα, ὅταν προέρχεται ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους, διότι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι εὑρίσκονται εἰς σχέσιν δημοσίου δικαίου πρὸς τὸ Κράτος καὶ οὐχὶ ἐν σχέσει ἰδιωτικοῦ δικαίου καὶ ἑπομένως ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, ἐὰν ἀπεργῇ παραβιάζει ἕνα βασικώτατον ὅρον αὐτῆς, τῆς δημοσίου δικαίου, συμβατικῆς σχέσεως. Αὐτὸ τὸ εἴπομεν σαφῶς καὶ εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κώδικα, ὁ ὁποῖος, σᾶς ἀναγγέλλω εὐχαρίστως, ἐπερατώθη καὶ ἐντὸς τῶν ἡμερῶν θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐλπίζω ταχέως ὑπὸ ταύτης εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Εἴπομεν, ἐκεῖ, καὶ ἐθέσαμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι ἡ ἀπεργία εἶναι ἀσυμβίβαστος, πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ κατακριτέα καὶ ἀποτελεῖ καὶ πειθαρχικὸν παράπτωμα. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ σημεῖον τοῦ νὰ τὸ γράψωμεν εἰς τὰ χαρτιά, μέχρι τοῦ σημείου νὰ τὸ ἐφαρμόζωμεν, εἶναι μεγάλη ἀπόστασις, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν εἰς χεῖρας της στρατιωτικὸν νόμον, στρατοδικεῖα, ἔκτακτα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ ἐναντίον τῶν ἀπεργῶν, ἀλλὰ ἐν τούτοις, ἦτο ἐν πλήρει παραλύσει εἰς τὴν δρᾶσιν της, διότι δὲν εἶχε τὸ ἠθικὸν ἀνάστημα νὰ ὑψώσῃ ἔναντι τῶν ἀπεργῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζεν, ὅτι οἱ ἀπεργοὶ εἶχον δίκαιον καὶ διότι ἀπὸ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις ἀπεδείχθη, ὅτι δυστυχῶς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι λαμβάνουν ἑκάστοτε ψιχία μόνον ὁσάκις ἀπεργοῦν. Ἐνῶ πρὸ τῆς ἀπεργίας δὲν εὑρίσκεται λύσις, μόλις γίνεται ἡ ἀπεργία κάποια λύσις εὑρίσκεται. Πῶς θέλετε, λοιπόν, νὰ μὴ ὠθήσητε σεῖς τὸν ὑπάλληλον εἰς τὴν ἀπεργίαν, ὅταν γνωρίζῃ, ὅτι ὅταν εἶναι νομιμόφρων δὲν λαμβάνει τίποτε καὶ χρειάζεται νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, διὰ νὰ λάβῃ ὡρισμένα ἀνταλλάγματα τῆς ἀνταρσίας του; Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπεργίας, δὲν ἐτολμήσατε οὔτε τοὺς μισθοὺς νὰ περικόψετε, καὶ ἐφθάσατε, εἰς τὸ νὰ συζητεῖται ἐὰν εἶσθε ἀξιόπιστοι ἢ μή, διότι ἀπεδείξατε μέχρι τοῦδε, ὅτι πράγματι εἶσθε ἀναξιόπιστοι. Ἑπομένως, οἱονδήποτε νόμον καὶ ἐὰν θέλετε νὰ κάμετε, οἱονδήποτε στρατιωτικὸν νόμον καὶ ἐὰν ψηφίσητε, θὰ φθάσετε εἰς τὸν ἐξευτελισμόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασεν ἡ Κυβέρνησις νὰ συλλαμβάνῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ τοὺς παραπέμπῃ εἰς Στρατοδικεῖα καὶ κατόπιν νὰ τοὺς ἀπολύῃ καὶ νὰ διατάσσῃ τὴν μὴ εἰσαγωγήν των εἰς δίκην.
§69Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ διακόψῃ).
§70Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριε συνάδελφε, γνωρίζω τὰς ἀπόψεις σας, ἀλλὰ αἱ ἀπόψεις σας, δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν πραγματικότητα, ὅταν ἡ κοινὴ γνώμη ἀντιλαμβάνεται τὸ δίκαιον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ εὑρίσκεται παράπλευρος πρὸς αὐτούς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, οὐδεὶς νόμος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν. Συνεπῶς πταίει ἡ κακοκυβερνησία καὶ ἡ κακοδιοίκησις καὶ ὄχι ὁ συνδικαλισμὸς τῶν ὑπαλλήλων. Γενικῶς, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ τιμαρίθμου ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέτυχεν οἰκτρῶς καὶ ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ της ὁλόκληρος ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἐξήγγειλε διὰ τῶν προγραμματικῶν της δηλώσεων, εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀποτυχίᾳ. Τίποτε ἐξ ἐκείνων ποὺ ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔγινεν, ὅλη ἡ νέα πολιτική, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβε νὰ ἐφαρμόσῃ ὁ ἀξιότιμος Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρέμεινεν ἀνεφάρμοστος. Ἐὰν κατὰ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς μῆνας, δὲν ἔγινεν ἀπολύτως τίποτε δὲν βλέπω, τί θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ γίνῃ κατὰ τὸν ἑπόμενον, ὁπότε συμπληροῦται τὸ τετράμηνον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις. Λοιπόν, ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀποτυχίᾳ. Ὀφείλετε, κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὁμολογήσητε ὅτι, ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιστεύατε προτοῦ ἀναλάβετε ὡς Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν ἐσφαλμένα καὶ ὅτι θεωρεῖται ὡς τυπογραφικὸν παρόραμα καὶ διαγράφεται ἕνα ὁλόκληρον τεῦχος, τὸ ὁποῖον μᾶς διενήματε, ἢ ἦσαν ἀληθῆ καὶ τότε ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσατε ἀπὸ τριμήνου ἦτο ἐσφαλμένη καὶ ἀπετύχατε. Διότι τί γίνεται τότε ἡ διαβεβαίωσίς σας περὶ παροχῆς τροφοδοτήσεως διὰ κεφαλαίων, περὶ ὑγιοῦς καὶ προϊούσης ἀποταμιεύσεως, περὶ τῆς ἀορίστου περιστολῆς τῆς κυκλοφορίας, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος χορηγεῖ τὰ 40% τῶν ἐφηρμοσμένων πιστώσεων ἢ δὲν διαθέτει πίστωσιν διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς γαλακτοκόμους διὰ νὰ κάμουν τὰ τυριά των; Ποῦ εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσατε ἔναντι τῶν ἐγχωρίων γεωργικῶν καὶ κτηνοτροφικῶν προϊόντων; Τί ἐκάματε διὰ νὰ προετοιμάσητε τὴν συγκέντρωσιν τοῦ σίτου; Ποία εἶναι ἡ πολιτική σας ἔναντι τοῦ ἀγροτικοῦ κόσμου; Μὴ λησμονεῖτε κύριε Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὅταν πέρυσιν εἴδομεν τὴν γελοίαν ἐκείνην τιμὴν συγκεντρώσεως, τῶν 1850 δραχμῶν, ἐδῶ ἐπὶ σειρὰν ἡμερῶν ὁμιλοῦντες διὰ τὴν προστασίαν τῶν γεωργικῶν προϊόντων, ἐτονίσαμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ συγκέντρωσις θὰ ἀποτύχῃ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον τὸ Κράτος χρεωστεῖ ἀκόμη εἰς τοὺς γεωργοὺς 16 δισεκατομμύρια ἀπὸ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ 1946 καὶ 5 δισεκατομμύρια τοῦ 1947, ποσά, τὰ ὁποῖα καταχρᾶται ἕνας Μπακόπουλος καὶ ἕνας Κανελλόπουλος. Ἀφοῦ δὲν εἶναι δυνατόν, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δώσῃ ἕνα ποσὸν διὰ νὰ πληρώσῃ ἕνα τμῆμα τοῦ χρέους τοῦ Κράτους, πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἀγρότας, οἱ ὁποῖοι εἶναι συμμοριόπληκτοι καὶ ἔχουν καταφύγει εἰς τὰς διαφόρους πόλεις, ποῦ εἶναι ἡ οἰκονομική σας πολιτική; Ἐγὼ δὲν βλέπω ἀπολύτως κανὲν βῆμα πρὸς τὰ ἐμπρός, καμμίαν πρόβλεψιν διὰ τὴν ἐφετεινὴν ἐσοδείαν. Τί ἔγινε μὲ τὸ ζήτημα τοῦ ἐλαίου; Διὰ ποῖον λόγον αἱ τιμαί του ἔφθασαν εἰς τὸ σημεῖον ὅπου ἔφθασαν σήμερον; Ποῖος εὐθύνεται διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὠφελήθησαν ὀλίγοι μεγάλοι εἰς βάρος τῶν μικρῶν παραγωγῶν; Ποία ἡ πολιτικὴ τιμῶν, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσατε γενικῶς; Ὅταν ὁ νέος ὑπουργὸς τοῦ Ἐφοδιασμοῦ ἀνέλαβε τὰ καθήκοντά του, ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ ὡρισμένων μέτρων, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ λάβῃ, ἀλλὰ καὶ αὐτός, ὑπέστη τὸ ἴδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέστη ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχε τὸ ἀτύχημα ὀλίγας ἡμέρας πρὶν γίνῃ ὑπουργός, νὰ δημοσιεύσῃ σειρὰν ἄρθρων εἰς τὸ «Βῆμα» —βλέπετε τὰ τυπωμένα μένουν, εἶναι κακὸς μάρτυς— καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἄνθρωπος ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἐγένετο ὑπουργός, ἐλησμόνησε τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα, καὶ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν τὸν ἴδιον ρυθμόν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν πρίν. Τὸν συνεχάρην τὴν πρώτην ἡμέραν διὰ τὰ πρῶτα του βήματα, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα δυστυχῶς τὸν βλέπομεν παραλύσαντα, καὶ τοῦτο διότι δυστυχῶς, εἶναι μὲν καλὸς νέος καὶ θεωρητικῶς μορφωμένος, ἀλλὰ στερεῖται τῆς ἐπαφῆς μὲ τὴν «πιάτσαν», δὲν γνωρίζει τὴν πρακτικὴν ζωὴν καί, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν συνομιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον μετ’ αὐτοῦ ἀπὸ τηλεφώνου, δὲν εὑρίσκεται εἰς οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν σύζυγόν του, ἡ ὁποία κρατεῖ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς νοικοκυρᾶς, διότι, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν οἰκογενειακόν του προϋπολογισμόν, θὰ ἀντελαμβάνετο τὴν ἀποτυχίαν του ὡς ὑπουργοῦ. Λοιπὸν θὰ ἤθελον, ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ κάμῃ πομπώδεις δηλώσεις, νὰ κάμῃ ἁπλουστέρα καὶ λιτώτερα ἔργα καὶ νὰ σκεφθῇ κάπως πρακτικώτερα, ὅπως εἴπομεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τοῦ Ἐφοδιασμοῦ. Νὰ ἐξετάσῃ ἓν ἕκαστον εἶδος πρώτης ἀνάγκης χωριστά, νὰ πάρῃ δηλαδὴ τά, εἴδη τῶν τροφίμων, τοῦ ἱματισμοῦ, τῶν μεταφορῶν κλπ. καὶ νὰ ἴδῃ διὰ ποῖον λόγον αἱ τιμαὶ εὑρίσκονται εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται σήμερον; Καὶ ἀφοῦ ἐξετάσῃ τὰ αἴτια, διὰ τὰ ὁποῖα αἱ τιμαὶ αὐτῶν ἔχουν αὐξηθῆ, νὰ εὕρῃ τὸ φάρμακον, ἐνῷ τοῦτο μέχρι σήμερον δὲν ἐγένετο καὶ βλέπομεν μίαν αὔξησιν τῶν τιμῶν ἰδίως εἰς τὰς συνοικιακὰς ἀγορὰς ὅπου ἡ αἰσχροκέρδεια ὀργιάζει. Ἡ ἀγορανομικὴ ὑπηρεσία εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀνυπαρξίᾳ, εἴτε εὑρίσκεται ἐν διαφθορᾷ, εἴτε εὑρίσκεται ἐν ἀνικανότητι, εἴτε ἐν ἀριθμητικῇ ἀνεπαρκείᾳ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι γεγονός, εἶναι ὅτι, ἀγορανομικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ἔχομεν καί, ἀντὶ νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀγορανομικῆς ὑπηρεσίας, συζητοῦμεν χωρὶς κανένα σύστημα καὶ ἔφθασεν ὁ τιμάριθμος εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον σήμερον εὑρίσκεται. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν πιστεύω, ὅτι ἐγένετο μία βελτίωσις σημαντικὴ εἰς τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως τῶν φόρων. Ὑπάρχει πράγματι κάποια πρόοδος εἰς τὸ ζήτημα τῆς συλλήψεως τῆς φορολογητέας ὕλης. Ἐὰν ἡ προσπάθεια αὐτὴ σταθεροποιηθῇ καὶ ἐξακολουθήσῃ —ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἐπῆρε ζεστὰ τὸ πρᾶγμα, τὸν ἐβοηθήσαμεν καὶ ἡμεῖς κατὰ καιροὺς ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ— ἐλπίζω ὅτι πράγματι σὺν τῷ χρόνῳ θὰ διαφεύγῃ ὀλιγώτερον ἡ φορολογητέα ὕλη, ἰδίως, ἐὰν ἐξ ἀφορμῆς τῆς τελευταίας μου παρακλήσεως πρὸς κατάθεσιν φακέλλων ἐγίνετο ἕνας σοβαρώτερος ἔλεγχος τῶν δαπανῶν τῶν διαφόρων κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν δηλώσεις συνθετικοῦ φόρου. Διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος ἔχων εἰσόδημα 170.000.000 νὰ εἶναι τόσον φανατικὸς θιασώτης ἑνὸς κομματικοῦ ὀργανισμοῦ, ὥστε τὰ 150 ἑκατομ. ἐξ αὐτῶν νὰ τὰ διαθέτῃ διὰ τὸν κομματικὸν ὀργανισμὸν καὶ νὰ κρατᾷ τὰ 20 ἑκατομ. διὰ νὰ ζήσῃ δύο κορίτσια εἰς τὸ Λονδῖνον καὶ ἄλλην οἰκογένειαν ἐδῶ. Φοβούμεθα, ἐξ ἄλλου, ὅτι τὸ τελευταῖον νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται πομπωδῶς ὁ νόμος φορολογίας τῶν εὐπόρων, πρόκειται νὰ καταλήξῃ εἰς φορολογίαν τῶν ἀπόρων. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω μέχρι τοῦδε, ὡς πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου αὐτοῦ. Καὶ θὰ παρεκάλουν τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς, νὰ προσέξουν τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ νὰ ἐμμείνουν εἰς τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως, ὅ,τι εἶπον καὶ εἰς τὴν τελευταίαν μου ἀγόρευσιν, ἐὰν δηλαδὴ θελήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐφαρμόσῃ αὐστηρῶς τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, νομίζω, ὅτι θὰ ἔχῃ τόσα ἔσοδα τὸ Κράτος, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται ἐκτάκτους φορολογίας. Δὲν βλέπω καμμίαν πρόοδον εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος διαμενόντων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε παραμένουν ἀφορολόγητοι καὶ οἱ ὁποῖοι ἔφυγον ἀπὸ ἐδῶ μὲ τὰς οἰκογενείας των, μερικοὶ μάλιστα, μὲ τὰς παιδαγωγούς των καὶ μὲ τὰς ὑπηρετρίας των καὶ διαβιοῦν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πολυτελῶς, κατὰ τρόπον σκανδαλώδη προκαλοῦντες δυσμενέστατα σχόλια εἰς βάρος τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὰς χώρας, εἰς τὰς ὁποίας διαμένουν καὶ αἱ ὁποῖαι λέγουν, διατὶ ζητεῖτε βοήθειαν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ δὲν τὴν πέρνετε ἀπὸ τοὺς ὁμογενεῖς σας, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐδῶ καὶ ἐπιδεικνύουν τοσοῦτον πλοῦτον; Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἄλλους ἀνθρώπους ἀγοράζοντας μίαν μηλωτὴν 180 ἑκατομμυρίων δραχμῶν καὶ οἱ ὁποῖοι καταβάλλουν ἐντὸς ὡρῶν τὸν δασμὸν τοῦ λαθρεμπορίου, ἀνερχόμενον εἰς 350 ἑκατομμύρια, ἀπὸ τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἀπὸ τὰ τεκμήρια αὐτά, κύριε ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἀρκετὸν ἵνα ἡ ὑπάρχουσα φορολογικὴ νομοθεσία ἔχῃ ἐπὶ πλέον ἀπόδοσιν ἄνω τῶν 30% — 40%. Ἐγὼ πιστεύω, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον, τὸ ὁποῖον μία ὀρθὴ διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δύναται νὰ δώσῃ εἰς τὸ Κράτος, διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς κειμένης φορολογικῆς νομοθεσίας τῶν καθαρῶν προσόδων, χωρὶς νὰ προστρέχωμεν εἰς συστήματα, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς ἐβασάνιζε κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ζωῆς τῆς Βουλῆς μας, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αὐτή, κύριοι, εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου, ἐκ τῆς μελέτης τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὸ διαρρεῦσαν τρίμηνον καὶ θὰ ἔλεγον καὶ τῶν σημερινῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι φαίνεται νὰ εἶναι ἀπολογισμὸς τοῦ ἔργου τοῦ τριμήνου, καὶ δὲν περιέχουν, παρὰ μόνον μερικάς, ἄνευ οὐσιαστικοῦ περιεχομένου, κενάς, πομπώδεις φράσεις, διὰ νὰ καλύψουν τὴν γυμνότητα τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν ἀνασχηματισμὸν αὐτὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἓν μόνον προέκυψεν ἀγαθόν, τὸ ἀγαθὸν δὲ τοῦτο εἶναι, ὅτι ἐνίκησεν ἡ δύναμις τοῦ φωτὸς ἐναντίον τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους. Ἀπεδείχθη, πράγματι, ἡ ὀρθότης τοῦ Εὐαγγελικοῦ ρητοῦ, ὅτι «τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει καὶ ἡ σκοτιὰ αὐτὸ οὐ κατέλαβεν». Ἐνίκησεν ἡ δύναμις τῆς ἀληθείας ἐναντίον τῆς δυνάμεως τῆς δολοπλοκίας. Ἐνίκησαν οἱ Κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ τῆς χώρας, καὶ ἐνίκησαν ἐναντίον τῆς θελήσεως καὶ τῶν ὑπονομευτῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀσπόνδων φίλων καὶ μεταξὺ αὐτῶν καταλέγω τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν. Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ διαδηλώνωμεν ἑκάστοτε τὴν πίστιν μας πρὸς τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν ἀποδεικνύωμεν ἐμπράκτως. Μόνον οἱ πράγματι ἐφαρμόζοντες τὰς κοινοβουλευτικάς των ἰδέας, ἐκεῖνοι δύνανται νὰ διεκδικοῦν ὑπὲρ ἑαυτῶν καὶ τὴν πίστιν πρὸς τοὺς κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς. Οὐ πᾶς ὁ λέγων Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ὅταν ὅμως ἡ Βουλὴ κλείεται ἐπὶ μῆνας, ὅταν κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, αἱ Κυβερνήσεις ἀσεβοῦν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἐκδίδουν σωρείαν ἀναγκαστικῶν νόμων, καὶ εἶναι 93 οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι ποὺ ἐξεδόθησαν κατὰ τὸ τρίμηνον αὐτό, ὅταν ἔχωμεν ἑκατοντάδας ἀναγκαστικῶν νόμων προηγουμένων ἐκδόσεων μήπω ἐπικυρωθέντας, ὅταν ἔχωμεν μίαν πρωτοφανῆ ἀσέβειαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἐνθυμοῦμαι, νὰ ἐκδίδωνται ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὐχὶ κἂν ἀναγκαστικοὶ νόμοι μὲ τὴν τυπικὴν τοὐλάχιστον μορφήν, τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀποφάσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὲ τὴν φράσιν, ὅτι ἡ παροῦσα ἀπόφασις ὑποβληθήσεται πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸς κύρωσιν, ὅταν ἐπιδεικνύετε τοιαύτην ἀσέβειαν πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, πῶς δύνασθε νὰ λέγετε, ὅτι εἶσθε φίλοι του καὶ πιστεύετε εἰς τὸ Κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ὅταν αἰσθάνεσθε τὴν ἀνάγκην τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν Βουλὴν, μόνον διὰ νὰ ζήσετε, διὰ νὰ ἀνανεωθῆτε; Ἂν τὰ πράγματα δὲν ἤρχοντο ὅπως ἦλθον, θὰ συνηρχόμεθα τὸν Ἰούνιον καὶ θὰ μᾶς ἐζητούσατε μίαν νέαν περίοδον, διὰ νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἀπερισπάστους. Σᾶς ἀφήσαμεν ἀπερισπάστους, καὶ τί ἐκάματε. Ἐνεπλάκητε εἰς σκάνδαλα, ὅπως ἡ κατάχρησις Μπακοπούλου καὶ τὸ λαθρεμπόριον τοῦ συναλλάγματος. Καὶ ὅταν εἴδετε πλέον τὰ σκοῦρα ἀναγκάζεσθε νὰ ἔλθετε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, διὰ νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ὀρθοδοξίαν καὶ νὰ τερματήσετε αὐτὴν τὴν ἀπαράδεκτον τακτικὴν τῆς ἐκδόσεως ἀναγκαστικῶν νόμων —καὶ μάλιστα ἀποφάσεων Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὲ δύναμιν νόμων—. Σεῖς πρῶτοι εἶσθε ὑπονομευταὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ κάμνετε τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, περὶ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ Στρατοῦ πρὸς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, διότι σεῖς δίδετε τὰ ὅπλα καὶ τὰ ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς ὀνειρευομένους ἀνατροπάς. Διότι, ὅταν ὑβρίζετε τὴν Βουλήν, ὡς μὴ πράττουσαν τίποτε, ὡς ἑσμὸν χασομέρηδων, τότε, βεβαίως, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε σεῖς περὶ σεβασμοῦ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Ἀποδείξατε, ὅτι σέβεσθε τὸ Κοινοβούλιον, ἀποδείξατε, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία εἶναι σεβαστὴ ἀπὸ σᾶς, καὶ τότε οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ ἀποπειραθῇ καμμίαν ἐκτροπὴν ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἂν ἡ Κυβερνητικὴ μεταβολὴ, αὐτὴ ἔδωκεν ἓν δίδαγμα, ἦτο τοῦτο δίδαγμα πρὸς τὴν νέαν γενεάν, τὴν νέαν γενεάν τῶν πολιτευομένων τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν νέαν γενεὰν τὴν ἐκτὸς τῆς αἰθούσης αὐτῆς Ὑπάρχουν μεταξὺ τῆς νέας γενεᾶς οἱ ἄνθρωποι, οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ περιμένουν, οἱ ἀρριβισταί, οἱ θέλοντες νὰ φθάσουν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς μέχρι τῆς ἀνωτάτης θέσεως ἢ τῆς ἀνωτάτης ἀρχῆς. Βλέπετε βουλευτὰς νέους, τὸ πρῶτον ἐκλεγομένους, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως ἐφιλοδόξησαν νὰ γίνουν ὑπουργοὶ καὶ Πρωθυπουργοί. Βεβαίως, ὑπάρχουν μερικὰ ἀπογοητευτικὰ παραδείγματα καὶ ἀνθρώπων προσπαθούντων διὰ τῆς κοπιώδους ὁδοῦ νὰ ἀνέλθουν. Ἔχετε τὸ παράδειγμα τοῦ πρεσβυτέρου ἐνταῦθα συναδέλφου μας, ποὺ ἔχει 59 ἐτῶν δημόσιον βίον ἢ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς, ποὺ ἔχει 40 περίπου ἐτῶν ἐπαγγελματικὸν ἢ δημόσιον βίον καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑφυπουργοῦ. Ἀλλὰ βλέπετε καὶ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν νὰ ἐπιδείξουν τίποτε, εἴτε ἐν τῇ ἰδιωτικῷ εἴτε ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἀπέκτησαν ἓν οἱονδήποτε ἐπάγγελμα καὶ οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦν τὸ δικαίωμα καὶ ἐλπίζουν ὅτι δύνανται καὶ αὐτοὶ νὰ καταλάβουν τὰ ὕψιστα πολιτικὰ ἀξιώματα καὶ οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των. Αὐτὰ τὰ παραδείγματα, εἴτε πρὸς τὴν μίαν εἴτε πρὸς τὴν ἄλλην πλευράν, δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τὰ κίνητρα τῶν σκέψεων τῆς νέας γενεᾶς, εἴτε τῶν νέων πολιτευομένων εἴτε τῶν νέων τῶν ἐν τῷ ἰδιωτικῷ βίῳ ἐργαζομένων. Θὰ ὑπενθύμιζον τὸν μῦθον τοῦ Ἡρακλέους, κατὰ τὸν ὁποῖον δύο ὁδοὺς ἔχει νὰ ἀκολουθήσῃ κανείς, τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς καὶ τὴν ὁδὸν τῆς κακίας. Ἡ ὁδὸς τῆς κακίας εἶναι εὐρυτάτη, παρέχει τὴν δυνατότητα ἀπολαύσεων ἐνίοτε καὶ τὴν ἐλπίδα ταχείας ἀνόδου εἰς ἀξιώματα, ἀλλ’ ἐνίοτε καταλήγει καὶ εἰς τὰ σημειωματάρια τῶν λαθρεμπόρων. Ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευρὰν εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς ἀρετῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίπονος καὶ σκληρά, ἡ ὁποία ἀπογοητεύει πολλοὺς ἀλλ’ ἡ ὁποία τελικῶς στεφανώνει μὲ τὸν στέφανον τῆς τιμῆς. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι τὸ τελευταῖον αὐτὸ παράδειγμα θὰ εἶναι τὸ καλύτερον δίδαγμα πρὸς τοὺς νέους ἄνδρας τῆς χώρας μας, οἱ ὁποῖοι ἐφεξῆς θὰ ἀκολουθήσουν αὐτὴν τὴν ἐπίπονον ὁδὸν τῆς σκληρᾶς ἐργασίας καὶ τοῦ καθήκοντος καὶ δὲν θὰ ἐπιδιώξουν τὴν ταχεῖαν ἄνοδον, ἡ ὁποία ἄγει πολλάκις εἰς τὸ ταχὺ κρήμνισμα. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων).
§71Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Σχετικῶς μὲ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ρήτορα ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν τηλεπικοινωνιῶν, θέλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ὑπάρχουν ὡρισμέναι ἐπερωτήσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ὁποίων καὶ θὰ ἀπαντήσω, διὰ νὰ μὴ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπόψε τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§72Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργ. ἄνευ Χαρτοφυλακίου). Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῶν λεχθέντων περὶ δημοσιεύσεως βουλεύματος ἀπαλλάσσοντός με τῆς κατηγορίας περὶ συμμετοχῆς μου εἰς τὸ λαθρεμπόριον συναλλάγματος, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω τὴν κάτωθι δήλωσιν: «Μὲ μεγάλην μου ἔκπληξιν ἐπληροφορήθην σήμερον, ὅτι διὰ τοῦ βουλεύματος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως λαθρεμπορίου συναλλάγματος ἀπηλλάγην ἀπὸ κατηγορίαν, ἡ ὁποία οὐδέποτε μοῦ ἀπηγγέλθη. Ἂν ἐγνώριζον ὅτι ἡ δικαιοσύνη μοῦ ἐπεφύλασσε τοιαύτην εὔνοιαν, συνεπὴς πρὸς τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν πιστεύω θὰ ἔσπευδον νὰ παραιτηθῶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ζητήσω μόνον τὴν ἄρσιν τῆς βουλευτικῆς μου ἀσυλίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ τηρηθῇ πλήρως ἡ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων προβλεπομένη διαδικασία. Τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ ὡς ἄλλως τε ἀναφέρονται καὶ εἰς τὸ βούλευμα ἔχουν ὡς ἑξῆς: Πρὸς διευκόλυνσιν φίλου μου, ἔχοντος ἄμεσον οἰκονομικὴν ἀνάγκην, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν συμμαθητὴν καὶ παλαιὸν φίλον μου μηχανικὸν κ. Ἀχιλ. Περδικάρην, προσωρινὸν δάνειον εἰκοσιπέντε ἑκατ. δραχμῶν. Οὗτος μὴ διαθέτων μετρητὰ παρέδωσε τὸ ἀπόγευμα τοῦ Σαββάτου (8 Ἰανουαρίου) εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ χρηματιστοῦ Νικολαΐδη ἑκατὸν λίρας χρυσᾶς μὲ τὴν ἐντολήν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκποίησίν των τὴν Δευτέραν (10 Ἰανουαρίου) καὶ μοῦ μετρήσῃ τὸ εἰς δραχμὰς ἀντίτιμον. Ἀλλὰ τὴν Δευτέραν ὁ Νικολαΐδης συνελήφθη πρὶν ἐκτελέσῃ τὴν ἐντολὴν ταύτην καὶ ἡ σύζυγός του μοῦ ἀπέστειλεν αὐτουσίας τὰς λίρας. Μὲ τὰ στοιχεῖα μόνον αὐτὰ εἶναι τοὐλάχιστον παράδοξον, πῶς βούλευμα ἔκρινεν ὅτι ὑπῆρχεν περίπτωσις ἐμπλοκῆς μου εἰς τὴν λαθρεμπορίαν συναλλάγματος καὶ ἀπαλλαγῆς μου ἀπὸ ἀνύπαρκτον κατηγορίαν. Διότι ἢ ὑπῆρχον στοιχεῖα χρήζοντα δικαστικῆς κρίσεως, ὁπότε ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ ἄρσις τῆς βουλευτικῆς ἀσυλίας καὶ ν’ ἀσκηθῇ δίωξις ἐναντίον μου ἢ δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα, ὁπότε ἡ ἔκδοσις ἀπαλλακτικοῦ βουλεύματος ἦτο τελείως περιττὴ καὶ ἀνώμαλος. Δικαιοῦμαι συνεπῶς νὰ θεωρήσω τὴν τοιαύτην ἀπαλλαγήν μου ἠθικῶς καὶ νομικῶς ἀπαράδεκτον, διερωτῶμαι δὲ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν δικαιοσύνην ν’ ἀναμίξῃ εἰς τὸ βούλευμα διὰ τὴν λαθρεμπορίαν συναλλάγματος μίαν καθαρῶς προσωπικὴν ὑπόθεσιν τελείως ἄσχετον πρὸς τὸ σημειωματάριον Νικολαΐδη καὶ οἱανδήποτε ποινικὴν παράβασιν. Πρὸς διευκρίνησιν τοῦ σημείου τούτου ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλήν, ὅπως συστήσῃ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπήν». (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δημιουργεῖται ἐπεισόδιον μεταξὺ τῶν κ.κ. Π. Γύπαρη καὶ Π. Λυκουρέζου, συνεπεία τοῦ ὁποίου ὁ Πρόεδρος διακόπτει τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ 5 λεπτά).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Π. Κανελλόπουλος, ἔχει τὸν λόγον.
§74Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ὅσα εἶπον πρὶν ἢ ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος τῆς Ἑλλάδος λάβῃ τὸν λόγον ἀρκοῦν κατ’ ἀρχήν, ὡς ἀπάντησις καὶ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος κατόπιν εἶπε. Θὰ ἀπαντήσω ἑπομένως μόνον ἐπὶ τῶν εἰδικῶν ἐρωτημάτων. Ἐν πρώτοις, θὰ ἤθελον νὰ διευκρινίσω τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Ζέρβας σχετικῶς μὲ τὴν συνάντησίν μου μὲ τὸν κ. Θανόπουλον νὰ προβῇ εἰς ἀναίρεσιν τῶν ὅσων εἶχεν εἴπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οὐδέποτε παρεκάλεσα τὸν κ. Θανόπουλον νὰ ἀναιρέσῃ τὰ ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδήλωσε. Πράγματι συνηντήθην ἐπανειλημμένως μὲ τὸν κ. Θανόπουλον, μὲ τὸν ὁποῖον μὲ συνδέει ἄλλωστε προσωπικὴ φιλία καὶ παρεκάλεσα τοῦτον ὅπως ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιθυμεῖ ὁ ἴδιος προβῇ εἰς διευκρίνησιν, διευκρίνησιν, ἡ ὁποία ἦτο χρήσιμος δεδομένου ὅτι τὰ πρακτικά, ὅπως ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐνεφάνιζον γενικευομένην τὴν μομφήν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ κ. Θανόπουλος ἐναντίον ὡρισμένων ἀξιωματικῶν διὰ τὰ γεγονότα τῆς Καρδίτσης κατὰ τὸν παρελθόντα Δεκέμβριον. Δὲν παρεκάλεσα ἑπομένως τὸν κ. Θανόπουλον νὰ ἀναιρέσῃ τὰς κρίσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὡς πρὸς τοὺς πταίσαντας τυχὸν ἀξιωματικοὺς τῆς Καρδίτσης, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον τὸν παρεκάλεσα πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεως νὰ προβῇ εἰς ἀντιδιαστολὴν ὅσον τὸ δυνατὸν θετικωτέραν μεταξὺ τῶν μεμονωμένων τυχὸν πταισάντων ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ Σώματος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι μάχονται μὲ τόσον ἡρωϊσμὸν καὶ τόσην αὐτοθυσίαν. Αὐτὴ ἦτο ἡ μόνη παράκλησις, τὴν ὁποίαν διετύπωσα πρὸς τὸν κ. Θανόπουλον. Ὁ κ. Βαμβέτσος μὲ ἠρώτησεν ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω ἐξηγήσεις ἐπὶ ὡρισμένων ἐντύπων, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν ἢ ἐτοιχοκολλήθησαν πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων. Θὰ παρεκάλουν τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὅπως προβῶ εἰς ἐξηγήσεις. Ἡ ὑπόθεσις ἐρευνᾶται καὶ θὰ ληφθοῦν τὰ δέοντα μέτρα. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τρικκάλων συνάδελφος κατήγγειλαν εἰς τὴν Βουλὴν ἐνέργειαν γενομένην ἐκ μέρους τῆς Ἀνωτ. Στρατιωτικῆς Διοικήσεως Ἀθηνῶν, συγκεκριμένως τὴν ἐνέργειαν διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καρδίτσης βουλευτοῦ κ. Θανοπούλου. Πρέπει νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ἔγγραφον, τὸ ἀποσταλὲν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀπεστάλη χωρὶς νὰ λάβω γνῶσιν τούτου. Ἐπληροφορήθην ἀπὸ τὸν ἀντιπρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὸν κ. Μουτζουρίδην, τὴν λῆψιν τοῦ ἐγγράφου. Ὁ κ. Μουτζουρίδης ὀρθότατα ἐπέστρεψε τὸ ἔγγραφον πρὸς ἐμέ, χαρακτηρίσας αὐτὸ ὡς ἀπαράδεκτον. Καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν προέβην εἰς τὰς ἀναγκαίας ἐνεργείας. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ ἀρκεσθῶ εἰς αὐτὴν τὴν δήλωσιν.
§75Ι. ΠΑΠΑΡΤΕΜΙΟΥ. Ὀρθὸν εἶναι, ἡ Βουλὴ νὰ πληροφορηθῇ τὰς ἐνεργείας σας, διότι ἀπὸ τὴν δραστηριότητα τὴν ἰδικήν σας ἀποκαθίσταται τὸ κῦρος τῶν βουλευτῶν καὶ ἀξιοποιεῖται ἡ Βουλή.
§76Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὀρθῶς. Νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἀσκεῖται ὁ ἔλεγχος κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τῆς εὐθύνης τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὡς Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ ἐκτιμήσωμεν ἐὰν ἡ ἐνέργεια, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, εἶναι ἡ προσήκουσα ἢ ὄχι.
§77Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατ.). Ὁ ἔλεγχος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκηθῇ προχείρως αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἐὰν τὸ ἐπιθυμοῦν ὡρισμένοι βουλευταί, ἔχουν ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλουν ἐπερώτησιν, ὁπότε βεβαίως θὰ δώσω ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα νὰ δοθοῦν. Ἐγὼ προτιμῶ, κ. βουλευταί, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Παπαρτεμίου, προτιμῶ νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς περαιτέρω συζήτησιν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας τοῦ κ. βουλευτοῦ.
§78Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ. Ποιὸς τὸ ὑπέγραψε;
§79Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Ἐγὼ προτιμῶ, φειδόμενος τῆς κρισίμου εὐθύνης τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν καὶ δὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦν ἀνώτατον λειτούργημα νὰ μὴ προβῶ εἰς λεπτομερεστέρας ἀνακοινώσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκαλέσουν πικρίας ἀσυμβιβάστους κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, πικρίας μεταξὺ Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ὡρισμένων καθ’ ὅλα ἀξίων τιμῆς Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ἐὰν ὡρισμένοι ἀξιωματικοί, τῶν ὁποίων τὸ ἦθος, τῶν ὁποίων ὁ πατριωτισμός, τῶν ὁποίων ὁ ἡρωϊσμὸς καὶ τῶν ὁποίων ἡ καλὴ πίστις εἶναι γεγονότα ἠλεγμένα, περιέπεσαν τυχὸν ἐξ ἀβλεψίας, ἐκ παρεξηγήσεως εἰς ὡρισμένον λάθος, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον ἔναντι ὑμῶν καὶ τοῦ Ἔθνους νὰ καλύψω τὸ λάθος καὶ ἀναλάβω ἐγὼ προσωπικῶς τὴν εὐθύνην. Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν, νὰ μὴ ἐπιμείνητε. Σᾶς εἶπα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς προαναφερθέντας ἐν Καρδίτσῃ, ὅτι αὐτοὶ ἀνάξιοι ὄντες τῆς στολῆς, τὴν ὁποίαν φέρουν, θὰ τιμωρηθοῦν βαρύτατα. Δέν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω τὸ ἴδιον προκειμένου περὶ ἐξόχων Ἑλλήνων τῶν ὁποίων τὸ ἦθος καὶ ὁ ἡρωϊσμὸς ἀποτελοῦν γεγονότα ἄξια σεβασμοῦ ἐκ μέρους μας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπιμείνω ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἐπιμένω ἐπίσης εἰς τὴν ἀντιδιαστολήν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην καὶ προηγουμένως μεταξὺ τῶν μεμονωμένων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα περιέπεσαν εἰς ἀδικήματα ἄξια βαρυτάτων κυρώσεων καὶ τοῦ συνόλου τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι τιμῆς, σεβασμοῦ καὶ εὐγνωμοσύνης. (Χειροκροτήματα).
§80Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἀφήσω εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἡμεῖς δι’ ὅσα εἴπομεν ἠθελήσαμεν νὰ περιλάβωμεν ὁλόκληρον τὸ γενναῖον Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ἡμεῖς, οἵτινες προερχόμεθα ἀπὸ τὸ Σῶμα αὐτὸ καὶ οἱ ὁποῖοι συνυπηρετήσαμεν μὲ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν καὶ πλείστους τῶν ὁποίων καὶ προσωπικῶς ἐγνωρίσαμεν καὶ εἴχαμε τὴν τύχην νὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὰς διαταγάς μας, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγομεν, ἡμεῖς ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν νὰ ἐπιχειρήσωμεν καὶ θίξωμεν τὴν τιμίαν τάξιν τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Τὸ Σῶμα τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, ὡς σύνολον δὲν εὐθύνεται ποσῶς. Γνωρίζω, ὅπως ἀνωτέρω εἶπα, τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῶν καὶ εἶμαι ὑπερήφανος δι’ αὐτό. Σέβομαι τὴν θέσιν σας, κ. ὑπουργέ καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπιτείνω τὴν δοκιμασίαν σας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω νὰ πιστευθῇ ὅτι πρόκειται περὶ μεμονωμένων προσώπων. Πιστεύσατέ με ὅτι ἂν τοῦτο συνέβαινεν ἡ χαρά μου θὰ ἦτο ἀπερίγραπτος. Ἀλλὰ ὅταν ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ἐκλήθησαν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ χάρις εἰς τὴν κυβερνητικὴν καὶ μόνον ἐπιείκειαν, ἐξαιρῶ βεβαίως τὸν στρατηγὸν Παπάγον καί τινας ἄλλους, ὅταν λοιπὸν ἀνώτατοι τιτλοῦχοι εὐθύνωνται, τότε οὗτοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ χαρακτηρισθοῦν ὡς μεμονωμένα ἄτομα. Αὐτήν τὴν στιγμὴν σᾶς καταγγέλλω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι κατελύθη ἡ ἔννοια τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ καὶ πρέπει ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ἄμεσα μέτρα. Καταγγέλλω ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν πληροφοροῦμαι ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ δημοσίευσις τῶν λεχθέντων ἀπὸ τοὺς ρήτορας ἀπόψε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐκφράζω τὴν εἰλικρινῆ μου θλῖψιν δι’ ὅσα σκευωροῦνται καὶ δι’ ὅσα γίνονται καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰδικώτερον τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως προβῇ καὶ λάβῃ ἄμεσον καὶ ταχεῖαν ἀπόφασιν πρὸς περιφρούρησιν τοῦ ἐλευθέρου κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος.
§81Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατ.). Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν μου ἀπορίαν, διὰ τὰς φράσεις, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου, ἄνδρα ἀπολύτου ἠθικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἀκεραιότητος καὶ ἄνδρα ἐστερημένον οἱασδήποτε ὑποκειμενικῆς ἐμπαθείας, ἄνδρα τοῦ ὁποίου ἡ στρατιωτικὴ ζωὴ εἶναι συνδεδεμένη μόνον μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνενδότου ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος. Εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ τοιαύτην μομφὴν εἰς βάρος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Δεύτερον εἶναι τὸ θέμα τῆς λογοκρισίας. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, παρετήρησα, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος ἀνεκοίνωσεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ δημοσιευθοῦν αἱ περικοπαὶ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ θλιβερὸν ἐπεισόδιον τῆς Καρδίτσης, παρετήρησα ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐξενίσθησαν. Ἐξενίσθησαν διότι δὲν ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς περιόδους, κατὰ τὰς ὁποίας ἴσχυε λογοκρισία στρατιωτικῶν εἰδήσεων. Πάντοτε κατὰ τὰς περιόδους κατὰ τὰς ὁποίας ἴσχυε λογοκρισία ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν εἰδήσεων, ὄχι μόνον εἰς τὸν καθημερινὸν τύπον συνέβαινε νὰ μὴ δημοσιεύωνται ὡρισμέναι περικοπαὶ λόγων, ἐκφωνουμένων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ οὔτε καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως εἶχε τονίσει ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ἐπετρέπετο νὰ δημοσιευθοῦν καὶ μόνον διὰ τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων ἐπεφυλάσσοντο αἱ ἀπαγορευόμεναι ὑπὸ τῆς λογοκρισίας περικοπαί. Ἑπομένως, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, κύριοι, μὴ τραγικοποιῆτε διαρκῶς τὰ πράγματα, δηλοῦντες ὅτι τὰ τοιαῦτα μέτρα κλονίζουν δῆθεν τὸ καθεστώς, ὅτι δῆθεν ἀποβλέπουν εἰς τὴν ἐκτροπὴν ἀπὸ τοῦ καθεστῶτος. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν καὶ ἂς συναποφασίσωμεν: Εἶναι ὀρθὸν αὔριον τὸ πρωῒ νὰ πληροφορηθῇ ὁ μαχόμενος στρατὸς καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δύο παράφρονες ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι νὰ φέρουν τὴν στολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐφ’ ὅσον εἶναι ὑπεύθυνοι, ἐφ’ ὅσον ἀποδειχθοῦν ἔνοχοι καὶ ἀνάξιοι τῆς στολῆς, τὴν ὁποίαν φέρουν, ὅτι δύο παράφρονες ἀξιωματικοὶ προέβησαν εἰς ἐνέργειαν ἐναντίον Ἕλληνος βουλευτοῦ; Νομίζετε ὅτι εἶναι ἐποικοδομητικὸν καὶ ὅτι ὑποβοηθεῖ τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ἐὰν αὔριον οἱ Ἕλληνες στρατιῶται καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πληροφορηθοῦν ὅτι ἔνοχοι μιᾶς τοιαύτης ἐνεργείας, εἶναι οἱ δύο αὐτοὶ ἀξιωματικοί; Ἐὰν θέλετε σεῖς ὑπευθύνως νὰ μοῦ ἀναθέσετε τὴν ἐντολὴν νὰ ἐπιτρέψω αὔριον τὸ πρωῒ νὰ δημοσιευθῇ τοιαύτη εἴδησις, ἐὰν μοῦ δώσετε τὴν ἐντολήν, θὰ τὸ πράξω. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο συμφέρει.
§82Α. ΒΑΧΛΙΩΤΗΣ. Διὰ νὰ ξεχωρίσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς.
§83Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δὲν νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶναι ὀρθὸν εἰς τοιαύτας στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ μέγιστον μέρος τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν μάχεται, ἐκτίθεται εἰς κίνδυνον καὶ σώζει τὴν Ἑλλάδα, ὅτι εἶναι ἐποικοδομητικὸν νὰ ἀρχίσωμεν δημιουργοῦντες αἰσθήματα πικρίας μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὅπως ἀρθῇ ἡ διαταγὴ ἡ δοθεῖσα σχετικῶς μὲ τὴν περικοπὴν τῶν πρακτικῶν, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὸ ἐπεισόδιον τῆς Καρδίτσης.
§84Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ἀπὸ ποῖον ἐδόθη ἡ διαταγή;
§85Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Πρὸ τριῶν μηνῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλῶν περὶ τῆς στρατιωτικῆς λογοκρισίας καὶ ἀπαντῶν ἐπὶ ἐρωτήσεων, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν, εἶπον —καὶ ἡ φράσις μου αὐτὴ ὑπάρχει εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων— ὅτι θὰ ὑπάρξουν καὶ ὡρισμέναι ἀγορεύσεις ἢ περικοπαὶ ἀγορεύσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ δημοσιεύωνται εἰς τὸν καθημερινὸν τύπον πρὸς κατοχύρωσιν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Τοιαύτη περίπτωσις εἶναι καὶ ἡ προκειμένη. Ἐὰν σεῖς νομίσετε, ὅτι πρέπει νὰ δημοσιευθοῦν αἱ περικοπαὶ αὐταί, καὶ αὔριον νὰ ἀναγινώσκωνται ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐγὼ ὑποχωρῶ, ἀλλὰ τὸ θέτω ὑπὸ τὴν κρίσιν σας. Ἀποφασίσατε, δώσατέ μου τὴν ἐντολὴν καὶ ἐντὸς ἐλαχίστων δευτερολέπτων, θὰ ἔχω στείλει τὴν διαταγὴν εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§86ΦΩΝΑΙ. Ὄχι, ὄχι, ὄχι.
§87Κ. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ (Ὑπ. Ἐξωτερικῶν). Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι κάμνομεν πόλεμον, τὸ εἴπομεν ἐπανειλημμένως, καὶ ἐφόσον κάνομεν πόλεμον δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν καὶ ἡμεῖς ἐν τῷ συνόλῳ νὰ ὑφιστάμεθα ὡρισμένας μειώσεις, ἂν θέλετε καὶ περιορισμούς, ὡρισμένους περιορισμοὺς τῶν ἐλευθεριῶν μας. Εἶναι ἐκεῖνοι ἀκριβῶς οἱ αὐτοπεριορισμοί, τοὺς ὁποίους ὀρθότατα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς τοὺς ἔθεσεν ὑπὸ τὴν μορφὴν αὐτοπεριορισμῶν καὶ ἐὰν πραγματικῶς ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ συναίσθημα αὐτό, τὸ ὁποῖον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνησυχεῖ τὴν Κυβέρνησιν, παρακαλῶ πολὺ νὰ τὸ εἴπητε καθαρά, διότι τὴν μὲν Βουλὴν θὰ ἀκούσωμεν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἡ ἰδία θὰ ἴδῃ τί θὰ πράξῃ.
§88Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐὰν δηλαδὴ τὸ Σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν πληροφορηθῇ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ἠσχημόνησαν τινές τοὺς ὁποίους ὁ διευθύνων τὸν Στρατόν ἐστηλίτευσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον διεξάγει τὸ Ἔθνος καὶ δὲν εἶναι ἐποικοδομητικόν;
§89Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς τοιαύτας ὥρας εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ θέμα αὐτὸ εἰς ὅλους τοὺς λόχους, εἰς ὅλα τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος. Ἄλλωστε, νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι μόλις λήξουν αἱ ἀνακρίσεις, μόλις ἐπιβληθοῦν αἱ δέουσαι κυρώσεις, θὰ γνωσθῇ τοῦτο πρὸς ἁπάσας τὰς μονάδας, ὅπως μάλιστα ἔχουν γίνει γνωσταὶ αἱ εὐθῦναι, αἱ συνδεόμεναι καὶ μὲ τὰ γεγονότα τῆς Καρδίτσης τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1948 καὶ αἱ εὐθῦναι αἱ συνδεόμεναι μὲ τὰ γεγονότα τῆς Ναούσης καὶ τοῦ Καρπενησίου.
§90Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς ἔδωσεν ἄλλην ἔννοιαν ἀπὸ ἐκείνην ποὺ ἔχει εἰς τὸ γεγονὸς ποὺ ἀνέφερα. Ἂς μοῦ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ πιστεύω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία περιβάλλουσα μὲ τὴν ἔγκρισίν της τὴν ἄποψιν ταύτην τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν πράττει καλῶς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξ ἄλλου, διευκρινίζων τὴν ἄποψιν ταύτην τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶπεν: Ὁ πόλεμος γίνεται καὶ ἀναγκαστικῶς θὰ περιορίσωμεν κατὰ ἕνα ποσοστὸν τὰς ἐλευθερίας μας. Ἂν ὁ πόλεμος κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὁ ὁποῖος γίνεται ἔχει ὡς συνέπειαν τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τότε δὲν μᾶς χρειάζεται τοιοῦτος πόλεμος. Ἀλλὰ πιστεύομεν ὅτι ὁ πόλεμος, ὁ ὁποῖος γίνεται, γίνεται μόνον καὶ μόνον διὰ τὴν περιφρούρησιν τῆς ἐννοίας τῆς ἐλευθερίας. Τί ἔκαμεν ἀπόψε, κύριοι βουλευταί, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία; Ἔψεξεν ὡρισμένα πρόσωπα. Καὶ ἔργον τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι νὰ εἴπῃ ἢ ὅτι ἀδίκως ψέγομεν αὐτά ἢ ὅτι τὰ συκοφαντοῦμεν. Ἀλλὰ ἡμεῖς οὔτε ψέγομεν ἀδίκως οὔτε καὶ συκοφάνται εἴμεθα. Θὰ ηὐχόμεθα δὲ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, τὸ σύνολον, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶχον τὴν αὐτὴν μὲ ἡμᾶς ἐπίγνωσιν τοῦ χρέους μας πρὸς τὸν μαχόμενον στρατόν. Πιστεύομεν ἀκραδάντως, κύριοι ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὅτι ἂν ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις δώσῃ τὸ πρέπον μάθημα εἰς τοὺς ὀλίγους αὐτοὺς κακοὺς στρατιώτας, τότε θὰ στερεώσῃ καὶ τὴν πειθαρχίαν εἰς τὸν στρατὸν καὶ θὰ διδάξῃ τοὺς πάντας, ποῖον εἶναι τὸ ἔργον καὶ τὸ χρέος των. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ συμφωνήσῃ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄν ὅμως ὅπερ ἀπεύχομαι, τοῦτο συμβῇ, τότε δηλῶ ὅτι τὸ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγοῦμαι, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσῃ καὶ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§91Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριοι βουλευταί, τὸ θέμα ἔλαβεν ἔκτασιν, ἡ ὁποία μὲ ὑποχρεώνει νὰ λάβω θέσιν. Νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴν πορείαν τῶν συζητήσεων προέκυψε κίνδυνος δημιουργίας παρεξηγήσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διαλυθῇ. Ὑπάρχουν διακεκριμένα θέματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐξετασθοῦν καθ’ ἑαυτά. Ὑπάρχει πρῶτον τὸ θέμα τῶν εὐθυνῶν διὰ τὰ περιστατικὰ τῆς Καρδίτσης, ὑπάρχει τὸ θέμα τῆς λογοκρισίας, ὑπάρχει τὸ θέμα τῶν εὐθυνῶν εἰς τὸ Κέντρον καὶ ὑπάρχει καὶ τὸ θέμα τῶν σχέσεων τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Στρατόν. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὰ θέματα καὶ ἐπὶ ἑκάστου νὰ λάβωμεν θέσιν. Ὑπάρχει λοιπὸν πρῶτον τὸ θέμα τῶν εὐθυνῶν τῆς Καρδίτσης. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῶν τοπικῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν τῆς Καρδίτσης, ἐν σχέσει πρὸς τὸν κ. Θανόπουλον, τὸ πρῶτον καθῆκον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἤδη ὅσοι ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐκδηλώσωμεν τὴν ἀμέριστον συμπάθειάν μας πρὸς τὸν ἐξαίρετον πατριώτην, ὁ ὁποῖος τιμᾷ καὶ τὴν ἐπαρχίαν ἀπὸ τὴν ὁποίαν προέρχεται καὶ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τῆς ὁποίας ἀποτελεῖ ἐκλεκτὸν μέλος. Καὶ ἐπίσης νὰ ἐκφράσωμεν ἱκανοποίησιν δι’ ὅσα ἐκ τῶν ὑστέρων ἐβεβαίωσεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ ὑπάρχουν δυστυχῶς καὶ εὐθῦναι ἐκ τῶν προτέρων. Διότι ἦτο δυνατὸν νὰ προλάβῃ καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀπειληθῆ καὶ δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀποτελεῖ ὅμως δίδαγμα διὰ τὸ μέλλον, ὅτι θὰ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ προλαμβάνῃ, διότι εἶναι βαρεῖαι αἱ συνέπειαι ὅταν τὰ γεγονότα συμβαίνουν. Πέραν τοῦ θέματος τῶν εὐθυνῶν τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν Καρδίστης, ἐρχόμεθα εἰς τὸ θέμα τῆς στρατιωτικῆς λογοκρισίας. Εὔλογον εἶναι, ὅτι εἰς περίοδον πολέμου ἀσκεῖται στρατιωτικὴ λογοκρισία, εὔλογον ἐπίσης εἶναι, ὅτι ὡρισμένα θέματα, ἀκόμη καὶ συζητήσεις τῆς Βουλῆς — ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἀφοροῦν στρατιωτικὰ γεγονότα— διὰ τὰ ὁποῖα ἔχομεν κάθε δικαίωμα νὰ συζητῶμεν, εὔλογον εἶναι νὰ λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως μὴ δημοσιεύωνται εἰς τὸν τύπον. Τὸ θέμα ἑπομένως δὲν εἶναι ἀπόλυτον, εἶναι σχετικόν. Εἶναι θέμα συγκεκριμένον, συνιστάμενον εἰς ἐκτίμησιν τοῦ γεγονότος. Καὶ ἐρωτᾶται: Ἀνήκει τὸ γεγονὸς τῆς Καρδίτσης εἰς ἐκείνην τὴν κατηγορίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκουν τὰ γεγονότα τὰ ἐπιβλαβῆ διὰ τὸ φρόνημα τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ λαοῦ; Αὐτὸ εἶναι τὸ εἰδικὸν ἐρώτημα καὶ ὄχι τὸ γενικόν, τὸ ὁποῖον κινδυνεύει νὰ λάβῃ κρίσιμον χαρακτῆρα. Ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του, χωρὶς ἡ διαφωνία νὰ εἶναι θεμελιώδης. Κατὰ τὴν ἰδικήν μας γνώμην, τὸ θέμα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν δημοσιότητα, ὄχι μόνον χωρὶς βλάβην, ἀλλὰ καὶ μὲ ὠφέλειαν. Διότι, ἀξιότιμοι κ. κυβερνῆται τῆς χώρας, ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία γνωρίζει τί ἔχει συμβῇ. Διαβόησις .... (δὲν ἠκούσθη) .... ἔχει συνοδεύσει τὸν συνάδελφόν μας, ἐρχόμενον ὑπὸ συνοδείαν ἀπὸ τὴν Καρδίτσαν εἰς τὴν Λάρισαν διὰ νὰ ἐπισκεφθῇ ὑπὸ συνοδείαν τὸν φίλον μου κ. Χατζηγιάννην καὶ ἐκεῖθεν εἰς Ἀθήνας. Ἑπομένως ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία τὸ γνωρίζει. Νομίζετε ὅτι ἡ ἀποσιώπησις ἀποκαθιστᾷ τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Στρατοῦ, ἢ ἀποκαθιστᾷ περισσότερον τὸ κῦρος των ἡ κοινολόγησις, ὅτι ὑπάρχει Κράτος, ὑπάρχει Κυβέρνησις, ὑπάρχει ἡγεσία τοῦ Στρατοῦ, ἡ ὁποία κολάζει τὰ ἀνάξια μέλη τῆς στρατιωτικῆς οἰκογενείας; (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐρχόμεθα πέραν τοῦ θέματος αὐτοῦ, εἰς τὸ θέμα τῶν ἄλλων εὐθυνῶν αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν εἰς τὸ κέντρον. Βεβαίως μακρυτέρα ἀνάπτυξις κινδυνεύει νὰ ἀποτελέσῃ ζημίαν. Ἀλλὰ ὑπῆρξαν πολλὰ τὰ περιστατικὰ καὶ ἐδημιούργησαν ἀνησυχίας ἑνὸς πνεύματος ἐκτροπῆς, ὄχι περιστατικῶν μόνον συγκεκριμένων. Καὶ αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος, ὑποθέτω, ἐνέπνευσε τὸν ἀξιότιμον ἀρχηγὸν τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος νὰ λάβῃ τὴν σφοδρὰν στάσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ὄχι ἁπλῶς τὰ ὡρισμένα περιστατικά, ἀλλὰ ἡ διαμόρφωσις ἑνὸς γενικωτέρου πνεύματος.... (δὲν ἠκούσθη).
§92Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Σύμφωνοι.
§93Γ. ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ (δὲν ἠκούσθη)... τοῦ ὁποίου ἡ ἀνεμπόδιστος ἀνάπτυξις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβῇ ἐπικίνδυνος εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, εἰς τὴν ὁμαλὴν ἄσκησιν τῆς δημοκρατικῆς ἐξουσίας. Ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἴμεθα ὁμόφωνοι Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ Κυβέρνησις. Εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι, μὲ μίαν διαφοράν, Κυβερνῆται τῆς χώρας, ὅτι οἱ λόγοι σας θὰ πρέπει νὰ γίνωνται εἰς πᾶσαν περίπτωσιν πράξεις. (Χειροκροτήματα). Καὶ τελευταῖον ὑπάρχει τὸ θέμα τῶν σχέσεων Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ Στρατοῦ. Ἀλλὰ δὲν δέχομαι νὰ εἰσέλθω εἰς συζήτησιν. Δὲν ὑπάρχει τὸ θέμα. Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, Ἔθνος, λαὸς καὶ Στρατὸς εἶναι ἀδελφοί. Εἶναι σύνολον ἑνιαῖον, κάτω ἀπὸ τὴν σημαίαν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, διεξάγομεν πόλεμον, ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι διεξάγομεν πόλεμον, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ὅλοι πρέπει, λέγομεν ἡμεῖς, νὰ ἔχωμεν τόλμην ἀπέναντι τοῦ πολέμου. Τὸ θέμα τῶν γενομένων εἰς Καρδίτσαν, εἶναι θέμα κατὰ τὴν μέχρι τῆς στιγμῆς συζήτησιν, παντελῶς ἐξηντλημένον διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς ἐπιτρεπομένης λογοκρισίας κατὰ τὸν Στρατιωτικὸν Νόμον δὲν συνεζητήθη κατὰ τὴν γνώμην μου καθὼς ἔπρεπε καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν πρεπόντων. Ὅταν, κύριοι, ἐτέθη τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα, περὶ Στρατιωτικοῦ Νόμου —δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως— ἐγὼ ἤμην κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον, διότι ἐπίστευον, ὅτι μὲ μίαν συντόμευσιν τῶν προθεσμιῶν ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα, θὰ ἐξυπηρετεῖτο ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός. Ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ γνώμη μου, τοῦτο δὲν σημαίνει καθόλου, ὅτι ἡ λογοκρισία ἡ ἀσκουμένη κατὰ τὸν Στρατιωτικὸν Νόμον εἶναι ἀπεριόριστος. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργόν, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ τὸ φιλελεύθερόν του φρόνημα, νὰ ἐπιβλέψῃ ὥστε νὰ περιορίζεται ἡ λογοκρισία μόνον εἰς τὰ θέματα, τῶν ὁποίων ἡ δημοσίευσις δύναται νὰ βλάψῃ τὰς στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνεται αὕτη καὶ ὡς πρὸς τὰς συζητήσεις καὶ δὴ ἐν γένει τῆς ὑπάτης τῶν ἐξουσιῶν τοὐτέστι τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας περὶ τοῦ Α, Β, Γ, ἀξιώματος. Ἡ λογοκρισία πρέπει νὰ εἶναι αὐστηρά ἐκεῖ ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστοῦν βλάβην, λέγω, αἱ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις. Πέραν τούτου θὰ εἶναι ἄτοπον καὶ μία ἀσέβεια πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἄλλοτε, πρὸ ἐτῶν, ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ ἑξῆς ἀνόητον: «Στρατὸς μὴ αὐτονομούμενος δὲν εἶναι Στρατός». Καὶ ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναφέρω ὅτι εἰς τὴν Ἀρχαίαν Σπάρτην, τοὺς ἐκστρατεύοντας βασιλεῖς συνώδευον δύο πολιτικοὶ ἄνδρες, δύο ἔφοροι, διευθύνοντες τὸν πόλεμον. Ἡ Ρώμη ἐγένετο κοσμοκράτειρα, διότι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της, ἡ Σύγκλητος διηύθυνε τοὺς στρατοὺς καὶ τοὺς στόλους. Ἡ Ἀγγλία ἐδημιούργησε τὸ Κράτος, εἰς ὃ δὲν δύει ὁ ἥλιος, διότι ἀπὸ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων κανονίζεται ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία διευθύνει τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον. Ὅταν ὁ στρατάρχης Φὸς εἰσήλασε μέ τινα αὐθάδειαν εἰς τὴν διάσκεψιν τῶν Παρισίων κατὰ τὸ 1913, ὁ Ἄγγλος ὑπουργὸς Μετόναρ Λῶ, εἶπε πρὸς τὸν Κλέμαν ὅτι ἂν Ἄγγλος στρατηγὸς ἐφέρετο τοιουτοτρόπως, θὰ ἀπελύετο ἐντὸς πέντε λεπτῶν τῆς ὥρας. Ἀλλὰ βέβαια, ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία πρέπει νὰ εἶναι κατὰ πάντα καὶ πάντοτε ἀξία. Αὐτὴ εἶναι ἡ Κυβέρνησις, αὐτοὶ πρέπει νὰ εἶναι οἱ κυβερνῶντες. Καὶ τότε δὲν θὰ δύναται κανεὶς νὰ ὀνειρευθῇ ὅπως ἐγκαταστήσῃ εἰς τὴν χώραν μας πολίτευμα, κατὰ τὸ ὁποῖον συμβαίνουν ἀκοσμίαι. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς ὡρισμένα σημεῖα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λογοκρισίαν, ἀλλὰ μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ βλαβοῦν αἱ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις. Ἀλλὰ οὐδεὶς καὶ οὐδαμῶς δικαιοῦται νὰ λογοκρίνῃ ὁλοκληρωτικῶς τὰς συζητήσεις μας.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γιαννόπουλος.
§96Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν διεξάγωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αἱ συζητήσεις, καταπίπτει τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐξυπηρετεῖται ἡ σοβαρότης τῆς συζητήσεως καὶ ἡ ἀξία ταύτης, εὐχαρίστως νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὸν λόγον, κύριε Γιαννόπουλε.
§98Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι 2½ πρωϊνὴ ὥρα, κ. Πρόεδρε καὶ ἔχομεν τὴν ἀτυχίαν νὰ μένωμεν ἔξωθεν τῶν Ἀθηνῶν καὶ δυστυχῶς, λόγω τοῦ ἀπηγορευμένου τῆς κυκλοφορίας δὲν ὑπάρχει συγκοινωνία. Πρέπει νὰ περιπλανώμεθα εἰς τοὺς δρόμους τῶν Ἀθηνῶν μετὰ τὴν 2αν πρωϊνὴν διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν σκοπόν της; Ἡ ὥρα εἶναι λίαν προκεχωρημένη, κ. Πρόεδρε. Συμβαίνει δὲ καὶ τοῦτο, νὰ μὴ κατοικοῦμεν πολλοὶ συνάδελφοι ἐν Ἀθήναις. Εἴμεθα εἰς τὰ προάστεια. Ἐὰν συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πᾶμε στὰ σπίτια μας. Πρέπει, λοιπὸν, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν σκοπόν τοῦ συντόμου τερματισμοῦ τῆς συζητήσεως νὰ ἐξημερώσωμεν ἐδῶ;
§99Κ. ΚΑΛΚΑΝΗΣ. Δέν συντρέχει κανένας λόγος. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ συνεχισθῇ. Ὁρίστε, κ. Γιαννόπουλε.
§101Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπικρατοῦν χαρακτηριστικὸν τῆς κοινοβουλευτικῆς μας ζωῆς τοῦ τελευταίου αὐτοῦ καιροῦ, εἶναι ἡ κατ’ ἀραιότατα χρονικὰ διαστήματα σύγκλησις τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δι’ ὡρισμένας ὀλιγοημέρους συνεδριάσεις. Σκοπὸς τῶν συνεδριάσεων τούτων δὲν εἶναι κανένα ἀπὸ τὰ κύρια ἔργα τῆς Βουλῆς. Οὔτε τὸ συντακτικόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πρώτην ἀποστολὴν μας καὶ τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι χάρις εἰς τὴν ἀπροθυμίαν τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν παραγόντων ἔχει τελείως ἐγκαταλειφθῆ πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς χρεωκοπίας τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, οὔτε τὸ νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνατεθῆ σχεδὸν ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν γραφειοκρατικὸν αὐθαιρετισμόν, ὁ ὁποῖος εἰς πολλὰς περιπτώσεις φθάνει νὰ ἀνατρέπῃ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ τὰς ἀκυρώνῃ καὶ νὰ ἐκδίδῃ Α.Ν. ἀκόμη καὶ ἐπὶ θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει νόμον ἐψηφισμένον ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Τέλος, ὁ ἔλεγχος τῶν ἔργων τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς διοικήσεως ἀφέθη νὰ ἀσκῆται ἀσυδότως εἴτε εἰς τὸν τύπον, εἴτε εἰς δημοσίας συγκεντρώσεις καὶ δημοσίας ὁμιλίας χωρὶς παρακολούθησιν, χωρὶς δέσμευσιν, χωρὶς ἀπάντησιν, ὅπως θὰ συνέβαινε εἰς τὴν Βουλήν, πρὸς μέγιστον κίνδυνον τῆς κοινωνικῆς τάξεως διὰ τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως ἡ ἐπανάληψις καὶ ἡ παράτασις θὰ ἀποβῇ ἀσφαλῶς ὀλεθρία. Μοναδικὸς σκοπός, κύριοι τῶν συνεδριάσεων τούτων, εἶναι ἡ παροχὴ τῆς ψήφου ἐμπιστοσύνης, διὰ τὴν τυπικὴν νομιμοποίησιν τῶν ἑκάστοτε κυβερνήσεων, ἂν καὶ ὑπεστηρίχθη τελευταίως δημοσίᾳ, ἡ ἀντίληψις ὅτι καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀπαραίτητον καὶ ἡ τυπικὴ αὐτὴ ἔγκρισις καὶ ἡ τυπικὴ αὕτη πρᾶξις τῆς νομιμοποιήσεως τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀναγκαία, καθόσον κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς ὑπουργούς, χωρὶς νὰ εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα τελευταίως εἶχε καὶ 3μηνον διακοπήν, ὡς ἐάν, κ. βουλευταί, ἡ δημοκρατικὴ ζωὴ τῆς Ἑλλάδος ἤρχισε μόλις τώρα καὶ δὲν ὑπάρχουν μακραὶ κοινοβουλευτικαί, δημοκρατικαὶ παραδόσεις, τῶν ὁποίων ἡ παράβασις δὲν ἀπετολμήθη οὔτε ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς δικτάτορας, χωρὶς θαρραλέαν καὶ γενναίαν καὶ ἀπροκάλυπτον κατάργησιν τῶν συνταγματικῶν δεσμεύσεων. Ἀλλὰ καίτοι, κύριοι βουλευταί, δι’ αὐτὸν τὸν τυπικὸν σκοπὸν συνέρχεται ἑκάστοτε ἡ Βουλή, ἐν τούτοις αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἀναμένονται μετὰ συγκινήσεως ἀπὸ μέρους τοῦ λαοῦ. Διότι οὗτος περιμένει κατὰ τὰς συζητήσεις αὐτὰς νὰ ἀκούσῃ τὴν φωνὴν τοῦ πόνου, τὴν φωνὴν τοῦ παραπόνου, τὴν φωνὴν τῶν ἀναγκῶν του, τοπικῶν καὶ γενικωτέρων, ἀπὸ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων του καὶ οὕτω ἐξηγεῖται ἡ ἀθρόα ἐγγραφὴ τῶν βουλευτῶν εἰς τὸν κατάλογον τῶν ρητόρων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἐπιτακτικήν, πράγματι, ἀξίωσιν τοῦ λαοῦ. Αἱ ἀθρόαι ὅμως ἀγορεύσεις τῶν βουλευτῶν ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος, ὡς εἶναι φυσικόν, προκαλοῦν τὴν κούρασιν καὶ τὴν ἄμβλυνσιν τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία καταλήγει νὰ πιστεύῃ ὅτι τὸ Κοινοβούλιον μεταβάλλεται εἰς τόπον ἀγόνων λογοκοπιῶν ἐπὶ βλάβῃ τῆς κυβερνητικῆς καὶ τῆς βουλευτικῆς ἀποδόσεως. Ἐπὶ πλέον προσχηματικαὶ ἢ ἴσως καὶ πραγματικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουν τὸν περιορισμὸν τῶν ἡμερῶν τῶν συνεδριάσεων. Καὶ ἐπιτυγχάνεται ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συνεδριάσεων διά τίνος τρόπου; διὰ τῆς καθιερώσεως τῶν πανυχίδων αὐτῶν, τῶν ὁλονυκτίων συνεδριάσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, τὴν κένωσιν τῶν ἑδωλίων καὶ τὴν ὁμιλίαν τῶν ρητόρων εἰς τὸ κενόν. Καὶ ἀντιλαμβάνεσθε, κύριοι βουλευταί, ὅτι τοῦτο μειώνει τὴν ἀξίαν τῆς ἀγορεύσεως καὶ τὴν ἐπισημότητα τῆς συνεδριάσεως καὶ συντελεῖ εἰς τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τοῦ Κοινοβουλίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πρὸ ὀλίγου ἐκοπτόμεθα. Ἀλλὰ παραμένει ἀναπάντητος, κύριοι βουλευταί, ἡ ἑξῆς ἀπορία: Διατὶ αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, κυρίως αἱ τοῦ τελευταίου καιροῦ, αἰσθάνονται αὐτὴν τὴν ἀντιπάθειαν εἰς τὴν συνεργασίαν καὶ εἰς τὴν συμπαράστασιν τῆς Βουλῆς, τοῦ Ἔθνους καὶ διατὶ ἐπιδιώκουν διὰ παντὸς τρόπου νὰ καταδικάσουν τὴν Βουλὴν εἰς σιωπὴν διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀργίας. Ἀκούεται μία εὔλογος δικαιολογία, ὅτι κάνομεν πόλεμον καὶ ἴσως ἡ ἐλευθερία τοῦ βήματος, ἠμπορεῖ νὰ ἀποβῇ βλαπτικὴ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου. Δὲν τολμῶ νὰ ἀμφισβητήσω ἐξ ὁλοκλήρου τὴν βάσιν τῆς δικαιολογίας αὐτῆς. Ἀσφαλῶς διεξάγομεν ἕνα πόλεμον, καὶ πόλεμον τραχὺν καὶ ὁ πόλεμος αὐτὸς ἔχει ἀνάγκην πειθαρχίας. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ καὶ ἀναμφισβήτητα. Δὲν θὰ ἤμην ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος θὰ συνίστων τὸν στρατιωτικὸν νόμον. Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις αὐτὴ καὶ ἡ αὐστηρότης αὐτὴ πρέπει νὰ θίξῃ τελευταίαν τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἔτσι νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἀξιοπρεπές, τελευταία νὰ θιγῇ ἀπὸ τὴν αὐστηρότητα αὐτὴν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, τῆς ὁποίας ἡ ψυχὴ ἀναμφισβητήτως δονεῖται ἀπὸ ἐθνικὸν παλμὸν καὶ ἡ ὁποία αἰσθάνεται ἀγωνίαν, διὰ τὴν ἐθνικὴν ὑπόθεσιν καὶ ὁ ἀπροσμέτρητος πόθος της διὰ τὴν νίκην εἶναι ἀδιαφιλονίκητος. Ἐδῶ ἀκολουθεῖται ἡ ἐντελῶς ἀντίθετος μέθοδος. Εἰς ὅλους ὑπάρχει ἀσυδοσία ἐκφράσεως, ὁ καθεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς δημοσίας ὁμιλίας, ὁ καθεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἐλευθέρου, τοῦ ἀσυδότου τύπου καὶ μόνον εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀργίας ἐπιβάλλεται ἡ πλήρης σιγή. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον. Καὶ εἶναι ἀπαράδεκτον, κύριοι βουλευταί, διότι ἡμεῖς ὑπέχομεν τὰς εὐθύνας, ἡμεῖς θὰ κληθῶμεν αὔριον ἀπὸ τὸν λαὸν νὰ λογοδοτήσωμεν, διὰ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡμεῖς ἐπωμιζόμεθα ὅλας τὰς εὐθύνας, διὰ πᾶσαν ἀστοχίαν καὶ διὰ πᾶν σφάλμα. Κύριοι βουλευταί, ἡ αἰτιολογία αὐτή, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποστέργει τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τὴν δημοσιότητα τοῦ ἐπισήμου βήματος καὶ ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἀναγκάζεται νὰ καταδικάζῃ τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν εἰς ἀργίαν, δὲν εἶναι ἀληθές. Ἡ ἀντιπάθεια τῶν Κυβερνήσεων καὶ δὴ τῶν τελευταίων, εἰς τὴν συμπαράστασιν τῆς Βουλῆς, δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν αἰτίαν, τὴν ὁποίαν προηγουμένως σᾶς ἀνέφερον καὶ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζουν ὡς δικαιολογίαν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγεται ἡ ἐλευθέρα χρῆσις τοῦ ἐθνικοῦ βήματος, χάριν τῶν πολεμικῶν συμφερόντων. Ὀφείλεται εἰς ἓν ἄλλο βαθύτερον αἴτιον. Ὀφείλεται εἰς τοῦτο: ὅτι τὰ τελευταῖα κοινοβουλευτικὰ σχήματα, οὔτε εἰς τὰς διαθέσεις τῆς Βουλῆς, οὔτε εἶναι ἀπότοκα τῆς πρωτοβουλίας τῆς Βουλῆς. Κατορθώνεται, διὰ διαφόρων συμβιβασμῶν καὶ διὰ διαφόρων ἐπεμβάσεων, νὰ ἐπιτυγχάνεται τὸ κυβερνητικὸν σχῆμα καὶ νὰ ἐξαφανίζεται ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ οὐσιαστικὴ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς. Καί, ἐὰν συνεχισθοῦν αἱ ἐργασίαι, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προχωρήσῃ εἰς τὸ κυβερνητικὸν ἔργον, καὶ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις παραστῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ εἶναι; Νὰ καταφανῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἀντέχῃ εἰς μίαν συνεργασίαν μὲ τὴν Βουλήν, Ἀποσύνθεσις κυβερνητική, πτῶσις ἀναπόφευκτος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τὴν ἐπιτυχίαν, λοιπόν, τῆς κυβερνητικῆς σταθερότητος, ἐφευρέθη τὸ μέσον τῆς καταδίκης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἰς ἀργίαν. Καί, διότι νομίζω ὅτι προφητεύω, κύριοι βουλευταί, ἐὰν εἶπον καὶ διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἀποτελεῖ παρὰ συνέχισιν τῆς προηγουμένης, ὅτι ἐὰν συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλὴ καὶ ἐπί τινας ἡμέρας ἀκόμη, θὰ καταφανῇ τὸ ἀδύνατον τῆς συνεργασίας αὐτῆς καὶ ἢ θὰ ἔχωμεν τὴν δυσάρεστον κατάστασιν τῆς δημιουργίας μιᾶς κυβερνητικῆς κρίσεως ἢ θὰ ἔχωμεν ὡς προληπτικὸν μέτρον, μίαν ἀπότομον διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Περὶ τούτου εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος. Δὲν ἀντέχει τὸ κυβερνητικὸν σχῆμα τὸ σημερινόν, ὅπως δὲν ἀντεῖχε καὶ τὸ προηγούμενον εἰς τὴν συνεργασίαν τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἀπολαύει τῆς πραγματικῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, δὲν ἀνταποκρίνετο εἰς τὴν διάθεσιν, εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ὅπως δὲν ἀνταπεκρίνετο καὶ εἰς τὴν θέλησιν σχεδὸν τῆς ὁλότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὰ κόμματα, τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖαν δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἢ ἐὰν εἶναι ὁ συνδυασμὸς τῶν κομμάτων. Μᾶλλον πιστεύω Τὸ σχῆμα αὐτῆς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντιπαθὲς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ διὰ τοῦτο, ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ καταδικάζεται καὶ θὰ καταδικάζεται εἰς ἀργίαν. Ἡ κρίσις περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀποδοτικότητος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, κύριοι βουλευταί, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ἔργου τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν, ὡς πρὸς μὲν τὴν ἡγεσίαν εἶναι ἐντελῶς ὁμοία, ὡς πρὸς δὲ τὴν κομματικὴν καὶ τὴν προσωπικὴν σύνθεσιν εἶναι πλέον τῶν 9)10 ὁμοία. Ὀφείλομεν διὰ τὴν κρίσιν τοῦ ἔργου τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἑλληνικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον συνιστοῦν τρία κυρίως ζητήματα, τὸ πολεμικόν, τὸ οἰκονομικὸν καὶ τὸ διοικητικόν. Τὰ τρία αὐτὰ ζητήματα, κύριοι βουλευταί, συναντῶνται καὶ συνδέονται μεταξύ των κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρευνήσῃ κανεὶς τὴν σειρὰν δηλ. ποῖον ἔρχεται πρῶτον καὶ ποῖον δεύτερον ἢ ποῖον ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τοῦ ἄλλου. Ὅπως ἡ νίκη ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν διὰ τὴν λύσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος καὶ διὰ τὴν διοικητικὴν τακτοποίησιν, ἄλλο τόσο δύναται κανεὶς εὐλόγως καὶ βασίμως νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῆς νίκης χρειάζονται καλὰ οἰκονομικὰ εὔρυθμος, κανονικὴ καὶ χρηστὴ διοίκησις. Καὶ ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ πολεμικὸν ζήτημα. Εὐχαρίστως ὁμολογῶ, ὅτι ἐπὶ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, συνετέλεσθη ἡ διόρθωσις μιᾶς ἐλλείψεως, ἡ ὁποία εἶχε γίνει αἰσθητὴ καὶ ἀπὸ τὸν ἔσχατον Ἕλληνα πολίτην, ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ ἔντασις τοῦ ἀνταρτικοῦ ἀγῶνος καὶ ὁ τελευταῖος Ἕλλην πολίτης διέκρινεν, ὅτι χρειάζεται ἡγεσία ἑνιαία τοῦ Στρατοῦ. Καὶ ἡ ἔλλειψις αὐτὴ διωρθώθη κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς τελευταίας Κυβερνήσεως διὰ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ἀρχιστρατήγου. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξάρῃ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς δημοσίας ἀξιώσεως καὶ ὑπῆρξεν ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἐξελίξεως τῶν γεγονότων, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὴ καμμία ἀντίδρασις. Δὲν εἶναι δυνατόν, τὸ σφάλμα τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων, νὰ διορίσουν ἕναν ἑνιαῖον ρυθμιστὴν ὅλου τοῦ ἀγῶνος, νὰ τὸ ἐμφανίσῃ ὡς ἐπιτυχίαν ἰδικήν της, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξάρῃ τὴν νίκην καὶ ἐκκαθάρισιν τῆς Πελοποννήσου, ἡ ὁποία ἐγκατελείφθη ἐπὶ μίαν διετίαν ὑπὸ τὴν τυραννίαν καὶ τὴν λεηλασίαν τῶν ἀνταρτῶν ἄνευ οὐδενὸς λόγου. Ἐὰν αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις, ἀπεφάσιζαν εἰς ἐγκαιρότερον χρόνον νὰ ἀποστείλουν ὄχι μίαν μεραρχίαν, ἥτις ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας τῆς αὐξήσεως τοῦ συμμοριτισμοῦ εἰς 5.000 ἄνδρας, ἐπέτυχε ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος νὰ διαλύσῃ τὸν συμμοριτισμὸν μὲ ἐλαχίστας ἀναξιολόγους ἀπωλείας, ἀλλ’ ἐὰν λέγω αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις ἀπεφάσιζαν ἐγκαιρότερον νὰ ἀποστείλουν εἰς τὴν Πελοπόννησον μίαν μόνην ταξιαρχίαν, ἢ ἀκόμη ὀλιγώτερον, ἕνα τάγμα, κατὰ τὸ παλαιότερον παρελθόν, ὅταν ἠνωχλοῦντο ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς Πελοποννήσου νὰ ληφθοῦν μέτρα εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἡ Πελοπόννησος δὲν θὰ ὑφίστατο αὐτὴν τὴν λεηλασίαν, ὥστε τὸ ἐγκληματικὸν σφάλμα τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων δὲν ἀποτελεῖ λόγον ἐξάρσεως τῆς πολιτικῆς ἐπιτυχίας τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Εἰς μίαν ἄλλην πλευράν, εἰς ἕνα ἄλλο πεδίον κρίνεται ἡ πολιτικὴ δρᾶσις τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχει καταστῆ πλέον γενικὴ πεποίθησις, ὄχι μόνον τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὅτι μετὰ τὰς ἐπιτυχίας καὶ μετὰ τὴν ἐξόντωσιν τοῦ συμμοριτισμοῦ εἰς τὴν Νότιον Ἑλλάδα, τὸ ζήτημα τοῦ συμμοριτισμοῦ δὲν εἶναι ζήτημα παρὰ μεθοριακόν, εἶναι ζήτημα συνόρων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ταχεῖαν νίκην, ἄνευ τῆς ὁποίας θὰ συνεχισθῇ ἡ αἱμορραγία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ ἡ καταστροφὴ γενικῶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ταχεῖα νίκη, ἄνευ τῆς ἀπολύτου ἐξασφαλίσεως τῶν συνόρων. Διὰ τὴν ἐξασφάλισιν, ὅμως, τῶν συνόρων εἶναι παραδεδεγμένον καὶ εἶναι παραδεδεγμένον ἐξ ὅλων τῶν πλευρῶν καὶ εἰς τὸ ἐσωτερικόν, καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅτι χρειάζεται αὔξησις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰς πολιτικὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τούτῳ θὰ κριθῇ ἡ ἀξία τῆς ἐπιτυχίας καὶ τοῦ Κυβερνητικοῦ ἔργου. Καὶ ἐρωτᾶται: Πρὸς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν, ἔκαμε τὰς δεούσας ἐνεργείας ἡ Κυβέρνησις; Τοῦτο μᾶς εἶναι τὸ ἄγνωστον. Γνωστὸν μᾶς εἶναι, ὅτι δὲν ἐπέτυχε μέχρι σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τοῦ πολέμου, τὴν αὔξησιν, δηλαδή, τῶν στρατιωτικῶν μας δυνάμεων. Ἴσως ἢ μᾶλλον δὲν μᾶς εἶναι ἄγνωστον, ὅτι ἡ αὔξησις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἀμέσως ἀπὸ τὰς διαθέσεις καὶ τὰς δυνάμεις τὰς Ἑλληνικάς, Ἀλλά, κύριοι βουλευταί, τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν κατώρθωσε νὰ δημιουργήσῃ τὰς περιστάσεις τὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν δημιουργίαν τῆς διαθέσεως τῶν προστατῶν μας πρὸς αὔξησιν τοῦ Στρατοῦ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐὰν συμβῇ νὰ ἀποχωρήσω ἐγὼ τῆς ἀρχῆς καὶ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων, εἶναι νομίζετε ἐνδεχόμενον νὰ ἐπιτύχῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν εἶναι εἰς θέσιν αἱ ἰδικαί μου ἐνέργειαι νὰ ἐπιτύχουν; Πρὸς τιμὴν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτικοῦ κόσμου, κύριοι βουλευταί, πιστεύω, ὅτι αἱ δυνατότητες δὲν ἐξαντλοῦνται ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει καὶ ἔχω ἐπίσης τὴν ἀντίληψιν, ὅτι αἱ δημοκρατικαὶ ἀρχαὶ ἐπιβάλλουν τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν δυνατοτήτων πρὸς ἐπιτυχίαν ἑνὸς σκοποῦ τόσον ἐπείγοντος, τόσον σπουδαίου, τόσον ζωτικοῦ, τόσον Ἐθνικοῦ. Ἔχω πρὸς τούτοις τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἕνα ἐκ τῶν μέσων διὰ τὴν δημιουργίαν αὐτῆς τῆς διαθέσεως εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἕνα σπουδαῖον μέσον ἀκριβῶς, εἶναι καὶ ἡ ἀποχώρησις τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν Ἑλληνικῶν ζητημάτων. Πιστεύω ὅτι διὰ τοῦ τρόπου τούτου, εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ μεγάλοι μας προστάται νὰ ἀντιληφθοῦν τὸ ἀναγκαῖον τοῦ πράγματος. Καὶ οὕτω, ἡ ἀποχώρησις νὰ χρησιμοποιηθῇ ὡς μέσον ἐπιτυχίας. Διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, τὸ ζήτημα τίθεται οὕτω: Ἔχεις τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ ταχεῖα νίκη ἀπαιτεῖ τὴν αὔξησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ; Ἐὰν ναί, ἡ μὴ ἐπιτυχία σου εἰς τοῦτο, σοῦ ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐγκαταλείψεως τῆς ἀρχῆς. Εἰς τὸ ἐπίσης κεφαλαιῶδες ζήτημα, τὸ οἰκονομικόν, κύριοι βουλευταί, ἡ ἀντικειμενικὴ κρίσις δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Οἱανδήποτε ἐκδήλωσιν τῆς οἰκονομικῆς ζωῆς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἂν χρησιμοποιήσετε ὡς κριτήριον διὰ τὴν κατάστασιν, θὰ καταλήξετε εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἀποτυχία εἶναι οἰκτρά. Ἡ ἀπαθλίωσις ὅλων τῶν κοινωνικῶν τάξεων, εἴτε ὡς ἐπαγγελματικόν, εἴτε ὡς παραγωγικόν, εἴτε ὡς ἐργατικόν, εἶναι τὸ καθημερινὸν φαινόμενον τῆς Ἑλληνικῆς ζωῆς. Ἀντὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συντονισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπεδιώκετο δι’ ὅλων τῶν παρεμβατικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα φθάνουν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἀλλάζουν τὴν μορφὴν τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας, τῆς φιλελευθέρας, παρ’ ὅλην αὐτὴν τὴν προσπάθειαν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ συντονισμοῦ, διὰ τῶν παρεμβατικῶν μέσων, δὲν ἐπετεύχθη παρὰ ἡ ἀρρυθμία καὶ ἡ σχεδὸν οἰκονομικὴ ἀναρχία, ἡ ὁποία ἐκδηλώνεται ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς τομεῖς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν ἀπόλυτον διεύθυνσίν του τὸ Κράτος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐπετεύχθη κατὰ τὸν τελευταῖον καιρὸν μία, τρόπον τινα, σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς, δηλαδή, μία σταθεροποίησις τῆς δραχμῆς συγκεκριμένη ἔναντι τῆς λίρας. Ἐπιτρέψατέ μου τὴν γνώμην, ὅτι ἡ σταθερότης αὐτὴ εἶναι τεχνητή, δὲν εἶναι καθαρῶς φυσιολογική, καθαρῶς πραγματική, εἶναι μία τεχνητὴ σταθερότης, ἐπιτυγχανομένη διὰ τῆς ἀμέσου ἐπεμβάσεως τοῦ χρυσοῦ, πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Διὰ νὰ ἦτο πραγματικὴ ἡ σταθερότης τῆς δραχμῆς, ἔπρεπε νὰ συνωδεύετο ἀπὸ δύο ἀποτελέσματα ἀπαραίτητα. Πρῶτον ἀποτέλεσμα τῆς συναλλαγματικῆς σταθερότητος τῆς δραχμῆς ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ πτῶσις τοῦ τιμαρίθμου, Ἀντιθέτως, εἶναι ἀδιαφιλονείκητον, ὅτι ἔχομεν μίαν ὕψωσιν τοῦ τιμαρίθμου. Τοῦτο σημαίνει μείωσιν τῆς ἀγοραστικῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς, ἄρα, πραγματικὴν πτῶσιν τῆς δραχμῆς. Ὕψωσις δὲ τοῦ τιμαρίθμου, ἀντιλαμβάνεσθε τὶ τραγικὰς συνεπείας ἔχει διὰ τὴν ὅλην οἰκονομικὴν σταθερότητα, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ ἐν τέλει τὴν ἀφήνωμεν ἐκτεθειμένην εἰς τὰ πλήγματα ἐκ τοῦ τιμαριθμικοῦ ὑψωμοῦ. Δεύτερον ἀποτέλεσμα, τῆς συναλλαγματικῆς σταθερότητος τῆς δραχμῆς, θεωρῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ αὔξησις καὶ ἡ ἔντασις τῆς πίστεως, ἐκδηλουμένη διὰ τῆς ἀποταμιεύσεως εἰς τὰ πιστωτικά μας ἱδρύματα. Ἐξετάσατε ἀπὸ τῆς πλευρᾶς αὐτῆς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν καὶ θὰ διακρίνετε ὅτι ὄχι μόνον δὲν δημιουργεῖται καμμία πίστις πρὸς τὴν δραχμήν, καὶ συνεπῶς καμμία ἀποταμίευσις, ἀλλὰ καθημερινῶς μειοῦται ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κόσμου πρὸς τὴν δραχμήν, καὶ παραλείπεται πᾶσα εἰς δραχμὰς ἀποταμίευσις. Καὶ εἶναι ἀξίωμα οἰκονομικὸν ἀδιαφιλονίκητον, ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν δημιουργεῖται πίστις, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομικὴ ἐξυγίανσις καὶ οἰκονομικὴ σταθεροποίησις. Ἀλλὰ διελαλήθη, κύριοι βουλευταί, πρὸ μηνῶν, ὅτι ἐξευρέθη ἕνας τρόπος συμπιέσεως τῶν τιμῶν, ἕνας τρόπος ἐξαίρετος, καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων τελῶν, τῶν φόρων τῶν δευτερευόντων, οἱ ὁποῖοι βαρύνουν τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν. Ὑπελογίσθησαν εἰς ἑκατοντάδας δισεκατομμυρίων τὰ ποσὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐσχημάτιζον οἱ φόροι αὐτοὶ καὶ ἐπιστεύαμεν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον διὰ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, νὰ ἐπέλθῃ μία βελτίωσις, μία ἀνακούφισις τοῦ καταναλωτικοῦ κόσμου. Καὶ ἐξαίφνης, ἀπὸ ἐπίσημα στόματα, Κυβερνητικά, ἀκούομεν τὴν διαπίστωσιν, ὅτι εἰς οὐδὲν συνετέλεσεν ἡ κατάργησις τῶν διαπυλίων τελῶν, διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῆς καταναλώσεως καὶ ἀντιθέτως ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν, συνεχίζεται ἡ ὕψωσις τοῦ τιμαρίθμου, ἡ αὔξησις τῶν τιμῶν τῶν ἀγαθῶν καὶ γίνεται σκέψις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπαναφέρῃ πάλιν τὰ διαπύλια τέλη. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, χωρὶς νὰ ἀναμένω ἀπάντησιν. Ἐκεῖνο τὸ μέγα ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐσχημάτιζον οἱ καταργηθέντες φόροι ποῦ ἐπῆγε; Ποῖος τὸ ἐκαρπώθη, αὐτὸ τὸ μέγα ποσόν, κύριοι οἰκονομολόγοι, κύριοι μεγάλοι Κυβερνητικοὶ Οἰκονομολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμελετήσατε ἐπὶ μακρὸν αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ἐσχηματίσατε τὰ σχέδιά σας; Καὶ εἴπετε, ἐδῶ ἔχομεν 200, 300 δισεκ., τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι εἰς ὄφελος τῆς καταναλώσεως καὶ εἰς ὄφελος τῆς παραγωγῆς. Ὅτι σήμερον δὲν καταλήγουν οὔτε εἰς ὄφελος τῆς καταναλώσεως, οὔτε τῆς παραγωγῆς, εἶναι προφανές, προφανέστατον. Εἶπον, δὲν θέλω τὴν ἀπάντησιν, διότι τὴν ξέρει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὴν αἰσθάνεται μᾶλλον καθημερινῶς εἰς πᾶσαν πτυχὴν τῆς ζωῆς του. Ἀλλ’ ἐὰν θέλετε νὰ ἰδῆτε εἰς αὐτὸν τὸν κύκλον τῶν οἰκονομολογικῶν σκέψεων τὴν πλήρη σύγχυσιν, τὴν πλήρη κατάρρευσιν προσέξατε τοῦτο: Καταργεῖτε, κύριοι, τὰ διαπύλια τέλη καὶ τὰ ταμεῖα τῆς ἀγροφυλακῆς, τοὐλάχιστον εἰς τὸν Νομόν μου, στεροῦνται τῶν μέσων τῆς πληρωμῆς τῶν ἀγροφυλάκων. Τὰ λιμενικὰ ταμεῖα στεροῦνται τῶν μέσων τῆς πληρωμῆς ἀκόμη καὶ τῶν κλητήρων τῶν γραφείων. Οἱ Δῆμοι ἔχουν περιέλθει εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν. Κατὰ τίνα τρόπον ἐπρολάβατε τὴν δημιουργίαν τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ὅταν συνελαμβάνατε τὴν σκέψιν τῆς καταργήσεως τῶν διαπυλίων τελῶν; Καὶ ἀφοῦ ἐλάβατε τὰ μέτρα, πῶς δὲν τὰ ἀφήσατε νὰ ἐκδηλωθοῦν προληπτικῶς τοὐλάχιστον, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ περιέλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν; Φοβερὸς κίνδυνος ἀπειλεῖ ὁλόκληρον τὴν ἀγροτικὴν τάξιν.
§102Χ. ΚΟΨΙΔΑΣ. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὸ κρέας ἐπωλεῖτο λιανικῶς μέχρι τὴν Μεγάλην Ἑβδομάδα πρὸς 16.000 δρχ. καὶ χονδρικῶς εἶχε 12.000 δρχ. κατ’ ὀκᾶν. Ἦλθον ὡρισμένοι ἄνθρωποι ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἠγόρασαν κρέας μὲ 22.000–25.000 δρχ. τὴν ὀκᾶν, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὁρίσῃ μίαν τιμὴν κρέατος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ πωλοῦν ἐδῶ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις.
§103Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο οἰκονομικὸν δημιούργημα. Θὰ εἶμαι ὀλίγον ἐπιφυλακτικὸς εἰς τὴν κρίσιν μου, διότι διασκευαστὴς αὐτοῦ εἶναι συμπολίτης μου ὑπουργός, ὅστις ὅμως, δὲν εἶναι καὶ ὁ ἐμπνευστὴς τὴν ἰδέαν. Πρόκειται διὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς φορολογίας τῶν εὐπόρων. Παραλείπω νὰ κρίνω τὸν τρόπον ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τούτου, τὸν ἐντελῶς ἀντισυνταγματικὸν καὶ δὲν θὰ ἐξετάσω τὴν οὐσίαν, παρὰ εἰς τὸ ἑξῆς σημεῖον. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἢ μᾶλλον εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ταμείου Πύργου, περὶ βιομηχάνων βεβαίως, δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, ἐμπόριον δὲν ὑπάρχει, εὔπορος τάξις, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σημειωθῇ. Καὶ ὅμως μὲ ἐλάχιστον ὅριον φόρου 4.000.000 δρχ. δέον νὰ εἰσπραχθοῦν ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τοῦ Ταμείου Πύργου, 240.000.000 δρχ. Αὐτὸ ἐγγίζει τὰ ὅρια τῆς παραφροσύνης. Τί τοῦ ἐπιβάλλει ὁ νόμος τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου; Μὲ ἐλάχιστον ὅριον 4.000.000 δρχ. νὰ ἐπιβάλῃ 240.000.000 φορολογίαν εἰς τὴν περιφέρειαν Ταμείου Πύργου. Ἂν ὁ νόμος τοῦ ἔδιδε μίαν βάσιν 500.000 δρχ. ὡς ἐλάχιστον φορολογίας καὶ συνολικὸν ποσὸν φορολογίας 2.400.000 ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ γίνῃ μία ἀνάλογος κατανομή, δεδομένου, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ μέσα εἰς τὰ στενὰ ὅρια τῆς πόλεως τοῦ Πύργου ἡ ἐξεύρεσις τοῦ ποσοῦ τῶν 240 ἑκατομμυρίων. Καὶ ἐρωτῶ, τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅταν συνέταξε τὸν νόμον αὐτόν, τὰς οἰκονομικὰς δυνατότητας τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, πέραν τῶν Ἀθηνῶν, καὶ δὲν νομίζει, ὅτι θὰ περιαγάγῃ εἰς κατάστασιν παραφροσύνης τοὺς ἐντεταλμένους ὑπαλλήλους, ὅταν ἀξιοῖ νὰ ἐπιβάλουν παρομοίας φορολογίας; Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὴν ἄποψιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου, διότι ὅλα αὐτὰ ἐλέχθησαν ἀρκούντως, ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον θέλω νὰ εἴπω. Εἶναι εἷς νόμος ποὺ συνέταξαν οἰκονομολόγοι ἐπιστήμονες καὶ ἡ πεῖρα των ἔπρεπε νὰ τοὺς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν ψήφισιν ἑνὸς τοιούτου νόμου. Ἀλλὰ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ κάτι τι ἄλλο. Ὅλοι θὰ ἐνθυμῆσθε, ὅτι ὅταν ἐσχηματίσθη ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις, ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσεν, ὅτι ἀναλαμβάνει τὴν κυριαρχικὴν διεύθυνσιν τοῦ οἰκονομικοῦ τομέως καὶ ἐπὶ πλέον ἐδηλώθη ἐπισήμως, ὅτι δὲν συμφωνεῖ, ὁ κ. Διομήδης, μὲ τὴν μέχρι τότε χαραχθεῖσαν οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ ἄλλην σκέπτεται νὰ ἀκολουθήσῃ οἰκονομικὴν τακτικήν. Καὶ ἐρωτᾶται: Ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι ἀληθές, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῇ ἕνας ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἠκολούθησε μίαν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Διομήδης δὲν ἐνέκρινε; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάζωνται αὐτὰ τὰ πράγματα μεταξὺ των εἰς τὴν συνείδησίν μας, ὅπως δὲν δύναμαι νὰ συμβιβάσω αὐτὰς τὰς ἀντιθέσεις, καὶ μὲ τὴν στοιχειώδη πολιτικὴν εὐθιξίαν. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὴν διοικητικὴν τακτοποίησιν ποὺ ἀποτελεῖ τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον συνιστᾷ μαζὺ μὲ τὰ ἄλλα δύο ἐξετασθέντα ζητήματα, τὸ ὅλον Ἑλληνικὸν πρόβλημα. Ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις τὴν διοικητικὴν τακτοποίησιν. Ἔδωσε μίαν πανηγυρικὴν ἀπόδειξιν τῆς ἀνικανότητός της εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπὶ τῶν ἡμερῶν της κατελύθη τὸ Κράτος. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ μηδέν, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξευτελισθῇ τὸ Κράτος εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τοῦ τελευταίου Ἕλληνος πολίτου. Ἀναλογισθῆτε τὴν ἐντύπωσιν τοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ εἰς τὴν συνείδησίν σας, τὸ γεγονός, τῶν 15 ἡμερῶν τῆς ἀπεργίας. Δὲν ἔχει φαντάζομαι συμβῇ μέχρι σήμερον εἰς τὴν Ἑλλάδα οὔτε εἰς κανένα ἄλλο Κράτος, τοῦ κόσμου, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς ἡμέρας διεξαγωγῆς ἑνὸς τόσον δυσκόλου Ἐθνικοῦ ἀγῶνος, νὰ παρέλθουν 15 ἡμέραι χωρὶς διοίκησιν. Ἐπὶ 15 ἡμέρας ἡ Ἑλλὰς κατηργήθη ὡς Κράτος. Αὐτὸ εἶναι πρὸς δόξαν τῆς Κυβερνητικῆς δραστηριότητος. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τελειώσω, ἂν δὲν ἀναμνησθῶ καὶ ἑνὸς πολιτικοῦ γεγονότος, κατὰ τὴν πορείαν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἴσως, δὲν εἶναι εὔθετος ὁ χρόνος διὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ πολιτικοῦ γεγονότος, ἀλλὰ εἶναι εὔθετος ὁ χρόνος διὰ τὴν συζήτησιν τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τοῦ χειρισμοῦ του. Ἐπέτυχε τρία τινὰ ἡ Κυβέρνησις —καὶ ἐκ τούτου δημιουργεῖται σπουδαία εὐθύνη ἀπέναντι τοῦ Κοινοβουλίου: Ὅτι, διὰ τοῦ χειρισμοῦ της, κατώρθωσε νὰ ἐξευτελίσῃ συλλήβδην ὁλόκληρον τὸν πολιτικὸν κόσμον, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ὑπόληψις τοῦ πολιτικοῦ κόσμου κατὰ τὸ διάστημα τοῦ κλεισίματος τῆς Βουλῆς ἐξεπροσωπεῖτο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν 5–6 κομμάτων. Καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀφῆκεν ἔκθετον. Ἐπὶ ὁλόκληρον μῆνα ἐχλευάζετο ὁ πολιτικὸς κόσμος, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ἡ στοιχειώδης πολιτικὴ ἠθική. Ἐδημιουργήθη, λοιπόν, ἐκ τούτου βαρυτάτη εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέναντι τοῦ πολιτικοῦ κόσμου. Ἐπέτυχε, δεύτερον, ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς στάσεώς της καὶ τοῦ ἀστοχωτάτου χειρισμοῦ τοῦ ζητήματος, νὰ δημιουργήσῃ εὐλόγους ἀφορμὰς βολῶν κατὰ τῆς ἀνεπιλήπτου δικαιοσύνης. Συνετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παρεξηγεῖται εὐλόγως ἡ διαδικασία ἐν τῇ λαϊκῇ συνειδήσει. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω, ἐὰν ἡ στάσις τῆς δικαιοσύνης ὑπῆρξεν ἡ ἀρίστη εἰς τὴν περίστασιν αὐτήν. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τονίσω, εἶναι, ὅτι ὁ χειρισμὸς τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐκθέσῃ καὶ αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην. Ἐκ τούτου φέρει πάλιν βαρεῖαν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις. Καὶ τὸ τρίτον ἀποτέλεσμα τοῦ κακοῦ χειρισμοῦ τῆς ὑποθέσεως ἦτο ὅτι ἐδημιουργήθη εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, κ. βουλευταί, μία ἀπειλὴ συνταγματικῆς κρίσεως, αἱ δὲ εὐθῦναι ἐξηπλώθησαν, πέραν τῶν ὑπευθύνων, καὶ εἰς τοὺς ἀνευθύνους. Καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἓν ὀλίσθημα κυβερνητικὸν μεγάλης ὁλκῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀντελαμβάνετο, ὅτι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ χειρισθῇ παρόμοιον πολιτικὸν ζήτημα, μίαν εἶχεν ὑποχρέωσιν: Ἔπρεπε, συναισθανομένη τὴν ἀδυναμίαν της, νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Βουλή, τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Οὕτω κρίνω τὴν Κυβέρνησιν, κ. βουλευταί, καὶ τοιαύτας καταλογίζων εἰς ταύτην εὐθύνας, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶ, ὅτι ἠμπορῶ νὰ τῆς παράσχω ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διὰ νὰ παρατείνω ἐπὶ πλέον τὴν ζωήν της καὶ τὴν διάπραξιν ἔτι περισσοτέρων σφαλμάτων.
§104Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ τὸ κάμω καὶ ἐγὼ αὐτό, κ. συνάδελφε, πρὸς χάριν της.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Σαρρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§106Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οὕτως ἢ ἄλλως, δὲν πρόκειται νὰ τερματισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβετε τὴν πρωτοβουλίαν νὰ διακόψετε τὴν συνεδρίασιν, ἤ, ἂν δὲν θέλετε τοῦτο, νὰ ζητήσετε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι δὲν χρειάζεται τοιαύτη κατατυράννησις. Ἡ ὥρα εἶναι 3 π.μ., εἶναι παρόντες 37 συνάδελφοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις;
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τελειώσωμεν μὲ τὸ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§108Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Πέρασαν 20 ἡμέραι χωρὶς ἐμπιστοσύνην, δὲν ἐχάθηκεν ὁ κόσμος ἂν περάσῃ καὶ μία ἀκόμη. Κύριοι βουλευταί, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ χαιρετιστηρίου μηνύματος τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀπὸ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, πρὸς τὰς ἐνόπλους δυνάμεις τῆς χώρας. Ἦτο ὡραῖος χαιρετισμὸς καὶ συμφωνοῦμεν ἀπολύτως. Εἰς ἓν σημεῖον ὅμως παρενεβλήθη μία φράσις τοῦ κ. Προέδρου, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Πελοπόννησος χαρακτηρίζεται ὡς ἐπίλεκτον τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Βεβαίως ἡμεῖς ἐκ Πελοποννήσου καταγόμεθα καὶ δὲν διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῶμεν ἀπὸ τοὺς συναδέλφους τῆς Πελοποννήσου, ἀλλὰ νομίζω, ἡ φράσις αὐτὴ «ἐπίλεκτον τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς», δεδομένου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἑνιαία τὰ δὲ ἐδαφικὰ αὐτῆς διαμερίσματα εἶναι ἰσότιμα καὶ ἰσάξια, δὲν εἶναι συμφέρον ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ Προέδρου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας νὰ χαρακτηρίζεται τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς ὡς ἐπίλεκτον. Διότι ὑποτίθεται, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τμήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπίλεκτα, εὑρίσκονται εἰς κατωτέραν μοῖραν. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι συνάδελφοι, διανύει μίαν περίοδον μεταβατικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζομεν ἐὰν θὰ σταματήσῃ μὲ μίαν νέαν.......... (Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ὁ ρήτωρ, διακόπτει τὸν λόγον του καὶ κατέρχεται τοῦ βήματος).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σαρρῆ, παρακαλῶ νὰ συνεχίσετε.
§110Δ. ΣΑΡΡΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ συνεχίσω, διότι οἱ ὀλίγοι κ. συνάδελφοι, δὲν ἔχουν διάθεσιν νὰ παρακολουθήσουν, λόγῳ τῆς ὥρας. Παρακαλῶ νὰ διακόψετε τὴν συνεδρίασιν.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Σαρρῆ, εἶναι παρόντες οἱ βουλευταὶ καὶ παρακαλῶ νὰ συνεχίσετε τὴν ἀγόρευσίν σας.
§112Δ. ΣΑΡΡΗΣ. .... (δὲν ἠκούσθη).
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν θέλετε νὰ συνεχίσετε τὴν ἀγόρευσίν σας, δίδω τὸν λόγον εἰς ἄλλον ρήτορα. Ὁ κ. Χ. Πιπιλιάγκας ἔχει τὸν λόγον.
§114Χ. ΠΙΠΙΛΙΑΓΚΑΣ. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἤδη παρατηρῶ, ὅτι αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος θὰ ἐξακολουθήσουν. Τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυρίως θὰ ἀσχοληθῶ, εἶναι τὸ θέμα τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος. Ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι ἀναντιρρήτως, οὔτε ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ὅπως προταχθῇ, μετὰ τὸ τέρμα τῶν συζητήσεων τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, τὸ ζήτημα αὐτό. Κατόπιν τούτου, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κουγιουμτζόγλου ἔχει τὸν λόγον.
§116Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Κύριοι βουλευταί, δικαίως εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς ἀποκαλῇ χαραμοφάηδες.... (Φωναί, διαμαρτυρίαι θόρυβος). Λοιπόν, κ. συνάδελφοι, δικαίως ἀκούομεν αὐτὰ τὰ λόγια, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Χαραμοφάηδες δὲν εἴμεθα, διότι ἡ πλειὰς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας εἶναι ἄνθρωποι βιοπαλαισταί, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν συνείδησιν τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς ὑποχρεώσεως, πρὸ παντὸς δέ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ θίξω τὰ ἄλλα τμήματα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, οἱ βουλευταὶ τῆς Βορ. Ἑλλάδος ἔχουν συνείδησιν τῶν πραττομένων, διότι εἶναι καὶ μάρτυρες. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζοῦμεν ὑπὸ ἀγωνίαν ὡς μελλοθάνατοι εἰς τὰ σύνορα τῆς Βουλγαρίας, νομίζω ὅτι ἔχομεν κάποιαν διαφοράν. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ, ὅταν ἐπισκέπτεται τὴν ἰδιαιτέραν του ἐπαρχίαν, κοιμᾶται μόνον δύο ὥρας πλησίον τῶν ταξιάρχων καὶ τῶν γενναίων ἀξιωματικῶν. Μετὰ τρίμηνον ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσω καὶ διαμαρτύρομαι διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Εὑρίσκομαι πρὸ ἑνὸς φαινομένου, τὸ ὁποῖον δέν θέλω νὰ χαρακτηρίσω. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐγὼ ποὺ θὰ ὁμιλῶ καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος, ὅσον μνημονικὸν καὶ ἂν ἔχῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσῃ ἐπὶ 7ωρον τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, τοὺς ὁποίους παρακολουθοῦμεν μὲ εὐλάβειαν, διότι εἴμεθα νέοι καὶ θέλομεν νὰ λάβωμεν μαθήματα ἀπὸ τοὺς ἀρχηγούς. Καὶ τώρα εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Μετὰ τρίμηνον ἀνῆλθον καὶ ἐγὼ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἀφοῦ ἤκουσα τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχοντας ὑπ’ ὄψει καὶ τὰς δηλώσεις τῆς 1ης Φεβρουαρίου, ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι οἱ καρποί, τοὺς ὁποίους ἀπέδωσε ἡ πρώην Κυβέρνησις δὲν ἦσαν καρποὶ τόσον καλοί. Καὶ ἀντὶ νὰ ἀκούσωμεν μίαν ἀπολογίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἠκούσαμεν ἄλλας ὑποσχέσεις. Ἰδιαιτέρως τὰ ζητήματα τοῦ Νομοῦ μου εἶναι ἄλυτα. Εἰς πολλὰς ἐπαρχίας καὶ εἰς πολλὰ χωρία τοῦ Νομοῦ Ἕβρου δὲν γνωρίζουν ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος. Τοῦτο μοῦ ὡμολόγησεν ὁ τέως νομάρχης, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπεν ὅτι μετέβη εἰς Τρίγωνον Ὀρεστιάδος εἰς τὸ χωρίον Σπήλαιον καὶ δὲν γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ἐὰν ὑπάρχῃ Κράτος. Διατί; Διότι εἰς τὴν περιφέρειαν Ὀρεστιάδος, Διδυμοτείχου, Σουφλίου Φερῶν, εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ στὰς πόλεις δὲν εἴδομεν κανένα ἄνθρωπον εἴτε ὑπουργόν, εἴτε ἄλλον ἀνώτερον ὑπάλληλον διὰ νὰ εἴπωμεν τὸν πόνον τοῦ Θρακικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὸ προπύργιον τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος καὶ ὁ ὁποῖος ἐξήντλησε κάθε περιθώριον ὑπομονῆς, ἀντοχῆς καὶ ἡρωϊσμοῦ. Ἐὰν ρίψωμεν μιὰ ματιὰ εἰς τὰ σχολεῖα μας θὰ ἴδωμεν ὅτι τὰ πλεῖστα στεροῦνται διδασκάλων. Ἡ ἀγανάκτησις τοῦ λαοῦ τῆς Βορείου Ἑλλάδος ἔφθασε εἰς τὸ κατακόρυφον. Ὑπάρχει μία ἀκαδημία εἰς τὴν Ἀλεξανδρούπολιν, ὅπου ὑπηρετεῖ ἕνας καθηγητὴς Παρασκευόπουλος μὲ 350 περίπου μαθητάς. Καθηγητὰς δὲν ἔχομεν, ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ δώσῃ σημασίαν εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν παιδιῶν μας. Εἶναι προνόμιον τῆς φύσεως μόνον τὰ παιδιὰ τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν μεγάλων πόλεων νὰ μανθάνουν γράμματα. Θέλομεν νὰ μορφώσωμεν τὰ παιδιὰ μας καὶ δὲν ἔχομεν καθηγητάς, τὸ σχολεῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διαπλάσσει τὸν νοῦν, ἀπὸ ἐκεῖ θὰ γίνουν οἱ στρατιῶται διὰ νὰ ὑπερασπίσουν τὴν πατρίδα μας. Μίαν μόνον περίοδον ἐγνώρισεν ἡ Θράκη σχολεῖα μὲ δασκάλους καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Παπανδρέου, ὅπου ἦτο ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθν. Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ καταβάλῃ προσπάθειαν διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν παιδείαν ἐν Θράκῃ. Ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ διετέλεσε μαθητὴς ὑπὸ τουρκικὸν ζυγόν, ἐκεῖ δὲ ἔμαθα ὅτι δὲν θὰ προαχθῇ κανεὶς εἰς μίαν ἄλλην τάξιν, ἐὰν δὲν ἠξεύρῃ ἱστορίαν καὶ Θουκιδίδην καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διετηρήσαμεν τὸ αἴσθημά μας.
§117Κ. ΤΣΑΤΣΟΣ (Ὑπ. Παιδείας). Ὅλαι αἱ πιστώσεις, αἱ ὁποῖοι ἐδόθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας διετέθησαν διὰ τὴν Β. Ἑλλάδα.
§118Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Ὅπως σᾶς εἶπα, κ. ὑπουργέ, ἡ Ἀλεξανδρούπολις θὰ ἀποκτήσῃ καθηγητὰς ἐὰν ἀπαγκιστρωθοῦν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπε εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις........... ............ (Ἀναγινώσκει)...... Δὲν χρειάζεται νὰ εἴπω ἄλλο τί παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἐπανέλαβε ὁ ἀξιότιμος κ. Βαμβέτσος. Αὐτὴ ἡ ὑπόσχεσις τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐπαρκεῖ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀπὸ τῆς ἕδρας ταύτης νὰ ἐξυμνήσω καὶ νὰ θαυμάσω τὸν Ἑλληνικὸν Στρατόν, τὰ τέκνα αὐτά, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν. Θὰ καταγγείλω ὅμως καὶ μίαν πρᾶξιν, εἰς τὸ Διδυμότειχον συνελήφθη ὁ ἐκπρόσωπός μου δι’ ἀσήμαντον αἰτίαν, προσεκλήθη ἀπὸ τὸν ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος τὸν ἐνέκλεισε εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τὸν ἔδειρε ἀπανθρώπως. Ἕνας ἀξιωματικὸς εἶπε εἰς αὐτόν, «σεῖς θέλετε νὰ σᾶς διοικήσουν οἱ Βούλγαροι» καὶ πρὸς ποῖον τὸ εἶπε αὐτό, πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχασε τὸ μόνον παιδί του εἰς τὸ Βίτσι. Νὰ μὲ ἀφήσετε, κ. ὑπουργέ, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι θεωρῶ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὡς τοὺς πλέον ἐγκληματίας, διότι εἰς τὴν Θράκην παίζεται ἕνα δρᾶμα κάθε ἡμέρα ὁ λαὸς αὐτὸς γυμνὸς καὶ ξυπόλητος προσφέρει τὰ πάντα χάριν τῆς δόξης τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε ὑπουργέ, νὰ λάβετε τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σπείροντας τὰ σπέρματα τῆς διαιρέσεως μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι ἐκεῖνοι οἵους τοὺς ἐχαρακτήρισα.
§119Κ. ΡΕΝΤΗΣ (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ Χανιώτης εἶναι διοικητὴς δημοσυντηρήτου τάγματος.
§120Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Εἶναι ἄλλος, δὲν εἶναι ἐκεῖνος.
§121Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Ἐκλήθη ἐκ τῆς ἀποστρατείας τῇ ὑποδείξει σας;
§122Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἐπλησίασα, κύριε ὑπουργὲ τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, οὐδέποτε.
§123Κ. ΡΕΝΤΗΣ. (Ὑπ. Δημ. Τάξεως). Μίαν διευκρίνησιν: Εἶναι ἐξ ἀποστρατείας ἀξιωματικός, κληθεὶς εἰς τὰ δημοσυντήρητα τάγματα;
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἄλλος ἐκεῖνος.
§125Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Ἐγὼ γνωρίζω ἀξιωματικούς, ὡς ὁ Νικόλαος Παρίσης, ὁ ὁποῖος ἔδρασε εἰς τὸ Διδυμότειχον καὶ δὲν τοῦ ἀπενεμήθη οὔτε κἂν μετάλλιον. Αὐτὰ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἔχω πίστιν εἰς ὑμᾶς, κύριε ὑπουργέ, διότι σᾶς ἐνθυμοῦμαι ὁμιλοῦντα εἰς τὰς ἀκροτάτας γωνίας τῆς Θράκης καὶ προσπαθοῦντα ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης, κύριοι, οὐδεμίαν προσοχὴν ἐπέδειξε διὰ τὴν σηροτροφίαν. Ἐψηφίσθη μόνον εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπήλλασεν τῶν φόρων πολυτελείας καὶ μᾶς ἐδόθη μία ὑπόσχεσις ἀπὸ τοὺς ὑπομηχανικοὺς ὅτι θὰ μᾶς ἐβοήθουν. Ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς στιγμῆς οὐδὲν ἄλλο μέτρον ἔλαβε καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ἀκόμη τὰ κουκούλια μας φυλαγμένα καὶ ἡ φωνή μας εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἀκραῖον αὐτὸ σημεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω δὲ ὅτι τὰ αὐτὰ αἰσθήματα δοκιμάζουν ὅλοι οἱ βουλευταὶ τοῦ Νομοῦ Ἔβρου, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως. Ὑποφέρομεν τὰ πάντα ἀπὸ τοὺς κομμουνιστὰς καὶ συνεπῶς δὲν εἴμεθα, ὅπως ἐλέχθη προηγουμένως χαραμοφάηδες, ἀλλὰ τίμιοι ἄνθρωποι. Ἐκλείσαμεν τὰ γραφεῖα μας καὶ μοχθοῦμεν διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§126Β. ΚΡΙΚΟΣ. Οἱ χαραμοφάηδες νὰ μὴ λέγουν τοὺς ἄλλους χαραμοφάηδες.
§127Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Σεῖς βγαίνετε στὴν Ἀθήνα, τί σχέσιν ἔχετε μὲ μᾶς;
§128Β. ΚΡΙΚΟΣ. Ἐγὼ βγαίνω στὸ Λιδωρίκι.
§129Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Ἀλλὰ διαμένετε ἐν Ἀθήναις, ὅλο ἐδῶ σᾶς βλέπω.
§130Β. ΚΡΙΚΟΣ. Ἔχω πάει 50 φορὰς στὸ Λιδωρίκι καὶ ἔχω φυλάξει στὰ φυλάκια.
§131Γ. ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ. Πρέπει τὰ μέρη μας νὰ τὰ ἐπισκεφθοῦν καὶ ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ φωτισθῇ ὁ λαὸς ὁ ἐγκατεστημένος ἐκεῖ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξυμνήσω τὸν ἡρωϊσμὸν καὶ τὴν αὐτοθυσίαν τῶν τέκνων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἰδιαιτέρως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τοῦτο τὸ τονίζω, διότι ὡμίλησα διὰ 1–2 ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔδειξαν νὰ ἔχουν οὐδεμίαν συναίσθησιν τῶν ὑποχρεώσεών των καὶ τοῦ καθήκοντός των. (Χειροκροτήματα).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§133Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, κυρίως εἰπεῖν, διότι ἐπ’ αὐτῶν ἔλαβε θέσιν τὸ Νέον Κόμμα, διὰ τῆς δηλώσεως, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Εἰς τὸ βῆμα ἀνῆλθον διότι ἐξ ἀφορμῆς τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐνομίσθη ὑπὸ μερικῶν ἐκ τῶν κ. συναδέλφων, ὅτι ἔδει νὰ ἔλθῃ καὶ πάλιν πρὸς συζήτησιν ἡ περίφημος ὑπόθεσις, ἡ ὁποία ἀπὸ 2 μηνῶν συγκινεῖ τὴν Ἑλληνικὴν κοινὴν γνώμην. Ἀναμφισβητήτως θὰ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις, κύριοι βουλευταί, ἀπευθυνομένη τὸ πρῶτον μετὰ τὸν ἐπελθόντα ἀνασχηματισμόν, εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ὤφειλε νὰ δώσῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὴν Κυβερνητικὴν κρίσιν. Ἀλλὰ εἰλικρινῶς ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὴν ἀδικῶ, διότι ἀσφαλῶς θὰ εὑρίσκετο εἰς δυσχερεστάτην θέσιν, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐξηγήσῃ πῶς καὶ διατὶ καὶ κατὰ ποῖον τρόπον ἐπῆλθεν ἡ Κυβερνητικὴ κρίσις. Ἐνομίσθη λοιπόν, ὅτι καίτοι ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε τὸ θέμα αὐτὸ νὰ τὸ παρακάμψῃ ἀπολύτως εἰς τὰς προγραμματικάς της δηλώσεις, ἐνομίσθη λέγω, παρ’ ἀξιοτίμων προλαλησάντων συναδέλφων, ὅτι ἔπρεπε καὶ πάλιν νὰ θιγῇ ἡ περίφημος ὑπόθεσις καὶ εἴδομεν τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς, μεταβαλλόμενον πλέον εἰς δικανικὸν βῆμα, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ὁ καθεὶς —ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω— ἔλεγεν, σχεδόν, ὅ,τι ἤθελεν. Διότι ἐάν, κύριοι βουλευταί, ἐπετρέπετο καὶ οἱαδήποτε ἀνάπτυξις τῆς ὑποθέσεως πρὶν ἢ ὑπάρξῃ ἡ ἀπόφασις τῆς δικαιοσύνης, μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀγώμεθα εἰς τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξαν οἱ ρήτορες κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς μίαν πανηγυρικὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης. (Θόρυβος).
§134Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι διάφορον ἐδῶ τὸ θέμα. (Θόρυβος).
§135Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Δὲν περίμενα νὰ συγχίζεσθε τόσον, ὥστε νὰ συγχέετε τὰ θέματα.
§136Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶναι ἡ γνώμη σας. Διότι, κύριοι βουλευταί, τί δὲν ἐλέχθη ἀπὸ τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας. Ὡμίλησαν ὡς καὶ περὶ συμπτώσεως τῆς εἰσόδου τοῦ Νέου Κόμματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὴν ἀποκάλυψιν τῆς ὑποθέσεως τῆς λαθρεμπορίας. Καὶ ἐλέχθη ὅτι εἰσῆλθε τὸ Νέον Κόμμα διὰ νὰ καλύψῃ τὰς ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου συναλλάγματος εὐθύνας του. Καὶ ὁ ὑποστηρίζων ταῦτα ἀξιότιμος συνάδελφος εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ λέγεται σοβαρὸς καὶ νὰ λέγεται σοβαρῶς ὅτι δύνανται νὰ ὑποστηρίζωνται τοιαῦτα πράγματα ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἀλλὰ ἐπὶ δύο μῆνας δὲν ὑπῆρξεν ὕβρις, δὲν ὑπῆρξε ρύπος ποὺ καθημερινῶς ἐπὶ 45 ἡμέρας νὰ μὴ ρίπτεται κατὰ πρόσωπον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος καὶ καθ’ ὅλον τοῦ Νέου Κόμματος καὶ ἐχρειάσθη νὰ ὑπομένωμεν καὶ νὰ σιωπῶμεν ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους μῆνας καὶ νὰ ὑπομένωμεν τὰ πάντα διὰ νὰ ἔχωμεν σήμερον τὴν ἱκανοποίησιν ὅτι ἀνεγνώσαμεν μίαν ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εἰς ὁλοκλήρους 13 σελίδας ἀναφέρει τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος, ἀποκαθιστᾷ πλήρως τὰ πράγματα καὶ ἀπαντᾷ διὰ κάθε πλευρὰν καὶ κάθε ἀπορίαν τῆς ὑποθέσεως. Καὶ ἀνεγνώσαμεν ὅτι οὐδεὶς τῶν 3 πολιτικῶν ἀνδρῶν ἦτο ἀναμεμιγμένος εἰς τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη ἀποφαίνεται ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως πρᾶξις βαρύνει τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τῆς χώρας. Καὶ ἐν τούτοις, παρὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ βουλεύματος, τὰ ἴδια πάλιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπανελήφθησαν κατὰ τὴν ἀπογευματινὴν συνεδρίασιν. Ἀπεκλήθη ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ν. Κόμματος λαθρέμπορος, ἀπεκλήθη παραβάτης τῶν νόμων περὶ συναλλάγματος καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους νομομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι καὶ προηγουμένως εἶχον γράψει τὰ ἴδια καὶ ἐνυπόγραφα ἄρθρα καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἠσχολεῖτο μὲ τὴν ὑπόθεσιν ἡ δικαιοσύνη. Καὶ τὸ κάμνουν αὐτὸ διὰ νὰ ἐπιτύχουν εἰς τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκουν. Ἀλλὰ λέγω, κύριοι βουλευταί, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μετὰ τὴν σημερινὴν ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης, δὲν γνωρίζω περὶ ποίων ἄλλων εὐθυνῶν ἠθέλησαν καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος παρὰ τῶν ποινικῶν εὐθυνῶν περὶ τῶν γεγονότων διὰ τὰ ὁποῖα ἐκρίθησαν; Ἀπεδόθησαν εὐθῦναι. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ρήτορες, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔλαβον μίαν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὅτι τὴν θεωρῶ ἀχαρακτήριστον. Ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, ἕνα θεμέλιον, τὸ θεμέλιον τῶν ἐλευθέρων πολιτικῶν θεσμῶν τῆς χώρας. Ἐὰν ἔχωμεν ἐλευθέρους πολιτικοὺς θεσμούς, ἐὰν θέλωμεν νὰ λέγωμεν ὅτι ἔχομεν δημοκρατικὸν πολίτευμα, πρέπει νὰ σεβώμεθα τὴν δικαιοσύνην. Ὅταν φθάνωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐλέγχωμεν τὴν δικαιοσύνην, ὅταν φθάνωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐλέγχωμεν τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν, ὅταν φθάνωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ κλονίζωμεν τὰ θεμέλια τῆς δικαιοσύνης, ἐ τότε, κύριοι, σημαίνει ὅτι ἐνεργοῦμεν διὰ τὴν πλήρη καταστροφὴν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν καὶ τοῦ δημοκρατικοῦ μας πολιτεύματος, διότι δὲν ἐννοεῖται καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξουν οὔτε ἐλεύθεροι θεσμοί, οὔτε ἐλεύθερον δημοκρατικὸν πολίτευμα, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀνεξαρτησία καὶ κατοχύρωσις δικαιοσύνης. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ὅταν πρὸ ὀλίγων ὡρῶν ἠκούσθησαν φωναὶ «δικαστικὸν σκάνδαλον», «αἶσχος», ἐνόμιζα ὅτι ὤφειλα νὰ ἐπέμβω καὶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐπιτρέπονται τοιοῦτοι χαρακτηρισμοὶ κατὰ τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης νὰ ἀκούωνται ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ ἀκριβῶς αἱ σκέψεις αὗται μὲ ὡδήγησαν νὰ ἐρωτήσω καὶ νὰ ζητήσω νὰ λύσω τὴν ἀπορίαν μου. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων καὶ ὑπουργὸς τῆς Ἐργασίας, διὰ τὸν ὁποῖον οὐδὲ διεννοήθην ποτὲ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἀναμεμιγμένος εἰς τοιαύτας πράξεις, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐζήτησε τὴ σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καὶ διερωτῶμαι. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ τί πρόκειται νὰ κάμῃ; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βενιζέλου, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἀμφιβάλλει. Ὅταν ὑπάρχῃ ἕνα βούλευμα, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ μετὰ τοιαύτης σαφηνείας ἐξετάζει τὰ θέματα καὶ ὅταν μάλιστα ἡ δικαιοσύνη ἀπετέλεσε πλήρως τὰ καθήκοντά της. Ἐάν, κύριοι, ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν της τὸ ἔργον καὶ τὰς συνειδήσεις τῶν δικαστῶν, ἔ, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρέπει νὰ τὸ σκεφθῆτε πολύ, ἐὰν πρόκειται νὰ φθάσητε εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν.
§137Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπουργ. Ἐργασίας). Ὑπῆρξα ἀρκετὰ σαφής. Δὲν εἶπον νὰ συσταθῇ ἐπιτροπή, διὰ νὰ ἐλέγξῃ τὴν δικαιοσύνην. Ἐζήτησα νὰ ἐξακριβωθῇ ποῦ ὀφείλεται ἡ ἀπόφασις τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ δικαιοσύνη καὶ τὴν συσχέτισε μὲ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ λαθρεμπορίου καὶ τοῦ σημειωματαρίου.
§138Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, χαίρω εἰλικρινῶς, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν δύναται κἂν νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἐλέγχου. Διότι τὸ βούλευμα δὲν ὡμίλησεν οὔτε δι’ ὑμᾶς, οὔτε διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην, περὶ συμπράξεως εἰς τὸ λαθρεμπόριον. Ὅταν, κ. Πρόεδρε, ἀνεφέρετο τὸ ὄνομά σας, εἴτε μία, εἴτε δύο φοράς, τοῦτο καὶ μόνον ἐπέβαλεν εἰς τὴν δικαιοσύνην νὰ ἐρευνήσῃ διὰ νὰ ἴδῃ τί σχετικῶς συμβαίνει. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι εἶχεν ὑπονοίας καθ’ ὑμῶν ἢ τοῦ κ. Μαρκεζίνη. Τί νὰ ἐξετάσῃ συνεπῶς ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή;
§139Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Δὲν θέλω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ πιστεύσῃ κανεὶς ὅτι ὑπάρχει ὑπόνοιά τις διὰ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος, ἀλλὰ ἡ διαφορὰ ἔγκειται εἰς τὸ ἑξῆς. Ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ κ. Μαρκεζίνη ἀνεγράφετο εἰς τὸ σημειωματάριον τοῦ κ. Νικολαΐδη, ἐνῷ ἡ ἰδική μου, ἦτο πρᾶξις ἐντελῶς συμπτωματική. Ἦτο δάνειον φιλικόν. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συσχετισμός.
§140Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἔγραφεν τὸ ἡμερολόγιον. Καθὼς ὅμως ἐκ τοῦ βουλεύματος προκύπτει, νομίζω ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, διότι ἐφ’ ὅσον φαίνεται κάποια δοσοληψία, ἄσχετον ἂν θελήσατε νὰ ἐξυπηρετήσητε φίλον σας πρέπει ἡ ἀνάκρισις νὰ ἀποσαφηνίσῃ τὸ ζήτημα. Ἐκ τοῦ βουλεύματος προκύπτει ὅτι κατετέθησαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν στοιχεῖα τινά, τὰ ὁποῖα ἀποκαλύπτουν, ὅτι παρεδόθη ὡρισμένον ποσὸν εἰς τὴν γυναῖκα τοῦ Νικολαΐδη διὰ νὰ τὰ πάῃ εἰς τὸν κ. Βενιζέλον. Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι οἵαν ἀφορμὴν εἶχε νὰ ἐρευνήσῃ διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην ἢ τὸν κ. Λυκουρέζον, οἵαν ἀφορμὴν εἶχε νὰ ἐρευνήσῃ καὶ δι’ οἱονδήποτε ἄλλον. Φυσικὰ ἡ ἀνάκρισις μὲ τὸν θόρυβον, ποὺ ἔγινε, εἶχε καθῆκον νὰ ἐξαντλήσῃ κάθε λεπτομέρειαν. Ἐξ αὐτοῦ ὅμως δὲν προκύπτει ὅτι ὑπῆρξεν ὑπόνοια ἐναντίον σας. Γνωρίζετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὴν ἀνάκρισιν ἁπλαῖ ἐνδείξεις καὶ ἂν ὑπάρχουν, χρέος τοῦ ἀνακριτοῦ εἶναι νὰ ἐνεργήσῃ ἵνα διαπιστώσῃ τὰ γεγονότα, ὁπότε τότε καὶ μόνον προκύπτει καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας. Τὸ γεγονὸς ὅτι οὔτε ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, οὔτε διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην, οὔτε διὰ τὸν κ. Θεοτόκην, ἀφήνει τὴν ἐλαχίστην ὑπόνοιαν τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων τῆς δικαιοσύνης, μὲ κάνει νὰ διερωτῶμαι καὶ νὰ λέγω: τί θὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή; Νὰ ἔλθῃ νὰ πῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει σκιὰ ὑπονοίας δι’ ὑμᾶς; Αὐτὸ τὸ ξέρουμε. Δὲν τὸ εἶπεν οὐδεὶς τοῦτο. Οὔτε δι’ ὑμᾶς, οὔτε διὰ τὸν κ. Μαρκεζίνην, οὔτε διὰ τὸν κ. Θεοτόκην. Τί νὰ κάνῃ ἡ ἐπιτροπή, νὰ ἐλέγξῃ τὴν πολιτείαν σας; Τὴν δικαιοσύνην, μήπως;
§141Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Βεβαίως.
§142Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τότε διαφέρει, διότι προηγουμένως εἴπατε, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐλέγξῃ τὴν δικαιοσύνην.
§143Σ. ΣΑΒΒΙΔΗΣ. Τὰ αἴτια τῆς συσχετίσεως.
§144Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὁ ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων μοῦ εἶχεν ἀποκλείσει πρὸ ὀλίγου ὅτι ἔργον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς εἶναι νὰ ἐλέγξῃ τὴν δικαιοσύνην. Τώρα ὅμως τὸ ὁμολογεῖ. Μετὰ τὴν ἐπίσημον ταύτην δήλωσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, νομίζω ὅτι διὰ μίαν ἀκόμη φοράν, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, ἐπὶ τοῦ θέματος.
§145Ν. ΖΕΡΒΑΣ. Ἐδήλωσα προηγουμένως ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν θὰ ἤθελον, οὔτε κἂν νὰ ἀκουσθῇ καὶ μία λέξις ἀπόψε. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων, συζητοῦμεν μόνον τὸ θέμα αὐτό, ὡς ἂν νὰ ἐπρόκειτο μόνον περὶ αὐτοῦ. Δὲν θὰ γίνω ἐγὼ συνήγορος τῶν ὅσων λέγει ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων, διότι εἶναι ἱκανὸς νὰ προστατεύσῃ τὴν ὀρθότητα τῶν λεγομένων του. Ὀφείλω ὅμως νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι μόνον αὐτὸ τὸ παράδοξον, τὸ ὁποῖον συνέβη, φίλτατε κ. Λυκουρέζε. Ὅταν θὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν τὸ θέμα τῶν ἐπερωτήσεων σχετικῶς μὲ τὰς ὑποθέσεις αὐτάς, ἔχω ἕνα ἰδικόν μου προσωπικὸν τὸ ὁποῖον θὰ πείσῃ καὶ ὑμᾶς καὶ τὴν Βουλήν.
§146Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσύνης)...(Δὲν ἠκούσθη).
§147Π. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Σεῖς, κ. ὑπουργέ, γίνεσθε κατ’ ἐπάγγελμα συνήγορος, διότι νομίζετε, ὅτι ἐπειδὴ εἶσθε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ἔργον σας καὶ τοῦτο. Κύριε Πρόεδρε, κύριε ἀρχηγὲ τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος, μοῦ ἐκάματε μίαν διακοπὴν καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν ἀπάντησιν. Ὅταν ἐζητήσατε νὰ μοῦ κάμητε τὴν διακοπὴν ἐσκέφθην πρὸς στιγμήν, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ τὴν δεχθῶ, ὄχι δι’ ἄλλον τινα λόγον, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς προστατεύσω, στρατηγέ μου, καὶ νὰ μὴ εἴπητε αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπατε. Τὸ ἐφοβούμην, διότι τὸ εἴπατε καὶ δημοσίᾳ. Πιστεύσατέ με, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ τὴν διακοπήν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε, προσεφέρατε κακὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν λαόν. Καὶ ἂς μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι μόνον ὡς ὑπουργόν, ἀλλὰ καὶ ὡς κ. Μελᾶν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἕνα παρελθὸν καὶ μίαν παράδοσιν ὑπὲρ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν τῆς χώρας, δὲν ἤθελα νὰ ἀκούσω τὴν διπλωματικὴν φράσιν, ὅτι «εἶναι τοὐλάχιστον βαρὺς ὁ χαρακτηρισμός». Ἤθελα νὰ ἀκούσω μίαν κατηγορηματικὴν δήλωσιν, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη εἶναι ἀδιάβλητος, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ δικαιοσύνη δὲν δύναται νὰ ὑπόκειται εἰς ἔλεγχον. Αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν, κύριοι βουλευταί, ἤθελα νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ βλέπω λοιπὸν ὅτι ὀρθῶς ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα. Διότι ἐκ τῶν δηλώσεων αἱ ὁποῖαι παρενεβλήθησαν προκύπτει προφανῶς ὅτι ἡ δικαιοσύνη τίθεται ὑπὸ ἔλεγχον. Δηλαδὴ καταργοῦμεν ἀπολύτως τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν καὶ θέτομεν τὴν δικαιοσύνην ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι βαρεῖαι διὰ τὸν λαόν. Τί ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ κάμῃ ἡ δικαιοσύνη; Νομίζω ὅτι ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν ἐπιγνώσει τοῦ φακέλλου, ἐν ἐπιγνώσει τῶν στοιχείων, πρέπει νὰ σκέπτεται ὅπως σκεπτόμεθα ἐγὼ καὶ σεῖς, ὁ Α ἢ ὁ Β καὶ νομίζετε ὅτι δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ὑπὸ ἔλεγχον τὴν συνείδησιν τοῦ δικαστοῦ; Εἶναι λυπηρόν, κύριοι, καὶ ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Βενιζελικῶν Φιλελευθέρων ἔχῃ κάποιον προσωπικὸν λόγον, νὰ παρασυρθῇ εἰς μίαν τοιαύτην ἀντίληψιν. Εἶναι προφανῆ τὰ ἐλατήρια τῶν ἄλλων κυρίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὸν ἔλεγχον τῆς δικαιοσύνης, διότι μόνον μὲ βάσιν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐλέγχηται τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, μόνον μὲ αὐτὴν τὴν βάσιν, κύριοι βουλευταί, εἶναι δυνατὸν νὰ διαιωνίσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ εἶναι δυνατὸν κατοχυρούμενοι ὄπισθεν τοῦ βήματος τούτου καὶ τῆς ἀσυλίας, τὴν ὁποίαν παρέχει, νὰ ὑβρίζωμεν τὸν Μαρκεζίνην λαθρέμπορον. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπισήμως, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καταγγέλλω. Ἀλλὰ ἀνεξαρτήτως τούτου, κύριοι βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, διαστέλλων τὰς ποινικὰς εὐθύνας, ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ εὐθυνῶν ἠθικῶν. Διέκρινε τὰ πράγματα εἰς δύο κατηγορίας. Ἡ μία λέγει, εἶναι ἡ κατηγορία τῶν εὐθυνῶν τοῦ λαθρεμπορίου. Βλέπετε ὅτι τὸ βούλευμα διὰ τὰς εὐθύνας περὶ λαθρεμπορίου δὲν εἶναι τίποτε. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσωμεν ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ, εἶπεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Σοσιαλιστικοῦ καὶ Δημοκρατικοῦ Κόμματος. Κατόπιν αὐτοῦ ὡμίλησε περὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς παραμονῆς ἢ ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Νέου Κόμματος. Εἶπεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος: «περὶ τῶν ποινικῶν εὐθυνῶν τῆς λαθρεμπορίας θὰ ὁμιλήσωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν κατατεθεισῶν ἐπερωτήσεων. Διότι λέγει, τὸ γεγονὸς ὅτι τὴν ἰδίαν ἡμέραν καθ’ ἣν ὡρκίζετο ἡ Κυβέρνησις, ἄλλοι τοῦ αὐτοῦ κύκλου ἀνήρχοντο εἰς τὸ ὑπουργικὰ ἀξιώματα καὶ ἄλλοι τοῦ αὐτοῦ κύκλου κατήρχοντο εἰς τὰς φυλακάς». Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν διὰ νὰ τὸν ἐρωτήσω ποῖος εἶναι ὁ στενὸς αὐτὸς κύκλος καὶ τὶ εἶναι αὐτὴ ἡ εἰκὼν καὶ τὶ ὑπονοίας καὶ τὶ ἐντυπώσεις δημιουργεῖ καὶ μὲ τὶ δικαίωμα τολμᾶτε, κ. ἀρχηγέ, νὰ δημιουργῆτε τοιαύτας ἐντυπώσεις, ὅταν ἔχετε μίαν ἀπόφασιν τῆς ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία σᾶς ἀποκλείει πάντα σύνδεσμον τῶν λαθρεμπόρων πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ ὁμιλῶν περὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς παραμονῆς ἢ τῆς ἀπομακρύνσεως, τοῦ Νέου Κόμματος εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος εἶπεν ὅτι θὰ ἤθελε «μίαν γενναίαν καὶ τιμίαν πρᾶξιν» νὰ παραιτηθῇ ἀμέσως ὁ κ. Μαρκεζίνης. Εἶναι νέα θεωρία κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κίτρινος τύπος καὶ ὁ τεχνικὸς θόρυβος τοῦ πεζοδρομίου, ἠμπορεῖ νὰ ρίχνουν καὶ νὰ ἀνεβάζουν εἰς τὴν ἐξουσίαν Κυβερνήσεις. Γενναία καὶ τιμία πρᾶξις θὰ εἶναι ποία; Νὰ μὴ μεταφέρωνται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἀπὸ ἐπίσημα στόματα οἱ ρύποι τοῦ πεζοδρομίου καὶ τοῦ κιτρίνου τύπου. Αὐτὴ εἶναι γενναία καὶ τιμία πρᾶξις. Καὶ ἐτόνισεν ὁ κ. ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ καὶ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος διὰ δευτέραν φοράν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἠκούσαμεν καὶ ἄλλοτε νὰ τὸ ὑποστηρίζῃ καὶ τὸ ἐμνημόνευσε καὶ σήμερον, ὅτι ἐπὶ τῶν ἠθικῶν ζητημάτων ἀντιπολίτευσις δὲν ὑπάρχει. Ὀρθὴ ἀρχή, ἀρχὴ ὀρθοτάτη, ὅτι ἐπὶ θεμάτων ἠθικῆς τάξεως δὲν ὑπάρχει συμπολίτευσις, δὲν ὑπάρχει ἀντιπολίτευσις, δὲν ὑπάρχουν ἀντίπαλοι πολιτικοί. Ἀλλά, κ. ἀρχηγέ τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, ἀρχὴ ὡραιοτάτη, ἀλλ’ ὄχι κενὸς λόγος, διότι κενὸς λόγος εἶναι, ὅταν ἐξαγγέλεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὴν παραβιάζομεν ἀφ’ ἧς τὴν ἐξαγγέλομεν. Διότι τί ἄλλο ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἡ μεταφορὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῶν ρύπων τοῦ πεζοδρομίου διὰ τὴν ἱκανοποίησιν πολιτικῶν ἐλατηρίων, ἐλατηρίων πολιτικῶν καὶ μόνον; Κύριοι βουλευταί, μετὰ τὸ βούλευμα καὶ τὴν πανηγυρικὴν ἀπόφασιν τῆς Δικαιοσύνης, δὲν νομίζω ὅτι μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ὑπεισέλθω εἰς περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς ὑποθέσεως. Δι’ ὅσους ἀναγνώσουν μὲ καλὴν πίστιν καὶ ἀντικειμενικότητα τὸ πράγματι ἐξαιρετικῶς ἐμπεριστατωμένον τοῦτο δικαστικὸν πόρισμα, δὲν δύναται νὰ τοὺς μείνῃ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι ὅλος ὁ δημιουργηθεὶς θόρυβος ἐπὶ δύο ὁλοκλήρους μῆνας ἐναντίον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Νέου Κόμματος, δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ μία καθαρὰ ἀχαρακτήριστος συκοφαντικὴ ἐκστρατεία. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν, ζητήματα ἠθικῆς τάξεως διὰ τὴν Κυβέρνησιν, αὐτὰ εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα ἐν ἄλλῳ χρόνῳ θὰ χειρισθῶ. Ἀλλὰ πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος ἐπιθυμῶ τοῦτο νὰ προσθέσω. Θὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ πάλιν τὸν κ. ἀρχηγὸν τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος. Ὡμίλησε περὶ ἀπειλῶν κατὰ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν νὰ μὲ ἀκούσῃ. Ἐὰν κινδυνεύουν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοὶ εἰς τὴν χώραν ταύτην, ἐκινδύνευσαν καὶ κινδυνεύουν ἀπὸ τὴν δημοκοπικὴν καλλιλογίαν, εἰς τὴν ὁποίαν προσετέθη ἀπὸ διμήνου καὶ ἡ συκοφαντικὴ ἔστω ὡραιολογία. (Χειροκροτήματα).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§149Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, θὰ ψηφίσω ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν ρητὴν δήλωσιν, ὅτι μὲ ὅλην μου τὴν ψυχὴν ἀνήκω εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα. Ἀνήκω εἰς τὸ Λαϊκὸν Κόμμα κατὰ τὸ πολίτευμα, συμφώνως πρὸς τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἰσχυρίζομαι ὅτι ἔχω πρὸς τὸ πολίτευμα. Διότι, ὅταν λέγωμεν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐννοοῦμεν κατὰ 95% τοὐλάχιστον τὸν Πρωθυπουργόν. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι ᾐσθάνθην κάποιαν εὐχαρίστησιν, ὅταν ἐπανελήφθη ἀπὸ κάποιον, πρὸ ὀλίγης ὥρας, ἡ φράσις μου, ἀπὸ κάποιον ἰσχυριζόμενον ὅτι εἶναι μέγας ρήτωρ. Τὴν φράσιν αὐτὴν τὴν ὑποστηρίζω συστηματικῶς, ἀπὸ τοῦ 1925, εἰς μελέτας μου καὶ ἄρθρα μου, εἰς περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδας καὶ εἰς λόγους μου, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. «Ὁ Πρωθυπουργός, ὁ Κυβερνήτης», ὡς ἔγραφον ἄλλοτε ποτὲ εἰς τὸ περιοδικὸν «Ἐργασία» «εἶναι ὁ εἷς Κοίρανος, εἷς Βασιλεύς». Κατὰ τὸν Ὅμηρον, κύριοι, δὲν ὑπάρχει πρωθυπουργός. Δὲν εἶναι ἡ φράσις μου ἀπάνθρωπος, εἶναι φιλόπατρις. Ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος, λέγω καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ὑπῆρξεν εὐφυὴς καὶ γενναῖος ἀνήρ, ὑπῆρξε δὲ καὶ φίλος μου. Καθὼς γνωρίζετε, κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀντηλλάξαμεν ἀσπασμόν, ἀλλά, δὲν εἶναι Πρωθυπουργός. Διεξάγεται συζήτησις πρὸς ἐμπιστοσύνην ἢ μὴ ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀπουσιάζει ὁ Πρωθυπουργός! Συνέβη ποτέ αὐτὸ εἰς ἅπασαν τὴν κοινοβουλευτικὴν οἰκουμένην; Καὶ τὸν ἀναπληρώνει ποῖος; Μὴ βουλευτής!! Ὑπάρχομεν 354 βουλευταί, πῶς ἐθεωρήθη ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἀπὸ μερικὰ συμβούλια τραπεζιτικά, ὁ μὴ βουλευτὴς καὶ νὰ ἀναπληρώνῃ τὸν Πρωθυπουργόν; Ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀπουσιάζῃ καὶ ἐκεῖνος, τὴν στιγμὴν ταύτην; Διότι καὶ ἐκεῖνος, ἐπιτρέψατέ μου νὰ τὸ εἴπω, δὲν ἔχει τὴν ἀντοχήν μου. (Γέλωτες).
§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι πρεσβύτερος;
§151Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἓν λέγειν εἶναι πρεσβύτερος, κατὰ τὸ ἄλλο εἶναι νεώτερος! Ἂς παίξωμεν καὶ ὀλίγον, κύριοι, διὰ νὰ ἐνδυναμωθῶμεν εἰς τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Εἶναι τὸ δυστύχημα τῆς Ἑλλάδος τεράστιον, ἀνυπολογίστου κακότητος καὶ ὀλεθριότητος, διότι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις, τὰς δυσχερεστέρας τῆς ἱστορίας της, δέν ἔχει Κυβέρνησιν. Ἐ, κύριοι βουλευταί, ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς παρακαλέσω, καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος, τὸ ἀξιῶ νὰ τὸ ἀντιληφθῆτε καλῶς καὶ νὰ τὸ αἰσθανθῆτε βαθέως· αὐτό, τὴν εὐθύνην μας δηλαδή, διότι ἀπέναντι τῆς ἱστορίας ἔχομεν καὶ ἡμεῖς εὐθύνην βαθυτάτην. Ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι εἰς τὸ νὰ μὴ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις. Κυβέρνησις κατὰ τὸ πολίτευμά μας, εἶναι καταφανὴς ἡ Κυβέρνησις τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος. Καὶ κατὰ ἕνα κανόνα ὅτι «ἡ πολιτικὴ εἶναι ἡ ἡ τέχνη τῶν συμβιβασμῶν», κατὰ παραδείγματα ἀληθῶς κοινοβουλευτικῶν ἄλλων Κρατῶν, Κυβέρνησιν θὰ ἐπετρέπετο, θὰ συνεβιβάζετο, θὰ ἔπρεπε, θὰ ἐπεβάλλετο, νὰ σχηματίσουν τὸ Λαϊκὸν καὶ τὸ ἕτερον μέγα Κόμμα, τὸ Βενιζελικόν. Ἐγὼ δὲν ἀποδίδω δύο ὀνόματα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, καὶ ὅταν κάποτε ἔγραφον οἱ ἄλλοι τῶν Φιλελευθέρων, ἐγὼ ἔγραφον εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀνήκω εἰς τὸ Βενιζελικὸν Κόμμα, διότι καθὼς εἶπον, ὅτι κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι κατὰ 95% ὁ Πρωθυπουργός, ὁμοίως λέγω ὅτι καὶ Κόμμα εἶναι κατὰ 99% ἀρχηγός. Τὸ δεύτερον κόμμα εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι τὸ Βενιζελικόν. Τὸ ἔγραψα πολλάκις καὶ τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, θὰ τὸ λέγω, ἐφ’ ὅσον θὰ εἶναι ἀνάγκη διὰ νὰ σωθῇ ἡ κινδυνεύουσα Πατρίς μας, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην καὶ εἰς τὸν κ. Βενιζέλον νὰ δώσουν τὰς χεῖρας καὶ νὰ δώσουν εἰς τὴν κινδυνεύουσαν πατρίδα πραγματικὴν Κυβέρνησιν. Καὶ διὰ ταῦτα θεωρῶ βαρύτατα ὑπευθύνους ἀπέναντι τῆς πατρίδος καὶ ἡμᾶς ὅλους, ἐὰν δὲν καταψηφίσωμεν τὴν δῆθεν ταύτην Κυβέρνησιν, διότι δῆθεν Κυβέρνησις εἶναι. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Ἐν ὀνόματι τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς πολιτικῆς μας ἱστορίας καὶ τῆς οὕτως εἰπεῖν κοινοβουλευτικῆς μας νομολογίας, ὅταν κατεστράφη ἡ Καρδίτσα, ἡ Νάουσα, τὸ Καρπενῆσι, δὲν παρητήθη οὔτε εἷς ὑπουργός. Μία συγκέντρωσις ἐγένετο εἰς ἓν χωρίον τῆς Ἠλείας. Καὶ ὁ πατὴρ τοῦ Προέδρου μας, ὁ Γ. Θεοτόκης, ὁ Κερκυραῖος ἱππότης παρητήθη, ὁ ἱππότης λέγω, ὁ ὑπερήφανος πολιτικὸς ἀνήρ, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ γραφοῦν σελίδες σοβαρώταται εἰς τὴν ἱστορίαν μας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι κατεστράφησαν τρεῖς πόλεις καὶ προσεπάθησαν νὰ καλύψουν τὰς καταστροφὰς ἐκείνας μὲ εὐχάριστά τινα τελευταῖα γεγονότα, καὶ δὲν παρητήθη οὔτε εἷς ὑπουργός!
§152Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπ. Στρατ.). Αὐτὰ εἶναι προγενέστερα τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως.
§153Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμως προγενέστεροι ὅλοι οἱ σημερινοὶ ὑπουργοί. Ὑμεῖς δὲν εἶσθε προγενέστερος, ἀλλὰ ἄλλοι τινὲς εἶναι καὶ προγενέστεροι καὶ μεταγενέστεροι. Νὰ παραιτηθῇ ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ παραιτηθῇ ὁ τότε Πρωθυπουργός.
§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;
§155Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἀνύπαρκτος. Ὁ οὐσιαστικῶς ἀνύπαρκτος! Ἀλλὰ ἐκτὸς τούτου δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἐγὼ ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διατηρεῖ εἰς τὰς τάξεις της ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Τάξεως καὶ τὸ πρῶτον ἔγγραφόν του, ἦτο «ὁ ἐθνικὸς στρατὸς τοῦ ΕΛΑΣ»!!
§156Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Ὅταν ἀνεβήκατε εἰς τὸ βῆμα σεῖς ἔφυγε.
§157Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸ καλὸ καὶ νὰ μᾶς γράφῃ! Ἀλλὰ ἀκόμη δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διατηρεῖ ὑπουργὸν τὸν ὀπαδὸν τῆς συμμορίας εἰς τὴν ὁποίαν κυρίως ὀφείλονται αἱ σημεριναὶ συμφοραὶ τῆς Πατρίδος, τῆς συμμορίας, ἡ ὁποία ἐθέσπισε τὸ ἀτιμότατον ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον διαφθείρει τὴν ἑλληνικὴν νεολαίαν! Δὲν δύναμαι νὰ ἀνεχθῶ αὐτὴν τὴν παράβασιν τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου δηλαδὴ 107 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐψηφίσθη κατόπιν μάχης σκληρᾶς εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς καὶ κατόπιν τούτου ἐψήφισεν ἡ ὁλομέλεια τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον 107. Τὴν καθιέρωσιν τοῦ γλωσσικοῦ μαλλιαρισμοῦ. Ἤρχισαν οἱ Ἰουνῖται πρῶτοι διὰ νὰ μᾶς πάρουν τὸ προνόμιον τῶν Ἁγίων Γραφῶν. Μετὰ ταῦτα οἱ ἐκκλησιαστικοὶ τοῦ Τσαρισμοῦ εἰς τὴν Ρωσίαν, ἀποβλέποντες μετὰ τὸ Πατριαρχεῖον τῆς Ἀντιοχείας, νὰ πάρουν καὶ τὸ Πατριαρχεῖον τῶν Ἱεροσολύμων, μετὰ ταῦτα ὁ Πανσλαυϊσμὸς καὶ ἐπὶ τέλους ὁ πανσλαυϊστικὸς Κομμουνισμὸς διὰ τῆς πνευματικῆς καὶ ἑπομένως καὶ συναισθηματικῆς ἀπαθλιώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Διότι, κύριοι, διδάσκει ἀναμφιβόλως ἡ ψυχολογία, τὴν ὁποίαν ἢ ἀγνοοῦν ἢ διαστρέφουν οἱ ἀγράμματοι ἄνθρωποι, οἱ παντελῶς ἀμαθεῖς μαλλιαροὶ μαθηταὶ κακῶν ἑλληνικῶν σχολείων ἢ τάξεώς τινος τοῦ Γυμνασίου καὶ ἐμφανισθέντες μετὰ ταῦτα εἰς ἐφημερίδας, εἰς περιοδικά, εἰς τὴν τάχα λογοτεχνίαν, ἀγνοοῦν, ἢ δὲν θέλουν νὰ ἀποδεχθοῦν ὅτι ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἐκφράσεως, ἐξαρτᾶται ἡ σκέψις καὶ ἀπὸ τῆς σκέψεως ἐξαρτᾶται τὸ συναίσθημα, δηλαδὴ ἀπὸ τοῦ τρόπου τῆς ἐκφράσεως διαπλάσσεται ὁ νοῦς καὶ συγκροτεῖται ὁ χαρακτὴρ τῶν ἀνθρώπων. Τὸ σύστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκχυδαΐζει τὴν ἔκφρασιν εἰς τὸν τόπον μας, οὐχὶ ἁπλῶς ἀσεβεῖ πρὸς τὴν ἱστορίαν μας τὴν πρὸ τοῦ 1821 καὶ μετὰ ταῦτα πρὸς ὅλας τὰς ἐθνικὰς Συνελεύσεις μὲ τὰ κείμενα τῶν Συνταγμάτων μας, πρὸς ὅλα τὰ Δικαστήριά μας καὶ τὰ γλωσσικὰ κείμενα τῶν ἀποφάσεών των πρὸς ὅλας ἀκόμη τὰς συναναστροφάς τῶν εὐπαιδεύτων ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ σταθεροποιεῖ, λέγω ὁ τρόπος αὐτὸς ὁ χυδαῖος, τῆς ἐκφράσεως, τὴν πνευματικὴν καὶ συναισθηματικὴν κατάστασιν τοῦ λαοῦ μας. Διότι προφανὲς εἶναι ὅτι σταματᾷ τῆς σκέψεως ἡ καλλιέργεια καὶ τοῦ συναισθήματος ἡ ἀνύψωσις, τοὐτέστιν ὁ νοῦς καὶ ὁ χαρακτὴρ ἑνὸς λαοῦ καταπίπτει. Ὁ πανσλαβικὸς κομμουνισμὸς διὰ τοῦ γλωσσικοῦ μαλλιαρισμοῦ ἀποβλέπει εἰς τὴν κατάπτωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ διὰ τοῦτο ἐφθάσαμεν νὰ ἔχωμεν πλήθη προδοτῶν ὁλόκληρα, σήμερον καὶ μέγα μέρος αὐτῶν νὰ εἶναι τέως διδάσκαλοι! Καί διὰ τοῦτο κατηντήσαμεν (διότι δὲν θέλετε νὰ τὸ ἀντιληφθῆτε), κ. κ. συνάδελφοι, νὰ ἔχωμεν τώρα οὐσιαστικὸν Κυβερνήτην, ἀφήσατε τὸν τυπικὸν καὶ ἄρα ἀνύπαρκτον, οὐσιαστικὸν Κυβερνήτην μας, ἕνα ἐκ τῶν ἱδρυτῶν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου καὶ ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἕνα λυσσασμένον μαλλιαρομάλλιαρον! Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ μειδιᾷ πολιτικός τις, τὸν ὁποῖον λατρεύω, τοῦ ὁποίου τὸ ἠθικὸν ὕψος θαυμάζω, ἀλλὰ ἐναντίον τοῦ ὁποίου ἐπίσης κατακρίνω αὐτὴν τὴν ἀπροσεξίαν, νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀντιληφθῇ τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ στοιχειώδη ψυχολογίαν, ὅτι ὁ νοῦς καὶ ὁ χαρακτήρ τῶν ἀνθρώπων ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζονται καὶ βλάπτει ἀνυπολογίστως τὴν ὡραίαν του ψυχὴν καὶ τὴν πίστιν του εἰς τὰ εὐγενῆ ἰδανικὰ καὶ διὰ τοῦτο ἐνίοτε παρεκτρέπεται. Ἐφ’ ὅσον ὁ Ρέντης καὶ ὁ Τσάτσος εἶναι εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Μετέβη ὁ Τσάτσος εἰς τὰς ἑορτὰς τοῦ Μεσολογγίου καὶ δὲν ἠρώτησε πῶς ἐγράφοντο τοῦ Μάρκου Μπότσαρη αἱ διαταγαί, δὲν ἠρώτησεν εἰς ποῖον γλωσσικὸν εἶδος ἐξεδίδετο ἡ ἐφημερίς, ἡ ὁποία ἐξεδόθη εἰς τὸ Μεσολόγγιον, ἀλλὰ μὲ λέξεις χυδαίας καὶ μὲ παχυλὴν ἄγνοιαν ἀκόμη αὐτῆς ἔτι τῆς δημώδους γλώσσης τῶν χωρικῶν, διότι παχυλὴν ἄγνοιαν μαρτυρεῖ τὸ ὅτι λέγει «στοιχειὸ» τὸ «στοιχεῖον», τὸ ὅτι λέγει «διδάχοι» ἀντὶ «διδάσκαλοι». Στὸ πρῶτον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη εἰς τὴν Πατρίδα μας, τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1922, ἦτο συντεταγμένον εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν πεπαιδευμένων Ἑλλήνων, εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Εὐγ. Βούλγαρη, τοῦ Κοραῆ, τοῦ Π. Καλλιγᾶ, τοῦ Βασιλείου Οἰκονομίδου, τοῦ Κων. Παπαρρηγοπούλου καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἀλεξ. Κουμουνδούρου καὶ τοῦ Χαρ. Τρικούπη, τοῦ Θεοδώρου Δηλιγιάννη καὶ τοῦ Γεωργίου Θεοτόκη, εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Σχινᾶ, τοῦ πρώτου πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου μας, καταγομένου ἐξ Ἀδριανουπόλεως, τοῦ Π. Καρολίδη, τοῦ σοφοῦ ἱστορικοῦ μας ἀπὸ τὴν Καισάρειαν, τοῦ Ἀποστολίδου τοῦ πρώτου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν καταγομένου ἐκ Κρήτης. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπέροχοι ἄνθρωποι ἐδημιούργησαν τὴν Πατρίδα μας, καθιέρωσαν τὸ Πολίτευμά μας, ἐχάραξαν τοὺς δρόμους τῆς προόδου μας καὶ μὲ τὸ ἄτιμον αὐτὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα τοῦ μαλλιαρισμοῦ προσπαθοῦν τώρα οἱ προδόται νὰ ἀπαθλιώσουν τὸν λαόν μας, νὰ κατορθώσουν τὴν κατάπτωσιν τοῦ Ἔθνους μας. Γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, γνωρίζετε ἕνα προδότην, ἕνα κουκουέν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι λυσσασμένος μαλλιαρός, σχεδὸν ὅσον καὶ ὁ ἀπέναντί μου Κωστάκης Τσάτσος; Ἀνεγνώσατε τὰς ἐφημερίδας των, ἢ ὄχι; Ἀνεγνώσατε τὰ ἀνακοινωθέντα των ἢ ὄχι; Πῶς ἐκφράζονται; Ἐκφράζονται καθὼς σκέπτονται, ἐκφράζονται καθὼς αἰσθάνονται, ἐκφράζονται ὡς προδόται καὶ διὰ τοῦτο σκέπτονται καὶ αἰσθάνονται καὶ ἐνεργοῦν ὡς προδόται, ἂν θέλετε νὰ τὸ ἀντιληφθῆτε καὶ νὰ μὴ παραπλανᾶσθε οἰκτρότατα ὅτι τάχα τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἶναι τυπικὸν καὶ δὲν εἶναι τὸ ἀπολύτως οὐσιαστικώτατον ὅλων τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων μας. Ἀλλά, κύριοι, ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ διότι εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα τῶν ἔργων της καὶ τῶν καθηκόντων της παρεξετράπη. Κύριοι, ἡ πολιτική, «ἡ μεγίστη καὶ χαλεπωτάτη τῶν ἐπιστημῶν», ὅπως εἶπεν ὁ θεῖος Πλάτων, ἡ πολιτικὴ δὲν εἶναι μόνον ἐπιστήμη, εἶναι καὶ κἄτι ἄλλο, εἶναι μία ἠθικὴ ἰδέα ὑψίστη, εἶναι κάτι περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ γυνὴ τοῦ Καίσαρος. Δὲν ἀρκεῖ, εἶπεν ὁ Καῖσαρ, ἡ γυνή του νὰ εἶναι ἔντιμος, πρέπει καὶ νὰ θεωρῆται ἔντιμος. Ἔχω, κύριοι, ἐγὼ τὸ δικαίωμα, παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρῆτε διότι ὁμιλῶ μὲ αὐτὸ τὸ ὕφος, διότι καὶ ἄλλοτε ἔχω ἰσχυρισθῆ, ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς κυττάζω ὅλους, ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν, κατάματα. Ἀλλὰ καὶ διότι καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀπέδειξα τὸν χαρακτῆρά μου. Μόλις ἠκούσθη, κατὰ μίαν φραστικὴν παρεξήγησιν, κἄτι διὰ τὸν υἱὸν τοῦ ἀλησμονήτου ἀδελφικοῦ μου φίλου (εἶμαι ὑπερήφανος διὰ τοῦτο, ὅτι ἤμην φίλος του) τοῦ Νικολάου Στράτου, ἀμέσως αὐθημερόν, αὐθωρεί, αὐθοστιγμεὶ ἐδημοσίευσα ἔπαινον διὰ τὴν ἐπιστολήν, τὴν ρητὴν καὶ κατηγορηματικὴν τοῦ υἱοῦ του, τὴν ἀποστομώνουσαν τὸν κάθε ἕνα. Ἄλλος νέος, τοῦ αὐτοῦ κόμματος, εἰς τὴν ἠθικὴν τοῦ ὁποίου πιστεύω, ἐβράδυνε κἄπως, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνος ἐδημοσίευσεν ἐπιστολὴν ρητήν, κατηγορηματικήν. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται κύριος, τὶ ἔπραξεν; Ἐπὶ ἑβδομάδας ὁλοκλήρους ἐσιώπησεν. Ἐγὼ δὲν πρόκειται νὰ ἐκδώσω ἀπόφασιν ποινικήν. Κύριοι, ἐγὼ ἐξετάζω ποία πρέπει νὰ εἶναι, ἀλλὰ καὶ νὰ θεωρῆται ἡ γυνὴ τοῦ Καίσαρος. Καὶ ἐπὶ τέλους ὅταν ἀπεφάσισε κἄτι νὰ εἴπῃ, τί εἶπεν; «Ἐδανείσθην», εἶπεν, «ἐπὶ τόκῳ!». Πῶς ἐδανείσθης ἐπὶ τόκῳ ἀπὸ τὸν μικρομεσίτην γελοῖον ποσόν, ὡς ἰσχυρίζεσαι, ὅταν ἔρχεται ὁ φίλος σου, ὁ κ. Κατσάμπας καί λέγει, ὅτι σοῦ ἔδωκεν ἄνευ τόκου 150 ἑκατομμυρίων δραχμάς; Πῶς κατεδέχθης νὰ δανεισθῇς ἀπὸ τὸν μικρομεσίτην ἐκεῖνον; Ἐγώ, κύριοι, ὁ ὁποῖος, εἶναι γνωστόν, ὅτι εἶμαι βιοπαλαιστὴς πάμπτωχος, ἐδανείσθην κἄποτε, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὄχι ἀπὸ τὸν Νικολαΐδην! Θὰ τοῦ ἔκαμνον τὴν τιμὴν ἁπλῶς νὰ μεταβῶ εἰς τὸ γραφεῖόν του; Πῶς ἐδανείσθης, ἀφοῦ εἶχες φίλους πλουσίους, παμπλούτους, καὶ ἐντιμοτάτους νέους; Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν τοὺς ἐπαινῶ, ἀδιάφορον ἐὰν σήμερον δὲν συμπεριεφέρθησαν ὅπως ἔπρεπε. Ὁ κ. Ζαλοκώστας καὶ ὁ κ. Καρατζένης εἶναι πλούσιοι καὶ δὲν θὰ ἐζήτουν τόκον. Ἐπίσης πλούσιος εἶναι καὶ ὁ κ. Λυκουρέζος, ὁ περισσότερον ἁμαρτωλὸς σήμερον, διότι εἶναι καὶ στενὸς συγγενὴς μου, ἠσέβησεν οὗτος ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι δὲν δύναται ἀπέναντί μου νὰ κάμῃ τὸν γενναῖον, δι’ ὃ καὶ μόλις ἠσέβησεν ἐτράπη καὶ εἰς φυγήν! Ἂν θελήσουν νὰ κάμουν τὸν γενναῖον ἂς ἔλθουν ὅλοι των νὰ ἐπιτεθοῦν καί ἐγὼ μόνος μου. Ἂν δὲν περάσουν καλά, ἂς τὸ ξανακάμουν! Ὁ κ. Καψάλης, ἐπαναλέγω, πλούσιος καὶ ὑπουργός διαπρεπής, διακριθεὶς κατ’ ἐμέ, καί διὰ τὴν συμπεριφοράν του καὶ διὰ τὰς γνώσεις του. Ἐπίσης διεκρίθη καὶ ὁ κ. Γονῆς, χωρὶς νὰ εἶναι πλούσιος, εἶχε καί οὗτος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του ἐπιτυχίαν. Ὅταν ἔχῃς τοιούτους φίλους πλουσίους, ὅταν ἔχῃς τὸν κ. Κατσάμπαν χρηματοδότην ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων δραχμῶν, πῶς θέλεις νὰ μὴ ὑποπτεύωμαι, ὅταν λέγῃς, ὅτι ἐδανείσθης καὶ δὴ ἐπὶ τόκῳ ἀπὸ τὸν Νικολαΐδην; Ἐκδίδω ἀπόφασιν δικαστικήν; Ὄχι, δὲν ἐκδίδω δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἔπαυσεν ἡ γυνὴ τοῦ Καίσαρος νὰ θεωρῆται τιμία! Ὑποπτεύομαι, κύριοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτική. Ἡ πολιτική, δὲ κατακρημνίζεται διὰ τῆς ὑποψίας! Καὶ διότι ἀκόμη μόλις ἤρχισεν αὐτὸς ὁ θόρυβος βλέπω ἐφημερίδας ἐντελῶς ἀντιθέτων πολιτικῶν στρατοπέδων νὰ συμμαχοῦν! Ἔχω ὁμολογίαν τοῦ ἰδίου, ὅτι συνηντήθη μετὰ τοῦ Τσουδεροῦ. Ἔχω ἄλλας πληροφορίας, ὅτι συνηντήθη ὁ στρατηγὸς Α μὲ τὸν στρατηγὸν Β...! Καί ἔχω καὶ ἄλλην ἀφορμὴν νὰ ὑποπτεύωμαι, διότι κύριοι, —ἐν ὀνόματι τῆς Πατρίδος καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Θεοῦ τὰ λέγω αὐτά —ἐφαντάσθησαν οἱ μικράνθρωποι αὐτοί, ὅτι δύνανται νὰ ὑψώσουν τὸ βλέμμα των εἰς τὸ ὕψος τῆς ἰδικῆς μου ἠθικῆς ὑποστάσεως, νὰ προσεταιρισθοῦν ἐμὲ, νὰ προσεταιρισθοῦν ἐμὲ ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος ἐπὶ τέλους–ἐπὶ τέλους εἰς τὸ στάδιον τοῦ ὁποίου, τὸ ἰσχυρίζομαι, ὑψώνω τὴν ὑπόληψίν μου. Ἐπιμένω εἰς αὐτὸ καὶ ἂς ἀκούσω τὰς ἀντιρρήσεις. Πῶς, λοιπόν, μᾶς ἀποκλείετε τὴν ὑποψίαν; Ἀλλὰ ἔρχεται ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις. Ποία ἀπόφασις; ἓν βούλευμα ὑποκείμενον εἰς ἀνακοπὴν καὶ ἀναίρεσιν. Ἓν βούλευμα, καὶ ποίου εἴδους βούλευμα; Τὸν Ἰούνιον, κύριοι, συμπληρώνω 49 ἔτη δικηγορίας καὶ δὲν ἤκουσά ποτε ὅτι ἐξεδόθη βούλευμα, λέγον, ἀθῶος ὁ Α, ἔνοχος ὁ Β, χωρὶς νὰ τοῦ ἀπαγγελθῇ κατηγορία, χωρὶς νὰ ἐγερθῇ κατ’ αὐτοῦ ποινικὴ ἀγωγή, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν δικογραφίαν κατασχετήριον ἔστω τυπικὸν καὶ προκειμένου μάλιστα περὶ βουλευτοῦ νὰ ζητηθῇ πάντως ἄρσις τῆς ἀσυλίας του παρὰ τῆς Βουλῆς. Μὰ τὸν κηρύσσετε ἀθῶον. Καὶ ποῖος τοῦ ἀνέθεσε τοῦ κυρίου δικαστοῦ νὰ τὸν κηρύξῃ ἀθῶον; Κύριοι, προσέχετε, διότι ἀπαιτεῖται καὶ μιά τις εἰδικότης διὰ τὴν διαπραγμάτευσιν αὐτῶν τῶν θεμάτων. Ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη λειτουργεῖ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν. Πῶς ἐκλήθη ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου; Πρώτη αὕτη ἀπροσεξία τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν μοῦ χρησιμεύει ἡ ἀπρόσεκτος Κυβέρνησις. Δὲν τὴν θέλω. Δὲν τὴν ψηφίζω. Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ κληθῇ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ νὰ ἐρωτηθῇ αὐτὸς καὶ ὄχι ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τοῦτο δὲ ἔπρεπε νὰ τὸ συμβουλεύσῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου. Καὶ νὰ μὴ κάμνουν ἀνακοινώσεις, ὅτι θὰ ἐπερατοῦτο ἡ ἀνάκρισις ἐντὸς τῶν ἡμερῶν! Πῶς τὸ ἐγνώριζον αὐτό;
§158Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Αὐτὰ διεψεύθησαν. Πρόκειται περὶ σοβαροῦ ἀνθρώπου καὶ δὲν θὰ ἐπετρέπετο.... (δὲν ἠκούσθη).
§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐδημοσιεύθη ἐντὸς εἰσαγωγικῶν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας ὁμοιομόρφως. Καλῆς ἔστω προαιρέσεως ὁ ἱπποτισμὸς, ἀλλὰ δὲν ἦτο βάσιμος.
§160Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἐδημοσιεύθησαν πολλά. Ἴσως περισσότερα τοῦ δέοντος.
§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πῶς τὸ ἐγνώριζε καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου; Πῶς τὸ ἐγνώριζε περισσότερον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἡ ἀνάκρισις θὰ ἐπερατοῦτο ἐντὸς 10 ἡμερῶν; Δὲν ἦτο σοβαρὰ ἔκφρασις αὐτή. Δὲν δύναται νὰ τὸ γνωρίζῃ αὐτὸ οὔτε ὁ Πρωθυπουργός, οὔτε ὁ ὑπουργός, οὔτε ὁ εἰσαγγελεύς, οὔτε αὐτὸς ὁ ἀνακριτής, ὁ ἐνεργῶν τὴν ἀνάκρισιν, μετὰ πόσας ἡμέρας θὰ περαιωθῇ μία ἀνάκρισις.
§162Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ὅλα αὐτὰ σαφέστατα διεψεύθησαν καὶ εἶναι ἀναληθέστατα.
§163Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι σαφέστατα ἐγράφησαν ἐντὸς εἰσαγωγικῶν καὶ ἦσαν ἀναληθέστατα μωρότατα!
§164Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Ἀσφαλῶς, μωρότατα.
§165Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν τούτοις, ἐδημοσιεύθησαν ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, λέγω ὁμοιομορφώτατα εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας. Ἀλλά, κύριοι, ἐγὼ ἔχω καταθέσει καὶ μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει θέσιν νὰ ἐξετασθῇ σήμερον: «Ἐρωτῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, δυνάμει ποίας ἁρμοδίας ἐντολῆς ὁ Ἀρεοπαγίτης κ. Κυριακόπουλος, χθές, ἤτοι τὴν 3ην Ἀπριλίου 1949 ἡμέραν Κυριακὴν, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ἐν Ἀθήναις ἀνακριτοῦ κ. Κοντολέφα, ἐκάλεσε τοῦτον ὡς καὶ τὸν προϊστάμενον τῆς Εἰσαγγελίας Πλημμεδειοδικῶν κ. Μανδρασπήλιαν καὶ τὸν εἰδικώτατα ἁρμόδιον ἀντεισαγγελέα κ. Τσαγκαράκην καὶ ἐπὶ τετράωρον περίπου ἀπησχολήθησαν εἰς συζήτησιν περὶ ἀρξαμένης προκαταρκτικῆς ἀνακρίσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ κοινῆς γνώμην καὶ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Τύπου πιθανολογεῖται ὡς συνένοχος λαθρεμπορίου συναλλάγματος ὁ ὑπουργὸς ἄνευ Χαρτοφυλακίου κ. Σπ. Μαρκεζίνης!! Δὲν ἐκδίδω ἀποφάσεις, ἐπαναλαμβάνω.
§166Γ. ΜΕΛΑΣ. Πρόκειται περὶ προγραμματικῶν δηλώσεων καὶ σεῖς τὰς μετατρέψατε εἰς ἡμέραν ἐλέγχου.
§167Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐμπνέεσθε ἀπὸ ἔρωτα φαίνεται πρὸς τὸν κ. Παπανδρέου καὶ τὸ ἀφήσατε καὶ ἠγόρευσεν ἐπὶ ὥρας.
§168Γ. ΜΕΛΑΣ. Ἐρωτῶ, ἂν εἶναι κανονικόν, ἐκτὸς ἐλέγχου, νὰ ἀναγινώσκωνται τοιαῦτα πράγματα.
§169Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ εἶσθε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὄχι ἀδικίας. (Γέλωτες).
§170Γ. ΜΕΛΑΣ. Σᾶς ἀπαντῶ καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ρητῶς ὁρίζει ὅτι δύναται εἰς σοβαρὰς ὑποθέσεις, ὁ εἰσαγγελεύς, ὡς ἐπόπτης καὶ ἀρεοπαγίτης, εἰδικῶς νὰ παρακολουθῇ ταύτας.
§171Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ παρακολουθῇ καὶ ὄχι νὰ συνεργάζωνται ἐπὶ 4 ὥρας.
§172Γ. ΜΕΛΑΣ (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ἄγνοιαν τὴν ὁποίαν ἐπιδεικνύετε αὐτοῦ τοῦ βασικοῦ νόμου.
§173Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡμέραν Κυριακήν· ἀπὸ τὰς 10 τὸ πρωῒ μέχρι τῶν 2 μ.μ. εὑρίσκετο εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ Ἀνακριτοῦ. Νὰ παρακολουθήσῃ, νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὴν γενομένην πρᾶξιν, ὄχι τὴν διεξαγωγήν.
§174Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι πρόκειται περὶ Δικαστοῦ ἀνωτέρου πάσης ὑποψίας καὶ εἶναι τοιούτου ἠθικοῦ ἀναστήματος, ποὺ δύναται νὰ ἀνθέξῃ εἰς τὰς οἱασδήποτε ἐπεμβάσεις, ὄχι ἀρεοπαγίτου, ὄχι ὑπουργοῦ, ἀλλὰ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ ἐκφράζετε τὴν ἀπορίαν ὅτι παρὰ τὰ κεκανονισμένα καὶ τὴν τυπικὴν τήρησιν τῶν νόμων, ἐπέτρεψαν οἱ δικασταί, οἱ κατώτεροι, τὴν παρουσίαν ἀρεοπαγίτου. Νομίζω ὅτι κατηγορεῖτε ἀδίκως δύο δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ ἠθικὸν ἀνάστημα ἐξαιρετικόν.
§175Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ὡμίλησα περὶ διαβλητοῦ τῶν δικαστῶν, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν συνήθη ἀπό τινος χρόνου ἔκφρασιν. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι πρόκειται περὶ ἐντίμων δικαστῶν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον βλέπουν κατώτεροι δικασταὶ συγκινουμένην τὴν Κυβέρνησιν, ἐνδιαφερόμενον τὸν Πρωθυπουργόν, κινούμενον τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.....
§176Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συνεκινήθησαν. Ἀπέδειξαν πὼς γνωρίζουν νὰ εἶναι τηρηταὶ τοῦ Νόμου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει..... (δὲν ἀκούεται).
§177Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφήσατε νὰ ἔχω τὴν γνώμην μου, σεβόμενος τὴν ἰδικήν σας.
§178Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σέβεσθε ὅμως καὶ τὰ πρόσωπα.
§179Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θίγω ἐγὼ πρόσωπα. Νὰ μὴ εἶσθε τόσον πολὺ ἐθελοντὴς συνήγορος. Ἐγὼ δὲν ἔθιξα πρόσωπα, δὲν μὲ ἀφήσατε νὰ ἐκφρασθῶ περὶ τῶν προσώπων. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, ἐφ’ ὅσον ἀντιλαμβάνονται κατώτεροι δικασταὶ μίαν βαθεῖαν συγκίνησιν τῆς Κυβερνήσεως, μίαν διαταραχὴν τοῦ Τύπου, μίαν πρόσκλησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, μίαν μετάβασιν ἐκεῖ, μετὰ μίαν ἐντολὴν ἔστω, ἑνὸς ἀρεοπαγίτου, ἀνθρώπινον εἶναι, θὰ καμφθοῦν κάπως.... Καὶ ἐξέδοσαν ἓν βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, δὲν εἶναι ἀκόμη τελεσίδικον, ἓν βούλευμα, τὸ ὁποῖον δι’ ὅλους ἡμᾶς τοὺς παλαιοὺς νομικοὺς ἔχει περιεχόμενον πρωτότυπον. Δὲν εἶχον κανὲν δικαίωμα ν’ ἀποφανθοῦν ἐὰν ὁ Α ἢ ὁ Β εἶναι ἔνοχος ἢ καὶ ἀθῶος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτῶν κατηγορία. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἠσκήθη ποινικὴ ἀγωγή, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα καὶ δὴ περὶ βουλευτῶν.
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔτσι εἶναι.
§181Ι. ΚΙΝΙΑΣ. Εἶναι ἄγνοια τοῦ νόμου αὐτὸ ποὺ ἐγένετο.
§182Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐγώ, κ. κ. βουλευταί, θὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Θὰ τὴν καταψηφίσω, διότι ἐξάρθρωσε, διεστρέβλωσε τὸ Πολίτευμά μας. Ἡ ἵδρυσις, κ.κ. βουλευταί, τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου εἶναι διαστρέβλωσις τοῦ Πολιτεύματος. Κατὰ τὸ πολίτευμά μας καὶ τὴν ἱστορίαν του ὑπάρχει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν ὑπάρχει μία ὀλιγαρχία 3–4 προσώπων καὶ οἱ ἄλλοι ὑπουργοὶ νὰ μεταβάλλωνται εἰς ὑπαλλήλους! Λυποῦμαι, κ.κ. βουλευταί, διότι ὑπουργοί, ὡς ὁ κ. Μελᾶς, ὡς ὁ κ. Ζαΐμης, ὡς ὁ κ. Β. Στεφανόπουλος, ὡς ὁ κ. Παπαδόγιαννης, ὡς ὁ κ. Σταῦρος Νικαλαΐδης, ὁ φίλτατός μου κ. Αἰλιανός.....
§183Π. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπ. Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. Ρέντης.....
§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸν σᾶς τὸν ἐχάρισα: Βλέπετε πόσον ἔχω δίκαιον; Ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τοῦ ὀνόματός του σκάζετε τὰ γέλοια: Διότι ἀπηύθυνε πρὸς αὐτὸν ἀναφορὰν εἷς ἀντισυνταγματάρχης τῆς Χωροφυλακῆς, τὸν ἀποκαλεῖ συκοφάντην καί, «πίσω μου σ’ ἔχω Σατανᾶ....!».
§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προήχθη εἰς συνταγματάρχην.
§186Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γελᾶτε, ἀλλὰ νὰ κλαίωμεν εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ πρέπον. Λοιπόν, ὑπουργοὶ τόσον διακεκριμένοι, ἀνέχονται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μεταβάλλωνται εἰς ὑπαλλήλους. Κύριοι, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ὅπως νομίζετε. Δι’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος παρακολουθῶ τὴν σύγχρονον πολιτικήν μας ἱστορίαν ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων, δὲν εἶναι κάτι τὸ αἰφνίδιον, τὸ ἀπρομελέτητον. Ἤρχισεν ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῶν Δήμων εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ τὸν ἀποσκυβαλισμὸν τῶν χωρίων, ὅπως εἶπον εἰς αὐτοὺς τότε. Δηλαδὴ μὲ τὴν κατάργησιν τῶν Δήμων, κατηργήθη ὁ πρῶτος βαθμὸς τῆς πολιτικοκοινωνικῆς Ἱεραρχίας τῆς χώρας μας. Διότι ἐάν, κ.κ. βουλευταί, ὑπῆρχον οἱ δήμαρχοι, οἱ πρῴην δήμαρχοι, οἱ ὑποψήφιοι δήμαρχοι, δυσχερέστατα θὰ ἐκυριάρχει τὸ Ε.Α.Μ. Μετὰ ταῦτα, διὰ τῶν πολιτικῶν γραφείων, ἐταπείνωσαν τοὺς βουλευτάς. Διὰ τῶν ψηφοδελτίων, τῶν σταυρῶν, τῆς Ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, ἐχαλάρωσαν —σχεδὸν κατήργησαν— καὶ τὸν δεύτερον βαθμὸν τῆς πολιτικοκοινωνικῆς Ἱεραρχίας μας. Ἀπό τινων, ἐλαχίστων, ἐτῶν διὰ τῶν διαφόρων ὑπουργίσκων καὶ τώρα διὰ τοῦ Κυβερνητικοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, πηγαίνει εἰς περίπατον καὶ ὁ τρίτος βαθμός, ὁ ἀνώτερος, τῆς πολιτικοκοινωνικῆς Ἱεραρχίας. Καί, ἑπομένως, καταλύεται ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς λειτουργοὺς τοῦ Κράτους, τὴν Ἱεραρχίαν αὐτοῦ τὴν κατωτέραν, ἀνωτέραν, ἀνωτάτην! Τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον εἶναι, ἑπομένως, οὐχὶ ἁπλῶς ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ καὶ ἀντιπατριωτικώτατον. Εἶναι, ἐν κυριολεξίᾳ, ἀντιδημοκρατικώτατον, εἶναι μία δικτατορεύουσα Ὀλιγαρχία! Καὶ ἐπροχώρησαν εἰς τοὺς ἀναιδεστάτους «Ἀναγκαστικοὺς Νόμους!». Μὲ ποῖον δικαίωμα, κύριοι, νομοθετεῖτε; Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι ρητή: «Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλήν». Εἰς κανένα ἄλλον. Οὔτε δικαίωμα ἔχουν νὰ διορίσουν πληρεξουσίους ἢ ὁ Βασιλεὺς ἢ ἡ Βουλή. Μόνον ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ κοινοῦ νομοθετοῦν κατὰ τὸ Σύνταγμα. Μόνον ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλὴ νομοθετοῦν. Αὐτοὶ οἱ «Ἀναγκαστικοὶ Νόμοι» εἶναι αὐθάδεια ἐνώπιον τοῦ πολιτεύματος, εἶναι ἀσέβεια ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι κατάλυσις τοῦ Δημοκρατικοῦ πολιτεύματος. Ποία ἀνάγκη ἦτο νὰ θέσουν ὅλα αὐτὰ τὰ νομοθετήματα, μερικὰ τῶν ὁποίων εἶναι γελοιωδέστατα; Εἶπον προηγουμένως περὶ καταλύσεως τῶν βαθμῶν τῆς πολιτικοκοινωνικῆς ἱεραρχίας. Εἶπον, προσέτι, περὶ διαστραυλώσεως τοῦ πολιτεύματος. Τοιαύτην διαστρέβλωσιν τοῦ πολιτεύματος, ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους, ἀποτελεῖ καὶ ὁ πολυθρύλητος θεσμὸς ἀποκεντρώσεως καὶ αὐτοδιοικήσεως, ἐκαυχήθη κάποιος, ὅστις δὲν εἶναι «φίλτατός» μου, ἐκαυχήθη, ὅτι εἶναι αὐτοῦ ἡ ἰδέα. Ἡ ἰδέα καὶ ἡ πρόθεσις εἶναι καὶ αὐτοῦ καὶ ὅλων τῶν ἐχόντων τὰς αὐτὰς πολιτικὰς γνώμας ἀπὸ 40 ἐτῶν τοὐλάχιστον, ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐμορφώθησαν εἰς τὰς Γερμανίας, κατὰ τοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐθριάμβευεν ἐκεῖ ὁ ἀριστερισμός....: Θέλουν τὸν νομάρχην μὴ ἐξαρτώμενον καθόλου ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Διατί; Διὰ νὰ ἐλαττώσουν τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰ 1930, κύριοι, —προσέχετε τὴν ἱστορίαν, τὴν σύγχρονον μάλιστα— μᾶς ἔφεραν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ὑπὸ τὸν τίτλον «Καταστατικὸν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». Κατηργεῖτο δι’ αὐτοῦ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, ἐθεσπίζετο ὑπαλληλοκρατία ἀπόλυτος. Ἔπρεπε νὰ πολεμήσω ἐγώ, διότι ἡ Ἀντιπολίτευσις, δυστυχῶς, ἀντιτιθεμένη μέν, ἀλλὰ μὴ τολμῶσα(!), ἐδήλωσεν ἀποχώρησιν. Ἐπολέμησα μόνος μου. Ὁ ἄλλοτε ἀδελφικός μου φίλος, ἄλλοτε δυστυχῶς, βενιζελικώτατος τῶν βενιζελικωτάτων, ὁ κ. Κουτσοπέταλος, ἐὰν τὸ ἐνθυμῆτε, εἶπεν: «ηὐχαριστήθην διότι τὸν ἔβαλεν εἰς τὴν θέσιν του τὸν κύριον αὐτόν». Ποῖον; Τὸν μέγαν Βενιζέλον, τὸν ὁποῖον εἶχον παραπλανήσει καὶ ἐζήτει νὰ τὸ ψηφίσωμεν ἐκείνην τὴν νύκτα τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, θέτων ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλὰ ὁ Βενιζέλος, ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἀγόρευσίν μου, ἐπείσθη καὶ τὸ ἀπέσυρε τὸ νομοσχέδιον, τὸ τρισάθλιον. Μετὰ ταῦτα ἐψηφίσθη νόμος γελοιωδέτατος. Τὸν ἀνέτρεψα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἢ μᾶλλον πρὸ αὐτῆς καὶ αὐτὸν καὶ μετὰ ταῦτα ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ συνεταιρισμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τοῦ ὁποίου συντάκται ὑπήρξαμεν οἱ δυό μας, ὁ ἀείμνηστος Βενιζέλος καὶ ἐγὼ ὡς εἰσηγητής. Πρῶτος συντάκτης ἦτο ὁ διαβόητος Σβῶλος, ὁ ὁποῖος συνέταξε νομοσχέδιον παρὰ τὴν ἐντολὴν τοῦ Βενιζέλου καὶ τὸ ὑπέβαλεν ὁ Βενιζέλος μὲ τὴν ὑπογραφήν του! Εἶχε, δυστυχῶς, ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Σβῶλον, διότι ἦτο ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς γλώσσης! Καὶ ὅταν τὸ εἶδεν ὁ Βενιζέλος ὅτι τὸν ἠπάτησεν ὁ μαλλιαρὸς καθηγητής, παρ’ ὀλίγον νὰ λιποθυμήσῃ! Εἰς τὸ ξενοδοχεῖον «Ὄλυμπος» τῆς Κηφισιᾶς κατηρτίσαμεν οἱ δύο μας τὸ ὁριστικὸν νομοσχέδιον περὶ συνεταιρισμῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἦτο κοινὴ ἡ γνώμη νὰ ἐξαιρεθοῦν οἱ δικαστικοί, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ οἱ ἀστυνομικοί. Ἡ γνώμη μου ἦτο νὰ γίνωνται συνεταιρισμοὶ μόνον κατὰ κλάδους. Ὑπεχώρησα ὅμως εἰς τὸ νὰ εἶναι καὶ κατὰ νομούς. Ἐγένετο δεκτὸν πρὸς τοῦτο νὰ συνεταιρίζωνται μὲν κατὰ κλάδον, ἀλλὰ γενικῶς. Ἀλλὰ ἐμείναμεν σύμφωνοι, ὅτι ἀπαγορεύεται πᾶσα ὁμοσπονδία καὶ συνομοσπονδία τῶν συνεταιρισμένων δημοσίων ὑπαλλήλων.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, εἶσθε ἐκτὸς θέματος.
§188Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐκτὸς θέματος. Εἶμαι ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔκαμε τὸν «ἀναγκαστικὸν νόμον» περὶ νομαρχῶν, αὐτὸ τὸ τερατούργημα. Λοιπόν, κύριοι, ἐγὼ δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ὥραν μακρὰν περὶ μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δὲν συνηθίζω νὰ δημοκοπῶ, ἀλλὰ τέλος πάντων συγχωρήσατέ μοι, νὰ εἴπω, ὅτι κἄτι χρησιμεύει ἡ γνῶσις, τὴν ὁποίαν ἔχω, τῆς πολιτικῆς μας ἱστορίας. Καὶ πῶς κατηντήσαμεν, κύριοι, εἰς τὴν τρομερὰν ἀπεργίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων πρὸ ἡμερῶν; Διότι δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, διότι ἀπὸ τὴν πρώτην στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ., ἔπρεπε νὰ συλληφθῇ αὐτὴ ἡ Α.Δ.Ε.Δ.Υ. ἀμέσως. Ὅταν ἐπιτρέπῃς τὴν Α.Δ.Ε.Δ.Υ. ἐπὶ μῆνας καὶ ἀδικῇς τοὺς ὑπαλλήλους διότι δὲν τοὺς μισθοδοτεῖς ὅσον πρέπει, ὅταν ἐπιτρέπῃς νὰ συνέρχωνται ἐν ὁμοσπονδίᾳ, νὰ ἔχουν συνελεύσεις, νὰ δημοσιεύουν ἀνακοινωθέντα καὶ παρέρχονται μῆνες ἐπὶ μηνῶν καὶ δημιουργεῖται, κύριοι, μία κατάστασις, εἶναι πλέον δύσκολον νὰ δείξῃς ἔπειτα, κυρία Κυβέρνησις, τὸν γρόνθον σου, νὰ ἀσκήσῃς τὸ δικαίωμά σου. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι καὶ τὸ μέγα κακὸν τῶν «ἀναγκαστικῶν νόμων» καὶ εἰς αὐτὸ ὑπάρχει ὁ μέγας ἐμπαιγμὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅταν λέγουν, ὅτι ὑπόκεινται ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς οἱ ἀναγκαστικοὶ νόμοι. Διότι βέβαια, ὅταν τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν εἷς νόμος, δημιουργεῖ συμφέροντα, διαπλάσσει καταστάσεις. Πῶς νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ μετὰ ταῦτα νὰ ἀνατρέψῃ τούτους; Δὲν τὸ βλέπετε ὅτι ἔχομεν ἀκόμη νόμους τῆς τετάρτης Αὐγούστου, νόμους τῆς κατοχῆς; Αὐτὴ εἶναι ἡ διαστρέβλωσις, εἶναι ἡ κατάλυσις τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς νομιμότητος, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ τὸ πολίτευμα καὶ δι’ αὐτοῦ ἡ χώρα. Λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ δὲν μοῦ ἐμπνέει καμμίαν ἐμπιστοσύνην καὶ ἐγὼ θὰ τὴν καταψηφίσω. Διότι βέβαια, εἶναι εὔκολον πρᾶγμα, ὅταν μάλιστα ἔχωμεν μίαν εὐφράδειαν νὰ λέγωμεν περὶ εὐθείας γραμμῆς, ἀλλὰ καὶ νὰ λέγωμεν «ἡ Κυβέρνησις ἰσοῦται τῷ μηδενί, ἀλλὰ ἐγὼ θὰ τὴν ψηφίσω». Ἔ! ἀποστέλλω καὶ ἐγὼ ἓν σημείωμα πρὸς τὸν φίλον μου κ. Χατζηγιάννην καὶ λέγω πρὸς αὐτόν: «Ἐπειδὴ ὁ κατηγορούμενος ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἔνοχος φόνου καὶ λωποδυσίας, διὰ ταῦτα τὸν κηρύσσω ἀθῷον, Γ. Παπανδρέου». (Γέλωτες). Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ ὁποῖα συντρίβουν τὸ πολίτευμά μας, αὐταὶ αἱ δημοκοπίαι, αἱ ἀντιφάσεις, οἱ ὑπολογισμοί, τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναλογικῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία ἀναβιβάζει μέχρι τῆς Κυβερνήσεως ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἢ ἀγνοεῖ ἢ καὶ ἀποστρέφεται ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο θέλω νὰ δώσουν τὰς χεῖρας οἱ δύο ἀρχηγοὶ τῶν δύο μεγάλων κομμάτων, νὰ ψηφίσουν ἐκλογικὸν σύστημα πλειοψηφικόν, εἰδικὸν μάλιστα διὰ σφαιριδίου. Νὰ κάμουν τὸν σταυρόν των καὶ ἐκεῖνοι καὶ ἡμεῖς καὶ νὰ πιστεύσωμεν τὸ ρητὸν τοῦ μεγάλου Χαριλάου Τρικούπη «Ἡ Ἑλλὰς θέλει νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ». Διότι πρέπει ἢ ὁ εἷς ἐκ τῶν δύο, ὁ κ. Κ. Τσαλδάρης, ἢ ὁ κ. Σ. Βενιζέλος ἢ καὶ οἱ δύο νὰ μεταβοῦν εἰς Λονδῖνον καὶ Οὐασιγκτῶνα καὶ νὰ εἴπουν ποῖον εἶναι τὸ πολίτευμά μας καὶ ποία ἡ ἱστορία μας, πῶς ὁ Τρικούπης ἠρνήθη νὰ ἀναλάβῃ Κυβέρνησιν, κατὰ τὸ 1892, διατὶ ὁ Βενιζέλος περιεφρόνησε τὴν ψῆφον ἀνοχῆς εἰς τὰ 1910 καὶ θὰ τοὺς πείσωμεν τοὺς κυβερνῶντας τὸν μέγα ἐκεῖνον σύμμαχόν μας λαόν, ὅτι πρέπει προθύμως, εὐχαρίστως καὶ ὑπολογιστικῶς ἀκόμη νὰ μᾶς ἀφήσουν νὰ ἐφαρμόσωμεν πιστῶς τὸ πολίτευμά μας. Διότι, κύριοι, οἱ κίνδυνοι εἶναι περισσότεροι ἀπὸ ὅ,τι ὑποθέτομεν. Πρὸ μηνῶν τινων, νομίζω 10 εἰς τὸ Καφενεῖον–Ζαχαροπλαστεῖον «Βασιλεὺς Γεώργιος», «KING GEORGES» τὸ λέγουν, εἶπα πρὸς ἕνα Ἀμερικανὸν ἐξέχοντα τῆς Ἀποστολῆς: «Ἐὰν ἡ μεγάλη καὶ πλουσιωτάτη χώρα σας διεξῆγε δύο πολέμους καὶ ἡττᾶτο, μετὰ ταῦτα ὑφίστατο μίαν κατοχὴν 3½ ἐτῶν, κατοχὴν βαρβάρων, κατοχὴν Οὔννων, ὅπως ἐγὼ τὸ ἔγραψα τότε καὶ μοῦ εἶπεν ὁ ἀείμνηστος Ράλλης: «τώρα πῶς θὰ σὲ σώσω» καὶ ἀκολούθως ἤρχετο ἐναντίον σας καὶ εἷς ἐσωτερικὸς πόλεμος, διευθυνόμενος ἔξωθεν, θὰ ἦτο ἡ χώρα σας μεγάλη καὶ πλουσιωτάτη;» «Ὄχι», μοῦ εἶπε, «θὰ ἦτο ράκος». Διατὶ εἴχατε τὴν ἀξίωσιν νὰ μὴ εἶναι ράκος ἡ Ἑλλάς; Εἶναι ράκος ἡ Ἑλλὰς καὶ εἶναι ὑπεύθυνοι αἱ ἀπὸ τοῦ 1944 Κυβερνήσεις της, διότι δὲν ἠγωνίσθησαν δεόντως ἵνα μάθουν περὶ τοῦ ἀληθῶς ἔχοντος εἰς τὸν τόπον μας, οἱ μεγάλοι σύμμαχοί μας. Τί ἔπραξαν οἱ μεταβάντες ἑκάστοτε εἰς τὸ ἐξωτερικόν, τί ἦσαν εἰς θέσιν νὰ πράξουν, διαλέξεις, ἄρθρα εἰς ἐφημερίδας, τί τέλος πάντων; Δὲν ἦτο δύσκολον πρᾶγμα νὰ μεταβοῦν ἄνθρωποι μορφωμένοι καὶ νὰ κάμουν μίαν πραγματικὴν ἐργασίαν. Εἶπα ἄλλοτε περὶ τῆς μακρᾶς μου φιλίας, ἀπὸ τοῦ 1908 μετὰ τοῦ κ. Θ. Σοφούλη, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀσυγχώρητος εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, διότι μετεχειρίσθη τὴν λέξιν κέντρον καὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὥστε οἱ Σοφιανόπουλοι καὶ οἱ Πορφυρογέναι νὰ λέγουν: «ἰδὼν ὅτι καὶ ὁ κ. Σοφούλης λέγει ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχει Κέντρον, ἄρα ὑπάρχει καὶ Δεξιὰ καὶ Ἀριστερά»! Ἐγὼ εἶμαι τάχα ἄκρως δεξιός. Διατί; Πότε μὲ προσέλαβε μία Τράπεζα νομικὸν σύμβουλον, πότε δὲν τοὺς ἔπληξα τοὺς μαυραγορίτας ἐν γένει; Διατὶ εἶναι δεξιὸς ὁ ἀρχηγὸς τῶν Λαϊκῶν κ. Κ. Τσαλδάρης, διὰ νὰ προστατεύσῃ τὸν πλοῦτον του; Ποῖον πλοῦτον; Ποίαν Τράπεζάν του; Δὲν πιστεύω, ἄλλος νὰ συνεδέθη ὅσον ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ μὲ τὸν Βασιλέα Γεώργιον τὸν Βʹ. Δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω πρὸς Αὐτόν: «Ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν, κατὰ βάσιν, προτιμῶ τὴν προεδρευομένην Δημοκρατίαν. Θέλω ὅμως τὴν βασιλευομένην τώρα, δι’ ἀρκετὰ ἔτη, διότι ἀρκετὴ εἶναι ἡ ἔρις μεταξύ μας, ὁ Θεὸς νὰ μᾶς φυλάξῃ νὰ λείξῃ ἡ —ἂς μεταχειρισθῶ μαλλιαρὴν λέξιν— μεταξύ μας γκρίνια! Προχθὲς ὁ περίφημος αὐτὸς ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ θρασύτατος παραβάτης τῆς διατάξεως τοῦ Συν)τος, ἄρθρον 107, κατώρθωσε νὰ παρασύρῃ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βασίλισσαν, νὰ τοὺς παρασύρῃ εἰς συνέλευσιν τῶν λογοτέχνιδων (!) τῶν ἀγραμμάτων αὑτῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἐτελείωσαν κάποιαν τάξιν τοῦ Γυμνασίου, ἀλλ’ ἀδυνατοῦντες νὰ προχωρήσουν, ἐξεβράσθησαν εἰς ἐφημερίδας, εἰς περιοδικά, εἰς φυλλάδια μωριῶν, ἀποτελοῦντα τάχα λογοτεχνίαν! Κύριοι, διεστράφη, ἐπαναλαμβάνω, πολὺ τὸ πολίτευμά μας. Ἡ κυρία ἐργασία μιᾶς Βουλῆς, ἡ ἐγκυροτέρα συζήτησίς της εἶναι ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Συνεζητήσαμέν ποτε, κ. Χέλμη, τὸν προϋπολογισμόν; Ποῖον εἶναι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Βουλή, ποτὲ δὲν συνεμορφώθη ἡ Βουλή, ὅταν οἱ ἀρχηγοὶ ἐφέρθησαν ὅπως πρέπει; Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ Βουλὴ πλέον, ὅταν δὲν συζητῇ προϋπολογισμόν; Καὶ τώρα ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν τὸν ἀρχισυντάκτην ἔξω ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον, διὰ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ, ὁ ὑπέροχος δῆθεν αὐτὸς οἰκονομολόγος! Κύριοι, ἐγώ μετὰ τοῦ κ. Διομήδη, συνηργάσθην εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1911. Πιστεύω ὅτι ἤμην πρῶτος ἐγὼ καὶ δεύτερος ἐκεῖνος. Ἀλλά, ἐὰν ἐπιμένῃ ὅτι ἦτο πρῶτος αὐτὸς καὶ δεύτερος ἐγώ, ὑποχωρῶ. Τοὐλάχιστον, ἐξεφράσθη ὁ ἀείμνηστος Στέφανος Δραγούμης, ὅτι ὅλοι ἠργάσθησαν, ἀλλὰ «ὑπὲρ πάντα ἄλλον» ἐγώ. Δὲν ἐπιμένω ὅμως. Ἀλλὰ ἐνθυμοῦμαι πάντως, ὅτι ὁ κ. Διομήδης ἦτο ἐξόχως μελετημένος εἰς τὸ συνταγματικὸν καὶ εἰς τὸ Διοικητικὸν Δίκαιον. Πότε ὅμως ἀπέδειξε τὴν οἰκονομολογικήν του ὑπεροχήν; Ὅταν ἔκαμε τὴν σταθεροποίησιν τοῦ νομίσματος; Ἢ ὅταν ἐδιχοτόμησε τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, μέγα κακὸν εἰς τὸν τόπον μας; Λοιπόν, ποία ἦτο ἡ ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, μὴ βουλευτὴς ὤν, καὶ νὰ εἶναι οὐσιαστικὸς Πρωθυπουργός; Τυπικῶς δὲ ἀντιπρόεδρος! Βέβαια, καυχῶνται, ὅπως ἐλέχθη —θὰ τὸ εἴπω μὲ μίαν μόνον φράσιν— διότι ἐσταθεροποίησε τὴν δραχμήν. Εἰς τί ὠφελήθη ἐκ τούτου ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία; Ποῖαι εἶναι αἱ διεξαγόμεναι συναλλαγαί; Δὲν βλέπομεν τὸ κατάντημα τοῦ Ὑπουργείου Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ αὐθημερόν, ἀπόψε. Τροχοπέδη εἶναι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν τῆς βιομηχανίας μας καὶ ἰδίως εἰς τὸ ἐμπόριον! Ἡ καλουμένη περίφημος Νομισματικὴ Ἐπιτροπή, τί προσφέρει εἰς τὸν τόπον μας; Ἐσταμάτησε πᾶσαν οἰκονομικὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ ἀνόρθωσιν. Θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ὁ κ. Ἀβέρωφ θὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς τολμηράς του ἐκείνας πράξεις καὶ εἶπον πρὸς αὐτόν: «Καὶ ἡ νεότης σου καὶ τὸ ὄνομά σου ἐπιβάλλουν νὰ συνεχίσῃς αὐτὸ τὸ καθῆκον». Μέχρι ταύτης τῆς ἡμέρας εἶμαι θαυμαστής του. Δὲν σημαίνει τίποτε ὅτι μὲ ἔκαμε νὰ παραφερθῶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὡς βουλευτὴς δὲν μὲ εἶχεν εὐχαριστήσει, ἀλλὰ ὡς ὑπουργός, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὁσάκις ὡμίλησεν εἰς τὴν Βουλήν, ὡμίλησε μὲ εὐπρέπειαν καὶ μὲ μίαν ἐπιβολήν. Ἀλλὰ ἀπόψε δὲν μένω εὐχαριστημένος, διότι πρέπει νὰ ἀντιληφθῇ ὅτι τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, εἶναι βεβαίως, δόγμα μέγα καὶ σπουδαῖον, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ἀποχωρισμὸν τῶν ἐξουσιῶν ἀπὸ τὴν ἑνότητα τοῦ Κράτους. Διάκρισιν καὶ οὐχὶ χωρισμὸν ἔχομεν τῶν ἐξουσιῶν. Καὶ σύνδεσμος εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μεταξὺ τῆς διακεκριμένης ἐξουσίας, τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς ὑπάτης ἐξουσίας τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἡ ὁποία ἐν ὀνόματι τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ἐξουσιάζει τὰ πάντα, διονυχίζει πᾶσαν ἐνέργειαν, κρίνει περὶ παντὸς καὶ ἀποφαίνεται καὶ διατάσσει καὶ ἐπιβάλλεται. Ἡ Βουλὴ ὑπὲρ πάντα, ὅταν εἶναι εἰς τὸ ὕψος της, ὅταν ἔχῃ συναίσθησιν τῆς ἱστορικῆς εὐθύνης της, γράφει ἢ μᾶλλον δημιουργεῖ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἔθνους. Ἐνώπιον τῆς ἱστορίας αὐτῆς, κύριοι βουλευταί, εἴμεθα ὑπεύθυνοι. Κύριοι, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος σᾶς καλῶ νὰ καταψηφίσωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐπιτελεσθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον κατ’ ἐπανάληψιν. Ἄλλως, οἱ κίνδυνοι θὰ προχωρήσουν, ὄχι θὰ συνεχισθοῦν, ἁπλῶς θὰ προχωρήσουν. Εὔχομαι εἰς τὸν Θεόν, νὰ σᾶς ἔπεισα. (Χειροκροτήματα).
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Θηβαῖος ἔχει τὸν λόγον.
§190Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὸ βῆμα βεβαίως, δὲν μὲ φέρει ἡ πρόθεσις νὰ ἀσκήσω κριτικὴν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, διότι αὕτη ἐξετέθη διὰ τῆς ἀναγνωσθείσης δηλώσεως, ἡ ὁποία ἐξέθεσε τὰς ἀπόψεις τοῦ Νέου Κόμματος. Μὲ φέρει ὅμως ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἀντιμετωπίσω τὸ γνωστὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον παρακαίρως καὶ παρατύπως ἀπησχόλησε δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ὅπως δὲν ἔπρεπε. Αἰσθάνομαι ὅμως ὁμολογουμένως ὑπερηφάνειαν, διότι τὸ Σῶμα, ἐν τῇ μεγίστῃ πλειοψηφίᾳ, ἐξαιρέσει ἐλαχίστων, παρέμεινεν ἀπαθὲς καὶ οὐδέτερον, μὲ προφανῆ πρόθεσιν νὰ φανῇ δίκαιος κριτὴς εἰς τὴν ἀπασχολήσασαν τὴν Συνέλευσιν ἡμῶν ὑπόθεσιν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι κατὰ τὰ πρῶτα βήματα τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, σὺν τῇ συμμετοχῇ τοῦ Νέου Κόμματος ἡ Κυβέρνησις αὕτη κατώρθωσε νὰ ἐφελκύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ ἀποσπάσῃ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἔξω καὶ ἔσω κόσμου καὶ νὰ δώσῃ ἕνα ρυθμὸν κυβερνητικὸν ὁ ὁποῖος πράγματι ὑπέσχετο πλήρη εὐόδωσιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων καὶ προοιωνίζετο μᾶλλον τὴν ἐλπιδοφόρον ἐξέλιξιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων. Φαίνεται ὅμως, ὅτι εἶναι ἡ μαύρη μοῖρα τοῦ τόπου τούτου, εἰς πᾶσαν ὡραίαν ἐθνικὴν προσπάθειαν, νὰ γεννᾶται ἡ ὑπονόμευσις καὶ νὰ σπείρεται ὁ σπόρος τῆς διαιρέσεως καὶ τῆς ἀποτυχίας. Καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κυβέρνησις ἔβαινεν ἐπὶ τὸ ἔργον της, ἐξερράγη ἡ τρομερὰ ὑπόθεσις τοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία ὁσημέραι ηὔξανεν διὰ διαφόρων ὑπόπτων ἀνακοινώσεων διὰ τοῦ τύπου, διὰ διαφόρων ἀδεσπότων φημῶν, αἱ ὁποῖαι ὁσημέραι ἄφηναν νὰ σχηματίζεται ἡ σκιὰ μιᾶς ὑποψίας, ἡ ὁποία ἐβάρυνε δύο ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Νέου Κόμματος καὶ τὸν κ. Σπ. Θεοτόκην. Ἐν ὀνόματι τῆς ἠθικῆς εὐθιξίας, ἤρχισεν ὁ θόρυβος τῶν πολιτευομένων. Τὸ περίεργον ὅμως εἶναι ὅτι, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως ἀναφερόμενος εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, ὅτι ἂν καὶ ἡ ἀνάκρισις εἶχεν ἀπασχολήσει 3 πρόσωπα, ἐν τούτοις, ὁ θόρυβος ἐπετείνετο ὁλονὲν εἰς βάρος δύο μόνον ἐκ τῶν προσώπων. Περὶ τοῦ ἄλλου δὲν ἐγένετο λόγος. Δὲν παραπονοῦμαι, βεβαίως· ἀντιστρόφως, ἐπαινῶ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν περιλαμβάνεται εἰς τοὺς ρύπους ὁ κ. Βενιζέλος. Ἡ κατηγορία ἐστρέφετο κατὰ τῶν δύο αὐτῶν προσώπων, χωρὶς κἂν νὰ ὑπάρχουν ἀποδείξεις, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐνδείξεις περὶ σχέσεως ἑνὸς τῶν προσώπων τούτων πρὸς τὴν κατηγορουμένην πρᾶξιν. Ἓν πράγματι, καλοπίστως ἡ ἠθικὴ εὐθιξία ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία παρεκίνει τὸν κρίνοντα καὶ κατακρίνοντα πολιτικὸν κόσμον, ἐλάχιστον εὐτυχῶς, ἐρωτῶ διατὶ δὲν ᾐσθάνθη τὴν ἰδίαν αὐτὴν εὐθιξίαν θιγομένην καὶ περὶ τοῦ τρίτου προσώπου; Ποῦ εἶναι τὸ μέτρον τῆς ἰσότητος τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς καλῆς πίστεως. Ἡ παρατήρησις αὐτὴ μὲ ὁδηγεῖ εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ κατὰ τῶν δύο αὐτῶν προσώπων ἐπίθεσις δὲν ἠλαύνετο ἀπὸ ἐλατηρίων εὐθιξίας, ἀλλὰ ἀπετέλει πολιτικὴν σκευωρίαν, ἀποβλέπουσαν εἰς ὀφέλη πολιτικά, ἀπαράδεκτα διὰ τὸν τόπον αὐτόν. Καὶ ἐγεννήθη τότε ἐπίθεσις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξεπέμφθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Παπανδρέου ἡ κατηγορία, ὅτι ἢ ὤφειλε νὰ κηρυχθῇ ἀλληλέγγυος ἢ νὰ φέρῃ τὸ πρόβλημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ οὕτως ἐτέθη ἀκέραιον τὸ μέγα πρόβλημα, ἐὰν πράγματι δικαιοῦται ἡ Βουλή, ἐὰν πράγματι δικαιοῦται ὁ πολιτικὸς κόσμος, ἐν ὄψει τῆς δικαστικῆς ὑποθέσεως, νὰ λάβῃ θέσιν καὶ νὰ ἀσκήσῃ κριτικήν. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησε καὶ ἄλλοτε τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν καὶ ἔλαβε θέσιν ἐπ’ αὐτοῦ ὁ ἀείμνηστος Δημητρακόπουλος. Κατὰ τὸ 1911 καὶ πάλιν τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν εἶχε συνταράξει γεγονὸς δικαστικόν. Καὶ πάλιν ὑπῆρχον οἱ ἀξιοῦντες ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ συνέλθῃ καὶ λάβῃ θέσιν. Ὁ Δημητρακόπουλος, ὁ μέγας αὐτὸς πολιτικός, ἠγέρθη καὶ ἐτόνισεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται νὰ παρέμβῃ διαρκούσης τῆς δίκης, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀναμείνῃ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ὀφείλει τὸ ἐκδοθησόμενον ἀποτέλεσμα νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἀπολύτου σεβασμοῦ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Τοῦτο μόνον ἠμπορεῖ νὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς δίκης, νὰ ἀσκήσῃ κριτικὴν κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν πράγματι, ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς δίκης, ἐτηρήθησαν ὅλαι αἱ κατὰ νόμον ἐγγυήσεις καὶ διατυπώσεις.
§191ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν οἱ κατηγορούμενοι ἦσαν τότε ὑπουργοί;
§192Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἱ βουλευταὶ ἐλέγχονται καὶ κατηγοροῦνται διὰ τὰς παραβάσεις ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν καθηκόντων των ὡς ὑπουργῶν. Διὰ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὸν προγενέστερον τῆς ὑπουργίας χρόνον ἢ εἰς τὸν ἰδιωτικὸν αὐτῶν βίον, δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα ἡ Βουλὴ ν’ ἀσχοληθῇ. Διότι οἱ βουλευταὶ διὰ τὰς ἰδιωτικάς των πράξεις, τὰς πάσης φύσεως καὶ δι’ αὐτὰ τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν βουλευτικῶν των καθηκόντων διαπραττόμενα, κριτὴν ἔχουν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν καὶ τὴν κοινὴν δικαιοσύνην. Ἐδημιουργήθη ζήτημα πολιτικῆς εὐθιξίας, διότι ἐφέροντο ἀτυχῶς, ἀναμεμιγμένοι 3 πολιτικοί, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο δημοσίᾳ ἐξηυτελίζοντο διὰ πράξεις βαρυτάτας πρὸ τοῦ χρόνου τῆς ὑπουργίας των. Ἐπί τινος ἐπρόκειτο νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή; Περὶ οὐδενός! Ἀλλὰ τοῦτο ἐπεδίωκαν, τὸν διασυρμὸν ἑνὸς νέου πολιτικοῦ ἀνδρός, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ φιλοδοξῇ νὰ κυβερνήσῃ καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα. Εἰς τὸν σάλον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐδημιουργήθη καὶ εἰς τὴν σύγχυσιν, ὑπῆρχον καὶ ὀλίγαι λαμπραὶ ἐξαιρέσεις. Δὲν θὰ ἀσχοληθῶ ἰδιαιτέρως μὲ αὐτάς. Θὰ ἀναφέρω μόνον τὴν ὀρθὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ὁ μέντωρ τῆς πολιτικῆς, ὁ Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔθεσεν ἀκριβῶς τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς ὀρθῆς ὁδοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὀρθῶς καὶ σαφῶς ὑπεστήριξεν ὅτι ἔπρεπε ἡ Βουλὴ νὰ ἀναμείνῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δικαιοσύνης. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδίδωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κοινῶν συκοφαντῶν, δὲν εἶναι ἀνεκτὸν μὲ μίαν οἱανδήποτε συκοφαντίαν νὰ διαλύεται μία Κυβέρνησις. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο βεβαίως, ὑπάρχουν πολιτικαὶ εὐθῦναι τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶχε τοὐλάχιστον τὴν ψυχικὴν ρώμην νὰ παρακολουθήσῃ τὴν γραμμήν, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω ἔτι περισσότερον τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα δὲν ἐχρησιμοποίησαν ἐν τῇ κρίσει των τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ σταθμά, ἐὰν πράγματι τοὺς διέκρινε ἀπόλυτος πολιτικὴ εὐθιξία καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνθέξουν εἰς τὴν πίεσιν τῆς κοινῆς γνώμης. Διότι ἐὰν πράγματι ἐπίστευον ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Νέου Κόμματος ἦτο ἀθῶος, πρὸς τὴν πρᾶξιν αὐτήν, τότε ὑπάρχει ψυχικὴ ἀνικανότης καὶ ἀδυναμία νὰ σταθοῦν ἀλληλέγγυοι πρὸς ἕνα ἀθῶον συνάδελφόν των. Ἀλλ’ ἐὰν δικαιολογῆται κάποια ἀμφιβολία, ἐὰν δικαιολογεῖται κάποια δυσπιστία τῶν συναδέλφων μέχρι τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀνακύπτει ἓν μέγα ἠθικὸν πρόβλημα, πρὸ τοῦ ὁποίου εἶναι ὑποχρεωμένοι ὅλοι οἱ συνάδελφοι τῆς αἰθούσης νὰ λάβουν θέσιν. Εἶπον προηγουμένως ὅτι οἱ βουλευταὶ διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν εἶναι δοσίλογοι ἐνώπιον τῆς Ἑλληνικῆς κοινῆς δικαιοσύνης. Εἰς τὸν θόρυβον, τὸν τεχνητόν, τὸν ὁσημέραι ὀγκούμενον, μία ὑπῆρχεν ἡ ὁδός, ἡ κρίσις ὑπὸ τῆς ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Δικαιοσύνη ἐπελήφθη καὶ ἐξέδωκε ἕνα βούλευμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ ἐξαιρετικὸν σταθμὸν εἰς τὰ δικαστικὰ χρονικά τῆς χώρας μας. Καὶ εἶπε: «Μετὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτεθέντα............................ ........ (ἀναγινώσκει)...........................». Οὐδὲ σκιὰ ὑποψίας. Καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα, διὰ πάντα καλόπιστον, ὅπως πιστεύω ὅτι εἶναι σχεδὸν πάντες οἱ συνάδελφοι, τίθεται τὸ ἐρώτημα: Θὰ βαρύνῃ ἐπὶ τῆς ψυχῆς μας τὸ ἐπίσημον τοῦτο ἔγγραφον, τὸ παρὰ τῆς ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης ἐκδοθὲν μὲ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, μὲ τὴν μακρὰν καὶ λαμπρὰν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἰσχύσῃ τοῦτο ἴσως μὲ τὰς φήμας, μὲ τοὺς ρύπους τῶν τριόδων, μὲ τὰς διαδόσεις τῶν διαφόρων συκοφαντῶν; Δὲν νομίζω ὅτι εἰς τὴν ψυχὴν τῶν τιμίων ἀνθρώπων εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσοφαρίσουν τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν νὰ ἀναμιγνύουν τὰ δύο αὐτὰ ἀπαραδέκτως δυνάμενα νὰ ἰσοζυγισθοῦν πράγματα, ἂς μοῦ ἐπιτρέψουν νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι καλῆς πίστεως. Διότι ὅ,τι στοιχεῖα ἀπεκάλυψεν ὁ τύπος καὶ ἡ ἀνάκρισις, περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην, κρίνεται σχετικῶς μὲ τὴν ὅλην ὑπόθεσιν καὶ εἰς τὸ τέλος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ οὐδὲ σκιὰ ὑποψίας. Ἡ ἐμμονὴ λοιπόν, εἰς τὴν συκοφαντίαν ἀποτελεῖ ὑπόθεσιν κακῆς πίστεως. Καὶ ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τοῦ σημαντικοῦ τούτου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον θέτει τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν, ἄρχεται παρὰ τῶν αὐτῶν ἀνθρώπων μία κίνησις ὑπονομεύσεως τῆς ἀξίας τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ. Καὶ εὑρίσκουν τὰ πλέον περίεργα, τὰ πλέον ἐλάχιστα σοβαρὰ πράγματα δυνάμενα νὰ λεχθοῦν κατὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ. Τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν εἶναι, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ βούλευμα τοῦτο νὰ ἀπαλλάξῃ ἄνθρωπον κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπηγγέλθη κατηγορία; Ἐὰν οἱ λέγοντες ταῦτα εἶχον ἀναγνώσει τὸ βούλευμα, ἀσφαλῶς δὲν θὰ τὰ ἔλεγον. Διότι τὸ βούλευμα διὰ τρεῖς σκοποὺς ἐπιλαμβάνεται τοῦ θέματος καὶ δίδει πειστικὰς καὶ πλήρεις ἀποδείξεις. Διότι λέγει εἰς τὴν δευτέραν σκέψιν, δὲν ἔχει λόγον νὰ ἀπαγγείλῃ κατηγορίαν. Ὡς δεύτερον ζήτημα προεβλήθη τὸ ἑξῆς: Πῶς ἐπὶ 4 ὥρας διεσκέπτετο διὰ τὴν ὑπόθεσιν ὁ ἀρεοπαγίτης Κυριακόπουλος καὶ ἐπιθεωρητὴς τῆς περιφερείας; Ἀποτελεῖ, κύριοι, ἔγκλημα ὅταν ὁ ἁρμόδιος ἀρεοπαγίτης ἐποπτεύῃ τὴν ἀνάκρισιν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἀληθείας; Σοβαρολογεῖτε; Πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἀληθείας ἐτόλμησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ κάλεσε τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑπόθεσιν. Καὶ ἐρωτᾶται, ὑπάρχει τί καλύτερον ἀπὸ αὐτό; Ἔδωσε τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πῶς ἐτόλμησεν ὁ κ. ἀρεοπαγίτης νὰ παρακολουθήσῃ τὸ ζήτημα. Ἡ ἐποπτεία, ἄλλωστε ἐνισχύει τὸ κῦρος καὶ τὴν ἀλήθειαν τῆς ἀνακρίσεως. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅμως δὲν τείνουν νὰ ὑπονομεύσουν τὸ κῦρος τοῦ βουλεύματος, διότι ἀντιθέτως, τὸ ἐνισχύουν. Καὶ ἀκριβῶς καθίσταται ἔτι ἀληθὲς διὰ τῆς φράσεως οὐδὲ σκιὰ ὑποψίας. Τελευταίως συνέβη ἡ ἀνάμιξις εἰς τὸ βούλευμα τοῦ κ. Βενιζέλου, ἡ ὁποία ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς ἐκφράσεις παρὰ συναδέλφων, εἰς βάρος τοῦ σώματος τῶν Ἑλλήνων δικαστῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς εὑρίσκομεν ἀπαραδέκτους. Τὸ ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη ἐξήτασε τὰ στοιχεῖα τῆς ὑποθέσεως καὶ δὲν ἔκρινε ἀναγκαίαν τὴν ἐξέτασιν τοῦ κατηγορουμένου, τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ μειονέκτημα. Ὁ κ. Βενιζέλος ἐζήτησε τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἡ δήλωσις ὅμως αὐτὴ ἀποτελεῖ καὶ περιέχει μομφὴν κατὰ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐζήτησε τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς διὰ ν’ ἀποφανθῇ ἂν καλῶς ἢ κακῶς, ἀπεφάνθησαν τὰ δικαστήρια καὶ εἶπεν ὁ κ. Βενιζέλος ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον. Δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ τὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν. Τὸ ἔργον τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης εἶναι ἔργον ἀποκλειστικῶς, ἀναγόμενον εἰς τὸν μόνιμον καὶ ἰσόβιον δικαστήν. Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν διοικεῖ, ἀλλὰ ἐποπτεύει ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἐποπτεύει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ ὑπεράνω τῶν δικαστῶν εἶναι ὁ Θεός. Ἀλλοίμονον ἂν εἰς τὸν ποινικὸν δικαστήν, εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ ἀνεμιγνύοντο πρόσωπα μὴ ἔχοντα σχέσιν μὲ τὴν Δικαιοσύνην. Ἀλλὰ καὶ πέραν αὐτοῦ εὑρίσκω ἀκατανόητον νὰ ἐξετάζεται τὸ πολιτικὸν δικαστήριον, ἂν ἔκανε τὸ καθῆκον του. Εἶπεν ἡ ἀπόφασις διὰ τὸν κ. Βενιζέλον, ὅτι οὔτε σκιὰ ὑποψίας ὑπάρχει, τὸ δὲ κῦρος τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ καλύπτῃ πᾶσαν τυχὸν ἀντίθετον γνώμην. Καὶ εἶναι εὐτύχημα, ὅτι τὸ βούλευμα ἀναφέρει τὰ ὅσα ἀναφέρει καὶ δὲν θίγει ποσῶς τὸν πολιτικὸν κόσμον τῆς χώρας, διότι οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἂν καθιεροῦτο ἡ ἀρχὴ ἐπὶ ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπελήφθη ἡ δικαιοσύνη νὰ ἐπιλαμβανόμεθα καὶ ἡμεῖς. Φαντασθῆτε ἂν ὁ Α ὑπέβαλεν αἴτησιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς, ἂν ὁ Β βουλευτὴς διατηρῇ παλλακίδα. Τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἔργον ἐλέγχου τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἔργον τῆς δικαιοσύνης. Ἀποτελεῖ, ἐπαναλαμβάνω, εὐτύχημα, κ. βουλευταί, ὅτι ὁ πολιτικὸς κόσμος ἐξῆλθεν ἐκ τῆς περιπετείας ἄτρωτος καὶ ἀνώτερος πάσης ὑποψίας, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Ἔθνους, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἄσπιλοι. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος, οὐδέποτε, θέλομεν νὰ πιστεύσωμεν ὅτι δὲν νομίζει καὶ αὐτὸς ὅπως καὶ ἡμεῖς, ὅτι οἱ κατηγορηθέντες πολιτικοί ἄνδρες ἀποτελοῦν πολιτικὸν κεφάλαιον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν.
§193Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Βλέπω τὸ ὄνομά μου συχνὰ ἐπαναλαμβανόμενον εἰς τὸ θέμα, καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω. Ὅταν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐγίνετο ἡ ἀποκάλυψις τῶν προσώπων τῶν περιλαμβανομένων εἰς τὸ σημειωματάριον, τὸ ὄνομά μου δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖ.
§194Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Δὲν τὸ διαβάσατε σεῖς.
§195Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐργασίας). Θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐλέγχω τὴν δικαιοσύνην, παρὰ διὰ τὴν συσχέτισιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἰδικήν μου ὑπόθεσιν.
§196Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Ἐκ τῆς ἀναλύσεως προέκυψαν τὰ ἑξῆς: Πρῶτον τὸ ζήτημα τῶν λιρῶν. Δεύτερον τῶν στενῶν κοινωνικῶν σχέσεων μὲ τὸν Νικολαΐδην καὶ τρίτον τὸ ὄνομά σας εἶναι καταχωρημένον εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 κατάστοιχον.
§197Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 ὁμιλεῖ περὶ κοινωνικῶν σχέσεων, ναὶ ἢ ὄχι;
§198Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Διατὶ ἐξάπτεσθε;
§199Σ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶναι πρόθεσίς σας, νὰ ἀναμίξητε τὸν κ. Βενιζέλον εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τοῦ λαθρεμπορίου.
§200ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφορᾷ τὰ ποσὰ καὶ ὄχι τὸν κ. Βενιζέλον, ἐπειδὴ τὸ θέλετε.
§201Χ. ΘΗΒΑΙΟΣ. Δὲν ἔχομεν τὴν πρόθεσιν νὰ ἀναμίξωμεν οὔτε τὸν κ. Βενιζέλον, οὔτε οἱονδήποτε ἄλλον. Δὲν ἐπιδιώκομεν νὰ ρίψωμεν οὐδεμίαν ὑπόνοιαν. Τοὐναντίον θὰ εἶμαι ὑπερήφανος ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀναφερομένων δῆθεν ὡς μετόχων τοῦ λαθρεμπορίου, ὑπέχει καὶ τὴν ἐλαχίστην ἔστω εὐθύνην, εἰς τρόπον ὥστε νὰ πεισθῇ ἡ κοινὴ γνώμη, ὅτι εἰς τὸ σῶμα τοῦτο δὲν παρακάθηνται παρὰ Ἕλληνες καὶ μόνον Ἕλληνες.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Μπάτζιος, ἔχει τὸν λόγον.
§203Η. ΜΠΑΤΖΙΟΣ. Ἡ Βουλή, κ. συνάδελφοι, ἐκλήθη νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὄχι ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα οὔτε κἂν ἀναγράφονται καὶ ἀναφέρονται εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις. Καὶ ὅμως παρῆλθε μία ὁλονύκτιος συνεδρίασις καὶ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ρήτορες ἀσχολοῦνται μὲ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἐπερωτήσεων. Οἱ προλαλλήσαντες συνάδελφοι, γενικῶς ξέφυγον ἀπὸ τὸ κύριον θέμα καὶ ἦλθον εἰς ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν σήμερον. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ ὁμιλήσω, πλὴν ὅμως, λόγῳ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη, θὰ ἀρκεσθῶ μόνον εἰς τὴν ἀνάγνωσιν μιᾶς δηλώσεως, ἡ ὁποία θὰ δικαιολογῇ τὴν ψῆφον μου.... ................. (Ἀναγινώσκει) ....
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Οἰκονόμου.
§205Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θὰ περιορισθῶ καὶ ἐγὼ, κ. συνάδελφοι, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν μιᾶς δηλώσεως, δικαιολογούσης τὴν ψῆφον μου ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως: «...... (ἀναγινώσκει: ................».
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαντούβαλος, ἔχει τὸν λόγον.
§207Δ. ΜΑΝΤΟΥΒΑΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῶν ἀγορεύσεων τῶν κ.κ. ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων καὶ τῶν συναδέλφων, καὶ τῆς αὐστηρᾶς στάσεως τῆς ἰδικῆς σας, κατὰ τὴν νυκτερινὴν συνεδρίασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν μᾶς ἐκρατήσατε ὄχι μόνον ἀΰπνους, ἀλλὰ καὶ νηστικούς, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου καὶ κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν. Ὅταν τὸ ζήτημα, τὸ παρεμπῖπτον τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ συναλλάγματος, ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ Σώματος κανονικῶς, τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω τὰς ἀπόψεις μου. (Χειροκροτήματα).
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Λαμπρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§209Ι. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω πολλὰς χάριτας εἰς τὰ 307 κενὰ βουλευτικὰ καθίσματα, τὰ ὁποῖα παραμένουν κενὰ ἀγρυπνοῦντα καὶ αὐτὰ τοιαύτην ὥραν, θερμὰς δὲ εὐχαριστίας εἰς τοὺς 52 συναδέλφους, περιλαμβανομένων καὶ τῶν κ.κ. ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀκούουν τοιαύτην προκεχωρημένην ὥραν. Πρὸ τριῶν ἀκριβῶς μηνῶν, καὶ ἀκριβῶς τὴν ἰδίαν ὥραν, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλῶν, ἐπίσης ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐτόνιζον τὴν ἀνάγκην ἐντονωτέρου ρυθμοῦ τῶν ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο εἰς τὴν ὕπαιθρον. Ἐτόνιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ κινηθοῦν τὰ νεῦρα, πρὸς ὅλας τὰς κατευθύνσεις, διὰ νὰ παταχθῇ ἡ ἀνταρσία. Εὑρίσκομαι ἤδη εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου περιφέρειαν, εἰς τὴν Χαλκιδικήν, ὁ ἀγὼν ἐναντίον τοῦ συμμοριτισμοῦ, τὸ τελευταῖον δίμηνον, ἀπέδωσεν ἀρκετά. Ἀλλὰ ὑπολείπονται ἐπίσης ἀρκετὰ νὰ γίνουν, ὥστε νὰ ἀνακτήσῃ τελείως τὴν ἐλευθερίαν της ἡ Χαλκιδική. Ὀφείλομεν χάριτας πρὸς τὸν Στρατόν. Εὐγνωμονοῦμεν τὸν Στρατὸν καὶ τὴν Χωροφυλακὴν καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἔνοπλα Σώματα, διότι ἐπετέλεσαν αὐτό, τὸ ὁποῖον μέχρι πρό τινος, ἐθεωρούσαμεν ὡς σχεδὸν ἀδύνατον καὶ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀπογοητευόμεθα. Σήμερον ἡ Χαλκιδικὴ ἀνέπνευσε. Εὐχαριστοῦμεν θερμῶς, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἔμπνευσιν καὶ τὴν πρωτοβουλίαν, στρατιωτικοὺς ἢ πολιτικούς, νὰ διοργανώσουν τὸ περίφημον Πανεπιστήμιον τῆς Μακρονήσου, διότι ἐκ τῆς Μακρονήσου, μᾶς ἀπεστάλησαν στρατιῶται εἰς Χαλκιδικήν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι πρόκειται περὶ ὑποδειγματικῶν στρατιωτῶν, ἴσως τῶν καλυτέρων στρατιωτῶν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θὰ ἤμην δὲ ὑπερβολικός, ἐὰν ἔλεγον ὅτι ὅλοι ἀνεξαιρέτως οἱ κληρωτοί, θὰ ἔπρεπε νὰ περάσουν ἀπὸ τὴν Μακρόνησον, διότι αὕτη δὲν εἶναι στρατόπεδον τιμωρίας, ἀλλὰ μορφώσεως τῶν στρατιωτῶν. Ὀφείλομεν ἐπίσης χάριτας, εἰς τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικούς, διότι, φαντασθῆτε, ἐὰν αὐτοὶ οἱ 16–18 χιλιάδες μορφωμένοι νέοι, οἱ ἀποτοξινωθέντες ἐν Μακρονήσῳ, εὑρίσκοντο εἰς τὰ βουνά, ποῦ θὰ εὑρισκώμεθα σήμερον ὡς Κράτος. Λυποῦμαι ὅμως, διότι δὲν δύναμαι νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι κατὰ τὸ τρίμηνον τοῦτο διάστημα δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ γενόμεναι πρὸ τριμήνου ὑποδείξεις καὶ αἱ παρατηρήσεις μας. Ἡ Κυβέρνησις μᾶς ὑπόσχεται ὅτι θὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῶν ἐξαγωγῶν. Ἐτόνιζον τότε, ὅτι ἔχομεν προϊόντα πολυτελῆ, τὰ ὁποῖα δὲν ζητοῦνται εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐτόνισα ὅτι ἔχομεν προϊόντα τοῦ ὑπογείου πλούτου τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται τόσον, ὅσον δὲν ζητεῖται ὁ σῖτος. Κύριοι βουλευταί, δὲν γνωρίζω εἰς τὰς ἄλλας περιοχὰς τοῦ Κράτους τί συμβαίνει, εἰδικῶς ὁμιλῶ διὰ τὴν Χαλκιδικήν. Τὰ προϊόντα τῆς Χαλκιδικῆς, ὁ λευκόλιθος, τὸ χρώμιον, ὁ σιδηροπυρίτης καὶ τελευταίως οἱ βωξῖται, εὑρίσκονται εἰς τόσον πλούσια κοιτάσματα, ὥστε νὰ ζητοῦνται ἀπὸ ὅλα τὰ μέθη τοῦ κόσμου. Ὁ λευκόλιθος, ὁ ὁποῖος ἐξήγετο προπολεμικῶς ἀπὸ τὰ δύο, τρία σπουδαιότερα μεταλλεῖα τῆς Χαλκιδικῆς εἰς 6 ἕως 7 χιλιάδας τόννους ἀφρίκτους εἰς τὴν Εὐρώπην, σήμερον ὑπάρχει μία μόνον παραγγελία 50 χιλιάδων τόννων. Τὸ ἐτόνισα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ἐπαναλαμβάνω πολλάκις εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς, δυστυχῶς δὲν εὗρον κατανόησιν καὶ ἀμφιβάλλω ἐὰν γνωρίζῃ κανεὶς περὶ μεταλλευμάτων. Οἱ 50 χιλιάδες τόννοι, οἱ ὁποῖοι παρηγγέλθησαν ἀπὸ τὴν Ἄπω Ἀνατολήν, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ ἐξαχθοῦν ἐξ Ἑλλάδος, θὰ ἐξαχθοῦν βορειότερον ἡμῶν, ἀπὸ ἄλλο Κράτος. Οἱ κύριοι οἰκονομικοὶ ὑπουργοὶ καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφοροῦν. Ἐπίσης ὑπάρχει ζήτησις ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, Βέλγιον, Ὁλλανδίαν κ.ἄ. Καὶ φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἀγορὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ στρέφεται βορειότερον ἡμῶν, πρὸς τὴν Γιουγκοσλαυΐαν. Ἡ Γιουγκοσλαυΐα ἐξάγει λευκόλιθον κατά τι κατώτερον βέβαια, τοῦ ἑλληνικοῦ, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξάγεται λευκόλιθος ἑλληνικός, θὰ προτιμήσουν τὸν κατά τι κατώτερον. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ δι’ ὄνομα Θεοῦ, χάνομεν ἕνα συνάλλαγμα, εἴτε λιρῶν εἴτε δολλαρίων; Οἱ ἀγορασταὶ προσφέρονται νὰ καταθέσουν εἰς δολλάρια ἢ λίρας, εἰς οἱονδήποτε μέρος τοῦ κόσμου. Συνεπῶς δὲν ἔχομεν περιορισμὸν περιοχῆς τῆς λίρας, ἢ τοῦ δολλαρίου. Διατὶ δὲν δεχόμεθα τὶς 500.000 δολλάρια μηνιαίως ἀπὸ τὴν Χαλκιδικὴν μόνον, τὴν ἐποχήν, ποὺ κάνομεν κρὰ διὰ μίαν λίραν ἢ ἕνα δολλάριον; Ἐκτὸς τῶν μεταλλευμάτων τοῦ λευκολίθου, ἔχομεν τὸν σιδηροπυρίτην. 12 ἕως 15 χιλιάδας τόννους ἐξήγαγε ἡ Χαλκιδικὴ μηνιαίως εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Σήμερον βλέπετε εἰς τὰς ἐφημερίδας, δι’ ὄνομα Θεοῦ, νὰ εἰσάγωμεν σιδηροπυρίτην εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ μεταλλεῖον τοῦ Στρατονίου, τῆς Κασσάνδρας, ἐξῆγε περὶ τοὺς 12.000 τόννους μηνιαίως, δηλαδὴ περὶ τὶς 35.000 λιρῶν μηνιαίως. Διατί, κύριοι, ἀποδιώκομεν αὐτὰ τὰ ποσά; Διατὶ δὲν θέλομεν νὰ κατανοήσωμεν τὸ συμφέρον μας, νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὰς τὰς χιλιάδας λίρας; Ἐκτὸς αὐτῶν, ἔχομεν τὸ χρώμιον, περιζήτητον καὶ αὐτὸ καὶ δὲν ἐργάζεται κανένα μεταλλεῖον εἰς τὴν Χαλκιδικήν. Ἐσχάτως δὲ ἀνεκαλύφθησαν σπουδαῖα κοιτάσματα βωξίτου εἰς τὴν παραλίαν παρὰ τὴν Νέαν Καλλικράτειαν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν ἀφοροῦν τὴν Βουλήν, ἀφοροῦν τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς, Εἶσθε ἐκτὸς θέματος. Δὲν εἶναι ὀρθόν, νομίζω.
§211Ι. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταί, ὅταν δὲν κατανοοῦμεν ὅτι κάθε χρόνον ἀποδιώκομεν τόσας χιλιάδας λίρας. Κύριοι, ὁ κομμουνισμὸς δὲν καταπολεμεῖται μὲ λόγχας πραγματικάς, ἀλλὰ θὰ καταπολεμηθῇ μόνον μὲ τὰς χρυσᾶς τοιαύτας, δηλ. ἐὰν δώσωμεν ἐργασίαν εἰς τοὺς κατοίκους. Εἰς τὴν Χαλκιδικὴν ὑπάγεται ἡ ἰδιώνυμος ἀνεξάρτητος πολιτεία τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον δὲν ἔτυχε τῶν εὐεργετημάτων καὶ ἀγαθῶν τοῦ σχεδίου ἀνασυγκροτήσεως (Μάρσαλλ). Παρακαλῶ καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐνδιαφερθῇ καὶ διὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Πρέπει νὰ δώσωμεν προσοχὴν εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, διότι αἱ μοναὶ ὑποφέρουν, πένονται σήμερον. Προσέξατε, κύριοι αὐτὸ τὸ σημεῖον. Τὸ Ἅγιον Ὄρος, τὸ ζωντανὸν αὐτὸ βυζαντινὸν μουσεῖον, ὀφείλομεν νὰ τὸ διατηρήσωμεν διὰ πολλοὺς λόγους καὶ πρὸ παντὸς δι’ ἐθνικούς. Ἡ διοίκησις εἰς τὴν περιφέρειάν μου καὶ εἰς ὅλην τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε δὲν θὰ εἶναι ὑπερβολὴ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πρόκειται περὶ ἀπογυμνώσεως ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ὑπηρεσιῶν. Πολλὰ σχολεῖα, χωρὶς νὰ ὑφίστανται λόγοι ἀσφαλείας, διότι εἰς τὴν Κασσάνδρα ἔχομεν ἀπόλυτον ἀσφάλειαν, εἶναι κλειστά, διότι δὲν ἔχομεν διδασκάλους, καθόσον τοὺς ἀποσποῦν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὴν Θεσ)νίκην. Παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς, τόσον τῆς Παιδείας, ὅσον καὶ τῆς Βορείου Ἑλλάδος, νὰ προσέξουν τὸ ζήτημα αὐτό. Ἕν τῶν Γυμνασίων μας λειτουργεῖ μὲ δύο φυσικομαθηματικοὺς καὶ ἕνα φιλόλογον. Οἱ μαθηταί, οἱ ὁποῖοι θὰ βγοῦν ἀπὸ τὰ Γυμνάσια αὐτά, πῶς θὰ ἠμπορέσουν νὰ συναγωνισθοῦν τὰ παιδιὰ τῶν πόλεων εἰς τὰ Πανεπιστήμια καὶ τὰς ἄλλας Σχολάς; Ἐπιβάλλεται, συνεπῶς, ἡ ἐπάνοδος ὅλων τῶν λειτουργῶν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Ἔχουν κλείσει τὰ περισσότερα γραφεῖα. Ἀπὸ τὰ 5 Εἰρηνοδικεῖα, τὰ 3 εἶναι κλειστά, ἐλλείψει εἰρηνοδικῶν καὶ γραμματέων. Τὸ σύστημα τῆς ἀποσπάσεως τῶν ὑπαλλήλων ἢ τῆς μεταθέσεως, ἄνευ ἀντικαταστατῶν, εἶναι ὀλέθριον. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται αὐτὸ εἰς τὴν Βόρειον Ἑλλάδα, εἰς τὴν περιοχὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀποκαλοῦμεν σπονδυλικὴν στήλην τῆς Ἑλλάδος, πνεύμονα τῆς Ἑλλάδος κ.ο.κ. Καταψηφίζω ἐπίσης τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν σύνθεσίν της καὶ θὰ καταψηφίζω, ἐφ’ ὅσον εἶμαι βουλευτής, οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ παραγνωρίζῃ τὴν Β. Ἑλλάδα. Ἐὰν ἔλεγε κανεὶς ὅτι ἀπὸ τὴν περιοχὴν τῶν Ἀθηνῶν, δὲν θὰ εἶναι κανεὶς ὑπουργός, φαντασθῆτε τί ἐπανάστασις θὰ ἐγίνετο. Ἡ Θεσσαλονίκη, ἐν τούτοις, μὲ 27 βουλευτάς, δὲν ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ κανένα ὑπουργόν. Ἡ Β. Ἑλλάς, μὲ τὸ ⅓ τῶν βουλευτῶν, ἐκπροσωπεῖται ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀπὸ 4 ὑπουργούς. Ὄχι διότι δὲν εἶναι ἱκανοὶ οἱ βουλευταὶ τῆς Β. Ἑλλάδος. Ἀντιθέτως, ἐπαξίως ἐτίμησαν τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα καὶ ἀρκετὰ ἐπαξίως τὸ τιμοῦν ὅσοι εἶναι σήμερον ἐν τῇ Κυβερνήσει. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, καταψηφίζω καὶ θὰ καταψηφίζω οἱανδήποτε Κυβέρνησιν, διὰ τὸν παραγκωνισμὸν τῆς Β. Ἑλλάδος.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χ. Ἀλιβιζᾶτος.
§213Χ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Μίαν ἁπλῆν δήλωσιν ἐπεθύμουν νὰ κάμω. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις οὐσιαστικῶς καὶ κατὰ βάσιν δὲν διαφέρει τῆς προγενεστέρας, παρ’ ὅλην τὴν ἀναγκαστικὴν ἔξοδον ἐξ αὐτῆς τοῦ Ν. Κόμματος. Πρὸ παντὸς δὲ αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας καλεῖται νὰ λειτουργήσῃ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ κυβερνητικόν της πρόγραμμα, ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι αἱ αὐταί. Στερεῖται οὐσιαστικῶς πολιτικῆς ἡγεσίας. Ὁ θεσμὸς τοῦ Συντονιστικοῦ Συμβουλίου, παρ’ ὅλα τὰ προτερήματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀποδίδουν, οὐσιαστικῶς καταργεῖ καὶ παρακωλύει τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τὴν ἀπόδειξιν τὴν ἔχομεν προσφάτως κατὰ τὴν δημιουργίαν μιᾶς κρίσεως ἠθικοῦ καὶ πολιτικοῦ χαρακτῆρος, ἡ ὁποία φαντάζομαι καὶ πιστεύω ὅτι ὑπὸ ἄλλας συνθήκας, θὰ ἔληγε ταχύτατα, χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ νὰ θίξῃ πολιτικὸν θεσμὸν καὶ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ μείνουν ἔξω τῶν πολιτικῶν ἀνταγωνισμῶν καὶ μετὰ σεβασμοῦ νὰ περιβάλλωμεν ὅλοι. Αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, παρὰ τὰς φραστικὰς τροποποιήσεις, δὲν διαφέρουν οὐσιαστικῶς ἀπὸ τὰς προγραμματικὰς δηλώσεις αὐτῆς πρὸ τριμήνου. Ἡ μόνη ὑπάρχουσα διαφορὰ εἶναι ὅτι τὸ τρίμηνον, τὸ ὁποῖον παρῆλθε, μᾶς ἔδωσε τὴν ἀπόδειξιν τῆς βασικῆς ἀδυναμίας τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσα ἀπηγγέλθη. Ἐὰν ἐξετάσωμεν τὰς τότε ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως μίαν πρὸς μίαν, θὰ εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν τομέα, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἐπραγματοποιήθησαν αἱ ἐπαγγελίαι εἰς αὐτούς. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς καὶ παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν μου νὰ συμβάλλω καὶ ἐγὼ κατά τι εἰς τὴν εὐόδωσιν τῆς ἐθνικῆς αὐτῆς προσπαθείας, θὰ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν. Ἐφιστῶ μόνον τὴν προσοχήν της ἐπὶ ἑνὸς βασικοῦ θέματος, χωρίς, λόγῳ τῆς φύσεώς του καὶ τῆς λεπτότητός του, νὰ δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας. Ὑπῆρξεν ἀναμφιβόλως ἐπιτυχὴς ὁ διορισμὸς τοῦ ἀρχιστρατήγου καὶ ἑωρτάσαμεν ὅλοι εὐτυχῆ ἔκτοτε γεγονότα. Παρὰ ταῦτα, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς μίαν σύστασίν μου, γενομένην τότε κατὰ τρόπον ἁπαλόν, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνω, τῆς ἀνάγκης, δηλαδή, τῆς παροχῆς πρὸς τὸν ἀρχιστράτηγον καὶ τοὺς ἡγουμένους στρατιωτικοὺς εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τοῦ συμμοριτισμοῦ τῶν μέσων διὰ τὸν ταχὺν καὶ νικηφόρον τερματισμὸν τοῦ ἀγῶνος. Ὑπῆρχε μία προϋπόθεσις, ἡ ὁποία εἶχε τεθῆ, νομίζω ἀμέσως, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ χώραν ἡ σχετικὴ μεταβολὴ ὡς ὅρος ἀπαραίτητος διὰ τὴν ταχεῖαν εὐόδωσιν τοῦ ἀγῶνος, ἡ προϋπόθεσις τῆς ἀριθμητικῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Ἡ προϋπόθεσις αὐτὴ δὲν ἐξεπληρώθη καὶ μολονότι συμμερίζομαι τὴν γενικὴν ἀναθάρρυνσιν, ἡ ὁποία κατέχει τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὅλοι, ὡς πρὸς τὴν τελικὴν νίκην, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως ἐντατικαὶ στραφοῦν αἱ προσπάθειαί της διὰ τὴν πραγματοποίησιν καὶ τῆς προϋποθέσεως αὐτῆς, διότι κάθε χρονισμὸς τοῦ ἀγῶνος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς παρουσιάσῃ δυσαρέστους ἐκπλήξεις. Μὲ αὐτὴν τὴν δήλωσιν καὶ τὴν εὐχήν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀνταποκριθῇ εἰς τὸ μέλλον περισσότερον, τερματίζω τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ κάμω.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βογιατζῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§215Γ. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων ἐξηντλήθη, θὰ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις, ὡς τεχνικός, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ δύο σημείων. Τὸ πρῶτον θέμα εἶναι ὅτι θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ κάμῃ ἀκόμη μεγαλυτέρας προσπαθείας, ὥστε τὰ ποσὰ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ σχεδίου Μάρσαλ, τὰ ὁποῖα προορίζονται δι’ ἔργα ἀνασυγκροτήσεως, νὰ μὴ πηγαίνουν, ὅπως γίνεται σήμερον, δι’ ἄλλους σκοπούς, ἴσως σπουδαιοτέρους διὰ τὴν ὑπόθεσιν τὴν κρατικήν, ἀλλὰ νὰ διατίθενται διὰ τὴν ἀνασυγκρότησιν καὶ ἐπὶ νέων βάσεων ἀνασύνταξιν τῆς Ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι συναφὲς πρὸς τὸ πρῶτον καὶ θέλω νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα διατίθενται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, κινδυνεύουν νὰ μὴ χρησιμοποιηθοῦν, λόγῳ τῆς πενιχρότητος τῶν ἀποδοχῶν τῶν τεχνικῶν ὑπαλλήλων. Δὲν θέλω νὰ συνδέσω τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς τῶν τεχνικῶν ὑπαλλήλων μὲ τὸ ὅλον ὑπαλληλικὸν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον δυσεπίλυτον καὶ τόσας δυσχερείας παρουσιάζει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει τρόπος ἁπλούστατος, τρόπος, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἀνοικοδομήσεως, διὰ μικρᾶς ἐπιβαρύνσεως τῆς δαπάνης τῶν ἔργων τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Διὰ μικροῦ ποσοστοῦ, 3–5%, θὰ ἠδύνατο νὰ βελτιωθοῦν εἰς λογικὸν ὅριον οἱ μισθοὶ τῶν τεχνικῶν ὑπαλλήλων, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ ἀποδώσουν τὸ μάξιμουμ τῆς δυνάμεώς των. Νομίζω ὅτι τὰς προσπαθείας, τὰς ὁποίας καταβάλλει ὁ ἀξιότιμος κ. ὑπουργὸς τῶν Δημοσίων Ἔργων, πρέπει νὰ τὰς κάμῃ ἀποδεκτὰς ἡ Κυβέρνησις, διότι ἔτσι ἐξασφαλίζει τὴν καλλιτέραν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων καὶ τὴν καθόλου ἀποπεράτωσιν τοῦ σχεδίου Μάρσαλ διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἀνασυγκρότησιν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθέντος τοῦ καταλόγου τῶν ρητόρων καὶ μὴ ὑπάρχοντος ἄλλου ρήτορος ὅπως ὁμιλήσῃ ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, κηρύσσω τὴν συζήτησιν περαιωμένην καὶ προτείνω ὅπως λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν 7ην ἀπογευματινὴν τῆς σήμερον, πρὸς διενέργειαν ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§217ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ σήμερον καὶ ὥραν 7 μ. μ., μὲ θέμα ἡμερησίας διατάξεως ὀνομαστικὴ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 6.20′ π.μ.)