1949.02.01
645 στίχοι · 4.577 λέξεις · 11 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27η
Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 1949
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.40′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸς Τὸν Κον Πρόεδρον τῆς Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Κύριε Πρόεδρε, Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω ὅπως εὐαρεστούμενοι ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ Δ)τος ὑπὸ χρονολογίαν 20 Ἰανουαρίου 1949 εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Θεμιστοκλέους Σοφούλη. Ὁμοίως δι’ ἑτέρου Δ)τος τῆς ἰδίας χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὰς παραιτήσεις τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κωνσταντίνου Τσαλδάρη καὶ τῶν ὑπουργῶν κ. κ. Γεωργίου Μελᾶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, Πάνου Χατζηπάνου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, Παύλου Ντεντιδάκη ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως, Δημητρίου Βουρδουμπᾶ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Παιδείας καὶ Θρησκευμάτων, Στεφάνου Στεφανοπούλου ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ, Δημητρίου Χέλμη ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, Παντελῆ Ροζάκη ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Εὐσταθίου Μαλαμίδα ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων, Δημητρίου Λόντου ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν, Χρήστου Τούντα ἐπὶ τῶν Τ.Τ.Τ., Ἐμμανουὴλ Παπαδόγιαννη ἐπὶ τῆς Ἀνοικοδομήσεως, Χρήστου Γουλοπούλου ἐπὶ τῆς Γεωργίας, Εὐστρατίου Γεωργιλαδάκη ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς, Κωνσταντίνου Καραμανλῆ ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας, Δημητρίου Γόντικα ἐπὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν, Γρηγορίου Χρυσοστόμου ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, Γεωργίου Μπακοπούλου ἐπὶ τῆς Ἐργασίας, Κωνσταντίνου Ρέντη ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Πέτρου Μαυρομιχάλη ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, Ἀριστείδου Πρωτοπαπαδάκη ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας, Κωνσταντίνου Κορόζου Γενικοῦ Διοικητοῦ Βορείου Ἑλλάδος, Μιχαὴλ Μαυρογορδάτου Ὑπουργοῦ ἄνευ Χαρτοφυλακίου, ἀσκοῦντος καθήκοντα Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, Μιχαὴλ Αἰλιανοῦ Ὑπουργοῦ ἄνευ Χαρτοφυλακίου, ἀσκοῦντος καθήκοντα Ὑφυπουργοῦ Τύπου καὶ Πληροφοριῶν, Κωνσταντίνου Ροδοπούλου Ὑπουργοῦ ἄνευ Χαρτοφυλακίου, ἀσκοῦντος τὰ καθήκοντα Ὑφυπουργοῦ Στρατιωτικῶν, Βασιλείου Στεφανοπούλου Ὑπουργοῦ ἄνευ Χαρτοφυλακίου ἀσκοῦντος καθήκοντα Ὑφυπουργοῦ Οἰκονομικῶν, Ἀποστόλου Ἀντωνίου Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ Κοσμᾶ Ἀλεξανδρίδη Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου Δ)τος, τῆς αὐτῆς χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸν κ. Θεμιστοκλῆν Σοφούλην. Ὡσαύτως διὰ Δ)τος, ὁμοίας χρονολογίας, εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν ἄνευ Χαρτοφυλακίου τὸν κ. Ἀλέξανδρον Διομήδην. Ὁμοίως διὰ Δ)τος ἰδίας χρονολογίας εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑπουργούς, ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τὸν κ. Κωνσταντῖνον Τσαλδάρην, ἄνευ Χαρτοφυλακίου τὸν κ. Σοφοκλῆν Βενιζέλον καὶ προσωρινῶς ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἄνευ Χαρτοφυλακίου τὸν κ. Σπυρίδωνα Μαρκεζίνην, ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὸν κ. Παναγιώτην Κανελλόπουλον, ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης τὸν κ. Γεώργιον Μελᾶν, ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν κ. Φωκίωνα Ζαΐμην, ἐπὶ τῆς Δημοσίας Τάξεως τὸν κ. Κωνσταντῖνον Ρέντην, ἐπὶ τῶν Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας τὸν κ. Κωνσταντῖνον Τσάτσον, ἐπὶ τοῦ Συντονισμοῦ τὸν κ. Στέφανον Στεφανόπουλον, ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Δημήτριον Χέλμην, ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸν κ. Ἀθανάσιον Καψάλην, ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων τὸν κ. Σταῦρον Νικολαΐδην ἐπὶ τῶν Μεταφορῶν τὸν κ. Πᾶνον Χατζηπᾶνον, ἐπὶ τῆς Ἀνοικοδομήσεως τὸν κ. Ἐμμανουὴλ Παπαδόγιαννην, ἐπὶ τῶν Τ.Τ.Τ. τὸν κ. Δημ. Βουρδουμπᾶν, ἐπὶ τῆς Γεωργίας τὸν κ. Χρῆστον Γουλόπουλον, ἐπὶ τῆς Ὑγιεινῆς τὸν κ. Κωνσταντῖνον Ροδόπουλον, ἐπὶ τῆς Κοινωνικῆς Προνοίας τὸν κ. Κωνσταντῖνον Καραμανλῆν, ἐπὶ τοῦ Ἐφοδιασμοῦ καὶ Διανομῶν τὸν κ. Εὐάγ. Ἀβέρωφ, ἐπὶ τῆς Ἐργασίας τὸν κ. Ἐλευθέριον Γονῆν, ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τὸν κ. Γεράσιμον Βασιλειάδην, ἐπὶ τῆς Ἀεροπορίας τὸν κ. Ἀριστείδην Πρωτοπαπαδάκην, Ὑπουργὸν Γενικὸν Διοικητὴν Βορείου Ἑλλάδος τὸν κ. Κωνσταντῖνον Κορόζον, Ὑπουργὸν ἄνευ Χαρτοφυλακίου εἰς ὃν ἀνατίθεται ἡ ἄσκησις τῶν καθηκόντων Ὑφυπουργοῦ Τύπου καὶ πληροφοριῶν τὸν κ. Μιχαὴλ Αἰλιανόν, Ὑπουργὸν ἄνευ Χαρτοφυλακίου εἰς ὃν ἀνατίθεται ἡ ἄσκησις τῶν καθηκόντων Ὑφυπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν κ. Βασίλειον Στεφανόπουλον καὶ Ὑφυπουργὸν παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ τὸν κ. Ἐμμανουὴλ Λουλακάκην. Ἐπίσης διὰ Δ)τος ὑπὸ χρονολογίαν 27 Ἰανουαρίου 1949 εὐηρεστήθη νὰ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ κ. Ἐμμανουὴλ Λουλακάκη. Ὡσαύτως διὰ Δ)τος ἰδίας χρονολογίας εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας τὸν κ. Ἐμμαν. Μαρινάκην καὶ Ὑπουργὸν ἄνευ Χαρτοφυλακίου, εἰς ὃν ἀνετέθη καὶ ἡ ἐνάσκησις τῶν καθηκόντων Ὑφυπουργοῦ παρὰ τῷ Πρωθυπουργῷ, τὸν κ. Ἐμμανουὴλ Λουλακάκην. Δεχθῆτε, Ἀξιότιμε Κύριε Πρόεδρε, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου πρὸς Ὑμᾶς ὑπολήψεώς μου.
Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου
ΘΕΜ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ
Παρακαλῶ τὸν κ. Γραμματέα, νὰ ἀναγνώσῃ κατατεθεῖσαν δήλωσιν τῶν ἀξιοτίμων ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων καὶ Ἐθνικοῦ Ἑλλάδος.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Πρὸς τὸν Ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐνταῦθα. Δήλωσις Τὰ κόμματα Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων καὶ Ἐθνικὸν Κόμμα Ἑλλάδος, δηλοῦσιν, ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον συμπράττουν ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ἑνιαία πολιτικὴ μερὶς ἐκπροσωπουμένη ἑκάστοτε ὑπὸ ἑκατέρου τῶν ἀρχηγῶν Στ. Γονατᾶ καὶ Ν. Ζέρβα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 29 Ἰανουαρίου 1949
Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων
Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ
Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐθνικοῦ Κόμματος Ἑλλάδος
Ν. ΖΕΡΒΑΣ
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου ἀπεστάλη πρὸς τὴν Α. Θ. Παναγιότητα τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως συγχαρητήριον τηλεγράφημα ἐπὶ τῇ ἐνθρονήσει του εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Θρόνον, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω: «Πρὸς Α. Θ. Παναγιότητα Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Νέας Ρώμης Παναγιώτατον Ἀθηναγόραν. Ἀσμένως λαμβάνω τιμὴν διαβιβάσω πρὸς Α. Θ. Παναγιότητα ἐγκάρδια συγχαρητήρια ὁλοκλήρου Σώματος Ἑλλήνων βουλευτῶν Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ἐμοῦ ἐπὶ Ἐλέῳ Θεοῦ ἐνθρονίσει Ὑμετέρας Θ. Παναγιότητος Πατριαρχικὸν Θρόνον ἐπ’ ἀγαθῷ σύμπαντος πληρώματος Ὀρθοδόξου Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας καὶ δεινῶς δοκιμαζομένης Πατρίδος μας. Ἰωάννης Γ. Θεοτόκης, Πρόεδρος Δʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα)». Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Θ. Σοφούλης, ἔχει τὸν λόγον.
§4Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. (Πρόεδρος Κυβερνήσεως). Κύριοι βουλευταί, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Ἔθνος σύσσωμον παλαίει κατὰ ἐχθροῦ πλήττοντος τὰς ζωτικάς του δυνάμεις κατὰ τὸν πλέον ὕπουλον καὶ εἰδεχθῆ τρόπον, ὁ δημοκρατικὸς πολιτικὸς κόσμος, εἴτε ἀπ’ εὐθείας μετέχων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε μή, παραμερίσας κάθε διαφορὰν ἥτις τὸν ἐχώρισεν ἐν τῇ διαδρομῇ τῆς νεωτέρας ἱστορίας, ἀποτέλεσμα πολιτικῶν ἀγώνων εὐγενῶν εἰς κάθε φιλελεύθερον πολίτευμα ὁ πολιτικὸς κόσμος —λέγω— μὲ ἐπίγνωσιν τῆς ὑψίστης σημασίας τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς στιγμῆς, ἑνώνει τὰς δυνάμεις του, ὅπως συντάξῃ κοινὸν μέτωπον παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ἡρωϊκῶς μαχομένων ἐνόπλων δυνάμεων καὶ τῶν δεινῶς χειμαζομένων πληθυσμῶν. Μὲ ἀναζωογονημένας δυνάμεις καὶ μὲ τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν τελικὴν νίκην, ἥτις θὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ὁμόνοιαν μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, συνεχίζει ἡ Ἑλλὰς τὴν πάλην, ἔχουσα πολύτιμον ἠθικὸν καὶ ὑλικὸν συμπαραστάτην εἰς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τὴν μεγάλην καὶ πρωτοπόρον εἰς πᾶσαν ἀνθρωπιστικὴν ἐνέργειαν δημοκρατίαν τῆς Βορείου Ἀμερικῆς καὶ τὴν Ἀγγλίαν, τὴν ὁποίαν ἡ νεωτέρα Ἑλλὰς συνήντησεν εἰς τὸ λίκνον τῆς περιθάλπουσαν αὐτὴν καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἐπίνευσιν εὗρε πάντοτε εἰς τὰς ἐθνικάς της ἐπιδιώξεις, τὴν ἠθικὴν δὲ καὶ ὑλικήν της συνδρομὴν εἰς τὰς τραγικὰς περιπετείας τῆς ζωῆς της. Κυβέρνησις ἀποτελουμένη ἀπὸ κόμματα πιστεύοντα εἰς τὸν προοδευτικὸν φιλελευθερισμὸν καὶ στηριζόμενα ἐπὶ δημοκρατικῶν ἀρχῶν ἐκδηλουμένων διὰ τῆς ἀνεπιφυλάκτου θελήσεως Βουλῆς προερχομένης ἐκ τῆς λαϊκῆς ψήφου, γραμμὴν κατευθύνσεως ἔχει εἰς τὴν κοινωνικήν της πολιτικὴν τὸ πῶς ὁ ποικίλος κόσμος, τῆς καθημερινῆς βιοπάλης θὰ μετέχῃ εἰς συνεχῶς προϊοῦσαν κλίμακα τῶν ἑκάστοτε παραγομένων κοινωνικῶν ὠφελημάτων, διὰ νὰ ἀποκτᾷ καὶ αὐτὸς τὴν δυνατότητα νὰ καρποῦται κάθε ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προσφέρῃ ἡ ζωή. Ἡ συνεχὴς βελτίωσις τῆς θέσεώς του, ἡ ἀνακούφισίς του ἀπὸ τὰς θυσίας εἰς ἃς ὑποβάλλεται, δὲν εἶναι μόνον ἐπιταγὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι καὶ καθῆκον ἀνθρωπισμοῦ. Πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ κοινωνικὸν πρόβλημα δὲν ἔχει μόνον οἰκονομικὴν πλευράν, ἔχει ἐξ ἴσου καὶ κατὰ κύριον ἰδίως λόγον, ψυχολογικὸν καὶ ἠθικὸν περιεχόμενον. Καὶ δι’ αὐτὸ εἰς ἀληθῶς δημοκρατικὴν κοινωνίαν, οἵα πιστεύομεν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἡ Ἑλλάς, τὸ Κράτος, ἐμπνεόμενον ἀπὸ αἴσθημα δικαιοσύνης, ἔχει καθῆκον ἔναντι τῆς κοινωνικῆς γαλήνης καὶ ὁμονοίας, νὰ κρατῇ ἀνοικτοὺς πάντοτε καὶ εὐκόλους τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ πολιτικοὺς δρόμους ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω. Ἔργον τῆς δικαιοσύνης ἀσκούσης τὸ ὑψηλὸν της λειτούργημα σύμφωνα μὲ τὰς παλαιάς της παραδόσεις, εἶναι τὸ νὰ ἀπολυμάνῃ τὴν δηλητηριασθεῖσαν ἀτμοσφαῖραν ἀπὸ τὰς οἰκτρὰς καταχρήσεις, αἵτινες τὴν ἐμίαναν. Ὑπῆρξε τοῦτο θλιβερὸν φαινόμενον τῆς χαλαρωθείσης τάξεως, συνεπείᾳ τῶν ὀδυνηρῶν καὶ ἀλλεπαλλήλων δοκιμασιῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν, αἵτινες ἀνέτρεψαν εἰς πολλοὺς ἀνθρώπους τὴν πίστιν ἐπὶ τὰς ἠθικὰς ἀξίας. Ἡ δικαιοσύνη θὰ χωρήσῃ ἐπὶ τὸ ἔργον της καὶ θὰ πλήξῃ πάντα ἔνοχον. Θ’ ἀπομονωθοῦν οὕτως οἱ ἔνοχοι ἀπὸ τῶν ἠθικῶν στοιχείων τῆς Κοινωνίας. Δὲν εἶναι νοητὸν καθ’ ὃν χρόνον μάχεται τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον ἀγῶνα σκληρὸν καὶ Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ διέρχονται ὥρας τραγῳδίας, νὰ μένουν ἀτιμώρητοι Ἕλληνες διεφθαρμένοι παραβιάζοντας πᾶσαν ἠθικὴν ἀρχὴν καὶ πάντα κανόνα δικαίου. Ἡ Ἑλληνικὴ συνείδησις ἀξιοῖ ἀμείλικτον τὸν κολασμόν. Μέλημα πρώτιστον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐξυγιάνσεως καὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς διοικήσεως καὶ τῶν μεθόδων τῆς λειτουργίας αὐτῆς. Ἐὰν καὶ προπολεμικῶς ἡ διοίκησις δὲν ὑπῆρξε πάντοτε ὑποδειγματική, ἀφ’ ἧς πολιτικαὶ καὶ πολεμικαὶ περιπέτειαι ἔπληξαν τὴν χώραν μας, ὁ κλονισμὸς ἦτο μοιραῖος. Πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοδιοικήσεως, πρὸς ἣν χωροῦμεν νῦν, εἶναι ἱστορικῶς συνυφασμέναι αἱ τύχαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Χάρις εἰς αὐτήν, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας ἀνεπτύχθη στρατός, κοινότης, οἰκονομία, καὶ πρωτίστως αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς ὑπερηφάνου αὐτονόμου ἐνεργείας, ἥτις ἤγαγε τὸ Γένος εἰς πραγμάτωσιν τῶν πεπρωμένων του. Ἔχει βαθεῖαν ἐπίγνωσιν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι αὐτὴ ἡ φύσις τῶν πολιτικῶν, κοινωνικῶν καὶ οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ νεωτέρου κράτους, οἰκοδομημένου ἐπὶ εὐρείας δημοκρατικῆς βάσεως, ἐπιβάλλει ἐνεργωτέραν συμμετοχὴν τοῦ λαοῦ εἰς τὸν δημόσιον βίον, ὅτι πλημμελῶς ἀσφαλίζεται ἡ νομιμότης τῆς ὅλης διοικήσεως, ἐὰν ἀσκῆται αὕτη ἐπὶ ὅλων τῶν θεμάτων συγκεντρωτικῶς, εἴτε ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ κέντρου, εἴτε δι’ ὀργάνων ὁριζομένων ὑπὸ τοῦ Κέντρου. Πιστεύει, ὅτι μόνον δι’ ἀποκεντρώσεως τῶν ἁρμοδιοτήτων καὶ εὐρείας αὐτοδιοικήσεως κατὰ περιφερείας διοικουμένας τῆς ἐκτάσεώς των καὶ ὑπὸ αἱρετῶν ἀρχόντων καὶ τὰ πολλαπλᾶ συμφέροντα τῶν τόπων, ἀποτελεσματικώτερον θὰ θεραπεύωνται, καὶ οἱ πληθυσμοὶ ὑπευθύνως πλέον χειριζόμενοι τὰ τῆς διοικήσεως τῆς περιφερείας ἐν ᾗ κατοικοῦν καὶ ἐργάζονται, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι συνυφασμένη ἡ κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ των ζωή, θὰ μανθάνουν ἐξ ἰδίας πείρας τὴν πρακτικὴν ἀξίαν τῆς συνεργασίας. Τὰ σοφὰ παραδείγματα τῶν Ἀγγλοσαξονικῶν λαῶν, οἵτινες ἐστήριξαν τὴν πολιτικὴν αὐτῶν ἐλευθερίαν ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς αὐτοδιοικήσεως, θὰ μᾶς χρησιμεύσουν ὡς πολύτιμοι ὑποθῆκαι τοῦ ἔργου μας. Πρὸς πραγματοποίησιν τῆς ψυχολογικῶς βαρυσημάντου αὐτῆς μεταρρυθμίσεως, ἥτις θ’ ἀρθρώσῃ ἐπὶ ὑγιῶς δημοκρατικῶν ἀρχῶν τὴν διοίκησιν καὶ θὰ ἐμπνεύσῃ βαθὺ τὸ αἴσθημα τῆς πολιτικῆς εὐθύνης τῶν πληθυσμῶν, χωρεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις οὕτω, ἀκραδάντως φρονοῦσα ὅτι ἓν τῶν βασικῶν θεμελίων τῆς ἀληθοῦς δημοκρατίας, εἶναι ἡ αὐτοδιοίκησις, εἶναι ἀποφασισμένη νὰ χωρήσῃ, εὐθὺς ὡς αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψουν καὶ ἐκεῖ ποὺ θὰ τὸ ἐπιτρέψουν, εἰς δημοτικὰς καὶ κοινοτικὰς ἐκλογάς. Ὅταν ἡ ἐκκαθάρισις τῆς Πελοποννήσου ἀποβῇ πλήρης, καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν συνθηκῶν ἰσονομίας καὶ διαβιώσεως τὸ ἐπιτρέψῃ, τὸ τμῆμα τοῦτο τῆς χώρας, μαζὺ μὲ τὰς ἀπερισπάστους ἐκ τῆς ἀνταρσίας περιφερείας, θ’ ἀποτελέσουν τὰ πρῶτα εὐτυχῆ τμήματα τῆς Ἐπικρατείας, τὰ ὁποῖα θὰ ἴδουν τὴν ἀπαρχὴν τῆς πλήρους εἰρηνοποιήσεως τῆς πατρίδος. Ἡ φιλοδοξία αὕτη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν θετική, πραγματοποιουμένη, καὶ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ προσκομίσῃ διὰ τὴν πατρίδα, θὰ εἶναι ἀνυπολόγιστον. Τὸ σχέδιον ΜΑΡΣΑΛΛ τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἀνορθώσεως, παρέχει εἰς τὴν Ἑλλάδα, μοναδικὴν εὐκαιρίαν ἀποκαταστάσεως τῆς βαρέως πληγείσης οἰκονομίας της, ἀλλὰ καὶ θεμελιώσεως αὐτῆς στερεώτερον καὶ ἀναπτύξεως της ἐν τῷ πνεύματι τῆς εὐρωπαϊκῆς συνεργασίας. Πρὶν ὅμως ἀκόμη εἰσέλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀναρρώσεως, ἐξελέγη ὡς πεδίον κομμουνιστικοῦ ἐπεκτατισμοῦ. Ἀπὸ τὴν Εὐρώπην ὅλην, μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα δοκιμάζεται ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἀμερικανικῆς προσπαθείας δι’ ἀνασυγκρότησιν τῆς Εὐρωπαϊκῆς οἰκονομίας, πείσμων κατ’ αὐτῆς καὶ ἀπροκάλυπτος ἔνοπλος ἀντίδρασις. Κατὰ τῆς πολεμικῆς αὐτῆς ἐνεργείας, ἥτις ἀκολουθεῖ μεθόδους ἀνοικτίρμονος ὁλοκληρωτικοῦ πολέμου, σύσσωμος ἐξηγέρθη ἡ Ἑλλάς. Αἱ προξενούμεναι κατὰ τόπους ὑλικαὶ ζημίαι ἐν τούτοις, δὲν ἠμπόδισαν—καὶ τονίζω τοῦτο— εἰς διαφόρους τομεῖς, χάρις εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν βοήθειαν, ἀποκατάστασιν πλείστων ζημιῶν, ἰδίως δὲ μὲ τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἐνεργητικότητα τοῦ λαοῦ μας καὶ τὰ ἄφθονα ἐκ τῶν συμμάχων ἐρχόμενα ἐφόδια, ἀνέκτησεν ἡ Ἑλλὰς σημαντικὸν ποσοστὸν τῆς προπολεμικῆς της παραγωγῆς. Σκοπὸς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι νὰ ἀξιοποιήσῃ τὴν γενναίαν βοήθειαν τοῦ Ἀμερικανικοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ὡς ἐκ τῆς μεταπολεμικῆς ἀνατροπῆς τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν ἐπιβαλλομένην νέαν ἄρθρωσιν τῆς οἰκονομίας της. Θὰ συντελέσῃ αὕτη εἰς θεραπείαν τῶν βασικῶν οἰκονομικῶν ἀδυναμιῶν μας καὶ θὰ καταστήσῃ ἐφικτὴν τὴν γόνιμον ἐκμετάλλευσιν τῶν ἀφθόνων πλουτοπαραγωγικῶν πηγῶν μας, αἵτινες παρέμενον κατὰ τὸ πλεῖστον νεκραὶ μέχρι τοῦδε. Παρὰ τὴν ἔντονον προσπάθειαν, ἥτις θὰ καταβληθῇ εἰς τὸν γεωργικὸν τομέα, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐὰν δὲν δημιουργήσωμεν τὰς ἀπαραιτήτους βασικὰς προϋποθέσεις διὰ τὴν ἀνάπτυξιν —μὲ πρώτας ὕλας ἀντλουμένας ἐκ τῆς ἰδίας χώρας— βιομηχανίας εὐρυτέρας σημασίας, καὶ μία τῶν προϋποθέσεων εἶναι ἡ ὕπαρξις ἀφθόνου καὶ εὐθηνῆς ἐνεργείας, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ ν’ ἀντιμετωπίσῃ πολλὰς δυσχερείας, καὶ θὰ εἶναι ζήτημα ἂν θὰ δύναται ἀποδοτικῶς ν’ ἀπασχολήσῃ τὸν γοργῶς αὐξάνοντα πληθυσμόν της. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πιστεύει καὶ αὐτή, ὅτι ἡ μεταπολεμικὴ Εὐρώπη δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἀναπτύξῃ τὰς παραγωγικάς της δυνάμεις ὡς ἄθροισμα μονάδων οἰκονομικῶς αὐτοτελῶν. Τὴν ἀνάπτυξιν θὰ προαγάγῃ μόνον ἡ βαθμηδὸν συντελουμένη οἰκονομικὴ ἑνότης καὶ ἀλληλοσυμπλήρωσις τῶν οἰκονομιῶν τῶν καθ’ ἕκαστον χωρῶν. Κατ’ ἐξοχὴν ἡ Ἑλλάς, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ζήσῃ μόνη. Πιστεύουσα εἰς τὴν ἀναγκαιότητα τῆς ἑνότητος καὶ συνεργασίας, πράττει τὸ καθ’ ἑαυτήν, διὰ νὰ ἀποβῇ καὶ αὔτη ἐνεργὸν μέλος τῆς Εὐρωπαϊκῆς οἰκονομίας. Ἡ ἀνθρωπιστικὴ ὅμως ἀντίληψις, ἡ ἐνυπάρχουσα εἰς τὸ τετραετὲς σχέδιον, ἐπεκτείνει τὴν βοήθειάν της καὶ πέραν τοῦ στενοῦ οἰκονομικοῦ τομέως. Ὑγεία, πρόνοια, παιδεία, ὕψιστα ἀγαθά, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἰσχνή μας δημοσιονομία, πενιχρὰ μόνον ἠδύνατο νὰ διαθέτῃ μέσα, ἐνισχύονται σημαντικῶς καὶ πλουτίζονται μὲ τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια, διὰ ν’ ἀποκτήσῃ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὰ μέσα τῆς περιθάλψεως καὶ τεχνικῆς μορφώσεως, τὰ ἀπαραίτητα εἰς λαούς, ἔχοντας τὸ συναίσθημα τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῶν ἀπαιτήσεων τῆς συγχρόνου ἐξελιγμένης τεχνικῆς. Ἀσφαλῶς ὅμως, κινδυνεύει οὐσιωδῶς νὰ μειωθῇ ἡ μόνιμος ἐκ τοῦ Ἀμερικανικοῦ προγράμματος ἀνασυγκροτήσεως ὠφέλεια, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν νὰ τακτοποιήσωμεν τὰ τοῦ ἰδίου ἡμῶν οἴκου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, ἡ ἀστάθεια τῆς δραχμῆς, ἥτις ἔχασε τὰς βασικὰς ἰδιότητας τοῦ νομίσματος, ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν δραχμήν, ἀποτελοῦν μίαν τῶν κυριωτάτων αἰτιῶν τῆς συνεχῶς προϊούσης αὐξήσεως τῶν τιμῶν καὶ τῶν ἐντεῦθεν διὰ τὸ Δημόσιον καὶ τὴν Κοινωνίαν κινδύνων. Εἶναι ἐντελῶς μάταιον νὰ φανταζώμεθα ὅτι μὲ μὴ ὀργανικὰ μέτρα θὰ ἐπιτύχωμεν ποτὲ σταθερὰν συγκράτησιν τῆς ἀγοραστικῆς δυνάμεως τῆς δραχμῆς. Δι’ αὐτὸ φροντὶς ἡμῶν θὰ εἶναι ἀμελητὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος, ἐν συνεχεῖ ἐπαφῇ μὲ τὴν Ἀμερικανικὴν Ἀποστολήν, ὅπως θεμελιώσωμεν ἐπὶ βάσεων κατὰ τὸ δυνατὸν στερεωτέρων τὴν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ἀξίαν τῆς δραχμῆς, θέσωμεν δὲ οὕτω πάλιν εἰς τὴν διάθεσιν τῆς οἰκονομίας μας ἀσφαλὲς ὄργανον συναλλαγῶν. Πιστεύομεν, ὅτι τοῦτο εἶναι κατορθωτόν. Ἡ δημιουργία σταθεροῦ παράγοντος ἀσφαλίζοντος τὴν νομισματικὴν ἡμῶν τάξιν, θὰ ἐξουδετερώσῃ ὅ,τι σήμερον διὰ τῆς ἀσταθείας τοῦ νομίσματος ἀσκεῖ δεσπόζουσαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ρυθμίσεως τῶν τιμῶν. Παραλλήλως, ὅμως, πρὸς μόνιμον θεμελίωσιν τῆς ἀξίας τῆς δραχμῆς, ἐπιβάλλεται μὲ τὴν βίαν ἀμειλίκτου ἀνάγκης, ὁ ρυθμὸς τῶν εἰσαγωγῶν καὶ ἐξαγωγῶν ν’ ἀποβῇ γοργότερος. Τὸ σύστημα τῶν εἰσαγωγῶν εἶναι ἀπαραίτητον οὐσιαστικώτατα νὰ βελτιωθῇ, ὥστε νὰ μὴ προσκόπτῃ ἡ πραγματοποίησις τούτων εἰς συνεχῆ ἐμπόδια, ἀπολύτως ἀδικαιολόγητα. Εἶναι ἀπαραίτητον ὅμως, ἐπίσης ν’ αὐξηθῇ κατὰ ποσὸν ἡ εἰσαγωγή, ὥστε ἡ προσφορὰ νὰ ἱκανοποιῇ τὴν κατανάλωσιν, οὐδεὶς δέ, ἀπὸ τῆς πλευρᾶς τῆς σπάνιος, ν’ ἀπειλῇ κίνδυνος τὴν εὐστάθειαν τοῦ νομίσματος. Ἀπολύτως ὅμως, ἐπίσης, ἐπιβάλλεται —καὶ τὸ μέτρον μελετᾶται ἄνευ χρονοτριβῆς— νὰ ὀργανωθῇ πληρέστερον καὶ δικαιότερον ἡ κατανομή, ὥστε νὰ φθάνουν ἀσφαλῶς καὶ ταχέως εἰς τὸν πληθυσμὸν τὰ ἀφθονώτερον ἐρχόμενα ἔξωθεν εἴδη, μὲ ἄγρυπνον ὅμως, συγχρόνως παρακολούθησιν τῶν τιμῶν. Ἡ ποσοτικῶς σημαντικωτέρα εἰσαγωγή, συγχρόνως δὲ ἡ ταχυτέρα διάθεσις τῶν καταναλωτικῶν ἀγαθῶν, τῶν ὁρισθέντων διὰ τὸ ἔτος 1948–1949 ὑπὸ τοῦ σχεδίου Μάρσαλλ, θ’ ἀσφαλίσῃ ἄνεσιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, προστατεύουσαν αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἀπειλήν, ἀπροβλέπτων ἀνοιγμάτων, ἐντεῦθεν δὲ καὶ τὸ νόμισμα ἀπὸ τὸ πλῆγμα ἀποτόμου αὐξήσεως τῆς κυκλοφορίας. Ἡ χώρα μας καὶ ἡ ἀποκατάστασις καὶ ἀνασυγκρότησις αὐτῆς ἐξαρτῶνται ἐν πολλοῖς ἀπὸ τὴν ταχεῖαν καὶ συνεχῆ ἐκτέλεσιν τοῦ διὰ τὸ τρέχον ἔτος ὁρισθέντος προγράμματος τοῦ σχεδίου MARSALL. Μὴ ἔγκαιρος ἄφιξις καὶ μὴ γοργὴ ἐκποίησις τῶν προωρισμένων δι’ ἡμᾶς ἐφοδίων καὶ προϊόντων, βραδύνει μοιραίως τὸν ρυθμὸν τῆς ἀνασυγκροτήσεως καὶ τὴν γόνιμον ἀπασχόλησιν μέρους τοῦ πληθυσμοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει σαφῆ συνείδησιν τῶν πολυπλεύρων αὐτῶν προβλημάτων καὶ στερρὰν ἀπόφασιν νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν πραγματοποίησιν τῶν κριθέντων, ὡς ἀνηκόντων εἰς τὸ τρέχον ἔτος, ἔργων ἀνασυγκροτήσεως. Ἡ συνδρομὴ ὅλων τῶν μέτρων αὐτῶν ἐκτελουμένων χωρὶς χρονοτριβάς, πιστεύομεν ὅτι θὰ στερεώσῃ τὴν δραχμήν, θὰ συγκρατήσῃ τὸν τιμάριθμον, ἄνοδος τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἦτο ἀκίνδυνος, θὰ δημιουργήσῃ δὲ προϋποθέσεις τάξεως εἰς τὴν δημοσιονομίαν καὶ οἰκονομίαν μας. Ἡ πιστωτική μας πολιτικὴ σημαντικῶς θὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ τῆς δημιουργουμένης νομισματικῆς τάξεως. Δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν ὅτι ἡ παραγωγὴ διὰ νὰ κινηθῇ καὶ νὰ ἔχῃ ὁσημέραι τὴν μείζονα ἀπόδοσιν, τὴν ὁποίαν ζητεῖ τὸ Σχέδιον MARSALL, ἔχει ἀνάγκην συνεχοῦς τροφοδοτήσεως διὰ κεφαλαίων. Διψᾷ αὕτη τοιούτων. Χωρὶς ὅμως νόμισμα σταθερόν, ἀποταμίευσις δὲν πραγματοποιεῖται, ἥτις ἐν τούτοις, κρίνεται ἀπαραίτητος ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἀμερικανικὴν ἀντίληψιν, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἀνασυγκροτήσεως. Ἄνευ ὑγιοῦς καὶ προϊούσης ἀποταμιεύσεως, μετρημέναι θὰ εἶναι αἱ χορηγούμεναι πιστώσεις καὶ τὸ χρῆμα θὰ μένῃ ἀκριβόν. Ἀλλ’ ἡ παραγωγὴ σήμερον μάλιστα, παλαίουσα κατὰ πλείστων δυσχερειῶν καὶ ἐπικινδύνων ἀνταγωνιστικῶν τάσεων, ἔχει ἀνάγκην εὐθηνοῦ χρήματος διὰ νὰ ἀναπτυχθῇ καὶ προκόψῃ. Νόμισμα σταθερὸν καὶ καλὸς ρυθμὸς εἰσαγωγῶν, θὰ ἀποδείξουν μὴ χρήσιμον τὴν μηχανικὴν περιστολὴν τῆς κυκλοφορίας. Μὲ νόμισμα σταθερὸν καὶ αὐστηρὸν ἔλεγχον, ὥστε νὰ εἶναι πάντοτε βεβαιωμένον ὅτι ἡ χρῆσις τῆς πιστώσεως ἀποβλέπει εἰς παραγωγὴν ἀγαθῶν ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου καὶ εἰς πεπερασμένας ποσότητας, πιστεύομεν ὅτι θὰ εἶναι ἀκίνδυνος ἀνετωτέρα χορήγησις κεφαλαίων πρὸς ἔντασιν τῆς παραγωγῆς καὶ ἀπορρόφησιν δι’ αὐτῆς μέρους τοῦ ἀνέργου πληθυσμοῦ. Ἔχομεν βάσιμον ἐλπίδα, ὅτι μὲ τὴν ἔξωθεν βοήθειαν, τὴν προθυμίαν δὲ καὶ τὰς θυσίας τοῦ ἰδίου Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ ἴδῃ ἡ πολυπαθὴς ἡμῶν Πατρὶς ἀνορθουμένας τὰς πολλὰς της ζημίας. Θὰ ἴδῃ στερεούμενον τὸ νόμισμά της καὶ ἀναζωογονούμενον τὸ ἐξωτερικόν της ἐμπόριον. Θ’ ἀνοίξῃ δὲ τότε ἀσφαλῶς πρὸ ἡμῶν μὲ τὴν ἐπανερχομένην τάξιν, μέλλον μὲ σταθερὰν καὶ ἰσορροπημένην οἰκονομίαν, ἀσφαλίζουσαν εἰς τὸν ἐργαζόμενον λαὸν εὐημερίαν καὶ οὐσιαστικὴν βελτίωσιν τοῦ σήμερον χαμηλοῦ τοῦ βιοτικοῦ ἐπιπέδου. Εἰς τὸν δημοσιονομικὸν τομέα ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ ἐξαντλήσῃ κάθε δυνατότητα οἰκονομικῆς προσπαθείας. Εἰς ἀντικειμενικὰ κριτήρια στηριζόμενοι, νομίζομεν ὅτι γενικῶς ἡ ἔντασις τῆς φορολογίας ἔθιξε τὰ ἀκραῖα ὅρια τῆς ἀντοχῆς. Ἀναγνωρίζεται ἄλλως τε τοῦτο καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἀμερικανικῆς Ἀποστολῆς. Ἐν τούτοις, ἐν τῇ συναισθήσει τῶν ὑψίστων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἔναντι τοῦ μαχομένου Ἔθνους, τῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων τῆς ἀνταρσίας, ὧν ἡ περίθαλψις εἶναι ἱερὸν καθῆκον, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπερχομένων γενεῶν, εἰς ἃς «τὴν Πατρίδα οὐκ ἐλάττω παραδώσωμεν», ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀπόφασιν, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἐντεῦθεν δαπανῶν, αὐστηρὰς νὰ ἐπιβάλῃ οἰκονομίας καὶ νὰ εἰσηγηθῇ πολεμικὴν εἰσφορὰν ἐκτάκτου ἀνάγκης, πλήττουσαν τοὺς εὐπορωτέρους, εἰς μέτρον καὶ πέραν ἀκόμη τῶν τεθέντων ὁρίων. Ἔχει ὑπ’ ὄψιν της ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστήσῃ τοὺς φορολογικοὺς συντελεστὰς ἀσθενεστέρους πρὸς τὰ κάτω πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἀπορωτέρων τάξεων. Θὰ ἐπιδιώξῃ ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις τὴν σύλληψιν τοῦ συνόλου τῆς φορολογητέας ὕλης, διὰ νὰ λείψῃ ἡ εἰς βάρος τοῦ μαχομένου Ἔθνους κατάφωρος ἀδικία τῆς διαφυγῆς, ἡ πλήττουσα κάθε αἴσθημα δικαιοσύνης. Θὰ καταργήσῃ τὰ ὑπόλοιπα τῶν ὑπὲρ τρίτων φόρων πρὸς ὑποβιβασμὸν τοῦ κόστους τῆς παραγωγῆς καὶ θ’ ἀναπροσαρμόσῃ τὸ δασμολόγιον σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ Συνεδρίου τῆς Χαβάνας. Τέλος, θὰ ἐπιδιώξῃ νὰ συλλάβῃ φορολογικῶς καὶ πλήξῃ σκληρῶς τοὺς εἰς βάρος ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας ἀποκομίζοντας ἀσύστολα κέρδη καὶ ἐκμεταλλευομένους τὰς ἀνωμάλους περιστάσεις. Ἡ συνείδησις τοῦ λαοῦ δὲν ἀνέχεται τὴν περιφρόνησιν αὐτῶν πρὸς τὴν δυστυχίαν. Ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μέτρων αὐτῶν, σαφῶς θὰ ἀποδειχθῇ ἡ ἀληθῶς ἐξαντλητικὴ προσπάθεια τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν δημοσιονομικὸν τομέα. Ζητεῖ ἡ Πατρὶς θυσίες ἀπὸ τὰ τέκνα της, αἱ ὁποῖαι σαφῶς θ’ ἀποδείξουν τὴν θέλησιν τῆς Ἑλλάδος νὰ ζήσῃ. Περὶ τὸν Ο.Η.Ε. συγκεντροῦται κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ διεθνὴς πολιτικὴ καὶ ἐν τῷ πλαισίῳ αὐτοῦ συζητοῦνται τὰ διάφορα κατὰ μέρος σύμφωνα, τὰ ὁποῖα ὅλα τείνουν νὰ δημιουργήσουν ἐρείσματα τῆς εἰρήνης. Βεβαίως, αἱ δυνατότητες τοῦ Ο.Η.Ε. δὲν εἶναι ἀπόλυτοι. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς καταφώρου παραβιάσεως τῶν κανόνων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἀπὸ τὰ ὅμορα κράτη, προσέφυγεν εἰς αὐτόν, ἐπικαλουμένη τὸ δίκαιόν της. Ἡ καταδίκη παρὰ τοῦ Ὀργανισμοῦ —στηριζομένη εἰς ἀδιαφιλονικήτους διαπιστώσεις τῆς Βαλκανικῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ μετὰ ἀντικειμενικότητος, ἀκριβείας καὶ αὐτοθυσίας ἐνέργεια, εἶναι καθῆκον νὰ ἐξαρθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως— ἡ καταδίκη, λέγομεν, μετὰ μακρὰς καὶ πείσμονας συζητήσεις, τῆς στάσεως τῶν γειτόνων, οἵτινες φανερὰ ἐνισχύουν καὶ προστατεύουν τὰς ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας δρώσας συμμορίας, ἔχει ὑψίστην ἠθικὴν σημασίαν, δημιουργεῖ δὲ περὶ τῆς Ἑλλάδος σαφῆ διεθνῆ συνείδησιν, ὅτι πλήττονται καίριά της συμφέροντα, ἀπειλοῦντα τὴν εἰρήνην καὶ ἐπιβάλλοντα ἐντεῦθεν προστατευτικὰ ὑπὲρ αὐτῆς μέτρα. Αἱ δημιουργηθεῖσαι ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ο.Η.Ε. συνθῆκαι, ἀνοίγουν, σύμφωνα μὲ τὰς καταστατικὰς αὐτοῦ διατάξεις, δρόμους πρὸς περαιτέρω ἐξελίξεις. Στενὴ καὶ εἰλικρινὴς φιλία μετὰ τῆς Τουρκίας ἔχει ἀποβῆ παράδοσις τῆς ἑλληνικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν μὲ βαθὺ αἴσθημα κατανοήσεως ἀποδέχεται ἡ αὐθόρμητος τοῦ λαοῦ θέλησις. Ἡ ἀναπτυσσομένη ὁσημέραι συνείδησις ἀλληλοεξαρτήσεως τῶν τυχῶν τῶν δύο χωρῶν, κατέστησε τὴν μεταξὺ τούτων φιλίαν θεμέλιον σταθερὸν τῆς ἐν τῇ λεκάνῃ τῆς Μεσογείου πολιτικῆς. Μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἐκ τοῦ μετὰ τῆς Ἰταλίας πολέμου γεννηθέντων ζητημάτων, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μὲ εἰλικρινὲς αἴσθημα προῆλθεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν εἰς SAN REMO τῆς μετὰ τῆς Ἰταλίας συνθήκης φιλίας τῆς 5ης Νοεμβρίου 1948. Δὲν χωρίζουν ἡμᾶς πλέον ἀντιθέσεις μὲ τὴν νέαν Ἰταλίαν καὶ εἰλικρινὴς ἡμῶν ἐπιθυμία εἶναι, εἰς τὴν νέαν περίοδον, ἡ ὁποία ἀνοίγεται ἐνώπιόν μας, νὰ πολιτευθῶμεν πάντοτε συνεργαζόμενοι ἐν συμπνοίᾳ. Αἱ σχέσεις ἡμῶν μὲ τὰ ὅμορα Κράτη, δηλητηριάζονται ἀπὸ τὴν ἀπροκάλυπτον ἐνίσχυσιν ἥν παρέχουν ταῦτα πρὸς τὰς κομμουνιστικὰς ὀργανώσεις, αἵτινες χάρις εἰς ταύτην, δύνανται ἐνόπλως νὰ δρῶσιν ἐντὸς τῆς χώρας ἡμῶν καὶ διωκόμεναι νὰ καταφεύγουν ἐκεῖθεν τῶν συνόρων. Ἡ ἐπανειλημμένως γενομένη παρὰ τῆς Βαλκανικῆς Ἐπιτροπῆς διαπίστωσις τῶν παραβιάσεων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἀπὸ τὰς ὁμόρους χώρας, καθιστᾷ ἀναμφισβήτητον πλέον καὶ ἐνώπιον αὐτῆς τῆς διεθνοῦς κοινῆς γνώμης, τὴν ἐχθρικὴν στάσιν τῶν κρατῶν τούτων. Ἡ στάσις αὕτη ἐξηγεῖ καὶ τὰ πρὸς τὰς χώρας αὐτὰς αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐν τούτοις, ἡ Ἑλλὰς, πιστὴ ὅπως πάντοτε εἰς τὰς ὑπογραφείσας συνθήκας εἰρήνης, θὰ ἦτο πρόθυμος, ἐφ’ ὅσον αἱ Κυβερνήσεις τῶν γειτόνων ἤθελον διὰ τῆς στάσεώς των φανερώσει ὅτι σέβονται τὰ κυριαρχικά της, ἐπὶ τῶν ἐδαφῶν της δίκαια, παράσχουν δὲ ἀποδείξεις καλῆς γειτονίας, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο ἑτοίμη νὰ προέλθῃ εἰς ἀποκατάστασιν φιλικῶν μετ’ αὐτῶν σχέσεων. Διότι ἡ Ἑλλὰς δὲν λησμονεῖ ποτὲ ὅτι, μετέχουσα καὶ ἐκείνη τοῦ Βαλκανικοῦ χώρου, ἔχει εἰς πολλὰ σημεῖα κοινὰ μετὰ τῶν γειτόνων συμφέροντα. Ἡ Ἑλλὰς οὐδένα ποτὲ ἐπροκάλεσεν. Ἡ Ἑλλὰς ὑπῆρξε πάντοτε εἰρηνική. Ἠγωνίσθη μόνον, ἀμυνομένη τοῦ πατρίου ἐδάφους. Κύριον καὶ μέγα ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ δημιουργία τῶν προϋποθέσεων διὰ τὴν πάταξιν τοῦ συμμοριτισμοῦ καὶ τὴν τελειωτικὴν νίκην τοῦ Ἔθνους. Ἡ κρίσις ἤγγισε τὰ ὅρια τοῦ μεγάλου κινδύνου. Δὲν ἐπιτρέπονται κατὰ τὴν ὥραν αὐτὴν αὐταπάται. Μόνον ἡ γνῶσις τοῦ κινδύνου φέρει τὴν σωτηρίαν. Εἰς πεῖσμα τῶν κακῶν σημείων, συνεκροτήθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Τὴν ἐμπιστοσύνην μας ἐπὶ τὸ μέλλον δὲν τὴν ἀντλοῦμεν ἀπὸ τὴν ἄγνοιαν ἀλλὰ τὴν ὀφείλομεν εἰς τὴν διέπουσαν ἡμᾶς ἀπόφασιν, ὅπως μὲ οἱασδήποτε θυσίας καὶ μὲ ὁλοκληρωτικὴν πολεμικὴν προσπάθειαν, ὑπερνικήσωμεν τὰς δυσχερείας καὶ ὁδηγήσωμεν τὸ Ἔθνος εἰς τὴν νίκην καὶ τὴν εἰρήνην, τὴν τάξιν, τὴν ὁμόνοιαν, τὴν εὐνομίαν καὶ τὴν ἰσονομίαν. Αἱ προϋποθέσεις τῆς νίκης δὲν συνδέονται μόνον μὲ τὴν δρᾶσιν τῶν ἐνόπλων δυνάμεων. Ὅλοι οἱ τομεῖς τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς, ὡς καὶ ὅλοι οἱ τομεῖς τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ δραστηριότητος, ἀποτελοῦν τομεῖς πολέμου καὶ πρέπει ὡς τοιοῦτοι τομεῖς νὰ ἀξιοποιηθοῦν. Ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἀσκοῦν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν πολιτικήν, εἴτε εὑρίσκονται ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Παιδείας, τῆς Δικαιοσύνης ἢ τεχνικῶν ὑπουργείων, εἶναι ὑπουργοὶ πολέμου. Τὸ Συντονιστικὸν Συμβούλιον, ὡς καὶ εἰδικώτερον τὸ Πολεμικόν, εἶναι ἀκριβῶς τεταγμένα νὰ συντονίσουν ἐν πνεύματι πολέμου, τὴν κίνησιν καὶ δραστηριότητα ὅλων τῶν τμημάτων τῆς κυβερνητικῆς καὶ διοικητικῆς μηχανῆς. Ὡς πρὸς τὰς ἐνόπλους εἰδικῶς, δυνάμεις, ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ ταύτας ὑπὸ ἑνιαίαν διοίκησιν. Ὑπῆρξε τοῦτο αἴτημα τοῦ Ἔθνους καὶ χρέος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός, ὡς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βασιλικὴ Ἀεροπορία, τὸ Βασιλικὸν Ναυτικὸν καὶ τὰ Σώματα Ἀσφαλείας, ἐξετέλεσαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη τὸ καθῆκον των μὲ γενναιότητα, αὐταπάρνησιν καὶ ἀποφασιστικότητα, ἐπιβάλλουσα τὸν σεβασμόν μας καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους. Ἡ συμπαράστασις τῶν ξένων φίλων μας, ἠθικὴ καὶ ὑλική, ὑπῆρξεν ἐπίσης παράγων ἀποφασιστικὸς εἰς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας. Χωρὶς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐχορήγησαν ἡ Μεγάλη Βρεταννία καὶ αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιζήσῃ ἡ Ἑλλάς. Ἡ ψυχὴ ὅμως τοῦ στρατιώτου, ἡ ἱκανότης τῶν στελεχῶν μας καὶ ἡ βοήθεια τῶν φίλων μας, ἔπρεπε νὰ συμπληρωθοῦν καὶ διὰ τοῦ παράγοντος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καλεῖται ἑνότης τῆς διοικήσεως. Ἡ ἀπουσία τοῦ παράγοντος αὐτοῦ, ἡ σύγχυσις εἰς τὰς σχέσεις πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς ἡγεσίας ὡς καὶ ἡ πολυαρχία εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν σφαῖραν τῆς στρατιωτικῆς ἡγεσίας, προεκάλουν εἰς τὸ παρελθὸν καθυστερήσεις, σφάλματα, ἀπώλειαν εὐκαιριῶν κρισίμων, ὡς καὶ ἠθικὰς διαταραχάς εἰς τὰς μαχομένας δυνάμεις. Σήμερον ἐπιστρέφομεν εἰς τὸ ἔνδοξον παρελθὸν τοῦ 1940–1941. Ἦτο καιρὸς νὰ διδαχθῶμεν ἀπὸ τὸ μέγα παράδειγμα τῆς περιόδου ἐκείνης. Εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἀρχιστρατηγίας καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ στρατηγοῦ Παπάγου, ὡς Ἀρχιστρατήγου, θὰ ἀποδώσουν τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἀναμένει τὸ Ἔθνος. Ὁ ἀγὼν θὰ ἐνταθῇ εἰς τὸ ἔπακρον. Τὸ ἀπαιτοῦν αἱ ἱεραὶ ψυχαὶ τῶν νεκρῶν μας. Τὸ ἀπαιτοῦν αἱ μέλλουσαι γενεαὶ τῶν Ἑλλήνων. Μεταξὺ τῶν νεκρῶν καὶ τῶν ἀγεννήτων ὑπάρχομεν ἡμεῖς, τεταγμένοι ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ἱστορίας νὰ δικαιώσωμεν τὸν θάνατον ἐκείνων καὶ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν ζωὴν τῶν ἐρχομένων. Βαρεῖα ἡ εὐθύνη μας, ἀλλὰ καὶ μεγάλη ἡ τιμή, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀνήκῃ, ὅταν θὰ ἔχωμεν ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολήν μας. Ἡ Κυβέρνησις, ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Ἔθνους, ἀπαιτεῖ ἀπὸ πάντας, στρατευθέντας καὶ ἀστρατεύτους, πειθαρχίαν καὶ ὑπακοήν, ἀποφασιστικότητα καὶ ἀνένδοτον πνεῦμα θυσίας. Ὅσοι διστάζουν ἢ ἀντιδροῦν, θὰ πλήττωνται ἀμειλίκτως. Ὅσοι ἀναδεικνύονται ἄξιοι τῆς Πατρίδος θὰ ἀμείβωνται. Οἱ μαχόμενοι καὶ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν θὰ τύχουν τῆς μεγίστης δυνατῆς ὑποστηρίξεως. Μέτρον κρίσεως διὰ πάντα Ἕλληνα, θὰ εἶναι ἡ συνεισφορά του εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἡ ἐνώπιον ἡμῶν χρονικὴ περίοδος θὰ εἶναι κρίσιμος. Χρειάζεται ἐντατικὴ προπαρασκευὴ διὰ τὴν ἐπίκαιρον δρᾶσιν ἐπὶ τῶν βασικῶν τομέων τῆς ἀποστολῆς της — στρατιωτικοῦ, οἰκονομικοῦ, κοινωνικοῦ καὶ διπλωματικοῦ. Ἡ ἀνάγκη ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀπερίσπαστος χωρήσῃ εἰς τὸ ἔργον της μὲ ρυθμὸν ἀποδόσεως ταχύτερον καὶ μὲ μείζονα ἀποφασιστικότητα, τὴν ὑποχρεοῖ νὰ ζητήσῃ τετράμηνον διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Εἶναι αὐτονόητον, ὅτι ἂν προκύψουν θέματα διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ὁποίων ἤθελε κρίνει ἡ Κυβέρνησις ἀναγκαίαν τὴν παρουσίαν τοῦ Σώματος, θὰ τὸ συγκαλέσῃ. Θὰ πράξῃ δὲ τοῦτο ἀσφαλῶς ἂν ἀντιληφθῇ, βεβαίαν στροφὴν τοῦ ἐν τῇ Βουλῇ πνεύματος κατ’ αὐτῆς. Ὡς πρὸς τὴν κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον ἄσκησιν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου, ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι θὰ ἀσκήσῃ τοῦτο μόνον εἰς πράγματι ἐπιβαλλομένας περιστάσεις ἐπειγούσης ἀνάγκης καὶ ὡς τοιαύτας κρίνει ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θίγουν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὴν πολεμικὴν προσπάθειαν τοῦ Ἔθνους ἢ ἀφοροῦν τὴν οἰκονομικήν, διοικητικὴν καὶ κοινωνικὴν ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας. Ἐπιπλέον δὲ διαδικασία ἐπιμελημένη, ἀφορῶσα τὸν νομοπαρασκευαστικὸν τρόπον τῆς κυβερνητικῆς εἰς τὸν τομέα τοῦτον δράσεως, εὐελπιστοῦμεν ὅτι θὰ κατοχυρώσῃ, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν ἀρτιότητα καὶ ἀντικειμενικότητα τῶν νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἄλλωστε τελικῶς βαρύνουσαν γνώμην ἔχετε ὑμεῖς. Ἑπομένως, ἡ παροχὴ ψήφου ἐμπιστοσύνης, θεωρεῖται περιλαμβάνουσα καὶ τὴν συγκατάθεσιν τῆς Βουλῆς πρὸς διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, κατὰ τὸ ἀνωτέρω χρονικὸν διάστημα. Ἡ Κυβέρνησις εὐελπιστεῖ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία θὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν διὰ τῆς ψήφου της, παρέχουσα ταὐτοχρόνως καὶ τὴν αἰτουμένην πίστωσιν χρόνου πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς, ἥν προδιέγραψεν. Ἠκούσατε, ἐξουσίαν ἔχετε, κρίνατε. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων ἔχει τὸν λόγον.
§6Σ. ΓΟΝΑΤΑΣ. Θὰ παρεκάλουν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν καὶ θὰ παρεκάλουν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συγκατανεύσῃ, ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων γίνῃ αὔριον ὥστε νὰ μελετηθῶσι παρ’ ἡμῶν καὶ παρὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προτίθενται νὰ λάβουν τὸν λόγον. Ἡ Κυβέρνησις δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν διὰ τὴν ἀναβολήν, διότι ὡς θὰ ἐνθυμῆται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐγένετο ἡ ἀνάγνωσις τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως Μαξίμου, ὁ ἴδιος ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν ἑπομένην, ἵνα μελετήσῃ ταύτας. Ἑπομένως δὲν ζητοῦμεν τίποτε περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι τότε ἐζήτησεν ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμεῖς ὡς Κυβέρνησις τὸ ἀπεδέχθημεν. (Χειροκροτήματα).
§7Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ γίνῃ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον. Ἐπιθυμῶ μόνον νὰ τονίσω τοῦτο: Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισεν ὅπως ἀποσταλοῦν ἐγκαίρως εἰς τοὺς κ.κ. ἀρχηγοὺς τῶν Κομμάτων, αἱ προγραμματικαὶ δηλώσεις ἵνα λάβουν γνῶσιν τούτων καὶ εἶναι ἕτοιμοι διὰ τὴν συζήτησιν. Πάντως, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ τὴν ἀναβολήν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίρρησιν.
§8Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Ὀφείλω νά δηλώσω ὅτι ἡμεῖς τουλάχιστον, δὲν ἐλάβομεν τὰς δηλώσεις, αἵτινες, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπεστάλησαν πρὸς τοὺς ἀρχηγούς. Ἑπομένως δέον νὰ ἐλέγξῃ ἡ Κυβέρνησις πῶς δὲν ἔφθασαν μέχρις ἡμῶν, διότι ἄλλως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζωμεν τὴν νεκρὰν αὐτὴν ὄψιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν δέχεται ὅπως ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων ἀναβληθῇ δι’ αὔριον καὶ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 5 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως, συζήτησιν ἐπὶ τῶν προγραμματικῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. (Ὥρα 7,15′ μ.μ.)