1948.11.02
545 στίχοι · 3.811 λέξεις · 16 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20η
Τρίτη 2 Νοεμβρίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν)...
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Χίου, διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 71 Ἀγορανομικῆς Διατάξεως, θεσπιζούσης τὴν ἐξαίρεσιν ἐκ τοῦ δελτίου ἄρτου τῶν καταβαλόντων μηνιαίως 10.000 δραχμὰς ὡς ἐπιτήδευμα. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας, καταθέτει ἔγγραφον τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Χίου, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ Διοικητικοῦ συστήματος, ἵνα κατορθώσῃ ἡ ἐπαρχία καὶ αὐτοδιοικηθῇ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Μπερνίτσας καὶ Χ. Μητσιάλης καταθέτουν ὑπόμνημα τοῦ Ἐπαγγελματικοῦ καὶ Βιοτεχνικοῦ Ἐπιμελητηρίου Κερκύρας, διαμαρτυρομένου κατὰ τοῦ Α.Ν. 817)1948 καὶ ζητοῦν τὴν ἄμεσον κατάργησιν τούτου. Ὁ βουλευτὴς Ἔβρου κ. Γ. Κουγιουμτζόγλου, καταθέτει ἀναφορὰν τῆς Γεωργικῆς Ἑνώσεως Διδυμοτείχου, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν μὴ εἰσέτι κατάθεσιν νομοσχεδίου καταργήσεως φόρου πολυτελείας καὶ ἀναπροσαρμογῆς τοῦ φόρου τεχνητῆς μετάξης. Ὁ βουλευτὴς Ἔβρου κ. Γ. Κουγιουμτζόγλου, καταθέτει τηλεγράφημα τῆς Γεωργικῆς Ἑνώσεως Διδυμοτείχου, διαμαρτυρομένης διὰ τὴν μὴ εἰσέτι λῆψιν ὑπὸ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς κατὰ νόμον ἀποφάσεως περὶ καταβολῆς συμπληρωματικοῦ τιμήματος τοῦ σίτου τῆς συγκεντρώσεως ἐκ δραχμῶν 300 κατ’ ὀκᾶν. Ἡ Συντονιστικὴ Ἐπιτροπὴ συμμοριοπλήκτων Πωγωνίου, ζητεῖ περίθαλψιν τῶν ἐπαναπατριζομένων, χορήγησιν σπόρου διὰ τὴν νέαν καλλιέργειαν, γεωργικὰ ἐργαλεῖα, ἀροτριῶντα ζῶα κλπ. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, ἀνακοινοῖ ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 216229)20.10.48 ἀποφάσεώς του παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης Ἐμπορικῆς Πίστεως διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς χορήγησιν πιστώσεως δραχ. 1.000.000 πρὸς τὴν Ὁμοσπονδίαν Καταναλωτικῶν Συνεταιρισμῶν Ἑλλάδος. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Γρανίτου, Χρυσοκεφάλου, Παγονερίου, Ἐξοχῆς τῆς ἐπαρχίας Νευροκοπίου, ζητοῦν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν πινάκων ἀπορίας τῶν ἰσχυόντων μέχρι 1ης Ἰανουαρίου 1948, χορήγησιν ὁλοκλήρου τῆς ἐκ 10 ὀκάδων ἀκριτικῆς μερίδος δωρεὰν εἰς πάντας τοὺς κατοίκους κλπ. Τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Γυθείου, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην σύστασιν Ὀργανισμοῦ Πανελληνίου Ἑνώσεως ἐπισιτιστικῶν κέντρων. Ὁ Ἀγροτεργατικὸς Σύλλογος Ζακύνθου, διαμαρτύρεται διὰ καθυστέρησιν ὑπὸ ΑΣΟ καταβολῆς ἀντιτίμου προκαταβολῆς παραδοθέντος σταφιδοκάρπου τρεχούσης χρήσεως, ἀνερχομένου τούτου εἰς λίτρας ἑνετικὰς 9.000.000 κλπ. Ὁ Παγκτηματικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης, ζητεῖ ἀποζημίωσιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἀπαλλοτριωθέντων κτημάτων. Ἡ Ἐθνικὴ Ἕνωσις Φυματικῶν Θεσσαλονίκης—περιχώρων, ζητεῖ τὴν μὴ ἐπαναφορὰν τῶν κλινικῶς ἰαθέντων φυματικῶν καπνεργατῶν εἰς τὴν καπνεργασίαν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἀλιστράτης, διαμαρτύρεται διὰ καθυστέρησιν καταβολῆς συμπληρωματικοῦ τιμήματος ἐπὶ καπνῶν ἐσοδείας 1947 καὶ ζητεῖ ἄμεσον χρηματοδότησιν Ἀγροτραπέζης καὶ καταβολὴν τούτου εἰς δεινοπαθοῦντας καὶ πεινῶντας καπνοπαραγωγούς, πρὸς ἀνακούφισίν των. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐπιμελητηρίου Κομοτηνῆς, ζητεῖ παραμονὴν ἕδρας Διοικήσεως Θράκης ἐν Κομοτηνῇ. Ἡ Ἕνωσις ἀγοραστῶν ἀκινήτων Ἀρκαδίας, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἐπὶ κατοχῆς γενομένων ἀγοραπωλησιῶν. Ὁ Δ. Γιαννούλης, κλάσεως 1941, ὑπηρετῶν εἰς τὴν Ὑποδιοίκησιν Χωροφυλακῆς Δοξάτου, ζητεῖ τὴν ἀπόλυσίν του ἐκ τοῦ Σώματος τῆς Χωροφυλακῆς διὰ λόγους ὑγείας. Τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον Γ.Π.Σ. Προσωτσάνης, διαμαρτύρεται διὰ τὴν παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δέσμευσιν πρὶμ καπνοπαραγωγῶν καπνῶν ἐσοδείας 1946 ὑπὲρ κρατικοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ καθυστέρησιν καταβολῆς ὁλοκλήρου πρὶμ καπνοπαραγωγῶν καπνῶν ἐσοδείας 1947 καὶ ζητεῖ ἄμεσον ἀποδέσμευσιν καὶ ἀπόδοσιν πρὶμ ἐσοδείας 1946 καὶ ἄμεσον καταβολὴν ὁλοκλήρου πρὶμ καπνοπαραγωγῶν ἐσοδείας 1947. Ὁ Δήμαρχος Πτολεμαΐδος, διαμαρτύρεται διὰ παράτασιν συνεχιζομένης καταστάσεως ἀσφαλείας πόλεως. Ἡ Ὁμοσπονδία Προσωπικοῦ Ὀργανισμῶν Δημοσίου Δικαίου Ἀθηνῶν, διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἀντισυνδικαλιστικῆς στάσεως διευθύνοντος ἵδρυμα Ραδιοφωνίας Σβωλοπούλου καὶ ζητεῖ λῆψιν μέτρων πρὸς περιφρούρησιν δικαιωμάτων ὑπαλλήλων. Ὁ Γεωργικὸς κόσμος Ἁγίου Νικολάου Κρήτης, διαμαρτύρεται διὰ μελετωμένην εἰσαγωγὴν πατατῶν καὶ ζητεῖ ἀναστολὴν ἐκδόσεως ἀδειῶν εἰσαγωγῆς μέχρι διαθέσεως τοπικῆς παραγωγῆς. Ὁ Σύλλογος πωλησάντων Αἰγιαλείας ζητεῖ ἄμεσον γενικὴν νομοθετικὴν ἀκύρωσιν κατοχικῶν ἀγοραπωλησιῶν. Ὁ Πρόεδρος τῶν Κοινοτικῶν Ὑπαλλήλων Ἑλλάδος ζητεῖ συνταγματικὴν κατοχύρωσιν μονιμότητος καὶ τῶν Κοινοτικῶν ὑπαλλήλων ὁμοῦ μετὰ τῶν τυχόντων τοιαύτης κατοχυρώσεως Δημοτικῶν ὑπαλλήλων. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συλλόγου Δικαστικῶν ὑπαλλήλων Κορίνθου διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην κατάργησιν τῶν πόρων τοῦ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν. Ὁ Πρόεδρος Καφεπωλῶν, ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος καὶ διάφορα ἄλλα Σωματεῖα Αἰτωλικοῦ ζητοῦν ἄμεσον ἐκκαθάρισιν Δήμων καὶ Κοινοτήτων. Οἱ Πρόεδροι Ἀναπήρων Πολέμου τῶν ἐτῶν 1912–22 καὶ 1940–41 Ἀγρινίου ζητοῦν ἄμεσον συμπλήρωσιν τοῦ Γυμνασίου Ἀγρινίου διὰ διδακτικοῦ προσωπικοῦ πρὸς πληρεστέραν λειτουργίαν τούτου. Τὸ Σωματεῖον Συνταξιούχων ἀνικάνων γήρατος καπνεργατῶν Σερρῶν ζητεῖ χορήγησιν τροφίμων Καναδικῆς προελεύσεως ἢ τρόφιμα AMAG μὲ τὸ ⅓ τῆς τιμῆς τούτων. Ὁ στρατιώτης Δ. Κλέντζερης Γ. Τάγμα Σκαπανέων πρότυπος λόχος ἐκπαιδεύσεως Σ.Τ.Γ. 902 ζητεῖ ὅπως ἅπαντες οἱ παραπλανηθέντες ἀποκηρύξουν τοὺς κομμουνιστὰς καὶ ταχθοῦν παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς ἀγωνιζομένης πατρίδος πρὸς τελείαν συντριβὴν τοῦ συμμοριτισμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Χ. Πιπιλιάγκας διαμαρτύρεται ἐντονώτατα καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιβολὴν κυρώσεων ἐναντίον ὑπαιτίων οἵτινες καθυστέρησαν τηλεγραφικὴν διαμαρτυρίαν του ἀπευθυνομένην πρὸς Προεδρεῖον Βουλῆς δι’ ἧς ἐζητεῖτο λῆψις μέτρων πρὸς προστασίαν τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας Ἑορδαίας προσβληθέντων ὑπὸ μεγάλης συμμορίας Ἐαμοκομμουνιστῶν ἀπαγαγούσης πλεῖστα ἄτομα καὶ προβάσης εἰς ἐμπρησμὸν οἰκημάτων καὶ καταστημάτων ἐν τῇ πόλει Πτολεμαΐδος. Ὁ κ. Π. Μαυρομιχάλης (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων». Ὁ κ. Θ. Δεσύλλας (Ὑπουργὸς Κοιν. Προνοίας) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ὑπ’ ἀριθ. 353 καὶ 872 τοῦ 1947 Πράξεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ ἐγκρίσεως διαθέσεως συμπληρωματικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἐπισκευὴν ἐπιτάκτων οἰκημάτων Λαυρίου, πρὸς στέγασιν Πολιτικῶν Φυγάδων». Ὁ κ. Α. Ὀρφανίδης (Ὑπουργὸς Ὑγιεινῆς) καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 836)1948 Α. Ν. «περὶ τοῦ Φυματιολογικοῦ Ἰνστιτούτου Ἰωάννου Α. Σισμάνογλου καὶ τοῦ Οἴκου αὐτοῦ». Ἡ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν παραπεμφθεισῶν αὐτῇ τροπολογιῶν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. 1) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Μπερνίτσα ἐπὶ τῶν ἄρθρων 22, 31, 59, 130, 135, περὶ Γερουσίας καὶ περὶ Ἐθνικοῦ Οἰκονομικοῦ καὶ Κοινωνικοῦ Συμβουλίου. 2) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Γ. Μπακοπούλου ἐπὶ τῶν ἄρθρων 23, 107 καὶ 121. 3) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Σφαέλλου ἐπὶ τῶν ἄρθρων 22, 33, 57 καὶ 107. 4) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Βενιζέλου περὶ προσθήκης μεταβατικῆς διατάξεως εἰς τὸ Σύνταγμα. 5) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Τσάτσου ἐπὶ τῶν ἄρθρων 1, 2, 98, 99, 122 καὶ διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 123 περὶ ἀτομικῶν δικαιωμάτων. 6) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Ν. Ἐξάρχου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 61. 7) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Μ. Βαρβιτσιώτη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 129. 8) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Ι. Πάντου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23. 9) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Λαδᾶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 129. 10) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Δ. Μπέη–Ἀντωνοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22. 11) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Θεοφανοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 48. 12) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Διακουμοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 136. 13) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Κονίτσα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 145. 14) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Κουσαῆ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 121. 15) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Κωστοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 127. 16) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Α. Ἀντωνοπούλου περὶ Ἀνωτάτου Οἰκονομικοῦ Συμβουλίου. 17) Τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Παπαδήμου καὶ Θ. Διακουμοπούλου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 127. 18) Τῶν βουλευτῶν κ.κ. Δ. Χατζηγάκη καὶ Ε. Κοθρῆ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 129. 19) Τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Μαλλιάκα, Θ. Τσάτσου καὶ Ι. Φωτιάδη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 129. Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου 1) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΜΕʹ) 48 ψηφίσματος κυρωθείσης ἀπὸ 5.6.46 Β. Δ. «περὶ Στρατιωτικῆς Ἱεραρχίας καὶ Στρατιωτικῶν προαγωγῶν» καὶ 2) «περὶ Ἐφαρμογῆς διατάξεών τινων τοῦ Στρατιωτικοῦ Ποιν. Κώδικος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ Γʹ ψηφίσματος».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Κύριοι συνάδελφοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω σήμερον καὶ νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, τὸ σχέδιον ψηφίσματος τὸ ὁποῖον ἀπὸ καιροῦ εἶχον ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταθέσω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἐπὶ τοῦ μεγάλου καὶ φλέγοντος κοινωνικοῦ ζητήματος τῆς τύχης τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ κατοχῆς. Ἤδη τὴν 18ην Ἰουλίου, ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐζήτησα μικρὰν πίστωσιν χρόνου ἵνα ἀπασχοληθῶ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν καὶ σοβαρὰν ταύτην μελέτην. Καὶ ἦτο μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἕνα προηγούμενον σχέδιον εἶχε καταρτισθῆ ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου προκατόχου μου, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἐγνώριζον ἀπὸ τοὺς συνεργάτας του, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἰδικοί μου συνεργάται, ὅτι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ γίνουν κατὰ τὴν συζήτησιν δεκταὶ διάφοροι τροπολογίαι, καὶ φυσικὰ δὲν ἐγνώριζα ποῖαι, ἀντελήφθην ὅτι καὶ τοῦτο δὲν θὰ ἦτο τελικόν, καὶ ὡς ἐκ τούτου φυσικὸν ἦτο ἐκ συναισθήσεως καθήκοντος νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος μετὰ πολυτίμων νομομαθῶν καὶ ἀνωτάτων δικαστικῶν νὰ ἐξετάσωμεν τὸ μεγάλο αὐτὸ πρόβλημα ἀπὸ πάσης πλευρᾶς. Προϊὸν τῆς μελέτης αὐτῆς ὑπῆρξε τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τιθέμενον κείμενον. Εἶναι ἀληθές, κ. συνάδελφοι, ὅτι εἶναι παντοῖα τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα ἐπεσώρευσεν εἰς τὴν χώραν μας, ὁ πόλεμος καὶ ἡ κατοχὴ, ἀλλὰ εἶναι βεβαιότατον ὅτι ἡ φοβερωτέρα συνέπεια ὑπῆρξεν ἡ γενικὴ καὶ ἐκτεταμένη ἀπαθλίωσις εἰς τὴν εὐρεῖαν μᾶζαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τῆς εὐρυτάτης αὐτῆς ἀπαθλιώσεως σπουδαία ἐκδήλωσις ὑπῆρξεν ἡ ἀθρόα ἐνέργεια πωλήσεως ἀκινήτων ἐπὶ κατοχῆς καὶ καθῆκον τῆς Πολιτείας ἦτο, εἶναι καὶ θὰ παραμείνῃ, νὰ καταβάλῃ πᾶσαν δυνατὴν προσπάθειαν ἵνα ἐκλείψουν κατὰ τὸ δυνατὸν αἱ πηγαὶ τοῦ κοινωνικοῦ αὐτοῦ κακοῦ. Πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἶναι ἕνα ἐπιβεβλημένον καὶ πρόσφορον μέσον. Ἠμπορεῖ νὰ προβληθῇ· καὶ θὰ προβληθῇ ἀσφαλῶς ἡ ἀντίρρησις, ὅτι ἡ 4ετὴς περίοδος τῆς κατοχῆς ἐν τῷ συνόλῳ της δὲν παρουσιάζει ἀριθμὸν συναλλαγῶν μεγαλύτερον ὁμοίας συναλλακτικῆς περιόδου εἰρηνικῆς ἐποχῆς. Τοῦτο, ἴσως νὰ εἶναι μία τυπικὴ ἀλήθεια, ἀλλὰ προσεκτικὴ μελέτη τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἄλλωστε ἤντλησα ἀπὸ τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα πάσης ἐσχατιᾶς τῆς Ἑλλάδος, πείθει, ὅτι τὸ ἔτος 1942, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ἔτος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἕνα δυσανάλογον ἀριθμὸν ἀγοραπωλησιῶν ὥστε συγκρινόμενον πρὸς μίαν ὁμαλὴν περίοδον, μαρτυρεῖ ἀδιαψεύστως, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ὅλοι ἔχομεν ζήσει κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἔτους 1942 τοῦ ἔτους τοῦ λιμοῦ, ὑπῆρξαν ἡ ἄμεσος αἰτία, ἡ ὁποία ὡδήγησε τοὺς Ἕλληνας πολίτας μετὰ τὴν πλήρη ἐξάντλησιν ὅλων τῶν τιμαλφῶν των ἀντικειμένων, νὰ καταλήξουν καὶ εἰς τὴν ἐκποίησιν αὐτῆς τῆς στέγης των. Στοιχειῶδες λοιπόν, νομίζω, καθῆκον μας, πρὸς τοὺς γνησίους αὐτοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέτρεψαν εἰς ἑαυτοὺς νὰ δελεασθοῦν ἀπὸ τὸν κατακτητὴν ἀλλὰ ἐπροτίμησαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν θάνατον διὰ τῆς ἐκποιήσεως τῶν τιμαλφῶν ἀντικειμένων των κλπ. καὶ αὐτῆς τῆς στέγης των, πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι καθῆκον τῆς πολιτείας νὰ ἔλθῃ νὰ τοὺς προασπίσῃ καὶ νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ κατὰ τὸ δυνατόν. Βεβαίως ὑπάρχει ὁ ἰσχυρισμὸς κατὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην χώραν δὲν ἔφθασεν ἡ νομοθεσία μέχρι τῆς θεσπίσεως ἀναλόγου μέτρου. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἡ ἀπάντησις δὲν εἶναι δύσκολος. Δὲν νομίζω, ὅτι εἰς ἄλλην τινὰ χώραν, ὑπῆρξε τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐζήσαμεν κατὰ τὴν περίοδον τῆς κατοχῆς. Τὸ νομοθέτημα, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον βλέπει τὸ φῶς. Προηγήθη ἓν πρῶτον σχέδιον ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον υἱοθέτει ὡς βάσιν τοὺς γνωστοὺς κανόνας περὶ ὑπερόγκου βλάβης. Ἀργότερα ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου προκατόχου μου νομοθέτημα συνταχθὲν μὲν ἀλλὰ μὴ φθάσαν μέχρι τοῦ Ὑπουργ. Συμβουλίου οὔτε, κατὰ μείζονα λόγον, μέχρι τῆς αἰθούσης αὐτῆς, υἱοθέτει, ὡς βάσιν τὴν γενικὴν νομοθετικὴν ἀκύρωσιν. Χωρὶς νὰ ἀποστῶ ἀπὸ τὴν κατευθυντήριον γραμμήν, ἡ ὁποία κατ’ ἐπιταγὴν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐθνικῆς δικαιοσύνης, θὰ ἐτόλμων νὰ προσθέσω, τὴν ὁποίαν υἱοθετῶ ὡς γνώμονα τῶν πράξεών μου, νομίσας ὅτι χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἀκύρωσιν ὀρθότερον καὶ συνεπέστερον πρὸς τὴν ὅλην συγκράτησιν τῆς ἐννοίας τοῦ δικαίου ἐν τῇ χώρᾳ μας θὰ ἦτο νὰ παραμείνωμεν ἐντὸς τοῦ πλαισίου τοῦ Συντάγματός μας καὶ τοῦ Ἀστικοῦ μας Κώδικος καὶ νὰ κηρύξωμεν τὴν ἀκυρότητα διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἂν καὶ ἐγείρεται καὶ θὰ ἐγερθῇ θύελλα ἀντιρρήσεων κατὰ τοῦ μέτρου ὡς ἐκθέτοντος τοὺς ἐνδιαφερομένους εἰς μακροχρονίους δικαστικοὺς ἀγῶνας. Καὶ ἀπαντῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Οὔτε τοῦτο εἶναι ἀληθές, οὔτε πρόκειται νὰ ταλαιπωρηθοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς μακροὺς δικαστικοὺς ἀγῶνας. Ἡ ἁπλῆ κήρυξις τῆς ἀκυρότητος ἀπὸ τὸν δικαστήν, ἀποτελεῖ περίπου κάτι ἀνάλογον τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἀναγνωρίσεως ἀγωγῆς, διότι κατὰ τὸ κείμενον τοῦ νομοθετήματος, τὴν ἀκυρότητα κηρύσσει ὁ δικαστὴς ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι συντρέχουν δύο ὅροι, ὅτι τὸ ἀκίνητον τῆς πωλήσεως τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις διὰ τῆς ἀποφάσεως, εἶναι μέχρις ὡρισμένης ἀξίας καὶ ὅτι ὁ πωλητὴς δὲν ἔχει ἄλλην ἀξιόλογον περιουσίαν. Ὑπ’ αὐτὰς τὰς προϋποθέσεις ἐνεργεῖ τὸ Δικαστήριον καὶ ἐπίσης ............ Καὶ ἐπίσης ἐξετάζει, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐκ τῶν πρωτίστων τῶν διαγραφομένων καὶ ρητῶς κατονομαζομένων ἐξαιρέσεων, καθ’ ἃς δὲν χωρεῖ ἀκύρωσις. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις αὐτὰς λέγω κηρύσσεται ἡ ἀκύρωσις. Ὅταν δὲ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ ἀπαλλάσσονται αἱ ἀνάγκαι ἀπὸ παντὸς δικαστικοῦ ἐξόδου ἢ τέλους, ὅτι αἱ συμβολαιογραφικαὶ πράξεις αἱ σχετικαὶ εἶναι ἐπίσης ἀπηλλαγμέναι παντὸς τέλους καὶ μόνον μία δικηγορικὴ ἀμοιβὴ ἀπομένει, ὁμολογουμένως νομίζω, ὅτι καταρρέει ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἐκθέτομεν τοὺς πωλητὰς εἰς μακροὺς καὶ δαπανηροὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους ἡ ἀδυναμία των ἡ οἰκονομική, δὲν ἐπιτρέπει νὰ διεξαγάγουν. Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, χωρεῖ μόνον μέχρις ὡρισμένης ἀξίας, πέραν αὐτῆς τῆς ἀξίας, φθάνομεν εἰς ἐκεῖνο, ποὺ ἠμπορεῖ καλῶς νὰ ἀποκληθῇ καὶ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς μεγάλη ἰδιοκτησία. Ἐκεῖ πλέον δὲν χωρεῖ ἀναστροφὴ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ἀκύρωσις τῶν ἀγοραπωλησιῶν. Ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ὑπάρχει ζημία μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως τῆς πραγματοποιηθείσης καὶ τοῦ 79% τῆς προπολεμικῆς ἀξίας ἐξευρισκομένης καὶ ἀναζητουμένης κατὰ τὸ τελευταῖον πρὸ τῆς κατοχῆς ἑξάμηνον, διότι ἐκεῖ καὶ μόνον εὑρίσκομεν σταθερὸν μέτρον κρίσεως καὶ ἀξίας, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν λέγω, αὐτήν, ἔχει ὁ πωλήσας ἀκίνητον ὑπερβαῖνον τὴν ἀξίαν τῆς πρώτης κατηγορίας, τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Δικαστηρίου τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τιμήματος. Ἡ κατ’ ἀξίαν γενομένη διάκρισις δὲν εἶναι ἀπόλυτος, ἀλλὰ κλιμακωτή, κλιμακωμένη ἀπὸ τῆς πρωτευούσης, ἔνθα ὡς γνωστόν, πᾶν ἀκίνητον ἔχει μεγαλυτέραν ἀξίαν, λόγῳ τῆς ἀνωτέρας οἰκοπεδικῆς ἀξίας τοῦ ἀκινήτου καὶ κατὰ σειρὰν μέχρι τῶν διαφόρων κατηγοριῶν πόλεων, ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ μὲ μειουμένην κλίμακα ἀξίας ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἀκινήτου, ληφθέντος ὡς μέτρου τὸ ὅτι ἓν ἀκίνητον Χ εἰς τὴν δεῖνα πόλιν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν Χ ἀξίαν, κείμενον εἰς ἄλλην πόλιν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὴν ἰδίαν ἀλλὰ κατὰ τὴν δεῖνα ἀναλογίαν, μικροτέραν ἀξίαν. Τὰ στοιχεῖα αὐτά, φυσικά, ἂν θὰ ἀντιληφθῆτε, δὲν ἠντλήθησαν αὐθαιρέτως, ἀλλ’ εἶναι προϊὸν μελέτης καὶ συμβολῆς τεχνικῶν, ἁρμοδίων ἐν τῷ Κράτει παραγόντων νὰ παράσχωσι παρόμοια στοιχεῖα. Ἐκεῖ καὶ πάλιν ἐνόμισα ὅτι μέτρον δικαιοσύνης στοιχειῶδες θὰ ἀπετέλει ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς κατ’ ἀξίαν καὶ πάλιν κρίσεως, ἀλλὰ κρίσεως μεταξὺ τῆς μέσης ἀξίας τοῦ βιωσίμου κλήρου ἐν τῇ χώρᾳ μας, ὅπου ὑπάρχει ἡ ἔννοια τοῦ κλήρου —καὶ εἰς τὸ μεγαλύτερον μέρος αὐτῆς ἔχει γίνει ἡ ἀγροτικὴ ἀποκατάστασις— καὶ μείζονος τούτου ἀξίας—. Καὶ πάλιν ἐκεῖ ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν ὁ δικαστὴς ἔχει νὰ ἀνεύρῃ τὸ ἀκυρωτέον ἢ μὴ τῆς σχετικῆς δικαιοπραξίας. Εἰδικῶς ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν, θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, χωρὶς νὰ ὑπεισέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας ὅλων τῶν ἐξαιρέσεων— διότι τοῦτο θὰ εἶναι ἀντικείμενον μελέτης ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ὑμῶν ἔχοντος ἀνὰ χεῖρας τὸ κείμενον— νὰ ἀναφερθῶ μόνον εἰς μίαν ἐξαίρεσιν, ἡ ὁποία συμπληρώνει οὐσιωδῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν ἀγροτικῶν περιουσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε ἀποτελοῦν μέγα μέρος τοῦ συνόλου τῶν ἐπὶ κατοχῆς γενομένων δικαιοπραξιῶν. Διότι ἀνέκυψεν ἕνα μεγάλο ζήτημα, μεγάλο κοινωνικὸ ζήτημα, ἀπὸ τῆς ἄλλης πλευρᾶς καὶ ὄχι πλέον τοῦ διεκδικοῦντος τυχὸν πωλητοῦ καὶ τῆς καταναγκαστικῆς ὑπὸ τὰς περιστάσεις ἐκείνας πωλήσεως, ἀλλὰ τοῦ ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη αὐτοῦ τοῦ ἀγροτικοῦ κτήματος, ποῖος θὰ πρέπει πράγματι νὰ τὸ νέμεται καὶ νὰ τὸ καλλιεργῇ; ὁ πωλητὴς ἢ ὁ ἀγοραστής; Τὸ νομοθέτημα ἔρχεται νὰ προστατεύσῃ τοὺς πωλητὰς καὶ εὐλόγως. Ἀλλὰ τί θὰ συνέβαινεν ἐὰν εἰς τὴν ἀθρόαν ἔκτασιν τῶν μικρῶν τεμαχίων γῆς καλλιεργουμένων ὑπό τινος, ἤρχετο ἄλλος μὴ καλλιεργητὴς νὰ ἀνατρέψῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιδόσεως τῆς χώρας εἰς τὸ κύριον ἔργον της, ἀφοῦ ἀγροτικὴ χώρα ἡ Ἑλλὰς, εἰς τὴν ἀγροτικὴν ἐπίδοσιν κατὰ κύριον λόγον ἀσχολεῖται. Καὶ ἐνομίσαμεν ὀρθὸν νὰ θεσπίσωμεν ἐξαίρεσιν κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ὁ ἀγοραστὴς ἦτο αὐτὸς καλλιεργητής, εἰς τὸ δικαστήριον θὰ ἀπέμενε νὰ μὴ ἀνατρέψῃ πλέον τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ ἐκεῖ νὰ διατάξῃ ἁπλῶς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τιμήματος. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, ἐγένετο κατόπιν μακρᾶς καὶ ὡρίμου σκέψεως, διὰ νὰ μὴ διαταράξωμεν τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν ἀπὸ καλλιεργητικῆς ἀπόψεως, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιδόσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὸ κύριον ἔργον του, τὸ ἀγροτικόν. Αὐτὰ, νομίζω ὅτι θὰ ἤρκουν ὡς εἰσήγησις ἐπὶ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, διότι μία ἑκάστη ἐξαίρεσις εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ κατ’ ἰδίαν. Θέλω ἁπλῶς νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἰργάσθημεν μὲ γνώμονα τὴν ἐπιταγὴν τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία φυσικὰ εἶναι τὸ κίνητρον ὁλοκλήρου αὐτοῦ τοῦ μέτρου καὶ τὴν ἐπιταγὴν αὐτὴν θὰ ἔχῃ, πιστεύω, καὶ ἡ Βουλὴ ὡς γνώμονα κατὰ τὴν λύσιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ καὶ μὲ βάσιν τὰ πλαίσια τὰ γενικώτερα, ποὺ μᾶς καθορίζει καὶ σαφῶς μᾶς καθορίζει τὸ πολίτευμά μας. Καὶ ἐν τῷ Συντάγματι, ἐὰν προκειμένου περὶ τῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν ἀποδεδειγμένην καὶ εὔλογον, καὶ πάλιν δὲν προβαίνῃ τὸ Κράτος ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀναγνωριζούσης τὴν καταβλητέαν ἀποζημίωσιν, ἐδῶ ἐνόμισα ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις δὲν ἀπετέλει ὑπερβολικὴν πολυτέλειαν, ἀλλὰ ἀνάγκην. Ἐκινήθην περὶ ἄξονα, τὸν νεαρὸν καὶ τὸν προσηρμοσμένον εἰς τὴν ἐποχήν μας Ἀστικόν μας Κώδικα. Καὶ τὰς διατάξεις αὐτὰς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς βασικὰς καὶ θεσπιζούσας ἀνάλογόν τι πρὸς τὸ προκείμενον θέμα, μὲ πόλους δύο, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 179 περὶ ἀκυρότητος τῶν συμβάσεων ἐκείνων καθ’ ἃς ἔχει γίνει ἐκμετάλλευσις τῆς ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη τις καὶ ἐξ ἄλλου τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 388 τοῦ Κώδικός μας τὴν καθιεροῦσαν τὸν κανόνα REBUS SIC STANTIPUS, ἐνόμισα, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι οὕτω τοποθετούμενον τὸ ζήτημα προάγεται εἰς τὴν λύσιν του. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐμπνεόμενον κατὰ βάσιν, εἰς τὰς γενικὰς γραμμάς, ἀπὸ γνώμονα κοινωνικῆς δικαιοσύνης καὶ τὰς καθ’ ἑκάστην διατάξεις τοῦ ὅλου νομοθετήματος, ἀπὸ τὴν γενικωτέραν ἐπαναλαμβάνω, ἐθνικὴν καὶ κοινωνικὴν ἐπιταγὴν στοργῆς πρὸς τοὺς ἀναξιοπαθοῦντας καὶ μαρτυρήσαντας ἀδελφούς μας κατὰ τὴν μαύρην ἐκείνην περίοδον, ἐξ ἄλλου δὲ παραμένων ἐντὸς τῶν πλαισίων τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας, τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Καὶ μὲ αὐτὰς τὰς γενικὰς παρατηρήσεις, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας τὸ νομοθέτημα αὐτό, χωρὶς ποσῶς νὰ ἰσχυρίζωμαι βεβαίως, ὅτι εἶναι τέλειον καὶ ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἴσως ἐλλείψεις. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ πιστεύσῃ ὅτι κατέβαλα πραγματικὴν προσπάθειαν εὐσυνειδήτου μελέτης καὶ ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, τοῦ πολυπλόκου καὶ ἀκανθώδους καὶ μεγάλου αὐτοῦ ζητήματος, ἀπὸ πάσης δυνατῆς πλευρᾶς. Καὶ μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις καὶ τῇ βοηθείᾳ πολυτίμων συμβούλων, νομομαθῶν καὶ ἀνωτάτων δικαστικῶν, κατέληξα εἰς ὅσα ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλω (Χειροκροτήματα).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ἐπειδὴ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν λόγῳ ἀσθενείας δὲν πρόκειται νὰ προσέλθῃ κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν, καὶ ἐπειδὴ ἐκκρεμεῖ τὸ ζήτημα τῆς λήψεως ἀποφάσεως διὰ τοὺς συναδέλφους τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ δίωξις, εὑρισκόμεθα δὲ ἐν πλήρει ἀπαρτίᾳ, παρακαλῶ ὅπως προχωρήσωμεν εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν αἰτήσεων διώξεως.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαδάκης τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας ἔχει τὸν λόγον.
§10Π. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ τὰ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐζητήθη ἡ ἄρσις τῆς ἀσυλίας μου, ἐκ πρώτης ὄψεως, ὡς ἐμφανίζονται, μὲ παριστάνουν ὡς ἕνα κοινὸν λαθρέμπορον καὶ ὑπεξαιρέτην, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ ἡ Βουλὴ ὅπως ἐν συντομίᾳ ἐκθέσω ὑμῖν πῶς ἐχαλκεύθη ἡ μία κατηγορία τῆς ὑπεξαιρέσεως κατ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἔλαβε χώραν ἡ κατηγορία τῆς λαθρεμπορίας, ἵνα πρὸ τῆς λήψεως ἀποφάσεως παρὰ τῆς Βουλῆς ἔχῃ μίαν ἰδέαν αὕτη διὰ τὸ πρόσωπόν μου καὶ διὰ τὰς κατηγορίας, διὰ τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦδε παρακαλῶ ὅπως διὰ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, ψηφίσητε ὑπὲρ τῆς ἄρσεως τῆς ἀσυλίας μου. Ἐτιμήθην ἀπὸ τὸν λαὸν τῆς περιφερείας Σερρῶν ὡς πρῶτος πλειοψηφῶν βουλευτὴς καίτοι δὲν προέρχομαι ἀπὸ τὸν Νομὸν αὐτόν, διὰ τὴν ἐθνικήν μου δρᾶσιν εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀντιστάσεως, οὗτινος ἤμην κατὰ τὴν κατοχὴν ὡς ἀρχηγὸς Ποζ–Δάγ–Δράμας Σερρῶν. Δὲν προέρχομαι ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένειαν, οὔτε εἶμαι ἐγγράμματος, ἀλλ’ ἁπλῶς διότι ἤμην ἕνας ἔντιμος ἀγωνιστὴς λόγῳ τῶν πρὸς τὴν Πατρίδα ὑπηρεσιῶν μου, ἐτιμήθην ἀπὸ τὸν λαὸν τῶν Σερρῶν. Ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν τῆς ὑπεξαιρέσεως, κατὰ τὸ 1947 εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν νὰ συγκαλέσω μίαν σύσκεψιν τῶν ἀστυνομικῶν, στρατιωτικῶν διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ τὴν ἀντιπροσώπευσιν τῶν Σωματείων Σερρῶν διὰ τὴν λήψιν μέτρων ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τοῦ Νομοῦ, ὅστις ἐπλήσσετο σφοδρῶς ἀπὸ τοὺς συμμορίτας. Πρὸς τοῦτο λοιπόν, ἐγένετο ἀνάγκη συγκροτήσεως ἐνόπλων ὁμάδων διὰ τὰς ὁποίας ἐλήφθη ἀπόφασις ἵνα ἐφοδιασθοῦν δι’ ὅπλων καὶ ὁμοιομόρφου στολῆς, διετέθησαν δὲ πρὸς τοῦτο εἰς ὡρισμένους ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης μου ὑπ’ εὐθύνην μου, χρήματα δι’ ὧν ἠγοράσθη ἱματισμὸς ἀξίας 11 ἑκατομμυρίων περίπου. Ἐπειδὴ ὅμως ἐβράδυνε κατά τι λόγῳ τῶν δυσκολιῶν νὰ ἐξευρεθῇ οὗτος, εἷς ἐπιλαχὼν ὑποψήφιος βουλευτὴς τοῦ Νομοῦ Σερρῶν ἐν τῇ προσπαθείᾳ του νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν μου εἰς τὴν Βουλήν, ἔφθασε μέχρι σημείου πρὶν ἢ κληθῶ καὶ ἀποδώσω λογαριασμὸν περὶ διαθέσεως τοῦ ἀνωτέρω ποσοῦ, παρεκίνησε τὴν Ἀστυνομίαν καὶ ὑπέβαλε κατ’ ἐμοῦ μήνυσιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα Θεσ)νίκης, ἥτις ἐκκρεμεῖ εἰσέτι παρ’ αὐτῷ. Ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν τοῦ λαθρεμπορίου σιγαροχάρτων καὶ παιγνιοχάρτων, μὴ θέλων νὰ κατονομάσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐκτιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι, δὲν κρίνω σκόπιμον νὰ ἐκθέσω ὑμῖν, ἂν διεπράχθη καὶ ὑπὸ ποίας συνθήκας διεπράχθη ἀδίκημα λαθρεμπορίου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐκθέσω τοῦτο ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Αὐταὶ εἶναι αἱ κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαι διὰ τὰς ὁποίας εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω λόγον ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μου, ἥτις, εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι θὰ μὲ ἀποδώσῃ λευκὸν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ συμπαρακαθήσω μεθ’ ὑμῶν τῶν ἐντίμων ἐκπροσώπων τοῦ Λαοῦ, εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ὅπως ψηφίσητε τὴν ἄρσιν τῆς ἀσυλίας μου.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ὅπως προσέλθουν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Λ. Φράγκου καὶ Κ. Ἀλεξανδρίδης καὶ ἐπὶ τοῦ καταλόγου οἱ κ.κ. Β. Κρίκος καὶ Α. Δερδεμέζης. (Προσελθόντων τῶν ἀνωτέρω ἄρχεται ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία). Ληξάσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς ὁ κ. Πρόεδρος (Γ. Ἀστερίου Προεδρεύων Βʹ Ἀντιπρόεδρος) ἀνακοινοῖ τὸ κάτωθι ἀποτέλεσμα):
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν συνόλῳ 171. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς περὶ διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν Π. Παπαδάκη κατηγορουμένου ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ σιγαροχάρτου καὶ παιγνιοχάρτων ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς παροχῆς ἀδείας πρὸς δίωξιν αὐτῶν 141 κατὰ 25. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ αἴρει τὴν ἀσυλίαν τοῦ ἐν λόγῳ βουλευτοῦ καὶ παρέχει τὴν ἄδειαν διώξεώς του διὰ τὸ προαναφερθὲν ἀδίκημα, συμφώνως πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1977)48 ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Πλημμελειοδικῶν Πειραιῶς. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως διώξεως κατὰ τοῦ αὐτοῦ βουλευτοῦ τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης, κατηγορουμένου ἐπὶ ὑπεξαιρέσει ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς παροχῆς ἀδείας πρὸς δίωξίν του 137, κατ’ αὐτῆς 29. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ αἴρει τὴν ἀσυλίαν τοῦ ἐν λόγῳ βουλευτοῦ καὶ παρέχει τὴν ἄδειαν διώξεώς του καὶ διὰ τὸ ἀδίκημα τοῦτο, συμφώνως πρὸς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3671)48 ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. Ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν «περὶ παροχῆς ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀθηνῶν κ. Μάνου Καρζῆ, κατηγορουμένου ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ συκοφαντικῇ δυσφημήσει ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς παροχῆς τῆς αἰτουμένης ἀδείας 39 κατ’ αὐτῆς 129. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει τὴν περὶ ἄρσεως τῆς ἀσυλίας τοῦ ἐν λόγῳ βουλευτοῦ, αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Ἀθηνῶν. Ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης περὶ παροχῆς ἀδείας διώξεως τοῦ βουλευτοῦ Σερρῶν κ. Λ. Νικολαΐδη, κατηγορουμένου ἐπὶ συκοφαντικῇ διὰ τοῦ τύπου δυσφημήσει, ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς χορηγήσεως ἀδείας πρὸς δίωξιν τούτου 41 κατ’ αὐτῆς 126. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει τὴν περὶ ἀδείας διώξεως τοῦ ἐν λόγῳ βουλευτοῦ αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. Ἐπὶ αἰτήσεως τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης περὶ παροχῆς ἀδείας πρὸς δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Φλωρίνης κ. Γεωργ. Τζώρτζη, κατηγορουμένου ἐπὶ παραβάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)1945 Συντακτικῆς Πράξεως, ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς παροχῆς ἀδείας πρὸς δίωξιν τοῦ ἐν λόγῳ βουλευτοῦ 106, κατ’ αὐτῆς 60. Συνεπῶς ἡ Βουλὴ αἴρει τὴν ἀσυλίαν τούτου καὶ παρέχει τὴν ἄδειαν διώξεώς του ἐπὶ παραβάσει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6)1945 Συντακτ. Πράξεως βάσει τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 7580)47 ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Θεσσαλονίκης. Παρακαλῶ νὰ ψηφίσωμε τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν ὡς τυπικόν.
§13Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προχωρήσητε, διότι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον καὶ ὥραν 6 μ.μ. μὲ ἀντικείμενον ἡμερησίας διατάξεως συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.