1948.10.22
1.603 στίχοι · 11.715 λέξεις · 141 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15η
Παρασκευὴ 22 Ὀκτωβρίου 1948
Προεδρία κ. Ι. Γ. ΘΕΟΤΟΚΗ
(Ὥρα 6.50′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Α. Ταλιαδοῦρος, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§2Α. ΤΑΛΙΑΔΟΥΡΟΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς κ. Γ. Γκίνης, ὅπως ἀναγνώσῃ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰς κλπ.
§4Γ. ΓΚΙΝΗΣ. (Γραμματεύς). (Ἀναγινώσκει). Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Σωτηρόπουλος, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Συλλόγου πωλησάντων Αἰγιαλείας, αἰτούντων ἄμεσον γενικὴν νομοθετικὴν ἀκύρωσιν κατοχικῶν ἀγοραπωλησιῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας κ. Π. Σωτηρόπουλος, καταθέτει τηλεγράφημα τοῦ Π. Εὐθυμίου, Προέδρου τοῦ Ἐργατοϋπαλληλικοῦ Κέντρου Αἰγίου, καὶ τοῦ Γ. Τρεμπέλλα, Γραμματέως αὐτοῦ, δι’ οὗ ἐργατοϋπαλληλικὴ τάξις Αἰγίου ἀξιοῖ ἀναθεώρησιν ἀποφάσεως Κυβερνήσεως, ἀναφορικῶς μὲ παρέλκυσιν ἐργατικῶν ζητημάτων πρὸς ἱκανοποίησιν δικαίων αἰτημάτων της. Ὁ βουλευτὴς Κοζάνης κ. Β. Βύζας, διὰ τηλεγραφήματός του, διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς Πτολεμαΐδος εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἐαμοβουλγάρων καὶ ζητεῖ ἄμεσον λῆψιν ὁριστικῶν μέτρων πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως. Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Ι. Λαμπρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Προέδρων Κοινοτήτων Παλιουρίου καὶ Ἁγίας Παρασκευῆς–Κασσάνδρας, ἐνεργούντων κατ’ ἐντολὴν καὶ ἄλλων πέντε κοινοτήτων τῆς Νοτίου Κασσάνδρας, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν ὅπως ἐπισκευασθῇ ἡ κατὰ τὴν κατοχὴν καταστραφεῖσα τηλεφωνικὴ γραμμή, ἡ ὁποία τὰς συνέδεε μετὰ τῆς Βάλτα κλπ. Ὁ βουλευτὴς Χαλκιδικῆς κ. Ι. Λαμπρόπουλος, καταθέτει ἀναφορὰν τοῦ Προέδρου τῆς Κοινότητος Ἁγίου Ἀντωνίου Χαλκιδικῆς, δι’ ἧς γνωρίζει ὅτι ὡς σχολεῖον καὶ ἐκκλησία τοῦ χωρίου των χρησιμοποιεῖται τὸ ἑτοιμόρροπον Τουρκικὸν Τέμενος. Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Α. Τσιρώνης, καταθέτει ἀναφορὰν τῶν Σχολικῶν Ἐφορειῶν τῶν Σχολείων Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Πύργου καὶ γονέων καὶ κηδεμόνων, ζητούντων βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς μελετωμένης διαβαθμίσεως αὐτῶν. Ὁ βουλευτὴς Ἀθηνῶν κ. Ι. Μπερνίτσας, καταθέτει ὑπόμνημα τοῦ Συλλόγου Πρατηριούχων Καπνοπωλῶν Βόλου, διαμαρτυρομένων ἐναντίον τῶν καπνοβιομηχάνων, ἀρνουμένων νὰ διαθέσωσι τὰ προϊόντα των μέσῳ τῶν Πρατηριούχων Καπνοπωλῶν καὶ διαθετόντων ταῦτα μέσῳ τῶν ἀντιπροσώπων των, καρπούμενοι παρανόμως τὰ νόμιμα ποσὰ διὰ τῶν Πρατηριούχων. Οἱ Πρόεδροι τῶν Ἐπιμελητηρίων Θεσσαλονίκης, Κορίνθου καὶ τὸ Ἐμπορικὸν καὶ Βιομηχανικὸν Ἐπιμελητήριον Ἀλεξανδρουπόλεως, διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ Α. Ν. 817 (περὶ συστάσεως Ὀργανισμοῦ Πανελληνίου Ἑνώσεως Ἐπισιτιστικῶν Κέντρων) καὶ ζητοῦν ἄμεσον κατάργησιν τοῦ ὡς ἄνω νόμου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Διποτάμου Καβάλας, ζητεῖ ὅπως οἱ κάτοικοι Διποτάμου χαρακτηρισθοῦν συμμοριόπληκτοι καὶ συμπεριληφθοῦν εἰς τοὺς καταλόγους ἀπορίας. Τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν ἀνακοινοῖ, ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 848435)13.10.48 ἀποφάσεώς του, παρέσχε τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, διὰ τὴν παρ’ αὐτῆς χορήγησιν πιστώσεως δρχ. 130.000.000 πρὸς τὸν Προμηθευτικὸν Συνεταιρισμὸν Ταμειακῶν Ὑπαλλήλων τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης. Ἁγιορεῖται Μοναχοὶ τῆς ἐν Ἁγίῳ Ὄρει Ἱερᾶς Μονῆς Νέας Σκήτης, ζητοῦν τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ πατροπαραδότου Ἐκκλησιαστικοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ Συμβολαιογράφοι Ἀμαλιάδος, διαμαρτύρονται διὰ μελετωμένην κατάργησιν πόρων Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς ὑπαίθρου τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων, διαμαρτύρονται διὰ τελείαν ἐγκατάλειψίν των καὶ ζητοῦν ταχεῖαν ἐξαφάνισιν τοῦ συμμοριτισμοῦ, ἵδρυσιν Σανατορίου πρὸς περίθαλψιν τῶν τέκνων των, ἐπαναφορὰν τῶν Δημοσίων Ὑπηρεσιῶν κλπ. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἁγίου Ματθαίου Κερκύρας, διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην ἀντικατάστασιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, τὸν διορισμὸν ὡς Προέδρου τοῦ δοσιλόγου Μ. Μποΐκου καὶ ζητεῖ ματαίωσιν τούτου. Οἱ Ἐπαγγελματίαι καὶ Βιοτέχναι Λέσβου, ζητοῦν ἀναστολὴν τηρήσεως Λογιστικῶν βιβλίων. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Καλατινῆς, Μικροκάστρου, Παλαιοκάστρου καὶ τὰ Σωματεῖα γουνοποιῶν, αὐτοκινητιστῶν καὶ ὑποδηματοποιῶν Σιατίστης, ζητοῦν ἄμεσον συμπλήρωσιν διὰ διδακτικοῦ προσωπικοῦ τοῦ Τραπαντζείου Γυμνασίου Σιατίστης, πρὸς πληρεστέραν λειτουργίαν τούτου. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Πατρῶν, ζητεῖ τὴν ἄμεσον ἐπίλυσιν τῶν αἰτημάτων του καὶ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν ἐπὶ κατοχῆς πωληθέντων ἀκινήτων. Τὸ Ἐπαγγελματικὸν καὶ Βιοτεχνικὸν Ἐπιμελητήριον Ἡρακλείου Κρήτης, διαμαρτύρεται δι’ ἔκδοσιν Α. Ν. 817 καὶ ζητεῖ ἄμεσον ἀκύρωσιν τοῦ ἐν λόγῳ νόμου. Ὁ κ. Δ. Βουρδουμπᾶς (Ὑπ. Θρησκευμάτων καὶ Ἐθνικῆς Παιδείας), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἑορτασμοῦ τῆς 19ης Ἑκατονταετηρίδος τῆς Χριστιανικῆς Ἑλλάδος». Οἱ κ.κ. Κ. Καραμανλῆς (Ὑπ. Μεταφορῶν) καὶ Σ. Στεφανόπουλος (Ὑπ. Οἰκονομικῶν), καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως Νομικοῦ Προσώπου ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἐκμετάλλευσις Τροχιοδρόμων καὶ Ἠλεκτροφωτισμοῦ Θεσσαλονίκης». Ὁ κ. Γ. Στρᾶτος (Ὑπ. Στρατιωτικῶν), καταθέτει σχέδια νόμων: 1) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 773)48 Α. Ν. «περὶ τιμωρίας τῆς κλοπῆς καὶ ὑπεξαιρέσεως στρατιωτικῶν πραγμάτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἰσχύος τοῦ Γʹ Ψηφίσματος τῆς 16 Ἰουνίου 1946 «περὶ ἐκτάκτων μέτρων κλπ.». 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 774) 1948 Α. Ν. «περὶ ἁρμοδιοτήτων τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου Στρατοῦ, ἐν περιπτώσει διορισμοῦ του ὡς Διοικητοῦ Στρατοῦ». 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 775) 1948 Α. Ν. «περὶ ἀνασυγκροτήσεως τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Στρατοῦ». 4) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 776) 1948 Α. Ν. «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων περὶ προμηθειῶν τῆς Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας». 5) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 777) 1948 Α. Ν. «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ ἀπὸ 25.1.1936 Α. Ν. «περὶ καταστάσεως τῶν Ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ». 6) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 778) 1948 Α. Ν. «περὶ Φροντιστῶν Μονάδων». 7) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 779) 1948 «περὶ τροποποιήσεως ἐνίων διατάξεων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 732)1945 Α. Ν. «περὶ Ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν». 8) «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 780) 1948 Α. Ν. «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ συνθέσεως τοῦ Ἀνωτάτου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου Ἐπιλογῆς ὑπ’ ἀριθ. 1 διατάξεων». Ὁ κ. Α. Σακελλαρίου (Ὑπ. Ναυτικῶν), καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 794)1948 Α. Ν. «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν Β. Ναυτικοῦ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Παπαδόγιαννης, καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεών τινων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1621)1939 Α. Ν. «περὶ Ταμείου Συντάξεων Νομικῶν». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Βαμβέτσος, Ν. Παπαγεωργίου καὶ Γ. Σταμάτης, καταθέτουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς εἰδικῶν ἀμοιβῶν εἰς Ἐθνικὰς Ἀνταρτικὰς Ὁμάδας καὶ Ἐθνικὰς Ὀργανώσεις Ἐσωτερικῆς Ἀντιστάσεως».
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπὸ τὸν κ. Οἰκονομίδην Ὁμὰς βουλευτῶν, καταθέτει πρότασιν ψηφίσματος «περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος». Ἡ πρότασις ὑπογράφεται ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Κ. Οἰκονομίδη, Θ. Κώη, Π. Κάντζια, Σ. Μπινοπούλου, Γ. Μόσχου, Σ. Πηλείδη, Α. Μπουκουβάλα, Ε. Κομνηνοῦ, Β. Σαγιᾶ, Κ. Καλαμαρᾶ, Ι. Τσιμπούκη καὶ Γ. Γραφάκου. Αὕτη παραπέμπεται εἰς τὴν Συνταγματικὴν Ἐπιτροπήν.
§6Β. ΣΑΓΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ πρέπει νὰ τὴν ἐπεξεργασθῇ ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁρίσωμεν 8ήμερον προθεσμίαν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Α. Καψάλης ζητεῖ ἄδειαν προκειμένου νὰ μεταβῇ εἰς Ἐλβετίαν καὶ Γαλλίαν.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, ἐγκρίνεται.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐνέκρινε τὴν χορήγησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῆς ἑπομένης ἑβδομάδος καθωρίσθη ὡς ἑξῆς. Δευτέραν καὶ Παρασκευὴν κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ Τετάρτην νομοθετικὴ ἐργασία.
Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς του διὰ τῆς ὁποίας αἰτεῖται ὅπως ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θὰ παραμείνῃ ἡμιτελὲς τὸ Δικαστικὸν Μέγαρον Χαλκίδος.
§10Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ ἔτους 1941 ὑπέστη καταστροφὰς τὸ δικαστικὸν μέγαρον Χαλκίδος, βομβαρδισθὲν ὑπὸ γερμανικοῦ ἀεροπλάνου. Κατὰ τὸ 1946 ἤρχισεν ἡ ἐπισκευὴ τοῦ μεγάρου, ἡ ὁποία ὅταν ἐξηντλήθη ἡ πίστωσις ἐσταμάτησε. Κατὰ τὸ 1947–1948 δὲν ἔγινε καμμία ἐργασία, καθ’ ὅσον δὲν ἐνεγράφη καμμία πίστωσις. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ ἐὰν θὰ μείνῃ ἡμικατεστραμμένον τὸ μέγαρον ἢ ἐὰν κατὰ τὸ 1948–49 τοὐλάχιστον ἀνεγράφη ἢ θὰ ἀναγραφῇ σχετικὴ πίστωσις πρὸς ἀποπεράτωσίν του.
§11Γ. ΜΕΛΑΣ. (Ὑπ. Δικαιοσύνης). Πράγματι γνωρίζω, ὅτι τὸ δικαστικὸν μέγαρον τῆς Χαλκίδος ὑπέστη καταστροφὰς κατὰ τὸν πόλεμον. Δι’ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν ταχεῖαν ἀνοικοδόμησίν του καὶ κατὰ τὸ 1945–46 ἐνέγραψε πίστωσιν 5 ἑκατομ. διὰ τὴν ἐπισκευήν του, ἀνάλογον δὲ πίστωσιν ἐνέγραψε καὶ κατὰ τὸ 1946–47. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν ἐνέγραψε πίστωσιν οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπῆρχε διαθέσιμος τοιαύτη. Ἤδη κατὰ τὸ 1948–49 ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 220 ἑκατομ., τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν, θὰ διαθέσωμεν 69 ἑκατομ. πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Καλλίας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ ἀφορώσης μεταθέσεις τῶν ἐκπαιδευτικῶν.
§13Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅταν συνεζητοῦντο τὰ ψηφίσματα τῆς ἐξυγιάνσεως, ἐτονίσαμεν πάντοτε, ὅτι ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἐπέτρεπεν εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργοὺς νὰ κρίνουν ἐπὶ τῶν διορισμῶν καὶ μεταθέσεων, ἄνευ μεσολαβήσεως τοῦ Συμβουλίου, ἦτο ἰδιαιτέρως ἐπικίνδυνος. Ἐπληροφορήθην εἰδικῶς διὰ τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας, ὅτι διαρκούσης τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων αὐτῶν, ὄχι μόνον συνεπληρώθησαν ὅλα τὰ ὑπάρχοντα κενὰ εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς τέως Διοικήσεως Πρωτευούσης, ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἐτοποθετήθησαν ἐνταῦθα 200 ὑπεράριθμοι καὶ πέραν τούτων προσετέθησαν καὶ 250 ἀπεσπασμένοι. Δηλαδή, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἦσαν κενὰ τὰ σχολεῖα τῶν ἐπαρχιῶν, διότι δὲν εἶχον τὸν ἀπαραίτητον ἀριθμὸν διδασκάλων, εἰς τὰς Ἀθήνας προσετέθησαν 450 ὑπεράριθμοι. Ἐζήτησα ἐπιβεβαίωσιν τῶν πληροφοριῶν τούτων ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος δὲν μοῦ ἔδωκεν ἀκόμη τὰς πληροφορίας καὶ ἀναμένω σήμερον τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ δώσῃ ἂν καὶ ἀφοροῦν χρονικὴν περίοδον τοῦ προκατόχου του ὑπουργοῦ. Νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει διπλῆν κακὴν ὄψιν. Πρῶτον, τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἐγκατάλειψιν τῶν ἐπαρχιῶν καί, δεύτερον, τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸν ἐκπαιδευτικὸν κλάδον. Διότι ὅταν ἀγνοοῦνται τὰ κατὰ τὸν νόμον ὑπηρεσιακὰ προσόντα καὶ συμπληροῦνται ὅλαι αἱ εὐνοϊκαὶ θέσεις, τότε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς κρίσιμα σημεῖα τῆς χώρας, ὑπηρεσίας ἀνεκτιμήτους, εὑρίσκουν καὶ θὰ εὑρίσκουν ἐπὶ μακρὸν χρονικὸν διάστημα κλειστὴν τὴν θύραν τῆς μεταβάσεως εἰς τόπους περισσότερον δι’ αὐτοὺς εὐνοϊκούς. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὕτη τοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας κ. ὑπουργοῦ, δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς χρηστῆς διοικήσεως καὶ ἀναμένω τὰς ἐπὶ τούτου ἐξηγήσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας.
§14Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Ὄντως, κ. βουλευταί, εἶχον μετατεθῆ εἰς Ἀθήνας 200 περίπου ὑπεράριθμοι διδάσκαλοι καὶ ἐπὶ πλέον εἶχον ἀποσπασθῆ ἄλλοι 250 περίπου. Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἐκ πρώτης ὄψεως ἠμπορεῖ νὰ προκαλῇ ἐντύπωσιν καὶ νὰ δημιουργῇ προσβολὴν τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ ἐκτελέσαντος τὰς μεταβολὰς αὐτάς. Πλὴν ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἄποψις, ἡ ὁποία καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα ποὺ ἔχω τὸ Ὑπουργεῖον μὲ ἔχει ἀπασχολήσει σοβαρώτατα, διότι εἰς πολλὰς περιπτώσεις ἦτο ἐπιβεβλημένη ἡ τοποθέτησις ἢ ἡ ἀπόσπασις. Διέταξα τοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ μοῦ ἀναφέρουν πόσοι ἐκ τῶν ὑπεραρίθμων ἔχοντες 15ετῆ ἢ τοὐλάχιστον 10ετῆ ὑπηρεσίαν, δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς εἰδικὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦν τὴν τοποθέτησιν εἰς Ἀθήνας. Καὶ ἠξεύρετε πόσους εὗρον; 19 περίπου ἀπὸ τοὺς 200, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπήγοντο εἰς τὰς εἰδικὰς αὐτὰς κατηγορίας.
§15Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἐξητάσατε ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἐντὸς τοῦ προβλεπομένου ὑπὸ τοῦ νόμου ἀριθμοῦ νὰ γίνῃ ἡ τοποθέτησις τοὐλάχιστον, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν δικαιολογίαν;
§16Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Ἐγὼ ἐπεξέτεινα, χωρὶς νὰ ἔχω τοιοῦτον δικαίωμα τὴν μετάθεσιν ἐξ Ἀθηνῶν εἰς ὅλους τοὺς τοποθετημένους ἀνεξαρτήτως ὀργανικῆς θέσεως. Ἀλλὰ πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται περιπτώσεις καὶ τοιαῦται δυστυχίαι, ὥστε εἶναι πολὺ δύσκολον, εἰς τὸν ὑπουργόν, νὰ τὰς ἀντιπαρέλθῃ καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του. Ἠμπορῶ μάλιστα, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι καὶ ἄλλοι δυστυχεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ ἔλθουν εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἔκαμα καὶ ἄρσιν τῶν ἀποσπάσεων. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἐκεῖ συνήντησα ἄλλην ἀθλιότητα. Καὶ διαρκῶς ἔχω αἰτήσεις ἀπὸ τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὰς ἐπαρχίας νὰ ἔλθουν εἰς Ἀθήνας. Ὑπάρχουν περιπτώσεις ποὺ ἦτο ἀδύνατον νὰ δώσω ἀπάντησιν, ὅταν μοῦ ἀνέπτυσσον τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο. Λοιπόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνωνται τὰ πράγματα αὐτά, ὅταν ἔχομεν 18.000 δημοδιδασκάλους, δηλαδή, 18.000 οἰκογενείας δημοδιδασκάλων ὑπὸ συνθήκας δυσμενεῖς. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωμεν μερικὰς παραβάσεις καὶ παραιτήσεις. Προσπαθῶ νὰ ἐφαρμόζω τὴν τακτικὴν τῆς οὐδεμιᾶς ἀποσπάσεως, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἐγὼ παρὰ νὰ ξεφύγω καὶ θὰ ξεφύγω, παρὰ τὴν ἐπιμονήν, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ δείξω καὶ τῆς ὁποίας πεῖραν ἔχουν πολλοὶ τῶν κ.κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι καὶ διαμαρτύρονται, καὶ ὀρθότατα.
§17Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε ὑπουργέ, πολὺ ὀρθῶς, θὰ τύχουν προστασίας ὡρισμένοι ἄνθρωποι. Ξεύρετε, ὅμως, ὅτι ὑπάρχουν χωριὰ, τὰ ὁποῖα ἀμύνονται ἡρωϊκώτατα εἰς τὴν παραμεθόριον, ὅπως ἡ Παναγίτσα, ἡ ὁποία δύο χρόνια στερεῖται δημοδιδασκάλου καὶ τὰ παιδιὰ τῶν χωρίων ἐκείνων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μάθουν γράμματα.
§18Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἀπὸ ἀναφορὰς τινῶν ἐπιθεωρητῶν ὡρισμένοι δημοδιδάσκαλοι θὰ πλεονάσουν.
§19Κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΔΗΣ. Διὰ τὴν Μακεδονίαν λέτε;
§20Δ. ΒΟΥΡΔΟΥΜΠΑΣ. (Ὑπ. Παιδείας). Ναί.
§21Κ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΔΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὰς Σέρρας ἔχομεν μεγίστην ἔλλειψιν. Τὸ ἥμισυ τοῦ ἀριθμοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Τζωρτζόπουλος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἐρωτήσεώς του ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν Τ.Τ.Τ. ἀναφορικῶς μὲ τὰ σκάνδαλα τῆς τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας.
§23Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πληροφορίαι ὅτι διαταχθεὶς ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ ΤΤΤ καὶ ἐνεργηθεὶς ἔλεγχος εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς Ἀνωνύμου Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας, τῆς ὁποίας ὡς γνωστὸν τὰ κεφάλαια κατὰ 82% εἶναι κρατικά, ἔφερον εἰς φῶς διαφόρους ἀτασθαλίας, μοῦ ἐκίνησαν τὸ ἐνδιαφέρον ὥστε νὰ ἀπευθύνω μίαν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν ΤΤΤ, ἐὰν ὄντως διετάχθη τοιοῦτος ἔλεγχος καὶ ἐὰν διετάχθη καὶ ἐνεργήθη, ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς —καὶ τοῦτο πρὸς τιμήν του— ἐν ἀντιθέσει πρὸς ἄλλους συναδέλφους του, οἱ ὁποῖοι κωφεύουν νὰ ἀπαντήσουν εἰς ἐρωτήσεις βουλευτῶν, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὸν Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ὅτι ἐνεργήθη τοιοῦτος ἔλεγχος καὶ μοῦ ἐγνώρισε καὶ τὰ ἀποτελέσματά του. Συγχρόνως δὲ κατέθεσεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἐκθέσεις, τόσον τῶν ἐνεργησάντων τὸν ἔλεγχον δύο ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου του, ὅσον καὶ τοῦ παρὰ τῇ Τηλεφωνικῇ Ἑταιρείᾳ ἑδρεύοντος Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου. Ἀμφότεραι αἱ ἐκθέσεις εἶναι ἐνδιαφέρουσαι. Ἐκ τῆς μελέτης των, προκύπτει, ὅτι πράγματι ἔλαβον χώραν ἀτασθαλίαι εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι εἰς πολλὰ σημεῖα ἐγγίζουν τὰ ὅρια τῶν καταχρήσεων. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ προβλεπόμενος χρόνος δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς δύο αὐτὰς ἐκθέσεις, ἵνα ἀντιληφθῆτε τὴν ἔκτασιν τῶν ἀτασθαλιῶν αὐτῶν.
§24ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μᾶς τὰς ἀναγνώσετε.
§25Ε. ΓΟΝΗΣ. Εἶναι τόσον σοβαρὸν τὸ θέμα, ὥστε κάμνω τὴν πρότασιν νὰ τυπωθοῦν καὶ νὰ διανεμηθοῦν εἰς τοὺς βουλευτάς. Πάντως αἱ ἐκθέσεις εἶναι σοβαρώταται.
§26Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς ἔλαβε μέτρα κατὰ τῶν ὑπευθύνων;
§27Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν ἔλαβεν οὐδὲν μέτρον.
§28Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Αἱ ἐκθέσεις τί λέγουν;
§29Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐκθέσεις εἶναι σοβαρώταται, ἀλλὰ λόγῳ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος εἶναι περιωρισμένος διὰ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐρώτησίν μου, δὲν δύναμαι νὰ τὰς ἀναγνώσω. Ἀλλὰ τὸ δυσάρεστον γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὁ κυρίως μέτοχος, τὸ Κράτος, δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ, διότι ὑπάρχει ἕνας ἀναγκ. νόμος, ὁ 1171, τοῦ 1946, ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐσπευσμένως τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν, ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν Σοφούλη. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐμποδίζει τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ὁ κυριώτερος μέτοχος τῆς ἑταιρείας.
§30Ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ. Δὲν τροποποιοῦνται οἱ νόμοι καμμιὰ φορά;
§31Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, διὰ τὸν λόγον αὐτόν, εἶναι ἐλεγκτέος ὁ κ. ὑπουργός, διότι δὲν ἔφερεν ἕνα νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ τροποποιήσῃ τὸν Ν. 1171.
§32Κ. ΚΑΛΛΙΑΣ. Ἡ ποινικὴ ἐπέμβασις δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ κανένα νόμον.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Καλλία, πρόκειται περὶ ἐρωτήσεως. Μὴ διακόπτετε.
§34Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μετατραπῇ εἰς ἐπερώτησιν.
§35Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ζητήσω τὴν μετατροπὴν τῆς ἐρωτήσεώς μου, εἰς ἐπερώτησιν. Πάντως, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ τονίσω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ὑφιστάμενον καθεστὼς εἰς τὴν Τηλεφωνικὴν Ἑταιρείαν, διότι ἂν ἐξακολουθήσῃ μέχρι τῆς στιγμῆς ποὺ θὰ φέρῃ τὸ νομοθέτημα ὁ κ. ὑπουργός, περὶ ὀργανώσεως τῶν τηλεπικοινωνιῶν, οἱ γνωστοὶ παράγοντες τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας, θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ διασπαθίζουν τὸ δημόσιον χρῆμα.
§36Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφορᾷ μόνον τὴν Τηλεφωνικὴν ἢ καὶ τὴν Ραδιοφωνικήν;
§37Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ὁποίαν κυριαρχοῦν οἱ κουκουέδες.
§38Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Τηλεφωνικήν. Νομίζω, κ. βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον τὴν στιγμὴν ποὺ περιφέρονται εἰς τὰς διαφόρους πόλεις καὶ κωμοπόλεις τῆς Ἑλλάδος χιλιάδες συμμοριόπληκτοι ἄστεγοι καὶ νηστικοί, μερικοὶ κύριοι, παράγοντες τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας, ἀσυστόλως νὰ νέμωνται καὶ νὰ διασπαθίζουν τὸ δημόσιον χρῆμα. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὸ καθεστὼς αὐτό, τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας, διότι ἡ ἑταιρεία αὐτή, ἔχει γίνει ἐπὶ πλέον τὸ κέντρον ὅλων τῶν ἀναρχικῶν καὶ τῶν ἀντεθνικῶς δρώντων στοιχείων. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ καταθέσω ἐπερώτησιν. Ἔχω νὰ σᾶς ἀναφέρω πλεῖστα ὅσα περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὸ γεγονὸς αὐτό.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔγινεν ἐκκαθάρισις;
§40Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμία ἐκκαθάρισις. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκτοπισθέντες ὑπάλληλοι τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας καὶ ἐπανελθόντες προήχθησαν καὶ ἔλαβον ἀναδρομικῶς, ὅλας τὰς καθυστερουμένας ἀποδοχὰς τῆς προαγωγῆς των. Ὅταν δὲ ἐκλήθησαν νὰ κάμουν δήλωσιν, μετανοίας, ἀπὸ τὴν ἀσφάλειαν, ἠρνήθησαν, καὶ ἐξετοπίσθησαν καὶ πάλιν. Τελειώνω, κ. βουλευταί, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν, νὰ καταθέσω, ἐπερώτησιν ἐν ᾗ περιπτώσει, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ, δὲν θὰ εἶναι ἱκανοποιητική.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Τ.Τ.Τ. ἔχει τὸν λόγον.
§42Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Μὲ τὴν διαφοράν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἔλεγχος δὲν προάγεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι πέραν τῆς ἡμισείας ὥρας δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλή, νὰ ἀσχολῆται μὲ ἐρωτήσεις.
§43Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Κύριοι βουλευταί, τὸ καθεστὼς τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας, ρυθμίζεται ἀπὸ τὸν νόμον 1171. Ὁ νόμος αὐτὸς συνετάχθη τὴν 30.3.1946, ὀλίγον βέβαια βεβιασμένως, διότι τότε οἱ Σύμμαχοι εἶχον ἐκδώσει τὴν ἀπόφασίν των, κατὰ τὴν ὁποίαν, αἱ περιουσίαι τῶν Γερμανῶν αἱ εὑρισκόμεναι εἰς τὰς ἀπελευθερουμένας χώρας, περιήρχοντο εἰς τὸ Κράτος τὸ ἀπελευθερούμενον. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, τῶν Συμμάχων καὶ ἡ περιουσία τῶν Γερμανῶν, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὴν Τηλεφωνικὴν Ἑταιρείαν, περιήρχετο εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος κατὰ τὰ ¾ περίπου. Τότε λοιπόν, ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος αὐτός, διὰ νὰ ἀκυρώσῃ τὰς μετοχὰς τῶν Γερμανῶν, μήπως περιερχόμεναι εἰς τρίτων χεῖρας δημιουργήσουν πράγματα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ ἀντικατασταθοῦν διὰ μετοχῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐκδοθοῦν ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Νέαι μετοχαὶ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν ἐξεδόθησαν, αἱ ὁποῖαι διαφυλάσσονται εἰς τὰ θησαυροφυλάκια τοῦ Κράτους. Ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος διατάσσει τὴν ἀκύρωσιν καὶ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν μετοχῶν, ἠθέλησε νὰ προβλέψῃ καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν διοίκησιν, τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἦτο ὑπὸ μεσεγγύησιν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, ἐξεκαθαρίζετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ περιουσία τῶν Γερμανῶν, ἔπρεπε νὰ ἀλλάξῃ καὶ ἡ μεσεγγύησις. Διὰ τοῦτο περιλαμβάνει καὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι καθορίζουν τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ τὴν διοικήσουν, καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Ὁ νόμος αὐτός, ἀπεκλήθη σκανδαλώδης, καὶ μάλιστα ἀπεδόθη καὶ εἰς ἐμέ, ὅτι τὸν ἀπεκάλεσα σκανδαλώδη. Βεβαιώνω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἦτο σκανδαλώδης, καὶ ἀπόδειξις αὐτοῦ εἶναι, ὅτι μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτοῦ 4, ἀνεκήρυσσεν ὑποχρεωτικῶς, ἀνωτάτους κρατικοὺς λειτουργούς. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον αὐτό: «Πρῶτον, μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου...... ................ (ἀναγινώσκει) ................».
§44Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς ἐμποδίζει νὰ λαμβάνουν ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας σεῖς δὲν τὰς ἐγκρίνετε.
§45Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Ἄλλο ζήτημα, ἐὰν ἔκαμον κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας των. Ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ ἀκριβῶς, δὲν διώρισεν ἰδικούς της ἀνθρώπους, παρὰ ὥρισε ἀνωτάτους κρατικοὺς λειτουργούς. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ τῆς εἴπητε, ὅτι ἔκαμεν ἔργον σκανδαλῶδες. Ἔτσι εἶναι τὰ πράγματα.
§46Σ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὰ προηγούμενα συμβούλια τὸ ἴδιον ἦσαν, δὲν ἐκάματε καμμίαν καινοτομίαν.
§47Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Δι’ αὐτὸ πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἡ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαρτίου, ἀπεχώρησε, τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον τὴν διεδέχθη, ἐπειδὴ δὲν εἶχε κυκλοφορήσει ἡ ἐφημερὶς, ἡ ὁποία περιεῖχεν αὐτὸν τὸν νόμον, διὰ Ἐπιτροπῆς ἐκράτησε τὸ φύλλον, τὸ ἐμελέτησε, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, καὶ μετὰ μίαν ἢ δύο ἑβδομάδας, ἐκυκλοφόρησε τὸ φύλλον τῆς ἐφημερίδος. Τώρα, βέβαια, ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος ἀπὸ περιωπῆς πρόσωπα διώριζεν, ὡς ἐκπροσώπους τῆς ἑταιρείας αὐτῆς, ἔκαμε τοῦτο, ὄχι διότι ἐφοβήθη, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ, καὶ ἀπὸ εὐθιξίαν.
§48Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί χρονολογίαν εἶχεν;
§49Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). 28 Μαρτίου. Σᾶς εἶπα τὸν λόγον τῆς σπουδῆς. Ἐξήγησα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἐκδοθῇ ἀναγκαστικὸς νόμος, καὶ νὰ ἀκυρωθοῦν αἱ μετοχαὶ τῶν Γερμανῶν, καὶ νὰ ἀντικατασταθοῦν διὰ μετοχῶν τοῦ Κράτους. Ἔφυγεν ἡ μεσεγγύησις, ὤφειλεν ὁ νομοθέτης νὰ φροντίσῃ διὰ τὴν μέλλουσαν διοίκησιν τῆς ἑταιρείας, καὶ ἐφρόντισεν ὁμολογῶ, ἀκομμάτιστα. Τώρα, ὑπάρχει καὶ μία διάταξις, ἡ ὁποία διατηρεῖ εἰς ἰσχύν, τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως περὶ τῆς διοικήσεως, καὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἑταιρείας. Εὐνόητον, ὅτι, αὐταὶ αἱ διατάξεις κατοχυροῦν τὰ δικαιώματα τοῦ ἐργολάβου, τοῦ Γερμανοῦ, καὶ ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐργολάβος, συνεταυτίσθη μὲ τὸ πρόσωπον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐμπῆκεν εἰς τὴν θέσιν τῶν Γερμανῶν, δὲν ἦτο ἀνάγκη αὐτῶν τῶν διατάξεων, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ Γερμανός, ὁ ὁποῖος ἐφρόντισεν ἐν τῇ συμβάσει, νὰ περιφρουρήσῃ τὰ δικαιώματά του ἀπὸ ἐπεμβάσεις τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις, ἔμεινεν αὐτὸ τὸ καθεστώς, καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ καθεστώς, ἔχει μόνον ὁ ὑπουργὸς τῶν Τ.Τ.Τ., τὸ δικαίωμα, νὰ κάμῃ τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουν κυρώσεις.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεύς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπέμβῃ;
§51Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Ὅταν ὑπάρχῃ ἀδίκημα, ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀλλά, ὅταν τὸ Συμβούλιον ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἐγκρίνῃ μίαν δαπάνην, ἡ ὁποία δαπάνη εἶναι σπατάλη, ποῦ θὰ τὸ εὕρῃ τὸ δικαίωμα;
§52Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἤμην ὑπουργὸς τῶν Τ.Τ.Τ., ἐπὶ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ὅτι, ὁ νόμος δὲν ἦτο σκανδαλώδης. Δὲν ὑπῆρξαν καταχρήσεις, ἐπὶ ὑπουργίας μου, αἱ καταχρήσεις δὲν ἔγιναν τὸ 1946, ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ 1947.
§53Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παραβιάζητε τὸν Κανονισμὸν καταφώρως, δὲν ἠμπορεῖτε νὰ παρεμβάλλετε ἄλλας συζητήσεις. Παρακαλῶ νὰ ἐπαναφέρετε τὴν τάξιν.
§54Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ λέγητε, ὅ,τι θέλετε ἐδῶ πέρα. Κύριε Πρόεδρε, ὅταν θίγωνται παρόμοια ζητήματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τύχουν ἀπαντήσεως. Κατὰ ποῖον τρόπον εἶναι δυνατόν, νὰ μᾶς στερήσετε τοῦ δικαιώματος νὰ ἀπαντήσωμεν, ὅτι εἴτε πλαγίως, εἴτε ἐμμέσως, δὲν ἐκάμαμε τὸ καθῆκόν μας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐπίστευα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὅταν εἶναι εἰς τὴν θέσιν του, δύναται νὰ χαλιναγωγήσῃ τὴν ἑταιρείαν, ὅπως ἐγὼ μέχρι τοῦ 1947 τὴν εἶχα κρατήσει, καὶ δὲν ἐγένετο καμμία κατάχρησις. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, ποῖαι πιέσεις ἐγένοντο διὰ νὰ δοθοῦν αἱ 500 χιλ. λίρες, ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἄνευ δημοπρασίας, καὶ πῶς ὑπέβαλλον δὶς τὴν παραίτησίν μου εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι ἐδῶ, διὰ νὰ πληροφορήσουν σχετικῶς.
§55Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Ὄντως δὲν ἐδέχθη τότε, ὁ κ. συνάδελφος, νὰ γίνῃ προμήθεια ἄνευ δημοπρασίας —καὶ εἶναι τοῦτο πρὸς τιμήν του— ἀσχέτως τοῦ ἂν αἱ προσφερόμεναι τιμαὶ ἦσαν εὐνοϊκαί, κρινομένου τοῦ πράγματος ἐκ τῶν ὑστέρων, λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν περιήλθομεν.
§56Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἠσκήθη τότε ὁλόκληρος ἡ πίεσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ καμφθῶ. Καὶ ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς, παρίσταται ἐδῶ διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω εἰς τὸν Ἄγγλον ἐμπορικὸν ἀκόλουθον: «Μὲ ποῖον δικαίωμα ζητεῖτε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα; Διατὶ φοβεῖσθε τὸν διεθνῆ διαγωνισμὸν ἀφοῦ ἔχετε χαμηλὰς τιμάς, καί, ἑπομένως, θὰ κατακυρωθῇ ἐπ’ ὀνόματί σας ἡ δημοπρασία;».
§57Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι παραβιάζομεν τὸν Κανονισμόν. Τὸ θέμα εἶναι πολὺ εὐρύτερον ἀπὸ μίαν ἁπλῆν ἐρώτησιν. Νὰ παρακληθῇ ὁ ἐρωτῶν νὰ μεταβάλῃ τὴν ἐρώτησίν του εἰς ἐπερώτησιν καὶ νὰ προχωρήσωμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις.
§58Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Θέλω νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα.........
§59Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε τίποτε, κ. ὑπουργέ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§60Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Διὰ νὰ ὁμιλήσετε σεῖς διὰ τὸν Εὐαγγελᾶτον;
§61Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Σᾶς ἐνόμιζα, κ. ὑπουργέ, ὅτι ἐμείνατε σεμνός, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἡ φράσις σας... (Θόρυβος).
§62Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Τρεῖς φορᾶς μὲ διακόψατε: Νὰ παύσω, νὰ παύσω!...
§63Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἡ συζήτησις τῶν ἐρωτήσεων, κατὰ τὸν Κανονισμόν, περιορίζεται εἰς ἡμίσειαν ὥραν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§64Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν ὀνόματι τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος. Οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλοῦν ὁσάκις τὸ ζητήσουν. (Θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§65Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§66Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου καὶ ἐγὼ πολλὰς φορὰς ἀπηύθυνα ἔγγραφα ἐπιτιμητικὰ πρὸς τὴν ἑταιρείαν. Ἔχω σημειώσει ἐδῶ ὅτι τῆς ἀπηύθυνα 13 ἔγγραφα ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1947 μέχρι σήμερον. Τώρα, διὰ νὰ σᾶς εἴπω πῶς τὰ δέχεται ἡ ἑταιρεία τὰ ἔγγραφα αὐτά, θὰ σᾶς ἀναφέρω δύο περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν προσφάτως, ὅπως τὰ διαβάζω εἰς ἓν πρακτικὸν τῆς ἑταιρείας τῆς 27ης παρελθόντος Σεπτεμβρίου. Τὸ πρῶτον θέμα ἦτο τὸ ἑξῆς: Εἶχα κάμει αὔξησιν, σύμφωνα μὲ τὰς συλλογικὰς συμβάσεις. Τὴν ἡμέραν ποὺ συνεζητεῖτο αὐτὴ ἡ αὔξησις, εἰσάγεται πρότασις νὰ χορηγηθοῦν αἱ ἀμοιβαὶ 24 ἀνωτάτων ὑπαλλήλων τὰ ⅔ τοῦ μισθοῦ των. (Εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁ κ. Περρωτῆς λέγει κάτι εἰς τὸν κ. Γονῆν ἐν θυμῷ, μὴ ἀκουόμενος ὅμως λόγῳ τοῦ δημιουργηθέντος θορύβου καὶ τῶν συνεχῶν κωδωνοκρουσιῶν. Δημμιουργοῦνται μεταξύ των ἀντεγκλήσεις).
§67Χ. ΑΛΕΤΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἀνέβῃ εἰς τὸ βῆμα νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Γονῆς. (Συνεχίζονται ὁ θόρυβος, αἱ φωναὶ καὶ αἱ ἀντεγκλήσεις).
§68Α. ΜΠΙΡΑΚΗΣ. (Ὑπ. Τ.Τ.Τ.). Ἐπίσης ἀπηύθυνα ἔγγραφα ὅπως καταργήσωσι τὸ Συμβούλιον Διοικήσεως, ὅπου μετέχουν ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρείας, ἤτοι εἰς τὸ αὐτὸ συμβούλιον ὑπάρχουν ἐλέγχοντες καὶ ἐλεγχόμενοι. Ἡ ἑταιρεία, κ. βουλευταί, ἀπέρριψε καὶ τὰς δύο ἀξιώσεις τοῦ Ὑπουργείου. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κομμουνιστάς, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἀπελύθησαν περὶ τοὺς 100 κομμουνισταὶ ὑπάλληλοι, καθὼς καὶ ὁ οἰκονομικὸς διευθυντής, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη τὸν διορισμὸν κομμουνιστοῦ. Καταλήγων, κ. βουλευταί, θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῆς ἑταιρείας θὰ ρυθμισθῇ διὰ τοῦ νόμου «περὶ τηλεπικοινωνιῶν». (Χειροκροτήματα).
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτατον. Νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. Περρωτῆς διὰ νὰ μᾶς ἐκθέσῃ τὰ πράγματα.
§70Γ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ ὅτι θὰ μετατρέψω τὴν ἐρώτησίν μου εἰς ἐπερώτησιν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ἀπόφασιν περὶ προτάξεώς της.
§71Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδημιουργήθη σοβαρὸν προσωπικὸν ζήτημα. Παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσητε τὸν λόγον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Περρωτῆς, ἔχει τὸν λόγον.
§73Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, οὐδέποτε οὔτε πλαγίως, οὔτε ἐμμέσως, οὔτε εὐθέως, οὔτε ἀμέσως ἔθιξα ποτὲ συνάδελφον κανένα. Νομίζω, ἂν δικαιοῦμαι κάτι, συγχωρήσατέ μοι αὐτὴν τὴν καύχησιν, εἶναι ὅτι εἶμαι εὐπρεπής. Ἀλλὰ ὅταν συνάδελφος διὰ τὸν ὁποῖον οὐδέποτε ὡμίλησα οὐδέποτε ἔκαμα τὸν παραμικρὸν ὑπαινιγμόν, ἀναφέρει ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἐγένοντο σκάνδαλα εἰς τὴν Τηλεφωνικὴν Ἑταιρείαν, ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀμυνθῶ καὶ ἀμύνομαι. Ὅταν ἀνέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέστην μίαν πίεσιν πρωτοφανῆ καὶ ἀσυνήθη, ἐκ μέρους διαφόρων ἐκπροσώπων τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας, ὑπαλλήλων νὰ δεχθῶ τίποτε περισσότερον, τίποτε ὀλιγώτερον νὰ δώσω παραγγελίαν 500.000 λιρῶν καὶ νὰ προμηθευθοῦν ἀνταλλακτικὰ εἴδη ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν Ἀσυντέλκο ἄνευ οὐδεμιᾶς δημοπρασίας. Ἀπήντησα, τοῦτο μοῦ εἶναι ἀδύνατον.
§74Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποίας ἐθνικότητος ἦτο ἡ ἑταιρεία αὐτή;
§75Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἀγγλικῆς................ .... (δὲν ἠκούσθη)....... διότι ἐγὼ ἐφ’ ὅσον θὰ ἤμουν ὑπουργὸς θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνῃ προμήθεια ἄνευ δημοπρασίας. Μίαν ἡμέραν μὲ ἐπεσκέφθη ὁ ἐμπορικὸς ἀκόλουθος τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας καὶ μοῦ εἶπε: Κύριε ὑπουργέ, παίζουμε; Διὰ ποῖον λόγον τὴν ἀνειλημμένην ὑποχρέωσίν σας δὲν τὴν ἐκπληρώνετε; Ἀπήντησα ὅτι ἀτυχῶς εἴμεθα τόσον δυστυχεῖς ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ περιθώριον διὰ νὰ παίξωμε. Θὰ ἤθελα νὰ ἀκούσω ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ ὑποχρέωσίς μας, διότι ἐὰν πράγματι ὑπάρχῃ ὑποχρέωσις, ἐγὼ ἀναμφισβητήτως καὶ μὲ κίνδυνον καὶ ζημίαν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου μου θὰ τὴν ἐξεπλήρουν. Μοῦ ἀπήντησεν ὅτι ὑπῆρχε σύμβασις παρὰ τῆς προγενεστέρας Κυβερνήσεως ὑπογεγραμμένη, ἡ ὁποία ἴσως ἐχάθη ὄχι βεβαίως ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως. Τοῦ ἀπήντησα ὅτι μὴ ἀνησυχῆτε. Εἰπέτε εἰς τὸν κ. Πρέσβυν ὅτι ἔχετε τὰ ἀντίγραφα εἰς τὴν Πρεσβείαν καὶ αὐτὰ εἶναι ἰσχυρὰ δι’ ἐμέ. Τακτοποιεῖται οὕτω ἡ κατάστασις. Μὲ ἐπεσκέφθη ὁ Ἄγγλος Ταξίαρχος καὶ μοῦ εἶπε: Τί φοβεῖσθε, σᾶς βλέπουμε πολὺ διστακτικόν. Ἡμεῖς σᾶς θεωροῦμεν ὡς ἐξάρτημα τῆς ἰδιαιτέρας μας Πατρίδος καὶ συνεπῶς θὰ σᾶς δώσουμε τὰ εἴδη εἰς τὰς τιμὰς ποὺ ἀγοράζει τὸ Βρεταννικὸν Κράτος. Τοῦ ἀπήντησα καὶ ἐγὼ ὅτι καὶ σεῖς τί φοβεῖσθε, σεῖς θὰ εἶσθε οἱ μειοδόται, διὰ ποῖον λόγον δὲν θέλετε νὰ κάμωμεν ἕνα διεθνῆ διαγωνισμὸν καὶ θὰ κατακυρωθῇ εἰς σᾶς ἡ δημοπρασία, ἀφοῦ τὰ προσφέρετε εἰς τόσον χαμηλὰς τιμάς. Καθ’ ὅλο τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ὑπουργίας μου ὑφιστάμην τὴν πίεσιν αὐτήν. Δὲν ἔμεινε παράγων ὁ ὁποῖος δὲν ἐξήντλησεν ὅλην τὴν ἐπιρροήν του διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ μὲ κάμψῃ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί παράγοντες εἶναι αὐτοί, κύριε;
§77Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Καὶ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἀκόμη ἐπηρεασθέντα ἀπὸ τὴν πίεσιν, μοῦ ἐζήτουν νὰ ἐξεύρω τρόπον συμβιβασμοῦ, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα, διότι ὅπως λέγει καὶ ὁ κ. ὑπουργός, αἱ τιμαὶ αἱ δοθεῖσαι ἐθεωροῦντο μικραί. Μίαν ἡμέραν μὲ ἐπεσκέφθη ὁ κ. Γονῆς, ὁ ὁποῖος ἀνῆκε τότε εἰς τὸ ἴδιον μὲ ἐμὲ κόμμα, συνωδεύετο παρά τινος καὶ μὲ παρεκάλεσε καὶ αὐτὸς νὰ δεχθῶ καὶ ἐγκρίνω τέλος πάντων τὴν ἄποψιν αὐτὴν καὶ δοθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Ἀσυντέλκο ἡ παραγγελία τῶν 500.000 λιρῶν χωρὶς δημοπρασίαν. Ὡμίλησα αὐστηρὰ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν καὶ τοῦ ἐτόνισα ὅτι ἐφ’ ὅσον εἶμαι ἐγὼ ὑπουργὸς δὲν θὰ τοῦ ἐπέτρεπον καμμίαν συζήτησιν, ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Καὶ ὁ κ. βουλευτής, χολωθεὶς ἀπῆλθε. (Χειροκροτήματα). Τὸ ζήτημα, κύριοι, δὲν ἔμεινε μέχρις ἐδῶ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κ. Τσαλδάρης, συναισθανόμενος καὶ αὐτὸς ὅτι ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς ἀντίθεσιν μὲ τοὺς Ἄγγλους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ ἐπέμενον καὶ ἐπέμενον πολύ, μοῦ εἶπεν, ὅτι πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τακτοποιηθῇ τὸ ζήτημα. Καὶ ὅταν ἦτο εἰς τὸ Λονδῖνον τοῦ ἐγένοντο ὑποδείξεις καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ὅτι ἔπρεπε τέλος ὁ ὑπουργὸς νὰ πεισθῇ καὶ νὰ καμφθῇ.
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν λέγεται «Περρωτῆς» δὲν κάμπτεται.
§79Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του αὐτό, ὄχι ὅτι ὁ κ. Τσαλδάρης ἐκάμφθη, ἀλλὰ τὸ ἔθεσεν ὑπὸ τὴν κρίσιν μου καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι ἠναγκάσθησαν οἱ ἐκπρόσωποι τῆς ἑταιρείας εὑρεθέντες πρὸ τῆς ἀκάμπτου διαθέσεώς σου, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει νὰ θέλῃς νὰ ὑποχωρήσῃς νὰ ὑποβιβάσουν τὰς τιμὰς καὶ συνεπῶς πλέον ἐδίδετο νέον στάδιον δι’ ἐμὲ νὰ ἱκανοποιήσω τὰς ἐπιθυμίας των. Τοῦ ἀπήντησα ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ πλέον ἐπικίνδυνον σημεῖον, διότι ὅταν εἶδον ὅτι ἐξήντλησαν ὅλην τὴν ἐπιρροήν των καὶ ἐγὼ δὲν ἐκάμφθην ὑπεβίβασαν πάρα κάτω τὰς τιμάς, καὶ ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται ὅτι δὲν ὑπάρχει περιθώριον ἀκόμη μεγαλυτέρου ὑποβιβασμοῦ; (Χειροκροτήματα). Ἐδήλωσα κατηγορηματικῶς ὅτι ἐγὼ ἐφ’ ὅσον θὰ εἶμαι ὑπουργὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ προμήθεια ἄνευ δημοπρασίας. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν πράγματι ἤθελεν, ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἕκαστος ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὴν ἀνάλογον εὐθύνην του καὶ ὄχι μὲ τὴν ὑπογραφὴν τὴν ἰδικήν μου νὰ γίνουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀπεδοκίμαζα. (Φωναί. Μπράβο). Τὸ ζήτημα πράγματι ἔφθασε, κύριοι, πρὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κ. Τσαλδάρης, εἰσηγήθη ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἀναφέρω ἀκριβῶς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἔκαμαν, ὄχι βεβαίως νὰ ἀσκήσῃ καμμίαν πίεσιν, ἀλλὰ ἁπλῶς νὰ συστήσῃ νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἱκανοποιήσεως. Θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ τότε κ.κ. συνάδελφοι, ὅτι μετὰ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἀπήντησα καὶ ἐγὼ καὶ εἶπον, κύριοι, ὅτι ἐγὼ θὰ ἀποχωρήσω, δὲν πρόκειται νὰ παραμείνω ὑπουργός, ἀλλὰ φοβοῦμαι καὶ πολὺ μάλιστα, ὅτι τὰ βουνὰ τῆς Ἑλλάδος εἶναι πλούσια εἰς πέτρας καὶ δὲν θὰ ἐξαρκέσουν νὰ μᾶς λιθοβολήσουν, ὅταν ὑποτεθῇ, ὅτι θὰ πληροφορηθοῦν ὅτι ἐφθάσαμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ δυστυχοῦς Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δώσωμεν 500.000 λίρες διὰ νὰ κάμωμεν τὸ κέφι τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. (Χειροκροτήματα). Ἀποτελεῖ πράγματι τιμὴν ὅτι δὲν εὑρέθη οὔτε εἷς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐτάχθη ἀντίθετος τῆς ἀποφάσεώς μου ταύτης. Ἐψήφισαν ὅλοι μέχρις ἑνὸς καὶ ἀνεγνωρίσθη πράγματι ὅτι τοιαύτη ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ στάσις μας διὰ νὰ πληροφορηθοῦν καὶ οἱ Ἄγγλοι, ὅσον μεγάλοι καὶ ἂν εἶναι ἢ οἱ Ἀμερικανοί, ὅτι ἡμεῖς ἐδῶ δὲν εἴμεθα ἁπλῶς ἀξιωματοῦχοι, διότι ἀξιωματούχων ἔχουν ἀνάγκην μόνον οἱ λαοὶ οἱ εὐημεροῦντες. Ἡμεῖς εἴμεθα καὶ ἔχομεν ἀνάγκην μόνον καὶ μόνον ἀπὸ ὑπηρέτας τῆς δυστυχίας μας. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, προσέφερα τὰς μικράς μου ὑπηρεσίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐνόμισα πάντοτε ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφερθοῦν καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους χωρὶς καμμίαν διάκρισιν. Αὐτά, κύριοι, ὑπῆρξαν ὅσα συνέβησαν σχετικῶς μὲ τὴν δημοπρασίαν. Ἐὰν τυχὸν νομισθῇ ὅτι εἰς τοῦτο ὑπάρχει τί ἔστω πλέον ἐκείνων τῶν ὁποίων ἀνέφερα, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων τῶν τότε συνεργατῶν μου νὰ δηλώσουν ἂν τὰ πράγματα δὲν εἶναι ὅπως τὰ ἐξέθεσα. (Χειροκροτήματα).
§80Ε. ΓΟΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Κύριοι συνάδελφοι, εἰς μίαν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Τρίαντος ἀπετάθη πρὸς τὸν κ. Περρωτὴν ὁ κ. Περρωττὴς ἐξέλαβεν ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τὸν ἠρώτησε καὶ ἐνῷ ἔσπευσα νὰ τοῦ εἴπω ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπετάθη εἰς τὸν κ. Περρωτήν, ἐλέχθησαν πράγματα ἀπὸ τὸν κ. Περρωτὴν τὰ ὁποῖα μοῦ προξένησαν κατάπληξιν. Ἰδοὺ πῶς ἔχουν τὰ πράγματα. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ κόμματος τῶν Ἐθνικῶν Φιλελευθέρων ὡρκίσθη εἶχε 4 ἕως 5 ὑπουργοὺς καὶ πρὶν ἢ ὁρκισθῇ ὁ κ. Περρωτὴς μὲ εἶχεν ἀφίσει διά τινας ἡμέρας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Τ.Τ.Τ. Ἦλθεν ὁ σύλλογος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τηλεφωνικῆς ἑταιρείας τὴν ἑπομένην καὶ ἀνέφερε τὰ τῆς συμβάσεως τῆς Τηλεφωνικῆς Ἑταιρείας. Ἐκάλεσα τότε τοὺς Διευθυντὰς τοῦ Ὑπουργείου, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔδωσαν τὰς λεπτομερείας καθ’ ἃς εἰς τὸ σπίτι ἀρχηγοῦ κόμματος τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν συνετάγη ὁ νόμος ἐν ἀγνοίᾳ πλήρει τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ μᾶς εἶπον τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους διατρέχουν τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου ἐν σχέσει μὲ τὴν σύμβασιν αὐτήν.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἦτο τότε ὑπουργὸς τῶν
Τ.Τ.Τ.;
§82Ε. ΓΟΝΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι. Ἦτο προφανές, ὅτι διὰ νὰ φέρῃ ἡ ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἡμερομηνία 30 Μαρτίου καὶ δοθέντος ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι γενικὸν τὸ μέτρον τῶν ὑπὸ μεσεγγύησιν ἐχθρικῶν περιουσιῶν εἰς ἃς ἀσφαλῶς περιλαμβάνεται καὶ ἡ Τηλεφωνικὴ Ἑταιρεία, ὅτι κάτι τὸ ὕποπτον ἢ ἀνώμαλον συνέβαινε. Ἐνομίσαμεν ὄντως τὸν νόμον αὐτόν, διὰ νὰ μὴ εἴπω σκανδαλώδη, πάντως ἐπιβλαβῆ εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου. Ὅταν ὁ κ. Περρωτὴς ἐγκατεστάθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, συνεζητήσαμεν διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα τοῦ νόμου τούτου ἐμοῦ ἐπιμένοντος καὶ τότε καὶ νῦν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἦτο βλαβερὸς διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διότι ἔτσι ἐνομίζαμεν καὶ δὲν εἶναι ἡ ὥρα τώρα νὰ εἴπω περισσότερα. Ὁ κ. Περρωτῆς ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς συνεμερίζετο τὰς ἀπόψεις τὰς ὁποίας ἐξεθέσαμεν ἐν σχέσει, ἐπαναλαμβάνω, μὲ τὸ θέμα τοῦ νόμου τούτου, μεταγενεστέρως ἀκούω ὅτι μετέβαλε γνώμην καὶ εἰς αὐτὸ εἶμαι ἀπληροφόρητος, διότι ἐγὼ δὲν εἶχα κανένα λόγον νὰ ἐπισκεφθῶ τὸν κ. ὑπουργὸν διὰ ἄλλο ζήτημα. Καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ κ. Χατζηπάνου κατέθεσα πάλιν ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία λόγῳ τῶν διακοπῶν τῆς Βουλῆς διαρκῶς ἀνεβάλλετο καὶ ἐκκρεμεῖ ἀκόμη. Εἰς τὸν κ. Περρωτῆν, θὰ ἠδυνάμην καὶ τώρα νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος ὁ σοβαρός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι καὶ τότε καὶ νῦν τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του ἀπέναντι τοῦ νόμου τούτου. Αὐτὸ τὸ πιστεύω καὶ ὅταν θὰ ἐρευνήσητε τὸ ζήτημα, νομίζω, ὅτι καὶ ὑμεῖς θὰ συμφωνήσητε ἐπὶ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου, τὸ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Περρωτῆς ἀπόψε, ὅτι ἐγὼ ἤσκησα πίεσιν δι’ ἄγνωστον Ἑλληνοϊταλόν, ὁμολογῶ, ὅτι ἔμεινα κατάπληκτος. Ἡ σύγχυσιν προσώπου θὰ ἔκαμεν, ἢ ἄλλο τι συμβαίνει.
§83Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐμμένω ἀπολύτως, εἰς ὅσα εἶπον.
§84Ε. ΓΟΝΗΣ. Νὰ μοῦ κατονομάσητε, τότε, τὸ πρόσωπον, διὰ νὰ ἠμπορέσω καὶ ἐγὼ ν’ ἀμυνθῶ. Ἄλλως, εἶσθε εἷς κοινὸς συκοφάντης.
§85Ε. ΜΑΛΑΜΙΔΑΣ. Μὰ τὸ εἶπε· λέγεται Σερπιέρι.
§86Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασίαν, εἶναι ὅτι ὁ κ. Γονῆς ἐνεφανίσθη ὡς προστάτης τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐπίστευσεν ὅτι εἶναι...(δὲν ἠκούσθη).
§87Ε. ΓΟΝΗΣ. Δὲν τὸ κατονομάζετε, τὸ πρόσωπον;
§88Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Πράγματι, δὲν εἶναι ἡ πρώτη, εἶναι δύο φορές. Τὴν μίαν φορὰν παρουσιάσθη μετά τινος ὕφους εὐπρεποῦς, ἔτσι παρενοχλητικόν. Κατόπιν, τὴν δευτέραν φοράν, ὅταν μὲ ἐπεσκέφθη ἐκ νέου, συνωδεύετο καὶ ἀπὸ ἄλλον, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖον. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§89Ε. ΓΟΝΗΣ. Μοῦ λέτε, ὅτι σᾶς ἐπεσκέφθην. Εἴπατέ μου τὸ πρόσωπον, ποῖον εἶναι καὶ τί σᾶς εἶπον.
§90Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μὲ παρεκαλέσατε, κατεβάλατε κάθε προσπάθειαν νὰ μὲ πείσητε.
§91Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐγώ;
§92Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Σεῖς.
§93Ε. ΓΟΝΗΣ. Μὲ ποῖον πρόσωπον;
§94Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§95Ε. ΓΟΝΗΣ. Αὐτὰ τὰ λέγετε, ἐνώπιον τοῦ Σώματος;
§96Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§97Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐπεσκέφθην διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τῆς τηλεφωνικῆς ἑταιρείας.
§98Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Ἐμμένω ἀπολύτως εἰς ὅσα εἶπον. Ἀφήνω τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ.
§99Ε. ΓΟΝΗΣ. Σεῖς προηγουμένως ὡμιλήσατε διὰ τὴν δημοπρασίαν, ἐνῷ ἐγὼ σᾶς ἐπεσκέφθην διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τῆς τηλεφωνικῆς ἑταιρείας.
§100Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ κατονομάσετε τὸ πρόσωπον. (Φωναί, θόρυβος, κωδωνοκρουσίαι).
§101Κ. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ. Ὀφείλετε νὰ πῆτε τὸ πρόσωπον. (Νέαι φωναί, ἀντεγκλήσεις, θόρυβος).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ 5′. (Ὥρα 7.50′ μ. μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 8.10′ μ. μ.).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§104Ε. ΓΟΝΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἀνακαλεῖ ἢ δὲν κατονομάζει τὸ πρόσωπον, ἀφήνω νὰ κρίνῃ περὶ τούτου ἡ Βουλή.
§105Ν. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἡ Βουλὴ μὲ τὸν παραμικρὸν δισταγμὸν καὶ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι, ὅ,τι εἶπον δὲν ἦτο ἐξ ὁλοκλήρου ἀκριβὲς λέγω ὅτι, θὰ ἦτο πολὺ περίεργον, ἐγὼ ὑπουργός, νὰ ἔρχεται φίλος τοῦ κόμματος ἀπὸ τοὺς τόσους ὀλίγους ποὺ εἴμεθα καὶ νὰ μὴ ἐνθυμοῦμαι τὸν φίλον τοῦ κόμματος ποὺ μὲ ἐπεσκέφθη καὶ τί μοῦ εἶπε. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ ἐκ μέρους μου τοιαύτη σύγχυσις; Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα πρόσωπα, τὰ συνοδεύοντα τὸν βουλευτήν, φυσικὸν θὰ ἦτο μέσα στοὺς τόσους ποὺ ἔρχονται διὰ διάφορα ζητήματα, νὰ μὴ ἠμπορῶ, ἴσως, νὰ τὰ συγκρατῶ, εἰς τὴν μνήμην μου. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου αὐτοῦ, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἔλθῃ ἕνας φίλος τοῦ κόμματος καὶ νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ τί εἴπαμε καὶ τὸ πῶς ἐψυχράνθημεν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὔκολον. Πάντως, συμφωνῶ μὲ τὸ ὅτι εἶπεν ὁ κ. Γονῆς νὰ κρίνῃ ἡ Βουλή.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας διὰ τὰς ἀναφο-
ρὰς καὶ ἐρωτήσεις, εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Α. Βαμβέτσος, ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συνεχιζομένης συζητήσεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Δ. Λεονάρδου, ἀπευθυνομένης πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τὴν ἀθρόαν ἀντικατάστασιν τῶν Κοινοτικῶν καὶ Δημοτικῶν Συμβούλων τῆς Ἐπαρχίας Μεσολογγίου καί τινων Δημάρχων.
§107Δ. ΛΕΟΝΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ ἐπερώτησίς μου ἐγενικεύθη, τὴν ἀπάντησίν μου εἰς τὸν παρεμβαίνοντα ἐκ Τριχωνίας συνάδελφον θὰ τὴν δώσω ὁμοῦ, ὅταν ἀπαντήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§108Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις, θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ τέλος.
§109Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ζήτημα, ἐπιθυμῶ νὰ ἀντικρούσω δύο ἀτυχεῖς ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεστηρίχθησαν κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἄποψις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἰσχυρίσθη, ὅτι ἓν ἔγγραφον, ἀποτεινόμενον πρὸς αὐτὸν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἔγγραφον ἰδιωτικόν, καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία ὀφείλεται ἐξήγησις. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς θέματα τῆς ἁρμοδιότητός των, εἶναι ζήτημα ἰδιωτικῆς φύσεως. Ἑπομένως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, ὀφείλει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τῶν λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν συνεμορφώθη μὲ τὴν ἔγγραφον σύστασιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἡ δευτέρα ἄποψις εἶναι ὅτι, ἐπειδὴ σήμερον ἡ Ἑλλὰς διεξάγει ἀγῶνα, θὰ πρέπει νὰ μὴ ἐπερωτῶμεν καὶ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τοῦτο διότι θὰ προκαλέσῃ ἐντυπώσεις εἰς τὸν μαχόμενον στρατόν. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι μία θέσις ἀπολύτως πεπλανημένη. Ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ σιωπῶμεν, διαρκοῦντος τοῦ ἀγῶνος, ἐπὶ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς Κυβερνητικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τοὐναντίον, ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ πάσης ἀτασθαλίας, ἡ ὁποία ὑποπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν, καὶ τοῦτο, διότι αἱ ἀτασθαλίαι εἶναι γνωσταί, διότι οἱ μαχόμενοι ἔχουν γονεῖς, φίλους, συγγενεῖς καὶ λαμβάνουν ἐπιστολάς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἴδιοι ἔρχονται μὲ ἀδείας εἰς τὸν τόπον των καὶ λαμβάνουν γνῶσιν τῶν ἀτασθαλιῶν καὶ ὅταν ἀντιληφθοῦν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία σιωπᾷ ἐπὶ τῶν ἀτασθαλιῶν τούτων, θὰ νομίσουν, ὅτι τὸ ἀστικὸν λεγόμενον καθεστὼς εἶναι ἀνίκανον νὰ τιμωρήσῃ τοὺς εὐθυνομένους ἐπὶ τῶν πάσης φύσεως ἐκτρόπων, καὶ ὅτι μόνον ἡ πλευρὰ τῆς ἀρνήσεως καὶ τῆς ἀνατροπῆς εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἀσκεῖ τὸν ἔλεγχον. Ἐπειδὴ ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐλέγχωμεν τὴν Κυβέρνησιν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ ἔλεγχος ἀκόμη καὶ ὅταν φθάνῃ εἰς ἀποδοκιμασίαν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχει τοῦτο σημασίαν διὰ τὸν ἀγῶνα, τοὐναντίον ἀποτελεῖ ἔργον ἐξυγιάνσεως ἡ ἄσκησις τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ ἐπιθυμῶ νὰ τονίσω καὶ δύο ἄλλα σημεῖα. Πρῶτον, ὡς ἀνέπτυξεν ὀρθῶς ὁ ἐπερωτήσας συνάδελφος, ἡ λειτουργία τόσων τῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους, ὅσον καὶ τῶν ὀργάνων τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, εἶναι στενώτατα συνδεδεμένη μὲ τὸν ἀγῶνα, διότι τὰ ὄργανα τοῦ Κράτους καὶ τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως εἶναι οἱ ἀπαραίτητοι βοηθοὶ τοῦ στρατοῦ καί, ἑπομένως, ἐὰν τὰ ὄργανα ταῦτα δὲν εὑρίσκωνται εἰς τὸ ὕψος των, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παραβιάζομε τὸ καθῆκόν μας πρὸς τὸν στρατόν, μὴ ἐλέγχοντες τὰ κακῶς ἔχοντα. Πλὴν τούτου ὅμως, σήμερον ἐδημοσιεύθη εἰς πρωϊνὴν ἐφημερίδα, τὸν «Ἐθνικὸν Κήρυκα», ἓν τηλεγράφημα ἐξ Ἀμερικῆς, τὸ ὁποῖον μεταδίδει ἐν περιλήψει ἓν ἄρθρον τοῦ διακεκριμένου δημοσιογράφου κ. Μάρκχαμ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ ἑξῆς φράσις: (Ἀναγινώσκει). «Ὡς ἀντικειμενικὸς κριτὴς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προδιέθεσε τὸν ἀμερικανικὸν τύπον, τοὺς ραδιοσταθμοὺς καὶ γενικῶς τὸ ἀμερικανικὸν ἔθνος νὰ συμπαθήσουν τοὺς ἕλληνας κομμουνιστάς, εἶναι ὁ ἐπιδεικνυόμενος ἐκ μέρους τῶν ἑλλήνων πολιτικῶν παθολογικὸς κομματισμὸς καὶ ἡ ἀδιαφορία των ὅπως φροντίσουν διὰ παντὸς μέσου νὰ διαφωτίσουν τὴν ἀμερικανικὴν κοινὴν γνώμην ἐπὶ τῆς πραγματικῆς ἐν Ἑλλάδι καταστάσεως». Ἑπομένως, κύριοι βουλευταί, δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμε νὰ δημιουργηθῇ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις κομματίζεται, εἴτε παθολογικῶς, εἴτε μή, καί, ἑπομένως, ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐλέγχωμεν τὸν κομματισμὸν αὐτόν, διὰ νὰ αἴρεται πᾶσα τοιαύτη ἐντύπωσις, ἡ ὁποία θὰ τείνῃ εἰς τὸ νὰ γενικεύσῃ τὸ φαινόμενον εἰς ὁλόκληρον τὸν ἑλληνικὸν πολιτικὸν κόσμον.
§110Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σεῖς τὸ παραδέχεσθε, κύριε συνάδελφε;
§111Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Παραδέχομαι, ὅτι ὑπάρχει παθολογικὸς κομματισμός. Ἐὰν ὅμως πράγματι ὁ κομμουνισμὸς ἐνισχυθῇ ἐκ τούτου παρὰ τῇ ἀμερικανικῇ κοινῇ γνώμῃ, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ τὸ διαπιστώσω. Ὅτι ὅμως ὑπάρχει ὁ παθολογικὸς κομματισμὸς τὸ πιστεύω ἀκραδάντως καὶ τὸ εἶπον κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ ἀπὸ ἄλλων βημάτων. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, εἰδικώτερον τὸ ζήτημα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, ἐπιθυμῶ, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ Σώματος, νὰ δηλώσω καὶ ἐλπίζω ὅτι, προκαλούμενος ὑπ’ ἐμοῦ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἓν —ἀριθμὸς 1— σημείωμα, εἴτε ἐγγράφως, εἴτε προφορικῶς, ἐκ μέρους μου πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ οἱουδήποτε διορισμοῦ οἱουδήποτε κοινοτικοῦ ἢ δημοτικοῦ συμβούλου. Ἐὰν τολμήσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ οἱοσδήποτε προκάτοχός του, νὰ δηλώσῃ ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον σημείωμα, εἴτε τηλεφωνικόν, εἴτε προφορικόν, εἴτε ἔγγραφον, θὰ τὸν διαψεύσω κατηγορηματικῶς.
§112Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ μοῦ ἐγράψατε δύο ἐπιστολὰς σχετικῶς. (Ἐπιφωνήματα, μειδιάματα καὶ θόρυβος ἐκ μέρους τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος).
§113Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Μὴ σπεύδετε νὰ γελάσετε, κύριοι, διότι ὅταν θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί λέγουν αἱ ἐπιστολαὶ αὐταί, θὰ κλαύσητε. Συνεχίζω: Ἔχω, λοιπόν, τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ ὅλας τὰς μετεκλογικὰς Κυβερνήσεις, διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἤσκησαν τὴν λειτουργίαν τῆς διοικητικῆς μηχανῆς. Ἔπειτα ἀπὸ μίαν δεκαετίαν ἀνωμάλου πολιτικοῦ βίου, ἀνέμενεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὰς μετεκλογικὰς Κυβερνήσεις μίαν εὐνομουμένην καὶ χρηστὴν διοίκησιν. Ἀνέμενεν, ὅτι καὶ διὰ τὰς θέσεις τῶν Νομαρχῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς θέσεις τῶν κοινοτικῶν καὶ δημοτικῶν ἀρχόντων, θὰ ἐξευρίσκοντο τὰ κατάλληλα πρόσωπα, ἀνεξαρτήτως οἱασδήποτε κομματικῆς ἀποχρώσεως. Ἀντὶ τούτου εἶδεν ὅτι, ἀτυχῶς, ἀμφότεραι αἱ πρῶται μετεκλογικαὶ Κυβερνήσεις, ἐν τῷ ζητήματι τῶν Νομαρχῶν, ὄχι μόνον δὲν ἐξέλεξαν πρόσωπα ἐξαιρετικῆς ἱκανότητος, ὄχι μόνον δὲν ἀπέβλεψαν εἰς προσόντα ἠθικῆς καὶ ἱκανότητος, ἀλλὰ τοὐναντίον κατέστησαν τὸν θεσμὸν τῶν Νομαρχῶν ἀντικείμενον κομματικῆς συναλλαγῆς. Καὶ ὁσάκις συνειργάσθησαν πλείονα τοῦ ἑνὸς κόμματα ἐν τῇ Κυβερνήσει, κατενέμοντο αἱ θέσεις τῶν Νομαρχῶν μεταξὺ αὐτῶν, ἀναλόγως τῆς ἀριθμητικῆς δυνάμεως ἑκάστου. Ὑπῆρξε, κύριοι, ἀκόμη καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς λεγομένης φαυλοκρατίας, μία τάσις, ὥστε εἰς τὰς θέσεις τῶν Νομαρχῶν νὰ καλοῦνται πρόσωπα ἄξια. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Γ. Θεοτόκη, οἱ Γ. Μπαλτατζῆς καὶ ὁ Ι. Καυταντζόγλου, νέοι, ἐπανελθόντες ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, ἐγένοντο Νομάρχαι. Βραδύτερον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἐπὶ τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, ἐπίσης κατεβλήθη ὅσον τὸ δυνατὸν προσπάθεια, ὥστε νὰ ἐκλεγοῦν οἱ Νομάρχαι μεταξὺ προσώπων ἱκανῶν, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρώσεως. Τοὐναντίον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, εἴδομεν ἐντελῶς διάφορον φαινόμενον, φαινόμενον δηλαδὴ καθαρᾶς κομματικῆς συναλλαγῆς ἐν τῇ ἐκλογῇ τῶν προσώπων τῶν Νομαρχῶν. Πρὸς τιμὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι τὸ ἕτερον τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει κομμάτων δὲν ἠθέλησε νὰ συμμετάσχῃ τῶν λαφύρων, ὅπως λέγονται, τῆς ἐξουσίας ἐν τῇ Διοικήσει, οὔτε δηλαδὴ ἐν τῷ διορισμῷ τῶν Νομαρχῶν, οὔτε τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχῶν. Τὸ αὐτό, κύριοι, συνέβη μὲ τοὺς δημοτικοὺς καὶ κοινοτικοὺς ἄρχοντας. Ἦτο, βεβαίως, δυσχερὲς τὸ πρόβλημα κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐγίνετο ἡ ἐπιλογὴ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχόντων ἀπὸ τὰς μετεκλογικὰς Κυβερνήσεις, δοθέντος ὅτι αἱ τελευταῖαι δημοτικαὶ καὶ κοινοτικαὶ ἐκλογαὶ ἔλαβον χώραν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1934 καὶ ἠκολούθησεν ἔπειτα ἡ δικτατορία, ἡ ὁποία ἔκαμεν ἀθρόας μεταβολὰς δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχόντων, ἠκολούθησεν ἡ Κατοχὴ μὲ ἑτέρας τοιαύτας καὶ αἱ μεταπελευθερωτικαὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔκαμον ἐπίσης ἀθρόας μεταβολάς. Κατ’ ἐμὲ ἡ ὀρθὴ πολιτικὴ ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λέσβου συνάδελφος, ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς δευτέρας μετεκλογικῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἔθεσε μίαν βάσιν ἠθικῶς ὀρθήν, τὴν βάσιν δηλαδὴ ὅτι κατὰ κανόνα θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ τεκμήριον τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1934. Βεβαίως τὸ χρονικὸν διάστημα μεταξὺ τοῦ 1934 καὶ τῆς σήμερον εἶναι μακρόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, εἶναι τὸ μόνον κριτήριον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμε. Καὶ μὲ βάσιν τὸν κανόνα αὐτόν, θὰ ἔπρεπε νὰ γίνουν αἱ σχετικαὶ παρεκκλίσεις, νὰ ἀπαλλαγοῦν δηλαδὴ τῶν καθηκόντων των ἐκεῖνα ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐκλεγῆ τότε, τὰ ὁποῖα διὰ λόγους ἐθνικούς, διὰ λόγους κοινωνικῶν φρονημάτων, ἦσαν πλέον ἀκατάλληλα διὰ νὰ ἀσκήσουν τὸ ἔργον των. Ἐὰν ἐκ τοῦ λόγου τούτου θὰ προέκυπτον κενά, θὰ ἔπρεπεν ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν αὐτῶν νὰ γίνῃ κατὰ ἕνα τρόπον ἀντικειμενικόν. Θὰ ἔπρεπε, δηλαδή, οἱ κατὰ τόπους Νομάρχαι νὰ ἠρεύνων ποῖα εἶναι τὰ κατάλληλα πρόσωπα ἐν τῇ περιφερείᾳ των, ἀνεξαρτήτως κομματικῆς ἀποχρεώσεως — βέβαια ταῦτα νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐθνικοφροσύνης— καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ ἐκλέξουν τοὺς κοινοτικοὺς καὶ δημοτικοὺς ἄρχοντας. Τοῦτο, ἀτυχῶς, κύριοι, δὲν ἐγένετο. Ἀντ’ αὐτοῦ — ἄνευ εὐθύνης, βεβαίως, τοῦ ἑτέρου ἐκ τῶν σκελῶν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως— ἠκολουθήθη μία τακτικὴ ἀθρόων μεταβολῶν ἐν τῇ τοπικῇ αὐτοδιοικήσει. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς Δῆμος καὶ οὐδὲν Κοινοτικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν ὑπέστη ριζικὴν μεταβολὴν καὶ ὄχι μόνον μίαν ἀλλ’ ἐπανειλημμένας. Ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς Νομάρχας τὴν ὑπόδειξιν τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἀρχόντων μὲ βάσιν οὐχὶ τὰ κομματικὰ κριτήρια, ἀλλὰ τὴν χρηστότητα καὶ τὴν ἱκανότητα τῶν προσώπων. Ἀτυχῶς ὁ παρὼν ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠκολούθησε μίαν ἄλλην περίεργον τακτικήν. Ὁμολογῶ, βέβαια, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἐξαιρετικῆς ἱκανότητος καὶ ἐξαιρετικῆς δραστηριότητος. Τοῦτο, ἄλλωστε, τὸ γνωρίζομεν ἀφ’ ἧς ἐποχῆς διηύθυνε τόσον ἱκανοποιητικῶς συγχρόνως τὰ τρία πολεμικὰ ὑπουργεῖα καὶ ἡ Βουλὴ γνωρίζει πῶς διεξήγαγε τὸ ἔργον τοῦτο. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως αὐτοῦ, μέχρι τοῦ σημείου νὰ γνωρίζῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πάντα τὰ ἐν Ἑλλάδι πρόσωπα, ὥστε νὰ ἐκλέγῃ καλῶς τὰ μέλη τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν συμβουλίων, νομίζω, ὅτι ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγάλη. Καὶ πράγματι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μετεβλήθη εἰς ἕνα ὑπουργὸν–Γαργαντούαν, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε νὰ ρυθμίσῃ ὅλα τὰ κοινοτικὰ καὶ δημοτικὰ συμβούλια τῆς Ἑλάδος. Ἐξέδωκε διαταγὰς τοῦ ἑξῆς τύπου: Χάριν εὐκολίας τοῦ ὑπουργοῦ, φαίνεται ὅτι αἱ διαταγαὶ εἶναι πολυγραφημέναι. Ἑπομένως, δὲν θὰ πρέπει παρὰ νὰ μεταβάλλωνται ἑκάστοτε τὰ ὀνόματα, διότι τὸ κείμενον εἶναι τὸ ἴδιον: (Ἀναγινώσκει). «Ἀπόφασις περὶ ἀπολύσεως κοινοτικοῦ συμβούλου (τάδε κοινότητος). Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν παρ. 2 τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Ψηφίσματος τῆς 27.8.46, ἀπολύομεν τοὺς δεῖνα τοῦ ἀξιώματος κοινοτικοῦ συμβούλου τῆς κοινότητος τάδε. Κοινοποίησις κύριον Νομάρχην τάδε, παρακαλούμενον ὅπως προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν δεῖνα». Δηλαδή, δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ πρότασις τοῦ Νομάρχου πρὸς τὸν ὑπουργόν.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸ ὑπογράφει;
§115Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὑποθέτω ὁ ὑπουργός, ἀλλ’ ἐδῶ λέγει ἀκριβὲς ἀντίγραφον ὁ Τμηματάρχης, Μαυρομιχάλης. Δὲν ἔχει σημασίαν ποιὸς τὸ ὑπογράφει, εἶναι ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπολύει τοὺς τάδε, καὶ κοινοποιεῖ εἰς τὸν Νομάρχην παρακαλούμενον νὰ διορίσητε ἄλλους. Ἐρωτῶ: Πόθεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τοὺς κοινοτικοὺς συμβούλους τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ διατάσσῃ τοὺς Νομάρχας, ἄνευ τῆς οἰκείας προτάσεως, νὰ διορίζουν ὡρισμένα μέλη τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων;
§116Ν. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτὸ καὶ ἡ λέξις «οἴκοθεν»;
§117Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὄχι. Ἡ λέξις «οἴκοθεν», ἐπειδὴ εἶμαι παλαιὸς ὑπάλληλος, δὲν ἀναγράφεται εἰς τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ εἰς τὸ πρωτόκολλον τῶν εἰσερχομένων καὶ ἐξερχομένων ἐγγράφων. Ὅταν ἐξέρχεται ἓν ἔγγραφον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀντίστοιχον εἰσερχόμενον, τότε εἰς τὴν ἀριστερὰν πλευράν, ἀναγράφεται ἡ λέξις «οἴκοθεν». Λοιπόν, εἶναι ἁπλούστατον, καὶ τὸ γνωρίζει πᾶς τις, ὅτι ἡ ἀντικατάστασις τῶν Κοινοτικῶν ἀρχόντων γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει βουλευτικῶν σημειωμάτων καί, χωρὶς νὰ ἔχω ἐπ’ αὐτοῦ καμμίαν ἀμφιβολίαν, συνέπεσε τὸ ἑξῆς περιστατικὸν εἰς μίαν κοινότητα τῆς περιφερείας μου, ὥστε νὰ τὸ ἀντιληφθῶ ἀμέσως καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ὅτε, δηλαδή, συνέστη μία νέα Κοινότης, συντρεχουσῶν τῶν προϋποθέσεων τοῦ νόμου καὶ ἐλάμβανον ἐπιστολάς, διὰ ποῖον λόγον δὲν καταρτίζεται τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον, ἠρώτησα τὸν Νομάρχην! Διὰ ποῖον λόγον δὲν προέτεινε τοὺς Κοινοτικοὺς Συμβούλους, μοῦ εἶπεν, «ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτην ἁρμοδιότητα καὶ ὅτι αὐτὸ γίνεται ἀπὸ τὰς Ἀθήνας». Ἀνέμενε, λοιπόν, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τοὺς συναδέλφους τοῦ Κόμματος τὸ σημείωμα τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ διώριζε κοινοτικοὺς συμβούλους, καὶ μέχρι τότε ἡ Κοινότης παρέμεινεν ἀδιοίκητος. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου συμπληροῦνται τὰ Συμβούλια. Δηλαδή, μόνον ἐπὶ τῇ βάσει σημειωμάτων προερχομένων ἀπὸ κυβερνητικοὺς βουλευτὰς τῆς οἰκείας περιφερείας. Τὸ πρᾶγμα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγχωρηθῇ ἐάν, ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ, ὁ παντογνώστης ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέλεγε τὰ καταλληλότερα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποτελοῦν τιμὴν δι’ αὐτόν, ὅτι εἶναι πράγματι τὰ καταλληλότερα. Ἀτυχῶς, ἀπὸ σωρείαν παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, προκύπτει ὅτι, ἐν τούτῳ, δὲν ἐγένετο ἡ προσήκουσα χρῆσις τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, διότι εἰς πλείστας περιπτώσεις, ἔχομεν διορισμοὺς προσώπων, εἴτε ἐχόντων σχέσιν μὲ τὴν ποινικὴν Δικαιοσύνην, εἴτε ἐχόντων ἀμφίβολα κοινωνικὰ φρονήματα. Καί, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, θὰ τηρήσω τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωσα πρὸς τοὺς συναδέλφους μου τῆς Δεξιᾶς, διὰ νὰ τοὺς ἀναφέρω ὅτι, πράγματι ἀπέστειλα δύο ἐπιστολὰς πρὸς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ καταγγείλω ὅτι ἀντικατέστησεν ἐθνικόφρονας συμβούλους διὰ κομμουνιστῶν, καὶ τοῦ ἀνέφερον καὶ τὰς ἰδιότητας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἕκαστος, προσθέτων ὅτι, δὲν τοῦ ζητῶ νὰ διορίσῃ κανένα, τοῦ ζητῶ ὅμως, νὰ μὴ κάμῃ τὴν προσβολὴν αὐτήν, καθ’ ἣν στιγμὴν μάχεται τὸ Ἔθνος, εἰς τὸν ἐθνικόφρονα κόσμον νὰ βλέπῃ Κοινοτικοὺς ἄρχοντας, ἐξ ἐκείνης τῆς παρατάξεως, ἐναντίον τῆς ὁποίας πολεμᾷ.
§118Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Φαίνεται ὅτι, ἀνταποδίδουν τὰ ἴσα οἱ κομμουνισταί. Εἰς τὴν Πελοπόννησον διορίζουν ἐθνικόφρονας συμβούλους.
§119Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἰς τὴν μίαν τῶν ἐπιστολῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἦτο ὑπερήφανος ἡ πτέρυξ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζουσα ὅτι μὲ συνέλαβεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, καταγγέλλω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι, εἰς ὡρισμένας Κοινότητας τῆς περιφερείας μου, ἀντικατεστάθησαν οἱ ἐθνικόφρονες Κοινοτικοὶ σύμβουλοι, διὰ τῶν ἑξῆς: Ἑνὸς προέδρου αὐτοδιοικήσεως ΕΑΜ, ἑνὸς ὑπευθύνου διαχειριστοῦ τῆς ΕΤΑ (ἐπιμελητείας τοῦ ἀντάρτου) καὶ ἑνὸς ὑπευθύνου τῶν ζώων τοῦ ΕΛΑΣ. Εἰς τὴν ἐπιστολὴν αὐτήν, οὐδεμιᾶς ἔτυχον ἀπαντήσεως. Ὀλίγον ἀργότερον, κατὰ Μάϊον, ἐπεσκέφθην τὴν περιφέρειάν μου. Ἐκεῖ συνέβη τὸ ἑξῆς περίεργον, τὸ ὁποῖον εἶναι χαρακτηριστικὸν τῆς νοοτροπίας τῆς κυβερνητικῆς παρατάξεως. Κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1940, εἷς νέος ἀπέθανεν εἰς τὸ Νοσοκομεῖον, εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς συζύγου μου. Ὁ πατήρ του ἐπληροφορήθη τοῦτο καὶ συνεκινήθη ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ γίνω ἀνάδοχος ἑνὸς παιδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπέκτα εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ φονευθέντος. Λόγῳ τῆς μακρᾶς μου ἀπουσίας, ἡ βάπτισις ἔγινεν ἐφέτος, ὅταν τὸ παιδὶ ἦτο 7–8 ἐτῶν. Τὴν μίαν ἡμέραν ἔγινεν ἡ βάπτισις — κατὰ σύμπτωσιν, ὁ περὶ οὗ πρόκειται πατὴρ ἦτο πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ χωρίου — μόλις ἔγινεν ἡ βάπτισις, μετὰ 5 ἡμέρας, ἀπελύετο ὁ πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ μὲ κάμῃ ἀνάδοχον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, τότε ἔγραφον ἐπίσης εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τὰ ἑξῆς: «Κατὰ τὴν τελευταίαν μετάβασίν μου εἰς τὴν περιφέρειάν μου μοῦ κατηγγέλθη ἀκόμη ὅτι κατόπιν σημειώματος βουλευτοῦ τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διωρίσθη πρόεδρος Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Μεγαλοχωρίου (Μηχανίστης) τῶν Τρικάλων ὁ Χ. Γεροκώστας, γνωστὸς τροφοδότης καὶ μέλος τοῦ ἐφεδρικοῦ ΕΛΑΣ, θεωρούμενος δὲ ὡς ἠθικὸς αὐτουργὸς τοῦ ἐθνικόφρονος Παπαδημητρίου κατὰ τὴν τελευταίαν πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31 Μαρτίου ἑβδομάδα». Καὶ προσέθετον τὰ ἑξῆς: «Ἀνεξαρτήτως τούτου ἐπληροφορήθην ὅτι κάμνετε πλήρη ἀναστάτωσιν τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων ἄνευ κἂν γνώμης τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου δι’ ὑπουργικῶν ἀποφάσεων, ἐκδιδομένων, φυσικά, ἀφοῦ δὲν παρεμβαίνει ὁ ἐπίσημος ἐν τῷ Νομῷ ἀντιπρόσωπος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κόμματος, δυνάμει βουλευτικῶν σημειωμάτων. Καὶ τὴν μὲν κομματικὴν συναλλαγὴν παρακολουθεῖ μετ’ ἀγανακτήσεως ὁ λαός, θ’ ἀντιληφθῆτε δὲ κάποτε πόσον ἐπισφαλὴς εἶναι ἡ ὁδὸς αὕτη πρὸς δημιουργίαν κόμματος. Φανατικοὶ λαϊκοί, κατηγανακτισμένοι δι’ αὐτὸ τὸ κατάντημα τοῦ Κράτους, μ’ ἐξουσιοδότησαν κλπ. Τοῦτο ὅμως ἀποτελεῖ, ὑπόθεσιν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς κάθε ἄλλο εἴμεθα παρὰ δυσαρεστημένοι, εὐχόμενοι νὰ ἐξακολουθήσητε τὸν κατήφορον αὐτὸν τῆς κομματικῆς κραιπάλης. Ἀλλὰ ὅταν τὸ Ἔθνος ἀγωνίζεται τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν ἀδιαμαρτύρητον τὸν διορισμὸν κομμουνιστῶν καὶ τὴν ἀπόλυσιν ἐθνικοφρόνων, διότι, τοῦτο πράττοντες, βοηθεῖτε ἐμμέσως τὴν ἀνταρσίαν καὶ καθίστασθε ἅπαξ ἔτι ὑπόλογοι ἔναντι τοῦ αἱμάττοντος Ἔθνους».
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὰ ἔγραφεν αὐτά;
§121Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Τὰ ἔγραφα ἐγὼ εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς δὲν μὲ ἠξίωσεν ἀπαντήσεως. Σᾶς τονίζω, ὅτι ὁ καταγγείλας εἰς ἐμέ, εἶναι αὐτὸς οὗτος ὁ πατὴρ τοῦ φονευθέντος νέου, καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι, τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζει εἶναι, ὅτι ἦτο γνωστὸς τροφοδότης τοῦ ΕΛΑΣ, καὶ ὅτι θεωρεῖται ὡς ἠθικὸς αὐτουργὸς τῆς δολοφονίας τοῦ υἱοῦ του ...... (θόρυβος) ...... Θὰ πρέπει νὰ σᾶς φέρω συμβολαιογραφικὸν ἔγγραφον, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι τὰ πράγματα ἔλαβον οὕτως χώραν; Θὰ σᾶς ἀναγνώσω, λοιπόν, τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν μοῦ μετέδωσαν πολῖται, ἀνήκοντες εἰς τὸ Κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κ. ὑπουργός, ἀγανακτοῦντες δι’ αὐτὰς τὰς διοικητικὰς ἀτασθαλίας καὶ τὴν ὁποίαν ἀντικατέστησα πρὸ ὀλίγου διὰ τοῦ κλπ. (Ἀναγινώσκει). «Ἄν θέλῃ ἂς ξαναπαρουσιασθῇ μπροστὰ εἰς τὸν λαὸν τῆς ὑπαίθρου, ὁ ὁποῖος ἐξύπνησε πλέον». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἑτέρα τῶν ἐπιστολῶν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐμειδίασαν οἱ κύριοι συνάδελφοι τῆς δεξιᾶς, ὅταν ἤκουσαν ὅτι πράγματι ἔγραψα ἐπιστολὴν εἰς τὸν κ. ὑπουργόν. Πλὴν τούτου, εἶναι καὶ ἄλλη ἐπιστολή, ὁμοίου περιεχομένου, ἀποσταλεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ. Καὶ ἐπ’ αὐτῆς οὐδεμία ἀπάντησις μέχρι σήμερον ἐλήφθη. Ἰδοὺ διατί, κύριοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸν ἐλέγξω ἀπὸ τοῦ βήματος. Θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι ὁ λαός, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν εἶναι τόσον ἀπαθὴς πρὸ αὐτῶν τῶν φαινομένων. Κατὰ σύμπτωσιν, τὴν ἡμέραν τῆς ἐπερωτήσεως, ἔλαβον τὴν ἑξῆς ἐπιστολὴν ἀπὸ ἕνα χωρικὸν καὶ τὴν ὁποίαν σᾶς τὴν ἀναγινώσκω, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὑγιής, σκέπτεται ὑγιῶς, παρακολουθεῖ καὶ ἐλέγχει. Γράφει διὰ τὴν κατάστασιν τῆς περιφερείας του. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἰώνιον θέμα, τὸ ὁποῖον περιέχει πᾶσα ἐπιστολή, τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν ἐκ τῆς ὑπαίθρου. «Διὰ τὴν κατάστασιν τῶν ἀνταρτῶν ὅλα τὰ χωριὰ τὰ πάτησαν... τί θὰ γίνωμεν δὲν γνωρίζω, κατὰ τὸ παρὸν ἔχομεν ἡσυχίαν. Δὲν γνωρίζω τὸ Κράτος τί κάμνει, ὁ λαὸς μένει ἔξω τὸ βράδυ εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἐὰν θὰ βρέξῃ τί θὰ γίνῃ, θὰ πουντιάσουν καὶ ὅλοι θ’ ἀρρωστήσουν. Καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ δὲν τὰ προβλέπουν αὐτά, μόνον κοιτάζουν τὰ κοινοτικὰ συμβούλια νὰ παύουν καὶ νὰ διορίζουν καὶ γιὰ ἐπιτροπὲς τῆς Οὔνρρα. Αὐτὰ νὰ τ’ ἀφήσουν στὴν μπάντα, νὰ κοιτάξουν νὰ ἑνωθοῦν καὶ νὰ γίνουν Κράτος. Μὲ τὸ ὅπλον δὲν θὰ ’ρθῇ τὸ ἀποτέλεσμα. Μὲ τὴν πέννα θὰ γίνῃ Κράτος καὶ ἡσυχία». Βλέπετε, εἷς ἁπλοῦς χωρικός, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιστολὴ εἶναι πλήρης ἀσυνταξιῶν καὶ ἀνορθογραφιῶν, πῶς ἀντιλαμβάνεται, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἁπλῶς ὁ ἀγὼν τῶν ὅπλων, ἀλλὰ ὅτι χρειαζόμεθα μίαν τιμίαν καὶ χρηστὴν διοίκησιν, διὰ νὰ εἴμεθα βέβαιοι πράγματι ὅτι θὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὸν κομμουνισμόν. Ἰδού, κύριοι, διατὶ εἶναι καθῆκον ἡμῶν νὰ ἐλέγχωμε καὶ νὰ φέρωμε τὰς περιπτώσεις εἰς γνῶσιν ἰδίως τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ βεβαιωθοῦν, ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ δὲν μᾶς ἀφίνει οὐδετέρους, ἀπαθεῖς, ὅτι αἰσθανόμεθα τὸν πόνον του καὶ αὐτὸν τὸν πόνον του τὸν μεταβιβάζομεν. Θὰ ἦτο δυνατόν, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῇ κανεὶς μὲ λεπτομερείας, νὰ ἀπασχολῆται ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ διάφοροι συνάδελφοί μας, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον, θὰ μᾶς ἀναφέρουν ἕκαστος ἐξ αὐτῶν διάφορα εἰδικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἀφοροῦν τὰς ἐπαρχίας των. Ὅσον ἀφορᾷ, τώρα, τὴν ἰδικήν μου, κύριοι, σᾶς ἀναφέρω τὰ δύο αὐτὰ παραδείγματα καὶ γενικῶς ἓν πρᾶγμα μόνον ἔχω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἓν Κοινοτικὸν Συμβούλιον, ὡς γνωρίζω, ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν ἔχῃ ἀντικατασταθῇ καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ ἀγορεύσει του, νὰ μᾶς δώσῃ τὰς ἀντιθέτους ἀποδείξεις, νὰ μᾶς εἴπῃ ποῖα εἶναι τὰ Κοινοτικὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα δὲν ἀντικατεστάθησαν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἔνδοξον ἐξαίρεσιν εἰς τὸν κανόνα αὐτόν. Καὶ ἐπειδὴ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς Κρήτης, θέλω νὰ ἀναφέρω, ὅτι πρὸ καιροῦ ἀνέγνωσα εἰς τὴν ἐφημερίδα «Τὸ Βῆμα» τῆς 19 Ἰουνίου 1948, ὅτι ὁ ὑπαρχηγὸς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων (ἀναγινώσκει) «συνοδευόμενος ὑπὸ τῶν φιλελευθέρων βουλευτῶν Κρήτης, ἐπεσκέφθη τὴν πρωΐαν τὸν κ. Τσαλδάρην, πρὸς τὸν ὁποῖον διεμαρτυρήθη διὰ τὸν ἀσυγκράτητον κομματισμὸν τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος ἐν Κρήτῃ. Οἱ Κρῆτες βουλευταὶ ἀνέφερον συγκεκριμένα παραδείγματα τοιούτου κομματισμοῦ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀνέφεραν, ὅτι ἀντικατεστάθη πρόεδρος Κοινότητος διότι ἐχαιρέτησε τὸν κ. Βενιζέλον κατὰ τὴν μετάβασίν του εἰς Κρήτην. Ἐπίσης ἀντικατεστάθη διὰ δοσιλόγου Κοινοτάρχης διακριθεὶς δι’ ἐθνικὴν δρᾶσιν». Ἀπὸ τὴν περιφέρειαν Φθιώτιδος πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ ἐκεῖ Δήμαρχος πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν προεφυλακίσθη δι’ ἀδίκημα σοβαρώτατον, ὑπεξαίρεσιν καὶ ὅτι δὲν ἀπελύθη παρὰ μόνον ἐπὶ ἐγγυήσει.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παραμένει;
§123Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ὁ κ. ὑπουργὸς θὰ τὸ εἴπῃ. Ἀπὸ φίλους μου τῆς περιφερείας μου, λαμβάνω τὴν ἑξῆς καταγγελίαν, δι’ ἕνα Δήμαρχον, διορισθέντα ἐκεῖ. «Ὅτι ἐπὶ Κατοχῆς ἐπλαστογράφησε περὶ τὰς ἑκατὸν ὑπογραφὰς διαφόρων κατοίκων καὶ παρέλαβε.... διάφορα εἴδη, ἅτινα ἐδικαιοῦντο οἱ κάτοικοι, καταχρασθεὶς αὐτά. Διὰ τὴν ἀνωτέρω πρᾶξιν κατηγγέλθη... (δὲν ἠκούσθη) ..... ἐνηργήθη ἀνάκρισις ἀποδειχθείσης τῆς πλαστογραφίας, παρεπέμφθη νὰ δικασθῇ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Τρικάλων ἀλλὰ δὲν ἐξεδικάσθη ἡ ὑπόθεσις δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀποσυμφορήσεως. Παραμένει δημοτ. σύμβουλος δ.... ὅστις.... κατηγγέλθη ἐπὶ καταχρήσει εἰδῶν τῆς Οὔνρρα διαφόρων κατοίκων... καταδικασθεὶς ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου Τρικάλων εἰς φυλάκισιν 4 μηνῶν, ἐπίσης εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ κατεσχέθησαν διάφορα οἰκιακὰ ἔπιπλα καὶ σκεύη κλαπέντα παρ’ αὐτοῦ ἀπὸ διαφόρους οἰκίας κατὰ τὴν κατοχήν. Κατηγγέλθη, ἀλλὰ τὸν ἔσωσεν ἡ ἀποσυμφόρησις.
§124Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὸς εἶναι σύμβουλος,
§125Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Ὁ πρῶτος Δήμαρχος, ὁ δεύτερος σύμβουλος, ἀλληλοσυμπληροῦνται. Ἰδού, κύριοι, ποίας περίπου ἠθικῆς ὑποστάσεως πρόσωπα διορίζονται. Βεβαίως, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἀθῶος τοῦ ἀδικήματος, διότι ὅπως εἶπον ἐν ἀρχῇ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τὰς χιλιάδας Ἑλλήνων τοὺς ὁποίους διορίζει. Ἀλλὰ διὰ ποῖον λόγον συνεκέντρωσεν ἐν τῷ προσώπῳ του ὅλην αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν καὶ δὲν ἀφῆκε τοὐλάχιστον τοὺς κομματάρχας του τοὺς νομαρχιακούς, οἱ ὁποῖοι, ἐγγύτερον πρὸς τὰ πράγματα, θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔργον κάπως καλύτερον. Φαίνεται, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν, θὰ εὑρέθησαν καὶ πρόσωπα οὐχὶ πειθήνια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐδέχοντο νὰ ὑποβάλλουν τὰς προτάσεις τῶν βουλευτῶν τοῦ Κόμματος. Καὶ δι’ αὐτὸ καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ καὶ μεγάλη καθυστέρησις εἰς αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις, ὁ κ. ὑπουργὸς ἐσκέφθη, ὅτι καλύτερον θὰ ἦτο ἐξ Ἀθηνῶν νὰ λύωνται τὰ ζητήματα. Παῦσις καὶ διορισμὸς ἀμέσως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λύονται ταχέως τὰ διοικητικὰ ζητήματα. Παρακολουθῶν, κύριοι, τακτικὰ τὸν ἐπαρχιακὸν τύπον εὑρίσκω καθημερινῶς περιπτώσεις παραπόνων κατὰ τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν συμβουλίων. Σημειώσατε, ὅτι συμβαίνει πολλάκις νὰ ἀντικαθίστανται πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ Λαϊκὸν Κόμμα, δι’ ἄλλων, διὰ τὰ πρόσωπα τὰ ἀντικατασταθέντα δὲν ἦσαν, φαίνεται ἐπαρκῶς εὔκαμπτα εἰς τὰς ἐπιταγὰς τοῦ Κόμματος, ὡς συνέβη εἰς τὰς Πάτρας. Παρέλειψα νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὴν περιφέρειαν τῆς Κρήτης, διεπίστωσα προχθές, ὅτι ὑπηρετεῖ ὡς Νομάρχης ὑποψήφιος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος, κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐκλογικῇ του περιφερείᾳ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν πρόκειται περὶ συνωνυμίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι ὁ Νομάρχης Ἡρακλείου εἶναι ὁ Ἀντώνιος Σκοῦφος, ὁ ὁποῖος ἦτο ὑποψήφιος τοῦ Λαϊκοῦ Κόμματος κατὰ τὰς ἐκλογάς. Αὐτό, κύριοι, οὐδέποτε ἐγένετο εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οὐδέποτε, δηλαδή, συνέβη ἀποτυχὼν βουλευτὴς νὰ εἶναι Νομάρχης ἐν αὐτῇ τῇ ἐκλογικῇ του περιφερείᾳ.
§126Ε. ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ὑπηρετοῦν καὶ δύο Νομάρχαι εἰς τὴν Κρήτην, ἐκ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑποψήφιοι βουλευταὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελλευθέρων εἰς τοὺς Νομούς των.
§127Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Εἶναι τοῦτο —ἐὰν γίνεται— ἐξ ἴσου ἄτοπον, ὅπως καὶ τὸ ἄλλον. Εἶναι σκανδαλῶδες.
§128Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ὡς πρὸς τὸν Νομάρχην Χανίων εἶναι ἀνακριβὴς ἡ δήλωσις.
§129Σ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἦτο ὑποψήφιος.
§130Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πολιτευτὴς ἐξ Ἀχαΐας τοῦ Δημοκρατικοῦ Σοσιαλιστικοῦ Κόμματος διωρίσθη Νομάρχης.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;
§132Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Σταματιάδης.
§133Α. ΒΑΜΒΕΤΣΟΣ. Πᾶς οἱοσδήποτε ὑπουργὸς εἰς οἱονδήποτε κόμμα καὶ ἂν ἀνήκῃ, ὁ ὁποῖος διώρισε πολιτευόμενον, ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ ἐκλογικῇ του περιφερείᾳ, διέπραξε κατ’ ἐμὲ πρᾶξιν τῆς μᾶλλον ἀνηθίκου καὶ κακοήθους διοικήσεως. Διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι πολιτευόμενος διοριζόμενος Νομάρχης ἐν τῇ ἰδίᾳ του περιφερείᾳ, θὰ ἀσκήσῃ εὐσυνειδήτως τὸ ἔργον του καὶ δὲν θὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὸ νὰ ἀποκομίσῃ κομματικὸν ὄφελος. Διαφωνῶ, βεβαίως, ριζικῶς μὲ τὴν ἀντίληψιν, ὅτι οἱ Νομάρχαι δὲν θὰ εἶναι πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κυβερνῶντος κόμματος. Τὴν ἄποψιν αὐτὴν τὴν ὑπεστήριξα καὶ ἐνώπιον τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς. Θεωρῶ τὸν Νομάρχην, ὅπως ἔλεγεν ὁ διδάσκαλός μου Γεώργιος Ἀγγελόπουλος, τὸν ὀφθαλμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Νομῷ, ἀλλὰ τὸν ὀφθαλμὸν τῆς Κυβερνήσεως Κράτους, ὄχι τὸν ὀφθαλμὸν τοῦ κόμματος. Ὁ Νομάρχης ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐκπροσωπούσης τὴν Πολιτείαν καὶ ἀπολαυούσης τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀλλ’ ὄχι τοῦ κόμματος, ἐκ τοῦ ὁποίου προέρχεται ἡ Κυβέρνησις. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ εἰκόνες τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἀσκεῖται ἡ διοίκησις μετεκλογικῶς. Καὶ ἐρωτῶ ἐκείνους ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν πράγματι εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἐὰν νομίζουν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ζῶντες ὑπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ ἐὰν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ βλέπωμεν ἀδιαμαρτυρήτως τοιαῦτα γεγονότα. Ἐρωτῶ ἐπίσης, ἐὰν νομίζουν, ὅτι καταπολεμοῦμεν πράγματι καὶ οὐχὶ ἁπλῶς διὰ λόγων τὴν προδοτικὴν ἐκείνην σπεῖραν, ἡ ὁποία ὕψωσε τὴν κεφαλὴν της ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, ὅταν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας ἡ κακοδιοίκησις μαίνεται, αἱ καταχρήσεις πολλαπλασιάζονται καὶ ἕνας πράγματι παθολογικὸς κομματισμὸς κυβερνᾷ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο. Πιστεύω, ὅτι ὅσοι θέλετε νὰ ἐπιβιώσῃ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, θὰ σκεφθῆτε σοβαρῶς τὴν φράσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου. Πλανᾶσθε, ὅταν νομίζετε, ὅτι μὲ τὸν διορισμὸν ἑνὸς τυφλοῦ ὀργάνου τοῦ κόμματος εἰς τοιαύτας θέσεις θὰ κερδίσετε κομματικῶς. Τὰ κόμματα καὶ ἀπὸ στενῆς κομματικῆς ἀπόψεως κερδίζουν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, ὅταν κυβερνοῦν ἀκομματίστως καὶ ὄχι ὅταν ἱκανοποιοῦν 5–10 φιλοδοξίας μικρῶν ταπεινῶν φίλων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀξιώματα. Καὶ ἀτυχῶς τὸ ἀξίωμα σήμερον τοῦ κοινοτικοῦ συμβούλου ἐπιδιώκεται, ὄχι κἂν ἀπὸ φιλοδοξίαν νὰ κάμῃ κάτι διὰ τὸν τόπον, ἀλλὰ συνδέεται στενῶς μὲ τὴν διανομὴν τῶν τροφίμων. Καὶ θὰ ἴδητε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι εἰς τὴν Ἤπειρον ἐγένοντο ἀθρόαι μηνύσεις ἐναντίον μελῶν κοινοτικῶν συμβουλίων διὰ καταχρήσεις τροφίμων. Καὶ ἐρωτῶ εἶναι πράγματι ἡ Κυβέρνησις βεβαία, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διορίζουσα καταχραστάς, διορίζουσα ἐκβιαστὰς διορίζουσα ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦν τὴν ὀργὴν τοῦ λαοῦ, ἐξυπηρετεῖ τὸ κόμμα της; Τὴν διαβεβαιῶ περὶ τοῦ ἐναντίου. Κάμνω, λοιπόν, μίαν ἔκκλησιν εἰς τὸν ἀγαπητόν μου Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἤμην ἄλλοτε στενὸς συνεργάτης εἰς ἐποχὴν διὰ τὴν ὁποίαν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἦτο ὁ Χρυσοῦς αἰὼν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν εἴχομεν πράγματι χρηστὴν διοίκησιν, μακρὰν παντὸς κομματισμοῦ καὶ θὰ τοῦ ὑπενθυμίσω, ὅτι ὡς σύμβουλός του κάποτε ἠρνήθην νὰ ἐκδώσω διαταγήν, διὰ τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἔντονον σημείωμα ἑνὸς ὑποψηφίου βουλευτοῦ, τότε ἀνήκοντος εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ὅταν ἐκεῖνος διεμαρτυρήθη περὶ τούτου εἰς τὸν τότε Γενικὸν Διοικητὴν καὶ νῦν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐκράτει ἐπὶ μῆνας τὸ χαρτὶ εἰς τὸ συρτάρι του, τοῦ ἀπήντησε ὅτι «ἐγὼ κύριε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθω εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν ὑπηρεσίαν μου, ἡ ὁποία θεωρεῖ ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε εἶναι ἀνήθικον» Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὰς ἰδέας αὐτὰς τὰς διατηρεῖ μέχρι σήμερον. Καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, διότι βλέπω, ὅτι ἀπὸ τὴν κυβερνητικὴν συνεργασίαν, τὸ ἕτερον τῶν σκελῶν δὲν μετέχει ποσῶς εἰς τὴν διανομὴν τῶν λαφύρων τῆς ἐξουσίας ἐν τῇ Διοικήσει. Γίνονται, βεβαίως, καὶ εἰς ὡρισμένα Ὑπουργεῖα διευθυνόμενα ὑπὸ φιλελευθέρων ὑπουργῶν μερικαὶ κομματικαὶ ὑπερβασίαι, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ ἀποτελεῖ τοῦτο τιμὴν καὶ τίτλον διὰ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν βρωμερὰν αὐτὴν ὑπόθεσιν τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ ἔργα τῆς Διοικήσεως. Καί, βλέπων τοῦτο, κάμνω εἰς αὐτὸν τὴν ἔκκλησιν ταύτην: Δὲν ἀρκεῖ, κύριε Πρόεδρε, τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λέγωμεν, ὅτι πολεμοῦμεν τὸν κομμουνισμὸν καὶ διατηροῦμεν τὸ σχῆμα τὸ Κυβερνητικόν, διότι θεωροῦμεν τοῦτο πατριωτικὸν καθῆκον καὶ θέλομεν νὰ φέρωμεν εἰς πέρας τὸν ἀγῶνα. Διότι ὁ ἀγὼν δὲν θὰ ἀχθῇ εἰς πέρας ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ὁ τρόπος αὐτός, τῆς κακοδιοικήσεως. Περιμένω ἀπὸ σᾶς νὰ ἐπέμβητε δραστηρίως, ὄχι ἁπλῶς διὰ τόσον ἐλαφρῶν, φιλικῶν ἐπιστολῶν, ὡς ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἀλλὰ διὰ τοῦ κύρους σας, καὶ διὰ τῆς ἐξουσίας σας, ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ νὰ τερματισθῇ ἡ διοικητικὴ αὐτὴ κακοδαιμονία, ἀπὸ τὴν ὁποίαν φοβοῦμαι, ὅτι θὰ προέλθουν συμφοραί, διὰ τὰς ὁποίας, τότε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίζετε, ὅτι εἶσθε τελείως ἀνεύθυνος. (Χειροκροτήματα).
§134Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργολιδοκορινθίας). Κύριοι βουλευταί, δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ἀπὸ πεῖσμα κομματικόν. Εἰς τὸ βῆμα μὲ ὡδήγησεν ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν λαὸν καὶ ἡ πλήρης γνῶσις τοῦ καθήκοντος. Μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ βῆμα, ἔτι πλέον, ἡ γνῶσις, ὅτι ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον διεξάγει τὸ Ἔθνος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐοδωθῇ συντόμως εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει μηχανὴ διοικητικὴ καλῶς λειτουργοῦσα. Συνηθίζω, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀκούω ὅλον τὸν κόσμον, σᾶς βεβαιῶ, σεβαστὲ κ. Πρόεδρε, τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς βεβαιῶ, κ. ὑπουργέ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν εὗρον πολίτην —δὲν εἶμαι οὐδαμῶς, οὐδαμόθεν ὑπερβολικός— δὲν εὗρον πολίτην, ὁ ὁποῖος νὰ μοὶ εἶπεν, ὅτι ἔχομεν διοίκησιν. Παρηκολούθησα τὰ θέατρα, παρηκολούθησα τὰς συγκεντρώσεις, παρηκολούθησα συζητήσεις καὶ εἶδον, ὅτι ὅλοι μὲ πεῖσμα καὶ ἀηδίαν ὁμιλοῦν περὶ τῆς διοικήσεως. Δὲν μὲ ὡδήγησεν, ἐπανατονίζω, εἰς τὸ βῆμα σκοπὸς τοπικός, καθόσον, δύναται νὰ σᾶς διαβεβαιώσῃ, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος Αʹ Ἀντιπρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογάς, τοῦ ἀπηύθυνα ἐπιστολὴν γενικοῦ πολιτικοῦ περιεχομένου καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι δὲν θὰ ἀσχοληθῶμεν μὲ κοινοτικὰ συμβούλια καὶ μὲ ἐπιτροπάς, ἀλλὰ τοῦ εἶπον, ὅτι καὶ ἂν ἀκόμη ὑπάρχουν κοινοτικὰ συμβούλια μὲ ἀνθρώπους τοῦ Κέντρου, ἀλλ’ ἀναντιρρήτως εὐπαιδεύτους καὶ ἠθικούς, ἔχομεν καθῆκον νὰ τοὺς ἀφήσωμεν, διότι δὲν ἐκλήθημεν νὰ κυβερνήσωμεν τοὺς φίλους τοῦ κόμματος, ἀλλ’ ἅπαντας τοὺς Ἕλληνας. Δὲν μὲ ὡδήγησεν εἰς τὸ βῆμα τυχὸν παράπονον διὰ τὸν Νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας, ἐξ οὗ ὁρμῶμαι. Καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ σᾶς εἴπῃ καὶ τὸ γνωρίζω ἀναντιρρήτως, ὅτι δὲν τὸν ἀπησχόλησα ποτὲ πλὴν τοῦ ὅτι τελευταίως ἰδών, ὅτι ἀντεκατεστάθη ὁ Πρόεδρος τοῦ ἰδιαιτέρου μου χωρίου καὶ ἐπαναστατήσας διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐπὶ 200 ψήφων ἐπῆρε τοὺς 190, διεμαρτυρήθην καὶ πρὸς τιμήν του ὁ Λάκων βουλευτής, ἔσπευσεν ἀμέσως καὶ μὲ ἀνώτερον ἱπποτισμὸν νὰ ἐπέμβῃ. Πλὴν τούτου οὐδέποτε παρεπονέθην. Λέγω δὲ ταῦτα, κ. συνάδελφοι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω πόσον εὐχερῶς δύναται νὰ ἐλέγχῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐλευθέραν τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν συνείδησιν νὰ σέβεται τὸν νόμον νὰ ὁμιλῇ περὶ τούτου καὶ νὰ κατηγορῇ τοὺς ἄλλους. Θὰ ἐπλανᾶτο πᾶς τις, ἐὰν ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχον λόγον τινὰ ἐγὼ ἀποχρῶντα, νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸν Εὐαγγελᾶτον ἢ διὰ τὸν ... (δὲν ἠκούσθη) ... Βεβαιότατα, θὰ ἔλεγον μόνον εἰς τὸν κ. ὑπουργόν, τῆς Γεωργίας, ὅτι ναὶ μὲν τὰ χαρτιὰ ἀποδεικνύουν, ὅτι ὁ Εὐαγγελᾶτος εἶναι ἀθῶος —τὸ συνομολογῶ, καθ’ ὅσον αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις κατὰ δικονομικὸν κανόνα, ἀντὶ ἀληθείας ἐκλαμβάνονται—, ἀλλὰ οἱ νόμοι ὁρίζουν, κ. ὑπουργέ, τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος εἶσαι εὐφραδέστατος τοῦ λόγου χειριστής, ὅτι εἰς τὰς τοιαύτας περιπτώσεις ὁ δικαστικῶς ἀθῶος διώκεται πειθαρχικῶς. Ταῦτα εἰς ἀπάντησιν διὰ τὴν Ἀκαρνανίαν. Γενικώτερον, κ. βουλευταί, ἕνας ταγματάρχης οἱουδήποτε τάγματος, εἰς οἱανδήποτε γωνίαν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος εὑρισκόμενος, ποῖον θὰ συναντήσῃ τὴν πρωΐαν ὡς κάτοπτρον τοῦ Κράτους; Τὸν Πρόεδρον τῆς Κοινότητος, τὸν κοινοτικὸν σύμβουλον, τὸν Δήμαρχον, ἐὰν πρόκειται περὶ Δήμου —οἱ ὁποῖοι τελευταίως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπολλαπλασιάσθησαν κατὰ πολὺ καὶ μὴ θέλετε νὰ σᾶς ἀναπτύξω αὐτὴν τὴν στιγμὴν διατί— καὶ τὸν Νομάρχην. Καὶ ἐρωτᾶται: Αὐτοὶ, τοὺς ὁποίους θὰ συναντήσῃ, ὁ δήμαρχος, ὁ Πρόεδρος, οἱ κοινοτικοὶ σύμβουλοι, εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἐψήφιζέ τις ὡς τοὺς τὰ πρῶτα φέροντας εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν, εἶχε τὴν τύχην ἡ Πατρὶς μας νὰ κάμῃ ἐκλογάς; Ἀσφαλῶς, κ. βουλευταί, δὲν εἶναι οἱ ἄριστοι, οἱ καλοί, ὡς ἔπρεπε νὰ εἶναι καὶ ὡς ἐπειράθη τὸν βόρβορον τοῦτον νὰ ἀποκαθάρῃ —τὸ τονίζω πρὸς τιμήν του— ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπὶ Κυβερνήσεως Μαξίμου.........
§135Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπεν ὅτι θὰ ἔβαζε τὰ αἱρετὰ συμβούλια καὶ ἔβαλεν ὅλους τοὺς δικούς του.
§136Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργ)θίας). Ἡμεῖς, κ. βουλευταί, πόρρω ἀπέχομεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀναλάβωμεν τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ ἄλλως ἐπαρκοῦς εἰς τὸ νὰ αὐτοϋπερασπίζεται ὑπουργοῦ τότε, τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡμεῖς μίαν γραμμὴν ἔχομεν: Τὴν ἀλήθειαν νὰ ὁμολογοῦμεν καὶ νὰ ἐγκαλοῦμεν τοὺς ὑπευθύνους καὶ ἀξίους ψόγου καὶ κατηγορίας. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Αἰγιαλείας εἶναι ὁμολογουμένως, εὐερέθιστος........
§137Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε, δὲν εἶμαι εὐερέθιστος. Λέγω τὴν ἀλήθειαν.
§138Δ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ. (Ἀργ)θίας). Δὲν εἶπον ποτὲ ὅτι ἐφοράθης μὴ λέγων τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ λέγω, ὅτι οἱ εὐερέθιστοι εἶναι κακοὶ ὑπερασπισταὶ τῶν ὑποθέσεών των. Καὶ ἐπανέρχομαι, κ. βουλευταί, εἰς τὴν δόξαν, τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν —καὶ τὴν ὁμολογουμένως ὀρθὴν— ὅτι ὁ ἡγήτωρ ὁ στρατιωτικὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ μαζύ του τὸ ὄργανον τῆς διοικήσεως, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ μαζύ του τὸν λαόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔταξε τὸν σκοπὸν τοῦ ἀγῶνος ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ὁμιλῶν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1947, ἔλεγον, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις χαράσσουν τοὺς σκοποὺς καὶ ὁ στρατὸς ἐπιτελεῖ τοὺς σκοπούς. Καὶ προσέθετον τότε —ἀτυχῶς δ’ ἀπεδείχθη μετὰ πάροδον ὀλίγου χρόνου, ὅτι εἶχον δίκαιον— ὅτι ἡ Κυβέρνησις, μὴ συλλαβοῦσα τὸν σκοπόν, δὲν τὸν χαράσσει, ἀλλὰ τὸν χαράσσει μόνος του ὁ Ἕλλην στρατιώτης, διότι τοῦ ὁμιλοῦν τὰ βουνὰ καὶ οἱ λαγκαδιὲς καὶ τὸ ἐπιτάσσουν οἱ ἀνεκδιήγητες σφαγὲς τοῦ λαοῦ μας, κυβερνῆται τῆς Πατρίδος. Ἡ Κυβέρνησις πρώτιστον καθῆκον εἶχεν, καὶ τὸ κεφαλαιῶδες τοῦτο ζήτημα τῆς διοικήσεως νὰ προσέξῃ ἰδιαιτέρως. Διότι, ἐὰν τοῦτο ἔπραττε, δὲν θὰ συνέβαινεν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τινὲς λέγουν —τὸ λέγουν δὲ δυστυχῶς, ἄνθρωποι μὴ ἔχοντες περιπλακῆ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ψυχολογικοῦ παράγοντος τοῦ λαοῦ μας—, ὅτι δηλαδὴ «δὲν μᾶς λέγουν», «δὲν μᾶς πληροφοροῦν». Εἶναι ψεῦδος τοῦτο, κ. βουλευταί. Ἡ πληροφορία προϋποθέτει ἐπιβολὴν καὶ κῦρος εἰς τὸν αἰτοῦντα τὴν πληροφορίαν καὶ εἰς τὸν φορέα τῆς ἐξουσίας. Καὶ διοίκησιν τοιαύτην, κ. κυβερνῆται, δὲν παρεδώσατε εἰς τὴν Πατρίδα. Τὸ λεγόμενον —καὶ λεχθὲν προηγουμένως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Τρικάλων συνάδελφον— ὅτι τὸ ἕτερον τῶν κυβερνητικῶν σκελῶν, δὲν εἶναι ἀναμεμιγμένον εἰς τὴν διοίκησιν, δὲν ἐμφανίζει τοῦτο ἄμοιρον τῶν εὐθυνῶν, καθ’ ὅσον καθ’ ἡμᾶς —καὶ κατὰ πάντα— περισσότερον ὑπεύθυνος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος, γνωρίζων τὸ ἔγκλημα, ἀδρανεῖ ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν τὸ γνωρίζει καί, συνεπείᾳ τοῦ λόγου τούτου, μένει στατικός. Εἶναι καθῆκον ὅλων, κ. βουλευταί, νὰ θέσωμεν ὑπεράνω τὴν Πατρίδα καὶ κάτω τὸ Κόμμα, ἔλεγεν ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος, ὅταν ἐξήγγελε, τὸ 1928, ἀπὸ τὴν νύμφην τοῦ Θερμαϊκοῦ τὸ μεγαλειῶδες πρόγραμμά του: «Ἐὰν ἐπιτύχω, Ἑλληνικὲ λαέ, εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τῆς διοικήσεώς μου, καὶ δὲν δυνηθῶ νὰ πατάξω τὴν ληστείαν —διότι εἶχε δεδομένην τὴν σύλληψιν τοῦ Μελᾶ— τότε θὰ θεωρήσω ἑαυτὸν ἀποτυχόντα». Διότι ἐπίστευεν εἰς τὸν νόμον. Καὶ ἔλεγεν ἀργότερον, ὅταν κάποιος, μωροφιλόδοξος στρατηγός, ἐνόμισεν, ὅτι, αὐτοῦ κυβερνῶντος, ἠμποροῦσε νὰ ἐπιβληθῇ, ὅτι, ἂν ἀπετύγχανεν εἰς τὰς Ἀθήνας, θὰ μετέβαινεν εἰς τὴν Λάρισαν καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὴν Κομοτινήν, καθ’ ὅσον «ἐμοῦ κυβερνῶντος λειτουργοῦν οἱ νόμοι». Καὶ ἐρωτᾶται: Τὸ Κόμμα τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ἕτερον τῶν σκελῶν τῆς Κυβερνήσεως, πῶς ἀνέχεται τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ὅταν ὁ Νομάρχης ὁλόκληρον τὴν πρωΐαν ἀσχολεῖται μὲ τὸ Κόμμα, ὅταν ὑβρίζῃ τοὺς πολίτας, ὅταν ἐμποδίζῃ τὴν κατίσχυσιν τοῦ νόμου καὶ συντελεῖ εἰς τὴν σφαγὴν τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος τούτου λαοῦ; Κυβερνῆται τῆς Πατρίδος, σήμερον τὴν διοίκησιν, παρὰ τὸν κίνδυνον καὶ τὰς συμφορὰς τῆς χώρας, τὴν διέπει καὶ τὴν διακρίνει κραιπάλη κομματική. Εἶναι ἀνάγκη, ὅθεν ἐπιτακτικὴ νὰ ἀλλάξητε ρυθμὸν ἐν τῇ Διοικήσει, νὰ τοποθετήσητε πρόσωπα ἱκανὰ καὶ εὐϋπόληπτα διὰ νὰ βοηθήσουν εἰς τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας τοῦ τόπου. Προχθὲς μὲ ἐπεσκέφθησαν πολῖται καὶ μοῦ εἶπον, ὅτι ὑπάρχουν ξῦλα, τὰ ὁποῖα δίδει τὸ Ὑπουργεῖον Ἀνοικοδομήσεως, καὶ αἱ ἀποδείξεις τῶν ξύλων —πόσα ἐδόθησαν κλπ.— οὐδόλως εὑρέθησαν ἐν συμφωνίᾳ. Μαρτυρεῖ τοῦτο πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ξένα πρὸς τὸ δίκαιον καὶ τὰς συνηθείας τοῦ μεγάλου καὶ σπουδαίου λαοῦ μας. Ἐάν, κ. βουλευταί, διήγομεν μίαν ἄλλην περίοδον, ἴσως νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὴν φθορὰν τῶν κυβερνητῶν θὰ τὴν κερδίσῃ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔγραφον προχθὲς εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως μίαν μακρὰν ἐπιστολήν. Εἶναι πλάνη ἔλεγον, ὅτι ἰσχύει τὸ δόγμα τὸ παλαιόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κυβερνᾷ καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις μόνον ἐλέγχει, καθ’ ὅσον, καθ’ ἡμᾶς —ἔγραφον ἐκεῖ— καὶ τὸ σκέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ ἐλέγχῃ, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ προβῇ περαιτέρω καὶ νὰ ἐξεγείρῃ τὸν λαὸν κατὰ τῶν κυβερνητῶν, οἵτινες τὸν ὁδηγοῦν εἰς ἀτραποὺς σκολιάς, ἀλλὰ καὶ ἐπιζημίους. Ἄς σκεφθῶμεν, κ. βουλευταί, ὅτι ὁ Ἕλλην στρατιώτης, μαχόμενος τὸν ἀγῶνα τῆς ἐπιβιώσεως τῆς Φυλῆς, δὲν ἀνήκει εἰς κόμματα, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν Πατρίδα, καὶ ἐρεθίζεται, δικαίως δέ, ὅταν βλέπῃ ἡμᾶς ἀσχολουμένους περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ἂς ἀξιώσωμεν διοίκησιν ἀξίαν τῶν περιστάσεων. Εἶναι, καιρὸς πλέον, κ. βουλευταί, νὰ ἀρθῶμεν ὑπεράνω τῶν κομμάτων, εἶναι καιρὸς νὰ καταργήσωμεν τοὺς δεσμούς μας πρὸς τοὺς ἀρχηγούς, εἶναι καιρὸς νὰ καταργήσωμεν καὶ Κυβέρνησιν καὶ οὐραγούς, διὰ νὰ καταστῶμεν ἄξιοι τῆς Πατρίδος καὶ τῆς ἀποστολῆς μας. Διότι ὁ βουλευτής, ὀφείλει, κατ’ ἀρχήν, πειθαρχίαν εἰς τὸ Ἔθνος καὶ κατόπιν εἰς τὸ κόμμα, ἐφ’ ὅσον τοῦτο ὠφελεῖ τὴν Πατρίδα. (Χειροκροτήματα).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ λύσωμεν τὴν συνεδρίασιν;
§140ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ὥραν 6 μ.μ., μὲ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, ἀναφοράς, ἐρωτήσεις καὶ Κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. (Ὥρα 9.20′ μ.μ.).